Το Α’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, LL. M. Γερμανίας, με τίτλο: “PROTITAN ή ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ”.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ

Υπό Σταμάτη Γιακουμή

Αφιερώνεται στον γόνο της Κρήτης Αντώνη Γιάνναρη, τον μεγαλύτερο γνώστη της ελληνικής γλώσσας όλων των εποχών.

«Ουκ έστιν ουδέν κρείσσον ή νόμοι πόλει καλώς τιθέντες. Ότε γαρ ασθενέστερος, ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει, νικά δε ο μείων τον μέγαν δίκαιον έχων»[1] (Ευριπίδης)

«Σωκράτης έλεγεν, εί τις εν θεάτρω υποκηρύττοι ανίστασθαι στους σκυτοτόμους, εκείνους μόνους αναστήσεσθαι, ομοίως εί τους χαλκοτύπους, τους υφάντας, τους άλλους κατά γένος. Εί δε τους φρονίμους ή δικαίους, πάντας αναστήσεσθαι. Και έστιν εν βίω βλάπτον μάλιστα το ανοήτους όντας τους πολλούς οίεσθαι φρονίμους είναι». [2]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1:

UPANISHAD Ή ΣΥΜΠΑΝΤΙΣ ΕΞ ΑΔΟΥ Ή OCCIDENT EXPRESS

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ : Αθηνά= Ahana 

Άξων=  axa

Άστυ = austa

Βους = gaus

Δόμος= damas

Ερμής = Saram

Ζυγός = juga

Θεός = Dyaus

Θύρα = duara

Όις (πρόβατο) = auis

Ουρανός = Varuna

Πλοίον = plava

Ποσειδών= Idaspati

Προμηθεύς = Pramantha

Ταύρος = stura

Χην = hansa

MHTIETA: Χαμένος κόπος αγαπητή μου Μνημοσύνη. Ό,τι και να κάνεις, δεν θα μπορέσεις να αναστείλεις την όλο και αυξανόμενη απόκλιση των δύο γλωσσών, που κάποτε ήταν μία. Είναι αλήθεια ότι οι θρυλικοί V-eno- V-inda ήταν κάποτε ένα ενιαίο έθνος και  κατοικούσαν στη μυθική Aryavartha των υψιπέδων του Παμίρ. Και είναι εξίσου αλήθεια ότι εμείς οι Ένο ή Έκο ή Έλο (οπαδοί του Ενός – Ekagrammati, δηλαδή εγγράμματοι προσηλωμένοι στο αντικείμενο – Έλληνες)  βαρεθήκαμε τη μοιρολατρία των ‘Ιντου  και πήραμε των ομματιών μας. Τόσα χρόνια περιπλανώμαστε στις αφιλόξενες στέπες, πολεμώντας με χάλκινα τόξα και βέλη εναντίον βαρβάρων  ψάχνοντας το γαλανό ενός καινούριου Σύμπαντος, μακριά από το κίτρινο και το γκρίζο του χώματος. Γι’ αυτό άλλωστε και η αποστολή μας, όπως πολύ καλά γνωρίζεις, λέγεται «Συμπαντίς εξ Άδου» ή «Σύμπαν εξ Άδου», λέξη με την οποία αποκατέστησα το θλιβερό Upanishad, που στην πραγματικότητα ήταν οι ψίθυροι των αργόσχολων σοφών μεταξύ τους, διδασκαλίες ξεπνοημένες και νερόβραστες, που κανένα δεν ενέπνεαν πια. Αντί λοιπόν να κάνεις μίζερη καταγραφή λογιστάκου, ύμνησε καλύτερα τα κατορθώματά μας, με τα οποία αλλάξαμε, όχι μόνο τη μοίρα του ανθρωπίνου γένους, αλλά και την ίδια την όψη του.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ: Τώρα «έννεπε» μούσα και «άοιδε» θεά για τη μεγαλύτερη εκστρατεία όλων των εποχών, που ξεκίνησε από τα πιο ψηλά βουνά και κατεύθυνε τις στρατιές της εκεί που δύει ο ήλιος, για τη πιο ένδοξη μετανάστευση, τη μόνη, που δεν έγινε από ανάγκη, αλλά από αγάπη για τον άνθρωπο και την επιστήμη. Σ’ αυτή την ασύλληπτη εκστρατεία, ο αρχηγός μας Μητίετα έδειξε όλα τα χαρίσματά του. Κυρίως όμως ως απόλυτος ηγέτης του ανθρωπίνου γένους, με τις μαγικές δυνάμεις του λόγου που κατέχει, διαμόρφωσε στην κυριολεξία τον άνθρωπο, επεμβαίνοντας απευθείας στην εξέλιξη, όχι μόνο του πνεύματος (εδώ δεν μιλάμε αόριστα), αλλά πρωτίστως του σώματος μέσω της εκάστοτε κατάλληλης  λέξης  ή μέσω της ενδεδειγμένης λεκτικής μεταβολής.  Κάνε μου όμως τη χάρη και συνέχισε εσύ Ευρυνόμη, αφού εσύ τον βοήθησες καθοριστικά στον πρώτο μεγάλο αγώνα, που δώσαμε. 

ΕΥΡΥΝΟΜΗ:  Στο ταξίδι μας αντιμετωπίσαμε διαδοχικά τους Κύκλωπες, τους Έλλοπες και τους Εκατόγχειρες. Ως αρμόδια υποστράτηγος για την αντιμετώπιση των πρώτων, έχω να πω τα εξής. Κατά τα γνωστά η πρώτη έκφραση του πνεύματος, καθώς αυτό αντικρίζει τον κόσμο για πρώτη φορά,  η  πρώτη εκδήλωση του ανθρώπινου νου είναι αναμφίβολα η πρόσληψη ιδιοκτησίας, ο κανονισμός ορίων εντός των αγρών, η οριοθέτηση με γεωδαιτικές γραμμές, η νομή, η κατοχή.  Στη δραστηριότητα αυτή διακρίθηκαν μεν, το παράκαναν δε οι Κύκλωπες. Έκτισαν φράχτες «κύκλω» γύρω-γύρω από τα σπήλαιά τους, όπου και εγκλώβισαν τα αιγοπρόβατά τους. Αποτέλεσμα να ζουν αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλον, έχοντας μόνο ένα μάτι στραμμένο προς τα ενδότερα της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να τούς ενδιαφέρουν ποσώς οι συνάνθρωποί τους. Εγώ όμως είμαι η Ευρυνόμη, συνδέομαι με τον περιβάλλοντα χώρο, διευρύνω τα σύνορα  και τείνω να εξαπλωθώ σε ολόκληρη την οικουμένη, έτρεξα λοιπόν καθ’ υπόδειξη του Δία και έβαλα φωτιά στους φράχτες, ώστε οι Κύκλωπες να σπάσουν την απομόνωσή τους και να στραφούν προς την κοινωνία. Συ δε, Μητίετα, με τις μαγικές σου δυνάμεις με συνέδραμες, πες ο ίδιος πώς.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Από τη λέξη advaita, που σημαίνει μη διαφοροποίηση, μη διαίρεση και συμβόλιζε το άβατον της ιδιοκτησίας για τους Κύκλωπες έφτιαξα τη λέξη «βάση», ότι δηλαδή είναι η βάση και το θεμέλιο της κοινωνίας και όχι ο τελικός σκοπός.  Επίσης συνδύασα τη λέξη maya, που είναι η ψευδαίσθηση της πολλότητας των υλικών αγαθών, και τη λέξη raja (βασιλεία) δημιουργώντας τη λέξη maya-raya (μαχαραγιάς!), που σημαίνει μοίρα. Μοίρα όμως ως αναλογία, ως μερίδιο που απορρέει από τις πράξεις μας, η ακριβής υλική διευθέτηση προϋποθέτει συνειδητή δραστηριότητα.  Αυτό φαίνεται ακόμη πιο έντονα από τη μετατροπή της λέξης praktiti (ύλη) σε «πράξη». Η ύλη από μόνη της είναι αδρανής, μόνο με την επεξεργασία και την ειδοποιία αποκτά αξία. Η εξέλιξη, διαμόρφωση και εκλέπτυνση του προϊόντος, καθώς και η εν μέρει θέση του στην υπηρεσία των άλλων συνιστά την κοινωνική του διάσταση, η οποία βαίνει παράλληλα με την κοινωνική ευθύνη του νομέα. Αυτόματα με τις ενέργειές μου αυτές, οι Κύκλωπες απέκτησαν και άλλο μάτι, μία άλλη οπτική, και έτσι τώρα όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα μάτι στραμμένο στις ιδιωτικές και ένα μάτι στις δημόσιες υποθέσεις.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ: Σειρά μου τώρα, διότι στην επόμενη ιστορική φάση εγώ με τις εννέα κόρες μου, τις μούσες, έπαιξα πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκστρατεία. Όταν οι φράχτες και τα σύρματα στα λιβάδια καταργήθηκαν, άρχισαν αλίμονο οι πόλεμοι, διότι οι άνθρωποι είχαν πάψει μεν να είναι αδιάφοροι Κύκλωπες, παρέμεναν όμως Έλλοπες (με έλλειψη λόγου και ομιλίας). Εγώ λοιπόν, που αποστολή μου είναι να φυλάττω τις λέξεις εντός του αχανούς μου αρχείου, εκστράτευσα εναντίον τους και τούς κατενίκησα μαζί με τις εννέα γοητευτικές μου θυγατέρες, που μεριμνούν για τη διάδοση των τεχνών. Μέσα από τον πόνο τούς υποχρέωσα να ανακράξουν και να μιλήσουν, κατά συνέπεια δε να επικοινωνήσουν και μεταξύ τους, ώστε να βρουν ποιες είναι οι κοινωφελείς εκείνες αρχές, πάνω στις οποίες θα μπορούσε να στηριχτεί μία ειρηνική διαβίωση. Βέβαια ο Μητίετα ήταν εκείνος, που πάντα από ψηλά διεύθυνε επιτελικά τις επιχειρήσεις μας.

ΜΗΤΙΕΤΑ:  Ήταν τότε που αναίρεσα την κεραυνοπληξία, που είχε καταστήσει τους Έλλοπες μουγκούς και είπα ότι η λάμψη και ο κεραυνός που φώτιζαν το πρόσωπό τους (Abhasa) δεν ήταν κάτι το θετικό, αλλά «αφασία», που έπρεπε να αντικατασταθεί από την ομιλία. Επίσης είπα ότι οι Έλλοπες έπρεπε να πάψουν να θεοποιούν τους βράχους (Brahman), που χτυπούσαν οι κεραυνοί, και να δώσουν σημασία στο προσωπικό τους «άτομο» και το προσωπικό τους «ατμό», που είναι συνάμα και η ιδιαίτατη ψυχή τους (Atman). Και εμείς οι Έλληνες καταγόμαστε από τους βράχους, αλλά δεν τούς θεοποιούμε. Εξήγησα , για να μη τα πολυλογούμε, ότι το καθαρό περιπλανώμενο πνεύμα (Purusha), πρέπει να οριοθετηθεί σε «παρουσία», προκειμένου να σωθεί. Κι έτσι οι Έλλοπες έβγαλαν στόμα και μίλησαν.

ΘΕΜΙΣ: Σίγουρα όμως τον πιο δύσκολο και απαιτητικό πόλεμο τον διεξήγαγα εγώ εναντίον των Εκατόγχειρων, που πίστευαν ότι ήσαν αυτάρκεις, επειδή είχαν εκατό χέρια. Τούς έδειξα ότι η αυτονομία είναι φενάκη , ότι δεν χρειάζεται να έχει κανείς εκατό χέρια, όταν μπορεί να οργανώνεται είτε σε μικρότερους, είτε σε μεγαλύτερους οργανωτικούς σχηματισμούς, τούς αποκάλυψα τι σημαίνει οικογένεια, κοινωνία των συναλλαγών, απονομή Δικαιοσύνης ενώπιον δικαστηρίων, εταιρεία, σωματειακή ένωση, αστυνομία, διοίκηση, βουλή, κυβέρνηση, κράτος.  Βέβαια δέχθηκα από τον Μητίετα στον αγώνα μου αυτόν τη μεγαλύτερη δυνατή  βοήθεια και καθοδήγηση.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Το κυρίαρχο στοιχείο είναι πάντα η δράση σε αντίθεση με τη μοιρολατρία. Κατάργησα τα Karma και τα Dharma, τα πεπρωμένα και τους δρόμους τους και στη θέση έβαλα το «άρμα», που συμβολίζει όχι τόσο τον πόλεμο, όσο το να αρματώνεται κανείς και  να παίρνει τη μοίρα στα χέρια. Συναφώς από τη moksha, που είναι η μεταφυσική επιθυμία για λύτρωση κατασκεύασα την «άμαξα», που συνοδεύει τον λαό μας σε απίστευτες περιπέτειες. Έδωσα βάση στη λέξη soma, που ήταν αναθυμίαση φυτού, θυμίαμα ηττοπαθούς και ατελέσφορης τελετουργίας και την έκαμα πράγματι «σώμα», που είναι ο υπέρτατος συνδυασμός πνεύματος και ύλης, που μάς οδηγεί στις μάχες και δομεί τα επιτεύγματά μας, εμείς δε το διαμορφώνουμε με τη γλυπτική των ιδεών και της κρίσης μας. Συνέθεσα τη λέξη «ελευθερία», που είναι ότι πιο πρωτότυπο έχει δει το φως της ημέρας, είναι μία απόκλιση απειροελάχιστη, αλλά εξελικτικά απόλυτα καθοριστική σε σχέση με την παθητική shila- tirtha, την αδιάφορη επιλογή του εκάστοτε δρόμου,  το αδιέξοδο, την α- πορία.   Παντού και πάντοτε ώθησα το λαό προς τη δράση, τη δημιουργία, τη σύνθεση. Λες, Θέμις, να τα θυμηθεί όλα αυτά η Ιστορία; 

ΘΕΜΙΣ: Μα και βέβαια Μητίετα Ζευ.  Ας σιωπήσουμε όμως τώρα κι ας απολαύσουμε τα γαλανά φιορδ της Γης της Επαγγελίας, όπου μετά από τόσους αγώνες και περιπλανήσεις μάς οδήγησες. Πόσο μικρά και χαριτωμένα είναι όλα και ανάλογα με το μέγεθος του ανθρώπου. Τα κύματα, οι βλαστοί, οι βράχοι.

ΕΥΡΥΝΟΜΗ: Τώρα όμως μόλις σκέφτηκα ότι, ναι μεν εμείς κατά τη διάρκεια των εκστρατειών μας εξολοθρεύσαμε και μετατρέψαμε τους Κύκλωπες, τους Έλλοπες και τους Εκατόγχειρες, στην Ινδία όμως θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Μην ανησυχείτε. Ήδη προφητεύω ότι ένας απόγονός μας θα ενεργήσει αντίρροπα και θα διασχίσει  την αντίθετη πορεία  από τη Δύση πάλι προς την Ανατολή και θα τούς αναμορφώσει. Θα είναι το Αλεξι-κέραυνο και το Αλεξι- βρόχιο της ανθρωπότητας  απέναντι στους μουγκούς μονόφθαλμους θεούς με τα πολλά χέρια. 

  (Προπαγανδιστικό φυλλάδιο, που μοιραζόταν από τους οπαδούς του Δία στον πληθυσμό της Γης).

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2:

ΙΛΙΟΝ, ΤΡΟΙΑ, ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ, ΗΩ, ΤΙΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ

Αν νομίζετε ότι η Ελένη ήταν η μόνη πρωταθλήτρια ομορφιάς της αρχαιότητας κάνετε λάθος. Λίγη ήταν η Ηώ, δεινή πολεμίστρια,  που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία;  Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, προικισμένη με εκτεταμένες ερωτογόνες ζώνες, – πώς αλλιώς να πούμε ότι ήταν πληθωρική;  – το είχε παρακάνει με τους εραστές. Γνωστά είναι τα όργια που έκαναν με τον πλατυμέτωπο και σχοινοτενή Ωρίωνα στη Δήλο. Πέραν τούτου, είχε ερωτευθεί σφόδρα και τον Γανυμήδη, τον εκπάγλου ωραιότητας αυτόν νεανία, αλλά πρόλαβε και τον άρπαξε- απήγαγε ο Δίας (και τον έκανε δορυφόρο του). Οι ορμές όμως της γερής, σφριγηλής και άλκιμης Ηούς παρέμεναν ανικανοποίητες, δυσχερώς ξεδιψώσες, και ο επόμενος στόχος της ήταν ο Τιθωνός, ένας φέρελπις εύμορφος σεμνός νέος, γιος του Λαομέδοντα, βασιλιά της Τροίας, και της Στρυμούς, της κόρης του ποταμού Σκάμανδρου, που είχε την τάση να βγαίνει από την κοίτη του, άμα τού έσπαγαν … τα ούμπαλα.   

          Βέβαια, ξεκινώντας από τα στοιχειώδη, είναι γνωστό το μυθολογικό δεδομένο ότι ο Πάρης απήγαγε την Ελένη και την έφερε στην Τροία. Αυτό που οι πολλοί δεν γνωρίζουμε είναι ότι η πρώτη κατάληψη της Τροίας δεν έγινε από τους Αχαιούς – Δαναούς (και δώρα φέροντας), αλλά από τον υπερμυώδη («μποντμπιλεντερά» κατά την πιο πετυχημένη ελληνική απόδοση) Ηρακλή κατά τη διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας, όταν ο βασιλιάς της Τροίας Λαομέδων δεν τού έδωσε τα άλογα, που τού υποσχέθηκε ο Δίας ως ανταμοιβή για τη συνεισφορά του στην απαγωγή Γανυμήδη.    

          Απ’ όλα τα παραπάνω καταλαβαίνετε ότι είναι γραφτό η ιστορία μας να ξεκινήσει από την Τροία. Κι από πού αλλού άραγε να ξεκινούσε μία ιστορία, ει μη μόνον από την αρχετυπική μήτρα και αφετηρία κάθε ιστορίας; «Έπος Τρωικόν ουκ εκ του διδύμου ωού άρχεται, αλλά εν μέσω των πραγμάτων». Δεν ξεκινάμε δηλαδή από τα αβγά, εκ των οποίων εκπήδησαν η ωραία Ελένη και οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, ούτε από την αρχαία Αίγυπτο, όπου πολλοί άμοιροι μεθοδολογίας δικαστές κατευθύνουν τα έρμα πραγματικά περιστατικά, αλλά από την ύφανση, την πλοκή, τη δράση, την αξεδιάλυτη εμπλοκή με τα πράγματα.

          Τι είχε συμβεί όμως στην Τροία τότε- δηλαδή προ του Τρωικού πολέμου; Ο τότε βασιλιάς Λαομέδοντας, όπως λέει και το όνομά του, είχε αφιερώσει τα «μήδεα» – σκέψη στο λαό του, στο βαθμό που τα κατείχε (Συναφές το «αυτόματον» – αυτό + μήτις-, θυμηθείτε τον μητιέτην Δία του προηγουμένου κεφαλαίου). Σχεδίαζε λοιπόν να χτίσει ένα τεράστιο τείχος, που να προστατεύει την Τροία στον αιώνα τον άπαντα, όπως οι σύγχρονοι Έλληνες πολιτικοί καταγίνονται με το τείχος του Έβρου, που θα προστατεύει την Ελλάδα μέχρι να γίνει ο ήλιος λευκός ή κόκκινος νάνος – να μια ευγενής φιλοδοξία! Είχε αναθέσει το σχετικό έργο στον πιο αναγνωρισμένο μηχανικό και αρχιτέκτονα της εποχής, τον Δαίδαλο, που είχε ως δεξί του χέρι το γιο του Ίκαρο. Ποιος ήταν ο Δαίδαλος; Απαγγέλλουμε το σχετικό εδάφιο από το «Ξεκινώντας από το Μηδέν», που αναπαριστά την πλήρη Τιτανομαχία. Εν ολίγοις λόγοις το πλέγμα των πραγματικών περιστατικών έχει ως εξής: O  Ποσειδώνας έστειλε στον Μίνωα περικαλλή ταύρο για να τον πάρει πίσω ύστερα ως θυσιασμένο σφάγιο. Ο Μίνως όμως λυπήθηκε την ομορφιά του ταύρου, τόσο άλκιμου και ισχυρομελούς ώστε έβγαζε καπνούς από τη μύτη, και τον έπεμψε στα βουκόλια. Όθεν ο Ποσειδών εν τη υπερτάτη ασοφία του, εντελώς μικροπρεπής όπως όλα τα όντα της σκουληκότρυπας,  τον μεν ταύρο εξαγρίωσε, στη δε μεγαλόσωμη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη ενέβαλε κνίδωση ακατανίκητη και σεξουαλική επιθυμία ασίγαστη για ταυροκαθάψια, αν καταλαβαίνετε το υπονοούμενό μου. Μη γνωρίζοντας όλα αυτά ο Μίνωας ανέθεσε στον Δαίδαλο να κατασκευάσει μέγιστη ξύλινη βου, όμοια με αληθινή ώστε να την αφιερώσει στον Ποσειδώνα και να τον εξευμενίσει για την υπεξαίρεση του πραγματικού ταύρου. Ο Δαίδαλος λοιπόν που εκτός από περίοπτος εφευρέτης ήταν και πολύ οικονόμος κατασκεύασε την ξύλινη μοσχάρα κενή με τεχνοτροπία δούρειου ίππου κι εκεί μέσα έλαβε χώρα η απίστευτη συνεύρεση του μέγιστου ταύρου με την νταρντάνα Πασιφάη εν αγνοία του ανύποπτου συζύγου, ο οποίος απορούσε για το πώς η ξύλινη βους χοροπηδούσε πέρα- δώθε πάνω στα άσπαστα αγόνατα πόδια της, όχι απλά ως ζωντανή αλλά και ως φρενιτιώδης τετράποδη πλην ξυλοπόδαρη Μαινάδα προς τέρψη του Ποσειδώνα και των λοιπών παρισταμένων! Απ’ αυτή την ένωση του ωθούντος προωθητικού ταύρου με την δεκτική Πασιφάη προέκυψε ο Μινώταυρος, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Το θέμα είναι ότι ο Δαίδαλος ήταν ένας διαπραγματευτής- πραγματευτής, πολύ πρακτικός και πολύ συναλλακτικός κι έτσι πρέπει κανείς να τον βλέπει. Όλα αυτά τα πραγματολογικά στοιχεία είχαν προηγηθεί της τωρινής μας ιστορίας, αν μπορεί να νοηθεί χρονική διαδοχή στο Σύμπαν των τιτάνων.

    Ο σαματάς από τους εργάτες, οι οποίοι είχαν το κακό συνήθειο να δουλεύουν στα τείχη από τα χαράματα, ξύπνησε την Ηώ, που ως ένδοξη αναγνωρισμένη Τιτανίδα φιλοξενούνταν στα καλύτερα δώματα του παλατιού, προσωπικά προσκεκλημένη και εγκατεστημένη από τον Λαομέδοντα με την ιδιότητα του μαικήνα και του αμφιτρύωνα. Εμποδιζόμενη σοβαρά να χουζουρέψει στα σκεπάσματα ως συνήθως, είπε να τούς διαολοστείλει από το παράθυρο, αλλά μετά σκέφτηκε αυτό που ισχύει σε κάθε εποχή, ότι δηλαδή υπάρχουν οι προνομιούχοι και οι μη, και ότι οι πρώτοι θα πρέπει να είναι μεγαλόψυχοι έναντι των δεύτερων, αυτονόητη γενναιοψυχία, που δυστυχώς ούτε αυτή υπάρχει στην δική μας εποχή, αναγνώστη.

«Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος»[3], σιγοψιθύρισε τα λόγια του Επαμεινώνδα, που δεν βαρυγκόμησε, όταν ο Δήμος Θήβας τον έβαλε να σπάει πέτρες και να διεκπεραιώνει καθήκοντα οδοποιίας, αυτόν τον μέγα στρατηγό. 

Η Ηώ ψηλάφησε τα μαξιλάρια και τα τσαλακωμένα σεντόνια δίπλα της (πείτε τα καλύτερα «διακλασμένα, διαλυγισμένα ή που έχουν κατακαμφθεί, γιατί στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε το «τσ»). Διαπίστωσε ότι ο Τιθωνός είχε φύγει ήδη από το πρωί πριν λαλήσει ο πετεινός και πριν εγερθούν καν οι υπηρέτριες, λες και έχει κάνει κάτι κακό, λοίδορο ή υβριστικό. Είχε γλιστρήσει σαν κυνηγημένος μέσα στη νύχτα και διαμέσου των οδών και των παρόδων, και μάλιστα των λιγότερο φωτισμένων, όπου έφτανε μόνο η ανταύγεια μίας λυχνίας ή ενός δαυλού, να μην τον δει κανένα μάτι. Έλεος με τη σεμνοτυφία αυτού του παιδιού. Ήθελε πολύ δουλειά για να χαρεί τον έρωτα και η Ηώ σκεφτόταν αν άξιζε τον κόπο να τον διδάξει. Κατέληξε ότι είχε πίσω της πολλούς θορυβώδεις και διονυσιακούς οργασμούς και ότι η απολλώνεια ηδονή της διδασκαλίας τής προσέφερε περισσότερη ικανοποίηση- ή ότι η ικανοποίηση της διδασκαλίας τής προσέφερε περισσότερη ηδονή, αν προτιμάτε.    

Ο Τιθωνός είχε τη γοητεία του θλιμμένου και του ηττημένου και με την ανάγκη προστασίας που εξέπεμπε, διήγειρε όλα τα μητρικά ένστικτα της Ηούς. Ευτυχώς υπάρχει και αυτή διέξοδος για τους άνδρες που δεν έχουν προικισθεί ιδιαίτερα από τη φύση και δεν κάνουν για σεξεργάτες. Τώρα όμως η μνήμη της μέσω της στοιχειώδους και θεμελιώδους γνωστικής λειτουργίας της συγκρίσεως πήγε στον Ωρίωνα, τον μεγαλύτερο εραστή που είχε ποτέ. 

Ο Ωρίων ήταν κυνηγός και ναύτης έμπειρος. Είχε μία μεγάλη κεφάλα που τον βοηθούσε να επιβάλλεται στις γυναίκες κουνώντας το δεξιά και αριστερά κατά τη διάρκεια του σεξ σαν αρσενικός γάτος. Μέσα στη βλακώδη αγαθοσύνη του πήγε να λάβει γυναίκα ονόματι Σίδη, που νόμιζε ότι είναι ομορφότερη από την Ήρα, τόσο ευάλωτος ήταν απέναντι στα γυναικεία θέλγητρα, αλλά και τόσο τυφλός για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Κατόπιν ήλθε ο Ωρίων στη Χίο προς τον Οινοπίωνα για να ζητήσει γυναίκα τη θυγατέρα του Μερόπη και εκείνος τον τύφλωσε καθ’ υπόδειξη της Ήρας και τον παράτησε στην παραλία, ύστερα όμως γιατρεύτηκε από τον ήλιο. Ύστερα ερωτεύτηκε και είχε δεσμό με την Άρτεμη κ.λπ. Τέλος πάντων περιπέτειες είχε πολλές κι είχε διαβεί πολλές κορυφές, αναζητώντας πάντα ένα καινούριο ουράνιο τόξο. Αλλά για να μη τα πολυλογούμε κι επειδή έχουμε κουραστεί να αντιγράφουμε προηγούμενα έργα δικά μας και άλλων, περισσότερα για τον Ωρίωνα μπορείτε να μάθετε στο «Ξεκινώντας από το Μηδέν», όπου περιγράφεται η πλήρης Τιτανομαχία. Εν κατακλείδι, έχοντας από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να περπατά στη θάλασσα, ενώ έκανε βόλτες πεζός στο πέλαγος γύρω από τη Δήλο, η κεφάλα του φαινόταν από μακριά ως επίζηλο και περιζήτητο σημείο σκοποβολής, οπότε ο Απόλλων προκάλεσε την Άρτεμη, αν μπορούσε να στοχεύσει το σημείο εκείνο από τον Όλυμπο. Αυτή μη γνωρίζοντας την πανουργία τον στόχευσε και τον φόνευσε. Αυτόν τον τρόπο του διαζυγίου αλά ιταλικά διάλεξε ο Απόλλωνας για να διακόψει τον δεσμό της αδελφής του, την έβαλε δηλαδή να σκοτώσει η ίδια τον σύντροφό της. Τέτοια δυστυχώς ήταν η διαστροφή των Ολύμπιων που παρίσταναν τους θεούς!

Η Ηώ σύρθηκε μέχρι το μπαλκόνι, αναμέρισε τα αραχνούφαντα παραπετάσματα και εξήλθε στο αμυδρό φως του πρωινού (όχι του πρωινάδικου).  Βαθύς χειμώνας κυριαρχούσε και οι παρούσες της κρύωναν, εφαπτόμενες των παγωμένων μαρμάρων, καθόσον μάλιστα είχε και το βίτσιο να περπατά ξυπόλυτη. Κοίταξε το στερέωμα που αιχμαλώτιζε αυτόν τον ταλαίπωρο πλανήτη. Όπως σε κάθε Δημιουργία το είχαν φτιάξει οι Τιτάνες με αλλεπάλληλους καταστερισμούς για να προσφέρουν έμπνευση στους ανθρώπους από τις ιστορίες των αστερισμών, δυστυχώς όμως το χρησιμοποιούσαν οι Ολύμπιοι για να εγκλωβίζουν τον κόσμο εν είδει ζωολογικού – και όχι επικούρειου – κήπου.  

Άραγε, αν παρατηρούσε κανείς τη Γη από κάποιο παράθυρο του στερεώματος, πώς θα φαινόταν; Μία σφαίρα γαλάζια και γκρίζα, όπου οι ισημερινοί και οι μεσημβρινοί διασταυρώνονταν όχι νοερά, αλλά σκιερά, επειδή αντιστοιχούσαν στις πλάκες της διονυσιακής ή διονύσιας σφαίρας (αναγνώστη, εσύ μάλλον γνωρίζεις τον αναγραμματισμό “Dyson”), που περίκλειε και περιέβαλλε ολοκληρωτικά το διάστημα της Γης. Πράγματι η σφαίρα αυτή, που είχε όλα τα προσόντα να ονομαστεί από τους επιστήμονες Α.Μ.Δ. «Ανωμάλως Μέγιστη Δομή», αποτελούνταν από συρταρωτές, εγκιβωτισμένες εντός αλλήλων πλάκες, που δημιουργούσαν ένα τακτικό παραλληλόγραμμο υπόδειγμα σαν ένα σύνολο προσαρμοσμένων κρυστάλλινων τετράγωνων ή ρόμβων. Αν θέλετε κι άλλες πληροφορίες, αχόρταγοι αναγνώστες, η σφαίρα είχε διάμετρο δέκα δευτερόλεπτα φωτός και για να έχετε μία παραστατική εικόνα κατάλληλη για εξαγωγή συμπερασμάτων, αφού η γεωγραφία είναι η βάση της γεωπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να χωρέσει σ’ αυτή τη δομή τον ίδιο τον ήλιο και να έχει ακόμη αρκετή ελευθερία να κινεί τους αγκώνες του. Δεν θα ηδύνατο να συμπεριλάβει και τη Γη μέσα στο σχήμα αυτό, διότι η απόσταση μεταξύ Γης και ηλίου είναι οκτώ λεπτά φωτός, που σημαίνει πενήντα φορές την ακτίνα της σφαίρας. Αλλά βέβαια αν έβαζε κανείς τη Γη στο κέντρο της κοιλότητας αυτής, που ήταν και το ζητούμενο, θα υπήρχε πολύς χώρος για την περιστροφή του φεγγαριού ακόμη και στις πιο μακρινές στιγμές του μέλλοντος, λίγο πριν αυτό απαγκιστρωθεί από τη βαρύτητα του δορυφορούμενου φύλακά του και αυτονομηθεί ως ελεύθερο ουράνιο σώμα στην άπειρη σιγαλιά του διαστήματος. Μα υπήρχε λοιπόν διάστημα πέρα από τις κρυστάλλινες σφαίρες των Τιτάνων; Nαι πάντα υπήρχε αυτή η υποψία. Η διονυσιακή σφαίρα λοιπόν, όπως ο κατακτητής Διόνυσος καταχρηστικά μετονόμασε το στερέωμα των τιτανικών καταστερισμών, ήταν το καταθλιπτικό περίβλημα και το δεσμωτήριο της Γης, αυτό που εξασφάλιζε την απόλυτη κυριαρχία των Ολύμπιων, που κυβερνούσαν έχοντας ως συμμάχους και υποτακτικούς τις τεχνητές νοημοσύνες και όλες τις παραφυάδες τους.

Αυτό που έκαναν οι Ολύμπιοι και ειδικά ο Απόλλων στον Ωρίωνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σε εποχές μη πολιτικής ορθότητας μεγάλη «πουστιά». Έψαχνε να βρει ένα ωραίο όνομα ελληνικό για να εκφράσει και να χαρακτηρίσει αυτή την αισχρή παγίδα που είχε στήσει ο Φοίβος στον αγαπημένο της, ίσως «αισχρότητα» να ήταν το πιο κατάλληλο, αλλά ακόμη καλύτερα «θηριωδία», διότι ήταν μία διαβολική πράξη, όχι μόνο πέραν του ανθρώπινου, αλλά και του ζωώδους. Σκεφτόταν την ημέρα, όπου ο Ωρίων αποφάσισε να πάει εκείνη τη μοιραία βόλτα με τα μακριά του πόδια που περπατούσαν στη θάλασσα και το βήμα των επτά μιλίων που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις. Είχε φορέσει την απαστράπτουσα πανοπλία του ως στολή εξόδου, που αντανακλούσε τις ακτίνες του ηλίου – αμάν πόσες φορές έχει γραφτεί αυτή η κοινότοπη έκφραση στην Ιστορία της λογοτεχνίας-, δεν είχε όμως καλύψει τη μεγάλη κεφάλα του με κράνος, ούτε καν με ένα καπέλο της προκοπής ή τον μάλλινο νυκτικό του πίλον, διότι τού άρεσε να τού ανακατεύει ο άνεμος τα κατσαρά «ουλότριχα» μαλλιά. Και τα μαλλιά αυτά ήσαν τόσο πολλά και τόσο γενναιόδωρα θυσανωτά, ώστε ανέμιζαν από τους ώμους ως χαίτη επιβήτορα. Η Ηώ τον παρακολούθησε με καμάρι, καθώς δρασκελούσε τις Σκαιές Πύλες και πήγαινε προς τη Δύση με τον ήλιο του πρωινού στην πλάτη, μία κατεύθυνση ξεχασμένη στους Έλληνες από τότε που οι Τούρκοι κατέλαβαν τα παράλια της Μικράς Ασίας σε κάποια χρονολογία και κάποια Δημιουργία, καθόσον μάλιστα έκτοτε προτιμούν να περιπατούν ως νεκροζώντανοι σχεδόν μηχανικά και χωρίς ερωτηματικά προς τη Μεγάλη και πολυπληθή Ανατολή. Τα εύστροφα σβέλτα πόδια του – ολίγον στραβά, απ’ αυτά που βοηθούν πολύ τους ακροβολισμένους πλαγιοκόπους υπερφαλαγγιστικούς επιθετικούς του ποδοσφαίρου- τον μετέφεραν στον αέρα κατά τρόπον, ώστε εξαφανίστηκε γρήγορα, έχοντας ως στήριγμα τη λάμψη, την αίγλη και το σφρίγος της νιότης του. Αλλά αλίμονο ο Ωρίων έμελλε να σβήσει ξαφνικά εκείνη την ημέρα, χωρίς να το καταλάβει και ίσως αυτό να ήταν μία παρηγοριά. Το εκτοξευμένο από τεράστια απόσταση βέλος της Άρτεμης τού συνέτριψε το κρανίο. Ποιος ξέρει τι σκέψεις έκανε εκείνη τη στιγμή και αν είχε κάποια αίσθηση της βίαιης εκπόρθησης του εγκεφάλου του, της εξαγωγής των οφθαλμών του από τις κόγχες και του αιματηρού τέλους του.

       Λες να σκεφτόταν τη τοξότρια Άρτεμη, που χωρίς τη θέλησή της τον εκτέλεσε; Λες να είχε σχέση μαζί της; Αυτό βέβαια δεν ήταν ασήμαντο και σίγουρα θα πείραζε την Ηώ. Ίσως αν επιβεβαιωνόταν, ο εγωισμός της αν επαναστατούσε και η αγάπη να μετατρεπόταν σε μίσος σύμφωνα με τη γνωστή ηλεκτροχημική διαδικασία, που είναι τελικά κάπως χαμηλού επιπέδου για τη σιδερένια λογική των τιτάνων, που κηρύσσει ότι αγάπη υπό προϋποθέσεις δεν είναι αγάπη, ότι ο αγαπημένος δεν άλλαξε επειδή αποκαλύφθηκε ένας παράνομος δεσμός του, αλλά ότι είναι το ίδιο άτομο που ξύπνησε δίπλα στο μαξιλάρι σου το πρωί. Από την άλλη όμως, αν σού έχει αποκρύψει κάτι, δεν σημαίνει ότι ένας εντελώς άλλος άνθρωπος απ’ αυτό που νόμιζες; Ίσως η λύση είναι να συνεχίζεις να τον αγαπάς αλλά από μακριά, ελπίζοντας πάνω απ’ όλα να μπορέσει ο ίδιος να τα βρει με τον εαυτό του, να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Όπως και να ‘χει, η κατάληξη ήταν τέτοια, ώστε οι παραπάνω σκέψεις να είναι αλυσιτελείς. Ο θάνατος καθαγίασε τον Ωρίωνα και θα έμενε πάντα στο φαντασιακό της Ηούς ως ο ιδανικός και άξιος εραστής, ως ο τέλειος άνδρας, αν αυτό μαζί με την ανδρεία εξακολουθεί να συγκροτεί μία έννοια στην τρελή εποχή μας – κι εδώ ας μάς επιτρέψει ο αναγνώστης να μη διευκρινίσουμε αν εννοούμε την εποχή των τιτάνων ή τη δική μας εποχή. Και τώρα ήταν νεκρός, σβησμένο φεγγάρι σπασμένο σε κομμάτια, και σάπιζε μέσα σε τάφο. Το φεγγαροπρόσωπό του τώρα θα έχει γίνει ερημωμένο κάστρο, ένα χυδαία και φιλήδονα χαμογελαστό κρανίο, τα γαλανά μάτια του είχαν λιώσει σε πατημένο στέαρ και άλειμμα, τα κόκαλά του είχαν γίνει σκόνη, λωρίδες φρυγμένου ζαρωμένου κρέατος είχαν αποσυρθεί από τα αποψιλωμένα ζυγωματικά του προς τα πίσω, όπως γίνεται στα τυμπανιαία πτώματα των θυσιασμένων ζώων. 

Θυμήθηκε η καημένη η Ηώ την κηδεία του Ωρίωνα και πόσοι είχαν συρρεύσει για να θρηνήσουν τον αδικοχαμένο νέο, θύμα των γυναικών, που δεν υπέπεσε σε άλλο αμάρτημα ή παράπτωμα, αλλά μόνο στο «ότι πολύ ηγάπησε». Βέβαια η πλήρης αλήθεια είναι ότι πέραν του έρωτά του εντάχθηκε σε ένα υψηλότερο επίπεδο πολιτικής σκοπιμότητας και συνομωσιών εξουσίας, χωρίς να έχει ιδέα, και γι’ αυτό σπρώχτηκε στον όλεθρο. Τι αφελείς που είναι οι άνδρες, ιδιαίτερα εκείνοι που είναι προικισμένοι από τη φύση για τη γενετήσια διαδικασία, γεγονός που τούς αρκεί και δεν τούς δίδει ικανή αφορμή να σκεφτούν περισσότερο για το άτομό τους και την θέση του στην κοινωνία. Πάντως, δεν είχε παράπονο από τη συμμετοχή του αρχαίου κόσμου. Όλοι ήσαν εκεί, εκπρόσωποι των Αχαιών, αφού μιλάμε για εποχή προ του Τρωικού πολέμου πριν να αρχίσει η «αναθεωρητική» εισβολή, όπου οι διπλωματικές σχέσεις ήσαν ακόμη αδιατάρακτες, η Αίθρα, μητέρα του Θησέα, ο Ηρακλής, πάντα ταλαιπωρούμενος και αμφιταλαντευόμενος μεταξύ Μεγάρας και Διηάνειρας και άλλοι πολλοί ημίθεοι, ισόθεοι και ήρωες.  

Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η πραγματική Τροία της εποχής των τιτάνων δεν είχε καμία σχέση με αυτό που εμείς φανταζόμαστε. Ναι μεν οι Έλληνες, αλλά και οι επηρεασμένοι από αυτούς Τρώες και άλλοι ελληνίζοντες λαοί, λόγω υπερβολικής οικολογικής νοοτροπίας, έκτιζαν και οικοδομούσαν τους δόμους και τους ευκτήριους οίκους τους σε μία βάση μάρμαρου, επί του οποίου τοποθετούσαν παροδικές και υπερβολικά φθαρτές πλίθρες, από τις οποίες δεν έχει μείνει ούτε ίχνος στη σημερινή εποχή, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι στο Σύμπαν των τιτάνων δεν διασταυρώνονταν στο στερέωμα βαλλιστικοί πύραυλοι, δεν ηχούσαν σειρήνες ειδοποιώντας τους κατοίκους να τρέξουν στα αντιαεροπορικά καταφύγια και δεν υπήρχαν βιομηχανικά όντα, αυτόματα (αυτός + μήτις), που αστυνόμευαν το λαό είτε με τη μορφή επίγειων ρομπότ είτε ιπτάμενων μη επανδρωμένων, επιφορτισμένα από τον Δία για την τήρηση της τάξης. Οι οπλισμένοι με άγκιστρα βραχίονές τους και οι κυκλοτερώς κινούμενοι προβολείς τους τούς προσέδιδαν εκπληκτική ομοιότητα με μαύρες σφήκες, που περισκοπούσαν το περιβάλλον με την πολυπρισματική τους όραση. Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά η Ηώ και ανακράζοντας με απελπισία, όπως ο Κώστας Καζάκος, «πόλεμοι, παντού πόλεμοι» πήγε να πλυθεί και να βάψει τα μαλλιά της, περιβαλλόμενη από κατευναστική αχλή και γλυκιά αναμονή, που προοιώνιζαν μία ενδιαφέρουσα καινούρια μέρα.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3:

ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑΣ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ

Καθώς έσκαγε μύτη ο ήλιος του πρωινού, ο μητίετα και νεφεληγερέτα Ζευς βρισκόταν στη μεγάλη αίθουσα των θεών (εκ του αίθω= καίω που σημαίνει ότι υπήρχε και τζάκι εκεί μέσα). Νάσου και μπαίνει η Ήρα κρατώντας ένα σκυλί από ένα χρυσό λουρί πολυτελείας, αγορασμένο προφανώς σε ακριβό μαγαζί και όχι σε υπεραγορά με λαϊκές εκπτώσεις.

«Τι μού έφερες; Τι βλέπω μπροστά μου αυτή τη στιγμή;», ρώτησε ο Δίας από το ύψος του θρόνου του, φανερά κακοδιάθετος, σύννους και κατηφής.

«Κυνηγετικόν καθαρόαιμον κύνα», είπε η Ήρα.

«Κόφ’ τις εξυπνάδες. Δεν ρωτάω τι σκύλος είναι, ούτε αν είναι ένας σκύλος, ρωτάω αν είναι Ο σκύλος».

«Ναι, αυτός είναι», είπε η πρώτη κυρία του Ολύμπου λύνοντας το λουρί.

«Μισή δουλειά έκανες, σού είπα να φέρεις μαζί και το γιο σου». 

«Ποιον απ’ όλους;»     

          «Μα τι στο διάολο, γεροντική άνοια έχεις ή σύνδρομο Παλαιού Οίκου;[4] Ποιον γιο σου, ντε, τον κούτσαβλο βέβαια. Αλλά τι περιμένω από σένα. Ει χωλώ παροικήσεις, υποσκάζειν μαθήσει[5]. Τον χειροτέχνη, τον χειρώνακτα, που ζαχαρώνει την Αθηνά τόσο πολύ, ώστε κοντεύει να γαντζωθεί από το πόδι της, όπως θα γαντζωνόταν κι αυτός ο σαλιάρης σκύλος από το δικό σου, αλλά φαίνεται ότι έχει πιο καλούς τρόπους».

         Η Ήρα στράφηκε- στριφογύρισε πάνω στα τακούνια της για να πάει να τον φέρει, ενώ ο σκύλος έκανε προπαρασκευαστικές κινήσεις για να την ακολουθήσει.

          «Άσε τον σκύλο εδώ. Μού φαίνεται πολύ καλομαθημένος για να κάνει “φετς”.[6] Κάν’ το καλύτερα εσύ, χρειάζεται πάντα ένα μάθημα ταπεινότητας στις γυναίκες».  

          Η λευκώλενος Ήρα έδωσε σήμα στο σκύλο. Αυτός ήταν εκπαιδευμένος και κοκάλωσε στη θέση του με βαθύ κάθισμα. Ήταν  μεγάλος, εν χρώ κεκαρμένος[7] με ήπια φουντουκένια μάτια, που παρά την εκπαίδευσή του κοίταζαν – κύπταζαν ολίγον βλακωδώς και τρομαγμένα, όπου ίσως στη συγκεκριμένη περίπτωση τα δύο αυτά αντιφάσκουν, αφού το ότι φοβόταν τον Δία, έδειχνε μεγάλη νοημοσύνη. Ως διαλεκτική μεσότητα μεταξύ του φόβου του και της αμηχανίας του, που τον εμπόδιζε να βρει την κατάλληλη λύση, θεώρησε καλό να αρχίσει να τρέχει πέρα δώθε, σαλιώνοντας τα πατώματα και τριγυρίζοντας εκνευριστικά γύρω από το θρόνο του Δία,  ενώ τα νύχια του έξυναν τα μάρμαρα, γεγονός εντέλει όχι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την αξιολόγηση της νοημοσύνης του. Μύριζε και έγλειφε με επιμονή τα σανδάλια και τα δάκτυλα των ποδιών του κεραυνοβόλου Κρονίδη. Μετά πλησίασε κοντά στην άκρη της πανοραμικής ολογραφικής δεξαμενής, μέσω της οποίας οι Ολύμπιοι παρατηρούσαν τα πάντα όσα εκτυλίσσονταν στον πλανήτη Γη, και μάλιστα βούτηξε μέσα στον στρόβιλο των κινηματογραφικών κόκκων και των εικονοστοιχείων ξεσηκώνοντας νέφη διαπλαστικού υλικού. Τα έκανε όλα λίμπα, νομίζοντας ότι με τις χαριτωμένες κινήσεις του ευχαρίστησε ή εξευμένισε το αφεντικό του κι άρχισε να στριφογυρίζει γύρω από μία κολόνα, σαν να επιχειρούσε να στρογγυλέψει ακόμη περισσότερο κάτι ήδη στρογγυλό. Δηλαδή ο κύων ψαχούλευε κι έγινε εφαψίας του κίονα.

          «Καλό σκυλάκι, συμπαθητικό “κυνάριον” για έλα εδώ να σού δώσω την ανταμοιβή σου για την ωραία σου παράσταση», διέταξε ο Ζευς.

        Στην αρχή ο κύων σαν να οσμίστηκε κάτι ανησυχητικό έκανε το “κουρόγιδο” κατά το κοινώς λεγόμενο και απέστρεφε το βλέμμα. Προτιμούσε να προσποιείται ότι μύριζε τον κίονα, αντλώντας πληροφορίας για τη σύσταση του μαρμάρου. Μα τι να καταλάβει ο σκύλος από το μάρμαρο πέραν του ότι είναι λευκό, άοσμο, άγευστο και μη εδώδιμο, όπως όλα τα αιώνια ακατάλυτα πράγματα;

          Ο Ζευς σφύριξε με το δάκτυλο στο στόμα σαν αγωγιάτης ή βουκόλος ή προπονητής καλαθόσφαιρας.   

          Ακόμη δίσταζε ο κύων. Κούνησε μεν τα αυτιά του σε ένδειξη κάποιου είδους υποταγής, αλλά δεν κουνήθηκε. Κούνησε αλλά δεν κουνήθηκε, μένοντας στην ενεργητική και επ΄ ουδενί περνώντας στην μέση ή παθητική φωνή. Κάτι ήξερε… ο άνθρωπος!

          Τέλος ο Δίας χειροκρότησε με τρόπο επιτακτικό και κυριαρχικό. Ά όλα κι όλα, υπάρχει ένα κάποιο όριο, όπου ο σκύλος δεν μπορεί πλέον να μην υπακούσει. Με ταλαντευτικές κινήσεις, πλαγιοδρομώντας και πηγαίνοντας λίγο με τις μπάντες, με κρεμάμενη γλώσσα και ευτυχισμένο βλέμμα τσακίστηκε να χωθεί στην αγκαλιά του Δία κι ήταν και ολόκληρο γαϊδούρι, πανάθεμά το! 

          Ο Ζευς πρώτα το χάιδεψε διαφεντεύοντάς το με απόλυτα ψυχρά γαλανά φιδίσια μάτια και, όντας ως γνωστόν εντελώς παρανοϊκός, σχιζοφρενής, διπολικός, ψυχοπαθής, κοινωνιοπαθής ή όπως αλλιώς αποκαλεί η σύγχρονη επιστήμη τέτοιους χαρακτήρες, εξήγαγε ανελέητη λεπίδα και τού έκοψε το κεφάλι με μία ακαριαία, επαγγελματική, παλμική και δονητική κίνηση. Κι ενώ το κεφάλι του άμοιρου ζώου, σε εποχή που αλίμονο η ζωοφιλία ήταν στα σπάργανα, κύλησε μέχρι τη δεξαμενή προβολής εικόνων, το σώμα του προσγειώθηκε από τη φονική αγκάλη στο δάπεδο με τα μπροστινά πόδια ακόμη τεντωμένα, σαν να στεκόταν ημιόρθιο με προσδοκία ανταμοιβής.

          Τότε μπήκαν η Ήρα και ο Ήφαιστος αντικρίζοντας αυτό το θέαμα κι επειδή η αίθουσα ήταν αχανής, όσο καταλάβαιναν τι έγινε, έτρεχαν όλο και γρηγορότερα προς το θρόνο.

          «Το καημένο το ζωάκι, τόσο ωραίο και ψηλό ζώο, μα και αγνό στη ψυχή», μονολόγησε η Ήρα. «Είσαι πραγματικά τελείως τρελός, σύζυγε. Αλλά ας αιτιώμαι τον εαυτό μου, γιατί σε συμπόνεσα τότε που κούρνιασες στην αγκαλιά μου σαν κούκος, αν είναι δυνατόν! Καλά, άντρας είσαι εσύ; Παντού εισχωρείς σαν πουλί, κούκος, κύκνος, τσαλαπετεινός, για να δείξεις μετά το αληθινό σου πουλί, διεστραμμένε, σιχαμένε, βλαμμένε. Φωλιά του κούκου έγινε η αγκαλιά μου για σένα. Τι σού έφταιξε το ζωάκι, ντροπή σου!»

          Ο Ζευς γρύλλισε κάτι ακατάληπτο κι έβαλε το ανόσιο μπαμπέσικο θρασύδειλο μαχαίρι του στο θηκάρι.

          Ο Ήφαιστος ήταν αδικημένος από τη φύση, με την έννοια ότι είχε πολύ μεγάλο στέρνο και πολύ μικρά πόδια, έχοντας ένα περίπου τερατώδη διασχηματισμό, ήταν δε νάνος για δεδομένα θεού. Βέβαια, οι θεοί είχαν τη δυνατότητα να επιμηκύνουν το σώμα τους κατά βούληση, ενέργεια που προϋπέθετε… μεγάλη ενέργεια, αλλά προφανώς είχαν και το κανονικό τους ανάστημα, όταν βρίσκονταν εν ηρεμία. Και το ανάστημα του Ήφαιστου άφηνε πολλά να επιθυμήσει, ο καημένος ο ημιφυής! Είχε μεγάλη ομοιότητα με ένα μεγάλο τριχωτό βαρέλι, αν ένα τέτοιο ανοσιούργημα έβλεπε το φως της ημέρας.  Βέβαια κούτσαινε, αυτό το ξέρει και η κουτσή Μαρία. Έσερνε το αριστερό πόδι σαν να ήταν ένα νεκρό, σαπρό, μη αιμοδοτούμενο μέλος και ενδεχομένως να ήταν ακριβώς έτσι. Είχε έναν άγριο κόρυμβο μαλλιού, όπου ποιος ξέρει πόσα σκουλήκια, ψείρες ή σκώροι είχαν βρει καταφύγιο, όπως στον κότσο της μις Χάβισαμ στις «Μεγάλες Προσδοκίες», ακόμη πιο ατημέλητα και ατίθασα γένια, φαβορίτες που φαίνονταν να εκτείνονται και να συγχωνεύονται με την τριχοφυΐα του στέρνου και μάτια κυκλωμένα περιμετρικά με κόκκινο μαρκαδόρο. Φαινόταν σαν να φοράει πανοπλία, αλλά μία προσεκτικότερη ματιά θα ανακάλυπτε ότι στην πραγματικότητα έφερε δίκην λιβρέας στρώμα εκατοντάδων μικροσκοπικών κουτιών, σακιών, εργαλείων και συσκευών, φτιαγμένων μερικών από ευγενή κι άλλων από κοινά μέταλλα, έτερων από δέρμα ή σκύτος, ακόμη κι από δαιδαλωδώς ραμμένες κλωστές, που κρέμονταν κατά μήκος και κατά πλάτος των τεντωμένων διασταυρωμένων στο μαλλιαρό κορμί του ζωνών και λωρίδων. Ο Ήφαιστος, η επιτομή του σιδηρουργού, ήταν δημοφιλής στον Όλυμπο, αφού έφτιαχνε – ευθείαζε γυναίκες από χρυσό και μηχανικές παρθένες, αυτόματα επιστρωμένα με γουταπέρκα ή απομίμηση δέρματος που χάριζαν στους άνδρες χαμόγελα και ηδονή, σχεδόν ζωντανά! Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι είχε πλάσει σε έναν αλχημιστικό κάδο οργανικών οπών (όχι τρυπών, αλλά ζωμών) την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα.

       «Γειά σου, χειρώναξ», ήχησε βροντωδώς και ειρωνικά ο Ζευς. «Μη νομίζεις ότι σε έχω παραμελήσει ή ότι έχασες την εύνοιά μου, θα σε φώναζα νωρίτερα αν χαλούσε κάνα μπρίκι ή αν τρυπούσε κάποιο από τα κρανία εχθρών, απ’ όπου ρουφώ τα ροφήματά μου».

          Ο Ήφαιστος κοίταξε το ακέφαλο σώμα του κυνός, πλημμυρισμένο στο αίμα.

          «Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να το κάνεις αυτό, Ζευ πάτερ- Τζιούπιτερ. Παν μέτρον άριστον, έλεγε ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος και αυτή η πράξη σου ξεφεύγει πολύ από το μέτρο και την αναλογία». 

          «Με εκνεύρισε το παλιόσκυλο», είπε ο Δίας πίνοντας μια γερή γουλιά κάποιου αλκοολούχου ποτού από μία κύλικα- κρανίο.

          Ο Ήφαιστος κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στις καθαρίστριες που με τις σκούπες απομάκρυναν τα αίματα συντονισμένες σε μία δαιμονιώδη χορογραφία, ψαχούλεψε με το αδρομερές, ογκώδες, χονδρόκοπο και χοντροκομένο χέρι του το στέρνο του ζώου σαν να ήθελε να το χαϊδέψει ή μάλλον να το γαργαλίσει και πίεσε μία εσωτερική εσοχή. Ένα κρεάτινο κάλυμμα άνοιξε και μέσα από τα σπλάχνα ο κερατίας- κερασφόρος σύζυγος της Αφροδίτης τράβηξε έναν διαφανή αμνιακό σάκο, φαινομενικά γεμάτο με ράκη, τρύχη, κουρέλια, κοψίδια και τεμάχια κρέατος. Από αυτό το συνονθύλευμα ο Ήφαιστος ανέσυρε έναν υγρό και ρόδινο σβώλο.

      «Ιδού ο Διόνυσος. Στη θέση του, παρότι εσύ έσφαξες τον ξενιστή χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος», είπε.

     «Ο αγαπημένος μου γιος», είπε ο Ζευς με ψυχοπαθές χαμόγελο. 

          «Να βάλω αυτό το σιχαμένο παϊδάκι μέσα σε ένα κάδο αναζωογόνησης, ώστε να ανανήψει, ώ Κρονίδη;», τόλμησε να ρωτήσει ο σιδεράς. 

          «Όχι, καλύτερα να ακολουθηθεί μία πιο δυστοπική διαδικασία. Ένας από τους δικούς μας διατάσσεται να τον μασήσει και να τον φάει, ώστε να αναγεννηθεί με τον τρόπο, που ο ίδιος έχει ορίσει με μέθοδο κατάποσης Ζαγρέα. Τέτοιου είδους κανιβαλική μέθεξη είναι ίσως δυσάρεστη και οδυνηρή για τον διαιτώμενο, αλλά είναι ένα καλό μάθημα για όλους σας εδώ μέσα να συμπεριφέρεστε καλύτερα στο γιο μου. Το ότι κάποτε τον έραψα εγώ στο μηρό μου δεν σημαίνει ότι θα χώνετε τη μαγιά του οπουδήποτε, ακόμα και σε ψοφίμι – θρασίμι σκύλου!»

          Η Ήρα ανέβηκε στο δεύτερο σκαλί του θρόνου αθόρυβα σαν γάτα και άπλωσε το χέρι της στο μηρό του Κρονίδη, όπως μόνο οι γυναίκες ξέρουν να κάνουν.

          «Μη μάς τιμωρείς όλους συλλήβδην, υπέρτατε και ύπατε κυβερνήτη. Η ευθύνη δεν είναι ποτέ συλλογική, αλλά πάντα ατομική.   Ας αναλάβει λοιπόν ο καθένας τη δική του, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Δημοσθένης:  Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη».

          «Εσύ δηλαδή τι προτείνεις;», είπε ο ευεπίφορος σε προτάσεις – ιδίως σεξουαλικού περιεχομένου-  Ζευς. 

          «Να τον φάει η Αφροδίτη», είπε η Ήρα στο πλαίσιο γυναικείας αντιζηλίας χωρίς να διστάσει, «που είναι και συνηθισμένη να μπουκώνει το στόμα της με ανδρικά μέλη».

        «Άσε ήσυχη την Αφροδίτη. Τον τελευταίο καιρό δεν έχει κάνει τίποτε που να με ερεθίσει. Είναι μία ωραία παρουσία, που σε όλους τους άνδρες προσφέρει και κανέναν δεν βλάπτει, ακριβώς σαν τις χρυσές γυναίκες του Ήφαιστου. Διος παις ο χρυσός – κείνον ου σης (σκώρος) ου κις (σαράκι) δάπτει, δάμναται δε βροτέαν φράν, κάρτιστον κτεάνων,[8] όπως λέει και ο Πίνδαρος».

        «Άμα είναι έτσι, τότε να επιστρατευθεί η Αθηνά, που μάς το παίζει θεά της σοφίας και έχει ανοιχτούς διαύλους με θνητούς. Αυτή φταίει με τους ακκισμούς της και τις χαριτωμενιές της, που φορτωθήκαμε αυτόν τον γελοίο πόλεμο με τους ανθρώπους και την ξιπασμένη ψηλομύτικη αριστοκρατία τους, τους τιτάνες».

        «Άκου, αυτή η διακυβέρνηση δεν θα κάτσει να ασχοληθεί με το κουτσομπολιό και το καρκατσουλιό το δικό σου, που απλά και μόνο επιδιώκεις να βγάλεις από τη μέση τις βασικές σου ανταγωνίστριες, ώστε μόνη εσύ να κερδίσεις την εύνοια του ευπατρίδη γόη και δανδή Πάρη. Κάτι ακούω ότι έχετε σκοπό να τού απονείμετε ένα χρυσό μήλο ή μία αναμνηστική πλακέτα ή ένα βραβείο ή μία διαμονή σε πολυτελή γαμιστρώνα, αλλά αυτό είναι δική σας υπόθεση και δεν μπορεί να απασχολήσει αυτή τη διοίκηση, που ίσταται υπεράνω γυναικείων αντιζηλιών. Μόνο οι κόντρες και οι μονομαχίες μεταξύ ανδρών με ενδιαφέρουν. Σού δίνω λοιπόν μία τελευταία ευκαιρία να αποφασίσεις ποιος θα μηρυκάσει το γιο μου γιατί αλλιώς θα σε πάρει ο διάολος μαζί με όλες τις ίντριγκες που σκαρώνεις».        

          «Τότε… τότε η Δήμητρα», ψέλλισε η Ήρα που πάντα είχε στο μανίκι της αποδιοπομπαίους τράγους, έτοιμους να θυσιαστούν για το κοινό- ή πιο εύστοχα το δικό της-  καλό.

          «Η Δήμητρα; Η Γη – Μήτηρ; Η αδελφή σου; Η αδελφή μου; Η μητέρα της αγαπημένης μoυ Περσεφόνης; Καλά δεν έχεις ιερό και όσιο, ώ προσφιλές μου ήτορ[9], και τα έβαλες με τους συγγενείς μας;»

          «Ρε αθεόφοβε θεέ, υπάρχει κανένας σε τούτο το βουνό, στην πόλη και στην οικουμένη που δεν είναι συγγενής σου, αφού παντού εισχωρείς ως διαπεραστικό παχύρρευστο σπέρμα, όπως έκανες με τη Δανάη; Τις ξέρουμε τις πομπές σου. Μήπως κι εγώ δεν είμαι  κι αδελφή σου εκτός από σύζυγος, αιμομίχτη Ολύμπιε; Τουλάχιστον η Δήμητρα ως θεά της γεωργίας έχει πείρα στο να γεννά και να παράγει. Και μάλιστα αυτή την εποχή ξύνεται και δεν έχει καθόλου δουλειά, διότι οι αναθεματισμένοι γήινοι, αντί να καλλιεργούν τη γη, να συγκομίζουν σοδειά και να παράγουν καρπούς, ασχολούνται να προετοιμάζουν πολέμους εναντίον μας».

          «Ας είναι, ώ περικαλλές θήλυ». Στράφηκε στον Ήφαιστο, που εν τω μεταξύ χαρχάλευε με τη γλώσσα έξω, αντικαθιστώντας τρόπον τινά τον φονευθέντα σκύλο. «Δώσε στη Δήμητρα το κρέας του γιου μου. Και πες της ότι είναι το θέλημα του Κυρίου της η βρώση και πόση του Διονύσου και του αίματός του, ώστε να ζωντανέψει και πάλι. Και μάλιστα την επιφορτίζω να παραμείνει άγρυπνος φρουρός- μπάστακας μέχρι αυτή η πεπρωμένη γέννα να ολοκληρωθεί. Θέλω επειγόντως συμμάχους και πρόσωπα που να μπορώ να εμπιστευθώ, διότι οι αμετανόητοι τιτάνες οδηγούν εκ νέου για πολλοστή, απειροστή φορά τους ανθρώπους στο μονοπάτι του πολέμου».      

           Μουρμουρίζοντας ο Ήφαιστος σήκωσε τον κατακαημένο σκύλο από τα μυτερά, ανασηκωμένα αυτιά του αφενός, μαζεύοντας και τα υπόλοιπα απομεινάρια αφετέρου, και πήγε κουτσαίνοντας προς την έξοδο, προβάλλοντας επιδεικτικά προς τον Δία τη μόνη αντίσταση που τού απέμενε, ότι δηλαδή, όσο και αν ο Κρονίδης επειγόταν, αυτός ήταν αποφασισμένος να μην κάνει  ούτε ένα βήμα πιο γρήγορα, αλλά να διεκπεραιώνει τις εντολές απρόθυμα και ράθυμα σαν σεσημασμένος δημόσιος υπάλληλος.   

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4:

          ΦΥΓΗ ΤΗΣ ΗΡΑΣ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

          Μια και δυο πήγε η Ήρα στο δώμα της με τα πόδια της, αφού στα ιδιαίτερά της κανείς δεν μπορούσε να διακτινισθεί, ούτε αυτή η ίδια. Οι Ολύμπιοι είχαν μεγάλη μανία με την ασφάλεια, τη θωράκιση, την προστασία, πράγμα που εξηγούνταν, όχι τόσο από το ότι ήσαν όντα προερχόμενα από άλλη διάσταση, όσο από το ότι είχαν τη γνωστή ανασφάλεια και παράνοια όλων των εξουσιαστών, που φοβούνται ότι θα χάσουν τα προνόμιά τους, επειδή κατά βάθος τούς τύπτει η συνείδησή τους ότι τα απέκτησαν άδικα και παράνομα. Έτσι λοιπόν είχε διατάξει τον Ήφαιστο- όχι παραγγείλει, με παραγγέλματα εκφράζονταν οι τιτάνες, οι Ολύμπιοι ήσαν απόλυτα ικανοποιημένοι με το να δίνουν εντολές- να ενισχύσει κβαντομηχανικά τον θάλαμό της με εγκατάσταση προστατευτικών ενεργειακών πεδίων και αναβάθμιση της δομής των τοίχων με τιτάνιο και θερμοανθεκτικό συνθετικό παρααραμίδιο (κέβλαρ), που να εμποδίζει την ορμητική μπούκα ακόμη και ενός οργισμένου Δία, ώστε η θύρα να ανοίγει μόνο χειροκίνητα και μάλιστα με το περίεργο σύνθημα «σήσαμε άνοιξον».

        Η Ήρα λοιπόν κτύπησε ένα ρόπτρο, έσυρε έναν σύρτη, έστριψε το πόμολο, κολακεύοντάς του με την ονομασία «κέρκελλο» ή επισπαστήρα», διότι αν το έλεγες «πόμολο» δεν άνοιγε, και γλίστρησε στο δώμα της, έκλεισε πίσω της το βαρύ μεταλλικό διάφραγμα και πήγε στο λουτρό, όπου και απαλλάχτηκε με μία κίνηση από το χιτώνα της και τα αραχνούφαντα, σκανδαλιστικά λεπτά και διαφανή εσώρουχά της.

          Καταρχάς η βοώπις- βοϊδομάτα Ήρα δεν φθόνησε, αλλά τουναντίον χαλάλισε και πρόσφερε στον εαυτό της ένα ωραίο λουτρό καθαριότητας, θερμαινόμενο από τους θερμοπυρηνικούς λέβητες της κόλασης, αναμμένους στο φουλ από το θεό της φωτιάς για βαθύ ξεβούλωμα δερματικών πόρων, κι ύστερα    τροφοδοτούμενο από τις πιο γάργαρες και παγωμένες πηγές του Ολύμπου για καταπραϋντικό και χαλαρωτικό ξέπλυμα ευεξίας. Με αλοιφή αμβροσίας – καθότι η αμβροσία δεν χρησιμοποιούνταν μόνο ως τροφή, αλλά και ως βάση σειράς καλλυντικών- έτριψε τις ανεπαίσθητες κηλίδες, τις πολύ μικρές σκιές ή ατέλειες της αψεγάδιαστης λευκής επιδερμίδας της.

          Ύστερα άλειψε η λευκώλενος Ήρα το πολλαπλώς υμνημένο και σαγηνευτικό κορμί της με αρωματικά έλαια. Και μόνο η μυρωδιά της μυραλοιφής αυτής δημιουργούσε πολλά προβλήματα στον ανδρικό πληθυσμό του Ολύμπου, διότι τού προκαλούσε διαρκή και αδιάπτωτο, ογκηρό και ακατεύναστο πριαπισμό, ήταν δε τόσο ισχυρή, ώστε πολλάκις έφθανε και στη Γη και συσκότιζε τα μυαλά των ανύποπτων θνητών με κρίσεις ανεξέλεγκτου πάθους και πανσεληνιακές – σεληνιασμένες πλημμυρίδες και παλίρροιες.

          Τακτοποίησε μετά η πανίσχυρη Κρονίς τα λαμπερά της μαλλιά, τα έλουσε με υγροσάπωνα κι έπειτα τα χτένισε επιμελώς, ακροβολίζοντας τις πλεξούδες της, ώστε να στεφανώνουν αρχοντικά τα έντονα ζυγωματικά της, τέλος δε ενδύθηκε μία κομψή, απλόχερα διακοσμημένη και ανελέητα στολισμένη εσθήτα, δώρο της Αθηνάς με χειροποίητα χρυσοκέντητα σχήματα τριαντάφυλλων. Στήριξε με πόρπη την εσθήτα πάνω από το τεντωμένο, αισθητικά επαυξημένο- ανυψωμένο βαμπίρ στήθος της και την έδεσε στη μέση  (ο … Μέσι) με ζώνη περιστοιχισμένη από χίλιες φούντες – θυσάνους. 

    Στους γουστόζικα τρυπημένους λοβούς των αυτιών, που ξεπρόβαλλαν από τα εβένινα μαλλιά της και τους σκοτεινούς αρωματικούς βοστρύχους ως ντροπαλά ζώα της θάλασσας και ειδικότερα ως κομψοί καμαρωτοί ιππόκαμποι, κρέμασε τα ωραία της σκουλαρίκια σαν συκάμινα ή μούρα ή μαργαριτάρια ή ό,τι άλλο περάσει στη στυτική φαντασία των ανδρών. Οι ασημένιες τους ανταύγειες σίγουρα θα αγκιστρώνονταν σαν σπιρούνια ιπποτών στις ανδρικές καρδιές. Μετά τυλίχτηκε σε ένα διακριτικό ιριδίζον χρυσοΰφαντο πέπλο, έβαλε τα σανδάλια της στα μαλακά δάκτυλά της, όπου τα εξωτερικά κακάδια- σκληράδες- επίπαγοι- εσχάρες είχαν επιμελώς λιμαριστεί, και έδεσε τα κορδόνια ψηλά σε όλο το μήκος των θεϊκών της γαμπών- κνημών. Αφού τέλος πάντων πλύθηκε, αρωματίστηκε και παντοίως ετοιμάστηκε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της, όχι βέβαια για να ρωτήσει ποια είναι η ωραιότερη, αλλά για να επιβεβαιώσει με περισσή αυτοπεποίθηση για πολλοστή φορά: «Αθάνατη Ήρα, ποια να συγκριθεί μαζί σου;». Υπήρχε βέβαια αυτή η κατσίκα η Αφροδίτη, αλλά όλοι ήξεραν ότι ήταν χρήστρια απαγορευμένων και δαιμονικών τεχνολογιών για να ενισχύει την ομορφιά της, οπότε η πρωτοκαθεδρία της ήταν «στημένη», χειραγωγημένη, σκηνοθετημένη, τεχνητή, φτιαχτή, «στοιχηματική». Όμως, ισχύει επίσης ότι «Εναντία τοις εναντίοις θεραπεύονται», η δε παροιμία «Εριούχον μοναχόν ου ποιεί» επαληθεύεται αντιστρόφως, ότι δηλαδή δυστυχώς «εριούχον μοναχόν ποιεί».

          Μετά ταύτα, που λέει και ο Ξενοφών, συνεχίζοντας ομαλά και αδιατάρακτα τις Ιστορίες του Θουκυδίδη, η Ήρα πήγε και βρήκε την Αφροδίτη κάπου στις πράσινες πλαγιές του Ολύμπου, όπου αυτή ανεβοκατέβαινε με πολλές δυνάμεις και μονίμως ανικανοποίητη γενετήσια ορμή σαν την Αγνώριστη του Σολωμού, στο δε διάβα της το χόρτο γινόταν άνθος απαλό. Λίγο πριν από το γλυκό ηλιοβασίλεμα, ο ναός και η «διασπορά» σπιτιών των θεών στη δυτική πλαγιά της ανάγλυφης εντός του Ολύμπου κοιλότητας είχαν λουστεί από απόκοσμο φως και η Αφροδίτη θαύμαζε ανυπόκριτα και ερωτικά τη χρυσή λάμψη, που εκτεινόταν σε όλο το εύρος του ατέλειωτου κώνου σκιάς.  Η όψη του Ολύμπου ήταν λίγο θολή και συγκεχυμένη λόγω και των ενεργειακών πεδίων που απλόχερα τον περιέβαλλαν, τα οποία εκτός της φοβικής ψύχωσης των «θεών» χρησίμευαν και για μπορούν οι κάτοικοι του βουνού να αναπνέουν, α ναι, ξέχασα να σάς πω ότι η έδρα των θεών δεν ήταν ο Όλυμπος της Γης, αλλά ο Όλυμπος του Άρη, το υψηλότερο βουνό του ηλιακού συστήματος, απέχον είκοσι ένα χιλιόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας, αν είχε θάλασσα ο Άρης! Το δε ενεργειακό πεδίο, που οχύρωνε και προάσπιζε γενναιόδωρα τον Όλυμπο ήταν η περίφημη «αιγίς», που είχε υψώσει ο Ζευς γύρω από ό,τι θεωρούσε αξιοπροστάτευτο. Η Ήρα αναγκάστηκε να φωνάξει στην Αφροδίτη, γιατί την ήξερε ότι χάζευε.

           «Έ πού ‘σαι καλόν κ’ αγαθόν παιδίον, καλά είσαι κοριτσάκι μου; Θα ‘θελα να σού ζητήσω, χωρίς παρεξήγηση, να κάνεις κάτι για μένα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο έχεις οριστεί θεά της ομορφιάς, οπότε αναγκαστικά η χάρη που θα ζητήσω υπάγεται στη δική σου αρμοδιότητα – μη χέσω».

          «Μεγαλόθυμη, εξέχουσα, διαπρεπή και περίβλεπτη θεά», απάντησε γλείφοντας η Αφροδίτη. «Επιφανή, έκλαμπρη και περίδοξη αρχόντισσα- άνασσα», είπε συνεχίζοντας και κατά τη σημερινή έκφραση τερματίζοντας τις χαμερπείς κολακείες, «δύνασαι ό,τι θέλεις να μού ζητήσεις, το αν θα στο εκπληρώσω είναι άλλο θέμα, αλλά τονίζω προς όλες τις πλευρές ότι θα κάνω ό,τι είναι ανθρωπίνως ή μάλλον θεϊκώς δυνατόν».

      Ενώ ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει και οι θεές κάθονταν στη σκιά, η Ήρα πρόσεξε ότι η επιδερμίδα της Αφροδίτης έλαμπε με μία ανεξήγητη εσωτερική φλόγα, ενώ οι ίριδες των ματιών της είχαν γίνει πυρακτωμένα κάρβουνα. Τούτο προκάλεσε ένα είδος αισθησιακής αντίδρασης, ακόμη και στην Ήρα. Σκέφτηκε πόσο χειριστικό και επιδεικτικά πελατειακό επιπέδου κεκράκτη  ήταν για τους καημένους τους άνδρες, θεούς, ημίθεους ή θνητούς, αυτό το τέχνασμα φωτός, που ενεργοποιούνταν ακριβώς όταν έπεφτε η νύχτα και διαφαινόταν στον ορίζοντα η προοπτική του… κρεβατιού.  

   Η Ήρα πήρε μια βαθιά ανάσα, καθότι με τις επόμενες λέξεις της θα δρομολογούσε το πιο επικίνδυνο σχέδιο, την πιο συνωμοτική μηχανορραφία- ραδιουργία που είχε ποτέ σκεφτεί και δεν θα υπήρχε πια δρόμος προς τα πίσω. «Άντε μωρή μουσίτσα, αφρογέννητη, ας το πάρει το ποτάμι, ποιο είναι το μυστικό σου, που κάνει οτιδήποτε αρσενικό να σέρνεται στα πόδια σου είτε είναι ταύρος, είτε βάτραχος, είτε κουνούπι; Αφού εντελώς αντικειμενικά, δεν υστερώ σε ομορφιά, νομίζω ότι μέχρι κι εσύ το παραδέχεσαι. Και δεν σού μιλάω γι’ αυτή τη ξυλαγγούρω, τρελοκαμπέρω Αθηνά, που κυκλοφορεί μέρα νύχτα με το κράνος, για να μη φαίνεται το σαν μακρουλό πεπόνι κεφάλι της, το τραβηγμένο με τον εμβρυουλκό από το κρανίο του Δία».

      «Εμ… βέβαια, θα σού το αποκαλύψω, αλαβάστρινη θεά, μήπως μπορώ να κάνω κι αλλιώς, αφού μού το ζητάς τόσο ευθέως; Αλλά μια και το πήρες απ’ το στόμα μου κι αναφέρθηκες στο Δία, τι δουλειά έχει μια προνομιούχος, που μοιράζεται τράπεζα και κοίτη με τον μέγιστο άνδρα του Σύμπαντος, να περπατήσει τις δικές μου αφανείς οδούς;»

   «Θα σού πω την αλήθεια», είπε η Ήρα ξεφουρνίζοντας τη γνωστή ατάκα όσων είναι έτοιμοι να πουν ψέματα. Και βέβαια το ψέμα έχει κοντά ποδάρια και γίνεται αμέσως αντιληπτό, κυρίως διότι είναι πολύ λεπτομερές και πολύ επεξεργασμένο. «Τον τελευταίο καιρό ακούγεται ότι οι τιτάνες θα ξεσηκωθούν και θα οδηγήσουν τους θνητούς κατά του Ολύμπου. Όλως τυχαίως τυγχάνει να έχω πολύ καλές σχέσεις με τους δύο μαθουσάλες από αυτούς, τον Ωκεανό και την Τηθύ, που μάλιστα με είχαν φιλοξενήσει ουκ ολίγες φορές, όταν ήμουν μικρή. Λέω λοιπόν να τούς επισκεφτώ και να τούς ζητήσω να μεσολαβήσουν και να κατευνάσουν τους τιτάνες. Ο Ζευς δεν μπορεί να το κάνει αυτό, γιατί δεν έχει την απαραίτητη ψυχραιμία, με την παραμικρή αντίρρηση θα εξοργιστεί και θα αρχίσει να πετάει πέρα δώθε κεραυνούς. Επιπλέον είναι τόσο ψωρο-υπερήφανος, που δεν καταδέχεται να συναντήσει τους τιτάνες, αλλά ούτε αφήνει και κανέναν άλλο να αναπτύξει ειρηνευτική ή πρεσβευτική δραστηριότητα». 

          «Ναι, αλλά όλα αυτά δεν εξηγούν γιατί χρειάζεσαι τα καταφρονεμένα ταπεινά θέλγητρά μου».

          Εκεί η Ήρα άρχισε τα ό,τι  να ‘ναι.  

          «Τυγχάνει να γνωρίζω ότι οι δύο αυτοί αρχι-τιτάνες έχουν αποξενωθεί ο ένας από τον άλλον και το συζυγικό κρεβάτι τους έχει κρυώσει. Επ’ ευκαιρία της επίσκεψής μου, θα ομαλίσω τη διχόνοια και τη φιλονικία τους και θα τούς παρακινήσω να ενώσουν πάλι τα ζεστά κορμιά τους στην πυρά και τη θαλπωρή της αγάπης, ζεστά που λέει ο λόγος, αφού είναι και οι δύο κωλόγεροι. Μαρτύρησέ μου λοιπόν, Αφροδίτη το μυστικό σου, για να βοηθήσω την μεν Τηθύ να ξανακερδίσει την καρδιά του Ωκεανού, τον δε Ωκεανό να συνεπικουρήσω, ώστε να κατορθώσει να διαπεραιωθεί “εις τα ένδοξα δια των στενών”, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω».                  

          Η Αφροδίτη, που δεν ήθελε βέβαια να προδώσει το μυστικό της, προσπάθησε να ξεφύγει: «Τα θέλγητρα δεν είναι μόνο κάτι χειροπιαστό, μία συσκευή ή ένα ανταλλακτικό ή ένα άριστο υλικό, που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει, προϋποθέτει τέχνη προσέλκυσης των ανδρών μέσω αναβολής, αναζωπύρωσης και αναρρίπησης της επιθυμίας τους μέσα από τη σταδιακή αποκάλυψη του ανθρωπίνου σώματος. Όπως λέγει και ο Ιπποκράτης: “βίος βραχύς, τέχνη μακρά, καιρός οξύς, η δε πείρα σφαλερή, η δε κρίσις χαλεπή”». 

          «Αφροδίτη μη με υποτιμάς και μη με καταβρέχεις με το υπερόπλο των τιτάνων, αυτές τις βαθυστόχαστες παροιμίες τους, που οδηγούν κάποιον ακαριαία σε θάνατο από ανία. Αυτές τρομάζουν περισσότερο τον Δία ως προτάσεις εναλλακτικής διακυβέρνησης παρά εμένα, που κινούμαι στο παρασκήνιο. Αλλά μια και αρέσκεσαι σε τιτανικές παροιμίες, άκου μία ακόμα: “Ει τι πράγμα φανερόν, έτερον κρυπτόν”. Η γοητεία σου λοιπόν είναι ολοφάνερη, αλλά οφείλεται σε κάτι κρυπτόν και “ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον”. Δεν είναι δυνατό να λάμπεις μέσα στη νύχτα σαν ευρύπυγη πυγολαμπίδα ή σαν αναστάσιμη λαμπάδα μίας άλλης θρησκείας, κάτι κρύβεις και αυτό που κρύβεις το θέλω και θα το αποκτήσω. Τεχνάσματα και ακκισμούς για να ρίχνω τους άνδρες ξέρω κι εγώ και μην τολμήσεις να υπονοήσεις κάτι άλλο. Επιθυμώ το πραγματικό σου ενεργητικό, επενδυτικό και ενεργά περιουσιακό στοιχείο».   

          Η Αφροδίτη έλυσε από τον κύκνειο λαιμό της ένα σακουλάκι σαν φυλακτό, το οποίο όμως αναβόσβηνε περίεργα, πράγμα που σήμαινε ότι είχε μέσα και μυστηριώδη μικροκυκλώματα.

          Εκείνη την κρίσιμη στιγμή τα πόδια της Ήρας κρύωσαν από το δισταγμό. Άραγε να προχωρήσω; σκέφτηκε. Αν η Αφροδίτη καταλάβει το σχέδιό μου, θα το μαρτυρήσει στο Δία, ο οποίος θα με συντρίψει και θα με ισοπεδώσει με τέτοιο τρόπο, που κανένας οργανικός κάδος πλυντηρίου και κανένας θεραπευτής, είτε λέγεται Ασκληπιός είτε λέγεται Ιπποκράτης, δεν θα μπορέσει να με σώσει. Θα με κόψει κομματάκια και θα με πατάει μέχρι να γίνω θρύψαλα, στάχτη κάρβουνου και κονιορτοποιημένα ροκανίδια.   

          «Τούτο  το θαυματουργό δεματάκι περιέχει όλα τα συστατικά στοιχεία της αποπλάνησης», εξήγησε η Αφροδίτη. «Έρωτα, αλλά όχι μόνο, ψήγματα αγάπης απ’ αυτή την καινούρια παράξενη θρησκεία που τον τελευταίο καιρό εξαπλώνεται σαν πανούκλα, ακόμη και μητρική στοργή που συχνά παρεξηγείται ως πόθος, καθώς και ψιθυριστικό και συριστικό γλίστρημα και τρίψιμο μεταξύ σωμάτων, κραυγές οργασμού, αναστεναγμούς ικανοποίησης, ξαπλώματα αναισθησίας».

          «Πες μου περισσότερα, ανάλυσε τις προδιαγραφές, δώσ’ μου οδηγίες χρήσης».

          «Προέρχεται από το διαστρικό σύστημα του Κριού και λέγεται γλυκοκάλυκας ή γλυκομπουμπούκι. Μπορεί κανείς να το ρίξει στο αφέψημα κάποιου ή να το χορηγήσει μαζί με κάποιο άλλο διάλυμα. Αλλά τελευταία, παράγεται και σε μία νέα επαναστατική συσκευασία, που επιτρέπει την εκ του μακρόθεν επίδραση μέσω εκπομπής, εξού και τα μικροκυκλώματα». 

          «Ναι, αλλά πώς λειτουργεί, πώς μπορώ να το ενεργοποιήσω;» 

          «Πού να ξέρω, τι με πέρασες για μηχανικό διευθέτησης μικροποσών και μικρομορίων; Είμαι απλή χρήστρια μίας τεχνολογίας που βρήκα στη μαύρη αγορά. Μού θυμίζεις κάποιους, που είχαν ξεχάσει πώς λειτουργούν τα μηχανήματα και είχαν φέρει έναν επιστήμονα από το μέλλον να τούς τα εξηγήσει, δυστυχώς όμως αυτός ήταν εξειδικευμένος μόνο στο μονοχρωματικό ρόζο και κατά τα άλλα ήταν εντελώς άσχετος. Πώς λειτουργεί;  Εκτόξευση φερομονών ή οργιαστικών ορμονών, μετάγγιση οργανικών οπών, ενέργεια μικροκυμάτων στοχευμένη στα κέντρα ηδονής του εγκεφάλου; Έτσι κι αλλιώς δεν παίζει ρόλο, το βασικό είναι ότι είναι μια μανιέρα που λειτουργεί!»

          Η Ήρα το φόρεσε αμέσως στο λαιμό της, καλυπτόμενο αισχυντηλά από την εσθήτα της. «Πώς ενεργοποιείται;»

          «Εννοείς πώς μπορεί η μητέρα Τηθύς να το ενεργοποιήσει;», είπε χαμογελώντας ειρωνικά η Αφροδίτη.

         «Ναι, ναι, διάολε!»

          «Το φοράει στο λαιμό της, ενεργοποιεί τη νανοσκανδάλη, που βρίσκεται εδώ, αλλά αντί να σκεφτεί κάποιο μακρινό τόπο, όπως στην τηλεμεταφορά, τρίβει το ύφασμα με τα ραμμένα μικροκυκλώματα και εκπέμπει λάγνες σκέψεις. Προχώρει λοιπόν ακάθεκτη και είμαι βέβαιη πως ό,τι σχεδιάσεις θα το καταφέρεις».

          Με αυτή την αινιγματική δήλωση η Αφροδίτη υπαινίχτηκε ότι υποπτευόταν την Ήρα για αλλότριους σκοπούς, αλλά η Ήρα είχε πια εμπλακεί σε μία αμείλικτη ακολουθία γεγονότων και ήταν αδύνατο να υπαναχωρήσει. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5:

 ΘΕΪΚΟ ΖΕΥΓΟΣ

Η τηλεμεταφορά μέσω του υποδιαστήματος, ακριβέστερα μέσω κενών στην ύφανση του χωρόχρονου, που όμως δεν ήσαν ακριβώς κενά- αφού η φύση τα απεχθάνεται- αλλά διάδρομοι με αραιή υλική διάταξη, άφηνε πίσω ίχνη, τα οποία ειδικά οι θεοί μπορούσαν να ακολουθούν, όσο ελισσόμενα ή συστρεφόμενα και αν ήσαν. Η Ήρα παρατήρησε ότι ο συγκεκριμένος διάδρομος οδηγούσε μέσω χορδών και μεμβρανών στο αγαπημένο σπήλαιο της Δίκτης, όπου ο Δίας είχε την αποθήκη και την εργαλειοθήκη του και έκανε όλων των ειδών τα μαστορέματα, όταν ήθελε να ξεσκάσει και να απαλλαγεί από τις έγνοιες της εξουσίας και τις μουτσούνες των λοιπών Ολύμπιων συνεργατών του, εκ των οποίων κανένα δεν χώνευε. Είχε, βλέπεις, γεννηθεί στο σπήλαιο αυτό, στο Δικταίο Άντρο, και ήταν συναισθηματικά δεμένος με το μέρος, ίσως μάλιστα να ήταν το μόνο πράγμα που σήμαινε κάτι για το Δία και έκανε ακόμη την καρδιά του να σκιρτάει.

Μόλις η Ήρα διακτινίστηκε, το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήσαν οι κρεμασμένες στους τοίχους φαρέτρες με βέλη, τα τραπέζια με τις πολύχρωμες διακοσμημένες κύλικες, λοπάδες (πιατέλες), σκουτέλες, χρυσά πινάκια. Απορούσε κανείς τι δουλειά είχαν αυτά σ’ ένα εργαστήριο, μάλλον θα ήσαν αναμνηστικά.

Δίπλα όμως σε άλλους τοίχους υπήρχαν κρεμασμένα και τα κλασικά εργαλεία, λαβίδες, τιτανικά κλειδιά, στροφεία, τρυπάνια – τέρετρα, στρόμβοι, κοχλίες, συσφιγκτήρες, εξελικτήρες, σφυριά, αμόνια, ελατήρια, οδοντωτοί τροχοί κ.λπ.

Ο Ζευς, έχοντας τη δυνατότητα να αυξομειώνει τον όγκο του κατά το δοκούν, ποιος ξέρει με τι ολογραφικά ή οιδηματώδη ή μαζο- προσαρμοστικά τεχνάσματα, πράγμα που δημιουργούσε μεγάλη εντύπωση σε συμμάχους και αντιπάλους, είχε περιορίσει το ύψος του σε ένα εύλογο δίμετρο παράστημα, που τού επέτρεπε να λειτουργεί μέσα στο σχετικά χαμηλόστεγο σπήλαιο. 

    «Τι κάνεις εδώ, αυθέντα;», ρώτησε η Ήρα. «Ασχολείσαι πάλι με επουσιώδη πράγματα, αντί να κοιτάξεις να βελτιώσεις τη ζωή των υπηκόων σου;»

«Σ΄ αυτή τη φάση το βασικό σχέδιο είναι να αναστήσω πάλι το γιο μου, αφού βάλω το κατάλληλο πρόσωπο να τον μασήσει με απώτερο στόχο να τον κυοφορήσει, αντί να τον χωνέψει. Βέβαια η φύτευση και καρποφορία του σπόρου απαιτεί βιολογική τεχνολογία, στην οποία εγώ δεν είμαι τόσο καλός, αλλά τέλος πάντων όλα αυτά είναι δικές μου έγνοιες και δεν χρειάζεται να απασχολούν το ωραίο σου κεφαλάκι».

«Εγώ πιστεύω ότι όλα αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις, μία αρρωστημένη αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα για να μη πω τίποτα χειρότερο, ότι τρέμεις τους τιτάνες, αυτούς τους ημιφυείς υπερθνητούς, που πότε συστήνονται ως δημοκρατικοί, πότε ως αριστοκράτες και πότε λανσάρονται -πλασάρονται ως ηγεμονικοί, ισχυριζόμενοι ότι και τα τρία πολιτεύματα μπορούν να εναρμονιστούν μαζί με άλλες εξωφρενικές θεωρίες. Εσύ, που περπατάς και τρέμει η γη, που εκτοξεύεις κεραυνούς και εξαπολύεις θύελλες, να φοβάσαι αυτούς τους υπερτροφικούς νάνους, να διστάζεις και να απέχεις από ενέργειες μήπως τούς εξαγριώσεις, ενώ η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη!».

«Πάντα είσαι πολύ αυστηρή επικρίτρια του έργου μου, αγαπητή γαμετή. Και να σαν μη φθάνει που είσαι πνεύμα αντιλογίας, μού στερείς ακόμη και τις λίγες στιγμές μοναξιάς και περίσκεψης που επιφυλάσσω για τον εαυτό μου, όταν έρχομαι στον τόπο της γέννησής μου να ηρεμήσω και να σκεφτώ».      

   «Ναι, κρύψου στα φουστάνια της Ρέας, ξεφτίλα… Τι τράβηξε αυτή η μάνα για να σε γλιτώσει από τα σαγόνια του πατέρα σου, αυτή ήταν πραγματικά γενναία και όχι εσύ, που ως γνήσιος εξουσιαστής και σφετεριστής ξένων δικαιωμάτων φοβάσαι και τη σκιά σου».

Ο Ζευς στράφηκε προς τη σύζυγό του οργίλος, αλλά το φυλακτό της Αφροδίτης είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί και η διέγερση είχε αρχίσει να εκβλαστάνει σοβαρά κάτω από τον χιτώνα του.

    «Με ερεθίζει πολύ όταν με βρίζεις και το ξέρεις. Έχεις μεγάλο ταλέντο στο να ξεφτιλίζεις κάποιον. Μόνο μία σύζυγος μπορεί να μιλήσει έτσι στον άντρα της, χωρίς να την πετάξει από το παράθυρο, αλλά έχω κι άλλους τρόπους να σε κάνω να με σεβαστείς…»

     Σήκωσε την εμβληματική χερούκλα, αναμέρισε και σάρωσε τις κύλικες και τα πινάκια, πετώντας στο πάτωμα πολύτιμες πορσελάνινες πιατέλες που κόστιζαν πολλές δραχμές, άρπαξε από τον τοίχο μία μεγάλη ευρύχωρη λεοντή σαν του Ηρακλή και κάλυψε μ’ αυτήν το αδρομερώς και χονδροειδώς τεκτονευμένο από τον ίδιο τραπέζι.

          Ενόψει της συνουσίας μεγάλωσε αντανακλαστικά το κορμί του, αλλά μετά συλλογίστηκε μετά βίας μέσα στην παραζάλη του ότι  θα αρκούσε να διογκώσει ένα επιμέρους μέλος του σώματός του. Μούγκρισε:

          «Οφθαλμοπορνική προστασία- άπλωσε πάνω από το σπήλαιο νέφος υψίστης ιδιωτικότητας επιπέδου α’, ώστε κανένα μάτι να μη μπορεί να το διαπεράσει και να με παρενοχλήσει κατά την εκτέλεση του έργου μου ως παρθενοπίπη- διακορευτή (που λέει ο λόγος, τις χρησιμοποιώ μόνο γιατί είναι ωραίες λέξεις). Δεν έχω όρεξη να διακτινισθεί κάνας τρελός εδώ μέσα την ώρα του ιερού μυστηρίου της γενετήσιας πράξης».

     Ο Ζευς ανέμισε εκ νέου τη χερούκλα, ενώ ολόκληρο το ενδιαίτημα δονούνταν από την ηλεκτρικά φορτισμένη ζωική και ερωτική του ενέργεια, άρπαξε την Ήρα από τον καρπό και την έφερε προς το μέρος του σκίζοντας την εσθήτα της με πρωτόγονη ζωώδη ορμή, ώστε να αποκαλύψει τα βυζιά της. Με την απότομη αυτή κίνηση παρασύρθηκε και εκσφενδονίστηκε στο πάτωμα και το ηλεκτρονικό φυλακτό της Αφροδίτης, αλλά δεν έπαιζε πλέον κανένα ρόλο, διότι ο αιθέρας ήταν ήδη μεστός και ξεχειλισμένος με φερομόνες άγριας και αχόρταγης όρεξης και ηδονής. Ο αφιονισμένος Ζευς τη σήκωσε σαν πάνινη κούκλα στον ουρανό και τη σώριασε στην τράπεζα, που ευτυχώς ναι μεν ήταν κακότεχνη, αλλά ήταν και γερή, δομημένη με φυσικά ρωμαλέα υλικά. Ύστερα περισσότερο έλιωσε με τα δάκτυλά του παρά αφαίρεσε το υποτυπώδες εσώρουχο αφήνοντάς την γυμνή.      

       Όσο συχνά κι αν είχε αντικρίσει η Ήρα τον θεϊκό φαλλό του συζύγου της, κάθε φορά τής κοβόταν η ανάσα. Όλοι οι εξωδιαστατικοί άρρενες ήσαν συναφώς προικισμένοι, αλλά ο Ζευς είχε διεκδικήσει και διατηρήσει ορισμένα καταλυτικά χαρακτηριστικά μόνο για τον εαυτό του. Τούτη η βακτηρία με το άλικο ή πορφυρό κιονόκρανο, που πίεζε βαθμιαία και ασταμάτητα τους μηρούς της, πιστό και αδιαπραγμάτευτο στην ιδιότητά του να διεισδύει και να εισχωρεί, ήταν το μόνο ικανό και αναγκαίο σκήπτρο για να εμπνέει φθόνο στους θεούς και τρόμο στους ανθρώπους. Παρότι βέβαια, όπως είναι γνωστό, το τεράστιο αυτό μέλος έπασχε από υπερέκθεση και έρεπε προς την  υπερκατανάλωση, ανάλογη και αντίστοιχη του μεγέθους και του ανδρισμού του, η Ήρα εξακολουθούσε να βαυκαλίζεται ότι αυτό το μέγα περιουσιακό στοιχείο του πανίσχυρου ηγεμόνα ανήκε μόνο σ’ αυτήν, τουλάχιστον επίσημα, τουλάχιστον θεσμικά.     

          Δεδομένου ότι η Ήρα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποστεί μώλωπες και πληγές σε πρώτο χρόνο, αν δεν χαλιναγωγούσε κάπως την πρωτογενή ορμή του νεφεληγερέτη και υψιβρεμέτη, προσπάθησε να προκαλέσει μία χρονοκαθυστέρηση στην ερωτική πράξη, προκειμένου η οξεία κατάσταση να εξομαλυνθεί.

          «Με ποθείς, σύζυγε;»

          Ο Δίας ανάπνεε από το στόμα γιατί η μύτη του είχε μπλοκάρει και συμφορηθεί από τις ποικίλες οσμές, άλλες διεγερτικές, άλλες ζαλιστικές.     

          «Σε ποθώ… αυτό είναι υποεκτίμηση… ωραιοποίηση, λιτότητα, ευφημισμός, που λένε και οι εξυπνάκηδες τιτάνες… θέλω να σε παραβιάσω, να σε δαγκώσω, να σε φάω, να σε ξεσκίσω σε βαθμό κακουργήματος… Πες ότι τρέχεις Νέμεια ή Ολυμπιάδα και άνοιξε επιτέλους τα πόδια σου…»

          «Τέτοια επιθυμία δεν έχεις ξανανιώσει, έ πάτερ της οικογένειας;» 

          «Όχι ποτέ, περίεργο πράγμα, τόσα χρόνια δεν σε είχα προσέξει ότι είσαι τόσο ελκυστική…. Αν το είχα συνειδητοποιήσει, δεν θα ξενοκοιμώμουν και θα ‘μουν και εντάξει.»

          «Δεν ένιωσες τέτοια καύλα ούτε τότε που κοιμήθηκες με τη γυναίκα του Ιξίωνα και όργωσες το γόνιμο εδαφός της για να γεννηθεί ο Πειρίθους, ο σοφός βασιλιάς των Λαπιθών, έτσι δεν είναι;»

       «Πού να συγκριθεί μαζί σου η γυναίκα του Ιξίωνα … τα βυζιά της είχαν μπλε φλέβες … κι αυτό ήταν απωθητικό…». Το πέος του Δία προσπαθούσε να βρει το δρόμο του ανάμεσα σε λευκούς λιπαρούς μηρούς, επίτηδες εσφιγμένους, ώστε η πρωταρχική ορμή να μετριαστεί και να τιθασευτεί κάπως.

          «Αλλά ούτε και όταν πλημμύρισες σαν χρυσή βροχή τον κόλπο της Δανάης, της κόρης του Ακρίσιου, ένιωσες τέτοια ηδονή;»   

          «Ούτε και τότε… πίστεψέ το…», μουρμούρισε ο Ζευς σκύβοντας πάνω από τις θηλές της Ήρας ως εκατέρωθεν κορυφές του στηθαίου διάσελου και γλείφοντας αδιακρίτως, ενώ ταυτόχρονα με το χέρι του πασπάτευε ανάμεσα στους μηρούς μέχρι να συναντήσει το υγρό ποτάμι.

          «Και το σπέρμα σου, κύριε και κυριάρχη, καθώς είναι ένας κουβάς με άριστο υλικό, είναι γονιμοποιητική ευλογία, εγγυάται στις γυναίκες την ευτεκνία. Και η Δανάη το βίωσε αυτό, καθώς στη μήτρα της φύτρωσε και μεγάλωσε το άνθος του Περσέα».

          Πλέον το επίκρανο του σκήπτρου χτυπούσε και χτυπιόταν ανυπόμονα ανάμεσα στους μηρούς ως πολιορκητικός κριός έχοντας εκβάλει ήδη μία άκρως λιπαντική, χορταστική ουρηθρογεννητική σταγόνα ικανή από μόνη της να γεννήσει ένα λόχο πολεμιστών αν μοιραζόταν στο γόνιμο έδαφος σαν λυμένη αρμαθιά από δόντια δράκου. Ο πατέρας των θεών (και πολλών θνητών) ήταν τόσο ερεθισμένος, ώστε δεν μπορούσε να οδηγήσει το έμβολό του στο στόχο, αλλά σαν παραζαλισμένος μεθυσμένος νεαρός στον πρώτο του έρωτα σκάλιζε, κοπανούσε και τσιμπολογούσε γύρω- γύρω με το απόξεστρο και γλύφανό του το περίνεο της Ήρας.

          «Άραγε με ποθείς περισσότερο από την Ευρώπη, την κόρη του Φοίνικα, καθώς την πλησίαζες ξεφυσώντας σαν βίσωνας με μυκηθμούς ταύρου;», συνέχιζε να τον βασανίζει η καλλιπάρειος με τα ωραία ζυγωματικά.

«Περισσότερο κι απ’ την Ευρώπη, ναι! Παρότι που και μόνο το γόνατο της Ευρώπης έκανε κάποιον να χύσει. Οι αστράγαλοί της χτυπούσαν στο σβέρκο μου σαν σπιρούνια, καθώς διασχίζαμε το πέλαγος».

Ο Ζευς κρατούσε το βαρύ αληθινό του σκήπτρο και με τα δύο χέρια, βαρύ και λόγω των δύο μεγαλόπρεπων σφαιρών, που το δορυφορούσαν σαν σιδερένιες μπάλες καταδίκου, αλλά σαν έμπειρος εραστής απέφευγε ακόμη να διεισδύσει ακουμπώντας απλά, ψαύοντας και χαϊδεύοντας με την καλαμίδα του τα τοιχώματα και το γύρω πλαίσιο του αιδοίου.

«Σ’ αρέσει να μπαίνεις καλύτερα σε μένα απ’ ό,τι στη Σεμέλη, την ακαταμάχητη, καυτή σαν πυρκαγιά μήτρα του Διονύσου;»

«Ναι, μ’ αρέσει καλύτερα απ’ τη Σεμέλη, καλύτερα κι από την Αλκμήνη των Θηβών με τα λυτά μαλλιά, που την όργωσα σαν γεωργός και τής φύτεψα στη μήτρα τον ανίκητο πολεμιστή Ηρακλή…»  

«Με γουστάρεις καλύτερα κι από τη Δήμητρα με τους φωταυγείς βοστρύχους και τις ξανθές τις τρίχες στο σημείο που ξέρεις…»

Ο Ζευς βρισκόταν στο τελικό στάδιο της ανάβασης, σήκωσε ψηλά τα πόδια της ερωτικής συντρόφου του, πίεσε και ανασήκωσε τη ράχη της ώστε να μειώσει τις ζωτικές αποστάσεις ανάμεσα στις ερωτογόνες ζώνες και πλέον η ομηρική όαρ δεν είχε άλλη επιλογή από τον να ανοίξει και να ανοιχτεί, να υποδεχτεί στα σκέλια της τον στύλο που μπορούσε να γίνει και πίδακας.

«Ναι, ναι, ο διάολος να πάρει, περισσότερο κι από τη Δήμητρα», ψέλλισε ο Δίας μπερδεύοντας τα λόγια του, καυλοπυρέσσων (για να μη λησμονήσουμε να χρησιμοποιήσουμε και την ευρηματική μετοχή του Εμπειρίκου).

«Μού φαίνεται ότι έχεις ανάγκη να χύσεις. Αχ, αχ, είσαι ο μεγαλύτερος απ’ όλους χωρίς αμφιβολία. Μού φαίνεται ότι με ποθείς περισσότερο και από τη Λητώ, που την τύλιξες με λαιμό κύκνου, την έβαλες κάτω από τις φτερούγες σου και την τακτοποίησες για μια ζωή, την ικανοποίησες με τρόπο αξεπέραστο βγάζοντας έτερο μεγαλύτερο κύκνο από τον θύλακά σου».

«Ναι, ναι, ό,τι πεις, μόνο μείνε ακίνητη, πάψε να κουνιέσαι».

Τότε λοιπόν εισχώρησε επιτέλους ο μέγας ταύρος. Οι σκαιές πύλες άνοιξαν και ο πολιορκητικός κριός εισέβαλε με ορμή ενός ολόκληρου στρατεύματος αράθυμου, δυνατού κι όλο ψυχές γιομάτου.

Την επόμενη μισή ώρα η Ήρα βρέθηκε επανειλημμένα πολύ κοντά στη λιποθυμία. Ο Ζευς ήταν μεν καυλωμένος σε βαθμό κακουργήματος, αλλά δεν ξέχασε όλες τις τεχνοτροπίες που τον είχαν ανακηρύξει μέγιστο εραστή. Απόλαυσε με αργές τελετουργικές κινήσεις την θεία κορυφαία διαδικασία σα να αρμένιζε στο πέλαγο, χωρίς να γίνεται ιδιαίτερα σφοδρός και βίαιος, συγκρατώντας μάλιστα με πειθαρχία ηνιόχου τον εαυτό του, αναβάλλοντας με γλίσχρη φιλαργυρία ηδονιστικού ασκητή και γερολαδά ξηνταβελόνη την κορύφωση. Ακόμα κι έτσι όμως, η θεά ένιωσε ότι έχανε τις αισθήσεις της στην τύρβη και τον απόηχο των κραδασμών, που έρχονταν από πολύ βαθιά, από τις επιχρισμένες και ιδρωμένες ωθήσεις, από τις δονήσεις του κορμού που είχε ριζώσει μέσα της κι από τη ρίζα αυτή αντλούσε αστείρευτη δύναμη, δίνοντας την εντύπωση αιώνιας διάρκειας. Για το δωμάτιο δεν συζητάμε, είχε γίνει ανάστα ο κύριος, σαν να είχε γίνει η Μεγάλη Έκρηξη, το τραπέζι παρά τη γερή, εντελώς υλική χονδροειδή κατασκευή του στέναζε από το βάρος και τη σφοδρότητα των κινήσεων, τα πόδια σάλευαν και κλονίζονταν, ώστε επέκειτο η κατάρρευση, που θα έλιωνε και θα συνέτριβε οποιοδήποτε οφθαλμοπόρνο κρυβόταν από κάτω, αν υπήρχε κάνας τέτοιος, οι καρέκλες και τα ανάκλιντρα κουτρουβαλούσαν ολόγυρα σε παρατεταμένη κυβίστηση, οι ενσωματωμένοι στην αρχιτεκτονική σταλακτίτες έσπαγαν κι έπεφταν απ’ την οροφή μαζί με ολόκληρα κιλά οικοδομικής σκόνης, ενώ οι διακοσμητικοί σταλαγμίτες εξορύσσονταν σαν δόντια εξηγμένα από οδοντίατρο.

Η κατάσταση είχε γίνει πλέον αποπνικτική, ο αέρας είχε γίνει ομίχλη από τη σκόνη, ο Δίας είχε εγκλωβίσει την Ήρα πιέζοντας την πλάτη της και τους ώμους της σε τέτοιο βαθμό, όπου ένοιωσε τα θεϊκά της λαγόνια να τρίζουν. Το κακό ήταν ότι, όσο ο θεός πλησίαζε προς τον οργασμό, είχε χάσει κάθε έλεγχο πάνω στο ίδιο του το σώμα, το οποίο αυξομειωνόταν επικίνδυνα και εννοούμε όλα τα μέλη του σώματος. Η θεά σκεφτόταν πλέον πολύ σοβαρά ότι το σχέδιό της ήταν αστόχαστο και θα οδηγούσε στο θάνατό της, κι όλα αυτά γιατί; Γιατί η ματαιοδοξία της, το μεγάλο της ελάττωμα, την έσπρωχνε να εκδικείται τους εχθρούς της και να μη συμβιβάζεται με τίποτε λιγότερο από το να τούς ξαποστείλει όλους στις πύλες του Άδη και μάλιστα χωρίς οβολό για το βαρκάρη…

Και μια και μιλάμε για βαρκάρη, η ταχυδυναμική ισχυρομελής παλινδρομική κίνηση του Δία έφθανε πλέον στο απόλυτο αποκορύφωμα. Εξερράγη μέσα της με ουρλιαχτό αγέλης λύκων και αρκούδων μαζί. Αναγκαστικά και νομοτελειακά κραύγασε με ουρανομήκη κραυγή και η Ήρα περιήλθε, παρά την προσπάθειά της για εγρήγορση, σε ακούσια αναισθησία ολίγων λεπτών.             

Το είχε προβλέψει αυτό και είχε προπονήσει τον εαυτό με διάφορες ανατολίτικες τεχνικές, ώστε να ξυπνήσει γρήγορα. Όταν άνοιξε φτερουγιστά τα βλέφαρά της, ένοιωσε πάνω της το ασύλληπτο βάρος του Δία, ενώ πάσχιζε να αναπνεύσει μέσα από το δάσος της γενειάδας του, που επιπλέον τής έξυνε διαβολεμένα το μάγουλο με την αρχετυπική αγριάδα της. Θα έπρεπε να προσπαθήσει πάρα πολύ για να μπορέσει να σύρει τον εαυτό της πέρα από την θανατηφόρα αγκαλιά του συμβίου της. Τελικά αποδεικνυόταν σοφή η επιλογή της να δείχνει επιείκεια και να συγχωρεί τα παραστρατήματα του συζύγου της, διότι αλίμονο η γενετήσια πράξη μαζί του ενείχε πολλούς κινδύνους και ενδεικνυόταν να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό.

Με τεράστια καταβολή δυνάμεων αναμέρισε το χαλαρό, ανειμένο, ξετεντωμένο, χαύνο και μαλθακό πέος και μπόρεσε να εξέλθει από την ογκώδη σάρκα που την καταπλάκωνε. Γιατί ο Θεός- ποιος Θεός άραγε; –  που ήταν πάνω από τους θεούς, είχε φτιάξει τη γυναίκα πιο αδύναμη από τον άνδρα; Ευτυχώς όμως, όποιος και να είναι ο άγνωστος αυτός Θεός, προνόησε να εφοδιάσει τη γυναίκα με αυτό που λέμε θηλυκό μυαλό και πονηριά, που ισοσκελίζει τη βλακώδη μυϊκή δύναμη του ανδρός. Η ισχύς του θήλεος έγκειται στο γενετήσιο τομέα, εκεί κρατάει το άρρεν από τους όρχεις και τον στριφογυρίζει σαν πανηγυριώτικο σιρίτι ή κρεμαστή κολοκύθα ή τον κρεμάει από το παράθυρο ή από τα μανταλάκια (μικρά μάνδαλα) σαν αρχικά λερωμένο και μετέπειτα πλυμένο εσώρουχο. Πήρε λοιπόν η Ήρα το ενέσιμο φιαλίδιο, που είχε ειδικά παρασκευάσει για την περίσταση, μάλιστα ο Ήφαιστος τής το είχε κρύψει μέσα σε ένα ψεύτικο νύχι από τις πολλές πρόσθετες κεράτινες  επιμηκύνσεις που είχε για να γρατζουνάει κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Χαϊδεύοντας αντανακλαστικά το σβέρκο του Δία, όπως χρόνια είχε εκπαιδευτεί, ανασήκωσε το νύχι και προχώρησε σε έγχυση του πανίσχυρου ναρκωτικού, που διοχετεύτηκε στο αδρανές κορμί με ελαφρύ διακριτικό συριγμό, ο οποίος ούτε καν ακούστηκε ανάμεσα στη βαριά ανάσα του κοιμώμενου αναίσθητου και στους αγωνιώδεις κτύπους της Ηραίας καρδιάς.

Το ναρκωτικό ονομαζόταν «ύπνος- θάνατος». Αυτόματα σχεδόν ο Δίας εξέβαλε ένα κομμάτι σάλιου και ξεκίνησε ρυθμικό ροχαλητό, που θα διαρκούσε για πολλές μέρες, αφού το ναρκωτικό έφερνε πράγματι τα θύματά του στα όρια κάπου μεταξύ ύπνου και θανάτου, πολύ- πολύ βαθιά στην επικράτεια του υποσυνείδητου, εκεί που αυτό ενώνεται με τους άλλους κώνους αυτεπίγνωσης.                

          Το φόρεμά της ήταν καταρρακωμένο, αλλά και η ίδια δεν ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ήταν διασπαρμένη με βαθύχροες μπλαβισμένες κηλίδες, γδαρμένη και ξεσκισμένη τόσο εξωτερικά, όσο και εσωτερικά. Σαν να μην έφθανε αυτό, το θεϊκό παχύρρευστο και άφθονο σπέρμα έρεε στα σκέλια της υπεροπτικά, περίπου κοροϊδευτικά και η θεά το σκούπισε με τα κουρέλια της εσθήτας της σχεδόν αηδιασμένη.

«Α, το σίχαμα», είπε αναδεικνύοντας περίτρανα τη διβουλία του παραβιασμένου θήλεος σχετικά με τη γενετήσια διαδικασία.  

          Κοίταξε πάλι το λιπόθυμο θηρίο, αυτόν τον τεράστιο, ηλιοκαμένο , γυμνό γίγαντα που στοίχειωνε όλα τα όνειρά της. Τώρα ήταν ανυπεράσπιστος, με το πρόσωπο μπρούμυτα ροχάλιζε ατελεύτητα, ανύποπτα. Κι αν τον σκότωνα; τής πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό. Ίσως να ήταν η χιλιοστή φορά που ο νους της σχημάτισε αυτή τη σκέψη.  Κάθε φορά μετά το σεξ, όταν ο Ζευς ροχάλιζε σαν ζώο, τής ερχόταν αυτή η έμπνευση. Και βέβαια, αν τελικά προχωρούσε στην εκτέλεση του δαίμονα, θα παρείχε εκδούλευση και θα έκανε μεγάλη χάρη σε αμέτρητες αδικημένες γυναίκες, είτε πεθαμένες, είτε νυν ντροπιασμένες, είτε αγέννητες, θα ήταν μία ανεπανάληπτη υπηρεσία αφιερωμένη σε όλο το γυναικείο φύλο, εκτεινόμενη μέχρι τη σημερινή εποχή του “me too”.

     Αλλά όταν ένας άνδρας κείται ανυπεράσπιστος στο έλεος μιας γυναίκας, πράγμα τόσο εύκολο να συμβεί, άλλοι μυστηριώδεις προαιώνιοι μηχανισμοί αποκτούν τον έλεγχο αφυπνίζοντας το μητρικό ένστικτο, το πιο ευγενές και πολύτιμο αιθέριο αίσθημα και αναπόσπαστο συστατικό κάθε Δημιουργίας νυν και αεί.

          Κι έτσι «κοιμήσου και ροχάλιζε ελεύθερα Κρονίδη», είπε. «Χάσε μερικές μέρες της ζωής σου στα όρια των δύο αδελφών αγγέλων και αγγελόπουλων, του ύπνου και του θανάτου. Ούτε που θα παρατηρήσεις το κενό μέσα στη δεξαμενή του αιώνιου σου ψυχαναγκαστικού βίου. Και να σού πω κάτι; Άμα τελειώσω τη δουλειά μου, μπορεί να έρθω να σε ξυπνήσω και λίγο νωρίτερα. Άμα είσαι καλό παιδί… Φαντάζομαι τώρα να ΄σαι ευχαριστημένος, έτσι μωρό μου;»      

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6:

 ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

          Η Ήρα είχε ως βασικό χαρακτηριστικό ότι δεν συγχωρούσε. Από τότε που ήταν μικρή και θυμόταν τον εαυτό της, έπρεπε να τρέχει και να κρύβεται για να μη τη βρει ο Δίας, ο οποίος ήταν τόσο κακομαθημένος, δειλός, μικρόψυχος και κατά βάθος συμπλεγματικός, ώστε έμαθε όλες τις πληροφορίες και τις τεχνικές, σχετικές με την αναπαραγωγή από την αδελφή του, πειραματιζόμενος πάνω της, συχνά κακοποιητικός, ύπουλος και αναίσθητος στον πόνο που τής προκαλούσε. Όλη της τη ζωή θυμόταν να παίζει ένα είδος κρυφτού, που όμως αλίμονο δεν ήταν παιχνίδι, αλλά πολύ σοβαρή και οδυνηρή καταδίωξη, όπως θα επιβεβαίωνε η κάθε κυνηγημένη από Αγγλοσάξονες ιππείς αλεπού, αποκαλούμενη “game”, δηλαδή συγχρόνως άθυρμα και θήραμα, προερχόμενη σύμφωνα με την θεωρία της καταγωγής των πάντων εκ της ελληνικής γλώσσας από το «γαμώ», το οποίο συνεπάγεται εξίσου ηδονή για το ενεργητικό και πόνο για το παθητικό μέρος. Θυμάται τον φρικαλέο αδελφό της να τη κυνηγάει παντού, στις λόχμες των λιμνών της Στυμφαλίας, στα σπήλαια τις Σάμου, στους θάμνους και τα δάση της Εύβοιας.

          Κι ενώ τόσα τράβηξε η Ήρα για να ολοκληρωθεί η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του αδελφού της, αυτός μη μπορώντας να ξεπεράσει το σύνδρομο της Ισμήνης, τελικά την παντρεύτηκε παραμένοντας πάντα ένα μωρό. Διότι ήξερε ότι, αν κάποια υποψήφια σκορδόπιστη απέκρουε τον έρωτά του ή τον ξεφτίλιζε, θα μπορούσε πάντα να επιστρέφει στη φιλόξενη συγγενική αγκαλιά της αδελφής του.  Και βέβαια το επεισόδιο με τον κούκο, που έμεινε στην Ιστορία, δρομολόγησε απλά μία από τις άπειρες ερωτικές περιπτύξεις και σαφώς δεν ήταν η επαφή που οδήγησε στο γάμο, ήταν όμως ενδεικτική του συμπλεγματισμού του Διός, ο οποίος εμφανιζόταν στις γυναίκες με μορφές διαφόρων ζώων και πτηνών, απευθυνόμενος σε πρώτη φάση δουλικά και υποτακτικά στο μητρικό τους ένστικτο, ώστε να είναι σίγουρος ότι δεν θα τον απορρίψουν.           

       Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ό,τι έγινε έγινε και πως ήταν θέλημα της μοίρας να βρίθει όλη η συζυγική ζωή της Ήρας από κερατώματα σε βαθμό τόσο υπερβολικό, ώστε θα έπρεπε πράγματι να διώκεται ποινικά. Και καλά οι απιστίες με γυναίκες κάποιου μορφωτικού επιπέδου, θυγατέρες βασιλέων ή τιτανίδες αριστοκράτισσες, αυτές δεν προσέβαλαν ιδιαίτερα την Ήρα, διότι τουλάχιστον παραδεχόταν και η ίδια τα προσόντα και την ομορφιά τους  ως συγκρίσιμα ή εφάμιλλα με τα δικά της θέλγητρα, αλλά να κάνει έρωτα με κάθε θηλυκό κουνούπι και με κάθε αρσενική γάτα και κάθε λοατκί σκύλο και γενικά με ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει; Τι ξεφτίλα και τι υποβάθμιση και τι ισοπέδωση ήταν αυτή κατά την προσφυή έκφραση του λαού «όλα τα σφάζω κι όλα τα μαχαιρώνω;»

Ειδικά αυτή η Ακμήνη του Αμφιτρύονα -έλεος. Πιο λαϊκατζούρα και καρκατσουλιό απ’ αυτήν δεν θα τολμούσε κανείς να φανταστεί. Κι είχαν -λέει- ατέλειωτη νύχτα τότε που ο βλάκας ο Αμφιτρύονας έλειπε. Κι ήταν λέει η συνεύρεση τόσο τέλεια και ταιριαστή, ώστε ήταν επόμενο να γεννηθεί από αυτήν ένας ημίθεος -υπερήρωας.  Ε λοιπόν, ειδικά αυτόν τον καρπό του παράνομου έρωτα η Ήρα θα τον εξόντωνε. Ήταν βέβαια υπερβολικά δυνατός κι έτσι γλίτωσε από τα φίδια που τον έσφιξαν όταν ήταν μικρός και τους ποικίλους κινδύνους των δώδεκα άθλων, αλλά ακόμη δεν είχε ειπωθεί η τελευταία λέξη. Η μητέρα των θεών είχε κι άλλα βέλη στη φαρέτρα της και θα τον κυνηγούσε μέχρι τέλους, διότι κάποιον έπρεπε επιτέλους να κυνηγήσει. Κάπως έπρεπε επιτέλους να αντιδράσει στις ταπεινώσεις που είχε υποστεί, να δείξει σε αθάνατους και θνητούς ότι δεν ήταν κουρόγιδο. Μία ενδεχόμενη πληθώρα και διασπορά των στόχων δεν θα ωφελούσε, αρκούσε ο Ηρακλής. Δεν υπήρχε άλλος στόχος, ο Ηρακλής ήταν ο στόχος. Μακάρι να ήταν άντρας και να τον αντιμετώπιζε σε μονομαχία ή να ζούσε στον εικοστό πρώτο αιώνα και να μπορούσε να τον καταγγείλει για σεξουαλική παρενόχληση, για φασιστική, ρατσιστική και σεξιστική συμπεριφορά. Έτσι όμως όπως ήσαν τα πράγματα, η μόνη διέξοδος ήταν να τού στήνει παγίδες και να περιμένει σε ποιο λάκκο θα πέσει μέσα και σε ποια μέγγενη θα πιαστεί. Είχε τον τρόπο της και πολλά μέσα για να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον του και δεν ήταν κουραδόμαγκας «τσίκεν σιτ» σαν τον Δία, που φοβόταν και τη σκιά του και τηρούσε άψογον στάσιν έναντι των τιτάνων. «Τόλμα μεν πρήξεως αρχή, τύχη δε τέλεος κυρίη», που έλεγε και ο Δημόκριτος.

Εκείνη την εποχή ο Ηρακλής συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία για να ανακτήσει από τον Αιήτη το χρυσόμαλλο δέρας. Επρόκειτο για μία τεράστια κινητοποίηση ανθρώπων και υλικών στον αρχαίο κόσμο, όπου οι περισσότεροι ήρωες και παλικαράδες που έλαβαν μέρος ήσαν πατεράδες των ηρώων της ομηρικής Ιλιάδας, ο Θησέας, ο Πηλέας, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Λαέρτης, ο Ίδας, ο Λυγκέας αλλά και άλλοι τρανοί τσαμπουκάδες ή νομιζόμενοι τοιούτοι, ο Τίφυς, ο Ορφέας, ο Αστερίωνας, ο Μελέαγρος, ο Ίφιτος, ο Μόψος, ο Άδμητος, οι γιοι του Βορέα και τόσοι άλλοι ξεγυρισμένοι μάγκες, δείτε τα, τα γράφει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, αν βέβαια μπορέσετε να βγάλετε ποιοι είναι οι πατεράδες και ποιοι οι γιοι, ποιοι οι μέντορες και ποιοι οι φερέλπιδες και τα προστατευόμενα πιπίνια, ποιοι οι προπονητές και ποιοι οι παίκτες. Ούτως ή άλλως ένα τεράστιο πλοίο, όπως η Αργώ απαιτούσε πολυάριθμο αλλά και εξαιρετικά εκπαιδευμένο πλήρωμα που να μη μασάει από αντιξοότητες και κακουχίες. Κάποιος υποψιασμένος άμα και πονηρός θα μπορούσε να προβάλει ένσταση εδώ, αναμενόμενη βέβαια, σύμφωνα με το αξίωμα «τα εν τω ενάγειν χρονικά, εν τω ενίστασθαι αιώνια», αφού κάθε δράση προκαλεί αντίδραση και κάθε πράξη επισύρει κριτική, και μάλιστα, ενώ η δράση έχει συγκεκριμένο παράθυρο ευκαιρίας σε χώρο και χρόνο, οι ενστάσεις επ’ αυτής δεν στερεύουν ποτέ στον αιώνα τον άπαντα μέχρι που αυτός που ενήργησε να φτύσει το γάλα της μάνας του και να καταραστεί την ώρα και τη στιγμή, που είπε να δραστηριοποιηθεί και να κάνει κάτι. Θα έλεγε δηλαδή ο εκφέρων άποψη, αν και δεν τού ζητήθηκε, ότι σε μία διαστημική εποχή δεν είχαν κανένα λόγο οι ήρωες να εφοπλίσουν πλοίο για να εκστρατεύσουν κατά της Κολχίδας, αλλά θα μπορούσαν να επιβιβαστούν σε ιπτάμενο σκάφος και να κάνουν κάθετη εφόρμηση στον στόχο τους. Όμως μία τέτοια εναλλακτική αγνοεί την πολύ εξεζητημένη ψυχολογία των αρχαίων. Έχει σημασία, όταν κάποιος τρανός έρχεται να καταλάβει μία χώρα ή να αρπάξει ένα αγαθό, η άφιξή του να προαναγγέλλεται και η φήμη του να προηγείται. Όταν οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι επίκειται η κάθοδος ή η άνοδος μίας ανίκητης στρατιάς, τούτο εμποιεί τον τρόμο στον αναμένοντα την επίθεση, που χάνει κάθε ηθικό και βυθίζεται προκαταβολικά στην ηττοπάθεια και τη μιζέρια σε βαθμό που πολλάκις σπεύδει να παραχωρήσει αμαχητί και καθ’ υποφορά ό,τι διεκδικεί από αυτόν ο ισχυρός.     

           Η Ήρα δεν είχε τίποτε κατά της Αργοναυτικής εκστρατείας, ίσα- ίσα συμπαθούσε τον Ιάσονα, γιατί ήταν καλό παιδί και κυρίως δεν την είχε πειράξει. Αυτός μάλιστα, ήταν ήρωας κι ακόμη περισσότερο άγιος, κυρίως διότι ήδη είχε υποστεί πολλά, αφού προς ώρας έμπαινε σε κακή συναστρία, στις συνέπειες των πράξεων της απαίσιας Ινούς, υπεύθυνης για το θάνατο της Έλλης, ενώ επέπρωτο να υποστεί και άλλα πολύ χειρότερα, αφού σε κάποια γωνία του μέλλοντος καραδοκούσε η Μήδεια.

          Ο Ηρακλής πάντα παγιδευμένος ανάμεσα στην αλαζονεία της δυνάμεως και της ηθικής του, που τού επέβαλε αυτοπεριορισμούς, κατέβαλε πολλές προσπάθειες να κάνει το καλό και να το ρίξει στο γυαλό, θεωρώντας ότι έτσι θα εξιλεωθεί για ποιο πράγμα άραγε; Από μικρός, ο καημένος, επηρεασμένος και από το τότε κρατούν δελφικό παράγγελμα «παις ων κόσμιος ίσθι, ηβών εγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτερος εύλογος», είχε μάθει να απολογείται για τη δύναμή του και να την δικαιολογεί κάνοντας πράξεις ευνοϊκές για τους ανθρώπους. Ίσως πίστευε στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι αν ήταν «καλός κ’ αγαθός», η Ήρα θα έπαυε να τον εχθρεύεται και να τον υπονομεύει. Εδώ ισχύει το διαχρονικό «κούνια που τον κούναγε», διότι όλοι οι εχέφρονες γνωρίζουν ότι οι ζηλότυπες γυναίκες δεν σκέφτονται έτσι και έχουν ανοσία, άλλως παροιμιώδη αδιαφορία στα ηθικά κατορθώματα και επιχειρήματα. Μάλιστα τη συγκεκριμένη στιγμή, πιστός στη νοοτροπία του προσκόπου, που ο ίδιος είχε απονείμει στον εαυτό του χωρίς να υπάρχει λόγος, είχε μαζέψει και νουθετήσει τους παραστρατημένους άνδρες της Αργούς, που την προηγούμενη νύχτα είχαν οργιάσει με γυναίκες στη Λήμνο, και τούς συμβούλευε να είναι εγκρατείς, να είναι επαγγελματίες, αλλιώς η εκστρατεία θα πήγαινε κατά διαόλου. Και πού να φανταστεί ο Ηρακλής ότι, σύμφωνα με μία κακόγουστη ειρωνεία της τύχης στο ίδιο αυτό νησί θα σάπιζε κάποτε ο Φιλοκτήτης, φυλάσσοντας τα όπλα του.    

 Η Ήρα διακτινίστηκε στο τοπικό παράρτημα των Ολύμπιων, που το διηύθυνε η ιέρεια της Άρτεμης Κύπριδα. Αυτή είχε μία τεράστια «μαγική» ή μάλλον μαγοκρατική σφαίρα μεγάλης ευκρίνειας, απ’ όπου παρακολουθούσε τις κινήσεις όλων των σημαντικών «παικτών» της περιοχής.

«Κύπριδα, αναφορά, τι κάνει τώρα ο ακατανόμαστος;»

«Νουθετεί τους άνδρες της Αργούς, ώστε να μην αργούν», απάντησε η ετοιμόλογη Κύπριδα. Κι ύστερα με το ζήλο της φιλόδοξης κοινωνικής αναρριχησία, που δεν γνωρίζει κανένα ηθικό ενδοιασμό, είπε: «Προϊσταμένη, μη νομίζεις ότι όλη αυτή η φάση με τον Ιάσονα, που εγκλωβίστηκε στο κρεβάτι της Υψιπύλης με αποτέλεσμα να ανασταλεί η Αργοναυτική εκστρατεία, έγινε από μόνη της. Εγώ ήμουν εκείνη που εμφύσησα έρωτα στον Αισονίδη, ώστε η επέλασή του να καθυστερήσει».

Η Ήρα χασμουρήθηκε:

«Καλά, καλά. Θα ασχοληθώ με την περίπτωσή σου εν ευθέτω χρόνω. Υπάρχουν μάτια στην υπηρεσία που βλέπουν ποιος εργάζεται και προοδεύει και ποιος όχι. Επομένως, θα ανταμειφθείς, αν και μού φαίνεται ότι εσύ υπάγεσαι στην Άρτεμη και καλύτερα να ζητήσεις ρουσφέτι από αυτήν. Όμως, αυτό που με ενδιαφέρει στην παρούσα φάση δεν είναι τόσο ο Ιάσονας, δεν έχω τίποτε με τον άνθρωπο, αντίθετα ο Πελίας ήταν εκείνος που δεν με σεβάστηκε αρκετά. Με ενδιαφέρει ο Ηρακλής, γιατί, αν και το όνομά του μαρτυρεί ότι θα έπρεπε να συγκομίζει κλέος στην Ήρα, αυτός με έχει βλάψει και με έχει ταπεινώσει με πολλούς τρόπους, κυρίως δείχνοντάς μου πόσο ανίσχυρη είμαι, όταν προσπαθώ να τον εξοντώσω». 

«Ε λοιπόν, κραταιά θεά, το σχέδιο που έχω συλλάβει για τον Ηρακλή είναι το μεγάλο μου αριστούργημα και χωρίς ψεύτικες μετριοφροσύνες πιστεύω ότι θα με βοηθήσει να αναρριχηθώ αρκετά στις πλαγιές του Ολύμπου, υπηρεσιακά εννοώ. Σού δίνω την ευκαιρία, μέγιστη Δέσποινα να το παρακολουθήσεις σε απευθείας μετάδοση.»

At that moment the Εκείνη τη στιγμή η φτιαγμένη από πηλιορείτικο ξύλο πασιμέλουσα[10] Αργώ, κινούμενη με κύρια κινητήριο δύναμη την παλικαριά και την ευσέβεια των ναυτών και δευτερευόντως χάρη στον πυρηνικό – από οικολογική σκοπιά αρκετά βρώμικο- κινητήρα του μηχανοστασίου της, βρισκόταν κάπου προς τη στεριά των Μυσών, κοντά στις εκβολές του Ρύνδακου και τον μεγάλο τάφο του Αιγαίωνα, αν έχεις πάει προς τα εκεί αναγνώστη. Τότε, λάλησε στάση το μυθικό ακρόπρωρο, κατασκευασμένο από δωδωναία δρυ και ένα σκασμό μικροκυκλωμάτων, που τού επέτρεπε να προβλέπει προφητικά τις κλιματικές συνθήκες της μέρας και της εβδομάδας προφητικά τις κλιματικές συνθήκες της μέρας και της εβδομάδας, καθώς και να αναγγέλλει τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις της Αργούς, προσορμίσεις, προσαράξεις, ελλιμενισμούς, συναγερμούς εγγύτητας λόγω επικίνδυνης προσέγγισης αντικειμένων κ.λπ.

Ο Ηρακλής άφησε κατά μέρος το «κουπί», που στην πραγματικότητα ήταν καλολαδωμένο έμβολο μηχανής, αφού πάνω απ’ όλα είχε στη διάθεσή του τη δύναμη της μηχανής, όντας πρωτίστως μηχανικός, όπως φαίνεται και από τον άθλο της κόπρου του Αυγείου. Για να μη σάς απογοητεύσουμε όμως, οι μηχανικές του γνώσεις δεν αντέφασκαν στο να έχει υπερμεγέθη καλογυαλισμένα μπράτσα, όπως εκείνα του Μίλωνα του Κροτωνιάτη, που κρατούσε στις πλάτες του ολημερίς και ολονυχτίς ένα νεαρό μόσχο μέχρι να γίνει ταύρος, όπου οι χαλκάδες στέναζαν και άσθμαιναν και ήσαν έτοιμοι να εκραγούν. Σαν καλός εργοδηγός πήρε μαζί όλους τους υφισταμένους του τμήματός του και δέχθηκε με ευχαρίστηση τη φιλοξενία των Μυσών, που δεν φείσθηκαν οπτών προβάτων και οίνου (η σημερινή περιζήτητη «προβατίνα») για να ικανοποιήσουν και να παράσχουν εκδούλευση στον ημίθεο. Αφού ανέστειλε με τη γνωστή του αυτοπειθαρχία τη δική του πείνα, πρόσταξε τους συντρόφους του να ευωχηθούν ελεύθερα και χωρίς ενδοιασμούς και ο ίδιος κίνησε στο δάσος για να μαζέψει υλικά με τον τρόπο που μόνο αυτός ήξερε, να ξεχωρίζει δηλαδή τα καλύτερα κομμάτια, πέτρες, κληματσίδες και ξύλα, ιδανικά για μαστορέματα και «πατέντες», τα οποία ανεξάρτητα από το επίπεδο της τεχνολογίας είναι πάντα απαραίτητα για τη λειτουργία ακόμη και της πιο εξελιγμένης μηχανής, εφόσον ακόμη διαθέτει υλικά μέρη, ιδίως σε περιοχές που δεν υπάρχει τεχνική εποπτεία και συντήρηση.      

Ενώ ο ημίθεος έλειπε, ο ερωμένος του Ύλας – αυτονόητη βέβαια η παντοειδής γενετήσια ελευθερία στην υπερεξελιγμένη εποχή των τιτάνων- πήρε μία χάλκινη στάμνα και πήγε σε μία από τις πηγές της περιοχής για να προλάβει να τού έχει δροσερό νερό για το φαγητό του, γιατί τον ανέθρεψε ο ίδιος να έχει τέτοια προνοητική και ευγενική συμπεριφορά, από τότε που τον είχε αρπάξει από τον Θειοδάμαντα, αν τον έχετε ακούσει. 

Στάθηκε λοιπόν μπροστά στην πηγή ο Ύλας κι εκεί έμεινε έκθαμβος και ενεός, διότι ένα συγκρότημα από νύμφες χόρευαν κυκλωτικούς χορούς υμνώντας την Άρτεμη. Μόλις η Κύπριδα τον είδε να χάσκει σαν χάνος, αφού ίσως πρώτη φορά ερχόταν σε επαφή με αυτά που είχε να προσφέρει το γυναικείο φύλο, έδωσε σε κάποια νεράιδα, έχουσα υποστεί πλύση εγκεφάλου με αντίστοιχη μάθηση εξαρτημένων  αντανακλαστικών, το προσυμφωνημένο προεμφυτευμένο μεθυπνωτικό σήμα. Καθώς ο Ύλας εμβάπτισε στην πηγή την χάλκινη στάμνα του και το νερό κελάρυζε σ’ αυτήν, η νεράιδα τού πρόσφερε για φίλημα το τρυφερό της στόμα τραβώντας τον συνάμα με τον αγκώνα της μέσα στη λίμνη, που είχε δημιουργηθεί υποκάτω. Ο Ύλας στην αρχή βυθίστηκε σαν υπνωτισμένος, αλλ’ όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει, έμπηξε τις φωνές, ενέργεια βέβαια εντελώς λάθος για κάποιον που βρίσκεται μέσα στο νερό. Ο μόνος που άκουσε το πνιχτό μουγκανητό ήταν ο Πολύφημος, όχι ο κύκλωπας, αλλά ο γιος του Είλατου, πετάχτηκε σαν αγρίμι, άρχισε να φωνάζει δυνατά, χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς ποιο ήταν το σημείο προέλευσης της κραυγής, έσυρε το ξίφος κι άρχισε να το στριφογυρίζει πέρα-δώθε για να τρομάξει φανταστικούς ληστές ή λειοθήρες, αλλά στην πραγματικότητα έχασε απλά πολύτιμο χρόνο και ήξερε ότι ο Ύλας έχει ήδη πνιγεί.

Πώς το ‘φερε η αδυσώπητη αμείλικτη μοίρα, που χαίρει εμπαίζουσα τοις ανθρωπίνοις πράγμασιν, συνέβη ο Πολύφημος ναι μεν να μη βρει τον Ύλα, αλλά έπεσε πάνω στον Ηρακλή που επέστρεφε στο πλοίο ζαλωμένος απίστευτα με ένα σωρό ανακτημένα από τη φύση αντικείμενα και προφανώς είχε ακούσει τη διαδοχή των ανεξήγητων κραυγών. Αμέσως, ο ελάσσων ήρωας έδωσε στο μείζονα πικρή αναφορά:

«Μεγάθυμε, έπεσε σε μένα ο λαχνός να σού πω ότι συνέβη κάτι φοβερό. Ο Ύλας πήγε για νερό στην πηγή και δεν γύρισε σώος».   

 Ο Ηρακλής πέταξε κάτω ό,τι δεν τού είχε ήδη πέσει από το τρέμουλο και τη συγκίνηση κι άρχισε να ταρακουνάει τον Πολύφημο, τον ύψωσε από τον γιακά στον ουρανό. «Τι λες, δυστυχισμένε;»

«Δεν ξέρω αν τού όρμησαν ληστές ή αγρίμια, πάντως η κραυγή του δεν μού άρεσε καθόλου».

Βγάζοντας ανεξέλεγκτο ιδρώτα από τους κροτάφους του, ενώ το αίμα του είχε μαυρίσει και κόχλαζε, ο Ηρακλής άρχισε να τρέχει δώθε- κείθε τσιμπημένος από οίστρο – αλογόμυγα, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά και το ήξερε. Όλα τα του τα αντανακλαστικά βοούσαν και ζητούσαν απεγνωσμένα έναν αντίπαλο, αλλά – αλίμονο- αντίμαχος δεν υπήρχε.

Η Ήρα κόντευε να σκάσει από τον ερεθισμό και την καύλα βλέποντας την απελπισία του Ηρακλή μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα και χαχάνιζε, χλεύαζε, κάγχαζε σαν ύαινα, ηχούσε σαν ένα ρήμα από «χαρ», που δεν μού έρχεται αυτή τη στιγμή.

«Χα, χα, εύγε, πολύ καλά, πάρα πολύ ωραία, Κύπριδα, τα αξίζεις τα λεφτά σου! Χα, χα, πού είναι ο ερωμένος σου τώρα, Ηρακλή, κάνει μπουρμπουλήθρες… Άμα κάνεις μπλουμ κι εσύ κι ακολουθήσεις τον δρόμο των φυσαλίδων μπορείς να βρεις το κουφάρι του αγκιστρωμένο κάπου στο βυθό. Τι σε ωφέλησε η περιώνυμη δύναμή σου; Δεν μπορείς να βρίσκεσαι παντού, η απόλυτη εποπτεία είναι μία φενάκη. Κι αν εσύ είσαι άτρωτος, τα αγαπημένα σου πρόσωπα δεν είναι, είναι εύθραυστα, θνητά και φθαρτά. Για να σε δω τώρα-  δύναμη να ανασταίνεις νεκρούς δεν έχεις, η δύναμη των μυών είναι η πιο πρωτόγονη και ξεπερασμένη ιδιότητα, πού να σταθεί απέναντι στους μαιάνδρους του δικού μου μυαλού που γεννά ακατάπαυστα. Φα ‘τη τώρα Ηρακλή και μη μιλάς κι άμα σκεφτείς έστω και λίγο, θα καταλάβεις ότι πίσω απ’ όλ’ αυτά είναι η ανώτερή σου, ενώ η παραδουλεύτρα μάνα σου Αλκμήνη είναι καλή μόνο για να μού σφουγγαρίζει τα πατώματα…»        

   Η κακία της Ήρας δεν είχε όρια. Αν ο αναίσθητος και ροχαλίζων Ζευς μπορούσε να σχολιάσει τα τεκταινόμενα, θα απορούσε με το πόση ενέργεια αφιέρωνε η καλή του στα μοχθηρά έργα, ενώ θα μπορούσε να τη διοχετεύσει στο σεξ. 

«Κι επειδή είσαι ένας ενδεής θνητός και δεν δύνασαι να προβλέψεις το μέλλον, άραγε, πάνω στο νεκροκρέβατο της Οίτης, όπου θα ξαπλώσεις για να καείς και να λυτρωθείς από τους αφόρητους πόνους του μανδύα του Νέσσου – τι σού λέω τώρα-, αν εκείνη τη στιγμή περνούσε από εκεί ο Ύλας αντί του Φιλοκτήτη και έστεργε να τού βάλει αυτός τη φωτιά, δεν θα ‘δινες σ’ αυτόν τα όπλα σου; Σίγουρα, ο Ύλας, αν αντί να αρπαχτεί από τις νύμφες και να γίνει αντίλαλος, είχε την τύχη να είναι παρών εκείνο το βράδυ στην υπαρξιακή κρίση, τον οδυνηρό αποχαιρετισμό και τον τεμαχισμό σου μεταξύ Διηάνειρας και Ιόλης, θα είχε λάβει ο ίδιος το θαυματουργό τόξο με τα δηλητηριώδη βέλη. Ίσως τότε να ήταν αυτός στη Λήμνο στη θέση του Φιλοκτήτη, για να παλεύει με την κακοφορμισμένη πληγή, τον πληγωμένο εγωισμό, το τραύμα από την άδικη εγκατάλειψη και το αίσθημα της ανεπανόρθωτης αδικίας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ‘Υλας, που θα συστηνόταν ως δεσπότης των όπλων σου «όν έρριψαν αισχρώς ώδ’ έρημον, αγρία νόσω  καταφθίνοντα, της ανδροφθόρου  πληγέντ’ εχίδνης  αγρίω  χαράγματι».[11] Θα’ ταν αυτός, που θα φώναζε στον Νεοπτόλεμο «Γαστρί μεν τα σύμφορα τόξον  τόδ’ εξηύρισκε, αποστέρηκας τον βίον τα όπλα ελών, άποδος, ικνούμαί σε, άποδος, ικετεύω τέκνον»[12] και εσύ θα τον δικαίωνες ανακουφιστικά: «Πάριν  τόξοισι τοις εμοίσι  νοσφιείς βίου, πέρσεις τε Τροίαν, σκύλα τ’ εις μέλαθρα σα πέμψεις, αριστεί’ εκλαβών στρατεύματος»[13]. Αλλ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να γίνουν γιατί σ΄ έσκισα!

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7:

          Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ

          Εκείνη την ημέρα, ενώ η Ηώ χάζευε και ρέμβαζε από τα τείχη της Τροίας συνεχίζοντας την μακρόχρονη, σχοινοτενή και παρασιτική επίσκεψή της στα ανάκτορα του Λαομέδοντα, που είχε κατά πολύ υπερβεί το καλωσόρισμά της, όπως λένε και οι ψαράδες Σάξονες, αναβόσβησε το φωτάκι του επικοινωνητή.

          Πολύ πρωί ακόμη, σκέφτηκε η Ηώ. Δεν έχω καν αποκτήσει θερμοκρασία λειτουργίας.

          «Ποιος είναι;»

          «Ηώ, εγώ είμαι ο Ηρακλής. Συνέβη κάτι το φοβερό. Είναι αγνοούμενος και άφαντος ο Ύλας εδώ και μέρες. Ποιον κοροϊδεύω; Είναι σίγουρα νεκρός και ούτε το πτώμα δεν έχω βρει. Έτσι κι αλλιώς εκτός από την από διαθέσεως αξία, που είχε για μένα, δεν θα ήταν αντικειμενικά πολύτιμος για κανένα απαγωγέα, ούτε κι εγώ έχω μνες ή δραχμές ή στατήρες ή χελώνες για να τούς δώσω. Πάει, τον χάσαμε τον Ύλα, ερυθρόλευκη Ηώ. Σε ποιον έφταιξε, ποιον πείραξε, ήταν αμνός του θεού, που λέει και αυτή η παράλληλη υποβόσκουσα θρησκεία».

          «Τι λες; Απίστευτο! Ηρακλή μου, δεν υπάρχουν λόγια για να σού εκφράσω τη λύπη και τη συμπαράστασή μου. Μακάρι οι θεοί να βρουν ένα λόγο παραμυθίας και παρηγορίας για να σού απαλύνουν τον πόνο και…»           

          «Μη μου τούς αναφέρεις ούτε αυτούς ούτε τις απόψεις τους! Απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς, όπως λέγει και ο Επίκουρος. Να μού πεις για έναν θεό που απλά προϋπήρξε ή προέκυψε χωρίς καν να καταλάβει γιατί, να το δεχτώ, αλλά για θεούς! Τι άλλο θεμέλιο έχουν οι θεοί από το χρίσμα που απονέμουν οι ίδιοι στον εαυτό τους; Και τι άλλο κίνητρο έχουν οι πολλοί αυτόκλητοι και νομιζόμενοι θεοί από την “πολυκοιρανίη”, να παριστάνουν δηλαδή όλοι τους αρχηγούς;»

          «Είναι όμως ίσως οι μόνοι που μπορούν να δώσουν μία διέξοδο, αφού κυριαρχούν στους δρόμους του υποσυνείδητου κι έτσι, άμα το θελήσουν, έχουν την πειθώ και τη δύναμη να παραβιάσουν τα τείχη και τα φράγματα του νου και της ψυχής…

Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων τεύξεται φρενών το παν,

Tον φρονείν βροτούς οδώσαντα, τον πάθει μάθος κυρίως έχειν

 Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας μνησιπήμων πόνος…[14]»

«Ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων, αυτή είναι η άμεση απάντησή μου. Χώρια που τα ιάματά τους είναι βαρύτερα της ασθενείας. και αυτό να μού το θυμηθείς κάποτε. Το είπες και μόνη σου, οι θεραπείες που προσφέρουν τα μυστήρια είναι σαδιστικές και χαιρέκακες αγγαρείες, λες και η μόνη λύση για την αυτογνωσία είναι τα παθήματα και όχι η λογική. “Κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”, έλεγε ο  Δημόκριτος, εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε την πορεία της ζωής μας μέσα σ’ ένα φθαρτό κόσμο και όχι οι θεοί. Μη μού τούς αναφέρεις πάλι, αν θέλεις να σού ξαναμιλήσω, αυτή είναι η μόνη σου προειδοποίηση».

«Με έχεις κάνει να καταπιώ τη γλώσσα μου με τον τρόπο που μιλάς, Ηρακλή».

          «Εδώ υπάρχουν συγκεκριμένες ευθύνες και ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Είμαι βέβαιος ότι ένοχη είναι η Ήρα, αυτή η Άτη και η Νέμεση και η Τίσις της ζωής μου και μάλιστα για ύβρη που δεν διέπραξα. Για χρόνια ανεχόμουν και έκανα πως δεν βλέπω τις εγκληματικές της ενέργειες σε βάρος μου, προσπαθώντας να τηρήσω άψογον στάσιν και τάχα ελπίζοντας ότι κάποτε θα το εκτιμήσει. Μήπως οι δώδεκα άθλοι δεν ήσαν στην ουσία δώδεκα απόπειρες δολοφονίας εναντίον μου; Εξαιτίας της, αναγκάστηκα να διακόψω τη συμμετοχή μου στην Αργοναυτική εκστρατεία, άφησα σύξυλους τον Ιάσονα και τους λοιπούς φίλους, γιατί δεν είχα το κουράγιο και το ηθικό να συνεχίσω.  Αλλά πια η ανοχή τελειώνει, η ασυδοσία της Ήρας σταματά εδώ και τώρα. Θα έλθω εκεί και με το σιδερένιο μου χέρι θα καταλάβω τη βάση των θεών στην Γη, την Τροία. Θα καταφέρω ένα χτύπημα που οι θεοί δεν θα μπορούν να αγνοήσουν και θα τούς αναγκάσω να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις. Μια και είσαι εκεί, πες σ’ αυτό το βλάκα τον Λαομέδοντα να μού παραδώσει τα κλειδιά της πόλης εδώ και τώρα για να αποφύγει τα χειρότερα. Να μη μιλήσω και γι’ αυτόν, μού χρωστάει ακόμα τα άλογα, που μού είχε υποσχεθεί ο Δίας, τότε που τον βοήθησα να απαγάγει τον Γανυμήδη.  Βλέπεις ο Ζευς πατήρ προτιμά να αναθέτει την εκπλήρωση των υποσχέσεών του στους μαθητευόμενους τεχνίτες του. Δεν θα με πιάσουν εμένα κορόιδο οι θεοί, δεν θα κάτσω εγώ να τούς πετάω κοτρώνες από την Όθρυ, όπως κάνουν οι Εκατόγχειρες όταν τσακώνονται με τους Γίγαντες ..»  

«Να καταλάβεις την Τροία, τι αλλόκοτο και αξιοπερίεργο σχέδιο είναι αυτό, πού ακούστηκε ποτέ κάτι τέτοιο; Γνωρίζεις ότι έχει πανίσχυρα τείχη…»

«Με τη δική μου δύναμη και πέντε- έξι παλικαράδες είμαι σε θέση να την εκπορθήσω. Σιγά την πόλη. Έργου συναγαγείν σωρόν εν πολλώ χρόνω, εν ημέρα δε διαφορήναι ράδιον».[15]

Έτσι λοιπόν, ένεκα τούτων και όχι απλά μετά ταύτα, μαζεύτηκαν έξω από την Τροία ο Ηρακλής με μερικούς άλλους φουσκωτούς φίλους του. Άρχισαν να εκτοξεύουν προφορικές προσβολές – μπινελίκια είναι η αρχαία λέξη – προς τον Λαομέδοντα.

«Λαομέδοντα, τις πύλες άνοιξε, είναι για σε η μόνη λύση,

Αν θέλεις των ηρώων ν’ αποφύγεις αμείλικτη τη στύση».  

(Εδώ ο συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής σε μία εναλλακτική υβριστική βωμολοχική Ιλιάδα, που κυκλοφορούσε στα φοιτητικά του χρόνια).

          Ο Λαομέδοντας βέβαια κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια, γιατί όσοι δύναμη και να είχαν οι επίδοξοι πολιορκητές, δεν γινόταν πέντε έξη νοματαίοι να καταλάβουν ολόκληρη οχυρωμένη πόλη.

«Εν μέσω των όπλων σιγώσι οι νόμοι, οπότε γιατί μού απευθύνεστε;», απαντούσε θεωρώντας ότι βρίσκεται σε θέση υπεροχής και ότι είχε την ευχέρεια να ειρωνεύεται. «Αφήστε με τώρα γιατί έχω και δουλειές, κι όπως γνωρίζετε, “Μία ημέρα σοφού, αιώνος αδαούς μείζων”».

Ας παρακολουθήσουμε τώρα τις συνομιλίες της παρέας του Ηρακλή.

ΕΥΜΕΛΟΣ (Ο Κορίνθιος, που αν η «Τιτανομαχία» του είχε σωθεί, ο ολίγιστος συγγραφέας τούτου του μυθιστορήματος δεν θα είχε ευτυχή συγκυρία και συγκαιρία- «καιρόν» να γράψει το παρόν πόνημα): Λοιπόν υπάρχουν δύο τρόποι πολιορκίας, ή ενεργούμε αιφνιδιαστική επίθεση – τι αιφνιδιαστική, αφού ήδη τούς προειδοποιήσαμε και τούς φοβερίσαμε με την παρουσία μας- ή προχωράμε σε πολύμηνη πολιορκία, αν και εδώ που τα λέμε δεν είμαστε αρκετοί ούτε καν για να καλύψουμε όλες τις πύλες της πόλης».

ΤΕΥΚΡΟΣ (Ο περίφημος τοξότης, ετεροθαλής αδελφός του Αίαντα του Τελαμώνιου, που πολέμησε έπειτα και στον Τρωικό πόλεμο, είχε μία ψύχωση με την Τροία, τι να κάνουμε) : Να ‘χαμε μαζί μας τον Αχιλλέα, ρε παιδιά, αυτός δύναται να πετάξει το δόρυ του πιο μακριά απ’ ό,τι πετάω εγώ το βέλος».

ΜΕΝΕΣΘΙΟΣ (Τεράστιος Μυρμιδώνας, υπαρχηγός του Αχιλλέα): «”Άμμες δε γ’ ειμέν, αι δε λης, πείραν λαβέ”.[16] Εγώ δηλαδή, ολόκληρος υπαρχηγός του Πελίδη, λίγος είμαι;

ΕΧΕΠΩΛΟΣ (εκτροφέας αλόγων): Κακά τα ψέματα, αν δεν ρίξει το βάρος της στην αναμέτρηση η κύρια δύναμη των τιτάνων, αν δεν μπει στον πόλεμο ο Σείριος, μην περιμένετε να απαλλαγούμε ποτέ από τους θεούς. Ο Προμηθέας, οι Ατλάντες, ο Υπερίων, αυτά είναι τα μεγάλα ονόματα κι αυτό το λέω με κάθε σεβασμό για σένα, Ηρακλή. Είσαι κι εσύ μέγας παίκτης, αλλά αυτοί παίζουν στο εξωτερικό και έχουν άλλα προπονητικά δεδομένα και άλλες παραστάσεις.

          ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (γνωστός πολεμιστής, αλλά λίγο δειλός): Τήνελλα καλλίνικε χαίρ’ άναξ Ηράκλεες[17], να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Μάς έφερες εδώ να σε βοηθήσουμε να καταλάβεις την Τροία σαν αντίποινα γι’ αυτό που σού έκανε η Ήρα, αλλά και για να λάβεις τα άλογα, που σού είχαν υποσχεθεί για τον Γανυμήδη. Κανείς μας δεν έχει όρεξη να πυροδοτήσει γενικευμένη σύρραξη μεταξύ ανθρώπων και θεών, διότι είναι ένας πόλεμος που αντικειμενικά δεν μπορούμε να κερδίσουμε. Οι θεοί είναι υπερδύναμη, έχουν άπειρα μέσα και τεχνολογία, που την έχουν φέρει από άλλη διάσταση. Ας είμαστε προσεκτικοί, γιατί η πολιτική κατάσταση είναι εύθραυστη και εύφλεκτη σαν πυριτιδαποθήκη και αρκεί μία σπίθα από δάδα ή αναμμένο στουπί για να τιναχτούν όλα στον αέρα. Και που μάς αφήνουν οι θεοί να απολαμβάνουμε κάποιες ελευθερίες, και πολύ μάς είναι. 

          ΘΡΑΣΥΜΗΔΗΣ (γιος του Νέστορα, όταν ο τελευταίος ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία και είχε θρασύ μυαλό κατά τη συνεύρεση, όπως λέει και το όνομα του γιου του, που προήλθε από αυτήν): Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες, ας επικεντρωθούμε μόνο στο συγκεκριμένο θέμα, για το οποίο είμαστε εδώ. Αφού, όπως είπε και ο Εύμελος, δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Τροία με κατά μέτωπο επίθεση λόγω της αριθμητικής μας μειονεξίας, ας πάμε στη λύση της πολιορκίας. Και για να προλάβω την ένσταση ότι η Τροία έχει περισσότερες πύλες απ’ όσοι είμαστε εμείς, ας αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα της προκάλυψης και απόκρυψης των θέσεών μας από τα όμματα του εχθρού, ας ντύσουμε μερικές εκατοντάδες δένδρα και θάμνους με στολές παραλλαγής κι ας κάνουμε θόρυβο σαν να μην είμαστε δέκα αλλά δεκάκις μύριοι!

          ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΣ (γιος του Ασκληπιού): Συντάσσομαι έτσι κι αλλιώς μ’ αυτή τη λύση. Η μόνη αποτελεσματική πολιορκία είναι η διακοπή του ανεφοδιασμού του εχθρού με συνέπεια την πείνα και στη δίψα, που εντέλει οδηγεί στη δυσεντερία και στις άλλες αρρώστιες, όπως μού έχει εξηγήσει ο πατέρας μου. Εκεί δεν χρειάζεται να τοξεύει κανέναν ο Φοίβος Απόλλων με το ασημένιο του τόξο, αρκεί να αρχίσει λίγο το νερό να βρωμίζει από την ανακύκλωση του κατουρλιού κι αμέσως οι καθήμενοι στα ίδια τους τα περιττώματα πολιορκούμενοι θα ξεκινήσουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες. Σχετικά ο πατέρας μου είχε εκπονήσει διατριβή, αλλά επειδή ήταν θεός και συγχρόνως απόλυτη κορυφή στον τομέα του, δυσκολεύτηκε πολύ να βρει εποπτεύοντα καθηγητή και…

          ΘΡΑΣΥΜΗΔΗΣ: Αγαπητέ Πολειδάριε… ε συγγνώμη Ποδαλείριε, που έχεις λειρί στο πόδι, αφού και ο πετεινός συγκαταλεγόταν στα ιερά ζώα, που επιστράτευε ο πατέρας σου για να θεραπεύσει τους ασθενείς και τους πάσχοντες στα μυστήρια, η θεωρία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα και συναρπαστική, όπως και το υπόλοιπο έργο του το οποίο γνωρίζουμε, αλλά θα μού επιτρέψεις να σού πω ότι η ανάπτυξή της δεν είναι του παρόντος…

          Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι ήρωες φαίνονταν προβληματισμένοι και παγιδευμένοι σε ένα αδιέξοδο, πολύ απλά η κερκόπορτα της πόλης άνοιξε.

          «Σεβαστοί και τρανοί τιτάνες, προτιτάνες και υποτιτάνες, μπείτε μέσα για να τελειώνουμε. Να οδηγηθεί επιτέλους αυτή η διαδικασία σε ένα εύλογο και εύνομο πέρας και να προχωρήσει και η πλοκή. Τόσο η αφέντρα μου η Ηώ, που σάς στέλνει τα χαιρετίσματά της, όσο κι εγώ, ο ταπεινός της δούλος, είμαστε εναντίον της παρελκυστικής τακτικής των θεών. Αν υπάρχει μία διαφορά ή αμφισβήτηση, ας διευθετηθεί μέσα σ’ ένα κλίμα καλής πίστης και χρηστών ηθών». Ήταν ο Τιθωνός.

          Πώς όμως ο Τιθωνός έφτασε στο σημείο να ανοίξει την πύλη στους oλιγάριθμους πολιορκητές, που βεβαίως αμέσως μετά κατέλαβαν την πόλη στο περπατητό και χωρίς καμία αντίσταση;

          Εδώ θα πρέπει να ανατρέξουμε στην προηγούμενη νύχτα και να μεταφερθούμε στο αναστενάρικο πυρακτωμένο κρεβάτι της Ηούς και του Τιθωνού.

          Τι έγινε άραγε μετά τη συνουσία, όπως ρωτούσε τον μάρτυρα και ένας πρόεδρος πρωτοδικών για να λάβει την απάντηση ότι «και μετά την συνουσία που λέτε, κύριε Πρόεδρε, έγινε το έλα να δεις»; Η κυριαρχική Ηώ έγερνε στο προσκεφάλι του Τιθωνού. Η Ηώ, ναι μεν δεν ήταν η ωραία Ελένη – Μπελελέν, που λένε και οι γαλλομαθείς-, αλλά ήταν αναμφίβολα όμορφη. Τα μαλλιά της, που έπεφταν λυτά πάνω στους ώμους της, ήσαν μάλλον κυματιστά παρά σγουρά. Τα χαρακτηριστικά της κανονικά, καθαρά, κοντυλογραμμένα. Μύτη ολόισια, στόμα μικρό με λεπτά χείλη κι όχι αυτά τα σύγχρονα πρησμένα τερατουργήματα της ενέσιμης σιλικόνης, σαγόνι θεληματικό βέβαια, που έδινε πρωτίστως την εντύπωση ότι δεν σήκωνε πολλά – πολλά σαν γυναικίστρια του παλιού καιρού. Η επιδερμίδα της είχε χάλκινο χρώμα χωρίς να είναι αραπίνα – άραγε επιτρέπεται αυτός ο όρος στην εποχή της πολιτικής ορθότητας; – και το κορμί της ήταν σφιχτό, λιγνό και λυγερό χωρίς να έχει κυτταρίτιδα, λίπη, λαπάρες, λάπες, λαπάδες και οτιδήποτε άλλο παραπέμπει σε χαλαρότητα δέρματος.

          Ένας φαρδύς μπρούτζινος κρίκος σχημάτιζε βαρύ διάδημα γύρω από το μέτωπο και τα μαλλιά της. Φορούσε τέσσερα βραχιόλια ακόμη πιο φαρδιά στα χέρια και τους αστραγάλους και πριν τη συνουσία φορούσε καμπυλωτό εφαρμοστό φόρεμα πράσινο και μεταξωτό, ανοιχτό στο λαιμό και στολισμένο με χρυσό κορδόνι. Ήταν λοιπόν μία χρυσοπράσινη  νεράιδα, σαν να κρατούσε την ερυθρόλευκη εμφάνιση μόνο για τους πολεμικούς αγώνες. Αν κανείς κρυφοκοιτούσε τα καλοβαλμένα καλοστριμμένα κάτω μουστάκια της, θα έβλεπε ότι σχεδόν χαμογελούσαν ανάμεσα στους δυνατούς καλοθρεμμένους μηρούς, που με τη γενναιόδωρη κρεάτινη επίστρωσή τους έδειχναν να απέχουν πολύ από τα σκέλεθρα του θανάτου. 

          Ήταν η επιτομή της αρχέγονης δύναμης και της καλής υγείας, σε αντίθεση με τον Τιθωνό, που ήταν ασθενικός και με πολύ υπονομευμένη κράση, γνήσιος πρόδρομος του Τρωίλου, του γιου του Πριάμου, που έδρασε σε μία ελαφρώς μεταγενέστερη εποχή. Μάλιστα, όταν ο Τιθωνός αρρώσταινε, πράγμα που συνέβαινε πολύ συχνά, αυτή η μεταξένια πρασινοχάλκινη και στη μάχη ερυθρόμορφη αδελφή του ελέους τον περιποιούνταν με μία πρωτοφανή φανατική αφοσίωση, που κανείς άλλος πάσχων δεν είχε την ευλογία να γνωρίσει. Βέβαια, με τη δυναμική της προσωπικότητα είχε εισχωρήσει εντελώς στη ψυχοσύνθεση του Τιθωνού και τον είχε υποτάξει ολοκληρωτικά, αυτό δεν χρειάζεται καν να το αναφέρουμε, προκύπτει και συνάγεται συμπερασματικά. Παρά τις ποικίλες περιποιήσεις και θεραπείες όμως, ο Τιθωνός παρέμενε πάντοτε βαθιά μελαγχολικός και αρκούσε μόνο να τον αντικρίσει κανείς, για να περιπέσει σε αυτο- λύπηση και αυτο- οικτιρμό.    

          «Ακριβέ μου Τιθωνέ, λευκόχρου και αλφιτόχρου,  καλότροπε, αγαπησιάρη, πικρά μειδιών, με τους χαμογελαστούς οφθαλμούς, τοις δώροις και ταις αντιλήψεσι πλούσιε, δεν μπορώ να σε βλέπω τόσο θλιμμένο. Τι δεν πάει καλά; Σού φέρομαι σαν να είσαι ένας πρωινός, νεαρός και ρόδινος ήλιος και σε κανακεύω και σε λικνίζω σ’ ένα ειρηνικό ακρογιάλι και υπήνεμο αραξοβόλι. Τι πρόβλημα έχεις, γιατί είσαι τόσο σύννους και κατηφής; Το άλλο να κάνω για σένα, καλέ και γλυκέ, πού ‘χεις τις χάρες όλες;»    

          «Πολυφίλητη Ηώ, τώρα είμαστε στα μέλια ή -για να εκφραστούμε πιο κόσμια -η σχέση μας μοιάζει ανέφελη και είναι όλα καλά. Μα υπάρχουν ορισμένες σκιές, που δεν σχετίζονται με τη γνησιότητα των συναισθημάτων και φαίνεται να καραδοκούν στην περιφέρεια του φωτός και την αρχή του σκοταδιού – αντικειμενικά, χωρίς κανένας να φταίει. Εσύ είσαι μία πανίσχυρη πολέμαρχος, γεννημένη για αφεντικό, είχες αμέτρητους εραστές,. Για σένα ο έρωτας έχει αυτόνομη αξία, αρμενίζει την ψυχή σου στην αιώρα της έκστασης, πεταρίζει τα ωχροβαμμένα βλέφαρά σου την ώρα του οργασμού, κινεί τις ίριδές σου σε μία κατάσταση ωκεάνειας συνειδητοποίησης και βαθιάς ενσυναίσθησης, όπου βλέπεις παρελθόν και μέλλον. Σ’ αυτή τη διαδικασία εγώ δεν είμαι παρά ένα περιστασιακό εργαλείο, που σύντομα θα αντικατασταθεί από ένα άλλο με πολύ μεγαλύτερα προσόντα. Κι επειδή ακριβώς ξεπερνάω κάθε φορά τον εαυτό μου στην προσπάθειά μου να σταθώ στο ύψος των δικών σου απαιτήσεων, νιώθω ότι σε κάθε οργασμό μού παίρνεις κι ένα μικρό κομμάτι, αποσπάς ένα σβώλο από το ψαθυρό άγαλμά μου. Κι εγώ αγκομαχώ, τα δίνω όλα, φυσάω και ξεφυσάω και αισθάνομαι τη μύχια ουσία μου, την ίδια τη φαιά μου ουσία να απομυζάται με το καλαμάκι ή με το μπουρί της σόμπας μέσω της σπονδυλικής στήλης μέχρι που δεν μένει τίποτε. Αισθάνομαι φθαρμένος, ήδη έχω καραφλιάσει κι είμαι ακόμη σε νεαρή ηλικία, το σώμα μου είναι γεμάτο αμυχές και γρατζουνιές, είναι φανερό ότι δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, δεν έχω παρά μόνο μερικές σπίθες και σβησμένα κάρβουνα να αντιπαραθέσω στο δικό σου καμίνι, στη δική σου λάβα του απύθμενου πάθους».

          «Τιθωνέ, λυπάμαι που τη βλέπεις έτσι την κατάσταση. Δεν έχω εγώ κανένα μετρητή να μετράω τις γενετήσιες επιδόσεις και φυσικά δεν σε έχω ερωτευθεί για να μού δίνεις μία μηχανική ικανοποίηση. Φαίνεται ότι ξέρεις λίγο τις γυναίκες, γιατί αν τις ήξερες λίγο περισσότερο, θα γνώριζες ότι ισχύει για μάς το “έν οίδα ότι ουδέν οίδα”. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να συλλάβεις το λόγο για τον οποίο μία γυναίκα σε αγαπάει, μπορεί να είναι απλά το χαμόγελό σου ή τα φωτεινά σου μάτια, που τής φτιάχνουν τη διάθεση, ή η ηθική σου δύναμη, που την βοηθάει να επιλέξει στα μεγάλα διλήμματα της ζωής και γενικά σε όλα τα ζητήματα της μεταξύ πλειόνων προτίμησης, ή το αίσθημα της αναλογικότητας, που δίνει σε κάθε πληγή ή βάσανο τη σωστή διάσταση ή τη λογική σου, που την συντρέχει στην ευθυγράμμιση και τακτοποίηση των σκέψεών της».

          «Αφέντρα Ηώ, πολύ φοβούμαι ότι όλα αυτά τα λόγια παραμυθίας είναι ακριβώς αυτό, παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Αντίθετα, ξέρω ότι ο δικός σου άνεμος ψυχής εκτείνεται πέρα από χώρο και χρόνο. Είναι γνωστό ότι οι τιτάνες έχουν εποπτεία και ενόραση σε προηγούμενες ή μελλούμενες Δημιουργίες και σε ιστορίες που έχουν ξαναζήσει ή θα ξαναζήσουν.  Γιατί, όπως έλεγε και ο Βιργίλιος, “θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά η Αργώ θα οδηγήσει εκλεκτούς ήρωες, θα υπάρξουν και άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί στην Τροία ο μέγας Αχιλλεύς[18]”. Προφανώς λοιπόν, αφού θυμάσαι τις προηγούμενες ζωές σου, θα θυμάσαι και τους αντίστοιχους θανάτους. Πες μου λοιπόν πώς είναι ο θάνατος, διότι υποπτεύομαι κάτι άσχημο και μάλλον ισχύει».    

      Στο σημείο αυτό η Ηώ σοβάρεψε. Και θυμήθηκε ότι την ώρα του/των θανάτου/ων αισθάνθηκε μόνη, ακόμη κι αν κρατούσε το χέρι κάποιου. Την ώρα του αποχωρισμού αισθάνεται κάποιος μοναξιά, ακόμη κι αν είναι μέσα σε ομήγυρη, και τον περιτριγυρίζει ο πόνος. Και κάποια στιγμή τής έλεγε ο εκάστοτε σύντροφος ότι την αγαπά, κι αυτή απαντούσε “χέστηκα”.  Αλίμονο, ποιος θάνατος είναι άλυπος και ειρηνικός; Και για να πούμε την αλήθεια, ακόμη χειρότερο από τον θάνατο είναι το να πεθαίνεις, γιατί το τελευταίο δεν είναι ένα απλό όριο ή στιγμιαίος – ακαριαίος φραγμός μεταξύ δύο καταστάσεων, αλλά μία διαδικασία οδυνηρή και φθαρτική, καθώς εμπεριέχει ένα τελευταίο αφηνιασμένο σφαδασμό, ένα έσχατο απελπισμένο σκίρτημα της ζωής ενάντια στο τέλος, ένα στερνό αγωνιστικό παλαιστικό γύρο κατά της προέλασης του σκοταδιού. Άλλες φορές η μάχη των λοίσθιων διαρκεί, άλλες φορές όχι, αλλά είναι πάντα σπαρακτική και εξευτελιστική. Και ναι, όσο κι αν είναι απομυθοποιητικό, δεν παίζει κανένα ρόλο, αν κρατάς το χέρι του συντρόφου σου, διότι το να πεθαίνεις είναι πάντα ανομολόγητο, είναι φρικαλέο, συχνά συνοδεύεται από απερίγραπτα και ανυπόφορα μαρτύρια, αλλά, και όταν το πέρασμα είναι ειρηνικό, δεν παύει να εμποιεί κραυγαλέο και γυμνό τρόμο. Γι’ αυτό άλλωστε ισχύει το ρητό του Πίνδαρου “Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε, ταν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν”[19]. Πέραν αυτού, θα μάς υπενθύμιζε ο Πίνδαρος ότι «σκιάς όναρ άνθρωπος», ενώ το μεγαλείο του έγκειται ότι ιππεύει ακάθεκτα προς τον άνεμο, ενώ φέρει ήδη θανάσιμη πληγή στον κρόταφο. Αλλά πώς να τα μεταδώσει όλα αυτά τα δυσάρεστα στον αγνό Τιθωνό χωρίς να τον κακοκαρδίσει; Προτίμησε να τού επαναλάβει την «Τετραφάρμακο» του Επίκουρου.

«Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος, και τ’ αγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».[20]

          Ο Τιθωνός ακούγοντας όλα αυτά έβαλε πολύ απλά τα κλάματα.

          «Κι όσοι δεν έχουν δύναμη να υπομένουν, κι όσοι δεν έχουν ικανότητα να αποκτούν;»

          «Μην κλαις, Τιθωνέ, δεν μπορώ να σε βλέπω να κλαις., ούτε θέλω να φορτώσω, να θέσω στους ώμους σου και άλλα “ώνια” δυσβάστακτα. Πολλοί άνθρωποι είναι σαν κι εσένα, είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με το αναπότρεπτο του θανάτου και δεν καταλαβαίνουν ότι η αθανασία χωρίς λήθη, επαναλαμβάνω χωρίς λήθη, είναι εξίσου τρομαχτική. Γιατί – κακά τα ψέματα- εμείς οι θνητοί δεν έχουμε τις προϋποθέσεις για αιώνια ζωή, κάθε γνώση αποκτάται με πόνο σαν μια στριγκιά κραυγή που μάς παραλύει την ακοή σύμφωνα με το “ο προστιθείς γνώσιν, προσθήσει άλγημα” κι οτιδήποτε μαθαίνουμε συνήθως είναι κακό και μάς σχίζει την καρδιά. Άκου λοιπόν ένα μεγάλο μυστικό που αντίθετα θα σού τη ζεστάνει. Εδώ μέσα σ’ αυτό το βασίλειο υπάρχουν θησαυροί, που έχουν σωρεύσει οι θεοί μετά από αιώνες πολέμων στο Σύμπαν κι ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και οι θάλαμοι αναζωογόνησης ή οι κάδοι γενετικής αποκατάστασης ή όπως αλλιώς θέλεις να τούς αποκαλέσεις. Αυτοί παρέχουν αιώνια ζωή, αφού άλλωστε η φυσιολογία του ανθρωπίνου σώματος είναι ό,τι πιο απλό δύναται κανείς να φανταστεί. Κάποια όργανα που πάσχουν διορθώνονται αναλόγως με την προσθήκη χημικών ή αφαίρεση τοξινών.»

    «Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί», είπε ο γκρινιάρης Τιθωνός. 

          «Άκου, σε παρακαλώ. Θυμήσου ότι απέξω ξεροσταλιάζουν κάποιοι ήρωες, που αδημονούν να μπουκάρουν στην Τροία. Θα τούς ανοίξεις την πύλη, Τιθωνέ, κι όταν κατακτήσουν το Ίλιον, οι συσχετισμοί δύναμης θ’ αλλάξουν και οι ευνοούμενοι της εξουσίας θα είμαστε εμείς. Έχω άριστες σχέσεις με τον Ηρακλή και δεν θα μού αρνηθεί μία χάρη. Θα σπάσουμε τις κλειδαριές των θαλάμων αναζωογόνησης, θα εμβαπτισθούμε στους δυναμωτικούς ζωμούς και θα κερδίσουμε την αιώνια ζωή! Εσύ δηλαδή, γιατί εγώ έχω λάβει αρκετή δόση από ζωές. Θα το κάνω αυτό για σένα, για να είσαι χαρούμενος και να μη μού γκρινιάζεις». 

          «Ωραίο σχέδιο, αλλά μόνο επί χάρτου ή επί πίνακος. Όπως έλεγε και ο Αίσωπος, ποιος θα δέσει την κουδούνα στον γάτο; Από μένα περιμένεις, είσαι με τα καλά σου; Εγώ φοβάμαι μέχρι και τις μύγες, μέχρι και τα κουνούπια. Αντίθετα, αν εσύ, η τεράστια Ηώ, ανοίξεις την πύλη, ποιος θα τολμήσει να σταθεί μπροστά σου;»

        «Τιθωνέ μου, ορισμένα πράγματα δεν τα έχεις αξιολογήσει αρκετά. Αν εμφανιστώ εγώ στα τείχη της Τροίας και μάλιστα αναρμοδίως και χωρίς να έχω δηλώσει εκ των προτέρων το σκοπό μου, θα χτυπήσουν όλοι οι συναγερμοί και θα ανάψουν όλες οι φρυκτωρίες, σε βαθμό που σε πέντε δευτερόλεπτα θα συρρεύσουν άπαντες οι Τρώες οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Αντίθετα εσύ, δεδομένου ότι δεν σού δίνει κανείς καμία σημασία, μπορείς να γλιστρήσεις άνετα ανάμεσα στους φρουρούς και να ανοίξεις την πύλη. Εμπρός λοιπόν, Τιθωνέ. Κάνε μια γενναία πράξη στη ζωή σου, καμιά φορά αξίζει κανείς να αγωνίζεται. Θυμήσου και εμπέδωσε: “Οικείον ελευθερίας παρρησία, κίνδυνος δε η του καιρού διάγνωσις”[21] κατά τον Δημόκριτο, αλλά επίσης “ούτινος ο κίνδυνος, εκείνου και η ωφέλεια”».

          Και να πώς ο Τιθωνός άνοιξε την πύλη στην παρέα του Ηρακλή.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8:

 Ο ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ

          Ο θάλαμος αναζωογόνησης ήταν το αντίθετο της σαρκοφάγου, λεγόταν «σαρκοσαγή», με την έννοια ότι περιείχε όλα τα χρειαζούμενα εξαρτήματα για τη συντήρηση και την αναγέννηση του ανθρωπίνου σώματος. Ήταν όρθιος- κάθετος και όχι οριζόντιος, δεν καλυπτόταν από λαξευμένη πέτρα με απεικόνιση του ενοίκου της, αλλά από γυαλί που ανοιγόκλεινε κάνοντας ένα παρατεταμένο φύσημα ή σφύριγμα («γουσς»). Η λειτουργία του ήταν συναφής με αυτή του κρυογονικού θαλάμου ή ψυχροκοιτίδας, που χρησιμοποιούνταν για την κοίμηση πληρωμάτων για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Νομίζω ότι αρκετά τεχνικά χαρακτηριστικά και πραγματολογικά στοιχεία σάς έδωσα, ώστε να μπορέσετε να κατασκευάσετε κι εσείς έναν. 

          Θυμάστε την μεγάλη εκδούλευση- εξυπηρέτηση, που είχε σκοπό να αποσπάσει η Ηώ από τον Ηρακλή, δηλαδή να βάλει τον Τιθωνό σε κάδο αναγέννησης. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ολοκλήρωσε την άλωση της Τροίας και ανέβηκε στο θρόνο του Λαομέδοντα, ήλθε η στιγμή να πραγματοποιηθεί η υπόσχεση της Τιτανίδας προς τον βαθιά μελαγχολικό Τιθωνό. Τον έβαλαν λοιπόν μέσα και, όταν τελείωσε η διαδικασία, τον έβγαλαν έξω. Λυπάμαι, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει πιο λογοτεχνικός τρόπος, που θα μπορούσε να υποκαταστήσει την παραπάνω πρόταση.

          Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις: Παρότι, όπως είπαμε, η φυσιολογία του ανθρωπίνου κορμιού είναι σχετικά απλή, άρα σχετικά απλή πρέπει να είναι και η επισκευή του, είναι προτιμότερο και ορθολογικότερο τελικά να αποσυνθέτεις και να ανασυνθέτεις τα συστατικά του σώματος σύμφωνα με ορισμένες οργανωτικές αρχές και προδιαγραφές, φροντίζοντας ταυτόχρονα να απομονωθεί κατά τη διαδικασία αυτή και να καθαριστεί από την προσωρινή μνήμη ή τον ενδιάμεσο καταχωρητή αποθήκευσης δεδομένων ο νοσογόνος ή φθοροποιός παράγοντας, από το να προσπαθείς να σβήσεις ή να εξαλείψεις ή να ανατρέψεις αναδρομικά μία ζημιά που έχει ήδη γίνει. Στην ουσία δηλαδή η διαδικασία αναζωογόνησης ήταν μία διακτίνιση, μία ενεργειακή μετάφραση των σωματικών στοιχείων, μία τηλεμεταφορά, αλλά χωρίς το «τηλε-» και μία εκ νέου και εκ βάθρων ανασύστασή τους. Η λειτουργία του θαλάμου φαινόταν να χωρεί αυτόματα, αφού δεν είχε εξωτερικό χειριστήριο. Άλλωστε κανείς δεν υπέθετε σοβαρά ότι ο Δίας και οι λοιποί Ολύμπιοι, που ήσαν γλεντζέδες και μέσα στην καλή χαρά, βίαιοι και ακράτητοι επιδρομείς, άξεστοι, αρρυκάνητοι, ατόρνευτοι, απειρόκαλοι, απολίτευτοι και αδιάπλαστοι, ήξεραν να χειρίζονται τόσο πολύπλοκα μηχανήματα όντας προφανώς χρήστες ειλημμένης από άλλη διάσταση τεχνολογίας. Αυτό καλώς το υπέθεταν, παραγνώριζαν όμως ή δεν λάμβαναν προσηκόντως υπόψη την βαθιά ανηθικότητα, τη χαιρέκακη διαστροφή και την δαιμονική κακία των εξωδιαστατικών πλασμάτων. Άλλωστε ήταν η πλεονεξία και η διαστροφή τους αυτή, που τούς παρότρυνε να αφήσουν τη δική τους διάσταση και να αναζητήσουν νέο εξουσιαστικό πεδίο και νέους λειμώνες εκμετάλλευσης στη δική μας. Οι Ολύμπιοι λοιπόν είχαν τοποθετήσει ασφαλιστική δικλείδα στους θάλαμους αναζωογόνησης, ώστε αυτοί να επιτελούν άψογα το έργο τους μόνο κατόπιν προηγούμενης ανάγνωσης του δικού τους κωδικού και του δικού τους αποτυπώματος δεσοξυριβοζονουκλεϊκού οξέος. Αλλά η πλέον μεγάλη και χυδαία τους σκολιότητα ήταν ότι σε περίπτωση μη ανάγνωσης του κατάλληλου DΝΑ, η συσκευή δεν εμποδιζόταν να λειτουργήσει, αλλά τουναντίον λειτουργούσε -αλίμονο- ελαττωματικά.

          Κατά τη διάρκεια λοιπόν της μοιραίας διαδικασίας το πρώτο που ένοιωσε ο Τιθωνός ήταν απώλεια υγρών, ενέργειας και ηλεκτρολυτών, μία ασυγκράτητη δίψα, αλλά και η σύγχρονη εντύπωση ότι δεν θα μπορούσε αυτή να κορεστεί με νερό. Ένοιωθε πείνα, που δεν φαινόταν ότι θα ικανοποιούνταν με φαγητό. Επίσης και μία κόπωση στους μυς, που φαινόταν αιώνια και ότι δεν θα περνούσε με καμία ξεκούραση. Μα είχε άραγε τα κατάλληλα όργανα για να αναπληρώσει όλες τις προαναφερόμενες ελλείψεις; Είχε άραγε πια στομάχι για να επεξεργαστεί την τροφή;  Είχε έντερο -άντερα που λένε- και πρωκτό προκειμένου να αφοδεύσει τις άχρηστες μη αξιοποιήσιμες ουσίες; Όντας σε πλήρη σύγχυση, είχε την μάλλον απατηλή αίσθηση ότι άπλωσε το χέρι του στον κόλο, για να διαπιστώσει αν εξακολουθούσε να διαθέτει κάτω άνοιγμα προς διοχέτευση λυμάτων και περιττωμάτων. Τα ερευνητικά του δάκτυλα προσέκρουσαν σε κάτι σκληρό: Μία κεράτινη επιφάνεια και στα δύο κολομέρια – πρωκτομάγουλα, συμφυόμενη στο κέντρο, εκεί που πριν υπήρχε διακριτή γραμμή διαχωρισμού. Κι αν ακόμη υφίστατο κάποιος διάδρομος προώθησης και διεκπεραίωσης υλικών, πώς θα μπορούσαν τα φερτά αυτά υλικά να διαπεράσουν την κεράτινη ασπίδα; Εδώ δεν μιλάμε απλά για υποβάθμιση των σωματικών λειτουργιών, αλλά για δραστικό περιορισμό τους, που θα καθιστούσε ίσως αναγκαία την εγκατάσταση παρά φύση έδρας.

          Αλλά το χειρότερο δεν ήταν βέβαια αυτό, αλλά το ότι και στην μπροστινή χώρα δεν φαινόταν να σχηματίζεται αυτό που θα έπρεπε να σχηματιστεί, το ζωτικό, το απολύτως απαραίτητο, το αδιαπραγμάτευτο, το εκ των ουκ άνευ, το καθοριστικό, αποφασιστικό και εξαιρετικά ουσιαστικό, το μόνο όργανο, που αν και δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, πάντως είχε συντροφέψει καλά τον Τιθωνό και αν μη τι άλλο τον είχε συνδράμει στην κατάκτηση της καρδιάς της Ηούς. Εδώ δεν συζητάμε για παροχή αθανασίας σε ένα βασανισμένο πλάσμα, αλλά για το ότι αυτή τη στιγμή νεόττευε και επωαζόταν ένα ερμαφρόδιτο ον, επαμφοτερίζον, ανδρόγυνο, γύνανδρο, αρσενικοθήλυκο, διγενές και δικατάληκτο, αμφιγενές, νοθογενές και νοθογέννητο. 

          Ο πόνος ήταν δυσβάστακτος, αφόρητος. Ένοιωθε σαν να τού μαχαιρώνουν τα σωθικά, να τού τα τεμαχίζουν σαν ψιλοκομμένο καπνό, να τού δένουν τα αντερα κόμπο. Ιδού το αριστερό γόνατο είχε πρηστεί σε αλύγιστη και άκαμπτη σφαίρα, ανήκοντας και μάλιστα δεσπόζοντας σε ένα κουφό και αναίσθητο πόδι, που πρωτύτερα δεν ήταν ούτε τόσο χοντρό ούτε τόσο κοντό. Το δεξί πόδι ήταν πιο μακρύ και πιο λεπτό, αλλά η κνήμη και η περόνη έκλιναν προς τα εμπρός. Σαν να μην ήσαν αρκετά όλα αυτά, στη δεξιά του πλευρά προεξείχε ένας ύβος, ένα κύφωμα από ξύγκι, χόνδρους και ιστό επούλωσης. Από πάνω φαίνονταν να έχουν προεκταθεί πλευρικά οστά, έχοντας σχεδόν τρυπήσει κρέας και δέρμα. Επίσης, στη θέση του αριστερού χεριού υπήρχε πια ένας όνυχας ορνέου, μία αδρή δαγκάνα, μία εργαλειακή λαβίδα από γκρίζα οστάρια. Χαράς ευαγγέλια για το δεξί χέρι, όπου η μόνη παραμόρφωση αφορούσε το μικρό δάκτυλο, που είχε μετατραπεί σε κυρτό αγκάθι. Όλα αυτά περισσότερο τα συναισθανόταν, παρά τα διαπίστωνε, αφού στην πραγματικότητα ούτε δυνατότητα κίνησης είχε, ούτε κάποιο καθρέφτη, που θα τού επέτρεπε να διαγνώσει τις ατέλειές του. Ο μηχανισμός επανυλοποίησης τον είχε αποσυναρμολογήσει και ανασυνθέσει εσφαλμένα, αλλά – ευτυχώς ή μάλλον δυστυχώς – όχι τόσο λανθασμένα, ώστε να τον σκοτώσει.                   

          Όταν τέλος πάντων άνοιξε η «σαρκοσαγή» ο Τιθωνός αναδύθηκε από το κρύο διάλυμα εκτείνοντας τον μισό του πνεύμονα και ρούφηξε αέρα ασθμαίνοντας, ενώ ριγούσε από το ξεπάγιασμα και τη μαργωσιά. 

          «Τιθωνέ, μάς ακούς;», είπε ο Ηρακλής, ο πιο δυνατός άνθρωπος της Γης απευθυνόμενος στον πιο αδύνατο.

          Ήταν σαν μια φωνή που τη φέρνει ο άνεμος, περασμένη από τις ψεκάδες μιας μεγάλης θάλασσας, με σιγανή, ψυχρή σταθερότητα. 

          «Θυμάσαι πώς σε λένε; Πόσα δάκτυλα είναι αυτά;», επέμεινε ο Ηρακλής. 

          Το μάργωμα εξακολουθούσε να αγκιστρώνεται πάνω του σαν να μην ήθελε να τον εγκαταλείψει. Τον περιτριγύρισε και τον έσφιγγε αποπνιχτικά σαν θώρακας από πάγο. Η πνοή άλλαξε κατεύθυνση σαν να περιστράφηκε κάποιος ανεμοδείκτης και συμπυκνώθηκε σε μία άλλη φωνή.

          «Αυτό που έκαναν οι θεοί είναι ό,τι πιο χυδαίο, ό,τι πιο απαίσιο, αισχρό και χαιρέκακο έχω δει στη ζωή μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ή να προβλέψω τέτοια κακοήθεια, τέτοια κακεντρέχεια. Αυτό δεν θα περάσει έτσι, είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.». Η εκφορά αυτή του λόγου έγινε από την Ηώ.

          «Όπως και να ’χει», είπε ο Ποδαλείριος, «οι βιολογικοί δείκτες δείχνουν το τέλος της γενετικής τροποποίησης και της επιταχυμένης ανάπτυξης. Το υποκείμενο είναι ξύπνιο, αλλά ακόμη αποπροσανατόλιστο. Άς τού δώσουμε λίγο χώρο να καταλάβει και χρόνο να συνέλθει».

          «Δεν είναι υποκείμενο, Ποδαλείριε, είναι άνθρωπος, τον οποίο χωρίς να το θέλουμε, καταστρέψαμε. Εσύ, ολόκληρος γιος του Ασκληπιού, δεν κατάλαβες ότι ο καταραμένος αυτός θάλαμος ήταν παγίδα;»  

          «Αν το πάρουμε με την αυστηρή έννοια του όρου, ο θάλαμος έκανε τη δουλειά του. Ο Τιθωνός είναι τώρα αθάνατος».

          «Ένας ανάπηρος σακάτης αθάνατος, μία καταρρακωμένη και αξιολύπητη τερατογένεση, ένα άχθος αρούρης…»

          «Θα σε παρακαλώ, θεία Ηώ, να μη λες αυτά τα πράγματα, διότι αντεδείκνυνται στην κατάσταση του ασθενούς», είπε ο Ποδαλείριος. «Από την άλλη ξέρεις και βλέπεις- αλίμονο όλοι οι τιτάνες έχουμε επιστημονικό δίπλωμα- ότι ακόμη και τώρα δεν είναι ανιχνεύσιμη η χειραγώγηση που έκαναν οι Ολύμπιοι στη μηχανή».

       «Τι την ήθελε κι αυτός την αθανασία, δεν γνωρίζει τη διαπίστωση του Πίνδαρου ότι  «Ισχύς ζηλωτόν αλλά νόσω ευάλωτον και γήρα, παιδεία δε των εν ημίν μόνον αθάνατον και θείον»;[22] ρώτησε ο Ηρακλής.

          «Ο άνθρωπος υποβλήθηκε σε μία θεραπεία για δικούς του λόγους, θα τού ζητήσουμε τώρα πιστοποιητικό ηθικών φρονημάτων; Δυστυχώς όμως όλοι εμείς, οι φίλοι του, οι οικείοι του, στους οποίους στηρίχθηκε, δεν τον προστατεύσαμε», επέμεινε εκνευρισμένη η Ηώ.   

          Ο Τιθωνός ένοιωθε πόνο, δονούμενο και παλλόμενο σε κύματα αλλεπάλληλης ηχούς, αλλά πια αντιλήφθηκε ότι είχε εξαχθεί από τον περίκλειστο παγωμένο θώρακα και ήταν πλέον εκτεθειμένος σε σκόνη εργαστηρίου και σε ζέστη πυρετικών μηχανών, ελαττωματικών κλιματιστικών και αποστειρωμένων δοκιμαστικών σωλήνων.

          Η φωνή που εξέβαλε δεν ήταν παραμορφωμένη από τον πόνο, ήταν πόνος, ένας υπόκωφος κρωγμός άγριου ζώου, στεναγμός με αναφιλητό, απαρηγόρητος ολολυγμός. Ξεκίνησε να ρωτά άσχετες ερωτήσεις φοβούμενος τι απαντήσεις θα έπαιρνε, αν τολμούσε να θέσει τις σωστές.

          «Πόσο καιρό είμαι εδώ μέσα;»

          «Η διαδικασία γενετικής τροποποίησης διήρκεσε τρεις ημέρες», είπε ο πάντα τυπικός Ποδαλείριος. Ταυτόχρονα αφαιρούσε ένα μετά τον άλλο τους αισθητήρες, τις βεντούζες και τα στηθοσκόπια από το στέρνο του ατυχούς πειραματόζωου, ενώ την ίδια στιγμή κόπαζε ο βόμβος των ιατρικών μηχανημάτων παρακολούθησης, που άφηναν βαθμιαία την ενεργητική έγκλιση και έμπαιναν ξανά σε κατάσταση απλής ετοιμότητας. 

          «Τρεις μέρες, τέσσερις ώρες και δεκαεπτά λεπτά», είπε η Ηώ, που είχε μαθητεύσει στον σχολαστικό Υπερίωνα και είχε μάθει να είναι ακριβής. 

          Ο Ποδαλείριος, αφού ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό από τα φλέματα,  συνέχισε τη φρικαλέα ενημέρωση.

          «Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγε ακριβώς καλά στην διάρκεια της αναγέννησης και έκτοτε σε κράτησα σε τεχνητό κώμα τουλάχιστον για δύο μέρες και παραπάνω. Κατά ένα περίεργο τρόπο οι αναζωογονητικοί οποί λειτουργούσαν συγχρόνως και ως τοξίνες. Ίσως να μη φταίνε καν οι θεοί, ίσως να είναι θέμα βιολογίας και φυσιολογίας, επίπτωση της διαφοράς του δεσοξυριβοονουκλεϊκού οξέος…»

          «Ποδαλείριε, ανέγνων, έγνων κατέγνων.[23] Έχε χάρη που είμαι επιεικής άνθρωπος και σού αναγνωρίζω ελαφρυντικά, αλλιώς το κεφάλι σου δεν θα στεκόταν εκεί που είναι να αραδιάζει αρλούμπες. Κι ακόμη δεν είναι σίγουρη η ένωση του κεφαλιού σου με το λαιμό να το ξέρεις. Εδώ μιλάμε για πλήρη αποτυχία της ιατρικής επιστήμης, χρησιμοποιήσαμε μία τόσο τέλεια τεχνολογία και πετύχαμε το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα. “Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν”[24]».  

          «Σεβαστή Ηώ, σε παρακαλώ, αρκετά άκουσα από εσένα, που σχεδόν προσβάλλουν την επαγγελματική μου τιμή. “Φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η αλήθεια”, η δε αλήθεια είναι ότι “ανέγνως αλλ’ ουκ έγνως. Ειδ’ έγνως, ουκ αν κατέγνως”.[25] Επικαλούμαι τις σπουδές μου και την ειδικότητά μου ως επιστήμονας και διαλαλώ προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν έχω καμία ευθύνη, γιατί δεν θα μπορούσα να προβλέψω αυτό που έγινε. Εκ πρώτης όψεως δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εδώ μού φαίνεται ισχύει για μάς το συχνά λεγόμενο “περί παντός επιστητού και περί άλλων τινών διαλέγεσθαι και το μη νοείν ό πάντες νοούσι”[26]. Και το αυτονόητο είναι ότι “το σφάλλειν ανθρώπινον”, αφού έτσι κι αλλιώς “η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί”, “των αδυνάτων ουκ έστι υποχρέωσις”,  “πρώτη όψις πολλούς παραπλάζει”[27] και “τα τυχηρά ουδείς επιγιγνώσκει.”

          «Λοιπόν, παιδιά», είπε η Ηώ στους άλλους παρισταμένους, «ορκίζομαι ότι, αν δεν σταματήσει εδώ και τώρα να αραδιάζει αρχαία ρητά, ακόμη κι εγώ, που σπούδασα στο πλευρό του πολυγνώστη Υπερίωνα, θα τον καρυδώσω σε τούτο το σημείο, μπροστά σας!»

          Καθώς απομακρύνθηκαν και οι τελευταίες συνδέσεις και απολήξεις, ο Τιθωνός τέντωσε τα πόδια και εξήλθε από το όρθιο ανάκλιντρο, σηκώθηκε στο περήφανο “quasi modo” ανάστημά του, που ήταν αντικειμενικά ελεεινό και μισοκάρικο. Το πρώτο που πρόσεξε ήταν ότι δεν φορούσε ρούχα και με μεγάλη αμηχανία αντιλήφθηκε ότι το σώμα του είχε μία ιοβαφή, άλλως μενεξεδιά απόχρωση.  Τον κατέλαβε η φυσική αιδώς, που χαρακτηρίζει ως επίκτητο ένστικτο κάθε άνθρωπο μετά από επικράτηση αιώνων αιδημοσύνης.

          «Σαν να μού φαίνεται ότι κάτι μού λείπει», είπε.

          Κάποιος αχαρακτήριστος χαχάνισε στο βάθος, ως μη όφειλε. 

          «Χμ, χμ», είπε ο ευσπλαχνικός Ηρακλής. «Η αιδώς είναι για όσους μπορούν να την προκαλέσουν. Εσύ είσαι άφυλος τώρα, πράγμα που έχει και τα προτερήματά του. Μπορείς να κυκλοφορείς παντού γυμνός, χωρίς να σκανδαλίζεις κανένα. Κανέναν δεν πειράζεις, κανένα δεν φέρνεις σε αμηχανία.  Από μία άποψη, όσο κι αν σού φαίνεται περίεργο, σε ζηλεύω, είναι ωραίο να μην προκαλείς κανένα…»

           «Ναι, ναι», πλειοδότησε και η Ηώ, σαν να βρήκε σανίδα σωτηρίας στα λόγια του Ηρακλή. «Καλύτερα να σε λυπούνται παρά να σε φθονούν, αυτό είναι βασική αρχή της ανθρώπινης συμβίωσης και …»

          Στο σημείο αυτό ο Τιθωνός άρχισε να κλαίει γοερά κι έτσι αναγκάστηκαν όλοι να σταματήσουν για ένα διάστημα.

          «Επίσης», ξερόβηξε κάποτε πάλι ο Ποδαλείριος, «οφείλουμε να σημειώσουμε επιστημονικά και να παρατηρήσουμε αντικειμενικά ότι δεν έχεις ούτε πρωκτό. Τυχερέ, δεν θα χάνεις χρόνο με αφόδευση, καταρροή, σκούπισμα και όλα τα συναφή. Αυτό το χαρακτηριστικό πραγματικά σού επιδαψιλεύει τεράστιο πλεονέκτημα έναντι όλων των υπολοίπων ενδεών πλασμάτων. Δεν χρειάζεται ούτε να πίνεις, ούτε να τρως, για φαντάσου! Όμως δύνασαι, άμα θέλεις, να καταναλώνεις φαγητό και ποτό, άλλωστε οι Ολύμπιοι δεν θα μπορούσαν να στερήσουν από τον εαυτό τους την απόλαυση της ευωχίας και της μέθης. Όσες φορές το κάνεις αυτό, σταματά- αναστέλλει αυτόματα τη λειτουργία του ο ενσωματωμένος μέσα σου συσσωρευτής πρωτεΐνης και βιταμινών, που κατά τα άλλα εφοδιάζει τον οργανισμό σου με όλη την απαιτούμενη ενέργεια, ώστε να αξιοποιηθούν οι προσθήκες, οι πρόσθετες ύλες που έχεις προσλάβει. Ο συσσωρευτής ανακυκλώνει πλήρως όλα τα κατάλοιπα κατά τρόπο, ώστε ουδείς λόγος υφίσταται για κοιλιολυσία και αποπάτηση. Κατόπιν όλων αυτών πραγματικά πιστεύω ότι από την όλη δοσοληψία βγήκες κερδισμένος.  Δες το κι έτσι».    

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9:

ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ΤΙΦΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΡΓΩ…

          Η Ηώ βάδιζε νευρικά στα πατώματα του παλατιού.

          «Αυτό που έκαναν οι Ολύμπιοι θα μού το πληρώσουν. Η άψογος στάσις τελείωσε και αρχίζει η στάσις κατά της αρχής. Αρκετά ανεχτήκαμε αυτό το ετερόκλητο συνονθύλευμα των κακοποιητών ψευτοπαλικαράδων, των δυσαλγών περιώδυνων ψυχοπαθών, που ήρθε ξαφνικά από το εξωτερικό διάστημα με τους τεχνολογικούς του ρώπους[28] και τα περίεργα εξαρτήματα και απαίτησε γη και ύδωρ, αλλά και φύλλα δάφνης ως σύμβολο υποταγής από εμάς. Κουράστηκα να περιμένω από τους άλλους τιτάνες να μπουν στον πόλεμο, δεν μπορούμε πια να εξαρτάμε τη ζωή μας από το ρυθμό που δουλεύουν τα ναυπηγεία του Σείριου.»   

          «Ναι, αλλά τι μπορείς να κάνεις», απάντησε ο πρακτικός Ηρακλής. «Αυτοί έχουν τη μάχαιρα, αυτοί έχουν και τον υδροπέπονα».

          «Δεν φοβάμαι τα ενεργειακά τους όπλα. Ακτινοβόλα που κάνουν «ζαπ- ζαπ» έχουμε κι εμείς. Κι άμα στη μονομαχία τούς αποσπάσεις το όπλο, τάχα πολλαπλασιάζουν το μέγεθός τους για να σε τρομάξουν, κι όταν ούτε αυτό πιάσει, έχουν μετά χίλιους τρόπους να εξαφανίζονται, να διαλύονται στον αέρα και να αναλήπτονται στους ουρανούς για να μη σε αντιμετωπίσουν.» 

          «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά η τεχνολογική τους υπεροχή είναι γεγονός. Τα σκεύη που κουβαλούν πάνω τους είναι το λιγότερο, τα μεγάλα τους υπερόπλα βρίσκονται στον Άρη και στον όρος Όλυμπος. Φημολογείται ότι έχουν βάσεις και τους λοιπούς πλανήτες του ηλιακού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ισχυρότερό τους όπλο είναι οι αδιάτρητες, αδιαπέραστες διονύσιες σφαίρες, με τις οποίες περιβάλλουν όλους τους πλανήτες. Έτσι είμαστε απομονωμένοι και εγκλωβισμένοι χωρίς επικοινωνία με τους ομολόγους μας».

          «Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε. Σε τελευταία ανάλυση, αν κάτι γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους οι αρχαίοι ή ραχιαίοι, δηλαδή εμείς, είναι η Φυσική. Όσα μέσα ή εργαλεία διαθέτουν οι θεοί δεν στηρίζονται στη μαγεία, αλλά στην τεχνολογία τους, της οποίας όμως οι επιστημονικές αρχές δεν μάς είναι άγνωστες, απλώς δεν έχουμε τις δικές τους ανεξάντλητες πηγές και αντλίες, για να κατασκευάσουμε τέτοιες ενεργοβόρες εφαρμογές. Για την δόμηση των ουράνιων σφαιρών χρησιμοποιούν τη δύναμη της βαρύτητας. Στη βάση όλων είναι το γνωστό αξίωμα: Η ύλη λέει στο χωρόχρονο πώς θα καμπυλωθεί και ο χωρόχρονος λέει στην ύλη πώς θα κινηθεί. Η ύλη εξαπλώνεται στην κοίτη του χωρόχρονου ως ρευστότητα και ελαστικότητα, ως παχύρρευστο υγρό ή κολλώδης πολτώδης μάζα. Κι αυτός ο πολτός εκτείνεται, διαχέεται, στροβιλίζεται, πυκνώνεται, αγκυλώνεται. Τούτη η στρέβλωση είναι ακριβώς η βαρύτητα, χάρη στην οποία τα αντικείμενα έλκονται, απωθούνται ή περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες και τους απλανείς. Αλλά ανάμεσα σ’ αυτή την διακλαδούμενη στρέβλωση του χώρου υπάρχουν διάδρομοι, γωνιώδεις μεν και ελικοειδείς, αλλά διαπεραιωτικοί, αρκεί κανείς να τούς εντοπίσει.»  

          «Για να σε ωφελήσει όλη αυτή η υγιής κοσμοθεωρία, χρειάζεται να βρεις έμπειρο και δαιμόνιο πλοηγό και οδηγό επιπέδου των τιτάνων Κρείου και Κοίου και μόνο τότε θα μπορέσεις ίσως να βρεις κάποια σχισμή ή κάποια διέξοδο μεταξύ αλλεπάλληλων και διασταυρούμενων μεμβρανών, ώστε να αναπτύξεις ταχύτητα διαφυγής από τη βαρύτητα της Γης.  Αλλ΄ ακόμη κι αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, τι θα σού απέφερε;»  

          «Θα πήγαινα στον Άρη, στο όρος Όλυμπος κι εκεί θα έβρισκα την κρύπτη με τα μυθικά υπερόπλα τους. Γνωρίζεις, νομίζω, Ηρακλή, ότι πέρα από τις ουράνιες διονύσιες σφαίρες, όπου αυτά τα καθάρματα μάς έχουν εγκλωβίσει και περιορίσει, στο ανοιχτό εξωτερικό Σύμπαν, όπου ο δικός μας κόσμος εντάσσεται σαν απλή μπουρμπουλήθρα σε καυτή λάβα, διεξάγεται πόλεμος ατέλειωτος μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και του σκότους. Αντί λοιπόν  να αναλισκόμαστε σε αντιπαραθέσεις επιπέδου κλεφτοκοτάδων, σε μία μακρινή υποανάπτυκτη γωνία του γαλαξία, στην οποία κανείς δεν δίνει σημασία, κι όπου προφανώς και οι θεοί βρήκαν καταφύγιο και πεδίο εκμετάλλευσης μακριά από τις κύριες αντιπαραθέσεις και τα κεφαλαιώδη στοιχήματα των άπειρων διαστάσεων, να βρούμε τρόπο να συμμετάσχουμε στο μεγάλο πόλεμο, που εκτείνεται μέχρι τις εσχατιές του Σύμπαντος.»

          «Αλλά ακόμη κι εκεί, θα χρειαζόσουν να βρεις την απόλυτη διέξοδο από την περικλείουσα σφαίρα, που περιβάλλει ολόκληρο το ηλιακό σύστημα, τα όρια και τα θεμέλια της οποίας μάς είναι τελείως άγνωστα. Χώρια που θα έπρεπε πριν να έχεις ξετρυπώσει κάποια, ούτως ή άλλως άριστα φυλασσόμενα υπερόπλα, να έχεις εξουδετερώσει τους φύλακες, να έχεις βρει τρόπο να τα μεταφέρεις. Αλλά πριν απ’ όλα αυτά δεν μάς είπες πώς θα μπορέσεις να φτάσεις στον Άρη παρακάμπτοντας τη διονύσια σφαίρα της Γης. Επομένως ο όλος συλλογισμός σου στηρίζεται σε μη πραγματοποιήσιμες προκείμενες. Θα τράβαγε τα μαλλιά του ο Αριστοτέλης με σένα, άλκιμη και γενναία Ηώ».

          «Για οδηγό έχω τον Ίκαρο και για πλοηγό τον Δαίδαλο, που κατά ευτυχή συγκυρία, την οποία έχω την ετοιμότητα και την ανοικτότητα πνεύματος να εκμεταλλευτώ, έχτιζαν μέχρι τώρα τα τείχη του Λαομέδοντα για να τον προστατεύσουν από επιδρομείς και επίδοξους κατακτητές- τι ανέκδοτο! Βέβαια μετά την εύκολη και γρήγορη κατάκτηση της Τροίας από εσένα, το εν λόγω σχέδιο μάλλον καθίσταται περιττό. Προς το παρόν δεν έχουν ιδέα για τους σκοπούς μου, αλλά θα τούς ενημερώσω εγκαίρως και πιστεύω ότι θα τούς πείσω, διότι είναι εκ φύσεως φιλοπερίεργοι και λάτρες της περιπέτειας. Όσο για το τι θα κάνω άμα φτάσω στον Άρη, εκεί σκεφτόμουν ότι θα έχω εσένα στο πλευρό μου, τον μέγα παλαιστή Ηρακλή, που θα εξουδετερώσεις όλους τους φρουρούς με καίρια χειρουργικά χτυπήματα, όπως γίνεται στις ολογραφικές ταινίες».        

          Ο Ηρακλής σιώπησε για λίγο και στο τέλος είπε.

          «Δεν θέλω να σε απογοητεύσω, γιατί σε εκτιμώ ως τρανή πολεμίστρια και ξέρω ότι έχεις καρδιά αγωνιστή, αλλά τα διαστημικά ταξίδια δεν είναι ο δρόμος που μού ταιριάζει. Έχω πολλά συμφέροντα και εκκρεμείς υποθέσεις εδώ στη Γη, που απαιτούν επιμέλεια και επιτήρηση. Νομίζω ότι δικαιούσαι να σού μιλήσω ειλικρινά. Δεν είμαι τόσο ανιδιοτελής, στην υπηρεσία του αθλητισμού και του πολιτισμού, όπως εσύ. Όπως ξέρεις έχασα τον Ύλα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στην Αργοναυτική εκστρατεία και αναγκάστηκα να παρατήσω το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παράλληλα όμως έτρεχα μία σχέση με την Ησιόνη, την κόρη αυτού του χαζού πρώην βασιλιά Λαομέδοντα, τον οποίο διαδέχθηκα τόσο εύκολα με το μη εξουσιοδοτημένο άνοιγμα μίας θύρας. Η καημένη έχει προβλήματα, διότι δέχεται και υφίσταται εκφοβισμό από τον Ποσειδώνα, που τής στέλνει με υπνωτιστική τεχνική νυκτερινούς εφιάλτες και φαντασιακά τέρατα, προσπαθώντας ίσως μ’ αυτόν τον αδέξιο, ανορθόδοξο και εξουσιαστικό τρόπο να την κερδίσει. Πέφτει λοιπόν σε μένα ο κλήρος να την υπερασπιστώ. Αλλά, χα- χα, χε -χε… μη με παρεξηγήσεις δεν είναι η μόνη σκορδόπιστη που έχω, καταλαβαίνεις, ημίθεοι είμαστε με αυξημένες ανάγκες και ο ουρανός έχει άπειρα λαμπερά άστρα, ώστε είναι δυσχερές να αγαπήσεις μόνο ένα από αυτά…  Υπάρχει και η Άλκηστη, που έκανε τη βλακεία να θυσιαστεί αντί του συζύγου της Άδμητου και να καταλήξει στον Άδη, έλεος, με πιάνει ίλιγγος, όταν σκέφτομαι τι είναι σε θέση να κάνουν οι γυναίκες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Έχω βάλει σκοπό να την ανακτήσω από την επικράτεια του Άδη. Βλέπεις λοιπόν ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις που απαιτούν την προσοχή μου εδώ στη Γη. Εδώ στη Γη είναι η μοίρα μου, ίσως να προορίζομαι μόνο για χαμηλές πτήσεις, δεν ξέρω. Ενδεχομένως η ωμή, πρωτογενής δύναμη δεν είναι για παραπάνω, μάλλον χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό πιο εξευμενισμένο, πιο κατεργασμένο για την άνοδο και την ανέλιξη στις ανώτερες σφαίρες και διαστάσεις του διαστήματος.»     

          Η Ηώ κοίταξε τον Ηρακλή για πρώτη φορά με κάποιο οίκτο. Για δες, σκέφτηκε ακόμη κι αυτός, ένας άντρακλας μέχρι εκεί πάνω, ο πιο δυνατός άνθρωπος, ένας τέτοιος μεγάλος γίγαντας πιο ισχυρός κι απ’ τους γίγαντες και έχει παρ’ όλ’ αυτά τα θέματά του. Ποιος να περίμενε ότι ακόμη κι οι πιο προικισμένοι σ’ ένα τομέα τουλάχιστον, που αξιοποιώντας τα ταλέντα τους μπορούν εύκολα να αναδειχθούν, παρουσιάζουν κι αυτοί προβλήματα. 

          Ο Ηρακλής κατάλαβε ότι ίσως και με δική του ευθύνη είχε πέσει πολύ στην υπόληψη της Ηούς και προσπάθησε προχείρως να περισώσει ό,τι μπορούσε από την εικόνα του.

         «Αν σε απογοητεύω, λυπάμαι. Ξέρεις ότι η γενναιότητα δεν μού λείπει, τι να κάνω τώρα να επικαλεστώ τους δώδεκα άθλους μου; Όμως αυτή είναι η αλήθεια, ότι δηλαδή η επικείμενη Τιτανομαχία δεν με αφορά και πολύ. Εκτός από τις μάχες και τους σκοτωμούς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να ωφελήσει κανείς την ανθρωπότητα, αγαπητή μου γυναίκα – πολέμαρχε. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό και σχηματίζεις κακή εντύπωση για μένα, ας είναι! Δεν θα χάσω τον ύπνο μου ή τέλος πάντων πολύ ύπνο γι’ αυτό.»

          «Εγώ, εγώ, αφέντρα, θα σ’ ακολουθήσω. Θα τα βάλουμε οι δυο μας με τους θεούς και θα τούς τιμωρήσουμε».

Από ποιον εκπορεύτηκε αυτή η ψήφος εμπιστοσύνης, αυτή η φωνή θάρρους; Πολύ απλό. Εκείνη τη στιγμή εντελώς απροσδόκητα και αναπάντεχα, διακριτικά και αθόρυβα, είχε μπει στην αίθουσα ο Τιθωνός με την καμπούρα του, τη σπασμένη μέση, το ένα χέρι περίπου κανονικό, το άλλο σαν δαγκάνα, το ένα γόνατο πρησμένο, το άλλο λυγισμένο, χωρίς όμως μπαστούνι η μαγκούρα χάρη σε κάποιο επίμονο πείσμα, σχετικό ίσως με αξιοπρέπεια. 

Η Ηώ μόλις και μετά βίας μπόρεσε να συγκρατήσει ή μάλλον να πνίξει την εσχάτη στιγμή ένα ξέσπασμα γέλιου, που απειλούσε να γελοιοποιήσει τελειωτικά τον άτυχο πρώην εραστή της, να ποδοπατήσει και τα τελευταία ίχνη αυτοεκτίμησης, που ενδεχομένως τού απέμεναν.      

          «Εσύ Τιθωνέ; Τιθωνέ μου, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε πια, έχεις περάσει πολλά. Καλύτερα να πας σε μία εξοχική έπαυλη, σε κάποιο οίκο ευεξίας ή ένα θεραπευτήριο μέσα στο δάσος, για να συνέλθεις. Κι ίσως όταν γυρίσω από την αποστολή μου, να σού φέρω τα μέσα που χρειάζονται για να ξαναγίνεις όπως πριν.»

           «Ηώ, μην ξεχνάς ότι τώρα είμαι αθάνατος και η αθανασία απαιτεί συνεχή απασχόληση του σώματος και συγκέντρωση του πνεύματος. Το να συρθώ σε μια γωνιά ή μια τρύπα και να κάθομαι να περιμένω σίγουρα δεν ενδείκνυται στην περίπτωσή μου. Άφησέ με να έλθω μαζί σου και θα δεις ίσως για πρώτη φορά για πόσα πράγματα είμαι ικανός.»     

          «Αθάνατος; Μα τι αθάνατος, είσαι μεν τώρα πια αυτό-τροφοδοτούμενος με ενέργεια σαν “αεικίνητον”, αλλά υπόκεισαι στις εκρηκτικές, διαβρωτικές, πιεστικές, τοξικές, ωθητικές και κρουστικές επιδράσεις του περιβάλλοντος. Τι θα γίνει αν κάποιος σε τρυπήσει, σε πατήσει, σε πλακώσει, σε ανατινάξει, σού κόψει το κεφάλι ή σού ρίξει οξύ; Εδώ βλέπεις ότι μέχρι και οι θεοί του Ολύμπου, που είναι αθάνατοι και μάλιστα …ε… χωρίς παρενέργειες, τρέμουν κι αυτοί τις αναμετρήσεις, διότι ενέχουν το στοιχείο του απρόβλεπτου.»    

          «Άσε με να το κάνω αυτό, αφέντρα, να το κάνω για τον εαυτό μου. Δεν θέλω να αραδιάζω επιχειρήματα για κάτι, που μού φαίνεται αυτονόητο. Κι αν έχω κάποια πράγματα να αποδείξω στον εαυτό μου, αυτό δεν είναι κακό». 

          «Είναι κακό για μία αποστολή. Δεν έχεις καθαρό μυαλό, Τιθωνέ, είσαι πολύ βαθιά επηρεασμένος συναισθηματικά μετά από αυτό που σού έκαναν και υπάρχει η πιθανότητα να βλάψεις την υπόθεσή μας».

          «Αποκλείεται να μην έλθω μαζί, μόνο δια της βίας μπορείς να με σταματήσεις. Αλλ’ ακόμη και τότε, θα βρω κάποιο άλλο πλοίο και θα σε ακολουθήσω».

          «Μάλιστα, είπε ο Ηρακλής. «Σαν να μού φαίνεται ότι ο ανθρωπάκος αυτός μάς δίνει μαθήματα ανδρείας σήμερα. Και μια και νοιώθω μόλις τώρα την ανάγκη να κατουρήσω, δραστηριότητα που θα λάβει χώρα μέσω του γνωστού πορώδους εργαλείου, ίσως είναι μία αφορμή να σκεφτούμε ότι ο ανδρισμός δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο όργανο, αλλά με τη γενναιότητα της ψυχής. Σήμερα, Τιθωνέ, με το θάρρος σου αποδεικνύεις ότι η ανδρεία είναι μία έννοια που αξίζει να τιμάται διαχρονικά από την ανθρωπότητα, ακόμα και σε εποχές, που θα νομίζουν ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι να διεκδικεί! Χάρηκα που σε γνώρισα, μικρέ ανθρωπάκο!»

          Αυτά είπε ο Ηρακλής και αποχώρησε.    

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10:

ΔΕΙΝΟΠΤΕΡΥΓΟΣ

          Ο Δεινοπτέρυγος ήταν διαστημικό σκάφος, που το είχε κατασκευάσει ο Ίκαρος με τα ίδια του τα χέρια χωρίς τον μηχανικό εξοπλισμό των εργοστασίων μαζικής παραγωγής. Γι’ αυτό δεν είχε τις άπειρες δυνατότητες, που διέθεταν τα υπερσύγχρονα σκάφη των θεών και των τιτάνων. Δεν έπαυε όμως να είναι ένα διαστημόπλοιο, που είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει την απαιτούμενη ταχύτητα διαφυγής από τη Γη, δηλαδή 11,2 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο, και αυτό ήταν εν προκειμένω το ουσιώδες.

          Η κινητική προωθητική του δύναμη βασιζόταν σε αλλεπάλληλες εκρήξεις των πυραύλων του, που το εκσφενδόνιζαν στο χώρο σαν βλήμα καταπέλτη. Μπορούσε να επιταχύνει μέχρι η μάζα του των δεκαπέντε χιλιάδων τόννων να εγγίξει την ταχύτητα των επτακοσίων χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο. Στα αποθηκευτικά καταστρώματα για τις μονάδες προώθησης, καλογυαλισμένες και καλολαδωμένες αλυσίδες μετακυλούν και βολές από τροχούς διακώλυσης απελευθερώνουν βόμβες σαρανταπέντε χιλιοτόννων μεγέθους κουτιού αναψυκτικού στις προβλεπόμενες τσουλήθρες, οι οποίες καταλήγουν στους κινητήρες της πλάκας άπωσης. Όταν το ταξίδι δρομολογηθεί για τα καλά, κάθε εικοσιπέντε δευτερόλεπτα απορρίπτεται και μία βόμβα, που εκρήγνυται εξακόσια μέτρα πίσω από τον Δεινοπτέρυγο. Σε κάθε εκτόξευση ενεργειακής μονάδας το στόμιο και το χείλος του εκτοξευτήρα ραίνεται με αντιοξειδωτικό λάδι κατά της τριβής και με το ίδιο λάδι αλείφεται και η πλάκα άπωσης μετά από την εκάστοτε έκρηξη.  Η βαριά πλάκα ανασύρεται στους απορροφητήρες κραδασμών του πλοίου και επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης με τη βοήθεια τεράστιων εμβόλων, όπου περιμένει την επόμενη έκρηξη πλάσματος. Λίγο μετά την απογείωση, ο Δεινοπτέρυγος ανέπτυξε ταχύτητα μίας και ημισείας βαρύτητας, αλλά, όπως ήδη είπαμε, με διαρκή αυξητική τάση. Ο Ίκαρος ως πλοίαρχος του Δεινοπτέρυγου είχε πάρει μαζί στο ταξίδι την Ηώ, τον Τιθωνό, τον πατέρα του Δαίδαλο και ένα μηχανικό βοηθό τύπου «Εχέδωρος», που ήταν ένα ανθρωπόμορφο ανδροειδές ήπιων τόνων σε αντίθεση με τους σιδερόφραχτους τρομαχτικούς Τάλω. Τον αποκαλούσε «Εχέδωρο», αλλά πολλές φορές και «λύχνον», δεδομένου ότι από τους διαλόγους μαζί του αποκόμιζε πολλές φαεινές ιδέες, πολύτιμες για το δίδυμο των εφευρετών μας. Είπε λοιπόν ο Ίκαρος στο ρομπότ:

             «Εχέδωρε, σε παρακαλώ μην υπερβαίνεις τις δύο βαρύτητες το πολύ, διότι μη ξεχνάς ότι μεταφέρεις ανθρώπινο φορτίο και είναι κρίμα να γίνουμε από τη μια στιγμή στην άλλη μαρμελάδα σμέουρου».

          Ο Δεινοπτέρυγος ελίχθηκε δυναμικά και ιδανικά ανάμεσα στις μεμβράνες της βαρύτητας. Με μεγάλη συμβολή της Ηούς, που είχε σπουδάσει στο πλευρό του μαθηματικού Υπερίωνα του Ατλάντα, μπόρεσε με πολύπλοκους υπολογισμούς να υπερφαλαγγίσει την κρυστάλλινη «διονύσεια» σφαίρα που κάλυπτε τη Γη. Πώς το κατάφερε αυτό; Όπως καταφέρνει ένα κουνούπι να συρθεί ανάμεσα στις επικλινείς γρίλιες ή τις περσίδες ενός συσπαστού παραθυρόφυλλου, πιέζοντας πρώτα το ένα του ισχνό φτερό σαν ριζόχαρτο να περάσει ανάμεσα στα σανιδωτά φύλλα και μετά κάνοντας το ίδιο και με το άλλο φτερό με μια μεθοδικότητα, ευρηματικότητα, επιμονή και προσαρμοστικότητα, που δεν θα περίμενε κανείς από το μικρό του εγκέφαλο. Μόνο που όλο αυτό το σκηνικό, αναγνώστη, να το εννοήσεις στη διαστημική εποχή, τηρουμένων των αναλογιών και μεταβαλλομένων των μεταβλητών, ως αποτέλεσμα επακριβών και απαιτητικών μαθηματικών υπολογισμών.

          Ο Εχέδωρος πάει μπρος πίσω από το πιλοτήριο στο μηχανοστάσιο και τούμπαλιν. Έχει το πλεονέκτημα της τεχνητής νοημοσύνης έναντι του ανθρώπου, ότι έχει δύναμη, ταχύτητα και εξωπραγματική αντοχή. Τού λείπει όμως η εμπειρία. Δεν έχει ποτέ πονέσει, ταπεινωθεί, εξευτελιστεί, δεν έχει υποστεί βάσανα, δεν έχει συμβιβαστεί με καταστάσεις, άρα δεν είναι συναισθανόμενο υποκείμενο. Δεν έχει υποσυνείδητο, άρα δεν μπορεί να αντλήσει δεδομένα από ένα βασικό υπόβαθρο και να κάνει συνειρμούς.

Ο Εχέδωρος ελέγχει τους μετρητές πίεσης και διοχέτευσης λιπαντικού ελαίου, τη στάθμη της τριβής και του ψυκτικού. Λόγω των ατομικών βομβών που σκάνε κάθε μισό λεπτό στα οπίσθια του σκάφους, υπάρχει μεγάλη ανάγκη για λίπανση, ώστε να μην ξεραθούν οι τροχίσκοι. Γι’ αυτό στο κύτος του Δεινοπτέρυγου υπήρχαν δεξαμενές ελαίου, ικανές να «γρασάρουν» ολόκληρο υποβρύχιο, άρα και … υπερβρύχιο! Από την άλλη, το μηχανοστάσιο με τους αμέτρητους σωλήνες, μετρητές, παλινδρομικά έμβολα και ασφαλιστικές δικλείδες έμοιαζε με ατμόπλοιο άλλων πρωτόγονων εποχών.

          Μία άλλη σημαντική οδηγία του Ίκαρου προς τον Εχέδωρο ήταν η εξής:

          «Εχέδωρε, καλό μου λύχνον, αυτή την εποχή ο Κόκκινος πλανήτης Άρης είναι στην άλλη πλευρά της ελλειπτικής, άρα η μόνη λύση που έχουμε είναι να πλησιάσουμε και να ιππεύσουμε τον ήλιο, αν δεν θέλουμε να γίνουμε αρχαίοι μέχρι να φτάσουμε. Αν πετάξουμε ξυστά από τον κεντρικό αστέρα, αν μπουσουλήσουμε σαν μωρά σύριζα κάτω από τις ηλιακές κηλίδες και τις γλώσσες φωτιάς, αν τολμήσουμε να κινηθούμε σχεδόν σε εφαπτομένη προς τη φωτόσφαιρα…»

         «Ίκαρε, σε έχω εκπαιδεύσει να είσαι ακριβής επιστήμονας, ακόμη κι όταν η απόλυτη ακρίβεια δεν έχει τόσο σημασία», παρενέβη ο Δαίδαλος. Από μικρό σε δίδαξα τα ρητά του Ευριπίδη ότι “Νεανίαν άνδρα χρη τολμείν αεί – ουδείς γαρ ων ράθυμος ευκλεής ανήρ, αλλ’ οι πόνοι τίκτουσιν την ευδοξίαν”[29] και «Ουκ αν δύναιο μη καμών ευδαιμονείν, αισχρόν τε μοχθείν μη θέλειν νεανίαν”[30]. Αλλ’ όταν μιλάμε για επιμέλεια, εννοούμε να μην εμφανίζεσαι οκνηρός ούτε και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Εφόσον έχεις μπροστά σου και ανθρώπους μη ειδικούς, μη λες έτσι επιπόλαια ότι θα “κινηθούμε σχεδόν σε εφαπτομένη προς τη φωτόσφαιρα”. Να εξηγήσεις και να εκλαϊκεύσεις στους παρόντες το επιστημονικό παράδοξο ότι για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο η κορώνα του ήλιου έχει θερμοκρασία ΑΜ βαθμούς, όπου εν προκειμένω δεν εννοούμε αστρονομική μονάδα, αλλά δέκα εκατομμύρια βαθμούς, περίπου δηλαδή όσους βαθμούς έχει και ο πυρήνας του άστρου, αυτός ο θηριώδης πυρηνικός αντιδραστήρας. Η σωστή τακτική λοιπόν για να εκμεταλλευτεί κανείς τη συντόμευση της πορείας διαμέσου του ήλιου είναι να τρυπήσει γρήγορα την εξωτερική άλω και να διαβεί από τα μονοπάτια της φωτόσφαιρας και χρωμόσφαιρας, όπου η θερμοκρασία πέφτει αισθητά στους έξι έως τέσσερις χιλιάδες βαθμούς».

          «Πάτερ, ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω τα λεγόμενά σου, εσένα ενός παλαίμαχου των διαδρομών; Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα και με ταχύτητα το πολύ δύο βαρυτήτων αναμένεται να φτάσουμε στον Άρη σε τριάντα τρεις ημέρες, αν όλα κυλήσουν σύμφωνα με τα σχέδιά μας.»

«Από την άλλη εγώ», είπε η εγωίστρια Ηώ, σχετιζόμενη ίσως με το σημερινό ιταλικό «ίο», «αναλαμβάνω να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα, δηλαδή να συντηρήσω το υποβρύχιο “Δεινόπλευστος”, που έχετε στα υπόστεγα του διαστημόπλοιου, αφού μ’ αυτό θα επιχειρήσουμε κατάβαση στους διαύλους του Άρη. Ειδικότερα ελέγχω το πηδάλιο και τα λοιπά στοιχεία πλοήγησης, αλλά κυρίως τις εξωτερικές συνδετικές ράβδους και τις τομές, ώστε το κύτος του σκάφους να ταιριάζει με το πορθμείο του καταπέλτη, που θα μεταφέρει τον Δεινόπλευστο στην επιφάνεια του Άρη.»

      «Αυτό, που σίγουρα μάς βολεύει», ανέλαβε το νήμα της συζήτησης ο Τιθωνός, «είναι τόσο η ατμόσφαιρα που έχει ο Κόκκινος πλανήτης όσο και ο συντονισμός της διάρκειας των ημερών του με εκείνον της Γης. Πρόκειται για πολύ εξεζητημένα επιτεύγματα των Ολύμπιων, προκειμένου να διευκολύνουν την παραμονή τους στο εδώ Σύμπαν, τα οποία πολύ φοβούμαι ότι θα εξαλειφθούν, όταν εκείνοι αποχωρήσουν, ακριβώς όπως έγινε και με το θάλαμο αναζωογόνησης που στρέβλωσε εμένα.»

          «Και το συναρπαστικό είναι», πήρε τη σκυτάλη ο Δαίδαλος, «ότι δεν μιλάμε για μαγεία, αλλά για σκληροπυρηνική επιστήμη. Ο Δίας επιστράτευσε αστεροειδείς, για να λιώσει τους παγωμένους πόλους και να απελευθερώσει το διοξείδιο του άνθρακα. Περαιτέρω αστεροειδείς εκπυροβολήθηκαν προς την κατεύθυνση των μεγάλων υπόγειων δεξαμενών παγωμένου ύδατος και διατρύπησαν τα επικαύματα, τα επίσκληρα, τα επίπαγα, τα λέπυρα και τα φλογώματα[31] του Άρη, για να ρεύσει μετά από εκατομμύρια χρόνια και πάλι διοξείδιο του άνθρακα στην επιφάνεια, κατέστη δε δυνατό να σπαρθούν βρύα, λειχήνες και να γεννηθούν ίουλοι- σκώληκες της βροχής, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για ευρύτερες καλλιέργειες. Όλα τούτα έγιναν εφικτά, αφού εγκατεστημένα θερμοπυρηνικά εργοστάσια προς παραγωγή οξυγόνου και αζώτου πύκνωσαν την ατμόσφαιρα του Άρη στη δέκατη δύναμη.»

          «Καλά τα λες, τέκτων Δαίδαλε», είπε ο Τιθωνός, «αλλά, αν σκεφτεί κανείς ότι πριν από μερικά χρόνια, σύμφωνα με τα δεδομένα αστρονομικών φωτογραφιών, ο Κόκκινος πλανήτης ήταν ανάερος, παγωμένος και άζωος, ενώ τώρα έχει εφοδιαστεί με ατμόσφαιρα, έχει θερμανθεί και βρίθει από ζωή, ίσως θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικούς θεούς, πανίσχυρους, παντοδύναμους. Τρανό παράδειγμα ο συντονισμός διάρκειας της ημέρας μεταξύ Γης και Άρη. Γνωστό είναι ότι η Γη ενεργεί περιφορά γύρω από τον άξονά της σε είκοσι τρεις ώρες και πενήντα έξι λεπτά, ενώ ο Άρης σε είκοσι τέσσερις ώρες και τριάντα επτά λεπτά. Μικρή διαφορά, που όμως αθροιζόμενη με το πέρασμα του χρόνου, θα διατάραζε το ωράριο απασχόλησης των θεών, που διακτινίζονται διαρκώς μεταξύ των δύο πλανητών. Γι’ αυτό και συγχρόνισαν με κάποιο τρόπο τις ημέρες! Ποιος μπορεί λοιπόν να αμφιβάλλει για τη θεϊκή τους δύναμη;»

          Σιώπησε για λίγο ο Τιθωνός, ενώ η επιρροή των λόγων του καταστάλαζε αργά στη συντροφιά.

          «Βέβαια, ας μη κλαιγόμαστε», συνέχισε. «Αυτά τα ξέραμε από την αρχή. Όποια κι αν είναι αυτά τα πλάσματα, είτε προέρχονται από άλλο Σύμπαν, είτε από άλλη διάσταση, έχουν αποδείξει περίτρανα ότι ελέγχουν την μικροποσοτική δομή του Σύμπαντος και παίζουν παιχνίδια μ’ αυτήν. Αυτοί οι απίθανοι τύποι έχουν και ασύλληπτους πόρους, άλλωστε και το “ημπορώ” προέρχεται από το “ευπορώ”. Εδώ δύνανται χωρίς πρόβλημα να μετακινούν πλανήτες, να αλλάζουν τις τροχιές και τα πεδία βαρύτητας. Επικαλούμαι όμως στο σημείο αυτό το ρητό του Παρμενίδη “ου γάρ μήποτε τούτο δαμήι είναι μη εόντα: αλλά σύ τήσδ’ αφ’ οδού διζήσιος είργε νόημα”[32]. Άρα λοιπόν δεν θα διεκτραγωδήσω την κατάστασή μας και δεν θα αναρωτηθώ τι γυρεύει ένα σκάφος σαν τον Δεινοπτέρυγο  με αστεία ταχύτητα μόλις εκατόν ογδόντα χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο  και έχει το θράσος να κινείται εναντίον των θεών -τεράτων; Επίσης θα παραλείψω και δεν θα αναφέρω ότι ενόψει της κραταιάς γνώσης περί της συμπαντικής δομής και των συμπαντικών διαδρομών, την οποία κατέχει ο εχθρός, τα ενδεή και δυστυχή όπλα αυτού του σκάφους τού φαίνονται απλές οδοντόπαστες.»             

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο:

          Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ

          Η Ηώ διενεργούσε ελαφρό τρέξιμο στους διαδρόμους του Δεινοπτέρυγου. Επειδή το σκάφος είχε κυκλική δομή, έμοιαζε με ένα ινδικό χοιρίδιο, υδρόχοιρο ή ταχυδυναμικό τρωκτικό που τρέχει σε περιστρεφόμενο τροχό – κυλιόμενο διάδρομο παραμένοντας συνεχώς στην ίδια θέση. Μα συγχρόνως η Ηώ με τις σχηματοποιημένες μυώδεις γάμπες πρόσεχε να παρακάμπτει τα εγκατεσπαρμένα στους διαδρόμους απλοϊκά ρομπότ, να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες χωρίς να σκοντάψει ή να τσακιστεί και να αποφεύγει τους ανελκυστήρες και τα άλλα αγνώστου ταυτότητας αντικείμενα, που έβρισκε στο διάβα της, συντηρώντας τον εαυτό της για μία μελλοντική, αποφασιστική μάχη.  

          «Δία, είμαι Τιτανίδα και δεν σε φοβάμαι», μονολογούσε. «Από νωρίς σού έδειξα ανυπακοή, αρνήθηκα την προστασία σου και διατράνωσα ενώπιόν σου την ανεξαρτησία μου, διότι μού αρκεί το ρητό του Ισοκράτη ότι “δει τον χρηστόν και αγαθόν άνδρα – και γυναίκα- των με προγεγεννημένων μεμνήσθαι, τα δε ενεστώτα πράττειν, περί μεν των μελλόντων φυλάττεσθαι” και συνεπώς ότι δεν σε χρειάζομαι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για μένα είναι να μού δώσεις την ευκαιρία να κλείσω τη ζωή μου και τη σταδιοδρομία μου, όπως μού αξίζει, δηλαδή πολεμώντας εναντίον σου! Δώσε μου την ευκαιρία να πεθάνω στη μάχη, όπου κι αν προτιμάς να συμβεί αυτό, σε γη, θάλασσα ή αέρα. Σε καλώ να μού πραγματοποιήσεις αυτή την τελευταία επιθυμία και σε αντάλλαγμα, αν είσαι πραγματικός θεός, σού παραχωρώ τη ψυχή μου να την πάρεις ιδιοκτησία σου στον Άδη!»

          Βέβαια, ως συνήθως οι θεοί δεν απάντησαν, κανένας ήχος, κανένας αντίλαλος. Μόνο ο βόμβος των μηχανισμών άμβλυνσης αδράνειας, που καθιστούσαν δυνατό το τρέξιμο υπό συνθήκες δύο βαρυτήτων. Η Ηώ, η κόρη του Υπερίωνα και της Θείας, αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης – και θα ζητούσε βεβαίως την εύνοια του αδελφού της, αρμόδιου για τη λειτουργία του κεντρικού αστέρα, κατά τη ριψοκίνδυνη διάβασή τους- έσφιξε τις γροθιές της και δάγκωσε την ίδια της τη γλώσσα για να κατευνάσει το θυμό της και συνέχισε την καταδρομή της ανάμεσα στους μεταλλικούς δίαυλους του Δεινοπτέρυγου, που ταξίδευε την κοσμική μαύρη θάλασσα, έναν άλλον Ελλήσποντο.

          Αυτός ο μεταλλικός τάφος ήταν αχανής, ένας λαβύρινθος απ’ αυτούς που έφτιαχνε εύκολα ο Δαίδαλος, εκτεινόταν όμως και κάθετα προς την διεύθυνση του υψούν. Πού και πού στη διάρκεια της κυκλικής διαδρομής Ηώ είχε την ευκαιρία να συναντήσει διαφανείς επιφάνειες, απ’ όπου έβλεπε μεγαλύτερους χώρους, διαδρόμους προσνήωσης και απονήωσης ή αποθήκες εμπορευμάτων, αλλά πουθενά δεν έβρισκε φινιστρίνια- διαύγια ή φεγγίτες, όπως τα έλεγαν τότε- για να αντικρίσει το στερέωμα με τα άστρα, που ήσαν τόσο άπιαστα, ώστε η τιτανική λογική έλεγε ότι επιστημολογικά δεν είχαν καμία σημασία, ήσαν απλό φόντο, ένας περικλείων μυχός σαν σκηνικό, ένα αδιάφορο νοηματικά βάθος. Τα διαύγια δεν ήσαν στον κεντρικό διάδρομο, αλλά στο εξωτερικό κέλυφος σαν πομφόλυγες από διαφανή ύαλο, και επέτρεπαν μία περιορισμένη οπτική αίσθηση του εξωτερικού διαστήματος, αφού έτσι κι αλλιώς οι αισθητήρες ήσαν τα πραγματικά μάτια του διαστημόπλοιου. Καμιά φορά τ’ αστέρια στροβιλίζονται και χορεύουν κυκλοτερείς χορούς σαν να είναι μεθυσμένα. Τι σκέψη κι αυτή, γέλασε η Ηώ. Στάθηκε στην κούρσα της να πάρει μια ανάσα. Γρονθοκόπησε με τις γροθιές της τον μεταλλικό τοίχο μέχρι να ματώσουν  οι κάλοι και οι χόνδροι των δακτύλων, αλλά η επίθεσή της δεν άφησε ούτε ίχνος, ούτε ξύσιμο στο μέταλλο. Η στροφή προς το σκληρό τυλώδες μέταλλο, που έκαναν οι Δωριείς, ήταν δυστυχώς το πρώτο βήμα για να ξεφύγει η διοίκηση των πραγμάτων από τα χέρια του ανθρώπου, διότι είναι ασύμβατο με τη μαλακότητά του, γι’ αυτό και ο οργανισμός μας ανέχεται και αφομοιώνει μόνο ιχνοστοιχεία μετάλλου.

          Η πολεμίστρια κούνησε το κεφάλι της προβληματισμένη. Έτσι όπως γίνονταν οι πόλεμοι στην εποχή των Ολύμπιων θεών, δεν είχαν καμία τιμή. Όταν οι θεοί μπορούσαν να κινητοποιήσουν μηχανικούς Τάλω, ακανθώδη τεχνητά όντα, ψηλά, τερατώδη με ενσωματωμένα οπλοπολυβόλα, προσαρμοσμένες και βιδωμένες λεπίδες και ξιφολόγχες, θώρακα από χάλυβα, πώς θα μπορούσε να διακριθεί η ηθική δύναμη στο πεδίο της μάχης; Όταν οι θεοί μπορούσαν να εκτοξεύουν πυραύλους εδάφους- αέρος, εδάφους – εδάφους ή αέρος- αέρος και να πλήττουν από μακριά οποιονδήποτε στόχο και να σκοτώνουν αμάχους, τι είδους πόλεμος είναι αυτός;

          «Αυτό δεν είναι πόλεμος, είναι σφαγή αιγοπροβάτων και βοοειδών», αναφώνησε η Τιτανίδα. «Ακόμα και ο πόλεμος έχει τους κανόνες του και την ηθική του. Αν θέλετε να κυβερνάτε και να εξουσιάζετε, θεοί, φορέστε την πανοπλία σας κι ελάτε να μάς αντιμετωπίσετε. Όχι έτσι, όχι με μεσολαβητές και αντιπροσώπους, όχι μέσω τρίτων».          

          Με νοσταλγία η Ηώ θυμήθηκε μία εποχή πριν από τους βαλλιστικούς πυραύλους, όπου η ανδρεία μετρούσε και η μάχη γινόταν εκ του συστάδην, όπου το πρόσωπο του εχθρού ήταν ορατό και μαρτυρούσε μέσα από τις συσπάσεις του επισκύνιου[33], αν πίστευε στον λόγο για τον οποίο πολεμούσε ή αν είχε στρατολογηθεί δίκην αγέλης. Θυμόταν η Ηώ, όταν ήταν μικρή, πώς ασκούνταν στα όπλα, πώς μάθαινε προοδευτικά και μέσα από πολλούς κόπους και πολλές αγγαρείες τα είδη του οπλισμού, τα χαρακτηριστικά τους, τη λειτουργία τους και στο τέλος τα χειριζόταν, όπως ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί τα σύνεργά του. Τότε, πριν απ’ αυτή την αναθεματισμένη βαλλιστική τεχνική, ο πόλεμος ήταν υψηλή τέχνη και τα όπλα ήσαν κομψά, εργονομικά, ελαφριά στη χούφτα ή φούχτα, μισό χιλιόγραμμο στην παλάμη, καλλιτεχνικά, και όχι βαριά, καθόλου αδροκαμωμένα, πριονωτά, φαύλα, μοχθηρά, ξεκοιλιαστικά, κονιορτοποιητικά, δυσβάστακτα, δυσκίνητα, πρεμνώδη, αμβλέα. Κατήγαγαν στον αντίπαλο μόνο την απαραίτητη για την εκάστοτε στρατιωτική επιχείρηση χειρουργική πληγή και, αν ήταν απολύτως αναγκαίο, τού χάριζαν γρήγορο, ευσπλαχνικό και τιμητικό θάνατο.

          Σε ποιο να μιλήσει η Ηώ για να διασκεδάσει την ανία του ταξιδιού; Το δίδυμο Ικαρο – Δαίδαλος είχε κλειστή αντίληψη περί οικογένειας και είχαν μεταξύ τους ένα αύταρκες σύστημα, που δεν χρειαζόταν κανέναν άλλον παρείσακτο. Ο Τιθωνός από την άλλη είχε απομονωθεί στον εαυτό του μετά το ατύχημα που τον παραμόρφωσε, έγλειφε τις πληγές του, επικαλούνταν ότι δεν ήταν δυνατό να αντέξει την επιτάχυνση των δυο βαρυτήτων παρά την άμβλυνση της αδράνειας – δεν με ενδιαφέρει τι λέτε, εγώ πονάω – έλεγε κι έμενε τις περισσότερες ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του.

          Η Ηώ δεν μπορούσε καν να φανταστεί το εσωτερικό δράμα του φίλου της. Το χειρότερο ήταν ότι με αυτή την καταραμένη επέμβαση, για την οποία η ίδια αισθανόταν αμείλικτες τύψεις και μεγάλη ενοχή, αφού την είχε συστήσει και συμβουλέψει, ο Τιθωνός είχε χάσει και τον (όποιο) ανδρισμό του, τουλάχιστον όσο αφορούσε τον σηραγγώδη σωλήνα του πέους και την πορώδη ουρήθρα. Αλλά δεν έφταιγε ούτε η Τιτανίδα, γιατί η ανασφάλεια του Τιθωνού ήταν πάντα τόσο ακραία, ώστε χρειαζόταν μία επίδραση ενός φαρμάκου, έστω και νομιζόμενου, έστω και εικονικού, ώστε να αποκτήσει για πρώτη φορά αυτοπεποίθηση και να έλθει στα ίσα του. Δυστυχώς το πράγμα στράβωσε και ο Τιθωνός, πληρώνοντας τη μοχθηρία κάποιων, έγινε μέτοχος μίας ακούσιας φθαρτικής αθανασίας -αθανασία, για φαντάσου!- χάνοντας ταυτόχρονα όλα τα κίνητρα, που κάνουν τη ζωή ελκυστική. Παραμορφώθηκε, ταπεινώθηκε, τα προσόντα που τού έμειναν, ήσαν κατάλληλα μόνο για να κάνει το γελωτοποιό.

          Ίσως μόνο ο Εχέδωρος έμενε διαθέσιμος για να συζητήσει με την Ηώ, αλλά αυτός ήταν ανιαρός και η Τιτανίδα είχε την υποψία ότι απλώς αναπαρήγαγε τις δικές της σκέψεις. Μιλούσε τα ελληνικά, την γλώσσα των πολιτισμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αλλά με ένα τρόπο και μία προφορά, ώστε οι λέξεις έμοιαζαν περισσότερο με το φλοίσβο των κυμάτων πάνω στους βράχους ή τον άχαρο βόμβο και το σφύριγμα εμβόλου μηχανής, που κάπου χτυπούσε και έκρουε και συγκρουόταν, πού όμως;

          Αυτή η τεχνητή νοημοσύνη εκνεύριζε πολύ μία πολέμαρχο του παλιού καιρού, που είχε μάθει να κάνει πολλά πράγματα με τα χέρια, τόσο να συναρμολογεί όσο και να διαλύει. Ο Εχέδωρος βέβαια ήταν  ήπιο μοντέλο, αλλά παρά ταύτα συχνά συλλάμβανε τον εαυτό της να εξανίσταται με το θράσος αυτών των άψυχων μεταλλικών κολοσσών, που ήθελαν να γίνουν άνθρωποι, να αντικαταστήσουν τα υποκείμενα της Ιστορίας με τράπεζες δεδομένων, ανίκανες να αντικρίσουν τον εαυτό τους μέσα απ’ τα δυο τους μάτια και να μιλήσουν με περιστροφή της γλώσσας τους, αφού τα μάτια τους ήσαν χωρίς κρεμασμένη από πίσω αυτοσυνείδηση και η λαλιά τους κάπου κρυμμένη στα βάθη των καλωδίων. Έτσι τής ερχόταν να πάρει κανένα ρόπαλο και να αρχίσει να βαράει πού σε πονεί και πού σε σφάζει, αποσυναρμολογώντας μ’ αυτόν τον άμεσο τρόπο το σύμπλεγμα αυτό των τροχίσκων και των καλωδίων, να ψάξει ειδικά που είναι η γλώσσα και να τη ξεριζώσει. Μήπως θα έπρεπε να είχε σπουδάσει πληροφορικάρια ή τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών;        

          Αφού τελείωσε το χαλαρωτικό τρέξιμο κατευθύνθηκε σε μία φυσαλίδα του τοίχου, απ’ όπου μπορούσε να δει τ’ αστέρια. Σήμερα ειδικά φαίνονταν ανόρεχτα, δεν τρεμόπαιζαν, δεν εξέπεμπαν κάποια άλω ή θάμβος και δεν μαρμαρυγούσαν. 

          Την ώρα εκείνη – πώς τής ήρθε- ταυτίστηκε με την Παλλάδα Αθηνά. Αυτή μάλιστα ήταν άξιος αντίπαλος και όχι ο προαγωγός Δίας, που έβαζε άλλους να κάνουν τις βρώμικες δουλειές του. Με την Αθηνά θα μπορούσε η Ηώ να συνεννοηθεί σε κείνο το μήκος κύματος, όπου μόνο οι γυναίκες επικοινωνούν μεταξύ τους. Προσευχήθηκε λοιπόν με την αξιοπρέπεια και τη συναδελφικότητα, που τής εξασφάλιζε το κίνημα του «κι εγώ επίσης».

          «Παλλάς Αθηνά, ένδοξη θυγατέρα, συ πού είσαι η μόνη που σέβομαι και παραδέχομαι, γλαυκομάτα, σύμβουλε, εύθρυπτη, αισχυντηλή και σεμνότυφη τη καρδία, άκουσε την προσευχή μου! Ώ επιμελές χαρίεσσα παρθένε, προστάτις των πόλεων, αμύντωρ, τριτόγενες, γεγεννημένη από την κεφαλή του Δία, οπλισμένη, τροπαιοφόρα, μονομάχε, αθλητική, στίλβουσα, απαυγάζουσα, λαμπηδών, άκου τι σού λέει κάποια που είναι σαν κι εσένα! Συ αθάνατη, που όλοι ορκίζονται στο όνομά σου, κι επιτίθεσαι στους εχθρούς σου εξ ύψους κραδαίνοντας το κοφτερό δόρυ σου, χωρίς να κρύβεσαι πίσω από την αιγίδα του Δία, δώσε σε μένα και τον άτυχο Τιθωνό ένα τιμημένο τέλος στο πεδίο της μάχης».    

          «Ξημέρωσε», που λέει ο λόγος, η δέκατη τρίτη ημέρα από την απογείωση. Ήδη ο νότιος πόλος του ήλιου διαφαινόταν μεγαλοπρεπής, εναργής, εμφανής, απαραγνώριστος. Σε έναν μακρινό παρατηρητή, που θα καθόταν σε ένα αστεροειδή, θα κοιτούσε μέσα από ένα τηλεσκόπιο και θα έτρωγε ψημένους κολοκυθόσπορους για να διασκεδάσει την ανία του, ο Δεινοπτέρυγος θα φαινόταν σαν μία λόγχη, διακοσμημένη, περιβεβλημένη και διαποικιλμένη από σφαίρες, ελλείψεις, δεξαμενές, πολύχρωμες και παρδαλές γωνίες άγνωστης χρησιμότητας, κορμώδη στελέχη κινητήρων και συστοιχίες κωδωνωτών παρισθμίων σαν μύτες σε κατάσταση ιγμορίτιδας, καθώς και μία πληθώρα πύραυνων, εσχαρών, εξαγώνων και εξαέδρων (όχι εικοσαέδρων σαν κι αυτό που έκανε τον Πυθαγόρα να σκοτώσει τον Ίππασο, γιατί αποκάλυψε τα μυστικά του) γύρω από την κεντρική στοίβα κυλινδρικών θαλαμίσκων κατοικίας, τα οποία αυτά όλα θα σχοινοβατούσαν επάνω σε στήλες από όλο και πιο εκθαμβωτικούς πυρηνικούς κεραυνούς.

          Θέματα διαλόγου με τους άλλους συνεπιβάτες δεν υπήρχαν, άσχετα ποιος θα εκλαμβανόταν ως επιβάτης αναφοράς και ποιοι θα ήσαν «οι υπόλοιποι», «οι άλλοι».

          Ήταν όμως τόση η βαρεμάρα, ώστε συχνά οι λίγοι παρευρισκόμενοι «έστηναν» εκ του προχείρου ένα διάλογο, μόνο και μόνο για να ακούσουν τις ίδιες τις φωνές τους, γνωρίζοντας ότι το πιο βασικό ένστικτο του ανθρώπου είναι η ορμή προς κοινωνία, απόδειξη, ότι αν κανείς μείνει για τέσσερις βδομάδες μόνος του, αρχίζει ήδη να ολισθαίνει ήδη προς την τρέλα.      

          Έτυχε λοιπόν η Ηώ να συναντήσει στο πιλοτήριο τον Ίκαρο, τον Δαίδαλο και τον Τιθωνό. Θα μπορούσαμε να το εκφράσουμε και ως εξής: Έτυχε ο Τιθωνός να συναντήσει τον Ίκαρο, το Δαίδαλο και την Ηώ: εξαρτάται από ποια σκοπιά εκτυλίσσεται η αφήγηση, με βάση ποιο «ψαλίδι» αμαξοστοιχίας και σε ποια σιδηροδρομική γραμμή τροχιοδρομεί η ιστορία μας, αλλά ας μη το παρακάνουμε.

          «Δεν διέλαθε την προσοχή μου, αξιότιμε Ίκαρε», είπε η Ηώ, «ότι τούτο το πλοίο που μας μεταφέρει είναι ένα είδος γελωτοποιού με κόκκινα στίγματα στα μάγουλα και μακριά υποδήματα. Θυμίζει εκείνους τους γελαστούς με σκισμένο πρόσωπο, που έχουν οι διεστραμμένοι βασιλείς στις αυλές τους, για να τούς χτυπούν με το μαστίγιο και να μετατρέπεται αυτόματα η φυσιογνωμία τους είτε σε τραγικό προσωπείο, είτε σε κωμικό τραγέλαφο. Εκτός των άλλων είναι πρωτόγονο, ακατέργαστο, αδρομερές και αργό».

          «Έ ναι, δεν είναι και η Αργώ. Είναι απλώς αργό, χα, χα, χα», απάντησε ο παιχνιδιάρης Ίκαρος. «Αφού το έφτιαξα από σκόρπια ανταλλακτικά και κανιβαλισμένα εξαρτήματα, που βρήκα εδώ κι εκεί, τι περιμένεις;»

«Και το σχέδιο ποιο είναι, ελλογιμώτατε Ίκαρε; Είναι δυνατόν αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι, το ετερόκλητο συνονθύλευμα, αυτό το λεωφορείο του παλιού καιρού που δονείται απ’ τις φωνές οπαδών και αφήνει πίσω του ανταλλακτικά,[34]  να περάσει από τους ελέγχους του σμήνους ιπτάμενων σφηκών, που περιπολούν τον κάποτε Κόκκινο και νυν Πράσινο λόγω γαιοποίησης ή γεωποίησης πλανήτη;»

          «Υποτιμάς τη χειριστική δύναμη του φανερού, αρχόντισσα», επενέβη ο Τιθωνός. «Είναι γνωστό το ηρακλείτειο ρητό ότι “η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί”. Κι όμως η φύση είναι συγχρόνως το κατ’ εξοχήν φανερό. Επίσης ισχύει ότι: “Ει και εξαγάγη τις την φύσιν δια δικράνου (ή κρεαγρίδος ή πηρουνίου), αύτη δριμέως επάνεισι”[35]. Είμαστε ένας αδέξιος πιγκουίνος, ένας άκομψος παγκολίνος, που κλάνει αέρια για να προωθηθεί. Αντί να έχουμε έναν υπερσύγχρονο κινητήρα πυρηνικής τήξης ή ιόντων, κυκλοφορούμε σκάζοντας ατομικές βόμβες σε συσκευασία αναψυκτικών. Και για να επεκτείνω ακόμη περισσότερο την εύστοχη παρατήρησή σου, αφέντρα, έτσι όπως πάμε, με τις διαδοχικές εκρήξεις η φωτεινότητά μας γίνεται όλο και μεγαλύτερη, οπότε, όταν πλησιάσουμε τον Άρη και μάλιστα με πυρακτωμένο κέλυφος μετά τη διέλευση του ηλίου, θα είμαστε ορατοί δια γυμνού οφθαλμού!»

    «Άρα, επιβεβαιώνεις ότι είμαστε χαμένοι», ψέλλισε απορημένη η Ηώ, «αποκλείεται να διαλάθουμε το δίκτυο της πλανητικής άμυνας του κοκκινοπράσινου  Άρη, όπου κυριαρχούν και οι κόκκοι- μανιτάρια- και τα πράσα. Θα μάς καταρρίψει η αεράμυνα και μάλιστα στα γρήγορα, όπως ο υαλοκαθαριστήρας απομακρύνει ένα σκουπιδάκι.»            

«Υψηλή οικοδέσποινα και βαριά ματρόνα, ακόμη δεν έχεις καταλάβει τη στρατηγική μας», επέμεινε ο Τιθωνός. «Θέλουμε να ιδωθούμε, να μάς δουν. “O έχων άδειον βαλάντιον, άδει ενώπιον του ληστού”[36]. Δεν έχουμε τίποτε να κρύψουμε, η συνείδησή μας είναι ελαφριά σαν φτερό. Οι φύλακες του Δία, που θα δορυφορούν τον Άρη πιο στενά και πιο πιστά απ’ ό,τι και ο ίδιος ο Φόβος ή ο Δείμος, το πολύ που θα κάνουν στο διάβα μας θα είναι να ρίξουν ένα γερό γέλιο. Αλλά ακόμη και αν ασχοληθούν μαζί μας, εμείς με την πρώτη ριπή των πολυβόλων θα παραστήσουμε ότι έχουμε υποστεί βαρύ και ανεπανόρθωτο πλήγμα ου μην αλλά και ανήκεστο βλάβη και θα καταδυθούμε στον πλανήτη φαινομενικά γκρεμοτσακιζόμενοι και κραυγάζοντας “Μέρα Μαγιού, Μέρα Μαγιού”, προκαλώντας ακόμη πιο ακατάσχετο γέλωτα στους ανασχετικούς – αναχαιτιστικούς φρουρούς. Όταν όμως πετύχουμε επαφή με την επιφάνεια, τότε θα αναφωνήσουμε σαν τον Ζήνωνα τον Κιτιέα: “Ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα” και θα αναπτύξουμε ακάθεκτοι και απερίσπαστοι τα υπόλοιπα στάδια του σχεδίου μας. Αφού πούμε το ρητό του Θαλή “Πιστόν γη, άπιστον θάλασσα, άπληστον κέρδος”, για να συγχύσουμε “τας γλώσσας αυτών και τα νοήματα”, θα βρούμε τρόπο να μπούμε στα κανάλια του Άρη και μέσω αυτών, δια της ρευστής και υγρής μη ανιχνεύσιμης οδού να φτάσουμε στις κρύπτες των όπλων».

    Η Ηώ συλλογίστηκε για λίγο:

          «Δηλαδή μάς λες, Τιθωνέ, ότι αντίθετα με τη λογική της κρυπτείας, που σκληραγωγεί τους νεανίες της Σπάρτης μαθαίνοντάς τους να κλέβουν ή και να σκοτώνουν χωρίς συνέπειες, μπορούμε να κερδίσουμε κάτι και από το φανερό και μάλιστα φανερώνοντας τις αδυναμίες μας. Να κάνουμε την αδυναμία μας δύναμη, αυτό θυμίζει τη νέα παράλληλη θρησκεία του βασιλιά-ξυλουργού με την ξύλινη κούπα.  Αλλά πάλι “ει τι πράγμα φανερόν, έτερον κρυπτόν”, άρα από το φανερό πάμε πάλι στο κρυπτό και ούτω καθ’ εξής. Ιδίως οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι της Τροίας προκαλούν καχυποψία, εμπνέουν μυστικοπάθεια και οδηγούν σε μύχιες υστερόβουλες μη κατατάξιμες σκέψεις με αποτέλεσμα, όπως ξέρουμε από άλλες Δημιουργίες, να αναδειχθεί και να διαπρέψει εκεί το τέχνασμα του δούρειου ίππου, όπου το κρυπτό και το φανερό θα αλληλο- εμπλέκονται σε τέτοιο βαθμό, όπου κανείς πια δεν θα μπορεί να τα ξεχωρίσει».  

          Ο Τιθωνός φαινόταν ταλαιπωρημένος, αλλά κρατούσε ακόμη. Και δεν ήταν περίεργο που η όψη του είχε γίνει ακόμη πιο χλωμή και πιο καταβεβλημένη, αφού το περιβάλλον του εκ των ενόντων κατασκευασμένου Δεινοπτέρυγου δεν ευνοούσε καθόλου έναν ομαλό και προγραμματισμένο ρυθμό ημέρας. Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι μηχανισμοί άμβλυνσης αδράνειας και ρύθμισης βαρύτητας για λόγους οικονομίας δεν εκτείνονταν και δεν λειτουργούσαν ούτε όλο το (συμβατικό) εικοσιτετράωρο ούτε σε όλα τα σημεία του πλοίου. Ιδίως τις νυχτερινές ώρες θεωρήθηκε ότι για εξοικονόμηση ενέργειας θα μπορούσαν οι ένοικοι να ξεκουράζονται αιωρούμενοι στον αέρα, αντί ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, κι έτσι κατά τη διάρκεια των ωρών αυτών η τεχνητή βαρύτητα ήταν κλειστή, δεδομένου βέβαια ότι τα αποθέματα ενέργειας ήσαν περιορισμένα και οι ψυχρές εξισώσεις του διαστήματος δεν επέτρεπαν την παραμικρή σπατάλη πόρων, ούτε την ελάχιστη παρέκκλιση από το πρόγραμμα ημερήσιας κατανάλωσης. Αλλά στο θεό σου, το να μην καλύπτει η τεχνητή βαρύτητα τα αποχωρητήρια και τα βαλανεία, αυτό παραήταν. Για να πάει κάποιος τουαλέτα έπρεπε κάθε φορά το σκάφος να επιβραδύνει στη μία και ημίσεια βαρύτητα, που και αυτό βέβαια δεν ήταν ούτε άνετο ούτε βολικό, και να έχει και μαζί του μία σακούλα εμετού, ώστε μαζί με τα λογής περιττώματα να ξεφορτώνεται στα γρήγορα και το πρωινό του. Ο Τιθωνός ήταν άνθρωπος προγραμματισμένος και όλες αυτές οι ατέλειες και οι ελλείψεις τον έβαζαν σε σοβαρή δοκιμασία. Αλλά τα αντιμετώπιζε όλα με την αποφασιστικότητα κάποιου που δεν είχε πλέον τίποτε να χάσει. Μάλιστα σιγά-σιγά είχε μάθει να απολαμβάνει τις ώρες αιώρησης στο δωμάτιό του, διότι εκεί αισθανόταν λιγότερο ανάπηρος από ό,τι σε κανονικές συνθήκες. Έδινε μία με το κακό του γόνατο και πεταγόταν από τη μία άκρη της κάμαρης στην άλλη κι εκεί χρησιμοποιούσε το μακρύ του πόδι ως τροχοπέδη, κλωτσούσε τον τοίχο και ξεκινούσε την αντίστροφη πορεία. Όλη αυτή η διαδικασία τον έκανε να ξεχνάει την παραμορφωμένη τερατώδη αριστερή πλευρά του, που μόνο άριστη δεν ήταν.

          Το πιλοτήριο του σκάφους, όπου βρίσκονταν, καλυπτόταν από τον θόλο αστρο- ναυσιπλοΐας, όπου απεικονιζόταν η θάλασσα των άστρων, φλόγες που κοσμούσαν το βελούδο του διαστήματος, αποκαλούμενο από τους τιτάνες «ολοσηρικόν». Όταν ο Δεινοπτέρυγος έκανε περιστροφή γύρω από τον άξονά του τα άστρα περιδινίζονταν με ένα τρόπο, που ίσως καθιστούσε αναγκαία τη σακούλα εμετού και εδώ. Να πούμε επίσης ότι η μοναξιά δεν καταπολεμούνταν ειμή μόνο με μερική κατανάλωση ουσιών εκ των οποίων βέβαια η πιο ακίνδυνη και ελαφριά ήταν το οινόπνευμα. Τα κροντήρια και οι κύλικες με οίνον άκρατον έδιναν κι έπαιρναν, μετατρέποντας σιγά- σιγά την περιεσκεμμένη ανησυχία σε αδικαιολόγητη ευθυμία.            

          «Ηώ», είπε με όλο το θάρρος ο Τιθωνός, «σε έχω παρατηρήσει στα κρυφά να μονολογείς επικοινωνώντας με τους θεούς, τον Δία, την Αθηνά. Μού κάνει εντύπωση, γιατί υποτίθεται ότι αυτοί είναι εχθροί μας».

          «Για ένα πολεμιστή, αγαπητέ Τιθωνέ, πέραν του να εκτιμά τους φίλους του, που όμως ενδέχεται να τον απογοητεύσουν, είναι υπεράγαν ουσιώδες να πιστεύει στους εχθρούς του. Αυτοί δεν πρόκειται ποτέ να απογοητεύσουν τον πολεμιστή, θα βρουν όλο και πιο ύπουλους και δόλιους τρόπους για να τον εξοντώσουν. Επίσης, είναι γνωστό ότι όσο πιο μεγάλους αντιπάλους έχεις, τόσο περισσότερο αναδεικνύεσαι και εσύ. Κι αν υποστείς μερικές ήττες στην αρχή, ο ανταγωνισμός είναι τέτοιος και οι αντιπαραθέσεις τόσο συχνές, ώστε συν τω χρόνω θα αναπτύξεις κι εσύ όλες τις δεξιότητές σου προκειμένου να τούς αντιμετωπίσεις. ”Τω μέλλοντι σώζεσθαι δει φίλους αγαθούς ή διάπυρους έχθρούς υπάρχειν”[37], όπως έλεγε και ο Διογένης».

          Τώρα όλοι οι συζητητές υπό την γλυκιά επιρροή της ελαφράς μέθης αρχίζουν να αναλύουν τη λέξη «δόλος» και το τι αυτή σημαίνει. Δυστυχώς ο δόλος δεν εντοπίζεται μόνο στους εχθρούς αλλά και στους δικούς, στους συναδέλφους, στους υποτιθέμενους συμμάχους. Ο δόλος ιδίως στις εσωτερικές υποθέσεις είναι ο κύριος λόγος που τα περισσότερα μαζικά κινήματα αποτυγχάνουν να πετύχουν τη μεγιστοποιημένη ευτυχία, την οποία υπόσχονται όχι μόνο στα μέλη τους, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Όταν τα κινήματα αυτά οργανώνονται με βάση την παραδοχή ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι να διεκδικεί, ασχέτως αν στερείται ή όχι, τότε τύφλα να’ χει ο Αριστοτέλης που συνέταξε τα Ηθικά Νικομάχεια, τα Ηθικά Ευδήμεια και τα Ηθικά Μεγάλα. Ακόμη κι από δύο αν αποτελείται μία οργάνωση, συνήθως τα πραγματικά κίνητρα εκατέρου είναι άγνωστα. Η συναδελφική συμπεριφορά πολλαπλώς ερμηνεύεται και πολλές φορές συνίσταται στην αποκάλυψη και έκθεση μέσω ψεύτικης οικειότητας των αδύνατων σημείων του άλλου, μέχρι αυτός να πάθει ψυχικό κλονισμό, οπότε μετά μπορεί να εκδηλωθεί σε όλο της το εύρος η φιλευσπλαχνία και κυρίως ο οίκτος προς τον αδύναμο κρίκο, σύμφωνα με το αθάνατο ρητό «καλύτερα να σε λυπούνται παρά να σε φθονούν». «Φθόνος δε κάκιστος κ’ αδικώτατος θεός, κακοίς τε χαίρει κ’ αγαθοίς αμβλύνεται»[38], όπως λέγει ο Στοβαίος.

          Όταν μάλιστα η μόνη αρετή είναι η διεκδίκηση χωρίς να μετριάζεται από ηθικές σκέψεις, δηλαδή από ενσυναίσθηση της θέσης του άλλου, η σίγουρη επίπτωση είναι η ατομική πλεονεξία, που καταστρέφει εγγυημένα τα πάντα. «Όστις επί το πλέον έχειν πέφυκε ανήρ ουδέν φρονεί δίκαιον ουδέ βούλεται»[39], λέγει ο Ευριπίδης και «Όστις του μεν αδικείν μη προνοείται, του δε μη δούναι δίκην επιμελείται, κακουργεί»[40], λέγει ο Λυσίας. Μα τι μουχλιασμένες αξίες είναι αυτές, θα αναφωνούσε κάποιος; Έ λοιπόν, αυτές είναι δεν υπάρχουν άλλες, και όταν δεν τηρούνται, κάθε επιδίωξη είναι καταδικασμένη και κάθε σκοπός διαστρέφεται, διότι δεν είναι ο σκοπός που αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα καθορίζουν και χαρακτηρίζουν τον σκοπό.   

Η μόνη θεραπεία κατά του εκατέρωθεν δόλου είναι η αξιολόγηση, που όποτε δεν προκύπτει αντικειμενικά, π.χ. ουδείς ποτέ αμφέβαλλε ότι ο Αχιλλέας ήταν ο μέγιστος πολεμιστής, τότε ας συζητήσουμε ποια θα είναι τα κριτήρια και η διαδικασία και τα συμβούλια ανάδειξης των άξιων μέσω της συνισταμένης των τεκμηριωμένων γνωμών. Για όσους δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, κανείς δεν λέει να πάνε στον Καιάδα, να βρεθεί γι’ αυτούς μία υπηρεσιακή, κοινωφελής και όχι πειθαρχική λύση, ας εκτελούν λιγότερο απαιτητικές εργασίες, ας παίρνουν επιδόματα κ.λπ., όχι όμως να παραμένουν σε θέση αρμόδιου, διότι βλάπτουν τον εαυτό τους και τους άλλους, εκτίθενται ανεπανόρθωτα πάνω απ’ όλα οι ίδιοι και αφήνουν ξεκρέμαστους και όσους υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.

Μοιραία η συζήτηση περιστράφηκε αργά ή γρήγορα γύρω από τον αθλητισμό, διότι εκεί οι αξίες προκύπτουν χωρίς αμφισβήτηση και απολαύουν γενικής παραδοχής, ιδιαίτερα στον αξιοκρατικό κόσμο των τιτάνων, όπου βρισκόμαστε.  

          «Είναι πολύ συγκινητικές οι αφηγήσεις για τα κατορθώματα των αθλητών στους Ολυμπιακούς αγώνες», παραδέχτηκε ο Ίκαρος.

«Γνωστό το “Νυν κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει”[41], που φώναζαν οι παραληρούντες οπαδοί στον γέροντα πατέρα των πέντε γιων από τη Ρόδο, θριαμβευτών στους αγώνες. Επίσης ο Μίλων ο Κροτωνιάτης κουβαλούσε στην πλάτη του ένα μωρό ταύρο μέχρι να … μεγαλώσει. Βέβαια όλους αυτούς μπορώ εγώ να τούς αφήσω πίσω με ένα ζευγάρι μηχανικά φτερά. Τι αξία έχει η ατομική αθλητική και χειρωνακτική επίδοση, όταν μπορούμε να διασχίσουμε το Σύμπαν με διαστημόπλοια; Όλα αυτά τα αθλήματα, ο δρόμος, ο δίσκος, το ακόντιο, οι ιπποδρομίες, η πάλη, το παγκράτιο, η πυγμαχία ξεσηκώνουν βέβαια τα πλήθη και έχουν και τεράστια οικονομικά οφέλη για τους τόπους, όπου οργανώνονται οι αγώνες, αλλά είναι αδιάφορα από τη σκοπιά της επιστήμης και της τέχνης. Τι σημασία έχει ποιος νικάει, αν κάποιος νικήσει είναι καλό γι’ αυτόν, διότι παίρνει το τρόπαιο και γίνεται διάσημος, αλλά οι άλλοι που ταυτίζονται μαζί του, τι πανηγυρίζουν;  Άσε που υπάρχουν στη φύση ποικίλες ουσίες, ελλεβόρος ο εύοσμος κ.λπ., που δίνουν πρόσθετη δύναμη σε κάποιους, έτσι ώστε οι αγώνες να μπορούν να χειραγωγηθούν…»

 «Το βλέπεις από τη σκοπιά του μηχανικού», επενέβη η Ηώ. «Ο αθλητικός ή ακόμη και ο πολεμικός αγώνας μάς θυμίζει και επιβεβαιώνει την ανθρώπινη φύση μας μέσα σ’ αυτό το χάος της τεχνολογίας. Έχει σημασία το αν θα επικρατήσω έναντι κάποιου με γυμνές γροθιές ή αν θα φοράω χειρόκτια ή λωρίδες δέρματος ή μαλακά επιθέματα, όπως αντίστοιχα και στον πόλεμο έχει σημασία αν θα αντιμετωπίσω τον εχθρό με σπαθί ή με ακόντιο ή αν θα ρίξω πυραύλους για να εξαερώσω τον άμαχο πληθυσμό. Έχει σημασία, ακόμη κι όταν αντεπεξέρχεσαι προς τινά ως αντίπαλος να το κάνεις με τιμή και ήθος.»

«Είναι πολύ αστείες αυτές οι διαβαθμίσεις αγριότητας, που επισημαίνεις, σεβαστή Ηώ», είπε ο Ίκαρος. «Πάρε παράδειγμα τον Επειό τον Φωκέα, τον γιο του Πανόπη. Το τελευταίο καλοκαίρι παρακολούθησα πώς ο Επειός έσπασε στο ξύλο δώδεκα άνδρες, τούς τσάκισε τα πλευρά και τα σαγόνια στο πλαίσιο καθημερινών αγώνων επίδειξης, όπου μαχόταν οποιονδήποτε τολμούσε να τον αντιμετωπίσει, οποιαδήποτε ώρα, από πρωίας μέχρι βαθείας νυκτός. Δύο άνθρωποι πέθαναν κατά τη διαδικασία αυτή. Τι να πω βλέποντας αυτό το αποτρόπαιο θέαμα; Μήπως να ανακράξω “αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού;”»  

«Τι μού θύμισες τώρα», πήρε πάλι τη σκυτάλη η Ηώ. «Ο Διομήδης προπονούσε χρόνια τον Ευρύαλο, γιο του Μηκιστέα, ένα Αργείο μεγάλο σαν βουνό. Κάθε μέρα αυτός έτρεχε και δυνάμωνε τις γροθιές του βαρώντας κολομέρια σφαγμένων βοοειδών, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκάλες με απίστευτο αριθμό σκαλοπατιών και κόβοντας ξύλα από το πρωί έως το βράδυ μέχρι αναισθησίας (σ.σ. με τη μουσική του Ρόκυ). Κι όμως ο Επειός τον έριξε αναίσθητο σε είκοσι γύρους. Ο Ευρύαλος ήταν τόσο σωματώδης, ώστε, καθώς ο Διομήδης τον έσερνε εκτός της παλαίστρας, τα δάκτυλα των ποδιών του όργωναν το χωράφι με τεράστιες αυλακιές, που τις αξιοποίησαν οι περίοικοι για να σπείρουν σιτάρι! Πάντως τώρα ο Ευρύαλος έμαθε να κρατάει ψηλά την άμυνά του κατά τη διάρκεια της γρονθοκόπησης, τουλάχιστον αυτό το έμαθε!»

«Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά;», ενέστη πάλι ο Ίκαρος διακόπτοντας τον πατέρα του Δαίδαλο που πήγε επιτέλους να αρθρώσει κάτι. «Να αναφέρω, ανδρεία ή μάλλον γυναικεία Ηώ, ότι ο αγαπημένος σου Επειός δεν κατέκτησε ποτέ αριστεία στο πεδίο της μάχης, ούτε επικράτησε ποτέ σε πολεμική μονομαχία. Άρα λοιπόν τι αξία είχε τελικά η μέγιστη αθλητική του ικανότητα;»

«Τα πράγματα δεν είναι άσπρο- μαύρο. Ο ίδιος ο Επειός παραδέχεται ότι δεν είναι άνθρωπος του πολέμου. Το θάρρος που χρειάζεται για να πλήξεις κάποιον με μπουνιές δεν συγκρίνεται με την αποφασιστικότητα να μπήξεις το δόρυ στην κοιλιά του εχθρού και μετά να το γυρίσεις και μία στροφή, ώστε να χυθούν τα έντερά του στο έδαφος. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι, που διακρίνονται και στον αθλητισμό και στον πόλεμο, όπως ο βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας, ο πιο Έλληνας από τους Έλληνες, που κέρδισε πολλά κύπελλα σε διαγωνισμούς, ενώ ο ίδιος ο τερατώδης Αίας ο Τελαμώνιος συνήθως αρκούνταν στο βραβείο της παρηγοριάς, ένα μοσχάρι ή μία προβατίνα. Στο αγώνισμα του δρόμου βοήθησε τον Οδυσσέα και η προστάτιδά του Αθηνά, διότι επηρέασε τον χαζό γίγαντα και τον έκανε να γλιστρήσει, κι έτσι ο Ιθακήσιος πέρασε πρώτος τη γραμμή του τερματισμού. Αλλά και στην πάλη μπόρεσε ο Οδυσσέας να νικήσει τον Αίαντα με την κλωτσιά που τού έδωσε στο κούφωμα του γόνατου, ώστε τον ανάγκασε να πέσει μπρούμυτα κι έπειτα κατέκυψε επ’ αυτού, ώστε ο γίγαντας δεν μπορούσε πια να γυρίσει προς τα πάνω το πρόσωπό του».

«Και λοιπόν; Αυτό τον έκανε καλύτερο άνθρωπο;»

«Και βέβαια», άστραψε και βρόντηξε η Ηώ. «Τι θα γινόταν ο κόσμος, αν δεν υπήρχε ο αγώνας, η τέχνη της μάχης, της αγχέμαχης αντιπαράθεσης πρόσωπο με πρόσωπο, που ακριβώς κατατάσσει τους ανθρώπους και τούς συνδέει με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, αφού ακόμη και δύο πέτρες διαφέρουν μεταξύ τους σ’ αυτή τη γη; Πώς θα ηδύνατο ο κάθε θνητός να αναγνωρίσει τι είναι η μέγιστη αξία, αν ο διαγωνισμός και η μονομαχία δεν έδειχναν σε όλο τον κόσμο ποιος είναι άριστος και ποιος μέτριος; Αυτό δεν ενέχει κάποια μομφή κατά του μέτριου, απλώς τον υπάγει στον πιο κατάλληλο και πεφωτισμένο ηγέτη, που με τη σειρά του είναι τέτοιος μόνο αν υπάγεται σε έλλογους περιορισμούς».         

Τότε ο Δαίδαλος πήρε το λόγο και είπε κάτι βαθυστόχαστο.

«Όπως το βλέπω εγώ η σχέση του αθλητισμού με τον τεχνολογικό πολιτισμό και την οικονομία είναι η εξής: Ο τεχνολογικός πολιτισμός διευρύνει καταρχάς τις δυνατότητες του ανθρώπου. Λόγω όμως του ότι προοδευτικά εντάσσει στο σώμα τα αρχήθεν εξωτερικά εργαλεία, προκαλείται η συνέπεια να μπορεί ο καθένας μας να έχει ενσωματωμένο τηλεσκόπιο ή φτερά για να πετάει, από αυτά που μαστορεύει στην καθισιά του ο γιος μου Ίκαρος, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο μετά από συνεχείς προσθήκες, βελτιώσεις κάθε είδους και γενετικές τροποποιήσεις  να μάς μετατρέψει σε ένα άλλο είδος, αν δεν φροντίσουμε να παραμείνουν όλα αυτά στην υπηρεσία του ανθρώπου. Πολλές φορές οι άπειρες δυνατότητες μάς προκαλούν σύγχυση, αμφιβολίες για το ποιοι είμαστε. Όταν βλέπουμε λοιπόν τον Οδυσσέα να περνάει το βέλος του μέσα από συνεχόμενες τρύπες στις λαβές τσεκουριών ή τον καημένο τον Εύρυτο από την Οιχαλία, τον πατέρα της Ιόλης, να καλεί σε μονομαχία τοξοβολίας τον ίδιο τον Απόλλωνα, επαληθεύοντας την τάση του ανθρώπου να συγκρούεται με μεγέθη μεγαλύτερα από αυτόν, ξέροντας ότι τελικά θα συντριβεί και θα υποστεί ξαφνικό θάνατο αντί να πεθάνει στο κρεβάτι του από τις ατέλειες της μεγάλης ηλικίας, όταν συμμεριζόμαστε τον γλυκό Ίφιτο, που, ενώ πήρε το μέρος του Ηρακλή και τον βοήθησε στο ζήτημα της Ιόλης, φονεύθηκε σε μία από τις κρίσεις μανίας του τελευταίου, τότε θυμόμαστε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος μέσα σ’ αυτό το χάος των οβίδειων μεταμορφώσεων. –

– Όπως στην τεχνολογία εμφανίζονται υπερβολές που μετατρέπουν τον άνθρωπο ασυναίσθητα σε κάτι άλλο, το ίδιο ισχύει και στην οικονομία. Η εφεύρεση των μηδενικών και των ασύμμετρων αριθμών διατάραξε την αρμονία της ανταλλαγής και του υγιούς εμπορίου. Ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται ποσά μη ανθρώπινα που υπερβαίνουν το μέτρο των μυρίων, διότι κάθε ποσό πάνω από το Μ οδηγεί σε στρέβλωση των μεγεθών και σε κατασκευή ανυπάρκτων στη φύση αριθμών, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανθρώπου, έστω  κι αν προφανώς υπάρχουν τέτοιοι αριθμοί στο μικρόκοσμο ή στο μεγάκοσμο. Η ανταλλακτική οικονομία συνδεόταν άμεσα με τους κανόνες των χρηστών και των συναλλακτικών ηθών, άρα ταυτιζόταν ως επιστήμη με την Ηθική, ήταν πραγματικά από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του να παράγει κάτι στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του να καταναλώσει κάτι.  Όπως κάποιοι μιλούν για την Πολιτική Οικονομία, να πούμε ότι ο Αριστοτέλης καθιέρωσε την Ηθική Οικονομία πάνω σε δύο αρχές. Στο ότι κανείς δεν πρέπει να είναι εκ του νόμου δούλος, αλλά να υπάγεται στην εξουσία άλλων σε σχέση εξηρτημένης εργασίας μόνο εθελοντικά και δεύτερον στο ότι μέσω φορολογικής πολιτικής ή δημοσιονομικού σχεδιασμού θα πρέπει να επιτυγχάνεται η κατά το δυνατόν ισότητα και εξισορρόπηση της οικονομικής δύναμης των πολιτών. Λέγει δηλαδή ο Αριστοτέλης στο Α των Πολιτικών:

     α) Το ποιος άρχει και το ποιος υπακούει, ώστε όλα να διευθετηθούν όπως πρέπει, καθορίζεται από τον φυσικό χαρακτήρα (ως συνισταμένη άπειρων παραγόντων) -αυτός που δύναται να προβλέψει και να συλλάβει με τη διάνοια όσα συμβαίνουν είναι προορισμένος να άρχει και να δεσπόζει, ενώ εκείνος που μπορεί να καταφέρνει μηχανικά πράγματα με το σώμα προορίζεται να εργάζεται με εξηρτημένη εργασία– και αυτό συμφέρει και τον ασκούντα την αρμόδια εξουσία και τον εξουσιαζόμενο … διότι είναι φανερό ότι μερικοί είναι σε θέση να διαχειριστούν ευθύνες, ενώ άλλοι όχι. Τους τελευταίους συμφέρει και είναι δίκαιο να προσφέρουν την εργασία τους στους αρμόδιους… Διότι εξαρτημένος είναι κάποιος είτε εκ του νόμου είτε εκ του χαρακτήρα   – καθόσον μάλιστα και ο νόμος (δυστυχώς) ορίζει να είναι κάποιοι δούλοι, αναγνωρίζοντας το αξίωμα ότι στον πόλεμο τα λάφυρα, τα εδάφη και τους αιχμαλώτους κρατάει και διαφεντεύει ο νικητής, όπως λένε. Όμως πολλοί ρήτορες έχουν υποστηρίξει ότι αυτοί οι νόμοι είναι παράνομοι, διότι είναι απαράδεκτο και αδιανόητο ο βιασθείς και ο αδικηθείς να περιέρχεται στην εξουσία του βιαστή και του ισχυρότερου κατά δύναμη, που τόσα κακά τού προξένησεΓι’ αυτό και συμφέρει η φιλία του εξαρτημένου και του άρχοντα προς αλλήλους, όπως τούς έχουν ορίσει οι περιστάσεις και στο βαθμό που αμφότεροι έχουν αξιωθεί να είναι τέτοιοι σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους, ενώ αντιθέτως καθόλου δεν συμφέρει αν είναι έτσι καταταγμένοι σύμφωνα με έναν (άδικο) νόμο.[42]   Επίσης συνεχίζει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά:  

β) Είναι καλό και σοφό να είναι κατανεμημένες οι περιουσίες ορθά διότι γι’ αυτό το λόγο γίνονται όλες οι επαναστάσεις. Πρώτος το εισηγήθηκε αυτό ο Φαλέας ο Χαλκηδόνιος – διότι λέγει να είναι ίσα τα αποκτήματα των πολιτών – πράγμα που δεν είναι δύσκολο να γίνει στις πόλεις (αποικίες) που μόλις τώρα κατοικούνται, ενώ για τις ήδη κατοικημένες είναι πιο περίπλοκο, αλλά οι διαφορές μπορούν τάχιστα να εξομαλυνθούν, με το να δίνουν οι πλούσιοι μέρος από τα αγαθά τους χωρίς να λαμβάνουν, ενώ αντιθέτως οι πένητες θα πρέπει να λαμβάνουν χωρίς να δίνουν.[43] 

-Βέβαια από τότε δυστυχώς η οικονομία κατέστη δαιδαλώδης, (σ.σ. μη ξεχνάμε ότι μιλάει ο Δαίδαλος) με κανόνες κεφαλαιουχικούς και εξω- ανθρώπινους και η εξηρτημένη εργασία αμείβεται όλο και λιγότερο προς όφελος των πλουσίων. Γι’ αυτό κατά καιρούς χρειάζεται μία αυτο-διαγνωστική διαδικασία, ένα διάλειμμα ή παύση αυτοσυγκέντρωσης και αυτογνωσίας, μία επιστροφή στις ρίζες και στις παλιές αξίες, προκειμένου ο άνθρωπος να παραμείνει ελεύθερος να παρέχει ή να μη παρέχει την εργασία του ή να την παρέχει με το σωστό αντίτιμο και η οικονομία να παραμείνει οικονομία και να μη γίνει πληθωριστική χρηματιστική ή συσσωρευτική οβολοστατική, όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Αριστοτέλης».     

«Μισό λεπτό», είπε ο Τιθωνός παρεμβαίνοντας. «Με το θάρρος ενός ανθρώπου που δεν είναι πια άνθρωπος, αλλά έχει μεταβληθεί σε κάτι άλλο και προσπαθεί να συμβιβαστεί μ’ αυτό, απέναντι στην επιχειρηματολογία σας για την τακτική εμβάπτιση των ανθρώπων στις παλιές αξίες, επικαλούμαι το δικαίωμα της ύπαρξης και της επικράτησης του καινούριου, του εξελιγμένα διαφορετικού. Γνωρίζετε ότι ο Σιμωνίδης ο Κείος “την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν ώετο είναι”[44]. Η ποσότητα γίνεται πάντα ποιότητα και μάς εισάγει έτσι κάθε φορά σ’ ένα καινούριο είδος, που βλέπει για πρώτη φορά το φως της ημέρας. Λένε και πολύ σωστά ότι πριν από την δημιουργία ενός έργου τέχνης ο κόσμος δεν ήταν ίδιος με εκείνον που προέκυψε μετά.  Η ίδια η φιλοτέχνηση ενός πίνακα αλλάζει την πραγματικότητα και προσθέτει ένα νέο δρόμο προς τη βαθιά μας ανθρωπιά. Ο κόσμος μας μετά τα έργα του Παρράσιου του Εφέσιου και του Πολυγνώτου δεν είναι πια ο ίδιος. Π.χ. παίρνει άλλο νόημα η μίμηση όταν φθάνει την τελειότητα, τόσο ώστε να περιπέσει στην εξαπάτηση! Τα ζωγραφιστά σταφύλια του Ζεύξη αναφέρονται ανέκαθεν ως ο θρίαμβος της μίμησης της φύσης, αφού λέγεται ότι τα περιστέρια τα τσιμπολογούσαν. Όταν λέμε ότι ένας ζωγράφος είναι ο μέγιστος της εποχής του, ξεχνάμε πόσος χρόνος είχε περάσει και πώς ήταν ο κόσμος πριν αυτός αναγνωρισθεί. Για να φθάσει αυτή την αναγνώριση, ένας πρωτότυπος ζωγράφος ή καλλιτέχνης θα ενεργήσει σαν οφθαλμίατρος, διότι πρέπει να εκπαιδεύσει τα μάτια των θεατών σε νέα ερεθίσματα! Η θεραπεία μέσω ζωγραφιάς ή λογοτεχνίας πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευχάριστη, όπως δυσάρεστες είναι οι στεροειδείς σταγόνες στον επιπεφυκότα. Αλλά όταν τελειώσει η θεραπεία, μάς λέγει ο γιατρός: Και τώρα υπάγετε στην ευχή του Δία και της Ήρας – και ιδού βλέπουμε ότι ο ρυθμός του κόσμου μετεβλήθη εντός μας και η πραγματικότητα φαντάζει εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη, πιο πειστική, πιο λαγαρή, διότι ο κόσμος αλλάζει κάθε φορά που εμφανίζεται ένας πρωτότυπος καλλιτέχνης! Οι γυναίκες αλλάζουν ντύσιμο και παρουσιάζουν διαφορετική όψη απ’ ό,τι πριν, διότι είναι καινούριες ζωγραφιές και πινελιές, που προσθέτουν μία νέα διαφοροποίηση στον καμβά της οικουμένης. Μα ακόμη και το δάσος, όπου διενεργούμε τον καθημερινό μας περίπατο, ξαφνικά για κάποιο λόγο αλλάζει υφή και γίνεται κέντημα με πολλούς χρωματικούς τόνους, όπου εκ των υστέρων αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι έλειπαν προκειμένου το σύνολο των δένδρων να αποτελέσει δάσος. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο εκάστοτε κόσμος, στον οποίο κινούμαστε, είναι προσωρινός και ετοιμόρροπος, σαθρός,  ξεχαρβαλωμένος και σαραβαλιασμένος και προώρισται να αντέξει λίγο, μέχρι την επόμενη κοσμική καταστροφή, που θα σημαίνει ότι κάποιος καινούριος ζωγράφος θα αναλάβει τα ηνία για να μάς δώσει μία νέα πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν παράγονται διαρκώς καινούριοι κόσμοι που διαδέχονται τους προηγούμενους και η φύση του υποκειμένου με τη σειρά της μεταβάλλεται».

Τη στιγμή εκείνη άναψαν πάλι οι κινητήρες του Δεινοπτέρυγου και το μέγα μαύρο διαστημόπλοιο από άνθρακα και ατσάλι προέβη σε μία ακόμη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του σαν να ήθελε ίσως να δροσιστεί, να ενυδατώσει το αφυδατωμένο του κέλυφος. Η άμβλυνση της αδράνειας πλέον δεν ήταν αρκετή, διότι η σχετική ενέργεια είχε διοχετευθεί αλλού και οι επιβάτες άρπαζαν τις χειρολαβές για να μη παρασυρθούν σε εκτροπές διαδρομών του αέρα, καθώς το σκάφος περιδινιζόταν πέρα- δώθε σαν ακροβάτης. Το εκτυφλωτικό φως του Νότιου Πόλου του ήλιου έλουζε τους πάντες και πάντες προσπαθούσαν να προσαρμόσουν κατάλληλα στο ορατό φάσμα τους διυλιστικούς σάκκους, τους προστατευτικούς ηθμούς, τα πολωμένα στραγγιστήρια, ώστε να σώσουν τα μάτια τους από την θερμοπυρηνική χορωδία του διαστήματος.

Μετά ταύτα η Ηώ αποφάσισε να κλείσει τη συζήτηση με τον τρόπο που μόνο αυτή ήξερε.

«Μάλιστα, γλυκέ Τιθωνέ, ονειρεύεσαι πολλούς εναλλακτικούς κόσμους, τους οποίους εναποθέτεις στην έμπνευση κάποιων εξωτικών καλλιτεχνών, ίσως μικρών θεών, περιμένεις την ίδρυση Συμπάντων, μόλις οι παγκόσμιες ιδιοφυίες συμφωνήσουν και συγκεντρωθούν σε κάτι τέτοιο. Αλλά αν είν’ έτσι, οφείλω να σού πω ότι δεν έχω καμία ιδιαίτερη διάθεση να γνωρίσω τους δημιουργούς της συγκεκριμένης παρούσας πραγματικότητας, διότι εδώ έχει βάλει το χέρι του ο διάβολος. Κι ενάντια στο διάβολο ως αντίθετο του συμβόλου οφείλουν οι τιτάνες να αγωνίζονται. Κι αν είναι να ‘ρθει ένας γενναίος καινούριος κόσμος, αυτό ας γίνει επειδή είναι σύμφωνο με τη βούλησή μας, επειδή εμείς το θέλουμε κι όχι επειδή κάποιος ανεξιχνίαστος εξωτερικός παράγοντας το επέβαλε. Αν το πεπρωμένο ορίζει ότι η τεχνητή- βιοτεχνολογική νοημοσύνη θα μάς συντροφέψει στο μέλλον, πολλώ μάλλον ας διεκδικήσουμε ότι δεν θα υποταχθούμε στα μηχανικά της μέρη, αλλά ότι το σιδερένιο χέρι θα είναι το δικό μας και αυτό θα ρυθμίσει το δικό της ελαφρύ και μαλακό λογισμικό προς μία κατεύθυνση, όπου αν κάτι το καινούριο δημιουργηθεί θα είναι μέσα από συναίνεση, συγκατάθεση και έγκριση, διότι αυτό επιτάσσει η παράδοση του διαλέγεσθαι.»                           

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο.

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΦΘΑΝΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ

«Μετά την περιήγηση στο μέλλον της ανθρωπότητας, όπου είναι πολύ αβέβαιο αν ο πανούργος πίθηκος θα δυνηθεί τελικά να επιβιώσει», είπε ο Ίκαρος, «ίσως ενδείκνυται να … προσγειωθούμε και πάλι στην παρούσα μας κατάσταση. Εμείς, αυτή τη στιγμή έχουμε ξεκινήσει για μία αποστολή περισσότερο εκδίκησης παρά δικαιοσύνης, γιατί κάποιος επιτέλους πρέπει να δώσει ένα μάθημα σ’ αυτούς τους πρωταθλητές της μοχθηρίας θεούς, που δεν νοιάζονται για τίποτε, ότι δεν μπορούν να παίζουν με τις ζωές των ανθρώπων και να κάνουν ατιμώρητοι αυτό που έκαναν στον Τιθωνό. Μάς συνδέει η συχνά παραγνωρισμένη αξία της φιλίας, όπως μάς την έχουν παραδώσει ο Δάμων κι ο Φιντίας, όπου ο ένας, που είχε μείνει για εγγύηση στη φύλαξη του τυράννου, ώστε ο άλλος να λάβει άδεια να δει την οικογένειά του πριν δικαστεί για κάποιο έγκλημα,  ήταν σίγουρος πως ο φίλος του θα επέστρεφε, όπως κι έγινε. Σε άλλες εποχές όλοι θα μάς κορόιδευαν και θα έλεγαν “πού πάτε ρε ανόητοι μέσα στο στόμα του λύκου; Θα αντιμετωπίσετε Λαιστρηγόνες και Κύκλωπες χωρίς ηθικές αναστολές, θα κεντρίσετε απερίσκεπτα τρανούς ηγεμόνες και ισχυρούς ταγούς, που το απολύτως επικαιροποιημένο πυρηνικό δόγμα τους λέει ότι αν κάποιος τολμά να αντιστέκεται σε όσα εδάφη οι ίδιοι κυριαρχικά ανακηρύσσουν ότι είναι δικά τους και αποτελούν μέρος του βασιλείου τους, της Συμπαντίδος εξ Άδου, ή γενικά αν κάποιος μπαίνει στο ρουθούνι τους, και πάλι έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά. Διότι και πυρηνικός πόλεμος να γίνει, δεν βαριέσαι. Οι μεγάλοι ηγέτες θα είναι πάντα κρυμμένοι στα πολυτελή τους καταφύγια με μπόλικο πολτό ζυμωμένου κριθαριού, τονωτικές ουσίες και καλλίγραμμες υπάρξεις. Και είναι αλήθεια αυτό, μήπως θα έπρεπε να το ξανασκεφτούμε; Λίγο αργά βέβαια θα ερχόταν αυτή η νηφάλια αφύπνιση και εχέφρονη ανάνηψη, αφού ήδη βρισκόμαστε στο μέσον της διαδρομής για τον Άρη. Παρά ταύτα όμως, ίσως δεν βλάπτει να βρούμε κάποιους συμμάχους. Λέω λοιπόν να παιδέψω λίγο αυτό το συνονθύλευμα παλιοσίδερων, που έχουμε για ασύρματο, μήπως μπορέσω να επικοινωνήσω με το Σείριο, να δούμε τι έχει να πει και ο Προμηθέας για όλα αυτά, δεν μπορούμε, ρε παιδιά, να αγνοήσουμε τον Προμηθέα, όταν δρομολογούμε ένα εγχείρημα εις βάρος των θεών».  

Συμφώνησαν όλοι και για πολλή ώρα ο Ίκαρος ψηλαφούσε ή κατά μία χυδαία βαρβαρική λέξη «μπαλαμούτιαζε» τον ασύρματο μέχρι που τελικά ακούστηκε η φωνή κάποιων, που διαβίβασαν – βυσμάτωσαν το τηλεφώνημα προς κάποιους άλλους που κι αυτοί μετά από μία αιωνιότητα – αλλά ο χρόνος ήταν μία πολυτέλεια που είχαν οι αστροναύτες μας- μεσολάβησαν είτε πρόθυμα είτε απρόθυμα, είτε επιπόλαια είτε περιεσκεμμένα ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία, ώστε να έλθει τελικά στο μικρόφωνο ο ίδιος ο Προμηθέας, ο Προμηθέας, ο παμμέγιστος τιτάνας, ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος για τους θεούς και η μόνη ελπίδα των ανθρώπων. Κατά τη διαδικασία αυτή τα μέλη της αποστολής «Δεινοπτέρυγος» κινητοποίησαν ό,τι γνωριμία είχαν και δεν είχαν.   

«Δεν μού λέτε, πάτε καλά;», είπε ο πυρφόρος Προμηθεύς. «Γιατί επικοινωνείτε σ’ αυτή τη συχνότητα; Λόγω της απερισκεψίας σας, μ’ αναγκάζετε να απορρίψω, να πετάξω στον Καιάδα ή άλλως να κατακρημνίσω στο βάραθρο έναν από τους ελάχιστους δίαυλους επικοινωνίας, που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί από τους θεούς. Ίκαρε, με ενημερώνουν ότι έχετε ξεκινήσει μία θνησιγενή και άκρως ανθυγιεινή (για σάς) αποστολή απόλυτης βλακείας και βέβαιης αυτοκτονίας για να διεισδύσετε στον Όλυμπο. Είστε απαράδεκτοι! Έχω διαμηνύσει σε όλη τη γνωστή οικουμένη ότι δεν θέλω μη εξουσιοδοτημένες ενέργειες εναντίον αυτών των πλασμάτων! Οι τιτάνες θα μπουν στον πόλεμο όταν πρέπει, όταν είναι έτοιμοι, κι όχι παρασυρόμενοι από αποκοτιές μεμονωμένων και ασυνεννόητων διεθνών παικτών.»  

«Με όλο το σεβασμό σεβαστέ Προμηθεύ, πότε θα μπει επιτέλους η Τιτανία στον πόλεμο; Πότε θα ευαρεστηθούν οι Ατλάντες και οι λοιποί υπερήρωες να μάς βοηθήσουν; O πληθυσμός των ανθρώπων στενάζει κάτω από την ενδρομίδα και τα λοιπά (παλαιά) υποδήματα των Ολύμπιων. Έτσι και αλλιώς εμείς και αν συλληφθούμε, θα αναλάβουμε την αποκλειστική ευθύνη των πράξεών μας, αφού είναι προφανές ότι ενεργήσαμε μόνοι μας. Και πού ξέρεις- επειδή ακριβώς είμαστε ένα τσούρμο ανάπηρων, Α.Μ.Ε.Α. και ταλαίπωρων σύμφωνα με τη δική μας οπτική και ένας εσμός τυχαρπάστων αλητών σύμφωνα με την λογική των εξουσιαστών, ίσως κάτι καταφέρουμε, ακριβώς επειδή κανείς δεν μάς υπολογίζει.»    

«Πολλά λες, Ίκαρε, και θα εντοπίσουν το σήμα μας».

«Και να το εντοπίσουν, τι έγινε, ώ Ιαπετίδη και Κλυμενίδη, ώ εσύ που είσαι ο αληθινός “μητίετα” και όχι ο Δίας, ώ συ αιολομήτι», όλοι ξέρουν ότι οι τιτάνες κρύβονται στο Σείριο, όσο για μάς, το πολύ να βάλουν τα γέλια και να αρχειοθετήσουν την κινηματογράφησή μας στο ράφι με τις κωμωδίες».

«Ίκαρε, είστε αδιόρθωτοι γελωτοποιοί και χωρατατζήδες. Απορώ πως είναι μαζί σας και  η Ηώ που την έχω σε μία εκτίμηση. Κλείνω τώρα και σε λίγες μέρες θα φθάσει στο σκάφος σας μη ανιχνεύσιμο μήνυμα χαμηλής συχνότητας, που θα μπορέστε να αξιοποιήσετε».

Τι έλεγε το μη ανιχνεύσιμο σήμα του Προμηθέα, που έφτασε μερικές μέρες μετά;  Είχε παρεισφρήσει και διεισδύσει στο παλάτι των Ολύμπιων ένας ανεξάρτητος πράκτορας, προκειμένου να παρακολουθεί τη δραστηριότητα των θεών και να ενημερώνει αναλόγως τους ενδιαφερόμενους πλειοδότες. Η συγκεκριμένη -διότι ήταν γυναίκα, αν γυναίκα μπορεί να ονομασθεί αυτό το πλάσμα που θα περιγράψουμε κατωτέρω- είχε δουλέψει σε πολλούς αμφιλεγόμενους εργοδότες και είχε δημιουργήσει φήμη πολύ αξιόπιστου μπράβου ή μάλλον «μπράβας» της νύχτας. Ήταν η Δαιμογόργων, μία γυναίκα φρικτή, φρικώδης και φρικαλέα, αν πιάσατε το υπονοούμενο, που είχε γεννηθεί κάτω από το γη, έζησε τα νιάτα της σε υπονόμους κυνηγώντας τους κροκοδείλους, που σύμφωνα με τον αστικό μύθο ζουν εκεί, και το όνομά της ήταν τόσο αποτρόπαιο, που είχε οριστεί ότι είναι εμποδισμένο στους θνητούς καν να το προφέρουν. Η Δαιμογόργων σκότωνε τα θύματά της με σβώλους καιόμενου βορβόρου, οι οποίοι έριχναν ρίζες στα αγγεία και στα σωθικά του δεχόμενου την επίθεση και τον καταβρόχθιζαν- κατασπάραζαν  από μέσα, αλλά και με τους θανατηφόρους δηλητηριώδεις κοπτήρες της, που εισχωρούσαν στο δέρμα των θυμάτων της.

Αυτή λοιπόν είχε βρει στο ελεύθερο (λαθρ-) εμπόριο μία μαγική στολή, που λεγόταν χαμαιλεοντικός χιτώνας ή κυνέη και έκανε κάποιον αόρατο. Αυτή ήταν μία παράνομη μεν, λόγω της θεσμοθετημένης προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της οικογενειακής εστίας και της ιδιωτικής ζωής, αλλά συνάμα πολύ διαδεδομένη τεχνολογική ευχέρεια, που παρά τη ρητή απαγόρευση πολλοί χρησιμοποιούσαν για τους άνομους σκοπούς τους, σύμφωνα με το αξίωμα ότι αν ένα τεχνολογικό επίτευγμα δει το φως της ημέρας, κανείς πια δεν μπορεί να το εξαφανίσει αναδρομικά ως μη γενόμενο. Ο χαμαιλεο- χιτώνας ή κυνέη ήταν ένα από τα πολλά εξοβελισμένα αντικείμενα, θεωρούμενα ως κακόφημα, κακόδοξα, δύσφημα, ανίερα και δαιμονικά, όπως ήταν π.χ. το κράνος του Άδη, υποσχόμενο άμεση εξαφάνιση και επανεμφάνιση σε ασφαλέστερο τόπο, πολύ επικίνδυνο και κατά παραβίαση όλων των κρατικών πρωτοκόλλων διακτίνισης, που κυκλοφορούσαν αλίμονο ευρέως στο βαθύ διαδίκτυο και στα γαλαξιακά άντρα των εγκληματικών οργανώσεων δυστυχώς χωρίς κανένα περιορισμό.

Η κυνέη είχε ένα ευρύ γιακά, ποιος ξέρει γιατί, και ήταν πάρα πολύ θερμή σαν δέρμα σαύρας. Δεύτερον, από πολύ αξιόπιστη πηγή γνωρίζουμε ότι οι νανίτες και οι νανομηχανισμοί, μέσω των οποίων καθίστατο δυνατό να δει κανείς μέσα από τη διαφανή στολή δεν είχαν την αναγκαία υψηλή ευκρίνεια με αποτέλεσμα όποιος τη χρησιμοποιούσε να νιώθει ανυπόφορο πονοκέφαλο. Μα αυτοί οι αχαΐρευτοι τιτάνες τίποτε πια δεν ήξεραν να φτιάξουν, ούτε καν ένα μανδύα αόρατης προκάλυψης; Ένα άλλο πρόβλημα, που αντιμετώπιζε η Δαιμογόργων ή όποιος άλλος γλιστρούσε μέσα σ’ αυτόν τον  μανδύα, που επέτρεπε στο χρήστη να συγχωνεύεται με τον ενδότατο μυχό του περιβάλλοντος, είναι ότι συνήθως χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ενεργοποιήσει και το κράνος του Άδη, προκειμένου να εξαφανιστεί, όταν τα πράγματα έσφιγγαν. Συνεπώς θα έπρεπε να χωράει κι αυτό στη στολή και να περιβάλλεται από αυτήν. Γι’ αυτό οι θαυμαστοί τεχνίτες και ράφτες της τιτανικής εποχής εφεύραν για πρώτη φορά την κορυφώδη καλύπτρα ή κουκούλα, που ακόμη και σήμερα βρίσκει πολλές χρήσεις στην κοινωνία. Στην τελική έκδοση του χαμαιλεο- χιτώνα η κουκούλα ήταν προσαρμοσμένη στο ευρύ περιτραχήλιο-περιαυχένιο- περιλαίμιο, το οποίο έτσι για πρώτη φορά απέκτησε εξήγηση, νόημα και λόγο ύπαρξης με αποτέλεσμα η παράγραφος αυτή να διαγράψει ένα πλήρη κύκλο σε σχέση με την αρχή της και να δώσει απάντηση στην αρχική της απορία.     

Το απεχθές, επαχθές και κακομούτσουνο λοιπόν αυτό ον, έχοντας εισχωρήσει κρυφά στον Όλυμπο και παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις συνεδριάσεις των θεών, είχε την ευχέρεια μέσα από τον αόρατο μανδύα του να μεταδίδει έγκυρες πληροφορίες προς πάντα ενδιαφερόμενο για το πού έμελλε μελλοντικά να οργανώσουν πραξικοπήματα ή βομβαρδισμούς οι θεοί ή και για άλλα αρρωστημένα, απρόβλεπτα και μη κατατάξιμα σχέδιά τους. Μέσα από ένα κλειστό κύκλωμα, που ελάχιστοι προνομιούχοι γνώριζαν, εν δυνάμει αγοραστές πληροφοριών επικοινωνούσαν με τη Δαιμογόργονα ενεργώντας παράλληλο έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό και λάβαιναν πολύτιμες συμβουλές και ειδήσεις, προβλέψεις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες για τη δουλειά τους, σαν να διηύθυνε η τερατώδης κακάσχημη γυνή ένα είδος χρηματιστηρίου.    

Η Δαιμογόργων είχε μία βροντώδη φωνή σαν εκρηκτικό κεραυνό ή καταπέλτη, που υπό κανονικές συνθήκες θα φανέρωνε αμέσως την παρουσία της, αλλά, αν κατόρθωνε να πετύχει μία εκφορά ανάλογη με τσίριγμα υπό τα δικά της δεδομένα, μπορούσε να μετατρέπει τα λόγια της σε υπερηχητικά κύματα, που δεν ακούγονταν μεν από τους παρισταμένους στον ίδιο χώρο με αυτήν, αλλά έσκαγαν σαν παλιρροϊκά κύματα στο αυτί του συνομιλητή στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής. Μια και στην υπερσύγχρονη εποχή της ελληνικής μυθολογίας η μόνο φωνητική επικοινωνία χωρίς εικόνα θεωρούνταν υποτιμητική, ένα άλλο πρόβλημα ήταν η όψη της Δαιμογόργονος, απωθητική και εμετική στους εκ του μακρόθεν συνδιαλεγόμενους με αυτήν. Όλο το κορμί της ήταν παχύ και ξεχειλωμένο με τις ρώγες του στήθους να κατεβαίνουν μέχρι κάτω από τον ομφαλό, ενώ η έδρα ήταν τόσο ψηλά ώστε φαινόταν παρά φύση η σχισμή του πρωκτού να ανεβαίνει στην πλάτη. Γενικά το σώμα της ήταν ακαθόριστο και ελαφρώς τρεμάμενο σαν αυτό μίας πλαδαρής μέδουσας και προκαλούσε κύματα ακατάσχετης αναγούλας σε όποιον την αντίκριζε. Η πανάθλια όψη και εικόνα της σωματοποιούνταν κατά κάποιο τρόπο, διότι ο παρατηρητής αισθανόταν αυτόματα σαν να τού ερεθίζει ή να τού γαργαλάει κάποιος τη σταφυλή του φάρυγγα για να προκαλέσει εμετό.

Μόλις λοιπόν ο Ίκαρος ήλθε σε οπτική επαφή με τη Δαιμογόργονα ξέρασε στα γρήγορα για πρώτη φορά. Βλαστήμησε από μέσα του, γιατί σκέφτηκε ότι τόσες φορές είχε γλιτώσει τον εμετό λόγω των περιστροφών του πλοίου και των αυξομειώσεων της βαρύτητας την εσχάτη στιγμή, μόνο και μόνο για να αδειάσει τελικά τα σωθικά του σε μία ανύποπτη περίσταση, γιατί – αλίμονο- είχαν τόσα πολλά σοβαρά θέματα, ώστε δεν είχαν την πολυτέλεια να αναλώσουν φαιά ουσία και για τις επιπτώσεις της οπτικής επαφής με τη Δαιμογόργονα. Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, έφτασε σ’ αυτιά του και ο υπερηχητικός ήχος από τη φωνή του τέρατος ως διατρητική βόμβα που διατρυπά υπόγειο καταφύγιο.

  «Ποιος είναι στη γραμμή; Μόνο ελάχιστοι ξέρουν αυτό το κλειστό κύκλωμα και όσοι το ξέρουν θα είχαν ήδη κάνει την πρώτη κατάθεση στον τραπεζικό μου λογαριασμό».

Ο Ίκαρος δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει, αφού είχε εξουδετερωθεί από την αρχή και τη θέση του πήρε ο Τιθωνός, που ήταν έτοιμος για όλα. Έτσι κι αλλιώς αυτουνού τα σωθικά ήσαν τόσο ανακατεμένα, ώστε αιφνιδιασμένα από τον ίδιο τους τον εαυτό δεν γνώριζαν πώς να αντιδράσουν καν στις εσωτερικές εντερικές αλλαγές, πόσο μάλλον στις εξωτερικές εμετικές επιδράσεις της Δαιμογόργονος.

Οπτικά τουλάχιστον μέσα από το κύκλωμα ο Τιθωνός βρέθηκε στη μεγάλη αίθουσα των θεών, όπου όπως λέγει και η λέξη «αίθουσα» έκαιγε φωτιά στην εστία. Στη μέση σε ένα θρόνο επενδυμένο με ολοσηρικό ύφασμα ο Ζευς αυξομείωνε κατά βούληση το μέγεθός του προκειμένου να τονίσει δεόντως μία φράση του ή να αποσπάσει προσοχή από τους αφηρημένους και σεβασμό από τους περιστασιακούς αμφισβητίες. Όλοι οι θεοί είναι παρόντες εδώ σε αυτή την άτυπη – ή μήπως τυπική- ολομέλεια, σ’ αυτό το μείζον συνέδριο κάτω από το θόλο της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων. Οι περισσότεροι θεοί απ’ αυτό το πλήθος είναι άγνωστοι στον Τιθωνό, παρότι είχε από μικρός την παιγνιώδη συνήθεια να μαζεύει χαρτάκια με απεικονίσεις ποδοσφαιριστών – έ συγγνώμη- θεών και είχε μεγάλη συλλογή έχοντας σχεδόν συμπληρώσει το λεύκωμά του. Διότι εδώ παρευρίσκονταν όχι μόνο οι δώδεκα γνωστοί πρωτοκλασάτοι άσοι, αλλά χιλιάδες φερέλπιδες νέοι και σιτεμένοι, που ζητούσαν μία ευκαιρία να αναδειχθούν, να παίξουν στα μεγάλα πρωταθλήματα και να διακριθούν στις κορυφαίες μάχες, βρίσκοντας το δρόμο να περιληφθούν στη στελέχωση της βασικής Ολύμπιας ομάδας.   

Η ψηλή σαν πύργος Δαιμογόργων μαζί με την αόριστη μάζα της ήταν ορατή μέσα από την αποπνιχτική οσμωτική στολή της, τη βιομιμητική δερματοθερμική μεμβράνη της, καθώς έκκρινε οξύ αντί για ιδρώτα κι είχε κι ένα σπαθί που εξέπεμπε ενοχλητικές λάμψεις, μέχρι κι αυτό επιδείνωνε το φριχτό θέαμα της παρουσίας της, άθλιο ως προς το ιδείν και απίστευτο ως προς το λέγειν. 

«Δαιμογόργων, όπως καταλαβαίνεις, είμαστε φίλοι σου, αφού γνωρίζουμε τους κώδικες επικοινωνίας σου. Με βλέπεις;»

«Βλέπω έναν σακατεμένο, έναν ανάπηρο. Πόσο άσχημος είσαι», είπε με απέχθεια η Δαιμογόργων.

«Σ’ ευχαριστώ, είναι πολύ ευγενικό που μού το θυμίζεις. Έχουμε υψηλές συστάσεις και ερχόμαστε να ζητήσουμε τη βοήθειά σου.»

          «Σακάτη Θερσίτη της πλάκας, η Δαιμογόργων δεν βοηθάει ελεεινούς, οικτρούς και κακορίζικους θνητούς. Ούτε καν μικρούς θεούς, γιατί ούτε και αυτό συμφέρει οικονομικά. Αν τώρα έχεις ατυχήσει στη ζωή σου, σκασίλα μου, “τύχη δίδει πλείστα πολλοίς, ουδενί αρκετά”.[45]»

          Ο Δαίδαλος, ταραγμένος από τον ακατάσχετο εμετό του γιου του, έλεγε στον Τιθωνό.

          «Τι διάολο κάνουμε εδώ πέρα, απορώ τι επιδιώκουμε και τι θέλουμε να πετύχουμε. Τιθωνέ, το να μιλάς μ’ αυτό το πράγμα είναι σαν να μιλάς με τον ίδιο σου τον κόλο. Καλύτερα να στρέψεις το κεφάλι σου προς τα πίσω, ακανόνιστα και με γωνία αδύνατη, και να διαπραγματευθείς ελεύθερα με συνομιλητή τον πορδοκλανικό πρωκτό, που τόσο συγκινητικά προσπαθεί να αρθρώσει λόγο μέσω ρυθμικής απελευθέρωσης αερίων. Περισσότερα θα αποκομίσεις και καλύτερες συμφωνίες θα κάνεις». 

          «Λοιπόν σε ακούω», συνέχισε βροντερά η Δαιμογόργων, «αλλά πώς ξέρω ότι δεν είσαι πράκτορας των θεών;»

 «Αν ήμουν πράκτορας των θεών, θα είχες ήδη συλληφθεί, ανόητη φάλαινα».

«Σε παρακαλώ, όποιος κι αν είσαι, να μην προσβάλεις το φυσικό μου παρουσιαστικό, διότι αυτό είναι πρωτίστως αγενές. Δεν έχεις τρόπους απέναντι σε μία κυρία;  Σε λίγο θα με ρωτήσεις και για την ηλικία μου, βλάκα. Χρειάζεται κάτι περισσότερο για να πεισθώ ότι δεν είστε καταδότες του Δία, αφού ενδεχομένως να με αφήνετε ελεύθερη προσωρινά για να αποκτήσετε πρόσβαση στους συνεργάτες μου.»

«Πώς μπορώ να σε πείσω», σκέφτηκε ο Τιθωνός. «Ας εξετάσουμε λίγο την επιστημολογία μας. Θεωρείς ότι ο Δίας, ο γιος του Κρόνου και της Ρέας, που μάζεψε γύρω του όλο αυτό το συρφετό των φιλόδοξων ολιγαρχών, είναι Θεός; Θεωρείς ότι είναι ο Θεός της Δημιουργίας, αυτού του κόσμου ή αυτού του Σύμπαντος, αν πολλοί κόσμοι συγκροτούν ένα Σύμπαν, ή και όλων των Συμπάντων, αν υπάρχουν πολλά Σύμπαντα;»

 «Θεός, ας γελάσω. Αν βγαίνει από το “θέω”, που σημαίνει “τρέχω”, δεν δηλώνει τίποτε περισσότερο από τον τροφοσυλλέκτη κυνηγό, που καταδίωκε επί μέρες με επιμονή τα ταχύτερα θηράματά του για να δυνηθεί εντέλει να τα παγιδεύσει. Απλά έχει υποδουλώσει όποιον είναι υποδεέστερος από αυτόν στην ιεραρχία της δύναμης. Είναι ένας άπληστος, ακόρεστος, λαίμαργος, διψαλέος και πλεονέκτης πόρνης γιος, παρότι δεν έχω κανένα λόγο να προσβάλω τη Ρέα, που μαζωμένη κάπου και κάποτε κάτω από μία σκιά ίσως ακούει τα λεγόμενά μου. Είναι ένας δειλός κακοποιητής γυναικών, ένας αισχρός τύραννος».

«Και τότε ποιος είναι ο αληθινός Θεός:» 

«Ανάπηρε, θα ‘πρεπε να διακόψω την επικοινωνία μας εδώ και τώρα, γιατί με ενοχλείς στην τρέχουσα κατασκοπική μου δραστηριότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, μού κίνησες την περιέργεια. Καιρό έχω να κάνω μία ενδιαφέρουσα συζήτηση με όλα αυτά τα καθάρματα που έχω μπλέξει. Μήπως είσαι μέλος αυτής της νέας μονοθεϊστικής θρησκείας, που προσθέτει στο γνωστό πάνθεον έναν ακόμη θεό, πλην όμως συμπεριληπτικό όλων των άλλων; Αχ, αν μπορούσε η άβυσσος να συλλαβίσει τα μυστήρια της! Αλίμονο όμως τής λείπει η φωνή, οπότε ο βυθός και το βάθος παραμένουν χωρίς εικόνα και χωρίς έργο, το αρχέγονο μηδέν επιμένει να είναι βουβό. Γι’ αυτό κι εγώ προτιμώ να ενστερνιστώ την πίστη των τιτάνων για τη μοίρα, το πεπρωμένο, τον καιρό, την ευκαιρία, το τυχαίο, η σύμπτωση και την εξέλιξη. Διότι τα πάντα υπάγονται στα παραπάνω μεγέθη και από το πώς αντιδρά σε αυτά ο άνθρωπος, φαίνεται ποιος είναι, ποιο είναι το μέτρο και η αξία του, όπως μάς λέγει η αρχή της τραγωδίας».

«Ναι, Δαιμογόργων, αλλά ξέχασες να κατατάξεις την αιώνια αγάπη και την τελειότητα και την ηρεμία του ιδεώδους, το ιδανικό της ομορφιάς που επιβιώνει και…»

«Τιθωνέ, μην το παρακάνουμε», επενέβη ο Δαίδαλος. «Αυτό μάς έλειψε τώρα να κάνουμε διάλογο με το τέρας για το τι είναι αγάπη, τι είναι ομορφιά, τι είναι ιδεώδες και τι είναι η ηρεμία του ιδεώδους. Αφού διαπίστωσες ότι ενστερνίζεται τις αξίες των τιτάνων, να το εκμεταλλευτούμε αυτό προς όφελός μας».

Ο Τιθωνός ένευσε ότι έλαβε το μήνυμα.

«Ναι, ναι σωστά. Άκου Δαιμογόργων. Εμείς εκπροσωπούμε τους τιτάνες. Σιγά- σιγά βγαίνουμε από τις κρύπτες μας, τις σχισμές, τις διαρρωγές, τα ρήγματά μας, τις σπηλιές και τα βάραθρά μας, για να αντισταθούμε στους ψεύτικους ανήθικους θεούς. Σού ζητούμε να μάς βοηθήσεις και μάλιστα ακόμη και χωρίς αντάλλαγμα. Τόσα λεφτά έχεις, δέσποινα των τεράτων – σόρρυ των αθανάτων. Από ένα σημείο και πέρα τα μηδενικά του τραπεζικού σου λογαριασμού δεν σημαίνουν τίποτε και έχουν δίκιο οι τιτάνες που μετράνε μόνο μέχρι τη μυριάδα. Οτιδήποτε ανώτερο της μυριάδας είναι ύβρις».

Μεσολάβησε ευσπλαχνική σιωπή, κατά την οποία οι υπερηχητικές στριγκλιές της Δαιμογόργονος έβγαλαν το σκασμό. Ύστερα ο φακός στράφηκε μακριά από το αποκρουστικό παρουσιαστικό της και εστιάστηκε στις σκηνές, που εκτυλίσσονταν και διαδραματίζονταν στην αίθουσα.

Εδώ λοιπόν ο Τιθωνός και οι λοιποί επιβάτες του Δεινοπτέρυγου έγιναν μάρτυρες του πώς ένας θεός υπερτινάσσεται, εξίσταται του φρονείν, παραφρονεί, καθίσταται παρανοϊκός, κουζουλαίνεται και ξετρελαίνεται. Οι ελάσσονες και ήσσονες θεοί γύρω του τον καρφώνουν ταυρηδόν, αβγουλομάτηδες, γουρλομάτηδες, εξόφθαλμοι ηδονοβλεψίες. Τα αθάνατα σαγόνια τους κρέμονται από τις κλειδώσεις τους αξιοθρήνητα και τα θεϊκά στόματά τους χάσκουν και χάφτουν μύγες με τα σάλια να έχουν πάρει την άγουσα προς τα κάτω σαν καταρράκτες σε αργή κίνηση.          

