ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ “ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ” (18-1-2023 ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ).

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΣΥΝΔΙΟΡΓΑΝΩΣΑΝ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 18-1-2023 ΚΑΙ ΩΡΑ 18.30 ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΦΕΤΩΝ κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ “ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ”.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΗΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ κ. ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΑΠΗΥΘΥΝΑΝ: Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ κ. ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΑΓΟΥΤΕΛΗ, Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ – ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ – ΠΟΙΗΤΡΙΑ κ. ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ,ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, ΙΑΤΡΟΣ ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΔΑΒΑΝΗΣ.

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΙΛΗΣΑΝ: 1. Η ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ κ. ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΙΜΑΤΗ ΚΑΙ 2. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΑΓΓΕΛΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΘΟΠΟΙΟ κ. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ.

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Η κ. ΝΑΝΤΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΑ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ Ο κ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΟΥΤΣΙΚΑΚΗΣ.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 17/2/2023)

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 17/2/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την πέμπτη διάλεξή του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη μετά την ολοκλήρωση του κύκλου των διαλέξεων του υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ”. Ο ειδικότερος τίτλος της παραπάνω διάλεξης ήταν: “Ποιος είναι ο Καβάφης της Ρωσίας”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ: “ΔΙΑΛΟΓΟΣ” (Με εισαγωγικό σημείωμα από τον Σταμάτη Γιακουμή, Εφέτη Δ.Δ.)

Διάλογος

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ, ΕΦΕΤΗ Δ.Δ.

Προσωπικά, αισθάνομαι ότι όσα θέλω να πω και να εκφράσω έχουν συγκεντρωθεί με τρόπο αποπνικτικό και ψάχνουν αποσυμπιεστική διέξοδο για να αναδυθούν! Με αφορμή το κείμενο του Τζιόλα , που ενώ αναφέρει πεντακόσια ονόματα παραλείπει την πιο ευαίσθητη ψυχή της Ελλάδος, τον Διονύσιο Σολωμό, σκέφτηκα πόσο επίκαιρος είναι ο τελευταίος λόγω του σεισμού και του αφανισμού απ’ τη μια στιγμή στην άλλη χιλιάδων ανθρώπων που σκέφτονταν τι δουλειές έχουν την άλλη μέρα, ο καθένας με τα δικά του όνειρα και προσδοκίες και ξαφνικά μια νύχτα χάθηκαν!  Ο Σολωμός μπορούσε να εκφράζει βιβλιοθήκες ολόκληρες αισθημάτων μ’ έναν στίχο! Κατά τη γνώμη μου τον αιφνιδιασμό, που φέρνει ο όλεθρος, τον περιγράφει τέλεια εκείνος ο στίχος του Κρητικού:                        

“και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη.                        

την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη”. 

Αλλά βέβαια ο ίδιος δίνει την απάντηση: 

“Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός, ευθύς εγέμισ’ άνθη!”

Μιά ιδέα – συγγνώμη για τον ενθουσιασμό μου – θα ήταν να αναδεικνύονται και να δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΚΕΛΔ , εκτός από τις συνεισφορές των συνεργατών, και τρανταχτά κείμενα για τη λογοτεχνία, ξεχασμένα όμως για διάφορους λόγους από το ευρύ κοινό. Ως τέτοιο θα πρότεινα π.χ. το Διάλογο του Διονυσίου Σολωμού για την υπεράσπιση της ελληνικής γλώσσας (1824), το μόνο πεζό που έγραψε κατά τη δεκαετία 1820-1830 μαζί με τη Γυναίκα τση Ζάκυθος, όπως μάς λέγει ο Λίνος Πολίτης. Επισυνάπτω το link. Άλλωστε πιστεύω ο Σολωμός είναι ex officio και εξ ορισμού επίτιμο μέλος του Κύκλου μας.  Μη νομίζετε ότι ο κόσμος τα ξέρει αυτά!

Δεν θυμόμουν ότι ο Σολωμός είχε στο «Διάλογο» τόσα πολλά Ιταλικά και μάλιστα χωρίς παραπομπές. Τα μεταφράζω πάραυτα για να διευκολύνω την ανάγνωση. Με αυτό εξαντλείται η αρμοδιότητα του μεταφραστή και πλέον ο διάλογος περιέρχεται προς επεξεργασία στα χέρια ενός έμπειρου αναλυτή κειμένων.

A voce piu ch’al ver drizzan li volti;

E cosi ferman sua opinione,

Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti


Τα πρόσωπα γυρνάνε προς φήμη όχι αλήθεια

Ξένες απόψεις απηχούν μ’ ευπείθεια,

Αντί τέχνη, λογική να ψάχνουν μ’ εμβρίθεια.  

Δάντης, Καθαρτήριο, Άσμα XXVI

Nel mezzo del cammin di nostra vita.

Πρόκειται για την περίφημη αρχή της Θείας Κωμωδίας, που ξεκινάει «στο μέσο του δρόμου του βίου μας», ασφαλώς «in medias res», όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια!

 Is qui, omnium eruditorum testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate, tum vero eloquentia, varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile princeps.

Αυτός (αναφέρεται στο Σωκράτη) σύμφωνα με τη μαρτυρία των «επαϊόντων» και κατά την κρίση ολόκληρης της Ελλάδας, συνεπεία της σωφροσύνης του, της οξυδέρκειας, της γοητείας του, της επιδεξιότητας, αλλά και της αληθούς ευγλωττίας, της ποικιλίας και της δαψίλειας των επιχειρημάτων του αναδεικνυόταν πάντα κορυφαίος, σε οποιαδήποτε διαλογική συζήτηση και αν συμμετείχε.

Κικέρων, Περί του Ρήτορος

Quand’ io fui desto innanzi la dimane

pianger sentii fra ’l sonno i miei figliuoli

ch’eran con meco, e domandar del pane.

Δάντης, Κόλαση, Άσμα XXXIII

Ξύπνησα πριν έλθει η μέρα  

Κι οι γιοι μου κλαίγαν απ’ την εσπέρα

Ψωμί ζητούσαν απ’ τον πατέρα.  

E questa e l’altre mossero a sua danza

e quasi velocissime faville

mi si velar di subita distanza.

Κι αυτή και άλλοι χόρευαν στ’ αστέρια

σπίθες γλήγορες σε δώματα  αιθέρια,

με μάσκες στροβιλίζονταν τα ταίρια.

Δάντης, Θεία Κωμωδία, Άσμα VII, Παράδεισος

La bocca sollevo dal fiero pasto

quel peccator, forbendola a’ capelli

del capo ch’egli avea di retro guasto.

από δείπνο θυέστειο σήκωσε το στόμα,

φριχτά κι ανόσια με των μαλλιών το στρώμα  

σκούπισε τη βρώση και το πιόμα.

Δάντης, Κόλαση, Άσμα XXXIII  


https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=3522



ΔΙΑΛΟΓΟΣ (ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ)