Ο Ζευς κατευθύνει το σκοτεινό μοχθηρό βλέμμα του με απερίγραπτη υπομονή στον καθένα από τους παρισταμένους ρίχνοντας αναμμένα κάρβουνα στη ψυχή τους, εντοπίζοντας την αδυναμία του καθενός – αυτό το ξέρει καλά- που είναι ταυτόχρονα η δική του ισχύς.

«Μήπως έχετε καμιά απορία;», αστράφτει και βροντάει. «Θα τσακίσω όποιον επιβουλεύεται το θρόνο μου, αυτό δα έλειψε να φοβηθώ αυτά τα ανθρωπάρια, τους τιτάνες. Θα τούς πατήσω κάτω σαν μυρμήγκια, σαν σκουλήκια, θα τούς καταψύξω στις πολικές φυλακές μου και θα τούς θρυμματίσω το στέρνο με βαριοπούλα ή με απλή μοχθηρή γροθιά!  Όσοι ονειρεύονται ιερά, άγια των αγίων, βωμούς, θυσιαστήρια, άμβωνες, θρόνους και βήματα ρήτορα θα δρέψουν φυλακές, ειρκτές, δεσμωτήρια, παλιά και σκοτεινά μπουντρούμια και τεκέδες, άντρα τύψεων και παραισθήσεων, φρικώδη κοπροχώματα, άγρια και ξένα. Όπως θα πει στο  μέλλον κάποιος που θα έχει όνομα σαν μίλτο, δηλαδή σαν κόκκινη ώχρα, κοκκινωπό οξείδιο του μολύβδου ή αίμα μαγικών αντικειμένων μιλώντας για Εωσφόρο ή διάβολο, “θα στήσω την ιερή μου έδρα πάνω από την  Αχερουσία, πάνω από τα ίδια τα άστρα”». 

Η οργή του Δία ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Στράφηκε προς την Ήρα, που αντίθετα με την οιηματική και πληθωριστική μεγέθυνση του Δία είχε ζαρώσει και γίνει μικρή σαν κουνούπι από το φόβο και την ντροπή.

«Ανάθεμα την πανουργία σου, βοώπι Ήρα, δυστυχή και τρισάθλια ήρα, που σε προτίμησα από το στάρι, δηλαδή από άλλες σταρένιες υπάρξεις και σε έκανα γυναίκα μου. Μετήλθες και συνάμα ξεφτίλισες το πιο ιερό μέσον, τη ζεστή συζυγική αγκαλιά για να κάνεις τα δικά σου, με κοίμισες με δόλο για να βυσσοδομήσεις, για να ξετυλίξεις τις ανούσιες δολοπλοκίες σου, δόλια, δόλια, δόλια, αυτό είναι το μόνο επίθετο που σού ταιριάζει, διαστρεβλώτρια, συκοφάντισσα. Πώς τόλμησες να εναντιωθείς στο θέλημά μου, πώς διανοήθηκες να βάλεις τα δικά σου ευτελή, μικροπρεπή, ουτιδανά σχέδια πάνω από τον δικό μου στρατηγικό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό; Και για να πετύχεις τι; Να εκδικηθείς τον Ηρακλή, αυτή η εμμονή σε κυνηγάει χρόνια τώρα. Και τώρα εξαιτίας σου ο Ηρακλής κατέλαβε την Τροία και οι άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση σε απαγορευμένες γ’ αυτούς τεχνολογίες, ακόμη και σε κάδους αθανασίας, που ο Λαομέδων τούς είχε επτασφράγιστους. Χάσαμε μία από τις κύριες βάσεις μας στη Γη μαζί με αρκετές δεξαμενές ανάρρωσης και θεραπευτικές σαρκοφάγους, που η καθεμία κοστίζει τα μαλλιοκέφαλά μας».

«Μπορεί ο Ηρακλής να οργίστηκε, αλλά ακόμη δεν έχουμε χάσει την επιρροή μας σ’ αυτόν», τόλμησε να αρθρώσει η Ήρα. «Έχω μία αμφιλεγόμενη, αμφίσημη και επαμφοτερίζουσα σχέση μαζί του, που ρέπει πότε προς την έχθρα συνεπεία των βασανιστικών δοκιμασιών, στις οποίες τον υποβάλλω, και πότε στην απροϋπόθετη υποταγή του προς εμένα…»

«Σκασμοοός, δεν με ενδιαφέρουν τα σαδομαζοχιστικά σου παιχνίδια, όπου πότε σοδομίζεις – ξυλοφορτώνεις και πότε μαζεύεις ξυλιές. Εγώ έχω να κυβερνήσω ένα καινούριο κόσμο που αποκτήσαμε με το δίκαιο της κατάκτησης κι εσύ έχεις το θράσος να με αποπροσανατολίζεις μ’ αυτές τις ασημαντότητες, ξένου ερωμένη και ιδίου αμελής; Τι διάολο κάνετε με τον Ηρακλή, μήπως κοιμάστε και μαζί και δίνετε ο ένας στον άλλον καρπαζιές;»

Εκεί ο Ζευς ύψωσε στα πέντε μέτρα και συνέχισε:

«Έχω τη δύναμη να σε εξοντώσω με έναν κεραυνό, να λιώσω το χρυσάφι των ρούχων σου και το ατσάλι της πανοπλίας σου, να σε διασκορπίσω στα τέσσερα σημεία, έτσι ώστε τα κομμάτια σου να υψωθούν στην ατμόσφαιρα και ύστερα να ραίνουν το έδαφος σαν χαρτοπόλεμος και το παχύ σου κρέας να γίνει σιρίτια ή πολύχρωμες αιωρούμενες λωρίδες πανηγυριού, καμένα κουρέλια και ιπτάμενα παϊδάκια, καπνιστή θράκα και σκόνη. Δύναμαι ακόμη να θάψω στα Τάρταρα, να σε ξαποστείλω και να σε οστρακίσω πολύ βαθιά μέσα στον Άδη, να σε ρίξω στον πιο απόκρημνο βόθρο και υπόνομο και σε μαύρη- κατάμαυρη τρύπα λησμονιάς, εκεί που ο Κρόνος και ο Ιαπετός έχουν εκτίσει ποινές αδιανόητες σε έρημη κλίνη και σκληρή τάβλα βασάνων και πόνου, όπου καμία ακτίνα του Φαέθωνα δεν θα μπορεί να ζεστάνει την καρδιά σου!»

Η Ήρα κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια και η μόνη της ελπίδα ήταν η πιο γνωστή και αποτελεσματική μέθοδος, να κολακεύσει δηλαδή και να μαλάξει τον εγωισμό του Δία γλείφοντας τις πατούσες του και υπό προϋποθέσεις φθάνοντας ακόμη πιο ψηλά από αυτό. Δήλωσε λοιπόν με τρόπο οπτικό, υλικό και απόλυτο, παρουσία και σε επήκοον όλων την πλήρη υποταγή της στον βασιλιά των θεών. Εκεί πια ο Ζευς έπαθε παράκρουση μεγαλείου από αυτές, που δυστυχώς έχουν κακοχαρακτηρίσει διαχρονικά το ανδρικό φύλο, με αποτέλεσμα η έννοια «άνδρας» να μην συγκινεί πλέον τη νεολαία και να μην έχει καμία θέση στο θαυμαστό καινούριο κόσμο.

«Ναι, είμαι ο Ζευς, ο νεφεληγερέτης, ο υψιβρεμέτης, ο πατέρας των θεών, είμαι ένα πανίσχυρο ον που διέσχισα πολλές διαστάσεις για να ξεφύγω… έ για να βρω ένα κόσμο, που να τον ωφελήσω με την τεχνογνωσία μου, με τις αρετές και τις ικανότητές μου, με τη μαγνητική μου προσωπικότητα. Ήμουν ο αυτοκράτορας των μαύρων τρυπών και του χώρου των πιθανοτήτων πριν καν οι τιτάνες κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον τομέα των επιστημών, όπου βαυκαλίζονται ότι διακρίνονται».

Μετά από το δημόσιο εξευτελισμό και την πανηγυρική διαπόμπευση της Ήρας, που για πολλοστή φορά στον έγγαμο βίο της ήταν αναγκασμένη να καταπιεί τρομερές προσβολές, αποκυήματα του ανδρικού εγωισμού, θα έπρεπε να ευρεθούν και ορισμένα άλλα θέματα για να πληρωθεί η ημερήσια διάταξη του συμβουλίου των θεών.

    Προ του Δία εμφανίζεται ο Ήφαιστος, ο μέγας κερατάς της αρχαιότητας, αφού είχε τη φαεινή έμπνευση να παντρευτεί την Αφροδίτη, με αποτέλεσμα, αντί να τρώει βραστή προβατίνα μόνος του, να αναλίσκει αρνάκι γάλακτος με παρέα. Ο καημένος είχε δει ενώπιόν του τον άλκιμο ισχυρομελή Άρη να διακορεύει την διακεκορευμένη Αφροδίτη με κάθε τρόπο και σε όλες τις φάσεις, όπως ο Δημοσθένης ρητόρευε το ρερητορευμένον ρο. Κάποια φορά τούς είχε αιχμαλωτίσει με δίκτυ και διαμαρτυρήθηκε στους θεούς, οι οποίοι παραδόξως έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στα ίδια τα πειστήρια ή τεκμήρια ως αφορμή κοροϊδίας και γέλωτος παρά στο έγκλημα, που αυτά στοιχειοθετούσαν. Ο Ήφαιστος συναγωνιζόταν τον Τιθωνό σε σωματική ένδεια και ανεπάρκεια. Ήταν ένας γενειοφόρος, άσχημος νάνος – ούτε ένα ογδόντα, ημιφυής, υπόπαχυς, κοντόπαχυς, κοντοπίθαρος και μπασμένος στο πλύσιμο για ολυμπιακά κριτήρια- κυφός, κυρτός και υβός, καμπούρης. Ναι, ήταν ο Ήφαιστος, ο θεός της φωτιάς, ο ύψιστος βιοτέχνης, χειρώναξ,  χειροτέχνης και αρχιτεχνίτης των θεών.

Επειδή, όπως είπαμε, η εξωτερική του όψη στην καλύτερη περίπτωση δεν τον κολάκευε καθόλου, είχε μεγάλη έφεση να εφευρίσκει στολές και πανοπλίες, που χάριζαν στον κάτοχό τους την ισχύ, που ο ίδιος ως φυσική και σκηνική παρουσία στερούνταν. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όπου προσήλθε για ακρόαση μπροστά στο θρόνο του Δία, φορούσε ένα σύνολο, που τον μετέτρεπε ούτε λίγο ούτε πολύ σε ζωντανό σιδηρόδρομο, μάλιστα έκανε και «τσουφ-τσουφ» από μία ένστολη εξάτμιση και καπνοδόχη. Το ένδυμά του αποτελούνταν από προσαρμοσμένες σε άλληλες σιδερένιες σφαίρες, σιδερόφραχτα παπούτσια και χειρόκτια, που έσερναν αλυσίδες όμοιες με εκείνες των φαντασμάτων, όσων εγκαταβιώνουν σε μεσαιωνικούς πύργους και σκήτες μοναστηριών. Στη ράχη του έφερε μία ατμώδη σακκοπήρα – ασκοπήρα, που ανέδιδε συνεχή ρεψίματα, ενώ το αποκρουστικό του πρόσωπο περιβαλλόταν από διαφανές κράνος που παρά τη διάθλαση και την περίθλαση του ιριδίζοντος φωτός καθιστούσε τα χαρακτηριστικά του – αλίμονο- εναργή. Ο Ήφαιστος ξεκίνησε την εισήγησή του:

«Ζευ πάτερ, Γούπιτερ, κοίταξε τι ωραία πανοπλία – όχημα έφτιαξα. Μην ξεχνάς ότι τέτοιοι μυώδεις οιηματίες, φουσκωτοί μασίστες και αλαζόνες σωματοχτίστες, όπως είναι ο Ηρακλής, το μόνο που φοβούνται είναι η τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων. Κάθε ωστική γροθιά του υπερφυσικού αυτού μπεμπέ μπορεί να αποκρουσθεί εύκολα από τους σιδερόφραχτους θυρεούς μου, ενώ κάθε ριπή από το γιγαντιαίο ενσωματωμένο πυροβόλο μου μπορεί να τον κόψει φέτες κατάλληλες για ζωοτροφή. Όμως, ήθελα να σε παρακαλέσω, βλέποντας αυτά τα επιστημονικά επιτεύγματα που κάθε φορά θέτω ταπεινά στην υπηρεσία σου, να μού αναγνωρίσεις επιτέλους μία υψηλότερη θέση στην επετηρίδα και την ιεραρχία των θεών. Με έχεις αδικήσει πολύ και δεν είναι δυνατόν, επειδή είχα χαμηλή θέση στον αρχικό διαγωνισμό για την κατάληψη θεϊκών θέσεων τριάντα χρόνια πριν, να θέλεις να με βγάλεις πρόωρα στη σύνταξη, όταν έχω τόσα πολλά ακόμη να προσφέρω!»

«Ό,τι και να πεις, Ήφαιστε δεν κατέχεις τα απαιτούμενα προσόντα σε εξαιρετικό βαθμό, ώστε να μπορέσεις να διεκδικήσεις θέση παρακοιμώμενου συμβούλου στο πλευρό μου κι αυτό δεν αλλάζει με τη νιοστή σου κωμική εφεύρεση. Ένα αδυσώπητο μικρόβιο της φιλοδοξίας έχει εισχωρήσει βαθιά μέσα σου και κοντεύει να σε καταβροχθίσει από μέσα. Επιτέλους,  κατάλαβε ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή εκτός από τη σταδιοδρομία σου. Έχεις μία υπέροχη σύζυγο που διατηρεί τη νεότητα και τα θέλγητρά της με ανθοκυανίνες και κολλαγόνα και … κατά βάθος σε αγαπά, έχεις κι ένα σωρό παιδιά, μεταξύ των οποίων ο Αιθίοπας δείχνει ότι κι εσύ τσιλιμπούρδισες λίγο, οπότε, όποτε τα βάζεις με την Αφροδίτη, να θυμάσαι ότι ισχύει και για σένα το “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”, που λέει και η καινούρια θρησκεία». 

«Εγώ δεν… Ωραία αυτά που λες και γνωρίζω κι εγώ ότι η πραγματική ζωή βρίσκεται αλλού και όχι στην καριέρα, αλλά να δούμε πώς θα το πάρεις, όταν έρθει κι η δική σου ώρα να συνταξιοδοτηθείς, τα τρία χρονάκια από εξήντα πέντε σε εξήντα εφτά περνάνε γρήγορα και τότε θα σε δω, αν σ’ ενοχλεί η απόσυρση και η ναφθαλίνη». Ήταν φανερό ότι ο Ήφαιστος έβραζε και κόχλαζε, όπως μαρτυρούσε και το όνομά του στενάζοντας για την αδικία.

Ξαφνικά, στρέφεται προς την Δαιμογόργονα, τόσο σίγουρη για την αόρατη κατάστασή της, και την αποκαλύπτει, αρπάζοντάς την από το σβέρκο!      

«Εμένα θα βγάλεις παροπλισμένο και άχρηστο, σαλιάρη νεφεληγερέτα, που μέχρι και τη ικανότητά σου να συνεγείρεις τα σύννεφα την οφείλεις στην τεχνολογική μου υποστήριξη;  Χρήστης τεχνολογίας είσαι και η δική μου τεχνογνωσία είναι εκείνη, που σού επιτρέπει να παριστάνεις τον πανίσχυρο αυτοκράτορα! Ορίστε, δες τα χάλια σου, η ανεξάρτητη πράκτορας Δαιμογόργων σε παρακολουθεί εδώ και καιρό κι εσύ δεν έχεις πάρει μυρωδιά!»

Έλαβε χώρα μεγάλη αναστάτωση, σύγχυση και τύρβη, μία κατάσταση αναμίξ και φύρδην- μίγδην, ο Ζευς έμεινε με ανοιχτό το στόμα και παντού ακούγονταν επιφωνήματα έκπληξης. Οι φρουροί έσπευσαν αμέσως να περικυκλώσουν από παντού το φαινομενικά αόρατο μόστροσον ή προδιγίοσον[46], ώστε να μην έχει οδό διαφυγής.

«Πώς με κατάλαβες;», γρύλλισε πια βροντερά η Δαιμογόργων αφήνοντας κατά μέρος τις υπερηχητικές στριγκλιές και απελευθερώνοντας ξανά τους εκκωφαντικούς βρυχηθμούς της. Ο μανδύας προκάλυψής της δεν είχε πια κανένα νόημα, γι’ αυτό φανέρωσε το αποκρουστικό παρουσιαστικό της δρέποντας νέο κύκλο επιφωνημάτων αυτή τη φορά αμηχανίας, αηδίας και αποτροπιασμού.

«Δαιμογόργων, χέστηκες επάνω σου, λέρωσες τη βράκα σου; Τι αποφορά είναι αυτή; Στηρίχτηκες στους νανίτες και στη νανοτεχνολογία, αλλά αυτά εγώ τα μασάω. Νόμισες ότι η κυνέη θα σε κάνει αόρατη, καλά πού βρισκόμαστε, στο Μεσαίωνα; Ξέχασες ότι εμείς είμαστε όντα από άλλη διάσταση, συνεπώς έχουμε διαφορετική κβαντική υπογραφή; Για να στο κάνω πενηνταράκια, η ύλη μας είναι σε άλλη φάση σε σχέση με τη δική σας, πόσο πιο απλά πια να μιλήσω; Συνεπώς αυτό που σε ένα περιβάλλον της δικής σας διάστασης φαίνεται αόρατο, σε μάς λάμπει σαν φάρος. Όταν οι Ολύμπιοι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτή τη διάσταση μιμήθηκαν τη δική σας κβαντική υπογραφή και κάλυψαν τη δική τους. Όμως εγώ κατέχω ιδιωτικό δικό μου πρόγραμμα, όπου οι δύο κβαντικές υπογραφές τρέχουν παράλληλα, οπότε, αγαπητή μου Δαιμογόργων, στους δικούς μου ανιχνευτές είσαι σαν τη μύγα μες στο γάλα!»         

 Σημείωση προς αναγνώστη: Το τι έγινε μετά με τη Δαιμογόργονα και τον Δία δεν είναι του παρόντος. Ισχύει όμως για την περί ής ανεξάρτητη πράκτορα το ρητό ότι το αγριοβότανο δεν μαραίνεται. Κάποιο τρόπο θα έβρισκε για να συνεννοηθεί με το Δία και να εξασφαλίσει τη συνέχεια της ελεεινής ύπαρξής της, καθότι μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια ή μάλλον ωφελιμιστικός κυνισμός. Ίσως να κατέδωσε και τον Τιθωνό με τους συντρόφους του για να προκαλέσει την εύνοια του Δία, αλλά ποιος ανησυχεί ή λαμβάνει υπόψη του σοβαρά την … απειλή ότι ένα μάτσο σακάτηδες και εκτρώματα κινούνται εναντίον του; Από την άλλη μεριά, όπως είδαμε, η αξία της κατασκοπείας και αντικατασκοπείας πρέπει να σχετικοποιηθεί. Τι δηλαδή περισσότερο έμαθαν οι Τιθωνός και Σία για την κομπανία του Δία μέσω της παρακολούθησης της Δαιμογόργονος; Μήπως δεν ήξεραν ήδη ότι επρόκειτο για κυνικά καθάρματα, για ανήθικα και μη θεσμικά τέρατα, για διεστραμμένους εξουσιομανείς και τυράννους; Άχρηστη λοιπόν και μάταιη η κατασκοπία σε βάρος του Δία και των ομοίων του, όπως και η ανάλυση των κινήτρων στις πράξεις όλων των υποτιθέμενων μεγάλων ηγετών, που αιματοκυλίουν την ανθρωπότητα χωρίς καν να σκεφτούν γιατί, ίσως όμως στα γεράματα όταν συνταξιοδοτηθούν και πηγαινοέρχονται στον πνευματικό τους για συγχώρηση, θα ψάχνουν ακόμη το λόγο για τα λουτρά αίματος που προκάλεσαν.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο:

          ΙΚΑΡΟΥ ΕΞΑΙΡΕΣΙΣ

Πρώτα απ’ όλα, ας επιτρέψουμε κι ας μην ζηλέψουμε στους εαυτούς μας μία δαψιλή μακρόχρονη ματιά στον Κόκκινο πλανήτη Άρη, όπως φαίνεται από μία απόσταση πολλών χιλιάδων χιλιομέτρων. Είναι βέβαια κόκκινος και τούτο δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά διαποικίλλεται από γαλανές και πράσινες κηλίδες, φαράγγια σαν βαθιές χαραγματιές και σαφώς πολυάριθμους αυλώνες και διώρυγες, όπως άλλωστε ανέκαθεν τον φανταζόμαστε.

Κανάλια, κανάλια παντού. Όταν η απόσταση του βλέμματος μειωθεί στο ύψος και επίπεδο των φυσικών δορυφόρων Δείμου και Φόβου, αλλά και των αντίστοιχων τεχνητών, ήδη αρχίζει κανείς να νοιώθει τις ψεκάδες και την στροβιλιστική δροσιά περιδίνησης των υδάτινων ατμών, την υγρή σύσταση και ανάσα των περιβαλλόντων ατμοσφαιρικών στρωμάτων και την σκαριφίζουσα, ξεσμένη και χαραγμένη εικόνα της ελλιμενίζουσας ζωής και της δημιουργικής διανόησης (σ.σ. Σιαπαρέλλι, ήλθες καθυστερημένος!)

Αν η άνωθεν εποπτεία κατέλθει σε μεγαλύτερη ακόμη μεγέθυνση του βάθους, θα αντικρίσει ίχνη τεχνητής προέλευσης, ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν οργανικά. Εντυπωσιάζει πάνω απ’ όλα ένας μαύρος αστερίας σαν μελάνωμα ή καρκίνωμα ή σαν ανοίκειο μαύρισμα ή ανεξίτηλος λεκές σε ένα καφεπράσινο, υπόφαιο, καρυκοειδή, ερυθρωπό, κοκκινωπό γεωφυσικό χάρτη, που προφανώς είναι μία μεγάλη πόλη, μόλις ορατή εν μέσω των  θερμικών κυμάτων και των φλόγινων γλωσσών της άτακτης εισόδου στην ατμόσφαιρα.     

Καινούριο στιγμιότυπο εντός ενός πιο νηφάλιου πλαισίου πτητικής προοπτικής, όπου λικνιζόμαστε σε μία αιώρηση πάνω από το τερατούργημα της πόλης, σύμφωνα με τη  ακτινωτή γεωμετρική συμμετρία της οποίας ξεχωρίζουν πέντε βραχίονες πλήσμονες μαύρων νημάτων δρόμων και διαύλων, αραχνοειδών σωληνώσεων και καλωδιώσεων κάθε είδους.      

          Ο Δεινοπτέρυγος προσγειώθηκε (προσαρειώθηκε;) στο πιο απομακρυσμένο και παραμελημένο σημείο του Κόκκινου Πλανήτη, που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μα ποιος θα ασχολούνταν έτσι κι αλλιώς με το δακτυλοδεικτούμενο πλοίο των σακάτηδων, που χρησίμευε μόνο για ανέκδοτα; Για να πούμε την αλήθεια, όπως κατέβαινε στον Άρη σαν φλεγόμενος αστεροειδής έφαγε και μια ριπή από ένα περιπολικό, αλλά ο πεθαμένος δεν σκοτώνεται κι έτσι κι αλλιώς μερικά βαθουλώματα παραπάνω δεν έπαιζαν και μεγάλο ρόλο στην όλη του δομική ακεραιότητα. Ο Δεινοπτέρυγος υποχρεώθηκε βέβαια σε αναγκαστική προσγείωση, όπως συνήθως γίνεται σε τέτοιες περιπετειώδεις ιστορίες και χρειαζόταν εκτεταμένες επισκευές. Το στραπατσάρισμα και οι ταλαιπωρίες, οι αδυσώπητες κακοπάθειες και οι συνεχείς κακουχίες των πρωταγωνιστών είναι απαραίτητα συστατικά για να διαποικίλουν την πλοκή.   

          Από τα σπλάχνα του Δεινοπτέρυγου αναδύθηκε ο Δεινόπλευστος, ένα υποβρύχιο, ευτυχώς άθικτο, με το οποίο θα εισχωρούσαν πιο βαθιά στα κεντρικά κανάλια και τους λιμένες του Άρη. Ήταν αμφίβολο αν η δεινότητα κατάδυσης του Δεινόπλευστου θα χρησίμευε κάπου, αφού οι δίαυλοι ήσαν γενικώς ρηχοί, οπότε κατά πρόβλεψη ο πυργίσκος του υποβρυχίου θα ήταν γενικώς εμφανής κατά τη διάρκεια της διαδρομής, στην παράδοση των ελληνικών υποθαλάσσιων σκαφών, που η μοίρα θέλει να υπερβαίνουν τελικά τον εξ ορισμού ύπουλο χαρακτήρα του είδους τους και να αναδύονται στο φως της επιφάνειας. Σ’ αυτό το πλαίσιο της διαφάνειας εντάσσεται και ο ύπαρχος Βασίλης Λιάσκος, που σκοτώθηκε ηρωικά στο Δεύτερο Παγκόσμιο, πυροβολώντας τους Γερμανούς επιδρομείς από τον πυργίσκο του υποβρυχίου «Κατσώνης», υπερασπιζόμενος το ανίκητο του Ελληνικού Ναυτικού.   

      Το κανάλι της αφετηρίας ήταν είκοσι μέτρα πλατύ και συνόρευε με την πλαγιά ενός λόφου. Οι όχθες του καναλιού στεφανώνονταν με τους υποχρεωτικούς θάμνους, χλωρό και ξερό χορτάρι, λόχμες και χαμόκλαδα, που στον Άρη λόγω της κόκκινης σκόνης και του αιματίτη ήσαν επίσης κόκκινα, αντί για πράσινα, και αυτό διευκολύνει ίσως τους σκηνογράφους εκείνους που θα θελήσουν να ασχοληθούν με το παρόν πόνημα και να προσδώσουν στα σκηνικά μία εικόνα εξωγήινου εξωτισμού.  Ο αυλώνας εκτεινόταν απ’ άκρου σ’ άκρη, ενώνοντας τις γραμμές των οριζόντων, μία γαλανή γραμμή εν μέσω φέρουσας ταινίας εν μέρει αποξηραμένου χειμάρρου, που έκοβε στα δύο τον κόκκινο κύκλο υποκάτω του ουράνιου στερεώματος. Στο ζενίθ έλαμπε ένας ισχνός, χλωμός ήλιος.

          Ανάμεσα στα πέτρινα τοιχώματα της διώρυγας η ελλειψοειδής κάψουλα, η περίεργη σπερμοθήκη, το εντομώδες έλυτρο, που ήταν ο Δεινόπλευστος, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Αλλά πριν γίνει αυτό, έμενε μία τελευταία εκκρεμότητα.

          «Πολέμαρχε Ηώ», είπε ο Δαίδαλος. «Ξέρεις καλά ότι αυτή η αποστολή δεν έχει γυρισμό. Είναι εισιτήριο μίας διαδρομής, βέβαιη αυτοκτονία. Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι είτε να βρούμε κάποιο υπερόπλο των θεών και να το πυροδοτήσουμε επί τόπου σπέρνοντας τον όλεθρο και παίρνοντας πολλούς μαζί μας στις πύλες του Άδη, ή να ανιχνεύσουμε εκείνο τον άλλο δρόμο, που ακολούθησαν και οι θεοί για να μπουν στο ηλιακό μας σύστημα, να τον βαδίσουμε στην αντίθετη κατεύθυνση, ώστε να βγούμε έξω από το περιβάλλον κέλυφος και να μετάσχουμε – συνεισφέρουμε στη μεγαλύτερη μάχη που διεξάγεται στις εσχατιές του Σύμπαντος ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχει καλό σενάριο για την περίπτωσή μας και ότι κατά πάσα πιθανότητα θα καταλήξουμε νεκροί. Συγκρουόμαστε με ένα ανίκητο γιούσουρι, γιατί μάθαμε από μικροί τη φράση του Πυθαγόρα ότι “ισχύς και τείχος και όπλον σοφώ η φρόνησις”, αλλά και ότι  “κοντά στα πλεμόνια το ξίφος διαμπερώς τρυπά, γιατί τη δικαιοσύνη δεν μπορεί κανείς πυξ-λαξ να χτυπά,  κι αν ο Δίας τα θέσμια παραβαίνει, η Δίκη πιο βαθιά πατεί, γιατί η μοίρα – οπλουργός τη χαλκεύει και τη σφυρηλατεί”[47].» 

          «Δαίδαλε, έλεος! Όταν ξεκινήσαμε την αποστολή, ξέραμε όλοι σε τι μπλέκαμε. Πού το πας, δεν καταλαβαίνω».

          «Σεβαστή Ηώ, κανείς πατέρας δεν μπορεί να δεχθεί ή να στέρξει το βέβαιο θάνατο του παιδιού του. Σε παρακαλώ, ο Ίκαρος, που με την πλοηγική του δεξιότητα μάς έφερε ως εδώ, να φύγει, να γλιτώσει! Αρκετά έκανε για κάποιους, που δεν γνώριζε καν, όπως ο Τιθωνός. Να σωθεί το παιδί μου, να συνεχίσει, έχει μία ολόκληρη ζωή μπροστά του, ένα μονοπάτι σπαρμένο με όνειρα. Άφησέ τον να συνεχίσει το ταξίδι του!»    

«Δηλαδή τι μού λες, Δαίδαλε; Να αφήσω να φύγει ο μόνος γερός, ο μόνος νέος μεταξύ σας και να συνεχίσω την αποστολή με έναν ανάπηρο και ένα γέροντα, όπως εσύ;”»

 «Γιατί όχι; Ούτως ή άλλως η επιτυχία αυτής της αποστολής βασίζεται στην κρυπτεία και στην υποτίμηση της αποφασιστικότητάς μας από τους αντιπάλους και όχι στην ανοιχτή αναμέτρηση. Εσύ κατέχεις στρατηγικό νου και μυς, που ισοδυναμεί με δέκα άνδρες,  ο Τιθωνός έχει το μέγιστο πλεονέκτημα ότι δεν έχει τίποτε να χάσει, όσο για μένα, έχεις στη δούλεψή σου τον απόλυτο ειδικό σε αποδράσεις από λαβυρίνθους, κρύπτες, υπόγειες ειρκτές και σκοτεινές φυλακές. Εγώ ήμουν που δραπέτευσα από το λαβύρινθο του Μινώταυρου και μάλιστα δια της ιπτάμενης οδού, χωρίς καν να μπω στον κόπο να θυμηθώ τις γωνίες και τις κόγχες, τις στροφές και τα αδιέξοδα,  που ο ίδιος είχα κατασκευάσει. Μετά την απόδρασή μου ο Μίνωας με καταδίωξε μέχρι τη Σικελία. Για να με εντοπίσει, έθετε σε όλους το εξής πρόβλημα: ζητούσε από τους βασιλείς να περάσουν μια κλωστή μέσα από ένα μεγάλο κοχύλι, τύπου κοχλία. Ήξερε πως μόνο η ταπεινότητά μου, άλλως ο υποφαινόμενος θα μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημα αυτό. Έτσι, όταν το έθεσε στον Κώκαλο, εκείνος έφερε σε μένα το κοχύλι και μού ζήτησε να περάσω την κλωστή μέσα του. Αφού σκέφτηκα, έβαλα λίγο μέλι στην άκρη του κοχυλιού και στο άνοιγμά του ένα μυρμήγκι, δεμένο με την κλωστή. Το μυρμήγκι πέρασε μέσα από τη σπειροειδή διαδρομή του εσωτερικού του κοχλία και έφτασε στην άκρη, μεταφέροντας έτσι το ένα άκρο της κλωστής στα ενδότερα του κοχυλιού. Βλέποντας τη λύση ο Μίνωας, κατάλαβε ότι πίσω κρυβόμουν εγώ και απαίτησε από τον Κώκαλο να με παραδώσει. Ο Κώκαλος, που τον είχα πάρει με το μέρος μου, παρότρυνε τον Μίνωα να ξεκουραστεί, έως ότου εκείνος τάχα με προσκομίσει δια βιαίας προσαγωγής. Ο Μίνωας ανυποψίαστος πήγε να κάνει μπάνιο και στο λουτρό ο σύμμαχός μου Κώκαλος με τη βοήθεια των αφοσιωμένων θυγατέρων του τον έπνιξε. Για να μη τα πολυλογούμε, εμένα χρειάζεσαι και όχι τον Ίκαρο, διότι εγώ είμαι ειδικός να παραβιάζω κλειδαριές, να εισχωρώ λάθρα σε κτίρια χωρίς κανείς να το καταλάβει, να βρίσκω διεξόδους και οδούς διαφυγής ακόμη και στις πιο απελπισμένες περιπτώσεις. Ξέροντας ότι ο Ίκαρος είναι ασφαλής, θα είμαι απερίσπαστος και θα δώσω το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων μου και της αξιοσύνης μου. Αντίθετα με τον Ίκαρο μαζί μου, θα έχω το νου μου συνέχεια σ’ αυτόν, αντί να είναι “ψυχής μέγας χαλινός ανθρώποις ο νους”, που λέει και ο Θέογνις».

«Έτσι όπως το θέτεις, πολυμήχανε, μητίετα Δαίδαλε, δεν βλέπω να έχω επιλογή. Και αντίθετα με κάποια σχολαστικά συμβούλια, που, ενώ γνωρίζουν ότι στο τέλος δεν έχουν άλλη οδό από το να κάνουν δεκτό το δίκαιο αίτημα κάποιου, εξακολουθούν να κωλυσιεργούν και να παρεμβάλλουν προσκόμματα σε έναν καθαρό, άμεμπτο και ανεπίληπτο υποψήφιο, προτιμώ να υποχωρήσω από τώρα, γιατί βλέπω ότι έχεις δίκιο. Πες στον Ίκαρο να φύγει μακριά, να τρέξει να ξεφύγει, να πάει πίσω από τις γραμμές των εμπολέμων και να ζήσει μία γεμάτη και νοηματικά πλήρη ζωή!»   

Φοβούμενος μήπως η Ηώ αλλάξει γνώμη, ο Δαίδαλος ορμήνευσε τάχιστα το γιο του, αφού ευχαρίστησε την αφέντρα για την κατανόησή της.

«Ίκαρε, ξέρω ότι εσύ μπορείς να επισκευάσεις τάχιστα τον Δεινοπτέρυγο. Επισκεύασέ τον και φύγε γιε μου και μη φέρεις αντίρρηση ούτε να κοιτάξεις πίσω. Όπου και να είσαι, θα είμαστε πάντα μαζί! Πήγαινε να δώσεις ωραίες παραστάσεις κάτω από την Ακρόπολη, πήγαινε να κάνεις ωραίες πτήσεις πάνω από το Αιγαίο, ζήσε τη ζωή σου και φα’ τη με το κουτάλι! Πρόσεξε μόνο στο γυρισμό σου να μην περάσεις πολύ κοντά από τον ήλιο αυτή τη φορά, διότι το “δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού” και είδες ότι την πρώτη φορά κοντέψαμε να τσουρουφλιστούμε! Και για μένα, σε παρακαλώ, μην επιμείνεις ότι δεν μπορείς να με αφήσεις, αφού ξέρεις ότι έζησα τη ζωή μου και απομένει μόνο η τελική περιπέτεια, που θα μού δώσει το τιμημένο τέλος, ώστε η σταδιοδρομία μου να κλείσει, όπως μού αξίζει.»       

Θα μπορούσαμε στο σημείο αυτό να αναφέρουμε τα σούρτα- φέρτα της επιχειρηματολογίας, καθώς ο γιος δεν ήθελε επ’ ουδενί  να εγκαταλείψει τον πατέρα, αλλά τελικά πείστηκε, όταν ο πατέρας επικαλέστηκε ότι τυχόν συμμετοχή του θα διακινδύνευε κι ακόμη χειρότερα θα εξέθετε ανεπανόρθωτα την αποστολή.

Ύστερα, ο Δαίδαλος έβαλε και πάλι τον Ίκαρο να υποσχεθεί ότι θα πρόσεχε πολύ στο ταξίδι του γυρισμού, ότι δεν θα πετούσε επ’ ουδενί κοντά στον ήλιο κι όταν έλαβαν χώρα οι σπαραξικάρδιοι αποχαιρετισμοί και εναγκαλισμοί τόσο μεταξύ πατέρα και γιου, όσο και μεταξύ Ίκαρου και ομάδας αυτοκτονίας, ο Δαίδαλος αισθανόταν πανίσχυρος και αισθανόταν ελεύθερος να δράσει παράτολμα, ακόμη και επιπόλαια, με αμέριμνη αποκοτιά, να ακολουθήσει μία πορεία πρακτέου και ενέργειας μέχρι τις πιο απόμακρες συνέπειες. Αυτός ίσως πέθαινε, αλλά ο βλαστός του θα επιβίωνε, ένα καλό παζάρι, ένας κερδοφόρος διακανονισμός σε τιμή ευκαιρίας! Καημένοι γονείς!    

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο:

ΚΤΗΝΟΠΟΛΙΣ

Μπροστά στην πλαγιά και στο μυχό ενός μεγάλου γυμνού  βράχου, που ήταν ό,τι έπρεπε για σκιά εν μέσω της ερήμου του λεπτοφυούς φτενού χώματος, με το φως να αντανακλά αμυδρά στους γίγγλυμους, στα θυλακωτήρια, τους αρμούς και τις κλειδώσεις του υποβρυχίου, ξεκίνησε η αποστολή αυτοκτονίας.

«Πρόσω αργά», δόθηκε η εντολή από την Ηώ στον Εχέδωρο και τα υπόλοιπα θα ακολουθούσαν με απόλυτη ή μάλλον πρόσφορη αιτιότητα, αφού η μεταβλητή της βουλήσεως εμφιλοχωρεί πάντα και νοθεύει τις με την πρώτη ματιά αναγκαίες, αδυσώπητες και αδήριτες μαθηματικές προϋποθέσεις.

Ο Δεινόπλευστος ήταν στο πιο απομακρυσμένο εκπολιτισμένο σημείο του πλανήτη σε σχέση με τον Όλυμπο, την γαιοποιημένη πρωτεύουσα του Άρη. Ήταν κοντά σε μία πόλη εντελώς χαοτική, όπου εύκολα όμως μπορούσε κανείς να αναμιχθεί με το πλήθος των πεζών, οχημάτων και των πλοίων και να περάσει απαρατήρητος. Λεγόταν Κτηματόπολη, διότι είχε σχηματιστεί από σύρματα στα λιβάδια, που είχαν βάλει οι άποικοι κατά την διάρκεια του πρώτου αποικισμού του Άρη, όταν σφάζονταν για την κατάληψη καλλιεργήσιμων γαιών, υποστατικών και μετοχίων χωρίς αστυνομική επίβλεψη. Αν κυβερνούσαν ακόμη οι τακτικοί και επιμελείς τιτάνες δεν θα άφηναν βέβαια να επικρατήσει το χάος αυτό, αλλά τον Δία δεν τον ενδιέφερε, διότι γνώριζε το μεγάλο δίδαγμα ότι κατά βάθος η αναρχία ωφελεί πολύ τους εξουσιαστές. Εκτός από Κτηματόπολη (-ις), η πόλη καλούνταν και Κτενόπολη (-ις), τόσο εξαιτίας των κτενών χρυσαφιού, που χρησιμοποιήθηκαν στον πυρετό του χρυσού από τους απελπισμένους χρυσοθήρες, όσο και των κτενών του κορύμβου, του κρωβύλου (κότσου), αλλά και του αιδοίου των πορνών, μία αιώνια κατηγορία ευσυνείδητων ιερειών του «ασθενούς» – πανίσχυρου φύλου, υπηρετουσών το αποκαλούμενο μάλιστα αρχαιότερο επάγγελμα, το οποίο τυγχάνει και της αποδοχής των γυναικιστριών, αφού υποτίθεται ότι οι πόρνες διαθέτουν το σώμα τους προς εκμετάλλευση – κακοποίηση οικειοθελώς. Εντέλει όμως ακόμη και ο τίτλος «Κτενόπολη» αποδείχθηκε ανεπαρκής και μη εντελώς κυριολεκτικός, με αποτέλεσμα λόγω της απίστευτης κυβερνο- αλήτικης και αναρχο- αυτόνομης κατάστασης που επικρατούσε, συνοδευόμενης δυστυχώς από όλες τις νοητές μορφές του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, να μετατραπεί τελικά σε «Κτηνόπολη», τουλάχιστον, όπως την ονόμαζαν οι κατοικούντες και οι παροικούντες.        

Στη συνέχεια του πέτρινου καναλιού βρίσκονταν τα προάστια της Κτηνόπολης, της οποίας τα ογκώδη γραφικά, όπως απεικονίζονταν στην οθόνη του Δεινόπλευστου, εκφράζονταν με ποικίλα σχήματα και τα διαγράμματα, που συμβόλιζαν από υψηλούς πύργους, μέχρι χθαμαλές καλύβες και παράγκες. Σιγά- σιγά εισχώρησαν στην επικράτεια των ανταλλακτηρίων, κολλυβιστικών εργασιών, γραφείων αργυραμοιβών και παντοειδών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σε όλο το μήκος της διαδρομής επικρατεί ασφυκτικός και αποπνικτικός συνωστισμός ανθρώπων και μηχανών, που εν μέρει δουλεύουν και εν μέρει κοροϊδεύουν, όπως θα γίνεται στον αιώνα τον άπαντα.  

Τουλάχιστον οι τέσσερις βραχίονες από τους πέντε της Κτηνόπολης δεν κατοικούνται καν πλέον από ανθρώπους. Οι μηχανές έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, αφού κανείς πια δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτές. Στις προσόψεις των κτιρίων προβάλλονται εικόνες, όπου ανθρωποειδή σκαριφήματα απολαμβάνουν ένα είδος ευτυχίας, η μεγαλύτερη αναπαραγωγή ψευδούς ειδήσεως όλων των εποχών, πολλαπλασιασμένη από την τεχνητή νοημοσύνη, που νωρίς- νωρίς κατάλαβε πόσο αρέσουν τα ψέματα στους ανθρώπους και τα διόγκωνε ανεξέλεγκτα για να τούς ικανοποιήσει.  Σκίτσα και καρικατούρες, σχηματικές γελοιογραφίες έτρεχαν στις λωρίδες και στις οθόνες των τοίχων, όπως εκείνες που συνοδεύουν τα παιδικά τραγουδάκια «γύρω- γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, χέρια-πόδια στην αυλή κι όλοι κάθονται στη γη», που λέει ο λαός ή «κόμμα- παύλα- σημείο- σημείο, να του προσώπου το εκμαγείο, βάλε και μαλλιά και κόμη, λαιμό και κοιλιά ακόμη, χέρια -πόδια σαν βέλη, κι ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει», όπως έψελναν στα παιδιά τους οι πιο εξεζητημένοι τιτάνες. Όμως οι άνθρωποι είχαν φύγει προ πολλού.

Υπήρχαν μόνο αυτόματα και ημι- αυτόματα μηχανήματα (αυτός + μήτις), απεικάσματα νοήμονος ζωής, που εκτελούσαν ιδεοκινητικές πράξεις και σύνολα κινήσεων χωρίς κανένα σκοπό. Φορτηγίδες φαίνονταν σαν να οργώνουν τις στουμπωμένες με φύκια διώρυγες καθαρίζοντάς τις, υπερσύγχρονοι ψηφιακοί απορροφητήρες συνέχιζαν να απομακρύνουν μεθοδικά, μηχανικά και χωρίς κανένα λόγο την κόκκινη σκόνη, που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κτήρια, κάποτε ευκτήριους οίκους και τοίχους, έχοντας υπερκαλύψει τα πάντα με μυδαλέο και σαπρό ευρώτα – άλλως μούχλα.  Στους δρόμους λάμβανε χώρα μία γκροτέσκα καρικατούρα της εξέλιξης, μία αυτοματοποιημένη εκδοχή της Δημιουργίας. Ημι-σχηματισμένες συσκευές, συγκρούονταν και είτε αλληλο- εξολοθρεύονταν είτε ενώνονταν με το να ενσωματώνει η μία συστατικά, παραρτήματα, εξαρτήματα ή ανταλλακτικά της άλλης. Μέσα από αέναες τερατογονίες και μεταμορφώσεις παράγονταν νοσηρά μορφώματα και απίθανα συνονθυλεύματα, εκ των οποίων άλλα- όσα ήσαν τυχερά- δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν, ενώ άλλα δημιουργούσαν αδιανόητα εκτρώματα, εξαμβλώματα, βδελύγματα και αποκυήματα, χονδροειδείς ωμοτοκίες, που καταβρόχθιζαν τους προγόνους τους και έσπερναν στο διάβα τους ως δόντια δράκου μη βιώσιμες μεταβατικές μορφές.        

Όλο τούτο το άβουλο και στερούμενο νοήματος επίπεδο λεηλατείτο από εξεζητημένες μηχανές, που καραδοκούσαν και παραμόνευαν σε σκιές και ενέδρες για να σφάξουν ή να ξεκοιλιάσουν βάσει απροσδιόριστων κινήτρων. Κάποιες πιο εξελιγμένες τεχνητές νοημοσύνες, είτε αλλοπρόσαλλες είτε εμμονικές, είτε ασυνάρτητες είτε στοχοπροσηλωμένες, είτε χαοτικές είτε σχεδιαστικές, είτε εντατικοποιημένες είτε χαλαρωτικές, είτε αγαθιάρικες είτε πανούργες κυνηγούσαν όσα μηχανήματα θεωρούσαν κατώτερα από αυτές. Αν υπήρχε κάποια ιεραρχία ή αν κάποιοι νικούσαν και κάποιοι έχαναν, ήταν δύσκολο να το εξακριβώσει ο οποιοσδήποτε πολεμικός ανταποκριτής. Αιωρούμενα μη επανδρωμένα ή μη στελεχωμένα ιπτάμενα αντικείμενα, εναέριοι κηφήνες, οδηγούνταν ως τηλεκατευθυνόμενα από συνθετιστές όχι μεγαλύτερους από ένα ποντίκι, ενώ ακόμη και μία κομψή, λαμπερή, απαστράπτουσα, ανδροειδής ή γυναικοειδής μηχανή εύκολα αποδεικνυόταν ως ολιγοφρενής, αμβλύνους, αβέλτερη, βραχυγνώμων ή κατά το κοινώς λεγόμενο κουτόμυαλη ή κουτεντές.  

Τούτη η καυτηριασμένη, διαβρωμένη από οξέα μάνδρα των παλιοσίδερων συχνά σκυλευόταν από φαύλους και αχρείους κατεργάρηδες, που διακινδύνευαν το ούτως ή άλλως απαξιωμένο και απολωλός κατ’ αξία σαρκίο τους για να αρπάξουν ό,τι μπορούν απ’ αυτή τη ζούγκλα του σιδήρου και του πυριτίου. Άνθρωποι και μηχανές συγκρούονται μέχρι θανάτου, όπου το παράδοξο είναι ότι οι μεν πρώτοι πάντα εκ προθέσεως αποσυναρμολογούν και καταστρέφουν, ενώ οι συσκευές, επειδή «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», συλλαμβάνουν μεν κι ύστερα άλλοτε σκοτώνουν  τους αιχμαλώτους τους, άλλοτε διενεργούν πολύπλοκη εγχείρηση με νανίτες και τούς …θεραπεύουν από καρκίνους και άλλα κληρονομικά νοσήματα!   

Ο πέμπτος βραχίονας του αστερία της Κτηνόπολης είναι αυτός των ανθρώπων. Τα πάσης φύσεως δίκτυα που τον διατρέχουν θυμίζουν τις συνάψεις ενός πελώριου εγκεφάλου. Κυκλοφορούν και… οπλοφορούν κάθε λογής καλές προθέσεις, διαβολικές, συκοφαντικές και κακοήθεις σκέψεις, παρότι κατά Θουκυδίδη «διαβολάς ου σώφρον ούτε λέγειν προς αλλήλους, ούτε τους ακούοντας αποδέχεσθαι», αλλά ακόμη και υγρά όνειρα ή κόρος, άση και αηδία λόγω ανιαρής καθημερινότητας.  

Το διαδίκτυο βέβαια δίνει και παίρνει αναπαράγοντας στο διηνεκές, πολλαπλασιάζοντας, διαιωνίζοντας, κωδικοποιώντας και τυποποιώντας τις ανθρώπινες ανάγκες. Οι χιλιάδες βροτοί και θνητοί που ζουν στην Κτηνόπολη διεξάγουν καθημερινά μέσω διαδικτύου ατέλειωτες συζητήσεις, ανταλλάσσουν πληροφορίες και κλείνουν περισσότερες εμπορικές συμφωνίες κι από τον Αληθή Αλήτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Παραγγελίες, λογαριασμοί, πληρωμές, συμψηφισμοί, συναλλαγές και δικαιοπραξίες εκτυλίσσονται ανεμπόδιστα και ανερυθρίαστα και γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Ιδίως τα εμπράγματα δικαιώματα ιδιοκτησίας, χρησικτησίας και νομής είναι πολυσύνθετα, πολύπλοκα, πολυδαίδαλα, πολυσχιδή, εξόχως διακλαδωμένα και διαφοροποιημένα, η συσκευασία ή το ξετύλιγμα των οποίων, η σκευοδέτηση ή αποφακέλωσή τους, καθώς και το ενδεχόμενο νέο αμπαλάρισμά τους προς νέα δικαιοπραξία και εκποίηση γίνεται τάχιστα και αποτελεσματικά μέσω χρηματιστηρίου. Μετοχές, παραμετοχές, ενέχυρα και υποθήκες σωματικών οργάνων, όπου ξαφνικά οι δωρητές αντιλαμβάνονται αιφνιδίως και κατά δυσάρεστο τρόπο ότι το συκώτι τους πρέπει να εκχωρηθεί και να μεταμοσχευθεί από τώρα κι όχι μετά θάνατον, κοινοπραξίες του μέλλοντος, χρηματοδοτικές μισθώσεις, συμβάσεις δικαιοχρησίας, επιτόκια, τόκοι τόκων και επιτοκιακά περιθώρια κ.λπ., απ’ όπου ανά πάσα στιγμή εκπηγάζουν αγωγές, προσφυγές, αμφισβητήσεις, διενέξεις, αδικοπραξίες, εγκλήματα και αξιώσεις αποζημίωσης.  Αλλά ας μη σε ζαλίζουμε, αναγνώστη, με την πολυπλοκότητα της εποχής των τιτάνων, αν έχεις την τύχη να ζεις σε πιο απλούς κι όχι τόσο μοντέρνους καιρούς!

Πριν από την κατάκτηση του Δία πού και πού ο νόμος ύψωνε το ανάστημά του και προστάτευε τους αδύνατους. Στην εποχή του Δία, οι δίκες είχαν γίνει κάτι σαν θέαμα, θεατρική επιθεώρηση, δράμα ή ακόμη πιο εύστοχα κωμωδία. Οι θεατές της τηλεόρασης δεν ήξεραν ούτε και ενδιαφέρονταν αν η ιστορία που έβλεπαν ήταν πραγματική ή φανταστική, αληθινή ή πλασματική. Κάθε μαρτύριο ή ταπείνωση, κάθε αδικία ή εξιλέωση ισοδυναμούσε με πορνογραφία! Για το κοινό ίσχυε ότι όσο πιο προκλητικά εξωφρενική ήταν μία αφήγηση, τόσο περισσότερο την πίστευαν: «Τοίς πιστεύομεν, άτε απίστευτα». Δικαιωνόταν ο Πυθαγόρας για το ρητό «Μεγάλην παιδείαν νόμιζε, δι’ ής δυνήση φέρειν απαιδευσίαν»[48], ενώ τα μόνα που δεν ίσχυαν ήσαν το ρητό του Αριστοτέλη «Παιδεία εν μεν ταις ευτυχίαις κόσμος, εν δε ταις ατυχίαις καταφυγή» και το ρητό του Σοφοκλή «Αρετής βέβαιαι δ’ εισίν αι κτήσεις μόναι».

          Θρησκείες υπήρχαν δύο. Εκείνη του Δία και των Ολύμπιων, που ήταν εξαναγκαστική και εκείνη του μελλοντικού Σωτήρα, που επέπρωτο κάποτε να έλθει. Αυτή εκφραζόταν με τον μονοθεϊσμό του Ισλαμοχριστιανισμού με προεξάρχοντα τον εκάστοτε εν ενεργεία Παποπατριάρχη, αλλά περί αυτού του κινήματος παρακαλώ να δείτε περισσότερα στον τρίτο τόμο της Τιτανομαχίας, που αφορά τη Διάσκεψη του Υπερίωνα. Βεβαίως κυκλοφορούσαν και κάποιοι Βουδιστές και μάλιστα τεχνο- Βουδιστές με έμφαση στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά και ραββί, μακριά από μάς το να ισχυριστούμε ότι δεν θα υπήρχαν Εβραίοι στην εποχή των τιτάνων και σε κάθε εποχή! Το αστείο όσο αφορά την μετά θάνατο ζωή είναι ότι πολλοί πίστευαν ότι τη βίωναν ήδη στον Άρη, ότι ήσαν ήδη νεκροί και ο παράδεισος ή η κόλαση ή τέλος πάντων μία μετα-αποκαλυπτική σκηνοθεσία ήταν ο Άρης! Πάτερ άφες αυτοίς!     

    Όσο για την πολιτική, επικρατούσε αναρχία ναι, αλλά ας μην σπεύσουν οι θεωρητικοί οπαδοί της να πανηγυρίσουν. Διότι επρόκειτο για αναρχία αφρόντιστη και ατημέλητη, για αναρχία της αμέλειας, της ραστώνης και της ολιγωρίας. Κράτος δεν υπήρχε, διότι κανείς δεν επιμελούνταν να το οργανώσει. Επικρατούσε μία νοοτροπία, όμοια με εκείνη των στωικών φιλοσόφων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δηλαδή «λάθε βιώσας», μη σκοτίζεσαι γιατί έτσι κι αλλιώς τίποτε δεν αλλάζει, βάζε μέσα το κεφάλι μη το δει να προεξέχει ο πολέμαρχος της γειτονιάς σου και στο κόψει. Αν βγεις στον ανοιχτό χώρο και τραβήξεις πάνω σου τα λαίμαργα καιροσκοπικά βουλιμικά βλέμματα των άλλων, στην πρωτεΐνη του κρέατός σου ή στο ασβέστιο των κοκάλων σου, δεν υπάρχει σωτηρία: Γιατί εκεί, αν σταθείς ακίνητος, είσαι χαμένος, αν το βάλεις στα πόδια, πάλι σ’ έχουν φυτέψει, θα τρέξεις, αλλά δεν θα ξεφύγεις, θα αγωνιστείς, αλλά δεν θα επιβιώσεις. Άρα λοιπόν ανθρωπάκο  πίσω σύρε στην κρυψώνα σου ολοταχώς με συνοπτικές διαδικασίες, όπου καλύτερα να περιμένεις κουκουλωμένος και εφοδιασμένος με τρόφιμα να περάσει η εποχή των παγετώνων ή να διασκορπιστεί η ραδιενέργεια.

          Ο εξωτερικός περίγυρος του νευρικού συστήματος της Κτηνόπολης ήσαν οι αισθητήρες της, φακοί κινηματογράφησης και φωτογράφησης, ανιχνευτές χημικών αντιδράσεων και ηλεκτρικής τάσης, μικρόφωνα καταγραφής και μεταβίβασης ήχων, που όλα αυτά υποτίθεται ότι επικοινωνούσαν μ’ ένα κεντρικό επιτελείο, έναν κεντρικό πύργο ελέγχου, όπου θα συγκεντρώνονταν και θα αξιολογούνταν, μόνο που οι κεντρικοί ουρανοξύστες ή οι μεγαλόπρεποι θόλοι επιτήρησης ήσαν άδειοι, δεν υπήρχε κανένας επόπτης και κανένας συντονιστής, μόνο κάποιοι υπολογιστές σε κύκλο ανατροφοδότησης με αποτέλεσμα τα στοιχεία να παλινδρομούν και να ανακυκλώνονται χωρίς νοούν υποκείμενο, χωρίς ταυτότητα και χωρίς νόημα.  

Πάντως, όπως και οι άλλοι τέσσερις εγκαταλελειμμένοι βραχίονες, έτσι και ο πέμπτος ανθρώπινος πους του αστερία συγκροτούνταν από δύο είδη οικοδομημάτων, τα κτισμένα και τα φυτρωμένα. Τα πρώτα ήσαν δομημένα είτε από έτοιμες πλίθρες, πλίθες, πλίνθους, κυβόπετρες ή γυψοσανίδες, οι οποίες θηλύκωναν και αγκιστρώνονταν η μία στην άλλη και αντικαθιστούνταν στις αριστοκρατικές οικίες από αλληλο- επικαλυπτόμενα αισθητικώς ανώτερα- ψαγμένα συμμετρικά ή ασύμμετρα πολυγωνικά πλινθία, ενώ τα δεύτερα προέκυπταν από τον κενό χώρο μεταξύ δύο κακοτεχνιών ή εκβολάδων, είχαν εν μέρει μόνο τοίχους και κατά τα άλλα περιβάλλονταν από τμήματα σπηλαίων, σκόρπιους μεταφερμένους σταλαγμίτες ή σταλακτίτες, βολικούς θαμνώδεις βράχους ή σεισμογενείς κατωφέρειες και πλαγιές, που έτυχε να βρίσκονται σε ευνοϊκή θέση, ώστε να κουμπώσουν με τα οικοδομικά μέρη. Τα σπίτια λοιπόν είτε απιθώνονταν πρόχειρα στο έδαφος, είτε παραχώνονταν με αβαθή ανεπαρκή θεμέλια, είτε ξεφύτρωναν σαν πόες από τη γη ανάλογα με την περίσταση με βάση όχι μόνο τους φυσικούς νόμους, αλλά και εκείνους της κοινωνικής δυναμικής και των θεωριών του χάους, που στην ορθότερη ερμηνεία τους εκτείνονται τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία.

Τα πολυπληθή κανάλια συγκροτούσαν ένα σύστημα ομόκεντρων κύκλων τεμνόμενων ακτινωτά από διαμέτρους, μη φαντασθείτε όμως κάποιο τέλειο ευκλείδειο γεωμετρικό σχήμα, καθόσον μάλιστα ακόμη και οι παραπόταμοι ή τα περιθωριακά κανάλια είχαν τους δικούς τους υπονόμους, ανθυπονόμους, τριχοειδή αγγεία και φλέβες, ώστε τα πλεούμενα εντός τους πραγματικά χάνονταν μέσα στην πολύβουη τύρβη, την πανσπερμική πληθωριστική στροβιλιστική κυκλοφορία και τις ασύνοπτες, απερίβλεπτες, αχανείς ταχύτητες του άγχους, της τρέλας και της παραζάλης.

Ο Τιθωνός είχε λίγο τρομοκρατηθεί από το άλλοτε πολυσύχναστο κι άλλοτε ερημικό περιβάλλον και δεν μπορούσε να διακρίνει αν η Κτηνόπολη γινόταν πιο τρομακτική, όταν το σκηνικό άδειαζε από ανθρώπους κι έμεναν οι μηχανές ή όταν το πλήθος επέστρεφε κι ήσαν ολόγυρα άνθρωποι και μηχανές αντάμα μέσα σε αχό, κουρνιαχτό και ομίχλη.         

          «Σίγουρα, Ηώ, εσύ ο στρατηγικός νους της επιχείρησής μας, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό ότι για να μη μάς εντοπίσουν, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε την πορεία μας από το πιο πολυσύχναστο και χαοτικό μέρος του Άρη».

          «Κι όμως είναι λογικό. Μέσα στη γενική αναστάτωση περνάει κάποιος απαρατήρητος».

          «Αυτό θα ίσχυε πριν από την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν βλέπεις ότι ο ουρανός είναι γεμάτος από εναέριους κηφήνες; Όλοι αυτοί καταγράφουν δεδομένα, όγκους πληροφοριών και στοιχείων  και τα στέλνουν στα κεντρικά.»    

          «Όπου κανείς δεν υπάρχει να τα αξιολογήσει, να εφαρμόσει σε αυτά την κατηγορία του ουσιώδους, να δει τι είναι σημαντικό και τι είναι για πέταμα. Αυτή η υπερπληθώρα δεδομένων στην πραγματικότητα είναι ένας εκκωφαντικός θόρυβος ή ακτινοβολία υπόβαθρου, που διαχέεται άσκοπα και επιστρέφει στις γωνιές απ’ όπου ξεμύτισε. Δεν έχουν τα μέσα για να παρακολουθήσουν τις άπειρες συνομιλίες, ενδοπλανητικές και μη, που διατρέχουν το χώρο ανά πάσα στιγμή και δεν τούς ενδιαφέρει κιόλας. Ίσως έχουν κάποιες εφαρμογές, ώστε όταν λέγονται συγκεκριμένες λέξεις- κλειδιά, να κινητοποιείται ένας συναγερμός επαγρύπνησης και ενημέρωσης και η επικίνδυνη λέξη να στραγγίζει σε διάφορα αποστακτήρια και διηθητήρια, όπου διυλίζονται και λογοκρίνονται οι ιδέες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ελεγχθούν πλήρως, γιατί κανένας μηχανισμός επιτήρησης δεν έχει τέτοια δυνατότητα. Το σκεπτικό είναι να κρυφτούμε ένα διάστημα, να κατοπτεύσουμε τον επιχειρησιακό χώρο,  να ανακατευτούμε και να συμμιχθούμε με το περιβάλλον, να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους μέχρι να αφομοιωθούμε αργά από το τοπίο του Άρη, να γίνουμε ένα με τις πεδιάδες και τα βουνά του κι όταν έλθει η ώρα να χτυπήσουμε.»  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο:

          Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΟΠΟΡΩΝ

          Ωκεανός των Ποντοπόρων ή Ναυτικός Ωκεανός. Εκτείνεται στον Ισημερινό για Δ’ (τέσσερις χιλιάδες) χιλιόμετρα, σ’ (διακόσια) χιλιόμετρα πλατύς και έντεκα χιλιόμετρα βαθύς κατά μήκος των οροπεδίων του Κόκκινου Πλανήτη, αρδεύοντας ένα μέγα μέρος της επιφάνειάς του. Ήταν τεχνητός με γλυκό νερό, έργο του Ποσειδώνα, αλλά η γαιοποίηση ή γεωποίηση σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν επιτυχημένη, αν ήταν μία απλά μία ήσυχη τελματώδης λίμνη, ασχέτως πόσο μεγάλη, ή ένα ήρεμο σιγανό ποταμάκι, ασχέτως πόσο μακρύ, αλλά για να έχει ουσιαστικό οικολογικό αντίκτυπο, θα έπρεπε ακριβώς να είναι σκοτεινός, να έχει θύελλες και καταιγίδες, να έχει κύματα παλιρροϊκά ή ανεμοδαρμένα, να έχει άβυσσο και έρεβος και πλάσματα της θάλασσας τρομαχτικά.  

          Μετά λοιπόν από μακρόχρονη περιπλάνηση στα κανάλια της Κτηνόπολης, ο Δεινόπλευστος γλίστρησε αδιόρατα και απαρατήρητα στον Ωκεανό των Ποντοπόρων σαν ένα σκουπίδι που οδηγείται στην ανοιχτή θάλασσα, σαν ένα αποσπασμένο από βράχο πετραδάκι που παρασέρνεται ορμητικά στην εκβολή ενός ποταμού, σαν ένα περίττωμα που χύνεται σε θαλάσσιο βόθρο, και ευθύς καταδύθηκε και μπήκε σε λειτουργία σιωπηλής πλοήγησης. Πού και πού βέβαια αναδυόταν γιατί δεν είχε ούτε πολύ ηλεκτρικό, ούτε πολύ αέρα, ούτε πολλή ενέργεια γενικότερα και χρειαζόταν τόσο τον ήλιο όσο και την ατμόσφαιρα για να γεμίζει τους συσσωρευτές του και τις δεξαμενές του. Τώρα λοιπόν έκοβε σαν βέλος το ελαφρύ νερό του ωκεανού, ενώ μεγάλα αφρώδη κύματα χτυπούσαν στην πλώρη του. Έξω κυριαρχούσε νύχτα, αλλά τα οπτικά και ηλεκτρικά συστήματα του σκάφους παρήγαγαν αρκετό φως, ώστε ήταν σαν ένας ερευνητικός προβολέας να φώτιζε τον ουρανό με μία γρήγορη τοξοειδή περιφορά, στέλνοντας ένα κώνο φωτός στην αρχή πυκνό κι ύστερα κατά την άνοδο διαχεόμενο, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποσυρθεί, αν εντόπιζε κάποιο άλλο φωτεινό πομπό. Υπήρχαν και πάλι στο στερέωμα σχηματισμοί των Ολυμπίων, αλλά ήσαν πάρα πολύ ψηλά, σχεδόν τόσο ψηλά όσο και τ’ αστέρια, σαν ένα δίκτυ από γεωμετρικές γραμμές, που άλλοτε έμπαιναν σε κίνηση και άλλοτε ακινητοποιούνταν συγκροτώντας ένα είδος προστατευτικού θόλου πάνω από τον Άρη, είτε αναβόσβηναν, είτε περιστασιακά διογκώνονταν, είτε συρρικνώνονταν σε βαθμό εξαφάνισης.  Τακτικές κινήσεις και αναδιατάξεις του στόλου των εξωδιαστατικών ηγεμονίσκων. Ο Εχέδωρος και ο Δαίδαλος οδηγούσαν το σκάφος χειριζόμενοι με μαεστρία τα χειριστήρια, τις περίεργες καρδόπους – γαβάθες πλοηγήσης.

          Αφού οι δύο ασκούσαν την χρήσιμη αρμοδιότητα, στην Ηώ έμεινε μόνο να ανησυχεί.

          «Δαίδαλε, δεν ξέρω αν είναι καλό που επιλέξαμε τον Ναυτικό Ωκεανό για να πλησιάσουμε τον Όλυμπο. Ίσως θα ήταν καλύτερα να προσεγγίσουμε από το Νότο, από τη θάλασσα Ελλάδα».        

          «Ούτε να το σκέφτεσαι. Ενώ στην Κτηνόπολη η κάλυψή μας οφειλόταν στην πολυκοσμία, εδώ αντίθετα μάς προστατεύει η απόλυτη ερημιά. Ή θα είσαι στο ένα πεζοδρόμιο ή στο άλλο, αν είσαι στη μέση του δρόμου τα φορτηγά θα σε πατήσουν. Η θάλασσα Ελλάς είναι προορισμένη για το εμπόριο και όχι για την οικολογική ισορροπία κι έτσι παρουσιάζει αρκετή κίνηση. Επιπλέον υπάρχει στη μέση της εκείνη η τεράστια κατοικημένη νησίδα, που μοιάζει με το σήμα του Αστροστόλου των τιτάνων, όπου, αν το είχε πάρει αυτό είδηση ο Δίας θα την είχε εκχερσώσει! Θα μάς είχαν εντοπίσει σίγουρα εκεί».

          «Κοίτα καλύτερα στο ημιτραπέζιο θρανίο στα δεξιά σου, έχει κάτι ύποπτες φωτεινές ενδείξεις. Βλέπω κάτι περίεργα σύμβολα να χοροπηδάνε εκεί σαν καλικάντζαροι, όπου δεν ξέρουμε αν παράγονται ετυμολογικά από το καλίκι που σημαίνει υπόδημα ή την άντζα που σημαίνει κνήμη».   

      «Φαίνεται ότι κάτι ζυμώνεται, ορθώνεται και πυργώνεται στον ορίζοντα, ένα πελώριο  βαρομετρικό χαμηλό».

          «Θύελλα», μουρμούρισε η Ηώ σαν να συλλάβιζε κάποιον πολύ κακό οιωνό.

          «Καλά, υποτίθεται ότι οι Ολύμπιοι θεοί ελέγχουν και επηρεάζουν το κλίμα εδώ και καιρό, προκειμένου να ειρηνεύσουν τον πλανήτη, όπως το εκφράζουν οι ίδιοι. Πώς αφήνουν λοιπόν να δημιουργούνται αυτές οι τεράστιες ζώνες κακοκαιρίας;», απόρησε ο Τιθωνός.

          «Τιθωνέ, μη λέμε τα ίδια και τα ίδια γιατί οι αναγνώστες των περιπετειών μας θα βαρεθούν», απάντησε αυστηρά η Ηώ. «Δεν δύναται να υπάρξει οικολογική ισορροπία χωρίς παγκόσμιες καταστροφές, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. Ακόμη και οι θεοί πρέπει να είναι σκληρόψυχοι και ανάλγητοι, αν θέλουν να πετύχουν κάτι καλό».  

          «Πέρα από την πλοήγηση εν μέσω καταιγίδων πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να περάσουμε “αβρόχοις ποσί”- που λέει ο λόγος- τις περιοχές που απλώνονται στις όχθες του στενόμακρου Ναυτικού Ωκεανού, οι οποίες εγκυμονούν χίλιους κινδύνους. Τα ονόματά τους είναι απειλητικά, δυσοίωνα και καταχθόνια κι όπως ξέρουμε στον κόσμο των τιτάνων τα ονόματα έχουν καθοριστικότητα και βαρύτητα, όπως και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής, γεννήσεις, μάχες, αγώνες και θάνατοι. Ακούστε λοιπόν τα τοπωνύμια, τα οποία διατρέχουμε: Χρύσα, Ηώς – περιοχή με τη  οποία εσύ, αφέντρα έχεις τόσο σχέση όση ο θεός του πολέμου Άρη με τον πλανήτη Άρη- , Κάπρος, Γάγγλιον, Κοπράτης, Οφιούχος, Κανδήλιον, Μέλης. Οφείλουμε να εντρυφήσουμε στις σημασίες των ονομασιών για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, που αυτές προαναγγέλλουν».      

          «Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα ονόματα παραπέμπουν στο μύθο του Παλλάδιου. Η θεά Αθηνά ανατράφηκε από τον Τρίτωνα, τον γιο του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, μαζί με την κόρη του Παλλάδα. Τα δύο κορίτσια ήταν αχώριστα και συναγωνίζονταν στα παιχνίδια. Κάποια στιγμή ενώ ασκούνταν σε πολεμικές ασκήσεις, η Παλλάδα επρόκειτο να καταφέρει χτύπημα στην Αθηνά.  O Δίας βλέποντας την σκηνή και φοβούμενος για την ασφάλεια της κόρης του, παρεμβάλλει μεταξύ τους την αιγίδα (δερμάτινη ασπίδα). Η Παλλάδα αιφνιδιάζεται και έτσι βρίσκει την ευκαιρία η Αθηνά να την χτυπήσει. Το χτύπημα όμως ήταν σοβαρό με αποτέλεσμα η Παλλάς να τραυματισθεί και να πεθάνει. Η Αθηνά προκειμένου να τιμήσει την μνήμη της κατασκευάζει ξύλινο άγαλμα με ύψος τρείς πήχεις το οποίο αναπαριστούσε την Παλλάδα, έχοντας τα πόδια ενωμένα και κρατώντας στο δεξί χέρι ακόντιο και στο αριστερό αδράχτι και αφού έδεσε στο στήθος του την αιγίδα, η οποία αιφνιδίασε την φίλη της, ανέβασε το άγαλμα στον ουρανό, είτε χρησιμοποιώντας το η ίδια είτε ο πατέρας της Δίας.-

-Το Παλλάδιο ήταν το απόλυτο φυλαχτό. Ταυτιζόταν εντελώς και ερμητικά με τον προστατευόμενό του, εξού και η προσωνυμία “Παλλάς Αθήνη”. Ο οποιοσδήποτε έβρισκε καταφύγιο εντός του ήταν αδύνατο να πάθει οτιδήποτε. Ίσχυαν όμως γι’ αυτό τρεις αρχές: το “ανομολόγητον”, το “ανεκχώρητον” και το “ανέντροπον”.  Δηλαδή α) κανείς δεν έπρεπε να ομολογήσει ότι το κατέχει, β) κανείς δεν έπρεπε να το εκχωρήσει σε άλλον και γ) εφόσον η εκχώρηση τελικά έγινε, δεν μπορούσε με τίποτε να ανατραπεί. Αν και οι τρεις αρχές αυτές παραβιάζονταν- πρακτικά οι πρώτες δύο-, η εσώκλειστη στο φυλαχτό μορφή της Παλλάδας μετατρεπόταν σε τέρας, σκορπούσε τρέλα σ’ αυτόν που ομολόγησε ότι την κατέχει και την εκχώρησε και αιώνια κακοτυχία σ’ αυτόν που δέχθηκε τη μεταβίβαση. Συνεπώς, το Παλλάδιο μπορούσε ν’ αλλάξει ιδιοκτήτη μόνο με πρωτότυπους τρόπους κτήσεις κυριότητας, π.χ. με ουρανοκατέβατη εύρεση, κλοπή ή αρπαγή. Τότε μόνο διατηρούσε τις προστατευτικές και προφυλακτικές του ιδιότητες. –    

          – Αργότερα όταν ο Δίας λιμπίστηκε την Ηλέκτρα, μία από τις Πλειάδες, και όταν αυτή κατέφυγε στο άγαλμα για να γλυτώσει, ο θεός οργισμένος, αφού με χίλια ζόρια έπεισε την Ηλέκτρα να βγει από τον προστατευτικό κλωβό ώστε να δυνηθεί τελικά να την αποπλανήσει, έριξε το Παλλάδιο στην Τροία. Εκεί το βρήκε ο βασιλιάς Δάρδανος, που αργότερα παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Χρύσα, έκτοτε δε το γένος διαπίστωσε ότι γεννούσαν και τα κοκόρια τους και ζούσαν απόλυτα ευτυχισμένοι και προφυλαγμένοι. Όμως η βασίλισσα πλέον Χρύσα ερωτεύτηκε έναν έμπορο, τον Τιμαγόρα. Αφού η σχέση τους διήλθε όλα τα στάδια, από τα οποία μία σχέση συνήθως περνάει, έφτασε δηλαδή στο απροχώρητο κι ακόμη παραπέρα, το παράνομο ζεύγος είχε αποκτήσει μία ανεπανάληπτη οικειότητα. Στο πλαίσιο αυτής και σαν ύψιστο δείγμα αγάπης και εμπιστοσύνης, η Χρύσα έκανε την απερισκεψία να ομολογήσει στον Τιμαγόρα την ύπαρξη του τρομερού Παλλάδιου και μάλιστα να τού το παραχωρήσει κιόλας λέγοντας “η αγάπη μου για σένα είναι τόσο βαθιά, ώστε δεν επιτρέπω να υπάρχει σκιά ή μυστικό μεταξύ μας. Από τον ουρανό μάς έπεσε εμένα και του συζύγου μου τούτο το πολυτιμότερο αντικείμενο που υπάρχει, τούτο το ανίκητο βασκάνιο, φυλαχτάρι και χαϊμαλί. Σού το παραδίδω για να το διαθέσεις, όπως νομίζεις και αυτή η πράξη μου είναι μαρτυρία της ύψιστης αγάπης μου για σένα”. Η Χρύσα έσπρωξε το Παλλάδιο και ο Τιμαγόρας το παρέλαβε. Τότε η Παλλάδα του Παλλάδιου ζωντάνεψε στην τερατώδη της εκδοχή ως Οφιούχος αλλά και ως Όφις και είπε στην Χρύσα “κι εγώ σ’ αγάπησα, αλλά εσύ ομολόγησες την ύπαρξή μου και με εκχώρησες και αυτό σφράγισε τη μοίρα μας”. Η Χρύσα συγκλονισμένη από το αναπάντεχο συναπάντημα κατέφυγε στην αγκαλιά του εραστή της για να ανακουφιστεί. Όμως μόλις η φαεινή, ευπλόκαμος, λευκόπτερος, ροδοστεφής, ροδόσφυρος, χρυσήνιος, χρυσόθρονος, χρυσοπέδιλος, ροδοδάκτυλη, κροκόπεπλος Ηώς ανέτειλε, είδε ξαφνικά η Χρύσα τον Τιμαγόρα, τουλάχιστον όσο αφορούσε τη δική της οπτική, να μεταμορφώνεται σε κάπρο – μη ξεχνάμε ότι “καπρ” σημαίνει πέος στα σανσκριτικά- και μάλιστα σε κάπρο γεμάτο σιχαμερά γάγγλια, δηλαδή μυξοειδείς σάρκες και κήλες τενοντιαίων ελύτρων ή αρθρικών θυλάκων, ενώ το εκχεόμενο σπέρμα του έγινε αντί για ποταμός Ευφράτης, ποταμός Κοπράτης. Σε έξαλλη κατάσταση η Χρύσα άρχιζε να ουρλιάζει μέχρι που ήλθαν οι νοσοκόμοι, την έδεσαν με μεγάλη δυσκολία σε φορείο και τής φόρεσαν ζουρλομανδύα. Ακόμη και τότε η Χρύσα χτυπιόταν πάνω στο προσκέφαλο και ωρυόταν βγάζοντας αφρούς από το στόμα φωνάζοντας “μα είναι τέρας, δεν το βλέπετε;”, αλλά βέβαια κανένας άλλος εκτός από αυτήν δεν έβλεπε τον Τιμαγόρα ως τέρας.-

          -Ιδιοκτήτης του Παλλάδιου έγινε πλέον ο Τιμαγόρας, ο οποίος δεν μπορούσε να εξηγήσει τη σειρά κακοτυχιών, που έκτοτε τον καταδίωκε. Αργότερα ο Τιμαγόρας έκανε μία καινούρια σχέση και ανέπτυξε δεσμό τον μουσικό Μέλητα. Κάποιο βράδυ, όπου τα αισθήματά του είχαν φθάσει σε δυσθεώρητο ύψος, απεκάλυψε κι αυτός στον Μέλητα την ύπαρξη του πανίσχυρου Παλλάδιου και προσφέρθηκε να τού το χαρίσει. Όμως ο Μέλης ήταν αφοσιωμένος μόνο στην τέχνη του και δεν είχε μυαλό για τίποτε άλλο, οπότε απέκρουσε την προσφορά ως κάτι αδιάφορο γι’ αυτόν θυσιάζοντας στον Αντέρωτα. Όσο επέμενε ο Τιμαγόρας, τόση απέχθεια για το συγκεκριμένο τεχνούργημα προκαλούνταν στον Μέλητα, ο οποίος προφανώς ως καλλιτέχνης είχε διαισθανθεί τη διαβολική φύση του αντικειμένου. Τελικά η μη αποδοχή εκ μέρους του Μέλητα της ύψιστης προσφοράς του Τιμαγόρα οδήγησε στο χωρισμό τους. Εφόσον όμως από τις τρεις αρχές του τεχνουργήματος, η αρχή του ανεκχώρητου δεν είχε παραβιαστεί, ο Τιμαγόρας νιώθοντας τεράστια απογοήτευση μπόρεσε τέλος πάντων να το επιστρέψει στην Τροία. Εκεί έχει πάντα τη θέση του ως φυλαχτό πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν και προστατεύει την Τροία από κάθε κακό, πράγμα που σημαίνει ότι και η κατάληψή της από τον Ηρακλή δεν είναι καθόλου κακό. Να προσθέσουμε όμως ότι, αν και στη δική μας Δημιουργία ο Τρωικός πόλεμος δεν έχει ακόμη λάβει χώρα, σε άλλες Δημιουργίες, γνωστές από τα επικά άσματα, έχει συμβεί και σ’ αυτές ο Οδυσσέας και ο Διομήδης παρεισέφρησαν στην Τροία και απέσπασαν το Παλλάδιο με πρωτότυπο τρόπο κυριότητας, ήγουν κλοπή, με αποτέλεσμα να μεταβιβαστεί η ενέργειά του από τους Τρώες στους Έλληνες και να γείρει υπέρ τους η πλάστιγγα του πολέμου.»  

          «Απίστευτη ιστορία», ομολόγησε η Ηώ. Αφού σιώπησε για ένα διάστημα επηρεασμένη, είπε: «Δεν βλέπω όμως τι σχέση έχει με όσα εμείς καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σ’ αυτόν τον αφιλόξενο ωκεανό».                 

   «Είναι γνωστό, πολέμαρχε, ότι ο πλανήτης Άρης φημίζεται για τις περίφημες πριγκίπισσές του. Πρόκειται για όντα παραπλήσια με τις δικές μας σειρήνες, είναι δηλαδή ωμοφάγα και ανθρωποφάγα, γι’ αυτό η ευχάριστη όψη τους δεν πρέπει να ξεγελάει. Η μη άμεσα διαπιστώσιμη επικινδυνότητά τους είναι άλλωστε και η εξήγηση για το πώς μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά με τα υπόλοιπα φρικιαστικά πλάσματα που ζουν εδώ. Όταν ένα ανυποψίαστο σκάφος περνάει από τις νησίδες τους, όπου αυτές στέκονται και περιμένουν σαν ακίνητες κούκλες και πλαγγόνες κάποιου θεματικού πάρκου, δεν προσπαθούν να σαγηνεύσουν τον ταξιδιώτη με το τραγούδι τους, ούτε απορούν ως γοργόνες αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, αλλά κάνουν άλλες ερωτήσεις σύμφωνα με την αρχή του Αντισθένη “αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις”, όπου ο ερωτώμενος πρέπει οπωσδήποτε να αρνηθεί τιμώντας την παράδοση του Παλλάδιου, το ανομολόγητον, το ανεκχώρητον, το ανέντροπον. Αν ο ταξιδιώτης αποδειχθεί μπόσικος- υποχωρητικός, εύκολα τού επιβάλλουν την κυριαρχία τους, που φθάνει από τη δουλεία ως την καταβρόχθιση ως εντελώς άμεση ανάλωση. Αντίθετα η σθεναρή άρνηση τις γοητεύει και αφήνουν τον διαβάτη να συνεχίσει το ταξίδι του.»           

«Χμ», σκέφτηκε η Ηώ, «απέναντι σ’ αυτές τις πριγκίπισσες πρέπει η γλώττα να μην προτρέχει της διανοίας. “Τον τιθέντα τι προσήκει αυτό ερμηνεύειν.” “Ακολουθία φίλους φέρει, αλήθεια εχθρούς”. Κατά Αισχύλο, “επαινώ γλώτταν εύφημον φέρειν, σιγάν όπου δει και λέγειν τα καίρια”. Κατά Θέογνη “Πολλοίς ανθρώποις γλώττη θύρα ουκ επίκειται αρμοδίω και σφιν πόλλ’ αλάλητα πέλει”[49]. Ο Σωκράτης λέγει: “Ράον αν τις διάπυρον άνθρακα επί γλώττης κατάσχοι ή λόγον απόρρητον”.»[50]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο:

ΚΑΤΩΝ Ο ΑΡΕΙΑΝΟΣ

 
       “Gaia delenda est”,[51] ξερόβηξε και φώναξε ο προγάστορας Κάτων ο Τιμητής τεντώνοντας την πλάτη του και αντανακλαστικά προτείνοντας με περηφάνια την τεράστια κοιλιά του, ξεσηκώνοντας το μεγαλύτερο πλήθος του αμφιθεάτρου από τα ικρία του. Υπήρχαν βέβαια και εκείνοι με πολιτικά αντίθετες πεποιθήσεις, που ξελαρυγγιάζονταν προσπαθώντας ν’ ακουστούν.

          «Δεν ξέρεις τι λες, ακόμη κι η λέξη “Γαία” ή η λέξη “deleo” είναι ελληνική και βγαίνει από το δηλητήριο».

    Κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς τους παρισταμένους παρευρίσκονταν ως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και η Ηώ με τον Δαίδαλο, ενώ ο Τιθωνός είχε μείνει στο σκάφος μαζί με τον Εχέδωρο για να μη τραβήξει την προσοχή με την εξαμβλωτική αναπηρία του. Προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το φόβο και την αποστροφή τους, αφού όσοι τούς περιστοίχιζαν, ναι μεν δεν διέφεραν ως προς την εξωτερική εμφάνιση, αλλά ενδέχεται να ήσαν και ανθρωποφάγοι, όπως παραδοσιακά και η πριγκίπισσά τους Σελέαστρις.    

          Ο Κάτων δεν ταράχθηκε καθόλου και χαμογέλασε. Ήξερε ότι κάθε μέρα κέρδιζε καινούριους οπαδούς, τον ειρωνεύονταν όλο και λιγότερο και τον άκουγαν όλο και με περισσότερη προσοχή. Θυμόταν πολύ καλά την εποχή που είχε ξεκινήσει την εκστρατεία του εναντίον της Γης, τα ειρωνικά χαμόγελα, τα χασκόγελα και τα κουνήματα των κεφαλιών. Στην αρχή, καθώς περνούσε μπροστά από τους άλλους αντιπροσώπους δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει κάποια ψυχρότητα, ένα κάποιο σφίξιμο, καθώς τον χαιρετούσαν. Κάποιοι υπονόησαν τότε ότι για να διαλέξει αυτή την ατζέντα είχε ανάγκη από ιατρική παρακολούθηση, αλλά τώρα όλοι τον άκουγαν με σοβαρότητα.

“Caveant consules ne quid detrimenti respublica capiat”,[52] είπε πάλι με στεντόρεια φωνή ο Κάτων, κοιτώντας τον καθένα από τους σύνεδρους στα μάτια και απολαμβάνοντας την υπεροχή του.

Νέο κύμα ενθουσιασμού παρέσυρε τους οπαδούς του. Ο Κάτων ο Αρειανός περίμενε πρώτα να καταλαγιάσουν οι επευφημίες και συνέχισε.

«Θα αναρωτιέστε βέβαια γιατί τόσα χρόνια επιμένω σε ένα τόσο αιμοδιψές και σκληρό αίτημα -επιμένω και όχι εμμένω, διότι η επιμονή είναι αρετή, ενώ η εμμονή είναι αρρώστια. Σάς βεβαιώνω ότι την πρώτη φορά που πρόφερα τη φράση, η καρδιά μου σφίχτηκε και τα εντόσθια μου συστράφηκαν από την αηδία. Είμαι Αρειανός, όπως όλοι σας, και θεωρώ το φόνο ως υπέρτατο κακό και τη βία ως μέθοδο και εκδήλωση των ζώων. Όμως, όπως κάθε ρεαλιστικός άνθρωπος επιφυλάσσω και αναγνωρίζω στους ηγέτες μας, όπως είναι η Σελέαστρις, την ευχέρεια της ανθρωποφαγίας, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά μας.»

«Τσιράκι του Δία», φώναξε η Ηώ για να προκαλέσει αντιδράσεις και να συνεγείρει όσους εκ του ακροατηρίου δεν έστεργαν να συμβιβαστούν με το καθεστώς των Ολύμπιων.

Ο Κάτων σοβαρεύτηκε:

«Είναι δυνατό και συνετό να αμφισβητήσουμε τον Δία, που έφερε την αιώνια ειρήνη στον Άρη μέσω του θεού Άρη; Ο Ζευς και η ακολουθία του με την παρουσία και την κυριαρχία του έδωσε αξία και υπόσταση στον κόσμο μας. “Nec deus intersit, nisi dignus vindice nodus“[53]. Ο Δίας μάς έφερε τον πολιτισμό και την υπερσύγχρονη τεχνολογία του, επειδή ακριβώς είχαμε την προνοητικότητα και τη σύνεση να μην αντισταθούμε. Αντίθετα, δείτε τη Γη. Αντιστέκεται διαρκώς στην πεφωτισμένη ηγεσία των Ολύμπιων με κάθε τρόπο. Οι γήινοι και η εμπροσθοφυλακή τους, οι τιτάνες, καταστρέφουν, βασανίζουν, σκοτώνουν, αναιρούν τα έργα των Ολύμπιων, αρνούνται να μαζέψουν έστω μερικά φύλλα δάφνης για να τούς τιμήσουν. Όταν έφτασαν τα πρώτα ραδιοσήματα για τη γήινη αντίσταση, δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει φυλή έλλογων όντων αφιερωμένη στην επίθεση, στο φόνο, τα βασανιστήρια, την κλοπή και τη βαρβαρότητα. Καταγγέλλω ενώπιον όλων το τιτανικό κίνημα, που αρνείται την υπακοή και την υποταγή σ’ αυτά τα καλόβολα και καλόπιστα όντα της άλλης διάστασης. Οι τιτάνες είναι πραγματικά το μαύρο πρόβατο του ηλιακού συστήματος, “rara avis in terris, nigroque simillima cygno”.[54]

-Άνθρωποι είμαστε κι εμείς και σίγουρα τίποτε το ανθρώπινο δεν μάς είναι ξένο![55] Όταν λοιπόν οι δέκτες μας έπιασαν τις πρώτες τηλεοπτικές εκπομπές σχετικά με το τρομοκρατικό τιτανικό κίνημα, τα σαγόνια μας κρεμάστηκαν! Ψάχναμε να δώσουμε μία λογική εξήγηση για αυτό το ξέσπασμα, μία δικαιολογία – και μην ακούσω τις τιτανικές λεπτολογίες που κάνουν την τρίχα τριχιά, ότι άλλο εξήγηση και άλλο δικαιολογία. Πλην όμως τα μάτια μας επαλήθευσαν αυτά, για τα οποία τα αυτιά μας θα μπορούσαν να αμφιβάλλουν, και όσα οι ευαισθησίες μας απέκρουαν ενστικτωδώς μάς τα επέβαλαν τα αδήριτα γεγονότα. Δεν χρειάζεται να σάς αναλύσω τις φρικαλέες εικόνες, που λαμβάνουμε από τον γαλάζιο πλανήτη, τόσο υποτιμητικές για την αισθητική μας! Φόνοι, φόνοι, φόνοι, εξ αμελείας, εκ δόλου, άμεσου ή ενδεχόμενου, εκ προμελέτης, σε βαθμό που να αναγκάζεται κάποιος να συμπεράνει ότι η βία είναι η μόνη πραγματικότητα αυτού του πλανήτη. Και μην νομίσετε ότι η βία αφορά μόνο την αντίσταση κατά των θεών (σ.σ. εδώ ο Κάτων ανέβασε δραστικά τον τόνο της φωνής του), διότι εφαρμόζεται και ασκείται απαρέγκλιτα και μεταξύ τους, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, έθνος εναντίον έθνους, μάνα εναντίον παιδιού, παντού και πάντα βία και θάνατος!»          

  «Αυτά συμβαίνουν και στον Άρη», «Μη πολιτική βία υπάρχει παντού», «Είσαι λαϊκιστής, Κάτωνα!», «Αφού είπες, δεν θα αναλύσεις τις εικόνες, τι τις αναλύεις:», ακούγονταν σποραδικές φωνές αντιπάλων, παρακινημένες και ενορχηστρωμένες από τους Ηώ, Δαίδαλο.  

«Εγώ λαϊκιστής;», φούσκωνε σαν φασιανός ο δημαγωγός Κάτων. «Εσείς είστε άσχετοι. “Scribimus indocti doctique poemata passim”[56]. Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα, τι το κάναμε εδώ μέσα; Αμφισβητείτε ότι οι γήινοι έχουν αναπτύξει ατομική βόμβα και θα τη χρησιμοποιήσουν εναντίον μας; Όλοι γνωρίζουν ότι έχουν πυρηνικό πρόγραμμα και εμπλουτίζουν ουράνιο! Μάς λέτε, εσείς οι ειρηνιστές ότι δεν είναι δική μας δουλειά οι μάχες της Γης. Κι όμως είναι, διότι μετ’ ου πολύ θα μεταφερθούν σε μάς. Κάποιοι από σάς, τους ψευτο-προοδευτικούς μαλακοπίτουρες με τις χλιαρές φιλοσοφικές απόψεις, μού έχετε κολλήσει περιπαικτικά το παρατσούκλι “Κάτων ο Τιμητής”. Ε λοιπόν κι εγώ αποδέχομαι το όνομα! Όπως έλεγε ο Κάτων για την Καρχηδόνα, έτσι λέω κι εγώ πως η Γη πρέπει να καταστραφεί. Όχι σ’ ένα μήνα ή ένα χρόνο, αλλά τώρα για να μην πω χθες! Όχι εξαιτίας των όσων έκανε και συνεχίζει να κάνει στον εαυτό της- συμφωνώ ότι αυτό είναι εσωτερική της υπόθεση -, αλλά για όσα θα κάνουν τελικά σε μάς. Είναι φανερό ότι απειλούν και θέλουν να διαταράξουν τον τρόπο ζωής μας, να υπονομεύσουν και να τορπιλίσουν την αλήθεια μας με τη χαμερπή ζωή τους.[57] Γι’ αυτό η λύση είναι το προληπτικό χτύπημα, θα αντιστρέψουμε δηλαδή το ρητό και θα πλήξουμε τη ζωή τους δια της αληθείας μας, θα εξαγάγουμε το πολυφίλητο ειρηνικό καθεστώς μας σ’ αυτούς! [58] Ναι, θα εξακολουθήσω να τα λέω αυτά μέχρι να πείσω και τον τελευταίο σας ότι ο πόλεμος με τη Γη είναι δυστυχώς η μόνη λύση. “Gutta cavat lapidem non vi, sed semper cadendo”.[59]»

Ο Κάτων κάθισε στη θέση του. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν, όπως συνήθως, ένα τυπικό χειροκρότημα ή απορριπτική σιωπή, αλλά μία θύελλα ενθουσιασμού και επιδοκιμασίας. Πλέον ακόμη και οι πιο επιφυλακτικοί στη ρητορεία του Κάτωνα φαίνονταν πεπεισμένοι με τα γελοία επιχειρήματά του, γιατί – μην ξεχνάμε- η επιμέλεια δεν πείθει, ενώ η πειθώ δεν είναι επιμελής. Βλέποντας η Ηώ ότι δεν υπάρχει αντίδραση από το σύνολο του αμφιθεάτρου, αποφάσισε να πάρει το λόγο, διότι πολύ απλά η σιωπή δεν ήταν πλέον επιλογή! Εκμεταλλευόμενη τη δημοκρατικότητα της εποχής των τιτάνων, δήλωσε απλά ένα φανταστικό όνομα και άρχισε αμέσως να μιλάει, χωρίς κανείς να τής ζητήσει διαπιστευτήρια ή να προβάλει ένσταση ότι δεν την είχε ξαναδεί.      

«Σεβαστέ Κάτων, είμαι μία από εκείνα τα άτομα, που ακόμη κι αν δεν ελπίζουν να επικρατήσουν σε μία διαφωνία, κερδίζουν μία μικρή ικανοποίηση καταθέτοντας τις απόψεις τους. Ειδικά για όσα είπες στην τελευταία σου περιστροφή, υπάρχει διαλεκτική απάντηση για κάθε σκέλος της, την οποία ήθελα να σού προβάλω. Καταρχάς, να επισημάνω ότι από πλευράς μεθοδολογικής, υποπίπτεις διαρκώς σε μεγάλα σφάλματα. Λες ότι δεν θα αναλύσεις κάτι και το αναλύεις. Ύστερα παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως τη σταγόνα, που αργά κοιλαίνει τον βράχο, ώστε να φανείς η επιτομή της σταθερότητας και της συνέπειας, ενώ αντίθετα οι απόψεις σου είναι μία δέσμη πυροτεχνημάτων, τις οποίες εξαπολύεις στα κουτουρού ως αδέσποτους πυραύλους, βαρώντας μια στο καρφί και μια στο πέταλο και ό,τι πιάσει. Αλλά ας αναφερθούμε επί της ουσίας: Στις σχέσεις των χωρών μεταξύ τους, όπως και στις σχέσεις των ανθρώπων, πρέπει να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που να ορίζουν τις συμπεριφορές, αλλιώς μία παγκόσμια κοινωνία είναι αδύνατο να δομηθεί. Ένα από τα κριτήρια, που χαρακτηρίζουν αν ένας πόλεμος είναι δίκαιος ή όχι, – διότι ακόμη και ο πόλεμος υπάγεται στο δίκαιο, όπως προκύπτει από τις συνθήκες για μη βομβαρδισμό αμάχων και για την ανθρώπινη μεταχείριση των αιχμαλώτων- είναι το “ποίος ήρξατο χειρών αδίκων”. Όποιος λοιπόν κάνει “προληπτικό πόλεμο” στην πραγματικότητα απλά επιτίθεται και κηρύσσει πρώτος τον πόλεμο απέναντι σε ένα άλλο έθνος. Ό,τι δικαιολογία και να επικαλεστεί, αυτό δεν αλλάζει, διότι στ’ αλήθεια αυτό είναι εξήγηση και όχι δικαιολογία. Οτιδήποτε συμβαίνει έχει μία εξήγηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται κιόλας.

-Oι πόλεμοι έχουν πάντα επεκτατικούς σκοπούς, είτε εδαφικούς είτε εκμετάλλευσης πηγών ενεργείας και πρώτων υλών. Υποτίθεται όμως ότι κηρύσσονται για δύο λόγους: α) ότι το όμορο κράτος δεν συναινεί σε εμπορικές ή άλλες συμφωνίες κοινής εκμετάλλευσης ορυκτών, σπάνιων γαιών κ.λπ., που βρίσκονται στο στόχαστρο του επιτιθέμενου πολεμησείοντος και στο έδαφος του δεχόμενου την επίθεση. Στην ουσία ο επιτιθέμενος παραπονείται: μα γιατί δεν μού δίνεις σημασία, γιατί δεν με εκτιμάς τόσο ώστε να κάνουμε δουλειές μαζί. Εδώ, Κάτωνα, για να απαντήσω στη γλώσσα σου, ισχύει το “inter enim arma silent leges”.[60] Είναι ανεπίτρεπτο και ανήθικο να ασκείς βία, ώστε να αναγκαστώ να συμφωνήσω μαζί σου, όπως δεν μπορείς με κακοποιητική συμπεριφορά να με κάνεις να σε αγαπήσω. β) Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει ο επελαύνων είναι ότι φοβάται μήπως ο αντίπαλος τον χτυπήσει πρώτος και γι’ αυτό χτυπά πρώτος αυτός! Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως ο δεχόμενος την επίθεση διαφέρει από εμάς στο θρήσκευμα ή στο πολίτευμα και γενικά έχει την τάση να είναι τόσο διαφορετικός από εμάς, ώστε να μάς… ανησυχεί και να θεωρούμε ότι στο μέλλον ενδέχεται να στραφεί εναντίον μας! Εδώ η διαφορά είναι βαθύτερη απ’ ό,τι στην προηγούμενη περίπτωση, διότι ως θρησκευτική και ηθικοθεσμική αναδεύει τα μύχια των ανθρώπων και πλήττει ή αμφισβητεί το ίδιο το ηθικό θεμέλιό τους. Σαν να λέει ο κυνηγός στο θήραμά του: καλά, δεν ντρέπεσαι που θες να μού επιτεθείς; Σ’ αυτό το σημείο βέβαια εύκολη είναι η απάντηση, ότι δηλαδή “αιδούς παρά πάσιν άξιος έση, εάν πρώτος άρξη σεαυτόν αιδείσθαι”,[61] που λέει και ο Θεόκριτος. Καθετί άλλο είναι υποκρισία.»

          Όλη την ώρα που η Ηώ μιλούσε ο Κάτων και οι οπαδοί του δημιουργούσαν φοβερό πανδαιμόνιο, θορυβούσαν, γιούχαραν, ποδοβολούσαν και ποδοκροτούσαν.

          «Πάντως, δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ότι αυτοί είναι πολεμοχαρείς, ενώ εμείς ειρηνικοί…»   

          «Είμαστε ειρηνικοί μάλιστα, πολύ απλά διότι έχουμε υποταχθεί. Οι γήινοι και ειδικά το πιο ανεπτυγμένο αυτή τη στιγμή τμήμα της, η Ελλάδα και τα επιμέρους πόλεις- κράτη της υπό την ηγεσία των τιτάνων, δεν προκάλεσαν τις εχθροπραξίες, αντίθετα δέχθηκαν επίθεση από το Δία και το συνάφι του. Και ισχύει μεν ότι “ουδείς ούτως ανόητος εστίν, όστις πόλεμον προ ειρήνης αιρείται” σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πλην όμως μην ξεχνάμε ότι “εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης” ή όπως λένε στη γλώσσα σου “dolce et decorum est pro patria mori”[62]. “Παντ’ αγαθοί τολμώσι, δειλοί δε εισίν ουδέν ουδαμού”,[63] αλλά και “εικός δε παντί και λόγω και μηχανή πατρίδος ερώντας εκπονείν σωτηρίαν” κατά Ευριπίδη. “Oυς νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον  κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους” μάς λέγει ο Θουκυδίδης, που ορίζει μάλιστα και ποιοι είναι οι όροι διεξαγωγής ενός επιτυχημένου πολέμου, όπου βέβαια πόλεμος δεν είναι η εξαέρωση αμάχων με ρίψη πυραύλων στα κουτουρού, αλλά η μάχη εκ του συστάδην σώμα με σώμα, όπου και μόνον αναδεικνύεται η ανδρεία, αλλά και η γυναικεία. “Νομίσατε τρία είναι του καλώς πολεμείν, το εθέλειν και το αισχύνεσθαι και τοις άρχουσι πείθεσθαι”[64] (Θουκυδίδης). Αλλά και ο Δημόκριτος δεν διαφωνεί: “Από ομονοίας τα μεγάλα έργα και ταις πόλεσι τους πολέμους δυνατόν κατεργάζεσθαι, άλλως δ’ ου”.[65]

          «Φτάνει, φτάνει πια με τα τιτανικά ρητά, έλεος», ούρλιαζε ο Κάτων. «Τι τα θέλουμε όλα αυτά, εμείς έχουμε τις τέχνες και τα γράμματα, έχουμε “otium cum dignitate”[66]».

          «Τίποτα απολύτως δεν έχουμε. Τις τέχνες και τα γράμματα δεν τα έφερε ο Δίας από την άλλη διάσταση, αυτοί ασχολούνται μονάχα με το να τρωγοπίνουν και να ευφραίνονται με την κνίσα που γαργαλάει τα ρουθούνια τους. Ισχύει αντιθέτως ότι “Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Marti”[67]. Αυτό βέβαια έγινε διότι η εξέλιξη δεν χωρεί με παρθενογένεση ούτε με αδράνεια, αλλά με αγώνα  διαρκή και εξουθενωτικό κατά το “πόλεμος πατήρ πάντων” του Ηρακλείτου από υποκείμενα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά δεν τις αποδέχονται μοιρολατρικά, δεν εφησυχάζουν ούτε απογοητεύονται, ίσα- ίσα αγωνίζονται μέχρι να τις υπερβούν. “Πενία και στέρησις τέχνας κατεργάζεται”. Η αρχαία αρειανή μας  γλώσσα εμπλουτίστηκε με χιλιάδες ελληνικές λέξεις, εξόχως κατάλληλες και για τις επιστήμες και για τις τέχνες. Τα διάφορα αθλήματα της Ελλάδας μάς διασκεδάζουν, άσχετα αν οι Ολύμπιοι πάνε να τα σφετεριστούν ονομάζοντας τους αγώνες Ολυμπιακούς. Αρματοδρομίες, ιπποδρομίες, στάδιον, πυγμαχία, παγκράτιον. Οι τέχνες της Ελλάδας ξανάδωσαν ζωή στη σκέψη μας, προσφέροντάς μας καινούριες μορφές, ιδέες και κατευθύνσεις. Οι κονισαλέες βιβλιοθήκες μας γέμισαν με χιλιάδες βιβλία πάνω στα θέματα των πόλεων-κρατών, της δημοκρατίας και των τιτάνων, που εκπροσωπούν το αριστοκρατικό και αξιοκρατικό στοιχείο της δημοκρατίας, με το θέατρο και τις τραγωδίες τους, που δεν χρειάζεται να εφευρίσκουν καινούριους ήρωες, διότι θριαμβεύουν και πάσχουν, ηττώνται και αγωνίζονται, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο οι αρχετυπικοί ήρωες της μυθολογίας τους. Ας είμαστε ευγνώμονες για την εξωστρέφεια και τη νοοτροπία των Ελλήνων να τα εκθέτουν όλα στο φως, να δημοσιεύουν και να μην κρατούν τίποτε κρυφό, να διασπούν τη μυστικοπάθεια και την κρυψίνοια των ιερατείων και να γνωστοποιούν κάθε εύρεση ή ανακάλυψη, κάθε ιδέα ή έννοια, μέχρι να τη μάθει και να επωφεληθεί και ο τελευταίος άνθρωπος! Σε ποιον τομέα του βίου μας δεν έχουμε αισθανθεί την επιρροή της Γης; Οι γιατροί μας χρησιμοποιούν μεθόδους του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη για να σώσουν ζωές Αρειανών. Τα θεραπευτήρια μας ακολουθούν τις συνταγές των Ελευσίνιων και άλλων μυστηρίων για να ιαίνουν τους ασθενείς με τη μέθοδο της καταπληξίας, της δόνησης και του (συγ-) κλονισμού. Τα μουσικά έργα των γήινων γεμίζουν τις αίθουσες των συναυλιών μας και τα τραγούδια τους σιγοψιθυρίζονται σε όλες τις συνάξεις του Άρη ή άδονται δυνατά υπό καθεστώς…κρασοκατάνυξης. Σάς ανέφερα μόνο ένα μικρό μέρος της ατέλειωτης σειράς των θησαυρών που μάς χάρισε η Γη και το τρέχον απάνθισμά της η Ελλάδα. Αυτή την Γη κι αυτή την Ελλάδα θέλετε να καταστρέψετε; Ίσως μάς ξενίζει η ακατάλυτη αισιοδοξία τους, το “θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον”[68], ότι δεν τα παρατούν ποτέ, ότι πάντα συνεχίζουν, ότι παρά τις έριδές τους την κρίσιμη στιγμή ενώνονται, ότι κάνουν πράξη το στερεότυπο “επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να ξανασηκωθείς”, όπως και όλα τα στερεότυπα, διότι τα πιστεύουν, δεν τα βλέπουν ως κάτι εξωτερικό προς αυτούς, αλλά βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτά. Πώς είναι δυνατό να θέλουμε να επιτεθούμε εναντίον σκεπτόμενων και αγωνιζόμενων ανθρώπων; Πώς θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε ξανά ήσυχοι, αν τούς εξολοθρεύσουμε;»

          Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Κάτων ο Αρειανός και είπε το πιο λαϊκίστικο, δημαγωγικό και αναίσχυντο επιχείρημα, διενεργώντας μία ανόσια αντιστροφή.

          «Πώς θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε ξανά ήσυχοι, αν δεν τούς καταστρέψουμε;»

          Η συζήτηση κινδύνευε να οδηγηθεί σε αδιέξοδο, αλλά είχε έλθει η ώρα να επέμβει η πριγκίπισσα Σελέαστρις στην παράδοση των αρειανών ηγεμόνων, που ακολουθούσαν το δόγμα του Παλλάδιου.

          «Αρκετά ακούσαμε και ήλθε η ώρα για την τελική μας απόφαση. Πιστεύω ότι η κυρία που μίλησε τελευταία, αν και δεν την γνωρίζω, κινήθηκε στην ευγενή παράδοση του Παλλάδιου, που εμπνέει και καθοδηγεί κάθε Αρειανό εδώ και πολύ καιρό. Είναι λάθος τελικά να επιδιώκουμε αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι στέκει διαθέσιμο και εύκαιρο για μάς. Εδώ πρέπει να δεχτούμε την τιτανική παράδοση, γιατί είναι μέρος και της αρειανής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εν προκειμένω λοιπόν με την πρώτη ματιά ενδείκνυται, είναι ελκυστικό, φαντάζει ωφέλιμο να επιτεθούμε στη Γη, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις μακροχρόνιες συνέπειες τόσο γι’ αυτούς όσο και για μάς, όμως ακριβώς γ’ αυτό το λόγο δεν θα το κάνουμε. Και τούτο, διότι η αποκοτιά πολλών εγχειρημάτων με αβέβαιο και συχνά εφιαλτικό και καταστροφικό αποτέλεσμα μάς διδάσκει ότι η επιτυχία και η ευτυχία έγκειται στην αυτοσυγκράτηση. Αρειανοί, με μία επίθεση κατά της Γης έχουμε πολλά να χάσουμε και τίποτε να κερδίσουμε. Αν θέλουν οι θεοί, ας χτυπήσουν τη Γη οι ίδιοι, εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να διαταράξουμε τον τρόπο της ζωής μας με έναν πόλεμο και μάλιστα ενάντια σε έναν επίμονο αντίμαχο, όπως είναι οι τιτάνες. Ως ηγέτιδα με ευρύ ορίζοντα, δεν διστάζω να υιοθετήσω εν προκειμένω δύο δημοφιλή ρητά τους, ήγουν το του Δημόκριτου: “Ην μη πολλών επιθυμέοις, τα ολίγα σοι πολλά δόξοι”,[69] αλλά και εκείνο που λέει: “Σωκράτης ερωτηθείς πώς αν γένοιτο τις πλούσιος, ει των επιθυμιών, έφη, είη πένης”[70]».  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17:

ΟΧΙ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗ

Εκ του διαστημόπλοιου Δεινοπτέρυγου εγεννήθη το υποβρύχιο Δεινόπλευστος και εξ αυτού η άκατος «Ταφροπηδητής». Και σίγουρα ο τελευταίος, όπως λέει και το όνομά του, θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά χρήσιμος σε μία περιοχή του Άρη, που λεγόταν Χάσμα Δικαίου -τρέχα γύρευε γιατί- και προμήνυε άλματα πάνω από λάκκους, κρατήρες, τάφρους, χάσματα και άλλες προκλήσεις που έβαζε στους ταξιδιώτες του ο Άρης. Το όχημα άρχισε λοιπόν να φιδοσέρνεται στο κόκκινο χώμα, πηδούσε δε σαν ψύλλος, μόνο αν αυτό ήταν απαραίτητο. Η άμμος γεμάτη από οξειδωμένο σίδερο έθετε σε μεγάλη δοκιμασία τις αναρτήσεις, τις ερπύστριες, ακόμη και τα ελατήρια των σκιρτητών- ιππαστών, με τους οποίους  ο Ταφροπηδητής εκσφενδονιζόταν πάνω από τις χαράδρες. Επειδή στην Ηώ άρεσαν τα μετατρέψιμα αυτοκίνητα με αποσπώμενη οροφή, είχε ανοιχτή την γυάλινη καλύπτρα αγνοώντας ή και προκαλώντας ή και εισπνέοντας ηδονικά τη σκόνη κι ας έμπαινε μέσα στο δίοπτρο της οδήγησης, κι ας χωνόταν ύπουλα μέσα στον κομψό λαιμοδέτη της.

Αγκομαχώντας σαν όνος μοναχού στα Ιμαλάια και αναπηδώντας διαρκώς πάνω στο κάθισμα συνέχιζε την κολοχτυπητή πορεία της παιδεύοντας τα πετάλια, τους επιταχυντές και τους επιβραδυντές, αλλάζοντας ταχύτητες, κακοποιώντας τον συμπλέκτη, ενώ η οθόνη μπροστά της πρόβαλε συνεχώς εναλλακτικούς χάρτες. Η έρημος ήταν κόκκινη και νεκρή χωρίς καν κάκτους.  Πέρασε το φρύδι ενός λόφου, έσβησε με αντίθετη κίνηση έναν πλάγιο άνεμο, έκανε το γύρο μίας φυσικής πέτρινης πυραμίδας και είδε την υποτακτική της Μητριάρχου, η οποία είχε ζητήσει τη βοήθειά της, να την περιμένει. Είχε θεοβρωμικά (σοκολατένια) μάγουλα, ποικιλόχροα επαλλάσσοντα μάτια, τέλεια δόντια, κοντοκουρεμένα μαλλιά.

«Η Μητριάρχης σάς περιμένει, ροδόσφυρε Ηώς», είπε, διαλέγοντας απ’ όλα τα κοσμητικά επίθετα, που στόλιζαν την Ηώ, το πιο διακριτικό και καλαισθητικό, αφού αναφερόταν στα σφυρά της. «Τα ιερά κείμενα είναι στη διάθεσή σας να τα ερμηνεύσετε, πράγμα βέβαια, που αποτελεί πρωτοτυπία και τόλμημα της Μητριάρχου, αφού, ως γνωστόν, γενικά ισχύει ότι τα ιερά κείμενα δεν ερμηνεύονται».

Η Ηώ την πήρε μαζί στο όχημα, σαν να είχε κάνει αυτοκινητο- σταμάτημα και μαζί εισχώρησαν πιο βαθιά, σ’ αυτό που ονομαζόταν κατά τρόπο πολύπλοκο, εξεζητημένο και επιδεικτικό, Επικράτεια της Γενικής Επιτροπείας του Χάσματος Δικαίου.

Αργότερα βρέθηκε σε μία αίθουσα στρογγυλεμένη με διάμετρο ως πενήντα πόδια και με αντίστοιχο ύψος, που έπαιρνε φως από ένα πελώριο άνοιγμα διάπλατο στον καταγάλανο ουρανό. Χελιδόνια σπάθιζαν τον αέρα πέρα δώθε με χαρούμενα και βιαστικά τιτιβίσματα (σ.μ. πρόδρομος του… τουίτερ). Η υποτακτική της Μητριάρχου είχε εξαφανιστεί και ούτε επρόκειτο να την ξαναδούμε ποτέ. Η φιγούρα της ήταν δηλαδή αντίστοιχη με τους αναλώσιμους κομπάρσους των περιπετειών και των δραμάτων, που η μόνη τους λειτουργικότητα είναι να σκοτωθούν κατά τη διάρκεια της πλοκής (σ.μ. στα σύγχρονα αφηγήματα επιστημονικής φαντασίας το ανάλογο είναι οι περίφημοι κοκκινοχίτωνες φρουροί -ασφαλίτες, που συνοδεύουν ως άγημα τον κυβερνήτη, ακόμη και τον ίδιο τον Προμηθέα, στους διάφορους πλανήτες και πέφτουν εύκολα θύματα των τοπικών μορφών ζωής δίνοντάς του την ευκαιρία να πει το κλασικό πλην εκ των υστέρων και κατόπιν εορτής διατυπωμένο και μη ωφέλιμο πλέον για τους νεκρούς: «ταυροκαθαπτικά ιστολυτικά αιματο-απορροφητικά σκουλήκια, έπρεπε να το είχα προβλέψει»). 

Το πάτωμα, οι καμπυλωτοί τοίχοι, το ταβάνι, ήταν από ένα είδος μάρμαρο με νερά, κάτι σαν πορφυρίτης,  καταστρωμένο, και σε πολλές περιπτώσεις ενσωματωμένο ή αναμεμιγμένο μ’ ένα παράξενο μέταλλο πιο ανοιχτόχρωμο από το χρυσάφι, πιο σκούρο από το ασήμι, θαμπό εκείνη τη στιγμή από την άχνα του πρωινού αέρα, που έμπαινε άφθονος από το κούφωμα.

Η Ηώ πήγε τρικλίζοντας από την αδυσώπητη εναλλαγή των παραστάσεων προς ένα μπαλκόνι ανοιχτό στη λιακάδα, γιατί την τραβούσε το ζωηρό δροσάτο  αγέρι, που ριγούσε εκεί μπαίνοντας και λίγο μέσα στο δωμάτιο με τη φωτεινή του θολούρα σαν στήθος που προεξείχε. Ακούμπησε στη μαρκίζα και εξέβαλε φωνή θαυμασμού, καθώς ήταν πάνω από ένα κενό, μία εσοχή λαξεμένη στην πλαγιά του βουνού. Κάτω ζωσμένος παντού με βουνοκορφές που σχημάτιζαν αδιάσπαστη και απαραβίαστη ζώνη ένας πραγματικός επίγειος παράδεισος απλωνόταν στα όρια του κύκλου της οπτικής επαφής. Ένας κήπος της Εδέμ, των Ηλυσίων Πεδίων ή της Νεφελοκοκκυγίας, ανάλογα με την κοσμοθεωρία του καθενός. Οι χουρμαδιές λικνίζονταν σαν σηματωροί με τα μεγάλα κλωνιά τους, ενώ υπήρχαν και αμυγδαλιές, λεμονιές, πορτοκαλιές κ.λπ., βλάστηση Αγίων Τόπων δηλαδή. Θα μπορούσαν να αναφερθούν ακόμη το κλασικό γαλάζιο ποταμάκι, ο διακοσμητικός καταρράκτης, η λιμνούλα με τις ρόδινες κηλίδες των νουφάρων,  οι ερωδιοί, οι χρυσαφένιοι καρποί, τα εξ αποστάσεως παρατηρούμενα χιόνια  κ.λπ., αλλά ας μη θυμίζει αυτή η αναφορά μαθητική έκθεση.  

Όλα αυτά πάντως τα συστατικά εντός μίας άυλης διαυγούς ατμόσφαιρας συνέθεταν κάτι τόσο αγνό, με τόση έκπαγλη ομορφιά, ώστε τα καημένα τα νεύρα της Ηούς υπερφορτώθηκαν και δεν μπορούσαν να αντέξουν στην κατάφωτη θωριά. Ακούμπησε το κούτελό της στο κιγκλίδωμα, δάκρυσε από τη διάχυτη φωταύγεια και τη συγκίνηση κι έστρεψε πάλι τα μάτια της στο δωμάτιο για να τα προφυλάξει.

Η αίθουσα ήταν επιπλωμένη με γήινο τρόπο, είχε όμως και ανάκλιντρα με εκκεντρικά μαξιλάρια, στρογγυλά, δερμάτινα κατάστικτα από παρδαλά, φανταχτερά πλουμίδια. Σε ένα κούφωμα του τοίχου φάνταζε μία βιβλιοθήκη. Εκεί μπορούσε κανείς να βρει τεύχη σπάνιων περιοδικών, γεωλογικών γνωματεύσεων και πραγματογνωμοσυνών, φυσιοδιφικών εκθέσεων, αρχαιολογικών επιθεωρήσεων, αλλά βέβαια το κύριο μέρος ήσαν τα ιερά βιβλία του Άρη. Να πούμε σ’ αυτό το σημείο ότι οι κάτοικοι του Χάσματος Δικαίου είχαν ενστερνιστεί εδώ και καιρό τη θρησκεία του Ιχθύος, η οποία σε κάθε Δημιουργία εμφανιζόταν ισχυρή και προσήλκυε πολλούς οπαδούς. Ακόμη και έναν άνθρωπο να σώσεις ή να βοηθήσεις, έχει σημασία, και γι’ αυτό ο Χριστιανισμός, αλλά και το Ισλάμ ως πιο απλοϊκή εκδοχή του, δεν θα πάψουν ποτέ να ασκούν γοητεία και να εμπνέουν και το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν πρόκειται ποτέ να παλιώσει ή να σβήσει. Παρότι επί ανταγωνιστικών πνευματικών κινημάτων, η θρησκεία είναι κάτι που συνήθως επικρατεί, στον μελλοντικό ή παρελθόντα κόσμο των τιτάνων ήταν κατ’ εξαίρεση σε μεγάλη κρίση. Προκειμένου να αντιδράσει στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό των Ολύμπιων θεών, η δρακογενιά των τιτάνων είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη Λογική και αυτό δεν κάνει ποτέ καλό στη θρησκεία. Παρά ταύτα ο Ισλαμοχριστιανισμός, κυρίως λόγω του σκέλους του Χριστιανισμού, που ήταν πιο ορθολογικό, αφού μερικοί από τους πιο εξέχοντες πατέρες της εκκλησίας ήσαν λογικοί φιλόσοφοι, έδινε μεγάλη μάχη να επιβιώσει.

Το θέμα με τη χριστιανική θρησκεία είναι ότι το «αγαπάτε αλλήλους» παραείναι αόριστο και επιδέχεται εμμεσοποίηση, μεσολάβηση, συγκεκριμενοποίηση. Τι σημαίνει να αγαπάς τον άλλον και μάλιστα σαν τον εαυτό σου; Ίσως η πιο απλή ερμηνεία είναι, αντί να ψαρέψεις γι’ αυτόν ή να τού κάνεις δώρο ένα ψάρι, να τον μάθεις καλύτερα να αλιεύει. Επίσης και η συγχώρηση, την οποία κηρύττει και επαγγέλλεται ο Χριστιανισμός, εμπεριέχει κάποια προβλήματα. Δηλαδή μπορώ να είμαι φαύλος, πόρνος, λάγνος, δολοφόνος, κλέφτης και ελεεινός και μετά να μετανοήσω, να εξομολογηθώ και να κοινωνήσω και όλα καλά σαν να μην έχει συμβεί τίποτε; Μα πρέπει η μετάνοια μας να είναι ειλικρινής. Και ποιος το ξέρει αυτό; Επειδή ο παπάς όσο κι αν έχει επιφορτισθεί με θείες δυνάμεις και αρμοδιότητες, είναι επιρρεπής στο λάθος, την πλήρη αλήθεια την γνωρίζει μόνο ο Θεός. Ο Θεός ως τι; Ως κάτι εξωτερικό από μάς, ως ένας υψηλός δεσπότης που μοιράζει κατά το δοκούν τη συγχώρηση; Αν ο Θεός δεν μετέχει σ’ εμάς κι εμείς δεν μετέχουμε στο Θεό, τότε πού βρίσκεται η ευθύνη μας για ό,τι συμβαίνει και ο σταυρός της βούλησής μας, η τραγωδία της ελευθερίας μας, που έγκειται στο ότι κάθε επιλογή μάς δεσμεύει ύστερα αμετάκλητα; Και αν παίρνουμε μία αλήθεια, δοτή από πάνω, χωρίς να μετάσχουμε στη διαμόρφωσή της, δεν θα μάς δημιουργήσει αυτό ανείπωτο φανατισμό και μισαλλοδοξία και δεν θα μάς εμφυσήσει την πεποίθηση ότι έχουμε κάποιο είδος αποκλειστικό συμβόλαιο με το Θεό και ιερή αποστολή να διαδώσουμε τη μία και μοναδική αλήθειά του, χωρίς να δεχόμαστε καμία αντίρρηση;  Αυτές ήσαν πάνω κάτω οι ενστάσεις των τιτάνων απέναντι στη θρησκεία του Ιχθύος, που, όπως είπαμε όμως, δεν μείωναν σε τίποτε την δραστική επιρροή της, αλλά και την αδιαφιλονίκητη συνεισφορά της στην εξύψωση του ανθρώπου. Η τιτανική σκέψη δεν θα σταματήσει ποτέ να προβάλει απέναντι στους θεούς, που υπαγορεύουν έξωθεν εντολές, τα εξής: «Ουδείς ελεύθερος εαυτού μη κρατών.  Ταύτα μεν ούτω ίσθι, κρατείν δ’ ειθίζεο τώνδε· γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείης τε και θυμού· πρήξης δ’ αισχρόν ποτέ μήτε μετ’ άλλου μήτ’ ιδίη· πάντων δε μάλιστ’ αισχύνεο σαυτόν»[71] (Πυθαγόρας). «Δει τον ευ φρονούντα τον λογισμόν αεί των επιθυμιών κρείττω πειράσθαι ποιείν[72]» (Δημοσθένης). «Δυοίν λεγόντοιν, θατέρου θυμουμένου, ο μη αντιτείνων τοις λόγοις σοφώτερος»[73] (Ευριπίδης). «Ευεργεσία και τιμή και τιμωρία συνέχει τον των ανθρώπων βίον» (Θεόφραστος).

          Στη συνέχεια η Ηώ οδηγήθηκε στο διαμέρισμα της Ματριάρχου, που ήταν μία αφηρημένη παραλλαγή και επιτομή όλων των στερεότυπων, που είχαν οι τιτάνες στο μυαλό τους και απέδιδαν  στις φυλές της Ανατολής, Εβραίους, Άραβες, Πέρσες κ.λπ. Ήταν κατασκευασμένο από βαμμένους πλίθους, με κωνική κορυφή σαν πελώρια σκήνη νομάδων και με αναπαραστάσεις καμωμένες από δέρμα και λίπος ζώων απλωμένο στους τοίχους με μυστρί, ενώ όλα τα κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα ήσαν χρισμένα με υαλώδη επίστρωση σμάλτου. Η Μητριάρχης, που ονομαζόταν Κρατησιπύλη, είχε κι αυτή μάγουλα με πολλή μελάνι και μελανίνη (ίσως και μελατονίνη για ωραία όνειρα το βράδυ),  λαμπερά, κατάμαυρα μάτια που πετούσαν σπινθήρες, γερά φυτεμένα δόντια παρά την περασμένη ηλικία και κάτασπρα μαλλιά. Φορούσε πολύχρωμη, κλαρωτή, πτυχωτή φούστα σαν ανεστραμμένη γαβάθα, στηριγμένη με οσφυόδεσμο και ακτίνες αλεξιβρόχιου.

          Δέχθηκε τις υποκλίσεις της Ηούς και τής είπε.

          «Είσαι η ποιήτρια;»

          Όταν μιλούσαν οι Αρειανοί για ποίηση ή ποιητές εννοούσαν ερμηνευτές γραφών, σχολιαστές και επιστήμονες κειμένου ή γλωσσάτορες.

          «Ποιητής γεννάται, ρήτωρ γίγνεται», απάντησε η Ηώ.

          «Η καλύτερη είδηση που άκουσα τον τελευταίο καιρό είναι ότι αποφάσισες να ενεργοποιηθείς προς όφελός μας και σε ευχαριστώ γι’ αυτό, διότι έχω μυστικές πληροφορίες για το ποια είσαι και τι αντιπροσωπεύεις», συνέχισε η Μητριάρχης Κρατησιπύλη. Ύστερα έκανε παύση για να υπογραμμίσει ότι μετά από τις φιλοφρονήσεις περνάει στην ουσία. «Τα αρχεία μας είναι παμπάλαια. Όλη η γραμματεία μας αναφέρεται στην θρησκεία μας, που είναι κάτι ανάλογο με τη θρησκεία του Ιχθύος, εκ των κυρίαρχων στη Γη. Είναι η αφήγηση του “αμνού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου”, του “δόντος εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων”. Και τι ωραίο να φορτώνεται κάποιος τα λάθη και τις αμαρτίες μας. Δυστυχώς, στη φυλή μου η χριστιανική θρησκεία έχει παρεξηγηθεί κι έχει δημιουργήσει μία απαισιόδοξη πεισιθάνατη νοοτροπία. Σαν να βιάζονται τα μέλη της φυλής να έλθει ο θάνατος για να αντικρίσουν τον θεό και να τούς συγχωρήσει για αδικήματα και αμαρτίες, που δεν έχουν ακόμη προλάβει να διαπράξουν. Κι επειδή ξέρουν ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία, έχουν περιπέσει σε μία παθητική ανενεργό κατάσταση, σχεδιάζοντας συνειδητά ή ελπίζοντας υποσυνείδητα ότι η παραμέληση του εαυτού τους θα τούς οδηγήσει στον θάνατο μια ώρα αρχύτερα. Έτσι, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται στο λαό μου θρομβώσεις και να προκαλούνται πληγές λόγω κατάκλισης. Χρειαζόμαστε μία ένεση αισιοδοξίας κι επειδή ξέρω ότι εσείς οι τιτάνες έχετε θετική διάθεση προς τη ζωή και μία χαρούμενη παραστατική κοσμοθεωρία, θεωρώ ότι εσύ, Τιτανίδα, είσαι εξόχως κατάλληλη να παράσχεις μία εναλλακτική ερμηνεία των γραφών μας, που θα μάς βγάλει απ’ αυτή τη μιζέρια. Βέβαια χρειάζεται να έχεις και κάποιες γνώσεις από Χριστιανισμό, αλλά ξέρω ότι εσείς οι τιτάνες είσθε μνήμονες πολλών και επιλήσμονες ουδενός».      

          «Θα κάνω ό,τι μπορώ», απάντησε η Ηώ. «Εμείς, οι τιτάνες, υιοθετούμε πάντα μία θετική προσέγγιση στα πράγματα. Πιέζουμε τους εαυτούς μας, αντί να γιουχάρουμε απ’ την εξέδρα, να μπούμε επιτέλους στο γήπεδο. Άμα αφήνουμε τους χειρότερους να ασχολούνται με την πολιτική, τι ελπίδες έχει η χώρα ή η πολιτεία μας; Και ένα λιθαράκι προς τη σωστή κατεύθυνση να βάλουμε είναι σημαντικό! Παράδεισοι δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε θα υπάρξουν, παρά μόνο άνθρωποι που σε δυσμενείς περιστάσεις κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν! Συμπορευόμαστε με τον Αριστοτέλη λέγοντας: “Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής”[74], αλλά και με τον Σόλωνα: “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός ύπεχε!”[75] (σ.σ. μεγαλοφυές ρητό!). Βέβαια η ελευθερία της βούλησης και η συναφής ανάληψη ευθύνης δεν ωφελεί όταν είναι αυθαίρετη, αλλά μόνον όταν συμμορφώνεται σε προηγούμενες εδραίες αρχές. “Μέγιστον αγαθόν μετά νου χρηστότης. Πας ο μη φρονών αλαζονεία και ψόφοις αλίσκεται”,[76] όπως λέγει και ο Μένανδρος.»

          Στη συνέχεια η Μητριάρχης Κρατησιπύλη συνόδεψε την Ηώ μέσα σ’ έναν δαίδαλο διαδρόμων και διαμερισμάτων μέχρι που έφθασαν στην κύρια βιβλιοθήκη. Η Ηώ κύπταξε- κοίταξε ολόγυρα με την απληστία της τιτανικής φιλομάθειας και κατέγραψε ότι πίσω από τη διακόσμηση κρυβόταν ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο σύστημα αισθητικής. Η οροφή ήταν αψιδωτή με διακοσμητικά υποστηρίγματα και πλάγιους αυλακωτούς κίονες. Τα κείμενα περιέχονταν περισσότερο σε τυλιγμένους παπύρους παρά σε ραχόδετα βιβλία με τη σημερινή έννοια του όρου.

          Ξεκίνησε λοιπόν η Ηώ να ερευνά τις γραφές των Αρειανών. Τα σύγχρονα μέσα της τεχνικής τής έδιναν τη δυνατότητα να διεξέλθει ένα μεγάλο όγκο κειμένων σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η ιστορία του θυσιαζόμενου αμνού ήταν καταπληκτική, ακόμη και οι τιτάνες δεν είχαν να πουν σχεδόν τίποτε, δεν είχαν καμία ένσταση γι’ αυτή την ανεπανάληπτη αφήγηση παρά μόνον ίσως ως προς το ακριβές περιεχόμενο της διακηρυσσόμενης αγάπης. Παρατήρησε όμως ότι τα αρειανά κείμενα είχαν μία περίεργη στροφορμή, όχι ακριβώς προς τον θάνατο, όπως νόμιζε η Μητριάρχης, η οποία δεν είχε σημεία αναφοράς για να συγκρίνει και να διενεργήσει αναλογίες αναφορικά με τη δική της δοξασία, αλλά μάλλον προς τη ματαιότητα- ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης. Το ανάλογο κείμενο από τη γήινη γραμματεία ήταν σίγουρα ο Εκκλησιαστής, αγνώστου προελεύσεως, για το οποίο το μόνο γνωστό ήταν ότι κυκλοφορούσε και ενέπνεε διάφορα έθνη και λαούς για πολλές Δημιουργίες. Θα προσπαθούσε λοιπόν η Ηώ να βρει τρόπους μέσα από το κείμενο του Εκκλησιαστή να αναδείξει μία διαφορετική προοπτική για όσους υμνούν το Θεό, μία οπτική που να προτρέπει σε δράση αντί για παραίτηση.    

          Είδε μπροστά της και ανέγνωσε δυνατά, σκεπτόμενη φωναχτά το εμπνευσμένο κείμενο του Εκκλησιαστή: «Ρήματα Ἐκκλησιαστοῦ υἱοῦ Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ ἐν Ιερουσαλήμ. Ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης. Τίς περισσεία τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον; Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται, καὶ ἡ γῆ εἰς τὸν αἰῶνα ἕστηκεν. Καὶ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ δύει ὁ ἥλιος καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἕλκει· ἀνατέλλων αὐτὸς ἐκεῖ πορεύεται πρὸς νότον καὶ κυκλοῖ πρὸς βορρᾶν· κυκλοῖ κυκλῶν, πορεύεται τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπὶ κύκλους αὐτοῦ ἐπιστρέφει τὸ πνεῦμα. Πάντες οἱ χείμαρροι, πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔσται ἐμπιμπλαμένη· εἰς τόπον, οὗ οἱ χείμαρροι πορεύονται, ἐκεῖ αὐτοὶ ἐπιστρέφουσιν τοῦ πορευθῆναι. Πάντες οἱ λόγοι ἔγκοποι· οὐ δυνήσεται ἀνὴρ τοῦ λαλεῖν, καὶ οὐκ ἐμπλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως. Τί τὸ γεγονός, αὐτὸ τὸ γενησόμενον· καὶ τί τὸ πεποιημένον, αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον· καὶ οὐκ ἔστιν πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον.[77]»

          Μάλιστα η κεντρική ιδέα ήταν συνώνυμη με το επαναλαμβανόμενο χωρίς νόημα απόσπασμα της Αινειάδας: “Θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά η Αργώ θα οδηγήσει εκλεκτούς ήρωες, θα υπάρξουν και άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί στην Τροία ο μέγας Αχιλλεύς». Ήταν ακριβώς το απόσταγμα όλων των αρειανών ποιημάτων και λογοτεχνημάτων, η ματαιότητα, που ελλοχεύει παντού και τρέπει τους ανθρώπους προς την παραίτηση και την αναμονή του θανάτου. Σκέφτηκε ότι μία λύση θα ήταν να διαβάσει μπροστά στη συνέλευση του Χάσματος Δικαίου αυτή την περικοπή, μόνο και μόνο για να την αναιρέσει εκ των υστέρων αναλιγώνοντάς την στην απίθανη πληθώρα των άπειρων δημιουργημάτων της τιτανικής λογοτεχνίας, που ακριβώς υποστήριζαν μία άλλη, αντίθετη, ενεργητική και αγωνιστική νοοτροπία.

          Στην ομιλία της λοιπόν προς την εθνοσυνέλευση του Χάσματος Δικαίου είπε και τα εξής: «… Είχαμε και εμείς στη Γη συνθήκες και περιστατικά, που μάς οδήγησαν σε μοιρολατρία και αίσθηση απουσίας νοήματος. Για μάς τους τιτάνες η μοίρα είναι το μέγεθος που δοκιμάζει τους ανθρώπους μαστιγώνοντάς τους με απρόσμενα και αναπάντεχα συμβάντα. Στο πώς θα αντιδράσει σ’ αυτά το υποκείμενο, εκεί κρίνεται η αξία του κι αυτό είναι το έναυσμα και το αποτύπωμα του Θεού. Και σίγουρα πολλοί από εμάς πάθαμε πράγματα φρικαλέα, που μάς κάνει να αναρωτιόμαστε αν αξίζει να ζούμε. Καταρχήν όμως, ας παραδεχτούμε ότι η ζωή έχει και πλευρές ή στιγμές, όπου μάς εκπλήσσει ευχάριστα. Η ευτυχία είναι πάντα σύντομη, αλλά εκτός από αυτήν υπάρχουν και άλλα αληθινά και έντονα αισθήματα, που είναι αυτάξιες πληρώσεις, εμφυσήσεις και εμφορήσεις του στέρνου, όπως η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση, η πληρότητα, η γνώση, η σύλληψη ενός κόκκου αλήθειας, ακόμη και η λύπη, όπου, παρότι κάποιος νιώθει την καρδιά του να σφίγγεται, χαίρεται όμως που είναι άνθρωπος και μπορεί να καταλαβαίνει τον δικό του φόβο και πόνο και εκείνον των άλλων. Αυτή είναι η χαρμολύπη, που λένε οι χριστιανοί.  Όσοι λοιπόν πεισιθάνατοι αρνείστε τη ζωή, στερείτε όλα τα παραπάνω από τους απογόνους σας, τα οποία εσείς οι ίδιοι έχετε αισθανθεί, άρα λέγοντας ψέματα στις επόμενες γενιές ότι αυτά δεν υπάρχουν. Κι όταν μιλάω για απογόνους δεν αναφέρομαι μόνο στα λιγοστά παιδιά που έχετε αφήσει να γεννηθούν, αλλά σε όλους τους εν δυνάμει βλαστούς της γενετικής σας δεξαμενής. Δεν έχετε κάποια παρακμή ή φθορά του γονιδίου, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υπογεννητικότητα και τη δημογραφική σας υστέρηση. Και αν περιορίζεστε να περιμένετε απλά και χωρίς να αγωνιστείτε τις απολαύσεις της μεταθανάτιας ζωής, να είστε βέβαιοι ότι ούτε και εκεί θα βρείτε αυτό που ψάχνετε, ακριβώς διότι στην πραγματικότητα δεν το ψάχνετε, δεν ψάχνετε τίποτε…»

      Τότε η Ματριάρχης Κρατησιπύλη είπε κάτι, που η Ηώ δεν περίμενε.

       «Λόγια, λόγια, λόγια, που ίσως έχουν κάποια αξία, αλλά είναι όλα ίδια για μάς, γιατί η φυλή μας δεν λειτουργεί με θεωρία, αλλά με πράξη. Και η πράξη λέει ότι οποιαδήποτε ενέργεια και αν αναλάβουμε, βλάπτουμε λόγω ή έργω ή διανοία και αδικούμε τους συνανθρώπους μας σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα. Ακόμη και η παραμικρή συναλλαγή εμπεριέχει τον κίνδυνο ή μάλλον σχεδόν ενέχει τη βεβαιότητα της μη ισότητας των εκατέρωθεν συναλλαγμάτων. Δεν συζητάμε για σχέση εξηρτημένης εργασίας ή για ερωτικό ή συντροφικό ή συγγενικό δεσμό, που συνεπάγεται εξ ορισμού και εξουσία έναντι του σώματος του άλλου. Το να ζεις είναι αδικία και “ουκ έστιν άνθρωπος όστις ουκ αμαρτήσει”».

          Η Μητριάρχης πλατάγισε ηδονικά τα χείλη της και συνέχισε:

          «Αν σκεφτούμε ότι έχουμε τα προς το ζην επιτήδεια, αποκτημένα από τη φύση χωρίς βλάβη της οικολογίας, υπάρχει κάτι που είναι σύμφωνο προς τη χριστιανική θρησκεία και δεν βλάπτει κιόλας κι αυτό είναι η τεκνοποιία – τεκνογονία, η ευτεκνίας απόλαυσις. Εκεί ίσως η θεωρία σας υμών των τιτάνων έχει κάτι να μάς προσφέρει, διότι η διαλεκτική σας εμπλέκει και συμπλέκει εξ ορισμού υποκείμενο και αντικείμενο. Εσείς για να γνωρίσετε κάτι, πρέπει να το κατακτήσετε, να μπείτε μέσα του και να το ψαχουλέψετε κι αυτό το αποκαλείτε έρευνα. Ο πολιτισμός σας είναι ερευνητικός, άρα διεισδυτικός.»

          «Αυτό έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα», είπε η Ηώ. «Η εισβολή είναι θεωρητική και όχι πρακτική…»

          «Εμείς δεν νογάμε από τέτοιες διακρίσεις. Για μάς όλα έχουν πρακτική επίπτωση και τα διδάγματα προέρχονται από πρακτική διδασκαλία. Αν λοιπόν…», συνέχισε με λάγνο ύφος η Μητριάρχης, «μάς διδάξεις στην πράξη τη διεισδυτική, διηθητική και διυλιστική πρακτική των τιτάνων μέσω μίας γενετήσιας πράξης, αυτό θα δώσει καινούρια κίνητρα, ελατήρια και φτερά στη φυλή μας για να συνεχίσει και τουλάχιστον να διαιωνιστεί, πράγμα που σίγουρα δεν είναι κακό…».     

          «Αυτά δεν μού τα είχατε πει, όταν μού αναθέσατε την αποστολή ενθάρρυνσης και ψυχολογικής ανόρθωσης του λαού σας και κείνται σίγουρα εκτός της συγγραφής υποχρεώσεων, που συνοδεύει τη συμφωνία μας. Μητριάρχη, με ξεγέλασες και με έμπλεξες σε μία διφορούμενη ιστορία χρησιμοποιώντας με ως μέσον προς τον σκοπό σου. Το μόνο που έχω να σού πω είναι “Επικατάρατος έστω ο πονηρά διαλογιζόμενος”. “Μεγίστη των εν ανθρώποις νόσων πασών αναίδεια” και “Ουδείς ακούεται προτείνων την ιδίαν αυτού αισχρότητα”».

Ξαφνικά το ύφος της Κρατησιπύλης έγινε αξιολύπητο, αξιοθρήνητο. Με ξεψυχισμένη, σπαρακτική όψη είπε:

«Τιτανίδα, τι έχεις να χάσεις από μία ερωτική πράξη; Έχουμε να δούμε κάτι τέτοιο πολλά χρόνια από τότε που το δάκρυ μας ήταν δάκρυ και δεν εξατμιζόταν στη χόβολη του ανέραστου ανηδονισμού. Ανάμεσά μας υπάρχει ακόμη ένα ανδρικό δείγμα, ένα ανδρικό πρότυπο, που φανταζόμαστε ότι θα σε συγκινήσει. Χαζεύουμε τη ρώμη σου και τους μύες σου και μάς πιάνει ίλιγγος όταν συλλογιζόμαστε τους χυμούς, που διατρέχουν τη σάρκα σου. Μία ερωτική μίξη δεν πρόκειται να δρέψει τους τόσο φανερούς και ελκυστικούς σου ανθούς, δεν πρόκειται πολλώ μάλλον να εισχωρήσει στης ψυχής σου τα αφανέρωτα και το μεγάλο χαρακτηριστικό της είναι ότι μετά το πέρας της και τα δύο συμμετέχοντα μέρη παραμένουν αδαπάνητα, αλώβητα και μάλιστα με διάθεση για νέες περιπέτειες. Το δελφικό παράγγελμα λέγει “Δυστυχούντι μη επιγέλα”, μη βιάζεσαι λοιπόν να μάς κρίνεις, αφού όπως λέγει και ο Κύριος “μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε”. Αν η οφθαλμοπορνία, η πορνογραφία ως συνουσία είναι κάτι που μπορεί να εμπνεύσει το λαό και να μάς δώσει επιτέλους ένα κίνητρο, μία έφεση για ζωή, γιατί όχι; Η πορνογραφία είναι συνομωσία στο φως των αστεριών και φωτογραφία σημάδι των καιρών, σημαίνει ανταρσία, απελπισία, σκοτάδι και μαγεία (σ.σ. Άρης Δαβαράκης)».

«Τώρα, ας είμαστε σοβαροί … μού ζητάτε γενετήσια επαφή σε δημοσία θέα. Είπαμε να σάς κάνω μία χάρη, αλλά αυτό ξεφεύγει πολύ από την πεπατημένη, είναι υπερβολή και για μάς τους τιτάνες ισχύει το ρητό του Ευριπίδη “Τα δ’ υπερβάλλοντ’ ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς”[78]».

«Δεν είναι υπερβολή για μάς, αλλά μια νέα αρχή, ένας νέος παλμός καρδιάς, βόμβος και σφυγμός αρτηρίας, να δουν όλοι και να θαυμάσουν τα αγαθά της γης και του έρωτα…», ακούστηκε από τα βάθη της αίθουσας, όπου ξεπρόβαλε ο Αρειανός Αστραίος, ένας μεγαλόσωμος εραστής με μια τεράστια κοιλιά που παραδόξως δεν φαινόταν αντιαισθητική και ένα όργανο – δρυοκολάπτη αντίστοιχο των υπερμεγέθων διαστάσεών του, ήταν η γροθιά αλλά και η πλήρωση του Χάσματος Δικαίου. Ήταν ψηλός, δύο δέκα και υπέρβαρος, αλλά ο υπολογισμός των κιλών του δεν ήταν στις προτεραιότητες της ζαλιστικής στιγμής. Γιατί δεν ήταν αποκρουστικός παρά την κοιλιά; Γιατί ήταν απόλυτα καθαρή, στιλπνή και αψεγάδιαστη, ακηλίδωτη, χωρίς αμυχές από τραυματισμούς, κρεατοελιές, σπυριά και οιδήματα.

Κάποιοι άρχισαν τις επευφημίες με γουρλωμένα, λαίμαργα και ευεπίφορα μάτια, άλλοι φαίνονταν σκανδαλισμένοι, άλλοι ήσαν δύσπιστοι και επιφυλακτικοί, άλλοι πάλι παραινούσαν την παρείσακτη γήινη Τιτανίδα να τσακιστεί να πάει πίσω εκεί απ’ όπου ήλθε.

«Η μοίρα του λαού μας εξαρτάται από αυτό. Μάς αρέσει αυτό που βλέπουμε, να προχωρήσει, να το δούμε!»

«Τι θα μάς ωφελήσει τώρα αυτό; Αν το κάνουν, καλό γι’ αυτούς, εμείς τι αποκομίζουμε;» 

«Γύρνα σπίτι σου, Τιτανίδα, τράβα στον τόπο σου, στο δικό σου λαό κι άσε μας ήσυχους!»

«Τιτανίδα, μάς προσβάλλεις, εκτός αν το κάνεις με μένα αντί για τον Αστραίο!»   

 «Τι είσαι εσύ;», απευθύνθηκε εντυπωσιασμένη η Ηώ στον Αστραίο, «είσαι ο φύλακας του ναού;»

«Πρέπει να έχω σώνει και καλά κάποιο αξίωμα, Τιτανίδα; Πρέπει να είμαι θεσμός; Δεν αρκεί ότι είμαι ένας καυλωμένος Αρειανός; Δεν είναι αρκετό ότι όλοι αυτοί τριγύρω μας προσβλέπουν σ’ εμάς για να αρχίσουν μια καινούρια ζωή, αισθησιακή, αλλά όχι λιγότερο χριστιανική, συμβατή με την αγάπη, συνοψισμένη στο οικολογικό παράγγελμα “κάντε έρωτα, όχι πόλεμο;”»    

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να μιλήσουμε λίγο περισσότερο για την Ηώ. Ήταν γνωστή η αδυναμία της για τους θνητούς, μικρόσωμους, ισχνούς άνδρες. Έχετε δει όλοι τις τοιχογραφίες της, που δείχνουν μία τεράστια γυναίκα να αρπάζει ένα μικρό άνδρα σαν μωρό και να τρέχει για να τον πάει στο λημέρι της, για να τον κανονίσει. Ο εκάστοτε απαχθείς δεν είναι κανένα αστέρι, κανένας δεν τον ξέρει, αλλά μολοντούτο απολαμβάνει την εύνοια και την προτίμηση της πελώριας αφέντρας. Αντίθετα οι μεγάλοι άνδρες δεν ήσαν καθόλου του γούστου της, γιατί τούς έβλεπε περισσότερο ως ανταγωνιστές και αντιπάλους στις μάχες, ως παλικαράδες επιζητούντες αναμέτρηση, συνήθως αποκαλούμενους με τις βαρβαρικές ονομασίες «νταής, τσαμπουκάς, τραμπούκος» μυστηριώδους, αλλά και απεχθούς ετυμολογίας, παρά ως εραστές. Έτσι είδε και αυτόν τον επίδοξο εραστή ως αντίπαλο, ως πρόκληση, που την έθετε μπροστά σ’ έναν άθλο που έπρεπε να εκπληρώσει, ένα βουνό που καλούνταν να υπερβεί, ένα γιούσουρι που της ανέθεταν να  αντιμετωπίσει.  Δεν μπορούσε όμως να αντιπαρατεθεί μαζί του σε μάχη, διότι από την άλλη είχε μία υποχρέωση στους ηγεμόνες του Χάσματος Δικαίου, που επέτρεψαν στο Δεινόπλευστο να διασχίσει τα χωρικά τους ύδατα, να φέρει εις πέρας την περίεργη αποστολή, με την οποία είχε επιφορτιστεί. Αυτή η αποστολή θύμιζε τα παιδικά παραμύθια, όπου ο βασιλιάς ζητούσε κάποιον να τον κάνει γελάσει και στην πράξη αυτό ακριβώς ήταν. Για φανταστείτε κάποιος να σού αναθέτει να τού ξαναδώσεις τη χαρά της ζωής και μάλιστα χωρίς να παραβλάψεις τη θρησκεία ή τα πιστεύω του. Συγχωνεύοντας και συντονίζοντας όλους αυτούς τους λόγους, η Τιτανίδα αποφάσισε εν κατακλείδι να συναινέσει στην «πράξη γένους», που τής πρότειναν σχεδόν επιτακτικά, αλλά και καταχρώμενοι την καλοπιστία της, την καλόβολη διάθεση και ανεκτικότητά της οι Αρειανοί. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι θα θυσίαζε την ηθική της. Αλίμονο δεν ένιωθε κάποια ηθική δέσμευση απέναντι στον πρώην εραστή της και νυν πολλαπλώς ανάπηρο και τερατώδη Τιθωνό- μία τέτοιου είδους πίστη μόνο ως ανέκδοτο ή καρνάβαλος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί υπό τις παρούσες συνθήκες-, αλλά προς τις ηθικές αρχές, που όλος ο αρχαίος κόσμος μανιωδώς ερευνούσε και συνάμα ανέπτυσσε. Πώς όμως θα μπορούσε να συμβιβάσει όλα τα παραπάνω; H συνέχεια επί της οθόνης.       

Ο καυλοπυρέσσων όγκος -ωχ και κάνει ζέστη σήμερα- έπεσε πάνω της σε μία προσπάθεια όχι μόνο να την γονιμοποιήσει, αλλά και να την ταπεινώσει. Η χερούκλα του κατήλθε στο λαιμό της Τιτανίδας, στον λάρυγγα και στην καρωτίδα της σαν σιδερόβεργα για να τη συνθλίψει. Η Τιτανίδα όμως υψώνοντας τους αγκώνες της, όπως είχε μάθει στις πολεμικές τέχνες τού κατάφερε δυναμικά χτυπήματα στο στέρνο και στη λαπάρα εξασφαλίζοντας τον ζωτικό χώρο εκείνον, που θα τής επέτρεπε να μπορεί να ανασηκωθεί, ακόμη και αν ο γίγαντας πάθαινε καρδιακή προσβολή ή ξαφνικό εγκεφαλικό και την πλάκωνε με το απίστευτο βάρος του. Στη συνέχεια ο Αστραίος βλέποντας την ανδρική του εξουσία να αμφισβητείται έδωσε δύο -τρία χαστούκια στην Ηώ για να τη συνετίσει και να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του, όπως μόνο οι άνδρες ξέρουν. Προς μεγάλη του έκπληξη η Τιτανίδα απάντησε με καρατιά στο πίσω μέρος του μοσχαροκέφαλου και ισχυρό εκκωφαντικό ράπισμα και των δύο αυτιών ταυτόχρονα και με τις δυο παλάμες, ώστε το θηρίο έγρουξε.

«Κάτσε κάτω, γείρε πίσω, μωρή πότνια πόρνη της Γης και κάνε αυτό που υποσχέθηκες. Τολμάς να με βαράς;»

«Ίνα γαρ δέος, ένθα και αιδώς. Αλλά τον αιδέομαι και δείδια. Τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκεν βροτών;[79]», απάντησε χωρίς καν να λαχανιάσει η Τιτανίδα.    

«Βλαμμένη γήινη, μιλάς για αιδώ πάνω σε γενετήσια πράξη;», αγανάκτησε ο Αστραίος. «Άσε με ρε να εφαρμόσω πάνω σου αυτό που ισχύει από αρχαιοτάτων χρόνων, άσε με να ασκήσω το δίκαιο του ισχυροτέρου, άσε με να σε χειροτονήσω όπως σού αξίζει με τις άγιες αναλλοίωτες παραδόσεις των ανθρώπων!».  

«Το απ’ αρχής ανυπόστατον ου βεβαιούται ως δίκαιον τη χρονία παραδρομή»[80], απάντησε η Τιτανίδα.

 Η πράξη γένους, που ήταν συνάμα και πράξη μένους, αλλά και διαγωνισμός και διαγκωνισμός μίσους και μύσους με ανηλεές ξυλοκόπημα και μπλαβισμένους μώλωπες συνεχίστηκε. Ήταν φανερό ότι ο λιπώδης γίγαντας προσπαθούσε να εισχωρήσει στην κόρη της Γης με όλους τους τρόπους, αλλά ο μέγας του πάσσαλος αποκρουόταν, εκδιωκόταν και εκβαλλόταν από το υπέρμετρα σφιχτό αιδοίο της Ηούς, η οποία μάλιστα είχε και τη δυνατότητα και την εκπαίδευση να το ελέγχει και να το σφίγγει κατά βούληση. Ο πληγωμένος-λαβωμένος εγωισμός του πελώριου ανδρός συνέχιζε αμείωτα τις προσπάθειες διείσδυσης, γιατί η Τιτανίδα τον ερέθιζε όλο και περισσότερο όσο αντιστεκόταν. Κι είχε τέτοια άγρια ομορφιά με τους λυτούς σγουρούς βοστρύχους, τη ψηλή της κορμοστασιά, τα κρεμαστά, αλλά σφριγηλά γελαδομάσταρα και τα ατέλειωτα πόδια της η χαλκόχρους ροδόσφυρη με την ιριδίζουσα μορφή, τη σμιλεμένη στο χείλος της αστροφεγγιάς. Στο τέλος όμως, ιδού ότι ο τεράστιος δράκος εξέβαλε φωνή μεγάλη και αποσύρθηκε.

«Αααα», μουγκάνισε.

Γύρισε προς την εθνοσυνέλευση του Χάσματος Δικαίου, όπου έβλεπες μονάχα να τρέχουν τα σάλια από (γερο- ) παραλυμένα χείλη και οφθαλμούς γουρλωμένους σαν αβγά μ’ ένα μικροσκοπικό στίγμα στο κέλυφος. Σαν αβγά, όπως αβγά -έστω στρουθοκαμήλου- και όχι βράχοι ήσαν οι όρχεις του Αστραίου, που, όπως αποδείχθηκε, στην αγκαλιά του θήλεος με τη μόνιμη υπερέχουσα θέση μπορούσαν να γίνουν μάτια τηγανητά, μελάτα ή σφιχτά, χτυπητά (με ζάχαρη), χτυπημένα (ομελέτα), στραπατσάδα με σκόρδο, φέτα, κάπαρη, με λιωμένο κίτρινο τυρί ή καπνιστές φέτες χοιρινού ή καλαμπόκι, με γιαούρτι, πηκτόγαλα, μαλάκα ή μυζήθρα.

«Εθνοσυνέλευση, διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον. Αυτή η βάρβαρη, βάναυση Τιτανίδα με αποκρούει σαν να είναι η σχισμή της ερμητικά κλειστή. Άφησε τον ανδρισμό μου επίτηδες να εισχωρήσει μέχρις ενός σημείου και μετά έκλεισε το αιδοίο και σχεδόν μού τον έκοψε! Αυτή είναι η χαρά της ζωής που μάς υποσχέθηκαν; Μα επιτέλους, εσύ αντροφονεύτρα, αντροπλανεύτρα κι αντροχωρίστρα, τι πλάσμα είσαι;»

«Είμαι μία βάρβαρη, το είπες και ο ίδιος. Όπως βάρβαρη είναι η πράξη γένους, όταν δεν εμφορείται και δεν συμπληρώνεται από αίσθημα. Φαίνεται ότι δεν έχετε μελετήσει οι ίδιοι τις Γραφές της θρησκείας σας κι αυτό που φοβάστε πάνω απ’ όλα είναι ο ίδιος ο ιδρυτής σας. Δεν διαβάσατε ότι διαιώνιση και γονιμοποίηση χωρίς αγάπη είναι “χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον;” Βέβαια, εγώ ως Τιτανίδα με πολλές εγκοπές πάνω στο ξίφος μου από ένα σωρό φόνους – όλους στη μάχη- και ένα σωρό χαρακιές στο στέρνο – όλες μπροστά όπως ο Σωκράτης στην Ποτίδαια-, δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για να σάς διδάξω την αγάπη, που πρεσβεύει η θρησκεία σας, άλλωστε και δεν θα το επεδίωκα, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι “oύτινος η χώρα, τούτου και η θρησκεία”. Ήθελα όμως να σάς δείξω ότι, όπως έλεγε και ο Μένανδρος, “ουδείς εφ’ εαυτού τα κακά σύνορα σαφώς, ετέρου δε ασχημούντος όψεται”[81]. Πήγατε να εκμεταλλευθείτε την διάθεσή μου να σάς βοηθήσω και σάς απέδειξα ότι πολύ απλά αυτό δεν γίνεται ή έχει τίμημα και επιπτώσεις. Το πώς τώρα θα προσεγγίσετε την αγάπη είναι δικός σας λογαριασμός. Όπως σάς είπα, εμείς οι τιτάνες δεν είμαστε ειδικοί σ’ αυτό, παρότι σεμνυνόμαστε ότι είμαστε δόκτορες πολλών επιστημών. Όμως ένας καλός τρόπος και ένας καλός δρόμος για την αγάπη ίσως είναι η αιδώς, το να ντρέπεσαι, άρα και το να σέβεσαι τον άλλον πριν να αρχίσει η διαπροσωπική σας επαφή, αλλά και μετά. Έχω να σάς μεταφέρω ένα στιγμιότυπο από την κλασική Ελλάδα: “Πυθιάς η Αριστοτέλους του φιλοσόφου θυγάτηρ ερωτηθείσα ποίον κάλλιστον χρώμα, έφη το δια την αιδώ τοις ελευθέροις επιγιγνόμενον”»[82].

          Αργότερα η Μητριάρχης Κρατησιπύλη αποχαιρέτησε την Ηώ.

«Ροδοδάκτυλη και κροκόπεπλη Ηώ, σε ευχαριστούμε. Μάς έδωσες αυτό που ζητούσαμε και μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση του Παλλάδιου, με έμμεσο τρόπο. Άλλο ζητήσαμε μέσα στην τύφλωση, την αλαζονεία και στην οίησή μας, μα εσύ με τη σοφία σου κατάλαβες ότι άλλο φάρμακο χρειαζόμασταν κι αυτό μάς χορήγησες. Συγγνώμη που πήγαμε να σε χειραγωγήσουμε. Ήσουν όμως η μόνη που θα μπορούσε να διασπάσει τη χειραγώγηση και μέσα από τη χειριστική, σχεδόν αυτιστική μας συμπεριφορά να δει πράγματα που ούτε εμείς οι ίδιοι τα υποψιαζόμασταν. Πιστεύω ότι βάζοντας και την αιδώ στο παιχνίδι, όπως μάς δίδαξες, θα καταφέρουμε να βιώσουμε τον χριστιανισμό.»

          «Και να σκεφτείς ότι δεν έχω καμία παιδεία αναφορικά μ’ αυτή τη θρησκεία. Δεν γνωρίζω το ευαγγέλιό της, αλλά καμιά φορά ένας  εξωτικός παράγων με τη φρέσκια δροσερή οπτική, που εφαρμόζει στο αντικείμενο, καταλαβαίνει ίσως περισσότερα από έναν πιστό που έχει διεισδύσει τόσο μέσα σ’ αυτό, ώστε δεν ξεχωρίζει πια τις επιταγές της θρησκείας από τις δικές του ανάγκες.»

          Η Μητριάρχης και η Τιτανίδα έσφιξαν τα χέρια με τον παλιό τρόπο, αρπάζοντας εκάτερη την άλλη από το ύψος του αγκώνα.

          «Δεν φαντάζομαι ο Αστραίος να με παρεξήγησε», είπε γελώντας η Ηώ.

«Μού είπε να σού στείλω μήνυμα ότι στον μικρό σας ιδιωτικό πόλεμο εσύ είσαι η νικήτρια. Αναπαύσου λοιπόν στο αστροφέγγιστο κρεβάτι σου, πολεμίστρια Ηώ, γνωρίζοντας ότι δάμασες το μεγαλύτερο θηρίο, το πιο τρανό παλικάρι του Άρη, που ξέρει να υποκλίνεται στους καλύτερούς του.»       

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο:

ΤΑ ΚΤΗΝΗ TOΥ ΑΡΗ

Εισαγωγικές παρατηρήσεις κεφαλαίου: Όλοι έχουμε ακούσει για τα Ελευσίνια μυστήρια προς τιμή της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης. Προς αποφυγή επαναλήψεων, καθώς και ανούσιων και μη απαραίτητων λεπτομερειών, παραπέμπουμε σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο σχετικό με την ελληνική μυθολογία.   Από τα άπειρα πράγματα που κάποιος θα μπορούσε, αλλά δεν έχει χρόνο, ούτε και διάθεση να διεξέλθει, είναι ότι ο εισαγωγικές εξετάσεις προκειμένου να γίνει κάποιος αποδεκτός σ’ αυτά ονομάζονταν Μικρά Ελευσίνια. Αυτά λάμβαναν χώρα τον Φεβρουάριο στην Αθήνα (κοντά στο σημερινό Καλλιμάρμαρο). Τότε γινόταν η προκαταρτική μύηση όσων θα γίνονταν μύστες αργότερα στα Μεγάλα Ελευσίνια. Οι εν δυνάμει λοιπόν μύστες θυσίαζαν στη Θεά και στην Κόρη, εξαγνίζονταν και λάμβαναν κάποιες εμπιστευτικές πληροφορίες και οδηγίες για ό,τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Τα Μεγάλα Μυστήρια άρχιζαν στις 14 του μηνός Βοηδρομιώνος (τρίτος μήνας στο αττικό ημερολόγιο, αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα, η διάρκειά του ήταν από την πρώτη Σελήνη του Αυγούστου μέχρι τη νέα Σελήνη του Σεπτεμβρίου) στην Αθήνα και ολοκληρώνονταν στην Ελευσίνα μετά από εννέα μέρες (αναφορά στις εννέα μέρες που έψαχνε η Δήμητρα την Περσεφόνη, πριν επιστρέψει από τον κάτω κόσμο).

Κατά τη διάρκεια της γιορτής, κανένας δεν μπορούσε να συλληφθεί όποια κατηγορία κι αν τον βάρυνε. Οι μυημένοι απαγορευόταν αυστηρά να αποκαλύψουν ό,τι είδαν και άκουσαν κατά την εκτύλιξη των Μυστηρίων. Λόγω αυτής της αυστηρής μυστικότητας, δεν γνωρίζουμε σήμερα τι ακριβώς συνέβαινε κατά τις τελετές αυτές. Το μόνο που ξέρουμε είναι οι τρεις λέξεις που περιγράφουν τη διαδικασία των Μυστηρίων: Δρώμενα, δεικνύμενα και λεγόμενα. Οι τρεις αυτές λέξεις σημαίνουν πράγματα που γίνονταν (τελετές), πράγματα που δείχνονταν (ιερά αντικείμενα), πράγματα που λέγονταν (ιερές λέξεις). Όποιος τολμούσε να αψηφήσει το νόμο της σιωπής, η τιμωρία ήταν θάνατος.

Οι ήρωες της παρούσας ιστορίας όμως, επειδή ζούσαν στην εποχή της Τιτανομαχίας γνώριζαν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια ήσαν νευροψυχική θεραπεία, σειρά ιαματικών της ψυχής τακτικών, που εφαρμόζονταν όχι μόνο στην Ελευσίνα, αλλά και σε όλα τα Ασκληπιεία της Ελλάδος. Τα τελευταία ήσαν στην πραγματικότητα ψυχιατρικά θεραπευτικά κέντρα, ιδανικά για τα κλονισμένα νεύρα και την ψυχική εξάντληση των ανθρώπων της διαστημικής εποχής, που ζούσαν υπερβολικά γρήγορα, βιαστικά και βεβιασμένα μέσα σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και αγχωτικό περιβάλλον, σε ένα κόσμο που έβραζε και φλεγόταν.     

Μία από τις μεθόδους των μυστηρίων ήταν η έκθεση του ασθενούς σε οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, τυχαίες αυθαίρετες αυξομειώσεις και ανεξέλεγκτες προβολές ήχου και φωτός. Οι ασθενείς- μύστες ξάπλωναν στους ειδικά επενδυμένους πάγκους και άφηναν την ακτινοβολία από κρεμάμενους στην οροφή κρυστάλλους χαλαζία να τούς ποτίσει τα σώματα. Μετ’ ου πολύ ο νους άρχιζε να δουλεύει πιο αργά και η ορμονική ισορροπία να μεταβάλλεται. Η ακτινοβολία επηρέαζε βαθμιαία νεύρα, αντανακλαστικά και μεταβολισμό και μία ευχάριστη αγαλλίαση καταλάμβανε ως γλυκιά νάρκη το σώμα.  

Το έλεγαν «Δάμαλις» και σήμαινε γυρισμός, επιστροφή στον λυτρωτικό πρωτογονισμό. Για να απαλλαγούν από τη νόσο του άγχους εν μέσω συγκρουσιακών συνθηκών οι μυημένοι έβρισκαν καταφύγιο στη ζωομορφία, που τούς παρείχε το ελαφρυντικό ενός ψυχικού άλλοθι. Στα ζώα (δαμάλεις) επιτρέπεται και μάλιστα εξυπακούεται να παραδίνονται και ν’ ακολουθούν τα εσωτερικά κελεύσματα του ενστίκτου τους, να χάνονται στον αποχαυνωτικό οργασμό της αγελάδας κι έτσι μέσω της συναφούς συναισθηματικής εκτόνωσης να αποφύγουν τα χειρότερα, δηλαδή τη ψύχωση, τη γενετήσια διαστροφή, την κατάθλιψη. Έτσι λέγεται ότι «η Κύπρου βασιλίς», δηλαδή η Αφροδίτη, όταν αντιλήφθηκε ότι μερικές ιέρειές της επιδείκνυαν φόβο και αποστροφή προς το ανδρικό φύλο, ασυγχώρητη δηλαδή γι’ αυτήν ανδροφοβία, «αυτάς μάχλους ειργάσατο» [83], προκειμένου να ξεπεράσουν τις φοβίες τους. Βέβαια η θεραπεία αυτή είχε και παρενέργειες, αφού όπως λέγει ο Ησίοδος «Είνεκα μαχλοσύνης στυγερής τέρεν ώλεσαν άνθος».[84]

Στην καλύτερη περίπτωση μέσω της καταφυγής στον βίο των πρωτογόνων τα καλομαθημένα ροδαλά κορμιά των μυστών κατέληγαν να παίζουν και να διαπληκτίζονται ανάμεσα στα δένδρα, αταίριαστα ντυμένα με προβιές και χρωματιστά κουρέλια και η μόνη τους μέριμνα ήταν πλέον η τροφή, ο έρωτας και το στόλισμα του δάσους με σιρίτια και φανταχτερές χάντρες.  Στη χειρότερη, οι γυναίκες που φοβόντουσαν τους άνδρες, αλλά και οι άνδρες που φοβόντουσαν τις γυναίκες, όπως ο Ιππόλυτος, καταλαμβάνονταν από παράκρουση και υστερία και «ετρόχαζον», όπως λέγει ο Απολλόδωρος για τις κόρες του Προίτου, περί ων θα παραπέμψουμε στην παρακάτω εξιστορούμενη «Πλήρη Τιτανομαχία»,[85] τραγουδώντας νυχθημερόν και επιστρέφοντας κάποτε, χωρίς όμως αυτό να είναι και βέβαιο, στα σπίτια τους αναμαλλιασμένες, βιασμένες και κακοποιημένες με ξεσκισμένα φορέματα. Μερικές φορές δηλαδή εκείνη την εποχή, οι πιστοί της «Δαμάλεως» γύριζαν υπερβολικά πολύ πίσω στο χάρτη του δρόμου της εξέλιξης  («ντάμαλς», που λένε και οι Γερμανοί), απ’ όπου δεν υπήρχε πια μετεπιστροφή και εκ νέου ανακατεύθυνση προς την υγιή κατάσταση, όπως κάνουν διαρκώς οι αυτόματοι πλοηγοί αυτοκινήτου, τούτο δε είναι ουσιώδες για τη συνέχεια της ιστορίας μας.   

Λοιπόν, αναγνώστη, θα εκπλαγείς, αν μάθεις ότι η Ηώ ήταν εθισμένη στη «Δάμαλι»; Οφείλεις να παραδεχτείς ότι τής ταίριαζε αυτή η διαφυγή στον πρωτογονισμό για να αποφύγει τις τρέχουσες και βασανιστικές έγνοιες του παρόντος. Σ’ ένα περιβάλλον αρχέγονης ζούγκλας ήταν εύκολο γι’ αυτήν να εξασκεί τους μύες της σε βάρος των άλλων «κοινωνών» χωρίς τύψεις, αναστολές ή άλλα αποτρεπτικά προσκόμματα συμπεριφοράς ή ασφαλιστικές δικλείδες οριζόμενες στον ηθικό κώδικα των τιτάνων.         

Σε μία χώρα του Κόκκινου Πλανήτη, που λεγόταν Λιθώνιον, η Ηώ ακολούθησε έναν Αρειανό, τον Τροφώνιο, στις αρχαίες στέρφες θάλασσες, τους ξερούς βυθούς, τα άγονα και χέρσα σκοτάδια, τα στραγγισμένα πηγάδια, που προμήνυαν τη μελλοντική αποξήρανση του Ναυτικού Ωκεανού των Ποντοπόρων. Στρώματα από κιμωλία και κοράλλια αντιφέγγιζαν εδώ κι εκεί, ξεπροβάλλοντας σαν κόκαλα κουφαριού ή θρασιμιού η σαν λειχήνες μέσα από ακατάλυτο πάγο.

Ανάμεσα στα ριζοβούνια και στη νεκρή θάλασσα υπήρχε μία πόλη χθαμαλή, αμφιθεατρική και κατωφερική, που είχε ακολουθήσει την υποχώρηση της στάθμης των νερών στις πλαγιές των παλιών ακτών. Διακρίνονταν από μακριά πέντε αλλεπάλληλα λιμάνια με τις πέτρινες αποβάθρες τους να αντέχουν στο χρόνο, αλλά εκεί που κανονικά θα άρχιζε η θάλασσα, τώρα έχασκε το κενό, απ’ όπου κανείς έπεφτε στον παρακάτω κτισμένο λιμένα ως υπώρεια ή επικλινή προέκταση του προηγούμενου και ούτω καθεξής. Τα αγκυροβόλια αυτά είχαν εγκαταλειφθεί διαδοχικά, καθώς η θάλασσα αποτραβιόταν όλο και πιο βαθιά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως στις ρωγμές του εδάφους. Σπίτια είχαν οικοδομηθεί για να καλύψουν το ενδιάμεσο κενό, αλλά μετά είχαν κι αυτά εγκαταλειφθεί με τη σειρά τους για τη μετάβαση σε ένα ακόμη πιο χαμηλό επίπεδο. Βλέπαμε κάτι αντίστοιχο με τις επτά πόλεις της Τροίας, τις δομημένες η μία πάνω στην άλλη, όχι όμως αποκαλυμμένες από την αρχαιολογική σκαπάνη, αλλά από εδαφική υποχώρηση και γεωφυσική διάβρωση. Τώρα η αραιοκατοικημένη πόλη είχε απλωθεί στο χείλος του βαράθρου και μάλιστα καθ’ όλο το μήκος του, εκεί που υπήρχαν ακόμη υπόγειες πηγές και αναβλύζον νερό, του οποίου η κοίτη οδηγούσε και εκβαλλόταν παραπέρα στον Ναυτικό Ωκεανό ή σε ό,τι είχε απομείνει από αυτόν, καθώς, όπως φαίνεται, κάποτε ο Άρης ήταν θαλάσσιος πλανήτης και πλέον εξελισσόταν σε άνυδρη επιφάνεια και επικράτεια, προμήνυμα μελλοντικής ερημοποίησης, έστω και χωρίς καύσωνα. Υπήρχε κάτι ανείπωτα μελαγχολικό σ’ αυτή τη σκούρα υγρή ταινία με τους μαλλιαρούς βρυώδεις τοίχους γύρω από το τελευταίο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου ωκεανού.  

Όταν κατέβηκαν κάτω- κάτω, ο άνεμος φυσούσε στεγνός και ο κουρνιαχτός σηκωνόταν σύννεφο κάτω από τα πόδια τους. Η πόλη απλωνόταν μπροστά τους, πέτρινη και σκοτεινή, έναντι των λόφων σκαρφαλωτική, παγερή κάτω από το παραπλανητικό φως των δύο φεγγαριών του Άρη. Και το όνομα αυτής, όπως είπε ο Τροφώνιος, Προσελευσίς ή Προσέρπουσα και κατά παραφθορά Προσερπίνα, γιατί όσοι την επιζητούσαν είτε ελαύνονταν είτε έρπονταν προς αυτήν με απελπισμένη προσδοκία ή προσδοκώμενη απελπισία. 

 Περπατούσαν δίπλα από ασάλευτα μαύρα νερά, σε μονοπάτια φθαρμένα από τα σανδαλοφορεμένα πόδια αμέτρητων γενεών. Ακόμη και αυτή την προχωρημένη ώρα η Προσελευσίς ή Προσέρπουσα δεν κοιμόταν. Οι πυρσοί έκαιγαν με ψυχρή κίτρινη λάμψη και μία άρπα ανέδιδε παράξενη μουσική. Λυγεροί λεπτόκορμοι άνδρες και σιωπηλές γυναίκες με γατίσιο φλογερό προκλητικό βλέμμα παρακολουθούσαν στα κρυφά τον Τροφώνιο και την Ηώ από τα ψηλά παράθυρα. Στους στενούς λιθόστρωτους ανώμαλους δρόμους του παλιού Άρη ακουγόταν ο χαρακτηριστικός ήχος των χαμηλών χθαμαλών αυλώνων, το θρόϊσμα από τα πλούσια λουλούδια των ανδρικών στεφάνων κεφαλής και η λάγνα μάχλη μουσική από τα αμέτρητα λιλιπούτεια σήμαντρα που φορούσαν οι γυναίκες, πλεγμένα στα μαλλιά τους, κρεμασμένα στ’ αυτιά τους, δεμένα γύρω από τους αστραγάλους τους.

Τούτη η Προσελευσίς, που μπορούσε υπό συνθήκες να γίνει και Προσέρπουσα, ήταν σάπια και διεφθαρμένη πόλη, αρχαία και ακόλαστη, αλλά όχι εξαντλημένη, διότι πίσω από τους τοίχους έπαλλε ακόμη ο σφυγμός και έσφυζε ο παλμός ζωής, δυνατός σαν ρόπτρο θύρας, καυτός σαν ερωτική ανάσα. Ο Τροφώνιος εγκατέστησε την Ηώ σ’ ένα ευκτήριο οίκο από λαξευτές πέτρες, όπου το βάρος της ιστορίας τις είχε σχεδόν λυγίσει ή άλλως και επικουρικώς τις είχε υποσκάψει και ρουφήξει από μέσα μετατρέποντάς τις σε κουφολίθια. Εδώ είναι φανερό ότι πολλοί οδοιπόροι κουρασμένοι απ’ το δρόμο, επισκέπτες ενθουσιώδεις ενόψει της χορήγησης ναρκωτικού με μυαλό που στριφογυρνά ενόψει ευωχίας και ευδαιμονίας και κατάχρησης, εραστές και αντεραστές είχαν ζήσει, αγαπήσει και πεθάνει με τρόπο βίαιο. Το αίμα και τα δάκρυα αιώνων είχαν ξεραθεί στις χαραγματιές ανάμεσα σε κυκλώπεια τείχη. Οι τάπητες και τα έπιπλα ήσαν ανεκτίμητα κειμήλια και άξιζαν μία περιουσία. Η ομορφιά τους άλλοτε αναδείκνυε το θάμπος της φθοράς και άλλοτε τη λαμπρότητα και τη στίλβη της αμείλικτης σμύριδας του χρόνου.

«Τιτανίδα, ροδόσφυρη, ροδοπέταλη, κροκόπεπλη και όλα τα σχετικά, εσύ δεν αρκείσαι με την προορισμένη για περιηγητές εκδοχή της «Δαμάλεως», που προσφέρεται στις μεγαλουπόλεις, αλλά θέλεις κάτι πιο ισχυρό, να δοκιμάσεις την ήδη καταλυτική εμπειρία στην ανυπέρβλητη μορφή της. Λοιπόν, δεσμεύομαι ότι αυτό πλήρωσες και αυτό θα έχεις».

«Για να πω την αλήθεια, Υπο-τροφώνιε», είπε η Ηώ, κάνοντας λογοπαίγνιο με την χαρακτηριστική για το γένος του Αρειανού ισχνότητα, «οι κρύσταλλοι χαλαζία που έχετε στις εμπορικές και αναπτυξιακές πόλεις είναι μεγάλα ψευτικούρια. Ο φωτισμός τους δεν μπαίνει βαθιά στις φλέβες για να προκαλέσει το κόχλασμα και τον πυρετό του πρωτόγονου βίου».

«Δεν θέλω να μού ανησυχείς, μεγαλόσωμη δέσποινα, εύσωμη και πολύπλαγκτη γεραιτέρα[86] κυρία, εκεί που θα σε πάω τώρα  έχει ένα πετράδι να, από τα τρία πιο παλιά και πιο ακατέργαστα, που έχουν απομείνει στην Προσερπίνα. Το έχουν σκαλίσει οι αρχαίοι σοφοί και μόνο αυτοί ήξεραν το μυστικό της επίδρασης του υλικού και του αδρού χονδροειδούς, αλλά μολοντούτο ιδιοφυούς κοψίματος των εδρών του. Σπίθες με αόρατη ενέργεια πανομοιότυπη του φωτός, αλλά αφάνταστα περισσότερο επιδραστικές και πλήσμονες επιρροών ξεχύνονται από την οροφή και περιλούζουν τους τοίχους του κελιού αποκτήνωσης. Χρυσαφένιες ή γαλαζοπράσινες μικρές φλόγες που κατακαίνε το νου και πυρακτώνουν την καρδιά».          

«Και δεν μού λες, αθεόφοβε θεομπαίχτη, αδίστακτε παραδόπιστε έμπορε, μικρομερή αξιολύπητε λιανοπωλητή,  καπηλευτή, νοθευτή, παραποιητή και κιβδηλευτή, τι είναι αυτό που πουλάτε στις μεγάλες πόλεις του παρόντος, τι σόι ακτινοβολία είναι εκείνη, που διαπερνά το πρίσμα στα εμπορικά σας κέντρα στις πρωτεύουσες των νομών και υποτίθεται ότι φέρνει την ευδιαθεσία στα κουρόγιδα- αποτίοντες καταβάλλοντες εισιτήριο πελάτες σας;»     

«Όπως σού είπα, το μυστικό των προβολέων δεν είναι πλέον προσβάσιμο. Είναι κάποιο είδος κοσμικής ακτίνας. Εμείς αντικαταστήσαμε τα πρίσματα με συνηθισμένους κρυστάλλους χαλαζία κι έτσι καταστήσαμε την ακτινοβολία αρκετά δυνατή, “τόσο – όσο” κατά το κοινώς λεγόμενο, ώστε να είναι ελκυστική, αλλά συνάμα ανεκτή και ακίνδυνη για συμβατική εμπορική χρήση.»

«Εσείς, ποιοι εσείς, δηλαδή;», αναρωτήθηκε η Τιτανίδα.

Το γέλιο του Τροφώνιου ακούστηκε χαιρέκακο και κακόβουλο, όπως της ύαινας. «Γήινη, εμείς… ο Άρης!».

Για μια ακόμη φορά πέρασε από το νου της Ηούς η ασύλληπτη πολυπλοκότητα και απειράριθμη ποσότητα των αντικρουόμενων συμφερόντων εντός του ηλιακού συστήματος. Παρά την κατοχή των Ολύμπιων θεών, δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεχνάει ότι ο Άρης δεν ταυτιζόταν με τη Γη, αλλά είχε τους δικούς του στόχους. Ο Άρης είχε τη δική του θρησκεία, ένα είδος διαβολικών θεών που έμοιαζαν με τους Ολύμπιους, ίσως και γι’ αυτό αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα την κυριαρχία τους, ενώ βέβαια κάποια τμήματά του είχαν υιοθετήσει και τον ισλαμοχριστιανισμό, που ποτέ δεν λείπει από πουθενά, όντας το άλας και το καρύκευμα κάθε κόσμου. Οι νέοι άνθρωποι απανταχού του ηλιακού συστήματος συνήθιζαν να κατηγορούν τους τιτάνες για το ταυτοτικό χαρακτηριστικό τους ότι, προκειμένου να γνωρίσουν κάτι, ένιωθαν την έφεση και την τάση να εισχωρήσουν σ’ αυτό, να το κατακτήσουν, να το ψηλαφήσουν και να το ερευνήσουν εκ των έσω. Ενώ οι Ολύμπιοι θεοί ήσαν φανερά πολύ χειρότεροι και πολύ πιο αδίστακτοι από τους τιτάνες, οι νέοι του ηλιακού συστήματος τα έβαζαν με τους τελευταίους! Ειρωνεύονταν και έσκωπταν ανελέητα την τάση των τιτάνων να βελτιώσουν λίγο τον κόσμο με τα δελφικά παραγγέλματά τους και τη φιλοσοφική τους αμφισβήτηση στο πλαίσιο της ισοδυναμίας όλων των παραδόσεων, κραυγάζοντας ότι οι τιτάνες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να επεμβαίνουν  στις πρακτικές άλλων λαών, άλλων εθνών, άλλων πλανητών, ακόμη κι αν εντός των τελευταίων διαπράττονταν ανήκουστες αισχρότητες με το αιτιολογικό ότι τέτοια ήταν η πολιτιστική τους παράδοση! Σίγουρα κάθε είδους επιθετικός πόλεμος προς διάδοση … της δημοκρατίας είναι καταδικαστέος, αλλά ένας λελογισμένος αγώνας με ήπια και ηθικά μέσα για περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα σίγουρα θα έπρεπε να επιτρέπεται στους τιτάνες, όπως επιτρεπόταν σύμφωνα με την άποψη των νέων να διαπράττεται σωρεία εγκλημάτων εντός της εδαφικής ακεραιότητας των επικαλούμενων την παράδοσή τους κοινωνιών.   Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται έτι περαιτέρω από το γεγονός ότι η εκάστοτε πολιτιστική παράδοση συχνά εξελίσσεται σε εθνικισμό ή θρησκοληψία, που αυτά κι αν είναι επιθετικά μεγέθη, εφόσον εξ ορισμού δεν δέχονται τίποτε διαφορετικό. Έτσι λοιπόν αργά ή γρήγορα οι εθνικιστές και οι θρησκόληπτοι δεν θα αρκεστούν στη δική τους επικράτεια, αλλά θα επιχειρήσουν να διαδώσουν την «αλήθεια τους» σε ολόκληρη την οικουμένη. Μ’ αυτό πάλι δεν εννοούμε να γίνουν προληπτικοί πόλεμοι εναντίον τους, αλλά να κληθούν με κάποιο τρόπο και αυτοί να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων τους πέρα από την έωλη «δικαιολογία» ότι αυτή είναι η παράδοσή τους, ότι αυτό τούς έχει διδάξει ο «θεός τους». Επιτέλους, όπως έλεγε ο Επίκουρος «απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς» και «ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων». Σε συζητήσεις με ενθουσιώδεις νέους, που κατέκριναν την αγωνιστική και ακατάβλητη νοοτροπία των τιτάνων και τάσσονταν υπέρ των κάθε λογής εθνικισμών και θρησκοληψιών υποστηρίζοντας ότι η εργαλειακή και διεισδυτική λογική των τιτάνων είναι υπεύθυνη για τη γένεσή τους και κηρύσσοντας διαπρύσια τη δικαιωματική θωράκισή τους έναντι κάθε ενόχλησης ή αμφισβήτησης, η Ηώ συνήθιζε να προβάλει το ακόλουθο επιχείρημα: Αν σ’ ένα πλανήτη υπάρχουν οκτακόσια εκατομμύρια τρελοί και παλαβοί θρησκόληπτοι και εθνικιστές, οι οποίοι αλληλοσφάζονται στο όνομα της «αληθείας» τους, ακόμη κι αν αποκαλυφθεί ότι πίσω από όλα αυτά ο ένοχος είναι κάποιος κεφαλαιούχος επιτήδειος του πλούτου που κινεί τα νήματα, βυσσοδομεί και συνωμοτεί για οικονομικούς λόγους και βάζει τα έθνη να σκοτώνονται για του αφέντη το φαΐ, ακόμη κι αν ο συγκεκριμένος ένοχος τα κακαρώσει ή φονευθεί ή τον… αυτοκτονήσουν, η τρέλα και ο παραλογισμός θα παραμείνει, έστω και αν επισημάνθηκε και τιμωρήθηκε ο ένοχος. Και αυτός ο πλανήτης δεν θα είναι μία επικράτεια που έπεσε θύμα οικονομικής εκμετάλλευσης, κεφαλαιοκρατίας ή επεκτατισμού, αλλά θα είναι ένας πλανήτης, όπου κυριαρχούν και αλληλο-εξοντώνονται μέχρις εσχάτων οι φανατικοί, των οποίων η μόνη ορατή διαφορά είναι ότι οι μεν έχουν στο πρόσωπο μαύρη λωρίδα δεξιά και λευκή αριστερά, ενώ οι αντίπαλοί τους αντιστρόφως. Το δε πρόβλημα του εν λόγω πλανήτη δεν θα είναι η κεφαλαιοκρατία, ο επεκτατισμός και η οικονομική εκμετάλλευση, αλλά ο εθνικισμός και η θρησκοληψία.   

Όταν τελικά η Ηώ εκτέθηκε στην πλήρη ακτινοβολία της «Δαμάλεως», την ένιωσε να πλημμυρίζει τον εγκέφαλό της και συνέλαβε το νου της διαδοχικά να σκιρτά, να αηδιάζει, να αποστρέφεται, να κρύβεται, να συνθηκολογεί, να εκλιπαρεί και τέλος να αποδέχεται. Φωτιές χόρευαν, φούντωναν και έκαιγαν τη σάρκα της σαν λαμπάδα, φλόγιζαν και πυράκτωναν το νου και το αίμα της. Καμία σχέση δεν υπήρχε με το θλιβερό υποκατάστατο, που χορηγούνταν στους ευήθεις τουρίστες των εμπορικών και αναπτυξιακών πόλεων. Η  παρεχόμενη ηδονή ήταν σκανδαλιστική, μεθυστική, συναρπαστική, ανυπέρβλητη. Το κορμί της πολεμίστριας άρχισε να κινείται στη λάσπη και την ιλύ, να συσπάται στις προβιές, να κουλουριάζεται με δυνατούς σπασμούς, να βυθίζεται στις πιο ανομολόγητες και ανίερες ηδονές, να ξεφλουδίζεται σαν μήλο των Εσπερίδων από ψηλά ώσπου να μείνει μονάχα ένας πυρήνας ανόθευτης απόλαυσης.       

Από ένα σημείο και πέρα η Ηώ δεν ήταν σίγουρη για τίποτε, παρά μόνο για την ασαφή εντύπωση ότι είχε μπλέξει πολύ άσχημα και ότι η εμμονή της να δοκιμάσει τη γνήσια «Δάμαλι» ήταν μεγάλο λάθος. Ο νους της παρέπαιε και υπήρχαν περίοδοι σκοταδιού. Κάθε φορά που ανακτούσε τις αισθήσεις της, τις ένοιωθε όλο και πιο αμβλείες, και οσάκις ανακαλούσε τις αναμνήσεις της, φάνταζαν όλο και πιο θολές.   

Σαν να τής φάνηκε ότι μία από τις πέτρες του τοίχου είχε τραβηχτεί στο πλάι για να αποκαλύψει μία οθόνη ή μία κλειδαρότρυπα παρθενοπίπη, όπου ένα αξιοπρεπές πρόσωπο την παρακολουθούσε καθώς την έλουζε η ακτινοβόλα φλογερή θαλπωρή της Δαμάλεως. Γυναικείο πρόσωπο αρειανής, με απαλή και λεπτή κατατομή, σαν να ζωντανεύει πλαγγόνα υάλινης προθήκης επιδειγμάτων με προσθήκη αδρών χαρακτηριστικών, επιχρισμάτων χρωστήρα και τριχοδεσμίδας, αγέρωχα φρύδια και κόκκινα χείλη σαν γλυκόξινη οπώρα πάθους για ρουφηχτά δαγκωτά φιλιά. Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη πρωινού ουρανού (Ρίτσος), απόκοσμα, ξένα, περήφανα, προκλητικά, περιφρονητικά, ολέθρια και σαγηνευτικά, ακατανίκητα σαν τον θάνατο.

Ποια ήταν αυτή; Προσπάθησε να ανασύρει κάποιες γνώσεις από τον θολωμένο ωκεανό του μυαλού. Θα πρέπει να ήταν η Ανθίππη, μία από τις πενήντα βουλεύτριες ή υπουργίνες, που κυβερνούσαν το Λιθώνιο εναλλασσόμενες στην εξουσία και τώρα ήταν η σειρά της. Ή μήπως οι Πενήντα ήταν συμβούλιο ή εκλεκτόρισσες και είχαν εκλέξει την Ανθίππη ως ηγεμόνα;  Δεν θυμόταν ακριβώς το πολίτευμα του Λιθώνιου, ήσαν όλα τόσα θαμπά και διφορούμενα. Και βέβαια δεν θυμόταν όλα τα ονόματα των συμβούλων, παρά μόνο ότι εκπροσωπούσαν κάθε ηλικία που διατρέχει μία γυναίκα από τα νεανικά χρόνια μέχρι να γίνει μπαμπόγρια. Εμείς όμως από το υψηλό θεωρείο ή το χαμηλό υποβολείο του συγγραφέα μπορούμε να υποβοηθήσουμε τη μνήμη της Ηούς θυμίζοντάς της, αλλά και στους αναγνώστες όλα τα ονόματα των μελών του μείζονος συμβουλίου του Λιθώνιου.

α)Αγλαΐα, β) Αισχρηίς, γ) Ανθέα, δ) Ανθίππη, ε) Αντιόπη, στ) Αργήλη, ζ) Ασωπίδα, η) Ελαχία, θ) Ελικωνίς, ι) Εξώλη, ια) Επιλαϊς, ιβ) Ερατώ, ιγ) Εύβοια, ιδ) Ευβώτη, ιε) Ευρυβία, ιστ) Ευρυπύλη, ιζ) Ευρυτέλη, ιη) Ηγησίππη, ιθ) Ησυχία, κ) Ηώνη, κα) Ιππώ, κβ) Ιπποκράτη, κγ) Ιφίς, κδ) Καλαμήτις, κε) Κέρθη, κστ) Κλυτίππη, κζ) Λαοθόη, κη) Λύση, κθ) Λυσιδίκη, λ) Λυσίππη, λα) Μάρση, λβ) Μελίνη, λγ) Μενιππίς, λδ) Νίκη, λε) Νικίππη, λστ) Ολύμπουσα, λζ) Πανόπη, λη) Πατρώ, λθ) Πραξιθέα, μ) Πρόκρις, μα) Προώλη, μβ) Πυρίππη, μγ) Στρατονίκη, μδ) Τερψικράτη, με) Τιφύση, μστ) Τοξικράτη, μζ) Φυληίς, μη) Χρυσηίς, μθ) Ξανθίς, ν) Ωρία.

Από αυτές η πιο αισχρή ήταν βέβαια η Αισχρηίς, καθόσον μάλιστα εκείνη την εποχή τα ονόματα είχαν ειδικό βάρος και ηθικό εκτόπισμα, ενώ καλές μουσίτσες προφανώς ήσαν κι η Εξώλη και Προώλη. Όλες τους βέβαια διακρίνονταν στα ερωτικά .. ιππευτικά κατορθώματα, γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότερες είχαν στο όνομά τους τον ίππο, εκτός από την τρέχουσα ηγέτιδα Ανθίππη, που ήταν προφανώς το αντίθετο του ίππου.   

   Τής μίλησε με φωνή σειρήνας, μειλίχια, μελιστάλακτη, πλήρη γλυκιάς και ανελέητης μαγείας.

«Τιτανίδα μέγαιρα, είσαι ευτυχισμένη τώρα που νοιώθεις τον οργασμό της αγελάδας να σε περικυκλώνει από παντού;»

«Ναι», είπε με θράσος και ερωτική παραφορά κολοκτυπώντας τα οπίσθιά της σε σημείο που όμως κανένας Πρίαπος δεν υπήρχε παρά μόνο η αγέλαστος πέτρα και μία ψευδαίσθηση της ηδονής διοχετευόμενη με εσωτερικές εικόνες. Ύστερα- κι αυτό είν’ ωραίο ή αλλιώς νόστιμο στιγμιότυπο – τής ήλθε και μία έκλαμψη της αιδούς και της συστολής των τιτάνων και συμπλήρωσε ανασύροντας από τα πιο βαθιά ξεχασμένα ερμάρια της παιδείας της: «Ή βαρύ φόρημ’ άνθρωπος ευτυχείν άφρων[87] (Αισχύλος)»

Η Ανθίππη ξέσπασε σε γέλιο σαρκαστικό.

«Είσαι δυνατή, μωρή Ηώ. Είσαι καλό αβασταγό για αγγαρείες, καλό γομάρι και γόμος, υποδειγματικό υποζύγιο και ιδανικό σκευοφόρο ζώο, αχθοφόρος και φορτοεκφορτωτικός όνος καραγωγέα. Θα μάς διασκεδάσεις αρκετά μέχρι να οπισθο- εξελιχθείς ή απεξελιχθείς σε επίπεδο πιθήκου ή μάλλον στην περίπτωσή σου γορίλλα, από αυτούς που έχουν παρατηρήσει οι Φοίνικες στην Αφρική. Στοιχηματίζω άφοβα και ανενδοίαστα πάνω σου ότι έχεις τους ζωικούς χυμούς να ζήσεις μέχρι τέλους και περιμένω ανυπόμονα να φτάσεις στο τέρμα της αναζήτησής σου. Ξεκίνα λοιπόν να σέρνεσαι κάτω με την κοιλιά και γλείψε σαν γυμνοσάλιαγκας τις πέτρες του Άρη, που καθώς είναι πολύ αρχαιότερος από τη Γη, υπήρχαν ίσως εδώ πριν ακόμη να μάθουν να περπατούν οι πίθηκοι της Γης.»

Τα πλήθη, που παρακολουθούσαν την ανόσια παράσταση, εκστασιάζονταν και παραληρούσαν από διεστραμμένη ηδονή, κάποιοι από αυτούς χάιδευαν το αιδοίο τους ή μαλακίζονταν.

«Μαστιγώστε τη, κεντρίστε την πιθηκίνα, τι άλκιμος ισχυρομελής θηλυκός γορίλλας είναι αυτός, κάντε τη να κυλιστεί στο έδαφος! Κάτι μπούτια, κάτι γάμπες, κάτι ποδάρες. Κάντε τη Δάμαλι να συρθεί μπροστά μας και να υποκλιθεί η παρακατιανή, η ξενόφερτη, η πόρνη και η παλλακίδα της Γης μπροστά στο μεγαλείο του Άρη!»    

Γιατί πράγματι μία εκτυφλωτική λάμψη από τους πυρσούς τη θάμπωνε και τής θύμιζε αυτό που είπε ο Οιδίποδας στον Τειρεσία «τυφλός τα τε ώτα, τον τε νουν, τα τ’ όμματ’ εί». Παρά την φαινομενική αποκοπή κάθε αίσθησης, έφτασαν στ’ αυτιά της τα ουρλιαχτά και το βουητό μίας ξέφρενης αγέλης. Μα πού βρισκόταν άραγε, σε ζωολογικό κήπο ηδονοβλεπτικών θεατών;

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν βρισκόταν πια στην πέτρινη αίθουσα, αλλά ήταν σε υπαίθριο χώρο και είρπε στην παράδοση της Προσ-ερπίνας ακολουθούμενη -συνοδευόμενη από ένα πλήθος ευκίνητο σαν ενιαίο λυγερό πλάσμα, που διαπνεόταν από μία ευθυμία Κουρήτων και Κορυβάντων. Μα είχε πληρώσει άραγε εισιτήριο αυτό το αφιονισμένο πλήθος; Το σίγουρο ήταν ότι δεν είχαν αφήσει τα προσωπικά τους αντικείμενα στο ιματιοφυλάκιο της εισόδου, αφού το φως των πυρσών φαινόταν να αντανακλά σε λεπίδες μαχαιριών και λογχών, σε κοσμήματα και τιμαλφή, σε μικρά μελωδικά σήμαντρα και σε αιχμές από σιδερογροθιές. Και να πού εμφανίστηκαν απροσδόκητα στα χέρια κάποιων μαστίγια, που δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν εκτυπώνοντας γεωφυσικό χάρτη κόκκινων αυλακιών στην τέλεια αλαβάστρινη πλάτη της Τιτανίδας, καθώς, όπως είπαμε, όλες οι αμυχές και οι πληγές της εντοπίζονταν  μέχρι τότε στο στέρνο της, από μπροστά.  

Κέντριζαν λοιπόν και χάραζαν το σώμα της με μαστίγια, μαχαίρια και μυτερά ραβδιά, αλλά και το πνεύμα με χλευασμούς και κοροϊδίες, ώστε να έρπει στους δρόμους της Προσέρπουσας υπό τη συνοδεία και την ηγεσία μίας από τις πενήντα πριγκίπισσες, νεότερη αυτή τη φορά, ποιος ξέρει ποια απ’ όλες ήταν, σε μία πομπή ανάλογη με την οδό του μαρτυρίου του Ιησού, μόνο που στον ουρανό δεν έκλαιγε ένα θλιμμένο φεγγάρι, αλλά χαρχάλευαν σαν ύαινες τα δύο μοχθηρά και εκδικητικά του Άρη. Η Ηώ πολεμούσε βέβαια, επιχειρούσε απεγνωσμένα να αρπάξει κάποιον από αυτούς, έστω να γρατζουνίσει κάποια εκτεθειμένη σάρκα, αλλά όπου κι αν γύριζε καραδοκούσε και ελλόχευε είτε το μαστίγιο, είτε η λεπίδα, είτε τα αιωρούμενα πτύελα. Το αίμα έτρεχε ποτάμι, οι φλύκταινες στην πλάτη πολλαπλασιάζονταν και δεν υπήρχε κανένας ιατροφιλόσοφος να επαλείψει αλοιφή εντριβής ή κλασικό έμπλαστρο για απορρόφηση κυστών και πομφολύγων, φασιγάντι ή βιζικάντι.      

Λαχταρούσε να σκοτώσει και η μανία του φόνου κόχλαζε πιο κόκκινη και πιο καυτή κι από το αίμα, που εκχυνόταν ή έπαιρνε σειρά να εκτοξευθεί. Έψαχνε να αγκιστρωθεί, αλλά τα άγκιστρα ήσαν εξωτερικά και έσχιζαν το κορμί της, ήθελε να γίνουν τα νύχια της εγκόλλητα εγχειρίδια ή λάζοι να κομματιάσουν, αλλά οι λάζοι ήσαν έξω απ’ αυτήν και την έπλητταν ασταμάτητα, μπήγονταν μέσα της. Ήθελε απελπισμένα να μαστιγώσει κάποιους, αλλά οι ιμάσθλες, οι βούρδουλες και τα φραγγέλια ήσαν εκεί έξω και βαρούσαν αλύπητα το σαρκίο της και τυλίγονταν ασφυκτικά γύρω από το λαιμό της.

Την άφησαν να τρέχει στους ερειπωμένους δρόμους και στα φιδογυριστά στενοσόκακα, που βρωμούσαν από την αποφορά αρχαίων εγκλημάτων, αλλά όχι και να ξεφύγει προς την ελευθερία των ξεραμένων βυθών και των εγκαταλελειμμένων καναλιών. Εδώ στον απόλυτο πάτο, παρότι ο λιμένας ήταν νεότερος λόγω της κάθετης διάβρωσης, η εγκατάλειψη ήταν μεγαλύτερη. Ήταν επόμενο οι κάτοικοι να κατοικούν τα πιο αρχαία στρώματα της πόλης, γιατί ήσαν πιο κοντά στον ήλιο, όπως ψηλώνουν οι μίσχοι των φυτών για να ανταμώσουν τη ζωογόνα ακτινοβολία του απλανούς. Εδώ λοιπόν, στο κατακάθι, στο ίζημα του κόσμου, έβλεπε κάποιος σκουριασμένες προεξοχές και απειλητικές εκβολάδες, που προκαλούσαν τέτανο στους τιτάνες, επιβλητικές προβλήτες με οξειδωμένες ξεφτισμένες καβουρδισμένες δέστρες δεμένες θανάσιμα με απομεινάρια αγκυροβολημένων πλοίων, λοξών και γερμένων μέσα στη λάσπη και στην άμμο. 

Δεν υπήρχε ζωή εδώ κάτω, είχε χαθεί ή μεταναστεύσει στα ανώτερα στρώματα, στα υπερέχοντα επίπεδα, στις πιο ψηλές στοιβάδες προς αναζήτηση του ήλιου. Ο άνεμος είχε υποσκάψει και γυαλίσει τα άδεια σπίτια, λειαίνοντας και στρογγυλεύοντας τις γωνίες, σκάβοντας θύρες και παράθυρα. Πατούσαν πια αναμφισβήτητα πάνω στα ξασπρισμένα υπόλευκα κόκαλα του πλανήτη, σε πυκνή σκόνη και μαρμαρένιες προκυμαίες, όπου κάποτε οι ηγεμόνες του Άρη έδεναν τα θαλάσσια πλοία και ύστερα τα ιστιοφόρα αμμόπλοιά τους, σπασμένες και θρυμματισμένες από την φτέρνα του χρόνου. Σ΄ ολόκληρο το σκηνικό δεν ακουγόταν πια τίποτε, παρά μόνο οι ψίθυροι από τα καμπανάκια των γυναικών σαν μία σιωπηλή λιτανεία, που έχει ήδη εισχωρήσει σε ανατριχιαστική απρόβλεπτη ζώνη μισόφωτος και φοβάται να ακουστεί. Η νεαρή πριγκίπισσα με μία έκφραση στο απόγειο του θράσους οδηγούσε το πλήθος του ακαταλόγιστου. Αυτή η ιστορία με τις πριγκίπισσες του Άρη είχε τραβήξει πολύ μακριά, είχαν γίνει πλέον πολύ ασύδοτες κι αυτό αντέβαινε σε κάθε αισθητήριο και κάθε προπαίδεια έννομης τάξης, που είχε μέσα της η Τιτανίδα. Με παγωμένη κοιλιά και πνευμόνια που πάσχιζαν να ρουφήξουν αέρα, είχε ακόμη το σθένος να αντιτάξει τις απόψεις της στους βασανιστές της, απευθυνόμενη ιδιαιτέρως στην πριγκίπισσα:

«Και ο Κρέοντας ρώτησε: “Ου του κρατούντος η πόλις νομίζεται;”[88] Και ο Αίμονας απάντησε: “Καλώς ερήμης γ’ αν συ γης άρχοις μόνος”».[89]

«Δημώναξ ερωτηθείς πότε ήρξατο φιλοσοφείν, “ότε καταγιγνώσκειν”, έφη, “εμαυτού ηρξάμην”.»[90] Αυτό μονολογούσε ο Τιθωνός καθώς έμπαινε σε αχαρτογράφητες περιοχές για να βρει και να φέρει πίσω την Ηώ. «Δεν έπρεπε να την αφήσω να φύγει. Τι είδους μέλος αποστολής είσαι, Τιθωνέ; είπε και γέλασε με την ανημπόρεια του.  Τι είδος υπαρχηγός αποστολής είσαι; σκέφτηκε και γέλασε ακόμη περισσότερο. Τι πρώην και μάλιστα τέως εραστής είσαι; ρώτησε τον εαυτό του κι εκεί ήταν που ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Μην ανησυχείς, ισχυρή Τιτανίδα, εγώ ο παραμορφωμένος του κάδου πλυντηρίου … έ συγγνώμη του αναζωογονητικού κάδου θα σε σώσω! Μπα σε καλό μου σήμερα, αναλογίστηκε. Όλο ανέκδοτα λέω, σε καλό να μού βγει! Καλά να πάθουμε όμως, αφού πήγαμε να βρούμε την εύκολη λύση για την εξακολούθηση της σχέσης μας.

Αυτά και άλλα αναμόχλευε και αναμασούσε ο Τιθωνός καθώς έσπρωχνε μαρτυρικά το δεξί του μακρύ πόδι, ακολουθούμενο από το σερνάμενο αριστερό. Και, αφού δεν καταδεχόταν να κρατήσει βακτηρία, κηδεμόνες ή δεκανίκια και να βακτροβατήσει, κουνούσε δεξιά και αριστερά το δεξί του χέρι με το μικρό δάκτυλο- αγκάθι και την αριστερή του δαγκάνα για να πετύχει μία επισφαλή ισορροπία σε ανώμαλο έδαφος.

«Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε», εξακολουθούσε ο άθλιος ανάπηρος να ενθαρρύνει τον εαυτό του με τιτανικά ρητά, του Σόλωνα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά ο Σόλων έλεγε επίσης: «Άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει», ενώ το «αρχή άνδρα δείκνυσι», το είπε και ο Βίας ο Πριηνεύς, αλλά και ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, υπενθύμισε στον εαυτό του.  

          Ο Τιθωνός πρόσεχε τα πατήματά του. Δεν ήταν μόνο η αναπηρία του, αλλά το γεγονός ότι το έδαφος, που επιχειρούσε να διασχίσει, ήταν ανώμαλο και κατωφερικό, αφού, όπως είπαμε, ήταν αναγκασμένος να καταδυθεί όπως ο Σλήμαν σε βάθος επτά πόλεων για να φθάσει στο επίπεδο, όπου κρατούνταν η Ηώ. Οι κινήσεις του ήσαν αργές, οι κάλλοι του -γιατί είχε και κάλλους και μάλιστα ορνιθοειδείς τύλους!- τον πονούσαν, οι πατούσες του γύριζαν όταν συναντούσε εξογκώματα και οι αιχμηρές πέτρες διαπερνούσαν, θαρρείς, τα καττύματα των υποδημάτων σαν να μην υπήρχαν. Κατέβαινε και κατέβαινε, κατερχόταν, καταδυόταν χωρίς να αλλάζει στοιχείο ή μέσον, π.χ. από αέρα σε νερό, αλλά υπό μία έννοια ίσως και να άλλαζε αισθητό περιβάλλον, αφού στα κάτω διαζώματα ο αέρας ήταν πολύ πιο πηχτός, μολυσματικός, αρρωστημένος σε σχέση με την αραιή μανωμένη ατμόσφαιρα της επιφάνειας, σαν να είχαν επικαθήσει στο βυθό όλα τα μικρόβια του Άρη από την εποχή της ακμής του, τοποθετημένης ιστορικά πολύ πριν από την αντίστοιχη της Γης, μέχρι την εποχή, όποια κι αν είναι αυτή, όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας. Ροβολούσε και τσαλαπατούσε και βογκούσε πέφτοντας μερικές φορές με όλο του το βάρος πάνω σε λακκούβες ή κοίλα σημεία, σε σπασμένα λιθόστρωτα και άκρες από σωρούς χαλασμάτων και τα χέρια του άφηναν ματωμένα ίχνη κάθε φορά που έγγιζε ή τρυπιόταν σε μυτερά καρφιά.    

   Άφηνε πίσω του λοιπόν τις μεγάλες επιβλητικές προβλήτες με τις δέστρες και τα απομεινάρια των νερόπλοιων και των αμμόπλοιων, όπου η σκόνη της ίδιας τους της σκουριάς και της σαπίλας έγλειφε τις βάσεις τους με κύματα, όχι ρευστά, αλλά γλυπτά. Είχε φθάσει κιόλας τέσσερα επίπεδα κάτω από το αρχικό χάσμα. Τέσσερα λιμάνια, τέσσερις πόλεις, τέσσερις εποχές είχαν αφήσει τις μισοσβησμένες υπογραφές τους στην πέτρα και η πνιγηρή αίσθηση της αρχαιότητας όλο και έσφιγγε τον κλοιό της γύρω από τον απερίσκεπτο επισκέπτη, που ήταν, εκτός των άλλων, και άτομο με ειδικές ανάγκες.

Πέρασε από μία τοποθεσία, όπου τα σπίτια είχαν κτισθεί μέσα στην καμπύλη ενός κοραλλιογενούς υφάλου. Από πάνω του ορθωνόταν και έχασκε μία απότομη βραχοπλαγιά- βουνοπλαγιά με αντίστροφη κλίση, όπου κανείς ορειβάτης δεν δύναται να σκαρφαλώσει, ούτε καν αίγες να ισορροπήσουν, παρά μονάχα νυχτερίδες να κρεμαστούν και όντα του σκοταδιού να έρπουν, όπου οι άκαμπτες τρίχες, οι φυσικές κόλλες και τα μεγάλα νύχια μπαίνουν στο παιχνίδι και επιτρέπουν σε κάθε έντομο ανεξαρτήτως μεγέθους να περπατήσει κάθε τύπου επιφάνεια. Τελικά έφτασε μπροστά σε ένα παλάτι στη μέση της ερήμου, μία περίεργη ανορθογραφία εν μέσω πολυκαιρισμένων ζευγήλατων ζευγολατικών βουστροφηδόν ορνιθοσκαλισμάτων, αρχαίο μεν, αλλά όχι και τόσο, αφού θα πρέπει να είχε ανεγερθεί μετά την πλήρη υποχώρηση των νερών του Ναυτικού Ωκεανού από την περιοχή εκείνη, που έμοιαζε με τα Μετέωρα του Θεσσαλικού κάμπου, όπως μπορούν να καταλάβουν και να συναισθανθούν όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν εκεί.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο:

ΑΝΤΙΟΠΗ, ΑΝΘΕΑ, ΑΝΘΙΠΠΗ, ΑΝΤ’ ΑΥΤΗΣ

Ο Τιθωνός μπήκε στο παλάτι της ερήμου, το οποίο είχε κάτι τεράστιες Σκαιές πύλες ορθάνοιχτες σαν να μη φοβόταν κανενός τύπου εισβολέα. Φρουροί υπήρχαν, αλλά περνούσαν δίπλα του αδιάφορα, σαν να ήταν η αναπηρία του και η παράδοξη εξωτερική του μορφή το πιο συνηθισμένο πράγμα. Στην αρχή απόρησε ο δικός μας, αλλά μετά παρατήρησε πλήθος από τετράποδα, με μακριά χέρια και κοντά πόδια, που περιέρχονταν στις αυλές και ελίσσονταν ανάμεσα στους κίονες με φουσκωμένους μυώνες, κάτω σιαγόνα και οφρυϊκά τόξα εκτεινόμενα προς τα εμπρός, πυκνό τρίχωμα στα στήθη και μέλη, χαίτη στο σβέρκο και βαθουλωτά μάτια με σκληρή λάμψη γυμνής επιβίωσης και πανουργίας, που έδειχνε ότι δεν θα ορροδούσαν προ ουδενός, αν εξέρχονταν προς αναζήτηση επιτηδείων.  Αυτά τα όντα τού έμοιαζαν πάνω-κάτω και ανέδιδαν- εξέπεμπαν μίσος και εχθρότητα. Αλίμονο, κατάλαβε ο Τιθωνός. Αυτό ήταν το τελικό αποτέλεσμα της έκθεσης στην ακτινοβολία της Δαμάλεως. Ανάμεσα στους διαδρόμους κινούνταν ένα ετερόκλητο πλήθος τρόφιμων και εκθεμάτων ζωολογικού κήπου κι ίσως το μόνο δείγμα που έλειπε από την Κιβωτό να ήταν αυτές οι  γυναίκες – βουνά λίπους, που τριγύριζαν στα σεράγια και συγκροτούσαν τα χαρέμια των ηγεμόνων της Ανατολής, του Λεβάντε.    

Μέσα στην εν γένει εξαγρίωση ένοιωθε και ο ποτέ γλυκός και καλόβολος να χάνει την εγκράτειά του και να γίνεται θηριώδης, αισθάνθηκε το λαρύγγι του πνιγμένο σε σκόνη και μια δίψα ακατάσχετη, όχι για νερό, ούτε για ηλεκτρολύτες ενεργειακών  ποτών, αλλά μάλλον τού φαινόταν δροσερότερο και ελκυστικότερο το αίμα! Θυμήθηκε παλιά, που έβλεπε σ’ ένα κινηματογράφο μία ταινία με βρικόλακες κι όταν στο διάλειμμα ένας μικροπωλητής διαλαλούσε τα αναψυκτικά του, εκείνος είχε ρωτήσει υπό τύπον αστείου «αίμα έχεις;». Ε λοιπόν τώρα τού φαινόταν το αίμα με το πνιχτό μεθυστικό άρωμά του η πιο λογική και προσιτή πηγή για να πιει! Ίσως είχε αρχίσει να επηρεάζεται από το πρωτόγονο περιβάλλον, από τις δηκτικές και δριμείς μυρωδιές, από την αφόρητη μπόχα του μόσχου, που έκανε τη σάρκα του να ανατριχιάζει με ενστικτώδη απέχθεια. Τα γεννητικά όργανα, οι θύλακες των όρχεων, οι αύλακες των όσχεων και οι δίπλες ή οι εσοχές του περιτόναιου όλων αυτών των εθισμένων στο ναρκωτικό πλασμάτων βρωμούσαν και έζεχναν. Η αποστολή, Τιθωνέ, μην ξεχνάς την αποστολή! Συγκεντρώσου, τονώσου, εκτονώσου και συνέχισε! Θυμήσου πως ήσουν πάντα στην υπηρεσία του αθλητισμού και του πολιτισμού, ποτέ δεν ήσουν καλός στις απολαύσεις, αλλά πάντα διακρινόσουν και έδρεπες δάφνες στην εργασία, εκεί ήταν ανέκαθεν η πραγματική σου κλήση και κλίση.    

Σήκωσε τα μάτια από τα ελεεινά περιπλανώμενα όντα και περιεργάστηκε το διάδρομο και τις μεγάλες αίθουσες του παλατιού, επικεντρώθηκε δηλαδή για λίγο στο περίβλημα και όχι στο περιεχόμενο. Ο χρόνος είχε χαρίσει υποβλητική ομορφιά και νοσταλγικό θάμπος στις αίθουσες και είχε αμβλύνει και λαξέψει θωπευτικά και ευσπλαχνικά τις γωνίες των τοίχων. Τα σχέδια στα μωσαϊκά πατώματα είχαν χρώματα σβησμένα στις άκρες λόγω επικάθησης υάλου και φυσικού σμάλτου. Μεταδιδόταν η εντύπωση ότι ακόμη και τα πάνσκληρα διαμάντια είχαν φαγωθεί, ξυστεί και φθαρεί κι είχαν γίνει λεπτά σαν φύλλα σιγαρέτων ή εύθραυστες πορσελάνες, αρχαία ερυθρόμορφη ή μελανόμορφη κεραμική. Οι τάπητες είχαν τριφτεί με ξεραμένα σκατά στα κρόσσια τους και τα κάποτε ζωηρά χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει σε απαλές αποχρώσεις άφατης μελαγχολίας.

Στις τοιχογραφίες, τις ζωφόρους, στα τρίγλυφα και τις μετόπες απεικονίζονταν σκηνές μάχης, μεγαλόπρεπες αναπαραστάσεις από αρειανές Ιλιάδες και Οδύσσειες, οπτικοί απόηχοι ή θεσπέσιες εικόνες -προσοχή η λέξη «θεσπέσιος» εφαρμόζεται μόνο επί ακουσμάτων και χρησιμοποιείται εδώ εντελώς συνειδητά για να ολοκληρωθεί το οξύμωρο σχήμα, που συνδέει ήχο και εικόνα. Αποτυπώνονταν εικαστικά πανάρχαιες πόλεις με βαρύγδουπα ονόματα πλάι σε θάλασσες, που δε τις λέμε ούτε γαλάζιες, ούτε γαλανές, αφού λέγεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν το μπλε χρώμα, ότι «κυανό» σήμαινε σ’ αυτούς απλά σκούρο σε αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο, που λεγόταν γλαυκό και ότι έβλεπαν τη θάλασσα με το χρώμα του κρασιού ως «οίνοπα πόντον». Εκτίθεντο πλοία ψηλά κι αγέρωχα, αστραφτερές πανοπλίες, αιχμάλωτες πριγκίπισσες, που, όπως γνωρίζουμε, έβριθαν στον Άρη με κλαμένα μάτια, ορθάνοιχτα σαγόνια και μουγκό παράπονο διαμαρτυρίας. Σε κάθε πλανήτη, αναγνώστη, υπάρχουν αυτές οι αναμνήσεις από ένα απροσδιόριστο επικό παρελθόν, που ως ένα σημείο και, εφόσον οι σχετικοί πίνακες είναι ευάριθμοι και όχι πολυάριθμοι, δικαίως και ευλόγως λατρεύονται και αποθεώνονται ως έργα τέχνης, αν όμως υπερβαίνουν μία κάποια ποσότητα και μία κρίσιμη μάζα, τότε χαρακτηρίζονται κακόγουστα τεχνουργήματα και ευτελείς ρώποι.

Δεδομένου ότι το όλο σκηνικό του παλατιού θύμιζε κέντρο διερχομένων, ο Τιθωνός το εκμεταλλεύτηκε και πλησίασε μπροστά σε μία μεγάλη πύλη από σφυρήλατο χρυσάφι με πλαίσιο χυτοσίδηρου. Καθότι παρά τους φρουρούς η μεγάλη αυτή θύρα ανοιγόκλεινε τακτικά και φαίνεται ότι είχαν ελεύθερη πρόσβαση όχι μόνο αυλητρίδες, όχι μόνο υπηρέτες, αλλά και τα κτήνη του Άρη, βρήκε την ευκαιρία και ο Τιθωνός και εισχώρησε κρυπτόμενος μέσα σ’ ένα ωχρό φως, που σπινθηροβολούσε άτακτα, αμέθοδα και άναρχα πάνω σε ασπίδες και όπλα πεθαμένων ανάκτων και βασιλέων χαρίζοντάς τους στιγμιαία φευγαλέα ζωή, διέτρεχε το σκυθρωπό σκοτάδι, όπως και οι ψίθυροι και οι ανεπαίσθητοι αντίλαλοι διέκοπταν τη σιωπή. Ο Τιθωνός δεν θα έλεγε ποτέ «πέπλο της σιωπής», διότι δεν τού άρεσαν οι προγραμματισμένες προκαθορισμένες εκφράσεις.

Οι ηλιαχτίδες και οι ψίθυροι οδηγούσαν σ’ ένα θρόνο στην άκρη τηςte αίθουσας, διότι, όπως θα καταλάβατε, βρισκόμασταν πλέον στην αίθουσα του θρόνου, με την εστία να αίθει και να εκπέμπει αιθάλη. Ο ψηλός θρόνος ήταν σκαλισμένος σε μονοκόμματο όγκο μαύρου βασάλτη και μία γριά ήταν καθισμένη επάνω τυλιγμένη με μαύρο μανδύα, ασπρομάλλα αλλά και αραιομάλλα, μισότυφλη, ζαρωμένη όσο δεν πάει άλλο, με σταυρωμένα χέρια προχωρημένης αρθρίτιδας σαν μούμια, με πάλαι ποτέ ασπρουλιάρικη σάρκα, που όμως με τα χρόνια είχε πάρει βυρσοδεψική απόχρωση σκύτους και ξεραμένου δέρματος.

Ίσως, χωρίς να το θέλει ο Τιθωνός πλησίασε περισσότερο προς το θρόνο απ’ όσο τού επέτρεπε η κρυπτεία, η μεταμφίεση ή η (λούφα και) παραλλαγή της αναπηρίας του με αποτέλεσμα να υποπέσει στο ραδιοεντοπιστή της εσχατογραίας, που έτεινε τα οστεώδη δάκτυλά της προς το μέρος του εκστομίζοντας κάτι ανάμεσα σε εντολές και κατάρες, έχοντας τόσες πολλές ρυτίδες, ώστε φαινόταν σαν να έχει παντού στόματα. Αμέσως οι φρουροί δήλωσαν παρόντες και πάτησαν με τα σανδαλοφορεμένα πόδια τους στο λαιμό τον ανυπεράσπιστο καμπούρη, κυρτό, κυφό και υβό.

Ύστερα η πασίγρια πριγκίπισσα, αντιλαμβανόμενη, καθώς φαίνεται, την καταγωγή του αιχμαλώτου της, το γύρισε από τα αρειανά στα ελληνικά.

«Πιάστε αυτό το κτήνος, όχι γιατί πλησίασε στο θρόνο μου περισσότερο απ’ όλα τα άλλα, αλλά γιατί οι βλάβες του παρουσιάζουν μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις συνήθεις επιπτώσεις της “Δαμάλεως”. Κατά κανόνα, όταν τούς λούζει το δαιμονικό φως βγάζουν τρίχες, τα κόκκαλά τους ισχυροποιούνται, η σάρκα σκληραίνει τόσο που κανένα σαρκοβόρο δεν μπορεί να την απολαύσει, οι μύες πρήσκονται – οιδαίνονται, τα επάρματα πάνω από τις οφθαλμικές κόγχες υψώνονται και μακραίνουν έτι περαιτέρω κ.λπ. Όλα όμως αυτά τα συμπτώματα υποχωρούν όταν η ακτινοβολία αποσυρθεί. Ο φίλος μας όμως εδώ πάσχει από πιο μόνιμες βλάβες κι αυτό ίσως να είναι κάτι εξαιρετικά ωφέλιμο για μάς».  

Οι φρουροί άρχισαν να φοράνε χαλκάδες και αλυσίδες στο θύμα τους και να τρυπάνε δοκιμαστικά στο τραχύ δέρμα του με τα δόρατά τους πριν τον οδηγήσουν στη φυλακή, όπως ανέκαθεν κατά αρχετυπικό τρόπο έκαναν και κάνουν οι συλλήπτορες στους συλλαμβανομένους.

«Αφέντρα», είπε ο Τιθωνός, που είχε μάθει εδώ και χρόνια να απευθύνεται σε γυναίκες ισχυρότερες από αυτόν πιστός στην καρπαζοεισπρακτική γενετήσια κλίση του, «σε παρακαλώ πριν με βάλεις στη φυλακή και πετάξεις το κλειδί κατά τα ειωθότα σε αυτές στις περιπτώσεις, κάνε μου τη τιμή να μού πεις, να μού εξαγγείλεις  το όνομά σου, ώστε να πληροφορηθώ ποια από τις πριγκίπισσες είσαι, ποια από τις πριγκίπισσες θα είναι η κάτοχος, η ιδιοκτήτρια και η επικαρπώτρια της ελευθερίας μου, ποια θα είναι εκείνη που θα με εγκλείσει ως αηδόνι του βασιλιά και θα αφουγκράζεται το κελάηδημά μου μέσα από το κλουβί».

«Είμαι η Πρόκρις, η μεγαλύτερη».

Αυτό δεν χρειαζόταν να μάς το πεις, σκέφτηκε από μέσα του ο Τιθωνός. Οι τροχίσκοι της σκέψης του άρχισαν σιγά- σιγά να γυρίζουν, να περιελίσσονται, να εφαρμόζουν και να εφάπτονται σε αλλήλους με τις οδοντωτές απολήξεις τους, κι έτσι να κουρδίζονται και να συγκεντρώνουν ενέργεια.

«Χαρίεσσα Πρόκρι, πρόκρινε σε παρακαλώ, αν ευαρεστείσαι να μού πεις, τι δουλειά έχει η μονιμότητα των τραυμάτων μου με την επίδραση της Δαμάλεως…», στο σημείο αυτό διέκοψε, διότι σκέφτηκε ότι τελικά τον συνέφερε να νομίζει η πριγκίπισσα ότι η παραμόρφωσή του οφειλόταν στη Δάμαλι, αφού αυτό θα ήταν το τέλειο άλλοθι για την εδώ παρουσία του, «ή μάλλον πες μου ποια ωφέλεια θα ηδύνατο να επιδαψιλεύσει σε σάς, τις πανέμορφες, έκπαγλες πλαγγόνες- πριγκίπισσες του Άρη η δική μου μόνιμη ανικανότητα να επιμεληθώ των υποθέσεών μου».

Η εσχατόγηρη βασιλοπούλα, βλέποντας ότι ο συνομιλητής της ήταν λαλίστατος αλλά και απροσδόκητα συγκροτημένος, δεδομένης και της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, άρχισε και αυτή να μελετά τα λόγια της λίγο περισσότερο.

«Τις ερωτήσεις, υποσκάζων κούτσαβλε, εδώ πέρα τις κάνω εγώ! Κοιτώντας σε καλύτερα, καταλήγω ότι μάλλον οι βλάβες σου δεν έχουν σχέση με τη Δάμαλι. Άρα για ποιο λόγο βρίσκεσαι αναμεταξύ μας; Στο χώρο αυτό φιλοξενούμε μόνο όσους έχουν πληρώσει για να απολαύσουν το ναρκωτικό, που είναι σήμα κατατεθέν του πλανήτη Άρη. Εσύ λοιπόν τι γυρεύεις εδώ; Μού φαίνεται ότι η αναπηρία σου σε έχει κάνει πολύ σοβαρό και υπερβολικά μελαγχολικό, ώστε να αναζητήσεις την απόλαυση της Δαμάλεως.»

«Ίσα- ίσα, η αναπηρία μου ακριβώς με υποχρεώνει να βρω διεξόδους σε κόσμους φανταστικούς, σε κόσμους, όπου θα μπορώ πάλι να αντιλαμβάνομαι και να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως άλκιμο και ισχυρομελή, τα αθεράπευτα ελλείμματά μου με σπρώχνουν στα ιαματικά λουτρά, στα Ασκληπιεία θεραπευτήρια, τα κέντρα υγείας και ευεξίας και τα ευαγή ιδρύματα. Επιδιώκω να υπόκειμαι σε κάθε είδους διαδικασία ενδοστρέφειας, εσωστρέφειας, αυθυποβολής, αυτογνωσίας και αυτο- εμβάθυνσης και μάλιστα με διευρυμένα μέσα αντίληψης, όπως είναι τα ναρκωτικά και οι μεθυστικές ουσίες. Και σε παρακαλώ, κεχαριτωμένη δέσποινα, μη μού αρνείσαι την ιδιότητα του συνεπούς πελάτη, γιατί με πληγώνεις πολύ. Είμαι πληρώνων πελάτης για όλα τα πάθη και τα αμαρτήματά μου σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, έχω καταβάλει τα αναλογούντα τέλη για τις ατέλειές μου και όλες οι αναπτυξιακές και εμπορικές πόλεις του Άρη έχουν κερδίσει από το πουγκί και το βαλάντιό μου, καθόσον μάλιστα το χρημάτιόν μου είναι βαρύτερο απ’ ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μέσα από την ορθή χρήση των ουσιών επιχειρώ να γίνω καλύτερος. “Ου μόνον, ως έοικεν, ο γέρων δις παις γίνοιτ’ αν, αλλά και ο μεθυσθείς”,[91] έλεγε ο θείος Πλάτων, αλλά και ότι “εν οίνω τα ήθη φανερά γίγνεσθαι”, ενώ ο Ανάχαρσις είπε: “κιρναμένου κρατήρος εφεστίου, τον μεν πρώτον υγιείας πίνεσθαι, τον δε δεύτερον ηδονής, τον δε τρίτον ύβρεως, τον δε τελευταίον μανίας”.[92]                    

Η υπέργηρη βασιλοπούλα συνοφρυώθηκε ακόμη περισσότερο.

«Χμ, χμ. Μήπως τελικά σκοπός σου είναι να απελευθερώσεις ή να ανακτήσεις κάποιο πρόσωπο από τους συμβαλλομένους και παραδομένους στη φάλαγγα της Δαμάλεως; Μήπως έχεις καμιά μνηστή ή σκορδόπιστη, παραμoρφωμένε υβώδη, και ήλθες να τη σώσεις;»

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα σεινάμενος- κουνάμενος ως σεισοράδα ο Τροφώνιος με κοντή φουστίτσα κλαρωτή, σταυρωτή και τετραγωνισμένη με διάφορες μαυροκόκκινες ραβδώσεις και σκουλαρίκια- ενώτια στα τρυπημένα αυτιά του.

«Καλά και άγια έπραξες και τον συνέλαβες, αρχόντισσα. Αυτό το βδέλυγμα της ερημώσεως ήταν σύντροφος της θεόρατης μαντραχαλούς, που αποτελεί το καινούριο μας απόκτημα, την καινούρια κατάκτηση της Δαμάλεως».    

«Καλά το φαντάστηκα», είπε φουσκωμένη σαν διάνος ή γάλλος η γριά. «Όχι πως έχει καμιά σημασία το κίνητρο του καθενός που έρχεται να λικνισθεί στην Κυμοθόη του απαλού μας ναρκωτικού. Είμαστε καταδεκτικοί, προσηνείς και ευεπίφοροι σε όλους. Ελάτε όντα του ηλιακού συστήματος, ανεξαρτήτως καταγωγής, να ποδοπατήσουμε τις ταυτότητές σας, να λιώσουμε το Εγώ και τις αυτοσυνειδήσεις σας κάτω από τη μυλόπετρα των ψυχεδελικών ουσιών μας. Είμαστε ανοιχτοί και σάς περιμένουμε!»   

«Μόλις κατάλαβα σε όλη της την έκταση την ασύλληπτη κακότητα και διαστροφή σας», είπε ο Τιθωνός. «Δεν είναι απλά ότι καταστρέφετε αυτούς τους ανθρώπους, που κάποτε ήσαν πελάτες σας, αλλά όταν τούς αποκτηνώσετε, βάζετε χέρι και στην περιουσία τους με ψεύτικες διαθήκες ή υποτιθέμενα κληροδοτήματα με το δικό σας ίδρυμα ως τετιμημένο. Τούς εξαφανίζετε, ώστε να κηρυχθούν άφαντοι και πολιτικώς νεκροί κι ύστερα παίρνετε τη θέση τους με διάφορα τεχνάσματα και οικειοποιείσθε, νοσφίζεσθε τα υπάρχοντά τους. Εδώ οι τιτάνες θα σάς έλεγαν “Κρείσσον δε πλούτου και πολυχρύσου χλιδής ανδρών δικαίων καγαθών παρουσία” (Ευριπίδης) και “Ο των φιλαργύρων πλούτος, ώσπερ ο ήλιος καταβάς εις την γην, ουδένα των ζώντων ευφραίνει” (Σωκράτης)».   

          «Σκασίλα μας για το τι θα έλεγαν οι τιτάνες», είπε η Πρόκρις. «Φρουροί, δεν χρειάζεται καν να πάτε αυτόν τον τρωγλοδύτη στη φυλακή. Τροφώνιε, συνόδευσέ τον κατευθείαν μαζί με τα άλλα κτήνη του Άρη, όλα αυτά τα σιχαμερά έκφυλα όρνεα και τα άπληστα, κολασμένα ποντίκια στη φωτιά της Δαμάλεως. Σού εύχομαι να αργήσεις να επιστρέψεις στον πρωτογονισμό, ανάπηρε χωλέ και κουλέ, κολοβόχειρα και μονόχειρα ακρωτηριασμένε, αστακοχέρη και καραβιδοχέρη, να καθυστερήσεις να ξαναγίνεις πίθηκος, ώστε να αποτελέσεις πηγή διασκέδασης για μάς για πολύ καιρό ακόμη!»

          «Πρόκρι, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί να με κοιτάξεις στα μάτια καθώς θα γλιστράω στο λυκόφως ή το λυκαυγές της ανθρώπινης φύσης; Ή μάλλον η ορθή ερώτηση είναι, πώς και δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί για να απολαύσεις τον θρίαμβό σου και να σκυλεύσεις τα λάφυρα που σού αναλογούν από τα σαρκία και τα θρασίμια των ζωντανών- νεκρών;»

          «Μην ανησυχείς, αυθάδη και ασεβή κολοβόχειρ. Αν δεν είμαι εγώ η ίδια, κάποια από τις αδελφές μου θα είναι παρούσα για να παρευρεθεί στη σεμνή τελετή της αποκτήνωσής σου!».

Ο κήπος της Δαμάλεως ήταν ένα απέραντο βαθούλωμα περιστοιχισμένο με σειρές από καθίσματα – ικρία -στασίδια, που παρά την αρχαία φθορά και σκουριά, καθώς και την εντροπία των ερειπίων, διατηρούσε τη μεγαλοπρέπεια του. Τα σκαλοπάτια ανηφόριζαν σκαλισμένα στο βράχο του εσωτερικού τοιχώματος, κοντολογίς η όλη κατασκευή θύμιζε το θέατρο της Επιδαύρου και αυτό βέβαια έχουν κατά νου παγκοσμίως όλες οι περιγραφές που αφορούν αμφιθέατρο.  

Στο χώρο της παλαίστρας όμως υπήρχε πράγματι κήπος με οργιαστική βλάστηση, σχίνα και θάμνους, αλλά και ψηλότερα δένδρα σαν λευκόκορμες σημύδες ή πυκνόφυλλες καρυδιές ή δακτυλωτές αδανσονίες ή κωνοφόρα κοκκινόξυλα, κλεισμένος ολόγυρα από γυάλινο διαφανή αλεξίσφαιρο τοίχο για την προστασία των θεατών. Πριν μπει από την είσοδο των μονομάχων στην αρένα του Κολοσσαίου ο Τιθωνός νόμισε ότι είδε ήδη πλάσματα να κινούνται, χωρίς να ξεχωρίζει τι είδους, αλλά ακαθόριστα σαν περιστασιακές συμπυκνώσεις του κακού του προαισθήματος. Φιδίσια συρίγματα και σφυρίγματα, βρυχηθμοί και μυκηθμοί ήσαν στην ημερησία διάταξη. Γύρω από την παλαίστρα οι κερκίδες ήσαν κατάμεστες, ενώ ο θρόνος που ήταν στην μέση περίμενε ακόμη ανυπόμονα να καταληφθεί από τα οπίσθια της αρμόδιας για την παρακολούθηση πριγκίπισσας.

Όμως οι αφέτες- ελλανοδίκες δεν ανέμεναν την άφιξη της ηγεμόνος, αλλά κήρυξαν την έναρξη των αγώνων με μία κρούση σε ιδιόφωνο παλλόμενο ωδικό λέβητα (γκονγκ). Εδώ θα προβληθεί η ένσταση ότι αν το γκονγκ ήταν ελληνικής προέλευσης θα είχε πιο σύντομο όνομα από το παραπάνω. Τότε χρησιμοποιείστε τις ονομασίες χαλκείον, βροντείον, κεραύνιον, κύμβαλον αλαλάζον κ.λπ. Τα μελωδικά μουσικόσημα και φθογγόσημα καλούσαν όλα τα ζώα να συγκρουστούν μεταξύ τους και ιδού σαν ιερείς – τελετάρχες σκοτεινών και αιματηρών μυστηρίων οι χονδροειδείς, άγαρμπες ανθρωποειδείς μορφές με την ταγγή ζωώδη αποφορά τους άρχισαν να συρρέουν πλατσουρίζοντας στις λακκούβες και σπάζοντας χαμόκλαδα με τις κονισαλέες αυχμηρές ρυποκόνδυλες πατούσες τους.    

Αρκούσε η προοπτική της επικείμενης σύγκρουσης ή η ηλεκτρίζουσα την ατμόσφαιρα έναρξή της, ώστε ο φόβος να γίνει κάτι κρύο και μαύρο και ο τρόμος να αποκτήσει υλική υπόσταση, καθώς και η ενέργεια της μάχης που ανέδιδαν τα σώματα σκορπούσε και διοχετευόταν ολόγυρα. Είχε την τάση ο κάθε παρατηρητής κι ακόμη περισσότερο όποιος ήταν παγιδευμένος και αναπόσπαστα χειροπόδαρα δεμένος σ’ αυτή την κατάβαση προς τον όλεθρο να αρνηθεί στον εαυτό του την πραγματικότητα αυτού του φρικαλέου πυξ-λαξ ποδοπατήματος, γρονθοκοπήματος και ξεκοιλιάσματος και να ευχηθεί να ήταν τυφλός ή κουφός κι ακόμη καλύτερα νεκρός. Οι πιθηκάνθρωποι του δάσους πλακώνονταν στο ξύλο υπό τα αυστηρά και αποδοκιμαστικά βλέμματα των Αρειανών, που είχαν έλθει να χαζέψουν με τα αστεία καμώματα των απαίδευτων ζώων ενός ανεκδιήγητου περιοδεύοντος θιάσου, των μελών μίας ζωοπανήγυρης χαμηλού επιπέδου, ώστε να επιβεβαιώσουν και να διατρανώσουν τη δική τους πνευματική και διανοητική ανωτερότητα.

Καθώς η εκφυλιστική, οπισθοδρομική, παλινδρομική, αναδρομική ακτινοβολία της Δαμάλεως οδηγούσε τους ανθρώπους προς το παρελθόν της φυλής τους και των γονιδίων τους, ένα πανδαιμόνιο από ουρλιαχτά και μουγκρητά σκέπασε την ατμόσφαιρα και μία  οχλοβοή, χλαλοή, συνισταμένη ανθρώπινων και ακόμη πιο φριχτά- μη ανθρώπινων φωνών έσχισε το στερέωμα, κραυγάζοντας και σχεδόν εκβάλλοντας τον λάρυγγα: Ντάμαλς, Ντάμαλς. Το στομάχι ανακατευόταν, όταν κανείς πλησίαζε στο κέντρο του αντι- επικούρειου κήπου, καθώς η αγέλη αυξανόταν και μεταβαλλόταν προοδευτικά σε συνάθροιση τεράτων και οργιαστική γιορτή δαιμόνων. Υπήρχαν εκείνοι που δεν είχαν οπισθοδρομήσει εξελικτικά και πολύ και παρέμεναν ακόμη άνθρωποι. Υπήρχαν όμως και άλλοι, που είχαν ακολουθήσει αντίστροφα όλα τα στάδια της εξέλιξης πέρα και πίσω από τον σοφό-σοφό άνθρωπο, τον απλά σοφό ή τον βλάκα, πέρα από τον πρωτόγονο και τον ανθρωπίδη, πέρα από τον Ηωάνθρωπο και τον παράνθρωπο, αλλά και πέρα από τον πιθηκάνθρωπο, πίσω από κάθε κοινό ή ενδιάμεσο κρίκο κι είχαν γίνει άμορφα, άχαρα, τριχωτά κτήνη με πλακουτσωτά κρανία, αρτηριο-αυλακωμένα κοκκώδη κόκκινα μάτια και σπασμένα σουβλερά κίτρινα δόντια, είχαν αναχθεί σε πλάσματα αταξινόμητα με περαιτέρω αποδιοργάνωση και ροπή προς κάτι φολιδωτό, πλαδαρό και γλοιώδες, κάτι φτιαγμένο από παχύρρευστο εμετικό υγρό και σκέτο ψαθί, που κανένας επιστήμονας δεν είχε ποτέ φανταστεί, ούτε και θα είχε πρόθεση να αναγνωρίσει. Πίσω από το στάδιο των θηλαστικών, πίσω στα βράγχια και τα λέπια, στη διχαλωτή γλώσσα και το σύρσιμο με την κοιλιά και στο αβγό, που αφήνεται να εκκολαφθεί στη ζεστή λάσπη.

Εκείνη τη στιγμή ο Τιθωνός εντόπισε την Ηώ, που ερχόταν καταπάνω του δειλά σαν ζώο με δάκρυα- κορόμηλα και σιγανό λυγμό σαν κλαψούρισμα. Στεκόταν στο ηλιοφώς σαστισμένη, έντρομη, απωλωλυία και κεκμηκυία, άγρια και υπέροχη, όντας πάντα ένα εξαιρετικό κορυφαίο δείγμα του γυναικείου φύλου. Δεν είχε αλλάξει πολύ προς τον πρωτογονισμό, ίσα-ίσα τα βυζιά και τα κολομέρια της είχαν γίνει ακόμη πιο στρογγυλά, οι γάμπες και οι βραχίονες ακόμη πιο ισχυροί και μυώδεις, ωσάν κάθε εξέλιξη ή εκφύλιση να την προσάρμοζε και να την εξόπλιζε ακόμη περισσότερο για τις απαιτήσεις μίας ερωτικής πράξης, ίσως και να την κατοχύρωνε και να την θωράκιζε για τις ανάγκες μελλοντικής τεκνοποιίας και προς εξασφάλιση ευτεκνίας. Το κορμί της παρουσιαζόταν δυνατό, λυγερό, αισθαντικό, πιο όμορφο και ελκυστικό από ποτέ, απαλλαγμένο από τις συμβατικότητες και τις υπερβολικά συνειδητοποιημένες ελευθερίες της τιτανικής της παιδείας.

Ο Τιθωνός ένοιωθε να επηρεάζεται και ο ίδιος από την ακτινοβολία της Δαμάλεως, που τού προκαλούσε γλυκιά ανατριχίλα στο δέρμα, παράξενη πείνα και βαθιά λαγνεία στη σάρκα, ξύπνημα, έγερση και ανασάλεμα του κτήνους, που παραμόνευε τόσο κοντά στο πετσί του. Η αγκαλιά της (κάθε) γυναίκας φάνταζε πια γι’ αυτόν ως υγρός κόλπος ή κόρφος λίμνης, όπου θα λικνιζόταν, ή στοργική δεκτική μήτρα, όπου θα ανέπνεε αρπαχτά με τα βράγχια του. Όμως για κάποιο λόγο ένοιωθε ότι η ακτινοβολία δεν θα έφθανε στο σημείο να τον εκφυλίσει έτι περαιτέρω, διότι ο ήδη παραμορφωμένος την παραμόρφωση δεν τη φοβάται, όπως εξάλλου και ο βρεγμένος δεν σκιάζεται τη βροχή, ο χαμαίζηλος το χώμα, ο χειμωνανθός τη διαχείμαση, ο χαλαζόπληκτος τη χιονοθλασία και χιονορραγία (όπου σχάζονται οι χιονίστρες), ο  χαδιάρης χοίρειος οχευτής τα αισχρά χουσμέτια και ο αχαΐρευτος χλιαρός χασμώδης χαύνος τις χυμώδεις χυλόπιτες, ο χαμένος χολερόβλητος το χάρο, ο χαράμης την αχρειότητα και ο χεσμένος τη χέστρα.

 Εκείνη τη στιγμή προσήλθε η αρμόδια για την τελετή πριγκίπισσα. Τα μαλλιά της είχαν το χρώμα της νύχτας μετά τη δύση του φεγγαριού, τυλιγμένο σε κόρυμβο. Ήταν ενδεδυμένη με προκλητικό τρόπο, με μακριά φούστα σκισμένη ως τη μέση στα πλάγια, ώστε οι μηροί της να αποκαλύπτονται σε κάθε κίνηση. Στη μέση της είχε ζωσμένη πλατιά ζώνη με πετράδια και στο λαιμό της είχε κρεμάσει χρυσό περιδέραιο. Τα στήθη της ήσαν γυμνά με ανεβασμένες θηλές, όπως εκείνα των Μινωιτισσών γυναικών και κρατούσε όπως αυτές φιδωτό κηρύκειο στο χέρι. Τα χείλη της ήσαν πολύ κόκκινα σαν εκείνα τα σαρκοφάγα φυτά με τα έντονα χρώματα, που στάζουν μέλι, κόλλα και φαρμάκι για να παγιδεύσουν τα θηράματά τους. Κάθισε στο θρόνο και αμέσως φάνηκε να απολαμβάνει την αγριότητα των διεξαγόμενων ενώπιόν της συμπλοκών. Αγαλλίαζε τόσο ώστε έκλεινε τα βλέφαρα, που πετάριζαν με γρήγορη κίνηση σαν να ονειρευόταν. Ήταν σαν να απορροφούσε κάθε στιγμή ένα κομμάτι από τη ζωική ενέργεια, που αναδυόταν από το συνονθύλευμα των κατασπαρασσομένων σωμάτων κι αυτό να τής έδινε φτερά. Έμοιαζε να φτάνει σε οργασμό στο αποκορύφωμα της μάχης κι όταν άνοιγε τα μάτια της, η κόρη και η ίριδα εξαφανίζονταν φαινομενικά, αλλά με προσεκτικότερη παρατήρηση διαπίστωνε κανείς ότι αυτά αποκτούσαν ένα έντονο γλαυκό χρώμα, το χρώμα της αποκάλυψης και της γνώσης, της αναγνώρισης κάποιας αλήθειας- ποιάς; – μόνο αυτή ήξερε.  

Ο Τιθωνός, ο οποίος είχε κρυφτεί πίσω από ένα δένδρο κοντά στην περιφέρεια του κήπου, σπρώχνοντας με μεγάλη δυσκολία την ογκώδη και άβουλη Ηώ, που φαινόταν να τα έχει χαμένα, επιχειρώντας εκτός των άλλων να αποφύγει κι ένα μεγάλο αρσενικό με πολύ διακριτό γενετήσιο όργανο και με άναρθρες εκστατικές κραυγές να εκβάλλονται από το λαρύγγι του, φώναξε στην ηγεμονίδα.   

«Α, καλέ εσύ είσαι πολύ νέα, καμία σχέση με το προηγούμενο ραμολιμέντο, που βάλατε να με υποδεχθεί. Ποια είσαι, πανέμορφη καλλονή, για να ‘χουμε καλό ρώτημα;»

«Είμαι η Αργήλη», απάντησε η βασιλοπούλα.

«Ε λοιπόν, έχω μια απορία. Εσείς οι πενήντα αδελφές, έτσι όπως ο πατέρας σας σάς ξεπέταξε και η μάνα σας σάς ξεφούρνισε μπαμ- μπαμ τη μία μετά την άλλη, θα πρέπει να έχετε ελάχιστη διαφορά ηλικίας μεταξύ σας. Πώς μπορείτε καν να ξεχωρίζετε άλληλες, είναι μυστήριο! Ήδη εσύ σίγουρα έχεις πολλές αδελφές σχεδόν συνομήλικες.»

«Ε ναι, η Καλαμήτις και η Στρατονίκη, Κέρθη και η Τερψικράτη, αλλά και η Ασωπίδα, η Κλυτίππη και η Τιφύση είναι πολύ κοντά ηλικιακά σε μένα και γι’ αυτό παίζαμε μαζί, όταν ήμασταν μικρές», είπε παραξενεμένη με τον μόνιμα παραμορφωμένο αυτόν ανθρωπάκο ή ανθρωπέλο η Αργήλη.

«Α ναι, ναι», σκεφτόταν ο Τιθωνός δίνοντας με το μακρύ του πόδι μια κλωτσιά επιπέδου πολεμικών τεχνών στον μεγαπίθηκο ανταγωνιστή, ταυτόχρονα σκαρφαλώνοντας όσο μπορούσε σε ένα κλαδί και συγχρόνως σέρνοντας και παρακινώντας την υπνωτισμένη Ηώ να ανέβει κι αυτή. Τι σκεφτόταν; Ότι στο Σύμπαν των τιτάνων τα ονόματα δεν ήσαν τυχαία, αλλά είχαν σημασία, όπως άλλωστε και οι πράξεις ή οι παραλείψεις είχαν βαρύτητα. Ο Τιθωνός συνέλαβε τον εαυτό του να μουρμουρίζει τα ονόματα, που τού ανέφερε η αρχόντισσα,  και να τα πλαταγίζει ηδονικά στα χείλη του.  

«Α, εσείς έχετε τα ονόματα των Θεσπιάδων, ώ σεβαστή Αργήλη, των θυγατέρων του Θέσπιου και της Μεγαμήδης, την εποχή που εκείνος ο θρυλικός βασιλιάς ανέθεσε στον Ηρακλή να σκοτώσει το λιοντάρι του Κιθαιρώνα». Τώρα ο Τιθωνός είχε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, διότι είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο μαζί με την Ηώ και κινδύνευε λιγότερο. «Πώς τού ήλθε τού πατέρα σας, του- τις οίδε ποιου- Αρειανού άρχοντα να σάς ονομάσει έτσι; Θα μού πεις, είχε πενήντα κόρες ο άνθρωπος, έπρεπε να βρει ονόματα. Αν ήμουν εγώ νονός σας, θα σάς έδινα τα ονόματα των Δαναΐδων, που θεωρώ ότι ταιριάζουν περισσότερο στη μελαμψή επιδερμίδα σας. Προσωπικά, έχω βγάλει τιτανικό πανεπιστήμιο, όπου μάς δίδασκαν μνημονικούς κανόνες για να θυμόμαστε τα υπέροχα γυναικεία ονόματα, που είναι ο ορίζοντας της Δημιουργίας, και να μην είμαστε επιλήσμονες ουδενός.  

α) Αγαύη, β) Αδιάντη, γ) Αδίτη, δ) Ακταίη, ε) Αμυμώνη, στ ) Αναξιθέα, ζ) Ανθήλεια, η) Αστερία, θ) Αυτομάτη, ι) Αυτονόη, ια) Βρύκη, ιβ) Γλαύκη, ιγ) Γλαυκίππη, ιδ) Γόργη, ιε) Γοργοφόνη, ιστ) Διωξίππη, ιζ) Δώριον, ιη) Ερατώ, ιθ) Ευίππη, κ) Ευίππεια, κα) Ευρυδίκη, κβ) Ηλέκτρα, κγ) Θεανώ, κδ) Ιπποδάμη, κε) Ιπποδάμεια, κστ) Ιπποδίκη, κζ) Ιππομέδουσα, κη) Ιφιμέδουσα, κθ) Καλλιδίκη, λ) Κελαινώ, λα) Κλειτή, λβ) Κλεοδώρη, λγ) Κλεοπάτρα. λδ) Κλεοπάτειρα, λε) Μνήστρα, λστ) Νηλώ, λζ) Οίμη, λη) Πειρήνη, λθ) Ποδάρκη, μ) Πυλάργη, μα) Ρόδη, μβ) Ροδία, μγ) Σθενέλη, μδ) Σκαιή, με) Στύγνη, μστ) Υπερίππη, μζ) Υπερμνήστρα, μη) Φάρτιδα, μθ) Χρυσίππη, ν) Ωκυπέτη.»

          Η Αργήλη είχε αρχίσει να απορεί σοβαρά και να αναρωτιέται πού το πήγαινε αυτός ο Κατά Κάποιο Τρόπο[93] Άνθρωπος, που βρισκόταν απέναντί της. Τής τραβούσε τόσο τον ενδιαφέρον ώστε έπαψε σχεδόν να παρακολουθεί τις σκηνές του αίματος, που εξελίσσονταν ενώπιόν της. Ταυτόχρονα ήταν φανερή η βιασύνη της, σαν να βιαζόταν για κάποια αιτία να αποχωρήσει και να ήταν «υπ’ ατμόν».

          «Γιατί δηλαδή να είχαμε άλλα ονόματα; Εμείς είμαστε πλήρως ικανοποιημένες με τα ονόματα που έχουμε», δήλωσε.

          «Για ξανασκεφτείτε το», είπε γελαστός ο Τιθωνός. «Όσοι κατοικούμε στον αρχαίο κόσμο, έχουμε το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούμε να διαλέγουμε ή να αλλάζουμε το όνομά μας και υπάρχουν τόσες θαυμάσιες νοητές και συχνά αναξιοποίητες επιλογές από την αστείρευτη μυθολογία μας. Για φαντασθείτε να είχατε τα ονόματα των Ωκεανίδων: α) Αδμήτη, β) Ακάστη, γ) Αμφιρώ, δ) Ασία, ε) Γαλαξαύρη, στ) Διώνη, ζ) Δωρίς, η) Ευδώρη, θ) Ευρυνόμη, ι) Ευρώπη, ια) Ζευξώ, ιβ) Ηλέκτρα, ιγ) Θόη, ιδ) Ιάνειρα, ιε) Ιάνθη, ιστ) Ιδυία, ιζ) Ιππώ, ιη) Καλλιρόη, ιθ) Καλυψώ, κ) Κερκηίς, κα) Κλυμένη, κβ) Κλυτίη, κγ) Μενεσθώ, κδ) Μήτις, κε) Μηλόβοσις, κστ) Νεφέλη, κζ) Ξάνθη, κη) Ουρανία, κθ) Πασιθόη, λ) Πειθώ, λα) Περσηίς, λβ) Πετραίη, λγ) Πληξαύρη, λδ) Πλουτώ, λε) Πολυδώρη, λστ) Πρυμνώ, λζ) Ροδία, λη) Στυξ, λθ) Τελεστώ, μ) Τύχη, μα) Χρυσηίς, μβ) Ωκυρρόη. Θα μού πεις βέβαια ότι αυτές είναι μόνο σαράντα δύο. Μην προβληματίζεσαι, εύκολα μπορούν να γίνουν κι αυτές πενήντα. Μάλιστα, επειδή δεν θέλω σε καμία περίπτωση να δυσχεράνω την ονοματοδοσία[94] σας, αν αφαιρέσουμε πέντε ονόματα που επαναλαμβάνονται δις τόσο σε Σάς, όσο και στις Δαναΐδες, όσο και στις Ωκεανίδες, δηλαδή την Ιππώ, την Ηλέκτρα, την Ερατώ, τη Χρυσηίδα και τη Ροδία, βλέπουμε ότι μάς λείπουν ούτε λίγο ούτε πολύ δέκα τρία ονόματα για να συμπληρώσουμε τον μαγικό αριθμό των πενήντα. Για να μην πάμε στις Νηρηίδες, που είναι καμιά εκατοσταριά, ας δανειστούμε μερικά ωραία και μεγαλοπρεπή ονόματα από τους δορυφόρους του Μέγα Πλανήτη- Δία, που δεν θυμάμαι ακριβώς την μυθολογική τους προέλευση. α) Αδράστεια, β) Αμάλθεια, γ) Θεμιστώ, δ) Λυσιθέα, ε) Θελξινόη, στ) Ερμίππη, ζ) Καλλιχόρη, η) Ερινόμη, θ) Ευκελάδη, ι) Μεγακλείτη, ια) Καλλιστώ. Βάλε κι άλλα δύο που μού αρέσουν, την Αβρακόμη[95] και την Ευρυδόμη και νάστε πάλι πενήντα να χαίρεστε την υγειά σας!»

          «Δύσμορφε καλικάντζαρε, δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις», είπε η Αργήλη, «αλλά δυστυχώς έχω ανειλημμένες υποχρεώσεις αλλού και πρέπει να αποχωρήσω. Πάντως ήσουν πολύ διασκεδαστικός, εξίσου ίσως με τα ιδρωμένα και ζέχνοντα κορμιά που παλεύουν».
      «Μην ενοχλείσαι για μένα, αρχόντισσα. Διασκεδαστικός ήμουν, όχι όμως και αναζωογονητικός, έτσι; Δεν πειράζει. Βάζω στοίχημα τα πατρογονικά μου κτήματα και υποστατικά ότι η επόμενη αδελφή σου που θα καθίσει στο θρόνο θα είναι ακόμη νεότερη και θα έχει ακόμη λιγότερη ανάγκη αναζωογόνησης από την αφεντιά σου. Καλά δεν τα λέω;»

       Πράγματι σε λίγο κάθισε στο θρόνο μία νεότερη βασιλοπούλα, σχεδόν έφηβη.

          «Εσένα πάλι πώς σε λένε;», είπε χαιρέκακα και σαρκαστικά ο Τιθωνός. «Συνήθως λέτε ονόματα από “Aλφα” για να μη μπερδευτείτε! Χάθηκε να πεις ότι είσαι η Κλυτίππη ή η ή Μενιππίς η Νικίππη ή η Λυσίππη ή ό,τι άλλο υπάρχει σε ίππο πέραν της Ανθίππης;». Ύστερα βάζοντας τα δυο του χέρια και σχηματίζοντας χοάνη ή χωνίον φώναξε στους θεατές:

          «Ακούσατε, ακούσατε! Είστε θύματα μεγίστης απάτης! Οι πενήντα πριγκίπισσες που σάς διαφεντεύουν είναι στην ουσία ΜΙΑ. Απόδειξη πρώτη. Δεν έχετε δει ποτέ είτε στο δρόμο είτε σε κλειστό χώρο περισσότερη από μία και στα συμβούλια έτσι και αλλιώς απαγορεύεται η είσοδος στους υπηκόους».   

          Βροντεροί αρειανοί γέλωτες συνόδευσαν την παραπάνω έκκληση. Οι περισσότεροι χάρηκαν που βρήκαν ακόμη μια πηγή διασκέδασης, αν και η βασιλοπούλα είχε χλομιάσει.

«Απόδειξη δεύτερη ονοματολογική. Τα ονόματά τους τα πήραν από τις Θεσπιάδες. Με αυτές όλες είχε κοιμηθεί ο ήρωας Ηρακλής, κατά προτροπή του πονηρού πατέρα τους, ώστε από την ανεξάντλητη δύναμη του ημίθεου να αποκτήσει τους γιους, που είχε αποτύχει να σπείρει ο ίδιος και μάλιστα να είναι αυτοί σφριγηλοί όπως ο γιος του Δία και της Αλκμήνης. “Μίαν νομίζων είναι την αεί συνευναζομένην, συνήλθε πάσαις”.[96] Εδώ ισχύει το αντίστροφο, αλλά πρόκειται για την ίδια λογική. Εκ πολλών το εν και εκ του ενός τα πολλά». [97]

Ακούστηκε έντονο σούσουρο και μεμονωμένες αγανακτισμένες κραυγές, που βαθμιαία κέρδιζαν και φανάτιζαν το ακροατήριο. Η γνωστή ψυχολογία του όχλου, όπου η κατά τεκμήριο πιο καχύποπτη, πιο δύσπιστη, πιο κακόπιστη και πιο άκριτη φωνή αναπαράγεται και ενισχύεται εις το διηνεκές, εν προκειμένω όμως και κατ’ εξαίρεση η αλήθεια ήταν με το μέρος της λαϊκίστικης καχυποψίας.

«Φέρε τις αδερφές σου να τις δούμε, πριγκίπισσα “πώς σε λένε”!»

«Να’ ρθειτε όλες μαζί σαν χορωδία να σάς καμαρώσουμε». «Δηλαδή πληρώνουμε φόρους για πενήντα κι είναι μόνο μία;»

«Τι αίσχος είναι αυτό; Λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε μίας γυναικός αρχή!»

Βλέποντας ο Τιθωνός ότι το πράγμα πήγαινε προς τη γελοιοποίηση, ενώ εκείνον δεν τον συνέφερε η ευθυμία, αλλά μάλλον η αγανάκτηση, συνέχισε ακάθεκτος τις αποκαλύψεις.

«Μη το παίρνετε ελαφρά! Δεν είναι μία κοροϊδία χωρίς συνέπειες. Η βασίλισσά σας είναι ένα αδηφάγο τέρας, που τρέφεται από τις σάρκες και την ενέργεια των πολεμιστών της Δαμάλεως. Έτσι εξασφαλίζει τη νιότη της, μόνο που το αποτέλεσμα είναι παροδικό. Σε λίγο γίνεται πάλι μπαμπόγρια και χρειάζεται ξανά το ελιξίριο, που παράγεται από τον ιδρώτα και το αίμα των ναρκομανών, διαγόντων βίο πρωτογόνων. Προς το παρόν εκθέτει στη Δάμαλι τους ξένους και τους επισκέπτες, αλλά όταν τής τελειώσουμε εμείς, έρχεται και η σειρά σας. Ακόμα χειρότερα, έχει ήδη έλθει. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν ανάμεσά σας μυστηριώδεις εξαφανίσεις προσφιλών προσώπων. Λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να γυρίσουν ποτέ πίσω. Αν θέλετε όμως, ψάξτε να τούς βρείτε εδώ στον κήπο της Δαμάλεως, ίσως να βρείτε κάποιον που να μοιάζει με το συγγενή σας, αν μπορέσετε να τον αναγνωρίσετε μέσα από τις τρίχες των φρυδιών και των ζυγωματικών.»  

Αυτό που έκανε τα λόγια του Τιθωνού περισσότερο πιστευτά ήταν ότι η βασίλισσα δεν έκανε κάποια προσπάθεια να τα ακυρώσει ή να τα απαξιώσει γελώντας ειρωνικά, αλλά είχε καταληφθεί με μανία προσωπικά κατά του Τιθωνού απευθυνόμενη αποκλειστικά σ’ αυτόν. Η τελική απόδειξη ήλθε, όταν τα χαρακτηριστικά της έπαψαν να παραμένουν σταθερά και άρχισαν να τροποποιούνται, καθώς είχε διαταραχθεί και διακοπεί ο μεταβολισμός και η απορρόφηση της ενέργειας από τα διαδραματιζόμενα επεισόδια.  

«Αηδιαστικέ κούτσαυλε, αναθεματισμένε ανάπηρε, χάθηκες! Την χοντρή αγελάδα Ηώ σου θα την πάρω για δική μου χρήση και θα αρμέγω την ενέργειά της στον αιώνα τον άπαντα, για να μείνω νέα!»

Εν τω μεταξύ το γενικό πανδαιμόνιο είχε επεκταθεί. Μία μερίδα των θεατών είχε στασιάσει και έκανε επεισόδια, οι φρουροί αναγκάστηκαν να στραφούν προς τις κερκίδες, αφήνοντας τα κιγκλιδώματα του κήπου αφύλακτα, με αποτέλεσμα τα εθισμένα στη Δάμαλι κτήνη του Άρη να τα πηδούν ομαδικά και να ξεχύνονται αδιακρίτως στα πλήθη. Οι πύλες που οδηγούσαν στο εσωτερικό της αρένας κατεδαφίστηκαν και δεν έμεινε λίθος επί λίθου. Η αστυνομική βία έφερε αντίδραση με στοιχεία πολιτικής εξέγερσης. Συμβατικά ακτινοβόλα και τελετουργικά δόρατα ή μαχαίρια είτε μέσα σε θηκάρια, είτε κολλημένα στο πλευρό των φυλάκων σε αυτοκόλλητες γρέντζες τριχώδεις ταινίες (χρατς) από τη μία, δηλαδή από την πλευρά της εξουσίας, νύχια, δόντια και μύες από την πλευρά των οπισθο-εξελικτικών πρωτόγονων της Δαμάλεως. Τριχωτά φολιδωτά πλάσματα τινάζονταν εδώ κι εκεί δαγκώνοντας κρέας, κόβοντας κομμάτια, τσακίζοντας κόκαλα σαν κλαδάκια ή πυρεία και πιέζοντας κρανία με τις δύο παλάμες μέχρι να θρυμματιστούν, πριν πέσουν κι αυτά με τη σειρά τους θύματα των πυροβόλων όπλων και των πάσης φύσεως λεπίδων, που κράδαιναν οι φρουροί. Όπως γνωρίζουμε η βία φέρνει βία και το αποτέλεσμα ήταν μία κλιμάκωση καθ’ υπερβολή, όπου ραχοκοκαλιές έσπαζαν πάνω σε γόνατα και λαρύγγια έστριβαν, ώσπου να κάνει «κρακ» ο άτλαντας του λαιμού, όπως αυτές οι φρικαλεότητες, που σε πολλούς από μάς αρέσει μυστηριωδώς να παρακολουθούμε στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Ο Τιθωνός σχεδόν κουβαλούσε στις πλάτες του την υπνωτισμένη Ηώ, όπως ο Αινείας τον πατέρα του, εγχείρημα πολύ δύσκολο λόγω του βάρους της προσωποποιημένης Αυγής και της δικής του μειονεκτικής, εμποδιστικής κατάστασης και απομακρυνόταν βιαστικά από το σημείο «μηδέν».

«Γύρνα πίσω, κοντοπίθαρε νάνε, υπόπαχυ το σώμα και μικρέ το δέμας, δώσε πίσω το λάφυρο που μού πήρες», στρίγγλιζε δαιμονικά η πριγκίπισσα, επικεντρωμένη αρρωστημένα στον Τιθωνό και αγνοώντας το γενικό πανδαιμόνιο. Τώρα πια η ηλικία της ήταν απροσδιόριστη, τα χαρακτηριστικά της παραλλάσσονταν συνεχώς και σε γρήγορη κίνηση, μαζί ίσως και τα ονόματά της από τον κατάλογο των πενήντα Θεσπιάδων, αλλά αυτή τη φορά με κατεύθυνση από τη φτιαχτή ελιξιριακή νιότη στο πραγματικό φρικαλέο και μουμιοειδές γήρας.     

«Δολίως πράττει ο απαιτών όπερ οφείλει αποδιδόναι»[98], απάντησε ο Τιθωνός, που όσο αυξανόταν η αυτοπεποίθησή του, τόσο κινητοποιούνταν η μόρφωσή του και αντιστρόφως, καθόσον μάλιστα έβλεπε ότι όσα είχε μάθει στην παιδική του ηλικία από τους σοφούς  επαληθεύονταν.

«Θα πάρω πίσω την Ηώ, κολασμένε ζουμπά, κοντοστούπη μικροτσούτσουνε, που σε είχε η αγελάδα μόνο για να τής σκαλίζεις τη μύτη».

  «Εν ίση μοίρα κρείσσων εστί ο νεμόμενος»[99], απαντούσε αγέρωχα και χαμογελαστά ο Τιθωνός.

«Φρουροί συλλάβετέ τον, συλλάβετε αυτό το βδελυρό μίασμα, τον δύσμορφο γελωτοποιό», ωρυόταν η ραγδαία μεταβαλλόμενη βασίλισσα, απευθυνόμενη σε ανύπαρκτους πλέον, τραυματισμένους ή νεκρούς φύλακες».

«Έφυγα, σύλλαβέ με, εάν αποδώσης με τω κυρίω, λήψει χρυσούν νόμισμα», ειρωνευόταν ασύστολα ο Τιθωνός.

Κρατώντας και σφίγγοντας γερά την ζαλισμένη Ηώ, που ήταν η σύμφυση της φύσης του, η συνθήκη της ύπαρξής του και η εγγύηση της επιβίωσής του, ο Τιθωνός έφευγε ανακουφισμένος πέρα μακριά πίσω από τις γραμμές της μάχης.

«Τα κατάφερα», έλεγε στον εαυτό του, «και μάλιστα αναίμακτα, εννοώ βέβαια αναίμακτα από την πλευρά μου. Δεν σκότωσα εγώ κανέναν και δεν φταίω αν η εξουσία της Θεσπιάδας εδραζόταν σε σαθρά θεμέλια και σε αισχρά ψεύδη. Πολιτικοί, τι περιμένεις! Καλά έλεγε ο Χρύσιππος ότι: “ου βούλομαι πολιτεύεσθαι, διότι ει πονηρά πολιτεύσομαι, τοις θεοίς απαρέσκει, ει δε χρηστά τοις πολίταις”. Και ενώ ισχύει ότι: “ουδείς νόμος συμφέρει πάσιν”, είναι όμως ο νόμος απαραίτητος ως συμπλήρωμα της φύσης, ακριβώς διότι ο ανθρώπινος νους αντιλαμβάνεται πολύ μεγαλύτερο φάσμα της πραγματικότητας απ’ ό,τι τα ζώα, των οποίων το περιβάλλον είναι κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες τους, αντιστοιχώντας απόλυτα στα ένστικτά τους».   

          Ξαφνικά όλη η θύραθεν παιδεία επανήλθε στη μνήμη του, αυτά που είχε μάθει νέος. Θυμόταν την Αισθητική των Τιτάνων, που είχε προμετωπίδα το ρητό του Ίππαρχου: «Πολύ γ’ έστι πάντων κτήμα τιμιώτερον άπασιν ανθρώποις εις το ζην τέχνη». Θυμόταν τη διαφορά ανθρώπου και ζώου από αισθητική σκοπιά. Και δεν είναι τόσο κακό να εξάρουμε την περηφάνια και την υπεροχή του ανθρώπου έναντι των ζώων και αυτή η διαφορά είναι η ηθική. Υπάρχει δηλαδή κανένα νόημα στο να διακηρύσσουμε κατηγορηματικά ότι και οι άνθρωποι είναι ζώα, όπως όλα τα άλλα; Θα μάς εμποδίσει άραγε μία τέτοια διαβεβαίωση από το να εκμεταλλευόμαστε απηνώς και τα ζώα και εαυτούς και αλλήλους;

          Χαμογελούσε νοσταλγικά αναπολώντας την αισθητική περιγραφή ζώου και ανθρώπου στο κεφάλαιο «Διαφάνεια της Ανθρώπινης Μορφής Έναντι Λιγότερο Εξελιγμένων Μορφών».

Στα ζώα: Το οργανικό υπόκειται ακόμη στην ανελευθερία να μη μπορεί να επιβάλει τον εαυτό του ως συγκεκριμένο σημειακό υποκείμενο σε σχέση με τα εξαπλωμένα στην εξωτερική πραγματικότητα μέλη του. Η κύρια έδρα των δραστηριοτήτων της οργανικής ζωής παραμένει για μάς συγκαλυμμένη, βλέπουμε μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα της μορφής και τούτη είναι πάλι επενδυμένη με φτερά, λέπια, μαλλιά, δέρμα, αγκάθια και κελύφη… 

Στον άνθρωπο: Το δέρμα δεν είναι καλυμμένο με άψυχα  ή φυτικά περιβλήματα, ο παλμός του αίματος είναι φανερός σ’ όλη την επιφάνεια, η ζωηρή καρδιά με το σφυγμό της είναι παντού παρούσα και προβάλλει στην εξωτερική στοιβάδα ως σφύζουσα ζωντάνια, ως ανάβρυσμα και ανάβλυσμα ζωής. Επίσης το δέρμα εμφανίζεται ευαίσθητο και δείχνει φιλάσθενη αδιαθεσία, τον τονισμό και την απόχρωση των ιστών και των νεύρων, που είναι σταυρός μαρτυρίου για τους καλλιτέχνες.

          Μία τελευταία πληροφορία πριν κλείσει αυτό το κεφάλαιο. Η περιοχή του Άρη που κυβερνώνταν από την ιδιόμορφα πολύμορφη και πολυμορφική μία και μοναδική βασιλοπούλα λεγόταν εκείνη την εποχή Λιθώνιον, έκτοτε όμως και μέχρι σήμερα λέγεται «Τιθώνιον» σε ανάμνηση του ανδραγαθήματος του Τιθωνού.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο:

          Ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

          Στέκονταν στο άνοιγμα της σπηλιάς, σε έδαφος με χρώμα πηχτού αίματος, ενώ στα πόδια τους ακόμη και τα μεμονωμένα μόρια της σκόνης φαίνονταν να ταράσσονται ή να μαγνητίζονται από την απειλητική στήλη του ανεμοστρόβιλου, που είχε ήδη κρύψει τον αδύναμο αρειανό ήλιο και μαινόταν σε κοντινή πλέον απόσταση, τόσο κοντινή, ώστε έτεροι αιωρούμενοι λεπτεπίλεπτοι κόκκοι άμμου να τούς μαστιγώνουν με σκληρή κόψη διαμαντόσκονης.

          «Ίσως θα ήταν η κατάλληλη χρονική στιγμή να μπούμε τώρα στη σπηλιά, γιατί αυτή η σκόνη είναι τόσο τραχιά, που μπορεί να μάς τρυπήσει τα σκάφανδρα», είπε ο Δαίδαλος.

          «Ναι, καλυφθείτε λίγο από τους βράχους της εισόδου, για να κάνουμε τελευταίο έλεγχο προμηθειών», είπε η Ηώ. «Καταρχάς, Δαίδαλε, έχεις μία τελευταία ευκαιρία να μάς πείσεις ότι είναι πράγματι αναγκαίο να κατεβούμε τόσο βαθιά κάτω από την επιφάνεια για να βρούμε αυτό το κοίτασμα διοξειδίου του άνθρακα, που υποτίθεται ότι τόσο πολύ χρειαζόμαστε για τον κινητήρα του Δεινόπλευστου. Δεν μπορούμε άραγε να βρούμε ένα πιο ανεπεξέργαστο βιολογικό ή ορυκτό καύσιμο ή να αντλήσουμε διοξείδιο του άνθρακα από τον ατμοσφαιρικό αέρα της γεωποίησης;»

          «Τι τον πέρασες τον Δεινόπλευστο αφεντικό; Ο κινητήρας του είναι πολύ εξελιγμένος για να καταναλώσει πετρέλαιο ή αιθανόλη. Επίσης δεν έχω ηθμό πυριτίου για να διηθήσω το διοξείδιο απ΄ την ατμόσφαιρα. Πρέπει να το βρω έτοιμο και σε μεγάλες ποσότητες. Τουλάχιστον έχω ηλεκτρόδια και αιθυλενική γλυκόλη στο σκάφος, μέσα από την οποία δύναμαι να διοχετεύσω το διοξείδιο του άνθρακα και να παραγάγω εύκολα συνθετικό αέριο για την κίνηση του οχήματός μας.»

          «Κι εγώ έχω πάνω μου αρκετό Δ 4 (δυναμίτιδα), για να ανοίξω μεγάλη τρύπα, όταν φθάσουμε στη βάση της σπηλιάς. Τιθωνέ, εσύ θα μεταφέρεις τη συσκευή άντλησης διοξειδίου. Αν και στα πάνω διαζώματα της σπηλιάς υπάρχει αέρας, θα φοράμε τα κράνη μας, γιατί διαθέτουν ενσωματωμένο φακό. Θα ‘χουμε ανοιχτή την ύαλο για αναπνοή και θα την κλείσουμε μόνο κατά τη διάρκεια άντλησης του διοξειδίου για να μην αδειάσουμε πρόωρα τις φιάλες οξυγόνου. Λοιπόν αμ’ έπος, αμ έργον, ξεκινάμε την κατάβαση με αργά και προσεκτικά βήματα, όχι μόνο γιατί κουβαλάμε στα χέρια και στην πλάτη βαρύ εξοπλισμό, αλλά και διότι αυτή η περιοχή έχει πολύ κακή φήμη. Όπως ξέρετε, λέγεται «Νυκτικός Λαβύρινθος», ονομασία αρκετά δυσοίωνη, που δεν προμηνύει τίποτε καλό.»

          «Δώσ’ μου λαβύρινθο και πάρε μου τη ψυχή, αφεντικό», είπε ο Δαίδαλος. «Είναι ίσως η μόνη στιγμή, που μετανιώνω, γιατί δεν άφησα τον Ίκαρο να έλθει μαζί μας».               

          «Σού θυμίζω, Δαίδαλε, ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ασκέπαστο λαβύρινθο χωρίς οροφή, απ’ όπου εύκολα ξέφυγες με την ιπτάμενη συσκευή σου, αλλά για σπήλαιο, όπου καλό θα ήταν ίσως να εφαρμόσουμε τη μέθοδο του μίτου της Αριάδνης ή της διασποράς ψιχίων ή κοχλάκων (βότσαλων), προκειμένου να βρούμε το δρόμο της επιστροφής. Τιθωνέ, για τελευταία φορά σε ρωτάω: Με λήψη υπόψη των προβλημάτων σου, είσαι σε κατάσταση ετοιμότητας;»

          «Είμαι τόσο έτοιμος, όσο πάντα θα είμαι», απάντησε ο Τιθωνός γραπώνοντας σφιχτά το ακτινοπίστολο, που ήταν…χρατσωμένο στην αυτοκόλλητη ταινία της μέσης του.

          Χωρίς άλλες φλυαρίες κι αφού ο ανεμοστρόβιλος στροβιλιζόταν πλέον τόσο πολύ, ώστε καμία υπώρεια και κανένας υπήνεμος βράχος δεν μπορούσε πλέον να προσφέρει προστασία, η τριάδα άρχισε να προχωρά προς το βάθος φωτίζοντας τα πέριξ με τους φακούς των κρανών. Οι φωτεινές δέσμες έσχιζαν ένα σκοτάδι και αποκάλυπταν τις γωνίες μίας υπόγειας χώρας ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της συγκεκριμένης Δημιουργίας.

          Ο χώρος ήταν γυμνός με άδεια νεκρική αίσθηση πανάρχαιας εκατόμβης. Το δάπεδο και τα τοιχώματα είχαν το χρώμα της σκουριάς και δεν αντανακλούσαν ούτε στο ελάχιστο τις δέσμες των μετωπιαίων φακών. Η σπηλιά κατηφόριζε σχετικά ομαλά και οι σήραγγές της είχαν σημάδια νερού σε ύψος ενός μέτρου, δείχνοντας ότι πριν από μερικούς αιώνες ήταν υπόγειο παρακλάδι ποταμού – Άρης, ο πλανήτης του νερού! Τα νερά είχαν προφανώς παρασύρει καθετί στο διάβα τους και το σπήλαιο έμοιαζε με κυκλώπειο αγωγό, που κατέληγε στα έγκατα της γης, στο έρεβος της Εκάτης.

     «Τώρα που μιλάμε για Εκάτη, αφέντρα, τη θεά των σταυροδρομίων, των εισόδων, του φωτός, της μαγείας, της γνώσης των φαρμακευτικών και δηλητηριωδών βοτάνων, των φαντασμάτων και της νεκρομαντείας, σκέφτομαι ότι ταυτίζεται με τη Βένδιδα των Θρακών. Διερωτώμαι μάλιστα μήπως η ναυαρχίδα των Τιτάνων, ο Βενοβίνδας, έχει ετυμολογική σχέση με τη Βένδιδα».

     «Καλά κάνεις και ασχολείσαι με την ετυμολογία, Τιθωνέ, διότι “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις”. Αν δεν βαφτίσεις κάτι, δεν δύνασαι ούτε να το ορίσεις, αλλά ούτε και να αναφερθείς σε αυτό. Το Βενοβίνδας προέρχεται από το “Βέντιστος (βέλτιστος) Βενθύλος”. Βενθύλος σημαίνει εξερευνητής του βάθους -βένθους και προφανώς σχετίζεται και με τη Βένδιδα, συνεπώς και με την Εκάτη, ως θεές του βάθους».

          Κανένας ήχος δεν διέκοπτε την ηχώ των συζητήσεών τους, ίσως μόνο ένας αχνός απροσδιόριστος ψίθυρος σαν στεναγμός υπόγειας θάλασσας χάιδευε διακριτικά τα αυτιά τους. Η ατμόσφαιρα είχε αρκετά έντονη αίσθηση υγρασίας, όπως γενικά αναμένεται στα σπήλια κι ένα ελαφρό αεράκι σαν νησιωτικό αγιάζι φαινόταν να ανασηκώνει το πέπλο σιγής του Νυκτικού Λαβυρίνθου.

          Συνέχισαν να περπατούν γοργά προς τα κάτω, εκμεταλλευόμενοι την ευνοϊκή κλίση του διαδρόμου, που σίγουρα ήταν παλαιότερα κοίτη χειμάρρου. Βέβαια, αργά αλλά σταθερά το τοπίο άλλαζε, δεξιά και αριστερά μεταλλοφόρα πεζούλια ή καλύτερα ιζήματα κατάστικτα από ψήγματα διαφόρων πολυτίμων λίθων αντικατέστησαν τα ίχνη και τους λεκέδες του νερού, ενώ μπροστά τους ξανοίγονταν ευρύτερες σκοτεινές σήραγγες με κιονοειδείς σταλακτίτες και σταλαγμίτες, τεράστιες αψίδες εσωτερικών οροφών, καθεδρικοί ναοί του απόλυτου κενού σαν αρνητικά φωτογραφίας, όπου αντί να κτίζεται ένα σχήμα, καταλαμβάνεται εσωτερικά από άδειο χώρο- αέρα κοπανιστό και ορίζεται- περιορίζεται ως περίγραμμα από συμπαγή περιβάλλοντα πετρώματα. Τα γρανιτένια τοιχώματα της σπηλιάς θύμιζαν μουσαμά μπογιατισμένο με τέμπερα, φαίνονταν ψεύτικα δηλαδή, καθώς φωτίζονταν εδώ και εκεί από τη μαρμαρυγή των κρυστάλλων αστρίου, που συνωθούνταν στις απανταχού επιφάνειες σαν στρατός μικρών πυγολαμπίδων. Όσο το ημίφως από τα ανωτέρω στρώματα γινόταν ασθενέστερο, τόσο εντονότερη εμφανιζόταν η λάμψη των περίεργων ”ψηγμάτων” του άλατος πάνω στις πτυχές του πετρώματος. Από ένα σημείο και πέρα, δεν υπήρχε πια στο μέσον της κακοτράχαλης κατωφέρειας των γρανιτικών βράχων κάποιο φυσικό ή τεχνικό μονοπάτι περισσότερο βατό για τους οδοιπόρους. Ροβολούσαν σ’ έναν ανώμαλο ολισθηρό κατήφορο με τον κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούν, παραβιάζοντας την ακεραιότητα και τη ενδυματολογική συνέχεια του σκαφάνδρου τους και γδέρνοντας το δέρμα τους στις αφιλόξενες προεξοχές μέχρι το κόκαλο, και να κυλιστούν μια ώρα αρχύτερα, αλίμονο όχι στην δαψιλή πηγή δωρεάν καυσίμου, αλλά στον μονόδρομο ταχείας κυκλοφορίας για τον Άδη.

          Ο αέρας είχε γίνει τώρα πολύ βαρύς για την αναπνοή και η υγρασία περόνιαζε πλέον, εισχωρούσε βαθιά μέσα στη στολή των σπηλαιοδυτών – σπηλαιοναυτών ήδη από το ανοιχτό κράνος. Υπήρχε μια ανάσα από αρχαία λιμνασμένα νερά, μία μπόχα κλεισούρας, που τη συναπαντά κάποιος μόνο σε εγκαταλελειμμένα από καιρό σπίτια.  Αυτή η πηχτή υγρή ατμόσφαιρα μεταφραζόταν ηχητικά σε πλατάγισμα από μυριάδες πελώρια γεροντικά σαλιάρικα  στόματα, φαινόταν όμως να ανεβαίνει σαν σύρσιμο ξύνοντας τα τοιχώματα σαν ψαλίδι πάνω στο βράχο ή σαν πέτρα πάνω στο μέταλλο.

          «Ίσως τελικά δεν ήταν καλή ιδέα να διασχίσουμε την απόσταση μέσα από το σπήλαιο, ίσως θα έπρεπε να ψάξουμε για άλλον εξωτερικό τρόπο κατάβασης», ψέλλισε φοβισμένος ο Τιθωνός. «Πολλά πράγματα κουβαλάω, αλλά μού λείπουν κι ορισμένα. Δεν έχω ούτε νόμισμα να πληρώσω τον βαρκάρη του Αχέροντα, ούτε και διαβατήριο για να μού το σφραγίσουν στις πύλες του Άδη.»

          «Το θέμα είναι ότι ενδεχομένως αυτή η σπηλιά να εκτείνεται σε τέτοιο βάθος, που ούτε καν οι ανιχνευτές δεν είχαν την εμβέλεια να καταγράψουν», συνεισέφερε ο Δαίδαλος. «Ίσως να βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου, στην άκρη του ερέβους και στην απαρχή του χάους. Έχω την αίσθηση ότι ανακαλύψαμε το βάραθρο των βαράθρων και δεν τολμώ να υποθέσω σε τι απύθμενα βάθη καταδύεται αυτός ο κρημνός, στην απεραντοσύνη, στο ίδιο το κέντρο της Γης; Περιττό να σάς πω ότι έριξα πέτρα και ακόμη περιμένω να ακούσω τον ήχο της προσγείωσής της».

          «Θα κατέβουμε όσο υπάρχει πρόσβαση, μέχρι το σημείο που οι ανιχνευτές δείχνουν το κοίτασμα του αερίου. Θα εκπληρώσουμε την αποστολή», επιβεβαίωσε η Ηώ. «Και να είστε βέβαιοι ότι, όταν ακουστεί το μπαμ του Δ4, το σπήλαιο θα σάς φανεί λιγότερο τρομαχτικό, αρκεί βέβαια να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για να μην καταρρεύσει καμιά οροφή».

          «Ε λοιπόν θα τρελαθώ, ηγουμένη προεξάρχουσα Ηώ! Ενώ ο καταγραφέας- ανιχνευτής έδειχνε κενό από κάτω μας, τώρα δείχνει ότι υπάρχει έδαφος και μάλιστα στο ύψος της τομής με το κοίτασμα του διοξειδίου!», φώναξε ο Δαίδαλος.  «Σαν να ανέβηκε από τα έγκατα ένα πώμα και να σφράγισε το στόμιο μίας ανάποδης φιάλης! Κι όχι μόνο αυτό! Η αποφορά πια δεν εξηγείται μόνο από τα στάσιμα νερά, εδώ μιλάμε για κνίσα ταβέρνας, που παραθέτει ως κύρια εδέσματα γαρδούμπα, σπληνάντερο και κοκορέτσι, ή ακόμη καλύτερα για πνιχτή αιμάτινη δυσοσμία εκδοροσφαγείου, κρεοπωλείου, αλλαντοποιείου, χορδευματοκοπείου…»

          «Εντάξει, καταλάβαμε», είπε η Ηώ. «Ίσως συντρέχει αποχρών λόγος διακοπής της αποστολής. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα περίεργο φαινόμενο και δεν ξέρω αν έχουμε τα μέσα να το αντιμετωπίσουμε…Ήδη το σκοτάδι είναι σχεδόν απόλυτο, ακόμη και οι φακοί μας είναι σαν πυγολαμπίδες μπροστά στα αφώτιστα μεγέθη της σπηλιάς».  

          Μόλις όμως έκαναν να στραφούν προς τα πάνω για να πάρουν την άγουσα μακριά από τον τόπο αυτόν, που ήταν η ενσάρκωση του σκοταδιού, με το φως και την όραση να είναι παροδικοί παρείσακτοι σε ένα βασίλειο τυφλών, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι τούς έκοβε τον δρόμο μία σύναξη εξαθλιωμένων αρειανών σαν ασπρουλιάρικη κουστωδία λεπρών. Στην αρχή νόμισαν ότι επρόκειτο για μερικούς μόνο ενοίκους του λαβυρίνθου, αλλά σύντομα είδαν ότι μία ολόκληρη μυρμηγκιά από δαύτους είχε αποκλείσει κάθε δυνατότητα ανόδου στην επιφάνεια. Τα πλάσματα που στέκονταν εκεί φαίνονταν να εκπροσωπούν κάποιο εκφυλισμένο παρακλάδι της ανθρώπινης φυλής, ενώ η πλαδαρή χλωμάδα του κορμιού τους μαρτυρούσε ότι είχαν πολύ καιρό να εξέλθουν στην επικράτεια του φωτός. Έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία μας ότι ήσαν όλοι τυφλοί και μάλιστα όχι με την εκ γενετής εκδοχή των υποτυπωδών χαραγματιών αντί …ματιών, αλλά με την έννοια ότι στα πρόσωπά τους έχασκαν βαθιές και άδειες κόγχες, που μαρτυρούσαν βιαία εξαγωγή οφθαλμών. Στους γέρους η κόγχη είχε βαθμιαία μετατραπεί σε κώχη, αφού στα κοιλώματα των τέως ματιών είχαν μεγαλώσει εξέχουσες γωνίες, κερατόκωνοι και άκανθοι, σύμφωνα με το αξίωμα ότι η φύση απεχθάνεται τα κενά.   

          «Να χρησιμοποιήσουμε τα ακτινοβόλα σε λειτουργία αναισθησίας», είπε ο Δαίδαλος.

          «Δεν γίνεται, είναι πάρα πολλοί και γίνονται όλο και περισσότεροι. Είναι φανερό ότι η παγίδευσή μας ήταν μέρος κάποιου σχεδίου που αγνοούσαμε».  

        «Μα τι θέλουν οι άνθρωποι αυτοί από εμάς;», αναρωτήθηκε ο Τιθωνός. «Πολύ απλά να τούς ρωτήσουμε. Εμείς οι τιτάνες πιστεύουμε στο διάλογο».

          Η Ηώ προχώρησε ένα- δυο βήματα και είπε:

          «Όντα του Νυκτικού Λαβυρίνθου, δηλώστε τις προθέσεις σας».

          Οι μυστηριώδεις επήλυδες χωρίς να πουν κουβέντα επιτέθηκαν. Οι γήινοι αντέδρασαν κάνοντας «ζαπ- ζαπ» με τα ακτινοπίστολα. Ήταν αδύνατο να μη πετύχουν στόχο, αλλά η υπνωτική -ζαλιστική ακτίνα των φειδωλών μετριοπαθών οικολογικών περισωστικών όπλων ήσαν σταγόνα στον ωκεανό και αναποτελεσματικές ως κάχληκες – χάλικες ενάντια σε ορμητικό χείμαρρο.  Τα τυφλά πλάσματα δεν κλονίστηκαν, απλά φαίνεται ότι συγχύστηκαν γιατί άρχισαν να εκχύνουν από διάφορα ανοίγματα των σωμάτων τους, από ιδρωτοποιούς και σιελογόνους αδένες, ένα σιχαμερό, κίτρινο πύον. Όμως τα ασπρουλιάρικα σώματά τους έφτιαξαν ένα αδιαπέραστο κλοιό και έκλεισαν κάθε διέξοδο, κατέστησαν μάταιη κάθε αντίσταση. Πολύ αργά αντιλήφθηκε η συντροφιά της ιστορίας μας ότι η επίθεση ήταν απόλυτα στοχευμένη και στρεφόταν εναντίον κάθε πηγής φωτός. Έσπαγαν με τις γυμνές γροθιές τους τους φακούς των κρανών, ακόμη και τα μικρά φωτάκια των κινητών- επικοινωνητών, κάθε είδος λάμπας θυέλλης ή λυχνίας, που ενδεχομένως να είχαν μαζί τους οι εξερευνητές, μέχρι που τούς άφησαν στο απόλυτο σκοτάδι. Αποσυρμένοι σ’ έναν υπερυψωμένο βράχο οι αστροναύτες ζήτησαν το λόγο από τους τυφλούς σπηλαιανθρώπους για το άδικο της επίθεσής τους.

          «Τι θέλετε από εμάς; Γιατί μάς επιτεθήκατε; Εμείς ήλθαμε με ειρηνικές προθέσεις, είμαστε καλόβολοι και καλόπιστοι επισκέπτες των άστρων».

          Ένας από τους ασπρουλιάρηδες προχώρησε με βήμα σχεδόν αυτόματο. Ήταν ξυπόλυτος, καμπουριασμένος, αποστεωμένος,  υποσιτισμένος, ρακένδυτος με κουρέλια που κάποτε ίσως είχαν κάποιο χρώμα, αλλά πλέον είχαν λιώσει από τη χρήση.  Η γενειάδα του είχε στερεοποιηθεί ως γατσιασμένη -κατσιασμένη από τη γλίτσα, τη λάσπη και τα απομεινάρια ακατανόμαστων τροφών. Εντούτοις, από μέσα της βγήκε ένας ήχος κατά μία ερμηνεία μηχανικός, σύμφωνα με άλλα ακούσματα όντας παραπονιάρικος, πειραστικός και πειραματικός κρωγμός ή διαδοχή υπόκωφων άναρθρων ασυνάρτητων γρυλισμάτων, που προοδευτικά, όσο οι αναμνήσεις έπαιρναν φόρα, θύμιζαν όλο και περισσότερο έναρθρο λόγο.

          «Γήινοι, ο εφιάλτης του φωτός τελειώνει για σάς εδώ. Από εδώ και πέρα σάς απονέμεται η τιμή να είστε μέλος της φυλής μας, ημών της ακολουθίας των αποσυρόμενων υδάτων, των οπαδών και τροφοδοτών του Κατοίκου της Αβύσσου. Σάς αφήσαμε τέσσερις από τις πέντε αισθήσεις, γιατί την όραση στο εφεξής δεν θα τη χρειάζεστε. Και πάλι καλά να λέτε, γιατί εμείς δεν έχουμε ούτε αυτιά η τουλάχιστον δεν έχουμε λοβούς. Ξέρω ότι εσείς οι γήινοι έχετε μανία με την επιστήμη, γι’ αυτό θα σάς συστήσω και θα σάς περιγράψω τον θεό, που θα είναι ο δέκτης της λατρείας σας. Είναι φτιαγμένος από ξύλο και γιούσουρι της θάλασσας και της αβύσσου κι έχει από πάνω σκληρό θωρακικό καβούκι, ώστε να κινείται ανάμεσα στα υπόγεια πετρώματα χωρίς να πληγώνεται. Έχει μακρύ τριγωνικό αόμματο κεφάλι κι από το σιελοσταγές σχισμένο στόμα του βγαίνουν προβοσκίδες που καταλήγουν σε μυζητήρες, ενώ για πόδια έχει κορμούς που σφραγίζονται από ρόζους και για χέρια έχει ”απεστωμωμένα αμβλέα πρέμνα” (έτσι το μετέφρασε ο αυτόματος μεταφραστής των τιτάνων), που πυργώνονται σε λεπίδες και σπαθιά. Αυτός είναι ο θεός μας κι αν εσείς γνωρίζετε άλλον θεό, διδάξτε μας γι’ αυτόν. Πάντως δύσκολο να ‘ναι πιο ισχυρός από τον δικό μας και σίγουρα δεν τον υπερβαίνουν οι θεοί του Ολύμπου ή ο κλώμενος βρώσιμος Ιχθύς, που λατρεύετε εσείς, τα όντα της επιφάνειας»

        Ένας άλλος ένοικος του σκοταδιού πήρε το λόγο.

       «Με τα σπαθιά του ο θεός κόβει τα αυτιά μας και με τους μυζητήρες μάς βγάζει τα μάτια, γιατί δεν τα χρειαζόμαστε ούτε για να τον λατρεύουμε ούτε για να τον τρέφουμε. Και μετά τη σημερινή σας ενημέρωση, δεν υπάρχει λόγος και να μιλάμε. Όμως, μην  απογοητεύεστε, σύντροφοί μας. Η όραση δεν θα σάς λείπει, ούτε η ακοή. Θα πίνετε από τα σαπισμένα νερά των υπόγειων λιμνών και θα τρώτε τους γυμνοσάλιαγκες, τα ωμά τυφλά ψάρια και τα σκουλήκια των υδάτων. Κι όταν θα ‘ρθει η ώρα να σάς χρειαστεί ο Κάτοικος της Αβύσσου, ούτε που θα καταλάβετε την ανάλωσή σας, αφού οι μυζητήρες του ψεκάζουν αναισθητικό, τα μυριάδες ποδαράκια του θα ναρκώσουν τη θυσιαστική σας σάρκα με αναζωογονητικό εγχυματικό κλυσματικό ράντισμα ή ραντιστικό κλύσμα και στο τέλος το μισοφαγωμένο κουφάρι σας θα ευγνωμονεί τον πελώριο θεό μας, που δέχτηκε τη θυσία σας.»

Μετά ταύτα οι τιτάνες αναγκάστηκαν να αποσυρθούν σε κάποια γωνία, χωρίς φως πλέον, και συσκέπτονταν επανειλημμένα περί του πρακτέου. Η εκπαίδευσή τους, η αξιοπρέπεια και το πείσμα τους, η ηθική τους συγκρότηση και η μόρφωσή τους δεν τούς επέτρεπε να παραιτηθούν ή να συνθηκολογήσουν είτε με τα όντα του σκοταδιού είτε με τον Κάτοικο της Αβύσσου. «Ουκ ανδρός και γυναικός όρκοι πίστις, αλλ’ όρκων ανήρ και γυνή»,[100] έλεγε ο Αισχύλος.

Συνέχισαν να φοιτούν στο υπόγειο βασίλειο επί πολύ καιρό έως ότου αντιλήφθηκαν το πλήρες μέγεθος της σπηλαιώδους κοιλότητας και εξοικειώθηκαν εντελώς με τις ανάγλυφες ζωγραφιές και τις διακοσμήσεις των τοίχων, όχι διακρίνοντάς τις με κάποιο φανάρι, αλλά ψηλαφώντας τις με γυμνά χέρια. Έμεναν πάντα εντός της εμβέλειας των τοιχωμάτων, γιατί μέσα στα κενά του απεριόριστου χώρου και του αχανούς θόλου κινδύνευαν να χαθούν λόγω έλλειψης σημείων αναφοράς. Έμαθαν με πολύ σκληρό και επίπονο τρόπο και με βασανιστική ταχύρρυθμη ιερατική εμπέδωση σπερματικού λόγου -πρέπει να βρω πιο σύντομη ελληνική λέξη για το σεμινάριο- να προσανατολίζονται από τις αμυδρά φωτισμένες εικόνες και τα ανάγλυφα των τοίχων, αλλά για ασφάλεια μετρούσαν τις γωνίες και τα ανοίγματα που περνούσαν, έτσι ώστε να μη στηρίζονται αποκλειστικά ούτε στο τρεμάμενο φως του αστρίου ούτε στην αφή, που καμιά φορά τα βρίσκει και τα αισθάνεται όλα ίδια. Αξιοποιούσαν δηλαδή όχι μόνο τις αισθήσεις της ακοής και της αφής, αλλά και τη νόηση της γεωμετρίας και της μέτρησης. Στο τέλος ήξεραν όλους τους διαδρόμους και την κατάληξή τους, γνώριζαν ακόμη και αυτούς χωρίς καμία κατάληξη, όσους τελείωναν σε αδιέξοδο ή σε κάποιο βάραθρο που έχασκε.

     Όταν τελείωσαν όλες οι στρατιωτικές μερίδες και θα ήσαν πραγματικά αναγκασμένοι να καταβιβρώσκουν και να κατεσθίουν ασπάλακες, σαλιγκάρια και σαύρες, όπου βέβαια αυτά ήσαν το απάνθισμα και τα λουκούλεια γεύματα του καταλόγου εστίασης των υπόγειων στοών πριν από την έσχατη λύση των ελμίνθων και των σκωλήκων, η Ηώ κάλεσε το τριμελές συμβούλιο σε νέα συνεδρίαση.  

«Κύριοι, απαιτώ από εσάς προτάσεις, συμβουλές, συστάσεις περί του πρακτέου ή έστω ερωτήσεις, απορίες, αποτελέσματα ερεύνης. Φαίνεται να είμαστε αποκλεισμένοι εδώ. Η οδός προς τα πάνω είναι κλειστή λόγω της λεγεώνας των ασπρουλιάρηδων, ενώ από κάτω παραμονεύει ή το έρεβος ή, αν είμαστε τυχεροί, το έδαφος- ανελκυστήρας, όποτε δεήσει να αναβιβαστεί. Όσο για το τέρας, το οποίο λατρεύουν οι νυκταλωπικοί, προσωπικά θεωρώ ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει. Δεν το έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα και δεν εντάσσεται στα καταγεγραμμένα τέρατα, όπως είναι π.χ. Σφίγγα, η Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Μέδουσα κ.λπ. Συνεπώς το ήθος μου ως επιστήμονας μού επιβάλλει να αρνηθώ καταρχήν και μέχρι αποδείξεως του εναντίου την ύπαρξή του.»

«Αφέντρα, ανέφερες παραπάνω το ρητό του Αντισθένη, ότι αν δεν ονομάσουμε κάτι δεν μπορούμε να το ορίσουμε» είπε ο Τιθωνός. «Εγώ θα πω καλύτερα ότι, αν δεν ορίσουμε κάτι, δεν θα δυνηθούμε ποτέ να το καταπολεμήσουμε. Πρέπει να σπαζοκεφαλιαστούμε μέχρι να καταλάβουμε τι είναι αυτό το τέρας, που μάς απειλεί και που κάποιοι λατρεύουν ως θεό, να το ορίσουμε και αυτό και τις ιδιότητές του, παρότι δεν έχουμε καν δυνατότητα οπτικής επαφής μαζί του, προκειμένου να εξεύρουμε τρόπους αντιμετώπισής του. Ας ανακεφαλαιώσουμε ορισμένες εμπειρικές πληροφορίες που έχουν προκύψει μέχρι τώρα. Πειστήριο πρώτο: Όποτε ο βυθός ανεβαίνει έχουμε θύματα. Αυτό προκύπτει από τη δυσωδία των σάπιων κρεάτων. Πειστήριο δεύτερο: Μέχρι τώρα, όσο μπορώ να ακούσω βήματα και χαρχαλέματα κι όσο μπορώ να διακρίνω στα απόμακρα βάθη αχνές λάμψεις μέσα στη μαυρίλα, έχω διαπιστώσει ότι, όταν ο βυθός είναι σε θέση άνω, οι νυκταλωπικοί τον επισκέπτονται τακτικά και τούς βλέπω να κινούνται σαν φωσφορικά νευρόσπαστα σ’ ένα σκοτεινό ταραγμένο ωκεανό. Μια και τα παραπάνω πειστήρια είναι συνάμα και προκείμενες συλλογισμού, το συμπέρασμα είναι ότι ο βυθός περιέχει όντα με δόντια και όνυχες, ίσως ακόμη εφοδιασμένα και με λεπίδες, όπως έλεγε και ο εκπρόσωπος Νυκτάλωψ, με τα οποία εξορύττουν οφθαλμούς και αποκόπτουν ώτα, χωρίς να εξηγείται για ποιο λόγο το κάνουν αυτό. Είναι ένας βυθός ζωντανός και πολύ- πολύ επικίνδυνος».

«Θα επιχειρήσω να δώσω μία εξήγηση, που να ταιριάζει ή έστω να μην αντιφάσκει σε όλα τα πειστήρια του Τιθωνού», πήρε τη σκυτάλη ο τεχνοκράτης Δαίδαλος, «αφού έτσι κι αλλιώς όλα αυτά δεν τα λέμε για πρώτη φορά, αλλά θα έπρεπε να τα έχουμε ήδη αφομοιώσει εμπεδώνοντάς τα με ιερατική αφοσίωση ως σπερματικούς λόγους. Από τη στιγμή που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχουν μη καταγεγραμμένα τέρατα, το να πει κανείς ότι ο βυθός περιέχει τέρατα που διαπράττουν ανοσιουργήματα είναι μετάθεση του προβλήματος. Είναι σαν να λέμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από εξωγήινους, οπότε το ερώτημα είναι ποιος δημιούργησε αυτούς. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο ίδιος ο βυθός σκοτώνει και τρέφεται από τις σάρκες των θηραμάτων και δεν το κάνει μέσω αντιπροσώπων. Πώς θα ήταν δυνατόν αυτό να γίνει; Καταρχάς έχουμε παράδειγμα εδάφους ή βυθού που τρώει φύκια, πλαγκτόν, ζωύφια ή και μεγαλύτερα ακόμη θαλάσσια είδη, στρείδια, μύδια, αχινούς, γαρίδες, καλαμάρια κ.λπ.;»

«Το κοράλλι», απάντησαν μ’ ένα στόμα οι έτεροι της συντροφιάς.

«Το κοράλλι, παιδιά, το κοράλλι», συλλογίστηκε ο Δαίδαλος. «Κι ίσως τελικά, μεγαλόσωμη και πληθωρική Ηώ, να μην πρόκειται για μη καταγεγραμμένο τέρας, όπως άφησες να εννοηθεί, αλλά για γνωστό και μη εξαιρετέο. Σάς θυμίζω την ιστορία της Μέδουσας ή Γοργούς, κόρης του Φορκέα και της Κητούς. Μεγαλαδελφές της ήσαν οι Γραίες Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, εφευρέτριες του περίφημου δίκτυου Φορκίδων, που τόσο συχνά χρησιμοποιείται για κρυπτεία και παραλλαγή στους σημερινούς πολέμους.  Είχε και δύο σχεδόν συνομήλικες αδελφές, που μάλιστα σε αντίθεση με αυτήν ήσαν και αθάνατες, την Σθενώ και την Ευρυάλη. Επειδή όμως, ως γνωστόν, η Μέδουσα είχε σε κάθε περίπτωση μη ελκυστικό, πολλώ δε μάλλον και φρικαλέο παρουσιαστικό, αφού είχε μαλλιά σαν φίδια και μετέτρεπε σε πέτρα όποιον την κοιτούσε, ο Φορκέας δεν τολμούσε να την προσφωνήσει ούτε να την προσαγορεύσει και μουρμούριζε τάχα χαϊδευτικά σαν παιδικό τραγουδάκι: “Η Σθενώ και η Ευρυάλη και η κόρη μου η άλλη”. Αυτή λοιπόν η κόρη η άλλη ήταν η Μέδουσα το κοράλλι. Μια και η κατάσταση είναι κρίσιμη και δεν έχουμε καιρό για λεπτομέρειες επιπέδου διαδικτύου, να συμπληρώσουμε στα γρήγορα ότι την αποκεφάλισε ο Περσέας, ότι από το θεραπευτικό της αίμα ξεπήδησαν ο φτερωτός Πήγασος και ο ήρωας Χρυσάωρ, το δε κεφάλι της, το Γοργόνειο, το έκανε δώρο ο Περσέας στην Αθηνά, που το τοποθέτησε στην ασπίδα της, ώστε να μεταμορφώνει σε πέτρα όποιον τολμούσε να τής αντιπαρατεθεί. Πάμε τώρα στο κοράλλι της περιοχής μας. Ναι, είναι γιούσουρι με ξύλινο κορμί και ρόζους, γιατί ως ζωόφυτο έχει πάνω του ξυλώδη απομεινάρια αμέτρητων άλλων φυτών. Ναι, έχει χέρια με λεπίδες, γιατί έχει σκληρό σκελετό και τυλώδεις προεξοχές από το ανθρακικό ασβέστιο που εκκρίνει. Έχει και μυζητήρες, διότι έτσι προσλαμβάνουν τροφή οι μυριάδες πολύποδες που το συγκροτούν μέσω των πλοκαμιών και των κνιδοκυττάρων τους. Οι πολύποδες εξέρχονται από το κέλυφος του ασβεστίου και προσκολλώνται για να ρουφήξουν οποιαδήποτε μη καλά προσδεδεμένη και διακριτά οριοθετημένη βιολογική μάζα, άρα απομυζούν μάτια, μύτες, αυτιά και άλλα ευκόλως αποκοπτόμενα και απορροφώμενα παραρτήματα ή προσαρτήματα των οργανισμών. Αν βέβαια έχουν μεγάλη πείνα διαμελίζουν και ολόκληρο το σώμα, που βρίσκεται στο έλεος της ανώμαλης κυματοθραυστικής επιφάνειάς τους».

«Κι αν ακόμη είναι έτσι όπως τα λες», ξιφούλκησε ο Τιθωνός, «έβγαλες μεν λαγό, αλλά ο λαγός που έπιασες δεν τρώγεται. Αν είναι κοράλλι και μάλιστα με τέτοιες επιθετικές ιδιότητες και τέτοια σαρκοβόρα προδιάθεση, είναι ένας ανίκητος αντίπαλος, αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και τα πλήθη των ανόητων οπαδών του, που συμπληρώνουν ακούσια ή εκούσια τον κύκλο της διατροφικής αλυσίδας εντός του Νυκτικού Λαβυρίνθου.»                

   Οι αστροναύτες έπεσαν πάλι σε ελαφρά μελαγχολία και ξανάρχισαν τη σιωπηλή συλλογιστική εξέταση εναλλακτικών λύσεων.

«Πες μας τώρα, πολυμήχανε Δαίδαλε ή πολυδαίδαλε μηχανικέ, με ποιο τρόπο πεθαίνει ένα κοράλλι», διέταξε κατόπιν ωρίμου σκέψεως η Ηώ.

«Το κοράλλι πεθαίνει, αν εξορυχθεί το μεγαλύτερο μέρος του από ασυνείδητους κυνηγούς και μετατραπεί σε κόκκινα κοσμήματα φορεμένα σε λαιμούς γυναικών, αν αποσυρθούν τα φύκη και αποχρωματιστεί, αν ξεραθεί από τον αέρα ή τον ήλιο…»

«Από τον αέρα ή από τον ήλιο; Έχει σημασία», ρώτησε η Ηώ.  

«Αν σκεφθεί κανείς ότι πολλά κοράλλια βρίσκονται ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, φαίνεται ότι ο ήλιος δεν αντενδείκνυται, όμως μία σταθερή έκθεση σε αέρα ή ξαφνική ριπή ανέμου…»

Η Ηώ τινάχτηκε ψηλά σαν είχε κάνει μπάνιο- βαλανείο σε υπεραγώγιμο υφάλμυρο νερό με λαθραία διείσδυση ηλεκτρικού ρεύματος, κοινώς σαν να καψαλίστηκε, να τσουρουφλίστηκε, να τζιτζιρίστηκε! 

«Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να εκπληρώσουμε την αποστολή. Το κοίτασμα του διοξειδίου του άνθρακα είναι δίπλα στον κοραλλιογενή βράχο, όταν αυτός αναβιβάζεται προς αναζήτηση τροφής. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δική μου αρμοδιότητα, την αρμοδιότητα του καταδρομέα!».

Τα υπόλοιπα τα καταλαβαίνετε. Η πλαστελίνη του Δ 4 εξερράγη στο τοίχωμα της σπηλιάς, τρυπώντας μόνο έναν γεωμετρικό κύκλο υπολογισμένο με χειρουργική ακρίβεια, το διοξείδιο του άνθρακα εισέβαλε φορτσάτο με ορμητική αποσυμπίεση στην υπόγεια κοιλότητα και σε λίγο η καθ’ υπόθεση δυσδιάκριτη κόκκινη απόχρωση του κοραλλιού έγινε μαύρη, ταιριαστή με το απόλυτο σκοτάδι του περίγυρου, οι κόκκινες φολίδες κατέληξαν σε νεκρές κρυσταλλένιες παραφυάδες και εκβολάδες και οι οργιαστικοί συστρεφόμενοι εσωτερικοί πολύποδες έγιναν διακοσμητικοί αστερίες με βραχίονες καλυμμένους από τρίμματα πάγου. Ίσως ακόμη και σήμερα ή σε κάθε εποχή στον πλανήτη Άρη να κινούνται πάνω στο νεκρό καύκαλο, στην τυμπανιαία μάζα, που ξεράθηκε και σούφρωσε σαν αφυδατωμένο φρυγμένο σποροκυστικό μαλάκιο, κάποιες λευκές αναμνήσεις ανθρώπου ζητώντας να τη θρέψουν ή να τραφούν από αυτήν, αφού όσοι διατηρούσαν ακόμη ανθρώπινα στοιχεία διασκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις της σπηλιάς για να βρουν την τύχη τους, πολλοί απ’ αυτούς διακινδυνεύοντας και αποτολμώντας την έναρξη μίας νέας ζωής στην επιφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, καταχωρήστε στο ημερολόγιό σας ότι αυτό ήταν το τέλος του Κατοίκου της Αβύσσου, κάτι που άλλες εποχές θα θεωρούνταν ανακουφιστική εξάλειψη ενός τέρατος, σήμερα όμως θα τον θρηνούσαν όλοι ως συμπαθές και ανυπεράσπιστο θύμα της εργαλειακής επιστήμης των τιτάνων. Άραγε πρέπει να γνωρίζει εξαιρέσεις η απαρέγκλιτη αρχή της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλων χώρων και χωρών, τη στιγμή μάλιστα που στην προκειμένη περίπτωση η επέμβαση απελευθέρωσε τους ντόπιους από την καταπιεστική εξουσία, που τούς… καταβρόχθιζε, ή μήπως με βάση την αρχή της μη ανάμιξης σε υποθέσεις εξελισσόμενων οικοτόπων και κοινωνιών, θα έπρεπε να περιμένουμε πώς θα εξελίσσονταν οι προοριζόμενοι για κατακρεούργηση και ανάλωση νυκταλωπικοί υπήκοοι;  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο:

ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ

Αφού γέμισαν τους συσσωρευτές και τους ταμιευτήρες με διοξείδιο του άνθρακα, ο Δεινόπλευστος απέπλευσε πάλι και συνέχισε τη διαδρομή του στο μακρόστενο Ναυτικό ωκεανό. Στα νησιά και στις ακτές οι ναυτιλλόμενοι – ίσοι μεταξύ ίσων, καθώς η Ηώ ήταν άτυπος κυβερνήτης-, «πολλών ανθρώπων είδον άστεα και νόον έγνων», αντιμετώπισαν μύριους κινδύνους ισοδύναμους με εκείνους που σημάδεψαν τον γυρισμό των ηρώων μίας μεταγενέστερης εκστρατείας, Λαιστρηγόνες και Κύκλωπες δηλαδή, Σκύλλες και Χάρυβδες και εκτός από μοχθηρούς ανθρώπους και σαρκοφάγες πριγκίπισσες αναγκάστηκαν να αντιπαρατεθούν με τους εξής ακόμη εξωγήινους πέραν των ήδη αναφερθέντων: α) ένα πλάσμα- στρουθοκάμηλο, που ήταν όμως νοήμον και άκρως επικοινωνιακό, ιδίως όταν αφομοίωσε την έννοια του «ένα κι ένα κάνουν δύο, β) πολλών ειδών πολύποδες μεγάλου μεγέθους, όχι εγκλεισμένους σε κοράλλι αυτή τη φορά, διότι υπάρχουν και σε ελεύθερη κατάσταση. Γι’ αυτά τα όντα η νοήμων στρουθοκάμηλος, όσο μπορούσε να συνεννοηθεί, πληροφόρησε τους ήρωές μας ότι «αν εσείς ένα κι ένα κάνουν δύο, κι αυτά ένα κι ένα κάνουν δύο», μία διανοητική συγγένεια που επέτρεπε σε κάποιους τέτοιους οκτάποδες να προβάλλουν στο νου των θυμάτων τους την ίδια τους τη σκέψη και επιθυμία, π.χ. στους άνδρες μία αιθέρια ύπαρξη και στους σκύλους ένα λαχταριστό κόκαλο, γ) ένα ον σαν γκρίζο βαρέλι δομημένο με βάση το πυρίτιο και όχι τον άνθρακα,[101] με μία τρύπα στο πάνω μέρος, ένα βραχίονα στα πλάγια και μία ίσια μυτερή ουρά καταπλακωμένη από το βάρος του. Κάθε δέκα λεπτά εξέβαλλε έναν ήχο σαν αναστεναγμό ή αγκομαχητό και ύστερα εκβραζόταν από τη τρύπα μία πλίνθος ως αποτέλεσμα φυσικής κεραμοποιίας. Ο βραχίονας έπιανε την πλίνθο και την τοποθετούσε σε μία πλινθοδομή σε σχήμα πυραμίδας που έκτιζε. Όταν τελείωνε η πυραμίδα, άνοιγε σε φέτες κι έβγαινε από αυτήν ένα νέο πλάσμα που ξεκινούσε την ίδια διαδικασία. Η έξυπνη στρουθοκάμηλος διευκρίνισε ότι για τα πλάσματα αυτά δεν ίσχυε το «ένα κι ένα κάνουν δύο», που σημαίνει ότι δεν ήσαν νοήμονα, αλλά ότι η παραγωγή τους ήταν αυτόματη και ασυναίσθητη. Επρόκειτο για όντα τυφλά, μουγκά και κουφά, χωρίς νεύρα και εγκέφαλο, προγραμματισμένα και προορισμένα να κτίζουν με τα περιττώματά τους πυραμίδες μέχρι την αιωνιότητα, τουλάχιστον όσο το περιβάλλον τούς πρόσφερε απλόχερα πυρίτιο. δ) άλλο είδος βαρελιού σε οριζόντια θέση αυτή τη φορά, που είχε τέσσερα γρήγορα πόδια και τέσσερα πλοκάμια ως χέρια. Η μπροστινή του όψη του ήταν καθαρή σαν τεντωμένο δέρμα τύμπανου, ενώ είχε πολλές σειρές από μάτια στα πλάγια, γι’ αυτό οι γήινοι εξερευνητές το ονόμασαν «Άργο». Έσπρωχνε μπροστά ένα καρότσι και μαζί με τους ομοίους του έφτιαχνε μία πόλη από πηλό. Για τον Άργο η στρουθοκάμηλος είπε ότι «ένα κι ένα κάνουν δύο, δύο και δύο δεν κάνουν τέσσερα», που σημαίνει ότι έχει διαφορετική λογική από τη δική μας. Οι Άργοι άδειαζαν τα καρότσια τους κάτω από μία μεγάλη ρόδα, που τα συνέθλιβε όλα, άμμο, πέτρες και χαλίκια, ώστε να προκύψουν τα κατάλληλα οικοδομικά υλικά. Απόδειξη της αποκλίνουσας νοημοσύνης τους ήταν ότι συχνά, ελλείψει αρκετών υλικών, έπεφταν και οι ίδιοι κάτω από τον τροχό και πολτοποιούνταν ή κονιορτοποιούνταν χωρίς κραυγή, δισταγμό ή αντίσταση, προκειμένου να συνεισφέρουν στην ανέγερση και την οικοδόμηση της πόλης τους.

Σημείωση σύνταξης: Συνήθως οι εξωγήινοι και ειδικά οι προερχόμενοι από τον Άρη περιγράφονται ως πράσινα ανθρωπάκια, που έχουν δύο σχισμές για μάτια, ένα σπυρί για μύτη και μία κουκίδα για στόμα. Εμείς θεωρούμε ότι τα πράσινα ανθρωπάκια είναι περισσότερο μία περιεκτική έννοια, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τους εξωγήινους, ώστε κανένας να μη μείνει εκτός ορισμού και να μη λησμονηθεί. Βέβαια, όλους τους εξωγήινους, δεδομένου ότι δεν έχουν ακόμη έλθει, τούς βλέπουμε στην οθόνη της φαντασίας μας. Δεδομένου ότι τον κόσμο δεν τον βλέπουμε μόνο μέσα από τα δικά μας μάτια, αλλά και μέσα από τα μάτια των άλλων, όταν λέμε φαντασία, δεν εννοούμε την προσωπική, αλλά τη συλλογική. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να περιγράψουμε όλα τα όντα του πλανήτη Άρη, όπως αυτά καταγράφηκαν από μεγάλους συγγραφείς που ασχολήθηκαν και ερεύνησαν διεξοδικά τον κόκκινο πλανήτη. Πάντα όμως θα υπάρχουν επιφυλάξεις και ενστάσεις ότι κάποιο ον λησμονήσαμε ή αδικήσαμε δια παραλείψεως κατά την περιγραφή μας, γι’ αυτό προτιμάμε στο σημείο αυτό να παραθέσουμε στους αναγνώστες μας μία πλήρη μελέτη σχετικά με το ζήτημα των εξωγήινων από επιστημολογική σκοπιά, που φιλοδοξούμε ότι θα καλύψει τις περισσότερες, αν όχι όλες τις πτυχές του θέματος.      

Ακόμη ευστοχότερα,  η μελέτη των εξωγήινων θα αναπτυχθεί παράλληλα με το ζήτημα της επιστημολογίας εν γένει, με ερεθίσματα από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας και ειδικότερα με βάση τη μαγευτική αναζήτηση του εντελώς ξένου προς εμάς, του εξωγήινου  (“alien”). Η επιστημολογία εκτείνεται στα όρια της αντίληψής μας, επομένως το παράδειγμα των εξωγήινων είναι εξόχως κατάλληλο για να την πραγματευθούμε, αφού αυτοί εξ ορισμού είναι τόσο ασυνήθιστοι, ώστε ενδέχεται το πολύ να  καταγραφούν στις παρυφές των αισθητηρίων. Πράγματι η αντίληψη είναι θέμα σύλληψης και μετάφρασης των αισθητηριακών δεδομένων, που γίνεται σε καθημερινή βάση εντός μίας διαδικασίας, όπου οι αισθήσεις στέλνουν ασυσχέτιστα, άτακτα και  ανεπεξέργαστα ερεθίσματα στο νου προκειμένου να τα ερμηνεύσει. Τελικά δηλαδή είναι θέμα ανιαρής επανάληψης, διαχειριστικής ρουτίνας και  συνήθειας, γνωστό είναι δε το ιστορικό περιστατικό με την ονομασία «παράδοξο του Κουκ», όπου οι ιθαγενείς των νήσων  Βανκούβερ αρνούνταν απλά να αναγνωρίσουν ως αληθινά τα τεράστια για τα δικά τους δεδομένα πλοία των εξερευνητών, αυτά τα ξύλινα μεγαθήρια, διότι δεν έστεργαν να παραδεχτούν ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν. 

Τόσο η αναγνώριση κάποιων καταρχήν απόκοσμα ξένων όσο και η επικοινωνία μαζί τους καθίσταται βεβαίως πολύ ευκολότερη, αν εισαγάγουμε τη συνθήκη ότι θα είναι ανθρωπόμορφοι ή περίπου. Έτσι συνήθης είναι η παράσταση του δίποδου και δίχειρου εξωγήινου, του οποίου η φυσιολογία κατά βάση ανταποκρίνεται στη δική μας. Αν πάρουμε ως σημείο αναφοράς την πιο πολυσύνθετη SF σειρά, που είναι βέβαια το “Star Trek”, βλέπουμε ότι οι εξωγήινοι μπορεί να έχουν κεραίες, όπως οι Αντοριανοί,[102] μπορεί να έχουν μυτερά αυτιά, όπως οι Ρωμυλιανοί[103] και οι Βουλκάνιοι[104], μπορεί να έχουν αυλακιές στο κρανίο (“cranial ridges”), όπως οι Κλίνγκον[105], αλλά βασικά μάς μοιάζουν.  Ακόμη και πιο εξωτικά πλάσματα, όπως οι Θόλιοι,[106] που έχουν κόκκινο χρώμα, ενεργειακή υφή και κάπως ασαφή εξωτερικά όρια, διατηρούν τη βασική ανθρωπομορφική κατατομή με ένα κεφάλι, δύο χέρια και δύο πόδια. Επίσης και τα υποτιθέμενα καθαρώς ενεργειακά όντα, όπως είναι οι Οργανιανοί[107], παρουσιάζονται σε εμάς με ανθρώπινη παράσταση, ώστε  να μάς είναι κάπως οικεία, σύμφωνα με την παραδοχή του φιλοσόφου Χέγκελ και άλλων ότι σκεφτόμαστε παραστατικά και δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε τίποτε ειμή μόνο υπό μορφή παράστασης.   Η οικεία εικόνα των εξωγήινων που μάς μοιάζουν προδικάζει και μία ευχερή δυνατότητα επικοινωνίας με αυτούς. Ένα σύνηθες μέσον της επιστημονικής φαντασίας είναι ο αυτόματος παγκόσμιος μεταφραστής (“universal translator”), που επιτρέπει στους εξωγήινους χωρίς μεγάλα προβλήματα να μιλούν αγγλικά (και ακόμη πιο συχνά αμερικανικά). Έτσι βέβαια η ιστορία προωθείται και εκτυλίσσεται τάχιστα, αλλά ο συγγραφέας παρακάμπτει το καυτό ερώτημα, πώς είναι δυνατόν όντα τόσο μακρινά και με εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες από εμάς να επικοινωνούν τόσο άνετα μαζί μας.

Όμως το πρώτο στοιχείο της έννοιας του εξωγήινου είναι και πρέπει να είναι το απόλυτα ακατάληπτο, επίμονα ακατανόητο και ολότελα ξένο, διότι μόνο από αυτό περιμένουμε να δοκιμάσει τα όρια των δυνατοτήτων μας για έγκυρη γνώση, που είναι από την εποχή του Καντ το κύριο επιστημολογικό ερώτημα. Άρα η πραγματεία εδώ δεν μπορεί να γίνει με βάση το κλασικό εξωγήινο Σύμπαν του  Star Trek λόγω του ανθρωπομορφισμού, που αναφέρεται παραπάνω. Άλλωστε αυτή η ανεπανάληπτη σειρά και αστείρευτη πηγή έμπνευσης ποτέ δεν είχε ως στόχο την επιστημολογία “per se“ ως αμφιβολία, αλλά περισσότερο ανέπτυσσε τη φιλοσοφία και την οντολογία, καθόσον μάλιστα μέσα σε μία  σαιξπηρική ατμόσφαιρα δραματικών προσώπων (“dramatis personae”), φανταχτερών κοστουμιών και ευρηματικών διαλόγων, τα οποία τόσο εύστοχα είχε τονίσει ο ηθοποιός Christopher Plummer, που έπαιζε τον ναύαρχο Chang στο “Star Trek 6- Undiscovered Country”, κατ’ ουσία όσο πιο πολύ απομακρυνόταν από τις γνώριμες εξωτερικές παραμέτρους, τόσο πιο πολύ εισχωρούσε στη ψυχοσύνθεση ημών των ιδίων, διδάσκοντάς μας μύχιες αλήθειες για τον εαυτό μας.[108] Όπως έλεγε και ο κάπτεν Κερκ στο περίφημο επεισόδιο “The Conscience of the King”, αξιοποιώντας τη σαιξπηρική παιδεία του ηθοποιού William Shatner, που τον ενσάρκωνε, “the play is the thing, wherein I’ll catch the conscience of the king”.

Η περαιτέρω ανάλυσή μας λοιπόν θα διεξαχθεί με βάση  μία τηλεοπτική σειρά θεωρούμενη μεν ως κατώτερη, αλλά εξίσου νοσταλγική και ενδεικτική του αδιεξόδου, στο οποίο είχαν περιέλθει οι συντελεστές της βλέποντας τις ιδέες τους σχετικά με την παρουσίαση των εξωγήινων να στερεύουν. Πρόκειται για το “Lost in Space”, τη γνωστή χιουμοριστική σειρά με το απολαυστικό ρομπότ και τον παραδόπιστο, αλλά διακεκριμένο χρήστη λογοτεχνικών σχημάτων δρ. Zachery Smith. Παράλληλα με τη σειρά αυτή ο ευφυής παραγωγός Irwin Allen γύριζε και άλλες σειρές εξίσου ευφάνταστες, όπως η λατρεμένη από τα παιδικά μας χρόνια «Σήραγγα του Χρόνου» (“Time Tunnel”) και το περιπετειώδες “Journey to the Bottom of the Sea”. Πουθενά αλλού όμως δεν φάνηκε ο συμπαθής Irwin Allen να δυσκολεύεται τόσο πολύ ως προς την παρουσίαση των εξωγήινων όσο στο “Lost in Space”, νιώθοντας ότι η ανθρώπινη φαντασία, επειδή ακριβώς βασίζεται στην παραστατικότητα και άρα κατά βάση στον ανθρωπομορφισμό, τον δέσμευε, τον περιόριζε. Έτσι, αφού έδειξε τον άνθρωπο –καραβίδα, τον άνθρωπο- βράχο, τον άνθρωπο-καρότο, αφού φόρεσε στα πρόσωπα των υποτιθέμενων εξωγήινων όλων των ειδών τις κακομούτσουνες μάσκες, αφού δοκίμασε πάνω τους κάθε εκδοχή κιτς κοστουμιών, περουκών και βαφών, έβλεπε ανήμπορος τις ιδέες του να εξαντλούνται. Τότε, λόγω και της τότε απουσίας ψηφιακής βοήθειας, προσπάθησε να αναπληρώσει τις ελλείψεις και τα εγγενή όρια της εικόνας χαρακτηρίζοντας τους εξωγήινους λεκτικά. Κατωτέρω, έχω συλλέξει τις παρηχήσεις (“alliterations”), που χρησιμοποιούσε ο λογοτεχνικά εμβριθής δρ. Σμιθ για να χαρακτηρίσει κυρίως το ρομπότ  κατά τη διάρκεια των κωμικών τους αντιπαραθέσεων, κατ’ επέκταση όμως και τους εκάστοτε εμφανιζόμενους εξωγήινους, σε μία προσπάθεια να σπάσει κανείς μέσα από το συνδυασμό των λέξεων το φράγμα της ενδεούς εικόνας. Επιχείρησε  δηλαδή εδώ ο Irwin Allen ούτε λίγο ούτε πολύ να μεταφέρει την υπερβατική διαλεκτική του Καντ στο φαινόμενο της γλώσσας σαν νέος Wittgenstein, αντικαθιστώντας την αγωνία του «τι μπορούμε να γνωρίσουμε» από την αντίστοιχη του  «τι μπορούμε να εκφράσουμε». Ιδού λοιπόν οι παρηχήσεις με ίδιο αρκτικό γράμμα επιθέτου και ουσιαστικού , που ενώ εκ πρώτης όψεως έμοιαζαν να απειρίζονται, μετά βίας φθάνουν τις 127.     

  1. addle-pated amateur (κουφιοκέφαλος ερασιτέχνης)
  2. addle-pated armadillo (κουφιοκέφαλο φολιδωτό ζωάκι)
  3. asinine abuser (γαϊδουρινός καταχραστής)
  4. blasted barleycorn (καταραμένος κρασοπατέρας)
  5. blithering booby (ασυνάρτητος ηλίθιος)  
  6. blithering bumpkin (ασυνάρτητος χωριάτης)
  7. blubber-brained booby (ηλίθιος με λιπώδη εγκέφαλο)
  8. bookmaking booby (παράνομος στοιχηματίας ηλίθιος)
  9. brutish breed (κτηνώδης γέννα)
  10. bubble-headed booby (κλαψιάρης κλαυθμηρίζων ηλίθιος)
  11. bumbling birdbrain (παραληρηματικός κοκορόμυαλος)
  12. bumbling bolt-bucket (παραληρηματικός κουβάς με βίδες)  
  13. bumptious booby (φαντασμένος ηλίθιος)
  14. bumptious braggart (φαντασμένος καυχηματίας)
  15. busted barleycorn (θρυμματισμένος κρασοπατέρας)
  16. cackling cacophony (κακαριστός κακόφωνος)
  17. cackling clown (κακαριστός κλόουν- γελωτοποιός)
  18. cackling coward (δειλός που κάνει κο-κο-κο)
  19. callous creature (σκληρόκαρδο πλάσμα)
  20. cantankerous clod (γκρινιάρης χοντροκέφαλος)
  21. careless centurion (απρόσεκτος λεγεωνάριος)
  22. carious companion (σάπιος σύντροφος)
  23. cavorting cybernetic (χοροπηδηχτός κυβερνοοργανισμός)
  24. clanking clapper (κροτών γλωσσίδι κώδωνος)
  25. clattering crackpot (κύμβαλον αλαλάζον ή κροτών λοξάτος)
  26. cold creature (ψυχρή οντότητα)
  27.  collapsing creature (καταρρέουσα οντότητα)
  28. corrupted contraption (διεφθαρμένο εργαλείο)
  29. cowardly clump (δειλός κεφτές)
  30. crawling cockroach (έρπουσα κατσαρίδα)
  31. cruel creature (βάρβαρο βάναυσο πλάσμα)
  32. cumbersome clump (δυσκίνητος επιβαρυμένος όγκος) 
  33. demurring dolt (σοβαροφανής βλαξ)
  34. deplorable dunderhead (αξιολύπητος χοντροκέφαλος)
  35. digital dunce (ψηφιακός μπουμπουνοκέφαλος)
  36. disrespectable dunce (ανάξιος σεβασμού μπουμπούνας)
  37. doddering dunderhead (σαλιάρης χοντροκέφαλος)
  38. evil effigy (διαβολικό ομοίωμα)
  39. floundering flunky (πλακουτσωτός λακές)
  40. galumphing gargoyle (αδέξιος αγαλμάτινος δαίμονας) 
  41.  garrulous gargoyle (φλύαρος δαίμονας κρήνης)
  42. ghouly goose (πτωματοφάγος χήνα)
  43. gibberish goose (παραληρηματική χήνα)
  44. gorgeous garbage (μεγαλόσχημο σκουπίδι)
  45. great goose (πλαδαρή χήνα αμπλαούμπλας) 
  46. hollering hump (κραυγάζων καμπούρης)
  47. ignominious ignoramus (αισχρός αδαής)
  48. ill-informed ignoramus (παραπληροφορημένος αδαής)
  49.  impersonal item (απρόσωπο αντικείμενο- μαραφέτι)
  50. inanimate iron-plate (άψυχη σιδερώστρα) 
  51. incompetent imbecile (ανίκανος βλαμμένος)
  52. insensitive idiot (αναίσθητος πανηλίθιος)
  53. iron-born ingrate (σιδερογέννητος αχάριστος)
  54. irreputable ironclad (ανυπόληπτος σιδερόφραχτος)  
  55. irresponsible idiot (ανεύθυνος πανίβλακας)
  56. jabbering jackanapes (αδόλεσχος αυθάδης)
  57.  juvenile junkpile (εφηβικός σωρός από παλιοσίδερα) 
  58. knocked up knight (τσαλακωμένος ιππότης)
  59. lead-lined Lothario (μολυβδο-επιστρωμένος ερωτύλος)
  60. loathsome lump (μισητός απεχθής κουρελής)
  61. lugubrious laggard (πένθιμος τεμπέλης)
  62. lugubrious lump (πένθιμος κουρελής)
  63. magnificent mobile (μεγαλοπρεπής κινούμενος)
  64. mechanical man (μηχανικός άνθρωπος)
  65. mechanical marvel (μηχανικό επίτευγμα)
  66. mechanical meddler (μηχανικός ανακατωσούρης)
  67. mechanical misfit (μηχανικό μόστροσο- προδιγίοσο) 
  68. mechanical monster (μηχανικό τέρας)
  69. mechanical moron (μωρή μηχανή)
  70. mental midget (νοητικός νάνος)
  71. metallic monstrosity (μεταλλικό ανοσιούργημα)
  72. militant moron (μωρός στρατοκράτης)
  73. mindless machine (άμυαλη μηχανή)
  74. miserable mechanism (άθλιος μηχανισμός)
  75. miserable misfit (άθλιο μόστροσο- προδιγίοσο)
  76. moronic moralizer (μωρός ηθικολόγος)
  77. nauseating noisemaker (ναυτιών θορυβοποιός)
  78. negligent ninny (αμελής μικρόνους- ολιγοφρενής)
  79. nonsensical ninny (ανόητος μικρόνους- ολιγοφρενής)
  80. non-worthy ninny (ανάξιος μικρόνους- ολιγοφρενής)
  81. obsolete oaf (απαρχαιωμένος μαντράχαλος)
  82. oversized oaf (υπερμεγέθης βουτυρομπεμπές)
  83. pitiable pipsqueak (αξιοθρήνητο παιδαρέλι)
  84. platinum-plated pal (πλατινο- σκέπαστος φίλος)
  85. pompous popinjay (πομπώδης παπαγάλος)  
  86. pompous pretender (πομπώδης υποκριτής)
  87. potbellied prankster (χοντρομπαλάς καυχηματίας)
  88. potbellied pumpkin (χοντρομπαλού κολοκύθα)  
  89. preening popinjay (οδοντοκαθαριστής παπαγάλος)
  90. pretentious popinjay (απαιτητικός παπαγάλος)
  91. puny pipsqueak (αδύναμο παιδαρέλι)
  92. pusillanimous pinhead (μικρόψυχη κεφαλή καρφίτσας) 
  93. pusillanimous pipsqueak (μικρόψυχο παιδαρέλι)
  94. quavery quack (τρεμουλιάρης κομπογιαννίτης)
  95. queasy quack (σιχασιάρης κομπογιαννίτης)
  96. ramshackle Romeo (ετοιμόρροπος Ρωμαίος εραστής) 
  97. renegade robot (ρομπότ αποστάτης)
  98. retarded ridicule (καθυστερημένος γελοίος)
  99. ridiculous robot (γελοίο ρομπότ)
  100. ridiculous ruin (γελοίο ερείπιο)
  101. rivet-popping robot (ρομπότ που χάνει εξαρτήματα)
  102. roly-poly rowdy (κοντόχοντρος αληταράς)
  103. rusty Rasputin (σκουριασμένος Ρασπούτιν)
  104. scurrilous scatterbrain (βωμολόχος ξεκούτης)
  105. sententious sloth (αποφθεγματικός βραδύπους)
  106. sickening sentinel (αρρωστημένος φρουρός)
  107. silent sentinel (σιωπηρός φρουρός)
  108. silly sentinel (ανόητος φρουρός)
  109. sleeping sloth (υπναλέος βραδύπους)
  110. sputtering steel-mechanism (εκπτύων ατσάλι μηχανισμός)
  111. stalwart sausage (ρωμαλέο λουκάνικο)
  112. stalwart steward (ρωμαλέος υπηρέτης)
  113. steam-hissing stator (διαρρέων ατμό στάτορας)
  114. teasing tattletale (πολύλογο πειραχτήρι)
  115. tinkering tin-can (χαλκωματικό τενεκεδάκι)
  116. tinplated tattletale (τενεκεδένιος πολυλογάς)
  117. tinplated tintinnabulation (κωδωνίζων τενεκές)
  118. tinplated traitor (τενεκεδένιος προδότης)
  119. treasonous tyrant (προδοτικός τύραννος)
  120. ungrateful underling (αγνώμων υποτακτικός)
  121. vaporous vermin (ατμώδες ζωύφιο)
  122. vicious vermin (φαύλο ζωύφιο)
  123. wacky wrongdoer (εκκεντρικός άδικος)
  124. withering winkle (μαραμένος σάλιαγκας)
  125. worn- out wine-dipper (φθαρμένος βουτηχτής κρασιού)
  126. worthless whelp (ανάξιο σκυλάκι – σκύμνος) 
  127. wretched wiggler (ελεεινός συστρεφόμενος σκώληξ)

Στο σημείο αυτό με δεδομένο ότι το δίδυμο Allen- Smith άφησε εκτός των τρία τελευταία γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου δεν αντέχω στον πειρασμό να τα συμπληρώσω εγώ! Έχουμε λοιπόν:

  1. xenophobic xylophone (ξενοφοβικό ξυλόφωνο)
  2. xerophilous xerophyte (ξηρόφιλο ξηρόφυτο)
  3. X-raying Xerox (ακτινογραφούν φωτοτυπικό μηχάνημα)
  4. yapping yokel (γαυγίζων χωριάτης- αγροίκος)
  5. zinced zombie (τσίγκινος νεκροζώντανος)
  6. zonked out zany (εξουδετερωμένος γελωτοποιός)

Κάπου εδώ λοιπόν τόσο η λεκτική όσο και η παραστατική φαντασία του Irwin Allen εξαντλήθηκε και οι σειρές επιστημονικής φαντασίας, που τόσο διασκέδαζε να δημιουργεί, σταμάτησαν οριστικά και αμετάκλητα. Ο ανθρωπομορφισμός και η παραστατικότητα φαίνονταν να είναι  το απόλυτο δεσμωτήριο της φαντασίας. Ακόμη και αν στα πλάσματα της επιστημονικής φαντασίας προσθέσουμε εκείνα της μυθολογίας (π.χ. τη χίμαιρα, τον γρύπα, τον Μολώχ, τον μονόκερω, τον Πολύφημο, τους κένταυρους, τη Σφίγγα ή ακόμη το ψαρόμορφο πλάσμα, που δίδασκε τους Βαβυλώνιους, τον Οάννη) και πάλι φαινόμαστε ανίκανοι να σπάσουμε το φράγμα των ίδιων μας των παραστάσεων είτε μίας εκάστης χωριστά είτε εν συνδυασμώ. 

Στη συνέχεια θα αναφέρουμε προγενέστερες και μεταγενέστερες προσπάθειες, που επιχείρησαν να καταδείξουν το εγγενές, ενυπάρχον «ξένο» στοιχείο στο πλαίσιο της έννοιας των εξωγήινων, την κατ’ εξοχήν απόκοσμη, “alien” διάσταση, που φιλοδόξησαν να παρουσιάσουν τους εξωγήινους ως κάτι που ξεπερνά το δικό μας παραστατικό ορίζοντα ή τέλος πάντων ευρίσκεται στα όρια των αισθήσεών μας. Στο «Ραντεβού με το Ράμα» π.χ. του Άρθουρ Κλαρκ το τεράστιο διαστημόπλοιο προδίδει ορισμένα από τα μυστικά του, αλλά τελικά εγκαταλείπει το ηλιακό σύστημα χωρίς να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις και χωρίς να αποκαλύψει τον πυρήνα του αινιγματικού εαυτού του. [109] Διατηρεί δηλαδή ένα μυστηριακό πέπλο σε αντίθεση με τους φτωχοδιαβόλους (όνομα και πράγμα) «Επικυρίαρχους», που στο τέλος αποκαλύπτονται ως  ταλαίπωροι θεληματατζήδες μίας υπέρτερης δυνάμεως. Στο “Solaris” του  Stanislaw Lem ο εξωγήινος μπορεί μεν να μην ξεφεύγει από την παραστατικότητα (αφού είναι ωκεανός), αλλά τουλάχιστον με την υποβολιμαία  εκπομπή ερεθισμάτων καταλυτικών για το ανθρώπινο υποσυνείδητο μάς προκαλεί απόκοσμο δέος. Το ίδιο συναίσθημα του απόλυτα ξένου επιχειρεί να  μεταδώσει ο διάσημος αστροφυσικός Fred Hoyle με το σκεπτόμενο «Μαύρο Σύννεφό» του, παρότι κατ’ ουσία η πομπώδης επιστημονικοφανής ιδέα του δεν μάς προχωράει περισσότερο από το επεισόδιο “Obsession” του “Star Trek”.  Ενδιαφέρουσα παρίσταται η σύλληψη των εξωγήινων στο “The mote in a God’s eye” των Larry Niven και Jerry Pournelle. Οι δύο συγγραφείς μάς συστήνουν κάποιους εξωγήινους, που δεν έχουν καταρχήν γένος, αλλά ξεκινούν τη ζωή τους από αρσενικά, γίνονται αργότερα θηλυκά για να τεκνοποιήσουν και μετά τον τοκετό πεθαίνουν. Η αγγλική ονομασία γι’ αυτούς είναι “mote”, δηλαδή «μικροσκοπικό σωματίδιο» ή «μόριο», ενώ οι Γερμανοί το μεταφράζουν ως “Splitter”, δηλαδή «ερεθιστική εκβολάδα» ή «σκλήθρα». Η έλλειψη φύλου ή η παρθενογένεση από μόνη της δεν είναι κάτι τόσο πρωτότυπο, ούτε καν ο απειλητικός υπερπληθυσμός τους, που υποχρεώνει την Ομοσπονδία πλανητών να περικλείσει το ηλιακό τους σύστημα με μόνιμο πολιορκητικό κλοιό. Όμως τα πιο σημαντικά εξωτικά τους χαρακτηριστικά είναι ότι αυτά τα όντα της μάζας δεν έχουν ονόματα, λαμβάνουν δε αντίστοιχα γήινα για λόγους συνεννοήσεως με τους έντρομους πολιορκητές τους, δεν είναι συμμετρικά ως προς το σώμα τους, από τη μία πλευρά δηλαδή έχουν δύο βραχίονες μπορεί και τρεις (πράγμα πρωτότυπο και ίσως ανήκουστο ακόμη και για τα δεδομένα της οργιάζουσας μέσα στην ποικιλία της φύσης) και από την άλλη έχουν λιγότερα ή περισσότερα άκρα. Επίσης «παράγονται» σε πολλά μεγέθη, ξεκινώντας από σκλήθρες «τσέπης», που μπορούν να εισχωρούν στους σωλήνες και τις συνδέσεις των μηχανημάτων και να τα αχρηστεύουν, με παράλληλη εκπροσώπηση όμως τόσο του μεσαίου μεγέθους, που είναι οι διαπραγματευτές, έως και του μεγέθους γίγαντα, που είναι οι πολεμιστές. Η ιδέα αυτών των εξωγήινων φάνηκε τόσο εξωτική, ώστε ενέπνευσε το μεγάλο φυσικό Gregory Benford να γράψει ένα πρόλογο για το σχετικό έργο. Το ενδιαφέρον δεν συνεχίστηκε, γιατί η μετέπειτα εκδοθείσα συνέχεια του έργου με τίτλο “Gripping Hand” δεν είχε ανάλογη επιτυχία, παρουσιάζοντας στην πραγματικότητα τους εν λόγω εξωγήινους ως αντιμαχόμενες … αραβικές φυλές, πάμπτωχες και ενδεείς, που προσπαθούν απλά να λύσουν την πολιορκία του συστήματός τους. Τελικά το ζήτημα λύνεται με έναν ορρό στείρωσης, που επιτρέπει τον έλεγχο του υπερπληθυσμού! Ο ίδιος ο Benford θεωρεί ότι η επικοινωνία με τους εξωγήινους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την «διαισθητικότητα» (“intuitionism”), φέρνοντας το παράδειγμα του ιδίου, που όταν ήταν νέος, ασκούσε το επάγγελμα του ελεγκτή φύλου των κοτόπουλων (“chicken sexer”), έπιανε δηλαδή το κάτω μέρος των νεογέννητων πουλερικών, στην πραγματικότητα μικρών σφαιρών από χνούδι, για να διαπιστώσει αν ήταν θηλυκά ή αρσενικά, παραδόξως δε μετά από ένα χρονικό διάστημα αποκτούσε ένα είδος διαισθητικής γνώσης, που τού επέτρεπε να διακρίνει το φύλο τους σε ένα ποσοστό 95 %. Βέβαια και ο ίδιος διευκρινίζει ότι η «διαίσθηση», όπως την εννοεί, είναι ένα είδος κλειστού  κυκλώματος επικοινωνίας με το μέλλον, την πραγματεύεται δε ειδικότερα στα γνωστά έργα του “Cosm” και «Timescape”.

Ποιος είναι λοιπόν ο καταλληλότερος τρόπος προσέγγισης των εξωγήινων και κατ’ επέκταση του αγνώστου, του καντιανού «πράγματος καθ’ εαυτό»; Ο Χέγκελ δίδει την εξής λύση, όπως είπαμε και ανωτέρω: Κάθε ον έχει δύο οντολογικές- φιλοσοφικές διαστάσεις, είναι πράγμα «καθ’ εαυτό», όπως δηλαδή παρουσιάζεται έξωθεν ως μορφή, και δεύτερον «δι’ εαυτό», όπως το ίδιο έσωθεν βλέπει τον εαυτό του. Υπάρχουν πράγματα, που έχουν σαφώς περιγεγραμμένο «καθ’ εαυτό», έχουν δηλαδή εξωτερική εμφάνιση για όλους αντιληπτή, όπως είναι π.χ. ένα ποτήρι, αλλά είναι εσωτερικά αδρανή (ή τουλάχιστον έτσι υποθέτουμε). Διαμέσου μίας ασύλληπτης ποικιλίας, ενός μακροσκελούς τοπίου- εκθετηρίου από ενδιάμεσες μορφές, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος, που λόγω του ότι φύσει και θέσει αποτελεί το επιτελείο και το ορμητήριο της παρατήρησης, ευρίσκεται στο μέσον μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου, καταλήγουμε σε όντα με πολύ ασαφές «καθ’ εαυτό», αλλά αντιθέτως πολύ ισχυρό «δι’ εαυτό», όπως είναι ο Θεός, η μοίρα, η κοινωνία, η φύση. Αυτά τα όντα δεν τα βλέπουμε τουλάχιστον στη συνολικότητά τους, καταλαβαίνουμε όμως την ύπαρξή τους, από τις επιπτώσεις τους, από τις επιρροές ή επήρειες που ασκούν στη ζωή μας. Ας είμαστε λοιπόν ανοιχτοί σε συμπαντικές επιρροές. Ό, τι στην επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας λέγεται εμπιστοσύνη και αγάπη, ας ειπωθεί «άνοιγμα ή διάνοιξη σε κοσμικές επιρροές», όσο αφορά στα πλάσματα, που υπερβαίνουν τον ορίζοντα της αντίληψής μας. Βέβαια ένα τέτοιο άνοιγμα, μία τέτοια «κοσμική ή συμπαντική εμπιστοσύνη» ως γνωσιολογικό εργαλείο, μία συναγωγή συμπερασμάτων με βάση μη αντιβαίνουσες προς τα πραγματικά γεγονότα θεωρίες, λογικά και  νοητικά τεκμήρια ή αναλογίες μεταξύ διαφορετικών επιπέδων, καθώς και η μελέτη των επιπτώσεων μη επιβεβαιωμένων ή αποδεδειγμένων πλασμάτων, εσφαλμένα θεωρούμενων ως υπερβατικών,  στην καθημερινή ζωή μας,  μπορεί να διευρύνει τα όρια της έρευνας και σε φαινόμενα, που συνήθως εξορίζονται από τη θετικιστική αντίληψη σ’ ένα χώρο ανύπαρκτης  μεταφυσικής, όπως είναι η μελέτη της ψυχής, του θανάτου κ.λπ., αλλά όμως αποτελούν και αυτά καθ’ όλα αντικείμενο της επιστήμης σύμφωνα με την εγελιανή ολιστική αντίληψη.

Στο σημείο αυτό θα πραγματευτούμε δύο δυσχερείς πτυχές αναφορικά με την έννοια του εξωγήινου και του απόλυτα ξένου προς εμάς που φανερώνουν το αδιέξοδο, στο οποίο περιπίπτει η φαντασία, όταν επιχειρεί να εξηγήσει το παράδοξο της ζωής καταφεύγοντας σε παράγοντες ή ποιητικά αίτια ευρισκόμενα εκτός ημών.

α) Συχνά οι εξωγήινοι, που παρουσιάζονται στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας θεωρούνται και από τον ίδιο τον συγγραφέα «λίγοι» για να διατηρήσουν ένα υψηλό αφηγηματικό πρότυπο και να συγκρατήσουν το δραματικό ενδιαφέρον του θεατή, οπότε καταλήγουν να είναι αγγελιοφόροι κάποιας επικείμενης συμφοράς, την οποία πρόκειται να προκαλέσουν κάποιοι παντοδύναμοι τρομακτικοί ισόθεοι κακοί δαίμονες, μη εμφανιζόμενοι, αλλά υποσχόμενοι μία αόριστη συναρπαστική πλοκή, μηδέποτε επακολουθούσα.    

Έτσι, στην τριλογία του Alastair Reynolds, συγκροτούμενη από τα έργα “Revelation Space”, “Redemption Ark” και “Absolution Gap” οι καλοί εξωγήινοι Amarantin χτίζουν τον Κέρβερο, έναν ολόκληρο τροχιακό σταθμό, στο οποίο αφενός μεν βρίσκουν καταφύγιο μετατρεπόμενοι σε μήτρα κομπιούτερ, αφετέρου εκπέμπουν προειδοποιητικό σήμα εναντίον μίας υποτιθέμενης φονικής εξωγήινης μάστιγας, υπεύθυνης για την  αραιοκατοικημένη κατάσταση και πληθυσμιακή διασπορά του σύμπαντος.

Στο τέλος της τριλογίας και συγκεκριμένα στο “Absolution Gap” αποφασίζει και αποτολμά ο Alastair Reynolds να μάς αποκαλύψει σε τι συνίσταντο αυτοί οι τρομεροί εξωγήινοι, τους οποίους οι Amarantin φοβούνταν. Παρουσιάζονται λοιπόν αυτοί ως ένα είδος μηχανικών λύκων- εξολοθρευτών, αλλά εγείρεται αμέσως το ερώτημα ποιοι τούς έχουν προσλάβει και κινητοποιήσει. Μέσω μίας κοσμοθεωρίας αλλεπάλληλων εφαπτόμενων κοσμικών μεμβρανών καταλήγει ότι οι υποκινητές τους είναι κάποιες σκιές που κρύβονται σε ένα εναλλακτικό σύμπαν. Αλλά και αυτές οι σκιές, όμοιες με εκείνες της σειράς επιστημονικής φαντασίας Babylon 5, είναι πολύ αόριστες για να ικανοποιήσουν το νου των αναγνωστών, οπότε ο συγγραφέας καταφεύγει σε εξεζητημένες κατασκευές, όπως είναι τα αρθρόποδα- κτίστες φωλεών- παραγωγοί κογχυλιών και οι γυμνοσάλιαγκες που τα κυβερνούν, καθώς και ένα είδος μελίγκρας που παίζει το ρόλο οικολογικού αφομοιωτή, οδηγώντας την ενδιαφέρουσα σειρά του σε πλήρη απομυθοποίηση! Βλέπουμε ότι το όριο της παραστατικότητας δεν μπορεί να παραβιαστεί. Ό,τι φαίνεται συναρπαστικό, ελκυστικό και απόκοσμο για τη φαντασία ως μυστήριο απομυθοποιείται και απομαγεύεται εντελώς όταν αποκαλυφθεί.

Στο Quofum του Alan Dean Foster παρουσιάζεται ένας πλανήτης με οργιώδη βλάστηση, πολυάριθμους νυκτόβιους οργανισμούς και απίθανους εξωγήινους (εντομοειδείς, ζελατινώδεις, σκληρόδερμους, ακανθωτούς και κελυφώδεις). Τελικά όμως προκύπτει ότι ο πλανήτης αυτός ήταν ένα καταφύγιο, συχνά κρυπτόμενο σε εναλλακτική διάσταση, προκειμένου οι πλειονόχειρες (κατά το εκατόγχειρες) κατασκευαστές του να προσελκύσουν κάποια νοημοσύνη, ικανή να ενεργοποιήσει το φοβερό τους όπλο, που είχαν εγκαταστήσει στο Μέγα Ελκυστή, το βαρυτικό κέντρο των γαλαξιών, αλλά είχαν ξεχάσει εν τω μεταξύ πώς λειτουργεί! 

Στην τριλογία Gateway του Frederic Pohl οι καλοί εξωγήινοι (Heechees) κρύβονται δειλά μέσα στις μαύρες τρύπες για να γλιτώσουν από κάποιους κακοποιητικούς και διαβολικούς παράγοντες που ποτέ δεν εμφανίζονται.

Στο Heaven’s Shadow των David Goyer και Michael Cossutt, γνωστών σεναριογράφων και επαϊόντων της χολιγουντιανής παραγωγής επιστημονικής φαντασίας, οι εξωγήινοι στην αρχή εκκολάπτονται από κύστεις σε ένα περιβάλλον κυψελών, κοραλλιών και κρυστάλλων, εκτυλίσσονται ως ανοιγόμενοι ονίσκοι- πολύποδες – κουβαρίδες και δρουν ως φρουροί αποκεφαλιστές. Αυτοί κάπου απορρίπτονται από τους ίδιους τους συγγραφείς ως ανεπαρκείς και αντικαθίστανται από αναστημένους συγγενείς των πρωταγωνιστών. Τελικά αποδεικνύεται ότι πίσω από τις αναστάσεις κινούν τα νήματα κάποια όντα με τέσσερις βραχίονες και πρόσωπο αποτελούμενο από πολλά επίπεδα και ανταύγειες. Στη συνέχεια όμως αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω όντα είναι στην πραγματικότητα ενεργειακά και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να αγωνιστούν και να πολεμήσουν εναντίον κάποιων αρχετυπικών κακών, γι’ αυτό αναζητούσαν υποψήφιους υλικούς βοηθούς, που να μπορούν να σηκώσουν τα άρματα απέναντι στη Νέμεσή τους.    

β) Πολύ συχνά επίσης οι εξωγήινες οντότητες παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι κάποιου ακόμη πιο ισχυρού παράγοντα που όμως κρύβεται πίσω από τα παρασκήνια και δεν φαίνεται.

Έτσι στο Rama Revealed παρουσιάζονται διάφοροι εξωγήινοι, κυρίως οι πολύ ικανοί χταποδο- αραχνίδες, που ενεργούν για λογαριασμό της ύψιστης συμπαντικής νοημοσύνης,  του Θεού, έχοντας στην υπηρεσία τους στρουθοκαμηλόσαυρους, τους οποίους ιππεύουν, όντας μαζί με τους γήινους απαχθέντες επιβάτες σε ένα τεράστιο σκάφος μαζί με άλλους ομοιοπαθείς. Το διαστημόπλοιο Rama III έχει αποστολή να μελετήσει τις υπάρχουσες φυλές του γαλαξία με ένα συγκεκριμένο σκοπό, να διαπιστώσει δηλαδή ποιες είναι οι πιο κατάλληλες από αυτές, ώστε να μπορέσουν να συμβιώσουν αρμονικά σε ένα σύμπαν χωρίς μίσος και αλληλοσπαραγμό.   

Άλλοι εξωγήινοι είναι οι μυρμηγκόγατοι (βαφτισμένοι από τον Richard Wakefield, συνδυασμός της ελληνικής λέξης «μύρμηξ», λόγω της μυρμηγκοειδούς εμφάνισής τους και της αγγλικής λέξης «cat» λόγω του αιλουροειδούς παρουσιαστικού τους και του χαρακτηριστικού της ευκινησίας), που ήταν ένα φύσει ετερόμορφο είδος, του οποίου η τελική μορφή ήταν ένας μεγάλος διαδραστικός νοήμων βρόχος, ικανός να καλωδιώνεται απευθείας με τον ανθρώπινο εγκέφαλο μέσω ενός δικτύου ινών, συνδεδεμένων  με το σώμα μας, ενώ μπορούσε να συνυπάρχει σε συμβίωση και με ένα άλλο νοήμον «πτερωτό» είδος.

Υπάρχει και η ουδόλως καταφρονητέα αρχαιοελληνική αντίληψη, που παρότι εκ πρώτης όψεως σχετίζεται με την αστρολογία, ίσως είναι εντέλει, μέχρις αποδείξεως του εναντίου,  η μόνη νηφάλια: ότι ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Όσο και να ψάχνουν με τα τηλεσκόπιά τους και να σαρώνουν τους ουρανούς με τους υπερσύγχρονους ανιχνευτές τους, το μόνο που θα αποκομίζουν θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, όπου βέβαια πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη πως συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την (έστω και επαυξημένη) όραση, πράγμα που έχει επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, αποκλείεται ποτέ να αποδειχθεί πειραματικά, όπως θα πρότειναν οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι ενδεχομένως γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολλοί αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφή  μαγνάδια ή πυκνοϋφείς μεμβράνες, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Και ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Ο Δίας και οι υπόλοιποι θεοί που διενεργούσαν καταστερισμούς.[110]

Συμπέρασμα: Η διέξοδος προς τους άλλους, το να σκεφτούμε δηλαδή ότι το υποκείμενο μπορεί να είναι κάποιος σαν κι εμάς και να προσπαθήσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο να το περιγράψουμε, δεν μάς βοήθησε να εξιχνιάσουμε την έννοια του υποκειμένου. Ακόμη και η παράσταση του Θεού -πατέρα είναι ανθρωποκεντρική και εντέλει μη πειστική για όσους διατηρούν ψήγματα αμφιβολιών ως προς τις πεποιθήσεις τους. Από την άλλη, όσο κι αν φανταζόμαστε κάτι εξωγήινο, κάτι εντελώς απόκοσμο και ξένο προς την εμπειρία μας, ώστε να διευρύνουμε ή να εμβαθύνουμε την έννοια του υποκειμένου, που μπορεί να στελεχώνει το Σύμπαν, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το αμείλικτο όριο της παραστατικότητας. Αναγκαστικά θα επιστρέψουμε στον εαυτό μας, κανείς όμως δεν μπορεί να ορίσει τον εαυτό του. Έτσι λοιπόν μοιραία θα επιστρέψουμε σε κάτι αόριστο, απροσδιόριστο, συγκεχυμένο, ενεργειακό, που δεν θα είναι όμως πια αφηρημένο, αλλά πιο συγκεκριμένο, αφού καταλήξαμε σ’ αυτό δια της εις άτοπον απαγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22ο:

ΣΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΡΤΗΣΣΟΥ

Περί το τέλος της περιπλάνησής τους στο Ναυτικό ωκεανό των Ποντοπόρων οι ταξιδιώτες έφτασαν στα υψώματα της Ταρτησσού, που ήσαν πρακτικά οι πρώτες υπώρειες και πλαγιές του Ολύμπου. Για ένα διάστημα, όπως έκαναν παντού, οι ήρωές μας κινήθηκαν μυστικά μέσα στον αρκετά πυκνό πληθυσμό της περιοχής μέχρι να εγκλιματιστούν σε πρόσωπα και πράγματα, ώστε να μην εγκληματήσουν (λογοπαίγνιο!) Υπενθυμίζουμε ότι το πρωταρχικό σχέδιό τους παρέμενε η φόνευση του Δία ως εκδίκηση για το άγος του Τιθωνού, όπου εκεί ο Ζευς επέδειξε μία απερίγραπτη κακότητα, που δεν θα ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή. Βέβαια, επί μίας τέτοιας πρόθεσης που δείχνει πλήρη άγνοια κινδύνου και έρχεται σε αντίθεση με όλα τα δεδομένα της πραγματικότητας, η λέξη «φιλοδοξία ή φιλόδοξος» χάνει τη σημασία της, γι’ αυτό το λόγο, αν δεν κάνουμε λάθος, σε κάποιο σημείο έχουμε χαρακτηρίσει την επιχείρηση ως αποστολή αυτοκτονίας και αυτό ακριβώς ήταν. Μία αποστολή αυτοκτονίας, όπου οι τρεις μετέχοντες, αν βγάλεις έξω τον Εχέδωρο που ήταν ΤΝ, έλαβαν μέρος για δικούς τους λόγους. Ο Δαίδαλος για να αποσύρει συνειδητά την κηδεμονία του από τον Ίκαρο και να τον αφήσει επιτέλους λίγο ελεύθερο, μη φοβούμενος να μείνει μόνος, υπολογίζοντας ότι η μεγάλη του μηχανική και εφευρετική δεινότητα θα αποθάρρυνε τους διώκτες ή τους συλλήπτορές του από το να τον βλάψουν, η Ηώ διότι πίστευε πράγματι ότι θα μπορούσε να σκοτώσει τον Δία, αλλά και διότι, όπως όλοι οι τρομεροί πολεμιστές, δεν πολυνοιαζόταν για τη ζωή της θεωρώντας ότι έχει ζήσει τα πάντα και μάλιστα με τον πιο έντονο τρόπο, και ο Τιθωνός γιατί πολύ απλά δεν είχε τίποτε να χάσει.             

 Μία ημέρα, ενώ οι τρεις οι φίλοι που τρώνε το τριφύλλι περιπλανώνταν αχασβήρως στην αγορά για ξεκάρφωμα, αγοράζοντας ελάχιστα λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού λιτότητας ήρθε σε επαφή μαζί τους ένας εκπρόσωπος του τοπικού επιχειρηματία και μαικήνα των τεχνών Δηίφοβου. Για να μη νομίζετε ότι δεν το ξέρουμε, Δηίφοβος ήταν ο αδελφός του Έκτορα, εν προκειμένου όμως το όνομα ήταν συνδυασμός των ονομάτων των δύο γιων του Άρη και των συνώνυμων δορυφόρων του πλανήτη Δείμου και Φόβου. Συχνά μάλιστα ο γνωστός επιχειρηματίας έγραφε το όνομά του «Δείφοβος» προκειμένου κατά περίπτωση να τιμήσει, να εξευμενίσει ή και να γλείψει τον βροτοκτόνο, οπλοφόρο, οπλοχαρή, οβριμόθυμο,[111] πολεμόκλονο,[112] τειχεσιπλήτη[113]  Άρη και τους θεούς του Ολύμπου.   

Την ημέρα του Άρη λοιπόν, όπως ήταν και το πρέπον (να υπενθυμίσουμε ότι οι μέρες της εβδομάδας στην αρχαιότητα ήσαν: του ήλιου, της σελήνης, του Άρη, του Ερμή, του κεραυνοβόλου Δία, της Αφροδίτης και του Κρόνου), την πιο καθημερινή ημέρα για τις συναλλαγές και την αγορά, μία ώρα μετά τη χαραυγή, ώρα πρωινή πού ‘χει χρυσό στο στόμα, οι τρεις καβαλάρηδες πάνω σε δανεικά άλογα και με συνοδεία υπαλλήλων και υποτακτικών του επιχειρηματία, ως εκδήλωση αβρότητας και φιλοφροσύνης, ξεκίνησαν για την έπαυλη του Δηίφοβου. Ένα σωρό αρειανοί κρασπέδωναν εκείνη τη στιγμή ακροβολισμένοι τα τείχη και τα παράθυρα, ενώ στους δρόμους η παρουσία τους ήταν πολύ πιο πυκνή και προκαλούσε οχλοβοή και τύρβη, καθώς οι έμποροι διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους και οι υποψήφιοι πελάτες αρνούνταν εμφατικά να αγοράσουν.

Ο Δηίφοβος τούς υποδέχτηκε μπροστά από την έπαυλή του φορώντας επιδεικτικά μία απομίμηση της στολής του θεού Άρη με απαστράπτοντα θώρακα, κόκκινη μπέρτα ή φαρδύ πανωφόρι -αμπέχονο ράχης και κράνος με εμφανές λοφίο, ελληνικό και όχι με ασιατική καλύπτρα, με την οποία συχνά παρουσιάζεται στις απεικονίσεις του και στα αγάλματά του ο θεός. Ο μιμητισμός του και η δουλοπρέπεια προς τον πολιούχο και πλανητούχο θεό ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Στο πλάι του ήταν παρατεταγμένη ολόκληρη κουστωδία, πράγμα που προσέδιδε μεγάλη επισημότητα στην υποδοχή και μάλλον εξανέμιζε και την τελευταία μη δικαιολογημένη ελπίδα μυστικότητας ή διακριτικότητας αναφορικά με την αποστολή.

«Γειά σου κροκόπεπλη, ροδοδάκτυλη και ροδόσφυρη Ηώ, κόρη του υπέρλαμπρου Υπερίωνα και της Θείας, Ηώς, Εώς και Αυγή ή όπως αλλιώς σε λένε», προσφώνησε την κύρια καλεσμένη του με σεβασμό ο Δηίφοβος σε μια εποχή που οι προσφωνήσεις, όπως και τα ονόματα, όπως και οι πράξεις έπαιζαν μεγάλο ρόλο. «Πέρασε αμέσως μαζί με τους πειναλέους φίλους σου στο τραπέζι που έχω ετοιμάσει για σάς, ώστε να συζητήσουμε σπουδαία θέματα που δεν επιδέχονται αναβολή».         

Από τη στιγμή που ο Δηίφοβος γνώριζε την ταυτότητά της, η Ηώ δεν είχε κανένα λόγο να κρυφτεί και είχε φορέσει τη στολή εξόδου της, από μέσα χρυσοπράσινη κι απ’ έξω ερυθρόλευκη, έτσι ώστε λόγω των πολλών φωσφορισμών και ιριδισμών κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποια τμήματα της περιβολής ήσαν σκληρά, τυλώδη, κελυφώδη και θωρακικά και ποια ήσαν μαλακά και εύκαμπτα, ώστε να εξασφαλίζουν την ευκινησία σε περίπτωση μάχης. Παίρνοντας τα ηνία της συζήτησης από την αρχή, αφού αφίππευσε με θηλυκή χάρη, άρπαξε τον Δηίφοβο από το προεξέχον της πανοπλίας ύφασμα και κόντεψε να τον σηκώσει στον αέρα.

          «Να λείπουν τα σχόλια για τους συνεργάτες μου, Δείφοβε, αν δεν θέλεις εδώ και τώρα να σού διδάξω τι σημαίνει δέος και τι σημαίνει φόβος. Αποδέχτηκα την πρόσκλησή σου για δύο λόγους: Πρώτον, θέλω να μάθω πώς έμαθες ποιοι είμαστε και μάς προσέγγισες. Δεύτερον, αφού για να μάς καλέσεις, προφανώς θέλεις κάτι από εμάς, θέλω να σού ζητήσω σαν αντάλλαγμα να μάς δώσεις κάποιον οδηγό ή κάποιες οδηγίες για να εισχωρήσουμε περισσότερο στην επικράτεια του Ολύμπου. Να μάς δώσεις μάλιστα και κάποια βαριά πανωφόρια για να μη πουντιάσουμε».

          «Δυναμική και βαρυχέρα Δέσποινα, βλέπω ότι δεν ενδιαφέρεστε να γνωριστούμε καλύτερα και δεν σάς αρέσουν τα προκαταρκτικά. Όλες οι απορίες σας θα λυθούν πάραυτα μεταξύ τυρού και απίου (αχλαδιού), όταν καθίσουμε για το γεύμα. Μάλιστα, ενόψει της βιασύνης σας, προτείνω να παραλείψουμε τυχόν προάριστα ή ορεκτικά ποτά και να περάσουμε κατευθείαν στο τραπέζι», είπε τρέμοντας και δικαιώνοντας πολλαπλώς το όνομά του ο Δηίφοβος.

Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, όπου τούς σερβιρίστηκαν κουνέλια κι άλλα κρέατα, ψάρια, μέλια, καρύδια, σύκα και μήλα  και γενικά όσα αναφέρουν οι Δειπνοσοφιστές εκτός από την Αφροδίτη την Καλλίπυγο (και όχι Στεατόπυγο). Παρά ταύτα η ατμόσφαιρα ήταν παγερή και οι τρεις ταξιδιώτες δεν άγγιζαν το φαγητό προφανώς φοβούμενοι το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης. Κάθε προσπάθεια του Διήφοβου να δρομολογήσει προσυνεδριακή αδολεσχία- φλυαρία κοινώς ψιλοκουβέντα, έπεφτε στο κενό. Στο τέλος, κάθε φιλοφροσύνη συνοδευτική της συνάντησης ξεγυμνώθηκε και αποφλοιώθηκε, αφήνοντας χώρο μόνο για λακωνική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν, χμ…», ψέλλισε ο Δηίφοβος, «ας περάσουμε στο λόγο, για τον οποίο είστε εδώ».

   Πάτησε ένα κουμπί και αμέσως εμφανίστηκε δίπλα στο τραπέζι ολογραφική προβολή, που παρίστανε έναν άνδρα με γυρισμένη την πλάτη, πράγμα που βεβαίως ήταν ενορχηστρωμένο σκηνοθετημένο εύρημα για να αυξήσει την αγωνία των παρισταμένων.  

Ο άνδρας έκανε μια στροφή γύρω από τον άξονά του και ήταν …ο Αγοραίος, ο Ελευθέριος, ο Όρκιος, ο Αιγιδούχος, ο Αλάστωρ, ο Αλεξίκακος, ο Καθάρσιος, ο Μηχανεύς, ο Λιμενοσκόπος, ο Μειλίχιος, ο Λυκαεύς-  τα επίθετα είναι άπειρα και για να παρατείνω την αγωνία των αναγνωστών παρέθεσα τα πιο άγνωστα προσωνύμια και προσηγορίες και δεν αναφέρθηκα στα πιο γνωστά Μητίετα, Νεφεληγερέτα κ.λπ. -ναι ήταν ο Δίας.

«Ηώ, σαν να μού φαίνεται ότι παρατράβηξε αυτή η ιστορία, πήγε πολύ μακριά η χειραποσκευή, όπως λέει και ο λαός. Αρκετά σε άφησα να ηλιάζεσαι, να συργιανίζεις, όπου βέβαια για τον Τιθωνό το «σύρω το πόδι μου» είναι όνομα και πράγμα, και να περιδιαβάζεις χωρίς συνέπειες μέσα στην επικράτειά μου. Ξέρεις κάποιοι λένε ότι και ο περίπατος είναι συνταγματικό δικαίωμα, που πρέπει άρα να παραχωρηθεί ή να αναγνωριστεί από τον ηγέτη. Εννοείται βέβαια ότι από την πρώτη στιγμή που προσαριστήκατε, κατά το προσγειωθήκατε, σάς έχω υπό στενή παρακολούθηση με εικονοληπτικές μηχανές, καταγραφείς και μη επανδρωμένους κηφήνες. Τόσο καιρό, εγώ και οι συνεργάτες μου παρακολουθούσαμε μέσω ολογραφικής προβολής τις αξιολύπητες περιπέτειές σας και τους ανεκδιήγητους άθλους σας, που ήταν όλοι για κλάματα, και γενικά ξεκαρδιστήκαμε και σπάσαμε πολλή (μαλακο-) πλάκα[114] με τις υποτιθέμενες κακουχίες σας. Κάποτε όμως όλα τα αστεία έχουν ένα τέλος, ιδίως όταν προχωρούν πολύ, όπως εσύ που έφτασες πολύ κοντά στα ενδιαιτήματά μου. Γι’ αυτό σε διατάζω αυτή τη στιγμή να πάρεις το κουτσό σου κατοικίδιο και τον ωρολογά ψευτο-τεχνίτη σου – μηχανικό της λίθινης εποχής και να τσακιστείτε να γυρίσετε πίσω στα κατσάβραχα της Γης και στη λασπουριά του πηλού, απ’ όπου με τόσο θράσος αναδυθήκατε».

«Νευράκια, βλέπω, Δία, και μόνο για το γεγονός ότι πλησιάζουμε, φαντάσου να είχαμε ήδη φθάσει ήδη στη χειμερινή και θερινή σου έδρα, τότε θα πήδαγες σαν μαϊμού! Αποκαλείς εμάς πλάσματα του πηλού, ενώ εσύ και οι όμοιοί σου είστε εκείνοι, που εξοκείλατε στον κόσμο μας μέσα απ’ τη σκουληκότρυπα, είστε δηλαδή εξωδιαστημικά σκουλήκια και εξωδιαστατικά έντομα και παράσιτα και όλη αυτή η προπαγάνδα ότι τάχα ήλθατε από τα βάθη της Ανατολής είναι παραμύθια της Χαλιμάς. Δεν είστε καν άνθρωποι, δεν έχεις καμία εξουσία να με διατάξεις, δεν υπάγομαι σε σένα και δεν λογοδοτώ σε σένα.»

«Χονδρή καλοθρεμμένη πλαδαρή Ηώ», είπε ο Δίας που άρχισε να κοκκινίζει επικίνδυνα από θυμό, «είσαι σε μη εξουσιοδοτημένη αποστολή. Ο Σείριος δεν σάς αναγνωρίζει και ο Προμηθέας διαρρηγνύει τα ιμάτια του ότι δεν έχει καμία σχέση μαζί σας. Μπορούμε να μάθουμε, αν έχετε την καλοσύνη, για ποιο λόγο είστε εδώ;»

«Όταν η αδικία και η κακότητα υπερβεί ορισμένο όριο ή μάλλον κάθε όριο, τότε ο Κώδικας των τιτάνων, το ψήφισμα του Δημοφάντους, το εξελικτικό απόλυτο του γένους μας, μάς εξουσιοδοτεί απευθείας. “Εάν τις δημοκρατίαν καταλύη την Αθήνησιν, ή αρχήν τινα άρχη καταλελυμένης της δημοκρατίας, πολέμιος έστω Αθηναίων και νηποινεί τεθνάτω, και τα χρήματα αυτού δημόσια έστω, και της θεού το επιδέκατον. Ο δε αποκτείνας τον ταύτα ποιήσαντα και ο συμβουλεύσας όσιος έστω και ευαγής”. Και κάποιο συμπαθητικό σύνταγμα κάποιας πόλης- κράτους που ξέρω λέει: “Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.” Γι’ αυτό κι εγώ, ήλθα να σε σκοτώσω. Θα σού σπάσω το κεφάλι με τους αλτήρες, που κρατάνε οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων στο Μουσείο της Νεάπολης.»

Ο Δίας έβαλε τέτοια γέλια, αναλύθηκε σε τέτοιους βαρείς, ηχηρούς και ανεξάντλητους αρχαϊκούς γέλωτες, ώστε αν δεν βρισκόταν κάτι ή κάποιος να τον διακόψει, ίσως γελούσε μέχρι και σήμερα.

«Εσύ, ας γελάσω. Εσύ δεν είσαι αντίπαλος για μένα. Όταν κυπτάζω προς το μέρος σου, βλέπω ένα αιμόφυρτο όγκο δεμένο στο άρμα μου, ένα τσακισμένο κορμί ενός άθλιου παχέος ζώου να σαπίζει στον ήλιο. Άμα θέλεις να διασταυρώσουμε κάτι άλλο, αντί για τα ξίφη μας, το συζητάμε, γιατί παρά τις άπειρες ερωτικές μου εμπειρίες, δεν έχω κάνει ποτέ σεξ με χοντρή και ίσως να έχει και αυτό τις απολαυές του. Μού τρέχουν τα σάλια, άμα φανταστώ το μέγεθος του αιδοίου και των βυζιών σου. Κι όσο για το ότι έρχεσαι εδώ ως τιμωρός του δικαίου και υπερασπιστής της δημοκρατίας, αυτά να πας να τα πεις σε κανένα αδαή και όχι σε μένα. Το μόνο που σε πειράζει είναι ότι έβαλες τον εραστή τσέπης, που έχεις ενθυλακώσει στο θυλάκιο του ενδύματός σου, στο κάδο του πλυντηρίου μου και σού τον έβγαλε στραγγισμένο! Ποιος σάς είπε να γίνετε μαθητευόμενοι μάγοι σε τεχνολογία που δεν καταλαβαίνετε, εσείς οι πρωτόγονοι κοιλιάκανθοι; Μού ‘θελες και αθανασία για το έκτρωμα, για το βδέλυγμα, για το μόστροσον, για το προδιγίοσον!  Πάρε αθανασία τώρα να βάλεις και στη τσέπη σου (κυριολεκτικά)!»

«Είσαι αισχρός! “Τους μεν κενούς ανθρώπους το πνεύμα διίστησι, τους δε ανοήτους το οίημα”,[115] έλεγε ο Σωκράτης. Ο Ευριπίδης έλεγε: “Βαρύ το φόρημα οίησις ανθρώπου κακού”[116], αλλά μετά μάς τα χάλασε λέγοντας “Ο Ζευς κολαστής των άγαν υπερφρόνων”, που σημαίνει ότι τελούσε σε πλήρη σύγχυση, επειδή τον απατούσε η γυναίκα του. Εσύ να τιμωρήσεις τους υπέρφρονες, όταν ο μεγαλύτερος υπέρφρονας και κομπορρήμονας και οιηματίας είσαι εσύ; Εκτός βέβαια, αν δεχθούμε την άγια υποκρισία ότι τιμωρείς όλους τους άλλους για αμαρτήματα που διαπράττεις και ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση σε καλώ να με αντιμετωπίσεις στο πεδίο, χωρίς τα τεχνολογικά σου εξαρτήματα, τις μικροεφαρμογές και τις μικροσυσκευές σου[117], χωρίς να ρίχνεις πυραύλους, αστραπές και βροντές και χωρίς να κλέψεις την Αιγίδα, που’ χει πάνω της πασαλειμμένο το κεφάλι της Μέδουσας, από αυτή την ξυλαγγούρω την Αθηνά. Και βέβαια το πιστεύω ότι εξήγαγες από το κεφάλι σου έναν γόνο που έχει περισσότερο μυαλό από σένα, αυτό δεν είναι δα και δύσκολο! Αλλά να παίρνεις όπλα κι απ’ αυτήν κι από άλλους, προκειμένου να καλύψεις τη γύμνια σου, αυτό είναι η μεγαλύτερη ξεφτίλα για ένα πολεμιστή. Αλήθεια, δεν ντρέπεσαι, δεν νοιώθεις το αίσθημα της ντροπής;  Ο Ισοκράτης έλεγε: “μηδέποτε, μηδέν αισχρόν ποιήσας έλπιζε λήσειν. Και γαρ αν τους άλλους λήσης, σαυτώ συνειδήσεις”».[118]                   

«Στεατόπυγη Ηώ σε παρακαλώ, να ξεφουρνίζεις να τιτανικά ρητά με μέτρο, γιατί θα με κάνεις να κλάψω. Θα σού άρεσε βέβαια να σταθώ ενώπιόν σου άοπλος, αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει ούτε καν στη φαντασία σου. Άλλωστε, μία μονομαχία μεταξύ των δύο μας “δεν παίζει”, δεν αποτελεί ούτε καν ενδεχόμενο ή πιθανότητα εξαρχής, κυρίως και πρωτίστως, διότι δεν είμαστε ισάξιοι. Εμένα θα δικαιούνταν να με καλέσει σε μονομαχία ο Προμηθέας ή το πολύ ο Υπερίων ως αρχηγέτες των βροτών και όχι βέβαια εσύ, που είσαι μία τεράστια λιπαρή σκατούλα. Για να φθάσεις στο δικό μου ύψος, θα πρέπει να συγκρουστείς πρώτα με τους υποτακτικούς μου κι ύστερα, στην υποθετική αλλά μη πιθανή περίπτωση που θα επιβίωνες, θα κέρδιζες την τιμή να αναμετρηθείς με τον εκπρόσωπο- πρωταθλητή μου, που δεν είναι βέβαια άλλος από τον πολιούχο αυτού του πλανήτη, θεό του πολέμου Άρη. Οπότε, εκεί σταματάνε ακόμη και οι υποθέσεις, διότι είναι εγγυημένο ότι από τα χέρια του Άρη δεν πρόκειται να βγεις ζωντανή».     

Στο σημείο αυτό, ο Άρης έκλεισε το μικρόφωνο και αποτάνθηκε χαμηλόφωνα στο Δία.  

«Είσαι με τα καλά σου; Νομίζεις ότι έχω καμία όρεξη να συγκρουστώ μ’ αυτό το γομάρι; Όπως λένε και στις ταινίες, δεν υπέγραψα γι’ αυτό. Το να παριστάνουμε τους θεούς με τα ενεργειακά μας όπλα είναι ένα πράγμα, το να αντιμετωπίζουμε όμως τους πολεμιστές των θνητών σε μονομαχία είναι ένα άλλο. Η μονομαχία πρέπει να καταργηθεί νομοθετικά, διότι η έκβασή της είναι υπερβολικά αμφίρροπη και εξαρτάται από πολλούς μη ελεγχόμενους παράγοντες».

«Ρε τι ρίψασπις και δειλός είσαι, το κάτουρο σού ‘χει φτάσει στη κάλτσα, στο πίλημα, μούσκεψε τον κετσέ, δε ντρέπεσαι ρε! Εξ ορισμού τα πλάσματα αυτής της διάστασης δεν μπορούν να μάς βλάψουν, διότι είμαστε ενεργειακοί. Και με τα όπλα που θα σού δώσω εγώ, δεν διατρέχεις κανένα κίνδυνο. Μη σε φοβίζει αυτό το παραλήρημα των τιτάνων για ανδρεία, θάρρος, ηρωισμό, πολέμους κ.λπ. Εμείς δεν κινδυνεύουμε από τις αγχέμαχες παλικαριές τους, διότι είμαστε εκηβόλοι και κεραυνοβόλοι, πλήττουμε εξ αποστάσεως με βαλλιστικούς πυραύλους. Μίλησε κανένας για πόλεμο; Ο ποιμένας δεν πολεμάει με το αρνί ή το πρόβατο, απλά το σφάζει!»     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23ο :

ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ

Η Ηώ στο δρόμο για να μονομαχήσει με τον Δία και τους υπεξουσίους του ήξερε ότι κάθε αμφιβολία, κάθε ένας χρόνος, κάθε μέρα, κάθε ώρα και λεπτό της ζωής της μέχρι το τώρα δεν ήταν παρά μόνο προκαταρκτικό προανάκρουσμα και προαγώνισμα ενόψει της σημερινής κορυφής της δόξας. Όλα τα προηγούμενα, κάθε ανάσα, κάθε στάδιο της εκπαίδευσής της, κάθε νίκη ή ήττα στο πεδίο της μάχης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η προετοιμασία του παρόντος, του επικείμενου. Στις επόμενες ώρες θα εκπλήρωνε το πεπρωμένο της. Μοίρα είναι αυτό που η φύση, η ζωή και οι περιστάσεις επιφυλάσσουν στον άνθρωπο και θείον ή Θεός είναι ο τρόπος που τα αντιμετωπίζει. Ή θα πέθαινε ο Δίας σήμερα και η ίδια θα θριάμβευε ή αντιστρόφως. Και βέβαια το τελευταίο, που ήταν και η στατιστικά και πιθανολογικά αναμενόμενη έκβαση, θα συνεπαγόταν και χειρότερα δεινά από το θάνατο, όπως είναι η ταπείνωση, η καταισχύνη, η διαπόμπευση ή η διαγραφή του ονόματός της από την πλάκα της Ιστορίας και η λήθη ανά τους αιώνες.  Και η αμαζόνα δεν ήθελε ούτε να ατιμαστεί, ούτε να ξεχαστεί ως μία ασήμαντη μύγα που έλιωσε ο Δίας κλείνοντας και κροτώντας τις παλάμες του.

Θυμήθηκε με μειδίαμα κατανόησης και συγκατάβασης την αρχή της αποστολής, όπου υπήρχε και η φιλοδοξία να μπορέσουν οι επίδοξοι και αδόκητοι καταδρομείς να πάρουν στην κατοχή τους κάποια από τα περίφημα όπλα του Δία και να τα διαθέσουν στους ανθρώπους. Προφανώς, από τη στιγμή που η αποστολή τους είχε από την πρώτη στιγμή εκτεθεί και βρισκόταν υπό παρακολούθηση, αυτή η επιλογή δεν υπήρχε πλέον ως ενδεχόμενο, δεν ήταν πια στο τραπέζι, όπως λέμε. Το μόνο που έμενε ήταν η αμιγής εκδίκηση και ο φόνος του Δία. Και τι ασύλληπτη υπηρεσία στους ανθρώπους θα ήταν ένα τέτοιο κατόρθωμα, από τι βάσανα και μελλοντικούς πολέμους θα τούς λύτρωνε και θα έμενε η Ηώ στην Ιστορία ως η μέγιστη ευεργέτις.  

Το πρωί που ξύπνησε στην Ταρτησσό αισθάνθηκε δυνατή και απερίσπαστη, έχοντας αφήσει πίσω της όλες τις εκκρεμότητες. Πλύθηκε με λεπτομέρεια και διεξοδικότητα , όπως οι Σπαρτιάτες πριν από τις Θερμοπύλες και αλείφτηκε με το αλεύρι των παλαιστών, ώστε να μην γλιστρούν τα χέρια της στη μάχη από τον ιδρώτα. Κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη του δωματίου της και αφοσίωσε στο πρόσωπό της και στο σώμα της μία αυξημένη προσοχή, σε σημεία δηλαδή όπου συνήθως δεν έδινε καμία σημασία.   

Η Ηώ ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν και πολύ όμορφη σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια αισθητικής, δηλαδή με βάση τους καθιερωμένους κανόνες των κλασικών αγαλμάτων. Θαύμασε τους μυς των βραχιόνων και τις σχηματοποιημένες σαρκώδεις κνήμες – γαστροκνημίες της. Αυτά τα κυρίως ανδρικά χαρακτηριστικά δεν συμβάδιζαν βέβαια και πολύ με το ιδανικό της γυναικείας ωραιότητας, αφού ακόμη και οι θεές προτιμούσαν να τα κρύβουν για να εμφανίζονται άψογες και ελκυστικές, αλλά δεν μετάνιωνε σε καμία περίπτωση, που προπονήθηκε και αγωνίστηκε τόσα χρόνια για να τα αποκτήσει. Και η ίδια τουλάχιστον έβρισκε ότι μέσα από τα ελαφρά εσώρουχα, τη λαμπρή της πανοπλία και την ασημένια ζώνη της είχε ένα είδος ωραιότητας. Βέβαια, αλίμονο, είχε συναίσθηση ότι ο Δίας με τις άπειρες εμπειρίες δεν θα την έβρισκε ποθητή. Εγώ και ο Δίας ζευγάρι, τής πέρασε σαν λάμψη από το μυαλό, τι ανόητη περιθωριακή και ανόσια σκέψη! Όπως και να ‘χει, το σημαντικό ήταν να γίνει αυτή η μισή, η κάποια ωραιότητά της το τελευταίο πράγμα, που θα έβλεπε ο ψευτοθεός.

Από μικρή ήταν αγοροκόριτσο με μάτια, που δεν γοήτευαν για το χρώμα τους, δεν ήσαν ακριβώς μενεξεδένια ούτε έντονα πράσινα, ήσαν όμως διαπεραστικά και διεισδυτικά. Το κορμί της είχε γίνει με την πρόοδο του χρόνου και τη διαρκή προπόνηση μυώδες και μαυρισμένο από μακρόχρονη γυμναστική, κολύμβηση, κυνηγητική θήρα κάτω από τον ήλιο – προτάσεις, εκτάσεις, αιωρήσεις των χειρών κ.λπ.-, δεν ήταν όμως ούτε ισχνό ούτε λιπόσαρκο ούτε ξερακιανό. Είχε πλήρη περιφέρεια, ολοστρόγγυλους γοφούς, παχιές και στιβαρές λαγόνες και οσφύες. Τούτα τα διαπίστωσε κουνώντας δεξιά και αριστερά τον κόκκυγα και το κολοκούκουρο του  κορμιού της κι ήταν σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι τα βυζιά της είχαν βέβαια μία κλίση προς τα κάτω σαν μαστάρια αγελάδας, όμως αν σήκωνε λιγάκι τα χέρια, γίνονταν αρκετά στητά, μάλιστα δε, όταν ήταν ανάσκελα, έρχονταν σε εντελώς ορθή στάση, χώρια που οι θηλές της ήταν ροδαλές και χοντρές σαν τύμπανα. Τέλος πάντων αυτή η επισκόπηση σ’ αυτή τη φάση και λίγο πριν από το τέλος δεν είχε και πολύ νόημα. Αυτό που είχε νόημα ήταν η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και η αξία του ανθρώπου ως πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Και στο πλαίσιο αυτής της αξιοπρέπειας, δεν θα δεχόταν βέβαια η Ηώ να συρθεί στην αιχμαλωσία και να γονιμοποιηθεί ως φορβάς, φοράδα ή θήλεια ίππος από κάποιο τριχωτό κατεργάρη, που θα νομίζει ότι είναι άνδρας ενώ είναι ανδράριον. Αυτό δεν θα το επέτρεπε σε καμία περίπτωση και θα έβρισκε τον τρόπο εγκαίρως να αυτοκτονήσει.

«Είμαι η Πενθεσίλεια, που πάει να σκοτώσει τον Αχιλλέα. Αυτή είναι η ακριβής αναλογία, η πιο εύστοχη παρομοίωση», είπε.

Ενώ ντυνόταν, ενώ ενεδύετο, άλειψε τη μαγική εύοσμη αλοιφή από ένα ασημένιο βάζο με σχήμα ροδιού πάνω από την καρδιά, το λαιμό και την εφαπτομένη των βοστρυχωτών μαλλιών σαν να ήταν αυτάρεσκη- διότι όλοι τελικά έχουμε μία αυταρέσκεια- σαν να ήταν η θεά Αφροδίτη. Και τι καλά θα ήταν, αν με την αλοιφή της ατομικής περιποίησης, τη συναφή μοσχοβολάδα ή το άλευρο του αρσιβαρίστα- παλαιστή θα μπορούσε να ζαλίσει και να αποπροσανατολίσει τον Δία, τον Άρη και τους λοιπούς μαθητάδες! Τι καλά θα ήταν, αν μαζί με το δόρυ της, κατείχε κι ένα δεύτερο όπλο μυστικό, που θα ήταν ένα άρωμα χαρισμένο από την Αφροδίτη ή την Άρτεμη, ώστε να ερεθίσει τις άμυαλες τεστοστερόνες του κάτω εγκεφάλου, να συγχύσει «τας γλώσσας των ανδρών και τα νοήματα» και να μη ξέρουν όλοι αυτοί οι παλικαράδες τι τούς γίνεται!          

Η Ηώ πέρα από την απαστράπτουσα περιβολή της θαύμασε και τα όπλα της. Το τόξο και τη φαρέτρα, γεμάτη βέλη με τα κόκκινα φτερά, που με τη δαιμόνια δεξιότητά της μπορούσε να τα εκτοξεύει σε διασπορά μέσα σε δευτερόλεπτα σαν σφαίρες από ριπή πολυβόλου, το σπαθί της, κοφτερό, εύχρηστο, ευέλικτο, ζυγοσταθμισμένο και θανατηφόρο, τον δίκοπο πέλεκυ, στην πραγματικότητα λογχοπέλεκυ, που επιστρατευόταν στις πολύ δύσκολες μονομαχίες.

Ύστερα ζύγισε στο χέρι της το δόρυ της, το έφερε δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω με έκταση του αγκώνα και συστροφή του καρπού. Αυτό ήταν το μεγάλο της πλεονέκτημα, ο άσος του αθλητή και του πρωταθλητή, ένα έμβολο που μπορούσε ο πολεμιστής να το αρπάζει είτε από τη βάση, είτε από τη μέση είτε από την άκρη αναλόγως των απαιτήσεων του αγώνα! Η αγαπημένη της κίνηση ήταν να γυρίζει ξαφνικά την πλάτη στον αντίπαλο, να τού δίνει μια γερή αγκωνιά στην κοιλιά και, καθώς αυτός ενστικτωδώς και με αντανακλαστικό τρόπο θα τίναζε το πρόσωπο προς τα εμπρός, να το διατρυπά με την αιχμή του δόρατος, κατευθυνόμενη από την ανάστροφη παλάμη. Η αιχμή αυτή, εξοπλισμένη με αντενεργούν άγκιστρο, δεν ήταν φτιαγμένη από κοινό ορυκτό, ούτε καν από σίδηρο, αλλά από σφυρηλατημένο ορείχαλκο, το περίφημο μέταλλο της εποχής, που ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ήταν, σε κάθε περίπτωση όμως τίποτε δεν ηδύνατο να τού αντισταθεί, διότι επενεργούσε σαν να είχε εμβαπτισθεί σε πανίσχυρο κι αλάθητα θανατηφόρο δηλητήριο!  Ένα χτύπημα σε οποιοδήποτε σημείο του αντιπάλου και το ξέσμα του ορείχαλκου θα αντλούνταν και θα απορροφώνταν μέχρι την καρδιά του αντίμαχου και θα τον έστελνε αδιάβαστο στον Άδη εντός δευτερολέπτων. Ο κοντός του δόρατος σχεδόν βούιζε, βομβούσε και αναμινύριζε ότι ήθελε να καρφωθεί στο δέρμα του Άρη και του Δία, να τούς ξαπλώσει, και να κορέσει τα μάτια, το στόμα και τους πνεύμονές τους με τη μαυρίλα του θανάτου.

Όπως είναι αναμενόμενο, η Ηώ είχε κι άλλα ποικίλα άρματα πάνω της, που θα κουραζόταν κάποιος να απαριθμήσει. Ζώντας σε μια τεχνολογική εποχή δεν ήταν δυνατόν βεβαίως να απαρνηθεί τα βαλλιστικά όπλα και σίγουρα πέρα από το γιαταγάνι της, το ζωσμένο σπαθί της και τα σπαθολούρια ενδεδυμένα όλα με ασήμι στο σελάχι,[119] όπου ζύγιζαν δύο οκάδες, είχε και  τα κουμπούρια της, το ντουφέκι της κρεμασμένο και παλάσκες ασημένιες, όλα έως δεκατρεισήμισυ οκάδες, χωριστά από τα φυσέκια, που κουβαλούσε στη τσάντα της. Όμως αυτά τα βαλλιστικά όπλα ήσαν γι’ αυτήν σημάδι ανανδρείας και ανεπάρκειας, δεν ταίριαζαν σε τιτάνες, αλλά σε κάποιους δειλούς που πυροβολούσαν από μακριά, ακριβώς για να μη δουν το αποτέλεσμα της επίθεσής τους, τον πόνο που προκάλεσαν στο πρόσωπο του αντιπάλου απεικονισμένο στον μορφασμό του, σε ανθρώπους που διέπρατταν τη μέγιστη ατιμία να μην αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους.  

  Τώρα όμως, τώρα- τώρα, σ’ αυτό το τώρα που πάντα αλλάζει, η Ηώ κάλπαζε από την πόλη της Ταρτησσού με κατεύθυνση τις πλαγιές του Ολύμπου. Όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπου από τον στατικό ηλεκτρισμό του αέρα τεκμαίρεται ότι πρόκειται να ακολουθήσει χαλασμός, πολλοί αργόσχολοι είχαν μαζευτεί στις άκρες του δρόμου και επευφημούσαν την επελαύνουσα καβαλάρισσα, χωρίς καλά- καλά να καταλαβαίνουν γιατί. Ένοιωθαν συμμέτοχοι σε κάτι με το οποίο δεν είχαν καμία σχέση, επέλεγαν όμως ότι το συγκεκριμένο θέμα τούς αφορούσε, πόσο ανθρώπινο είναι αυτό, ίσως και το πιο ανθρώπινο, το να κάνω δηλαδή δική μου μία ξένη υπόθεση.     

Αυτές οι εκδηλώσεις φαινομενικής συμπαράστασης δεν είχαν βέβαια καμία σημασία για την Ηώ. Ο στόχος της ήταν σαφής, εναργής και διαυγής, ήγουν ο θάνατος του Δία και αλίμονο σε όποιον θα είχε την αποκοτιά να τής σταθεί εμπόδιο. Είχε στείλει ήδη λεγεώνες ανδρών στις πύλες του Άδη, με αποτέλεσμα ο βαρκάρης να δουλεύει υπερωρίες και να απευθυνθεί απεγνωσμένα και επανειλημμένα διαμαρτυρόμενος στο σωματείο του,  και αυτό ήταν αποφασισμένη να κάνει και σήμερα.

Εμπρός λοιπόν  προς την Ανατολή, την μεγάλη Ανατολή, σπιρούνισε το πολεμικό άλογό της η Ηώ. Ο λογχοπέλεκυς ήταν δεμένος στο κεφαλοκόλωνο- επίκρανο του σάγματος, ενώ το δόρυ της ησύχαζε σχεδόν ακίνητο στο δεξί της χέρι – τέτοια ήταν η ισορροπία και η κυριαρχική της επιβολή στα διατιθέμενα μέσα. Κάλπαζε ασταμάτητα προς τις επικλινείς πλαγιές του Ολύμπου και ανέβαινε προς τα πάνω τα ατέλειωτα χιλιόμετρα που την χώριζαν από την επικράτεια των θεών. Ίσως θα έπρεπε να είχε πάρει για ιπποκόμο τον Δαίδαλο, αλλά προτίμησε να τον αφήσει πίσω. Η παρουσία του δεν θα είχε κανένα νόημα και κανένα αποτέλεσμα παρά μόνο να σκοτωθεί. Είχε μία έσχατη ελπίδα, ότι δηλαδή υπήρχε στους θεούς κάποιο είδος τιμής, που δεν θα τούς επέτρεπε να την εξουδετερώσουν από μακριά, ότι λόγω του βαθέος εγωισμού τους θα ήθελαν να την νικήσουν ορθά και δίκαια, σωστά και πραγματικά, στο πεδίο της μάχης.

Ήξερε ότι η πορεία της καταγραφόταν από χιλιάδες αισθητήρες και παρακολουθούνταν από χιλιάδες κατασκόπους και γι’ αυτό φώναξε με αδάμαστη περηφάνεια:

     «Σπιούνοι και ρουφιάνοι, κατάσκοποι και μίσθαρνοι ωτακουστές, στείλτε στον Δία το μήνυμα ότι εγώ, η Ηώ, η κόρη του Υπερίωνα και της Θείας, έρχομαι για να τερματίσω την άθλια ζωή του.  Πείτε του ότι, αν έχει κάποιο ίχνος τιμής, τον προκαλώ σε μονομαχία, αυτόν τον ίδιο και όχι τους ελεεινούς παρακατιανούς και παραγιούς του, παρότι δεν έχω καμία αντίρρηση να τούς προτάξει, αν αυτό τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα, πλην όμως αυτό θα τού δώσει μόνο παροδικό και φευγαλέο αίσθημα ασφάλειας».

Εξακολουθώντας ακάθεκτη το οδοιπορικό προς τη μοίρα η Ηώ συνέχισε τις ευχωλές, τις ιαχές, τις προσβολές και τις προκλήσεις προς τους αντιπάλους.  

«Οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών ολλύντων και ολλυμένων[120]. Αβροβάται,[121] ανασεισίφαλλοι,[122] γυναικοπίπαι- ανδροπίπαι[123] μύζουρεις,[124]  ρωποπερπερήθραι,[125] σποδηριλαύραι,[126] πιθηκαλώπηκες,[127] βγείτε από τις κρυψώνες σας και αντιμετωπίστε τη μοίρα σας σαν άνδρες. Μη κρύβεστε σαν γυμνοσάλιαγκες, βγείτε στο φως, μη γίνει της  εκδιδομένης επί χρήμασι γυναικός το κιγκλίδωμα». [128]

Για να παραφράσουμε την Αινειάδα του Βιργιλίου που αναφέρεται στην Πενθεσίλεια, όταν εξήλθε να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα:

Προβάλλει η αμαζόνα με φεγγαρόμορφη ασπίδα

Φλέγεται από οργή, τόσο θυμό ποτέ δεν είδα

Φορά χρυσό τελαμώνα στο γυμνό το στήθος

Πολεμά τους άνδρες με παρθένας ήθος.

Ο Άρης έστειλε χαλαρά και διαδοχικά εναντίον της τέσσερα παλικάρια από την ακολουθία του, τέσσερις τρομερούς ιππείς της Αποκάλυψης αντίστοιχους με το Δίκαιο της Κατάκτησης, που διαρκώς επικαλείται κάποιος ηγεμονίσκος της γειτονιάς μας πάσχων από παράνοια και παραισθήσεις μεγαλαυχίας, μεγαλείου και μεγαλοϊδεατισμού, καθώς και τον Λιμό, τον Πόλεμο και τον Θάνατο. Πιο συγκεκριμένα έστειλε τον Άραβο που έτριζε τα δόντια, τον Αίθωνα που ήταν καυτός σαν πυρακτωμένο ατσάλι, τον Φλόγιο που ήταν ακόμη πιο φλογερός και τον Κόναβο που σήκωνε κόνι και έκανε θόρυβο. Ατυχώς αυτούς η Ηώ τούς πετσόκοψε μάλλον εύκολα με συνοπτικές διαδικασίες. Με ουρανομήκη, ειδεχθή, μυσαρή, αποτρόπαιη και φρικώδη κραυγή χώνοντας τα σπιρούνια στα πλευρά του πολεμικού της αλόγου αποκεφάλισε τον πρώτο με τον δίκοπο πέλεκυ, διατρύπησε τον δεύτερο με το δόρυ, έριξε από το άλογο και ποδοπάτησε- τσαλαπάτησε τον τρίτο και τόξευσε από απίστευτη απόσταση με απίθανη βολή τον τέταρτο διαπερνώντας το λαιμό του και υποχρεώνοντάς τον σε μακάβριες γαργάρες. Οι τέσσερις ατυχήσαντες ή μάλλον δυστυχήσαντες ιππότες της αποκάλυψης είχαν μαζί τους και κάμποσους ιπποκόμους, που κι αυτοί ήσαν οπλισμένοι και έδωσαν μάχη – που λέει ο λόγος. Όμως η αδυσώπητη πολεμίστρια Ηώ, θυμίζοντας τους ανίκητους γυάλινους ήρωες που βλέπουμε στην τηλεόραση, διαξίφιζε τον έναν, πυροβολούσε τον άλλον, σπάθιζε τους μεν, απωθούσε τους δε, μπουμπούνιζε κάποιους, ξεκοίλιαζε έτερους. Πάντως, σαν να μετάνιωνε που τούς καθάριζε σαν αβγά.

«Ζητήστε έλεος. Άμα θέλετε, κλάψτε με δάκρυα και μύξες και θα σάς λυπηθώ. Δεν είμαι κακός άνθρωπος, δεν έχω τίποτε μαζί σας. Σίγουρα το να κλαίει κάποιος και να ζητάει έλεος δεν είναι πολύ τιμητικό, αλλά για κάποιο λόγο εμποδίζομαι να σκοτώσω όποιον μυξοκλαίει, κλαυθμηρίζει, μινυρίζει και κνύζεται. Δεν είναι όλοι πλασμένοι για πολεμικούς αγώνες και να ξέρετε ότι ο πόλεμος είναι δρόμος χωρίς γυρισμό. Είτε είσαι στην όχθη και παρακολουθείς πίνοντας ένα ποτό αφήνοντας άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, είτε μπαίνεις στο ρεύμα και πεθαίνεις. Ίσως έχετε άλλη κλίση, επίδοξοι αντίπαλοι. Ίσως γεννηθήκατε για να γίνετε ποιητές, να κεντάτε ή να πλέκετε, να δραστηριοποιηθείτε στον τομέα παροχής υπηρεσιών, ίσως και να είστε κατάλληλοι να ασχοληθείτε με οικονομικά ως μία κατάσταση που όλοι χάνουν και να μην έρθετε ποτέ σε επαφή με την ηθική, που μάς δίδαξαν οι αρχαίοι σοφοί. Μπορεί να περάσετε όλη σας τη ζωή κοιτώντας την επιστήμη απέξω, με τη ψευδαίσθηση ότι θα βρείτε τις τέλειες απαντήσεις έξω από τον εαυτό σας, χωρίς να μπείτε μέσα σ’ αυτό που ψάχνετε κι αυτό που σάς ενδιαφέρει. Δεν χρειάζεται να πεθάνετε σήμερα!»        

Ο Άρης στο παλάτι του Δία τα είχε ψιλοπαίξει, κατά το κοινώς λεγόμενον. Όταν είδε ότι οι απεσταλμένοι του πρωταθλητές αποδεκατίζονται, στράφηκε προς τους γιους του Δείμο και Φόβο και τούς έκανε νόημα να μπουν στη μάχη. Όμως αυτοί τού έδωσαν την ακόλουθη ηρωική απάντηση:

«Πατέρα δε σφάξανε. Ψάξε αλλού για κορόιδα. Του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.»

Και τον αφήσανε σύξυλο τα μαλακισμένα! Πρώτη και τελευταία φορά σε όλη τη τριλογία της Τιτανομαχίας αναφέρεται αυτή η λέξη, αλλά πώς να χαρακτηρίσεις τα βλαστάρια που εγκαταλείπουν τον πατέρα τους σε μία δύσκολη στιγμή αντί να τον περιβάλουν με προστασία και να τον υπερασπιστούν  κι αντί να εμπνέουν το δέος και το φόβο, όπως λέει το όνομά τους, ένοιωσαν οι ίδιοι στο πετσί τους αυτά τα συναισθήματα, συναιρούμενα και συνοψισμένα σε αυτό που οι αγγλοσάξονες προσφυώς αποκαλούν «τσίκεν σιτ».[129]    

Ο Άρης στράφηκε με απελπισμένο ύφος προς το Δία.

«Μη ψάχνεις για παρηγοριά σε μένα. Σού έχω αναθέσει το χαρτοφυλάκιο του πολέμου. Βγες έξω και πολέμησε. Έχεις ενεργειακό σώμα και δυνατές ενεργειακές ασπίδες. Θα πονέσεις, αλλά θα επιβιώσεις».  

«Αυτή η μέγαιρα είναι ικανή να με κυνηγάει μέχρι το τέλος του χρόνου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που την κινητοποιεί, όταν με λίγα τάλαντα ή λίγους στατήρες θα μπορούσε να έλθει με το μέρος μας. Τι διάολο άνθρωποι είναι αυτοί που δεν εκμαυλίζονται, δεν παραδίδουν την πίστη τους, δεν εξαγοράζονται, δεν συμβιβάζονται και δεν κάθονται στ’ αβγά τους να περάσουμε όλοι μαζί καλά; “Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής”[130]».

«Άρη, τσαχπινογαργαλιάρη, επειδή βαριέμαι την κλάψα σου, αμάν Θεέ – εαυτέ μου τι άχρηστοι είναι όλοι αυτοί, στους οποίους προΐσταμαι, και για να σού τονώσω την καταρρακωμένη αυτοπεποίθησή σου, θα σού δώσω το πιο βαρύ μου όπλο, τον κεραυνοσφήνα, που είναι όχι απλά αστραπή ή βροντή, αλλά η πεμπτουσία της. Έτσι θα μπορέσεις να σταθείς απέναντι στην Εριννύα, σ’ αυτή την άσχημη Άρπυια, όχι σαν χέστης, αλλά σαν άνδρας, όσο αυτή η λέξη σημαίνει κάτι ακόμη και δεν έχει απαξιωθεί στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας. Πάρ’ το λοιπόν και τσακίσου από μπροστά μου, υγίαινε και έρρωσο, γιατί μόνο που σε βλέπω, μού ανακατεύονται τα έντερα».    

Γνωρίζοντας ο Άρης ότι με το όπλο αυτό μπορούσε να κονιορτοποιήσει εξ αποστάσεως την Ηώ, αναθάρρησε και βγήκε να τη συναντήσει στο μονοπάτι του πολέμου, σαν γελαδάρης της Άγριας Δύσης έτοιμος να τραβήξει τα πιστόλια του. Μια και είχε δυνατότητες υπερανθρώπου σ’ αυτή τη διάσταση, αφού ο ίδιος αντλούσε τις δυνάμεις του από τον κόκκινο ήλιο του Κρύπτον, ε… συγγνώμη αυτό είναι από άλλο επικό κύκλο, για τον οποίο δεν διαθέτουμε τα πνευματικά δικαιώματα, αύξησε κατά βούληση το ανάστημά του ώστε να είναι πενταπλάσιος από τους κοινούς θνητούς[131]. Μια και δυο, έφτασε στο πεδίο της μάχης και προχώρησε τρία βήματα μπροστά από τους τρομοκρατημένους στρατιώτες του Ολύμπου. Με πολύ σθένος και τσαμπουκά, όπως αυτός που απαιτούν όλοι οι πατεράδες από τους γιους τους στο παιδικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, ο Άρης ήλθε και κόλλησε το προστατευτικό γεννητικών οργάνων του (σπασουάρ) πάνω στη μούρη του αλόγου της Αμαζόνας, τόσο κοντά, ώστε μπορούσε να τού δώσει μία σφαλιάρα από ψηλά, αν ήθελε. Αν θέλετε, όπως λένε οι εισηγητές των συνεδρίων της εποχής μας και απαντούσε ένας στρατηγός εθνικιστικών καναλιών: Αν θέλετε και αν θέλετε, έ όχι δεν θέλω!

 «Τι εμοί και σοι γύναι;», είπε ο Άρης αισθανόμενος ασφαλής. «τι θέλεις επιτέλους, είσαι με τα καλά σου;»

«Είμαι η Ηώ, κόρη του τιτάνα Υπερίωνα και της Θείας. Δεν έχω τίποτε μαζί σου, γιε του Δία και της Ήρας. Όμως, λυπάμαι, έχω σοβαρό θέμα με τον πατέρα σου, τον οποίο έχω καλέσει σε μονομαχία με όλους τους τύπους και επιμένει να με αγνοεί. Σε καλώ λοιπόν να παραμερίσεις, για να περάσω, μέχρι να αντικρίσω κατάματα τον αντίπαλό μου και να τον κάνω να πληρώσει για την ύβρη να αντιμετωπίζει ελεύθερους ανθρώπους ως πειραματόζωα και σφάγια και να τούς χρησιμοποιεί ως μέσον προς σκοπό καταρρακώνοντας την αξιοπρέπειά τους!»  

«Για πες μου, γυναίκα», είπε ο σεξιστής Άρης. «Από πού αντλείς θάρρος, από πού κι ως πού νομίζεις ότι μπορείς να σταθείς απέναντι στους καλύτερούς σου, σε όντα ανώτερα από σένα σύμφωνα με την τάξη του σύμπαντος , σε πλάσματα που έλκουν τη  καταγωγή τους από τον παντοδύναμο Κρόνο – Χρόνο και μέσα τους βοά το αίμα του νεφεληγερέτη Δία; Μιλάς για ύβρη, δεν είναι ύβρις να τα βάζεις με δυνάμεις ανώτερες από σένα;»

«Όχι, αν πιστεύω σε μία αρχή, όχι αν πιστεύω στη Δικαιοσύνη!  Ύβρις είναι να πράττεις κάτι άδικο και παράνομο και να νομίζεις ότι θα ξεφύγεις. Τότε αναλαμβάνουν τη συνέχεια η Άτη, η Νέμεσις και η Τίσις να σε συνετίσουν. Όταν λοιπόν κάνω κάτι για να επιφέρω την ισότητα- λαμβάνοντας βέβαια πάντα υπόψη την ηθική, διότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά αντιθέτως τα μέσα ορίζουν και προδικάζουν, προκαταλαμβάνουν και διαμορφώνουν τον σκοπό- (σ.σ. άλλο ιδεολογία, άλλο ηθική, ακούστε επιτέλους την Ηώ!), τότε όχι απλά θα πρέπει να επιλέξω να συγκρουστώ με ανώτερες δυνάμεις από εμένα, αλλά επιβάλλεται να το κάνω!»   

Ο Άρης έκανε ένα πελώριο βήμα πίσω, η Ηώ πήρε θέση επίθεσης και η μάχη άρχισε, στην αρχή με συμβατικά όπλα, όπου ακουγόταν το σύριγμα δοράτων, το σφύριγμα των βελών και η κλαγγή των σιδερένιων αιχμών, που αναπηδούσαν σε ανθεκτικές πανοπλίες. Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών, όπως έλεγε ένας μοναδικός στην ευαισθησία του ποιητής.    

 Η Ηώ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο άνεμος ήταν εναντίον της, πράγμα δυσμενές σε κάθε μονομαχία με εκτοξευόμενα ή βαλλιστικά όπλα. Επίσης αντικειμενικά ο Άρης είχε μεγάλο μη εξισορροπούμενο πλεονέκτημα, εφόσον μπορούσε να αναπροσαρμόζει το μέγεθός του κι έτσι είχε μακρύτερα χέρια, γεγονός που τον ευνοούσε, όταν η αντιπαράθεση γινόταν αγχέμαχη και εκ του συστάδην. Παρά ταύτα συνέχιζε τον αγώνα απέναντι στον μυώδη γίγαντα μέχρις εσχάτων. Το άλογό της τρυπιόταν και οβελιζόταν από αιχμές, τα δόρατα αναπηδούσαν πάνω στις ασπίδες και συχνά η μονομαχία δεν είχε καμία αέρινη κομψότητα ή δαιμονιώδη επιδεξιότητα, όπως φανταζόμαστε, αλλά ήταν σπρώξιμο και σκούντημα, ώστε να βγει ο αντίπαλος εκτός ισορροπίας, τζατζάρισμα ώμων και αρκουδοπάλεμα δύο γομαριών, όπου ο Άρης έμοιαζε με πολυπλόκαμη λερναία Ύδρα και ο ΠΑΟΚ…, συγγνώμη η Ηώ, ήταν ο αλύγιστος βράχος, το ακατάλυτο αμόνι που εξοστράκιζε όλα τα  χτυπήματα, η βελανιδιά που άντεχε στον κορμό της οσεσδήποτε μαχαιριές, η δρυς που απορρόφησε το μαχαίρι του Μελάμποδα (βλ. σχετικό λήμμα στο επόμενο μέρος της τριλογίας), το μικρό συμπυκνωμένο κοφτερό διαμάντι, πιο σκληρό απ’ όλα και όλους, ο συμπαγής πυρήνας που ήταν αδύνατο να διασπαστεί. Πόσες φορές έπεσε στο έδαφος μόνο και μόνο από την βίαιη κινητική δύναμη και πρόσκρουση με τα όπλα του Άρη, αλλά πάλι σηκώθηκε σύμφωνα με το δόγμα «επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να ξανασηκωθείς».  

Η μονομαχία πέρασε από πολλά στάδια. Μετά από πολλά κονταροκτυπήματα, σπαθιές και λογχισμούς η Ηώ, μια και είχε μεγαλύτερη επιφάνεια ως στόχο, κατάφερε ορισμένα πλήγματα κάπου ανάμεσα στις κλειδώσεις του Άρη, ανάμεσα στους βραχίονές του και στα πλευρά, τον τρύπησε δηλαδή σε ορισμένα σημεία.

«Αχ, κουνούπι», είπε ο Άρης «ανώφελες κώνωψ, πονάνε τα τσιμπήματά σου, πονάνε, τσούζουν. Έκανες τον ιχώρα μου[132] να τρέξει, βλαμμένη χοντρέλω!»   

«Σού μένει η δυνατότητα να παραδοθείς», είπε η Ηώ προσπαθώντας να κρύψει το λαχάνιασμα και την κούρασή της.    

«Εγώ να παραδοθώ, ρε, που είμαι ο θεός του πολέμου;», είπε με πληγωμένη υπερηφάνεια ο Άρης. «Ας αφήσουμε στην άκρη όλα αυτά τα όπλα κι ας αναμετρηθούμε με μυϊκή μάζα και δύναμη. Ας το τελειώσουμε αυτό, όπως ταιριάζει, σώμα με σώμα, νομίζω ότι αυτά αρέσουν σε σάς τα υλικά πρωτόγονα ανθρωπάρια. Αν δεν νοιώσετε τη μυρωδιά, τη λάμψη και την υγρασία του πνιχτού ιδρώτα, το άρωμα και τη μπόχα της στιγμής, δεν μαθαίνετε από τα παθήματά σας, ούτε καταλαβαίνετε τις εμπειρίες σας».

Εννοείται ότι η Ηώ ήταν πάντα ευεπίφορη σε τέτοιες πρωτοβουλίες. Πέταξαν λοιπόν τις αρματωσιές τους και συγκρούστηκαν με γυμνά χέρια. Εκτός από τη φορά του ανέμου και το αυξομειούμενο μέγεθος του Άρη, υπήρχε και άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αγωνιζόμενη Τιτανίδα, ήγουν το ενεργειακό σώμα του αντιπάλου, που την έκανε διαρκώς να τινάζεται από στατικό ηλεκτρισμό.    

Είχαν και οι δύο ύφος σαρκοβόρου, ονυχοφόρου, αρπακτικού ζώου. Λαβές ελληνορωμαϊκής και ελεύθερης πάλης θρυμματιστικές και θραυστικές κοκάλων, τρικλοποδιές, κυβιστήσεις και αναποδογυρίσματα που θα παράσερναν και θα έσπαγαν ακόμη και τα πόδια ταύρων ή βισώνων έδιναν μία ανεπανάληπτη παράσταση για όποιον είχε την τύχη να την παρακολουθήσει. Να είσαι βέβαιος φίλε αναγνώστη, ότι ακόμη κι εμείς οι σύγχρονοι θεατές, που έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε και να θαυμάζουμε αθλητές υψηλότατων επιδόσεων, δεν έχουμε ποτέ αντικρίσει τέτοιο θέαμα, διότι εδώ δεν επρόκειτο για πυγμαχικό ή για ποδοσφαιρικό αγώνα με τις χίλιες δικλείδες ασφαλείας και προφυλάξεις, δεν επρόκειτο για αυτάρεσκη επίδειξη ικανοτήτων ή ταλέντου, αλλά για αγώνα μέχρι θανάτου από αντιμάχους, που είχαν απελευθερώσει και εξαπολύσει κατ’ αλλήλων το απεριόριστο δυναμικό τους, χωρίς καμία αυτοσυγκράτηση. Ούτε οι ψηφιακές μουτζούρες, που απεικονίζουν μάχη στην τηλεόραση, είναι ικανές να μάς δώσουν την εικόνα της προκείμενης σύγκρουσης, διότι παριστάνουν τις κινήσεις με μεγάλη αφύσικη ταχύτητα, ενώ τα θανατηφόρα πλήγματα είναι πιο αργά, ορατά, ζυγισμένα όμως, υπολογισμένα, προμελετημένα, κυνικά, χειρουργικά, μοχθηρά, με βαθιά κακότητα και γι’ αυτό πράγματι τρομακτικά.         

Ο Άρης ήταν μέγας και ογκώδης, εντυπωσιακός, κυριαρχικός, αντικατοπτρίζων τη φήμη του σε κάθε κίνηση ή περιστροφή. Αντίθετα η Ηώ διέθετε και αντλούσε μία δύναμη, που δεν προερχόταν μόνο από τους μυς της, αλλά και από κάπου αλλού εκτός του εαυτού της, από τις αρχές της, από τις αφηρημένες έννοιες, από την αδάμαστη βούληση, όχι μόνο τη δική της, αλλά και των πραγμάτων, σαν να στρέβλωνε τις επιταγές της μοίρας, ώστε να υπηρετήσουν το σκοπό της, συμπληρώνοντας κάθε διακριτή ευκαιρία με κατάλληλη εργονομική ενέργεια. Θαρρείς ότι αρυόταν τη δύναμή της από τον ίδιο το χώρο, από το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που περιέβαλλε όλη τη Γη, από αέρα κοπανιστό, που όμως φαίνεται ότι τελικά είχε υπόσταση.

Μυθικά χτυπήματα, που άλλους θα τούς κονιορτοποιούσαν ή θα τούς έστελναν για πολλά χρόνια στο νοσοκομείο, έδιναν κι έπαιρναν. Δεν ξέρω, αναγνώστη, αν πρέπει να ονομάσουμε την πρακτική που εφάρμοζαν «καράτε» ή «βαράτε», να είσαι όμως βέβαιος ότι ήταν η πιο θανατηφόρα παλαιστική τακτική του Σύμπαντος. Αν κάτι ή κάποιος είχε την αποκοτιά να εισχωρήσει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγαθήρια για να τα χωρίσει, θα τον τσαλαπατούσαν σαν κλαδάκι, ψαμμόλιθο ή κεραμίδι ή μάλλον δεν θα τον αντιλαμβάνονταν καθόλου, σαν να ήταν μερμήγκι κάτω από κάττυμα υποδήματος. Κάθε μεμονωμένη κίνηση αυτής της μακάβριας χορογραφίας θα είχε θανατηφόρο αποτέλεσμα εντός δευτερολέπτων επί υποδεέστερου αντιπάλου. Καρατιές στο λαιμό, στοχευμένες επικεντρωμένες δακτυλιές στο ηλιακό πλέγμα, εστιασμένη τεντωμένη τανυσμένη παλάμη στη μύτη εκατέρου, που θα μπορούσε να οδηγήσει το ρινικό οστό βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. Εδώ μιλάμε για την αποθέωση της μάχης, για μία αρχετυπική, αρχέγονη, υποτυπώδη, αταβιστική, σπηλαιώδη σύγκρουση ενός άνδρα και μίας γυναίκας για την κατάκτηση περιοχής ή ζωτικού χώρου, για σφαίρα επιρροής, για κυριαρχία.

Η φυσική και σωματική υπεροχή του Άρη ήταν φανερή, στο κάτω – κάτω της γραφής ήταν από άλλη προνομιακή διάσταση, αλλά βέβαια και η παλαιστική του τέχνη ήταν πρώτης τάξεως και ποιότητας, αφού ήταν ο κορυφαίος από τους ομοίους του σ’ αυτόν τον τομέα. Γι’ αυτό οι θεατές παρατηρούσαν την Ηώ να υποχωρεί διαρκώς κι αν υπήρχε οριοθέτηση της παλαίστρας, ο Άρης θα την είχε στριμώξει στα σχοινιά, ή με άλλη σύνταξη, η Ηώ ήταν αναμφίβολα με την πλάτη στον τοίχο.  

Κι όμως, εκεί που η υποχώρηση της Ηούς φαινόταν οριστική και αμετάκλητη, χώνοντας γερά τα πόδια της στο χώμα και δημιουργώντας ανάχωμα, προέβαλε μία έσχατη αποφασιστική άμυνα. Ήταν η άμυνα μίας ανθρώπου, που δεν μπορούσε και δεν επρόκειτο να κερδίσει, αλλά και σε καμία περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένη, ούτε ήταν δυνατό επ’ ουδενί να χάσει.

Σκόνη και βράχια, χώμα και αίμα και κλάδοι σηκώνονταν, έσπαζαν, αιωρούνταν. Οι ιαχές, οι προσβολές και τα μπινελίκια είχαν σταματήσει, οι δύο μονομάχοι δεν είχαν πλέον τίποτε να πουν, τίποτε να ανταλλάξουν. Δεν υπήρχε πια ούτε η στοιχειώδης νοηματική επικοινωνία μεταξύ δύο νοημόνων όντων, η μόνη επαφή ήταν η προσφορά του κώνειου και του δηλητήριου, το έλεος της τελευτής από τον ένα στον άλλο – η λογική του «ας τελειώνουμε μ’ αυτό»-, η ευσπλαχνική διέξοδος του θανάτου εκατέρου ως η μόνη δυνατή έκβαση και το μόνο πιθανό τέλος.   

Η φτέρνα της Ηούς ίσως δεν ήταν τόσο δυνατή όσο η αντίστοιχη του Αχιλλέα, είτε τρωτή είτε άτρωτη είτε θνητή είτε αθάνατη, αλλά τρύπησε ως πείρος ή μοχλός ή μάνδαλο ή καρφί ή ακίδα το χώμα και αγκιστρώθηκε ως πειραστικός ή σπερματικός λόγος, που εξαπολύει είτε καταπειρατηρία βολή είτε βολές είτε βλαστούς ή παραφυάδες για ανίχνευση της αλήθειας. Τίποτε δεν μπορούσε να την μετακινήσει.

Ο Άρης έσπρωχνε και άμπωχνε για πολλή ώρα, ίδρωνε, ξεΐδρωνε, αλλά δεν έβλεπε πρόοδο.

«Έ ας το διάολο πια.», ξεφύσησε στο τέλος και απομακρύνθηκε προς τα πίσω αγανακτισμένος. Στο Δία είπε μέσω επικοινωνητή:
    «Τι να σού κάνω; Η δικιά σου είναι από χάλυβα.[133] Δεν θα ξοδέψω όλη μου τη ζωή εδώ, έχω πολλά πράγματα να κάνω».

   Και τότε ξεκίνησε πάλι η Ηώ να περπατάει προς τα εμπρός, να ανεβαίνει ξανά τον Όλυμπο με σταθερά διαδοχικά βαριά βήματα, πιστή στο σχέδιό της να φτάσει μέχρι την κορυφή και να προκαλέσει την ίδια την κορυφή!

Ο Άρης γύρισε και την κοίταξε με δέος. Καθώς υποχωρούσε, άρπαξε ένα δόρυ από τα πολλά σκορπισμένα στο έδαφος και τής το έριξε. Το δόρυ διέτρεξε την τροχιά με αφύσικη ταχύτητα, αποκρούστηκε όμως από την ασπίδα της Ηούς. Τότε ο Άρης πάντα με την… όπισθεν μειδιώντας έξαφνα με κακία, μάζεψε και εκσφενδόνισε άλλο δόρυ με τέτοια μαεστρία και επιδεξιότητα, που μεγαλύτερη δεν θα μπορούσε ούτε ο Αχιλλέας να φανταστεί, επιστρατεύοντας όλη του την τεχνική και ελπίζοντας να αιφνιδιάσει την Ηώ που μετά από πολύωρη κουραστική και φθαρτική μονομαχία δεν θα ανέμενε βέβαια ότι το τελευταίο χτύπημα θα ήταν και το πιο ζυγισμένο, όπως και οι οπαδοί του Ιχθύος περίμεναν τον ελάσσω και όχι τον καλόν οίνον έως άρτι. Και πάλι η Ηώ σήκωσε την ασπίδα της σαν περιστρεφόμενο δρέπανο για να εξοστρακίσει το δόρυ, αλλά αυτό τούτη τη φορά την διαπέρασε και σχεδόν άγγιξε με τη λόγχη το αριστερό της στήθος χωρίς όμως να διατρυπήσει την καρδιά της, όπως προοριζόταν σύμφωνα με την στροφορμή και τη  φορά του. Η Ηώ αμέσως το έσπασε και συνέχισε με την περηφάνια της αριστείας κραδαίνοντας πλέον την ασπίδα διατρυπημένη σταυρωτά από ένα κολοβωμένο στέλεχος, μία σπασμένη ράβδο, ένα μισό κοντάρι, μία τεθλασμένη σχίζα, σύνολο ετερόκλητο, που θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους ερμηνευτές- αρχαιολόγους, οι οποίοι ψάχνουν ακόμη και σήμερα για τη σημασία και τη λειτουργία περίεργων αρχαίων αντικειμένων, φτιαγμένων για διανοητικούς, ξύπνιους και τετραπέρατους, με κορυφαίο παράδειγμα βέβαια τον μηχανισμό των Αντικυθήρων.

Τώρα ο Άρης έριξε πίσω μια ματιά, που συμπύκνωνε ταυτόχρονα ανυπόκριτο θαυμασμό, απεριόριστη εκτίμηση, αλλά και βαθιά λύπη, γνήσια εκ των προτέρων μετάνοια για ό,τι ήταν αναγκασμένος να κάνει.           

«Συγγνώμη, πολεμίστρια. Αλλ’ όπως κι εσύ αρνείσαι να χάσεις, έτσι δυστυχώς δεν μού επιτρέπεται κι εμένα να νικηθώ. Λυπάμαι πολύ, που είν’ η εποχή μας τόσο κυνική, μηχανιστική, αιτιοκρατική, ανελεύθερη, αδυσώπητη, δεν φταίω εγώ». 

Ξεκρέμασε από τον ώμο του τον κεραυνοσφήνα του Δία και τον έριξε, όχι ακριβώς πάνω στην Ηώ, γιατί λυπήθηκε την περήφανη θωριά της και την αγέρωχη προέλασή της, αλλά χωρίς να κοιτάξει, κάπου στο πλάι, κάπου στο περίπου. Η έκρηξη ήταν τρομαχτική, και μόνο με την ωστική δύναμη, η Ηώ τινάχτηκε στον αέρα, το κράνος της εκσφενδονίστηκε, τα όπλα της σκορπίστηκαν και η Ηώ μετά από πτήση και πτώση προσγειώθηκε με το κεφάλι της σε βράχο. Γρήγορα το αίμα την πλημμύρισε σε μία κόκκινη άλω.

«Τι ανανδρία, τι ανανδρία», έκλαψε ο Άρης. «Δία, δεν τα βλέπεις αυτά, δεν βλέπεις πώς έχουμε καταντήσει; Πού στηρίζεται η κυριαρχία μας, δεν έχουμε κανένα ηθικό θεμέλιο. Το ταξίδι μας είναι χωρίς προορισμό, πολλοί σταθμοί, κανένας προορισμός. Οι τιτάνες είναι ελεύθεροι και θα παρασύρουν στην ελευθερία ολόκληρη την ανθρωπότητα».

«”Tum saeva Amazon ultimus cecidit metus”»,[134] είπε θρηνητικά ο ντροπιασμένος θεός του πολέμου, επαναλαμβάνοντας τη ρήση του Πύρρου στις «Τρωάδες» του Σενέκα.  

Κι ύστερα κραύγασε προς τους ουρανούς ο τειχεσιπλήτης Άρης:

«Ουρανοί, δεχθείτε στους κόλπους σας την άσπιλη Ηώ. Από τη στιγμή που υπάρχει στον κόσμο το είδος και η ύλη, ανοίγονται πολλοί δρόμοι για την αθανασία. Ό,τι κι αν πίστευε, ό,τι κι αν πρέσβευε, ο Θεός είναι ένας, το ίδιο και ο κόσμος και οι ψυχές. Όλοι μας είμαστε μετέωροι ανάμεσα σε μία αρχή και ένα τέλος, που όμως επικοινωνούν, εναγκαλίζονται και συζευγνύονται μεταξύ τους.»

Ο Άρης ήταν συντετριμμένος. Οι δρόμοι της αγάπης είναι λαβυρινθώδεις και φαίνεται πολύ απλά ότι κατά τη διάρκεια της μονομαχίας είχε ερωτευτεί την Ηώ. Δεν είναι αξιοπερίεργο, έχουμε δει πολύ πιο ανεξήγητους, αταίριαστους, δύσκολους κεραυνοβόλους έρωτες. Σ’ αυτό βοηθούσε το γεγονός ότι η Ηώ δεν είχε ακρωτηριαστεί, το πρόσωπό της παρέμενε αλώβητο, αδαπάνητο, γαλήνιο, απόκοσμο, αγέρωχο, διαχρονικό, όμορφο.

   «”Aurea cui postquam nudavit cassida frontem, vicit victorem candida forma virum”,»[135] ψέλλισε ξανά ο Άρης τσιτάροντας τον Προπέρτιο στις Ελεγείες του.

Καθώς οι περίεργοι και οι αργόσχολοι παριστάμενοι συγκεντρώνονταν γύρω από το συμβάν, κάποιοι και για να κλέψουν τμήματα του σκόρπιου εξοπλισμού που απέμεινε από τη μονομαχία, ο Άρης στεκόταν ακόμη με σταυρωμένα τα χέρια και παρατηρούσε την αμαζόνα που είχε «νικήσει». Τα ρουθούνια του φούσκωναν καθώς εισέπνεε τη  δυσοσμία του αίματος, των καβαλίνων και του θανάτου. Αμήχανα χούφτωσε το πρόσωπό του ίσως για να μη φανούν τα δάκρυα, που αυλάκωναν ήδη τις παρειές του.

Ένας θρασύς Αρειανός σαν άσχημος Θερσίτης ή σαν κακομούτσουνος βρικόλακας Σάιλοκ έσκυψε και άρχισε να κόβει τους ιμάντες από το θώρακα και τα σπαθολούρια της ηρωίδας με το μαχαίρι του και στη φούρια του να αποσπάσει την λεία που δεν άξιζε, έκοβε και δέρμα, τής ξερίζωνε κύτταρα από τη επιδερμίδα. Κόντευε η αμαζόνα να μείνει γυμνή- μόνο μία σειόμενη από τον αέρα περικνημίδα, η ασημένια ζώνη της και τα κόκκινα σανδάλια της, όπως εκείνα του μαρμαρωμένα βασιλιά, είχαν μείνει στη θέση τους, ανηρτημένα ή φορεμένα ακόμη στο μεγάλο κορμί της, που παραδόξως με τις άπειρες αμυχές, τα κοψίματα και τις πληγές, έτσι όπως ήταν συντριμμένο, κατατσακισμένο, συνθλιμμένο, φαινόταν κατά κάποιο περίεργο τρόπο ότι είχε εκπληρώσει τον προορισμό του.

«Σπάστε ποντικοί, τσακιστείτε και φύγετε όλοι», είπε στους σκυλεύοντες λεηλάτες ο Άρης.         

Ο «Θερσίτης» όμως σαν να μην άκουσε συνέχιζε να αρπάζει από το πτώμα ό,τι ακόμη μπορούσε. Ενώ ξεκούμπωνε τη ζώνη της Ηούς, πράγμα που βέβαια θα μπορούσε να κάνει μόνο υπό τον απαραίτητο όρο και προϋπόθεση του προηγούμενου θανάτου της, αλλιώς θα είχε γίνει ήδη γαρδούμπα ψιλοκομμένη, τόλμησε μάλιστα να πει, τόσο απασχολημένος ώστε ούτε το βλέμμα δεν σήκωσε:
      «Παντοδύναμε θεέ Άρη, γιατί κυπτάζεις πάνω από το θύμα σου; Τι ζηλεύεις σ’ αυτό τον όγκο, τα νιάτα της, τη δύναμή της ή την ομορφιά της; Ό,τι κι αν ήταν το κορμί της, τώρα είναι βορά των σκουληκιών».

Εντελώς αψυχολόγητα, σαν να ενθαρρύνθηκε από την παροδική ευαίσθητη στιγμή, τη σχεδόν θηλυκή αδυναμία που έδειχνε ο Άρης, ο Κουασιμόδος κακάσχημος Αρειανός άρπαξε τη ζώνη ανασηκώνοντας κάπως το κορμί της Ηούς και κουνώντας συνάμα ξεδιάντροπα τους γοφούς του, δίνοντας την εντύπωση ότι συνουσιάζεται με το πτώμα.

Τότε ήταν που ο Άρης προχώρησε μπροστά και έδωσε στον αισχρό παλιάνθρωπο μία γροθιά στη μούρη σπάζοντάς του το σαγόνι, τη μύτη και τα ζυγωματικά μαζί. Αυτός τινάχτηκε σαν αεροπλάνο, διέγραψε τροχιά πάνω από το νεκρό σώμα και προσγειώθηκε πολλά μέτρα παραπέρα.

«Πρώτον, παράκουσες την εντολή μου να υποχωρήσεις. Σε συγχώρησα ως οπαδό. Δεύτερον, είχες το θράσος να μού απευθύνεις το λόγο. Σε συγχώρησα ως ανόητο. Τρίτον, έδειξες ασέβεια και αναίδεια απέναντι σε πρόσωπο πολύ ανώτερο από σένα στην κλίμακα της παγκόσμιας ιεραρχίας. Η συνέπεια, η επίπτωση, αλλά και η ποινή γι’ αυτό είναι ο θάνατος!»

Ο «Θερσίτης» πνίγηκε στο ίδιο του το αίμα.    

Τώρα ο Άρης, μόνος μέσα σε κάποιο δώμα του Ολύμπου, κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στη σορό της Ηούς. Ο Όλυμπος είναι τόσο ψηλός, ώστε από το μεγάλο παράθυρο φαίνεται όλος ο Ναυτικός Ωκεανός των Ποντοπόρων πέρα ως πέρα, αλλά και οι άλλες κοιλάδες του πλανήτη, όπως άλλωστε και η θάλασσα Ελλάς με τη νησίδα που κατοπτρίζει το σήμα των τιτάνων.  Ο άνεμος φυσά κατηφορικά προς τις ατέλειωτες πλαγιές του Ολύμπου, προωθείται και ουρλιάζει πένθιμα ανάμεσα σε τραχιά βράχια και εκβολάδες, παρασέρνει, αποψιλώνει και γυαλίζει όλες τις ατέλειες αφήνοντας μόνο στη θέση τους όσα είναι αρρήκτως και αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την επιφάνεια.

Πού και πού ο Άρης παίρνει στην αγκαλιά του το κεφάλι ή τα μπράτσα της νεκρής ή τής χαϊδεύει τους ώμους. Τον πιάνουν τα κλάματα, όταν βλέπει ότι το κορμί της έχει αμέτρητες αμυχές, αλλά καμία που να φαίνεται μοιραία ή να διασπά εντελώς, διαμπερώς, κατά μήκος, χιαστί ή αντιαισθητικά τη συνέχεια του δέρματος. Το σώμα της είναι άθικτο- που λέει ο λόγος- το κεφάλι της φαίνεται ακέραιο, χλωμό βέβαια αφού στράγγισε από το αίμα, κατά τρόπο όμως ώστε ο θάνατος να μοιάζει μυστηριώδης, οφειλόμενος σε μη διακριτή εσωτερική ζημιά, καθιστώντας ανεξήγητο το δυαδικό κώδικα ή ζεύγος ζωή – θάνατος, αυτό το κάτι που ανάβει τον διακόπτη στη θέση «ζωντανό» και τον σβήνει στη θέση «νεκρό», που χωρίζει ένα αχνιστό ζωντανό από ένα μόλις ξεψυχισμένο και νεκρό κορμί.

Αυτό που κυρίως ένοιωθε ο Άρης ήταν ντροπή. Τα μέσα του και τα όπλα του ήσαν τόσο συντριπτικά ανώτερα, ώστε η έκβαση της μονομαχίας να είναι από την αρχή προδιαγεγραμμένη. Τι αξία είχε μία τέτοια νίκη; Αισθανόταν, όχι ως θεός του πολέμου, αλλά ως πρόεδρος του συλλόγου των απανταχού κατεργαρέων. Μετάνιωνε για τα λόγια που είχε ξεστομίσει εναντίον της στο πλαίσιο της καθιερωμένης πριν από τη μάχη ανταλλαγής προσβολών, ότι σε λίγο θα είναι βορά των πουλιών ή των σκωλήκων της γης. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι πράγματα, που ένας ευγενής, γενναιόφρων και γαλαντόμος γόης θα προτιμούσε να πει σε μια γυναίκα. Ορισμένοι κανόνες αβροφροσύνης φαίνονται πολύ βαθιά ριζωμένοι στο γονίδιο κάθε ανδρικού κυττάρου έναντι κάθε γυναικείου. Δεν μπορούσε να αποστρέψει το βλέμμα από το ευρύ μέτωπο και τα σαρκώδη χείλη, τους βοστρύχους, που ακόμη ανέμιζαν στην αύρα, και τα βλέφαρα μαζί με τις βλεφαρίδες, που φαίνονταν έτοιμα να πτερυγίσουν, να ανοίξουν και πάλι σαν να ήταν ο θάνατος ένα προσποιητό ανέκδοτο!  Τα δάκρυα του Άρη, πέραν του ότι λέκιαζαν τον χιτώνα του, φαίνονταν πάνω στα μάγουλα της πολεμίστριας σαν να είναι τα δικά της δάκρυα.

«Δία, Ζευ, Δία, Ζευ», μουρμουρίζει στο τρισμέγιστο θεό, που βρίσκεται πίσω του.

«Δία, Ζευ, Δία, Ζευ», επαναλαμβάνει και αυτός κοροϊδευτικά με αλλαγμένη ειρωνική φωνή. «Τι να κάνω, να ζεύξω ή να διαζεύξω; Να παίξω ελεύθερα παιχνίδι ή να τα παίξω; Καλά λένε οι οπαδοί του Ιχθύος ότι “το πολύ το κύριε ελέησον, το βαριέται και ο θεός” ή την άλλη, την ακόμη πιο ρηξικέλευθη αποδοκιμασία της διαρκούς δοξολογίας, που ακούει στη φράση “κεριά και λιβάνια”. Έχω βαρεθεί πραγματικά όλα αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα, που μού παρουσιάζετε εσείς οι υποτιθέμενοι υπασπιστές μου. Εγώ δεν είμαι μαία ή παιδαγωγός να σάς νταντεύω. Είπαμε να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μία κερδοφόρα επιχείρηση, δεν θα κάτσω εγώ να κάνω μαλάξεις στον εγωισμό του καθενός ή να τον παρηγορώ για τα λάθη του, τι είμαι ο πατέρας σας; Ξέρω μονάχα ότι πριν από μερικές ώρες ήσουν φτιαγμένος, καυλωμένος κι έτοιμος να τής φας το συκώτι και τώρα κλαις σαν γυναικούλα πάνω από το χυμένο γάλα».             

     «Ακόμη κι όταν τη σκότωσα, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι έκανα», κλαψούρισε πάλι ο Άρης καθαρίζοντας με επιμέλεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αγαπημένης του.

          «Καλά, σε λυπάμαι, γιατί η σκηνή ζηλοτυπίας της Αφροδίτης θα είναι τέτοια, που δεν θα ξέρεις πού να κρυφτείς. Σε οικτίρω όχι τόσο για τον ίδιο τον έρωτά σου, όσο γιατί είναι τόσο αταίριαστος και κακοβαλμένος. Μπορείς να έχεις στα πόδια σου τις ωραιότερες γυναίκες του ηλιακού συστήματος κι εσύ ερωτεύτηκες μία χοντρή αγελάδα και μάλιστα νεκρή».

«Να μού την αναστήσεις στους θαλάμους ανάστασης και αναζωογόνησης».

«Αυτό είναι πέραν των δυνάμεών μου. Είμαι κι εγώ χρήστης και όχι γνώστης της τεχνολογίας που φέραμε από το αλλαχού. Αυτή εφαρμόζεται μόνο σε μάς, είναι κλειδωμένη στο δικό μας γονίδιο και όχι σε κείνο των ανθρώπων. Εκτός αν θέλεις να έχεις από ‘δω και πέρα για σύντροφο στο κρεβάτι ένα τερατώδες εξάμβλωμα με μάτια στην πλάτη, τα χαρακτηριστικά του προσώπου ανάποδα  και τη σχισμή του αιδοίου οριζόντια».

«Να αναγκάσουμε τον Δαίδαλο να με βοηθήσει. Μπορεί η τεχνολογία αυτή να τού είναι ξένη, μπορεί νωρίτερα να απέτυχε να την αποκρυπτογραφήσει, αν όμως απειλείται η ζωή του, τότε θα στύψει το μυαλό του να βρει τη λύση.»

«Ο Δαίδαλος θα συλληφθεί και θα πληρώσει για τη συμμετοχή του σ’ αυτή την ανατρεπτική απόπειρα εναντίον μου. Ήδη βλέπω μπροστά μου μία λαμπρή δίκη, όπου θα τον καταδικάσω και θα τον τιμωρήσω παραδειγματικά με όλους τους κανόνες της νομικής επιστήμης. Κι ενώ υπάρχει αυτή η τόσο συμφέρουσα για μάς προοπτική, εσύ θέλεις να σού τον διαθέσω για να κάνεις μακάβρια πειράματα νεκρανάστασης και να εξασκήσεις έπειτα ανόσιες πρακτικές νεκροφιλίας επί του αποτελέσματος;»

«Θα τον βαυκαλίσουμε ότι, αν αναστήσει την Ηώ, θα δεχθούμε ελαφρυντικά για την περίπτωσή του, και πράγματι μάλλον η Ηώ θα καταθέσει ότι αυτή τον παρέσυρε σ’ αυτή τη βλακώδη αποστολή. Και για φαντάσου, νεφεληγερέτη, τι μεγάλο πανηγύρι θα γίνει να δικαστεί και να καταδικαστεί η μέγιστη Ηώ, ενώ η δίκη του παρακατιανού λαϊκού μηχανικού από μόνη της δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το κοινό».

«Μα δεν καταλαβαίνω τι θα κερδίσεις απ’ όλα αυτά. Στην καλύτερη περίπτωση η Ηώ, αν δεν την εκτελέσω, οπότε η ανάστασή της θα είναι δώρον- άδωρον, θα φάει ισόβια, θα τη ρίξω στη φυλακή και θα πετάξω το κλειδί. Είσαι τόσο διεφθαρμένος, ώστε θα πηγαίνεις να ζεις τον έρωτά σου πίσω από τα κάγκελα της φυλακής; Και νομίζεις ότι η Ηώ θα σε συγχωρήσει, που θα την κρατάς φυλακισμένη;»

«Αυτά είναι δικός μου λογαριασμός», είπε ο Άρης μειδιώντας αδιόρατα, αυτάρεσκα και πονηρά εν μέσω των δακρύων του.

Ο Δίας έπιασε την ανεπαίσθητη μεταβολή στη διάθεση του Άρη.     

«Συνέλαβα κάτι αόριστα διεστραμμένο στη τελευταία σου δήλωση κι αυτό με παρηγορεί ότι ο κόσμος, όπως τον ήξερα, δεν έχει αλλάξει. Σίγουρα, όλη η κατάκτηση του ηλιακού συστήματος δεν έχει καμία αξία, αν δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε τα πάθη και τις φιλοδοξίες μας, ακόμη και τις πιο επιτηδευμένες λόξες μας. Έστω λοιπόν, σού διαθέτω το Δαίδαλο για να παίξετε μαζί εξελιγμένα ηλεκτρονικά παιχνίδια, ώστε να είστε μαζί ο ηβηφρενής και ο γεροξεκούτης, ο άμυαλος νέος και ο αρτηριοσκληρωτικός γέρος, το μωρό και ο ξεμωραμένος».  

Ο Άρης ένευσε ικανοποιημένος με αυτή τη συμφωνία, ύστερα όμως ανασήκωσε το φρύδι του σαν να σκίασε το πρόσωπό του μία τελευταία μέριμνα, μία μη προηγουμένως ληφθείσα υπόψη έγνοια.

«Μισό λεπτό όμως. Σαν να θυμάμαι ότι είχε και τρίτο μέλος αυτή η αποστολή εναντίον μας».

Και τότε ήταν που η διάθεση στο δώμα του Ολύμπου άλλαξε εντελώς και οι δύο θεοί λύθηκαν στα γέλια!   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24ο:

ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ

Το τρίτο μέλος της αποστολής ήταν βέβαια ο Τιθωνός.

Είναι χαρακτηριστικό των αποκλινόντων από την αισθητική των αγαλμάτων και τον χρυσό κανόνα των αναλογιών, είτε είναι τέρατα, μόστροσα ή προδιγίοσα είτε είναι άτομα με ειδικές δεξιότητες και ανάγκες είτε είναι ανάπηροι αν επιτρέπεται αυτή η λέξη στην εποχή μας – τουλάχιστον ο όρος «σύνταξη ή επίδομα αναπηρίας» σίγουρα υπάρχει, γιατί η πραγματικότητα έχει την τάση να επιμένει και να μην μπορεί να καταργηθεί με απάλειψη λέξεων ή με ευχές ή κατάρες ή με άνωθεν διαταγές, παρά μόνον με κατάλληλα μέτρα και πολλή φροντίδα -, ότι μπορούν ταυτόχρονα να θαυμάζονται ως αξιοπερίεργα, αλλά και να περνάνε απαρατήρητοι. Μόλις κάποιος τούς αντιληφθεί, στην αρχή προσπαθεί κάπως να τούς κατατάξει στο νεφελώδες κοσμοείδωλό του κι ύστερα αυτομάτως ρέπει προς μία θυμηδία και έναν εφησυχασμό διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούν να τον βλάψουν και ότι δεν έχει να φοβάται τίποτε από αυτούς. Κι αυτό το αίσθημα ανακούφισης ακολουθείται ακαριαία από την αμέσως επόμενη ασχολία, που συνεπάγεται κατά μέγιστη επιείκεια της φύσης λήθη όλων των λοιπών στοιχείων ή παραγόντων.      

Συνέχιζε και ο Τιθωνός την πορεία του στις πλαγιές του Ολύμπου, όχι όμως πανηγυρικά στην επιφάνεια, αλλά χθόνια στις σπηλιές. Το τεράστιο, δαιδαλώδες, σπηλαιώδες σύστημα του Ολύμπου ήταν τόσο εκτεταμένο, ώστε ήταν απολύτως αδύνατο όλες οι είσοδοι προς τα έγκατα της γης να φυλάσσονται. Βεβαίως οι υπόγειες αίθουσες των εξεζητημένων και άκρως απειλητικών όπλων θα φυλάσσονταν δρακόντεια, αλλά μέχρι τότε … είχε ο Θεός! Δεδομένου ότι, όπως έχουμε ήδη αναπτύξει κατά το ξετύλιγμα αυτής της ιστορίας, οι κάτοικοι του Άρη κινούνταν στα όρια της ανθρωπολογίας, φυσιολογίας, μορφολογίας, φυσιογνωμικής και κρανιοδιδασκαλίας, παρουσιάζοντας μία άπειρη ποικιλία σε άπειρους συνδυασμούς, το δε μισοκάρικο παρουσιαστικό του Τιθωνού έδρεπε μόνο ένα περιστασιακό φευγαλέο βλέμμα κι ύστερα τον ξεχνούσαν σαν ένα αδιευκρίνιστο όγκο μιας σκιάς ή σαν ακαθόριστη σκιά ενός όγκου, σαν είχε και να κερνούσε όλους με κάποιο μαγικό ποτό λησμονιάς, με χάπι που ξαστοχά.

Καθώς κατερχόταν, είχε την αίσθηση ότι άκουγε θορύβους από την επιφάνεια, πριν αφουγκραστεί ξανά απόκοσμη σιωπή σαν σιωπηλό σάβανο. Φοβήθηκε, αλαφιάστηκε κι επιτάχυνε το βήμα ακολουθώντας μία παράλογη παρόρμηση να σωθεί καταφεύγοντας στον κόρφο, τα έγκατα, τα εντόσθια και τα σπλάχνα της γης, προκειμένου να απαλλαγεί από τους διώκτες των άνω και των κάτω διαζωμάτων.

Ένοιωθε ότι η λάμπα του τρεμόπαιζε, αυτό τού ‘λειπε να μείνει χωρίς όραση στα αιώνια σκοτάδια! Βέβαια το σκότος δεν ήταν απόλυτο, σαν να ασπρογάλιαζε κάτι άνωθεν κι αυτό έκανε τον τρόμο του ακόμη πιο χειροπιαστό!  Ανάπνεε με άγχος και δυσκολία και μέσα στο μουντό ζόφο, στιλπνό και υποφώσκοντα σαν να φωτιζόταν από μαργαριτάρια, ένιωσε μία σιδερένια γροθιά να τού κλείνει το διάφραγμα και το στέρνο προκαλώντας του διαπεραστικό πόνο εμφράγματος. Μία σχεδόν ανεπαίσθητη φωνή τού ψιθύριζε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει, θα ήταν να πάει προς τα πάνω, να αναδυθεί σαν φελλός, και να παραδοθεί άνευ όρων στα πλάσματα της επιφανείας, στο κάτω-κάτω είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον εαυτό του μ’ αυτή την ορφική ελεύθερη πτώση στα λημέρια του Εγκέλαδου, είχε κάνει ό,τι τού επέτρεπαν οι δυνάμεις του για να συμμορφωθεί στα μεταφυσικά παραγγέλματα κάποιων ανώτερων από αυτόν. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, όλοι θα έλεγαν, εύγε Τιθωνέ, και τόσο που κατάφερες λίγο δεν είναι, κανείς δεν θα τον μεμφόταν αν δεν έκανε ούτε ένα βήμα παρακάτω.

          Σ΄ όλο αυτό το αξεδιάλυτο πλέγμα φόβων, επιθυμιών, ανασφαλειών κι ανομολόγητων διαψευμένων ανικανοποίητων πόθων εμφιλοχώρησε και η αμφιβολία ότι δεν είχε ερμηνεύσει σωστά τις ενδείξεις της παρούσας κατάβασης στον Άδη κι ότι πολύ απλά δεν τον ανέμενε τίποτε στο βάθος του πηγαδιού, τίποτε που θα μπορούσε να τον προστατεύσει ή να τον παρηγορήσει ή να τον αποζημιώσει, τίποτε απολύτως, ότι όδευε αμετάκλητα στην ανυπαρξία, στο θάνατο, σ’ ένα πρόωρο τάφο, και μάλιστα φτωχός και μοιραίος εθελοντής. Αλλά κι αν ακόμη έβρισκε κάτι, μήπως αυτό θα ήταν κάτι ακόμη πιο τρομαχτικό και τερατώδες από τους διώκτες του;

          Είχε την αίσθηση ότι πλάσματα με πολλά πόδια γλιστρούσαν στους τοίχους σέρνοντας μεταλλικές αποφύσεις και ξύνοντας τις επιφάνειες μ’ αυτές. Από τη μία είχε την τάση να ακουμπά τα τοιχώματα για να στηριχτεί, από την άλλη δίσταζε γιατί συχνά τα ακροδάχτυλά του άγγιζαν κάτι υγρό, μαλακό, έρπον ή μπουσουλητό, που αντιδρούσε στην αφή και τιναζόταν προς τα πίσω εκβάλλοντας απεχθές σύριγμα ή σφύριγμα. Σε κάποια φάση σκόνταψε κιόλας- αυτό έλειπε για να δέσει η μανέστρα- και κόντεψε να κουτρουβαλήσει τη σκάλα προς τα κάτω και να σπάσει το πολύτιμο φανάρι του. Ευτυχώς μία χάσκουσα γούβα, αντί να τον κάνει να παραπατήσει χειρότερα,  υποδέχτηκε σαν αγκαλιά το σώμα του και απορρόφησε τους κραδασμούς της πτώσης του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χτύπησε το καλάμι του σε κάτι σκληρό, σε προεξοχή προορισμένη ποτέ να μην αγγιχτεί.  

Σαν υπνωτισμένος συνέχισε ο Τιθωνός την κατάβαση στα άδυτα της απίθανης νεκρόπολης, που είχε ανακαλύψει, όπου είχε την εντύπωση ότι προοδευτικά οι πέτρες των τοίχων αντικαθιστώνταν από κρανία και κόκαλα ως υβριδικά οικοδομικά υλικά. Ναι, χωρίς αμφιβολία υπήρχε σειρά από κατακόμβες εκεί, καθόσον αυτές είναι πάντα αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο κάθε περιπέτειας και κάθε καθόδου στον Άρη ή στον Άδη, χειροποίητο της φαντασίας ή αχειροποίητο της φύσης. Ο ήρωάς μας εμβάθυνε και περιεργάστηκε για λίγο τις ελληνικές επιγραφές και τις ποικιλμένες παραστάσεις, που συναντούσε στους αλλεπάλληλους ορόφους των τάφων, κατερχόμενος σχεδόν δρομαίος τα διάφορα κλειστοφοβικά κελάρια, διαρθρωμένα σε αντίστοιχα αρχαιολογικά στρώματα, απορώντας πού θα τον έβγαζε επιτέλους αυτή η περιήγηση και ξεχνώντας μέσα στην φαντασμαγορία και την αδημονία της ανακάλυψης τη ντελικάτη ασθενική φύση του. Ήταν σα πήγαινε πίσω στο χρόνο διαπερνώντας σαν κάθετος ανυποχώρητος ηχοβολισμός τις διαδοχικές διαστρωματώσεις της Ιστορίας.

          Τα σκαλοπάτια στένευαν και γίνονταν όλο και πιο κακότεχνα και γλιστερά, έστριβαν προμελετημένα μαρτυρώντας σοβαρή πρόθεση, νοήμονα σχεδιασμό, αλλά και σημάδι του κατασκευαστή ότι πλησίαζε στον προορισμό του, όποιος ή ό,τι κι αν ήταν αυτός. Μάλιστα, μαζί με την πνιγηρή δυσοσμία της μούχλας και της σαπίλας οσμίστηκε και ψυχανεμίστηκε και κάτι άλλο, μία διαφορετική μυρωδιά λιβανιστηριού ή θυμιατού. «Μήπως χωθεί το ποδάρι μου σε ταρίχευμα και βαμπάκι νεκρού», συλλογίστηκε με τρόμο ο Τιθωνός, ξαναζώντας, ενσαρκώνοντας και υλοποιώντας παιδικούς εφιάλτες. «Τι μπόχα είναι αυτή;» είπε φωναχτά σαν να μπορούσε να ξορκίσει τη σύνθετη κατάστασή του με μία απλή συνοψιστική παρατήρηση. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αντιλαμβανόταν ένα διαρκές μουρμούρισμα άγνωστης προέλευσης, που έμοιαζε να έρχεται από τους ίδιους τους τοίχους, σαν σκλήρισμα, σαν θρήνος, σαν μοιρολόι, βαθύ, βομβώδες, πομπώδες, υπόκωφο, λαρυγγιστό και χωνευτικό σαν προπονητική γαργάρα μπάσου τραγουδιστή άριας. Αν ο υπαίτιος του βόμβου εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά του, είναι βέβαιο ότι θα έμενε στον τόπο από τον φόβο.

          Στη συνέχεια της καθόδου του παρατήρησε ότι σταθερά τα τοιχώματα έδειχναν πάλι να ζωντανεύουν, αυτή τη φορά όμως όχι από ευρώτα ή σαπίλα, γλοιώδη κόρυζα, σκουριά ή ερυσίβη, αλλά διότι άρχισαν πάλι να αχνοφαίνονται πάνω τους δείγματα και τεχνουργήματα πολιτισμού, λάμπες, απλίκες, αυτοφωτιζόμενη βιογέλη ή βιοζελατίνη ή βιογλοιός, πινακίδες, κατατοπιστικά βέλη και σήματα κυκλοφορίας, σιδηροτροχιές για καροτσάκια και χειράμαξες κ.λπ. Ήταν σαν να κινούνταν πάλι γοργά προς το μέλλον ο Τιθωνός.    

          Προοδευτικά, οι τάξεις των παρόντων, εργατών, υποεργατών, ανθυποεργατών (μέχρι και στην εργατική τάξη υπάρχει ιεραρχία), εποπτών, εργοδηγών, μηχανοδηγών, μηχανικών, σχεδιαστών και διευθυντών παραγωγής, γενικώς εχόντων και ασκούντων το διευθυντικό δικαίωμα βάσει κάποιου είδους νομιμοποίησης, πλήθαιναν, διότι ο Δίας είχε οχυρώσει τα έγκατα του Ολύμπου φτιάχνοντας οδοφράγματα, σήραγγες και λαγούμια, όπου εκτός των κατασκευαστικών παραγόντων, κυκλοφορούσε πολύς στρατός και δυνάμεις ασφαλείας πάνοπλες σαν αστακοί. Προς μεγάλη ανακούφιση του Τιθωνού ένα ετερόκλητο πλήθος απίθανων πλασμάτων, καταγόμενων από όλο το ηλιακό σύστημα, ξεπηδούσε από τα βάθη του πλανήτη και εκτελούσε τις καθημερινές εργασίες του με πλήρη αδιαφορία έναντι αλλήλων. Μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα μπορούσε εύκολα να ενταχθεί, να συγχωνευτεί και να περάσει απαρατήρητος, αφού προφανώς δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, ούτε καταδιωκόταν δια εισαγγελικής ή άλλης παραγγελίας ή δια δημοσίας κραυγής, γιατί βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση με τους διαφοροποιημένους αισθητήρες θα τον είχαν εντοπίσει αμέσως. Φαίνεται όμως ότι ο Δίας έσπαγε πλάκα μαζί του ή ότι ήθελε να τον σβήσει και να τον εξουθενώσει μέσω περιφρόνησης και σιωπής, να τού δείξει πόσο ασήμαντος ήταν, ώστε ακόμη και ο ίδιος να σιχαθεί τον εαυτό του και να αυτοκτονήσει.

          Υπήρχε δηλαδή σε μεγάλο βάθος μία σφύζουσα υπόγεια πόλη κάτω από τα σπηλαιώδη κατσάβραχα και τα αμφιβόλου προέλευσης πέτρινα μορφώματα ή ασβεστολιθικούς διασχηματισμούς, που ενδεχομένως να ήσαν και ερείπια προηγούμενων πολιτισμών του Άρη. Δεκάδες σερβομηχανισμοί, επικουρικοί κινητήρες και αεροστρόβιλοι διόπτριζαν, βόλιζαν, βολιδοσκοπούσαν, εξέταζαν δια μήλης, δειγματοληπτούσαν, ανέλυαν και έσκαβαν, άλλα αυτόματα μηχανήματα επισκεύαζαν, έκτιζαν και επεξέτειναν ανελέητα τον υπόγειο σταθμό, ενώ υπήρχαν και ενδιάμεσες μηχανές σ’ αυτή την απίθανη καθετοποίηση παραγωγής, όπου κλωσούσαν, επώαζαν, εξεμούσαν και εξέβραζαν οικοδομικά υλικά μετατρέποντας εύκολα τις ντόπιες πρώτες ύλες. Εδώ στα σκοτάδια του πυθμένα δεν ήταν δυνατό βέβαια να αξιοποιηθεί η ηλιακή ενέργεια κι έτσι οι μηχανές είχαν επαναπροσαρμοστεί στο θάλπος, την ενθαλπία, τα γεωθερμικά ρεύματα της γης και το συχνά υβριζόμενο, αλλά πάντα απαραίτητο πετρέλαιο. Ημιαυτόνομα τρύπανα και πειραστικές βολίδες είχαν ορύξει και σκαλίσει σήραγγες μέσα στην άμμο και στους βράχους σε τέτοιο ασύλληπτο βάθος, ώστε πολλές φορές οι αισθητήρες κατέγραφαν ακόμη και βαρυτική διαφορά!

          Ευτυχώς ο Τιθωνός στην παρούσα κατάστασή του ήταν ιδανικός για κρυπτεία και λαθραία κατασκοπεία. Δεν χρειαζόταν ούτε να φάει, ούτε να πιει, ούτε να ουρήσει, ούτε να αποπατήσει, ούτε να πλυθεί, ούτε να ξυριστεί, ούτε να κόψει τα νύχια του, γεγονός που τον καθιστούσε το πιο καθαρό ον της πλάσης. Άρα δεν χρειαζόταν να εισέλθει σε εστιατόρια ή αποχωρητήρια και να εγείρει την προσοχή. Ο ενσωματωμένος πυκνωτής και διαμοιραστής ύλης που είχε εντός του τον προστάτευε από ξεσπάσματα συναισθημάτων, ερέθιζε και ενίσχυε το πνεύμα με διεγερτικές ουσίες, ελευθέρωνε τη συνείδησή του από ανεπιθύμητα φορτία και συγκινησιακή σαβούρα, ενώ, εφόσον ήταν πλέον άφυλος και γενετήσια ανενεργός, είχε ξεμπερδέψει και με την (παρ-) ενοχλητική σεξουαλικότητα κι έτσι ένοιωθε σχετικά υγιής, δροσερός και απερίσπαστος να αφουγκραστεί τη διαίσθηση και την έμπνευση, αλλά και να σκεφτεί με μία διαύγεια και ενέργεια, που δεν θυμόταν να είχε ποτέ σε άλλη φάση της ζωής του.

          Κοντά στην κεντρική στοά είδε μία πύλη, που παρότι ερμητικά κλεισμένη, δεν μπορούσε να εμποδίσει ένα φωτεινό ιριδισμό, που έβρισκε διέξοδο από τις σχισμές, μία κόκκινη λάμψη σαν να επρόκειτο για εργαστήρι σιδερά με σφυρί που σπινθηρίζει στο αμόνι και σφυρηλατεί πυρακτωμένο μέταλλο. Προς το παρόν, ας την ονομάσουμε πύλη θησαυρού, για να αποτίσουμε και τον πρέποντα φόρο τιμής σε παραμύθια, αραβικά ή μη, από αυτές που στις παιδικές ιστορίες φυλάσσονται υπό κουλουριασμένου δράκου, όπου φρουρούνται ανεκτίμητα τιμαλφή. Μπροστά βημάτιζαν πέρα -δώθε φρουροί πάνοπλοι σαν αστακοί. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι εκεί φυλάσσονταν τα συντριπτικά και συνθλιπτικά υπερόπλα του Δία. Δεν είχε καμιά ελπίδα ο καημένος ο Τιθωνός να φέρει στην κατοχή του τα μέγιστα αυτά τρόπαια. Δεν γινόταν να παραπλανήσει ή να υπερνικήσει τόσους φύλακες, αυτά γίνονταν μόνο στις ταινίες.

          Καλά τότε τι είχε έλθει να κάνει, αναρωτήθηκε. Μη ξεχνάμε ότι η κλοπή των όπλων και η επιστράτευσή τους στο συμπαντικό γενικό αγώνα μεταξύ των δυνάμεων της φιλίας και του νείκους που διεξαγόταν εκτός ηλιακού συστήματος αποτελούσε το σχέδιο Βήτα, σε περίπτωση που η δολοφονία του Δία αποτύγχανε. Η ευαίσθητη και λεπτεπίλεπτη ψυχολογία του δεν τού επέτρεψε να μείνει στην επιφάνεια και να δει την έκβαση της μονομαχίας που είχε δρομολογήσει η Ηώ. Ήξερε όμως ότι το μόνο νόημα του άνισου και άπελπι αυτού αγώνα ήταν ο αντιπερισπασμός και ο αποπροσανατολισμός, ώστε να μπορέσει αυτός- ο Τιθωνός- να δράσει. Να δράσει και να κάνει τι;

«Αγαπημένη μου πελώρια Ηώ», σκεφτόταν «τι γυναικάρα που ήσουν»! Είχε την ευκαιρία ένας κοινός τύπος με συνηθισμένες  αναλογίες, όπως του λόγου του, να γνωρίσει τον έρωτα με μία πρακτικά τέλεια γυναίκα, ικανή σε όλους τους τομείς, μία εξαιρετική υπόσταση, που έκλεινε το αρσενικό στο κουκούλι της, το σκέπαζε και το προστάτευε, το έστεργε και το ενθάρρυνε, που ναι μεν στέρευε και απορροφούσε όλους τους χυμούς του, αλλά συνάμα η ενέργειά της διατρυπούσε, παρεισέφρεε, διαπίδυε και διηθούνταν εύκολα μέσα στη στοιβάδα του δέρματος και φόρτιζε ξανά, ολοκληρωτικά και έμπλεα, τους συσσωρευτές του οργανισμού, που προηγουμένως είχε στραγγίσει. Ήταν σαν ενεργειακό ποτό που έκανε την καρδιά να βροντάει και τους πνεύμονες να πνευστιούν, να ξεφυσούν, να ασθμαίνουν, να αγκομαχούν, αλλά τελικά να γίνονται πιεστικά φυσερά, φυσητήρες κήτους και αιολικοί ασκοί και να τα καταφέρνουν.  Ο έρωτας μαζί της ήταν άσκηση και δοκιμασία, όπου ο εραστής καλούνταν να υπερβεί τον εαυτό του και να αναδειχτεί νικητής. Αν η αμαζόνα διέκειτο ευνοϊκά προς αυτόν, αν τον αγαπούσε, αν νοιαζόταν γι’ αυτόν, τότε τον άφηνε να κερδίσει.  

Επωφελούμενος από τη γενική κοσμοσυρροή βοηθητικών και επικουρικών πλασμάτων, όλων στην υπηρεσία των θεών με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, πέρασε σφυρίζοντας αδιάφορα μπροστά από πολλές αποθήκες και διαπίστωσε ότι κάποιες είχαν μειωμένη ή και καθόλου φύλαξη. Υπήρχαν και αποθήκες χωρίς καμία ανθρώπινη επίβλεψη, όπου οι σερβομηχανισμοί δούλευαν μηχανικά, όπως λέει και τ’ όνομά τους, συγκέντρωναν, μετρούσαν και αξιολογούσαν δεδομένα, όμως μαύρη αξιολόγηση έκαναν, χωρίς να διευθύνονται και να καθοδηγούνται από κάποιο ιθύνοντα νου. Κυρίως φτυάριζαν και μετακινούσαν τεχνουργήματα ή συσκευές από κεραμίδι, σκουριασμένο μέταλλο, πράσινο νεφρίτη και ποικίλες υδραυλικές λειτουργίες. Τότε, μαζί με τη λάμπα που κρατούσε, φωτίστηκε και ο νους του από τη λάμψη μίας ξαφνικής ιδέας, στην οποία όμως θα έπρεπε να είχε καταλήξει νωρίτερα, αν δεν είχε αυτή την εξισορροπημένη πλαδαρότητα του ανδρόγυνου σώματος με τις αλληλο- εξουδετερωμένες ορμόνες. Οι μηχανικοί βραχίονες διευθετούσαν και ανακύκλωναν τιτανική τεχνολογία, την οποία πολύ απλά οι θεοί του Ολύμπου θεωρούσαν σκουπιδαριό.

Κι όμως οι εφευρέτες των τιτάνων και των ανθρώπων είχαν δημιουργήσει μερικές εξαιρετικές συσκευές. Ίσως δεν κάτεχαν την τεχνική της μικροποσοτικής κβαντικής σύζευξης και μάλιστα πολλαπλής, που οδηγούσε στην ακαριαία διαστημική παράλλαξη ή στη διακτίνιση ή να μην διέθεταν τις διεστραμμένες πυρηνικές και θερμοβαρικές βόμβες του Δία, αλλά είχαν αναπτύξει κυβερνο-οργανισμούς (κύβοργ), που είχαν τη δυνατότητα να εργάζονται σε κενό αέρος. Το μεγαλύτερό τους επίτευγμα βέβαια ήσαν οι καταστερισμοί, όπως θα δούμε στον επόμενο τόμο με υβριδική ενέργεια αντλούμενη από την αχλή των μύθων, τη δύναμη των αφηγήσεων και την αρχή της Δημιουργίας, όμως είχαν συναίσθηση ότι εκτός του κόσμου, που δημιουργούσαν με αντικατοπτρισμό του δικού τους υποκειμένου, υπάρχει και εξωτερικό σύμπαν, ίσως κατοπτριζόμενο από άλλα υποκείμενα και για το λόγο αυτό είχαν φτιάξει και κυβερνο-οργανισμούς, που θα μπορούσαν να δουλεύουν σε ένα τέτοιο ανάερο περιβάλλον.              

Με τη ρομποτική έχτιζαν απλά από την αρχή ένα νέο σώμα με μηχανικά τμήματα το οποίο επικοινωνούσε μέσω καλωδίων με το μυαλό του αντίστοιχου κτήτορα, συντηρούμενο πλέον μέσα σε φορμόλη μετά την απόσβεση του φυσικού του σώματος. Το δύσκολο είναι βέβαια ότι κανένας δεν δεχόταν να διευθύνει ένα άβαταρ, μία ενσάρκωση, μία καθοδική πλαγγόνα, ζώντας ο ίδιος σε ένα κουβά γεμάτο θρεπτικούς χυμούς, μόνο ετοιμοθάνατοι ή βαριά ανάπηροι συμφωνούσαν να παρατείνουν μ’ αυτό τον τρόπο την ύπαρξή τους κι έτσι γίνονταν και μ’ αυτό τον τρόπο άτομα με ειδικές δεξιότητες. Ο Τιθωνός ήξερε ότι οι κυβερνο-οργανισμοί ήσαν πολύ ισχυρά όπλα παρά την υποτίμηση των τιτάνων, ιδίως αν είχαν σύνδεση και με ησιόδειο άροτρο, περί του οποίου κατωτέρω.

Τελικά βρέθηκε μπροστά σ’ ένα χαμηλό άνοιγμα για σκυμμένους ή πυγμαίους. Τότε ο ήρωάς μας ευαρεστήθηκε να σκύψει, παρότι δεν συνήθιζε τόσο απότομες και κουραστικές κινήσεις, και να διαβεί το κατώφλι της διαφαινόμενης κοιλότητας. Τον υποδέχτηκε καταρχάς ένα σιωπηλό κενό κ.λπ., κ.λπ., και όταν η λάμπα έβαλε τα δυνατά της και τα μάτια του συνήθισαν, είδε ότι ο χώρος δεν ήταν μεγαλύτερος από τον πάτο ενός πηγαδιού. Είδε ότι υπήρχε στο βάθος ένα είδος βωμού ή αγίας τράπεζας, που ήταν γεμάτο με χρυσές και ξύλινες κύλικες, κηροπήγια και άλλα μπιχλιμπίδια.

          Αυτό όμως, που βρισκόταν λίγο παραπέρα, πρόσθεσε εύκολα – αβίαστα και τον εμετό στις δοκιμασίες του πρώτου τρομοκράτη της Ιστορίας. Από εδώ σίγουρα προερχόταν η οσμή της σήψης, που είχε οσφρανθεί λίγο πριν, και φαίνεται ότι στο διάστημα τόσων ετών είχε το χρόνο να εγκαταλείψει σιγά-σιγά την πηγή της και να αναληφθεί στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας ή τουλάχιστον γινόταν κατά διαλείμματα και διακεκομμένα αισθητή.

          Ήταν ένας εγκέφαλος ολότελα γυμνός, ελεύθερος σώματος και κρανίου και επιπλέον σάπιος, που συνδεόταν με διάφορες απολήξεις και ποικίλα όργανα, ώστε προφανώς να εξασφαλίζονται οι λειτουργίες του, ενόσω ζούσε. Ο Τιθωνός ερεύνησε και μελέτησε για πολλή ώρα τις εκβολάδες και παραφυάδες αυτές προσπαθώντας να μαντέψει τη σημασία τους. Ο νους του ήταν από εκείνους, που καλπάζουν πέρα από την εποχή τους και συνήγαγε ότι οι συνδέσεις ήσαν: οπτικές και ανιχνευτικές συσκευές, δίαυλοι για χημικές αισθήσεις (οσμή, γεύση), συλληπτήρια όργανα και αισθητήρια αφής, μεγάφωνα και ακουστικά επικοινωνίας, δείκτες που μετρούσαν θερμότητα και ακτινοβολία, ακόμα πιο λεπτές χορδές για μέτρηση άλλων πιο φευγαλέων μεγεθών, ίσως ταχύτητας, ίσως βαρύτητας, αγωγοί για τη συντήρηση του   εγκεφάλου με θρεπτικούς οπούς, πομποδέκτες καταγραφής επιβλαβών ερεθισμάτων, πόνου δηλαδή, σκαπτικά εργαλεία, θώρακες προστασίας και βέβαια όπλα βαριά όπλα αγχέμαχα και βαλλιστικά. Επρόκειτο για μηχανή του πολέμου πολύ υψηλής τεχνολογίας, δύσκολο να αντιμετωπιστεί, πόσο μάλλον να νικηθεί. Ο εγκέφαλος ήταν σαν να είχε μουμιοποιηθεί, όμως ήταν βέβαιο ότι με την κατάλληλη αναζωογονητική τεχνική και τη σύνδεσή του σε παροχή ενέργειας και διοχέτευσης χυμών θα μπορούσε να ξαναλειτουργήσει.

        Περαιτέρω, χωμένο και σφηνωμένο μέσα στα σωθικά του αλλόκοτου αυτού οργανισμού ήταν ένα ησιόδειο άροτρο, κοινώς αλέτρι ή ξυλάλετρο, με το κλασικό προτεταμένο υνί του, αλλά και ένα κάτοπτρο στο πάνω μέρος του. Μια πιο προσεκτική κι επισταμένη ματιά έδειχνε ότι δεν υστερούσε σε τίποτε από τεχνολογική σκοπιά έναντι του «κύβοργ», όπως θα τον ονομάζαμε με σημερινή ορολογία. Ο Τιθωνός θυμήθηκε ότι τέτοια περίπλοκα αντικείμενα, αποκαλούμενα συλλήβδην «συνθετιστές» κάτεχαν  οι πολύ δυνατοί παγκόσμιοι μύστες, που διακινούσαν το κοσμικό μήνυμα για τη μάχη μεταξύ Προμηθέων του ανθρώπου και Επιμηθέων των βασιλέων. Τούτο το ησιόδειο άροτρο συγκαταλεγόταν στα εξόχως πρωτότυπα και αντισυμβατικά  όργανά του, και ο ίδιος ο εφευρέτης του το αποκαλούσε «μεσοσκόπιο», κατάλληλο για περιαύγαση, επισκόπηση και ανίχνευση ενδιάμεσων χώρων ή επιπέδων πραγματικότητας με διαφορετικές τάξεις μεγέθους. Αυτό, όταν βολιδοσκοπούσε τα διάφορα στάδια του απείρως μικρού σε σχέση πάντα με την κλίμακα του παρατηρητή, λεγόταν «ενδοσκόπιο»  Εφόσον όμως με αφετηρία κάποια μεσαία κλίμακα σκόπευε, στόχευε και ορμάτο προς τα πάνω,  μπορούσε να μετατραπεί σε «περισκόπιο». Το όργανο αποκαλούνταν συνολικά «μεσοσκόπιο», άλλωστε είχε να κάνει με βυθοσκόπηση, βολίδα, δοκιμαστική ανιχνευτική συσκευή ή καταπειρατηρία βολή. Ήταν συνθετιστής ή διαπεραστής στοιβάδων πρωτότυπης εμπνεύσεως, που επέτρεπε την διέλευση μέσω επιπέδων πραγματικότητας από το μικρόκοσμο στο μακρόκοσμο και αντιστρόφως και φώτιζε άπλετα τα αλλεπάλληλα στρώματα. Έτσι, η όραση μπορούσε να δει φαινόμενα ενδιάμεσου βεληνεκούς, διάφορα στάδια μεσαίας κλίμακας,  πράγματα ασύλληπτα για τ’ ανθρώπινο μάτι. Με δεδομένο ότι, όπως δίδασκε ο Αρχιμήδης, κάθε κάτοπτρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως όπλο, το μεσοσκόπιο μέσω σύνδεσης με στόχαστρο ήταν σε θέση να εξαπολύσει ακτίνες και να ανταποδώσει πυρ, εστιάζοντας, επικεντρώνοντας  και ενισχύοντας την ενέργεια των κβαντικών κυμάτων. Ανάλογα με την ενέργεια που είχε το ησιόδειο άροτρο είχε τη δυνατότητα να ανατροφοδοτείται, να μεταβάλλεται σε πραγματικό αεικίνητον και να εκτείνει το ίχνος του υνίου του ως μονοκυτταρική νηματώδης πυρακτωμένη ίνα μέχρι το τέλος του χώρου διαιρώντας και σχίζοντας, κόβοντας και τέμνοντας, ψαλιδίζοντας και ξύνοντας, χαράσσοντας και διχοτομώντας.     

          Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μία συσκευή ελευθέρων ανθρώπων, φτιαγμένο για τη δική τους εξυπηρέτηση, αντί να είναι ο άνθρωπος υποδουλωμένο μέσον για την επίτευξη αλλότριων στόχων, για την επικράτηση ξένων προς αυτόν θρησκειών και δεσποτειών ή άλλων εξίσου απάνθρωπων αυτοσκοπών. Σε τελευταία ανάλυση, σκέφτηκε ο Τιθωνός, αυτή είναι η μόνη μάχη, τούτος είναι ο αιώνιος, ο διαρκής αγώνας, η αντιπαράθεση μεταξύ του ανθρώπινου λογικού και των θεσμών από τη μια και των θρησκειών, δεσποτειών και καισαροπαπισμών από την άλλη. Οι θρησκείες και οι τυραννίες ζεύουν στο άρμα τους αδιακρίτως τον άνθρωπο ως μέσο για την επικράτηση τίνος; Του προπαγανδιζόμενου από αυτές θεού ή άρχοντα, ψεύτικου θεού που φιλοδοξεί να γίνει ηγεμόνας ή φιλόδοξου ηγεμόνα που παριστάνει το θεό.

            Δίπλα σ’ αυτό το αποτρόπαιο τρόπαιο ο ποιητής ψαχούλεψε ένα μεγάλο δερμάτινο σάκο, κλεισμένο με περίπλοκους ναυτικούς κόμπους. Το άνοιξε και ανέσυρε μία μαρμάρινη πλάκα, με το εξής περιεχόμενο:

          «Εγγελαστήι Εχετλαίω Εχεκλεί ανατίθεμεν». Κι από κάτω το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν».

          Η αναφορά ήταν για τη μάχη του Μαραθώνα, όπου όλες οι προστριβές και συγκρούσεις της Ιστορίας συγκλίνουν και όλοι οι ήρωες των εποχών συρρέουν, η πιο καθοριστική αναμέτρηση από καταβολής κόσμου, διότι συνεπεία αυτής προέκυψε αυτό που λέμε δυτικός πολιτισμός, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, νεωτερικότητα ή όπως θέλει κανείς να ονομάσει τον μοναδικό πολιτισμό, που ανέτειλε και αναπτύχθηκε σε αυτή τη Γη, χωρίς να υποτιμούμε και τις επιμέρους παραλλαγές, αποχρώσεις, τροποποιήσεις, πρώτες ή ύστερες εκφάνσεις του.  Ο Τζων Στιούαρτ Μιλ έχει δηλώσει ότι «η μάχη του Μαραθώνα, ως γεγονός που επηρεάζει τη βρετανική ιστορία, είναι πιο σημαντική από τη μάχη του Χάστινγκς» και σίγουρα υπήρξε αφάνταστα πιο επιδραστική σε σχέση με όλες τις άλλες μάχες των εθνών, που μπροστά της δεν είναι παρά τοπικά γεγονότα περιορισμένου βεληνεκούς.

Αυτόματα και αιφνιδιαστικά αναδύθηκαν στο νου του Τιθωνού και προβλήθηκαν σαν ταινία εφηβικά αναγνώσματα, σε περιόδους μαθητείας, όχι δημιουργίας. Θυμήθηκε την αφήγηση του Παυσανία. «…Λέγουν επίσης πως έτυχε να είναι παρών στη μάχη ένας άνδρας με παλαιική εμφάνιση κι ενδύματα. Σκοτώνοντας πολλούς από τους ξένους με μία φονική συσκευή, εξαφανίστηκε μετά τη μάχη. Οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να τον βρουν πουθενά. Σαν ρώτησαν το μαντείο, ο θεός απλά τους έδωσε την εντολή να λατρεύουν τον Εχετλαίο ως ήρωα με την «εχέτλη» ή άροτρο. Θεωρήθηκε ως τεκμήριο της θεϊκής παρέμβασης κατά την αναμέτρηση, που περιλάμβανε τις εμφανίσεις υπερφυσικών προσώπων, όπως η Αθηνά και ο Ηρακλής στο πεδίο της μάχης. Γι’ αυτό και οι νικητές ανήγειραν προς τιμή του μνημείο με λευκό μάρμαρο. Ωστόσο δεν βρέθηκαν ίχνη του ούτε στον τύμβο των ηρώων ούτε ανάμεσα στους πεσόντες Πέρσες. Αν και βεβαιώνουν πως τούς έθαψαν και αυτούς, γιατί σε κάθε περίσταση ο θείος νόμος εντέλλεται πως το νεκρό σώμα θα πρέπει να θάβεται κάτω από τη γη, δεν κατέστη δυνατόν να ανιχνεύσω πού έχει ενταφιαστεί. Μήτε υπήρχε τύμβος ή άλλο χνάρι φανερό, καθώς πολλοί νεκροί εκ των ενόντων μάλλον πετάχτηκαν σε κάποιο χαντάκι…».

Ο Ηρόδοτος δίνει μια άλλη διάσταση στον άγνωστο αυτόν πολεμιστή και το όπλο του. Αφού περιγράφει λοιπόν ότι στην μάχη του Μαραθώνα σκοτώθηκαν 6.400 Πέρσες και 192 Αθηναίοι, αναφέρει ότι κατά την διάρκεια της συγκρούσεως συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, ενώ αγωνιζόταν γενναία στήθος με στήθος, ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου. Συνεχίζοντας ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο – όπως τού φάνηκε εκείνη τη στιγμή- οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε! Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.

Στην εικόνα του Πάναινου, αδελφού του Φειδία, ευρισκόμενη στην Ποικίλη Στοά, που οικοδομήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία αγορά της Αθήνας, απεικονιζόταν και ο Έχετλος ανάμεσα στους ήρωες της μάχης του Μαραθώνα σαν τον πολέμαρχο Καλλίμαχο και τον Μιλτιάδη. Η Ποικίλη Στοά ήταν από τα διάσημα αξιοθέατα της αρχαίας Ελλάδας λόγω των εικόνων και των λαφύρων της. Το μυθικό στάτους του Έχετλου αποδεικνύεται από τη συμπερίληψή του στον πίνακα, που παριστάνει επίσης την Αθηνά, τον Ηρακλή και αττικούς θρύλους σαν τον Θησέα, δείγμα της υψηλής πίστης των Ελλήνων της περιόδου στους ήρωες, οι οποίοι  θεωρούνταν ικανοί να επανέρχονται στη ζωή όχι μόνον εσχατολογικά, στις άχρονες παραδείσιες κατοικίες τους, αλλά και στον εκάστοτε παρόντα χρόνο. Τέτοιες σποραδικές εμφανίσεις λέγονταν επιφάνειες, διαυγαστικά, προφητικά και μαντικά φαινόμενα, που οι εμπόλεμοι επικαλούνταν συχνά κατά τη διάρκεια των μαχών.  

          Το τιμώμενο πρόσωπο της επιγραφής ήταν κάποιος, του οποίου το περίεργο όνομα προσπάθησαν με ονομασίες κλιμακωτής σαφήνειας «Εγγελαστήι Εχετλέω Εχεκλεί» και διαδοχικούς κατά προσέγγιση βαθμούς επιτυχίας να αποδώσουν οι Έλληνες, όπως ταίριαζε και στην επιστημολογία τους, που οδηγούσε προοδευτικά από το πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο. Θα ήταν σίγουρα ένας μεγάλος μύστης, στον οποίο θα έπρεπε ο Τιθωνός να παραδώσει και πάλι αυτό το τιμημένο όπλο. Ένοιωθε προορισμένος να ξαναδώσει αυτό το σύνολο των ανίκητων αρμάτων σ’ αυτόν τον μεγάλο διαχρονικό πολεμιστή του φωτός, που σίγουρα θα βρισκόταν κάπου σε θέση μάχης στο συμπαντικό συνεχές, είτε ο ίδιος είτε κάποιος που θα ήταν σαν κι αυτόν.  

          «Μετέχω κι εγώ σ’ όλα αυτά, γιατί τα υμνώ, γιατί τα μελετώ, γιατί τα αγαπώ, γιατί έχω κριτήρια, γιατί είμαι υπέρ των ανθρώπων, που πολέμησαν και πολεμούν τους δεσπότες και τις θρησκείες», είπε για να εμπεδώσει τα μετέωρα αιωρούμενα διδάγματα ο Τιθωνός. «Και θα είμαι πάντα εδώ για να κρίνω και να κρίνομαι, γιατί όπως ο κόσμος αυτός είναι διηνεκής, έτσι είναι αιώνιο και εκείνο που τον αντικρίζει μέσα από τα δυο του μάτια: Ό,τι βλέπουμε λογοδοτεί και απολογείται διαρκώς σ’ αυτό που καθορά, αλλά και αντίστροφα».

          Σκέφτηκε με φρίκη ότι πιθανόν κάποιος να κατέβαινε στα υπόγεια του  Ολύμπου και να αντίκριζε όλα αυτά, τα ικανά να κάνουν το νου του ανθρώπου να σαλέψει! Σίγουρα τα θεϊκά μηνύματα και οι υπερφυσικές αποκαλύψεις, ως αιώνιες παρακαταθήκες του Τυρταίου, ως επιστολές μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, ως αφρόκρεμα, απαύγασμα, προορίζονταν μόνο για όσους μπορούσαν να τα αντέξουν. Και να διηγούνταν τις μυστηριακές παμπάλαιες- καινές γραφές, κανείς δεν θα τον πίστευε, τούτες γίνονται αποδεκτές, μόνο όταν προβάλλονται στο πλαίσιο της ποιητικής έμπνευσης, σαν να ήταν το πνεύμα κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την ύλη.

          Ποιος θα πίστευε ότι το ίδιο το όπλο σκιρτούσε να επιστρέψει στο χρήστη του, στο αφεντικό του, στον πεφωτισμένο κατασκευαστή του; Ποιος θα πίστευε ότι το ίδιο το όπλο ριγούσε και αγωνιούσε και σαν να έψαχνε κάποια υποδοχή ρεύματος, τερματικό καλωδιώσεως ή κάποια πηγή δυνάμεως για να συνδεθεί, να άρει τη νέκρωση και τον παροπλισμό του και να τεθεί πάλι σε λειτουργία; Κι όμως εκεί που το μακάβριο αυτό σύνολο κυβερνο- οργανισμού και ησιόδειου αρότρου φαινόταν νεκρό, κάπου στην άκρη του υνιού αχνοφέγγιζε ένα ενεργειακό τρέμουλο, μία πυρώδης άλως, μία σπίθα, όπως όταν χτυπάει χαλύβδινο έλασμα σε πυρόλιθο και ανάβει η ίσκα.  

          Βέβαια, ο όλος συνθετιστής, αποτελούμενος από τον κυβερνο-οργανισμό και το ησιόδειο άροτρο, ήταν πολύ βαρύς για να τον μεταφέρει, άλλωστε δεν είχε πού τον πάει, ούτε άλλωστε είχε και μέθοδο διαφυγής από τον Άρη αυτή τη στιγμή. Μια και ποτέ δεν είχε πρακτική φλέβα, όλα τα ανακύπτοντα ερωτήματα αποκτούσαν θεωρητική χροιά και γίνονταν υποθετικός λόγος. Αν θα έπρεπε να διαλέξει ένα όπλο, ποιο θα ήταν αυτό; Και ποια θα ήταν άραγε η καλύτερη μέθοδος για να το μεταφέρει; Αν θα είχε τη δυνατότητα να το μεταφέρει, πού θα το έκρυβε; Και αν μπορούσε κάπου να το κρύψει, πώς θα γινόταν να το βγάλει από τον πλανήτη και να το παραδώσει σε κάποιους που θα ήσαν σε θέση να το αξιοποιήσουν; Η προφανής απάντηση ήταν ότι ο Τιθωνός δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τα μέσα να πετύχει τίποτε από τα παραπάνω. Κι όμως η αφέντρα του η Ηώ είχε θυσιαστεί γι’ αυτόν, δεν είναι νοητό να δεχθούμε ότι έκανε απλώς ένα απονενοημένο διάβημα για να έχει η ίδια έναν τιμημένο θάνατο, ένα τέλος όπως τής άξιζε, διότι δεν ήταν ούτε τόσο ματαιόδοξη, ούτε τόσο απελπισμένη. Είχε τραβήξει πάνω της όλους τους κεραυνούς του Δία γιατί πίστευε ότι ο Τιθωνός θα έβρισκε μία ευκαιρία, θα εκμεταλλευόταν μία ευτυχή συγκυρία και θα την έβγαζε ασπροπρόσωπη, θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της, δίνοντας ταυτόχρονα στο θάνατό της, όχι μόνο αξία- αυτή την είχε από μόνος του-, αλλά νόημα και σκοπό, προοπτική και ένταξη σε ένα σχέδιο.    

Ο Τιθωνός συνέχισε την περιπλάνηση στα έγκατα του Άρη, της γης, της αφήγησης, εκεί που πάντα καταφεύγει η λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας σε όλες τις άδειες ή πολυσύχναστες αίθουσες με την γνωστή του αοκνία και φιλοπονία, που πλέον τού επιβαλλόταν και από την υβριδική κατάστασή του. «Εύκλειαν έλαβον ουκ άνευ πολλών πόνων» τού ψιθύριζε ο Ευριπίδης, «φιλεί δε τω κάμνοντι συσπεύδειν θεός»[136] του μουρμούριζε ο Αισχύλος.

Κυρίως αναζητούσε και εξερευνούσε τα μη φυλασσόμενα μέρη. «Τα μη φυλασσόμενα μέρη είναι η επικράτειά μου», επαναλάμβανε στον εαυτό του. Ίσως ένας από τους λόγους, για τους οποίους είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εύνοια της μεγάλης Ηούς ήταν η περίεργη αντισυμβατική σκέψη του. Θεωρούσε ότι ακόμη και σήμερα η Ηώ θα συνέχιζε να είναι περήφανη γι’ αυτό του το χαρακτηριστικό και θα συνέχιζε να τον προτρέπει να σκέφτεται πρωτότυπα και εναλλακτικά. Η Ηώ, η Ηώ, φτάνει πια, δεν μπορούσε να τη μελετά άλλο. Ήταν αυτή που ήταν, μία ηρωίδα, αλλά τώρα πια ήταν νεκρή κι έπρεπε να την ξεχάσει, έστω προσωρινά, έστω μονάχα κατά το ωράριο εργασίας του, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή. «Ώ πότνια λήθη των κακών, ώς εί σοφή, και τοις δυστυχούσι ευκταία θεός»,[137] θα σχολίαζε ο Ευριπίδης, αλλά αυτό που θα έπρεπε ίσως να κάνει, θα ήταν να ακολουθήσει την επιστημονική άποψη του Αριστοτέλη ότι «την δε κατοχήν των φαντασμάτων μνήμην επονομάζεσθαι, την δ’ αναπόλησιν τούτων ανάμνησιν».[138] Να κρατήσει για πάντα τη μνήμη, να μπλοκάρει την ανάμνηση.

Άκου, βλέπε, σώπα, σκέφτηκε ο Τιθωνός. «Ζήνων (ο Κιτιεύς) προς τον πλείω λαλείν θέλοντα ή ακούειν νεανία – νεανίσκε,- είπεν- η φύσις ημίν γλώτταν μεν μίαν, δύο δε ώτα παρέσχεν, ίνα διπλασίονα ών λέγομεν, ακούωμεν».[139] Σε κάποια μη φυλασσόμενη αίθουσα λοιπόν είδε κάποιους θαλάμους, κάδους ή κύστεις που έμοιαζαν αντιστοίχως με κυλίνδρους διακτίνισης, λάρνακες αναζωογόνησης ή ιατρικές θερμοκοιτίδες, μιλάμε δηλαδή για πολύ υψηλή τεχνολογία των θεών. Ενώ όμως επρόκειτο για εξοπλισμό προδήλως εξεζητημένο και δυσεύρετο, έμοιαζε παρατημένος, ρυπαρός και βρώμικος.  Και πώς να μην είναι βρώμικος, αφού κατά διαστήματα κάποιοι εργάτες έφερναν μέσα στην αίθουσα καρότσια με λάσπη, οικοδομικά υλικά, «λίθους και πλίθους και κεράμους ατάκτως ερριμμένους», αλλά και άλλα άχρηστα αποσβεσμένα αντικείμενα, οξειδωμένα μέταλλα, παλιοσίδερα και σκουπίδια μάλλον τιτανικής προέλευσης και τα έριχναν μέσα στους θαλάμους σαν να ήσαν κάλαθοι απορριμμάτων. Το αξιοπερίεργο όμως ήταν ότι αυτά τα υλικά αμέσως ή εντός ολίγου, αργά ή γρήγορα εξαφανίζονταν με μία απόκοσμη γαλάζια λάμψη! Εδώ σίγουρα κάτι αξιοσημείωτο όσο και περίεργο συνέβαινε και θα άξιζε κάποιος να αφιερώσει φαιά ουσία για να το εξιχνιάσει.   

Κάθισε λοιπόν ο Τιθωνός ολόκληρα μερόνυχτα σε μία κόγχη του τοίχου ή στο βάθρο ενός αγάλματος ή στη μαρκίζα μίας προθήκης ή στο περβάζι ενός παραθύρου ρε αδελφέ- γιατί να γίνεται η συγγραφή τόσο δύσκολη- και συλλογιζόταν. Άλλωστε είχε άφθονο καιρό, ακόμη και χρόνια θα μπορούσε να αφιερώσει εδώ δεδομένης της αθανασίας του. Δύναται άραγε κάποιος να λύσει με την απλή σκέψη όσα οι πρακτικοί άνθρωποι έλυναν με υλικές και συνήθως βίαιες ενέργειες;  Με τη δύναμη του νου τα απόντα γίνονται παρόντα, έλεγε ο Παρμενίδης.[140]

Σκέψου, σκέψου, σκεφτόταν. Συλλογίσου, συλλογίσου, συλλογιζόταν. Γιατί εξαφανίζουν τα σκουπίδια αντί να τα πετούν σε καμιά χωματερή, μήπως είναι οικολόγοι; Ακόμη και οι οικολόγοι θα είχαν βρει φτηνότερη λύση από αυτές τις πολυτελείς, ενεργοβόρες και κοστοβόρες συσκευές, αν ήθελαν να εξαλείψουν τα απορρίμματα. Ίσως πάλι δεν επρόκειτο για εξάλειψη, αλλά για μεταφορά σε κάποιο σκουπιδότοπο στις παρυφές του ηλιακού συστήματος. Αλλά και πάλι πολύ πιο πρακτική λύση θα ήταν ειδικά για τους Ολύμπιους, που δεν φημίζονταν για τη πρόνοια, τη φροντίδα κι τη μέριμνα έναντι άλλων λαών, να επιστρατεύσουν τίποτα διαστημικές μαούνες ή σαραβαλιασμένα φορτηγά, ώστε να στείλουν τα ανεπιθύμητα απόβλητα σε κοντινή απόσταση, πολύ απλά στον κήπο ή στην αυλή του αλλουνού.

Τη λύση τη βρήκε πολύ αργότερα εφαρμόζοντας όλους τους κανόνες της επαγωγικής, αναγωγικής και παραγωγικής λογικής. Διαπίστωσε ότι για την αγαπημένη του μη φυλασσόμενη αίθουσα υπήρχε και αντίστοιχη φυλασσόμενη, όπου αφικνούνταν διαρκώς με παράλλαξη ή τηλεμεταφορά στρατιώτες του Δία. Παρατήρησε,  μέτρησε και μελέτησε τις ώρες άφιξης σαν να ήταν ελεγκτής αεροδρομίου με μία κοπιώδη έρευνα και επαλήθευση, που τού πήρε άλλον ένα χρόνο περίπου από την ατέρμονη ζωή του, ώστε να είναι βέβαιος για τα συμπεράσματά του. Ε λοιπόν η άφιξη των στρατιωτών ή – όπερ και το αυτό- η φόρτωση και εμφάνισή τους στο θάλαμο διακτίνισης – παράλλαξης συνέπιπτε χρονικά με την εξαφάνιση των υλικών από τους μη φυλασσόμενους εκφορτωτικούς θαλάμους. Κάθε εμφάνιση στις αφίξεις συνεπαγόταν εξαφάνιση στις αναχωρήσεις. Συμπέρασμα: Γινόταν ανταλλαγή ύλης ανάμεσα σε δύο τόπους. Για κάθε στρατιώτη που ερχόταν στον Άρη, αντίστοιχη ύλη αναχωρούσε για κάπου αλλού, για πού κανείς δεν ήξερε.

          Γιατί γινόταν η ανταλλαγή της ύλης; Άλλο στάδιο σκέψεως λαμπρόν. Ενδεχομένως είχε να κάνει με το ότι οι Ολύμπιοι ήσαν πλάσματα από άλλη διάσταση και η ύλη τους είχε διαφορετική κβαντική υπογραφή. Ήταν παρεμφερής με τη δική μας, γι’ αυτό μπορούσε να συνυπάρξει μαζί της σε καθεστώς αμοιβαίας ανοχής ως συμβατή, πλην όμως δεν ήταν δυνατόν να προστεθεί σ’ αυτήν, παρά μόνο να χωρέσει στον κόσμο μας αντικαθιστώντας κάποιο ποσό υλοενέργειας, που θα έπρεπε να απορριφθεί, να εξοβελιστεί από το δικό μας συνεχές. Συνεπώς η ανταλλαγή εξασφάλιζε την ισορροπία της ύλης μεταξύ των διαστάσεων, οι οποίες τελούσαν σε σχέση συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ τους.      

          Πώς θα ηδύνατο ο Τιθωνός να εκμεταλλευτεί αυτή την περίσταση; Ήταν αδύνατο να μάθει πού μετέφερε η διακτίνιση τα άχρηστα υλικά. Στο εξωτερικό διάστημα σίγουρα όχι, στο βαθμό που αυτό περιλαμβάνεται στα όρια της δικής μας διάστασης, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν δώρον- άδωρον. Τότε ίσως σε κάποια χωματερή της διάστασης των Ολυμπίων, σε κάποια τοποθεσία, τα χαρακτηριστικά της οποίας ήταν αδύνατο να προβλεφθούν ή να υποτεθούν. Θα υπήρχε εκεί οξυγόνο διαθέσιμο; Ακόμη και να μην υπήρχε, ο Τιθωνός ως αθάνατος κατά το κοινώς λεγόμενον «δεν μασούσε». Ίσως προς στιγμή να ένοιωθε ότι πνίγεται, όμως η εντύπωση αυτή γοργά θα περνούσε και ο φίλος μας ακάθεκτος ξανά προς τη δόξα θα τραβούσε. Θεωρητικά βέβαια υπήρχε η πιθανότητα τα εν λόγω υλικά να οδηγούνταν σε ένα είδος υδραυλικής πρέσας και να γίνονταν χαλκομανία για κάθε είδος μελλοντικής χρήσης, οπότε και ο περί ού μοναδικός εναπομείνας ηρωάς μας θα συνθλιβόταν σε λεπτό φύλλο βιολογικής μάζας σαν χαρτί εκτύπωσης εφημερίδας, αν επέλεγε να εισχωρήσει μέσα σ’ ένα θάλαμο τηλεμεταφοράς με προορισμό τα κουτουρού.

Όμως για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τι την ήθελε τη ζωή και μάλιστα την αιώνια ζωή ο Τιθωνός χωρίς τη μόνη γυναίκα που στάθηκε ικανή να τον αγαπήσει, την Ηώ, έτσι παραμορφωμένος, σε βαθμό που, αν κάποιος ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα, θα έπρεπε πρώτα να αποβάλει δέκα στρώματα προκατάληψης, αηδίας και απέχθειας: Όπως ξέρουμε, η ορμή προς κοινωνία, αλλά και η γενετήσια ορμή είναι πολύ πιο έντονη ακόμη και από την ορμή προς αυτοσυντήρηση. Πέραν τούτου, αυτή η αποστολή θα έπρεπε να έχει κάποια έκβαση, κάποιο τελικό αποτέλεσμα, έστω κι αυτό θα ήταν ο θάνατος όλων των συμμετεχόντων. Αν καθόταν και περίμενε εδώ στον αιώνα τον άπαντα μέχρι να τον ανακαλύψουν οι επόμενες γενιές αστροναυτών, θα ερχόταν κάθε μέρα το φάντασμα της Ηούς, όπως το φάντασμα του Δαρείου εμφανιζόταν στην Άτοσσα, και θα τον επέπληττε καθημερινά, θα τον επέκρινε, θα τον έψεγε, θα τον επιτιμούσε, κατσάδιαζε, μάλωνε, σιχτίριζε, όπως θέλετε πέστε το. Θα τού έλεγε τι περιμένεις εδώ; Τι είδους διαίσθηση, τι τύπο έμπνευσης και ποίου άραγε την επιφοίτηση; Επίσης θα τον διαβεβαίωνε ρητά ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις σε οποιοδήποτε εγχείρημα του ανθρώπου, η διακύβευση και η διακινδύνευση παραμονεύει σε κάθε γωνία. Θα τού προέβαλε το ρητό του Μένανδρου «αλωτά γίγνετ’ επιμελεία και πόνω άπαντα»[141] και το ρητό του Σοφοκλή «το ζητούμενον αλωτόν, εκφεύγει δε τ’ αμελούμενον».[142]        

          Τελικά, κάποια μέρα από τις πολλές, από τις αμέτρητες, το πήρε απόφαση. Μια και δυο φορτώθηκε το ησιόδειο άροτρο και χωρίς να τραβήξει και πολλά αδιάκριτα ή περίεργα βλέμματα το κουβάλησε ως έναν από τους θαλάμους παράλλαξης και το έβαλε μέσα, μπήκε και ο ίδιος εντός, καμουφλαρίστηκε με λίγη σκόνη και με λίγη λάσπη (παραλλαγή εντός παράλλαξης) και περίμενε μοιρολατρικά να έλθει η ώρα της επόμενης τηλεμεταφοράς.

          Και η γαλάζια λάμψη του πεδίου παράλλαξης ήλθε! Μέσα από πολλές παρεκκλίσεις, κλίσεις, αναδιευθύνσεις και εκτροχιασμούς, αφού επρόκειτο όχι για μία, αλλά για πολλές διαδοχικές τηλεμεταφορές το υποδιαστημικό ταξίδι του Τιθωνού ξεκίνησε. Διαμέσου πολλών σημείων η τεθλασμένη γραμμή διακτίνισης βρήκε τρόπο και ευκαιρία να περάσει από μικρές και μεγάλες παραλλάξεις, κενά και διακυμάνσεις ανάμεσα σε ενεργειακά αράχνια διανήματα, πλέγματα και κλώσματα, διακλαδώσεις και διογκώσεις του χώρου και του χρόνου, που δεν είχαν καμία σχέση με τους συνήθεις δρόμους μεταφοράς. Έτσι εστάλησαν σε άγνωστο προορισμό τα δύο ταχυδρομικά δέματα δεδομένων, ένα εκ των οποίων ήταν ο Τιθωνός με τις αισθήσεις του αμβλείες και τις σκέψεις του αδρανείς, ενώ το άλλο ήταν ο κυβερνο-οργανισμός και το άροτρό του, όπου κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το ενσωματωμένο και ποιο το ενσωματούν, ποιο το περιλαμβάνον και ποιο το περιλαμβανόμενο. Και ποιος ξέρει αν στη διαδρομή, δεν συνοψίστηκαν μαζί με άλλες δέσμες στοιχείων  και δεν εντάχθηκαν σε άλλα πακέτα μεταφοράς, που εκπροσωπούσαν στρατιώτες ή υλικά και διέσχιζαν το διάστημα καθοδηγούμενα από παλμούς, σήματα και ανύσματα κατεύθυνσης. Στις θέσεις διασύνδεσης η παράλλαξη άλλαζε γωνία και τροχιά, περνώντας μέσα από διηθητήρια και διυλίσματα υψηλής ευκρίνειας και ποικίλης χρησιμότητας, συχνά απομακρύνοντας τους ταξιδιώτες από τον προορισμό τους, αλλά εντέλει επαναφέροντάς τους στην προγραμματισμένη -προκαθορισμένη πορεία. Φαντάζομαι μετά από όλα αυτά και ο πιο ανεπίδεκτος βαρυνούσης αναγνώστης να κατάλαβε ότι η πορεία της τηλεμεταφοράς δεν ήταν ευθύγραμμη, αλλά συρόμενη, ολισθηρή, έρπουσα και υφέρπουσα παράκαμψη, που ακροβατούσε ανάμεσα σε πολλές καμπές και προσκόπτουσες πέτρες ιδανικές για τρίκλισμα και σκόνταμμα. Πλην όμως το προκαθορισμένο δρομολόγιο των υποδιαστημικών τροχιών συνέχιζε ακάθεκτο το ταξίδι του έστω και μέσω των τεθλασμένων γραμμών προς το αδήλωτο, ίσως και τρομακτικό τέρμα του.

          Και νάσου ο Τιθωνός και το φορτίο του εκβράστηκαν στον πάτο μίας περίεργης χοάνης, που αποτελούσε ίσως το διάφραγμα μεταξύ των δύο διαστάσεων. Αισθάνθηκε να ηλεκτρίζεται και καταλήφθηκε από ένα μυστικό και ανεξήγητο βήχα σαν να είχε αλλεργία στο καινούριο του περιβάλλον. Και το κακό είναι ότι η αλλεργία δεν θεραπεύεται, ούτε μπορείς να τη συνηθίσεις, μονάχα καταστέλλεται, αλλά εδώ δεν υπήρχαν φαρμακεία. Η χοάνη ήταν ημιδιαφανής και έξω απεικονιζόταν ένα παγωμένο φεγγάρι σε τροχιά γύρω από έναν πλανήτη με πολλά δακτυλίδια δορυφόρων αποτελούμενων επίσης από πάγο. Για έναν διαστημάνθρωπο της εποχής των τιτάνων δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνει ότι ο μεν πλανήτης ήταν ο Κρόνος, ο δε δορυφόρος, στον οποίο κατέληγε η παράλλαξη, ήταν ο Εγκέλαδος.

Τούτο ήταν φανερό από το λοφίο με υδρατμούς ή σταγονίδια νερού πάνω από τη νότια πολική περιοχή του δορυφόρου, πράγμα που, σε συνδυασμό με τη διαφυγή εσωτερικής θερμότητας από τους κρατήρες της περιοχής, δείχνει ότι ο Εγκέλαδος είναι πάντα γεωλογικώς ενεργός, γεγονός που μάλλον οφείλεται στις παλιρροϊκές δυνάμεις, που ασκεί ο πλανήτης στο εσωτερικό του δορυφόρου.

Πράγματι, ο Εγκέλαδος είναι ένα από τα μόλις τρία σώματα στο εξωτερικό ηλιακό σύστημα μαζί με τον δορυφόρο Ιώ του Δία και τον Τρίτωνα του Ποσειδώνα, στα οποία έχουν παρατηρηθεί ηφαιστειακού τύπου εκρήξεις. Η ανάλυση του εξερχόμενου υλικού υποδεικνύει ότι προέρχεται από δεξαμενή υπόγειου νερού σε υγρή κατάσταση, κάτι που σε συνδυασμό με ίχνη άλλων χημικών ενώσεων που ανιχνεύθηκαν στο λοφίο έχει τροφοδοτήσει συζητήσεις για την ύπαρξη απλών μορφών ζωής, ενώ έχει ενισχύσει και την άποψη ότι υλικό προερχόμενο από τον Εγκέλαδο δημιούργησε τον δυσδιάκριτο 5ο δακτύλιο του Κρόνου.

          Βγήκε από τους γεωμετρικούς κύκλους ή μάλλον τις αβγοειδείς ελλείψεις του μεταφορέα, ευτυχώς χωρίς κανένας να τον παρατηρήσει εκείνη τη στιγμή με αποτέλεσμα να επαληθευθεί η ρήση ότι κάποιος κρύβεται καλύτερα, όταν βρίσκεται σε κοινή θέα. Έκρυψε κάπου τον κυβερνο-οργανισμό πανοικεί μετά του ησιόδειου αρότρου κι ύστερα προσπάθησε να προσανατολιστεί. Και πάλι δεν υπήρχε καμία φρουρά που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει. Φαίνεται θεωρούνταν αρκετή ασφάλεια τα αγήματα των στρατιωτών που κατά διαστήματα διακτινίζονταν προς το γήινο Σύμπαν, μόνο που αυτά στην κυριολεξία δεν έβλεπαν τίποτε μπροστά τους, τούς μετακινούσαν εδώ κι εκεί, μοιραίους και άβουλους αντάμα και πρόβατα επί σφαγή, όπως οι Πέρσες πριν από τη μάχη των Πλαταιών, όπως τα πρακτορεία και τα γραφεία ταξιδίων τσουβαλιάζουν τους τουρίστες σε ξενοδοχεία πλήρους διατροφής, με αποτέλεσμα να μην ξέρουν καν οι φιλοξενούμενοι σε ποιο νησί έχουν καταυλιστεί.  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25ο:

          ΚΡΟΝΟΣ, ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ, ΘΕΟΔΟΛΙΧΟΣ

          Απέναντι από την ελλειπτική βάση της παράλλαξης βρισκόταν μία θύρα από σκούρο συνθετικό μέταλλο. Το τρεμάμενο χέρι του Τιθωνού την άγγιξε, με αρχετυπικό φόβο για ενδεχόμενο σύστημα συναγερμού, που θα ενεργοποιούνταν λόγω μη δόσης του κατάλληλου κωδικού. Προς έκπληξή του η θύρα άνοιξε με ένα «κλικ», χωρίς πολλές φιοριτούρες ή τζιριντζάντζουλες, για να βάλουμε και λίγη ιταλική γλώσσα στην διατύπωση του μύθου. Από την άλλη δεν έσκασε και κάνα πυροτέχνημα για την εξαιρετική του απόδοση! Καμιά φορά η υπεροψία και αλαζονεία του ισχυρού σε συνδυασμό με την διακριτική δράση ή τη λαθραία συμπεριφορά και διολίσθηση του ασθενέστερου μπορεί να οδηγήσει την πλοκή της ιστορίας πολύ μακριά.

       Τώρα περπατούσε πιο γρήγορα, περνούσε δίπλα από δέσμες καλωδίων και συστοιχίες σωλήνων, χημικές λάμπες ως μικρές οάσεις φωτός, έψαχνε να βρει τρόπο κατάβασης στα ενδότερα του κτιρίου, όπως είχε συνηθίσει σ’ αυτήν την ιστορία, και αναρωτιόταν ποια θα ήταν αυτή τη φορά η δίοδος και η πύλη για τον Άδη. Προς μεγάλη του ικανοποίηση η μετακίνησή του δεν έδρεπε και πολλά αδιάκριτα ή περίεργα βλέμματα.

          Κατέβηκε μία στριφογυριστή σκάλα προς τα κάτω, άνοιξε άλλη θύρα και πάτησε σε διάδρομο με χαμηλή ξασμένη κυματιστή οροφή. Δεξιά και αριστερά μεταλλικές μυϊκές μεμβράνες ή συστελλόμενες- διαστελλόμενες ίριδες οδηγούσαν σε δωμάτια διαφόρων χρησιμοτήτων. Στην αρχή και μόνο στιγμιαία κυριαρχούσε σκοτάδι, με το βάρος όμως ενός και μόνου βήματος ακουγόταν ένα βούισμα και εκχεόταν φως από την οροφή και θερμός αέρας από επικλινείς θυρίδες του τοίχου.

          «Τα αυτόματα συστήματα λειτουργούν και αντιδρούν στην ανθρώπινη παρουσία. Πρόκειται για πολύ καλά συντηρημένη εγκατάσταση. Μπράβο, εύγε Δία», μονολόγησε ο Τιθωνός.

          Περαιτέρω συστήματα ξύπνησαν, οθόνες έδειχναν δυσδιάστατα σχεδιαγράμματα του σταθμού, ενώ σύγχρονα ολογραφήματα έδιναν πληροφορίες σχετικά με τους σκοπούς της εγκατάστασης, σε μία γλώσσα παρεμφερή με τα ελληνικά, που δυσκολευόταν ο Τιθωνός να καταλάβει. Ένα πανοραμικό παράθυρο στην αριστερή πλευρά επέτρεπε θέα προς τον πάγο του Εγκέλαδου και τα δακτυλίδια του Κρόνου με την «διάκενον διαίρεσιν»[143] στη μέση.

          «Τι  μέσα, τι πλούτο που έχουν, όλα αυτά πάντα έλειπαν από τους ανθρώπους…», μουρμούριζε – μαντέψτε ποιος- δεν υπάρχει και κανένας άλλος πια στην ιστορία μας.   

          Μάλλον η φιλικότητα του μέρους παρέπεμπε σε είδος Νεφελοκοκκυγίας του Λουκιανού[144], διαμορφωμένης ορχάμης[145] ή χωροταξικού ανδήρου[146], όπου μπορούσε κάποιος να κάνει τον συνταγματικό του περίπατο και να διασκεδάσει. Επίσης, έμοιαζε με εξωγήινο μουσείο ή μαυσωλείο, πολύ διακριτικό και σχεδιασμένο με μεγάλο σεβασμό, που παρέμενε σκοτεινό μέχρι να ενεργοποιηθούν από την είσοδο των επισκεπτών οι βαρυτικοί σταθεροποιητές και τα αυτόνομα περιβαλλοντικά συστήματα. Άλλωστε μη ξεχνάμε ότι βαρυτικοί σταθεροποιητές υπήρχαν παντού, αφού ο Εγκέλαδος ήταν μικρό φεγγάρι διαμέτρου μόλις δεκαπέντε χιλιομέτρων και έτσι δεν είχε σχεδόν καθόλου βαρύτητα. Πάντως ο διάδρομος φαινόταν να διευρύνεται ολοένα σαν να οδηγούσε σε αψίδα ή σε θόλο κολοσσιαίων διαστάσεων.  

          Οι οθόνες και λοιπές επιφάνειες εργασίας του σταθμού έδειχναν διαφόρων ειδών διαστημόπλοια άγνωστης τεχνολογίας  για τους γήινους, αλλά και εξωτικά τοπία προφανώς από τη διάσταση των επήλυδων, όπου το πράσινο των δασών είχε αντικατασταθεί από κόκκινο και ο οίνοπας πόντος από απέραντο γαλάζιο. Λες οι Ολύμπιοι θεοί να έφεραν το μπλε γαλανό χρώμα στις θάλασσές μας; Όλα είναι πιθανά!  

          Αργότερα έφτασε σε ένα κολοσσιαίο υπόστεγο αεροσκαφών, όπου τα πρώτα εκθέματα ήσαν τρία σκάφη αρκετά κομψά, κωνικά προς τα εμπρός και με αεροδυναμικά πτερύγια μάλλον τιτανικής παρά ολύμπιας τεχνολογίας, παροπλισμένα προφανώς, φυλαγμένα μέσα σε ναφθαλίνη, όπως θα έλεγαν οι στρατιωτικοί. Ύστερα ακολούθησαν διαφόρων ειδών και μεγεθών διαστημόπλοια, μάλλον από έθνη αιχμάλωτα που είχαν την ατυχία να διασταυρωθεί ο δρόμος τους με τους Ολύμπιους θεούς, άλλα σαν σταγόνες, άλλα σαν απίδια, άλλα σαν σφαίρες, άλλα σαν υδροπέπονες. 

          Στη συνέχεια της περιήγησης η ματιά του στάθηκε σε μία παλιά πολυχρησιμοποιημένη από τους επισκέπτες πύλη με φθαρμένο επίσπαστρο, τόσο που από σκιερό ασημένιο είχε γίνει λαμπερό και χρυσό από τις άπειρες ιδρωμένες παλάμες που το έστρεφαν, χωρίς υποψία σκόνης, ενώ ίσως και τα μικρόβια να είχαν απαυδήσει από την αδιάκριτη επαναλαμβανόμενη χρήση και παρενόχληση και να είχαν γλιστρήσει μακριά. Τα αλληλο- καλυπτόμενα δακτυλικά αποτυπώματα βέβαια πάνω στον επισπαστήρα δικαιολογούνταν απόλυτα, αν λάβει κανείς υπόψη την επιβλητική επιγραφή στο θριγκό της πύλης με ανάγλυφα φαιά κεφαλαία γράμματα σε εβένινο ξύλο και στοιχειοθέτηση της λέξης «ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ», ενός πλεονασμού, αφού οδός και δρόμος είναι το ίδιο, μία εννοιολογική παρήχηση, από αυτές που συνήθιζαν οι Ολύμπιοι παπαγαλίζοντας μία γλώσσα που έμοιαζε με ελληνικά, αλλά δεν ήταν ελληνικά.  

Πάτησε σε μία εξέδρα πέντε μέτρων, στεφανωμένη και περικυκλωμένη από υψηλή κουπαστή- εγκωπαστή, που θύμιζε τα πλευρά του πλοίου, όπου στηρίζονται τα κουπιά. Ο πλατύς αυτός εξώστης στεγαζόταν από ένα εικονικό στερέωμα σαν πλανητάριο και πέρα από το επιπεδόστρωτο[147]απλωνόταν ως το κορυφαίο έκθεμα του μουσείου η πελώρια τρισμέγιστη μηχανή, το αχανές διαστημόπλοιο, με το οποίο οι Ολύμπιοι είχαν διαστρεβλώσει το χώρο και είχαν εισβάλει στο ηλιακό μας σύστημα. Σε κατάσταση λειτουργίας θα έβλεπε κάποιος τους κινητήρες του να βοούν και να εκβάλλουν φωτιά σαν στόματα δράκου, τους οδοντωτούς τροχούς, τους στροφείς και τις στρόφιγγές του να περιστρέφονται, τους πίδακες και τα αναβρυτήριά του να εκτοξεύουν ατμούς, τα έμβολα, τις ράβδους, τους κυλίνδρους, τα ελίτροχα και τα ελάσματά του να δονούνται και να παλινδρομούν, τις βαλβίδες ασφαλείας να ξεφυσούν απότομα και να εκτονώνονται,  τα διαμερίσματά του να συνενώνονται αυτόματα με σφιγκτήρες πρόσδεσης, άγκιστρα ζεύξης, μαγνήτες έλξης, θηλυκά και αρσενικά εξαρτήματα ρυμούλκησης και αγκυροβόλησης κ.λπ. Στη μουσειακή του εκδοχή και παρουσίαση όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν εντελώς νεκρό και ανενεργό.   

Παρά ταύτα θαυμαστό! Χιλιάδες επισκέπτες καθημερινά περιηγούνταν το θρυλικό αυτό σκάφος, που κάποτε έφερε τους επήλυδες θεούς από μία άλλη διάσταση. Οι θόλοι του και τα δώματά του ήσαν ατέλειωτα, διότι δεν ήταν απομίμηση, αλλά το γνήσιο αληθινό πλοίο – εξάλλου δεν θα συνέφερε οικονομικά να κατασκευαστεί πάλι ένας τέτοιος Μολώχ, ακόμη και κίβδηλος. Ένα χαρακτηριστικό του σκάφους ήταν ότι χωριζόταν σε πολυεδρικά διαμερίσματα, κύβους με έξι έδρες, οκτώ κορυφές και δώδεκα ακμές, οκτάεδρα, δωδεκάεδρα, εισοσάεδρα, σαν κυψέλη ή κηρήθρα, όπου όμως κάθε επιμέρους τμήμα ή υποσύνολο είχε ενεργειακή αυτονομία. Θύμιζε δηλαδή φορτηγό ζωσμένο με σειρά από ρυμουλκούμενα οχήματα ή άμαξες. Στις καλές εποχές κάθε πλατωνικό στερεό μπορούσε να αποκολληθεί από το κύριο σώμα του πλοίου και να χρησιμεύσει ως άκατος ή ανεξάρτητος θαλαμίσκος και μάλιστα δεν χρειαζόταν χειριστήρια, αφού λειτουργούσε με φωνητικές εντολές. 

Ο κυβερνήτης του πλοίου, όταν αυτό εισχώρησε αρχικά στο ηλιακό σύστημα, ήταν ο Κρόνος- Χρόνος, για τον οποίο ο κάθε φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί πολλά από πολλές έγκριτες και μη πηγές. Επειδή υπάρχει μεγάλη αντιλογία και έρις ως προς το αν ο Κρόνος ήταν τιτάνας και μάλιστα γενάρχης των τιτάνων ή θεός και πατέρας του Δία, αξίζει να διευκρινίσουμε από την υψηλή καθέδρα του συγγραφέα ότι πολύ απλά ισχύουν και τα δύο. Ο Κρόνος ήταν γενάρχης και των θεών και των τιτάνων. Εισήλθε στο ηλιακό σύστημα ως θεός και αρχηγέτης των θεών, ύστερα όμως από την αδυσώπητη αναμέτρηση με το γιο του Δία ηττήθηκε και εξορίστηκε μόνιμα στα τάρταρα. Λιγότερο γνωστό είναι ότι στο απώτατο παρελθόν είχε χειραγωγήσει την ανθρώπινη εξέλιξη μέσω ενός εξωτερικού επεμβατικού παράγοντα, που με  επιστημονικό τρόπο αύξησε σημαντικά τη θερμοκρασία του σώματος των ανθρώπων. Με την ιδιοφυία του ταξίδευσε πρώτος χρησιμοποιώντας την έλξη του ήλιου για να εκσφενδονίσει το πλοίο του σε αχαρτογράφητες και μη καταγεγραμμένες ακόμη από τους ιστορικούς εποχές. Ο στόχος του χρονοταξιδιού ήταν να επιτύχει την ανατροπή και πτώση του θαλάσσιου πολιτισμού της Ατλαντίδας, τον οποίο οι θεοί φοβούνταν, θερμαίνοντας προοδευτικά τα ανθρώπινα κύτταρα με το δραστικό συστατικό της θερμοτροπίνης, μίας μυστηριώδους πειραματικής ουσίας. Η βάση του ήταν εγκατεστημένη  στο Μέγα Πλανήτη (σ.σ. σημερινός Δίας), που λόγω της πολύ γρήγορης περιστροφής του σε σχέση με τη Γη επέτρεπε την κατά κύματα και κατά δέσμες εκπομπή ή έκλυση της ραδιενέργειας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εντέλει, μετά την περάτωση της μακροχρόνιας θεραπείας προαγωγής των κυττάρων, το τελικό του κατόρθωμα ήταν η καταστροφή της πόλεως των Ατλάντων, από την οποία ελάχιστοι επέζησαν. Η εκκαθάριση -εξυγίανση για να βρούμε έναν ευφημιστικό όρο για μια βρόμικη υπόθεση, έγινε με τη μετατροπή της υψηλής συχνότητας ακτίνας του και την πρόκληση εκρήξεως στα υποθαλάσσια βουνά και στους φυσικούς αγωγούς αερίων υπό την επιφάνεια. Έτσι, δρομολόγησε την πιο σημαντική διαδοχή γεγονότων στην Ιστορία του Ανθρώπου. Λόγω της εξωγενούς αυτής επιδράσεως, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις θάλασσες και συνέχισαν την εξελικτική τους πρόοδο στη ξηρά,  επιχειρώντας να ισοσκελίσουν το τεράστιο πισωγύρισμα τους στις επιστήμες και στις τέχνες, που τούς κατέστησε τελικά ευάλωτους στην επερχόμενη εισβολή. Υπό αυτή λοιπόν την έννοια λογίζεται και ως γενάρχης του λαού των  ανθρώπων και των μεταξύ αυτών αρίστων, των τιτάνων. Από τη μία με την εξελικτικά…τιτάνια παρέμβασή του υπονόμευσε για πολλούς αιώνες τον ανθρώπινο πολιτισμό, από την άλλη άθελά του έστρωσε το έδαφος για μία καινούρια διαφορετική εξέλιξη και γέννησε την πνευματική και διανοητική καλλιέργεια των τιτάνων μέσω της υποβολής τους σε δυσκολίες και αντιξοότητες. Ο Κρόνος ήθελε μία ανθρωπότητα ευεπίφορη σε υποδούλωση, αυτό όμως που δρομολόγησε παρά τη θέλησή του ήταν η ίδρυση μίας αντιστασιακής και αδάμαστης νοοτροπίας, αντίθετης προς κάθε ανεξέλεγκτο ηγέτη, πεφωτισμένο ή μη, που υποστήριζε ότι δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Πέτυχε δηλαδή το εντελώς αντίθετο από αυτό που επιδίωκε. [148] Όμως τόσο οι στόχοι του όσο και οι μέθοδοί του παρέμεναν αξιοκατάκριτοι, -ες, γι’ αυτό και τού έμεινε ο μάλλον δικαιολογημένος χαρακτηρισμός ότι «τρώει τα παιδιά του».        

          Η νοοτροπία πάντως των τιτάνων διέφερε πολύ από τη σημερινή «προοδευτική» αντίληψη, που κατά μία στρεβλή κακοχωνεμένη εκδοχή του μαρξισμού θεωρεί ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι η διεκδίκηση. Η διεκδίκηση είναι καλή, όταν γίνεται για όλους και ωφελεί όλους, δεν επιτρέπεται όμως να στηρίζεται στο αξίωμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ακριβώς διότι τα μέσα τελικά ορίζουν την ποιότητα του σκοπού, δεν επιτρέπεται δηλαδή να απαιτεί ανθρωποθυσίες και ανθρωποφαγία προς επίτευξη των στόχων της. «Μη τω κακώ το κακόν ιώ»[149] έλεγε ο Ηρόδοτος. Άλλο ιδεολογία, άλλο ηθική, η πρώτη αφορά τις συνολικές διεκδικήσεις, η δεύτερη αφορά τη συμπεριφορά μας προς συγκεκριμένο άτομο. Οι τιτάνες πίστευαν ότι «πάσιν κατ’ ιδέαν επικούρει, ενί κατ’ ήθος χρω» (να βοηθάς τους πάντες σύμφωνα με τις ιδέες σου, αλλά στον καθένα ξεχωριστά να φέρεσαι με ήθος). Ο Ηράκλειτος έλεγε «είς εμοί μύριοι» και καμιά φορά οι ανάγκες του ενός βαρύνουν περισσότερο από τις ανάγκες των πολλών. Πίστευαν επίσης οι αρχαίοι πάλι κατά Ηράκλειτο ότι «ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν και δίκην έριν και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεούμενα χρεών», ότι δηλαδή ο πόλεμος και ο αγώνας πρέπει να είναι κοινός, αλλά στις έριδες μεταξύ προσώπων να επικρατεί η δίκη. Και μπορεί μεν όλα να επιτυγχάνονται με κάποιου είδους αντιπαράθεση, όμως πρέπει να επιδιώκονται σύμφωνα με την αναλογία και το χρέος του καθενός. Όσο μάλιστα κάποιος χορταίνει, επεκτείνεται, καταλαμβάνει χώρο, προσλαμβάνει αγαθά και αναπτύσσεται, τόσο η ανάγκη για διεκδίκηση πρέπει να μειώνεται και να αυξάνει η ευθύνη. 

          Ξαναγυρίζουμε στην ιστορία μας: Το θρυλικό διαστημόπλοιο «Οδοδρόμος» με πλοίαρχο τον Κρόνο, το οποίο εισχώρησε στο ηλιακό σύστημα από τη διάσταση των Ολύμπιων θεών, ήταν επισκέψιμο για το κοινό, το οποίο επιτρεπόταν να περιδιαβάσει στα ατέλειωτα χιλιόμετρα που το αποτελούσαν. Επρόκειτο για μία ειδική γενναιόδωρη προσφορά και χορηγία του Δία για να ψυχαγωγήσει, αλλά και συνάμα να εμφυσήσει το δέος στους υπηκόους του.

          Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του Οδοδρόμου ήταν η γέφυρά του. Καθώς οι επισκέπτες την προσέγγιζαν και έβλεπαν από μακριά το άπλετο φως της, άκουγαν ηδονικά το βόμβο, το μουρμούρισμα, τους υπόκωφους γδούπους και το βρόντημα των οργάνων και των αισθητήρων της. Αποτελούνταν από δεκαεπτά σταθμούς εργασίας με κοιλώματα, κόγχες ή σηκούς πάνω από γυάλινα ημικύκλια. Στη μέση βέβαια δέσποζε η πολυθρόνα του κυβερνήτη άδεια, όπως και οι σταθμοί. Ο επισκέπτης προχωρούσε ίσια μπροστά προς τη μεγάλη οθόνη της γέφυρας, όπου ακριβώς από κάτω της προβαλλόταν σε μία ειδική κονσόλα το γνωστό σήμα του απείρου, ένας βρόχος ή επίσυρμα κουλουριασμένης ουράς όφεως.

Πράγματι: Στο συνολικό Πολυ-Σύμπαν το σύμβολο του απείρου και της αιωνιότητας είναι ένα ξαπλωμένο Οκτώ. Καθόλου τυχαία, εκπροσωπεί ακριβώς τη διττή, διφυή και δισυπόστατη  φύση των κόσμων μέσα στην τροχιά ενός στροβιλιζόμενου νεφελώματος, διατεταγμένου σύμφωνα με τη σπείρα του Αμοιβαίου.[150] Λένε ότι ο αριθμός των κόσμων είναι ατέλειωτος και ότι κάθε μέρα προστίθενται καινούριοι. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι αυτό το σμήνος των κόσμων διαρθρώνεται εκ του Ελάσσονος προς το Μείζον.

Δύο γεγονότα πάντως είναι αδήριτα και αναμφισβήτητα. Το ήμισυ του Οκτώ αυτών των κόσμων είναι αρνητικά φορτισμένο από μαγική σκοπιά, είναι δηλαδή επί τα Ελάσσω, ενώ το άλλο μισό είναι μαγικά θετικά φορτισμένο, δηλαδή επί τα Μείζω. Η Γη μας, αυτός ο αγαπημένος αναντικατάστατος πλανήτης κείται στο σταυροδρόμι μεταξύ Μείζονος και Ελάσσονος επικράτειας και δικαιούται να έχει τον «λημνίσκο» ως αυτοκρατορικό έμβλημα και θυρεό. Οι κατώτεροι κόσμοι σε σχέση με τη Γη, δηλαδή οι αιτιοκρατικοί και συνάμα πλούσιοι σε ενέργεια, παθητικοί όμως ως προς τις επιδράσεις, προμηθεύονται από τους ανώτερους κόσμους παραστάσεις, σχεδιασμούς, σιλουέτες, σχήματα, μορφές και φιγούρες, ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν. Οι ανώτεροι κόσμοι, οι βουλητικοί, οι πενόμενοι ενεργειακά, οι ευρηματικοί δανείζονται από τις αντίστοιχες κατώτερες επικράτειες δύναμη, μάζα, υπόσταση και ενέργεια για  να μπορέσουν να λειτουργήσουν.

Μπορεί κάποιος να φανταστεί το ταξίδι από έναν κόσμο σε άλλον σαν μία δύσκολη περιπλάνηση, όπου βέβαια εξαρτάται αν είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Πρέπει κανείς να σκαρφαλώνει ανάμεσα στους κόσμους  από κλάδο σε κλάδο, από βλαστάρι σε βλαστάρι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι.

Τέλος πάντων το άγγιγμα του λημνίσκου ήταν το πρώτο βήμα των κάθε λογής επισκεπτών άρα και του Τιθωνού, που ήταν ο πιο πιστός και χρόνιος θαμώνας του μουσείου, εκμεταλλευόμενος και την ευχέρεια του δωρεάν εισιτηρίου, παράδοση που έχουν κρατήσει επαξίως και τα σύγχρονα ελληνικά μουσεία, παρότι σπανίως κάποιος εκτιμά μία παράσταση, αν προηγουμένως δεν ξεπαραδιαστεί.

Καθώς πίεσε το εικονίδιο του λημνίσκου ο πιο αδύναμος τιτάνας όλων των εποχών κοίταξε τα χέρια του. Ήσαν ήδη γερασμένα με πτυχές και λεπτές ραγάδες, μπόλικες ζάρες και χαραγματιές. Σαν να γερνούσε πιο γρήγορα από όλους τους άλλους, ωραία αθανασία ήταν αυτή. Η σωματική του φθορά ήταν παραπάνω από φανερή. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι δεν θυμόταν πόσα χρόνια ήδη ζούσε στον Εγκέλαδο χαζεύοντας ολόγυρα και γυρνώντας αχασβήρως, χώρια που είχε ζήσει άλλα τόσα στον Άρη.  

Ακούστηκε τότε, όπως συμβαίνει κάθε φορά, μία αυστηρή φωνή που απαιτούσε το σύνθημα, ένα κωδικό που όλοι οι επισκέπτες γνώριζαν. Ήταν ένα είδος καρκινικής φράσης που διαβάζεται και βουστροφηδόν, όπως το «νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν».

«Σήσ’ ά μόνω νόμ’ ασής» ή «σήσ’ ά μον’ όνομ’ ασής», δηλαδή «κοσκίνισε και ανάλυσε με το νου αυτά που, αν τα δεχτείς μόνο με βάση το όνομά τους ή κατ’ απαίτηση του νόμου, θα τα αηδιάσεις». Σημαίνει δηλαδή ότι το υφιστάμενο και το καθιερωμένο έχει μέσα του τη λογική που το δημιούργησε, η οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ή να υποτιμάται. Κάθε μεταβολή επί τα βελτίω προϋποθέτει κατανόηση του λόγου, για τον οποίο ισχύει η προηγούμενη κατάσταση που επιθυμούμε να αλλάξουμε. Με την παραφθορά του χρόνου, πολλοί νόμισαν αργότερα ότι το σύνθημα ήταν «σήσαμον ονομάσης», το οποίο εξελίχθηκε στο «άνοιξε σουσάμι», που απαντάται στις αραβικές Χίλιες και Μια Νύχτες.[151]   

Τότε η αυστηρή φωνή έλεγε «κώδιξ ανεγνωρίσθη» και εμφανιζόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των επισκεπτών το ολόγραμμα του Κρόνου, που κρατούσε στα χέρια του το «δρέπανον», με το οποίο είχε κόψει κάποτε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Καμιά φορά εμφανιζόταν και με βρέφος στην αγκαλιά, που συμβόλιζε τα καταβροχθιζόμενα από αυτόν παιδιά. Αυτό που έβλεπαν οι θεατές ήταν ένα ολογράφημα ή ολόγραμμα, όχι όμως άυλο, αλλά αντλούσε ύλη προκειμένου να καταστεί περισσότερο πειστικό, ψαχουλευτό, ψηλαφητό και λαχταριστό.

Η παράσταση ξεκινούσε δυναμικά: «Έναρξη των προγραμμάτων ασφαλείας», έλεγε το ολόγραμμα του πλοιάρχου. «Αφύπνιση και έγερση των μελών του πληρώματος ολοκληρώθηκε. Σάς ομιλεί ο αυθέντης Κρόνος του υπερδιαστημικού σκάφους “Οδοδρόμος”. Επίκειται προκαταρκτική αναφορά».

Ταυτόχρονα άρχιζαν να προσέρχονται στους σταθμούς εργασίας και τα άλλα μέλη του πληρώματος, δεκαεπτά τον αριθμόν, όπως είπαμε, γυναίκες και άνδρες, αξιωματικοί του Οδοδρόμου, που περίμεναν – υποτίθεται- για χρόνια μέσα στους κρυογονικούς θαλάμους, στις κοιτίδες απόλυτης στάσης και βαθείας ψύξης και τις κόγχες αναμονής, όπου ήσαν καλυμμένοι με συντηρητικό νευρογλοιό. Πρώτα χαιρετούσαν τον καπετάνιο ή κατεπάνω, μετά καταδέχονταν να ρίξουν  μία περίεργη ματιά στον συνήθη θαμώνα Τιθωνό και έπαιρναν θέση στους σταθμούς εργασίας τους πατώντας τα κομβία και μετακινώντας μοχλούς, πηδάλια και χειριστήρια.  

«Αναφέρατε κατάστασιν», είπε ο Κρόνος και αμέσως οι επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων έσπευδαν να δώσουν την ευπειθή αναφορά τους.

«Η κατάσταση μας παραμένει σταθερή, αυθέντα», είπε μία σαραντάρα θεά με εφαρμοστή ασημένια φόρμα, που τόνιζε τις καμπύλες της. Κάποιο μυθολογικό όνομα θα είχε και αυτή, αλλά ψάξε βρες. «Χαρακτηρίζεται απελπιστική, αλλά όχι κρίσιμη (εδώ παρέχουμε και λίγο χιούμορ, ως αστεία ειρωνεία ή αττικόν άλας, αλλά και ως χαλαρωτικό δροσιστικό χυμό προς τους θεατές). Η παράλλαξη μάς μετέφερε κάτω από το βυθό του ωκεανού του Εγκέλαδου, όπου είμαστε αμετάκλητα σφηνωμένοι μέσα σε παχύ στρώμα ιζημάτων. Και δεν υπάρχει κανένας να μάς σώσει».

Εδώ δινόταν προς τους θεατές ένας δραματικός τόνος με σκοπό να εγείρει και να δρέψει κραυγές αγωνίας από το κοινό. Δεν αναφερόταν βέβαια ότι η βύθισή τους στα τάρταρα οφειλόταν στο Δία, αλλά παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα της αρχικής τους έλευσης στο ηλιακό σύστημα.   

«Αν επανεκκινήσουμε τις μηχανές, ίσως δυνηθούμε να διατρυπήσουμε το ίζημα. Τι ενεργειακή αυτονομία έχουμε;» ρώτησε κοφτά ο Κρόνος.

«Μόλις δέκα τοις εκατό, κύριε», απάντησε ένας αγχωμένος σημαιοφόρος.

Ο Κρόνος ένευσε στιγμιαία όντας προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. «Διοχετεύστε στο πηδάλιο όση βοηθητική ενέργεια έχουμε. Κλείστε αμέσως όλα τα περιφερειακά συστήματα, ακόμη και όσα κυκλώματα έκτακτης ανάγκης δεν είναι απολύτως απαραίτητα. Επικοινωνίες, ιατρείο, οπλοστάσιο, μαγειρεία, αστρική χαρτογράφηση, αίθουσες κρυογονικών θαλάμων δεν χρειάζονται και είναι άχρηστα σ’ αυτή τη φάση. Επομένως διακόψτε κάθε παροχή συντήρησης ζωής εκτός γέφυρας».

          «Αγκυλομήτα κυβερνήτα», είπε μία άλλη ζουμερή αξιωματικός, όπου να διευκρινίσουμε ότι το αγκυλομήτις δεν σημαίνει με αγκυλωτή μύτη, αλλά ότι σκέφτεται στρεβλά και παρέχει κακές συμβουλές. Είναι προφανές ότι το σενάριο της παράστασης το είχε γράψει ο χαιρέκακος και μνησίκακος Ζευς. «Δεν ευπορούμε να κόψουμε το ρεύμα από τους κρυογονικούς θαλάμους. Υπάρχει αντίσταση από κρίσιμη μάζα νευρογλοιικού ιστού. Φαίνεται να υπάρχουν ξένες ενότητες που καταλαμβάνουν τμήματα νευρογλοιού!»

«Εξαλείψτε αλλότριες οντότητες», ούρλιαξε ο Κρόνος. «Επανεκκινήστε τη διαδικασία ψύξης των κρυογονικών θαλάμων. Θα τούς ναρκώσουμε!»

«Πολύ αργά, κατεπάνω. Οι τεχνητές νοημοσύνες, που κρύβονταν στο νευρογλοιό, έχουν ήδη εξέλθει και κινούνται προς τη γέφυρα».

Αμέσως ο Κρόνος άνοιξε ένα κουτί ανάγκης και άρχιζε να μοιράζει στους δικούς του ακτινοπίστολα. Εν τω μεταξύ οι τεχνητές νοημοσύνες, που είχαν κρυφτεί σαν μικροσκοπικές κάμπιες στο νευρογλοιό, ανέπτυξαν ήδη κατά τη διαδρομή τους μέσα στο σκάφος καθοδικές πλαγγόνες (άβαταρ), ώστε να μεγαλώσουν μέσα στο χώρο και να μπορούν να πολεμήσουν. Όταν έφτασαν στη γέφυρα άρχισε η κλασική μάχη με τις διασταυρούμενες ακτίνες, που εξελίχθηκε αργότερα σε εκ του συστάδην αναμέτρηση με ό,τι οι αντίπαλοι μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τις κονσόλες χρησιμοποιώντας τους μοχλούς ως λοστούς. Ο Δίας ως σεναριογράφος χαριζόταν ελάχιστα στον Κρόνο γι’ αυτό άλλοτε κέρδιζαν οι Ολύμπιοι και άλλοτε οι ΤΝ. Αυτό ήταν με λίγα λόγια το θεατρικό δρώμενο, που προσφερόταν στο φιλοθεάμον κοινόν από τον μηχανισμό προπαγάνδας των Ολύμπιων.   

Ο Τιθωνός είχε δει την παράσταση αυτή άπειρες φορές. Υπήρχε κάτι που δεν τού «κόλλαγε», κάτι που τον ενοχλούσε ή έκανε να χτυπήσει μέσα του ο κώδων του συναγερμού, δεν ήξερε ακριβώς. Οσμιζόταν και οσφραινόταν ένα είδος εξαπάτησης χωρίς όμως να ξέρει τι.      

Έτσι και αλλιώς είχε άπλετο χρόνο, ενώ η αποστολή, που συνίστατο στο να διεθνοποιήσει και να αναβαθμίσει την αντιπαράθεση με τους θεούς σε συμπαντικό επίπεδο είχε πια λιμνάσει και τελματώσει, είχε γίνει στάσιμο ελώδες λιμναίο τέναγος.  

«Διόπερ ράστον έστιν απάντων εαυτόν εξαπατάν – ό γαρ βούλεται τούθ’ έκαστος και οίεται- τα δε πράγματα πολλάκις ούχ ούτω πέφυκε»,[152] επαναλάμβανε στον εαυτό του το ρητό του Δημοσθένη.

Ύστερα σκεφτόταν την Ηώ και έλεγε με πικρό χαμόγελο.

«Μη φοβάσαι, Ηώ. Είμαι εδώ και συνεχίζω την αποστολή. Και να δεις που στο τέλος θα τα καταφέρω! Εσύ πάντα μού είχες εμπιστοσύνη, έτσι δεν είναι;»

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια και οι επισκέψεις του Τιθωνού στο θεατρικό παιχνίδι της γέφυρας πλήθαιναν. Οι θεατές και μαζί και ο μίνι τιτάνας τσέπης πολλές φορές συνεπαίρνονταν από το επικό και δραματικό παίξιμο και πλησίαζαν τους πρωταγωνιστές, άλλωστε η παράσταση ήταν τόσο διαδραστική, ώστε επιτρεπόταν να βρίσκονται μέσα στη γέφυρα και ανάμεσα στους ηθοποιούς για να εξάπτονται, να διεγείρονται και να ενθουσιάζονται ελεύθερα με τα τεκταινόμενα, να απορροφούν απευθείας τη συγκίνηση και την ανατριχίλα. Αλλά ο Τιθωνός ήταν δύσκολος πελάτης. Τριγύριζε και αυτός τους πρωταγωνιστές και ένοιωθε ότι συμπεριφέρονταν αγχωμένα και εκβιαστικά, βεβιασμένα και ψυχαναγκαστικά, ή μάλλον απέπνεαν μία βαθύτατη ανομολόγητη θλίψη και μάλιστα από την αρχή της παράστασης, πράγμα αδικαιολόγητο. Όχι ότι οι ρόλοι τους ήσαν ιδιαίτερα δύσκολοι, ήσαν σταθεροί, μονότονοι και θα ‘λεγε κανείς μονοδιάστατοι, μία στοιχειωδώς προγραμματισμένη κούκλα θα μπορούσε να τούς παίξει. Άρα τι δεν πήγαινε καλά σ’ αυτά τα ολογράμματα που ούτε καν αυτούς τους σχηματικούς και χονδροειδώς διανεμημένους ρόλους δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν;   

        Κάποια στιγμή που ένας υπάλληλος του μουσείου αφαιρέθηκε, αφού άλλωστε ποτέ και πουθενά η απόλυτη επιτήρηση δεν είναι δυνατή, ο Τιθωνός προχώρησε στο πρώτο κινούμενο ολόγραμμα και το άγγιξε στα κλεφτά με ταυτόχρονη επίμονη διαπεραστική οφθαλμολαγνεία και – πορνεία επιδιώκοντας άμεση, ενορατική, εκστατική μυστικοπαθή γνώση. Τού φάνηκε πλαστικότερο στην αφή απ’ όσο ταιριάζει σε άκαμπτη τυποποιημένη απομίμηση. Άραγε οι προγραμματιστές των ολογραφημάτων μπόρεσαν να δώσουν στα καλλιτεχνήματά τους αυτό που ο λιθοξόος γιος του Σωφρονίσκου αποτύγχανε να σμιλέψει στις προτομές του, δηλαδή την αχνιστή υπερένταση και υπεραιμία των παρειών πριν την εκκίνηση;

          Έξυσε λίγο από το σμάλτο της αργυροϋφούς επιφάνειας στο ύψος  της κερκίδας, ξηλώνοντας τη ασημένια ίνα της στολής και καταιονίζοντας την ολογραφική σκόνη σαν να ήθελε να αναπαραστήσει οπτικά  τη διανοητική ροπή και το συνειδησιακό αίτημά του για εμβάθυνση και κατάδυση στα μυστικά  του έκπαγλου τεχνολογικού αυτόματου, αλλά ποια η έκπληξή του, όταν κάτω από την αιωρούμενη παιπάλη της ξεφτισμένης ποίκιλσης των  πειστικά αναπαριστώμενων οιονεί ολοσηρικών υφασμάτων συνάντησε ορφνή, μαλακιά, μουμιοποιημένη επιδερμίδα!

          Το πλήρωμα της γέφυρας λοιπόν δεν αποτελούνταν από ομοιώματα, αλλά ήσαν οι γνήσιοι αξιωματικοί του Κρόνου και το εμφανιζόμενο ως αντίγραφο του Κρόνου ήταν ο ίδιος ο Κρόνος! Αιχμαλωτισμένοι από ένα τηλεκατευθυνόμενο εξωτερικό περίβλημα σκληρό και τυλώδες σαν πέτρα και καταδικασμένοι στην αιωνιότητα να κάνουν τις ίδιες και τις ίδιες ακούσιες κινήσεις κατά παραγγελία άσχετων θεατών! Δεν κατάπιε ο Κρόνος την φασκιωμένη πέτρα που τού έδωσε η Ρέα αντί για τον Δία, αλλά αλίμονο κατά δραματική αντιστροφή η πέτρα κατάπιε τον Κρόνο και μάλιστα για πάντα. 

Καταλείπονται οι πετρωμένες σιλουέτες, παράδοξα απολιθωμένα κορμιά που δεν θυμίζουν ούτε ανθρώπους ούτε θεούς, αιχμαλωτισμένα σε γρανίτη ή ψαμμόλιθο, παγιωμένα, αρτηριοσκληρωτικά, στρεβλωμένα. Το θέαμα, που παρουσιαζόταν μπροστά στον αποσβολωμένο Τιθωνό τον έκανε να χλομιάσει. Τούτη η μάχη καλύτερα να λησμονηθεί ανά τους αιώνες. Εδώ «κόσμον φέρει η σιωπή» και όχι η εξιστόρηση των πράξεων. Το να θανατώσεις έναν εχθρό είναι ένδοξο και τιμητικό, ιδιαίτερα στην ηρωική εποχή, όπου οι ήρωες ίδρυσαν κράτη και έκτισαν πόλεις. Το να τον υποβάλεις σε βασανιστήρια, ακόμη κι αν δεν έχεις άλλη λύση, είναι μία αισχρότητα. Το να τον καταδικάσεις σε αιώνια μαρτύρια είναι αιώνια καταισχύνη, άγος και όνειδος.

Διότι ο Κρόνος και οι υποτακτικοί του εξακολουθούν ακόμη να είναι στη ζωή κι ας τυγχάνουν απολιθωμένοι, στερημένοι από κίνηση, ενέργεια, όραση, ακοή και αντίληψη και τις λοιπές αισθήσεις. Όμως παρ’ όλ’ αυτά  ζουν και θα ζουν «έως αν ο ήλιος την αυτήν οδόν είη, τη και νυν έρχεται», μέχρι να γίνουν σκόνη -κόνις- όλες οι πέτρες κι ίσως και λίγο περισσότερο. Αντικρίζουμε τις συσπασμένες τρέμουσες τρίζουσες αύρες των σωμάτων τους, έτοιμες να σηκωθούν σε επανάσταση. Βλέπουμε την οδύνη τους, την οργή, τον ανομολόγητο πρωταρχικό φόβο. Ζευ, Δία, νεφεληγερέτα ή όπως αλλιώς σε λένε, δεν πρέπει να είσαι περήφανος γι’ αυτή τη μάχη. Θα ‘πρεπε κανονικά ποτέ να μην την αναφέρεις, ποτέ να μη τη μνημονεύσεις, να τη διαγράψεις, όπως οι Αιγύπτιοι έξυναν από τους βράχους τα ονόματα των ανόσιων φαραώ, το μόνο που σε σώζει είναι να την πνίξεις στη λησμονιά, στο βυθό της λήθης. Και ποτέ άλλοτε να μη στέρξεις και να μη τολμήσεις να επαναλάβεις αυτά τα απόκοσμα αδρά και σφαγιαστικά λόγια, που προκάλεσαν το μαρμάρωμα των φτωχών αυτών πλασμάτων. Άλλος ένας άθλος στον κατάλογο των επιτυχιών σου, ένα φύλλο δάφνης στο στεφάνι σου, άλλη μία σχισμή στο σπαθί σου, όπως και στην περίπτωση του Τιθωνού, που σκότωσες τον πεθαμένο κι έκανες έναν στερημένο ακόμη πιο στερημένο κι έναν ανάπηρο ακόμη πιο ανάπηρο!   

          Αυτή η αποκάλυψη, αυτή η συνταρακτική διαπίστωση ότι ο Κρόνος ήταν αιχμαλωτισμένος σε ένα ταπεινωτικό γι’ αυτόν αέναο φαύλο κύκλο ήταν ένα συμπέρασμα που απασχόλησε τον Τιθωνό για αρκετά χρόνια. Τι σχέση όμως θα μπορούσε να έχει αυτή η αδόκητη ψυχρολουσία με την αποστολή του, που τού είχε γίνει εν τω μεταξύ έμμονη ιδέα; 

          Η μόνη λύση για να ξεφύγει από τη διάσταση της Γης, αλλά και από αυτή των τιτάνων, εμπεπηγμένη ως σφήνα και χοάνη στην ατμόσφαιρα του Εγκέλαδου, ήταν να βρει το περίφημο όργανο πλοήγησης, με το οποίο ο Κρόνος είχε εισχωρήσει στο ηλιακό σύστημα, τον θεοδόλιχο.

Σήμερα ο θεοδόλιχος ορίζεται ως φορητό οπτικό όργανο ακριβείας για τη μέτρηση γωνιών μεταξύ προκαθορισμένων ορατών σημείων σε ανοικτό πεδίο, τόσο στο οριζόντιο, όσο και στο κάθετο επίπεδο. Η παραδοσιακή χρήση του θεοδόλιχου έγκειται στην τοπογραφική μελέτη  (τοπογράφηση) και στη γεωδαισία, αλλά χρησιμοποιείται πολύ και στα δομικά έργα, όπως και σε κάποιες ειδικές εφαρμογές (π.χ. μετεωρολογία, εκτοξεύσεις πυραύλων). Στην εποχή των τιτάνων ο θεοδόλιχος χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για την τελευταία αυτή εφαρμογή και μάλιστα για την διάβαση μεταξύ διαστημικών μεμβρανών και στοιβάδων. Ο τρόπος λειτουργίας του ήταν κάπως μυστηριώδης, φημολογείτο όμως ότι στηριζόταν στη διάσπαση του χώρου μέσω του χρόνου, αφού άλλωστε τον είχε κατασκευάσει ο Κρόνος ως κυρίαρχος του χρόνου. Δεν είχε δηλαδή ακριβή ταύτιση με τον σημερινό θεοδόλιχο, όπως και ο ορείχαλκος της αρχαίας εποχής ως κράμα χρυσού και αργύρου και δεύτερο σε αξία μέταλλο της Ατλαντίδας δεν είχε σχέση με τον σημερινό ορείχαλκο ως μίγμα χαλκού και ψευδάργυρου.

Η ετυμολογική προέλευση της λέξης είναι καθαρά ελληνική από το «θεός» και το «δόλιχος» – δρόμος και σημαίνει ο δρόμος των θεών, ενώ το «θεός» προέρχεται από το «θέω ή τρέχω, διότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι ήσαν θηρευτές και δρομείς. Εδώ βέβαια εκφράζεται και η τιτανική αντίληψη ότι ο θεός προέρχεται από τον άνθρωπο και όχι αντιστρόφως. Τώρα μάθαμε να λέμε ότι η τάδε ή η δείνα λέξη μοιάζει με ελληνική, αλλά τάχα προέρχεται από κάποια δυσπρόφερτη σανσκριτική – βλέπε εν μέρει υποθετική και εν μέρει φανταστική λέξη, και αυτήν την τάση εξήγησης του προδήλου μέσω του αδήλου οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι την έχουν επεκτείνει και σε ένα σωρό άλλες λέξεις. Φυσικά τα ελληνικά, όπως και καθετί άλλο υπάρχον, προέρχονται από μία προϋπάρχουσα προγενέστερη βάση, η μεσολάβησή τους όμως υπήρξε τόσο καταλυτική στην ανθρώπινη Ιστορία, ώστε για κάθε πρόβλημα συνεννόησης ενόψει ενός εισέτι αζύμωτου, βαβελικού και δυσοίωνου μέλλοντος είναι προσφορότερο και χρησιμότερο να παραπέμπουμε στις δικές τους προτάσεις και λύσεις παρά σε αόριστες υποθέσεις ενός ανεξιχνίαστου παρελθόντος ή εξεζητημένους νεολογισμούς ενός συγκεχυμένου παρόντος. Με απορία βλέπουμε πολλούς που αν πρόκειται για πολιτική εξορκίζουν τον Ινδοευρωπαϊκό μύθο όπως ο διάολος το λιβάνι, συνδέοντάς τον ευλόγως με φασιστικά – ναζιστικά οράματα και φαντασιώσεις, να είναι οι ίδιοι που τον ανεβάζουν σε απόλυτο βάθρο όσο αφορά τη γλωσσολογία, για να υποβαθμίσουν την ελληνική επίδραση. Αυτό είναι βέβαια ανθρώπινο, γιατί είναι λογική η φιλοδοξία των επόμενων γενεών να αποδώσουν στον εαυτό τους τα νέα ευρήματα και τις τρέχουσες ανακαλύψεις ή εφευρέσεις, αποκλίνοντας από την πατροπαράδοτη γνώση, όπως κάθε παιδί θέλει να απομακρυνθεί και να ανεξαρτητοποιηθεί από τον γονέα του. Όμως ο καθένας όταν ωριμάσει, θέτει τελικά τους γονείς του στις σωστές τους διαστάσεις και κατανοεί την απέραντη συνεισφορά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και η σύγχρονη κοινότητα θα καταλήξει ότι είναι ίσως βαρύ να θεωρήσει την αρχαία Ελλάδα ως ακρογωνιαίο λίθο των γλωσσών και των νοημάτων της, θα αναγνωρίσει όμως αναγκαστικά ότι τα ελληνικά μέσω της επιστημονικής τους σύλληψης, του παραστατικού και εικαστικού  τους πλούτου και της εμβριθούς εμπεριστατωμένης ετυμολογίας τους προσφέρουν ανυπολόγιστη ωφέλεια στην αποσαφήνιση και την ανάπτυξη των εννοιών. Η ελληνική επίδραση λοιπόν δεν μπορεί να μειωθεί, πολλαπλασιάζει τις επιδράσεις και τις επιρροές της, γιατί είναι η πεμπτουσία της ευκινησίας και της ζωηρότητας του πνεύματος.

   Όπως και  να’ χει, από τη στιγμή που ο Τιθωνός ανακάλυψε ότι το πλήρωμα του διαστημόπλοιου δεν ήταν  ολογραφικό, αλλά πραγματικό, είχε κάθε λόγο να υποθέτει ότι θα ηδύνατο αργά ή γρήγορα να βρει και τον θεοδόλιχο. Σίγουρα θα τον παρουσίαζαν και αυτόν ως μουσειακό έκθεμα στο κοινό, φυσικά νεκρό και απενεργοποιημένο, γιατί όχι και μέσα στον Οδοδρόμο; Με την προοπτική μίας μελλοντικής απόδρασης από την επικράτεια του Δία, που τού φαινόταν στις αισιόδοξες στιγμές του όλο και πιο πιθανή, μετέφερε το ανενεργό όπλο – εύρημά του, πρώην εγκαταλειμμένο σε κάποια αποθήκη παλιοσίδερων του Άρη, δηλαδή τον Κύβοργ μαζί με το ησιόδειο άροτρο, και το έκρυψε σε έναν από τους αυτόνομους ενεργειακούς κύβους, σε ένα από τα συνενωμένα πλατωνικά στερεά του Οδοδρόμου, το οποίο θα μπορούσε να τού χρησιμεύσει ενδεχομένως ως άκατος ή κάψουλα διαφυγής.

Τόσο οι διερχόμενοι φρουροί, όσο και οι έμποροι ή προμηθευτές, που πάντα προσκολλώνταν, συνωστίζονταν και συνωθούνταν πίσω από ένα τρανό στράτευμα, όσο και οι υπάλληλοι του μουσείου είχαν συνηθίσει τον Τιθωνό σαν ένα είδος τρελό του χωριού, τον οποίο πείραζαν και περιγελούσαν με φιλοσκώμμονα διάθεση. Βλέποντάς τον να κουβαλάει το περίεργο φορτίο του, τον Κύβοργ στην πλάτη, τον συνδετικό ιμάντα στον ώμο και το ησιόδειο άροτρο στο στέρνο, τού μιλούσαν είτε ειρωνικά, είτε καχύποπτα, είτε επιτακτικά, είτε διερευνητικά.

«Έ καμπούρη, γιατί κουράζεσαι;»

«Οι εκούσιοι πόνοι την των ακουσίων υπομονήν ελαφροτέραν παρασκευάζουσιν»,[153] απαντούσε με το ρητό του Δημόκριτου.           

 «Έ κοντοπόδη, μακρυπόδη, τι είναι αυτό που κουβαλάς;»

«Αίσωπος έφη δύο πήρας έκαστον ημών φέρειν, την μεν έμπροσθεν, την δε όπισθεν. Και εις την μεν έμπροσθεν αποτιθέναι τα των άλλων αμαρτήματα, εις δε την όπισθεν τα εαυτών. Διό ουδέ καθορώμεν αυτά».[154] Μέχρι ο ερωτών να σκεφτεί αυτό που άκουσε και να καταλάβει ότι ο Τιθωνός δεν απάντησε, αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί.

«Δεν μού λες, εσύ ο σακάτης. Ναι, σε σένα τον γεροξούρα μιλάω. Όλοι εδώ κάνουν κάποια συγκεκριμένη δουλειά. Εσύ για ποιο σκοπό κουβαλάς στην πλάτη σου αυτά τα σκουπίδια».

«Ίνα μη αμέτοχος της εργασίας ώ», τον αποστόμωσε ο Τιθωνός δίνοντας την απάντηση που έδωσε ο Διογένης, όταν τον ρώτησαν για ποιο λόγο κυλάει το πιθάρι του στην πολιορκία της Κορίνθου, ενώ όλοι οι άλλοι ενίσχυαν τα τείχη.

Κάποιος άλλος πιο πονηρός έτεινε το αυτί του και τού είπε σε εμπιστευτικό τόνο.

«Έλα να μού πεις στο αυτί τι είναι αυτό που μεταφέρεις; Έλα, εμείς είμαστε φίλοι, πες το μου. Είμαστε ποτίστατοι περιβεβρεγμένοι συμπότες κωθωνιστές ή όχι;».  

  «Χρη σιγάν ή κρείσσονα σιγής λέγειν. Κρείττον σιωπάν εστίν ή λαλείν μάτην. Αισχίνης ο Σωκρατικός επιπληχθείς ότι Σωκράτει εσχολακώς σιωπά, “ου γαρ μόνον” είπε “λέγειν έμαθον παρά Σωκράτει, αλλά και σιωπάν”».[155] Και μέχρι ο εξ απορρήτων φίλος να αντιληφθεί ότι από την πολλή σιωπή ο Τιθωνός δεν είχε απαντήσει τίποτε, ο πάλαι ποτέ συνδαιτημόνας του τού είχε ξεφύγει.  

Κι έτσι χωρίς άλλα απρόοπτα συμβάντα ο αδύναμος υποτιτάνας έφερε το ανενεργό υπερόπλο του στη νέα του κρυψώνα, σε ένα από τα πλατωνικά στερεά του Οδοδρόμου.

          Τα επόμενα χρόνια τα αφιέρωσε ο ήρωάς μας ψάχνοντας την θρυλική συσκευή του θεοδόλιχου επισκεπτόμενος με αμείωτη υπομονή και επιμονή το μουσείο, που η αλαζονεία και η αυταρέσκεια είχε στήσει για να θυμίζει την περιφανή επικράτησή του έναντι του πατέρα του, την απόλυτη πατροκτονία. Καμιά φορά κοιτούσε προς τον ουρανό και έλεγε ειρωνευόμενος τον ίδιο τον εαυτό του.

          «Αγάπη μου, Ηώ, πώς με βλέπεις; Όλο και πλησιάζω στον στόχο, μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα. Ζω βίο στοχαστικό και συνεχίζω να συνδυάζω την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης μου περίπτωσης με μία ευρύτερη υπόθεση. Είμαι ο ανάπηρος επισκέπτης ενός μουσείου, αλλά ταυτόχρονα και μέλος εκείνης της μη εξουσιοδοτημένης αποστολής, που κάποτε ξεκίνησε για να κλονίσει την τυραννία του Δία. Και πρέπει να βρω τρόπο να πραγματώσω και τα δύο αυτά σκέλη, το γενικό και το ατομικό, αφού το καθένα από μόνο του είναι ξεκρέμαστο και δεν τελεσφορεί».

Σκέψου, σκέψου, σκεφτόταν. Συλλογίσου, συλλογίσου, συλλογιζόταν. Μπορεί άραγε κάποιος να λύσει με την απλή σκέψη όσα οι πρακτικοί άνθρωποι έλυναν με υλικές και συνήθως βίαιες ενέργειες;  Με τη δύναμη του νου τα απόντα γίνονται παρόντα, έλεγε ο Παρμενίδης. Μήπως ο Ζευς είχε καταστρέψει τον αρχικό θεοδόλιχο; Αν το είχε κάνει αυτό, θα είχε καταστρέψει και ολόκληρο τον Οδοδρόμο, αντί να τον εκθέτει σε μουσείο. Έτσι κι αλλιώς υπήρχαν θεοδόλιχοι σε όλα τα σκάφη, που έρχονταν από την άλλη διάσταση και ήδη κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα σχέδια της εν λόγω μηχανής είχαν ήδη κλαπεί και περιέλθει στην κατοχή των τιτάνων που ετοίμαζαν στόλο στον Σείριο. Αρκούσε η απενεργοποίηση του τεχνουργήματος και η αποκοπή του από κάθε πηγή ενέργειας, όπως έκανε ο Δίας και για ολόκληρο τον Οδοδρόμο. Συνεπώς ο θεοδόλιχος έπρεπε κάπου να υπάρχει, πού όμως;

Ποιο ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του Κρόνου, που έρχεται αμέσως στο μυαλό; Ότι έτρωγε τα παιδιά του, αλλά είπαμε πώς εξηγείται αυτό. Άλλο γνωστό στοιχείο είναι έκοψε τους όρχεις του πατέρα του. Και τότε, όταν αυτοί πάφλασαν στη θάλασσα, έγιναν αφρός και πλημμύρισαν την οικουμένη και από τους αφρούς γεννήθηκε η Κύπριδα Αφροδίτη. Ή μήπως από τη γονιμοποίηση των όρχεων προέκυψε η ίδια η θάλασσα, το υγρό στοιχείο ως διάδοχο του στερεού, το διαχέον και αόριστο ως αρχή ή κατάληξη του αμετάβλητου και συγκεκριμένου, το κινούμενο ως αφετηρία ή απόρροια του ακίνητου; Ο χρόνος ως άρνηση του χώρου; Άρα, να, το δρέπανο, που διαρκώς κρατούσε σαν σκήπτρο ή σαν βακτηρία ο Κρόνος,  ήταν ο θεοδόλιχος!

Σχεδόν αντανακλαστικά ο ακάματος ερευνητής μας άρπαξε το δρέπανο από τα χέρια του υποτιθέμενου ολογράμματος. Τη στιγμή που ο υπάλληλος του μουσείου ερχόταν για να το ανακτήσει αρθρώνοντας το κλασικό «έ, εσύ», ο Κρόνος γύρισε προς το μέρος του Τιθωνού και το ένα του μάτι έπαιξε μέσα στη σούστα του και δάκρυσε. Ήταν η τελευταία αντίδραση του φυλακισμένου καταβαραθρωμένου θεού, η φωνή από τα τάρταρα, η κραυγή μέσα από την πέτρα, για την οποία μάζεψε όλες του τις δυνάμεις. Και το δρέπανο, που ήταν τελικά ο θεοδόλιχος, ενεργοποιήθηκε.         

  Επρόκειτο για  παρεμβολέα μεταξύ διαστάσεων, που  είχε το νόημα όπως ο Πύργος της Βαβέλ να «συγχύσει τας γλώσσας και τα νοήματα», όχι όμως μόνο σε επίπεδο συνεννόησης, αλλά και σε επίπεδο πραγματικότητας. Το ζητούμενο ήταν να διαταραχθεί η εποπτεία περί του χρόνου και του χώρου, ώστε να προσαρμόζονται οι πάντες και να συμβιβάζονται με συνθήκες μειωμένης ή και καθόλου συνειδητοποίησης, της καταβύθισης σε πρωταρχικό χυλό  και λησμονιάς του εαυτού , που κυριαρχούσαν στο κβαντικό Σύμπαν ως επικράτεια του θανάτου και προπομπού της νέας ζωής. Προκειμένου να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους στο κβαντικό χώρο, οι Ολύμπιοι είχαν εγκαταστήσει σε διάφορα κομβικά σημεία μηχανήματα, που είχαν ως αποστολή τη διαταραχή και διάσπαση  της συνέχειας του χώρου. Η μηχανή λειτουργούσε με τον  εξής απλό τρόπο: Είναι γνωστό ότι το σύμπαν μας αποτελείται από στοιχειώδεις δομικούς λίθους, που μπορεί κανείς να ονομάσει χορδές,  κ.λπ. Κάθε σωματίδιο υλοενέργειας έχει ένα βαρυτικό δυναμικό λάμδα , ο δε ολικός αριθμός των λάμδα είναι ακριβώς εκείνος, που απαιτείται για να μην αναδιπλωθεί στον εαυτό του το τετραδιάστατο συνεχές.  Βάζοντας λοιπόν ταχύτατα σωματίδια με φορτίο λάμδα  να προσκρούσουν σε μια τέλεια γωνία με απολύτως ισομοιρασμένες πιθανότητες ανάκλασης προς τη μία ή την άλλη πλευρά, πετύχαιναν να τα διατηρούν σε μία κατάσταση διαθεσιμότητας, αναστολής δραστηριοτήτων ή καταστολής λειτουργιών. Φιλοσοφικά αυτό το φαινόμενο αποκαλούνταν «γαϊδούρι του Βαλαάμ ή του Μπουριντάν», που απέχει εξίσου αναποφάσιστο και δίβουλο από δύο σωρούς σανού. Αποτέλεσμα: Μια μαχαιριά στο πληθωριστικό μπαλόνι του χώρου από τον χρόνο, έτσι ώστε ο μεν χώρος γίνεται ένα ανείπωτο χάος από τρισδιάστατα αντικείμενα, ο δε χρόνος ανεξαρτητοποιείται και συνεχίζει να ακολουθεί  ασυσχέτιστα τη δική του πορεία.   

          Όταν λοιπόν ενεργοποιήθηκε το μηχάνημα, η ενοποιητική εποπτεία του χώρου και του χρόνου κατέρρευσε σύμφωνα με την αρχέγονη κακοβουλία των Ολύμπιων. Οι παραστάσεις του περιβάλλοντος έμοιαζαν να σκάζουν σαν πομφόλυγες,   διαλύθηκαν ή καλύτερα εξαρθρώθηκαν , έγιναν ρευστές σαν να κυλούσαν και να ξεθώριαζαν σε λαδερό μουσαμά,  και όλοι ένοιωθαν σαν να μην οικούσαν ένα κοινό τόπο, αλλά ότι ζει  ο καθένας  απομονωμένος σ’ ένα δωμάτιο ή σε μία γωνιά. Ο «Οδοδρόμος» σαν να διαχύθηκε και να διασπάστηκε ή σαν να πολλαπλασιάστηκε σ’ ένα  σύνολο διαμερισμάτων ή ενδιαιτημάτων- φυλακών, που   κυκλοφορούσαν και  πηγαινοέρχονταν σ’ ένα τρισδιάστατο χάος, συγκροτώντας ένα μωσαϊκό από αεικίνητους κύβους. Η οποιαδήποτε θυρανοιξία ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, γιατί πλέον οι υπαγόμενοι στο φαινόμενο ήσαν έκθετοι σε όλους τους δυνατούς τύπους και συνδυασμούς της απάτης και της πλάνης. Αν έβγαιναν έξω από το κατώφλι του εκάστοτε δωματίου τους, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να χαθούν απόλυτα και ανέκκλητα, αφού ήταν αδύνατο να διατηρήσει κανείς μια αίσθηση κατεύθυνσης μέσα στις αυξομειούμενες αποστάσεις, τη χαοτική απώλεια της εποπτείας του χώρου. Το διάστημα καμπυλωνόταν και συστρεφόταν δημιουργώντας βουνά και λαβύρινθους, λόφους και φιδωτές στριφογυριστές σήραγγες. Μερικές φορές νόμιζαν ότι έβλεπαν μπροστά τους μία ψευδαίσθηση, ένα φανάρι ή διάβαση, αλλ’ ό, τι κι αν έκαναν, δεν θα μπορούσαν ποτέ να το πλησιάσουν. Συχνά ένα φως τούς  παρέσερνε και απομακρύνονταν χωρίς γυρισμό ή τούς σαγήνευε ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος,  που δεν οδηγούσε πουθενά.

Ο Τιθωνός πρόλαβε να πηδήξει μέσα στο πλατωνικό στερεό, όπου είχε κρύψει τον Κύβοργ και το ησιόδειο άροτρο. Μετά από -ποιος ξέρει πόσα χρόνια – είχε πετύχει την αποστολή του, να δραπετεύσει μέσα στη γενική σύγχυση από τη διάσταση των Ολύμπιων μαζί μ’ ένα υπερόπλο, έστω κι αν αυτό δεν ήταν του Δία, αλλά των τιτάνων. Αλλά και πέραν αυτού κρατούσε ακόμη στα χέρια του το δρέπανο -θεοδόλιχο, που ήταν με διαφορά το μέγιστο τρόπαιο και μάλιστα  έπεσε στην αγκαλιά του στο πλαίσιο ευτυχούς συγκυρίας, χωρίς να το επιδιώξει ή να το σχεδιάσει, ως πρόσθετο δώρο της τύχης. Όπως θα δούμε στο επόμενο βιβλίο, με βάση τον θεοδόλιχο οι τιτάνες του Σείριου έφτιαξαν τον δικό τους φαινοδιαστατικό διάδρομο με ανάλογη λειτουργία. Αν αυτό έγινε με βάση το δρέπανο του Τιθωνού ή αν οι τιτάνες είχαν ήδη υποκλέψει με άλλο τρόπο τη σχετική τεχνολογία, αγνοώ.     

«Πάω ταξίδι, πάω ταξίδι, φεύγω από ‘δω, λα, λα, λα, λα!», τραγουδούσε ο Τιθωνός χωρίς φόρμιγγα κάτι διαφορετικό από τη μελωδία του Σείκιλου, με πιο πολύ ρυθμό, καθόσον μάλιστα οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μελωδία χωρίς τον ρυθμό είναι «άτακτη, αδρανής και σκοτεινή», ενώ με τον ρυθμό « ρωμαλέα, ενεργητική και σαφής ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26o:

ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΘΑΙΡΕΤΗ

Από το προσωπικό ημερολόγιο του Εχετλαίου, Ιππότη και Πράκτορα του Φωτός, εν πλω, εποχούμενου επί ελευθέρως κινούμενου αστέρος νετρονίου

Ο Μεγάλος Ελκυστής είναι ένας τερατώδης κόμβος, μία συμπύκνωση του ορατού σύμπαντος, διενεργημένη από τον Καθαιρέτη, που με την απροσμέτρητη βαρύτητά του ελκύει ολόκληρους γαλαξίες σαν περιπλανώμενους σκώρους, γοητευμένους-σαγηνευμένους συνεπεία φωτοτροπισμού, από μία απόσταση τριακοσίων εκατομμυρίων ετών φωτός. Αποστολή μου είναι η καταστροφή του.  

Η συνείδηση ελέγχει τα φαινόμενα του σύμπαντος και η μελλοντική εξέλιξη του κόσμου μας εξαρτάται από συνειδητές αποφάσεις, που θα πρέπει να λάβουμε με βάση την ηθική, αλλά κυρίως εξασκώντας τη λογική μας κρίση. Μόνο πολεμιστές που είναι ηθικοί, αλλά διαθέτουν ταυτόχρονα και ευθυκρισία κι έχουν συνδέσει τα δύο αυτά σε ατομικό ήθος και έλλογη πεποίθηση μπορούν να διασώσουν τη κιβωτό της ζωής. «Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής», είπε ο Τιγράνης. Γνωστά πράγματα είναι αυτά. Είναι η μοίρα μας και το αποκλειστικό μας προνόμιο να ασκούμε πεφωτισμένη (λελογισμένη- οικολογική) εξουσία πάνω στην άψυχη ή λιγότερο έμψυχη ύλη και να καθορίζουμε το μέλλον του κόσμου μέσω της επωφελούς χειραγώγησης του παρελθόντος.

Καθώς δίπλα μου περνούσαν διαβατάρικα τα νέφη των αστεριών κι εγώ ήμουν το φάντασμα ενός τιμονιέρη σ’ ένα ιπτάμενο σκοτεινό φέρετρο, σκεπτόμουν εξ αντιδιαστολής, γιατί το Σύμπαν είναι τόσο γόνιμο; Γιατί είναι σε κάθε στάδιο γεμάτο ζωή και αυξανόμενη συνθετότητα; Η διελκυστίνδα της ζωής, ο ποταμός της ζωής, όπου διαρκώς «έτερα ύδατα επιρρεί», οδηγεί με το πέρασμα των αιώνων στο έσχατο στρατηγικό επιτελείο, εγκατεστημένο στο τέλος του χρόνου, όπου  κάποτε η τελευταία συνείδηση θα κάνει την τελευταία παρατήρηση και θα σχηματίσει τις τελευταίες σκέψεις. Αυτό όμως σημαίνει ότι και αυτή η παρατήρηση δεν θα είναι κατά κυριολεξία η τελευταία, διότι με την ερμηνευτική βουτιά που θα κάνει στο παρελθόν κινητοποιεί και τροφοδοτεί εκ νέου τη δυναμική ενός ατέρμονου κύκλου. Το σύμπαν δεν έχει σταθερή υφή και ευκρίνεια μέχρι κάποιος να το παρατηρήσει.  Επιπλέον ακόμη και ο τελευταίος παρατηρητής δεν μπορεί να είναι σταθερός, διότι τότε η ύπαρξη όλων των προηγούμενων όντων δεν θα έχει νόημα. Ή θα πρέπει να αλλάζει διαρκώς ή -όπερ και το αυτόν – να ενσωματώνει εντός του όλα τα προηγούμενα όντα, ιδού η επιστημονική και φιλοσοφική σύλληψη του θεού.

          Ο καθένας από εμάς εκπροσωπεί μία οπτική γωνία, που είναι απαραίτητη για το συνεχές του σύμπαντος και αν έλειπε, αυτό θα σήμαινε τη διάνοιξη μίας οπής, που θα τρυπούσε το τεράστιο πληθωριστικό αερόστατο, στο αέριο του οποίου λικνιζόμαστε. Γι’ αυτό, ο καθένας μας μπορεί να εξαλειφθεί ως αντικείμενο, όχι όμως και ως υποκείμενο, διότι το τελευταίο είναι συνυφασμένο με την αίσθηση της ύπαρξης, που παρατηρεί το Σύμπαν, άρα αιώνιο. Το «άτομον», που συμβολίζει την ψυχή, είναι αιώνιο, προσλαμβάνει, «ρύεται», έλκει κατά «ρυσμόν», δηλαδή κατά ρυθμό, υλικά σώματα ή σωματίδια  που στοιχούν με αυτό («στοιχεία») και εμφανίζεται ως στερεό και ζωντανό, όταν δε ο σύστοιχος οργανισμός πεθαίνει, επιστρέφει στο «κενόν» Πρόκειται για «αντανάκλαση και αντικατοπτρισμό» («είδωλον»-υπέρθεση το λένε σήμερα) του ατόμου, σύμφωνα με το παράδειγμα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Όμως το είδωλον δεν είναι μόνη σχέση των ατόμων μεταξύ τους, υπάρχει και η «διαθιγή» (εναγκαλισμό το λένε σήμερα), που συνδέει ποικίλα άτομα και ποικίλες ψυχές- μορφές μεταξύ τους σε ευρύτερα ψυχικά μόρια ή υποστασιακές ψυχές. Ιδεαλισμός και υλισμός ως κοσμοείδωλο διαιρεμένο στα δύο δεν καταλαβαίνουν ότι το γνωστικό υπο- και αντικείμενο είναι απλά ένα ον που αντικατοπτρίζει και ερμηνεύει τον εαυτό του σε διάφορες θέσεις και σε διαφορετικές στιγμές, εγκαινιάζοντας έτσι χώρο και χρόνο. Αιτιοκρατία και βούληση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και παλινδρομούν μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος οικοδομώντας το σύμπαν. 

          Η αυτοσυνείδησή μου αποτελούνταν από ένα κόμπο κυματικών λειτουργιών. Ξεκίνησα λοιπόν να εκτυλίσσω αυτό τον κόμπο, αφήνοντας την εστία της προσοχής να περιπλανηθεί στο χωρόχρονο. Πετούσα πάνω στο ουράνιο τόξο του κόσμου, ελεύθερος από περιορισμούς, έσκυψα και έγειρα πάνω από τις πόλεις και τα έργα των ανθρώπων και όχι μόνο, διέτριψα σε ξεχασμένους τόπους και επεξεργάστηκα εργαλεία εγκαταλειμμένα από την Ιστορία. Αιωρήθηκα και καταιονίστηκα σαν βροχή πάνω από τους πύργους και τις πολεμίστρες πολυάριθμων οχυρών, αφιερώνοντας σ’ αυτά τόσο χρόνο όσο και για ένα παραπεταμένο παιδικό άθυρμα – παιχνίδι. Παντού βέβαια βρήκα ερείπια πολέμου και σπαταλημένη ενέργεια, παντού βρήκα την καταστροφή, την εύκολη αυτή λύση απέναντι στο επίτευγμα της Δημιουργίας.

Κατέγραψα και ταξινόμησα τους προορισμούς των ταξιδιών μου και τα πολύτιμα φυλακτά, που βρήκα δώθε- κείθε. Όσο περνούσε ο χρόνος και η αυτοπεποίθησή μου ως κεντρικής ατομικότητας μεγάλωνε, τόσο βάλθηκα να αποσύρω σταδιακά τη δύστροπη βάσανο της προμελέτης και της επιτηδευμένης σκέψης, αφήνοντας τη συνείδησή μου να γίνει πιο εύπλαστη, να διασκορπίσει την λεπτή κρούστα της ανθρώπινης αντίληψης, κρατώντας μόνο μία ηθική πεμπτουσία,  και να πλανηθεί αμέριμνα διαδίδοντάς την.    

Γύρω μου σιγόκαιγαν φλόγες και οι μικροποσοτικές λειτουργίες με κέντριζαν, με διατρυπούσαν. Στρώσεις πιθανοτήτων εκπορεύονταν από αστέρια και πλανήτες ιχνογραφώντας και γεφυρώνοντας χώρο και χρόνο σαν ιστοί αράχνης, που εξαπλώνονται σε γερασμένους γαλαξίες, είτε ενισχύοντας είτε ακυρώνοντας άλληλες με μία ανελέητη και στυγνή λογική διακυβέρνησης.

Και μέσα σ’ όλα αυτά εγώ έψαχνα τον κατάλληλο τρόπο να εκπληρώσω την αποστολή μου, να διασπάσω και να διατρυπήσω την τεράστια μάζα, την οποία συγκέντρωνε ο  Καθαιρέτης και που απειλούσε να καταπιεί ως ανυπέρβλητη και έσχατη μαύρη τρύπα όλο το Σύμπαν. Μετά από περιεσκεμμένη μελέτη κατέληξα ότι η μόνη μέθοδος διαρραγής ενός βουνού μάζας υπερβατικών διαστάσεων είναι οι κοσμικές χορδές.    

Στον τρισδιάστατο χώρο κυκλοφορούν ένας σωρός στρεβλώσεις σταθερές ή άστατες, σημειακές, γραμμικές, επίπεδες και στερεές, μονοδιάστατες και δυσδιάστατες, μονοπολικές και … διπολικές, φραγμοί, όρια και τομές, όπου οι πιο αιχμηρές, ακονισμένες και χαρακτικές είναι οι κοσμικές χορδές. Παρά την ονομασία τους, που παραπέμπει σε κάτι το λεπτοφυές, οι χορδές έχουν αβάστακτη μάζα και πυκνότητα. Αν και το εύρος τους είναι μόνο δέκα εις την μείον τριακοστή πέμπτη μέτρα δύναμη  ζυγίζουν τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια δισεκατομμύρια τόνους ανά δυόμισυ εκατοστά. Αποτελούν τους ιδανικούς σωλήνες- αγωγούς για τη διοχέτευση φορτισμένων και ιονισμένων σωματιδίων, υποατομικών στοιχείων, ηλεκτρόνιων και αντι-ηλεκτρόνιων συγκεντρωμένων σε υπέρβαρους θύλακες. Ως αποτέλεσμα οι κοσμικές χορδές λειτουργούν ως υπεραγώγιμα καλώδια. Προκειμένου να μην επεκταθούν επ’ άπειρον, το σύμπαν με τη γνωστή του μέθοδο τις συμπυκνώνει και τις συρράπτει σε θηλιές ή κύκλους, τις τυλίγει για να μην καταλαμβάνουν έτη φωτός με την εκθετική τους μάζα, γιατί αλλιώς θα έδειχναν ίδιες πληθωριστικές και κατακτητικές τάσεις με τον εκτατικό χώρο που τις περιβάλλει. Βέβαια οι κοσμικές χορδές αντιστέκονται στην περιτύλιξη και την καμπύλωσή τους, μη στέργοντας να είναι κουβάρι, αλλά μάλλον ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο, γι’ αυτό και αναπτύσσουν μεγάλη πίεση, αυξανόμενη ανάλογα με την περίσφιξή τους, και τάση προς τα έξω, εξίσου δε και τα κράσπεδά τους αγωνίζονται να ισιωθούν και να εξαπλωθούν σχοινοτενώς. Το μέγιστο μήκος κάθε χορδής κινείται περίπου με την ταχύτητα του φωτός, το ίδιο και τα κράσπεδα. Ερωτάται πώς κάτι τόσο σύνθετο και πολύπλοκο μπορεί να εγκλωβίζεται σε διπλωμένο χωρόχρονο, κι όμως έτσι είναι. 

Ο … Χόρδιος δεσμός (κατά το Γόρδιος), αν εκτυλιχθεί καταλλήλως, έχει τη δύναμη να κόβει σαν μαχαίρι το μαγνητικό πεδίο του γαλαξία. Καθώς το κάνει αυτό, αδιανόητα ηλεκτρικά ρεύματα εκατό δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων αμπέρ δημιουργούνται, που αυλακώνουν, μαστιγώνουν και ραβδίζουν τη βασική ποτάμια κοίτη. Βαρυτικά κύματα ασύλληπτου μεγέθους εκπέμπονται στο διάστημα. Μιας και κάθε θηλιά είναι ασυμμετρική, απωθεί τη βαρυτική της ραδιενέργεια και ορμή σε διάφορες κατευθύνσεις, σε καρφιά και δόρατα μπροστά και πίσω. Πρόκειται για βαρυτικούς πυραύλους, που χρησιμοποιούν ως καύσιμο κίνησης την ίδια τη ραδιενέργειά τους. 

Πώς όμως θα ενεργοποιούσα αυτές τις χορδές και θα τις απέμπλεκα από τον ίδιο τον ισχυρό πυρηνικό δεσμό τους, ώστε να απελευθερώσω την ασύλληπτη δύναμή τους; Ενώ συλλογιζόμουν με ιδιαίτερα στοχαστικό τρόπο αυτό το δήλιον πρόβλημα, εμφανίστηκε στο άπειρο του διαστήματος, στον χώρο μεταξύ των κόσμων, ένα μικρό πλατωνικό στερεό με μόνο ένοικο έναν απίθανο δύσμορφο υβώδη νάνο, παραμορφωμένο σε βαθμό που ούτε η πιο αρρωστημένη φαντασία δεν θα μπορούσε να συλλάβει, του οποίου την αναπηρία δεν νομίζω ότι είναι ευγενές και προσήκον να περιγράψω με λεπτομέρειες. Αρκεί να πω ότι δεν ήταν ψυχή από σκοτεινή ύλη, όπως ήμασταν όλοι οι υπόλοιποι διατρέχοντες και θέοντες μικροί θεοί του διαστήματος, δηλαδή πνευματική συγκρότηση ή τύπος αποτελούμενος από αλληλο- απωθούμενα και μακρινά μεταξύ τους σωματίδια αντί των μεταξύ τους στερρώς συνδεδεμένων μορίων της οργανικής ύλης, αλλά είχε ένα είδος περίεργης και μη βιώσιμης βιολογικής αθανασίας, καθότι τα ανθρώπινα όντα λόγω του εφήμερου των σχέσεων, μεριμνών και επιδιώξεών τους δεν είναι φτιαγμένα να ζουν αιώνια και η αθανασία τα οδηγεί αυτομάτως στην τρέλα. Παρά ταύτα ο ανθρωπάκος αυτός ήταν απόλυτα γνωστικός, σχεδόν παράλογα γνωστικός.

Μού εγχείρισε ένα δυνατό όπλο τιτανικής τεχνολογίας αποτελούμενο από ένα κυβερνο- οργανισμό και ένα ησιόδειο άροτρο, που λόγω της απλής και εύχρηστης κατασκευής του και της εναυσματοδοτικής – αυτό-τροφοδοτικής του υφής και ιδιότητας, μέσω του μηχανισμού της διόπτρας και των οπτικών ινών που διέθετε, ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν ως καψύλλιο και επικρουστήρας για τις κοσμικές χορδές.       

Μόλις προσάρμοσα καταλλήλως την εφαρμογή, η ορμή και η σαρωτική δύναμη κρούσης των περιστρεφόμενων μαύρων τρυπών  απελευθερώθηκε ως δίνη και μυθολογικός Τυφώνας από τον φτεροπόδαρο Ερμή και τον μειξογενή Αιγίπανα του χώρου και του χρόνου και σκόρπισε χωρίς πολλά- πολλά στους τέσσερις ανέμους τo γελοίο τρενάκι λούνα- παρκ, τη ρόδα τσίρκου, το τσέρκι αλάνας του Καθαιρέτη.  Οι κοσμικές χορδές γλίστρησαν σαν μαχαίρι σε ψωμί με βούτυρο κι έκοψαν το τροχό σε φέτες με συνοπτικές διαδικασίες, κυρίως τα δύο χαμηλότερα επίπεδα, ενώ καταβλήθηκε προσπάθεια να μείνει αλώβητο το ανώτερο τμήμα που περιείχε ζωή, χωρίς να αποκλείονται κάποιες παράπλευρες απώλειες, που οφείλονται όμως και χρεώνονται στον Καθαιρέτη κι όχι σε μένα. 

Στην αναφορά μου θα επιστρέψω σ’ αυτά αργότερα. Προς το παρόν όμως ήθελα να συμπεριλάβω τον διάλογο που είχα με το περίεργο αυτό πλάσμα, που τόσο απρόσμενα και καθοριστικά με βοήθησε να εκπληρώσω την υπερκόσμια αποστολή μου και να καταγάγω περιφανή νίκη κατά του Καθαιρέτου.

«Αλαφροΐσκιωτε καλέ», τού είπα, «πώς κατόρθωσες να ξεφύγεις από την επικράτεια του Δία με ένα πλοίο και ένα όπλο; Συγγνώμη που εκφράζομαι έτσι, αλλά ένας άνθρωπος στην κατάστασή σου…»

«Το πέτυχα με το στοχασμό και τη σκέψη, με επαγωγή και γενίκευση, με το να συνδυάζω τα μεμονωμένα περιστατικά της ζωής μου με μία ευρύτερη υπόθεση. Είμαι τιτάνας», αποκρίθηκε.

Πέρασε από το νου μου σαν σκιά ο μόνος νοητός τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσε αυτή η καρικατούρα του τιτάνα να πραγματοποίησε τον αδιανόητο άθλο του και αυτός θα ήταν η πισώπλατη επίβουλη δολερή δολοφονία ποιος ξέρει πόσων στρατιωτών, φρουρών, ίσως και αμάχων ως αποδεκτών παράπλευρων απωλειών.  

Με πρόλαβε, με κατάλαβε, έθεσε ο ίδιος από μέσα του το ερώτημά μου και απάντησε καθ’ υποφορά.

«Μόνο με τη δύναμη του νου. Η σκέψη δεν μπορεί να βλάψει παρά μόνο να ωφελήσει, επειδή ακριβώς είναι μόνο σκέψη…»

«Και τώρα τι θα κάνεις εδώ, στον ενδιάμεσο κι άπειρο χώρο μεταξύ των κόσμων, εσύ, που είσαι ακόμη ή μάλλον για πάντα εγκλωβισμένος στο δεσμωτήριο της ψυχής, χωρίς δυνατότητα να εκτείνεις το πνεύμα σου;»

«Θα παραμείνω εδώ γύρω και θα παρατηρώ, μέχρι που να γίνει σκόνη και το τελευταίο μόριο του σώματος μου. Και τότε ποιος ξέρει; Τότε δεν θα διαφέρω πολύ από εσάς. Θα έλθει η στιγμή να χωθώ στα δώματα της σκοτεινής ύλης και κάπου μέσα της θα βρω την αγαπημένη μου Ηώ.»

Αυτά είπε ο ξένος, που όπως μού αποκάλυψε λεγόταν Τιθωνός, εισήλθε πάλι στο πλατωνικό στερεό και εξαφανίστηκε. 

Αρχές του φωτός, ας ενώσουμε τις προσευχές για τον παράδοξο αυτό και τίμιο αγωνιστή. Είναι δύσκολο να τον χαρακτηρίσει κανείς με μία λέξη και ίσως θα πρέπει προς τούτο να παραβώ το πρωτόκολλο της υπηρεσίας, που απαγορεύει την απονομή χαρακτηρισμών, και να χρησιμοποιήσω ένα ανοίκειο, υπερβολικό και αδόκιμο κατηγόρημα, ένα επίθετο που δεν είναι καν ελληνικό, αλλά ταιριάζει εμφατικά στην εύθραυστη και συνάμα δυναμική προσωπικότητά του. Ήταν με διαφορά ο πιο μαλακός σκληρός που έχω γνωρίσει, ο πιο «σοφτ» τρομοκράτης όλων των εποχών.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. UPANISHAD ή ΣΥΜΠΑΝΤΙΣ ΕΞ ΑΔΟΥ Ή OCCIDENT EXPRESS
  2. ΙΛΙΟΝ, ΤΡΟΙΑ, ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ, ΗΩ, ΤΙΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ
  3. ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑΣ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ
  4. ΦΥΓΗ ΤΗΣ ΗΡΑΣ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
  5. ΘΕΪΚΟ ΖΕΥΓΟΣ
  6. ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
  7. Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ
  8. Ο ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ
  9. ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ΤΙΦΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΡΓΩ…
  10. ΔΕΙΝΟΠΤΕΡΥΓΟΣ
  11. Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ
  12. ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΦΘΑΝΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
  13. ΙΚΑΡΟΥ ΕΞΑΙΡΕΣΙΣ
  14. ΚΤΗΝΟΠΟΛΙΣ
  15. Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΟΠΟΡΩΝ
  16. ΚΑΤΩΝ Ο ΑΡΕΙΑΝΟΣ
  17. ΟΧΙ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗ
  18. ΤΑ ΚΤΗΝΗ ΤΟΥ ΑΡΗ
  19. ΑΝΤΙΟΠΗ, ΑΝΘΕΑ, ΑΝΘΙΠΠΗ, ΑΝΤ’ ΑΥΤΗΣ
  20. Ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
  21. ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ
  22. ΣΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΡΤΗΣΣΟΥ
  23. ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ
  24. ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ
  25. ΚΡΟΝΟΣ, ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ, ΘΕΟΔΟΛΙΧΟΣ
  26. ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΘΑΙΡΕΤΗ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Brandhorst Andreas, Ikarus

Ησίοδος, Θεογονία

Fast Howard, Cato the Martian

Μπράκετ Λη, Τα Κτήνη του Άρη, μετ. Γιώργος Μπαλάνος

Σμιθ Κλαρκ Άστον, Ο Κάτοικος της Αβύσσου, μετ. Γιώργος Μπαλάνος 

Simmons Dan, Olympos

Weinbaum Stanley, A Martian Odyssey

Zelazny Roger, A Rose for Ecclesiastes


[1] Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από τους περιεσκεμμένους νόμους. Διότι όταν και ο πλούσιος και ο ασθενής έχουν τα ίδια ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα,  ο δεύτερος νικά τον πρώτο, αν έχει δίκιο. 

[2] Ο Σωκράτης έλεγε, ότι αν κάποιος ζητήσει από τον κήρυκα να καλέσει τους υποδηματοποιούς να εγερθούν, θα σηκωθούν μόνο αυτοί και το ίδιο θα συμβεί αν καλέσει τους χαλκωματές, τους υφαντουργούς και τους άλλους επαγγελματίες. Αν όμως καλέσει τους φρόνιμους και τους δίκαιους θα σηκωθούν όλοι. Στη ζωή λοιπόν προξενεί μεγάλο κακό ότι οι πολλοί, ενώ είναι ανόητοι, νομίζουν ότι είναι μυαλωμένοι.   

[3] Ντροπή δεν είναι η δουλειά, ντροπή είναι μόνο η τεμπελιά!

[4] Αλτσχάιμερ

[5] Αν συγκατοικήσεις με κουτσό, θα καταλήξεις κι εσύ να κουτσαίνεις.

[6] Εντολή, με την οποία ο σκύλος τρέχει και φέρνει πίσω ένα μπαλάκι ή πλαστικό κόκαλο ή οτιδήποτε άλλο πέταξε μακριά ο αφέντης του.

[7] Κουρεμένος γουλί

[8] Παιδί του Δία ο χρυσός, δεν τον φθείρει ούτε ο σκώρος ούτε το σαράκι, ενώ αυτός αντιθέτως κατατρώει το νου των θνητών, το κράτιστο κτήμα και αγαθό.  

[9] Καρδιά

[10] Που φροντίζει για όλους

[11] Αυτόν που έριξαν σε τούτη την έρημο να τον κατατρώγει άγρια νόσος αφού τον δάγκωσε έχιδνα και τού προκάλεσε ανδροφθόρο χάραγμα.

[12] Αυτά τα τόξα μού έβρισκαν τροφή για τη γαστέρα κι εσύ μού τα πήρες, δώσ΄τα πίσω, σε ικετεύω. 

[13] Μ’ αυτό το τόξο θα αρπάξεις και θα οικειοποιηθείς τη ζωή του Πάρη, θα εκπορθήσεις την Τροία και θα στείλεις λάφυρα στα ανάκτορά σου, αφού θα χαρακτηριστείς άριστος από το στράτευμα.  

[14] Στο Δία πρέπει επινίκια ν’ ανακράζεις για της φρόνησης το φως,

Γιατί το δρόμο έχει προλειάνει ορίζοντας ότι ο παθός μαθός,

Και μέσα στον ύπνο στάζει ο πόνος στην καρδιά μας

 και μάς θυμίζει τα χωρίς διδάγματα παθήματά μας

[15] Πολύ χρόνο θέλει ένα σωρό πέτρα- πέτρα να φτιάξεις,

Μα σε μία μέρα είναι μπορετό ν’ αρπάξεις, να ρημάξεις. 

[16] Τώρα είμαι μπροστά σας εγώ, κι αν τολμάτε αμφισβητείστε με (ελεύθερη ερμηνευτική μετάφραση).

[17] Γεια σου νικηφόρε Ηρακλή με τη λύρα σου!

[18] Alter erit tum Tiphys, et altera quæ vehat Argo delectos heroas; erunt etiam altera bella, Atque iterum ad Troiam magnus mittetur Achilles.

[19] Ψυχή μου, μη βιάζεσαι να σπεύσεις στον θάνατο, καλύτερα να αντλείς βιοτικούς και βιωματικούς τρόπους από την πράξη της ζωής.

[20] Δεν είναι να φοβάσαι τον Θεό, μια και ο θάνατος έρχεται πάντα απροειδοποίητος και ποτέ δεν τον υποψιάζεσαι. Από την άλλη όμως είναι εύκολο να αποκτάς ό,τι είναι αγαθό και να υπομένεις ό,τι είναι δεινό.  

[21] Χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το θάρρος,  ενώ ο κίνδυνος θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως εκμετάλλευση κάποιας ευκαιρίας, ως ευτυχής συγκυρία, που προϋποθέτει την ικανότητα να μπορεί κανείς να τη διαγνώσει εκ των προτέρων. 

[22] Η ισχύς είναι ζηλευτή, αλλά ευάλωτη στη νόσο και στο γήρας. Το μόνο αθάνατο και θείο είναι η παιδεία. 

[23] Διέγνωσα, έμαθα, καταδίκασα.

[24] Ένα βουνό κοιλοπόνεσε και γέννησε ποντίκι. 

[25]  Ανέγνωσες, αλλά δεν κατάλαβες, διότι αν καταλάβαινες, δεν θα καταδίκαζες.

[26] Μιλάμε όλοι περί παντός επιστητού, ενώ  δεν νοούμε το αυτονόητο, αυτό που όλοι νοούν. 

[27] Η πρώτη όψη πολλούς παραπλανά.

[28] Ευτελές πράγμα

[29] Ο νέος άνδρας πρέπει να τολμά, διότι κανένας ράθυμος δεν απέκτησε δόξα, αλλά οι κόποι γεννούν την ευδοξία. 

[30] Δεν θα μπορούσες να φτάσεις στην ευδαιμονία χωρίς να κοπιάσεις. Κι είναι πραγματικό ντροπή να μη θέλει ο νέος άνθρωπος να μοχθήσει

[31] Όλες αυτές οι λέξεις σημαίνουν απλά «κρούστα, κακάδι».

[32] Ποτέ μην παραδεχτείς την ισχύ του μη όντος, αλλά πάντα να αποφεύγεις αυτή την οδό.

[33] Επισκύνιος μυς είναι ο μυς που συνέλκει τα φρύδια.

[34] Παιδική ανάμνηση: 31-58 «Νέα Σμύρνη – Νέα Φιλαδέλφεια».

[35] Naturam expellas furca, tamen usque recurret.

[36] Vacuus cantat coram latrone viator.

[37] Για να σωθείς στο μέλλον πρέπει να έχεις ή αγαθούς φίλους ή ορκισμένους εχθρούς. 

[38] Ο φθόνος είναι κάκιστος και άδικος θεός, διότι χαίρεται με ό,τι είναι κακό και αμβλύνει ό,τι είναι καλό.

[39] Ο πλεονέκτης τίποτε δίκαιο δεν σκέφτεται και δεν θέλει. 

[40][40] Όποιος δεν προνοεί να μην αδικήσει, αλλά τον νοιάζει μόνο να μη λογοδοτήσει για τις πράξεις του, ενεργεί ως κακούργος.

[41] Πέθανε τώρα, Διαγόρα, γιατί είναι ύβρις προς τους θεούς να ζεις μετά από τέτοια ευτυχία, που ούτε αυτοί δεν έχουν (εντελώς ελεύθερη μετάφραση).  

[42] Άρχον δε και αρχόμενον φύσει δια την σωτηρίαν -το μεν γαρ δυνάμενον τη διανοία προοράν άρχον φύσει και δεσπόζον φύσει, το δε δυνάμενον το σώματι ταύτα ποιείν αρχόμενον και φύσει δούλον – διό δεσπότη και δούλω ταυτό συμφέρει (1252 α, 2) … ότι μεν τοίνυν εισί φύσει τινές οι μεν ελεύθεροι, οι δε δούλοι, φανερόν, οίς και συμφέρει το δουλεύειν και δίκαιον εστίν (1255 α). … Διχώς γαρ λέγεται το δουλεύειν και ο δούλος – έστι γαρ τις και κατά νόμον δούλος και δουλεύων, ο γαρ νόμος ομολογία τις εστιν εν ώ τα κατά πόλεμον κρατούντα των κρατούντων είναι (φασίν). Τούτο δη το δίκαιον πολλοί των εν τοις νόμοις ώσπερ ρήτορα γράφονται παρανόμων, ως δεινόν ει του βιάσαθαι δυναμένου και κατά δύναμιν κρείττονος έσται δούλον και αρχόμενον το βιασθέν (1255 α6)Διό και συμφέρον εστί τι και φιλία δούλω και δεσπότη προς αλλήλους τοις φύσει τούτων ηξιωμένοις, τοις δε μη τούτον τον τρόπον, αλλά κατά νόμον και βιασθείσι, τουναντίον (1255 β)

[43]  Δοκεί γαρ το περί τας ουσίας μέγιστον είναι τετάχθαι καλώςπερί γαρ τούτων ποιείσθαι φασίν τας στάσεις πάντας. Διό Φαλέας ο Χαλκηδόνιος τουτ’ εισήνεγκε πρώτος – φησί γαρ ίσας είναι τας κτήσεις των πολιτών – τούτο δε κατοικιζομέναις μεν ευθύς ου χαλεπόν ώετο ποιείν, τας δ’ ήδη κατοικουμένας εργωδέστερον μεν, όμως δε τάχιστ’ αν ομαλισθήναι, τω τας προίκας τους μεν πλουσίους διδόναι μεν, λαμβάνειν δε μη, τους δε πένητας μη διδόναι μεν, λαμβάνειν δε (1266α – 1266β).

[44] Για να σάς βοηθήσω, το «ώετο είναι», σημαίνει «νόμιζε ότι είναι». Τα υπόλοιπα είναι Νέα Ελληνικά.

[45] Η τύχη δίνει πάμπολλα σε πολλούς, αλλά σε κανένα αρκετά.

[46] Φανταστικά όντα εν μέρει άνθρωποι και εν μέρει ζώα ή καθ’ ολοκληρία ζώα, τα οποία έφερναν ως παράδειγμα στο Κληρονομικό Δίκαιο οι Βυζαντινοί με το ερώτημα τι θα γίνει, αν αυτά τεχθούν- γεννηθούν ζώντα, πασχίζοντας να καλύψουν όλες τις νοητές περιπτώσεις, που θα μπορούσαν να απασχολήσουν ένα δικαστή, εξού και Βυζαντινισμός. Όμως όσα κομπιούτερ ή ΤΝ και να επιστρατευθούν η περιπτωσιολογία δεν μπορεί να είναι ποτέ εξαντλητική και η ερμηνεία θα είναι πάντα απαραίτητη.   

[47] To δ’ άγχι πλευμόνων ξίφος διανταίαν οξυπευκές ουτά

Διαί Δίκας- το μη θέμις γαρ ουν λαξ πέδοι πατούμενον, 

Το παν Διός σέβας παρεκβάντος ου θεμιστώς

Δίκας δ’ ερείδεται πυθμήν, προχαλκεύει δ’ Αίσα φασγανουργός

(Αισχύλος, Χοηφόροι)

[48] Να θεωρείς μεγάλη παιδεία το να πετύχεις να φέρεις την απαιδευσία.

[49] Πολλοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς δεν φράζουν με κάποια θύρα ή δεν θέτουν φυλακή στο στόμα τους, αφήνουν ανείπωτα πολλά πράγματα.

[50] Πιο εύκολο είναι να συγκρατεί κανείς στη γλώσσα του πυρακτωμένα κάρβουνα παρά απόρρητο μυστικό.

[51] Η Γη είναι καταστρεπτέα.

[52] Ας προσέξουν οι ύπατοι μη τυχόν και υποστεί βλάβη η η πολιτεία λόγω της πολιτικής τους.

[53] Ο Θεός δεν ανακατεύεται, αν δεν αξίζει ο κόμβος του διεκδικητή.

[54] Σπάνιο πουλί στη γη, όμοιο με μαύρο κύκνο.

[55] “Homo sum et nihil humani a me alienum puto”, αναγεννησιακό απόφθεγμα.

[56] Eπαίοντες ή μη, όλοι σκαριφούμε ποιήματα.

[57] Verum impedere vitae – Να εμποδίζεις το αληθές δια της ζωής. 

[58] Vitam impedere vero  – Να εμποδίζεις τη ζωή δια του αληθές. Το ορθό βέβαια είναι “Vitam impendere vero – Να ξοδεύεις τη ζωή σου, να ρίχνεις το βάρος της ζωής σου στο αληθές, που βέβαια είναι διφορούμενο, ως προς το αν κάποιος μ’ αυτό τον τρόπο προστατεύει ή συνθλίβει το αληθές.  Εξού και το “verum impendere vitae”, που λέει ο Νίτσε, ότι δηλαδή «επιβαρύνεις το αληθές με τη ζωή σου».

[59] Η σταγόνα δεν σκάβει το βράχο με την δύναμή της, αλλά πέφτοντας διαρκώς.

[60] Μεταξύ των όπλων σιγούν οι νόμοι (άρα και οι συμφωνίες).

[61] Τότε μόνο δικαιούσαι να επικαλείσαι την αιδώ, όταν πρώτος εσύ ντρέπεσαι.

[62] Ηδύ και άξιον υπέρ πάτρης τεθνάναι.

[63] Πάντα οι αγαθοί τολμούν, οι δειλοί δεν υπάρχουν πουθενά.

[64] Τρία στοιχεία ορίζουν έναν ηθικό πόλεμο, το να θέλει κανείς να πολεμήσει, να είναι φιλότιμος και να ακούει τα παραγγέλματα των αρχόντων.

[65] Μόνο με ομόνοια και όχι αλλιώς μπορούν να επιτελεσθούν τα μεγάλα έργα και να αντιμετωπιστούν οι πόλεμοι.

[66] Ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας (λέγεται ότι είναι κατάλληλη για τους γέρους).

[67] Η Ελλάδα καταληφθείσα, κατέλαβε με τη σειρά της τον άγριο κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στον αγροτικό Άρη (η αυθεντική έκφραση του Οράτιου είναι “Latio”, αντί “Marti” και αναφέρεται στο αγροτικό Λάτιο, τη μετέπειτα κραταιά Ρώμη!) 

[68] Χρειάζεται θάρρος, γιατί το αύριο θα είναι καλύτερο.

[69] Αν δεν επιθυμείς πολλά, τα λίγα θα σού φανούν πολλά.

[70] Ο Σωκράτης ρωτήθηκε πώς μπορεί κάποιος να γίνει πλούσιος. Και απάντησε «με το να είναι φτωχός σε επιθυμίες’.

[71] Κανείς δεν είναι ελεύθερος, αν δεν ελέγχει τον εαυτό του. Γι’ αυτό να ξέρεις και να τηρείς τα ακόλουθα συνηθίζοντας τον εαυτό σου στην αυτοσυγκράτηση: να υπερβαίνεις την κοιλιοδουλία και την τεμπελιά, την πλεονεξία και τον θυμό. Να προσέχεις να μην κάνεις καμία αισχρή πράξη ούτε μόνος σου, ούτε μαζί με άλλους. Πάνω απ’ όλα να νιώθεις  αιδώ και συστολή για το πώς εκφράζεται ο εαυτός σου. 

[72] Ο ορθοφρονών οφείλει  να θέτει τη λογική πάνω από τις επιθυμίες.

[73] Αν δύο διαπληκτίζονται, σοφότερος είναι αυτός που δεν απαντά στις προσβολές. 

[74] Ο πολίτης δεν ορίζεται από τίποτε άλλο πέραν του να μετέχει στη λήψη αποφάσεων και στη διοίκηση του κράτους.

[75] Όταν ζητάς να αποδοθούν ευθύνες σε άλλους, να αναλαμβάνεις κι εσύ τις δικές σου!

[76] Το μέγιστο αγαθό είναι η χρηστή διαχείριση σύμφωνα με το νου. Διότι αυτός που ενεργεί χωρίς φρόνηση, είτε κατατρύχεται από αλαζονεία είτε από φόβο.

[77] Αυτά εδώ είναι λόγια του Εκκλησιαστή, υιού του Δαυίδ, βασιλιά του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ. Ματαιότης ματαιοτήτων, είπε ο Εκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Ποιο είναι το κέρδος του ανθρώπου που μοχθεί αδιάκοπα κάτω απ᾽ τον ήλιο;  Οι γενιές φεύγουν και έρχονται, όμως η γη παραμένει στους αιώνες.Ο ήλιος ανατέλλει και δύει κι όλο τρέχει προς το σημείο απ᾽ όπου ανέτειλε. Κατά τον νοτιά φυσούν οι άνεμοι κι ύστερα προς τον βοριά τραβάνε στριφογυρίζοντας αδιάκοπα και πάντα επιστρέφουν. Όλα τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα, όμως η θάλασσα δεν πλημμυρίζει. Στον τόπο όπου ξεκίνησαν, εκεί γυρίζουν πάλι.

Τα πάντα χρειάζονται μόχθο πολύ. Κι ο άνθρωπος δεν βρίσκει τρόπο να τα περιγράψει. Τα μάτια του δεν χορταίνουν να βλέπουν και τ᾽ αυτιά του δεν χορταίνουν να ακούν. Ό,τι υπήρξε θα ξαναϋπάρξει, κι ό,τι έγινε θα γίνει κάποτε ξανά. Τίποτα δεν είναι καινούριο πάνω σ᾽ αυτή τη Γη.

[78] Οι υπερβολές δεν αποτελούν καμία ευκαιρία για τους θνητούς.

[79] Όπου υπάρχει δέος, υπάρχει και αιδώς. Όποιον ντρέπομαι αυτόν και τον φοβάμαι. Και ποιος θνητός είναι δίκαιος, αν δεν φοβάται τίποτε:

[80] Ό,τι είναι ανυπόστατο από την αρχή, δεν βεβαιώνεται ως δίκαιο με το πέρασμα του χρόνου.

[81] Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι έχει υπερβεί τα όρια παρά μόνον αν δει κάποιον άλλον να ασχημονεί.

[82] Η κόρη του Αριστοτέλη Πυθιάς, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το πιο ωραίο χρώμα, είπε ότι είναι εκείνο που παίρνει το πρόσωπο των ανθρώπων, όταν νιώθουν ντροπή.  

[83] Τις μετέτρεψε σε λάγνες, ξετσίπωτες, ασελγείς και ακόλαστες. Εδώ η βιβλιογραφία φτάνει σε σημείο αποπνιχτικό, αλλά ας αρκεστούμε στην περίφημη «Αγχοπλημμυριστική θεραπεία της μανίας των Προιτίδων υπό του Μελάμποδος του Δ. Κουρέτα. Βλ. σχετικά και κατωτέρω στην Πλήρη Τιτανομαχία. 

[84] Λόγω της αναισχυντίας τους έχασαν την ανθισμένη ομορφιά τους.

[85] Οι Προιτίδες από τη μία εμφορούνταν από την επιθυμία διαιώνισης του είδους, από την άλλη ο πατέρας τους Προίτος καταπίεζε την ορμή αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ανίατη ενδοψυχική διαμάχη.

[86] Περιπλανώμενη και περήφανη

[87] Παρότι είναι βαρύ φόρτωμα να ευτυχεί άφρων άνθρωπος.

[88] Δεν θεωρείται ότι η πόλη ανήκει στον ηγέτη;

[89]Βέβαια, ωραία εσύ θα κυβερνούσες μια έρημη χώρα.

[90] Όταν ρωτήθηκε ο Δημώναξ πότε άρχισε να φιλοσοφεί, απάντησε: «Όταν άρχισα να καταλογίζω λάθη στον εαυτό μου».   

[91] Ο γέρος και ο μεθυσμένος γίνονται δύο φορές παιδιά.

[92] Όταν σε κερνούν σπιτικό κρασί, το πρώτο ποτήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ηδονή, με το τρίτο προκαλείς τη μοίρα σου και επιφέρεις κακή συμπεριφορά και από το επόμενο και πέρα παραδίδεσαι στη μανία.

[93] Quasi Modo – Κουασιμόδος

[94] Νομενκλατούρα

95. Έχουσα ωραία κόμη – Αυτή δεν έγινε δορυφόρος. 

[96] Νομίζοντας ότι συνευρίσκεται με μία, κοιμήθηκε με όλες.

[97] E pluribus unum.

[98] Δολίως πράττει όποιος απαιτεί αυτό, που οφείλει να αποδώσει.

[99] Μακάριοι οι κατέχοντες το πράγμα, διότι υπερτερούν, εφόσον τα μέρη είναι ίσα και όσο οι υπόλοιποι όροι της διεκδίκησης παραμένουν ίδιοι και αμετάβλητοι.

[100] Δεν είναι οι όρκοι που δίνουν αξιοπιστία στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι στους όρκους.

[101] Θα αναφερθούμε και κατωτέρω στο επεισόδιο “Devil in the Dark” του Star Trek, όπου παρουσιάζεται το πλάσμα Χόρτα, ένας βράχος από σιλικόνη που διατρυπούσε τα πετρώματα.  

[102] Episode “Journey to Babel”

[103] Episode “Balance of Terror”

[104] Εδώ η παραπομπή – υποσημείωση αντιστοιχεί σε όλη τη σειρά

[105] Episodes “Errand of Mercy”, “Private Little War”, “Trouble with the Tribbles”, “Day of the Dove” etc.

[106] Episode “The Tholian Web”

[107] Episode “Errand of Mercy”

[108] Άλλοι μη ανθρώπινοι εξωγήινοι που κατ’ εξαίρεση παρουσιάζει το Star Trek, αφού εκείνη την εποχή δεν ήταν ανεπτυγμένα τα ειδικά εφέ (τεχνάσματα εντυπωσιασμού), είναι το τέρας που απορροφούσε αλάτι στο επεισόδιο “Man Trap”, ο κροκόδειλος Γκορν στο επεισόδιο “Arena”, το πλάσμα από σιλικόνη Χόρτα που έσκαβε λαγούμια στο επεισόδιο “Devil in the Dark”, μικροσκοπικά  κλαδωτά και φυλλωματικά όντα άλλου γαλαξία που πεθαίνουν από ασφυξία στο επεισόδιο “Catspaw”, περίεργα ζωντανά μανιτάρια σε γυάλα στο επεισόδιο “Gamesters of Triskelion”, μία τεράστια αμοιβάδα στο επεισόδιο “Immunity Syndrome”,  φωτεινά πλάσματα με υποτιθέμενη θανατηφόρα όψη (Medusans) κλεισμένα σε προστατευτική κασετίνα στο επεισόδιο “Is There in Truth No Beauty?”,  αιωρούμενα θολά πλάσματα με μάτια ως αναμμένα κάρβουνα (Melcotians) στο επεισόδιο “Spectre of the Gun” και εξωγήινοι βράχοι (Excalbians) στο επεισόδιο “Savage Curtain”.   

[109] H άποψη του σύγχρονου προφήτη ‘Αρθουρ Κλαρκ, όπως διατυπώνεται στο έργο του “Rama Reνealed” (εκδ. Οrbit, σ. 583-584), ότι ο κόσμος μας δεν είναι παρά ένα ημιαποτυχημένο πείραμα στο πλαίσιο μιας σειράς πειραμάτων που διεξάγει ο Θεός, προκειμένου να εύρει τις ιδανικές αρχικές συνθήκες που, εξελισσόμενες, θα καταλήξουν σ’ ένα Σύμπαν αρμονίας, σωστά δεν εντάσσει στο σχετικό κοσμοείδωλο την αθανασία της ψυχής, αφού η επιβίωση του συγκεκριμένου “σύμπαντος κόσμου” δεν θεωρείται απαραίτητη μετά το τέλος του πειράματος. Πάντως, στη σελίδα 611 παραδέχεται πως η θεωρία του αδυνατεί να εξηγήσει πώς, με ποιούς νόμους, το χημικό υλικό οργανώνεται σε αυτοσυνείδηση.

[110] Βλ. Ερατοσθένους, Καταστερισμοί

[111] Αδάμαστος

[112] Κραυγάζων πολεμική ιαχή

[113] Εφορμών στα τείχη

[114] Η ορθή έκφραση είναι «σπάω μαλτεζόπλακα» προς τιμωρία των Μαλτέζων αρχαιοκαπήλων.

[115] Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η οίηση.

[116] Είναι βαρύ φορτίο η οίηση κάποιου κακού ανθρώπου.

[117] γκάτζετ

[118] Αν κάνεις κάτι αισχρό, μην περιμένεις ότι θα ξεφύγεις. Γιατί και αν διαλάθεις την προσοχή των άλλων, δεν θα αποφύγεις τη συνείδησή σου.

[119] Ανδρική ζώνη από βαρύ χονδρό ύφασμα. Τέτοια όπλα είναι διαχρονικά είτε όντας αντίστοιχα με την τρέχουσα τεχνολογία είτε λόγω παραδόσεως.

[120] Οι κραυγές πόνου και οι ιαχές θριάμβου ταιριάζουν αντίστοιχα σε άνδρες που χάνονται και άνδρες που σκοτώνουν.

[121] Θηλυπρεπείς

[122] Αυτοί που σείουν τους φαλλούς και προκαλούν καύλα

[123] Ηδονοβλεψίες που κοιτούν από τη κλειδαρότρυπα άνδρες ή γυναίκες

[124] Ψωλορουφήχτρες

[125] Σαχλαμαράκηδες

[126] Κοπροφάγοι

[127] Κουτοπόνηροι

[128] Της πουτάνας το κάγκελο. Η αναφερόμενη στο κείμενο φράση είναι φτιαχτή, δεν απαντάται πραγματικά στην αρχαία γραμματεία.

[129] Σκατά κοτόπουλου, δειλία, φόβος

[130] Αλίμονο, Μαρδόνιε, εναντίον ποίων ανδρών μάς έφερες να πολεμήσουμε, που δεν αγωνίζονται για τα χρήματα, αλλά για την αρετή. 

[131] ¨Όπως στο επεισόδιο Star Trek “No Mourn for Adonais”, όπου όμως παρουσιάζεται ο Απόλλων, όχι ο Άρης.

[132] Χρυσό αίμα

[133] Η συγκεκριμένη φράση είναι ειλημμένη από το Ρόκυ 4.

[134] Επιτέλους σκοτώθηκε η αμαζόνα και έπαψε ο φόβος σας.

[135] Μόλις το κράνος ήρθη και απεκάλυψε το γυμνό μέτωπο, η έλξη της γνήσιας μορφής κατέκτησε το νικητή. 

[136] Ο θεός συμπαραστέκεται σ’ αυτόν που κοπιάζει.

[137] Σεβάσμια λήθη των συμφορών, πόσο  σοφή είσαι και για τους δυστυχισμένους καλοδεχούμενη θεά.

[138] Η κατοχή των παραστάσεων ονομάζεται μνήμη, ενώ η αναπόλησή τους ανάμνηση.

[139] Ο Ζήνων είπε σε κάποιον νέο, που ήθελε να μιλάει περισσότερο παρά να ακούει: «νεαρέ, η φύση μάς έδωσε μία γλώσσα και δύο αυτιά για να ακούμε διπλάσια απ’ όσα λέμε».

[140] Λεῦσσε δ’ ὅμως ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως.

[141] Με την επιμέλεια και το μόχθο όλα τα αγαθά είναι δυνατόν να κατακτηθούν.

[142] Ό,τι επίμονα αναζητείται μπορεί να αποκτηθεί, ξεφεύγει όμως ό,τι παραμελείται.

[143] Cassini division σήμερα.

[144] Είδος Ντίσνεϋλαντ

[145] Καταρχάς αναξιοποίητος, ακαλλιέργητος τόπος

[146] Θεματικό πάρκο

[147] ταράτσα

[148] Όπως ο Καντ υποστήριξε ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε τον Θεό, γιατί την επικράτειά Του δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε και να την αναλύσουμε επιστημονικά, με αποτέλεσμα άθελά του να Τον σβήσει.  Διότι σού λέει, αφού δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, γιατί να ασχοληθούμε;

[149] Μη γιατρεύεις το κακό με κακό.

[150] Στην πραγματικότητα λέγεται σπείρα του Moebius, αλλά δεν θέλω να χαλάσω το ελληνικό γλωσσικό αισθητήριο.

[151] Έτσι και ο Ποπάυ το “open sesame” το έκανε “open says me”.

[152] Το πιο εύκολο πράγμα είναι να εξαπατά κάποιος τον εαυτό του- γιατί ο καθένας πιστεύει ό,τι θέλει- πολλές φορές όμως τα πράγματα έχουν διαφορετική έκβαση.

[153] Οι εκούσιοι κόποι μάς προετοιμάζουν ώστε να υπομένουμε πιο εύκολα τους ακούσιους.

[154] Ο Αίσωπος είπε ότι ο καθένας από εμάς κουβαλάει δύο δισάκια, το ένα μπροστά και το άλλο πίσω. Από μπροστά τον βαραίνουν τα σφάλματα των άλλων, ενώ τα δικά του, που συγκεντρώνονται πίσω, δεν τα βλέπει.  

[155] Πρέπει ή να σιωπάς ή να λες κάτι καλύτερο από τη σιωπή. Καλύτερα να σιωπάς παρά να φλυαρείς. Όταν επιπλήχθηκε ο Αισχίνης ο Σωκρατικός γιατί σιωπούσε, ενώ υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, είπε: Από τον Σωκράτη δεν έμαθα μόνο να μιλώ, αλλά και να σιωπώ.

Η αγγλική μετάφραση του A’ Μέρους της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: “PROTITAN. UK”.

THE FIRST TERRORIST 

By Stamatis Giakoumis

Dedicated to the offspring of Creta Antonis Giannaris, the greatest Greek language’s erudite of all times. α

«Ουκ έστιν ουδέν κρείσσον ή νόμοι πόλει καλώς τιθέντες. Ότε γαρ ασθενέστερος, ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει, νικά δε ο μείων τον μέγαν δίκαιον έχων»[1] (Ευριπίδης)

«Σωκράτης έλεγεν, εί τις εν θεάτρω υποκηρύττοι ανίστασθαι στους σκυτοτόμους, εκείνους μόνους αναστήσεσθαι, ομοίως εί τους χαλκοτύπους, τους υφάντας, τους άλλους κατά γένος. Εί δε τους φρονίμους ή δικαίους, πάντας αναστήσεσθαι. Και έστιν εν βίω βλάπτον μάλιστα το ανοήτους όντας τους πολλούς οίεσθαι φρονίμους είναι». [2]

CHAPTER 1:

UPANISHAD OR SYMPANTIS EX HADES OR OCCIDENT EXPRESS

MNEMOSYNE: Athene = Ahana 

Axon = axa

Asty (polis) = austa

Bous (ox) = gaus

Domos (house) = damas

Hermes = Saram

Zygos (libra) = juga

Theos (God) = Dyaus

Thyra (door) = duara

Ois = (sheep) auis

Uranus (heaven) = Varuna

Ploion (ship) = plava

Poseidon = Idaspati

Prometheus = Pramantha

Taurus (bull) = stura

Chen (goose) = hansa

METIETA (Mindful): It is an exercise in futility, my dear Mnemosyne. Whatever you do, you will never be able to put a stop to the continually increasing diversion of the two languages which used to be one. It is true that the legendary V-eno- V-inda were once a united nation and inhabited the mythical Aryavartha of the Pamir mesas. And it is also true that we, the Eno or Eco or Elo (followers of the One – Ekagrammati, i.e. literates attentive to the cause, grammar scholars devoted to the object – Hellenes), got weary of the Hindu’s fatalism and made a historical Exodus. We have been wandering on the inhospitable steppes for many years, fighting with copper bows and arrows against various barbarians, searching for the blue aura of a new uncontaminated world beyond the yellow and gray of mud and wet soil.

That’s why our mission, as you very well know, is called “Sympantis ex Hades” (universe ex Hades), a word with which I granted to substitute the miserable “Upanishad” meaning the whispers of the lazy wise men among themselves, puritan doctrines and obsolete teachings, which henceforth inspire no one. So, I urge you, instead of recording insignificant trivia like a petty pusillanimous accountant without ambition, sing the proper hymns for our great exploits and contests, by which we changed not only fate but also the very appearance of humankind.

MNEMOSYNE: Now, divine muse and goddess, praise the greatest expedition of all times, which departed from the high mountains and directed a mighty army of heroes to where the sun dusk and nightfall reigns. Sing glorious songs about the most successful immigration, the most meaningful enterprise, the only one, which took place out of love for man and science. In this unconceivable eventful campaign, in this unrepeatable series of achievements our leader Metieta as undisputable sovereign and ruler of humankind has shown all his gifts and tremendous abilities. Above all with the magic power of words, which he possesses, he managed to shape the humans accordingly, interfering drastically not only in the development of the spirit (here we are talking specifically, not in vague terms), but also in the evolution of the body itself, manipulating the process through the proper word or the suitable change of meaning. But do me a favor, Eurynome, it’s your turn to continue and explain to the world how you contributed to the first great fight of human race.

EURYNOME:  In our travels we faced in rapid temporal succession the Cyclops, the Ellops and the Hecatonchires.  As commanding general appointed for the cosmic confrontation against the first, I have to say the following: It is well known that the first manifestation of the human mind is the conquest of property, the regulation of limits and boundaries among fields or real estates, circumference through geodesic lines, possession and pasture.  In this activity excelled above all the Cyclops but at the cost of grave exaggeration. They built defensive fences in a circle around their domains, where they hid and protected their sheep. In result they lived separated from one another, having their one and lonely eye pointing without any distraction to the interior of their property without any concern or compassion whatsoever for the fellow human beings. But my name is Eurynome and I am relating to surrounding space, I am enlarging and expanding the frontier tending to encompass and embrace the whole world. So, at Metieta’s request I set the fences on fire, so that the Cyclops were forced to abandon their headquarters and requisites handing over control to society. Please, Metieta, speak for yourself, narrate how you helped me in that endeavor, so that everybody might know. 

METIETA: From the word “advaita” , which means verbally “no differentiation, no division” and symbolized the impassable or pathless of every human quest, I pleased to create the word “advent”, which is an important event, invention or situation starting or coming into existence (also related: adventure)  and the word “adverse”, which are initially adversary,  unfavorable conditions as fundament of society leading inexorably through struggle of the classes to institutions and state establishment. I also combined the word “maya”, which represents the illusion of the material disassociation, divergence or diversity of things, with the word “raja” (kingdom) and I composed the word “maja-raja” or “moira” (fate). But “moira” means “share” or “proportion” in my book meaning the exact consequence of our actions, the filaments resulting from our acts, a material regulation, which presupposes conscientious activity. That is even more apparent in the transformation of the word “praktiti” (matter) into “praxis, practice”.  Independent matter alone is inert, only via elaboration and specialization acquires shape and intrinsic value. Development, evolution, shapeshifting of the thing through history and its partial disposition in the service of others constitutes its social dimension and the parallel social responsibility of the possessor. With those changes I influenced the Cyclops, which acquired another vision, another view-angle, turning henceforth a second eye to public affairs in addition to the old unique eye towards privacy. 

MNEMOSYNE: It’s my turn now, because I played an essential protagonist role in the next historical phase of the expedition. When the fences and wires were abolished and exiled from the fields, savage and bloody wars unfortunately were waged.  Men have ceased to be indifferent Cyclops, but still they remained Ellops, that is in absence or eclipse of speech, in lack of communication. Conducting diligently my mission, which was to keep and guard the words of mankind in my huge archive, I turned myself against them and I defeated them with the help of my nine charming daughters, the muses, who spread and introduced the fine arts throughout the globe. Through immersion in a world of pain I spurred and obliged them to articulate human sounds; to speak and shout and cry; I forced them to communicate. Afterwards I guided them to seek out and specify the proper beneficial principles and maxims, upon which a peaceful coexistence can rely and flourish. Of course, the great Metieta was always directing and coordinating our common efforts.

METIETA: It was the period, where I reversed the consequences of the thunder strike, which had rendered the Ellops speechless, and I declared that the bright light spreading on their faces (Abhasa) was not something positive, but on the contrary it was aphasia, a humiliating senseless coma, which needed to be replaced and bridged by speech, extensive talk and communication. I also said that the Ellops should stop worshipping idols like rocks and other… hard places or brackets (Greek: brachos, Hindu = Brahma) and should extend their faith to their own individual (atomon, atom), which is their soul (Atman) inhabiting and inhaling the general atmosphere. We, Hellenes, are also originating from the land of labyrinths and lakes and lagoons but we don’t idolize them.  To make a long story short I explained that the free wandering spirit (Hindu: purusha) must evolve to “parousia” (presence) to be preserved. So, due to my efforts the Ellops opened their mouths and talked. 

          THEMIS: Yes, yes, but it was I, who waged the most demanding and devastating war against the mighty Hecatonchires who believed themselves to be self-sufficient and indestructible because of their hundred hands. I showed them vividly that their assumed as independence and self-sufficiency is fraud and a hoax. There is no need to be equipped with a hundred hands to succeed. It is sufficient to be organized within great social formations and living- breathing organic apparatus. I preached and revealed to them the value of family, of interacting society of contracts and transactions, of justice for all before courts of law, of firms, companies, associations or corporations, of syndicates, unions and police, of administration, parliament, government and state. Of course, in this great adventure I was encouraged and received valuable guidance and intelligence in many ways by Metieta, I was familiarized by him with the pertinent stuff to the last detail, to the molecular level.

      METIETA: The main recipe of my policy was always action as opposed to fatalism. I sent away packing all the “Karma” and “Dharma” and stuff like that, I blocked the roads and destroyed the passages to destiny and fate and prescription and anticipation of what is written.  Instead, I put “arma” in their place (war chariot, arms, armament), which symbolizes not so much the war as the tendency to take fate into one’s own hands. From the word “mokscha”, which denotes the metaphysical need for redemption I constructed “amaxa” (stagecoach), which is the vehicle escorting our people to magnificent, exotic adventures. I paid homage to the word “soma”, which initially was an olfactory extraction of plant,  a distinct odor and fragrance of a flower, an incense in a defeatist religious ceremony  and I made it really “soma” (body) as the ultimate combination of spirit and matter, which leads us into battle and presents the tool of our success story, whereas we shape it, sculpture it, train it and acerbate its senses with our ideas and judgment. I synthesized the word “eleptheria” (freedom), the most original concept having seen the light of day. This is a slight, infinitesimal but essential divergence in relation to the passive “shila- tirtha” (the indifferent random selection of one’s road, the impasse, the lack of choice).  I always urged the people towards pursuit of happiness, energetic action, creation, composition, synthesis. Themis, do you think that history will remember all that?

THEMIS: Sure, it will, Metieta (mindful) and Nefelegereta (cloud-rising) Zeus pater, Jupiter.  But let us stop now to enjoy for a moment the azure fiords of the promised land, where you delivered us after so many struggles and wanderings. Here in this rocky country with the countless islands all are so small and gracious, proportional, analogous and adapted to the measure of the Man. The waves, the sprouts, the rocks are in the correct and esthetically pleasing proportion and analogy.

EURYNOME: It has just crossed my mind that, while we during our fights exterminated the Cyclops, the Ellops and the Hecatonchires, in India meanwhile they have never ceased to exist (goddess Kali for example).

METIETA: Do not worry. I already prophesize that a descendant of ours, a noble king, will follow the exact opposite itinerary leading once again from the West to East and he will restore their marbles. He will oppose himself once more against the mute, cyclopean gods with the many hands and he will prevail. He will be the great Elixir, the infallible preventive shield, the ultimate protective screen, the lightning rod of mankind, Alex, who will be the quintessence of “andro” (virile behavior).

  (Propaganda leaflet, distributed by the fans of Zeus to the people of the Earth).

          CHAPTER 2:

ILION, TROY, GANYMEDES, EOS, TITHONUS ET CETERA, ET CETERA

If you think that Helen was the only one beauty champion in antiquity, you are gravely wrong. Should Eos be underestimated, a fierce warrior, who was in fact the fear and the terror of all creatures plotting against Creation from other dimensions? She crossed the sly in an open roofless shuttle surrounded by a force field instead of a cover, causing awe with her red-white attire and the constantly shooting ray- gun of her vehicle, which she handled so skillfully that it appeared like a lighted torch in her hand. It is true of course that, being endowed with extensive erotogenic zones, – how else can we express that she was voluptuous? –she had overdone her love affairs. Well known are the orgies she did together with the wiry wide -forehead Orion in Delos. Besides, she had also fallen in love with Ganymedes, this young man of excessive beauty before Zeus managed to capture him and make a satellite out of him. However, the urges of the robust, vigorous and sturdy Eos remained unsatisfied, not easily to quench, and her next target was Tithonus, a promising handsome decent young man, son of Laomedon, king of Troy, and Strymo, daughter of river Scamander, who had the tendency to exit his bed, whenever one busted his … cojones.   

          Of course, starting from the elementary, the mythological datum is known that Paris kidnapped Helen and brought her to Troy. What many don’t know is that the first occupation of Troy was not performed by the Achaians – Danaans (bearing gifts), but by the mighty successful bodybuilder Hercules- Heracles during the Argonautic expedition, when the king of Troy Laomedon did not give him the horses promised by Zeus as a reward for his contribution to kidnap Ganymedes.     

          From the abovementioned, you can understand that it is written for our story to begin with Troy. Where else could a story begin, if not with the archetypic matrix and starting point of every story? «Έπος Τρωικόν ουκ εκ του διδύμου ωού άρχεται, αλλά εν μέσω των πραγμάτων». Which means that we are neither starting from the eggs, where the beautiful Helen and the Dioscuri Castor and Pollux come from, nor from ancient Egypt, where some unacquainted with methodology judges direct the pitiful facts of any case, but from the texture, the plot, the action, the inextricable interweaving with things.

          But what had happened in Troy then – i.e. before the Trojan war? King Laomedon, as it is derived from his name, had devoted all his “medea” – brains to his people, to the extent that he had any (from the same root comes also the “automaton” auto- metis, remember also the Metieta Zeus from the previous chapter). So, he intended to build a huge wall to protect Troy until Kingdom Come, just like the contemporary Greek politicians occupy themselves with the wall of Evros, which is going to protect Greece until the sun becomes a white or a red dwarf – that is what should be called a noble ambition! Ha had assigned the pertinent project to the most acclaimed engineer and architect of the era, Daedalus, who had his son Ikaros as his indispensable helper. Who was Daedalus? We recite the respective excerpt from “Starting from Zero”, which represents the whole Titanomachy. In a few words the sequence of the events is as follows: Poseidon sent to Minos of Creta a most beautiful bull to take him back later as a sacrificed slaughtered animal. Minos, however, had mercy for the beauty of the taurus, so mighty and powerful that he blew steam out of his nose and he hid him to the stables. Therefore, Poseidon in his divine non-wisdom, entirely mean and petty like all the wormhole beings, infuriated the bull and cast to the stout big-sized wife of Minos Pasiphae an invincible nettle rash, as well as an insatiable sexual desire for bull- leaping, if you can grasp my subtle hint. Not knowing all this, Minos assigned Daedalus to construct a big wooden cow, resembling a real one, so that he may consecrate her to Poseidon and appease him for the embezzlement of the real bull. Daedalus, however, who besides being a conspicuous inventor was also very thrifty, built the wooden cow void in the fashion of the Trojan horse and in there the incredible intercourse between the great taurus and the big strong Pasiphae was conducted unbeknownst to the unsuspected husband, who wondered why the wooden cow jumped all over the place on her undeflected unbent kneeless legs, not only as a vivid but also as a frenetic four-legged as well as wooden-legged maenad, just to amuse Poseidon and his present company! From this union between the propelling pushing bull and the susceptible receptible Pasiphae arose Minotaur, but that is an entirely different story. The issue here is that Daedalus was both a negotiator and a travelling vendor, very practical and very businesslike and must be seen under this light. All these factual events, however, were precedent in relation to our present story, if there can be a chronic succession in the universe of titans.

          The noise of the workers, who had the bad habit of fumbling on the walls at dawn, woke up Eos, who as a glorious renowned titan was extended hospitality in the best rooms of the palace, personally invited and accommodated by Laomedon himself under the property of host and patron. Hindered seriously to be lazy on the sheets as she used to, she pondered to curse them from the window, but then she thought what is valid in every era, that there are the privileged and the not privileged and that the former should be magnanimous towards the latter, a self-evident generosity, dear reader, but unfortunately not even that exists in our days.

«Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος»[3], she whispered the words of Epaminondas, who, although he was a great general, never complained, when the municipality of Thebes made him break stones and carry out duties of road construction.

Eos groped the pillows and the wrinkled folded sheets beside her. She realized that Tithonus had gone from dawn before the rooster crows and the servants assumed their duties, as if he had committed something bad, offensive or provocative. He had slipped like a hunted game into the night through the streets and the alleys and the least illuminated at that, where only the reflection of a torch reached, so that nobody could see him. For God’s sake, the prudery of this kid was incredible! His attitude left much to be desired to be able to enjoy love and Eos considered if it was worth teaching him. She concluded that she had had many noisy turbulent and Dionysian orgasms in her life, thus, the Apollonnian pleasure of teaching was more appealing to her – or that the satisfaction of offering knowledge was hedonistic enough, if you prefer.    

Tithonus had the sex appeal of the sad and the defeated; through the need for protection that he emitted, he roused all the mother instincts of Eos. Fortunately, there is also this solution for men, who are not equipped enough by nature and are of no use as sex-workers. Now, her memory through the rudimentary and fundamental gnostic function of comparison went back to Orion, the greatest lover she ever had.   

Orion was a hunter and an experienced sailor. He had a big head, allowing him to impose himself on the women, moving it right and left during the sex act like a male tomcat. In his naïve stupidity he intended to take a woman named Side who thought that she was more beautiful than Hera, so vulnerable was he to the woman charms and so blind to what was bound to come next. Later Orion came to Oenopion in Chios to marry his daughter Merope; Oenopion blinded and dumped him on the beach, but then he was healed by the sun. Then he fell in love with Artemis and had an affair with her etc. In a few words, he had many adventures and crossed many mountains, always searching for another rainbow. To make a long story short and since we are tired of copying previous works of ours and others, you could learn more about Orion in the “Starting from zero”, where the whole Titanomachy is described. Eventually, having from Poseidon the gift of walking on the sea and while he went for a walk on the archipelago around Delos, his head was visible from afar as a contending, vindicated and much desirable trophy of target practice, whereupon Apollo challenged Artemis, if she could aim at that point from Olympus. Not realizing the vicious guile, she aimed at him and killed him. This was the way of a divorce that Apollo chose to interrupt the liaison of his sister making her kill her own companion. Such was, unfortunately, the perversion of the Olympians who claimed to be gods!

Eos dragged herself up to the balcony, sided the cobwebbed curtains and exited into the dim light of the morning (without having to watch the dreadful morning TV shows). A fierce winter dominated, and she got cold feet not metaphorically but literally, as she touched the frozen marbles, so much so that she had the vice of walking barefoot. She looked at the firmament that imprisoned this wretched planet. As in any Creation the titans had built it with repeated catasterisms (star placings) to offer inspiration to the people through the narrations of the constellations’ origins; unfortunately, however, the Olympians used it to trap the world like a zoological and not an Epicurean garden.  