A voce piu ch’al ver drizzan li volti;
E cosi ferman sua opinione,
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti
Dante Purg. C. XXVI
Έγραψε τον «Διάλογον» ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά το 1824. Σώζεται το αντίγραφον, ατελές, ως κάτω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψε κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το επιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσε τον «Διάλογον» ―τον δημοσιεύομεν κατά το αντίγραφον τούτο. *
ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
ΦΙΛΟΣ Έπειτα από τόσες ομιλίες, εξέχασες κοιτάζοντας κατά το Μοριά.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά πρέπει να εξέχασες κι εσύ, γιατί δε μου ομιλούσες παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώρες αφού ο ήλιος εμεσουράνησε, θέλουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και, αν θέλεις, ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα και να ξαναρχινήσουμε.
ΦΙΛΟΣ Ας καθίσουμε· γλυκιά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Το πέλαγο είναι όλο στρωτό και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να κινήσει για το Μοριά, δεν ημπορούσε να κάμει ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυστα τα κουπιά.
ΦΙΛΟΣ Τί σου αρέσει περσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;
ΠΟΙΗΤΗΣ Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη οπού απλώνεται καθαρότατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου οπού απομακραίνει από τες ανησυχίες του κόσμου και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ’ αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μισολόγγι, μ’ αρέσει περσότερο η ταραχή· εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου.
ΦΙΛΟΣ Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, οπού σε παραμέρισα για ν’ αποφύγουμε το ράντισμα οπού αποπάνου μας σταλοβολούσε η θάλασσα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχονται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από ολίγες σταλαγματιές θαλασσινές.
ΦΙΛΟΣ Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά το Μοριά, και να ξανασωπάσεις… αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλείς όποτε θέλω.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
ΦΙΛΟΣ Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λοκ: Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον έχουν ανταπό κριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι τού βολέσει για να κόψει ή να εμποδίσει τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζονται εχθρόν της αλήθειας και της πολυμάθειας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Τί λες; ώς πότε θα πηγαίνει ομπρός αυτή η υπόθεση; ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλεί σ’ έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλεί μίαν γλώσσαν δικήν τους!
ΦΙΛΟΣ Για κάποιο καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήσει· η αλήθεια είναι καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρή. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ’ επειδή γράφοντας εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι σφαλερός.
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.
ΦΙΛΟΣ Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ’ αυτούς ο Σαίξπηρ εξαίρετα, και θέλω να σου ξαναθυμίσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιότατων. —Εκρέμονταν από το πατερό τού φτωχότατου εργαστηριού μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήτον τριγύρου πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφές, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήτον φούσκες, ήτον βρομόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αριά σπαρμένα εδώ κι εκεί για να προσκαλέσουν τον αγοραστή.
ΠΟΙΗΤΗΣ Βλέπω από μακριά έναν Σοφολογιότατον· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου και για τη δική του να μην έλθει κοντά μας.
ΦΙΛΟΣ Το επιθυμώ κι εγώ· εσύ θυμώνεις πάρα πολύ.
ΠΟΙΗΤΗΣ Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ’ οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.
ΦΙΛΟΣΟ Σοφολογιότατος έρχεται κατά μας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Καλώς τα δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ’ αυτόν. Κοίτα πώς τρέχει! Το πιγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθεί με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, που να μην μπορεί πλέον ν’ ανοίξει το στόμα του για να φωτίσει το γένος!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ’ εύρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθεί ογλήγορα γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για μας τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.
ΦΙΛΟΣ Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδά ζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ’ εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.
ΦΙΛΟΣ Και ποίος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Δεν μου είπαν τ’ όνομά του· μου είπαν πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και από τη μάνητα τη μεγάλη ημπορούμε να πούμε πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου μη λάχει και στον θυμό του σκοτώσει πρόβατα και αυτός και εντροπιασθεί.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ας εντροπιασθεί· γι’ αυτόν δεν με μέλει· με μέλει για το κοινόν όφελος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Και τί όφελος;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Η γλώσσα σού φαίνεται λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξεις το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξεις πρώτα τες ορθές λέξες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Με μεγάλη φωνή):
Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Με μεγαλύτερη):
Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;
ΦΙΛΟΣ Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με μεγαλοπρέπεια και χωρίς θυμούς.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανεί μεγαλόπρεπος)
Αλήθεια, φίλε· έτσι έκανε και ο Σωκράτης.
ΠΟΙΗΤΗΣ Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθεί. Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τούτο μού φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφότερους του έθνους μας έγραψε ότι για να γράφουμε με τα λόγια του λαού πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζόμασθε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πει πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν εφαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν τες ίδιες λέξες έχουν τους ίδιους στοχασμούς. Τα νομίσματα εις τον τόπον εις τον οποίον ζεις έχουν την ίδια τιμή· μολοντούτο εις τα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου αξίζουν ολίγο περσότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήτον αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν εις τες φυσιογνωμίες· και αν κατά δυστυχίαν του γένους κανένας Σοφολογιότατος ετρελαινότουν, είναι πιθανό να εξεθύμαινε την τρέλα του με τα ίδια λόγια οπού ήτον συνηθισμένος να λαλεί· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να πω ότι συλλογίζεται σαν κι εσένα;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Σ’ τούτο το στερνό φρόνιμα ομίλησες· τες λέξες όμως του λαού να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τί περίστασες βρισκόμασθε, εις τί περίστασες βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ… Σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πώς πρέπει να πορευθούμε;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Πρέπει να τρέξουμε εις τες μορφές των ελληνικών λέξεων και να πάρουμε όσες ημπορούμε, και κάποιες από τες δικές μας, οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να τες σύρουμε στην παλαιά μορφή.
ΠΟΙΗΤΗΣ Γιατί;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί αυτές οι λέξες είναι ευγενικότερες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου ενώ μου λες τέτοια;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Άβλαβη, μά την αγάπη του Ελικώνος!
ΠΟΙΗΤΗΣ Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σού λέγω ωστόσο, πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον οπού έκαμες για να τες μάθεις, και επειδή παρατηρώ πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με τ’ αλφαβητάρι στο χέρι, σ’ ερωτώ, ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικότερο, το δικό μας, ή το ιταλικό;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όσο μεν για τούτο… τα γράμματα κάθε αλφαβηταριού έχουν την ίδιαν ευγένεια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ήγουν δεν έχουν καμίαν αφ’ εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τί δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα βάνει εις τάξη, και το μάτι διαβάζει: Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιότατος. Εις την πρώτη λέξη σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και στην τρίτη γελώ για χρόνους. Το ίδιο πες για τες λέξες· η ευγένειά τους κρέμεται από την τέχνη με την οποίαν τες μεταχειρίζεσαι.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθείς, οι λέξες της τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες… Τί με κοιτάζεις χωρίς να ομιλείς;
ΠΟΙΗΤΗΣ Κοιτάζω τες άσπρες τρίχες της κεφαλής σου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αμή τί έχουν να κάμουν με τες λέξες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνει σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και τες γλώσσες ακόμα, και ησύχασε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξες μας αν είναι διεφθαρμένες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Την ευγένειαν οπού είχαν οι αγγλικές πριν γράψει ο Σαίξπηρ, οπού είχαν οι γαλλικές πριν γράψει ο Ρασίν, οπού είχαν οι ελληνικές πριν γράψει ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν τες λέξες του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχει λέξες από άλλες γλώσσες· και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εγώ δεν κάνω καμία, για να μην χάνω καιρό· και τη ζωή του Μαθουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για τέτοιες ευχές, οι οποίες φέρνουν το ίδιο όφελος οπού φέρνουν τα κλάηματα στα σώματα των νεκρών. Οι ευχές οπού κάνω είναι για να ξαναζήσει η σοφία, και η σοφία δεν θέλει να ξαναζήσει ποτέ όσο γράφετε με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα πάντα τη δυστυχία να στοχάζομαι με τον Σωκράτη τες λέξες ωσάν τες σφυριές· το αφτί σου πυθαγορίζει στες παλαιές, το δικό μου και του γένους στες τωρινές.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίσει να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, τες λέξες μας με τα σχήματα της παλαιάς;
ΠΟΙΗΤΗΣ Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμεις τέτοια διόρθωση;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνει με την οδηγία της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε και να πούμε ομμάτιον· λέγει κρεβάτι, πρέπει να πούμε  κραββάτιον.
ΠΟΙΗΤΗΣ Η πρόταση αύτη ομοιάζει την τρέλα κάποιων ανθρώπων οπού έχουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί εννοείς να πεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εννοώ να πω ότι μόλον που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την ξετάξεις καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΤούτο επιθυμώ να μου αποδείξεις.
ΠΟΙΗΤΗΣ Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, εις το οποίο υψώνεται το μεγάλο χτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημα σου, είναι βαρβαρότατη, όπως θέλει σου το αποδείξω εις το εξής. Η διαφθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών λογιών· ή αλλάχνουν τα φωνήεντα, ή αλλάχνουν τα σύμφωνα, ή αλλάχνουν τοποθεσία τα ψηφία οπού συνθέτουν μίαν λέξη. Τούτο γίνεται εις κάθε γλώσσα οπού γεννιέται από άλλην. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ τες με τη γλώσσα που τες εγέννησε, και θέλει ιδείς φανερότατην την αλήθειαν οπού σου λέγω. Τώ ρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο οπού σεις αποφασίστε να μεταχειρισθείτε:
Nel mezzo del cammin di nostra vita.
Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάμουμε τη διόρθωση με την ίδιαν επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς εις τη γλώσσα σας. Nel, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε  in — mezzo, κείνα τα δύο zz είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε  medio — del, τίποτες — cammin, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται! αλλά θέλει μεγαλοψυχία· ας το λατινίσουμε: cammini — nostra, πρέπει να πούμε  nostrae — vita, πρέπει να πούμε vitae. Νά διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος!
In medio cammini nostrae vitae.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τούτο είναι γελοίον.
ΠΟΙΗΤΗΣ Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλλαχτα τα ίδια. Και τόσον ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ηξεύρη και αυτός κατ’ ανα λογία να κάμει στη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι στίχοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια εύμορφοι, όμως με τον Βιργίλιο, οπού όλον τον είχε στο νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιες διόρθωσες να τες κάμει. Γιατί δεν τες έκαμε; Γιατί δεν τες έκαμαν οι Γάλλοι; Γιατί δεν τες έκαμαν οι Λατίνοι; Και πώς ημπορούσαν να τες κάμουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη και ας ιδούμε αν ημπορεί ποτέ να ξεβαρβαρωθεί. Είπαμε vitae αντί για vita· αλλά εξεβαρβαρώθηκε εις τέτοιον τρόπο; Όχι, Σοφολογιότατε· η μορφή της λέξης έπεσε από μίαν βαρβαρότητα εις άλλην· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή και η αληθινά ευγενική; Ποίος το είπε; Ποίος ξεύρει να σου το πει; Το ὄφις, το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικότερο από το φίδι, το ὄφις λέγω, με τόσες άλλες λέξες, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξή του είναι ελληνική· και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιότατε, αγάλια αγάλια εγώ σε στενεύω να ομιλήσεις του Αδάμ τη γλώσσα, και ημπορείς να μου ψάλεις με τον Δάντη: La lingua ch’ei parlo fu tutta spenta· γιατί εγώ σού αποκραίνομαι: Ομίλειε με τα νοήματα για να μη βαρβαρίζεις!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Λοιπόν;
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν του λαού της Ελλάδας όλες τες λέξες…
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Κοκκινίζοντας)
Πάντα τον λαό μού βγάνεις έξω για διδάσκαλο! ποίος το είπε ποτέ!
ΠΟΙΗΤΗΣ Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμούμαι εις τί μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα πράγμα τα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε τίποτε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Σε παρακαλώ να μου πεις ποίος το είπε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Άκουε, Σοφολογιότατε, και τρόμαξε: Is qui, omnium eruditorum testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate, tum vero eloquentia (ακούς Σοφολογιότατε; eloquentia), varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile princeps.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ποίος; πες μου ποίος, να ησυχάσουμε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Θυμήσου το όνομα οπού εμελέτησες πρωτύτερα, γιατί τώρα χρειάζεται.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ποίος; Ο Σωκράτης;
ΠΟΙΗΤΗΣ Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις εις τ’ όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του:
Αλκιβιάδης: Οἶμαι ἔγωγε· ἄλλα γοῦν πολλὰ οἷοί τ’ εἰσὶν (οἱ πολλοί) διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν.
Σωκράτης: Ποῖα ταῦτα;
Αλκιβιάδης: Οἷον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγ’ ἔμαθον, καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι ἐμαυτοῦ εἰπεῖν διδάσκαλον, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀναφέρω οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους.
Σωκράτης: Ἀλλ’, ὦ γενναῖε, τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί, καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ’ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν.
Αλκιβιάδης: Τί δή;
Σωκράτης: Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτὰ ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Μη λάχει και εννοεί τίποτε άλλο;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εσύ, οπού είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμέ τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά δική σου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΔεν σου λέγω το εναντίο… Ευμορφότατα λόγια!
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευμορφότατο νόημα! Ναι, ευμορφότατο νόημα! Αμή τί ήθελες; να γράφει τες λέξες της κεφαλής του καθένας; με ποίο δικαίωμα; με το δικαίωμα που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν· ένας οπού έχει πνεύμα και μάθηση φτιάνει μορφές λέξεων καθώς θελήσει, ένας άλλος κάνει το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και εις ολίγον καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα· και η φιλοσοφία αγρίκησε αυτήν την θέλησή της και την εκήρυξε στους ανθρώπους. Όσο μεν γι’ αυτό που υποπτεύεσαι, πως να είναι άλλο τι απ’ αυτό που σημαίνουν τα λόγια, για ν’ αφήσεις κάθε αμφιβολία, να σου πω πόσοι κλασικοί εξαναείπαν το ίδιο πράγμα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όχι, όχι, μη μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους και για όσους θα γεννηθούν.
ΠΟΙΗΤΗΣ Δικαία κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περσότερο από όσα δικαιώματα ημπορεί κανείς να προβάλει· παρά να αμφιβάλλω στα λόγια του, κάλλιο να τρελαθώ, και ήθελε τωόντι τρελαθώ αν αμφίβαλλα. Αγκαλά… τέτοιο πράγμα μού κάνει μεγάλην αγανάχτηση στην ψυχή μου… Είσαι γενναίος;
ΠΟΙΗΤΗΣ Και αν δεν είμαι, ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνομαι τέτοιος.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ω! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά οπού με βλέπεις.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Ομιλώντας αγαλινά)
Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσε με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος οπού το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν το πιστεύω· και ποίος το πιστεύει;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαϊκής φατρίας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Στρεβλό πράγμα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί έλεγες έως τώρα εσύ ο ίδιος;
ΠΟΙΗΤΗΣ Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμεν ακόμη πώς πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα είπα και σου απόδειξα, πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζονται από κανέναν με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
ΠΟΙΗΤΗΣ Νά πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα που θέλει σου αναφέρω θέλει φανερωθεί πως ο συγγραφέας πότε στες φράσες του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων οπού μεταχειρίζεται ο λαός δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πως κάθε λέξη για να λάβει ευγένεια δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγμα τα από τους ξένους, μη με ελέγχεις· γιατί το φταίξιμο δεν είναι δικό μου.
Quand’ io fui desto innanzi la dimane
pianger sentii fra ’l sonno i miei figliuoli
ch’eran con meco, e domandar del pane.