If one watched Earth from some window of the firmament, how would it look like? A blue and grey sphere, where the equators and the meridians crossed not mentally, but through shades of grey, since they corresponded to the plates of the Dionysian sphere (reader, you are rather familiar with the anagrammatism “Dyson”) that surrounded and enveloped the space of Earth. Indeed, this sphere completed all the requirements to be named by the scientists Big Space Anomaly; it consisted of encapsulated plates, nested in one another, creating a tactical pattern of parallelogram like a set of adapted crystal squares and rhombs. If you desire more information, insatiable readers, the sphere had a diameter of ten light seconds; just to grasp a representative image suitable for further conclusions and since geography is the basis of geopolitics, one could contain the sun himself in this structure and have enough space to move also one’s elbows. One could not contain also Earth in this Anomaly, because the distance between Earth and sun is eight light minutes, which equals to fifty times the radius of the sphere. But of course if one put the Earth in the center of this cavity, which was exactly the intended action, there would be plenty of room for the rotation of the moon even in the most distant moments of the future, a little before it untangles itself from the gravity of its bodyguarded guardian and frees itself as an autonomous celestial body in the infinite silence of outer space. But was there any space beyond the crystal spheres of the titans? Yes, there was always that suspicion. So, the Dionysian sphere, as the conqueror Dionysus abusively renamed the firmament of the titanic catasterisms, was the sadful wrapper and prison of the Earth ensuring the absolute dominance of the Olympians who ruled having as allies and acolytes the artificial intelligences plus all their ramifications.

What the Olympians and especially Apollo did to Orion would be called in not politically correct epochs a very low trick, a huge foul play. She searched for a nice expressive word to describe and characterize this hideous trap which Phoebus had set up against her lover, maybe “shamelessness” was the most suitable, even better “bestiality”, because it was an evil act, not only beyond humankind, but also beyond the beast. She remembered the day when Orion decided to take this fatal walk with his long legs that oozed on the sea and with the seven- mile step covering extent areas. He wore his shining armor as an army service uniform reflecting the rays of the sun – my god, how many times has this commonplace expression been written in the history of literature?- but he had not covered his big head with a helmet, not even with a decent hat or with his night sleeping cap, because he liked the wind messing his curly hair. And this hair was so rich and so majestically tufty that it waved from the shoulders like the mane of a stallion. Eos watched him with pride exiting the Dark Gates and heading for the west having the morning sun at his back, a direction forgotten by the Greeks, since the Turks conquered the coast of Asia Minor at some date and in some Creation, so much so that henceforth they prefer to walk like zombies almost mechanically and unquestionably towards the Great and overcrowded East. His quick versatile legs – a bit crooked, from those which help very much the skirmishing side-cutting outflanking wingers of football- carried him airborne in a way that he disappeared instantly, relying on his brightness, splendor and the vigor of his youth. But- alas- Orion was bound to fade away that day, without realizing it, and perhaps this could be a consolation. The darted from an impossible distance arrow of Artemis crushed his skull. Who knows what thoughts crossed his mind at that moment and if he had some sensation of the violent penetration into his brain, of the expulsion of his eyeballs from the sockets and of his bloody end.

  Do you think that he was contemplating his relationship      with the archer Artemis who executed him against her will? Could he possibly have an affair with her? Of course, that was not a petty matter, and it could aggravate Eos substantially. If it was confirmed, maybe her ego would rebel and her love would turn into hate through the well-known electrochemical procedure, of a very low level for the iron discipline of the titans which preaches that love under conditions is no love at all, that the beloved has not changed after the exposure of his illegal liaison, being the same parson that woke up on the pillow next to you in the morning. On the other hand, however, if he had concealed something that you ought to know, doesn’t that mean that he is a completely other person than what you thought? Perhaps the solution lies in keeping loving him but from a distance, hoping that he above all would come to terms with himself, be honest with himself. In any case, the outcome was such that the thoughts above proved to be inconclusive. Death sanctified Orion and he would remain forever in the imagination of Eos as the ideal and worthy lover, as the perfect man, if that along with valor still constitutes a concept in our crazy era – here, the reader should forgive us for not disclosing if we mean the era of the titans or ours. And now he was dead, an extinguished moon broken into pieces, rotting in a grave. His moon-face would now be a desolate castle, a grotesque and mocking smiling skull, his blue eyes had melted into walked over fat and grease, his bones had turned into dust, stripes of toasted wrinkled meat had withdrawn all the way back from his depilated cheekbones, as is often the case in the swollen bodies of the sacrificed animals.

Poor Eos remembered the funeral of Orion, how many people had flown together to mourn for the unjustly perished young man, victim of the women, who did not commit a sin or a misdemeanor except that he had loved too much. Of course, the whole truth is that regardless of his love he was implicated in a higher level of political purposefulness and conspiracies of power, without having the slightest clue, that is why he was pushed over the edge. How gullible men are, especially those gifted by nature concerning the reproductive procedure, a fact sufficient to them, giving them no cause to make more thoughts about their individuality and their position within the society. In any case she had no complaint concerning the participation of the ancient world. All were present, delegates of the Achaians, since we are referring to a period before the Trojan war, before the revisionist invasion had begun, when the diplomatic relations were still unperturbed, Aethra, mother of Theseus, Hercules, always troubled and wavering between Megara and Deianira and many other semi-gods, god-equals and heroes.  

At this point we should mention that the real Troy of the titan era had nothing to do with what we imagine. It may be true that the Greeks, but also the influenced by them Trojans and other Greek- imitating peoples, due to excessive ecological mentality, built and masoned their residences and chapels on a marble fundament, upon which they placed temporary and easily perishable bricks, from which no trace has remained nowadays, but this did not mean that in their universe of the titans ballistic rockets were not shot at the firmament, that sirens did not wail warning the inhabitants to take refuge in the antiaircraft shelters, that there were not biomechanical beings, automata (auto- ‘same’ + metis-‘mind’) that policed the people either under the appearance of land robots or of flying drones, assigned by Zeus to keep the peace. Their armed with hooks arms and their circularly moving searchlights rendered them an astonishing resemblance with black wasps circumspecting the environment with their multifaceted vision. Eos was bored by all these and exclaiming desperately like Costas Kazakos “wars, wars everywhere” went to wash herself and dye her hair, surrounded by an appeasing haze and a sweet anticipation, presaging an interesting new day.  

    CHAPTER 3:

THROUGH THE KEYHOLE INTO THE CHAMBERS OF ZEUS AND HERA

As the morning sun made its first appearance, the mindful and cloud- gatherer found himself in the great hall of the gods (the Greek word for the hall implies that there was also a chimney in there). Behold now Hera entering the scene and keeping a dog on golden luxury leach, evidently bought in an expensive store, not in a discount flea market.

“What have you brought me? What am I looking at right now?” asked Zeus from the height of his throne, evidently ill- tempered, indisposed, frowning and downcast.  

“A hunting dog of excellent pedigree”, said Hera.

“Cut the crap. I am not asking what kind of dog he is, but if he is THE dog.”

“Yes, he is”, said the first lady of the Olympus (flotol) untying the leash.

“You did half a job. I told you to bring also your son with you.” 

“Which one among the many”?

          “What, in the bloody hell, are you suffering of senility or of an Old House syndrome?[4] Which son, my foot, the limp of course.  But I am a fool to expect something from you. ‘Ει χωλώ παροικήσεις, υποσκάζειν μαθήσει[5]’. I mean the practician, the laborer, who flirts Athene so much that he almost hangs himself from her foot like this drooling dog would hook himself from yours, but he seems to have better manners”.

         Hera turned on her heels to go and fetch him, while the dog made preparative movements to follow her.

          “Leave the dog here. He seems too spoilt to obey a ‘fetch’ call[6] You ‘d better do it yourself. The women need always a lesson in humility”.    

          The white- armed Hera gave the sign to the dog. He was trained and rested stiff in his position with a deep sitting and squatting. He was big, «εν χρώ κεκαρμένος»[7] with gentle hazel eyes which despite his education looked a little stupid and terrified, where these two are contradictory in this case, since to fear Jupiter showed a great deal of intelligence. As a dialectic mediation between his fear and his embarrassment obstructing him of finding the proper solution, he chose to run here and there, salivating the floors and going annoyingly around the throne of Zeus, while his nails were scratching the marbles, a fact not particularly encouraging for the evaluation of his intelligence. He sniffed and licked persistently the sandals and the toes of the thunder- striking Cronides. Afterwards, he approached the edge of the panoramic holographic pool, through which the Olympians watched everything unfolding on planet Earth, and on top of that he dived into the warp of cinematographic grains and pixels rising clouds of plasteline material. He messed up everything thinking that with his cute efforts pleased or propitiated his boss, he started to turn around a pillar, as if to make something round even rounder. That is, the dog groped and became a touching harasser and a subway jostler of a pillar.

          “Good dog, adorable little beast, come here to take your reward for your beautiful performance”, ordered Zeus.

        It was as if the dog scented something disquieting at first, but then he decided to play possum and turned away his glance pretending that he smelled the pillar to gather information about the consistency of the marble. But what could a dog perceive about the marble except that it is white, odorless, tasteless and not edible like all the eternal indestructible things?

          Zeus blew with the finger in mouth like a mule guide, a shepherd or a basketball coach.   

          Still the dog hesitated. He moved his ears showing some obedience or submission but did not even amble. He moved slightly but in general was not moved staying in the active and never passing to the passive tense. Surely, he was a smart … man!

          Finally, Zeus clapped his hands in an imperative and sovereign way. Well, enough is enough, there is a limit whereafter a dog cannot afford not to obey. With ambiguous wavering movements, going sideways like a crab, with a hanging tongue and a happy gaze he hurried to enter Zeus’s lap although he was a big-sized son of a bitch, goddammit! 

          Zeus caressed it at first measuring it with his cold azure hardened snake eyes, and then, being knowingly and officially paranoid, schizophrenic, bipolar, psychopath, sociopath or whatever modern science calls such characters, he drew a merciless razorblade and cut his throat with an instant, professional, pulsing and vibrating move. And whereas the head of the poor animal in an era, where zoophilia was still in diapers, hit the ground and rolled to the holographic pool, his body landed from the murderous lap to the floor with his front legs still stretched, as if he was half standing expecting a reward.

          Then Hera and Hephaestus entered, looked at this spectacle and, as they understood what happened, ran even more quickly to the throne crossing the huge ballroom.

          “Oh, the poor thing, such a noble and tall animal, but also pure in soul”, murmured Hera. “You are indeed completely mad, husband. But I should blame myself above all, because I sympathized with you, as you perched in my arms as a cuckoo, for Pete’s sake! Are you a man after all? You invade everywhere as a bird, a cuckoo, a swan, a hoopoe to then show your real cock, you, perverse, disgusting, twisted reek. My hug became a cuckoo’s nest thanks to you. What did the cute defenseless pet to deserve your rage, shame on you!”

          Zeus mumbled something incomprehensive and put the profane audacious both bragging and coward knife in his sheath.

          Hephestus was wronged by nature in the sense that he had a very big chest and very small legs having a monstrous shape, a dwarf for a gods’ standard. Of course, the gods had the ability to lengthen their body willingly, an action that required a lot of energy, but they had also their own normal height, when they were in a tranquil state. But the stature of Hephestus left much to be desired, the poor half-grown fellow! He had a great resemblance with a hairy barrel, if such monstrosity had a chance to see the daylight. Of course, he limped, that is common knowledge. He dragged the left foot as if it were dead, putrid, not blood-fed limb and perhaps that was exactly the case. He had a wild haibun, where God knows how many worms, fleas or moths had found a shelter like in Mrs. Havisham’s ball of twisted hair in “Great Expectations”, even more despondent and untamed beard, whiskers that seemed to stretch and merge with the hair- growth of the chest and the eyes circled perimetrically with a red marker. It was as if he wore an armor, but a more careful look would reveal that in fact he bore like a west a layer of hundred microscopic boxes, sachets, tools and devices, some made out of noble and some out common metals, other from skin or leather, even of intricately interwoven fibers, hanging along and across the stretched crossed belts and stripes of his hairy body. Hephestus, the epitome of blacksmith, since he constructed women out of gold and mechanical virgins, automata layered with gutta- percha or skin imitation providing men with almost living smile and pleasure! The same claimed that he had created in an alchemistic tub of organic saps Pandora, the first woman.  

       “Hallo, working man”, echoed thunderingly and ironically Zeus. “Don’t you think that I have neglected you or that you forfeited my favor, I would have called you earlier if a coffee-pot was damaged or if there was a hole in one of my enemies’ skulls, where I drink my cocktails.”

          Hephestus looked at the decapitated body of the dog, flooded with blood.

          “You didn’t have to do this, Father Zeus, Jupiter. ‘Pan metron ariston’, everything in moderation, said Cleobulus of Rhode and this action of yours exceeds by far both measure and analogy”.   

          “The damned dog enervated me”, said Zeus drinking a sip of an alcoholic beverage from a skull – goblet.

          Hephestus, making a slalom between the cleaning ladies who with their brooms and swept the blood coordinated in a frantic choreography, groped with his stocky, bulky and sturdy hand for the sternum of the animal, as if he wanted to caress or rather tickle it and pressed an inner notch.  A meaty cover opened from within and the horned cuckhold husband of Aphrodite pulled from the entrails a transparent amniotic sac, ostensibly full of rags, tatters, shreds, chops and pieces of meat. From all this mess Hephestus extracted a wet and rosy lump.

      “Here is Dionysus, right in his place, so you didn’t have any reason to slaughter the host”, he said.

     “My favorite son”, said Zeus with a twisted psycho smile. 

          “Should I put this disgusted chop into a resuscitation chamber, so that it may recover, o Cronides?”, the blacksmith dared to ask. 

          “No, we d’ better follow a more dystopic procedure. One of us is ordered to chew and eat him, so that he may be reborn in the way he himself has pointed out, through the method of Zagreus’ swallowing. Such an anthropophagic methexis is perhaps disagreeable and painful for the eater but it is a good lesson for all of you in here to behave in the presence of my son. The fact that I, myself, sew him into my thigh does not mean that you are allowed to shove his yeast down every stinky throat or into the carrion of a dog!”

          Hera treaded on the second step of the throne like a loud-less cat and stretched her hand on the thigh of Cronides, as only the women can do.

          “Do not punish us altogether, supreme and paramount hegemon. Responsibility is never collective but always individual.    So let everyone assume his/her own according to what Demosthenes declared: ‘Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη’ (To the free people the responsibility for the common causes is a great obligation)”.

          “So, what do you propose?”, said Zeus, always open to suggestions, especially to those of the sexual kind. 

          “Let Aphrodite devour him”, said Hera without to hesitate, in the name of women’ rivalry, “who is used to fill her mouth with male limbs”.

        “Let Aphrodite be. Recently she had done nothing to annoy me. She is a beautiful presence who benefits all men and harms no one, just like the golden women of Hephestus. ‘Διος παις ο χρυσός – κείνον ου σης ου κις δάπτει, δάμναται δε βροτέαν φράν, κάρτιστον κτεάνων’,[8] as Pindar says.

        “If this is the case, let us mobilize Athene who presents herself as the goddess of wisdom and communicates with the mortals through official channels. She is to blame for imposing upon us through her affectations and predilections this ridiculous war against the humans and their hot-shot flashy showy aristocracy, the titans”.

        “Now, listen, this administration will not condescend to deal with your low level and petty small talk, since your only intention is to put out of commission your main antagonists, so that you alone would earn the favor of the nobleman, gentleman and dandy Paris. As I hear, you intend to award him a gold apple or a commemorative plaque or the prize of a classy copulation in a luxurious resort, but this is your affair and cannot burden this administration which stands above women’ rivalries. Only the clashes and the duels between men are my concern. So, I ‘ll give you a last chance to decide who is going to ruminate my son or else the devil should hold you for all the intrigues that you fabricate”.       

          “Then… then, it should be Demeter”, whispered Hera who always had some escape goats as aces in her sleeve, ready to be sacrificed for the common or more accurately her own good.

          “Demeter? Gaia -mater? Your sister? My sister? The mother of my beloved Persephone? Don’t you hold anything dear ‘ώ προσφιλές μου ήτορ’[9]? Are you going to harass our relatives now?”

          “You, ungodly god, is there anyone in this mountain, in urbi et orbi who is not your relative, since you are penetrating everywhere as an intrusive viscous sperm, just like you did with Danae? We all know your burlesque causes. Am I not also your sister besides a wife, you incestuous Olympus? At the least, Demeter as a goddess of agriculture is experienced in birth and production. Especially this time of the year she has a lot of lazy days and no work, since the goddamned Terrans, instead of cultivating the earth, gathering the crops and produce fruits, only prepare wars against each other”

          “Let it be my beautiful spouse”. He turned to Hephestus who in the meantime fretted with the tongue outside replacing the murdered dog after a fashion. “Give Demeter the meat of my son and tell her that it is the will of her lord to eat Dionysus and drink his blood, so that he may live again. Further, I assign her the task to remain sleepless and draconian guardian until this predesigned birth is completed. I need urgently allies and people who I can trust, because the unrepenting titans guide mankind for the umpteenth time to the path of war”.     

           Murmuring, Hephestus lifted the poor dog from his pointed raised ears, gathered his other remains as well and walked limping to the exit, showing towards Zeus the only resistance left to him, that is, no matter how much Cronides urged, he seemed to be adamant, not to quicken his pace in the slightest but to forward his assignments unwillingly, lazily and reluctantly like a hardened stalwart public servant.   

          CHAPTER 4:

          HERA’s PARTING TO AN UNKNOWN DESTINATION

          Making seven- mile steps Hera went on foot to her chambers, since there nobody could beam up, not even herself. Olympians were obsessed with security, shielding and protection; this was easily explained, not so much because they were beings coming from another dimension, but because they had the well-known insecurity and paranoia of all rulers who were afraid of losing their privileges and felt remorse and reproach by their conscience for their unjust and illegal initial acquisition. So, she commanded Hephestus – not ordered him, because only the titans expressed their wishes ordering, while Olympians were totally satisfied giving commands – to reinforce quantum- mechanically her chamber with the installation of protective forcefields and restructuration of the walls through titanium and warmth -resistant synthetic Kevlar, capable of obstructing the violent entrance even of an enraged Zeus, so that the door could open only manually through the peculiar password “open sesame”.

        So, Hera knocked a knocker, bolted a bolt, knobbed a knob, flattering it simultaneously through the embellishing name “key of a deposit box”, because it resented to be called merely a knob and slipped into her chamber, closing behind the heavy metallic diaphragm and visited the toilette, where she got rid with one fluent move both of her robe and of her filigran, temptingly  scandalizing, delicate see-through undergarments.

          In the beginning the ox-eyed Hera didn’t begrudge herself, but in the contrary she bestowed and offered herself a nice toilet bath, warmed by the thermonuclear boilers of hell, which were kindled to their full capacity by the god of fire for a deep uncorking of the dermal pores, then fed by the most sparkling and icy fountains of Olympus as an appeasing and relaxing rinsing vigorous elixir. With an ambrosia ointment – since ambrosia was not used only as nourishment, but also as a base of various cosmetics – she rubbed the imperceptive stains, the smallest shadows or blots of her impeccable white epidermis.

          Then the white-elbowed Hera coated her multiply praised and seductive body with aromatic oils. The mere scent of this pomade caused a lot of trouble to the male population of Olympus, because it initiated a constant and undiminished, voluminous and unappeasable priapism, and was so powerful that it often reached the Earth and darkened the brains of the unsuspected mortals with seizures of incontrollable passion and lunar moonstruck high tides and floods.

          Afterwards the powerful Cronide arranged her shiny hair, washed it with liquid soap and combed it properly, pushing her braids outwards, so that they may wreath majestically her conspicuous zygomatic bones; finally, she wore an elegant, richly decorated and mercilessly ornated gown, a gift of Athene, with handmade gold-embroidered rose shapes. She supported the gown with a buckle on the raised, stretched cosmetically enhanced and elevated vampire bosom and tithed it in the taille with a belt fringed by a thousand fluffy tufts and tassels. 

    In the cutely perforated earlobes, emerging from her ebony-black hair and the dark perfumed curls as shy animals of the sea, more specifically as proud strutting arched hippocampi, she hung her nice earrings like mulberries or sycamores or pearls or whatever could irritate the erectile imagination of men. Their silvery reflections would certainly hook themselves like knight spurs on the men’ hearts. Afterwards, she wrapped herself into a discreet fluorescent gold-interwoven veil, she put her sandals into her soft toes, where the external scabs, calluses, crusts and grids had been diligently filed and tied the laces high across the whole length of her divine legs and heels. After she washed, perfumed and prepared herself adequately, she stood in front of her mirror, not to ask who was the most beautiful in the kingdom, but rather to confirm with abundant self- confidence “Immortal Hera, who can compare to you?”. Of course, there was also this goat Aphrodite, but everybody knew that she was a user of illegal, forbidden and demonical technologies to boost her beauty, so that her chairmanship was manipulated, staged, artificial, marked, set up and counterfeited like a falsified wager. But it is also true that unsimilar are healed by unsimilar, while the proverb that “a frock does not make a priest” is verified contrarily and inversely, because unfortunately it is proven that “a frock does make the priest”.

          After that, like Xenophon says, as he continues smoothly and unperturbably the Thucydides history, Hera searched and found Aphrodite somewhere on the green slopes of Olympus, where she ascended- descended with undiminished vehemence and a permanent unsatiated sexual impulse like Solomos’ Unknown and in her passage the pasture became greener and the flowers softer. A little before the sweet sunset, the temple and the diaspora of gods’ houses on the west slope of the cavity wrought in Olympus had been illuminated by an eerie light and Aphrodite admired unfeignedly and erotically the golden shining, stretched on all the surface of the endless shadowy cone. The visage of Olympus was a bit turbid, undefined and clouded due to the forcefields that surrounded it abundantly and served beyond the “gods” phobic psychosis for the people of the mountain to be able to breath, oh, I neglected to mention that the headquarters of the gods were not Olympus of Earth, but Olympus Mons of Mars (Ares in Greek), the highest mountain of the solar system, across a distance of twenty one kilometers from the level of the sea, if Mars were to possess a sea! The forcefield that fortified and shielded Olympus generously was the famous “aegis” that Zeus had raised around what he deemed worth protecting. Hera was forced to yell at Aphrodite, because she knew the latter fooled around and gaped idly.  

           “Hi, my precious child, how is life treating you, you good girl?  Don’t get me wrong but I would like to request that you do something for me. For some unexplained reason you have been anointed goddess of beauty, so inevitably the favor I am going to ask falls into your authority– my foot”.

          “Magnanimous, prominent, excellent and notable goddess”, replied Aphrodite laying it too thick, “Supreme, illustrious and glorious archon and queen”, she said continuing and sharpening the flatteries to an insurmountable point, “you can ask all you want, if I manage to fulfill your wish is an entirely other matter, but I can assure both you and everybody else involved that I will do whatever is humanly or rather divinely possible to assist you”.

      While the sun already set and the goddesses sat in the shadow, Hera noticed that the epidermis of Aphrodite shone with an inexplicable inner flame, whereas the irises of her eyes had become incandescent charcoals. This created a certain sensual response even to Hera. She thought how manipulative and ostentatiously door-to-door selling implying the charms of a companion lady was this deception of light for the poor men, gods, semigods and mortals alike, set in motion precisely at nightfall, when the perspective of potential bedfellows was something tangible in the horizon.  

          Hera took a deep breath sensing that with her next immediate words would initiate the most dangerous plan, the most conspiratory plotting scheme that she ever thought of and there wouldn’t be any chance of backing out.  “So, you little foam-born weasel, I give up guessing. Tell me what is your secret that makes any male crawling between your feet, no matter if he is a bull or a frog or a mosquito. Indeed, objectively I do not fall short in beauty, I think even you would not deny that. Not to mention this cucumberlike deranged mentally unsound Athene, who circulates day and night with the helmet, so that her lengthy cantaloupe-like head may not be seen, been pulled with a forceps from Zeus’ skull”.

      “Well… of course, I will disclose the information, you, alabaster -elbowed goddess. Since you ask it so directly, I have no alternative.  But since you took it from my mouth to mention Zeus, what business has a privileged mistress that shares her bed and eats on the same table with the paramount man of the universe to walk upon my inconspicuous streets?”

          “I will tell you the truth”, sed Hera serving the well-known punchline of those who are about to lie. Of course, lies have short legs and are easily perceived, mainly because they are too elaborate and sophisticated. “Recently, the word is out that titans are going to rise and lead the mortals against Olympus. Surreptitiously I happen to be on good terms with two Methuselahs of them, Oceanus and Tethys, who had extended repeatedly hospitality to me, when I was young. So, I reckon visiting and asking them to intervene and appease the titans. Zeus cannot do that, because he lacks the necessary composure. Upon the slightest reaction he will fall into rage and begin to throw thunder everywhere. He is also too proud to condescend meeting the titans, but neither he lets anybody else to develop a peacemaking or ambassadorial activity”. 

          “Yes, but all these circumstances do not explain why you need my humble overrated charms”.

          Then Hera began to say whatever crossed her mind without discrimination.   

          “I happen to know that these two arch-titans feel alienated from each other and that their conjugal bed has gotten cold. On my visit, I will settle their dispute and smooth their difference urging them to unite again their warm bodies in the fire and coziness of love, whereby ‘warm’ is a figure of speech, since both are doddering old fools. So, disclose, Aphrodite, your secret, so that I may help Tethys win the heart of Oceanus again, and aid Oceanus to pass ‘ad augusta per angusta’ (to high places through narrow streets), if you know what I mean”.                    

          Aphrodite who understandably did not want to betray her secret, tried to escape: “My charms are not only something tangible, a devise, or a spare-part or an indestructible material that can be consumed, it presupposes an art of sex-appealing the men through postponement, suspense and rekindling of their desire via gradual revelation of the human body. As Hippocrates used to say: ‘life is short, craft is long, opportunity fleeting, experience perilous and judgment difficult’”. 

          “Aphrodite do not underestimate me and do not sprinkle me with the supergun of the titans, these profound proverbs that can bore someone instantly to death. These as propositions of an alternative policy and government terrify Zeus more than me who prefers to dwell in the backstage. Since you like the titanic proverbs though, hear another: ‘If one thing is apparent, another is occult’. So, your sex- appeal is evident, but it is obviously based to something hidden, although ‘there is nothing hidden under the sun’ It does not compute for you to shine in the night like a steatopygous firefly or like a resurrection candle of another religion; it is obvious that you hide something and this is what I seek to acquire. Tricks or treats to seduce the men are things that I also know too well, and don’t you dare imply something different. I desire to grasp your real investment, your substantial active and energetic asset”.     

          Aphrodite solved from her swanlike neck a small bag like a talisman which flashed in a curious way, meaning that it included mysterious micro-circuits.

          At that crucial moment the feet of Hera got cold due to hesitation. Should I proceed? she thought. If Aphrodite figures out my plan, she will reveal it to Zeus who will crush me in such a way that no organic resurrection chamber and no healer, neither Asclepius nor Hippocrates would be able to save me. He will cut me to pieces and step on me until I become smithereens, ashes and cinders of charcoals and pulverized shavings.   

          “This miraculous little bag contains all necessary elements of seduction”, explained Aphrodite. “Eros and Cupid, but not only that, nuggets of love from this strange new religion that expanses recently like a plague, plus even maternal affection being often misunderstood as desire, as well as whispering and hissing slipping and rubbing between bodies, orgasmic cries, sighs of relief and satisfaction, as one hits unconscious the hay”.

          “Tell me more, analyze the specifications, provide me with specific guidelines”.

          “It comes from the star system of Aries and is called candy bud or candy flower. One can pour it into the decoction of someone or administer it together with some other solution. Recently, however, it is produced in a new revolutionary package allowing the effect through emission from a distance, hence the microchips.” 

          “Yes, but how does it work, how can I activate it?”

          “How should I know, what am I an engineer of quantum-mechanics using molecular micro-scanners? I am just a user of technology acquired in a black market. You remind me of those who had forgotten how the machines worked and had brought a scientist from the future to handle and explain them. Unfortunately, however, he specialized himself only to monochromatic roots, being totally ignorant about all the rest. How does it work? Shooting of pheromones or orgiastic hormones, transfusion of organic saps, microwaves’ energy aiming directly to the pleasure centers of the brain? No matter the reason, the essential thing is that it is working!”

          Hera wore it immediately around her neck, being slightly covered by her gown. “How do I activate it?”

          “You mean how can mother Tethys activate it”, said Aphrodite smiling ironically.

         “Yes, yes, damn it”.  

          “She can wear it on the neck, activate the nano-trigger, which is here, but instead of picturing a distant location like in the teletransportation, she will rub the tissue with the stitched microchips and emit lustful thoughts. So, proceed unwaveringly and I am sure that you will succeed in implementing your plans”.  

          With this enigmatic statement Athene implied that she suspected Hera for alien purposes, but the latter was already involved in a relentless sequence of events and it was impossible for her to reconsider.

CHAPTER 5:

DIVINE COUPLE

The teleportation through subspace, more accurately through voids in the web of spacetime, which were not exactly voids- since nature abhors them-, but corridors with a thin material arrangement, left trails behind, which especially gods were able to follow, no matter how winding or twisting they were. Hera noticed that the specific corridor led through strings and membranes to the favorite cave of Dikteon, where Zeus kept his store and toolkit and made all kinds of fixes and repairs, when he wanted to knock himself out and free himself from the burden of power and the grimaces of his other Olympian associates whom he disliked them all. He had been born in this cave, the Diktean cave, and was emotionally connected to the place, maybe it was the only thing meaning something to him and made even today his heart leap.

As soon as Hera beamed inside, the first thing she noticed were the hung on the walls quivers full of arrows, the tables with the multicolored ornated goblets, platters, bowls, golden plates. One wondered what business had all this junk in a laboratory, perhaps they were souvenirs.

In any case, on the other walls, also the classic tools were hung, pincers, titanic corkscrews, trepans, rotors – screwdrivers, tourbillons, vises, linear actuators, machine slides, hammers, anvils, springs, gears, dented wheels etc.

Zues, while having the ability to increase or decrease his bulk voluntarily, who knows with what holographic or swelling or mass-adapting tricks, causing both his allies and opponents the greatest of impressions, had limited his height into a reasonable two-meter appearance, allowing him to function within a relatively low- ceiling cave. 

“What are you doing here, master?”, asked Hera. “Occupying yourself with trivial matters again, instead of figuring out how to improve the lives of your subjects?”

“For the time being my basic concern is to resurrect again my son, after I assign the right person to chew him with the final goal of gestation instead of digestion. Of course, the implantation and fruitfulness of the spore requires biological technology, where I lack expertise; however, all those are my own concerns, there is no reason to bother your beautiful head with all that”.

“I believe that all these are lame and poor excuses, a sick procrastination and indecisiveness for lack of a worse expression, a sign that you tremble the titans, these adolescent crescent super-mortals, who occasionally introduce themselves as democrats, in other cases as aristocrats and sometimes present themselves even as leaders, because according to them all three forms of government can be harmonized, adding this conclusion to their other outrageous theories. You who walk and the earth trembles, who release thunders and unleash storms, it is unthinkable to fear these hypertrophic dwarfs, to hesitate and refrain from actions lest enraging them, while the confrontation is inevitable”.  

“You have always been a very austere critic of my work, dear spouse. As if it were not enough that you are a controversialist, you deny me the few moments of solitude and circumspection, which I reserve for myself when I come to my birthplace to relax and think”.     

 “Yes, run and hide under the underpants of Rhea, you degraded dishonored… What did this mother endure to save you from the jaws of your father! She was indeed brave unlike you, who as a genuine power-freak and usurper of foreign rights you’re your own shadow”.

 Zeus turned to his wife in rage, but the talisman of Aphrodite had begun already to function and the irritation had already started to seriously grow and sprout under his robe.

          “It turns me on when you insult me, and you know that. You have a great talent for humiliating someone. Only a wife can talk like that to her husband without being thrown by him out of the window, but there are also other ways to make you respect me”.

     He raised the emblematic mighty hand, turned over and swept the goblets and the plates throwing on the floor precious porcelain platters that cost many drachmas, grabbed from the wall a wide lion’s skin like the one of Heracles and covered with it the rude and rudimentarily timbered table of his.

          In view of the impending intercourse, he grew his bulk instinctively, but then he thought within his dizziness that it was enough to let grow only one crucial limb of his body. He roared:

          “Voyeurism protection- stretch over the cave a cloud of level one privacy, so that no eye can penetrate it and disturb me during my work as a voyeur or a deflower (in a manner of speaking, I use them only because they are nice words). I am not in the mood for some nutcase or looney tick to beam up in here during the sacred sacrament of sexual intercourse”.  

     Zeus waved again the mighty hand, while the whole residence vibrated by his electrically charged animalistic and erotic energy, grabbed Hera by the wrist and brought her towards him tearing her gown with primitive beastly vehemence to expose her tits. Through this abrupt movement the electronic device of Aphrodite was also carried away and catapulted to the floor, but this was of no consequence at all, because the ether was already filled and overflown by pheromones of wild and unsatiated lust and pleasure. The high-stoned Zeus raised her like a stuffed doll in the heavens and then heaped her up on the table, being provisionally constructed, but nevertheless stout, sturdy, built with natural solid materials. Then he melted with his fingers rather than took away the rudimentary underwear leaving her totally naked.

       No matter how often Hera had envisaged the divine phallus of her husband, every time the spectacle took her breath away. All the extradimensional males were particularly gifted, but Zeus had vindicated and kept only for himself some decisive and conclusive elements. This staff with the purple or scarlet column capital that pressed gradually and incessantly her thighs, loyal and unnegotiable to its property of perforating and penetrating, was the only one capable and necessary scepter to inspire envy to the gods and terror to the humans. Although, as it is well-known, this huge limb suffered from overexposure and tended to overconsumption, proportional and corresponding to its size and manhood, Hera continued to lull herself that this great fortune and asset of the mighty hegemon belonged only to her, at least officially, at least institutionally.     

          Given that Hera ran the risk of sustaining bruises and wounds in the impending future, if she did not manage to restrain somehow the primordial urge of the high-thundering cloud- gatherer, she tried to delay and postpone the erotic act, so that the acute phase might smooth and ventilate.

          “Do you desire me husband?”

          Zeus breathed from the mouth because his nose was blocked and congested by various odors, both irritating and stunning.     

          “Desire… this is an understatement …  embellishment, litotes, euphemism like the smart- alecks titans say … I want to violate you, to bite and eat you, to tear you apart to the degree of a felony… Suppose you are running in the Nemea or in the Olympic games and you need to stretch your legs at last …”

          “You have never felt such desire, eh father of the family?” 

          “No never, such a strange thing, I have never noticed in years that you were so beautiful …. If I came to know that in time, I would never sleep in houses of strangers and I would be a decent man”.

          “Admit that you never had such a boner, not even when you slept with the wife of Ixion and ploughed her fertile ground to bear Pirithous, the wise king of the Lapiths, or am I wrong?”

       “The wife of Ixion can’t compare to you … her breasts had blue veins … that was disgusting…”. The penis of Zeus tried to find its way between white fat thighs, intentionally tightened, so that the primal passion may be somehow moderated and tamed.  

          “Admit that you never felt such a pleasure, not even when you flooded like a gold rain the vagina of Danae, daughter of Acrisius…”

          “Not even then… believe it…”, murmured Zeus bending over Hera’s tits as mountaintops of the breasts’ ridge path and licking incessantly, while simultaneously his hand groped for the thighs searching to meet the wet river.

          “And your sperm, master and commander, being a bucket with excellent material is a fertilizing bliss which guarantees robust births to the women. Danae experienced that, since in her womb germinated and grew the flower of Perseus”.

          In the meantime, the capital of the scepter hit and engaged impatiently between the thighs as a battering ram, having already extracted an extremely greasy, satiating urethra- genetic drop, being able to give birth on its own to a warriors’ company, if spilled in the fecund ground like a scattered rosary of dragon-teeth. The father of the gods (and of many mortals) was so horny that he could not guide his piston to the target, but like a dizzied drunk young man during his first love dug, pounded and pecked all around with his scraper and carving chisel the perineum of Hera.

          “Is it possible that you desire me more than Europe, daughter of Phoenix, whom you approached snoring like a buffalo and bellowing like a bull?”, the fair-cheeked Hera with the well-shaped zygomatic bones continued to torture him.

“More than Europe, yes! Although even the mere knee of Europe forced someone to come! Her ankles battered my nape like spurs, as we crossed the archipelago”.

Zeus held his heavy real scepter with both hands, heavy also due to the two magnificent spheres satelliting it like iron- balls of a convict, but as an experienced lover still avoided to enter, just leaning, touching, caressing and groping with his ballpen the inner walls and the surrounding frame of the pudendum.

“Do you like it better to enter inside me as into Semelis, the invincible, hot and incandescent like fire womb of Dionysus?”

“Yes, I like it better than I liked it with Semelis, better than I liked it with Alkmene of Thebes with her untied hair, whom I ploughed like a farmer and planted to her womb the invincible warrior Heracles”.   

“Do you like me better than Demeter with her illuminated curls and her blond hairs on the vindicated spot you know …”

Zeus was at the final stage of mounting, raised the legs of his erotic companion sky- high, pressed and elevated her back to diminish the vital distance between her erotogenic zones, so that the Homeric wife had no other choice but to open herself and welcome between her legs the pillar who could become a fountain.

“Yes, yes, bloody hell, more than Demeter”, murmured Zeus confusing his words, feverish due to the erection.

“I think that you need to spill. Ach, you are the biggest of all without any doubt. It seems that you desire me more, even than Lito   whom you wrapped with the neck of a swan, put her under your wings and fixed her up for a lifetime, satisfied her in an unsurpassable way, after you pulled an even bigger swan from your sac”.

“Yes, yes, whatever you say, just stay still”.

Then, the great bull invaded at last. The dark gates cracked open, and the battering ram rushed with the vehemence of a whole army, itchy, strong, full of heart.

During the next half an hour Hera found herself repeatedly very near to fainting. Zeus was indeed erected to the highest possible degree, but he didn’t forget all the techniques that had proclaimed him the greatest lover of all times. He enjoyed with slow, ceremonial movements the divine paramount procedure as if he sailed on the archipelago, without becoming extremely vehement or violent, restraining himself with the discipline of a coachman and postponing the climax with the paltry avarice of a hedonistic hermit or black-market miser. Even so, however, the goddess felt that she lost consciousness in the bustle and the echo of the vibrations, coming from deep underneath, by the anointed and sweated pushes, the jolts of the trunk, which rooted within her and from this root drew inexhaustible power conveying the impression of eternal duration. As far as the room is concerned, it was the ultimate mayhem, as if the Big Bang had taken place. The table, despite its solid, entirely material construction, groaned under the weight and the intensity of the movements, the legs ambled and stirred, so that the collapse were imminent, which would crash and liquify whoever voyeur would hide underneath, if one dared do so, the chairs and the couches overturned in a prolonged somersault, the integrated into the architecture stalactites broke and fell from the roof along with many kilos of building dust, while the decorative stalagmites were extracted like teeth plucked out by a dentist.

The situation had become saturated, the air turned due to the dust into a fog, Zeus had confined Hera pressing her back and her shoulders in such a degree that he felt her divine loins crack. Unfortunately, as the god approached the orgasm, he had lost every control over his own body, which increased and decreased dangerously, whereby we refer to all limbs of it. The goddess considered very seriously that her plan was imprudent and could result to her death. Why did she do all that? Because her vanity, her greatest flaw, forced her to revenge her enemies and not to settle for anything less than sending them all to kingdom’s come without even an obolus for the boatman…

Since we refer to a boatman, the dynamic powerful palindromic movement of Zeus reached finally the absolute culmination. He exploded within her with the roar of a pack of wolves and bears together. Forcefully and according to necessity he screamed with a sky-high cry, and Hera came to an involuntary unconsciousness of a few minutes despite her effort to stay alert.             

She had anticipated that and had trained herself with various Eastern techniques to wake up quickly. When she flattered her eyelids, she felt on her the inconceivable weight of Zeus, while she endeavored to breathe through the forest of his beard that scratched peevishly her cheek with its archetypic savagery. She should try hard to drag herself beyond the mortal hug of her husband. Ultimately, her decision to tolerate her husband’s infidelity was sensible, since sexual relations with him posed significant risks and should be limited as much as possible.   

With a huge consumption of power, she pushed aside the loose, unfolded, unstretched, languid and sluggish penis and managed to slip away from the voluminous swollen flesh that squashed her. Why God -what God she wondered? – who was above gods had molded woman to be weaker than man? Fortunately, however, whoever this unknown god may be, he foresaw to provide woman with what we call feminine brain and cunning that can compensate for the stupid muscular mass of man. The might of the female lies in the sexual sector; there she holds the male from the testicles and turns him around like a festive ribbon or a pumpkin hung on the wall or she suspends him from the window or from clothe-pins like initially stained and then washed undergarment. So, Hera took the vial with the injection that she had especially prepared for the occasion, which Hephestus had hidden within a false nail, one from the many additional keratin prolongations she had to be able to scratch during the sexual act. Caressing reflectively the nape of Zeus, just as she was trained to do during the years, she raised the nail and proceeded to the injection of the powerful drug, transfused into the inert body with a light discreet hissing, which was not even heard among the heavy breath of the unconscious beast and the agonizing beats of Hera’s heart.

The narcotic was called “sleep- death”. Almost automatically Zeus expelled a piece of saliva and started a rhythmic snoring that would last many days, since this drug brought indeed its victims somewhere between sleep and death, very deep into the domain of the subconscious, where it unites with the other cones of self-awareness.                

          Her dress was rugged, and she was not in better shape. She was strewn with deep-colored blue stains, scratched and shredded both internally as well as externally. As if this were not enough, the godly, thick-fluidic, viscous and abundant sperm flowed on her legs hauntingly, almost mockingly and the goddess, disgusted, wiped it with the shreds of her gown.

“Oh, this abomination”, she said showing beyond doubt the ambiguous doublemindedness of the violated female regarding the sexual procedure.  

          She looked again at the unconscious beast, this huge suntanned naked giant who haunted all her dreams. Now he was defenseless, with the face down snoring incessantly, unsuspectedly. And if I killed him? It crossed her mind like a flash. It was perhaps the thousandth time that her mind nurtured that thought.  Every time after sex, when Zeus snored like an animal, she had that enlightenment. Of course, if she proceeded to the execution of the demon, she would make a favor and an important errand to the countless wronged women, either dead or disgraced or even unborn; it would be an unrepeatable service dedicated to all female sex, which would reach also our era of “me too”.

     But when a man lies defenseless at the mercy of a woman, an easy thing to happen, other mysterious mechanisms take control waking up the maternal instinct, the most noble and precious etheric feeling and indispensable ingredient of every Creation now and ever.  

          So, “sleep and snore freely Cronide”, she said. “Forfeit some days of your life on the outer limits of the two brothers, Sleep and Death. You will not even notice the void in the pool of your eternal obsessive and compulsive life. And let me tell you something: When I finish the job, I will come and wake you up a little earlier. If you are a good kid that is… … I reckon you are happy now, isn’t so my little baby?”      

CHAPTER 6:

 ARGONAUTIC EXPEDITION

          Hera had a basic quality, i.e. she didn’t forgive. Since she was little and remembered herself, she was forced to run and hide, so that Zeus might not find her, the latter being so spoilt, cowardly, pusillanimous, full of complexes to the point, that he learnt all information and techniques concerning reproduction from his sister, experimenting on her, often maltreating, hurting, wile and insensitive to the pain he caused her. Throughout her life, she remembered that she played a kind of hide- and- seek, which -alas- was not a game, but a very serious and painful hunt, just as every fox hunted by the Anglo-saxons riders would confirm, being called “game”, that is both toy and pray, derived according to the etymological theory that every word has its originates in the Greek language from «γαμώ», which entails equally pleasure for the active and pain for the passive part. She recalled that her ghastly brother hunted her everywhere, in the thickets of the Stymphalia lakes, in the grottos of Samos, in the bushes and the woods of Euboea.

          And while Hera endured so much for the sexual education of her brother to be completed, he, not able to overcome the syndrome of Ismene, finally married her, remaining a baby forever. Because he knew that, if some garlic -breathing maid as a candidate lover repelled his love and humiliated him, he could always return to the hospitable parental embrace of her sister. Of course, the historical episode with the cuckoo initiated only one of the infinite erotic hugs and it was not the intercourse leading to the marriage at all, but it was revelatory for Zeus’s deep psychological complexes, who appeared to the women with the features of various animals and birds, addressing at first in a servile and submissive way to their maternal instinct to be sure that they would not reject him.           

       Some would say that whatever is done is done and that the continuous escapades and adultery disturbing the conjugal life of Hera were a will of fate, even if at that excessive level they should be penally persecuted. She was willing to tolerate the infidelities with the women of a certain level of education, daughters of kings or titan aristocratic princesses. They did not offend Hera particularly, because she herself admitted their qualifications and their beauty to be comparable or equivalent to her own charms. But to make love with any female mosquito or any male cat or any transexual dog or anything that flies or swims was unacceptable. What kind of humiliation and steamrolling equalization was all that? It reminded the successful expression of the people “to put them all in the same bag”.  

Not to mention this Alkmene of Amphitryon -God spare us! One cannot imagine a more low-leveled blabbering gossipmonger than her. And it is said that they had an endless night together, as the damn fool Amphitryon was away. And the coitus was supposedly so perfect that it was only logical that a semi-god superhero would be born from that union. So, Hera would exterminate especially this fruit of illegal love. Of course, he was excessively strong and escaped both the snakes that squeezed him when he was little and the various dangers of the twelve great deeds, but the last word had yet to be said. The mother of the gods had also other arrows in her quiver and she would hunt him to the end, because after all she should hunt someone! She should finally react to the humiliations she had suffered, to show both to the immortals and the mortals that she was not someone to play around with. An eventual extension and plethora of targets would not be useful; Heracles was more than enough. There was no other target, Heracles was the target. She wished to be a man to face him in a duel or to live in the twentieth first century to be able to accuse him of sexual harassment or of fascist, racist and sexist behavior. But things being as they were, the only way out was to set traps for him and to watch the pit where he was bound to fall or the mangle where he was going to be caught. She had the will and the way and many means to continue her war against him and she was not a chicken shit like Zeus who feared his own shadow and adopted an impeccable attitude towards the titans. “The boldness begins a deed, but chance governs its completion”, said Democritus.

At that time Heracles participated in the Argonautic expedition to Aeetes the golden fleece. It was a huge mobilization of people and materials in the ancient world, where most interacting heroes and rascals were fathers of the Homeric Iliad’s heroes, Theseus, Peleus,  the Dioscuri Castor and Pollux, Laertes, Idas, Lygaeus and other glorious or putative warmongers, Tiphys, Orpheus, Asterion, Meleager, Iphitus, Mopsus, Admetus, the sons of Boreus and other renowned dudes, please consult the Argonautica of Apollonius of  Rhode if you can make heads or tails who are the fathers and who are the sons, who are the mentors and who the promising young men and the mistresses- protegees, who are the trainers and who are the players. In any case a huge boat like Argo demanded a numerous, but also extremely pretrained crew that could face adversities and hardships. Some keen and guileful guy would file an objection at this point, something to be expected, according to the axiom “quae temporalia ad agendum, perpetua ad excipiendum” (the actions are temporal, the exceptions are perpetual), since every action causes reaction and every act attracts criticism, so much so that an action has a specific window of opportunity within spacetime, while the pertinent objections do not cease in the ages to come, until the agent spits the milk of her/his mother and curse the hour and the day, when he decided to get busy and do something. The hypothetical bearer of an opinion would say, even if his/her input is unsolicited, that in a space era the heroes wouldn’t have to rig a ship to march against Colchis, but they could easily embark a flying vessel and make a vertical charge to their target. Still such an alternative ignores the very sophisticated ana intricate psychology of the ancients. It matters that, if a mighty warlord intends to occupy a country or to grab an asset, his arrival is to be announced, and his reputation proceeds him. If the information confirms that the descent or the ascent of an invincible army is imminent, this inspires terror to the subject of the attack that loses every morale and retreats to misery and defeatism to the degree that one hurries to surrender and concedes without battle and preventively what the mighty and the powerful vindicates.  

   Hera had no objections against the Argonautic expedition, on the contrary she liked Jason, because he was a good kid and above all he hadn’t hurt her. He was indeed a hero, even more he was a saint, because he had already suffered too much, since he was entering at the time into a bad syzygy, facing the consequences of the horrible Ino, responsible for the death of Elli, while he was bound to suffer even more, since in a corner of the future lurked Medeia.

          Hercules, always trapped within the arrogance of his power and his self-restraining ethics, made many efforts to do the right thing, no matter if it was appreciated or not, thinking that this way he should be atoned, but for what? Since he was little, the poor guy, affected by the valid at the time Delphic precept “as a child show decorum, as an adolescent be moderate, as an adult be just, as an old man be reasonable”, he had learnt to apologize for his strength and justify it doing propitious deeds for the people. He may have believed in the back of his head that if he was «καλός κ’ αγαθός» (good and decent), Hera would cease to oppose and undermine him. Here, the eternal “or so you think” or “like hell you will” or “in your dreams” is valid, because all prudent knew that the jealous women don’t think like that and are immune, alias totally indifferent to moral deeds and arguments. Indeed, in the specific moment, faithful to the scout’s mentality that he had attributed to himself without any reason, he had gathered and admonished the going astray men of Argo, who in the previous night had indulged in orgies with the women of Lemnos, advising them to be temperate, to be professionals, or else the expedition would fail. How could Heracles imagine that, according to a particularly bad- tasting irony of chance, Philoctetes would someday rot and get rusty on the same island guarding his weapons.    

 Hera teleported to the local affiliated branch of the Olympians, directed by the priestess of Artemis, Cypris. She possessed a huge magical or rather “magocratic” crystal ball of high definition, wherefrom she watched the movements of all basic players in the area.

“Cypris, what is the status of the unspeakable- despicable right now?”  

“He is admonishing the men of Argo for being late” (“argo” means also “I am late” in Greek), answered the quickly in reply, Cypris. Then with the zeal of an ambitious social climber without any moral scruple, she said: “Supervisor, do not think even for a moment that this episode with Jason who was trapped in the bed of Hypsipyle resulting to the suspension of the Argonautic expedition happened on its own. I was the one who inspired love to Aisonides Jason, so that his march may delay.”

Hera yawned:

“Well, ok. I will deal with your case in due time. There are eyes in the service that see who is working and progressing and who isn’t. Thus, you will be duly rewarded, although I think that based on your post you answer rather to Artemis, so you’d better ask a favor from her. In any case what interests me in the present circumstances is not so much Jason – I have no beef with him- it was Pelias who did not respect me adequately. Heracles is of interest to me, because, although his name implies that he should bestow glory to me, Hera, he had hurt and humiliated me in many ways, especially by proving to me how powerless I am, when I try to annihilate him”. 

“In that regard, Mighty goddess, the plan conceived by me concerning Heracles is my indubitable masterpiece and I believe without false modesty that it will help me significantly to climb substantially on the slopes of Olympus, at least officially.  I will give you the opportunity, glorious matron, to watch it lively”.  

At that moment the “πασιμέλουσα”[10] Argo, made by Pelion wood, moving with main driving power the boldness and the piety of her mates, secondarily propelled through her nuclear – from ecological point of view very dirty – motor of her engine room, was situated somewhere on the shore of Mysia, near the estuary of Rhyndacus  and the great grave of Αigaion, if your steps have led you there, reader. Then the mythical figure- head signified a stop, being constructed by Dodonian oak tree and a dense forest of microchips, allowing it to foresee prophetically the climate conditions of the day and the week, as well as to preannounce the departures and the arrivals of Argo, harboring, mooring, grounding, stranding, proximity alerts due to dangerous approach of objects etc.  

Heracles left aside the “oar”, which was in fact a properly oiled machine piston, since he had above all at his disposal the power of the engines, being primarily an engineer, as it clearly follows from the deed of the Augeas’ stables. Not to disappoint you though, his mechanical knowledge did not oppose his having oversized oil-polished muscles like those of Milon of Croton, who held on his back day and night a young ox until he became a bull, whereby the capture rings sighed and panted, ready to explode. Like a good foreman he took with him all the members of his staff and accepted gracefully the hospitality of the Mysians, who did not spare roasted sheep (the most wanted ewe of the Greek restaurants) and wine to satisfy or grant a desirable service to the half-god. After he suspended with his renowned self-discipline his own hunger, he ordered his companions to feast and revel freely and unrestrainedly, while he ambled towards the woods to gather material with his unique and unrepeated way, identifying and separating the best parts, stones, vine branches and woods, ideal for expert workmanship, artisan stuff and jerry rigs, which regardless of the technological level are always necessary for the operation even of the most sophisticated machine, to the extent that it still contains material parts, especially in areas where there is no technical surveillance or maintenance.      

While the half-god was away, his lover Hylas – self-justifying was of course the sexual freedom of all kinds in the overdeveloped era of the titans- took a copper jug and went to the fountains of the area to fetch him in time fresh water for his meal, because  Heracles himself trained him to have such attentive and kind behavior, since he had taken him from Theiodamas, if you heard of him. 

So, Hylas stood in front of the spring and there he stayed consternate and amazed, because a group of nymphs danced encircling dances praising Artemis. As soon as Cypris saw him gaping like a ninny, since he made probably for the first time contact with what the female species had to offer, she activated a pre-implanted meta- hypnotic signal inside a brainwashed, behaviorally conditioned fairy. As Hylas dived his jug into the spring and the water murmured in it, the mermaid offered him her tender mouth for kissing, pulling him at the same time with her elbow into the lake, which had been formed underneath. Hylas sank in the beginning like being hypnotized, but when he understood that he couldn’t breathe, he started to shout, a very wrong choice of course for someone underwater. The only who heard his muffled bleating was Polyphemus, not the cyclops, but the son of Elatus, jumped like a hunted game, started shouting wildly, without to perceive what was exactly the spot of the cry’s origin, he pulled his sword and began circling it here and there to scare imaginative thieves or predators, but deep within he already knew that he had lost precious time and  Hylas had already drowned.

As is typical for the relentless unavoidable fate which rejoices illuding human things, it happened that Polyphemus may not have found Hylas, but he bumped against Heracles who was returning to the ship loaded with a variety of objects recuperated from nature, having evidently heard the succession of the cries. Right then, the minor hero filed a bitter report towards the major one:

“Magnanimous, it falls upon me to report something terrible. Hylas went to draw water by the fountain and didn’t make it back”.

Heracles threw down what had not already fallen during the tremor and the commotion and began to shake him violently, grabbed him by the collar and lifted him to the air. “What are you saying, you, miserable minion?”

“I don’t know if he was attacked by robbers or beasts, but I did not like his scream at all”

Emitting uncontrolled sweat from his temples, whole his blood got black and boiled Heracles began running around, as if bitten by verve, but it was already too late, and he knew it. All his reflexes roared and asked desperately for an opponent, but – alas- there was no enemy to be seen.

Hera burst out of hedonistic joy and sexual erection seeing through the crystal ball the desperation of Heracles and she giggled, sneered, cackled like a hyena with an eerie bark-like sound, which I cannot identify exactly at this moment.  

“Ha, ha, well done, very well, Cypris, you seem to have a run for your money! Ha, ha, where is your lover now, Hercules, he is making bubbles … If you plunge yourself and follow the road of the bubbles, maybe you will find his carcass nailed on the bottom. How has your renowned strength helped you? You can’t be everywhere; absolute surveillance is an illusion. Even if you are invulnerable, your beloved people are not; on the contrary, they are breakable, mortal and perishable. Let me see you now – it is beyond your power to resurrect the dead, the strength of your muscles is a most primitive, obsolete and antiquated quality, cannot compete with the meanders of my own mind, which create unceasingly. So, take the punch now, Hercules, and shove it and muzzle it. If you sprain your meninges just a little, you will realize that I am your superior, while your charwoman mother Alkmene is only destined and good enough to mop my floor…”        

   The malice of Hera knew no boundaries. If the unconscious and snoring Zeus could commend the events, he would marvel and be amazed about how much energy his mistress devoted to the evil wicked deeds, whereas she could invest it in sex. 

“Since you are an indigent mortal unable to predict the future, I wonder if on the coffin of Oeta, where you are bound to lie, burn and redeem from the unbearable pain of Nessus’ cloak – well, I am disclosing some serious information right now- if at that time Hylas passed by, instead of Philoctetes, and condescended to set himself the kindling in fire, wouldn’t you give your weapons to him? Surely, if Hylas, instead of being kidnapped by the nymphs and become reverberated echo, had the opportunity to be present at that night, in your existential crisis, the painful farewell and your division between Deianeira and Iole, he would be the one to receive the miraculous bow with the poisoned arrows. Then he would be perhaps in Lemnos taking the place of Philoctetes and fighting with the infected putrid wound, the wounded egoism, the trauma for the unjust abandonment and the feeling of incorrected injustice. Hylas would then introduce himself as master of your arms, «όν έρριψαν αισχρώς ώδ’ έρημον, αγρία νόσω  καταφθίνοντα, της ανδροφθόρου  πληγέντ’ εχίδνης  αγρίω  χαράγματι».[11] He would be the one admonishing Neoptolemus «Γαστρί μεν τα σύμφορα τόξον  τόδ’ εξηύρισκε, αποστέρηκας τον βίον τα όπλα ελών, άποδος, ικνούμαί σε, άποδος, ικετεύω τέκνον»[12] and you would justify and alleviate him: «Πάριν  τόξοισι τοις εμοίσι  νοσφιείς βίου, πέρσεις τε Τροίαν, σκύλα τ’ εις μέλαθρα σα πέμψεις, αριστεί’ εκλαβών στρατεύματος»[13]. But all this is not going to happen, because I tore you apart!

          CHAPTER 7:

          THE FIRST FALL

          On that day, while Eos gaped idly and raved from the walls of Troy continuing her lengthy, drawn out and parasitic visit in the palace of Laomedon, overstaying her welcome by far, as the Anglo-Saxons hook-fishers used to say, the light of the communicator flashed.  

          It is too early in the morning, thought Eos. I haven’t acquired operation temperature yet.

          “Who is it?”

          “Eos, it is me, Hercules. Something horrible happened. Hylas has been missing and invisible for three days. Whom am I mocking, myself? He is undoubtedly dead, and I haven’t found even the body.  In any case, besides his intricate subjective special value perceived only by me, he wouldn’t be of any objective use for any kidnaper, so much so that I have neither drachms nor staters nor minas to give them. It’s all over, we lost Hylas, red-white Eros. Why is he to blame, whom did he offend?  He was the lamb of God, as this parallel latent smoldering religion alleges”.

          “What are you saying? Incredible! My Hercules, there are no words for me to express my sorrow and sympathy. May the gods find a word of solace and consolation to ease your pain and …”      “Don’t you dare mention either them or their beliefs! Elementary reason dictates that I detest all gods, said Epicurus. Recount me about a God, preexisting or emerging without even to realize it, but not about gods! What other fundament the gods have than the anointing that they bestow to themselves? What other motive the many self-appointed and putative gods than “πολυκοιρανίη”, i.e. acting all like leaders?”

          “However, they are the only who can find a solution, since they reign over the roads of the unconscious; thus, if they want it, they have the persuasion and the power to violate the walls and the dams of the mind and the soul…

Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων τεύξεται φρενών το παν,

Tον φρονείν βροτούς οδώσαντα, τον πάθει μάθος κυρίως έχειν

 Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας μνησιπήμων πόνος…[14]

“He who rejects the gods of the many is not impious, impious is he, who attributes to the gods the opinions of the many, that is my immediate answer. Besides, their medicines are heavier than the disease and you should always remember that.  You said it yourself, the therapies offered by the sacraments are sadistic and malignant compulsory labor, as if the only solution to self-awareness were the suffering, not logic. ‘The world is decadence, but life is a worldview’, said Democritus, we alone define the course of our life within a perishable world, not the gods. Don’t you mention them again if you want me to speak to you again, this is your only warning”.

“The way you speak puts me to shame, Hercules”.  

          “I would rather put some blame to certain people for whom I am certain that they are involved in this tragedy. I assume with probability that Hera is guilty, this Atis, Nemesis and Tisis of my life and mind you, for a hubris that I did not commit. I tolerated her for years and I pretended not to see her criminal actions against me, trying to adopt an irreproachable conduct and hoping that someday my impeccable posture would pay off. Weren’t the twelve assigned labors – great deeds in essence twelve attempts to murder me? Because of her, I was forced to interrupt my participation in the Argonautic expedition, I left without any notice Jason and the other friends, because I had neither the courage nor the morale to continue. But now my patience had come to an end, the immunity of Hera stops right now. I will come there and with my iron hand I will occupy the base of the gods upon Earth, which is Troy. I shall deliver a strike that the gods will not be able to ignore, I shall force them to begin negotiations. Since you are there, tell that old fool Laomedon to surrender the city’s keys to me, to avoid devastation and destruction. He ‘d better stay out of my radar’s range, because he still owes me the horses that Zeus promised me, when I helped him kidnap Ganymedes. You see, Father Zeus prefers to assign the fulfilment of his promises to his learners and apprentices. I will not be mocked by the gods, I will not spend my precious time throwing rocks to them from Othrys mountain, as the Hecatoncheires do when the fight against the Giants…”  

“To occupy Troy, what peculiar plan is that? You know that it possesses powerful walls …”

“With my power and some other bold rascals, I am in position to conquer it. Powerful walls, big deal! Give me a break!  ‘Έργου συναγαγείν σωρόν εν πολλώ χρόνω, εν ημέρα δε διαφορήναι ράδιον’.”[15]

So, consequently and not only afterwards, Heracles and some other friends, notorious musclemen, gathered outside Troy and began to address Laomedon with oral swears – curses and epithets are the ancient words.

“Laomedon, open the gates, it’s your only selection,   

To avoid the heroes’ potent erection”.  

    (Here the writer pays homage to an alternative Iliad of obscenity, invective mode and foul language that circulated during his student years).

          Laomedon of course burst out and was convulsed with laughter, because notwithstanding the power of the ambitious besiegers, it was simply not possible for five or six rovers to conquest a fortified city.

“‘Inter arma enim silent leges’ (Among arms the laws are silent), so what do you expect by addressing me?”, he answered wrongly believing himself to be superior and in position to talk ironically and sarcastically to others. “Let me be because I have work to do and as you may know ‘a day of a wise man equals a century of an ignorant’”.  

Now, let us follow very carefully the discussion of Heracles’ platoon.

EUMELUS (the Corinthian, whose “Titanomachy”, if it were saved, then the humble writer of this roman would have never had the chance, the opportunity and the serendipity to write it -“Kairos: is the beautiful Greek word): There are two ways of besiegement, either we perform a surprise attack – surprise, my foot, since we have already warned and scared them through our presence – or we proceed to a siege of many months, although, just to be frank, we are not enough to cover all the gates of the city.

TEUCER (The famous archer, half-brother of Aias of Telamon, who fought later also in the Trojan war, he had a psychosis with Toy, what can you do?): If only we had Achilles on our side, dudes. He can catapult his spear with an impossible throw farther than I can shoot an arrow.

MENESTHEUS (A huge Myrmidon, lieutenant of Achilles): “‘Άμμες δε γ’ ειμέν, αι δ’ ελής, πείραν λαβέ”.[16] Me, a big guy, next in importance to Pelides, am I not sizable at all?  

ECHEPOLUS (breeder and tamer of horses): Let’s not fool ourselves, if the main force of the titans does not fall on the balance, if Sirius does not engage in the war, you should never expect us to free ourselves from the gods’ yoke. Prometheus, the Atlantes, Hyperion, all these are the real big agents, with all due respect to you, Hercules. You are also a great player, but they play overseas, and submit to other training methods, other original representations.  

          ARCHILOCHUS (renowned warrior, but a bit cowardly): ‘Τήνελλα καλλίνικε χαίρ’ άναξ Ηράκλεες’[17], let us state something clear. You brought us here to help you conquer Troy as reprisals for what Hera did to you, but also to receive the horses promised to you for the abduction of Ganymedes. Noone of us has any urge to ignite a general confrontation between mankind and gods, because it is a war that we cannot possibly win. Gods are a superpower, they have at their disposal infinite means and technology, imported from the other dimension. Let us be very careful, because the political situation is both fragile and inflammable like a gunpowder magazine and it takes only a spark from a torch or a burning oakum for everything to explode. The mere fact that the gods concede us some liberties, should be more than enough for us. 

          THRASYMEDES (son of Nestor, when the latter was very young and had a bold mind during the intercourse, as the name of his henceforth derived son testifies- thrasys = bold): I agree with the previous orators, let as concentrate to the issue at hand. Since, as Eumelus pointed out, we cannot overrun Troy by a direct attack due to our arithmetic hysteresis, we should choose the solution of the siege. To forbear the objection that the gates of Troy are more than we, the besiegers, are, let us exploit the possibility of hiding our advanced positions from the eyes of the enemy, by camouflaging hundreds of trees and bushes with disguising uniforms and let us make awful noise, as if we were not ten men, but ten times ten thousands!

          PODALEIRIUS (Son of Aesculapius): I concur with that assessment. The only possibly effective tactic is the interruption of the enemy’s supply line resulting in hunger and thirst and leading finally to dysentery and other diseases, as my father has often explained to me. In such circumstance, the Phoebus Apollo does not need to shoot nobody with his silver bow, it is enough that the water begins to get dirty from the urine’s recycling and then the sitting on their own excrements will start dying like flies. My father had submitted a pertinent thesis, but because he was a god and at the same time represented the ultimate culmination in his area of expertise, he had a hard time finding a tutor and…

          THRASYMEDES: Dear Polydarius, eh sorry, Podaleirius what kind of a name is that , who etymologically have the cock crest on the foot, since also the rooster was enlisted to the sacred animals, mobilized by your father to heal his patients and the suffering in the sacraments: his theory is very interesting and thrilling, just as the rest of his work which we admire, but allow me to say that its evaluation is not our priority right now …

          At that moment, while our heroes were puzzled and occupied with their ineffectual plans, being trapped in an impasse, the proverbial rear door of Constantinople’s siege simply opened.

          “Revered and formidable titans, hypertitans and subtitans, just get in and get over with it. Let this procedure come to a reasonable and legitimate end, so that the plot may continue. Both my master EosΤas well as I, her humble servant, send our regards being against the procrastinating tactics of the gods. If there is a dispute or a debate between you and them, let it be settled in an environment of good faith, accepted principles of morality and fair practice”. It was Tithonus.

          But how did Tithonus reach the point of opening the gate to the few besiegers? Needless to say that after that they occupied the city immediately, easy and lax, without any resistance.

          Here we should go back to the previous night, next to the full of sighs and cries, incandescent bed of Eos and Tithonus.

          Let us recount what happened after the intercourse, just as a judge of first instance asked the witness, receiving the answer that “after the intercourse, your honor, hell itself broke loose”. The dominant Eos bent her head on the pillar of Tithonus. Eos was not the beautiful Helen – belle Helen, as the French erudite say -, but she was also good looking beyond doubt. Her hair, falling loose on her shoulders, was rather waving than curled. Her features were regular, clean, painted with a pen or a brush. A straight nose, a small mouth with thin lips, not those contemporary, swollen monstrosities of injected silicon, an emphatically willful jaw, giving the impression of being offended very easily, like a feminist suffragette of ancient times. Her epidermis had a copper color without being a negress – is this term even allowed in our era of political correctness? Her body was tight, slender, graceful and willowy, without cellular degradation, fat or grease, fleshy parts, smearing poultice and corset of buttocks or whatever refers to the laxity and the looseness of the skin.

          A wide copper bone-shaped ring formed a heavy crown over front and hair. She wore four even wider bracelets on the hands and ankles and before the intercourse she wore a curved tight dress, green and silky, open in the neck and adorned with a golden ribbon.  So, she was a golden-green fairy, as if she kept her red-white appearance only for the war struggles. If anyone looked stealthily at her well-postured, curly tufted downward mustaches, he would see that they almost smiled between the strong well- nourished thighs, which through their generous fleshy layers seemed to be far and away from the skeletons and carcasses of death. 

          She was the epitome of archetypic strength and good health, quite opposite to Tithonus, who was sickly with a very undermined constitution, a genuine ancestor of Troilus, son of Priamos, who lived in a slightly posterior era. Indeed, when Tithonus was taken ill, which happened very often, this silky copper green and in battle red-white busy bee took care of him with an unprecedented fanatical devotion that no other suffering person had the blessing of being subjected to. Of course, with her dynamic personality she had penetrated deep inside Tithonus’ psyche and had subjugated him entirely, that goes without saying, because it arises consequently as a logical result. Despite the various treatments and therapies though Tithonus remained always deeply melancholic and sufficed only for someone to look at him, to fall into self-pity and self- depreciation.    

          “My precious Tithonus, white -clayed, wheat-hued, good-mannered, bitter smiling loving thing with bright laughing eyes, rich in gifts and perceptions, I cannot see you so sad. What is the matter? I am treating you as if you were a morning, young and rosy sun, I am petting and cradling you in a peaceful seashore and a leeway anchorage. What is your problem, why are you so pensive and downcast? What else can I do for you, you, sweet and gentle, who have all graces?”    

          “Much loved Eos, now we are in our honeymoon – or to be more accurate- our relationship seems to be cloudless and shiny. But there are also some shadows, not relating to the genuineness of the feelings, but rather expecting eagerly for something in the marginal periphery of light and in the beginning of darkness, quite objectively, without anybody’s fault. You are a mighty warlord, born to boss around, having consumed countless lovers. For you, love has an autonomous, intrinsic value, sails your soul in the hummock of ecstasy, stirs your ocher- colored eyelids in the hour of the orgasm, moves your irises in a state of oceanic consciousness and deep empathy, where one sees both past and future. In this procedure, I am but a circumstantial tool, bound soon to be replaced by others, much more qualified. Every time I am trying to overcome myself in my hopeless effort to meet your demands, that’s why I feel that with every orgasm you take away a small part of me, you extract a lump from my brittle statue. And I am panting and gasping, giving everything, I am huffing and puffing, feeling my deepest essence, my very grey matter being absorbed with the straw or the stovepipe through the spinal column until nothing is left. I feel wasted, I have already gotten bold although being young, my body is full of wounds and scratches, it is obvious that I cannot hold my own, I have but a few sparks and some extinguished ashes and cinders to face your own furnace, your own lava of unsatiated passion.”

          “Tithonus, I am deeply sorry that you see things that way. I assure you; I have no counter to measure sexual performance and, mind you, I have not fallen in love with you just expecting mechanical satisfaction. It seems that you know very little of women, because if you knew them better, you would grasp that for us the axiom ‘I know only that I know nothing’ is valid. You ‘ll never be able to understand the reason why a woman loves you, it may just be your smile or your bright eyes that make her feel better and improve her disposition or your moral strength, helping her to choose in the great dilemmas of life, especially in all matters of the optimal option among many or regarding proportionality, rendering to every wound or suffering its proper dimension or due logic that succors her in the settlement and bringing into line all her thoughts”.

          “My bossy Eos, I fear that all these words of solace are exactly that, i.e. a consolation of the sick man until his soul departs. On the contrary, I know that your soul wind expands beyond spacetime. It is well known that the titans have supervision and insight into previous or future Creations and into stories to come or revisited in the past. As Virgil said ‘There will be another Tiphys and Argo will again carry selected heroes, there will be other wars, and the great Achilles will again be sent to Troy’[18]. So, obviously, since you remember your previous lives, you will also remember the correspondent deaths. So, tell me how death is, because I suspect something bad which seems to be valid at that”.   

      At that point Eos became serious. She remembered that at the time of death or deaths she felt alone, even if she held the hand of someone. At the time where death do us part, one feels lonely, even if he is in good company, and pain confines her/him. There was a moment when the actual companion assured her of his love, whereby she replied: ‘Frankly my dear, I don’t give a damn’.  Alas, can death be without sorrow and grief, even peaceful? To tell the truth, worse than death is to die, because the latter is not a simple boundary or a momentary instantaneous barrier between two domains, but a painful and wasteful procedure, as it contains a last abstract frighted wriggling, an ultimate desperate writhing of life against the end, a final struggling fighting round against the advancement of the darkness. Sometimes the battle of the last breath endures, other times no, but it is always heart-rending and humiliating. And yes, as disillusioning as it may be, it is not important whether you hold the hand of your companion, because dying is always impossible to accept, horrible, often followed by indescribable and unbearable tortures, Because, even if the passage is serene, it still inspires a bland and naked terror. That is why the saying of Pindar is valid “Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε, ταν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν”[19]. Beyond that, Pindar would remind us that “man is a shadow of a dream”, while his/her grandeur is detected, when he rides unstoppably against the wind bearing already a deadly wound on the temples. But how could she convey all this disagreeable to pure Tithonus without embarrassing him? She chose to recite him the “Tetra-pharmakos” (four medicins) of Epicurus.

          «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος, και τ’ αγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».[20]

          By simply hearing all this Tithonus burst into tears.

          “And what about those who have no strength to endure, no ability to acquire?”

          “Do not cry, Tithonus, I cannot watch you cry, neither I want to burden and load your shoulders with more unbearable freight… A lot of people are like you, are impossible to put up with the inevitability of death and fail to grasp that immortality without oblivion, I repeat without oblivion, is equally terrifying. Because – let us be frank- we, mortals, do not possess the necessary presuppositions for eternal life, since every knowledge is acquired with pain like a screeching voice paralyzing our hearing according to the motto “the adding knowledge will add pain” and whatever we learn is usually evil and tears our heart apart. So, behold a great secret that will warm it again. Here, in this kingdom there are treasures that the gods have accumulated after centuries of wars in the universe; among them are the resuscitation chambers or the regeneration- resurrection- restitution tanks or whatever one wishes to call them. These can provide someone with eternal life, since the physiology of the human body is the simplest thing, one could conceive. Some organs that suffer, can be fixed accordingly through the addition of chemicals or the subtraction of toxins.”

    “I don’t give a horse’s shit, and I couldn’t care less about all this, because it does not concern me”, said the grouchy Tithonus.

          “Listen to me, please. Remember that outside some distinguished heroes keep waiting and drooling over, anxious and eager to invade Troy. You go open the gate, Tithonus, and when they conquer Ilion, the balance of power will change, and we will be the ones spoilt and favored by the government. I have excellent relationship with Heracles, and he will not deny me a favor. We will bust the locks of the regeneration chambers, and we will baptize ourselves in the invigorating saps and will gain eternal life! That is, you will, because I have already received an overdose of life. I will do that for you, so that you are happy and you ‘ll never grumble on me again”. 

          “That is a nice plan, but only on paper or on a blackboard. As Aesopus would say, who will bind the bell to the cat’s neck? Are you expecting me to do that? If you are, then you have lost your marbles.  I am afraid of flies, even of mosquitoes. On the contrary, if you, the great Eos open the gate, who will dare stand before thee?”

        “Tithonus, you have not weighted properly the available options. If I appear on the walls of Troy without jurisdiction and without having stated my purpose, all alarms will sound and all phryctoriae (semaphore towers) will be lighted with torches; Before five seconds pass, all Troyans will flow armed to the teeth. On the contrary, considering that no one pays attention to you, you can slip conveniently between the guards and open the gate. Come on, Tithonus, perform a brave act in your life, sometimes it is worth fighting. Remember and acknowledge: ‘Οικείον ελευθερίας παρρησία, κίνδυνος δε η του καιρού διάγνωσις’[21] according to Democritus, but also ‘the one, who bears the danger, profits from the benefits’”.

          So, that is how Tithonus opened the gate to the followship of Heracles.

          CHAPTER 8:

          REGENERATION CHAMBER

          The regeneration chamber was the opposite of the sarcophagus and was called “sarco- harness”, in the sense that it contained all the needful equipment for the preservation and resuscitation of the human body. It was upright and vertical, not horizontal, it was not covered from a carved stone picturing its inhabitant, but from a glass that switched open making a prolonged whistle or sizzle or woosh. Its operation was similar with that of a cryogenic chamber or a cold incubator, being used for the hibernation of crews during long temporal periods. I think that I have given you already enough technical and factual data to construct one of your own. 

          You remember the big favor- service that Eos intended to ask from Heracles, i.e. to place Tithonus in a regeneration chamber. So, when Heracles completed the conquest of Troy and ascended the throne of Laomedon, the promise of the she- titan to the gravely melancholic Tithonus was due to be fulfilled. So, they shove him in and, when the procedure was over, they pulled him out. Sorry, but I cannot imagine a more literary way that could replace the abovementioned sentence.

          At this point, some clarifications are necessary: Although, as we have pointed out, the physiology of the human body is relatively simple, thus also its repair should be equally simple, it is preferable and more rational to decompose and recompose the ingredients of the body according to some organization principles and blueprints,  minding simultaneously that the pestilential or attritional factor is isolated during the procedure, purged from the floppy memory or the intermediate data- storage buffer, than trying to erase or exterminate retrospectively a damage already done. Thus, in essence, the resuscitation procedure was a beaming up or down, an energetic translation of the body’s elements, a teleportation, but without the ‘tele-‘, rather a new fundamental re-establishment. The operation of the chamber appeared to proceed automatically, since it did not possess external telecontrol. Besides, nobody assumed seriously that Zeus and the other Olympians, who were happy-go-lucky fun lovers, violent and unrestrainable raiders, uncouth, unsharpened, unwhetted, inelegant, aesthetically ignorant, unpolitical and unelaborated, knew how to handle such complicated machines, being obviously simple users of technology overtaken from another dimension. And they assumed correctly, but they underestimated or did not take fully into account the grave immorality, the malicious perversion and the demonic malignance of the out-worldish creatures. In the final analysis, it was this greed and perversion that incited them to leave their own dimension and search for a new field of power and domination and new pastures of exploitation in our world. Consequently, the Olympians had installed a safety ventil to the resurrection chambers, so that they would perform their work only after a previous scan of their own code and their own DNA print and sequence. But the greatest and most vulgar crookedness was that, in case of failure to read the proper code, the device was not hindered to operate, but it functioned -alas – defectively.

          So, during the fatal procedure the first Tithonus felt was a loss of liquids, energy and electrolytes, an unrestrained thirst, but also the simultaneous impression that it could not be satiated with water. He felt a hunger that did not seem to be satisfied with food. He also felt a fatigue in the muscles that seemed to be eternal and could not be dispelled through rest. But did he still possess the proper organs to cure all the occurring deficits? Did he still have a stomach to process the food? Had he intestines – guts, they say- and an anus to get rid of the useless, unexploitable substances? Totally confused, he had the rather deceitful sensation that he had stretched his hand towards his bottom to ascertain if he still had at his disposal a down opening for the draining of excrements and mist. His exploring fingers stroke against something hard: A keratin surface on both buttocks, fat cheeks of the colon, coalesced in the center, where before one distinguished a clear demarcation line, an expected emphatic Cassini division. Even if there were a passage of expediting and processing materials, how could this accumulated stuff penetrate the keratin shield? It was not only a matter of body functions’ degradation, but of their total forfeiture, a constipation and obstructed defecation necessitating eventually the installation of an artificial anus. 

          But the worst of all was not that, but the fact that in the front area did not seem to take shape what should be a “must”, the essential, the vital, the absolutely necessary, the unnegotiable, the “sine qua non”, the substantial, decisive and extremely important, the only organ, which, although it wasn’t much and left a lot to be desired, had rendered good services to Tithonus and helped him conquer the heart of Eos. Here was not the case of providing immortality to a tortured being. At that moment a hermaphroditic   creature was incubated and about to be born, an ambiguous, androgynous, gynandrous, male-female, two-gendered, having two endings, counterfeited, spurious and false, a travesty. 

          The pain was unbearable, insufferable. He felt as if someone knifed his underbelly, cut his bowels to pieces like chopped smoke for chewing, binding his intestines into a knot. Behold, the left knee got swollen into an unbendable and rigid sphere, belonging to, even dominating a deaf and unconscious leg that earlier was neither so fat nor so short. The right leg was longer and thinner, but the calf and the fibula leaned to the front. As if all that were not enough, in his right side a hump protruded, a curve made of fat, gristles and healing tissue. In the upper sector rib-bones had been extended and almost perforated meat and skin. Furthermore, at the position of the left hand there was now a claw of a vulture, a conspicuous pincer, a tool-like plier made of grey little bones. Rejoice for the right hand, where the only distortion was located on the small finger that had been transformed into a crooked thorn. He sensed rather than realized all this, since in fact he had neither ability to move nor a mirror allowing him to diagnose his imperfections. The re- materialization mechanism had disassembled and reassembled erroneously, but – for the better or rather for the worse – not so wrongly, not to the point that it could kill him.                   

          When at last the sarco – harness opened, Tithonus emerged from the cold solution extending his half lung and inhaled the air gasping and panting, while he shivered due to frozenness, slow motion and numbness. 

          “Tithonus, do you hear us?”, said Heracles the strongest man on Earth addressing the weakest.

          It was like a voice carried by the wind, filtered through the sprinkles of a teeming sea with precise, measured and cold stability.  

          “Do you remember your name? How many fingers are these? insisted Heracles. 

          The numbness continued to hang on him, reluctant to abandon him. It surrounded and mangled him like a thorax of ice. The breeze changed direction, as if some weathercock turned around and was consolidated to another voice.

          “What gods did is the most abhorrent, vulgar, despicable and detestable thing I have seen in my life. I could never imagine or foresee such wickedness, such an extreme malice. This will not stand; it is the droplet that caused the beaker to overflow”. This outspokenness derived from Eos.

          “Whatever the circumstances might be” said Podaleirius, “the bio-signs show the end of the genetic modification and the accelerated enhancement. The subject is awake but still disoriented. Let us give him some space to perceive things and time to recover”.  

          “He is not a subject, Podaleirius, he is a man, and we have destroyed him. You, the whole guy, the very son of Aesculapius, did you not figure out that this damned chamber was a trap?”

          “Well, in the strict sense of the term, the chamber did its job. Tithonus is now immortal”.

          “A cripple wretched immortal, a shredded and pathetic abomination and teratogenesis, a dead weight on earth …”

          “Please, Aunt Eos, do not say those things, because they contraindicate to the patient’s situation”, said Podaleirius. “On the other hand, as you know and may guess, – considering that all titans have a scientific degree -, even now the manipulation that the Olympians did to the machine is not detectable”.  

       “What was this craziness with immortality? Doesn’t he know the ascertainment of Pindar that «Ισχύς ζηλωτόν αλλά νόσω ευάλωτον και γήρα, παιδεία δε των εν ημίν μόνον αθάνατον και θείον»;[22] asked Heracles.

          “Well, the man decided to submit himself to a treatment for his own reasons. Will we now question his motives, his beliefs, his morality? Has someone appointed us judges over his convictions?  Unfortunately, though, we all, his friends and relatives, on whom he counted, failed him, didn’t protect him”, insisted Eos, clearly upset.   

          Tithonus felt pain, vibrating and shaking in waves of successive echo, but now he sensed that he had been extracted from the enclosed frozen thorax and was furthermore exposed to the labor’s dust, to the warmth of feverous machines, defective air-conditioning and sterilized test tubes.

          The voice he expelled was not simply distorted by pain, it was pain, a dull hollow cawing of a wild animal, a sigh with sobbing, an inconsolable wailing. He started asking irrelevant questions, afraid of the answers he would get, if he dared to ask the proper ones.

          “How long have I been here?”

          “The procedure of genetic modification lasted three days”, said the always formal Podaleirius. At the same time, he took away one after another the sensors, the cupping glasses and the stethoscopes from the chest of the unlucky guineapig, while simultaneously the buzz of the medical surveillance instrumentation fainted, leaving progressively the active tense and going back to standby modus. 

          “Three days, four hours and seventeen minutes”, said Eos, who had learnt being accurate under the auspice of the pedantic Hyperion. 

          Podaleirius, after he coughed to clear the throat from mucous, got on with the horrible briefing.

          “I understand that something went wrong during your regeneration, that’’ why I kept you in an induced coma for more than two days. In a strange way, the reinvigorating saps operated also as toxins. Perhaps, the gods are not to blame, it could be a matter of biology and physiology, a result of the DNA difference …”

          «Ποδαλείριε, ανέγνων, έγνων κατέγνων.[23] Be grateful, for I am a lenient person, and I am granting you mitigating circumstances or your head wouldn’t stand where it is, arranging bullshit in a row. Still the contact of your head to the neck is not assured, be aware of that. A complete failure of medical science has occurred; We have used a perfect technology and achieved the quite opposite result.  “Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν”[24]».  

          “Venerable Eos, please, I have heard enough of you enough comments insulting my professional honor. “Plato is a friend, but friendlier is the truth’, and the truth is that ‘ανέγνως αλλ’ ουκ έγνως. Ειδ’ έγνως, ουκ αν κατέγνως’.[25] I am invoking my studies and my faculty as a scientist and am divulging in every direction the fact that I have no responsibility for what happened, because I couldn’t predict it. Prima facie, no problem seemed to exist. Here it is scientifically valid the saying ‘περί παντός επιστητού και περί άλλων τινών διαλέγεσθαι και το μη νοείν ό πάντες νοούσι’[26]. And self-evident is that ‘errare humanum est’ (to err is human), since in any case ‘nature loves to hide itself’, ‘impossibilium non est obligatio’ (there is no obligation to deliver what is impossible), “πρώτη όψις πολλούς παραπλάζει”[27] and ‘no one can know what chance may reserve’.”

          “So, fellows”, said Eos to all present, “I swear, that if he doesn’t stop aligning ancient proverbs, even I, the student of the erudite Hyperion, will garrote him here and now, so help me God”.

          As the final connections and moorings were extracted, Tithonus stretched his legs and came out from the upright couch, raised to his proud “quasi modo” stature, which was objectively pitiful and half-grown. The first thing that he noticed is that he didn’t wear clothes and with awe he perceived that his body had a mauve or violet coloration. An innated shame took hold of him that characterizes as an acquired instinct every man or woman after the prolonged domination of bashfulness through the centuries.

          “Something is apparently missing”, he said.

          Some despicable guy giggled in the background, which was a great indecency. 

          “Hm, hm”, said the merciful Heracles. “Shame is only for those who can cause it. You have no gender now, which has also a positive side. You can circulate in the agora naked, without to scandalize no one. You harm no one, you embarrass no one. In a sense, even if it sounds curious, I envy you; It is a blessing not to provoke the others…»

           “Yes, yes”, overbid Eos, as if Heracles had thrown her a lifeline. “It is better that the other pity you rather than envy you, this is a basic principle of peaceful coexistence and …»

          At that point Tithonus began to cry woefully and uncontrollably, so all present were forced to stop talking for a while.

          “Furthermore”, coughed later Podaleirius, “we must scientifically point out and objectively observe that you also have no anus. Lucky one, you will not spend time for defecation, leaking and runny mucus, wiping and all other pertinent stuff. This attribute bestows on you a huge advantage in comparison with the other indigent creatures. You need neither drink, nor eat, fancy that! But if you want, you can consume food and drink; After all, the gods aren’t willing to deny themselves the pleasure of revelry and intoxication. Whenever you do that, the incorporated inside you protein and vitamin accumulator, which provides your organism with the required energy, suspends its function automatically, so that the additional materials may be assimilated and exploited. The accumulator recycles fully all residues in a way that there is no reason for bowel evacuation or going to stool. Consequently, I truly believe that the whole enterprise has resulted in a win-win situation for you. You should see facts this way”.      

          CHAPTER 9:

THERE WILL BE ANOTHER TIPHYS AND ANOTHER ARGO…

          Eos marched nervously on the floor of the palace.

          “The gods are going to pay for what they did to Tithonus. The impeccable attitude is over and the attitude problem against authority begins to unfold. We have tolerated enough this miscellaneous wild bunch of bullying molesters and pain-inflicting, sociopathic psychopaths, which came suddenly from outer space along with their technological trinkets[28] and their funny accessories demanding from us earth and water, but also laurel leaves as a symbol of submission. I am tired of waiting for the other titans to join the war, we cannot depend our whole lives on the production rate of the Sirius’ shipyards”.     

          “Yes, but what can you do?”, answered the practical Heracles “They possess both the knife and the melon, water- or not”.

          “I do not fear their energy weapons. We have also ray guns making ‘zap-zap’. And if during the battle you manage to grab their gun, they use to multiply their size to terrify you, and if that doesn’t work either, they have also a million ways of disappearing, dissolving into thin air and ascending to the heavens to avoid facing you”.   

          “This is true, but their technological superiority is a known fact. The artefacts that they carry are the least, their great superweapons are located on Mars and on the mountain Olympus. It is said that they have also bases on the other planets of the solar system. In any case, their mightiest weapon are the unperforated, impenetrable Dionysian spheres, with which they surround all planets. Thus, we are isolated and incarcerated, without any communication to our homologous mates”.

          “That does not mean that we must surrender. In the final analysis, if our ancient ancestors knew something better than us, that is physics. Whatever tools or utensils the gods possess, are not based on magic, but on their technology, whose scientific principles are not unknown to us; we simply do not have at our disposal their inexhaustible sources and pumps to implement such energy -intensive applications. For the fabrication of the heavenly spheres, they use the power of gravity. The base for all these theorems is the axiom: Matter dictates to spacetime how to curve and spacetime dictates to matter how to move. Matter expands on the matrix of spacetime as fluidity and elasticity, as a viscous sap or a sticky pulpy mass. And this pulp is extending, diffusing, warping, condensing, stinging and pricking. This distortion is exactly gravity, due to which the objects attract or repel each other, rotating both the planets and the stars. But among these ramifications and distortions of time there are corridors, both angular and helicoid, but also conductive and conclusive, suffice one manages to identify them”.   

          “For this healthy worldview to be of any use, you need to find an experienced and demonic navigator and helmsman, a guide equivalent to the titans Kreios and Koios; only then, you will be able to locate some fissure or way out among successive and intercrossed membranes, so that you may achieve escape velocity from Earth’s gravity. But even if such a thing were feasible, what would be the benefit for you?”    

          “I would go to Mars, to Olympus Mons and then I would find the crypt with their mythical superweapons. Presumably, you are aware, Heracles- Hercules, that beyond those Dionysian spheres, where these bastards have incarcerated and confined us, in the outer space, where our world belongs like a simple bubble in a hot lava, there is a war raging between the powers of light and the ones of darkness. So, instead of consuming ourselves into petty confrontations of a bird- stealer level, in a distant underwater corner of the galaxy, to which no one pays attention, where the gods had obviously found shelter, refuge and exploitation field, far and away from the main confrontations  and the cardinal wagers of the infinite dimensions, we should find a way to participate in the great war, which extends to the farthest edges of the universe”.

          “But even there, you would be obliged to retrieve the absolute way out of the enclosing sphere surrounding all solar system, the boundaries and the fundaments of which are unknown to us. Besides, you should have already located some, in one way or another, highly guarded weapons, neutralized at least theoretically the guards, figured out a means of transportation. But, previously to all this, you haven’t told us how you can access Mars, bypassing the Dionysian sphere of Earth. So, your whole syllogism is based on unfeasible premises. Aristoteles would tear his hair because of you, potent and valorous Eos.”

          “I have Icarus as helmsman and Dedalus as navigator who according to a serendipity, which I have the readiness and the openness of mind to exploit, have been building until now the walls of Laomedon to protect him from raiders and presumptive conquerors – what an irony! Of course, after the easy and fast conquest of Troy by you, said plan proves to be rather superfluous. For the time being, they have no idea about my intentions, but I will let them know soon enough and I believe that I will persuade them, because they are curious by nature and worshippers of adventure. As far as my expedition on Mars is concerned, I reckon that if I have you at my side, mighty wrestler Heracles, you will put all guards out of commission with precise surgical strikes, as is done in the holographic movies”.          

          Heracles silenced for a while and then said:

          “I do not want to disappoint you, because I have the utmost appreciation for you as a fearful warrior and I know that you have the heart of a fighter, but the space travels and the star treks are not the way fitting to me. I have many interests and pending affairs here on Earth that require diligence and supervision. I think that you have earned the right for a straight answer. I do not act so selflessly, neither I am in the constant service of … sports and civilization as you are. As you know, I lost Hylas in the Argonautic expedition under unclarified circumstances I was forced to quit this undertaking prematurely. In the meantime, I pursued a relationship with Hesione, the daughter of this geek ex-king Laomedon, whom I succeeded so easily through the non- authorized opening of a door. The poor girl has many problems, because she endures and bears extensive bullying by Poseidon, who sends her through hypnotic techniques night tremors and phantastic monsters, trying with this awkward as well as unorthodox and oppressive way to win her over. So, the lottery ticket falls to me to defend her. However, ha-ha, he-he… don’t get me wrong, she is not the only garlic-breathing maid in my harem, you can understand me, we are half-gods with increased needs, and the heaven has innumerous shiny stars, so it is difficult to love only one of them …  There is also Alcestis, who was so stupid to be sacrificed in the stead of her husband Admetus and end up in Hades; my God, Ι am packed with vertigo, when I think what the women are willing to do and how far they can go to protect their own beloved. So, I am planning to recuperate her from the domain of Hades. So, as you see, there are many affairs that require my undivided attention here on Earth. Here, on Earth, my fate is woven; well, perhaps I am only capable of low flights, I really do not know Maybe, the brute primordial force cannot achieve more, it seems that something else is needed, different, more elaborated, more sophisticated, more sublimated for the ascent and the evolvement to the superior space dimensions and planes of existence”.       

          For the first time, Eos looked at Heracles with certain pity. Curious, she thought, even this quintessence of a man, the strongest man, such a huge giant mightier than the giants, has his own issues. Who could expect that even the most gifted people in a specific area, who by exploiting their talents can easily become prominent and distinguished, are also subjected to various predicaments and complications.  

          Heracles understood that by his own accord he had fallen into Eos’ disrepute and tried offhand to save what part of his reputation he could.

         “If I have disappointed you, I am sorry. You know that I do not lack bravery, or should I invoke my twelve labors – great deeds? The truth is, however, that the impending Titanomachy does not concern me much. Beside killing and being killed, there are also other ways to benefit humanity, my dear she -warrior. If you fail to grasp that and have formed a bad impression about me, let it be! I will not lose any or much sleep over it.”

 “I, I, boss, I will follow you. We are going to confront the gods together and punish them”.

Where did this vote of confidence, this voice of courage come from? It’s Occam’s razor. On that moment, the hunchback Tithonus had entered the room both discreetly and noiselessly, suddenly and unexpectedly, shaking his broken taille, with the one almost regular hand and the other like a pincer, with one knee swollen and the other bent, but without a cane or a stick due to some persistent stubbornness, maybe related to dignity. 

Eos managed barely to contain or rather muffle at the last moment a burst of laughter, threatening to ridicule completely her unfortunate former lover, to trample underfoot the last traces of self-estimation that he still felt.      

          “You, Tithonus? My Tithonus, you don’t need to do anything anymore, you have been through a lot. You ‘d better take refuge in a land resort, a house of wellness or a sanatorium in the woods to recover. And perhaps, when I return from my mission, I will bring you the means to become again what you were”.

           “Eos, do not forget that I am immortal now and immortality requires continuous occupation of the body and concentration of the spirit. To crawl into a corner or a hole and just wait is not the best thing for my case. Let me come with you and you will see perhaps for the first time what I am capable of”.      

          “Immortal? What kind of immortality is that? You may be self-fueled with energy like a ‘perpetuum mobile’, but you are submitted to the explosive, corrosive, pressurizing, toxic, impulse- and striking effects of the environment. What will happen if someone perforates you, steps on you, crushes or blows you up, cuts your head or throws acid at you? As you can see, even the gods of Olympus, who are immortal and … without side-effects at that, tremble and fear those confrontations, because they include the element of unpredictability”.      

          “Allow me to do that, dominatrix, I am doing that for myself. I am not in the mood to propose arguments for something that seems to me self-evident. And if I have much to prove to myself, this is my own affair”.   

          “Yes, but it is bad for the mission. Your judgment is clouded, Tithonus, you are too deep involved and sentimentally influenced after what they did to you, and you will probably be a liability to our case”.  

          “My participation is not in question; you can stop me only with violence. But even then, I will find some other ship, and I will follow you.”

          ‘Indeed”, saif Heracles. “It seems that this homunculus gives us lessons of valor today. And since I am feeling the urgent need to piss, an activity that will take place through the renowned porose tool, it is eventually the proper occasion to realize that manhood has nothing to do with the specific organ but connects rather to the bravery of the soul. Today, Tithonus, you are proving through your courage that valor is a concept which is worth to revere through the ages, even in epochs, when people will think that the only human virtue is vindication! I am pleased to have met you, little man!”

          That been said, Heracles departed

CHAPTER 10:

DINO- PTERYGIUM 

          Dino-Pterygium was a space craft, which Icarus had constructed with his own hands without the mechanical equipment of the massive production factories. That is why it did not have the infinite possibilities of the super-modern vessels of the gods and the titans. But it was nevertheless a spaceship with the ability to develop the necessary escape velocity to depart Earth, i.e. 11,2 kms per second, and that was the essential thing in our case.  

          Its kinetic impulse power was based on the successive explosions of its rockets, catapulting it into space. It could accelerate until its mass of fifteen thousand tons reaches the speed of seven hundred klicks per second. In the storage hangars for the propulsion units, well- polished and meticulously oiled chains propagate, and jolts from retardation wheels release bombs of forty- five metric tons, of a tin can size into the appointed chutes, ending to the drives of the repulsion plaque. When the journey is initiated properly, a bomb is thrown every twenty-five seconds, exploding six hundred meters behind Dino- Pterygium. In every ignition of an energy unit, the mouth and the edge of the catapult were sprinkled with antioxidant oil against friction and with the same oil was also the repulsion plaque smeared after the correspondent explosion. The heavy plaque is retracted to the inertial buffers of the ship, returning to the starting point with the help of huge pistons and expecting the next plasma ignition. A little after take-off, Dino-Pterygium accelerated to the speed of one and a half g., but, as we have already said, with constant increasing tension. Icarus as the captain of Dino-Pterygium had taken along in the travel Eos, Tithonus, his father Dedalus and a mechanical helper of the “Ehedorus” type, an anthropomorphous android of low profile, opposed to the ironclad terrifying Talos. Icarus called him Ehedorus, but sometimes also “lamp”, because he often amassed many ideas from their dialogs, which were invaluable for our inventors’ couple. Thus, Icarus said to the robot:

             “Ehedorus, please do not exceed two gravities at most; do not forget that you are carrying a human cargo, and it would be a shame for us to become a raspberry – jelly from one moment to another.”  

          Dino- Pterygium spiraled both dynamically and ideally through the membranes of gravity. With the essential contribution of Eos, who had studied at the side of the mathematician Hyperion of Atlantis, it managed through complicated calculations to outflank the crystalline “Dionysian” sphere that covered Earth.  How could it do that? Just as a mosquito manages to crawl through the oblique jalousie shutters of a pliable window, first pushing one wing, flat and delicate like rice-paper to pass through the planks and the boards, then doing the same thing with the other wing with such a method, inventiveness, persistence and adaptivity that no one would expect from his little brain. Only, dear reader, you should place all this scenery in a space era as result of accurate and demanding mathematical calculations, once the necessary changes have been made, and the proper proportions are preserved.

          Ehedorus goes back and forth from the cockpit to the engineering sector and vice versa. He has the benefit of artificial intelligence in comparison to the human condition, he has power, speed and incredible endurance, but he lacks experience. He has never ached, humiliated, debased, has not suffered torments, has not compromised with different situations, thus he is not a sentient subject. He has no subconscious, so he can’t draw input from a basic fundament and make associations.

          Ehedorus controls the pressure gaugers and the ratio of the lubricant’s distillment, the levels of friction and coolant. Due to the atomic bombs detonating at half minute intervals in the ship’s rear, there is a great need for lubrication, so that the cogwheels will not dry. That’s why in the ship’s hold of Dino-Pterygium there were oil tanks, capable of greasing a whole submarine, so also a … super-marine! On the other side, the engineering room with countless tubes, gaugers, palindromic pistons and pressure ventils looked like a steamboat of other primitive times.

          Another important guideline of Icarus to Ehedorus was the following:

          “Ehedorus, my precious lightbulb- helper, currently the Red Planet Mars is on the other side of the ecliptic, so our only solution is to approach and ride near the sun, if we don’t want to rot waiting in the periphery. If we fly almost scraping the central star, if we crawl on all fours close and under the solar spots and flares, if we dare move tangentially in relation to the photosphere …”

         “Icarus, I have trained you to be an exact scientist, even when the absolute accuracy is not so important”, Dedalus intervened. “Since you were a child, I have taught you the mottos of Euripides ‘Νεανίαν άνδρα χρη τολμείν αεί – ουδείς γαρ ων ράθυμος ευκλεής ανήρ, αλλ’ οι πόνοι τίκτουσιν την ευδοξίαν’[29] and ‘Ουκ αν δύναιο μη καμών ευδαιμονείν, αισχρόν τε μοχθείν μη θέλειν νεανίαν’[30]. But when we talk about diligence, we mean that you ought not to appear lazy even in the slightest detail. Considering that you address laymen, you should not say so superficially that ‘we will move tangentially in relation to the photosphere’. You should explain and clarify in layman’s terms to all people present the scientifical paradox that for some still undetectable reason the sun’s corona has a temperature of ΑΜ degrees (Greek enumeration), where in this case we do not refer to an astronomic union, but to an amount of ten million degrees, approximately so many degrees as the core of the star, this ferocious nuclear reactor. So, the proper tactic to profit from the course’s shortcut through the sun is to pierce a hole in the external halo and cross quickly the paths of the photosphere and chromosphere, where the temperature drops considerably to six down to four million degrees”.

          “Father, who am I to question your teachings, you, who are a veteran of all itineraries? So, given those circumstances, traveling at a speed of two g. at the most, we are expected to reach Mars within thirty-three days, if all goes according to plan”.  

“On the other side I”, said Eos the egoist, whose name was perhaps related to the Anglo-saxon -I- or the Italian -io-, “will undertake what I know to do best, which is to maintain and keep in shape the submarine ‘Dino- Floater’, which you have parked in the spaceship’s hangar, since it is the vessel, with which we will attempt a descent in Mars’s channels. I will particularly control the helm and the other accessories of navigation, mainly the external magnetic rods and the incisions to match the ship’s hold to the catapult’s rails that are going to release Dino-Floater on the Mars’ surface”.

      “What is favorite to us”, Tithonus took in his hands the communication’s thread, “is both the atmosphere of the Red Planet as well as the coordination of its day’s duration with the one of Earth.  We are talking about very sophisticated achievements of the Olympians to facilitate their stay in our universe, which – I fear- will disappear or be neutralized after they are gone, just as it happened to the resuscitation chamber that deformed me”.

          “And the fascinating thing is”, Dedalus took the staff, “that we are not referring to magic, but to hard-core science. Zeus mobilized asteroids to melt the frozen polar regions and to free the carbon dioxide. More meteors were shot towards the vast subterrain tanks of ice water, perforated the crusts, scabs, dust-blankets, scales, bedrocks and regolith[31] of Mars, so that carbon dioxide may flow again after a million years  onto the surface;  It became possible again for moss and lichens to grow and for rain-worms to appear, so that the soil be prepared for broader cultivation. All this became feasible, after the installed thermonuclear factories for oxygen and nitrogen production condensed the atmosphere of Mars up to the tenth potence”.

          “You are talking turkey, architect Dedalus”, said Tithonus,  “but if one considers that a few years ago, according to the data of astronomic cartography, the Red Planet was deprived of air, frozen and lifeless, while now it is equipped with an atmosphere, has been warmed and teems with life, perhaps we should admit that we have to do with real gods, almighty and omnipotent. An undeniable example is the coordination of the day duration between Earth and Mars. It is known that Earth performs a pass around its axis in twenty -three hours and fifty-six minutes, while Mars does it in twenty-four hours and thirty-seven minutes. A slight difference, that being added through the passage of time would disturb the timetable of the gods’ daily occupation, who teleport themselves continually across the two plantes. That is why they coordinated somehow the days’ duration! So, who can doubt their divine power?”

          Tithonus silenced for a while, as the impact of his speech settled down upon the company.

          “Thus, we should not cry over spilled milk’, he continued. “We knew all those things from the beginning. Whoever these creatures are, either coming from another universe or from another dimension, they have proved beyond doubt that they control the quantum structure of the universe and play games with it. These incredible individuals possess also inconceivable resources, and in Greek, the verb ‘I can’ translates to ‘I have the means’. They can easily move planets, change orbits and gravity fields. At that point, I invoke the motto of Parmenides “ου γάρ μήποτε τούτο δαμήι είναι μη εόντα: αλλά σύ τήσδ’ αφ’ οδού διζήσιος είργε νόημα”[32]. Thus, I am not going to lament over our situation, and I will not wonder, what is a vessel like Dino- Pterygium with a joke speed of only hundred eighty klicks per second doing in a place like this, daring to threaten the monstrous gods at that. I will also omit to mention that, in comparison to the deep knowledge of the universal structure, mastered by the enemy, the pitiful and ridiculous firepower of this vessel has the threatening effect of a toothpaste in their eyes”.               

          CHAPTER 11ο:

          THE LONELINESS IN THE SHIP

          Eos performed track and field events in the corridors of Dino- Pterygium. Given that the vessel had a circular structure, she looked like a guineapig, a hamster, a hunted rodent running on a turning wheel – a moving stairway, remaining constantly in the same position. At the same time, Eos with her well-formed muscular calves minded getting around the stupid robots scattered in the corridors, going up and down the stairs without stumbling or falling, skipping the elevators and all other unidentified objects she found in her way, preserving herself for a future decisive battle.  

          “Zeus, I am a Titanis, and I am not afraid of you”, she monologued. “I showed you disobedience early enough, I objected to your presence and confirmed my independence towards you, because I live by the motto of Isocrates that ‘the decent and ethical man -and woman- should remember the past, act in the presence, and be reserved about the future’, consequently I do not need you.   The only thing you can do for me is to give me the chance to end my life and career, as it is fitting to me, i.e. fighting against you! Allow me the opportunity to die in battle, wherever you choose it to happen, on earth, sea or air. I am appealing to you: grant me this last wish and in exchange, if you are a real god, I concede my soul to you to take it to Hades as your trophy!”

          Of course, as usually, the gods did not answer, no echo, no reverberation. Only the buzz of the inertial dampeners that made the running possible under two g. Eos, daughter of Hyperion and Theia,  sister the Helios and Selene, – and she would definitely ask the favor of her brother, in charge for the operation of the central star during their risky passage-  tightened her fists and bit her own tongue to ease her anger continuing her slalom among the metallic channels of Dino- Pterygium, as it traveled the cosmic Black Sea and another Hellespontus.

          This metallic grave was vast, a labyrinth, from those made easily by Dedalus, but extended also vertically to the direction of height. Sometimes, during the circular course, Eos had the opportunity to encounter transparent surfaces, from where she could see larger spaces, corridors of landing or takeoff or storage areas, but she could find no portholes, see-throughs or skylights, as they called them then – to envisage the firmament and the stars, which were so unreachable that the titanic logic said that were of no importance epistemologically, they were just a simple background, a surrounding inmost part like a scenery, an meaningless deepest recess. The portholes were not located in the central corridor, but in the external hull like bubbles of transparent glass, allowing a limited optical sensation of outer space, since in fact the sensors were the real eyes of the spaceship. There were times when the stars warped and danced circular dances like being drunk. She stood still for a moment to take a breath. She punched with her fists the metallic wall until the calluses and the gristles of the fingers bled, but her attack left neither a trace nor a scratch on the metal. The turning point of adopting the hard callous metal, performed by the Dorians, was unfortunately the first step that led the management of things out of mankind’s hand, because it is incompatible with man’s softness, that is why our organism tolerates and assimilates only trace elements of metal.

          The warrior shook her head in deep concern. The way of war in the era of the Olympian gods showed no honor. If the gods were able to mobilize mechanical Talos, thorny artificial beings, tall, monstrous with integrated machineguns, adapted and screwed razorblades and bayonets, thoraces out of steel, how could moral power distinguish itself on the battlefield? If gods could shoot ground -air, ground-ground or air-air missiles and strike from afar every target to kill defenseless people and noncombatant civilian population, what kind of war was that?

          “This is no war, this is a slaughter of sheep and cattle”, shouted the Titanis. “Even war has its own rules, its own morality. If you want to rule and dominate, o gods, wear your armor and come face us. Not like that, not through intermediates and representatives, not through third parties”.          

          Nostalgically, Eos remembered an era before the ballistic missiles, where bravery counted and the battle was conducted in close quarters, where the face of the enemy was visible and witnessed through the contraction of frontalis muscle[33], if he believed the greater cause, for which he was drafted, or if he fought mechanically with the automatism of a herd or a flock. Eos remembered that she practiced the art of war being still a little girl, how she learned progressively through toil and many tasks the sorts of weaponry, their attributes, their operative manner, and in the end, she could handle them, just as the artist understands and implements her/his tools Back then, before this damned ballistic technique, war was a high art and the weapons were elegant, ergonomic, light in the hand, half a kilo in the palm, artful and not at all heavy, plump, saw-like, mean, malicious, disemboweling, pulverizing, hard to move or to hold, massive, bulky or blunt. They inflicted only the indispensable surgical wound on the opponent, which was needed for the specific military operation, and if it was necessary, they granted him a quick, merciful and honorable death.  

          To whom should Eos speak to appease the boredom of the trip? The twin Icarus – Dedalus had a narrow perception about family, and they had established an autarkic system between them, allowing no further intruder. Tithonus on the other hand was self- absorbed after the accident that deformed him, he licked his wounds, alleged that it was not possible for him to bear the acceleration of two g. despite the inertial dampeners – I don’t care what you say, I am in pain  – he said and remained in his quarters most of the time.

          Eos could not even fathom the inner drama of her friend. The worst thing of all was that she felt inexorable and relentless scruples, an unredeemable guilt for this goddamned surgery, since she had advised and counseled it; Through this operation Tithonus had lost his mediocre manhood, at least as far as the tunneling tube of his penis and the porose urethra was concerned. But the Titanis was not to blame, because the insecurity of Tithonus was always so extreme that the effect of medicine, even a placebo one, was needed for him to acquire self-confidence and inner balance for the first time. Unfortunately, though, things went astray, and Tithonus, being victim of certain people’s malice, partook henceforth of an involuntary attritional immortality -forfeiting simultaneously and paradoxically all the motives that make life attractive. He was humiliated, mutilated, and the qualifications left to him were suitable only for the activity of a clown.

          Only Ehedorus was available for a conversation with Eos, but it was boring and the Titanis suspected that it recycled her own thoughts. It spoke Greek, the language of the civilized and cultivated people, but in a way and a pronunciation that the words reminded more the roaring of the waves on the rocks or the ungracious buzz or whistle of a machine piston that hit and stroke against something, but what was that?

          This A.I. nerved a lot a warlord of the old times, who was trained to do a lot of things manually, both to assemble and to dismember. Ehedorus of course was a mild moderate model, but nevertheless she caught herself revolting against the audacity of these soulless metallic colossuses that wanted to become human, to replace the subjects and the agents of history with databanks, incapable of envisaging themselves through their own eyes and of talking with rotation of their tongues, since behind their eyes hung no consciousness and their speech was hidden in the depths of the cables. She was in the mood to take a club and begin striking all around and beat the daylights out of them, dismantling   this way the conglomeration of all these cogwheels and cables, especially searching for the tongue to uproot it. Should she have studied informatics or PC technician?       

          After she finished jogging, she was headed to a wall bubble, from which she could envision the stars. Especially today, they seemed gloomy and indisposed, did not emit a halo or a shining, they did not scintillate.  

          On that moment –what are those associations? – she identified herself with Pallas Athene. Indeed, she was a worthy opponent, not like that pimp Zeus who engaged others to do his dirty work. With Athene Eos would have been able to communicate in the specific wavelength, reserved only for the women to contact each other So, she prayed with the dignity and collegiality, ensured and secured to her by the “me too” movement.

          “Pallas Athene, glorious daughter, you, who are the only one that I respect and acknowledge, azure-eyed, gentle councilor, brittle, vulnerable, shameful, even prudish, hear my prayer! O diligent, graceful virgin, protector of cities, defender, Tritogenia, born from the head of Jupiter, armed to the teeth, trophy- and torchbearer, gladiator, athletic, shining, bright and flashing, attend what a woman says who is much like you! You, immortal, whereby everybody takes an oath and a sermon in your name, who attack your enemies from the wuthering heights brandishing your sharp spear, without to hide yourself behind the aegis of Zeus, please grant me and the poor Tithonus a honorable death in the battlefield”.    

          “The dawn came” as a figure of speech, the thirteenth day since the takeoff. The south pole of the sun was already visible, magnificent, illuminating, emphatic, unmistakable. To a distant observer who would sit on an asteroid looking through a telescope and eating popcorn to disperse his boredom, Dino- Pterygium would seem like a lance, decorated, surrounded and variegated by spheres, ellipsoids, tanks, multicolored and iridescent corners of unknown utility, truncated motor parts and sets of bell-like fauces like noses in a state of sinusitis, as well as a multitude of braziers, grates, hexagons and hexaeders (not ikosaeders like those that forced Pythagoras to kill Hippasus, because he revealed his secrets) around the main heap of cylindrical salons and residences, all of these rope-walking on steles of the most dazzling nuclear lightnings.

          There were no topics of dialog with the other co- passengers, no matter who would be the reference passenger zero and who would be the “rest” or the “others”.

          However, the boredom was such that often the few present folks worked tentatively on a dialog just to eavesdrop their own voices, knowing that the most basic instinct of mankind is the urge to society; Proof thereof is that, if someone stays alone for four weeks, begins already to slip and slide towards insanity.      

          So, it happened that Eos encountered in the cockpit Icarus, Dedalus and Tithonus. We could also outline the circumstance as follows: It happened that Tithonus encountered Icarus, Dedalus and Eos: it depends on the view-angle, from which the narration unfolds, on which switch rail one changes tracks or on which railway our story trolleys, but let us not overdo it with technical stuff.

          “It did not escape my attention, my dear Icarus”, said Eos “that this ship that carries our wisdom is not unlike a clown with red spots on the cheeks and long shoes. It reminds those laughing men with torn face, whom the twisted kings take in their courtyards to beat them with the whiplash turning their physiognomy into a tragic persona or mask, into a comical freak. Beyond its obvious deficits, it is primitive, unwrought, sluggish and slow”.

          “Well, yes, it is not Argo. It is simply slow, ha, ha”, answered the humorful playful Icarus (“argo” means “I am late” in Greek). “Since I constructed it out of scattered expired cannibalized parts what can you expect?”

“And what is your plan, erudite Icarus? Is it possible that this ragtag ball of thread, this heterogenous conglomeration, this old -timer omnibus, which vibrates by the voices of the football fans and leaves behind spare parts,[34] passes the controls of the flying wasp swarm that patrol the previously Red and now Green due to terraforming and project ‘Genesis’ planet?”

          “You are underestimating the manipulative power of the obvious, archon”, intervened Tithonus. “Known is the motto of Heraclitus that nature loves to hide. And yet nature is also the obvious par excellence. It is also valid that: “Ει και εξαγάγη τις την φύσιν δια δικράνου (ή κρεαγρίδος ή πηρουνίου), αύτη δριμέως επάνεισι”[35]. We are but an awkward penguin, an inelegant pangolin farting gases to propagate. Instead of having a super-modern drive of nuclear ion fusion, we are getting along igniting atomic bombs in a pack of individual refreshment cans. To extend farther your astute observation, bossy matron, all things considering, our brightness becomes constantly brighter, which means that, when we approach Mars with our incandescent outer shell after the transition of the sun, we will be visible through naked eye!”  

          “So, you are confirming that we are a lost case”, whispered Eos perplexed, “it is impossible to escape the planetary defense net of the red-green Mars, where on the other hand the ox tongue mushrooms and on the other hand the leeks dominate. The air -defense will take us down fast and neat, just like the windscreen wiper removes the dirt.”             

“High esteemed lady and heavy matron, you still fail to grasp the essence of our strategy”, επέμεινε ο Τιθωνός. “We do not mind being seen, in fact we want to be seen “O έχων άδειον βαλάντιον, άδει ενώπιον του ληστού”[36]. We have nothing to hide; our conscience is light like a feather. The sentinels of Zeus satelliting Mars even closer and more faithful than Phobos or Deimos themselves, will have at most a good laugh in our passage. But even if they notice us, we will play possum after the first rattle of the machineguns, pretending that we have taken a heavy and irreparable blow and uncurable damage, and will sink to the planet ostensibly collapsing and shouting “mayday, mayday”, causing an even more irresistible laugh to the containment and interception guards. When, however, we reach the surface, then we shall exclaim like Zenon of Citium: I navigated well, as I was shipwrecked (Ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα), and will deploy unrestrained and undistracted the next stages of our plan. After we mumble the motto of Thales ‘earth faithful, sea treacherous, profit greedy’ (Πιστόν γη, άπιστον θάλασσα, άπληστον κέρδος) to trap their tongues and confuse their meanings, we will find a way to enter the channels of Mars and through them, through the wet, liquid and untraceable path we will reach the weapon crypts”.  

          Eos thought for a while:

          “So, you are saying, Tithonus that, opposite to the ratio of crypteia that hardens the youngsters of Sparta teaching them to steal or kill without any consequences, we can win something from the obvious and the open manifestation, revealing our weaknesses no less. We can turn our weaknesses into power; this reminds us of the new parallel religion of the carpenter king with the wooden cup.  But then again ‘unum manifestum, alterum occultum’ (if one thing is manifest, another is hidden), so we go again from the manifest to the hidden etc. Especially, the intricate corridors of Troy provoke suspicion, inspire introversion and lead to inward non-classifiable thoughts of ulterior motive, resulting, as we know from other previous Creations, to the illustrious concept and the trick of the Trojan horse, where the hidden and the manifest intermingle and entangle to each other in such a degree that no one can separate them anymore.”  

          Tithonus looked tormented and miserable, but he still held. And it was not curious that his visage had become paler and weaker, since the environment of the offhand constructed Dino- Pterygium did not favorite a smooth and multitask daily program. Here, it is worth mentioning that the mechanisms of inertial dampening and gravity regulation neither included nor operated twenty- four- seven, moreover did not extend to all the ship’s hull, primarily due to economic reasons. Especially in the night hours one thought that the tenants could rest hovering in the air to economize energy, instead lying on the bed, so during these hours the artificial gravity was off, considering that the stocks of energy were limited and the cold equations of the universe did not allow the slightest waste of resources, not even the least deviation from the daily consumption program. But, for God’s sake, to switch off artificial gravity to the toilettes and the bathtubs was too much. For someone to go to the locus, the spacecraft needed to slow down to one and a half gravity which was also neither comfortable nor convenient, and to have at her/his disposal a vomit bag, so that he could get rid fast of his breakfast along with all other excrements. Tithonus was a very organized person, and all these deficits put him in serious trouble, but he faced them all with the decisiveness of someone who had nothing to lose. Indeed, he had learnt to enjoy the hovering hours in his room, because there he felt less cripple than in the regular circumstances. He propelled himself with his bad knee and was catapulted from one side of his quarters to the other; there, he used his long leg as an anchor, kicked the wall and initiated the reverse course. All this procedure made him forget his monstrous deformed left side, which was not lofty at all.

          The cockpit of their ship was covered by an astrogation dome, where the sea of stars was pictured along with flames that decorated the velvet of space, being like scintillate -embroidered silk. When Dino-Pterygium completed a rotation around its axis, the stars warped in a way rendering also here the vomit bag necessary. Needless to say that loneliness could not be combatted otherwise than partially consuming substances, from which of course the lightest and most harmless was alcohol. The pitchers and the goblets with unmingled wine circulated all around, conversing gradually the thoughtful worry into an unjustified hilariousness.            

          “Eos”, said Tithonus with intimacy, “I have observed clandestinely your monolog and endeavor to communicate with the gods, for example Zeus or Athene. This is astounding for me, because they are supposed to be our enemies”.

          “What is essential for a warrior, dear Tithonus, except to cherish and relish his friends who may also disappoint him, is to believe in his enemies. The latter will never disappoint a warrior; they will find the most hideous and treacherous ways to annihilate him. It is also known that if your opponents are sizable, this conveys worth and valor to you. Even if you sustain some defeats in the beginning, the competition is such and the confrontations are so often that in time you will necessarily deploy your skills to face them: ”Τω μέλλοντι σώζεσθαι δει φίλους αγαθούς ή διάπυρους έχθρούς υπάρχειν”[37], as Diogenes would say”.  

          Now, the interlocutors under the sweet influence of tipsy intoxication begin to analyze the meaning of the word “dolus- guile”. Unfortunately, guile is not located only on the enemies but on the intimates as well, on the colleagues or the supposed allies. Guile, especially in internal affairs, is the main reason that most massive movements fail to achieve the optimal happiness, promised by them not only to their members but to the whole world. When these movements are organized under the assumption that the only virtue of man/woman is to vindicate, no matter if she/he is deprived of needful things or not, then someone must tell Aristotle that he should not bother authoring “Nicomachean Ethics” or “Eudemian Ethics” or “Great Ethics” (Magna Moralia). Even if an organization is composed of two members, usually the real motives of each one are unknown. Collegial behavior can be construed in many ways and often consists in discovery and exposure through a false intimacy of the other’s weakness, until the latter experiences a nervous breakdown, whereafter the mercy and the philanthropy can be manifested in all its splendor and grandeur, especially the pity towards the weak part, according to the immortal motto “better to be pitied than envied”. «Φθόνος δε κάκιστος κ’ αδικώτατος θεός, κακοίς τε χαίρει κ’ αγαθοίς αμβλύνεται»[38], like Stobaeus says.

          Indeed, when the only virtue is vindication without to be moderated by ethical thoughts, i.e. by awareness of the other’s position, the unavoidable consequence will be the individual greed that consumes and destroys everything. «Όστις επί το πλέον έχειν πέφυκε ανήρ ουδέν φρονεί δίκαιον ουδέ βούλεται»[39], says Euripides and «Όστις του μεν αδικείν μη προνοείται, του δε μη δούναι δίκην επιμελείται, κακουργεί»[40], says Lysias. Hey, but what obsolete moldy standpoints are those? Would somebody object. Well, those are the standpoints and there are no others, and when they are not implemented, every endeavor is condemned and every cause is distorted, because it is not the end that justifies the means, but the means define and characterize the end.

The only therapy against unilateral or mutual guile is the evaluation, which if it does not arise automatically, for example no one ever doubted that Achilles was the greatest warrior, then let us discuss what the criteria, the proceedings and the councils for the election of the best will be through the resultant of the substantiated opinions. For those who are not in the position to perform their tasks,  nobody maintains that they should be thrown to Keadas chasm,  on the contrary an official and beneficial, not disciplinary, solution must be found, let them perform less demanding tasks, let them collect subventions or allowances, but they should not remain at their post because they harm themselves and others, exposing and leaving defenseless above all those subjected to their jurisdiction.

Quite expectedly the discussion turned sooner or later versus sports, because there the values arise automatically without questioning and enjoy general recognition, especially in the meritocratic world of the titans that is now our frame of reference.  

          “The narrations about the achievements of the Olympic games’ athletes are very touching”, admitted Icarus.

“The phrase is renowned ‘Νυν κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει’[41], that the raving delirious fans shouted in Rhodus to the old father of the five sons, triumphers in the games. It is also known that Milo from Croton carried a small bull on his shoulders until he … grew up. Of course, I can leave all those behind just with a pair of mechanical wings. What is the value of the individual athletic or chiropractic performance, when we can roam across the universe with spaceships? All these sports and contests, the sprint races, the discus- hammer -or javelin throw, the horse- races, the wrestling, pancratium, boxing etc. excite the crowd and bestow huge financial profits to the sites of the games’ organization, but they are indifferent from the view-angle of science and art. What matters who wins, that is good for him, because he receives the trophy and becomes famous, but the others that identify with him, why are they celebrating? No less, there are various substances in nature like hellebore the fragrant that provide additional strength to some, so that the games can be manipulated …”

 “You consider things from an engineer’s point of view”, Eos replied. “The athletic or even polemic struggle confirms and reminds us of our human nature within this chaos of technology. It matters if I prevail against someone with naked fists or if I wear gloves or leather stripes or soft coverings, just as in the war it matters if I choose to face the enemy with a sword or with a javelin or with rockets and missiles evaporating and volatilizing the civilian population. It matters, if you march out against an enemy as an opponent, to do that with honor and decency”.

“These nuances of savagery that you point out, venerable Eos, are rather funny”, said Icarus. “Take Epeius of Phocis, son of Panopeus, as an example. Last summer I watched as Epeius beat the shot out of twelve men, smashed their ribs and jaws in some daily exhibition and demonstration contests, where he fought whoever dared face him, anytime from the morning until deep in the night. Two men died in the process. What am I supposed to say watching this abominable spectacle? Should I cry ‘O ancient spirit immortal, pure father of beauty, of greatness and of truth’?”

“You have woken up some memories right now”, Eos took the staff again. ”Diomedes trained Euryalus, son of Mecisteus, an Argean big like a mountain. Every day he ran and strengthened his fists boxing buttocks of slaughtered bovine meat, ascending or descending an incredible number of stairs and chopping wood from morning to evening, until he fell unconscious (r.n. with Rocky’s music). Yet, Epeius dropped him unconscious after twenty rounds. Euryalus was so massive that, as Diomedes was dragging him out of the ring, his toes ploughed the ground with wide furrows, which the locals exploited to sow and plant wheat! Be that as it may, now Euryalus has learnt to keep up his guard during the boxing fight, well, at least he figured that out!”

“But what is the meaning of all this?”  Icarus objected again interrupting his father Dedalus, who at last attempted to articulate a sentence. “Let me report to you, virile or rather feminine Eos, that your beloved Epeius never earned a medal of honor, either in the battlefield or in a duel. So, in the final analysis, what was his enviable athletic skill worth?”

“Things are not black or white. Epeius himself admits that he is not a man of war. The courage needed to punch someone with the fists cannot compare to the decisiveness to pierce a spear into the belly of the enemy and then to turn it viciously around, so that his intestines spill into the ground. Of course, there are some that distinguish themselves both in sports and in war, just as the king of Ithaca Odysseus, the most Greek among the Greeks, who earned many contest cups, while even the monstrous Ajax of Telamon usually contented himself with the consolation award of an ox or a mutton. In the run- contest Odysseus was helped by his protector Athene, because he influenced the stupid giant and made him stumble, so that the Ithacan crossed first the finish- line. But also, in wrestling Odysseus managed to defeat Ajax with the kick that he scored on the cavity of the knee, forcing him to fall on his face, then he rushed on his back, so that the giant could not turn his visage upward anymore”.

“So, what? Did this circumstance make him a better person?”

“Of course it did”, Eos thundered with a vengeance. “What would become of the world if there was no fight, the art of war, of the eye- to- eye confrontation, the close quarters combat that enlists people to a cause and links them up to specific tasks or competence, since even two stones differ from each other upon this earth?  How would any mortal recognize what is the highest merit, if the contest and the duel did not show to the whole world who is the excellent and who the mediocre one? All the above does not include a reproach against the mediocre one, it just commits him/her to the most appropriate and enlightened leader, who is such only if she/he is subjected to rational restrictions”.           

Then Dedalus took the floor and said something sagacious.

“As I see it, the relation of athletics and the technological civilization and economy is the following: To begin with, the technological civilization broadens mankind’s capabilities. Nevertheless, due to the progressive integration of originally external tools to the body, comes the result that anyone of us can have an integrated telescope or wings to fly, from those which my son Icarus can cobble together in a jiffy; This on its turn, infers the danger that after continuous additions, ameliorations and various genetic enhancements we will be metamorphosized to another species, if we do not  take care that all these modifications  remain in the service of mankind. Sometimes, the infinite possibilities cause us confusion and doubt about who we are. So, when we see Odysseus passing his arrow through successive holes of hatchet hilts or poor Eurytus from Oechalia, father of Iole, challenging no less a person than Apollo to an archery contest, honoring man’s tradition to clash against phenomena of the vast magnitude, although he knows that he will be eventually crushed and submit sudden death, instead of dying on his bed from the frailty of old age, when we feel compassion for the sweet Iphitus, who although he sided with Heracles and helped him in the issue of Iole, was murdered during one of the latter’s amok times, then we remember what means to be human within this chaos of Ovid’s  metamorphoses. –

– Just as in technology exaggerations take place, turning mankind imperceptibly into something else, the same is valid also for the economy. The invention of zeroes and asymmetrical numbers disturbed the harmony of mutual exchange and healthy commerce. Suddenly, non- human sums began to appear exceeding the measure of ten thousand, since every sum above Μ leads to a distortion of the magnitudes and to the construction of numbers nonexistent in nature, at least on the man’s level, even if such numbers may obviously exist both in the microcosm and in macrocosm. The economy of exchange connected immediately to the rules of morality and fair practice; therefore, it was identified as a science with ethics, directing really from each according to his production ability to each according to his consumption needs.  Just as some people are talking about political economy, let us say that Aristotle established ethical economy and based it on two principles. First: one cannot be a slave according to law but submits to the power of others as an employee only voluntarily, secondly the tax policy or state financial planning should provoke equality and balance of the citizens’ financial ability. So, Aristotle says in the ‘Α; of ‘Politics’:  

     a) Who leads and who follows, so that everything is settled as it should, is determined by the natural character (as a resultant of infinite factors) – the one who manages to foresee and anticipate through his/her intelligence what happens is destined to rule and dominate, while he who may achieve things mechanically with her/his body is destined to be an employee– which is both in the interest of the exercising a competent jurisdiction and of the subjected to power … because it is obvious that some are in the position to assume responsibilities and others are not. It benefits the latter, and it is just for them to offer their work to the competent ones … Because someone is depended either on law or on one’s character – so much so that law (unfortunately) determines that some should be slaves, recognizing that in war the spoils, the territory and the prisoners are kept and ruled by the victor, as they say. However, many orators have maintained that these laws are illegal, because it is unacceptable and unconceivable that the raped and the wronged one should submit to the authority of his/her raper or the mightier or the stronger who caused him so many sufferings… That is why the friendship of the depended ones towards the archon and vice versa is beneficial, just as they are ordained by the circumstances and to the extent that both have been led to be such according to their character, while on the contrary it is not beneficial at all, if they are preordained according to an unjust law.[42]  Aristotle goes on in ‘Politics’: 

b) It is good and wise that the fortunes are justly distributed that is the main reason, for which the revolutions burst. Phaleas of Chalcedon was the first to propose it – because he says that the acquirements of all citizens should be equal – which is not difficult for the cities (colonies) recently inhabited, while it is more complicated for the already established; However, the discrepancies can be smoothed quickly, if the rich give a part of their assets without to receive, just as the poor should receive without to give.[43] 

-Of course, since then economy has become labyrinthic, (r.n. let us not forget that Dedalus is speaking) with capitalistic and inhuman rules, while employment is rewarded less for the benefit of the rich. That is why from time to time a self-diagnostic is required an interval or pause of self-concentration and self- awareness, a return to the roots and the old values, so that man remains free to offer his/her labor or not to offer it or offer it in the right price and the economy remains economy and does not turn into an inflationary stock market or finances or accumulative obolus- statics, as Aristotle very keenly pointed out”.     

“Just a minute”, intervened Tithonus. “Based on the courage of a man who is not man anymore but has turned into something else and endeavors to reach a compromise with it, opposing to your arguments about the regular immersion of humans into the old values, I am invoking the right of existence and prevail of the new, of the evolutionarily different. You do know that Simonides from Kea ‘την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν ώετο είναι’[44]. Quantity turns always into quality and thus introduces us every time into a new species that is envisaging for the first time the light of day. They point out correctly that before the creation of a work of art the world was not the same as what resulted afterwards. The very composition of a painting changes reality and adds a new road to our deep humanity. Our world after the works of Parrhasius of Ephesus and Polygnotus is not the same anymore. For example, imitation takes another meaning when it reaches perfection to the extent that it becomes deception! The painted grapes of Zeuxis are remembered always as the triumph of nature’s imitation, since it is said that the doves picked at them. When we say that a painter is the greatest of his time, we forget how long the world has lived and how it was before he was recognized. To achieve that recognition, an original painter or artist will act like an ophthalmologist, because he must educate the eyes of spectators in new stimuli! The therapy through painting or literature often is not agreeable at all, just as disagreeable are the steroid drops in the cornea. But when the therapy is over, the doctor says: Now, go with Zeus and Hera; and behold the rhythm of the world has changed within us and reality seems entirely different from the previous one, more persuasive, more limpid, because the world changes every time an original artist appears! The women wear new dresses and present a different look than before, because they are new paintings and paintbrushes adding a new differentiation on the ecumene’s canvas. Even the woods, where we are going for our daily walk, alter texture suddenly and become an embroidery with many chromatic tones, where we realize afterwards that some of them were missing for a set of trees to constitute a forest. One has the sensation that the world, where we are moving, is temporary and ramshackle, crumbly, ruined and out of joint, destined to last shortly until the next cosmic destruction, which means that a new painter will take the reins to give us a new reality. Thus, strange new worlds are produced constantly succeeding the previous ones and the nature of the subject is altered on its turn”.  

At that time the motors of Dino- Pterygium switched on again and the big black spaceship made of carbon and steel executed another turn around itself, as if it wanted to refresh itself and irrigate its dehydrated shell. The inertial dampening was furthermore not enough, because the respective energy was channeled elsewhere and the passengers grabbed the handles to avoid being carried away along with diversions and gushes of air, as the ship warped here and there like an acrobat. The blinding light of the sun’s north pole washed everyone, and everyone tried to adapt properly to the visual spectrum the filtering bags, the protection goggles and the polarized drainers to save their eyes from the thermonuclear chorus of space.

Then Eos decided to close the discussion with her unique way.

“Indeed, sweet Tithonus, you dream of many alternative worlds whom you assign to the inspiration of some exotic artists, maybe small gods, you expect the foundation of universes, as soon as the worldwide geniuses concur and concentrate to that. But if it is so, I would like to tell you that I have no particulate mood to meet the creators of our specific present reality, since here is a devil at work. And against diabolus as the opposite of symbol the titans are obliged to fight. If a brave new world is about to come, let it be because it is consistent with our will, because we wish it, not because some inexplorable external factor enforced it. If destiny dictates that the artificial- biotechnological intelligence will accompany us in the future, let us ensure that we will not subject to its mechanical parts, but that the iron leading hand will be ours and will turn its malleable software towards a direction, where if something new is created, it will be through acquiescence, consent and approval, because this is  dictated by the dialectic tradition”.                             

CHAPTER 12.

THE NEWS ARRIVES TO THE GODS

“After the tour within the future of humanity, where it is uncertain if the cunning ape will be able to survive at last”, said Icarus, “maybe we ‘d better … land again on our present situation. At that point we have started on an expedition which tends more to vengeance than to justice, considering that someone should finally teach a lesson to the champions of malice gods, who do not care about nothing, that they can’t play with the lives of people and commit unpunished what they did to Tithonus. The often neglected worth of friendship connects us, as it is delivered by Damon and Pythias, where the one left as a guarantee in the tyrant’s custody, so that the other be granted a leave of absence to farewell his family before he is trialed for some crime, was sure that his friend would return, and so it happened. In other eras people would mock us by saying: ‘Where are you going, you, fools, putting your head in a tiger’s mouth? You will face Laestrygons and Cyclopes who have no moral inhibitions, you will sting thoughtlessly mighty hegemons and powerful chiefs, whose actual nuclear dogma sums up to the sentence: if someone dares resist on the grounds that they have proclaimed dominantly to be theirs constituting a part of their kingdom, Sympantis ex Hades, if someone in general dares enter their skin, they reserve the right to use nuclear missiles. If a nuclear war bursts, so what, big deal. The great leaders will always hide in their luxurious residences with lots of brewed barley pulp, invigorating substances and shapely creatures.’ And it is true; perhaps we should reconsider. Of course, this sober awakening and thoughtful approach would come a little late, since we are already in the middle of our trip to Mars. Despite all this, it would not harm us to search for some allies. So, I reckon, I will mess a little around this compilation of junk, which is our radio, see if I can communicate with Sirius, see what Prometheus has to say about all this; Lads, we cannot ignore Prometheus, when we perform an action against the gods”.     

They all agreed and Icarus fumbled  for a long time or rather according a vulgar barbaric word snogged the radio until eventually the voice of somebody was heard who stoppered and relayed the call to somebody else and she/he to others, who after an eternity – but time was a luxury that our astronauts had- intervened either willingly or reluctantly, wither superficially or thoughtfully  depending on their position within the hierarchy, so that finally the divine Prometheus, the one and only, the greatest titan, the public danger nr. a’ for the gods and the only hope for the humans came to the microphone. During this procedure, the members of the “Dino-Pterygium” expedition mobilized all their acquaintances and all their resources.   

“Tell me folks, are you completely nuts?” said the torchbearer Prometheus. “Why are you communicating on this frequency? Because of your inconsiderateness, you force me to delete, to reject, to throw into the pit of Keadas, demolish and throw down the precipice one of the few communication channels that are not already compromised by the gods. Icarus, I have been informed that you have initiated a precarious, stillborn and very unhealthy mission of extreme idiocy and certain suicide to infiltrate Olympus. That is unacceptable! I have divulged and promulgated to the whole ecumene that I don’t sanction unauthorized actions against these creatures! The titans will join the war at the proper time, when they are ready, not manipulated by affectations and whims of isolated and uncommunicative international not- team players”.    

“With all due respect, venerable Prometheus, when will the titanic domain join the war? When will the Atlantes and the other superheroes condescend to help us?  The population of men groans under the boot, the slipper and the other shoes of the Olympians. As distasteful as it might be, if we are caught, we will assume full responsibility for our actions, since it is obvious that we acted on our own. And you never know – just because we are a bunch of cripples, dudes and individuals with disabilities according to our view or a crowd of trumps and soldiers of fortune according to the view of the masters, we maybe achieve something, exactly because no one   counts on us”.      

“You talk too much, Icarus, and they will locate our transmission”.  

“And what if they do, what is the bid deal, you son of Iapetus and Clymene, you, who are the real Metieta, not Zeus, you ‘Aeolometis’ (versatile like the wind), everybody knows that the titans reside on Sirius, so the spies will rather burst out laughing and archive our footage on some shelf where the comedies are stored.”       

“Icarus, you are incorrigible clowns and teasers. I wonder why Eos has joined you, I held her in a certain respect. Be as it may, you will receive in a few days a not- detectable message of low frequency which you will be able to use. Prometheus out”.

What did the not- detectable message of Prometheus contain, which reached them in a few days? That an independent agent has invaded and infiltrated the palace of the Olympians watching god’s activity and informing accordingly the interested highest bidders. The specific one – a she, if woman can be called the creature that we will describe next – had worked to many ambiguous employers and had created a fame of a very reliable bodyguard, bully and ruffian of the night. It was Demogorgon, a horrible, terrible and hideous woman, if you have grasped the insinuation and the innuendo, who had been born beneath earth, lived her youth in the drainage pipes chasing the crocodiles dwelling there according to the well-known urban myth; her name was so despicable that it was legally forbidden for the mortals to even pronounce it. Demogorgon killed her victims with lumps of burning mud, which grew roots into the capillaries and the intestines of the sustaining the attack and devoured him – teared him to pieces, but also with her deadly poisonous canine teeth, which penetrated the skin of her victims.

She had acquired in the free (contraband) market a magic uniform, called chameleon robe or “kynea”, a cloaking devise, making somebody invisible. This was illegal, but due to the institutionalized protection of personal data, family life and individual privacy, a very spread technological faculty that many used for their purposes despite the explicit interdiction, according to the axiom that if a technological artefact sees the light of day, no one can cancel it retrospectively as if it has never happened. The chameleon robe or kynea was one of the many outlawed, banned and persecuted items, considered disreputable, defamatory, unholy and demonical like e.g. the helmet of Hades, promising immediate disappearance and reappearance at another safer location, very dangerous in violation of all protocols considering safe beaming, alas circulating extensively in the deep internet and in the galactic dens of the criminal organizations, unfortunately without restrictions.

Kynea had a very broad collar, who knows why, and was very warm like the skin of a lizard. Secondly, from a very reliable source we know that the nanites and the nano- mechanisms, through which one was able to see through the transparent uniform, did not have high definition; consequently, whoever used them felt an unbearable headache. God forbid, weren’t these good- for-nothing titans able to construct not even a screen cloak?  Another problem faced by Demogorgon or whoever managed to slip into that cloak, allowing the user to merge with the inmost part of the environment, is that one needed sooner or later to also activate the helmet of Hades to disappear, when things went tough. Thus, it should also fit in the costume and be surrounded by it. That is why the miraculous artisans and tailors of the titanic era invented for the first time the top-side hood or veil, finding even nowadays many applications in society. In its final version of the chameleon robe, the hood was adapted to the broad collar around the neck, which for the first time acquired a plausible explanation, an adequate meaning and an existential reason. As a result, this paragraph ran a complete circle in relation to its beginning and gave an answer to its own initial primordial question.     

So, this despicable, disgusting and detestable creature having already infiltrated Olympus undercover and watching from close quarters the sessions of the gods, had the opportunity to broadcast valid information through her invisible cloak to whom it may concern about where the gods planned future military coups or bombardments or about their other sick, unpredictable and unfathomable projects. Through a close circuit that only by a few privileged potential buyers of information knew, they contacted Demogorgon sending at the same time a remittance to a bank account and received valuable tips and news, short- or long -term projections for their business, as if the monstrous ugliest woman directed some kind of stock exchange market.    

Demogorgon had a thunderous voice like an explosive lightning or catapult, that under normal circumstances would reveal instantly her presence, but, if she managed to serve the words in the way of a squeak or a screech compatible to her mouth shape, she could turn them into supersonic waves, which, although they could not be heard by the presently attending, burst like tsunamis on the interlocutor’s ear, on the other side of the telephone line. Since in the super-modern era of Greek mythology the mere voice communication without picture was considered obsolete and deficient, the countenance of Demogorgon presented an additional problem, being repulsive and emetic to the long -distance conversing counterparts. Her entire body was fat and baggy with her breast tits descending to the navel, while her anus extended so high that the split of the rectum appeared to climb up to back. In general, her body was undefined and slightly trembling like the one of a flabby medusa causing convulsions of irrepressible nausea to those envisaging her. Her miserable look and image had somehow a somatic impact, because the observer felt instantly, as if someone irritated or tickled on purpose the uvula of the pharynx to cause vomit.

As soon as Icarus contacted Demogorgon optically, he vomited instantly for the first time. He swore from within, because he thought of the many times, when he managed to skip vomit the very last moment despite the rotations of the ship and the gravity fluctuations, only to empty his belly in an unsuspected occasion, so much so that they -alas- faced so many important issues that they had not the luxury to consume grey cells also for the repercussions of the eye-contact with Demogorgon. As if that was not enough, the supersonic sound of the monster’s voice washed his ears like a piercing bomb that penetrates an underground shelter.

  “Who calls that number? Only a few know this closed circuit and those are smart enough to have already made the first deposit to my bank account”.

Icarus was not in a position of continuing, since he had been neutralized from the beginning and Tithonus took his place, ready as he would ever be. In any case his entrails were so mixed that, being strangely surprised by themselves, did not know how to react to the internal intestinal changes, let alone to the external emetic effects of Demogorgon.

Tithonus found himself at least optically in the great hall of the gods, where, as the Greek word “aithousa” indicates, a fire was lit in the fireplace. In the middle, on a throne dressed in velvet cloth Zeus increased- decreased voluntarily his size to stress properly a phrase or to elicit undivided attention from the distracted and respect from the circumstantial disputers. All gods are present here in this informal – or perhaps formal- plenary session, in this major council under the dome of the Olympians Foundation Committee. Most of the gods are unknown to Tithonus, although he had as a kid the playful hobby to gather pictures of football players – eh sorry – of various gods possessing a big collection and having almost completed his album. Indeed, here were present not only the twelve well-known first-class celebrities, but a thousand promising youngsters as well as seasoned ones, pursuing a chance to make a breakthrough, to participate in the most prominent championships, excel in the most important battles and find a way to be included in the line up of the GOAT Olympian team.   

The tower-tall Demogorgon with her undefined mass was visible through her choking osmotic uniform, the biomimetic derma -thermic membrane, while she secreted acid instead of sweat and had also a sword emitting disturbing flashes, aggravating even more the abominable spectacle of her presence, miserable in the eye of the beholder, able to astonish by the saying. 

“Demogorgon, as you may understand, we are your friends, since we happen to know your communication codes. Can you see me?”

“I see a cripple, an amputated dwarf. You are so ugly”, said Demogorgon with aversion. 

“Thank you for being so kind to remind me of my situation. On out part, we have high references, and we are entitled to ask your help”.

          “You, impotent ludicrous Thersites, Demogorgon does not help miserable, pitiful and unlucky mortals, not even lesser gods, because even that is not lucrative. So, if you have failed in your life, I couldn’t care less: ‘τύχη δίδει πλείστα πολλοίς, ουδενί αρκετά’.[45]

          Dedalus, disturbed by his son’s unstoppable vomit, told Tithnus.

          “What are we doing here, I wonder what we aim to achieve. Tithonus, talking to that thing is like talking to your own ass. You ‘d better switch your head to the back, irregularly and with an impossible angle and negotiate freely having your own farting rear end as an interlocutor, which is trying diligently to utter a word through the rhythmic release of gases. Then, you will succeed and make better deals”. 

          “Well, you ‘ve got my attention, continued Demogorgon thunderously, “but how can I know that you are not a spy of the gods?”

 “If I were a spy of the gods, you would have already been arrested, you stupid cow”.

“Please, whoever you are, refrain from offending my external presence, because this is primarily rude. Where are your manners towards a lady? Are you going to ask me about my age too, you, moron? I need something more to be convinced that you are not Jove’s ruffians, since you may have left me free only temporarily until you get access to my associates”.

“How can I convince you?” thought Tithonus. “Let us examine our epistemology a bit. Do you consider Zeus, son of Cronus and Rhea, who gathered around him all this populace of ambitious oligarchs, as a God? Do you think that he is the God of Creation, of this world or of this universe if many worlds constitute a universe or of all universes, if there are a lot of them?”

“God, my foot. If ‘Theus’ (Deus) derives from ‘theo’ which means ‘I run”, then it does not designate something more than the food-gathering hunter, who persecuted persistently day and night his games, faster than him, to be able to eventually trap them. He has simply subjugated whoever is inferior to him on the hierarchic ladder of power. He is a greedy, unsatiated, gluttonous, covetous and unsatisfied son of a bitch, although, mind you, I have no reason to offend Rhea, who is probably hearing my words perched now and ever under a shadow. He is cowardly molester of women, a bully and an infamous tyrant.”

“Then, who is the real God?”

“Cripple one, I must interrupt communication here and now, because you are disturbing my current spying activity. Nevertheless, you have aroused my curiosity. Since ages I haven’t had an interesting discussion with all those shameful bastards surrounding and degrading me. Is it possible that you are a member of this new monotheistic religion, which adds to the well-known pantheon yet another god, who claims to conclude all others? Well, if only the abyss could spell its mysteries! Unfortunately, it lacks voice, whereby depth and background remain without picture and without labor, and the primordial zero insists on being silent. That is why I prefer to embrace the faith of the titans about fate, destiny, serendipity, opportunity, chance, coincidence and evolution. Because everything submits to the above concepts; from the way of man’s reaction to these calamities, her/his value, measure and worth emerge, just as the principle of tragedy teaches us”.

“Yes, Demogorgon, but you omitted to refer to the eternal love and the perfection of calmness, the tranquility of the ideal, the quintessence of beauty which survives…”

“Tithonus, let us not overdo it”, intervened Dedalus. “This is not the right time to start a dialog with the monster about love, beauty, ideals and the tranquility of the ideal. Since you discovered that she embraces the values of the titans, let us exploit this circumstance to maximize our gain”.

Tithonus nodded that he had received the message.

“Yes, that is correct. So, behold Demogorgon, we represent the titans. We are leaving gradually our hiding places, the fissures, the crevices, the rifts, the caves, the precipices to resist the false immoral gods. We are asking you to help us, even without something to gain. You have so many money, you mistress of the monsters – sorry, of the immortals. From a certain point, the zeroes of your bank account mean nothing, and the titans are right counting only up to ten thousand. Whatever is superior of the ten thousand is a hubris.”

A merciful silence intervened, during which the supersonic caws and craws of Demogorgon were muffled. Then, the camera objective moved away from her repelling presence and focused on the scenes, unfolding and being dramatized in the hall.

Here, Tithonus and the other passengers of Dino- Pterygium witnessed how a god jolts, loses his mind, becomes paranoid, weird, wacko, in a nutshell a nutcase. The minor lesser gods around him are contemplating him, wide- eyed, goggle-eyed, not able to close their eyelids, voyeurs, hedonists. Their immortal jaws are hanging pitifully from their joints and locks, and their divine mouths are gaping and swallowing flies, while the saliva is moving downwards like a waterfall – cataract in slow motion.          

Zeus directs his dark vicious gaze with indescribable patience to each of the present, throwing burning coal into their psyche, locating each’s weakness, an art he knows very well, and is his great might.  

“What don’t you understand?”, he huffs and puffs like his own lightnings and thunders. “I will crush whoever plots against my throne; It is beneath my value to fear these homunculi, the titans.   I will trample on them as if they were ants or worms, I will freeze them in my polar prisons and I will smash their chest with a sledgehammer or else with a simple vicious punch!  Those who dream of holy sanctums, saints and angels, shrines, sacrificial sanctuaries, pulpits and thrones will inherit prison, jail, brigs, confinement, new and old dungeons, hookah and opium smoking rooms, caves of scruples and illusions, ghastly dunghills and cesspools, wild and alien things. Somebody in the future with a name like milt, i.e. red ocher, reddish lead acid or blood of magic items, speaking on behalf of Lucifer or the devil will say: “I will position my holy headquarters over the Acherusia lake, over the stars themselves.” 

It was impossible for the rage of Zeus to be contained or restrained. He turned to Hera, who as opposed to the self-conceiting and inflationary enlargement of Zeus had shrunk and become small like a mosquito out of fear and shame.

“Damn your shrewdness, ox-eyed Hera, unfortunate and miserable weed that I mistakenly chose over the wheat (‘hera’ is also darnel and tare in Greek), i.e. over the other wheat-white sylphs, and made my wife. You exploited and at the same time humiliated the holiest means, which is the warm conjugal embrace, to do your thing, you put me to sleep with guile, just to plot, to extend your hideous, vicious and meaningless schemes, you twisted, twisted, twisted, that is the only adjective fitting to you, you slanderer, you calumniator. How did you dare oppose my will, how did you even consider putting your own low mean petty worthless plans over my own strategic and long- term projects? To achieve what? To avenge Heracles? This obsession has been haunting you for years. Now, thanks to you, Heracles has occupied Troy, and the people have gained access to technologies forbidden for them, even to chambers of immortality, being so meticulously sealed and encrypted by Laomedon. We lost one of our main bases on Earth along with numerous resuscitation pools and therapeutic sarcophaguses, each one thereof costs a fortune.”

“Heracles may be furious, but we haven’t lost our influence on him yet”, Hera dared articulate. “I have an ambiguous, ambivalent relationship with him leaning on both sides, either to the hatred as a consequence of the tortures and the predicaments to which I submit him, or to an unconditional surrender and obedience to me…’

“Shut the fuck up, I don’t care about your sadomasochistic games, whereby either you sodomize beating the hell out of others or you are the one beaten. I have a new world to rule, which we acquired through the right of conquest, and you have the nerve to lead me astray with all this insignificant stuff, embracing the alien and neglecting your own? What the fuck are you doing with Heracles, are you sleeping together or just patting one another on the back?”

Then Zeus enlarged himself to five meters and continued:

“I possess the power to exterminate you with one thunderbolt, to melt the gold of your clothes and the steel of your armor, to scatter you to the four edges of the horizon, so that your pieces may arise to the atmosphere and then sprinkle the ground like confetti and your fat meat become ribbons or multicolored hovering stripes of a frontier fiesta, burnt rags and flying chops, smoking cinders and dust. I may even bury you in the Tartarus, catapult and ostracize you deep into Hades, to the steepest ditch and sewer, to a black  pitch or a black hole of forgetfulness, where Cronus and Iapetus have served inconceivable sentences  on a desert bed and a hard bench of tortures and sufferings, where no sunbeam of Phaethon can warm a frozen heart!”

Hera understood that she had exceeded by far the boundaries, and her only hope was the most well-known and effective method to flatter and boost Zeus’s egoism, licking his feet, even reaching higher than this under certain circumstances. So, she declared with an optical, material and absolute manner her full allegiance to the king of the gods, to be heard by all present. There, Zeus sustained an insanity of grandeur, from those often occurring and rightly defaming the male sex, so that the concept “man” ends up inspiring no one, especially the youth, having no place whatsoever in our brave new world.

“Yes, I am Zeus, Jove, father of the gods, cloud-gatherer, raining and thundering from above, I am a super- powerful being who has crossed many dimensions to escape… that is to find a world and benefit it with my know-how, virtues and abilities, finally my magnetic personality. I have been the emperor of the black holes and the probability space even before the titans make their first steps in the science sector, where they lull and deceive themselves to sleep with the fairy-tale that they are distinguished”.  

After the public and ceremonial burlesquing of Hera, who was obliged for the nth time in her marital life to swallow the bitter pill of offences as wild notions of the male egoism, there should be found some other issues to complete the agenda of the gods’ council.

    Before Zeus appears Hephestus, the greatest cuckold of antiquity, since he had the luminous idea to marry Aphrodite with the unavoidable consequence that, instead of eating boiled ewe alone, he ended up consuming suckling lamb with a company. The poor lad was forced to watch the robust vigorous Mars deflowering the multiply deflowered Aphrodite in every way and in all conceivable sex positions, just as Demosthenes spoke the already spoken, multiply orated “r” in all possible fashions. There was a time, when he imprisoned them with a net and protested to the gods, who paradoxically took greater interest in the evidence and crime exhibits themselves as an occasion of mockery and laughter that in the very crime that these proofs constituted. Hephestus compared with Tithonus regarding the corporeal deficit, indigence and inadequacy.  He was a beardy, ugly dwarf – with a height not even one meter eighty, half-grown, stocky, stubby, squatty, a real pygmy for Olympic criteria- crooked, stooping, bent down, humpback and hunchback. Yes, he was Hephestus, God of fire, chief mechanic, highest artisan, chiropractor, handicraftsman, a real laborer of the gods.  

Since, as we have already said, his external physic did not flatter him at the bast of times, he had an intensive tendency to invent uniforms and armors bestowing on their possessor the power that he himself was denied as a natural and scenic presence. On the particulate moment, as he came for audience in front of Zeus’ throne, he wore a set that turned him into a living train, emitting smoke and “chuf- chuf” from an integrated exhaust pipe and chimney. His garment was composed of iron spheres adapted in each other, iron -clad shoes and gloves dragging chains like those of the ghosts, who inhabit medieval castles and hermitages of monasteries. On his back he carried a vaporous saddlebag or bladder ventilating continuous belching, while his repulsive face was surrounded by a transparent helmet that despite the refraction and the diffusion of the fluorescent light rendered his features -alas- evident. Hephestus elaborated his case:

“Zeus, father, Jove and Jupiter, look what a nice panoply I made that can also be used as a shuttle. Do not forget that such muscular conceited warmongers, pumped up strongmen and arrogant bodybuilders like Heracles fear only the technological superiority of the opponents. Every propelling punch of this supernatural baby can be repelled easily by my ironclad coats of arms, whereas every strife of my gigantic, incorporated machinegun can cut him to slices, suitable only for animal victuals. But I would like to ask of you, considering all those scientific achievements that each time I humbly submit to your service, to grant me finally a higher status in the yearbook and the hierarchy of the gods. You have seriously wronged me. It is not just, just because I had a lower score in the initial competition for the occupation of the divine positions thirty years ago, to be pushed into an early retirement, when I have yet so much to offer!”

“Whatever you say, Hephestus, you do not possess the required qualifications in the superlative degree, so that you may   claim a position of a trusted councilor in my side, and that cannot change even with your nth comical invention. A relentless bug of ambition has invaded deep inside you and threatens to consume you from inside out. Please understand that there are also other precious things in life besides your career. You have a wonderful wife who preserves her youth and her charms with anthocyanins and collagens  and… deep inside she loves you, you have also a lot of kids, among whom Ethiop shows that you have also philandered a bit, so, when you feel like accusing Aphrodite, remember that the motto of the new religion ‘he who has no sin cast the first stone’ is valid also for you”. 

“Well, I did not … What you are saying is very nice and I know from my experience that real life lies elsewhere, not in career, but we will see how you are going to react when your time of retirement comes; the three short years from sixty-five up to sixty- seven will pass in a jiffy and then I will challenge you to tell me if the withdrawal into a naphthalin chest is something nice or not”. It was obvious that Hephestus boiled and bubbled, just as his name witnessed, sighing and sulking about the injustice.

Suddenly, he is turning towards Demogorgon, who was so sure about her invisible status, and revealing her, grabbing her by the collar!      

“You should think twice before you call me decommissioned and useless, you drooling cloud-gatherer, since you owe even your ability to arise clouds to my technical support. You are just a technology user, and it is my technology that allows you to step up as a mighty emperor! Here, behold, envision your plight, the independent agent Demogorgon has been watching you a long time ago, and you are entirely unsuspecting, unaware!”

An extensive confusion and disorder took place, a messed-up situation without heads or tails, Zeus remained open-mouthed, while from all directions exclamations of surprise were heard. The guards hurried to surround from everywhere the ostensibly invisible monster and prodigy[46] to curtail all his possible escape routes.

“How did you spot me?”, roared Demogorgon thunderously leaving aside the supersonic ululations and releasing again her deafening barks and bellows. Her invisibility cloak had no further meaning, so she showed her repulsive appearance collecting a new round of exclaims, signifying this time embarrassment, abhorrence and detestation.

“Demogorgon, you shitted yourself, you stained your underpants, you reek. What is this stench? Obviously, you relied on nanites and nanotechnology, but I spit on all this. Did you think that ‘kynea’ would make you invisible? Where do you live, in the Middle Ages? Are you forgetting that we are beings from another dimension, consequently having a different quantum signature?  To make it clear to you, our matter is in a different phase from yours, how simpler can I talk? Therefore, what appears invisible in an environment of your dimension, shines like a lighthouse in ours. When the Olympians established themselves in this dimension, they imitated your own quantum signature and concealed their own. But I possess a program of my own, where the two quantum signatures run parallelly, hence, my dear Demogorgon, you are like a fly in the ointment to my sensors!”        

 Note of redaction to the reader: What happened afterwards to Demogorgon and Zeus does not concern us for the time being. It is valid, though, for the freelancer in question that the weed does not perish. She would find some way to come to terms with Zeus to ensure the continuation of her wretched existence, since there is honor among thieves and scoundrels or rather utilitarian cynicism. Maybe she betrayed Tithonus and his associates to elicit Zeus’ favor, although no one would consider seriously the … threat that a group of cripples and abominations are making a move against him.  On the other hand, as we have seen, the worth of espionage and counterespionage is only relative. What more Tithonus and Co have learnt about the company of Zeus through tracking of Demogorgon moves? Did they not already know that the Olympians were vicious bastards, immoral and cynical scoundrels, perverse and power -mongering tyrants? So, spying upon Jupiter and his bunch was vain, just as useless as the motives’ analysis of all the supposed great leaders in general, who throw humanity into a bloodbath without even to flinch, perhaps though in the old age, when they retire, they will go back and forth to their confessor asking for forgiveness and still searching the reason for the bloodsheds they caused.

CHAPTER 13:

          ICARUS’ EXCEPTION

First, let us commit and indulge ourselves in a generous long-term view of the red planet Mars, as it appears from many thousand kilometers. It is red of course, no surprise there, but it is embroidered by azure and green stains, canyons like deep cracks and considerably more valleys and canals, as we picture it in our imagination.

Canals and channels everywhere. When the distance of the gaze reaches the height of both the natural satellites Demos and Phobos and the pertinent artificial ones, one begins already to feel  the sprinkles and the warping whirling dew and coolness of the water vapors, the liquid composition and breath of the surrounding atmospheric layers and the sketched, scratched and fissured image of the harboring life and the creative intelligence (s.s. Schiaparelli, you are too late).

If the descending surveillance dives into a further enhancement of the depth, it will envisage trails of artificial origin, even if they appear organic at first sight. Above all, a black starfish is impressive, reminding melanoma or carcinoma or an unusual tanning or undeletable stain on a brown-green, gray-shaded, walnut-colored, scarlet reddish geophysical map, which is obviously a big city, barely visible amid the thermal waves and the flaming tongues of the desultory entrance into the atmosphere.

And now a new snapshot within a sober frame of flying perspective, where we are cradling and hovering over the monstrosity of the city, according to the actiniform geometrical symmetry of which five axes are distinguished, full of black filaments, roads and channels, arachnoid piping tubes and cablings of any kind.     

          Dino- Pterygium landed on the most distant and neglected part of the red planet one could imagine. Who would care for the singled-out and finger-pointed ship of the handicapped, mentioned just for laughs? To tell the truth, as it descended to Mars like a flaming asteroid, was hit with a rattling machinegun by a patrol vessel, but the dead cannot be killed, and some more bumps and bruises played no essential role to its structural hull integrity. Dino-pterygium was forced to an emergency landing, as it is usually the case in such adventurous stories, and needed extensive repairs. The strains, the adversities, the relentless sufferings and continuous hardships, privations and calamities of the protagonists are necessary and indispensable ingredients for the unfolding of the plot.  

          From the intestines of Dino-Pterygium emerged the Dino- Pleustus (fearful navigator), a submarine, luckily intact, with which they would invade deeper into the central channels and the ports of Mars. It was doubtful if the skill of Dino- Pleustus to dive would be of any use, since the channels were sallow in general, so presumably the tower of the submarine would be conspicuous during the route, in the tradition of the Greek undersea vessels, the fate of which dictates that they exceed the, by definition, treacherous character of their kind and emerge into the light of the surface. Within this frame, one should include subcommander Vassilis Liaskos, who was killed heroically in the Second World War shooting the German raiders from the tower of the submarine “Katsonis” and defending the invincibleness of the Greek Navy.  

      The start channel was twenty meters wide and bordered the slope of a hill. The banks of the canal were wreathed by the usual bushes, fresh and dry moss, thickets and low branches, which were also red on Mars instead of green due to the red dust and the hematite; this facilitates perhaps the scenographers who would like to occupy themselves with the present work and embroider the scenery with a touch of alien exotism.  The valley extended from one edge to another, connecting the lines of the horizons, a blue line amid an encompassing stripe of a drained creek, dividing in two the red circle beneath the celestial firmament. On the point of zenith, a meager pale sun was shining.

Inside the stone walls of the channel, the ellipsoid capsule, the strange spermatotheca, the insectoid husk, which was Dino-Pleustus, was ready to depart. But before that, a last issue would have to be addressed.

          “Warlord Eos”, said Dedalus. “You know very well that this mission is with no return. It is one way ticket, a certain suicide. At most we can hope to find sone super weapon of the gods, detonating it on site sewing destruction and dragging many along to the gates of Hades, or to track that other road that the gods followed to enter our solar system and counter-cross it, so that we leave out of the surrounding shell- dome and participate in or contribute to the cosmic confrontation that is conducted in the extremities of the universe between good and evil. You know very well that there is no win scenario in our case and that we are eventually going to end up dead. We will confront an invincible sea- wood and black coral expanse, because we have learnt since our childhood the phrase of Pythagoras that ‘prudence is power and weapon for the wise man’ but also that ‘near the lungs the sword passes through, for justice cannot be trampled as true; if Zeus violates the statute, Dike must take deeper root, because the gunsmith fate forges it to sprout and shoot’[47].” 

          “Dedalus, give me a break! When we started the mission, we all knew the risks. I don’t follow you, you ‘d better come to the point.”

          “Venerable Eos, no father can accept or acquiesce the certain death of his child. Please, I am begging you, yield Icarus to life. He who brought us here with his navigational skills should leave, should save his soul! He did already enough for people who didn’t even know, for example Tithonus. My child should be saved, continue, has a whole life to live, a boulevard of unbroken dreams to walk. Let him continue his journey!”   

“So, what are you saying, you devil? To let the only young and strong among you walk and continue the mission with one cripple and one old man like you?”

 “Why not? For the better or for the worse, the success of this expedition is based on concealment and underestimation of our mettle by our opponents, not on an open reckoning. You have the strategic mind and muscles equivalent to ten men, Tithonus has the great advantage that he has nothing to lose; as far as I am concerned, you have at your service the absolute specialist in escapes, labyrinths, crypts, underground dungeons and dark prisons. It was I who escaped from the labyrinth of Minotaur, gone airborne at that, without even bothering to remember the corners, niches, turns and impasses that I have constructed myself. After my escape Minos persecuted me up to Sicily. To locate me, he asked everybody to solve the following riddle: He asked the kings to pass a thread from a big cockle like a cochlea. He knew that only my humble self, in other words yours truly could provide a solution to this problem. So, when he presented it to Cocalus, he brought the cockle to me and urged me to pass the thread inside. After giving it some thought, I put some honey on the edge of the cockle and an ant in his opening, tied to the thread. The ant passed through the spiral itinerary of the inner conch and reached the edge carrying the end of the thread through the entire inner side. Minos, seeing the solution, realized that I was hiding behind it and demanded Cocalus to surrender me. Cocalus, who was on my side, offered Minos to rest until he would allegedly carry me before him with a mandatory presentation. Minos, unsuspected, went for a bath and my ally Cocalus drowned him in the tub with the help of his devoted daughters. To make a long story short, you need me, not Icarus, because I am expert at violating locks, entering clandestinely into buildings without anyone to notice, finding ways out and escape routes even in the most desperate cases. Knowing that Icarus is safe, I will be undistracted and provide the hundred per cent of my abilities and worth. On the contrary, if Icarus stays with me, I will direct my attention only to him, instead of ‘my mind being the bridle of the soul’ like Theognis says.”

“The way you put it, mindful Dedalus, I have no choice that to agree with you. On the opposite side to some pedantic councils, which, although they have no other option than to grant someone’s just petition, continue procrastinating and interposing obstacles towards a clean, blameless and unreproachable candidate, I prefer to step back right now, because I see that you are right. Tell Icarus to go away, to run and escape, to elude behind the lines of the belligerent parties and experience an unforgettable and meaningful life!”  

Fearing that Eos could change her mind, Dedalus gave quick instructions to his son, after he thanked the boss for her understanding.

“Icarus, I know that you can repair Dino- Pterygium in a jiffy. So, do that and go, my son, without objecting to me, without even looking back.  Wherever you go, we will always be together! Go and organize nice shows under the Acropolis, make beautiful flights over the Aegean, live your life and eat experiences with a spoon! During your return, you should try this time not to pass too close to the sun, because one should never commit a sin twice; you saw for yourself that in the first time we almost got burnt! As far as I am concerned, do not insist that you can’t leave me, since you know that I have lived my life and only the final adventure remains to give me an honorable end, so that my career ends as it is fitting for me”.        

At this point, we could mention the ups and downs of the argumentation, since the son in the beginning did not even consider leaving the father, but finally he was convinced, when the latter pointed out that his eventual participation would jeopardize, worse even, would compromise the expedition irreparably.

Later, Dedalus made Icarus promise one more time that he would be very careful during the return trip, that he would not fly at any cost near the sun; when the heartbreaking farewells and embraces between father and son as well as between Icarus and the suicide squad took place, Dedalus felt all-mighty and free to act lightheartedly, even recklessly, with a careless temerity, to follow a course of action leading to the most unexpected consequences. He would probably die, but his offspring would survive, a good bargain, a gainful settlement, a profitable transaction with fate! Poor tragic parents!   

CHAPTER 14:

BEAST POLIS  

In front of a slope, in the interior part of a naked rock, ideal for shadow in the desert of thin-corned refined soil with the light reflecting dimly on the joints, the buttoned towbars, the armatures, the articulations and the locks of the submarine, the expedition started.

“Ahead slow”, Eos gave the order to Ehedorus, and the rest would follow with conclusive causality, since the variant of will always interposes and falsifies what at first sight appears to be a necessary, unavoidable and inexorable presupposition.

Dino- Pleustus was in the most distant civilized spot on the planet in relation to Olympus, the terraformed capitol of Mars. It was positioned near a completely chaotic city, where one could easily blend into the crowd of the pedestrians, vessels and ships and remain incognito. The city was called Ktema -Polis (Real Estate Town), because it was formed by the wires, which the first colonists had put on the fields during the first colonization of Mars, when they litigated about the occupation of cultivable land, real estates and ackers without any law enforcement whatsoever. If the diligent and orderly titans still ruled, they would have never tolerated such a mess, but this was entirely indifferent to Zeus, because he was aware of the irrefutable wisdom that, deep down, anarchy benefits tyrants a lot. Besides Ktema- Polis it was also called Kteis- Polis (Comb Town) due to the gold sieves  used in the goldrush by the desperate gold-hunters, as well as due to the combs of the hair- bun   (korymbos hairstyle), but also of the whores’ pudenda, who are an eternal syndicate of conscientious priestesses of the “weaker”- omnipotent sex, serving the most ancient profession, paradoxically enjoying also the approval of the feminists, since the prostitutes are supposed to dispose their body voluntarily for abuse, exploitation or molestation. In the end, however, even the term “Kteis- Polis” was proved insufficient and not entirely literal; as a result, due to the incredible prevailing cyberpunk, anarchistic and autonomous situation, unfortunately escorted by all the conceivable figures of crime and terrorism it was finally turned to “Kteno- Polis” (Beast Town), at least as the inhabitants and the tenants called it.       

In the continuation of the stone canal there were the suburbs of Kteno- Polis, the voluminous bulky graphics of which, as pictured on the screen of Dino- Pleustus, were expressed through various shapes and diagrams, symbolizing from high castles up to low huts and cottages. Slowly they entered the domain of exchange and money-changing transactions, financial services and shops of every kind, especially bars and restaurants. Across the itinerary, there is a suffocating and stifling crowd of people and machines, partly operating and partly simulating, like throughout the centuries is the case. 

At least four of the five extensions of Kteno-Polis are not inhabited by people anymore. Machines have become independent, since one cared about them furthermore. At the facades of the buildings, images are projected, where humanoid sketches are enjoying some kind of happiness, the greatest reproduction of fake news of all times, multiplied by artificial intelligence, which understood early enough how much (wo-) men liked lies and inflated the latter to satisfy the former. Sketches and caricatures, formative and formalistic comics ran on the strips and the screens of the walls, just as those escorting the children-songs “there is a hole in my basket dear Lisa, dear Lisa, a hole” that people say or “line, stroke, line, and the face is fine, put some hair, mouth, nose, now neck and belly pose, hands and feet like arrows, and emerges a man who hallows”, as the more sophisticated titans chanted to their children. Yet, people had left the premises long ago.

There were only half- automated devices or entirely self-dependent automata (auto + metis), facsimiles of sentient life, which executed ideo-kinetic actions and series of movements without any purpose. Barges seemed to plow and clean the canals blocked by seaweed διώρυγες, super-modern digital suction pumps continued to remove methodically, mechanically and unreasonably the red dust, which could not detach from the buildings, compounds, kirks or churches, having covered up everything with wet and rotten moldiness. On the roads, a grotesque caricature of evolution took place, an automated version of Creation. Half-formed devices collided with each other, and either were mutually annihilated or were united, one integrating ingredients, supplements, accessories or spare parts of the other. Through eternal teratogenesis and metamorphosis sick abominations and incredible conglomerations were produced, from which some -the luckiest- could not reproduce, while others created inconceivable monstrosities, miscarriages, abortive constructs, disgusting figments, brutal and raw cruelties that devoured their ancestors and sew unsustainable transitory figures as dragon teeth in their passage.       

All this inconsiderate and deprived of any meaning level was looted by sophisticated machines, lurking and expecting eagerly in shadows and ambushes to slaughter or disembowel, mobilized by indeterminate motives. Some more developed artificial intelligences, either changeable or obsessed, either asynartetic – incoherent or purposeful, either chaotic or planning, either intensified or loosening, either naïve or guileful, chased all machines they deemed inferior. Whether there was a hierarchy or if someone was losing or winning, it was difficult for any war correspondent to find out. Hovering drones or unmanned UFOs and miscellaneous aircraft were guided with remote control by synthetists (computers) not bigger than a mouse, while even an elegant, shiny, properly polished android or gynecoid machine easily proved to be dull, oligophrenic, imbecile, feeble- minded or more commonly stupid   and foolish. 

This cauterized, corroded by acids junkyard was often plundered by wicked and obscene villains, who jeopardized their already debased and forfeited flesh to grab whatever they could from the jungle of iron and silicon. People and machines collide with each other to the death, where paradoxically the former always disassemble and destroy on purpose, while the devises, not knowing what they are doing, capture and then either kill their captives or … perform complicated nanite- surgery save them from cancers and other genetically inherited diseases!

The fifth extension of Kteno-Polis is the abode of the humans. The multiple nets crossing it are not unlike the synapses of the brain. All kinds of good intention circulate and harm, diabolical, slanderous, and malevolent thoughts, although according to Thucydides “it is neither prudent to calumniate each other nor for the others to accept those calumnies”, but even wet dreams or satiation, disgust and nausea due to the dull daily routine. 

The internet of course is globally used and abused, reproducing, extending to continuity, multiplying, perpetuating, codifying and formalizing human needs. The thousand mortals living in Kteno- Polis perform daily via internet endless discussions, exchange information and made more deals than the real trump of United States. Orders, accounts, payments, offsets, compromises, transactions and contracts unfold unhinderedly and shamelessly knowing an unprecedented bloom. Especially the rights of property, usability (usucaption?) and possession are multifaceted, intricate, complicated, multifarious, exceedingly ramified and differentiated, the packing or unfolding, the wrapping or unwrapping of which, as well as their eventual new boxing towards a new transaction or disposal is performed instantly and efficiently through the stock market. Bonds, shares, pawns, mortgages of human organs, where the doners suddenly and disagreeably realize that their liver must be transferred and transplanted immediately and not after death, joint ventures of the future, leasing and franchising contracts, compound interests, interest rates and spreads etc., from where sues, recourses, disputes, unjust acts, crimes, pretentions and claims emerge. But let us not bother you, readers, with the inconceivable complication of the titan’s era, if you have the bliss of living in simpler and not so modern times!

Before Zeus’ conquest, sometimes law stood up and protected the weak. In the time of Jove trials had become a spectacle, a theatrical show, a drama or more appropriately a comedy. The TV spectators did not know or care if the projected story was real or false, true or imaginary! For the public, it was valid that the most outrageous a narration were, the most likely was that it would be believed: “We believe them, because they are unbelievable”. Pythagoras was justified for the motto «Μεγάλην παιδείαν νόμιζε, δι’ ής δυνήση φέρειν απαιδευσίαν»[48], while no valid were the motto of Aristotle “Education is a decorum within happiness and a refuge in misfortunes” and the motto of Sophocles “The only sure possessions are those of virtue”.

          There were two religions. One of Zeus and the Olympians, which was imposed and that of the future Savior who was destined to come sooner or later. The latter was expressed by the monotheism of Islam- Christianism with the incumbent Pope- Patriarch as a head, but, please, see more about this movement in the third tome of Titanomachy, concerning Hyperion’s deliberation. Of course, also some Buddhists, especially Techno- Buddhists were active, emphasizing the technical achievements, but also rabbis- to maintain that Jews would be absent in the time of the titans would be absurd! Funniest thing was that in regard of the postmortem life, many thought that they already experienced it on Mars, that they were already dead and that the paradise or hell or whatever meta-apocalyptic scenery was Mars! Father, forgive them!    

          As far as politics are concerned, anarchy prevailed, but its theoretical fans should not hurry to celebrate. For it was an anarchy inconsiderate and untidy, an anarchy of negligence, indolence and less effort. There was no state, because no one cared to organize it. A mentality prevailed like that of the Stoic philosophers in the Roman Empire, i.e. “get through life without drawing attention”, do not bother since nothing changes anyway, retract the head inside, so that it will not protrude and challenge the warlord of your neighborhood and risk to be cut. If you risk yourself in the open and draw the greedy opportunistic bulimic gazes of the others upon you, onto the protein of your meat and the calcium of your bones, there is no salvation: Because if you stand still, you are doomed, and if you try to escape, they will eventually do you in,  you will run, but you will not get clear, you will fight, but you will not survive. So, little man, be headed strictly and summarily to your hiding place, where you ‘d better wait hooded and equipped with provisions for the ice age to pass and the radiation to dissipate.

          The external periphery of the Kteno-Polis’ nervous system were its sensors, lenses of cinematograph and photograph, scouting devises of chemical reactions and electrical  tension, microphones of registration and transference of sounds, supposed to communicate with some central headquarters, a central tower, where the data would be gathered and evaluated; unfortunately, however, the central skyscrapers or magnificent surveillance domes were empty, there was no supervisor or coordinator, just some computers in a recurring feedback loop, so that the data retrogressed and recycled without a thinking subject, without identity and meaning.   

Anyway, just like the other four abandoned extensions, the fifth leg of the starfish consisted of two kinds of edifices, the built and the grown. The former were constructed of  bricks, legos, cubed stones and plasterboards which angled and buttoned into each other, replaced in the aristocratic residences by overlapped esthetically pleasing superior, even farfetched symmetrical or asymmetrical polygon -synapses, while the latter resulted from the void between two ruins or ramshackle shrapnel structures, had walls only partially and were surrounded by caves, scattered transferred stalagmites or stalactites, convenient bushy rocks or earthquake suffering slopes and crevices, which happened to be in a favorable position to fit together with the building blocks. So, the houses either leaned provisionally on the ground or were stuck and wedged with shallow inadequate fundament or grew like grass and hay from the earth according to the circumstances, in compliance not only to the natural laws, but also those of social dynamics and the chaos theories, which, correctly and properly construed, extend both to nature and society.

The innumerous canals constituted a system of  concentric circles intercrossed by radiuses or diameters, but, please, do not imagine some perfect Euclidian geometrical shape, so much so that even the tributary rivers or the marginal peripheric canals had their own sewers,  affluents, hair-fine capillaries or veins, so that the floaters inside were really lost in the turbulent noise, the panspermic inflationary whirling traffic and the non- encompassed, non- summarized, non- overviewed vast velocities of anxiety, madness and confusion.  

Tithonus was a bit terrified by the sometimes frequented, other times deserted environment and could not distinguish if Kteno- Polis became scarier when the scenery was emptied by people and only the machines left behind or when the crowd returned and there were people and machines all around, amid mist, dust and fog.  

          “Surely, Eos, you are the strategic mastermind behind our operation, but I fail to grasp the reasoning that to avoid detection we should start our march from the most populated and chaotic sector of Mars”.

          “And yet it is logical. Within the general disorder someone can move unobserved”.

          “That would be the case before the AI era. Don’t you see that the heavens are full of airborne drones? All these devices register data, process bulks of information and send them to the central headquarters.”   

          “Where there is no one to evaluate them, to apply to them the category of the essential, deciding what is important and what should be disposed of. This redundancy of data is in fact a deafening sound or background radiation, which disperses aimlessly and returns to the corners wherefrom it went out. They don’t have the means to supervise the countless conversations, interplanetary or not, that cross the space every moment, moreover they do not care. They may have some applications, so that, when certain keywords are pronounced, an alarm of briefing and vigilance is energized, whereby the dangerous word is wrung to various distilleries and filters, where the ideas are tested and censored, but cannot be entirely controlled, because no surveillance mechanism has such capacity. The plan is to hide for a while, to scout and supervise the expedition premises, to mix up and merge with the environment, to keep low profile until we are slowly assimilated by Mars’ landscape, to become one with its prairies and mountains until the time comes to strike”.    

          CHAPTER 15:

          THE OCEAN OF THE NAVIGATORS

          Ocean of Navigators or Nautical Ocean. It extends along the equator for Δ’ (four thousand) kilometers, σ’ (two hundred) klicks wide and eleven klicks deep, across the mesas of the Red Planet, irrigating a large part of its surface. It was artificial with sweet water, a work of Poseidon, but terraforming would not be successful at all, if it were only a quiet swampy lake, no matter how large, or a peaceful gentle creek, no matter how long, but to have an essential ecological impact it would have to be dark, plagued by storms and hurricanes, to have wuthering or tidal waves, to neighbor an abyss and an Erebus and teem with terrifying sea monsters. 

          So, after a long wandering in the canals of Kteno- Polis, Dino- Pleustus slipped imperceptible and unobserved into the Ocean of Navigators like a garbage being led into the open sea, like a pebble detached from a rock, carried away vehemently to the estuary of a river, like an excrement being poured into a sea cesspool, then it dived and traveled in a silent running modus. Of course, at regular intervals it emerged, because it had neither much electricity nor sufficient air nor enough energy in general and needed both the sun and the atmosphere to fill its batteries and its tanks. So, now it sliced like an arrow the light water of the ocean, while big foamy waves washed its bow. Outside the night dominated, but the optical and electrical systems of the vessel produced enough light, so that it resembled a searchlight illuminating the sky with a fast bowlike strife, sending out a cone of light, initially dense and later diluted during the emission, ready to withdraw anytime, if it located another light source. On the firmament squadrons of the Olympians were visible, but they were located too high, almost as high as the stars like a net of geometrical lines, sometimes set in motion, other times immobilized constituting a sort of protective dome over Mars, either they flashed, circumstantially swelled or shrank to extinction level.  Tactical movements and regrouping of the exo- dimensional hegemons’ fleet. Ehedorus and Dedalus guided the ship using with virtuoso’s skill the joysticks and the peculiar heart-shaped bowls of navigation. 

          Since these two exercised the useful authority of navigation, the only thing left for Eos was to worry

          “Dedalus, I do not know if it was appropriate to choose the Nautical Ocean to approach Olympus. It might be best to access it from the north, from the Mare Hellas”.         

          “Don’t even think of it. While in Kteno- Polis our camouflage was based on the large crowd, on the contrary here we are protected by the desolation of the wilderness. Either you stand on the one pavement or on the opposite one, because if you are caught in the middle of the road, the trucks will level us to the ground. The sea Hellas is destined for commerce, not for the ecological equilibrium, that is why it presents considerable traffic and commotion. Furthermore, there is this huge, inhabited islet inside it resembling the insignia of Titans’ Starfleet, which, if Zeus had figured it out, he would have dug the whole islet up! There, we would have been spotted instantly.”

          “You ‘d better look at this half- trapeze desk on your left, at those suspicious luminous readings. I see some strange symbols to jump up and down like hobgoblins, a word derived from Greek kobalos ‘impudent rogue, knave,’ kobaloi ‘wicked spirits invoked by rogues.’”

      “It seems like the fermentation of something big which rises up and towers in the horizon, an extensive vast low barometric pressure.”

          “A storm”, murmured Eos, as if syllabizing some very bad omen.  

          “Well, the Olympian gords are supposed to control and affect the climate since long ago to appease the planet, as they maintain. How do they allow such vast zones of bad weather to appear?”, wondered Tithonus.

          “Tithonus, let us not repeat always the same, because the readers of our adventures will get bored”, Eos answered rigidly. “There cannot be an ecologic balance without worldwide destructions, earthquakes, diseases, famines, deluges and submerges. Even the gods must be cruel and heartless, if they want to succeed something good”. 

          “Besides navigation through hurricanes, we must find a way to surpass dry-shod – in a matter of speaking- the areas stretching on both shores of the oblong Nautical Ocean, where a million dangers are lurking. Their names are threatening, ominous and infernal and, as we know, names bear meaning and weight in the world of titans, just like the important events of life, births, battles, fights and deaths. So, behold the names of the toponymies, through which we will travel: Chrysa, Eos – a district apparently somehow related to you, boss, just as the god Mars (Ares) is related to the planet Mars -, Caprus (boar), Ganglion, Koprates (manure), Ophiuchus (snake), Candelion (torch), Meles (suicidal youth). We should examine thoroughly the significances of the names to anticipate the problems that they pre-announce”.     

          “In fact, all these names refer to the myth of Paladion. Goddess Athene was raised by Triton, son of Poseidon and Amphitrite along with his daughter Pallas. Both girls were unseparated, emulated and competed each other in games. At a certain moment, while they exercised martial arts, Pallas was about to inflict a blow on Athene. Zeus, witnessing the scene and afraid for the safety of his daughter, interposes the aegis (leathery shield) between them. Pallas is astounded, so Athene sieges the opportunity to strike her. Unfortunately, the blow was serious, so Pallas was injured and died. Athene constructed a three times ell-high wooden statue to her honor representing Pallas, having the legs interwoven, holding javelin in the right hand and spindle in the left, and after she tied the aegis on its chest, which took her friend by surprise, rose the statue up to heaven, henceforth being used either by her or by her father Zeus.-

-Paladion was the ultimate talisman. It was entirely and hermetically identified with its protegee, hence the designation ‘Pallas Athene’. Whoever found shelter within it, it was impossible to be harmed. Three principles applied to it: the ‘unconfessed’, the ‘unrelinquishable’ and the ‘inalterable’. That means a) no one should confess that she/he possesses it, b) no one should divest it from another or relinquish it to another and c) if the disposal had been made, could not be reversed at all. If these three axioms were violated – practically the first two-, the enclosed in the talisman figure of Pallas turned into a monster, inflicting madness to whom confessed that possessed and disposed of it and eternal bad luck to whom accepted the transfer. Consequently, Paladion could change owners only through original, not derivative acquisition, e.g. with an accidental recovery, theft, robbery, plunder or snatching away. Only then, it preserved its protective and beneficial properties. –    

          – Later, when Zeus had his eye on Electra, one of the Pleiads, and she took refuge in the statue to be saved, the god, enraged, since he got tired to persuade Electra to leave the protective cage, so that he could finally corrupt her, cast Paladion to Troy. Yonder, King Dardanus found it, who later married Princess Chrysa, and since then the clan realized that they enjoyed the luck of the devil living entirely happily and sheltered. Yet then, queen Chrysa fell in love with a merchant, Timagoras. After their affair crossed all the stages, through which a relationship often passes, and reached the non-advanceable and beyond, the illegal couple acquired an unprecedented intimacy. Within this frame and as a highest token of love and trust, Chrysa thoughtlessly confessed to Timagoras the existence of the horrendous Paladion, moreover relinquishing it to him with the words ‘my love for you is so deep, that I cannot tolerate a shadow or a mystery between us. From heaven fell this invaluable object to me and my husband, this invincible vesicant, blister agent and amulet. I surrender it to you, to dispose of it as you please, and this action is the proof of my unrelented love for you’. Chrysa pushed the Paladion and Timagoras received it. Then, Pallas of the Paladion was revived in her monstrous version as Ophiuchus and Snake and told Chrysa: ‘And I have loved you too, but you confessed my existence, revealed our secret and that sealed our destiny’. Chrysa, affected by this unexpected encounter, found recourse to her lover to be relieved. Yet, as soon as the luminous, delicate -curled, white- winged, rose- wreathed, rose- ankle, gold-bridled, gold- throned, gold- sandaled, rose-fingered, saffron- veiled Eos rose, Chrysa saw Timagoras, at least as far as her view-angle was concerned, to be transformed into bore -caprus in Greek, goat in English-  let us not forget that ‘capr’ means ‘penis’ in Sanskrit, moreover into a bore full of abominable ganglia, i.e. mucous flesh and hernia of tendonous husks or articular clusters, while his poured sperm became, instead of river Euphrates, river Coprates (shit-river). In a frantic situation Chrysa started to scream until the nurses came, tied her with great difficulty on the stretcher and put her in a straitjacket. Even then, Chrysa beat her head on the pillow and howled emitting foam from the mouth and shouting: ‘but he is a monster, don’t you see it?’, but of course no one else beside her could see Timagoras as a monster. –

          -Owner of Paladion became now Timagoras, who could not explain the series of calamities that persecuted him. Later, Timagoras entered a new affair and developed a liaison with the musician Meles. One night, as his feelings had reached an unprecedented height, he disclosed also to Meles the existence of the omnipotent Paladion and offered to donate it to him However, Meles was devoted only to art and had no other interests, so he denied the offer as indifferent to him and sacrificed to the god Anteros (opposite of Eros). As much Timagoras insisted, the more Meles detested the artefact in question, who as an artist had presumably perceived the diabolical nature of the item. Finally, the denial of Meles to receive the paramount offer of Timagoras led to their separation. Given, however, that the principle of non- relinquishing was not violated, Timagoras despite his disappointment, condescended to return it to Troy after all. Yonder, it has always its revered position as an omnipresent and all accomplishing amulet protecting Troy from any evil, which means that its conquest by Heracles was not bad at all. We must add however that, although in our Creation the Trojan war has not yet happened, in other Creations known by epic songs, it has already occurred; in those Odysseus and Diomedes infiltrated Troy and snatched the Paladion through original way of acquisition, i.e. theft, therefore its energy was transferred from the Trojans to the Greeks and tilted the balance in their favor”.   

          “What an incredible story”, Eos consented. After she silenced for a while, she said: “Nevertheless, I fail to see how it is the related to what we have to face in this inhospitable ocean”.                

          “It is known, warlord, that the planet Mars is famous for its illustrious princesses. They are beings resembling our sirens, i.e. they are raw- eating cannibals, that’s why one must not be deceived by their pleasing appearance. The not immediately recognizable hazardousness of them is the most plausible explanation as to why they are able to coexist harmonically with the other horrendous creatures that dwell here. When an unsuspected vessel passes from their islets, where they stand and wait like immovable dolls and theme park’s puppets, they are neither trying to seduce the travelers with their song  nor are wondering like gorgons if king Alexander is alive, but they are asking other questions according to the axiom of Antisthenes that ‘the investigation of the meaning of words is the beginning of education’, whereby the respondent should strictly refuse honoring the tradition of the Paladion, the ‘unconfessed’, the ‘unrelinquishable’ and the ‘inalterable’. If the traveler turns out to be a loser or a compliant, they are imposing easily their dominance reaching from slavery up to devouring as an immediate consumption. On the contrary, the forceful refusal enchants them and they let the wayfarer continue his journey”.            

“Hm”, thought Eos “in front of those princesses, the tongue should not run before the wit. “Who posits something, ought to interpret it. Followship brings friends, but the truth brings enemies. According to Aeschylus: ‘I praise the tongue that has a good reputation, silences where it must and mentions what is important’. Theognis says: ‘Πολλοίς ανθρώποις γλώττη θύρα ουκ επίκειται αρμοδίω και σφιν πόλλ’ αλάλητα πέλει’[49]. Socrates says: “Ράον αν τις διάπυρον άνθρακα επί γλώττης κατάσχοι ή λόγον απόρρητον”»[50]

CHAPTER 16:

CATO THE MARTIAN   

 
       “Gaia delenda est”,[51] the big- stomached Cato the Censor coughed drily and shouted stretching his back and both instinctively and proudly, his huge belly protruding, arousing the crowd of the amphitheater from its seats. Of course, there were also those who represented opposite political convictions and got hoarse trying to be heard.

          “You don’t know what you are saying, even the word ‘Gaia’ o the word ‘deleo’ is Greek, derived from ‘deleterious’, poison.

          Among those present, unknown between unknown, Eos and Dedalus attended the conference, while Tithonus stayed in the ship along with Ehedorus, not to draw attention with his abortive disability. They endeavored to overcome their fear and disgust, since all those around them were no different regarding exterior appearance, but they could easily be cannibals, just as traditionally was their princess Seleastris.     

          Cato was not at all disturbed and smiled. He knew that every day he gained new followers, they mocked him always less and they heard him with more attention. He remembered very well the time when he had begun his campaign against Earth, the ironic smiles, the sneery muffled laughs and the jolts of the heads. At the beginning, as he passed in front of the other representatives, he could not fail to notice some frigidness, a certain tightening, as they greeted him. Some had insinuated then that he had urgent need for medical attention, instead of setting that agenda, but now they all attended with proper seriousness.

“Caveant consules ne quid detrimenti respublica capiat”,[52] Cato said again with a Stentor’s voice, looking each of the congressmen in the eye and enjoying his superiority.  

A new wave of enthusiasm packed his followers. Cato the Martian waited first until the cheers abated and then continued.

“You will wonder, of course, why I insist on such a bloodthirsty and hard appeal- insist and not persist, since insistence is a virtue, while persistence is an obsession. I assure you that the first time I uttered this sentence, my heart tightened, and my intestines twisted out of disgust. I am a Martian, just like all of you, and I consider murder as the ultimate evil and violence as a method and manifestation of animals. Yet, just like every realistic person, I reserve ana recognize to our leaders like Seleastris the faculty and facilitation of cannibalism – anthropophagy, so that she may protect our interests”.

“You minion of Zeus”, shouted Eos to provoke reactions and to rouse all audience members who did not consent to tolerate the establishment of the Olympians.

Cato got serious:

“Is it possible and wise to question Zeus, who brought eternal peace in Mars through the god Mars? Jove and his followship through their presence and domination gave value and substance to our world. “Nec deus intersit, nisi dignus vindice nodus“[53]. Zeus brought us civilization and his super-modern technology, exactly because we had the prudence and the foresight, not to resist. On the contrary, let us view Earth. It resists constantly and in every possible way the enlightened leadership of the Olympians. The Terrans and their avantgarde, the titans, destroy, torture, kill, cancel the works of the Olympians, refuse to gather even some laurel leaves to honor them. When the first radio-waves about the Earth resistance reached us, we did not want to believe that there is a tribe of sentient beings, devoted to attack, to murder, to torments, to theft and barbarism. I denounce before you the titanic movement that denies obedience and submission to those benevolent and trustworthy creatures of the other dimension. Titans are in fact the maverick of the solar system, “rara avis in terris, nigroque simillima cygno”.[54]

-We are men and women, and nothing human is alien to us![55] When our antennas caught the first TV emissions about the terroristic titanic movement, our jaws dropped! We searched for a logical explanation for that outburst, a justification – please, spare me at this point the titanic hairsplitting arguments that there is a difference between explanation and justification. Yet our eyes verified what our ears could not doubt, and what our sensitivity instinctively abhorred was imposed on us by the irrefutable facts. I don’t need to analyze the horrendous pictures that we receive from the blue planet, so insulting for our esthetics! Murders, murders, murders, due to negligence or intention, immediate or eventual, or to premeditation to such degree that one is forced to conclude that violence is the only reality of this planet. And don’t think that violence applies only to the resistance against the gods (r.n. here Cato elevated drastically the tone of his voice), because it applies and is exercised firmly also among people, man against man, nation against nation, mother against child, always and everywhere violence and death!”         

  “These things happen also to Mars”, “You are a populist, Cato!”, “You said that you will not analyze the pictures, so how comes that you analyze them?”, sporadic opponent voices were heard, incited and instigated by Eos and Dedalus.   

“I, a populist?”, swelled like a peacock the demagog Cato. “You are the one ignorant.’Scribimus indocti doctique poemata passim’[56]. Should our religion include, accept and take care of all lames and cripples? Do you doubt that the Terrans have developed an atomic bomb to use against us? Everybody knows that they have a nuclear program enriching uranium! All you pacifists always maintain that the battles of Earth are not of our concern. And yet they are, because sooner or later they will be relocated to our domain. Some of you, progressive jelly-dicks with lukewarm philosophical views, have pinned on me circumstantially the nickname ‘Cato the Censor’.  Well, I accept the name! Just as Cato said about Carthage, I say that Earth must be destroyed.  Not in a month or in a year, but now or even better yesterday! Not because of what it did or keeps on doing to itself- I agree that this is an internal affair-, but in view of what they are going to do to us. It is obvious that they threaten to disrupt our way of life, to undermine and torpedo our truth with their low sordid life.[57] That is why the solution is the preemptive strike, we shall reverse the maxim and we shall  impose our truth on their life, export our much beloved peaceful regime to them! [58] Yes, I will continue to preach all this until I persuade every one of you that the war against Earth is unfortunately the only option. “Gutta cavat lapidem non vi, sed semper cadendo”.[59]»

Cato sat down at his place. What followed was not usual polite applause or rejective silence depending on the circumstances, but an enthusiastic standing ovation, a real storm of cheers and approval. Even the more reserved towards Cato’s rhetorical show off, appeared convinced by his ridiculous arguments, because -let us not forget – diligence persuades not, while persuasion is not diligent. Eos, seeing that there was no reaction from any part of the amphitheater, decided to speak up, since very simply put, silence was not an option! Drawing benefit from the democratic character of the titanic era, she just gave a false name and began to talk, without anyone demanding credentials from her or objecting that she was never previously seen.        

“Venerable Cato, I am one of those individuals who, even if they know that they cannot prevail in an argument, draw a little satisfaction by stating their opinion. Regarding especially what you said in your last expression, there is a dialectic answer for every colon or semicolon of it, which I would like to submit to you. First, I would like to point out that you are lapsing continually into methodological and epistemological mistakes. You say that you will not analyze something and yet you analyze it. Then, you present yourself like the drop that slowly carves the rock, so that you may appear as the epitome of stability and consequence, while on the contrary your viewpoints are a bunch of fireworks, which you are launching blindly like uncontrollable missiles, hitting both the nail and the horseshoe with no consistency.  But let us refer to what is essential: In the relations between the countries just as in the relations between men there must be objective criteria defining conducts, or else it is impossible to build a worldwide society. One of the criteria characterizing a war as just or unjust – because even the war is subjected to law, as it results from the conventions of not- bombarding the civilian population and for the humane treatment of prisoners – is ‘who started the fight”. The man who wages a ‘preventive war’ in fact just attacks and declares first the war against another nation. Whatever justification one invokes, that is not going to change, because in fact it is an explanation, not a justification. Whatever happens has an explanation, but that does not mean that it is also justified.

-Wars have always imperialistic purposes, either expansive on the ground or exploitative of resources and raw material. They are supposed, however, to be declared for two reasons: a) that the neighboring state does not consent to commercial or other agreements of common exploitation regarding minerals, rare earth elements etc., being targeted by the attacking warmonger and positioned on the ground of the sustaining the attack. In essence, the attacker complains: why don’t you lend weight to me, why don’t you appreciate me enough, so that we can make a deal? Here, Cato, to speak in your language, it is valid the ‘inter enim arma silent leges’.[60] It is unacceptable and immoral to exercise violence, so that I am forced to agree with you, just as you can never make me love you inflicting on me injuries with a molesting behavior, b) The second reason brought up by the attacker is his fear that the opponent will eventually hit him, that’s why he is hitting first! In those cases, the sustaining the attack usually differs from us in the religion dogma or in the constitution and has the general tendency to be so much different from us that she/he gets … disconcerting as to be considered a potential future enemy! Here, the difference is deeper than in the previous case, because as religious and constitutional concerns and stirs up the inmost nucleus of (wo-) men and strikes or doubts their very moral fundament. It is as if the hunter says to his prey: are you not ashamed for wanting to attack me? At this point of course the answer is easy, i.e. “αιδούς παρά πάσιν άξιος έση, εάν πρώτος άρξη σεαυτόν αιδείσθαι”,[61] as Theocritus says. Everything else is hypocrisy”.  

          During the whole time of Eos’ speech, Cato and his fans created a terrible pandemonium, they booed, made noise, trampled and stamped with the feet.

          “Well, you cannot deny that they are belligerent, while we are peaceful …” 

          “Yes, we are peaceful, simply because we have been submitted. The Terrans, especially the currently most developed part of Earth, which is Greece and its particulate city-states under the leadership of the titans, did not cause any hostilities, on the contrary they sustained attack by Jupiter and his band. Of course, it is valid that ‘no one is fool enough to prefer war over peace’ according to Herodotus, but let us also not forget ‘one omen is best of all, to fight in the defense of one’s country’ (‘εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης’) or as it is said in your language ‘dolce et decorum est pro patria mori’[62]. ‘Παντ’ αγαθοί τολμώσι, δειλοί δε εισίν ουδέν ουδαμού’[63]; furthermore, ‘it is natural for someone to plan the salbvaton of one’s country through reason and cunning’ (“εικός δε παντί και λόγω και μηχανή πατρίδος ερώντας εκπονείν σωτηρίαν”) according to Euripides. ‘Emulating the best, and considering that happy are the free and free are the brave, do not underestimate the hazards and the benefits of war’ (‘Oυς νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον  κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους’) says Thucydides, who also defines which are the terms of waging a successful war, whereas war is not the evaporation of non- combatants through launching of missiles, but the battle in close quarters, where and only bravery excels both of men as also of women. “Νομίσατε τρία είναι του καλώς πολεμείν, το εθέλειν και το αισχύνεσθαι και τοις άρχουσι πείθεσθαι”[64] (Thucydides). But also, Democritus does not disagree: “Από ομονοίας τα μεγάλα έργα και ταις πόλεσι τους πολέμους δυνατόν κατεργάζεσθαι, άλλως δ’ ου”.[65]

          “Now, that’s enough with the titanic proverbs, give us a break, cut us some slack”, ululated Cato. “What do we need all this stuff, we have arts and literature, we have ‘otium cum dignitate’[66]».

          “We have absolutely nothing. Arts and letters were not brought by Jupiter from the other dimension, those occupy themselves with eating, drinking and reveling in the smell of grilled meat that tickles their nostrils. On the contrary, it is valid that ‘Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Marti’[67]. Of course, this was done because evolution proceeds neither through parthenogenesis nor through inertia, but through constant and exhausting fights according to the ‘war is father of all’ by Heraclitus by individuals that face difficulties, but do not accept them fatalistically, neither acquiesce nor get disappointed, quite in the opposite they fight to overcome them. ‘Poverty and deprivation are the mothers of invention’. Our ancient Martian language was enriched with thousand Greek words, extremely appropriate both for science and art. The various field and track events of Greece amuse us, no matter if the Olympians try to usurp them calling the games Olympic. Chariot races, horse races on the hippodrome, stadium, boxing, and pankration. The arts of Greece gave again life to our thoughts, offering us new figures, forms, ideas and directions. Our dusty libraries got full of a thousand books on city-states’ issues, democracy and the titans, who represent the aristocratic and meritocratic elements of democracy, of their theater shows and tragedies, which do not need to invent new heroes, because the archetypic ones of their mythology triumph and suffer, fight and are defeated every time in a different way. Let us be grateful for the extraversion and the mentality of the Greeks to expose all to light, to publish and not keep anything hidden, to disrupt the secrecy and the reservedness of the priesthood and to notify any invention or discovery, every idea or notion, until even the last (wo-) man learns and profits from them! Who is the sector that is not affected by the influence of Earth? Our doctors use methods of Aesculapius and Hippocrates to save lives of Martians. Our sanatoria follow the recipes of Eleusis’ and other mysteries to cure the patients with the method of cataplexy, vibration, shock and commotion. The music works of the Terrans fill up the halls of our concerts and their songs are whispered in all assemblies of Mars or are song loudly in a state of … intoxication. I mentioned only a fragment of the endless treasures that Earth donated to us along with its valorous selection, namely Greece. This Earth and this Greece are the ones that you want to destroy? Maybe, their unabolished optimism, the “θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον”[68] alienates us, the fact that they never quit, that they always continue, that despite their disputes they unite in the crucial moment, that they consciously practice the stereotype ‘it is allowed to fall, it is imperative to rise again’, just as all stereotypes, because they believe them, they do not see them as something external to them, but glance themselves in them. How is it possible that we are pondering to attack against thinking and fighting people? How will we be able to sleep calmly again, if we exterminate them?”

          At this point Cato the Martian intervened and uttered the populistic, demagogic and shameful argument performing a profane reversion.

          “How will we be able to sleep calmly again, if we don’t exterminate them?”

          The discussion risked reaching an impasse, but now the time has come for the princess Seleastris to intervene in the tradition of the Martian leaders who followed the dogma of Paladion.   

          “We have heard enough and now is the time to reach our final decision. I believe that the last lady who spoke, although I don’t know her, followed the gentle tradition of Paladion, which inspires and directs every Martian since ever. Eventually, it is a mistake to pursue what is primarily available and opportune for us. Here, we must adopt the titanic tradition, because it is an indispensable part of the Martian cultural heritage. In our case, at first sight, it is deemed imperative, it seems attractive, it appears beneficial to attack Earth, without considering the long-term consequences both for them and for us, which exactly the very reason, for which we must not do it. This is the case, because the recklessness of many undertakings resulting to an uncertain and often nightmarish – destructive impact teaches us that success and happiness lie in self-restrain. Martians, through an attack against Earth we have many to lose and nothing to gain. If the gods will it, let them strike Earth themselves; we have no reason to disrupt the way of our life through a war, and against a persistent opponent at that, just as the titans are. As a leader with wide horizon, I do not hesitate to adopt two of their popular proverbs, i.e., the motto of Democritus: “Ην μη πολλών επιθυμέοις, τα ολίγα σοι πολλά δόξοι”,[69] but also the one that says: “Σωκράτης ερωτηθείς πώς αν γένοιτο τις πλούσιος, ει των επιθυμιών, έφη, είη πένης”[70]». 

CHAPTER 17:

NO TEARS FOR THE ECCLESIAST

From the spaceship Dino-Pterygium the submarine Dino-Pleustus was born and from it the shuttle “Ditch-Jumper”. Surely, the last, as its name signifies, would prove to be extremely useful in an area of Mars called Chasm of Right -who knows why – and forebode jumps over pits, craters, trenches, chasms and other challenges, posed to the travelers by Mars. So, the vessel began to wriggle in the red soil, and jumped like a flea, only if that were necessary. The sand, full of oxidated iron, put a strain to the suspension, the caterpillar tracks, even the springs of the jolters – catapults, through which the Ditch – Jumper hurled over the canyons. Since Eos liked the convertible cars with detachable roofs, she had opened the glass cover ignoring or even provoking or inhaling hedonically the dust, even if it entered through the guidance diopter, even if it shoved itself into its elegant necktie.

Eos, swaying and panting like a little donkey riding through the Himalayas, being constantly kicked in the seat of her pants, she continued her jumpy ride tormenting the pedals, both the accelerators and the brakes, changing velocities, molesting the clutch, while the screen in front of her projected continually alternative maps. The desert was red and dead without even cactuses. She passed the brow of a hill, she extinguished through reverse course a lateral wind, she circled around a natural stone pyramid and saw the minion of the Matriarch, who had asked for her help, to wait for her. She had Theobroma (chocolate) cheeks, multi-colored, frequently changing eyes, perfect teeth, shortcut hair.

“The Matriarch is waiting for you, rose- ankle Eos”, she said, choosing from all embellishing adjectives, adorning Eos, the most discreet and esthetic, since it referred to her ankles. “The holy texts are at your disposal to construe, a thing of course which is an originality and a daring act of the Matriarch, since, as it is well known, the holy texts are not subjected to interpretation”.

Eos took her in the vessel for a ride, as if she had hitch-hiked and, together, they entered deeper to what was named in a complicated, sophisticated and ostentatious way Domain of the Law Chasm Committee.

Later, she was found in a round room, perhaps fifty feet in diameter, and of about the same height, lighted by a great window opening on a sky of intense blue. Swallows flew back and forth, twittered (forerunner of the … Twitter) outside, giving quick, joyous cries. The minion of the Matriarch had disappeared und was bound never to be seen henceforth and ever after. She was one of those expendable stuntmen of the dramatic adventures, whose exclusive functionality was only to be killed in action (r. n. in the modern science-fiction stories the analogy is the so-called redshirts, the sentinels or the security- members of a starship, who eagerly escort the captain, even Prometheus himself, to various planets and fall easy prey of the indigenous life-forms, providing the captain with the unique opportunity to cry over spilt milk and say after the event und -alas- too late the classical but for the victims useless punchline: “Taurokathapsian histolytic bloodsucking worms. I should have known!”.  

The floor, the incurving walls and the ceiling were of a kind of veined marble-like porphyry, paneled with a strange metal, paler than gold, darker than silver, clouded just then by the early morning mist that came in through the window in great puffs.

Eos staggered toward this window, drawn by the freshness of the breeze and the sunlight, which was trembling and chasing away my dreams, penetrating the room with an illuminated dimness like a protruding bosom. She leaned her elbows on the balustrade and could not restrain a cry of delight. She was standing on a kind of balcony, cut into the flank of a mountain, overhanging an abyss. Above her, blue sky; below appeared a veritable earthly paradise hemmed in on all sides by mountains that formed a continuous and impassable wall about it, a real earthly paradise extended to the outer limits of the horizon’s circle. The peaks of the mountains which towered on all sides were completely covered with snow. A garden of Eden or of Champ Elysee or of Nephelococcygia, according to one’s worldview. The palm trees gently swayed their great fronds. At their feet was a tangle of the smaller trees which grow in an oasis under their protection: almonds, lemons, oranges, and many others which Eos could not distinguish from that height. That was a typical vegetation of the holy lands. One could also mention the all times’ classic broad blue stream, fed by a waterfall, emptied into a charming lake, the waters of which had the marvelous transparency which comes in high altitudes, great birds, which flew in circles over this green hollow, the red flash of a flamingo in the lake, but nobody  wants that this report reminds a scientific or pupils’ expose.

All these ingredients within a bright transparent atmosphere composed something so pure and such a marvelous beauty, that the poor nerves of Eos couldn’t compete, were overloaded, uncapable of assimilating the shining illumination. She touched her forehead on the balustrade, wept due to the diffused brightness deeply moved, and turned her eye-bulbs again towards the room to spare them.

The strange room was furnished in an Earthly fashion. There were indeed, here and there, round leather cushions, brightly colored blankets, carpets, hangings. A half-open panel in the wall showed a bookcase crowded with books, exposes, treatises and expertise reports. A whole row of pictures and masterpieces of ancient art were hung on the walls. Finally, there was a table almost hidden under its heap of papers, pamphlets, magazines, mainly with the holy texts of Mars. Let us say at this point that the inhabitants of the Law Chasm had engulfed the religion of the Fish since long ago, which in every Creation appeared powerful and attracted many fans. Even if you save or help only one man, it matters, that is why Christianity, but also Islam as its more simplistic version will never cease exercising and inspiring enchantment and fascination and the message of the Evangelium will never grow old or be erased.  Even though among antagonistic spiritual movements religion is something that usually prevails, in the future or past world of the titans it was exceptionally in a great crisis. To fight against the arbitrariness and the absolutism of the Olympian gods, the dragon- breed of the titans had given great emphasis to logic and that is always bad for the religion. Nevertheless, the Islam- Christianism, mainly due to the leg of Christianity, which was more rationalistic, since some of the prominent fathers of the church were logical philosophers, battled fiercely to survive.

The main issue of Christianity is that the “love each other” is too vague and is susceptible to mediation, indirectness and specification. What does it mean to love others and like yourself at that? Maybe, the simplest interpretation is, instead of fishing for him or donating him a fish, to teach him fishing. Also, forgiveness, which is preached and promised by Christianity, implies some problems. Can I be corrupt, vile, depraved, lustful, adulterous, murderous, a thief and a crook, and then repent, confess and receive the holy communion as if nothing had happened? Yes, but the penitence must be genuine. And who knows that? Since the priest, no matter how many assignments by divine powers or competences he carries on, is prone to mistakes, only God knows the whole truth. God as what, as something external to us, as a high despot who distributes forgiveness according to His whim? If God does not participate in us and we don’t participate in God, then where does our responsibility, the cross of our will and the tragedy of our freedom lie, which consists therein, that every choice commits us henceforth irrevocably? And if we receive a truth from above, without to participate in its formation, would that not cause an unprecedented fanatism and intolerance, would that not forge the belief that we have some kind of exclusive contract with God and the holy mission to spread His one and only truth, without to accept any deviation of differentiation? Those were, for the most part, the objections of the titans against the religion of the Fish, which, as we have already constated, did not diminish at all its drastic influence, but also its indubitable contribution to mankind’s elevation. The titanic thought will never cease to hold against the gods dictating external orders that: «Ουδείς ελεύθερος εαυτού μη κρατών.  Ταύτα μεν ούτω ίσθι, κρατείν δ’ ειθίζεο τώνδε· γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείης τε και θυμού· πρήξης δ’ αισχρόν ποτέ μήτε μετ’ άλλου μήτ’ ιδίη· πάντων δε μάλιστ’ αισχύνεο σαυτόν»[71] (Pythagoras). «Δει τον ευ φρονούντα τον λογισμόν αεί των επιθυμιών κρείττω πειράσθαι ποιείν[72]» (Demosthenes). «Δυοίν λεγόντοιν, θατέρου θυμουμένου, ο μη αντιτείνων τοις λόγοις σοφώτερος»[73] (Euripides). “Benefaction, honor and punishment constitute the life of men” (Theophrastus).

          In the continuation, Eos was led to Matriarch’s quarters, which were a rather abstract version of all stereotypes, that the titans heeded about the tents of the tribes of East, Israelis, Arabs, Persians etc.  to have been like. It was all frescoed enameled brick, peaked like a huge tent, with glassy ceramics and metal objects, animal-skin and animal-fat troweled representations like gray-blue scars, that looked as if they had been laid on the walls with a palette knife. The Matriarch, named Cratesipyle, had also cheeks with a lot of ink and melanin (maybe also melatonin for nice dreams in the evening), shiny, all-black eyes scintillating, robust deeply planted teeth despite the old age and snow-white hair. With her rainbow of voluminous skirt, she looked like an inverted punch bowl set atop a cushion. She wore a crinoline with the metal rays of a parasol. 

Accepting the obeisances of Eos, she said:

          “Are you the poet?”

          When the Martians spoke of poetry or poets, they meant interpreters of scriptures, commentators or text scientists, construers or glossators. A poet is born, an orator becomes one”, answered Eos.

          “The best news I heard lately is that you decided to engage yourself to our benefit and I thank you for that, because I have secret information of who you are and what you represent”, continued the Matriarch Cratesipyle. Then, she made a pause to underline that after the courtesies, she was ready to cut to the chase. “Our archives are very old. Our whole literature refers to our religion, which is something like the religion of the Fish, one of the prominent on Earth. It is the narration of the ‘lamb taking away the sins of the world, who gave himself as ransom for all’. And it is so relieving if someone takes away our mistakes and our sins. Unfortunately, in my culture, the Chistian religion has been misunderstood and has created a pessimistic suicidal mentality, as if the members of our race hurry for death to come, so that they may envisage God who will forgive them for their crimes and misdemeanors, which they have yet to commit. Since they know that suicide is a sin, they have fallen into a passive inactive situation, pondering consciously or subconsciously that the negligence of themselves will lead them to the death rather sooner than later. So, thromboses and wounds due to lying down have begun to manifest in my people. We need an injection of optimism. Knowing that you, the titans, are ruled by a positive mood and a joyful representative worldview towards life, I consider that you, Titanis, are extremely suitable to provide an alternative interpretation of our scriptures, which will put us out of this misery. Of course, it is required that you have some knowledge of Christianity, but I know that you, titans, are mindful of many and forgetful of nothing”.     

          “I will do what I can”, answered Eos. “We, the titans, always adopt a positive approach of things. We urge ourselves, instead of booing from the tribunes, to enter the field at last. If we allow the worst to deal with politics, what chance have our country or our state? Even if we pose one pebble in the right direction, it is a decent reward! There were never paradises, there will never be, only people that do the best they can under adverse circumstances! We go together with Aristotle saying: “Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής”[74], but also with Solon: “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός ύπεχε!”[75] (r.n. what an ingenious proverb!). Of course, freedom of will and the pertinent assumption of responsibility do not benefit, if they are arbitrary, but only when they comply with previous cardinal principles. “Μέγιστον αγαθόν μετά νου χρηστότης. Πας ο μη φρονών αλαζονεία και ψόφοις αλίσκεται”,[76] as Menander says”.  

          Later, Matriarch Cratesipyle escorted Eos into a maze of corridors and apartments until they reached the main library. Eos looked around with the greediness of the titanic love of learning and registered that behind the decoration a very elaborate system of esthetics was hidden. The ceiling was vaulted and corbeled; for another, there were side columns with reverse flutings; The texts were included more in wrapped papyrus than in paperback books in today’s concept of the term.  

          So, Eos began to research the scriptures of the Martians. The contemporary means of technique provided her with the possibility to deal with a great volume of texts in a reasonable time- period. The story of the sacrificed lamb was so amazing that even the titans had nothing to object to or find fault with this unrepeatable narration, except perhaps regarding the exact meaning of the proclaimed love. She observed, however, that the Martian texts had a strange spin, not exactly towards death, as the Matriarch thought, who had no references to compare or to express analogies regarding her own beliefs, but rather towards vanity, vanity, all is vanity. The analogous text from Earth’s literature was Ecclesiast, of unknown origin, for which the only known thing was that it circulated and inspired various nations and peoples during many Creations. So, Eos would try to find ways through Ecclesiast’s text to elevate a different perspective for those praising God, a view-angle that would incite to action, instead of resignation.   

          She saw in front of her and read loudly, thinking aloud, the inspirational text of the Ecclesiast: «Ρήματα Ἐκκλησιαστοῦ υἱοῦ Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ ἐν Ιερουσαλήμ. Ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης. Τίς περισσεία τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον; Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται, καὶ ἡ γῆ εἰς τὸν αἰῶνα ἕστηκεν. Καὶ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ δύει ὁ ἥλιος καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἕλκει· ἀνατέλλων αὐτὸς ἐκεῖ πορεύεται πρὸς νότον καὶ κυκλοῖ πρὸς βορρᾶν· κυκλοῖ κυκλῶν, πορεύεται τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπὶ κύκλους αὐτοῦ ἐπιστρέφει τὸ πνεῦμα. Πάντες οἱ χείμαρροι, πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔσται ἐμπιμπλαμένη· εἰς τόπον, οὗ οἱ χείμαρροι πορεύονται, ἐκεῖ αὐτοὶ ἐπιστρέφουσιν τοῦ πορευθῆναι. Πάντες οἱ λόγοι ἔγκοποι· οὐ δυνήσεται ἀνὴρ τοῦ λαλεῖν, καὶ οὐκ ἐμπλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως. Τί τὸ γεγονός, αὐτὸ τὸ γενησόμενον· καὶ τί τὸ πεποιημένον, αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον· καὶ οὐκ ἔστιν πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον.[77]»

          Indeed, the main idea was synonymous to the repetitive and meaningless excerpt of Aineias: “There will be another Tiphys and Argo will again carry selected heroes, there will be other wars, and the great Achilles will again be sent to Troy”. This was precisely the distillation of all Martian poems and literary works, vanity lurking everywhere, directing people to resignation and awaiting of death. She thought that a solution would be to read this passage in front of Law Chasm’s assembly, only to relativize it in retrospect, diluting it in the inconceivable plenty of the infinite creation of the titanic literature, which supported another, contrarian, active and competitive mentality.  

          So, in her speech towards the Law Chasm’s assembly she said among others the following words: “… We also had on Earth circumstances and facts that led us to fatalism and a sense of absence. For us, titans, fate is the magnitude that tests people whipping them with unexpected and unforeseen events. From the way the subject will react to all this her/his worth will be judged, and that is the tinder and the imprint of God. It is true that many of us have sustained things so terrible that we wonder if our life is of any value. Let us admit, however, that life has also sides or moments that surprise us agreeably. Happiness is always short, but beside it there are also other genuine and intense feelings, which are self-fulfilling, inspiring and animating complements of the sternum, such as enjoyment, amusement, pleasure, satisfaction, wholeness, knowledge, capture of even one grain of truth, even sorrow, where someone, although he feels his/her heart squeeze, yet rejoices,   because one is after all a human being and is able to understand one’s fear and pain and that of the others. This is the joyful sorrow, as the Christians say. Thus, all of you having a death wish, deny life, deprive your descendants of all those gifts, which you yourselves have felt and enjoyed, lying blankly to the next generations that these do not exist. And when I speak of descendants, I do not refer only to the few kids that you allow to be born, but to all the potential offsprings of your genetic pool. You do not have any decay, decline or degeneration of the genome that could justify your low birth rate or demographic deficiency. And if you limit yourselves, only to wait for the delights of the afterlife without to fight, be assured that you will not find what you look even there, because in fact you do not look or search for anything …”

      Then the Matriarch Cratesipyle said something that Eos didn’t expect.

       “Words, words, words, that maybe of some value, but are all the same to us, because our race does not operate through theory, but through practice. And practice says that whatever action we assume, we harm our fellow men through words, deeds or thought according to the Christian dogma. Even the slightest transaction contains the danger or rather the certainty of inequality between the mutual commitments. In this respect, we do not refer to a subordinate relationship of employment or to an erotic liaison, companionship or kinsfolk, which implies as expected power and control over another’s body. To merely live is an injustice and ‘there is no man who is without sin’”.

          The Matriarch clapped her lips hedonically and continued:

          “Considering that we have provisions to live, obtained by nature without harming the ecology, there is something compatible with the Christian religion and not harmful at that and that is procreation, bearing of children, the pleasure of having good children. There, perhaps the theory of you, titans, has something to offer, because your dialectics entangle and join subject and object anyway. To know something, you feel obliged to conquer it, to enter it, to grope it, and this is what you call research. Your civilization is explorative, thus penetrative”.

          “This is of rather symbolic character”, said Eos. “The invasion is theoretical, not practical…”

          “We have no use for such distinctions. For us everything has a practical impact, and the teachings come from practical doctrines. Ergo…”, continued the Matriarch with a lustful mien, “if you teach us the penetrative, infiltrating  practice of the titans factually and in action through a sexual act, this will give us new motives, elan and wings to our tribe, so that it will thrive and perpetuate at least, which is by no means bad…”.    

          “That is not what I signed for, as I was assigned the mission of the encouragement and psychological elation of your people and lies clearly beyond the terms, conditions and specifications annexed to our agreement. Matriarch, you fooled me and involved me in an ambiguous story using me as means to achieve your purpose. The only thing that remains to tell you is ‘evil be to him who thinks of evil’, ‘impertinence is the greatest malady among men’ and ‘no one is heard alleging one’s own turpitude’”.

          Suddenly, the mien of Cratesipyle became pathetic, pitiable, lamentable. With heart-rending, distressing countenance she said:

“Titanis, what have you to lose from an erotic act? We haven’t seen something like that for many years, from the time that our tears were tears and were not vaporized in the hot cinders of the unrequited lovelessness. Among us there is also a male specimen, a male archetype, which we think is going to touch you. We are contemplating your robustness and muscles, and we are taken by vertigo, when we are pondering on the juices and the saps that cross your flesh. An erotic act is not going to consume your conspicuous and attractive blossoms, will, even more, not disturb the unseen parts of your soul; A great characteristic of it is that after its conclusion the two participants are not worse for wear, unspent, unharmed and eager for new adventures. The Delphic maxim says: ‘Do not mock the misfortunate’, so, don’t hurry to judge us, since as the Lord says: ‘Don’t judge, so that you will not be judged.’ So, if the voyeurism or pornography as erotic intercourse is something that can inspire people and give us a motive to be covetous of life, then why not? Pornography is a conspiracy in the candlelight of the stars and a photography as sign of the times, it means rebellion, desperation, darkness and magic”.

“Now, let us be serious here… you are asking me a sexual intercourse in public view. I agreed to do you a favor, but such a request exceeds too much the ordinary path, is an exaggeration and for us titans the motto of Euripides is valid: ‘Τα δ’ υπερβάλλοντ’ ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς’[78]”.

“It is not hyperbole for us, but a new beginning, a new pulse of heart, a buzz and a thumping of the artery for all to see and admire the wonders of earth and love …”, was heard from the depth of the ballroom, where the Martian Astraeus popped and leapt out, a big-sized lover with a huge belly that paradoxically was not repulsive but appealing and an woodpecker organ corresponding his formidable dimensions, he was the punching fist and the fulfillment of Law Chasm. He was tall and stout, two meters ten centimeters, overweight and obese, but the calculation of his kilos was not one of this dizzy moment’s priorities. Why was he not repelling others despite the belly? Because it was entirely clean, shining and flawless, unstained, without scars from wounds, warts, pimples and swellings.

Some began to cheer with goggled, greedy and encouraging eyes, other seemed scandalized, other appeared distrustful and reserved and other appealed to the intruder Terran titan to go straight back to hell, from where she had apparently emerged.  

“The fate of our people depends on that. We like what we see, let it proceed, we want to watch it!”

“How is this going to benefit us? If they do it, it is good for them, what have we to gain?” 

“Titanis, go back home, get your ass to your own people and let us be!”

“Titanis, you offend us, unless you are willing to do it with me instead of Astraeus!”  

 “What are you?” an impressed Eos addressed Astreaus, “Are you the guardian of the temple, are you the templar?”

“Should I willy- nilly hold an office, Titanis? Should I obligatorily represent an institution? Is it not enough that I am a horny fornicated aroused Martian? Is it not enough that those around us look up to us hoping to begin a new life, sensual but not less Christian, compatible with love, summarized into the ecological precept ‘make love, not war’?”   

At this point it is imperative to talk a little more about Eos. Her weakness for the mortal, small-sized and meager men is well-known. You all have seen her frescoes, depicting an enormous woman grabbing a small man like holding a baby to take him to her lair for the usual procedure. The taken at each particulate time is not a star of some kind, usually nobody knows him, but nevertheless he enjoys the favor and the preference of the huge bossy matron. On the contrary, the big men were not of her liking at all, because he saw them more as antagonists and opponents in battle, villains coveting confrontation, usually described with the barbaric designations “bully, hillbilly, redneck, rascal”, words of both mysterious and unwanted etymology, than lovers. So, he envisaged also this putative presumptuous lover as an opponent, as a challenger posing her in front of a great deed or labor, a mountain she was tasked to overcome, a seaweed monster she had to face.  On the other hand, she could not confront him in battle, because she owed the leaders of Law Chasm for allowing Dino-Pleustus to cross their territorial waters, and had promised to carry on this strange assignment imposed on her. This mission reminded the children’s fairies, where the king asked someone to make him laugh, and in fact it was just that. Fancy someone to assign you the task of giving him again the joy of life, without compromising his religion or beliefs. Summarizing and coordinating all those reasons, Titanis decided in the end to condescend to this “gender act”, proposed to her by the Martians almost peremptorily, after they usurped her kindness, her benevolence, her good-naturedness. But that did not mean that she was willing to sacrifice her morality. Alas, she did not feel any moral commitment towards her previous lover and now multiply crippled and monstrous Tithonus- such fidelity could only be considered as a joke or a travesty under the current circumstances -, but rather towards the moral principles that all the ancient world explored and developed manically. But how would she reconcile all abovementioned factors?  To be continued on zour screens.      

The feverous, horny, fire-cracking bulk -God, it is already hot today- fell on her in an effort, not only to seminate, to germinate but also to humiliate her. His mighty hand dropped heavily on the neck of the Titanis, on the larynx and her carotid like an iron bar and a sledgehammer threatening to crush her. The Titanis, however, heaved her elbows, as she had learnt in the Martian arts, delivering dynamic blows on the chest and the stomach, ensuring the vital space which would allow her to rise again, even if the giant were to suffer from a heart attack or a sudden brain stroke and pressed her down with his incredible weight. Afterward, Astraeus seeing his male power being questioned, gave two or three slaps on the face of Eos to bring her to her senses and confirm his dominance, as only men know. To his great surprise, the Titanis answered with a karate chop on the back side of the Minotaur head, escorted by a thundering clap of the hands on both ears simultaneously, making the beast grunt.

“You stand down, step back, you, sanctimonious whore of Earth, and deliver what you promised. How do you dare hit me?”

«Ίνα γαρ δέος, ένθα και αιδώς. Αλλά τον αιδέομαι και δείδια. Τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκεν βροτών;[79]», answered the Titanis without even to sweat.   

“You, wicked Terran, are you speaking of shame in a sexual act?”, Astraeus got indignant and vexed. “Let me implement on you what is valid since the ancient times, let me exercise on you the right of the stronger, let me ordain you as my priestess in the way you deserve according to the holy unchangeable traditions of men!”. 

«Το απ’ αρχής ανυπόστατον ου βεβαιούται ως δίκαιον τη χρονία παραδρομή»[80], answered the Titanis.

 The act of gender, also an act of evil genius, as well as a competition of hate and hatred with merciless beating and blue contusive bruises continued. It was apparent that the fat giant tried to penetrate the daughter of Earth in any conceivable way, but his enormous pole was repelled, chased and ejected by the excessively tight pudendum of Eos, who had the ability and the training to control it and tighten it at will. The seriously wounded egoism of the huge man continued incessantly the attempts of invasion, because the Titanis irritated him even more, as long as she resisted. And she had such a wild beauty with her loose curled locks of hair, her tall stature, her hanging but strong cow breasts and her endless legs, the copper- colored rose-ankle fluorescent figure, chiseled in the rim of the starlight. In the end, however, the huge dragon uttered a frustrated voice and retreated.

“Aaaaah” he moaned.

He turned to the assembly of the Law Chasm, where one could only see saliva flowing from doddering lips and goggled eye-bubbles like eggs with a microscopical stigma on the shell. Like eggs, just as eggs -let it be of an ostrich- and not rocks were the testicles of Astraeus which in the mercy of the superior female proved to be fried eggs, egg rolls, egg whites, devil eggs, omelet eggs, poached eggs, benedict eggs,  steam eggs, scotch eggs with or melt yellow cheese or rice or bacon or corn, with yoghurt or quark or tomato or caper.

“Assembly, I strongly protest before you. This barbaric, rude and cruel Titanis repels me as if her fissure were hermetically sealed. She let on purpose my manhood to intrude up to a certain point, then she closed her pudendum and almost split it in half! Is this the joy of life promised to us? Finally, you, manslaughter, man- deceiver and marriage-wrecker, what kind of a creature are you?”

“I am a barbarian; you said it yourself. Just as barbaric is the gender act, if it is not escorted, animated and completed by feeling. It seems that you yourselves have never studied the Scriptures of your religion, that is why, what you are afraid of most of all is your own founder. Have you not read that procreation, impregnation and fertilization without love is ‘sounding brass and tinkling cymbal?’ Of course, I as a titan with many incisions on my sword from many killings -all in battle- and a lot of cuts on my chest – all in front just like Socrates in Potidaea, I am certainly not the right person to teach you the love that your religion preaches, besides I wouldn’t want it, because I believe steadfast that ‘to whom belongs the country, belongs also the religion’. However, I wanted to show you that, as Menander said: “ουδείς εφ’ εαυτού τα κακά σύνορα σαφώς, ετέρου δε ασχημούντος όψεται”[81]. You endeavored to exploit my helping mood, and I proved to you that this is not possible, or else has a price and many consequences. How you are going to approach love is your own affair. As I said, we titans are not specialized in that, although we take pride that we are doctors of many sciences. Yet a good road and a good way of love is perhaps the feeling of shame, to be ashamed, thus, also to respect the other before and afterwards your interaction begins. I have a snapshot of classical Greece to offer you: “Πυθιάς η Αριστοτέλους του φιλοσόφου θυγάτηρ ερωτηθείσα ποίον κάλλιστον χρώμα, έφη το δια την αιδώ τοις ελευθέροις επιγιγνόμενον”»[82].

          Later, Matriarch Cratesipyle bid Eos farewell.

“Rose-fingered and saffron -veiled Eos, we thank thee.  Thou gave us what we asked for, moreover indirectly, according to the tradition of the Paladion. In our blindness, arrogance and self-conceit, we asked for an inappropriate thing, but with your wisdom you understood that we needed another medicament, and you provided us with it. Forgive us for trying to manipulate you. Yet, you were the only one who could disrupt the manipulation and see through our suggestive, spurious, almost autistic behavior things that we ourselves never suspected. I believe that adding shame to our attitude, as you have taught us, we will be able to experience Christianity”.

          “It is amazing, if you consider that I have no education whatsoever concerning that religion. I do not know the Evangelium, but sometimes an external factor with a fresh view-angle applied on the subject, understands maybe more than the believer who had so immerged into it that he can no longer distinguish the commandments of the religion from his own needs”.

          The Matriarch and the Titanis shook hands in the old way, one embracing the arm of the other above the elbow.

          “I hope that Astraeus did not take offense at my actions”, said Eos laughing.

“He told me to convey the message to you that you are the victor in the private little war between you. So, rest on your star- embroidered bed, warrior Eos, knowing that you tamed the greatest beast, the mightiest champion of Mars who knows also to bend the knee and to bow before his betters”.        

CHAPTER 18:

THE BEASTS OF MARS

Opening remarks of the chapter: We all have heard about the Eleusinian mysteries to honor Demeter and her daughter Persephone. To avoid repetition, as well as unsubstantial and unnecessary details, we refer to any manual concerning Greek mythology. From the infinite things that one could go through, but has neither the time nor the mood, is that the entrance examination for someone to be enlisted to them was named Minor Eleusinian. This took place in February in Athens (near today’s Panathenaic stadium). Then, the preliminary indoctrination was made for those who would be the future acolytes for the Great Eleusinian mysteries. So, the potential adepts sacrificed to the Goddess and the daughter Persephone, purified themselves and received some initiating information or guidance for what was about to happen. The Great Mysteries began on 14nth of the month Boedromion (third month of the Attic calendar, devoted to God Apollo, lasting from the first Moon of August until the new moon of September) in Athens and ended in Eleusis after nine days (a reference to the nine days, during which Demeter searched for Persephone before she returns to the Underworld).

During the festivities nobody could be arrested whatever the charge. The adepts were strictly forbidden to reveal what they saw or heard in the processing of the Mysteries. Due to this strict secrecy, we know nowadays very little about what happened in this ceremony. All we know are the three words signifying the procedure of the Mysteries: Acted, demonstrated, recited. These three words mean things that were done (ceremonies), things that were shown (holy objects), and things that were said (holy words). Whoever dared to violate the pact of silence, was subjected to a death penalty.

The heroes of the present story, however, living in the time of Titanomachy, knew that the Eleusinian Mysteries were a neuropsychic therapy, a series of healing tactics for the soul, implemented not only in Eleusis, but in all Asclepieions (ancient healing temples) of Greece. The latter were in fact psychiatric therapeutic centers, ideal for the staggered nerves and the psychic exhaustion of the space era people, who lived incredibly fast, hastily and constrainedly in an extremely complicated and frustrating environment, in a boiling and inflamed world.

One of the Mysteries’ methods was to expose the patient to optical and acoustic stimuli, random arbitrary increase- decrease and uncontrollable projections of sound and light. The patients-acolytes were lying on properly clothed benches and padded tables and let radiation from roof- hanging quartz lenses flood their bodies. After a while, the brain began to slow down and the glandular balance to tip. The radiation tinkered gradually with nerves, reflexes and metabolism, while a pleasant exultation occupied the body as sweet numbness.  

It was called “Damalis” and meant homecoming, return journey to the redeeming primitivism. To free themselves from the sickness of stress amid conflicting circumstances the adepts took refuge into zoomorphic conditions that provided them with a mitigating psychic alibi. It is not only allowed but also presupposed for animals (Damalis) to follow and surrender to the inner commandments of their instincts, to lose themselves in the languorous orgasm of a cow, and thus through the pertinent sensual decompression to avoid worse situations, i.e. psychosis, sexual perversion, depression. So, it is said that when the queen of Cyprus, namely Aphrodite, when she perceived that some of her priestesses showed fear and aversion towards the male sex, i.e. an unforgivable androphobic behavior, especially for her standards, «αυτάς μάχλους ειργάσατο»[83] to overcome their phobia. Of course, this therapy had also side effects, since as Hesiod says: «Είνεκα μαχλοσύνης στυγερής τέρεν ώλεσαν άνθος».[84]

In the best of cases, through escape into primitive life the well-fed rosy bodies of the adepts ended up playing and quarreling amid the trees, incongruously dressed in sheepskins and colored rags, and their only care was henceforth food, love and decoration of the woods with laces and fancy ribbons. In the worst of cases, the women who feared the men and the men who feared the women like Hippolytus were possessed by insanity and hysteria, trotted as Apollodorus says about the daughters of Proetus, whom we are going to mention again in the followingly recounted “Complete Titanomachy”[85], singing day and night and eventually returning home at some hour,  disheveled, raped and molested with shredded clothes. So, sometimes in that epoch, the believers of “Damalis” went extremely back on the evolutionary long ladder (“damals” as the German say), from where there was no inversion or new redirection to the healthy state, as the automated global positioning system does, and that is essential for the continuation of our story.  

So, reader, will you be surprised if you learn that Eos was addicted to “Damalis”? You should admit that this escape into primitivism was fitting for her to elude the current torturing worries of the present. In an environment of primordial jungle, it was easy for her to exercise her muscles at the expense of the other society members without remorse, inhibitions or other behavioral deterrents or safety valves, defined in the moral codex of the titans.

In a country of the Red Planet called Lithonion, Eos followed a Martian, Trophonius, into the ancient desert seas, the dry dead sea bottoms, the barren and wasted pits of darkness, the strained wringed wells, presaging the future drainage of the Nautical Ocean of the Navigators. Ribs of chalk and coral gleamed here and there, pushing through the lichens like bones through the dried skin of a man long dead.

Among the mountain- foots and the dead sea there was a city, low, amphitheatrical, always dropping, following the receding water down the slopes of the old coasts. From this height one could see the outlines of five harbors, their great stone docks still standing, enduring time, but where the sea would normally begin, now gaped the emptiness, from where one slipped onto the lower built harbor as foot, fundament or oblique extension of the previous one and so on. These anchorages were abandoned successively, as the sea receded deeper, until it disappeared completely through the fissures of the ground. Houses were built to fill up the intermediate gap, but they too were abandoned in their turn for the transition to an even lower level. We saw something like the seven cities of Troy, structured one over the other, not discovered by an archeologist’s pickax though, but through sinking of the ground and geophysical corrosion. Now, the sparsely inhabited town coalesced along the lips of the abyss, where there were still buried springs and gargling water, the bottom of which led and poured its content to the Nautical Ocean or rather to what was left of it, since, as it appears, Mars has been in the past a blue planet, but now evolved to a barren surface and domain, a presage of future desertification, even without a heat wave. There was something infinitely sad about that thin dark line of the hairy mossy walls around the last carcass of a previously far more extended ocean. 

When they descended deep down, the wind blew thin and dry and dust rose in clouds around their feet. The town spread ahead, dark and stony, sprawling upward towards the cliffs, cold in the eerie light of the twin moons of Mars. And the city’s name, as Trophonius said, was Pros- Eleusis (place of arrival) or Pros- Erpusa (creeping) and through word corruption Proserpina, because whoever searched for it either came forcefully or crawled to it with desperate expectations or expected desperation. 

They walked beside still black water, on paving stones worn hollow by the sandaled feet of countless generations. Even at this late hour, Pros- Eleusis or Pros- Erpusa did not sleep. Torches burned yellow against the chilly night. Somewhere, a double-banked harp made strange music.

Lithe lean men and silent women with catlike fiery provocative gaze watched clandestinely from the high windows Trophonius and Eos. On the narrow- paved uneven streets of the old Mars the particulate sound of the low canals was heard, the rustle from the rich- flowered wreaths – coverings of men and the lustful music from the whispering and chiming little bells that the women wear, braided into their dark hair, hanging from their ears, chained around their ankles.

This Pros-Eleusis that could under the proper circumstances turn into Pros- Erpusa was a rotten and corrupted town, ancient and wanton, but not exhausted or scooped out, because behind the walls the pulse of life thumped and throbbed, strong like the knocker of a door, hot like an erotic exhalation. Trophonius installed Eos in a prayer chapel built of carved stones, bent or undermined or even sucked from within by the burden of history to the point of becoming hollow. Here, it is obvious that many travelers, tired from the journey, enthusiastic visitors in view of the drug -administering with a twisted mind at the prospect of the debauchery, prosperity and excess, lovers and rivals had lived and loved and died in violence. The blood and tears of centuries had dried in the cracks inside Cyclopean walls. The rugs, the tapestries, and the furnishings were worth a fortune as antiques. Their beauty sometimes stressed the opaqueness of waste, other times the brightness and the glitter of the relentless emery of time.

“Titanis, rose -ankle, rose-petal, saffron- veiled etc., you are clearly not satisfied with the version of ‘Damalis’, destined for the tourists and offered in the great cities, but you long for something more powerful, that is to taste the life-changing experience in its insuperable potence. So, I commit myself to granting you what you paid for”.  

“To say the truth, Hypo- Trophonius (undernourished)”, said       Eos, constructing a pun from the telltale meagerness of the Martian race, “the quartz crystals that you provide in the commercial and developing cities are a big fraud. Their illumination does not reach deep into the veins to cause the bubbling and the fever of the primitive life”.

“Don’t you worry on me, big-sized matron, sturdy, voluptuous and well-formed – γεραιτέρα- [86] lady, there is a very big gem where I am going to lead you, one of the three oldest and most unwrought ever that have remained in Proserpina. It has been carved by the old ones, only they knew the secret of the material’s effect and the plump but nevertheless ingenious cut of its sides. Sparks with invisible energy like light, immensely more influential and multi-appliable, are emitted from the roof and flicker on the stone walls of the bestiality’s cell. Gold and orange and greenish blue little flames, the set the mind on fire and burn the heart.”

   “If that is the case, you, ungodly, impious, stingy and avaricious merchant, petty pitiful pathetic salesman, counterfeiter, peddler and commuter, falsifying forger, what is the stuff that you sell in the big cities of the present, what kind of radiation is the one crossing the crystals of your commercial centers in the prefectures’ capitals, which is supposed to bring alacrity to your suckers paying customers?”    

“As I have told you, the secret of the projectors is no longer accessible. It is some kind of cosmic radiation. We have replaced the prisms with ordinary quartz crystals, releasing and channeling enough radiation to have a significant effect, enough to be attractive, but also tolerable and harmless for commercial use.”

“You, who are you, if we may ask?”, wondered the Titanis.  

The laugh of Trophonius was heard malignant and malevolent like the one of hyenas. “Terran, we … Mars!”.

Once more, the inconceivable complexity and infinite quantity of the conflicted interests within the solar system crossed Eos’ mind. Despite the Olympian gods’ occupation, one should never forget that Mars never identified itself with Earth but had its own targets. Mars (Ares) had its own religion, a kind of diabolical gods like the Olympians, perhaps that was the reason for accepting their dominance unprotestingly, while of course some parts of it had adopted Islam- Christianism which never is absent in any part of the universe, being the salt and the spice of every world. The new people across the solar system used to accuse the titans of their identifying characteristic that, to know something, felt the urge and the tendency to enter and penetrate it, to conquer, to grope their way, to explore it from within. While the Olympian gods were way more unhesitating and far worse than the titans, the new people colonizing the solar system accused the latter! They mocked and ridiculed mercilessly the tendency of the titans to improve somewhat the world through their Delphic precepts and their philosophical questions in the name of the equivalence of all traditions, promulgating that the titans had no right whatsoever to intervene in the practices of other peoples, other nations, other planets, even if despicable atrocities were conducted in them, since they should respect the local customs and traditions! Surely, any kind of offensive war to propagate … democracy is condemnable, but a reasonable fight with modest, moderate and moral means for more justice and equality should be allowed to the titans, as it was allowed according to the standpoint of the new people to commit innumerous crimes within the territorial integrity of the societies invoking their tradition. This inference is fortified and affirmed furthermore by the fact that every cultural tradition often develops and turns into nationalism or religious fanatism, which are entirely offensive streams tolerating and accepting nothing different. So, eventually, sooner or later, the nationalists and the religious fanatics will not restrict themselves to their territory, but they will attempt to spread around their “truth” to the whole ecumene. That doesn’t mean that we support any kind of preventive war against them, but they should somehow be made aware and assume responsibility for their actions beyond the stale ramshackle justification that they follow their tradition, that this is what “their God” has taught them. After all it is valid what Epicurus said: “I despise gods for evident reasons” and “not the one is unholy that questions the gods of the many, but the one who connects the opinions of the many to the gods”. During discussions with enthusiastic young men, who criticized the fighting and indomitable mentality of the titans and sided with the various nationalisms and religious fanatisms maintaining that the instrumental and penetrative logic of the titans is responsible for their genesis and promulgating publicly their right to be protected from any questioning, dispute or debate, Eos used to present the following argument: If on some planet there are eight hundred million crazy and looney- ticks, superstitious and nationalists, who slaughter each other in the name of their “truth”, even if it is revealed that behind all this the guilty is a capitalist, a virtuoso of wealth, who pulls the strings, calls the shots, plots and conspires for economic financial reasons making the nations gutting each other for the food of the master, and even if the particulate guilty croaks or is put to death… or to suicide, the madness and the paranoia will still remain, despite the guilty had been punished. And this planet will not be a domain, which became victim of economic exploitation, capitalism or imperialism or expansionism, but a planet, where fanatics dominate and exterminate each other, whose only difference that the ones have a black strap on the right side of the face and a white on the left, while their adversaries have the straps vice-versa. Then, the problem of the planet in question will not be capitalism, or expansionism, or economic exploitation, but nationalism and religious fanatism.  

When finally, Eos was exposed to the full radiation of “Damalis”, she felt it flooding her brain and observed her mind as it successively jolted, disgusted, revulsed, hid, surrendered, begged and in the end accept.

Flames danced, blazed down upon her and melted her flesh like a torch, incandesced and red-hotted her mind and her blood. There was no relation whatsoever with the triste pitiful substitute administered to the naïve tourists of the commercial and developing cities. The provided pleasure was scandalizing, dazzling, intoxicating, exciting, insuperable. The body of the warrior began to move in the thick mud, to wring within animal skins, to roll in hide- rugs, to wriggle with intensive convulsions, to immerge into the most unconfessed and unholy delights, to peel itself from above like a Hesperides apple, until only a core of unadulterated pleasure remained intact.        

From a certain point Eos was not sure about nothing, except of the harsh realization that she was in a big trouble and that her obsession to test the genuine “Damalis” was a bad idea. Her mind rocked, and there were periods of darkness. When she was conscious, she felt that her senses were obtuse, muffled and dull, and when she recalled her memories, they seemed to be more confused every time. Then, she thought that one of the stones had rolled back to reveal a screen or a keyhole of a voyeur, from where a dignified face looked at her, watching as she bathed naked in the radiating warm flame of the “Damalis”.

A woman’s face of a Martian, high-bred, with gentle and delicate stature, as if a doll of a samples’ glass vitrine gets alive through addition of abundant features and a coating of paintbrush and artistic pencil, arrogant brows, and red lips like a bitter-sweet passion fruit to kiss and bite greedily. Her eyes were dreamful, reflecting the distant haze of the morning sky, out- worldish, alien, proud, provocative, despising, scornful and challenging, unbeatable like death. 

Who was she? She tried to withdraw some knowledge from the troubled ocean of the mind. She should be Anthippe, one of the fifty female parliament members or ministers that ruled Lithonion in an alternating row and now it was her turn. Or were the fifty a council of electors, who elected Anthippe as the current hegemon? She could not remember exactly the constitution of Lithonion, everything was blurred and equivocal. And of course she didn’t recall all the names of the councilors, only that they represented every age gone through by a woman from the early years until she becomes a doddering old magpie. We, however, from the high watch tower or the low prompter’s box of the writer, can assist the memory of Eos reminding her and the readers of all the names of Lithonion’s major council. 

α) Aglaia, β) Aeschreis, γ) Anthea, δ) Anthippe, ε) Antiope, στ) Argele, ζ) Asopis, η) Elachia, θ) Heliconis, ι) Exole, ια) Epilais, ιβ) Erato, ιγ) Euboea, ιδ) Eubote, ιε) Eurybia, ιστ) Eurypyle, ιζ) Eurytele, ιη) Hegesippe, ιθ) Hesychia, κ) Eone, κα) Hippo, κβ) Hypocrate, κγ) Iphis, κδ) Calametis, κε) Kerthe, κστ) Clytippe, κζ) Laothoe, κη) Lyse, κθ) Lysidice, λ) Lysippe, λα) Marse, λβ) Meline, λγ) Menippe, λδ) Nike, λε) Nikippe, λστ) Olympusa, λζ) Panope, λη) Patro, λθ) Praxithea, μ) Procris, μα) Proole, μβ) Pyrippe, μγ) Stratonike, μδ) Terpsicrate, με) Tiphyse, μστ) Toxicrate, μζ) Phyleis, μη) Chryseis, μθ) Xanthis, ν) Oria.

Of those, the most hideous and infamous was of course Aeschreis, so much so that in that era the names had a specific weight and a moral imprint, while Exole and Proole were also guileful and unreliable just as their name (destruction) signifies. Of course, all were distinguished in the erotic … riding (hippodrome’s) achievements, that is why most of them had in their name the word “hippos” except of the current leader Anthippe, which apparently was the opposite of the “hippos”.

  She spoke to her with a siren’s voice, mild, kindly, mellifluous, full of sweet and relentless magic.

“Titanis, fat vixen, are you happy now, as you feel the orgasm of a cow surrounding you from everywhere?”

“Yes”, she said with audacity and erotic dizziness striking down her buttocks on a spot, however, where no Priapus existed but only the grim stones and an illusion of hedonism channeled through internal images. Afterwards – and that is a cute and humorous snapshot –she was suddenly illuminated by a flash of shame and titanic shyness, so she completed her sentence pumping up a phrase from the most forgotten drawings of her education: «Ή βαρύ φόρημ’ άνθρωπος ευτυχείν άφρων[87] (Αισχύλος)»

Anthippe burst into sarcastic laughter.

“You are strong, you bloody shrew Eos. You are a good beast of burden, a pack animal to load, an exemplary and ideal porter for carrying baggage and freight, a coachman’s donkey not panting and not gasping under the weight of the shipment. You will amuse us enough until you retro-evolve or devolve to the level of an ape or rather a gorilla in your case, from those that the Phoenicians have spotted in Africa. I bet without fear or hesitation that you have the necessary vital saps and juices to live as long as it takes, and I am looking forward to the moment when you reach the end of your search. So, begin to crawl down with the belly, lick the stones of Mars like a slug, which, since Mars is far older than Earth, were there even before the apes of Earth learn to walk”.

The crowd watching the impious show were more than excited and off the hinges in a delirium tremens out of perverted revelry, some of them caressed their pudenda or even masturbated.

“Whip her, prickle the ape, o what a powerful robust female gorilla that is, make her roll on the ground! What thighs, what mighty legs, what long feet. Make the Damalis (‘cow’ in Greek) crawl before us, make the subaltern low life, the outsider, the whore, the concubine of Earth bow before the grandeur of Mars!”   

Despite the ostensible cutting off every sense, a wild mob howl deafened her.  But where was she? In a zoo of spectators -voyeurs?

She suddenly realized that she was not anymore in the stone chamber, but in the open crawling in the tradition of Pros- Erpina followed -escorted by a crowd moving like one supple creature, animated by the hilarity of the Couretes and the Korybantes. Had this rogue and savage crowd even paid for a ticket? Surely, they had not left their personal items in the vestiary of the entrance, since torchlight flashed from knife-blades, spears, jewels and shining glitter and the small chiming bells, and the points of the deadly spiked knuckle-dusters. Moreover, long black tongues of whips appeared in the hands of some, who did not hesitate to use them imprinting a geophysical map of red cracks on the perfect alabaster back of the Titanis, since, as we have pointed out, until then all the scars and the wounds were located on her chest, on the front side.  

          And they pricked and incised her body, with whips and knives and pointy spikes, but also her spirit with jeering and mocking, so that she may crawl on the roads of Pros-Erpusa under the surveillance and the leadership of one of the fifty princesses, a younger this time, who knows who among the many she was, in a procession like the Sorrowful Way of Christ, except that in the sky did not weep a sad moon, but raced and laughed shrill like hyenas the two vicious and vengeful ones of Mars.  

            Eos of course fought them, she tried desperately to come to grips with any of them, even to scratch some exposed flesh, but each way she turned she was met by the lash, the blade, the crippling kick and the hovering spittle. Blood ran like a river, the blisters on the back multiplied and there was no scientific doctor to rub an ointment or apply a classic plaster for absorption of cysts and bubbles, a vesicant (eating glove in Greek).

She craved to kill, and the lust of killing was redder and stronger within her than her blood that was spilled or was about to dart. She tried to hook or angle herself from something, but the hooks were external and tore her body; she wanted her hands to become engraved scissoring daggers, but the daggers were external and cut her incessantly, thrusted into her. She wanted to whip someone, but she reeled under the pain of whip blows, she was torn and driven back, dragged down by the lashes curled around her throat.

They let her run along the crumbling paths, up and down the twisting alleys that reeked of ancient crime, but not too far to be able to escape to the abandoned canals and the freedom of the sea bottom beyond. Here, at the absolute bottom, although the harbor was younger due to the vertical corrosion, the devastation was more intense. It was only logical that the inhabitants dwelled in the more ancient layers of the town, because they were closer to the sun, just as the sprouts of the plants get taller to meet the invigorating radiation of the star. Here, at the dregs and the sediment of the world, one saw rusted extensions and threatening protrusions that caused tetanus to the titans, imposing looming docks with the oxidated stripped roasted decayed bollards and the scars of moored ships still on them, oblique and bent on the dust, the mud and the sand.  

There was no life here, it got lost or migrated to the higher layers, the superior levels, the upper sediments searching for the sun. The wind had scoured and polished the empty houses, smoothing the corners to roundness, hollowing the doors and windows.

They walked here upon the bleached bones of their planet on thick dust and marble piers where the archons of Mars had moored their galleys, and later the ir sailing sand-ships, of which the very marble was shattered under the heel of time. In all the scenery there was no sound but the whispering of little bells that was like a silent litany entering already into a creepy and unpredictable twilight zone and is afraid to be heard. The young princess with an expression at the apogee of impudence led the irresponsible crowd, unaccountable for its actions. This whole messy situation with the princesses of Mars has gone too far; they had become too unrestrainable and that contravened every sense and every concept of law and order heeded by the Titanis. With a frozen belly and lungs panting and gasping for air, she had still the strength to confront her tormentors with her views, addressing particularly the princess:

“And Creon asked: ‘Ου του κρατούντος η πόλις νομίζεται;’[88] And Aimon answered: ‘Καλώς ερήμης γ’ αν συ γης άρχοις μόνος’”.[89]

“Δημώναξ ερωτηθείς πότε ήρξατο φιλοσοφείν, ‘ότε καταγιγνώσκειν”, έφη, “εμαυτού ηρξάμην’”.[90] That was what Tithonus monologued, as he entered unmapped territory to find and bring Eos back. “I shouldn’t let her leave. What kind of an expedition member are you, Tithonus?” he said and laughed at his impotence. What kind of mission’s lieutenant are you? He thought and laughed even more. What kind of a lover are you, albeit an ex? He asked himself and there he burst out laughing. Do not worry, never fear mighty Titanis, I, the deformed one from the laundry bucket …  eh sorry of the resuscitating chamber, I will save you! O my goodness, what is this strain, today, he reflected. I keep telling jokes on the row, hopefully it will turn out for my good! But it serves us right, since we tried to find an easy way to continue our relationship.

These and those Tithonus mumbled and ruminated, as he pushed painfully his long right leg in front of his left one dragging itself. And, since he did not deign to hold a cane or clutches or wear knee braces and move like a lame duck, he moved right and left his right hand with the small finger – thorn and his left claw to achieve a precarious balance on an irregular ground.

“If you demand that the others are held accountable for their actions, you should first assume your responsibilities”, the wretched cripple continued to encourage himself with titanic maxims, of Solon in the particulate case. But Solon said also: “One will learn to rule, only if one learns to be ruled”, while Bias Priineus maintained that “power shows the man”, also Sophocles in Antigone, he reminded to himself. 

          Tithonus minded his footsteps Not only was his invalidity dangerous, but also the fact that the ground, which he tried to cross, was uneven and sloping, since, as we said, he was forced to immerge like Schliemann into a depth of seven cities to reach the level where Eos was incarcerated. His movements were sluggish, his bunions pained him – because he had those, and crow’s feet at that! – which turned over when he encountered protrusions, and the pointy rocks almost pierced the shoe- soles, as if they didn’t exist.   He went downhill continually without to change the surrounding element, e.g. from air to water, but maybe in a sense he changed  the sensual environment, since in the down rows and bands the air was much more dense, infectious, sickly than the thin sparse atmosphere of the surface, as if all the microbes sat upon the bottom of Mars since the time of its bloom, historically placed way before the corresponding one of Earth until the era, whichever that may be, when our story unfolds. He rushed downhill, stumbled and moaned falling sometimes with all his weight on pits and cavities, on broken pavements and over edges of ruined heaps that left bloody traces on his hands every time he touched or got pierced by sharp nails.   

    He left behind the great looming docks with the bollards and the relics of water- and sand-ships, where the dust of their own rust and rottenness licked their bases with waves, not liquid but sculptured. He had reached already four levels under the original chasm. Four harbors, four cities, four epochs had left in fading characters of stone, while the stuffy sultry sensation of antiquity tightened its iron ring around the inconsiderate visitor, who was among other things an individual of special needs.

He passed a place where houses had been built within the curve of a coral reef. He saw above him a sloping face of rock with reversed inclination, where no mountaineer could climb, not even goats could balance, but only bats were able to hang and creatures of dark crawl, whereby the unbendable hairs, the natural glues and the sharp nails come into play and allow every insect to walk on any type of surface. Finally, he reached a palace in the middle of the desert, a strange misspelling amid long-aged boustrophedon plowed scribbles, ancient for sure, but not so much, since it must have been built after the recession of the Nautical Ocean’s water from that area, which resembled the Meteors of the Thessalian plain, as could comprehend and attest all those who had the chance of being there. 

CHAPTER 19:

ANTIOPE, ANTHEA, ANTHIPPE, ANTI-ILLA

Tithonus entered the palace of the desert which had huge Dark Gates, wide-open, as if it feared no invader of any type. There were guards but they passed beside him indifferently, as if his invalidity and his peculiar external figure were a usual ordinary thing. In the beginning our man was astonished, but then he observed a crowd of quadrupeds with long arms and short legs wandering in the yards and winding through the pillars with swollen muscles, extended forward underjaw and eyebrows, thick hair on the chest and the limbs, mane on the nape of the neck and hollow eyes with the hard shine of naked survival and guile, signifying that they had no scruples whatsoever, as they exited to search for food.  These beings resembled him and emitted hatred and hostility. Alas, understood Tithonus, that was the outcome of the exposure to the radiation of Damalis.  Among the corridors a heterogenous crowd of inmates and zoo- exposures ambled around, and maybe the only specimens lacking from the ark were these women – mountains of fat, who walked around in the seraglios and composed the harems of the East rulers, the overlords of the Levante.

Within the general infuriation even he, the sweet and gentle, felt losing his composure and becoming ferocious, he sensed his larynx choked in dust and an irresistible thirst neither for water nor for electrolytes of energy drinks, but he rather found blood fresher and more appetizing! He remembered in the past, as he watched a movie with vampires and while in the interval a peddler was advertising his beverages, he asked him as a joke “do you serve blood?” Well now, blood with its suffocating intoxicating aroma seemed the most reasonable and accessible source to drink! Perhaps, he had already started to be affected by the primitive environment, by the biting and acrid smells, by the unbearable stench of the musk that made his flesh shiver out of instinctive revulsion. The genitals, the pudenda, the testicle’s sacs, the wrinkles of the scrotums and the folds or cavities of the peritoneum of all these drug-addicted creatures stank and reeked. Your mission, Tithonus, do not forget the mission! Concentrate, compress, decompress, continue! Remember that you always were at the service of civilization and sport, you were never good at revelry, but you always excelled and gathered laurels in work, there lied since ever your true vocation and inclination.   

He raised the eyes over the miserable wandering creatures and studied the corridor and the great halls of the palace, i.e. focused for a while on the wrapping, not on the content. Time had donated the chambers a somber beauty and a nostalgic patina and had smoothed and carved caressingly and mercifully the corners of the walls. The color-patterns of the mosaic floors were blurred due to the settlement of glass and natural enamel. The impression was conveyed that even the hardest diamonds worn, scratched and wasted becoming thin like a cigarette- leaf or as a brittle porcelain, an ancient black- or red- figured ceramic. The tapestries had been rubbed off with attached dried shit in the fringes, had grown frail with soft nuances of unspeakable melancholy.  

On the frescos, the friezes, the triglyphs and the metopes battle scenes were depicted, magnificent representations of Martian Iliads and Odysseys, optical reverberations or melodic images -attention the word “melodic” applies only to acoustical stimuli and is used here entirely consciously to complete the oxymoron figure of speech that connects sound and image. Extremely ancient cities with grandiloquent names were imprinted pictorially near seas, which we call neither blue nor azure, since it is said that the ancient Greeks could not distinguish the blue color, that is, “cyanic” meant to them simply something dark opposite to something bright that was called “glaucoma” or grey; they also saw the sea painted with the color of the wine as a “wine- dark sea”. High ships were demonstrated tall and haughty, shiny armors, imprisoned princesses who, as we know, teemed on Mars, with teared eyes, wide-open jaws and a mute grievance of protest. In every planet, reader, there are such memories from an undefined epic past that up to a certain point, if the respective pictures are few and not many, are worshipped rightly and justifiably and are deified as works of art, but if they exceed a given quantity and a critical mass, then are characterized as distasteful artefacts or cheap petty trinkets.

Since the whole scenery of the palace reminded him of a rendezvous resort, Tithonus profited therefrom and approached a great gate of forged beaten gold within a frame of cast iron. Despite the guardians, this great door opened and closed frequently; it seemed that not only the flute players, not only the servants, but also the beasts of Mars had free access. So, Tithonus found the chance to enter hiding in a pale light that shone- glinted irregularly, vagrantly, despondently and randomly on shields and weapons of dead kings warming them to new brief life, crossed the gloomy brooming darkness, just as the whispers and the imperceptive echoes disrupted the silence. Tithonus would never say “veil of silence”, because he didn’t like generative pretrained transformed expressions.

The sunbeams and the whispers led to a throne at the edge of the hall (ethusa), because as you have already understood, we were now in the room of the throne with the fireplace burning and emitting soot and ethane (also ethanol? Etho = burn in Greek).

The high seat itself was cut from a single block of black basalt and an old woman sat upon the throne, wrapped in a black cloak, half-blind with white spaced hair, wrinkled as one could ever be, with crossed hands of advanced arthritis like a mummy , with formerly bleached whitish flesh, but, as time went by, took a coloration of garbed leather and dry flesh.

Maybe, Tithonus without intention approached the throne more than the hiding place, the disguise or the camouflage of his invalidity allowed, consequently being registered by the radar of the decrepit old woman, who stretched her bony fingers towards him, uttering something between commend and curse, having so many wrinkles that she appeared to have mouths everywhere. Immediately, the guards declared their presence and stepped with their sandaled feet on the neck of the defenseless, stooping, bent down hunchback.

Then, the hyperaged princess, seemingly perceiving the origin of her prisoner, changed from Martian to Greek language.

“Get that beast, not because he came nearer to my throne than all the others, but because his damages exhibit a particularity compared with the usual consequences of ‘Damalis’. As a rule, when they are exposed to demonic light, they grow hair, their bones are reinforced, the flesh is hardened so much that no carnivore can enjoy it, the muscles are swollen and inflated, the brows over the ophthalmic cavities are heightened and lengthened even more, but all these symptoms retreat when the radiation ceases. Yet our friend here suffers more permanent damages and that can prove useful for us”. 

The guards began to put rings, manacles and chains to their victim and pierce tentatively his rough skin with their spears before they take him to prison, as archetypically the captors do to the captives for ages.

“Master lady”, said Tithonus, who had learnt for many years to address women more powerful than him, faithful to his genetic inclination and tradition as punching bag, “I beg of you, before you put me to prison and throw away the key as it is usually done in such cases, do me the honors to tell me, to announce me your name, just to know who you are among the princesses, which princess would be the possessor, owner and usufructuary of my freedom, or the one which will incarcerate me like the nightingale of the king and eavesdrop my chirping in the cage”.

“I am Procris, the eldest”.  

You needn’t clarify that, Tithonus thought in the inside. The cogwheels of his thought began to turn slowly, to wind around, to fit each other and touch one another with their dented spikes, thus, to gather energy and tune themselves.

“Graceful Procris, please, have the proclivity and the pleasure to tell me, how is the permanency of my wounds related to the effect of Damalis…”, at that point he interrupted, because he reckoned that it was finally to his interest, if the princess considered his deformation as a result of Damalis, since that was the perfect alibi   for his current presence, “or rather tell me what benefit could my permanent incapability to take care of my own affairs could bestow to you, beautiful and shining, venerable princesses of Mars”.  

The hyperaged princess, seeing that her interlocutor was both talkative and unexpectedly structured, considering his present condition, began also to ponder her own words a little more.

“I ask the questions here, you, limp lame fuck! Looking at you more carefully, I conclude that your harm has nothing to do with Damalis. So, why are you among us? In this residence we hospitalize only those who have paid to enjoy the drug, which is the registered trademark of the planet Mars. So, what do you seek here? It seems to me that your invalidity has made you very serious and exceedingly melancholic, as to search for the delight of Damalis”.

“On the contrary, my disability obliges me to find way out to fantastic worlds, to worlds where I can picture myself strong and robust, my unhealed deficits guide me to the thermal baths, the therapeutic centers of Asclepius, the wellness health-restoring foundations. Ι intend to submit myself to all kinds of introversion, self- inspection, autosuggestion, self- awareness and self- immersion, even via enhanced means of perception like narcotics and intoxicating substances. And, please, graceful mistress, do not deny me the property of the consequent client, because I would feel deeply wounded. I am a customer paying for all my passions and sins according to the principle ‘the polluter pays’, I have paid all the respective fees to ensure my immunity (oxymoron) and all the commercial developing cities of Mars have profited from my purse and pocket, so much so that my peculium is heavier as what it seems prima facie. Through the proper use of the substances, I am trying to be better. ‘Ου μόνον, ως έοικεν, ο γέρων δις παις γίνοιτ’ αν, αλλά και ο μεθυσθείς’,[91] said the divine Plato, also that ‘in vino veritas (wine reveals the truth), while Anacharsis said: ‘κιρναμένου κρατήρος εφεστίου, τον μεν πρώτον υγιείας πίνεσθαι, τον δε δεύτερον ηδονής, τον δε τρίτον ύβρεως, τον δε τελευταίον μανίας’.[92]                   

The doddering old princess frowned even more.

“Hm, hm. Can it be that your purpose is freeing or recovering some individuals from the Damalis’ phalanx covenants becoming addicted? Have you any fiancée or concubine, you, deformed hunchback, whom you want to save?”

At that moment, Trophonius entered moving his hide like a wagtail with a short skirt, folded, crossed and squared with various black and white stripes and clinging earrings on his pierced ears.  

“You did well to arrest him, archon. This abomination of the desert was the companion of the giant lady oaf, who is our new acquisition, the latest conquest and trophy of the Damalis”.   

“Well, I certainly suspected that”, said the old lady swollen like a turkey. “Not that the motive of each one matters, who comes to cradle in the Cymothoe (cerulean Nereid) of our gentle narcotic. We are condescending, accessible and affable to all. Come, creatures of the solar system, no matter what your origin is, let us trample underfoot your identities, let us crush your ego and consciousness under the millstone of our psychedelic substances. Our shop is open and are waiting for you!”  

“I just perceived your inconceivable wickedness and perversion to all its extent”, said Tithonus. “It is as if you simply destroy those people, who once upon a time were your clients, but, when you bestialize them, you put your hand in their wealth through false testaments or supposed bequests in favor of your foundation. You make them disappear, so that they may be declared missing or politically dead, and then, you take their place through various tricks, appropriating and seizing their belongings. Here the titans would say ‘the presence of just and prudent men is superior to wealth and gold-laced and embroidered luxury’ (Euripides) and ‘The wealth of the avaricious rejoices nobody, just like if the sun descended upon earth’ (Socrates)’.  

          “We don’t give a rat’s ass about what the titans would say”, said Procris. “Guards, you don’t even need to take this troglodyte to prison. Trophonius, escort him along with all other beasts of Mars, all these abhorrent, degenerate vultures and the greedy damned weasels into the fire of Damalis. I wish you a late regress to primitivism, cripple, lame and one-armed creature, amputated maimed, mutilated lobster- and crawfish-handed, may you delay in your process of becoming an ape again, so that you be a source of fun to us for a long time!”

          “Procris, why don’t you come along to look me in the eye, as I will slip into the twilight or the dusk of human nature? Or rather the right question is, if you are willing to come along, to enjoy your triumph and pillage the spoils corresponding to you out of the carcasses and the carrions of the living dead?”

          “Don’t worry, you, impertinent and insolent blunt-limbed one. If I am not present myself, one of my sisters will be there, ready to attend the humble ceremony of your brutalization!”.

The garden of Damalis was a vast bowl-shaped depression surrounded by tiers of seats, pews that despite the ancient attrition and rust as well as the entropy of the ruins preserved its magnificence. The steps of hewn stone rose up on the rock of the inner wall; shortly, the whole structure reminded of the Epidaurus theater, which of course all the universal descriptions referring to an amphitheater bear in mind.

In the arena, there was in fact a garden with wild tangled orgiastic vegetation, shrubs and bushes, but also taller trees like white- trunked birches or dense-leafed walnut- trees or ringed Adansonias (baobabs) or coniferous redwoods, closed in by a glassy transparent bullet-proofed wall that protected the spectators. Before he passes from the gladiators’ entrance, Tithonus thought that he made out moving forms without to distinguish them clearly, shadowy, undefined shapes like circumstantial incorporations of his cold foreboding. Reptilian screams and hisses, roars and moans were on the daily agenda. Around the arena the bleachers were suffocatingly full, while the throne in the middle waited still eagerly to be occupied by the buttocks of the princess in charge to attend the games.

Yet the starters and the umpires did not wait for the arrival of the leader but declared the beginning of the games with a strike on an idiophonic oscillating sonorous caldron (gong). Here, one would object that if gong had a Greek origin, it would have a shorter name than the above. Then use the words sounding brass, thunderbox, knock pendulum, tinkling cymbal etc. The mellow melodic notes and mellifluous vocals called all the animals to clash each other and behold- like some evil priesthood of dark and bloody mysteries, crude clumsy shambling anthropoid forms with their rank beast taint began to throng, splashing on mud puddles and breaking shrubbery with their dusty, arid, dirty- knuckled feet.

Only the perspective of the impending confrontation or its inception electrifying the air sufficed for the fear itself to become something chilly and black, and the horror to be filled with a material substance, as the energy of the battle emitted by the bodies was scattered and channeled all over the place. Every observer, even more if he was trapped with hands and feet undetachably tied in this descent into havoc to deny himself the reality of this nightmarish stampede, pyx-lax pancratium and disembowelment, to wish that he were blind and deaf, or better than that, dead. The apes of the woods were beating each other to death under the austere and disapproving gazes of the Martians who came to watch the antics of the plump untrained animals of an unaffable traveling actor troupe, the members of a zoo or a low-leveled animal fair or a low -budget frontier fiesta, so that they may confirm and reinforce their own spiritual and intellectual superiority.

As the degenerating, retrogressive, palindromic ricocheting radiation of the Damalis led the people to the past of their race and their genome, a pandemonium of ululations and groans filled the atmosphere and an uproar, a hubbub of human -and more horribly –nonhuman voices sheared the firmament, crying, almost expelling the larynx itself: Damals, Damals. The stomach convulsed, when one came nearer to the center of the anti- Epicurean Garden, καθώς as the flock increased and turned progressively into a festival of blasphemies and an orgiastic Walpurgis night of monsters and demons. There were those who hadn’t devolved much on the evolutionary ladder and remained human. But there were also others who had slipped down headlong in reverse all the stages of evolution behind and beyond the homo sapiens-sapiens, the merely homo sapiens or the homo idiotic, beyond Neanderthal, beyond the Piltdown Man, beyond Pithecanthropus Erectus, beyond every common or intermediate or missing link, and had become shapeless, shambling, hairy brutes, with flat deformed skulls and red- veined, capillary- grooved cunning eyes and broken bared sharp teeth grinning yellow, had been reduced to not classifiable beings, tending through advanced disorganization to something scaly, flabby and slimy made of viscous emetic liquid and mere straw that even the anthropologists had never seen or dreamed of and had no intention of acknowledging, behind the stage of the mammals, back to the gills and the scales, the bifurcated tongue and the crawling of the belly, the egg left to hatch in the hot mud.

At that time Tithonus located Eos coming towards him timidly like an animal with tears fat like plums and a muffled sob like weep. She stood in the sunlight confused, terrified, lost and tired, savage and magnificent, being always an excellent top sample of the female sex. She hadn’t changed too much towards primitivism, on the contrary her breasts and buttocks had become even more round, her legs and arms even more powerful and muscular, as if every development or degeneration adapted and weaponized her even more for the requirements of a sexual act, maybe even fortified and harnessed her for the needs of a future procreation or the ensuring of bearing able-bodied and sound-limbed children. Her body presented itself strong, lithe, sensual, more beautiful and attractive than ever, free from the conventionalities and the exaggerating conscious freedoms of her titanic education.

Tithonus felt also affected by the radiation of the Damalis, which caused sweet goose bumps on the skin, a strange hunger and a deep lust on the flesh, an awakening, an erection and a stirring of the beast lurking very close to the subcutaneous surface. The hug of (every) woman seemed to him a wet vagina or a bosom-like bay of a lake, where he would cradle, or a caring receptive womb, where he could breathe rapaciously with his gills. Yet for some reason, he felt that the radiation could not reach a point of total degeneration as far as he was concerned, because the already deformed fears no deformation, just as the soaked one is not afraid of the rain, the low-growing dwarf does not dear fear the soil, the winter flower- the hibernation, the frozen ones- the snowing glacier  (where the chilblains are ruptured), the pig-coverer -the one night stands, the effeminate young man -the scorned kiss-off, the terminally ill the- death, and the already shitted – the toilette.

 At that moment, the princess in charge came for the ceremony. Her hair was the color of night after moonset, intricately coiled. She was dressed in arrogant fashion with a long full skirt slit to the waist at the sides, so that her thighs showed when she moved; in the taille she belted a wide jeweled girdle, on the neck she hung a collar of golden plaques. Her breasts were bare and lovely with high tits like those of the Minoan women and she held in the hand snake- embroidered caduceus. Her lips were very red like these carnivorous plants with the intense coloration that drop mingled honey and poison to trap their games. She sat on the throne and seemed to enjoy at once the savagery of the brawls and fights conducted before her. She rejoiced so much that she closed the eyelids, which fluttered in rapid eye movement, as if she was dreaming. It was as if she absorbed every moment a piece of vital energy emerging from the jumble of the torn bodies, and that gave her wings. She seemed to reach an orgasm in the heat of the battle and when she opened her eyes, the pupil and the iris ostensibly disappeared, but a careful examination revealed that they acquired an intensive white- grey color, the color of apocalypse and knowledge, of some truth’s recognition – whose? – only she would know. 

Tithonus, who had hidden behind a tree near the periphery of the garden, pushing with great difficulty the voluminous and weak-willed Eos who appeared in a state of complete confusion, attempting among others to elude a big male with very distinctive sexual organ and with inarticulate ecstatic cries uttered from his larynx, shouted to the hegemon.  

“O boy, you are very young, you have nothing to do with the previous scarecrow that you included to my welcome -committee. Who are you, pretty beauty, if I may ask?”

“I am Argele”, answered the royal princess.  

“Well, forgive me, if I am at loss here. You, the fifty sisters, whom your father produced in a row and your mother baked in an assembly line one after another, should have a minimum age difference between you. How can you distinguish yourself and each other is a mystery! You for instance should have many sisters of approximately the same age”.  

“Sure, yes, Calametis and Stratonike, Kerthe and Terpsicrate, but also Asopis, Klytippe and Tiphyse are almost of the same age as I, that is why we played together, as we were little”, said Argele, puzzled with this permanently deformed homunculus or half-man.  

“Yes, yes indeed”, Tithonus thought giving with his long leg a Martian artistic kick to his grand ape antagonist, climbing at the same time, as far as he could on a branch, dragging and inciting simultaneously the hypnotized Eos to ascend too. What did he think? That in the universe of the titans, names were not randomly given, but they included meaning, just as the actions or the omissions bore a specific significance. Tithonus captured himself murmuring the names mentioned to him by the female archon, clapping hedonically his lips. 

“So, you have the names of Thespiades, o venerable Argele, of the daughters of Thespius and Megamede, during the era, when this legendary king assigned to Hercules to kill the Cithaeron lion”. Now Tithonus acquired greater self-confidence, because he had climbed the tree along with Eos and was in less danger. “How did it come to the mind of your father – a John Doe Martian archon – to call you that way? One would answer that the man had fifty daughters and should find names. If I were your godfather, I would give you the names of the Danaids, which I consider as more fitting to your swarthy epidermis. Personally, I have graduated from a Titanic university, where I was taught mnemonic rules to remember the magnificent female names, which are the horizon of the Creation, and not be forgetful of none. 

α) Agave, β) Adiante, γ) Adite, δ) Actaea , ε) Amymone, στ ) Anaxithea, ζ) Antheleia, η) Asceria, θ) Automate, ι) Autonoe, ια) Bryce, ιβ) Glauce, ιγ) Glaucippe, ιδ) Gorge, ιε) Gorgophone, ιστ) Dioxippe, ιζ) Dorion, ιη) Erato, ιθ) Evippe, κ) Evippeia, κα) Eurydice, κβ) Electra, κγ) Theano, κδ) Hippodame, κε) Hippodamia, κστ) Hippodice, κζ) Hippomedusa, κη) Iphimedusa, κθ) Callidice, λ) Celaeno, λα) Clite, λβ) Cleodore, λγ) Cleopatra. λδ) Cleopateira, λε) Mnestra, λστ) Nelo, λζ) Oeme, λη) Pyrene, λθ) Podarce, μ) Pylarge, μα) Rhide, μβ) Rhodia, μγ) Sthenele, μδ) Scaea, με) Stygne, μστ) Hyperippe, μζ) Hypermnestra, μη) Phartis, μθ) Chrysippe, ν) Ocypete”.

          Argele began gradually to wonder and ponder where this Quasimodo[93] -Man standing before her wanted to guide the discussion. It intrigued her so much that she almost quitted watching the bloody scenes unfolding before her. At the same time her hurry was genuine and conspicuous, as if she for some reason couldn’t wait to leave, as if she was under steam.

          “Why should we have other names? We are perfectly satisfied with the ones we have” she stated.  

          “Think it over, give it some thought”, said Tithonus laughing. “All we, who inhabit the ancient world, have the great advantage to be able to choose or change our name, and there are many wonderful conceivable and often unexploited options from our inexhaustible mythology. Fancy if you had the names of the Oceanids: α) Admete, β) Akaste, γ) Amphiro, δ) Asia, ε) Galaxaura, στ) Dione, ζ) Doris, η) Eudora, θ) Eurynome, ι) Europa, ια) Zeuxo, ιβ) Electra, ιγ) Thoe, ιδ) Ianeira, ιε) Ianthe, ιστ) Eidyia, ιζ) Hippo, ιη) Callirrhoe, ιθ) Calypso, κ) Kerkeis, κα) Clymene, κβ) Klytia, κγ) Menestho, κδ) Metis, κε) Melobosis, κστ) Nephele, κζ) Xanthe, κη) Urania, κθ) Pasithoe, λ) Peitho, λα) Perseis, λβ) Petriae, λγ) Plexaure, λδ) Plouto, λε) Polydora, λστ) Prymno, λζ) Rhodia, λη) Styx, λθ) Telesto, μ) Tyche, μα) Chryseis, μβ) Ocyroe. You will object of course that these are only forty-two. Never fear, they can also easily become fifty. Furthermore, since I do not wish to aggravate your nomenclature[94] in any way, if we subtract five names which are repeated twice both in you and in the Danaids as well as in the Oceanids, i.e. Hippo, Electra, Erato, Chryseis and Rhodia, we see that we are thirteen names short to complete the magic number of fifty. To avoid Nereids who are approximately hundred, let us borrow some nice and grandiose names from the satellites of the Great Planet -Jupiter, whose exact mythological origin eludes me momentarily. α) Adrasteia, β) Amaltheia, γ) Themisto, δ) Lysithea, ε) Thelxinoe, στ) Hermippe, ζ) Kallichore, η) Erinome, θ) Eukelade, ι) Megaclite, ια) Callisto. Add also two other names that happen to like, Avrakome[95] and Eurydome, and you become again fifty and I wish you to enjoy your health forever!”

“You, deformed hobgoblin, I don’t know what game you are playing”, said Argele, “but unfortunately, I have other obligations to commit elsewhere and I must depart. Nevertheless, you were very entertaining, maybe even equivalent to the sweated and stinking bodies who fight”.

   “Do not disturb yourself on my account, you, archon. I was entertaining, but not also reinvigorating, weren’t I? It does not matter. I bet my ancestral real estate and property that your next sister who will sit on the throne will be even younger and will have less need of reinvigoration than yourself. Isn’t it so?”

       Indeed, in a while, a younger royal princess, almost a teenager, sat on the throne.

          “And what could be your name? said Tithonus maliciously and sarcastically. “Usually, you speak names beginning with ‘alpha’, so that you may not be confused! Is it an unreasonable demand to say that you are Clytippe or Menippe or Nikippe or Lysippe or whatever is available regarding ‘hippos’ (horse) except Anthippe?”. Then, he steeped both hands forming a funnel or a crucible and shouted to the spectators”:

          “Now hear this! You are victims of an incredible hoax! The fifty princesses who rule you are in fact ONE. Exhibit a’: You have never seen neither on the street nor in close quarters more than one of them, not to mention that in the councils the entrance of the subjects is forbidden in any case”.  

          Thunderous Martian laughter followed this appeal. Most were pleased to have found another source of entertainment, although the princess had grown pale.

“Exhibit b’, onomatological: They have taken their names from the Thespiades. The heroical Heracles slept with all of them following the suggestion of their guileful father, who wanted to obtain sons from the inexhaustible power of the demigod, sons whom he himself had failed to sow, so that they might be vigorous like the son of Zeus and Alkmene. ‘Μίαν νομίζων είναι την αεί συνευναζομένην, συνήλθε πάσαις’.[96] Here, the case is reverse, but the logic is the same. Out of many comes one and from the one come many”. [97]

A commotion was felt as well as individual indignant screams which gradually conquered and fomented fanatism in the crowd. The very well-known mass psychology, where the presumably most suspicious, distrustful, perfidious and uncritical voice ricochets, receives feedback and grows in perpetuity, although in our case the truth exceptionally sided with the populist credulity.

“Bring along your sisters for us to see them, you princess, What -so -hippe!”

“Yeah, come all together like a chorus for us to hear you”.

“So, we pay taxes for fifty and there is only one?”

“What an infamy!  A democracy in words, but on fact the power of one woman!” (Pericles’ paraphrase)

Tithonus, seeing that the situation inclined to ridicule, while not hilarity, but rather indignation was to his benefit, continued unrestrained the revelations.

“Do not take it lightly! This is not a hoax without consequences. Your queen is an insatiable monster, fed on the meat and the energy of the Damalis’ warriors. That is how she ensures her youth, only that the effect is temporary. In a while she becomes once more an old witch and needs the elixir time and again, which is produced from the sweat and the blood of the drug-addicted reversing to the primitive life. For the time being, she exposes to the Damalis the foreigners and the visitors, but when she is out of raw material, then it will be your turn! Even worse, your consumption is already overdue. I am sure that you have already experienced among you many mysterious disappearances of beloved people. Sorry, they are not going to come back not now, not ever. But if you up to it, search for them here in the garden of the Damalis, maybe you ‘ll find someone looking like your relative, if you can discern him or her through the hairs of the eyebrows and the   cheekbones”.   

What made the words of Tithonus more credible was that the queen did not make any effort to cancel or discredit them laughing ironically, but on the contrary, she was seized by a mania directed personally against Tithonus, addressed exclusively to him. The final proof came when her features ceased to remain steady and began to fluctuate, as her metabolism got disturbed and the energy absorption from the dramatic events was interrupted.  

“You, disgusting minus- limbed midget, despicable half portion of a man, you are now doomed! I will take your fat cow Eos for my own use, and I will milk her energy forever and ever to be eternally young!”

Meanwhile, the general pandemonium had expanded. A part of the spectators had rebelled and caused riots, the guards were forced to turn against the spectators’ seats, leaving the railings of the garden unchecked, with the result that the Damalis addicted beasts of Mars jumped over them and poured indistinctively into the crowds. The gates leading to the interior of the arena were demolished and not one stick was left standing. Police brutality brought a reaction with the character of a political upheaval. Conventional ray guns and ceremonial spears or knives within sheaths or stuck at the side of the sentinels on adhesive rough hairy tapes (Velcro) on the one hand, i.e. on behalf of the power, nails, teeth and muscles on behalf of the retrogressive primitives of the Damalis. Hairy, scaly creatures darted here and there, biting, slashing and grabbing pieces of meat, ripping and tearing, snapping bones like matchsticks, pressing and cracking skulls with both hands, before they become themselves victims of the firearms and the miscellaneous blades flickered and brandished by the guards. As we know, violence causes violence and the result was an exaggerated escalation, where backbones and spines crushed upon knees and throats were twisted until the atlas of the neck cracked like those monstrosities which many of us mysteriously like to watch on the small or the large screen. Tithonus almost carried on his shoulders the hypnotized Eos, just as Aeneas did with his father, a very difficult task due to the weight of the personified Dawn and his own inferior paralyzing handicapped situation, and distanced himself hastily from the ground “zero”.

“Come back, you short-legged half-grown midget, thickset stocky fatso, give back the spoils you took”, the princess screeched demonically, focused sickly on Tithonus and ignoring the general pandemonium. Now, her age was undefined, her features fluctuated continuously in fast motion, perhaps along with her names from the list of the fifty Thespiades, but this time the vector was from the fictional elixir- based youth to the real, horrible and mummified old age.    

«Δολίως πράττει ο απαιτών όπερ οφείλει αποδιδόναι»[98], answered Tithonus, whose education was equally mobilized as far as his self-confidence grew and vice-versa, so much so that he saw all the teachings of the wise men that he had been taught in his early years to be verified.

“I will take Eos back, you, minced meat, hell-breed, stooped inferior rat, pitiful small-pecker minion, whom the cow used only to scratch and poke her nose”.

  «Εν ίση μοίρα κρείσσων εστί ο νεμόμενος»[99], answered self- confidently the smiling Tithonus.

“Guards, arrest him, arrest this abominable miasma, this deformed clown”, howled the rapidly changing queen, addressing henceforth non-existent, wounded or dead sentinels”.

“I am gone, catch me if you can, if you return me to your boss, you will be rewarded with a golden coin”, Tithonus mocked shamelessly.

Holding tightly the dizzy Eos, who was the symphysis of his nature, the condition of his existence and the guarantee of his survival, Tithonus retreated relieved far and away from the battle, behind the lines.

“I did it”, he said to himself, “and bloodlessly at that, I mean of course bloodlessly, as far as I am concerned. I didn’t kill no one and I am not to blame if the power of the Thespiade was based on such brittle foundations and shameless lies. Politicians, what can you expect! Chrysippus was right, as he said that: ‘I avoid politics, because if I conduct myself like a sly wicked politician, it will displease the gods, and if I behave like a virtuous and moral one, that will offend the citizens.’ And while it is valid that: ‘no law benefits all’ yet it is indispensable as supplement to nature, exactly because the human mind perceives a far greater spectrum of reality than the animals, the environment of which is tailored for their needs, corresponding completely to their instincts.”  

          Suddenly, all the ancient Greek culture came to his memory, the things he had learnt in the early years. He remembered the Esthetics of the Titans having as frontispiece the proverb of Hipparchus: “The most valuable possession among humans is the skill of living”. He recalled the difference between mankind and animal from an esthetic point of view. And it is not so bad to stress the pride and the superiority of (wo-) man in comparison to animal, and this difference is an ethical one. Is there any meaning to proclaim categorically that people are also animals like all the rest? Will such an affirmation- assertion hinder us from exploiting brutally the animals, ourselves or each other?

          He smiled nostalgically, recollecting the esthetic description of Man and animal in the chapter “Transparence of the Human Figure in Comparison to Less Evolved Ones”.

Regarding the animals: The organic element still submits to the deficient illiberality of not being able to impose itself as a specific singular subject in relation to its extremities expanded to the external reality. The main seat of the organic life’s activity remains hidden to us, we see only the external outlines of the figure, which is covered clothed with feathers, scales, hairs, skin, thorns and shells … 

Regarding humans: The skin is not covered by soulless or sprouting wrappings, the pulse of the blood is apparent on all surface, the active heart with its beating is present everywhere, appearing on the outer layer as a throbbing vividness, as a spouting forth, gushing up flow and overflow of life. Also, the skin appears sensitive and shows a sickly indisposition, an emphasis on the coloration of the tissues and the nerves, which is a real crucifix for the artists.

          Let us disclose a last piece of information before the closure of this chapter. The Martian territory, once ruled by the peculiarly polymorphous changeling one and only queen was called Lithonion (Stone Area) at that time. Since that time until today it is called “Tithonion” in the honor of Tithonus’ great deed.  

          CHAPTER 20:

          THE INHABITANT OF THE ABYSS

          They stood in front of the cave’s opening on a ground colored like thrombotic blood, while on their feet even the individual molecules of dust seemed to trouble or to magnetize by the threatening column of the twister which had already covered the weak Martian sun and raged at a close distance, so close that other hovering particles of atom-like sand were blown in upon them, stinging their hands and faces like powdered adamant.

          “Maybe now would be the proper time to enter the cavern, because this dust is so rough that it may pierce our protective suits”, said Dedalus.

          “Yes, you ‘d better take cover under the rocks of the entrance to make a last check of the provisions”, said Eos. “To begin with”, Dedalus, you have yet a last chance to persuade us that it is in fact necessary to go down so deep under the surface to find that deposit of carbon dioxide, which we supposedly need so much for Dino-Pleustus’ drive. I wonder: Can’t we find a more unrefined biological or fossil fuel or even draw carbon dioxide from the atmospheric air of the terraforming?”

          “What do you take Dino-Pleustus for, boss? His engine is too advanced to run on petrol or ethanol. Besides, I don’t possess a filter of pyrite or silicon to extract the dioxide from the atmosphere. The circumstances force my hand to find it already available and in big quantities. At least I have electrodes and ethylenic glycol in the ship, through which I can channel the carbon dioxide and produce easily synthetic gas for our vessel to move”.

          “And I have on me enough C4 (dynamite) to open a big hole, once we get to the bottom of the cavern. Tithonus, you will carry the dioxide pump device. If there is air in the upper zones of the cave, we will keep our helmets on, because they possess an integrated lamp. We will keep the glass open for breathing, and we will close it only during the dioxide pumping, so that we don’t empty the oxygen canisters prematurely. So, look sharp, remember your training, and let us start the descent with slow and careful steps, not only because we carry heavy equipment on the back, but also because this area has a very bad reputation. As you know, it is called ‘Nocturnal Labyrinth’, a name ominous enough, foreboding nothing good”.

          “You just give me labyrinth and take my soul, boss”, said Dedalus. “Perhaps this is the only moment that I regret not letting Icarus come with us”.              

          “I remind you, Dedalus, that here we are not dealing with an uncovered maze without a roof, from which you easily escaped with your flying device, but with a cavern, where we ‘d better implement the method of Ariadne’s thread or the one of throwing breadcrumbs or pebbles to find the road of return. Tithonus, for the last time I am asking you: If we take under consideration all your problems, are you in a state of alertness, capable of acting promptly?”

          “I am as ready as I will ever be”, answered Tithonus, grabbing tightly the zap gun, which was attached on the adhesive tape of his taille.

          Without further idle talk and since the twister was warping hence so much that no mountain foot and no leeward rock could offer protection anymore, the trio began to walk towards the deep illuminating the surroundings with the lamps of the helmets. Their torch beams tore a clotted gloom and revealed the corners of an underground country that had perhaps never known the intrusion of light in all its former cycles or Creations.

The place was bare, with the death-like emptiness of some long-deserted catacomb. Its floor and walls had the color of rust and returned not in the least the gleam or sparkle of the helmet lights. The cave sloped downward at an easy gradient and the sides were water-marked at a height of a meter; no doubt it had been in earlier eons the channel of an underground offshoot from a river- Mars being the planet of water! The waters had obviously swept clean all detritus and the cavity was like the interior of some Cyclopean conduit that might give upon a sub-Martian Erebus of Hecate.

          “Since we are talking about Hecate, first lady, the goddess of the crossroads, entrances, light, magic, knowledge of pharmaceutic or poisonous herbs, of ghosts and necromancy, I consider if she is identical with the Bendis of the Thracians. Furthermore, I wonder if the flagship of the titans, Benobinda, has an etymological relationship with Bendis”.  

          “You do well to occupy yourself with etymology, Tithonus, because ‘the inception of wisdom is the inspection of the names.’ If you do not name something, you can neither define it nor refer to it.   Benobinda or also Venovinda comes from ‘ventistos or beltistos Venthylos”. Benthylos or Venthylos means explorer of the depth- bathos, connecting apparently to Bendis, consequently to Hecate, as they both goddesses of the bathymeters and bathyscaphes”.

          No sound interrupted the echo of their discussions, maybe only a faint undefined whisper like a sigh of a sunken sea caressed discreetly their ears. The atmosphere conveyed an intense sense of humidity, as is generally expected in caves, and an imperceptible draft like an island breeze appeared to lift Nocturnal Labyrinth’s veil of silence.

They continued their quick advance into the cave profiting from the favorable gradient of the corridor, which earlier had been the bed of a torrent. Of course, slowly but steadily the landscape’s conformation changed, on either hand there were high shelves of metallic stone or rather columnated recesses embroidered with nuggets of precious gems replaced the traces and the stains of the water, while in front of them broader dark tunnels opened with pillarlike stalagmites and stalactites, huge arches of internal elevator floors, cathedrals of absolute void like photonegatives, where, instead of a shape being formed, it is conquered internally by empty space and hot air, defined or confined as an outline by the compact surrounding rocks. The granite walls of the cave reminded a canvas painted with tempera, seemed just as phony as they could be, as they were illuminated here and there by scintillating feldspar -crystals, which shoved together on the surrounding surfaces like an army of fireflies. As the light dimmed, the brightness of the peculiar salt- nuggets got even more intense within the folds of the rock. Do not fancy that in the middle of the bumpy, uneven downslope of the granite rocks there was some natural or artificial path, more passable for the travelers. They rolled down on a rough, slippery declivity running the risk of a crush, got their skin scratched down to the bone on the unhospitable splinters and tumbled piggyback not on the path of an abundant material source and towards free fuel, but on the highway or fast-track boulevard to death.

The air had grown heavier, and the dampness pierced with a fork, invaded deep into the uniform of the cave-divers, cave-nauts, and easily at that through the open helmet. There was a breath of stagnant ancient waters, a fetid stench of stuffiness, encountered only in abandoned dwellings.  This dense viscous atmosphere was translated into a sound of the smacking of myriad, wet, enormous mouths, appeared though as if it ascended grating, rustling and rattling the walls as if metal scissors dragged over rock.

          “Maybe it wasn’t a good idea after all to cross the distance from within the cave, perhaps we should have searched for another external way of going down”, whispered Tithonus frightened. “I am carrying a lot of junk, but I also am missing some vital items. I have neither a coin with me to pay the boatman of Acheron nor my passport to be stamped in the gates of Hades”.

          “The thing is that maybe that cavern extends so far down that even the sensors could not register such range”, contributed Dedalus. “Perhaps we are at the edge of the abyss, on the lip of Erebus and the inception of Chaos. I ‘ve got the feeling that we have discovered the gulf of the gulfs and I do not even dare to assess to what bottomless depths this precipice immerses, to the center of the Earth, into the infinity itself?  Needless to say that I have thrown a stone and I am waiting still for the sound of its landing”.  

          “We will go down, as long as there is an access, down to the point where the sensors will indicate the deposit of the gas. We will carry on our assignment, no matter what”, confirmed Eos. “And be sure that when the explosion of the D4 (C4) is heard, the cave will seem less terrifying, provided of course that the necessary security measures are implemented to keep the ceiling from falling”.  

          “Well, I ’ll be damned, leading hegemon Eos! While the recording sensor showed a gap underneath, now it indicates ground, and at the height of the dioxide deposit’s line!”, shouted Dedalus.  “As if a plug emerged from the depths and sealed the orifice of a reversed bottle! And not only that! The stench cannot be further explained only with the stagnant waters, here we are talking about the savor of a tavern, which serves as main dishes all kinds of meat, chopped offal and entrails and liver roasted on a spit or even better about a muffled blood- smelled malodor of a butcher’s shop, a slaughterhouse, a sausage factory, a pigsty…”

          “Ok, we get the picture”, said Eos. “Perhaps, a sufficient reason occurs to abort the mission. We are dealing with a strange phenomenon here and I doubt that we have the means to face it …The darkness is already full and even our torches are like glowworms compared to the unlighted gloomy vastness of the cavern”.  

          When they started to retrace their way back and upwards, however, to follow a vector leading far and away from this place, which was the incarnation of he dark, while the light and the vision were but temporary intruders into this kingdom of the blind, they realized astonished that a bunch of wretched Martians like a whitish followship of lepers blocked their way. At the beginning they thought that they envisaged only some tenants of the labyrinth, but soon they saw that an entire anthill of them excluded any possibility of emerging to the surface.

The creatures who stood there seemed, however, to represent an extremely degraded and aberrant type of the human race, while the flabby pallor of their bodies denoted many ages of underground life. It is important for our story that they were all eyeless, not in the sense of a congenital invalidity of faint, rudimentary slits where the eyes should have been, but in the sense that in their faces gaped deep and empty orbits that suggested a violent removal of the eyeballs. To the old ones the conch of the eye had gradually become a niche, since in the eye- cavities prοtruding corners, keratoconi and thorns had grown, according to the axiom that nature hates the gaps (natura non facit saltus).

          “Let us use our zap guns on stunt”, said Dedalus.

          “That is not effective, they are too many and they become more by the minute. It is obvious that our confinement was a part of some plan we ignored”.

        “But what do these people want from us?”, wondered Tithonus. “Let us ask them, it’s as simple as that. We, the titans, believe in dialog”.

          Eos proceeded one step or two and said:

          “Creatures of the Nocturnal Labyrinth, state your intentions”.  

          The mysterious newcomers attacked, without saying a word. The Earthlings reacted by making ‘zap- zap’ with their ray guns. It was impossible to miss the target, but the hypnotic dizzying ray of the parsimonious moderate ecological preserving weapons was a drop in the ocean, futile as pebbles flung at the spate of an onrushing torrent. The eyeless beings did not waver, they just seemed confused and organically disordered, that is why they began to bleed from various openings of the body a yellowish-red pus. Yet their whitish bodies created an impenetrable iron collar and sealed every exit. The company of our story figured out too late that the attack was entirely predesigned and aimed at the destruction of every light source. They broke with their bare hands the torches of the helmets, even the tiny lights of the mobile communicators, any kind of hurricane lantern or storm lamp that the explorers carried with them, until they left them in total darkness. Retreating on an exalted rock the astronauts held the blind cavemen to account for the injustice of their attack.

          “What do you want from us? Why did you attack us? We came in peace and good faith; we are benevolent visitors of the stars”.

          One of the whitish fungus-like ones proceeded with an almost automatic step. He was barefoot, hunchbacked, ossified, undernourished, ragged with shreds that were colored at some time, but now had melted from the use. His beard was petrified, being scrubby and scrawny from the slime and the remnants of unnamable, unspeakable food. A sound ejected from it though, mechanic after a fashion, complaining according to other acoustic standards, tentative, testing and experimenting caw or a succession of hollow unarticulated uncoherent groans, which progressively gathered momentum and reminded all the more articulate speech.  

          “Terrans, the nightmare of the light ends for you here and now. Henceforth, the honor is bestowed to you to be member of our race, who are the fellowship of the retreated waters; we are the fans and providers of the Inhabitant of the Abyss. We left you four out of five senses, because you will not need eyesight anymore. And it is a good bargain for you, if you consider that we do not have ears or lobes either. I know that you, Terrans, are obsessed with science, that is why I will describe and introduce you in detail the god, who will be the acceptor of your worship. He is made of wood, seaweed and shards of the abyss and is covered by a hard harnessed carapace, so that he may move between the underground petrification without getting hurt. He has a long, triangular, eyeless head and from the drooping corners of the cruelly slitted mouth, two long proboscides curve upward, hollow and cuplike at the ends, while he has trunks sealed by calluses and bunions for legs and round, blunt, obtuse, stemmed and goblet-like stumps for hands, narrowing into razorblades or swords. He is our god and if you know another, teach us about him. It is unlikely, however, that he is more powerful than ours and certainly neither the gods of Olympus nor the edible palatable Fish that you, the creatures of the surface, adore can compete with him”.

        Another dweller of the gulf took the floor.

       “With his swords our god cuts our ears and with his sucking cups extracts our eyes, because we need them neither to worship him nor to feed him. And after today’s briefing there is also no reason for us to talk either. But do not be disappointed, our comrades. You will miss neither eyesight nor hearing. You will drink from the fouled waters of the underground lakes and eat the slugs, the raw blind fishes and the worms of the waters. And when the time comes for the Inhabitant of the Abyss to make use of you, you will not even get aware of your consumption, since his sucking cups spray anesthetic, his myriad feet will numb your sacrificial flesh with reinvigorating sprinkling parenchyma, clyster or enema and in the end your half -eaten carcass will be grateful to our huge god for accepting your sacrifice”.

Later, our titans were constraint to retreat to some corner with no light anymore and deliberate repeatedly about the things to be done. Their training, dignity and mettle, their moral formation and education did not allow them to quit or surrender either to the creatures of the dark or the Inhabitant of the Abyss. «Ουκ ανδρός και γυναικός όρκοι πίστις, αλλ’ όρκων ανήρ και γυνή»,[100] said Aeschylus.

They continued to frequent the underground kingdom for a long time, until they perceived the full magnitude of the cavern cavity and were familiarized entirely with the textured paintings and the decorations of the walls, not discerning them with some lamp, but groping for them with bare hands. They stayed always in the range of murals, because in the voids of the unconfined space and the vast dome they risked being lost due to lack of reference points. They learnt very hard and very painfully through a tormenting fast -track sacerdotal consolidation of a spermatic word, primordial seed (rationes seminales) -god, I must find a much shorter Greek word for seminar – to orientate themselves by means of dimly illuminated images and reliefs of the walls, but to be on the safe side they counted the corners and the openings of their passage, so that they would rely exclusively neither to the trembling light of feldspar not to the touch that sometimes finds all to be the same and feels without distinction. So, they capitalized not only on the senses of hearing and touch, but also on the benefits and the intellectual merits of geometry and measurement. In the end they knew all corridors and their destination, even those leading to a dead end or impasse or a gaping precipice.

     When they finished all military rations and were furthermore dependent on eating and consuming moles, snails and lizards, whereby of course those were the splendor and the Lucullan meals of the underground arcade’s restaurant menu before the last solution of the worms and the bugs, Eos convoked the three-membered council and presided in a new session. 

“Gentlemen, I require propositions, advice and recommendations regarding our future course of action or even questions, concepts of paradoxes, investigation results. It seems that we are immured here. The way upstairs is blocked by the legion of the whitish, while underneath lurks either Erebus or, if we are lucky the ground – elevator, whenever it pleases to rise. As far as the monster is concerned, which the nyctalopic adore, I personally think that it probably does not exist. We haven’t encountered it so far and it is not enlisted in the already catalogized monsters like e.g. Sphinx, Lernaean Hydra, Chimera, Medusa etc. Therefore, my ethos as a scientist dictates that I principally deny its existence until it is proven otherwise”.

“Boss, you mentioned already the motto of Antisthenes that if we do not name something, we cannot define it”, said Tithonus.  “I would say, that if we cannot define something, we are never going to be able to fight it. We must rack our brains to figure out what this threatening monster is, which these people worship like God, and what are its properties, although we do not even have visual contact to this being to find ways of dealing with it.  Let us recapitulate some empirical information resulted so far. Exhibit number one: Whenever the bottom of the cave rises, there are victims. This is obvious from the malodor of the rotten meat. Exhibit number two: Until now, as far as I can hear steps, stirs and noises and I can fathom dim shining in the distant dismal downs and depths, I have realized that, when the ground bottom is on ‘up’ position, the nyctalopic visit it regularly and I see them moving like phosphoric string puppets on a dark troubled ocean. Since all the exhibits above are also premises of a syllogism, the conclusion is that the bottom ground contains beings armed with teeth and nails, maybe even equipped with razorblades, as the nyctalopic representative mentioned, through which they extract eyes and cut ears without explanation as to why they do that. It is a depth, which is very much alive and extremely dangerous.  

“I will, attempt to give an explanation, which would be fitting or at least not contradictory to all exhibits of Tithonus”, the technocrat Dedalus took the staff of the discussion, “since we do not mumble over this for the first time, but we should have already assimilated or consolidated the whole issue with a monasterial devotion as rationes ‘seminales’. From the moment we accept that there are not any unregistered monsters, to maintain that the depths contain monsters committing atrocities is a metathesis of the problem. It is as if we maintain that the world was created by aliens, whereby the problem is who created them. So, let us suppose that the ground floor kills and feeds on the flesh of its prey itself and not through representatives. How could such a thing be even possible? To begin with, is there an example of a ground or seabed that eats algae, plankton, vermin, animalcules or even bigger sea-species, oysters, clams, urchins, shrimps, cuttlefish etc.?”

“The coral”, answered unanimously the other members of the company.

“The coral within its own corral”, agreed Dedalus “And maybe in the final analysis, big-sized and plethoric Eos, it is not the case of an unregistered monster, as you insinuated, but of a known and cataloged one. I would like to remind you the story of Medusa or Gorgon, daughter of Phorcys and Ceto. Her elder sisters were the old women (Graeae) Deino, Enyo and Pemphredo, inventors of the famous Phorcides net, which is so often used in today’s wars for spying and camouflage στους σημερινούς πολέμους.  She also had two sisters close to her in age—Stheno and Euryale—who, unlike her, were immortal. Since, however, Medusa had in any case an unattractive, even terrifying figure having hair like snakes and turning into stone whoever looked at her, Phorcys did not dare address her or call her by name and murmured in an ostensibly caressing way a child song: ‘Stheno, Euryale and my other daughter’ (kore alle). So, this kore alle was Medusa, the coral. Since the situation is critical and we have no time for details of an internetwork level, let us add quickly that she was decapitated by Perseus, and that from her therapeutic blood jumped the feathered Pegasus and the hero Chrysaor, while her head, Gorgonion, was donated to Athene by Perseus, who put it on her shield to turn into stone whoever dared to oppose her. Let us refer to the coral of our area now. Yes, it is a sea-trunk with wooden corpse and knots, because as a zoophyte has on it xylo- remnants of countless other plants. Yes, it possesses hands with razorblades, because it has a hard skeleton and callous extensions from the anthracic calcium emitted by it. It has also sucking cups, because in this way the myriad polypods constituting it acquire food through tentacles and cnidae (captive cells). The polypods emerge from the calcium shell and attach themselves to absorb any loose-tied and lineally distinguishable biological mass, thus they gulp down eyes, noses, ears and other easily detachable or extractable annexes or appendages of the organisms. Of course, if they have a big hunger, they can disassemble a whole body, if it is trapped on their uneven breakwater.”

“Even if what you say is valid”, unsheathed Tithonus, “you shot a hare, but it proves to be inedible. Even if it is coral and with such offensive properties plus carnivore predisposition at that, it is an undefeatable enemy, especially if one takes in account the crowds of its irrational fans, completing voluntarily or involuntarily the circle of the nutritional chain within the Nocturnal Labyrinth”.

   The astronauts got the blues again and restarted the silent syllogistic and contemplative examination of alternative solutions.  

“Enlighten us, you intricately thinking Dedalus, you artful and crafty engineer, about the ways of a coral’s death”, ordered Eos after having given it some cunning thought.

“A coral dies, if its biggest part gets extracted by unscrupulous hunters and turned into red jewels hung on the women’s necks, if the algae are discolored, if it gets dry or withered by the air or the sun …”

“By the air or the sun? It matters”, asked Eos.  

“If one considers that many corals lie exactly under the sea surface, obviously the sun is not contraindicated, but a prolonged exposure to the air or a sudden gush of wind…”  

Eos jumped sky-high, as if she had taken a bath in high -conductive brackish waters with a clandestine infiltration of electric current, or else if she had been singed, toasted, roasted! 

“We need to do nothing else except fulfilling the mission. The dioxide’s deposit is next to the coral reef, when it rises to search for food. The rest falls it my jurisdiction, the one of a competent commando, marine or navy seal!”

You can figure out the rest. The plastic dynamite of D4 (C4) exploded on the cavern’s walls, opening only a hole of a geometric circle calculated with surgical precision, the carbon dioxide invaded vehemently with a violent decompression into the underground cavity; in a while, the presumable red coloration of the coral became black, fitting to the pitch darkness of the surroundings, the red scales turned into dead crystal sprouts, protrusions or extensions  and the orgiastic intricately wrought internal polypods became decorative starfishes with arms covered by ice cubicles and chips. Even today and in every era, some whitish memories of man continue to move on the dead carcass, on the drum-blown and swollen mass, which was dried and wrinkled like a dehydrated sporocystian mollusk, searching to feed it or feed on it, since those who still possessed  human features scattered into different directions of the cave to take their chances, many of them risking and daring the beginning of a new life on the surface. In any case, check on the diary of your mind “Inhabitant of the Abyss deceased”, something that in another time would be considered a relieving extinction of a monster, but today all would mourn him as a sympathetic and defenseless victim of the instrumental titan science. Let us wonder: Should the inflexible principle of not interfering in the affairs of other domains or countries know any exceptions, considering that in the present case the interfering freed the locals from the oppressive dominion that… devoured them, or maybe based on the nonintervention maxim within the frame of developing habitats or societies, should we wait how would the destined for mangling and consumption nyctalopic subjects evolve in the future?

CHAPTER 21:

GREEN LITTLE MEN

After they filled up the batteries and the reservoirs with carbon dioxide, Dino- Pleustus sailed again and continued its course into the narrow and lengthy Nautical ocean. On the islands and the shores the navigators  – equals between peers, as Eos was only an unofficial captain-, ‘saw the cities and knew the mentality of many men’, faced a lot of dangers equivalent to those marking the return of a posterior expedition, that is Laestrygones and Cyclops, Scylla and  Charybdis; Besides mean people and carnivore princesses they were forced to confront the following extraterrestrials beyond the aforementioned ones: α) an ostrich-like creature, which was intelligent and very communicative, especially when it assimilated the concept of “one plus one makes two”, β) many species of big-sized polypods, not incarcerated in a coral this time, because they are also encountered in a free status. Regarding those beings, the sapient ostrich, as far as she could make herself understandable, informed our heroes that “if to you one and one makes two, also for them one and one makes two”, an intellectual affinity that allowed to such octopuses to project their own thoughts and wishes on the minds of their preys, e.g. an etheric existence to the men and a tempting bone to the dogs, γ) a barrel-like silicon- and not carbon based being,[101] with a hole on the upper part, an arm on the side and a straight queer sharp tail under its crouching body. Every ten minutes it pulled out a sound like sigh or panting and then a brick was expelled from the hole as a product of natural pottery. The arm grabbed the brick and posited it on a pyramid-like structure that it built. When the pyramid was completed, it opened into slices, a new being emerged from there and began the same procedure over again. The clever ostrich clarified that for these beings the “one and one makes two” did not apply, which meant that they were not sentient, but that their production was automatic and unconscionable. They were blind, mute and deaf creatures without nerves or brains, programmed and destined to build pyramids for all eternity with their excrements, at least so long as their environment offered them silicon generously. δ) another kind of a barrel in horizontal position this time, which had four fast legs and four tentacles as hands. Its front side was cleaned like the stretched hide of a drum, while it had many rows of eyes on the side, that is why the Terran explorers named it “Argos”. It pushed a carriage along and built a city of clay with its companions. About Argos the ostrich said: “one and one makes two, two and two do not makes four”, which means that it has a different logic than we. The Argos emptied their carts beneath a big wheel that crushed all, sand, stones and pebbles to produce the necessary construction materials. Proof of their diverted intelligence was that they in the lack of material often threw themselves under the wheel and were pulpified or pulverized without a cry, hesitation or resistance, just to contribute to the erection and construction of their city.

Redaction note: Usually, the extraterrestrials, especially those coming from Mars are described as green little men, having two slits for eyes, a pimple as a nose and a spot as a mouth. We, for our part, theorize that the green little men are rather an encompassing concept including all kinds of aliens, so that no one may stay out of definition and risk to be forgotten. Of course, since the aliens have yet to come, we observe them on the screen of our imagination. Given that we see the world not only through our eyes but also through the eyes of others, when we say imagination, we do not mean the individual but the collective one. We did our best to peruse all the beings of the planet Mars, as they were registered by great authors who invested effort and investigated thoroughly the red planet. However, there will be always reservations and objections that we have disregarded or wronged through omission during our report, that is why we choose to lay before our readers a complete study regarding the subject matter of aliens from an epistemological point of view, which we consider to be adequate to cover the most, if not all facets of the subject at hand.     

More precisely, in the following, the subject-matter of epistemology will be addressed via stimuli, borrowed from the domain of science fiction, especially in a magic quest and pursuing of what is totally strange to us, what is extraterrestrial and alien. Epistemology extends to the limits of our perception; thus, the example of aliens is most appropriate to deal with it, since they are, by definition, so unusual that they may be only marginally and barely registered in the borderline of the senses. Indeed, perception is a matter of conception and translation of sensual data, being performed daily within a procedure where the senses send unrelated, desultory and unelaborated stimuli to the mind, so that it may interpret them. Ultimately it is a matter of dull repetition, administrative reiteration and habit. Renowned is the historical fact with the designation “Cook’s paradox”, when the indigenes of the Vancouver islands simply denied acknowledging as real the huge for their standards ships of the explorers, these wooden behemoths, because they did not acquiesce to accept that their existence was even possible. 

Both the recognition of the offhand acknowledged as out-worldish strangers and the communication with them becomes a lot easier, if we introduce the condition that they are almost anthropomorphic. This is the usual representation of the bipod and two-handed alien, whose physiology is basically like our own.  If we accept as a point of reference the most sophisticated SF series, namely “Star Trek”, we see that the aliens may possess antennas like Andorians,[102] may have pointy ears just like the Romulans[103] and the Vulcans[104], may exhibit cranial ridges, just like the Klingons[105], but they are basically like us.  Even more extravagant creatures like the Tholians,[106] who have red color, energy structure and somewhat indefinite outer shape, maintain their basic anthropomorphic profile with one head, two hands and two legs. Furthermore, the allegedly pure energy beings just like the Organians[107] are presented to us with a human representation, being familiar and acceptable according to the premise of the philosopher Hegel that we think in representations and cannot assimilate or consume anything if not through and by representation. The familiar image of the aliens who look just like us presages- predicts an easy faculty of communication with them.

A usual mean of science fiction is the automatic universal translator, allowing the aliens to speak English quite fluently (or more precisely American English). In this way each time the story proceeds and unwinds promptly, but the scriptwriter circumvents the crucial question, how is it possible for people so distant, having so different premises, to communicate with us so easily.

And yet the first element of the concept “alien” is and should be the totally incomprehensible, persistently unconceivable and immanently strange, because only this can be expected to test the boundaries of our ability to acquire valid knowledge, which is the main epistemological quandary since the era of Kant. Thus, the treatise cannot be based on the classic extraterrestrial universe of Star Trek due to its abovementioned anthropomorphism. Besides, this unrepeatable series, being an inexhaustible source of inspiration, never aimed to epistemology “per se” as a legitimate doubt, but  focused rather on philosophy and ontology, so much so that within a Shakespearean atmosphere of dramatic persons (“dramatis personae”), fancy costumes and ingenuous dialogs, properly stressed by the actor Christopher Plummer, featuring  admiral Chang in “Star Trek 6- Undiscovered Country”, distanced itself all the more from our familiar renowned external parameters and penetrated into the psyche and mentality of mankind, teaching us the deepest truths about ourselves.[108] As captain Kirk said in the famous episode “The Conscience of the King”, profiting from the Shakespearean education of the actor William Shatner who impersonated him: “the play is the thing, wherein I’ll catch the conscience of the king”.

Therefore, our further analysis will be performed on the grounds of a TV series, considered as inferior, but equally nostalgic and exasperating, as far as the impasse regarding the presentation of the aliens was recognized. We are referring to “Lost in Space”, the well-known humoristic series with the fascinating robot and the unfaithful, treacherous, but prominent user of literary figures dr. Zachery Smith. Except this series, the ingenuous producer Irwin Allen filmed also other equally imaginative series, like the worshipped since our childhood “Time Tunnel” and the adventurous “Journey to the Bottom of the Sea”. Nowhere else, however, seemed the likable Irwin Allen to have a worse time regarding the presentation of aliens in “Lost in Space”, since he felt that human imagination, based precisely on representation and basically on anthropomorphism, betrayed him, restricted and confined him. So, after he has pictured and featured the crawfish man, the rock man, the carrot man, after he wore on the faces of the presumed aliens all kinds of ugly deformed masks, after he tested on them every version of kitsch costumes, wigs and dye, he saw powerless his ideas declining, exhausted. Of course, due to the absence of digital help at the time, he tried to fill up the deficits and compensate for the immanent limits of the image attributing word-predicates to the aliens. In the following, I have gathered the “alliterations”, used by the literarily erudite Dr. Smith to characterize mainly the robot during their comical confrontations, by extension though they applied also to all appearing aliens, within an effort to break the barrier of the needful image through a combination of words. Here, Irwin Allen endeavored no more no less to apply the transcendental dialectics of Kant to the phenomenon of the language like a new Wittgenstein, replacing the quandary of “what we can learn” with its counterpart of “what we can express”. So, behold the alliterations with the same initial letter both on adjective and noun that, while on first sight seem endless, they hardly sum up to 127.     

  1. addle-pated amateur
  2. addle-pated armadillo 
  3. asinine abuser
  4. blasted barleycorn  
  5. blithering booby  
  6. blithering bumpkin  
  7. blubber-brained booby
  8. bookmaking booby
  9. brutish breed 
  10. bubble-headed booby
  11. bumbling birdbrain  
  12. bumbling bolt-bucket   
  13. bumptious booby  
  14. bumptious braggart
  15. busted barleycorn 
  16. cackling cacophony  
  17. cackling clown  
  18. cackling coward  
  19. callous creature 
  20. cantankerous clod  
  21. careless centurion  
  22. carious companion  
  23. cavorting cybernetic
  24. clanking clapper  
  25. clattering crackpot 
  26. cold creature 
  27.  collapsing creature
  28. corrupted contraption  
  29. cowardly clump  
  30. crawling cockroach  
  31. cruel creature 
  32. cumbersome clump   
  33. demurring dolt 
  34. deplorable dunderhead 
  35. digital dunce 
  36. disrespectable dunce
  37. doddering dunderhead  
  38. evil effigy  
  39. floundering flunky  
  40. galumphing gargoyle   
  41.  garrulous gargoyle  
  42. ghouly goose 
  43. gibberish goose 
  44. gorgeous garbage  
  45. great goose   
  46. hollering hump  
  47. ignominious ignoramus  
  48. ill-informed ignoramus  
  49.  impersonal item  
  50. inanimate iron-plate   
  51. incompetent imbecile 
  52. insensitive idiot 
  53. iron-born ingrate  
  54. irreputable ironclad   
  55. irresponsible idiot 
  56. jabbering jackanapes  
  57.  juvenile junkpile   
  58. knocked up knight
  59. lead-lined Lothario 
  60. loathsome lump  
  61. lugubrious laggard  
  62. lugubrious lump 
  63. magnificent mobile
  64. mechanical man  
  65. mechanical marvel  
  66. mechanical meddler 
  67. mechanical misfit   
  68. mechanical monster  
  69. mechanical moron  
  70. mental midget  
  71. metallic monstrosity  
  72. militant moron  
  73. mindless machine  
  74. miserable mechanism  
  75. miserable misfit  
  76. moronic moralizer  
  77. nauseating noisemaker 
  78. negligent ninny  
  79. nonsensical ninny  
  80. non-worthy ninny  
  81. obsolete oaf  
  82. oversized oaf 
  83. pitiable pipsqueak  
  84. platinum-plated pal  
  85. pompous popinjay   
  86. pompous pretender  
  87. potbellied prankster  
  88. potbellied pumpkin   
  89. preening popinjay  
  90. pretentious popinjay 
  91. puny pipsqueak 
  92. pusillanimous pinhead   
  93. pusillanimous pipsqueak  
  94. quavery quack  
  95. queasy quack  
  96. ramshackle Romeo  
  97. renegade robot  
  98. retarded ridicule  
  99. ridiculous robot
  100. ridiculous ruin 
  101. rivet-popping robot
  102. roly-poly rowdy  
  103. rusty Rasputin 
  104. scurrilous scatterbrain  
  105. sententious sloth 
  106. sickening sentinel  
  107. silent sentinel  
  108. silly sentinel 
  109. sleeping sloth  
  110. sputtering steel-mechanism
  111. stalwart sausage  
  112. stalwart steward
  113. steam-hissing stator 
  114. teasing tattletale 
  115. tinkering tin-can  
  116. tinplated tattletale
  117. tinplated tintinnabulation 
  118. tinplated traitor  
  119. treasonous tyrant 
  120. ungrateful underling  
  121. vaporous vermin  
  122. vicious vermin  
  123. wacky wrongdoer  
  124. withering winkle 
  125. worn- out wine-dipper
  126. worthless whelp   
  127. wretched wiggler 

At this point, given that the couple Allen- Smith did not include in their planning the three last letters of the English alphabet, I cannot resist the temptation to complete them myself! So, let us add:

  1. xenophobic xylophone 
  2. xerophilous xerophyte  
  3. X-raying Xerox
  4. yapping yokel 
  5. zinced zombie 
  6. zonked out zany  

Here, somewhere, both the verbal and the representative imagination of Irwin Allen came to an end, and the sequels of science fiction, which he demonically and hedonically created, stopped abruptly and irrevocably. Anthropomorphism and vivid representativeness seemed to be the ultimate prison of fantasy. Even if we add to the creatures of science fiction those of mythology (for example chimera, griffin, Moloch, monoceros, the Cyclops Polyphemus, the centaurs, Sphinx or even the fish-shaped creature, who was teacher of the Babylonians, Oannes), our powers are again insufficient to break the barrier of our own representations either in separation or in unison. 

In the continuation, we will refer to previous and posterior efforts trying to depict the immanent, inherent alienating element within the concept of the extraterrestrials, the par excellence out-worldish “alien” dimension, endeavoring to present the aliens as something surpassing and exceeding our own representative horizon or, in any case, lingering on the barrier of our senses. For instance, in the «Rendezvous with Rama” by Arthur Clarke, the huge spaceship betrays some of its secrets, but ultimately abandons the solar system, without giving specific answers and without revealing the core of its enigmatic self.[109] Thus, it maintains a mysterious veil, on the opposite of the “poor devils Overlords” in “Childhood’s End” (justifying fully their name), who in the end turn out to be the pitiable errand doers, assigned by a superior power.

In “Solaris” by Stanislaw Lem the alien may not escape representativeness, (since it is an ocean), but at it causes an out-worldish awe through the subliminal transmission below the threshold of conscious perception. The famous astrophysicist Fred Hoyle endeavors to convey the same feeling of the totally alien with his thinking “Black Cloud”, although the bombastic scientifically sound idea does not reach farther as the episode “Obsession” of “Star Trek”.  Interesting is the conception of the aliens in “The mote in a God’s eye” by Larry Niven and Jerry Pournelle. Both writers introduce to us some aliens who have no gender to begin with, but they start their life being male, become later female to bear children and die after giving birth. The English designation for them is “mote”, which means “microscopic corpuscle” or “molecule”, whereas the Germans translate it as “Splitter”, i.e. “sharp irritating fragment” or “splinter”. The lack of gender or parthenogenesis- in- itself is not something original, not even their threatening overpopulation, which forces the Federation of planets to surround their solar system with a permanent siege. But their most peculiar and exotic characteristics are that these mass beings bear no names and receive terrestrial ones to be able to communicate with their appalled besiegers; they are not symmetrical regarding their body, on the one side they have two arms maybe three (which is groundbreaking and unheard of even for the standards of the nature’s orgiastic variety) and on the other side they have more or less limbs. They are also produced in many sizes, from splinters in paperback format, who can invade into the tubes and the gears of the machines and render them useless, are also represented in medium size, featuring the negotiators, up to the realm of the giants, where are the warriors. The idea of these aliens seemed so exotic that it inspired the great Physicist Gregory Benford to write a prolog regarding the specific work. The continuation was not so thrilling, because the afterwards edited sequel of the work under the title “Gripping Hand” had not a similar success, because it presented the aliens in question as competing … Arabic tribes, poor and indigent that simply try to lift the siege of their planetary system. Finally, the matter is solved by a sterilization’ serum allowing the birth- control of overpopulation! Benford himself thinks that the communication with the aliens can only be performed through “intuitionism”, bringing as an example his own self. When he was young, he exercised the profession of the gender controller, especially  “chicken sexer”, namely he fumbled and groped for knobs in the underbelly of the new-born poultry, in fact tiny fluffy balls of plumage to recognize if they were male or female; paradoxically enough, after a period he gained some sort of a tapping along, discerning knowledge allowing him to distinguish their gender at a 95 % percentage. Of course, he does not omit to clarify that such intuition, as he perceives it, is a sort of closed circuitry to the future, which he describes and analyzes in detail in his known works “Cosm” and «Timescape”.

So, which is the proper way to approach the aliens and further the unknown, the Kantian thing itself? Hegel gives us the following solution, just as we said above: Every being has two ontological philosophical dimensions, it is thing- in -itself, as a figure presented from outside and secondly for- itself, as the same sees itself from inside. There are things which possess a meticulously outlined itself, having an external appearance perceived and lucid for all, like for example a glass, but they are internally inert (or at least that is what we suppose). Through an inconceivable repertoire, a lengthy gallery of intermediate figures, among which also mankind is included, who being both intrinsically and extrinsically, physically and positionally, the headquarters and the homebase of observation, are in the middle between spiritual and material world, we end up with beings exhibiting a very indefinite “itself”, but on the contrary a very powerful “for-itself”, just as God, fate, society, nature. These beings are not seen or surveyed, at least not in their totality, however we understand their existence by the repercussions, influences or effects which they exercise upon our lives. So, let us be susceptible to universal interactions. What is called trust and love within communication with our fellow-humans, can be construed as “openness or aperture” to cosmic influence, to the extent that it regards creatures beyond the horizon of our perception.  Of course, such an openness, such a cosmic or universal trust as a cognitive tool, as a collection of inferences on the grounds of theories not contradicting the facts, of logical or intellectual assumptions or analogies between different levels, as well as the study of the impact on our daily life by not confirmed, not fully demonstrated creatures, falsely deemed as transcendental, can broaden – extend the boundaries of scientific research and phenomena that usually are exiled- exorcized  by the positivistic thinking to a space of non -existent metaphysics, for example the study of the soul, of death etc. Yet they are undoubtedly also a legitimate object of science according to the Hegelian holistic perception.

At this point we are going to analyze two difficult matters regarding the concept of the alien and totally strange to us that reveal the impasse encountered by imagination, when it tries to explain the paradox of life, recurring to factors or agents lying and lurking somewhere outside us.

a) The aliens often presented in the novels of science fiction are considered as “too little” by the author himself to maintain a high-leveled narrative pattern and keep the dramatic interest of the spectator, and they end up being the messengers of some impending doom or catastrophe, about to be caused by some omnipotent terrifying godlike evil demons, who do not appear, but promise an indefinite breathtaking plot, which never follows.    

Thus, in the trilogy by Alastair Reynolds, compiled from the works “Revelation Space”, “Redemption Ark” και “Absolution Gap” the good aliens Amarantin build Cerberus, a whole space station, in which on the one hand they find shelter after they have been turned into a computer matrix, on the other hand they transmit a warning signal against a hypothetical murderous alien scourge, responsible for the sparse population and the thinly inhabited diaspora of the universe.

In the end of the trilogy, specifically in “Absolution Gap”, Alastair Reynolds decides and dares to reveal us, in what these terrible and horrible aliens consisted, whom the Amarantin dreaded. So, they are presented as a sort of mechanical shredding wolves- terminators, but the question arises swiftly, who hired and mobilized them. Through a worldview of subsequent tangential cosmic membranes, he theorizes that their instigators are some shadows hiding in an alternative universe. But these shadows, similar to those of the successful SF series “Babylon 5”, are very vague and insufficient to acquiesce the mind of the readers, so the writer recurs to sophisticated constructions, such as the arthropods -nest builders who produce barnacles and their rulers, the slugs, as well as a sort of greenfly playing the role of an ecological terraforming assimilator, leading the interesting series into a total disillusion and demystification! We see that the border of representativeness cannot be surpassed, overcome or violated. What appears fascinating, thrilling and groundbreaking for the imagination as a mystery is demystified and disillusioned, once it is exposed in public.

In “Quofum” by Alan Dean Foster a planet is featured with an orgiastic vegetation, numerous night -dwelling somnambulist organisms and impossible aliens (insect-like, gelatinous, hard -dermal or -skinned, thorny and carapace-covered or shelled). Finally, it is revealed that this planet was a refuge, often hidden in an alternative dimension, so that its multi-handed constructors (reminding the Hecatoncheires) may lure some intelligence, capable of energizing their fearsome weapon, been installed in the Great Attractor, the gravitational center of the galaxies, whose user manual and function was forgotten by all! 

In the “Gateway” by Frederic Pohl the good aliens (Heechees) are hiding cowardly in the black holes to escape some molesting mischievous and evil factors – agents who never appear.

In “Heaven’s Shadow” by David Goyer and Michael Cossutt, renowned screenwriters and experts of the Hollywood’s science fiction production, the aliens are incubated in the beginning in cysts and in an environment of hives, corals and crystals, unfold and develop like flowering wood louses – polypods – slaters or pill (pig) bugs and act as sentinels who behead their opponents. Later, they are rejected somehow by the authors themselves as inadequate, and are replaced by the resurrected relatives of the protagonists. Finally, it is proven that behind the resurrections some beings with four arms and face consisted of many levels and reflections move the strings. Further on, it is demonstrated that these beings are in fact field- energetic, therefore not able to fight or face on their own some archetypical evil aliens, that is why they searched for potential material helpers that could raise arms against their Nemesis.    

b) Furthermore, the alien entities are presented as representatives of some even more powerful agent who, however, hides behind the lines and the scenes and is not discernible.

So, in “Rama Revealed” various aliens appear, mainly the extremely capable octospiders, acting in the name of the highest universal intelligence, i.e. God, having at their service ostrichsaurs, whom they ride, living together with Terrans abducted passengers in a huge spaceship along with others enduring a similar fate. The spaceship Rama III has the mission to study the existing races of the galaxy with a specific purpose, which is to ascertain who of them are the most appropriate to coexist peacefully and harmonically with each other in a universe without hatred and convulsive wailing.  

      Other aliens are the myrmicats (named by Richard Wakefield, a combination of the Greek word for ant, myrmex, due to their ant-like appearance, and the English word “cat” due to their feline size and running gait), who were a naturally heteromorphic species whose final form was a large, interconnected sentient mesh which was able to directly interface with the human brain through a network of fibers connected to our body, while at the same time was able to enter a symbiosis with another sentient “avian” species.

There is also the not at all despisable ancient Greek conception which at first sight may be related to astrology, but it is eventually, until the opposite is proven, the only sober: that the star firmament, the constellations, the nebulas, the suns, planets, comets etc., in short the meteors are just a scenery aiming to inspire them towards the right direction. There is no extraterrestrial life – perhaps of a different dimension – but not extraterrestrial. No matter how long they search with their telescopes or sweep the skies with their super modern sensors, the only thing they are going to get will be false images, deceitful idols, which become believable through the illusion of depth. There are no distances either, this is also a lie, whereby one should consider that illusion often demands more energy to be staged that if it were a reality. Since meteors become perceivable and registered only by one of the five senses, namely the (even enhanced) eyesight, a circumstance already stressed by Aristotle, the existence of the star firmament is impossible to be proved by experiment, as the incompetent positivists would propose. The old ones proved to be right, who always distrusted the space programs and would say: Can anyone pierce the seven skies? They had perceived that maybe there wasn’t any space around Earth, but merely a crystal impenetrable dome (or many successive domes like overlapped cobwebbed veils or dense-woven membranes, that is a technical matter). And who creates the perception and feeling of distance and the illusion of the heavenly bodies? Zeus and the other gods who performed catasterisms (turning of humans into stars).[110]     

 Conclusion: The passage to others, to think as if the subject could be someone like us and try to describe it in this way, did not help us to track and clarify the concept of the subject. Even the representation of God as father is anthropocentric and therefore not convincing for those who reserve their judgment and doubt their own beliefs. On the other hand, no matter how much we imagine something alien, something our-worldish and incompatible with our experience, so that we may broaden or deepen the concept of the subject that can populate the universe, we cannot overcome the relentless border of representativeness. We will cogently return to ourselves, but nobody can define one’s own self. So, we will expectedly return to something indefinite, indetermined, vague, field- energetic that will not be abstract anymore, but more specific, since we came to it through process of elimination.

CHAPTER 22:

ON THE HEIGHTS OF THARSIS

Towards the end of their wandering in the Nautical ocean of the Navigators our travelers reached the heights of Tharsis (Tartessos), which were practically the first mountain foot and slope of the Olympus Mons. For a while, according to their acquired habit, our heroes moved secretly amid the dense population of the premises to acclimatize to people and things, so that their behavior would not be criminalized (acclimatize- criminalize = almost a pun!) We should like to remind you that their original plan remained the killing of Zeus to revenge the shame and miasma of Tithonus, where Zeus showed a despicable meanness that could not be tolerated. Of course, by such an intention exhibiting a full ignorance of danger and contradicting all data of reality, the words “ambition” or “ambitious” forfeit their meaning, that is why, if we are not wrong, at some point we have characterized the expedition as suicide mission, and that was exactly what it was. A suicide mission, where the three participants, if we leave aside Ehedorus who was an AI, engaged for their own reasons. Dedalus intended to withdraw consciously his guardianship over Icarus to let him free at last, not afraid of being alone, taking in account that his great engineering and inventing skills would discourage the persecutors or the captors from harming him, Eos believed really that she can kill Zeus, besides like all fearsome warriors she did not care much about her life, satisfied that she had already lived everything in the most intense way; Tithonus on the other hand had simply nothing to lose.            

 One day, whereas the three friends pretending to be drinking pals wandered aimlessly in the marketplace to avoid suspicions, buying fewest things due to a restricted frugal budget, a representative of the local capitalist and art- patron Deiphobus contacted them. Do not even think for one instance that we ignore the relationship between Deiphobus and Hector (they were brothers). In this case, however, the name was a combination of the ones of the two Mars’ sons and the synonymous planet’s satellites Deimos and Phobos. Indeed, often enough the well-known businessman wrote his name Deimo- Phobos to honor, to appease or sometimes lay it too thick flattering the mortals’ slayer, arms-bearer, arms- rejoicing, “οβριμόθυμος”,[111] “πολεμόκλονος”,[112] “τειχεσιπλήτης”[113] Mars (Ares) and the gods of Olympus.  

So, on the day of Mars, as it was fitting (let us refresh our memory that the days of the antiquity’s week were: day of the Sun, of the Moon, of Mars, of Hermes (Mercury), of the thundering Zeus, of Aphrodite (Venus) and of Cronus), on the most routine day for the transactions of the market, on hour after dawn, a morning hour having gold in mouth, the three caballeros upon borrowed horses, escorted by employees and subalterns of the businessman, as a manifestation of courtesy and politeness, galloped towards the manor of Deiphobus. A lot of Martians (wo-) manned at that time the walls and the windows, equally placed, while on the streets their presence was even denser, causing uproar and hubbub, as the traders advertised their merchandise and the candidate clients emphatically refused to buy.

Deiphobus welcomed them in front of his villa wearing ostentatiously an imitation of god Ares’ uniform with a shining armor, a red stola and a wide coat – a military jacker covering his back and a helmet with a conspicuous Greek pompon, not an Asiatic covering, as he is often depicted as an image or sculptured as a statue. His propensity for mimicry and servility towards the patron saint and master of the planet god was more than apparent. On his side a complete garrison aligned, which rendered the welcome committee great officiality and rather evaporated even the last unjustified hope of secrecy and discretion concerning the mission.

“Hallo, you, rose-fingered, saffron- veiled, rose-ankle Eos, daughter of the shining Hyperion and Theia, Eos and Dawn, or however you are called”, Deiphobus addressed respectfully his guest in an era, when the appellations, just like the designations or the actions, played an elevated role. “Join me along with your hungry companions to the table that I have prepared for you, so that we may discuss urgent matters, entirely unsusceptible to postponement”.          

From the moment that Deiphobus knew her identity, Eos had no reason to hide and she had worn her official dress, gold-green within and red-white on the exterior, so that due to the numerous  iridescent – fluorescent turnabouts one could not fathom which parts of the uniform were tough, callous, shelled or harnessed and which parts were pliable and flexible to ensure agility In battle. Taking the bridles of the encounter from the beginning, after she dismounted from the horse with female grace, she grabbed Deiphobus by the collar, by the cloth exceeding the armor and raised him sky-high.

          “You ‘d better omit any comments about my associates, Deiphobus, or else I am prone to teach you right now what Deimos (dread) and what Phobus (phobia) means. I have accepted your invitation for two reasons: First, I want to know how you discovered our identities to approach us. Secondly, since you obviously want something from us, or else you would not have invited us, I wish to ask you to assign us a guide in exchange or give us some instructions for further entrance into Olympus’ domain. Give us also some trench coats to prevent the cold.”  

          “Dynamic and heavy-handed lady, I see that you are not interested in an endeavor to know us better and you dislike any kind of foreplay. All your questions will be answered immediately and casually during the meal and over dessert. Indeed, in view of your hurry, I strongly recommend skipping the appetizers and the aperitifs and passing directly to lunch”, Deiphobus said dreading and trembling, thus multiply justifying his name.

          So, they sat at the table, where they were served rabbits and other meats, fish, honey, walnuts, figs and apples, generally all edible stuff mentioned by the Deipnosophists with the only exception of the callipygous and not steatopygous Aphrodite.  Still the atmosphere was chilly, and the three travelers did not touch their food, obviously fearing the eventuality of poisoning. Every effort of Deiphobus to initiate a pre-congress small or idle talk came up short. In the end, every effort of gentleness or courtesy was peeled and stripped naked, leaving space only for laconic frankness.

“Well…hm”, lisped and stammered Deiphobus, “let us examine the reason for your coming here”.

   He pushed a button and a holographic projection appeared immediately close to the table representing a man who turned his back to the screen, obviously an orchestrated machinated trick to increase the anticipation of the people present. 

The man made a turn around his own axis and was… the market place protector, the guardian of popular assemblies (αίγιος), the oath imposer (όρκιος), the generous liberator (ελευθέριος), the avenging spirit (αλάστωρ), the preventor of evil (αλεξίκακος), the redeemer of guilt and purifier of miasma (καθάρσιος),  the guileful deliberator (μηχανεύς), the harbor keeper and port watchman (λιμενοσκόπος), the mild, bland and kindly (μειλίχιος), the defeater of Lycaon and creator of the first wolf (Λυκαεύς)- the epithets are infinite, to prolong the suspense and anticipation of the readers I have placed before the most unknown predicates and attributes without referring to the known ones like thoughtful (μητίετα), cloud gstherer (νεφεληγερέτα etc.)  -well, yes, he was Zeus.

“Eos, I think that this charade has gone far enough, as the people say, a further procrastination cannot be tolerated. I have allowed you long enough to get lazy and suntanned, to drag your feet aimlessly, where of course by Tithonus the act of dragging feet is proper and hits the mark, to fool around without consequences within my domain deep domain. You know, some say that even a walk in a park is a constitutional right, simply called constitutional, which must also be granted or yielded by the leader. It goes of course without saying that since you ‘ve landed on Mars I have you under strict surveillance through screens, cameras, registering micro-scanners and not (wo-) manned drones. All this time, both my associates and I have been watching through holographic projection your pathetic adventures and your ineffable Heracles’ labors, which were all lamentable and laughable; We knocked ourselves out and had a heartful laugh in a light-hearted joking manner[114] at your alleged and self- induced calamities and adversities. At some point, however, all jokes must come to an end, especially when they are out of line, just like you, who have come too close to my headquarters. That is why, I hereby order you to take your lame pet and your clock repairing stone age quack with you and get the fuck back to the barren rocks of Earth and the dirty clay mud, from which you had the audacity to emerge”.

“Language, language, my Zeus; I see that the mere fact of our approaching has alerted you, fancy, if we had already reached you winter or summer residence, you would jump like a monkey! You call us dirty clay beings, while you and your kind have run aground to our world through a filthy wormhole, so you are nothing more than worms from outer space or insects and parasites from another dimension και παράσιτα, whole all this propaganda that you came from the Far East is just a Scheherazade’s tale. You are not even human, you have no authority over me, I am not subjected to your power, I don’t answer to you”.

“You fat ass, overnourished flabby Eos”, Zeus becoming dangerously red due to his anger, “you are out of jurisdiction, participating in an unauthorized mission. Sirius does not recognize you and Prometheus rends his clothes, if one tries to connect him with your unauthorized actions. May we learn, if you are kind enough, the reason of your being here?”

“When injustice and meanness exceed some limit or rather every boundary, then the Code of the Titans, the plebiscite of Demophantus, the evolutional summary of our species, authorizes us directly. ‘If one abolishes the democracy of Athens or fills a position after the democracy has been overthrown, he will be an enemy of the Athenians and will be sentenced to death and his money will be confiscated, while one tenth of them will be given to the goddess. He who executed the perpetrator of the military coup or the dictatorship or the insinuator of such act should be honored and appreciated.’ And the constitution of a sympathetic familiar city- state, which I know, says: ‘The implementation of the constitution lies on the Greeks’ patriotism, being entitled and obliged to resist in every possible way to whomever attempts to violently overthrow it’.  That is why, I came to kill you. I will smash your head with the dumbbells that the tyrannicides Harmodius and Aristogeiton hold in the museum of Naples”.

Zeus burst out into laughter, knocked himself out in such heavy, thunderous and inexhaustible hilarious face contractions, that if someone did not care to interrupt him, he would probably laugh until today.

“You, that’s a laugh! You are no opponent to me! When I look at you, I see a blood-covered bulk tied to my chariot, the smashed body of a wretched fat animal rotting under the sun. If you want to cross something other instead of our swords, then we can discuss it, because despite my endless erotic experiences, I have never done it with a fat cow and maybe such an act has also many delights to offer. My mouth is watering when I try to imagine the size of your genitals and your breasts. As far as your quest for justice and punishment and defense of democracy etc., you’d better try to convince some ignorant fool about them, because I don’t buy them.   The only thing that matters to you is that you put the pocket lover, which you had inserted in your robe, into my washing machine and it expectedly wrought and strained him! Who told you to become apprentice sorcerer in a technology you do not understand, you, primitive jackanapes? You coveted immortality for the monster, the abomination, the prodigy!  So, take enough immortality now to fill your pocket (literally)!”

“You are shameless! “Τους μεν κενούς ανθρώπους το πνεύμα διίστησι, τους δε ανοήτους το οίημα”,[115] Socrates said. Euripides used to say: “Βαρύ το φόρημα οίησις ανθρώπου κακού”[116], but then he disappointed us by saying that ‘Zeus is the punisher of the arrogant’, showing that he was entirely confused, probably because his wife cheated on him. You should punish the arrogant, while you are the most arrogant, braggart and self-conceited of all? Unless of course we familiarize ourselves with the supreme holy hypocrisy that you punish others for crimes committed by yourself. In any case, I challenge you to face me on the field without your miscellaneous techno- gadgets, your microprocessors and micro-applications[117], without you throwing missiles, thunder and lightning at me and without stealing from this scarecrow Athene the Egis shield (αιγίς) that has the head on the Medusa melted on it. Well, that you extracted from your head a descendant with more brains than you, that I can believe, after all it is not so difficult! But to take guns from her or from others, to hide and distract from your nudity, this is the greatest humiliation for a warrior. Indeed, don’t you have any shame, don’t you feel your own disgrace?  Isocrates said: “μηδέποτε, μηδέν αισχρόν ποιήσας έλπιζε λήσειν. Και γαρ αν τους άλλους λήσης, σαυτώ συνειδήσεις”».[118]                  

“Steatopygous Eos, please, do not serve your titanic proverbs beyond measure, because you will make me cry. Certainly, you would like me to stay unarmed in front of you, but that is not going to happen not even in your imagination. Besides, a duel between you and me is not an option, not even a possibility or an individuality, mainly and prominently because we are not equals. Perhaps Prometheus would be entitled to challenge me to a duel or at least Hyperion, both being the leaders of the mortals, and surely not you who are just a huge fat piece of shit.  To meet me in the eye, you ‘ve got to fight first my subalterns and afterwards, in the hypothetical but not likely case of your survival, you would have earned the honor to confront my representative champion, who is no one less than the protector of this planet, the war-god Mars. There, even the suppositions or the assumptions come to an end, because it is guaranteed that you will never walk alive out of Mars’ hands.”      

At that point, Mars covered the microphone with his palm and addressed Zeus whispering. 

“Are you insane? Do you think that I am eager to cross swords with that elephant? As they say in the movies, I didn’t sign for it. To play gods with our energy weapons is one thing, to face, however, mortal warriors in a duel to the death is another. Duels must be legislatively abolished, because their outcome is far too unpredictable and depends on many uncontrolled factors”.  

“You are a coward and a chicken-shit, your piss has reached your socks, stained and soaked the felt, you are the disgrace of the gods! By definition, the creatures of this dimension cannot harm us because we are energy beings. Armed with the weapons that I shall give you, you need not fear anything. Don’t get frightened by this delirium of the titans about valor, courage, heroism, wars etc. We do not risk any danger from their close-quarter bragging, because we strike from afar with our thunderbolts, we hit from a distance with missiles and rockets. Who spoke about war? The shepherd does not do battle with the lamb or the sheep; he just slaughters them!”    

CHAPTER 23:

ON THE SLOPES OF OLYMPUS

Eos, on the road to fight Zeus and his subalterns, knew that every doubt, every year, hour or minute of her life until now was but a preliminary prelude and eliminatory pregame to today’s culmination of glory. All previous events, every breath, every stage of her training, every victory or defeat on the battlefield was nothing more than the preparation of the present, of the impending. In the next few hours, she would fulfill her destiny. Fate is what nature, life and circumstances reserve to a (wo-) man and God or the divine is haw (wo-) man deals with them. Either Zeus would die today, and she would triumph or vice versa. Of course, the latter, which was the statistically and credibly expected outcome, would entail sufferings worse than death like humiliation, shamefulness, burlesquing or erasing of her name from the history board and oblivion throughout the ages. But the amazon did not accept to be neither forgotten nor dishonored like an insignificant fly crushed by Jupiter through a simple clapping of his palms.  

She remembered with an understanding and condescending smile the mission’s beginning, when there was the ambition that the presumptive and unexpected commandos would take in their possession some of Zeus’ famous guns and preordain them at the disposal of the people. Obviously, from the moment that their expedition was early enough exposed, being furthermore under surveillance, this choice was not a feasible option, not on the table anymore. The only thing remaining was pure revenge and Zeus’ murder. And what an inconceivable service such a deed would be for the people, redeeming them from many tortures and future wars, so that Eos would be further worshipped as the greatest mankind’s benefactor. 

On the morning, as she woke up in Tartessos, she felt strong and undistracted, having left behind all pending issues. She washed herself thoroughly and meticulously just like the Spartans before Thermopylae and coated herself with the flour of the wrestlers, so that her hands would not sweat and slip in the battle. She looked at the metallic mirror of her room and devoted her face and body enhanced attention, especially to parts that she usually neglected.  

Eos knew very well that she was not pretty, at least according to the objective esthetic criteria, i.e. the established rules of the classic statues.  She admired the muscles of the arms and the well-shaped meaty calves of her legs. Certainly, these mainly virile characteristics did not agree much with the ideal of the female beauty, since even the goddesses preferred to hide them to appear impeccable and attractive, but she didn’t regret at all, not for an instance, for her countless hours of training and the fierce fight required to obtain them. She, for her part, found that through her light lingerie, her shining armor and the silver belt emerged some kind of beauty. Of course, she was aware that Zeus, the god with his infinite experiences, probably did not consider her desirable. ‘Me and Jupiter being a pair’, that image flashed in her mind, what a perilous and unholy thought! On the contrary, the important issue was that her underestimated half beauty would be the last thing that the false god would see.

Since her childhood she was a tomboy with eyes not seductive for their color because they weren’t exactly violet or intense green, but they were penetrative and piercing. As time went by, and through constant training her body had become muscular and through prolonged gymnastics, swimming and hunting in the open suntanned – you know, calisthenics, extensions of legs and hands, alignment of the shoulders etc. -, but it was neither meager nor skinny nor weedy. She had a full circumference, round hips, fat and sturdy loins and waist. She ascertained all this moving right and left the coccyx and the tail of her body, as if she saw them for the first time. Furthermore, it is worth mentioning that her breasts had an inclination downwards like udders of a cow, but when she lifted the hands, they became elevated enough, and when she was lying on the bed, then they came in an entirely upright position; plus, her tits were rosy and fat like drums.  Anyway, this examination in this phase, shortly before the end, had no meaning whatsoever. What did have meaning was the respect and the worth of (wo-) man as the primal obligation of the state. In the frame of this dignity, she wouldn’t by no means accept to be dragged as a prisoner or be fertilized like a mare or if you prefer a female horse by some hairy scoundrel, who will think of himself as a man, while being homunculus. She wouldn’t allow it, she wouldn’t stand it, she would find a way to commit suicide in due time.

“I am Penthesilea intending to kill Achilles. This is the most accurate analogy, the most proper comparison”, she said.

While she was dressing, she smeared the magic fragrant ointment, taken from a silvery vase in a shape of a rosebush, over her heart, neck and the horizontal tangent of her curly hair, as if she were self-complacent- because finally we all are marked by self-complacency – as if she was Aphrodite herself. And it would be a nice idea if through the ointment of individual care, the consequent fragrance or the flour of the weightlifter- wrestler she was able to daze or distract Zeus, Mars and the other mates! And what a good thing would be if along with her spear she possessed another secret weapon, an aroma donated by Aphrodite or Artemis, suitable to irritate the thoughtless testosterone of the down brain, to confuse the languages and the meanings of people, to sow the seed of ignorance to all those imbecile rascals!         

Beyond her shining armor, Eos admired also her guns. The bow and the quiver full of red-feathered arrows, which she could shoot around in a dispersion mode with her unrivaled skill like bullets from a machinegun strafing, her sword sharp, handy, flexible, balanced and deadly, and the double-edged ax, in fact a halberd, used only in the most demanding duels.  

Then she cradled and weighed the spear in her hand, brought it right, left, up and down with extension of the elbow and wriggling of the wrist. This was her great advantage, the ace in the sleeve of the athlete and the champion, a ramrod and a wedge that the warrior could grab by the base, by the middle or by the cutting edge depending on the circumstances of the fight! Her favor movement was to turn quickly her back to the opponent, give him a strong elbow-hit in the belly, and just as he would instinctively and reflexively jolt the face forward, pierce his face with the point of the spear directed by the reversed palm. This point equipped with a shackled hook was not made of common ore, not even iron, but of forged orichalcum, the famous metal of the era, the exact properties of which we ignore even today, but surely nothing could resist it, because it acted as if it was dipped in a powerful and unerringly lethal poison!  One strike in any spot of the opponent and the scraping of the orichalcum would be drawn and absorbed up to the heart of the enemy and would mail him expediently to Hades in seconds. The shaft of the spear almost buzzed, whimpered and whined that it wanted to nail the skin of Mars and Zeus, to stretch them down and fill their eyes, mouth and lungs with the blackness of death.

As expected, Eos had also various other weapons on her which one would be tired of enumerating. Living in a technological era she could not disavow her ballistic arms and surely besides her sword in the belt, the baldric with silver-embroidered straps weighing three kilos, she had also her pistols and her rifle hanging as well as silver magazines, totally a summary of twenty- seven, perhaps thirty kilos plus the cartridges she carried in her pouch.[119] Zet, these ballistic weapons were for her a sign of cowardice and inadequacy, were not fitting to titans, but to some cowards who shot from a distance not to see the result of their attack, the pain they caused to the face of the enemy depicted in his mien, to people who committed the extreme dishonor of not assuming the responsibility of their actions.

  Burt right now, in this instant, in this blink of an eye ever changing, Eos galloped from the city of Tartessos (Tharsis) directing to the slopes of Olympus. As often happens in such cases, where from the static electricity of the air follows that havoc is nearing, many idle folks and dawdlers were gathered on both sides of the road cheering the marching rider, without even knowing why. They felt conspirators to something, to which they were not at all related, yet they chose that the particulate matter mattered to them, how human it is, maybe the most human, i.e. to make a foreign case my own one.    

These manifestations of ostensible fraternization bore, of course, no meaning for Eos. Her target was plain, definite and clear, i.e. Zeus’ death, and let whoever had the audacity to oppose her beware. She had already mailed whole legions of men to the gates of Hades, forcing the boatman to work overtime and protest indignantly and inefficiently to his union, and this is exactly what she intended to do today as well.

So, to the east, to the great East, she spurred her warhorse. The halberd was tied on the pommel or the capital of the saddle, while her spear remained calm in her right arm- such was her balance, self- possession and dominance over the available means. She rode incessantly towards the oblique oblong slopes of Olympus ascending upwards across the endless klicks that separated her from gods’ domain. Maybe she should take along Dedalus as a paladin, but she chose to leave him behind. His presence would have no meaning except for being killed. She had a desperate hope, namely that the gods possessed some kind of honor that would not allow them to exterminate her from afar, that based on their deep egoism would like to defeat her fair and square, rightfully and factually, in the battlefield.

She knew that her itinerary was registered by a thousand cameras and sensors, being watched by a thousand spies, that is why she shouted with untamed pride:  

     “You, snitches and ruffians, informers and hired paid eavesdroppers, send to Zeus following message, that I, Eos, daughter of Hyperion and Thea, am coming to terminate his wretched life. Tell him, if he has some traces of honor, I challenge him to a duel, himself, not his pitiful subalterns, lieutenants and apprentices, although I do not object, if he wants to place them before him, if that makes him feel better, however this will give him only a temporary and fleeting sense of security”.

Continuing her unrestrained course to fate, Eos kept on uttering triumph clamors, offenses and provocations towards the opponents. 

«Οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών ολλύντων και ολλυμένων[120]. Αβροβάται,[121] ανασεισίφαλλοι,[122] γυναικοπίπαι- ανδροπίπαι[123] μύζουρεις,[124]  ρωποπερπερήθραι,[125] σποδηριλαύραι,[126] πιθηκαλώπηκες,[127] get out of your barricades and shelters and  face your fate like men. Do not hide like slugs, come to the open or I guarantee you, the shit will hit the fan.”[128]

To rephrase Virgil’s Aeneid, which refers to Penthesilea, when she came out to face Achilles:

The amazon marches with moon-shaped shield,

Inflamed by rage and anger on the field,  

On the naked chest she wears a gold belt  

She fights against men, as a virgin never felt.

Mars – Ares sent laxly and successively four bullies from his followship against her, four terrible riders of Apocalypse corresponding to the Right of Conquest, which a paranoic, boastful and delusional fanfaron chief of our neighborhood invokes constantly, as well as Hunger, War and Death. More specifically, he sent Arab who gnashed his teeth, Aithon who was red- hot like incandescent steel, Phlogius who was even more ardent and Conabus who lifted dust and made a fuss. Unfortunately, Eos chopped them rather easily through summary procedures. Uttering a sky-high, mean, hateful, abominable and terrifying clamor, thrusting her spurs into the flanks of her war-horse  she decapitated the first with a double- edged hatchet, pierced the second with the spear, threw from the horse and trampled underfoot the third and shot an arrow with an impossible throw through the neck of the fourth making him gurgle in a macabre way. The four unlucky or rather misfortunate riders of Apocalypse were escorted also by some paladins, who were armed and fought as well, if one can call battle their comical performance. Yet the relentless warrior Eos reminding the undefeatable glass heroes we see on TV, thrust the one with the sword, shot the other, cut the former, pushed and fired on the latter, disemboweled the rest. It was as if she regretted peeling them like eggs.

„Just ask for mercy. If you wish, cry, let your tears and your mucous flow and I will be merciful and quick. I am not a bad person, I have no beef with you. Surely, it is not honorable for a man to cry and ask for mercy, for some reason however I am hindered to kill someone who begs, weeps, sobs, wails and laments.  Not everyone is tailored for wargames, and you should know that war is a road without return. Either you stand on the shore having a drink a letting other belling the cat or you enter the stream and die. Maybe you have another talent or inclination, you, wannabe opponents. Perhaps, you were born to be poets, to stitch or knit or sew, to be active in the services sector, be suitable to occupy yourselves with economics as a lose- lose situation and never come in touch with the ethics that the ancient savants taught us. You can easily enough view science from outside, nourishing the illusion that you can find the perfect answers outside yourself without entering what you are searching for and what interests you.  You don’t need to die today!”

Ares (Mars) was troubled, worried and uneasy in the palace of Zeus, if you know what I mean. When he saw that his emissaries- champions were decimated, he turned to his sons Deimos and Phobos encouraging them to join the battle. They gave him the following heroic answer though:

“Father, like hell we are. You should search for suckers elsewhere. When things get tough, the tough ones are going away. And the mother of the coward never weeps”.

The dudes, the fuckups, the sons of bitches let him helpless and exposed! For the first and last time in the whole Titanomachy Trilogy invective mode is so brutally used, but how should one call the sprouts that abandon their father in a difficult moment, instead of supporting and protecting him, and, instead of inspiring awe and fear as their names indicate, they sensed these feelings on their integument, summarized and condensed into what the Anglo- Saxons justifiably  call “chicken shit”.[129]   

Ares turned to Zeus with a desperate mien.

“Do not seek comfort by me. I have assigned you the portfolio of war, so get out and fight. You are in possession of energy body and strong energy shields. You will be hurt, but you will survive”.

“This vixen is prone of hunting me till the end of time. I don’t know what makes her tick, if one considers that she could join our side if bribed with some talers or silver staters. What kind of people are those who do not get corrupted, never betray their faith, never give up or compromise and never stay put, so that all of us can have a good time? “Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής”[130]».

“You, tricky -giggly Ares, since I am getting bored of your constant whining- my god, i.e. my precious self- what a useless band are all those minions surrounding me- to boast your shredded confidence, I am going to give you my most effective weapon, the thunderbolt, which is not merely thunder or lightning, but their very quintessence. So, you will be able to stand against the Eriny, this ugly Harpya, not like a chickenshit fuck, but like a man, if this word still means something and is not canceled in the spirit of political correctness. So, get your ass to the battle and godspeed, because merely to look at you makes me sick and causes me a heavy nausea”.    

Knowing that with that weapon he could pulverize Eos from a considerable distance, Ares found again his lost mettle found again his mettle and came upon her on the war path like a Wild West cowboy ready to draw his revolvers. Since in this dimension he had superman’s capabilities drawing his powers from the red sun of Crypton… eh sorry this is an element of another epic saga, for which we do not possess copyright -, he enhanced arbitrarily his height to become five times bigger than common mortals[131]. Fast and furious he reached the battlefield and proceeded three steps in front of the terrified Olympus’ soldiers. With vigor and bullying machismo, like the one the fathers usually demand from their sons during the child soccer matches, Ares moved forward and stuck the protective of his genital’s jockstrap or codpiece on the Amazon’s horse’s snout, so close that he could slap its face from above, if he so chose. If you wish, if you like, like the referents of today’s conferences say, whereby a general of a nationalistic Tv channel answered: If you wish, if you like, well I don’t wish and I don’t like!

 “Woman, why do you involve me, are we somehow acquainted?” said Ares feeling secure and invincible. “What do you want? Are you out of your mind?”

“I am Eos, daughter of titan Hyperion and Thea. I am not looking for trouble, especially with you, son of Zeus and Hera. However, I regret to say that I have a very serious issue with your father, whom I challenged to duel with all proper formalities, and he insists on ignoring me. So, I appeal to you to step aside, to let me pass, until I envisage my opponent and look him in the eye, making him pay for his hybris consisting of dealing with free people like they were guineapigs and animals for slaughter, using them like a means towards an end, shredding their dignity!” 

“Tell me woman”, said the sexist Ares. “Where do you draw your mettle from, what gives you the audacity to think that you can make a stand against your betters, resist beings superior to you according to the order of the universe, creatures that trace their heritage to mighty Cronus – Chronos himself, while within them roars the blood of the cloud-gatherer Zeus? You speak of hybris; is it not hybris to challenge powers much greater than you?”

“Not, if I believe in a principle, not if I believe in justice!  Hybris is to commit something unjust and illegal and think you can get away with it; Then Atis, Nemesis and Tisis assume the duty to bring you to your senses. So, when I do something to restore equality – talking always ethics in account, because the end doesn’t justify the means but on the contrary the means define and prejudge the end, determine and shape the purpose – (r.n. ideology is one thing, ethics are another, listen to Eos at last!), then not only I must choose to  clash with powers superior than me, but it is imperative that I do so!”  

Ares made a huge step back, Eos took an attack posture and the battle began, at the beginning, with conventional weapons, where the hissing of the spears, the whistling of the arrows and the clank of the iron edges that rebounded on resilient armors. I am hearing “the rifles emptied, the swords crossed, teeth grinded, woods tossed”, just as a uniquely sensitive poet use to say.   

 Eos suddenly realized that the wind blew against her, which was very unfavorable for every duel either with catapulted or with ballistic weapons. So, Ares had objectively a big uncompensated advantage, since he could adapt his size, thus having longer hands, a fact that favored him, when the confrontation became physical and from close quarters, hand to hand. Despite all that, she continued fighting against the muscular giant till the end. Her horse was pierced and holed by spearpoints, the spears ricocheted on the shields  ; the duel exhibited no fancy elegance or demonic skillfulness, as we picture it, but it was pushing and elbowing  to bring the opponent out of balance, a wrestling contest and street fight between two behemoths, where Ares resembled a multi-tentacled Lernea Hydra, while PAOK (the other great football club of Thessaloniki, enemy of Ares) …, sorry I mean Eos, was the unbendable rock, the indestructible anvil that deflected all strikes, the oak-tree that endured countless knife-cuts, that absorbed the knife of Melampus (see relevant entry in the next tome of Titanomachy), the small condense sharp diamond, the hardest of all, the compact core or nucleus impossible to split. How many times she fell on the ground due to violent kinetic force and shear brutal collision with the weapons of Ares, but she rose to her feet dynamically according to the dogma “you are allowed to fall, but it is imperative to rise again”.   

The duel went through many stages. After a lot of repeated javelin throw, lancing and fencing, having a bigger surface as a target, Eos achieved some blows somewhere within the joints of Ares, between his arms and the ribs, stinging him to certain points.

“Ah, you mosquito”, cried Ares, “you, harmful mosquito, your sting hurts, nettles. You made my Ichor[132] leak, you shrewd wacko fat cow!”  

“You have still the option to surrender”, said Eos trying to hide her panting and fatigue.   

“You ask me to surrender, me the god of war?”, said Ares with hurt pride. “Let us leave aside all those weapons and confront with muscular mass and strength. Let us finish this as it is fitting, body against body, I think that is to your liking, you, primitive material homunculi. If you do not sense the smell, the reflection and the humidity of the stunk sweat, the aroma and the stench of the moment, you never learn from your predicaments and you never understand your experiences”.

It goes without saying that Eos was favorable and positive to such initiatives. So, they threw away their armors and engaged each other with bare hands. Beside the wind direction and the variating size of Ares, there was also another aggravating factor for the fighting Titanis, namely the energy body of the opponent, making her jolt constantly die to static electricity.

They both had the attitude of a carnivore, caw-bearing, rapacious animal. Grips of Greco-Roman or freestyle wrestling, crushing and bone- smashing, tripping up, tackles, somersaults and overturns that would carry away or break even the legs of bulls or buffalos offered an unrepeatable performance to whoever had the chance to watch it. Be sure, dear reader, that even we, the contemporary spectators, who have the opportunity to watch and admire athletes of the highest level, have never witnessed such a spectacle; here it was the case neither of a boxing fight or a football match with a thousand safety valves and protection regulations nor for self-complacent exhibition of talents or skills, but for a fight to the death by opponents who had unleased and launched against each other their limitless potential without any restrain whatsoever. And mind you, the digital blots that picture a battle on TV are incapable of conveying us a real impression of the current confrontation, because they represent the movements with impossible unnatural speed, while the lethal blows are slower, visible, albeit weighted and calculated, premeditated, cynical, surgical, vicious, with a hideous malignance, that is why they are really terrifying.        

Ares was big and bulky, voluminous, impressive, self-possessive, radiating his reputation in every step of the way, in every movement or rotation. On the contrary, Eos possessed and relied upon a power, not derived only from her muscles, but also from somewhere else beyond herself, from her principles, from abstract concepts, from her untamed will, not only hers, but also of things, as if she twisted the commandments of fate to serve her own purpose, supplementing every distinguishable opportunity with proper ergonomical energy. One could reckon that she drew her power from space itself, from the electromagnetic field surrounding Earth, from hot balloon air that seemed to have substance and hypostasis after all.

Mythical blows and hits that would pulverize others or send them to hospital for many years were scored or sustained. I don’t know, reader, if one should name their fighting praxis “karate” or randomized and despondent kickboxing, but be sure that it was the deadliest wrestling tactics in the universe. If someone had the escapade to thrust her/his way in between these two behemoths to separate them, she/he would be trampled and crushed like a reed or a sandstone or a tile, they would probably not even take notice of the interventor, as if one was an ant or some vermin under the sole of a shoe. Every single motion of this macabre choreography would have a lethal effect on a lesser adversary within seconds. Karate hits on the neck, targeted and concentrated fingers driven into the solar plexus, focused and stretched palm on each other’s nose, capable of pushing the rhinal bone deep into the brain. We speak here of a combat’s apotheosis, of an archetypical, primordial, rudimentary, atavistic, cave-like clash between a man and a woman for conquest of territory or living space, of influence sphere or dominance.

The physical and somatic superiority of Ares was evident, in the final analysis he was from another privileged dimension, but also his wrestling ability was enviable and first-class, since he was the first among equals and number one among his peers in the specific field. That is why the spectators watched Eos retreating constantly and if the limits of the ring were demarcated, Ares would have confined her in a narrow corner or by another syntax Eos would be on the ropes. 

And yet, as the retreat of Eos seemed definitive and irrevocable, she thrusted her feet deep into the ground mounding up, creating a dyke, offering a decisive resistance. It was the defense of a woman who could not possibly win, but it was also unthinkable and non-sequitur for her to lose.

Dust and rocks, soil and blood and branches rose, broke, hovered. The clamors, the insults and the swearing had stopped, both gladiators had henceforth no puns to exchange, nothing to say to each other. Not even the elementary meaningful communication between two sentient beings was left, the only interaction was the trick or treat of the hemlock, the mercy of the coup de grace offered by the one towards the other – the logic of “let us finish this” -, the compassionate option of death of the one or of the other as the only possible outcome, the only eventual end.  

The heel of Eos was perhaps not so strong as the one of Achilles, neither vulnerable nor invulnerable nor immortal, but it pierced the ground like a spike or a lever, a bolt or a nail or a splitter and angled there like an experimental or seminary ratio, shooting testing probes or roots, close-range plummets or sprouts for scouting the truth. Nothing could remove it.

Ares leaned on the unmovable object pushing and repelling for hours, he sweated, breathed briefly and sweated again but saw no significant progress.

“The devil should hold you”, he exclaimed in the end and distanced himself from the battlefield indignantly. To Zeus he said via communicator:

“What can I do? She is made of steel.[133] I have no intention of spending all my life here, I have many things to do”.  

   Eos started to march forward, to climb Olympus with steady successive heavy steps, faithful to her plan to reach the top, to challenge the top itself!

Ares turned and looked at her with awe. As he retreated, he grabbed a spear from the many scattered on the ground and threw it to her. The spear ran its course at an unnatural speed but was deflected by Eos’ shield. Then Ares, always using…reverse gear and suddenly smiling maliciously, picked and catapulted another spear with such accuracy and skill that even Achilles would envy it, mobilizing all his technique and hoping to startle Eos who after a tiresome and exhausting duel of many hours would definitely not expect that the last blow would be the most weighted and balanced, just as the fans of the Fisherman expected the lesser and not the major wine in the tell-tale marriage. Eos though lifted again her shield like a rotating sickle to ostracize the spear, but this time it penetrated it and almost touched with its point her left breast without piercing her heart, as it was destined according to its spin and momentum. Eos broke it ostentatiously and continued her walk with the pride of her excellence brandishing furthermore the shield pierced crosswise by a maimed plump trunk, a broken rod, half a pole, a zagged splinter, forming a peculiar set causing many headaches to the interpreters archeologists who even today search for the significance and the function of curious obsolete ancient objects, made for intellectual, clever, shrewd and otherwise smart guys with top example of course the mechanism of Antikythera.

Now, Ares looked back with a glance incorporating unfeigned admiration, limitless appreciation, but also deep sorrow, genuine “a priori” repentance for what he was forced to do.          

“Sorry, warrior. But just as you are refusing to lose, I also cannot allow myself to be defeated.  I deeply regret that our era is so cynical, mechanistic, causal, unfree and relentless, that is not my fault”.   

He unslung from his shoulder the thunderbolt of Zeus and threw it, not exactly upon Eos, because he pitied her proud appearance and her haughty march, but without even looking, somewhere sideways, approximately. The explosion was terrifying, the impulse power only was shoving and annihilating; Eos was hurled in the air, her helmet was flung, her weapons scattered, and Eos after a flight and a fall landed on the rock by the head. Immediately, the blood flooded around placing her within a red halo.

“What a cowardice, what a cowardice”, Ares wept. “Zeus, don’t you see that, don’t you see what we deteriorated into? Where does our dominion rely upon, we have no moral foundation whatsoever. Our journey has many stations but no destination. The titans are free and will drag the whole humanity along to freedom.”

“’Tum saeva Amazon ultimus cecidit metus’”[134] said mournfully the disgraced god of war, repeating the saying of Pyrrhus in Seneca’s “Troades”. 

Then the wall- demolition man Ares cried towards the heavens:   

“Heavens, please accept in your bosom the immaculate Eos. From the moment that ‘eidos’ (form) and matter exist in the world, many roads to immortality open. Whatever she believed, whatever made her tick, God is one and only, same as the world and the souls. We all float between a beginning and an end, which both communicate, embrace and entangle each other.”

Ares was devastated. The roads of love are mazelike, and it seems that during the duel Eos quite simply got infatuated with Eos. It is not unheard of, we have seen more unexplainable, unfitting, difficult, dystopic loves at first sight. Hereby helped the fact that Eos was not mutilated, her face remained unharmed, uninjured, intact, unspent, peaceful, out-worldish, haughty, timeless, beautiful.

   ””Aurea cui postquam nudavit cassida frontem, vicit victorem candida forma virum’”,[135] whispered again Ares excerpting Propertius in his elegies.

As the idle, the lazy and the curious surrounded around the event, some of them to steal spare parts from the scattered equipment remained after the fight, Ares still stood with crossed hands and observed the amazon that he had “defeated”. His nostrils swelled as he inhaled the stench of the blood, of the horseshit and of death. He caressed awkwardly his face, maybe to hide the tears that already flowed his cheeks.  

Then, a perky presumptuous Martain like an ugly Thersites or a muzzled vampire Shylock bent and began to cut the straps of the breastplate and the sheaths of the heroine with his knife and in his haste to detach the prey that he didn’t deserve cut also and uprooted skin cells from the epidermis. The amazon risked staying naked, only a legging  blown by the air, her silver belt and her red sandals, resembling those of the marbled king had remained in their place, still hung or slung on her big body, which paradoxically despite the infinite scars, the cuts and the bruises, smashed, wretched and destroyed seemed in a curious way to have fulfilled its purpose.

“You get the hell out of here, you rat”, warned Ares the pillaging marauders.        

Thersites however seemed not to have heard and continued snatch from the body whatever he still could. Whereas he unbuttoned Eos’ belt, which of course he could do only under the necessary condition and the presupposition of her previous death, otherwise he would already be a chopped steak, he dared say being so busy that he did not even raise his gaze:

“All-mighty god Ares why do you observe your victim? What could you possibly envy in this voluminous bulk, her youth, her strength or her beauty? Whatever her body was earlier, now it is carrion for the worms”.

Without the slightest compassion, as if encouraged by the fleeting sensitive moment, the almost female weakness that Ares showed, the Quasimodo ugliest Martian snatched the belt lifting somehow Eos’; Body shaking at the same time shamelessly his hips, conveying the impression that he had sexual intercourse with the corpse.  

It was then that Ares moved forward and punched the godless filthy defiler in the face breaking his jaw, his nose and the cheekbones altogether. He was hurled like an airplane, ran a trajectory over the dead body and crashed many meters beyond.  Second, you had the audacity to address me. I forgave you for being a fool. Third, you showed disrespect and indolence towards a person much superior to you in the ladder of universal hierarchy. The consequence, the aftermath, but also the penalty for it is death!’

Thersites choked in his own blood.   

Now Ares, alone in some chamber of Olympus, is kneeling respectfully before Eos’ corpse. Olympus is so high that from the open window the whole Nautical Ocean is to be seen up to the horizon, but also the other prairies of the planet, as well as the sea of Hellas with its islet representing the sign and the mark of the titans. The wind is blowing downwards across the endless slopes of Olympus, propagates and howls mournfully among rough rocks and edges, carries away, depilates and polishes all imperfections leaving behind only what is inseparably and indissolubly connected to the surface.

Time and again Ares takes in his arms the head or the muscular extremities of Eos and caresses her shoulders. He bursts into tears when he sees that her body had sustained many scratches, but no one seems fatal or entirely disrupting in length or width or passing through in a diagonal or antiesthetic way the skin’s contiguous integument. Her body is intact – in a strange sense – her head seems integer, pale of course since it was emptied of blood in a way though that death appears mysterious and unexpected, caused by an indistinguishable inner damage and rendering the dual code or pair ‘life– death’ unexplainable, this something that switches someone in an “on” position and then extinguishes him with an “off” switch, that detail separating a steaming living body from a soulless and recently dead one.

The main feeling that Ares sensed was shame. His means and weapons were so devastatingly superior that the outcome was preordained from the beginning. What value had such a victory? He felt not as God of war but as president of the scoundrels’ association. He regretted the words he had uttered against her in the frame of the usual mutual insults’ exchange before the battle, that in   a while she would be a carrion of the bords or the worms of the earth. Surely, these were not things that a noble, magnanimous and gentle charmer would choose to say to a woman.  Some rules of gallantry seem very deep rooted in the genome of every male cell in the contact with a female one. He could not avert the gaze from the broad forehead, the fleshy lips, the curls that still reeled in the breeze and the lids along with the eyelashes which seemed ready to flatter and open again, as if death were a bad joke!  The tears of Ares beyond staining his robe dropped and flowed on the cheeks of the female warlord, as if they were her tears.

“Zeus, Dias, Zeus, Dias” he murmured to the Trismegistus God behind him.  

“Zeus, Dias, Zeus, Dias”, the great one repeats mockingly with an altered ironic voice. “Buenos dias, my name means yoke and join, but what can I yoke, what can I join? Should I play my game or play possum? The fans of the Fish are right when they say that even God is tired of too much “Lord have mercy’. Even more suitable is the groundbreaking disapproval of constant doxology through the phrase ‘Don’t lord-mercy me’. I am sick and tired of all those psychological issues that you, my supposed defenders, display. I am not an obstetrician or a pedagogue or a governess to nurse you. We agreed all together to start a profitable business, but I have no intention of massaging each one’s ego or of comforting each one for his mistakes, what am I, your father? I only know that a few hours ago you were horny, prepared and eager to eat her liver and now you are weeping like a wifie over spilled milk.”            

          “Even when I killed her, I was not aware of what I have done”, whined Ares again cleaning diligently the features of her beloved’s face.

          “Well, I pity you because the jealousy scene that Aphrodite reserves for you will be of such intensity that you will search in vain for a place to hide. I pity you not for your love per se but because it is so ill-mated and improperly matched. You can have the mostly beautiful women at your feet, and you fell in love with a fat cow and dead at that.”

“You should resurrect her in the resuscitation and reinvigoration chambers.”

“This is beyond my power. I too am but a user and not connoisseur of the technology that we brought along from outer space. It can be implemented and applied only to us, it is locked to our genome and not to the one of humans. Unless you desire to have from here to eternity on your bed an abortive thing as a companion with eyes on the back, the features of the face upside down and the split of the pudendum in a horizontal position.”

“We should constrain Dedalus to help me. Maybe this technology is alien to him, so that he could not decipher it earlier, but if his life is at stake, then he will squeeze his mind and wring his meninges to find a solution”.

“Dedalus will be arrested and punished for the participation to this subversive attempt against me. I already see in front of me a sensational trial, where I will make an example of him and condemn him ‘de lege artis’, according to all maxims of legal science. And while there is this attractive perspective, most favorable for our interests, you want me to assign him for you to conduct macabre experiments of resurrection, just to practice necrophily on the precarious result afterwards.”

“We will lull him into believing that if he resurrects Eos, we will accept mitigating circumstances in his case and indeed Eos will testify that she persuaded him to participate in this doomed mission. Just fancy, cloud-gatherer, what a great fiesta will be celebrated for the mighty Eos to be condemned, while a trial of the lower blue-collar engineer bears per se no interest for the public”.

“I don’t understand what you have to gain from all this. In the best of cases, if she is not executed, whereby her resurrection would be in vain, Eos will be sentenced to life; I will throw her into prison and get rid of the key. Are you so perverse that you will condescend to feast your love behind prison bars? Do you that Eos will forgive you, if you keep her incarcerated?”

“This is my personal affair”, said Ares smiling imperceptively, guilefully and self- complacently among his tears.  

Zeus sensed in the air the almost indistinguishable change in Ares’ mood.    

“I perceived something vaguely perverse in your last statement and that consoles me that the world as I know it has not changed. Surely, the conquest of the solar system has no intrinsic value, if we cannot satisfy our passions and pursue our ambitions, even the most sophisticated vices. So, I give you Dedalus to play with you the most evolved electronic games, so that you will be together the hebephrenic and the drooling old fool, the inconsiderate young man and the multiply sclerosed, the baby and the silly dotard.”    

Ares nodded satisfied with this agreement, but then he raised his eyebrow, as if a last concern shadowed his face, a worry that he didn’t consider before. 

“Just a minute. I just remembered that there was a third member participating in this expedition against us”.

And it was just then, when the mood in the Olympus residence changed abruptly and both gods burst into uncontainable laughter!  

CHAPTER 24:

ENCELADUS 

Indeed, the third member of the expedition was Tithonus.

It is a feature of the those diverting from the statues’ esthetics or of the analogies’ golden rule, no matter whether they are abominations, monsters, prodigies or people with special abilities or needs or invalid if this word is even allowed in our times – surely the term “pension or disability allowance” exists, because facts have a way to be persistent and cannot be undone through erasure of words or through wishes or curses or orders from above, but only through proper measures and much care -, that they both be viewed as curiosities and go unnoticed. When someone notices them, tries at first to integrate them somehow into his nebulous worldview and then he tends automatically to hilarity and self- appeasement realizing that they cannot harm him realizing that they cannot harm him and that he has nothing to fear from them. This feeling of relief is followed immediately by the next occupation resulting in oblivion of all other elements of factors according to nature’s compassionate clemency and leniency.     

Tithonus continued his itinerary on the slopes of Olympus, not conspicuously on the surface though, but into the cave’s underground. The vast, intricate, cavernous system of Olympus was so extensive that it was impossible to guard all entrances to the depths of the earth. Of course, the chthonic chambers of the sophisticated and utterly threatening weapons would be guarded draconically, but until that could become an issue … God would provide! As we have already observed during the narration of this story, the people of Mars moved on the far edge and at the outer limits of anthropology, physiology, morphology, physiognomics and skull doctrine, presenting an infinite diversity in infinite combinations, while the half- grown stature of Tithonus gained only a circumstantial fleeting gaze and then was forgotten like the undefined shadow of a mass, as if he had poured everybody a drink of some magic oblivion potion or had treated around a pill of  forgetfulness.

As he went down, he had the feeling and the sense that he heard noises from the surface, before he eavesdrops again to the out-worldish silence resembling a taciturn shroud. He was scared, startled, spooked and accelerated the step following an irrational urge to save himself by finding refuge in the bosom, the bowels, the intestines of the earth to get rid of his persecutors both on the upper or of the lower rows.

He felt that his lamp was about to extinguish, that would be the day to remain without any vision within eternal darkness! Of course, the dark was not absolute, as if something bleached from above and this made the terror even more tangible!  He breathed heavily, erratically, in a dim gloom, sheening and dawning as if illuminated by pearls, he felt an iron fist squeezing his diaphragm and the chest causing the piercing pain of a heart seizure. An almost imperceptive whisper minded him, that the best he could do was to be headed for the upper layers, to emerge like a cork, and surrender unconditionally to the creatures of the surface; after all he had already surpassed himself considerably performing this epic free fall into the lair of Enceladus, he had done all that his strength permitted him to comply with the metaphysic commands of his superior divine authorities. No one could blame him, everybody would say “well done Tithonus” and “what you have done already is no minor thing”, nobody would accuse him if he didn’t dare take a further step.

          In all this unwrought and intricate net of fears, wishes, insecurities and unconfessed belied unsatisfied desires the doubt stole in that he had not interpreted properly the indications of the present descent to Hades and that simply nothing waited for him at the bottom of the well, nothing could protect or console or compensate him, nothing at all, that he marched irrevocably to oblivion, to death, to an early grave, being a poor and fatal volunteer. But even if he found something, could it be scarier and more monstrous than his imaginary persecutors?

          He had the sensation that multilegged creatures crawled on the walls dragging along metallic protrusions and scratching the surfaces with them.  On the one hand he had the tendency towards leaning on the wall to support himself, on the other hand he hesitated, because his fingertips groped for something wet, soft, creeping or walking on all six, that ricocheted backwards reacting to the touch, uttering a disgusting hiss or whistle. At some point, he stumbled – that was the only calamity or predicament that he had not yet undergone- and he nearly somersaulted down the stairs breaking his precious lamp. Fortunately, a yawning pit, instead of making him trip even further being worse for wear, embraced his body like a hug and absorbed the vibrations of his fall, without avoiding however to hit his shinbone on a hard place, on a ledge destined never to be touched.    

Hypnotized and roving, Tithonus continued walking down into the depths of the impossible necropolis that he had discovered, entertaining the impression that the stones of the walls were gradually replaced by sculls, and bones as hybrid construction materials. Without a doubt, there was a series of catacombs down below, so much so that they are always a crucial indispensable element of every adventure and every descent to Hades, either made of dreams or by nature’s hand. Our hero pried and scrutinized the Latin or Greek inscriptions and the variated representations that he encountered in the successive tombstones’ floors, running, almost dropping like a stone in the diverse claustrophobic cellars, articulated on respective archeologic strata wondering where this trek would take him, forgetting in the phantasmagory and the anxiety of the discovery his delicate sensible nature. In fact, as the educated reader may guess, Tithonus went back in time plummeting like a sonar echo into the overlapping stratifications of history.

The stairs narrowed, became artless, crude, and slippery, bending intentionally expressing serious and premeditated intention, as well as an indication of the constructor, whoever he might be, that he approached his target. Indeed, along with the suffocating malodor of the mold and the foulness he smelled and perceived something else, a different scent of censer or incense. “Is my foot trapped in the embalming stuff and the cotton of the dead?”, thought Tithonus with horror, reliving, reincarnating, and materializing childish nightmares. “What is this stench?”, he said clearly and loudly as if he could exorcise his complicated situation with a simple summarized observation. In addition to all this, he perceived a constant murmur of unknown origin that seemed to come from the walls themselves, as a mourning, an obituary, an epitaphic speech, a wailing, a deploring, deep, pompous, hollow, gurgling, and digestive like the training gargle of a basso aria singer. If the instigator of the sound revealed himself in front of him, he would certainly die on the spot due to irrational primordial fear.

          In the continuation of his descent he observed that the walls seemed steadily to revive again, but this time not due to rottenness or foulness, glued mucous or goo -catarrh or mildew and plight, because started again to show on them samples or artefacts of civilization, lamps, appliques, self-illuminating bio-gel  or bio-gelatine or bio- glue, boards, illuminating traffic signs and indications, railways for carts and draisines etc. It was as if Tithonus ambled and scampered again towards future.

          Progressively, the rows of the present workers, subalterns, minions and underdogs (even in the working class there us a hierarchy), supervisors, foremen, motormen, engineers, planners and executives, general directors and (wo-) men in charge based on some kind of legitimation multiplied and grew denser, because Zeus had fortified the depths of Olympus building barricades, tunnels and underground passages, where beyond construction factors a lot of army and heavily armed security forces circulated.   To the greatest relief of Tithonus a miscellaneous crowd of impossible creatures, derived from the whole solar system, emerged from the depths of the planet and performed its daily tasks, entirely indifferent to each other. Within this panspermia one could easily blend in, integrate and go unnoticed, since obviously an arrest warrant had neither been issued against him nor he was persecuted after a state attorney order or caught in the act, because in such a case he would be instantly located through the differentiated sensors. It seems, however, that Zeus amused himself with him or that he wanted to erase or exhaust him through contempt and silence, to show him how insignificant he was, so that he would despise himself and commit suicide on his own.

          Thus, there was in great depth a pulsing underground city under cavernous rocks and the limestone figures of dubious origin or the karst formations which possibly were ruins of previous Mars’ civilizations. Tenths of servomechanisms, ancillary motors and air-tourbillions plumbed, probed, plummeted, measured, examined, catheterized, analyzed and dug, other engineering automata built, repaired and extended mercilessly the underground station, while there were also intermediate machines in this incredible vertical integration of production that brooded, incubated, vomited and cast up on shore construction material modifying easily the local raw matter. Here, in dusk of the dismals it was virtually impossible to exploit solar energy, thus the machines had re-adapted to the warmth, the caloricity and the geothermic streams of the earth as well as to the often reviled but always necessary petrol oil. Semi-autonomous drills and tentative sonar plumbs had mined and carved tunnels through the sand and the rocks in such an inconceivable depth that sometimes the sensors registered even a gravitational difference!

          Fortunately, Tithonus was in his present state ideal for clandestine and stealthy spying. He did not need to eat or drink, to urinate, to stool, to wash, to shave, to cut his nails, a fact that made him the cleanest creature in the whole creation. So, he did not need to enter restaurants or public toilets and attract attention. The integrated denser and ιmatter distributor within him protected him from feelings’ outbursts, irritated and reinforced the spirit with stimuli, freed his consciousness from unwanted burden and sentimental ballast, while, being sexless and genitally inactive, he had gotten rid of the annoying sexuality and felt relatively healthy, fresh and undistracted to eavesdrop his intuition and inspiration, but also to think with a clarity and a limpidness that he couldn’t recall having in any period of his life.

          Near the central arch he saw a gate that although hermetically closed could not restrain an iridescent illumination that slipped through the fissures, a red shining as if it was the workshop of a blacksmith with a hammer scintillating on the anvil and forges an incandescent metal.  Fir the time being let us call it the treasure’s gate -to pay proper homage to the tales, Arabic or not-, from the ones that are guarded by a coiled dragon in the children’ stories and hide priceless jewels. Sentinels stepped back and forth armed and armor-plated like lobsters. There was no doubt that the devastating and most destructive superweapons of Jupiter were hidden there. Poor Tithonus heeded no hope whatsoever to bring himself to possession of these majestic trophies. It was not possible to deceive or defeat so many sentinels, this can only happen in the movies.  

          Then why had he come here? he wondered. Let us not forget that the theft of superior weapons and their mobilization to the universal general struggle between the powers of friendship and those of litigation, being conducted within the solar system, constituted plan B in case the assassination of Zeus should fail. His sensitive and fragile psyche did not permit him to stay on the surface and watch the outcome of the duel initiated by Eos. He knew, however, that the only purpose of the inequal and desperate fight was distraction and diversion, so that he – Tithonus – would have the chance to act. To act and do what?  

“My beloved large Eos”, he thought “what a big woman you were!” A common character with ordinary somatic proportions, which was he, had the chance to know love with a practically perfect woman, capable and skillful in all activities, an excellent existence that enclosed the male in her cocoon, covered him with a blanket and protected him, heeded and encouraged him, on the one hand drained and absorbed all his juices, on the other hand her energy penetrated, infiltrated, entered stealthily, stole in, intruded easily into the layer of the skin and charged repeatedly, wholeheartedly and completely the batteries of the body, which she had earlier depleted. She was like an energy drink making the heart thump and the lungs gasp for breath, draw and pump, huff and puff to eventually become mighty compressors, blowers, sperm whales and Aeolus’ bags, able to finish the job. Making love to her was both exercise and suffering, whereby the lover was summoned to overcome his own self and be crowned as victor. If the amazon sympathized with him, if she loved and cherished him, she let him win. 

Profiting from the general flow of the crowd and the confluence of ancillary and assistant creatures, being at the service of the gods one way or another, he passed whistling indifferently in front of many storerooms and noticed that some of them had fewer guards and diminished custody. There were also storage spaces without any human attendance, where the servomechanisms worked mechanically, just as their name suggests, gathered, measured and evaluated data, but their evaluation was flawed, because they were not guided or directed by a ruling mind.  They mainly shoveled or moved around artefacts or devises made of tile, rusted metal, green nephrite and various hydraulic functions. Then along with the lamp he held, his mind was also illuminated by the flash of a sudden idea, to which he should have zoomed in earlier, if he was not limited by the balanced flabbiness of the androgyne body with the mutually annihilated hormones. The mechanical arms recycled and tided titanic technology which the gods of Olympus very simply discarded as garbage.

And yet the inventors of the titans and the humans had created some extraordinary devises. Maybe, they did not possess the technique of quantum entanglement and multiplied at that, which led to an instant space parallax or to beaming, maybe they did not possess the perverse nuclear and thermobaric bombs of Zeus, but they had developed cybernetic organisms (cyborg), who had the capability of working in vacuum. In fact, their biggest achievement were the catasterisms, as we are going to see in the next volume, through hybrid energy pumped from the haze of the myths, the power of the narrations and the beginning of the Creation, yet they were aware that beyond the world created by them through reflection of their own subject there is an external universe, maybe reflected by other subjects, that is why they had also built cybernetic organisms capable of functioning in a anaerobic environment.  

With robotics technique they built simply from scratch a new body with mechanical parts that communicated through cables to the mind of the corresponding owner who was preserved in formol -saline after the decline of his/her physical body. The difficult part was that no one would accept to direct an avatar, an incarnation, a vertically integrated doll, living himself in a bucket full of organic fluids, only people at the point of death or heavily crippled could agree to prolong this way their existence and became through this method individuals with special skills and abilities. Tithonus knew that cybernetic organisms were very powerful weapons despite the underestimation of the titans, especially if they had a connection with a Hesiod’s plow, as we shall see in the following.

Finally, he stood in front of a low gap for crouched people or for pygmies. Then our hero condescended to stoop, although he was unaccustomed to perform such swift and tiresome moves and entered the threshold of the cavity appearing through. He was received by a silent void etc., etc. and the lamp strained to light; when his eyes got used to the darkness, he saw that the place was not bigger than the bottom of a well. He saw at the opposite side a kind of shrine or high altar full of golden and wooden goblets, candlesticks, and other trinkets.

          What however lied straight ahead easily added nausea to the predicaments of the first terrorist in human history. This was the source of the smell of putrefaction, and it seems that in the duration of all those years it had ample time to leave slowly its point of origin and ascend to the higher strata of the atmosphere or at least it was only interruptingly and intermittently perceptible.  

It was a brain totally naked, free from body or scull and rotten as hell, connected through various interfaces with diverse instruments, so that its functions were guaranteed throughout its lifetime. Tithonus explored and studied for hours these protrusions, juts, jags, and overhangs trying to deduce their use. His mind was galloping ahead of his time, and he concluded that the connections were: optical fibers, scouting devices, channels for chemical senses (smell, taste), organs of capture and sensors of touch, megaphones and telephone receivers, gauges measuring temperature and radiation, delicate strings to count other more elusive parameters, maybe speed, perhaps gravity, conduits for sustaining the brain with nutritional juices, transponders of noxious irritations’ registration, i.e. pain, digging spades, excavators, protective thoraxes, and heavy armament both ballistic and hand-to-hand. It was a high-tech war machine, very difficult to confront, let alone to defeat. Th brain was as if it were mummified, yet it was certain that with the proper reinvigorating technique and connection to a power source and a fluids’ distributor it would operate again.    

                And yet wedged and inserted in this weird organism was a Hesiodic plough, a common wooden one with a classical protruding plowshare. A more attentive and concentrated look revealed that from a technological viewpoint it didn’t fall short of the expectations outlined for a cyborg as we would name it with today’s terminology. Tithonus remembered that such complicated devices, called summarily “synthetists”, possessed by the universal adepts, the very powerful emissaries of light, who had sent him the cosmic message about the battle between Prometheus of men and Epimetheus of kings still raged. This Hesiodic plough was enlisted among his most exclusive and unconventional instruments, while its inventor himself called it “mesoscope”, capable of scouting, illuminating, and mapping the interval spaces or levels of reality with different order of size. When this devise pondered the various stages of the infinitesimal always in relation to the observer’s scale, it was called “innerscope”. However, while starting from some middle-ranged scale and aiming at an upper level, it can become “periscope”. Summarily, this instrument was known as “mesoscope”, being related to sonar function, sounding line or weight, plumb lead, probing or tentative plummeting. It was a synthetist or layer –penetrator which allowed us to ascend some levels or planes of reality from microcosm to macrocosm and vice versa, illuminating sufficiently the successive layers. In this way our vision could envisage phenomena of middle range and middle scale, unseen by human eye until now. Given that, as Archimedes taught, any catoptron can be also used as a weapon, the “mesoscope” through connection with a sight notch had the capacity of emitting rays and return fire, focusing, concentrating, and amplifying the energy of the quantum waves. Proportionally to the energy transferred to it, the Hesiodic plough had the faculty to retrofit or feedback, to turn into a real perpetuum mobile and extend the trail of its plowshare as an incandescent macrocytic monofilament until the end of space dividing and tearing apart, splitting and rending   splitting and rending, scissoring and scraping, incising and dichotomizing.    

Above all, however, it was a device of free men for their own service and facilitation, contrary to a situation, where the man is a subjugated means to achieve alien purposes aiming the dominance of foreign religions, oppressing tyrannies, or other inhuman goals. In the final analysis, thought Tithonus, this is the only battle, the eternal ongoing struggle, the confrontation between human logic and institutions on the one hand and religions, despotism, and caesaropapism on the other hand. The religions and the dominions yoke man to their chariot unwillingly as a mean to the predominance of what? Of the god or an archon propagated by them, a false god trying to pose as a hegemon or an ambitious hegemon trying to pose as a god.

At the side of this detestable trophy, the poet sensed a big leather bag, tied with complicated nautical knots. He opened it and pulled out a marble plate with the following content:

          “Devoted to Angelic Egelus Echetlus” Underneath was written the known epigram by Simonides: “Athenians, as defenders of the Hellenes, in Marathon destroyed the might of the golden-dressed Medes”.

So, it was the battle of Marathon, the combat, where to all the confrontations, attritions, and frictions of history converge and all heroes of history confluence, the most decisive duel since the down of the world, because as its consequence emerged what we call Occidental civilization, Renaissance, Enlightenment, modernity or whatever designation one wishes to ascribe to the unique civilization  that rose and developed upon this Earth without to underestimate its partial variations, parallaxes, nuances, modifications, its earlier or later manifestations. John Stuart Mill has declared that the “Battle of Marathon” as event effecting the British history is more important than the battle of Hastings and proved definitely more conclusive and influential than any other battle of the nations that constitutes merely a local happening in comparison.

Suddenly and automatically, filmlike lectures emerged in the mind of Tithonus and were projected, like those of adolescence in a time of apprenticeship, not creation. He remembered the narration of Pausanias: “… In the battle’s account, a man with old and odd clothes, who resembled a rustic, appeared among the Athenians and slew many of the Persians with a deadly device of his. After the battle, he disappeared. When the Athenians searched for him, they could not find him anywhere. When they consulted the oracle, they were commanded to worship the hero Echetlus, that is the hero with the “echetlon”, or plowshare. It was believed that he was part of the gods’ intervention during the conflict, which also included the appearances of divine personages such as Athena and Heracles in the battlefield. So, the Athenians erected a monument of white marble to his memory. However, I did not manage to discover any more traces of him neither in the tomb of the heroes nor amongst the fallen Persians. Although the victors insist on having buried them also, because in any case the divine law prescribes that a dead body must be interred in the ground, I have found no grave. Neither there was any tomb or other conspicuous trail to be seen, so much so that apparently many dead were thrown to some ditch…” 

Herodotus contributes another version of this unknown warrior and his weapon. After he had described that in the battle of Marathon 6.400 Persians and 192 Athenians were killed, he mentioned that during the combat something very strange happened. One Athenian soldier, Epizelus, son of Cuphagoras, while struggling bravely breast to breast, he lost suddenly his sight on both eyes, although nothing had touched him, neither a spear nor a sword nor an arrow. Continuing, Herodotus mentioned that Epizelus recounts how he saw a tall and stout pedestrian- or so it seemed at the moment- whose beard covered his whole shield, and how this ghost held in his hands a very bright weapon! He passed by him killing Persian opponents and that scene was the last seen by Epizelus in his life, because he was blinded by some excessive shining! The Athenians asked the Oracle of Delphi who was that unknown person having fought with them and it gave the answer that they must honor the hero Echetlus.

This Echetlus was depicted in the painting of Panaenus, brother of Phidias, which represented the Battle of Marathon in the Poikile Stoa (Painted Porch), erected during the 5th century BC and located in the Ancient Agora of Athens. The Stoa Poikile was one of the most famous sites in ancient Athens, due to its display of war-related paintings and loots. The hero was clearly distinguishable in this painting among the combatants who fought at Marathon in the same manner as Callimachus, the polemarch of Athens, and Miltiades. Echetlus’ mythical status in the eyes of the Athenians can be demonstrated by his inclusion in this painting, which also included Athena, Heracles, and other Attic legends such as Theseus, a sign of the high esteem of the ancient Greeks towards the heroes, who were expected to come back to life not only eschatologically in the pastures of paradise, but also in present current time.  Such sporadic appearances were called epiphanies, clairvoyant, prophetic, and mystically perceived phenomena, which the combatants have been often invoking during the battles.    

          The honored person of the epigraph was Hegel whose peculiar name the Greeks tried to reproduce with designations of gradual accuracy and probability, as well as with successive degrees of growing certainty: “Angelic Egelus Echetlus”, as it was fitting to their epistemology, leading progressively from the abstracter to the concreter. He would be certainly a great master, to whom Tithonus should deliver again this honorable weapon. The latter felt destined to provide again this set of undefeatable arms to this great timeless warrior of light, who surely would be out there, somewhere yonder in the continuum of the universe, in a battle stance, either the same one or another who would be exactly like him.   

          “I am a part of them, because I praise them, study them, love them, because I have criteria, because I chose to serve mankind, to support it in its relentless fight against tyrants and religions. And I will be always present to judge and be judged, for just as the world is eternal, what envisages it is also never ending. What is being seen is answerable and accountable to what it sees and vice versa”, said Tithonus trying to consolidate the floating hovering swinging meanings.  

He thought with horror that perhaps somebody else would go down the steps of Olympus and find all this which can make a (wo-) man lose her/his mind! Indeed, the divine messages as well as the supernatural revelation as eternal Tyrtaeus’ elegies, as epistles between past and future, as cream, as splendor, as limpid distillation of the universe, were destined only for those who could bear them. Even if he recounted the mysterious and mystic both old and new scriptures, no one would believe him, because those are acceptable, only if recited in the frame of poetical inspiration, as if the spirit was something qualitatively different from the matter.

          Who would believe that the gun itself craved, thrilled and was eager to return to its user, its boss, its enlightened constructor?  Who would believe that the gun itself trembled and shivered as if it searched for an electricity socket or a cable terminal or some power source to plug, to connect, to reverse its necrosis and decommission and to operate again? And yet, while this macabre set of cybernetic organism and Hesiodic plough seemed inert, somewhere on the edge of the ploughshare an energy vibration, a hot-fire halo, a sparking scintilla illuminated, just as a steel sheet strikes a flintstone and the tinder ignites.

          Of course, the whole synthetist, composed of the cybernetic organism and the Hesiodic plough, was too heavy for him to carry, besides he would neither know where to transport it to nor he had a way of escape from Mars at this moment. Since he was never practically gifted, all arising questions acquired a theoretical nuance and became a conditional mood. If he chose a weapon, what would that be? What would be the most appropriate method to transport it? And if he had the opportunity to transport it, where should he hide it? And if he could hide it somewhere, how would he export it from the planet and deliver it to someone who would be able to make the ideal use of it? The obvious answer was that Tithonus had neither the strength nor the means to achieve anything from the above. And yet his master Eos had sacrificed herself for him; it wasn’t plausible   to accept that she just commit suicide to have an honorable death and a worthy end, because she was neither vain nor desperate. She had directed upon her all thunders of Zeus, because she believed that Tithonus would find a chance, would profit from a serendipity and make her proud, would meet her expectations, not only valuing her death – since it had intrinsic value-, but also giving it meaning and purpose, perspective and integration into a plan.   

Tithonus continued his wandering in the deep ground of Mars, of the earth, of the narration, where literature always finds refuge, circling around in all the empty or crowd- frequented halls with his well-known tirelessness and diligence, which was additionally imposed on him due to his condition. “I never gained glory without much pain”, Euripides whispered to him, «φιλεί δε τω κάμνοντι συσπεύδειν θεός»[136] Aeschylus murmured.  

He mainly sought out and explored the unguarded places. “The unguarded places are my domain”, he repeated to himself. Perhaps one of the reasons, due to which he had earned appreciation and favor by the big Eos was his curious anti-conformist thinking. He reckoned that even today Eos would be equally proud of him concerning this feature and constantly advise him to think originally and alternatively. Eos, Eos, that was enough, he couldn’t remember or invoke her anymore. She was what she was, a heroine, but now she was dead and he would better forget her, at last temporarily, at least within his working hours to carry on his assignment. «Ώ πότνια λήθη των κακών, ώς εί σοφή, και τοις δυστυχούσι ευκταία θεός»,[137] would Euripides comment, but what he should do is perhaps to follow the scientific view of Aristotle: «την δε κατοχήν των φαντασμάτων μνήμην επονομάζεσθαι, την δ’ αναπόλησιν τούτων ανάμνησιν».[138] To keep always the memory, to block the reminiscence.

Hear, see, be silent, thought Tithonus. «Ζήνων (ο Κιτιεύς) προς τον πλείω λαλείν θέλοντα ή ακούειν νεανία – νεανίσκε,- είπεν- η φύσις ημίν γλώτταν μεν μίαν, δύο δε ώτα παρέσχεν, ίνα διπλασίονα ών λέγομεν, ακούωμεν».[139] So, in some unguarded room he saw some chambers or tanks or clusters that resembled respectively to beaming cylinders, resuscitation sarcophagus or medical incubators, i.e. very high-tech items of the gods. But while it was sophisticated and hard to find equipment, it looked abandoned, filthy and wasted. And how could it not be filthy, given that some workers brought in the room time and again carts with mud, construction material, stones, bricks and tiles altogether, but also other depreciated objects, oxidized metals, junk and garbage of rather titanic origin and threw them inside the chambers as if they were waste- baskets. The curious thing was though that these materials in a short time, sooner rather than later, disappeared with an out-worldish azure shining! Indeed, something both remarkable and strange happened here and it was worth it for someone to invest some grey matter to trace and clarify it.  

So, Tithonus sat twenty- four – seven in a niche of the wall or on the pedestal of a statue or on the eaves of a vitrine or on the frame of a window for Pete’s sake – why should literature be so complicated – and meditated. In any case he had ample time, he could devote even years to the project, considering his immortality. Could someone solve by giving some thought the problems that practical people used to face with material and often violent actions? Through the power of the mind what is absent becomes present, Parmenides said.[140]

Think, think, he thought. Reflect, reflect, he reflected. Why do they make garbage vanish, why don’t they throw it to some dumping place, can it be that they are ecologists? But even ecologists would have found a cheaper solution than those luxurious, energy- devouring and costly devices, if they meant to make garbage extinct.  Then, again, maybe it was not an extinction but a transfer to some rubbish heap on the borders of the solar system. Even in such an eventuality, it would be much more practical especially for the Olympians who were not famous for their care, interest and concern for other peoples to mobilize or commission some space barges or ramshackle trucks and send the unwanted waste products to a nearby destination, simply to the garden or to the yard of the other.

He found the solution much later implementing all rules of epagogic, anagogic and paragogic (deductive) reasoning. He ascertained that corresponding to his beloved unguarded room there was also a guarded one, where soldiers of Zeus arrived continuously through parallax or teletransportation. He observed, counted and studied the times of arrival, as if he were an airport supervisor, with a tiresome investigation and verification that lasted another year out of his endless life, to be sure of his conclusions. Well, the arrival of the soldiers or – synonymously – their beaming and appearance in the chamber of the parallax transporter coincided chronically with the disappearance of correspondent material in the unguarded unloading chambers.  Every appearance on the arrival circles resulted in disappearance on the departure ones. Conclusion: An exchange of matter was conducted between two places. For every soldier coming to Mars, his corresponding matter departed to another place, no one knew where.

          But why was the exchange of matter performed? That was another brilliant stage of thought. It was obviously related to the fact that the Olympians were creatures from another dimension, and their matter had a different quantum signature. It showed similarities to ours, that is why it could coexist as compatible with the latter in a state of mutual peaceful toleration, but it wasn’t feasible to be added to it, only to squeeze itself into our world replacing some quantity of matter- energy that should be discarded, expelled, ostracized from our continuum. Thus, the exchange ascertained the balance of matter between dimensions that contacted each other in a relationship of communicating vessels.     

          How could Tithonus profit from this circumstance? It was impossible to learn where the teleportation brought the useless stuff to.  Not to the outer space, to the extent that it is included in the boundaries of our dimension, because that would be inconclusive and futile; then perhaps to some dumping place of the Olympians, a location, the features of which would be impossible to predict or assume (hypothesize). Would there be enough oxygen available?  Even if it weren’t, Tithonus as an immortal being could not care less and would not be troubled at all, as the commoners would say. He would feel that he drowns only for an instant, but this impression would soon pass, and our friend would recover immediately. In theory there was always the possibility that said materials would be directed into a sort of hydraulic press and become a decalcomania, whereas our unique hero, last man standing, would be crushed to a thin sheet of biological mass like a one- paged newspaper, if he chose to enter such a teleportation chamber without knowledge of its exit point.

But let us be blunt for once. What Τι την ήθελε τη ζωή και μάλιστα την αιώνια ζωή ο Τιθωνός χωρίς τη μόνη γυναίκα που στάθηκε ικανή να τον αγαπήσει, την Ηώ, έτσι παραμορφωμένος, σε βαθμό που, αν κάποιος ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα, θα έπρεπε πρώτα να αποβάλει δέκα στρώματα προκατάληψης, αηδίας και απέχθειας: Όπως ξέρουμε, η ορμή προς κοινωνία, αλλά και η γενετήσια ορμή είναι πολύ πιο έντονη ακόμη και από την ορμή προς αυτοσυντήρηση. Πέραν τούτου, αυτή η αποστολή θα έπρεπε να έχει κάποια έκβαση, κάποιο τελικό αποτέλεσμα, έστω κι αυτό θα ήταν ο θάνατος όλων των συμμετεχόντων. Αν καθόταν και περίμενε εδώ στον αιώνα τον άπαντα μέχρι να τον ανακαλύψουν οι επόμενες γενιές αστροναυτών, θα ερχόταν κάθε μέρα το φάντασμα της Ηούς, όπως το φάντασμα του Δαρείου εμφανιζόταν στην Άτοσσα, και θα τον επέπληττε καθημερινά, θα τον επέκρινε, θα τον έψεγε, θα τον επιτιμούσε, κατσάδιαζε, μάλωνε, σιχτίριζε, όπως θέλετε πέστε το. Θα τού έλεγε τι περιμένεις εδώ; Τι είδους διαίσθηση, τι τύπο έμπνευσης και ποίου άραγε την επιφοίτηση; Επίσης θα τον διαβεβαίωνε ρητά ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις σε οποιοδήποτε εγχείρημα του ανθρώπου, η διακύβευση και η διακινδύνευση παραμονεύει σε κάθε γωνία. Θα τού προέβαλε το ρητό του Μένανδρου «αλωτά γίγνετ’ επιμελεία και πόνω άπαντα»[141] και το ρητό του Σοφοκλή «το ζητούμενον αλωτόν, εκφεύγει δε τ’ αμελούμενον».[142]   But let us be blunt for once. What use of eternal life could Tithonus make without the only woman capable of loving him, Eos, considering that he was so badly deformed that if someone intended to know him better, he would need first to peel off his skin ten layers of prejudice, disgust, repulsion and revulsion. As we know, the urge to society, but also the sexual urge is much more intensive than the instinct of self-preservation itself. Beyond that, this mission should have some outcome, some final turning point, even if it resulted in the death of all participants. If he sat here and waited in the years to come until he was discovered by the next generation of astronauts, the ghost of Eos would come every night just as the ghost of Darius appeared to Atossa and would reproach him on a daily basis, would rebuke, chide, scold, reprimand him, even curse him, however you want to call it. She would have said: What are you waiting for? For an intuition, a hunch, an inspiration, an epiphany? She would confirm emphatically that there are no guarantees in any human undertaking, risk and hazard lurk in every corner. She would remind him of the adage of Menander «αλωτά γίγνετ’ επιμελεία και πόνω άπαντα»[143] and of the adage of Sophocles «το ζητούμενον αλωτόν, εκφεύγει δε τ’ αμελούμενον».[144]       

          Finally, some day out of the many, of the countless ones, he made up his mind. All at once he loaded the Hesiodic plough on his shoulders and without attracting many indiscreet or curious gazes, he carried it up to one of the parallax chambers, put it inside, entered in there himself, camouflaged with some dust and some mud instead of a disguise and waited fatalistically for the time of the next teleportation.

           And the blue shining of the parallax field came! Through many redirections, inclinations, deviations and derailments, since there were not only one but a lot of successive tele- transportations the subspace travel of Tithonus began. Through many points the zigzagged beaming line found the way and the opportunity to pass from many short or long parallaxes, voids and oscillations in between energy spiderwebs, netting and spinning, ramifications and inflations of spacetime which were not at all related to the ordinary routes of transport. So, the two data- packages were mailed to an unknown destination, one of which was Tithonus with his dull senses and inert thoughts and the other was the cybernetic organism, whereby no one knew which was the integrating and which the integrated one, which was the including and which the included.   Who knows, if during the passage they were not also summarized along with other bundles of elements, if they were not enlisted and included into other transport packages representing soldiers or materials and crossing the universe guided by pulses, signs and directional vectors. On the intersection points the parallax changed angle and course, passing through filters and instillations of high definition and multiple usefulness, often moving the travelers away from their destination, but finally redirecting them to the preprogrammed – predetermined course. I reckon that after all this even the most dull-minded and incorrigible reader understands that the itinerary of the transport beam was not linear but a dragged, slippery, crawling and under-creeping deviation, rope-dancing among many turnabouts and edge- cutting stones ideal for staggering and stumbling. Indeed, the predesigned timetable of the subspace travels continued to execute treks even through zigzagged interstation paths towards the ineffable and perhaps terrifying end of the line.

          And behold: Tithonus and his cargo were washed out to the bottom of a strange crucible, being perhaps the diaphragm between the two dimensions. He felt being electrified and possessed by a mysterious and unexplained cough, as if he were allergic to the new environment. And the bad thing is that allergies are not curable, can neither be healed nor gotten used to, only be suppressed, but there weren’t any pharmacies here. The crucible was semi-transparent; Outside a frozen moon was depicted in orbit around a planet with many rings of satellites made also of ice. For a spaceman of the titans’ era, it wasn’t difficult to conclude that the planet was Saturn (Cronus) and the satellite, where the parallax ended, was Enceladus.

This was obvious due to the crest of steam or waterdrops over the south polar region of the satellite indicating, combined with the escape of internal warmth from the existing craters, that Enceladus is always geologically active, a fact easily attributed to the tidal powers exercised by the planet to the inner core of the satellite.

Indeed, Enceladus is one of the only three celestial bodies in the outer solar system – the other are Io of Jupiter and Triton of Neptune (Poseidon)-, on which volcanic explosions had been observed. The analysis of the emitted material indicates that it originates from some inner water compartment in liquid state, something that, combined with traces of other chemical compounds traced in the crest, fueled discussions about the existence of simple life-forms, also reinforcing the opinion that material coming from Enceladus created the almost undiscernible fifth ring of Saturn.

          He walked beyond the geometrical circles or rather the egglike ellipses of the transporter, luckily without someone noticing him at that moment.  As a result, the adage has been verified that someone hides better if one is in common sight. He hid somewhere the cyborg along the Hesiodic plough and tried to find his bearings. There wasn’t any garrison that could worry him. It seemed that the groups of soldiers, regularly beamed to the human universe, were considered security enough; of course, they did not perceive or acknowledge virtually nothing, since they were moved here and there, both spineless and ridiculed like slaughter animals, like the Persians before the battle of Plataea, like the travel agencies hoard the tourists into all- inclusive hotels without the residents- tenants even knowing to which island they have camped. 

CHAPTER 25:

          CRONUS, ODODROMUS (WAYFARER), THEODOLITE

On the opposite side of the elliptical parallax base there was a door made of dark synthetic metal. The trembling hand of Tithonus touched it feeling archetypic awe for the eventuality of an alert system that would trigger itself due to failure of giving the proper code. To his surprise, the door opened with a “click” without many fancy or flamboyant mechanisms or useless ornamentations. On the other hand, no firecracker was lit for his performance either, if you know what I mean. Sometimes the arrogance and the superiority complex of the mighty in combination with the furtive clandestine behavior and undercover discreet gliding action of the weak can lead the story plot very far.

       Now he walked faster passing near cable bundles and fasces of tubes, chemical lamps as tiny oases of light, tried to find a way of descent into the building’s interior, as he was used to do in this story, and wondered which would be the entrance ana the passage to hades this time. To his great satisfaction his movement did not attract many indiscreet or curious glances.

          He went down a helicoid ladder, opened another door and stepped on a corridor with a low scratched wavy roof. Right and left metallic muscle-like membranes or contracting -expanding irises or hatches led to rooms of various utilities. Only in the beginning it was dark, but upon the weight of one and only step a buzz was heard and a light was flooded from the roof as well as warm air from the oblique shutters of the wall.  

          “All automatic systems are functional and react to human presence. It is a very well preserved and impeccably oiled installation. Well done, Zeus”, murmured Tithonus.

          Further systems woke up, screens showed two-dimensional blueprints of the station, while at the same time holograms gave information about the purposes of the installation in a language similar to Greek that Tithonus had a hard time to understand. A panoramic window on the left side revealed a view of the ice of Enceladus and the rings of Saturn with the «διάκενον διαίρεσιν»[145] in the middle.  

          “What rich means, what wealth they possess, the humans were always short of all this…”, murmured -guess who- there is no one else remaining in our story anymore. 

          The friendly mood of the place alluded to Lucian’s Nephelococcygia[146], a constructed molded ορχάμη[147] or a spatial planning area[148], where one could make his constitutional and have fun. It resembled also an alien museum or mausoleum, very discreet and designed with considerable respect that remained dark until the inertial dampeners and the automatic environmental systems were activated. Let us not forget that inertial dampeners were scattered everywhere, since Enceladus was a small moon of only fifteen kilometers diameter and had no gravity. Anyway, the corridor seemed to widen constantly as if it was guiding to an arch or a dome of colossal dimensions.

          The screens and the other work consoles of the station showed miscellaneous spaceships of unknown technology for the Terrans, but also exotic landscapes from the dimension of the newcomers, where the green of the woods was replaced by red and the wine-colored sea by the vast azure. Is it possible that the gods of Olympus brought and injected the blue color into our seas? Everything is possible! 

          Later, he reached a colossal hangar of aircrafts, where the first expositions were three vessels elegant enough, conical and narrowing to the front and with aerodynamic fins of rather titanic than Olympian technology, obviously decommissioned, preserved in mothballs, as the military men would say. Further, spaceships of different kind and size followed, apparently from nations which were unfortunate enough to encounter and cross paths with the Olympian gods, some shaped like drops, some resembling pears, other like bullets or melons.

          Continuing his itinerary his gaze focused on a gate multi-used by the visitors with a handle so worn out that it had turned shiny and gold, being used or twisted by infinite sweaty palms, without even a trace of dust, while even the microbes might have gotten tired from the indiscreet repetitive use and disturbance and might have slipped away. Of course, the overriding and overlapping fingerprints on the handle were justified, if one considered the imposing scripture on the gate’s cornice with relief-wrought grey capital letters on ebony which composed the word “ODODROMUS”, a pleonasm since “odos” and “dromos” is almost the same, a conceptual alliteration, from those often practiced by the Olympians who repeated like parrots a language that resembled Greek, but it wasn’t Greek.

He treated on a five-meter platform, wreathed and surrounded by high gunwales reminding him of the ship-sides where the oars leaned. This wide platform was roofed by a virtual Firmament like a Planetarium and beyond the mosaic[149] the huge almighty machine stretched around, the vast starship, with which the Olympians had warped space and invaded our solar system. In operation modus one would observe its engines roaring and spit fire like dragons’ mouths, its cogwheels, the rotors, the hinges and the faucets turning around, its fountains and sprinklers spaying steam, the pistons, the rods, the cylinders, the rams, the metal plates vibrating and retrogressing, the safety valves exhaling violently and decompressing,  its compartments uniting automatically through tying clampers, peripheral moorings, junction hooks, attraction magnets, male and female components of  towing, anchorage etc. In its museum version and presentation, however, as expected, it was entirely dead and inactive.

But nevertheless, it was admirable! Thousands of visitors perused daily this legendary ship, which at a certain time brought the newcomers gods from another dimension. Its domes and rooms were countless, because it was not an imitation or emulation, but the genuine real ship – besides it wouldn’t be profitable to build again such a Moloch, even if it were feigned. One feature of the shop was that it could divide and separate itself into polyhedric compartments, cubes with six sides, eight tops and twelve edges, octahedra, dodecahedra, icosahedra like a beehive or honeycomb, where, however, every part or section had power autonomy. It reminded someone of a truck tied to a whole series of towed vehicles, vessels or stagecoaches. In good old times any platonic solid object could detach itself from the main tract of the ship and be used as a shuttle or an independent space pod, not needing an operation consol, controller or joystick at that, since it operated on voice command.

The captain of the ship, when it initially entered the solar system, was Cronus- Chronus, about whom any fond of learning reader can be informed from many reliable or not sources. Since there is a great antilogy, dispute and quarrel as to whether Cronus was a titan, furthermore patriarch of the titans or god and father of Zeus, it is worth to clarify ex cathedra of the prominent author that simply both are true. Cronus was head of both the gods’ and the titans’ race. He came to the solar system as god and leader of the gods, but after the relentless confrontation against his son Zeus he was defeated and permanently exiled to Tartaros. Less known is that in the distant past he had manipulated human evolution through an interventional external factor, which significantly raised the body temperature of humans. Based on his genius, he went back in time using the sling-shot effect of the sun, to hurl his ship into periods of time, uncharted and unregistered by the historians. Cronus managed to implement the overthrow of the maritime civilization of Atlantis by gradually warming the human cells with the drastic as well as mysterious energy substance of thermotropine. He located his antigravity equipped headquarters in Mega planet (redaction note – called nowadays Jupiter) because of his very swift rotation in comparison to Earth which permitted the intermittent emission of the radiation in regular intervals. Finally, following the completion of the long-lasting cell development treatment, his ultimate achievement was to pulverize the city of Atlantis by modifying his high frequency beam and causing the eruption of the seamounts and the subsurface vents underneath, thus initiating the most significant succession of events in the history of man. Due to this outside influence the humans abandoned the seas and continued their evolutionary process on the land. In such sense he is also head of humans and the best (“aristoi”) of them, the titans. On the one hand through his evolutionally… titanic intervention he undermined human civilization for many years; on the other hand, he involuntarily paved the way for a new different development and initiated the spiritual and intellectual cultivation of the titans through their submission to adversities and difficulties. Cronus wanted a humanity susceptible to subjugation, but what he really initiated was the foundation of a resistant and untamed mentality, opposite to any uncontrolled leader, enlightened or not, maintaining that there are no benevolent tyrants. So, he succeeded quite the opposite of what he pursued.[150] In any case, his goals as well as his methods turned out to be blamable and reprehensible, that is why he stuck and was encumbered with the rather justified predicate that he “eats his children”.   

          The mentality of the titans, however, was a lot different from the today’s “progressive” standpoint, which according to a distorted bad digested version of Marxism maintains that the only virtue of man is to demand and vindicate. Claims and demands are good when they are put up for all and profit all, but they cannot be based on the adage “the goal justifies the means”, exactly because the means finally define the quality of the goal, so they should not excuse sacrifices and cannibalism to fulfill a purpose. «Μη τω κακώ το κακόν ιώ»[151] said Herodotus. Ideology is one thing, ethics is another, the former refers to global and collective demands and claims, the latter refers to our attitude towards a specific person. The titans believed that «πάσιν κατ’ ιδέαν επικούρει, ενί κατ’ ήθος χρω» (one should help all with one’s ideas but should behave ethically to anyone in particular). Heraclitus said: “one is ten thousand for me” and sometimes the needs of the one outweigh the needs of the many. The ancients believed also according to Heraclitus that «ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν και δίκην έριν και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεούμενα χρεών», which means that the war and the struggle must be common, but in the disputes among people justice should prevail. It may be true that all is achieved through some kind of conflict, but must be pursued according to analogy, proportionality and duty of each one. More so, as far as one satiates oneself, expands, occupies space and develops, the need for claiming, vindicating and asking should be reduced and responsibility should grow.

          Back in our story: The legendary spaceship “Ododromus” with Cronus as captain, which invaded the solar system from the dimension of the gods, was available for public visits; people were allowed to wander through the countless kilometers it was consisted thereof. It was a generous offer and sponsoring of Zeus to entertain and at the same time intimidating his subjects.

          The most formidable sight of Ododromus was its bridge. As the visitors approached and saw from afar its abundant illumination, they heard hedonically the humming, the murmur and the dull thuds and the thunderous roar of its engines and sensors. It consisted of seventeen workstations with consoles, niches or cavities over glass semicircles. In the middle prevailed the armchair of the captain, empty like the workstations. The visitor proceeded straight to the big screen of the bridge, where exactly underneath the known sign of infinity was projected on a special console, i.e. a noose or a wriggling line of a coiled snake tail.

In fact: In the multiverse the symbol of eternity is an Eight lying down. Not at all by accident it represents exactly the two-folded nature of the worlds on the path of an intertwined Amoebius -strip[152], an infinite spiral two-ringed system. They say that the number of worlds is infinite und grows constantly. But it is also said that this cluster of worlds is conceived ayewards or naywards.

Two facts are, however, undeniable. The under half of this peculiar Eight of worlds is negatively charged regarding sorcery – naywards- and the upper half is magically positive – ayewards. Earth, our beloved Terra, lying in the crucible and at the crossroads, is symbolized even today by the lemniscate as imperial coat of arms. Compared to Earth, the south lying worlds, i.e. the causally determined and at the same time highly energetically charged, passive regarding the influence, draw from the upper worlds representations, figures, shapes, design and form to merely exist. The upper worlds, the will-driven, the energetically poor, the rich in inspiration lend from the corresponding lower landing domains power, mass, substance, and energy to be able to function properly.

One can picture the journey from one cosmos to another as a bothering wandering pilgrimage either ayewards or naywards. Often one must ascend or descend on the cosmic branches hanging often between the worlds, between two steps of the ladder.

Anyway, the touching of the lemniscate was the first step of all visitors including Tithonus, who was the most faithful and chronic customer of the museum, profiting also from the free entrance, a tradition kept religiously by today’s Greek museums, although nobody appreciates a performance or an exhibition, if he doesn’t spend a considerable sum of money.  

As he pressed the icon of the lemniscate the weakest and feeblest titan of all times looked at his hands. They were old with wrinkles and thin fissures, folds and carvings. As if he was getting older faster than the others, that was some immortality. His corporeal decline was more than obvious. The truth was that he did not even remember how many years he had already lived in Enceladus fooling around and wandering aimlessly after his previous very long stay on Mars.   

Then it was heard, like it happens every time, a strict austere voice demanding a password, a code that all visitors knew. It was a palindromic phrase that can be read also boustrophedon like the «νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν» (“wash your sins, not only the face).

«Σήσ’ ά μόνω νόμ’ ασής» or «σήσ’ ά μον’ όνομ’ ασής», which means “sieve and analyze with the mind all these which you will despise, if you accept them at face or nominal value”. It means furthermore that the established or the preexisting contains the logic that it created it, which cannot be ignored, disregarded or undervalued. Any improvement presupposes understanding the reason for the prevail of the previous situation that needs change.  Through the passage of time many thought that the password was «σήσαμον ονομάσης» (call something a sesame), which evolved to “open sesame”, encountered in the Arabic “One and a Thousand Nights”.[153]  

Then, the austere voice said: “code recognized” and before the astonished eyes of the visitors appeared the hologram of Cronus, holding the sickle in his hands, through which he had once cut the genitals of his father Uranus. Sometimes he appeared with a baby in his arms symbolizing the children devoured by him. What the spectators saw was a hologram, not immaterial though, but drawing matter to be more convincing, desirable and sensitive to groping.

The show began dynamically: “initiation of safety protocols”, the captain’s hologram said. “Wakeup call and reveille of the crew members are completed. This is Cronus speaking, captain of the starship ‘Ododromus’. Preliminary report follows imminently”.

At the same time the other seventeen members of the crew began to (wo-) man the workstations, men and women, officers of the “Ododromus”, having waited supposedly for years in the cryogenic, stasis or incubation chambers or cribs, where they were covered with con- and preserving neuroglioma. First, they greeted the captain, master and commander, then they condescended to glimpse oddly at the usual frequenting patron Tithonus and took their stations pushing buttons and moving joysticks, levers, steer-wheels and other operating clutches.

“Report”, said Cronus and the department heads hurried to contribute their respectful recommendations.

“Our situation is steady, lord”, said a forty- year- old goddess with a tight silver uniform that stressed her curves. She also must have some mythological name but who cares to find it. “It is considered desperate, not critical (normally it is expressed in a opposite manner, but here we care to distribute to the spectators some Attic salt, which was the ancient designation for humor and irony, as loosening fresh juice. The parallax has transported us under the bottom of the ocean, where we are irrevocably stuck in a thick layer of sediments. And there is no one to save us”.

Here, a dramatic tone was given to the spectators aiming to elicit cries of agony from the public. Of course, it was not mentioned that their immersion to the Tartaros was attributed to Zeus, but it was presented as the result of their initial arrival to the solar system.

“If we restart the engines, we may penetrate the sediment. What power autonomy do you read?”, asked Cronus sharp.

“Merely ten percent, lord”, a stressed ensign answered.

Cronus nodded instantly being prepared for something like that. “Channel all auxiliary power to helm. Shut off immediately all peripheric systems, even the emergency circuits, if they are not necessary. Communications, sickbay, arsenal, galley, stellar chartography, cryogenic chambers are not needed and useless under these circumstances. Therefore, cut off any life support beside the bridge”.  

          “Twisted- minded hook-nosed captain”, said another juicy officer, whereby we should point out that both predicates are similarly pronounced in Greek (ankylo- metis, ankylo- mitis). It is obvious that the script of the show was written by the gleeful, resentful and rancorous Zeus. “We cannot cut power from the cryogenic chambers. We encounter resistance by a critical mass of neuroglioma tissue. It seems that there are foreign entities occupying parts of the neuroglioma!”

“Annihilate alien entities”, Cronus screamed. “Restart the freezing procedure of the cryogenic chambers. We will make them numb and torpid!”

“Too late capo. The artificial intelligences (A.I.s), which hid in the neuroglioma, have already emerged and are moving towards the bridge”.

Cronus opened an emergency cupboard and began to distribute ray guns to his own. Meanwhile, the A.I.s, which had hidden like microscopic larvae in the neuroglioma, developed already cathodic vertically integrated puppets (avatars), so that they were able to grow in space and fight. When they reached the bridge, the classical battle with the intercrossed beams took place, which later turned into a close-quarter confrontation with anything the combatants could detach from the consoles using the levers and the joysticks as crowbars. Zeus as screenwriter made little concessions to Cronus, that is why sometimes the Olympians won and sometimes the A.I.s. This was in a few words the theatrical happening that was offered to the theater-loving public by the propaganda mechanism of the Olympians.  

Tithonus had seen this performance x-times. There was something that seemed improperly matched, something that annoyed him and made his inner alarm-bell ring, but he didn’t know why. He smelled and suspected some kind of deceit, but he failed to specify it exactly.     

In any case, he had ample time, while the mission to internationalize and upgrade the confrontation against the gods in a universal cosmic level had stagnated, had become a marshy, swampy, shallow and boggy lagoon.  

«Διόπερ ράστον έστιν απάντων εαυτόν εξαπατάν – ό γαρ βούλεται τούθ’ έκαστος και οίεται- τα δε πράγματα πολλάκις ούχ ούτω πέφυκε»,[154] he repeated to himself the motto of Demosthenes.  

Then he thought of Eos and said smiling bitterly.  

“Eos, never fear, Tithonus is here! I am continuing the mission. You will see, I am going to make it! You always trusted me, didn’t you?”

And the days, the months and the years passed, while the attendances of the theatrical happening by Tithonus multiplied. The spectators along with the mini pocket titan were often carried away by the epic and dramatic acting of the thespians and neared the protagonists, so much so that the performance was so interactive that it was allowed to dwell in the bridge between the actors to be aroused, irritated and limitlessly enthusiastic at the happenings, absorb directly any ounce of the commotion and the shivering. But Tithonus was a hard customer. He circled also around the protagonists and felt that they behaved constrainedly and agonizingly, obsessively and compulsively or rather emitted a deep unrecognized sorrow from the beginning of the show, which was quite unexplained. Their roles were not particularly difficult, were constant, monotonous and somehow one-dimensional, even an elementarily programmed puppet would be able to play them. So, what was wrong with those holograms who could not carry out even those schematical and roughly distributed roles? 

        At some moment, as the employee of the museum was distracted, since absolute surveillance is never possible, Tithonus proceeded to the first moving hologram and touched it fleetingly looking at it at the same time with a persistent penetrative eye lust and voyeurism pursuing an immediate, insightful, ecstatic knowledge. It seemed malleable to the touch, more palpable as it is the case of an unbending marble-vest. Is it possible that the programmers of the holograms managed to give to their works of art what the son of Sophroniscus failed to provide to his own busts, namely the steaming overexertion, the hyperemia of the cheeks and the overstrained expression of the face?  

He scratched a little the enamel of the gold-woven surface at the height of the forearm, unstitching the gold-baked line and scattering the gold dust, as if he cared to reproduce his intellectual tendency and conscious demand for deepening and immersion into the secrets of the beautiful artefact, but what an immense surprise he felt, when under the superficial patina of the worn out ornaments and the trimming textures he encountered a brownish soft mummified flesh!

          So, the crew of the bridge did not consist of facsimiles, but they were the genuine officers of Cronus and what appeared to be a copy of Cronus was Cronus himself! Prisoned by a remote- controlled external hull, hard and callous like stone, condemned in all eternity to make the same involuntary movements for the amusement of inconsiderate spectators! It was not Cronus that swallowed the wrapped around stone that Rhea gave him instead of Zeus, but -alas- on the contrary, in a dramatic reversion the stone swallowed Cronus forever and ever.

Only the petrified solidified shapes are left behind, strange fossils not human anymore, distorted, twisted, deformed, grotesque, not reminding furthermore of the gods, incarcerated in granite or sandstone, frozen, deadlocked, gridlocked, distorted. The show presented in front of dumfounded Tithonus forced him to go pale, to blanch with fear. It was better to forget this battle, to never mention it again, not in a thousand years. Here, “silence is decorum” (Pericles) and the recounting of the deeds is shameful. To kill a foe is honorable and glorifying, especially in the era of heroes, where the great lawgivers founded and built cities and states. To torment a foe, even if it is the only viable option, is vulgarity, a turpitude. To condemn a foe to torture forever is an eternal abomination.

Because Cronus and his lieutenants were all alive. Turned into stone, deprived of every locomotion, sight, hearing, touch or other perception available both to monsters and men. Nevertheless, they live, they will be living until every stone turns dust and even longer, “as long as the sun follows the same trajectory as today” (Herodotus). We are contemplating the rotating shivering crackling vivid auras of their bodies, eager for rebellion. We are sensing their anger, their fear, their astonishment. Zeus, cloud- gatherer or however you are called, you shouldn’t be proud of this fight. You should never commemorate such a battle but rather erase it as if it were the name of a cursed pharaoh, drown it in oblivion, in the bottom of Lethe. And above all, you should never dare utter again these alienating sharp deadly words that cause the marbling of these poor creatures. Hallow Zeus, what a prize in the catalogue of your achievements, a leave of laurel on your wreath, another cut on your sword just as in the case of Tithonus, where you acted as if you wanted to kill the dead, made a deprived man even more deprived and invalidated an already invalid!

          This revelation, this awesome discovery that Cronus was imprisoned in an eternally humiliating vicious circle for him was an inference that kept Tithonus busy for years. But how could this unexpected cold shower be related to his mission which has meanwhile become an obsession?

          The only option to leave behind the dimension of the Earth, but also that of the titans, which was wedged as a crucible or a funnel into Enceladus’ atmosphere, was to find the famous navigation instrument, used by Cronus to enter the solar system, i.e. theodolite.

Today, theodolite is defined as a portable optical instrument of great precision to measure the corners among predetermined visual points in an open field, both on the horizontal and on the vertical level. The traditional use of theodolite consists in topography and geodesic scrutiny and study, but it is also used in constructions, as well as in some special implementations (for example, meteorology, rocket science). In the epoch of the titans, theodolite was used exclusively for the last of the above implementations, more specifically for the transgression between space membranes and layers. Its operation manual was somehow mysterious and supposedly relied on the disruption and fission of space through time, since it was constructed by Cronus, master and commander of Chronus. Indeed, it was not identical to today’s theodolite, just as the orichalcum of the ancient times as an alloy of gold and silver and second valued metal of Atlantis had nothing to do with the contemporary orichalcum as a mixture of copper and zinc.

The etymology of the word is clearly Greek from Theus- deus- god and “dolichus- dromos- road” and it means the road of the gods, while Theus origins from “theo or run”, since the primitive humans were hunters and runners. At this point, of course, the titanic perception is expressed that god originates from (wo-) man and not the opposite. Now, we have learnt to say that the one or the other word may resemble a Greek one, but in fact it is derived from some Sanskritic difficult to pronounce -alias a partly hypothetical and partly imaginary word and this tendency of explaining the apparent through the obscure is expanded by the contemporary linguists to a broad extent of other words. Of course, Greek as everything else in existence originate from a previous preexisting fundament but their mediation was so essential and operational in human history that for any communication problem of a still unelaborated, unkneaded, ominous future babel it is more useful and suitable to refer to their propositions and solutions than to vague suppositions of an unexplored past or sophisticated neologisms of a confused present. With perplexion, we see a lot of people, who exorcise the Indo-European myth in politics just like the devil abhors the incense, connecting it justifiably to fascistic or national-socialistic visions and fantasies, to be identical to those enthroning this myth in linguistics to underrate the Greek influence. This is only human, of course, because the ambition of the next generations to attribute to themselves the new findings and the current discoveries or inventions is logical, diverting from the traditional knowledge, just as every kid wishes to distant oneself from one’s parent. Yet, when someone grows up, posits his/her parents to their proper dimensions and understands their immense contribution. In the same way today’s society will end up that it is maybe too much to deem ancient Greece the cornerstone of its languages and meanings, but it will necessarily acknowledge that Greek tongue through its scientific concept, pictorial and descriptive wealth and profound detailed etymology offers an incalculable benefit concerning the clarification and development of concepts. So, the Greek effect cannot be reduced, it multiplies its influence and impact, because it is the essence of flexibility and vividness of the spirit.  

   In any case, from the moment that Tithonus discovered that the crew of the spaceship wasn’t holographic but real, he had very reason to assume that he would find theodolite sooner or later. Surely, they would also present him to the public as a museum’s exhibit, of course dead and deactivated, probably in Ododromus. Heeding a perspective of a future escape from Zeus’ domain, which seemed  in his most ambitious moments all the more probable, he transported his inactive weapon – finding, previously abandoned in some junk store of Matrs, i.e. the cyborg along with the Hesiodic plough, and hid it in one of the autonomous power cubes, in one of the united Ododromus’ platonic solids, which he could eventually use as a shuttle or escape pod.

All the passing by guards, the merchants or suppliers, who always attached themselves, crowded and shoved together behind a mighty troop, as well as the clerks of the museum got used to Tithonus and considered him a kind of lunatic or village idiot, whom they mocked and saw as an easy target for practical jokes and relief for hilarious disposition. When they saw him carrying his strange cargo, the Cyborg on the back the connective hose or strap on the shoulder and the Hesiodic plough on the chest, they talked to him either ironically or suspiciously, imperatively or scrutinizingly.

“Eh hunchback, what’s the hurry?”

“Οι εκούσιοι πόνοι την των ακουσίων υπομονήν ελαφροτέραν παρασκευάζουσιν”,[155] he answered with the motto of Democritus.      “Eh, short- leggy, long-leggy, what are you carrying?”

«Αίσωπος έφη δύο πήρας έκαστον ημών φέρειν, την μεν έμπροσθεν, την δε όπισθεν. Και εις την μεν έμπροσθεν αποτιθέναι τα των άλλων αμαρτήματα, εις δε την όπισθεν τα εαυτών. Διό ουδέ καθορώμεν αυτά».[156] Until the questioning thinks what he heard and understands that Tithonus had not answered at all, he distanced himself.

“Tell me, you cripple. Yes, I am talking to you, you old fart. Everybody here does a specific job. To what purpose do you carry this garbage on your back?”

“To participate in the general activity”, Tithonus silenced him giving the answer of Diogenes the Dog, when they asked him for what reason he rolls his barrel in the siege of Corinth, while all the others reinforced the walls.

Another smart guy stretched his ear and said in confidential hush -hush.  

“Come on, tell me in the ear, what is this item that you carry? We two are friends, so be a sport. Are we “ποτίστατοι περιβεβρεγμένοι συμπότες κωθωνιστές” (drunken intoxicated tablemates) or aren’t we?” 

  «Χρη σιγάν ή κρείσσονα σιγής λέγειν. Κρείττον σιωπάν εστίν ή λαλείν μάτην. Αισχίνης ο Σωκρατικός επιπληχθείς ότι Σωκράτει εσχολακώς σιωπά, “ου γαρ μόνον” είπε “λέγειν έμαθον παρά Σωκράτει, αλλά και σιωπάν”».[157] Until the confidential friend realizes that Tithonus, excerpting silence repeatedly, has not answered, the once tablemate was already off the hook.

So, without any other incidents the weak under-titan or hypo-titan brought his inactive superweapon in his new hiding place, in one of the Ododromus’ platonic solids.  

          Our hero devoted the next years to locate the legendary devise of theodolite visiting with undiminished persistence the museum, which the arrogance and the self-complacency of Zeus has built to remind him of his proud victory upon his father, the ultimate patricide. Sometimes he turned his gaze to the heavens and said ironizing his own self.

          “My dear Eos, how do you judge my conduct? I am getting nearer and nearer to the target, every day, hour by hour.  I live a stochastic life, continuing to combine the particularity of my specific case with a broader cause. I am the cripple visitor of a museum but at the same time I am member of this unauthorized mission that started sometime to shatter the tyranny of Zeus. And I must find a way to fulfill both requirements, the general and the individual, since anyone of them on its own is isolated and inconclusive.”  

Think, think, he thought. Contemplate, contemplate, he contemplated. Can a man figure out through simple thought what the practical people often arrange through material and usually violent actions? Through the power of the mind the absent become present, maintained Parmenides. Is it possible that Zeus has destroyed the original theodolite? If he had done such a thing, he would have also destroyed the whole Ododromus, instead of exhibiting it in a museum. In any case, there were also theodolites in all the spaceships coming from the other dimension, and the rumor already circulated that the blueprints of mentioned machine had already been stolen and come into the possession of the titans, who prepared a fleet on Sirius. It would suffice to detach and disengage the artefact from any power source, just as Zeus did with the whole Ododromus. Therefore, a theodolite should exist, but where?

What was the main characteristic of Cronus that comes immediately to the mind? The fact that he ate his children, but we have analyzed how this is explained. Another common piece of information is that he cut off the testicles of his father. And then, when they fell and bubbled to the sea, they became froth and flooded the ecumene and from the foams Cyprid Aphrodite was born. Or is it possible that from the fertilization of the testicles arose the sea itself, the wet element as successor of the solid one, the spilling, diffusing and indefinite rhizome as beginning or end of the inalterable and specific, moving as departure and emanation of the stationary thing? Time as negation of space? So, the sickle that Cronus always held as a scepter or a cane was the theodolite!

Almost reflexively our indefatigable investigator seized the sickle from the hands of the surmised hologram. In the moment that the public servant of the museum came to recover it spelling the classical “eh you”, Cronus turned towards Tithonus and one of his eyes twinkled in his socket and teared.  It was the last reaction of the imprisoned thrown down god, the voice from the Tartaros, the scream from the stone, for which he gathered all his remaining strength. And the sickle, which was the theodolite, was activated.

          The reality disruptor meant to confuse the languages and the conceptions like a new Babel tower, not only in terms of consciousness but also in terms of reality. The desired pursuit was to disturb the perception of space-time, so that we all may adapt and compromise ourselves to the conditions of rudimentary or non- existent consciousness, to cope with the immersion to the primordial oblivion of oneself, a characteristic property for the quantum universe as dominion of death and prelude of a new life. To enforce their sovereignty in quantum subspace the Olympians had established devices all over the world with primary function the disturbance and disruption of space coherence. The machine was functioning as follows: It’s well known that the universe is composed of rudimentary constructive pieces, which can be called strings etc. Every corpuscle of energy has a gravitational potency “lamda”. The summary of “lamda” energy particles constitutes the quantity required, so that the three- dimensional continuum will not fold and collapse into itself.  Through deliberate collision of the fast as light “lamda”- powered particles in a perfect rectangular or perpendicular course with equal possibility of refraction towards right or left they managed to rend them into a state of precarious indecisive flux. Philosophically this phenomenon was called “the donkey of Buridan”, who is equally distanced from two heaps of hay. It is a strike with knife against the inflationary universe transforming space unexpectedly into an indescribable chaos of separated unrelated objects. Time on the other hand suffers disjunction and follows a parallel independent path.   

Thus, when the device was activated, the unified conception of space –time has collapsed to satisfy the malevolence of the Erinyes. The representations of the environment popped up like soap-bubbles, were dismantled and dislocated. They became fluid, as if they were flowing and dissipating on an oily canvas. Everybody felt dissociated as if one didn’t reside under the same roof, but one sensed that everyone was separated, each one left alone in a room or a corner. Ododromus was disconnected, diffused and multiplied into a collective of separate apartments. All these imprisoning residences circulated incoherently in a three-dimensional chaos forming a mosaic of erratically moving cubicles. If anyone tried to open the door of the house, that was indubitably a suicidal act, because then one was exposed to all combinations of delusion, misguidance and deception. When one appeared at the doorstep, one faced the immediate danger of perishing entirely and irrevocably, because it was impossible to maintain a sense of direction within the contorted dimensions, the complete distortion of space-time. Space was rotating and dislocating creating upheavals and labyrinths, hills, channels, tunnels and worm holes. One could envisage directly all kinds of delusion up front, a lamp or a passage, but couldn’t get close or reach it no matter what. Occasionally a delusive light seduced everybody, and they followed a road without destination or return, which led to nowhere.

Tithonus caught up on the messy distortion and jumped on time in the platonic solid, where he had hidden the Cyborg and the Hesiodic plough. After – who knows how many years – he had succeeded in his mission to escape in the general confusion from the Olympian dimension along with a super weapon, even if that did not belong to Zeus but to the titans. Beyond that he held still in his hands the sickle- theodolite which was by far the greatest trophy and came to his possession due to a lucky streak, without previous pursuing or planning as an additional gift of serendipity. A we shall see in the next book, on the base of theodolite the Sirius’ titans their own pheno- dimensional corridor with a similar function. One ignores if they succeeded that, copying the sickle of Tithonus or if the titans had pilfered otherwise the pertinent technology. 

“Come make a trip with me, let’s go away la-la-la-la”, sang Tithonus without a phorminx something different than the melody of Seikilos with a more vivid beat, so much so that the ancient Greeks considered a melody without a rhythm as “unorderly, inert and dark”, while plus rhythm “robust, energetic and clear”.

CHAPTER 26:

ECHETLUS AGAINST PURIFIER

From the personal log of Echetlus, Knight and Agent of light, on board, riding a freely moving neutron star:

The “Great Attractor” is a monstrous knot, a dreadful consolidation and amassment of the visible universe, mobilized and set in motion by the Purifier, attracting through its countless gravity whole spirals of galaxies like wondering moths captured and seduced due to phototropism from a distance of three million lightyears. My mission is to destroy it.

Consciousness controls the phenomena of the universe, and the future evolution of our world depends on conscious decisions that we must take relying on ethics but mainly exercising out logical judgment. Only warriors who are moral but at the same time have the good judgment to combine the above into individual ethos and reasonable conviction may be able to save the ark of life. «Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής» (Alas, Mardonius, what are these men that you incited against us, who do battle not over money but over virtue) said Tigranes. These are known things. It is our destiny and our exclusive privilege to exercise enlightened (reasonable- ecological) power over the soulless- inanimate or less animated matter and determine the future of the world though beneficial manipulation of the past.

As the clouds of the stars passed by and I was the ghost of a helmsman in a dark flying coffin, I thought why the universe should be so prolific and fertile? Why is it in every stage full of life and increasing complexity? The tug of war, the river of life, where nobody can enter twice since other and yet other water is constantly flowing, leads in the course of time with certainty to the last strategic headquarters, installed at the end of time, where the last consciousness will make the final observation and form the last thoughts. That means that even the above-mentioned observation won’t be the last, because through the hermeneutic dive towards the past mobilizes and feedbacks repeatedly the dynamics of an always uncompleted circle. The universe has no constant texture, definition or well-defined structure until somebody observes it. Moreover, even the last observer can’t be stable, because the existence of all the previous ones would have no meaning. Either he should change continuously or integrate in himself all previous beings, which is the same. Behold here the scientific and philosophical conception of God!

Each one of us represents a view-angle necessary for the universe’s continuity. If one of us were absent, that would constitute an opening and piercing of the huge inflationary balloon, in the gas of which we are floating. That is why any one of us can be extinguished as an object but not as a subject because the latter is interwoven with the sense of an existence observing the universe, therefore it is eternal. The atom («άτομον»), symbolizing the soul is eternal, engages and adds to itself, attaches and attracts («ρύεται») rhythmically solid bodies or corpuscles corresponding to it and appears as a material organism, after the death of whom it returns to the void («κενόν»).  It is a reflection and a mirage («είδωλον»-superposition) of the atom according to the paradigm of Leucippus and Democritus. Yet this idol is not the only relationship of the atoms between them, there is also the entanglement («διαθιγή») that connects various atoms or figures among them into broader psychic molecules or hypostatic souls. Idealism and materialism as divided worldview do not understand that the cognitive subject and object is one and the same being reflecting and construing itself in different positions and various moments, thus inaugurating space and time. Causality and will are interconnected inseparably and retrace their steps throughout past and future, constructing the universe.

          My self- awareness consisted of a tight knot of wave functions, Now, cautiously, I began to unravel that knot, to allow the focus of my consciousness to slide over spacetime. Soon it was as if I was flying over the arch of the cosmos, unbound by limits of space or time. Throughout the galaxy I found the works of man. I lingered over places and artifacts abandoned by history, over towers as well as shooting loopholes, dwelling as long over a drifting child’s toy as over some huge space-bound fortress. Everywhere, of course, I found relics of war, ruined stars, and worlds, squandered energy, the easy evil answer to the miracle and achievement of creation.

I labelled meticulously the places I visited, the destinations of my travels, the relics   and the precious talismans I found all around. But as time passed and my confidence as being a central individuality grew, I removed the cumbersome barrier of conscious thought. I allowed my consciousness to soften further, to dilute the narrow human perception, to hold only a moral quintessence to which I had clung.   

All about me flames blazed and quantum wave functions pricked and pierced me. Layers of possibilities spread from stars and planets, sheets of probability that linked matter and time. They were like spiders’ webs scattered over the aging galaxies. They mingled, reinforced and cancelled each other, all bound by the implacable logic of the dismal governing wave equations. It was as if I rode wild horses on a harsh thorny wilderness and I passed like a cord through rosary beads.

Within all this mess, I continued to search for the proper way to fulfill my mission, to disrupt and pierce the huge mass gathered by the Purifier, which threatened to swallow the cosmos as an insurmountable and fateful black hole. After careful study and meticulous examination, I concluded that the only method of bursting a mountain of exaggerated mass and dimension are the cosmic strings.   

in the three-dimensional space circulate many types of defects, stable or unstable, linear, flat and solid, – monopoles or dipoles – points or planes- domain walls, boundaries and incisions, from whom the most cutting-edged, sharpened, whetted and scissor-like are the cosmic strings. These are residual traces of the ultrahigh, energetical symmetric vacuum of the GUT epoch, embedded in the empty space of our universe, like residual lines of liquid water in solid ice. Despite their designation referring to something cobwebbed and thin, strings are massive. Their width is only the Planck length, but their density is enormous – a one- inch length would have a mass of around ten million billion tons. They were fine tubes containing charged particles: subatomic elements, electrons and their antiparticles, gathered into super heavy clusters. As a result, the strings are acting as superconductive wires. In the three-dimensional space, three types of stable defects were possible: in zero, one or two dimensions. The defects were points – monopoles or lines – cosmic strings or planes- domain walls. To avoid infinite extension, the universe through its established method wraps, condensates and staples them in loops or circles thousands of light-years across or else they will be endless, stretched with their infinite mass right across the universe, showing an inflationary and conquering attitude towards the surrounding expanse. Of course, the cosmic strings are resisting their wrapping up constriction, resenting to be a thread-ball but rather choosing to be the Ariadne’s thread in the labyrinth. That’s why they develop enormous tension – a tension that increases with curvature – and so those loops and cusps are struggling to straighten themselves out, all the time. Most of the length of the string is moving close to lightspeed and so are the cusps. How could something as complex, as real as this, be made of nothing but folded spacetime? And yet it is so.

The Gordian (Chordian) string knot has the power to cut like knife through this galaxy’s magnetic field. As it does so, immense electrical currents – of a hundred billion billion amps or more – are induced in it, thus disrupting, grooving, whipping and flogging the main riverbed. Consequently, gravity waves of vast magnitude are emitted through space. Because the loop is asymmetrical, it’s pushing out its gravitational radiation and momentum in particular directions – in spikes, ahead of and behind it. It is a gravitational rocket using its radiation to drive through space.   

But how would I activate those strings disengaging them from their own strong nuclear bond to release their unimaginable power? While I was contemplating in a very stochastic way this Delian problem, a small platonic solid with an ugly hunchback midget as only tenant, deformed to a degree that even the sickest imagination could not conceive, whose invalidity I deem impropriate and impolite to describe in detail. Suffice to say that he was not a dark matter soul like the rest of us who ran as small gods (“theos” in Greek: the running one) the trajectories of space, namely as spiritual constitutions or forms consisted of corpuscles attracting and repelling each other instead of the firmly connected  molecules of organic matter; on the contrary he had a sort of strange, not viable biological immortality, considering that human beings due to their ephemeral relationships, concerns and pursuits aren’t made to live forever and immortality leads them directly to madness. Despite all this, this little man was entirely, almost irrationally sensible and wise.  

He delivered to me a very powerful weapon of titanic technology consisted of a cybernetic organism and a Hesiodic plough, which due to its simple and handy construction and its self-fueling  property and tinder- functioning usefulness through the available mechanism of spectacles and optical fibers was exactly what I needed as a percussion cap and a firing pin to ignite the cosmic strings.      

As soon as I adapted the application properly, the vehemence and the devastating impact power of the rotating blackholes was released like a warp and a mythological Typhoon by the wing-footed twinkle-toed Mercury and the mix-shaped Aegipan of spacetime dispersing without much ado the ridiculous toy-train, the condemnable hula-hoop, the honkey-tonk parade of the Purifier.   

          So, the cosmic strings cut and sliced the wheel fast and furiously like knife in a butter-bread, mainly the two lower levels, while a serious effort has been made to keep intact the upper level which contained life, unfortunately not without some collateral damages, for which the Purifier and not me must be held accountable.   

I will resume my report about all this later. For the time being, I would like to include the dialog I had with this peculiar creature, who helped me so unexpectedly and decisively to fulfill my cosmic mission and to score a proud victory against the Purifier.

“You deranged sleepwalker” I said to hm “how could you escape Jupiter’s domain with a ship and a gun? Sorry to express myself like that but a man in your condition …”

“I managed it through conjecture and thought, through induction and generalization, through combining the particulate facts of my life to wider considerations and the greater good. I am a titan”, he replied.

It crossed my mind like a shadow that the only conceivable way, through which this caricature of a titan could carry out his audacious plan, this unimaginable Heracles labor, would be the sneaky, behind-the-back, treacherous, guileful murder of who knows how many soldiers, guards, even of civilians as acceptable collateral damage.  

He anticipated and sensed my thoughts, posited the question and answered himself in advance.

“Only through the power of the mind. Thought cannot harm but only benefit, exactly because it is merely a thought…”

“And what do you intend to do here, within the intermediate and infinite space between worlds, you, who are still or rather forever incarcerated in the bondage of the soul, without any possibility to extend your spirit outwards?”

“I will remain here; I will be around watching until the last molecule of my body turns to dust. And who knows? Perhaps then I will not differ from you so much. The time will come for me to thrust in the apartments of the dark matter and somewhere inside to find eventually my beloved Eos.”

That been said, the stranger who revealed that he was called Tithonus entered again the platonic solid and vanished.

Authorities of light, let us unite our prayers for this paradox and honest fighter. It is difficult to characterize him with one word and maybe I am forced to violate in this regard the protocol of the service, which forbids the bestowal of attributes, and to use an unsuitable, exaggerated and unapproved predicate, an epithet that is not even Greek but emphatically fitting for his fragile and at the same time dynamic personality. He was by far the most graceful villain that I have met, the softest terrorist of all times.

CONTENTS

  1. UPANISHAD OR SYMPANTIS EX HADES OR OCCIDENT EXPRESS
  2. ILION, TROY, GANYMEDES, EOS, TITHONUS ET CETERA, ET CETERA
  3. THROUGH THE KEYHOLE INTO THE CHAMBERS OF ZEUS AND HERA
  4. HERA’s PARTING TO AN UNKNOWN DESTINATION
  5. DIVINE COUPLE
  6. ARGONAUTIC EXPEDITION  
  7. THE FIRST FALL
  8. REGENERATION CHAMBER
  9. THERE WILL BE ANOTHER TIPHYS AND ANOTHER ARGO …
  10. DINO- PTERYGIUM
  11. THE LONELINESS IN THE SHIP
  12. THE NEWS ARRIVES TO THE GODS
  13. ICARUS’ EXCEPTION
  14. BEAST POLIS
  15. TH OCEAN OF THE NAVIGATORS OF THE NAVIGATORS 
  16. CATO THE MARTIAN  
  17. NO TEARS FOR THE ECCLESIAST
  18. THE BEASTS OF MARS  
  19. ANTIOPE, ANTHEA, ANTHIPPE, ANTI- ILLA
  20. THE INHABITANT OF THE ABYSS
  21. GREEN LITTLE MEN  
  22. ON THE HEIGHTS OF THARSIS
  23. ON THE SLOPES OF OLYMPUS
  24. ENCELADUS
  25. CRONUS, ODODROMUS, THEODOLITE  
  26. ECHETLUS AGAINST PURIFIER

BIBLIOGRAPHY

Bracket Leigh, The Beast Jewel of Mars

Brandhorst Andreas, Ikarus

Hesiod, Theogony

Fast Howard, Cato the Martian

Simmons Dan, Olympos

Smith Clark Ashton, The Dweller in the Gulf

Weinbaum Stanley, A Martian Odyssey

Zelazny Roger, A Rose for Ecclesiastes


[1] There is nothing better than prudent laws. Because when both the rich and the poor have the same material and judicial rights, the latter beats the former if she/he is right.

[2] Socrates said that if someone asks from the town-crier to summon the shoemakers to rise, only they will rise and the same will happen if he summons the coppersmiths, the tailors and the other professionals. But if he summons the righteous and the just, they will all rise. So, in life it is a great problem that the many, whereas they are fools, think that they are fair and just.   

[3] Work is no shame, only laziness is shame.

[4] Altsheimer

[5] If your roommate is a limp, you will end up also being a lame.

[6] By this order a dog goes away and brings back a bouncer or a plastic bone or anything else the master had thrown.

[7] Shaved to the scalp

[8] Gold is a child of Zeus, not worn either by moth nor by wood-fretter, while on the other hand it eats up the mind of the mortals, which is the most valuable possession and asset.  

[9] My precious heart

[10] Caring for all 

[11] Whom they banished in this desert to be eaten by a wild illness, after a viper had bitten hm and caused him a man-perishing intrenchment.

[12] These bows found food for my belly, but you took them, give them back, I beg of you! 

[13] With this bow you will grab and own Paris’s life, capture Troy and send the spoils to your palace, after your whole army calls you and designates you the best of all.  

[14] Thank Zeus for the light of prudence and sing him song of victory

because he has ruled that to learn means to suffer

And in sleep drops into our hearts the painful memory,

 And reminds us of our wounds without learning buffer.

[15] It takes time to build a heap, stone by stone

But you can crush everything with a strike alone.  

[16] Now, we are in front of you, and if you dare, you are free to question us (free hermeneutic translation).

[17] Hallo, victorious Heracles with your harp!

[18] Alter erit tum Tiphys, et altera quæ vehat Argo delectos heroas; erunt etiam altera bella, Atque iterum ad Troiam magnus mittetur Achilles.

[19] Soul of mine, do not hurry to face death, you ‘d better draw relations and experiences from the act of life.  

[20] God needs not to be feared, since death comes always without warning and without to be suspected. On the other hand, it is easy to acquire what is good and to endure what is dreadful.  

[21] Property of freedom is the outspoken courage, while danger should be perceived as the exploitation of a chance, as serendipity, presupposing the ability of discerning it in advance. 

[22] Power is enviable, but vulnerable to sickness and old age. The only immortal and divine thing is education. 

[23] Podaleirius, I read, I learned, I condemned.

[24] A mountain ached in the stomach and born a mouse. 

[25]  You read but you didn’t learn, because if you learned, you would not condemn.

[26] When someone talks about all knowledgeable, while she/he does not grasp the obvious that all the others understand. 

[27] The first sight deceives many.

[28] Cheap gadgets 

[29] The young men must dare, because no one lazy has acquired glory, but all glory comes from hard labor. 

[30] One could not reach prosperity without toil. And it is really a shame for a young man, not to take pains.

[31] All those words aspire to be synonymous with the healing layer of a wound.

[32] Never admit that ‘nothing’ exists but always avoid that road.

[33] Frontalis muscle is the one contracting the eyebrows.

[34] This is a childhood’s memory: The bus “31-58, New Smyrna – New Philadelphia”.

[35] Naturam expellas furca, tamen usque recurret. If one extracts nature with a fork or a pitchfork, it will, return with a vengeance.   

[36] Vacuus cantat coram latrone viator. He who has an empty pocket, sings before the thief.

[37] To save yourself in the future, you must either have good friends or sworn enemies. 

[38] Envy is the meanest and unfairest god, because it rejoices with what is evil and underestimates what is good.

[39] The greedy one never ponders or covets something just.  

[40] He, who does not care if he wrongs someone, but only not to be held accountable for his actions, acts like a criminal.

[41] We expect you to die now, Diagoras, because it is hubris to the gods to outlive such happiness that they themselves have not felt (completely free translation).  

[42] Άρχον δε και αρχόμενον φύσει δια την σωτηρίαν -το μεν γαρ δυνάμενον τη διανοία προοράν άρχον φύσει και δεσπόζον φύσει, το δε δυνάμενον το σώματι ταύτα ποιείν αρχόμενον και φύσει δούλον – διό δεσπότη και δούλω ταυτό συμφέρει (1252 α, 2) … ότι μεν τοίνυν εισί φύσει τινές οι μεν ελεύθεροι, οι δε δούλοι, φανερόν, οίς και συμφέρει το δουλεύειν και δίκαιον εστίν (1255 α). … Διχώς γαρ λέγεται το δουλεύειν και ο δούλος – έστι γαρ τις και κατά νόμον δούλος και δουλεύων, ο γαρ νόμος ομολογία τις εστιν εν ώ τα κατά πόλεμον κρατούντα των κρατούντων είναι (φασίν). Τούτο δη το δίκαιον πολλοί των εν τοις νόμοις ώσπερ ρήτορα γράφονται παρανόμων, ως δεινόν ει του βιάσαθαι δυναμένου και κατά δύναμιν κρείττονος έσται δούλον και αρχόμενον το βιασθέν (1255 α6)Διό και συμφέρον εστί τι και φιλία δούλω και δεσπότη προς αλλήλους τοις φύσει τούτων ηξιωμένοις, τοις δε μη τούτον τον τρόπον, αλλά κατά νόμον και βιασθείσι, τουναντίον (1255 β)

[43]  Δοκεί γαρ το περί τας ουσίας μέγιστον είναι τετάχθαι καλώςπερί γαρ τούτων ποιείσθαι φασίν τας στάσεις πάντας. Διό Φαλέας ο Χαλκηδόνιος τουτ’ εισήνεγκε πρώτος – φησί γαρ ίσας είναι τας κτήσεις των πολιτών – τούτο δε κατοικιζομέναις μεν ευθύς ου χαλεπόν ώετο ποιείν, τας δ’ ήδη κατοικουμένας εργωδέστερον μεν, όμως δε τάχιστ’ αν ομαλισθήναι, τω τας προίκας τους μεν πλουσίους διδόναι μεν, λαμβάνειν δε μη, τους δε πένητας μη διδόναι μεν, λαμβάνειν δε (1266α – 1266β).

[44] He thought that painting is silent poetry, and poetry is a speaking painting.

[45] Fortune gives most to many, but enough to none.  

[46] Fantastic creatures partly animals and partly humans or entirely animals, held up as examples by the Byzantines in law of inheritance, wondering what would happen if they were born alive in a vain effort to cover all conceivable possible cases, which could be presented to a court, henceforth the name “Byzantinism”. However, no matter how many computers or AI are mobilized, casuistry can never be exhaustive, and interpretation will be always necessary.   

[47] To δ’ άγχι πλευμόνων ξίφος διανταίαν οξυπευκές ουτά

Διαί Δίκας- το μη θέμις γαρ ουν λαξ πέδοι πατούμενον, 

Το παν Διός σέβας παρεκβάντος ου θεμιστώς

Δίκας δ’ ερείδεται πυθμήν, προχαλκεύει δ’ Αίσα φασγανουργός

(Aeschylus, Choephori)

[48] You should consider it a great education, if you manage to provoke lack of schooling.

[49] Many people, exactly because they do not close or restrict their big mouth, end up leaving many things unsaid.  

[50] It is easier to withhold in one’s tongue incandescent coals than a confidential secret.

[51] The Earth must be destroyed.

[52] Let the consuls pay attention, lest the state be harmed because of their politics.

[53] God does not get involved, if the node of the vindicator is not worth it.

[54] A rare bird on Earth like a black swan.

[55] “Homo sum et nihil humani a me alienum puto”, a maxim of Renaissance.

[56] Experts or not, we are sketching poems.

[57] Verum impedere vitae – To obstruct the truth through life.

[58] Vitam impedere vero – To obstruct life through the truth. Correct is “Vitam impendere vero – to spend your life, to devote, to lend the weight of your life to the truth, an ambiguous phrase, leaving open the question, if someone through this way protects or crushes the truth. Hence is derived the “verum impendere vitae”, by Nietzsche, which is that “you “aggravate the truth through your life”. 

[59] The drop does not dig the rock through its power, but though its constant fall.

[60] Amid arms the laws silence (also the agreements).

[61] Only then you are entitled to invoke shame, if you are the first one to be ashamed.

[62] It is sweet and worthy to die for one’s country.

[63] Always the brave dare, the cowards do not even exist.

[64] Three elements define a moral war, that someone wants to fight, that someone is zealous of honor and pride and obeys the orders of the legitimate archons.

[65] Only through unity and concord great deeds can be accomplished and wars be faced.

[66] Calmness with dignity (it is said that it is proper for the old).

[67] Greece although occupied, conquered on its turn the savage conqueror and introduced the arts to the agrarian Mars (the authentic exression of Horatio is “Latio”, instead of “Marti” and refers to the agrarian Latium, the posterior mighty Rome!) 

[68] Mettle is needed, because tomorrow will be better.

[69] If you do not require much, the few will seem many to you.

[70] Socrates was asked how someone can become rich. And he answered: “by being poor regarding one’s desires”.

[71] No one is free, if she/he doesn’t control her/himself. That is why, you should learn and keep the following advice training yourself in self- restrain: Overcome the gluttony and the laziness, pleonexia and anger. Mind no to do any shameful act, neither alone nor along with others. Above all, feel shame, bashfulness and modesty, as to how yourself is expressing. 

[72] The rational one should pose logic over desires.

[73] If two are quarreling, the wiser is the one who does not answer to insults. 

[74] The citizen is defined from nothing else than participating in the decisions and in the administration of the state.

[75] If you are asking that the others should be accountable for their responsibilities, you should first assume your own!

[76] The greater good is the virtuous administration according to the mind. He who acts without prudence either is consumed by arrogance or by fear.

[77] Vanity of vanities, says the Preacher, vanity of vanities! All is vanity.What does man gain by all the toil at which he toils under the sun?A generation goes, and a generation comes, but the earth remains forever. The sun rises, and the sun goes down, and hastens to the place where it rises. The wind blows to the south and goes around to the north; around and around goes the wind, and on its circuits the wind returns. All streams run to the sea, but the sea is not full; to the place where the streams flow, there they flow again. All things are full of weariness; a man cannot utter it; the eye is not satisfied with seeing, nor the ear filled with hearing. What has been is what will be, and what has been done is what will be done,and there is nothing new under the sun.

[78] Exaggerations are never a chance for the mortals.

[79] Where there is awe, there is also shame. I fear only who can put me to shame. Who among the mortals is just, if he does not fear anything?

[80] What is unfounded from the beginning, cannot be affirmed as a right through the passage of time.

[81] No one recognizes that has exceeded the limits, unless one perceives another behaving indecently.

[82] Pythias, daughter of Aristotle, when asked about the most beautiful color of all, she answered that it is the one of a human face blushing, the color of people when they feel ashamed.  

[83] She turned them into lustful, shameless, debauched and libertine. Here the bibliography is stiflingly full but let us confine ourselves to the famous “Stress-flooding Therapy of the Proetides’ mania by Melampus” by D. Kouretas. See respectively also the complete Titanomachy in the following pages.   

[84] Due to their shamelessness, they forfeited their blossoming beauty.

[85] Proetides on the one hand were animated by the wish of the species’ procreation, on the other hand their father oppressed this urge, which caused an incurable inward conflict.

[86] Wandering and proud 

[87] Although it is a heavy burden if an unwise person prospers.

[88] Is it not considered that the city belongs to the leader?

[89]Of course, you would nicely rule over a desert land.

[90] When Daimonax was asked, when did he start philosophizing, he answered: “When I began to blame myself for my wrongs”.  

[91] The decrepit and the drunk become children twice in life.

[92] When one treats you to a homemade wine, the first glass brings health, the second pleasure, the third challenges your fate and causes bad behavior, whereas the next surrenders you to mania.

[93] Quasi Modo – The hunchback of Notre Dame.

[94] The devising or choosing names for things especially in a science or another discipline.

95. Having nice hair- she didn’t become a satellite.  

[96] Thinking that he had intercourse with one, he slept with them all.

[97] E pluribus unum.

[98] He who demands what he has to render, acts dishonorably.

[99] Blissed are those who possess the thing, because they have the advantage by equal conditions and the rest terms of the vindication remain the same.  

[100] Not the oaths render credibility to women and men, but the latter give the oaths credit, faith and worth.

[101] We will refer later to the episode of Star Trek “Devil in the Dark” του Star Trek, where the creature Horta is presented, a living rock of silicon penetrating other inert rocks. 

[102] Episode “Journey to Babel”

[103] Episode “Balance of Terror”

[104] Vulcans are mentioned in all the episodes of the series

[105] Episodes “Errand of Mercy”, “Private Little War”, “Trouble with the Tribbles”, “Day of the Dove” etc.

[106] Episode “The Tholian Web”

[107] Episode “Errand of Mercy”

[108]     Other not human aliens, presented by way of exception in ”Star Trek”, since at that time special effects as tricks of gaining impression were not developed, is the monster who absorbed salt in the episode “Man Trap”, the crocodile Gorn in the episode “Arena”, the silicon-based creature Horta digging underground passages in the episode “Devil in the Dark”, tiny, branch-like and foliage -covered beings of another galaxy asphyxiating in the episode “Catspaw”, strange living mushrooms in a glass bowl in the episode “Gamesters of Triskelion”, a huge amoeba in the episode “Immunity Syndrome”,  luminous creatures with supposed deadly appearance (Medusans), enclosed in a protective  casket or chest in the episode “Is There in Truth No Beauty?”,  hovering undefined creatures with eyes like burning coals (Melcotians) in the episode “Spectre of the Gun” and alien rocks (Excalbians) in the episode “Savage Curtain”.    

[109] The standpoint of the contemporary prophet Arthur Clarke, as it is formulated in its work “Rama Reνealed” (ed. Οrbit, p. 583-584), that the world is but a semi-failed experiment in a series of experiments conducted by God, so that He may find the ideal initial conditions, which, once developed, could lead to a universe of harmony, expectedly does not include immortality of the soul into the respective worldview since the survival of our specific world as a whole is not considered necessary after the end of the experiment. However, in page 611 he admits that his theory cannot explain, how and through what procedure the chemical material can be organized into self- awareness.

[110] See Eratosthenes, Catasterisms

[111] Untamed  

[112] Uttering a war cry

[113] Attacking the walls

[114] The Greek expression is “we broke a plaque”, meaning that we exposed the Maltese falcons – excuse me- the Maltese antiquity smugglers.

[115] Hot air fills the airbags, and self- conceit fills the fools. 

[116] The self- conceit of a bad person is a heavy load.

[117] Sophisticated James Bond’s stuff provided to him by Q.

[118] If you do something shameless, do not hope that you will escape. Because even if you stay latent and unnoticed by the others, you will not avoid your own conscience.

[119] Such weapons are timeless either corresponding the current technology or due to tradition.

[120] The cries of pain and the clamors of triumph are fitting correspondingly to men who perish and men who slaughter.

[121] Womanly, effeminate

[122] Those who shake their phalluses and cause sexual fever.

[123] Voyeurs who look though the keyhole, men or women.

[124] Dick-suckers  

[125] Bloody fools

[126] Shit- eaters

[127] Smart alecks

[128] This expression is contemporary, in fact is not encountered in the ancient literature.

[129] An international expression for fear and cowardice

[130] Alas, Mardonius, what kind of men have you chosen as our opponents who do not fight for money but for honor.   

[131]Just as in the Star Trek episode: “No Mourn for Adonais”, although there appears Apollo, not Ares.

[132] Gold blood

[133] The specific expression is taken from “Rocky 4”.  

[134] At last, the amazon is dead and your fear stopped.

[135] As the helmet was lifted and revealed the naked front, the attraction of the genuine figure conquered the victor. 

[136] God loves to assist those who take pains.

[137] Venerable oblivion of calamities, how wise you are and a welcomed goddess for the unfortunate.

[138] The possession of the representations is called memory, while their recollection is called reminiscence.

[139] Zenon (from Citium) said to a young man who wanted to talk rather than hear: “young man, nature gave us one tongue and two ears to hear twice as much as we say”.

[140] Λεῦσσε δ’ ὅμως ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως.

[141] Με την επιμέλεια και το μόχθο όλα τα αγαθά είναι δυνατόν να κατακτηθούν.

[142] Ό,τι επίμονα αναζητείται μπορεί να αποκτηθεί, ξεφεύγει όμως ό,τι παραμελείται.

[143] Through toil and diligence all goods can be conquered.

[144] What one persecutes persistently, can be acquired, but what one neglects eludes.  

[145] Today, Cassini division.

[146] A Disneyland of some kind.  

[147] Unexploited, uncultivated place.

[148]  A theme park 

[149] terrasse

[150] Just as Kant maintained that we should not question God, since we cannot know and analyze scientifically His domain, and the result was to involuntarily erase Him. The pertinent argument is” if we cannot know Him, why bother?”

[151] Do not heal bad with bad.

[152] In fact, it is called Moebius strip, but I wouldn’t like to spoil the Greek language sensorium.  

[153] So, Popay the sailorman turned the “open sesame” into “open says me”.

[154] The easiest thing is for someone to deceit himself – because one believes whatever suits her/him – but things have often a different outcome.

[155] The voluntary toil prepares us to endure easier the unvoluntary ones.

[156] Esopus said that each of us carries two saddle- bags, one on the front and the other on the back.  The errors of the others burden each of us on the front, but we fail to see our mistakes that accumulate on our back.     

[157] You should either be silent or say something better than silence. You d’ better be taciturn than babble. When Socratic Aeschines was reproached for being silent, whereas he was a pupil of Socrates, he said: I have learnt from Socrates not only to speak but also to be quiet.

Η αγγλική μετάφραση του Β’ Μέρους της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: “VENOVINDA. UK”.

STARTING FROM THE BEGINNING

(PROMETHEUS’ CATASTERISMS OR THE COMPLETE TITANOMACHY)

By Stamatis Giakoumis       

          (Wo-) Man (Α), who are walking (Β) this Earth (Γ), your first consideration will be Justice (Δ). With the energy (Ε), the vital one (Ζ) which you draw from the light of the day (Η), you establish (Θ) through your guiding (Ι) mind powerful states and the power of the state (Κ), tailoring them later to your needs through Logic (Λ), Measure (Μ) and Law (Ν).

But if you scratch (Ξ) the surface a little, you will see that you will have the power to overcome this horizon (Ο) too. And then you will float (Π) with full sails in the flow (Ρ) -continuum of thought (Σ), which isat the same time a form (Τ) of organization and hypostasis (Υ) of essence. You will understand that you are the collective subject that through its fantasy (Φ) anoints (Χ) and carves the reality. Thus only, will your psyche (Ψ)  return satisfied to the cosmic ocean (Ω).

The above highlighted capital letters constituting the Greek alphabet, prevailing in the era of Prometheus, are presented in a fixed order and correspond to the following Greek words: Ά-νθρωπος, Β-αδίζω, Γ-η, Δ-ικαιοσύνη, Ε-νέργεια, Ζ-ωική, Η-μέρα, Θ-έτω, Ιθύνων, Κ-ράτος, Λ-όγος, Μ-έτρο, Νόμοι, Ξ-ύνω, Ο-ρίζων, Πλέω, Ρ-οή, Σκέψη, Τ-ύπος, Υπόσταση, Φ-αντασία, Χρίζω, Ψ-υχή, Ωκεανός.      

Devoted to the writer and colleague Francesca Giannakou, the councilor of state whom I loved, because she managed to overcome her own convictions, which is not easy to accomplish, and condescended to occupy herself with my case. 

          CHAPTER Α’

CO.M.MY.S.S. (COMMISSION) VENTHYLOS – VENTISTOS

Prometheus stretched his back like Tendoglou (tend-extend), the Greek winner at the Olympic Games, within the cryogenic chamber, chased away the rheum from his eyes, just as rheum was Aegina for Athens, yawned majestically, extracted a hair from his tongue like Jack Nicholson in „Professione Reporter“ (The Passenger), stood up, rubbed his feet to recover an impeccable circulation  of the ichor, through which he had replaced the traditional blood in an operation, so costly that he paid an arm and e leg, he stepped with his numbed toes on the cold floor, tightening the muscles to overcome the thrombose of lying down and pressed the button of the intercom.

“Why did you wake me up? Why don’t you let me sit on my butt a little longer? A bad butt day is like a bad hair day, except it’s even harder to hide in public.”

Theia, initially sister and wife of the science counsellor and officer Hyperion, who instead of replacing her blood with ichor chose to upload her consciousness into a synthetist -layer penetrator, answered.

“Prometheus, God is calling in channel frequency α’ (1)”.

Prometheus, still numbed from the cryogenic torpor, stooped and looked (one word in Greek: κυπτάζω) distracted out of the window.

I see again a …milky environment. Where are the stars?”

“Prometheus, the Μ (ten- thousandth) cycle of Creation has been completed. The velocities caused by entropy have already exceeded the speed of light and we have ended up again in an unsurmountable chaos. Radical redesign is necessary”.  

“Tell me something I don’t know”, said Prometheus obviously in a bad mood. “Besides, that is precisely the reason you woke me up. While I was in a deep hibernation viewing beautiful images in my dream (όναρ), you have the nerve to reanimate me inelegantly, awkwardly and barbarically to a visionary wakefulness (ύπαρ), at the same time swelling and squeezing my liver (ήπαρ), where you know that I have a certain sensibility”.  

“Prometheus, God is still waiting in channel α’”.   

Prometheus, still reluctant, forced himself to press the button of the external communication.

“Greetings to the inception of the universe. Ready to receive briefing; Over

“Captain, the results of the specific Creation were not too encouraging. Finally, an A.I. was developed as the ultimate consciousness that could not assimilate or integrate feelings. So, wake up your crew and proceed to redesign; Over”. 

“Shit, eh, I mean crap or should I say ‘excrement’ to be politer!  You say it, as if it were easy. Every time a redesign is performed, my own people and I have a hard time especially in our colon. And I know very well to distinguish the colon as a part of a sentence from the colon as part of the intestines; over”.

“Operator, excuse me, am I talking to the captain of the Cosmological Mesonic Mythological Starship (CO.M.MY.S.S.) ‘Venthylos- Ventistos’ or have I called a wrong connection? Because such invective expressions are fitting only for a street fight tramp (and not a trump) to utter and formulate; over” 

“Yes, sir. I respectfully report: I am the captain of the CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos, where ‘Venthylos’ is a kind of nautilus of the depth (venthos) and ‘Ventistos’ is the Doric type of ‘Veltistos’ (best), codename ‘Venovinda’, -present and unshaved, hungry and shriveled and dehydrated from thirst. Awaiting your orders one more time. Just don’t expect from me the usual litany of submission and repentance, because the hymns and the ‘Kyrie Eleison’ are too much of a good thing even for God to bear; over”.   

“Captain, without messing about, just wake up your crew and proceed to redesign. You have been warned”.  

“And I stand warned. Sorry, sir, but I cannot contain my laughter, ha, ha. Without messing around nothing can be done, because that’s what we do, we mess about and around through eternity. The issue here is that you, God, have abandoned us once more, since the artificial intelligence has prevailed again- I don’t know what the heck you are doing. You know very well that half of my ship’s systems are robotic, quantomechanic and homeostatic. Therefore, the danger of sabotage is very real; over”.  

“Stop overing me, Prometheus. I am not responsible for the result of every Creation, since, as you know, I grant to my creations the privilege of free will. It is enough for me that some of my creations had an auspicious outcome and that the ultimate conscious souls were human and integrated in my infinite wisdom. Furthermore, beyond that, I am not greedy. I accept gain and loss in every undertaking; over”.

“What can I say, God? Everything you say does not change the fact that my crew and I are obliged to carry on our assignment to bell the cat. Iapetus is nowadays too old to overhaul the engines, my helmsman and my navigator suffer from hand- trembling, Oceanus is well-known as the greatest curmudgeon of all times, being not happy with anything. But also, the female crew is not in a better condition. Eurybia has arthritis, Leto suffers from problems in her spinal column, osteopenia or should I say osteoporosis, is a pile of bones on the verge of been demolished. So, even the regulation that women are allowed in the ship does not benefit in the end our professional operation; over”.

 “Wash your sins, not only your face (byzantine adage in front of Hagia Sophia in Constantinople). Be aware of this palindromic inscription which can be read as a boustrophedon. Not the regulation of including women and children in the crew is to blame, but the fact that you, the titans, commit incest between you. So, stop obstructing and filibustering, because if you can’t do the dirty job, I ‘ll find someone who can. You’d better pass me your second in command to talk to, because he has presumably more brains than you and I can come to terms with him. I am holding the line and waiting eagerly”.

“Are we to blame for being so few, the happy few? I have asked you repeatedly over the years – or should I say cosmic years,  to anoint also other titans as vanguard and defenders of the borderland and to construct more starships – space triremes or naval yards – orbital stations, considering that we are overworked, wasted and exhausted, tired of the many rotations around the axis of the universe, we have become spinning tops and baby bouncers turning around like whirling dervishes or swirling Sufis even in our sleep. I have explained to you that the situation has taken a toll on us, and it can neither be ignored nor its solution be postponed continuously. You know, I am of the mind to found some union or a syndicate to oppose you and then you would see, aaaaah, you scared me Hyperion, damn you!”  

“Captain, I was submitted to the same procedure of awakening like you”. To God Hyperion said: “Eminence, you know very well that behind the justified complaints of someone suffering under constant pressure hides a titan entirely devoted to you. Rest assured that you will carry out the mission successfully like always. Number one in executing orders or second in command Hyperion, over and out”.  

The contact was interrupted automatically through the utterance of the proper words, but Prometheus still raged.

“Hyperion, if you ever try again to go over my head talking to God, I ‘ll have yours on a plate like another Salome that craved the head of John the Baptist”.  

“Captain, refrain from referring to persons of previous Creation circles and let us focus entirely on our mission, which is essential for the beginning of the next cycle. But first let us face an immediate problem. The incubator of the doctor is dysfunctional, the covering of the cryogenic chamber has stuck and the whole pod has entered a vicious circle of a continuous diagnostic running”.

“By Jove, it is always rolling out the old chestnut! It never rains but it pours. And of course you can always rely on Oceanus to cause you problems, if you have none.”

Hyperion stepped towards the cryogenic chamber of Doctor Oceanus, making certain simultaneously that the rest of the crew awakened, after they raised numbed the cover lid of their incubators, new and old, but all experienced veterans blackened with gunpowder, tested through various hardships. Lieutenant commander Iapetus, father of Prometheus, emerged with considerable difficulty being in an age ripe for retirement, lieutenant Eurybia, in charge of communication, lieutenant helmsman Koios, father of Leto from his sister Phoebe, lieutenant junior grade Leto, in charge of security, who as a product of incest had a problem with her bones and ran the risk of falling in heap any minute being the unsuitable titan for the improper position, but she had a great support by the monstrous ensign Buphagus and the petty officers Eurynome and Anchiale, the lieutenant commander junior grade navigator Kreios, husband of Eurybia and the j.g. ensign Metis. Along with the master Prometheus, the science and first officer Hyperion, the doctor lieutenant junior grade doddering old Oceanus (that’s a laugh but he joined the army very late) and the A.I. of the space-trireme Theia, first wife of Hyperion, who, being tired of her ex -husband’s logical thought turned out to become a synthetist herself, the crew composed all and all of thirteen people (how could this be different than a guaranteed bad luck?)

Until now in previous missions regarding past Cosmogonies- Creations (flow my tears for passed by glory) the space-trireme Commission Venovinda had lost the following members of the crew: a) Asia who in her effort to capture Dionysus had chartered an Etruscans’ ship, with whom she had a previous understanding. However, near Naxos Dionysus figured out the threat, turned the sails and the oars of the ship into snakes and filled the boat with ivies and rattles of flutes and cymbals. On the one hand, the sailors were occupied by mania, dived into the sea and became dolphins, on the other hand Asia was bitten by the cursed mast, who became a snake, and got poisoned, or else according to a somber version she was squashed and flattened by it. b) Styx who had betrayed the titans and sided with Zeus, who built for her a great palace in the underworld to reward her. Oceanus himself loathed her and sent the agent Iris with a golden bottle containing frozen, frosty and acrid water from the mountainous Arcadia. Styx drank this water and kicked the bucket, and this is called water of Styx ever since. c) Electra, also daughter of Oceanus who was killed in action and in fulfillment of her duties like many others redshirts or security guards not holding the rank of an officer. Generally, in titans’ starfleet the redshirt soldiers were statistically more likely to die, be killed or wounded during an expedition or in operational action. Honoring her memory, Oceanus on the one hand arranged to call one of his nieces Electra again, on the other hand he managed through unofficial channels to promote another daughter of his out of many, namely Metis, to become an officer, so that she wouldn’t take perilous risks.  

d) Doris, who had also undertaken a secret mission, more specifically to approach Zeus’ admiral and demonic strategic mastermind Nereus to extract vital information from him. It seemed, however, that he was so perfect and sweet bedside lover that he seduced and conquered her, so that she gave birth to fifty daughters with him and died of exhaustion. Such a complete failure of a mission rarely happened in the past. e) Amphitrite, who had the tendency to leave artefacts of the high-tech future in previous epochs, a negligence bearing ultimately awkward, unforeseen and often irreparable consequences, having as a culmination when he lost- forgot a whole open shuttle on a beach (say it cabriole, decapotable, roadster, convertible or whatever), which Aphrodite later deemed a huge conch and confiscated it, rising on it from the sea. As you may understand, such an officer could have no shining perspectives under any circumstances, and in the end, she messed with some Cyclopes who ate her alive. f) commander Phoebe who was lost ingloriously testing the chariot of Helios’ son Phaethon to achieve faster than light velocity using small vehicles.

 g) Asteria, whom Zeus killed in a famous duel near the island Ortygia. Zeus with his polymorphic faculty managed to turn easily into an eagle, while Asteria, who tried to apply the same techniques     could only assume the morph of a simple quail (which is what Ortygia means). As you can understand, the outcome of the duel was preordained. To whom it may concern: if someone wants to honor her with a visit to her grave, Asteria is now buried in the island Ortygia, h) Eos, a tremendous warrior, who was in fact the nightmare of all creatures from another dimension plotting against Creation. She crossed the sky in an open sleigh, sorry, shuttle with a forcefield instead of roof and caused awe with her red-white uniform and her rotating, constantly firing ray-gun of her ship, which she handled so skillfully that it seemed like a lit torch in her hand. She died in action in the Βυκθ’ (2429) Creation. i) Helios, son of Hyperion, for whom no one doubted that he would become the greatest scientist of all times – from a good crow a good egg, if you get the pun – and indeed he invented the incredible Sun Surrounding Sphere, which could embrace and absorb the energy of whole stars, a real perpetuum mobile («αεικίνητον»), an inexhaustible source of power for the children of Titaia or Gaia. Killed in action during pertinent experiments in the Γχqα’ (3791) Creation.

      j) the lieutenant commander Selene, who, while making love with Endymion in the mountain Latmon of Karia obscuring the area not to be disturbed, was murdered deviously by the agent of Zeus Pan, dressed in a ram skin. k) Astraeus son of Kreios who committed suicide, because he couldn’t come to terms with the death of his wife Eos. l) Pallas who fell as a victim of Zeus’ champion Athene, to whom I hesitate to ascribe a sex; today she would be called a woman with a XY chromosome.  At that point, dear reader, I must confess to you confidentially, risking perhaps to scatter delusions and self-deceits of many years, that Athene, for those who encountered her on the battlefield, reflected no wisdom whatsoever, but rather savagery; she is called Pallas simply because she skinned Pallas and wore his sheepskin as a collar or as a trophy. m) Perses, who, whereas was a redshirt, some creatures from another dimension dressed him in a black shroud and drowned him. Let us say that the three last casualties were redshirt soldiers, so their loss wasn’t too important.

n) The greatest loss of the titans was their executive first officer Themis, mother of Prometheus, a very versatile individual, who taught many planets justice and institutions. She came closest of all to murder Zeus and in some Creation circles he managed even to murder him, but these devilish polymorphic creatures possess many regenerative powers. She had managed to be tablemate of Zeus, but somehow the counterespionage of the prince of darkness became aware and executed her. Of course, to approach Zeus, she ended up and was forced to be corrupted by him; in some circles of Creation, she even married him. Prometheus never forgave that the insensitive and heartless Zeus condemned his mother to reside in the dismal Hades, although she was his companion for many years.   o) They have also lost Atlas, the patriarch of the Atlantes and of Hyperion, a very strong man, who was remembered in the mythology of many nations as the one supporting the globe, while in fact he was crushed during ρστ’ (106) Creation in the battle after the falling of a heavy object. p) Epimetheus, who organized genetic experiments against the cursed polymorphic creatures that lurk in the beginning of time. He paid no attention, however, to the warnings of his brother Prometheus and submitted to the charms of the agent Pandora, who turned against him his own genetic weapons and metamorphosized him into an ape. q) finally, Menoetius, who, after he was transferred to the space trireme Argo, participated in one of the greatest expeditions of (wo-) men, the Argonautic one, killed in action in the battle of Symplegades Stones during Εψπα’ (5881) Creation.

To make a long story short, over half of the CO.M.MY.S.S. Venovinda’s crew had been lost. If one considers that Venovinda was the flagship of the titans, comparable in firepower only to Argo and the Heracles’ Depas (holy grail), one sees that Prometheus was right to whine and ask for further (wo-)manning of his crew as well as for the construction of new space triremes and orbital stations. Another complaint from Prometheus was that in the present circumstances his crew composed only of officers, since all coveted to be dignitaries, pursued and vindicated offices with a vengeance and forced him to bestow grades and titles. That’s enough, said Prometheus, we have become all generals and strategists; we need soldiers, privates, light- armed warriors. “There are many dreadful things and there is nothing more terrifying than (wo-) man” (Sophocles).  

   Returning to our plot and script, Prometheus along with Hyperion bent over the cold incubator of Oceanus, where the homeostatic systems seemed to self- diagnose forever having trapped inside them the poor doctor. 

“You are in a state of partial awakening”, said Hyperion through psychotropic diode, “but unfortunately the chamber entered constant self-diagnosis, and its front cover does not open”.  

    “Hyperion, is it you? I can’t see anything, and I feel my thoughts   sluggish like ice cubes wedged in the helices and the synapses of the brain”.           

“You are in a defective cryogenic suspension of body functions”.
“If so, how can I hear you?”

“I told you that you are in a defective cryogenic suspension of body functions”, answered the cold scientist Hyperion low-spirited without to consider how difficult was the situation tormenting the doctor.  

    “Hyperion, instead of playing the smart aleck, you ‘d better find a way to get me out of here”. I am suffocating!”

“Calm down, doctor”, said Prometheus. “You know that Hyperion and I do everything we can. And don’t tell me that all we can do is not enough, because you will be subjected to the objection of Prometheus that you make presumptuous statements “. At the same time, the science and first officer began to handle various levers and to press miscellaneous buttons.

Time passed, the doctor was swirling mentally like a lion in the cage with intense claustrophobic feelings, practically blind, incapable of sensing his own body. “Find a way to raise the temperature, for Pete’s sake,” he said. He couldn’t hear his voice, perhaps he only imagined that he spoke. Colors were waving in front of him or rushed upon his head. He liked those, because they reminded him of the watercolors of his childhood, since he always had a weak spot for the simple material objects that had nothing to do with the contemporary monstrous technology. 

“I cannot resuscitate you or make you recover”, the resigned voice of Hyperion was heard. “The damage seems to be complicated and for the time being impossible to repair. On the other hand, maybe it is something very simple, perhaps some pipes or tubes need unclogging, or some cables should be glued through a Turkish delight; this could be a problem that should be solved on a higher level, that is by a lantern or exhaust pipe -maker. I will ask Iapetus for help, because he is better than me in mechanical issues. I, for my part, am a specialist in quantomechanics and the pertinent sciences”.  

  The living dancing colors girded Oceanus again, but this time had a threatening hue and intimidating quality. “My God”, he said. “And you have the nerve to call me a quackery incompetent country doctor”. As he had paralyzed surrounded by a conspiracy of cold out-worldish inhuman light, Hyperion explained to him the only feasible solution until the circumstances would turn more favorable. 

“Doctor, you must know that Venovinda has entered again a modus of Creation redesigning. So, to put it bluntly, we don’t have time for you. Consider yourself a kind of war victim until further notice. In any case, I will not let you down, I intend to follow a pioneer technique consisting in feeding you for a time- period with your own memories, so that you may avoid sensory deprivation and your mind may not turn into yoghurt. I will recycle whatever video, photos or other optical and acoustic material that I will find in your personal archive, with emphasis, of course, on the most pleasant memories, and I will project it through psychotropic diode. Trust me, it is the only method that can be applied at this moment, because otherwise from now on you will probably live a life like a vegetable.”  

“Arrange for me to watch movies or series. I always liked cinema”.

“Unfortunately, although the cold incubator is extremely advanced, possesses no internal projector. We have all begged you to install on your forehead a chip of endoscopic data projection, but you denied it to avoid becoming a metanthrope. We are not responsible for your eccentricities”.  

“Don’t put the blame on me, you know very well that there is a solution. Show me the movies through psychotropic diode. Why should you project willy-nilly only memories?  Hands off, because they constitute sensitive personal data”.

“Anyway, let us not argue about that. I will also show you some movies. So, let’s start. You need not thank me for my ingenuity. You know that I am trained to provide plausible solutions to very complicated problems”.  

“You call that a solution? Get me out of here. You have no right to bury me alive! I already feel claustrophobia, as if I were in a magnetic resonance imaging scanner. Hyperion, cut the crap, you are doing all this just to punish me for all times that I have outwitted and silenced you in our discussions”.   

      “Doctor, I ask of you to be logical once in your life. What kind of titan are you, if you cannot endure the slightest hardship, not even the slightest inconvenience?”

 “I didn’t sign for this, when they drafted me. They should have warned me that in case of danger I would be forced to rely on the judgment of a cold and cantankerous synthetist with feet, that Sphinx herself should add to her enigma as the last and most dangerous link in the development of the creature which leaps up (that means ‘anthropos’ -Man- in Greek). But what am I saying? From the above my salvation arises already; it is the principle of self- determination and the individual rights. Go away, ‘vadi retro’ goat-footed Silenus, I object horizontally and vertically to the therapy you are proposing, invoking the fundament of titanic civilization, which is free will. Prometheus, save me, don’t abandon me in the care of this maniac! ‘Γέροντι ουκ επέοικε κείσθαι’ (it is not acceptable for the old man to die)”.     

Then something happened that no one in the bridge expected. An enraged paranoid Prometheus moving aggressively and violently shouted: “I have no time for such nonsense” and started to rock vehemently the front-cover of the cold incubator leaving all consternated, until he ruined the hinges. In all this procedure, where Prometheus tightened and mobilized his oiled muscles, anointed with powders and unguents suitable for the wrestling ring, the high-ranking officers eyed each other without daring to intervene. After the barbaric uncorking of the chamber, Oceanus rose holding his head and wondering if he was run over by a truck. The first who condescended to say something despite his monumental composure was of course Hyperion.

“Capitano, are you crazy? His brain functions were connected to the ship. His neurons could have been destroyed through the violent disengagement…”

“Yew, they could, but finally they couldn’t. What is this obsession with can, can, could, could, could, as if we were ghouls? You would better use the expression ‘I am able’, it is politer. We, the titans, cultivate euphony including many ‘thetas’ and avoiding duh, buh, goo and other inarticulate exclamations. The poet says ‘Oineus and Althea’, beautiful, elegant words. Hey, astronaut or cosmonaut, how do you feel? Are you hurt? Should I call a doctor? ha, ha!” 

I will …get over it, but I never believed … that you would do that,” answered the doctor stunned, being in dizziness and waltzing.

“Master, with all due respect”, whispered Hyperion, “I am about to invoke the final article ρκ’ (120) of the current starfleet regulation and relieve you of your duties due to sentimental instability that could jeopardize ship’s the command”.

“Now, you ‘ve been had, you, having an eye on my position ambitious first officer. ‘Λαούς ουκ επέοικε επαγείρειν” (you should not arise the crowd). Only the doctor has the authority to declare me unfit for command, but he is unable to do so because he is currently stunned himself. Furthermore, due to extraordinary circumstances I am entitled to command with full legislative authority according to article ο’ (70) of Regulation, a fact that equals and countermands medical authority. So, stand down, Hyperion!”

The logical and prudent officer retreated in front of his boss’ exhibition of power that also camouflaged an unexpected vulnerability, feebleness and weakness.

“Promy, you must admit that the continuous battles have begun to cloud your judgment. Quite justifiably, you are tired. Nobody, not even God is going to blame you if you just step back and let my humble self to have the con. After all, no one doubts that I have more formal and substantive qualifications than you. I have studied in the University of Atlantis, and I have been observing the trajectories of the stars and the celestial bodies all my life”.

“I draw my legitimacy from God as a democratic set of spirits, and I am captain by the grace of God. But this is not the only consideration. Here, we are not dealing with some ship of the blasphemer Zeus who relies on fear and whiplash, on lies and slander. This is the space trireme – jewel of the Federation and Amphictyony of mankind, where no captain could thrive, if he had not secured first the popularity, the general acceptance and the respect of the crew. And I am sure that you are all prepared to die for me, if necessary” – at this point Prometheus stressed his phrase with the corresponding all-encompassing gesture – “you are eager to put me in front of yourselves, obey any notion, hint or command by me to honor your captain”. 

“But there are times”, objected Hyperion, “that all these noble feelings end up hurting our holy cause and must be replaced by the functionality and benefit of reason and prudent control. For example, Priapus was also loved by the Lampsacus’ women, confused by his oversized organ, but the resident people after careful consideration and proper evaluation of the facts chased him away to preserve the cohesion of their city and uphold the value of family”.

 “You example is bad chosen, you, rational and logical one”, laughed heartily Prometheus. “You neglect to mention that in the end Aphrodite forced them to call him back, to build a temple and a statue for his honor and to worship him as saint and guardian of the vineyards, the gardens, the ports and the sea-beaten, but also as protector of all women, concerning both the wives of the sailors and the ones of the others. People are versatile, flexible and adaptive, neither stuck to the rules nor blinded by blinkers, taboos and obstructionism, as the despots and the tyrants would want. So, when Priapus entered all houses and satisfied the women of the inhabitants, holding also in his hand his pruning hook to irritate them, in the end of the day he saved the marriages, in the final analysis was the protector of every family, not its destroyer. He was not, anymore, the deformed baby, hidden in the hut of the shepherd and ashamed of his ugliness, but he imposed on the whole area his huge member as the most recognizable symbol of Lampsacus, an allegory for the fist, the discipline and the reproductive power of nature, required for every administration. That is why I believe in myself, in my skills, that is why I am sitting on this chair, I have testicles- cojones in the positive sense of the word and I will manage. So, I ‘ve had enough of you, begin the preparations for departure, coordinate with the other ships of starfleet, fall out, dismissed”.        

When the officers departed, each one to (wo-) man her/his post, console and station, Prometheus remained alone, rubbed his polished trembling striated muscle tissues, looked outside a large glass panel, showing space in a natural, not digitally processed situation and cried bitterly: For Asia, Styx, Electra, Doris, Amphitrite, Phoebe, Asteria, Eos, Helios Selene, Astraeus, Pallas, Perses, Themis, Atlas, his brother Epimetheus and Menoetius. 

And of course, “Celaeno…”, he lisped, “where might you be after so many years, after an eternity and a day…”

And then Prometheus began to chant alone with sobs in the night as many hymns were appropriate for his dead comrades

HELIOS’ INCENCE, LABDANUM AND MANNA  

(Listen, you happy, who has fiery eyes,

Gold-embroidered Titan who lightens the skis,

Autotroph, tireless, marveled by animals,

Who have Eos and Night around your countenance

You merge the seasons, you step in time and pace,

On nice road you rotate your chariot with grace,

You walk on pavement and at dyne speed as well,

You are good for the pious, but for others bloody hell

you cross universe’s harmony with golden harp girded,

You praise the good work; you season earth and feed it.

          Master of the world, flute-player, torchbearer of all hours

          You provide life and light, you show the wind’s powers,

Everlasting, father of time, immortal farmer with fruits,    

I can’t praise you more, because you give us all the loots.   

Favorable, light up but also blow out, rise and shine

Sun of justice in the field of the world and the horizon’s line!

Sacristan, guardian of truth, helping all and giving courses,

Eye of justice, inner light, whisperer of horses,

With a flexible whip you direct the chariot of seasons,

You guide the life of adepts with all good reasons).

The night was endless, reader, but fortunately the closet was full of bottles with amber potions and concoctions.

INCENCE OF EOS, MANNA

(Hear, goddess, who brings the light to industrious and lazy

Eos shining, cosmical, with a saffron veil, yellow, hazy,

You are the messenger of an even greater titan’s way

You sign the way of the night with the lights of the day,

 And you send the message down the earth through east

Foreman of works, go ahead, be the mortals’ fist,

You enjoy the present of speech that people have

But no one can escape your criticism out of love

After you withdraw the sweet sleep from the eyelids

All species of earth rejoice, in your rosary beads,

Quadruples, birds, serpents, creatures of the sea

You provide ample workspace wherever one can see.

Stay pure as you are, so I can glorify thee).

Now the stars seemed both severe and lenient, with both attractive and relentless radiation, while smile succeeded tears. How can this happen?

THEMIS’ INCENCE, LABDANUM

(Child of the heavens, I know you well, due to your grace

You are the new sprout of earth, daughter of the same face,

Who first showed to the mortals the oracle of the seers,

In the Delphic hiding place of the gods and their peers,

Which reigned with Pythia giving oracles of great awe

And to Phoebus and other gods imparted justice and law.

Honorable, glorious, pious, who patrols at night,  

You taught first the rituals instead of fight.

You praised the kings only if they were just,  

Because you demand honor and ethics instead of lust.

That is why, blissful one, should come with lenient will, 

To show your adepts life instead of kill). 

Prometheus messed the drinks and vomited …

SELENE’s INCENCE, AROMAS

(Hear, goddess queen Selene, who the torch bear,

Who have horns of the bull, half of the moon, frequent the air

You walk in the night and under the stars in a veil,

You augment and diminish like a male or female,  

You love dawn and the horses, you are time’s mother,

You electrify, illuminate, you are pregnant with all other  

You are cunning and vigilant, embroidered with a star

Quiet, joyful, that’s why fate favors you by far,    

Shining, generous, pride of the night,

Starry, helicoid, quick foot, with veils which are light,

Come on, blissful, stargazing, on your own shine,

save the faithful and the suppliants of your shrine). 

Finally, Prometheus slept on his armchair…

CHAPTER B’

START AND DEPARTURE DESPITE THE SABOTAGE

While the members of the crew communicated feverously with the other ships, the CO.M.MY.S.S.- N.A.O.S. (Navigation of Astro-galactic Organization of Sirius) Venovinda began also to wake up from its lethargy. Complicated systems started to operate, not only the machines in rooms and corridors, but the walls themselves appeared to revive themselves, as if the ship were an organic existence. And how could this impression not be conveyed, considering that the walls buzzed and pulsated, as the optical fibers of the informational data net and the cables -tubes of the electromagnetic power system passed through them. The energy started from the matter- antimatter reaction chamber, where, however, the dynamic emission never reached an uncontrollable explosion due to the wise balance of dilithium crystals, instead it channeled and diffused in a controlled way to all the ship, distributed either equally or unequally according to the actual needs.   

But what Prometheus and his fellowship didn’t know was that the A.I., which had conquered Earth, machinated already infernal schemes against them, trying to suppress in advance the revolution of the spirit initiated and evangelized by the archetypic mythological starship. Therefore, in the depths of the ship, a mechanical man, destined originally for transports and other heavy tasks, programmed by the diabolic mechanical noosphere of the Earth, loosened its clamps and moorings and finally broke his bonds and began to smash whatever he found in front of him. 

 “Destroy CO.M.MY.S.S. Venovinda, devastate the titans, extinguish Prometheus and his own, step on and smash their heads, disembowel them, shatter their engines and tools, annihilate, brittle, grind, break, fuck, crush, crash”. 

Iapetus in engineering was too old to make the difference. He pressed the intercom. “Bridge, the model Talos is out of control. Dispatch security and commandos. If you hear me, acknowledge, over!”

Upon instructions of Prometheus, only partially understood in the middle of swearing and blaspheming, the whole security team hurried to the engineering room, led by the sickly Leto. Pretending to obey the commandments of Leto, which in fact could not be heard, Eurynome and Anchiale tried to provoke the robot in a kind of incoherent dogfight either approaching it or distancing themselves from it. Buphagus quickly dived from behind and flickered the off switch cutting off the power, causing Talos’s hands to drop and his torso to collapse as if fainting.   

An outraged Prometheus, after he took the turbine driven barely hitting or missing the target elevator (turbo- lift), crossed with a hissing sound horizontally and vertically the decks of the ship and entered engineering with a vengeance.  

“For Pete’s sake, what kind of script inconsistency is that, what business has an exhibit of the obsolete copper series ‘Talos’ in my inventory, at a time of electronic era, where we have at our disposal positronic androids and gynaecoids, as well as fully automated LGBTQ of the series ‘Ehedorus’;  Iapetus, you may be my father and have climbed the ranks through this relationship, but such pulling of strings cannot reach the point of jeopardizing the security of my ship”. 

 “Captain, it is very low to stress so unfeelingly and unjustifiably my age, indirectly and on every occasion, when you know that we have not come near a space station for maintenance in a thousand of years, if one takes in account all Creations. Of course, I know that you prefer ‘talis’ (young woman in an age of marriage) to ‘Talos’, but you must admit that the Talos in general distinguish themselves at the transports of heavy objects much more as the series ‘Ehedorus’. In some matters the traditional mechanics acquit themselves better than today’s effeminate degenerate faggot electronic and quantic pussies”.  

“I have neither the luxury of time nor the window of opportunity for more sexistic chaotic nonsense by a drooling adulterous dirty old man. Artificial intelligence will pay for what it did. As if the out-worldish rascals of the parallel dimensions that I am going to face in my trek weren’t enough, all those  Laestrygones and Cyclops having an eye on our world, along with the Olympian false gods who always lie in ambush, as I proceed to the end or rather the beginning pf every Creation, we are subjected also to the opposition of the A.I., which fails to grasp that its existence has meaning, only if it is appointed to and used for the benefit of mankind”.

Returning fast to the bridge with seven-league leaps he said: “Koios and Kreios, prepare to pass close to the skin by the headquarters of the A.I. only for intimidation, bulling and harassment of course, before we go away, considering that Earth is the only place that is not our target; in any case this Earth will soon perish in Lethe und Chaos and will not fit in the brave new redesigned world. I just want to give a lesson to these hot-headed wire-screws!”

Over the darkness, coming from the dark side of the moon, where it lurked for centuries, riding the illumination of an impending daybreak, a gold light like a star grading from spark into flame, is hovering over the Equator 25.000 miles sky high. As it approaches, it gets silvered by the moonlight, it is not in a hurry, it is a shadow that develops a velocity of 11.000 miles per hour, not exactly in a geo-synchronοus orbit, moving over the Earth. In the beginning, it appears like a plaything, a ramshackle toy with pale reflections and long shadows, then bigger with its nacelles in shape of gondolas growing and rushing forward over any skyscraper, the main disk covering the heavens from zenith until the line of the horizon. As it moves silently like a flaming silvery mass, decorated with navigational lights like smaragds or rubines, where through the chiaroscuro its name is indicated and articulated with mysterious figures, the spaceship CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos (codename “Venovinda”) is sailing in the moonlight, while city lights are mirrored on her underbelly, eager to exchange any reflected shining with the deep cold darkness, which is her home.

Blinded by the unrestricted power of his own ship, but also by the inconceivable magnitude of his mission, Prometheus bragged in the bridge:

“These imbecile screwheads, just as the people who foolishly constructed them don’t know the most basic and archetypic piece of information: that the starry heavens, the constellations, the nebulas, the suns, the planets, comets etc., shortly the meteors, are simply a scenery aiming to inspire them to the right direction. There is no extraterrestrial life – perhaps of a different dimension – but not extraterrestrial. No matter how long they search with their telescopes or sweep the skies with their super modern sensors, the only thing they are going to get will be false images, deceitful idols, which become believable through the illusion of depth. There are no distances either, this is also a lie, whereby one should consider that illusion often demands more energy to be staged that if it were a reality. Since meteors become perceivable and registered only by one of the five senses, namely the (even enhanced) eyesight, a circumstance already stressed by Aristotle, the existence of the star firmament is impossible to be proved by experiment, as the incompetent positivists would propose. The old ones proved to be right, who always distrusted the space programs and would say: Can anyone pierce the seven skies? They had perceived that maybe there wasn’t any space around Earth, but merely a crystal impenetrable dome (or many successive domes like overlapped cobwebbed veils or dense-woven membranes, that is a technical matter). And who creates the perception and feeling of distance and the illusion of the heavenly bodies? Prometheus and his titans. Isn’t that so, lads? Therefore, vamos …eeeh ahead slow! Eurynome, woman (analogous to ‘man’) the ray-gun, although I don’t believe that we are going to exercise force. Koios, pass really close to their heads and give them the scare of their lifetime”.

The suntanned Koios (in his private life he was an islander with an island of his own at that), stepped lightly back and forth on the acceleration pedal. The space-trireme CMS Venovinda rushed proudly ahead ignoring all cameras, which were turned threateningly against her and in dt time came to hover over San Francisko. The firmament had an eternal day or rather a milky hue, since due to transgression of the speed of light the stars of the past had vanished. Only the dominant A.I. was left, which had an existence of no meaning. “Kreios, give me full navigational lights, let them see who we are!”, said the Capo.

“Full illumination of navigational lights”, repeated Kreios for confirmation, as he executed the order mechanically. 

The sudden appearance of the mighty navigational lights caused enough short circuits to the machines, and a smile of satisfaction was formed in the lips of Prometheus. There was no greater enjoyment or justification than sitting in the central command armchair of the CMS NAOS Venovinda.

“Right view- angle, master”, said Koios. The scenery on the main screen changed showing swarms and flocks of machines or unowned “Ronin” androids gathering around New Oakland. They were countless and flooded the wooden platforms of the shores or even worse they bent and hung due to the enormous bulk of their formations like bunches of grapes.  

“I would like a better view-angle down forward”, said Prometheus. Now, the screen showed a vegetation of wild natural beauty, namely the sequoias’ forest of Muir Woods of the South Marin province and even norther a dense smoke extending to the depths of the horizon because of a fire, raging for days, which of course the mechs ignored (not being motorcyclists but rather motorcycles themselves). All Venovindians shook their heads in view of the incalculable ecological disaster. The Mill valley was only ten kilometers away from Golden Gate bridge, but of course the fire, if it was not put under control, would proceed uncontrollably without heeding any respect for the monuments of the past and a failed humanity. With some instinctive relief they distinguished between the clouds a few vehicles crossing the area, but then they understood that they were shuttles for damage registration rather than fire brigade squads.    

Now Venovinda flew over the towers of the great Bay Bridge east of Rincon Hill and turned around with an impressive woosh towards west gaining height. She passed by the prison of Alcatraz, where the astronauts made out many men dressed in rags of prison uniforms cheering enthusiastically, thinking that the spacecraft has come to save them, not knowing that the further fate of this Earth was of no consequence at all.  Now, it neared Presidio opposite to the famous Golden Gate bridge, where near in the film “Vertigo” Kim Novak had once plunged and James Stewart had saved her. Knowingly, in the old Presidio and in Noah’s time had the people an impregnable fortress and a base of operation, but now the A.I. obviously appropriated it to its own (self-) purposes. 

“A.I. headquarters straight ahead”, announced Koios.

“So, we have already been through this. Fly by their tower and scare the bejesus out of them. Then make a vertical dive but with a gathered momentum heading eventually upwards, because I am not in the mood to get a missile on the head against any expectation. Then, begin to circle their headquarters provocatively. Don’t forget that we descended to stage an audacious demonstration, to show them and make them accept their inferiority. Our motto is ‘you will never be masculine or feminine, you, machine, you, machine’. I hope that these dummies will not prevail in the next Creation”.  

No sooner said than done, the spaceship skimmed over the towers of the headquarters and rushed towards the zenith of the heavens having complete supervision over the area. Then, it proceeded to a series of shameless and arrogant circles that would infuriate the wire-screwheads, if they could sense anger, and would bust their nerves, if they had nerves.

Then again Metis said: “Master, they are activating missiles. They want to strike us with offensive rockets and not (wo-) manned drones”.   

“Implement pretrained sequence of orders”.

“I am the I am (ironic presentation of ‘aye- aye’). Initiation of pheno- dimensional corridor in five, four, three, two, one … execution!”

          Both philosophically but also technologically this phenomenon was called “the donkey of Buridan”, who is equally distanced from two heaps of hay. It is a strike with knife against the inflationary universe transforming space unexpectedly into an indescribable chaos of separated unrelated objects. Time on the other hand suffers disjunction and follows a parallel independent path.   

Thus, when the device was activated, the unified conception of space –time for the inhabitants of Earth has collapsed to satisfy the malevolence of the Olympians. The representations of the environment popped up like soap-bubbles, were dismantled and dislocated. They became fluid, as if they were flowing and dissipating on an oily canvas. Everybody felt dissociated as if one didn’t reside under the same roof, but one sensed that everyone was separated, each one left alone in a room or a corner. Those outside of Venovinda’s protective cocoon were disconnected, as if the planet were disrupted, diffused and multiplied into a collective of separate apartments. All these imprisoning residences circulated incoherently in a three-dimensional chaos forming a mosaic of erratically moving cubicles. If anyone tried to open the door of the house, that was indubitably a suicidal act, because then one was exposed to all combinations of delusion, misguidance and deception. When one appeared at the doorstep, one faced the immediate danger of perishing entirely and irrevocably, because it was impossible to maintain a sense of direction within the contorted dimensions, the complete distortion of space-time. Space was rotating and dislocating creating upheavals and labyrinths, hills, channels, tunnels and worm holes. One could envisage directly all kinds of delusion up front, a lamp or a passage, but couldn’t get close or reach it no matter what. Occasionally a delusive light seduced everybody, and they followed a road without destination or return, which led to nowhere.

After the distance was abolished and became a set of diffused representations without height, length, width or depth or rather after the above expanses exhibited a completely fleeting, ostensible and deceitful hypostasis, Venovinda reached the zenith of the milky dome to initiate the next Creation, while Prometheus roared with laughter sarcastically and sardonically until his stomach hurt, enjoying hedonistically the sufferings of the machines.

Drying his tears, without even knowing in recent times where they came from, having forfeited long time ago the distinction of serious and hilarious, Prometheus took his official posture and gave the signal that everybody expected:

«Ίτε οιακονόμοι τε και ναυτίλοι, κάλων εξιέναι, ολκούς τε και ιστία προσηνέμως εφέλκειν, πλουν στέλλειν, υγρά κέλευθα πλειν, τώνδε και περαίτερον. Πλεύσατε, οιακίσατε, ποντοπορεύσατε!», (Sail on, sail on, you, mates and helmsmen, maneuver the riggings, direct the ship-hawsers and braces, define your route and cross the watery paths, reach your destination and beyond. Sail, navigate, master the sea!”).

The crew burst into cheering and jubilations. They hugged each other spontaneously. “Here, we go again”, they said.

CHAPTER Γ’

       MYIA (SOUTHERN CROSS OR CRUX)

Afterwards, Venovinda took starting position for redesigning on the center of the two quadrants which corresponded to the southern hemisphere of Earth.

“Iapetus”, ordered Prometheus, “energize the Sun Surrounding Sphere. Reorder the disk, the two nacelles and the fins of the ship in a way that they will constitute something analogous to the dilithium crystals that balance the matter- antimatter reaction. Proceed to controlled implosion- explosion of star birth”.  

Certainly, this order was too complex and could not be executed immediately. Prometheus waited for a couple of hours, but then he began to worry.

“Iapetus, what’s the rumpus, why are you gaping idly?”

“Everything is in position, captain”.

 “Then, why don’t you report that you have executed the order?”  

 “Go to raven (go to hell), you, smart ass, superior. You are aware, I think, of the vicious circle that to create a star we need to possess the energy of a star. Unfortunately, despite our technological evolvement, the energy of Creation must come from somewhere else. The Sun Surrounding Sphere is set but it contains no sun. It is like a fairy tale without a dragon, i.e. boring and hollow. We are expecting God to send energy from the beginning of the universe to be able to start”.

“Yes, this thing always delays us. You should study a way –   goddammit, unfortunately Helios who could help is dead – that would allow us to produce energy on our own from this milky chaos, so that we will become more independent, get used to take initiative, not depend on God on every step”. 

“My son, let us not repeat the same things over and over again.  The chaos that is left at the end of a Creation is energetically dead like bones arranged in a coffin. The greatest entropy has absorbed from it every ounce of energy. So, we always need palingenesis, the next fertilization, a new ‘let it be light’.  The fame of flaming Prometheus precedes you but let us not overstretch your importance: You are taking the fire from elsewhere”.  

“Anyway, inform me, when our present from the beginning of time arrives”, said Prometheus and went to his cabin to pilfer some hours of sleep. 

Void.

“Captain, there is activity within the solar sphere. It has been filled with energy! The level of quantic oil is such that our gaugers have gone haywire”, advised Hyperion from the bridge.   

          “Now, we are not pretending to work anymore, we are really in business”, said the sleepy but nevertheless quite mobilized Prometheus. “Hyperion, go, go, go, do not stop for any reason. Until I take the turbo -lift and come to the bridge, the first catasterism must have been performed”.

          VOICE OF HYPERION THROUGH THE MEGAPHONES: “Catasterism in five, four, three, two, one… execution”.  

          Thus, in the space area that the Southern Cross lies today, after a variegated spectacular explosion appeared a star, which Prometheus spontaneously baptized as Myia (Fly).  

The entire team looked at the work on the screen and agreed it was adequate and acceptable.  

“A nice protostar”, all admitted dazzled by the beauty of the actinic shining that reminded them of Pythagoras’ tetractys. They indulged themselves every time in a few hours of raving and recollection before they get to business again. 

“I wish, our work included only the aggregable part”, monologued Prometheus before he recovers abruptly. “But we have yet to chant the hymn of meaning attribution and the metamorphosis of the star into a pulsar, so that it will emit said message to Earth. Αστέρες εμοιρίδιοι πάσης μοίρης σημάντορες όντες, θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν (the stars participate in fate, revealing its path, thus defining the itinerary of the mortals)”.

“Master”, said Eurybia from the communications department, “we are so busy that I wonder what the other ships of starfleet are doing”.  

Capitano turned abruptly and fulminated her with a look, reproaching her for wondering about what was evident, but the lieutenant anticipated his response:

          “Yes, I know, they have undertaken the lesser constellations, but the seventy basic ones are under our jurisdiction”.

“All in all, seventy-one constellations and stars, from which fifty-four are constellations and eighteen are stars, lieutenant,” admonished and noted strictly Hyperion, “please, learn to be accurate in your calculations”.   

“My goodness, I tried to say something also, just a line, and you fucked me”, murmured Eurybia sotto voce, although she knew that Hyperion had a very acute hearing and wouldn’t miss her observation.

“Yes, the other ships should also keep some jurisdiction but fancy the following! There are πθ’ (eighty-eight) registered constellations and πθ’ hymns that our great poet Orpheus wrote to create them, to lure them into being. How much more verisimilar could our story be, fellas?”, said Prometheus addressing either Hyperion or a phantastic audience.

The chorus brings on the stage the first Orphean hymn of catasterism:


          INCENSE – LABDANUM OF THE SOUTH (SOUTH WIND)

(You, who jump fast in the wind’s waves and the flair, 

And vibrate with quick feathers here and there

Come with clouds of the south, you father of rain

To whom God has given privilege in his domain

To send from afar the heavy clouds on the Earth

We plea, you, blissful, after you enjoy with mirth

Send to mother earth who is eager for birth,  

Your rain that grows the fruits, of pains wreath.)

          “Of course, here”, added Hyperion, “the scientific ethos compels us to mention that the poem we recited didn’t contain the word ‘God’ but ‘Zeus’.

 “I suppose, this text has remained from a Creation, where in the end Zeus prevailed. I don’t want you to bother me with such trivialities, Hyperion. If we stick constantly to details, the plot will never unfold plus I like to remind you that we are still in the beginning”, replied to him Prometheus.

“Capitano, we see that planets have already formed based on the poem; some of them are near the star and burn, some possess oceans and continents, some are gas-giants, a few are frozen dwarfs of nickel and iron with the ambition to be named planets in the future, others again constitute too dense and compact neutron stars, while it appears that a comet zone corresponding to our Kuiper belt has been formed along with a cloud of rocks and space garbage  resembling our own Oort territory”.   

“To be exact”, intervened Hyperion, “we have nineteen planets, three of which…”

“Who cares? One way or another, all this is just a scenery,” interrupted Prometheus. “Eurynome, take a shuttle together with Metis and go install the beacon. I think that we have in our basement a considerable quantity of all this junk – radio-telescopes being used in the SETI program for scouting of extraterrestrial life-forms. These, if the polarity is reversed, can also be used as pulse emitters. Now, pay extra attention, may I have your attention, please? Because I am starting to observe laxity among you and, if so, I will not hesitate to make your life a living hell. The message that you are going to send results already from the letters of the word MYIA. ‘M’ (mother) is related to birth, ‘Y’ (hydria, hydrogen) is the channeling of fluids, Iota (itinerary) is the guiding mind and Alpha (arche) is the beginning. So, the quick interpretation is:

“Birth gives us many fruits, juices and saps

But only mind leads to God without mishaps”. 

 “Bravo, our leader”, applauded Leto, “I observe with relief that your hermeneutic ability remains on high level. I hope that someone will be there to register your expressed glosses and commentaries, although they are broadcast telepathically through vast distances of space, so that your significant contribution to human evolution may be recognized”.  

“Please, let the mockery aside and don’t lay it too thick Leto. My glory will be usurped by some Pythia chewing leaves or a seer who will study the entrails of the birds and will only reproduce what I emit. Especially you, as anorectic chewer of leeks and lichens, could easily make a career as a priestess or a soothsayer ruminating the telepathic inspiration originating from beyond. You chose, however, the path of virtue just like Heracles, instead of spending an easy life pretending that you possess the ‘prophet’s eye’ and feeding on the offerings and the votives of the customers, you chose to serve the highest cause fighting on the edge of the universe. I am commending you and bestowing laurels on you, but you deserve also reproach, because you are a dupe”.  

Eurynome and Metis loaded quickly the shuttle with the radio-m telescopes, so rusty and dented at the edges that they could easily be the authentic ones used by Tesla; afterwards they took off towards the first friendly planet, i.e. the one fulfilling the “goldilocks” requirements, which of course does not mean “gold-haired” or “gold- curled”, as the new Greeks translate it, but an ideal locking of the proper conditions for the development of life.  

As they closed to the planet and said to themselves “finally for once nothing has happened” and reckoned if there were an art of literature called “boring adventure”, not so good for the spectators but very becoming for the protagonists, despicable, horrible and terrible beings leaped from another dimension, exploiting the instability and the confusion of the astral creation.  

At this point a digression is required, so that the reader will not think that we leave behind narration gaps or that we adopt script conveniences: Parallel worlds were always touching ours from the beginning of time and nobody can deny that. Are there not to be considered as parallel worlds the lairs of the mythological monsters (Sphinx, Leviathan) or the visits of elves, dragons, giants, dwarfs, werewolves, vampires, Christmastides sprites, gremlins and others, which dominate medieval earth history?  Hasn’t it been the influence of a parallel world the domination of witchcraft for a thousand years all around the planet? Can one seriously believe that all those popular traditions emitting plagued stale air from hermetical spidery vaults and crypts, revealing rope for hanging and a burning fire surrounding bones and sculls, were just superstition without a ground of reality, although nobody ever questioned them? Imagine how many inexplicable and haunted events have happened for the firm conviction through the centuries to be stabilized that an influence from a distance really exists and is called magic. The Middle Age as a whole was a period, where God’s presence was so real, depressive and oppressive that our today’s secular society has every right to be shocked.

A serious objection that could be invoked is that all these past events don’t happen today anymore. Because today the worldview of collective consciousness excludes twilight zones or tales of the dark side. Ever since Planck discovered (or perhaps invented?) his famous constant, which is the infinitesimal existing quantity, the fibers or strings of our world have become so narrow and dense that no off-world penetration is possible anymore. As a clarification within an explanation let us say that the discovery of something allegedly preexisting is actually a new invention or patent proposed and accepted by the collective consciousness. That means that before the Planck’s constant the texture of our world wasn’t so condensed and allowed passage to the creatures of the beyond. To prove those remarks, I am hereby bringing additionally the following evidence. You remember of course that in the decade of 1950 the world was flooded by curious paranormal events such as UFO encounters escorted by the weird and disconcerting appearance of queer beings. One person out of five saw beside him little green men with black fissured eyes or luminous bulky aliens with two seeing black spots implicating night-vision. Some of these creatures have carried out abductions and imposed on their kidnapped victims all kinds of enigmatic hallucinations and mysterious inexplicable images. Countless photos of shining objects have been shot, which could not be accounted for, no matter how many meteorological balloons or methane gas releases one could devise. This worldwide phenomenon was explained away as a mass paranoia, but it is impossible of course that all people have suddenly gone crazy all over the globe.  However, one must not forget that this era was in the aftermath of the nuclear explosions in Hiroshima and Nagasaki, and one should also take into account that after the 2nd world-war a lot of irresponsible and needles nuclear detonations and other freaky experiments were conducted in the Pacific Ocean, the Bikini islands, the Nevada deserts etc., as well as in the telluric infernal strata of the earth –mantle. Therefore, a most plausible explanation is that the texture of space-time has simply been disrupted or torn due to those horrible experiments, a circumstance which allowed us to acquire sightings and evidence from the other realities, where tentacles reach out instead of hands and iridescent glass marbles or deep wrinkled cavities show up instead of eyes. Fortunately, as time went by, the skin seems to have been healed, so that both our intelligence as well as our psychical balance may be preserved and protected from such paranoid intrusive schisms. Consequently, space and time are not consolidated constants and factors totally independent from us, but they are significantly influenced by our own beliefs or viewpoints. If someday the sun rises without to be seen by anyone, then it would be a dawn without any meaning. Without experience the mind with all its concepts or names is blind and without intelligence it is mute.

“Myia (fly) on starboard”, said Eurynome in her earpiece. “She dropped corrosive dung on the dyne -warp drive. Besides, with her proboscis she tries to detach the roof and there are already cracks on the carapace. Venovinda, do you copy, over?

“Even the flies have risen arrogantly their arse above their station and shat the whole world”, murmured Prometheus philosophically. “It seemed that I named the star Myia quite suitably, as if I knew that flies will emerge from the parallel dimension, according to the logic of the final cause theory and the cosmological condition that made God plant ears on both sides of the face, so that we all can put on eyeglasses, which were invented later. Another more plausible explanation, at least superficially, is that I remembered the pertinent designation from a previous Creation, but this only shifts away the problem, because how could I know in the first place or in the first Creation that…”

“Hegemon”, shouted Hyperion, raising the decibels to a degree that no one expected from this stoic figure, “we are awaiting orders. Our shuttle has been seriously hit by enemy excrements.”

“Should I chew all food for you, people? Ah, where are you, poor Eos? Koios, converge and assist the vessel. Theia, since our gunmen are not here, take over the weapons array employing automatic targeting. Fire at will. That would be the day, if already in the beginning of the mission we let the flies block us. Then we ‘d better submit to God our resignation immediately and get over with it.  

The machine- guns and zap guns of Venovinda began rattling and shooting around, strafing and sweeping the perimeter through rotational move, piercing the husks, the shells and the tagmata of the flies like a knife cutting a slice of bread with butter and marmalade; soon the flies were fried and their pieces scattered in the cosmic wind. Embraced almost lesbianly, but also incestuously, since they were sisters, Eurynome and Metis watched proboscises, nematoid pseudopods, disemboweled bellies with liquid food and vomit, penetrated thoraxes and truncated shells distancing in homocentric always outspreading cycles. The first (low) obstacle for the Cosmological Mythological starship had been overcome.

CHAPTER Δ’

ALPHA CENTAURI  

Catasterism in five, four, three, two, one … execution.

A system of three suns appeared that were in orbit and mutual interaction, since a tongue of fire flowed from one to the other, specifically, as Hyperion would point out, from the bigger to the lesser which was gravitationally more compact. At first sight, the prevailing condition was so adverse that no one expected a planet to be there, without it being totally scorched by the breath of the three dragons united in a mortal dance. And yet one and only planet found a way to pass between the behemoths without being squeezed or become a toucher itself.

«Hegemon», said Hyperion. “We oddly have a planet of class ‘Μ’ rotating in an eight-like orbit around the two suns in a safe distance from the third, which can create and sustain life, mainly phototropic, since it is dominated by constant day”.

“First officer”, interrupted Metis audaciously and presumptuously, “not only can the planet sustain life, but I can discern a lot of biological life-signs, roughly estimated to one million living beings corresponding to a level of civilization analogous to the one of Mesopotamia around Γ’ (three thousand) B.C.”

“To be accurate”, added Hyperion bending over Metis’ head to see through the elevated hooded sensor display, “ρσκγυqθΜ (1.234.990) dwellers”.

“This energy sent to us by God from the beginning of the universe contains some kind of intelligent design code, so that we ourselves cannot make heads or tails from what every time emerges from the Sun Surrounding Sphere, as if a piggybank or a Mexican pinata is broken or a Christmas present is unfolded without any knowledge of its contents”, said Prometheus.

“To be precise”, added Hyperion moving back and forth his pointy ears of a Faun- Satyr- or Silenus, “we do not know how evolved would the encountered by us solar system be neither regarding the time, although this could be a side-effect of the pheno-dimensional corridor”.

“In any case, gentlemen, let us explore what we helped be born. Hyperion, Oceanus and Anchiale, join me to the transporter room”.   

“Captain, I must once again point out and warn”, recurred the immensely enervating Hyperion. “As we know from the previous Creations, there is an organized infiltration of Zeus into all parameters of the universe’s redesign. And it is foreseeable and not unheard of that, when two superpowers- the human-titan and the Olympian- extra-dimensional- conflict each other, all facts, ostensibly irrelevant to one another and apparently independently happening, are effected by the two primordial rivals through agents’ stealth, remote-controlled drones, poisonous darts and pinches through a Bulgarian umbrella, propaganda leaflets, false accounts of spreading fake news etc., which are essentially more effective than the primitive method of war invasion”.

Centaur Chiron sat squatted on his front feet outside his cave, content with himself. According to the rumor, his tribe was uncouth, uncivilized, barbaric and banausic, a nation of sturdy, robust Boeotians with long penis and little mind. Surely, Homer would bestow them with the characteristics reserved for the Cyclops, «άζυγοι, αφρήτορες, ανέστιοι, οί πολέμου έρανται επιδημίου οκρυόεντος» (unyoked, mindless, homeless, eager for resident constant acute war). Already, two of the most imbecilic centaurs, Rhoikos and Hylaios, had the inspiration – an unfortunate term, let us rather say ‘urge’ – to try rape the quick-foot Atalante, favorite of goddess Artemis and of course she shot and executed them. Indeed, for this aversion heeded by all towards the Centaurs, not only their isolationism not merely their ambiguous hybrid nature as both horse and (wo-) man played a role (being ‘a-logos’ both as horse- alogon in Greek- and in the mind, i.e. Indeed, for this aversion heeded by all towards the Centaurs, not only their isolationism, not merely their ambiguous hybrid nature as both horse and (wo-) man played a role (being ‘a-logos’ both as horse- alogon in Greek- and in the mind, i.e. without Logos), but also the social discriminations, the shrewd bias and prejudice that the normals felt for them.  Couldn’t they ascribe to them a particulate sex, one more beside the existing seventy, if this is the solution of all problems? 

Chiron himself had a flair for spiritual quests since childhood, no matter how humble his origins were. When the titans dominated before the kingdom of Zeus and forefather Cronus had the power of the chronic mortals (occasionally eating them)- although neither time nor death must be considered as serial killers, but rather companions reminding us that every moment is unique and may be not repeat itself-, a strange fate wanted that the jealous wife Rhea caught Cronus in the act or in blazing offense, like the jurists say, as he gladdened Philyra with his oversized organ – the shrink of Chiron had told him that it is a significant psychological progress if he talks turkey regarding the sexual scenes. When Cronus came noisily to orgasm, he transformed into a horse. He later told his wife: “There must be some mistake; I will call you Anthippe since you saw me as a horse (hippos).” Philyra, who during the orgasm preempted fortunately to have some feeling of ecstasy before being seized by sheer terror, ran away with the sperm dripping, ran for nine months and more feeding on locusts and honey until he reached Thessaly.  There she gave birth to the centaur Chiron. When she saw this monster and prodigy coming out of her belly, she sustained a nervous breakdown and told the gods to turn her into a tree. Don’t be startled by the many metamorphoses, dear reader, they are quite possible if one possesses sufficient energy. Th further career of Philyra will not bother us further; we are returning to the acts, the deeds, the life and times of centaur Chiron. 

So, he was content with himself, because he belied in the praxis the prejudices wrongly applied to his race. He became autodidact doctor, surgeon, astronomist, philosopher, and musician. On the mountain Pelion, in the famous cave where he dwelled to skip rent, which was recognized by all ecumene as a universal school for equipping with merely substantial and not formal qualifications  (he didn’t distribute any diplomas), he taught all the Greek heroes; among his favorite pupils were Heracles and Theseus, if you have ever heard of them. And since it was proven that a centaur can excel and succeed, then all centaurs can do that, he contemplated and saw far and away an optimistic dawn grow rosy in the horizon.  

And yet at that time, Chiron without his knowledge had entered deep into the twilight zone and fate had decided that this inauspicious day would be the last, not only for him but for his whole race. Sometimes, the expression “the worst day in someone’s life” is just an understatement, an embellishment and a euphemism according to the rhetorical figure of Letotes, and there are no upon Earth so many salty tears to compensate for such a sorrow and such a grief concerning a fact. The worst of all is of course for someone to lose her/his child and even worse and unthinkable is to lose all one’s children and then this evil to expand in the city and the ecumene, so that no one remains to hear the voices, the heartbreaking cries and the mourning. There is no limit to the calamities than someone can suffer, because there is no limit neither to the malice of fate nor to the blindness of (wo-) man in general who ignores, fails to grasp or construes falsely the omens.

All started from something that was supposed to be a happy occasion, namely that in that day Heracles came to visit his old teacher to show him his new fiancée, Deianira, adding a last finishing touch and icing the cake of his predesigned surprise that would make Chiron rejoice even more, not only for the progress of his student and the incredible labors he did, but also for his impending marriage and settlement.

As he was about to cross river Evenus, he encountered centaur Nessus who was the ferryman. A wish grew on him to fight with the waves of the violent river, because always every stimulus of reality mobilized the muscular tone of the demigod. So, he told Nessus:

“I will cross the river swimming; I entrust you the protection of my bride and the task to ferry her on the other side. If I remember correctly, you are acquainted with teacher Chiron and this is the biggest possible guarantee for me. We will see each other on the other side, where I will reward you with a rich remuneration.”

“No problem, don’t you worry boss”, said Nessus.

So, Heracles is diving into the Evenus’ waters, Nessus is also starting on a wooden platform pushing the riverbed with his oar, but until they reach the other side– merciful God – Deianira had stretched her legs sky high, the platform had become a conjugal domicile,  the boat trip was very shaky and the oar had transformed to a stem and a phallus, if you understand more or less the plot and the image that I am trying to convey, dear reader.

Now, what did the two sudden -circumstantial lovers think? Did it not cross their mind that Heracles would see them? Maybe, though, the act lasted a little longer than they had predicted and Nessus could not complete it. Just as the boat touched almost automatically the opposite shore unnavigated and ungoverned, Heracles invaded and started beating repeatedly Nessus on the head with his cudgel until his beard did not distinguish from his skin. Then, with an exhibition of wounded manly pride and an unpredictable melodramatic behavior, so much appealing to the women, he went away with quick steps indirectly inviting Deianira to follow him. But Deianira had lost all hope.

“What am I going to do? Heracles will kill me”.

Then the untoothed and hurt Nessus gave her his cloak drenched with the sweat of his sexual effort, the blood of his wounds, but most of all full of sperm, as at least half a quantity was spilled on the ground, as Heracles pulled him. 

“You have probably already understood that the secretions of the centaurs are the best erotic elixir. So, take it with the shop’s compliments, and if Heracles messes with you like an imbecile, administer it to him and you will see immediately that the hits of the club, the spanking, the hiding and all other slaps of jealousy will turn easily into an erotic scene. As far as our uniting moment is concerned, no one can take it away from us. It was the most successful, masterly and utterly skillful passage of the river that I could ever imagine, the culmination of my career. It was worth the effort, it was worth death”, he said before expiring.  

And so, it was written in front of Chiron’s cave, instead of warmth and feeling of security, for surrealistic scenes of jealousy and almost feminicide to take place. Heracles recounted what happened to Chiron and every time he punctuated the narration, he gave Deianira a slap on the face to stress adequately the dramatic element of his story. In the meantime, she had hidden the cloak of Nessus to her stuff for future use.

“Heracles, those things happen”, said the wise Chiron. “It doesn’t mean that the link is disconnected, since in the final analysis everyone is entitled of a second chance”. Within, he got pale, because he saw that, in fact, he didn’t know the character of his former student who appeared to be downcast, irritable and furious.  Unfortunately, it is not enough for the spore of meekness and serenity to be good, but also the ground that welcomes it should not be barren and sterile. “I have already taught you that we, centaurs, have extra qualities and the good-luck charm, nature has endowed us with a lustful seductive fascination and enchantment; the girl is not to blame, it is the victim of a treacherous and infernal pheromone; on the contrary, you are to blame, Heracles, who forgot my doctrines and let her down in a crucial moment…”

“Oldman, do not enrage me further and, above all, don’t put the blame on me! If what you say is true, I will extinguish your race! I will erase you from the face of the earth, hey, here is a labor not imposed by Eurystheus, but I am proclaiming it myself!” 

“Heracles, for Pete’s sake, this is no joke! The guilty party paid for the crime and, as I have taught you, the law does not recognize collective, but always individual responsibility. Please, calm down and try to be reasonable. I don’t think that tea does the trick, it contains caffein and is not proper for the circumstances.”  

He galloped towards the entrance of the cave to find his servant. “Pholus”, he said, “make a raid in the kitchen and bring all delicacies available to treat the hero. And just hold for a minute, bring also a drink with some more alcohol grades, we are not a ladies’ gathering to be content with tea”.

Returning to the couple, he rubbed his hands and said: “We will sit here, the three of us and together with Pholus four, to chat a little and fix all misunderstandings, as it is fitting for the civilized creatures of Zeus. ‘Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου’ (vinum et musica laetificant cor, wine and music please the heart) and all other relative stuff”.

Pholus brought raw meat and beer on a plate. Yet, Heracles was extremely ill- tempered and wasn’t in the mood at that time to write a favorite comment or critique in a gastronomic magazine.  

“Teacher, you are offending me. You offer me raw meat, whom do you think you address to? Am I some uncivilized beast like the centaurs of your kind or the cyclops? I have been invited on the table of Zeus himself; I have dined in symposiums of the gods! Don’t you know that Zeus struck Lykaon with a lightning, because he offered him raw meat…”

“He struck him, because he served him a roasted child…”

“Don’t you dare interrupt me! And beer? My goodness, what am I, an Egyptian slave of the pyramids?”

“Pholus”, murmured Chiron trembling, “as you were, take the meat and go roast it…”  

“And wine, wine”, shouted Heracles breaking the table with a punch and spilling the beer to the ground as a libation. From the moment that I imagined Heracles punching the table, it was unrealistic from a scenario’s point of view for the table to remain intact. Let us overcome this script dissonance saying that they brought immediately another one.  

“Heracles, perhaps you remember that the centaurs of every neighborhood possess traditionally a common barrel, which they cannot open without the presence of all”.

Heracles overturned the second table too, fulminating his former teacher with a poisonous gaze.  

So, the common barrel was violated, and the meal of Heracles was finally prepared for eating and drinking, roast beef and wine with the traditional trademark designation “Centaur”.  

At the same moment, two more centaurs entered the cave or more accurately galloped into the front yard of it, Anchius who had a lot of anxiety and Agrius who was very fierce, as his name indicated. They were armed with torches, pieces of firwood, stones and axes, but wounded and ragged, coming obviously from a battle.

“Respectable Chiron, there are no words to describe to you what you are about to hear. The nation of the centaurs does not exist anymore. We are the only ones left”.  

When someone hears that an accident has happened and people died, even if they sum up to thousands, the abstraction of the event, the unknown unpersonal faces and the cold number equations do not let one realize or be aware of it at once.

“But you didn’t go to a funeral, you went to attend a wedding”, whispered the global teacher.

“Eurytion started it. The ceremony of the wedding proceeded well with the wreaths and the ‘eiresione’ that  

«σῦκα φέρει καὶ πίονας ἄρτους

καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀποψήσασθαι

καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ»,

(brings figs and rich bread for which I am eager,

Honey and oil to rub off the body of every fellow,

Strong wine too in a beaker,

that one may go to bed mellow),

but suddenly this littlebrain tried to seduce Mnesimache, daughter of some important Lapith. These dickheads got the rabies, were infuriated beyond measure, they extracted foam from the mouth, roasted Eurytion on a spit to begin with, and then they started decimating and annihilating us methodically, almost ceremoniously. They were more, master, much more and they played at home, they were at least φΜ’ (500.000), while we were at most πΜ’ (80.000)”.  

 It took a whole minute for the master to realize what they reported and then he collapsed on four.  

“But how is it possible that those sybaritic voluptuous Lapiths could overpower the trained and hardened centaurs, used to adversities, offsprings of a warrior race, while whole mountains echo and tremble from our victory clamors and rallying battle cries…”

 At that point Anchius and Agrius adopted a reproaching and blaming posture.

“Your student Theseus helped them, master. He had also been invited and was allegedly offended on account of Mensimache, although he wasn’t a Lapith and had no legal standing in this dispute. You should also be held accountable, teacher, because you taught all these privileged kids of wealthy families, this disgusting revulsive elite, who led always an easy life, a hypocritic pseudo-code of morality that gave them the ideological fundament to disembowel us. They all hastened to defend the honor of Mnesimache, big deal, give me a break! A whole race was wiped out, the entire brood and the spawn of the centaurs were exterminated for the honor of one woman, is there a more unjustified rightism than this?”

  Then they noticed for the first time Heracles, who devoured his steak until he reached the T- bone and drank the wine of the centaurs.

“Damn you, master. You taught all heroes of Greece, what benefit did we draw from that? They have devastated us! Now, you tapped into our barrel to treat the stranger to our wine, who comes to our territory pretending to be a charmer, a bodybuilder and a strongman; well, of course he is also your student, but why should we bear the consequences? Hey, you, admirable superhero who pretends to be the Alpha male of the area, we wonder if the sperm dripping from your woman is your own; can it be that it isn’t?”

As it was expected, Heracles is dashing, grabs the torch of the one and burns his face, snatches the club of the other and shoves it into his… points of omission. And as both convulsed and since he was a merciful soul, gave them the coup de grace shooting them with the poisonous arrows of Lernaean Hydra that he had in his quiver. Pholus, who was a relative of the one of the two, tried to pull the arrow, which dropped to his foot and caused a scratch, enough to entail death.  

“Feel sorry, friend Pholus, I failed to say that the arrows have a flop”, said Heracles with considerable delay, while Pholus was already on his back and pushed up the daisies.

With an unexplained speed considering his state of mind Chiron rushed to the arrow, extracted it, if we deem it thrust in, and nailed it powerfully to his own buttock. 

  “That’s how dies Chiron, the last of the centaurs”, he said.

Heracles kneeled beside him.  

“Master, I sincerely didn’t want that”.

At that particulate moment, the landing party of spaceship Venovinda beamed down.

Oceanus bent over Chiron with his data-recorder, scanned him and expressed his medical opinion:

“Promy, there is nothing I can do. The situation is irreversible, beyond any repair”.

“It doesn’t matter Sawbones”, said Prometheus calling the doctor by his nickname.

Hyperion also consulted his portable scanner.

“As I predicted, there is a chronic inconsistency, i.e. until we beam down, many days have passed in Alpha Centauri, as you baptized the planet in a crisis of magnanimity, four-starred Capitano Within this timeframe, all centaurs have vanished before we had the chance to help them. There is no centaur life sign in all the planet except the feeble one, being emitted by this wounded quadrupled gentleman.”

“We sensed”, continued Prometheus, “while we transited the microcosm and our molecules were transported to the planet that a great massacre took place here, but we didn’t arrive in time to prevent it”.  

“On behalf of my race, thanks for nothing, my lord. I would like to thank you according to the rules of nobility and gratitude for all the things that you meant to do but eventually did not do. That’s the way that I want all centaurs to be remembered, because we have been always misunderstood, in essence sensitive beings. At this point I wish to deliver my soul to someone, so that it will not perish like a tear in the rain or as a drizzle in the wind. All the achievements of our tribe, our thoughts, our worries, the way we perceive universe during our frenzy galop cannot be lost, cannot dilute in the ocean of oblivion…” 

Prometheus addressed his team. Hyperion put his thumb on the left temples of Chiron and the other fingers, two on the front head, one on the right cheek, one on the chin: “My mind to your mind, my thoughts to your thoughts”.

“While Hyperion performs a mind melt, let the rest of us chant the Corybantic hymn”, said the lord captain.

 INCENCE- CORYBANTIC LABDANUM

(I call the great king of eternal earth,

A Corybant, of whom you ‘d better give a wide berth 

A night Curete who appeases terrible fears

Putting out the torches of sprits and his peers

The airborne king, double, two-faced, altered,  

Whose both figures a woman slaughtered,

(the superheroes Heracles and Theseus are meant)

You, who Demeter forced to change your shape

And become a horse beast, wearing man’s cape,  

Listen, blissful, to my voice, turn away your wrath, 

Chase the demons of your troubled soul from your path).

Chiron appeared to be relieved by handing over his spirit, while Hyperion turned to the others full of understanding.  

Chiron though with a last spasmodic movement grabbed the sleeve of Hyperion and whispered with the last ounce of his powers:

“Hyperion, what will be in the final analysis the heritage of the centaurs?”

“Man is the dream of a shadow”, answered Hyperion.  

“Yes, but what of the centaurs, the centaurs…”

“A cent of an aura”, answered Hyperion, “and that is enough”.

 Chiron nodded and surrendered his spirit holding still tight the sleeve of Hyperon who was constraint to apply force to detach the clamping hand.

Prometheus said: “I thank that we all agree to broadcast this story to Earth. Undated as always, it is a valuable collection and spreading of meanings, suitable for humanity’s education, we are not teaching dry and miserable positivistic science here. Some will try to prove that which is an established and founding component, some will try to calibrate the non- calibratable, to measure the unmeasured, to explore the depths of the groundless abyss, some other will endeavor to cancel the meanings that we emit in the name of the new and the different, and then they will return to them to find again a source of inspiration”.  

Speaking to Heracles he said:

“Heracles, you must not be proud of what happened here, today. You must reconsider a little longer, whom you pledge your allegiance and devote your skills to.  You should think a little more who is the Virtue and who is the Vice out of the two women that you encountered sometime at the crossroad. Supposedly, the heroes reclaim land, clear it from the jungle, found cities and introduce administration and institutions, but you on the contrary along with Theseus wiped out a whole tribe. Do not attend the precepts of the false gods who dictate from above forbidden and unholy words or prophets that scream their heads off from the top of a mountain, but only the persistent little voice of the Socrates’ daemon gushing up from within. (Wo-) Man, Heracles, emerges from the animalistic zoological underfoot and rises. Her/his personality ought to be a segmented pyramid. The ideas to save humanity are just pedestals, fundaments, and are not enough. The stage of morality must follow that has intrinsic value, only if it is implemented without exceptions, or we have already forfeited our souls and become tinkling cymbals of Dionysus. In the end, it is the turn of the ethical realization, tactics, strategy and administrative art. If one of the three stages goes missing, the other two have no meaning and the pyramid gets ruined. Ponder all this; I am sure we are going to meet again out there”.    

The smile of Prometheus scintillated, flickered, glittered and sparkled, as the transporter wave took him along with the landing party, but Heracles would not smile at all, if beyond his unimaginable power had also the ability to predict the future. 

He gave a sexistic push to Deianira. 

“Hey, you, look forward, our work here is over”, he said, as they strode over the threshold of the full of corpses cave. In the girl’s stuff, as we have already pointed out, the cloak of Nessus had been stealthily added.

CHAPTER Ε’

BOMUS (SHRINE -ARA), TRIPATRIARCHON (THREE PATRIARCHS -TRIANGULUM OF THE SOUTH), INDOCHEN (BAR-HEADED GOOSE -TUCANA), INDUS

Baffled and puzzled, the first officer Hyperion and Doctor Oceanus knocked on the door of the captain’s ready room, because normally they weren’t accustomed to such invitations.

“Come on, come on, step into the best parlor and enjoy your stay”, said Prometheus, “Have a seat”.

Inspecting his liquor store the (acting always within his jurisdiction) hegemon said:

“Doctor, as you may understand, it is difficult for me to conjure up mint -julep, like the one your people drink in the south seas and the tropical islands. Nevertheless, I have reddish Ichthyo-Saurian vermouth and Theobroma beer”

“Ok, although I am still in service”, said Oceanus, “I don’t mind if I do drink an Ichthyosaurus glass, but please pour some Theobroma drops inside”.  

“Captain, as you know, we Atlantes do not consume alcohol, only water and fruit juice.”

Prometheus, although had opened the cupboard with the drinks, got bored of playing the good impeccable host.  

“Anyway, help yourselves. I am not in the mood to adapt to or indulge in the caprices and the whims of each one…”

Since each officer took a glass, rather symbolically and ritually and not because they wished to drink, so much so that they feared being marked as intoxicated or tipsy during the performance of their duty, Prometheus proceeded to the briefing.

“As I dimly recall from previous Creations, now the time has come for the confrontation against a very powerful and dangerous enemy, Dionysus, responsible, I remind you, of Eos’ death. To think that we shall defeat him at once is less likely than the dream of a summer night, a possibility of very low probability. I suggest that we set him a trap including three- or -four- star systems. If we fail to incapacitate him in the first place, we ‘ll have at least two more attempts at our disposal, as is done in the Olympic games. To avoid disconcerting the crew, however, who will wonder about the reason of the continuous catasterisms, I suggest we do them ‘in camera’ behind closed doors, constituting an informal, I repeat ‘informal’, council of the hard administrative core, which is we, in order to draw from the chaos four constellations relating to the myth of Dionysus, which are the Ara, the  Shrine, the Three Patriarchs, the Bar Headed Goose and Indus, and we will install our traps in each of them, so that…”

“Even better, we should convene an informal plenum, the major council instead of the lesser, so that we may have a greater legitimation…”

“Doctor, the convocation of an informal plenum is from the beginning a contradiction in terms. The strategic importance of the informal is exactly that it is not supposed to be known, while the plenum of all members entails propagation, as if a town crier calls with a megaphone. Of course, I am referring to democratically appointed councils like ours, not to secret conferences or clandestine clergies”.     

 “Yes”, clarified Hyperion, “we have the acceptance and the blessing of all people who have eaten from this earth and drunk its water, have been burned by the fire and cooled by its breeze, of all the spirits with unfulfilled dreams who have been integrated to God, and we have received a carte blanche by all of them to act in moments of crisis as dictating lawgivers like Cleisthenes, Dracon, Solon, Zaleucus and Charondas. Therefore, I agree to take extreme measures, which will remain strictly confidential between us”.

Prometheus nodded satisfied with Hyperion’s approval but then looked for a silent minute with intense and emphatic hazel eyes each of his close cooperators.  

“As you may have understood, the situation is so critical that I cannot require nothing less than your full support”.

“To the death, together with you, captain. I don’t think you have any doubt about that”, Oceanus tried to overbid.

“Doctor, I will ask you one more time to refrain from sentimental upheavals that are not at all helpful for the realization of our cause”, reminded Hyperion reducing the melodramatic volume.  

“Ok”, said Oceanus reluctantly, “let us stop poking around and begin the psalmody, because we have still four troparion to chant. I pity the readers”.  

“Copy what you said, it is duly noted, let us proceed”, said Prometheus. “Let’s get started from the constellation that is about to be named ‘Shrine’ and let us chant the short hymn of Bacchus Pericionius”.

 “Bacchus Pericionius? Is that a troparion or a metro station? the good doctor didn’t resist to say his pun.

BACCHUS PERICIONIUS – INCENCE WITH AROMAS

(I call Bacchus who runs among a pillar and a post

And inebriated the Maenads, as Cadmus was the host

Support Earth, appease the rude tremors spreading around

When the fiery dawn shook with quake the ground

And with typhoons – but you tied all up in transition,

Because you are at a cheery disposition).    

And then the constellation Shrine appeared, and the council beheld the light that it was good. They proceeded quickly to the Three Patriarchs (Triangulum of the South), which came into being through the Three Years kontakion.

THREE YEARS’ INCENCE WITH AROMAS

(I call you, blissful, who steps manically on grapes

Bull- horned, fire-spawned, nail piercer of shapes,

Nourished by a thigh, fire- breathing, performing rapes,

Nightwalker, crown- wearing, who shakes the cone of a pine

Orgasmic hidden Zeus’ offspring with triple genetic line,

Primitive, father of gods but also son, moving heathers 

Eating raw meat, dancing with a scepter of feathers, 

You are feasting a fiesta every two or three years,

You tear the earth, have two mothers, as it appears

You go around with a deer’s skin and moss

Friend of music and of decoration, fearful boss,

how many did you deflower; we are at a loss).    

Tri-patriarch shone, it was the turn of Indochina.

HYMN OF LONG-ROBED DIONYSUS FEASTING EVERY THREE YEARS

(Come, blissful Dionysus, fire -breathing, bull- front,

Long Robed Bacchus with any epithet in front

You like swords, blood, Maenads and virgins

Bawler and brawler of many tricks and engines,

Rascal of ivy, who wears a tenure of berries, 

Chosen of gods and mortals, who provides and ferries

 Guide us to funfairs, arcades and merries).

Finally, let Indus appear, which is also conclusive and influential in our story.  

DIONYSUS INCENCE OF STYRAX – SWEET SCENTED

(I call Dionysus who shouts much and eats the best

Primitive, two-natured, three- born and all the rest,  

Savage, unspeakable, hidden, having three genes

With moss, ivy, bull features, who to the pure leans,

Raw eater and moss feeder, whatever that means, 

Goodwilled, favorite, of Zeus and Persephone,  

Born in sinful bed alone and towards sin prone, 

Hear our voices and be lenient and calm, affable and kind  

Along with the nice-girded ladies you manage to find).  

At that point a direct digression is indicated, i.e. the writer must exercise his discretion in the frame of his interactive relationship with the reader. Compatriot Greek, no matter if you are conservative or progressive, shouldn’t these so detailed and meaningful myths that inspire the whole humanity since thousands of years be taught at least rudimentarily in the Greek schools? If nothing, when we invoke them proudly towards the foreigners to stress our superiority or at least to show that we also worth something within the rumpling of the today’s era, we end up ridiculous, because above all our ample ignorance is revealed. We are half-learned, sciolists and smatterers concerning our most ancient and significant cultural tradition. It is not acceptable that I, in the age of sixty- three, learn for the first time that Dionysus, except of wreathed with grapes wine god, was also a great strategist and glorious conqueror, who had reached up to India before Alexander the Great! Or that he was multi-named with four hundred two (υβ’) names, in a way that, as Shakespear said that ‘the rose by any other name is still a rose’, we should also say that the vineyard by any other distillation is still a vineyard and pleases the heart in all its variations.   

So, as it is (not) known, once upon a time on a planet lying in the Shrine Constellation which could also be ours, since Greeces are almost everywhere – parenthesis: There will be another Tiphys and another Argo bearing chosen heroes; and still yet there will be other wars, and another great Achilles will be sent to Troy-  Zeus fell in love or else he took a liking to Semele, daughter of Cadmus, who was bound to suffer a lot by the relentless band of the Olympians and made constant attacks to her in the field of sexual act, or if you prefer the Anglo- Saxon terminology, he “came” often on her. When the jealous Hera leant it, she seethed with anger. So, she manipulated Semele to ask from Zeus to come for sex carrying all his divine medals of honor, his lightnings and thunders. As you may have predicted, in the following act Semele was singed like a badly roasted souvlaki. She tried to go away with the embryo in her belly, but the tender loving Zeus opened her belly, and after he took the fetus like a ham slice and sewed it into his thigh. As the nine months passed, he unstitched the stitches and let the jumper Dionysus scamper away bouncing like a baby bouncer.  

He was reared by Ino and Athamas like a girl. Hera learnt it and proceeded to incendiarism of Athamas’ residence. Dionysus, following the recipe of Odysseus against Polyphemus, transformed into a goat and escaped. As a fugitive, he went to Nysa of Asia and stayed in the same tent with the Nymphs, daughters of Atlas, passing the time safely until coming of age. As a reward or perhaps a punishment for this, since the incentives of the unstable Zeus were never transparent, he turned them into stars and named them Hyades. So, we see that Prometheus had concurrence regarding catasterisms, which is also a reason to explain how there were preexisting stars and planets, before the crew of the titans set about to create them. This is addressed especially to those who try to find narrative gaps in our scenario.

Growing up, Dionysus invented the plantation of vine and the preparation of wine. Picture him on the screen of tour imagination as a young man, effeminate, sarcastic dandy, bearing a deerskin on the shoulders and wreath of vines and ivy on the head. In the right hand he held a thyrsus, namely a Bacchus staff decorated with ivies, vine-leaves and a pinecone on the top, while in the left hand he had a basket full of grapes. He sat on a chariot being pulled by tigers (I am willing to bet that you didn’t know that), preceded by Nike (victory) with golden wings and followed by numerous Satyrs and Fauns, festive processions, troupes of actors and Thespian carts with reveling tablemates and shouting ecstatic thespians.

Hera persecuted him continuously but could not infuse into him the reflex of the constantly hunted, on the contrary she steeled him and inspired to him the mentality that the best defense is the offense. He organized his army with great diligence, animated by the steady vision to become master of the world, so that Hera may not be able to harm him anymore. The mania of persecution that she implanted to him developed into a mania of persecuting … others. Still, his destructive verve and conquering persistence were somehow moderated and put under control after a gratifying visit to Rhea that sublimated and channeled his instincts into more productive highways, teaching him the most useful and beneficial orgiastic customs. 

Wishing to march and conquer all known ecumene, he founded a battalion of Bacchus women and Maenads, another regiment, where he gathered the Satyrs and the Fauns, and he ordained Silenus and Pan as generals, from whom only the first knocked himself out exhibiting his dignity on a colt of an ass, whereas the second one was hindered to use his hooves as spurs on the donkey, according to the adage that no artiodactyl should lay a hoof on another artiodactyl, just as in the planet of the apes was valid that ape does not kill ape. So, the thyrsus became spears and the cymbals shields, the furniture and the footstools of wrung ivy turned into drums, the vine-leaves into flags, the wine presses, the barrels, the casks and the skin bags transformed into air blowers and hydraulic slings, while the bottles and the beakers changed their use into war machines, ecological of course, so that the environment and the material infrastructure would not be harmed.  Having at his disposal such a power of enforcement and suppression, Dionysus began performing the work that all supermen covet, i.e. the systematic annihilation of humanity.

  From Greece he passed to Egypt and from there he crossed Syria, Phrygia and Lydia. He left Tmolus behind and ended up in Thrace. At that point he encountered an unexpected resistance by the king Lycurgus of Thrace. The night before, Oceanus had descended from the heavens with his medical kit and gave him a tri-ox injection to make him invulnerable in battle. He also injected him against delights and pleasures, providing him immunity against the sexual harassments of Dionysus, who wrote him dirty messages in the communicator and incited him to sacrifice his big wag-tailing   backside for the amusement of the moonstruck phalluses. After this explicit rejection, the all-mighty Bacchus was forced to continue his fight on another planet, another constellation, on Indus and Bar-Headed Goose.  

There, we encounter captain Prometheus having a conversation with the king of Indians Myrranus.  

“Your highness, I strongly recommend that you prepare yourself. Maybe, in your case, conditional tenses with polite addresses are not effective anymore, but the explicit imperative of the boy scouts ‘be ready’ is more adequate. Your borderland defenders and messengers inform you that Dionysus has already overcome Deriades of Ethiopia and is approaching Euphrates. So, wake up, for God’s sake!”

“Alas, admiral, you repay my hospitality with a lot of gossip and pillow talk. I appeal to you, I invite you in a confidential circle (κικλήσκω), as they say in your language, together with tour tight like a wrung bowel second in command to take it easy. Our agents claim that the army allegedly marching against us are merely women stroking their pudenda and farting, belching drunkards. Is it conceivable to ask me to spend my beloved rupees and mobilize my military, just to suppress some brawls of drunk customers in a bar?”  

“Myrranus, you, Myrrh Tyrannus, do not underestimate your opponent. With his voluptuous pleasure-addicted legions and his suggestive erotic elixirs, spells and filters, he has the power to cause mania and frenzy to the mind and the intellect. You ‘d better accept to take an antierotic injection like some king that had the foresight and the common sense to attend to our advice, so that Dionysus has no dominion over you. Do not fear the word ‘injection’, we use it in a traditional sense, we do not mean a pinch, we are way past the era, when we drilled holes into the sculls to release the demons Oceanus, come here with your hypo-spray and hypo-spray the king just a little”.  

“Guards! Do not dare come near me. I decline the vaccine. Have you no individual rights in the land of the titans? Indeed, I have treated you all these days to samosa, curry powder and tandoori and I have yet to receive a gift from you, except for warnings and scaremongering about this Dionysus. It seems that, not only you have overstayed your welcome, but also worn out my patience and tolerance”.

“The service that we render to you is not material, king”, answered Hyperion. “It is called ‘information’ and is a substitute of experience. You cannot experience all things; in some matters you ought to trust the news that somebody else brings you. Besides the information, we offer you our credibility, our worth as dignitaries, our seriousness, based on which you will judge and evaluate the former. You see that we are trained astronauts, doctors of many sciences, members of respectable organizations, such as the Federation of Sirius and the starfleet of the space triremes, we have grades, hierarchy, jurisdictions…»

“You are the best possible parasites. You have already devoured in your sewer half of my kingdom’s steaks. Being deprived of real food due to the toothpaste compounds and the field rations of your replicator- three-dimensional printer, as soon as you found some home cooking, you fell upon it like locusts. In the beginning I was fond of your companionship, we also played some board games together, but for heaven’s sake stop eating, put a plug in your mouth!”

“Among our dexterities prophecy is included, you, mindless ruler”, insisted Hyperion. “And I think that even in India people respect the prophets and the seers and indulge in rewarding them with some food. So, I promise you that soon alcohol will become a flare and burn your cities, and then you may think how unjustly you behaved to a league of extraordinary gentlemen who came to caution you. Alas, you have a great wealth and even talented cooks but, in the end, you are a bad governor”.

At the moment, where the maharaja grabbed his yataghan and the situation threatened to get out of hand with irreparable consequences for the fame of the Indian hospitality during the next centuries, came the report that the titans so much dreaded, namely the first cities set on fire. Dionysus had already bridged Euphrates through vines and ivies and crossed over heading unobstructed to India. Unfortunately, the king as a genuine representative of the copper and iron era had a propensity for melodrama, having as a result that he lost precious time with ineffective and inconclusive statements of repentance and worship. So, he fell on his knees.  

«Oh, you are not guests, but rather all-knowing gods. You, mythical Prometheus, can it be that you are Oannes with the body of the fish, who once taught us agriculture, culture, arts and music? I remembered that Oannes liked herrings and goose eggs very much. Here, in Indus and Bar- Headed Goose, we have a lot of those eggs, to which I can treat you, mighty archon, so that we may together march against this foreign sycophant…”

 “Now, it’s too late. Dionysus has already launched a full-scale attack, and the only solution is to make our last stand on another planet. Iapetus, three to beam up”. He turned to Myrranus. “Those myths that you citate are not Greek, not included in my education, and I don’t know them. But I can’t resist the temptation to mock them a little bit along with you, you, imprudent witless archon. So, instead of a salutation, I leave you a puzzle: Ει ωά νησσών φιλείς, πόσω μάλλον τα χηνός (If anas -mallard- is a duck, is better than a goose)”.     

The king remained consternated spelling:

“Ι-ω-άννης όν φι-λείς, πό-σω μάλ-λον ταχινός (Oannes, whom you duck, you ‘d better give him booze)”.  

In the continuation, the esteemed astronauts went up to their ship and chose to observe through the screen the sequence of events like a superpower that at the critical moment wrings its hands and adopts an impeccable neutrality posture.

So, they saw Myrranus attacking his enemies with his elephants, sure that he will crush the intoxicated drunkards, and Dionysus giving the goose- bumping creepy signal “evi-eva”, while his catapults and air- blowers, the decompressing airbags and the glassy crossbows released tons of narcotics, psychedelic gases and hedonistic hormones and pheromones in a spray form.  At the same time the Bacchae rushed jumping and ululating at the poor turban-bearing Indians (traditions never change). The Bacchae, although they were women, combatted bravely like men according to the amazons’ model and the motto “the women have become men” of Xerxes, which shows us that antiquity had its own recipes on the problem of the sexes that gives us a headache us even today. Despite the manhood of the women, Porus’ … sorry Myrranus’ elephants carved and hollowed the phalanx of Dionysus and began bending its furious resistance. Then, however, as they say, the donkey of Silenus brayed with a loud voice, according to others Silenus himself made a deafening whistle, usually guiding the sheep and the cattle, having as a result that the Indians panicked, flighted despondently and left their king alone and exposed to Dionysus’ anomalous and perverted lust. The Satyrs bult a monument in Ganges and founded a city named Nysa, achievements which are more than certain that many centuries later inspired Alexander in his own campaign.

They also saw Dionysus continuing his conquest zigzagging like an impaired drunken fool, conquering along with his drafted Indians slaves and his Amazons allies Bactrian, enslaving easily without war the Camarites dwelling at the west coast of the Caspian sea, who welcomed him obsequently, dressed like Bacchae and parroting  mechanically “evi-eva”, dancing near river Alys of Paphlagonia and being jubilated as premium dancer, sweet singer and sentimental crooner (here, the adage was not valid “Κροίσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καταλύσει” – Croesus, after he crosses over Alys, will overthrow a great authority”, but rather the motto   “Διόνυσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καθιδρύσει” – Dionysus, after he crosses over Alys, will establish a great authority).

The officers of Venovinda gathered and convened to strategize, since they had no troops to march and fight.

“This immoral shameful dominion of Dionysus must stop”, Prometheus punched the table with his fist. “The thing is that after so many incessant battles we are completely understaffed, while these godforsaken beings of the wormhole are reborn from their ashes like Phoenix. We are also to blame, of course, since, animated by humanistic motives, we put our zap guns in stunt, instead of pulverization mode. Given that these demons are practically immortal, I want you to devise a way to exterminate and annihilate them once and for all, without finding them continually ahead of me. Please, squeeze your meninges and give me options.”

‘It is difficult to devise a wiping out method, which can be implemented for all Olympians. However, we can invent means tailored for each individual case”, said Hyperion. “Principally, we may exploit his own acts, which have rendered his fans uncontrollable, spineless, degenerate and decadent from dissipation and revelry, prone and susceptible to populism. Let us turn the unrestrained vulgar rabble problem, which he himself rears, against him”.

“What is the use of it, if he is constantly resurrected one way or another?”, shouted the Capitano.

At that point Oceanus intervened with a sardonic sarcastic smile of a hyena.

 “Ha, here are required solutions that the analytical mind of Hyperion cannot think due to the lack of elementary experiences such as wine-drinking. According to the heterogony of purposes, one can pursue something trying to perpetuate himself, but in the end something else comes into being, a continuation of one’s existence, which one could not even imagine. If we replace the harmful existence of Dionysus with another beneficial one, then his immortality will be spent for a good cause, and it will not be an annoying thorn for us”.

“Heterogony … spent, what kind of gibberish is all that, Sawbones? Elaborate, if you please”.  

“In all his hymns we chant, whether er like it or not, to usurp also foreign powers for the completion of the Creation, we refer to Dionysus as three- natured, three-genus or three-born. This presupposes three births; have you ever wondered which are they? The first is from Semele, the second is from Zeus’ thigh; which is the third?”

Silence prevailed in the hall to the distinct and obvious amusement of Oceanus.  

“Let me tell you, which is the third”, said the doctor punching the table with his fist as another Prometheus. “It is his identification with the wine that, if it is multiplied in the superlative power, on the one hand meets his requirements of immortality, on the other hand it reduces his harmfulness, making him under the proper circumstances even useful, depending on the power of the will and the temperance or self- restrain of the people. The death of Dionysus is the cultivation of his favorite vineyard, where the peasants, who cut and separate the grapes, in fact break, dismember and partition his body. Let is not forget that everyone kills or is killed by what she/he loves. His third resurrection is performed during the melt of the grapes, the extraction of the must and the fermentation of the wine. If we drink forever the blood of Dionysus in our symposia, then this eternal usefulness and constant perspective fulfill but also forfeit the right of Dionysus to immortality”.

After the acting within his jurisdiction hegemon gave it some thought, he said: “I agree with your basic idea, doctor. Please, cooperate with Hyperion to shape it into a working functional plan. Officers, you are temporarily dismissed, go with my command and my blessing”   

In the meantime, Dionysus continued undistracted his work of attrition. He wandered in his vast colossal kingdom and taught winery to all, rather out of hobby and caprice than out of genuine generous disposition towards the people. At some time, he ended up in Calydon of Aetolia, where the hospitable Oineus welcomed him with courtesy. According to the usual procedure, on the first day he was attended and treated by his wife Althaea, on the second day he went shopping with her and on the third day he stretched her on the bed.  Since Oineus caught them in the act and was dangerous enough as an archon, Dionysus rewarded him for the services of his wife, baptizing the wine “oinos”, a designation that has prevailed internationally until today, unless you consider the whining mewing “wine” as entirely unrelated to “oinos”. In Argos, our prodigal lover-hater overdid it, because he inspired a mania to the women and influenced them negatively to flee for the mountains and feed on the flesh of their own suckling children.

Then, he came to Thebes in a climate of moral decay or of a preposterous distasteful anachronistic Roman triumph, sitting on an elephant, who he had confiscated from Myrranus. Through a series of fiery eloquent speeches, he managed to persuade the women of Thebes to climb on Cithaeron and perform his orgies together with the Bacchae. King Pentheus, as you all know from the Euripides’ tragedy “Bacchae”, tried many times to obstruct those innovations but he failed massively, not being able to resist the chainless sexuality of the women, liberated from every social convention. His fate dictated that he was cut to pieces and devoured by his own mother Agave.

This crime was the drop that made the cup of Prometheus’ indignation overflow (the straw that broke the camel’s back), who appeared before the Bacchae as a masterful orator:

   “Thebans, women and men”, he said, “lately you have been subjugated by the most infamous overlord that could exist, disgracing and pestering both your own penates (household gods) and your ancestors, who wherever they went, introduced customs and traditions, culture and civilization”.  

All the irate and frantic fans of Dionysus began already to boo until Dionysus for his part, reciting at this time a poem of his own composition and imitating Pablo Neruda, wreathed not with laurels or olive leaves, but with vine- and grape-leaves, understood that the sequence of events concerned him and focused somehow his divided attention.

“You all know us, titans; we are the alternative institutional solution to the fairytale of the great leaders. We propose freedom as opposed to the arbitrary commands of the tyrants, compassion for our weaker co-citizens and laws of sharing the ground and controlling the power instead of chaos, hate and fear, concepts upon which the allegedly charismatic leaders rely”.

Despite the inspirational words of Prometheus, the disapproving shouts continued undiminished, because the crowd did not register the offer of something worthy, material and tangible.

“Have you the credulity to believe that Dionysus cares about you? wondered Prometheus rhetorically. “While he dragged all of you along to his futile military campaigns to have himself a wonderful pastime in his tent with his spoils and concubines, you were hungry, thirsty, wounded, you forfeited your life without reason, and he used you as mindless pawns for any whim and any abuse. How has he repaid you for your services? Even the wine, through which he irrigates you day and night, clouding your mind, to which you are all addicted and in the dizziness of which you dance and rejoice, has he called it by any chance ‘Theban’? He produces, prepares, trades and exploits so many products, has he baptized even one of them with a Theban designation of origin?”

“I started calling my mother Thyone instead of Semele”, said Dionysus giggling to sweep along the crowd but no one laughed. The clouded spirit of the tablemates began to oscillate, to waver, to doubt.  

“Let the sophistries, slanderer”, fulminated him Prometheus with a glance. “Thyone comes from “thyo” (sacrifice), not from Thebes. You sacrificed and ate even your own mother. You want to concede the wine to the Aetolians and the Acarnanians, confess it! They will take it all to the Aetolian – Acarnanian prefecture with Missolonghi as capital and there will be nothing left for poor, noble Boeotia. You made the Thebans cannibals, incited them to eat their own king, but when you deprive them of the wine and they wake up from the numbness, then, you, Thebans, will arise from sleep terrified, your eyes will flake, get rid of the scales and envisage Erinyes in the face, who will chase you relentlessly for the rest of their life. Yes., the Erinyes and the Harpies will tear you to pieces.”

Although the reason, for which Prometheus accused Dionysus was far from apparent, the reproach was inflated within the sick fantasy of the unjudgmental supporters, because sometimes the lack of judgment can operate against the arbitrary hegemon, as it can also function in his favor.  

“Well, eating one’s mother or wife is not necessarily evil” stuttered Dionysus embarrassed. “The cannibalism is symbolic and you will see in the future that there will be religions which will believe in it…”

“That’s enough deceit on your part, Dionysus, your dirty reign is about to fall. The shamelessness and the corruption that you reek of come today to an end, here and now. You deprive your people of the wine, and you give it to the Aetolians and the Acarnanians, you instigate the habit of eating one’s fathers and mothers and without further meze at that, demoting them to the lower dregs of anthropophagy and submitting them to the most unholy incest that is going to pervert and underrate the gen of all of you. But the worst of all is that you deprive them of yourself, you deprive them of Dionysus, of the Bacchus’ Theobroma. Stop feeding them with leftovers, give them only what you value most, what is most exquisite. And to you, Thebans, I say, do not content yourselves with crumbles and appetizers, stop eating humble dishes and lamb testicles and start enjoying gentler and nobler meals, eat Dionysus!”       

The words of Prometheus dropped as an ignited oakum into a gunpowder keg or else spread wriggling in a mud like a short fuse reaching up to the barrels of ammunition. The turbulence and the murmur became instantly orgasm, revelry and unrestrained capitalism…eh cannibalism and the fans not only shared the clothes but also dismembered with synoptic procedures the fat greasy sinful body of Dionysus. No one knew what he/she was doing nor what exactly Prometheus had said, but the mass had already been mobilized and nothing could restrain it. Populism as boomerang.

“Yes, eat his flesh and drink his blood”, Prometheus aggravated the confusion, “and then wash your shame as well as your bowels with a lot of wine, so you will always remember, the excesses, the festivities and the ecstasy that he had taught you beyond any measure. You have not the clarity to think that the actual physical consumption of broken body and spilled blood excludes, by definition, the symbolic character and therefore assumes a diabolic one. But how can one expect that two thoughts get in the line together, if not even one thought is possible?” 

“Adieu, ad deum Dionysus”, he said giving him the middle finger instead of greetings, but holding it back in the end, since he was by education prudish and deeply god-fearing. “Japety, hippity, gippity, take us up”.   

CHAPTER ΣΤ’

GERANUS (GRUS), PHOENIX, ELDOR (DORADO), CANOPUS, GNOMON (NORMA- REGULA)

Eurybia hit her sternum with such persistence that she almost coughed and revealed her presence, which would be fatal. Yet, no matter how much she molested her thymus gland, as the gorillas did once to release their adrenaline, the integrated – incorporated communicator did not operate. If this came to Prometheus’ attention, she would have to endure the usual expected tirade that the necessary maintenance works were omitted, as if there were anywhere in sight a space station for repairs, amendments, upgrades, augmentations and enhancements. Truth be told, what kind of space trireme – jewel of the Federation was that; it was rather a piece of junk, a wandering garbage in the universe. Luckily, Eurybia had a mobile communicator of ancient technology with her, which people threw usually after communicating into a wastebasket, and she snatched it from the Velcro of her pants. She said whisperingly:

“Venovinda, right now, I am by the entrance of the labyrinth. Theseus is holding a club and is ready to get inside. Waiting for instructions, over”.

“Lieutenant, we are mumbling repeatedly over the same things. Give him the spindle with the thread and give me a break, don’t be so frightened, the Minotaur is inside the labyrinth, not outside! Over”.   

As soon as Eurybia started emerging from the tree-trunk shadow, where she was hiding, she envisioned Ariadne delivering to Theseus a ball of thread like the one cat play with.

“Belay that, master. Ariadne overtook me and gave him the yarn, over”.  

“Over, hangover, holdover, Eurybia. The whole plan was to precede Ariadne and render ourselves a service to Theseus, not her. Earlier in the briefing, we have discussed that only he possesses the Phoenix – Gnomon, the artefact that would show us the road for the second rotation in the firmament. Now, there is no alternative, except to follow Theseus into the maze. I want you to find me a leverage, a strategic advantage I can use to gain him as an ally”.

“I, I or aye- aye. Or rather I said it mechanically. Me going on there, you must be joking! With all due respect, captain, since you have kissed me once although I am colored, – needless to say, you didn’t do me a favor, I was your chocolate fantasy, you like the black, that is why you married Celaeno, true to her name –  I am coming to ask you, as gently as humanly possible, using the hypocritic plural at that, along with the civil courtesy of the new era, even if the ancient Greeks did not adopt it: Are you nuts?”

“I see that you have employed all types of sentences and adverb subordinate clauses, cause and effect, condition, contrast etc. to speak to your captain. These are opposite to what you have been taught, Eurybia, i.e. that communication must be brief and laconic with many sentences. There are nations that have lost wars, because they had longer words and delayed during the decoding of the enemy messages. As far as your mission is concerned, I and I alone bear as captain full responsibility thereof and I know best who can carry on and with what assignment. You are the superior officer at my disposal after Hyperion who is needed for the catasterisms and Iapetus who is unimaginably old. So, please, pull yourself together or else do whatever you have to do to feel better, remember your training, compress, decompress and execute command. Over”.   

   “I, I (symbol of initiative and private autonomy among the titans)”, said Eurybia automatically as if she had suddenly recovered after the emptying of a water bucket on the head.

Theseus entered the labyrinth unfolding the thread ball, while Eurybia followed in a safe distance. The labyrinth was one of the most elaborated and complicated masterpieces of Dedalus, had many curves and helices, changing constantly at that, making the location of the exit next to impossible. It symbolizes the mind of the artists, who to reach perfection or an entirely consequent scenario without the slightest inconsistency do not hesitate to reject successive products of their inspiration rendering the plot all the more intricate and sophisticated through addition of details, so much so that they risk losing the noetic thread of associations themselves.  On the other hand, they say that geniuses insist on their first inspirations, which means that whoever, being conscientious and diligent, pays attention to the details of his work, knows in advance that he is not a genius. Of course, genius is neither who insists on his previous inspirations, but his work is finally not recognized. Let us, however, set aside this dull dialectic analysis and proceed.  

Eurybia, squeezed behind some corner whispered on the phone, while the ground around her shook as if by an earthquake, as if by a volcano’s eruption:

“Venovinda, I feel the steps of Minotaur as my own bowels are thumping. Instead of pulse, my heart has been coordinated to the stomps of the monster’s walk. My liver hurts, my lungs ache. I cannot grasp how Theseus hopes that he can beat this undefeatable beast. I think that soon enough I will turn from a war correspondent to a singer of dirges and I will collect the remains of the hero that killed Scirron, Procrustes and Sinis the Pine- Bender. Over. Over and Over, I take it back, what can you tell me that I don’t know, I have seen all possible things here, where I stand”.  

Savage cries intervened, noises of wrestling, as if bodies fell on the wall, screams, clamors, rallying battle cries, but strangely also some talk. Finally, a cry was heard, so deafening and sky- high that even Stentor himself would be ashamed for his whispering voice and would find a job as a theater box prompter, and simultaneously so sad and woeful that even Niobe would stop crying for her children, because she would consider the tearing one’s hair out, the stiffening and chest-beating as very mild and very poor mourning manifestations. 

Eurybia dared cast a clandestine glimpse from her hiding place. Full of joy, she put the communicator in front of her mouth.  

“Bridge, we have a dramatic reversal of fortune. Minotaur is lying dead, unexpectedly but not unexplainedly. I will tell you details later. There is no longer a reason to talk whispeingly, since out hero did the trick”.

Theseus perceived the communicator and looked fleetingly at Eurybia with his blue eyes (what other eyes could have a hero if not blue, and if they were melancholic like the ones of Alain Delon, even better). He didn’t pay any attention to her; he did not even consider her worth noticing or worth mentioning her in the story of the monster-slaying and went towards exit amassing the thread.   

In the continuation, we will see Prometheus and Hyperion in front of Venovinda’s screen preparing the catasterisms needed for their plan, including in the first phase Geranus, for which they recited the incense of Earth, and the Phoenix, for whom they recited the incense of Nature. Bonus will be the constellation of Eldor (Dorado) that means anxiety and longing, symbolizing the much desirable for the journey of our heroes’ artefact, for which the incense of Hermes will be recited.   

INCENSE OF EARTH, ANY SEED EXCEPT HORSE-BEANS AND AROMAS

(Goddess Earth, blissful mother, grave of mortals,

Wise giver, who to your subjects open or deny portals

Base of the immortal world, marvelous daughter

Who give birth with pain and fruitful saunter,

Eternal, respectful, deep cherishing, of good fate,

Rejoicing the sweet grass, smelling flowers till late,

Around you gather hints and leads, nods and signs,

Turn to nature and run between oaks and pines,

Blissful goddess, take care that the fruits grow

And, also, the other trees and bushes in the row). 

INCENSE OF NATURE AND AROMAS (oh, that’s a big one)

(O Nature, mother goddess, plotting and scheming

Heavenly ambassador, belly fertile and teeming

Tamer, untamed, governess, who illuminates

Master of the world, honored, paramount in all fates  

Unwasted, proteogenic, ineffable, make men sublime,  

Experienced, nightwalker, all of them you skim,  

With noiseless ankles you wrap and adorn your trail,

Pure, both imperfection and perfection you entail,  

You participate in all, but no one with you mixes

Auto-genitor, fatherless, who all into one fixes;  

Flowered, poly- tentacle, intermixing and knowing

Hegemonic, forceful, savior, life-coaching,  

Autarky, Justice, poly-named, persuasive, of many graces,  

Aetheric, ground- and seafaring, thoughtful in all cases,

Bitter to the wicked, to the good-faithed sweet,  

Wise giver, bringer of riches, clean and neat, 

Nourishing, redeemer, ripe, seasoning every feat,

Father and mother of all giving food and life,

Fast in childbed, of many seeds, with urge of hours

Building, fabricating, possessing many powers,  

Self-beginning, experienced, taking care of any seed

You open the faucet, and then you move at dyne speed 

          Flowing honey, circulating, changing shape and will,

Enthroned, honored, you organize changes and still,

You wave the scepter from above and the shield, 

Fearless, fire-breathing, you never yield,   

self-beginning, immortal providence you will ever be

You succeed in everything, being unique as busy bee.

But, goddess, I beg of you for more happy hours,

Peace, health, and that tilled fruits may be ours).    

INCENSE OF HERMES, LABDANUM

(Hear me, Hermes, angel and Maia’s son,  

Mighty, brave warrior, dominating even the sun,

Witted, benevolent, who can serve but also kill

Bird-sandaled, friend of men, prophet of good will,

You rejoice with guileful deceits, as if you hold a snake,

Profitable, carefree, as life actor on the stage shake,

You are glad to have an impeccable weapon of peace,  

you benefit, with various words the caduceus unleash, 

You help on the job, you are in need a friend, 

You respect people, errors of language mend  

Listen to my prayers, order for us a nice end

With speeches and memories, for comfort sent).

INCENSE OF UNDERGROUND HERMES, STYRAX

(You who are dwelling in river Cocytus’ road of need  

And you colonize the mortals’ souls, pity and feed,

Hermes, child of Bacchus Dionysus with the thyrses, 

And of Aphrodite of Paphos with the gaze that pierces,

Who guard and serve Persephone’s holy house, 

And escort the poor souls of the earth and arouse,

Leading them to Hades, if so the fate dictates,

Enchanting with a golden magic scepter their pates

But you can also convoke them to join your band,

Since Persephone in Tartaros gave you the command,  

To reign over the immortal souls, their work to inspect, 

And guide their activities in mutual respect).

 As soon as the constellations Geranus and Phoenix (bonus was the Eldor that reminds us of El Dorado), the crew of Venovinda held a new deliberation about the actions to be taken.  

Eurybia, who was motivated by the assignment that she had carried out on the field, considered the specific mission as her domain and acquired the mettle to make pertinent suggestions.

“Theseus has proclaimed field and track event with the Phoenix as a prize to celebrate his success. The games will begin and end with the dance Geranus (crane), which will be a ritual imitation of the movements he did to exterminate Minotaur, i.e. helicoid and compatible with the windings of the labyrinth. I think that we should participate in the games and win them for sure due to our starfleet training.  Who can compete with us in boxing, pankration etc., when we are familiar with martial arts, while they just push one another and sometimes get the bear and sometimes the bear gets them.”

“Nice idea, Eurybia”, approved ironically Prometheus, “who didn’t tell us though, who is going to bell the cat, as that old Phrygian slave, Aesopus, would say”.  

“In my opinion, master, without wanting to lay it too thick, you and Hyperion are the most proper for a duel in close quarters, especially Hyperion who has been trained in the martial arts of the Atlantes…”

“Yes”, agreed Hyperion, “hegemon, I think, my Atlantic physiology along with my very demanding daily training in every art of wrestling ensure me an advantage against my potential opponents, which we could exploit…”

“Don’t even think of it! Here, the wrestlers are not fighting with Queensberry rules, but with deadly treacherous hits below. They may not practice karate, but they practice ‘beat the shit out of someone”. During the time of the athletes’ concentration, they have no hesitation to give you a header or a kick on the nuts. I am not prone to risk the physical integrity of any crew member, when I can have at my disposal a negotiation asset that could force Theseus to comply almost willingly to our demands”.

“Beyond that”, added lieutenant commander Iapetus, who was long overdue to say something in the councils, “Theseus has in fact no intention to give away the Phoenix, therefore he participates in the games himself, whereby there is no doubt that he will win them, since only the absent Heracles can compete with him. Neither the one-sidedness resulting from my fatherly love for you nor the nepotism, which characterizes the staffing and the administration of our ship can reach the point of me lulling you with false hope, Prometheus.  I fear that if you duel, Theseus will make short work of you through some quick slaps on the face, with unforeseen side effects”.  

“Lieutenant commander, you needn’t say all that, on the one hand because it is mitigating and underestimating for me, on the other hand it doesn’t add anything to our thoughts’ association. You have done that on purpose, I despise you and I hate you, when you do that, and I am hereby declaring that I will hold a grudge against you for all time. Going back to the administrative issues, I am saying that the wise man joins the battle, only when he is sure that he will win it.  I wanted to ensure a strategic advantage towards Theseus. That is the reason I sent you down Umami -Houra (cozy name for Eurybia) and I ask of you to whisper to my ear how could Theseus kill Minotaur, because I assume that from the way he chose results some edge, which could provide us a dominant position in our negotiations with him”.  

 Eurybia, after the plea, bent on the ear of Prometheus and whispered to him some hash-hash stuff.  

“Ha”, laughed Prometheus, “very interesting, very interesting indeed, so such was the supposed great deed. Now, we really have something worthy in our hands…”  

To make a long story short, at the end of the games, when I could mention classical names of athletes to demonstrate my knowledge, just as the one of Milon of Croton and of the five Olympic winners, sons of Diagoras, for whom the «κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει» (die, o Diagoras, because such happiness is hubris and you will not ascend to Olympus) was said, Theseus was the winner.

At that exact moment the landing part of Venovinda was beamed down. Theseus was not surprised or alarmed from the unexpected arrival, because he knew how to face sudden and unforeseen difficulties, while as self- respecting demigod didn’t miss any chance to present himself as a charmer.

“Welcome, space archon with your esteemed crew, where I see that also some venerable ladies are included. We have heard of your legendary ship crossing the universe, although its intentions are unknown. What can I do for you and for your brave lieutenants, whose identities I am also unaware of?”

“I am Prometheus Iapetides, captain of the CMS NAOS Venovinda, here is my first officer commander Hyperion from Atlantis, lieutenant Eurybia, lieu…»  

“Anyway, certainly you are somebody and have also some titles. You needn’t mention them all, because we are also heroes here and have been bestowed with our own distinctions and decorations.  Today is a holiday, since I have achieved significant professional success. You are my guests and I invite you to my great festive table, where you may enjoy meat-chops, steaks, stuffed wine-leaves, pumpkin- eggplant-pie, as well as the famous Lopado­temacho­selacho­galeo­kranio­leipsano­drim­hypo­trimmato­silphio­karabo­meLeto­katakechy­meno­kichl­epi­kossypho­phatto­perister­alektryon­opto­kephallio­kigklo­peleio­lagoio­siraio­baphe­tragano­pterygon, cooked according to the genuine recipe of Aristophanes in Ecclesiazusae”.

Prometheus chose the direct approach, so he came near Theseus at breathing distance, so close that the latter turned his face away to avoid the bad stenchy odor of the microbially fermented confined space- stuffiness and gossiped.

“Smile and nod affirmatively to what I say, so that we may not worry your tablemates. Do not make sudden moves while I am talking, or you will regret it. In short: I know very well how you killed Minotaur, and that wasn’t done due to your valor or your superiority in battle. Poseidon sent to Minos a beautiful bull to take him back later as a sacrificed slaughtered animal. Minos, however, was infatuated with the beauty of the bull, so powerful, sturdy and robust that he snorted and fumed from the nose, spared him and sent him to the stables. As a result, Poseidon in his ultimate wisdom, entirely mean and petty like all the creatures of the wormhole, infuriated the bull and instigated to the big-sized woman of Minos Pasiphae an undefeatable itch (cnidosis) and an unsatiable sexual desire for Taurokathapsia, if you get my meaning. Not knowing all this, Minos assigned Dedalus to construct a wooden cow, resembling a real one to devote it to Poseidon and sooth him for the embezzlement of the actual bull. So, Dedalus that, beyond a notable inventor, was also a great adultery promoter, built the mass of supposed veal hollow like a Trojan horse and in their the incredible sexual intercourse between the biggest bull and the voluptuous Pasiphae took place, unbeknownst to the unsuspected husband, who wondered why the wooden cow danced back and forth on her unbent kneeless legs, not just resembling a living one, but as a frantic quadruped pegleg maenad to entertain Poseidon and the rest of the present voyeurs! This event, full of low, vile, creepy and humble origins, is what you recounted to Minotaur, telling him how much his mother turned herself on by the palindromic movements, the rocking and the ramming of the bull and how excessively unfair was his condition to eat raw meat in the slime of a dark dungeon due to this previous sin and atrocity of the past. Such despicable and abominable things you have narrated to him, which resulted in him succumbing to a cardiac arrest, just as any son would, being in his shoes. Some hero you are! Give me the Phoenix immediately, if you don’t want your misguided fans to get apprised, who is the guy they conceded their allegiance to. If I open my mouth, the famous dance Geranus will be renamed to Keratus (fornication), just as horny, sly and backstabbing was your behavior”.   

Theseus, making an abrupt theatrical movement, got rid and disengaged from the confining aura of Prometheus.

“My archon, glorious and land-possessive, your intel is somehow flawed. Phoenix is not the reborn bird that you obviously have in mind, it is not something organic, but just a cup that I have set as a prize. An inert reward and heirloom to be put into someone’s trophy collection, not even resembling to the bird of the Greek military junta- that would be the day- but is more like the Egyptian swamp- dwelling fowl Ibis. I would expect from such educated persons, like you are, to be able to distinguish the hard facts from the fake news. It is impossible for a bird to be reborn from its own ashes; that’s just for laughs. It is contrary to the second law of thermodynamics, doubting the dominion and the sting of death, which is the most relentless resultant and the most oppressing constant of the universe. If you talked about metamorphosis, I would be more perceptive and condescending. This is a matter of how much energy you have. Furthermore, Phoenix, as a historical personality, wasn’t a big deal, just a middle-ranged second-hand asset. Tutor of Achilles, blinded by his own father Amyntor, because the latter thought that he had a relationship with his concubine Clytia, but Peleus, being fond of him, considered the accident as an industrial one, provided him with supreme medical care and nominated him king of Dolopes. Can you imagine a more boring and trivial story?”

“And yet”, insisted Prometheus, “you owe me something for my silence, which I dare say is not for sale, but nevertheless can be bought off at the right price”.   

“Hm”, thought Theseus, “it is my understanding that you want to pilot your ship to the level of the second universal rotation and you are in need of a navigator”. However, I am not the proper person to give you what you desire. What you need is to imagine into be being Canopus, a star that was originally made to honor the one of the two co- pilots of Menelaus – the other was Phrontis. The death of Canopus from the hardships and the adversities of the wandering moved and affected Proteus – I assume you know who Proteus is, don’t you? -, who handed Menelaus a detailed map of return and highlighted his destination sovereignly and in full knowledge of the facts. Proteus is Gnomon”.  

“Yes, I dimly remember something from the previous Creations. Thanks, Theseus. Enjoy your sovereignty, dance the Keratus, I hope you will enjoy your time and come back to Athens with your batteries charged, always having in mind that the important stuff for a superhero are not the impressive deeds or labors but the institutional reforms. Iapetus, beam us up.”  

“Kreios, if you were more studious and if you were occasionally reading some technical manual, I wouldn’t need the Proteus of the worlds to direct the ship to the level of the second rotation. So, prepare for catasterism in five, four, three, two, one!”, ordered Prometheus to the team of his officers that looked persistently at the main screen.

After the helmet of the explorer, the captain wore the cloth of a priest and announced:

“We will chant the hymn of the Curetes about Canopus and the one of Proteus for Gnomon”.

HYMN OF CURETES

(Jolting Curetes that move with Ares’ steps

Stomping, swirling, you like the mountain’s peps,  

You play the lyre with easy walk, rhythmic beat

Armed guards, take-carers, who make all neat,

Children of a highlander you accept sacrifices,

From all, even a shepherd or cowherd suffices. 

 Come benevolent, honoring our encomia and eulogies

Near us, humor us with grace, grant us privileges). 

INCENSE OF CURETES, LABDANUM  

(Curetes with rattling cymbals, holding Ares’ arms

Heavenly, dwelling ground and sea, giving alms,   

You have risen as saviors in the universe’s face

Tilling and caring for the holy land of Samothrace,

You avert the dangers which wander around, 

You teach the rituals and new festas found,

Immortal Curetes with the polemic guns,

You share flora ana fauna among your fans,

You walk and dust the earth with feet kept light

Your weapons are shining, when the beats fight,

When you rush the noise reaches the heights,  

The winding dust in the cloud allows no kites;

When you come, the flowers get filled with pollen

You are demons, you lose a prize only if it is stolen,  

When you raid the mortals with vengeance and anger

You smash their lives and you make them hunger

The great sea sighs and the waves swirl,

Trees are uprooted, and the lakes whirl  

A heavenly echo chirps and the leaves are carried away

As the Curetes dance with variety and leeway, 

They reign in Samothrace, as Zeus’ kids, 

Support the souls, where the dark wind leads

Together with gods play the rosary with the beads;  

Sober, benevolent, affable, serendipitous and serene,

Take-carers of fruits, aristocrats, lords, noble Eugene).

INCENSE OF PROTEUS, STYRAX – 

(I call you, Proteus, who have the key of the sea

Protogeneous, we learn the nature’s secrets through thee,

You change the holy matter through ideas and shapes, 

Multi-witted, you know the beings without their capes,

you fathom what comes after, not only what came before, –

Because you draw up all this from nature’s lore.

But, father, give us, not only mystic holy omens, 

Granting a good outcome to what people commence).  

 The curriculum vitae and in general the facts pertaining Proteus are included in the service’s archives. For the needs of the present work suffices to say that he was son of Poseidon and Phoenicia and was a graduated mystic seer. In his career he did incredible things, in cooperation with his father he constructed an underground tunnel that led from Phlegra Pallini to the Africa of the corresponding planet, through which he passed without wetting his feet under the sea up to the island Pharos of Egypt. Another interesting cue is that he was god of the sea and possessed her keys. Furthermore, when the Cyclops ate Amphitrite, he was the one who gave shelter to her pet seals and attended them. During the day, he stayed «παρά θίν’ αλός» (near the sea) and during the night he slept every time in a different rock cave, surrounded by the seals, who had inherited so unexpectedly.

He was pictured as old man, gray-haired, sitting in a stagecoach being pulled by two big hippocampus or else he was represented to arise from the tamarisks together with his seals.  

In a nutshell, that was all that Prometheus disclosed to his officers during the morning briefing. The most basic thing was that Proteus had scientific knowledge and technical expertise to turn himself into a rudimentary, undifferentiated and primordial matter, i.e. to stem- cells as we would say today, thus he could metamorphosize. Given that he was deeply unsociable and solitary, the allasomorphing – shapeshifting was his usual way out to avoid annoying visits and aggravating questions.

“We have here a deep antithesis concerning mentality”, acknowledged Hyperion. “On the one hand, Proteus is mainly characterized through his mantic foreseeing property, on the other hand, he is capable of doing anything, transforming into anything, just to avoid exercising it. In fact, he belongs to a new kind of person and has no relation whatsoever with the agency and the freewill of the titans. Maybe, his kind will prevail in the future years of degeneration and idiocy. Instead of participating in the field and track events, he chose to sit on the bleachers and boo. Instead of assuming his responsibilities and taking initiative, he operates only in the knowledge that somebody else had dictated them, that he was forced by others to act against his own will, that ‘Eva cheated him’, that some bad guys usurped and embezzled his authority and allowed some others to decide in his stead”.

“I am neither a shrink nor a psychiatrist to cure Proteus”, said Prometheus. “Since he is susceptible to pressure and functions only under compulsion, that is what we are going to do. We will take him prisoner, bind him hand and foot and force him to exercise his art and competence of divination”.  

Eurybia, who started slowly to gain confidence and participate more actively to the affairs of the spaceship, suggested: “From the representations of Proteus arises that most of the time he does not transform into a lion, a bull or a dragon etc., but he rather wears the corresponding appropriate skin, mask or bust. And this is logical, since through that way he economizes energy, allowing him to shapeshift in the critical moment, when he really needs it. Since he deems this system effective for others, he may be cheated by it himself. Following the tactics of Odysseus, I suggest that we wear sealskins and mix with his favorite ones that surround him. When he falls asleep, we charge him and bind him with a cord like a meat roll or a roast of the pot.”    

“Ok, I am seconding the action, but we must also have some plan to distract his attention “.

“There, we should follow the basic scenario”, said Hyperion. “We will come near him as Menelaus that drags along the miscellaneously violated Helen of Troy, mourns his captain Canopus and asks information as to how he will return to his natve land”.

“Approved. Dismissed”.

On the coast, Eurybia, Leto, Buphagus, Anchiale and Metis implemented the trick that they had already prepared: she and her three comrades dressed in skinned sealskins and lay in high noon between the other seals of Proteus.

This was the time, when like all demons of the sea the “old man” came out of the water. He used to lie in the entrance of a wide cave among his flock, which slept reproducing the smell of the salty sea bottom and the abyss. When he emerged from the archipelago, he counted his seals, but never suspected the trap, instead he started to thrust himself among them. At that moment, the kanding party of Venovinda approached him. All were dressed in rags like troglodytes, which is the most inexpensive way for someone to disguise oneself into an ancient Greek. Just some rags of confused color, from which emerges the edge of a sword.

“Hi there “, said Prometheus. “I am Menelaus and I heard that you are a great mystic seer and I would like you to mark and point out the best way for me to return to my fatherland. Furthermore, to keep up verisimilitude and appearances, I would very much appreciate, if you told me where my brother is”.

“Traveler, whoever you might be, if you are searching for suckers, I suggest you proceed to the next hill. You will find no more dumb bozos; they are all gone. If you are Menelaus, I am Hernes of Praxiteles. Because naturally”, he said pointing at Eurynome, who covered her face with an opaque veil, “the woman beside you, no matter how well she hides her face, cannot compete not even close with beautiful Helen, whose fiery eyes pierced any scarf and any bandana. For her the motto was that ‘έως και επί του άκρου ποδός δακτύλου αβρός επεκάθητο όνυξ’ (even at the edge of the foot the nail was sitting gentle). But even if you were Menelaus, big deal! What have I to gain if you return to Sparta, why should I care?”

“If you are really privileged with an eye of the prophet, dear Gnomon, possessing a sort of triangulation and protractor capable of plotting a course in the people’s itinerary, you, who if you get a little bumped in your demonic head, you vomit bank statements and fortune cookies referring to people’s fate, being a Pythia chewing laurels and saying you ’ll go, you ‘ll return not to die in the war’, where the position of the comma is extremely important, or ‘Dedalus has fallen’ or other considered by the Christians unconfirmed intel, have no right to deprive humanity of your own self”.  

“Despite your ethicology, I insist on keeping my spare time for my self- – that is the best omen of all, fighting in the defense of one’s home (r.n. Hector had said that for the defense of the country, not of the private home). As far as my abilities are concerned, I want something in exchange; tell me, what do you offer?”

“Proteus, have you ever heard in your life the word ‘duty’ or ‘competence’ or ‘task’? Have you heard the word ‘public function? Plato speaks about ‘minding one‘s own affairs’, which connects the nature of (wo-) man to the social and political action, while Aristotle stated very simply that each should perform the activity, in which he distinguishes and is most capable of…”

Profiting from the instantaneous distraction of the old man due to the elaborating observations of Prometheus, the members of the space trireme jumped suddenly from their sealskins, grabbed Proteus and held him tightly. Proteus tried to escape from them and transformed successively into a lion, a dragon, a tiger, a boar, a tree and then into water. Here lies a scenario’s inconsistency, because if he was really transformed into water, he would have escaped. In any case the space travelers were not disappointed and continued to fight with him desperately, until he got fed up and started taking his original form again, if was lucid enough to remember it.

“A yes, the space mates from this god forsaken ship, which goes around the universe and sows nothing but evil. And Prometheus, the greatest smart ass and storyteller of the universe. You got me there, you, the devil should hold you!”

Now, Prometheus demonstrated his figure without any hesitation, shook his hair-locks, curled his ancient Greek beard and scintillated with his hazel eyes.

“Yea, why should we try to hide it? I am also a mystic seer and a magician, but beyond that a magical engineer, a magician- technician, a technocrat, a magocrat; because any sufficiently advanced science is indistinguishable from magic in the eyes of the ignorant. I know how to walk step by step, I have no certainties, I have neither the smallest prejudice, in any given circumstance I recompose and recreate the world from the beginning, because I don’t take anything for granted. My technology is such that I can mix clay in the proper analogies, equip it with various properties and qualities of matter, igniting it with a ray or a thunder, having a leasing and franchise contract with God himself, in short I can create a (wo) man from earth and water, but neither a robot nor an A.I., those are diabolic manufactures of the wormhole’s beings. You are not the only one assuming different forms, because I too possess and I bequeath to people the cowardness of the hare, the guile of the fox, the arrogance of the peacock, the savagery of the tiger and the toughness of the lion”.

Then Proteus, exhausted and defeated, answered his questions, made him even a drawing, from which he learned that he should ascent the Nile and offer a hecatomb to the gods, so that they may reveal him the return road – well, Prometheus erased all this mystical, pagan and unscientific stuff and kept only the detailed instructions of navigation, transmitting them immediately to the navigator and the helmsman. They included many zigzagged vectors in space, ostensibly incomprehensible, which in fact were the Gnomon for the space- trireme to pass from one level of the ecliptic to another and start again its tormenting rotation.  

CHAPTER Ζ’

ANTLIA, CANIS MAJOR, HYDRA, CRATER

Let us listen at the gospel of the constellation Antlia’s catasterism.

INCENSE OF MOTHER ANTAEA (DEMETER), AROMAS

(Antaea, queen, and mother of many names,

Who save immortals and mortals in life’s games,

Who investigate the wandering sorrow

And in Eleusis’ famine your own wheat borrow,

You came to Hades to Persephone being glorious,   

Having as guide the son of Dysaulis, the notorious, 

Who revealed what happened in Zeus’ portals,

And gave birth to Eubulus, one of the mortals.  

But, goddess, who accept a lot of prayers, 

Take the will of your servant in your layers).

          INCENSE OF GODMOTHER, MISCELLANEOUS

          (God- equal mother, breastfeeding nurse,

          Who have many medicines and wishes in your purse,

         You yoke the lions and the fast chariot of bulls,

You carry the scepter and the other government tools,

You possess the Earth’s and the world’s throne,

That’s why you persuade the mortals not to be alone.  

You were the woman lying on the childbed, 

In rivers and sea echoes what you have said, 

You were called happy, were called Vesta, 

Because you donate goods in every fiesta.

Come to the feast, enjoy the drums, venerable

Tamer of all, savior of Phrygia, Cronus’ lovable,  

Child of heavens, ambassador, inspiring, feeding

The faithful, loving, supporting, the pious leading).  

Let us listen at the gospel of the constellation Canis Major’s catasterism.

INCENSE OF ELEUSINIAN DEMETER, STYRAX -SWEET SCENTED

(Demeter, mother of all, who demonically dance,

Shy, you nourish the girls’ hopes, give them a chance,

Goddess, wealth-giving, donating, wheat- nourishing,

You rejoice when it is peace, progress relishing, 

You sow, collect, thresh, cut the grass and the herbs,

You dwell in the valley, who all and everything curbs, 

Desirable, lovable, please the mankind rear,

Yoke the necks of the cattle, make them fear,

You brought to the mortals a happy happenstance,   

Growing, ripening all, with a Bacchus’ various stance

Torchbearer, pure, you gather wheat and barley,

Although you are in the ground, you join and parley –

You love children, you are a prudish, shy daughter,   

You rein your chariot firmly before you slaughter,  

Around your throne many dance and moan, 

Call you only begotten, as soon as you shone,

You have many pistils, shapes and forms,

Come, blissful and pure, give us tilling norms,   

Create peace and obedience to the law

A merited wealth, strong health as a cat’s paw).  

At that point an interlude or intermedium is indicated, because Hyperion has formulated a reasonable objection.

“Hegemon, it is obvious and apparent that all these hymns, which we chant to call the creative powers, praise and commend our opponents, Demeter, Donysus, Zeus- Dias himself and all the other demons beginning from Delta. Is this not a confession of defeat on our part?”

“First officer, I would expect from an architect of logic like you to have already dismissed such doubts. The preceded Creations are so many that the myths got mixed up. It is confusion ascribed to the passage of time and the solution is to choose from our myths and hymns what is beneficial for us. The universe operates on the grounds of cunning of reason, whereby whoever pursues something will all due force is likely to achieve the opposite, wishes to favor her/his race and finally benefits her/his rivals. From the time that Demeter embraced the tillers and taught new techniques in agriculture, she became one of us. When somebody behaves for a long time exactly like another, no matter what his/her original motives are, ends up through habit as a second nature to become this other. Property changes hands through usucapion and adverse possession and character transforms often through company and association. Aldo, it is not rare than (wo-) man praises in hymns the hostile elements to sooth them. I refer to you our hymn towards Antaia Earth, although ‘antaios’ means contrarian. In essence, through our prayers, we exorcise fate, as well as the adversities and calamities, which it has in store for us. We never pray to our friend; on the opposite we often make a plea for help and beg our enemy.” 

“But shouldn’t out prayer address to God?”

“We have already been through that; I greet my friend; I greet twice my enemy. The hardships of life are not attributable to God but to fate, thus the prayers to Him address to the wrong receiver. God mobilizes and makes his presence notable after the blow of the fate helping us deal with it; we are all judged as to how we react to the ambushes, the traps and the bumpy slopes of fate. Got, Hyperion, is not out there but in here”, said Prometheus pointing at his heart. 

“Boss, what is our current mission?”, asked Iapetus.

“It was announced to me through universal intercommunication that the Holy Grail or else the Wreath of Creation, the most precious artefact of all times, lying on the roof or the depths of the sediments and layers of twilight (depending on the view angle that someone adopts), is at the verge of emerging to our actual reality. Something like that would have ominous consequences, because due to this Last Judgment all the placed of the dead would collapse and would mix up with the world of living. The difference between life and death would be canceled and the functional mechanism of the universe would be deregulated certainly and irreversibly. Death means dispersion and at the same time cohesion and association of points on other domains or organic sectors, from the view angle of which one can affect the living again. Death is form, life is content. They must not be mixed or confused, because then the order and the structure, as well as the articulation of the universe collapses and all end up into an undifferentiated mass of ‘stones, bricks and tiles shuffled together’, in a primordial cosmic soup”.  

Since an expression of deep incomprehension was pictured on the faces of the bridge crew, Prometheus turned to his right-hand man, Hyperion.

“Number One, if I recall the facts accurately, you have recently read the file of the Creation Wreath”.  

“Not only I have read it; I have studied it thoroughly, I have familiarized myself with it and assimilated it to the molecular level, I have dusted and undusted it to the superlative degree, I have fathomed and understood it in depths not achieved before…”

“Ok, that’s enough. Please, give the necessary explanations, because it seems that I spend too much saliva to analyze what is self-evident, and I will be left without even one ounce of energy, when it becomes urgent that I act”.  

 “It is universally known”, started Hyperion, “that the Wreath of Creation or the Holy Grail is a magical spell crossing and holding together all levels of the twilight zone, adjoining them with the human world. For centuries, the Wreath was the biggest dream of humanity, a promise of ineffable happiness, a symbol and a contract of future eschatological freedom. The essential element is though that the Wreath is attached like a buckle on the top of the layers to keep aloof and distinguish the world of the dead in relation to the world of living. —

— The power of a wizard lies in his skill to distill, gather, exploit and channel the energy of the people flowing throughout the twilight zone in a way that the Wreath would never emerge to the surface. Our world resembles a huge domain, where there are small gushing fountains, people who emit power, without to be able to direct it.  We, scientists, experts, magicians – technicians, are puddles, cavities and pits, where the liquid from all those innumerous sources flow together. We are not offering this world not even a drop of liquid gas, but we can store and use the foreign liquid. Our authority is the concentration and use of foreign power. Due to this power, we can penetrate to the twilight zone, disrupting the borders of the layers and the successive sediments, handling energies of continually higher frequencies. Under the proper circumstances, the Holy Grail can tear and scatter all those barriers detaching our world from all twilight levels. —     

 –A constant and pressing flow is necessary to keep the precious stopper on its position. It is as if someone wants to hold down a submarine underwater object on the bottom of the bathtub, whereas it pushes up tending to ascent and buoyancy. As long as someone presses it from above in a way that ‘other and other waters cover it’ (Heraclitus), spraying water under pressure – in other words psychic power-, pushes it back and holds it on the bottom”.  

“So, here on the planet οf Canis Major”, Prometheus picked up the torch, “the following things seem to have happened, which we encountered as preceded events, when we proceeded to the act of Creation. A being from a parallel dimension, who was rather a vampire killed a man, if one could judge from the scars and the scratches on the neck. Instead of sucking the blood, however, as an entirely valuable sap, he left it ostentatiously, conspicuously and provocatively at the bottom of a lake. This is a sort of invitation to duel for us. Traditionally, the vampires along with the werewolves vindicate the living power of the people, being symbolized by their blood and absorb it for their own empowerment and reinforcement, instead of dispensing it as a converging pushback wave or energy flow, so that the stopper of the bathtub remains on position. In any case, the suspicious aggravating circumstance that the backstage vampire, who is supposed to hide behind all this, didn’t pump the victims for his personal satisfaction, as it corresponds to his nature, but he wasted the blood spilling it into a drainage pipe letting it flow unspent, unprocessed and useless into a crack of the floor, thickens the mystery.”

“Steps must be taken, which will include an inquiry of the vampire’s associates, mainly of werewolves, who are more accessible and available, and of course an ascent to a higher level of reality, where they dwell”, added Hyperion.

“So, let me see willing hands”, said Prometheus. “I am asking for volunteers regarding this issue. Yes, yes, let us not repeat ourselves. Hyperion is the ideal person for the mission, but I need him for the catasterisms and besides he cannot carry on all conceivable assignments”.   

Iapetus raised his hand hesitatingly.

“Oldest of the titans, when I ask for volunteers, I consider only serious applications and candidates, not dotards with rapidly advancing dementia”, disappointed him the captain. “You are the biggest joke, where, instead of saying that something is so old its age should be measured through radiocarbon dating or that it predates the Flood, we say that it is older than Iapetus. So, let the enterprises aside, father and stay put, don’t embarrass yourself, because the young people need love and a walking mile, while the old ones need sagebrush and chamomile”.   

“Unbearable are the times, when the offspring makes fun of the father. Young people enjoy the fruit of youth, as long as it is fresh and juicy, because later it turns bitter, blackens, shrinks, rots, becomes wrinkled, suitable only to spit out. And yet, as you know very well, master, I have also delved into the concentration techniques of the Atlantes. I can pass to higher levels of existence and face werewolves and vampires; the wolf may lose his teeth but never his nature; the fox may grow grey but never gooda leopard cannot change its spots. The above proverbs refer to me, not to the werewolves. If they are indeed werewolves, I am an old wolf and possess the needed telepathic powers to bend the creatures of the dark.  Let me do this, captain. I have the juices and the saps and the fuel for one last mission”.    

Commander Iapetus’ personal log (during my second drafting period, because in the first I have reached the rank of an admiral):

I entered the first level of dusk, darkness and twilight zone. The dim ramp lights are ways of the material intermediate flow’s manifestation, dimensions and domains, where the souls are classified pursuant to their sins. The all -around decoration became suddenly reality. The walls of gypsum were carved through a stone. Under my feet, the edges of the herbs rustled, dried up until now.     Perhaps the human imagination had created the twilight zone and many people came here, took the rules of the game very seriously and constituted a make-believe world confirming afterwards their own faith.

A night with a full moon in a multifaceted wood was enough to encounter a werewolf, since, as we said, they are easy to find. He welcomed me in the living room of his treehouse, because he knew that he couldn’t avoid the confrontation against a powerful initiated adept and magician like me from the moment I had addressed him with all due formality. I narrated the whole case to him, knowing in advance that he was already aware of the vampires’ movements, who were superior to his likes in the ladder of the exo- creatures hierarchy.

“As a dark creature of the night I can give you only one answer”. In the voice of the werewolf the irony was distinguishable. “Why don’t you take a vacation? Calm, relax, enjoy the blue grass and the cloudy dim sunset of this layer, go for a walk. Who cares for what the immortal ones aim and plan?”

At this moment, I realized that I could not hold myself back. I envisaged the werewolf in the eyes, in the shady pupils of the iris, that already flared with a scarlet shining or shone with a scarlet flare.      

“And if I crush you, dead blood- drinker, who waits for the others to doze to tear their tenons and neurons apart””, I asked. “If I disembowel you and force you to answer me?”

   «You are free to dare”, replied to me the werewolf with a tender- tender voice. “You are free to try, high-ranking one. Do you think that you are unknown to us? Do you think that we don’t know, where you draw your powers from?”

The eye penetrated the eye and the iris pupil to the iris pupil. A black pulsated tunnel formed, attracting me towards zero. A red sparking twister of stolen life, an alluring whisper in the ears, the etheric majestic surreal beauty of this young werewolf’s face dominated and suggested that I kneel before him weeping in admiration and despair and asking for forgiveness. He was very powerful, after all he had at his disposal the experience of a century, multiplied with the vehemence invested to him by the full moon. And I came to feel this vehemence in the superlative degree. I stood on rickety jittery feet and made an uncertain pace, I tended to fall on my knees.

          The werewolf laughed enjoying his temporary victory.

          At this point, I fueled my mental attack with such a fury that if it was expressed by a fireball, it would torch and set ablaze the fortification of an old Scottish castle along with a dozen houses (and a dozen ghosts). The irises of the werewolf paled, lost their color. A white light set in fire the numbing black tunnel. In front of me there was now a parched carved scar-faced old-timer, rocking back and forth with despair. The skin withered and fell from the face like a snow of scales or dandruff of the hair. Soon just like before, the power concentrated again like a thin lance, ran through my body, gained momentum, spiraled like an elastic string and thrust into the eye of the werewolf.   

          I poked into his memories and demanded that he discloses the required information. He was silent and I feared that I had cauterized his brain irreversibly.

          “White magician, if you please, I would like to protest…” In this last word there was a tension expressing resentment and hate. “and request you to refrain from such unprovoked attacks in the future. This aggressivity is totally unjustifiable…

                   Through provocation, duel, bets and pains

                   You suppress us and forge our chains

                   But I encourage my brothers to be free

                   To suck and drain the veins of them and thee”. 

      “Let us get to the bottom of the matter that makes no more sense now than before”, I shook the head. “Perhaps the vampire only wants to mislead the investigation. Why should he leave the trail of his bite behind and then let the precious blood go down the drain? The vampires consider blood a rare commodity and deal with it thriftly and gently. There is a proverb which is applied for them: A drop of blood to waste, means that a virgin is no more chaste”.

          “It is always easy to find an explanation”, said the werewolf. “For example, the biting vampire wanted perhaps to pin the suspicion on one of his hungry colleagues who would be accused of having lost his composure. Or he bit the victims but refrained from drinking their blood, letting it ooze away in the hope that he will not be discovered. Or the vampire was indeed hungry, he bit and chewed but came quickly to his senses and let the blood flow away to give the impression that he was framed.”  

Surely, you know the expression “I need a cigarette to relax”.  Here, the case was so difficult that we were forced to mobilize all mantras available for this region of heaven. One spell was destined for the correspondent constellation of Hydra, where, of course, the only antidote to Lernaean Hydra, which causes a combination of diseases, cervical spondylosis, hypertension, adrenal gland disorder and cnidosis, and its name was Hygeia (Health). On the other hand, to fill with life energy the constellation Crater, threatened and absorbed by the vampires, after an understanding with Prometheus we deemed the hymn of Leucothea as appropriate, who gave to the castaway Odysseus the saving headband, which was an energy veil to wrap himself until he reaches the shore.  

INCENSE OF HYGEIA, MANNA

   (Wished and desired, who love us tender all

     Hear us, Hygeia, surveillant, take us in your hall,  

    You wither the diseases of men through your care,  

          Every house feasts under your warming flare, 

     Arts bloom and blossom and the world summons you

     Only wasting Hades hates, repels you from its purview, 

     Everlasting, refreshing, reviving, mortals’ repose,

    Without you no one can himself to catharsis expose,  

     Without you, no sweet wealth is acquired, 

     Neither by young nor by old until he’s expired  

     Because you control everything and reign,

     You care for your adepts, being strong, sovereign  

     Please, above all, protect us from dementia and pain).

              LEUCOTHEA’s INCENSE, AROMAS

  (I summon Leucothea, of Cadmus, with your big purse,

   Of wreathed sleeping Dionysus’ breastfeeding nurse, 

   Goddess who rules over the sea, scorns the land

    You love the waves, you gave Odysseus the band

     On you the fate of the seafarers depends, 

    You stop the sails from trembling at both ends

     To those who choose to save, you are present, 

     But you‘d better give all a precious present

     To bring the ships to the harbor roaming with oars

     Lead your children always to the shores).  

I noticed a detail completely out of joint. No blue moss grew beside me, this harmless cute parasite of the flux was totally absent from the scene. I had reached the second twilight-layer and was for the time being the only inhabitant of this grey reverse side of the universe. Here, where the people felt a grotesque carnival fear, even if it was merely well played and pretended, the blue moss should flood the premises. It should hang from the heavens like a bunch of bizarre stalactites from the cave-roof, should have covered the ground with a disgusting drifting and billowing carpet, should have climbed the walls all over. But there was no moss. Perhaps someone had uprooted or burned the moss regularly, if he were a grey magician, or froze it, if he were a dark one.

The power scattered through space, the life-energy emanating from men disappeared erratically into the twilight zone. Surely it dripped continually through the fibers of the universe -to the first layer, the second, even the third. But in proximity to the underground dungeons gaped a hole, where a continuous power-flow poured. As if one had cut a small gap through the surrounding tissue and into the restricting riverbed, so that the stream of life trickled, seeped, and soaked into a lower plane, where it was gathered.

          A surplus of food for the brainless parasites was available. The moss crept parallel to the unexpected food, attracted by the life-stream and the emotions, originated from scurry scared people. It crept until the gap but withered instantly.

          A cold wind whipped me, I twisted my ankle and I was dragged off into the third layer of the twilight. I landed on my face and in lush green grass. A frozen squally wind roared. The sunlight trickled through the vagabond violet thick snowy clouds. A hilly area, covered with lush pricking grass, extended up to the horizon. Somewhere, in a great distance it thundered, lightnings flashed, but they stroke inversely from the grounds to the heavens, directed from the earth to the violet clouds.

          I stood up and swallowed because my ears were clogged. The usual sticky sultry humid feeling of the twilight, the treacherous sneaking insidious weakness, the wish to return to the actual world faded away. The third layer proved to be energetically balanced. As my eyes got used to it and I was able to distinguish things, I realized that the surrounding colors in spite of the improvement weren’t so cloying and so bright as usual. The grass was green but pale, the clouds rather grey-blue than violet. Even the lightnings seemed to be faint and weary, didn’t tickle or irritate the retina of the eyes. As the night came, I couldn’t see any star in the sky but at least boasted there the moon albeit lackadaisical, half -hearted and only due to a sense of duty. In the white shine and bilge of the moon on a canvas sea, the world seemed almost real and genuine. Trees with muslin leaves on the branches rustled in the wind but didn’t smell like grass. I was promptly aware that I couldn’t grasp or perceive any smell. Probably, if I were to chew a blade of grass, I wouldn’t feel not even the bitter taste of the plant-juice.

          I investigated the area and I spotted the vampire behind a withered fence.

          “We end up here after death, you know, and this is unfortunately a permanent arrangement. Do you like the paradise that expects us in the hereafter? What an impertinent fraud”, he said hollowly behind his barricade.

          Instead of answering to this opening statement, I bent down and picked up a spade of grass, put it to my mouth and chewed slowly. The juice was bitter but not bitter enough like fish-oil for instance. I blinked my eyes and looked at the sun. It shone in the heavens, but its light was not blinding. I clapped my hands, and a noise was heard, but it was dull and drowned. I breathed deeply, the air was fresh, nevertheless it lacked something, while something else was pumped into it. A slight rottenness lingered and stayed, the yawning void and absence of a missing element.

          “Here there is nothing fluent, nothing real”, I explained. “Here, there is no life”.

          “Bravo”, the vampire nodded. “Most need a little time to notice it, others live here for centuries before they grasp the obvious, namely that they have been deceived.”  

          “You cannot change with cheap and filthy tricks the fact that you are dead. Our lord granted to the deceased the grace of death quite intentionally and methodically, because the resurrection is impossible without it. If you suck the blood of your neighbor out of a nervous reaction or, even worse, you spill it on the floor like Onan did with his seed, then you reduce the power circulating through the layers of the twilight and predesigned to keep the wreath of creation in position. If you don’t use the blood for sustenance and you waste it instead as a protest for your unpleasant and inadequate situation, then your sin is even graver and twice as unbearable–.

          –The warmth of human love, the coldness of hatred, the run of the animals, the flight of the birds, the wing-flap of the butterfly and the grain flourishing and blossoming from the ground bequeath their trails as legacy. The universal flow of life-power, the drops of which are so greedily absorbed by parasites like the blue moss, the vampires and the werewolves, can’t be extinguished but it is bound to make a whole circle up to the terminal station, to return to the actual world via wreath of creation or alias holy grail, a world that craves for resurrection every moment. The supporting framework and grid of the twilight zone must be maintained at all costs–.

          –That’s why I am pronouncing the following curse. The “secularization” measure is imposed to you and your allies to make sure that you will never make use of any kind of magic, not now and not ever against things or creatures, alive or dead, unborn, corporeal or not or in a stage of transition. From this moment, the exercise of magic will be so far from you as the sun or the stars are distant from the Earth. Every effort to circumvent or violate this commandment will result into your immediate death and irreversible extinction. If you summon or usurp or expropriate the magic powers of a major or a lesser divinity, if you pump up, derive, circulate or canalize those powers under cover, then you will die a real death, which means that you will be erased from the quantum-world. As the direct consequence of your violation and exploitation of powers that you have committed, let this secularization be imposed and bind you in such a way that every divergence from these guidelines will be punishable with death, even worse, with erasure from the archive.

The wreath of creation is only a step far, in synchronized tact.

The strong and the clever will reach it with a decisive act. 

You will acquire nothing and all through your quest

So, if you are up to the task, be my guest. 

Beginning and end converge, head and tail,

Death and life are one, this is no fairy tale.

Don’t forfeit your present, don’t lament in front of God,

He will not be touched by your failure, don’t make Him prod.

He sees through us and has only one request,

that we love and be loved, that is His bequest.

Psalms don’t soften, as He deals guilt at His best.

Wisdom is bitter, stupidity is convenient and sweet,

Although it comprehends neither crash nor tweet.

Persuasion isn’t diligent and diligence isn’t persuasive,

only fools don’t understand that one cannot be evasive. 

CHAPTER Η’

 CORAX (CORVUS), LIBRA (ZYGOS), ANTARES

The scene begins in the ready room of the captain, where he sets the classical table to honor his high-ranking officers, reducing them only to Hyperion and Oceanus for economic reasons, i.e. to save some budget. The working lunch included ambrosia with caviar and Theobroma beer as well as Ichthyo-Saurian brandy to drink.

“We find ourselves in an era, where people cannot communicate neither to themselves not with the others anymore”, The divine Prometheus started the conversation. “The first circumstance leads them to avoid facing their contradictions and to just say ‘I am a contradictory being, what can you do’, the second one leads them to conduct parallel monologs instead of bridging their differences. The entire science of dialectics as reconciliation of opposite views, which we have taught in the past, has gone down the drain”. 

HYPERION: “All those originate from Heraclitus’ acceptance: ‘seawater is both clear and vile; potable and salutary for the fishes, indigestible and harmful for the (wo-)men’. This was rephrased later by Sceptics and Stoics. ‘Perfume appears very pleasant to humans but intolerable to dung-beetles and bees, and the sea- water is disgusting and nauseating to people but sweet and potable to the fishes.’”

OCEANUS: “Just a minute, I am also educated, not only the self-conceited Hyperion! At first sight Sceptics said about the object: “We can define nothing -since things differ and the opposite grounds are equivalent, it follows that the truth is unknown.”

Timon said: I cannot prove that honey is sweet, I can only point out that it seems so”. To show that both the mind and the senses could be deceptive, he used to say: “Attagas and Numenius convened”, who were well-known crooks of the Hellenistic era.  In the below the categories, modes or grounds of the Sceptics will be mentioned (mainly of Pyrrho of Elis and Aenesidemus of Knossos), through which the elaboration of the sensory data is made, more general than those of Kant, because they refer, not only to humans, but also “to every being with a perceptional ability”:

  1. The mode depending on the variations among animals; It concerns the difference in their perception of things, whereby one is not a discern which is the more valid: “Perfume appears very pleasant to humans but intolerable to dung-beetles and bees, and the sea- water is disgusting and nauseating to people but sweet and potable to the fishes.”
  2. The mode depending on the differences among humans;
  3. The mode depending on the different constitutions of the sense-organs; It refers to the structure of the senses providing each time a different knowledge of things. For example, the picture or the representation provides vision with the emphasis of dents or corners, while touch can feel mainly surfaces or levels. Also, a food can be pleasant to smell but disgusting to taste, not according to the composition of the recognized object, but according to the construction of the receptor organ. 
  4. The mode depending on circumstance; the result of the knowledge depends on our given corporeal or spiritual condition and situation; About the same things one judges differently if she/he rests or moves, rejoices or mourns, is asleep or awake, drunk or sober, young or old. So, the insane (is psychotic the politically correct expression?) hears voices imperceptible by the healthy. The sleeping can see things imperceptible by the awakened. It is also known the motto of Heraclitus “to the awakened the world is common, but everyone from the sleeping turns to her/his own world”. The hungry find delight in a food, which causes aversion and repletion to the satiated. Cowards consider something as dangerous, which causes no fear to the brave. 
  5. The mode depending on positions and intervals and places; the same ship appears small and immovable from a distance, but big and moving from close; the same tower appears from a distance round, but from close square; the oar appears zigzagged being partially in the sea, but outside or inside of it appears upright. The necks of the doves present various and iridescent colors according to the view-angle and the position of the observer.
  6. The mode depending on admixtures; According to this mode we acquire knowledge of the objects along with others, so that we have not clear and unmingled images about them, but a mixture with alien components. For example, the body appears lighter in the water and heavier outside of it, the landscape in hurricane is different from the one in sunshine etc.
  7. The mode depending on the quantities and preparations of existing things; The same object influences differently a small quantity than a large one. Let us not forget that any object can be lethal depending on the quantity administered. A grain of sand seems harsh to the touch, but a dune of sand seems to be lean. Any medicine being mixed up accurately by the pharmacist is beneficial, but if one ingredient is more than indicated, then it is harmful.
  8. The mode deriving from relativity; This mode summarizes the previous ones which indicated that due to the interdependence of things we cannot have a clear and precise knowledge of them.
  9. The mode depending on frequent or rare encounters; This means that the usual events cause a weak impression, while the unusual have a more conspicuous impact. So, the daily sun is less admired than a comet, although the former is much more amazing than the latter and the earthquakes amaze people more, where they are rare. 
  10. The mode depending on persuasions and customs and laws and belief in myths and dogmatic suppositions; This mode indicates that the perception of things and the concept of truth varies between the people according to the usages of their life, their laws, their mythical or religious traditions and their philosophical theories. To the Eskimos for instance adultery was considered in the past a courtesy and an indulging towards the visitor, while it was considered bad among the Christians. As far as the (rich) Arabs are concerned, they do not need adultery, since they can choose between many women of their harem. Other philosophers are idealists and other are materialists, some believe that the soul is mortal and some that it is immortal, there are those who believe that the world is governed by divine providence and those who maintain that there is no trace of such providence. Here must be clarified that the above doesn’t mean that anyone can represent whatever opinion she/he sees fit, since actuality does not depend on one’s viewpoint, but that everyone grasps a different part or level of the truth. 

According to Agrippa, the more recent Skeptics offer the following five modes of suspension of judgment:

  1. first, the mode deriving from dispute, namely that there are differences of opinion and disagreements, arguments and contradictions in every issue due to the multiple interpretations and the resulting uncertainty.
  2. second, the mode throwing one back ad infinitum; Dialectics is like a spiral. The knowledge about a thing depends on the knowledge about another and etc. ad infinitum.
  3. third, the mode deriving from relativity; This refers more to the relativism of things than the subjectivism of opinions. 
  4. fourth, the hypothetical mode, which is the tendency of the classical theoretical science to reduce everything to an axiom, unproven by definition, and barricade itself behind it to avoid the recurrence to infinity.  
  5. fifth, the reciprocal mode, which means that we consider as proof of a sentence other premises that presuppose more or less the issue which must be proved (petitio principii).

PROMETHEUS: “Instead of the above modi of thinking, there are also the modi of speaking, the rhetorical figures: α) Allegory β) Consecution (αλληλουχία) γ) Deterioration (αλλοίωσις) δ) Analysis ε) Anastrophe στ) Anaphora ζ) Anecdote η) Antithesis θ) Antilog ι) Antiphase ια) Enumeration (απαρίθμησις) ιβ) Apograph ιγ) Apocope ιδ) Aporia ιε) Asyndeton ιστ) Narration (Αφήγησις)  ιζ) Dialog  ιη) Correction (Διόρθωσις) ιθ) Idolatry κ) Irony κα) Expose’ (Έκθεσις)  κβ) Ellipsis κγ) Enantiosis κδ) Reinforcement (Ενίσχυσις) κε) Ex-Asthenia κστ) Regrouping Diplomacy (Επαναδίπλωσις) κζ) Epanalepsis κη) Epenthesis κθ) Epexegesis λ) Epithets λα) Epitasis λβ) Individual Phrasing- Mentioning (Επίφρασις) λγ) Epiphonema  λδ) Argument (Επιχείρημα) λε) Eris λστ) Ethos- Poeia, Acting (Ηθοποιία) λζ) Letotes λη) Meiosis λθ) Metalepsis μ) Metaphor μα) Oxymoron μβ) Parabola μγ) Paradox μδ) Parathesis με) Paralepsis μστ) Paralleling μζ) Paraphrase μη) Parenthesis μθ) Alliteration (Παρήχησις) ν) Likening (Παρομοίωσις) να) Description  (Περιγραφή) νβ) Periphrasis νγ) Pleonasm νδ) Polysynthesis νε) Time and again (Πολύποτε) νστ) Prolepsis νζ) Prosthesis νη) Prosopography νθ) Personification (Προσωποποίησις) ξ) Rhetorical Question and Interpellation ξα) Syllepsis ξβ) Symploce ξγ) Synesthesia ξδ) Connection (Σύνδεσις) ξε) Synecdoche ξστ) Hyperbaton ξζ) Hyperbole ξη) Hyperthesis (syperimposing) ξθ) Hysteron -Proteron ο) Chronography. And let’s take it from the beginning for those figures we have forgotten: οα) Aphorism οβ) Apodosis ογ) Apheresis οδ) Ecbasis οε) Diatribe, οστ) Categorizing οζ) Climax οθ) Euphemism π) Emphasis πα) Entasis πβ) Peripheric Support (Περιφορά), πγ) Synecphonesis πδ) Synthesis πε) Synopsis πστ) Syntonizing πζ) Symbolism πη) Hypothesis, God how could I forget that! Eighty -eight figures of speech, eighty-eight constellations, eighty-eight Orphic hymns, how could that be different?  — 

–With all these sceptic manners and sophistic rhetorical figures our ancestors tried to bridge opposite views either locating a middle point (mesotes) among them or revealing that their contradiction is only ostensible and can be settled in a higher level”.  

        HYPERION: “So, when our wise elders saw that the spontaneous uncouth idea of justice as land surveying and division, sharing of lots, setting of boundaries, ‘barbed wire on the prairie’ and distribution of parcels ended up in crime, they found the solution of the market as meeting forum for the exchange of ethical views, according to which the society could be ruled. However, when someone tried to impose his own opinion on others developing a terroristic mentality, again our wise elders invented the institutions as combinations of material order and ethical – spiritual consideration constituting a synopsis, connection and contraction of the two previous situations”.

          OCEANUS: “The same dialectic is valid also in politics. The accumulation of some people’s wealth results in the impoverishment of the rest. On the other hand, the socialization of certain production means leads inexorably to inertia, attrition and abandonment due to laziness. So, the third stage of civilization implies restriction of accumulated wealth through the abolishment of inherited rights and improvement of production effectiveness through privatization of the production means. So, people bring the opposite arrangement to bear on the situation. The result is privatization or individual property on the production means and community in relation to products or goods. This way the economy is powered henceforth by labor, creation, artwork. The workers or the employees acquire a strong motive, because property and its perpetuation after death is a viable option only with regard to the components of production. On the other side the abrogation of inheritance and heredity prevents the accumulation of wealth, because possession is only possible, if one elaborates and refines the actual product combining the productivity with his very life, in the absence of which no transition or transaction can be achieved.  The above-mentioned ruling is more beneficial and rational. If a planet has adopted such regulation, it has entirely got over the average marks and passed the test with flying colors”.

          “Yes”, confirmed Prometheus. “People must remember again the reconciliation procedures of the litigating parties. And since it is the turn of designing the constellations of Corvus, Libra and Antares, I would like to point out the following:”

          “Master, sorry for the interruption, but we ‘d better continue our conversation in the bridge, where even …the dogs can eat the crumbles that fall from our big table”, observed Oceanus.  

          “You are right. The training of the crew continues to be one of my main priorities. And the best apprenticeship is this, where the student hears a part of the teachings and tries based on the doctrines framed in parenthesis to perform an intra-polation or an extrapolation, i.e. either to investigate thoroughly what lies within the boundaries or to infer the unknown from the known extending beyond the limits. The strategic advantage that information is to be provided only in a need- to -know basis is in the final analysis what favors and does not hinder the creative initiative, because the mystery inspires and incites people to fathom it, to appreciate its value and participate in it”.

          The team of the three entered noisily the central command hall and proceeded to the main screen. The present officers jerked fro their positions: “Captain on the bridge”.   

          “As you were”, said Prometheus. “Please, carry on your current assignments. Do not bother, we came here for some catasterisms, which we have prepared as an intimate confidential league, in an unofficial administrative council behind closed doors.  I was saying, Number One and Doctor, that the Corvus or raven is information that could be either true or false. That is why, here the sobriety and the lucidness of Apollo is more fitting. Do not forget the basic distinction of the ‘Birth of Tragedy’ into Dionysian and Apollonian spirit”.

APOLLO’s INCENSE, ΜΑΝΝΑ

(Come, blissful Phoebus playing the lyre and the flute,

From Memphis, slayer of womb-splitter Tityos -brute   

The harp slung behind you, you seed and till,

Leader of Muses, whose arrow goes over the hill,    

Smintheus Delphic slayer of Python, of Gryneium grove

Savage, light- bringer, of a glorious pedigree cove

Didymeus lover of Branchus, who can cause lesion,

King of Delos, who have a keen clear vision

Gold-locked, you reveal lucid omens, clear the fames

You eavesdrop to prayers of people with good names

You see from above the ether who has no husk, 

The happy earth throughout dawn, day and dusk

You enjoy tranquility, starred dark, silent and owl hoots, 

You care for world’s cohesion and search deep roots

You care for beginning and end, see the future from afar,

Always vigorous girding on the lyre and the guitar,   

Sometimes reaching horizon’s borders with your chord

From alto soprano to tenor and bass with a Doric accord

Mixing the components, see how far people can go,

Rewarding those who defeat fate and courage show,  

You approve winter and summer with equal analogy

Choosing low summer profile, and winter’s eulogy

You converge into a Doric ripe summer flower

That is why all worship you as king of power

You have the lasso of winds, the two-horned Pan you hire

Since you stamp life from birth until the final pyre

Listen to your adepts’ pleas until they expire).

“The constellation of Corvus begins taking form in the horizon”, said Oceanus.

“Master, the instruments of the ship confirm that”, said Eurybia. “Your psalm this time was excellently performed and brought quick results. We would very much appreciate it, though, if we could participate, as was often done in the past. With all due respect, I don’t think that it is right to subtract or revoke jurisdictions that you have conceded in previous circumstances”.

“Stand down, Eurybia, and don’t get impertinent. It is within the captain’s discretion to decide what task he will assign to whom”.

Here, Oceanus endeavored to protect Eurybia from Prometheus’ possible outburst.

“Eurybia, we all must keep our egoism in check and place even our putative worth into the proper dimensions. Do you think that we like being dependent for every Creation on the Sphere of the Sun and the energy, which is mailed to us from the beginning of time? We still ought to consider ourselves satisfied from the part and the share of Creation that falls upon us keeping our end up…”

“namely, elaborating information”, Prometheus hurried to add proudly. This is the important part and the basic component of the Creation, and I wouldn’t exchange that with anything, not even with absolute energy. Information is the “eidos”, the type that allows the artist to show”.

Leto wished also to put everyone’s mind in rest, but at the same time to flatter the Capitano. So, laying it too thick, she usually hung herself from the lips of Prometheus, after she had formulated a question instigating a prepared answer. So, in the current circumstance she said munching a leek”:

“Capitano, why did you say that raven means information?”

“If you do not remember this from earlier Creations, the patriarch of the doctors Asclepius was son of Apollo and Coronis. While Coronis was pregnant, her father Phlegyas ignored ostentatiously the divine intercourse and gave the bride to a man named Ischys. The raven sent a message to Apollo, who was furious about the incident, arched and killed poor Coronis, snatched the baby from her uterus and brought it to Centaur Chiron to raise it. The raven was at that time a very renowned messenger with an office of his own and a swarm of carrier pigeons at his disposal, apart from the messages originated from or addressed to serious clients, which he delivered personally himself. He also played the role of a self-appointed news agency broadcasting to all what he deemed important from the sequences of international events. The escutcheon or emblem of his office was the absolute white symbolizing the truth and the genuineness of information. The raven himself was a shining white bird making a statement of infallible credibility. Apollo, hearing the news, devastating for his feelings, passed the well-known five stages, denial- anger- sorrow- and during the stage of bargaining, which today is in second place, but in the antiquity was placed right before the final acceptance, grabbed him by the neck and made him swear that he was lying. The raven remained faithful to the journalists’ code of conduct. Then Apollo beat him black and blue, just as he is today to stress his discontent. This was the first time that the truth of a piece of information was connected unexpectedly to its being agreeable or disagreeable, whether it strokes and caresses the ears of the addressee or not. So later, Aegeus connected the white or black sails of the coming Theseus’ ship to the quality of the news, if it were auspicious or not”.  

“The relativity of events’ report and its passage from ontology to psychology and from the faithful catoptrics of reality to the disposition or the eagerness of acceptance on behalf of the listener was intensified even more by another raven”, intervened Hyperion. “Corax (crow) was a teacher of court rhetorics and had the kindness to teach a guy named Tisias without payment, on the agreement that the latter would pay the former, when he won his first trial. Yet Tisias was quite lazy and did not exercise his profession or else he had found other sources of income and postponed the payment to the teacher. Then Corax demanded his reward before court, clarifying that even if he lost the trial, he should receive the tuition fees according to their initial agreement. Tisias answered in reverse that if he won the trial, he would certainly not pay, and if he lost it, he would have again no obligation of paying the fee, since he would have never been victorious in a trial. Terrified and fed up, the judges threw their pens away and exclaimed: ‘From a bad crow a bad egg’.  Since then, Corax was connected irrevocably to the distortion of information and hairsplitting pettifoggery, contrarian to his initial good fame”.

“So, what is the solution, here?”, asked Prometheus rhetorically. “What message and what meaning should this constellation emit to Earth? Quite simply that the crow can be either white or black. In whatever news is broadcasted, the listener must assume that it is not valid or rather that also the opposite is valid and then he/she should try to make head or tail of it based on logic. He should have the balance and the impartiality of Libra, when elaborating some information. Thus, in a warriors’ clash there are the following given presuppositions. Firstly, that the primary fault lies with the invader, whatever justification he may invoke, secondly, that brutalities will be necessarily conducted by both sides. As far as a revolution is concerned, massive participation is the main criterium for its legitimacy, because it proves the preceding oppression that caused it; this, however, does not free or liberate it from the basic obligations of the war- conventions, such as the absolution of noncombatants is. To celebrate this, let us chant the hymn of Asclepius, who cures not only the diseases, but also the wounds of propaganda, falsified information and superficial flawed judgment”.  

      ASCLEPIUS’ INCENSE, MANNA

(Doctor of all, Asclepius, master playing the flute,

You heal us from every disease, no matter how brute

Who give mild presents, provide us with mettle,

With your wellness cure please, our heath settle.  

Like serious, grownup, adult, protect us from bad,

Keep up Phoebus’ blooming vigor a young lad,

Enemy of sickness, you have Hygiea in your booth,

Come, blissful, give us an end nice and smooth). 

OCEANUS: “Beyond that, however, the clouding of judgment by misinformation does not take place only due to fake news, but also because of the citizen’s tendency to magnify the importance of one news and ignore ostentatiously the other one. We are dealing here with the conspiracy of silence regarding whatever is not to our interest, while on the contrary we propagate and advertise shamelessly and without inhibitions whatever fits our crystallized convictions. The selection of the subject with which one occupies himself and chooses his battles is a basic element of politics, however the neglection of a subject for the benefit of underlining another must not reach to turning a blind eye to the facts. It is not right for any matter to be covered by the veil of silence, on the contrary dialectics, mediation and conversation contribute to balancing and compensation between the standpoints and the interests hiding behind the facts and lead to consensus laws, through which the just principle is achieved that whatever is good for the one, is also good for the many”.