Παρατήρησε, σε παρακαλώ— το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της τέχνης, τον Ουγολίνο; τούτα τα λόγια σού εγγίζουν την ψυχή;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΜάλιστα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εδώ δεν είναι μεταφορά καμία, εδώ δεν είναι καμία φράση δεινή, και εις τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθησε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το con meco, οπού οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν ημπορεί να προέρχεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ’ εαυτού του δεν τολμάει να το κάμει· και ως προς τούτο θυμήσου το δῶ του Ομήρου, το ca’ του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και, για να πληροφορηθείς πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος οπού τα πλάττει, βάλε και εσύ κατά μίμησιν αντί για ψωμίψω, να ιδούμε τί απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εις ποίες περίστασες ο ποιητής δεν ακολουθάει στες φράσες του τον λαό;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εις πολλές· όμως και εις αυτές πρέπει οι φράσες του να έχουν κάποιαν αναλογία με τες άλλες οπού υπάρχουν:
E questa e l’altre mossero a sua danza
e quasi velocissime faville
mi si velar di subita distanza.

Στους πρώτους δύο στίχους οι φράσες του ποιητή είναι φράσες του λαού, στον τρίτον όχι, και έχει τέχνη καλή η μορφή των λέξεων, μολοντούτο είναι πάντοτε η ίδια.
I’ venni in loco d’ogni luce muto
αυτή η φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει γιατί είναι δικά του.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Δώσ’ μου κανένα παράδειγμα για να καταλάβω εις τί τρόπον οι λέξες οπού φαίνονται χυδαϊκές ημπορούν να ευγενισθούν.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευθύς· όχι ποτέ αλλάζοντας μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα:
sollevopeccatorcapopastoforbendocapelli, αυτά τα λόγια σού φαίνονται ευγενικά;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τα τρία τα στερνά μού φαίνονται πολύ χυδαία.
ΠΟΙΗΤΗΣ
La bocca sollevo dal fiero pasto
quel peccator, forbendola a’ capelli
del capo ch’egli avea diretro guasto.


Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σού φέρνουν φρίκη ή όχι;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ—
ΠΟΙΗΤΗΣ Νά λοιπόν, αν έχεις ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχεις, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη που έχεις, τα λόγια σού φαίνονται χυδαϊκά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Η βάση λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εξ αποφάσεως.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και πώς ημπορεί να γίνει αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πόσες διάλεκτοι; πόσες; Κοίτα καλά μη σε απατήσει η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τες διαλέκτους της Ελλάδας· δέκα λόγια οπού εμείς έχουμε αλλιώτικα από κείνα πὄχουν εις το Μοριά, τί πειράζουν; Έπειτα ποίες είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και άλλοι λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε  αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς ημπορούνε, και άλλου λένε ημπορούν· τί διαφορές είναι τούτες; Δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αληθινά δεν ακούονται. — Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τους δούλους μού βγάνεις έξω;
ΠΟΙΗΤΗΣ Αποκρίσου, γιατί δεν ηξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Έλαβα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όταν ομιλούσαν τους εκαταλάβαινες;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ—
ΠΟΙΗΤΗΣ Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα· έναν από το Γαστούνι, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χιο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το Μισολόγγι, από την Κωνσταντινούπολη, και τα λοιπά, και τους εκαταλάβαινα τόσο, οπού σχεδόν έλεγα πως είναι από τον τόπο μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ήταν· και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο παρά αμαθέστατος, γράφει με τες λέξες αυτών.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και αυτές οι λέξες…
ΠΟΙΗΤΗΣ Και αυτές οι λέξες είναι οι ίδιες, με τες οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα οπού δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζει, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα κλέφτικα τυπωμένα και γνωρίζουμε και άλλα απ’ αυτά και ελυπηθήκαμε πώς θα πάνε στα χέρια των νέων τόσες τρέλες ποιητικές και αηδέστατες, * και επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμία;
ΠΟΙΗΤΗΣ Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποίος αποφάσισε πως είναι φτωχή;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όλοι οι σοφοί του έθνους.
ΠΟΙΗΤΗΣ Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως ημπορούν να πάρουν λάθος;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Είναι ευκολότερο να λανθάνεσθε εσείς.
ΠΟΙΗΤΗΣ Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι παρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράφει άνθρωπος οπού έχει σοφία; Δεν αυθαδιάσαν να τον φωνάξουν πως ήπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματα του το πιπέρι; Τί λοιπόν μου φέρνεις έξω τους σοφούς για να με τρομάξεις; Δεν είχαν εις τούτο περσότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ιταλία που να μη σπουδάζει, για να μάθει τη γλώσσα, τον Δάντη;* * *
Έως εδώ τελειώνουν το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτον, ίσως λείπει και πέμπτο· το ακόλουθο είναι το υστερινό). *
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια και όχι για τίποτε άλλο.
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφολογιότατου):
Τίμια λόγια σού εβγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια, αλλά συλλογίσου καλά, μήπως, κυνηγώντας την αλήθειαν εις εκείνον τον τρόπο, απατηθείς σφίγγοντας εις τον κόρφο σου το φάντασμά της. Έλα στο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα που γράφετε· ώς πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι και να μας ξαναθυμούν τες δόξες των παλαιών μας για να μας αυξήσουν την εντροπή; Η δάφνη κατεμαράνθη, εφώναξε ο γενναίος· πικρότατα και αληθινά λόγια! Ναι! Αλίμονον! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωντανά πολλά συνήθεια της Ιλιάδος· ακόμη οι γυναίκες λέγουν τα μοιρολόγια εις τα λείψανα και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος στη δυστυχιά του χτυπάει το μέτωπό του με τα δύο του χέρια και τα σηκώνει στον ουρανό σαν να ήθελε να τον ερωτήσει γιατί έπεσε τέτοια συμφορά στο κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μάνα και ξαναθυμάει του παιδιού της το γάλα που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκον εις το ψωμί που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να μουρμουρίσει στα χείλα του παρά Μῆνιν ἄοιδε Θεά, γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. Και τώρα που ξαναγίνεται νίκη στο Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμει στη γλώσσα μας όρκον: Μά τες ψυχές που εχάθηκαν πολεμώντας! γιατί η δάφνη κατεμαράνθη.
(Ο ποιητής κλαίει)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Γελάει)
Σε παρακαλώ να θυμηθείς τα λόγια τα πικρά που μου είπες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Συγχώρεσέ με· έχω εύκολο το χείλο και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσε με, σου λέγω.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Πες πως τα ξαστόχησα όλα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όχι όλα, αδελφέ αγαπημένε, μά τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα ξαστοχήσεις όλα! Τόσοι πατέρες έχουν εις τη διδασκαλία σου τα παιδιά τους και ελπίζουν να τα κάμεις ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλεις να πάρεις το κρίμα στο λαιμό σου. Δεν είναι εντροπή να φανερώσει άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θέλει σ’ επαινέσει κάθε γενναίος, και εγώ σού δίνω στο μέτωπο το φιλί της ειρήνης.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εμείς, εμείς, θέλει σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας, τώρα που η ελευθερία…
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς, εσείς θέλει σηκώσετε τους ίδιους στύλους οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνην ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ ομιλείς για ελευθερία; εσύ, οπού έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθερία; Είδαμε το όφελος οπού εκάματε με τα φώτα σας εις την επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους που ήθελαν να αθανατίσουν τους ήρωες και οι παινεμένοι ήρωες δεν εκαταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι επροσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου εις τον λαό, και αρχινούσαν από τη λέξη Προτροπή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν’ ακούσει τον Κικέρωνα γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εδιόρθωσε ο λαός τον Δημοσθένη, ο όποιος έπαιξε επιταυτού με τη λέξη σφαλμένη; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εθαύμασε, όταν εδιάβασε την ιστορία του ο Ηρόδοτος, κι έκλαιγε ωστόσο ακούοντάς την ο Θουκυδίδης, οπού ήτον δεκατρίων χρονών; και γιατί δεν εκαταλάβαιναν τίποτε εκφωνούσαν οι Σπαρτιάτες τρέχοντας εις την μάχη τα πολεμικά τραγούδια του Τυρταίου και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μες στα στήθια τους; Ω νέοι συμμαθητάδες μου, πώς ημπορείτε να λάβετε ποτέ ελπίδα να τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σας τρυπούν τ’ αφτιά οι διδάσκαλοι σας με βρώματα, με θούριον και με παρόμοια; Ω Σοφολογιότατοι! αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε; τόσο κάνει να τους φωτίσετε και με μια φουχτιά στάχτη στα μάτια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι ετέλειωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τουρκών το βασίλειο. Ετέλειωσε, και ίσως αναθεματίστε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη οπού έχει προσηλωμένα εις εμάς τα μάτια της για να ιδεί τί κάνουμε τώρα οπού συντρίβουμε τες άλυσες της σκλαβιάς, δεν θέλει μας ιδεί ποτέ να υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους!
ΦΙΛΟΣ Σώπα γιατί μαζώνεται ο λαός.
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν με μέλει, ας μαζωχθεί· μάλιστα ας μαζωχθεί ο λαός της Ελλάδας όλης για να τον ακούσει ο Σοφολογιότατος πώς ομιλεί· ας μαζωχθεί για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατότερα πόσο είναι αδικημένος εις το σκήπτρο της γλώσσας, το οποίον τού έδωκε η φύση. Εγνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την εγνώρισε ο Κικέρων, την εγνώρισε ο Σπερόνης, την εγνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να το αδράξει από τα χέρια του, να το τσακίσει και να του δώσει άλλο βρικολακίστικο!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν θέλει το τσακίστε ποτέ· οι ανδρείοι θέλει το μεταχειρισθούν εις την πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας εμεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τί συλλογίζεσαι. Να αλλάξεις τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε νά βρεις την κόρη και πες της με τί λόγια πρέπει να λέγει ότι η ευμορφύτερη ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε νά βρεις τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε νά βρεις τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μάς ερούφηξεν ο  Αλής, και πες του με τί λόγια πρέπει να παρασταίνει βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε νά βρεις τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κι εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια δικά τους ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν σ’ αφήνω να ομιλείς πλέον. Άλλην έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα. Θέλει άλλο παρά λέξες διακονεμένες για να ωφελήσεις έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία οπού έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, διδάσκαλε, μία στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύση εις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι εις διάφορες εποχές διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν’ απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετιούνται στον ουρανό, και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ’ εκείνα οπού είναι σπαρμένα από τη φύση στον κόσμο· και αγαπούν και σέβονται και λατρεύουν την τέχνη τους ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβεβηκότα που περιγράφουν, και κάνουν τους άλλους να γελούν, και κλαίουν και ελπίζουν και φοβούνται και δειλιάζουν και ανατριχιάζουν, και δεν αφήνουν αναίσθητες παρά τες πέτρες και σε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Ομιλώντας γλήγορα)
Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλαιήν ορθογραφία.
ΠΟΙΗΤΗΣ Χαίρετε, λοιπόν, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, υποστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας και ουδέ ποιητής ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψει λέξη χωρίς πρώτα να σας υποταχθεί. Εσείς εμπνεύσατε, πριν γεννηθείτε, τον Όμηρο, όταν ετραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον επερικύκλωνε και τον εκαταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσετε όταν περιγράφει τον αποχαιρετισμό του Έκτορος εις την Ανδρομάχη και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσετε όταν περιγράφει τον δυστυχισμένον βασιλέα της Τρωάδας, που παγαίνει στον Αχιλλέα και πέφτει στα πόδια του και του φιλεί τα χέρια, οπού του είχαν ολίγο πρωτύτερα σκοτώσει το ακριβότερό του παιδί· εσείς εμπνεύσατε τον Δάντη όταν ετραγουδούσε τον Ουγολίνο με μίαν δύναμη που δεν βρίσκω παρόμοιαν εις όλη την ποίηση των παλαιών· εσείς τον Σαίξπηρ όταν επαράσταινε τον Λέαρ, τον Άμλετ, τον Οτέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζεν όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Ρασίν, εσείς τον Γόεθ εσείς τον Πίνδαρο, οπού ήτον στενοχωρεμένος από τους σοφολογιότατους του καιρού του να τους κράζει κοράκους. Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα οπού εβγήκε από την Κιβωτό και εθρεφότουν από τα λείψανα οπού είχε αφήσει ο κατακλυσμός του Κόσμου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ…
(Κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή και φεύγει).
ΦΙΛΟΣ Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σ’ εχαιρέτησε, τόσο είναι καταζαλισμένος! Δεν ηξέρει τί ν’ αποκριθεί, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπεί αλλού ότι είναι γλώσσα διεφθαρμένη.
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Κοιτάζοντας κατά το Μοριά).
Ο ήλιος έχει συναγμένες τες υστερινές του αχτίνες εκεί.
ΦΙΛΟΣ Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ’ εύρει θυμωμένον ο ήλιος οπού πέφτει.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αγιότατα λόγια! και προσπαθώ στη ζωή μου να τα θυμούμαι όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά που φιλονικήσω με αυτούς τους Σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μού βγαίνουν ολότελα από το νου.
ΦΙΛΟΣ Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι στο πρόσωπο, και τόσο σού τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσεις.
ΠΟΙΗΤΗΣ Μου πονεί η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος και όσοι τού ομοιάζουν πολεμούν γι’ ανταμοιβή να τους σηκώσουν τη γλώσσα.[1823‒1824]

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος. Επιστροφή στην αρχή ↑

Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ: “ΕΝΑ ΜΥΘΟ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ”. (ΜΙΚΡΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 938 ΚΠολΔ).