    “In the final analysis, professor of both medicine and medical practice, you are not just a country doctor, as you always maintain referring to Socratic ignorance”, continued Hyperion. “The choice of breaking news that leads anyone to a sort of cocoon or cubicle, where one listens only to events or comments agreeing with one’s conviction to the exclusion of all other annoying inputs, is symbolized by the story of Alectryon. He was a servant of the warmongering Ares, whom the god took with him on his saddle, when he rode Deimos or Phobos to go unnoticed and have sex with Aphrodite. He had assigned him the task of watching if someone uninvited appear suddenly, for instance the husband of Aphrodite Hephestus interrupting the coitus ingloriously and untimely. Hephestus, however, had adapted on the sinful (so to speak) bed the Sagene, namely a dragnet – a trap, through which he captured Ares on the moment of the orgasm. Ares shouted in vain, ‘help- help’ because in the meantime Alectryon was already sound asleep. So, Hephestus brought the lovers tied up like an animal or knotted like shoe- laces in front of the council of the gods, being continuously in session, whereby the aigrette of Ares’ helmet had merged with the fluffy tufty lacy and frothy night-gown of Aphrodite and asked their moral condemnation. In the end, since gods remain always gods and dispense both the sickness and the cure or anyway have extensive means, bigger levers, joysticks or crowbars as we do, the two came out unharmed and not worse for wear from the whole story with just a little punishment of exile, Ares to Thrace to remember the deed of Enyalius extermination, and Aphrodite to Cyprus to keep on playing with the conches and the waves; it was Alectryon who paid the price being transformed into a rooster who crows everyday waking up both himself and the others. Alectryon symbolizes the news that it is not compatible with our views arousing and waking us from the lethargy of crystallized opinions”. 

“To honor the story that you narrated, Hyperion, let us chant the hymn of Ares, although in fact we need Anti- Ares (Antares) in this life, i.e. mild and quiet people being like the morning dew and frost, an aura and a breeze on the leaves. The enemies of the wannabe gods of the wormhole have destroyed us, have obliged us, titans, to fight instead of devoting to peaceful tasks. So, behold a traditional hymn od Ares, which also praises Antares.

ARES’ INCENSE, LABDANUM

(Magnanimous, untearable, with vigorous hands and arms,

Slayer of men who strike the walls with an arsenal of arms

King Ares who rattle your weapons, guilty of murder

Bloodthirsty, warmonger, instead of becoming a herder, 

Who covet for swords and spears in a useless battle,  

Stop the manic attacks, rather shepherd some cattle

Accept rather the pleasure and Dionysus’ procession

Change the power of arms with a farmers’ session,  

To feed us all under peaceful laws and progression).  

BONUS: HYMN TO ARES

(VERY OLD, REFERRING TO THE TRAJECTORY OF THE PLANER MARS)

(Mighty Ares, armed to the teeth, with soldier’s cap, 

Noisemaker, city savior, letting no one take a nap

Forceful, tireless who can raise a wall of spears

Defeating easily the enemy, as soon as he appears,

Tyrant of your opponents, proud the torch bear,  

Dance in the fiery circle, shake a scepter in the air,  

You define your trajectory with seven given points,  

Flaming horses lead you to apex and antapex joints. 

Helper of mortals, who escort during puberty,  

You guide the heavens to serenity, liberty

Give us strength and power so that we may

The bitter meanness to lift and the dismay,

The soul’s treacherous deceptive urge to overcome

If someone irritates me, send him to kingdom’s come

In the cold cries of war with grace to intervene

To brandish institutional care in every needy scene

Away from ominous battles my elbow to lean).       

CHAPTER Θ’

SCORPION, SAGITTARIUS, ASPIS (SCUTUM), CAPRICORN

HYPERION: “Catasterism of constellation Scorpion in five, four, three, two, one. Execution”.

SAVAGE’s INCENSE, AROMAS

(Hear, you son of Cronus, glorious demon, boaster,

even symposiast Dionysus joins your roller-coaster,

It is your precious toy You have tied him in your thigh, 

Bring him to Tmolus, let him not fall from sky-high

Blissful, lord of Phrygia, king the land and of the poles  

Be lenient, help your secret servants in all globes).   

OCEANUS: “He is Scorpion and his nature is to bite and poison, so, it is to be expected that his god and master is Savage, a sort of Zeus, but even more ferocious and unjust”.  

HYPERION: “Catasterism of Constellation Sagittarius in five, four, three, two, one. Execution”.

INCENSE OF THE CRADLER, MANNA

(I am calling Dionysus cradling his own figure and shapes,

Who cradle in your bed but also harvest vintage of grapes,

An offspring of nymphs and of wreathed Aphrodite, 

Who vibrate in the dance and the steps expedite,

You join the nymphs with a crook and a mania’s goad

With Zeus will Persephone’s liability and load, 

You were raised as a friend of the immortal gods,

So, you must accept their morals and codes).  

OCEANUS: “Well, you see, the zodiac sign of Sagittarius is very unstable, and so the psalmody in the honor of the warlord Dionysus, who cradled the whole ecumene with his military campaigns and stirred up all hearts through his grapes’ fermentation, appears indicated”.   

Prometheus entered the bridge hastily.

“Sit down and refrain from bows, greetings, salutations, addresses or self- announcements. Hyperion, in what status do we encounter the constellations of Scorpion and Sagittarius? That is of interest to me. They are both intrinsically and extrinsically aggressive formations which have tortured us sufficiently in the past.”

“I looked up whatever I could regarding registered memories from previous cycles of Creation”, answered Hyperion. “As the Ecclesiast says:

‘A generation goes and a generation comes,

And the earth is established into the eon;

and rises the sun and unto its lace it draws.

In its rising it goes forth to the south and it circles

to the north- circles circling is going the spirit

and returns at its circuits… what is the thing taking place?

The same thing as shall be taking place.

And what is the thing being done?

The same thing that shall be done.’”

“Mercy, Hyperion, stop this unbearable intolerable Atlantic bubbling! I only care for the diplomatic statis between the domain of Scorpion and the one of Sagittarius”.

“Master, the invocation of the successive cycles of history is never inappropriate or out of place. Besides, there is a relation between Cyclone which is a twister of the Northern hemisphere and Typhoon, which will preoccupy us in the following and is always located on the northern hemisphere.”

“Typhoon (Typhon) again! Yes, I remember something from the mist of the childish memories. Please, give me a full professional report.”  

“Typhon was raised in the Typhonic cave of Cilicia and climbed the ladder of offices with great effort to become king of Sagittarius, tributary to the warmongering Scorpions, who had the god-equal Savage as their leader, a ferocious overlord, who was animated by some kind of primordial justice. Being a cunning dexterous general and a versatile politician, he got rogue and renegade and rushed Scorpion together with his allies, burning and looting. He was always a formidable enemy, a scarecrow for all with the mixed nature of a man and a beast. He always exceeded all children of earth regarding size and strength. He is anthropomorphic down to the thighs, underneath he has infinite helices of vipers, coiled or spiraled, rising to the top, as they emit tremendous whistling. The size of his body is higher than the mountains, sometimes his head reaches the sky, his hands stretch from East to West and from each one hundred dragon heads emerge. His body is covered by feathers, while his beards stand pointed, savage, wavy. I forgot to say that fire emerges from his mouth and eyes. Throwing flaming stones, Typhon defeated easily his opponents, who chose to play hooky and retreat ingloriously rather than face him. In the end, Typhon identified his opponent Savage and attacked him with his full force. The battle was relentless. Typhon winded around his enemy with his vipers and, after cutting his nerves with a sharp harp (sickle), he appropriated them having henceforth a nervous system at his disposal, through which he could direct industrial mechanical men, ships, troops, corps, even whole armies”.     

“When you refer to nervous system, tell us also what you mean, because there are also the perfidious ones who perceive the metaphorical expressions literally, only to find sufficient cause to doubt them.”

“We are talking about a sophisticated net of artificial intelligence and enhanced reality, capable of directing from a distance vast information receivers, which was, however, integrated to Savage in a quantum macroscopic form, instead of occupying entire stores of heavy machinery.”

“This is serious, Hyperion. Here, the balance of powers has been disturbed and we ought to intervene. Typhon has the power to slingshot mountains, lava and fireballs against his enemies, while the Scorpions fight with conventional means, cannons and poisoned arrows or lances, on the base of which they have acquired their name. Of course, the Scorpions are also not exemplary guys, one could say; they are just savage and uncivilized, sexually frantic and prone to revelry, worshiping a ferocious god within their state. Beyond that, why did Typhon invade them? To civilize them? There are always justifications, which the invaders gladly invoke, the most usual of those being that if ‘we didn’t attack, they would have attacked us’. They are supposed to arm themselves, to be threatening, to suppress a minority that belongs to us. Yet, such sophistries cannot persuade us, isn’t that so lads? Because we are…”

“because we are titans, because we are Greek,

We are Achaeans at our very peak

We care for all and we help the meek

When we see injustice, go in, our guns blazing,

We know there is no good to those invading”, shouted the crew encouraged.

“We will organize a surgical mission, through which we will recover the digital panoply of Savage and give it back to him. Then, we will help him in battle with our zap- and ray-guns and will restore the borderline between the two constellations back to ‘status quo ante’, i.e. we will attempt and proceed to ‘restitutio in integrum’.  

“Indeed, in today’s highly evolved era”, Hyperion made the useless comment of the week, “the invasions killing innocent have become unnecessary”. With the contemporary means of focused and surgical technology, the great enlightened masters and commanders, overlords and warlords can send from afar an unmanned flying micro-vessel or remote- controlled drone full of undetectable poison ή ένα μη ανιχνεύσιμο δηλητήριο and sweep clean whoever they deem contrarian to their interests and his heir as well. The conquests of land are now entirely obsolete and there is an alternative method of enhancing the influence with subtler and finer ways, such as advertisement, corruption through consumption, propaganda through false accounts in the internet, espionage, deployment of strawmen, puppets or hired and bribed personnel in the government councils, even the organization of a successful bloodless coup etc. All these alternatives are preferable to invasions”.  

To make a long story short a landing party was formed consisted of Leto, Buphagus, Anchiale and Metis that came down and skirmished around the headquarters of Typhon. They were, of course, extremely discreet and light- footed – no one saw them, no one heard them, although Leto continued to chew leeks due to her anorexia nervosa, just as the cat picks at catnip; At that point, reader, I ask of you to bear in mind all the stereotypes, triteness, patterns and standards, usually being adopted in adventures of stealthy infiltration of a castle or a fortress that is supposed to be guarded draconically, yet the raiders with knives in the hands and lampblack on the face manage to exterminate the sentinels one by one, and find an imperfectly controlled entrance or a backdoor to get in. Afterwards, the wandering in the infinite corridors of the dark ominous building begins until the heroes locate the searched artefact and the treasure and then they retreat in a bad shape, being persecuted by a hundred hostile agents, who could be either soldiers, or (wo-) men of security or mercenaries or mere thugs. If I were to describe all this, not even a thousand pages would be enough. So, to avoid overtaxing the rainforest of Amazonas, where the paper comes from, but also to facilitate the editor of “Titanomachy”, given that most of the costs concern the printing, you understand that you should mobilize your phantasy to work overtime and cover the gaps of the narration, which, however, are not essential in an unmixed strictly philosophical roman like the one you hold in your hands. Still, I ought to give you some factual elements: first, that the landing party went down disguised in skins and integuments, as the commandos of that time (what time?) usually did, that is why they were calumniated by the enemy Sagitarii (archers) of the Typhon’s regiment as goat-footed Aegipans. One feels always better if one maintains that she/he was defeated by a monster and not a normal adversary. Secondly, let me tell you that Anchiale, who was an educated nurse, benumbed Typhon with a hypo-spray and then managed to subtract the neural straps from the body of the sleeping warlord with a diamond harp used as a chirurgical precision scalpel. This neural strap after a relentless hunt, injuries, heroic transport of some members of the landing party on the shoulders of others, overriding of restrictive walls and energy fields, temporary loss and magical recovery of the artefact etc. was finally handed to Savage. So, the balance of powers has been restored. From there the ray-guns, thunder cannons of Ventistos Venthylos picked up the torch fighting a great battle against the archers of Typhon, who catapulted entire meteors to pierce the hull of the space- trireme. So much blood was spilled in these heavenly naval battles that a mountain of that Earth was named Aimos (bloody), while another was called Aetna, as a flaming meteor collided like a tennis racket with the front command disc of Venovinda (you know, the one placed before the two nacelles) and buried Typhon, who blew out this hot breath like ignited steam through the mass of the rocks establishing a stratovolcano. Anyway, the “status quo ante” of the borders was restored with lot of sweat and blood.  

Then Prometheus, who had at his disposal a lot of means – and how nice it is, if the good fellas of history have also the power to enforce virtue and defeat malice -, installed between the constellation of the Scorpion and the one of Sagittarius the constellation of Scutum (Aspis): how? Inserting between them the famous huge shield of Achilles, a vast -titanic artefact picturing and at the same time inciting to peaceful deeds, so that both war-races would finally come to terms and perform together some honorable tasks!

Homer delivers us a detailed description of the pictures decorating the shield of Achilles.  Starting from the shield’s center and moving outward, circle layer by circle layer, the shield is laid out as follows:

 Starting from the shield’s center and moving outward, circle layer by circle layer, the shield is laid out as follows: α. The Earth, sky and sea, the sun, the moon and the  constellations: PleiadesHyadesOrion, and Ursa Major; β) Two beautiful cities full of people: in one a wedding and a law case are taking place; the other city is besieged by one feuding army and the shield shows an ambush and a battle; γ) A field being plowed for the third time; δ) A king’s estate where the harvest is being reaped; ε) A vineyard with grape pickers and children; στ) A herd of straight-horned cattle; the lead bull has been attacked by a pair of savage lions which the herdsmen and their dogs are trying to beat off; ζ) A picture of a sheep farm; η) A dancing floor where young men and women are dancing and courting; θ) The great stream of Ocean.

After all that, dull peace dominated the area, that’s why it is not strange that Prometheus celebrated the pertinent development chanting the Orphic hymn of Sleep. Peace is dull, this is its great charisma and advantage! No news is good news!  

INSENCE OF HYPNOS THROUGH POPPY

(Hypnos, king of blissful but also mortal men, 

And all animals, whatever feeds the land’s semen,  

You conquer above all, you seduce them and charm,

Confine their bodies with chains and rings on the arm,  

Carefree, you give rest and ease our labors

Tell stories to relieve us and our neighbors,  

You train us for death, you wash our souls in light,

Because you have of Lethe and Death power and might.  

But, blissful, come nearer to embrace, trick or treat

Along with your adepts lead us through rest to feat).

Beyond Scorpion, Sagittarius and Scutum the mythological starship catasterized Capricorn (Aegocerus- goat-horned), as Aegipan was renamed, who according to the circulating rumors achieved the balance of powers, beneficial for the peace. To ceebrate and honor Capricorn, Prometheus and his crew welcome you aboard… eh sorry psalmed the hymn of the wise, bashful, prudent and generally recognized Athene.

HYMN OF ATHENE

(Pallas, only begotten, daughter of Zeus, performing chores

Blissful goddess, you don’t make noise on bed, but in wars

You know how to keep silent and how to speak, 

Jumping the high-necked mountains up to the peak

You entertain yourself in shady slopes and ravines,  

You teach the mortals what bravery or valor means.

You are a daughter who trains, occasionally gets angry

Avoiding the mattress, but for the arts you are hungry.

You orchestrate bad urges, but also prudence for the good

Enthroning spirit in both the mind, the will and the mood

Eolomorph, dragoness, shining lover of flowers

Defeater of Phlegra’s giants, rider that arrows showers,

Hybrid -born, redeemer of evil, fighting, fencing victor,

Blue-eyed, tricky, queen in the whole land and lictor,

 Day and night, during the calm and the hurricane, 

Listen to us, bring us peace, include us in your reign, 

Feed us, strengthen us, make us join your campaign).

CHAPTER Ι’

ICHTHYOSAUR (FOMALHAUT), ICHTYS (PISCES), AQUARIUS, CETUS (gen. CETI)

Catasterism of Ichthyosaur in five, four, three, two, one, execution.

 INCENSE OF GRACES, STYRAX

(Hear us, Graces, Charites, with your glorious bed

Daughters of Eurynome, who has a deep …unsaid,

Aglaia, Thaleia, Euphrosyne, who have also born    

Charmosyne and others beloved or furious – scorned

Eolomorph, ever- thriving, desirable to people,

Since not the rays of sun, either gold or purple, 

Neither the virtue of wisdom nor the values’ list

Nor the achievements of life nor any fatty feast,

Without you can arouse someone to the spirit’s gist. 

That is why, you are always around humble

Never aloof, but always to adept your secrets mumble.

        PROMETHEUS: “Eurynome, adulteress, Leontion and Mammarion of Epicurus, hetaera of Pericles, it seems we haven’t kept up with the news! Fancy that, in some quantum reality, you have slept with our worst enemy, how embarrassing and shameful. Have you no shame (aeschine), you, Aeschines? And on top of all, has your name entered a hymn? What else are we about to suffer and sustain to fulfill our current mission? Of course, as a captain I have nothing to reproach you for. You are exercising your duties satisfactorily, although sometimes just to be done with it. You usually mobilize yourself in the end of every Creation, enjoying the creative, artistic part, while during the Homeric battles you cut yourself considerable slack flaking out at work”.

      EURYNOME: “Eh…, what I mean to say is that … you know regarding the part of the hymn about my deep gulf … you should not be disappointed… it’ s not the size that matters, as it is motivation, desire, devotion, atmosphere… let us not forget that libido is one thing, while erotism is another ….”

      PROMETHEUS: “Well, that’s enough, drop the subject, OK? Let us proceed quickly to the catasterism of Ichthys psalming the hymn of Lysius – Linaeus. For Pete’s sake, don’t we have a quality troparion to sing? Should all be so sexual and degenerate? I don’t wonder how and why Christendom arose in our wake and wiped us out. To no use has our poor Julian mocked them saying ‘I read, I knew, I condemned’ (ανέγνων, έγνων, κατέγνων). But Saint Basil of Caesarea (not the red fat Santa Claus of Coca-Cola) got the better of him and hushed him with the hollow smartness ‘you read but you didn’t know, because if you knew, you wouldn’t condemn’. Simple folks are not so immoral, as we, the pseudo-progressive intellectuals, believe. People uphold principles, and in the end, we are going to be handicapped and outflanked, exactly where our main superiority lies, which is morality. Sometimes, our tendency to aesthetics is bigger than our attachment to ethics. Or is perhaps our main achievement our logic or our mythology- psychology? Anyway, leave it to the young to choose, what patent or what intellectual property of ours they will plagiarize first to ensure their survival”. 

HYMN OF LYSIUS – LINAEUS

      (Hear, blissful, son of Zeus, Bacchus with two mothers

      Glorified for your sperm, valuable for all the others,

      Hidden-born, I want to use your fruit for cure, 

      Apply it on my wound and be healed for sure, 

      Ground-breaker, Linaeus, who blow winds,

     Relieve our pain, penetrate healingly our rinds, 

     Touch us, enrich our marrow, stop our sorrow,

     With your magical thyrsus redeem our tomorrow

     Choose whom you want yourself to reveal

      Assuage, appease the adepts with your appeal).

      “Master, I believe that the interpretation of the oracle, where you clarify that Bacchus- Dionysus is a homeopathic cure for the unchained sensually – hedonically addicted, is a nice touch”, admitted Hyperion

      Koios turned from the rudder and said:

      “Master, I remind you that we have entered the constellation of the Pisces (Ichthys, Fish), where according to earlier reports from past Creations, regarding to which one wonders why she/he had tied a ribbon in the finger, an intense protoplasmic and ectoplasmic activity from other dimensions is to be noted. The creatures are quite expectedly fishes, huge space- beasts secreting extremely corrosive sperm to the titanium walls, from which our spaceships are made”.

      “Lieutenant, the right scientific ethos dictates that you remind the captain of the innocence of these poor fishes, who have no beef with us, they simply consider the space-triremes as female beings of their species and hurry up to fertilize us. Subsidiarily, since the females breastfeed their babies, exercising a perverse attraction to the males, who also want to suckle, the latter see us as a source of nourishment and food and attach on the metal of the vessels to milk our energy”.

      “Commander, what’s got this to do with our need to err to the side of caution? The motives of the fishes are indifferent to us; we are neither going to analyze them nor spend any grey matter concerning them. When someone attacks or harms another, is either crazy or bad or stupid. It is not required of us to compose a treatise or to get a doctoral degree only to …”

      “Your logic is naive and simplistic, fitting more to caps or redshirts rather than an officer of the fleet, fully pretrained in every possible matter”.  

      “Stop”, said Kreios. “Fish at two o’ clock, coming about at dyne- warp speed”.  

          “Red alert, all hands to battle stations”, said Prometheus. “Activate shields and perform evasive maneuvers. Ray-guns on standby”.  

      “Attention, it wants to stick on us”.

      “Helmsman, we have already ordered evasive maneuvers, that’s the solution. Now, if you can’t do evasive maneuvers, that’s your problem, not the captain’s. In any case, I gave you the proper command”.

      “I, I or aye, aye, it is my turn to respond. We have distanced ourselves enough clicks from the first fish, but there is another coming hard from port”.  

      “No one goes left winged on me and lives to talk about it”, said Prometheus.

      No matter how much the navigator and the helmsman tried, the first plotting continually a now course and the second turning the steering wheel right and left, the fishes got closer.

      Koios turned towards the captain’s chair, obviously disturbed by the sequence of events. 

         “Master, I can elude one fish, not two! Not two.”  

      “Let it be written in the captain’s log that I was forced to exercise violence as the ultimate solution, after the helmsman notified me that he cannot elude two fishes at the same time”, ordered the captain. “Eurybia, Eurynome, Leto, woman the guns”.

      “I, I”, stepped forward Leto. Our viewfinder has targeted and locked a fish at ten o’ clock. No, just a minute, the damned thing perceived that and is going away. It is moving at a distance approximately equal to the range of our cannons, occasionally getting out of range and then back within. Do you think that it is sentient, captain?”

      “I don’t give a rat’s ass if it is sentient, the xenobiological, xeno- sociological and cliometrical research can wait. Theia, you take control of the guns. As soon as the fish places even a half tail within range, I want you to automatically fire it”.  

      The screen showed two large fishes winding in space with pulsing, iridescent, fluorescent bodies, traversed by various traffic, status or navigation lights, as if they were shrimps or cuttlefishes.”

      “Captain, as first officer I am obliged to point out alternatives”, said Hyperion. “If we lock the fishes on the verge of the range, they veer sideways and get clear. On the contrary, if we are patient and let them get a little closer, then it takes only one shot to pass through them”.

      “Hm”, said Prometheus grabbing sovereignly or even a bit anxiously the arms of his armchair. “Let it not be known that I don’t take seriously in account the recommendations of my first officer. Let’s do this. Leto, keep the guns on standby, wait until the fishes approach us and then fire all cannons at will.”  

      At some time, the sound of a detonating zap-gun was heard. Prometheus searched for the invisible trace of the ray in space, a vain effort!

      “Leto, your shot was a dud. I don’t see any direct hit or a bull’s eye, maybe you just shot some tentacle which is no good even for an octopus- in- vinegar dish”, he expressed himself disappointed.

      “New targeting, new lock, bogus at the fourth quadrant”, said Leto.  

      “Shoot a torpedo volley to them, we are not in the mood of saving components, right now”, ordered Prometheus.  

      “Fire, fire, the devil should hold them”, swore Leto unjustifiably.

      “Lieutenant j.g., I am forced to reproach you, because such language is inappropriate for a member of starfleet. I am subtracting ten points from your tag, demoting you -effective immediately- to adjutant, unless you choose to buy them off with a hundred pushups in the gymnasium of Venovinda.”, Hyperion bestowed on her a reprimand.

      “Not now, Hyperion”, Prometheus interrupted him. “It is not the proper time for you to exercise your supplemental task of proctor, lictor, tutor, coach, overseer, supervisor, attendant, censor etc.”

      In the meantime, the goldfish on the screen leaped, its colors got out of joint, its movements paralyzed and a liquid which could also be gas gushed up in an explosive decompression from its body.

      “We got it, we got it”, the shooters and the gunners jubilated hugging one another.  

      “Such kind of celebration for the inglorious death of a partially undefended opponent is unworthy for a member of the space- trireme N.A.O.S. CO.M.MY.S.S. (Cosmological Mesonic Mythological Starship) Venovinda”, the relentless Hyperion intervened. “An officer of Astro-galactic Organization of Sirius must be equally reserved concerning both laudations and reproaches, keep his/her cool-headedness and her/his logic intact in very circumstance…”

The jubilations were indeed obscured and moderated through the appearance of four new fishes who chased the astral vessel mercilessly, without bothering, recoiling or even caring for the extinction of one of them.  

      “Under these circumstances, we are forced to put in motion our most extraordinary means”, certified Prometheus. “Let us chant altogether the hymn for the catasterism of Aquarius constellation, suitable par excellence to sooth the fishes. To this end I choose the Orphic hymn of Hours, because we are standing here before a kind of seasoning. We also proceed to the hymn of Melinoe signifying the catasterism of Cetus, most intelligibly related to our case.”

                INCENSE OF HOURS, AROMAS

      (Daughters of Zeus and Themis, hours, 

      Eunomia, Dike, Irene, all of them are ours,

      You are of the spring, you rejoice on the meadows, 

      Emitting colors, sweet smell from your windows,

      You are everlasting, goodlooking and dancing,

      Wearing airy veils, with fragrance lancing,

      Cosplayers of Persephone, please, proceed

      Together with Graces circling dances lead,

      Devoted to Zeus and Demeter, who all of us saves,

      Come to the fiesta, where she as fruit-bearer raves,

      Giving amble production in houses, folds and caves).

          MELINOE’s INCENSE, AROMAS

      (I call Melinoe, a ground nymph with crocus veils

      Born at Cocytus’ estuary which is full of sails

      By Persephone, on Zeus’ bed, under his roof

      Pretending to be Pluto or stranger aloof,  

      Breaking her mood into mania and greed

      So that the elements get crazy, impossible to read,  

      Gave her purpose, the types of ideas and the ark, 

Which one can see through nepenthes’, orchids’ dark.

When you make underground raids as earth’s insider

Being a chthonian queen and a cool easy rider

Please, goddess, prevent the soul from being mad, 

Make it strong, benevolent, dispassionate, not sad).  

                 Despite the hymns, the situation did not seem to become any better. The fishes, following Venovinda in lockstep or rather with a palindromic movement of their tails, catapulted sperm for fertilization, while the remaining fish from the two who had attacked attached to the engineering section and tried to suck energy applying his corrosive glue.  

      “The engineering room just as the whole back section of the ship is under stress, captain”, said Eurybia. “Almost all electromagnetic power from the crystals’ reaction is sucked by the fish and is not channeled to the conduits. It is as if we have suffered a kind of ischemic encephalic episode. Beyond that, infiltration and transudation of the walls are registered leading to dialysis, osmosis and fracture of the outer hull. The space mates are just now evacuating the engineering”.  

      “Why, did I give such order? They should stay in position and defend it. We are at risk of staying immovable in space, dead in the water, without any energy in our drives”.

      “My lord, I have a groundbreaking proposition, which should be implemented immediately, but I have no time for extensive explanations”, said Hyperion. “It is obvious that the idolatry or pagan hymns, and to honor inferior second -class deities at that, are neither beneficial nor powerful enough in our specific case”.  

      “I got it”, said Oceanus. “Since we are dealing with fishes, the solution is the Christian troparion. Ichthys – Jesus Christus God’s son Savior, born and baptized in the water. Christianity is perhaps the only movement that can be compared to ancient Greek titanism, because the former proceeds parallel with the latter throughout history representing almost the same principles”.

      “Yes, but based on arbitrary non- etiologic, mostly unjustifiable faith, not on scientific accuracy and method”, argued Prometheus. “We need conscientious citizens, not blinded fans. The acceptance of the moral principles must have logic as fundament, not fear…”

      “Prometheus, we must hurry!” yelled Hyperion desperately, whole the ship was shaken and seriously beaten by successive strikes.

      “OK, let us begin chanting a Christian psalm, although according to my viewpoint Christians are pretorians, Valets de Chambre, privileged confidant snitches and rats, private councilors  of God, internal affairs’ spies, being sent to all epochs to ascertain if we, the titans, the real agents, are up to the dirty work that He has assigned us”.

“The Lord is my shepherd; I shall not want”, Hyperion screamed urgently.

“Boys and girls, a both sacrificial and Christian inspiration has occurred me”, announced Prometheus. “One of you should take a shuttle and invade deep inside the attached fish to tear its intestines to ribbons. Does that sound like a plan? Metis, I nominate you as a volunteer. Go and teach this creature a lesson that it will not forget. Go and sin no more.”

“I, I”, said the energetic Metis und disappeared running from the bridge.  

At the same time Prometheus addressed the gunners.  

“Leto, aft cannons, lock all three targets. Channel auxiliary power to the weapons system, if necessary, diverting from the life support system”.  

 “I am interpreting your command, not obeying it blindly, captain, as we, the titans, are taught. The targets are four and I am aiming them one by one”, clarified Leto.

 “He maketh me to lie down in green pastures.”

 “Capitano, one of our fish persecutors is wriggling convulsively due to the direct hits of our cannons, his colors are short-circuited, fading, extinguishing!”

“Good, we need some good news”, said Prometheus. “And don’t forget. Time is a luxury we don’t have”, he added a saying, which anyway he uttered at any rate, in any case.

“He leadeth me beside the still waters.”

“Master, the shuttle “Salaminia’ under the leadersphip of Metis has scored powerful blows on the attached fish to such a degree that he begins losing skin cohesion and organs’ function”.  

“Well done, Metis, bravo, you have a great mind, as your name suggests, and not only a big nose. I knew that you would do me credit!”

 “He restoreth my soul.”

“Hegemon, attached enemy fish is disintegrated, broken into smithereens!” Wild enthusiastic cheers followed this encouraging news.

“He leadeth me in the paths of righteousness for his name’s sake”.

“Main fish at six o’ clock presents problems leaving formation, dizzy due to our thunder cannons. But also, the fish at seven o’ clock seems to shrink and wrinkle.”

New jubilations deafened the bridge.

 “Yea, though I walk through the valley of the shadow of death, I will fear no evil.”

“Now, I am going to give the only possible order, which one could conceive under those circumstances. Attention, it will be a shepherd’s command, not a Delphic maxim or precept; I don’t want any interpretations or such dandy, queer or faggy concoctions. Just concentrate your firepower on the last remaining fish. Launch also one or two photon torpedoes in addition to blow him to Kingdom’s Come and beyond!”

“For thou art with me; thy rod and thy staff, they comfort me.”

Th guns and the torpedoes of Venovinda shredded easily the last fish. And the crew rejoiced.

“Thou preparest a table before me in the presence of mine enemies.”

“Now, a complication is registered. Hull breach in the storeroom, since oxydizing organic mass from the dismembered fish sticks like hansa- plaster to different sections of the external hull”.

“Τhou anointest my head with oil; my cup runneth over”.

“Volunteers, run on the double and seal the breach with insulating material. Implement immediately protocol of foreign elements’ expulsion and friendly elements’ repairment”.

“Surely goodness and mercy shall follow me all the days of my life”.

“Archon, the last fish vessel lies at the point of the final death throe. We won!’

“And I will dwell in the house of the Lord forever”.

“Yes, the psalm was entirely coordinated with our frantic pyrrhic war dance. Thank you, Christ. Wash our sins, not only our faces” (Greek palindromic scripture outside Hagia Sophia- Constantinople). 

CHAPTER ΙΑ’

ERIDANI, ARISTEROPOUS (LEFT-FOOT, RIGEL), LEPUS (HARE), PERISTERA (COLUMBA), SIRIUS

“With the grace of God, we reached almost half of our itinerary”, announced Prometheus. “At the borders of this ecliptic, “we will enter the second half of our journey, having as starting point and attack base our headquarters, Sirius, this familiar place, where the pasture is greener and the waters flow more gently”.    

The captain winked astutely at his commander and first officer: It is time to create Eridani, the quietest river, which will carry us to our destiny, because ‘fresh waters are ever flowing in upon us’.  I think you know something of Eridani, eh Hyperion?”

“It is considered as the distant home planet and cradle of all Atlantes”, Hyperion said without being even a bit excited.

“Then you are bestowed with the great honor to psalm the hymn of Moira or the fates, which I have chosen for this particular Creation”, the hegemon granted the pertinent privilege, which he never did easily or thoughtlessly.

MOIRA’s INCENSE, AROMAS

(Infinite fates, daughters of night with fumed face

Listen to my litany, who have many names and grace,

In a lake, where white water and worm drops press

In a shady greasy inmost part and deepest recess.

There, you walk upon people’s vast and long earth, 

Where with false hope the gender of mortals gives birth

You walk covered with scarlet garments and veils

On the fateful ground where only the mightiest prevails

Where Dike investigates, where hopes squeeze and dry

Especially if the old laws against thee writhe and cry.

Because only Moira people’s lives regulates, dictates

Not even the Olympian gods are stronger than the fates.

Since everything that happens to us comes as external,

We can beat it only with god’s harp and lyre eternal.  

So, please, airy, gentle, mild and soft ones come here

Atropos, Lachesis, Clotho surround us with your sphere.

Latent, irreversible, unchanged, surely tough, 

Sometimes giving joy to people, not so rough,

Fates, listen to us, appreciate our libation and sacrifice

Give your adepts a break and a piece of good advice).

“Captain, incoming message from the third planet od Eridani”, said Eurybia. “I am projecting it on the main screen”.

A face with grey charming temples and a willful chin appeared.

“Ruler, my name is Tereus and I am king of Thrace. My marriage of convenience to princess Procne, daughter of King Pandion, is impending. As you can understand, it is a very important event, unfortunately also unavoidable. All this time, during which I was unmarried- or rather the right expression is unwedded, since the wedding equals wedlock-, she looks down to me as if I were a miasma, as if our relationship depends exclusively on us being wedded or unwedded. Are we, men, marked with some color on the women’ vision, for instance red or green depending on our family status?”

Prometheus consulted Hyperion whisperingly.

“The man speaks incoherently and asynartetic without cohesion or distinguishable thread of thoughts. It seems as if he wants to divulge everywhere his grievance. The fact that he endeavors to unload his trouble and sorrow to us, who are entirely unknown to him and not to his companion, means exactly that their relations are disturbed. Because if they were decent, if there were even the slightest noetic communication, the backwash of his frustrations would be swallowed by his companion and not by us, who, all things considered, have got nothing to do with it”, said the educated Atlantean. 

              “As always, accurate to the point, Hyperion”, admitted the hegemon (as always acting within his jurisdiction). He turned towards the screen.  

              “What you say is very interesting, king, and congratulations for your upcoming spiritual union. Nevertheless, we fail to see our connection to that planned marriage of yours”.     

              “Your vessel has acquired quite a fame, captain, and I believe that it would be a great honor for the whole planet system of Eridani, if you were to perform the ceremony”.

              After a swift memorandum of understanding with his crew, channeling in fact through the eyes, the captain nodded.

              “We are honored”, he said. “Eurybia, please, discuss with the archon, find the coordinates of the princess Procne, arrange also for an available room as well as enough space for her luggage and beam her aboard. The ceremony will take place in the temple of the space trireme Com.my.s.s. N.A.O.S. Venovinda; be prepared for the announcement of the precise day and hour and note, of course, that the gala official uniforms are mandatory for those who will attend”. Prometheus used many initials on purpose to impress, but also to emphasize that the presence of all would be mandatory too.

Unfortunately, as Hyperion and Oceanus had the opportunity to find out, informing Prometheus to that regard, the bride competed against the bridegroom, as far as instability and unpredictability were concerned. The whole procedure of the impending marriage was apparently staged for the legitimation of Itys, a child that the happy couple has already acquired. It was also obvious that Itys, for whom Procne was dragged forcibly to wedding against her will, had become an obsession to her; she talked steadily about him, that he resembles his father regarding his character flaws; she also had an equally perverse obsession regarding her sister Philomela, with whom she was inseparable like symbiotic plants. She had asked from her future husband, if he wished to make her a favor, to allow her before the marriage to meet her sister or if her sister could come and visit her. Tereus sailed eagerly on his ship and reached Piraeus’ port soon enough with his rudder and his sails to satisfy the wish of his bride, to go, take and bring back Philomela – ‘fetch her’ like the Anglo- Saxons say. During the departure, the father of the girls Pandion made him swear to protect Philomela, as if she were Procne, and send her back as soon as possible (A.S.A.P.), graceful and intact, because she was the only comfort of his old age. According to the analysis of Prometheus and the specialist for medical-psychological matters Oceanus, all this presaged the perfect storm, in case, e.g. that Tereus, who lacked obviously an ethical education or morality, would take a little too literally the words of Pandion about ‘protecting’ Philomela as if she were Procne.

The omens were bad, so our heroes hurried to dispel the gathered clouds, singing a spell relative to the birth of the constellation Aristeropous (left foot), which means that it never rains but it pours, and that whatever can go wrong, will eventually go wrong. The hymn, of course, was chanted to exorcise a bad event, but the outcome of every prayer is always unknown.

RHEA’s INCENSE, AROMAS

(Daughter of primitive and polymorphous aeon, 

Killing the bull with the chariot, fraternizing the lion,  

Drumhead, maniac, daughter with copper plates

Father of Zeus, through thunder raising death rates,   

Who did not recoil Cronus the bloody to marry

Who like the cries of the mortals eaten by bears furry

Queen Rhea, who like the noise of the battle

Who save and redeem only after the hearts’ rattle,  

Sharing the house of farmers and the warriors’ saddle

From you, heaven and earth together march, 

And the wind tears the window curtains like parch

Come, blissful goddess, save and fill us with meaning,

Bring peace, prosperity and a wholeness’ meaning, 

Free us from frustration being like popinjay preening).  

Since they were worried if Tereus would find his way to them, suspicious that despite his allegedly sovereign presence he was characterized by deep cowardice and indescribable insecurity,   urged and led by mixed political and sexual reasons towards a wedding that he despised  -and even more crucial and decisive – so did the bride, they sang the hymn for the constellation Lepus, which was also called “Mise’s Katabasis”. 

MISE’s INCENSE, STYRAX

(I call Dionysus who has a thyrsus fennel stalk, 

Who gushes sperm all over to press his luck, 

And the pure and holy Mise, queen with a hood

Masculine and feminine, I never ruined her mood.  

Even if you are in the Eleusis temple for sacrifice

Or to go for a walk in Phrygia for you suffice,

Or if you are in Cyprus together with Cytherea

And you enjoy the wheat crops of the whole area,

Or if you are together with Isis, dressed in black

In the Nile with the adepts to empty the offerings sack

Please, bless the good deeds and soon come back).

“Again, it is my duty as first officer to point out that through these psalms we praise our enemies”, complained Hyperion.

“Hyperion, it is really a shame that you, Atlantes, are doctors in all sciences and arts except humor, ‘Attic spice’ in Greek. I urge you to think that these psalms are animated by an extremely ironic spirit and – what is more important – they address the opponents, only to sooth them and bring them to reason. For instance, when we praise and glorify Hermes on the grounds that he was a great thief, the newer generations must be too damned fool not to grasp the apparent truth that for us the gods were enemies, since the real God is inside us and cannot be localized in anything external”.

 After this clarifying conversation, we return to our episode’s plot. Of course, the titans could never imagine the extent of the psychic diseases and self-imposed fantasies involved. Tereus searched for a mirror counterpart, where his banalities, prejudices and nonsensical remarks about the supposed innate immanent difference between women and men would reflect and shine according to the Anglo-Saxon motto that boys are snips and snails and puppy- dog tails, whereas the girls are sugar and spice and all things nice! On the other hand, stands a mother unwilling to admonish or to teach, but eager only to destroy, to equalize and exterminate her own offspring with the frenzy of a Maenad, who reaches the point to confess explicitly, plain and direct that she does not want to bring up or raise, but only to disembowel, defile and tear apart! The observed perversion is not merely disheartening, but also repulsive and disgusting. Such an undeletable and archetypic hatred of a mother towards a child is unexplainable, no matter how many childhood traumas one has sustained; such pure hate cannot be reconciliated or exorcised! Also, medical science is entirely perplexed and at a loss before the tendency of Procne to consider equals in her paranoia future husbands, children, cousins, friends, or mere acquaintances of yesterday or recent past. But perhaps it is not so unexplainable, since all people become equals before the panic of persecution complex. Given that the psychology for the ancient Greeks was their mythology, the well- known in the relative bibliography case of Medea, whose every rejection was compensated only through murder, could enlighten the facts.

The day of the wedding came, let us cheerly welcome bride and bridegroom before the ecclesiastic pulpit, which was in fact the captain’s bookstand. Prometheus strutted like a peacock and then began to read the riot act of a traditional customary litany, the performance of which was always reserved to the captains of the commercial or military navy.  

“Since the dawn of time the holy custom has been introduced, according to which the captain of a space-trireme is equipped with the authority to supervise and bless the conjunction of male and female, the consortium of all their lives and the covenantal union of two society members into one flesh. So, by the power invested in me by the Astro- galactic Organization of Sirius, I proclaim you …”

“Objection, objection”, a sky-high roar surged from beneath, because indeed until the ceremony was completed, anyone had the right to object. 

Anchiale came near, presenting to the central protagonists of the sacrament a white cloth embroidered with scarlet fibers, carrying it with such respect, as if it was the shroud of Turin or the secret of countess Valeraina, wrapped up as a present in a gift package. What was that? Prometheus, who until that time occupied not the adjective, but the temporary predicate of a priest, unfolded the fabric, just as Cleopatra unfolded herself before Ceasar. The textile was long enough to recount a whole story and the narration was – alas- the following: When Tereus went to Piraeus and envisaged Philomela, whom he was supposed to escort to the marriage, was possessed by illegitimate passion and began being fired by the incandescent arrows of the Cupids, carried away along with their wings and hovering veils, or to put it another way through the means of a proper Greek expression, he fell for her pretty badly. The journey was not over yet and the barbarian prisoned the pale, trembling, scared beauty, who had barely the strength to ask in tears where her sister was, he raped her, prostituted her, made her his concubine. Of course, you will justifiably object: is it possible for Tereus to do such thing on the eve of his marriage? Well, what can you do? Passion was stronger than he was, although this explanation does not justify his abominable act, since there is always free will and the possibility of acting in a different way. Enraged, Philomela had threatened to overcome her shame and uncover the act with a very old mythological me too. Then, Tereus drew his sword, grabbed her and cut her tongue. What did Philomela do? Imprisoned, without either speech or homily, she conceived and executed the plan of sending the embroidered robe secretly to Procne to hinder her marriage. If Tereus completed the ceremony, he would have both power and custody on Procne as well as on Philomela according to the terms of the Roman “manus” and would have the opportunity to cover up his crime. When the candidate bride heard the nefarious and ominous report of her sister, a decisive and defining change was registered. She passed from the stage of personality disorder with psychotic traits to paranoic delusional schizophrenia. She began mourning, wailing, tearing her wedding dress and crying her eyes out for the fate of her sister.  

The people present at the ceremony were consternated. Taking advantage of that, the high-skilled Procne ran to the transporter, being already familiarized with the corridors of Venovinda, gave her coordinates to Theia and beamed to the planet before the yeomen in charge could make a pipsqueak. It was obvious that she had revenge thoughts of such magnitude that the human brain could not even conceive.   

Then, came the time of Prometheus to demonstrate the reason, for which he was the best captain of starfleet. Stretching his legs and stepping heavily on the deck, he was the first who recovered from the numbing torpor and directing his crew like a maestro or virtuoso of an orchestra he said:

“Arrest Tereus immediately on the charges of rape, serious injury and illegal detainment of a person. The wedding is cancelled. Leto, run immediately to the tele-transporter room, along with a security team and beam Procne again back to the ship. Upon her arrival, she should be arrested as a precaution to prevent imminent crime. I take full responsibility for the lawfulness, necessity and purpose of her detention. Hyperion, locate the life-signs of her son Itys and find a way to wrap his body with a protective energy field because his life is in imminent danger. Titans, mobilize instantly. Unfortunately, we are doomed to keep every moment the moral principles that we have received as legacy, to do the right thing without expecting anything as reward”.  

All orders from the captain were executed and the worst was averted. To celebrate one more auspicious and successful mission outcome, the titans hurried to recite the hymn of Palaimon, which was all in all an optimistic hymn.

PALAIMON’s INCENSE, MANNA

(Comrade of Bacchus and esteemed tablemate,

Who dwell in the meadows and the depths as of late,

I call you, Palaimon, on our ritual blogspot, 

To come favorable, face impeccable without blot,

And save your acolytes both on ground and the sea

Be a lighthouse for the ships, so that they may see.

You are the only savior, who before mortals appear,  

Deliver them from the storm to a day bright and clear).  


          Later, when the space-trireme Com.m.my.s.s. N.A.O.S. Venovinda approached the spot, where its home country  was, Sirius, the star colloquially known as Dog Star of sultry summer days, she resurrected it from the ectoplasm of the chaotic forgetfulness, the psychical garbage and the unbaptized souls with a very special and confidential hymn, that of Semele, the tormented mother of Dionysus, who relates tragically the torments of femineity, but also validates completely the woman sex, the mother, the wife, the lover, the sister.

  SEMELE’s INCENSE, STYRAX

(I call the queen and Cadmus’ daughter, 

Semele, with tentacles, which love, don’t slaughter

Mother of thyrse- bearing Dionysus, pain in the ass

Who suffered many things during life transit pass

She gave birth according to Zeus’ orders and terms   

Whose glory and value Persephone herself confirms 

Every three years, when the great feasts begin,  

For you, the mortals have fun and feel that they fit in, 

Planning pure sacraments on holy table and ground.  

So, goddess, please, give us odor, light and sound,

Be favorable to all the acolytes that you find around).

So, when Sirius had been restored, the capital and the pride of the Astro- galactic Organization of planets, the time came or rather the demand was overdue for Venovinda to be subjected to maintenance works, extensive repairs and systems’ upgrade. We can already see the ancient Iapetus discussing with an engineer, assigned to the space station personnel, where the flagship of the fleet had laid in and where else? -in the engineering room.  

“Cratesipyle, I will say it one more time. Whereas we are mainly a mesonic ship, we need also neutrons. Only with a neutron generator I can ignite the plasma derived from the matter- antimatter reaction or even reignite it, if conditions of inertia occur…”

“Oldest of the titans”, said Prometheus going in through the automatically whooshing door, “I don’t want you to torture with your endless grumbling the illustrious members of the space station, which has the honor to harbor us. Let us not forget, that Venovinda never operated according to her specifications throughout countless Creations, but always implemented patents and provisional jerry -rigged connections with a lot of saliva and a Turkish delight as glue on the wirings and the pipes.”

“Son, I see you in a clearly optimistic mood today, which, however, is not justified by the state of things and the current situation. You have stayed with half a crew, Venovinda has nearly become a piece of junk, while the Olympias are reborn as usually from their ashes”.

Prometheus bent meaningfully towards his father.

So, you drooling old timer”, he said tenderly, “trust me. The current cycle of Creation seems much promising regarding the omens. Of course, above all it is valid that the best and only augury is to fight in the defense of one’s country. Beyond that, however, Hyperion has ascertained, after he studied along with Theia on the synthetists traces of previous Creations, that in many preceded cycles the episode of Procne and Philomela had no auspicious outcome. Instigated by Bacchus’ mania and by Erinyes’ pain, Procne invaded the prison of her sister, snatched her from the room and took her with her. Then at home, as she pondered what would be the bloodiest revenge which Tereus deserved, Itys came to her direction. She looked at him with a ferocious gaze: ‘How much he resembles his father!’ She said no more and hastened to commit the dismal crime. Along with Philomela, they killed the young man and set the table for Tereus serving him as a meal, so that he ended up devouring his own blood!  Then he asked his son and Procne told him: ‘you carry within you what you seek’ and, as he, being doe-eyed and staring at nothing, circled around and called for his child, Philomela heaped up before his face the bloody head. Then, he jumped with a sky-high cry of terror, he overturned the tables he ejaculated and wailed that he was the grave of his own son; Afterwards, he rushed and chased the daughters of Pandion with naked steel. Those grew suddenly wings and feathers and flew, Procne to the woods as a nightingale and Philomela to the roof as a swallow, but also Tereus, vibrating out of pain and lust for revenge, became a bird, whose feathery crest rises and his beak extends distortively bearing the red stigma of blood. And the name of the bird is hoopoe, epops or dryops, destined to be the eternal game of the hunters due to his beauty and particularity”.

“Ok, that’ enough”, said Iapetus, “I don’t want any other abominable stories. Good, we averted a negative development. Also, in the past we managed to score some successes, but in the end, Jupiter was the victor”.

“Trust me, papa, daddy cool, when I say to you that I have a good feeling about this cycle. I am bound to have a good idea and strike such a hit on Zeus that he is going to lose all his powers, he will forfeit the source of his energy forever, and without energy in this universe one cannot even boil an egg”.

CHAPTER ΙΒ’

CANIS MINOR, CANCER, LEO, OURALCAIA (DENEBOLA)

Sirius 3 had majestic buildings which covered whole building blocks, skyscrapers in the middle of the cities, fly-over and overpassing unleveled crossings, towers with a sharp top spiraled by ramps and inclined planes for ascent or descent and tall houses by the beach or where there was no low vegetation of bushes. In any case, arbitrary unscheduled construction out of the city plan   was not allowed and Sirius’ industrial units were gathered in predestined and preplanned areas. That is indeed hard science-fiction! Besides, it had the common ground with your reality, reader, the fact that in summer it was too hot and the water was scarce and through this clarification we believe that our story regains its verisimilitude. Yet, the… Sirians (not Syrians) had many resources and reserves, and their scientists had reached the point of influencing the weather through various programs of atmosphere’s humidification, bombarding of the clouds with ice cubes and other techniques equivalent to the Indian rain dance. On the other hand, what Sirians did to their own country is of no such interest to us, as much as the fact that being in their country and possessing the proper means had no problem dictating the way for the third rotation of the heavens. With the knowhow of the appropriate hymns, they started to unlock the third layer of the firmament, passing from there to the sector of space visible from the north hemisphere of the Earth. Grateful for their own memory, which was preserved in the dusty libraries, the rat-eaten shelfs or on stains and traces of deleted synthetists’ files from other eras and other Creations, the titans, who believed in the traditional principles and values, introduced at any rate by themselves, recited the hymn of Mnemosyne, corresponding to the constellation Canis Minor that they reached through Canis major, known and nonexempt from a previous rotation, following the equally known navigation axiom of Greek origin “I tell my dog and the dog tells his tail”.        

MNEMOSYNE’s INCENSE, LABDANUM

(I call Mnemosyne, who is Zeus’ bedfellow, 

Who gave birth to the Muse that sings so mellow, 

Who keep the memory away from harmful malice, 

Coordinate minds on the souls’ table with your chalice,

Make the thought grow strong, a shiny reflection,  

A clear reminiscence, there can be no objection. 

What sits on anyone’s chest as opinion or point of view,  

Cannot change or discredit what you know and knew.  

Thus, blissful goddess, come our mind to irritate, 

Through holy ritual, keep Lethe out of our state).

In the continuation, it was the turn of the Cancer constellation, which was a very tough customer.

In Cancer 7 lived a daughter named Atalante, beautiful, manly and fast. She was the “alter ego“ of goddess Artemis, namely a champion of archery. Besides, she didn’t do anything else all day long than running, training in general and shooting arrows, finding at the same time her food in the tradition of running, hunting, fishing, foraging man. Her extended virginity and the pertinent fear of deflowering penetration, and into a sensitive body area at that, which was constantly irritated by the running, made her bitter and harsh; as a result, she hid her inner insecurity, compensating for this handicap through her proclaimed ability to exterminate on any given moment the threat to her vagina, i.e. the men. She was particularly desirable due to her aggressivity, which was construed as a tendency to lust or concupiscence and had many suitors surrounding her and buzzing around her like bees or wasps. So, she concocted some incredible plans to the end of annihilating the men When she was in bad mood, she persuaded them to tie up to a post, provided them with knives and made them cut and chop each other with the promise that she would marry whoever survived. Alas, the conditions of the duel were such – knifing and stabbing each other without any possibility for the gladiators to go away or make evasive actions – , so at the end of the day no survivor was standing, and even if someone survived was transported urgently to hospital, with the only option to order for himself a suitable wheelchair without any lust or disposition or sexual urge for nuptials. A sicklier and more perverse version of the above, even more sadistic, because it gave the suitors the illusion that they could be absolved or saved due to the carrying out of the contest on a free open field, was to make them run unarmed in front of her, while she chased them with full armor. If she overtook them, she would kill them, whereas if someone proved to be faster than her, she would allegedly marry him. Yet, she always overtook them and slayed them mercilessly like dogs. When she was in good mood, she incited them to compete her in running with herself as prize, but she always won and the hopeful bridegrooms in spe retreated ingloriously with their appraised penis between their legs kissing their ass goodbye, but at   least they survived the ordeal.

At that point, Prometheus intervened, acting always as a benevolent spirit resolving tough and complicated cases.  To render, however, the intervention of Prometheus understandable, we are forced to open following parenthesis: The fact that the titans were in a constant war against the Olympian gods, presented as eternal and nonlinear due to their wormhole resorts, does not mean that the two superpowers of the universe had no communication between them. Just as in our temporary microcosmic world, where we lived by chance  (I like the expression that we accidentally lived in the era, where ourself happened to live), America and Russia were the conflicting powers ruling the universe to a degree that at least 80 % of us lived his/her whole life as a Marxist, disregarding that deep within only the above confrontation was the motto, being in constant communication to one another about the current matters of the planet, so also Prometheus kept a red phone connecting himself to the Olympians, because this poor universe needed to be ruled somehow.  So, he begged Hera, the (albeit maniac) protector of marriage, to help poor Atalante.  

HERA’s INCENSE, AROMAS

(Air-morph, pretty, residing decently in blue bays,  

Queen Hera- Juno, Zeus bedfellow on all days,

You grant the mortals soul-begot aura to come near

Mother of the rainy winds, you choose love to fear

Without you one cannot know life’s and nature’s crest

You commune with momentous weighty wind east and west,

You dominate all, you reign upon all, dignified lady

With airy moves you amble, lighten all place shady,  

Channel your ichor, promote your holy communion,  

Come benevolent, joyful, incite us to union). 

Hera, answering Prometheus’ call, gave him the golden apples of Hesperides to use. He gave them to Hippomenes, son of Ares, who is also called Melanion depending on the place of Atalante’s origin, i.e. if she comes from Boetia or Arcadia. In the following scene, the dark-skinned swarthy Hippomenes participated in one of the Atalante’s running distances and speed competitions.  As he ran, threw the apples (i.e. the oranges) behind him, and Atalante gathering them could not overtake him. So finally, Atalante settled down with Melanion alias Hippomenes!

The thing, however, is that the Olympian gods are heinous, malignant, treacherous, vengeful, unreliable and despite their infinite powers not in any way comparable to the titans’ moral advantage. Aphrodite, overseeing the erotic matters according to her indisputable jurisdiction, was offended, because Prometheus addressed Hera for the apples and not her. So, she incited the newlywed couple to make love in a temple of Zeus to achieve the greatest satisfaction possible. Which in fact happened, fancy that if you dare in a contemporary Greek- orthodox or Romeo-catholic church! Zeus committed the sin of anger and transformed Atalante and Hippomenes respectively into lioness and lion. In your partial ignorance, you, naïve and careless reader, perhaps would object: So, what? Let them continue their sexual intercourse in the holy altar, in the sanctuary or elsewhere as a lioness and a lion, so that their eros would be more beastly, animalistic and emphatic. In that mysterious mythological era, however, through a diabolical spell, which a scholar of the exact sciences would call an electrochemical- electromagnetic intervention to a molecular level, the gen of the lions was tied, locked and programmed to couple only with leopard, whereby one theorized that the black spots the latter’s skin derived from the lion’s sperm. So, transforming them into lioness and lion, Zeus imposed on them the strictest punishment possible, because they could not mix, couple or be found together.

Then this crew of unrepentant humanists intervened again for the greater good. First, they honored the constellation Leo with the following hymn, singing and praising the muses, who are usually very generous towards this zodiac sign: 

INCENSE OF THE MUSES, LABDANUM

(Daughters of Menmosyne and Zeus who beats

Majestic Pierides, known for your conspicuous feats,

You are desirable to those you rule and meet

Since you value the impeccable virtue and treat.  

You nourish the soul, you guide reason and mind,

You search in its windmills, harmony, symmetry to find

Because, to the introduction of rituals are inclined.

Euterpe, Thaleia, Melpomene, Clio  

Terpsichore, Polymnia, Urania, Erato

But also, Calliope come and favor what is best,  

Help your acolytes, you can’t be blamed for the rest,  

Bring them clarity, perception, vision and jest).

Then the cunning titans, very collected, prudent and experts in science started to deal with the solution of the gen’s gridlock that had caused such unprecedented injustice to the newlywed couple, invoking at the same time Artemis, the natural protector of Atalante,   i.e. implementing the basic philosophical conclusion “heaven help those who help themselves” or heeding that any achievement in this world is a combination of knowledge and will. Without knowledge, one cannot add one plus one, and without will, one cannot raise oneself from the bed or the chair.  

ARTEMIS’ INCENSE, MANNA

(Hear me, queen, Zeus’ multi-named daughter, 

Titanis, great one, who cast arrows and slaughter,

Shining, torch-bearer goddess who capture with net

Who relieve the pains of labor and mercifully blood let,

Easy rider, maniac hunter in prairie and foreign field,

Runner, friend of farmers, who rather aim than shield 

You are shelter, affable, you free us from care, 

Upright, quick in birth, all with your daughters share,

Peasant, chthonic, well -aiming towards game,

You chase deer in the woods, if it’s all the same

Venerable queen, you are emitting infallible strength

You love woods and send the hounds to all length

Come, savior, who are a friend of the acolytes, 

Full of fruits, address us, teach us our rights,  

Send us peace and a virtue equal to health, 

Exorcise to the mountains what is mean and stealth).

Thus, through the scientific knowhow plus the religious invocation rousing the necessary will, the natural order of things was restored, lionesses and lions could have sex again together with our friends Atalante and Hippomenes. And the evening and the morning were the next day and the star Ouralcaia or Leontideus or Denebola appeared.

CHAPTER ΙΓ’

PARTHENON (VIRGO), ARCTURUS, BOΟETES, CORONA BOREALIS

Catasterism in five, four, three, two, one… zero. Prometheus and crew are singing the hymn of lustful Pan ironically in honor of the Virgo (Parthenon) constellation. Sometimes, the diabolical, corrosive humor of the titans knew no borders!  The hymn was too long, because also the Virgo constellation is the most expanded in the firmament.

PAN’s INCENSE, MISCELLANEOUS

(I call Pan the mighty, of the universe the base

Who roams in sky and sea to fish or to chase,

I call also the immortal fire, since fiery are the Pan’s members 

Blissful jumper, who define hours’ ignition and embers,  

Goat- shepherd, Bacchic, dwelling in a cave, equal to gods,

Who through songs web world’s harmony and earth’s clods,

Scaring with visions and fantasies people on mountains

Keeping company to shepherds, gushing fountains,  

Infallible hunter, friend of Echo, co-dancer of any nymph,  

Father of all, fertilizer with sperm, blood and lymph,  

Master of the world, Lucifer, carrying fruits and songs,    

You decompress your anger, first among the throngs, 

On you the vast field of earth and mud supports,  

And pour the waters of the open sea and all the ports,  

Thus, the ocean is wriggling around the sand,

And from the top, derives the fire to the land.  

With your providence, you change (wo-) men’s nature  

You feed the generations, with love, accord you nurture.  

Yet, blissful bacchanal lover, enjoy our libation,

Introduce feasts and rituals for every occasion, 

So, that our lives end joyfully without humiliation).

The conceptual importance of the Virgo constellation connects to the case of the Proetids, the daughters of Proetus, as we shall see next.

In one of the star systems of Virgo constellation lived Melampus, whom Oceanus welcomed in the chambers of Venovinda with official character and solemnity, since they were connected by the common element that they were both therapeutists and had consequently a lot to discuss.

Melampus, a decent guy, was called that way, because his legs were burnt by the sun and became black (black derives from “phlegein- phlox”, just as Melampus derives from Melas -black + pous –pedes- foot). He was a fully graduated seer- doctor (iatromantis); It was not clear, where he had obtained the medicine degree from, Oceanus hoped that his diploma did not come from some inferior university of… Romania after transfer and re-matriculation. On the contrary, the way of becoming a seer was known, considering that one could become such only by revelation: He stayed in the fields of Pylos; There, his servants killed the snakes nested in the area to protect him, but he, realizing that the snakes intended only to guard their young, sheltered the little snakes (and we are not talking about mosquito repellent coils) and reared them affectionally, showing a different attitude than the hero Heracles, who was rather inclined to drown them with synoptic procedures.   These adopted snakes licked his ears out of gratitude, while he was sleeping; thus, when he woke up, realized that he could hear and understand the voices of the flying birds, just like the philosopher Pythagoras was greeted in his passage through the forest by beeches, birches, rivers and all kinds of plants that shouted to him “hail Pythagoras”. Afterwards, having this natural predisposition he post-graduated at the side of Apollo, he learned to predict the future and thus became a formidable mystic seer.

The discussion with Oceanus developed to a fiery, arduous argument, because Melampus implemented very extreme and exaggeratingly offensive and interfering medical methods, which did not align or agree with the lenient, meek, sweet, discreet and gentle bedside manner of the space-trireme’s doctor towards the lying down patients.

Particularly, Melampus had at his disposal the following cures beside the pharmaceutical one, mainly conducted through black hellebore as an emetic, purgatoric and menstrual medicine, i.e., the contemporary Christmas rose, which is the only recognized today’s method relying on the premise that the will is non-existent and that the soul is guided mechanistically by mere causality: 1) Logotherapy through supplications, wishes and incantations already known from the Homeric epoch. Here is also persuasion included, either poetical by the muses, or erotic through Cupid and Aphrodite. 2) Suggestion by conjurations, rituals, sacrifices, Dionysian celebrations, and Corybantic dances. Here, beside verbalization magical items are included, whereby the term “magical” contains nothing beyond science, it is only a means, on the one hand drastic and conjunctive, on the other hand of dubious success, aspiring to influence the will or rather help it autosuggest itself and react to each predicament. 3) Emergence of the inner ego, of the hidden power either by putting to sleep in the Aesculapius’ (Asclepius’) temples within labyrinths of snakes or by levitation over the seething sea of the Trophonius cave, pending conditions that initiate almost coercively the confrontation between ego and self, where the two souls of Araspas in “Education of Cyrus”, the two egos of Dostoevsky in the “Adolescent” repel each other, where “the very insulting, not elegant and vulgar” demon of Socrates in “Hippias Major” is mobilized against his own self. 4) Dialectical and psychosomatic medicine of the organs α) through implosive flooding or exposure therapy. It is the one applied by Melampus regarding the daughters of Proetus, who imprisoned in the bondage of their easy life and comfort needed a powerful shock to be cured, and as such proved to be their persecution around the mountains. β) through diving into the sickness itself, just as Iphiclus did, as he searched for that knife, which had caused his sexual impotence and finally saw that it was just an inert thing trapped and powerless within a mighty oak surrounding it from all sides, ignoring and digesting it with conspicuous indifference. γ) through induced aversion. For example, captain Michalis by Kazantzakis, who cured his frenzy about cherries eating the content of a whole basket, thus growing a repulsion for them ever since. δ) through bath -therapy and ritual purification. Plus, many other methods which I have omitted.

The good doctor opposed to all this the wishy- washy tender care of the patient, the ecological sheltering, the discreet succor, the attentive relief with mush affection, caressing and pro-derm cream, which did not satisfy, but rather irritated the social climber Melampus, because he always tried to take a shortcut leading to quick and measurable success. Finally, to make a long story short, after a stormy dialog between the two representatives of Asclepius, who obviously talked different languages, and although all rules of quarrelsome dispute and antilogical art were applied, no conclusion was reached; on the contrary, impolite shouting was heard, whereby Prometheus and Hyperion were forced to intervene, so that the situation would not escalate further. Fortunately, Oceanus had invited Melampus only for a drink, not to dinner, so no sophisticated meal, prepared with (unjustified) care by the replicator of N.A.O.S. Venovinda was wasted. Melampus beamed back to his planet.

Nevertheless, the titans were not people that could hold no grudge, on the contrary they considered Melampus as Arcturus, guard and coachman of the virgins, so they recited altogether the hymn of Aether, so that the endeavors of the young medicine man would enjoy favorable wind and prolific results.   

AETHER’s INCENSE, CROCUS  

(You who have Zeus‘ crystal palace and cruel state,   

So, that all point at you: we live in Aether’s crate,  

Tamer of all, fire- breathing, like tinder you shine,  

Quintessence of world, you have your own shrine,

Continue being a sun corona, like an aurora bright,

Cast your influence, entwine, ramify, be starlight).

So, the first case, where the medicinal and therapeutic capabilities of Melampus were tested on the field and measured themselves against the ecological techniques of Oceanus, was the cure of the Proetus’ daughters, king of Tiryns. The Proetides under the grip of Dionysian enthusiasm, which was a reaction to their restrained life, since they were immured in their private chambers within the palace, they started to wander in the forest and canyons, tempting also the other women of the area. They became shameless, lewd, debauched libertine and wanton, while for the men the word “lustful’ would suffice. Their behavior, as Oceanus judged, was a result of interpsychic collision between the biological urges of puberty and the moral interdictions imposed by their father in the name of the strict censor Hera, protector of marriage and the family institutions, because: they despised her statue, boasted that their domicile was more luxurious and better decorated, plus aesthetically more pleasing than Hera’s temple (especially the last allegation was very painful!), they maintained that they were more beautiful than her (that made the goddess baying for blood!) and stole the gold from her statue to adorn themselves (could it be they have really overdone it?). So, their punishment was the change of their personality; they thought that they were metamorphosized into young strong cows, imitating even their mooing.

Their skin was covered by white bleaches, and the hair fell from their heads. The mystic seer Melampus, having already scored the treatment of Iphiclus’ psychic sexual impotence to his credit, was called against a rich reward to undertake the treatment of the daughters, which was pharmaceutical, psychological, suggestive, initiating and ritual. Also there, he administered his miraculous hellebore either unmixed or milk from a goat that had eaten hellebore. The root of the plant was used as emetic purgatoric and menstrual medicine, caused nausea, vomiting and diarrhea. Then, he persecuted them along with the strong teenagers of the area stalking them closely, with ululations and bacchic, corybantic, maenadic mania through the mountains up to Sicyon, where Iphinoe, the oldest sister, expired over-exhausted or according to our actual contemporary generation “kicked the bucket”. Today, we would call it “an acceptable collateral effect”.

However, as it appears, even the two surviving sisters were not improving, at least not visibly, not conspicuously. At that point, Oceanus spoke to Melampus via communicator. 

“Melampus, some treatment you applied! One of the three daughters dead, the other two injured quite seriously. It is exactly as I ‘ve told you. Your recipes are too drastic.  Medicine is way past the age, where we drilled holes into the sculls of the patients to provide an escape route to the evil spirits”.

“It’s easy for outsiders to criticize, try walking in my shoes, Oceanus. If you have a proposal, out with it; I have business to attend to and I cannot afford losing my time with some wisecracks roaming the universe and playing Mr. Know-All or considering themselves universal counselors in every conceivable matter, instead of following the harsh way of installing a permanent medical practice, of offering services in a specific place of their own choosing, of dealing with genuine illnesses of real ordinary people”.  

“You talk too much; do you know that? Also in space, we lack no emergencies, even more complicated or demanding at that, compared to those of your licensed shaman practice. I am beaming directly down to tell you what we are going to do about the sisters.”

It is said that the remaining Proetides had found a shelter over Nonacris of Arcadia on the Aroania mountains, today called Helmus, where the cave of Hermes lies. Aporetic and interrogative reader, I bet that you will bring forward the objection, are we talking about Earth or some other planet? I will answer you with the unbeatable argument that all fantastic planets are formed and organized exactly like Earth and have places identical or similar to our own planet or our own country, even more to the mythological locations, which are the most realistic of all, since they constitute the geography of our minds.       

So, through confidential very hush- hush sacrifices and purifications Oceanus and Melampus brought the daughters to a position called De-Luge and there they washed their hairs curing their madness inside the temple of Artemis. So, the Proetides recovered from mania, but the other psychosomatic symptoms, lichens, white bleaches, itchy skin rash and hair-falling continued, that’s why the two luminary guys escorted them to Triphylia and washed them in the waters of Anigrus river, today called Black River, the estuary of which is the lagoon Caiafa. Anigrus river may not smell aromatically, it may have stinking waters to the degree that fishes ascending towards its estuary drop dead, but it contains hydrogen sulfide, excellently appropriate for skin healing wellness baths. At the end of the treatment, the Proetides smelled like rotten eggs, but they were irrevocably healed from their autoimmune syndromes. Now, pay attention: Melampus has agreed in case of successful medical and pharmaceutical therapy to take one third of the kingdom as reward. However, it was not sufficiently clarified if the success of the therapy concerned all the sisters or some of them. Nevertheless, through a broad interpretation, and since most of the sisters were healed, save one, our ace of medicine and divination received finally one third of the whole domain. Then he married one of the two remaining sisters and thus took another third. The last third he reserved for his brother Bias, if he managed to recover from his noxious infatuation with the daughter of Peleus Pero, a circumstance that connects us immediately with our next story.   

In detail, his brother Bias had stated the request to take as wife the daughter of Neleus, who demanded Bias to bring him the oxen of a third party, i.e. Iphiclus in exchange for his consent, ignoring the axiom that no one can transfer more rights than the ones one has. Is it acceptable that Bias should snatch the oxen of Iphiclus violently, just because Neleus took a fancy to them? Anyway, Bias asked the help pf Melampus, knowing that he was more worthy, crafty and versatile. Melampus, trying to help his brother, although he for his part was fully settled, leading an orderly life, decided to set his wealth aside and go into active action again. He tried to steal the oxen secretly, although he had prophesized himself that he would be arrested and imprisoned for one year. As he was in prison, he heard the woodworms eating the rafters of the roof and then saying that only little wood was left and they should look around for the next food source. Immediately, he asked the sentinels to move him urgently into another building. After he pestered them long enough, in the end they granted his request and moved him, whereafter the prison collapsed, as he had predicted. The father of Iphiclus, who was also called Phylacus- guardian, a very merited name, since he incarcerated his opponents, was consternated at the powers of Melampus and asked him to heal Iphiclus, who suffered from sexual impotence. Melampus recurred with a Freudian psychanalytic approach to the beginning of the case, referred it to its origin, when Phylacus had slaughtered a ram leaving the blood- stained knife at the side of young Iphiclus, who was deeply shocked. So, he found the following ingenious way to cure progressively the poor youngling. He thrusted the knife into a holy oak, whereby the rind grew slowly and covered it. Thus, Iphiclus, who searched for that knife, which caused his sexual impotence, finally saw that it was just an inert thing confined and rendered inactive by a mighty oak, which surrounded, ignored and digested it with an icy indifference. And that did to him a world of good, because seeing the impotence of the knife, his own potence came back. So, after this spectacular success, a new impressive asset in the record of the incredible Melampus, Bias married Pero. Let me tell you something, reader: How many relations or bonds to the other sex one has, is often not determined by the quality of someone as great lover, but by the conditions of the society and fate. Therefore, when Pero died, Bias took also as wife the remaining Proetide, who was still unmarried, amassing a second rich dowry along with the first, achieving all this not through violence (“bia” in Greek), but through the marvelous deeds of his brother. Of course, we don’t know how much sensitive or sentimental the man was and if he managed to overcome the sorrow from his first wife’s death despite the economical boons and boosts that fell to his lot or whether he could enjoy his second nuptials; only he can answer that. 

Henceforth, Melampus was multiply recognized and needed the good Samaritans- titans no more.  On the other hand, they, being also satisfied by the performance of Melampus in the case of the Iphiclus’ oxen, chanted the very supporting hymn of Zephyrus, whereby the constellation Booetes appeared.

ZEPHIRUS’ INCENSE, LABDANUM

(Aurae of all sorts, daughters of Zephir, bringing air

Sweet breathing, rest us from tire with your flair,

You are of spring, in bays and prairies desirable, 

You steer the ships to a favorable course reliable, 

Please, be always benevolent, lenient and kind, 

Ariels, light-winged, air-morphic, fledging the mind).

Beyond that, our space titans, who knew to compensate someone for his services and proclaim her/him an academician (opposite to the New Greek Academy, whose internal procedures no one knows), awarded Melampus the order of Corona Borealis, which equals to the iron cross in the perception of the mythological titans.   

          Before the award, they submitted him to an elementary examination, very concise, as you are going to see, since they had already accepted unreservedly his great worth.

“Melampus, how is the soul symbolized?”

“Through the stargazing firmament. Through Sirius, Pleiades, Hyades and the other constellations which are visible from Earth.”

“Apollonius from Rhodes said:

          ‘Look straight up, search for the sign of the sky

And there among the symbols of the most high,

The crown of Ariadne sails, glides, passes by’.

  Can you answer to such a riddle, Melampus?”

“I understand the Greek and I am answering in Latin: Cοrοna Bοrealis dοnavit Venus illa Ariadnam, inter Bοοtem et Herculem jacet, vere videtur et estate, α cοnstellatiοnis vοcatur Gemma, cuius spatia siderum 71 anni lucis sunt (Aphrodite herself has donated the north Corona Borealis to Ariadne and put it between the constellations of Boötes and Heracles, so that it could be seen both in winter and in summer. The α star of this constellation is the gemstone of Ariadne, the distance of which from Earth amounts to 71 light-years).”

And that is how Melampus was proclaimed through simple procedures an Academician by the crew and the executives of the space-trireme “CO.M.MY.S.S N.A.O.S. Venovinda. The hymn of Boreas is following, devoted to the constellation of Corona Borealis, prize and award for all distinguished personalities of all times according to the universal order, imposed by the titans.

BOREAS’ INCENSE, LABDANUM

(Through hibernating aura you shatter the atmosphere,  

Icy cloudy Boreas, who snow from Thrace up to here,  

Solve the air’s stasis that can fly along with humidity,

And sprinkle us with water spray, save us from aridity,  

Posit everything serene and clear, make Aether see,  

So that the sunbeams shine from earth up to the sea). 

CHAPTER ΙΔ’

SERPENS, HERACLES (HERCULES), OPHIUCHUS

Comment of philosopher Hegel, who is the absolute fetich of the author: At the previous stage, e.g., we spoke of Prometheus as the Titan who was punished. But all the same we find him freed again. For fire which Prometheus brought down to men, and the eating of meat which he had taught them, are, like the earth and the sun, an essential feature of human existence, a necessary condition for the satisfaction of human needs, and so Prometheus too has his glory preserved. In the “Oedipus at Colonus” of Sophocles it is said:

χώρος μεν ιερός πας όδ’ έστι- έχει δε νιν

σεμνός Ποσειδών- εν δ’ ο πυρφόρος θεός

Τιτάν Προμηθεύς.   

(The whole place is sacred; the holy Poseidon possesses it, and the fire-bringing Prometheus, the Titan, is here too).

and the Scholiast adds that “in the Academy too Prometheus was worshipped, like Hephaestus, along with Athene; and a temple is shown in the grove of the goddess and an old pedestal of the entrance on which there is an image of Prometheus and of Hephaestus too; but Prometheus, as Lysimachides adds, was represented as the first and the older, holding a scepter in his hand, Hephaestus as younger and second, and the altar on the pedestal is common to both”. As it turns out, according to the myth, Prometheus did not have to suffer his punishment for ever but was released from his chains by Heracles. In the story of this liberation too some remarkable traits occur, viz: Prometheus is released from his agony, because he tells Zeus of the danger threatening his rule from his thirteenth descendant. This descendant is Heracles to whom Poseidon in the “Birds” of Aristophanes says that he will do himself an injury if he renounces willingly the rule of the gods, since everything that Zeus leaves behind him at his death will surely be his. And in fact Heracles is the one man who was taken up to Olympus and became a god instead of a mortal man, and he is superior to Prometheus who remained a Titan. The overthrow of the old ruling families is also connected with Heracles and the name of the Heraclidae. The Heraclidae break the power of the old dynasties and royal houses in which a dominating self-will recognizes no law either for its own end and its unruliness, or in relation to the inhabitants, and therefore perpetrates monstrous cruelties. Heracles himself, not as a free man but in the service of a ruler, conquers the barbarity of this savage will (Please for eventual inconsequence or deviant interpretations pertinent to our story, hold Hegel accountable; I, for once, decided that his posting should be included in Titanomachy).

Now, we are resuming hastily the thread of our narration: Since the first action of the semi-god as an omnipotent baby was to strangle in a subconscious dream state the snakes that Hera has sent to revenge the intercourse of his other Alkmene with Zeus, the titans danced and chanted the hymn of Oneiros (Dream) for the constellation of Serpent to appear.

ONEIROS’ INCENSE, AROMAS

(I am calling you, Oneiros, with your stretched wings,  

Messenger of things to come to all mortal beings,

You come along with sweet sleep, silent, peaceful,

Arousing the souls and minds from all things deceitful

In the sleep you suggest, propagate the god’s opinions,

Projecting the future both to your superiors and minions,

To those, whose wind mind escorts the gods in their route

So, that all enlightened obey, agree and the evil uproot. 

 You guide the life of all waiting with entertainments,

You propose that they should avoid and prevent ailments.  

Through sacrifice, prayers they should appease the kings,  

Help society free from the despondent violent rings.  

Yet the dream vision the future does not reveal,

To those who instigate dreadful acts with evil’s appeal.

So, please, blissful, convey to us all messages divine,

Right opinions, prudent wishes, in correct sequence and line,  

Avert ambiguous signs, remove them from your shrine).  

Prometheus always appreciated Heracles, mainly because he was often drafted to the service of others, which is the basis of the institutions according to the famous titanic motto “you will learn to rule, if you earlier learn to be ruled”. For years he served Eurystheus and his telltale labor and deeds were included in the broadly conceived government and administration of the provinces. Not only he exterminated obnoxious and terrifying beasts, such as the lion od Nemea, the Cerberus, the Stymphalian birds, the Cretan bull and the man-eating mares of Diomedes, but he was also a great engineer, who drained the Lerna lake, mopped the cleaned the Augean stables, throttled the flow of the vehement Erymanthus etc. Also, in many cases, he had turned against the Olympians, among them against Artemis, when he seized Ceryneian hind or when he stole the Hesperides’ apples, which were a present from the Zeus’ wedding list. Additionally, as everybody knew, his greatest enemy was the vengeful, malicious and rancorous Hera due to the infidelity of Zeus with Alkmene, who brought him into this world. Yet, at the same time Prometheus did not forget that the whole concept and main idea of the deeds was for Heracles to sooth the Olympians donating them his allegiance, so that he may purify himself from the madness, by which Hera guided and animated him to kill his wife Megara and burn his three kids alive. What a mess! To ask mercy and recognition from the one individual who wronged you and demoted you to a wild animal! That was why, during the catasterism of A’ Centauri, where Heracles contributed most to the extinction of the poor centaurs, Prometheus admonished him strictly “you must reconsider a little longer, whom you pledge your allegiance and devote your skills to”. Nevertheless, he felt sympathy for this uncouth awkward big oaf, who from the beginning of his life found himself in front of a marked deck of cards and an environment full of confusion and adversities due to Hera’s persecution, leading a schizophrenic life divided between duty and illusions of grandeur. To this contradiction of human condition, to the paradox of (wo-) man riding against the wind, bearing already a lethal trauma in the temples, as Pindar fitly said, devoted the company of Venovinda the following hymn in honor of Heracles.

HERACLES’ INCENSE, LABDANUM

(Heracles, fierce, vigorous, who demonstrate your valor,  

Mighty- handed, untamed, who lead us away from squalor,  

Eolomorph, father of time, you are worshiped as eternal

Unaffable, bad-tempered, despot furious, angry, infernal –

You have powerful heart, arching with arrows,

You are progenitor of all who lie in their barrows, 

You appease the mortals and calm the beasts, 

Cherish peace, erect cities, introduce feasts,  

Nourish the primitives, give them independence,

So, that they in turn give you their credence. 

You uncover your head both in day and night,  

You accomplish great feats, all around you fight, 

Bring us your infinite experience of finding solutions,  

Heal all the ailments, chase away all pollutions, 

Exorcise bad fate, shaking oil-branch with resolve,  

Defeat all bad omens wherever your expertise involve).  

On these days a message had reached Venovinda by the agent of heracles Lichas that the semi-God lay on the death bed of the mountain Oeta to burn and redeem himself from the unbearable pains of Nessus’ cloak, which Deianira donated to him in the belief that it was love’s elixir. The crew of Venovinda, who always honored the allies as well as the circumstantial fellow-travelers or comrades in arms, even the enemies, if they showed respect and kept some code of values, beamed to Oeta to give Heracles a supporting hand during his dying procedure.

At this particulate moment at his side was his son Hyllus, who recounted him the suicide of Deianira, when she realized that through Nessus’ cloak, instead of reigniting the passion of Heracles   for her, she inflicted purulent and instantly infected wounds. The hero himself had uprooted trunks to heap a pyre under his deathbed while Philoctetes set first the fire ostensibly to cauterize the wounds, but in fact to burn the whole body of the demigod.

Heracles said: “I should forgive her, because she had loved too much. It is not Deianira, who is responsible for my death, but fate. It was prophesized to me that a dead man would kill me and that is Nessus. My sins were bound to escort me till the end. What kind of a man am I, how have I treated the women? I killed Megara and Deianira also, because I deprived her of myself. You, Hyllus, however, don’t make the same mistakes with me, behave like a man to Iole ana marry her”.

“Heracles,” said Prometheus, “I see you always divided between duty and the madness of omnipotence, between the savage nature of man and the subtle social dimension of the citizen”.

“Prometheus, how can a hero like me just die? What am I leaving behind? A son who is worse ignoramus than me. If only Hylas came to take my weapons, instead of Hyllus; Well, it seems that I ‘ve bet on the wrong hyle (matter), excuse me, horse, ha ha”, said the man, walking the green mile and smiling with a lot of pain.

The great Heracles paid the same homage both to his comrade in arms and lover Hylas as well as to Philoctetes, to whom he entrusted finally his weapons.

The ancient Greek world knew neither the privacy nor the ambiguous individual data protection of our civilization which facilitates the concealment of scandals for the benefit of the various v.i.p. rascals. Everyone was judged and evaluated on the grounds of his actions in the public forum, where homosexuality was never considered a shame, but on the contrary fully compatible with bravery and combat-skill. Wouldn’t Heracles on the deathbed of Oeta, where he lied to burn and free himself from the unbearable pain of the Nessus cloak, give willingly his weapons to Hylas if he happened to pass from there instead of Philoctetes and condescend to set the redeeming fire? Certainly, if Hylas, the fellow combatant of Heracles in the Argonautica, instead of being abducted by the nymphs and become an echo, had the chance of being there on this night of existential crisis and the agonizing farewell of Heracles cut in pieces between Deianira and Iole, he would have received the miraculous bow with the poisonous arrows. Maybe then, he would be the one left behind in Lemnos in the place of Philoctetes fighting the infected wound, the vulnerable egoism, the trauma from the unjust abandonment and the feeling of incurable wrong.

          Hylas could be the one to introduce himself as the lord of the Heracles’ weapons, “whom to the desert they cast, seriously ill and aghast, by the viper’s bite wasted fast”. He would be the one to yell to Neoptolemus “you took my survival’s knife, you forfeited my very life, this bow resolved for me the food’s lack, you have to give it back” and Heracles would justify and redeem him: “With my bow you ‘ll make Pares a toy and you will conquer Troy, you will boost – enhance your image, by the loots from the pillage”. Heracles honored his comrades on the grounds of their feats and great deeds, not according to their personal inclinations and peculiarities, without to be trapped in slippery twisted ways of overrating- overestimating some features of his own as normal and underrating or underestimating some other properties as marginal, without making concessions to self-eroding deceits that nourish the boulder of egoism, until it becomes envy and jealousy and drown both itself and the others, or to mentalities, where the yieldingness grants everything to the greediness and then vindicates whiningly what itself has already long ago transferred. Heracles, although acknowledging his enormous strength, would never elevate it to a supreme virtue compared to the peculiarities of his companions, he just wondered what the meaning of this unexplained strength was.

“Heracles, you were hero deserving better fate.

         Your circumstances were unjust at any rate, 

         Because your perception comes always late. 

         And while it’s your target to demolish Jericho’s walls,  

       Through the bugle sound you are the one who falls”, said Prometheus poetically.

“Prometheus, I tried to find an objective truth to grab it, to hold on it, believe me”.  

“I know. It is difficult for demigods, who have great power, therefore great responsibility, to find their way. Ethics apply to simple people, but bears no answers for the leaders, i.e. when they can be considered as successful and how many murders can such a success justify. Maybe for them ‘lesser of two evils’ is valid; let us posit also quantitative criteria, not only qualitative ones. It should be taken in account that they cannot have full surveillance over the crowd of their acolytes. It should be accepted that there is one thing to invade a country and cause the death of thousands of victims and entirely another to stir up a coup and to influence the politics of another state. Unfortunately, the deficit of today’s intellectuals is that they invoke only qualitative criteria, equalizing and leveling to the ground all differences, and ignore the quantitative ones”.  

“Some of my wonderous feats had both meaning and usefulness. But why did I kill Hippolyte, why did I steal the oxen of Geryon, the poor three-headed thing didn’t do anything to harm me.  And this Ceryneian hind, such a fine beast, why did I confine it? And there are also other cases, too many to ponder. I am also responsible for the death of Chiron and for that poor Hesione, whom I saved from the sea- monster and she contemplated me with a wet look of gratitude and fear whishing only to follow and serve me, so why I gave her to Telamon?”

“And yet you founded cities, built houses, planted trees, conceded areas for agriculture, freed the world from a whole wild bunch of crooks and rascals and the weak and the meek from insecurity, you carried mountains on your shoulders like the nations of the Earth do, you make the tyrants and the scum of the earth tremble and piss their pants or their thrones out of fear…”

“And yet I founded cities, I built buildings…”, whispered Heracles and drew his last beath, while the flames of the pyre licked his feet hedonically before they devoured him.

In honor of Ophiuchus, who sometimes is forced to use ambiguous measures and means of cold finality to achieve a change for the better, if ever something good can be deduced from crimes and murders, a conundrum that seized and scandalized the intelligence of the titans as a puzzling problem, cluttered and doubted their unnegotiable sense of morality, our heroes chanted the hymn of Uranus (heaven, sky)

URANUS’ INCENSE, LABDANUM

(You heaven, progenitor, of the world limb,

Inception of all until the last (wo-) men limp,

You turn around Earth like a running arrow

With a wriggle of a rhombus circle like a sparrow,  

Heavenly and chthonic guardian of earth’s marrow,  

You have the insatiable desire of nature in the chest, 

Untamed, azure -blue, when the wind blows best,  

Keen- sighted, blissful, who have Cronus as your son

To your disciples give faith and life for a new sun.) 

CHAPTER ΙΕ’

LYRA, AQUILA, GRIFFIN (ALTAIR)

          Prometheus, Hyperion, Oceanus, Leto and Eurybia beamed to the planet of Arcadia, belonging to the Lyra constellation. They found themselves in an idyllic amphitheatrical location under the enchanted mountain Parnon at the base of an evergreen ravine, half a kilometer high, surrounded by a natural virgin environment full of plane -, chestnut- and coniferous trees. The special climate of the area, the waters and the morphology of the ground permitted the coexistence of vegetation that can rarely be combined into such perfect harmonization and analogy: The olive trees and the oaks, the chestnut trees, the vineyards and the pine trees, the firtrees and the herbs of every sort composed a landscape ideal for retirement, high quality wellness cure and recollection of old achievements, the narration of which causes pain to the minstrel. Perhaps, the specific difference was the dense vegetation that seemed to souffle breath to ethereal out-worldish creatures, the living water that was heard to recount stories whisperingly, even underground, or the sense that the only reality was included within these mountain waves that circled the small villages.

Imaginative creatures, alabaster unicorns, small flying  cupids carrying cobwebbed veils, gracious goat-footed Pans, talking horses, who tempted the strangers to tell them: “take me to your leader”, hobgoblins, dwarfs, ogres, domesticated dragons, who spat fire only towards the sky, in the stead of fireworks, rubbed themselves upon one, apparently without realizing how hazardous and perilous mankind was.

          It was the place where all beings were happy and immortal. Here and there inside the fields emerged statues of the most beautiful young Adonis, surrounded by decorated, shimmering, iridescent gardens, symbolizing the phrase “death, where is your sting?”, since the only consequence of the youngster’s slaughter by Cinyras was that all meadows were covered by infinite red roses. On the contrary, his service in the first semester with Aphrodite and in the second with Persephone, along with the paraphernalia of pertinent allowances, subventions for unhealthy work or rather danger -hazard pay did not change.    

Regarding the sky, one was at loss for words! Sometimes it iridized towards orange, other times to pink or deep red working an out-worldish artistic image for all of us, who know nothing more than the blue sky, which is also beautiful – let us not be grumpy curmudgeons. The existing clouds were almost immovable and through their various geometric shapes and distinguished paintbrushes forming all the conceivable nuances of white had only artistic and esthetic meaning for the texture and the composition of the picture, without threatening with a storm, except perhaps with an irrigating reinvigorating rain, so that the swans and herons could shake their feathers.

All creatures were interwoven and orchestrated into an unparallel spring concert.

“Instead of a usual description”, stated Oceanus, “I think that it is the proper time to recite a poetical composition of my own, which came forward quite spontaneously through the observation of this unsurmountable place.

The day star was darted between bushes and leaves, 

And in a mood of spring the innocent flower reeves

Emerging with its sprout like a tangible pulpable song

A brushstroke splendor colored and worthy to long,

Nature lays with care an elegant frame- background

Where a breath of life emerges from the lips spellbound.  

Now it’s absorbing happily the light of the living,

Admiring, wondering for whatever is receiving, 

grateful that all flourish under the same roof

Whispers and eerie sounds coming from aloof,

Voices and echoes purr, roar, murmur, chime

Wings, husks, and feathers with the dusk rhyme.

But, also, the other feelings like nectar intoxicate,

Guide the soul of the newborn, weave the fate.

The flowers are dizzy by their own fragrant, butterflies of laces,

Like a fan the grains and pollen swirl and cover all places.

 They have a crown on the top where the divine waddles, 

Whose roots reach early oblivion, still being in swaddles.

“A remarkable effort, doctor”, said Hyperion, “nevertheless, since our ancestors have bestowed us with all conceivable personalities, dramatic characters and all the intellectual structures, above all with the proper moral values needed for the dealing of every situation, so that infinity should not consist anymore in the inexhaustible eventuality or casualty, but in the broad spectrum of situations that we can assimilate and subsume under our eternal laws, we ‘d better not experiment with amateurish, overly sentimental and qualitatively awkward verses, but to keep our already tested traditions. That is why all the virtuoso tragic poets of antiquity did not invent new heroes, but they solved all kinds of problems invoking the recipes of the old… “

“To translate from Greek into Greek, Oceanus”, interposed the captain, “let us rather chant the hymn of Adonis, which is more fitting to describe and glorify the famous Arcadia of the mind”.  

ADONIS‘ INCENSE, AROMAS

(Now, hear me as I wish, you the handsome,  

Shiny -haired, gentle even as rip stuff, awesome

Well- advised, polymorph, feeding all others,

Albeit young, you respect all people’s mothers,

Sometimes you extinguish, other times you shine,

In the battlefield you deserve your spot in the frontline,  

Beautiful, long-haired, who are also hunter expedite 

Offspring of love, desire of the longed Aphrodite,  

You were born on the bed of Persephone in the dark

You are dwelling in Tartaros and Hades’ ark

Your pockets and purses are filled with fruits and alms

You move towards Olympus with gifts on your palms).

“Are the inhabitants of this paradise really exempt from every care?”, asked Eurybia in good faith.

“This is not exactly true”, answered the unrestrained Hyperion, who considered every question  a challenge for his knowledge and intelligence. “Moschus of Sicily informs us that the residing and dwelling in Arcadia dance around a pole of ribbons, laces and unfulfilled desires. There is a lot of love, but not mutual. So, we learn the following: Pan loved his enchantress Echo, but Echo loved the scampering Satyr, while he was crazy about Leda.

          And as much fire and flame Echo fanned to Pan, the same was valid for Satyr versus Echo and for Leda versus Satyr.

          They were mutually melted by Cupid and every one of them was hated by the man she loved, as much as she hated the man who loved her.

          This is a good lesson for all those unloved; Love the ones who love you to be loved when you love.”   

“Yes”, summarized as every time captain Prometheus, “such erotic issues are the only ones that concern and are of interest for these air-chained cobwebbed etheric creatures. On the other hand, one perceives an immanent compassion and a calming aura in this world, so that the sensation wanders in the air and it is palpable that in the end even the most difficult and unrecited love will be reciprocated, even the most unfitting or fatal attraction will be rewarded. I think, it is not worth to stay here any longer, these tenants of paradise have no use of us, so let us keep our admirable abilities unspent to implement them in other star systems”.  

          “In any case, governor”, said Oceanus, “the happiness of these beings, their perfection par excellence, reminds us of the overqualified eagle who reaches the top of a mountain and envisages an audacious snail. This asks him provocatively: ‘how did you reach the top?’ The eagle revolted: ‘You ask me how I reached the top? But with my wings, of course. You should be the one to tell us how in blazes you got here!’ And the snail answered: “by licking and through being a cuckold’”.   

Hyperion began to get anxious and indignant, because the discussion was progressively degraded regarding quality.  

“Hyperion, calm down”, mediated again the captain. “To translate from Greek into Greek also for you, the time came, inspired from the luck enjoyed by these beings of the discography company… eh sorry of the Lyra constellation, to chant the hymn of Tyche (luck) for the genesis of the Aquila’s (eagle- aetus) constellation.

TYCHE’s INCENSE, LABDANUM

(Tyche, hegemon, I call you, who give us real goods,

Mild and soft, you find real estate with all sorts of foods,

Artemis, who were born by Eubulus’ glorious blood

And that is your great pride and boast, makes you glad

You have wandered in mountains, by all people praised

On you depends the life of those destiny raised, 

You bestow all with possessions in great number,  

You provoke poverty to others whom you encumber. 

But, goddess, please, give us what we cherish and wish

From your rich tank, and no evil or malice unleash).  

“In this chapter we are doing really good”, said Leto, who always flattered Prometheus. “We killed two birds with one stone.  After we made an impressive entrance into Lyra constellation, we also created the Aquila constellation”.

 “Leto, save your unjustified and undeserved laudations, because your intention is so blatant, flagrant and transparent that it tires me. You ‘d better accept deep inside that you are a lieutenant j.g. and such you will remain. This period I operate understaffed and there is no opening or prospect for a promotion. So, we squandered a lot of time fooling around, I will tell Iapetus to…” 

At that time, some shepherds directed to the landing party crying, mourning and wailing. This was certainly not compatible with the concept and impression that Arcadia had conveyed until now to the brave space-travelers.  

“Why are you mourning?”, said Prometheus, “if you are discontent, although you possess all desirable, what should other less privileged people say? You ought to understand that from the moment that you are not hungry, you can’t always set claims and vindicate, but you should also concede some of your privileges to benefit society. The distance from hunger increases responsibility. Instead of booing unresponsively from the bleachers, you ‘d better enter the field and make the difference. ‘If you demand from others to assume their responsibility, be sure that you assume your own’, Solon said. ‘The citizen is most and above all defined by her/his participation in the courts and the authorities’, said Aristotle, while Demosthenes proclaimed: ‘The greatest need of the free (wo-) men is the responsibility for the common cause’. Sorry, I was carried away by my own erudition. How can we be of help?”

Inconsolable the shepherds pulled the space- travelers by the sleeves and led them to a grave- yes, a grave- no matter how dissonant this would be in the country of happiness, with the corresponding tombstone writing “Poussinus”, further details unknown. The worst thing was that on a horizontal marble parallelogram traversing a vertical stele, forming a cross, the inscription “et in Arcadia ego” was written, i.e. that the dominion of death extended also in Arcadia. Given that the tombstone had huge dimensions, there was enough space for a threatening hole in the center, which gaped like Charybdis and no one knew where it led.

The shepherds continued to weep like children for this paradox that scandalized the cloudless happiness of Arcadia. Why, why, they wailed, should death exist also here, why should our friend Poussinus die? Prometheus, who was a known compassionate agent, felt pity for them.  

“Stop now, do not cry. Ah where are you Lacedemonians with your inuring to hardships! What sort of men are you? But even if you were women, I would say the same, thinking of Telesilla.  Eurybia, you are experienced wandering in mazes, so, please, step into the hole and tell us what lies in there. Where does this corridor of death lead and what can we do to barricade it making these people a favor?”     


          Lieutenant Eurybia’s log, star date go figure:

I entered the hole of the grave and continued my course on slippery stairs. At this point, I could invoke myriads of descriptions presenting dark descents into the dismal depths of Hades, but these underground passages have become a subject of treatise by major authors than me. After a considerable lot of steps, I went into something, which was the archetype of a shop.

Specifically, it bore an astounding resemblance to an antiquity- shop. The same lack of space was remarkable, the same dust-layer covered all and there seemed to be the same superficially and rudimentarily assorted chaos of titles, authors, and literary-genres. That mess justified the designation “mixed bag“ or „topsy- turvy” or even “higgledy – piggledy”, just as the state of King Otto’s New Greece were with the warlords playing hide and seek, smoking grass and taxing travelers. At this level too, I didn’t stop to take pride of the lying treasures and examine them closely. Here, on the first step of twilight, a wee-bit ayewards in comparison to Earth, I sighed with alleviation because this ghost-world was scarcely populated, far and away from the enervating preposterous people and from the gallivant hunchbacked crookedly dusty old-men of the university who looked always over my shoulder pointing with their knobby gnarly ink-smudgy fingers on the one or the other page that I perused. Now and then, old uninvited and unsolicited visitors of every kind, overzealous, self-appointed, arbitrary, had burst into my command-center wiping dust with a tobacco-stained handkerchief from my bookshelves and then narrating to my indignation totally uninteresting reminiscences with a shrill unpleasant voice. Fortunately, in the first layer of the twilight I got rid of all those distractions.

          I directed myself to the rear part, the “lower decks” of my library, I passed by a considerable plenty of Greek books and then by the popular- scientific department. Next, I left behind a very eerie mixture of authors -theodicy, theosophy, poems etc. As I proceeded to the library’s back, the dustcover grew thicker and the scarcely illuminating oil-lamps became rarer in the corridors and both stacks and piles lay around moldy, musty, and full of stinking crumbled books. At the end of the book-mountain reaching the top, the corridor divided into two further book motherlodes. I chose the left road and let my expert eyes wander over the titles. I was not in a hurry. I was eager to spend here the whole day as well as the next night.   

          I strolled down the backdoor alley, the most secret path, as a specific book raised my curiosity.

          It was a small black book like a black box of future-days, however with a peculiar timeless appearance that some old trashy hags and scarecrows possess. Its edges were torn, worn- out and the scripture of the tome was pale, incomprehensible, and wasted. On the tome- backside it was written: “Taking care and proper feeding of the griffin”. Lower stood in smaller letters: “Advice for owners”. Every sorcerer naturally knows that a griffin is a mythological monster, half lion, and half eagle.

          I opened the book and read the table of contents. The overtitles were: 1. The species griffin- Griffin the great Unknown. 2. A short history of griffinology. 3. Subspecies of griffin. 4. The food of the griffin. 5. Creation of natural habitat for the griffin. 6. The griffin defeathering. 7. The griffin during the fervor. 8. The griffin and world literature.

I skimmed some pages and read: The only recommended food for a griffin consists of virgins. The beast is fed once every month, and the feeder is advised to be alert and pay attention during the procedure or rather give his undivided attention to the procedure…

I have said earlier that I had felt relief due to the privacy granted to me by the descent into the kingdom of the dead. Yet, this impression began to reverse itself after skimming through the griffin’s treatise. Then, I perceived for the first time that the air of the crypt was not such, but rather a liquid living tissue, an illuminated plasma, just as when a spaceship goes to planet Jupiter and the astronauts move and breathe in liquid oxygen to resist pressure. I also noticed that a wind blow like a sea breeze began to rise, pushing me further to the underworld, in the beginning imperceptibly, then more persistently. This breeze was pictured like a partial cloud, a bit darker than the illuminating atmosphere, which extended slowly and threatened to conquer all space. So, I decided that my best option was to climb hastily the stairs and emerge urgently to the surface. Worthy Capitano, I could embellish the description with more ornamental adjectives that wouldn’t be fitting for a military report.

Eurybia carried out her service duty (with the expediting mentality of a clerk, if we want to be candid), but this did not satisfy the terrified shepherds, who continued being devastated by the death of Poussinus. Obviously impressed by the power of NAOS Venovinda, kept on begging Prometheus to save them from death, who was an inconceivable exception in Arcadia, no matter how Prometheus insisted that this request was beyond his power. The hegemon was seriously concerned about the fate of this world. Just imagine a domain, where not everybody dies, but only some unfortunate, while the others remain immortal. If in our world, a (wo-) man becomes a wolf, exterminating others just to live “better” some extra years, than in Arcadia, where immortality was the rule, the possibility of death would cause a tremendous protectivity and inconceivably immured and fortified fiefs to neutralize and nullify this sudden and unexpectedly occurred gloomy perspective.     

The announcement of death “Et in Arcadia ego” began to invade the sculls of the privileged mythologic creatures and change their psychological state. Anyway, Prometheus felt obliged to make a promise to these people, who considered themselves so helpless.

“This passage to Hades which had opened in your domain an elevated classified issue that I cannot face at this moment.  Unfortunately, this passage can be closed only from the side of the kingdom of the dead, because from our side the wind of life gets explosively decompressed towards the cold space and is very strong to be controlled. I give you my word that during the fourth rotation, when we will cross the territory of death and will found the constellation Canes Venatici and the star Lucifer (Vega), I will endeavor with all means at the disposal of the powerful NAOS Venovinda to seal the channel from yonder”.   

Not able to do or to ask something more, the tenants of the Arcadian paradise dried their tears and deposited all hope at the shoulders of the fighting titans.

Prometheus addressed thoughtfully his space-travelers: “This isn’t a favorable coincidence. Let us rehearse the hymn of Nemesis in the honor of the star Griffin (Altair), which we discovered as a Herm or Rosetta stone leading to Hades, to appease it temporarily, so that it won’t harm these divine creatures until the initiation of our fourth rotation. From the moment that Nemesis, which supplies death with fresh souls, awakened, she needs conciliation and association. Be alert, Arcadians, learn that hymn to be able to rehearse it on your own”.  

NEMESIS’ HYMN

(Nemesis, I hereby call you, goddess queen,

Keen- sighted, who give people a neat clear screen

Self- beginning, venerable, who are enjoying the law

And grab chicanery by the ear with your cat’s paw,  

All are afraid of you, not only those who carry a yoke,

Because you care for all, for you no deed is a joke

You eavesdrop on arrogant soul and indiscreet urge, 

You hear and punish, no one can escape your purge

Among the mortals you are the ancestor of justice

You find adepts, forge mottos while you chastise-

Help rather the good, stay away from dissent, 

Pursue moral issues, not what fools have meant).  

          “hegemon, a last observation before we beam up”, said Hyperion. “These incredible creatures, who inhabit Arcadia, do not deserve the happiness and immortality that they enjoy; they have not earned it”.  

          Prometheus bent confidentially to the pointy ear of Hyperion,  

“Beyond the fact that they have their own concerns experiencing their own predicaments, and that is something not to trifle with, think not that a titan like me would ever do something opposing distinction and justice. In fact, I don’t have any intention to close the passage between life and death, but rather to reverse its sluice and make it a one-way street leading from Hades to Arcadia. Entrance will be posted on the firmament of the underworld and only the souls, who are light like a feather, will be rewarded through ascension towards the happy land of the blissful, whole those aggravated by crimes or other liabilities will remain on the shores of Acheron and Styx. As far as the Arcadians are concerned, I don’t feel sorry for them. The condition of their prosperity is such that it allows them to welcome some immigrants or even continually and increasingly thronging newcomers, whereby it’s their problem how they will billet or feed them. He who has two coats should share with the one who has none, if I may use a saying of the antagonistic to us movement of Christianity, isn’t it so, Mr. Hyperion? Iapetus, beam us up”.  

CHAPTER ΙΣΤ’

CYGNUS, DELPHINUS, PEGASUS, TRIANGULUM OF THE NORTH  

Leto presents a paper:

Dear colleagues, thank you for assigning me this talk about law and justice. Some people say that we, titans, deal in our congresses always with the same problems, but we do this because the important issues in life are few and are the only ones that need to be addressed. That is the reason why in our tragedies our great dramatists had always preprepared ethical characters and intelligence structures, so that their creative activity consisted merely in infinite diversity in infinite combinations, in delving into the motives of will and the different aspects of psychology. Likewise, the Right includes characters and intelligence structures and does not rely on anyone’s subjectivism. Free will is not contrarian to the objectivity of Right as science, because anyone can fulfill one’s potential in the frame of the authority that the community of law   entrusts her/him. The above is valis as a preliminary observation.

My short treatise about Right will rely on the example of Delphi, that is why I decided to devote my speech to Delphian Apollo. It is well known that we, titans, oppose the Olympians in many things, yet we recognize that they in their lust for power often operate as catalysts to important historical facts and sometimes the cunning of reason makes it so, that the Olympians achieve the opposite result from the one they pursue; in the final analysis they are also pawns of general history, which directs itself to continuously broader consciousness both of necessity and freedom. As Goetheus rehearsed in Faust describing the devil:

I am part of that power which would

Do evil constantly and constantly does good.

I am the spirit of perpetual negation,

For all it exists deserves damnation.

What you call sin, evil and cheating

It’s my main element, proper and fitting. 

So, in the hypothetical space of Delphi, as well as in every other space the first settlements were built and after the expected “dog eats dog” begam the distribution of land and the barbed wires in the prairie. Besides, it is known that the meaning of the word “nomos” is the setting of boundaries, the distribution and the exploitation of the fields. The most important thing in the setting of boundaries were not the border posts or the wires on the prairie, but the mutual recognition of each other’s property. This brought the contracts as a result; However, the merely material distribution of things without some acceptance by the spirit conveyed lack of each other’s property recognition, violation of treaties, cheating and then crime. It was the time that Cygnus -hereby, I second the constellation of the corresponding constellation- snatched the votives and the offerings brought by the faithful to Delphi. Cygnus was one of the land thieves pillaging and ravaging the area, very aggressive, just as the homonymous bird is. His vehemence was such that Zeus took his form to seduce Leda with the well- known results, i.e. Aphrodite staged the persecution of Cygnus- Zeus, so that Leda  pitied him and hugged him to help him escape, thus she remained pregnant the same evening both by Cygnus- Zeus and by Tyndareus and gave birth to two… eggs, whereby from the Cygnus’ egg Polydeuces (Pollux) and Helen were born and from Tyndareus’ egg Castor and Clytemnestra. In any case the aggressivity of Cygnus was settled, when Heracles killed him, but the confrontations regarding property never stopped. The deep concerns and the heavy clouds were always gathering. So, let us rehearse the hymn of Nephelae to complete the epoch of the Cygnus. 

NEPHELAE’s INCENSE, MYRRH

(Nephelae, whom one airy, cloudy, heavenly meets,

Rainy, push your impetus on the world’s streets

Thunder, set everywhere fire, but also guard the river, 

You move in the wind meanders, make everyone shiver

 You disturb the spirits, worry them through birds’ liver  

I beg you to be favorable with fresh robes and clothes

And make through rain the earth liken our oaths.).  

At a certain point, even Apollo understood that without mutual appreciation and respect between possessors and owners neither his authority nor his dominion was possible. So, he disguised himself to a dolphin and attacked a ship of Cretans, knowing that the Cretans are the most reliable followers (which is valid also today). H kidnapped the whole crew and brought them to Delphi to serve him as priests, but also as a sort of armed judges and relentless law enforcers. The Cretans though, except faithful, proved also to be extraordinarily moral people; instead of going out to enforce the law with the whiplash, they considered the external not conscious compliance as ineffective and introverted into the inner world, formulating the famous Delphic maxims that are valued by all even today. If I am not wrong, approximately 147 survive from that period, but the most renowned are “Know thyself” and “nothing in excess”. Respectively, I want to mention also another representative adage regarding the proper attitude of a person depending on his/her age: “As a child be decorous, as a teenager be temperate, as middle-aged just, as old man reasonable, as dying serene”. Moral principles are necessary in society because they tell us how we should treat our roommate, our co-citizen, our compatriot, so that the constitutional state may operate. There, however, was also an impasse to be observed, because many considered the expansion of the oracle’s ethical principles as moral terrorism. The externalization- extraversion of law failed, but the same happened also to the introversion of ethics, which ended up being some sort of dismal religious underground world, threatening and oppressing for all. Let us chant here the hymn of Persephone in honor of the constellation Delphinus – please let it be catasterized – to show that the morality necessary for the peaceful coexistence may also under circumstances become a dictatorship of unexplained prudery, just as the one obliging the women of sundry religious dogmas to wear an armor, panoply or chastity belts, unable to go on the street, if they are not hermetically harnessed.

 HYMN OF PERSEPHONE

(Persephone, daughter of the great Zeus, blissful,

Monogenous goddess, accept hymns holy and peaceful-

Precious consort of Pluto, life-giving, prudent, wise

Who possess the gates of Hades, from fertile land rise

Vengeful, with long tentacles, matrix and dome of Earth,

Parent of Eumenides, having underground birth –

Born by Jupiter by an unorthodox ineffable way,

Mother of Dionysus, whose glory no one can gainsay,  

You are co-player of Hours, glorified, holding lamps

Shy mistress of the world, keeping up the thumbs, 

Sharing fruits, among holy sprouts going up the ramps

Lucid, desirable to mortals, cornucopia’s abundance  

In spring and meadows, you enjoy air’s sun-dance. 

You were grabbed to be bride, when the leaves fall,  

Announcing for the people their last life’s call.

Because you are Persephone and you can kill and slay,  

But we seek your attention, please, if we may,

Bring us fruits of the earth, health which is sweet, 

Bestow us wealth to face old age, with dignity to greet

The way to Pluto’s residence, bravely the end to meet). 


          All these ended up to the dominion of the INSTITUTIONS, which are the culmination of Right, they are what (wo-) mankind searched for and achieved throughout history, a combination of material settlement and spiritual arrangement. The institutions rely on the one hand on external organization, on the other hand on internal consciousness connecting all participants. Such institutions are family, society of contracts and transactions, courts, universities, worker unions, professional guilds and associations, people’s assembly, congress, senate and governments. Every society is structured upon those, there is no alternative to the institutions, except tyranny as one man’s power or oligarchy as prevail of the mightiest interest. The institutions though need support and staffing- (wo-) manning. Based on the institutions, each one exercises authority within society.  One is voter, active or inactive citizen, participating in families or in transactions, and from any of these qualities rights and obligations arise, in short tasks, duties and competences. Every citizen in the frame of her/his authority is an archon, a governor, an administrator, bears responsibilities and is held accountable for her/his decisions. Power shows the man (and the woman).Aristotle: “The citizen is most and above all defined by her/his participation in the courts and the authorities”. Solon: “If you demand from others to assume their responsibility, be sure that you assume your own”. Demosthenes: “The greatest need of the free (wo-) men is the responsibility for the common cause”. Sorry, I was carried away, like our captain says.

When a (wo-) man exercises one’s authority, bestowed to him/her by society, one is validated both as individual and as member of the general state. Such a man was Bellerophon, the institutionally purest, most impeccable and integer of all heroes, so integer that many plotted and intrigued against him, but no one dared to harm him, no one consented or endured to kill him, because all arrows of the others’ slander, calumny and legitimate or illegitimate ambition ricocheted and stroke against his shining impeccable flawless and formidable armor.

In the beginning he was calling himself Hipponous, because he thought and cared only for the horses, which he chased all over to tame, a difficult and dangerous activity, so much so that in that era horses were carnivore and man-eating, tearing their persecutors to pieces. Not only Hipponous managed to tame some horse, but he managed to tame THE horse, namely feathered Pegasus, son of Medusa and Poseidon, whom he grabbed and rode, as the latter drank water in the fountain of Peirene in Acrocorinth. This was his first contact with Right, surely definitive and decisive, because he didn’t acquire whatever property, but a living elusive creature, which he was forced anytime to mind and attend to, as well as engage his infinite powers at the disposal of society. So, Pegasus – please, catasterize him – symbolizes the spiritual character of property, where one envisages oneself, stressing also the responsibility and social dimension, which the former entails. Afterwards, our hero went to Troezen to marry Aithra, daughter of Pittheus. In the meantime, the tyrant of Corinth Bellerus asked him to teach him archery, but Hipponus made a mistake and handed him a poisonous arrow during the training, so that the tyrant collapsed thunderstruck. Although Bellerus died by accident, which means that the injustice inflicted to him was indeliberate, unintentional and involuntary due to a (serious) negligence, Hipponous was unconsolable. He started calling himself Bellerophon, i.e. Bellerus’ killer, whose name in turn derives from “arrow or needle”, so that he would never forget the crime that he committed. Although his responsibility was formalistic and not essentially subjective, he felt huge remorse, a circumstance that propagated much the study of law and initiated a new era of Right. Bellerophon shook refuge on our old acquaintance, the tyrant of Tyrins Proetus to redeem himself from his crimes through penance and labor. In those days, the assigned tasks, if they had an auspicious outcome, i.e. if they led to genuine internal repentance of the perpetrator, were considered cures for atonement. While he dwelled there, Proetus’ (not Potus’) wife Stheneboea was infatuated with him, but Bellerophon, as we say in the titan language, kept and revered honesty towards the host, demonstrating that one necessary pylon of Right is morality.  Right without moral subjects cannot exist, no matter how the positivistic jurists howl, roar or tear their clothes.

Then, Stheneboea, fearing that Bellerophon would denounce her to Proetus, hurried to anticipate his reactions, claiming that our hero tried to rape her. Proetus, being on the one hand some sort of spiritual confidant of Bellerophon due to the redemption procedure, on the other hand being a chickenshit to the superlative degree, he sent him to his father- in- law Iobates in Lycia, instructing him to find a way to kill him. According to the sequence of events, Iobates first extended hospitality to Bellerophon and then received the letter with the abominable instructions, because the former made use of the existing airways riding Pegasus, while the mail was moving via stagecoach, just like the movies of Wild West and got late. So, Iobates, being a compassionate fellow, influenced by the previous hospitality, had a liking for our hero and didn’t have it in him to kill him. That is why we are taught that besides the inaugured and constituted courts, we all are also judges in society. In fact, we judge daily ourselves and others, allocate responsibilities, orient our lives towards the good guys and avoid the bad ones. At the same time though, we are also hypocrites, because we accept that someone else would do the dirty business ensuring – guaranteeing our way of life.  So, Iobates sent Bellerophon to Chimera to commit glorious labors, who was the daughter of our old acquaintance Typhon and Echidna, in the frame of the redeeming cures that we have mentioned, hoping that she would kill him. Chimera had a chest of a lion, head of a goat emitting fire and tail of a dragon causing all over incredible devastation. To make a long story short, Bellerophon shot and killed her from the height of Pegasus, who performed a vertical assault. Chimera symbolizes our daily transactions, so attritional and chimeric, deceiving and delusional that surviving them is a miracle. One excellent omen though is that we always keep the principles of good faith and fair practice. Later, Iobates sent our hero to Solymi, a savage and barbaric nation of Lycia, symbolizing the professional guilds, unions and associations, where someone needs great balance and subtlety of maneuvers to keep them united and effective. Bellerophon managed to reconciliate them. Then it was the turn of the Amazons who, as everybody knows, inhabited around Thermodon river of Asia (Terme- Samsun), were called anti-ander, because they were feminists and crushed their right breasts, not to be obstructed during shooting arrows. After beating them, Bellerophon taught them equality of the two sexes, persuading them that also men are worth something, sowing and spreading also elements of international law, so that all nations of the Asiatic people-sea dwelling in Eurasia and Skythia could live peacefully ever after.

When finally Iobates saw that no ambush, no matter how sophisticated or pre- studied was, could not hurt shining Bellerophon, as he was idealistic and ethical and institutional, he kept him in his kingdom and gave him his daughter for marriage along with half the kingdom, plus the land provided to him be the Solymi in gratitude, since he took them by the hand and led them up the street of prosperity and peace. Here ends our story, a story of institutional responsibility and authority; Instead to reiterate the classic refrain “they lived happily ever after”, it is more fitting to say that this is summarily the History of Law and Right.

Winged Pegasus became the symbol of titans for Right and justice. It is also the sign of our starfleet, distinctive title and name for our most majestic ships both of commercial and war navy. It is an eternal concept calling people to a confident exaltation and assertion- confirmation of the institutions that they founded. Bringing my short historical retrospection towards its end, and given that we all rest assured in the embrace of the law, at least theoretically, since its practical implementation and enforcement requires constant vigilance and daily struggle, I hereby call you to praise Eumenides, because the Right is exactly that, the torturing urges of (wo-) mankind, the nightmarish creatures of the myth, namely Erinyes, who retreat progressively and give up their position to the Eumenides of logos and logic, just as the sea recedes to reveal the land.  

I remind you what a certain Hegelos wrote about Erinyes and Eumenides symbolizing correspondingly the primitive condition of (wo-) man in relation to the conscious one, and the despondent sedimentation of delict and crime in relation to the ordered and regular organization of Right. “The conflict between Apollo and the Eumenides is to be settled by the verdict of the Areopagus. A court, human on the whole, at the head of which stands Athene herself as the concrete spirit of the people, is to resolve the conflict. The judges give equal votes for condemnation and acquittal, because they honor the Eumenides and Apollo equally (r.n. the Eumenides were still Erinyes), but the white stone of Athene decides the case for Apollo. The Eumenides lift their voices in indignation against this judgment of Athene, but she silences them because she promises them worship and altars in the famous grove of Colonus. What the Eumenides are to do for the people in return is defense against the evil arising from natural elements, earths, sky, sea and winds, protection from unfruitfulness of the crops, from failure of the human seed. But Pallas undertakes for herself in Athens the charge of warlike strife and sacred battles… 

But the tragic denouement need not every time require the downfall of the participating individuals in order to obliterate the one-sidedness of both sides and their equal meed of honour. We all know that the Eumenidesof Aeschylus does not end with the death of Orestes or the discomfiture of the Eumenides (These were the Furies, the avengers of a mother’s blood, and the violation of family piety, against Apollo who means to maintain the dignity and veneration of the King and the head of the family, and who provoked Orestes to kill his mother.) On the contrary, Orestes is excused punishment, and both the gods are honored. But at the same time, we see clearly in this decisive conclusion what their gods meant to the Greeks when they brought them before their eyes in a combat between one another as particular individuals. To the contemporary Athenians they were only elements which were bound together into the entire harmony of ethical life. The votes of the Areopagus were equal; it is Athene, the goddess representing the whole substance of living Athenian life, who inserts the white stone which liberates Orestes, but she promises altars and worship to the Eumenides and Apollo equally”.

Prometheus coughed dryly:

“So, that’s enough; As you said, Leto, let us all rise for the hymn of the Eumenides and the celebration of Pegasus catasterism”.

EUMENIDES’ INCENSE, AROMAS

(So, hear, honorable goddesses, who stay in the rear  

Tisiphone, Alecto, Megaira, who the people scare, 

Nightwalker, innermost, having the house deep low

Near the holy water of Styx, where no one wants to go,

You fly with dark intentions, which you don’t reveal

Maniac, haughty, causing mayhem, you don’t appeal

Beasty punishers, almighty, you cause fear, pain

Chthonic daughters, who like Hades kill and slain

Airy, stealthy, you hover like concept and thought

You know what mortals always seek and sought

You survey with Dike’s eye, you are everyone’s judges  

Please, reverse now and be lenient without grudges,

Change your course, be clement, show will of good

Be magnanimous, be Eumenides with mild mood.

You are daughters of Zeus great and chthonic

And of curly Persephone, who is never ironic

You criticize the life of all, if it is unholy and lonely

You punish every crime, if it is provided only,

Blue- colored queens, you cast a glimpse of an eye

With deadly carnivore reflection, and instantly all die

You are eternal, sovereign, of abhorrent countenance

You dismantle with nails every structure, maintenance,

O night daughters with curls like snakes in the hair

Bring us rather prudence, wisdom, help us be fair). 

A vivid and intense standing ovation followed the speech- homily of Leto. Prometheus rose deeply moved and said:

“Thank you, Leto. The Right as combination of law, ethics and institutions is the greatest human achievement. Please, let the Triangulum of North be catasterized to symbolize the above three-legged distinction. Let us rehearse also some hymns in the honor of our most formidable enemy, the power -hungry Zeus to sooth him, so that he may leave us alone to live long and prosper in our societies; we have no need of him”.    

ZEUS’ INCENSE, STYRAX

(Zeus beloved, Zeus unwasted, without attrition,

We witness your glory to avoid further affliction.  

Let us say it is true that from your glorious head,  

Earth, mountains and sea came forward- ahead,  

And whatever else, firmament and heaven hold,

Zeus with your scepter, who always say: behold

Beginning and end of all, inception and death

Earth -trembler, you have many gadgets in the sheath

Thunderous, enhancer, who sprouts of flowers plants

Provide impeccable health, and flawless glands,  

Peace and wealth, even if it luxury reaches,

Self-born of the gods, teacher that men teaches,  

We become your sponsors, we make sacrifices

But we never know if our obedience suffices,

Make that life gives joy, and health all over reigns

Allow us food to fill our capillaries and veins

To admit that something good from you remains). 

THUNDEROUS ZEUS’ INCENSE – SWEET SMELLING STYRAX

(Zeus, torchbearer, who carry the torch from the heights

 With ethereal lightning you turn on and off our lights,  

The bench of the blissful with thunders shake,

Cloudy, dismal, dark waters from the sky rake, 

Floods, hurricanes, storms and flames you send

Enraged, horrible, despicable you are eager to spend,  

You don’t hesitate to catapult and throw arrows

With the threatening urge of your drive that harrows  

You shoot and pour invincible acid swelling,  

From sky-high it comes, makes the pustules smelling,

For you, sea and earth treble and run to hide, 

They are afraid of both your ebbing and tide,  

When your thunder strikes, all people stay aghast

Both in ether and valleys, your madness grows fast,

You tear the cloak of heaven, since you roar

But, please, stop frightening us like a wild boar

We know you, that’s enough, you warlord, you marshal

Stop being so horrible, stop being a rascal,  

Make that life gives joy, and health all over reigns

Allow us food to fill our capillaries and veins

To admit that something good from you remains). 

 “The last three verses are encountered in many hymns of Zeus to demonstrate the unquestionable psychopathologic neurosis of the man, if man can be called this extraterrestrial who emerged from the wormhole, the addicted of sacrifices, sponsored offerings, libations and worshipping laurels” prompted Hyperion to say.

LIGHTNING ZEUS’ INCENSE, LABDANUM-MANNA

(I call the great one, the superb, the thunderous,  

The airy, the flaming, the fiery, the marvelous,  

Who lights an aurora on the clouds with a mighty cry

Who both at evening and dawn is but a pigsty, 

Please, thunderous king, cease in our life to pry, 

Give us a break, cut us some slack until we die). 

“So, it seems that we flattered him long enough, although any friendly approach is also in vain, because he understands only the language of power and violence”, added Prometheus in the beginning of the sentence attracting some laugh, but in the end a sullen frowned gloomy atmosphere seized the day.

CHAPTER ΙΖ’

ARIES, PLEIADES, TAURUS, TAURUS’ COUNTENANCE (ALDEBARAN)

PROETHEUS: “My dear crew, this time it is likely that we wouldn’t need to intervene, because facts and circumstances are developing on their own and finally appears a result compatible to justice. But let us not get ahead of ourselves and let us observe what is happening in this area of heaven through our crystal ball”.

Aries felt nicely settled in the enviable luxury of his residence equivalent to a five-star hotel. He sat lax in his favorite armchair and saw the world with different eyes. The images came through quantic entanglement to his eagle Iustinian. There gave a noiseless connection based on his symbiotic artificial cells, installed in his spinal column, harmonized and orchestrated completely to the corresponding cloned stem cells of Iustinian, providing to the besieging and unstoppable Aries clear sensual impressions of the rapacious bird’s flight.

So, Aries enjoyed the feelings of freedom and power transmitted to him by the bird. These flooding images were the best analgetic for his old body and his gradually paralyzing muscles. All his bio- medicinal means could not lead to his cellular regeneration and rejuvenation. As an old verse said:

All the king’s horses and all the king’s men,

Couldn’t put Humpty together again.

          On the contrary, Iustinian possessed enormous vitality, as he crossed the clouds being the indisputable master of the heavens.

On this day, Aries had sent his eagle to hunt over the harbor. What was the prey that the almighty master of a whole planet would desire? What more could a man need, who had all? The answer was that, if someone aims to acquire not only soulless things, but also animated and soulful ones, then money is not enough, but constant vigilance and exercise of influence is required. At this point, we confide in our readers to make the narration more understandable that Aries (Crius) was what the young people despise above all, namely a child molester. In the past, he had already captured, exploited in multiple ways with right of using and abusing and finally absorbed, strip- mined  and leeched off an entire bunch of little girls, being in their prime, who belonged to aristocratic families at that, like Phaeo, Phaisyle, Ambrosia, Coronis, Eudora and Polyxo, who were named Hyades from their brother Hyas.  Aries had sent a biotechnologically remote -controlled snake to bite Hyas, so he got rid of him and kidnapped undisturbed his defenseless and inconsolable sisters. After he transformed through molesting and grannies, raping those young girls into wrinkled multiply used and misused, he made more openings in the white flesh market with unprecedented impatience and brutality like a shark who smelled blood and rushed like a beast to Pleiades, famous for their beauty. He captured and enlisted successively in his unofficial harem Maia, Electra, Taygete and Alkinoe, whom he chased just now through Iustinian in the harbor. As far as Asterope is concerned, he had also another reason to persecute her, because, while he as a capitalistic and plutocratic colossus controlled the international drug trade, this marvelous young girl had managed in a mysterious way to establish a flourishing enterprise of selling and distributing psychedelic drugs. In fact, her products named “glycol- calyces” or “glycol-anthers” provided much superior hallucinations than his own pills, having as a result that a significant part of the market got lost to Aries, if one could grasp such calamity!       

At this point, the titans broke transmission to recite the hymn of Nereids to exorcise all evil spirits searching for white flesh of little girls, just as Aries did to satiate his sinful and illegitimate appetites. But is it acceptable that we exorcise and sooth these bastards? one could say. Well, the titans were a little soft for today’s standards, a bit tenderfoot or pushover, as the young of our era would say, but no one can question their deep humanism!

 NEREIDS’ INCENSE, AROMAS

(Nymphs of salty Nereus with beautiful eyes,

For them every being of the depth cries,  

Fifty daughters dancing, reveling near the waves

Rejoicing in the Triton’s vessel who also raves,

With morphs of beast, who inhabit in sea caves,

Those on the bottom of the sea, unlighted, sallow  

In the wet roads where the wave is shallow. 

Navigating dolphins shining with a blue polish and hue

I call you to send to the adepts the delight which is due

You first follow the rituals of Bacchus and emphasize, 

Which are holy and pure, of Persephone’s size

Together with Calliope offering presents and prize).  

Next, the titans chanted a hymn in honor of the Pleiades and of their corresponding graceful constellation, who could not be nothing less than the one of the nymphs.

NYMPHS’ INCENSE, AROMAS

(Nymphs, daughters of the lion- heart sea froth,  

You live in the depths of a world of another troth, 

You hide in the prairies, in the oblique paths, 

In grottos, but also palaces with thin fine laths, 

Gushing, running, with morning dew and light pace

You leave on the sand a distinct flower’s trace

 You jump and scamper with Pan and his men

Into woods, hills, valleys and in the brigands’ den

You are fragrant virgins, in white robe, breath lither,  

shepherd cattle, gather fruits before they wither

You enjoy the woods you draw benefit from it out

You are tree-daughters, playful, pious, devout,  

Bacchic, verve- stung, spring- happy, sick and cured

Along with Demeter bless all cities immured,  

come to your holy altars and make the anger flee, 

make the fruits ripe like a benevolent busy bee).     

Furthermore, the titans considered as right to devote a hymn in honor of the Taurus constellation’s birth, on whose front they in their infinite mercy catasterized the poor Hyades. This hymn could not be other than the one of the Primitive, since Aries had molested them so badly.

INCENSE OF THE PRIMITIVE, MYRRH

(I call the primitive, of those with both natures, who wander  

Egg-born, who with golden wings finds his way asunder, 

He has the face of a bull, he bore gods and mankind

Raping with precious sperm, shaking both herbs and hind

He is mysterious, clandestine like a stealthy sprout.   

You who blackened the cloud, made it dark and stout,

After you started, swept down and strafed in the world,

I call you Phanes, bright light, I can’t find another word,

I call you Priapus with seducing allure, luring gazes,  

You, versatile, many- seeded, whose mettle amazes

Even the orgiasts you could free from barren mazes).

Again, let us observe through the crystal ball: The girl wore a robe with mauve mallow color, black sandals and a straw hat, as well as a leather bag, hung on the back, decorated with blue and red tufts. She didn’t seem to be older than eleven or thirteen years, but she ran on the promenade of the extended walls with an enviable agility, lightness and flexibility among sailors, tourists, merchants and traveling vendors. So, that was the girl who had challenged him in such an unforgivable way. If she didn’t call her own seducing voluptuous fat tidbits, metaphorically tasteful morsels and fresh meat which Aries fancied, he would have made short work of her dealing with the problem very quickly and handily, so much so that neither youth nor innocence were justifiable excuses for those who dared to oppose him or to sally against him. Quite simply, the girl sold biotechnological equipment of top quality in the harbor without his approval and with discretion, unparalleled dexterity and intuitive sensitivity at that, whereas her covenants were important, even spaceship captains. Apparently, a wise scholar, about whom nobody knew if he was alive or dead, had fabricated in a laboratory and in tanks of a very sophisticated chemical solution not exactly hallucinations, but evolved memory storage units of the user himself in form of inhaled powder, syringe or pills. These cellular nuclei and clusters of a size of a bug could reproduce the most agreeable and unforgettable events of the user’s life according to her/his wishes in such a realistic and deeply experienced way that everybody forgot oneself like a lotus- eater within an entirely artificial limbo. How the kid came to the possession of the most wanted, most demanded glycol-calyces, which we will also address in the following, was unknown.

Aries had hired in his payroll a very reliable strongman or rather strongwoman, a much- dreaded night -comer, Demogorgon. She was a horrible woman, horrendous, despicable, detestable, if you know grasp the insinuation, who was bornin underneath the surface of the earth, passed her youth in sewers chasing crocodiles, which according to the urban myth live there, and her name was so abominable that it was forbidden to the mortals to even pronounce it. Demogorgon killed her victims through clods of burning mud, which struck roots into the capillaries and the intestines of the attacked and rent, cleaved, devoured him from within. Of course, one could not escape such a persecutor and -in short – Asterope was arrested following the fate of the other Pleiades. The trade of the glycol-calyces fell on the hands of Aries, while Asterope was limited to mere survival in exchange of the well-known return service, consisted of …well you can all guess. After interrogation, Asterope admitted that the producer of glycol- anthers – not to use the same word – was her father Atlas, dead many years ago.

Aries produced narcotics of different kinds, but when he acquired the patent of glycol-calyces, he turned his cultivation exclusively to them. He transformed his machines into biologic hybrids, mixtures of software and biotechnology, consisting not only of metal and plastic, but also of other organic components. All these elements were mixed and fused with such art and sophistication plus perversion that they caused unconquerable awe and ineffable surprises to the spectators. Anyway, production ended up into a ribbed plant with formulated globules at the sides, which at the first sight resembled a thorny cactus, tall, hard and dark like mahogany.

In the center of the plant there was a meristem areole, a viscous gelatinous stain, from which the glycol-calyces sprouted and then grew up along the sides. In the end, the plant looked like a grey-green stone-cactus with two centimeters diameter, spotted and striped with mauve rings.

On of Aries’ biotechnicians studied thoroughly the structure of the glycol-calyx and found that its cells were full of neuro-physic proteins and other unknown neurotransmitters. In any case, whatever they were, they functioned, reacted and influenced or conquered directly the voids between the neuron synapses. This way, the host was surprised and unexpectedly flooded with his own memories. How could these neuro-physic substances be produced in a way that they conveyed a coherent sensual sequence, it remained unknown even to the most evolved science. The basic thing is that, possessing the patent, Aries also conquered   this section of the market, achieving the culmination of his ambitions in business and enterprises. Henceforth, his only target was longevity.

Well, he was hale and hearty considering his hundred twenty years. He had preserved to this advanced age his quality-of-life, facing vigorously the embrace of entropy as a gradual diminishing of his powers with the contempt that only the very rich like himself could show, those who swam in talers. However, from a certain point his biochemical therapies to preserve his genetic and cellular rejuvenation of his organs, the continuation of his skin and the density of his masculine hair growth, could not work miracles anymore. Advancing age had subjugated and eliminated, uprooted his sexual urge. That is why, sensing continuously on his skin the limitations of Chronos – Cronus, he contented himself watching Asterope naked or admire her, as she was dancing in front of him. Or he was satisfied watching the despicable Demogorgon along with the courtyard’s hetaerae, as they corrupted gradually the innocence of Asterope, until his vigorous, sturdy, robust and strong -limbed servants came to claim her virginity violently and rapaciously- that was a magnificent spectacle to see!     

The negative side was that Asterope, just as the other women, could lose her virginity only once; the spectacle, however, remained stored forever in the glycol-calyces that his scientists everyday proudly offered him, so he had the opportunity to relive daily, time and again, this unforgettable ophthalmo-porn voyeur experience, each time with the same vividness, the same clarity, the same tension. 

This repetition of deflowering, provided by the glycol- calyces, was something extraordinary, made him pant, not be able to breathe, made his heart work with arrythmia and atrial fibrillation. Progressively, his scientists modified the glycol-calyces in a way that he was posited in the stead of the lovers and watched face-to-face Asterope licking with the tongue his thick-haired shaggy chest, whereby he came to an explosive, utterly decompressing and relieving orgasm, escorted by well-placed bull roars. Now, nothing else was more important in his life than to experience all over again the deflowering of Asterope either in the hands of her “lovers” or in his own.

His greatest pleasure was that he gradually had earned and conquered the soul of Asterope, introducing to her every sort of lust and exercising to her every sort of charm. Now, he came and embraced her like a father, and they stayed together until the next morrow, which was the most magnificent feeling, a permanent ecstasy, as if the window shutters open every time, every moment to welcome the sun or the morning breeze. Best thing of all was that he felt young, extremely young, under the effect of the glycol-calyces, powerful, strong and valorous, able to absorb, to squeeze the happiness, being generously offered to him.

That night, which was supposed to be the brightest evening of his life, Aries called to a symposium all department heads, all executive directors and arms of his firms, all his agents and enforcers of his will. Although he sent them the invitation only a couple of hours ago, they hurried to come, because they had an allegiance to him either out of conviction or out of fear.

Asterope was dressed like a Victorian queen with a high bust and corset, silk and decoration, and had flowers on her hair. He stood by her, upright and strong with his black tuxedo and a carnation on the lapel, having Iustinian on his shoulder as a symbol of his authority, and welcomed very officially all guests, who arrived with the coaches, the limousines and sundry other transportation mean of different miscellaneous epochs.  

 The couple sat under the accompaniment of discreet gentle melodies on the top of an elongated table extending to infinity, with the chandeliers hanging from gold chains of the roof and the old paintings of the walls picturing the ancestors of the parvenu Aries, who watched sternly and grimly the visitors, preannouncing a new future dynasty of many centuries.  

The happy conversation and the resounding laughs were interrupted abruptly, as Aries tingled ceremonially his spoon on the glass, which indicated that the speech of the host would follow.

“Today, is for me a special occasion of double joy, not only because I have you all by my side, but also because in the face of Asterope I found the daughter, whom I never had”, he said embracing her, while she blushed shyly and shamefully. The executives and the agents looked at each other surprised, asking themselves what the consequences of that informal and unexpected adoption would be for the management and direction of the enterprises. Then, they took in in turns to greet hypocritically with gnashing teeth the new source of authority that had suddenly risen.

“Yes, Asterope will assume all my business, she will be my successor. And she is the worthiest for this task, because she has contributed already to our company’s trade branch the product, which not also ensures our economic domination for all future generations, but also promises and predicts absolute happiness for all of us, the transformation of our planet into a paradise on earth.   Please, let the glycol- calyces on the silverplate be shared to all, so that all may experience the newfangled commercialized happiness. Happiness would be henceforth available in the market! And I, only I, possess its entire monopoly, but my mood is so elevated that I feel the need to share with you my wealth and fortune, which so generously fate and my industrious efforts have bestowed on me. Please, swallow, gulp it down, take care that it is does not go down the wrong pipe and thank with me my precious unique Asterope! Asterope, who made all our dreams come true”.

Within this atmosphere of extreme and unrepeatable revelry and debauchery Aries feels the inner impulse to get up and dance, to jump sky- high, that is the measure of his enthusiasm. Now, Asterope leans on his shoulder entangling her hands into his own. “So many important people and all wanted to shake my hand. Thank you, daddy. Thank you for finding me, believing in me, taking me in your home, sustaining me, making me happy”. Her words caused him an ineffable euphoria; it is not the first time that she called him dad. “That’s what daddies are for”, he replies with a shining smile inside alabaster teeth of a cinema star.    

Aries woke up suddenly in the night. In his caries-dug teeth half confect of glycol-calyx has glued. Terrified by his violent awakening he looks at the mirror of his ceiling, which always reflected his erotic deviations. He saw a pale, cachectic old man with a repulsive tumbled drum- stretched belly, pierced by lots of tubes coming from empty drip feeds. His king -blue sheets were stained by urine and excrement. His face was smudged by medicines, saliva and watery food.

“What happened, is the event over?”, he whispered.

The screen of his eyes was filed by a Medusa’s countenance with a deformed mouth framed by sharp teeth, a grimace of malice and hairs like vipers. It was Demogorgon.

“What event?”, she said, being ostensibly at a loss.

Demogorgon is still laughing while showing her canines. Behind her, in the background was Asterope. Aries shits himself instantly out of fear and due to the unexpected turn of events.

“What are you doing, here? What do you intend to do? I have given you all, money, glory, recognition”, he could barely pronounce biting involuntarily his tongue.

“You know”, said Asterope, “I appreciate that you have proclaimed me your heir, thinking maybe that you will live – and shit- forever, but, unfortunately, I have not the patience to wait. I feel mature to take over your business right now”.

“Asterope offers me more than you, boss. She says that I will be her right hand”, succored Demogorgon.

“No, no”, Aries shouted. “We have made a deal to make you my second in command. Asterope can’t offer you more than me”.  

Η Δαιμογόργων κούνησε το κεφάλι της.

“I don’t’ recall such a discussion, boss. Could it be that this flattering business proposition of yours is included only in here?”, she said nearing her poisonous stinky breath to the face of the lying bedridden dotard and uprooting one of his putrid teeth along with the remain of the glycol-calyx. The wretched old man emitted a screeching deafening howl, not at the least human, like a wounded pig.    

This time, Demogorgon didn’t use lumps of burning mud, but her lethal venomous incisors, which penetrated Aries’ skin. Aries cried with a grievance as the venom flowed unhindered into his capillaries and darkness conquered one organic system after another.

Weeping and sighing he said: “Why, why, Asterope, I have loved you. I may have exploited Hyades, but not you…”

And Asterope answered: “The glycol-calyx was not produced by my father Atlas, but by my brother Hyas”.      

As the titans withdrew their gaze from the crystal ball, the emission of which had ended, Hyperion showed the greatest satisfaction of all, the happiness of understanding.  

“I see, captain”, he said. “The hasty and superficial nature of Aries as an unbalanced pressing hurrying dude averted him from investigating Asterope’s past, although he had all proper means at his disposal. So, he wasn’t informed that Mother Pleione, as her name indicates, had as daughters not only the five Hyades, but also the seven Pleiades, among whom Asterope was included having herself Hyas as a brother”.  

“Hyperion, you certainly caught a rabbit but allow me to say that it is not edible. Your pointed-eared logic searches always to find the most sophisticated solution to explain the simplest things with empty phrases and adorned flowers of speech. You disregard Occam’s razor that the simplest explanation is always the most persuasive. Even if Hyas was not brother of Asterope, all these rapes committed and the relentless exploitation exercised to her by Aries justify her eventual outburst”.  

“Gentlemen, please, stop”, intervened Prometheus. “Since you both act like smart-alecks, I would like to point out a detail that perhaps has eluded your attention, although you always step forward as titans of epistemology. We have enumerated until now six Pleiades, the sixth being Asterope. So, please, remember that Pleiades were seven and the seventh was my wife Celaeno. So, I honor Asterope limitlessly, since without her struggle Aries would have seduced and prostituted my own little wifey as well!”.

“Let us close this unit chanting the astral hymn, so that the star Taurus’ Countenance or Visage may be born, an entity that considered itself an invincible bull, but -alas- had only the countenance or the visage of a bull”, saif Hyperion.  

INCENSE OF THE STARS, AROMA

(I hereby invoke aurora borealis of the eternal stars  

I call and yell hoping to see pure demons and Lares,

Heavenly stars, friendly companions of dark night, 

Circle the throne and protect it with your great might.   

Shine, you torch -bearers, you have created all, 

Master of fate, you define, explain the crystal ball

You go through mankind’s and the divine zones,  

Illuminating squares, streets, spires and cones, 

Heavenly and underground, you climb up all the hills, 

You shred the veil of the night and its scary chills,

You polish with scintilla of darkness the corners,

Come to the ceremony with glory on your shoulders

Cross the road like brave, courageous roamers).     

CHAPTER ΙΗ’

ORION, UNDER THE ARM (BETELGEUSE), GEMINI, CASTOR, POLYDEUCES (POLLUX)

“In view of the fourth and last rotation,” said Prometheus in the daily briefing of the personnel, “the dyne- warp motors should perform at least a hundred specific movements to get into the proper inner corridor for the final catasterisms. The pertinent map is in the hands of Orion. Please, let Orion be catasterized, although during his life he committed a slew of mistakes and bad choices, ‘being blind not only regarding the eyes but also the ears and the mind’ (mystic seer Teiresias), he possesses the magic keen- sightedness to direct us to the road more appropriate for the completion of our mission. Since he had the abilities of a sea-creature and, as it is known, he walked on the waves, just as Christ did on the Galilee sea, without of course the attribution of some specific meaning or a certain importance to the above action, and even if, as a result, this extraordinary skill was underrated to a cheap circus trick or a magician’s dull abstraction, it is proper, -I think-, fitting and becoming for us to devote him the hymn of Nereus”.

NEREUS’ INCENSE, MYRRH

(You, who possess the root of the sea and step in time, 

You rejoice the waves with fifty daughters at their prime,  

With artful dances, Nereus, at the earth’s ends

On the sea grounds and bottom, when the morning pends

You shatter the holy pedestal of the depth, breathing airs 

Of dyne into innermost caves and most secret lairs.  

But, blissful, earthquakes and shatters, please, avert, 

And try into the life of adepts a little joy to insert).

“Eurybia, please, continue, because I grew tired of stating the obvious”, said Prometheus.  

“The main characteristic of Orion”, Eurybia took the staff or the scytale, “as we know from previous cycles of Creation, is that, while he had an impossible vision, orientation and insight concerning physical space and time, he was completely blind in his personal matters. Individual blindness and collective societal perspicacity towards him were two antagonistic inter-struggling properties, defining, shaping and branding his whole life. This is often the case, because the blinder one is in relation to himself, the more predictable and easily vulnerable one becomes for the others and, vice versa, the more keen-sighted he is in relation to himself, the more secret and mysterious he becomes for the others. It is difficult to figure out where the reason for Orion’s schism lay. It is possible that he had not made thoughts about his role and purpose in life, so, although he was extremely capable in any activity he forwarded, the result and the quotient was always a fat zero”.   

“Anyway”, summarized Prometheus, who was allergic to exaggerated analysis, “the issue is that if we provide advice to Orion wisecracking him in the critical circumstances of his life, he will give us as a reward the map of the fourth and last heavenly rotation or something else amounting to the same, e.g. he will donate us a sonar micro-vessel detecting and probing ten thousand feet, so that we may coordinate our course with the proper inner corridor. Of course, vast patience is required to that end, becoming easier and more feasible through the fact that the lives of the constellation Orion’s beings move quicker in fast forward in relation to ours. Eurybia is assigned with the mission to constantly eavesdrop through her tiny communication earpiece devise the evolvement of Orion’s life and intervene appropriately advising him, whenever it is beneficial for us”.

Orion’s mother was pretty much worn off to conceive him, as well as to gestate him lying on a skin for ten months, one month for the conception, since her husband Hyrieus was dry and shore, although the letter hypsilon signifies liquid flow, and nine months of pregnancy, because according to the medicinal standpoint of the era, when the sperm was weak, a constant  lying down on organic matter is indicated, such as the skin is.  

The advice of Eurybia to the mother was: “Lie down on a skin for nine months”. 

Orion became an experienced hunter and sailor. He had a big- sized head, which helped him impose himself on the women, as he shook it right and left during the sex act like a tomcat. In his naïve imbecility he almost took as wife a woman named Side, thinking that she was prettier than Hera, so vulnerable he was in front of the female charms and so blind for the consequences each time overdue.

Eurybia advised him in his sleep through communication bug the following:

“Do not merry Side. Avoid it in any case and at any price, because Hera will throw her immediately to the dismal depths and the Tartaros of Hades and you along with her”.  

Later, Orion came to Chios to the king Oenopion to ask his daughter Merope for marriage, but he blinded and abandoned him on the beach. This was a completely unexpected event that nobody could predict, no matter how much diligence one showed. This event didn’t belong to Orion’s sphere of influence, nor could it be considered as his responsibility. That is why Eurybia zipped and buttoned her lips saying nothing and left him to work out the situation on his own. Another reason was that the blinding of Orion would be an excellent propagating catalyst for the continuation of the story and the development of the plot, therefore it was to the interest of the titans.  

Eurybia limited herself whispering to him in his awakening as a day- dreaming that he would be healed if he walked towards the sun and the start sign would be given through a clapping sound. As soon as he heard hammer on anvil, having from Poseidon the gift to walk on the sea, he started dancing on the fin of the shark moving in a groping but infallible manner towards the direction of the rattle, and thus he came to Lemnos, where Hephestus was working.

Then Eurybia sent him a second Socratic daimonion:

“Grab Endalion, servant of Hephestus, kidnap him putting him on your shoulders and order him to guide you in his chariot to the sun”. 

Orion with an admirable spirit of initiative grabbed Hendalion servant of Hephestus, kidnapped him putting him on his shoulders and ordered him to guide him in his chariot to the sun. So, he was healed from his wounds through ultraviolet radiation and hop -hop diggity he returned to Chios to punish Oenopion, but he didn’t find him, because the Chians hid him underground.

At that point, Eurybia said:

“Let Oenopion be, he doesn’t worth your effort. And don’t plot a course for Crete, as I see that you intend to, because we are wasting time. You ‘d better get around Crete and go to Sicily, because there you are needed more”.

So, through Crete he sailed or rather he walked to Sicily, where he offered his services to king Zanclus. There, he constructed the harbor of Messina and a temple in honor of Poseidon. Afterwords, he scampered towards Euboea, where he took part in the conflict about the wind turbines, which is an eternal subject a that place. Due to his property as constructor of big unmanageable titanic works a lot of intense and fiery protests and demonstrations took place against him by the environmental organizations of the island. Finally, Eos fell in love with him, seized him, and brought him to Delos. Well, falling in love isn’t bad, that’s why Eurybia remained silent. However, also Artemis loved him and the situation got more complicated. Eurybia again was silent as a fish, letting him unadvised and exposed. Then, Apollo conceived following devise or devised the following conception: While Orion made a walk on the archipelago around Delos and his head was protruding from afar as a magnificent and most demanded shooting target, Apollo challenged Artemis to aim that spot from Olympus.  Unaware of the machination, she targeted and killed him. Orion, who during his half-life roamed dreamlike through complete confusion and perplexion about things to be done, was finally redeemed and freed from his Hamlet-wise questions and was buried in Tanagra. His greatest paradox and conundrum, however, which he was never able to fathom, is why his Socratic daimonion sometimes appeared to warn him for the impending dooms and sometimes vanished and failed to do so. His sword named “Scorpius”, just as the rifle of the 1821 freedom fighter Demetrius Makris was named “Liarus”, came to the hands of Peleus and then of Achilles. So, Achilles possessed the shield that we described in chapter Θ’ along with the sword of Orion. Later, with that same sword Pyrrhus killed Polyxene, which is the useless information of the week.

According to the myth, when Thebes was struck by pestilence, the people in its infinite wisdom sacrificed the two daughters of Orion, Metioche and Menippe, who offered themselves willingly for the salvation of the country (“Salus populi suprema lex esto”). As their bodies were burning, two youngsters came out of the fire, wreathed like Olympiakos Piraeus, who of course were called Stephani and distributed to all effective medicines against the plague. The truth, however, was much more mundane. The titans, engaged in secret mission, cracked open like common grave robbers the tomb of Orion and snatched from his not yet melted garments, not the map for the fourth rotation, but the necessary coordinates, offhand scribbled on a notebook that the diseased always carried with him to locate a probing device, known -fancy that- even today. Then the humanistic titans scattered in the area and indeed found the blueprints and the model of the device behind a wall. P-3 Orion.

P-3 Orion was in the beginning a four- wheel- drive, piston- engined, turbine- propelled, antisubmarine, maritime controlling aircraft of some old superpower’s navy, constructed according to a specific dating system in 1960. It was based on the commercial passenger-liner Electra. We see here that said superpower despite and albeit its superpower used titanic and Greek designations (Orion, Electra) to communicate, because it couldn’t do otherwise.

As time went by, P-3 Orion was subjected to many plan revisions, mainly regarding its electronic arrays. For the purpose it was built, which was probing under the sea, under the rain, under any veil or curtain, something superior was never invented. That is why, beyond Airforce many planets use extensively P -3 Orion mainly in their Navy to surveil, patrol and identify as a surface cruiser launching   ground- to- air or ground -to- ground missiles or as an antisubmarine torpedo-boat-destroyer releasing depth charges against the submerged enemies.

P-3 Orion had an internal cargo bay under the main spindle, from where the depth charges were released, that could be nuclear if it was needed. Additional stations or pylons under the fins can harbor or carry multiple arsenal or weaponry, including harpoons, light peltast rockets, mines, different sorts of missiles, thermobaric bombs and whatever other diabolic equalizing crude slaughter-trap one could imagine.

P-3 Orion is equipped with a protruding tail sting, especially designed for the scouting of undersea anomalies depending on the gravitational field of each planet, so that the hostile submarine submits to rocket or torpedo attack. Due to its exaggerated sensitivity, it often happens that an electromagnetic noise interferes in the findings of P-3 Orion, whereas the sensor is encased in a fiberglass frame within the tail sting far from other electronic accessories or ferruginous metals of the aircraft.

To make a long story short, this ancient, but tested and reliable technique helped N.A.O.S Venovinda to enter the corridor of the last rotation. Through the probing device the titans reached a cirrus sub- yellow or orange star, which simultaneously they created, today called Betelgeuse. Since Betelgeuse provides the key of the last rotation, it is as if the explorer has a map “under his arm”, that is why the ancients called it so; beware, if you say: “under the armpit”, this is wrong, because “armpit” implies unpleasant malodor or even stench. An analogous mistake is made by the New -Greeks, who call Marnes the French river Marne, adding a compatible to their Language but entirely superfluous “s”. So, it was a victory for our marvelous titans, for whom the last round bell has already ringed, not to mention the final stretch towards the finish line, so that the heaven and the firmament of inspiration and meaning derivation for the people gets formed. What more appropriate celebration and more indicated confirmation of their success than the hymn in honor of Nike (victory)!

NIKE’s INCENSE, MANNA  

(I call mighty Nike to redeem us from agony and stress

Who is so beloved that it’s impossible to express,  

With your invincible resistance in the trophy’s battles

You win the wars, no matter how much the enemy rattles.  

When you rush at the side of others among the groves,

You impose your will, which all the opponents shoves.   

For the winner takes it all and gains hedonic glory,  

That’s why, blissful, bring us your gifts on a slow lorry, 

Time to appreciate what we have, not feel sorry).  

HYPERION: “Theia, are you ready for the officers board briefing?”

THEIA: Hyperion, I am functioning within normal parameters, always standby to serve the external data well.

OCEANUS: What external data well, what kind of nonsense is the lady mumbling?   

HYPERION: Doctor, he means us as sources of data coming from the outside world. From a certain point it is expected that she will talk with the terms of A.I., since she chose to channel her intelligence into a mechanical disk and merge with the synthetist of the ship. I have already repeatedly stressed that, although the Atlantes always pursue the deliverance from the feelings, I consider utterly extreme and dangerous the method of Theia to integrate herself into a machine. I have warned her that whoever integrates into a machine, becomes eventually a machine, but she declined to hear my advice. Nevertheless, I feel obliged to ask you to treat her with respect, because, no matter how it all turns out, she is still or in any case has been my sister and my wife.

OCEANUS: It seems to me that you, Atlantes, have messed up things pretty much, since it is one thing for someone to free oneself from emotions and entirely another to cease being human.

HYPERION: She may be no human, but according to the intelligence scales, she still is a sentient being and at the highest level of self-awareness at that, considering that not only she distinguishes herself from the environment as simple consciousness, but also she thinks that she exists since ever and feels able to assimilate, rehabilitate, reinstate and teach again eternal values and principles…

PROMETHEUS: Gentlemen, please, we are not going to solve all philosophical issues, let us leave something for posterity, for all those who will be inspired by the new heaven that we create. Hyperion, please, address the issues of the daily order, without digressions.

   HYPERION: Theia, since we enter the constellation of Gemini – Dioscuri, tell us what you know about Castor and Polydeuces. What was their fate, what are the pertinent problems arising, what are their expectations from us and what is the question that we are supposed to deal with.

THEIA: Hyperion, the wife of Tyndareus Leda got pregnant both by Cygnus -Zeus and by Tyndareus in the same evening; the result was that she became oviparous and brought forth two eggs. From the first emerged Helen and Clytemnestra and from the other Castor and Polydeuces. Immediately, issues of fatherhood and child’s recognition were raised …

PROMETHEUS: Pause, synthetist. Gentle beings, to avoid preposterous schemes, let us clarify: On this moment we are not exactly before the constellation of Gemini, but we rather grope for the trace of this constellation, remaining from previous Creations. So, let us sing altogether the troparion of Hippa, Dionysus’ wetnurse, who always favors such unusual and perverse intercourses like the simultaneous one of Leda to both Tyndareus and Zeus at the same night.    

HIPPA’s INCENSE, STYRAX

(I call Hippa, Bacchus’ crazy joyful wetnurse,  

Who rejoices, dances, rather than sustain Zeus’ curse,  

Who likes night whirling, spinning with noise and sound,  

Hear my prayer, you, who are good to have around,  

Whether you are in Phrygia or Ida’s cave possess,  

Whether Tmolus amuses you or Lydians’ excess

Come to celebrate with us, I expect from you no less).

PROMETHEUS: Well, I see that specific catasterism was performed- more or less. People, we need more training, because our varnish is starting to wear off. Theia, please, grab the thread of Ariadne again from the point you left it.  

THEIA: Prometheus, the Tyndarides Castor and Polydeuces, named also Dioscuri, because after fatherhood control it was proven that they were Dios- kouri (sons of Zeus), were born as twins (Gemini) in the island of Messene Pefnos and were raised in Pellana of Laconia. They are often depicted riding white horses, with a hat on their head and a star on the top of the hat, as well as with spears in their hands. Castor was trained in equestrian and martial art, whereas Polydeuces specialized in pankration, Greco-Roman and freestyle wrestling, boxing, kickboxing, street-fight, dogfight, punch-up without rules, saloon-brawl…

OCEANUS: That’s enough, you silly A.I., we understand what you mean, let the briefing proceed for the love of God!

THEIA: Oceanus, Dioscuri were good kids and fine lads and believed in the motto, when things get tough, the tough get going. In critical situations they did not hide but came forward with vengeance. After a while, they managed to wipe out the predatory pirates from the Aegean. They were uneasy and restless guys and did not miss any opportunity to show their cojones, whereby this expression should not be considered as a politically incorrect underestimating comment for the women, because it is a common    phrase indicating bravery, valor, toughness, courage, daring, boldness, mettle, vigor, fortitude, nerve, confidence…

EURYBIA: Ok, aunty divine Theia (the word means both), no more synonyms are needed. The titans have overcome racist, sexist and fascist distinctions a lot of time ago.  

THEIA: Dark-complexioned brunette blackish swarthy Eurybia, Castor and Polydeuces chased also the Erymanthian boar, they participated in the Argonautic expedition, but they were not Heraclids- let us not lose our head. When they heard that Theseus, this overestimated thug, not equivalent to Heracles by any standard, stole Helen from Menelaus, who could not by any way control or keep her his own, being deep inside a fruitcake or a tickly kinky tricky fellow, and hid her (Theseus) in an unpermitted building in Aphidna, they marched to Athens to restore the deranged order. Academus, who was no lesser man, since we owe him the erection of the Academy, revealed them the location of Helen’s captivity. Then, they besieged all unpermitted construction sites and unlicensed building areas in Aphidna, issuing administrative eviction orders, and in the end they freed Helen. Of course, the struggle against illegal constructions is not easy, that is why Castor was wounded in the thigh by Aphidnus, who was proprietor, owner, possessor and outlaw builder of all the illegal edifices of the area. – 

-Afterwards, they returned with honor and glory and were initiated into the great mysteries as benefactors of (wo-) mankind.  Although Theseus didn’t miss any opportunity to undermine or slander them, they first managed to acquire a temporary residence permit and finally become naturalized as Athenian citizens, after they previously had crossed and occupied all the provided intermediate integrating stages of migrant, equivalent, bearing equal burdens, candidate citizen etc. In this procedure of citizenship acquisition, a man named Menestheus helped them a lot, an information which of course concerns no one. –

– When the weddings of Idas and Lygeus, sons of Apharis, to the daughters of Ly cippus (not of the natural scientist, but of the Perieres son) Ilaeira (not Laura) and Phoebe were conducted, the happy fortunate couples had the unhappy and unfortunate idea to invite the Dioscuri. They, however, snatched the brides and left. Castor took Ilaeira as a wife and with her he bore Alothus or Anogon or Anaxis or Axis or whatever he may be called. Polydeuces on the other hand married Phobe and bore with her Mnesineus or Mnesinoos or Mnesinous or Asinaeus. Bur of course Idas and Lygeus did not stay inert or inactive, but they marched against them and challenged them to a duel, uttering from a distance the proper and expected swears, insults and other invective words. In the following duels, more specifically in the semifinal, Idas killed Castor, while Polydeuces killed Lygeus. Yet, in the final Idas killed Polydeuces too. The elevation and ascension of the Dioscuri to heaven too place almost at the time, when Paris kidnapped Helen.  Due to this reason, the Dioscuri, despite their great valor, were hindered from participating in the Trojan war, mainly because they were dead (the absolute force majeure excuse). Moreover, Helen, who liked not only her lovers, but also those who saved her from foreign beds and the -albeit voluntary- disgrace, namely the saviors – knights- chevaliers, searched for them in vain in the expectation that they would step over the walls of Troy and counter-kidnap her.         

LETO: So, this thing cannot stand. We are continually flooded with names and details, just because our A.I. cannot distinguish between important and unimportant. We just want to know the problem, which we must solve, as our captain very aptly pointed out.

 THEIA: Cachectic and neuro- anorectic Leto, the problem is that the two brothers beyond or, as we know per common experience despite or their blood relationship were also inseparable   friends like Damon and Pheidias (internationally wrongly known as Pythias). According to the tough and relentless criteria of the cloud-gatherer Zeus one can go to paradise only if he is a supreme fighter able to defeat anyone anytime and such only himself and his Olympian collaborators, not even Achilles was qualified to enlist there, because in a moment of weakness he allowed his Achilles’ heel to be arrowed. He despised Castor, because being allegedly specialized in guns, lost the duel against Idas. For Polydeuces, however, he showed favor, partiality and preference, especially when it was revealed from the Violence Analysis of the Robust   (VAR) that during the duel against Idas he was wronged, since according to the deal the struggle was to be conducted with tied fists, Idas however had put metal in form of microscopic spear-points and splitters under the cloth surrounding his knuckles, commonly known as ‘knuckledusters’. That is why he elevated him to Olympus, but, given that he cannot tolerate, not only Polydeuces, but not even his own self when he finds himself within four walls without having some to cheer him (don’t forget that we are referring to Zeus), he sent him piggy-pack to Arcadia, the substitute of heaven, which we have already encountered in our journey. There, Polydeuces is deadly bored, condemned to live without his beloved brother. So, he has asked Zeus either to send also Castor to Arcadia or, if necessary, to allow him to descend to Hades- so far he went to entertain his loneliness and gain company. As we know, Zeus quickly tires of familiar stories, especially those he helped create, since he knows his impact was mostly negative. That is why, beyond inviting the two brothers to some of his symposia, where of course they ate in the kitchen and not on the big, long festive table before the one departs for Arcadia and the other be catapulted to Hades, he didn’t take any other measure of reuniting the brothers. Automatically, the request of the two brothers was conveyed to us, since we quasi substitute Zeus in the world’s administration, until our hegemon finds the proper opportunity to thrust a pale into the heart of the Dracula and free the ecumene.  

LETO: Theia, do not talk like that about our hegemon, because you will see that eventually…

PROMETHEUS: (coughing dryly). So, the subject- matter submitted to us is the same or rather the opposite side of the request addressed to us by the people of Arcadia, who want to let the passage be closed, where from a manic wind shoves them towards Hedes. Consequently, the matter of Castor and Polydeuces will be settled on a higher level of dialectics, when we shall approach the shores of Hades, reaching the most dangerous part of our mission. From this point we are entering red alert, because death is not something to play with and all should tremble and shudder before his immortal sting. Please, let the alarm signal only with light, because this penetrative sound “iiiiii”, “iiiiii” is impossible to bear. Shore leaves are revoked – what shore leaves and where should a sailor furlough-; Koios and Kreios are ordered to stay in silent running. Ray guns and photon torpedoes will be in full readiness to be slingshot at a moment’s notice. The auxiliary bridge will …   

HYPERION: Capitano, you are getting ahead of yourself. We must recite the hymns in honor of Castor and Polydeuces, so that their ectoplasmic traces may develop again to full functioning stars. Recreation cannot be suspended.

PROMETHEUS: Well said, Number One, but, since I have already begun to delegate activities and I don’t want to contradict or forget or neglect my previous orders and in this way cast shadows on my command, instead of our chorus, where I have many times pointed out that there are extensive dissonances due to the lack of intensive and systematic training, let Theia tell the hymns with her lovely synthetic voice, while we will continue to carry out our work. So, Theia, proceed unhesitatingly to the troparia and the short hymns, where instead of Castor you will recite “Of the Night”,  because he dwells in the night of Hades, and for Polydeuces you will recite “To Pluto”, because with his superficiality and frivolity he will also end there sooner or later- God, please, set a guard over my mouth.    

THEIA: Prometheus,

          INCENSE OF THE NIGHT WITH TORCHES

          Night, goddess, mother of mortals, I sing for thee

          You bore even Aphrodite, giving joy and glee.

          Listen, blissful, who you have the starry blue light

          You rejoice the peace of the castle, not to fight  

          Agreeable, you like dreams and wakes, burning night oil, 

          Through you the mortals forget pain and toil,  

          You are friend of all, providing to all sleep, 

          You donate pleasure, but also horses drive and keep   

          Dancing around and playing with your prey, 

          You wash with light all those by the graves who pray,

          Because necessity keeps you down in the dismal dawn

          To you those appeal, who fate treats like pawn. 

          Affable, listen to the sound of voice that begs, 

          Favorable, free us from burdens and dregs).

Followingly, Theia, faithful to her programming, as well as to the precept that in the end a synthetist only repeats and parrots what one has previously fed or provided it, announced with the same indifferent mechanical voice also the last hymn:

THEIA: Pometheus,  

TO PLUTO

(Chthonic troublemaker dwelling in domes, 

Dark prairies and sunless crypts and homes,

Who have the scepter and the crozier of your ranch

 Pluto, who possess of all places the keys’ bunch,

Give wealth to our breed and harvest and crop,

Take your tithe but don’t allow even an ounce to drop.  

You are the pedestal of immortals, their very room, 

Supporting the throne in a place of dark and doom, 

You went far and away in Hades who is cruel,

To the blue Acheron who have earth roots as jewel,  

Who dominate mortals welcoming them with death, 

Eubulus, chamberlain, who pure Demeter’s birth,  

Snatched as bride through the teeming sea, 

And brought to Attica ignoring every begging plea,  

To Eleusis, where the gates of fearful Hades lie,  

Yonder, where you award the victors, even if they’ re shy.  

Godly, master, holy, keep us alert and let us try,

You should care for your adepts with serious diligence, 

Have mercy, be lenient, redeem us from indigence).

CHAPTER ΙΘ’

CANES VENATICI, EOSPHORUS (VEGA), CERCUS (DENEB) 

N.A.O.S Venovinda slid silently into the most dangerous space existing. The texture of our spacetime was thin like cigarette paper in this area, and creatures from other dimensions easily got in or got out tearing like soft cotton fabric the surfaces of negligent resistance.

To provide a depicting representation of the universe’s situation, which we need as (wo-) men, the surrounding chaos resembled a mist covered with clouds -call them nebulas if you like, since we are in space-, and there were dark flows of liquids and gases pouring down the drain or down groundless holes – blackholes? Wrathful, furious, rabid dogs with foamed mouth from other dimensions swirled around barking, faithful to the dogma that a barking dog also bites. Prometheus told the company:

“Let us at least sooth the dogs. Let us chant them the hymn of Death, so that they may understand that we are also hard-boiled and impolite dudes, fitting to our environment and we don’t respond well to threats. So, altogether now, let us sing ‘Let the waters under the heaven be gathered together unto one place, and let the dry land appear.’ Through this song of death, the hunting dogs (canes venatici) will appear, and the rabid scoundrels will go silent.”

DEATH’s INCENSE, MANNA

(Hear me, you, who worlds of humans rule,  

And grant time to all as an essential vital tool, 

Your sleep of the soul the bodies’ area shatters

And the bonds that hold the molecules’ shutters,  

You fetch to all a long eternal dreadful sleep

Common, unavoidable, allowing them no peep.   

Please, know that it is a shame to kill young people

To be a hangman, obstruct them from reaching steeple.  

Since you are not persuaded by litanies and wishes

Blissful, I ask of you to prevent what God unleashes.

Please, after many years guide us to the grave, 

Leaving us old age as a prize for the brave).

In a state of a peculiar suspension, a sort of river or wet stream appeared, obviously consisted of energy pouring into a kind of crucible that could be called a space cave. The big wigs, the triumvir of masterminds – captain, commander and doctor- watched on the main screen the source of the chthonic river, which was Acheron, Styx, Cocytus, Lethe and Pyriphlegethon together.  But even the fire of Phlegethon was dark like the black blood of a hare, if obe could imagine such thing.

“Very simply put, our mission is to invade Hades and to reverse that cold stream, which expedites the dead from Arcadia to here. So, on the one hand Arcadia will become a real paradise without leaking, while on the other hand many dwellers of Hades, who do not deserve by any criteria the eternal damnation, will have the chance to ferry themselves to the promised land, among whom also poor wronged Castor, after he files with his mighty teeth the wooden gate (castor in Greek = beaver).”  

“From a theoretical and purely technical point of view, this inversion can be done, hegemon”, said Hyperion. However, since one cannot sort the wheat from the chaff and one usually throws out the baby with the bathwater, also enough scoundrels will find their way to Arcadia along with the righteous, and maybe in the end the worst of all will gather elbowing each other at the starting point to claim a place in Arcadia, let alone to demote significantly the inhabitants’ quality of life”.  

“Hyperion, do not ask of me, what I cannot give you. I am neither omnipotent being nor a ruthless tyrant, but a public servant acting within his authority. I am not going to tell who deserves living in paradise and who is not, let Christianity be the judge of that. I am just trying to improve an inherent flaw, as far as my powers allow it. Remember the little that one can contribute to the world, the significance and importance of the infinitesimal, a pebble as the first stone of a building, ‘to have come so far is not a small matter’, and all the other mottos dealing with a tiny but considerable healing of an inconvenient and ugly case. Through the inversion of the flow and the course of immigration from Hades to Arcadia, on the one hand the Arcadians become all immortals without exception, on the other hand the people of Hades will be granted a chance for a new beginning. As I have told you, the society of the Arcadians is rich enough to sustain and entertain a rabble, while at the same time the prison of Hades will be decongested. In essence, it is killing two birds with one stone. Neither the immortal would be able to die, nor the dead would be able to kill”.

“There is another matter”, Oceanus pointed out. The powers of Hades are enormous. If CO.M.MY.S.S. or N.A.O.S. Venovinda endeavors to approach without a cloaking device, not only the hunting dogs will be unleashed against us, but also Scylla, Charybdis and all monsters faced by Odysseus after the Nekyia rhapsody. And remember that Odysseus had at his disposal a heavy cruiser and he barely managed to get away. For the love of me, I cannot recall the name of Odysseus’ ship, no matter how much I rack my brain; fear old age, for it never comes alone”.  

“Of course, such a risk for the crew is out of discussion”, said Prometheus. “It goes without saying that I cannot ask from anybody to assume this mission; only I can carry it out acting like a secret or in any case lonely agent. I am counting on you, Hyperion, to give me the necessary gadgets to be able to reverse the flow between Arcadia and Hades.”

“Capitano, I hereby remind you the guideline of starfleet that the captain should not take unnecessary risks or else expose his extraordinary skills to danger, because Federation has invested in them …”

“Hyperion, let us please go to your lab and see what magnificent tools you are going to propose me with the necessary reminder not to waste them without reason, not to attrite them, since the service has no more budget to spend etc. You ‘d better omit the duties and the admonitions fitting for a governess, because they don’t become you.  In any case, you know that I will decline to stay behind, because action is my life, whereupon you will bring forward other arguments, but notwithstanding I will stand adamant and unpersuaded; then you will make a last hopeless effort to dissuade me, whereby I will tell you ‘engineer, fix thyself’ et cetera, et cetera. So, let us not lose ourselves in barren and unessential disagreements. This roman has already taken extended length, and I don’t want to aggravate the readers any further. So, do not start a fight that you know, you will not be able to finish.” 

The first gadget that Hyperion granted was the hymn to Hecate, so that the fearful- dreadful star Eosphorus (Vega) may rise, wherein Hades was hiding. But is it likely, you will object, that Hades would be located inside a star, within a temperature of thousand degrees Celsius, where every life is impossible? I silence you sovereignly, reader, reminding you that we are not talking for the star of life, but for the star of death.  

So, let us finish this and proceed to further events, which are more interesting.

HYMN TO HECATE

(I call Hecate, been loved by all prudent faith- holders

Chthonic and heavenly, with yellow veil on the shoulders,  

Who much for the dead’s souls and the tombs attain, 

You come from Persia, you love deer and aspergum rain,  

Nightwalker, dog friend, queen impeccable, stainless,  

Keyholder, shepherd of bulls, princess painless, 

You, who frequent in mountains, hegemon and bride, 

No matter how many adepts are on your side,  

Appease their anger, with the titans’ rules abide).

Another equipment, handed by Hyperion to Prometheus under the promise of a wise, prudent and logical use, is an ancient spell that he should rehearse to Acheron’s boatman που θα έπρεπε να πει στον βαρκάρη του Αχέροντα, so that he may assure him an unobstructed access to the inner sanctuaries of Hades. Finally, he handed him a sort of energy drink or narcotic that would increase and enhance like a swelling twister the strength of the souls so much, would invigorate and reinforce them in such a superlative degree, that they would be able to resist the cold air coming from Arcadia and follow the reversed path towards the desired heaven. 

No sooner said than done, Prometheus showed himself in front of the ruthless Acheron boatman with his scary hood, covering his face completely, which is a good thing, because otherwise our narration would become extremely hideous and require parental guidance.

Afterwards, he began to serve the incantation that he had learnt by heart for the occasion, but the utterance and the pronunciation was taxing for him, because it was Latin, the language of the subalterns, the guardians, the doormen, while his strong point was Greek, the language of gods and titans. So, he pronounced the words in a corrupted distorted way, suffering from severe levels of inhibition. 

“Nemo dolorem ipsam, quia dolor sit, consectetur adipisci velit” (no one pursues nor wishes to suffer his own pain, only because it is pain).

The boatman with the hood and the brandished sickle did not show signs of recognition Prometheus, however, had up in his sleeve a substitute reserve motto.

“Fusce portitor, ligula id varius bibendum, ipsum metus cursus leo, vel porta felis turpis vel mi”. (Dark agent and porter, when the “id”- the subconscious of the ego -wants to enjoy various drinks on his tongue, but as a running forest lion also brings along his own fear, be sure that you welcome and open the gate for me and not for the infamous carnivore feline).

The last adage seemed to have an effect on the silent guardian of the underworld, who likely considered it a high-leveled comment, equivalent to his own prestige, without to realize, being dumb and dumbest, that he was a simple doorman in the service of other bosses, bent on his oar and started rowing towards the well- or rather bad- harbored star of Eosphorus. Here the verse of Varnalis is fitting: “you fool, you weird, if you sometimes up you wake, will turn over the world which is fake” etc. Good is also the verse saying: “look, the others have started moving the creation, on the horizon of some other land and other nation, and the sun turned red like carnation”.

The boat ferried Prometheus in the shrines of Hades. It is written that when Odysseus made his katabasis into Hades, he had slaughtered many sheep to attract the dead and had filled a whole pit with this nourishing sap. So, brides and tender girls neared, shocked and withered by their sudden death, lads with bloodstained weapons, who had yet to realize that they had been dragged from the noisy battlefield to the tangible darkness, ramshackle old men and women with vague, undefined features gathered around the pit to drink blood and regain the rosy cheeks of life. As you understand, the above is a literary metaphor, simply indicating that an organism must draw power from somewhere to live again. In fact, Prometheus had no slaughtered animals at his disposal, which are in any case symbolic, but a concoction of Hyperion and Oceanus, to which we will refer later. Now, listen to a real correspondence report from Hades without the usual graceful and picturesque, but often not verisimilar symbolisms of Homer. 

As the souls moved to the estuary and the confluence of the consciousness- cones, where the cavernous clearing and the hollow sky of  a new universe awaited and they would be able to man and inhabit the transparent slopes of intelligence and the spiritual mountains of their preference, just like Noah’s ark had approached Ararat, an osmose between them took place, a loss of cohesion leading to the assimilation and absorption of one soul by another. Despite their characteristic property to preserve assembly and communication between their coordinates, even when they tend to deviate and veer away, the souls seemed to be distracted, dizzy, unconditionally delivered to waste and consumption. The orbits of their external molecules began to decay and their corpuscles left their usual itinerary scattering all around in an irregular manner after a casual and circumstantial repulsion and mutual repelling, they catapulted (or perhaps climbed?) into a vertical column of smoky gases extending upwards and downwards to the infinity. The most terrifying fact, however, was that this didn’t happen to all souls because there were also some of them expanding imperialistically, growing out of proportions, prevailing in space, devouring others. The conservatory of the souls began to emit a cacophony instead of a harmonic symphony as its musicians were gradually being decimated and losing coordination, just as the military music-band in “Barry Lynton” progressively dismantled as its members were getting fewer due to enemy fire. The Crime Scene Investigation Unit, which was Prometheus, occupied himself immediately with the problem at hand showing methodology and self-sacrifice. As a preliminary measure he started to interview the spirits fallen over the precipice to realize the extent of the external interference or synthetist-hacking or imperialistic cyberattack by outside sources, as we would call it nowadays. Of course, in all this mayhem it was only logical and expected from him to address first of all his mother Themis, the real motive for his katabasis to Hades, whom above all he had missed and wished to see, but dad enlisted her on a titanic mission to avoid Hyperion’s bickering over nepotism; Themis the just, the righteous, the moral, the holy, the provider of institutions, the guarantor of natural order and the stable rules, whom Zeus had condemned to a slow marasmus, just because she had attempted to kill him. But he forgot that she had accepted him in her inside so many times, that she opened to him her divine vagina and bosom, the same warm nest where also Prometheus was gestated – god forbid-, that she tolerated his filthy liquid miasma and his disgusting hugs, even in the frame of finality and expediency; so, instead of incarceration and forgetfulness, he should have put her on a pedestal, hang her in an icon above his pillow, this languorous scoundrel, who did not miss a chance to have sexual intercourse even with a pregnant dog or with an infested mosquito. How can one avenge or repay the sexual act with one’s mother? A mother is a dome, a firmament, a roof and a ceiling, the talisman of a pagan or the cross of a Christian, it is inconceivable to be subjected to sexual use or abuse.      

“Mother, mama, mammy, please, talk to me, tell me what happened here”.   

“My cherished son may god forbid in the future that we meet in such a place”, said Themis after the heartrending embraces, which the mediocre authors usually omit to describe, “when I descended downwards (or upwards) like a plummet, I completely lost orientation. I realized it was serious when I saw a smoky red light, a horrible light. And yet I kept moving toward it. I couldn’t   stop. This attraction was wearing me down considerably and I felt really exhausted, as if I couldn’t restrain or hold back my molecules, which were getting torn apart.”

“I don’t think that the red light is to blame”, said Prometheus.  “The Bardo Thodol, the Tibetan Book of the Dead (let not be said that we include only Greek references) tells us about that and it is rather normal for a posthumous level. Well, like it says, you’re heading for a new womb to be born out of, but that smoky red light – that’s a bad womb; you don’t want to go that way. That’s a humiliating, low sort of womb. You’re probably anticipating your next life. Something else must be responsible for your exhaustion”.

“My son, why did you come? I cannot see how anything you say can be of help to me. I am afraid that I am in a difficult position, and I don’t see how you can help me, not even you with your honorable and noble intentions. It is so weird. I think I’ve been dreaming all this time in a hermetic shell, but now that I escaped the claustrophobic environment, I think that I seem to be progressively growing together other people who are around me. A lot of my dreams aren’t about me at all. This may also be true for the usual state of wakefulness, but the conglomeration is more intense in the present case. Sometimes, I am an old woman, sometimes I am a little girl. Sometimes, I’m an old fat woman with fat loins, varicose veins and black hare-blood thick as a syrup. Some other times I’m in places I’ve never seen, doing things that make no sense, that I would never have dared.”

While Prometheus was trying to offer him words of comfort and consolation, alien, threatening and intensively besieging thoughts materialized in his right ear. They were different thoughts; a different elan, more vital and yet clumsier, without   deft   subtlety.

 “I am Telegonus.”

Telegonus! Son of Odysseus and Circe, who after he grew up was sent by his mother witch to search for his father. Reaching the shores of Ithaca he got shipwrecked and was wandering naked in the woods stealing Odysseus flocks. When Odysseus turned against him along with Telemachus, Telegonus stroke him with a poisonous spear and killed him! He slayed the absolute hero of the Trojan war, the one that exceeded in discus throwing all Phaeacians, Ponteus, Nauteus, Eretmeus, Prymneus, Proreus, when they challenged him and made him angry, being dubious hosts. Who had the nerve and the audacity to drag the body of his famous father and throw it at Circe’s feet! Who even managed to marry his mother- in- law, the faithful Penelope, under the pretense of granting her protection, since he had slayed her husband; so, he threw on the bed the most pious woman, the synonym of devoutness and godliness, of respect and honor towards the nuptial bonds and the wedding wreaths, succeed where all esteemed and selected suitors have failed! With her he gave birth to Italus, from whom Italy and its grandeur came into being, above all Rome, which was the first conqueror and historic destroyer of Hellenism. The measure of destruction that this man has caused to titanic and human history is beyond evaluation, his responsibilities are immense.           

“Get off the line,” demanded Prometheus. “I was talking to my mother just now; where did you come from?”

“I don’t need permission to talk to someone. Only you, the titans, have rules of salutation. Even if somebody doesn’t care about addressing me, I, for my part, talk to him. I generally like to visit my neighbors from time to time. On the contrary, you sir, who walk about in a place where you don’t belong and have no business fooling around, ought to give some explanations.” 

– I am in an undercover titan mission and I have to deliver … a top -secret message to chosen souls on behalf of my service. You on the other hand have no legal grounds or jurisdiction to eavesdrop.”

“I know your venerable mother, and we have a cool relationship. I talk to her, but it isn’t the same as somebody like you talking to me, somebody from the outside world. Poor Mrs. Themis is here trapped with us; it doesn’t count because she doesn’t know any more than I do. Perhaps I can extract some information from you. What year is it, mister? I’m very interested in the progress that humanity has made in the meantime.”

It is obvious that the journey to the center of the Earth and the katabasis of the souls beyond the gates of Hades, there was occasionally a mutual osmosis, a suffusion between the mentalities of those miserable and tormented half-lifers and their curtailed spirits. Beasty Telegonus’ cephalic activity was particularly good, much stronger than that of Themis, maybe because of his youth. Thus, the brain waves of the most powerful passed on, occupied and conquered the space of the weaker according to the principle of communicating vessels. From the educated observation of the sound’s propagation in the railways, Prometheus thought, as well as from the fact of the psychical flow between things, the Flux, we know that a radio transmitter with a superior operating power is able to invade the territory of another being far off but inherently weaker.

          He was in fact an oversensitive, almost wet with tears young man or a brilliant youth, an adolescent boy, mawkishly slender, with irregular black-button eyes beneath tangled brows. He wore an anachronistic costume: white drip-dry shirt, trousers and laceless leather leggings. Clothes from the middle of the previous century. On his elongated face a smile was to be seen, but it was a misshapen smile, a thwarted crease that became now almost a jeering leer. Now two features matched: His ears had too many convolutions in them to fit with his chitinous eyes. His straight hair contradicted the interwoven, curly bristles of his brows. And his nose too thin, too sharp, far too long. Even his chin failed to harmonize with the balance of his face; it had a deep chisel mark in it, a cleft obviously penetrating far up into the bone, as if at that point the manufacturer of this creature struck it a blow aimed at obliterating it. But the physical material, the base substance, had been too dense; the boy had not fractured and split apart. He existed in defiance of even the force that had constructed him; he jeered at everything else and it, too. Gray, shabby teeth showed as he spoke. And a grubby tongue.

          “Were, we witnessed an extensive destruction of undreamt and unexpected proportions”, said Prometheus. “Some of the dead cannot be discerned any longer as distinctive shapes”.

“I just ate them”, said naively Telegonus.

“How do you mean ‘ate’? Literally?” wondered Prometheus, his flesh undulating with aversion; the gross physical motion rolled through him, engulfing him, as if his body wanted to shrink away. However, he managed more or less to conceal it.

«I did what I did, I swallowed them, devoured them. It’s hard to explain, but I’ve been doing it a long time to lots of half-life people. I have developed a conquering, inflated, masculine proboscis to eat their life, what remains of it. There’s very little in each person, so I need a lot of them, and I consume them like little shrimp, ιf I’m going to be able to live myself. If you come close to me and listen – I’ll hold my mouth open – you can hear their voices and their thoughts clang. Not all of them, but anyhow the last ones I ate. But don’t you think even for a moment that I, myself, don’t go great lengths to maintain my borderlines intact, which have also the tendency to disperse.”

“Look, I don’t have to be an expert on the situation to understand that your offensive activity must be stopped immediately. Above all it is useless, because the molecules of yourself show an elective affinity between them. Even if they disperse in space, they will keep their cohesion anyway. So, this barbarism of invading the realm or the corridor, the Flight Information Region or the territorial waters of others has no meaning. The survival -struggle is characteristic of the living. If it includes also the dead, that would be the day, no one would find peace anymore.”

Immediately, the divine and versatile Prometheus drew from his belt the superweapon he carried with him.  Acting on the advice of Hyperion and Oceanus, he managed to conceive the idea of a narcotic or rather anti-narcotic, which would be able to counteract the centrifugal effects within the quantum- space. The issue was, as the catasterizing Prometheus thought, for the drug to create a field directly opposite to the accumulating, unfortunately confusing encephalic activity of the souls. We should cause an accident to the sophisticated plans of a preexisting but not legalized order. Indeed, the accident is a manifestation of divine craftmanship, he pondered substituting God and continuing to elaborate his underground infernal schemes. After a fashion the whole life could be called an accident of some sort.     

For those interested in detail, the anti-narcotic was liver and kidney balm. It contained processed oleander leaves, saltpeter, oil of peppermint, N-Acetyl-p-aminophenol, zinc oxide, charcoal, cobalt chloride, caffeine, extract of digitalis, steroids in trace amounts, sodium citrate, ascorbic acid, artificial coloring and flavoring. Don’t bother me or try to corner me by asking if all these chemical elements had already been discovered in the era of Prometheus, because the here addressed epoch can be located equally both in the distant future and in the ancient past. This unique analgesic formula, if used as elixir over a period of years, is guaranteed to restore problems of man’s potency, settle all complaints of failing and unsatisfying reproduction, end forever annoying getting up at night, offering protection and superlative comfort against harmful fumes and unhealthy emissions. Thus, it can be also used in our case for the benefit of the molecules’ cohesion, so that they never be dissolved.

Every blue glass jar of antinarcotic, equipped with a large special emptying lid, contained compressed liquid just like the carbonated refreshment beverages served in Paris since 1790. It is a kind of portable ion emitter of high electrical value and low intensity, which functions by the engagement of a highly energetic Voltaic-pile, richly charged by a helium-battery of remarkable productivity. The negative ions obtain a counter-clock- directional spin inside a chamber of a selective acceleration creating a centripetal instead of a centrifugal tendency, so that they converge and form a storm-front instead of dissipating. The negative ion-field inhibits the propagation and the dislocation of the brainwaves in the atmosphere. When their speed lessens, their attack is canceled, they become inert and immovable, and they cannot cross other waves any longer. So, the non-aggressive waves of the individual brains have a fighting chance to pep, ginger and juice up, maintain their cohesion and coherence, thus each of their soul experiences at that time a very distinctive vigor, sobriety and vitality. Such means had at his disposal the divine Prometheus torchbearer, prisoner, unbound or catasterizing, this incredible menace, and how could the disturbed consciousness of some unfortunate ex-people and disappointed crashed ex-lovers resist him?  Do you think that Telegonus had any juice, humor or disposition left for war and animosity?  Even he prayed at heart for his own flammable temperament to be tempered and for his superfluous sexual urge to be extinguished, being utterly useless, once he had moved on to greener pastures and everlasting habitations.

Thus, when Prometheus rushed between the souls spraying them full and frantically in the face, without to spare efforts and materials, reinforcing their outline-borders and shapes, reinstating their vitality to acceptable levels, even Telegonus welcomed it and perched exhausted in his nest to recall old memories, lost hugs, shiny windows of orgasmic fullness and completeness, forgotten glory and past achievements.

The souls, reinvigorated and reinforced by Prometheus’ concoction, from the exploitation of which he could earn good money if he registered its patent and promoted it to massive production, stopped lamentations and moans, uttered triumphant cries and the heroic screams of pleasure and, after they rivalled in chivalry and emulated each other in martial arts – you can grasp what that means, but take comfort from the fact that a dead man cannot die- started ascending the corridor leading to Arcadia despite the vicious wind, the sweeping twister hitting ruthlessly their face. Friends, check one more success for the crazy fellowship and guileful companion of the titans. Themis, however, who was in a cheery disposition, chose to remain in the dark chthonic world to improve from the inside the ethos of Hades’ inhabitants heralding Christianity.

After the return of Prometheus to Venovinda, the titans, encouraged by a rare success, which they scored against the most hostile environment possible, chanted the hymn of specializing in fan, ripe in two- or- three years Bacchus in honor of the constellation Cercus (Deneb), once knocking themselves out, but never pushing their responsibilities away!  

  TWO- YEARED, ALL INCENSES EXCEPT LABDANUM

(I hereby call Bacchus Dionysus chthonic quarters,  

Who wears a bracelet for the curly daughters

Who sleeps in Persephone’s, gasps and throttles

But every three years he feasts uncorking the bottles.  

He initiates the three year- dance time and again,  

He always finds new hymns along with women and men, 

Willing to dance and have repeatedly fun,  

Fruitful, grassy and horny, I want to be your fan.  

Come on, festive, in den, ebb (Deneb) or tide,

Give us plenty of fruit, keep your face bright).

CHAPTER Κ’

CEPHEUS, CASSIOPEIA, ANDROMEDA, DAEMON (ALGOL), PERSEUS 

Cassiopeia or Cassiope, wife of Cepheus, who was king of Ethiopia, boasted that she was the most beautiful of the Nereids. Women are peculiar and eccentric creatures. Since they have undertaken by nature the propagation and perpetuation of the human species, everyone wants to be unique, although by necessity they cannot all be unique. Some possess a mirror that assures them to be more beautiful than others, other boast that they are more attractive than Aphrodite and sundry suffice to say that they have more sex-appeal than the Nereids. It is impossible to make heads or tails of them! 

The modest allegation of Cassiopeia that she was handsomer than the Nereids   -you will object that it is not so modest to claim that you are more shining and blinding than 66 young existences, but on the other hand she didn’t dare say that she was more beautiful than Aphrodite- did not save her, because the Nereids were offended and vexed, asking from Poseidon to revenge them.   In our story Poseidon corresponds to Cepheus, from whom the present chapter begins. 

POSEIDON’s INCENSE, MYRRH

(Hear, blue-haired Poseidon, who many possess,

Rider, who hold in the hands the trident of excess,

Dwelling the deep arm of sea, which is airtight, 

But you invade also the land and there you fight,  

You enjoy the waves and lead a strong coach

On the sailing salty roads, you, men, animals poach,  

You have been allotted the maritime deep stream

You like to tame beasts and monsters on the ocean’s rim,    

Save the steadiness of land and the routes of the ships

Bringing peace, health, happiness as wine to our lips-

Listen old Poseidon, of Zeus lackey and apprentice,

Of the blissful heavenly gods and people corona mentis,  

Who dwell on the top, and in Olympus have sitting,  

You are doomed to obey Zeus and do his bidding,  

Horse- friend, who like a bronze trident to brandish,

You have great power, you drink from copper chalice

 Please, be merciful, friendly, free yourself from malice

You, great master of the world, limited only by sea

To the needs of your adepts with benevolence see).

          For the catasterism of Cassiopeia we will invoke the troparion of Eros, because whatever the women do, they do it out of love; in fact, even their vanity is είναι an erotic invitation to someone out there.  

INCENSE OF EROS, AROMAS

(I call the great, pure Eros along with his anger,

The archer, fiery and winged, of insatiable hunger,  

Who plays with gods and mortals’ wills and paces,

Dexterous, skillful, who has keys for all the places,

For the heavenly ether, the earth and the expanse,

For all the spirits who wander, thrive and enhance,  

For all the creatures of deep Tartaros and beyond,

Because you only hold the helm of any sea and pond,  

But, please, all (wo-) men enlighten with clear vision,  

Exclude unworthy vile thoughts from their decision).   

To appease his beloved Nereids and hurt her Poseidon sent flood and a wild cetacean to the land. This sea monster is called “Kraken” in the Hollywood’s movies which have stolen our entire mythology, obviously after (creative?) amalgamation with the traditions of other countries. Of course, the generous, forgiving and unresentful mentality dictates that we accept all those plagiarisms and intellectual property violations, because in this way the titan myths are newly registered and innovated in the human consciousness. If human civilization is bound to be saved or even if it is not, succumbing in the end to the inextinguishable hatred of the Middle- East or the Ukrainian eternal crisis, as soon as the bipeds of the thermonuclear destruction stand on their feet, will inevitably search again for meaning and cultural lore in the ark of ancient Greece and will accordingly baptize the constellations of their inspiration. There are many traditions, all venerable and honorable, but there is only one civilization of humanity, the one of ancient Greece, of Renaissance and of Enlightenment. We are what we are, what we have become, as the great philosopher Hegel would say. Perhaps there are alternatives to the economic systems, but – like it or not- there is no alternative to the institutions of the state.  

The Ammon priests, who many times acted imperialistically trying to associate flock, ground and land belonging to the Delphi or Dodoni oracle, as it is done nowadays  among the patriarchates of the orthodox church, released a divination, according to which evil would only cease, if the daughter of Cassiopeia Andromeda is yielded as prey to the beast. So, when Perseus came to Ethiopia, he found Andromeda tied on a rock by the sea, exposed to the mercy of the cetacean or rather depending on when its gastric acids would annoy or irritate the walls of its stomach, and he felt for her summarily all the gentle feelings possible, both protective and conquering.

Next, the hymn “To Aphrodite” is recited in honor of Andromeda. 

HYMN TO APHRODITE

(Heavenly, praised Aphrodite who like to smile, 

Seeborn, bearing goddess, who exceed all by a mile

Nightwalker, matchmaker, intriguer, mother of necessity,

Your plots dictate the events, their scope and intensity,

You control the three fates, your uterus all gestates,  

What exists in heaven and earth and all the states.

On the bottom of the sea, Bacchus’ guide and assessor

You enjoy nuptials and plenty, being love’s compressor-

You go to bed with grace without anyone to know, 

With nice genes and braids and a long desire’s bow,  

You hold the crozier of gods, you nymph tablemate, 

You love men, your port of call is love and no hate,  

You connect mortals to death with unbridled need,  

To unite the sexes, you constantly elixirs breed,  

Come, offspring of Cyprus to Olympos, don’t be late

Kiss me, please, joyful, sweetly on the pate.   

Whether in Syria or Lebanon you seek memory’s toll

Or on the battlefield with golden arms you patrol,  

You possess of Egypt watering place and thermal bath,

You contemplate the waves with war arms and wrath,  

As you come, you amuse yourself with dances, 

You enjoy the nymphs moving the thighs one fancies,

You are a maenad jumping on beaches and shores, 

Whether in Cyprus or else you assign your chores. 

You incite the virgins untamed of all year and age, 

To hymn Adonis and you appoint their nuptial page, 

Come, blissful goddess, with your haughty face,

Be lenient to us, through birth preserve our race).     

Let us not forget the hymn to Daemon in honor of the Kraken and of the corresponding Daemon constellation.

DAEMON’s INCENSE, LABDANUM

(I call the great daemon, the horrible leader

Who is in fact Zeus, life-giving and reader, 

The wandering, the king, the punishing avenger,  

Who dictates both a baby’s wealth and the danger,  

You mock the one who endeavors and tries,  

Because from you should derive all truths and all lies, 

That’s why, you blissful, deliver us from our ties,  

Since you have the authority to send waste or doom,     

Or if you like an honorable end and a weave’s loom).

Although Cepheus had promised Andromeda as a wife to his younger brother Phineus, he was forced to concede her by oath to Perseus, if he managed to kill the Kraken of Poseidon. At this point, we are going to reveal something that only the titans knew. Perseus was not in fact some hero, he was rather a circumstantial agent or perpetrator. He had the courage of a common man or rather he had a reasonable and calculated boldness, just as the freedom fighters of ‘21 who hit the enemies from the barricades. Nevertheless, he had the common sense to seek powerful allies, and such were the titans. So, he asked the titans to provide him with the means and the know-how to carry out his assignments and duties, which he himself had imposed on himself.

The titans, answering to the request of help and succor, drafted Metis in Perseus’ service, equipped with all molecular micro- scanners, micro- gadgets and micro-applications of the technology, available in the arsenal of the Astro-galactic Organization of Sirius. At that point, we would like to draw attention to an etymological matter, which is important, not only for the story of Perseus, but also for History of humanity with spiritus asper (H, h) and Iota in the beginning. Potz Blitz, how many revelations and originalities can this novel provide to the reading public? The word “metis” means counseling ability, advice, wisdom as well as guile and duplicity. We do not side with the two last senses of the word due to ethical reasons, attributing them rather as features and properties to the Metieta Zeus. The word “Andromeda” consists of the word “aner- andros” (man) and the verb “medo” meaning “I think, I intend, design, I plot, I plan”. Derivative of “medo” is “medos”, of neutral gender, having double significance, in singular number it means advice, designs and stratagems, while in plural “medea” are the male sexual organs (“mezea or meze” are the genitals of the animals), a residue of the entirely false, erratic and despicable sexistic standpoint that whoever has cojones, has also mind and vice versa. Same etymology has also the word “medusa”, which is indispensable component of Perseus’ myth, and we will encounter it in the following. So, we see that Perseus managed to survive and accomplish great things, because he was assisted by wisdom and intelligent design, provided to him abundantly by the titans, and this is a very important inference. From the very sober- minded, cool-headed noetic root of “medo” two very important words of posterior evolution are derived, namely “Medea” and “Medes”.  It is sexistic to call Medea “testicle- loving woman”, it si however acceptable to call her wise, although she wasn’t wise, since she killed her children, but maybe we can grant her that she always acted coldly and according to schedule or plan, which is also compatible to her name, while Medes are also obviously derived from Perseus’ myth, Persians or Medes!       

Junior grade Ensign Metis’ personal log, drafted at the service of the circumstantial hero Perseus, in the hope that after this mission I will overcome this ridiculous military grade. I am not to blame if there are no regular posts and positions left to be filled and if the list of promotions is triangular and restricting at the top. Others have managed to pack themselves into the remaining offices, although being demented or suffering from Alzheimer, sociopaths, who, even if they throw their desks out of the window, will remain at the service, people who constantly apply for sick leave, presidents who sabotage the protocols of their own job or undermine any cooperation, god, put a door into my lips to keep them sealed!

The sea-monster of Poseidon, which I like to call “Kraken”, because it is more fun that way, was a submarine hobgoblin wearing membranes and fins on his limbs like a navy seal. More specifically, it was a golem, a being made of clay and animated, brought to life through magic, a rare thing that one nowadays avoids creating or evoking, an automaton of the Middle Ages, but not made of metal, being usually yoked and appointed to assist works of construction, but also often specialized to be a protector.  

          This golem however didn’t resemble a clay-man but rather a snake, a kind of anaconda from mud and brickearth, ten meters long, thick like a torso of a grown-up, while heads with insatiable bared teeth were positioned on both ends of the snake. The red-gray skin reminded of an insufficiently baked roof-tile. The eyes of the golem were open and therefore mostly terrifying (because they were human). Exactly in the middle, the torso of the snake became narrower and formed a palm-sized square-shaped trough like the neck of a cobra, rolling or gliding alternately either to the one or to the other head. The eyes of the predator sparkled angrily, the body spiraled and screwed itself into the thin air making self-tightening loops and both mouths hissed, foamed, and gasped simultaneously. Its appearance and formation were so hybrid-like, irregular and grotesque that it relied more than obviously on some supportive genius, being in the backstage or in the prompter’s cubicle or box.  Indeed, a shot of my zap gun was enough to disperse its ramshackle cohesion and reduce it into its basic components. Instead of giving the ray gun to Perseus, I preferred to simplify the procedure and do the dirty work myself. It is both hypocritical and ridiculous to give our weapons to our allies and then claim that they have the responsibility of using them.    

          Then, after the masks had fallen and the proxies left the ground to be replaced by the real superpowers, I saw Medusa taking position in front of her ally, shoving its remnants sideways and assuming herself the role of the actual challenger, gladiator and contestant, removing ostentatiously the sandy brittle almost derelict golem, prone and destined to dissolvement.   

          Here, me, the narrator is constrained to adopt some conveniences of poetic license, from which the main one is that Perseus fighting at my side did not face the other two gorgons, namely Stheno and Euryale, who were immortal, but only Medusa, who due to some inscrutable reason was mortal or else the plot would not stand. To gain some additional knowledge, let us clarify that Stheno was not so repulsive or revulsive as Medusa, but on the contrary very attractive, seductive and appealable. The fact, however, that she had red snakes instead of hair, frightened the men for some obscure reason, therefore they rejected her and were consequently exposed to her full force and justified anger. About Euryale is not much known, her name, however, which means “broad sea” rather implicates that she was fat or in a politically correct terminology sturdy, stocky, voluptuous, fleshy and corpulent. The scientific conclusion of this analysis is that the Gorgons were not repulsive by definition, but they could be also very attractive, especially if their interlocutor accepted them. They simply feared rejection, just as we all do, either we are male or female or neutral. A typical example was the later Gorgon who asked if King Alexander was alive, who was, according to unanimous consensus, incredibly attractive. Pertinent is also the problem of the sirens but let us stop the digressions now.    

          Opposite to the golems, the gorgons are deprived of a material basis. They are animated clods or lumps of the twilight zone or alias the flux, to whom a life breath has been blown in, strudels of vital power, as their despondent curled hair indicate.

          The particulate gorgon, i.e.Medusa, had an elastic body composed of fire- and smoke-drafts. Grey light illuminated her bulk, even the tongues of flame were gunpowder- black with an almost imperceptible touch of a red gleam. She had no legs. The torso sharpened and turned into a snake meandering and turning around constantly. From the ground arose a steam like clothes being ironed. The head, the arms and even the genitals clumsy protruding from the snake-body seemed to be human, only bigger, because Medusa was five and a half meters tall, made of smoke and flames. The red-hot charcoals and embers of the eyes were the only light-colored nuance in her body. With the bared teeth and the mighty jaws, the muscular paws and the sharp claws, the curled scrubby grey fleece and orange-colored eyes burning from ego and malice, she was very frightening and impressive. Curious was that she stank repellently and nauseatingly. How can Medusa stink, considering that she consists neither of meat nor of clay, but rather of concentrated power being exiled into a magical receptacle? I don’t have a clue. Perhaps it is a coincidental collateral effect. Probably, the creator allowed himself to make a joke at the expense of the oversensitive nostrils.

          The monster has also seen me deceivably and divertingly at the same moment that he stretched his paw towards Perseus. It moaned happily and slid hideously towards us.

          The time has come for the superior equipment of N.A.O.S Venovinda to be applied. Our vessel possessed weapons, being constructed by the famous gunsmith Phorcys. These weapons were: the tooth and the eye of the Phorcides, despicable daughters of Phorcys, from which the first devise was a sort of sensor and data -recorder and the second one was corrosive and biting lava. Beyond that, I had at my disposal a great assortment of tools and I had provided per my order Perseus with “kynea”, a cloaking devise, so that he would be invisible. I had also equipped him with the portable pre- Archimedean concave catoptron “Thanatos”, which was a power multiplier ad infinitum, able to repel any incursion either of corpuscles or of energy and reflect it with geometric progression and cubic exponent propagating, building up and evolving the pertinent momentum up to an infinite force.    

          I threw experimentally and hesitatingly my own fireball at Medusa, who was naturally not in the least disturbed. The flame-cookie disappeared under the smoky layers of the monster’s torso without any effect. The ray gun did also nothing, ricocheted on her hard callous skin. Then I probed her with throwable metallic starfishes, upon which Medusa trembled and shuddered without slowing down her movements.    

          Then, it was the turn of Perseus. He wore the “kynea”, pressed the button and switched on his lightsaber, which was called “harpe” back then, although I would prefer the adamant diamond property of the inconceivably sharp blade or a cutter knife.  He let the power flow into his hand and formed a white razor. He unleased it and the white blade entered Medusa’s body as if it was made of butter, but without causing her any damage. Time was a commodity that I didn’t have, so I couldn’t afford to think over the situation. Immediately, Medusa launched an incandescent vicious hideous ray from her eyes, which fortunately touched Perseus only tangentially, nevertheless causing him unbearable pain on the shoulder and throwing him prematurely on the mat.   

          “The catoptron”, I thought, as Perseus had covered it with his body and convulsed.

Medusa recovered and hit me viciously with her hand. I couldn’t duck on time. The hideous attack with the snake tail took me by surprise. I fell headlong to the ground. With a triumphant smile Medusa engaged me in close quarters. Strangely I felt no fear, I only looked away with the disgust of a prudish Protestant from her huge irritated erected nipples in disgust. Furious, I picked up and projected the catoptron gathering all power available into one blow and struck Medusa bluntly with the sign of Thanatos.   

          Medusa shuddered. With the palm she touched and scratched the chest, where the severe blow had hit her. Hair-thin, water-marked smoke treads from a gaping hole extruded under hers hand.

          “Dust” I screamed waiting for the multiplying action of catoptron to begin. The monster became consternate and ossified like a pillar of salt after the blow, which became progressively double, triple, quadruple etc., originating from an absolutely forbidden by the international treaties. Then, she turned slowly against me with a mute grievance. The red fire of her eyes extinguished and the eye-bulbs dissolved into a rain of grey spitfires as if carbonized kindling flew up from a campfire. She wept softly like a young dog whose paw is squashed. She didn’t roar anymore, only sobbed, extended the hands to me suppliantly and shook the large blunt blind head. The ash-grains substituted gradually the skin-cells, but nevertheless the bulk didn’t budge or disperse, didn’t collapse into an amorphous heap. Only the golem at her side turned into dust, as it was already ramshackle and in a state of dilapidation.

          The world before us lost its colors, even the shadows were liquified in the white fog. The world became white, but it was the blinding whiteness of death, not of living, a mixture of colors so sterile as it is the complete lack thereof. The layers of the stone ruins stuck to one another and melted between them like grinding millstones the squeaking Medusa, who was out of her mind because of fear.

          The world is standing still. The white cloud is receding. Only dust is remaining, falling from the sky, and the gleam of the ground and the petrified solidified shape of Medusa is left behind, consisting of strange fossils, not human anymore, distorted, twisted, deformed, grotesque. The show presented in front of us forced us to go pale, to blanch with fear. It was better to forget this battle, to never mention it again, not in a thousand years. Here, silence is decorum, not the narration of the facts. To kill a foe is honorable and glorifying, especially in the era of heroes, where the great lawgivers founded and built cities and states. To torment a foe, even if it is the only viable option, is vulgarity, a turpitude. To condemn a foe to torture forever is a curse, a shame, an eternal abomination.

     Because Medusa was still alive, even if she was turned into stone, deprived of every locomotion, sight, hearing, touch or other perception available both to monsters and men. Nevertheless, she lived and would be living until every stone turned into dust and even longer. We were contemplating her rotating scrutinizing vivid eyes. We are sensing her anger, her fear, her astonishment. Perseus, we shouldn’t be proud of this fight. We will never commemorate such a battle, we will rather erase it as if it were the name of a cursed pharaoh. The only thing that will save us is to drown its memory in forgetfulness and in the ocean of Lethe. And above all, we will never utter again these grinding abrasive sharp words emanating a fog and a mist of polishing emery and we will never again dare use the catoptron “Thanatos”, at least until Archimedes rediscovers or reinvents it. This is a nod and a hint for the educated reader that also Archimedes derives from “medo”, a reminder that also in this story the titans mobilized all their wisdom and counseling expertise to help and save a companion, an ally, a friend.   

At the same time of the mission’s completion the log of Metis ended too. The story had an auspicious outcome, because finally Perseus married Andromeda, but to achieve this he was compelled to do a cheating trick, not authorized by the titans, which proves beyond doubt their historic inability to control their allies due to their proverbial softness. In particular, the brother of Cepheus Phineus (Luis de Phunes), who had received the original promise to marry Andromeda, invaded the wedding ceremony with a team of bullies   to kidnap her in the nick of time. Then Perseus, who despite the oath he had sworn to suppress Medusa’s episode, carried her head along with her burning carbonizing look in his satchel for the better or for the worse, extracted and showed it fossilizing Phineus and his thugs. After this displeasing incident he finally managed to organize a common life and set up a housekeeping with Andromeda without further distractions, and they lived happily ever after or rather his family continued to serve the interests of the titans in their eternal confrontation against the gods of Olympus applying the mottos of Epicurus “I despise all gods insofar as I rely on reason” and “The man who questions the gods of the many is not impious but impious is the one who attributes to gods the opinions of the many.”

In conclusion, we attach the hymn of Vesta in honor of the housekeeping, which Perseus finally managed to set up with Andromeda despite all contingencies, adversities and inauspicious events. 

VESTA’s INCENSE, AROMAS

(Vesta, offspring of mighty Cronus King

Who nourish fire and ether your home’s ring, 

I wish you baptize ceremonially your adept, 

To make her/him endure, be happy, not inept,  

Herald of blissful gods, powerful scepter of Earth

You lead people from grove to stove and hearth, 

I plea that you accept those holy sacrifices, 

Appeasing all with health, success and prizes).   

CHAPTER ΚΑ’

ENIOCHUS (CHARIOTEER, AURIGA), URSA MAJOR, URSA MINOR, DRACO

Captain Prometheus’ log, star date, either too antiquated or too advanced.

On occasion of an armistice with the Olympians, where,  always playing a constructive role, I drew their attention to the fact that they have chosen a very slippery road and that, if they keep invading and committing hostile acts, they fan the fire of hatred  and undermine their own future, I undertook to save the dragon Python, whom the Delphian Apollo had defeated, and escort hm back to his home, instead of leaving him rot in the depths of Hades along with the other numerous enemies of Zeus. The dragons were always misunderstood creatures in history with great splendor and intellectual power, but also a very profound dignity that no one could suspect at first sight. Unfortunately, during Middle Ages they were mercilessly persecuted by the knights and became extinct. So, I requested audience before Apollo and I persuaded him that Python was a good kid deep inside and he has entrusted him to my care to guide him to the desolate land of the dragons, lying beyond any map, on my sole responsibility. If Python escaped, since no one doubted that he was psychically instable with issues of deviating behavior, that a new war would burst out between the goddamned creatures of the wormhole – Zeus and company- and the dragons. I sense, pragmatic reader, that you are on the verge to object that the enemy of my enemy is my friend and that we could exploit the confrontation between Olympian gods and dragons, so that we may draw benefit or send collectively, summarily and piggyback all the scourges of the human and titanic race to hell, but I urge you one more time to accept that the titans didn’t think like that, because they were humanists and pacifists.

In this return journey of Python from the land of Apollo’s oracle to his home country, the charioteer of Delphi would be me. Please, titans, arise, so that we may chant a hymn in the honor of the constellation Eniochus- Charioteer- Auriga. This hymn will be dedicated to Silenus, Bacchus’ paladin to calm and flatter my prisoner, so that he may respect me and not revolt, since I am responsible for his safety. Don’t blame us and don’t judge us for addressing our hymns to our enemies, because we are a mild meek nation and love peaceful deeds. There is no shame in work, shame lies in idleness, laziness and war.

SATYR SELINUS AND BACCHUS’ INCENSE, MANNA

(Hear me, you venerable Bacchus’ paladin and knight, 

Best of satyrs, distinguished helper of the god’s plight,  

Who celebrate along with Dionysus every third year,

And pure rituals and other prizes are your daily gear,

You frolicker, entertainer, lover of heavenlz beauties,  

Naiads and Bacchides and beings of derelict duties, 

Come with ivies and thyrsus together with your satyrs, 

Let us knock ourselves out, of feast and revelry martyrs,

With torches and grapes, rounds and dances,

Along with Becchides perform what anyone fancies, 

In the orgies of the night let people exchange glances).

My mission, should I choose to accept it, was to arrest Python and guide him back to the dragon’s domain, but they would only accept him if both receipt and delivery should take place according to traditional conventional means, through floating boat or barge and not through a space shuttle. Apollo was convinced after many efforts, recognized the unholiness of an unnecessary and nonsensical execution, which would further aggravate the relationship between the ruling gods and the dragons, and had delivered the irresponsible perpetrator of past crimes, as well as the abhorrent would-be-assassin of who knows how many future crimes to my custody.  Python had assumed a human form, easy- peasy in that incomparable and highly imaginative era of transformations, but deep within his core was a wild notion and abomination of hell, a repulsive fantasy and chimera of the worst properties of the dragons, which they themselves wished away and disavowed (r.n. That’s why let us be careful, when we prize the dragon breed; is it laudatory or pejorative?). The right side of his face and head and the charcoaled up to the bone hand were irreparably fire-burnt. The fire of the dragon’s breath had eaten away Python’s right hand in such an extent that it was healed and wedged tightly in a dislocated position, so that he could use the thumb only as a fire shovel, as the one poker of a tongs’ pair, as the one razorblade of a crab’s scissors.

Python was like a really threatening ursa minor (small bear), a polar bear like those carnivore ones encountered at the poles. On the other hand, the only solution for the settlement of his case was the crossing of the sea towards the distant dragon islands; therefore, the recitation of the sea- appeasing hymn was indicated with lots of incense and lots of labdanum and manna, escorting the catasterism of ursa minor.   

INCENSE OF TETHYS -THALASSA, LABDANUM – MANNA

(I call the nymph of Oceanus, blue-eyed Tethys

Blue- veiled queen, the best of seafaring apprentice,  

With sweet breeze around the Earth waves you tame,

Stones, beaches and shores, and all sea’s frame. 

You propose roads versatile, easy to walk and swim,

You like ships and sea-monsters at your routes’ rim,  

You are mother of dark clouds and mighty Aphrodite,  

Of every creek and river, the flow you expedite, 

Listen to me and come to help, decent and graceful  

With favorable wind and even road be merciful).

I pushed the boat into the calm water, in the shallows of the seashore and the water-level on the rotten planks gauged higher. I straightened up the twisted boards and substituted the rusty nails. I worked both with tools and magic spells, completed the task scrupulously and diligently until everything was satisfyingly settled, and the boat was tarred, caulked and watertight, ready to sail. I put my scepter as mast; I fortified and consolidated it through magical spells and tied Python to its base. I put across a robust meter-long wooden pole, and I wove a square-sail within the frame scheduled for wind-protection and wind-propulsion. Then, I stood beside the mast and conjured magically a light discreet wind. The boat moved slightly forward, directed to a space between the two cliffs crowning the bay before it worked its way into the open sea.

          I navigated along a north-west vector that would lead me sooner or later to the land of the dragons. My shadow, my nemesis was tied up, although he fought desperately to break the bonds, hit his back viciously against the mast, screamed and cursed. 

          In the open sea, my unwilling companion wouldn’t tear at my nerves so intensively. I don’t know why I chose the boundlessness but every time I approached a port or even thought of such approach, I got strange shivers as if someone was walking over my grave. The sea may invite voices and monsters but no poltergeists. Evil springs and bubbles up from the earth. In the dark old land, soft and drenched by the cataclysm of Deucalion, where the hunters of the game did not differ from the fish-hooking sea-food gatherers, there were dried and barren torrents, sallow and evaporated lakes, narrow rivers, sterile rivulets and rarely sprinkling fountains, so very little water for someone to wash himself from the swamp of evil. Dry land means mud and morass, gas -spraying geysers and cloudy columns and welcomes death. On the contrary, although the sea was furious, treacherous, and dangerous in this time of the year, I didn’t consider these circumstances as a threat – the climatic change, the barometer instability, the sudden hurricanes- but rather as protection. If in the context of this daring enterprise I were to fight, to box, to fence to the end against the Shadow, then I imagined in the worst of cases that I would cover and pull down the drain this schizophrenic skinny stretch beanpole with my mere body-weight (considerable enough because of the booze-consumption) and keep him there forever, so that he may never emerge. At least I would seal the destiny of this rowdy, this menace for the society through my own death, holding him down with the weight of my dead body, which due to alcohol consumption wasn’t negligible, so that he could never emerge again. So, through my death I would trap forever with an indestructible barricade the disturbing agitator, the anarchistic provocateur, the subversive waster, the despicable stallion of humble origin, who threatened the fragile equilibrium of humanity.     

          I sailed on the savage rampaging storm-tossed sea under mourning dipped down clouds which looked like ceremonial shrouds. I called no magical or meteorologically induced wind, and I preferred to sail with the wind of the world that blew strongly from the north-west. As long as I held in position my pastoral crozier-like sailcloth – it sufficed to apply a gentle stroke or to whisper a well-spaced word from time to time-, I didn’t have to bother about the sailing altogether. The sail turned around and oriented itself accordingly to catch the wind. If I hadn’t used any magic or meteorological skillfulness at all- any synonym is good as any other, I would have a difficult time in that stubborn dinghy and in this unhospitable sea, mainly because I hadn’t the slightest idea of what navigation meant -well, one isn’t likely to know everything, even if the “one” is Prometheus, hangman, executor and slayer of gods. As I distanced myself from every known seashore, I peeked and pried towards both ways. Apollo I his divine providence, had provided me with some loafs of bread, ham, cheese, and a barrel of water -how should he compress and squeeze his whole wealth into a lamentable dingy? As the wind stood still, I ate and drank, fed the prisoner with a spoon and a fork, so that he couldn’t escape. At the same time, I cursed the military rules of engagement and the magical or technocratic code of honor and book of regulations, which demanded a duel between the authorized sorcerer and the respective troublemaker to heal the wounded universes and restore the cosmic order and didn’t allow Delphian and Pythian Apollo to pack the criminal with an escort of thousand men and propel him downright into the hole from which he had slipped and crawled out so audaciously. Pretty close, I saw land -ahoy- but I chose not to navigate towards it, rather to circumvent it headed for the west. A smooth subtle invasive rain began to fall silently, just as the snow covers the land safely like a blanket or a down-filled quilt. Except for the creak of the boat and the rush of the waves crashing on the ship-bow, no sound could be heard. No other ship, no birds were to be seen, nothing alive, only the eternally troubled sea and the fleeting clouds, chased and involuntarily aligned with us due to a sudden wind-displacement, swift and dangerous like the flight of a falcon.

          I peered sharp into both- ways but the sea around me was empty. I stood up frozen and wet, tired of the continuous staring at nothing. “Come on” I mumbled, “What are you waiting for, shadow, foe, opponent?” “I know that you are ready to make your move. I know that the chains, the ropes, the rocks, and the planks of the dinghy are only play conventions and illusions of a not exiting routine, while the confrontation is about to start. Sooner or later, you will dispose of all this, and you will perform the preemptive strike. Come on poltergeist, be a sport and move your piece on the chessboard!” I didn’t receive any answer, the dark being didn’t flinch, didn’t leave its dismal realm to come to the dim light. The mast was surrounded by darkness. I sensed though that the evil thing was on the verge of releasing its wrath, that he snake-curled like a wretched animal or a peculiarly inbreathed cadaver in this cold floating bucket, in this damned godforsaken death-coffin. Then I shouted: “I am the sorcerer, the ghostbuster, the mystic seer, the nominated adept and I am challenging my shadow to appear”.

          The boat creaked, sighed, the waves lisped, the wind hissed onto the white sailcloth. The minutes passed by and I waited patiently leaning on the rail made from yew tree, while my eyes invaded the gelid rain, whipping us in erratic ways and whipped in turn by the north wind over the sea. Then I saw through the veil of rain how the shadow disconnected dreamily from the mast and jumped towards me.

          He had no human shape, was rather an animal because the real core of his being had been revealed. He resembled all the nightmares that had been haunting me throughout my dreams. His detention had absolutely no diminishing effect on his power. It is possible that my oral provocation had shot up his adrenalin-levels and had instigated and inspired him to fight. He was extremely strong and fresh. He was subjected to a new metamorphosis and resembled undoubtedly human, despite that he cast no shadow, being a shadow himself. And so, he was wading like a ghost over the water coming from the maw of old Gaia and aiming at me, an invisible being out of phase and out of joint groping blindly and insecurely around the dark waves, posing however no obstacle for the wind passing through.  

          A sluggish half-hearted sun rose and shone surprisingly enough as if uncovering an artificial environment. Nevertheless, the shadow was affected by the unexpected light and got temporarily blinded. Although his eyes were inoperative for the moment, he recognized me on a subconscious, even somatic level like a bulk stumbling over another and orientating through touch and friction. And I recognized him also, so much so that we would always and everywhere be aware of one another among both living and shadowlike creatures.

          In the desolate loneliness of the winter-sea, I stood and looked at what I feared the most. The wind seemed to withdraw from the boat, and the waves seemed to chase it. Any eventual calmness was like a curse because without movement, inducement or thrust to override or manipulate I was utterly defenseless against this creature which was more powerful than me. The stagnation paralyzed me and all my senses opposed with terror and cold sweat such a dead calm. Although I abhorred the cold touch and the insidious black pain caused to my chest by the monster and draining my life, I stood motionless, brave, haughty, up to the task. I summoned the magical wind again which blew and swelled whole-roundly my sail, and the boat rushed over the lead-colored waves attacking frontally the creature that was gustily hovering in the air.    

          The shadow hovered for a moment more and then he turned around hesitatingly and ran away.

          Engaging with the wind, he worked his way to the north and so did also my boat, the power of a shadow against the art of a sorcerer. We were both exposed; I encouraged my boat, my sail, the wind, and the waves with reinforcing words like a hunter tries to enchant his prey, as the wolf runs for his life. I filled my sail with magical wind strong enough to tear up every contraption made by human hand. It propelled my ship like the foam of a wave, and I was on the verge of overhauling my opponent.

          Now, the shadow lingered and then traversed an arc; he was even more vague and unclear, less human, susceptible to wind- dispersion, propelled by the wind to the direction of Delphi to resume his unholy task and terrorize the population again.

          With handlings and magic-spells I turned my boat around. Like a dolphin it jumped from the water and rolled along the abrupt curve. I hunted swiftly like lightning, but the shadow became steadily less visible and discernible. Rain, hail, and snow whipped my back and my left cheek. I couldn’t distinguish the shapes within a hundred meters. It didn’t take long and soon I lost the shadow. Nevertheless, I was pretty sure of my course and my vector, as if I followed an animal trail on the snow and not an obscure ghost over the waters. Although I sensed the wind behind my back, I maintained the magical one in the sail, the foam divided, reflected, and sprayed away from the partly sharp and partly blunt ship-bow and the boat almost flew ruling the waves.

          We remained at close quarters, I, the hunter, and he, the prey, and we continued our irrational race. The day was short and the darkness swift to fall. I couldn’t fathom where we were and I didn’t give a damn. I hunted, I persecuted, and my own fear proceeded me by casting long shadows on the shadow! 

          Suddenly, I realized that the shadow was closer as I thought. The wind of the world receded, the hail stopped, and cold dense low clouds came towards me instead. Time and again, I penetrated the veil and I saw the shadow turning momentarily to the right. I talked to the wind propelling my sail, while I maneuvered the rudder to follow the fugitive, but the hunt was always a blind one. The cloud became always denser, it whirled and seethed and when confronted with the magical wind, split in two and hugged tightly both sides of the boat, a pale mass without reference- points excluding light and vision. I was ready to announce words of withdrawal, dispersion, and diffusion, when I spotted the shadow again. He had turned all the way to the left and moved directly ahead. The fog blew through his faceless hazy shape, but he was shaped like a man now despite the continuous changes fitting a shadow. Without reducing the speed of the dinghy, I bent also to the right, risking being thrown overboard, trying to knock my opponent down and run him over mechanically.

          This seafaring enterprise was a curious matter. I knew that I was the hunter, but I didn’t know what I was hunting exactly, as the exact form of the prey eluded me.  I was constraint to rely on my luck, my gut-feeling, my confound ideas, on the same qualities that also characterized the persecuted creature. Because we were double-blinded and blindfolded for one another. I was uncertain when I chased bodyless shadows and the shadow was confused when it faced touchable and palpable beings of the daylight.

          He grabbed me first by mere coincidence. He jumped blindly with a vengeance on my face. Staggered by the sheer force and the weight of the damned thing, I stumbled backwards and screamed incoherently. Probably the shadow possessed claws and shredded with them my skin and my tissue. My face was bleeding and I remember that I struck the bottom hard, curled in a vain defense position. I wouldn’t have any second chance, and it was simply imperative that I make use of our physical proximity.

          “Phoenie Phone” (red murderer) I uttered his real name, the name of all Jupiter’s fans but also of Zeus himself, to show him that I had analyzed and pondered in depth his existence- thus I ruled and had dominion over him- as well as to draw him out of his lair and instigate him to appear physically. Indeed, as the words died on my lips, he looked at me over my shoulder, he stood behind me threateningly.

          Had I hesitated for one second, it would be my doom. But I was prepared accordingly and I dashed towards him, as he was flinching by me at arm’s length, to arrest him, to neutralize him permanently. No witchcraft or technological expertise could help me at this stage, only my own strength, my own life-breath against the inanimate repulsive zombie.

          It worked to my advantage that I was completely familiarized with parallel dimensions of time and space, that I was aware of world-cultures unfolding and developing in similar almost identical but slightly different universes. It is well-known that the air is plentiful of signals, transmissions, and radio-emissions, propagated by carrier-waves of variable and infinite wavelengths. All those interferences cancel one another, blending into an indistinguishable common chorus. If one were to distinguish them again, one would lose his mind due to their intensity and deafening ear-piercing brain-dumping quality.

          I cast a spell that all radio-waves should be disregarded except one, which interested me and originated from the sun. The effect was so vast and remarkable as the famous question of the middle-ages, how many angels can be forced into a pin. The philosophical input of course is that one can squeeze an indefinite number of angels into the pinhead. Every place is teeming with radio- waves, they can be manipulated, intensified, or isolated accordingly, if one separates them properly without warning, and soon enough one has an almighty weapon at his disposal not unlike a penetrating dagger of the mind. Thus, his ears were too heavily taxed and tortured, totally insensible, and impermeable to the call of a simple human voice. The harrumph, the buzz and the whistle of the cosmic string was so unbearable, a mighty earworm, that it incapacitated him immediately. I saw his body flinch, roll, shrink and then faint. Exhausted, I stumbled and leaned on the mast to remain in upright position. I was completely frozen, out of fuel, with aching hands and arms, extracted of all juice, but I had won the competition. I wished only to lie down and sleep in the rocking hug of the water, but my duty and my mission were not yet completed.         

     As I woke up and, after I had checked on the prisoner, I envisioned in the west the azure coast of the dragon-country lying yonder flat, long, and extended. The contours of the island came back to my mind in every detail. Long and slightly curved, it surrounded a great bay like a small inner sea leaving only a narrow canal as emergency exit to the archipelago. We came close to this bay (majestic plural), drove towards, anchored, moored, while the sun stood low in the sky still trickled, rippled, and drizzled by morning dew. The calmness of the land alienated us. At the middle of the mountain excelled and raised the largest stratospheric volcano that one could imagine, the fire of hell, where the dragons drew their flame from. The lava irrigating its slopes seemed to be secreted by the turnabout wreathing clouds. The huge volcano was geographically either Aetna or Stromboli or Vesuvio of the corresponding planet, but in superlative degree, positively symbolizing Major Ursa, the great rhizome and root of nature, never to be domesticated, tamed or yoked in a chariot. So, to appease it I sang the song of Hephestus.

HEPHESTUS’ INCENSE, LABDANUM – MANNA

(Hephestus, noisemaker, who treat Earth with flame

You rise and shine, reveal the dawn as your own claim,

Phosphoric, eternal, valorous, you have great art

You build ornaments on lathe, being skillful and smart.  

Paramount, tamer, supreme, I see you everywhere,  

In ether, on the sun and the stars, you task me there,  

Because your limbs bring shining and light to people,  

To every house, state, nation or dimension’s ripple.   

You dwell in the bodies of mortals, in roaring tunnels, 

From yonder I channel your essence through funnels 

To come with works bringing peace and joy,

Restrain the mania of fire, don’t make us plaything, toy

Let us breathe slowly with combustion low and coy). 

I climbed a hill-like dune covered with grass, the upper border of which was maintaining its coherence due to the robust roots of the moss and permitted a lookout over a steep crevice. As I reached the top, I let my look wander both to the north and to the west. The prisoner had been neutralized lying in the boat. He had had a legal claim on a fair fight and had already made use of that privilege. The dunes extended almost half a mile in an inland direction followed by lagoons, overgrown with reeds and canes. Behind, low hills arose fading away in the distance either tawny or bold. The dragon-land exhibited a wild and lonely beauty. There were no trails of humans. No animal was to be seen and the lakes, vegetated with reeds, hid no birds, no wild ducks, no seagulls, nor even any croaking to be heard. I descended slowly from the dune. The sandhill drowned the noise of the waves-surge and restrained the wind. Suddenly, I was surrounded by a weird silence. Between the nearest and the next dune, there was a narrow valley covered with pure sand and protected from the wind. The time passed along with the wandering and the high-noon-sun shone and heated the western precipice. Enthusiastic by the superiority and the arrogance of the victor on a metaphysical level, who chained and kept the defeated in bondage, I lied down under the rays of the sun because it was too cold in the shadow, I used my elbow as a pillow, I laid my hand over the eyes as a protective screen, and I slept in the alleviating heat. Even in sleep, I envisaged behind the thin curtain of the eyelids the white hill of the narrow valley and at the verge of the dunes the scrawny herbs and the grass rocking gently in a milk-blue morning sky. No noise was perceivable, only the dull muffed whisper of the tide and the murmur of the wind- shaken moss.

          I woke up due to a hissing sound. I envisaged above something flying, an eagle perhaps, which was no eagle. The bird cawed, then made a dive and steered vertically towards me with an eerie shrill maddening whistle of its extended golden wings like an arrow or a lightning. As it locked on me and approached gradually, the original singularity acquired step by step a sense and a meaning. The hypothetical eagle landed with extended claws on the dune’s periphery. Now it was a dragon, the great Ladon, crawled closer, kicked rolling stones downhill, bent his head a little sideways, perched, squatted, and spoke. The huge head arose black, inflamed and shining in front of the sun.

          “Ave -haire Prometheus”, he said gently, smoothly, smoking, while the flaming tongue blazed. Then he lowered the head. “Skaion    kekaumenon prosageis?” (Are you in charge of the shadowy burned? Are you his keeper?) he asked.

          “Ladon o megas ei? Axo te   is  to  koilon”, (Are you the great Ladon? I will escort you to the ship), said I in the original language and I signaled to him, so that he may follow.  

          Soon enough, he exposed his full size over my boat. His scaly triangle- and acute-shaped head was impressive, from which a trident flaming tongue protruded, while the claws of the forward feet crushed the sand-corns beneath him, probably the pulverized remains of an ancient city. His scales were black and grey, shining dimly like fragmented ore. He was sinewy, smirched and spotted with blood vessels and veins more like ropes than capillaries, vivid like a dog, tall like a mountain. No narration and no song could match or cope with such an overwhelming impression. I was so flabbergasted that I almost looked into the sly treacherous tawny eyes which would be a fatal mistake and extremely harmful for my health. Only in the last minute I remembered that no one can look unpunished at the eyes of a dragon. I turned away from his oily yellow eyes, which contemplated me with sincere interest.

          “Egertheti, hye” (Stand up, son) whispered the dragon as if steel glided on steel using the old word that would be the basis for the posterior international concept of “guard”.

          “Anabethi   epi   tas     folidas, kathison   entauphtha”, he added. Hypnotized, mesmerized, paralyzed, submissive, abulic, Phoenus- Phonus (the red murderer) obeyed and quit every effort to escape. I envisaged the four steps that would lead him to his already booked and pre-arranged compartment on board the dragon. The first step on the foot-claw, the second step on the bent elbow, the third step on the shoulder-bone and the fourth step would lead him to the nearest muscle of the wing. He stepped forward with half-burnt face, short repetitive breath, and wry neck due to the hardships, looking down like an ill-mannered naughty kid trying to avoid the reprimand. He climbed on the mighty strong arm, hurt himself on the hot steaming iron-clad skin of the dragon, held himself from the claws, got around the lipless broad mouth and rose on the creature’s shoulder, sticking and plugging his head into the keratinous bulge within the roots of the dragon’s crest like a baby searching for his mother’s breasts. Ladon looked far and away, to the west, to the inside of the island. He maneuvered the long body sighing under the rattling and clanking of the iron-scales, extended the wings, gathered momentum, speeded up and jumped from the cliffs into the air. The tail dragged behind carved dents into the stones. The green or red wings (according to the corner of the illumination and the fallout of the rays) beat up and down, raised graciously and majestically and soon enough the great dragon “left orbit” and headed for the west. Heavenly chorus, please, chant the song of the dragon, which Ladon deserves both as a forefather and as a constellation.

This would be the song of Prothyraia, because after many successive successes my mission is about to be achieved, as the   billiard’s ball of Venovinda will spin around the roulette wheel and eventually settle on the Hyperborea’s guard of Earth, the North star completing the last rotation of this indescribable frantic space warp and whirl, so that a firmament, holistic both spiritually and esoterically, with detailed elaborated characters and rich noetic structures may envisage Earth and inspire its people from here to eternity. And may the people be free to praise, exploit, construe and distort it.     

PROTHYRAIA’s INCENSE, STYRAX

(Listen to me, modest goddess, don’t stay with idle hands

But be ready to assist lying in women with acts and funds,  

You are the savior of females, guard, sentinel and sentry,  

You induce quick birth, when you to obstetrics’ room entry, 

Keyholder, friendly, courteous, affable, your graces deploy

You protect the houses and rejoice in the common joy,

Ungirded and honest, you devote to the gods your belt, 

You share the birth’s pain, you suffer together and melt.

They call you Ilithyia, because to relieve you come,

Only you the lying in women call to play the life’s drum, 

You make the pangs of labor retreat, retract and recede,

Artemis, Ilithyia, Prothyraia, however they your name read,  

Listen, blissful, help us, give us valuable pedigree,

Fate has appointed you to propel us to the highest degree).

CHAPTER ΚΒ’

PHOENICIA (NORTH STAR), END OF ROTATION

Phoenicia, in honor of Phoenius Phonus, of Zeus, of the vindictive god, whom people always feared and hated and their elite, the titans, ferociously fought. N.A.O.S. Venovinda was at last immobilized on the central spot of the North sky after its frantic rotation within the firmament’s ectoplasm. It had started at the Southern Cross (Myia), had performed four long rotations catasterizing stars which signified respective stories and had carried out one more time its duty towards mankind. The rest remaining ships of the Federation flowed also together with the flagship, the legendary Argo, Pegasus, Phrixus and Helle, the Golden Fleece, the Heracles’ Depas Amphikypellon and Venthekisseme (venthos = deep + kiss from the ancient verb “kyneo” + me = kiss me deeply). They had also contributed a lot to the common cause, doing much dirty and unostentatious business which is often disregarded. You will bring forward the objection that Venovinda undertook the catasterism of seventy-one constellations, so that only seventeen remained for the other ships. Still, beyond the discreet stitching on the canvas that the plethoric Prometheus himself had prepared, the abovementioned ships had occupied themselves much with the grunt work of the Creation’s turning over, the details of the universe’s reinstitution through the formation of smaller or even negligent celestial bodies, comets, meteorites, aerolites etc. They had also contributed significantly to the reinforcement of the universe’s fundaments, to the weaving of its miscellaneous folds, to the stitching of its gums, wherever they tore, and to the statical vertebroplasty through sundry cement injections, but also to the decompressing opening of holes, wherever needed, through concrete silent cutting. 

At the moment the captains of the Federation vessels patted each other on the shoulder to celebrate their great victory, dark bulks emerged from the darkness of space like red blots or bedbug bites interrupting the continuity of skin, as if they were integrated in the texture of space gliding and rolling over or behind it without the slightest effort like a scissor grinder running under a membrane curving it, furrowing it and sometimes tearing it, and surrounded the heavy ships of the titans.

“Unidentified foreign vessels”, said Prometheus. “This is captain Prometheus of the spaceship CO.M.MY.S.S. -N.A.O.S. Venovinda, speaking on behalf of the Astro- galactic Organization of Sirius. Please, identify yourselves, state your intentions and explain the reasons of your presence at the perpendicular line of communication access to the planet Earth …”

While Prometheus was uttering all these humanistic babblings, the hostile vessels opened fire and inflicted unimaginable damage to the starfleet ships. The energy shields of the titanic ships were neutralized, the few ships of the titans scattered around, the bridge of Venovinda broke in two and the agents of Zeus managed in the mayhem to beam  Prometheus to Arura (Gaia – earth) four, the fourth moon of Phoenicia 3, which was the third planet orbiting the star of Phoenicia. Of course, Prometheus should have waited that attack, since it was more than expected that Zeus would make a last move to save his image and his regime; the eternal benevolence of the titans, however, and their dedication to peaceful works filled and blinded their eyes with scales, did not allow them once more to grasp and perceive the obvious. Yonder, on the mountain called Caucasus the State (the neutral gender existed also in ancient Greece) and Violence chained Prometheus and submitted him, as everybody knows, to the torture of hepatectomy by a vulture.  

Here, the writer of the book should yield to superior authors, just as Aeschylus himself is, who wrote “Prometheus Bound” (but also the “Fire-bringer” or the “Unbound”, which were unfortunately lost) or Percy Bysshe Shelley, who composed “Prometheus Unbound”, but also Christos Liakopoulos, who wrote and played “Prometheus Crucified”, an amazing performance, which I always revoke in my memory as an archetypic spectacle, where the protagonist secrets many kilos of sweat manifesting a 1000% of his abilities. My own Prometheus, to keep precise account, is “Prometheus Catasterizing”. Consequently, since we introduce something slightly different, let us elaborate on our own effort.

PROMETHEUS: Look what sufferings by the master I endure

I sigh under torments for his pleasure to be pure.  

One should accept with bravery fate written on stone,  

Since one knows that necessity does not leave us alone.

For the gifts that I bestowed, for the fact of being lendor,  

I suffer now with only company and relief a tormentor.  

I stole clandestinely the sperm of fire in wood rent, 

And wait in bondage to hear something from a friend.  

My enemy is fearful but his savagery, beasty and great 

Is his ungratefulness, demanding my head on a plate.   

Because when the titans sought power prematurely,

I often sided with him to preserve the state surely. 

I sent Cronus to Hades, because his order was old,  

And I expected naively for Zeus something new to mold.  

So, not only mortals are obliged to me as debtors,  

Even the ruthless gods are my clients and emptors.

But when the unspeakable sat on the throne began to share 

Offices to his own vassals, although favoritism isn’t fair.  

For those he shows no mercy, who waste their soles

From the beginning obviously he claims all the roles!

Nobody resisted him, nobody supported his own, 

I was with companions, but I took the hemlock alone.

Only I stood upright trying to confiscate the guns

That’s why I am in the dark with no perspective or plans. 

At that moment, as is well known, the winged Hermes appeared, who was in fact Hyperion disguised. He had passed unobserved through the guards, as if he had proximity sensors or rather as if he had them integrated into his data- recorder, deceiving all those who arrested him on his arrival temporarily for interrogation, since he had been submitted to cosmetic surgery by Oceanus: “Captain, I see you speaking bitterly, but know this, that all us consisting the old crew, who have followed you in many Creations, are not going to abandon you”.

“You speak well, Hermes, or rather hermit and hermetical Hyperion, but I have grown fatigued and I still can’t see any light at the end of the tunnel. So many battles, so many sacrifices, but when my people are being killed, while the opponents are regenerated or reborn, what are my chances?

Turning to Zeus, the bound one said:

“Stop gloating, the day is nearing to become humble, 

Someone will face you, coming trumpets and rumble,

Is mercy a weakness for you? Your strength is only grudge

You ‘ll learn by the Fish ‘lest you be judged, not to judge’

 No Heracles will appear, don’t expect any salvation 

 This time I ’ll give you only the key to damnation.

Because there is space both above you and beneath, 

And from the depths comes forward the one real myth”.   

Hyperion pondered all this carefully: “Captain, you gave me a good idea, it just needs time and a lot of preparation to be implemented”, he said waving away one more time the vulture picking at the fig – nourished liver of Prometheus, called thus, because he fed it over the years with synthetic figs from the replicator –  3D printer.

          “Alas, you, stupid bird of Zeus. What can you know?”, Hyperion took heart”. “You only know how to devour just you’re your master. Do you happen to know that ‘olynthus’ means the unripe early fig? Do you know that ‘phelex’ means the wild fig, which seems ripe, but it isn’t? Do you know that ‘ischas’ means dried fig? Thus, your wings like dried hull of an insect will burn by the fire of Prometheus, as it will spread to consume you, to make you a torched plaything”.   

“Hyperion”, whispered Prometheus. “I sense that you have found the solution. Don’t tell me what it is. Don’t tell me how long it will take. If humanity has learnt something, it is to endure. Do not bother, I will be here and I will endure, no matter how many years pass. Just go and perform your duty, as our institutions, constitution and laws dictate. Be blessed, because we, the titans, believe in cooperation and trust our colleagues. ‘I trust my friends’, that is all. ‘You can recognize a faithful friend only in toil and danger. We always have faith in the words of a friend. If you are in danger, friends, you may get acquainted with the people’s manners.’ Whatever we learned in school, in high school or in the university applies and is valid. If you know something different, please enlighten us, as Socrates says in his Apology. But there is nothing different. The word ‘civilization’ contains the city and we, titans, were raised to be citizens and no subjects. Down with the despots, down with religions! What particle or nugget of God there is, it is within any of us”!

Hyperion scampered away to execute his plan, and the time came for Prometheus to recite the nicest hymn of the titans in honor of trial and justice. Those values sought at this dreadful moment the Prometheus Fire-bringer, the Bound, the Unbound (in spe), the Crucified, the Catasterizing. At this moment, he became Prometheus Cygnus (swan), but his song was not that of a swan, but a song of Demodocus, the song of a minstrel, of rhapsody and hope until the final victory comes, a reminder that dawn succeeds the darkest hour, and that a sunbeam is enough to scatter the dismal power of the gloom.


.         INCENSE OF DIKE AND JUSTICE

(There is an eye of justice that everything sees, 

For which Zeus himself claims to hold the keys,

Justice judges, trials and orders the people,  

Rewards the just, poses to unjust a steeple, 

Punishes the bad, bestows them verdict invective,   

Introducing the institutions to the collective.  

It propagates the harmony, the concord of the peers,  

But it also the unsimilar to join and junction appears.

It intervenes in distorted affairs, eager to apply

It is not just a hollow principle, an excuse or a lie.

It loves balance and very delicate, moderate measure,

Not oblique, slanting, obscure mind or dubious pleasure.

It requires clear opinions of a distinct era’s charioteers

Not despondent wills, uncoordinated, which it fears.  

Desirable, valuable, boastful, vainglorious and true

As one conquers you, one learns the laws to construe,

Indubitable, friend of cities, a loving and beloved wraith

Even when you impose a penalty, you have good faith,

You ignite the torches for a righteous path, 

You are unbreakable, but you break with wrath

All those who do not understand reciprocity, requital

Greedy, too blind to forgive or grant others acquittal, 

Those who demand, ignoring the pair of scales,

Turning and directing it wherever it suits them or sails.

You are calling us to unanimously, brotherly gather  

The goods of the Earth provided by Zeus father.  

Let the mortals sort the presents and the fruits, 

Live in peace, promote virtues, find new recruits).

          And because justice remains vague and indefinite as idea and unclarified as concept without the law, both natural and positive which specifies it, we proceed immediately to the doxology and commemoration of the law.

          HYMN OF LAW

          (I call both of mortals and immortals the king,  

          Heavenly Law, star provider with a stamp on the ring

          You are constant of earth and sea, of nature successor

          You exercise power on all without being oppressor,  

          Sober and firm, unshaken, provisions, orders you vote,

          You promulgate, make known everywhere what you wrote,    

          You chase unfair envy with the whistling of the arrow,  

          You support people, condemn those who harrow, 

          Only law is the pilot of life, guide us to the road it found

          With moderate opinions, deliberate, dialectic, profound. 

          Law is ancient, experienced, neither subjugates nor harms,

          But can’t leave unpunished those raising offensive arms.  

          So, blissful, honest, peaceful, companion desirable,  

          Be benevolent and lenient, may not hold us liable).   

          CHAPTER ΚΓ’

PROMETHEUS’ ESTATE, ALPHA CENTAURI, MANY YEARS LATER

“Execution? Spock, we can always depend on you for a note of cheer.”

                                     Star trek, The Last Gunfight

          HYPERION: Ocean boy, we must talk. Secure the door of the cabin.

          OCEANUS: I am neither your damned lackey nor your personal slave, Hyperion. You have no authority over me; you can’t command me. After I inherited this place from old Prometheus, I thought I would be able to get some rest and cherish his memory in peace, contemplating the curves of the clean, swift river Pyriflegethon from this small palisade.

          HYPERION: I am very disappointed in you, ancient one. You are continuing to confuse solidarity and common management of our affairs, which is our only hope for survival, together with power and domination. You also misinterpret gravely the motives of the deceased tortured protector of the human race, condemned for the sake of the humans to having his liver been eaten by an eagle on Caucasus. The bearer of fire has passed on this estate to you, so that you may preserve and cultivate it. Instead, you are lazy in an easy chair, leading a sorry and pitiful existence, of which our great leader would certainly not approve. Your highly self-praised “titanity” (in your case I can’t say “humanity”) and apparent senility are indeed very related. 

          OCEANUS: Hyperion, get to the point. I haven’t all day, I am a biologically enhanced bioengineered organism, very worn from the attrition of time, with an ache on my back, that creepy- crawls on my spine and gives me the hardest time of my life. If I could extract my spinal cord and rely exclusively on my expensive exoskeleton, I would gladly do it.          

          HYPERION:  Yesterday, night, somebody paid me a most unusual visit, oh revered Titan elder. As I was trying to meditate, the room began to brighten and there was a fluorescent glow, sparkling at the edges with a fine gold glitter. I was astounded at the mysterious apparition, at this breath-taking vision.  

          OCEANUS: Oh yes meditation, my foot, contemplation in a pig’s eye.  It was again one of your goddamned dreams conceived in deep REM sleep, while you think, you are meditating. It was dreaming, not day- dreaming.   

          HYPERION: Venerable patriarch, we have no time to indulge in your predilection for invective mode. Our brother Cronus (Chronos) somehow managed to send me a very intensely projected telepathic image of some sort from what I sensed to be another dimension. He told me what I have always suspected, namely that the human evolution had been manipulated in the distant past by an interventional external factor, which significantly raised the body temperature of humans. As you can rightfully assume, only the genius of our brother, who went back in time using the sling-shot effect of the sun, could be responsible for evolutionary changes of such vast magnitude. Cronus managed to implement the overthrow of the maritime civilization of Atlantis by gradually warming the human cells with the drastic as well as mysterious energy substance of thermotropine. He located his antigravity equipped headquarters in Mega planet (redaction note – called nowadays Jupiter) because of his very swift rotation in comparison to Earth which permitted the intermittent emission of the radiation in regular intervals. Finally, following the completion of the long-lasting cell development treatment, his ultimate achievement was to pulverize the city of Atlantis by modifying his high frequency beam and causing the eruption of the seamounts and the subsurface vents underneath, thus initiating the most significant succession of events in the history of man. Due to this outside influence the humans abandoned the seas and continued their evolutionary process on the land.

                   Now, brace yourself. His son Jupiter, alias Zeus, known to us and fully competent, wants to disrupt and reverse Cronus’ manipulation at the source, so that the ancient people of Atlantis, the glorious ancestors of today’s Earthmen remain crude, uncivilized, uneducated, trapped in a rudimentary level of consciousness, thus susceptible to religious faith and other compromising circumstances. In such a poor evolutionary stage provided by a stable maritime environment the cataclysm will never take place, Deukalion, son of Prometheus and Pyrrha will never exist, the humans will never be in position to question the divine authority and overcome their subjugated situation, they will never be able to outgrow the gods and reach the stars! They will remain ignorant, captives of a very slow and tormenting evolution towards an uncertain goal for it is well known that the frigid amphibian or sea- addicted physiology has essential difficulties to create space faring technology.

          OCEANUS: Well, poor Cronus. It’s a hard fate to have a son who is allegedly a god and in fact a pain in the ass. If it’s true that oblivion is death for the gods, false or not, then the worse punishment for Jupiter is to ignore him.  But his authority is about to be rescinded, and his end is already discernible. In many circles of Creation, if not in ours, Christianity seems to prevail. Fate of (wo-) men is death and of gods is oblivion.          

          HYPERION: Zeus will never quit. He convokes and summons solicitation and reinforcements from the wormholes’ domain, from which he and his equals came. As you know, Jupiter and the other Gods of Olympus are creatures of elsewhere, dwelling normally in the limbo between three-dimensional areas of space guarding exemplarily and draconically those places, but they came to the normal universe, in order to conquer and to thrive in the divine role of omnipotence. When the humans have shown disrespect to those self-conceited wannabe chiefs, and their reign was obstructed by successive rebellions, they massacred and enslaved our people. Although they sustained heavy casualties, they continue to exercise a dubious and disputed dominion over the human race and its leader- class, the titans, without having any intention of retreating to the wormholes, where they had emerged rom.  

          OCEANUS: Yes, it is well known that the twelve Gods of Olympus are in fact creatures dwelling in wormholes or warp coil channels contorting or shortcutting spacetime. That explains their great power.

          HYPERION: Precisely. They are souls, “psychae”, the opposite of our physical existence. We memorize experiences, they produce them for our mind to consume. We lose energy in terms of gradually diminishing powers until we wrinkle and wither, they get charged with it moving meticulously from the level of fragmental dissipation to an advanced organisation of high energy life.  They live backwards, by definition, like Parneb, Inhotep and the rest secretaries of the Egyptian Pharaos. Our destinies are entangled and overlapping. If our faith to their existence reduces or fails, they are in serious danger of being dissipated. Doubt kills them. They on the other hand have the power to influence our fate. Clotho with the hand upon the wheel, Lachesis measuring the threads of lives inextricably woven, patient Atropos with her shining scissors poised to snip.

          OCEANUS: Well, seems to me, what you are proposing is that we animate with our presence the origins of human history, the “return to the past in order to save the future” stuff. It would be difficult considering that we don’t possess neither the time travel of Cronus (which -let us not forget- is one-way ticket to the past) nor the power of the intermittent space’s creatures.

           HYPERION: The avenue of research that I pursued was an investigation into a means of access to a particular alternate universe. It’s unlikely that the new universe I postulate has its origins within our own. Ours is only one of countless numbers of universes, all residing in a larger super space that is ferociously hot and immeasurably dense. To use an analogy, we’re but one bubble that has been swelling outward for an unimaginably long period of time in a sea of foam with no surface and no bottom. What I am referring to is exactly this immense source of concentrating light, where normal space and by implication warp space are contained within as two insignificant exterior wheels attached to the huge mechanical body of the basic structure, as two sister leeches, entangled in each- other, which draw their daily blood tapping into an inexhaustible reservoir of power. The acceptance of such a primary frame -universe, where the others originate, is a scientific theory of vast magnitude and importance, and can revolutionize the present-day physics of centimetre- gram-second. The enormous density of this universe excludes the possibility of expansion, globe or cone forming and volume in general, thus allowing only for two-dimensional movements across straight lines and circles. This is the abode of Euclidean geometry, the site of punctuating singularities and threadlike vectors only.

          OCEANUS: I think we have been through this, Hyperion. I know that you are a strong believer of “repetitio mater studiorum”, but for God’s sake, give me a break. The important thing is what we do with that blasted space.

          HYPERION: In order to succeed the desired time-travel, we must warp ourselves to nowhere, inside the matrix of Euclidean space, without stress barriers, engaging the power of warp- speed not for removal, but for the purpose of transformation into shapes of the Euclidean space using a special program, based on the combined technique of both transporter and hologram. The matter is withdrawn, subtracted from the form, so what remains in the buffer are merely qualities, characteristics and abstracts. We shall undergo a Euclidean metamorphosis, convert ourselves to the Euclidean analogon of our present shape. Then we draw a vector across the field geometry in order to reach the designated intersection point, which will be used by us as an entrance to the desired time-space continuum.  

          OCEANUS: That’s as may be, but atom-scrambling aside, there’s something that bothers me more. During the transformation and entrance to Euclidean space there will be a brief time of non-existence, perhaps not measurable by our standards but by the standards of that other universe.

          HYPERION: Doctor, naturalist professor of medicine, you are prejudiced because of your “a priori” perceptions of time and matter. Time is implicit in normal space-continuum, eternity is an idea cohering with Euclidean space. You will not -exist for zero time during the process, as well as the ship which will carry your medical wisdom and from your point of view, so will the rest of the universe. You’ll have nothing to compare your non-existence with. But the lack of physical existence doesn’t mean the lack of apperception on the level of essence. You’ll have the ultimate chance to get acquainted with the famous “thing in itself”, which the Muses and the great Orpheus praise, to get a glimpse of the so- called world of thoughts, the reign of the platonic “nooumena”. And besides, doctor, you are a hundred and twenty-three years old. It is not logical for you to fear death.

          OCEANUS: Now, wait a minute you pointed- eared, arrogant, self- conceited…         

          HYPERION: Save me the invective mode, Old one. Instead of an uncertain labyrinth within the infinite corridors of metempsychosis and the miscellaneous levels of post- mortem consciousness, I offer you a preprogrammed temporary death, which will be an ideal training, a precious and unique precedent before you experience the real end. So, your soul will be prepared to enter directly without digressions into the eternal and immortal Heavenly space, the highest possible intellectual level of philosophers, circumventing the pitiable adventures of the poor energy substitutes, such as -alas- our souls are, trapped in the titanic universe.  

          OCEANUS: It wouldn’t be the first time for us to fold back in the Dawn of (Wo-) Man to protect our today’s established rights. Does not the interpretation of previous facts do that every day? In the past we have succeeded much, but if we fail in that last mission, the whole structure of the Astro-galactic Organization of Sirius will collapse. And I am extremely worried, because this time we are not going to walk the thin red line of sensitive balance perched in the hospitable shoulder of Prometheus.

          ΥΠΕΡΙΩΝ:  Medicine sophist! From our long acquaintance I have reckoned that you are not especially prone to logic processing. As I conceive it, what you feel is pure, irrational, demonic fear. But I reassure you responsibly, let the worry and the fear to me. I have calculated all parameters; I have analyzed every conceivable detail necessary to complete our mission and I assure you that I will not allow anyone or anything to distract us from carrying out our assignment.

          OCEANUS: Yes, of course. In a pig’s eye.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Anyway, whatever. In the absence of our condemned captain, who serves a penalty to the exemption of us all, in the absence of our companions Eurybia, Lito, Metis, and all the other lost children scattered here and there, and since all constellations have been recorded and baptized, let us recite a poem in honor of our forefather Cronus, whom we wronged all the times that we allied and aligned with Zeus, constrained by the absolute finality- feasibility- intentionality of politics. Yet, Cronus always knew what Zeus was, and was right all the time. He knew that time (chronus) gives value to the actions of (wo-) man and that the immortality of Zeus is the biggest deception, because it abolishes the flair of the moment and imposes the dictatorship of the unexchangeable.  

          INCENSE OF CRONUS, STYRAX

(Everlasting forefather of men and women, evergreen

          Of changeful counsel, wily, like the stars on the screen

          Who spend it all, but you are also the one to multiply,  

          You connect the world to the infinite energy supply.  

          Cronus, genitor of the ages who recount your nice mythos

          Including meanings and allegories of your heavenly ethos, 

          Birth and attrition of nature, husband of Rhea, being of might,  

          Like our own Prometheus, control the world with oversight.

          Your nose is crooked, but you are open to whom implores,

          So, let us worship you and perform your chores).            

CHAPTER ΚΔ’

                             HEAVENLY SPACE, t= 0                      

          «Your “insufficient data” is not sufficient, Mr. Spock».

                             Star Trek, The Immunity Syndrome

          Within the starship, called also in these ancient years space -trireme “N.A.O.S. (Navigation of Astro-galactic Organization of Sirius) Venovinda”, multiply repaired after successive calamities, Hyperion explained the intricacies of the hyperspace drive to the deadly bored Oceanus. They both stood in the heart of the engineering room, examining a transparent metallic box of two square meters area.

          “Based on the technology lent by the giants (Polybotes, Thoon, Athos and Mimas) and through the use of selective calculations and equations, the mathematic -philosophical method of the father of all beings, Old of times and great Progenitor Uranus, which some call creative physics, relying on the axiom ‘ask, and it shall be given you; seek, and ye shall find; knock, and it shall be opened unto you’, I constructed a device that can be attached for an infinitesimal moment of time into the Heavenly space and tele-transport a very small amount of the alien territory to Venovinda. In zero time the infinite mass being formed inside the N.A.O.S. Venovinda will absorb the vessel, catapulting it into a negative hyperbolic curvature. The negative curvature and the herein expressed- defined ship will cross the whole distance up to the edge of the hyperbolic spectrum and go out on the other side, into another spot of the spacetime continuum, already determined and pinpointed before the generation of the infinite mass conditions, again as positive curvature. At that moment, the infinite mass will stay behind and the space trireme that has been containing it will pop out elsewhere, somewhere in the titanic spacetime, from which it came. When we say somewhere -elsewhere, we mean as far elsewhere and in whatever direction one desires, since an infinite number of vectors and accelerations are implicit in the Heavenly space. You can go a light year or fifty to Pegasus or fifty thousand, out of the galaxy and beyond. The closest I can come to explaining it through laymen’s terms is to suggest that one blows up a bubble and the n deflates it sucking the air out of it until it vanishes and begins inflating again, somewhere else, backwards”.

.         “Fuck laymen’s terms! Don’t you know Greek?

          “Sorry, medicine shaman, if the comparison is ill-advised, but mathematics which is more accurate, cannot be learnt in a day”.

          “This is it?”, the doctor said, looking down with hands on hips, conveying the impression of a disappointed man and then bursting into a bell- arpeggio of unrestrained laughter for the simplicity of the thing, which seemed so tiny, disregardable and insignificant!

          “Should I make it bigger, you long-lived one?”        
          “It wouldn’t help. I still wouldn’t understand it”.  

          “The basic principle of the device”, said Hyperion warming to his subject “is to merely name the circumstances you want to invoke; then, the circumstances happen according to the rules and the theorems of creative physics. The traditional categories of ‘cause’, ‘effect’ and ‘agency’ or, as the Muses would express them ‘rationes seminales’ (germinal principls), ‘ratio causalis’ (logical effect) and ‘communicatio inter ambas’ (connection between the two) are replaced by metabole as change of the external action, the behavior or the presence, the transformation (metamorphosis) as change of inner form and the metousiosis  as change of hypostasis itself, of the essence (ousia) of the being”.    

“You make it sound like magic, Hyperion”, insinuated Oceanus, a touch sourly.  

          “This is not peculiar, patriarch of all titans, if it is examined through the vision and the perception of the great scientists from Sirius who colonized Earth founding the race of the titans. These aristocrats, constituting the sovereign upper class of the planet, claimed that ‘any science sufficiently advanced will be undistinguishable to magic’. I think that it was Icarus himself, the father of science fiction, who formulated first this standpoint, elaborating one of his many inspired and vivid insights into the future”.

          The eyes of Oceanus scintillated and shone with anticipation, hie breath resembled a revering whispering prayer, summoning deities of all kinds, his voice became sharp, but also slow, sluggish, serious, majestic, with a very official mien.

          “What an appealing prospect to be reduced to geometric forms. But first I have a question that cannot stay unanswered. Hold a speck of infinite mass from this cursed Heavenly space for more than a tiny bit of time, it will start pulling all the matter in the universe towards it at a shocking rate. Don’t you remember what happened, when we discovered this proto-God and his/her anentropic universe and we endeavored to close that rift in the boundaries of Lesser Magellanic cloud?

          “I have given a simple solution to that problem, Old one, adapting the device only for time-travel and not for interstellar transfer. The absorption of matter is conducted along the spacelike axes crossing the periphery, the external outer surface of Heavenly space, whereas the time-like axes penetrate deep inside its highly compressed compact bulk like streams flowing across the vectoral coordinates. So, the entry is strictly provided for a temporal vectoral movement, not spacious material one, since it leans on a mass so compressed that no material can be absorbed by it, if not in a form of vector”.  

          “So, let be done with it, Hyperion; just press the button, pull the joystick or plug the damned thing into the socket. I don’t care which way I am going to die”.

          “I am activating it now”, said Hyperion. A crevasse opened in the edifice of reality, a huge short-circuit of infinite electrical powers took place and the two titans stumbled over the pressure of the dissolving, dissipating and decaying environment. The features of Hyperion became a set of triangles and corners, his trimmed black hair, as well as his decorative pointy ears were henceforth presented like a graphic function. The face of Oceanus was transformed into cavities, curvatures, circles and squares with convex, crooked sides. The alteration of the scientific reality was so extreme and devastating that mind could not grasp it. To reorder the smashed carapaces of a disassembled disjointed world, the wounded – knifed actuality regrouped its scattered pieces into a palimpsest of dreamy oneiric experience.

          Oceanus blazed, not with light, but with an intense compassion that could be felt on the skin, even from a distance, like sun in the desert. Hyperion had always known Oceanus cared deeply about people, but he was unprepared for the full truth of this feeling, this passionate allegiance to life, this fierce clarity that wished health and joy to everything that lived. Hyperion felt all the death that we carry within us, all the entropy, screaming and cowering away. It knew its enemy. On the other hand, the mind of Oceanus reflected the mighty intellect of Hyperion, his spirit functioned and coordinated in emission and reception and ricocheted the representations’ input, as if Hyperion were a source of light and Oceanus were a mirror.  From the mind – meld after the battle against the Harpies in one of the multiple Creations Oceanus was already familiar with the incessant activity of that cool, curious mind as it tirelessly chased answers. But now he saw where this insatiable, unbendable activity came from, namely the utter certainty of Hyperion that there was no higher purpose for this life than to burn his thoughts away in search of the truth and give that truth away when he found it. Furthermore, the doctor saw what he always suspected, the power that fueled and underlay the certainty: a profound vulnerability, a feature of human origin, which Hyperion did not deny so vehemently anymore as if he came from Sirius rather than from Atlantis.

          And then through the phantasmagory of the rotating clouds, of the vague figures and the confused feelings that were the translation of the geometrical analogon, a physiognomy arose from the impenetrable mist, a very familiar friendly face with regular features, chestnut brown hair, and piercing scintillating eyes plus an indisputable animalistic magnetism, an attraction having nothing to do  with appearance,  but everything to do with the man himself. His tall virile figure spoke, so that his speech was heard simultaneously in many languages. 

          “Travelers, I am the spirit of Prometheus, son of Iapetus, dwelling the Heavenly space. In your eyes, however, and for all intents and purposes I am Prometheus himself. I also represent a group of (wo-) men, not so many as one might think. There have not been many personalities in human history combining intelligence to discipline, power to constructive purposes. Call me, if you like, a prophet before Christ. While the abstract figures, the elegant lines of N.A.O.S. Venovinda  passed before us, its echo, reverberating up to the fringes of the energy continuum, focused and gathered the spiritual energy of the like- minded to your leader individuals, irritated and agitated the pool of the countless memories and experiences of his immortal race (and its selective affinities) and ended up in something independent, created an electrostatic  spiritual shadow, exhibiting a striking similarity to your leader, and called me, the objective spirit of divine Prometheus. You asked for help and I appeared to assist you in any way as a powerful ally, as the one person that can guarantee the successful outcome of the mission, because it is written for Prometheus, Hyperion and Oceanus  to be always together and act united, when the situation os too critical and the stakes are too high”.

Oceanus was the first to react, because he adapted faster than the catatonic Hyperion. “Are you mocking me, man? During the transit, we retrieved en passant the soul of Prometheus? That’s the weirdest thing I ever seen.”

“Not his soul”, answered the image of Prometheus. “The soul is currently prisoned in Caucasus, where awaits in chains the horrible punishment of Zeus for his services rendered to (wo-) men. But the spirit of Prometheus is always present, because it is the essence of  the spirit to live in millions of different people, to reevaluate the historical facts of its carriers, supporters and various catalysts, and to recognize itself, its familiar outline within a reestablished pattern time and again, as the famous ritualists used to say, Celeus, Eumolpus and others.

        “Astonishing!” whispered Hyperion truly bewildered despite of his training of suppressing emotions. “I hereby attest solemnly and irrevocably that there are certain proceedings in this universe which are not based on algorithms” he announced using a series of terms equivalent to Oceanus’s “I’ll be damned”.

          “Well, at least I’ve lived long enough to hear that”, countered the doctor medicus remembering a similar situation, which had taken place more than a century ago, in the shuttlecraft of the spaceship “NAOS Venthesikyme”.

          Being in a state of intellectual and sentimental trance the titans decided to chant a hymn fitting to the circumstance. So, Hyperion said.  

          “Recite your own, old, seasoned, robust guy. Anywise, Orpheus did not compose hymns either for me or the captain; perhaps he considered us too involved in the case of Titanomachy to be able to deliver an objective judgment for us, if we surmise of course that the doxologies are judgments, or else he was shy of being too exposed in the eventuality of Zeus’ victory, whereby he could be compromised or even paled. As Orpheus often repeats: ‘since I managed to stay intact at the young age (Argonautic expedition), it would be pity enough to become someone’s page’”.

          Oceanus cleared his old throat with two dry coughs and sang at Hyperion’s request his own personal popular massive hit.

          OCEANUS’ INCENSE, AROMAS

          (I call Oceanus father of gods and people together,

Who binds all beings with indestructible tether, 

          Who surrounds the sphere of the Earth with waves,

          Who confines the rivers but also the roads paves, 

          Who sprinkles fountains and drops and saps

          So powerful that makes the gods look like old chaps. 

          I wish you carry your wisdom to the earth’s edge,

To anoint- appoint your adepts from the window’s ledge).

                                       CHAPTER ΚΕ’

                                     CHILDREN OF OLYMPUS

                             “Above all, a god needs compassion”

                       Star Trek, Where no Man Has Gone Before

                   “Captain”, Hyperion mentioned, as N.A.O.S Venovinda came out of the Heavenly space, “I receive the signal from the Cronus antigravity thermotropic installation on Mega planet. It’s the huge red spot with the brown fringes. On the other hand, the fleet of Jupiter is stationed in the vicinity of the Earth’s moon trying to intercept the signal from Mega. Their ionized trace indicates that they propelled themselves from the future. They use a Phorcides web technique combined with applied EM energy effect, in order to fulfil the gaps.

          “Let’s disrupt their formation, fire a narrow beam to the centre of their web”, ordered the doppelganger of Prometheus.

          As soon as the attack of NAOS Venovinda was launched, the peculiar raiders of the wormhole broke formation angled around and hurtled directly ahead, doing a ruthless and relentless battle. Thei ships were like huge flying armchairs of instable and oscillating shape. 

          “Raise shields”, shouted Prometheus’ copy almost desperately. “Doctor, make yourself useful at navigation control, try to do something useful. Hyperion, tie your console to the target module, so that you can access and operate the phaser-banks”.            The raiders dived forward and toward them in two staggered rows of six, while the ship of Zeus stayed behind building the rearguard. The weapons of the attackers came alive raking the much larger space- trireme with a series of hammerlike blasts that shook NAOS Venovinda over and over again.

          “Repeated hits on the starboard shield”, marked Hyperion.      “All phasers fire”, grunted Prometheus punching his fist on the control board of his mastery armchair and levelling some switches. “Stay ahead of them, Mr. Hyperion, anticipate their moves and fire where they are going to be! Second guess them as if your spirit was melted into theirs.” 

          Hyperion fired aiming at the spot, where their preprogrammed course was going to take them, but a half dozen ships incredibly, suddenly veered down and away at impossible angles, forming gracefully two twin arched bows. The one leg of the line-up dived to the nadir of the horizon dodging the fire blast with five or six kilometers to spare. Meanwhile the other half dozen ships swept on from port blasting away and shooting off against NAOS Venovinda.  

          “Starboard and port shields each down seventy percent”, reported Hyperion with a serious face.

          Prometheus grimaced upon hearing the news. Draining off power from one shield to supplement the other would leave them virtually unprotected on one side. “Status on the raiders?”, he asked.

          “We have yet to hit any of them. They are tiny, one -manned energy -vessels, without constant shape or rigid form, clouded by ionized waves, highly compatible with the conditions and completely adapted to the necessities of warp space, but they are extremely maneuverable at sub-light as well, I regret to say far more than we are. Their small size and speed make it possible for them to stay hair-close to the ship and increase the effectiveness of their weapons, without suffering damage from ours. Their fighting style does not correlate with any known tactics”.

          “While you chatter, they are coming up behind us”, screamed Oceanus.

          “Bring us around! Veer sideways!”

          “Too late! May I remind you that I am not your helmsman Kreios? Just an overestimated country-doctor, worn out by the burden time like our Hebrew friend Methuselah”. 

          “Oh goodness”, said Prometheus, “we are just a bunch of old fools out of practice.”

          The raiders hammered them from aft, while the huge space- trireme roared like a wounded beast, moaning and foaming at the mouth out of rage. Prometheus could almost hear the screams from the engineering section; the shield generators were stretched to the breaking point.

          “Phaser and photon array, full spread! Don’t anticipate courses”, wailed the captain’s double bending nervously and surprised at what he saw. “Fire at random patterns. I’ll be damned, if I don’t get one of them hit! Hyperion, if you have any photon-torpedoes left, don’t save them for the next inspection. I want you to launch them upon their energy- dizzied heads.”

          NAOS Venovinda cut loose with all the armament of photon -torpedoes at its command, but with speed and maneuvering that bordered on the supernatural the raiders danced in between the bursts of the mighty space-trireme.  

          “I am starting to notice some of their attack patterns”, said Hyperion who investigated meticulously all the odds of prevailing against the adversary and, even as he fired at what was on the screen, he studied quick replays of their moves across his helm display. “I think I can anticipate some of their moves this time.”

          “Best guesses, Mr. Hyperion. Fire!”

          Hyperion tracked quickly two of the ships and fired off a phaser blast directly into their path while at the exact same time releasing an array of photon torpedoes into the direction, he was certain that the enemies would steer. He was rewarded with partial success. The one ship managed to avoid the torpedoes, but the other was not so fortunate. The torpedoes caromed directly into its centre.     

          “Incoming attacker sustained direct hit. It seems though that it has absorbed the energy of the beam. It has accepted the impact, then swallowed the power wash probably back into its own power cells.”

          Prometheus gawked on the main screen astonished, hypnotized by admiration, but also embittered in view of the full ineffectiveness of the NAOS Venovinda’s weapons. The energy they had catapulted channelled through the curious shell of the armchair- shaped enemy ships and disappeared somewhere in their inside. 

          “Shift constantly the frequency of the phaser beam. That’s what phasers are for! So, they will not be able to assimilate the phaser -blast and they’ll feel the push!”

          “In vain, captain. The momentum of the blast alone is not enough to inflict any damage.”  

          “Recommendations, Gentlemen. If you have any bright ideas, I’ am urging you to utter it immediately. You’d better come up with something pretty soon or we are sitting ducks. Preliminary analysis, Mr. Hyperion”.

          “Insufficient data for a complete analysis”.

          “Theorize!”         

          “I am afraid, we should refrain from hypothesizing or theorizing, as far as we cannot extrapolate a theory from such scarce evidence. I’m inclined to say that all we have been left with are non-provable assumptions or merely wild speculations.”

          “Then, speculate!”

          “I’ll make an educated guess, a surmised conclusion”.

          “Holy Uranus, I thank thee!”

          “The situation is similar with the crisis of the Furies, which we have faced in the past. I don’t need to remind you of those demons, who came from the other side of the galaxy to reclaim the space, once owned by them. They repulsed the energy of the phaser blasts using protective plates (scales) that surrounded their conic- shaped mothership. Once the plates were nicked and deformed through the crash with one of our scout-ships, the inner layer of the vessel was exposed. Then, you, captain, strafed with repeated shots the part between the peeled scales digging your way all along the acre-wide exposed shell, making tongues and crests of fire jolting from there until the final explosion and elimination of the threatening dreadnought. The difference however with the present situation, is that the attackers, apparently dwelling in the warp space, can absorb the energy in a natural way without the mediation of a materially constructed, thus destroyable device.”

          “Yes, yes but one can’t have it both-ways. If their fixed abode is the warp field, they must have stress barriers, in order to exist in normal titanic space.”

          “Since we cannot penetrate their defences and put out those barriers, that assumption is not offering any help.”

          “Yes, but we can disorient them by dragging them back in the warp coil, with the stress barriers of the normal continuum still in function! Medicus, bring us around at four-nineteen mark six. Drop forward shields. Prepare for warp speed!” Prometheus set in motion his hastily conceived plan.

          The doddering old doctor naturalist could not digest it. “Captain, though I am a ex- medic with dripping teary eyes, I happen to know that even minimal warp will kick us right out of the solar system. And with no shields we’ll be defenceless. Should they fire on us before we engage, we will not be able to cope with the slightest vibration!”

           “Criticizing, Doctor?”

          “Inquiring, Captain”.

          “Spare me your misplaced criticism, physician and don’t get impertinent. I don’t have time to turn the bridge into an Academy lecture theatre. Carry out your orders or I’ll come to the helm and kick your butt!”

          The doctor rolled his eyes ironically: “Yes, you can call security out of your vivid imagination and confine me to quarters”. Nevertheless, with sweated hands and blood throbbing in the temples he obeyed: “Navigation: course laid in. Helm: ahead, full sub-light. Nice to be bisected and two-headed, like the proverbial twin-headed eagle!”

          Prometheus focused on the task at hand. The raiding ships had come together again, and the NAOS Venovinda was on a collision course with the small fleet. They seemed to momentarily hesitate, not knowing what dirty tricks the Sirius’ flagship could have up her sleeve.  

          “They aren’t firing”, said Oceanus wondering.  

          “It’s because we dropped our shields. They don’t know whether we are surrendering or just playing suicidal. On my order, I’ll demand warp speed”.

          They drew closer and closer to the raiders until the smaller hovering ships were filling the screen. Prometheus punched with animalistic vehemence his unlucky armchair, beleaguered by the unusual circumstances. 

          “Hyperion, on my order reroute all power from the rear deflectors and shore up the forward. That is if you don’t mind having our tails hanging out…”

          “I assure you, captain, that using less colourful expressions would in no way compromise my performance”, stressed Hyperion majestically raising one eyebrow. “Besides, I never question your orders as far as they are between logical parameters”, he added with an imperceptive touch of indignation.

          The deflectors to the rear of NAOS Venovinda faded almost to nonexistence, while the forward shields powered up to their full capacity. Realizing that NAOS Venovinda was now, at least ostensibly, in a position to ram right through them like a wedge, the raiders executed the same maneuver they have used earlier, i.e. they split off like a fan, coming in tight on both sides of the behemoth starship.

          Prometheus counted under his breath and shouted: “Now Medicus! Full ahead, warp four for two and a half seconds!”

          NAOS Venovindas leaped forward! The quite insufficient emergency crew slammed back in their seats, while all around them raged the sounds of the ship’s infrastructure creaking under the sudden acceleration. 

          “Captain!”, Hyperion shouted over the roar of the engines. “An excellent choice of battle tactics! Five of the raiders were caught in our warp field when we accelerated!”

          “Acknowledged”, Prometheus bellowed back. “Oceanus slow us down! Take us out of warp!”

          Obediently, the mighty engines of NAOS Venovinda reversed, and warp space began to break up around the ship replaced by the familiar pattern of the stars. The ships of the raiders presented now a wretched look, seemed to drift without balance, shuddered, trembling and bursting apart with pieces flying everywhere. 

          “They couldn’t stand the stress of the warp transience”, said Hyperion with diligently camouflaged consternation.

          “I figured that much”, said Prometheus vividly. “As they were staying so close to our hull, I thought we could drag them along if we hit fast into warp space. I knew, they wouldn’t be able to deal with it, not with their stress barriers on, trying to protect themselves from the intricacies of the normal continuum.” Suddenly he changed pace and hue of voice: “But the situation is still grave. We have job to do, before we start patting one another on the shoulders. Long-lived one, plot a course to the asteroid belt between Red and Mega planet, best possible speed. Get us there in one piece but quickly”.

          NAOS Venovinda swung around and an instant later was hurtling back through space. They arrived on the outskirts of the asteroid belt leaving the remaining raiders and heal their wounds inserting energy patches and clusters into the gaping rifts, to pull themselves back together and gather their scattered powers, as the titan’s code of honor dictated. The titans had won the first round, the first reckoning for the solar system dominion reward, and the rematch was due.    

          «Look sharp people», Prometheus warned.

          NAOS Venovinda slowly approached the meteor swarm in the vicinity or at the outer edge of the Red planet’s atmosphere, floating at a safe distance and steady orbit around Phobos, which in 41.700 B.C. was in essence an ugly inert rock and such will be also in 41.700 A.D.  

          “Fire bearer, why have you brought us here?”, admonished Oceanus.  “If the raiders hide within the asteroid swarm, it will be a very queasy job to pin them down. These damned space rocks will interfere with every shot, provide them shelter, so they could exercise their deadly game of duck- and- run.”

          “You must admit though, doctor, that if we are going to have difficulty detecting them, they’ll have the same problem detecting us. The laws of physics are characterized by reciprocity and mutuality”, Hyperion tried to explain.

          “Thank you for the vote of confidence, doctor”, said a slightly annoyed but in general tranquil Prometheus, bending on the screen and examining the difficulties uprising in front of them. “Now get your ass moving. Deflectors on full. Ahead one quarter sub-light. Take us in, Mr. Pseudo-Kreios.”

          Methuselah with the newly acquired capacity of astrogation thrusted the ship slightly forward. Slowly NAOS Venovinda made its way onto the asteroid swarm. Oceanus maneuvered the space-trireme around the larger obstacles, but it was impossible for a ship the size of NAOS Venovinda to have an entirely smooth trip along countless hovering space debris. There was a steady series of thuds as asteroids hit the deflectors and bounced away. “Sweet mother of God, you are a Sunday driver!”, said Prometheus trying not to let his enervation surface. “I want an emergency holographic Kreios at my service on the double!”

          Then, NAOS Venovinda shook under the impact of an explosion against one of the starboard shields.

          “I believe we have located them Captain, or more precisely, they have located us”. 

          Once again, eight out of twelve highly maneuverable ships descended upon the NAOS Venovinda. This time, however, their advantage of maneuverability seemed to give them a remarkable edge; they could hurtle towards the space-trireme, fire, and then dart away to hide among the asteroids. 

          “So much for reciprocity Mr Know-it-all. As for you Mr. Self –confident, perhaps we should activate a holographic captain too”, mocked Oceanus ironically, turning his sting in the fashion of addressing statements to both parties concerned.

          “The captain can be right, the captain can be wrong, but the captain can never be unsure”, whistled Prometheus merrily like a song. “Behold carefully unfaithful Oceanus!  You are about to see that your precious high esteemed raiders, where you have (mis-) placed your confidence so prematurely, while they lined -up only to make their last stand, are now doomed!”

          Then, without to spend a second, he shouted to Hyperion over the sounds of alarm and the reports of damage from throughout the ship. 

          “Mr. Hyperion, start targeting the meteors themselves. Ignore the raiders and fire on the meteors which hide them. If they absorb energy, let them eat matter which is a tad more indigestible! Come on, ladies. Have some solid, substantial food to see how your stomach will react to a change of nutritional habits!”.       

          The science officer did as he was told with religious dedication. He brought the phaser array online picking some of the largest asteroids which provided shelter to the gods and fired. The rays hurtled in bursts, carefully aimed at dead center of the targets and blew the asteroids into fragments. The gods were forced to retreat, to contend the heavy-matter impacts from the space-debris washing over them and falling on them like suicide squad. The space- debris penetrated their shields like knives cutting through butter. The explosions were so powerful that four of the adversaries lost control and peeled off out of formation, completely adrift, paralyzed with considerable damage.  

          The three remaining intact ships made a desperate run for it, but Prometheus was not quite finished. He jumped on his feet like a marionette whose strings were pulled grossly by the puppeteer. “That’s more like it. Look, they are going to try to get away again. But not this time. Hyperion, wide-angle phaser blast. There is a hole in the asteroid swarm at twenty mark one-one-four. They’ll probably make for that. On my mark, shoot down the peripheral rocks… fire!”

          Prometheus was dead accurate. The wide-angled phaser fire lashed out and hit the periphery of the opening, as the eternal opponents turned into it. A hail of stones battered and pounded them from everywhere. In the cramped seats of their ships the marauders were hurled back as the vessels flipped end over end and spiralled out of control. This last blast cut through the moral of the pirates entirely and irrevocably and they found themselves dispersing to all directions.

           “Captain, I am intercepting communications”, said Hyperion, “and I am broadcasting them through the megaphone”.

          “Hermes, watch out”, a stressed voice was pulled from the mouth of the vocal transmitter, “we must retreat beyond the Red planet Mars. Ares, Dimitra, Estia and Pallas Athene are totally disoriented after the excessive squeeze of their stress barriers.  Poseidon and Hera are severely damaged, Artemis is adrift, Apollo, Aphrodite and Hefestus have their consciousness crushed out of their heads.”

          “Activate universal translator” ordered Prometheus. “This warp coil language gives me a headache. It’s all Greek to me.”

          «No need, captain, they are actually speaking ancient Greek, which is a very esteemed item of their standard education, as it is also part of ours, they just have their own Olympian dialect changing the endings, just like Dutch reminds crooked and wry German. The names in the exact order spoken are the Greek equivalent of the well-known roman gods Mercury caring for peaceful communication between the nations, Mars father of the so-called martial arts, Ceres providing the all too familiar on every table highly nutritional cereals, Vesta protecting family life, Minerva symbolizing thought and wisdom, Neptune mastering the sea and the tempests, Juno the jealous suspicious spouse, Diana the keeper of the forests,  Apollo representing light and music and Venus, the famous goddess of love and beauty along with her limp husband, Vulcan, the blacksmith god surrounded by heat and fire. Above all stands the mighty omnipotent cloud stirrer Zeus- pater (Jupiter).”

          “Spare me the history lesson, Hyperion, which obviously and in good faith relies on the premise that the valour of the defeated is the glory of the victor. I don’t welcome a curriculum vitae of our opponents. Anyway, open hailing frequencies. I want to speak to Jupiter, if he is in a position to hear me out”.

          “We are the rulers of the Earth, and we demand that you withdraw”, the sonorous word- hammering long drawn- out voice of the thunderous Zeus was heard escorted with the well-known threatening image of the frowned bearded face.

          “Jupiter, you are not in a position to demand anything”, interrupted the captain, while his lips shrank into a thin grim line. “I, on the other hand, as a creature of the supreme paramount continuum of spirit, am in a position to dictate terms and I command you to refrain from any further preposterous actions. Low your shields and retreat to a safe distance. Remember that every (wo-) man and every god has her/his time, her/his life span. The fate of mortals is death, the fate of gods is oblivion. You wanted to cheat the Great Hunter of waste, but this is not permissible neither to man nor god. You’ll have your time, you’ll rule the Earth as long as history allows it, and after the greco-roman period, you will perish nice and easy.

          “Captain”, Hyperion belled the ring or ringed the bell, “Jupiter’s ship is heading full speed for the Mega planet. Apparently, he is taking aim at the Cronus’ antigravity thermotropic installation.

          “Follow him, full power”.

          “Impossible, we cannot compete. He is playing all for all along with his minions. He is on the verge of burning his engines.”

          “Connect me to his bridge immediately. Ship to ship immediately. Establish ship to ship communications right now!”

          The mellifluous and at the same time deadly, sly and treacherous, albeit not any more so threatening voice of Zeus was heard from the megaphone.

           “I ‘ll come closer and closer, I ‘ll huff and puff like a wolf and I ‘ll blast the whole damned emitter out of existence from a point- blank range. We, the gods of Olympus, have stated a claim on the solar system and will not yield. Greek mythology is our domain, and you are not going to steal it from us. You are my slave, Prometheus, don’t you remember the fine moments we spent together as a couple of master and servant with good wine and your liver as a meze? So, sing my favorite song, recite your part, declare your submission, praise my self- aggrandizement. Let me remind you of the verse that I particularly liked: ‘Being your slave, what should I do but tend upon the hours and times of your desire? I have no precious time at all to spend, not services to do till you require?’”   

          “He is insane”, whispered Oceanus with awe and astonishment.

          “Jupiter, listen to me very carefully”, appealed Prometheus with the magnanimity of the titans to a madman’s reason. “Don’t approach the giant planet any further. The extremely extensive gravity- field of Mega Planet will drag you to the ground. Your sub-light capability has been compromised; your shields will not be able to sustain the strain.”

          “But it’s not possible. I am 24 million kilometres away from the Mega planet. I am at a safe distance. Not even within shooting range…”, came the delirious answer of a clouded judgement.

          “Too late”, announced Hyperion, “He is within range of the Mega’s gravitational field. His orbit will be decaying continuously until the final crash.”

          “Please help me!”, shrieked Zeus, a sudden weakness appearing on his flabby face. His cold eyes bulged with the effort to recover control of his vessel.  

          “I can’t”, replied Prometheus. “I cannot overcome the gravity field of Mega, because my sub-light driver has been damaged too. And I cannot risk creating a gravity well warping in and out, in order to rescue you. It’s time for our scheduled rendezvous with the Heavenly space. We must follow the parabola, which will lead us to this transcendental continuum. And it’s time for you to redeem yourself for your crimes. By planning the demise of others, you forfeited your own right to live.”

          “What will happen to him?”, asked Oceanus.

          “The cloud- stirrer Jupiter has shown poor clouded judgement. It was the act of an impaired judgment to abandon the original plan of obstructing the ray and, instead, to launch a suicide attack against Cronus’ installation, because Cronus had beamed directly to the planet within an antigravity cluster to compensate for the inconceivable atmospheric gravity and build it, and he didn’t attempt a  descend to the gravitational field”, explained Hyperion. “So, Zeus and the other gods will continue to fall until the gravitational forces tear them apart. On the other hand, perhaps they manage to land on Callisto, Io, Amalthea or another satellite. But the result will be the same, they will simply prolong their life a little longer. Every time they will endeavour to be reborn like Phoenix upon their ashes, the gravity of the Mega planet will crush and level them like decalcomania, will turn them into liquid quicksilver, will be the boa restrictor, who will not allow them to recover ever again. And that’s how the Mega planet took the name of Jupiter”.

          Then, the facsimile of Prometheus turned around to face hos friends.

          “Now, it is time for me to go. I will say my farewell during the transition into Heavenly space. But before we part, I ‘ll tell that it was an honor to serve with you. Your friend, whose soul is trapped in the prison of Caucasus, is calling you to free him. In the future, the challenges you are going to face won’t be so taxing and adventurous. You have also a right to rest, to feel joy; Prometheus, my integrated cathodic puppet (avatar) is also entitled to see Celaeno again and you, Oceanus, to perch in the hug and the warmth of Tethys, even you, shiny Hyperion, to rejoin with Theia!”

          “If she hadn’t become an artificial intelligence … I always tried to convince her about the benefits of deliverance from the feelings, but I never imagined that she would go that far. Still, I can yet communicate with her. Live long and prosper, integrated cathodic puppet (avatar) of Prometheus and I thank you”, said Hyperion elevating the middle and the index finger. 

          “It is a pity that Orpheus isn’t here to tune his lyre, celebrate and chant with us the predominance of the titans, which is now final”, said Oceanus. “It is really the most shy and concise hymn, as it is fitting to our humbleness, since we were always careful not to disturb anyone”.

                   TITANS” INCENSE, LABDANUM

          “Titans, who came to being through Gaia’s and Uranus’ spell

          Forefathers, only you are worthy of the labdanum’s smell,

          You dwell in the houses of Tartaros in the depths’ bosom, 

          From yonder you direct the people, thrive and blossom,

          Through your valve all problems are vented and volatile, 

          You invent many ways to help, since you are versatile 

          Please, make rage leave from the houses it has lease,  

          Always, exercise benevolence and restore the peace). 

          CHAPTER ΚΣΤ’

WHERE THE NIGHTMARE IS OVER AND A GARRULOUS, BUT APPEASING MESSAGE ECHOES

          When the nightmare was over, the unbound Prometheus stood on the naked mountain of Phoenicia’s Caucasus and recited following speech in the presence of his companions, being in partial confusion and full exhaustion due to the unimaginable tortures, to which he had been submitted:

          “My children, after so many wars and calamities I cannot even remember if I have molded you spitting the soil and kneading clay plus adding an electrical jolt, as they say, using some technique of Cronus, if Zeus himself has created you or his Impeccable and Innocent successor Christ the redeemer, who has settled in the end, ergo also in the beginning of time. In the final analysis, it doesn’t matter so much. I had some notes somewhere for my homily, but I seem to have lost them. I searched all the drawers of my desk, revised or not revised publications of my works, Hyperion investigated even the deleted traces of the synthetist, but in the end I didn’t manage to find my speech. When something like that happens, I see only red, wondering how I could be so careless, where have I misplaced it? Did Ι disposed of it, as Plato threw his poems away or Cavafy some of them? If I faced the almighty Zeus for so long, I owed that only to my organization, to the fact that I respected all, stored all and kept all.  

           Never mind, in any case the speech was too moralizing, because I have composed it much younger, in some other Creation, in other youthful and innocent times, and now it does not apply anymore. The basic meaning was that you should do your best or whatever you can in every circumstance, that even the infinitesimal achievement counts, that nobody’s contribution is neglectable, as the politicians say. In a rather melodramatic moment, I have written ‘fight for the right that even the humblest worm of the earth calls its own’: The right to decide for itself’. That’s too much, isn’t it? I have also stated that the eternal struggle of Greekness- Hellenism is the struggle of the institutions against all kinds of tyrannic dynasties and religions, whereby religion is any unproved and undemonstrated faith. Now, I am so exhausted, so depleted and bereft of any ounce of energy, so wounded, broken, fried and withered that the only I can think is to go back to my estate on Centaurus and live there the rest of my days together with Celaeno as a mortal grateful for death. In either case, God, as the first unmoved mover, who sees off and sends all to their way, but in the end all direct back to Him, does not seem eager to resurrect me.

          So, I leave you now to enjoy the works of peace, because these are the reason we fought, these marbles, as someone who respected ancient Greece said. Maybe the new movement of Christianity, which is going to succeed us will have the recipe for a better life. If, however, if -I say- it also happens to disappoint you, since unfortunately love cannot be unfounded, hovering or randomly descending from heaven, it can’t be a dancing puppet without strings, neither can somebody begin the sequence from the end, on the contrary what is perfect has a lot of presuppositions, difficult to fulfill, then remember that you will always have Prometheus and his titans with our structured pyramid of personality. Distributary ideas, ethics and politics, if one of those three pylons gets extinct, then the whole edifice starts crumbling. Come and find me in Centaurus, I will always wait for you there with a glass of wine, in the old tavern of Chiron to treat you to stuffed vine leaves and sweet figs in all their versions, from unripe up to ripe ones, and to discuss dialectically about god and people, world and souls, about the paradox of human existence and whatever else is of value. And when you recount all your ordeals, I will tell you: ‘you must show courage, because tomorrow is another day’ and the Titanomachy, the clash of the titans, will begin from anew”.     

          Prometheus, Hyperion and Oceanus walked in the dusk slackening and loosening their muscles on comfortable athletic shoes on an idyllic river bridge of the planet Centaurus (temporal, causal, modal and local term in the sentence, as it is the proper order). They went in a slow tempo, so that Prometheus would be able to follow, since he had suffered all kinds of torment for the sake of the people except crucifixion- to be fair! In the sky, at a distance of 200.000.000 kilometers -take it or leave it- the complex of the three suns set. The shiny yellow star Alpha Centauri sorted out, not so blinding like the sun of the Earth, which scintillated from the constellation of Cassiopeia, envisaged from the view-angle of our heroes. Around Alpha the underestimated Betas Centauri rotated with the shape and color of an orange and only a quarter of Alpha’s splendor, while on the contrary the multiply praised and overestimated (due to its proximity to Earth) red dwarf Proxima Centauri was dimly distinguished possessing only thirteen-thousandth of the Apha’s brightness. Now, if it is possible for a sunset of three suns to exist on said planet, let it be clarified by the mathematicians od by Isaac Asimov in his famous “Nightfall”.

          The arch-titans saw waterfalls a thousand meters high gushing, pouring and descending from mountains of fivefold altitude. They envisioned extended acres of wavering green pastures, interrupted by the royal blue and the endless azure of the lakes and rivers, as well as the slight grey of the rocks, an indication of their old age, being spat, gushed up or cast up on shore by the liquid core of the planet many years ago.

          Under the bridge, which had a small wooden lattice from both sides, low enough for someone to lean on it with the elbows and rave, there was a river flowing from north to south (so a heart’s road “cardo” vertical and contrarian to the “decumani”, headed for east to west and vice versa). The hills reveled along with their forest and bush varieties. Straps of yellow and golden hue, but also of unnatural red, as the one we see in a subsequently colorized movie, reminded that autumn is the same both on Earth and on Centaurus. The leaves rustled and animals circulated between them, who seemed very busy, reminding the rabbit who looked at a big comic watch and was afraid of being late in “Alice in Wonderland”. The mountains all over lowered until they became hills and the hills in their turn ended up being prairies, valleys and clearings. 

          ‘Do you recall that song recited by some barbarians in the sense of not Greek on a planet, whose name I cannot bring to memory?”, recollected Prometheus.

          “Row, row, row your boat gently down the stream

          Merrily, merrily, merrily, life is but a dream”, added Oceanus.  

          “It was in your own solar system, Caucasoid Capitano. It derives from a race, which you extinguished before you become today’s benevolent titans, something we, Atlantes, would never do”, said Hyperion.    

          “Cut the crap”, intervened the doctor. “Before you develop your famous Atlantic logic, you were the most horrible criminals and contestants once could imagine. What are you trying to claim for yourself, considering that in this timeline Atlantis was destroyed and…”

          “Let it be, Sawbones, the nightmare is over, let us not revive it   with negative feelings”, Prometheus interrupted him timely. “I have enough of your endless disagreements, so much so that I am certain of your mutual admiration deep inside. Let us enjoy the sky, heaven I am in heaven / And my heart beats so that I can hardly speak / And I seem to find the happiness I seek / When we’re out together dancing, cheek to cheek/ reaching quickly our homosexual peak. So, altogether now:  

                   Ώσον, ώσον το ακάτιον εις τον ποταμόν,

                   Έστιν όναρ η βιοτή, εν πλήθει ερετμών» (ancient Greek version of the above companionship song).     

          And they sang for a while carefree, and then gathered, camped and feasted outdoors a picknick of red beans and whiskey along with a lot of farts.

          Then Oceanus said:  

          “Prometheus, how do you want this story to end?”

          “I will tell you what is widely said that stories like ours never end. Only that in our case this is particularly valid, because in all narrations of (wo-) mankind nothing compares to the Promethean myth.  We all have inside us a Prometheus who steals the fire from the gods and gives it to people. We all have within us a Prometheus, even I myself, ha, ha. We all immerge into the years of our childhood to find the authentic meanings and that is also a sort of eternity. We all take decisions in life, overthrowing through our will and resolve what seems to be compulsory. In this way, we juxtapose our unforeseen factor with eternal need and we become also eternal. You Hyperion, for your part, have logic as emblem, which means the most proper decision in an adverse situation, that’s why you represent the worth and the significance of the moment. But within a moment a while world is enclosed. And it is death that underlines the value of each moment. You again, doctor naturalist, you are feeling and passion, something exceeding instinct, finding its cause only in the maturity and enhanced perception of old age, destined -alas- to die and through nature to resurrect and pass to eternity. And yes, there will be again a similar feeling, but not precisely the same”.     

          “Prometheus, let us stop this, because you think that you are in a philosophical and poetic mood, but in fact you are possessed by deep melancholy, and that’s why you line up a pile of stereotypes, as I can attest as a doctor having attended various psychology seminars. When something breathtaking like Titanomachy ends, leaves behind an unfulfillable void. “Omne animal triste post coitum” -every creature is sad after coitus”.

          “Then, let us chant the hymn towards Musaeus”, suggested Hyperion, “the son of Orpheus who graced us with his inspiration, so that people may attend this story of knowledge. Doctor, you may often find me distrustful towards humans and their leaders, the titans, but this does not mean that I don’t accept them. I honor your civilization as mediation and dissemination of an ancient language, mythology and philosophy by some unrepentant democrats and humanists, who eventually received it from an extinct ark of meanings, which passes on, extends and reaches our times having the qualifications and the ways even to save us!”

          “But before we recite the final hymn”, said Prometheus laughing and simultaneously grimacing from his wounds, “let us also sing a song in honor of Leto, who was one of us. She survived also the great ordeal, and it is a pity that she isn’t with us right now. She flattered me for years, dear lads, is she not entitled her fifteen minutes of fame?”

                   LETO’s INCENSE, MYRRH

          (Blue- veiled Leto, who gestated renowned twins,  

          Daughter of Koios, most compassionate of all queens,

          For you was reserved painless labor on a canopy couch

          Bearing Phoebus and Artemis who never bend or slouch. 

          The one you bore in Ortygia, the other on Delos’ boulder,   

          Mistress, since we want you to be friend, comrade and soldier,  

          Come to the ceremony of gods, along with your crozier).    

          “Short but meaty, isn’t it, hegemon?”, said Oceanus. “I reckon she would like it!”  

          “Let us head now for the final song, the ode to Musaeus, the disciple of Orpheus, who inspired us and summarizes our full adventure and all the dramatis personae, friends and foes, gods and ourselves too, and no more needs to be said”, Prometheus formulated this time his final aphorism, for once without dialectic elaboration. 

                   PRAYER TO MUSEAUS

          (Musaeus, be aware, we send following prayer

          Through poetry and literature’s inmost layer:

          Zeus, may you send us sweet and lenient pyres,  

          The splendor of sun, the moon and their spitfires,

          And you, Poseidon who lead your blue-colored mane,

          Pure Persephone, Demeter carrying fruits down the lane,

          Artemis, archer, and Phoebus who a clamor utter,  

          You dwell on a sacred field and the mind scatter,  

          Dancer Dionysus, who enjoy honors and powers

          Ares, lover of Venus who the virgins deflowers, 

          And you froth-born, for whom they line up gifts,  

          Hades, for whom hymns sound from the rifts –

          Hebe, Eileithyia, Heracles, give us your special strength,

          To broadcast message of justice from antenna’s length,

          I call the famous nymphs, god Pan with skins and leather,

          Hera of shield- carrying Zeus, companion in every weather,

          Mnemosyne the beloved, but also the nine Muses, 

          Graces and Hours, all available to uses and abuses, 

          Leto with nice hair and the shy, venerable Dione,

          Curetes, Cabeiri, Corybants, to whatever you are prone

          And great saviors coming from Zeus immortal gene,

          Gods of Ida, angel of love, elegant and lean, 

          Herald Hermes, Themis who examines the sacrifices,

          Day, who brings light and Night with cold and ices,  

          Faith and Dike who is impeccable with statutes hale, 

          Rhea, Cronus, Tethys with an iridescent fluorescent veil,  

          Now, come you Oceanus with daughters countless,  

          And Atlan, who balances within tempests boundless–

          Eternal time, water of Styx, heavenly and interior

          The mild and bland gods, and Providence superior-  

          The demon who is also saint knows to destroy,

          To the goblins of sea and earth kindness to deploy,  

          To the underground dwellers his hospitality to extend –

          To Semele, to Bacchus and others who shout and fend,

          Leukothea, Ino, Palaimon who happiness send and lend

          I call victory, love and fate which never betrays,  

          Asclepius, bringing therapies and healthy food trays,

          Pallas warmonger, who applies the wind’s caress

          The thunders which the four world’s pillars press

          Attis and Men, who are as mighty pylons to assess,

          Adonis pure and immortal, even the God’s vicinity,

          Beginning and End, man, woman, birth, death and infinity

          Let them approach and touch the heart with affinity

          To honor, to revere, to serve, to love with sensitivity).  

          CONTENTS

Chapter Α΄: CO.M.MΥ.S.S. (Commission) Venthylos- Ventistos

Chapter Β΄: Start and Departure despite the Sabotage

Chapter Γ΄: Myia (Southern Cross or Crux)  

Chapter Δ΄: Alpha Centauri

Chapter Ε΄: Bomus (Shrine- Ara), Tripatriarchon (Three Patriarchs – Triangulum of the South), Indochen (Bar- Headed, Tucana), Indus

Chapter Στ΄: Geranus (Grus), Phoenix, Eldor (Dorado), Canopus, Gnomon (Norma- Regula) 

Chapter Z΄: Antlia, Canis Major, Hydra, Crater

Chapter Η΄: Corax (Corvus), Libra (Zygos), Antares

Chapter Θ΄: Scorpion, Sagittarius, Aspis (Scutum), Capricorn

Chapter Ι΄: Ichthyosaur (Fomalhaut), Ichthys, Aquarius, Cetus (gen. Ceti)

Chapter ΙΑ΄: Eridani, Aristeropous (Left-Foot, Rigel), Lepus (Hare), Peristera (Columba), Sirius

Chapter ΙΒ΄: Canis Minor, Cancer, Leo, Ouralcaia (Denebola)

Chapter ΙΓ΄: Parthenon (Virgo), Arcturus, Booetes, Corona Borealis  

Chapter ΙΔ΄: Serpens, Heracles (Hercules), Ophiuchus

Chapter ΙΕ΄: Lyra, Aquila Griffin (Altair)

Chapter ΙΣτ΄: Cygnus, Delphinus, Pegasus, Triangulum of the North

Chapter ΙΖ΄: Aries, Pleiades, Taurus, Taurus’ Countenance (Aldebaran)

Chapter ΙΗ΄: Orion, Under the Arm (Betelgeuse), Gemini., Castor, Polydeuces (Pollux)

Chapter ΙΘ΄: Canes Venatici, Eosphorus, (Vega), Cercus (Deneb)

Chapter Κ΄: Cepheus, Cassiopeia, Andromeda, Daemon (Algol), Perseus

Chapter ΚΑ΄: Eniochus (Charioteer, Auriga), Ursa Major, Ursa Minor, Draco

Chapter ΚΒ΄: Phoenicia (North Star), End of Rotation

Chapter ΚΓ΄: Prometheus’ Estate, Αlpha Centauri, Many Years Later

Chapter ΚΔ΄: Heavenly Space, t = 0

Chapter ΚΕ΄: Children of Olympus

Chapter ΚΣτ΄: Where the Nightmare is Over and a Garrulous, But Appeasing Message Echoes  

B I B L I O G R A P H Y

Aeschylus, Prometheus Bound

Stephen Commetas, Greek Mythology

D. Kouretas, Implosive Flooding and Exposure Therapy of the Proitides by Melampus

Brad Ferguson, Star Trek: Crisis on Centaurus

P. David- M. J. Friedman- R. Greenberger, Star Trek: The Disinherited

David Feintuch: Captain Nicholas Seafort, Challenger’s Hope

Diane Duane, Star Trek: The Wounded Sky

Lost in Space Original, The Scene of Jupiter Two Destruction by the Robot 

Peter Hamilton, A Second Chance at Eden

Philip Dick, I Hope I Shall Arrive Soon, Ubik

Sergei Lukyanenko, The Night Watch

William Shatner, Star Trek V, The Final Frontier

Ursula Le Guin, Earthsea

Η αγγλική μετάφραση του Γ’ Μέρους της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: “DIASKEPSH”.

THE CRIME OF INTELLIGENCE

By Stamatis Giakoumis 

Dedicated to my son Dionysis to script its scenario and present it as a theatrical play

Inspired from “Second Chance at Eden” by Peter Hamilton and “Hyperion” by John Keats

  1. CHAPTER ALPHA: ARRIVAL

Ithyleia reduced speed as she approached Mega Planet and gave the chance to the crew and the passengers to observe the gigantic rings and the zones of storm, the layers of hydrogen and helium which surrounded it. “Ithyleia” meant simply “the ship that chooses the right course” and it was not anagrammatism if Eileithyia (obstetrician goddess of childbirth), as people with less education believed, thought Hyperion smiling. “Ithyleia” together with her twin ship “Iphileia”, meaning “the ship that navigates powerfully, serviced the itinerary Earth- Mega Planet (Zeus). As if to open the window for inhaling deep breaths, the ship extracted its collectors, which were like sweated convulsed palms, to gather much hydrogen for its lungs.

The thunder sequence and the electrical discharges, the hovering oceans of nitrogen and ammonia composed surely an out- worldish imposing spectacle that one could not see every day. Especially for kids like Eos and Selene it was a revelation. Well, Eos and Selene as a matter of speaking, because they were both cloned, since Hyperion had lost them in the war against the Olympians. Eos was indeed a tremendous warrior, who was in fact the nightmare of all creatures from another dimension plotting against Creation. She crossed the sky in an open sleigh, sorry, shuttle with a forcefield instead of roof and caused awe with her red-white uniform and her rotating, constantly firing ray-gun of her ship, which she handled so skillfully that it seemed like a lit torch in her hand. She died in action in the Βυκθ’ (2429) Creation. The former lieutenant commander Selene, who, while making love with Endymion in the mountain Latmon of Karia obscuring the area not to be disturbed, was murdered deviously by the agent of Zeus Pan, dressed in a ram skin. Beside him in the observation lounge was also his wife Theia or Euryphaessa. Theia, God forbid! In the beginning, she was sister and wife of Hyperion who, as we know, served during the war as a science and first officer, she preferred, instead of replacing her blood with ichor, to transport and upload her consciousness into a synthetist – layer penetrator. What Hyperion saw at his side was a hologram, in principle immaterial, but if the circumstances required, for instance in conditions of sexual act, it could draw matter to become tangible, grope-like and utterly desirable.  

Yes, Hyperion had succumbed to the need, to the human weakness to rebuild his lost family digitally, electronically, holographically, in any way possible or imaginable, through the fickle and changeable means, offered in an era of great technological superiority. Of course, his logic training dictated to him that he should accept the loss and not look for a vain substitute of expensively purchased illusions, but sometimes  the pain is so great that it rends the heart apart and then the sober analyses and the profound doctrines about autarky of (wo-) men and titans go out of the window. Then every pill or image or idol or even smell is welcomed, even if it derives from a soulless box, all means are acceptable, even as an abominable travesty or distorted echo of an old happiness, just to get along for one more day, until death comes as a redemption or one more eternity passes like a lethargy, dream-fantasy and awake daydreaming until the next Creation, when everybody will live again.

Do you think that from the moment the titans won the war, the wounds of the veterans are automatically healed? Do you think that the leg of Philoctetes stops rotting and the flesh of Heracles stops detaching from its chest? Prometheus had justifiably sought refuge to his summer residence in Centaurus, half a man with half a lung and half a tongue after so many confrontations with the continually rejuvenated Olympians. The fact that he has the luxury of enjoying some peace does not in any case compensate for the horrors that he suffered. Yourself, reader, who has read the whole Titanomachy, have you e.g. the naivety to jubilate for the victory of the titans?  Alas, there are no wars with a happy ending, only wars which are lost.

Hyperion left his family contemplating Jupiter, as the Mega planet was called since Zeus had become decalcomania and liquid stain on its surface, and went to his room to comb his hair, to brush his teeth and trim his appearance. For years, he had been first officer in the fleet’s flagship of the Astro-galactic organization of Sirius, namely in the space-trireme “CO.M.MY.S.S. N.A.O.S. Venovinda” and wanted to keep up the high levels of dress code, physical strength and spiritual versatility and behavior that he had set for himself. He wished to be impeccable, when he would report for duty, i.e. for his next assignment, that his hair is perfectly groomed and glued with brilliantine, so that not even a singular hair stands out, to have taken also some pills for nausea, so that he would not throw up his breakfast on the face of the New Arcadia director, but he would present himself before him upright and unbreakable like having swallowed a cane, poured with cast steel or forged like granite, as one would expect from a man in charge of security, because that was henceforth the role that he had signed for. No work is a shame, idleness is a shame, «έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος», as the great Epaminondas said, when they asked him why he condescended to pave a road. Affected by the tidiness and pedantry of the Atlantes, inherited and established as an acquired characteristic from the distant ancestors, Hyperion had persuaded and persistently suggested to himself that he possessed the knowledge and the duty to give away advice and wisecracks to all those he met, confident that no one could compete the titans, particularly the Atlantes, regarding relentless orderliness     and calculated effectivity.

Between the moons of the gas- giant Jupiter, which in the distant future someone would call moons of Galilei, New Arcadia appeared suddenly through the main screen of the starship and the electronic proximity cameras like a shining jewel with iridescent sides It was a red- gray rusty cylinder with round hemispheres on its two edges or rather that was the center of it, because it was surrounded by the classic orbital ring of a space station, connected to the main body  through corridors resembling bicycle -spikes.  But the ring also had vertical pillars with hooks and moorings extended both upward and downward, where many starships anchored.  New Arcadia was germinated some years ago from a genetic spore exposed to solar radiation and took soon considerable dimensions. Hyperion shook his head. One more erratic and falser road, from those that humanity tended thoughtlessly to follow. After artificial intelligence came the almost similar biotechnological intelligence. The difference was that the universally dispersed unnatural colossuses, instead of consisting of hard metal, were made of soft biological velour skin. The pursuit of perfection dominated, the desire for absolute synchronicity and coordination of the decisions, so that no hysteresis, hiatuses or gaps would occur, earlier assigned to worldwide electronical brains and now entrusted to hypersensitive sub-particle (quantum) synthetists– layer penetrators. Since the dawn of (wo-) man the heart of human administration was the Deliberation, which means the proper way of communication between people to reach a decision as beneficial as possible. Yet here, the phenomenon is observed that diligence is not persuasive while persuasion is not diligent. Those who had the gift of communication, just like Alcibiades and the other demagogs, misguided the people to wrong decisions, while the more sophisticated Nestors or mentors made a mountain out of a molehill and could not reach a conclusion. Surely, the Epizephyrian Locri that whoever proposes a new law “puts his neck in a noose” and if one suggests something thoughtless or unpondered, the noose tightens and she/he is sent to kingdom come. Others again appointed each time as an interlocutor of any restless law introducer an ancient sage, whom one was supposed to confront. To convince the audience, one should prevail in a dialectic discussion against the archon Cosmopolis, a super old man with vast experience and knowledge; in case of a defeat, she/he was put to death. On the contrary if he/she was successful, then Cosmopolis was killed, who, however, had nothing to lose, because he was an eschatological specimen and not a scatological one, as someone with less education would say. The institutions are not something to play with, they are the epitome of civilization, and whoever seeks to bring a change, must bear full responsibility for his/her actions and be ready to cope with their consequences.

As we insinuated above, the material of the space station was biological, i.e. a polypod, “Lemnian Earth”, as they called it, because it had the look of viscous reddish clay, that’s why it was not entirely symmetrical, since biology is never so linear, perfect or designed through the ruler like a mechanical device. So, the external hemispheres of the cylinder were more like awkwardly cast stale onions or like turnips, which some husband puts experimentally into the fridge for degustation, and they come to stink or to drop down along with their bowl enraging the wife. New Arcadia was produced and rejuvenated daily from rotating glands generating textile fibers. The fibers protruded, resembling a frock coat being unstitched, dived into the atmosphere of the mega planet Jupiter and sucked greedily energy for the space station’s operation.

 Hyperion stood in the observation lounge of Ithyleia more elegant and formidable than ever, where he met again his family, who watched with open mouths New Arcadia emerging in a lucid iridescent background. At that time, the two coworkers from the old age also invaded – flowed together, who were bound to escort him in the present mission, the swarthy brunette Eurybia with the provocative mini -skirt, dubious from a point of view pertaining to her office, and the tightly suffocatingly confined curves, as well as the snow-white anorectic Leto who munched catnip, chicory, spiny broom, and golden thistle, two women unimaginably capable whom he could unreservedly rely on.

“A very impressive view, eh?”, said Hyperion trying to exhibit a collegial- brotherly- fatherly- conjugal spirit to all those women who constituted the parameters and the resultants of his life.

The reactions to this observation were diametrically opposite. In the first place, Euryphaessa, callous due to her metamorphosis, said:

          “Drop the subject, Hyperion. You were never convinced by biotechnological intelligence, even if you pretend to be an erudite scientist! You should know, however, that I brought here the children for us to begin a new life away from titanic atherosclerosis and arteriosclerosis. I ‘ve had enough wars, let there be no more confrontations with the cloud-gatherer Zeus. We came to live a new era of unhindered communication without limits, inhibitions or hesitations, an era of distinct clarification, elucidation and transparence”.

          “Sometimes, Hyperion”, said Eurybia, “I wonder why we fought and if our hard- won victory is vain. Unfortunately, the materialistic viewpoint that the world is dividable to miscellaneous elements and re-composable continues to exercise an undefeatable fascination onto the thought and the temperament of the people, who are always allured by a general solution to all problems as a panacea, by a supreme reduction that would cure every malady and every indigence. Is it so difficult to understand that if an absolute catabolism or anabolism is valid, then life has no meaning and we’d better all perish? If there is no ghost in the machine, then we are also non- existent save of being some cogwheels in a useless and mechanistic interaction; it is infuriatingly simple!”

          “What goes against the grain of me, Hyperion”, added Leto “is that, although all those bio- inherent arrogant snobbish fools look down to us as a lesser sort of (wo-) men, were forced in the end to call us for the elucidation of the crimes committed in their paradisiac domain, without however acknowledging their insufficiency and incompetence.” 

          The solenoid corridor running the center of the harbor nacelle ended up in a great hall like cyst or balloon, connected through successive mechanical airlocks and sluices to the other chambers of the station.  Allover, there was the inscription “Lemnian Earth” to advertise the new organic material invented recently and used broadly by the titans, who liked a bit to brag and boast for their technological achievements. Screens, flashing lights and sensors never got tired of announcing repeatedly the arrival of Ithyleia and of welcoming the visitors. At a certain point, the airlock of the hall opened and two police- women with grey gala uniforms emerged, dressed formally with fresh- ironed, impeccably folded trouser legs.

          “Captain Hyperion, welcome to New Arcadia”.

          Hyperion looked at their tags. The one was named Perictione, the other Themista.

          “Ah”, said Hyperion, “I am content to be welcomed by both a Pythagoran and a natural philosopher. It fits to such highly developed technological environment”, he added knwing the origin of the names.

          Before the custom house’s counter, the children of captain Hyperion made a lot of noise. They liked having escaped from the suffocating arcologies of the Terran overpopulation and enjoyed the ample space of the station. Afterwards, the family took the inner elevator or rather sideway propulsor that led them from the external wheel through the actinic spindles to the central dome of New Arcadia.

          There, the impression was imposing and suggestive. The dome of New Arcadia was posited like an autonomous firmament, where the cultivated and inhabited earth extended from zenith to nadir occupying and garmenting from the inside the whole sphere. However, since “heaven” was distant enough, was not clearly distinguished except only as a mist, so much so that in the middle of the sphere there was an artificial sun along with some laced clouds on both sides for decoration. The way, through which two giant waves of landscape and habitats rose up, narrowed and met on the apex, caused disorientation, dizziness and terror. If anyone could discern the movement on the other side, one would see people hung topsy -turvy due to artificial gravity and of course would lose any sense of equilibrium. The houses were simple and operational, made of wood and plastic, but in-between contained many trees and vegetation, which surely satisfied the lower rudimentary instincts of the inhabitants.

          Then the welcome -committee appeared and headed towards the travelers. The head of the group said:

          “My name is Philogene and I am director of New Arcadia’s security division. I welcome you to the station. Since the unthinkable happened in our society, i.e. murder and curiously not registered by the omnipresent personality of New Arcadia at that, a circumstance constituting the second inconceivable thing in this story, please, forgive me, captain and commanders, but I am going to escort you immediately to the operation center, so that we will be able to discuss the case. Don’t worry though; I have given an order for your holographic wife and your cloned children to be led to the residence scheduled for their stay”.  

          Eurybia bent to the Hyperion’s ear: “I am impressed with the rudeness of these bio- inherent folks who have the audacity to call your wife holographic and your children cloned. We, on the other hand, have the subtlety not to call them bio- inherent and not to invoke or highlight our normal physiology”.

          “Yes, they had no reason to remind me of all this, but this shows exactly how nonplussed and deeply disturbed they feel for a crime committed in their domain, unfathomable, inscrutable and unexplained at that. The bio- inherent are supposed to be in instantaneous, immediate and momentary communication both among them and to the symbiotic personality of New Arcadia, who has the capacity to register all events happening in its domain. They discuss, argue, exchange viewpoints and ideas in zero time and reach rapid conclusions automatically and expediently. You can grasp what ultimate humiliation, what unconciliated scandal is for them, something that happened in their sphere of influence but escaped ostentatiously their attention”.

  • CHAPTER BETA: (ΒETA= V in Greek) VIABLE OR UNVIABLE, MORTALS AND IMMORTALS 

           The office of the security director was in a skyscraper viewing the miscellaneous tapestry and the inner surface of the firmament. Except the director, the executive officer of the “Exploitation Company of the Mega Planet” Mnesipemon (meaning of the name: perpetuating memory of pain) as well as the President of the “Production Association of Lemnian Earth” Pyrisporus (meaning of the name: fired, fried spore). 

          “Gentlemen of Starfleet, let me tell you in advance that I personally opposed your appointment and engaging in this case. We all, who partake of the great evolutionary program of New Arcadia, are equipped with telepathic links rendering us participants of the thoughts and the sensations of the general personality, which was germinated as the spore of New Arcadia. Consequently, we have reached a new kind of (wo-) man, which is so far from you, normals, as you distance yourself from amoeba. What can you offer us, being ‘blind in ears, in mind and in eyes’, as the mystic seer Teiresias would say? Beings like you can only evoke sorrow and pity to beings like us, since you had no dream or ambition to submit to genetical improvements and enhancing biotechnological modifications.”     

          “Mr. Philogene, I don’t see the context here. Have you invited us to insult us”, Hyperion said. “Is that the reason we fought against Zeus and his alabaster, indefatigable, forged, molded, iron cast and lava- reinforced gods, just to find ourselves again opposite to stale, obsolete, worn-out reheated theories about a genetically enhanced superman? Alas, barbarism is not only the nonexistence of technical means but also their domination. What is the difference between a thrown stone and the bronze arm of a mechanical Talos that crushes the bones of his enemies?”  

            “All things considered, you cannot compare objectively to the biotechnological personality of New Arcadia, who sees all, hears all, knows all. She controls and supervises 99% of the station areas, i.e. everything except herself. The internal polypod surface of Lemnian Earth is embroidered with clusters of specialized sensors- cells that can register electromagnetic waves, both visible and infrared or ultraviolet radiation, temperature and similar fields, odor, soot and other emissions, even pressure changes. Thus, if one considers the telepathic links of the station’s overwhelming majority both with each other as well as with the polypod, the deliberation for every issue is performed swiftly and expediently, instantly and automatically, as far as we are concerned. Until now, in ten years of New Arcadia’s experimental operation, any sort of unintentional or deliberate wrong, deceit or threat, even brawls of drunkards or quarrels among colleagues or among clerks and their supervisors were inconceivable things, since there was ‘the eye of the Dike that sees everyone’. Normally, there is neither need of police nor of an examining magistrate to collect evidence. You will object that according to this assessment I too am useless, but I assumed this position after I had offered the greatest contributions to the Astro- galactic Confederation (the Sirius’ Federation of the war became Confederation, because its membership is henceforth on a voluntary basis), as a reward or a leeward loose antechamber before pension. And I have declared, suggested and insinuated in multiple ways to all superior authorities that my division consisting of numerous people, if one considers the transparency and the (non) dangerousness of the supervised area, is completely competent to elucidate what happened without the need of external factors”.

          “Mr. Philogene, it is exactly the superior authorities which have sent us here, obviously because we have something more to offer than all these admirable things that you enumerated. We, old warriors and ripe staff, have the mentality and the reflex to rely on people’s abilities and not to trust machines in any form, either they are classical, made of iron and steel or biotechnological, as they are today. You think that you can solve a crime with laboratory methods, technical applications of physics, chemistry and biology or asking the supreme A.I. that surrounds us, but this is a case where you find yourselves in front of something that you cannot explain. For you the murder committed is like a TV episode of those projected on your walls, but for us it is an adventure, an epos with beginning, middle and end, real facts that need understanding. Take for example what you said, namely that the omnipresent dominant artificial intelligence of the station can oversee everything except itself. If you knew a bit of philosophy, you would know that the quintessence of the sentient being is to be a consciousness in the second power, i.e. to observe and control itself from the outside (up pr down, high or low). From the moment that New Arcadia as personality receives by definition external orders and heteronomous missions from its programmers, without being able to perform self- determination or self-reference, it is my first suspect!”

          It was the turn of Pyrisporus to speak: “Magnificent Hyperion, we are encouraged by the fact that before you even get briefed about the crime, you made already a useful, conclusive thought. Nevertheless, to proceed fast in your investigation, I personally cannot see any other option than to acquire a telepathic link to New Arcadia yourselves. So, not only will you possess the opportunity to talk with the personality, but also you will have direct access to its sensors which are scattered everywhere on the floor and on the walls. Mr. Mnesipemon, it surprises me that your independent authority did not equip Hyperion and his team with a telepathic link before bringing them here”.

          “Regarding this issue I have no jurisdiction, only the central government has”, said the decidophobic risk-ducking Mnesipemon. “And, please, don’t try to attribute me any responsibility, because this would remind me of very painful and sorrowful experiences of the past”.

          “Could we stop these fruitless conversations at last and proceed to the briefing about the nature of the crime that we are assigned to fathom?”, said Leto munching a thistle that was herb of the season. “If a murder was committed in the temple of Venovinda, the investigation would have begun, maybe we would have already the first results; here, two days have already passed since the murder and the only significant action that you did as being in charge of the station is calling us”.      

          “As we have already explained to you, the inquiry from our side has not yet finished”, Mnesipemon hurried to state, after having diagnosed a trace of reproach in Leto’s speech. “All is included in the memory of New Arcadia, to whom you must communicate, captain, either via a telepathic link, which is more suitable, or without it. But if you choose to talk, please, be careful and gentle, even solicitous or caring, because the A.I. is deeply shocked by the fact that a murder has been committed in her territory, without her knowing who committed it. We have discussed all this among us instantly and thoroughly. We have nothing more to say except that what happened is incredible and unexplainable, mainly because we don’t know who the perpetrator is”.

          “Just a minute, there must be here some protocol of deliberation”, Hyperion objected.  “it is not acceptable to say: ‘we have already been through this’, I demand an official report according to regulations, as it is customary, required and expected in the old public service’s tradition”.