“ΕΝΑ ΜΥΘΟ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ”

Ένα μύθο θα σάς πω που (δεν) τον μάθαμε, παιδιά. Τιτλοφορώ έτσι την ιστορία που θέλω να μοιραστώ μαζί σας για αισθητικούς λόγους.  Αρχικά, είχα μπει στον πειρασμό να την ονομάσω με τους γλαφυρούς νέο- ελληνικούς όρους «αβαβά» και «κοκοκό» (λέμε π.χ. το πεναλτάκι έγινε αβαβά, ενώ ήταν καθαρό το θάψανε, ή ο εκπρόσωπος τύπου για το συγκεκριμένο ζήτημα έκανε «κοκοκό», δηλαδή έκανε ότι δεν καταλαβαίνει), τελικά όμως επέλεξα μία πιο κόσμια ονομασία.

Ήταν λοιπόν κάποτε ένας καθηγητής, που ερχόταν στα συνέδρια και έλεγε ότι από όλο το δίκαιο είχε στηρίξει όλη του την δικηγορική του καριέρα μόνο σε δύο άρθρα το 933 και το 938 του σχετικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τον οποίο μάλιστα δίδασκε. Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, που είχε μεγάλο σεβασμό για τους πανεπιστημιακούς, τού εφιστούσε διαρκώς την προσοχή: «Μη τα λες αυτά, αδικείς τον εαυτό σου, ντροπιάζεις την επιστήμη σου.» «Κι όμως, αγαπητέ μου, έτσι είναι», απαντούσε. «Αυτά τα δύο άρθρα εφαρμόζω όλη μου τη ζωή. Προσβάλλω κατασχέσεις με το 933 και παίρνω αναστολή πλειστηριασμού με το 938». Κι ύστερα καβαλούσε το μηχανάκι και έφευγε.

Τα χρόνια πέρασαν, ασχολήθηκα με άλλους κλάδους του δικαίου, αλλά κρατούσα πάντα ζωηρή τη μνήμη αυτών των δύο διατάξεων, μαζί με την άλλη γραφική διάταξη του Αστικού Κώδικα περί εκμετάλλευσης της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του άλλου (179 Α.Κ.), ώστε να βαυκαλίζω τον εαυτό μου ότι δεν έχω ξεχάσει και τους άλλους κλάδους του δικαίου. Μια μέρα είδα στο φέισμπουκ της συζύγου ότι είχε σηκωθεί σούσουρο και κουρνιαχτός σε κάποια δικηγορική ομάδα για το αγαπημένο μου, τόσο βασικό και απαραίτητο άρθρο 938. Τι έγινε ρε παιδιά, έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος, που λέει κι ο Σαββόπουλος; Μαθαίνω λοιπόν ότι τώρα πια επιτρέπεται να πάρεις αναστολή του πλειστηριασμού μόνο αν έχεις ασκήσει ένδικο μέσο, που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση από ελληνικά σε ελληνικά ότι σε όλη τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, ενώ έχεις προσβάλει την κατάσχεση και πριν φτάσεις στην έφεση, πολύ απλά δεν παίρνεις αναστολή. Κι αν εν τω μεταξύ γίνει ο πλειστηριασμός; Εκεί τα στόματα παραμένουν κλειστά.   Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, η κοροϊδία πολύ εμφανής, η αγανάκτηση αυθόρμητη, το σιχτίρισμα πηγαίο, παρ’ όλα αυτά όμως διέγνωσα και μία περίεργη «ομερτά» συναφώς, αφού η αδικία, που προκαλεί το άρθρο, είναι τόσο ακραία και κραυγαλέα, ώστε θα έπρεπε να είχε γίνει τουλάχιστον επανάσταση. Πώς ακρωτηριάστηκε έτσι το 938 και γιατί αυτό περνάει σχεδόν στο «ντούκου»;

Είπα να ερευνήσω το θέμα και τι βλέπω; Το άρθρο αυτό είχε ΕΝΤΕΛΩΣ καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια (με ένα νόμο και ένα άρθρο). Τόσα χρόνια ακούγαμε για τα Funds, για ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, κάποιοι διαμαρτύρονταν, έσπαγαν γραφεία συμβολαιογράφων κ.λπ., κανείς όμως δεν ανασήκωσε το χαλί για να αναδείξει τον ελέφαντα. Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε εκείνη η κατακαημένη διάταξη. Μα κανείς να μη την έχει δει, κανείς να μη την έχει ακούσει, όπως έλεγε ο Σολωμός για την Αγνώριστη!

Για να το πούμε πιο λαϊκά, σκύλος είναι, γάτα είναι, και πόσα συνέδρια θα έπρεπε άραγε να είχαν οργανωθεί (όχι μόνο συνταγματολόγων, αλλά και δικονομολόγων) για την κατάργηση μίας τόσο θεμελιώδους διατάξεως; Και φτάσαμε στους σημερινούς πλειστηριασμούς, όπου ο καταργήσας κατηγορεί τον μισο – επαναφέροντα τη διάταξη (το σωστό είναι επανενεγκόντα, αλλά άστο καλύτερα) για κοινωνική αναλγησία. Βέβαια ο μισο – επαναφέρων έχει το πλεονέκτημα ότι κανείς δεν περίμενε κάτι περισσότερο από αυτόν, ενώ ο καταργήσας έχει τη «δικαιολογία» ότι τον ανάγκασαν άλλοι. Όμως ο μεν μισο – επαναφέρων δεν μπορεί εν προκειμένω να επικαλείται ως άλλοθι ότι το μεταγενέστερο ήμισυ είναι καλύτερο από το προηγούμενο τίποτα, ο δε καταργήσας δεν μάς λέγει τι θα γίνει αν και πάλι οι ξένοι τον εξαναγκάσουν (σε τι και μέχρι πού;)

Και το δίδαγμα της ιστορίας; Επαληθεύεται η άποψη ότι στην Ελλάδα, οποιοδήποτε θέμα λίγο το ξύσεις τρυπώντας τα φεουδαρχικά στεγανά, βγαίνουν πράγματα πίσω από τους τοίχους που κανείς δεν είχε φανταστεί.  Η ομερτά έχει πέσει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας (του Νότου) σαν παχύ χιόνι και αδιαπέραστη πάχνη καλύπτοντας και καθοδηγώντας πολλά ζητήματα, και το μόνο μέσον που έχουμε για να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα και για το τι πρέπει εκάστοτε να γίνει είναι η κοινή λογική.        

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 3/2/2023)


Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 27/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την τέταρτη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ” και με τον ειδικότερο τίτλο: “Η Καβαφική Ειρωνεία”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 27/1/2023).

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 27/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την τρίτη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ” και με τον ειδικότερο τίτλο: “ΤΟ ΟΜΑΙΜΟΝ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗ”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 20/1/2023)

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 20/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την δεύτερη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ” και με τον ειδικότερο τίτλο: “ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ;”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ. (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 13/1/2023)

h video linkhttps://youtu.be/nZm225lUVgk

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 13/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την πρώτη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: “ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ” ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ.

Περσεφόνη Περσεφόνη
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
ISBN: 978-960-9545-96-9
ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
endymionpublic@gmail.com
ΘΟΔΩΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Περσεφόνη Περσεφόνη
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
ΕΝΔΥΜΙΩΝ
Ο ΜΑΧΑΙΡΗΣ ΚΙ Η ΤΟΥΡΤΙΤΣΑ

Ο Μαχαίρης αγαπάει
την Τουρτίτσα στο ψυγείο,
μόλις κάνουν να το ανοίξουν,
της γελάει, δεν του μιλάει.

Μαραζώνει ο Μαχαίρης,
η Τουρτίτσα το χαβά της
«μην τη σκέφτεσαι Μαχαίρη
βρες κανένα πιρουνάκι»

«Δεν μπορώ να την ξεχάσω,
σαντιγί στα όνειρά μου»
«Ξέχασέ τηνε, Μαχαίρη»
λέει το σοφό Κουτάλι.

Κι ένα βράδυ τον Μαχαίρη
πάνε στην τραπεζαρία,

στο τραπέζι η Τουρτίτσα
έτοιμη για τη θυσία.

«Από το Papagalino
ειδική παραγγελία,
μια φορά γιορτάζει ο Νίκος,
του αρέσει η σοκολάτα»
«Μα δεν κόβει το μαχαίρι…
Κάτσε, φέρνω ένα άλλο»
Δεν ξανάδε την Τουρτίτσα,
δεν ξανάκοψε ο Μαχαίρης…
Μαχαιράκι πια βουτύρου,
με το ζόρι και αυτό.


  • ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΛΦΑ

Ακούστε ! Απαγορεύονται
πάραυτα δια νόμου
τα παιδικά χαμόγελα
τα ερωτικά τραγούδια
ταινίες αμερικάνικες,
ο spiderman, το ροκ,
τα όμορφα τα ψέματα,
η αιώνια αγάπη,
όλα θα είναι λογική,
ήρωες δεν υπάρχουν.

Ακούστε ! Δεν τελειώσαμε
Τέλος οι εξαιρέσεις
κι αν κάποια σκέψη έχετε
θα πρέπει να τη λέτε
και φυσικά ξεχάστε τα
τα γέλια μες στη νύχτα

κακό κανείς δεν έπαθε
από την ησυχία.

Τελειώνοντας να ξέρετε
πως είναι για το καλό σας,
δίχως ανθρώπους δεν μπορεί
ο άνθρωπος να ζήσει,
η μοναξιά θα ελέγχεται
τα σκοτεινά αίτιά της
κι όποιος τη φύση αψηφά
κι εμάς, τους τιμητές της,
θα σβήνεται σαν περιττό
γράμμα από βιβλίο.

*


ΒΙΟΛΕΤΕΣ

Με ζηλεύανε οι βιολέτες,
δεν τους μίλαγα κι εγώ,
πιάσανε τον κηπουρό
και για ‘μενα λόγια του ‘βαλαν.

Μ’ έκοψε λοιπόν κι αυτός,
στην κυρία να με δώσει,
σ’ ένα βάζο μ’ έχουν χώσει
κι ούτε αλλάζουν το νερό.

Κι όταν φτάνει το βραδάκι,
τις βιολέτες σκέφτομαι,
μα δεν τις κατηγορώ,
ξέρω, τι τις περιμένει….

Μια βιολέτα είμαι κι εγώ
*

2 ΦΑΤΣΕΣ

Οι καημένες οι μανάδες…
Πόσες ταινίες είδανε
κι ας μην τους άρεσαν
Πόσα παιχνίδια ‘παιξαν
Κουρασμένες
Και πάντα με χαμόγελο,
να κάνουν πως προσέχουν….

Οι καημένες οι μανάδες…
Πόσες φορές δεν κόπηκαν
στα δυό,
δεν άλλαξαν το φύλο τους,
φάτσες, φωνές,
μα η ματιά τους πάντα ίδια
*


ΤΑ ΔΩΡΑ

Ένα σπίτι, μα τι σπίτι
έφτιαξα από διπυρίτη,
θα το δώσω στα παιδιά,
να περάσουνε μια μέρα.

Ένα αμάξι, μα τι αμάξι
από καθαρό μετάξι,
θα το δώσω στα πουλιά,
να ξεκουραστούν κι αυτά.

Μια ζωή, μα τι ζωή
από γκρίζα ζάχαρη,
κάθε βράδυ να τη βρίζω
και κάθε πρωί αρχίζω.

*


ΦΑΣΑΡΙΕΣ

Εμφανίζεται ο Χριστούλης
μες στη νύχτα, στο σκοτάδι,
τρόμαξε ένα κοπάδι,
ξύπνησε κάτι παιδάκια
κι ήταν και 3 μεθυσμένοι,
νόμιζαν, είδαν αστράκια.

Πώς λυπήθηκε ο Χριστούλης,
μάζεψε πάλι το κοπάδι,
κοίμισε και τα παιδάκια
και τους 3 τους μεθυσμένους
κέρασε 3 ποτηράκια.

*


Στις εισόδους σταθμευμένα
τα καημένα τα παπάκια,
σαν μηχανικά αλογάκια
κι οι ντελίβερι ιππότες
με σπαθιά τα καλαμάκια.

*


Μια γάτα μια ζωή
τρώει μοναχά χορτάρι,
τώρα αν ακούσει ψάρι,
φεύγει, φεύγει στη στιγμή.

*


Στα EVEREST πλάι στο ΜΕΤΡΟ
έγινε άγριο φονικό,
2 άψητα ψωμάκια
σκότωσαν ένα μπιφτέκι,
που μόλις είχε ψηθεί,
αχνιστό ήταν ακόμα,
μα τα ‘πιασαν τελικά,
απ’ τη μυρωδιά τα βρήκαν.

*


Το μικρούλι το στοιχειό
μες στην πόλη τριγυρνά
κι όλοι πόσο το φοβούνται,
μα αν στέκονταν λιγάκι,
θα ‘βλεπαν 2 μπλε ματάκια
και κατάξανθα μαλλάκια
που λυτά είναι πιο ωραία,
θα ‘βλεπαν μελαγχολία
κι όλα εκείνα που φορά
και τα φτιάχνει μοναχό του
κι όλα είναι χρωματιστά.

*


ΧΩΡΙΣ ΣΚΥΛΟΥΣ

Σε μια χώρα δίχως σκύλους,
τους τυφλούς ποιος οδηγεί ;
Προβατάκια εκπαιδεύσαν.

Ποιος τα πρόβατα φυλά ;
Μα οι λύκοι φυσικά.

Ποιος ψάχνει για εκρηκτικά ;
Πιο παλιά οι πιγκουίνοι,
τώρα οι μυρμηγκοφάγοι.

Και για φύλακες ποιους έχουν ;
Φέρανε απ’ την Ασία τίγρεις μεγαλοπρεπείς.

Κι όταν πάνε για κυνήγι,
τότε ποιος τους συνοδεύει ;
Έχουν πάρει αλεπούδες,

που προδώσαν τη φυλή τους
και ξέρουν τα κατατόπια.

Κι όταν πιάνει ο χειμώνας
και ανάβουνε φωτιά μέσα στα χρυσά τα τζάκια,
ποιον έχουν για συντροφιά ;
Μόνοι κάθονται πλέον όλη
και χαζεύουνε τις φλόγες.

*


Ο ΜΠΕΚΡΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Έχουμε καθηγητή
που όλοι τον λένε Μπεκρή,
πράματα όλο του πέφτουν
και στο μάθημα ξεχνιέται,
φεύγει, δεν ξαναγυρνά
και η διευθύντρια όλο τον παρατηρεί,
γλίστρησε από τις σκάλες,
κάταγμα, έλειψε 3 μήνες,
γύρισε, μια απ’ τα ίδια,
γονείς διαμαρτυρηθήκαν,
εξηγεί η διευθύντρια
«πρέπει σε κάθε σχολείο
να ‘χουμε έναν σαν κι αυτόν,
έναν προβληματικό,
τα παιδιά να τον λυπούνται
ή μαζί του να γελάνε,
να φαινόμαστε εμείς

πιο αξιοσέβαστοι »
και τους έκλεισε το μάτι
πονηρά το δεξιό,
ηρεμήσανε οι γονείς
κι από τότε ο πατέρας
του Λουκά του Βαμβακά
νταμιτζάνα με κρασί
κάθε μήνα στέλνει δώρο
στον μπεκρή καθηγητή.

*


ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Δεν είχε φάει ούτε μπουκιά ολόκληρη ημέρα
κι όταν στο σπίτι επέστρεψε, άδεια η κατσαρόλα,
για σοκολάτες έψαξε, έστω σοκολατάκια,
πήγε στο φροντιστήριο, γουργούριζε η κοιλιά του, μακριά το σουβλατζίδικο, χρόνο πολύ δεν είχε,
γρήγορα σπίτι γύρισε, αλλά κανείς δεν ήταν,
πάλι αρρώστησε η γιαγιά, πήγαν νοσοκομείο
και δεν του άφησε ευρώ, κάτι να παραγγείλει,
και τη γιαγιά θυσίαζε για μια ωραία κρέπα,
πήγε για ύπνο νηστικός, μα ύπνος δεν τον πήρε.

*


ΒΑΡΙΑ Η ΚΑΛΟΓΕΡΙΚΗ

Ο Μηνάς και η Βιβή
βρήκανε ένα σκυλάκι,
τι γλυκό, χαριτωμένο,
μα συνέχεια γαβγίζει
και συνέχεια πεινά,
βόλτα 2 φορές τη μέρα,
και αυτά σαν ειν’ καλά,
γιατί άμα αρρωστήσει,
θέλει όλο να το φροντίζουν,
ο Μηνάς και η Βιβή
βαρεθήκαν το σκυλί,
μια μέρα βγήκαν βόλτα,
πήγανε πιο μακριά,
το αφήσαν το σκυλί,
πήρανε και το λουρί,
ανεβήκαν σε λεωφορείο,
από πίσω το σκυλί,

μα κουράστηκε στο τέλος,
δεν το είδανε ξανά.

*


ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΑΤΡΟΣ

Ο μπαμπάς μου βοηθά,
τα σκουπίδια αυτός πετά,
πάει και στο σούπερ-μάρκετ
και τα ψώνια κουβαλά,
και θυμάμαι, μια φορά
με πήγε και στα αγγλικά,
ήρθε και σ’ έναν αγώνα
κι ήταν πολύ φιλικός,
μια φορά παίξαμε μπάσκετ,
φυσικά νίκησε αυτός,
όχι, δεν είναι σαν τους άλλους,
ο μπαμπάς μου είναι καλός.

*


ΖΗΤΩ !!!

Δεν θα γίνει καρναβάλι
Δεν θ’ ανάψει πια φωτιά
Δεν θα φτιάξουν χιονάνθρωπο
Δεν πέφτει χιόνι ξανά
Δεν θα στολίσουν δέντρο
Δεν θα φάνε χαλβά
Δεν θα πετάξουν αετό
Δεν θα ψήσουνε αρνί
Δεν θα φάνε πια κουφέτα
ούτε μελομακάρονα
Δεν θα λένε «να τα πούμε ;»
Δεν θα λένε «άντε γεια»
Δεν θα παίζουνε μπουγέλο
Δεν θα παίρνουνε βαθμούς
Τέρμα οι απουσιολόγοι
Όργανα δεν θα μαθαίνουν
Δεν θα κάνουν αγγλικά

Δεν θα παίρνουν πλέον δώρα
Δεν θα τρώνε παγωτά
Δεν θα παίζουνε πια μπάλα
Δεν θα βγαίνουν πλέον μπάλες
Δεν θα τρώνε πατατάκια
Δεν θα λένε ψέματα
Δεν θα μπλέκουν σε καβγάδες
Δεν θα θέλουνε να γίνουν ποδοσφαιριστές/μοντέλα
Δεν θα βγάζουν ούτε κιχ
Όλα θα ‘ναι πιο απλά
Όλα θα ‘ναι ολόλευκα….