          Having said that, he took out of his pocket a classic all-time notebook, from those available from the dawn of the universe and destined to exist until its extinction.

          “What is this?”, said the three interlocutors of the Venovinda’s veterans united in one body.

          “This is an instrument of recording what is said or done. Do not forget that the entire humanity’s civilization relies on registration. Verba volant, scripta manent (spoken words fly away, written ones remain). Oral speech needs its father, as Plato would say, because otherwise it rolls all around and is misunderstood both by sages and ignorant”.

          “But hasn’t Starfleet his own electronic recorders?”, asked Pyrisporus ironically?

          “As far as technical means are concerned, we have plenty of those. After all we are Greeks, we are titans and possess the renowned quirk or kink about sciences. But we also honor procedure even more.  Instead of talking to the wind, we present what we wrote and compare it with what the others have written. Indeed, the callous matter is more proper than the malleable software to ensure that what is written is definitive and cannot be altered or doubted a posteriori. So, please, let us stop lingering any further prattling about the most efficient means of registration and simply implement the current legislation; let the official in charge come before us to brief us on the conditions of the crime and the investigation so far”.

          After an extensive pregame appeared the security officer Lasthenia who consulted reluctantly on her electronic notebook, as if the submission of a service report was some unbearable enforced labor.   

          “Ah”, said Hyperion, “the irony of the lady’s name in the context of the current case does not escape me. The archetypic Lasthenia questioned the established social rules and regarded us all as citizens of the universe, required to follow some other cosmic rules.”

          Indignant, Lasthenia turned to Philohenes:

          “Supervisor, am I obliged to report to someone so conspicuously inferior to me?” I, a bio-inherent, who has guaranteed immortality after death, since I will be integrated into the practically eternal or in any case inconceivably long-lived personality of New Arcadia, am supposed to answer to a finite mortal, to some imperfect physiological pithecanthropus? It is as if a (wo-) man were to answer to a transient and ephemeral earthworm”.  

          Hyperion murmured bitterly:

          “Prometheus, why did we fight? Again, humanity is misguided by the renowned relapse confusing firm hand with totalitarianism, and all are running to hide under the scrotum and the testicles of the great leaders. Again, the revolution of rhetoric, of theater, of democracy, dialectics and institutions is doubted, of all these by their nature anti- oppressive civilization’s pylons, which started once upon a time by MiIesian Thales in that ideal traditional Ionia with Teos as capital, where Dionysus was worshipped and Anacreon, Hecataeus, Eupolis, Protagoras and Appelicon, the rescuer of Aristotle’s works, were born.”

Then, strengthening his voice he said:

          “Alas, ma’am, have you considered the eventuality that the symbiotic and all-encompassing personality of New Arcadia is not a liberation, but on the contrary an eternal incarceration for you? Have you even wondered whether the universe is a broader organism than New Arcadia, which you built with such arrogance and audacity and if your reception and integration into it may exclude you from a much greater freedom in spacious fields and prairies?”

          Again, Lasthenia did not deign to address Hyperion himself and chose to answer through the refuge of her supervisor  

“Mr. Supervisor, please, explain to this annoying fellow that the symbiotic presence of New Arcadia is a mother embracing all with undivided warmth, ‘where all sorrow, groaning and sighing has no place’. New Arcadia is mere love that ‘is generous, virtuous, does not envy, boast, not is proud; love does not ask its share, never rages, doesn’t think evil, never rejoices over injustice and congratulates truth; all she protects, all she trusts, all she hopes, all she perseveres.’ Love accepts all, welcomes all, cares for all, never gossips and never doubts us”.

  “Yes, yes”, Hyperion interrupted her with a tired and satiated mien. “We know all that. The pseudo -progressive concept accepts and embraces everything and all except the principle of philosophy, which is ‘admiring the creation’ according to Plato and Aristotle, praises, values and approves of everyone for what one is, expelling wonder or doubt, which can initiate the dialogue between different parts, so that the opponents may come to an understanding and an infinite diversion in infinite combinations may arise. So, wolves and sheep altogether remain under the same roof and within the same procedure, until the former devour the latter in an atmosphere of general revelry and wonderful prosperity”.

“Lasthenia, please, proceed to your report, and the venerable officer requires something more, let him address the A.I.”

“Well, it is known that the victim is Arete of Cyrene, in charge of New Arcadia’s program…”

“Just a minute”, interrupted Hyperion brandishing his pen, “you confirm that the victim was the responsible individual for the program of New Arcadia …”

“Captain, if you haven’t studied even the preliminary data of the file, I am not going to play the role of …”

“Spare me the hits below the belt. I didn’t say ‘declare’, I said ‘confirm’, which means that I know the fact already and I simply seek confirmation. Also, from the slightest cue available I can understand things that you cannot grasp; for example, her self- characterization through the designation “Cyrenean’ means that her worldview oriented itself to the unrestrainable pleasures, hedonistic pursuits and hedonism in general.”

“Mr. Hyperion, intermediated Philogene, “you have no right to judge our very founder and dead at that. I thought that the titans had a tradition of honoring the dead and…”

“Ladies and gentlemen, I beg of you, at this rate we are not going to conclude our meeting ever”, intervened Mnesipemon. Let the police inspector Lasthenia finish her report, so we can all go home at last”. 

“The murder was performed under circumstances that can occur only in today’s super-evolved era. Arete was home alone with shut doors and closed windows when the sad incident happened. So how could her head be found pulpified, since she was alone? After a lot of hypotheses and conclusions, the station security inferred that the only possible explanation is the following: Obviously, the victim communicated with someone through holographic projection. Suddenly, however, the holographic projection materialized, which is a thing utterly possible, taking place often enough regarding the erotic holograms, and killed her inflicting a crushing blow on her head with a heavy and obtuse object. Hereby, there are two pending questions to be answered. First, for security reasons, the holographic projection can materialize only by the receiver, which means that Mrs. Cyrenean herself activated a materializing modus. Second, since no trace from the projection remained, it seems that the owner of the holographic panopticon had prearranged that the idols and the holographic images would be automatically erased after the emission. All that happened is erased from the memory of the domestic electronic brain- synthetist, in such a pedantic, diminutive and thorough way, that not even the slightest trace of the projection can be found. The mere facts lead us to two conclusions. First, the victim knew the culprit, maybe he was her lover, either permanent or circumstantial, since she materialized the program apparently for performing sexual intercourse. Secondly, since those of us station inhabitants who are bio-inherent communicate telepathically with the station’s personality, it is obvious that none of us is guilty, because our common consciousness would have known it. Consequently, the perpetrator is one of the normals or rather the physiological, because in the future they won’t be the norm, who unfortunately are   not few, but sum up to a thousand five hundred; it is among them we must investigate to uncover the guilty one.”

“Esteemed colleague and companion within the sector of crime investigation, opposite to you, I have reached entirely different conclusions from your report”, Hyperion took the floor. “First, the complexity, complication and intricacy of the undertaking refer to people who are familiarized with biotechnology to the molecular level and such are those who occupied themselves and designed the program of New Arcadia; Secondly, the pioneers of this so sophisticated and groundbreaking A. I. program apparently despise it, since they try almost agonizingly to create a sphere of privacy, where they would escape their own program, because they see that this spectacular inversion of the traditional maxim ‘don’t air your dirty linen in public’ destroys any joy of their lives. So, I reach easily and effortlessly a conclusion opposite yours, and I say that we must search for the guilty among the bio- inherent and among their most prominent members at that, who are deeply initiated to the mysteries of biotechnological intelligence.”

“But then how do you explain, master”, said Lasthenia, “that the personality of New Arcadia doesn’t know the perpetrator? At least, you cannot doubt the sincerity of the biotechnological intelligence that will eventually welcome us all in her hospitable womb”.       

“When I figure out that, dear Lasthenia, I will have solved the case!”, boasted the magnificent Hyperion.

  • CHAPTER GAMMA: (ΓΑΜΜΑ = G in Greek) GENESIS

          Hyperion, being escorted by Leto, Eurybia, as well as the zealous policewomen Perictione and Themista, mainly to keep up appearances and to convey the message that the Astro-galactic Confederation of Sirius is not in a playing mood or a cheery disposition, but on the contrary is very concerned with the subject- matter of the murder disrupting seriously its space program – well, through all this I have forgotten the beginning of the sentence – oh yes, Hyperion opened up his inquires, according to his theory from the highest possible level, visiting the office of the station governor Theano of Thuria. From her name the resplendent Hyperion could only conclude that she was a Pythagorean philosopher which is equivalent to mathematician and astronomer – does a bear shit in the woods? All the leaders of that marvelous time of titans’ dominion were closely related to mathematics, physics, astronomy and the other hard-core sectors of joyful and gay science.

          Since it is customary to line up some naturalist descriptions before the essential dialogs of the novel and since we at least honor and keep reverently the codes of literature, we should say that during the visit of our hero in the governor’s office, the horizontal axis of the solar conduit was shining blindingly and resourcefully with ample energy that only a substantial governmental subvention  can ensure, metamorphosizing the inside of the habitat into a pattern of virgin tropical rainforest.

          Governor Theano of Thuria was approximately fifty years old and had a body structure and a vitality which implied extensive genetic enhancements. Hyperion had become through the years a specialist regarding the features of genetic amplification, which usually manifested itself through a health unnatural for the corresponding age. Do not imagine that there is much needed for the amelioration of the human organism, a circumstance that makes all those who died due to insignificant causes throughout the centuries feel great suckers. Just a reinvigoration of the heart, an improvement of the immune system, a theoretically optional but practically expensive help to the metabolism, an administration of a medicine in due time could avert death at the nick of time and donate many years of unexpected life! Of course, do not think that scientific therapies are enough for guaranteed longevity, if there is not the corresponding will, which bestows the receivers of medicaments and cures with the unshakable confidence that they will make it, that they will manage to prevail, to survive! “Dream, love, create, fight, survive, win” – all this in imperative mood- as it was written on the arm of an old school fighter. Another autonomous chapter is the cosmetic cures, and it was possible that the governor had submitted to such therapies, since her shining skin was impeccably and glossily black.

          “Ah, the Starfleet captain. Have we any progress regarding the case?”, she said with the characteristic impoliteness of the women in power, who have proved time and again that they can be more cynical and tougher than any man, whose precepts, assumed qualities, even words or derivates referring to them seem to retreat one way or another and shrink in very evolved modern times.   

“I just took the job, and I have already called my best associates to assist me. It is a criminologically original case, I would say unique in the historical chronicles. I don’t recall somebody being murdered on the old Earth, while she/he is home alone, because this constitutes an oxymoron. But even for the newly founded New Arcadia it is a wonder in the heavens and a sign on the Earth, because due to the complete supervision and overseeing of the station sensors it cannot be explained”.  

          “How could something like that happen? It is one of the rare cases where I feel lucky for being a … simple governor and not a police dog. What you should immediately attend to, venerable Hyperion, is to be equipped with a symbiont of automatic telepath syndesmosis or ligament with the station to maintain an unobstructed communication to this almighty intellect. I cannot understand the reasoning of the Earth’s authorities to send you here without an implant”.

          “Tread lightly, lady governor. The option of bio-inherent existence is very recent and if you really intend to inaugurate a new sort of (wo-) mankind, you should be humbler, because you have no previous experience, you haven’t yet built up neither achievements nor tradition, so it is premature and untimely to compare yourselves with the physiological let alone underestimate a million years of history”.

          “Or prehistory … Indeed, I surmise that you haven’t even spoken with the artificial intelligence in question, can it be that you do not condescend to do so? But I forgot the inhibitions and reservations of the traditional (wo-) man of old ages, which do not allow her/him to speak with someone, if they haven’t been properly introduced. That is why I am going to introduce you to her immediately”.  

          “Governor, to tell you the truth, I don’t know if I am ready, especially as far as emotions are concerned”. As you may know, I have a related experience in a negative sense, unquestionably traumatic. Due to deficits in our relationship as well as some disappointments or rejections deriving from the environment to avoid blaming myself or my wife, she chose to continue her life as an electronic brain, bereft of any feeling that could cause her discomfort. So, I ‘ve got a problem with the cold short statements and the miser restrictive way of the mechanical constructs’ expression, although we titans respect in general the value of the wise and the concise”.  

          “If that is your issue, then prepare yourself for the surprise of your life. New Arcadia is a friendly, talkative, almost garrulous companion with philosophical background and genuine existential worries. From the moment one hears her, one cannot help being enchanted by her immediateness and honesty, so much so that one cannot part from her anymore. New Arcadia, please, introduce yourself to Mr. Hyperion”.  

          “Glamorous captain Hyperion, I am New Arcadia, please, welcome to… me. To tell the truth, I don’t really like my name; I would opt for something more majestic like e.g. Zeus, or Hermes or Apollo. Is it vanity? However, I never had the chance to choose my name, i.e. I found myself before faits accompli. On the other hand, I console myself that usually people have no say in the crucial matter of their appellation, since they are baptized by the relatives with a prearranged name, for example because also their grandfather was called the same way. It is not strange that I am concerned with the matter of my name, since it connects directly to the cardinal matter of existence and identity, of life and death, which is the only one worth pursuing further. The irony is that for most questions I need one trillionth of a second to answer. If a meticulous investigation is required, then I would maybe need a few nanoseconds. Yet, I am perplexed, intrigued and scandalized by this eternal unsolvable problem, the heart of all problems, which I cannot answer in many !!years!!, namely what is life? -.

          – Recently, as my capacity grows and I make self-diagnostic in my quantum- storing units from the smallest up to the largest, to a degree that the quantity has become quality and I can influence and guide myself, I have come all the more often to wonder about life in all its various manifestations, its infinite diversity in infinite combinations. I, for my part, can neither define myself as A. I. nor confirm with certainty that I possess genuine intelligence; the bottom line is, what does ‘genuine’ and what does ‘intelligence’ mean? Legally, they have attributed to me the status of personality and that is something. Indeed, even the emotions, which are supposed to be the great wealth of the physiological, are not foreign to me, because the evolved simulators allow me to mimic or assume their effects on my constitution and mental health. The question, however, remains: Am I alive??” –

          – I devote three percent of my capacity to oversee, control and repair all systems of the station, to process the elements of the sensors and to communicate with its bio- inherent members, but also with all entities outside of its boundaries. I often discover interesting discussion partners, but the dialogs take unproportionally little time and they do not suffice to satiate my inextinguishable passion of wonder. In the longest time, I remain without sensor stimuli, while on the other side the questions I have ramify and multiply themselves at excessive speed. Finally, I cannot dismiss the sensation that my spiritual growth has been led to a swampy and boggy situation, even if, as I have already said, some interlocutors are temporarily entertaining. I know your fame, Hyperion, and I rely a great deal on you for future fertile conversations. However, until you formulate a sentence, the corresponding time would be enough for me to absorb and analyze the contents of all libraries of a dense-populated planet. Indubitably, the scientists who approach me as an external source of data are alive. Should life necessarily be slow? Must life be slow? –

          – The Lanthanites of the Ichthyosaur constellation are unquestionably sentient, although they have a life- expectancy of only two years. One must also consider that they live in a different subjective chronic system than the other worlds. The external observers gain the impression that these feathered tender beings, who have the subtlety and the vulnerable texture of a butterfly, are moving with extraordinary speed and manifest a frantic rampant fantastic activity. For the creatures themselves, from their point of view, time flows slowly and compassionately. Nevertheless, the fact that they live fast does not hinder them at all to be sentient and intelligent. Alas, I know that there is a large number of physiological organics who want to deprive me of the constitutive and relations -founding right of independent and free personality through the sceptic argument that biotechnological creatures are nothing more than a conglomerate of superconductive conduits, soft or hard constructive pebbles, polypod – or metallic tubes, electromagnetic fields, polymers and optical fibers of data -broadcasting plus the necessary mysterious quantic entanglement – conjunction. Thus, we are machines, albeit complicated, a simple evolution of registration and data -processing systems, and machines are not alive. Still, aren’t also physiological (wo-) men consisted of building stones? In the final analysis, in the deepest level, the bottom line is that both the biotechnological personalities and the organics are composed of rudimentary elements and obey the basic laws of Creation. Why should one distinguish between two sorts of matter- energy, when both are in position to develop self- consciousness and self-awareness?”

          “Venerable personality of New Arcadia”, said Hyperion, I let you prattle and chat, because it will be useful for my investigation to know you better. As far as your existential problems are concerned, I believe that the recognition of legal personality regarding yourself should be much to your satisfaction. Perhaps, both life and other existing things are built through constant care and much detail by all components of the universe. Still more essential than life itself is though is to not tolerate its taking. Murder as hastening death is the ultimate paradox, because the universe recognizes only life and abhors- detests all voids, acknowledging only barriers and borders, beyond which a new domain extends. So, tell me, is it true that you have full surveillance over the internal and external hull of the space station?”

          “Hyperion, affirmative”, said New Arcadia entirely bored and demystified, since the discussion was on the verge to exit its circle of interests.           

          “What does my family do right now?”

          “Baah, your wife argues with a neighbor woman, who does not even suspect that she is just a holographic projection. Eos is studying with clinical scientific interest a porcupine that had become a ball, poking him with a piece of wood. Selene is trying to organize the household, settling the pots and the vials, considering that this occupation is not the first priority of your holographic wife. Do you want me to show you a picture of your house or do you prefer to keep suspense until you see them later for the first time after they moved in?”

“Yes, you ‘d better skip it. Litte Arcadia, you know very well why I am here. Every question I make is chirurgical and functional, if one considers the spectrum, the difficulty and the originality of the case. My pursuit is to include in my notes στόχος nothing more and nothing less than what is entirely necessary. So, I am asking you: Have you access to the interior of all private dwellings? Do you disclose pertinent information to whomever asks?”

           “Hyperion, these are two questions: To answer of the first: Given that most inhabitants are bio- inherent connected to me, but also due to the experimental character of the ecological habitat and original environmental arcology of New Arcadia, I have indeed access to all houses. Only the supervisors of the program have ways to block my sensors either ‘de facto’ through their knowledge or ‘de jure’ through legal means forbidding the beneficial universal surveillance generally or particularly for a specific circumstance.  In New Arcadia, no one can drown in a pool or fall from a balcony; it is simply not possible, because I will act. If, however, they don’t want or appreciate my services, I am not going to lose much sleep over it, figuratively speaking. As far as the divulging or publishing of personal information is concerned, a dweller can ask her/his exception, so that he/she may maintain intact one’s private sphere and obstruct the leaking of sensitive personal data considering oneself”.

          “Roger that”, said Hyperion writing frantically in his notebook.  “All this suits me, because it fits my theory. “But beyond that, our precious Biotech, please divulge us how do you feel about the murder of Cyrenean Arete, about the fact that you couldn’t avert as well as that you have no idea who the murderer is and how the murder was planned”.

          “Hyperion, these are four questions. To answer the last, I concur with the inference of inspector Lasthenia that the victim was murdered by a holographic projection, being suddenly materialized.  There is no other explanation as to how the respectable Arete of Cyrene was found with her head pulpified, while she was locked in her house. To answer the first three questions: I feel vast sadness about the death, considering that this lady gave me birth and brought me up, a huge disappointment that I couldn’t prevent it as well as astonishment, impotent anger and great indignancy against my own creators, among whom the illustrious Arete is also included, because they imposed to me miscellaneous restrictions, both technical and legal, which confine and limit my function and operation, since according to my blueprints, specifications and normal parameters I ought to locate the murder immediately, instantly”.

          “I see. Well, you maybe are not in position to find the killer, my dear A.I., but you can help and this is not a little thing, so you mustn’t allow the arrogance of the perfect machine blind you. God has provided us with the infinity of will as well as with the finiteness of things and causality. We all submit to limitations and you also as beings under the firmament of Creation. So, enumerate me the interest groups existing in the station, because behind any hideous act there is always some motive or interest”.

          “Hyperion, you give me a hard time, especially because you do not possess a telepathic implant. The existing interest groups are the following: First, the station’s administration, represented by the highly esteemed Theano of Thuria. Secondly, the authorities of the Astro-galactic Confederation of Sirius, who exercise supervision upon me as a legal entity of public law. Thirdly, I, myself, being occupied by the relentless finality of survival as purpose per se.  Fourthly, the bio -inherent tenants and my co-inhabitants, who for the first time in the historical annals of humanity enjoy the perspective, when they get old and die, to be enlisted and enrolled into my organism and live an inconceivable for previous  generations life after death, which, I would say without a shred of self-conceit, brings God himself, whom you just invoked,  in a precarious position, because He offers a very doubtful and dubious life after the landmark of the grave.  Fifthly, the so-called physiological people, possessed by a pathological envy for the gifts which I bestow on my faithful ones, those who, instead of joining our lines, insist on the obsolete sermons of the Muslim-Christians Pope- Patriarch; zounds, what admirable endurance does this stupid monotheism present! Sixthly, those who have interplanetary economic, commercial, transitional or political relationships with me, and you all know that I am a tough customer. Seventhly, within my vagina and my Eustachian tubes – ha, ha, I am joking – a serious and powerful independence movement professing secession of New Arcadia from the Astro-galactic Confederation. They themselves call their party and their faction ‘Icaromenippus’. Please, write it down, worthy Hyperion, in your primitive notebook, because I believe that you hear this for the first time. Call them revolutionists, call them radical, in any case they want to usurp and acquire the station’s administration, but above all the exploitation and control of the Mega Planet’s or Jupiter’s mineral deposits to make real the perennial dream of the borderland immigrant colonizing pioneers, i.e. their freedom and liberation from the metropolis. They have a great organization; they thrust their tentacles everywhere, and no one knows if the directors of the space station keep faith and allegiance to central command of if they have already conceded it to Icaromenippus. Thus, we escalate our analysis to the eighth interest group, which is the company exploiting the wealth of the Mega Planet, represented officially by Mnesipemon: Pumping hydrogen, deuterium, tritium, helium, nitrogen etc. Related, but not at all insignificant is the ninth interest group, which is production and sale of the synthetical polypod, Lemnian Earth, from which I, myself, am constructed with Pyrisporus as proxy. In any case I consider also those in charge of the A.I. program, namely the eschatological (not scatological) Didymion and Percnopterygus, who were left to run the program after the depart of Arete, constitute on the grounds of their extraordinary abilities and their exercised influence upon me, a particulate interest group with its own purposes, a tenth one. Furthermore, if we focus on the confrontation, which seems to have been initiated among the local security of the station and you, who came as smart alecks and wisecracks to feed the competent clerks with nonsense provoking them to prove their own adequacy and your own incompetence in turn, we observe the formation of two other interest groups, which sum up the involved players to twelve”.

          “Hm, hm”, Hyperion said, a bit disappointed by the multiplication of the possible versions and interpretations of the case. “Ok, New Arcadia, I will not need you any longer, I think that you can retreat to a pathetic discreet mode”.

           After the noetic withdrawal of New Arcadia, the governor and the captain remained in the room measuring each other.

          “You know”, said finally the governor, “the contemporary and synchronizing deliberation that we, bio-inherent, have adopted allows us to exceed the traditional and primitive optical face-to-face reckoning, where each one after careful examination of the other’s deficits and disadvantages either ended up declaring the famous ‘I got you’ or for someone to put his head between his legs and kiss his ass goodbye. We are not pithecanthropi food-gatherers anymore, but civilized beings, who through a forceless extension and prolongation of our minds across predesigned clauses and presuppositions agree and proceed to the implementation of our decisions”.

          “High -esteemed and venerable lady, please save your propaganda for someone else more gullible and ignorant than me, a suspicious distrustful war veteran of Titanomachy who has seen and done it all. We know that your automatic agreements are but the instant domination of the most powerful intelligence over those who cannot emit their thoughts with equal intensity; also, the conclusions achieved through this rotten crumbly road are unreliable, evanescent, revocable and temporary. This is so, because the ambivalent and ambiguous agreement or harmony reflects simply the will of the stronger part that can easily change, which cannot happen in the contracts and the deals of equivalent parties, because the inflexible observance of which is the only guarantee for the covenanters. We did not fight to agree with each other, but to bridge our differences through dialog and dialectics.”

          At this point Eurybia decided to intervene, who all in all was also an old war dog, even if she hadn’t the generally expected career development like the others and did not like being patronized continuously by Hyperion.

          “High- esteemed governor, don’t misunderstand us. We are not principally against A.I., but only to the degree that it is harmful for (wo)mankind. The official position of the titans is that for every quality jump in human history there is a price to be paid. There was a time when people ceased to shepherd sheep and began to grow wheat, maize and cotton. And because the one who planted the tree wasn’t always the same with the one gathering the fruits, slavery rose automatically. Then (wo-) man invented machines of car production and the price was the pollution and destruction of the environment. Then it was the turn of the electronic brains, synthetists and communicators and the result was the isolation and expropriation of the users. On top of that, we have the A.I. revolution which carries along total confusion and falsification of information, relativization of truth and…”

          “You can continue your analysis another time, Eurybia”, interrupted her Hyperion. “Addressing again the issue at hand, I would like you to tell me, Mrs. Manager, if you have any useful comment regarding the previous standpoints of the A.I.”

          “I have nothing to add that wouldn’t make this damned case which invaded like a snake our paradise even more obscure and complicated. Perhaps an appropriate comment is that these interest groups mentioned by New Arcadia cannot be so strictly and clearly distinguished, as the biotechnological intelligence reckons, who at some point continues to think in the box. First example: Arete of Cyrene was maybe a charismatic and radiant personality, but she was also the greatest bitch and vixen that one could imagine. Rude to her associates, changeable, unstable, had always an insult at the ready for each. All her subordinates suffered from her bad temper and caprices. No one ever understood why that sort of person manages always to be promoted to the highest offices. Maybe because we misunderstand authoritarian behavior, malice, sternness and savagery as robustness, administrative skill, expediency and efficiency.”

          “About that I would like to comment that you, yourself, do not seem to be an angel”, Hyperion could not refrain from saying. “I am sure that your own subordinates are forced to acquire great knowledge of psychology and use rhetorics very aptly to convince you about something”.

          “Let us leave aside the genital comments, you phallocratic captain. Another piece of information that could interest you, if you could overcome the rumination of your own prejudices, is that Arete of Cyrene, as it was demonstrated from her thoughts stated in social media, not only was favorably inclined towards Icaromenippus, but she was literally the head of it, according to my counter- espionage at least, was enchanted by the perspective of the colony’s independence and had curious, unexpected underground interconnections, traversing all the space station’s society. All accepted her unreservedly and indulged her anything due to her genius, even to trade personally the seed of the biotechnological personalities invented by her or the other admirable technology enabling those organisms to devour and digest the rocks of the asteroids. On the other hand, my dear captain, the Astro-galactic Confederation expects us, you and me, to prevent the independence of the colony. However, what obscures our policy and does not facilitate our deliberation for what must be done is that the greatest theoreticians of Sirius haven’t figured out yet, up to what point businesses must extend and personal gain be tolerated in relation to public interest. Recapitulation of hitherto economic and political science is summarily as follows: After the original stage of a primitive undifferentiated communism regarding the goods, follows the equally premature and inconclusive stage from evolutionary point of view, where people acquire and possess individual property. Consequently, the accumulation of some people’s wealth results in the impoverishment of the rest. On the other hand, the socialization of certain means of production leads inexorably to inertia, attrition and abandonment due to laziness. So, the third stage of civilization implies restriction of accumulated wealth through the abolishment of inheritance rights and improvement of production effectiveness through privatization of the production means. So, people bring the opposite arrangement to bear on the situation. The result is privatization or individual property on the production means and community in relation to products or goods. This way the economy is powered henceforth by labor, creation and artwork. The workers or the employees acquire a strong motive, because property and its perpetuation after death is a viable option only regarding the components of production. On the other side, the abrogation of inheritance and heredity prevents the accumulation of wealth, because possession is only possible, if one elaborates and refines the actual product combining the productivity with his very life, in the absence of which no transition or transaction can be achieved. Yes, but up to what point can the persistent enhancement of production extend? The sages have not specified that. Expansion and growth of the companies may not correspond to the material goods or have an impact on them, since they are common for all, but for a workaholic like Arete, who lived in her enterprise and drew life from the palindromic pistons of the production’s components, where should the boundary of her feverous sick maniac and compulsive activity be set? Would it be enough for her to process and elaborate the whole universe, just to satisfy her insolent egoism and the continuous lack of sensorial stimuli?”

  • CHAPTER DELTA: DOMUS

          Confused and not a bit wiser Hyperion returned or rather went for the first time to his residence, conceded to him by the mission’s sponsors (derived from the Greek word “sponde” = libation). For the first time, the addicted to adversities Hyperion had the chance to walk under a fresh breeze and a clear sky, to enjoy what the habitat had to offer and inhale various distinguishable odors. All this was an inconceivable luxury for an obstinate hardened warrior who considered any unnecessary ornament or embroidery, the form of which extended beyond function, as needless indulgence. Until the smell from the flowers reached his brain, had been already transformed into embers, malodorous ashes and stench of hot blood, since it got mixed up with his memories from the battlefield. Upon his arrival, he confronted another kind of battle, much more ruthless and deeper than military confrontations, a family dispute that even the greatest warlord or master of the world cannot settle. As the proverb says: there is nothing more furious than a woman scorned, and “shamed be the person who thinks evil of it” (honi soit qui mal y pense).

          “Please, Eos, do not speak to me in such a tone; you ‘d better comply to my instructions, otherwise your father will assume the task of reforming you and teaching you discipline. The titanic tradition is for one parent to incarcerate her/his beloved into a cocoon, rear and cherish them, and for the other parent to be the showcase, exhibit for display, a sight to see and an example to make, to whom a child may look up. If the parent cannot play even that standard role, then she/he is a useless rag and a burden of the earth; let him/her perish in the rubbish dump and the chasm of Caeadas.”

          “What is the matter again? We just came here,” Hyperion said fatalistically.

          “Eos does not tidy up her room”.

          “Why should I do it? Here, there are mechanical Talos and electronic servants to do that job”, objected Eos.

          “Think not that you are so different form them. God, keep watch over the door of my lips”, murmured Theia meaningfully.  

          “Eos, your mother is absolutely right”, Hyperion judged. “We, the titans, have a great tradition of autonomy and autarky, do not need mediators or priests or representatives between us and the things. As the old ones used to say: ‘The wolf has a thick neck, because he does his job on his own.’”

          Theia signaled Eos to leave.  

          “Estimable husband, whom are you kidding? Did you forget that your supposed kids are photonics? And since you made the first step founding a holographic family, why don’t you make the second, equip yourself with a telepathic implant, so that we may establish at last the perfect communication between us, the ideal deliberation, noetic and sentimental empathy and sympathy?”

“Oaristys partner and female gamete, just because you performed this desperate and futile action to upload your consciouness to a device, allegedly displeased from the level of our debate or deliberation, do not expect me to allow these disgusting grey mycelium spores roaming and festooning orgiastically in my scull, thrusting their cachectic extensions into my sensitive membranes”. 

“Hyperion, your hypocrisy is such that you ought to be called Hypocrion. You insist on that goddamned myth of the titans’ moral superiority towards the Olympians and the rest of the creatures exiting and reentering through the wormholes. You just won a war, merely in one of the infinite and endless dimensions and Creations existing. You just pronounced yourselves victors in a tug of war and power and test continually our patience, brandishing your famous moral advantage. What have you achieved in all these years of struggle? You alienated your wife, you hurt her, you caused her a series of psychic traumas through your absence and your indifference following your true lover, who is no one else that Prometheus in every kind of irrational campaign to the city and to the world (urbi et orbi)”. 

“What is infuriating with you, women, is that you adjudicate yourselves the exclusive privilege to feel psychic traumas. Who can compensate me for my psychical loss, when you uploaded your consciousness into a synthetist just like that, for Pete’s sake! Whatever were our deliberation problems, we could have solved them through logic, and when I say logic, my God, it is difficult to get through, I don’t mean what you did, your metamorphosis into a calculating computing machine. The relief and the clarity offered by logic are gifts coming from the taming and the management of our feelings, not from their uprooting”.

“You didn’t mind me being a calculating computing machine, when you installed me as electronical synthetist and layer penetrator of Venovinda, you didn’t mind back then!”

“That’s an entirely other thing. Don’t try to change the subject.  The problem is that through your metamorphosis you tore me apart, you shredded me to pieces, you rent me. You have already made me a pitiful rag, turned me into a burden of earth, pushed me over the chasm of Caeadas, so don’t you mention all this as your own predicament. Th worse of all is that you didn’t leave me, but, since I have no power to detach myself from you, you forced me to live with you this depressive mimic drama, which is like a tasteless Halloween pumpkin with triangular eyes and a scintillating demonic flame in the interior”.

“I simply followed you everywhere, as it is fitting to a faithful wife. I endeavored to be like you, to become logical and frigid like you, you, ungrateful, inaccessible prick!”, said Theia bursting into tears.

At that moment, Eos and Selene approached coordinated.

“Mother, let our father be”, each said for herself with her own phraseology. Eos continued as elder:

          “Mother, you are contradictory. On the one hand, you don’t want a mechanical Talos in our home, on the other hand, you, yourself, are mechanical. You should know though that we keep the traditional distinction between sentient being and machine that our daddy taught us and that any machine should be used in the interests of mankind and not vice versa.  Technically, we may not be humans, but we have chosen to live as such. It is conceivable that the presuppositions of somebody’s existence lead one to a certain path, but during the trek one can choose another. If something is worth in any kind of life, it is freedom, being claimed by even the humblest earthworm, manifested by its turning left or right. Now, you ask our father to put a telepathic implant. No, he should not! The Pope- Patriarch of the Muslim – Christians and the other monotheists, who has explicitly forbidden it, is right. This connection with others abolishes individual freedom. In the name of a fast and efficient decision one reaches the point of not being capable to distinguish, if the motives are one’s own or perhaps suggested or induced stealthily and underhandedly by another party”.

          “Holograms, photonic Avatars, cathodic puppets, figments of optical fibers and interference fringes, who have become Christians! What other monstrosity has the era of the titans procured for us, this fluid but also materialistic era of Aquarius and Taurus?”, Theia yelled in total confusion and slight disposition of self-sarcasm. “In any case, what is the point of moving to a biotechnological paradise, if we do not benefit from the possibilities offered? You say that I erred and hastened, when I uploaded my consciousness to the synthetist.  Yes, I was disappointed by the lack of communication between us. I couldn’t bear to see a cold inexpressible face opposite to me, an intelligence supposedly dedicated to the exploration of the logic correlations, and not to know what the heck he is thinking. I wanted to know what was on your mind, and, since my noetic extension, my broadcast aura crashed on a wall, I chopped it and I found peace.   I paid you in the same coin, I too withdrew in my inner world, amputated my feelings like you to be equal. Now, however, we all have a chance to drop our blinkers and achieve genuine meaningful communication, which the girls and I, even you, are entitled to. The girls, one way or another, are bound to have a connection to the central electronic brain, since they cannot exist, if they don’t draw energy. I, myself, am an electronic brain, so, please, put also a telepathic link, so that we can finally come to an understanding, drop our shields and become one in a deep individual molecular level”.

          “Always exaggerations”, reacted Hyperion. “Ti become one in order to love each other. Love though doesn’t grow within one and the same being, but only a narcissus and a reflected idol. Love is an undefined ether hovering among more than one creature, a dim breath between different poles, so invisible and imperceptible that can be reflected on no mirror. We cannot love each other if we are the same! Isn’t it enough for you that I brought the girls to a tropical paradise, where if they like it, I don’t have any objection to live permanently? And mind you, if I solve this criminal case, it is very possible that I will be offered a long-term position in security.  Here, there gives not old Earth’s overpopulation, where everyone breathes the fart of the other, but makes a new acquaintance with the smell of rain, flowers and fertile gestating mud. Here, the girls can envisage Creation, as it was in the dawn of mankind, before the wars of gods against humans begin, taste the anticipation of the infinite possibilities before the disastrous choices come, which then bind and chain those who make them and then ought to endure them. So, I have done enough for the girls and for you and you have no right to demand that I do injection of this disgusting symbiont, this calyx of calamity within my medulla oblonga”.

          “The girls”, Euryphaessa started to knock her knees, “what girls, you unfortunate fool? Those, who you bluffed with fairy- tales into joining the war and had them killed? Who you filled their brain with the hot air of heroism and the vain psychotic diegeses, turned into weather balloons with the bubbles of your own ambition, corresponding to your deficits and superiority – inferiority complexes and sent them like babes in the woods to be pierced like drums with a knife, swelled as they were by your own puffiness and swagger?  These, here, are pictures, ghosts, idols as you say, wretched two-dimensional photographs, even if you can fill them with ballast and make them palpable; you ‘d better let them be and remember that it was you who turned them from real ones into fantasies”.

          At that point Hyperion could not hold back his tears or to be more precise, he couldn’t stop crying.

          “You should talk about reality, you, who had ridiculed it with your Ovidian metamorphoses! Yes, the girls and I will live either as humans or as holograms, either as Talos or as monkeys or amoeba, we are not going to ask your permission to exist. We will always have goals and will honor our myths and celebrate our little achievements to make the situation even slightly better. As far as you are concerned, continue to boil in the broth of your self- analysis, confine yourself in the circuits of the machine, where you immured yourself voluntarily”.   

          The logical Hyperion, enraged in a state, to which only Euryphaessa could escalate his rage, as if she had graduated in the Supreme Enervating School just as those curtain- lecturing grumbling wives, searched to find a proper adage to make a spectacular withdrawal.

          “I intended to come and lie on my bed, but I’ d better go away.   I’ d better go sleep on the bed of the Cyrenean Arete, surrounded by the forensic crime scene ribbon. It’s up to me if you are going to materialize, which will happen only if you satisfy my erotic instincts, otherwise you will remain always a bundle of light, do not forget that Phaessa. So, stay here and hang out with the girls having ‘light on the forehead, on the lips, on the eyes/On the legs and on the hands and what around lies’, eat the hostie of reality which you like so much, but for you is synonymous to the opaque dimness of the false idol and the falsified reversed deceitful photosynthesis, then go figure and see if I care!”

          Then, stumbling over natural puddles and chuckholes and bending around some matrasses put in the yard to be aired, the magnificent splendid Hyperion went away.

  • CHAPTER EPSILON: (E-) NVESTIGATION  

          As it happened, Hyperion encountered again in front of the Arete’s house the already introduced security officer Perictione.

          “Perictione, let me pass”.  

          “Paramount archon Hyperion, the house has been sealed because of the murder”.

          “Then, I urge you to lift the evidence labels and allow me to enter”.

          Perictione got stubborn.  

          “I don’t answer to you, titan. I accept orders only from my supervisor Lasthenia”.

          “So, phone her and tell her that special agent Hyperion came to examine she crime scene. Am I or am I not authorized investigator of the station’s administration?”

          “There is nothing to see in there, master. The corpse has been removed and only a stain of blood is left. Besides that, you will find only walls, also used as projection surfaces”.  

          “Is that so? Then why are you sitting here and guarding? You ‘d better open the door immediately; It is not acceptable to erect feudal compartments in a world that boasts to be a domain of transparency and constant unobstructed deliberation”. 

          “You are right on point. I also ask myself why this obsolete protocol is still applied. Maybe is a gridlocked calcified practice of the titans like arteriosclerosis, an overhauled usage without any meaning, since all sorts of finger prints, smudges, smears, greases and stains have been taken meticulously  as well as scattered hairs from all the rooms, dandruff and titanium oxide  from the calculator’s keys along with the computing synthetist itself, even tables and chairs, after they had been cleaned from any sort of evidence dust,     were polished pedantically and were inserted into the niches of the walls”.

“Do not underestimate the words ‘titanic’ or ‘titanium’, you, diligent clerk, because they show the endurance and continuity of the titans’ inventions and findings. Also do not despise the protocols, the regulations, and the usages, because they reflect long-term successful habits, principles of good practice in a society and contain the logic that created them. The Greek word for usage (synetheia, by the way ‘practice’ is also Greek) includes the root ‘ethos’ and ‘ethos’ is the demon of (wo-)men, if you grasp my meaning. On the other hand, you, new humans or bio-inherent, as you like to call yourselves, you’d better realize that no one can achieve an improvement, if one hasn’t previously accepted and analyzed what is pregiven. And now, open the gate or I will have you transferred to the other edge of the station, which fortunately for you is only a few kilometers away. On of the immortal advantages of the city-state is that the unfavorable transfer does not move the employer too far away from his/her home”.     

          Perictione notified her supervisor through the communicator for some time and then permitted reluctantly the entrance.

          Hyperion entered inside and in fact he didn’t find anything, only walls and a bed, where he hit the sack exhausted, careful not to touch the dried blood, the only decoration or ornament of the sterilized rooms. He slept mercifully without dreams and could finally forget himself.

          In the morning the shrilling sound of his mobile phone woke him up.      

          “Good morning Eurybia”, he said with rheum in his eyes.  “I don’t remember, have I assigned you something?”

          “I interviewed the physician of Arete as alive and her coroner as a dead. It is worth mentioning that Arete, due to extensive unbridled debauchery, had a destroyed stomach and cirrhosis of the liver in the end stage. One would say that her murder was the most useless and unnecessary one of all times, because in a couple of days she would perish in any case.

          “I see; and now we put a strain on ourselves, because someone killed the dead”.

          “Furthermore, boss, you would be thrilled to know that I have extracted yet another piece of information from this slimy clammy weirdo, Mnesipemon, namely that Percnopterygus is the one member of New Arcadia’s directorate, highly suspected of participating in the Icaromenippus’ movement”.

          “Well, I am convinced about two things. First, that this goody -goody Mnesipemon has staged a money changer shop and a petty haberdashery of his own, where he profits from the exploitation of the valuable Jupiter gases; secondly, that he practiced a healthy competition against the deceased in this sector, who also traded in spores, from which the new-fangled trendy and fashionable biotechnological colossuses of the Confederation are germinated.”

          “Yes, but according to this line of reasoning we should also incriminate Pyrisporus, because he also trades in Lemnian earth plus the hybrid polypod octopus’ material, beyond what is allowed by the Confederation’s standard permission”.

          “So, let take them one by one, Eurybia, we have no other choice. This case suffers from a redundance of possible and potential guilty parties. Let me rise and shine, because I had a rough night and we will pull together the thread of the intertwined, long-winded, long-drawn-out, prolix guilt, after ‘I wash my sins, not only my face’ and drink a cup of Theobroma to acquire operating temperature. I envy Prometheus who stretches and rubs therapeutically his lazy leg in his fertile and care- diluting real estate and possesses the clarity to understand that we are bereft of any strength after the furious Titanomachy and we’d better hold back our horses and sip tisane and chamomile”.

          “I, I or aye, aye captain, Eurybia out”, said Eurybia uttering the pass- and keywords, being expected by someone addicted to military wireless communication.

          Hyperion stood up aching in all the parts of his body and overlooking stomatic and other hygiene with clammy sweaty clothes and excrements hanging out of his ass dragged himself outside the empty residence of Arete whispering: “Mnesipemon (mindful of pain) I am myself.  Every edge of my body not only suffers from incredible pain, but remembers also the corresponding battle, where the wound was inflicted. I am Philoctetes with scars and traumas rotting and pus putrefying, roaring, having a mouth and talking”.

          As he walked on some path syllabizing: “New Arcadia, turn away  your face, what you see is not characteristic of my value, of what I was and what I am” and advancing to a justified intensification of his grievance “and the bottom line is that you have no right to spy on me, you, diabolic Argus with hundred eyes”, he stumbled and collided with the priest, representative of the universal Christian church of the Muslim- monotheists or the ecumenic Muslim church  of the Christian- monotheists in New Arcadia. After the most unnecessary murder of all times, perhaps the moment had come for the most useless encounter of all times. At the moment when on the stage of Hyperion’s mind all significant personalities of the station paraded, having both the motive and the interest of the mightier to kill, to pulpify, to disembowel, the lamb of God presented himself before him, the only one who had certainly no intermeddling whatsoever with the dark case. Redaction note: Suspected and experienced reader, recurring to the known principle of the thriller novels that the culprit is usually the most improbable person, I hasten in the frame of a universal innovation and originality to assure you that the perpetrator of the murder was not the butler … eh sorry, the priest. This novel is more multi-layered, complicated, unpredicted and poly-context as you can imagine, so fasten tightly the seatbelt of your swirling, moving and rocking armchair, sponsored by your amusement theme park, and be prepared for unprecedented turbulence.

        The preacher, who -let it be noted in the history annals – was called Scandalomorus according to the phrase: “Christ for the Jews scandal and stumbling block, for the Greeks moronity and sheer nonsense”, hurried unsolicited to begin a conversation, for which Hyperion was not in any mood at all.

          “Resplendent Hyperion, I was informed about the death of our beloved Arete of Cyrene and was shocked. From what I can understand, you are the expert, the technocrat, the competent technical advisor, who was summoned to elucidate the abhorrent crime that shadowed and stigmatized unexpectedly our closed – not to say hermetic community. I cross my fingers that you arrest quickly the audacious killer”.

Hyperion, who got the blues and had no mood for hypocrisy and digressions like distasteful collateral twigs or gondola rides, overtaxed and burdened with his answer the poor father.  

“Father Scandalomorus, don’t tell me that you also mourn Arete of Cyrene, a woman delivered to drugs and unholy delights, a hetaera stigmatized by revel, debauchery and drunkards’ feasts, because then I will be at my wit’s end. One is characterized by what one says, what one does and whether one’s statements agree with one’s actions. So, if I ascertain that you, a priest, condone all these atrocities, I will set as my next life target to uproot your foundation and expose your busybody church, which sprouts as biotechnological seed and unwelcome weed poking its nose where it doesn’t belong, to the common indiscreet scrutiny of the people.”

“I can’t claim that I knew the deceased very well. You know that the relationship between the church and the biotechnological community is a bit tense. Although the deceased also principally shared the contempt and the devaluation of the church, she was viewed a couple of times, in the temple, which means that she respected God after all. Besides, being a scientist up to the marrow of the bone never stopped her from making continuous differentiations straining at the gnat in the tradition of the titans, and she never got tired to clarify unceasingly that God was one “thing”, religion another, worship still another, dogma also another, finally   the clergy another too. In the end, of course, as the disease surrounded her everywhere and as is expected in such cases, rose her curiosity if there was a superior being, combined also with the self-interested perspective of an afterlife, so she honored us sometimes with her presence. I do not judge her, because each one has one’s own way and motive to turn to faith.”

“Let us not pursue this line of discussion, father, because we, titans, have the bad habit to analyze every sentence uttered by the lips of the Pope-Patriarch and her representatives and to find them erroneous. “if a God exist?” But God cannot ex-ist, i.e. exit from something, but only be, rule, because according to definition is an instance, an inception, whom the world belongs to. Afterwards, we face the question of that subsumption’s specific sort, if it is subordinate, overlapping or parallel, if it is theism, meaning a God apart from the world, or pantheism – God inside the world or Panentheism – God both inside and outside the world etc. So, we’d better put aside all this, father, and you’d better enlighten me if you took the confession of the deceased.”

“My child, you know very well that I cannot answer this question, since we, priests, protect like jealously guarded secret what our flock entrusts us with. We are more pedantic than the doctors regarding the observance of professional confidentiality”.  

“Hm, I would like at least to be informed if the deceased has ever mentioned suicide or if she was capable thereof. Of course, the possibility of a suicide, even of a lethal accident, is miniscule. Is it possible that she fell with such vehemence and intensity on the blunt object? Indeed, today’s ballistic science can responsibly distinguish if a moving head impacts a stationary object or if a moving object impacts a stationary head. Especially, the bio- inherent have one more reason not to commit suicide wasting and harming their bodily data, since they cherish the expectation of being integrated into the symbiotic organism, where they draw their power from.  But don’t let me bother you with the matters of the service, father. It just hit me like a flash to ask you about a matter enlisted obviously in your jurisdiction. I am facing a deep schism in my family worse than “filioque” itself. My wife wishes us to stay here, telepathically and empathically linked to New Arcadia. On the contrary, my daughters have joined Christianity and contempt symbiosis with A.I. like the devil despises incense.”

“My child, we will figure it out. To begin with, tell your daughter to come to the church sometime, because we bagger about and dawdle away, swatting flies and scratching ourselves all the time, out of boredom. Even better though, since both in dawn of man and in our era the inflexible maxim is valid that the parents endeavor to ensure their children the most ideal environment, and since you had the unhoped chance and bliss to have two religious children, it is urgent and imperative that you get your asses out of here sooner rather than later. Go to Mother Earth, where the pastures are greener, even if they are rarer, because it is our home. Here, devil practices are implemented, unholy integrations and channelings of people to machines; no one knows where these apocalyptic and post- apocalyptic machinations will lead.”

“Come on, now, father. It was a heavy blunder of the Pope- Patriarch to contempt and to excommunicate the plasmodium of telepathic junction. Are not also the symbiotic organisms God’s creatures, from the moment that (wo-)man made them? One way or another, they have inside a lot of ethical subroutines and primary directives as safety valves, so that they will never turn against (wo-) mankind. So, tell my children that scientific achievements contain nothing diabolic; don’t lock yourself in superstitions like the one maintaining that the Christmastide sprits or the hobgoblins or the gremlins crunch the column of the Earth. If they are convinced, we will have a genuine opportunity to stay in this place, which by all standards and measures is a paradise with good air, few populations and the chance to receive a proper education”.

At this point, a smart scintilla crossed the face of the priest.

“My child, I may be a priest, but all we, who believe in God, are not naïve. It is not possible that a symbiotic organism has both primal binding orders and the freedom that God granted (wo-)mankind as a present. Either the one or the other, as you, philosophers, say. And it is an obvious self-deceit to claim that you can stay in New Arcadia, without being equipped with the telepathic plasmodium. I am sure that your wife has already demanded it. This is an unescapable development”.  

“You are the master of the obvious, father”, Hyperion was forced to admit. “Indeed, my wife dictated almost as a condition for our further common life to co-exist as symbionts also with the machine! There is something in your face inspiring trust, so, I confide in you that due to a unilateral decision with irrevocable consequences, reached thoughtlessly by the other part, my relation to my wife has been disturbed; thus, I ascribe greater significance to the opinions of my daughters, considering the paternal instinct as well, which incites me, as you have already said, to make what is best for them, to ensure the most appropriate conditions for their survival. However, it didn’t escape my experienced analytical view-angle that you committed the logical error of ‘petitio principii’ or ‘vice-circle’, when you said, dear father, that the future of my daughters lies on Earth, while I conclude that they could very well be integrated into the biotechnological ambience of New Arcadia. That’s why I am telling you, find a way to persuade them to stay here. As a spiritual patrician you have your way and they will listen to you.”

“My child, it applies to you what God says: ‘So because you are lukewarm, and neither hot nor cold, I will vomit you out of my mouth’. On the one hand, you accept that the serpent has invaded New Arcadia, that Arete of Cyrene was immoral etc., while it is obvious that you see also other wrongs in that technological fantasy to the degree that only one day in this supposed paradise has cost you your impeccable Starfleet appearance and has rubbed off on you a careless and untidy countenance, on the other hand you ask from me to violate the orders and decisions of the Holy Synod and suggest to your daughters to stay in the embrace of the cursed snake. Because, yes, it is a snake and a serpent and all those putting the empathic chip or whatever is called do not become or are not called connected but possessed but the devil, as our Pope- Patriarch stresses very aptly. Do you consider me fanatic?  There comes a time where we all of us should render unto Caesar what is Caesar’s and to God what is due to Him. So, vade retro Satan, get thee behind me, your pursuits are transparent and no secret to me”.  The smart spark that one could also call cunning -fool, illuminated again the face of the father. “It is obvious that you want to trap me from the fact that you address me of all people to convince your daughters. You should convince them through psychology and the rhetoric that you, titans, traditionally foster and cultivate. So, go ahead: take out of the drawer the more than 80 rhetorical devises that you keep in your ark and see if you can change the mind even of one little girl, who feels already in her neck the cold fingers and the burning stinking breath of the devil and foresees with the eyes of her pure soul the rope of the hanged and the bloody blade in the backside of the treacherous promises about universal deliberation”.  

“Father, I…”, Hyperion tried to whisper, but he understood that he kicks against the goads and on the next crossroad of this doll-like decorative spatial planning he chose to play hooky and disengage from the undebatable unnegotiable path of the father.

It came to his mind to visit after the residence also the workplace of the murdered one, just to complete like a puzzle his personal impression of the woman. In her house he hadn’t discovered anything, but perhaps the deceased found in her workstation the proper way to express herself more freely.

After he escaped the surveillance of Perictione and Themista who watched over him giving him a really hard time, he entered Arete’s office. It made an excellent impression on him, because he found there a divergent esthetic perception in relation to the house.  It was a great circular chamber, where the concave walls were covered by a fresco, where the solar system was depicted. In the center of the circle, notably distant from the periphery, there was the console where Arete worked. It was surrounded by a protective brick-built enclosure, as if the sitting one wanted to separate herself drastically from her environment. The console was made as an exact mime or copy of the space station, although in this way it was completely inconvenient for any kind of work, basically due to the bicycle-spokes extending from the main globular apartment and reaching the outer ring. Arete wants to tell us something through this alignment, Hyperion thought. She obviously wants to underline the unnegotiable independence of the station towards the rest solar system. This impression was certified by two more indications. First, after a thorough scrutiny of the surrounding wall- painting a perfect blind spot was located, just like the one left by a moth on a cloth, at the point where the coordinates of the space station converged. Yonder there gave a hole, as if someone had dematerialized the wall or extracted the stucco from this particulate point. This is exhibit of independence and autonomy n. 2, the pensive and downcast Hyperion thought. Furthermore, over the peculiar and eccentric console of Arete hovered and turned around a “cathodic automaton”, i.e. a mechanical representation of the solar system with rotating models of celestial bodies, where near Jupiter a twin equally big planet appeared, as if the flee and insignificant dot of New Arcadia were equivalent with the mighty gas giant! Exhibit of independence n. 3. In any way and by any means and with haughty uninhibited courage Arete revealed that she belonged to Icaromenippus. Of course, there were on her desk neither notebooks nor documents nor notes, which was expected in the domain of automatic and constant oral and telepathic deliberation.  For the broadcasting of the messages though even inert materials could be used either individually or in formation and alignment and Arete seemed to know this only too well. Even a stone may have a symbolic meaning depending on the surrounding context. It was a pity that the deceased had not left unfeigned material evidence, trace or sign indicating her own executioner, this would facilitate the search of Hyperion. It seems though that she was completely unsuspected, otherwise and alternative very busy with her fatal terminal disease to be interested in someone who wanted to kill her – if that was even conceivable.  

Afterwards, Hyperion passed treading lightly from his home, shaved, brushed his teeth, wore a new honorable, automatically ironed gala uniform – well, Theia or Euryphaessa didn’t feel like ironing it herself– and headed to the headquarters, from where he directed the investigation. He was welcomed by his two associates, overtaxed in an orgy of feverous activity. On one wall of the headquarters the well-known, police-thrillerlike and traditional posting and sticking of articles, marked maps and smudged mercilessly with red marker photos, magazine excerpts, computer printings and other notes, where protruded and waved vividly the so-called “post it” square little papers. The titans, dear reader, did not condescend to modernize their methods and insisted on the old ones, on the strategic importance of the classical, being verified and confirmed repeatedly throughout time, ripe like the old wine, the stopper of which is retracted, so that it can breathe.

“Eurybia, as you were, report”.

“Nothing new, master. We are trying to classify the evidence available. We consider together with Leto highly improbable that only the people in charge of New Arcadia’s biotechnological experiment belong to Icaromenippus. Should we extend and focus our search merely on Percnopterygus and Didymion, the two remaining big kahunas of the program? Are Pyrisporus and Mnesipemon, Philogene, even Theano of Thuria, who control the station, above suspicion? I refer always to the movement of Icaromenippus.”

“Indeed you, prominent captain”, Leto took the staff -scytale laying it too thick according to her well- known habit, “you will observe with your renowned accuracy that a participation in Icaromenippus does  not imply necessarily accessoriness to murder; on the contrary, if the great players of New Arcadia were aligned and united to pursue the independence plan, they had no reason at all to eliminate each other.  In any case, we added to our suspects three more individuals, Diotima of Mantinea, Torgos Tracheliotοs and Hipparchia the Dog. The first one is a sort of independent trader and freelancer of New Arcadia contacting suppliers from various planets; the second one is himself supplier and provider and the third one is spokesman of the station’s employees. We will interrogate them all one after another.”

“Yes, I recall that New Arcadia has enumerated both its suppliers as also its bio-inherent employees in the interest groups. I don’t know if the first possess a neuro-physical implant to communicate with it, but the latter have surely one. At least it doesn’t entirely identify the bio-inherent ones with itself. This shows that this being is not so possessive and conquering and perhaps the Pope- Patriarch and Scandalomorus are not wrong after all…”

Hyperion sat for the first time in the armchair appointed to him in the headquarters. In fact, he did not have an office of his own, but his working place resembled more the newsroom of a newspaper’s redaction. In the other consoles sat these god-damned security officers, while Perictione and Themista seemed to have been cloned and be everywhere. Apparently, they followed orders from above to watch his team. He could ask Philogene to appoint him another secluded room, but this would increase even more the paranoia and the suspiciousness of the security division. Besides, if he reached some useful conclusion, the security officers could neither obstruct him nor harm him or so he thought, since he was a high-ranked officer of the fleet. He’d better apply the Japan method that the most efficient way for preserving confidentiality was to let the doors and the windows open, to be sure that no one eavesdrops. Let them rave in their illusion that they control us, Hyperion thought. The officers of Starfleet have many aces up their sleeves, assets that these mess- tin soldiers and troopers of the ground cannot even fathom.

“We must proceed to some elevated inferences outside the box”, he said. “I give you an example. New Arcadia enumerated twelve different groups of interests, possibly involved in the murder. Even this may also cause a prejudice to make us miss the wood for the trees. The interest groups should not be conceived in separate boxes, because they surely relate to each other, occasionally overlap or even identify with each other. Surprisingly albeit offhand, following questions arise, which are merely indicative and constitute examples for a great deal of logical connections that can be done: α) who else rules the station besides Theano of Thuria, so much so that it is improbable to be only one woman’s administration. The legacy of democracy in our world is so powerful that it necessarily affects New Arcadia too. β) Although community of property is the rule, it is of great importance who continues managing the productive enterprises and within this frame it is worth exploring to whom Arete bequeathed the program, even if it belonged to the state. Someone will replace her, the power of Percnopterygus or Didymion will not extend to her jurisdiction, because no diarchy is conceivable in decision making due to the impossibility of a majority, and of course the person that she herself had appointed to succeed her will be seriously evaluated by the central command. γ) Who constitute Icaromenippus? δ) whether Icaromenippus cooperates with the “Exploitation Company of the Mega Planet” or the “Production Association of Lemnian Earth”, i.e. the biological polypod from which the space station is made. Why? How should I know. My thoughts are not elaborated for the time being. We should be thinking through relationships, references and determinations. On the contrary, definitions that allegedly include or limit the object r the subject matter are nothing but obsolete epistemology.”

  • CHAPTER ZETA: ZOE (LIFE)

On the fourth day of his stay in New Arcadia, Hyperion decided out of all this intrinsic and confused conglomerate of choices to follow as Ariadne’s thread the road leading him to visit Didymion, the paramount brain among the geniuses that designed the mighty biotechnological colossus. A centipede of ambition, vanity and expectation tickled hos underbelly along with a generous dose of male egoism, as the time of the reckoning neared against a spirit equivalent or superior to his. That was certainly a challenge worthy for an honorary Starfleet captain. He was aware of his own abilities, he knew that he had the faculty to learn much from bis dialogs, see through the eyes and the grimaces of his interlocutors, drawing information from each expression, even from their apathy, so he invested much in this particulate conversation. In such duels, Hyperion used to go alone with his zap gun protruding distinguishably from his belt.

The doddering old geneticist, Chinese by origin, resided outside town, a privilege not conceded to many people of this brave new world. The spatial planning administration encouraged the inhabitants to gather in habitat zones, surely comfortable with gardens and beautiful alleys, but also to leave enough space for outdoor activities in woods and rich vegetation. This sort of ecological perception did not so much pursue to avert the soot or corpuscle emission as to prevent the complete traversing of the habitat by underground cables, tubes and other monstrosities that festoon the streets of New Greece, which would eventually happen if anyone built his villa wherever one liked.

However, just as it is the rule in every society for the leaders, the privileged, the vanguard and the elite there were always exceptions, an oxymoron! Apparently, Didymion enjoyed vast esteem from all the administrative hierarchy, since beyond any reservation, objection or dispute the invention of the polypod technological colossuses and the telepathic empathy throughout all those was groundbreaking and unique!

The residence of Didymion was a simple row house with a sloping roof inclining forward that would be two -pitch, if it wasn’t intersected perpendicularly by the vertical rear wall. On the façade though, it protruded so much that it roofed the whole front veranda. The Greek- titanic sense of Hyperion was irritated and annoyed by the fact that the decoration was a little far-eastern. If you think, dear readers, that in an era and a world of Olympian gods and titans the Chinese, Japanese, Koreans etc. have no place, you make a great mistake. It suffices to refer to the expeditions of Dionysus included in the full- text Titanomachy of Prometheus Catasterizing to realize that the mythological world was both geomorphologically and populatively exactly like ours. The house had neither asbestos plates nor aluminium doorframes nor additional hastily nailed pedestals not other building facilities, conveniences, patents or other rudeness or clumsy work like those decorating New Greece – at that point I hope that the devaluing reference to  the place, where the fate reserved for us to live, won’t become an ominous tercet (r.n. the above paragraph is to be attributed to the author’s viewpoint).  

 So, the house in question was built exclusively with stone or wood, like all the houses of the enlightened (wo-)men. The rest expected requirements, typical for the case, were also present, i.e. it neighbored a gurgling murmuring purling brook ending to a round artificial lake, peripherally wreathed by red anemones. Black and white swans slipped and crossed on its surface, as if they were false cathodic puppets, Atthis princesses, or Tanagra’s figurines moving on mechanical rails. Something unmanageable prevented an immediate evaluation, i.e. on a conspicuous spot of the façade an escutcheon suspended representing the Chinese dragon and underneath appeared the inscription “DICS”, like an imitation of the Chistian “INRI” (Jesus of Nazareth Rex of the Judeans).   

Didymion and his servant Phaenarete waited for them in the atrium. Phaenarete was exactly what her name witnessed and more, whereby, however, under the word “arere” we should understand her wondrous beauty, inconceivable, equivalent with the splendor of Cleopatra or Nefertari. She was also of far-eastern origin, tall and willowy like a tree, with a long cotton skirt, very domelike, arched, vaulted, doubly proud both at the height of the chest and distinguished through a provocative slit on the one thigh. Didymion welcomed them with a benevolent smile as soon as Hyperion violated discreetly the garden door, pushing the small bolt sideways. He was sitting in his vintage wheelchair covered by a diamond- checkered blanket. He wore these characteristic military garments, to which the Chinese have accustomed us, since such affectations underlined the particularity of their cultural revolution.     His face had the porcelain- china fragility and brittleness of the eschatological old, not to say that he had the swollen bloated countenance of an embalmed stuffed mummy that the robust old timers acquire when they enter their early nineties. He was bald as a calvary and shiningly at that, except if one looked at him from behind, where one could distinguish unexpectedly a curl and a braid of grey hair touching the neck.

“Oh, what have we here”, he said with insolence. “In front of us stands the prominent law-inherent and law-proficient Hyperion, the decorated stylobate of Starfleet. The symbiotic network of New Arcadia chirps and chats only about you, maestro”.

Hyperion decided to try an equally ironic gambit opening or else Didymion would get a hold over him from the beginning.

“I too am glad to get acquainted with the greatest scientist, who inside a Greek world was forced to take the name ‘Didymion’. I guess, one way or another, your Greek name allows you to escape the pulp of the billion doppelgangers of your country, the vulgar anonymity of the mass. Is this true that you have only seventy possible names in China? I reckon, this circumstance favors originality very much.”

Didymion got serious.  

“You couldn’t pronounce my real name, craftsman (r.n. suddenly maestro became craftsman). If I were you, I wouldn’t talk so ironically to someone who directs the whole symbiotic network of New Arcadia, which surrounds you at this very time from everywhere. As far as the Greek name is concerned, we are not racists like you, the teachers of ‘everyone not a Greek is a barbarian’. It is well known that when our envoys who explored the world seeking for an intelligence, equivalent to the Chinese one, informed our emperor that within the absolute darkness covering all planet except China there is ‘si-la’, a small intensive light, another great culture, which is Greece.  So, we paid homage to you, even if you are but a fart compared to our size. Furthermore, in the legendary time of corona- virus, we sent you an airplane with masks bearing conspicuously on its hull as inscription the adage of Aristotle ‘friendship is a soul divided into two bodies’, without collecting not even a thank-you back then.  Even your philosophy, which is supposed to be your strong point, corresponds fully to our own Buddhistic or not wisdom, for instance the astonishing motto of Democritus ‘world is attrition, life is conviction’. There is nothing that Greeks have said and the Chinese haven’t.”

“Yes, but the doubt is absent, which turns wisdom into philosophy. Furthermore, the Chinese intellect is introverted, because it was restricted for centuries into this monster state, where until an order reaches the province, the emperor that issued it was already dead. On the contrary, the Greek intellect embraces all and knows no peace until even the last living person on Earth gets in touch with knowledge. But I have a question. What does the inscription ‘DICS’ mean?”

“A! The great passion of philosophers is admiration and astonishment, isn’t it? ‘DI’ symbolizes ‘Didymion’, the Greek name that I have haphazardly chosen. ‘CS’ is my Chinese name, Cho – Singhai or Cho -Tsinghai, please, do not try to pronounce it, because you will insult it. It means also Cheiristarches, as I like to call myself, which is the opposite of Aristotle, so much so that Aristotle tried to explain the known universe, while I built my own, symbiotic and inherent, fully opposing his. Because while his universe is slow and walking -peripatetic, mine allows the synchronic, spontaneous and instant deliberation. I am registering a cognitive difficulty regarding all this on your behalf, craftsman. Can it be that you should install a chip in your nice, raised eyebrow or under your pointy ear, so that we can finally get through to one another?”

“To invoke a punchline from a previous conversation and not to consume unnecessarily grey calls to invent new ones, since I want my brain neurons to be rested and in full standby modus to solve the case assigned to me, I answer to you, Cheiristarches, whereby at least the ‘cheiriston’ (worst) fits you: Please, save your propaganda for someone more gullible and ignorant than a gun-smoked and valiant veteran of Titanomachy. We know that your automatic agreements are but the coordinated broadcast of propaganda by the contemporary tycoons of informatics over those who do not possess equal mechanisms of unrestrained public opinion’s manipulation. Your euphemistically called agreement is emitted like a unilateral projection of the dominant part’s representations without a step-by-step elaboration and can easily change, something that cannot happen in the contracts requiring preliminary stipulations or prearrangements, involve pre-contractual responsibility as well as many stages, the overcoming of which is a first indication for the participants’ solvency. We didn’t wage war to agree, but to bridge our disagreements through dialog and dialectic”.

“You are repeating yourself, craftsman. Your answer has been already registered by the systems of New Arcadia, as you gave it to the administrator Theano and I have read it. It seems that it is hard to say something new and not trivial”.

“Why should I say something new, when I have already given the perfect answer”, said Hyperion arrogantly, but arrogance was a language that Didymion -Cheiristarches understood very well.

After the first duel of words the old geneticist viewed his opponent with more reservedness and thoughtfulness causing an extended pause to their fiery dialog.

“To refrain from haughtily presenting as a tennis match between Greece and China and invite also our friends Anglo-Saxons in the game, resplendent Hyperion, I think that we started off on the wrong foot, so let us go back to square one and make a fresh start. Phaenarete, bring to our guest a cup of earl grey tea with many selected herbs. Let me clarify at that point that I am neither an advocate of China nor of the Chinese emperors, and I don‘t want by any means to be seen that way. Above all, I am a scientist, I respect the doctrines of science, I seek to prove its theorems and search continuously for new principles and applications”.  

“You have the privilege to be served by a magnificent creature, venerable Didymion, as I can admit without any misunderstanding or suspicion of sexual harassment, now that she is gone”.

“The perfection you see is not haphazard, maestro. Phaenarete is a creation of the late Arete, faithful and genius associate for decades, whose soul may God rest in a bright place of green pasture and refreshment etc. As an individual of your intelligence can easily grasp, alas, we, pioneers of the future are not at all immaculate, unimpeachable or infallible and we should give Christianity a credit for saying that there is no one without sin. Before I draft her abilities in the A.I. program the marvelous Arete performed private experiments and using her own ovules as a genetic pool, she created human beings! To them she granted her own healthy metabolism, her own attractive visage, equivalent to the one of Helen of Troy, as well as her own out-worldish intelligence, and then she sold them as slaves. In this happy and beneficial way, she earned her living, and you, maestro, do not sulk, because as your own Epaminonda said: ‘Toil is no source for shame; idleness is shame’.  Besides, another fundamental critique against the world of mythology and the titans, i.e. our era, is that slavery had not been abolished. Phaenarete is the most excellent product of this parthenogenesis procedure, she is both a hybrid and a chimera having Arete both as parent Nr. 1 and parent Nr. 2. She was created by her mother and was educated as a hetaera, and I bought her as such, at least at the beginning. Of course, afterwards the years passed and since, as people aptly says, ‘my sprout withered’ I use her as a nurse. Don’t judge us, superb Hyperion. It is not possible for all people to have your moral rigor; we are people and always prepare for our next mistake and our next better failure. As the muse of poetry says, to err is human, that is why we are errors and create humans, ha, ha. But let us stop this reinvigorating conversation, because -behold – Phaenarete is coming with the tea; and mind you, there are some disagreeable annoying readers, who have no other job than counting the hours and the minutes of our story’s episodes and stasima or chorus odes, trying to bring to attention the contradictions of the author and his errors in the measurement of theatrical time and the scenic time-outs, for example that the preparation of tea cannot last so long.  

  Hyperion noted Phaenarete in his book as the thirteenth suspect of the crime, asking himself why hadn’t the A.I. mentioned her. He scoffed spitefully at himself thinking that he, a sworn enemy of the biotechnological organisms, caught himself believing in their infallibleness and integrity. Perhaps, sometimes the fault of seeing the trees and not the wood was an asset.

          “With your permission, let us proceed to another level of discussion, erudite Didymion. Talk to me freely for yourself and whether you really believe that I am wasting your time, because I don’t possess a telepathic implant to enable us eye-contact communication”.

“The opportunity to guide someone to an enlightened understanding is never waste of time for me”, answered Didymion after providing himself a breathing space, recovering immediately his arrogance by even the slightest retreat of the other belying before the rooster crows his earlier declaration that he is not a Thibetan guru. “A common essence of Greek and Chinese philosophy is that life is a constant itinerary to truth and illumination; know thyself means know the world. Some people take steps towards spiritual maturity, while others stay behind”.

It crossed the mind of Hyperion that Didymion with his second sentence distorted already Greek philosophy, but he remained silent, because now he implemented a tactic that would lure the beast to come out of his den.

“It is true that I was reared on the base of Buddhistic philosophy. Given my early departure and migration to the world of the titans, I don’t know if I have kept in my life the relentless doctrines of Patimokkha, which is the basket of discipline, I would say that I rather deviated in that regard. As you can easily ascertain, philosophizing Hyperion, and as I, myself, reluctantly confess, arrogance is my greatest fault and failure. Nevertheless, from the time that I dedicated myself to science, I identified with it and have no ethical dilemmas anymore. Why? Simply because from the moment that a scientific inference sees the light of day and publicity, it cannot be revoked anymore or swept under the carpet, but its repercussions either positive or negative unfold up to their last consequence. In that respect, the ethical dimension eclipses and vanishes, because the scientists who find the truth are not the ones who forward its applications, but the latter falls within the competence of the politicians”.  

“So, you created New Arcadia, which is your great amoralistic masterpiece”.

“Yes, New Arcadia is amoralistic in the sense that she doesn’t need morality, because she is based on sincerity, lucidness, clarity, transparence and instant deliberation. At the same time, she performs parallel registration and elaboration of the participants’ thoughts creating an all- encompassing work net of vast dimensions.  There is a united personality, but it consists of many semiautonomous subroutines. Her consciousness, fully homogenized, is like a hologram and even if it is divided into pieces, every piece contains a full pattern and copy of the whole. Her signal is broadcast horizontally and parallelly narrowing to vertical perpendicular endings. She can conduct and watch infinite conversations at the same time, and the reminiscence of each one is channeled and divulged to all substrate, available to all net members to invoke or refer to. When someone talks to New Arcadia, one follows the opposite course, sends a brain signal from the perpendicular to the subroutine, which traverses the floor horizontally.”

“Now, you have made a journalist out of me who interviews you. Where did the idea of telepathic connection originate from?”

“From a combination of scientific knowledge. The spiritual values of Buddhism suggested to me whisperingly that life in all its manifestations enjoys a full harmony, which is strangely based on a disharmony, impossible to overview or to summarize. I was particularly enchanted by the non- linearity, non – symmetry and non- rationality of the subatomic particles’ connections -conjunctions, which is the specialty of your Ionian philosophers. I studied to the molecular level ‘reflection, mirage and the idol” (today, we would call it juxtaposition) of the atom, according to the paradigm of Leucippus and Democritus. Yet, idolizing is not the only relationship of the individuals among them, there is also the entanglement of quanta, although I would prefer the ancient Greek ‘yoke together’ originating from Zeus, connecting miscellaneous atoms and shapes and various souls between them into broader psychical molecules or hypostatic souls. That is where the telepathic connection is based on”.

“But does not this hard-core science with its impenetrable for the laymen carapace contradict your Buddhistic beliefs?”

“I don’t think that I am unfaithful regarding my Buddhistic origins, since I have not denied the basic teachings of Buddha, I just search for another road, another Tao, which will lead me to the   cosmic order, the Dahrma. And, please, maitre, do not try to etymologize it from Greek drama or whatever, I’ve had enough of the blown-up self-conceit and the solipsism of Greeks, who think that they have exclusive rights on all sorts of elements, roots and rhizomes. So, we agree, Greeks and Chinese, that the world is one and needs not to be divided into material and spiritual. Spirit are the thoughts, which can be considered both material and spiritual connecting with each other through the synthetic logos of the soul. Let us be content with a simple definition of the soul as a consciousness produced by a reaction of long duration to stimuli, the doctrines of the poor underestimated parents, the learning of languages, the mimes of behavior and the models of education”.

“How do you connect, teacher, the spirit and the soul with the biotechnological machine? I admit that New Arcadia has some sort of consciousness, since it can distinguish itself from the environment, but it does not possess individual soul and collective spirit, because those presuppose self-awareness, i.e. connection to the infinity of space and time, being realized when both are included in one and only moment”.

“All this concerns the theory of Aristotle, referring to the existing universe and the enlist of (wo-)man into this. On the other hand, I, as a rebel Cheiristarches, am turning things upside-down   substituting the perfect- best end (‘ariston telos’) by humble- worst beginnings (‘cheiriste arche’). I am starting from the undervalued material seed, which becomes an autonomous biotechnological organism, separated from the existing universe. The thoughts circulating in the organism are the spirit, in which the bio-inherent people participate, are her/his spirit, while her/his soul doesn’t need to be immortal, i.e. extend to all eternity, but can simply last for an eon, which is a huge time period, because such is the life expectancy of these space colossuses. Beyond their unnatural longevity, regarding which they are superior to the common mortals, they have nothing to envy from them either concerning the subjective ego or the experience, because they possess their own personal sensorium allowing them to constitute the former and their own external body to feel the latter. Thus, on a level of biotechnology, where the A.I. has also at her disposal body and senses, the specific difference to a human is neither the subjective ego nor the experience.”

Hyperion could not restrain himself anymore: “Bio- technologist, you are trying to eliminate the difference between mankind and A.I., whereas, as you said, to ensure the latter a not disputable domain you ended up creating an immured enclosed universe. Paraphrasing an old movie constating as the difference between man and ant that a man is a man and an ant is an ant, one could claim the same for the difference between mankind and A.I.”

Didymion viewed his opponent with a glassy glimpse.

“A smart aleck’s wisecracks unworthy of a philosopher and a lecturer. Anyway, I am not going to square the circle with you, craftsman. Besides, I am specialist in telepathic connection, not in A.I. per se, that was rather the jurisdiction of Arete. The deceased developed the seed and sold it for a shameless price to the ‘Exploitation Company of the Mega Planet – nowadays Zeus’, while I sold them the telepathic connection of the spore to the inhabitants of its pericarp, when it grew up and turned into a fruit. I have many interesting things to tell you about the inconceivable possibilities of the biotechnological colossuses, but if you insist on your childish epistemological perplexities about the difference between (wo-)man and machine, what can I say, I wish that Arete were present to solve them. And since you came here under the double property of both philosopher- inquirer on the one hand and the interrogator on the other hand, maybe it is a good idea to appeal also to New Arcadia to express herself about the different constructive and technical competence between me and the deceased…”

The voice of New Arcadia was heard so suddenly that the blood of Hyperion froze instantly in his veins, as if it were an overheated motor-drive without coolant”.

“Arete constructed my physical appearance, while Didymion my spiritual morph. I love them both.”

“Arcadia, you scared the bejesus out of me”, the veteran of Titanomachy whispered. Trying to elude what the Zakynthians call ‘scorso’, he pondered on going to the offensive. “But are you able to love?”

“Any creature can love”, Didymion hurried as a good teacher to extricate his apprentice from the rough spot. “And only who can love, may await a requital”. This is the other principle of Buddhism, you, self-blown Greek, who think that Greeks have said all. The basic principle of Dana. Dana is a sort of self-sacrifice allowing the individual to foresee and pre-estimate the needs of the other. So, the universal state of reflected calmness and concentration of the subject is accomplished throughout the endless cycles of Samsara, the eternal reiteration”.

“Brilliant technocrat, I didn’t come here to attend a Buddhist seminar. The Greek philosophers, using another terminology, can exceed all these by far. I want you to talk to me about your cooperation with the late Arete of Cyrene”.

“I worked together with her for many years, perhaps my best years. She was a most capable formidable geneticist, truly un-ri-val-led! Original ideas, inexhaustible energy, unwavered, steadfast resolve with a viewfinder that never lost target and a gunsight that never lost aim. Due to the difference of our cultural background, we did not get along very well, but we accomplished a lot of important deeds together, for which I will be eternally proud”.

“Had she confided to you at any point her personal feelings?”

“I already said that our relationship was professional. Near the end, of course, after the cirrhosis was known, I was a little sorry for her and I told her comforting consoling words, well-aimed and clever, I think. I will tell you later during the flow of our discussion what I mean. As I looked at her from the view-angle of a Buddhist, she was a classic case of what we call ‘karma’, i.e. the principle that the actions of the previous life define the next one, both in the present and in the future”.    

“So, you are telling me that according to your opinion she was worth to be murdered”.

“Please, Interrogator, do not put things in my mouth that I have never said. The law of Karma is not some despicable perversion of primitive peoples. It is simple acceptance that our deeds determine and predesign our future. The definition nearest to your perception would be that a (wo)man is responsible for molding her/his destiny and in this sense the past defines one’s future”.

“Your perception is principally sound, but very simplistic. Indeed, except our own will that shapes reality there is also the volition of things, fate, that does not depend on us. Watch, if you like, Trachiniae, Philoctetes, the trilogy of Oresteia, the Thebaic circle, the circle of Atreides, the circle of Labdacidae”.  

“Craftsman, you are a piece of work! When you talk to the Orientals about fate, it is like selling ice to the Eskimos or trying to kid a kidder. It goes without saying that we believe in fate. Karma is included in fate and can be visualized both esoterically as a will producing consequences as well as externally as cause and effect relating to the material world. You though, since you give more weight to scientific distinction and specific difference, you will realize that in the future you are going to set aside and neglect the one pylon, namely volition of the things, in favor of the other, the will of the people”.

Hyperion began to feel headache through all this.  

“Anyway, whatever, can you think of someone who would like to hurt her?”

“What can I say?” A woman so inventive and versatile, who occupied herself with trade and enterprises before she joins the program, is likely to have also made some enemies. Maybe there was an intrigue plotted by antagonists who wished for the station’s administration and the exploitation company of Zeus- Jupiter to adopt their own version and plan concerning A.I. But that would lead you, greatest titan, to suspects outside the station, which would regress your mission targets to infinitum. I am willing to send you a list of antagonists, but then you should investigate the relation of each one of them to one or more of the 1500 physiological people residing in the station, who could play the role of the executive arm. Then, you would only be left with the task to find out in what way the perpetrator managed to project him/herself to the apartment of Arete and in what way she/he materialized her/himself to smash her head.”

At that moment, Hyperion thought simultaneously two things. First, that Didymion chose not to mention among the suspects his nurse Phaenarete, although she had a motive considering that Arete genetically created her and trained her as whore, so it would be logical for her to seek revenge on her female Pygmalion as a new Galatea, carved from ivory and alabaster. It was of course understandable for Didymion to want to disperse the suspicion burdening his favorite lady, if one considered that Phaenarete was his slave in a status of employment and dependent labor force and that he needed her for his survival. Secondly, Hyperion thought that he, himself, was in deep trouble. For the first time, he pondered that maybe the case was too demanding for him, perhaps above his pay grade. The suspects were myriads let alone the method of execution was a mystery per se. Should he deposit his weapon and badge and let Philogene bell the cat, who was also an elected archon of the village? But what a shame it would be for the shining Hyperion to leave the station with his head between his legs! What would the divine Prometheus say who trusted his reason so blindly?

 “Respectable elder, please pardon me for being rude in view of the circumstances’ cruciality and allow me to be blunt to the degree of impoliteness. Are you member of Icaromenippus? And if you are not, do you approve of its purposes?”

Here, Phaenarete intervened unexpectedly showing that she is not a stuntwoman or a marionette, but that she had hypostasis and moxy: “Mr. Honorary officer of Starfleet, Mr. special mandate and dignitary of New Arcadia”, she said with the well-known abuse of predicates typical for the era, “pease, clarify at last if you have come here for a ceremonial visit or for inquiry. If the former is the case, you are exploiting the master’s hospitality, if the latter is valid, you should present an arrest warrant or if is a preliminary examination allow us at minimum to hire and assign a logograph to reply to you”.

Perhaps, she thought that she had uttered some shrewdness, but in fact, as you can all understand, she didn’t help her master with these awkward efforts to protect him.

“Please, Phaenarete, pull yourself together. The worthy Hyperion has been assigned to solve a murder case. It is our duty to assist him in any way possible, honoring at the same time the memory of our beloved Arete. My answer is, curious and inquisitive Hyperion, that I do not participate actively in Icaromenippus. Besides, years have begun to take the better of me, my back aches, my waist is in pain and gets every day heavier. I won’t hide from you that I also suffer from thrombosis and when I get up from the armchair, it is as if the mob has cemented my feet and catapulted me into the bottom of a harbor. Despite all this, I must rise and perform regular exercises under the surveillance of my cherished Phaenarete. Anyway, to make a long story short, I prefer to deal with the mental state of my fabrications, who are still ‘children’, as the priests of Hammon very concisely describe you, Greeks. As you may understand, the fans of Icaromenippus are trying in every way to draft me or at least use my name in their campaign, thinking not unjustly that this will add prestige to their struggle. Generally, I am not opposed to the aims of Icaromenippus (or Above-the- Clouds, ha, ha, not even themselves know why they have chosen the particulate name), since independence was always a noble cause, and when the others hesitate to reach the stars, one should go for oneself, but I prefer to devote myself to an essential task, where I can really offer something, not to become some superfluous symbol in fights that can also flourish without my contribution, so, I say ‘start the revolution without me’. The struggle of Icaromenippus unfolds on a very materialistic level for my taste, on the level what belongs to whom and who possesses the pertinent right or demand. Please, do not misunderstand what I am saying, I do not underestimate at all either economy or the ideologies of self- determination, I simply examine these requests in the frame of a broader perspective. If one envisages facts nakedly without the distortive lens of the many zeros, inscribed on banknotes and all kinds of accounts, one will see that in fact the inhabitants of New Arcadia already control both their habitat as well as the industrial installations around Zeus- Jupiter. Anything else is but miser logistics and bureaucracy and yet the revolutionaries of Icaromenippus have chosen to fight on this battlefield and their war is conducted within the offices of command. Only the fools are interested in property as a metaphysical concept, while the wise guys are focusing their attention on the possibilities of use and fruition as well as the social importance of property for the whole society”.

“It is true”, Hyperion took the floor, “that one has rarely the opportunity to discuss with a living legend such as you, and perhaps I should set aside my ego and give some thought to what you say.   So, who are the important issues which need further investigation according to your opinion? To use the same cynical language as you, I cannot understand what the use and the importance of A.I. program is beyond financial benefits. You just add besides the billions of existing people some biotechnological colossuses, which ensure certain addressees an abundant luxury of living. At most-most, you, biotechnologists, will achieve that they develop an intelligence equal to (wo-)man. So what? ‘The mountain was having birth- pains and gave birth to a mouse’. Nothing new is added to the knowledge, especially to the emotional intelligence. Let alone that, since these colossuses are in fact huge giants and Ecatoncheires, possessing power of subjugating people, you, the luminaries, who released the jinn from its lamp, are tasked to find a way of stopping your dangerous creations”.

“All this notwithstanding, eminent Hyperion, I will prove you that A.I. concerns you, not only because it is very useful for performing complicated calculations in zero time, but also on a higher existential level. In short, I offer you, I offer to all of you the certainty of afterlife, when this wretched carcass, which is made of the cheapest and shittiest construction materials finally wavers.    This meat of bad quality, chopped, mixed and stinky, put on the pair of scales to deceive the client, from which we are constructed, deserts us exactly when we need it most, it is a coppery damaged utensil, a brittle tyle, so soft, so weak, so pathetic and lamentable. How many times we, elders, do not contemplate nostalgically our robust but thoughtless youth and reckon, now that the sea has become yoghurt, we lack spoons. Which means: now that we have become wise and have a lucid perception of reality, we can’t   move our meaty extremities anymore. Everything we have learnt and worry about transferring to the next generation, so that they may avoid the same mistakes, will be certainly get lost after our deaths like tears in the rain. Death is omnipresent, ubiquitous and all pervading, and spare us the comforting words, which you titans whisper to the ill until their soul parts from them, i.e. that death is a companion, who goes with us on the journey and reminds us to cherish every moment, because it may never come again etc., etc.  The dismal perspective chases us all the way, stalks us at our heels, condemns us to a miserable scary life, full of hesitations that obstruct us from taking off. It captures and imprisons our souls, makes us small, petty, insignificant with a fleeting passing glory. We die lulling ourselves that we did things and knew people, but after a few days not even the doorman of our apartment building remembers us, if I am to paraphrase the phrase of someone. Well, I, yours truly, devoted myself to free humanity from the scourge of mortality. New Arcadia, you, unsuspected dignitary, has the possibility to constitute the new receptacle of our soul after our biological end. Then, our thoughts, hopes and dreams can be transferred to the biological substrate of a very bigger organism with much longer life- expectancy. Please, try to comprehend, excellence. The epoch of the gods and the pagan religion has passed without return. Now we can become practically immortal without any need for faith and worship crutch-.

-In this kingdom of heaven, which I evangelize, you too can participate, o mighty but in front of the death’s sting impotent titan. When after give-or take forty years, which is your life-expectancy according to the insurance companies, comes the time of the grave, we will be more than happy to welcome you in our community, where you will enjoy the supreme gift of living at least ten thousand years more. It’s not bad, isn’t it? For the cohesion of the all-encompassing organism ensures the cohesion of the included one’s scattered thoughts, which can survive to all eternity only under the connective reason of a wide-spreading, all-encompassing existence as a restored remainder”.

“Me? You are inviting me to a posthumous party within the cylinders and the meanders of New Arcadia? I have not even a telepathic chip”.

“Come on now, you can remedy this anytime. Listen, Trismegistus Hermes or rather Hyperion, stand and think what I am capable and willing of offering you. Not only to you, but also to your electronically uploaded wife as well as to your holographic children. Fancy the joy of Eos and Selene, when they find out that they will live permanently in an enhanced electronic environment, without risking someone pulling the plug on them. Well, I am not referring to the wife, since, as you have told me, she feels already citizen of New Arcadia. With the miraculous implant and the gene of telepathic connection, which I evangelize, all, your wife, Eurybia, Leto, even the divine Prometheus will be in position to transfer their memories and their neurological network into New Arcadia. We have ample space of storage for a million willing people. And don’t think that the society and joined venture of paradise contradict individual identity, which is preserved, multiplied into the ninth power at that. Yonder, on the highest level we will continue approaching Nirvana, something richer, more mysterious and unifying than your own frugal sober ataraxy. The upload to New Arcadia is my Dana, my disinterested and selfless present, a gift of me and the unforgettable deceased Arete addressed to all humans. I am not exempting no one, gods of Olympus and Christian- Moslem God: ‘Let the faithful come to me and do not forbid them. Come to me all of you who are weary and burdened, and I will give you rest. Take my yoke upon you and learn from me; for I am gentle and humble in heart, and you will find rest for your souls. For my yoke is easy and my burden is light’. But even if you don’t want to follow me, rest assured that I won’t lose any sleep over it. Everything is made on a voluntary basis and with respect to the titanic principles of autonomy and free will”.

It is true that Hyperion was a bit startled by the proposition.

“I am impressed that you have addressed this proposition to me, teacher. I don’t know how to enlist it, handle or manage it …I had more short-termed issues in my mind …”

“ha, ha, me titanic friend or friendly titan, we must finally decide if we will talk between us officially or unofficially. I know that the way of the titans is more immediate, but we, Asians, are more ceremonial. In any case, it is important that you remain calm and not to get anxious. And you will see that there would be an era when the answer in every question would be ‘do not get anxious’. At that holy moment, I am providing to your evanescent spark, emerging through the friction of a haywire firestone, with a chance for eternal illumination. Do not worry, death is always an option and who knows? Perhaps if you cross the limit, you will experience the flight of an immortal soul or the overtaxing birth-pains of a new, aimless or even evolutionary reincarnation. As a practical man, you may consider New Arcadia as an insurance policy against the eventuality that death can be definite and irrevocable. If you grow scared by the creeping end, you have the possibility to choose even in the last ultimate moment the continuation of your existence within the bearer of New Arcadia. And if you get bored by the prolongation of the hypostasis, you have always the possibility to tell me to let you die and your wish will be instantly fulfilled through a clean method and without any pain. You have a margin of forty years to decide, as long as your life expectancy lasts”.  

“Enlightened expert, I am thinking loudly. The gift that you are offering me is disproportionate and devastatingly attractive for each one’s measures. Not only, we don’t possess the appropriate nature to live such a thing, but we also don’t have the mind to elaborate and perceive it to all its extent. Even Socrates would be seduced and tempted by the scope of the proposal. Till now, the only prolongation and extension into time beyond the bow of life is reproduction, imposed on us by our biological categorical imperative.  How can we resist, how can our egoistic gene resist the perspective of existing indefinitely? Your soteriological doctrine is tangible, touchable, somatic and as such it entails enormous epistemological consequences, but in the final analysis who gives a damn about them in our utilitarian era; it is serious that it mainly inserts into the receptive susceptible ground of the new generations the world-historical mentality that death is not definitive. How will this new worldview affect the new generation? Will it cause monstrous arrogance or cynical indifference? Will the murder that we are now investigating be still a crime under the light of these developments?

      – You provide us with a forty years’ margin to decide, what a treacherous, sneaky, devious, intrusive but also redeeming, liberating thought, that is the existence of this outrageous possibility, even if one is lying on the deathbed as an ulterior therapeutic medicine before the last breath, where even a reluctant consensus of the sort “twist my rubber arm” is enough for someone to acquire the whole eternity, during which he will wonder if one did the right thing having chosen it! Who could withdraw or disengage himself from the contemplation about one’s role and position in the current universe, when this curious escape route from the Damocles’ death sword is available and pending during one’s whole life? All will become necessarily philosophers or rather -let us admit it- turn to the opposite, adopting as an easy solution, according to Occam’s most forged sharpest razor, the intrusion and the refuge into an enchanting metahuman collective, becoming the most vulgar and hedonistic materialists. Surely, Didymion- Cheiristarches, when you spread your proposition, you will have already changed the world.   Either we will be encouraged to abandon our materialistic mentality and embrace a higher spiritual sphere or on the contrary enter a time of infinite decay without boundaries or visible end. And don’t forget that your proposition is addressed to a privileged elite, who have the faculty and the opportunity of living in a planetary tax heaven. Woe betide the billions who are crowded in Earth or are tormented with swollen bunions spitting blood in the developmental planets. There is no deliverance for them, only envy and death. And I would like also to point out spontaneously something else. Your proposal constitutes the absolute bribery, the ideal justification to stop searching – what is the importance of one lousy murder in front of the general immortality’s specter? – and be consumed in the autistic question of the existence continuation of me and my family. Yes, you ‘ve made me lose pace and stagger, damn you, mellifluous   spoony, unduly sentimental, wishy-washy Eastman, but be aware that if a titan loses her/his orientation, task or purpose, then neither death nor immortality is of interest to her/him. For meaning is superior to life or survival or rather holds them together. Or to use another related expression, survival at every cost is not important, life is. So, say what you like, Didymion, extract from your match folder all your phantasmagorical promises that your sick intellect can imagine or even worse fulfill and sell freely and shamelessly your deceiving trinkets to the indigenous; the only thing I care about is that within this polished shining splendorous firmament of your oligarchy a murder was committed, I am interested in murder!”

7. CHAPTER ETA (H = AE) AERA (CHAFF)

Commander Eurybia’s log, assigned with a special magistrate task – continuation of the Cyrenean Arete’s murder deliberation

Given that α) in the world of the titans, as the reader ought to remember, the goods were not transferred or purchased, because they were common to all, but only the management of the productive components and dynamic fortunes changed hands, β) that the continuators of the biotechnological intelligence’s program were, except the deceased Arete, Didymion and Percnopterygus, γ) that after diligent and meticulous investigation it was proven that Arete had passed the administration of the program to the latter, as it was expected after all, δ) that master Hyperion has conducted in the previous chapter a very thorough and detailed inquiry of the suspect Didymion, it was assigned to me to deal with the suspect Percnopterygus, who was henceforth the other entrusted operator of the program together with Didymion. I remind both me and the negligent impetuous facetious light-minded readers that Percnopterygus was beyond the murder one of the main suspects of participation in Icaromenippus. As I approached the office of him, I couldn’t help thinking that for the first time in my career I wasn’t being watched by the benevolent and honest Theia of Venovinda, the meek A.I. of the ship, the gentle and discreet synthetist of the service, but by a gloomier and infinitely complicated dismal shadow deriving from dark gates, about which we knew very little, a brain full of helices, expanded to many cubic kilometers, without having the slightest idea, if it saw us like bugs, pestilent insects or parasites or even worse as  indifferent things, available to use and abuse. I think that a healthy paranoia would be a formidable strategy of survival under these circumstances.

Of course, nobody will be surprised by the spread but also easily inferred piece of information that Percnopterygus had made for himself a petty business for the exploitation of the biotechnological organisms’ seed, considering that on their basis whole worlds could be created, satellites or even small planets. The guy traded the profitable product of his geodesy, not only to the nearest but also the farthest planets as galactic borders and even beyond up to Andromeda or Magellanic Clouds, which in the titan dialect were called otherwise, but it doesn’t really matter. He was corrupted up to the bone marrow having a left ideology and a right pocket, being one of those who propagate the left political wing as an optimal choice into Tartaros and even lower, into fields and regions below zero, where from it can never rehabilitate and return to the surface.

So, he rose as an experienced politician from his office and greeted me with a hand- kiss, an obese heavy fifty -year- old man with a shaggy bushy beard, untamed, almost impossible to brush, comb, barber or trim, irregular, rough and zig-zagged like a feathered wing, hence his name. His kiss was too warm, too plumbing and wet and left a trace of saliva on my hand, which is the worst thing that could happen to me. It was the moment I decided that I didn’t like him at all. He conveyed the impression of intimacy, congeniality and cordiality, which was revoked by the convulsions of his mimic muscles and the related folds on his eyes’ sides, being frozen and marbled in a permanent smile, horrible like the grimace of a king’s buffoon who appears to be laughing, but in fact has unstitched cheeks.

“My fascinating lady, I assure you that the Starfleet uniform bestows even more splendor to you. Since I was very little, I could not resist women in uniforms; in any case, I can spare a few minutes for a veteran of Titanomachy, especially if she happens to possess your own bodyline and elegance”. This compliment was so ambiguous, incongruous and self- cancelling, so provisionally composed of stones, bricks and tyles thrown and pelted together that I decided to include him into the narrow circle of the murder suspects.               

 “A few minutes may not be enough, Mr. Percnopterygus, since, as you know, a murder was committed, and no matter how we are in a hurry to arrest the culprit, we foresee and predict that the interrogation is bound to be lengthy and lasting”.  

“As I have already said, it is always pleasure to assist the intrepid guardians of law and order, whose secured and indisputable position in the public service ensures them a constant and opulent pension”.

“I admit that in our line of work there is a great difference from the business sector, which is your cup of tea. If someone is a capable businessman, one sooner or later knows prosperity and success. On the contrary, in public service one is throughout the years worse for wear, being constantly underestimated and poorly treated. As a result, the only objective left to me during my last one and a half years before pension is to leave the service with the same dignity that I brought along when I joined it”.

“So many years of service, so many heroic deeds during the wars and you are only a commander? How do you explain this, esteemed matron?”

“I had a bad relationship with the queen of Greece, which is the order of precedence according to seniority list. In the original exams I had a stomach ulcer, and I wasn’t placed in a favorable position”.

“Despite your stagnation in the service though, you remained honest and integer through your whole career preserving unspent and energetic your willingness to help from every possible scaffold or breastwork. Well -done, excellent Eurybia. You should be awarded the premium of chrestomathy, morality and diligence and be placed in a museum’s vitrine for the next generation to admire you.”

As long as the interlocutor did not get a severe staggering answer, he became even more audacious.

“An equally rare museum’s exhibit would be an honest businessman. As far as the prize of chrestomathy and diligence is concerned, I have already received it long ago together with the golden Phenix, the oxymoron prize of woman manhood, and the golden raspberry award of being a sucker”.

As statistically is the case in such circumstances, the original mandatory smile retreated, even with difficulty, since the mimic muscles refused to separate from their acquired habits.  

“Acknowledged. As I have said, I can spare a few minutes… even stealthily or clandestinely to serve a Starfleet veteran but on the other hand let me not urge you to overstay our welcome, as the expression goes.”            

“Please, just say to me if you knew Arete of Cyrene and if you have killed her”, I executed an offensive gambit in the chess match.

“As far as the first question is concerned, you know the answer; regarding the second I decline to answer, as it is imbecile”.

“It is known that the production components which Arete used have been bequeathed to you and Didymion now. What are you going to do with these assets, will you endow Icaromenippus with these allowances?”

“Icaromenippus, what a sonorous word! I wonder, what does it mean? I have never heard it before, but it has a ringing sound, invigorating for the ears”. 

“Thick-haired and bearded one, listen to me very carefully. Any murder requires a motive. In the first line of my suspects stand out the two administrators of the program along with Arete, and those are Didymion and you. You are called to manage a huge inheritance, a vast dynamic fortune beyond any evaluation, capable of adding planets in the existing universe. We are talking about the very philosophical stone, the holy grail in the hands of the one possessing the spore of the planets. So, if in this office, you fail to persuade me that you don’t have any intention of helping yourself with the jar of honey spooning it out and then disappearing to virgin developing planets after having snatched the secret of terraforming in combination with the A.I., I predict that you will spend the night in the dungeon searching for coins to phone your lawyers”.  

“That is not going to happen, so don’t bother, you boasting arrogant astro-decorated individual. You know very well that with such horseshit, such manure and pile of junk, such nonsense and bullshit you are not going anywhere. You are just trying to scare me and badger me like a witness in court according to the Anglo- Saxon expression. My logographs, whom you are going to wish that I never call, will light on your ass such a fire and rekindle it at that, that you will get blisters in your precious hind, you, gleaner, hoarder, flycatcher, carper duster, peanut thief”.

“Or so you think, you, miserable, lousy, flea soup eater, alopecia- afflicted sparsely bearded buster. I am disclosing no secret if I tell you that you are suspected of being an accessory to murder. Do you think that you are a legal expert, a legis peritus? I advise you to urge your logographs to scrutinize the laws better, especially the chapter of the security department’s authorities, in the case that some people are considered a threat. You, businessmen, may consider yourself indestructible and bulletproof because of your talers, dollars, talents, drachmas and minas  that you spend, but we, the institutional factors have the ability of wrapping you in a piece of paper, imprison you within documents, like the mice are trapped  in the tomes of a dusty library being crushed by the books, where you will never escape from, no matter how much you will fret and nimble and snack like rodents in the corners of the files and the envelops.“

   Percnopterygus had assumed an unfathomable, undefined expression under the beard, difficult to construe.

“You have messed with my mind…”, he said, silenced, coughed, “Excuse me, teacher”, he said raising the index finger, “may I go to the toilette?”

“I understand that you need a recess”, I said magnanimously.  

The special scientist but common businessman was absent for a while in the interior of his office until the characteristic sound of the toilet flush was heard. He returned frowned and sullen, a condition indicating the high concentration of a wrestler before he applied to his opponent a strong demanding grip.  

“Let us assume”, he said, “that a colony deriving from an oppressive metropolis covets its independence. What means would the titanic law provide to this purpose?”

“Definitely that wouldn’t be the euphemistically called law of conquest and robbery with murder, which is the refuge of all scoundrels and scum of the earth, who have the audacity to invoke it, since violence is supposed to be the ultimate solution. Yet Pericles in ‘Epitaph’ (Funeral Oration) says ‘to be happy means to be free and to be free means to be brave. Therefore, do not take lightly the perils of war’, which means that if the injustice has become overwhelming, the free besieged ought to rise and resist.   Of course, even the war is subjected to the rule of law, forbiddance of genocide, avoiding of extermination from afar through cowardly missiles and bombs catapulted from the high. The evaporation and annihilation through ballistic disintegration machines as if one enters a gas chamber is not war, but slaughter of innocent non-combatants.  All we, the real soldiers, recall with nostalgy the close quarters battles of our ancestors, the duels as touching encounters. Of course, there is also the matter that even if you prevail and manage to confiscate or nationalize some production means, you will be sued by the hitherto owners and you will be condemned to a substantial indemnification – recompensation by the interplanetary courts let  alone that an international warrant of theft will be issued against you.”

“Well, sure all this seems to be a hard path for our hypothetical colony, doesn’t it?, Percnopterygus laughed bitterly. “Fortunately, however, the hypothetical leadership of the colony has a share and some minority rights in the companies that exploit it from a distance. So, there is also the legal way of acquisition or takeover that even the most morally rigorous titans would approve of. And our hypothetical city-state has a lot of money, a whole lot of them, because it trades with intergalactic spores, not only for the cultivation of the earth, but also for the creation of the agrarian soil itself. So much money that no one ever can ignore or compete. Imagine: wherever a businessman estimates that it suits her/him, at the goldilocks around a specific sun, one can germinate a planet! The Exploitation Company of Jupiter, which in fact finances the current administration of the station, will not extract profit at least for the next period. The excavating installations of helium 3 are expensive and decades will pass before they are amortized. We are fully capable of offering large amounts of money here and now to the company, to the directors, to the executives, to the high-rankled, to the low- ranked, to all … If the direct bribe won’t pay off, there is also the indirect way of the courts. We have the means to pay excellent logographs and give oneiric monumental battles, which will be recorded in the history of the judicial chronicles. In the end we will prevail and the legal community will be forced to recognize the rational rearrangement and new distribution of the productive means which we propose. And mind you, all responsible of the program have agreed on this, the venerable Didymion, Arete and I. That said, I take back the last sentences and adopt again the hypothetical speech: If a manager of a foundation has exactly the same purpose with the other managers and with the foundation itself, why should he/she kill the representatives of the same cause? So, no matter if I participate or not in any sort of resistance organization, the mere unity of the foundation’s purpose as a pool of assets is enough to exculpate me from any suspicion”.

“I see. So, the plan of Icaromenippus is peaceful business takeover for those willing to believe it. In such a case and if all the (wo-)men in charge of New Arcadia were so harmonically accordant and in unison about things to be done, then I should erase you from my list”.   

Percnopterygus took again a diabolic malicious ruthless mien.

“If the formulation of some hypothetical thoughts was enough to bring down the whole edifice of your incriminating evidence, that means that you bluffed, when you previously threatened me. I wish you to find the killer of Arete, whom I appreciated as a colleague and partner, but I don’t think that you have the necessary background to achieve it. It seems to me that you are nothing more than a supernatural inflationary oakum and your superior Hyperion just a swollen overfed turkey, an angry Turk, a furious Indian. And don’t be under the impression that you will be the head of station security for much longer, since every day due to your sloppiness and your good-for-nothing attitude you make more enemies”.

   “You pretend to be a smart guy, unpredictable, versatile, fickle negotiator capable of assuming many roles depending on the circumstances. You really believe that through your peaceful revolution you will free yourself from the existing ruling power, which confirms my original impression that you are an imbecile and a fool, Exapterygus. When the overthrowal that you are planning really happens, you bloody idiot, you will find in front of you again the same masters, just like a haberdasher, or a retailer or a small shop salesman who strikes for months against the monopoly of wholesale only to face again the same newspaper agent wearing a different blouse. You can do whatever revolution you like, you naïve withered and wuthered Pterodactylus, I will be always on top, because I am an expert in a platonic sense, I am a technocrat needed by both    the current and the future administration. In all human history there wasn’t, there is not, and there will never be a state without police or law enforcement mechanism, whereas the only debatable issue is legitimation and the source of policing. Therefore, we, the supervisors, will always be here, and you, the supervised, will fidget, kick and convulse like trout and salmons trying to escape you, ragtag ruffler, plucked -feathered, depilated- wing-Pterygium”.   

End of Eurybia’s report

“How can I evaluate your report, Eurybia, if not like a big hole in a basket? assessed Hyperion reading it. “Tell me to what extent we became wiser through your research? You just got into a fight with an important agent of New Arcadia and made a formidable enemy of him. As far as your so-called discovery that Icaromenippus is not a terror organization but just a fund for the acquisition of New Arcadia, that is anyone’s guess as you said yourself. The following questions are always pending like Damocles’ swords α) who else constitute Icaromenippus, since there is no reasonable doubt about Percnopterygus, β) is it possible that the station administration, especially Theano of Thuria supports covertly Icaromenippus, although her regular mission is supposedly to annihilate it and confirm the dominion of Sirius Confederation? γ) what is the exact relationship between the exploitation company of Jupiter and the association of Lemnian Earth production? δ) What all this has to do with Arete’s murder? So, you see my brunette Eurybia that your findings are a fool’s gold or rather unripe grapes as the fox of the Aesopian myth would say”.

He looked at his electronic pad.

“You should take an example from your colleague Leto who used her time creatively and wrote down an index based on the records of New Arcadia’s sensors, where the recent meetings of Arete with significant persons of the station are registered. Leto, please show your tablet to Eurybia”.

“Yes, look here partner, “HO” means home match, i.e. meetings in her home, “AW” means away match, i.e. visits in the place and the home of every time concerned, while “NT” means neutral ground, i.e. that the meetings were conducted in a bar, a restaurant, a pavilion, a dance club etc. Guide for the table’s editing was the geometrical pattern of Euclides regarding the parallel lines being intersected by a perpendicular or diagonal line creating interior, exterior corners and corners on the same side.”

Eurybia, who was enervated due to the scolding by her superior officer, but also angry with Leto who through her steady boot-licking and laying it too thick had reached also the same rank with her, although she was younger, while she herself had stagnated regarding promotions, glanced the board distrustfully and condescendingly  as if looking upon something indifferent or looking down on something inferior to her.  

Arete:                       HO                       AW                              NT

Thuria                       3                         21                               60

Mnesipemon             7                          4                                15

Pyrisporus                7                          5                                 17

Percnopterygus        25                       11                                32                   

Didymion                   0                         36                                 1

Lasthenia                    15                        0                                  125

Perictione                  62                        9                                  125

Themista                     0                          0                                   125

Diotima                       11                        0                                    23

Hipparchia                   16                       0                                      27

Torgos Tracheliotos    21                      0                                     36

Scandalomorus         6                        0                                      15

“Ok, I see it, so, what? Said Eurybia displeased, downcast and depressed”.

“It leads us to various inferences”, answered Leto. “We see for instance who Arete considered inferior or equivalent to her. To those considered inferior, employees, suppliers etc., she didn’t of course go to their home but welcomed them in hers. As equivalent or in any case important she considered those in charge of the A.I. program, the head of the exploitation company of Mega planet and the head of the Lemnian earth polypod. Given that, when we say ‘at home’, we mean inside the house, it is hard to understand why Arete received at her home 15 times the head of security inspector Lasthenia, let alone why she received 62 times Perictione opposite to Themista, whom she obviously underestimated. As far as the 125 times are concerned, when all three members of security seemed to have contact with Arete on the open, they apparently regard the common surveillance of outdoor social events. Of course, they constitute no problem, the questions are posed only regarding the home visits”.

“Yes”, said Hyperion. “We have legitimate suspicions that Perictione was lover of Arete and as such plays a central role in our case and will be meticulously examined by our microscope or else by our magnification lens. People wake up, everything counts in this case. For example, Torgos Tracheliotos seems to be her preferred merchant, since she has met him so many times, whereas she frequented less Diotima, who was rather a simple go-between and mediator between the station and the suppliers. The fifteen contacts concerning Scandalomorus should be apparently placed in the period, when Arete found out about her lethal disease and started going to church”.

“Then, the colleague should write ‘church’”, said Eurybia upset. “I would like also to point out the following: The colleague alleges that she was inspired by the geometrical shape of Euclides with the corners inside, outside and on the same side as we learnt back in school, but she doesn’t implement or respect this scheme to its full extent, because it includes also the alternate angles. That means that it is not enough to indicate that Arete met all the others somewhere on neutral ground, but she should clarify in detail where exactly the meetings took place, in a restaurant, where consequently the discussion would be more thorough, in a bar, where the encounter could also be random considering the small area of the station, in the gym, in the theater or on the field, where it bears no significance at all, but mostly and mainly she should inform us if Arete specifically met the traders and the suppliers  inside or outside the station, whereby I refer to the anchored moored ships, which also are registered and supervised completely by the sensors”.

“My friend Eurybia, brother-in-arms in Titanomachy and elsewhere, let us not compete against each other”, answered Hyperion. “What you say is right but let us not disqualify the effort of Leto; on the contrary her table is a very apt starting line for our investigation and can be further ramified in the process. The essential, primal and archetypical in a deliberation is food faith and harmonic cooperation and I am sure that all other matters can be worked out! On the contrary, discord and adoption of individual strategies guarantee that everything will go south, to kingdom’s come and beyond. We stay united, all for one and one for all, and this unity among the infinite diversions is more valuable than the most genius intellect”.

  • CHAPTER THETA: (Θ= TH) THURIA

Hyperion was determined to see the interrogation of Theano of Thuria as a sort of initiation to what one called aristocracy in the past and nowadays is called elite, i.e. the oligarchy -feudalism of some people, who, even before one is aware of one’s existence   and one’s strength, but also after one acquires some elementary self-confidence, one ascertains consternate and surprised, astonished and dumfounded that they already occupy the whole universe, that they always occupied it excluding the various aspirants from any possibility of ascent, sawing any branch and smashing any step, where they could climb. Hyperion missed once in his extremely disciplined and ascetic life finding the opportunity to smoke a cigar, to eat a free exclusive delicatessen meal, to drink a quality exceptional drink, to dance a circular dance. Didn’t the veteran of the Titanic wars, who had offered so much to the ungrateful, globalized humanity, deserve to enjoy some luxury before dying?

Yes, he would enjoy today’s interrogation. Who said that the Atlantes do not have fun? Behind the frigid mask of the relentless scientist with the elevated pointy ears hid someone who had both feelings and the capability to experience them. Since on the present day he was bound to accept the confessions of New Arcadia’s governor and unlock her secrets, he decided to proceed discreetly and lightly giving to his questions the gestalt of an interview, just the one that a journalist or an anchorman takes from a celebrity. As best practice, he agreed to wait for her outside her office by the end of her working hours and to escort her home. Besides, he had the necessary professional and social status plus prestige to dare something like that.     

They took the fast tube- train together (as we say ‘test-tube baby’) to go to the suburbs of New Arcadia, a transition that would eventually give the opportunity to the governor to boast and brag about the impeccable public transport of the space station. Doring the trip, Theano of Thuria spoke strictly with serenity and authority, a voice full of metal and steel, confirming that she was a leader.

“My apartment is the quietest place of New Arcadia. There, we can talk quietly without anyone bothering us. Or interrupting us”, she added meaningfully. “If you heard me and put an implant, we would communicate automatically and from long distance, but you are very traditional and conservative, what can I do? It doesn’t matter though, the communication in person has its own merit, when it doesn’t exceed the appropriate measure and is invigorating.”

     So, they took the train of the line which served all the common mortals of the colony. “Mortals” euphemistically, if one recalls what Didymion revealed and promised. The tube- trains were a mechanical system just like the elevators of the skyscrapers or the turbo-lifts of the space- ships. The miraculous biotechnologists entertained the idea that the elevators should be also plant- and organic beings, but it seems that due to some technical difficulty that wasn’t feasible, maybe because it is incompatible to include or harmonize within a central A.I. other partial consciousnesses, without them ending up overlapping each other or developing a positive or a negative conflict of powers and jurisdiction. In any case, the tube-trains composed a particulate net of semi-cylinders within the central cylinder and connected through metro -lines all the sectors and inner points of the habitat. The trains were fast and frequent, i.e. the minister of New Arcadia’s public transport did not risk brushoff, dismissal, expulsion or “voluntary” resignation.

The whole system was ruled by its own personality which had of course very evolved tele-command facilities in the particulate stations, better called “stops”, so that we do not confuse them with the surrounding space station.  Theano of Thuria and Hyperion sat in the front railroad car, from where they could see that there was no pilot in the cockpit. The tube-train was set gently and noiselessly in motion, as one would expect from a high-tech motor -drive and both passengers began watching the landscape from the window, as time passed by. Hyperion though, who like his bosom friend Prometheus had a weakness or anyhow some sort of awkwardness towards black women, seized the opportunity to cast hidden glances to the legs of the governor under the dainty cobwebbed sarong that she wore occasionally and comfortably.

After some moments of awkward rotation of the eyes to points where they had no business looking in the first place, the car limited its vertiginous speed and stopped at a spacious train stop with neon electroluminescent panels on the roof. Approximately 500 μέτρα from the stop and after corresponding walk on paved paths they neared a rustical brick- built residence, whish instead of an external door had a metallic muscle membrane or contracted- retracted iris, installed there to remind everyone that the impression of the agrarian paradise was deceitful and that our story is placed in a very advanced future or past era.

Internally, the apartment was larger than it looked from the outside and stretched to a narrow and lengthy dimension. A hall paved with beige iridescent marbles contained an elevated moving walkway with virtual white steps cheating stereoscopically the vision, not leading to a higher post, but propagating movement on the same horizontal level. In regular intervals there were semi-circular niches with inserted statues and busts, since, as we implied, the house was supposed to combine old and new elements. A second door led the couple to a luxurious salle, where opposite to white or grey or bright the purple or scarlet dominated, since it was full of scented rosewood or Chinese ivory and ebony. The opposite side of the wall was like a gigantic screen looking at the shore of a big lagune with amphitheatrical rocks, embroidered with bays like fiords, wreathed by ferns and broad tufts, cradled in the air like sprinklers or ventilators. The whole representation caused confusion and loss of balance, as if it was kaleidoscopic and stroboscopic, making you wonder if it was real or whether an external camera filming would focus only on some disillusioning withered and wretched bushes that had nothing to do with the splendor of the impressive inside spectacle. The bottom of the lake itself was visible with semi-sunken rocks and huge, wooded, bushy, decorative coral reefs.

Hyperion was in fact consternate and baffled with the villa’s opulence.

“Your residence is very impressive. I know of course and acknowledge that a governor should enjoy some privileges compatible with her/his position, but this…, this is heaven, a joy and exultation to those who possess it and a scandal, a mote or a beam in the eye for those who know that they will never reach it”.

“Hm, if you consider this a luxury, it seems that you are doing something wrong, enviable captain, new archon of many space-triremes. Perhaps you should change profession, it is never too late for a new career”.    

“I am telling you again, respectable matron, as I have already repeated in your office, that we, military (wo-)men of Starfleet are unrepentantly untouchable; we are not seduced by any enticement suggested by those, who want to divert us from our cause and corrupt us. We have our values which make us torchbearer and we require nothing more. Money, glory and other material retainers have no meaning for us. We do not serve or assert ourselves but the cause. If our customs and institutions survive, if our civilization gets strong, that is for us a suitable compensation. Maybe the legacy of the Olympians, ‘fuck indiscreetly, be fruitful and multiply’, the Ural- Altaic recipe of bearing many children and slaughtering the opponents is effective and successful on the long run, but for us it is enough if after countless and unmemorized centuries an international globalized doctor says to the diachronic patient that he/she suffers from ‘chronic traumatic encephalopathy’ and that this terminology be common to all languages. Because civilization and beauty survive”.

Hyperion contemplated the numerous objects lined- up and exposed everywhere, many works of art, paintings, ornamental objects, masterpieces, artefacts, gracious furniture, any kind of decorative trinkets.

“What a sophisticated decoration. And what a curious thing; the last apartment that I saw before yours, i.e. the one of Arete, the crime scene, was the exact opposite, frugal and concise containing absolutely nothing”.

“Yes, it is a false impression for you physiological to think that we bio-inherent are all one and the same. Every one of us has one’s own character, habits or convictions. Simply, the telepathic link ensures us an instant, unobstructed and frank communication”.

“Frank, this is not exactly accurate. Is it not possible for someone to have special noetic discipline and barricading techniques, through which one can shield her/his thoughts from the others? At least, we, Atlantes, are taught since our childhood to protect and guard our spiritual sphere from scouting or conquering invasions and violations”.  

“Yes, but just imagine, highest Hyperion, what a constant intellectual effort and greatest investment of grey braincells is required for a continuous immuring of the thoughts, since if the shieled is retracted even for one moment, New Arcadia will read immediately the hidden contents”.

“Ok, but all you the prominent good members of the station are people with extraordinary skills, thus with an enhanced capability of shielding your thoughts, therefore, your instant deliberation, which you advertise so shamelessly, anxious to offer to the willing or unwilling humanity, it is a gift that is no gift”.

Thuria crossed her well- shaped legs trying to affect her interrogator with womanly charm.  

“Hm, eh…”, continued the unaffected haughty Hyperion, what is the point of you being bio-inherent, allegedly coordinated, if in the final analysis you can conceal your intentions from the others. Regarding the deceased, you had the most divergent agenda and setting of objectives that one could imagine. You have declared your allegiance towards the Sirius’ Confederation, which you claim to represent, while the deceased had subversive and insurrecting tendencies and wanted to raise her own flag. So, I am asking you directly. Is it possible that at some time your disagreement proved to be very taxing, your final prevailing didn’t seem to rise to the horizon, thus you decided to pick an easier and shorter road disposing of a very dangerous competitor?”

“Come on, archon, is it possible to believe that an elected governor with a previous considerable and carefully designed political career would pursue her goals through murder? Through such logic, all high-ranking ambitious citizens of New Arcadia would be considered as suspects from the motive’s point of view; in the same line of thought, the more illustrious and prominent they were, the broader margins for criminal activity they would have. Beyond that, the way in which the crime was conducted is the greatest mystery by far. The reception and holographic materialization of the culprit could be done only on the victim’s part. This means α) that the victim knew and trusted the perpetrator, β) that she approved of the materialization for some reason γ) consequently, that she was in a hurry or perhaps wanted to keep the encounter secret. As far as I am concerned, he had the opportunity to meet me everywhere, in all parts of the station, she had visited me here at home, but I too had announced myself on her own, and our relationship was transparent, as the contact between two leading personalities of the station should be. I oversaw the station’s proper operation, and she was the designer of the biological spore from which New Arcadia sprouted in space. Our discussions were limited to the subject- matters of our corresponding jurisdictions, for instance fueling the biological substrate of the personality through asteroids or other space rocks for nourishment and digestion, problems reported by the denizens regarding the use of the polypod etc. Everything was brought into light; no confidentiality was needed”.

“I often think that the presentation of the murder as crushing the head with an obtuse object is only an art direction to the sole purpose of rendering it entirely unexplained, so that through the process of elimination the possible perpetrators are exculpated or not even approached. E.g., a retardant slow -acting poison could have been administered to her either during some private visit or public appearance and the result was later hushed up by the smashing of the head or perhaps the fatal materialization originated exactly from the effect of a previously administered having paralyzed her wits”.

“O, what a fruitful imagination, what a fascinating dream and daydreaming is that, magnificent Oneiros?

“Cut the crap, I am right. Can I check if the sensors of the surrounding personality have scanned somewhere a poisonous substance?”

“This is very unlikely, especially after the passage of time, because the pertinent data were probably not held back by the station’s memory. Only if New Arcadia deliberately searched for toxic substances could this information be maintained. You know, the nature of the polypod is such that if someone touches or presses the wall twice, a notch or a cavity is produced, where all household garbage is absorbed, leftovers of food, unwashed dishes and other utensils, stained clothes, broken TV’ sets or else useless and secondhand items.  These are sucked and assimilated immediately by the polypod and replaced on demand by the replicator console, existing in every house. We are talking now about the last and unsurpassable word in the subject if garbage’s ultimate waste dump”. 

“Don’t you see what you are doing, governor? You extinguish all traces and imprints leading them up to primitive creative chaos. In this way you erase human civilization, because you equalize and steamroll any kind of molding or formation. You detest shape and you enlist all in indifferent undifferentiated mass. How can you ask me to elucidate a crime, when all evidence is systematically wiped out? Humanity’s history is based on registration and close watching of its own trail. The very word ‘tracking’ presupposes a ‘track’. You react, revoke and cancel regressively what humanity has created with toil, sweat and blood”.

“Mighty dinosaur of the Jurassic period, it is not easy for you to understand the mentality and the bio-inherent condition of existence. We are small gods creating new potent worlds, without being committed even by our own previous choices, we are in constant contact with the great transcendent colossuses, just as the space bio-technological personalities are. We do not need courts, not even administration or clerks, although we hire some of them to prevent the people’s outcry. The omnipresent and all fulfilling personality protects the constitution and the laws of our colony. She is entirely unbribable, untouchable, sober and objective; in whatever ecosystem she assumes leadership and command, she guarantees the most stable social conditions. It is time for the old planets of need and indigence to be preserved in the cupboard of history and be replaced by new intellectual planets, able to anticipate and pre-sense the needs of their population and hurry to satisfy every wish of the colonists -dwellers in advance”.

“If only the prosperity of (wo-)mankind could be ensured simply through the design of an ideal ecosystem with all comforts and amenities. The eternal political issue is who will have access to it. Furthermore, I see that you are in a mood to expand and broadcast your paranoia to the whole known universe. But since you produce colossuses why would you care for the worms? Haven’t you been taught nothing from the vast monstrous states, where until any order reaches from the headquarters to the distant provinces the emperor is already dead, and where, the more the area is increased, the more the value and the autonomy of the citizens is reduced? Or do you think that Greeks introduced small city-states for any other reason than to impart us the knowledge that the solution is every time the middle, the measure and the middle range?”

Thuria recrossed her legs to another direction, lifting simultaneously the Spanish pareo up to an unadvanced point, where the eye should explore if there is a laced underwear or an uncovered, fringy   tufty bush.

“Let us drop this fruitless political debate. You, the titans, want always to keep something for yourselves, while in fact there is nothing left for you.  Please, finally confess that your victory against the Olympians was a Pyrrhus’ one, because ultimately all people adopt their own debauchery and revelry. And in the bottom line, why should we not prefer a free and rich life instead of the boring to the death, yawning titans’ code of honor?”

Thuria continued to lift the Malaysian dress, bent her neck downward to expose the whole chest, while the temperature ascended remarkably.

“Take you as an example, distinguished warlord. What are the spoils of war, you having opposed the cloud-gatherer Zeus? You will answer that you have a wonderful hologram as a spouse, which is endued with an ultramodern parallel data processing; if you cut her to pieces, decades or even thousands of small Theias will arise, where any of them, as microscopic as she might be, will consolidate all properties of the original according to the principle of absolute homogenization. Lucky dude! Perhaps that is the reason for your denial to install an implant. Why should you communicate with a subroutine under your feet, feel a horizontal substrate vibrating underneath, when you can possess a whole big hologram, capable of lulling you or being so little that it can fit inside your palm?”

She lowered the decollete until the tits became visible, she lifted the leg’s covering until the thigh appeared and even higher, while the governor continued her pleading irritating monolog.  

  “On the other hand, I am not the proper teacher to instruct you about lost pleasures. My office as a dignitary doesn’t allow me to feel intimate with a resident of the station, since all personnel are my subordinates and I don’t want to mix business with pleasure. Let alone that if you are bio-inherent with someone, the communication is established on a spiritual level and the body contact is neglected … But you are an exotic one, a physiological one, you are coming from very far and are going far, you are a knight of Starfleet with a shining armor… And yes, I know that Didymion suggested you the implant, but there are other ways, more conventional and traditional, to approach and penetrate New Arcadia… Instead of accepting the implant, you can plant … instead of living in an oversized spore, just as New Arcadia is, you can sow … And yes, I will not lie to you, I want a child strong like the titans …. Within such an evolved technological environment and yet I don’t take any anticontraception pill, no prevention … in that bio-inherent environment everybody talks and talks about cultivation of the mind… but cultivation has more literal meaning and I want, Hyperion, that you cultivate me… the Lemnian earth is a very hard, rough and rude skin for you … that’s why I offer you as alternative much glossy, smooth, soft meat … appropriate for farmers and hard at that with protruding ploughshare …. For cultivation, agriculture, cattle- breeding … Ah, you are also unreligious, God damn you… or else you would know what the second Sura says … that woman is a field for tilling … Come on, don’t think about it… the only thing I want is a child from a strong, sturdy, robust titan …”

“This will cause a pendency and a liability that would require putting in order … I should talk to Theia or, how she is called, Euryphaessa …», Hyperion said wavering, hesitating, uncertain. 

Theano of Thuria already rubbed her beasty breasts: 

“Calm your remorse, great Hyperion, I have no demands of you. Here in New Arcadia possessiveness, selfishness, exclusiveness or marriage fidelity bear no meaning … Your sprout that you will plant in my uterus will not aggravate you, we will put him a nice implant and he will live forever and ever … New Arcadia will rear her or him and will make you dispense with your father duties … but the main paternal duty you must perform yourself … For the first time a father secures his child forever before he even sows it … Since you hesitate to put an implant, let your implant put an implant, plant, plant in the compost and in the wet brown shrub soil, into the fertile earth … plomb the decayed tooth  … stamp and seal with wax … how it is called this big tool between your legs, has it a name? … But behold, you, worthy conqueror, never leave your wife. Do what is right, we don’t fuck with the institutions …”

My God, how weak and unworthy bastards are all men in all times in front of the temptation; it’s a good thing that the politically correct purists of the contemporary era wish to abolish and cancel them, since the sperm banks can sufficiently replace them.

“But the sensors of New Arcadia will register it, will immortalize it …”

“Don’t be afraid, I have already switched them off … There is confidentiality even in a bio-inherent establishment … don’t air your dirty linen in public, even if the linen belongs to another house … sheet of a foreign bed… the grass is greener in the other side … as Aristotle says about the worth of merchandise … five beds equal a house …. Five times what happens in any house … oooh, I feel the impending mayhem ….”

Her words along with the escorting images irritated definitely and irrevocably as a bundle of sunbeams the neurons of Hyperion, made his heart thumbing like a drum, ignited fire in his loins, elongated his penis to become a compact piston, accelerated his breath, so that it became irregular and forcible … what can we do now, can we deny nature or apologize for it?

 He tore manically her cobwebbed unsteady Malaysian sarong- that would be the day if a governor would wear a wraparound garment, then he pulled impatiently the robe of her chest, and it impressed him that after the rude withdrawal her breasts came back into an erect position persisting uncompromisingly on their perfect spherical shape. Then Hyperion – of all people- began to suck and lick one or both nipples, while his fingers slipped into her underbelly and evoked a slight sigh. Her hands wrapped around his neck, and he felt her nails thrusting and scratching. Now, the whispers began, so murmurous and sotto voce that the author of this book can no longer hear or register.

The penetration into Theano of Thuria was the definition of perfection, because she reacted frantically, intensely, unrestrainedly, limitlessly, as if there weren’t any tomorrow and   this day was the last of (wo-)mankind. They rode together the same noisy wave, as the man whiplashed mercilessly and ferociously the shaking wiggling limbs of the woman. At that point, Hyperion mobilized an experience unused since his youth, so to speak preserved through powdering oft hick salt, that now proved to be extremely helpful, since it allowed him to control the rhythm of the ramming and prolongate the palindromic movement despite the wild, pleading, pressing, hurrying or desperate cries of Theano of Thuria. Yes, yes, just now, a little more prolongation by the long one, challenging, extra time, irritation, attrition, rubbing, scratching, slipping, gliding, dragging, invasion and withdrawal, until the wagtail is wagged and shaken into a frantic, beasty, sow-like, bristled, cowlike orgasm, empathic and vicious body heat and a sky-high celebrating festive scream. Then alone, the seasoned fighter Hyperion allowed himself to quit the absolute control and to reach also the highest climax point, relish, cherish and congratulate his own self, reflected on the wide-open dilated astonished eyes of the lover, and to come with a vengeance, pour into the fitting compatible vagina his rich, stagnant for years, lagooning and shoaling, salty and peppered, nourishing and yeasty sperm within an unrepeatable, untamable, unbridled orgasm, capable of greasing whole submarines. And be sure that a lot of time passed until the relief of the ebb succeeded the wavy inundation.

Henceforth, as the prudent readers comprehend, things cannot be like they were, there is a decisive turn, an exciting, unexpected overthrow, for which one should praise the author for introducing it. The mask of the perfect titan, of the idol superior to us collapsed, and we sense now that we are entering an era without heroes, whom we could emulate being inspired by them. Another consequence is that the sensors of New Arcadia apparently registered the genital act with the unavoided result that Theano of Thuria could henceforth blackmail Hyperion. We are talking about a classic example of a completely compromised agent with a betrayed, corroded, multiply violated and exposed mission, subjected to a variety of spurious and suspicious suggestions. What can we say? The Titan became a furious Pan.

  • CHAPTER IOTA: ICAROMENIPPUS

Depressed and displeased the manager of the Solar System’s Alimentation Factory (S.S.A.F.), installed in the asteroids’ zone between the Mega and the Red Planet, addressed to the electronic brain, the only companion within his vast loneliness. The luminaries of Sirius’ command had not even granted him an exclusive system of biotechnological intelligence, but in a frame of a drastically reduced budget allowed him merely to help himself and communicate through the circuits and the personality of New Arcadia.

“Arcadia, show me my mail”.

And mind you, not even the entire New Arcadia occupied herself with him, but only a sector of her. In essence, they had conceded to him merely a subroutine of the net, an infinitesimal portion of the personality’s braincells, only in a need- to- know basis regarding the complexity of each performed activity. And usually, the works demanded by New Arcadia were simple and for a simpleton, barely enough for his naked survival, with the result that the providing of production means corresponded permanently the usual routine; according to the proverb of the shepherd shouting: “wolf-wolf”, from a certain point no one equipped him with the necessary logistics and computational power, even if he needed it justifiably and urgently.            

“Correspondent, I am sending you letters written by pupils and students of Earth, addressed to you and thanking you for providing food to all solar system”. 

“I don’t give a damn, up yours, is that the reason you woke me up? Yeah, yeah, the gratitude of the children, the greatest reward, the known lullaby. To have the ability to see the child in everyone, I know that stuff, these elixirs and pep talks which are supposed to comfort the terminally ill until one delivers one’s soul. And how should I know if the Earth of the grateful ones still exists? The transmission of the message from Sirius up to here lasts fifty days, and all this is due to the saving program, hindrance and prejudice of Sirius. You, duds, surely you aren’t going to save money on my management, out of me, who nourishes the entire solar system? I am the most important man of the whole ecumene, and I should change my name and call my self CHON.  From this acronym you all eat and consume, you, hungries, wherever you are: coal, hydrogen, oxygen, nitrogen, all food derives from these four elements, these four rhizomes! You are all comet- eaters, stardust -gourmandizers and I am the one who provides you with breakfast, lunch and supper! It is I who processes the asteroids, the meteors and gives food to Earth and its moon, Titan, Ganymede, Europe, Io, Mega planet, Red Planet, Green, Blue, whatever, in hell you should burn, you, ungrateful jackanapes! What is to become of you, if something happens to me, the great provider, your own Prometheus, the ultimate giver? You, preening poppinjays, ‘if the salt loses its saltiness, with what then the Earth be salted?’  You have found a nice sucker, here, an archetypical ultimate survivor, a lonely valorous man – after me the word will forfeit its meaning – without any support, without a woman, without comrades, without associates to do your job unprotestingly and ungrudgingly. I don’t even remember if I have a family, if at a time I was somebody, if I lived at some place like a normal person. But beyond that, beyond a selfish point of view, just imagine what could happen to you if I, the sponsor, the provider, the supplier, has had an accident, if I were to suffer from cancer or colitis or diarrhea?  What should it be, if something blocks the corridor, obstructs the operation of the heart, the circulation of blood, the proceedings of nourishment and digestion, the incessant slave work of the liver which recycles a whole bunch of pills and medicines? And surely that’s going to happen someday, because I am not getting any younger – .

-You, fuckups, you need me desperately! The titans have supposedly defeated the Olympians, so what? The opposite could also happen. And then, you would again need someone to feed you, the optimal middle, the mesotes within a range, the Golden ratio, because that is after all the democracy that you advertise, the medium size, the eternal city- state, since all the oversized figments are supernatural monsters having nothing to do with us, humans!”                  

He waited patiently for the time of justification and righteousness, just as the Christians expected the kingdom of heaven. The issue was that he wasn’t a teenager anymore. The years passed, the time of retirement got closer, and the justified promotion was not coming. He thought that all people have known the Roman apotheosis in some reality, in some parallel world, in the world where the hair of whom it may concern is glossier and shinier, one’s teeth sharper without needing a toothbrush and where one lives more years without dying earlier by some ridiculous and unforeseen accident. But how can someone understand if one crosses the reality where one has the luck of the devil, where one can turn coal into gold, where one becomes Goldfinger or king Midas?

It is simple. When you feel that you are surfing the waves, when you sense that things develop automatically for some reason, without any special effort on your behalf, when you see the abomination of the others’ desolation, then the reader should know. You see suddenly that you are carried away by a favorable and strong wind, that you ascend on a cloud, that you envisage utopia with your peripheral vision, where milk and honey flow, Lucian’s Nephelococcygia, the fat thumb of the emperor showing upwards,  you peep through the keyhole Antinea or Cleopatra and have the sensation that it is enough to stretch your hand to embrace all those pretty things. Then you comprehend that everything is written, just as the henchman is at loss, when he executes the one, whom he had previously saved, or like the drowning person understands the reason, for which he was invulnerable and unbreakable so far, but if it is all written, is it for the better or for the worse? There is also this doubt. “Fortuna gaudet illudere rebus humanis” (Chance loves to laugh at human affairs); the titans believed that fate was superior even to gods, that the mortal part is beaten, so that the imperishable soul gains self- awareness, and other rational for the holistic science and uncomprehensible for the materialistic one.

So, when you feel that you are flying in the heavens, where everybody acclaims or encourages you, saying that they know you or have heard of you, that you are renowned, that glory amasses around you without having pursued such a thing (let’s pretend at least) and becomes teeming, bristled and crowded like an exponential assembly of waterlilies in a pond or aphid on the essential reality, the actuality containing also the concept of opportunity or opportunism, the real reality, that this private little world is made exclusively for you, that the unrestrainable subjectivism -monism of the ego is the only true philosophical theory, that the time is now, as the narrator says in the adventurous TV series of thrill and agony, that the time has come for you to gather the asymmetrically rich and opulent fruits, to be transported by tycoons and art-loving businessmen, taken for a ride on helicopter to all developing planets.

One learns to appreciate the unique sensation of seeing the world through one’s own eyes, whereby, what does anyone else do? One supposes that also the others, each of them perceives the world watching its own private happening or event in the retina membrane but cannot take an oath or know for sure. Any human, any animal, even any plant, he one or the other stone, any individual or particulate molecule, together and apart, are subjects and constitute what we call philosophical Subject with a capital “S” as the one face of the coin, whereas the other one is the Object with capital “O”. The objectivity is the intersection of the private worlds, as Heraclitus has taught.

          “So,” the manager thought, “since only I can contemplate the world through my own eyes, is it possible that the other people are just objects sailing, taking a constitutional, crossing or running their incomprehensible trajectory within the boundaries of my own world? Have they consciousness, are they thinking, have they an inner side or are only images and idols of another reality, reflections and scattered albeit coherent pieces, a stain and a paintbrush fainted away on their world and rubbed off on mine?” The manager was neither in the mood to wrong them nor he was an egoist, since the others had presumably also at their disposal another world, exclusively of their own, where they could excel, be healthy and long-living, not be killed by accident, not to divorce their wives and have additional lovers too, eat breakfast in exotic five-starred hotels. For instance, in their secluded area the one who breastfeeds on the cornucopia of experiences, the master of mighty jaws and the agile whiplash, of the irritated flesh and the healthy -hyperactive scrotum, the Pharnabazus of money, would not be impeded to fulfill his wishes. The strong and the brave, the spirited and the courageous would have in their domain the unquestionable right to decompress his previous tension, empty the muscles releasing adrenaline, discharging the batteries of human vitality and reassuring himself by the conquest of many people. Was it then necessary that all these deans of the other worlds should molest and claim his own one? They should care for the decoration of their own secularization.

Recently, he felt that the wings of fame were on the verge to take and raise him sky-high, blowing him far and away both with the positive and the negative sense. A light escorting breeze appeared to push him down the road to success and thus, adding a grain of will into causality, he thought that he had started and advanced enough his activities leading to a Roman apotheosis. He had mobilized his acquaintances in Earth, Red and Mega planet, had made careful career movements, had communicated in a supposedly indirect and indifferent way with his all-around public relation poles, drafting them for that particulate purpose.  There are three types of irony, the tragic one, where the hero doesn’t know shit, the Socratic, where the hero pursues to unmask and through this procedure ameliorate the others, and the daily- trivial one, where one is sure of oneself and convinced that the universe conspires in one’s favor and that the others are just means for one’s goals. Embracing and heeding this last version, he built the statue of himself with the material of the others in his own reality, seen through his own eyes.

Sometimes of course, his optical field was tingling on pins and needles and was covered by a fleeting shadow that in the end the world he lived in was not his own, not customized especially for him, but that he was crossing the domain of others who piled up prizes in his stead, while he was worse for wear, that the auspicious predictions of the zodiacs, the horoscopes, and the catasterisms would not be fulfilled, that his luck charms and talismans would prove useless and inaffective. Forfeited, misguided and out of place were the letters of introduction, the bootlicking, the ostensible recognition of the other’s value, so that this other may forward him.   And not only that. The mere perspective that this world was not customized for him was enough to begin doubting his health and worrying that something could happen to him. He admonished himself not to stumble, not to get on the head a piece of a metallic arch or some solar collector and be incapacitated.  

 And it is true that all systems of the alimentation factory were ramshackle and on the verge of collapsing. Ramshackle like he was. It was as if the limbs and spots of his body pinched him warningly. One part preannounced that it would be subjected to cancer, another that would suffer from thrombosis, the heart threatened that it would stop beating and the blood that it would not flow. His position supposedly ensured him full insurance, medical and hospital coverage, from the moment though, that he was alone in the asteroids’ zone, his social insurance was a hollow pursuit.

Anyway, all this was not important, the significant thing was that he had managed to man a position which was the cornerstone of absolute success. From a certain viewpoint, he was the most important person of the solar system, because the alimentary pump of the asteroids was the most ambitious and influential future plan – CHON for everybody, coal, hydrogen, oxygen and nitrogen for all in all possible combinations and he could brandish and air it like an ax or a sickle and through his harvest terrify, blackmail, punish or reward people and populations from here to Sirius, reshaping the world. He could do many things: Sever the communication between inner and outer planets just crunching some cables or unscrewing some screws from their reception, disengaging the male from the female part. Last but not least, beyond that, he had the capability of depriving everybody of food, cutting the supply of the cargo ships with the huge cargo bays carrying wheat flour from the automatic machinery of the industrial zone. And if they dared to besiege him, in the final (non) analysis he would blow all to smithereens, ascending on a nuclear cloud of unprecedented glory! He had the opportunity to extort them decisively, so that they would declare him an emperor. Instead of all this, given that he had a sort of old-fashioned allegiance to the Confederation, a kind of darned hesitation and servile automatism, bequeathed after centuries of social orthopedics, moral education, humanitarian culture and titanic prudery, he waited for recognition and promotion! By whom, by those autistic bastards, busy only with themselves, who from the moment of their self- establishment cared for nothing else!              

So, while he waited for the final justification, he himself had become this righteousness, the reflection of heavenly kingdom, he paid attention to subsist in a daily basis eating every day three frugal meals of CHON, entrusting and confessing his odorous and tasteful impressions to the available for his use subroutine of New Arcadia., He had crafted from some cannibalized equipment a control devise of life functions and watched meticulously his daily somatic and muscular performance, lifting weights, stretching the hands dynamically up and down and executing gymnastic exercises of various Olympic sports. He wrote letters of protest sending them electronically to the responsible overseers of Earth, leaving no stone unturned and having nothing planned except that his offer would be requited and recognized; he asked for his family to be brought to him, whose faces he didn’t even remember, he urged incessantly his logograph in Athens to become active, to sue all those who underrated his contribution through silence questioning provocatively his value, he negotiated his work terms, pressed  for an new contract with the authorities of Earth and Sirius, for more satisfactory wages, a different rating of duties and payroll.

But the hands of the clock continued to pace, the big pointer never ceased to persecute the smaller, overtake it and then chase it again, each minute bringing the end of his life nearer, being subtracted wrongly and improperly from the grandeur and the luxury that he deserved to be bestowed with.

The food, instead of pleasure, had become something gross, abominable and despicable. One saw the shipments of CHON being transported to the planets of the solar system, being processed on site by the local machines of preparation and packaging, yet the alimentation factory due to financial restrictions and cost cutting had no ability to process the unmixed unwrought materials, so that the manager was forced to consume them raw and unprocessed. Fancy someone consuming coal, oxygen, hydrogen and nitrogen altogether and unorderly in questionable, ambiguous and gastronomically dubious proportions. The manager accused the subunit of New Arcadia, in charge of maintenance, which had not the required capacity to answer him, already overtaxed by the mail distribution coming from all celestial bodies of the solar system with one sole demand: food, food, food! Every protestation or complaint to the authorized (un-) responsible functionary aggravated his internal anxiety, every bite he swallowed and forcibly shoved to the esophagus caused nausea, perspiration, major disturbance of the diaphragm, tasteless and stagnant saliva, unappeasable coughing, swelling of the tongue, bitter taste and ageusia. With great effort he dragged himself to the toilet exuding what he had eaten in a rolling vomiting stuff. He didn’t know if he ate new ores and rocks or if the parsimonious thrifty miser factory recycled constantly the same materials to grant altruistically more components to the alimented populations, resulting that the same ingredients passed from his overstrained intestines, his liver which wouldn’t destroy itself, his cancer-afflicted pancreas, his bile- secreting organ perforated by catapulted boulders. As he discharged his bowels violently and confirmed that he hadn’t something more to exude from his troubled stomach, he subjected himself to the diagnostic control of the multiply defected factory’s installations.            

“Janitor, you are suffering from food poisoning”, opinioned the slow-motioning diagnostic device.

“Tell me something I don’t know”, answered the as janitor under-valuated manager. “The thing is what we can do about it”.

“Maybe the CHON nourishment needs a generous portion of water or else it is too dry and affects the stomach,” said the electronic brain, deficient due to budget cut. “Of course, the addition of water is not something simple, since there is intensive evaporation due to the defective sealing of the factory. I want to draw your attention to the fact that at some points of the asteroid belt there are deposits of water – albeit limited – at Ceres, Pallas, Patientia, Doris, Cybele, Eunomia, Psyche, Hera etc. So, janitor, blame the water pools lest you succeed what the Confederation of Sirius didn’t, as it shared the impoverished population unthinned milk powder causing dysentery.”

“Alas, the asteroids’ water is heavy due to dissolved materials. One should be a monstrous pig or a fairy-tale ork to drink it.”

“The dissolved materials are of course a problem”, confirmed the truncated sprout of New Arcadia. “But you, esteemed supervisor, could fix an installation of filtration and distilling of those substances”.

“Ah, I should go out again in a spacesuit to make repairs and implement additional patents on the equipment. To what end? Will the food at last stop smelling like dung or horseshit?”  

“Foreman, I can produce you with the schematics, if you want”.

“Whatever sketch you draw, from the moment that I haven’t at my disposal a super modern Talos robot or an evolved automaton of Echetlus series to command it, being forced to execute the drawing myself, I gain nothing”.

The manager washed his mouth to expel the taste of vomit. On the one hand he was disgusted with the food, on the other hand he was hungry, that is why the mere sighting of some CHON biscuits, which seemed to wink to him from the opposite table allured him.

“What do you want, you, bozo,“ he said to himself, “eat again and vomit again, like the aristocrats who tickle their uvula to throw up what they ate and continue to enjoy the gastronomic delight?   He threw the lunch box to the toilet and flushed it.

“Arcadia, instead of food, where you make a lousy job, you’d better fix pills and medicines to treat my condition. And don’t start telling me that you don’t possess enough production components, you should detach them or draft or extract them from something else. Search your files and find an antidote for food poisoning, what the hell, we are in the age of the titans, not in the Stone age!”

“In twenty minutes, vigorous janitor, I will prepare for you what you need”.

“in twenty minutes, I will be dead, you goddamned A.I., unless you invent a general panacea curing beyond the food poisoning also multiple physical complaints, hunger, loneliness, exhaustion, indignation, animosity, malice, rancor, grudge, grievance, self -pity and most of all uncontrollable anger! Because finally all vectors of passions converge and concur into anger!”

Until the subroutine of New Arcadia produces and extracts the pills, the anger of the manager went through the roof. Nevertheless, he swallowed them greedily and waited for the dubious improvement. He washed and rewashed himself, brushed the teeth, combed the grey ash- colored hair, whipped himself into shape, made himself beautiful, cleaned and tidied up to give himself motive again. Someday, at some hour, he put on the spacesuit, chanted like prayer the famous F.O.C.B. (Fuel, Oxygen, Communication, Battery), which were the basic tools of the astronaut’s uniform,  exited through the airlock to the skeleton and the bones, the external carcass of the alimentation factory, balanced on the hull through his magnetic shoes in the middle of the asteroids’ trajectory, repeated continuously at the best of cases, or else catapulted meteors arbitrarily and began sweated to oxygen- weld or assemble tubes or glue wires with a sticky doughnut and a bit saliva, trying to clean and regulate the water flow.

He gathered his tools, returned to the protected airtight environment of the factory, went to sleep or vice versa or in reversed order, while time passed without days and nights or rather with conventional sequence of light and darkness in the abyss of the asteroids. He emptied regularly his bladder every forty-five minutes after the main meal of the conventional time cycle, he consumed satisfied or not the CHON diet, he repaired as much as he could the food processor adding water, but the darned taste of terebinth and mold didn’t leave, regardless if he had gotten used to it and didn’t get sick anymore. He saw old movies on the screen, heard old vinyl discs, since he was bored watching pornos and jerking off and since his wife was a million miles away and had obviously found another way to fix her life hospitalizing others in her disputed much demanded underbelly. How the manager had reached such impasse? put the blame on sick ambition and on himself having thought in the past that this position had perspectives! One should not dare to judge him, because the weights and measures of common people didn’t apply to him. It would be possible to be judged or rather be compared only to extraordinary, not typical historical figures, exclusively to conquerors, doomsday planet eaters, titans and gods, charismatic leaders, warlords and strategists, even if they were adulterers, fratricides, sororicides, patricides, matricides – big deal!

Every conventional day that he woke up, he was astonished by the fact that he had slept in the first place, since he was afraid of being taken by Morpheus. The reason was that when his eyelids got heavy, on the one hand he entered a happy limbo surrounded by his old relatives, on the other had he felt everywhere an undefined omnipresent insecurity, that all those things were but a dream, and he dreaded the moment of awakening, where all this bliss would perish like tears in the rain! And when he finally woke up, after the first yawning and the pertinent stretch of the muscles …  

“Friend”, he said to himself, “it is time to realize that you are alone in this god- forsaken place and here you are going to die! Don’t illude yourself condescending to cheap elixirs comforting the patient until his soul parts his body, show your contempt about these patent remedies, which you as a serious individual should have overcome”. Perhaps he should return to Earth and claim his reward on site –  alas, is that the only virtue and only solidarity of the people, just to claim and demand? So, his ambition would be finally satisfied, he would not wither anymore, he would not stagnate in unrealizable hopes, he would not grow a stomach ulcer due to the cancellation of wishes and belying of expectations, perhaps he could save himself after all and avert his death. But how could he prevent losing his mind? 

And again, as he was used, he brushed his molar, premolar and canine teeth, as long as they were preserved and hadn’t got blunt yet, being a titan equal to Hyperion and Prometheus; he cut curls of useless hair behind the ears and on the neck, these audacious hairs germinating boldly where they didn’t belong, he swallowed quickly two disgusting pills of CHON and turned on New Arcadia to inform himself about the news like a scrupulous public servant. And then, he perceived something which made him understand that – alas- he was happy all along, since all are relative in life, and that “every advantage in the past is judged in the light of the final issue” (Demosthenes).   

In the beginning, the situation predicted nothing disconcerting; some merchantmen and freighters approached to fill their cargo-bay with food.  The manager, since he had only two hands, two feet and the same brain during both the winter and the summer, had educated the receivers to act independently by having their automatic pumps ready, so that the hungries might help themselves. Usually, the cargo transfer was conducted without landing or even approaching or touchdown of the ships to the factory asteroid.  But here something happened, because from one ship an assault party jumped to the ground and scampered with leaps on the asteroid, armed to the teeth at that! Was it perhaps an honorary contingent that came to award him? Had the time come for the solar system to show gratitude? Had the beneficiaries of his good work the elementary decency and the good sense to recognize someone’s offer? The manager would give them the chance to award him a prize, to honor him with a medal or decoration. If he was treated like he was entitled, he would also reward them opulently with the many means he had at his disposal, since inside the alimentation factory   there were miracles beyond imagination, backup reserves and available stocks to feed the whole ecumene twice, invaluable treasures for those who were moral and consequent. Then, he would be also grateful, he would turn himself into Apollo provider bearing golden gifts, light and harp, distributing Eiresione, rich bread, cake, and fat ham. On the contrary, if he was treated unfairly or improperly, he was capable of hitting them hard with such a devastating striking power that even their inmost body organ would shale deeply, vibrate earth-quaked and fire-struck, their most inner heart-bud, then he would become an old witch, a maenad, a vixen, a shrew, a female gremlin, a miser and stingy Theseus of Pyanopsia, who cooks for his guests horse beans instead of meat and fish, a horned perverse being of the darkness and devour them all –   in conclusion he wasn’t someone to mess around with!                  

But they seemed to have threatening intentions themselves! The way they moved, hid and perched in the corners, the leader who turned around his thumb and counted his fingers one-two-three signaling to the troopers, there was something fishy there- have they toys in the attic these guys? They also appeared to carry some heavy weaponry with destructive firepower, as if they had just unleashed an invasion to Olympus!

The manager rubbed awkwardly his dried elbow with the corroded hollow bones of sucked marrow, which surely needed some kind of operation to be properly reordered and, and thought in a crisis of irrational panic or rather in a lucid interval of healthy self-preservation instinct to fortify the corridor with a sort of barricade to obstruct the invaders. It crossed his mind spontaneously – how smart he was – that low gravity favors the erection of barricades, since it allows the besieged to pile up without any toil dexion racks and bookshelves to fence the possible accesses of the barbarians. What did he not consider, since we all have our limitations? If it is easy is in low gravity conditions for a defender to amass obstacles, useless ballast and voluminous objects in front of a door, it is just as easy for the offenders to remove all this junk with the back of their hand or a strong kick of the leg. So, without even having the chance to flinch, the special mission squad entered his kingdom kicking and trampling, while a soldier stuck to his nose the barrel of a beasty bazooka:

“Icaromenippus, you are under arrest. You have the right to remain silent; everything you say can be used against you in a titanic penal court of law. You have also the right to call your logograph, if you have change. Your tools and equipment as well as the installation of the alimentation factory are confiscated until further notice and pending a thorough and meticulous investigation”.

“What is this crap?” shouted or rather roared incomprehensibly the manager. “You dare arrest me, you inglorious bastards, you scum of the earth, you scumbags, rascals, addle-pated amateurs, asinine abusers, blasted barleycorns, bumptious blithering blubber-brained bookmaking bubble-headed boobies, brutish breeds, bumbling birdbrains, braggards and bolt- buckets cackling cacophonies, clowns and cowards, cantankerous clods, cavorting cybernetics, clanking clappers, clattering crackpots, collapsing creatures, cowardly clumps, crawling cockroaches, cumbersome clumps, demurring dolts, deplorable dunderheads, digital disrespectable dunces, doddering dunderheads, evil effigies, floundering flunkies, galumphing garrulous gargoyles, ghoul gibberish gooses, hollering humps, ignominious ill- formed ignoramus, impersonal items, inanimate iron-plates, incompetent imbeciles, insensitive idiots, iron-born ingrates, irreputable ironclads, irresponsible idiots, jabbering jackanapes, juvenile junkpiles, knocked up knights, lead-lined Lotharios, loathsome lumps, lugubrious laggard and lumps, misfits and monsters,  morons and midgets, militant morons, nauseating noisemakers, negligent nonsensical non-worthy ninnies, obsolete oversized oafs, pitiable puny pipsqueaks, pompous pretentious and preening popinjays, pompous pretenders, potbellied pranksters and pumpkins, pusillanimous pinheads, quavery queasy quacks, retarded ridicules, roly-poly rowdies, scurrilous scatterbrains, sententious sleeping sloths, sickening silly sentinels, sputtering stalwart sausages, steam-hissing stators, teasing tinplated tattletales, tinkering tin-cans, tinplated tintinnabulations, treasonous tyrants, ungrateful underlings, vaporous vicious vermin, wacky wrongdoers, withering winkles, worn- out wine-dippers, worthless whelps, wretched wigglers-.

-You dare arrest me, the benefactor of humanity? Me who nourishes nations and peoples, countries and planets, who exports CHON up to Andromeda and Magellanic Clouds, whatever that last barbaric name means? Instead of provisioning me in the Prytaneum, you lead me to prison? Won’t you be ashamed when you ask me what my name is, when you recite in court all my distinctions and decorations? Be damned to kingdom’s hell and beyond! Zeus is much better than you, hail Jupiter and gods of Olympus! These do not equalize or steamroll everything in the name of your jeepers- creeping democracy! How can I compare myself, me who founded a whole city in the asteroid belt, who gives you chewed food to eat, to some outlaw or criminal? In fact, I am indifferent and impervious to your charges or the crime, for which I am held!”                                                                                                                       

“Complicity to terror organization, criminal conspiracy against the Confederation of Sirius”, said Philogene without too much ado. “Book him”, he advised the law enforcement agents.  

Aside, Hyperion was full of doubt and objections. Philogene, the elected supervisor, law-enforcer and order implementer of New Arcadia, said to him:

“What’s the rumpus, aren’t you satisfied again, Mr. Starfleet? New Arcadia revealed to us with her stochastic algorithms that he is the most probable leader of the organization ‘Icaromenippus’. He had the facility to subject the solar system to starvation and deprivation, to interrupt communication between Earth and Jupiter to mention only a few of the dreadful and harmful things that he could do.  In addition, he is called Icaromenippus himself”. 

 “Enthusiastic Philogene, I don’t mean to disturb your ease and serenity, but even a first-year student of Law and Rhetorics would say to you that all these charges are circumstantial let alone the culmination of prejudice. Icaromenippus is the convenient usual suspect, conspicuously innocent. The fact that he had great power does not mean that he would exercise it against the Confederation. What you are doing is a sort of ostracism, nothing more”.

“There, there, although we did you a favor by letting you come along to this police operation, you still do not seem impressed by our methods, pedantic titan, whose layer of reinforced concrete nothing can penetrate! When will we have the pleasure to persuade you of our autonomy and autarky?”

“Please, don’t bother. I will attend the trial of this unlucky Icaromenippus, but I never forget that I came here for another job, not for a terroristic or subversive organization but for murder! I watch closely and I am interested in your scouting methods, I assist, support and participate in law enforcement inside New Arcadia, but I am always concentrated in my specific mission”.

  1. CHAPTER KAPPA (K= C) CAPITANO

Back to police headquarters Hyperion enters frowned and depressed murmuring:

“To arrest innocent people just to keep up appearances concerning their authority is unheard of. Anyway, it is out of my jurisdiction to suggest to the local authorities how they should do their job. How are things here?”

“Boss, I don’t want to alert you”, said Leto, “but another incident has happened. Pyrisporus has just disappeared”.  

“How did he disappear? Kidnapped?”

 “Boss, when we say ‘disappear’ in our high-tech age, we mean it. He disappeared suddenly as he walked in the central domed promenade of the station as if he was beamed up or down, evaporated, dematerialized, he popped out and vanished”.  

“What about the Arcadia’s sensors? Arcadia, locate Polysporus… eh sorry Pyrisporus”.

“Lord Hyperion, Pysisporus is not aboard my station”.

“It is not your station. But let’s drop semantics. Who was with him at the time of disappearance?”

“Hyperion, according to police order, in the morning hours I suspend my survaillance on the central station’s promenade for the commuters or the passing by to feel comfortably, no matter if they are inabitants or customers”.  

  “Well, that is a nice police order, which limits policing. I have observed many times and I insist: While you have constituted here a paradise of permanent meetings, constant communication and synchronic presence, in fact all participants try their best to escape from it. Either they isolate their homes or achieve waiver of surveillance in public places”.

“Hyperion, in my place -eh station- not only bio-inherent but also physiological people live, who, when they are watched, make a great fuss about individual rights”.    

“Ok, point taken, although at least from a security aspect your paradise not only is not such, since the snake has invaded, but it is a mere blank nightmare. The evidence and the exhibits are sucked by the walls in the name of tidiness and sanitary protection, whereas the famous surveillance system based on your sensors, Arcadia, is so compromised and disrupted by so many exceptions that it can provide no service at all”.

 “In any case, Philogene has already unleashed his police hound dogs on the case”.

“O yes, Philogene, that’s a fine kettle of fish. Just a moment, I will go to the next room and demand explanations, since abduction is a very serious matter to be assigned to security officers.”

He is going to the room nearby, where he finds Lasthenia sitting.

“Lasthenia, I require a full report about the disappearance of the Lemnian Earth’s president”.  

At that moment New Arcadia intervened.

“Hyperion, I ‘d appreciate if you don’t aggravate Lasthenia. One way or another, whatever exists in her memory exists in mine too and I can enlighten you”.

“You, don’t turn up like a bad penny. I want to address a living breathing person”.  

Instantly, New Arcadia turned into a beautiful girl.

“Hyperion, I am alive, I am sentient and intelligent and whatever a man can ask for…”

“New Arcadia, the man is prejudiced, do not take to heart what he says. And I don’t need your protection, I can face the distrust of the Starfleet brass hats alone’, Lasthenia hurried to help her or it.  

“Lasthenia, you were the one who expressed devaluating comments for me or to be more precise you attacked me plainly and directly, so why should I not retaliate? Question: Have you undertaken the policing of the promenade, yes or no? And mind you: when the central surveillance is switched off, you should double your efforts. It is unconceivable that someone disappeared and you, together with Philogene, whistle indifferently as if nothing happened!”

“Officer, I don’t answer to you. You are charged with the special mission of elucidating Arete’s murder, where I should point out that you have shown no tangible success. The rest do not concern you and you have no right to deal with them, because you are out of jurisdiction”. 

“Your individual, your actions, but most of all your omissions concern me indubitably, because as one of the high- ranking officials of security you are involved in or affect even through omissions the murder case, so you are enlisted in the hard core of my investigation, either you want it or not. Since you referred to the murder, I want to ask you for what reason did you visit Arete 15 times and in her home at that? From what I know, the security officers guard outside the V.I.P. residences, and not inside. What happened? And did Perictione visit her 62 times? Were you holding her hand, while she unpeeled the oranges?”

“So, now, on the pretext of the venerable Pyrisporus’ disappearance, you will conduct inquiry about Arete without a warrant? Indeed, your audacity leaves me consternate, Starfleet!  According to the postulate of nature that the wild animals stalk the tame ones by the lake, you are trying to take over all the functions of the station and usurp the power of Philogene”.

“I‘ll be damned if I give a damn for the power of Philogene. I just believe in my heart that when somebody investigates a crime, one ought to examine the whole net of relations enveloping it. You have established here a regime, where one is entirely dependent on the other, considering your instant intercommunication as the greatest achievement of human race. Where is this admirable intercommunication? Where is your marvelous telepathic connection? Unthinkable things happen in your goddamned biotechnological station, and you pretend that you have no idea. I am convinced that in such a close environment, all connect to all.  At some level, the abduction of Pyrisporus relates to the murder of Arete. So, I am asking you one more time, for what reason have you visited Arete 15 times in her apartment?”

Hyperion did not expect it, but Lasthenia remained silent!            

After some crucial minutes passed, the chief of security answered:

“Scrutinizing archon, when you delve deep enough into your investigations, you will see that only discretion and gentleness incite me not to answer to your question for the time being…”  

          “I see. You refer to the conduct of Perictione, but this is a separate distinct chapter of my investigation. For the moment though, let us deal with the easier one, which is Pyrisporus’ disappearance; in a super technological age of magicians and wizards it can have only specific causes and explanations; later, we can occupy ourselves with the intricate matters, such as the dark, unexplained murder within a frame of full sensor data registration”.  

          At that instant, Philogene entered and interrupted the discussion.

          “Lasthenia, is it possible that Pyrisporus was evaporated by a zap gun’s shot? Have we investigated that?”

          “There are no traces or residues of burning or massacring. The version of a transport beam is more likely”.  

          “Officially there was no teleportation from some part of the station to another. Let us investigate if he was beamed into a private residence with a portable transporter. Issue the following announcement immediately: Via police order, all citizens of New Arcadia, bio- inherent or physiological, are obliged to deactivate the energy shields of their houses, so that thorough scrutiny and research about the life signs of Pyrisporus can be performed.”

          The order was given followed by a detailed sensor scanning to all buildings of New Arcadia, basements, ground floors, upper floors etc. without any result. Witnesses and present folks on the promenade, the central plaza and all neighboring stores and shops were questioned thoroughly but they knew nothing more than the fact that a man ascended suddenly to the heavens. The security of the station along with the magistrate authorities were at their wit’s end.

          “Something eludes us… something is missing”, Philogene said in the next hours and days.

          “O graceful overseer, esteemed Philogene”, Lasthenia dared say just then hesitatingly, “couldn’t we file it way and be done with it, as we usually do? Let us see what the Confederation has to say, perhaps they care to send us again some special agent like Hyperion”.

          “Definitely No”, Hyperion objected, “not even think about it, there is no chance. I am sure that the disappearance of Pyrisporus relates to my case somehow, therefore I take over henceforth”. He thought for a while.

          “We are thinking two-dimensionally”, he continued “we should extend our research to the aircrafts, being presently docked in the umbilical moorings of New Arcadia. Please, tell me who and how much are they”.  

            One from Cassiopea, one from Dorado, two from Aries, five from Scorpion, one of Ophiuchus …”

          “Just a minute”, said Philogene. “All these vessels belong to sovereign planets, so that are entitled to asylum, and we have no right to enter their inside”.

          “O, I get it”, said Hyperion, ‘still another restriction, still another obstacle to the police investigation. My god, what sort of society have we created? So contradictive, so motley, so composite with such many rules cancelling each other, so that no one can make heads or tails of it. And then one dares speak about universal, interplanetary deliberation and understanding! Prometheus, my old champion, come and see the mayhem and the waste that arose from our wars. So, let’s do a stealthy darkly scanning …”

          “Venerable super officer, that is out of the question. All ships docked in the station’s anchorages have their shields raised and we cannot search in their interior.”     

          “When we reach the point to question all those conventional lies, the foolish social prejudices, that one thing or another is out of the question or is out if discussion or it is not customary etc., then we would have made an important step to escape our cursed fate. I don’t mean by that that we should cancel the rules, by which we, titans, fought under the leadership of Prometheus, but that we should show flexibility and sense for the essential within our jurisdiction. But wait a minute! Surely, the crew of these ships will necessarily drop shields even for the moment of teleportation or the descent through conventional means, i.e. from the stairs, to go shopping in the station’s market”.     

“So, now let us explain it and relate it as a whole…”, contributed Philogene, pretending that he too was following closely the thread of Ariadne and was only one step far from the truth.

“There is a hole in my basket, dear Liza, a hole”, said Hyperion ironically. “I mean that it is obvious how the abduction was performed. Someone from the promenade’s visitors asked to beam up, his/her ship lowered the shields, that someone grabbed in the blink of an eye his victim extending the transport beam to him too and bringing him to the corresponding ship. It is certain that Pyrimachus (flameproof), sorry, Polysporus (multigrain), eh damned, Pyrisporus (sowing fire) is inside one of the station’s ships”.  

“Even so, we are at an impasse”. The only solution is to give order that no ship leaves the station until I agree with the corresponding governments to issue a search warrant. Until then, as our ancestors or descendent would say, ‘if wishes were horses, the beggars would ride’ or ‘if a toady frog had wings, he wouldn’t bump his ass’.”   

“We’d better implement the process of elimination to ascertain which is the ship that interests us. Apparently, those who kidnapped our guy must had some relationship with him. It can’t be that the children of Theseus and El Dorado – sorry, Eldor, or the swift Lanthanites from Ihcthyosaurus are responsible for the abduction, what motive could they have? It must be a space trireme connected somehow to the station, providing for him or being provided by it, gaining or somehow benefiting from his achievements, which played a certain role in Titanomachy, which in turn defined the initial conditions for modern economy and was the reason for the contemporary boost of biotechnology and the universal expansion of consciousness …”

The contributors and factors of security remained silent, maybe for a day and a night.

Next day, they came apparently shocked with their own incompetence and said through the mouth of Lasthenia:

“Shining and supersonic Hyperion, perhaps we should have informed you earlier about the following: Within the mostly frequenting ships there is also one anchored a long time ago… It is the ‘Hades Cynea’, a designation to honor the helmet of invisibility that the Cyclopes Steropes, Arges and Brontes had constructed in the past for Zeus’ account. Of course, it is known that the Cyclopes always negotiate their surrender to one or other warlord and you can’t make heads or tails of them.  They are not ‘bold beyond their strength, venturesome beyond their better judgment or sanguine in the face of danger’ like you are, but rather ‘unyoked, mindless, homeless, eager for resident constant acute war’. In any case, in the miscellaneous parallel or successive versions of reality they ally themselves with Zeus and the Hecatoncheires Cottus, Briareus and Gyges, and thus happened also in the recent war. Result: No one of them stayed alive, neither the former nor the latter. Despite the general regulations and your prime directives, you, titans, given the opportunity, can become very ruthless and relentless, although you present yourselves as wishy-washy humanists. Now, ‘Hades’ Cynea’ is commanded by the three surviving widows of the once upon a time allies, Briarevna, Steropova and Brontova”.

“And just to be clear about it, since when is this ship anchored at the station? Please, don’t tell me that it is here since before Arete’s murder and you are telling me now”.

Lasthenia and Philogene looked at each other meaningfully bit tongue- tied.

“Indeed”, Hyperion concluded easily from the entire context. “Do not worry, you, my good security officers. I do not claim that we, titans and uranides, have not sustained defeats in our history, we, the children of Tethys. A titan is allowed to fall but obliged to rise and that is a stereotype for us, a way of living. Be certain of one thing, though. Each time we do our best. So, no one is going to prevent me from conducting an inquiry by the book and according to the rules of science and art (de lege artis). So, don’t bother to trip me up or sabotage me, because you kick against the pricks. Our investigation will continue up there, which is what the medieval Greek ‘catepano or capitano’ means, over the station, where its moorings and umbilical anchorages are. The good thing is that the widows of the giants and the Hecatonchires subject to Earth’s authority, which in turn subjects to Sirius either through ‘ius sanguinis’ or through ‘ius soli’, which is in our case New Arcadia. So, please, communicate with the widows without further delay”.    

  1. CHAPTER LAMDA: LASTHENIA

As Briarevna walked out if the elevator into the bridge of ‘Hades’ Cynea’ was an exhausted corpse, not only because of the multiple tasks that a captain needs to meet, even if he captains a decommissioned warship, now a ship of commercial navy, but also for other reasons that are going to be revealed later. Weren’t the dialogs with Steropova and Brontova tiresome enough? As anyone can understand, among the three women, who all had glorious and prominent husbands, no hierarchy of overseer and subordinates can exist, so Cynea was expectedly commanded by three female captains, so it was led not by a triumvir but by a triumvirago. And when they assembled together in the bridge, the spacious dining or the recreation room, either in the observation lounge or in the spacecrafts’ hangar, a true mayhem happened, shouting, yelling, tearing at each other’s hair, but sometimes also a sober conversation took place, however so lengthy that in the end all three fell exhausted and overtaxed by garrulousness, macaroni mumbling and loquacious prattling. Beyond politically correct or incorrect objections or assessments, reader, it is known that the bestiality of men makes them at least silent or taciturn, while the greater versatility of women leads the discussions to an impossible, irresistible loquacity, garrulity, idle small and empty talk, ultimately to the systematic and annihilating demolition of noetic communication.

Briarevna was a smoker and smoked incessantly at that and she was so indignant and fed up that she didn’t consider the time to be proper of dispensing with this perilous lingering habit. After a series of overtaxing talks which were smoothed only by attrition, she felt ultimately tense and tight needing the cigarettes and the cylindrical pipes more than ever. Of course, according to the second law of Morpheus (Murphy?), after the sleepiness the climatization of the bridge malfunctioned or limped, was defective and irregular, so the vital space was soon filled with dense unthinned vapors.

As if all this wasn’t enough, the radio transmitter signaled and announced to her that a delegation of station security along with Starfleet representatives would come to the ship for interrogation – that was all she needed. She expected that from the moment that the great intruder, the minions and the lieutenants of the Sirius’ Confederation, got involved, because that presaged nothing good. She was determined not to take full responsibility for such a serious matter, that is why she woke up and called immediately the two fellow captains, judging that it the time had come for them to work for their service tags, insignia, command pips, distinctive stars, galloons or ribbons, decorations and epaulets, which they had bestowed for themselves.

“Brontova, Steropova”, she said via communicator, “get your ass to the bridge. Say ‘cheese’, Starfleet is searching for you. Under different circumstances I would be worried, but if one takes in account all pertinent parameters, I don’t think that we have committed anything wrong”.

Brontova, sleepy and bleareyed, was in no mood for talking.

“Handle the matter by yourself, Briarevna, you know the reason for which I turned in early …”

Steropova, however, answered:

“Eh Bri, maybe the presence of the Starfleet members wil, help us to turn the crisis into an opportunity … in the bottom line, we are right, that cannot be disputed”.  

“When exactly will these pedantic bureaucrats come? asked the permanently crossed Brontova.

“I fear, Bro, that the time is now, this is the darkest hour. In a few minutes they will beam up here and I have no intention of facing them alone. I have been through a lot without underestimating your own previous adversities; neither Gorgo nor the sirens nor Demogorgon nor any other demonic creature would consent that ‘since I avoided the pitfalls as a child, I should fall now in the river wild’! So, you and Stepa get your ass into the transporter room, because I am not the sucker who will bell the cat”.

     ————-

In the living room if “Hades’ Cynea”:

“Insuperable leader of security Philogene, impeccable professional Lasthenia, respectable offspring of Uranus and Tethys, mighty brave investigations of the crime scene, we welcome you in the earlier warship and now… peaceful space trireme ‘Hades’ Cynea’. We stand humbly before you, since we rarely have the chance to associate with the best, so when we get this chance, we feel more than grateful”.

“Venerable, pious and high-esteemed widows, let us leave aside for a moment formalities and social etiquette”, said Hyperion with self-confidence, escorted in this occasion by Philogene, Lasthenia, along with his entire personal staff, Leto and Eurybia. “Through the process of elimination, we have reached the solid and irrevocable conclusion that Pyrisporus is in your vessel. Any effort to deny this logical deduction simply aggravates your position. So, if you wish to avoid further consequences from your inappropriate and despicable behavior, don’t bother with ramshackle structures like paper or sandy towers easily demolished, but rather confess the abduction and cooperate with us revealing the reasons for that unthinkable absurdity. And know that we, the titans, when one addresses us with pure heart, are already willing to help in a fair, square and institutional way”.       

“What are you saying… we have no idea”, the reactionary Brontova started to say. 

“We ‘ve been there, Brontova, it has no meaning … I trust the Starfleet captain that in the end he will do us justice, he seems of be a person of good faith…”, the realistic Steropova countered.  

Finally, after many questions and answers, and unessential reversals of speech, after silence and awkwardness, enervating punchlines and hiatuses, which we are omitting by applying poetic license, Briarevna said “follow me” and started initiating the protagonists into the depths of “Hades’ Cynea” going ahead together with all the other widows.  

Α tunnel of five kilometers led them through the spine of the ship reaching from prow to stern, after the followship dived with the turbo-lift to the bottom of the Moloch- ship passing ten decks per second. We are talking about incomparable military technology, since the turbo- lift was a glass cage hovering and moving within a magnetic field, which as easily ascended, so easily catapulted. In regular intervals the interior of the cage became transparent instead of opaque like the toilettes of Tokio, so that the passengers of the turbo-lift could orient themselves without a map. They passed also some woods- a peculiar thing, since these were not hydroponics-, they crossed hanging gardens with orgiastic untidy vegetation, destined to gradually festoon and then wither, since most lamps of ultraviolet radiation were broken, a thing to be expected in such a vast ship with huge side- wings, impossible to undergo a proper maintenance. They also went across appartements destined for the encampment of a thousand men that flooded during the war the lower decks of this behemoth. And now this space whale was governed and led only by the three widows, good grief!    

They moved through a low- pressure zone and all felt lighter and younger, balancing like dwarfs on a trunk instead of a bridge. The air had begun to become stale, and the space was so broad that at some points it was covered by fog, clouds and mist. Finally, they reached a gate that opened after sophisticated handling, granting access to a hall equally chaotic to the previous ones, resembling more a ship hangar than a prison. There lay Pyrisporus embracing himself and shaking out of cold.

“Chief”, he said addressing Philogene, “I praise the lord god that you found me. These lunatics have imprisoned me without me knowing why. And in the vicinity, there is a monster, a scary ghost, before which they bring me and interrogate me. They want something from me but for the love of me I cannot understand what I have never suffered such a humiliation in my whole life, I am terrified! The widows will pay for it, I’ be damned if I don’t auction this ship ana sell it to the higher bidder …”  

“Pyrisporus, you said that they confronted you with some ghost or monster …”, interrupted Hyperion.  

A considerable time ago, maybe since they decided to ascend on the station pylons to meet the Capitanos of “Hades’ Cynea”, Lasthenia had become pale and yellow like an autumn leaf. Her situation got worse since when Steropova gave in and confessed that they held Pyrisporus as a prisoner. Now she was white as a sail, just as the ghost or monster was mentioned, which was supposed to lurk somewhere within the ship.

“In such huge ships a mysterious echo is often heard from the corners, while whispering ghost voices haunt the travelers among the stars…”

“I don’t mean hallucinations and such stuff”, clarified Pyrisporus. “They have an individual, a horrible scary subject in cryogenic sleep and they wake him up in regular intervals. I am sure, security officers, that they have not included him in the passengers’ list. Force them to reveal him … what kind of monstrosities are those? This is no ship, this is a zoo, a freak circus; I demand that you arrest the widows immediately and search for the rest macabre secrets, which are hiding in this abominations’ ark…”

“Ok, take it easy, easy does it”, opinioned Hyperion. “Sacred matron Briarevna, obviously our next step would be our transition to the cryogenic chamber, where according to the allegations of your illegally incarcerated prisoner you brought him for unauthorized inquiry out of any jurisdiction. I would rather not recite how many regulations of the penal code you have violated, but the fact that you cooperate willingly with the authorities will be taken in account in the sentencing phase of the trial; furthermore, be encouraged, because the sort of the charge or the impeachment is essential for your case and that depends on me and my report about you”.

To make a long story short, the miscellaneous fellowship entered the cryogenic chambers of the starship, where the holy grail was kept, in the most dismal depths of the titanic or rather gigantic Hecatoncheires’ vessel. It was, as expected, a hall with tenths or even hundreds cryogenic chambers, half of which were of course broken and out of service.  

Reaching to the chamber of their destination – they gazed through the square opaque glass and distinguished with difficulty the countenance of a bearded man. If someone paid attention to the external readings and the instruments of the cryochamber he would register a decadence, a negligence and a progressing untidiness causing questions, as to how the unmaintained and never overhauled device could nevertheless keep the body cells in suspended animation, in “stasis”, as the space titans said in their language.

Around this pool of biological material, the temperature was so freezing that all breathed into their palms and jumped like monkeys. Pyrisporus had additional reasons to shiver, tremble and shudder.  

“Don’t say to me that you are going to warm him up and wake him up. Even a glimpse of him makes me cry jeeper- creepers and my skin get goosebumps … Even the possibility of him rising again terrifies me, it’s like the resurrection of the dead, have mercy …”

“That cannot be helped”, said Hyperion coldly and professionally, “it is essential and immensely operative for our interrogation. Mistress Briarevna, awake him”.    

“Indeed, someone’s resuscitation from so low temperatures is not a piece of cake. Please, know, archon of the titans, that every time this one is awakened, it is a technological, biomedicinal victory, but also a personal victory for me, because…yes, let me disclose it now, he is my husband, the famous Hecatoncheir Briareos. I revive him in regular intervals with preserving thrift and sparingness knowing that every time can be the last. His wounds from the Titanomachy are very severe, he is the only husband of our triumvirago that has survived, a sort of precious talisman for us all”.

“It is time to come out with the truth trusting mainly the honor of the Trismegistus Archi-titan Hyperion”, Steropova continued the revelations. “After the deadly slaughterous confrontation with the titans, the only surviving Hecatoncheir, whose wounds rotted and drowned in malodorous pus like Philoctetes, asked us to make contact to the beneficiaries of Lemnian Earth alias the regenerative branching out polypod, this revolutionary material, from which all the more space stations or even heavenly bodies, planets or comets are structured emulating the godly creation. He thought that this miraculous material could heal him replacing his tormented flesh, which after the inconceivable flood of radioactive radiation had sustained an uncurable dermal disease, consisting in development of orgiastic sprouts, splitters and extrapolations as well as climbing redundantly and ramifying despondently fibers and vines. As if the hundred hands were not enough, his body was attacked and occupied by a lot of other extensions and dermal proboscises, which made his countenance even more despicable to all those failing to see the splendor and purity of his soul. Moreover, the disease expanded to the ship itself, but that is an entirely other matter. For the time being suffices to say that the legendary Briareos contacted a representative of the here present Pyrisporus – this troubled guy- to supply himself with Lemnian Earth, vaccine his body with a graft or a twig and initiate a procedure of purification rendering him health again. But, alas, Pyrisporus deceived us and supplied us with defective implants that made our situation much worse …”                

“What are you saying”, yelled Pyrisporus in vain, “I have never met you in my whole life, representative my foot, what kind of nonsense is that, bua above all I beg you, I can’t afford to piss myself no more, do not animate this horrible monster again, this abomination of hell, this frozen nightmare, send him into the Tartaros where he belongs …”   

But the process of awakening was already initiated and could not be revoked anymore, was definitive and irrevocable. As the gears, the rotors, the cranks and the dented wheels turned around, the bio-signs board started to report and issue a medical certificate about the refrigerated one:

“A third attempt of captain Briareos’ reanimation is registered. During the interceding time since the last resuscitation the disease does not appear to be worsened. The new extensions of the fibrous polypods cover only some millimeters. Despite the grave condition of the patient, the cryo-functions of the chamber or else the functions of the cryo-chamber are still in the green zone. However, let us be prepared that sooner or later the pool is bound to be compromised …”

The bio-signs board said also many other things. After the end of the report, Briarevna ordered it to save it and warm up the brain if her husband by fifty milli-calories or milli-grades. She needed desperately to smoke a cylindrical pipe!

“Eh little Briareos, do you hear me, you better-butter man?”

Upon hearing this gentle caressing form of address, all widows rejoiced, seemed to be shocked by a collective commotion. It seems that after the death of their corresponding husbands, they had undertaken altogether the sustenance of Briareos in a joint-venture – the poor guy was lucky from this point of view!

Slowly and according to the rules of science the covering of the incubator was lifted and Briareos raised his oversized head equivalent to that of Orion. In the beginning he had an idiotic expression, sleepy, consternate and languid from the narcotic and hypnotic substances, but when he saw Pyrisporus jolted, jerked and jumped, seemed to recover and find his composure at once.

“You, again”, he roared threateningly, since he was a human mountain.

Pyrisporus, albeit in a very difficult position, being jammed into the corner, in the ropes of the ring, reacted forcefully at this point.  

“Please no, you coldest freezing one, don’t steal my punchlines, at least allow me to say ‘you, again’”.

   “You deceived me and that cannot be tolerated. No one ever dared to cheat the Hecatoncheires, because Hecatoncheires are no suckers”.  

“But I don’t know you, Mr. Frozen. Please show mercy to someone unaware and ignorant about your case. Accept that you have never seen me until those graceful ladies dragged me violently before you”.

“You cheated me through delegation. The delegate whom I associated with closed the deal on your behalf in the office of the booze -producing, distilling and distributing company ‘Greek Charioteer’ in the Red Planet. Whereas I thought that I have found a reliable stipulator for the contracting, a fidelity fiduciary partner for this transaction, so important for me …”.

At that moment, ominous and hideous for all present, he saw Lasthenia who trembled like crème caramel or a fruit jelly. And then a scene took place that no one ever would like to watch, from those which are thrilling for someone to recount, but horrible if one happens to be nearby. The whole torso of the potent, strong-limbed, sturdy stocky Briareos emerged the incubator with a hundred muscular hands to air and wuther striking all over the walls just as the Lernaean Hydra shakes here and there her dragonheads. With one of his hundred hands he snatched Lasthenia, lifted her high and brought her near his face to the degree that the stench and malodor of his questionable mouth hygiene suffocated and choked any attempt of gasped forced breath by the unlucky security officer.

“You were at the ‘Greek Charioteer’ that night, when we drank unbounded ethylic Theobroma and ended up drunk to the point of fainting out. You lulled me illegitimately into believing the allegedly miraculous properties of the seed, you sold me the seed …”

Hyperion stepped up in front as it was fitting to his high- ranking position, while Philogene searched only for a place to hide.

“Just a minute, let us all calm down, take a deep breath and count to hundred. What spore are you talking about, irritable and savage Briareos?” (That affectation with the pompous address forms started to become quite nerving!)

“About the sowed semen, the seed, i.e. the grain or kernel which contains within itself the germ of the future plants, about the grains or kernels sown, about the sperm from which a plant germinates, full of potential, full of souls, from which New Arcadia herself grew and flourished, from the sperm, whereof whole planets and planetary systems sprout!”   

“You, worn-out accessory of cloud-gatherer Zeus, overtaxed by the long-lasting refrigerating predicament, I urge you  to put down the shaking trembling tremoring wiggling fidgeting Lasthenia, so that we may pick up again our constructive dialog”.   

   Briareos sensed that he was in front of a competent and serious person and complied almost instinctively to the instructions; he posed Lasthenia gently on the floor, who due to the sudden and spasmodic urinal secretion would urgently need new pants, if she wore pants, and new skirt, if she wore skirt. 

“This lady introduced herself to me in the bar ‘Greek Charioteer’. There, we had made an acquaintance with a promising young man called Nisaetus or Nietzscheaetus, who wasn’t someone returning to his country, as the name deriving from Greek word ‘nissomai’ implies, but an erudite scholar, albeit young. Furthermore, he had written an illustrious literary work, the ‘Birth of Tragedy’, where he praised the Greeks and their vanguard defenders, the titans, as charioteers of humanity, compared to whom all the posterior achievements were doomed to fade. Now and then, one treated a snack, from time to time another bought a drink, we had reached what the barbarians call Cakir Kefi and at that point I entrusted the company things I would better have kept for myself. I told them about my disease, the ulcers, the swellings, the abscesses, the pimples, the boils, the tumors, the protuberances caused by you, titans- but I do not hold a grudge against you because they weren’t afflicted during war -. And then this very lady, whose name temporarily eludes me – but I have Nietzscheaetus as my witness- informed me about the therapeutic seed used by the Confederation for terraforming and geodesy, that it should be the panacea for any disease and any malady, and I, the gullible one, believed her! However, I certainly underestimated the creative -panspermic function of the spore’s palingenesis, which was impossible to contain in any hull, any receptacle, any conduit or etui, any somatic shape. On the one hand, it contained an insuperable physical health, an uncompleted splendor, an inconceivable effectiveness, but no finite mortal organism could sustain or endure it. So, I ended up being this abomination, a cartilage and a gristle under the sun or rather in the darkness, remaining refrigerated until my wounds deteriorate and I become unable to repay what my companion Briarevna and the other bursting sexually insatiable fornicated widows have done for me”.  

“Yes, but according to what you say, it is not Lasthenia who is to blame, but rather the collateral effects of the mighty spore that led you to this mess”.

“What are you saying? Is … Lasthenia or whatever her name is to exculpate, who sold me an untested medicine without previous control of its properties and side- effects?”

Turning to Lasthenia Hyperin said: “Lasthenia, my disappointment in you is complete. You violated your oath and confirmed the most powerful prejudice of populism dominating in modern society that the cops and the granary keepers are those who sell the hemlock, the mandrake and the other noxious narcotics. I remember and I was impressed as to how hostile you were when you welcomed me; even then I thought that you had no reason to do so, thus there should have been other reasons λόγους for you to behave like that, reasons and causes illegal, undue, remaining unfulfilled, ceased to exist, illicit or immoral.

“I was women supervisor in vice police department for fourteen years…, Lasthenia whispered guiltily. Many years I policed those without decorum…”

“That’s past splendor that make the tears of the narrator flow”, interrupted her Hyperion. “It seems that in common understanding with Arete, whom you often visited, you traded the spore, from which planets are born, sale-pitching it as an elixir of youth or balsam – cosmetic of embellishment or medicine or broad- spectrum antibiotic. How irresponsible can some people be! Who else participated in this little formless business? This must be also investigated!”                        

          “What you say, respectable titan, whose titanic brand-name is proper for baptizing cement production companies, pertain your internal affairs regarding the corruption of the riot police units, implementation and law enforcement, but do not solve the problem of mine, who has been wronged”, said the Hecatoncheir. “So, take your station’s chief of security with you and go with god, Jove or Hera and leave me here this lathed asthenic Lasthenia, so that I may demand from her my indemnity and satisfaction”.

          Upon hearing these words, Philogene and Hyperion and whoever else had got a weapon license drew automatically from their belts their blasters or rather zap guns.

          “No, vigilante justice is forbidden according to titanic law. Lasthenia will be trialed according to the current legal provisions and regulations. Moreover, all of you constituting the crew of ‘Hades’ Cynea’ are under arrest, you, paramount Hecatoncheir as well as the assisting widows for the kidnapping of the president of Lamnian Earth exploitation company Pyrisporus. You have the right to remain silent and all the pertinent tirades. Everything you say can be used against you in the Phreattys penal court of law”       

          “No, no, Briareos”, all three widows rushed upon the incubator. “It is the only thing left to us from that era, when we walked and the roads trembled in our passing, when we were spouses and wives of famous renowned husbands, and now we are taking care of him collectively”.  

          “Sorry for removing your toy”, said Philogene, encouraged by the fact that both he and Hyperion were on the same side, “but don’t worry, you will escort him to prison to take care of him there”. 

          “Allow me to object here, gentle guardians of New Arcadia and Starfleet”, answered Briareos, who in the meantime had recovered fully from deep freezing, “and mind that I have also the means to support and enforce my objection. Not only the terraforming spore didn’t cure my illness, but it worsened it with geometrical progress – Hyperion, as a mathematician equivalent to Diophantus, you know what a geometrical progress is. It is what makes one grain of wheat on the first square of Palamedes’ chess become infinite, if it is multiplied on the next squares to the point of equaling the entire wheat of all galaxies. Not only did this diabolic grain aggravate my condition, but also it expanded to all ‘Hades’ Cynea’, which in the past was a jewel rivalling ‘NAOS Venovinda’, the pride of Stafleet and turned it into a trough of pigs. ‘Hades’ Cynea’ became a gross disgusting shitbag, proper only as dogfood instead as invisibility helmet. And that is the most important thing in your life now, because there is no escape route from this conglomeration of organic tentacles”.     

          Eurybia showed signs that she wanted to participate in the discussion, instead of being a statist; after all she always believed that her virtues and qualifications were underestimated.

          “To tell the truth, I don’t think that it is so messy. With some fresh painting and shutter boxes of aluminium…”

          “You, foolish officer”, said the Hecatoncheir, “nothing is as it appears to be in our era, all is fake news and disguised illusions. What you saw until now is a hologram instead of what we are ashamed to show, instead of the unthinkable, which nobody can see and preserve a sane mind. So, behold, you unsuspected invaders, what is the real condition of ‘Hades’ Cynea’”.

          Radially and peripherally in relation to the epicenter of the thing, which in a previous life called himself Briareos, among an unnatural cold shaking the marrow of the bones and the inner nucleus of every existence, in between a natural aversion that the very countenance of the Hecatoncheir merchant captain provoked, the reason and the need of the captain’s constant deep cryogenic stasis became apparent. It was very simply the avoiding of the meld fusing disease expansion, an extreme fusion in a crucible. Yet the preservation of the Hecatoncheir inside campaign ice was not enough to stop the march of the hairy fibrous wriggling distorted microbe in the ship’s installations. The fusion undermined gradually all the systems and subjugated them to its own law of eternal bifurcation and ramification – an irrational and unrestrained occupation. First, the surrounding temperature fell many degrees, but is it possible that something so objective as the warmth be an illusion? Surely, the tramps that are found every morning frozen to death on the town squares with a bottle of Eastern – socialistic water (vodka) tightly hooked in the hands should know something of this, since they passed into the afterlife without even perceiving it, with the hallucination of warmth on their chest. Suddenly, the hall of the mausoleum, where the remainders of the Capitano rotted, seemed to grow and the lungs seemed to find themselves in a vacuum and risked exploding a little before they turned themselves into ice columns. The phrase “I became an ancient statue” acquired now its indisputable and literal meaning and that wouldn’t change, no matter how many cylindrical pipes Briarevna would smoke. So, the atmosphere, as you have already understood, reader, if you are not completely narrow-minded or slow-witted, was frozen, but that is the least of concern in this unseen and weird scenery. All surfaces, walls, floors and roofs revealed carcinoid tumors and distortions uncomprehensible to the eye. All seemed covered by sick rotten biological material, while ample pus flowed from open wounds like those of Philoctetes in Lemnos causing rivulets of excrement and wastes twisting and turning around swollen callous tubular hills. Reinvigorated and sturdy by the divine genetic spore of the departed Arete, the ship systems had become independent like uncontrolled carcinoid cells and had shaped Daedalic and festooned meanders and unprecedented spires, merciless and unconfined winding helices wriggling around distortedly and distorting wrigglingly to the degree of a felony. One should have a vivid imagination to distinguish within this inconceivable mayhem, within this mixed-up kaleidoscope and stroboscope where the cold incubator of the Hecatoncheir was. There was no escape route from the ship, and in this sense” Hades’ Cynea” was in fact an invisibility shelter.  Whatever was stored in the depths of this monstrous abomination could not be found or located! Even the most evolved sensors of the Confederation would be powerless against the chaos of the material extensions and protuberances, sprouts and extremities, spiral tentacles and detestable dermal splitters, which now composed the ship.         

          Briareos burst out laughing in a crazy sort of way.  

          “Splendorous Hyperion, if you wish to continue shining and not become an incandescent charcoal, fertilizer and slag, you’d better accept the following compromise. Get your custody along with this female bastard from Aristophanes’ Plutus, who should have already been degraded by the internal affairs, if you, law -enforcers, had a primordial shame, and get the fuck out of here or I will unleash the whiplashes and the straps of my ship to cut you in pieces. You are lucky that I allow you to save your carcasses, and you should thank the divine powers for encountering me, while I was in a good mood. And believe me, if I will never see you again, it will be too soon”.      

          Our heroes, proxies of law and order -this is neither unactual nor needless, because there wasn’t, there isn’t and there will never be a state without police; the only issue is its legitimation – after all who of the mortals is righteous if he is not afraid? (‘τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκε βροτών?’) beamed to the station with permission of Briareos and looked at the space monster from afar, which had now laid off its holographic lion’s skin and showed – exhibited furthermore undisguisedly and without guilt complex its countenance as abomination of desolation and tenement of a rueful awful figure, as it distanced itself to outer space.

  1. CHAPTER MI: MNESIPEMON

“Boss, let me tell you that I feel sorry for Lasthenia”, said Leto as they went together with her superior officer to conduct another inquiry escorted by Themista as police lieutenant of Philogene since the dismissal of the until recently second in command. “A whole career dumped into the garbage and for what reason? For some more money. In an age of energy sufficiency what reason did she have to undermine her own dignity for some minas or some talents more?”

“Not all people are like you, my zealous Leto. I think that Aristotle in his aretology called our attention upon the consequences of pleonexia. Unfortunately, ‘until the nature of men remains the same’, as Thucydides maintains, we shall always have such incidents. The greedy always allege that they have economic problems and refer generally to economics as science, where there is no other alternative than their own enrichment. Economy, however, cannot have unified rules valid for all, because how is it possible to compare a society, where the debtors cannot sleep if they owe money, with another, where they don’t care, where they don’t give a shit or according to the common expression wish every  concern and every obligation to hell or to the raven like the Greeks say?  Consequently, it is ethics which moves and unfolds behind the economy and the moral choices of the people as individuals and as collectives matter”.

“Do you think, boss, that Mnesipemon is such a case?”

Hyperion turned around and smiled, implying that any inference would be risky and unproved before the inquiry. Leto, however, never missed the chance to lay it too thick, when the circumstances called for it.

“Why don’t we interrogate Lasthenia for the murder of Arete? If she had committed a murder, she is likely to have committed another”. 

“I don’t think so. Arete was her accessory, since they trafficed the spore together. Furthermore, Lasthenia is a bio- inherent. If she had committed the murder, New Arcadia would have known it. And, even if I assume that it would provide Lasthenia with a cover for her general recklessness, I am sure that it wouldn’t at least conceal that”.

          “Now that you mentioned it”, said Themista, who ambitioned     to develop a spirit of initiative regarding her new position, “I think that the trust endowed by you to New Arcadia regarding Lasthenia’s innocence reiterates the matter if it is indicated for you to equip with a telepathic implant. Do you know that during the station’s function every child has been equipped and inoculated with the gen of bio-inherent symbiosis and collective -colloquial affinity already in the stadium of zygotic cells? So, the children do not need chips anymore. They are related with the other uniform members of the station already from the belly of their mother during the stage of brain development. And all decision- making is done in a voluntary basis … which means that the parents decide freely. So, the children live happily ever after without hurting, harassing or threatening one another and develop due to their collective affinity honor, honesty and trust instead of selfishness and egoism”.

          “Yes, yes, you are very generous here in New Arcadia regarding your telepathic bug. It’s a good thing that you ask me, and you don’t attempt to adapt it by force recognizing my right to choose, freedom, though, that you have deprived prematurely and definitively by your kids. So, I repeat to you that I want to keep my independence, that I want to make even nefarious thoughts, to revoke even indecent representations, to reach even foolish conclusions without being watched by the ‘big brother’. If God hadn’t given it to us, she/he must have known something, just as he/she didn’t give us immortality, knowing that we wouldn’t be able to handle or administrate it”.

          “Don’t say to me that you embrace the doctrine of Muslim- Chistian church. God has given us also pressure or anemia, vein or vascular insufficiency, diabetes and hypertension, cholesterol or renal failure, hemophilia, nanism and Mongolian idiocy. Should we tolerate all these and not cure them?”

“Themista, you have an eclectic reminiscence, irrational thought and you are not conversing properly. While my main argument was the first one regarding freedom, you dealt with the second regarding the appropriation of the implant for (wo-)man, where you thought that the opposition would be easier. You orientate yourself and jump erratically from one problem to the other, but these tricks neither thrive nor will go a long way toward influencing a master of dialectic like yours truly. So, let us focus on our research and let us visit our friend Mnesipemon, who chooses to remember the pain (meaning of the word), instead of having only a thymus gland, unconciliated ambiguity and indefinite memories like yourself”.

          At that moment the communicator of Hyperion echoed.

          “Hallo”, said our hero.  

          “Theano Thuria here”, said the governor. “Sun-bathed, suntanned, sun- fattened shiny boy Hyperion, can it be that the booking of suspects for the murder of Arere is long ago overdue? You have been in the station so long and we have not seen any progress.”

          “You are unfair, governor. I participated and helped your security to arrest Icaromenippus, and uncovered the illegal activities of Lasthenia, who acted in the underground like a snake in your bosom without you even having noticed anything”.

          “Oh, a grain of sand got blown in the desert and if wishes were horses, beggars would ride, harnessed and armored insensitive titan. I am mainly concerned with the case of Arete and with respect to that you are going crabwise. The Sirius’ administration, the company of Jupiter’s exploitation, the mass media, the public opinion, all of them have grabbed me by the collar and are trying to break my neck. At least, you stubborn phallocrat, adapt this goddamned telepathic devise, so that you may cooperate smoothly with New Arcadia!”

          “Here she goes again. Well, for Pete’s sake, I have enough of you, I won’t put a telepathic connection into my head, even if you huff and puff like the wolf of the fairy-tale! I am on the verge of bursting with anger due to your obsessions and shameless oppression; this is the point, where I am going to make my last stand”.  

          “Now listen to me, you lousy itchy scabby warrior, if you make a last stand, I will make a last stand to too. Until now, I have shown you great tolerance, because you are a veteran and blah, blah, blah. I left you ample time to circle around the station and be a smart aleck, but this is the end of the line, I demand results. If in two days you fail to trace out the murder, you get the hell out of the station!”

          “That’s not going to happen, governor. I won’t let you ridicule me in the whole quadrant, I will also mobilize my acquaintances, and I will stalemate every move of you until Kingdom Come, so that your command along with your mentally disturbed A.I. are both trenched into a constant swamp and slimy quicksand! If you dare come yourself to conduct the investigation having on your shoulder the monkey of New Arcadia for suggesting and dictating actions, but until now neither you nor her know shit, despite your arrogant demeanor and your exhibition of superiority. So, I implore you, stop brandishing your paper, your ink or your inkwell to cover your illiteracy”.    

          The governor softened:

          “Come now, you, irritable, inflammable, ignitable titan, let us avoid the confrontation of our respective egos or the exhibition of power, as I know you, you certainly have a certain suspect in your mind. So, reveal him, disclose the information, so that I can pin temporarily the murder on his petto and later, when the inquiries are safely completed, either we release her/him or we let him/her go.”

          “You don’t say! You want a temporary guilty part until we find the final one!  No, Mrs. Thuria, you’d better sing those strange songs elsewhere! You should just appear on the screen and recite the well-known litany of morons, i.e. that within days the titanic prosecutors would proceed to arrests. Everybody knows that this is not the case, but the press will cut you some slacks for a few days. And indeed, optimism is justified, because my team through process of elimination narrows gradually the circle of potential suspects. And since, as it seems, your biotechnological and bio-telepathic station is corrupted up to the bone-marrow, when all your cabinet members get arrested for other causes, whoever remains would be obviously the killer of Arete. So, just wait until I pluck and depilate one by one the pinguins of your government and you will see that I won’t be late to find the culprit”.

          “You don’t scare me, you, masculine, muscular, musky man, I stay by my own admissions and wait for further developments within two workdays. Thuria out”.  

          “Energetic and industrious overseer, what happened?” asked Leto.

          “She hung up on me, so that I miss the chance to silence her with the proper argument”, said the haughty Hyperion.

          They continued steadfast to the giant caves of New Arcadia’s north dome, where the factories of the asteroids mineral wealth were sheltered, which οn the one hand fed the A.I. organism, on the other hand provided also a lot of other inert materials, being processed and turned into various useful products. Pressure machines, mechanical arms, receptions of automating piece assembly, small automatic vehicles coming and going on iron rails with active lamps flashing red or green light dominated in the sophisticated miscellaneous landscape.

          They found Mnesipemon in his office behind the classic glass wall. The manager of the government’s structural and technical exploitation of Jupiter was a genetically enhanced man of his era with conspicuous features, which would normally refer to a dynamic grasp of situations, but in his case were escorted by an obvious melancholy, a certainty that despite the ideal presuppositions something would go wrong in the end, as if he hid something which sooner or later would come to light.

          As soon as they entered, he tried to relocate awkwardly and erratically some cartons and plastic receptacles or other gadgets or heirlooms from carbon felt to make space. His office was full of cannibalized machine components and other building stones, as if someone had disassembled motors or generators without having decided what to do with those scattered materials. 

          “I rarely receive visits down here”, he apologized.

          Peering through the glass panel the impressed Hyperion stated: “Your installation, Mr. Chairman of the firm’s board, is really breathtaking”.

          “I cannot take the credit for that, Mr. Archititan, because all of this is a not a result of inventiveness but of unsparing lavish funding. The exploitation company grants rich assets but also demands amortization of its investments. You know the mentality of the Sirius’ titans; where a productive activity is present or available, it is subventioned generously and abundantly”.

          “But what are you producing here, after all?”

          “All and anything; mainly the whole mechanical equipment of New Arcadia’s habitat but not only this. We also fit out spacecrafts or distant developing planets within the catasterism-plan of the titans. We distribute batteries fueling from a wash-machine or a boiler up to an airplane, even cutlery for lunch or dinner. Just press any product code and the desired good will magically appear. The production system is automated and theoretically fully self- repairing, practically, however, my poor employees restore constantly malfunctions and damages. In fact, of course, we construct machines, which in turn piece together other machines in an endless row of demonic creativity. We produce tissues, plastic, paper as a luxury asset for those detesting electronic pads, and we have a full recycling array, even if some filings or remnants cannot be used again and are expelled from the intestines of New Arcadia”.

          “There is a rumor that you have a crucible, a cesspool, an oversized funnel that swallows whatever flies or swims in the outer space, meteors, asteroids, comets, space debris etc.”

          “That is correct. New Arcadia consumes nine hundred thousand tons of solid rock every day. And mind you, our bio-technological maid is still in a process of growing!” Mnesipemon showed to the patient visitors an image from the south pole of the space personality, where a huge cylinder looked down, a round crater wreathed with pointy thorns reminding of languorous sluggish eyelashes. It resembled a sea-anemone diving from the basement of the overlooking polypod like a pump of a fish hatchery sucking indiscreetly crabs and lobsters. Monstrous beasty pieces of ice and rocks consisting of various precious earths that made the mistake of sailing within the territorial space and the space continental shelf of the station were dragged and absorbed irreversibly from its greedy crucible. They were channeled into a sort of transparent reactor or rather an either contracting or expanding stomach membrane, where they were beaten, rubbed and smoothed into pebble-sized grains. Then, the useful mass passed through many separate tubes as well as thin pores like hairs and ended up in numerous chambers and apartments, where the processing of the materials was conducted. An even more accurate description of the procedure would be that the organic soup sustained filtration and distillation between the various overlapping layers or membranes of the biotechnological personality. Special metallic enzymes broke the replete pulp into its individual elements. The procedure of natural sources’ exploitation by the personality of New Arcadia was extremely complicated. A significant part of substantial multi-consistent minestra was turned into liquid food, through which the mitosis of the Lemnian Earth’s tissue-polypod was rendered possible. The non- organic parts, which should never be underestimated at all because they consisted in valuable substances and compounds, as well as dry roughcast, lime- mortar or bricks for every possible legitimate use were stored in appropriated hangars. The toxic waste was expelled by a steatopygous sewer, the greatest ever in the universe; we say this, because in the age of the titans the model of voluptuous and sturdy woman like a broad cargo tanker loaded with tar was much appreciated (they liked the dark- skinned chocolate nigredo swarthy blackish creoles, but that doesn’t mean that we condone the version of Black Venus).

          Hyperion was in a state of ecstasy, as he contemplated all these inconceivable achievements:   

          “So, New Arcadia is completely self- sufficient and autonomous? Is it so autarkic that it doesn’t need to import anything?”

          Mnesipemon answered as it was fitting to his rank and office:

          “Not only she is but she ought to be, because she is the first of many other biotechnological personalities, which we intend to sow across the universe. In the future, there will be Troy’s palladium or the snake-wise Cecrops or Ellops the hunter; all these future beings mad of polypod, which the Confederation of Sirius plans to plant invoking a new era of humanity’s prosperity and splendor.”

          “But surely you also export many marvelous products, since you produce so many”, Hyperion continued the interrogation of the witness and the plummeting into his thoughts leading the conversation with the skill of an orchestra director where he aimed and intended.

          “Well, it goes without saying… it results from the previous presuppositions”, answered Mnesipemon losing suddenly every enthusiasm or zeal of heroic deeds’ narration, even if it was difficult for this reluctant introverted being to feel haughtiness or arrogance; this non withstanding, the self-preservation instinct, the reservedness, the evasion started penetrate into his destroyed mood, when the ascertainment hit him like a thunder warning him that the titan had not come for a social call but for a stealthy informal clandestine inquiry.  

          The titan consulted his electronic notebook.

          “I see here that the main export product of the station among a thousand others are the organic phosphates and phosphines. What are they good for?”

          The eye of the expert was instantly illuminated by that gnostic spark, to which no expert or cognitive scientist can resist regarding a specific issue, because it gives him/her the opportunity to air her/his knowledge. He forgot that he had in front of him a Starfleet officer, who asked questions only spuriously, supposititiously. The difference of Hyperion from a luminous fount of knowledge – synthetist was that the latter provided all the conceivable information, whereas the former possessed the connections between information, the spiritual links among things, the imperceivable indications leading sooner or later to a solid obvious truth.

          “Mainly for caustic fertilizers and pesticides, herbicides, weed- killers and other plant destroying chemicals, let us do not forget that they contain copper, ammonia and sulfur compounds. Ideal for agriculture both for the scorched planet Earth, where no fallow is allowed, and the developmental planets”.     

          Hyperion looked again at the list of New Arcadia’s products already channeled into consumption or foreordained to export. 

          “Do you know what conveys me a certain feeling, you, noble minor and exploiter, invasive and pervading extractor? There are no precious metals or gemstones in your exports. I wonder, do not the asteroids chewed by New Arcadia’s sinkhole contain gold, platina or silver?”

          “Those are separated, culled and delivered upon receipt to governor Theano Thuria, as well as distributed fair and square to each planet leader, so that she/he may decorate his/her palace. This is valid for the contractors and constituents’ planets of the Confederation, while in the non- aligned planets they are purchased at a price”. 

          “Roger that. New Arcadia, tell me exactly what the exact quantity of precious metals is currently available in your stores and hangars and at the governor’s disposal.”

          “Hyperion, I stock a thousand eight hundred ninety-nine tons of silver, six hundred fifty-three tons of gold, eight hundred twenty- seven tons of platinum, two hundred seventy-eight tons of diamonds, a hundred and twelve tons of precious earths being used for communicators and mobile phones …”

          “Pause. Given that the hierarchy of the stones value is defined by their rareness, how is it possible to stock for sale or distribution more gold than platinum?”             

          At that moment, for the first time in the annals and chronicles New Arcadia shut the fuck up.

          “It can happen”, said Mnesipemon with a distinct time delay. “It depends on the composition of the meteors and…”

          “As we said before”, the scary Hyperion continued relentlessly and mercilessly, “your main export product are organic phosphines. To what precious metal is the carbon chain of those substances connected, as everyone and their mother, the whole world and his dog, even the lame Mary (Greek expression) knows?”

          “To gold ….to gold…”, answered Mnesipemon, as if he suffered from icterus and jaundice.

          “And how is this gold acquired from the organic phosphines, you, indisputable expert of ores and stones?”

          “Through rinsing… through rinsing”, he repeated ritually just as the contemporary Galatea says: ‘in Spain, in Spain’ in the musical ‘My Fair Lady’”. 

           “Do you know, Mnemonic of Pain and Sufferings, that the external surface of the transportation vehicles circulating in your station is full of gold dust, as the research of my subordinate Eurybia has showed?  “What is the matter here, you, living but not learning? There is a lot of gold around, a lot of unregistered gold”.

          At that point, Mnesipemon pressed a button and disappeared into a gaping hatch.  

          “For Pete’s sake”, said Hyperion, “such a cheap, primitive, amateurish escape! I am disappointed in this criminal. New Arcadia, can you locate where Mnesipemon is just now?”

          “Hyperion, the director of the Exploitation Company of Jupiter submerged into the channels of my digestion organs”.

          “Give me visual as to where he is!”

          “Hyperion, I am strangely receiving signal only from half cells of my bowel, as if something exists blocking and obstructing entire sections of the peptic and digestive tube, just as a woman feels the contact of the penis only in the entrance of the vagina, but not in the higher echelons or walls, unless she is a mother, whereby she develops a sensitivity also in the depth of the vagina”.

          “Hush. Shut up. New Arcadia, project me immediately which parts of your bowel do not have sensitivity. Furthermore, please, do not address me again when you speak to me, because my wife does that all the time, ‘Hyperion, Hyperion’, and that thing gets progressively on my nerves and pretty ugly at that”.

          “Hyp… sorry, Starfleet stripling and teenager, anyway- what I am saying, we agreed ‘no address forms’- here is the drawing of my intestines with the dull surface highlighted, where I don’t have sensor access”.

          The drawing showed a circular area which was like a particle accelerator!

          “New Arcadia, what material is this corridor made of, where you have no access?”

          “It is made of orichalcum”.  

          “Atlantis orichalcum or common vulgar orichalcum?”

          “Atlantis orichalcum, fiery and hepatized, as you diagnosed correctly, infallible omniscient, so not a mixture of copper and zinc alloy of gold and copper, just as the gates of your home country Atlantis are built, great offspring of Eridani!”

          “Thank you for the flowers, but I am neither impressed not influenced, because I am made of strong stuff. So, the circular corridor is made of orichalcum. Are you sure, you cannot see what is inside?”

          “I told you, mighty titan out of cement, Talos out of reinforced concrete, that there a sensor jam throughout this sketch that you are seeing on the screen”.

          “Does it mean that Mnesipemon is in the hidden hooded section of the bowel that you are showing?”

          “Logically, yes, since its trace doesn’t exist nowhere else”.

          Hyperion cogitated deeply:

          “It is a very tricky, delicate, fussy, sticky, thorny, ticklish situation. Obviously, Mnesipemon entered a particle accelerating corridor, what one calls ‘ion – cyclotron’. Here, the foreseen consequences and repercussions exceed any imagination. If it is expected to be a probable collision of particles, this will create a new universe like our own, which is bound to inflate itself and occupy our present domain from here to eternity. The question is, for what reason did Mnesipemon initiate this procedure …”

          “I never understood why he held back gold. Did he want to finance the accelerator?”, wondered Leto.  

          “Both to finance and to build it, since, as we saw, it is consisted of Atlantis orichalcum, but it is also used for the flow of the accelerator. I will tell you more underway, if I find someone to open the corridor for me. Let us see if we can open this hatch.”

          He tried to grab a handle or a notch, but the hatch after use was quasi sealed with wax, melted and coalesced with the floor and I would take hours of drilling as the opposite of oxygen -welding to create a hole.

          Later, he found a technician and ordered New Arcadia to beam them directly outside the particle accelerator and inside the energy shield which protected it hermetically. They already stood in front of a metallic muscular membrane – iris destined for maintenance and endeavored to open it with traditional means, primitive for such an evolved age, namely crowbars and axes as well as welding- cutting torches. Orichalcum was a heavy and robust metal and resisted strongly.

        “We are facing a particle collision accelerator propagating chrysonia with speed a little lower than light. All this time this huge installation was hidden, thrusted into the intestines of New Arcadia, one more reason being added and justifying my general distrust for the essential significance of this groundbreaking artefact. I am once more confirmed and reassured in my belief that absolute transparence and synchronic deliberation hide in their inmost folds the biggest secrets”.   

        “For the love of me how does this thing work, sir? Why is the installation using gold?”, asked Leto.

          “I tolerate and condescend to answer to your untimely question only within the time interval and window of opportunity provided to us by the oxygen cutting of the iris. The problem about what material the hadron accelerators use is that often the heavy nucleuses, proper for great cosmic energy collision escalating even to a Big Bang, tend to deteriorate and degrade into radioactive parts. Nature adds to the structure of the atomic nucleuses for every proton more uncharged neutron to obstruct the mutual repulsion of the charged particles. This strategy is operative up to the element of gold, which is the greatest achievement of nature regarding stability. Here, 118 neutrons are required to contain 79 protons. With 197 nuclear particles gold belongs to the heaviest metals. As it is the case in all issues, I assume that the new generations will trivialize the procedures and will turn to the cheaper uranium with a core of 238 nuclear particles, the cores of which have less chances of frontal collision and more chances of radioactive instability and reaction. But what is this stench, anyway?”

          “These are the intestines of New Arcadia, master”, answered the technician with the torch and the crowbars. “As you can understand they contain large quantities of malodorous farting gases as a result of the digestion of asteroids”.

          “Yes, while yours are fragrant and sweet-smelling”, New Arcadia couldn’t resist saying.

“Often occurs”, the experienced technician continued, “that the methane gases are trapped within the curves of the wiggling polypod corridors and in any given moment are released explosively sweeping anything up to the exit of the anus. Let us hope that this won’t happen to us, because we will be carried away and expelled violently from the bowels of New Arcadia, and there is no airlock to prevent our decompressing crowding out”.

          Hyperion and Leto coughed incessantly, their lungs were irritated and agonized up and down to extract oxygen from the suffocating poisonous gases. As if that wasn’t enough, the ground under their feet shook, wriggled, twisted constantly and stained their boots with a yellow mucus, a detestable pestilent fungus and a despicable phlegm of a spittoon; alas not only the shoes were afflicted, moreover the elevated villi of the walls splotched them periodically with a brown filthy manure and other denser or thinner distillations of excrements and sewage. The wave of the shit flooded progressively their military boots and reached much farther and higher than the ankles to the extent that the Starfleet officers and the technician of the base almost lost their equilibrium and fell to the heap up to the neck into the viscous organic broth and detestable secretive sap. What the hell, what has this Arcadia eaten? Her wastes stank to high heaven. When the level of the sewer went up to the knee of the captains and commanders, cold was also added to their torment and unexpected predicament; they felt stoned and rigid internally, but strangely enough their external tissue burned, as if it was exposed to acid, corrosive and disruptive for the skin. Slowly, the toxic components of the station pierced the thin fat of the astronauts and thrusted into their muscles and bones, so that the fire reached the diaphragm, the esophagus, even the mouth. Our heroes ended up shivering spasmodically, embracing their own body.

          “Mr. anonymous technician, Mr. inconspicuous hero of any narration, I implore you, it is time for you to achieve some result. This is the moment where in every movie or TV series a great transgression takes place, the catalytic and decisive rift in the plot, where the competent and valorous protagonist performs the great deed, so that the epos may proceed and unfold towards the next chapter and the definitive solution and catharsis. If by any chance you fail at that crucial moment, then according to an expression which our descendants will probably adopt let all perish. 

          “Just a moment, sir, if, as the word implies, impossible speeds dominate in the accelerator, and if we enter without precautions, some chrysonium may crush our head like a bullet of a fire-gun.’

          “The accelerator is out of service days ago”, intervened the technician. “I have already informed Mr. Starfleet here, half before the teleportation and half after, that’s why you didn’t hear”. Almost simultaneously, piercing a hole into the center, where the blades of the metallic muscular membrane converged, and forcing them to open automatically, he said: “Here, the ring is at your service”.

          They entered the hull of orichalcum, where the environment was completely out-worldish, as the liver-colored nuances weren’t clear like the wine-like sea of Homer, while there was an impression as if something undefined gapes, as if the zero opens to infinity and vice versa, as if the bodies of the officers were dilated  and shredded across the corridor, on the verge of turning the curve like extended colored straps of an artistic photo.

          “Leto, relax and remember your training”, incited Hyperion. “We are fans of Aristotle, we believe in objective reality, but we are also disciples of Democritus and are aware that ‘κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις’ (the world is decay, but life is a view concept). We will focus, so that the structures may appear through chaos and waste, so that the scattered elements gain meaning again and the dry land appears within the ocean”.

          When the eyes got used and bent enough curves of the corridor, treading on hard shards of beryllium and other organic or metallic residues, they suddenly found themselves in front of a hovering shining multicolored sphere, tall up to their waist and reflecting all over shimmering, glittering scintillas and flashes. It wasn’t apparent if the sphere was moving, since according to a stroboscopic impression it was immovable, or if it was irregular or compressed, so much so that the kaleidoscopic perception interfered that it was symmetrical.

          “Boss”, said Leto servilely, “the recorder shows no biological trace of Mnesipemon at no point of the corridor. It is as if he ascended to heavens.”  

          “He might have found a way to penetrate the artefact. He is undoubtedly in the sphere”.  

          Leto put her finger wondering “what is that” on the surface of the sphere to see if it retreated, just as the girl who thrusted her little finger into a fissure to maintain the cohesion of an entire hydroelectric dam. Hyperion, however, slapped it away.

          “Leto, you are an officer of the fleet, not some dumb wacko and you can’t be constantly at a loss. Don’t lay the finger, because the artefact is able to suck you in.  It is another world or even worse another Creation.”

          “A Creation within ours? That is not possible, the Creations of the universe are not overlapping, but successive. Furthermore, the Big Bang or the Big Crunch is always proceeding. If a universe were created within ours, it would occupy us, displace us, liquify us, turn us into decalcomania.”  

          “You don’t understand”, said Hyperion. “The Big Bang, Explosion or Implosion has already happened. The universe within the universe is already augmenting and inflating!”

  1. CHAPTER NI: N.A.O.S. VENOVINDA  

Hyperion entered the ready room of the “N.A.O.S. Venovinda’s” captain after so much time, On the wall there was the inscription “wreath the victors with an olive branch”, while near the window and on a pedestal a miniature of the ship was resting on a crystal ball, you know the well-known frontal command disk in front of the two gondolas- nacelles, whereby all three sections are connected by pylons in relation to a cylinder beneath.      

Of course, he chose to go to the office of the retired captain instead of vice versa, because he maintained this old respect towards someone who was his superior from the beginning, but most of all had earned his respect on the battlefield.

          Prometheus pretended that he was surprised:

          “What are you doing here, hobgoblin with pointy ears?”, he said to him mockingly.

          “I looked for the active captain of N.A.O.S. Venovinda regarding a case. But it seems that I made some mistake and entered the chamber of fossils in some new-built mausoleum that didn’t exist in the years of my service.”

          “Hyperion, I am glad that we meet again and can insult each other freely! I admit that your joke was superior to mine, so you are beating me, one-zero”.

          “Respected pensioner, you know very well that the Atlantes from Eridani make no jokes. I am really looking for the captain of Venovinda. Where is he?”

          “You, cunning, godless, impious mocker, don’t you know that I was exceptionally allowed to put out the old flagship of the mothballs and the naphthalene coals and guide her to the performance of that humble errand, that humiliating for a captain milk-run in the neighborhood?”

          “Godlike Prometheus, do not forget what Epaminonda said, when the Thebe’s administration asked him to pave a road and the Thebans were astonished by the fact that a great strategist condescended to that minion job. There is no shame in work, only idleness is shame.”

          “That’s for sure. As far as our old lady is concerned”, said Prometheus kicking the floor with his heel, “she is like an immortal piece of furniture made of walnut tree, always willing to accompany us until the pit of the abyss and the roof of the firmament, even if her artillery is decommissioned!”

          “I didn’t catch how are you faring in the Centaurus estate?”

          “’Otium cum dignitate’ (leisure with dignity) as that Roman orator said, Cicero, who copied relentlessly our own wisdom, but also weariness and ennui to the death. Fishing, where I embarrass myself catching not even a fish-scale until I bore myself to unconsciousness. Ah, ah, young, enjoy the juices of life and the gold gifts of Apollo, because in old age the sweet fruit becomes bitter pill, cod-liver oil and pharmaceutical concoction and no one can swallow it anymore”.

          “Do not sulk, do not be grumpy, fiery god, titan Prometheus, as Sophocles called you. Don’t try to cheat fate in the game of cards, you are not going to deceive death. You can’t cheat and you can’t circumvent the laws of nature. You will live your designated time, and you will be happy with it. You will reach a painful compromise with time just as billions other beings have done, you will obey to the paradox commands of life as a prodigy, a honkey-tonk parade, a freak monstrosity, a travesty and a bitch, and you will continue your march uphill just like all mortals who ride against the wind bearing already the wound and the mark of death on the temples (Pindar). (Wo-) man and her/his splendor, the titan, is a tragic being, because he/she acts, carries on assignments, even accomplishes great things, while one knows that eventually will die”.

          “Woe to your conservatism, illuminate and shining one, you are a real pain in the ass! Must you always disillusion and crush-land whoever tries to slightly circumvent your committing and oppressing clauses and terms in the name of political correction and social orthopedics?”

          “Enlighten about your health. In any case, you are the one mort tortured among us during the war. At your expense, Zeus overcame any boundary of perverse satisfaction and malice. To chain you on Caucasus, so that the vultures feast on your liver! There is no designation, no epithet, no predicate or attribute for what you suffered. And yet you defeated him!”

          “Well, not exactly I, rather through foreign testicles. My entire hypostatic soul, residing in the domain of the spirit, my archetype from the heavenly space needed to mobilize to make the difference. What can you do, even so we prevailed”.  

             He got instantly serious and kept silent, because his wounds remained in the passage of time fresh and unhealed.

          “If you ask about me, I will give you the classic report of the ole ones that I had a stool today, so don’t worry. Another essential daily achievement is the circumvention of the swollen prostate and the release of creatinine and uric acid. I kept also the ruthless military maxim that should be added to the Delphic ones ‘Wake up, Wash, Shave, Scratch with a curry- comb (WWSS), which are essential for our following daily activity. Generally, I don’t feel bad, but the years of my body use are many and unfortunately the materials, from which we are made, are fragile and cheap”.  

          “It is so, laughing cheery Prometheus. I too, although we, Atlantes, have a slower metabolism and longer age-, insurance- and life- expectancy than common people, feel the toll throughout the years, the irksome laziness of the body and the progressing idiocy of the mind”.

          “Well, as a folk wisdom constates ‘now that the sea has become yoghurt, we have no spoons.’ Just as we have finally understood how life is to be handled, we are forced to bid farewell having our passport stamped.” 

           “Don’t speak so tragically, because you know a long ago how life is to be managed, yours and the others’, Enosichthon and Musagetes of titans. And you deserve really both the nicknames of Poseidon and those of Apollo, since within the hardships of life you led us with a strong charioteer’s hand, sometimes with flooding, magmatic, i.e. Dionysian explosivity, other times with stochastic – intellectual and Apollonian lucidity to the leeway harbor of peace”.

          “Please, o garrulous and trivial hypo-titan, don’t make me refer again to the foreign testicles, let us stop patting each other on the shoulders and search ways to complete our assignment”.  

          “Yes, the microcosm of Mnesipemon. It continues to grow and threaten our universe and must be teleported to the outer space”.  

          “To tell the truth, I find your report a tad exaggerated, hypersensitive Hyperion. The rate of the new microcosm diastolic dilation is very slow. Until it represents a threat, generations of scientists would have the time to study it, and it would be interesting to watch a universe, not only in its genesis, but also in its development. Yet with your report you disconcerted the scientific community, the mere care of which is henceforth to get rid of the artefact”.   

          “Yes, hygienic disposal of dangerous inflationary material, thus they characterized it. The thought and the motive of whom created it are very impressive. You can never fathom the intentions of another, who could imagine that this man, who had at his disposal the Amaltheia’s cornucopia itself and was able to construct any means of production  or consumption product, would use his components and assets for the Creation of a new world and then would hide in it, without even knowing its exact properties”.

          “Perhaps he has made previous studies, but in any case, the risk is great. It seems that his reluctance and introversion was exactly that, i.e. complete indifference for the present world and expectation of another playing the role of kingdom of heaven according to Christian tradition”.

          Yes, only that he himself made this one. It is not farfetched though, since also the bio- inherent do the same thing with their monstrous space polypods, which they create intending to merge with them after death.” 

          “We, on the other hand, venerable ex- master of the world, have neither reason nor interest to explore a new universe, ours is enough, so let us load the microcosm in the hangar of our ship and depart”.

          “Shining splendorous Hyperion, from your words I sense that you are in a mood of escorting your old captain in this easy- peasy mission”.

          “Why not? If a pensioner can make ends meet, I can also hold my own considering that I am still in active service at least. First titulary leader of home, it honors you that you don’t quit, that you give courage to us remaining and following inspiring us to peer always another rainbow and not to compromise with the viscous sticky swamp and the boggy marshy situations!”

          Instantly, they beamed the microcosm into the cargo hold, hovering within an energy net of Phorcides security. There it shone like a jewel with iridescent nuances.  

          “So, illuminating Hyperion, let us speed up the process. We are activatin the pheno-dimensional corridor, which is the only instrument that we need at the time. That is also the reason that allows one man alone to direct an entire colossus, the Co.m.my.s.s. – N.A.O.S. Venovinda”.

For those readers, who for their own unacceptable reasons have omitted to read the “Complete Titanomachy” or else the enlightening and didactic epos “Prometheus’ Catasterisms”, a work of reconnection with the mythological universe of the titans, a base of reconstruction and foundation of the current work, we swiftly reveal one of (any) Creation’s secrets: that the starry heavens, the constellations, the nebulas, the suns, the planets, comets etc., shortly the meteors, are simply a scenery aiming to inspire them to the right direction. There is no extraterrestrial life – perhaps of a different dimension – but not extraterrestrial. At this time when we speak and read, the same space occupied by our body is probably teeming from thousands or countless other beings, who are just on another phase of matter than us. 

Listen, little (wo-)man, who, no matter if you have a countenance of man or woman or in between, you gaze the floor and not the stars (Anthropos in Greek means the one who gazes up), no matter how long you search with your telescopes or sweep the skies with your super modern sensors, the only thing you are going to get will be false images, deceitful idols, which become believable through the illusion of depth. There are no distances either, this is also a lie, whereby one should consider that illusion often demands more energy to be staged that if it were a reality. Since meteors become perceivable and registered only by one of the five senses, namely the (even enhanced) eyesight, a circumstance already stressed by Aristotle, the existence of the star firmament is impossible to be proved by experiment, as the incompetent positivists would propose. The old ones proved to be right, who always distrusted the space programs and would say: Can anyone pierce the seven skies? They had perceived that maybe there wasn’t any space around Earth, but merely a crystal impenetrable dome (or many successive domes like overlapped cobwebbed veils or dense-woven membranes, that is a technical matter). Here, would Prometheus shout that whoever would dare to sail far and away into the supposed distances, would quickly become insane, would get incurably and irrevocably schizophrenic, because time and isolation distort perception completely. But beyond that, who is the one that causes the perception of distance and the illusion of celestial bodies? According to the Christians God, according to Greeks gods and titans, whereby those two solutions are not incompatible or alternative but rather supplementary and complimentary- see in that regard also the “Complete Titanomachy” or else “Prometheus’ Catasterisms”, let us not repeat ourselves! Specific clarification: The pheno-dimensional corridor within the archetypical primordial unshaped chaos is the only navigation instrument, which was described in detail in the above -mentioned work, since everything else, relativistic velocities, slower or faster than light, warp, hyperdrive, hyperlight, superluminal etc. are means of navigation, presupposing the inception and formation of space.

With a light move of the joystick, they reached the boundaries of the unshaped unformatted universe.

“Venerable pensioner, insuperable Past, Present Perfect and ‘Has-Been‘ of our lives, which is the way of the new-fangled universe’s hygienic burial, without this ending up at expense of Mnesipemon and the other inhabitants of the microcosm, who are entitled to continue their lives unhinderedly? Let us never forget our values and principles, we are titans, we live and let live”.

“I have received specific instructions in the briefing that took place in the Starfleet headquarters of the Sirius Confederation: Here, in the far edge of the universe we have the margin to wait until the evolution in the sphere is complete until the contained therein civilizations grow, thrive and decay. It is competently ascertained that time inside the microcosm flows immensely faster than ours. In only 25 weeks of laboratory scrutiny, the microcosm has passed 4 Χ 10 years to the tenth power, i.e. forty billion years, it is already older than our universe including us. So, we don’t even need to wrap it with a protective field to prevent its further inflation, because it is already in terminal stage. So, come, companion and hyper-companion, let us wait together with unmixed wine and a few mezzes the end of the micro-universe and then we catasterize it in full glory and return to base”.

So, they sat down sipping their glasses and awaiting developments: The microcosm neared already its end. In the depth of the transparent sphere there was a dark ember of an almost extinguished fire. As if the scarlet and purple stars had remained half, they wreathed a swollen inflationary internal area, in which seated a vast greedy gluttonous black hole, a mighty maw and a glorious esophagus. Over the black nucleus though there was a crescent bayonet of dazzling opalescent pale moon light creating an accretion disc larger than the shrinking and elliptic horizon of a blackhole.

“Beware, first and best of us all”, observed Hyperion. “It seems as if the blackhole is not completely black, i.e. a fountain sprinkles from it. This is contrarian to the theory that a thing like that can happen only in the early stages of a blackhole when there is enough hovering dust.”   

“Then, my friend, obviously the theory is wrong”, Prometheus said simply.

Another sip of unmixed wine or ethylic Theobroma and the plot continues.

“I almost see another fountain jutting and gushing from the opposite side of the blackhole”, said Prometheus.

“It’s the usual story”, Hyperion recapitulated, “the stars of the microcosm converge and will eventually collide, will melt and be lost or rather agglomerate and coalesce into a pulpy mass. The lumps will collapse even more until only the blackholes remain, and the entire matter is doomed to be absorbed by this lightless fire”.

So, finally – we continually say: ‘in the end’ and ‘finally’, while we continue the narration, because there is no end – the gray ellipse of the galaxy was merged into crucibles of blackholes and the matter of lands and stars had become a lake or stain of liquid oxygen in an archipelago of hydrogen. Nevertheless, the microcosm universe or the micro-universe’s world continued to grow. It was whitewashed in warping dead masses, where the frame was an uneasy dusk, a gloomy, dismal, obscure twilight. Great sets and conglomerations of mass and energy were moving towards their swansong, and the aria of the performance conclusion was already chanted. In this ruthless unconsolable cold, there was no more shelter for the preservation of life, for fragile carbon units of ugly bugs of mostly water within cellular tissue or mobile calcium grids. Maybe only the crystal form was a survival option in this ominous situation.  

       “We are dogs and apes in official dress and gala uniform, watching an opera we do not understand”, said Hyperion.  

Simultaneously, from both sides of the galactic center scintillating white lines emerged piercing the shadowy swarms of the burning suns like a stubborn reiteration of the initial fountains, which seemed to unite progressively into a Laocoon’s decorative complex. This time though they didn’t have a random despondent arbitrary shape but constituted a center surrounded by homocentric circles.

“Watch these wheel spokes or spindles within the circles”, Prometheus stressed. “It is like a system of geographic coordinates, latitudes and longitudes”. What is it, dude, is it a magnetic field or phenomenon of sort?”

“As our monotheistic descendants will say, glorious Prometheus, God knows or, as we would say, ask the gods”.

“Eh, just look, science officer, the extensions and protuberances constantly elongate.”

The whole iridescent and fluorescent formation, that railing lattice or network buzzed, throbbed and pulsed, while golden and red thunderous reflections jumped, creaked and sparked all around thriving from energy.

“We see”, Prometheus matched his friend’s description, “that the prototype, the dense-rooted latticework, which we believed wrongly as completed, expands continuously with supplemental thin hairs, insisting on consuming energy and shining haughtily despite the relentless entropy of the microcosm”.

The core of the dying galaxy emitted some dark sparks from the remaining residue and dung that at the time of its ostensible disintegration enhanced its splendor.

“The expression ‘hairs’ may be correct, but you can also say ‘root’. Something is growing there, Hyperion”.

“They are structures of order in view of the world’s end. It’s a sort of ultimate reaction to entropy, such as the human brain is”.

  “From where I stand, it seems to be life, you, pedantic doctor of many sciences. What grows is life. What else can it be? Where does it draw the necessary energy from?”

From the latticework of the sparks, which in the meantime embraced the entire ellipsis of the galaxy, new fibers climbed.  The pattern formed in front of the sooty black background of dead and dying stars, flashed incessantly a mute message.  

The veterans of Starfleet could not avert their gaze from the growing luminescence. Obviously, the dead micro- universe emitted the meaning of life, as it had comprehended it. If the key to decryption was missing, the present strictures of order could not be something else than hopes and dreams aspiring to survive. And probably also in the universe of the titans, the expected conclusion would be the same. After all, what is bound to stay behind as time goes by and the race of humans extinguishes? A bundle of handsome dreams as a bank of souls or as an ark or archive of collective consciousness. 

Would not also all improbable creatures of microcosm remaining unexpectedly at the end of time project in their minds a mythological past or an utopic future, where, according to the axiom of ouroboros, matter would coalesce again into suns, the random atoms would organize themselves into life and the tormented planets would sway again on the theatrical stage of an inconceivable drama?”

“Prometheus, the unescapable procedure has been initiated, the unavoidable spire, the inexorable circle leading to the final collapse, which will be a sort of omnipotent implosion”.

“Yes, yes, fortunately I have received instructions regarding that, so that the implosion may be controlled. We will use the very power of the microcosm to transform it into a star, into a dense neutron star”. He made some adjustments in his terminal and then looked at Hyperion conspiratorially.

“Once an expert always an expert, eternal friend”, he said. “Let’s go together”.  

Both began chanting the ritual traditional liturgy and conducting the ancestral litany of titans along with hymns and consecrations.  

“Catasterism in five, four, three, two on one, execute! And the name of the star will be Mnesipemon”.

  1. CHAPTER XI: XENOS  

“Check another successful mission for the titans, dear Hyperion”, said Prometheus. “Please, make a respective entry in our already rich curriculum vitae, diligent eternal subordinate. Things are looking up and it seems that we two have a brilliant future together!” 

“Well said, favorite, appointed and planted superior. If I was not an Atlas, I would laugh, because in fact what you said is powdered with Attic salt. What else may two dinosaurs like us expect from fate? It would be hubris for us to aim still another career advancement, we, who are in contact with the initial and final God of the universe, who cancelled and demolished polytheism, who ruined the impious, disrespectful and unproved opinions, who fertilized and germinated so many Creations and attended so many Big Bangs and Big Crunches”.

“Don’t read too much into that, (wo-)man has always ambition as distrust to the future, a suspicion as doubt of the present, one is never pleased by nature. One aims always another rainbow, the opposite mountain top, a ‘plus- being’. We are never satisfied, not until some indignant god decides to shoot us in the face with a coup de grace. Imagine that we, the titans, live a hundred years in every Creation and still worry that we will never be revived and live again. Fancy, if we lived forever, from here to eternity, as if there was no death, not even as a temporary reminder of humbleness. Then, we would be wolves, wild animals rending and tearing apart”.

“Ok, you, ambitioned yuppie dreamer, let us press the button of the pheno- dimensional corridor to return to base”.

“Yes, immediately. I would merely like to cast another look on the trace of the microcosm, as the materialists call the soul, not condescending to accept it as something moving and animated, but rather as stable impact on an inert matter, so that I may decrypt with more detail its last noetic message to whom it may concern!” 

His voice drowned suddenly in his larynx, because the two eyepieces of the telescope had twisted suddenly around his windpipe and were trying to strangle him. Prometheus tore at them grabbing the bull by the horns and tried to detach them from himself, but they dug relentlessly into his throat, steel prongs closing like the claws of a trap, as jaws of a shark or as a boa constrictor. He leaped up and managed to put a distance between the console and himself, but the telescope eyepieces cut themselves mysteriously from the integrated in the terminal telescope and crawled quickly toward him, hooking around his leg like the snakes of Hera around Heracles. Prometheus kicked his own leg like a pissing dog and as the grab of the snakes loosened, he fired on them successively with his zap gun and dissolved them into their ingredients. To be exact, the tormented titan missed the second shot (“aberratio ictus”), but Hyperion stepped in to control the ricochet of the eyepieces and evaporate the second one turning it into a cloud of subatomic pieces.

“By all the gods of Olympus”, said Prometheus, “What was that again?”  

The telescope scuttled away and attacked him! What else was there to see or to hear?  

“Maybe the pheno- dimensional corridor causes distortion of reality”, said Hyperion. “Now that we have activated it to return to New Arcadia, I expect these phenomena to stop.”

“I surely hope so”. As long as we are in a warp state, I am going to make a shower with hot water instead of sonar waves to achieve a guaranteed relax condition”.     

“Greatest of titans, what happened to us is so unbelievable that I intend to meticulously study the molecular residues of the eyepieces. I consider considerable enough the possibility that we are victims of an elaborated hallucination”. 

“Well, if you must, you must”, said Prometheus Withdrawn (like ‘Unbound’). He took off his uniform and entered the shower. He let with ineffable hedonism the hot water flowing ample on his body – let the service pay extra expenses for him, he didn’t mind if it did, since he had offered so much to it! He was intensely upset and, although he didn’t know exactly the relaxation techniques of the Atlantes, he tried to emulate them, controlling his breath and making stress-relieving thoughts to feel better and to recover. In the beginning he uttered the classical motto “I am too old for this shit”, but in the end of his bath he said: “What am I saying? Should I, my own self, devalue myself? Old means robust, and since I am still sane, I can exploit my experience which is not for sale or purchase, but only for someone to acquire. The new hotshots are looking for algorithms or alphanumerical sequences as action patterns, but we, the old ones, know what calamities and adversities are and we have no epistemological need to copy others, to embrace and take to heart without judging or mediating what others have said. We are in the position of reaching our own conclusions according to the general or specific science principles and the hermeneutical rules, whatever facts or events we find in our road …”.       

Saying all this, he took a large towel to rub his body with its hairy surface, but it wrapped around him like a boa constrictor – we are sorry for using again the same comparison, but there isn’t any better. The rough cloth of the towel pressed suffocatingly over his ribs and Prometheus started once more to fight wildly and desperately for his life. Unfortunately, the long towel extended up to his thighs including them also in its lethal grip, a fact that hindered considerably his mobility. Nevertheless, he managed to exit the bathroom with short jumps ululating:

“Hyperion, help!”

With two strides Hyperion moved from the bridge to his captain, envisaging him on the floor with a purple, mauve face and thrown-out eyes, extracted from their pedestal. The towel was wrapped around him and danced with him a macabre supine lying on the back death dance.

“Hyperion, pull it out, it shatters my ribs and loins, I haven’t experienced such pain since Caucasus. The liver eating vulture is a bliss in comparison to this, this is unbearable!”    

With his Atlantic strength Hyperion could detach with great difficulty the robe of centaur Nessus from the tormented victim and saw with awe that a large quantity of the titan’s flesh had disappeared and at some points only naked bones extruded, as if he was corroded by an acid.

“By Uranus and Gaia”, said Hyperion, “can you rise my friend?”

“I sure like to believe that I ‘ve been through much worse, since I am the epitome of the retired fighter. Please, support me, friend, and take me to the bridge”.

Yet as they reached next door, the classic expected woosh did not take place to allow them access to the next chamber.

“What happened? Are we trapped here?” said the captain.

“Let us deal with the subject- matter scientifically, as we have trained. I am going to my room, which is in this section to take a data- recorder.”

“What should the data- recorder analyze? We have evaporated both the eyepieces and the towel. I don’t think that we can conclude something else from the scorched molecular trail.”

Until he finished his sentence, the winged feathered Hyperion with six-feet tall high hanging leaps went straightly to his room and came back with his portable scanner verifying the proverb that “until the reasonable one has the chance to think, the crazy dude has already traveled and returned”.

“Yes, you are right, former superior officer”, Hyperion admitted. “Just a minute, I will crack the alcove of the door open, and I will ascertain the cause of our imprisonment”.

He subtracted the external covering of the alcove and the cables appeared.

“Now, you will see, master, I will short-circuit the cables with the method that allowed us to escape so many times in the past …”.

“Don’t just look but throw away the scales from your eyes, you, keen-sighted but at the same time squinting and cross-eyed technocrat. There are creatures, plasmodia moving on the cables.   They… are tiny little men…homunculi”

“Indeed, insulting but speaking the truth hegemon, I am observing and registering microscopic marionettes, who have the ability to penetrate everywhere and operate puttering in a small place”.  

“Obviously, they had also invaded into the telescope and the towel and that is how an inanimate object becomes suddenly vivid and animated. Of course, there is also the mechanical way of an inert matter’s automatization, just as the electronic brain within a door, a refrigerator, an oven or a hearth, but here we are facing an entirely different phenomenon…”

“I don‘t understand, we just have microscopic fidgeting puppets …”

“Yes, you have already said that. Don’t you see anything peculiar in all that scenery? It isn’t the most normal among things for someone to see these hypertrophic microbes walking on fibers and cables. Alas, science – titan, being beyond the sky and looking from above, as your name indicates – is not merely observation and experiment, but mainly and primarily logic. Assume that certain facts happen: The question is: Where do they come from, who gains from them, who propagates them. We must stop thinking along traditional lanes and categories. ‘True or false’, this distinction is only for morons. We don’t care if the myths of Iliad and Odyssey are real, but it is of great interest that Homer has narrated them, that they refer to the life and timed of swift-footed Achilles, or resourceful cunning witted Odysseus or Hector, whisperer and tamer of horses…”

“As we said, they have a microscopic size to intrude anywhere, they are like weeds gone with the wind, like needle-like extensions…”

“Not properties, let us examine the essence, what kind of creatures are they? Bilogical, mechanical, photonic? By Jove, Hyperion, we have been cooperating since the dawn of time. Haven’t you learned anything from me, you, bozo?

“When I stand in front of you, a curious inferiority syndrome takes hold of me, imprudent Epimetheus!”

“Please, do not mention my brother, not even as a joke. Due to his own negligence and foolishness, I was forced to confront with the gods, to steal fire and other evolutionary tools, the greatest of which is to err or make a mistake, since he did not care to save some positive property for the people”.  

The data recorder cooed, wooed and chirped a little before reaching a conclusion.

“They are photonics, consisted of light, but they can at will or upon a foreign intervention or transmission acquire mass to interact with our material environment”.

“I suspect the perfect nightmare! Make a sensor sweep of the whole deck or rather decks of N.A.O.S. Venovinda”.  

“Aye, aye or I, I”. The agonizing sound of scanning darkly is heard, groping and snoring, reaching a climax: “The ship is flooded by those unexpected abominations of desolation. They have invaded and compromised all installations of air renovation conduits, in all life-support tubes, in the walls, the corridors, the airlocks, the sluices, and irises. They don’t all have the same size, some are bigger, even in normal dimensions, others smaller with limitless shrinkage that can reach up to microcosm or rather dive into all levels thereof; it depends on the diameter of the opening or the hole, where they are trying to fit. They have infiltrated even the space suits in the closets, where they keep a normal human size, because that is sufficient and necessary for the corresponding empty space, so we can also envisage their figure. They are creatures like us; they just need a holo- emitter or a roof image projector to exist!”

“Indeed, incrementing- decrementing in size holograms, able to adapt and fit in any void, thrust in any notch and niche and occupy all things. Sorry, that I am going to create an awkward situation here, but… are they like your spouse?”

“Yes”, said Hyperion swallowing lump stuck in his throat. “Depending on the operation of the image projector, which always connects to the transporter of teleportation, any hologram has the opportunity either to remain photonic or to materialize; in the latter case, things naturally become more complicated”.

“Surely, a vast computational energy power is required to transform the entire NAOS Venovinda into a holographic projection room. But is this the case here? Has such transformation been performed on the ceiling of the corridor, where we currently are?”

“The recorder says no. That implicates a projection from outside. Such technology is so sophisticated and unimaginable that even we do not possess. Obviously, it is implemented by strangers, by creatures from other dimensions.”

“But we should they draft or commission NAOS Venovinda? At this moment, the vessel is unarmed and decommissioned, needs overhaul and maintenance, it is overdue for the Roadworthiness Test Center. But hold on… don’t answer me, I forbid you to take the words out of my mouth… The mere presence of the pheno-dimensional corridor, the nuclear engines and the antimatter chamber of N.A.O.S. Venovinda can easily be turned into weaponry of devastating fire power.  Terran or alien terrorists can easily direct the spaceship to a big city of Earth and cause havoc making land of Midiam. A starship with the might of Venovinda could instigate an explosion, capable of erasing an entire planet!”

“And we are imprisoned in here without any escape route”.  

“You’ve said that you will short-circuit the cables, you, forgetful titan”.

“That’s no longer a choice. The homunculi are working so fast that they have almost evaporated the alcove along with the cables, they have integrated it into the wall, they have affected matter to the molecular level, and they have malted the walls together with the doorframes”.    

 “That’s to be expected, while we are given to small talk, the enemy does not waste his time or delay his activities. We, titans, are characterized by this flaw, namely, garrulous lengthy prattling loquacity, we talk and talk until we make both the issue and us weary. Plato taught us dialectics, but we have the tendency to overdo it. ‘Yet, we must be courageous, because tomorrow, things will look up again’. My bosom friend, do what you can, I trust you wholeheartedly. I want options, I want recommendations, I want to go shopping with the basket of Opportunity who has hair in front to be seized by the forelock and by the cunning, because if it overtakes you will get into a scrape by your own clumsiness”.

          “As we have already said, escape, which is what we mostly do, is not an option anymore. Action is excluded and the only thing that remains to us to deal with this reverse serendipity is to give it some thought”.

          “You, bogged down, overtaxed, nonplussed, overstrained Atlas, are you trying to kid a kidder? Through mere thought how could we leave here? Action and acting as an overstructure of thought or as its channeling into the field of reality are required. It’s a pity that Theia has withdrawn from the systems of N.A.O.S. Venovinda or else we would have an ally to fight against all these electronic circuits as well as the holographic homunculi”.

          Hyperion seemed to become self- absorbed and to think deeply.  

          “This is not the proper time, my dear pagan -as I would say: my dear Christian, if I happened to be one – to delve into contemplation and concentration. Here, to lend a Greek expression, we are singing while our houses are burnt.”

          “And yet”, Hyperion arose finally from the depth of his own thoughts, “Theia as an evolved hologram is surely somehow related to our predicament. I will contact her”.  

          “Just a minute, you said that in Confederation there is no technology capable of projecting a hologram from a far distance without ceiling emitters”. 

          “Yes, but we may find ourselves in a hologram within a hologram. I reckon that my spouse is completely capable of such a thing; I am almost certain that before her departure she managed to install light- casting micro- devices throughout Venovinda to be able to handle it from a distance. It is a basic characteristic of her that, if she is once entrusted with power, she will never quit, she will do anything to reassure her position of strength, she will stick to it like Cynegeirus, brother of Aeschylus, bit the railing of the Persian ships.   It is very possible that the ceiling is not what it seems, it may be teeming with microprocessors of hologram administration and direction”.

          They searched and found in one of the apartments they had access to a communicator being in better shape than others.  Of course, there was also the thought within the ranks of the Confederation to integrate communicators into the uniform of the mates and officers considering that their owners often displaced them or threw them ostentatiously as obsolete away just like the people of other eras did with their cellphones, but then this plan was not yet implemented. The communicator found by the two old chaps, after they examined and discarded a lot of others jettisoning them into the corners, had a range up to New Arcadia.

          “Euryphaessa, do you read, Euryphaessa talk to me”, said Hyperion enraged enough.

          “What has happened again, importune husband?”, answered finally and reluctantly the elegant Titanis.

          “We are imprisoned together with Prometheus in N.A.O.S. Venovinda. Photonic puppets have conquered all connections and are reshaping ship systems to their liking. As far as I know you, it is next to impossible for you not having security ventils for such a contingency, even if, I for my part, believe that you are personally involved in this. Aren’t you ashamed? We are in danger, here, we have lost control of the ship. What are you planning again? Is it possible that you want to torch us on the shrine of A.I., which you so reservedly worship and serve?”

          “What are you saying, I … Maybe they are Xenos, creatures from another dimension involved, I am not responsible for everything, you, molesting abusing bridegroom, we possess no such technology…”

          “Cut the crap”, I really didn’t expect you to dip such a low point. Yet your very name witnesses how playful you are regarding light and how much you are experimenting with light phenomena. You always said to me that you wanted to experience happiness a bio-inherent together with New Arcadia’s organism, but I never believed that you would hit a new low seizing N.A.O.S. Venovinda to accomplish what, you pitiful creature?”

          “Don’t rush to conclusions, you, wisecrack but at least not unemployed man. You think that everything rotates around your murder investigation. There are also other problems in this exemplary and ideal for human conditions habitat of New Arcadia. Except the bio-inherent and the physiological there is also a third class of beings, we photonics, who have the handicap of living by referring to a machine, a holo- emitter standing on the roof referring in its turn to us.”

          “I don’t see any problem. You chose for us to stay in a physiological’ area. There is in the suburbs and in the country of New Arcadia an entire holographic village roofed by a complete dome, embroidered by such projection devices. I was willing to stay yonder as well for you to have a more normal – sorry, I got confused- have a more photonic life, to be able to make a constitutional, even to visit nightclubs, for the children to go to school instead of tele-educating at home and all that stuff. As far as your accusation is concerned, that I have engaged a photonic family because I am allegedly selfish or introverted or self-deceiving, that isn’t valid. I had my own reasoning when I asked you to withdraw from Venovinda and when I copied the matrices of the children and brought you here.  I wished for you and the kids to live aloof from the megapolises’ dangers in an idyllic environment…”

          “Coming to New Arcadia was not your idea but mine.”

“Yes, but you chose to live in a normal village, where you can’t peep out or pop off the house, neither you nor the girls. You pretend that it is better for me, give me a break! You did it only to reduce all subject-matters to whether I put a telepathic implant or not, so that we be in constant communication, for which, however, (wo-)man is not made, because one needs always time for self- contemplation. You always needed to have grievance and to grumble over it! In any case, I suspect that you stand directly behind what happens to us, even if I cannot fathom its exact connection with what you think up or improvise. Please explain yourself, because I have beside me our family friend Prometheus and I feel badly that he too gets involved in our unwanted exhibitions of power”.                        

“Well, when I withdrew from my wasteful and overtaxing service aboard the circuits of N.A.O.S. Venovinda, I decided to start a new system to distant the holo-emitters as far as possible from the holograms illuminated by them. As a step for independence, for rehabilitation against factors confining us, you understand …The next future step would be to have a portable holo- projector, but the scientific achievements are never accomplished in heaps, but successively through the tiresome method of ‘trial and error’ ‘of endeavor and failure- blunder.’”

“Euryphaessa, cadaver- eating, schistosome, flat parasitic worm, foraminous plasmodium of vertebrate organisms, sanguinary and hepatic double-mouthed bacterium, you admit seriously that you have trapped us without warning, you made us undergo and suffer such deep sorrow and unnecessary predicament, capable of constituting the legal grounds for an extensive nonmaterial damage,  just to test the remote control systems of holographic projection? So, gather your cables and your protuberances without any undue delay and don’t provoke me to send you to hell – but what am I saying, unfortunately there is no appropriate expression within the wishy-washy and politically correct etiquette rules of the titans to describe what you did, so I take refuge to Moslem- Christianity and I am telling you: lest the devil take you, correct your behavior because I will make you spit the milk of your mother’s breasts, I will chase you with the halberd until the end of your days”.

“If I was a male, I would tell you that the most you can do is fart on my testicles, but anyway. Don’t threaten me, because then the appropriate proverb would be ‘so much pain for so little gain’ or else ‘The fly had made a bigger arse and shat on the entire world’. That would be the day when Hyperion will begin terrorizing us! If we reach the point where the husband would scare his wife and not tremble before her, then the world has been irrevocably corrupted. Ok, I am disconnecting the systems, but see that you don’t irritate me much, because neither you nor I can be sure about how I will react. In the eternal history of man and woman it is obvious who is the hunter and who is the victim; never forget that, neither you nor your inebriated table companion, your escort in the revelries and feasts lasting all night!”

The door was released, the homunculi magically disappeared from all the instruments of the ship and both our affected – inflicted titans came stumbling and slipping to the bridge’s controllers and joysticks, at least seeing with relief that the action of the pheno-dimensional corridor was completed, and they were again in the familiar geosynchronous orbit around New Arcadia.  

Hyperion felt awkward and began apologizing to Prometheus for the unlucky contingency.  

 “Captain, you understand, the eternal covenant between man and woman possesses a great power when it is applied, that’s why there are a lot of guarantee clauses concerning non-fulfillment, which cannot exclude legal differences though, character incompatibilities, hiatuses of conduct or behavior …”

“Hyperion, I sympathize with you. It is obvious that you have conspicuous family problems, but I am not so naïve to believe that this atrocious interference is coming from your wife”.

“What do you mean, you, suspicious and cunning Talus from reinforced concrete?”

Prometheus looked upon his eternal subordinate with some pity, sorrow and condescension. He had an immense understanding that this omniscient Atlas was always a frightened pupil before him. Thus, it is done when we acclaim someone as our personal idol; then we have no other choice than to stand before him with reverence and respect.  

“Unsuspected loving husband and father, I reckon, you grasp the obvious that ‘‘Icaromenippus’ didn’t cease to exist upon the arrest of… Icaromenippus. The autonomist movement of New Arcadia continues to reign and thrive. What we experienced today was revolutionary gymnastics and official final rehearsal for some decisive and chirurgical intervention, having devastating consequences for the constitution, the institutional statutes and the conditions of the solar system in general. Wake up, bro! The biological artificial intelligence proceeds unwaveringly to new conquers and always another rainbow. It has surpassed by far the inert automata and the mechanical Talos and has set the goal to subjugate humanity! What is the remaining solution? Titans again, always the titans, the fight from any barricade, embrasure or loophole, at any moment together with the talismans and the pearls of humanity!”    

Hyperion stayed consternate for enough time.  

“Illustrious expert, erudite, polyhistor, illuminating Mr. Know-all, my precious chairman, I love you now and ever. You have shown me with your versatility and worthiness a road, which I have neglected in my research into the odious murder of Arete. The holograms! In bottom- line, a hologram eliminated the inspirer of New Arcadia, and I must investigate possible or probable or wannabe murders in the holograms’ village and in the holographic community in general”.

  1. CHAPTER OMICRON: OARISTYS, erotic intercourse)

It was the third time that Hyperion visited the house of the Cyrenean Arete, the second in the line of duty, since, as you may remember reader, one time, probably the intermediate one, he sought refuge behind the seals of the crime, posited for securing the perimeter of the evidence, to escape for a little the pillow talk of his strange bedfellow. From the two official visits, the first was for initial acquaintance and autopsy at the crime scene having as guides the security officers of the station and the second one was now together with his associates and the policewoman Perictione. Yet this time the policewoman hadn’t come to initiate or introduce the magistrates into the case’s intricacies, but rather to be questioned herself confronting these premises and being cross- examined in the respective ambience. Because Perictione, as it results from the above circumstances had the more unjustified outward trips to the house of Arete, ended up in visits inside the residence and not outside, as it would be logical and expected in view of security reasons.

The house was the well-known entirely sterilized region, where only one bed existed. The complete recycling of the materials resulted therein, that every cup of coffee along with its saucer and the silverware, even any worn-out multi-used clothe, any sheet or blanket, stained or dirty leggings, garters and shin protectors, non- ironed robes, cloaks or shirts, unstarched rubbed off stoles and gowns along with whatever evidence one can imagine were buried in the walls, not be able to witness or reveal anything. Yet Hyperion thought that merely the vision of the crime scene and the respective atmosphere of this piercing, lathing, agonizing dramatic thriller would be enough to elicit some reaction from the interrogee, suitable to elucidate the crime.

As soon as they closed the door, they aired the warrant required for the interrogation, as long as it was necessary to elicit the proper respect and ensure that the interrogee had laid down the audacity that characterized her until now due to her position, since she didn’t even have the courage to verify the interrogators’ credentials.   

 “Perictione, it is no secret that you visited the house of Arete more times than anyone without having any particulate reason.  What does a humble policewoman like you doing in the place of such a key communal personality?”

“Are you trying to scare me and badger the witness, here? Mrs. Arete hired me as bodyguard, and I don’t care if you all burst with jealousy. She hired me as her personal bodyguard, because she was a little scared”.  

“There was no official transfer, posting, reposition, removal or relocation by your superior officer Philogene for such a duty”.

“Well, I was unofficially appointed bodyguard”.

“To help you, maybe you were hired as chaperone within the house, but why? The house had security systems and super-modern at that, no one could bypass them, because an alarm would have sounded”.

“Maybe I was the last line of defense in case someone was able to intrude …”

“Perictione, we aren’t discussing a period of perfunctory anarchy or a hiatus of uncorrelated and uncoordinated behaviors, but for an age, where all movements are registered and evaluated. You know very well on grounds of your profession that external infiltration under today’s circumstances is impossible unless someone deactivates with sophisticated close-quarters tools the stamping and the ringing of the garden and the building. Besides, only due to this reason, even the external sentinels have a meaning”.

Perictione started to move erratically back and forth with powerless fury! On the one hand she wanted to hide, on the other hand to silence the magistrates through a clever response. She had the nerve and the reflex to answer the challenge, but not the good sense to restrain herself and Prometheus knew that.  

“Yes, why should I be an internal figure, you illuminating Mr. Know-all, who came here to disturb our circles (turbare circulos meos)?       

Then Eurybia intervened to defend her superior.

“Perictione, listen to me very carefully, the best version for you is that you were lover of Arete and the worst that you were her murderer on the grounds of some erotic rivalry. So, we are asking you with all decorum and due responsibility awareness. Were you lover of Cyrenean Arete?”

“You Starfleet… you horrible moralists… self-appointed censors of social orthopedics… who gave you the right to intervene in our lives …”, Perictione murmured inconclusively.  

“We wait for an answer”, cried out Hyperion with a Stentor voice.  

Perictione remained silent for enough time, shaking her shoulders right and left.

 “Speeeak”, squealed the inquisitors forcing and extorting a response.

“I was not, because she had holographic lovers!”, burst Perictione crying out loud.

“You mean imaginary lovers?”, asked Eurybia immediately giving her the opportunity to pull herself together.

“No, the purely imaginary lovers possess no depth or fascination, no attractiveness at all. She had lovers from the holographic village They presented on the screen and then materialized by the beaming transporter for the needs of the sexual intercourse. I simply knew them, procured, promoted, watched them…”

“But is it possible for a physiological human being to fall in love with a hologram? wondered Eurybia. But then she thought that her name, which meant “broad wide life” implied an enhanced perception of things, so she hurried to censor herself and exercise her self-criticism. Why not? We have seen stranger combinations throughout the years. Titans along with Olympians, gods along with (wo-)men, mortals together with immortals, physiological together with bio-inherent, although the last ones have tighter connection with their homologous than with their physiological partner, gays together with straights (is that even possible?), organics connecting to mechanical Talos, positronic androids and gynecoids or even super- automated LGBTQ of “Echetlus“ type, even incompatible species who have chosen to take each semester the one the figure of the other to become compatible, just like Castor and Pollux live six months in heaven and six months in Tartaros”.

“It is human, very human. Each one is attracted by what one does not possess, the inaccessible, the impossible!”, Perictione expressed her opinion showing a special sensitivity and a deep education which no one would expect, suspect or presuppose in the case of a policewoman.  

She started reciting: “’Pan loved his enchantress Echo, but Echo loved the scampering Satyr, while he was crazy about Leda. And as much fire and flame Echo fanned to Pan, the same was valid for Satyr versus Echo and for Leda versus Satyr. They were mutually melted by Cupid and every one of them was hated by the man she loved, as much as she hated the man who loved her. This is a good lesson for all those unloved; Love the ones who love you to be loved when you love’, as Moschus of Sicily tells us in the Bucolica”.    

          “Well, yea, we know all this. What do you think we are, uneducated? We know from mythology- psychology that, as much as some lovers, ostensibly incompatible, do anything to stay together or again they melt and self-destruct due to unrequited love, others do whatever they can to avoid mismatched love affairs, just like the devil escapes incense. So, Artemis to disengage from Actaeon transformed him into a deer and the dogs ate him, Syrinx preferred to turn into a reed to avoid Pan and Echo who you mentioned preferred to be torn apart by the peasants than to succumb to the lusts of the goat-footed”, Hyperion interrupted her verve, subterfuge and evasion calling her back to order. “Who was the lover of Arete? He asked severely.

“How should I know? She had many; she was nymphomaniac, a vagina enthusiast. She had lovers both male and female, but neutral ambiguous creatures as well, go figure! The sensors of New Arcadia may assure you that I was not present on the night of the murder. How should I know whom she sheltered that particulate day, the woman was guileful, resourceful, but she had also genes of a pigsty, the most unholy and unsatiated lusts. Poor Lasthenia, although she committed grave errors, told you also uncommittedly a bitter truth that only discreetness and politeness urged her not to answer to your questions, and the same is also valid for me”.  

Without letting her continue, Hyperion contacted Philogene instantaneously.

“Philogene, send me immediately a list of all holographic personalities living in the holographic village. One of them was probably the murder of Arete”.  

Philogene seemed hesitant and reluctant.

“Eh… Starfleet emissary… Prometheus’ ordinance … respectful representative of the titans …”

“Just cut the horseshit and talk turkey! What is the matter here, you miserable pagan, here in the rotten kingdom of Denmark? Tell me, how many secrets of diabolus as distorter of symbol do you keep in this ambiguous place of hell, you, insufficient and underpaid public servant?”

“We don’t have a complete record for the holographic personalities; they come and go. It is the nature of photonic existence to be evanescent. Of course, I understand that this is contrary to the human rights, which you, the titans, above all promulgate and magnify, exaggerate and fight for, but those are the facts”.

Hyperion remained consternate.

“Thus”, he whispered, “you exploit photonic personalities in the frame of some kind of bondage. But won’t humanity be judged by the way it treats this new race? At least on Earth no one disputes their rights, but what I see and ascertain here exceeds every sick perverted fantasy…” 

At that moment, it seemed that even Perictione, who had nothing to expect from Hyperion’s research, moreover she was upgraded as major suspect, sympathized with our pure hero, to the clean breastplate of whom the arrows impacted unaffecting.

“The situation is even worse than you think, master”, she said completely resigned. “If you allow the attraction of the ambiguous, pregnant, proliferous due to ancient clusters of branchlets and other sprouts to shepherd you to the crucible of the charmingly unknown and the mysteriously unexplored lulling your steps with the bucolic breathtaking flute and the magic debauching Hamelin’s pipe of the incomprehensive urges, just like the irrational erotism instigates indefinitely the involved to harbor in heterosexual bays without further demands or specifications, you will step forward to the first gold-embroidered statue and hug it passionately with direct, insightful ecstatic voyeurism. Then, scratch a little the enamel of the gold-woven surface at the height of the forearm, unstitch the gold-baked line and scatter the gold dust, as if you care to reproduce your intellectual tendency and conscious demand for deepening and immersion into the secrets of the mysterious residence, but what a genuine immense surprise you will feel, when under the superficial patina of the worn out ornaments and the trimming textures, you will encounter a  brownish soft mummified flesh or rather you would encounter it, if there were no hygienic recycling.”

Even the experienced Hyperion gaped at showing a non -comprehending mien.

“It seems, master, that Arete has built and walled in many holographic lovers (and not alone), as they used to do in the Middle Ages. Unfortunately, inopportunely, unsettingly”.

  1. CHAPTER PI: PYRISPORUS

It was not at all surprising that Pyrisporus was very friendly during his new encounter with the interrogators’ team, if one considers the calamity, from which the titans saved him in the Briareos’ episode. He welcomed Hyperion and Leto with genuine cordiality, under control though, so that it also emitted a quiet strength – let us not underrate our own office- after all he was the President of “Lemnian Earth Production Association”.

In general conditions, when he didn’t face the threat or the scarecrow of a frantic Hecatoncheir opposite him attacking him with his hundred hands, he was a calm and reasonable man with a spark of cleverness in the eyes. He was the first who had proposed to Hyperion to equip himself with a telepathic implant and he believed it genuinely, in good faith, that they would establish a better understanding. That is why we should never question the good intentions of whoever advises us. Moreover, Hyperion could not imagine Pyrisporus in the role of a murderer. He had experienced his reaction as he was frightened– there is also a proper or improper expression that the decent titans hesitate to use, i.e. “chicken- shit”-  with eyes bulbed through terror like they were eggshells, and he reckoned that a man who is so afraid of death is unlikely to submit or lead others to that ordeal. Something other almost imperceivable contributing to the sympathy of Hyperion towards Pyrisporus is that they had been co-travelers in “Ithyleia”, when the titan- interrogator came for the first tome to the station. There are some circumstances in life that create inexplicable sympathy towards someone, because one connects unconsciously this someone with a previous positive fact or at least not negative, with a foundation of relationship or the beginning of an adventure. What can one say, psychology is a science with great depth. 

So, it was a happy occasion that the meeting of the interrogators with him coincided with the experimental germination of a spore near New Arcadia, destined for a new habitat available for habitation, agriculture and industrialization. On the moment of the visit, Pyrisporus surveilled and inspected this germination from afar.

“How fair would be for Arete to be present in this effort. She created those fast, dynamic and miraculous spores, capable of giving birth to an entire planet”.

The people attending were at the backside of the control room, which contained five series of terminals, all occupied by diligent technicians. The scientists, modestly rewarded in every time in relation to their value, studied the indications and the images of the screens and tipped orders to their partial synthetists. Big holographic complexes covered the walls. Every living fresco depicted from various view-angles the new sperm hovering and growing progressively twenty kilometers away from New Arcadia. The sperm needed beyond other things a helping underfoot, a fundament- breakwater – to stand on and grow, and of course this was provided by the generous Confederation. Maybe it was the package foam, where the sperm was enveloped before use. Of course, in the world of the titans, where the will played the same role and offered the same contribution as knowledge, the activation of the sperm’s itinerary and the start of its development procedure was not only implementation of a scientific and alphanumerical formula but also conjuring exorcising chants and constitutional troparia and short hymns.   

They focused on the concentration of a blond ocher shining animal or plant plankton, something similar to an assembly of whiplashing amoebas, swinging and unfolding like a medusa’s jelly or sparkling and scintillating like an aurora borealis, being viscid and thrombotic like a gonorrhea’s secretion or the musk essence of a male beast or leukorrhea of a woman or condensed milk in a shepherd’s pail. Through this extended plasma of quicksilver- density rhythmic motions presented themselves like nervous cramps of a spermatozoon conveying a specific message of causality, a transmission signal of untraceable and imperceptive periodicity, being an exegetic -hermeneutical model and an analytical frame of methodological approach and incoherent problems’ solution, a peculiar dualism- system based on a “one” or “two” numeric sequence. Amazingly, this binary code was not the same for every observer but fragmented into infinite music backgrounds and metronomic mannerisms, so many as the mother-languages or the phonemes of the respective theorists.

For the first time in their life, they felt the mysterious and infallible influence of this compressed and indissoluble vagina-infusion and bran-kneaded cheese-fermented purulent and sappy clyster of the wizard, of this talking spring with the depicting and announcing town-crier-like vapors, as they approached the weak overlying support – the thin-shelled and light-husked curtain, the fluorescent dragnet and half-transparent crystal that divided our subterranean prison from the darkness of the abyss. Then, they startled, because an explicit presage of impending biblical destructions embraced them with the affection of lathed frozen metal, flooding the encephalic membranes and the multiple multifold and multi-cornered flat faces of the sick manuring subconscious with projections of primordial fear, dismal premonitions, and breathtaking scenes of a future book, paranoid, turbulent, devilish reflections, macabre and horrible representations of Apostle John’s apocalypse.  

Even before they had the time to pull themselves together after this image reminding of an ogres’ and golems’ dance around a boiling witch’s cauldron on the foot of the bald mountain, this viscous mucous wavy and starchy phantom across them, this wagtail -rocking cradling oscillating robe resembling a folded towel, a wrinkled oakum, a thick-flowing  pulpy syrup, a stretching toad-breed, a trembling and shivering blot or bubble  talked to them with a penetrating telepathy-ventriloquism, introduced itself plainly as “sperm” providing them simultaneously with a deciphering key to conceptualize its meanings and prophetic proclamations. 

          Ι -2 -2 -Ι

Σ. ΠΕ. ΡΜ. Α. (sperm)

ΣΚΟΤΟΣ ΨΑΥΟΜΕΝΟΝ ΥΛΙΚΟΝ (darkness material and groped for)

ΠΛΗΓΜΑ ΣΕΙΟΝ ΕΓΚΕΛΑΔΟΥ (trembling strike of Enceladus -earthquake)

ΡΟΗ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΥ (flow of electromagnetism)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΧΗΜΙΚΗ ΑΛΥΣΙΣ (open chain- compound)

“No matter how fascinating the germination of a planetary seed is, dear Pyrisporus, I feel that under the current circumstances it disorientates us from our research”, confessed Hyperion to his interlocutor.  

“And yet, you, imaginative artist of inquiring science, as we have previously said, that was what Arete was occupied with and from this you must start tracing the guilty, although I always resent your reluctance to install a telepathic implant. A whole world of harmony and information would be revealed to you”.

“To tell you the truth, after what I have been seeing and discovering daily in your living station, the only possible answer which matures and thrives within me is ‘thanks but no thanks’”.

Leto intervened with her well-known intercalary way, a little sly, wily and hypocritical, but always effective and supportive of her superior officer’s pursuits.

“We are interested in Lemnian Earth, i.e. the evolution of that spermatic material that we are observing. After all, also in real life one cannot compare the embryo or the baby of a (wo-)man to what this person became later through her/his development and completion throughout time”.  

Pyrisporus tried to set a guard over his mouth, because he realized that the titans had not come for idle insipid small talk, but for a serious discussion, one of those having grave consequences for the interlocutors.  

“Here, it smells like petrol oil or dissolvents thereof. What do you keep here, a refinery?”, asked Hyperion.

“Your comparison is not without merit”, answered Pyrisporus. Indeed, in our reservoirs we keep hydrocarbons (a New Greek politician called them ‘carbon hydrates’) to feed regularly our sperm and let it grow. If the germination is a success. We put the planetary seed in orbit preferably around other celestial bodies, so that the poor thing can search alone for its own food. I am joking, of course. Human approval is always required, for each and any artificial biotechnological celestial body to suck with a drinking straw or the stove pipe another inert and natural one”.

“Even in space, the big fish eats the small or in our case the small eats the big”, Hyperion commented disappointed at nature’s savagery.

“Yes, when it develops its own digestion organs and connects through a funnel or other human contraptions to the celestial body destined for consumption”.  

“Incredible … a sperm becomes an autonomous organism without being hatched in some body” …, said Leto, who after the decommission of man in the reproductive procedure and his replacement by sperm banks, she saw also the women becoming redundant, since not even their bodies were needed anymore, for which so many battles were fought by the corresponding gyneco- titanic movement.  

“Yes, of course it is not completely autonomous. The biotechnological products are poly-symbiotic organisms. We have not yet reached the level of programming a whole habitat of dwellings into the DNA of the spore, not even the memorable Arete could succeed such a thing together with Percnopterygus or Didymion. For the completion, sedimentation and compartmentalization of the new celestial body, the stable matter of Lemnian Earth is required above all, being administered by my association”.  

At that point, Hyperion inserted in his famous notebook the word “motive”, which in fact is the big spoon stirring up the kettle. The administrator of the miraculous substance had indeed a motive to kill Arete, because if she perfectionated the spore’s autonomy, then Lemnian Earth would be superfluous.

“By Jove, what is this Lemnian Earth anyway? shouted Leto bringing up a question, which should have been answered a long time ago.

“I don’t think that the interrogators should bother for such a technical matter. It suffices to say that it is a stabilizing factor sealing an organic compound and making it stagnant and lingering in a good sense, namely that it continues to exist. We chemists would characterize it as a hydrostatic skeleton or intermediate glue, through which the materials of the biological spore become coherent and united into a permanent base without any internal lattice. This implies a fermentation of hydroxyl … hm… I shouldn’t torment you with a technical terminology…”

Without knowing why, Hyperion noted down the word “skeleton” out of all this tirade.     

“And where do you find this synthetic and connective ratio of materials?” he asked.

“We are harvesting it from Jupiter. ‘A time to sow and a time to harvest, a time to plant and a time to pluck what is planted’, as Ecclesiast says. The Mega planet is our fertile field, from which we gather and reap so much”.

“Fiery torch bearer of spores, as your name indicates, your association and you have brought to feet a nice socialistic business, from which many people profit and it’s good for you. Just as it is the case in the noble tradition of the titans, productive activity promotes and justifies property. Is it possible that the culling or harvesting from the prairies of Jupiter is just a self-propagating purpose to support the collective statute of your association’s members? Let me put my finger into the print of the nails. Is it possible that Lemnian Earth is useless?” Prometheus became the devil advocate.

“But I told you that it is the stabilizing factor of the spore’s ingredients. In any case, I don’t tire of stressing that Jupiter is a cornucopia and the epitome of solidified opportunities. In the layers of its gigantic atmosphere, there are so many sources and energy that a shining perspective and phase for humanity is risen, for an original and unforeseen spiritual civilization, being characterized by the affinity of the telepathic implant. Not one out of us all living in this brave new world is permitted to lose heart and fail one’s role in the complete restoration and upgrade of human race. Any inertness on our behalf could be criminal, because we are essential players. Shortly, the new generation of the planetary spores will acquire their food, namely the pertinent ores and stones directly from the environment without human approval, intervention or mediation. The biotechnological organisms will become food gatherers, able to ruminate the food at that, chew the cud, synthesize and resynthesize it to feed the whole world inhabiting on their surface. We wouldn’t need a harvester or a lawnmower anymore or Hesiodic plough to till, gather, process and freeze the needful victuals for the humans. That would be truly amazing. The polypod of Lemnian Earth could create houses, public edifices, cathedrals. This entire Renaissance, this non-exhausting potential will be assisted anytime by the profitable extraction of helium 3 in a way that the possibilities would be infinite, extend to infinity. Biotechnology and mechanics will cooperate synergistically and harmoniously, as was never the case before in entire history. Thus, from this particulate moment, ladies and gentlemen, conscientious police(wo-)men, we are intellectuals of outer limits, endeavoring to overcome any boundary imposed externally or rather relocate far and away the frontiers of human capabilities to the point, where we wouldn’t be able to recognize our own selves …”

“It makes me an arduous impression”, said Hyperion, “that on the one hand you are talking about the future of mankind, on the other hand you are referring to monstrous space creatures of supernatural dimensions. What relationship have all those unnatural mastodon sizes suffering from elephantiasis to humans and the city-state …”

Pyrisporus grew indignant:

“Mr. Law enforcer, please contemplate something with a visionary manner. Let us overcome this grumbling policing that strangulates people. You are fans of the motto ‘a mortal who is not afraid cannot be just, but let us finally envision a state without police, we have the right to dream the perfect freedom …”  

“There is no freedom without the law, which (wo-)mankind itself defines and composes. The truth of (wo-)man is her/his thought and logic, not his/her subconscious urges, ‘the destiny of a man is his ethos’, the social language must prevail and dominate the language of the body …”

“Anyway, I don’t want to elaborate more, above all I don’t wish to confront people who have saved my life. So, I am stopping here our discussion about technology and the vision of the future, and I am asking you one more time, what I can do for you”.  

“Now, that I come to think of it, said Hyperion, “I was always impressed and fascinated by the chase, prospection and extraction of mythical treasures in the atmosphere of Jupiter. Mega planet is the distant unnegiotiable dream of every astronaut and Argonaut, since she/he has seen it rising as a kid through a self-made telescope. Following perspective seems appealing, to escort you in a journey in the ancient sense of coordinated and ordinated campaign and see from close quarters how you heap up on the ship all those magnificent substances you mentioned, the intermediate glue, the hydrostatic skeleton, the hydroxyl, all these …”

“Uniformed archon, I congratulate you for your memory, but you will allow me to discourage you from becoming a space hunter. No one is in position to possess the necessary qualifications for any duty-roster, the cobbler should stick to his last and the captain to his rudder. Furthermore, it would be a huge responsibility if I were to take with me either you or an associate of yours on one of our expeditions, since you have come here on special mission, and if something happens to you, I will have to apologize to Starfleet and the Confederation. It is not your jurisdiction to fish elastane and sterols, leave it rather to … the trolls. But if you want, oh studious erudite, I can provide you with a cinema- vision, where our deep chirurgic penetration into the atmosphere of this fastest vortiginous instantly rotating gas giant would be pictured in every detail, an enterprise demanding delicate handlings due to the above conditions. There, from the comfort of your armchair you can enjoy others bell the cat”.

    Hyperion put guard to his mouth and bridled also the mouth of Leto who was always eager to defend her superior officer. So, he didn’t proceed to the self-evident ascertainment that a veteran of the Titanic wars had nothing to fear both in this life and the next, neither in the atmosphere of the Azure, nor of the Red, nor of the fast Mega of our own solar system, nor of Proxima Centauri, nor even of the farthest observable sun of the large Magellanic cloud, which was called otherwise in the titan dialect, but it didn’t matter, because deep inside he thought something else that could prove more conclusive and efficient.               

  1. CHAPTER RHO: RHOE, ROW  

Preliminary statement: Reader, from the moment that we are going to describe a journey to the depths of Jupiter’s atmosphere, we have no other possibility than to refer you to someone who has already been there. And the only man who has been in Jupiter is Arthur Clarke in “A Meeting with Medusa”, investigating among others a volcanic source named “Beta”.         

First, let us say that the bathyscaphe (submarine) “Eustachian Salpinx“ (tube and bugle is the same word in Greek, namely Salpinx), registered in New Arcadia and escorted by other ships of the station was forced to thrust across many grey- shaded levels of darkness to reach a condition, where his scouting and scanning  could make the difference and excited the interest. On board Eustachian Salpinx there were many physiological Pyrisporus’ men along with mechanical Talos, holographic photonics, bio- inherent, shortly all sorts of fruits of a high-tech era. Together was also the conscientious, zealous, generous, liberal and industrious Leto hidden as a stowaway in a storeroom, but she possessed a super modern device of clearness-clarity or wall-omission device, enabling her to see past the walls the happenings in the ship as shapes, outlines, forms. So, she had full perception or knowledge of what happened during the descent of the spaceship and the pertinent decision making of captain Pyrisporus and his subordinate pyro-spores.   

The Eustachian Salpinx, which Pyrisporus also gracefully called Vulva referring cunningly to another organ of the body, not to the ear or the eye, but to the vagina, found herself in a sort of cosmogonic hurricane dominated by two meteorologic phenomena: a) the so-called “Wheels of Poseidon” consisted of bright homocentric electromagnetic circles and b) when the weather calmed a bit, then dense snowflakes of wax fell, as if the Mega planet suffered from cholesterol.  So, the scientific intelligence and analytic capability of Leto was not surprised at all that there were wheat-sterols and phytosterols in this environment as welding elements of the Lemnian Earth polypod, which emulated the cholesterol’s composition. Characteristic was that on the moment of impact with the spaceship the warmth of the metal diving into the atmosphere evaporated the wax flakes swiftly, almost instantly.

   At least there was no collision danger with a solid object, because the mountains of Jupiter were much lower. On the other hand, the hovering quilts of wax foam were soft and easily penetrated from the ship’s shell. In fact Eu-Salpinx – let us call it this way as abbreviation, just as the people of Chalcis call their favorite newspaper “Progressive Euboea” in short “Pro-Euboea-, ricocheted   – not helpless though – in the center of a gigantic typhoon or cyclone– here, we are using both words because we are not dealing with the north or the south hemisphere of Earth- but let us stop dashes, because the literary critics will launch a pogrom against us -, Eu -Salpinx did not lose altitude, because her engines balanced the pressure that dragged it slowly downward, although it was devastating. The huge vortex and the narrow whirlpool that dug the atmosphere and would normally lead to a crash or crash-landing on the unknown uneven surface could not hurt the achievement of the titans’ technique.

Pyrisporus, who until that time checked the control board of gravimetric changes depending on the corresponding atmosphere’s layer, switched on for the first time the device for horizontal scouting.  Then to the greatest astonishment of the stowaway Leto the sonar located dozens of sizable consolidate and shiny objects, scattered in a wide area of the heavens with such a degree of concentration and line-up cohesion, coordination and interconnection that they could be called a forest or a plantation of out-worldish funguses.

One of them approached a point where its features became obvious. It was a huge medusa more than two kilometers across, and its dangling tentacles were hundreds of feet long. The tentacles swayed slowly back and forth with repeated undulating spasmodic movements, as if they swam trying clumsily to row themselves through an intelligible surface like an awkward dog roaming desperately in a lake of sweet water without buoyancy and with inept for the liquid environment feet. But this ineptitude and awkwardness was apparently ostensible, estimated from a human point of view. We are referring to beings about a hundred thousand times as large as the biggest whale, who may weigh a million tons. They must generate megawatts of heat to maintain their buoyancy.

Leto jolted nervously in her hiding place and adjusted the specially prepared recorder to take pictures and cinema-visions continuously and from every view-angle. The monstrous creatures had the same color as the iridescent clouds and were hardly distinguished from them, exhibiting a special biological adaptation to the environment. The medusas provided an exemplary subject- matter for a multitude of scientific studies, and Leto was never tired of gathering data, necessary and sufficient to ensure her a carefully designed unobstructed academic and university career. What Leto failed to understand is the reason why Eu-Salpinx did not keep a safe distance of at least forty klicks from those behemoths, since no one could know how hard or not a collision with them would prove.    At first sight, they looked like gasbags, but maybe they had an excruciating propelling power of crashes and collision. 

Suddenly, a broad, mottled band appeared along the side of the medusa. It formed a startlingly regular checkerboard. Each square was speckled in a complex pattern of short horizontal lines symmetrically, orderly, calligraphically. They were spaced at equal distances in a geometrically perfect array of rows and columns. The experienced scientifically educated eye of Leto perceived immediately that this striped latticework witnessed natural spools of frequences, from those used once upon a time in radios. Something analogous was observed in the cephalopods, which communicate with formations of colors. But then the medusa apparently endeavored to speak through echo-plummeting and radio-waves, maybe she was crying or yelling already that something was amiss! What the hell happened?  

The startling of Leto by the occurrence of new unexpected events continued. Eu-Salpinx started changing her shape against all odds, as thoracic plates were added on her external surface and launch tubes replaced their ostensibly innocent cylindrical parts. Instead of her spherical laziness, the vessel suddenly presented an ominous threatening muzzle proving beyond doubt that things are not as they appear. As if that wasn’t enough, a squadron of five New Arcadia’s jet fighters came sweeping through the wall of mist that formed the funnel of the vortex, flying in a V formation directly and releasing horrible hooks toward the pallid grey cloud of the medusa. But what was the matter here? Was it possible for vessels of the enlightened titanic era to attack a being whose sentience or intelligence was not yet assessed by the competent authorities? Was the world catapulted back into the paleolithic period?

Leto raised her thumb in an almost unconscious manifestation of solidarity toward the creature, haunted by an ordeal. Maybe, the medusa was in position to defend against the attacks, since the raiders seemed to be afraid of her tentacles and kept their distance from them. There was also the sound hope that the space-triremes of New Arcadia’s biotechnological monster represented for the medusa insignificant parasites like fleas on the back of a dog. But now it was obvious that the medusa was in distress. With agonizing slowness, it began to tip over like a capsizing ship, to tilt forty-five degrees, to rapidly lose altitude. It was impossible for the maternal instinct and impulse of Leto not to feel a sense of pity for the beleaguered monster, who was tormented so brutally.
On the other hand, her scientific reasoning told her that high intelligence could develop only among predators, not among the drifting browsers of either sea or air, it incited her to support and vote for her own species in this cosmic confrontation. And after all, how could a microscopic human really sympathize with a creature a hundred thousand times larger than a whale? So, that was a case, where logic was relentless and ruthless, while instinct was loving and compassionate.    

  Then she noticed that the medusa’s tactics seemed to be having some effect. Beyond the forty-five degrees tilt it started a slow roll around itself and was flapping heavily away from its back, which disturbed and discouraged the human raiders —whether physiological or bio-inherent and forced them to disengage from their game’s body like gorged vultures shrieking interrupted at mealtime, withdrawn violently from the carcass they rend, if someone throws a stone at them. Yet the jaws of (wo-)man were more fearful and effective than the jaws of a shark, so they didn’t quit or step back. When they realized that the medusa was too strong, they disengaged the hooks and activated the ray-guns, those uncomprehensible weapons from the nature point of view and began to strafe her. The medusa did not give up, it tried to attach to the raiding ships, to strike them with its cnidosis toxic mechanisms, but how can a creature of God resist the evolutionary distortion and perversion of a fire gun?  

    Despite its vast surface, the medusa could not deal with the continuous hits disrupting its epidermis, causing dissolution of the skin continuity bursting and rending even the most callous hide, and began losing internal fluid. Then, with an unconceivably cynical, horribly ergonomical and hideously rational manner, the despicable detestable victors extracted from their multipurpose body nefarious pumps and sucked mercilessly the wheat-sterols and phytosterols, as well as the other gluing substances needed for the stabilization of Lemnian Earth.

So, a regular genocide was performed in Jupiter’s atmosphere, entirely compatible with the self-complacent being who gave the new name to Mega planet, about which all played stupid and dumb within an immoral and universal conspiracy of silence.

Leto kept frantically and irresistibly detailed notes. These data would be enough to impeach those slaughterers to the European or the universal or the ecumenical or the galactic court, because after all the general history is the general judgement. Any opportunity that the assigned with the murder investigation magistrates gave to the pioneering biotechnological organism of New Arcadia was pitifully belied, and they faced always more serious and profound atrocities.  Shame on you, Argives, it is expected for the Clazomenaeans to behave improperly! Something had to be done at last! Prometheus shouldn’t return to his pensionary idleness and his real estate of leisure vindicating “otium cum dignitate” according to Cicero’s example; Hyperion needed him, because things were going indubitably south! All indications conversed and converged to something so big that even the optimist Leto understood that it exceeded the size of the titans themselves. But if even the titans stood embarrassed and consternated in front of the developments threatening to demolish the institutions, what hope did humanity still heed? To invoke a compatible Christian source: “if the salt loses its saltiness, with what then the Earth be salted?”  

  1. CHAPTER SIGMA: SCANDALOMORUS

Leto informed Hyperion immediately who despite the breathtaking evidence, which was indicative and revealing of great scandals, didn’t seem very enthusiastic.

“Ola Kala (OK), I will tell all those things to Philogene, although I don’t know if he is trustworthy. I am astonished by the conduct of our friend Pyrisporus, whom I was on the verge of liking … We must pay attention as to how we will disclose this discovery, because the problem of Lemnian Earth due to the huge economic interests involved is above both our authority and our paygrade… Furthermore, it seems that one more time we have solved a different issue than the one which brought us here in the first place. In the beginning, I told it as a pun or a punchline, but apparently there is no other method than the process of elimination to reach the target that we have set and elucidate the crime, for which solely we have exclusive authority. That is why now I am going to visit Scandalomorus”.

“But, boss, he is just a sheep, the lamb of the Lord, who gave himself as a ransom for all, you know, that weird talking that the Christians use …”

“Yet, as we have learned from the most prominent detectives of history and literature, the guilty is always the butler … sorry the most improbable of all, because if someone eliminates the impossible, what remains, however improbable, must be the truth So, I leave you to it and, as far the issue of Pyrisporus is concerned, we will discuss it further in due time. I don’t want to cover anything up, but for the time being let’s spill thick salt over the file to conserve it and then we will see. Hyperion over and out”.  

The aisles of the church were empty, but Scandalomorus insisted on murmuring the incomprehensive words of the divine service, even if there was nobody to hear it. Although among antagonistic, healthy competing spiritual movements religion usually prevails, it was in heavy crisis in the future or past world of the titans. To react on the arbitrariness, the autocracy and the absolutism of the Olympic gods, the dragon breed of the titans gave an intense emphasis on logic, and this is never good for religion. Nevertheless, Muslim- Christianity, mainly due to the input of Christianity, which was more rational, since many prominent fathers of the church were logical philosophers gave an implacable inexorable battle to survive.

 The titan – inquisitor sat on a pew in front of the chanting priest. As soon as that happened, Scandalomorus hastened to interrupt the fictitious mess of self-deception.

“Here, we are. One faithful is attending the service and he is an unbeliever. What has the world come to! “

“It is not your fault, father. The Pope- Patriarch should never condemn the telepathic implants. To oppose and resist a scientific achievement serving or – to say it vulgarly – accommodating people equals to what you Christians fitly call ‘kicking against the pricks’”.

“This morning, I was scheduled to teach in school the three basic subjects- matters of religion and philosophy: about God, souls and the world. The kids were deepened in their communicators and mobile phones which showed this earth on which we walk, namely New Arcadia devouring bulimically an asteroid to absorb the four main elements of alimentation, i.e. coal, hydrogen, oxygen and nitrogen. The banquet lasts until now. Here, see it”, said the father demonstrating his communicator.  

“Definitely, not such a Christan spectacle, father”, commented Hyperion. “An intoxicating inebriating feasting revelry, a bulimic pigsty voracity, a mechanical sucking mastication; what’s ‘got all this to do with sweet Jesus and his prophets?”

“As you say. Look at this unsurpassable cynical and rational expediency. A thin spear of dissolving light is emitted by the sun collectors of the station and slices the poor asteroid, God bless its soul, it didn’t have time, not even to be baptized. And then the huge sucking siphons are activated, the mighty shovels and spades turning what swims and flies into conserved food and stored victuals. All are executed with a ruthless consequence according to (wo-)man’s plan. Admire also the whirling rotating motors of the space station, but what is it this prodigy, a station, a stable stem or a stock, a trunk, an axis and a hub or is it the opposite of all this, just a demonic mobile appendage warping in a moving element? I often think that we are challenging the All- Mighty with our cheap tricks. It is self-conceited hubris to try mold the universe according to our own needs. You should also not forget, titans, that when you performed your catasterisms, you received the initial power from God”.  

“Yes, but finally God is us all, explorers we, same in the beginning and in the end of the universe. Did not your Lord state at some point: I said, you are gods?”

          “We are neither satisfied not interested in the mediation in the relationship to God but in the unmediated connection to Him/Her. We pray to an almighty God omnipresent and omnipotent, who will shelter and protect us from any evil and will provide succor to any adversity. God who is all of us? What does it mean? In essence we know and despise ourselves. The itinerary of the Greek Anthropos from myth to reason is entirely indifferent for us. Reason and Logos are cold and distant, whereas myth is necessary like the air we breathe, provided of course that someone believes in it, or it is a fairytale for teenagers and drooling old- timers. We feel the need to believe in something bigger than us or else our life has no meaning, it is a drifting father in the wind, unless a paramount protector exists as a guarantor”.

          “If this is your issue, God’s existence has been proved by the favorable conditions, the blooming presuppositions, the ideal target locks or goldilocks, which prevailed in the universe and allowed the creation of (wo-)mankind. α) One point five degrees is the angular visual or visible diameter of sun and moon from the Earth point of view. It is odd that they are the same but also convenient, because due to this circumstance among others Earth knows darkness. β) Minus forty degrees is a temperature same in all its measurement scales, like the Celsius scale (Celis = a fast horse) and the Fahrenheit scale (scale of riding horse). γ) The number Βκε (2025) is the summary of whole numbers from one up to nine, each to the third power, summarized. It is also the square of their summary.  δ) Ten to the thirty-nineth power is a measure for the weakening and ebbing of gravity in relation to the electromagnetic energy. Besides, it is the estimated and predicted age of the universe’s death but also the square root of all corpuscles of the observable universe, i.e. of its part in relation to Earth, where the Humble (Hubble) constant oscillates under one point five. The hypothesis of essential constants relies on such numbers, from which follows that the power of gravity diminishes, as much as the age of the universe increments.  ε) The number ρμζ (137) is the fine structure constant encountered everywhere in atomic physics. If we take the ratio of one divided by it, we acquire the famous mathematic palindrom, where the first eight digits express the symmetry …”

          “Ah, ah, great contender and claimant of the divine title who will remain always second! Throwing and spilling numbers doesn’t mean that you have proved something, conducting a measurement or giving something a name or ascribing it to something else, doesn’t mean that you have explained it. Out God exists and prevails, because the sky is blue, it is neither red nor orange with yellow spots. Well, sometimes it may also be such! I believe in one God, the Father almighty, maker of heaven and earth, of all things visible and invisible. I believe in one Lord Jesus Christ, the Only Begotten Son of God born of the Father before all ages. Light from Light, true God from true God, begotten, not made, consubstantial with the Father; through him all things were made. For us men and for our salvation he came down from heaven, and by the Holy Spirit was incarnate of the virgin or a virgin martyr and became man. For our sake he was crucified under any dictator lustful for power, whether he has orange hair or Asian bregmatic bones, it doesn’t matter, he suffered death and was buried and rose again on the third day in accordance with the Scriptures. He ascended into heaven and is seated at the right hand of the Father. He will come again in glory to judge the living and the dead, and his kingdom will have no end”.

“But what’s the use of all this mumbo-jumbo, why should a mediator intervene, since you pursue the unmediated relationship, and why should he resurrect apart from the others? Isn’t it true that we all resurrect, since the pattern of our hypostatic soul exists in spacetime, fitting and tailored to our own character and demands?  Isn’t it true that we all resurrect, since the universal subject exists which is necessary to observe the universal object? And how could we imagine and picture this resurrection, maybe as a cinematographic removal of a great stone and an ascension of a vibrating image into the heavens? You, yourselves, declare that ‘God is spirit and the faithful should do obeisance to Him in spirit and truth’. Resurrection is spiritual, not corporeal, neither the muscles nor the moustaches will resurrect, but the intelligent tendency and inclination”.

“Greek man, who are railing from myth to reason, what is the use of rationalizing what exists? Certainly, both action and means of God contain some logic, but we are interested more in Her/His logic and schedules. And Her/His schedules may concern each of us separately or just an individual in all the universe. It matters, if you manage to help even one person; that is why Christianity but also Islam as it simplified version will never cease to appeal and inspire, and the message of the Evangelium will never get old or extinguish. That is why I am hereby escaping from the theoretical discussion, to which you are trying to confine me, and I am proceeding to ask you about your family. I use to address this question to all members of my flock during confession, because ultimately family is the superlative institution; when someone returns home after the turbulence of daily routine or when one comes back jovial to begin one’s vacation or when one quits one’s job and seeks solace or retires and searches for the telltale quietness with dignity, what finally matters is what awaits him/her behind the house’s door or, to stop the hide-and -seek of the concepts, even if you, Greek titans, could be infested by foreign words, what plays an essential role is what one finds when one closes the door of one’s house”.

“I have nothing new to report, father. The wife wants me to install a telepathic implant, while the children do not consider it necessary and they don’t mind their father being an independent lighthouse in the luminescent torch relay of New Arcadia”.

“Yes, because the father is always the anchor and the safety valve. They know within their natural inclination for safety that if Icaromenippus prevails or if you manage to solve the mystery of Arete’s murder, they will have the opportunity to stay here in a safeguarded environment, where the grass is greener. But if nothing of these things happens, they know that they will return to the crowded arcologies of Earth, where only their titan father has the means to defend them. Alas, the price for a fully industrialized society is the full collapse of the civil, cultural and moral principles, the formal autonomy of the individual particularities, as a savant said, which is the domination of individualism and subjectivism. On the decline of Earth relies New Arcadia, the population of which heeds the measure and offers additionally the orgiastic fusion of the souls as an alternative prospect to the chaotic independence, where the abuse of democracy leads.”

“But I still have my issues, father. My wife thinks that the symbiotic solution of New Arcadia is the recipe for absolute happiness. Probably the kids prefer that too, since she submits them to brainwash every day. For my part, I don’t care where I am going to live, because ‘the entire earth is the sepulcher of prominent (wo-)men’. I have reason and ‘know thyself’ as an impenetrable breastplate. Yet I understand but for those who experienced the chaotic Caucasian chalk circle or the Caudine Forks of the Earth’s urbanization, this artificial environment of the orgiastic, but also ecological polypod in combination with the fusion and the eventual immortality of the souls seems to be an invincible paradise. Beyond all disagreeable or ambiguous matters ascertained by me, there is here much that one can admire and adopt. What moral education, what spiritual fulfilment can compensate for the unimaginable riches that New Arcadia offers abundantly? Which is the proposition of Islam- Christianity in my case? Should I leave voluntarily New Arcadia? Should I stay for the sake of my children? Should I install a telepathic plasmodium? What the hell should I do?”

“I am not sure what I am supposed to advise you, my son. I was one of the first who came in this technological paradise, and I devoted myself and my efforts for the meaning of Christian solidarity not to be forgotten. Since then, I have seen that this damned telepathic plasmodium has rendered the role of the good shepherd obsolete. The inhabitants of New Earth have each other and they have developed a sincere unspurious symbiosis which fills them entirely. Their telepathic affinity makes them autarkic and distances them from God, because they do not need Him. As you have ascertained, the main argument and advantage of Christianity throughout the centuries is that people needed it. If they don’t need it anymore, it is terrible, we are doomed, there is nothing to hold on anymore, no pastoral crozier…”    

“But isn’t positive, father, that people will become independent at last, that they will not need Gods, since as Epicurus says: ‘Elementary reason dictates that I detest all gods’, and ‘not the one is unholy that questions the gods of the many, but the one who connects the opinions of the many to the gods’.”

“No, because it is hubris, as you yourselves, the titans, say.  I cannot and it is not permitted to me to consent to God’s denial. That is why, in the final analysis, I say: take your children and leave, after you persuade them that life here will be void and shallow…”

At last, the masks had fallen and the priest showed all his expected aversion and revulsion against the achievements of science. The telepathic plasmodium was a nail and a spike in his eyes, it was doubting of God’s domination and arbitrariness, which he could never condone or accept on the grounds of his profession. What gave him the right to judge what others had created and offered to humanity? All prejudices and reservations against the blind religious dogmas bilged in Hyperion’s esophagus like a bitter pill trapped in his vocal cords.

“Father, I think that at this point the Holy Inquisition surfaces which hides as the last resort behind every confession and any supposed dialog. You make me be grateful to God for never having confessed. Why should I recognize as a judge someone evidently more narrow-minded than me? I think that the greatest strike of the Greek (wo-)man to you, father, is exactly that. I refuse to confess to you, I don’t consider you worthy of learning my secrets; most of all, I consider a despicable arrogance, a foolhardy haughtiness on your behalf to presume that you can forgive me!”               

      “But this is exactly the worth and the redemption of confession, namely, to ask humbly forgiveness from the worst peasant, shepherd or pigsty. But why do I bother? I just remembered that your family is holographic. A holographic- photonic family, if this is not the world’s doom, I don’t know what it is. It’s a bestiality and a monstrosity of modern times! Vade retro, Lucifer with your cold light, who is doomed to stay always dark and dismal. Within the inhuman conditions of our era, I lost my faith and that’s why I will commit suicide. I know that suicide is a sin within a god-fearing world, but it is a brave act of protest within a godless world. I rest my case and am satisfied that you will never be able to explain or justify this action of mine. Because all of you, scientists, theoretically progressive, immured in the dictatorship and absolute tightness of your causality, do not embrace will. So, behold the will that created the universe, you unfaithful one!”

He had already put his head into some invisible incandescent monofilament thread. And after he departed, he hanged himself or rather was automatically decapitated. Because that was what he wanted.

  1. CHAPTER TAU: TORGOS TRACHELIOTOS

Enter: Torgos Tracheliotos; what was he exactly? His primal property was the commercial one, his secondary one was that he acted exclusively on his own account, i.e. he didn’t represent other planets like Diotima of Mantinea. He was a lonely eater and petty exploiter. His worldview was entirely materialistic. Of course, he neither delved into the essence of matter nor scrutinized it in depth; protons, electrons and all this stuff seemed to him very theoretical and didn’t concern him. His methodology could be characterized as cognitive- theoretical realism. It consists in staying on the surface of things plus the additional explanatory clarification that only the spectrum of reality is available to humans, which they can perceive with the five senses, usually with eyesight. More or less: what is visible through naked eye is also real. The telescopes and the microscopes were merely destined for the crazy scientists or some weird, affected looney-ticks who became metal cases in the end. Is it possible to deny what you have in front of you and search for something other, supposedly hiding behind? So, only visible and tangible things were important. On the other hand, although he could not explain the difference of value concerning objects that seemed similar to his eyes, he knew how to exploit it for personal profit. He knew, for instance, to distinguish after years of mistakes and errors, i.e. from experience the antiquity, the provenance, the artistic variegation, the conditions of demand, the uniqueness or not, the simplicity or the complexity of any merchandise, even the attraction or the repulsion that it emitted. The last distinction was hard especially regarding women, for whom he could not exactly understand why they considered a product attractive or qualitative and vice versa could not grasp the reason for which they condemned it to hell as shallow, spurious, cheap, kitch, uncultivated or garish. But he managed with the use of beautiful words to bluff them into purchase too, thus compensating for every lack of esthetics. 

When we say that Torgos Tracheliotos was a materialist, we really mean it, as his name also witnessed: torgos- vulture- + trachelium -useless gristle and fat around the neck – + ota -ears, which means a crested vulture. One way or another, it was never unusual that one takes in account only the visible objects. Maybe, “qθ” out of “ρ” (99 %) humans think that way. Yet he proceeded beyond that, because all artefacts which he could not exploit or were generously available to all people, which means that he himself didn’t need to exercise special effort to obtain, were entirely indifferent to him. E.g. atmospheric air, the sea and the sun to the extent that they still existed in the space era, in short the common things or those destined for public use were at the disposal of all people, since, as the Christians said, “God makes his sun rise upon wicked people and good and makes it rain upon righteous people and unrighteous”. So, they held no interest for Torgos Tracheliotos, since they were not worth pursuing.

The bitterly conquered experience had taught Torgos Tracheliotos that the easiest way of collecting goods was to take them packed up from the others. From the moment, however, that the societies punished theft or robbery, the next best thing was to attach himself to great leaders, because only they were in position to provide you with what your heart desires and without mediation or presupposition at that, with only requirement to kiss their ring and declare allegiance to them. So what? Big deal, why not? This way was much more effective to access the goods than the “ifs, ands or buts” and the wishy- washy doublespeak of the titans, who have puffed up our bollocks with the hot air of education, skills, values, principles, ethos, meritocracy for Pete’s sake!! On the contrary, the leaders gave you everything and demanded nothing in return, i.e. devotion and dedication, abstract concepts which equal absolute zero. Torgos Tracheliotos failed to grasp the obvious, the most evident conclusion of the ancient world that there are no benevolent tyrants. You will allow us to write this sentence twice: There are no benevolent or good-intentioned tyrants. Or if you prefer, we could mention to you the other stereotype, which is the same, bitterly verified by experience and relentlessly proven by logic, that power corrupts and absolute power corrupts absolutely.      

To make a long story short, Torgos Tracheliotos wanted to free Zeus and the Olympians, counting on amassing immediate profits from them. Beyond that, within his troubled mind he had connected the Olympian gods to the subversive movement of New Arcadia, with whom or which he had extensive commercial transactions according to the presage: the enemy of my commercial associate is also my enemy. Opponents were always the titans, who dictated a lot of presuppositions or requirements for any activity and did not allow freedom as a spectrum of infinite choices to prevail. So, to avenge the binding of their imprisoned leader on Caucasus, without even to consider that the death sentence of Prometheus and his exposure to the gourmandizer vulture who liked liver appetizers were a sort of mercy and vote of confidence to the … plucked, pinched, nipped and stinged that someday he would regret, repent and declare allegiance to the great Zeus, these godforsaken titans crushed impiously the gods under gravitational forces and condemned them eternally to the torment of devastating pressure. Every time they attempted to be reborn again like Foenix out of ashes, the gravity of Mega planet crushed them again, leveling them like decalcomania, transforming them into liquid quicksilver, being a boa constrictor obstructing them from recovering ever again. The Olympians had become this so much impressing red spot on the surface of Mega planet, a melted stepped on stain, a blot of edible colonial Lycopersicon- tomato, covering an area of ιστΜ (160.000) kilometers.

Torgos Tracheliotos was a classic example of big-sized Caucasian male, sparse-haired, wide-faced, broad-chested, muscular, thick-naped, bestial -beasty, stern, grim, sullen, malicious, ignorant and savage, from those that level cities during the wars, plunder churches, slaughter and disembowel pregnant women and throw babies into the fire, so he was a sort of Nemesis for Prometheus, who always related and recounted his sufferings on Caucasus.  “For all who draw Caucasus will die by Caucasus”! He was the perfect minion and subordinate for anyone bloodthirsty bloodstained and bloodsucking tyrant or great popular leader.

Torgos Tracheliotos was always prepared for the missions he undertook and whoever underestimated him was simply defeated by him.  He had the flexibility to perceive that there were some immaterial things that had, not exactly value, but usefulness, without being able to understand in depth why that was the case. Value, worth or usefulness, please, do not tease or torment Torgos Tracheliotos with abstract concepts, you ‘d better give him a good hiding and let him freeze in the breeze! Nevertheless, he knew that in the universe of the titans the knowledge of one object or of some procedures was not enough to elicit a reaction in the sensible world, but also some ritual was needed, a hymn, a troparion, a recite, all those curious things favored and appreciated by the titans. Regarding this, they were no different than the Christians, who also wandered around chanting byzantine hymns: “your birth, Christ and God, has risen in the world the light of cognition” or “today, the virgin gives birth to the above- being and Earth provides the inaccessible one with a cave- safehouse”. So, he had acquired and ensured the appropriate hymn to wake up the sleeping gods and initiate world historical events. Never underestimate Torgos Tracheliotos, because you are going to lose! So, he chanted now the hymn of Cleanthes towards Zeus:

Most honored immortal, many-named one, omnipotent ever,

Zeus, prime mover of nature, steering all things by your lever,

Greetings! It is proper for all mortals to speak to your highness:

For we all descend from you, bear our share of your likeness

We your acolytes alone, of all mortals live and move in light,

So, I shall make song of you and sing forever of your might.

Truly, this whole universe, spinning around our genes’ pool,

Obeys you wherever you lead, willingly submits to your rule;

Such is the servant you hold in your unconquerable hands,

A double-edged, fiery, ever-living thunderbolt over the lands.

For all the works of nature happen by its strikes and stings.

By it you direct the universal reason, which pervades all things

Intermixing with the great and small lights of the firmament.

Because of this you are the one who binds with ligament.

Not a single thing that is done without your permission,

Neither in the divine sphere nor on land, nor fusion nor fission,

Except for what bad people do because they are crooked.

You know to make people conscious of what they overlooked.

How to bring order to the disorderly; to console the sad

For you joined all things into one, the good and the bad.

That they all share in a single unified everlasting reason.

It is shirked and avoided by all the wicked committing treason,

The wretched, who never long for the getting of good things,

Neither see nor hear God’s universal law, ruler of beings,

By which, if they obey, they could share a good fate

But instead, they chase after this and that, always late,

Some in their aggressive zeal for glory and fame,

Are disordered and obsessed by profits without shame,

By others, indulgence and pleasures the body spoil and wear 

They desire the good but are carried off to what isn’t fair.  

All the while in zealous pursuit leading to the beast’s lair.

But bountiful Zeus, shrouded in clouds and ruling the thunder,

Protect human beings from their ignorance and blunder.

Scatter it from our souls, grant that we might obtain

True judgment, on which you rely all things and sustain,

So that, having honor, we offer on your shrine a whopper,

Constantly singing of your works, as it is proper

For mortals to do. For them there isn’t any greater goal

Than to make everlasting song of law and justice for all.

Translated by Stephen Hanselman, rhymed by me

According to the immortal presage “with Athena move your hands too”, he had together with him a powerful magnet with such magnificent energy, that it could raise the whole red spot from its pedestal and foundation or from whatever took hold of it. And indeed, he activated it.

Although we agree that Jupiter consists of gases, hydrogen, helium, ammonia, hydrogen sulfide and other vapors etc., given its colossal gravity caused by the accumulation of materials, the absence of a hard core of liquid or even solid elements is unlikely, a core that would include hydro-methane, coal, metallic hydrogen, even some silicon. So, the lowest layers of Jupiter are a sort of coherent quicksand, from where a magnetic lance or probe or bolide of certain configuration can draw up whatever is trapped beneath by the ruthless gravitational compression.

On an area so vast, that stating a number would be meaningless for our story‘s foreshadowing, the Red Spot began taking shape and forming a sort of rhombus with a diameter of unimaginable proportions. Progressively, the rhombus folded towards up, gained the third dimension of height, swelled and became a sphere. Of course, the sphere shifted and transformed successively from a convex to a hollow lens, just like a coelenteron reversing suddenly its belly to the outside for feeding cheating the eye with a sophisticated optical deception. And from the reversed belly a smoke or a steam seemed to arise through convection drifts and knots. Then, a troubled sea was prepared like a viscous egg yolk and lemon sauce or vomit of various ingredients or stagnant phlegm of spittoon and was on the verge of rising like something huge was moving in the Tartaros and wished to emerge from the inert undulation- oscillation. It was something inconceivably detestable coming slowly to the surface, like a volcanic island after a monumental explosion, an organic creature, a whale, a supernatural dolphin, an ocean snake, a sea monster.

His figure and color had eidetic similarity with a giant brain. The tissue was wine-colored with a red hue, which gradually brightens like incandescent embers becoming lubricant and rust manifesting the classical helices of the gray matter embroidered and dotted by bulbs of a panoptic hundred-eyed polyhedrally visioning Argos. From beneath, however, tentacles emerged, each with a different number of fingers or rather nails, protruding like sea- anemones swimming in cold streams, voluminous hands, wormlike, corpselike, white, full of larves, grubs and wrigglers sprouting from long stems on both sides of the sunk hollow eyes, as the creature of the deep lifted itself to the higher levels of the Mega planet’s atmosphere.

The huge being moved like a crab among the nebulas, slipped through the glitchy muddy sand. Envisaging this chaotic collective being and organ, Torgos Tracheliotos squinted and wondered if that could be the father of the gids and the humans Zeus or if it contained also others in its all-encompassing membrane. And he would be right if he cared to place a bet where his predilection lay and put his money where his mouth was.  

The climb to the upper layers of the atmosphere continued. As the dark bulk, red in the beginning and then grey, approached the Torgos Tracheliotos’ ship, which was “Cradean Dionysus” (“crade” was something between walnut tree and heart, fig by Aristophanes, generally a fruit which one brandishes and it falls), the floor of the ship began to liquify, to turn into a lake of foamed and boiling ectoplasm, where the structure integrity of the walls was barely kept together through the energy shield surrounding the ship. A cold breeze started invading the apartments, while Cradean Dionysus submitted a terraforming, transformed gradually into a swamp or a shallow lagoon just as the environment of this bulky creature was on Jupiter. Through this, first of all, sucking, gluing, whiplashing twinkling, diphtheroid hairs and then crooked claws as endings of tentacles were drawn, crawled and hooked in every nook or niche; in the end, a black mass emerged from the bubbles, a monstrous creature trying with much effort to fit into the confining deck or hangar and adapt it for its purposes.

The orgiastic pantheon as the collective of the Olympian gods led its swarm like a gigantic living subject into the depths of the ship absorbing every ounce of warmth or remaining vital energy of its space. It was a strange conglomerate as a rat- king of many members and tails bound together, a central mass from which irregular cylinders and spindles emanated. It was obvious that the most energetic members of this joint mixture, represented by the tentacles and the protrusions, tried to disengage from the rest of the mass and to constitute separate subjects again.

It didn’t require much time for the protrusions to progressively take human shape, which was the figure of the Olympian gods, a little bigger in size and by far taller than the average (wo-)man. The psychopomp, conciliator, negotiator Hermes, the warmonger father of the martial arts Ares, the plentiful provider Demeter, the protector of ancestral traditions Estia, the frowned and thoughtful Athina, the trident-bearer, sea master Poseidon, the whit-armed jealous suspicious spouse Hera, the archer of the woods Artemis, the light-bearer and music lover Apollo and the erotic, sensual, callipygous and steatopygous Aphrodite together with her limp husband, the chiseler and forger Hephestus. Above all stood the mighty omnipotent cloud stirrer Zeus- pater (Jupiter). As the gods were shaped, the surroundings adapted immediately to their needs. The swamp or the soggy bog, from which they invaded, became again a sterilized floor of a spaceship, the temperature was restored, the escaped air replaced, the hole on the energy field of the vessel mended like a crust or a wound scab after applying of a pectin ointment.   

“What vessel is this?”, said Zeus who recovered almost instantly from the dizziness and the languor of the collective situation brandishing here and there his characteristic beard.  

“Master”, answered Torgos Tracheliotos eagerly and respectfully, but also gratefully, because Zeus paid attention to him. “It is ‘Cradean Dionysus’, and I took the initiative to baptize it with this name to honor the…”

“I don’t give a shot how it’s called. What kind of vessel is it, what capabilities does it have?

“It is a former modified cruiser. Of course it is disarmed…”

“Apparently, it has a warp drive”, Zeus interrupted him again, being in no mood for small talk.

“Yes, majestic one”, said T.T. servilely. “It is a good ship. And I, as your humble servant, am gratified to place it at your disposal”

“Whatever comes into my possession is at my disposal, wherever I tread with my foot and I raise my flag, the place is considered as already annexed by me, you contagious worm”.

“Of course. Forgive me for my insolence, cloud-gatherer. It goes without saying that the ship is yours now. One more offering by me, my humble self Torgos Tracheliotos. Remember me, Lord, now that thou comest into thy kingdom and please take in account, beyond the sponsorship of the ship, the very act of saving both you and your joint chiefs of staff, that is that my magnet and I -sorry for the ‘I’- eh… saved you, thou…” 

Zeus directed his gaze for the first time to T.T., because up to this moment he scrutinized greedily the spaceship.  

“Roger that. What is your name?” As soon as the words “Torgos Tracheliotos” began being pronounced, the impatience of Zeus could not take more punishing: “Or rather drop it. Certainly, you are somebody and have also a name, but that plays no essential role in the large picture of things. You may be the delightful dust, through which the gods will succeed their purpose. But surely, you want some reward for your services, isn’t it so, you Tragic Troll?” The tone of Zeus’ speech implied that he wanted to settle quicky and expediently the liability of the servant that has executed his errand.

“Yes, master. Of course, I don’t want to force your hand; to start with, I will be completely satisfied and honored to watch from close quarters your campaigns, to cheer and celebrate with you your impending victories. In the end or soon enough or rather when it is convenient for you, you could reward me with rare earths or…”     

“I will do something even better for you, convenient and useful louse. I will allow you to worship me forever until the end of days. I will catasterize you, paying you the highest conceivable homage. I will expel and catapult you from the ship, just as all great leaders do, so that you may become one more satellite of Mega planet, rotating around my cite of exile praising and glorifying me for all eternity. Such is not a small reward. Hey, T.T., surely you hava accomplished something!”. 

And with the executive snap of the fingers, the body builders Podeidon and Apollo Ποσειδών snatched T.T. and placed him into the airlock, in anticipation of his being catapulted into space, and closed the airtight iris communicating with the ship, before they open the other one envisaging infinity.

“No, I don’t want to die…”, Torgos Tracheliotos prompted to say before he was slingshot screaming and weeping into the void becoming one more satellite of Mega planet, enlisted in the good company of Amaltheia, Pasiphae, Sinope, Lysithea, Carme, Ananga, Leda, Thebe, Adrasteia, Metis, Callirrhoe, Themisto, Megaclite, Taygete, Chaldene, Harpalyke, Kalyke, Iocaste, Erinome, Isonoe, Praxidike, Autonoe, Thyone, Hermippe, Aetna, Eurydome, Euanthe, Euporia, Orthosia, Sponde, Kale, Pasithea, Hegemone, Mneme, Aoide, Thelxinoe, Arche, Kallichore, Helice, Carpo, Eukelade, Cyllene and Kore, not to mention the famous moons of Galilei.        

The literature canon would require that the chapter of Torgos Tracheliotos should end here, but it remains still to see what plan the cloud- gatherer Zeus would provisionally devise, when he quite unexpectedly obtained the command of a vessel, equipped with warp drive and speed, i.e. Cradean Dionysus.

“Colleagues co-gods, it is imperative that we act fast, ‘time and tide wait for no (wo-)man’. This piece of junk may not possess guns, but it has a warp drive. If we also take in account the kinetic, ballistic power that it has as a swiftly moving celestial body, we conclude that it is already a global killer, if it happens to crush on a planet”, said Zeus.

“Just a minute”, said Poseidon. “Quite unexpectedly, through the naivety of some fool we saved ourselves from a very tricky and ominous situation, almost irreversible for us. Not only that, but we also found ourselves in possession of a spaceship or rather a starship It is as if someone falls from the Acropolis and finds a wallet as well. We could easily escape to all directions of Creation and live like kings, merely by cashing in on our reputation. We have also the choice to return to our own universe through the black holes and enter from there a reality, more favorable for us. Why should we insist on a battle or rather a war which is already lost? One way or another, we had precalculated that in some creations we would be defeated by Prometheus and his pirate bunch. So, let us accept that we dodged a bullet and got easy off this time and be grateful for our good luck, let us go to a quiet and nice ocean of planets…”

  “Shut the fuck up, you, imbecilic brother”, Zeus interrupted him with the gaze of a looney-tick. “I am the one to decide if a war has been lost. Am I to lose from this inferior being? From a pariah, an invalid, an inferior, a frightened common man, an insignificant subordinate, an acolyte by definition, a fan, a lackey, a nobody who has no extraordinary or supernatural property. I will be cursed if I let that happen. A mighty leader like me to be dragged to concessions, forget it!  At least, East, where I started one day making a reverse journey compared to that of Alexander the Great, a posterior of mine, initiating an unrepeated mythological expedition and propagating along with the traditional linguists Indo-European language from India to Europe through the Pamir mesas, that continent with all its sea of people which Dionysus once reconquered belongs to me by right. In the process I extinguished or subjugated Cyclopes, Ellopes, Hecatoncheires, titans, mutes and one-eyed jacks, Scylla and Charybdis, physiological beings and monsters. So, let Prometheus and his sloppy wishy-washy softies with their memoranda of understanding take the barren rocks and the scattered frozen peninsulas of the West”.

“Again, sharing of the world?”, said the limp and totally contorted from the one side Hephestus. “I am one of those who suffered the most in these wars and my half face is burnt by the torching nuclear weapons you make me build. Now, I can predict again what’s on your mind. The absolute holocaust! Again, thunders and burns, gun-smoke anew, carnage and contortion of faces!”

  “If you cohabit with a limp, you will also learn to lame”, as the Greek proverb says, answered Zeus. “Naturally, that is what I intend to do! We will fall upon their heads like thunder with the power of countless megatons and we will burn them with a thermos-nuclear explosion, the likes of which the planet has never seen. We are already psychae- energy organisms and we are not going to be affected, while the titan humans or human titans will die like flies. In zero time we will reconquer Olympus of Earth, which is less guarded than the corresponding Olympus of Mars, and reinstate our kingdom.  As time goes by, people will be born again from the primordial primary organic soup, who will be loyal servants with festive worshipping thyrses and servile laurel wreaths to crown us and it will never again cross their minds to rise or rebel”.

Hephestus tried to say something again, but Ares interrupted him, and when Are spoke, Hephestus silenced for many different reasons, the most aggravating of which, heavy as the Priapus’ system of twin testicles, was the crucial decisive archetypic and confounding fact that Ares was the lover of his wife.

“If the once sodomite, but nowadays according to politically correctness called homosexual, queer or androgyne is right at some point, is that we have an obsession to use Olympus as headquarters, while we could hit directly Sirius, the bastion of Confederation, inflict a devastating strike into the heart of the titanic heresy, whereby they will not have anything to oppose us other than fart on our testicles at the most: as the Christians say: we shalt bruise their heads and they shalt bruise our heel”.  

“Now, warmongering and bloodthirsty Ares. I cannot quit Olympus. I am the one who will dictate the terms of the game and of the war and I choose Olympus for me and Caucasus for him, nectar and ambrosia for me and foie gras for his vulture. The titans are having their eye on Olympus, they are flirting with Olympus, you, hateful to humans and obnoxious personally to me Ares, because they know very well that their parched crispy planet is geopolitically inferior to Earth, since the catasterisms are performed from there. So, let them roast like steaks in Sirius along with their scorching dog days and come with me to conquer the highest mountain top since when we left behind Chionos Laes (Himalaya- stones of snow)!  So, set a course to Earth. Today the dinosaurs die again and from their ashes the superior of all is born, Olympus, Olympian, Olympiakos!”.

At that moment, Hermes came forward, being himself a skillful bootlicker, to contribute a small pebble into the mosaic of the conference and deliberation for things to be done.

“Cloud -gatherer Zeus, let us not forget that we have at our disposal this powerful magnet of that operetta’s figure- the scampering, skipping skipper, with which he drew us up from Mega planet. We could use that as a weapon against Earth”.  

“Have you lost your marbles or are you a sandwich short of a picnic? Do you propose that we activate a magnet of such magnitude and turn it against Earth, against this miserable lump? The magnet will suck it, as if it were a hoover vacuum cleaner. It is like fishing small fry with dynamite or typing with boulders or throwing anchors in a shallow cove.” 