Μαμά, λιγάκι άσε με, κοιμήθηκα στις 5,
δύο αστέρια πέσανε χθες πάνω στο μπαλκόνι,
πονούσανε και κλαίγανε και ήταν φοβισμένα,
όλη τη νύχτα πάλευα να τα ξανασηκώσω.

*


ΟΛΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Καραβάκι κίτρινο σε θάλασσα κίτρινη,
κίτρινα και τα νησιά, κίτρινα και τα πουλιά,
κίτρινη βέβαια η άμμος και οι ναύτες κίτρινοι,
κίτρινη και μια καντίνα πλάι σε κίτρινο χωριό,
κίτρινο κι ένα παιδάκι τρώει κίτρινο παγωτό,
κίτρινο κι ένα σφυράκι σπάει κίτρινο γυαλί,
κίτρινο το βουτυράκι πάνω σε κίτρινο ψωμί,
κίτρινο και το σπυράκι σε μια μύτη κίτρινη,
κίτρινα όλα τα πιόνια σ’ ένα σκάκι κίτρινο,
σταματήσανε τις μάχες και αρχίσανε γιορτή.

*


ΑΠΟΡΙΕΣ

Ποιος θα μου δώσει προσοχή, το χέρι όταν σηκώνω ; Ποιος θα μου εξηγήσει εξίσωση αλγεβρική ;
Ποιος θα μου πει, γιατί μ’ αρέσει η Βιβή
που κοντούλα, παχουλή και διαρκώς χαζογελά ;
Ποιος θα μου δείξει, πώς ν’ αντέχω οικογενειακή γιορτή ; Ποιος θα μου βρει από τα 80s παιχνίδια ηλεκτρονικά ; Ποιος θα μου πει, τι μου αρέσει και τι να κάνω στη ζωή ; Ποιος θα μου πει, γιατί βαριέμαι το Σεφέρη κι όλους αυτούς ; Ποιος θα μου πει, γιατί πεινάω και όλο τρώω πιο πολύ ; Ποιος θα μου δώσει μια μπουνιά στο κεφάλι, στην κοιλιά ; Ποιος θα μου δώσει προσοχή, όταν υψώνω τη φωνή ;
*


ΠΑΡΕ ΠΑΡΕ

Πάρε πάρε πορτοκάλια
το ‘σκασαν χθες απ’ τον κήπο !

Πάρε πάρε πατατάρες
τέτοιες έτρωγε ο Ναπολέων
πριν από το Βατερλό !

Πάρε πάρε μαρουλάκι
μάλωσε με το σπανάκι !

Πάρε πάρε λεμονάκια
κάποια είναι σαν μπαλάκια (του πινγκ πονγκ)
άλλα είναι σαν μπαλάκια (του τένις)
Πάρε πάρε μηλαράκια
πριν τα πάρει ο χειμώνας !

Πάρε πάρε σταφυλάκια
μόνα, αλλά και σε τσαμπί !

Πάρε πάρε ωραία μάνγκο
-είχατε και στο χωριό σας-
Πάρε πάρε και γιαρμάδες

με κουκούτσι και χωρίς
πιο γλυκοί κι από σεράνο
φάε και θα με θυμηθείς !

*


ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Περσεφόνη, Περσεφόνη
μακριά από το ρόδι !

Και ας είναι πορφυρό
Και ας είναι ζουμερό
Και ας είσαι νηστική
τόσο μα τόσο καιρό…
*


Σαν αστεράκι που ‘λυσε της νύχτας τα μαλλάκια
Ήλιος γαλάζιος που περνά μόνο από μαύρες χώρες
Τρεξίματα χοντρών παιδιών επάνω σε κρεβάτια
Σοκολατένιος ουρανός με μυγδαλένια αστράκια.

*


ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΟΣΠΟΡΟΙ

Μαργαριταρόσπορους είπα να φυτέψω
στη μικρή μου την αυλή, να τα ‘κονομήσω.

Μα την πρώτη τη σοδειά μου τη ‘φαγαν τα πουλιά
και πεθάναν τα καημένα από βαρυστομαχιά.

Και τη δεύτερη σοδειά μου την ‘κλεψαν τα παιδιά
και πλουτίσαν τα καημένα, μα δεν βρήκανε χαρά.

Πάει κι η τρίτη η σοδειά, μου την πήρε ο στρατός, πόλεμος τρανός γινόταν, με το ζόρι χορηγός.

Μα την τέταρτη σοδειά θα τη σώσω, έχω σχέδιο,
μαργαρίτες θα φυτέψω και στη μέση μια ροδιά.

*


ΤΑ ΜΩΡΑ

Όλα είναι ωραία στα μωρά,
τα περιττά τους τα κιλά,
οι εμετοί, τα σάλια, τα κακά.

Τι ωραία που ‘ναι τα μωρά,
δεν σου παίρνουν το μυαλό
με λόγια περιττά
κι ό, τι τους δώσεις, αν είναι απ’ την καρδιά,
το παίρνουν με χεράκια γελαστά…
*


Πήρα δύο καραμέλες,
σοκολάτα ήταν γεμάτες,
πήρα 5 κόκα-κόλες
-η μια ήτανε ληγμένη-
πήρα κούκλα ξύλινη
πήρα ένα μικρό κοάλα
πήρα κι έναν πρίγκιπα
-δεν ήταν σε αιχμαλωσία-
μα δεν πήρα μακαρόνια
που μου ζήτησε η μαμά.

*


ΘΩΜΑΣ

Ο Θωμάς απ’ το Μενίδι
Μενιδιάτη έχει μπαμπά,
Μενιδιάτισσα μαμά,
Μπέκος το επώνυμό του,
λες και είναι Αλβανός…

Ο Θωμάς απ’ το Μενίδι
1η Γυμνασίου πάει,
μα είναι η τρίτη του φορά,
πέρσι κόπηκε στα αρχαία,
πρόπερσι στη Φυσική.

Ο Θωμάς απ’ το Μενίδι
πενηντάρι καβαλά,
20 δόσεις χρωστά
απ’ τις 24,
μα καλά να ‘ναι ο μπαμπάς…

Ο Θωμάς απ’ το Μενίδι
με το Νίκο και τον Τάσο,
τον Ντιμίτρι, τον Ιβάν
κατεβήκαν στην Αθήνα,
ν’ αγοράσουνε παπούτσια,
μα όλα ήταν πανάκριβα,
φάγανε λοιπόν στα goody’s,
στην πλατεία άραξαν
και μετά γυρίσαν πίσω…

Ο Θωμάς απ’ το Μενίδι
μένει πάνω στο βουνό
σ’ έναν κύβο από μπετό,
το δωμάτιο κυβάκι
και γεμάτο πράματα,
τι καλώδια μπαταρίας,
τι παλιά περιοδικά,
το δωμάτιο σαν κελί
και για θέα πάντοτε

ένα φαλακρό βουνό…
*


ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ…

Φροντιστήριο κι αν πήγα,
πάλι τελευταίος βγήκα,
και ας διάβαζα όλη μέρα,
κι ας το ήθελα πολύ,
αυτό μόνο δεν αρκεί…

Γυμναστήριο κι αν πήγα,
πήρα 4 κιλά,
κι ας έκανα δίαιτα,
κι ας έτρεχα κάθε μέρα,
αυτό μόνο δεν αρκεί…

Όλη μέρα κι αν γυρνούσα,
κοπελίτσα όμως δεν βρήκα,
κι ας χαμογελούσα σ’ όλες,
κι ας τους έλεγα αστεία,
αυτό μόνο δεν αρκεί…

ΣΠΙΡΤΟ

Σπίρτο άναψα για πλάκα
σπίρτο έσβησε ευθύς

Έβγαλα κόκκινη κάρτα
μα δεν γέλασε κανείς

Έριξα πορδή τη νύχτα
κι ενοχλήθηκαν τ’ αστέρια

Πέταξα χειροβομβίδα
μα ήταν από σοκολάτα

Έστησα μια γκιλοτίνα,
να διχοτομώ πεπόνια

Σε παππού ευχήθηκα
να ζήσει χίλια χρόνια

Πήρα χτένα, να χτενίζω
τα κροσάκια στις μοκέτες

Συνδετήρα πέταξα
δίχως λόγο σε οξύ

Πήρα βαθιά αναπνοή
να κατέβω απ’ την κορφή


ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Ανάποδο μπουκάλι
το υγρό μέχρι το λαιμό

Μπουκάλι με ελιές
Μπουκάλι που ‘χει μέλι
Μπουκάλι που ‘χει μέσα
μπουκάλια πιο μικρά
(μπουκαλομπάμπουσκα)

Μπουκάλι σε καφάσι
με άλλα δεκαοχτώ

Μπουκάλι τόσο δα
χωράει μια σταγόνα

Μπουκάλι με φελλό
Μπουκάλι με καπάκι

Μπουκάλι που ερωτεύτηκε
ποτηράκι του κρασιού

Μπουκάλι στο βυθό
Μπουκάλι στο κενό

Μπουκάλι χίλια κομμάτια
Μπουκάλι δίχως λαιμό
Μπουκάλι ανακυκλωμένο
Μπουκάλι με αρώματα
Μπουκάλι μες στα χρώματα

Μπουκάλι με πορτάκι
για έντομα σπιτάκι

Μπουκάλι που ‘χει γείρει
πλάι του μια λιμνούλα,
άμορφη, πορφυρή
*

Ονομάζομαι Θοδωρής Δημητρακόπουλος, 40 ΕΤΩΝ, ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ.

Ασχολούμαι με τη λογοτεχνία από την ηλικία των 20 ετών.

BIBΛΙΑ
Κουκούλα Αραχνοΰφαντη-Ποιήματα (Πλανόδιον 2011) Έμμετρες ιστορίες για παιδιά και εφήβους (2020) Hathaway, έμμετρο παραμύθι (Σιταρήθρα 2020)
Διάλογος Απαισιοδοξίας, μετάφραση (Σιταρήθρα 2021) Απολογίες-Κείμενα για εφήβους (2021)
Μπάτλερ Αδέσποτος, παραμύθι ενηλίκων (2021)
Ο Τελευταίος Μεσσίας, μετάφραση (Σιταρήθρα 2021) Η Ομάδα του 8ου, νουβέλα για εφήβους (2022)
Πρίγκηπας σε αιχμαλωσία, έμμετρο παραμύθι (2022)

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ/ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΕΤΩΝ 2020/2021
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΕΠΟΚ ΕΤΩΝ 2020/2021
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΟΥΚΙΔΑΚΙ- ΙΠΠΟΤΗΣ ΜΠΑΚ 2021
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΛΛΗ ΓΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΗΓΗ-
ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ (2021)
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΚΟΚΤΕΙΛ ΦΡΑΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΥΠΟ- 1
διήγημα 2022

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΠΗΡΑ ΜΙΑ ΤΡΟΜΑΡΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΥΠΟ- 1
διήγημα 2022

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
ΞΕΝΩΝ ΑΙΜΑΤΩΝ ΤΡΥΓΟΣ (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2013)
ΚΟΡΦΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΞΕΝΕΣ ΠΡΟΙΚΕΣ (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2016)

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ tsintales.gr ΚΑΙ ΣΕ
ΛΟΙΠΕΣ
ΠΑΝΩ ΑΠΟ 1.625 ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ (ΑΝΩ ΤΩΝ 903.000 ΛΕΞΕΩΝ) ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΙ
ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ
ΣΕ
ΕΓΚΡΙΤΕΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
(ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΠΟΝΖΑΙ,
ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, ΣΙΤΑΡΗΘΡΑ, ΚΕΛΔ ΚΑ). ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ
ΠΑΙΔΙΑ/ΕΦΗΒΟΥΣ, ΜΥΘΟΙ, ΘΡΥΛΟΙ (ΣΕ ΠΕΖΟ ΚΑΙ ΕΜΜΕΤΡΟ ΛΟΓΟ), ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΟΣ ΠΑΙΔΙΚΩΝ/ΕΦΗΒΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ, ΣΑΤΙΡΙΚΑ/ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΔΟΚΙΜΙΑ, ΑΡΘΡΑ, ΕΙΚΟΝΟΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ (ΑΤΟΜΙΚΑ/ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ) ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ. ΟΠΟΙΟΣ
ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΝΤΙΤΥΠΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙ ΜΕ ΤΗΝ
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο ΜΑΧΑΙΡΗΣ ΚΙ Η ΤΟΥΡΤΙΤΣΑ…………………………..7
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΛΦΑ…………………………………………..9
ΒΙΟΛΕΤΕΣ………………………………………………………..11
2 ΦΑΤΣΕΣ………………………………………………………..12
ΤΑ ΔΩΡΑ………………………………..……………………….13
ΦΑΣΑΡΙΕΣ…………………..…………………………………..14
Στις εισόδους σταθμευμένα………….………………..15
Μια γάτα μια ζωή………………..…………………………16
Στα EVEREST πλάι στο ΜΕΤΡΟ…………………………17
Το μικρούλι το στοιχειό………………………….………18
ΧΩΡΙΣ ΣΚΥΛΟΥΣ……………………………………………….19
Ο ΜΠΕΚΡΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ………………………………..21
ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ…………………………………23
ΒΑΡΙΑ Η ΚΑΛΟΓΕΡΙΚΗ……………………………………..24
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΑΤΡΟΣ……………………..……………….26
ΖΗΤΩ!!!…………………………………………………….27
ΟΛA ΚΙΤΡΙΝΑ………………………………………………….29
ΑΠΟΡΙΕΣ………………………………………………….……..30
ΠΑΡΕ ΠΑΡΕ……………………………………………………..31
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ……………………………………………..……33
Σαν αστεράκι που ‘λυσε…………………………………34
ΜΑΡΓΑΤΙΤΑΡΟΣΠΟΡΟΙ……………………………………35
ΤΑ ΜΩΡΑ………………………………………………..……..36
Πήρα δύο καραμέλες……………………….…………….37
ΘΩΜΑΣ……………………………………………….……….…38
ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ……………………………………………….…..…40
ΣΠΙΡΤΟ……………………………………………………… …..41
ΜΠΟΥΚΑΛΙ……………………………………………..…..….44


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ
ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Περσεφόνη Περσεφόνη
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ
ΑΠΌ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ
ΓΙΑ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ
ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ
ΤΟΥ 2022

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ, “ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ” ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ.


ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

 Κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2022 από τις εκδόσεις «Δρόμων» η νέα ποιητική συλλογή του μέλους του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών Οδυσσέα Λ. Σπαχή που έχει τίτλο «Το Εκκρεμές της Σιωπής». Η ποιητική αυτή συλλογή είναι αφιερωμένη «σ’ όλους όσοι αφέθηκαν σιωπηλοί κι εγκαταλελειμμένοι μέσα σε στρατόπεδα, νοσοκομεία, γηροκομεία και καταυλισμούς προσφύγων.»
 Στο οπισθόφυλλο της μνημονευόμενης ποιητικής συλλογής αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Από την περίοδο της παρρησίας στα ομηρικά έπη έως τους χρόνους του θάρρους της γνώμης στην εκκλησία του Δήμου, ο Λόγος (ως άρνηση της σιωπής) ήταν το χαρακτηριστικό του ελεύθερου φρονήματος. Η σιωπή, όμως, αργότερα αξιολογήθηκε κι ως τ’ αντίθετο της ασύνετης κι άχρηστης φλυαρίας ή ως έκπληξη μπροστά σ’ αυτό που εκτυλίσσεται ως θαύμα και τιτλοφορείται Κόσμος. Η σιωπή μερικές φορές συνοδεύει την ταλάντωση ανάμεσα στην οδύνη και την ευφορία. Άλλοτε αντικαθιστά το Λόγο, του οποίου η εκφορά είναι αδύνατη. Και συχνά συντροφεύει την αμηχανία μπροστά στο δέος του κάλλους.»
 Σ’ αυτή τη συλλογή του ο Οδυσσέας Λ. Σπαχής ανακηρύσσει τη σιωπή ως το κεντρικό πυρήνα της ποιητικής αφήγησής του. Επιδιώκει ν’ αποδώσει στους αναγνώστες τη σημασία της σιωπής, η οποία μπορεί ν’  ακούγεται μέσα από την αμφισημία ή την πολυσημία της. Προσπαθεί, επίσης, με τα ποιήματά του ν’ αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο μερικές φορές η σιωπή μετουσιώνεται σε υψηλής ποιότητας βίωμα πολιτισμού και συναισθήματος. Η σιωπή, άλλωστε, κατέχει διαχρονικά μια ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι αλαλίες, οι αφωνίες, οι αποσιωπήσεις μερικές φορές επηρεάζουν τόσο καταλυτικά όσο και ο λόγος. Η σιωπή  χρωματίζει το βίο ανάλογα με το χρόνο και τον τρόπο εμφάνισής της και «εκφράζει» τα νοήματα της επιφύλαξης, της αγωνίας, του δέους, της άμυνας κ.λπ. Μέσα από την ποίηση παίρνουν σχήμα μνήμες, όνειρα, επιθυμίες, λύπες, αγωνίες, προσδοκίες για χαρά και δημιουργία που παραμένουν κρυμμένα στην επικράτεια της σιωπής και περιμένουν ν’ αναδυθούν με τον ποιητικό λόγο. Η ποίηση, εξάλλου, πάντοτε επιζητούσε με τον ήχο των φθόγγων να εκφράσει «το σιωπηλό κόσμο», ο οποίος συνδιαλέγεται μόνο μ’ εκείνον που έχει την διαισθητική ικανότητα να τον αφουγκραστεί. Υπό το φως αυτών των προβληματισμών  γίνεται κατανοητή και η συγκινητική αφιέρωσή του συγγραφέα στον  παππού του Κωνσταντίνο Σπαχή με τίτλο «Σιωπηλός Χαιρετισμός».