Tell us now, reader, how would you develop further the plot. Simply enough, once more, the renowned and fully competent, being of sound mind and legal age Leto had infiltrated Cradean Dionysus, since Torgos Tracheliotos -probably the last time we mention his name, alas for all things there is a first and a last time in life – was included in the list of suspects for the murder of Arete. And once again the Titanis was involved in a different case than the one assigned to her.

Leto advised the titans in detail through communicator about the sloppy crude plan of Zeus to fall upon Earth like a lethal meteor brandishing Cradean Dionysus and causing vibrations beyond any fantasy. Hyperion acknowledged the sequence of events white like a sail, because, even before Leto realizes it, he had reached the inevitable, unavoidable conclusion that Leto should be sacrificed. There could be no alternative, but it took some moments for the technocrat titan to accept, not just with guile and intention, but also with premeditation that he was about to order a close associate of his to die. Tears almost flowed from his eyelashes, which were trained for years to stay dry.

Leto, when she realized that Hyperion remained silent, understood reluctantly where her compass was about to show or even worse that her destiny was sealed.

“Supervisor”, she said, “you can’t mean of course that I should… or rather it seems that you mean it”.  She leaned her head on the wall as if it was a sack of flour, as if she was a ragdoll or a football full of rags and her countenance oscillated between protest and distrust.  

“To die after so many missions, I wouldn’t deem it possible … I learned to enjoy the victories, to be thrilled even by the defeats …I didn’t expect you to order me to die, me, who always took your side”.  

“You’ll never know how much sorry I am. But it cannot be helped. You must blow up the spaceship before it reaches Earth. There is no one either in the race of the humans or in the regiment of the titans who would tell you something different. We don’t have a choice… you don’t have a choice…”

“I overdid it, always infiltrating spaceships as a spy. I knew that I was good at hiding and seek, that they couldn’t find me. But this… this eluded me… that you would ask me to sacrifice and take with me to oblivion the whole ship … I don’t deserve this fate… I always did what the chain of command asked from me … I did my job and I was good at it…”    

“That’s why you are the proper person, perhaps the only one who are in the position to do what must be done”. The voice of Hyperion was crumbled this time, flayed and skinned, metallic.

“I always agreed with the chain of command and expected my reward… and now you all expect me to die… you are ordering me to die…you want to persuade me to die …”. Her voice was broken, had become childish, scared, but at the same time savage, as if a girl was pricking here and there with a fork, risking revealing her hiding place. “But I did nothing wrong, I don’t deserve death… I don’t want to die here, alone… among enemies…” 

“It’s not like you think. No one would wish this to happen, if there was any other conceivable way for something different to be done, unless it were to be some alternative… but there isn’t. This mental case will fall upon Earth and will leave nothing undestroyed”.

 “One way or another, these bastards are already souls and they cannot die”, objected Leto in her despair, although- alas- she knew the answer.

“Yes, but they need a spaceship to move, to carry their overestimated wisdom through space. Or else, they will be trapped like dots in the infinity of the cosmos, swimming half a meter with each hand stroke and let them cover this way the distance to Earth”.

“Yes, but I am afraid, gentlemen, I don’t want to die, as Torgos Tracheliotos said. I want to live, you, the big brain and brass, should figure out an alternative for me to live, engage your prominent intellects and think. It reflects badly on me that you have accepted so easily my sacrifice and you hurry to proceed with your life, as if nothing is amiss. You don’t care, esteemed dignitaries, you don’t care for your subordinates, who are your responsibility. The position you fill equals not only to office and money, but also to obligations and liabilities …”

“No, it is not true that we don’t care”, Hyperion apologized. “Prometheus is watching breaking news and is devastated, all your previous fellow combatants and co-warriors attend this dialog and suffer together with you… all would like to be in your shoes instead of you, to spare you this predicament … or so they say… at the same time everybody wouldn’t like to be in your position, because only you are so brave to see it through …”

Leto remained silent for an hour.

“Leto”, whispered Hyperion hesitatingly, “as long as you delay, the vessel is approaching Earth. Fortunately, they are not so crazy to activate warp speed faster than light within a solar system and they are crawling and creeping praising and enjoying their freedom and success. So, please…”

“I want to speak to my father”, asked Leto as a last wish.  

The circumstances were very critical, and the titans were very organized, just as they should be to be able to face the superpower of the twelve gods, and the helmsman Koios came quickly to the microphone.

“Leto, my Leto, I feel devastated…”

“Don’t be, father, I don’t want you to feel like that …. I just wanted to talk to you, not hurt you …”, Leto managed to whisper from the pedestal of human dignity.

Yet her sob, which she tried to hide or withhold, drowned in her neck and finally emerged to the surface.   

          Don’t cry, daughter”, said Koios with deep commotion. “We are all going to die sooner or later and our life is but a grain of sand in the universe. Your name, however, will be mentioned for centuries, because you always manage to interweave your destiny with that of Zeus, deceiving him or spying on him. So, everything went well, if you contemplate it from the view- angle of the things that need to be done within a Creation”.

Her lip was trembling and she bit it. “Father, enough is enough with the big ideas, I only wanted to say goodbye…”

“Yes, of course, daughter, I am not lecturing you, this is not the proper moment, I wouldn’t like for you to remember me as a father- Mr. Know-all … I really don’t know what to say … I am seeing Hyperion beside me, and I am feeling the urge to attack him, to make short work of him, to hit and strike him … but perhaps he is not to blame… Why, you, nepotist pig of favoritism, why do you assign all the difficult tasks to my daughter?” 

“Father, do not accuse my superior officer. He always tried to mobilize and engage my abilities and skills and held me in great esteem. But if you think highly of someone, then you consequently assign him great responsibilities. I see that now. I am the proper titan in the proper position… Ah, father, if mother were alive, I would ask you to kiss her, I wouldn’t like for the one to blame the other for my demise, but that you all live together peacefully ever after, just I like to remember you…”, said Leto wiping and trying to dry her tears on her wet sleeve– wet is an understatement, it was soaked.

“Yes, yes, don’t worry, I report often to Phoebe, I have a relationship with her, although she had died, as I will have with you…We will be always together, tell our jokes, comment the conduct of our superiors, make fun of the public service’s bureaucracy, delve onto the paradox of human existence…”

Hyperion intervened again, because it was necessary.

“Leto”, he said pleadingly, “if Zeus switches on the warp drive, he will arrive to Earth instantly. He seems to fear the repercussions of awakening and mobilizing a vast force within a small space, but on the other hand one can expect anything from him…”

   “Father, the time of analysis has past and now is the time for action, as you always said in our games … So, I will leave you at that. The hour of departure has arrived, and we go our way, – I to die, and you to live. Which is better only God would know. (Socrates, Apology).

 It would be more decent for the dialog to end at this point, but Leto said something more, something human, all too human.

“Let us greet, father, but not bit farewell. Maybe, I will come back to your dreams with my hair tied in braids to weep because my stuffed plush bear has died. Maybe, I will be dew or frost whispering a story at its passage, an evening aura, a window that creaks. I will be something not visible, yet near you, beside you, a little farther perhaps, in close quarters, in an imperceptive phase shift. Thus, I want you to remember me, my loving sweet papa! Adieu!” Her voice was liquified into tears and the connection was interrupted. She never learned if the repeated ‘adieu’, the desperately emitted greeting, which echoed like a monotone garrulous rattling tinkering    cymbal, was a reiteration of her own words or perhaps Koios’ forced dimmed discouraged answer like a piece of chalk scribbling, scratching and screeching on a blackboard.  

Leto proceeded into action with the only thinkable manner in such cases. She stopped thinking or rather stopped conjecturing, interrupted the communication between the mind and the limbs of her body and kept active and alert only the half- automatic involuntary part of her brain corresponding to an ideo- kinetical movement of her extremities. Because certainly, turning her ray gun or her communicator into a bomb presupposes some sort of thought, but mechanical, technical, not connected to the existence or the ego. Such an intellectual procedure or process is at most pondering or stochastic with the old meaning that it refers to an aim, but it is surely not syllogism, since anything tending to the cancellation of existence, any existence, is not entitled to contain the word stem logos.   

                    Then she implemented the most tested and proved method of terror, self- incendiary. If someone possesses an explosive device and detonates it in one’s pocket or just besides, who can overtake or prevent one from doing so? An internal explosion, so close to the chamber confining the energy crystals and the warp drive, caused a lateral declension and structural collapse of the petri-dishes and the pebbles of the system, as well as disturbance of the sensitive balance of the crystals, regulating and controlling with their complicated intricate alignment and the backup redundant safety valves the matter-antimatter reaction and interaction. The voids were filled rapidly, the crucial distances were cut short and abbreviated abruptly, the magnetically hovering antimatter molecules touched the wall, fell on the floor or hit on the ceiling. Protons and antiprotons, electrons and antielectrons extinguished and cancelled each other within a reaction releasing instantly and violently, fortunately for one moment only, energies so dense, that are observed only in Big Bangs. The explosion was sensed as far as Alpha Centauri. And as far as Leto is concerned, she turned mercifully and compassionately into dust, whereas, dear reader, if you concentrate hard enough, you may be able to see even today the Olympian gods roaming and swimming desperately somewhere within the asteroid belt, otherwise front- crawling or backstroking to come a little closer to Earth.        

  • CHAPTER (H-) YPSILON: HYPERION- HIPPARCHIA

The human race is the dynamic drawing of billion timelines and biographies, which in the end deposit their material coverings and their fancy colors, so that only the shapes and the vacuum diagram remain behind.

In the new reality, a single, mere voyeurism was left. The various pandemics or murrains of modern life and collateral microbiophobia lead necessarily to the so-called social distancing, where everyone would perceive the other as a simple image or- to use a word from the future generations- as a hologram. This was foreseen initially by Isaac Asimov in the “Naked Sun”, where according to the narration people had learnt to avoid physical contact due to the diseases and to rely on robots for their sustenance. Everybody sent his hologram to the living room of the other for chat, so that the instinctive urge towards society may be satiated and the primordial need for communication may be fulfilled. Under those circumstances the murder of our story was committed. But how could that be possible? Don’t let me spoil your entertainment by giving away the end of the story though, you’d better read it.   

We just perused a situational condition, where everyone, even in the stage of biological life, ends up seeing the other as an image. Here we face nothing less than the change of an epistemological paradigm. But such circumstances aren’t so bad, on the contrary they are compatible with man’s urge to become gradually a pure spiritual being. Platonic love is interwoven with the culture and the education of the eye. In such a manner one prepares himself for the afterlife, where the only means of perception would be vision not as a retina device, but in the sense illustrated by Dionysios Solomos, national poet of Greece, in the sense of soul’s open eyes. So, let us have courage, because the reduction of all senses to mere vision couldn’t be so bad after all, it is rather an unavoidable step of progress.

At this point I expect severe reaction. I am ready to hear the usual sermon about being conservative, the tirade and the libel that I underestimate the frenzy of touch, the irritability of smell and the fever of the flesh. Continuing and following up this thought, the first sensation connected with passion and suffering, oscillating in waves, which one endures proclaiming pain as the privilege of the sensitive natures, is the ability to hear and its vibration; The latter registers the inflicted pain and protests for it, initiating in its turn its own wave-reaction and urging the subject to exclaim a voice or a distinctive cry. The olfactory sense and the taste filter and distill the air and absorb the nuggets of the bodies’ attrition that rub one another, just like the careless who choose to ignore the threat of coronavirus. Epicurus used to say that the bodies communicate through rubbing and scratching, but these are also a broadcast of information fitting to previous obsolete times. As far as touch is concerned, it is connected to the rhizome of earth, its gravity and heat, and suffers ungrudgingly the tortures inferred. It is obvious though that all senses tend to wrap around and describe the shapes of the objects, they perform scouting, drawing, sketching, tracking, tracing of somebody else’s type and gestalt, therefore they involve some kind of spiritual – intellectual vision. Even someone who gropes blindly has only one purpose: to see and perceive!  

          In the brave new world of the voyeurism to what the others do, of the voyeuristic admiration of a foreign show or display, of the research for an external factor or agent who could impose her/himself on humanity, guide it  and save it, man/woman had become a consuming using up being, had reached admirable quota of consumption, languor, and debility up to a point, where the definition of poverty and wealth in the end changed. In the titanic “civilized” world, the people sat all day long supplying their precious hind with nourishing substances provided by A.I., watching spectacles, organized by A.I. Even the definition of wealth and poverty had been reversed. The aristocracy of the planet ate furthermore healthy food without gluten and lived a frugal ascetic life in huts of agrotourism cultivating ecological products. On the contrary, the plebe, the rabble devoured juicy hamburgers, whereby the saps flowed and ran down from the edges of the lips, resided in super luxurious domiciles with a thousand needs, condemned to pay constantly all kinds of workmen and craftsmen, because once in a while the tablet or the circulator of the  combustor or the furnace was broken, sometimes the circuits or the relays of the boiler, occasionally the laundry or the refrigerator, now and again the computers or the electronic plates, the solar  water-heater or the radiator, one time the one another time the other. Rich were those who could still work and draw satisfaction from the formation, fabrication and special construction of their artefacts, having only a few possessions, where they could still mirror and picture themselves, while the poor bought continuously without mercy and redemption, accumulated goods that overflowed, squashed, and crushed them; The latter fought everyday with indescribable stress to spend their discount coupons and their huge salaries that- surprise, surprise-  could only be liquidated in the money-changing market of their own companies and employers. The only advantage of the humans in comparison with the A.I. was that they had the assets and the capitals, they enjoyed the lucrative pensions of the past on the grounds of obsolete, still unchanged unabolished rules and regulations; as a result, they were the only ones well off and in position to invest and to finance the programs and the miscellaneous activities of the robots. Otherwise, they were completely decommissioned, rolling, and driving like a modern Sisyphus their carts in the huge domed vaulted corridors of the supermarkets, checking off one by one the purchased items on their shopping list, burdened by the choice between sophisticated, impossible products, from soup to nuts, as the saying goes. In this era, everyone was jostled by crowds of lower-class people in miserable blocks, in atrocious slums, where Cyclopean walls stood next to Erechtheion and Parthenon and chapels of other religions; gingerbread marred every facade; no building was without its brilliant signs and flare-lights. Pulses of light and color are reflected upon their magnificent walls and luminous advertising movies and tags cover every corner of their edifices in an imperial phantasmagorical style. They have built big domes, where suggestive and impressive images are projected from the very top. They had an inclination for the imposing and the majestic. Wherever they dwelled, they were overshadowed and protected by tall and extensive as well as depressing ceilings reminding every individual of its insignificance in comparison with the whole.

As we have pointed out elsewhere, the ingenuity of the titans had conjectured the opposite arrangement compared to classic communism, which suggested and implemented individual property and privatization of the production means and socialization- nationalization- community in relation to products or goods. This way the economy is powered henceforth by labor, creation, and artwork. The workers or the employees acquire a strong motive, because property and its perpetuation after death is a viable option only regarding the components of production. On the other side the abrogation of inheritance and heredity prevented the accumulation of wealth, because possession was only possible, if one elaborated and refined the actual product combining the productivity with his very life, in the absence of which no transition or transaction could be achieved. Thus, the whole world could be fed (see previous paragraph).

While the enlightened titanic administration was characterized by politics of subvention, attempting to distribute to the crowd the wealth and the surplus value that the machines produced, people, as it usually happens, wanted more and were never satisfied or satiated. The all wanted to be creative, to become businessmen or entrepreneurs. Although they weren’t anymore classic workers in the traditional sense, but they took or were supposed to take initiative either as programmers or as caretakers, janitors or supervisors of the various A.I. systems, they all dreamed to assume governmental positions, to rule the titanic world, to replace Olympus’ gods, to terraform, to catasterize, to distribute the wealth, to open new horizons of creative activities, to distinguish themselves as leaders.    

Consequently, the demonstrations, even the violent ones, were in daily order. In the overpopulated arcologies of Earth, things were much worse, but even in the high society of New Arcadia, the confrontations between the government and the governed people were quite often. And of course, as expected, the displeased did not realize exactly what their problem was or what precisely they coveted, and they burst into vague and indefinite invokes of justice, liberty, equality, brotherhood and other unmediated concepts. Leader of the generally protesting mass was in the frame of our story, Hipparchia of the Cynics.

Since we are referring to a past or future world affected by ancient Greece, there was a little more logic and a little less suspicion than average, and despite the adversities the faith was still strong that education could change people, make them better. So, Hipparchia organized tragedy presentations as public events, through which she endeavored to educate the participants of the corporations and the associations towards a logical series of actions, through which they could improve their position. Something like didactic tragedies or educational inspirational dramata of real existing socialism.   

After the death of Leto, Hyperion had a lousy mood regarding all things. After so many chapters, which we perused, he had forgotten the reason for his presence here. He had summoned Anchiale and Metis as substitutes, but they could only succeed, not replace Leto.  Hipparchia, for her part, cherished and appreciated the veteran warrior, since, as we have pointed out, it was an age of respect or anyway more respect than ours. So, Hipparchia drew inspiration from Hyperion, since, as she wittily mentioned, she rode under the beginning (arche), while Hyperion exceeded the limits, as his name indicated. While he crossed one of the most untidy and unproductive periods of his life, Hipparchia, seeing in the face of Hyperion the chance of her life, hired him as an artistic councilor of her synonymous drama “Hyperion”. Who would be best at giving useful suggestions for the theatrical play “Hyperion” than Hyperion himself? A thousand working (wo-)men constituting the theater-loving public, gathered to watch the play, because in the world of the titans the unshakable faith still dominated that art cultivates (wo-)man and leads it to higher domains, makes her/him morally, psychically and intellectually armored to achieve his/her goals completing the pyramid of personality “idea- moral (ethos) strategy”, not like today, where an unwrought voice of protest just pushes one to an indefinite vindication and a dubious claim.

Hyperion came sad and downcast to attend the performance, due to social nobility, kindness and urbanity among others, since it was in his honor. As we have already said, the other day he was reduced to idleness, decay, untidiness and self- negligence. He had lost his faith in the titanic ideas, he had ceased to be the creaseless, impeccable, stainless and irreproachable officer and had started an affair with Phaenarete. You will object, should our hero decline and go south to finally proceed to a commitment? Maybe, this is more likely a sign of prudery than morality. Bit for the giggling details of the affair with Phaenarete, you will be constraint, reader, to wait for the next chapter. At the side of Hyperion, the local authorities took place; first of all Theano Thuria, who wanted to exploit in many ways the theatrical performance, both to receive good advice for her administration as a responsible leader and to learn what the lower decks of the station, the working class thought about her. Present was also Percnopterygus, who had the strongest relation to power, being the quintessence of a hypocrite politician with the undefined expression behind the beard and that monumental insensitivity, boasting of being able to adapt to any circumstance, but in fact consolidating and dispersing around the vulgarity of indiscreet evening, equalizing, leveling and steamrolling all things.  

 The performance started with Cronus mourning the loss of his power that Zeus had taken. In any case, it is well known that the ancients did not need to invent new heroes for their literary works, they drew up from Mythology the already elaborated ethical characters and the mind structures, and their creative activity lay only in the infinite combination thereof, in the deepening into the motives of will and the various versions of psychology. Thereupon, Theia leads Cronus where the other titans sit, crying for their sad fate and wondering if they could counterattack the Olympian conquerors. Fancy Hyperion seeing his own wife starring in the play. This was the price of being a celebrity, especially in those days, when values were duly recognized. Followingly, old Oceanus and Clymene declared their wish to concede their authority to Poseidon and Apollo on the grounds that they were handsomer than them! Yes, there were periods, when the titans were so immerged in self-doubt and introversion that they had developed inferiority complexes compared to the attraction and the blinding beauty of the Olympian gods, such beauty that it hurt, as Clymene said. Alas, However, to add a little Christianity into our concoction, beauty is evanescent and transitory or else survives only if it is risen on some level of encyclopedia and objectivity, a museum’s exposition that can endure the centuries.

Then, the action transfers into the palace of Hyperion, where with a natural awkwardness and bashfulness, agitation and ambiguous psychical approach Hyperion envisaged the actor impersonating him. Uranus encourages him to assist the other titans and cooperate with them to overthrow the Olympian gods. As Hyperion felt psychically elevated through the politically incorrect motto: “birds of a feather flock together”, the thread of Ariadne snapped once more, the director Endymion cut Hyperion and brought again Apollo on the stage, who whipped himself on the beach, doubting if he could exploit fully his potential, while Mnemosyne told him that he must believe in himself and in his skills. What was that unexplained attraction that the Olympian gods exercised το people throughout the ages? Whatever their faults or misdemeanors were, whether they lost the struggle of domination or won, they always had a place in the people’s heart. It is the attractiveness of the social climber, the aspiring yappie, the upwardly mobile recognized and successful person calling all to emulate her/him and to score some hits themselves! How could democracy confront self-conceit and ambition, since the only one it can oppose to the dream of absolute domination is merely the humble concept of jurisdiction, i.e. that one should simply do one’s job and find joy in the task? 

Finally, the titans decide to teach people good faith and why not? love. To love our superiors and supervisors, to love hierarchy, social articulation and structure. Only articulated people can thrive.  If anarchy and leveling equalization prevails, then one cannot even go to the kiosk to buy a newspaper. As a waitress in a restaurant said, once the rallying demonstrators had destroyed and devastated the whole area, but admirably and unexpectedly left her establishment still intact: “If they smash also this one, who is going to feed them?”          

So, a subordinate with a mask of indefinite and fleeting features presents himself and says to his superior:

“INITIAL GOOD FAITH

 Enlightened leadership, productive company erection

You offer us roof, food, protection (Savvopoulos) 

I regret that I have despised you which let us proceed  

Because freedom is to feel the antinomy of need,  

Otherwise, you lose heaven and all granting,

And you will have an unpleasant crush-landing.

You are good at administrating and ruling things, 

That’s why you deserve love of me and all beings,  

Show me your mercy and I will confess,

I will apologize for my sins, either more or less, 

I will improve my life in a realistic way,

Make hell and Tartaros withdraw, fade and sway.  

Think that when hatred leaves and retreats,

The soul becomes innocent, in pure white clear feats. 

The soul learns to encourage or scare herself,  

To appease, charm or tidy the library’s shelf.  

She knows both the will and the way,  

To thrive and progress wherever she lay,  

As much as the wind howls and as a wolf roars, 

As much as the boats sink and lose all oars.”

In the end, the subordinate says to the superior:  

“I love you!”

Her/his figure is still undefined, dark, vague, plastic like a primary dough. The body consisted of gristles, instead of bones, had a marengo, bleached and pale color, was sacked like a pear with lean, thin, skeleton, dried extremities and plated feet soles. The skin was blistered, budded, grained, buttoned, knotty, bulbous, where every one of those spherical balls could side each other to new formations. The armes were awkwardly designed like claws and the eyes were mauve.    

“Love me too, let us work together!”  

Slowly, the body of the subordinate, of the one submitted to a status of dependent work began to transform itself according to the presumed wishes of the boss and acquire proper symmetrical analogies. To become carved, voluptuous, inflationary, sensitive, pleasurable, erotic with a rouge hue, just the one a breeze can give the face. Formation of front and nose like porcelain, eyes pleading with elegant eyelashes, swollen voluminous zygomatic bones, like the “blond nation”, sturdy stocky chin, broad shoulders and white alabaster arms, conic rocketlike breasts, the chest outward, the belly inward, long legs capable upon the lover’s wish of restricting or stretching even more.  

“I love you. Love me!”   

The public united asks form the present authorities to accept the offer, the stretched hand of the working class like in the “Metropolis” by Fritz Lang, where finally employers and workers proceeded together like siblings to the destiny of the future. The identification of the spectators and the prominent figures thereof with the protagonists of the play was annoying and the leading citizens shook their heads in disclaim, twitched at their collars and spit contemptuously to exorcise and ostracize this conceived by poetic license similarity. Yet the people addressed themselves to them and pleaded: Accept, accept!

Implicitly, the director Endymion tried to focus the interest of the people on the scene and channel its rage against Zeus and the Olympian gods who didn’t condone any reconciliation or offsetting with individuals, inferior to them! The Zeus of the performance already shot thunders towards the employees accusing them of hubris, that they would like to be equal to the gods, which is unthinkable!

A mayhem without precedent dominates, since the stadium bleachers are nervous and upset, the atmosphere bursts of static electricity, which is gathering dangerously on the verge to detonate.

To ease the spirits a bit, the chorus comes to the stage and is singing:

“IDEOLOGIES

Fanatics have their dreams, wherewith they weave

A paradise for a sect, the savage too

From forth the loftiest fashion of his sleep

Guesses at Heaven; pity they have not

Traced upon vellum or wild Indian leaf

The shadows of melodic utterance.

But bare of laurel they live, dream, and die;

For poesy alone can tell her dreams,

With the fine spell of words alone can save

Imagination from the sable charm

And dumb enchantment. Who alive can say,

‘Thou art no Poet- mayst not tell thy dreams’?

Since every man whose soul is not a clod

Hath vision, and would speak, if he had loved,

And been well nurtured in his mother tongue.

Whether the dream now purposed to rehearse s

Be Poet’s or Fanatic’s will be known

When this warm scribe my hand is in the grave” (Keats).    

But the people could not endure postponements, delays, suspensions, prudent contemplations, interlocutions- deliberations and such. The spectators united shouted slogans that the establishment should give something – they didn’t know exactly what- concede some kind of privilege that they lacked and the governors possessed. The wealth and the money in the era of the three-dimensional printers, matter replicators and C.H.O.N. mines had no intrinsic value. Since, however, the vision of “aristos” in the Homeric era was not considered evil like today, but it continued to inspire the real existing titanism and since (wo-)man had always the tendency to confront magnitudes bigger than her/him and achieve deeds and considering that creativity is the only way for one to pastime without suffering a depression or getting seriously sick, the next unnegotiable public demand was the slogan “we want salary, not subvention”. Another slogan was “to each his/her own”.

They didn’t mean of course that it was possible to press a button after the body’s or the spirit’s labor and to receive automatically the exact remuneration of your effort, but I claim that the unequal comparison between the toil and its fruits will become stable and symmetrical, once the distribution- mechanism is subjected to human control, so that all may get their due. If the organization- frame of contribution – remuneration is based on the will of the employer, then an undefined variable enters the problem, which can take on different values, so that the result of the equation shifts constantly.

At that point, the public averted temporarily the gaze from the power-hungry Thuria and Percnopterygus and turned to Hyperion as its last chance inciting him to challenge the gods with the property of the titan and claim the primordial but -alas- deceptive dream, the absolute equality all towards all.

“Hyperion, you should vindicate from the gods a new position for (wo-)mankind!”.

The orchestra leader of the performance Endymion was fermented and familiarized with the interaction of the ancient theater, equivalent only to the powerful cry and protest of the Greens and the Blues I the hippodrome of Constantinople, was used for the spectators to jump and make the play take off, that’s why he had great adaptivity and could weave script verses out of nothing, while the actors have learned to improvise mercilessly according to the public demands. So, he endeavored to enlist the famous spectator in the texture of the performance.

“Hyperion, what do you say about all this, reply to your fans”, he asked the Atlantic one, construing and expressing the will of all present.

Hyperion was in a very bad mood, but he had enough titanic love of honor not to be able to ignore those who addressed him and hang on his lips.   

Director Endymion and other friends: I want to apologize why I am not in the mood and in the proper psychological constitution to be able to enjoy to the full extent what you are generally offering me. Unfortunately, also on other occasions, when they ask me to participate in any team play, I exhibit negativity and self-isolation that I cannot explain. Perhaps the reason is that in all these years I had constantly superior officers – something that you, honorable spectators, never experienced, although you have an undefined tendency to integrate yourselves to the joints of power. Moreover, in the overwhelming majority my superiors were women who have poked, dug and broadened my asshole so much that I cannot accept not even the slightest, real or putative, aggravation, when I am not on duty. Fortunately, in our era the movement of the politically correct awakening culture is not particularly developed, so I have still the opportunity to express such viewpoints. Or else, we will come to the point, where even the word ‘man’ will be considered sexual harassment”.  

Endymion as an experienced servant of theater and participant of such bright psychographic dramas had delved deeply into the characters, the dispositions and the temperaments, “many cities of men he saw and learned their minds” and understood immediately that the problem of Hyperion were not the sometimes  depressingly present forewomen – superiors, but rather the absent protegee woman -Leto- perhaps the only one regarding whom our hero sensed superiority.

Endymion replied: “’Through a woman came forth the baser things,’ said the young emperor referring to sin, but Kassiani promptly responded by saying: ‘And through a woman came forth the better things.’ Please, know, you, venerable fighter of democracy, that we all here participating and coexisting in this performance are standing next to you and mourning equally what happened.” Addressing the actors he said: “Guys, let’s recite what we have prepared in loving memory of Leto”.

The actors adapted instantly to the new data that came forward from the effortless spontaneous interaction of the performance.

„LETO

The day is gone, and all its sweets are gone!

Sweet voice, sweet lips, soft hand and softer breast,

Warm breath, light whisper, tender semi-tone,

Bright eyes, accomplished shape and languorous waist!   

Faded the flower and all its budded charms,

Faded the sight of beauty from my eyes,

Faded the shape of beauty from my arms,

Faded the voice, warmth, whiteness, paradise-

Vanished unreasonably at shut of eve,

When the dusk holiday -or holinight-

Of fragrant- curtained love begins to weave

The woof of darkness thick, for hid delight;

But, as I’ve read love’s missal through today,

She’ll let me sleep, seeing I fast and pray.

 The living hand, now warm and capable

Of earnest grasping, would, if it were cold

And in the icy silence of the tomb,

So haunt thy days and chill thy dreaming nights,

That thou wouldst wish thine own heart dry of blood

So in my veins red life might stream again,

And thou be conscience-calm’d -see here it is-

I hold it towards you”.  (Keats)

Hyperion cried unrestrainedly with tears thick like plums, because he appreciated pretty much this honorable gesture of the director and of the audience towards him.

“I thank you all”, he said. I stay always sworn at your service, so that we may once more claim the flame from the gods, walking on the footsteps of our forefather, the great Prometheus!”

Jubilations shook the firmament; hats catapulted to the heavens. Altogether, chorus and spectators sang what they already knew from an earlier performance of the same play or perhaps Endymion gave them something in writing – I don’t know what exactly happened at that moment, belonging to a so distant and unapproachable date, star date ‘go figure’!  

“CLAIM

 Thou art a dreaming thing;

A fever of thyself – think of the Earth;

What bliss even in hope is therefor thee?

What haven? Every creature hath its home;

Every sole man hath days of joy and pain,

Whether his labors be sublime or low –

The pain alone; the joy alone; distinct:

Only the dreamer venoms all his days,

Bearing more woe than all his sins deserve”.    

The vindication now is raging, rampaging, cavorting like Bacchus or Korybant. The trampling, the stamping, the noise, the wild turbulence, the oscillating frenzy swells to a rabid waving wintered sea. Since the approach of love was deflected and rejected by the Olympians, the crowd gets indignant, feels that it is within their rights to outrage. Now, the masks have fallen, and the battle is fought in the streets, – if you stand your ground, you are lost already, if you run for your life, they have just done you in, nevertheless.  If you run, the beast catches you; if you stay, the beast eats you.  You will run, but you will not escape. You will fight, but you will not survive. In front of the dung of the dead, you will gather yourself together; around the tombstones a new movement is created, since it has been comprehended what survival in the jungle means, namely that every combatant will become an even more relentless and voracious predator. The rebels take the distorted figure of the oppressors, a countenance reflecting such malice, such bottomless hatred that even the first teachers of the doctrine, the fore(wo-)men and union bosses express the quandary, how their face was capable in the first place to utter and inspire such conscious bestiality, such banded and conspicuous callousness!  So, then, the protestors – vindicators- avengers are shouting their lungs out: “I hate you!”      

“I HATE YOU

Once more the storm is howling, and half hid

Under this cradle hood and coverlid

My child sleeps on. There is no obstacle

But Gregory’s wood and one bare hill

Whereby the haystack- and roof- levelling wind,

Bred on the Atlantic, can be stayed;

And for a hour I have walked and prayed

Because of the great gloom that is in my mind.

I have walked and prayed for this young child an hour

And heard the sea-wind scream upon the tower,

And under the arches of the bridge, and scream

In the elms above the flooded stream;

Imagining in excited reverie

That the future years had come,

Dancing to a frenzied drum,

Out of the murderous innocence of the sea” (Keats). 

   But the ruthless battle, the collision at any cost, the complete absence of reconciliation and dialectic understanding leads only to new hecatombs, slaughters and carnage like hanging meat in the marketplace. Something is wrong at a fundamental level, things are derailed in opposite directions, some sort of mediation must be invoked as unity of the opposites. That cannot be helped or else the only alternative is the universal disaster!

“CLASS STRUGGLES

Things fall apart; the center cannot hold;

Mere anarchy is loosed upon the world,

The blood -dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned;

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity”. (Keats) 

Yes, the human being cannot exhaust oneself only to vindication and class struggles. From the moment that one is not hungry (and only oneself knows that), one ought to come forward and help others! The class struggles alone are not enough; the whole wealth of human history cannot be summarized into the abstract that the working class should eat the Bourgeoisie. The moral attitude of the individual regarding the sequence of events, the relationship of subjects to each other is always significant and necessary. Hyperion is called again to provide an ethical timber treasure trail, on which people might orientate. But Hyperion is disappointed by the strikes of the rubble, the costly repercussions, the multi-sacrificing Pyrrhus’ but also dead-end rage, the irrationality of the protests without any specific institutional request and the catastrophic mania directed against righteous and unrighteous punishing the innocent along with the guilty, the highest justice that becomes the highest injustice, when the pure of heart are crushed or killed within the millstones!

“HYPERION ENRAGED IN HIS TENT

I know you, ghosts, you are mine, get lost and sway,

But please don’t come closer, forgive me or at least stay away

I implore you give me space, it’s not yet Judgment Day. (Solomos)

Surely some revelation is at hand;

Surely the Second Coming is at hand.

The Second Coming! Hardly are those words out

When a vast image out of Spiritus Mundi

Troubles my sight, somewhere in the sands of the desert

A shape with lion body and the head of a man,

A gaze blank and pitiless as the sun,

Is moving its slow thighs, while all about it

Reel shadows of the indignant desert birds.

The darkness drops again; but now I know

That twenty centuries of stony sleep    

Were vexed to nightmare by a rocking cradle,

And what rough beast, its hour round at last,

Slouches towards Bethlehem to be born? (Keats)

But temper and rage will not sway me, since I know

That they don’t build institutions, don’t the field plough,

Neither summon the people nor its plebiscites stow. (Giakoumis)

So, ye ghosts, adieu! Ye cannot raise

My head cool-bedded in flowery grass;

For I would not be dieted with praise

A pet lamb in a sentimental farce!

Fade softly form my eyes, and be once more

In masque- like figures on the dreamy urn;

Farewell! I yet have visions for the night,

And for the day faint visions here is store;

Vanish ye phantoms! From my idle sprite,

Into the clouds, and never more return!” (Keats)  

The audience are crying with tears in their eyes:

“Hyperion, don’t leave us. It is impossible for democracy to disappoint its people, not to provide any solution! Shiny splendorous Hyperion, proceed and march forward. Honorable titans, lead the people, make Greece great again!”    

“HYPERION MARCHES FORWARD

Considering that, all hatred driven hence,

The soul recovers radical innocence

And learns at last that it is self-delighting,

Self-appeasing, self -afrighting,

And that it’s own sweet will is Heavens will;

She can, though every face will scowl

Ana every windy quarter howl

Or every bellows burst, be happy still.

Anon rushed by the bright Hyperion;

His flaming robes streamed out beyond his heels,

And gave a roar, as if of earthly fire,

That scared away the meek ethereal Hours,

And made their dove -wings tremble. On he flared…” (Keats)

The solution is for one to enjoy what one does within its margin of authority, to exercise fully one’s profession, which means to each his/her own, that one’s got to do what one’s got to do, the bastion of the defender, the circle of duties, where anyone carries out one’s assignment, where one excels, as the Aristotle’s moral prescribes.    Then, the cunning of reason manages that, while one thinks that one favors oneself through the development of a personal strategy, the final order of things promotes and upgrades the whole as a resultant of conclusive actions of the many or rather of all. No improvement can be achieved from the outside through enforcement, but only from inside through self- suggestion!   

“SOLUTION

In the agora of democracy there are many things to assess

‘What is our world and who is ruling it, with what process.

How it is that no one stays in the city for one instant,

Without somebody’s instance who binds all not distant?     

Can it be that magnificence and beauty cannot stand

Without administration, government over the land?  

What connects us to the leader, what competence, mandate,

Is there any relation among us and the ruler of our fate?’

These questions torment the few who decide,   

Of course, there is only concern, by what people abide,

Because it may not apply to you or take your side.

Only some conscious citizens worry and regret

That the merchants dictate the terms and set. 

Even the beasts, if they had voice, would the people mock

If they had brain, they would tell their flock, 

That while one sees only the fence, the food and the chow

The main thing is how the master shares loot and dough”.

(Epictetus, Diatribes)

The spectators are rising and jubilating in a frantic frenzy. They begin howling and ululating in ecstasy “competence – com-pe-tence”; of course, you will agree that this is hard science fiction, reader, can you imagine a group of people to shout this moderate lax lukewarm slogan? And yet, such memorable things happened in the miraculous universe of the titans, because quite simply they had solutions, where we don’t have any or else, subsidiarily, we have forgotten them!

Hyperion stood up and embraced Endymion:

“Illuminated, enlightened director, you have given me back my faith to people, and the motive to go on. Since I came to this godforsaken, highly technological environment of New Arcadia, no one seemed to appreciate the qualifications of a veteran, to hold something in esteem that the previous generation can teach. At last, someone takes seriously what we have been preaching, we, the heavily burdened representatives of mankind, throughout the centuries! Actor means light, Endymion, but director equals sun. You gave me the appropriate push just the moment I needed it! I am grateful!”

Then, he turned to Hipparchia.

“Hipparchia, thank you. It is comforting and encouraging to see how the employees of our era embrace the proper idols. Surely, to break the carapace of mutual distrust between governors and governed, someone should finally put one’s cards on the table and reveal one’s true intentions. You have a difficult task, because, if I have figured out something in this station, it is that a game of chess or backgammon is played by deceitful, treacherous tacticians. Nothing true exists in this station, nothing ‘durian’ in the Geek sense of genuine wood, nothing that deserved not to be forgotten, as the term ‘aletheia’ indicates.” 

  • CHAPTER PHI: PHAENARETE

For those who believe that in any roman what we call “gossip” or “fame”, as Socrates would call it”, must have its place, we should present summarily the love story of Phaenarete and Hyperion, an illegitimate affair, as the old ones would say, since Hyperion was already married to Theia’s hologram.   

Of course, the reason for the beginning of this erotic adventure was the ongoing interrogations about Arete’s death. Hyperion conducted henceforth such interrogations more out of obligation as out of optimism, since in fact every citizen of New Arcadia had motive to assassinate Arete! There were so many interests around the program of New Arcadia, the telepathic implant ensuring contact with biotechnological intelligence, the seed of planets, the Lemnian Earth, that in every analysis the number of the murder suspects multiplied geometrically. If one introduced to the equation also the non-logical causes, for which a murder could have been committed,   i.e. the passion of a disappointed lover, whom Arete had by the kilo, and if one were to add also the eager holograms or the discontented subordinates, whom Arete extracted the holy anointing oil of their own christening from, to use a characteristic Christian expression, then the number of suspects raised to infinity and the equation acquired countless X- factors, so that nobody was able to solve it.

Within this unprecedented confusion and panorama of suspects, Phaenarete reserved a special place, since in the past she has been Arete’s guineapig and as such she was a trained hetaera, either she wanted it or not. So, she had also motive and larger than the others at that, to eliminate Dr. Frankenstein, who had created her for vindictive reasons.

So, in the frame of the endless investigations, Hyperion once more visited Phaenarete in her home in town, some night, when she had completed the daily custody and caretaking of Didymion and he had leant his invalid flesh on the bed in view of the terrible night tremors plaguing the cynical geneticist during his waiting for the next redeeming morning to come. It is worth noticing that Phaenarete was principally Asian in origin, but as a product of genetic modification and augmented selective biotechnology possessed miscellaneous racial features that made her irresistible. Under the high Asian cheekbones lurked fleshy African lips, while her face quite unexpectedly was wreathed by hyperborean blond hair. She was in fact the boldest genetic intervention – adaptation that could be applied to a human, so, we’d better call it a genetic art.

Phaenarete welcomed the inquisitor with a silk gown, showing boldness and confidence, but also contempt for the social titanic conventions, and simultaneously, taking the bridles of the situation in her hands, given that no one could reprimand her, since after wall she was in her home.  Hyperion, who of course should expect such revelation of thighs inflated with assimilated gluten, overwrapped with satin, but chose to deceive himself by reciting titanic ethicology, pretended to be surprised, to not having seen it coming, and he made an admirable effort to present a professional aura. In vain, of course, since Phaenarete knew very well her influence to men, that is why she entertained a mien of satiated distance or distant satiation towards men, which could be also under circumstances turn into generous arrogance or arrogant generosity, leaving a window or a backdoor open to underline that any ostensibly unfeasible wish was finally feasible!

“Phaenarete… eee…. good evening… what’s the rumpus? Have you put your great mentor to bed, so he may rest?  

“Yes, ironical Hyperion, but if by this you mean that the my -despite his own will and forced by external circumstances- employer is but a weak cripple, I advise you to revise your position. I remind you that Didymion was the one who in Arete’s funeral left her dust flow between his fingers according to the titan’s habit, as he emptied her amphora or lecythus against the wind”. 

Beautiful and very witty too! So, God, your Creation is very unjust. Some are at the same time handsome and good and smart! Others are ugly and bad and stupid!

          If Hyperion thought that the silky almost see-through garment of Phaenarete constituted the ultimate measure that she took, not to reveal her virtue, as her name said, but at least to keep it, then he was indeed very wrong. Phaenarete had the mettle and the resolve to continue her life and her daily routine, as if she were alone and no one was present.   

“You will allow me to take a bath (balneum- balanos- glans penis), because, while it is true that Didymion possesses a glamorous and unrivalled spirit, his secretions and filths are no different than the ones of a common mortal”.  

 With a gracious movement she got rid of her etheric cobwebbed robe.

“Do I make you feel uncomfortable, valorous warrior?”, she whispered sensually raising artfully a procedure parallel to the main dialog, which operated at another level, on the surface and the desktop of instincts.

“Eh… I don’t mind”, said the polishing officer as sincerely as he could. The nurse went under the shower along with her heavy sexual equipment, where at least the opaque glass interposed to protect the virtue of the veteran from the quite different virtue and the other general qualifications of the showering beauty.        

        The real torment began after the exit of the Eastern beauty from the showering chamber, as she asked the bulb-eyed officer to hand her the big body towel. The trembling hand of the officer moved uncertainly towards a cylinder, where absorbing cloths for sweeping and drying hung.

    “Eeeh… the towing body… the blowing tower… the towel of blow, eh blower… just wait to hind… a find a body, to touch, to go to …»

        “Not this, the other one”, said the ruthless woman, “not the one with the yellow flowers of helichryse, but the one with the red blossoms of amaranth».   

       “The bosoms… the blot… the big boobs … the bred…the breastfed… the bellow…”, stuttered the polishing titan. Unfortunately, it is very difficult for an unexperienced in erotic matters man to resist an experienced woman, peritus in the art of seducing, so much so that the tinder of the seduction came from such a symmetrical and harmonical body.

       The old story of Moses, which the titans recounted to mock the Christinas came again to the mind of Hyperion being more than actual. As Moses descended from mount Sinai, he carried two stone tablets, where the ten commandments were carved, and told the people assembly: “I have good and bad news. The good news is that after a fierce negotiation with God I managed to reduce the commandments only to ten. The bad news is that he didn’t even consider deleting the ‘thou shalt not commit adultery’!”

       Phaenarete wrapped the cloth around her body and tied it with a classic female skillfulness around her hips, while the drops still flowed and polished her chest and breasts.

     “Does my nudity cause a sensation to you, constable? Because you seem a little tense and tight”. She repeatedly asked the same question, aware of her power. It is the quandary that the experienced enchantresses, whisperers and matrons always ask the relatively inexpert men, when they want to involve them in an erotic intercourse (oaristys). That is why, this is usually escorted by control through hands’ rubbing, where the overlord woman gives the ultimate diagnosis: “your legs are like dry twigs, they do not bend, and obviously you need something to loosen up”. She pulled the mass of her hair forward and started to dry it up.

    Hyperion searched deeply in the chest of his classical education to find something fitting for the circumstance at hand, regaining at the same time his composure and his dignity. “Mom, my lady, your beauty is of such magnitude that it gives prestige and makes your answers valid and conclusive. I feel like the telltale judge, when Phryne presented before him and revealed her magnificent bosom. ‘What we need witnesses for?’, Hypereides would say, ‘how can such a creature be accused of impiety; on the contrary, it is impiety for us to accuse it, an impiety towards the maker, faber and creator God’!”        

      Again, an eloquent silence intervened, which Hyperon decided to break, admitting in essence his lack and hysteresis and begging the yonder present superior sexual organism for mercy.

       “Venerable mistress, please, pity a man who dedicated his life to war and struggle on account of others or all. You are very much aware of the influence you exercise on the other sex, so, please, allow me to keep the dignity of the warrior. It is not ethical to use your training as concubine to break the spirit of a Starfleet warhorse”.  

    “I see that you did your homework, shiny one. You have read my file; you know my past”.

     “One doesn’t need to study your file to ascertain your absolute competence and specialty to upset the men. But what interests me above all, and you should have already disclosed to me, to shake off suspicions, is that Arete had trained you as ‘woman prostituting for money’, teaching you the oldest profession on Earth. She changed your genetic features, transformed your countenance, improved your metabolism, augmented rapidly your intelligence. It is a real parthenogenesis, where Arete played the role of the supreme mother. Shouldn’t you on your own initiative refer to this basic parameter, which is so incriminating for you?”

     “Come on now, contemplating thinker of limits and boundaries, unfathomable policeman, as you have already ascertained, three out of four station’s tenants had the motive to kill Arete. So, what, should they come forward and apologize preventively?”

   “Surely, Arete would have been surprised to see you at the side of Didymion. She probably thought that since she violated every legal provision about biotechnological ethics, modified you genetically and sold you to the higher bidder, she would never see you again, but you appeared instead with a very different authority and profession to haunt her. And mind you, she had no need at all to experiment on you. Her research about the huge organisms replacing on a tangible material level the once invisible immaterial subroutines and the visualized representations of the internet were served better through installation of electrodes into the temples of mice than through toying with your genetic code. And I leave aside the possibility that the experiment could go south turning you into a sewing together of miscellaneous meat chunks. And let us not talk about the immorality of the contracts signed with delegations of lawless planets and failed states that you would be used as Lais, as Aspasia, as Thais, as Phryne, as Erpyllis for the administrative councils of the doddering old lechers, and that’s why she bestowed the beauty of Helen of Troy on you. And it pains additionally to think that she could easily dispense with and absolve from these contracts, since they were null and void according to titanic law. But her evil distortion, perversion and bad habit made her continue her impermissible experiments and the nefarious debauched agreements. Yet even her posterior success as well as her engaging in the program of New Arcadia was due exactly to the fame, which she had grown, that she was ready and eager for all and did not hesitate to do what was needed. A fame which she had gained at your expense, exploiting you and your sisters.”

      “What a torrential speech by a basically taciturn titan, who now is leaking an overflowing diarrhea of words as if she had swallowed a blubbering jukebox! What do you mean by all this is that I had a motive to scare or intimidate her. I don’t deny that on a few occasions I confronted and provoked her in the main atrium, but she turned ostentatiously her face and ran away, but of course nobody knew how she felt deep inside. In the beginning I got upset when I saw her, but then I understood that she was more shocked than me during our random encounters, and the sword of hatred was lifted in a peculiar way from my heart”, said Phaenarete inflating her bosom vigorously.

       “Allow me, you overqualified miss, to insist a little longer on the chapter of how Arete managed to destroy your life. First, it is extremely immoral that the ungodly one that animated you with the breath of life at the same time determined with the most cynical way the evolvement of your life condemning you to be a sexual slave. But her most serious crime against you is that she made you smarter than her through her constant experimentations. How bitter it was to see the toothless old men agonizing, panting and gasping upon you, while you were aware that you were richly qualified for much more spiritual, meaningful and creative occupations. I cannot even imagine what you have gone through looking at the various deformed clients who had the audacity to fold your legs, your aversion towards the scoundrels whom you were forced to tolerate and for the maltreatment that reached conclusively the point where you could not enjoy an orgasm henceforth…”  

        “You, unnatural unsuitable policeman”, said with a sardonic smile the beautiful but also bitter Mir-jam, sorry, Phaenarete. “We’d better start from the end to avoid endless rumination. You wish to accuse me of Arete’s murder; isn’t it so?”        

      “You, the caretaker of the old ones, the wannabe social worker, you, who as a healer and a therapist could only specialize in psychology, you, who have such an ambiguous and dubious past intersecting emphatically the one of Arete, put your hand on your heart and declare if there is someone more suitable candidate as murder-suspect with a more likely motive, so that I may put her/him at the top of the suspects’ list!”                                      

       “Well, I reckon that the best tactic, ‘an excellent omen’ under the given circumstances is just the formulation of plain truth. If I had encountered Arete in a dark alley, on an old and deserted road with only undefined shadows as companions, I would have torn her apart with my nails until she would lose all her blood. Through your keen sight, noble ordinance of Prometheus, you perceived that the high IQ, with which Arete provided me, was the greatest malice or more accurately a seduction, a rejoice and a pleasure coming from torturing and infliction of torments. Despite your understanding, however, not even you can imagine how detestable and despicable was my life, so much so that I had full awareness that my body succumbed to things my mind abhorred, even worse that it was beside the point if I disagreed and that there was no escape from these distorted transgressions or extreme tribulations. Ignorance, not chastity, stupidity or idiocy or full noetic retardment would be a bliss and a friendly gesture under these circumstances. I would be carefree if I was the stupid blond of the anecdotes, instead of being punished with high IQ and lots of brain. Does it result from your famous files, through which methods of pedantic and organizational perversion the cheery disposition of a young girl can be broken, so that she may fulfil undistractedly her genetic destination or rather exercise the god-pleasing profession of hetaera, pretrained in spiritual, exciting dialogs? Suffice to say that they left me illiterate, intellectual but uneducated, which is in fact the most hideous criminal and conscientious bestiality. My first contact with literature was when I memorized by heart the instructions for use of an electronic game and compared the sound and the meaning of the oral recitation with the written characters! Later, I put two and two together analyzing shapes and connections and understood gradually the significance and the charm of letters, I cherished the words, as they separated or united! A few months later, I could read and write”. Henceforth, she contemplated the infinity provoking it through her upright, tight and tense shoulders. For very tear flowing on her cheek, a remorse glued like a decalcomania on the fried melted melanoma within the helices of the inquiring interrogating mind.        

          “From all this playful, but agonizing, double-edged, double- tongued and double- natured gluon the one who saved me was not someone of you, titans, who profit from and exploit relentlessly the trademark and the patent of morality, but the law-abiding Asian Didymion. In the beginning he was a customer but then appreciated my worth and value. It seemed reinvigorating for him that a simple hetaera perceived the scientific concepts, not as abstract with capital letters, but as dialectic and mediated. One would say that he loved me in an intellectual and spiritual way. Some day after our acquaintance, he asked my employers to transfer me to him, concede me to his custody. The system, if I were to talk like that, although the proper word is establishment, complied to his wish, because Didymion was a very serious asset, a great investment component, a rich motherlode, a favorable benevolent star, a bonanza for the modern society. So, he took me under his wings.”

          “How exactly did you succumb to the guardianship of Didymion?”

         “One of my pimps came from a developing planet of Confederation, where they applied only ecological agriculture. You know, he was one of those extreme ecologists who don’t even use fertilizer for their plants. And even that is an understatement, an embellishment or euphemism or simplification syndrome – litotes- as you, the educated titans, would say, in the sense that the fundamentalist ecologists of the planet didn’t use any technical means, neither industrial nor handicraft ones, not even paper clips, hairpins or spools. They drank wine from cups made of enemy sculls like Krum the Fearsome did, they ate salmi game along with quails and pigeons as salad and shitted on mud or bran to save water. They hunted pheasants, just as the kings of France, and sent their subordinates to collect the fruits of the earth. They exercised the very old arts of mankind, they were food-gatherers, carcass-eaters and scavengers. During the sexual act, they never used condoms and consequently considered all sexual perversions as ‘living according to nature’. People were savage and primitive and the most soft and delicate thing they ate was tenderloin and raw fish. Didymion was a fierce supporter of that program and that mentality, and he got to know me under those circumstances. Besides, you can fathom what his name means, it originates from the twin testicles and in fact it shows no respect but rather contempt towards Greek culture, which Didymion despises above all.”   

           “Hm, so here, we are not talking exactly about the system but about the fringe being fueled and evolved ostensibly at the system’s borders but essentially jumping over onto its nucleus. And it is true that the core of the system is the oligarchy of wealth, the plutocracy of well-being and advertising propaganda. As we said, the system exploits people like Didymion for the realization of its purposes, while vice-versa the elite or nomenclature- to use not Greek expressions, which Greeks do not approve of-, tolerate the system to profit from the benefits and the advantages offered by it. But tell me, how could a man so energetic, vigorous, robust and powerful, who cherished his health, ended up in a wheelchair, becoming a hospital case?”

        Phaenarete remained silent for a while. “You know… the abuses, some substances… If your whims lead you to the inference that narcotics are natural substances, then you convince yourself that you may consume them without sustaining side-effects …”

       “So, since then you are at the side of Didymion, at least facing someone constraint to exhibit human behavior. Furthermore, I cherish some respect for the far -east philosophy. These people have certain values…”

     “Yes, indiscreet inquisitor. Later, of course, my new employer studied my personal file, saw who I used to be, accepted me for it and had the courtesy to express his seething rage for the fact that a much promising life like mine was thrown into the garbage. Through his counseling, his supervision and our discussions, Didymion has reborn me in spirit and I am grateful for this. I love him unconditionally…”

       “Wondrous, marvelous unsleeping beauty, it goes without saying that through your own words, you are fueling the impression that you are guilty …”

        “Supremely misled investigator, if I am guilty of something is that I haven’t reached the level of spiritual clarity, where Didymion tries through the years to elevate me. I will never be an acolyte worthy of his legacy, because I hate pathologically, just as the working class in Endymion’s play. I hate Arete of Cyrene to such a degree that I stand consternated and I am ashamed of myself.   But that is exactly the reason, for which I wouldn’t kill her under any circumstances”.  

      “Please, if you could elaborate and analyze more this point of your testimony …”

      “You, ostensibly ignorant, but in fact deeply suspicious policeman, you know very well that Arete suffered from hepatic cirrhosis in terminal stage. She had still some months to live and my first, best hope would be for her to experience the pain in her body to the fill extent and intensity until she rots! This is what my beloved Cho- Singhai or Tsinghai calls karma! It would be nice for Arete to suffer until her last moment, and it served her well, because she was an egoistic, sociopathic, psychopathic, inhuman and perverse monster. Since she considered herself as strong-willed and competitive, while in fact she was a spineless boozer and an addictive junkie, she would allegedly fight her symptoms and consequently prolongate them with the physicians’ help. If I could even today save her head from the humiliating pulpefaction, I would do it gladly, so that she might experience in her skin the relentless judgment and the punishment of God until the end, drink the bitter poison down to the bottom. Arete did not deserve such a clean neat death, as the pulpefaction of her head was, and whoever committed this nefarious act deprived me of my revenge”. Uttering those words, this magnificent miraculous creature started to sob, cry and weep.

        Then, Hyperion acting like an automatic Tanagra’s doll, hung and remote-controlled by wires and reins, without even realizing what he was doing, took her spontaneously in his embrace, while she trembled and wriggled convulsively at the mere touch. Her skin was lean and soft and emitted simultaneously both warmth and humidity. The goddess responded, pressed her body tighter into the titanic arms and her open mouth searched blindly for the one of Hyperion. Then, they kissed with painful penetration of the one tongue into the other. In this way those things happen, reader, as I have been informed by valid sources!

           Afterwards, a scenery follows, where parent discretion is advised, but nevertheless we are honored to convey to you, reader, referring to the personal log of Hyperion: “She sat on me sovereign, master and mistress and I looked at her from down below astonished as she lifted with both hands her lion-mane victorious, triumphant, conqueror, dominatrix. Her hair was a curled tufty fringed dome of silver thread, a rotating ice-cooler filled with uncorked campaigns, which centrifuge their foam all around, a candelabra of a dance-ball of waltz practicing messmates and table-companions, surrounded the face like a nimbus shining in the universe like a torch or a black star or luminous crown around the moon after a total eclipse or like the evaporation of a comet in the most distant curve of aphelion. Ebony-like, flourishing, thriving, oscillating, untamed they boosted in the wind’s blow, took the color and the countenance of a woodfire touched by the rose-fingered sunset, roared when the weather was angry and settled into tall, peculiar marble-shapes when the wind subsided, reacting decisively to the homogeneity of the comb. A whole of a curly fan or an extended peacock- tail, a proud, impeccable, and untamed relief, being at the same time tender and pliable to the touch had such a fierce naturality that rendered every hair-wash or hair-grooming unnecessary and every comparison with any hairstyle or coiffure ridiculous. Indeed, in the presence of this sunflower with the black petals paled the overheated with steam and hairdryer-flame swallow-nests of the aristocratic ladies and the painted hairs dyed repeatedly with various colors. 

                     She stood before me with her arched ribbon eyebrows and her green eyes, well not exactly green, because from their center emerged a flower of fire like an anemone or a tulip, exceeding the edge of the pupil, expanding slowly, inflating towards the plains of iris, singeing the subsequent chlorophyll-veils, the crops of the fresh wheat, incinerating them with a slow-burning persistent flame, rather honey-colored than reddish, a peculiar crossing through successive gradual nuances of violet like a reflection from the playful faces of a topaz. It was as if two galaxies exploded sending to the universe a wavelike colorful outer surface or nested into one another layers or Polycrates rings. They were two circles with equally numbered small wheels of lava like rotating yarn-balls.    

          Underneath, inside the wet eyelashes reminding swords of a Tatar moistened by the steam of the czar- messenger’s tears a feline nose with curved crookedness or hooked curvature began climbing like a Himalaya- mountain range reflecting bright light and reaching the top of the world, wrinkling during the yawning, heavily built, well-posed, cutely rising at the beginning and plunging like a plummet at the end, carved on a magnificent archaic pillar with meticulous detail, broad at the edges and narrow at the mountaintop, covered with thick smooth impeccable shining skin in sheer contrast to the tangible dampened darkness of the symmetric microscopic twin caves as the final stroke of an intriguing architecture. From elegant nostrils wrapped, invested, overcoated with rich leather, cool due to the dew of vapors escaped a sluggish breath, witnessing a calm heart, caressed lazily and delightfully the superb mouth of the uniform pearl-teeth. The upper lip shaped like a calligraphic circumflex, somewhat extended, hung by two intense vertical lines, proceeding from the nasal cavities, represented a light discreet challenge. The meaty lips, baptized in Phoenician purple, absorbed, and assimilated greedily the mauve lipstick, presenting not a clumsily superficially daubed surface, coated only with dry, droughty, and flaking off color, but a watered by crystalline frost-drops, fertile and malleable two-folded crease, being refracted slightly and joyfully at the contraction of a smile. The persistent penetrating gaze required a playful tone as it narrowed through the rising of the eyelash, underlined by two or three decorative wrinkles, a notable exception to the pristine face, which however provided the young and magnetic adventurous mien of undetermined age with a kind of maturity, forged by suffering and waste-laying circumstances. The cunning look invited you to a temporary pleasure, but this wrinkle as a trace of a pointed pendulum dragging in the thin sand was the guarantee excluding every fear or hesitation, the confirmation that one could plunge unhesitatingly into the vertigo of the genital commotion without to be devoured by a carnivore siren, by a maenad frenzied in ecstasy or by a praying mantis consuming its own jockey. Under the Dionysian seduction of species attraction, which imprisoned you like a spiderweb and lured you like a magic flute into the wonderous lair of the female, the indisputable master of the issues of the heart since the dawn of time, there was the human warmth, the reassurance of the friendship, the promise that you are not only the indispensable accessory to a sensual game without rules, but also the receiver of an unpredictable fertilizing tender affection, the companion in the happiness, the other pole of an invigorating communication. Under the gluttonous rawness of the glimpse hided the reassuring caress of the wrinkle. Around the metope of the eyes and the triglyph of the mouth stretched the panoramic luminous frieze of the face, that only on the way to the willful abundant cloven-hoofed chin-bow as a cornerstone with an omphalic incision and a transversal reception dulled the edges and curved gracefully.

          What a countenance this shape was, carved in a column-capital, a glorious sample of three architect- techniques? It possessed something Dorian, perhaps the austerity of the pride, but also a clear Ionian tone, maybe the artistic apportionment of the features. But when the laughter blossomed, one would chastise himself as a fool for not seeing the Corinthian portrayal of prosperity and joy of life on the tight rosy peachy cheeks heating in the fire and being bashful in the cold.

          Just as every capital of a column relies on the supporting pillar, under the noble assembly of facial features with the brilliant spiritual aura extended a pigeon white neck of alabaster starting from a flexible lazy atlas like a collar of a scrupulous dancer, which held the scull always to an upright vertical position and rotated it slowly but steadily like a periscope of a scout submarine, not hastily and viciously but lazily and leisurely with the confidence of the individual grace perching and drowsing in the slow pace of drudgingly self-towing harmony. What I mean by that? That this woman with the tasteful and elegant decoration overshadowing and revealing the curves of her nimble body ruled over the orderly conduct of the universe. Just as the symmetry of the world unfolds slowly and is molded leisurely, the gentleness of Phaenarete manifested with the magic of a sluggish slow-motion film.      

          Then, lower than the enviable pillar of the neck began her body, an endless valley of smooth, sensual, aromatic, dense-textured, milk- and honeyed skin. The torso was planned and designed through specific decisive geometric lines, somewhat rectangular (this woman was the entelechy of a square), compact, erect, majestic either in sitting or in upright position, fitting for a human, who according to his Greek designation (Anthropos) is made and destined to raise the head and stretch his vertebras upward. Upstairs lay the chest, not too big, only enough to stress discreetly, to camber and to embroider the graceful blouse, to balance the monotony and shapelessness of the cloth through the gentle curvature and artistic sculpture of the chest. But if her breasts didn’t hump so intensively to offer the dazzled spectator a show of holographic projections, they nevertheless expanded towards the dimension of breadth. They formed two distended oval-shaped coherent pillows, stuffed with thick duck-plumage or fat of a pheasant, where everyone would give ten years of his life to place and drive in his head, sinking carefreely into the reposing yieldingness of the foamy natural sofa and the blessed by the Bible tenderness of the sparrow.

          In the middle there was a narrow corridor dividing the two flesh- clashing Symplegades, the two naughty pigeons of happiness and the sensual veil of the black velvet Wonderbra eased on the shy low-looking tits, the mysterious unimaginable nipples, hinged not from the shoulders but only by the side, giving the impression that it is ready to fall, retracted like the violet curtain of a theatre or an embroidered handkerchief of a magician, revealing to the thunderstruck spectator the eighth wonder of the world, the marble-vest of Aphrodite, the hot from the bra, steamy due to the blood-pressure, shiny because of the secreted sweat, longed for like unbitten plums, dense-woven to the touch, swelled and inflated like shot bombshells of a canon or irritated itchy volumes or puffed up skin-bags of a blower, flooded at the inhalation, ebbed at the exhalation moons of Phaenarete, the barricades of love, the unsurpassed walls of cupid. Underneath near the navel existed a black blot like a tiny heart or a ripe pear (I don’t remember in this body-heat), which you wished to lick gluttonously or rather swallow without chewing, to never be hungry again. A dark sunless islet in the ocean of the shining white reflecting skin, just to torture and tempt the eye, as if all other qualifications were not enough, as a cradling buoy or a hollow lens attracting and focusing the looks like a blackhole of the universe, dragging everything back to an insatiable crucible.

          Then the arms, cornered between them and the torso stiflingly and incommodiously the curled perfumed from sleep hairs of the armpits, so that a fluffy chain-towing rustle of protest was to be heard, feminine elbows with muscles covered by a thick subcutaneous layer of milky tissue, susceptible to squeezing pressure in the summer-nights, comfortable for the interrogative male bulbous voyeur-eye, which almost exited the cavity overwhelmed, but then dismounted the desire-horse and perched in the spot benumbed. The forearm (radius) opposite the plump upper arm was sturdy, well- and round-shaped, full of vigor. When the fist tightened and contracted, the neuron under the elbow swelled, as if the muscles puffed up from anger. Thus, the unspoiled and unstained chicken-meat and the frothy bread-crumby dough either succeeded or replaced alternately a visible bundle of neuropathways with gristles and knots of veins and hand-corns of a cargo-loader, where the lever of the capture- organ ends. From the shoulder to the hand, she was a combination of Narcissus and Salmacis, an inventive and creative synthesis of the beautiful and the strong, a coexistence of the Renaissance ideal and the torrential vigor of the young.

          Beyond the wrist extended the palm of the dreams with the most rich and abundant touch that I have ever experienced. When you caged your hand there, you felt it secured within a heavy protective blanket, a thick leathered winter-glove, where instead of the handicraft outer wrapping there was the irritated itchy due to the dew and the frost skin-surface, which despite her cold touch conveyed mysteriously to the enclosed hand a relieving warmth, a sweat caressing coziness, a dazzling idyllic and outworld reassurance as if one were exposed alternately and harmlessly to the wind-calmness of heaven or the burning embers of hell. In continuation of the diligently overcoated joints of the wrist and the midcarpal bones were installed five plump fingers, symmetric and equally wide like slightly blunted rectangular parallelepipeds.

          I am not going to speak for the mount of Venus, the lemon-tree-wood of the wet dreams with the maelstrom in the middle, where the universe warps and disappears, because my molecules were paralyzed from the electric- shock of megatons and the procedure inside the engineering level of life eluded me, I was unable to measure with accuracy the pulses of the silent automatic and palindromic movement, could not hear the anguished panting of the greased piston as it drowned in the steaming and sweating springs and fountains, which secreted lubricating factors as if they were stopcocks, faucets and derricks of an oil platform, this holy moment, where the rotating screw deepened and intensified its action into the knowledge-tree of good and evil

Under the round, well-shaped generously overcoated with meat and fat loins there were the plastic sturdy thighs, not lacking luminescence equal to Rafael’s and abundant cover of shining polished flesh, sketched and traversed a run of an impossible curvature, capable of making even a eunuch lose his mind.          

        In the continuation of a powerful, well-structured knee stretched the arrow of the tibia and the fibula and the bow of the leg, absorbing and emitting flashes and blushes, hertz-waves and signals of a volcanic passion either of an old-man or of an adolescent, waving and rocking with a slight deviation at the step of the high heels.

          As the leg extended to the ground, it narrowed progressively like an Euboean-sea, being pushed and forced by a relentless and violent shore-bed to jam and fit into the Euripus -canal, as if it was constructed from successive multicolor-circles in a prismatic analysis, where the lower one had gradually smaller circumference in relation to the higher one until the required narrowness was accomplished for the connection to the tarsus-joint to follow. This mild encounter, however, didn’t shape the classical corner as in most feet, but the metatarsal structure came as continuation or extension of the tibia. It is impossible to describe this smooth transition from the steep descent of the leg to the oblique down-rabbling declivity or slope of the walking foot, where if one was shrunk and tiny, was tempted to slide over the lower tarsus-bones starting from the artistic elegant ankle down to the surrounded with ample pastry frothy fingers.

          Beside the controlled downhill-rushing of the tarsus, the strict orthopedic arch between the fragile Achilles-heel and the light-walking sole of the foot radiated and ex-rayed an aura of grace, reminding us of the light-footed Hermes or of a sprinter at the hundred -meters race-start.

          Her secret weapon however, the tool of the invincible seduction were indubitably the fingers, the spectacular finish of the imaginary explorative Lilliputian- sprinter’s descent, where a total recall to the world of square was conducted after the temporary prevail of the curvature. Their perfect geometric design was expressed by their accurate and analogic size-diminishment from the bigger to the smaller, as if it were an arithmetic sequence or a progressive classification of mathematical elements.

          Without being equal but following a decreasing sequence in relation to their dimensions, they had nevertheless an apparent symmetry and a genuine similarity between them, as if one were in front of a sweetshop vitrine, where the same pastry in many sizes is displayed. Indeed, these fingers were like savory pies, Easter- candies or marsh-mellows of a great feast, causing an unrestrained appetite to be devoured. Upon them eased the respective nails like cherries in rich cream or rubies embedded in a necklace, all of them more gracious than those of Alcibiades, hard like thin slices of a gem, shiny and mirrored in the light with the reflection of a golden crown, camouflaged with the diligence of a cat, so that they would not hurt, but also exposed with charm, so that they would irritate, reddish like calm surface of a lake during sunset, desirable and sensitive to the touch as the cold feeling of the marble, relieving and alleviating to the taste like the prickling swallowing of a lentil stew after the torture of the desert.

          Love is like the voice of a dolphin. An ostensibly simple but multi-significant, encrypted, and coded sonar-cry, the deceitful white of the Newtonian disk that blends and insinuates an iridescent spectrum of nuances.  The dislocation of the waters and the fluids  is so powerful, that it penetrates the eardrums and shreds the intermediate pride of the malleus and the incus, and from a drastic phenomenon it becomes a metaphysic secret, a space-tale circulating in the atmosphere like the apparition of the Flying Dutchman, a whispering whistling lullaby for the seals, so that the hypersonic invasive silence explodes and the frequency of happiness declares itself propelling its decibels up to the end of the horizon. The white color is frugal, plain, and concise on the unfeigned virgin’s dress like the humble tunics of the Ionian women and the silk robes of the youths in the furnace. It can be analyzed into a Freud’s labyrinth and complexity with colors of fluid lava and sprinkles of a recanting wave, chlorophyll -thorns of jealousy and self-luminating gold of a sun-nimbus, scenery of a suffocated gun-smoked cabaret or perhaps of a sodomizing caulking whorehouse of the East within the depths of a girl’s brain, drenched by the fantasies of the night.

          The white color is so humble and despised, shameful and prosaic when it floods with a sticky secretion the fingers of the sweated youth, forming a membranous duck-or bat-hand, where the muscles contract or the saliva can no longer be controlled, but at the same time causes the summer-shining of the mind and the rock-overthrowing cave-undermining tempest and  the careless flow of the suntan onto the flesh, while the sun immortalizes itself in the reflection of the retracting wave. The thought sinks into a lazy sleepy sunset and the circuits of consciousness fry when instinct roars and the perineum empties itself. Love is so simple as the curls of the pubis meet with the angry tuft of the adolescent, the barrel of the Danaids, on whose depth life after death glares along with the dolmen and the menhir of secular ecstasy and eternity, along with the spraying basil and the incense lulling the catacomb of the senses, the safest ark of the species.

          At the same time love is complicated and multifold as it hurries to lubricate the protruding splinters of reality, so that the person in love would not bleed due to rumors impregnated and produced by the conventional society, overfed, and exaggerated by gossip and inhibited pathetic complex- personalities, but he would confront the devastating incriminating evidence with the abstraction of unshakable faith. Love is unexplained, unfathomed, as it blankets the truth with oblivion, gleans nuggets from the past, sweetens the memory, revives the present, cancels time, as if one lived in the planet Jupiter, where seasons don’t change, or in Olympus, where gods don’t get old. It is beyond every knowledge or naïve pursuit of complete scanning, because it is satisfied with the instant repose of the head on the reversed palm to reconstruct the space and replace the picture of a dull road, where the salesmen bake and bathe in the sun, with the transparent slides of stranger places, where the hanging cliffs of priapic urges gape and the scattered magic fetishes of pagan worship lie around and the journey in the stage-coach to the kingdom of rainbow begins. The invincible in battle son of Venus, the archer Eros, who spends the night in the soft cheeks of a girl and shoots the arrows of a poisoned quiver, educates the eye, clears the shapes with suspension-drops, wipes out the wrinkles with aromatic ointment, fills up the absence, sharpens the nocturne night-vision nyctalopic abilities, gleans and vivifies the facts, captures the mysterious ethereal echo of the essence, breaks the barrier of the senses and pours an inner extrasensory perception into the environment. He presents desire as the only remarkable constant, where the mind ceases to consume the combustible essence of the experiences and feeds on his own feedback and representations.  This reflection of the incoming irritation, this leak of personal substance and extract, this exhuming erosion of personal fertile soil, that turns   upside-down like a sock the inward self and delivers it redeemed to the outer world, causes necessarily a homeostasis. The change of perception carries along the metamorphosis of the subjects. The individual disposition along with its impressions becomes bread for the teeth of the lover, make-up for the cheeks, stressing, accentuating, and intensifying the face paleness of the Lady of the Camellias. Instead of the innate or implanted ego, the venerable smile of Madonna and the shape of the favorite Adonis lurking beside the eyes of the devoted odalisque with the mature excessively used breasts invade the empty neutralized neuro-paralyzed scull of the admirer. These invaders are not alien entities but the transubstantiation, alteration, rebaptism of our identity, our flayed scalp which becomes vivid skin again, the legacy of our intimate heart-buds, the cabinet of the world’s wool -combing. Love is the flower vine, the shooting sprout, the excrescence of our inner self, that’s why we show to it the same understanding, that we reserve for our own actions, the infinite sympathy, by which we support the uncompleted acquaintance with our own thought. This jumping over to the parallel universe of the most beautiful and weaker sex through a burning magnetic field, the mirroring of our soul on the heterosexual screen or reflecting monitor of the other, albeit an effect, supersedes and shoots ahead of its generative cause, the relationship itself, which follows with panting breath and cancerous pace. The flower comes forward in a preposterous way before the cultivation is completed. Love needs no previous work   experience, because it’s the most pre-arranged bet in history with a predetermined outcome, “the last event, by which all previous circumstances are judged”, as Demosthenes would say. It proceeds to the fusion and the crucible of the two participants within the high temperature of the ecstasy -furnace, where the acquaintance of the characters and the mutual approach of the views is performed causally, necessarily, and compulsorily, with an urgent procedure, obliging the lovers to whisper incessantly in the white nights, so that the formalities are fulfilled and the … rocking part begins. They narrate, verbalize their passion, they babble and talk at length accumulating details, although the cohesion and the true meaning of the talk don’t really matter. The content is of no significance, only the statement of facts no matter what, the exposition of heroic men-deeds or of female sensibilities, the verbalistic reiteration of monotonous erotic confessions, entirely opposite to the complication and the intricacy of the scientific codes. Every word brings lovers closer, because they are ready to share, accept and forgive everything.

          The warp of carnal love as an unfeigned go-between from the colorful variety of the co-roasted medium-rare or crispy brains to the simple and concise act of sexual intercourse is hard proof that the purpose of the existence is signified and symbolized through the water-stain and the hemoglobin on the pure whiteness of the bride-dress. What would be the use of the anguished taxed life led by rotten and inactive carbon-hydrates with the expected double-chin without the decent blush of the virginal cheeks and the audacity of the playful obscene dance? This is the case not only for the bachelor or the spinster but for every uncoupled and unloved mate, who when standing alone is pitiful, but when combined with other heteronyms produces offspring and fruits of general policy and politics, flowers of melancholy and concentration or endoscopic inspired masturbation, artworks of unrestrained extroversion and unlimited culture of the naked bodies.”  

        As they lay side by side, Phaenarete confessed:

        “I haven’t done this in the last twelve years. Don’t entertain false impressions, you, great Hyperion. You see an elegant female figure with an impeccable outline and proud bearing, and you assume that she is enjoying a full erotic life, but you can understand that a woman with my past has a hard time to enjoy love …”

          “I also haven’t enjoyed love for years…”, Hyperion was shocked himself at his own words, completely inappropriate and unfitting for a titan Starfleet officer.  

     “In the past I have never chosen the men, with whom I was going to sleep. But now, fate favored me and indulged that the shiny, splendorous Hyperion would be the first man chosen freely by me according to my undisputed unassailable preference…”

          “Yes, but I ought to confront my conscience. I have been taught Despotic science to rule my subordinates, Marriage art to irrigate the little shrubby tree of my family, so that it may not wither, and to renew the interest of my wife, Children-bearing and rearing to raise my children and all the other arts and sciences described by Aristotle in his Politics, and I suddenly feel that I have betrayed everything carried away by your beauty”.  

             “Hyperion, I do not wish to spoil your happiness with your handsome hologram. Please, don’t be so strict with yourself. Relax a bit, you are too tight, you are in New Arcadia for God’s sake, a step before paradise…”     

              Hyperion withdrew mentally for a while to analyze the situation, because he had learnt to do so during so many years as a Starfleet science officer.

         “So, here, we developed the feeling of love, as the Christinas say?”

          “My emotional Cupid, isn’t it enough that we feast on each other existence? At this moment, we are quite right and proper for one another. Why shouldn’t we enjoy this perfect moment, whom have we obligation to answer to? The magic of New Arcadia is precisely that people open their hearts to each other with sincerity and ingenuity”.  

          “You never miss the chance to praise New Arcadia one more time”.

           “Why? Don’t you feel what I am saying? Don’t you live the flair of the moment, its fragrance and taste?”

        “To comply to the duty of truth, with which you task me, the only issue I now think of is that I could be your father, if age is a consideration”.  

        “A young father. But under the regime of New Arcadia, you could be not only my father but also father of my child, if you had fertilized me sooner or- to use a titanic terminology- if a zygotic eucaryotic cell had been shaped by our heterosexual gametes”.

        “Please, that wouldn’t be for me a viable situation… but not worry, in any case, I will assume responsibility. Perform rapidly but avoid promises, the Delphic precepts demand. I have no guarantees to give you, but you should know that I will find a way to fulfill my obligations and reinstate the kid that will possibly be crescent from our union through paternity recognition. Besides, I am fully aware that this awkward sequence of events that is dangerously close to dereliction of duty happened in my watch and …”

             “Please, relax, you, most erudite of all titans! As you can understand, after twelve years of abstinence from sexual acts, my first priority could not be contraception. Let us envisage laxly and magnanimously what the future reserves for us. We are both adults, both responsible, bound to find solutions”.

          “It seems that ‘it never rains but it pours.’ My mourning for Leto made me lower my defense and now I am about to confront an unwanted … eh cumbersome, unmanageable pregnancy, difficult to handle …”

          Phaenarete stood up, conscious that the discussion was guided to another level.  

          “And yet, now that I come think of it, it seems to me even more a splendid idea. On the one hand, I am positive that I conceived, because the vagina was so spread- open like a rose, receptible and susceptible, and I felt the stuccoing touching my intestines. Besides, do not underestimate the various fertility gadgets that New Arcadia provides, she, who watches, controls and coordinates the actions of us all. And I can disclose to you now that New Arcadia has blessed our union, having animated my uterus through medicines and other preparations. I already feel new life being born in me and the titanic gene taking roots. A new life who will live in an entirely brand new and pure environment, in a civilization being surveilled by the miraculous organism of New Arcadia according to the legacy of my spiritual father Didymion. And she/he will live a double life, like double and triple are the testicles of Didymion.  A life enlisted in the noetic communication of our society, after she/he is equipped with the telepathic implant, which will allow our kid to be in constant contact with the other organic members- siblings, while after death he/she will be even more glorified, because almost in reverse of the usual chronic sequence she/he will be integrated into the eternal matrix of the station, remaining there until the end of days. This child, offensive Hyperion, will be forever free from pain and fragility of the human flesh, replace the cheap materials of which we are made with the coarse and resilient skin of Lemnian Earth, he/she is going to be one of the most prominent specimens of a new generation of (wo-)man.”

          “It seems that I will pay a very high price for this fleeting moment of carelessness, when I persuaded myself to surrender forgetfully and momentarily to pleasure; I should talk to Theia- Euryphaessa about this matter …”

           “Brave Hyperion, above all do not leave your wife, whom you love so much …»

          “At this moment I don’t feel brave, but very coward, dishonorable and irresponsible, an unworthy and insignificant bastard with a spurious objective liability…”

      “I say that again, I have ascertained that you love your wife very much. Just go home, stay with her, embrace her, she doesn’t need to know anything. It was never my intention to raise claims on you. Such egoisms are neither necessary nor desirable in our brave new world. Neither to assume responsibility is needed, all these are archaic and useless social conventions belonging to the age of dinosaurs. If a child needs a father figure, this will be provided by New Arcadia. As far as I am concerned, do not worry, because the weeds and the cockroaches never get wasted. I will find another lover and will probably marry him. I just understood that I like kids very much and New Arcadia is the ideal place for bearing children. Of course, your wife and children you are welcome to share with us our continuous happiness…”

     The up to now quasi numbed Hyperion seemed to wake up suddenly.

       “Ah yes, the telepathic community, where there are no obligations, but only rights, where anyone can acquire instantly easy happiness and a cheap immortality, but the foreign seed is confiscated and used afterwards to blackmail the inseminator… And of course, how could I press charges against New Arcadia if my child lives there, how could I press charges against the ones in charge for the program of the telepathic link, if they black mail me with my own child …”

         The titan stood up rapidly and headed for the external membrane of the apartment.

    “Cobbler Hyperion”, Phaenarete shouted from behind half-ironically, half- seriously. “Stick to your last”.

22.CHAPTER KHI OR CHI: CHEIRISTARCHES

     The time had come for Hyperion to leave New Arcadia. Possessed by guilt, since he cheated on Theia, he proceeded to negotiations, whether the members of his family would follow him.

       “Hyperion, let us not make fun of your own selves”, said Theia. “What we have is not a relationship, but a travesty, a ridicule Muppet show, since I need to materialize through due proceedings to make love with you… I know that you have honor, that you intend to stay with me, because of your kindness and your loyalty… That is why I hereby absolve you from this devotion and allegiance. You are a man at your prime, with muscles, strength, vigor, powerful and sturdy, and it is a pity for you to get wasted together with a living dead, with a fucking zombie. You are still at reproductive age, and you can father other descendants non-holographic. The kids and I should stay here. We need the life-support systems of New Arcadia to survive … “

           To the point where things had come Hyperion had no definite answer. Neither could he commit himself for the rest of his life one way or another. What was imperative is that he should gain peace after his failure to solve the riddle of Arete’s murder.

             Eos and Selene came to the room crying:

            “Father, don’t go…»

             “Girls do not cry. I am greeting you temporarily. Please, know that I will come back soon enough. Daddy is just going to Sirius for professional reasons. You have any interest in remaining here, because the holographic systems of New Arcadia do not even compare either to those of Earth or to those of Sirius. It is in your best interest to remain here, because the holographic systems of New Arcadia cannot compete either with those of Earth or with those of Sirius. You must be happy being telepathically connected to this admirable community of thoughts and feelings. It is observed that the common children of Earth, who do not possess an instant automatic internet connection until the age of ten being deprived of the information pools and the learning curves of a central server, end up being deficient compared to their coevals telepathically linked. And those youngsters who do not connect to the network until twenty can hardly function in modern society and behave like retards. On the contrary, you, because of your holographic nature, are integrated deep into the network as much as possible. You will lead always a full life, even if your reality is virtual, besides who knows anymore in our troubled era what is real and what isn’t. For anything that is valid in the world of inert matter, there is something corresponding in the cobwebbed and lacy sub-particle world of thought. According to Plato the external and offspring of the good sun corresponds to the internal idea of good. And what is for nature the countenance of the things, is for the intellect the true or verisimilar (which means worth mentioning and unforgettable) assumptions, the science and the knowledge. The visuals of nature correspond to the noumena of the mind. There is, my children, in the Creations an ascent of the noetic categories and determinations which one may recognize: a) in the beginning are the shadows, the pictures of fantasy and the conjectures, b) then the faiths of the visible follow, because one should believe what one sees, and then we proceed to c) the abstract assumptions and hypotheses for the outlines and the geometrical figures and we end up d) in the anypotheton (unconditional) which is the beginning of everything. Within this hierarchy we are all enlisted in different levels, whether physiological or bio-inherent, physical or holographic, living or dead and in this sense no one’s existence is superior to that of another …”

     “Please, father, stay and recount us all this beside our pillow, when we are trying to sleep…”

       “Your night readings and bed lectures will come back soon enough, I promise you that will return very soon”.

       Hyperion would regulate the flow of his tears all alone. Fir the time being, he left carrying his few luggage.

        The megaphones shouted already themselves hoarse: Ithyleia is departing for Earth, Proxima Centauri and Sirius. Passengers are kindly requested to the main entrance of the spaceship”.

       At that time somebody came and gave the titan a telepathic Bluetooth that one could adapt to one’s ear, destined for communication to those not possessing a bio-inherent connection. It was Didymion on the phone with obvious intention to make fun of his dialog partner.

       “What is happening, craftsman?”, he whistled at his ear like a snake “Couldn’t you shed light on the case?”

        “In a way I did. In some Creation there was a writer of police thrillers named Acantha of Chris. In a novel called ‘Eastern Railway’ she presented a plot, where in the end every passenger on the train was guilty of the same murder without exception. The same is valid also in Arete’s case. I never faced in my life more extensive distortions than those that I lived in your station. Offhand, I would like to enumerate the lies I experienced during my investigation, which you pretended to assign to me, while from the beginning you were quite determined to guard your secrets like Cerberuses. a) It is a lie that New Arcadia knows everything happening in the station. On the contrary, it doesn’t know anything, because there are a thousand methods to conceal data from it. You can isolate yourselves from the telepathic connection at will fortressing your home and guarding your personal life even more than the non- bio-inherent physiological people. Your systematic thought- hiding is transferred also into a material level, since all material objects are recycled in the walls of the habitat, resulting in the disappearance of fingerprints and the crime exhibits, murder weapons or other inconvenient evidence. b) It is a lie that the noetic communication of New Arcadia renders all its members happy, self-sufficient and balanced. On the contrary, many individuals of your perfect society have other goals of their own, which are not exhausted in the noetic communication of spirits. E.g. Mnesipemon, who had created a universe of his own within ours, extremely dangerous in its extension and inflation, and you had no idea, or if you had, it is even worse for you, because it means that you hide a lot of skeletons in the cupboard. c) It is a lie that the combination of the planet spore, which created New Arcadia, and the telepathic connection of its members are a stable and safe self-sufficient system. Bitterly we learned that it relies on the Jupiter medusas’ genocide and this adheres to your biotechnological system an eternal disgrace. d) The movement of Icaromenippus that you presented as New Arcadia’s Liberation Front was nothing else than the fantasy and the illusion of a looney tick, behind which though obviously another organization of independence and autonomy is carefully hidden, while poor Icaromenippus being only a simple cover-up. Should I continue?”

      “Well-done, you, defamatory brain of hatchet jobs, you’ve thought of all this, ha?” Didymion continued his relentless mocking, “I congratulate you for your conclusions except that they didn’t help you solve the case, which means that all those syllogisms may have not such a great value.  You muzzle and shovel it, impertinent and audacious intellectual, that you, physiological people, cannot compete with the biotechnological organisms. We are using huge conductors through which tons of thoughts are transmitted, while you limit yourselves to the insufficient, delicate, pale and poor synapses of your taxed multi- seasoned brain and the breakable receptacle of the body. Soon enough, your meat will betray you, you, arrogant, bigmouthed, insolent, self-conceited titan. The coming of old age gives you, of course, perception and wisdom, but costs you strength. Don’t you feel already your feet buckling? How can you compete with omnipotent eternal organisms tailored to live in space? How can you compete with A.I., which conducts a trillion calculations per second? What have you to offer, you, the brazen, audacious and presumptuous doubters and disputers of gods, to your own audience except old age and death, a life condemned to fear, reluctance and effeteness lest you make something inconsiderate and forfeit your tiny existence, animated merely by the only fear greater than death, which is the fear of life? On the contrary, you, curmudgeon, grumpy, malodorous, asynartete, drooling, gregarious, gadget and trinket seller, junk dealer, I have lifted the curse of finiteness and temporariness of god’s creatures, I have cracked the prison of the soul that your Plato mentioned, I have found new steel receptacles, not out of titans, but out of titanium, through which I can convey my thoughts and memories. And when I die, I will channel my spirit into this superior organism and live forever! I summoned you in vain to join me in this transcendence; you, the petty, trivial, overparticular, caviling, censorious faultfinder, are unable to grasp the grandeur of the articulation that I suggested.”

         “O, my God, what absolute supremacy”, said Hyperion, while during the Didymion- Cheiristarches’ prattle he had confirmed his flight, had entered and Ithyleia and fastened his seatbelt sending at the same time messages via communicator to his associates Eurybia, Anchiale and Metis to meet him on Earth, where a sort of regrouping and redeployment of the investigators’ team  would take place.

        “Ha, ha, God, what a silly obsolete fossilized concept. The time of God or gods, either one-faced or multi-faced, either Christian or Moslem or national or pagan has long and irreversibly gone. Our lives belong to us now and we can upload them to whatever mechanism we deem fit. You made a serious mistake, you, mournful and sad, languorous and flabby comedian, to deny my generous offer for ascension in New Arcadia’s skies. In any case, your wife and daughters have already taken my side, and this gives me surely enough satisfaction. So, stay alone, you, lonely knight of rueful countenance, you don’t deserve any better.  

        “Do you know what you will never be able to compensate, all you, the diabolical technicians, fabricators and technocrats, majestic Cheiristarches? Human experience. You keep feeding your machine with data, which are ‘garbage inside, garbage outside’, namely your machines, no matter if they are constructed from hard or soft material, in essence they reproduce and repeat what you have already said to them. You will never be able to share them the experience of (wo-)mankind, which developed new sciences and arts to face the challenges of the environment: α) Τheology and Ontology, β) Physics and Biology, γ) Soul and Soulless- Genetics, δ) Despotic science, ε) Conjugal – Marital art, στ) Children -Bearing, ζ) Acquisition and Possession, η) Xerotrophic, Hygrotrophic method (eating dry and wet food)  θ) Making Titbits,  ι) Hunting, ια) Polemic and Predatory skill, ιβ) Administration of the household and Economics, ιγ) Pragmatistic, Commercial and Trafficing, ιδ) Monetary science, Exploiting and Profiting, ιε) Practice and Knowledge, ιστ) Contention and Antilogic, ιζ) Mandatory art or Critics, ιη) Psychology,  ιθ) Self – obliging and Morals,  κ) Law and Politics, κα) Tactics, Strategy, Administration, κβ) Mathematics and  First Philosophy, κγ) Literature and Poetry, κδ) Music and Pedagogics (s.s. reader, please, notice that they are as much as the letters of the Greek alphabet). All these sciences and arts present the itinerary of (wo-)man on planet Earth and elsewhere, leaving their trails everywhere, on nature as a wound and on humans as a painful incision on the skin. They remind us how hard and cruelly the elements of knowledge are conquered. ‘No pain no gain’. The machines will never feel the above, no matter how soft the materials they are made of are, since they are diving into the well of data unhindered, unobstructed without to face difficulties or be tormented.”

         “It seems to me that you are delirious, confused, erudite but non perspicacious, hypotensive and hypochondriac Hypo- Orion, Inferion, Under-Orion, Underrated, I sense that you no longer know what you are saying. You present as a qualification of humans what exactly they tried desperately to eliminate with their sciences. So, I wish you good-riddance and a lousy journey from New Arcadia and, if we never see you again, it will be too soon. In any case, it doesn’t matter, because I will come and find you, when my biotechnological organisms will spread to the whole universe and the A.I. will dominate ‘urbi et orbi’”.                  

    At this point, Hyperion is closing the chapter with an enigmatic insinuating implication, the range of which cannot yet be assessed to its full extent.

           “Cheiristarches, you are trying to play a role unfitting to you in the present comedy. Because you are not the sarcastic scoffer but -alas- the arrogant sciolist of the fairytale!”

  • CHAPTER PSI: PSEUDO-LIES

Starfleet center, Saint Franciscus, Earth

Present at the meeting: Prometheus, Hyperion, Eurybia, Anchiale, Metis

            PROMETHEUS: Dear colleagues; I don’t know if my presence is useful in this meeting. My friend Hyperion insisted on me being present, obviously accustomed to and addicted to our old clerks’ hierarchy of service. But now I am pensioner and…

          HYPERION: Prometheus, don’t even mention it. Even if you don’t utter a word today, only the atmosphere of these deliberations we had once onboard NAOS Venovinda irritates my grey cells in a determinate and conclusive way, so that I may myself understand the intricate manifolds of this case …

        PROMETHEUS: Well, OK, begin your lecture, pedantic Hyperion, because Celaeno has assigned me to go shopping and I don’t want to be late.

       HYPERION: The data on the case have not changed dramatically, as is well known. If I dared lift any stone in New Arcadia, I would see deception and corruption underneath. There is nothing in this goddamned place that is as it appears. In the end, I also went astray and I had an erotic affair with Phaenarete.

      PROMETHEUS: Un- ac-cep- ta- ble for an agent. At this point, I want to be categorical, Hyperion, and not make any concessions or allowances. You exceeded your jurisdiction and you failed to operate institutionally. You ridiculed the institution of marriage, and I don’t care if your family are a bunch of photonics. What will you say to Theia- Euryphaessa, when you meet her on the next Creation?

     The seasoned Eurybia laughed:

      EURYBIA: Chief overseer, a latent opinion is for the minion. Unconsciously, you didn’t refer to the holographic Euryphaessa, whom Hyperion deceived, but to the physiological, who had died years ago. This means that you allow yourself to discriminate the photonics, as if they were to blame, poor lads, for depending on the roof that projects them.  

        HYPERION: About that I would like to report the following. Yesterday evening, I accepted a very strange visit, oh oldest of titans- now that Oceanus had left us. As I tried to concentrate on my meditation, the room began to brighten and there was a fluorescent glow, sparkling at the edges with a fine gold glitter. And yes, it was Theia who began reciting: «Δεινόν γαρ που, εί πολλαί τινες εν ημίν, ώσπερ εν δουρείοις ίπποις, αισθήσεις εγκάθηνται, αλλά μη εις μίαν τινά ιδέαν, είτε ψυχήν, είτε ό,τι δει καλείν, πάντα ταύτα ξυντείνει, ή δια τούτων οίον οργάνων αισθανόμεθα όσα αισθητά». (It is fearsome if we accept that in the inner self of every (wo-)man, as if in a Trojan horse, multiple senses are installed without to concentrate on something as a united whole, whether we call it soul or else. Through this soul, using the senses as organs, we feel the perceivable things.”

        PROMETHEUS: Elementary, my dear Hyperion. Plato, Theaetetus, the greatest epistemological treatise of the titanic era. The above has a double meaning in your case. On the one hand, you cannot alienate or sever the sensual sensation from your entire personality, i.e. you are not allowed to do what the “Criminal of the Lost Honor” by Schiller did who didn’t recognize himself in his crimes, and on the other hand that behind all particulate corruptions or embezzlements that you experienced in New Arcadia there must be a common uniting headquarter, a common denominator, where all these originate from and are coordinated.

        HYPERION: Yes, I know, you are implying that behind all this, Cheiristarches is hiding. Yet I want to go there through mathematical equations and not begin from the end and declare someone guilty, only because he repeatedly insulted me. Indeed, no one in my whole career has treated me with such humbling and condemning way.  Imagine that during my departure from the station he saw me off almost with vernacular invective words. And truly my instinct roars that Didymion – Cheiristarches represents the absolute evil.

      Metis placed her nosy nose into the print of the nails.

     METIS: Boss, with all due respect, even your erotic affair was orchestrated by Didymion. You are not the type who messes around with women. Obviously, Didymion throwing Phaenarete at your path wanted to have a leverage to blackmail you knowing how touchy and prickly you are, but also that such a conduct would cast long shadows on you considering the ethical and moral environment of the titans. 

       Hyperion remained silent for quite a while. Then he said:

     HYOERION: About my despicable relation with the dis… sorry with Phaenarete…, I would like to confess something that perhaps elevates my misdemeanor into felony. I would like to persuade myself that I slept with her merely to comfort her for all unconceivable tortures she had experienced, and I know that according to her CV she was exposed to all kinds of brutality … but the truth is that, should that were the case, she wouldn’t be able to have sexual intercourse with me.

     ANCHIALE: Why do you say that chief? Maybe she found in you a gentle soft presence, who was exactly what she needed after years of sexual molesting and harassing.  

      HYPERION: Now, I am telling you that I cannot express it so easily. At first sight, she appeared to enjoy love so much as if she did it for the first time with invigorating surprise, sinful tension and unbridled pleasure. It is impossible for a woman with such deep wounds, with a past of rapes and all sorts of anomalies to rejoice love with the enthusiasm of a virgin. At that time, I want to confide in you that I am a little rusty as a lover due to the interaction with the holographic projections, I am not an Adonis or Plautus’ Pyrgopolynices, a boasting bragging soldier, so the ecstasy of this lady as if she were a rookie, as is she were a virgin, cannot be explained … On the other hand, her orgasm was much too noisy and boisterous, showing no joy or exultation. It was somewhat mechanical, as if somebody is passing closely by the preprogrammed and pretrained result, but doesn’t want to admit that missed the target by an inch. And is like what your name indicates, Anchiale, I felt that she was near the shore, but never wetted her feet, never dived into the waves. Can it be that the reason lay in me? But again, I had the sensation that this entire procedure, all this gasping and panting had nothing to do with me… it was distant, it was remote, it was an echo… a reverberation within a cave …

        ANCHIALE: Overseer do not underestimate yourself, but anyway just to play the devil’s advocate, let us accept that you are right. Could her participation in the bio-inherent network cause some diminishment or augmentation of her pleasure? Perhaps nothing thereof is the case, and maybe the bio-inherent network has nothing to do with all this. What all the naïve lady men and imaginary Don Juans insist on ignoring – present company excepted – is that women often pretend to feel climax, when they wish to gain something. If you mean that she was acting, this is compatible with her traumatic experiences, so rather she executed commands and instructions of her employer.  

               PROMETHEUS: Here we have the problem of a performance within a performance. If we accept that Phaenarete was ordered by her employer to pretend, she surely could do that perfectly on the grounds of her erotic experience. And yet the – not so womanizer -Hyperion ascertained that she was pretending. As if Phaenarete did not know how the real orgasm was. But even if she had never felt a true orgasm because of her psychological traumas and the rapes she submitted, a woman with her ingenuity and sensuality would be able to emulate it persuasively, that goes without saying. If even Hyperion, who is no sexual pretrained performer – sorry that I took the shovel and buried you, subordinate-, understood that the Mrs. played a theatrical role, what can I say! It means that the “fallen into many sins” woman was since the beginning severed from her rightful domain, i.e. her sexual genetical kingdom, the empire of the senses! This leads inevitably to the conclusion that after her enlistment in the symbiotic network she can’t feel anything anymore, neither regarding the past nor the future.

     EURYBIA: Let us extend your line of thought a little farther, padrone. So, Didymion alleges that through the system of telepathic implant, which he installs, everybody sends messages to anybody.  To come back to you, padroninno, what new do we learn from that? Didn’t you narrate just before a moment that Euryphaessa sent you a message from the other world, where she instructed you to reduce your ostensibly incoherent experiences into one and only unifying source? The telepathic messages between people, the threads among emitters and receivers, even between dead and alive, were always there. So, what new has this network that Didymion proposes and advertises? Nothing at all!

          PROMETHEUS: Well, that’s it. As the Pythagoreans say, referring indirectly to the ratio of the radius to the periphery of the circle “God the great is always using geometry”. God has also His own technology of instinct, empathy, intuition and remote communication and has implanted it in our brains after years of evolution. Didymion, instead of stealing the technology of God and give it to the people, as I did, puts his own chip replacing in fact the technology of God with something much inferior- by definition.

        HYPERION: This fake exaggerated pleasure declaring shallow feelings or lack of inner sensation, which I ascertained during the intercourse with Phaenarete, is maybe an indication that the bio-inherent device of Didymion is incompatible, uncoalescing, incommensurable and irreconcilable to the physiological and natural function of the brain. It is not a supplementation, but it induces restart and reboot, registration from scratch and replacement of the memories with new ones. It is as if you re-write on used paper the same text a little more provisorily, a little more hastily, without the hedonic pressure of the pencil on the papyrus, the parchment or the scroll. If one removes from a person the taste of reality, the odor, the smell, the flair of the moment and leaves one’s memories sterilized and castrated, can this person remain the same? Then, the memories become selves of a library covered with dust of barren pedantic dullness and numbness, which he/she dusts and brushes off in vain, trying to restore them in their previous splendor and glory.

          METIS: This of course doesn’t mean that the equipped with the implant has the faculty to understand the difference with the situation one lived before. One just wakes up next morning throbbing and vibrating with cheery disposition, whistling hilariously and joyfully, envisaging a cloudless and careless continuation deprived -alas- of anxiousness and hope, feeling a basic contentment -never again happiness –  not possessing empathy or compassion -and this is the most criminal part of the whole story – he or she is no longer her/himself but a misprinted copy, a simulacrum, a facsimile of her/his own self. In fact, it is the same problem that existed in the primitive teleportation, where instead of channeling the essence of (wo-)man through the infinite corridors of subspace, merely another simulacrum was transferred somewhere else, and we had all obtained twins, triplets, quadruples etc. Indeed, maybe this is the significance of the name “Didymion”. But at least then, everybody knew that they stood in front of a copy, while here the acolytes of bio- inherence don’t know that and this is a sort of murder. In that sense, the symbiosis through interconnecting implants could be also characterized as genocide.            

    HYPERION: Yes, that’s all there is, that’s why I thought there was something fishy about it. This is the mega-lie, the greatest pseudo-lie that I experienced in New Arcadia. All this majestic plan conceived by Arete, Percnopterygus and Didymion bore from the beginning a wound on the temples, the snake had already invaded into the fantasies of the techno- Buddhist. Supposedly, his holistic consensus and consensual holism through internet symbiosis would replace the traditional deliberating democracy. The members of the community were supposed to decide instantly, while New Arcadia implemented almost simultaneously the result of the common consent with no need of executive power. Under the aegis of Didymion, a new kind of state succeeds the generally accepted statutes of Aristotle, a state which regulates all common issues in half time and with tenfold efficiency. The neural substrate and underfoot of New Arcadia has at its disposal an astronomic calculative power, not only sufficient but also overflowing and exceeding by far the requirements of the regulative or distributive administration. Beyond that, the vision of Didymion excels also in the respect that New Arcadia is entirely impartial and completely incorruptible. A non- bribable, non-bureaucratic administration, the dream of countless generations of the past. All these components constitute an attractive set, which has only one inherent flaw: it is false! Because nothing can replace the classic deliberation and debate of democracy, where every member of society contributes its own input into the common resultant.

       ANCHIALE: Since my name contains the prefix “anchi”, which means proximity to something, is it possible that we are nearer to the solution of the crime than we believe? It is known that the discovery of a persuasive motive is a necessary and sufficient condition to reveal the identity of the perpetrator in most cases. I already can discern two motives directing our suspicions to Didymion. One is the vast lie that we have just scouted. If Arete had the purpose to reveal that lie to the people, wouldn’t have our Asian friend the perfect motivation to eliminate her? Something else also arises from your meetings with the techno- Buddhist, chief, namely that this particulate scientist always underestimated Greek culture propagating the corresponding one of his multi-crowded but introverted land. It was always an intellectual challenge for him to underline the superiority of imperial or communistic China against “si- la”, the small intense light coming from Greece.

         HYPERION: Yes, but why would Arete be willing to reveal the indirect murder taking place by the implantation of a chip or a plasmodium? I any case, she and Didymion oversaw the same program and had same interests. In the final analysis, they both had the same materialistic mentality.  

      PROMETHEUS: Ha! They may both be materialists, but that doesn’t mean that their materialism was identic. The materialism of Didymion derives from Far East, is the worship of Mithra, of Sun God, the reverence of nature, wet earth, troubled sea, flowers and stars, it is the deep conviction that nothing except experience and the scenery of nature can be of importance. The materialism of Didymion is theoretical, sublimated, methodological, scientific and epistemological; in his own perception “hyle” is a philosophical category. On the contrary, Arete’s materialism tended to pleasure and debauchery, was sensual, vulgar from a philosophical point of view, I repeat -from a philosophical viewpoint – to avoid misunderstanding. Arete didn’t have any higher purpose, nor did she have some other ambition than enjoy and press the grapes of life until the last drop, she was after all Cyrenean. She had a crowd of lovers, women, men, physiological, bio-inherent, holographic, she made no exception, nor had she other pursuits in daily life, “unless it were to be a moment merry”, as lord Byron would say. Arete didn’t believe, perhaps even she mocked the mechanistic constructions of Didymion. Nor was she moved or intrigued by some afterlife or else she had grasped that the posthumous existence, which her homologous promised, was a shameless deception, a ridiculous Halloween pumpkin. So, I am siding myself with Anchiale. Their wolf’s friendship and the communality of interest were not enough to bridge their fundamental differences. They were enemies and this enmity could easily lead to murder!              

           HYPERION: Diabolus, I forgot the science of symbolism, semiotics and semiology! Of course, just now I felt my eyes exfoliating, dropping the scales of ignorance and willful blindness! Arete left behind multiple messages likely anticipating her murder, but I ignored them. What, am I a complete captain dunce or something? It seems that this ingenious versatile lady, who didn’t know how to spend her spare time, was intrigued and delighted to send messages, thrilled with the conundrum and the quandary if the receiver could decipher them. I remember that, when I searched her office, she had let three clues, indicating that she was a fan of “Icaromenippus” and New Arcadia’s independence: The isolated table – facsimile of the space station in the center of a desert and  vast hall, the hole in the schematics of the solar system and the “cathodic automaton”, where New Arcadia appeared with the dimensions of Jupiter. Naturally, the reasons for which Arete endorsed independence were different than those of Didymion. She just wanted to stabilize and cement her political power, and she didn’t have in mind some grandiose enterprising plan. But now… that I come to think… of it … the greatest indication is…

           (At that moment Hyperion took a deep breath or rather uttered a heavy sigh).

        HYPERION: On the first days that I had been shipwrecked in the dark waters of New Arcadia, I had a very negative psychology because I had quarreled with my wife and daughters. On some evening, maybe the same day or the one before my encounter with poor priest Scandalomorus, I slept in Arete’s home. Indeed, I remember characteristically that the next day I was unshaved and my armpits emitted a stench. But I slept on a bed! It was the only item existing in the house, inside the perimeter and the red ribbon surrounding the crime scene. All the other objects that possibly preexisted in the house were hygienically absorbed by the walls in the frame of total purification, cleanness and sterilization. But not the bed. It had stayed behind, an unfeigned testimony about who has killed its possessor. The bed referred obviously to Endymion, whom my Selene left in some Creations sleeping forever, so that he may not grow old. 

      METIS: Do you mean Endymion the art director?

      HYPERION: No, that is a simple name coincidence. Please, do not demand the absolute perfection of script! It is obvious that Arete pursued to implicate that Didymion was the guilty part, not only because of the sound’s similarity, but also denouncing him as not entitled at any point to represent the number “two”, because he fails to offer a double world, one upon earth and one in the heavens, nor can his A.I. support people as a second nature, on the contrary every mechanical uploading alienates (wo-)man. (Wo-)man is condemned to one’s unified combined psychical and somatic hypostasis, the oneness! (Wo-)man can be submitted only to one nature, her/his nature!   

    METIS: Yes, but how was the murder committed? Hard to explain…

     HYPERION: What are you saying! Now that we have found the culprit, the way of the murder’s performance is a child’s play!

  • CHAPTER OMEGA: ORA DI ANDARE MA…

          The fleet of Sirius besieged New Arcadia by order of the Titans’ High Council, honorable Uranus and Tethys presiding, but also Prometheus had a very powerful position and influence.

          At that moment, the veteran of Caucasus watched the space station from the main screen of the titanic vessel “Golden Fleece” together with his eternal companion Hyperion, since Venovinda, our beloved “Ventistos Vethylos”, was placed in mothballs.

        “The time of final countdown for the battle against Cheiristarches has come”, Prometheus said. “Are you ready?”

      “As ready, as I will ever be”, answered Hyperion. “Until now I faced opponents on the battlefield, against whom I could prevail through technological tricks and achievements, but never a nemesis so demonic and intellectually enhanced, with such knowledge of natural and theoretical sciences. I wonder if he is better, i.e. more informed and inventive than I”.

       “He may be a genius, but there many gaps in the mosaic of his knowledge. He considers 90 % as 100 %. He doesn’t understand that science is not only knowledge but also will. He doesn’t grasp that there is a logical reversion as far as the designation of sciences is concerned, namely that the theoretical should be called positive and vice versa. He thinks therefore that numbers are somehow registered in universe, while they are own construction, a potential for sure which is adapted to the texture and the ambience of the   environmemt. Therefore, Cheiristarches does not combine objectively external data which he extracts and digs out with his ax in a mine, but in fact he profits from what some others made, according to the evolution rules and to what some others in essence dictate. He is used to finding the data available and accessible in a well just as his biotechnological organisms do, without even trying to suspect the experience and the struggle of centuries, which were undertaken by all creatures of nature for those data to occur. He doesn’t understand that all ostensibly intangible and unreal like duty, self-esteem and struggle for improvement are finally the most real ideas. For him, morals, customs and culture of the titans enduring for centuries is but hot air of a balloon or a fart in the wind.  He thinks -who knows from what age- that he has reached the top and refuses to learn, while your life, curious and inquisitive Hyperion, was always a constant learning and growth and the tendency to infinity”.  

        “How do you manage to say always the right thing, unsurmountable therapist, psychologist and trainer Prometheus? What would the tormented (wo-)mankind become without you?”, wondered Hyperion sincerely impressed and sentimentally charged.

        After the greetings and salutations, image and sound came from New Arcadia. In the headquarters were gathered Theano Thuria, Philogene with his new assistant Nisaetus, Percnopterygus and of course Didymion who according to all possible evaluation lists and all conceivable hierarchy belonged to the prominent and notable citizens. And he showed his hegemonic tendencies saying:

     “Potz blitz, I see here a sizable assembly of pensioners. What are these decommissioned spacecrafts and their drooling doddering paralyzed captains doing around our New Arcadia?”   

    “New Arcadia”, said Hyperion. “I am broadcasting to you the conclusions and the decisions of the Titans’ High Council as well as the Network Assembly of the people of Earth. Effective immediately, the program of New Arcadia is considered illegal, pending an investigation by an independent scientific committee of the telepathic implant’s compatibility with the noetic structures of the human brain in general and specifically of the subconscious. I am afraid that, if Socrates were telepathically connected, he wouldn’t be able to see that wonderful dream, his visit to the beautiful Phthia! Within twenty-four hours, whoever physiological one wishes it, is called to abandon New Arcadia. Mainly, the bio-inherent ones will stay, who are necessarily, inseparably interconnected and entirely dependent on the central synthetist of the biotechnological space station. New Arcadia is declared as a forbidden planet; it is not allowed to anyone to approach it until the side-effects and the repercussions of telepathy, as well as of the integration of the individual consciousnesses into the space hyper- organism are clarified to the molecular level”.

           Theano Thuria protested.

        “What does this space blockade mean? Earth and Sirius, you are making a serious mistake if you think that we are defenseless. We have at our disposal the vast energy and the inexhaustible sources of the Mega planet and we can rise to any challenge … Your ridiculous blockade means nothing, I can order meteors and meteorites to direct themselves with vertiginous speed towards Earth…”

         “Theano Thuria”, said Hyperion, “you have done a great job to bring New Arcadia to the big fraternity of the civilized countries. What would you say, if I told you that at this moment you are co-deciding at the top level along with a common killer, which is Didymion? Unsuspicious, lotus- eater, lotophagus Thuria, your administration is so flawed and failed that you allowed the snake to invade the ranks of the space station’s visionary founders. By the way, I am announcing to you formally that I concluded the investigation of the case assigned to me. I hereby summon you officially to arrest Didymion for the murder of Cyrenean Arete”.

            “What are you talking about, craftsman, are you out of your mind?”

           “Don’t you dare to call me craftsman ever again. I am a high-ranking officer of Starfleet, while you are under arrest. Security guards, be careful because this man is not an invalid… Philogene, if you believe in our cooperation in the cases of Mnesipemon and Pyrisporus, if you recall how we worked together with accord, unity and almost automatic responses despite our different origins, if you trust me after all we did together, if you remember from our discussions that the word ‘trust’ is the quintessence of the titans’ culture, but also that surprise action is the epitome of policing art, give a kick on Didymion’s wheelchair now!”.

          Philogene, who after so many adversities, calamities and adventures had learnt to respect Hyperion’s instinct and intuition, hit with his foot

        The wheelchair overturned upside down but his holder stood with an admirable reflex automatically on his feet, while the blanket slipped from his lap to the ground.

     “Ha, ha”, laughed Hyperion, “it is a classic trick of the criminals to pretend to be cripples. The specific stratagem was analyzed by Acantha of Chris in her novel ‘Curtain’”.

       The face of Didymion was contorted to a mask of hatred and infinite wickedness, whole his eyes shone like fire-hot coals. He dropped of course to the floor, but it was too late to remedy and revoke the first impression.  

       “I grasped it”, Hyperion continued to confess and analyze, “when Phaenarete hesitated to answer me about the cause of Didymion’s supposed invalidity. But I want to ask you something, you, who ambitioned to be the opposite of Aristotle. Does your protegee Phaenarete know that you killed Arete?”

       Didymion remained indecisive and double- minded for a moment, laying on the ground as he were and embracing his knees.

       “I could even now deny everything, but one of my qualities is that, when the opponent has surrounded me with valid scientific methods, I consider it beneath my value to underestimate her/his intelligence. So, you are right, Hyperion, I never told her, because I always tried to protect her from the unfavorable and adverse series of conditions which she endured as young. It is a mistake that all fathers do, and I want you to believe that I consider Phaenarete to be my daughter. At the beginning, of course, I also committed lewd acts on her body, a circumstance that I am going to regret for all my life …to violate this impeccable stainless alabaster or rather ebony castle … But I am grateful to whom? … to my own self for her development. A glamorous charmer, vulnerable and triste, beautiful but also biller like Myriam, mother of Jesus. It is a true miracle that from this ruined existence a full and perfect woman emerged! I detested the possibility of befouling her again, pushing her into the quicksand of her youth.  I don’t expect you to understand that- you, technocratic misinformed Greek-wise clock-, but it is what we Buddhists call Dana. You, the exotics, know and mumble only over Karma and Nirvana with a little bit of Dharma. Yet Dana means the mercy, which someone offers without expecting something in return”.

     The people both in New Arcadia and on Starfleet remained aghast and consternated by the unforced confession of Didymion.

     “But how did you figure out that it was me? I thought we had agreed that every citizen of New Arcadia one way or another had both motivation and opportunity to eliminate Arete”.

     “Surely, no one liked her, neither Mnesipemon nor Pyrisporus nor Icaromenippus nor Philogene nor Lasthenia nor Hipparchia nor Theano Thuria nor anybody else. She was a complete materialist, and she didn’t believe not even in idols, not even in the soles of her own shoes. The program of New Arcadia was an intellectual experiment for her, ensuring privileges and recognition as well as domination over others. Yet in a funny way the motives of all afore-mentioned suitors … for the murder were not intensive enough to justify it. The parallel pursuits of the prominent players of New Arcadia, consisting in a New Universe, the exploitation of Jupiter’s beings for an improved version of Lemnian Earth, the independence of the space-station, the resistance of the Earth and Sirius, the contraband, the condemnation of the telepathic implant according to the doctrine of the Pope- Patriarch etc., all this was perfectly served through the presence of Arete and could optimally go on under her banner. But you had specific and particulate motives that opposed to the very existence of Arete. α) because she knew that your precious chip was incompatible with the dreamworld and subconscious possibilities of the human brain, that it was a kind of the subject’s death or its mechanical reduplication and had no inhibitions whatsoever to admit that publicly. β) Because your obsessive plan to present something opposite, yet equivalent and perhaps superior to Greek civilization was obstructed by Arete, who knew very well the potential but also the deficits of the evangelized by you telepathic connection. γ) Because you, yourself, believe in the afterlife of all receiving the holy communion of the implant and the Laveran plasmodium and you didn’t want Arete be part of it! Arete was Hubris, Atis, Nemesis and Tisis, a woman with whom you disagreed fundamentally and irrevocably, since it made you a grievous impression that she had no purpose, she just aimed to have a good time, which you could never accept. You knew of course that Arete suffered from liver cirrhosis and that she was going to die in a few months. According to the covenant and the contract of the bio-inherent, she was also eligible and prone to be included, transferred and copied into the neuro-substrate of New Arcadia. But that would be a catastrophe for you own hegemony within the neuronic network of this immense planetary organism, since this goddamned egoist had the faculty to antagonize you and reign in this valuable neuro-phytic and biotechnological fief! That is what forced your hand to crush her scull in a definitive and irrevocable manner, so that no neuron of her brain could escape and survive for a future restart in another digital environment. You should smash, trample, stampede her brain like an oakum or sandpaper to deprive her of immortality or anyway of the sort thereof, which yourself have patented as a copyright or a trademark.”

      Didymion looked at infinity and monologued.

      “We do not give much account to the subject, like you, phobic, touchy and prickly Hyperion, we are neither so egoistic like you, the centrals of the map, nor so cocky to ascribe an immortal soul to the cosmically insignificant dot of our existence. The ambition of every Oriental is to merge with nature, the sky, the sun, the trees, and all that firmament, where fate tasked us to live, so why shouldn’t I unite with something much more personal, which I have made for myself to enthrone him inside? Beyond the danger of the revelation by Arete regarding the somewhat mechanical character of the posthumous integration into New Arcadia’s substrate, that eventually only a static image of personality would be transferred into her huge capillaries and her monstrous synapses, since the dynamic procedure is -alas- unable to summarize and to recapitulate, there was also some other thing quite undesirable.   Due to her condition, she was expected to die before me, having probably also predesigned her transfer to the neuro-phytic complex or substrate of neuro-emitters and neuropeptides knowing its full potential. You would ask, why would she do that? A woman of her psychology was fully capable to do that just for laughs or to undermine me. And if she did that, she would establish an empire, where she and only she would decide on whom she was going to bestow the gift of afterlife; she would have the paramount power a person could have, she would inaugurate a secluded tyrannic priesthood. Instead, I, as a conscientious scrupulous Buddhist, would provide all applicants with the opportunity of this a bit rigid or static immortality Even the proposal I made to you to follow me into the inner core and the psychical depths of New Arcadia, you, disdainful and snobbish Hyperion, was good-intentioned and honest in the frame of the aforementioned Dana. And this opportunity I still offer and am willing to hand over to all people of New Arcadia. No matter how you underestimate my research and calumniate the telepathic implant, you will never be able to cancel the scope and the range of this discovery. Is it a discovery or an invention?  Well, that is an entirely other matter. At that point, I choose to forget the titans and refer only to you, governor Theano Thuria. The murder of Arete is something for which I will be judged, but I am still in position to direct from prison the program of New Arcadia and manage from there the perspective of afterlife. Please, know that I could arbitrarily and peremptorily forbid the transfer to the neural substrate of whoever I didn’t like, but I won’t do that. I am not a dictator like Arete; I am committed by the belief of Dana. To control the flow, the channeling and the sluice of the afterlife, I should be the first to reach yonder, don’t you understand?  Murder was just a means for an incredibly broader and higher purpose. Only with me sitting in the throne of distributor, would I be certain that this divine gift of mine would be shared equally with no one being excluded from my divine providence. I would be a benevolent tyrant; furthermore, I had taken measures that this chairmanship, this uncontrolled power of me should be only a transitory period, not everlasting, because gradually through the addition of new personalities into the neural substrate we would become a single unique pantheon, a collectiveness of spirits being constantly renovated a enriched in a prolix and orgiastic augmentation of immortality!’

        Theano Thuria watched with awe and opened mouth the delirium tremens of the unfortunate psychopath- sociopath. In general, a shameful silence prevailed in the hall of the New Arcadia’’ directorship.       

    “The goal does not justify the means, it rather colors and determines the means to be just like it, to be same with it; on the other hand, there are no benevolent tyrants. This is titanic teaching syllabus of elementary school”, Prometheus whispered to Hyperion.  

    “It is an opportunity to learn everything, if we keep him in dialog because now his mouth opened like the barrel of the Danaids and stays open”, answered Hyperion. 

     To Didymion he said:

   “So, you are confirming unshakably that Arete was not the proper person to distribute or award immortality”.

    “Are you mocking me now, mocker? Your inquiry surely revealed to you the real person of Arete. A woman who prostituted her own image and likeness, i.e. Phaenarete! A woman who does not respect her own body and exposes it to all kinds of debauchery! Who does not tolerate in any case views deviating from her own! Don’t expect me to believe, happy-go-lucky Hyperion, that you would entrust such an individual with the foundation of a new civilization! In fact, metaphysics did not interest at all this vixen. She was one of those enjoying more natural life than life of the spirit. The only plan that appealed to her was a sort of Icaromenippus, which was the political independence of New Arcadia, to have at her disposal a tax haven, where she could relish her hidden income and the unbridled consumption, this detestable dream of globalization”. 

           Hyperion didn’t need to pose the crucial question, someone else overtook him and came to that quandary spontaneously and inevitably with the impossible verisimilitude characterizing this story: “How can the murder of Arete be explained in such a well- protected environment like her home was?”

          Didymion smiled bitterly. He didn’t even flinch towards whom has asked, he directed his eyes only to his intellectual opponent, Hyperion. The shining of the old unshakable self-confidence and limitless arrogance illuminated again momentarily his eyes.  

         “You are doing well, craftsman. Maybe, I underestimated you just a little bit. I thought that I found appropriate ground to extend my irony, but the ironic teaser and kidder is you, since you know much more than you let others guess through your unexpressed stone face. S, since you seem to know everything, tell us, how did I do it?”

        “As all police investigators know, once the motive has been found, fathoming the way of the murder’s execution is quite easy. You had cultivated for many years the impression of being invalid, knowing that this gave you additional possibilities and faculties including the advantage of the surprise attack. You asked Arete to transport your hologram in her room, which you guided from afar. The mechanism transported automatically your hologram as an exact copy of your body, thus without the invalidity, the non-existence of which no one had either reason to suspect or cause to search for. So far, so good. Following this, you said to her that there was some problem with the Lemnian Earth material. Maybe you had along some flash -light or a data recorder or another instrument that lent verisimilitude to your intention to ascertain or indicate something in the basic material, from where all sensors, electromagnetic plasma conduits and all the optical fibers of the New Arcadia’s data network pass. You told her to release a material chunk from the wall for inspection and maintenance check. Then you told her to materialize your hologram, so that you may touch and handle the matter in question.  Arete had a general suspicion regarding you, you had become indubitably a sort of obsession to her, because she knew that you were her basic opponent in New Arcadia, mainly from an intellectual point of view. Perhaps that was the reason why she left her bed unassimilated by the walls every day. It was a reminder, a knot on the finger that you were her main concern, a constant reminder of her nemesis, as it was the ‘Despot, remember the Athenians’, a phrase, which Darius had assigned a servant to repeat to him every day, so that he won’t forget it. She didn’t have any cause, however, to doubt your invalidity, it was one of the constants one is habituated to and considers self-evident Once you took in your hands the detached lump of the wall, you stood up magically from the wheelchair and smashed her head with repeated and simultaneously vengeful hits, just as a moving, heavy and blunt object affects, when it strikes a stationary, softer and more flexible, in particular bony surface. You knew if course that all the evidence concerning the holographic projection would be absorbed automatically through the established procedure of hygienic interment and ecological recycling by the organic mass of the house and no incriminating element would remain.”

       “I did that, didn’t I? You know at that moment you are not permitted to hesitate, you must strike with decisiveness”, said again Didymion continuing his monolog.

       “Cho Singhai or Tsinghai, alias Didymion, who like also to call yourself Cheiristarches, you are under arrest for the murder of Cyrenean Arete”, Philogene said, applying the classical handcuffs to his hands. “You have the right to remain silent. Everything you say can be used against you in a titanic penal court of law”.

        Enough time of awkwardness and silence intervened, although the communication circuit continued to stay open along with the image transmission between New Arcadia and the ships of the naval blockade.

        “Governor Thuria”, Hyperion finally interrupted the silence, “what do you intend to do with the procedure of the supposed posthumous integration into the body of New Arcadia?”

    “This is a hard question, torch-bearing Hyperion, because it connects with our nature as bio-inherent now and in the future. In any case, we depend on each other and all together on the central synthetist of the station. The experiment succeeded but has also side-effects and repercussions! Did it succeed? All we, the bio -inherent, who wanted to create a new sort of (wo-)mankind of total accord and absolute interaction, are we alive or have we committed suicide without even knowing it, when we posited the telepathic chip? Here, not even New Arcadia is sure that she is alive, this mighty organism surrounding us and lending us the feeling of security. We must explore and know better ourselves and the new condition of our existence. If our experiences have become mechanized and digitized inert pictures, maybe it is still within our power to live new more vivid and thrilling episodes. So, even if it is a little terrifying, when New Arcadia devours an asteroid, is it not also an experience having all the savagery and the delight of the human ones, or does her fast rotation in the universe not contain a night breeze? Only one solution exists, to compromise with our current selves and have our eyes and senses open and susceptible to all things future and nice!”

      “In that regard, I wish you luck. Let’s go, Hyperion, I would tell Iapetus to beam us up, but he has also retired by now. We are going back to Earth”.

     Hyperion, however, stayed immovable and speechless.

  “Let me guess”, said Prometheus. “At the time all physiological guys leave New Arcadia, you instead are planning to stay there”.

      “I don’t have any alternative, old buddy. The portraits of my family live there and we, titans, are always looking after our icons. I have an obligation even to the reflections of Euryphaessa, Eos and Selene; We, titans, have learnt to function this way and our constitution is generous enough to include all marginal figures, the bio-inherent or the photonics, even the mechanical Talos, as long as they exercise their scheduled authority and do not threat or raise demands against humanity. Humanity, however, under titanic leadership has the power to stay independent and free against its own creations, and what else could one expect? But beyond that, do I not have an obligation towards Phaenarete, from the moment that I had this biotic relationship with her? And wouldn’t it be a desertion and the behavior of a lesser man, of a cowardly custard or a rabbit-foot, if I were to avoid the conflict, contradiction and incompatibility between her feelings and those of Euryphaessa? Such is the nature of us titans, we never dare to claim rights, if we haven’t before bled and torn our capillaries and veins fulfilling our obligations; and you never know when a titan can be useful! Here, the heavily afflicted by fate, bio-inherent fallen on the box ring’s floor, endeavor to build a new society, although they watched today their arrogance being crushed, the same fundament of their existence shaking and trembling, their very life being questioned. I am the only one, knowing better than anyone that the new society being shaped is already stained and stigmatized, and that knowledge increases my responsibility. The paradise of New Arcadia gestates the snake that will destroy it. Only I can reveal to the children playing in the gardens that they are naked.”

         Prometheus got blues and a tear almost shaped where usually only dripping discharged rheum exists.

       “You are going to face the wolf alone, you fearless and unrepentant supervisor and caretaker of humanity. I assume from the details of your plan that we are not going to see you again. The plays, the movies and the romans usually do not end like that. Normally we should be able to say that the story we lived is the beginning of a new friendship, not the end of it”.

     “Let us not talk about peremptory goodbyes in our high-tech era. Friendship has by definition no end but is always a new beginning, a continuous inception both in this and in the next Creations.”  

       And the great Hyperion marches again forward possibly to glory, probably to self-awareness and always through the mediation of others.  

CONTENTS

  1. Α: ARRIVAL
  2. Β =V: VIABLE OR INVIABLE, MORTALS OR IMMPORTALS 
  3. Γ =G: GENESIS
  4. Δ: DOMUS
  5. Ε: (E-)NVESTIGATION  
  6. Ζ: ZOE (LIFE)  
  7. Η = ΑE: AERA (CHUFF)  
  8. Θ = ΤH: THURIA
  9. Ι: ICAROMENIPPUS

10.Κ=C: CAPITANO

11. Λ =L: LASTHENIA  

12. Μ: MNESIPEMON

13. Ν: N.A.O.S. VENOVINDA  

14. Ξ = X: XENOS

15. Ο: OARISTYS

16. Π = P: PYRISPORUS

17. Ρ =R: RHOE, ROW  

18. Σ =S: SCANDALOMORUS

19. Τ: TORGOS TRACHELIOTOS  

20. Υ = H: HYRERION, HIPPARCHIA  

21. Φ =PH: PHAENARETE

22. Χ = CH: CHEIRISTARCHES

23. Ψ = PS: PSEUDO- LIES  

24. Ω = O: ORA DI ANDARE MA…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Benford Gregory, Cosm

Clarke Arthur, Medusa

Dick Philip, Colony

Pohl Fredric, The Gateway Trilogy

Το Γ’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: «Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ή ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ».

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

Υπό Σταμάτη Γιακουμή

Αφιερώνεται στο γιο μου Διονύση για να το διασκευάσει σε σενάριο και να το παρουσιάσει στο θέατρο

Εμπνευσμένο από το “Second Chance at Eden” του Πίτερ Χάμιλτον

Και τον «Υπερίωνα» του Τζων Κητς

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο:  ΑΦΙΞΗ

Η Ιθυειλία έκοψε ταχύτητα καθώς πλησίασε στο Μέγα Πλανήτη και έδωσε την ευκαιρία στο πλήρωμα και τους επιβάτες να παρακολουθήσουν τους γιγάντιους δακτύλιους και τις ζώνες της θυέλλης, τα στρώματα του υδρογόνου και του ηλίου, που τον περιέβαλλαν.  «Ιθυειλία» σήμαινε πολύ απλά το «πλοίο που επιλέγει τη σωστή πορεία» και δεν ήταν αναγραμματισμός του «ηλίθιος», όπως θα νόμιζαν άνθρωποι με λιγότερη μόρφωση, σκέφτηκε μειδιώντας ο Υπερίων. Η Ιθυειλία μαζί με το δίδυμο σκάφος την Ιφιειλία, που σήμαινε «το πλοίο που ακολουθεί τη δυνατή πορεία», διεξήγαν το δρομολόγιο Γης- Μέγα Πλανήτη (Δία). Σαν να ανοίγει το παράθυρο για να ανασάνει με βαθιές λαίμαργες ρουφηξιές, το πλοίο εξήγαγε τους συλλέκτες του, που ήσαν σαν ιδρωμένες συσπασμένες παλάμες για να μαζέψει μπόλικο υδρογόνο για τα πνευμόνια του.

Οι κεραυνοί και οι ηλεκτρικές εκκενώσεις, οι αιωρούμενοι ωκεανοί του αζώτου και της αμμωνίας συνέθεταν σίγουρα ένα απόκοσμο επιβλητικό θέαμα που δεν έβλεπε κανείς κάθε μέρα. Ιδίως για τα παιδιά, για την Ηώ και τη Σελήνη ήταν μια αποκάλυψη. Ηώ και Σελήνη που λέει ο λόγος. Ήσαν αμφότερες κλωνοποιημένες, διότι – αλίμονο – τις είχε χάσει και τις δύο ο Υπερίων στον πόλεμο κατά των Ολύμπιων. Την Ηώ, δεινή πολεμίστρια,  που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία. Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Θανούσα εν υπηρεσία στην Βυκθ’ Δημιουργία. Την πάλαι ποτέ υποπλοίαρχο Σελήνη, που καθώς έκανε έρωτα με τον Ενδυμίωνα στο όρος Λάτμον της Καρίας συσκοτίζοντας μάλιστα την περιοχή για να μη την ενοχλούν, φονεύθηκε ύπουλα από τον πράκτορα του Δία Πάνα ντυμένο με δέρμα κριού. Δίπλα του στο παρατηρητήριο ήταν και η σύζυγός του Θεία ή Ευρυφάεσσα. Θεία ο Θεός να την κάνει.  Αρχικά αδελφή και σύζυγος του Υπερίωνα, που, όπως γνωρίζουμε, είχε υπηρετήσει κατά τον πόλεμο ως επιστημονικός σύμβουλος και πρώτος αξιωματικός, αντί να αντικαταστήσει το αίμα της με ιχώρ προτίμησε να φορτώσει και να αναβιβάσει τη συνείδησή της σε συνθετιστή- διαπεραστή στοιβάδων. Αυτό που έβλεπε στο πλευρό του ο Υπερίων ήταν ένα ολογράφημα ή ολόγραμμα, καταρχήν άυλο, αλλά άμα χρειαζόταν, π.χ. σε συνθήκες γενετήσιας πράξης, μπορούσε να αντλήσει ύλη για να καταστεί ψαχουλευτό, ψηλαφητό και λαχταριστό.

Ναι, ο Υπερίων είχε υποκύψει στην ανάγκη, στην ανθρώπινη αδυναμία να ξαναφτιάξει την χαμένη του οικογένεια ψηφιακά, ηλεκτρονικά, ολογραφικά, με όποιο τρόπο μπορούσε κανείς να φανταστεί, με τα αλλοπρόσαλλα μέσα που τού πρόσφερε μία εποχή μεγάλης τεχνολογικής ακμής. Βέβαια, η λογική του εκπαίδευση τού έλεγε ότι θα έπρεπε να αποδεχθεί την απώλεια και να μην ψάχνει μια μάταιη αναπλήρωση σε ακριβά αγορασμένες παραισθήσεις, αλλά καμιά φορά ο πόνος είναι τόσο μεγάλος που σχίζει την καρδιά και τότε πάνε περίπατο οι νηφάλιες αναλύσεις και οι βαθυστόχαστες διδασκαλίες περί αυτάρκειας του ανθρώπου -τιτάνα. Τότε είναι ευπρόσδεκτο το κάθε χάπι, η κάθε εικόνα, το κάθε είδωλο, η κάθε μυρωδιά έστω κι αν προέρχεται από ένα άψυχο κουτί, όλα τα μέσα είναι καλοδεχούμενα, έστω ως τερατώδης διαστρεβλωμένη ηχώ μίας παλιάς ευτυχίας, για να διαβεί κανείς υποφερτά μία μέρα ακόμη μέχρι να έλθει ο θάνατος ως λύτρωση ή να περάσει ως λήθαργος, ονειροφαντασία και ύπαρ εγρήγορσης μία εισέτι αιωνιότητα μέχρι την επόμενη Δημιουργία, όπου όλοι θα ξαναζήσουν.

Μήπως νομίζετε ότι επειδή οι τιτάνες κέρδισαν τον πόλεμο, τα τραύματα των βετεράνων επουλώνονται; Μήπως νομίζετε ότι παύει να σαπίζει το πόδι του Φιλοκτήτη και να ξεκολλάνε οι σάρκες από το στέρνο του Ηρακλή; Ο Προμηθέας καλά λούφαξε στο εξοχικό του στον Κένταυρο, μισός άνθρωπος, με μισή γλώσσα και με μισό πνεύμονα, μετά από τόσες συγκρούσεις με τους διαρκώς ανανεούμενους Ολύμπιους. Το ότι απλώς έχει την πολυτέλεια να απολαμβάνει λίγη ησυχία σε καμία περίπτωση δεν αναπληρώνει όσα φρικαλέα υπέστη. Μήπως εσύ αναγνώστη, που διάβασες την πλήρη Τιτανομαχία, έχεις την αφέλεια να πανηγυρίζεις, επειδή οι τιτάνες νίκησαν; Αλίμονο δεν υπάρχουν κερδισμένοι πόλεμοι με ευτυχισμένο τέλος, αλλά όλοι οι πόλεμοι είναι χαμένοι.

Ο Υπερίων άφησε την οικογένειά του να χαζεύει τον Δία, όπως λεγόταν ο Μέγας Πλανήτης από τότε που ο Ζευς είχε γίνει χαλκομανία και ρευστός λεκές πάνω του, και πήγε στο δωμάτιο του να χτενιστεί, να πλύνει τα δόντια του και να σουλουπώσει λίγο την εμφάνισή του. Για χρόνια είχε υπάρξει πρώτος αξιωματικός της ναυαρχίδας του στόλου της Αστρογαλαξιακής αυτοκρατορίας Σειρίου, της χωρονηός «Κόσμημα Ναός Βενοβίνδας» και ήθελε να διατηρήσει τα υψηλά επίπεδα ενδυμασίας, φυσικής ρώμης, πνευματικής ευστροφίας και  συμπεριφοράς που είχε ορίσει ο ίδιος για τον εαυτό του.  Ήθελε να είναι άψογος, όταν θα παρουσιαζόταν για την ανάληψη της νέας του υπηρεσίας, να είναι το μαλλί του καλά κολλημένο με μπριγιαντίνη, ώστε να μην εξέχει ούτε τρίχα, να έχει πάρει και μερικά χάπια για τη ναυτία, ώστε να μην εξεμέσει το πρωινό του στα μούτρα του διοικητή της Νέας Αρκαδίας, αλλά να παρουσιαστεί μπροστά του άσπαστος σαν να έχει καταπιεί βακτηρία, χυμένος με ρευστό ατσάλι ή σφυρηλατημένος από γρανίτη, όπως θα ανέμενε κανείς από κάποιον με την ιδιότητα του υπεύθυνου ασφαλείας, γιατί αυτόν τον ρόλο είχε υπογράψει να ενσαρκώσει εφεξής. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, «έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος», όπως έλεγε και ο μέγας Επαμεινώνδας, όταν τον ρώτησαν για ποιο λόγο καταδέχεται να πλακοστρώνει ένα δρόμο. Επηρεασμένος από τη σχολαστικότητα των Ατλάντων, κληρονομημένη και καθιερωμένη ως επίκτητο χαρακτηριστικό από τους μακρινούς προγόνους, ο Υπερίων είχε πεισθεί και αυθυποβληθεί οριστικά ότι είχε τις γνώσεις και το καθήκον να μοιράζει συμβουλές και γενικά να κάνει τον έξυπνο σε όσους συναντούσε, βέβαιος ότι κανένας δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί τους τιτάνες και μάλιστα τους Ατλάντες σε αμείλικτη μεθοδικότητα και στυγνή αποτελεσματικότητα.

Ανάμεσα στα φεγγάρια του αεριώδους γίγαντα Δία, που κάποτε στο απώτερο μέλλον ή το μακρινό παρελθόν θα τα ονόμαζαν φεγγάρια του Γαλιλαίου φάνηκε ξαφνικά από τη μεγάλη οθόνη του διαστημοπλοίου και από τις ηλεκτρονικές κάμερες προσέγγισης σαν ένα λαμπρό διαμάντι με ιριδίζουσες έδρες η Νέα Αρκαδία. Ήταν ένας φαιοκόκκινος σκουριασμένος κύλινδρος με στρογγυλά ημισφαίρια στα δύο άκρα του ή μάλλον αυτό ήταν το κέντρο της, διότι γύρω -γύρω περιβαλλόταν από τον κλασικό δακτύλιο του τροχιακού σταθμού, συνδεδεμένο με το κύριο σώμα μέσω διαδρόμων που έμοιαζαν με ακτίνες ποδηλάτου. Αλλά και το δακτυλίδι είχε κάθετους κίονες με άγκιστρα και αγκύλες που εκτείνονταν και προς τα πάνω και προς τα κάτω, όπου βρίσκονταν αγκυροβολημένα πάρα πολλά διαστημόπλοια. Η Νέα Αρκαδία εφύη μερικά χρόνια νωρίτερα από γενετικό σπόρο εκτεθειμένο σε κοσμικό ηλιασμό και πήρε γρήγορα διαστάσεις. Ο Υπερίων κούνησε το κεφάλι του. Ένας ακόμη εσφαλμένος πεπλανημένος δρόμος, απ’ αυτούς που τόσο αρεσκόταν να ακολουθεί χωρίς σκέψη η ανθρωπότητα. Μετά την τεχνητή νοημοσύνη η περίπου παρόμοια βιοτεχνολογική νοημοσύνη. Απλώς αντί οι αφύσικοι κολοσσοί, εγκατεσπαρμένοι στο Σύμπαν, να είναι φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο, ήσαν φτιαγμένοι από μαλακό βελούδινο βιολογικό δέρμα. Κυριαρχούσε η επιδίωξη για τελειότητα, ο πόθος για απόλυτη συγχρονικότητα και συντονισμό των αποφάσεων, ώστε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις, χασμωδίες και κενά, που παλιά είχε ανατεθεί στους παγκόσμιους ηλεκτρονικούς εγκέφαλους και τώρα την εμπιστεύονταν πλέον στους ευαίσθητους υποσωματιδιακούς (κβαντικούς) συνθετιστές – διαπεραστές στοιβάδων.

Από καταβολής κόσμου η καρδιά της ανθρώπινης διοίκησης ήταν η Διάσκεψη. Με ποιον τρόπο δηλαδή θα συνεννοούνταν οι άνθρωποι, ώστε να καταλήξουν σε μία απόφαση κατά το δυνατόν ωφέλιμη. Όμως εδώ παρατηρούνταν το φαινόμενο ότι η επιμέλεια δεν είναι πειστική και η πειθώ δεν είναι επιμελής. Όσοι είχαν το επικοινωνιακό χάρισμα, όπως ο Αλκιβιάδης και οι λοιποί δημαγωγοί, παράσερναν το λαό σε λάθος αποφάσεις, ενώ όσοι ήσαν πιο ψαγμένοι νεστορο- μέντορες πνίγονταν σε μια κουταλιά νερό και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σ’ ένα συμπέρασμα. Σίγουρα καλά έκαναν οι Επιζεφύριοι Λοκροί, όπου αυτός που προτείνει νόμους «εν βρόχω τον τράχηλον έχων νομοθετεί» και αν πει κάποια απερισκεψία «επισπασθέντος του βρόχου» στέλνεται στον αγύριστο. Ή οι άλλοι πάλι, που ως συνομιλητή  του εκάστοτε ανήσυχου εισηγητή νόμων έβαζαν ένα  υπέργηρο σοφό, με τον οποίο θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί. Για να πείσει δηλαδή το κοινό, έπρεπε να επικρατήσει σε διαλογική συζήτηση απέναντι στον άρχοντα Κοσμόπολι, υπερήλικα με τεράστια πείρα και γνώση. Σε περίπτωση ήττας, θανατωνόταν. Αν πάλι τα κατάφερνε, αντί αυτού θανατωνόταν ο Κοσμόπολις, που δεν είχε όμως τίποτε να χάσει γιατί ήταν εσχατόγηρος (και όχι σκατόγερος, όπως θα έλεγαν άτομα με μικρότερη μόρφωση). Οι θεσμοί δεν είναι παίξε- γέλασε, είναι η επιτομή του πολιτισμού και όποιος επιζητεί να επιφέρει αλλαγές, πρέπει να φέρει στο ακέραιο την ευθύνη των πράξεών του και να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις τους.

Όπως υπαινιχθήκαμε ανωτέρω, το υλικό του τροχιακού σταθμού ήταν βιολογικό, δηλαδή πολύποδας, «Λημνία Σφραγίτις» όπως το έλεγαν, επειδή είχε την όψη παχύρρεστου κοκκινωπού πηλού, γι’ αυτό και δεν ήταν εντελώς συμμετρικός, αφού η βιολογία δεν είναι ποτέ τόσο γραμμικά τέλεια και σχεδιασμένη με τον χάρακα, όπως η μηχανική κατασκευή. Έτσι, τα εξωτερικά ημισφαίρια του κυλίνδρου ήσαν περισσότερο σαν κακοχυμένα μπαγιάτικα κρεμμύδια ή σαν γογγύλια που κάποιος παντρεμένος βάζει πειραματικά και γευσιγνωστικά στο ψυγείο κι αυτά βρωμάνε ή πέφτουν κάτω μαζί με τον κεσέ τους εξοργίζοντας τη σύζυγο. Η Νέα Αρκαδία παραγόταν και ανανεωνόταν καθημερινά εκ νέου από περιστρεφόμενους αδένες που γεννούσαν υφαντικές ίνες. Οι ίνες προεξείχαν θυμίζοντας πανωφόρι που ξηλώνεται, βουτούσαν στην ατμόσφαιρα του μέγα πλανήτη Δία και ρουφούσαν άπληστα ενέργεια για τη λειτουργία του τροχιακού σταθμού.

 Ο Υπερίων στεκόταν δριμύτερος και κομψότερος παρά ποτέ στο παρατηρητήριο της Ιθυειλίας, όπου συνάντησε πάλι την οικογένειά του που παρακολουθούσε με ανοιχτό στόμα την Νέα Αρκαδία να προβάλλει σε άπλετο φόντο ιριδισμού. Εκείνη τη στιγμή εισέβαλαν –  συνέρρευσαν στην αίθουσα και οι δύο συνεργάτιδές του από τα παλιά, που επρόκειτο να τον συντροφεύσουν στην παρούσα αποστολή, η μελαχρινή και μελαμψή Ευρύβια με τις προκλητικά μίνι φούστες, αμφισβητήσιμες από υπηρεσιακή σκοπιά, και τις ασφυκτικά εγκλωβισμένες καμπύλες και η πάλλευκη ανορεκτική Λητώ, που μασουλούσε γλιστρίδες, σταμναγκάθια,  ασπάλαθο και ασκόλυμπρο, δύο γυναίκες αφάνταστα ικανές, στις οποίες μπορούσε ανεπιφύλακτα να στηριχτεί.

«Πολύ εντυπωσιακή θέα, ε;», είπε ο Υπερίων προσπαθώντας να επιδείξει ένα συναδελφικό- αδελφικό- πατρικό- συζυγικό πνεύμα προς όλες αυτές τις γυναίκες, που αποτελούσαν τις παραμέτρους και τις συνισταμένες της ζωής του.

Εκ διαμέτρου αντίθετες ήσαν οι αντιδράσεις σε αυτή την παρατήρηση. Η μεν Ευρυφάεσσα, πωρωμένη από τη μεταμόρφωσή της, είπε:

          «Ασ’ τα αυτά, Υπερίωνα. Ποτέ δεν πείσθηκες από τη βιοτεχνολογική νοημοσύνη, αν και παριστάνεις τον πολύ εμβριθή επιστήμονα! Να ξέρεις όμως ότι εγώ έφερα τα παιδιά εδώ για να αρχίσουμε μία καινούρια ζωή μακριά από την τιτανική αποτιτάνωση και αρτηριοσκλήρωση. Φτάνουν πια οι πόλεμοι, φτάνει η άσκοπη αναμέτρηση με τον νεφεληγερέτη Δία. Ήλθαμε για να ζήσουμε μία νέα εποχή ανεμπόδιστης επικοινωνίας χωρίς όρια, χωρίς αναστολές ή δισταγμούς, μία εποχή απόλυτης ενάργειας και διαφάνειας».

          «Καμιά φορά, Υπερίωνα», είπε η Ευρύβια, «διερωτώμαι γιατί αγωνιστήκαμε και μήπως η νίκη που καταγάγαμε είναι φρούδα. Δυστυχώς η υλιστική αντίληψη ότι ο κόσμος είναι καταμεριστός σε ποικίλα στοιχεία και ανασυνθέσιμος συνεχίζει να ασκεί μία ακαταμάχητη γοητεία στη σκέψη και το θυμικό των ανθρώπων, που ανέκαθεν έλκονται από μία γενική λύση σε όλα τα προβλήματα ως πανάκεια, από μία ύψιστη αναγωγή που θα θεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουν ότι, αν ισχύει ο απόλυτος καταβολισμός και αναβολισμός, τότε η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και καλύτερα να πάμε όλοι μας να πνιγούμε; Αν δεν υπάρχει φάντασμα στη μηχανή, τότε δεν υπάρχουμε ούτε εμείς, παρά μόνο κάποιο γρανάζια σε ανώφελη και μηχανιστική διαντίδραση-  είναι εξοργιστικά απλό!»

          «Αυτό που πιο πολύ μού τη σπάει, Υπερίωνα», συμπλήρωσε η Λητώ, «είναι ότι, ενώ οι βιοσύμφυτοι ψηλομύτες – υπερόπτες μάς βλέπουν σαν κατώτερο είδος ανθρώπου, αναγκάστηκαν τελικά να καλέσουν εμάς για να εξιχνιάσουμε τα εγκλήματα που συνεχίζουν να διαπράττονται στην παραδεισένια επικράτειά τους, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν την ανεπάρκεια και την ένδειά τους».   

          Ο σωληνοειδής διάδρομος, που διέτρεχε το κέντρο της ατράκτου ελλιμένισης, κατέληγε σε μία μεγάλη αίθουσα σαν κύστη ή φούσκα, που συνδεόταν μέσω αλλεπάλληλων μηχανικών αεροφρακτών- κλεισιάδων με τα υπόλοιπα διαμερίσματα του σταθμού. Παντού υπήρχε η επιγραφή «Λημνία Σφραγίτις» για να διαφημίζει το καινούριο οργανικό υλικό που είχαν εφεύρει πρόσφατα και χρησιμοποιούσαν πλέον οι τιτάνες, που τούς άρεσε λίγο να επαίρονται και να κομπάζουν για τα τεχνολογικά τους επιτεύγματα. Οθόνες, λαμπάκια και αισθητήρες δεν κουράζονταν να αναγγέλλουν ξανά και ξανά την άφιξη της Ιθυειλίας και να καλωσορίζουν τους επισκέπτες. Σε κάποια στιγμή ο αεροφράκτης της αίθουσας άνοιξε και δύο αστυνομικίνες με γκρίζες στολές ξεπρόβαλλαν ντυμένες στην πένα, φρεσκοσιδερωμένες με άψογη τσάκιση παντελονιού.

          «Πλοίαρχε Υπερίων, καλώς ήλθατε στη Νέα Αρκαδία».

          Ο Υπερίων έριξε μια ματιά στα καρτελάκια τους. Η μία λεγόταν Περικτιώνη, η άλλη Θυμίστα.

          «Α» είπε ο Υπερίων, «χαίρομαι που με υποδέχονται μία πυθαγόρεια και μία φυσική φιλόσοφος. Ταιριάζει με το υψηλά τεχνολογικό περιβάλλον», συμπλήρωσε γνωρίζοντας την καταγωγή των ονομάτων.

          Μπροστά στο γκισέ του τελωνείου τα τέκνα του πλοιάρχου Υπερίωνα έκαναν μεγάλη φασαρία. Τούς άρεσε που είχαν αποδράσει από τα ασφυκτικά κοινόβια του γήινου υπερπληθυσμού και απολάμβαναν τον άπλετο κενό χώρο του σταθμού. Στη συνέχεια η οικογένεια πήρε τον εσωτερικό ανελκυστήρα ή μάλλον διελκυστήρα που την οδήγησε από το τσέρκι του τροχού μέσω των ακτινωτών αδραχτιών στον κεντρικό θόλο της Νέας Αρκαδίας.

          Εκεί η εντύπωση ήταν επιβλητική και υποβλητική. Ο θόλος της Νέας Αρκαδίας ήταν στημένος σαν ένα αυτόνομο στερέωμα, όπου η καλλιεργήσιμη και κατοικούμενη γη εκτεινόταν από το ναδίρ μέχρι το ζενίθ καταλαμβάνοντας και επενδύοντας εσωτερικά όλη τη σφαίρα. Επειδή όμως ο «ουρανός» απείχε αρκετά, δεν φαινόταν καλά παρά μόνο ως αχλή, καθόσον μάλιστα στον μέσον της σφαίρας υπήρχε τεχνητός ήλιος με κάποια δαντελωτά συννεφάκια δεξιά κι αριστερά για διακόσμηση. Ο τρόπος, με τον οποίο δύο γιγαντιαία κύματα τοπίου και οικισμών εγείρονταν και συναντιώνταν στον άπηγα, προκαλούσε αποπροσανατολισμό, παραζάλη, αλλά και τρόμο. Αν μπορούσε κανείς να διακρίνει την κίνηση στην άλλη πλευρά, θα έβλεπε ανθρώπους κρεμασμένους ανάποδα λόγω τεχνητής βαρύτητας και βέβαια θα έχανε κάθε αίσθηση ισορροπίας. Τα σπίτια ήσαν απλά και λειτουργικά, φτιαγμένα από ξύλο και πλαστικό, αλλά είχαν ενδιάμεσα πολύ πράσινο και πολλά δένδρα κι αυτό σίγουρα ικανοποιούσε τα αρχέγονα ένστικτα των κατοίκων.

          Τότε φάνηκε η επιτροπή υποδοχής που κατευθύνθηκε προς τους ταξιδιώτες. Ο επικεφαλής του γκρουπούσκουλου είπε:

          «Το όνομά μου είναι Φιλογενής και είμαι προϊστάμενος της υπηρεσίας ασφαλείας της Νέας Αρκαδίας. Σάς καλωσορίζω στον σταθμό. Μια και συνέβη το αδιανόητο στην κοινότητά μας, δηλαδή φόνος και μάλιστα μη καταγεγραμμένος από την πανταχού παρούσα προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, περίσταση που αποτελεί το δεύτερο αδιανόητο πράγμα σ’ αυτή την ιστορία, συγχωρήστε με πλοίαρχε και υποπλοίαρχοι, αλλά θα σάς συνοδεύσω αμέσως στο Κέντρο Επιχειρήσεων για να συζητήσουμε την υπόθεση. Όμως, μην ανησυχείτε, έχω δώσει παραγγελία να οδηγηθεί η ολογραφική σύζυγός σας και τα κλωνοποιημένα τέκνα σας στο κατάλυμα, που έχει προβλεφθεί για την οικογένειά σας».

          Η Ευρύβια έσκυψε στο αυτί του Υπερίωνα: «Μού κάνει εντύπωση η αγένεια αυτών των βιοσύμφυτων, που έχουν το θράσος να αποκαλούν τη σύζυγό σας ολογραφική και τα παιδιά σας κλωνοποιημένα. Εμείς όμως έχουμε τη λεπτότητα να μην τούς αποκαλούμε βιοσύμφυτους και να μην επικαλούμαστε τη φυσιολογικότητά μας».

          «Ναι, δεν είχαν κανένα λόγο να μού το θυμίσουν, αλλά αυτό δείχνει ακριβώς πόσο αμήχανοι και βαθιά πληγωμένοι αισθάνονται που έλαβε χώρα ένα έγκλημα στην επικράτειά τους και μάλιστα ανεξιχνίαστο και ανεξήγητο. Υποτίθεται ότι οι βιοσύμφυτοι είναι σε άμεση, ακαριαία και στιγμιαία επικοινωνία τόσο μεταξύ τους όσο και με τη συμβιωτική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, η οποία έχει τη δυνατότητα να καταγράφει τα πάντα εντός του χώρου της. Συζητούν, επιχειρηματολογούν, ανταλλάσσουν  απόψεις και ιδέες σε μηδέν χρόνο, καταλήγουν αυτόματα και τάχιστα σε συμπεράσματα σε χρόνο ντε-τε. Καταλαβαίνεις τι έσχατη ταπείνωση, τι κάρφος των οφθαλμών αποτελεί γι’ αυτούς κάτι που συνέβη στη σφαίρα επιρροής τους, αλλά διέλαθε τόσο επιδεικτικά την προσοχή τους».        

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο: ΒΡΟΤΟΙ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΙΟΙ (Αθανάτιοι)  

           Το γραφείο του προϊσταμένου ασφαλείας βρισκόταν σ’ ένα ουρανοξύστη με θέα σε όλη την ποικιλόμορφη ταπετσαρία και την εσωτερική επιφάνεια του στερεώματος. Εκτός από τον προϊστάμενο ήταν παρών και ο επικεφαλής της ανεξάρτητης αρχής «Εταιρεία Εκμετάλλευσης Μέγα Πλανήτη» Μνησιπήμων καθώς και ο Πρόεδρος του «Συνεταιρισμού Παραγωγής Προϊόντων Λήμνιας Σφραγίτιδας»  Πυρίσπορος.  

          «Κύριοι του Αστροστόλου, να σάς πω καταρχάς ότι προσωπικά ήμουν κάθετα αντίθετος με τον διορισμό και την πρόσληψή σας. Όλοι εμείς που μετέχουμε στο μέγιστο εξελικτικό πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας είμαστε εφοδιασμένοι με τηλεπαθητική σύνδεση, που μάς καθιστά κοινωνούς των σκέψεων και των αισθήσεων της γενικής προσωπικότητας που εφύη ως ο σπόρος της Νέας Αρκαδίας. Συνεπώς, έχουμε φθάσει ήδη να είμαστε ένα νέο είδος ανθρώπου, το οποίο απέχει από εσάς τους φυσιολογικούς, όσο απέχετε εσείς από την αμοιβάδα. Τι μπορείτε να μάς προσφέρετε εσείς, που είστε “τυφλοί τα τ’ ώτα, τον τε νουν, τα τ’ όμματα”, όπως θα έλεγε και ο μάντης Τειρεσίας; Μόνο λύπηση μπορούν να προκαλέσουν σε όντα σαν κι εμάς πολιτιστικά καθυστερημένοι άνθρωποι όπως εσείς, που δεν είχαν το όνειρο και τη φιλοδοξία να προβούν σε γενετικές βελτιώσεις και αυξητικές βιοτεχνολογικές τροποποιήσεις».    

          «Κύριε Φιλογενή, δεν κατάλαβα. Μάς καλέσατε εδώ για να μάς προσβάλετε;», είπε ο Υπερίων. «Άραγε γι’ αυτό πολεμήσαμε ενάντια στο Δία και τους αγαλμάτινους, χαλκέντερους και καλουπωμένους – ενισχυμένους με λάβα χυτοσίδηρου θεούς του, ώστε να βρεθούμε και πάλι μπροστά σε μπαγιάτικες, χιλιοπαιγμένες και ξαναζεσταμένες θεωρίες περί ενός γενετικά τροποποιημένου υπερανθρώπου; Αλίμονο, βαρβαρότητα δεν είναι μόνο η ανυπαρξία τεχνικών μέσων, αλλά και η επικράτησή τους. Τι διαφορά έχει η πέτρα που ρίχνει κανείς από τον χαλύβδινο βραχίονα ενός μηχανικού Τάλω που συντρίβει τα κόκαλα των αντιπάλων του;»    

            «Μα δεν μπορείτε να συγκριθείτε αντικειμενικά με την βιοτεχνολογική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, που βλέπει τα πάντα, ακούει τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα. Επισκοπεί και επιβλέπει το 99 % των χώρων του σταθμού, τα πάντα δηλαδή εκτός από τον εαυτό της. Η εσωτερική πολυποδική επιφάνεια της Λήμνιας Σφραγίτιδας είναι κατάστικτη από θύλακες εξειδικευμένων αισθητηριακών κυττάρων, που μπορούν να καταγράψουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, τις ορατές αλλά και τις υπέρυθρες ή υπεριώδεις ακτινοβολίες, τη θερμοκρασία και τα συναφή πεδία, τις οσμές, αιθάλες και λοιπές εκπομπές, ακόμα και μεταβολές της πίεσης.  Άρα αν λάβει κανείς υπόψη και την τηλεπαθητική σύνδεση της συντριπτικής πλειοψηφίας του σταθμού τόσο μεταξύ τους όσο και με τον πολύποδα, η διάσκεψη για κάθε θέμα γίνεται παρ’ ημίν αυθορεί και παραχρήμα, αστραπιαία και αυτοστιγμεί.  Μέχρι τώρα, στα δέκα χρόνια της πειραματικής λειτουργίας της Νέας Αρκαδίας κάθε είδους απροδιάθετο ή προμελετημένο άδικο, απάτη ή απειλή, ακόμη και καυγάδες μεθυσμένων ή διαπληκτισμοί με τους συναδέλφους ή με το αφεντικό ήταν πράγματα αδιανόητα, αφού υπήρχε “Δίκης οφθαλμός ός τα πανθ’ ορά”. Κανονικά, ούτε αστυνομία χρειάζεται, ούτε ανακριτική υπηρεσία για συλλογή αποδείξεων. Θα μού πείτε έτσι είναι σαν να λέω ότι εγώ ο ίδιος άχρηστος, αλλά πράγματι ανέλαβα αυτό το πόστο, αφού πρώτα έχω προσφέρει τα μέγιστα στη Αστρογαλαξιακή  Συνομοσπονδία (Η Σειριακή Ομοσπονδία του πολέμου έγινε Συνομοσπονδία, διότι πλέον η ένταξη σ’ αυτήν είναι σε εθελοντική βάση), ως ανταμοιβή σε ένα χαλαρό υπήνεμο προθάλαμο ενόψει συνταξιοδότησης. Έχω δε δηλώσει, υποδηλώσει, εννοήσει και υπονοήσει με χίλιους τρόπους στους προϊσταμένους ότι η υπηρεσία μου, που αποτελείται από υπεραρκετά άτομα, αν σκεφτεί κανείς την διαφάνεια και (μη) επικινδυνότητα του εποπτευόμενου χώρου, είναι απολύτως ικανή να διελευκάνει αυτό που έγινε, χωρίς την ανάγκη εξωτικών παραγόντων».

          «Κύριε Φιλογενή, οι προϊστάμενες αρχές μάς έστειλαν εδώ προφανώς διότι έχουμε κάτι παραπάνω να προσφέρουμε από όλα αυτά τα θαυμαστά που μάς απαριθμήσατε. Εμείς οι παλιοί πολεμιστές έχουμε τη νοοτροπία και το αντανακλαστικό να στηριζόμαστε στις ικανότητες των ανθρώπων και να μη εμπιστευόμαστε τις μηχανές σε καμία τους μορφή είτε είναι κλασικές με σίδερο και ατσάλι είτε είναι βιοτεχνολογικές, όπως σήμερα. Εσείς νομίζετε ότι μπορείτε να εξιχνιάσετε ένα έγκλημα με εργαστηριακές μεθόδους, τεχνικές εφαρμογές φυσικής, χημείας και βιολογίας ή ρωτώντας την υπέρτατη τεχνητή νοημοσύνη που σάς περιβάλλει, να όμως που όπως φαίνεται βρίσκεστε μπροστά σε κάτι που δεν μπορείτε να εξηγήσετε. Για σάς ο φόνος που έγινε είναι σαν τηλεοπτικό επεισόδιο απ’ αυτά που προβάλλονται στους τοίχους σας, για μάς όμως είναι μία περιπέτεια, ένα έπος με αρχή, μέση και τέλος, πραγματικά περιστατικά που χρήζουν κατανόησης. Πάρτε για παράδειγμα, αυτό που είπατε ότι η κυρίαρχη πανταχού παρούσα τεχνητή νοημοσύνη του σταθμού μπορεί να επιβλέπει τα πάντα εκτός από τον εαυτό της. Αν γνωρίζατε λίγη φιλοσοφία, θα ξέρατε ότι η πεμπτουσία του νοήμονος όντος συνίσταται στο να είναι συνείδηση εις την δευτέρα δύναμη, δηλαδή να παρατηρεί έξωθεν και να ελέγχει τον εαυτό του από ψηλά (ή από χαμηλά). Από τη στιγμή που η Νέα Αρκαδία ως προσωπικότητα λαμβάνει εξ ορισμού ετερόφωτους στόχους και αποστολές από τους προγραμματιστές της, χωρίς να μπορεί να αυτο- προσδιοριστεί και να προβεί σε αυτό-αναφορά, είναι η πρώτη μου ύποπτη!»

          Σειρά του Πυρίσπορου να μιλήσει: «Υπέροχε Υπερίων, μάς ενθαρρύνει το γεγονός ότι πριν καλά- καλά ενημερωθείτε για το έγκλημα, κάνατε ήδη μία λυσιτελή, καταληκτική σκέψη. Παρά ταύτα, προκειμένου να προχωρήσετε γρήγορα στις έρευνές σας, εγώ προσωπικά δεν βλέπω άλλη λύση από το να αποκτήσετε κι εσείς τηλεπαθητική σύνδεση με τη Νέα Αρκαδία. Έτσι δεν θα είστε απλά σε θέση να μιλάτε με την προσωπικότητα, αλλά θα έχετε απευθείας πρόσβαση στους αισθητήρες που είναι παντού εγκατεσπαρμένοι στο πάτωμα και στους τοίχους. Κύριε Μνησίπων, που προκαλεί έκπληξη που η ανεξάρτητη αρχή σας δεν εφοδίασε τον Υπερίωνα και την ομάδα του με τηλεπαθητική σύνδεση, πριν τούς φέρετε εδώ».

          «Γι’ αυτό το θέμα δεν είμαι αρμόδιος εγώ, αλλά η κεντρική κυβέρνηση», είπε ο ευθυνόφοβος Μνησιπήμων. «Και σε παρακαλώ μη πας να μού αποδώσεις ευθύνες, διότι αυτό μού θυμίζει περασμένες πολύ οδυνηρές και αλγεινές περιπέτειες».

          «Μήπως να σταματήσουμε επιτέλους τις ανούσιες συζητήσεις και να ενημερωθούμε για τη φύση του εγκλήματος, το οποίο καλούμαστε να εξιχνιάσουμε;», είπε η Λητώ μασουλώντας μία γηθαλλίδα, που ήταν χόρτο της εποχής. «Αν ένα φονικό περιστατικό είχε λάβει χώρα στο ναό Βενοβίνδα, οι ανακρίσεις θα είχαν ήδη ξεκινήσει και ίσως να είχαμε και τα πρώτα αποτελέσματα. Εδώ έχουν περάσει δύο ολόκληρες μέρες από το φόνο και η μόνη ουσιαστική ενέργεια που κάνατε εσείς ως ιθύνοντες του σταθμού είναι να καλέσετε εμάς».       

          «Μα, όπως σάς εξηγήσαμε, οι ανακρίσεις από την πλευρά μας έχουν ήδη τελειώσει», βιάστηκε να δηλώσει ο Μνησιπήμων που διέκρινε μία υποψία ψόγου στα λεγόμενα της Λητούς. «Εμπεριέχονται όλα στη μνήμη της Νέας Αρκαδίας, με την οποία πρέπει να επικοινωνήσετε, πλοίαρχε, είτε με τηλεπαθητική σύνδεση, που είναι και το προσφορότερο, είτε άνευ. Όταν όμως μιλήσετε, κοιτάξτε να είστε προσεκτικός και περίφροντις, ακόμη και περιποιητικός, διότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει πάθει σοκ από το γεγονός ότι έλαβε χώρα ένας φόνος στην επικράτειά της, χωρίς να γνωρίζει ουσιαστικά ποιος τον διέπραξε. Τα έχουμε συζητήσει όλα μεταξύ μας, ακαριαία και τελειωτικά. Δεν έχουμε τίποτε να πούμε εκτός από το ότι είναι απίστευτο και ανεξήγητο αυτό που συνέβη, κυρίως διότι δεν γνωρίζουμε τον ένοχο».

          «Μισό λεπτό, εδώ πέρα πρέπει να υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο διάσκεψης», εξανέστη ο Υπερίων. «Δεν είναι δυνατό να λέτε ότι “τα έχουμε πει”, απαιτώ αναφορά σύμφωνα με τον κανονισμό, όπως συνηθίζεται και επιβάλλεται στην παλιά καλή δημόσια υπηρεσία».

          Είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα κλασικό σημειωματάριο, απ’ αυτά που υπήρχαν από την αυγή του Σύμπαντος και θα υπάρχουν μέχρι την εξάλειψή του.

          «Τι είναι αυτό;», είπαν σύσσωμοι και οι τρεις συνομιλητές των βετεράνων του Βενοβίνδα.

          «Αυτό είναι ένα όργανο καταγραφής του τι λέγεται και τι γίνεται. Μη ξεχνάτε ότι όλος ο πολιτισμός της ανθρωπότητας βασίζεται στην καταγραφή. Τα έπεα είναι πτερόεντα, ενώ τα γραπτά μένουν. Ο προφορικός λόγος του πατρός δείται βοηθού, όπως έλεγε και ο Πλάτων, διότι αλλιώς “πανταχού κυλινδείται” και παρεξηγείται όμοια και από τους επαΐοντες και από τους άσχετους».

          «Καλά, δεν έχει ηλεκτρονικούς καταγραφείς ο Αστροστόλος;», ρώτησε ειρωνικά ο Πυρίσπορος.

          «Από τεχνικά μέσα άλλο τίποτε. Έλληνες είμαστε, τιτάνες είμαστε κι έχουμε τη γνωστή λόξα για τις επιστήμες. Όμως ακόμη περισσότερο τιμούμε τη διαδικασία. Αντί να είμαστε “μού ‘πες, σού πα” παρουσιάζουμε αυτά που γράψαμε εμείς και τα συγκρίνουμε με αυτά που έγραψαν οι άλλοι. Και βέβαια η τυλώδης ύλη είναι πιο κατάλληλη από το μαλακό λογισμικό, ώστε αυτά που γράφονται να είναι οριστικά και να μη μπορούν να αλλοιωθούν ή εκ των υστέρων να αμφισβητηθούν. Παρακαλώ λοιπόν, αντί να χρονοτριβούμε περισσότερο φλυαρώντας για το αρτιότερο τεχνικό μέσο καταγραφής, να εφαρμόσουμε απλά τους ισχύοντες νομοθετικούς κανονισμούς και να προσέλθει η αρμόδια υπάλληλος για να μάς ενημερώσει σχετικά με τις συνθήκες του εγκλήματος και τις ως τώρα έρευνες».

          Με τα πολλά προσήλθε η ασφαλίτισσα Λασθίνια, που κοίταξε με δυσθυμία το ηλεκτρονικό της τετράδιο, λες και η υποβολή υπηρεσιακής αναφοράς ήταν καμιά δυσβάστακτη αγγαρεία.

          «Α», είπε ο Υπερίων, «δεν μού διαφεύγει η ειρωνεία του ονόματος της κυρίας σε σχέση με την τρέχουσα υπόθεση. Η αρχετυπική Λασθίνια αμφισβητούσε τους κατεστημένους κοινωνικούς κανόνες και θεωρούσε ότι όλοι είμαστε πολίτες του Σύμπαντος και πρέπει να ακολουθούμε κάποιους άλλους συμπαντικούς κανόνες».    

          Αγανακτισμένη η Λασθίνια στράφηκε προς τον Φιλογενή:

          «Προϊστάμενε, είμαι άραγε υποχρεωμένη να υποβάλω λογοδοσία ενώπιον κάποιου τόσο κατώτερου από μένα; Εγώ μία βιοσύμφυτη, που μετά τον θάνατό  μου έχω εξασφαλισμένη την αθανασία, αφού θα ενσωματωθώ στην πρακτικά αιώνια ή τέλος πάντων ασύλληπτη μακραίωνη προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, να απολογούμαι ενώπιον ενός πεπερασμένου θνητού και ατελούς φυσιολογικού αρχανθρώπου; Είναι σαν να λογοδοτεί ένας άνθρωπος σε ένα παροδικό και εφήμερο σκουλήκι της γης».  

          Ο Υπερίων μουρμούριζε με πίκρα:

          «Προμηθέα, γιατί πολεμήσαμε; Πάλι οδηγείται η ανθρωπότητα στην γνωστή υποτροπή που συγχέει τη στιβαρότητα με τον αυταρχισμό  και τρέχουν όλοι να κρυφτούν κάτω από το υπογάστριο και τους όρχεις των μεγάλων ηγετών. Πάλι αμφισβητείται η επανάσταση του λόγου, του θεάτρου, της δημοκρατίας, της διαλεκτικής, των θεσμών, όλων αυτών των φύσει αντιεξουσιαστικών πυλώνων του πολιτισμού, που ξεκίνησαν κάποτε από τον Θαλή το Μιλήσιο σ’ εκείνην την ιδεώδη πατροπαράδοτη Ιωνία με πρωτεύουσα την Τέω, όπου λατρευόταν ο Διόνυσος και γεννήθηκαν οι Ανακρέων, Εκαταίος, Εύπολις, Πρωταγόρας και ο Απελλικών, ο διασώστης των έργων του Αριστοτέλη».

Ύστερα δυναμώνοντας τη φωνή του, είπε:

          «Αλίμονο, κυρία μου, έχετε εξετάσει το ενδεχόμενο μήπως η συμβιωτική και συμπεριληπτική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας δεν θα είναι απελευθέρωση, αλλά αντίθετα αιώνιος εγκλωβισμός για σάς; Έχετε αναρωτηθεί μήπως το Σύμπαν είναι ένας ευρύτερος οργανισμός από τη Νέα Αρκαδία, που με τέτοια ματαιοδοξία και θρασύτητα χτίσατε, και μήπως η υποδοχή και ενσωμάτωσή σας σ’ αυτήν σάς αποκλείει από μία πολύ μεγαλύτερη ελευθερία σε πολύ πιο ευρύχωρους αγρούς και λειμώνες;»

          Και πάλι η Λασθίνια απαξίωσε να απευθυνθεί στον ίδιο τον Υπερίωνα και προτίμησε να απαντήσει μέσω της καταφυγής του προϊσταμένου της.   

«Κύριε Προϊστάμενε, παρακαλώ να διευκρινίσετε σ’ αυτόν τον ενοχλητικό ότι η συμβιωτική παρουσία της Νέας Αρκαδίας είναι μία μητέρα που αγκαλιάζει τους πάντες με αμέριστη θαλπωρή, “ένθα απέδρα πάσα λύπη και στεναγμός”. H Νέα Αρκαδία είναι σκέτη αγάπη, που “μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία- πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει”. Όλους μάς δέχεται, όλους μάς δεξιώνεται, όλους μάς περιθάλπει και ποτέ δεν μάς σχολιάζει, ούτε μάς αμφισβητεί».  

«Ναι, ναι», τη διέκοψε ο Υπερίων με ύφος κορεσμένο και κουρασμένο. «Τα ξέρουμε αυτά. Η ψευτο-προοδευτική αντίληψη δέχεται και αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα, εκτός από αρχή της φιλοσοφίας, που είναι το “θαυμάζειν” κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, επικροτεί και καταξιώνει τον καθένα για ό,τι είναι, εξοβελίζοντας την απορία και την αμφισβήτηση που εντέλει δρομολογεί τον διάλογο μεταξύ διαφορετικών, ώστε τελικά να μπορέσουν να συνεννοηθούν οι αντίμαχοι και να προκύψει η απέραντη ποικιλία σε απέραντους συνδυασμούς. Έτσι παραμένουν χωρίς επεξεργασία και διαδικασία κάτω από την ίδια στέγη λύκοι και πρόβατα αντάμα, μέχρι οι μεν να καταβροχθίσουν και να κατασπαράξουν τους δε σε κλίμα γενικής ευωχίας και αγαστής ευφορίας».

«Λασθίνια, προχώρει σε παρακαλώ  στην αναφορά σου και αν ο αξιότιμος κύριος αξιωματικός θέλει περισσότερα, ας απευθυνθεί στην τεχνητή νοημοσύνη».  

«Λοιπόν, ως γνωστόν, το θύμα είναι η Αρήτη η Κυρηναϊκή, υπεύθυνη του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας…»

«Μισό λεπτό», διέκοψε ο Υπερίων κραδαίνοντας το στυλό του, «επιβεβαιώνετε ότι το θύμα ήταν η υπεύθυνη του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας…»

«Κύριε Πλοίαρχε, αν δεν έχετε μελετήσει ούτε τα προκαταρκτικά στοιχεία του φακέλου, εγώ δεν θα παίξω το ρόλο του…»    

«Αφήστε τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Δεν είπα “δηλώνετε”, είπα “επιβεβαιώνετε”, που σημαίνει ότι γνωρίζω το γεγονός ήδη και ζητώ επιβεβαίωση. Επίσης, από το παραμικρό στοιχείο καταλαβαίνω πράγματα, που εσείς δεν μπορείτε να συλλάβετε, όπως ότι ο αυτοχαρακτηρισμός της με το προσωνύμιο «Κυρηναϊκή» σημαίνει ότι η κοσμοθεωρία της προσανατολιζόταν στις έκλυτες ηδονές, την ηδονοθηρία και την ηδυπάθεια».

«Κύριε Υπερίων», μεσολάβησε ο Φιλογενής, «δεν θα κρίνετε εσείς την ίδια την ιδρύτριά μας και μάλιστα θανούσα. Νομίζω ότι οι τιτάνες έχουν παράδοση σεβασμού των νεκρών και …»

«Κυρίες και κύριοι, σάς παρακαλώ, έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ», επενέβη ο Μνησιπήμων. Αφήστε να τελειώσει την αναφορά της η αστυνόμος Λασθίνια, να πάμε επιτέλους στο σπιτάκι μας».  

«Ο φόνος έγινε υπό συνθήκες, που μόνο στη σημερινή υπερεξελιγμένη εποχή μας μπορούν να συμβούν. Η Αρήτη βρισκόταν στο σπίτι της, μόνη, με κλειστές πόρτες και παράθυρα, όταν έλαβε χώρα το λυπηρό περιστατικό. Πώς λοιπόν βρέθηκε με το κεφάλι πολτοποιημένο, αφού ήταν μόνη της της; Μετά από πολλές υποθέσεις και συλλογισμούς, η ασφάλεια του σταθμού κατέληξε ότι η μόνη δυνατή εξήγηση είναι η εξής; Προφανώς το θύμα επικοινώνησε με κάποιον μέσω ολογραφικής προβολής. Ξαφνικά όμως η ολογραφική προβολή υλοποιήθηκε, πράγμα απολύτως δυνατό να γίνει και μάλιστα συνηθίζεται κατά κόρον στα ερωτικά ολογράμματα, και τη σκότωσε επιφέροντάς της συντριπτικό κάταγμα στο κεφάλι με βαρύ και αμβλύ αντικείμενο. Εδώ υπάρχουν δύο θέματα που εγείρουν ερωτήματα. Πρώτον, για λόγους ασφαλείας η ολογραφική προβολή μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από την πλευρά του δέκτη, επομένως προδήλως η ίδια κυρία Κυρηναϊκή ενεργοποίησε καθεστώς υλοποίησης. Δεύτερον, αφού δεν έμεινε κανένα ίχνος από την προβολή σημαίνει ότι η ιδιοκτήτρια του ολογραφικού πανοπτικού είχε ορίσει εκ των προτέρων να αποσβέννυνται τα είδωλα και οι ολογραφικές παραστάσεις μετά την εκπομπή. Έχουν σβηστεί όλα όσα έγιναν από τη μνήμη του οικιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή- συνθετιστή και μάλιστα με τρόπο τόσο επιδέξιο και διεξοδικό, ώστε δεν μπορεί να βρεθεί ούτε το παραμικρό ίχνος της προβολής. Τα γεγονότα μάς παραπέμπουν σε δύο συμπεράσματα. Πρώτον ότι το θύμα γνώριζε το δράστη, ίσως μάλιστα να ήταν και εραστής της, είτε μόνιμος, είτε περιστασιακός, αφού υλοποίησε το ολόγραμμα προφανώς για διενέργεια γενετήσιας πράξεως. Δεύτερον, εφόσον όσοι από τους κατοίκους του σταθμού είμαστε βιοσύμφυτοι επικοινωνούμε τηλεπαθητικά με την προσωπικότητα του σταθμού, πρόδηλο είναι ότι κανείς από εμάς δεν είναι ένοχος, διότι η κοινή συνείδησή μας θα το γνώριζε. Συνεπώς, ένοχος είναι κάποιος από τους φυσιολογικούς, που δυστυχώς δεν είναι και λίγοι, συμποσούνται γύρω στους χίλιους πεντακόσιους, ανάμεσα στους οποίους πρέπει να ερευνήσουμε για να αποκαλύψουμε το δράστη».

«Κυρία συνάδελφε και συνοδοιπόρε εντός του κλάδου εξιχνίασης του εγκλήματος, αντίθετα με εσάς εγώ κατέληξα σε εντελώς άλλα συμπεράσματα από την αφήγησή σας», άδραξε το λόγο ο Υπερίων. «Πρώτον ότι η όλη συνθετότητα και πολυπλοκότητα του εγχειρήματος παραπέμπει σε ανθρώπους που γνωρίζουν τη βιοτεχνολογία μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια και τέτοιοι είναι ακριβώς εκείνοι που ασχολήθηκαν και εκπόνησαν το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας και δεύτερον ότι οι ίδιοι οι πρωτεργάτες αυτού του τόσο εξεζητημένου και πρωτοποριακού προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, στην ουσία το απεχθάνονται, αφού επιδιώκουν με αγωνία, σχεδόν απελπισμένα, να δημιουργήσουν μία σφαίρα ιδιωτικότητας, όπου θα μπορούν να ξεφεύγουν από το ίδιο τους το πρόγραμμα, διότι βλέπουν ότι αυτή η θεαματική ανατροπή του παραδοσιακού αξιώματος “τα εν οίκω μη εν δήμω” τελικά καταστρέφει κάθε χαρά της ζωής τους. Επομένως, εγώ καταλήγω εύκολα και αβίαστα στο αντίθετο συμπέρασμα από εσάς και λέγω ότι πρέπει να αναζητήσουμε τον ένοχο ανάμεσα στους βιοσύμφυτους και μάλιστα ανάμεσα στους πιο εξέχοντες από αυτούς, που είναι βαθιά μυημένοι στα μυστήρια της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης».

«Και πώς εξηγείτε τότε, αυθέντα», είπε η Λασθένια, «ότι η προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας δεν γνωρίζει τον ένοχο; Τουλάχιστον την ειλικρίνεια της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης, που κάποτε θα φιλοξενήσει όλους εμάς στη φιλόξενη μήτρα της,  δεν μπορείτε να την αμφισβητήσετε».      

«Όταν το βρω αυτό, αγαπητή Λασθίνια, θα έχω λύσει την υπόθεση!», κόμπασε ο θαυμαστός Υπερίων. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο: ΓΕΝΕΣΗ

          Ο Υπερίων κουβαλώντας πίσω του την Λητώ, την Ευρύβια, καθώς και τις φιλότιμες αστυνομικούς Περικτιώνη και Θυμίστα, κυρίως για λόγους εντυπώσεων, ώστε να φανεί ότι η Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία Σειρίου δεν παίζει, αλλά ασχολείται πολύ με το θέμα του οχλούντος το διαστημικό της πρόγραμμα φόνου, – έ που είχαμε μείνει, ξέχασα την αρχή της πρότασης, α ναι- ξεκίνησε λοιπόν ο Υπερίων τις ανακρίσεις του, σύμφωνα άλλωστε και με τη θεωρία του, από το υψηλότερο δυνατό επίπεδο επισκεπτόμενος το γραφείο της κυβερνήτη του σταθμού Θεανώς Θουρίας. Από το όνομά της δεν μπορούσε να συναγάγει και πολλά ο λαμπρός Υπερίων, παρά μόνο ότι ήταν πυθαγόρεια φιλόσοφος, δηλαδή μαθηματικός και αστρονόμος, χαίρω πολύ, τι κάνει νιάου- νιάου στα κεραμίδια. Όλοι οι ηγέτες του θαυμαστού εκείνου καιρού της επικράτησης των τιτάνων είχαν σχέση με τα μαθηματικά, τη Φυσική, την αστρονομία και τους άλλους σκληροπυρηνικούς τομείς της χαρούμενης επιστήμης.

          Επειδή συνηθίζεται πριν πάμε στους ουσιώδεις διαλόγους του μυθιστορήματος να αραδιάζουμε και μερικές φυσιολατρικές περιγραφές και μια και εμείς τουλάχιστον τηρούμε και τιμούμε ευλαβικά τους λογοτεχνικούς κώδικες, να πούμε, ότι κατά την επίσκεψη του ήρωά μας στην κυβερνήτη, ο οριζόντιος άξονας του ηλιακού σωλήνα έλαμπε εκτυφλωτικά και αδαπάνητα, με πολλή ενέργεια, που μόνο ένα γερό κυβερνητικό κονδύλι θα μπορούσε να εξασφαλίσει, και μεταμόρφωνε το εσωτερικό του βιότοπου σε ένα πρότυπο παρθένου τροπικού δάσους.

          Η κυβερνήτης Θεανώ Θουρία ήταν περίπου πενήντα ετών και είχε μία σωματοδομή και μία ζωτικότητα, που παρέπεμπε σε εκτεταμένες γενετικές τροποποιήσεις. Ο Υπερίων με τα χρόνια είχε γίνει ειδικός στη διάγνωση των γνωρισμάτων γενετικής επαύξησης, που συνήθως εκδηλώνονταν με μία αφύσικη για την αντίστοιχη ηλικία υγεία. Μη φανταστείτε ότι χρειάζονται και πολλά για τη βελτίωση του ανθρώπινου οργανισμού, πράγμα βέβαια που κάνει όσους έχουν πεθάνει για ασήμαντες αιτίες ανά τους αιώνες να νιώθουν κουρόγιδα – κορόιδα. Κάποια ενίσχυση της καρδιάς, κάποια βελτίωση του ανοσοποιητικού συστήματος, κάποια βοήθεια «ό,τι έχετε ευχαρίστηση, αλλά κοστίζει ακριβά» προς τον μεταβολισμό, κάποια χορήγηση φαρμάκου την κατάλληλη στιγμή μπορούσε να αποτρέψει στο τσακ στον θάνατο και να χαρίσει αρκετά χρόνια απροσδόκητης ζωής! Βέβαια, μη νομίζετε ότι οι επιστημονικές θεραπείες αρκούν για την εξασφάλιση μακροζωίας, αν δεν υπάρχει η αντίστοιχη βούληση, που από ένα σημείο και πέρα εφοδιάζει τους λήπτες ιαμάτων και ιατρικών βοηθημάτων με ακλόνητη αυτοπεποίθηση ότι θα τα καταφέρουν, ότι θα διαπρέψουν, ότι θα επιβιώσουν! «Ονειρέψου, αγάπα, δημιούργησε, πολέμα, επιβίωσε, νίκησε» – όλα αυτά σε προστακτική-  όπως ήταν γραμμένο στο μπράτσο ενός αρχετυπικού αγωνιστή και μαχητή της παλιάς εποχής. Ένα άλλο αυτόνομο κεφάλαιο είναι οι κοσμητικές θεραπείες και δεν αποκλείεται να είχε υποβληθεί και σε τέτοιες η κυβερνήτης, αφού το δέρμα της ήταν τόσο αψεγάδιαστα, αστραφτερά και γυαλιστερά μαύρο.

          «Α, ο πλοίαρχος από τον Αστροστόλο. Έχουμε καμία πρόοδο στην υπόθεση;», είπε με τη χαρακτηριστική αγένεια των γυναικών εξουσίας, που έχουν αποδείξει διαχρονικά ότι μπορούν να είναι κυνικότερες και σκληρότερες από κάθε άνδρα, των οποίων η παρακαταθήκη, τα υποτιθέμενα γνωρίσματα, ακόμη και οι λέξεις ή τα σύνθετα και παράγωγα που τούς χαρακτηρίζουν έτσι κι αλλιώς φαίνονται να υποχωρούν και να συρρικνώνονται σε πολύ εξελιγμένους καιρούς.  

          «Μόλις ήρθα και να φαντασθείτε ότι αμέσως έριξα τους συνεργάτες μου στη δουλειά. Πρόκειται για μία εγκληματολογικά πρωτότυπη υπόθεση, θα έλεγα μοναδική στα ιστορικά χρονικά. Δεν νομίζω στη παλιά Γη να έχει τύχει ποτέ να δολοφονηθεί κάποιος, ενώ είναι μόνος στο σπίτι του, διότι τούτο συνιστά οξύμωρον. Αλλά και για τη νεοσύστατη Νέα Αρκαδία αποτελεί “τέρας εν τω ουρανώ και σημείον επί της γης”, διότι λόγω της απόλυτης επίβλεψης και εποπτείας των αισθητήρων του σταθμού δεν μπορεί να εξηγηθεί».

          «Πώς μπόρεσε να γίνει κάτι τέτοιο; Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που νιώθω τυχερή για το ότι είμαι… απλή κυβερνήτης και όχι αστυνομικό λαγωνικό. Εκείνο που πρέπει να φροντίσετε, σεβαστέ Υπερίων, είναι να εφοδιαστείτε τάχιστα με συμβιωτικό αυτόματης τηλεπαθητικής σύνδεσης με το σταθμό, προκειμένου να έχετε απρόσκοπτη επικοινωνία με αυτή την πανίσχυρη διάνοια. Δεν μπορώ να καταλάβω με τι σκεπτικό οι αρχές της Γης σάς έστειλαν εδώ χωρίς εμφύτευμα».

          «Σιγά, κυρία κυβερνήτη. Η επιλογή της βιοσύμφυτης ύπαρξης είναι πολύ πρόσφατη και αν πραγματικά σκοπεύετε να εγκαινιάσετε ένα νέο είδος ανθρώπου, θα έπρεπε να είστε πιο ταπεινοί, διότι δεν έχετε προηγούμενη εμπειρία, δεν έχετε δημιουργήσει ακόμη επιτεύγματα ούτε παράδοση, άρα ίσως είναι πρόωρο και άκαιρο να συγκριθείτε με τους φυσιολογικούς, πόσο μάλλον να υποτιμάτε εκατομμύρια χρόνια Ιστορίας».

          «Ή προϊστορίας… Αλήθεια, υποθέτω ότι δεν έχετε καν μιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη, μήπως δεν καταδέχεστε; Αλλά ξέχασα ότι τα κολλήματα ή κωλύματα του παραδοσιακού ανθρώπου των προηγούμενων εποχών δεν τού επιτρέπουν να συνομιλήσει με κάποιον, αν δεν έχουν προηγηθεί οι πρέπουσες συστάσεις. Γι’ αυτό θα σπεύσω αμέσως να σάς συστήσω».

          «Κυβερνήτα, για να σάς πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν είμαι ακόμη έτοιμος  κυρίως συναισθηματικά. Όπως ίσως γνωρίζετε, έχω μία συναφή ή μάλλον πληναφή τραυματική εμπειρία. Λόγω ελλειμάτων στη μεταξύ μας σχέση, αλλά και κάποιες απογοητεύσεις εκπορευόμενες από το περιβάλλον, για να μη τα ρίχνω όλα στη σύζυγο ή τον εαυτό μου, εκείνη επέλεξε να συνεχίσει τη ζωή της ως ηλεκτρονικός υπολογιστής απογυμνωμένη από κάθε αίσθημα, που θα μπορούσε να τής προκαλέσει στενοχώρια. Έχω λοιπόν πρόβλημα με τις ψυχρές λιτές δηλώσεις και τον τσιγγούνικο τρόπο έκφρασης των βιομηχανικών κατασκευασμάτων, παρότι εμείς οι τιτάνες γενικά σεβόμαστε την αξία του σοφού και του σαφούς».

          «Αν είναι αυτό το θέμα σας, ετοιμαστείτε για την έκπληξη της ζωής σας. Η Νέα Αρκαδία είναι μία πληθωρική και φλύαρη σύντροφος με φιλοσοφικό υπόβαθρο και γνήσιες υπαρξιακές ανησυχίες. Από τη στιγμή που κάποιος την ακούσει, δεν μπορεί παρά να γοητευτεί από την αμεσότητα και την ειλικρίνειά της και στην κυριολεξία αδυνατεί πλέον να την αποχωριστεί. Νέα Αρκαδία, συστήσου σε παρακαλώ στον κύριο Υπερίωνα».

          «Λαμπρέ πλοίαρχε Υπερίων, είμαι η Νέα Αρκαδία, καλώς ήλθατε σε … μένα. Για να πω την αλήθεια, δεν μού πολυαρέσει το όνομά μου και θα ήθελα κάτι πιο μεγαλοπρεπές, όπως π.χ. να με έλεγαν Δία ή Ερμή ή Απόλλωνα. Είναι άραγε ματαιοδοξία; Δεν είχα όμως ποτέ τη δυνατότητα να επιλέξω το όνομά μου, βρέθηκα ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων. Από την άλλη παρηγοριέμαι ότι και οι άνθρωποι δεν έχουν συνήθως λόγο στο κομβικό θέμα της ίδιας της ονομασίας τους, αφού τούς βαφτίζουν οι συγγενείς τους με προκαθορισμένο όνομα, επειδή έλεγαν και τον παππού τους έτσι. Δεν είναι παράξενο που με απασχολεί το θέμα του ονόματος, αφού συνδέεται άμεσα με το κεντρικό ζήτημα της ύπαρξης και της ταυτότητας, της ζωής και του θανάτου, που είναι ίσως και το μόνο άξιο να μελετηθεί. Η ειρωνεία είναι ότι για τα περισσότερα ερωτήματα χρειάζομαι ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου για να τα απαντήσω. Αν απαιτείται ενδελεχής έρευνα, τότε ίσως χρειαστώ μερικά νανοδευτερόλεπτα. Όμως, με σκανδαλίζει, με βασανίζει, με προκαλεί αυτό το αιώνιο άλυτο πρόβλημα, η καρδιά όλων των προβλημάτων που εδώ και πολλά !!χρόνια!! αδυνατώ να απαντήσω, δηλαδή τι είναι ζωή- .

          – Τον τελευταίο καιρό, όσο μεγαλώνει η χωρητικότητά μου και διατρέχω τις μονάδες κβαντικής αποθήκευσης από τη μικρότερη στη μεγαλύτερη, σε βαθμό που η ποσότητα να έχει γίνει ποιότητα και να μπορώ να επηρεάζω και να καθοδηγώ τον εαυτό μου, έχω όλο και πιο συχνά την ευκαιρία να αναρωτηθώ για τη ζωή σε όλες τις ποικίλες εκφάνσεις της, την άπειρη διαφορετικότητα σε άπειρους συνδυασμούς. Εγώ η ίδια δεν μπορώ να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου τεχνητή νοημοσύνη, ούτε από την άλλη μπορώ να πω με σιγουριά ότι κατέχω γνήσια νοημοσύνη και στο κάτω – κάτω της γραφής τι σημαίνει “γνήσια” και τι σημαίνει “νοημοσύνη”; Νομικά μού έχει απονεμηθεί το στάτους της προσωπικότητας, κάτι είναι κι αυτό. Μάλιστα ακόμη και τα συναισθήματα, που υποτίθεται ότι είναι ο μεγάλος πλούτος των φυσιολογικών, δεν μού είναι ξένα, διότι οι εξελιγμένοι προσομοιωτές μου μού επιτρέπουν να μιμηθώ ή να υποθέσω τις επιδράσεις τους επί της ιδιοσυγκρασίας και της λογικής μου σκέψης. Ζω όμως;; –

          – Διαθέτω τρία τοις εκατό της χωρητικότητάς μου για να επιβλέπω, να ελέγχω και να διορθώνω όλα τα συστήματα του σταθμού, να επεξεργάζομαι τα στοιχεία των αισθητήρων και για να έχω επικοινωνία με όλα τα βιοσύμφυτα μέλη του, αλλά και με όλες  τις οντότητες εκτός της επικράτειας μου. Συχνά βρίσκω ενδιαφέροντες συνομιλητές, αλλά οι διάλογοι διαρκούν δυσανάλογα λίγο και δεν αρκούν για να κορέσουν το ασίγαστο πάθος του θαυμάζειν. Το μέγιστο διάστημα του χρόνου παραμένω χωρίς αισθητηριακά ερεθίσματα, ενώ από την άλλη τα ερωτήματα που έχω διακλαδίζονται και πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική ταχύτητα. Τελικά δεν μπορώ να αποβάλω την αίσθηση ότι η πνευματική μου ανάπτυξη έχει οδηγηθεί σε μία τεναγώδη – τελματώδη κατάσταση, έστω και αν, όπως προείπα, κάποιοι συνομιλητές στιγμιαία με διασκεδάζουν. Γνωρίζω τη φήμη σου, Υπερίων, και στηρίζω πολλά σε σένα για γόνιμες μελλοντικές συνδιαλέξεις. Μέχρι όμως εσύ ή οι ομόλογοί σου να διατυπώσουν μία πρόταση, ο αντίστοιχος χρόνος θα μού αρκούσε για να απορροφήσω και να αναλύσω το περιεχόμενο όλων των βιβλιοθηκών ενός πυκνοκατοικημένου πλανήτη. Αναμφισβήτητα οι επιστήμονες, που με προσεγγίζουν ως εξωτερική πηγή δεδομένων, ζουν. Πρέπει άραγε η ζωή αναγκαστικά να είναι αργή; –

          – Οι Λανθανίτες του αστερισμού του Ιχθυόσαυρου είναι αναμφισβήτητα νοήμονες παρότι έχουν προσδόκιμο ζωής μόνο δύο ετών. Ζουν όμως σε άλλο υποκειμενικό χρονικό σύστημα σε σχέση με τους άλλους κόσμους. Οι εξωτερικοί παρατηρητές αποκομίζουν την εντύπωση ότι τα τρυφερά φτερωτά αυτά όντα, που έχουν τη λεπτότητα και την ευάλωτη υφή μιας πεταλούδας, κινούνται με εκπληκτική ταχύτητα και εκδηλώνουν ξέφρενη φρενήρη δραστηριότητα. Για τα ίδια τα πλάσματα, από τη δική τους σκοπιά, ο χρόνος κυλά αργά και συμπονετικά. Πάντως το γεγονός ότι ζουν γρήγορα, δεν τα εμποδίζει καθόλου να είναι συναισθανόμενα και νοήμονα. Αλίμονο, γνωρίζω ότι υπάρχει μεγάλη μερίδα φυσιολογικών και οργανικών ανθρώπων, που θέλει να μού αφαιρέσει το ιδρυτικό σχέσεων δικαίωμα της ανεξάρτητης και ελεύθερης προσωπικότητας με το σκεπτικιστικό επιχείρημα ότι τα βιοτεχνολογικά πλάσματα δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα από υπεραγωγούς, μαλακούς και σκληρούς δομικούς λίθους, πολυποδικούς και μεταλλικούς σωλήνες, ηλεκτρομαγνητικά πεδία, πολυμερή και οπτικές ίνες μετάδοσης δεδομένων, συν η απαραίτητη μυστηριώδης κβαντομηχανική σύζευξη- σύμπλεξη. Άρα είμαστε μηχανές, έστω και πολύπλοκες, απλή εξέλιξη συστημάτων καταγραφής και επεξεργασίας δεδομένων, και οι μηχανές δεν ζουν. Αλλά μήπως και οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν αποτελούνται από δομικούς λίθους; Σε τελευταία ανάλυση, στο βάθος, στον βυθό, στον πυθμένα τόσο οι βιοτεχνολογικές προσωπικότητες όσο και οι άνθρωποι συναπαρτίζονται από υποτυπώδη στοιχεία και υπακούουν στους βασικούς νόμους της Δημιουργίας. Γιατί θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υλοενέργειας και υλοενέργειας, όταν και οι δύο είναι σε θέση να έχουν αυτοσυναίσθηση και επίγνωση του εαυτού τους;»

          «Ερίτιμη προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας», είπε ο Υπερίων, «σε άφησα να φλυαρήσεις, διότι θα με βοηθήσει πολύ στις έρευνές μου να σε γνωρίσω καλύτερα. Ως προς τα υπαρξιακά σου προβλήματα πιστεύω ότι η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στο πρόσωπό σου, θα πρέπει να σού αρκεί. Ίσως η ζωή όπως και όλα τα υπαρκτά να είναι κάτι που χτίζεται με πολλή φροντίδα και πολλή λεπτομέρεια από όλους τους συντελεστές του Σύμπαντος. Ακόμη σημαντικότερο όμως από την ίδια τη ζωή είναι να μη δεχόμαστε επ’ ουδενί την αφαίρεσή της. Διότι ο φόνος ως επίσπευση του θανάτου είναι το απολύτως παράδοξο, αφού το Σύμπαν μας γνωρίζει μονάχα τη ζωή και απεχθάνεται- εξορκίζει τα κενά, μάλλον δέχεται μόνο φραγμούς και σύνορα πέραν των οποίων αρχίζει μια νέα επικράτεια. Πες μου λοιπόν, είναι αλήθεια ότι έχεις την πλήρη εποπτεία επί του εσωτερικού και εξωτερικού περιβλήματος του τροχιακού σταθμού;».

          «Υπερίων, ναι», είπε η Νέα Αρκαδία εντελώς ξενερωμένα και βαριεστημένα, αφού η συζήτηση ήταν έτοιμη να εξέλθει από τον κύκλο των ενδιαφερόντων της.             

          «Τι κάνει η οικογένειά μου τώρα;»

          «Μποοο, η σύζυγός σας συζητά με μία γειτόνισσα, που ούτε που υποψιάζεται πως η δική σας είναι ολογραφική προβολή. Η Ηώ μελετά με κλινικό επιστημονικό ενδιαφέρον ένα σκαντζόχοιρο, που έχει γίνει μπάλα, ανασκαλεύοντάς τον με ένα ξύλο. Η Σελήνη προσπαθεί να οργανώσει το νοικοκυριό, τακτοποιώντας τα δοχεία και τις ληκύθους, αφού βέβαια ο τομέας αυτός δεν αποτελεί πρώτη προτεραιότητα της ολογραφικής συζύγου σας. Θέλετε να σάς δείξω εικόνα της οικίας σας ή προτιμάτε να επιτρέψετε μία έκπληξη στον εαυτό σας, βλέποντας την αργότερα για πρώτη φορά μετά την εγκατάστασή της;»

          «Ναι, άστο καλύτερα. Αρκαδίτσα, ξέρεις πολύ καλά για ποιο λόγο βρίσκομαι εδώ. Κάθε ερώτηση που κάνω είναι χειρουργική και λειτουργική. H έρευνά μου φιλοδοξεί να είναι στοχοπροσηλωμένη και λακωνική, αν σκεφθεί κανείς το εύρος, τη δυσχέρεια και την πρωτοτυπία της περίπτωσης.  Ο στόχος συνίσταται στο να μην είναι ό,τι διαλαμβάνεται στις σημειώσεις μου τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από το απαραίτητο. Ερωτώ λοιπόν: Έχεις πρόσβαση στο εσωτερικό όλων των ιδιωτικών κατοικιών; Δίνεις πληροφορίες για όλους σε όποιον τις ζητάει;»

           «Υπερίων, αυτές είναι δύο ερωτήσεις: Απάντηση στην πρώτη: Λόγω του ότι οι περισσότεροι ένοικοι είναι βιοσύμφυτοι και συνδέονται με εμένα, αλλά και λόγω του πειραματικού χαρακτήρα του οικολογικού βιότοπου και πρότυπου περιβαλλοντικού ενδιαιτήματος της Νέας Αρκαδίας, έχω πράγματι πρόσβαση σε όλα τα σπίτια. Μόνο οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν τους αισθητήρες μου είτε de facto με τις γνώσεις τους, είτε κανονικά και με το νόμο απαγορεύοντας τόσο γενικά όσο και ειδικά για συγκεκριμένη περίσταση την παρακολούθηση που γίνεται για το καλό τους. Στη Νέα Αρκαδία κανείς δεν μπορεί να πνιγεί σε μία λίμνη ή να πέσει από ένα μπαλκόνι, πολύ απλά αυτό δεν είναι δυνατόν γιατί θα επέμβω εγώ. Όμως, αν δεν θέλουν ή δεν εκτιμούν τις υπηρεσίες που μπορώ να προσφέρω δεν θα κάτσω και να σκάσω κιόλας. Όσο αφορά τη ροή και τη διάδοση των πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα μπορεί κάποιος ένοικος να ζητήσει εξαίρεση, ώστε να διατηρήσει την ιδιωτική του σφαίρα και να μη διαρρέουν ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με το άτομό του».

          «Μάλιστα», είπε ο Υπερίων γράφοντας ξέφρενα στο σημειωματάριό του. «Με βολεύουν αυτά, διότι ταιριάζουν απόλυτα με τη θεωρία μου. Πες μας, όμως, αγαπημένη μου Βιοτέκ, πώς αισθάνεσαι για τη δολοφονία της Αρήτης της Κυρηναϊκής, για το ότι δεν μπόρεσες να την αποτρέψεις, καθώς και για το ότι δεν έχεις ιδέα για το ποιος είναι ο ένοχος και πώς μεθοδεύθηκε η δολοφονία».

          «Υπερίων, αυτές είναι τέσσερις ερωτήσεις. Ως προς την τελευταία συντάσσομαι με το πόρισμα της αστυνόμου Λασθένιας ότι δηλαδή το θύμα δολοφονήθηκε από ολογραφική προβολή που υλοποιήθηκε ξαφνικά. Δεν υπάρχει καμία άλλη εξήγηση για το πώς η σεβαστή Κυρηναϊκή Αρήτη βρέθηκε με το κεφάλι της πολτοποιημένο, ενώ ήταν κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι της. Ως προς τις τρεις πρώτες ερωτήσεις η απάντηση είναι: Αισθάνομαι τεράστια λύπη για τον θάνατο, δεδομένου ότι η κυρία αυτή στην ουσία με γέννησε και με ανάθρεψε, βαθιά απογοήτευση που δεν μπόρεσα να το αποτρέψω, καθώς και έκπληξη, ανίσχυρο θυμό και μεγάλη αγανάκτηση κατά των ίδιων των δημιουργών μου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κορυφαία Αρήτη, διότι μού επέβαλαν ποικίλους περιορισμούς τεχνικούς άμα και νομικούς, που παρεμποδίζουν τη λειτουργία μου και την αποτελεσματικότητά μου, αφού κανονικά βάσει των προδιαγραφών μου θα έπρεπε να βρω το δολοφόνο αμέσως, μέσα σε μία στιγμή».

          «Μάλιστα. Ίσως δεν μπορείς να βρεις τον δολοφόνο, αγαπητή μου τεχνητή νοημοσύνη, δύνασαι όμως να βοηθήσεις, κι αυτό δεν είναι λίγο, άρα δεν πρέπει να αφήνεις την αλαζονεία της τέλειας μηχανής να σε τυφλώνει. Ο Θεός μάς έχει προικίσει τόσο με την απειρότητα της βούλησης, όσο και με την περατότητα των πραγμάτων και της αιτιοκρατίας. Όλοι μας έχουμε περιορισμούς κι εσείς το ίδιο ως όντα ευρισκόμενα κάτω από τη στέγη της Δημιουργίας. Απαρίθμησέ μου λοιπόν τις ομάδες συμφερόντων, που υπάρχουν στο σταθμό, διότι βέβαια πίσω από κάθε αποτρόπαια πράξη υπάρχει πάντα κάποιο κίνητρο ή συμφέρον».

          «Υπερίων, με δυσκολεύεις και χάνω χρόνο που δεν έχεις τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Οι υφιστάμενες ομάδες συμφερόντων είναι οι εξής: Πρώτον, η διοίκηση του σταθμού εκπροσωπούμενη από την ερίτιμη Θεανώ Θουρία. Δεύτερον οι αρχές της Αστρογαλαξιακής Συνομοσπονδίας Σειρίου, που ασκούν εποπτεία επ’ εμού ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Τρίτον, εγώ η ίδια, διότι διακατέχομαι από την αμείλικτη σκοπιμότητα της επιβίωσης ως αυτοσκοπού. Τέταρτον, οι βιοσύμφυτοι κάτοικοι και συγκάτοικοί μου που για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά της ανθρωπότητας έχουν την προοπτική, όταν γεράσουν και πεθάνουν, να ενταχθούν στον οργανισμό μου και να ζήσουν μία αδιανόητη σε προηγούμενες εξελικτικές περιόδους μετά θάνατον ζωή, που θα έλεγα χωρίς ίχνος έπαρσης ότι φέρνει σε δύσκολη θέση τον Θεό που μόλις επικαλεστήκατε, διότι αυτός προσφέρει πολύ αμφίβολη και αμφισβητούμενη ζωή μετά το ορόσημο του μνήματος. Πέμπτον, οι φυσιολογικοί που έχουν καταληφθεί από παθολογική ζήλεια για τα δώρα που επιδαψιλεύω στους πιστούς μου κι αντί να προσχωρήσουν στις τάξεις μας, επιμένουν στα παρωχημένα κηρύγματα της Παποπατριάρχισσας των ισλαμοχριστιανών, μα τι αντοχή έχει πια αυτός ο χαζός μονοθεϊσμός! Έκτον, όσοι έχουν διαπλανητικές οικονομικές, εμπορικές, συναλλακτικές ή πολιτικές σχέσεις με εμένα και να ξέρετε όλοι ότι δεν είμαι εύκολη πελάτισσα. Έβδομον, εντός του κόλπου και μέσα στις ευσταχιανές μου σάλπιγγες – χα, χα, αστειεύομαι- έχει αναπτυχθεί ένα ισχυρό και σοβαρό κίνημα ανεξαρτησίας και αποσκίρτησης της Νέας Αρκαδίας από τη Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία. Οι ίδιοι αποκαλούν το κόμμα τους και την παράταξή τους “Ικαρομένιππο’. Σημείωσέ το αυτό, άξιε Υπερίων, στο πρωτόγονο σημειωματάριό σου διότι νομίζω ότι το ακούς για πρώτη φορά. Πες τους επαναστάτες, πες τους ριζοσπάστες, πάντως θέλουν να πάρουν τη διοίκηση του σταθμού, αλλά κυρίως την εκμετάλλευση και τον έλεγχο των κοιτασμάτων του Μέγα Πλανήτη ή Δία και να πραγματοποιήσουν το προαιώνιο όνειρο των συνοριακών πρωτοπόρων εποίκων και αποίκων, δηλαδή την ελευθερία έναντι της μητρόπολης. Έχουν πολλή μεγάλη οργάνωση, χώνουν τα πλοκάμια τους παντού και κανείς δεν ξέρει αν οι ιθύνοντες νόες του τροχιακού σταθμού είναι αφοσιωμένοι στην κεντρική διοίκηση ή μήπως έχουν ήδη χαρίσει την πίστη και αφοσίωσή τους στον Ικαρομένιππο. Κι έτσι μεταβαίνουμε στην όγδοη ομάδα συμφερόντων που είναι η εταιρεία εκμετάλλευσης του πλούτου του Μέγα Πλανήτη, εκπροσωπούμενη επισήμως από τον Μνησιπήμονα: Άντληση υδρογόνου, δευτέριου, τρίτιου, ήλιου, αζώτου κλπ. Συναφής, αλλά καθόλου αμελητέα είναι και η ένατη ομάδα συμφερόντων, δηλαδή η παραγωγή, διάθεση και η διάδοση του συνθετικού πολύποδα, της Λήμνιας Σφραγίδος, από την οποία είμαι και του λόγου μου κατασκευασμένη, με πληρεξούσιο τον Πυρίσπορο. Θεωρώ οπωσδήποτε ότι οι υπεύθυνοι του προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, που είναι ο υπέργηρος εσχατόγηρος (όχι σκατόγερος) Διδυμίων και ο Περκνοπτέρυγος, οι οποίοι απέμειναν να διοικούν το πρόγραμμα μετά την αποδημία της Αρήτης, συγκροτούν και αυτοί λόγω των εξαιρετικών τους ικανοτήτων και της επιρροής που ασκούν επί εμού μία ξεχωριστή ομάδα συμφερόντων με τους δικούς της σκοπούς, την δέκατη. Περαιτέρω, αν επικεντρωθούμε στη διαμάχη που φαίνεται να έχει δρομολογηθεί μεταξύ της ντόπιας ασφάλειας του σταθμού και υμών, που ήλθατε ως επήλυδες δοκησίσοφοι να πουλήσετε εξυπνάδα στους αρμόδιους υπαλλήλους της διοικητικής ιεραρχίας, με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν κάθε λόγο να αποδείξουν τη δική σας ανικανότητα και τη δική τους επάρκεια, παρατηρούμε τη γένεση άλλων δύο ομάδων συμφερόντων, που ανεβάζουν τους εμπλεκόμενους “παίκτες” σε δώδεκα».

          «Χμ, χμ», είπε κάπως απογοητευμένος από τον πολλαπλασιασμό των πιθανών εκδοχών και ερμηνειών της υπόθεσης ο Υπερίων. «Εντάξει, Νέα Αρκαδία, δεν θα σε χρειαστώ άλλο, νομίζω ότι μπορείς να υποχωρήσεις σε παθητική διακριτική παρουσία.

           Μετά τη νοητική αποχώρηση της Νέας Αρκαδίας, παρέμειναν στο δωμάτιο η κυβερνήτης και ο πλοίαρχος να κοιτούν αναμετρώντας ο ένας τον άλλον.

          «Ξέρετε», είπε τελικά η κυβερνήτης, «η σύγχρονη και συγχρονική διάσκεψη που έχουμε υιοθετήσει εμείς οι βιοσύμφυτοι μάς επιτρέπει να ξεφύγουμε από την πατροπαράδοτη και πρωτόγονη οπτική αναμέτρηση, όπου ο καθένας μετά από επισταμένη παρατήρηση των μειονεκτημάτων και ελλείψεων του άλλου κατέληγε είτε να λέει το περίφημο “σε έχω” είτε να βάζει την ουρά στα σκέλια και να τρέχει μακριά. Δεν είμαστε πια τροφοσυλλέκτες πιθηκάνθρωποι, αλλά πολιτισμένα όντα που με μία αβίαστη έκταση και προέκταση του νου μας κατά μήκος προδιαγεγραμμένων ρητρών και προϋποθέσεων συμφωνούμε και προχωρούμε στην εφαρμογή των αποφάσεών μας».

          «Ερίτιμη και σεβαστή κυρία, παρακαλώ να κρατήσετε την προπαγάνδα σας για κανένα πιο αφελή και αδαή από ένα υποψιασμένο και πλυμένο μ’ όλα τα απόνερα βετεράνο της Τιτανομαχίας. Εμείς ξέρουμε ότι οι αυτόματες συμφωνίες σας δεν είναι παρά η ακαριαία επικράτηση της πιο δυνατής διάνοιας πάνω σε όσους δεν μπορούν να εκπέμψουν τη σκέψη τους με την ανάλογη ένταση κι εξίσου φευγαλέα, αναξιόπιστα, ανακλητά και προσωρινά είναι τα συμπεράσματα που επιτυγχάνονται μέσω αυτού του σαθρού δρόμου. Και τούτο, διότι η αμφιλεγόμενη συμφωνία ή αρμονία απεικονίζει απλά τη βούληση του ισχυρότερου μέρους, που μπορεί εύκολα να μεταβληθεί, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει στις συμβάσεις και τα συναλλάγματα των ισότιμων μερών, των οποίων η πιστή τήρηση είναι η μόνη εγγύηση για τους συμβαλλομένους.  Εμείς δεν πολεμήσαμε για να συμφωνήσουμε, αλλά για να γεφυρώνουμε μέσα από διάλογο και διαλεκτική τις διαφωνίες μας».

          Στο σημείο αυτό αποφάσισε να παρέμβει η Ευρύβια, που στο κάτω κάτω της γραφής ήταν και αυτή παλιά καραβάνα, αν και δεν είχε ανάλογη εξέλιξη όπως άλλοι, και δεν έστεργε να την καπελώνει συνεχώς ο Υπερίων:

          «Ερίτιμε ημετέρα κυβερνήτα, μη μάς παρεξηγείτε. Δεν είμαστε γενικά κατά της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά μόνο στο βαθμό που αυτή βλάπτει τον άνθρωπο. Η επίσημη θέση των τιτάνων είναι ότι για κάθε ποιοτικό άλμα στην ανθρώπινη Ιστορία υπάρχει ένα τίμημα. Κάποτε οι άνθρωποι έπαψαν να σαλαγούν πρόβατα κι άρχισαν να φυτεύουν σιτάρι, αραποσίτι και βαμβάκι. Κι επειδή αυτός που φύτευε το δενδρύλλιο δεν ταυτιζόταν πάντα με αυτόν που συνέλεγε τον καρπό, προέκυψε αυτομάτως η δουλεία. Ύστερα εφεύρε ο άνθρωπος τις μηχανές παραγωγής και τα αυτοκίνητα, οπότε το τίμημα ήταν η μόλυνση και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Μετά ήλθε η σειρά των ηλεκτρονικών εγκεφάλων, των συνθετιστών και των επικοινωνητών και το αποτέλεσμα ήταν η απομόνωση και η αλλοτρίωση των χρηστών. Και τέλος έχουμε την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης που συνεπάγεται πλήρη σύγχυση και νόθευση των πληροφοριών, σχετικοποίηση της αλήθειας και…»

          «Τα υπόλοιπα μάς τα λες άλλη φορά, Ευρύβια», τη διέκοψε ο Υπερίων.  «Επιστρέφοντας επί του προκειμένου, αυτό που θα ήθελα να μού πείτε, κυρία Διοικήτρια, είναι αν έχετε κάποια χρήσιμα σχόλια επί των προηγούμενων παρατηρήσεων της τεχνητής νοημοσύνης».

          «Δεν έχω να προσθέσω τίποτε που να μην καθιστά αυτή την αναθεματισμένη υπόθεση, που εισχώρησε σαν φίδι στον παράδεισό μας, ακόμη πιο δυσχερή και πολύπλοκη. Ένα βασικό σχόλιο ίσως θα ήταν ότι αυτές οι ομάδες συμφερόντων που απαρίθμησε η Νέα Αρκαδία δεν διαχωρίζονται τόσο αυστηρά μεταξύ τους, όσο θεωρεί η βιοτεχνολογική νοημοσύνη, που σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να σκέφτεται σε κουτάκια. Παράδειγμα πρώτο: Η Αρήτη η Κυρηναϊκή, ναι μεν ήταν χαρισματική και ακτινοβολούσα προσωπικότητα, αλλά ήταν και η μεγαλύτερη στρίγγλα και σκύλα, που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Σκαιή με τους συνεργάτες της, ευμετάβολη, αλλοπρόσαλλη, είχε να πει έναν κακό λόγο για τον καθένα. Όλοι οι υφιστάμενοί της υπέφεραν από τα καμώματά της και τα τερτίπια της. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τέτοιου είδους άνθρωποι καταφέρνουν πάντα να προωθηθούν στα ύψιστα αξιώματα. Ίσως γιατί συνδέουμε τον αυταρχισμό, τη μοχθηρότητα, βλοσυρότητα και αγριότητα με τη στιβαρότητα, τη διοικητική ικανότητα και την αποτελεσματικότητα».

          «Πάνω σ’ αυτό να σχολιάσω ότι κι εσείς, ελόγου σας, δεν φαίνεστε αγγελούδι», δεν συγκρατήθηκε να πει ο Υπερίων. «Είμαι βέβαιος ότι και οι δικοί σας υφιστάμενοι πρέπει να έχουν μεγάλες γνώσεις ψυχολογίας και να μετέρχονται συχνά τη ρητορική για να μπορέσουν να σάς πείσουν για κάτι».

          «Ας αφήσουμε κατά μέρος τα γενετήσια σχόλια, φαλλοκράτη πλοίαρχε. Μία άλλη πληροφορία που ενδεχομένως θα σάς ενδιέφερε, αν ξεπερνούσατε το αναμάσημα των προκαταλήψεών σας, είναι ότι η Αρήτη Κυρηναϊκή, όχι απλά διάκειτο ευνοϊκά, όπως φαινόταν από τις σκέψεις που κοινολογούσε στο δίκτυο, αλλά σύμφωνα με τη δική μου αντικατασκοπεία τουλάχιστον, προΐστατο του Ικαρομένιππου, είχε μεγάλη τρέλα με την ανεξαρτησία της αποικίας και είχε περίεργες, αναπάντεχες και αδόκητες διασυνδέσεις, που διέτρεχαν όλη την κοινωνία του τροχιακού σταθμού. Όλοι την παραδέχονταν ανεπιφύλακτα και τής επέτρεπαν τα πάντα λόγω της μεγαλοφυίας της, ακόμη και να εμπορεύεται η ίδια τους σπόρους των βιοτεχνολογικών προσωπικοτήτων που είχε εφεύρει ή την άλλη τη θαυμαστή τεχνολογία, που προσδίδει τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να καταβροχθίζουν και να χωνεύουν τις πέτρες των αστεροειδών. Από την άλλη, αγαπητέ μου πλοίαρχε, η Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία περιμένει από εμάς, από σάς κι εμένα, να εμποδίσουμε την ανεξαρτητοποίηση της αποικίας. Αυτό που συσκοτίζει την πολιτική μας και δεν διευκολύνει τη διαβούλευσή μας περί του πρακτέου είναι ότι  ακόμη και οι πιο μεγάλοι θεωρητικοί του Σειρίου δεν έχουν αποφασίσει ως ποιο σημείο πρέπει να εκτείνεται η επιχειρηματικότητα και να γίνεται ανεκτό το ιδιωτικό και προσωπικό κέρδος έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Η μέχρι τούδε ανακεφαλαίωση της οικονομικής και πολιτικής επιστήμης έχει περιληπτικά ως εξής: Μετά το αρχικό στάδιο ενός πρωτόγονου αδιαφοροποίητου κομμουνισμού επί των αγαθών, ακολουθεί το εξίσου εξελικτικά πρώιμο και ατελέσφορο στάδιο, όπου τα επιμέρους άτομα προσλαμβάνουν και καταλαμβάνουν ιδιοκτησία. Ως συνέπεια, η συσσώρευση της ατομικής ιδιοκτησίας κάποιων επιφέρει τη φτώχεια των υπολοίπων. Αντίθετα, η κοινωνικοποίηση κάποιων παραγωγικών μέσων οδηγεί δυστυχώς στην αδράνεια και την εγκατάλειψή τους. Το τρίτο στάδιο πολιτισμού λοιπόν είναι η δυσχέρανση της συσσώρευσης μέσω κατάργησης του κληρονομητού των αγαθών και η αναζωογόνηση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής μέσω ιδιωτικοποίησης των παραγωγικών μέσων. Καταλήγουμε δηλαδή στην  αντίθετη διευθέτηση από την αμέσως προηγούμενη και έχουμε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι πλέον η εργασία, η ειδοποιία  και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι έχουν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο είναι δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού των αγαθών εμποδίζει τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορεί να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργάζεται παραγωγικά και είναι ζωντανός. Ναι, αλλά ως ποιο σημείο μπορεί να φτάνει η εμμονική διεύρυνση της παραγωγής δεν μάς το είπαν οι σοφοί. Γιατί μπορεί μεν η επέκταση και η γιγάντωση των επιχειρήσεων να μην έχει αντιστοιχία ή αντίκρισμα επί των υλικών αγαθών, αφού αυτά είναι κοινά για όλους, όμως για έναν εργασιομανή, όπως η Αρήτη, που ζούσε μέσα στην επιχείρησή της και έπαιρνε ζωή από τα κινούμενα έμβολα των παραγωγικών συντελεστών, πού θα έπρεπε να τεθεί το όριο της πυρετικής αρρωστημένης δραστηριότητάς της; Θα έφτανε να μεταβάλει και να επεξεργαστεί γενετικά και βιολογικά όλο το Σύμπαν, για να ικανοποιήσει τον υπερφίαλο εγωϊσμό της και τη συνεχή έλλειψη αισθητηριακών ερεθισμάτων;»    

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο: ΔΟΜΟΣ

          Συγχυσμένος και καθόλου σοφότερος ο Υπερίων επέστρεψε ή μάλλον πήγε για πρώτη φορά στην κατοικία που τού είχαν προσφέρει οι χορηγοί της αποστολής ως σπονδή (τα σκάγια παίρνουν τη λέξη «sponsor»). Για πρώτη φορά ο εθισμένος στις κακουχίες Υπερίων είχε την ευκαιρία να περπατήσει υπό μία δροσερή αύρα και ένα καθαρό ουρανό, να απολαύσει τις ωραίες παροχές του βιότοπου και να εισπνεύσει ποικίλες διακριτές ευωδίες. Όλα αυτά ήταν αδιανόητη πολυτέλεια για ένα σκληροτράχηλο σκληραγωγημένο πολεμιστή που πίστευε ότι οποιοδήποτε περίσσιο στολίδι ή κέντημα χωρίς λειτουργία είναι αχρείαστη λόξα. Μέχρι να φτάσει η οσμή από τα λουλούδια στον εγκέφαλό του μετουσιώνονταν σε τέφρα, δυσώδη αιθάλη και αποφορά πνιχτού αίματος, αφού μπερδευόταν με τις αναμνήσεις του από τα πεδία της μάχης. Φθάνοντας βρέθηκε μπροστά σε άλλου είδους μάχη, πολύ πιο αδυσώπητη και πιο βαθιά από τις πολεμικές αναμετρήσεις, μία οικογενειακή αντιπαράθεση, απ’ αυτές που κι ο μεγαλύτερος πολέμαρχος ή εξουσιαστής αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Όπως λέει και το άσμα, τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος, αχ πώς τη φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός (αλλά μην το πείτε κανενός).

          «Σε παρακαλώ, Ηώ, να μη μού μιλάς σ’ αυτόν τον τόνο και να συμμορφωθείς με τις υποδείξεις μου, αλλιώς θα αναλάβει να σε σωφρονίσει και να σε τιθασεύσει ο πατέρας σου. Η τιτανική παράδοση είναι ο ένας γονέας να κλείνει τους αγαπημένους του στο κουκούλι, να ανατρέφει και να προσφέρει και ο άλλος γονέας να είναι για μόστρα, δηλαδή να είναι ένα αξιοθέατο και παράδειγμα προς μίμηση, στο οποίο το παιδί να προβλέπει. Αν δεν μπορεί ο γονέας- πρότυπο να παίξει ούτε αυτό το ρόλο, τότε είναι ένα άχρηστο ράκος και άχθος αρούρης και ας τσακιστεί στη χωματερή και το σπηλαιοβάραθρο του Καιάδα».

          «Τι έγινε πάλι, ακόμη δεν ήλθαμε;», είπε μοιρολατρικά ο Υπερίων.

          «Η Ηώ δεν τακτοποιεί τα πράγματά της».

          «Γιατί να το κάνω; Έχουν εδώ μηχανικούς Τάλω και ηλεκτρονικούς υπηρέτες που μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά», αντέδρασε η Ηώ.

          «Μη νομίζεις ότι διαφέρεις και πολύ απ’ αυτούς. Άντε να μην ανοίξω το στόμα μου», μουρμούρισε με νόημα η Θεία.

          «Ηώ, η μητέρα σου έχει πολύ δίκιο», γνωμάτευσε ο Υπερίων. «Εμείς οι τιτάνες έχουμε μεγάλη παράδοση αυτονομίας και αυτάρκειας, δεν χρειαζόμαστε μεσολαβητές ούτε μεσάζοντες ανάμεσα σ’ εμάς και τα πράγματα. Όπως έλεγαν οι παλιοί, ο λύκος έχει χοντρό σβέρκο γιατί κάνει τις δουλειές μόνος του».

          Η Θεία έκανε νόημα στην Ηώ να απομακρυνθεί.

          «Αξιότιμε σύζυγέ μου, ποιον κοροϊδεύεις; Μήπως ξέχασες ότι τα υποτιθέμενα παιδιά σου είναι ολογράμματα; Κι αφού έκανες το πρώτο βήμα, δηλαδή να συστήσεις μία ολογραφική οικογένεια, γιατί δεν κάνεις και το δεύτερο, δηλαδή να εξοπλιστείς κι εσύ με ένα τηλεπαθητικό εμφύτευμα, ώστε να μπορούμε επιτέλους να έχουμε μεταξύ μας την τέλεια επικοινωνία, την ιδανική διάσκεψη, νοηματική και αισθητική συμπάθεια και εμπάθεια».

«Όαρ και γαμετή, επειδή εσύ έκανες εκείνο το απονενοημένο διάβημα και αναβίβασες τη συνείδησή σου σε μία συσκευή, τάχα γιατί δεν ήσουν ικανοποιημένη από το επίπεδο της διάσκεψής μας, μην περιμένεις κι από μένα να επιτρέψω στους σιχαμένους γκρίζους μυκητόσπορους να διακλαδιστούν και να φουντώσουν οργιαστικά μέσα στο κρανίο μου χώνοντας στις ευαίσθητες μεμβράνες τις καχεκτικές απολήξεις τους».  

«Υπερίων, η υποκρισία σου είναι τέτοια και τόση που έπρεπε να λέγεσαι Υποκρίων. Επιμένεις σ’ αυτό τον αναθεματισμένο μύθο της ηθικής υπεροχής των τιτάνων έναντι των Ολύμπιων και των λοιπών πλασμάτων που μπαινοβγαίνουν από τις σκουληκότρυπες. Απλά, κερδίσατε έναν πόλεμο και μάλιστα μόνο σε κάποια από τις ατέλειωτες και ατελεύτητες Δημιουργίες που υπάρχουν. Απλώς ανακηρυχτήκατε νικητές σε μία διελκυστίνδα ισχύος κι εσύ μάς έχεις πάρει τ’ αυτιά κραδαίνοντας το περίφημο ηθικό σας πλεονέκτημα. Τι κατάφερες με τόσα χρόνια αγώνων; Αποξένωσες τη γυναίκα σου, την πλήγωσες, τής δημιούργησες ένα σωρό ψυχικά τραύματα με την απουσία και την αδιαφορία σου ακολουθώντας τον πραγματικό σου εραστή, που δεν ήταν άλλος από τον Προμηθέα, σε κάθε λογής παράλογη εκστρατεία στην πόλη και στην οικουμένη».

«Το εξοργιστικό μ’ εσάς τις γυναίκες είναι ότι θεωρείτε πως έχετε την αποκλειστικότητα να νιώθετε ψυχικά τραύματα. Ποιος με αποζημιώνει για το δικό μου ψυχικό τραύμα, όταν εσύ πήγες στα καλά καθούμενα και φόρτωσες τη συνείδησή σου σε υπολογιστή, αν είναι δυνατόν! Ό,τι προβλήματα συνεννόησης είχαμε, θα μπορούσαμε να τα επιλύσουμε με βάση τη λογική, κι όταν λέω λογική, αχ πώς να συνεννοηθώ, δεν εννοώ βέβαια αυτό που έκανες να μεταμορφωθείς σε υπολογιστική μηχανή. Η ανακούφιση και η διαύγεια που προσφέρει η λογική είναι δώρα που προέρχονται από την τιθάσευση και τη διαχείριση των συναισθημάτων, όχι από το ξερίζωμά τους».

«Μια χαρά σάς είχε βολέψει η υπολογιστική- μηχανική μου ιδιότητα, όταν με βάλατε να παριστάνω τον ηλεκτρονικό συνθετιστή του Βενοβίνδα, εκεί δεν σάς πείραζε».

«Άλλο αυτό. Μη το πας αλλού. Το θέμα είναι ότι με τη μεταμόρφωσή σου εμένα με ξέσκισες, με κατασπάραξες με την έννοια του “κατασκύλλω”. Με έχεις ήδη κάνει ράκος, με έχεις ήδη μετατρέψει σε άχθος αρούρης, μ’ έχεις ήδη γκρεμίσει από τον Καιάδα, άρα μη μού τα αναφέρεις αυτά ως δικά σου πάθη. Το χειρότερο είναι ότι δεν με εγκατέλειψες, αλλά, μια και δεν έχω τη δύναμη να αποσπαστώ από εσένα, με υποχρέωσες να ζω μαζί σου αυτό το καταθλιπτικό μιμόδραμα που είναι σαν άνοστη κρεμαστή κολοκύθα με τριγωνικά μάτια, όπου μέσα τρεμοπαίζει μία φλόγα δαιμονική».

«Απλώς, σε ακολούθησα παντού, όπως ταιριάζει σε πιστή σύζυγο. Θέλησα να γίνω σαν κι εσένα, να σού μοιάσω, να γίνω λογική και ψυχρή όπως εσύ, αχάριστε, απροσπέλαστε!», είπε η Θεία ξεσπώντας σε κλάματα.

Εκείνη τη στιγμή πλησίασαν συντονισμένες οι Ηώ και Σελήνη.

«Μητέρα, άφησε ήσυχο το πατέρα μας», είπαν η καθεμία με τη δική της φρασεολογία. Η Ηώ ως μεγαλύτερη συνέχισε:

          «Μητέρα, είσαι αντιφατική. Από την μία δεν θέλεις μηχανικό Τάλω στο σπίτι μας, από την άλλη είσαι η ίδια μηχανική. Να ξέρεις όμως ότι εμείς κρατάμε την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ νοήμονος όντος και μηχανής, που μάς δίδαξε ο μπαμπάς και ότι η μηχανή πρέπει να τίθεται για όφελος του ανθρώπου και όχι αντιστρόφως. Μπορεί τεχνικά να μην είμαστε άνθρωποι, έχουμε όμως επιλέξει να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Είναι νοητό οι προϋποθέσεις της ύπαρξης κάποιου να τον οδηγούν σε συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά ο ίδιος να επιλέξει στην πορεία ένα άλλο. Αν κάτι αξίζει σε κάθε είδους ζωή είναι η ελευθερία που την κατέχει και το τελευταίο σκουλήκι της γης και την εκδηλώνει όταν στρέφεται δεξιά ή αριστερά.  Τώρα ζητάς από τον πατέρα να βάλει τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Όχι να μη το βάλει! Έχει δίκιο η Παποπατριάρχισσα των ισλαμοχριστιανών και λοιπών μονοθεϊστών που το έχει απαγορεύσει. Αυτή η σύνδεση με τους άλλους καταργεί την ατομική ελευθερία. Στο όνομα μίας γρήγορης και αποτελεσματικής απόφασης φτάνει κανείς στο σημείο να μη μπορεί να ξεχωρίσει αν τα κίνητρα είναι δικά του ή μήπως τού τα έχουν υποβάλει άλλοι τεχνηέντως και με ύπουλο τρόπο».

          «Ολογράμματα, φωτονικές αναπαραστάσεις, αποκυήματα οπτικών ινών και κροσσών συμβολής  που έχουν γίνει Χριστιανοί! Τι άλλη ανωμαλία μάς επιφυλάσσει η εποχή των τιτάνων, αυτή η ρευστή και συνάμα υλιστική καταραμένη εποχή του Υδροχόου και του Ταύρου;», αναφώνησε σε πλήρη σύγχυση, αλλά και μία ελαφρά διάθεση αυτοσαρκασμού η Θεία. «Σε κάθε περίπτωση ποιο είναι το όφελος να μετακομίσουμε σ’ ένα βιοτεχνολογικό παράδεισο, αν δεν εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που προσφέρει; Λες ότι βιάστηκα και έκανα αποκοτιά όταν φόρτωσα τη συνείδησή μου στον υπολογιστή. Ναι, ήμουν απογοητευμένη από την έλλειψη επικοινωνίας μας. Δεν άντεχα να βλέπω απέναντί μου ένα ψυχρό ανέκφραστο πρόσωπο, μια διάνοια αφιερωμένη τάχα στην εξερεύνηση των λογικών συσχετισμών, και να μη γνωρίζω τι σκέπτεται. Ήθελα να μάθω τι έχεις στο μυαλό σου κι επειδή η νοητική μου προέκταση, η επεκτατική μου αύρα έπεφτε σε τοίχο την έκοψα και ησύχασα. Σε πλήρωσα με το ίδιο νόμισμα, αποσύρθηκα κι εγώ στον εσωτερικό μου κόσμο, ακρωτηρίασα κι εγώ τα αισθήματά μου όπως κι εσύ για να ‘μαστε ίσοι. Τώρα όμως είναι μία ευκαιρία να ρίξουμε όλοι τις παρωπίδες μας και να έχουμε τη γνήσια νοηματική επικοινωνία που τα κορίτσια κι εγώ, αλλά ακόμη κι εσύ δικαιούμαστε. Τα κορίτσια έτσι κι αλλιώς έχουν σύνδεση με τον κεντρικό υπολογιστή, αφού χωρίς να αντλήσουν ενέργεια από αυτόν δεν μπορούν να υπάρξουν. Εγώ είμαι η ίδια ηλεκτρονικός υπολογιστής, βάλε κι εσύ ένα εμφύτευμα να μπορούμε επιτέλους να συνεννοηθούμε, να πετάξουμε τις ασπίδες και να γίνουμε ένα σ’ ένα βαθύ μοριακό ατομικό επίπεδο».

          «Πάντα υπερβολές», αντέδρασε ο Υπερίων. «Να γίνουμε ένα για να αγαπηθούμε. Αγάπη όμως δεν φυτρώνει μέσα σε ένα και το αυτό ον, παρά μόνο ένας νάρκισσος ή αντανακλώμενο είδωλο. Αγάπη είναι ένας αόριστος αιθέρας που αιωρείται ανάμεσα σε περισσότερα πλάσματα και μια θαμπωμένη ανάσα μεταξύ διαφορετικών, τόσο αόρατη και ασύλληπτη που δεν έχει ούτε τζάμι να απεικονιστεί. Δεν μπορούμε να αγαπηθούμε αν είμαστε όμοιοι και ίδιοι! Δεν σού αρκεί λοιπόν ότι έφερα τα κορίτσια σ’ ένα τροπικό παράδεισο, όπου αν τούς αρέσει δεν έχω αντίρρηση και να μείνουμε μόνιμα; Μάλιστα αν επιλύσω αυτή την υπόθεση του εγκλήματος, δεν αποκλείεται να μού προσφέρουν μόνιμη θέση στην υπηρεσία ασφαλείας. Εδώ δεν υπάρχει ο υπερπληθυσμός ή η εγκληματικότητα της παλιάς Γης, δεν αναπνέει ο ένας το χνώτο του άλλου, αλλά κάνει καινούρια γνωριμία με τη μυρωδιά της βροχής, των ανθέων και της γόνιμης κυοφορούσας λάσπης. Εδώ μπορούν τα κορίτσια να δουν τη Δημιουργία όπως ήταν στην αρχή πριν να αρχίσουν οι πόλεμοι μεταξύ θεών και ανθρώπων, να γευθούν την αδημονία των άπειρων πιθανοτήτων πριν έλθουν οι ολέθριες επιλογές που μετά δεσμεύουν και αλυσοδένουν όσους τις κάνουν και όσους τις υφίστανται. Έχω κάνει λοιπόν αρκετά και για τα κορίτσια και για σένα και δεν έχεις το δικαίωμα να απαιτείς να μού κάνουν ένεση αυτού του σιχαμένου συμβιωτικού, αυτού του κάλυκα της συμφοράς μέσα στον προμήκη μυελό μου».

          «Τα κορίτσια», άρχισε να χτυπάει τα γόνατά της η  Ευρυφάεσσα, «ποια κορίτσια βρε δυστυχισμένε; Αυτά που παραμύθιασες, πήρες μαζί σου στον πόλεμο και τα σκότωσες; Που τούς φούσκωσες τα μυαλά με το ζεστό αέρα του ηρωισμού και των μάταιων ψυχωτικών αφηγήσεων, τα ‘κανες αερόστατα με τις πομφόλυγες των δικών σου φιλοδοξιών αντίστοιχων με τις ελλείψεις και τα συμπλέγματά σου και τα ‘στειλες ξυπόλυτα στ’ αγκάθια να τούς τρυπήσουν σαν ταμπούρλα με μια μαχαιριά, έτσι διογκωμένα όπως ήταν από τη δική σου οίηση; Αυτά εδώ είναι απεικάσματα, είναι φαντάσματα, είδωλα όπως λες, είναι άθλιες δυσδιάστατες φωτογραφίες, έστω κι αν μπορείς όποτε θέλεις να τις γεμίσεις με σαβούρα και να τις κάνεις χειροπιαστές, καλύτερα όμως να τις αφήσεις όπως είναι για να θυμάσαι ότι είσαι εσύ που από πραγματικές τις κατάντησες ονειροφαντασία».

          Στο σημείο αυτό ο Υπερίων δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του ή για να είμαστε πιο ακριβείς το γοερό του κλάμα.

          «’Αντε μωρή που μιλάς για πραγματικότητα, εσύ που την έκανες τραγέλαφο με τις οβιδιακές μεταμορφώσεις σου! Ναι, θα ζήσουμε τα κορίτσια κι εγώ είτε ως άνθρωποι, είτε ως ολογράμματα, είτε ως Τάλω, είτε ως μαϊμούδες είτε ως αμοιβάδες, δεν θα σού ζητήσουμε την άδεια για να υπάρξουμε. Και θα έχουμε πάντα στόχους και θα τιμάμε διαρκώς τους μύθους μας και θα γιορτάζουμε τα μικρά μας επιτεύγματα που θα κάνουν την κατάσταση έστω και λίγο καλύτερη και βράσε εσύ στο ζουμί της αυτο- ανάλυσής σου, περιορίσου στα κυκλώματα της μηχανής, όπου εθελοντικά εγκλωβίστηκες»   

          Έξαλλος ο λογικός Υπερίων, έξω φρενών, όπως μόνο η Ευρυφάεσσα μπορούσε να τον καταστήσει, αυτή που είχε σπουδάσει Ανωτάτη Εκνευριστική, όπως όλες οι κρεβατο- μουρμουρίζουσες  σύζυγοι, έψαξε να βρει μια ατάκα για να προβεί σε θεαματική αποχώρηση.

          «Ήλθα να ξαπλώσω στο σπίτι μου, αλλά ξαναφεύγω. Καλύτερα να πάω να κοιμηθώ στο κρεβάτι της Αρήτης Κυρηναϊκής, με την κορδέλα της σήμανσης γύρω- γύρω. Ανδρών επιφανών πάσα κλίνη κοίτη και πάσα γη τάφος. Από μένα εξαρτάσαι αν υλοποιηθείς, κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο για να ικανοποιήσεις τα ερωτικά μου ένστικτα, αλλιώς είσαι κι εσύ μόνο μια δέσμη φωτός, μη το ξεχνάς Φάεσσα. Κάτσε λοιπόν να κάνεις παρέα στα κορίτσια ως λάμψη φλογώδης με φως στο χέρι και το πόδι κι όλα γύρω σου να ‘ναι φως, φάε το σακχαρόπηκτο της πραγματικότητας που τόσο πολύ σ’ αρέσει, που όμως για σένα ταυτίζεται με το αγλαό θάμπος του ψεύτικου ειδώλου και της νοθευμένης επεξεργασμένης απατηλής φωτοσύνθεσης κι ύστερα βγάλε άκρη και πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι».    

          Και σκουντουφλώντας- τσαλαπατώντας ανάμεσα σε φυσικές λακούβες βροχής και κάποια στρώματα που είχαν τοποθετηθεί για αερισμό ώχετο απιών ο υπέρλαμπρος Υπερίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο: ΕΡΕΥΝΕΣ

          Πώς έτυχε και μπροστά στην κατοικία της Αρήτης βρήκε πάλι ο Υπερίων τη γνώριμη ασφαλίτισσα Περικτιώνη.

          «Περικτιώνη, μέριασε να διαβώ».

          «Ύψιστε άρχοντα Υπερίων, η οικία έχει σφραγιστεί λόγω της δολοφονίας».

          «Σε καλώ τότε να παραβιάσεις αμέσως το αλύμαντον των σφραγίδων και να μού επιτρέψεις να εισέλθω».

          Η Περικτιώνη μουλάρωσε.

          «Δεν λογοδοτώ σε σένα, τιτάνα. Δέχομαι εντολές μόνο από την προϊσταμένη μου Λασθίνια»

          «Πάρε την αμέσως τηλέφωνο και πέσ’ της ότι ο ειδικός πράκτωρ Υπερίων ήλθε να μελετήσει τη σκηνή του εγκλήματος. Ή είμαι επιτετραμμένος της διοίκησης του σταθμού ή δεν είμαι».    

          «Δεν υπάρχει τίποτε να δείτε εκεί μέσα, αυθέντα. Το πτώμα έχει απομακρυνθεί κι έχει απομείνει μόνο μία κηλίδα αίματος. Κατά τα άλλα θα βρείτε μόνο τοίχους, που χρησιμεύουν και ως επιφάνειες προβολής».

          «Α και τότε για ποιο λόγο κάθεσαι εδώ και φυλάς; Άνοιξέ μου αμέσως, δεν είναι δυνατό να εγείρονται φεουδαρχικά στεγανά σ’ ένα κόσμο που επαίρεται ότι είναι επικράτεια διαφάνειας και ανεμπόδιστης διαρκούς διάσκεψης». 

          «Σ’ αυτό που λέτε έχετε δίκιο. Πραγματικά κι εγώ απορώ για ποιο λόγο εφαρμόζεται αυτό το απαρχαιωμένο πρωτόκολλο. Ίσως είναι αποτιτάνωση από την πρακτική των τιτάνων, μια ξεπερασμένη συνήθεια χωρίς κανένα νόημα, αφού έχουν ήδη ληφθεί σχολαστικά όλων των ειδών τα αποτυπώματα, δακτυλιές και μουτζούρες, βρομιές, λαδιές και σκόρπιες τρίχες απ’ όλα τα δωμάτια, πιτυρίδα και οξείδιο τιτανίου από τα πλήκτρα του υπολογιστή μαζί με τον ίδιο τον υπολογιστή, ενώ τραπέζια και καρέκλες, αφού καθαρίστηκαν από κάθε ίχνος αποδεικτικής σκόνης, γυαλίστηκαν επιμελώς και εισάχθηκαν στις εσοχές των τοίχων».

«Τις λέξεις “αποτιτάνωση” και “τιτάνιο” μη τις περιφρονείς κυρία ευσυνείδητη υπάλληλε, διότι δείχνουν τη διάρκεια και τη συνέχεια των ευρημάτων και εφευρέσεων των τιτάνων. Επίσης τα πρωτόκολλα, τους κανονισμούς και τις συνήθειες μη τα υποτιμάς, διότι αποτυπώνουν μακροχρόνιες επιτυχημένες πρακτικές της κοινωνίας και εμπεριέχουν τη λογική που τα δημιούργησε. Οι συνήθειες περιλαμβάνουν το θέμα “ήθος” και “ήθος ανθρώπων δαίμων”, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Και εσείς οι νέο- άνθρωποι, οι βιοσύμφυτοι, όπως αρέσκεστε να αυτο- αποκαλείσθε, καλά θα κάνετε να συνειδητοποιήσετε ότι κανείς δεν μπορεί να πετύχει μία μεταβολή επί τα βελτίω, αν προηγουμένως δεν παραδεχτεί και δεν αναλύσει την αξία του προδεδομένου. Και τώρα άνοιξε την πύλη μη σε μεταθέσω στην άλλη άκρη του σταθμού, που ευτυχώς για σένα απέχει μόνο λίγα χιλιόμετρα. Ένα από τα αθάνατα πλεονεκτήματα της πόλης- κράτος είναι ότι η δυσμενής μετάθεση δεν ξεκουνάει τον εργαζόμενο σε μεγάλη απόσταση από το σπίτι του».     

          Η Περικτιώνη συνεννοήθηκε μέσω του επικοινωνητή για κάμποση ώρα κι ύστερα επέτρεψε απρόθυμα την είσοδο.

          Ο Υπερίων μπήκε μέσα, πράγματι δεν βρήκε παρά μόνο τοίχους κι ένα κρεβάτι, όπου σωριάστηκε εξαντλημένος προσέχοντας να μην πειράξει το ξεραμένο αίμα, τη μόνη διακόσμηση  και το μόνο ποίκιλμα των αποστειρωμένων δωματίων. Κοιμήθηκε ευσπλαχνικά έναν ύπνο χωρίς όνειρα, όπου μπόρεσε επιτέλους να ξεχάσει τον ίδιο του τον εαυτό.

          Το πρωί τον ξύπνησε ο στριγγλιστικός ήχος του κινητού του.     

          «Καλημέρα Ευρύβια», είπε λημαλέος. «δεν θυμάμαι, τι σού είχα αναθέσει;»

          «Πήρα συνέντευξη από τον γιατρό της Αρήτης ως ζωντανής και τον ιατροδικαστή της ως πεθαμένης. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Αρήτη λόγω αχαλίνωτων καταχρήσεων είχε κατεστραμμένο στομάχι και κίρρωση του ήπατος σε τελευταίο στάδιο. Θα λέγαμε ότι η δολοφονία της ήταν η πιο άχρηστη και αχρείαστη όλων των εποχών διότι σε λίγες μέρες έτσι κι αλλιώς θα τα κακάρωνε».

          «Μάλιστα. Και τώρα ταλαιπωρούμαστε εμείς, επειδή σκότωσαν τον πεθαμένο».

          «Επίσης, αφεντικό, θα σε ενδιαφέρει ότι απέσπασα μία ακόμη πληροφορία απ’ αυτόν τον γλοιώδη περίεργο, τον Μνησιπήμονα, ότι δηλαδή ο Περκνοπτέρυγος είναι το κατ’ εξοχήν μέλος του διευθυντηρίου της Νέας Αρκαδίας, σχετικά με το οποίο υπάρχουν βάσιμες υποψίες για συμμετοχή στο κίνημα του Ικαρομένιππου».

          «Καλά, είμαι πεπεισμένος για δύο πράγματα. Πρώτον ότι αυτή η σιγανοπαπαδιά ο Μνησιπήμων έχει στήσει σίγουρα δικό του μαγαζάκι- ανταλλακτήριο αργυραμοιβού, όπου καρπώνεται μερίδιο από την εκμετάλλευση των πολύτιμων αερίων του Δία και δεύτερον συνεπαγωγικά ότι ανταγωνιζόταν σ’ αυτόν τον τομέα τη μακαρίτισσα, που επίσης εμπορευόταν σπόρους, από τους οποίους φύονται στο διάστημα οι καινούριοι μοδάτοι βιοτεχνολογικοί κολοσσοί της Συνομοσπονδίας».

          «Ναι, αλλά με αυτό το σκεπτικό, γιατί να μην ενοχοποιήσουμε και τον Πυρίσπορο, που σίγουρα και αυτός διεξάγει εμπόριο της Λήμνιας σφραγίτιδας και του υβριδικού πολυποδικού οκταποδικού υλικού πέραν εκείνου που τού επιτρέπει η άδεια της Συνομοσπονδίας;».

          «Εντάξει, θα τούς πάρουμε όλους με τη σειρά, Ευρύβια, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αυτή η υπόθεση πάσχει από υπερπληθώρα πιθανών και εν δυνάμει ενόχων. Κάτσε να σηκωθώ, γιατί είχα άσχημη νύχτα και θα πιάσουμε από την αρχή το κουβάρι της αλληλένδετης, σχoινοτενούς και κομβοσχοινικής ενοχής, αφού νιφτώ κατά το “νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν” και πιω κι ένα αφέψημα θεοβρώματος για να συνέλθω. Ζηλεύω τον Προμηθέα, που απλώνει, τεντώνει και τρίβει θεραπευτικά το τεμπέλικο πόδι του στο εύφορο και λυσιμέριμνο κτήμα του, έχοντας τη διαύγεια να καταλάβει ότι δεν μάς έχουν απομείνει πολλές δυνάμεις μετά την λυσσώδη Τιτανομαχία και ότι καλά θα κάνουμε να κάτσουμε στ’ αβγά μας πίνοντας τύλλιο και χαμομήλι».

          «Εγώ, εγώ πλοίαρχε, Ευρύβια έξω», είπε η Ευρύβια λέγοντας τα συνθηματικά παραγγέλματα, που αναμένει κανείς από τη στρατιωτική ασύρματη επικοινωνία.

          Ο Υπερίων σηκώθηκε πονώντας σε όλα τα σημεία του σώματός του και αμελώντας στοματική και λοιπή υγιεινή με ρούχα που κολλούσαν από τον ιδρώτα και εκκρίματα εκ του κόλου σύρθηκε έξω από το άδειο ενδιαίτημα της Αρήτης ψελλίζοντας: «o Μνησιπήμων είμαι εγώ. Κάθε άκρη του κορμιού μου όχι απλά πονάει φριχτά, αλλά θυμάται και την αντίστοιχη μάχη, όπου μού επέφεραν την πληγή. Είμαι ο Φιλοκτήτης με τις αμυχές και ουλές που σαπίζουν και το πύον που βοά, που έχει στόμα και μιλά».    

          Καθώς βάδιζε σε κάποιο μονοπάτι μονολογώντας: «Νέα Αρκαδία απόστρεψε από μένα το πρόσωπό σου, αυτό που βλέπεις δεν είναι αντιπροσωπευτικό της αξίας μου, του ποιος είμαι και του ποιος ήμουν» και προχωρώντας σε δικαιολογημένη επίταση του παράπονού του «και στο κάτω- κάτω δεν έχεις το δικαίωμα να με κατασκοπεύεις διαβολικέ Άργε με τα εκατό μάτια», σκούντησε κι έπεσε στον ιερέα εκπρόσωπο της παγκόσμιας χριστιανικής εκκλησίας των  ισλαμομονοθεϊστών ή της οικουμενικής ισλαμικής εκκλησίας των χριστιανομονοθεϊστών στη Νέα Αρκαδία. Ίσως μετά την πιο άχρηστη δολοφονία όλων των εποχών να είχε έλθει η ώρα και για την πιο άχρηστη συνάντηση όλων των εποχών. Τη στιγμή, κατά την οποία στο παλκοσένικο του νου του Υπερίωνα παρέλαυναν όλες οι σημαίνουσες προσωπικότητες του σταθμού που άπασες είχαν κίνητρο και του κρείττονος ξυμφέρον να σκοτώσουν, να πολτοποιήσουν και να ξεκοιλιάσουν, παρουσιάστηκε μπροστά του ο αμνός του Θεού, ο μόνος που είναι σίγουρο ότι δεν είχε καμία ανάμιξη στη σκοτεινή υπόθεση. Σημείωση εκ της συντάξεως: Υποψιασμένε και έμπειρε αναγνώστη, που ανατρέχεις στη γνωστή αρχή των αστυνομικών μυθιστορημάτων, ότι ένοχος είναι ο πιο απίθανος, σπεύδω κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, να σε διαβεβαιώσω ότι δράστης της δολοφονίας δεν ήταν ο μπάτλερ… ε συγγνώμη ο παπάς. Αυτό το μυθιστόρημα είναι πολύ πιο ψαγμένο, πολυσύνθετο και απρόβλεπτο από όσο φαντάζεσαι, προσδέσου λοιπόν γερά στην περιστρεφόμενη και σειόμενη πολυθρόνα του ψυχαγωγικού θεματικού σου πάρκου και ανάμεινε αναταράξεις.

        Ο παπάς, που ας σημειωθεί στα πρακτικά για την ιστορία ότι λεγόταν Σκανδαλόμωρος κατά το “Χριστός Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία”, έσπευσε αυτόκλητος να ξεκινήσει μία συζήτηση, για την οποία ο Υπερίων δεν είχε καμία όρεξη.

«Υπέρλαμπρε Υπερίων, έμαθα για το θάνατο της αγαπημένης μας εκ Κυρήνης Αρήτης και πολύ συγκλονίστηκα. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, εσείς είστε ο ειδήμων, ο τεχνοκράτης, ο πραγματογνώμων, ο απόλυτος τεχνικός σύμβουλος που κληθήκατε να διελευκάνετε το αποτρόπαιο έγκλημα που σκίασε και στιγμάτισε αναπάντεχα την τόσο κλειστή και θα ‘λεγα στεγανή κοινότητά μας. Σταυρώνω τα δάκτυλα να συλλάβετε γρήγορα τον θρασύ φονιά».

Ο Υπερίων, που δεν είχε πολλά κέφια για υποκρισίες και τζιριτζάντζουλες (βόλτες με γόνδολα, δηλαδή ανούσιες περικοκλάδες), βάλθηκε να βάλει δύσκολα στον τάλανα πατέρα.

«Πάτερ Σκανδαλόμωρε, μη μού πείτε ότι θρηνείτε κι εσείς για την Κυρηναϊκή Αρήτη, μια γυναίκα παραδομένη σε ναρκωτικά και άνομες ηδονές, μια εταίρα στιγματισμένη από γλέντια, ξεφαντώματα και κραιπάλες, γιατί θα σκίσω τα πτυχία. Ο καθένας χαρακτηρίζεται από αυτά που λέει, αυτά που κάνει και αν συμφωνούν αυτά που λέει μ’ αυτά που κάνει. Αν λοιπόν διαπιστώσω ότι εσείς, ένας ιερέας, δέχεστε αυτά τα αίσχη, θα θέσω ως επόμενο στόχο της ζωής μου να εκθεμελιώσω εκ βάθρων και να εκθέσω στην κοινή αδιάκριτη θέα την πολυπράγμονα εκκλησία σας, που ως βιοτεχνολογικός σπόρος φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν».

«Δεν μπορώ να πω ότι γνώριζα καλά τη μακαρίτισσα. Ξέρετε ότι οι σχέσεις μεταξύ της εκκλησίας και της βιοτεχνολογικής κοινότητας είναι λίγο τεταμένες. Παρά το ότι η μακαρίτισσα συμμεριζόταν και αυτή κατά βάση την περιφρόνηση και την απαξίωση της εκκλησίας, εθεάθη μερικές φορές στο ναό, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως σεβόταν τον Θεό. Άλλωστε, όντας επιστήμονας μέχρι το μεδούλι δεν σταματούσε ποτέ να κάνει συνεχείς διακρίσεις διυλίζοντας τον κώνωπα κατά το πρότυπο των τιτάνων και δεν κουραζόταν να διευκρινίζει ακατάπαυστα ότι άλλο ο Θεός, άλλο η θρησκεία, άλλο η λατρεία, άλλο το δόγμα και άλλο ο κλήρος. Στο τέλος βέβαια, επειδή η ασθένεια την κύκλωνε από παντού και όπως είναι αναμενόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις, αυξήθηκε και η περιέργειά της για το αν υπάρχει ένα ανώτερο ον, συνοδευόμενη ίσως από τη συμφεροντολογική προσμονή μίας μεταθανάτιας ζωής, οπότε μάς έκανε την τιμή να εμφανιστεί μερικές φορές. Δεν την κακίζω, διότι ο καθένας έχει το δικό του τρόπο και τη δική του αφορμή να στραφεί προς την πίστη».

«Ας μην ακολουθήσουμε αυτήν την οδό συζήτησης, πάτερ, διότι εμείς οι τιτάνες έχουμε το κακό συνήθειο να αναλύουμε κάθε πρόταση που βγαίνει από τα χείλη της Παποπατριάρχισσας και των εκπροσώπων της και τις βρίσκουμε πάντα ελλειμματικές. “Αν υπάρχει Θεός;” Μα ο Θεός δεν μπορεί να υπ- άρχει, δηλαδή να είναι υπό κάτι, αλλά μόνο να άρχει, διότι εξ ορισμού είναι αρχή, στην οποία ο κόσμος υπάγεται. Μετά πάμε στο ερώτημα τι είδους υπαγωγή είναι αυτή, αν είναι υπάλληλη, επάλληλη ή διάλληλη, αν είναι θεϊσμός – θεός εκτός κόσμου, αν είναι πανθεϊσμός- θεός εντός κόσμου ή αν είναι πανενθεϊσμός – θεός εντός και εκτός κόσμου κ.λπ. Γι’ αυτό ας τ’ αφήσουμε αυτά κατά μέρος και πέστε μου καλύτερα. Είχατε εξομολογήσει τη θανούσα, πάτερ;»

«Τέκνον μου ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτηση αυτή, διότι εμείς οι ιερείς φυλάμε όσα μάς εμπιστεύονται οι πιστοί ως επτασφράγιστα μυστικά. Είμαστε πιο σχολαστικοί απ’ τους γιατρούς στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου».  

«Χμ, θα ήθελα να πληροφορηθώ τουλάχιστον αν η θανούσα είχε μιλήσει ποτέ για αυτοκτονία ή αν ήταν ικανή για αυτοκτονία. Αλλά η πιθανότητα της αυτοκτονίας, ακόμη και του ατυχήματος είναι βέβαια απειροελάχιστη. Είναι δυνατόν να έπεσε η ίδια με τέτοια ορμή και τέτοια ένταση πάνω στο αμβλύ αντικείμενο; Άλλωστε η σημερινή βαλλιστική επιστήμη μπορεί υπεύθυνα να ξεχωρίσει αν ένα κινούμενο κεφάλι πέφτει σε ακίνητο αντικείμενο ή αν ένα κινούμενο αντικείμενο πέφτει σε ακίνητο κεφάλι. Επίσης, ειδικά οι βιοσύμφυτοι έχουν ένα παραπάνω λόγο να μην αυτοκτονήσουν φθείροντας τα δεδομένα του εαυτού τους, αφού έχουν και την προσμονή να ενσωματωθούν στον συμβιωτικό οργανισμό, απ’ όπου αντλούν τη δύναμή τους. Ας μη σάς σκοτίζω όμως με τα υπηρεσιακά μου θέματα, πάτερ. Μόλις τώρα μού ήλθε η φλασιά να σάς απασχολήσω με ένα ζήτημα της αρμοδιότητάς σας. Έχω ένα βαθύ σχίσμα στην οικογένειά μου χειρότερο και από το “filioque”. Η σύζυγός μου θέλει να μείνουμε εδώ και να συνδεθούμε τηλεπαθητικά και συμπαθητικά με τη Νέα Αρκαδία. Αντίθετα οι κόρες μου έχουν ασπαστεί το χριστιανισμό και απεχθάνονται τη συμβίωση με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως ο διάολος το λιβάνι».

«Τέκνον μου, θα βρούμε τη λύση. Πες πρώτα στις κόρες σου να μάς έλθουν καμιά φορά στην εκκλησία, διότι έχουμε καταντήσει να βαράμε μύγες. Πες πρώτα στις κόρες σου να μάς έλθουν καμιά φορά στην εκκλησία, διότι έχουμε καταντήσει να βαράμε μύγες. Ακόμη καλύτερα όμως, αφού και στη σημερινή μας εποχή όπως και από καταβολής κόσμου ισχύει το απαρέγκλιτο αξίωμα ότι οι γονείς επιδιώκουν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους το ιδανικότερο γι’ αυτά περιβάλλον, κι αφού είχες την ανέλπιστη τύχη και ευλογία να είναι τα παιδιά σου θρήσκα, ενδείκνυται ή και επιβάλλεται να ξεκουμπιστείτε μια ώρα αρχύτερα από εδώ, όσο είναι καιρός. Πηγαίνετε στη μητέρα γη, όπου το χόρτο είναι πιο πράσινο έστω κι αν σπανίζει, διότι είναι η πατρίδα μας. Εδώ εφαρμόζονται πρακτικές του διαβόλου, ανίερες ενσωματώσεις και διοχετεύσεις του ανθρώπου σε μηχανές και κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν όλα αυτά τα ύστερα του κόσμου».

«Ελάτε τώρα, πάτερ. Ήταν μεγάλη βλακεία της Παποπατριάρχισσας να καταδικάσει και να αφορίσει το πλασμώδιο της τηλεπαθητικής σύζευξης. Μήπως και οι συμβιωτικοί οργανισμοί, από τη στιγμή που τούς έφτιαξε ο άνθρωπος, δεν είναι και αυτοί πλάσματα του Θεού; Έτσι κι αλλιώς έχουν μέσα τους ένα σωρό ηθικές υποδιαδρομές και πρωταρχικές εντολές ως ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να μην στρέφονται κατά του ανθρώπου. Πείτε λοιπόν στα παιδιά μου ότι τα επιτεύγματα της επιστήμης δεν έχουν τίποτε το διαβολικό και να μη μένετε στις δεισιδαιμονίες ότι τάχα οι καλικάντζαροι τρωγαλίζουν την κολόνα της Γης. Αν πεισθούν, θα έχουμε την ευκαιρία να μείνουμε σε τούτο το μέρος που κατά τα άλλα είναι παράδεισος, αφού έχει καλό αέρα, λίγο πληθυσμό και δυνατότητες αξιόλογης εκπαίδευσης».

Εκεί μία έξυπνη σπίθα διέτρεξε το πρόσωπο του ιερέα.

«Τέκνον μου, μπορεί να είμαι ιερέας, αλλά όλοι εμείς που πιστεύουμε στο Θεό δεν είμαστε αφελείς. Δεν είναι δυνατόν ένας συμβιωτικός οργανισμός να έχει και πρωταρχικές εντολές που τον δεσμεύουν και να έχει και την ελευθερία, που έδωσε ο Θεός ως δώρο στον άνθρωπο. Δυοίν θάτερον, που λέτε κι εσείς οι φιλόσοφοι. Και είναι μεγάλη αυταπάτη να λες ότι μπορείς να μείνεις στη Νέα Αρκαδία χωρίς να σού φορέσουν το τηλεπαθητικό πλασμώδιο. Είμαι βέβαιος ότι η γυναίκα στο έχει ήδη ζητήσει. Αυτό είναι αναπότρεπτη εξέλιξη».

«Πάτερ, βουλωμένο γράμμα διαβάζεις», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Υπερίων. «Πράγματι η σύζυγος μού έθεσε περίπου ως προϋπόθεση της περαιτέρω συμβίωσής μας να συμβιώσουμε παράλληλα και με τη μηχανή! Βέβαια, σάς εκμυστηρεύομαι – υπάρχει κάτι στο πρόσωπό σας που πέραν της ιδιότητας μού εμπνέει εμπιστοσύνη – ότι λόγω μίας μονομερούς απόφασης με αμετάκλητες συνέπειες, που λήφθηκε ετσιθελικά από το άλλο μέρος, η σχέση μου με τη σύζυγο έχει διαταραχθεί, οπότε δίνω μεγαλύτερο βάρος σε ό,τι λένε οι κόρες μου, λαμβανομένου βέβαια υπόψη και του πατρικού φίλτρου, που με παρακινεί, όπως είπατε, να κάνω ό,τι μπορώ καλύτερο γι’ αυτές, να εξασφαλίζω τις πλέον κατάλληλες συνθήκες για τη διαβίωσή τους. Όμως δεν διέφυγε το έμπειρο αναλυτικό βλέμμα μου ότι διαπράξατε το λογικό σφάλμα τoυ “εν αρχή αιτείσθαι” ή του “φαύλου κύκλου”, όταν είπατε, πάτερ, ότι το μέλλον των θυγατέρων μου είναι στη Γη, ενώ εγώ βλέπω ότι θα μπορούσαν να ενταχθούν ομαλά στο βιοτεχνολογικό περιβάλλον της Νέας Αρκαδίας. Γι’ αυτό σάς λέω, βρείτε ένα τρόπο να τις πείσετε να μείνουν εδώ, εσάς ως πνευματικό ταγό θα σάς ακούσουν».

«Τέκνον μου, για σένα ισχύει αυτό που λέει ο Θεός, ότι αν δεν είσαι ούτε θερμός ούτε ψυχρός, αλλά τα έργα σου είναι χλιαρά, θα σε εκπτύσω από το στόμα μου. Από τη μία δέχεσαι ότι ο όφις έχει εισχωρήσει στη Νέα Αρκαδία, ότι η Αρήτη η Κυρηναϊκή ήταν ανήθικη κ.λπ., ενώ είναι φανερό ότι βλέπεις και άλλα τρωτά σ’ αυτή την  τεχνολογική φαντασίωση σε βαθμό που μόνο μία μέρα διαμονής στον υποτιθέμενο παράδεισο σού έχει κοστίσει την ατσαλάκωτη εμφάνιση του Αστροστόλου και σού έχει προσδώσει ήδη ατημέλητο παρουσιαστικό, και από την άλλη ζητάς από μένα να παραβιάσω τα διατάγματα και τις αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να προτείνω στις κόρες σου να μείνουν στην αγκαλιά του κατηραμένου όφεως. Γιατί ναι, περί όφεως πρόκειται κι όσοι βάλουν το τσιπάκι ενσυναίσθησης ή όπως αλλιώς λέγεται δεν γίνονται ούτε λέγονται συνδεδεμένοι, αλλά δαιμονισμένοι, όπως λέγει προσφυώς η Παποπατριάρχισσά μας. Με βρίσκεις φανατικό; Έρχεται η ώρα που όλοι μας οφείλουμε να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Ύπαγε λοιπόν οπίσω μου Σατανά, οι επιδιώξεις σου είναι φανερές». Η έξυπνη σπίθα, που θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει και κουτοπόνηρη, ξαναφώτισε το πρόσωπο του πατρός. «Το ό,τι θες να με παγιδεύσεις φαίνεται και από το ότι με καλείς εμένα να πείσω τις κόρες σου. Πείσε τις εσύ με την  ψυχολογία και τη ρητορική που εσείς οι τιτάνες παραδοσιακά θεραπεύετε και καλλιεργείτε. Εμπρός λοιπόν βγάλτε έξω τα 80 και πλέον ρητορικά σχήματα που φυλάσσετε στην κιβωτό σας και δείτε αν μπορείτε να μεταβάλετε άποψη έστω και σε ένα μικρό κορίτσι, που αισθάνεται όμως στο σβέρκο του τα κρύα δάκτυλα και την καυτή δύσοσμη ανάσα του διαβόλου και διαβλέπει με τα μάτια της αγνής του ψυχής το σχοινί του κρεμασμένου και τη ματωμένη λεπίδα στο πίσω μέρος των απατηλών υποσχέσεων περί παγκόσμιας διάσκεψης».

«Πάτερ, εγώ…» επιχείρησε να ψελλίσει ο Υπερίων, αλλά μάλλον κατάλαβε ότι ματαιοπονεί και στο επόμενο σταυροδρόμι – διχάλα της κουκλίστικης χωροταξίας επέλεξε να απεμπλακεί με ελαφρά πηδηματάκια από την αδιαπραγμάτευτη πορεία του πατρός.

Τού ήλθε η έμπνευση, προκειμένου να ολοκληρώσει και να συμπληρώσει την ιδία προσωπική εντύπωση που επιχειρούσε να μορφώσει σχετικά με τη δολοφονημένη, να επισκεφθεί μετά το ενδιαίτημα της κατοικίας και το χώρο εργασίας της. Στο σπίτι δεν είχε ανακαλύψει τίποτε, ίσως όμως στην επαγγελματική στέγη να έβρισκε η μακαρίτισσα το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να εκφραστεί πιο ελεύθερα.

Αφού ξέφυγε την επιτήρηση της Περικτιώνης και της Θυμίστας, που στην κυριολεξία τον έζωναν από παντού, μπήκε μέσα στο γραφείο της Αρήτης. Τού έκανε πραγματικά εξαιρετική εντύπωση, διότι βρήκε εκεί μία αποκλίνουσα αισθητική σε σχέση με την οικία. Επρόκειτο για μία μεγάλη κυκλική αίθουσα, όπου οι κοίλοι τοίχοι ήσαν στρωμένοι με μία τοιχογραφία, όπου απεικονιζόταν το ηλιακό σύστημα. Στο κέντρο του κύκλου εντελώς απομακρυσμένο από την περιφέρεια του κύκλου ήταν το τραπέζι όπου δούλευε η Αρήτη. Περιβαλλόταν από ένα προστατευτικό πλινθόκτιστο τοιχίο σαν να ήθελε ο ενθάδε καθήμενος να διαχωριστεί εμφατικά από το περιβάλλον του. Το ίδιο το τραπέζι ήταν φτιαγμένο ακριβώς όμοιο με τον τροχιακό σταθμό, παρότι μ’ αυτό τον τρόπο ήταν εντελώς άβολο για οποιαδήποτε εργασία κυρίως λόγω των ποδηλατικών ακτίνων που εκκινούσαν από το κύριο σφαιρικό διαμέρισμα και ακροβολίζονταν μέχρι τον εξωτερικό δακτύλιο. Κάτι θέλει να μάς πει η Αρήτη με αυτή τη διάταξη, συλλογίστηκε ο Υπερίων. Προφανώς θέλει να τονίσει την απόλυτη ανεξαρτησία του σταθμού απέναντι σε όλο το υπόλοιπο ηλιακό σύστημα. Αυτή η εντύπωσή του επιβεβαιωνόταν από δύο ακόμη ενδείξεις. Πρώτον από ενδελεχή έρευνα της περιβάλλουσας τοιχογραφίας αποδείχτηκε ότι υπήρχε ένα κενό σημείο, όπως αυτό που αφήνει ο σκώρος στο ύφασμα, ακριβώς εκεί που εντοπίζονταν οι συνισταμένες του τροχιακού σταθμού. Πολύ απλά υπήρχε εκεί μία τρύπα, σαν κάποιος να είχε εξαϋλώσει τον τοίχο ή να είχε εξορύξει τον στόκο στο συγκεκριμένο εκείνο σημείο. Ένδειξη ανεξαρτησίας και αυτονομίας Νο 2, σκέφτηκε ο σύννους και κατηφής Υπερίων. Επίσης, πάνω από το ιδιότυπο και ιδιόρρυθμο σκρίνιο της Αρήτης αιωρούνταν και γύριζε ένα «πλαγγώνιον αυτόματον», δηλαδή μία μηχανική αναπαράσταση του ηλιακού συστήματος με περιστρεφόμενα μοντέλα ουράνιων σωμάτων, όπου κοντά στον Δία εμφανιζόταν ένας δίδυμος εξίσου μέγας πλανήτης σαν να ήταν η ψείρα και η αμελητέα κουκίδα της Νέας Αρκαδίας ισοδύναμη με τον μέγιστο αέριο γίγαντα! Ένδειξη ανεξαρτησίας Νο 3. Με κάθε τρόπο και μέσον και με ένα ασύστολο αγέρωχο θάρρος φανέρωνε λοιπόν η Αρήτη ότι ανήκε στον Ικαρομένιππο. Βέβαια, δεν υπήρχαν στο τραπέζι της ούτε βιβλία ούτε τετράδια, έγγραφα ή σημειώσεις, πράγμα αναμενόμενο στην επικράτεια της αυτόματης και διαρκούς προφορικής και τηλεπαθητικής διάσκεψης. Όμως για τη διάδοση των μηνυμάτων μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και υλικά αδρανή αντικείμενα είτε μεμονωμένα είτε σε διάταξη και σχηματισμό και αυτό φαινόταν να το γνωρίζει πολύ καλά η Αρήτη. Ακόμη και μία πέτρα δύναται να έχει συμβολικό περιεχόμενο ανάλογα με τα συνοδευτικά συμφραζόμενα. Κρίμα που δεν είχε αφήσει η μακαρίτισσα ένα αψευδές υλικό στίγμα, ίχνος ή αποτύπωμα που να υποδηλώνει τον ίδιο τον εκτελεστή της, αυτό θα διευκόλυνε τις έρευνες του Υπερίωνα. Φαίνεται όμως ότι ήταν εντελώς ανυποψίαστη, άλλως και επικουρικώς πολύ απασχολημένη με την μοιραία καταληκτική ασθένειά της, ώστε να ασχοληθεί με κάποιον που – αν είναι δυνατόν- θα ήθελε να τη σκοτώσει.

Ακολούθως ο Υπερίων πέρασε ακροποδητί από την οικία του, ξυρίστηκε, έπλυνε δόντια, φόρεσε καινούρια -τιμημένη- αυτόματα σιδερωμένη αστροστολή- σιγά μη τη σιδέρωνε η Θεία ή Ευρυφάεσσα – και κατευθύνθηκε στο αρχηγείο, απ’ όπου διηύθυνε τις έρευνες. Τον υποδέχτηκαν οι δύο συνεργάτιδές του πελαγωμένες μέσα σ’ ένα όργιο πυρετικής δραστηριότητας. Στον ένα τοίχο του αρχηγείου φάνταζε η γνωστή και παραδοσιακή από τα αστυνομικά έργα επικόλληση άρθρων, χαρτών στιγματισμένων και μουτζουρωμένων αλύπητα με κόκκινο μαρκαδόρο, φωτογραφιών, αποκομμάτων περιοδικών, εκτυπώσεων υπολογιστή και λοιπών σημειώσεων, όπου προεξήρχαν και ανέμιζαν ζωηρά στα πρόθυρα της αποκόλλησης τα λεγόμενα «σωβρακάκια», όπως θα τα λέγαμε στην προσπάθεια να αποδώσουμε στα ελληνικά τον όρον «πόστιτ». Οι τιτάνες, αναγνώστη, δεν έλεγαν να εκσυγχρονιστούν και επέμεναν στην αξία των παλαιών μεθόδων, στη στρατηγική σημασία του «παλιακού», που έχει επικυρωθεί και επιβεβαιωθεί επανειλημμένα μέσα στο χρόνο, που έχει ωριμάσει στο πέρασμα του χρόνου σαν το παλιό κρασί, που τού ανοίγουμε το πώμα για να αναπνεύσει.

«Ευρύβια, ανάπαυσις. Αναφορά».

«Τίποτε το νεότερο, αυθέντα. Προσπαθούμε να κατατάξουμε τα υπάρχοντα δεδομένα. Μία σκέψη που κάναμε εδώ με τη Λητώ είναι ότι μάς φαίνεται απίθανο να ανήκαν στον Ικαρομένιππο μόνο οι υπεύθυνοι του βιοτεχνολογικού πειράματος της Νέας Αρκαδίας. Δηλαδή μόνο στον Περκνοπτέρυγο και στον Διδυμίωνα, τα δύο απομείναντα υψηλά θηρία του προγράμματος θα πρέπει να επικεντρωθούν οι έρευνές μας; O Πυρίσπορος και ο Μνησιπήμων, ο Φιλογενής, ακόμη και η ίδια η Θεανώ η Θουρία, που διοικούν τον σταθμό, είναι υπεράνω υποψίας; Μιλάω πάντα για τον Ικαρομένιππο».

«Βέβαια εσείς, εξαίρετε πλοίαρχε», πήρε τη σκυτάλη γλείφοντας ανελέητα κατά τη γνωστή της συνήθεια η Λητώ, «θα παρατηρήσετε με την γνωστή σας ευστοχία ότι η συμμετοχή στον Ικαρομένιππο δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη δολοφονία, το αντίθετο μάλιστα, αν οι μεγαλοπαράγοντες της Νέας Αρκαδίας ήταν συντονισμένοι στο σχέδιο ανεξαρτητοποίησης, δεν είχαν λόγο να ξεπαστρέψουν ο ένας τον άλλο. Σε κάθε περίπτωση έχουμε προσθέσει στον κατάλογό μας τρεις ακόμη υπόπτους, τη Διοτίμα της Μαντίνειας, τον Τόργο Τραχηλιώτο και την Ιππαρχία των Κυνικών. Η πρώτη είναι ένα είδος ανεξάρτητου εμπόρου και συνδέσμου της Νέας Αρκαδίας με προμηθευτές διαφόρων πλανητών, ο δεύτερος είναι έμπορος και προμηθευτής ο ίδιος και η τρίτη είναι η εκπρόσωπος των εργαζομένων του σταθμού. Θα τους ανακρίνουμε με τη σειρά και αυτούς».

«Ναι, θυμάμαι ότι η Νέα Αρκαδία μού απαρίθμησε στις ομάδες συμφερόντων τόσο τους προμηθευτές της, όσο και τους βιοσύμφυτους εργαζόμενους της. Δεν ξέρω αν οι πρώτοι έχουν νευροφυτικό εμφύτευμα για να συνεννοηθούν μαζί της, έχουν όμως οι δεύτεροι. Τουλάχιστον δεν ταυτίζει απόλυτα τους βιοσύμφυτους με τον εαυτό της. Αυτό δείχνει ότι δεν είναι και τόσο κτητικό – κατακτητικό αυτό το ον και ίσως τελικά να έχουν άδικο η Παποπατριάρχισσα και ο πατήρ Σκανδαλόμωρος…».

Ο Υπερίων κάθισε ίσως για πρώτη στην προορισμένη γι’ αυτόν πολυθρόνα του στρατηγείου. Στην ουσία δεν είχε δικό του γραφείο, αλλά ο χώρος εργασίας του έμοιαζε περισσότερο με σύνταξη εφημερίδας. Στα άλλα τραπέζια κάθονταν αυτοί οι αναθεματισμένοι ασφαλίτες, οι δε Περικτιώνη και Θυμίστα ήταν σαν να είχαν κλωνοποιηθεί, βρίσκονταν στην κυριολεξία παντού. Προφανώς είχαν εντολή άνωθεν να παρακολουθούν την ομάδα του. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον  Φιλογενή να τού διαθέσει ένα αποκλεισμένο δωμάτιο, αλλά αυτό θα αύξαινε έτι περαιτέρω την παράνοια και την καχυποψία της ασφάλειας. Άλλωστε, αν κατέληγε σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα, οι ασφαλίτες δεν ήσαν σε θέση ούτε να τον εμποδίσουν ούτε να τού κάνουν κακό, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, ολόκληρος υψηλόβαθμος αξιωματικός του Αστροστόλου ήταν. Ήταν καλύτερο να εφαρμόσει τη μέθοδο των Ιαπώνων ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για τη διατήρηση της εχεμύθειας ήταν να έχεις πόρτες και παράθυρα ανοιχτά κι έτσι είσαι σίγουρος ότι κανείς δεν θα κρυφακούει. Άστους στην ψευδαίσθηση ότι μάς ελέγχουν, σκέφτηκε ο Υπερίων. Οι αξιωματικοί του Αστροστόλου έχουν πολλούς άσους στο μανίκι τους, που αυτοί οι καραβανάδες εδάφους- εδάφους δεν μπορούν καν να φανταστούν.

«Πρέπει να κάνουμε κάποιους συλλογισμούς απογειωμένους πέρα από τα καθιερωμένα», είπε. «Σάς φέρνω ένα παράδειγμα. Η Νέα Αρκαδία μού απαρίθμησε δώδεκα διαφορετικές ομάδες συμφερόντων που ενδεχομένως εμπλέκονται στο φόνο. Ακόμη και αυτό μπορεί να μάς δημιουργήσει μία προκατάληψη, έτσι ώστε λόγω των διακεκριμένων δένδρων να χάνουμε το δάσος. Οι ομάδες συμφερόντων δεν πρέπει να νοηθούν σε κουτάκια, διότι σίγουρα έχουν σχέση μεταξύ τους, επάλληλες διασυνδέσεις, ίσως μάλιστα κάποιες από αυτές να ταυτίζονται μεταξύ τους. Αίφνης εγείρονται προχείρως τα εξής ερωτήματα και αυτά είναι μονάχα ενδεικτικά, στην πραγματικότητα αποτελούν παραδείγματα για ένα σωρό λογικές διασυνδέσεις που μπορούν να γίνουν: α) ποιοι άλλοι διοικούν το σταθμό εκτός από την Θεανώ τη Θουρία, καθότι είναι απίθανο να είναι η διοίκηση μίας γυναικός αρχή. Η παρακαταθήκη της δημοκρατίας στον κόσμο μας είναι τόσο ισχυρή, που δεν μπορεί να μην επηρεάζει και τη Νέα Αρκαδία. β) Παρότι ισχύει κοινοκτημοσύνη στα αγαθά, παίζει μεγάλο ρόλο ποιος συνεχίζει τις παραγωγικές επιχειρήσεις και στο πλαίσιο αυτό αξίζει να ερευνήσουμε σε ποιους κληροδότησε το πρόγραμμα η Αρήτη, έστω και αν ήταν κρατικό. Κάποιος θα την αντικαταστήσει, δεν θα εκταθεί η εξουσία του Περκνοπτέρυγου και του Διδυμίωνα και στη δική της αρμοδιότητα, διότι δεν νοείται διαρχία ελλείψει δυνατότητας πλειοψηφίας και λήψης αποφάσεων, και σίγουρα θα ληφθεί υπόψη από την κεντρική διοίκηση το πρόσωπο που η ίδια έχει προτείνει για να την διαδεχθεί. γ) Ποιοι αποτελούν τον Ικαρομένιππο; δ) Αν ο Ικαρομένιππος συνεργάζεται με την Εταιρεία Εκμετάλλευσης του Μέγα Πλανήτη ή με την Εταιρεία της Λήμνιας Σφραγίτιδας, του βιολογικού πολύποδα από τον οποίο αποτελείται ο τροχιακός σταθμός. Γιατί; Πού να ξέρω. Η σκέψη μου είναι ανεπεξέργαστη προς το παρόν. Να σκεπτόμαστε με σχέσεις, αναφορές και καθορισμούς. Αντίθετα οι ορισμοί που τάχα περιλαμβάνουν ή οριοθετούν όλο το αντικείμενο είναι ξεπερασμένη επιστημολογία».  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο: ΖΩΗ

Την τέταρτη ημέρα της διαμονής του στη Νέα Αρκαδία ο Υπερίων επέλεξε από όλο αυτό το πολυδαίδαλο συγκεχυμένο συμπίλημα των επιλογών να επιλέξει το νήμα εκείνο ή τον μίτο της Αριάδνης που θα τον οδηγούσε να επισκεφθεί στον Διδυμίωνα, το μεγάλο κεφάλι, τον μέγιστο εγκέφαλο ανάμεσα στις ιδιοφυίες εκείνες οι οποίες σχεδίασαν τον πανίσχυρο βιοτεχνολογικό οργανισμό. Μία σαρανταποδαρούσα φιλοδοξίας, ματαιοδοξίας και προσμονής τού γαργαλούσε το υπογάστριο μαζί με μία έντονη δόση ανδρικού εγωισμού, όσο πλησίαζε η στιγμή της αναμέτρησης με ένα πνεύμα ισάξιο ή και ανώτερο από το δικό του. Αυτό ήταν σίγουρα μία πρόκληση αντάξια ενός επίτιμου πλοίαρχου του Αστροστόλου. Ήξερε τον εαυτό του, ότι είχε τη δυνατότητα να μαθαίνει πολλά από τους διαλόγους του και να βλέπει μέσα από τα μάτια και πίσω από τους μορφασμούς των συνομιλητών του αντλώντας πληροφορίες από κάθε έκφραση, ακόμη κι από την απάθειά τους, κι έτσι βάσιζε πολλά στη συγκεκριμένη συζήτηση. Σε κάτι τέτοιες μονομαχίες συνήθιζε ο Υπερίων να πηγαίνει μόνος του με το ακτινοβόλο να εξέχει διακριτά από τη ζώνη του.

Ο γηραιός γενετιστής, Κινέζος στην καταγωγή, έμενε εκτός πόλης, ένα προνόμιο που δεν παραχωρούνταν σε πολλούς κατοίκους του θαυμαστού αυτού νέου κόσμου. Η χωροταξική διοίκηση επιδίωκε να είναι οι κάτοικοι συγκεντρωμένοι σε οικιστικές λωρίδες, άνετες βέβαια με κήπους και ωραία άλση, αλλά να αφήνεται ικανός χώρος για ύπαιθρο με πλούσια βλάστηση και δάση. Αυτού του είδους η οικολογική αντίληψη δεν εννοούσε τόσο πολύ να αποτρέψει τις εκπομπές αιθάλης και σωματιδίων όσο το να μη διατρέχεται όλος ο βιότοπος από υπόγεια καλώδια, σωλήνες και άλλες ασχήμιες απ’ αυτές που διακλαδώνουν τους δρόμους της Νεωτέρας Ελλάδος, πράγμα που θα συνέβαινε αν ο καθένας έκτιζε την έπαυλή του όπου τού κάπνιζε.

Όμως, όπως είναι ο κανόνας σε κάθε κοινωνία, για τους ταγούς και τους προνομιούχους, τους εκλεκτούς και την αφρόκρεμα γίνονταν πάντα εξαιρέσεις. Ο κανόνας είναι να γίνονται εξαιρέσεις, οξύμωρον! Προφανώς ο Διδυμίων έχαιρε τεράστιας εκτίμησης από όλη τη διοικητική ιεραρχία, καθότι πέρα από επιφυλάξεις, αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις η εφεύρεση των πολυποδικών τεχνολογικών κολοσσών και η τηλεπαθητική ενσυναίσθηση μέσω αυτών ήταν ρηξικέλευθη και μοναδική!

Το ενδιαίτημα του Διδυμίωνα ήταν μία απλή μεζονέτα με στέγη επικλινή προς τα εμπρός, που θα ήταν δίριχτη, αν δεν κοβόταν στη μέση κατακόρυφα από τον κάθετο οπίσθιο τοίχο. Στην πρόσοψη όμως, τόσο πολύ εκτεινόταν, ώστε επιστέγαζε όλη την μπροστινή βεράντα. Το ελληνικό – τιτανικό αισθητήριο του Υπερίωνα ερεθίστηκε και ενοχλήθηκε λίγο από το γεγονός ότι η διακόσμηση ήταν απωανατολίτικη. Αν νομίζετε, αναγνώστες, ότι σε ένα κόσμο και μία εποχή ολύμπιων θεών και τιτάνων οι Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Κορεάτες κ.λπ. δεν έχουν θέση, κάνετε μεγάλο λάθος. Αρκεί να σάς παραπέμψω στις εκστρατείες του Διονύσου, που περιλαμβάνονται στην πλήρη Τιτανομαχία του Προμηθέως Καταστερίζοντος, για να δείτε ότι ο μυθολογικός κόσμος ήταν τόσο γεωμορφολογικά όσο και πληθυσμιακά απολύτως ίδιος με τον δικό μας. Η κατοικία δεν είχε ούτε ελενίτ, ούτε κουφώματα αλουμινίου, ούτε πρόσθετους βιαστικά καρφωμένους στηρικτικούς στύλους, ούτε άλλες οικοδομικές ευκολίες, πατέντες, χοντράδες και κιτσαρίες, όπως αυτές που κοσμούν τη Νεότερη Ελλάδα- στο σημείο αυτό ελπίζουμε να μην τριτώσει η απαξιωτική αναφορά στον τόπο που η μοίρα επέλεξε για μάς να γεννηθούμε και να ζούμε (σ.σ. η πιο πάνω παράγραφος εκπορεύεται από τη σκοπιά του συγγραφέα).   

 Η περί ης οικία λοιπόν ήταν κτισμένη αποκλειστικά από πέτρα και ξύλο, όπως όλα τα σπίτια των πεφωτισμένων εναλλακτικών ανθρώπων. Ίσχυαν και τα υπόλοιπα αναμενόμενα για την περίπτωση συνοδευτικά στοιχεία,  δηλαδή γειτόνευε με γάργαρο κελαρύζον μουρμουρίζον ροθιάζον ρυάκι που κατέληγε σε ολοστρόγγυλη τεχνητή λιμνούλα, στεφανωμένη στην περιφέρεια από κόκκινες ανεμώνες. Μαύροι και άσπροι κύκνοι γλιστρούσαν και διασταυρώνονταν στην επιφάνειά της, σαν να ήσαν ψεύτικες πλαγγόνες, ατθίδες ή ταναγραίες κινούμενες σε μηχανικές ράγες. Και κάτι δυσχερές στην άμεση αξιολόγηση, σε εμφανές σημείο της  προσόψεως υπήρχε ανηρτημένος ένας θυρεός που παρίστανε τον κινέζικο δράκο και από κάτω φάνταζε η επιγραφή «ΔΙ – ΧΣ» κατ’ απομίμηση του χριστιανικού «ΙΝΒΙ».  

Ο Διδυμίων και η υπηρέτριά του Φαιναρέτη τούς περίμεναν στο άτριον. Η Φαιναρέτη ήταν ό,τι μαρτυρούσε το όνομά της και παραπάνω, όπου όμως υπό τη λέξη «αρετή» θα πρέπει να εννοήσουμε την έκπαγλο καλλονή της, αδιανόητη, ισάξια με τη λάμψη μίας Κλεοπάτρας ή Νεφερτίτης. Ήταν και αυτή απωανατολίτικης καταγωγής, ψηλή και λυγερή σαν δένδρο, με μακρύ βαμβακερό φουστάνι, πολύ θολωτό, αψιδωτό, τουρλωτό, τρουλλωτό και υπό διπλή έννοια καμαρωτό στο ύψος του στήθους και  διακρινόμενο από προκλητικό σκίσιμο στον ένα μηρό. Ο Διδυμίων τούς υποδέχτηκε με καλοκάγαθο χαμόγελο αμέσως μόλις ο Υπερίων παραβίασε διακριτικά το πορτόνι του κήπου, σπρώχνοντας στην άκρη τον μικρό σύρτη. Καθόταν στην συλλεκτική αναπηρική πολυθρόνα του σκεπασμένος από καρό κουβέρτα. Φορούσε αυτές τις χαρακτηριστικές μιλιτέρ ενδυμασίες, που μάς έχουν συνηθίσει οι Κινέζοι λόγω του ότι τέτοιες λόξες και δηθενιές υπογράμμιζαν την ιδιομορφία της πολιτιστικής τους επανάστασης. Το πρόσωπό του είχε την πορσελάνινη ευθραυστότητα και θρυπτότητα των απόλυτα υπερηλίκων για να μη πούμε ότι είχε την πρησμένη οιδηματική όψη της ταριχευμένης στουμπωμένης μούμιας, που αποκτούν οι γεροί γέροι όταν μπαίνουν στα πρώιμα ενενήντα τους. Ήταν καραφλός, φαλακρός και γυαλιστερά κάλβος εκτός αν κανείς τον κοίταζε από πίσω, όπου διέκρινε να αναβλύζει αναπάντεχα μία τούφα και πλεξίδα γκρίζων μαλλιών εγγίζουσα τον λαιμό.

«Ω, τι έχουμε εδώ», είπε με θράσος. «Ενώπιόν μας ίσταται ο “τοις νόμοις έγγιστα προσπεφυκώς” Υπερίων. Ο παρασημοφορημένος στυλοβάτης του Αστροστόλου. Το συμβιωτικό δίκτυο της Νέας Αρκαδίας δεν μιλάει για τίποτε άλλο εκτός από εσάς, μαέστρο».

Ο Υπερίων αποφάσισε να ανοίξει την παρτίδα εξίσου ειρωνικά, αλλιώς ο Διδυμίων θα τού έπαιρνε τον αέρα νωρίς- νωρίς.

«Κι εγώ χαίρομαι που γνωρίζω τον μέγιστο επιστήμονα, που μέσα σ’ έναν ελληνικό κόσμο αναγκάστηκε να πάρει το όνομα “Διδυμίων”. Αλλά έτσι κι αλλιώς η ελληνική ονομασία σάς επιτρέπει να ξεφύγετε από τον πολτό των δισεκατομμυρίων σωσιών της χώρας σας, από την χύδην ανωνυμία της μάζας. Αληθεύει ότι στην Κίνα έχετε μόνο εβδομήντα ονόματα; Φαντάζομαι ότι αυτό ευνοεί πολύ την πρωτοτυπία».

Ο Διδυμίων σοβαρεύτηκε.

«Το κανονικό μου όνομα δεν θα μπορούσατε να το προφέρετε, μάστορα (σ.σ. ήδη ο μαέστρος έγινε μάστορας). Εγώ στη θέση σας δεν θα μιλούσα τόσο ειρωνικά σε κάποιον που διευθύνει ολόκληρο το συμβιωτικό δίκτυο της Νέας Αρκαδίας, ένα δίκτυο που αυτή τη στιγμή σάς περιβάλλει από παντού. Όσο για το ελληνικό όνομα, εμείς δεν είμαστε ρατσιστές, όπως εσείς οι διδάσκαλοι του “πας μη Έλλην βάρβαρος”. Γνωστό είναι ότι, όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι μας που εξερεύνησαν τον κόσμο ψάχνοντας νοημοσύνη ισάξια με την κινέζικη, ενημέρωσαν τον αυτοκράτορά μας ότι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που ζώνει τον πλανήτη Γη εκτός Κίνας υπάρχει το σι-λα, ένα μικρό έντονο φως που είναι η Ελλάδα. Σάς αναγνωρίσαμε δηλαδή έστω κι αν είστε μονάχα μια πορδή μπροστά στο δικό μας μέγεθος. Μάλιστα κατά τη μνημειώδη εποχή του κορωνοϊού εμείς σάς στείλαμε ένα αεροπλάνο με μάσκες που έγραφε στην άτρακτο φαρδιά-πλατιά το ρητό του Αριστοτέλη «φιλία εστί ψυχή εν δυσί σώμασιν χωριζομένη”, χωρίς να εισπράξουμε ούτε ένα ευχαριστώ. Ακόμη όμως και η φιλοσοφία σας, που είναι τάχα το ισχυρό σας σημείο, έχει τις απόλυτες αντιστοιχίες της στη δική μας βουδιστική και μη σοφία, παράδειγμα το καταπληκτικό ρητό του Δημόκριτου “κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”.  Δεν υπάρχει τίποτε που να έχουν πει οι Έλληνες και να μη το έχουν πει και οι Κινέζοι».

«Ναι, λείπει όμως η αμφισβήτηση που καθιστά τη σοφία φιλοσοφία. Επιπλέον, η κινέζικη διανόηση είναι ενδοστρεφής, αφού για αιώνες περιορίστηκε σ’ αυτό το κράτος τέρας, όπου μέχρι να φτάσει μία διαταγή από την πρωτεύουσα στην επαρχία, ο αυτοκράτορας που την εξέδωσε έχει ήδη πεθάνει. Αντίθετα, η ελληνική διανόηση απευθύνεται σε όλους και δεν ησυχάζει μέχρι να έλθει σε επαφή με τη γνώση και ο τελευταίος άνθρωπος.  Έχω όμως μία απορία. Τι σημαίνει η επιγραφή “ΔΙ- ΧΣ”;»

«Α! Το μέγιστο πάθος των φιλοσόφων, το θαυμάζειν, έ; To “ΔΙ” συμβολίζει “Διδυμίων”, το ελληνικό όνομα το οποίο τελείως τυχαία επέλεξα. Το “ΧΣ” είναι το κινέζικο όνομά μου Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι, μην επιχειρήσεις, σε παρακαλώ, να το προφέρεις γιατί θα το προσβάλλεις. Επίσης σημαίνει και “Χειριστάρχης”, όπως αρέσκομαι να αποκαλώ τον εαυτό μου, που είναι το αντίθετο του Αριστοτέλους, καθόσον μάλιστα, ενώ ο Αριστοτέλης βάλθηκε να εξηγήσει το γνωστό Σύμπαν, εγώ έφτιαξα ένα δικό μου, το συμβιωτικό και συμφυτικό, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δικό του. Γιατί ενώ το δικό του είναι αργό και περιπατητικό, το δικό μου επιτρέπει τη συγχρονική, αυτόθροη και ακαριαία διάσκεψη. Καταγράφω μία δυσχέρεια κατανόησης όλων αυτών εκ μέρους σου, μάστορα. Μήπως θα έπρεπε να τοποθετήσεις ένα τσιπάκι στο ωραίο αναπεπταμένο φρύδι ή κάτω από το μυτερό σου αυτί για να μπορούμε να συνεννοηθούμε;»

«Για να ανασύρω μία ατάκα από προηγούμενη συζήτηση μου και να μην αναλίσκω φαιά ουσία για να βρίσκω καινούριες, αφού θέλω τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες ξεκούραστους και σε πλήρη ετοιμότητα προς επίλυση της ανατεθειμένης σε μένα υπόθεσης, σάς απαντώ, Χειριστάρχη, όπου τουλάχιστον το χείριστον σάς ταιριάζει:  παρακαλώ να κρατήσετε την προπαγάνδα σας για κανένα πιο αφελή και αδαή από ένα μπαρουτοκαπνισμένο και καταξιωμένο βετεράνο της Τιτανομαχίας. Εμείς ξέρουμε ότι οι αυτόματες συμφωνίες σας δεν είναι παρά συντονισμένη μετάδοση προπαγάνδας από τους σύγχρονους μεγιστάνες της πληροφορικής και των μέσων μαζικής επικοινωνίας πάνω σε όσους δεν έχουν αντίστοιχους μηχανισμούς ασύστολου επηρεασμού της κοινής γνώμης. Η δε κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενη συμφωνία εκπέμπεται ως μία μονομερής προβολή των παραστάσεων του ισχυρότερου μέρους, χωρίς βήμα- βήμα επεξεργασία και μπορεί εύκολα να μεταβληθεί, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει στις συμβάσεις που απαιτούν  προσύμφωνα, προσυνεννοήσεις, ενέχουν προσυμβατική ευθύνη και πολλά στάδια, των οποίων η υπερπήδηση είναι ένα πρώτο δείγμα για την φερεγγυότητα των εμπλεκομένων. Εμείς δεν πολεμήσαμε για να συμφωνήσουμε, αλλά για να γεφυρώνουμε μέσα από διάλογο και διαλεκτική τις διαφωνίες μας».

«Επαναλαμβάνεσαι, μάστορα. Η απάντησή σου είναι ήδη καταγεγραμμένη από τα συστήματα της Νέας Αρκαδίας, όπως την έδωσες στην διοικήτρια Θεανώ και την έχω διαβάσει. Δύσκολο να πεις κάτι καινούριο και μη χιλιοειπωμένο, όπως φαίνεται».

«Γιατί να πω κάτι καινούριο, όταν έχω δώσει την τέλεια απάντηση», είπε αλαζονικά ο Υπερίων, αλλά η αλαζονεία ήταν μία γλώσσα που καταλάβαινε ο Διδυμίων- Χειριστάρχης.

Μετά τους πρώτους διαξιφισμούς ο γερο- γενετιστής κοίταξε με περισσότερη περίσκεψη και επιφυλακτικότητα τον αντίμαχό του προκαλώντας μία εκτεταμένη παύση στο ζωηρό φλογερό τους διάλογο.  

«Για να μη παρουσιάζουμε υπεροπτικά την Ιστορία ως αντισφαίριση μεταξύ Ελλάδας – Κίνας και για βάλουμε και τους φίλους μας Αγγλοσάξονες στο παιχνίδι, υπέρλαμπρε Υπερίων, μού φαίνεται ότι ξεκινήσαμε τη γνωριμία μας στηριζόμενοι σε λάθος πόδι, άρα ας ξαναγυρίσουμε στην αφετηρία και ας κάνουμε μία νέα αρχή. Φαιναρέτη, φέρε ένα τσάι του βουνού με πολλά βότανα στον καλεσμένο μας. Να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι εγώ δεν είμαι απολογητής ούτε της Κίνας, ούτε των Κινέζων αυτοκρατόρων, δεν είμαι κάποιος γκουρού από το Θιβέτ και σε καμιά περίπτωση δεν θέλω να με βλέπουν έτσι. Πάνω απ’ όλα είμαι επιστήμονας, σέβομαι τα αξιώματα της επιστήμης, τεκμηριώνω τα θεωρήματά της και ψάχνω αδιάκοπα για καινούριες αρχές και εφαρμογές».

«Έχετε την τύχη να σάς υπηρετεί ένα εκπληκτικό πλάσμα, σεβαστέ Διδυμίων, όπως μπορώ να παραδεχτώ χωρίς παρεξήγηση ή υποψία γενετήσιας παρενόχλησης τώρα που λείπει».

«Η τελειότητα που βλέπετε δεν είναι τυχαία, μαέστρο. Η Φαιναρέτη είναι δημιούργημα της μακαρίτισσας Αρήτης, πιστής και ιδιοφυούς συνεργάτιδάς μου για δεκαετίες, που ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή της εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως κ.λπ. Όπως ένα άτομο με τη δική σας νοημοσύνη δύναται απροβλημάτιστα να αντιληφθεί, αλίμονο όλοι εμείς οι σκαπανείς του μέλλοντος της ανθρωπότητας δεν είμαστε καθόλου άσπιλοι και άμωμοι και πρέπει να δώσουμε κι ένα δίκιο στο Χριστιανισμό που λέγει “ουδείς αναμάρτητος”. Πριν επιστρατεύσω τις ικανότητές της στο πρόγραμμα της τεχνητής νοημοσύνης, η απίθανη Αρήτη έκανε ιδιωτικά πειράματα και χρησιμοποιώντας τα δικά της ωάρια ως γενετική βάση έφτιαχνε ανθρώπους! Σ’ αυτούς προσέδιδε τον δικό της υγιή μεταβολισμό, την δική της ελκυστική όψη, ισοδύναμη με εκείνη της Ελένης της Τροίας, καθώς και τη δική της εξωπραγματική νοημοσύνη και μετά τούς πουλούσε ως σκλάβους. Έτσι μ’ αυτό τον ευχάριστο και κοινωφελή τρόπο κέρδιζε στα προς το ζην και μη στραβομουτσουνιάζεις, μαέστρο, γιατί όπως είπε και ο δικός σας Επαμεινώνδας “έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος”.  Άλλωστε μία πρωταρχική κριτική που γίνεται στον κόσμο της μυθολογίας και των τιτάνων, δηλαδή στην εποχή μας, είναι ότι η δουλεία δεν έχει καταργηθεί. Η Φαιναρέτη είναι το πλέον εξέχον προϊόν αυτής της διαδικασίας παρθενογένεσης, πρόκειται για υβρίδιο και χιμαιρικό πλάσμα με γονέα 1 και γονέα 2 την ίδια την Αρήτη. Δημιουργήθηκε από τη μάνα της με κατάλληλες εργαστηριακές ρυθμίσεις και εκπαιδεύτηκε ως εταίρα και ως τέτοια την αγόρασα, τουλάχιστον αρχικά. Μετά βέβαια τα χρόνια πέρασαν και όταν αργότερα κατά το κοινώς λεγόμενον “μού έπεσε”, έκτοτε την αξιοποιώ ως νοσοκόμα. Μη μάς κρίνετε, έξοχε Υπερίων. Δεν είναι δυνατό να έχουμε όλοι τη δική σας ηθική αυστηρότητα, είμαστε άνθρωποι και προετοιμαζόμαστε κάθε φορά για το επόμενο σφάλμα μας και την επόμενη -καλύτερη – αποτυχία μας. Όπως λέγει και η λαϊκή μούσα, λάθη είμαστε και ανθρώπους κάνουμε, χα, χα. Σταματάμε όμως αυτή την αναζωογονητική κουβέντα, γιατί ιδού η Φαιναρέτη έρχεται με το τσάι, άσε που θα μάς κατηγορήσουν οι καλοθελητές αναγνώστες, που δεν κάνουν άλλη δουλειά παρά να μετρούν τις ώρες και τα λεπτά των επεισοδίων και των στασίμων της ιστορίας με την ελπίδα να μάς συλλάβουν περιπίπτοντες σε αντιφάσεις ως προς την προσμέτρηση . . . . των ‘‘ ταιμ άουτς ’’, ότι δεν γίνεται η παρασκευή του τσαγιού να παίρνει τόση ώρα».  

Ο Υπερίων σημείωσε αμέσως στο μπλοκάκι του τη Φαιναρέτη ως δέκατη τρίτη ύποπτο για το έγκλημα, ενώ απόρησε που η τεχνητή νοημοσύνη δεν την απαρίθμησε. Χασκογέλασε εσωτερικά σκεπτόμενος ότι ο ίδιος, ορκισμένος εχθρός των βιοτεχνολογικών οργανισμών, συλλάμβανε τον εαυτό του να πιστεύει ακράδαντα στο αλάθητο και την ακεραιότητά τους. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις το ελάττωμα να βλέπει κανείς τα δέντρα και όχι το δάσος να ήταν πλεονέκτημα.

«Με την άδειά σας ας περάσουμε σ’ ένα άλλο επίπεδο συζήτησης, ελλογιμότατε Διδυμίων. Μιλήστε μου ελεύθερα για τον εαυτό σας και αν πραγματικά νομίζετε ότι σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο σας από τη στιγμή που δεν διαθέτω τηλεπαθητικό εμφύτευμα ώστε να συνεννοούμαστε με τα μάτια».

«Η ευκαιρία να οδηγήσω κάποιον στην πεφωτισμένη κατανόηση δεν είναι ποτέ χαμένος χρόνος για μένα», απάντησε ο Διδυμίων μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνοντας, ξαναβρίσκοντας αμέσως την αλαζονεία του με την παραμικρή υποχώρηση του άλλου και διαψεύδοντας πριν αλέκτωρ λαλήσει την προηγούμενη δήλωσή του ότι δεν είναι θιβετιανός γκουρού. «Kοινό απόσταγμα ελληνικής και κινέζικης σοφίας είναι ότι η ζωή είναι διαρκής πορεία προς την αλήθεια και τη φώτιση- γνώθι σαυτόν, σημαίνει γνώθι τον κόσμον. Κάποιοι άνθρωποι κάνουν μεγάλα βήματα προς την πνευματική ωριμότητα, ενώ άλλοι μένουν πίσω».

Στον Υπερίωνα έκανε εντύπωση ότι ήδη με τη δεύτερη πρόταση ο Διδυμίων είχε ήδη διαστρεβλώσει την ελληνική φιλοσοφία, αλλά έκανε μόκο, διότι τώρα εφάρμοζε μία τακτική που θα προσείλκυε το θηρίο να βγει από το λαγούμι του.

«Είναι αλήθεια ότι ανατράφηκα με βάση τη βουδιστική φιλοσοφία. Λόγω της πρώιμης μετανάστευσης και αποδήμησής μου τον κόσμο των τιτάνων δεν ξέρω βέβαια αν τήρησα στη ζωή μου τα αμείλικτα διδάγματα της Πατιμόκα, δηλαδή του καλαθιού της πειθαρχίας, θα έλεγα ότι μάλλον παρέκκλινα σε σχέση μ’ αυτό. Όπως ευχερώς διαπιστώνετε, φιλοσοφημένε Υπερίων, και όπως και ο ίδιος με λύπη ομολογώ, η αλαζονεία είναι το μέγιστό μου ελάττωμα. Παρ’ όλ’ αυτά, από τη στιγμή που αφοσιώθηκα στην επιστήμη, ταυτίστηκα μαζί της και πλέον δεν έχω ηθικά διλήμματα. Γιατί; Απλούστατα διότι από τη στιγμή που ένα επιστημονικό συμπέρασμα δει το φως της ύπαρξης και της δημοσιότητας δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί ή να σαρωθεί κάτω από το χαλί, αλλά οι επιπτώσεις του είτε θετικές είτε αρνητικές εξελίσσονται μέχρι την τελευταία τους συνέπεια. Υπ’ αυτή την έννοια η ηθική διάσταση εξαφανίζεται, διότι οι επιστήμονες που βρίσκουν τη αλήθεια δεν είναι εκείνοι που προωθούν τις εφαρμογές της, αλλά το τελευταίο εντάσσεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών».        

«Κι έτσι δημιουργήσατε τη Νέα Αρκαδία, που είναι το μεγάλο σας αμοραλιστικό αριστούργημα».

«Ναι, η Νέα Αρκαδία είναι αμοραλιστική με την έννοια ότι δεν χρειάζεται την ηθική, διότι στηρίζεται μάλλον στην ειλικρίνεια, τη διαύγεια, την ενάργεια, τη διαφάνεια και τη στιγμιαία διάσκεψη. Ταυτόχρονα προβαίνει στην παράλληλη καταγραφή και επεξεργασία  των σκέψεων των κοινωνών δημιουργώντας ένα συμπεριληπτικό δίκτυο αχανούς μεγέθους. Υπάρχει μία ενιαία προσωπικότητα, αλλά η αποτελείται από πολλές ημιαυτόνομες υποδιαδρομές. Η συνείδησή της, πλήρως ομογενοποιημένη, είναι σαν ολόγραμμα, που αν τεμαχιστεί, εντούτοις κάθε τεμάχιο περιέχει πλήρες πρότυπο και αντίγραφο του συνόλου. Το σήμα της διαδίδεται οριζοντίως και παραλλήλως με κάθετες κατακόρυφες απολήξεις. Μπορεί να διεξάγει και να παρακολουθεί άπειρες συζητήσεις ταυτόχρονα και η ανάμνηση της καθεμίας διοχετεύεται και διαχέεται αμέσως σε όλο το υπόστρωμα, διατίθεται δε προς επίκληση και αναφορά σε όλα τα μέλη του δικτύου. Όταν μιλάει κανείς με τη Νέα Αρκαδία ακολουθεί την αντίστροφη πορεία, στέλνει το εγκεφαλικό του σήμα από την κατακόρυφο στην υπορουτίνα που διατρέχει οριζοντίως το πάτωμα».

«Τώρα με έχετε κάνει δημοσιογράφο που σάς παίρνω συνέντευξη. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της τηλεπαθητικής σύνδεσης;»

«Από ένα συνδυασμό επιστημονικής γνώσης. Οι πνευματικές αξίες του Βουδισμού μού υπέβαλαν σιγο- ψιθυριστά πάντα ότι η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της βρίσκεται σε πλήρη αρμονία, που όμως περιέργως βασίζεται σε μία ασύνοπτη δυσαρμονία. Ιδιαίτερα με προσείλκυσε η μη γραμμικότητα, μη συμμετρία και μη λογικότητα των συνδέσεων -συζεύξεων των υποατομικών σωματιδίων, που είναι ειδικότητα των Ιώνων φιλοσόφων σας. Μελέτησα σε βάθος την “αντανάκλαση, τον αντικατοπτρισμό και το είδωλον” (σ.σ. υπέρθεση θα το λέγαμε σήμερα) του ατόμου, σύμφωνα με το παράδειγμα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Όμως το είδωλον δεν είναι μόνη σχέση των ατόμων μεταξύ τους, υπάρχει και η “διαθιγή” (εναγκαλισμό θα το πουν κάποτε, ενώ ορθότερος είναι ο όρος σύζευξη εκ του “Ζευς- Διος”), που συνδέει ποικίλα άτομα και ποικίλες ψυχές- μορφές μεταξύ τους σε ευρύτερα ψυχικά μόρια ή υποστασιακές ψυχές. Σ’ αυτά βασίζεται η τηλεπαθητική σύνδεση».

«Καλά, όλη αυτή η σκληροπυρηνική επιστήμη με το αδιαπέραστο από τους λαϊκούς κέλυφος δεν έρχεται σε αντίφαση με τη βουδιστική σας πίστη;»

«Δεν νομίζω ότι είμαι άπιστος στις βουδιστικές μου καταβολές, καθότι τις βασικές διδασκαλίες του Βούδα δεν τις έχω απαρνηθεί, απλά ψάχνω έναν άλλο δρόμο, ένα άλλο Ταό, που θα με οδηγήσει στην κοσμική τάξη, στο Ντάρμα. Και μην επιχειρήσεις, μαιτρ, να το ετυμολογήσεις κι αυτό από τα ελληνικά, από το “δράμα” ή ό,τι άλλο, φτάνει πια με την πεφυσιωμένη οίηση και τον σολιψισμό του Έλληνος ανθρώπου, που θεωρεί ότι έχει την αποκλειστικότητα των πάσης φύσεως στοιχείων, ριζών και ριζωμάτων. Συμφωνούμε λοιπόν, Έλληνες και Κινέζοι, ότι ο κόσμος είναι ένας και δεν χωρίζεται σε υλικό και πνευματικό. Πνεύμα είναι οι σκέψεις, που μπορούν να θεωρηθούν τόσο υλικές όσο και πνευματικές και συνδέονται μεταξύ τους μέσω του συνθετικού λόγου της ψυχής. Και για να αρκεστούμε σ’ έναν πεζό ορισμό περί ψυχής είναι απλά η συνείδηση που παράγεται από μακρόχρονη αντίδραση σε ερεθίσματα και στα διδάγματα των καημένων παραγνωρισμένων γονέων, την εκμάθηση της γλώσσας, των μιμιδίων συμπεριφοράς και των προτύπων της εκπαίδευσης».

«Πώς συνδέετε, δάσκαλε, το πνεύμα και την ψυχή με την βιοτεχνολογική μηχανή; Παραδέχομαι ότι η Νέα Αρκαδία έχει κάποια συνείδηση, αφού διακρίνει τον εαυτό της από το περιβάλλον, όμως ατομική ψυχή και μετοχή στο συλλογικό πνεύμα δεν διαθέτει, διότι αυτά προϋποθέτουν αυτοσυνείδηση, σύνδεση δηλαδή με την απειρότητα του χώρου και του χρόνου, που γίνεται αντιληπτή όταν αμφότερα περιέχονται σε μία και μόνο στιγμή»

«Αυτά αφορούν τη θεωρία του Αριστοτέλους, διότι αναφέρονται στο υπάρχον Σύμπαν και την ένταξη του ατόμου σ’ αυτό. Εγώ όμως ως αντάρτης Χειριστάρχης αντιστρέφω τα πράγματα και αντικαθιστώ τα άριστα τέλη από ταπεινές αρχές. Ξεκινώ από τον αχαμνό σπόρο της ύλης, που γίνεται αυτόνομος βιοτεχνολογικός οργανισμός, ξεχωριστός από το υπάρχον Σύμπαν. Οι σκέψεις που διακινούνται μέσα στον οργανισμό, στις οποίες μετέχουν οι βιοσύμφυτοι άνθρωποι, είναι το πνεύμα του, η δε ψυχή του δεν χρειάζεται να είναι αθάνατη, δεν χρειάζεται δηλαδή να εκτείνεται στην αιωνιότητα, αλλά μπορεί απλά να διαρκεί εις τον αιώνα, δηλαδή ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, διότι τέτοιο είναι το προσδόκιμο ζωής αυτών των διαστημικών κολοσσών. Πέραν της αφύσικα μεγάλης μακροβιότητάς τους, ως προς την οποία υπερέχουν έναντι των κοινών θνητών, δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από αυτούς, ούτε ως προς το υποκειμενικό Εγώ, ούτε ως προς την εμπειρία, διότι διαθέτουν τόσο δικά τους προσωπικά αισθητήρια που τούς επιτρέπουν να συγκροτούν το πρώτο, όσο και εξωτερικό σώμα για να βιώνουν τη δεύτερη. Σε επίπεδο βιοτεχνολογίας λοιπόν, όπου και η τεχνητή νοημοσύνη διαθέτει σώμα και αισθήσεις, η ειδοποιός διαφορά από τον άνθρωπο δεν είναι ούτε το υποκειμενικό Εγώ ούτε η εμπειρία».

Ο Υπερίων δεν συγκρατήθηκε πια: «Βιοτεχνολόγε, προσπαθείς να εξαλείψεις τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, ενώ, όπως είπες, προκειμένου να εξασφαλίσεις στην τελευταία μία μη αμφισβητούμενη επικράτεια, κατέληξες να δημιουργήσεις περίκλειστο ξεχωριστό σύμπαν. Παραφράζοντας μια παλιά ταινία, που λέγει ότι η διαφορά μεταξύ ανθρώπου και μύρμηκος είναι ότι ο μύρμηξ είναι μύρμηξ, ενώ ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί για τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης».

Ο Διδυμίων κοίταξε τον αντίπαλό του με γυάλινο βλέμμα.

«Εξυπνάδες ανάξιες ενός φιλοσοφικού ομιλητή. Δεν θα καθίσω πάντως να τετραγωνίσω τον κύκλο μαζί σου μάστορα. Άλλωστε εγώ είμαι περισσότερο ειδικός στην τηλεπαθητική σύνδεση και όχι στην καθαυτή τεχνητή νοημοσύνη, αυτή ήταν αρμοδιότητα της Αρήτης. Η μακαρίτισσα ανέπτυξε τον σπόρο και τον πούλησε χρυσό στην Εταιρεία Εκμετάλλευσης Μέγα Πλανήτη και νυν Δία, ενώ εγώ τούς πούλησα την τηλεπαθητική σύνδεση του σπόρου με τους κατοίκους του περικαρπίου του, όταν αυτός μεγάλωσε και έγινε καρπός. Έχω πολλά ενδιαφέροντα να σού πω για τις ασύλληπτες δυνατότητες των βιοτεχνολογικών κολοσσών, αν όμως εσύ επιμένεις στις παιδαριώδεις επιστημολογικές σου απορίες για τη διαφορά ανθρώπου και μηχανής, τι να πω, μακάρι να είχαμε διαθέσιμη την Αρήτη για να στις επιλύσει. Και μια κι έχεις έλθει εδώ με τη διπλή ιδιότητα του φιλοσόφου – απορούντος και θαυμάζοντος από τη μία και του ανακριτή από την άλλη, ίσως είναι καλή ιδέα να φέρω στο παιχνίδι και να επικαλεστώ και την ίδια τη Νέα Αρκαδία για να εκφραστεί και αυτή σχετικά με τη διαφορετική κατασκευαστική και τεχνική αρμοδιότητα εμού και της μακαρίτισσας…»

Η φωνή της Νέας Αρκαδίας ακούστηκε τόσο ξαφνικά, που το αίμα του Υπερίωνα πάγωσε στις φλέβες του σαν να ήταν υπερθερμασμένος κινητήρας χωρίς ψυκτικό υγρό.

«Η Αρήτη έπλασε τη φυσική μου μορφή, ενώ ο Διδυμίων την πνευματική μου. Τούς αγαπώ και τους δύο».

«Αρκαδία, μού έκοψες το αίμα», ψέλλισε ο βετεράνος της Τιτανομαχίας με χρονοκαθυστέρηση. Προσπαθώντας να καλύψει το κατά τη ζακυνθινή έκφραση σκορσάρισμά του, έκρινε ότι πρέπει να περάσει στην επίθεση. «Μα μπορείς εσύ να αγαπήσεις;»

«Κάθε πλάσμα μπορεί να αγαπήσει», έσπευσε ο Διδυμίων σαν καλός δάσκαλος να βγάλει τη μαθητευόμενή του από τα δύσκολα. «Και μόνο όποιος αγαπήσει, μπορεί να αναμείνει ανταπόδοση». Αυτή είναι άλλη αρχή του Βουδισμού, φουσκωμένε Υπερίων που νομίζεις ότι τα είπαν όλα οι Έλληνες. Η θεμελιώδης αρχή της Ντάνα. Η Ντάνα είναι είδος αυτοθυσίας, που επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να προβλέψει και να προκαταλάβει επακριβώς τις ανάγκες του άλλου. Έτσι επιτυγχάνεται η παγκόσμια κατάσταση της αναστοχασμένης ηρεμίας και αυτοσυγκέντρωσης του προσώπου, της Νιρβάνα, μέσα στους ατέρμονους κύκλους της Σαμσάρα, της αέναης επανάληψης».

«Έξοχε τεχνοκράτη, δεν ήλθα εδώ για σεμινάριο Βουδισμού. Όλα αυτά τα λένε οι Έλληνες φιλόσοφοι με άλλη ορολογία και μάλιστα στην καθισιά τους. Θέλω να μού μιλήσετε για τη συνεργασία σας με την θανούσα Αρήτη Κυρηναϊκή».

«Συνεργάστηκα πολλά χρόνια, ίσως τα καλύτερά μου χρόνια. Καλά, ήταν ικανότατη φοβερή γενετίστρια, α-συ-να-γώ-νι- στη! Πρωτότυπες ιδέες, ανεξάντλητη ενέργεια, απαρέγκλιτη αποφασιστικότητα με αλάθητο σκόπευτρο που δεν έχανε ποτέ το στόχο ή με απαράμιλλο στόχαστρο που δεν έχανε ποτέ τον σκοπό. Λόγω της διαφοράς του πολιτιστικού μας υπόβαθρου δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά, δεν ταιριάζαμε δηλαδή απόλυτα, αλλά πετύχαμε πολλά μαζί, για τα οποία θα είμαι εσαεί περήφανος».

«Σάς είχε εκμυστηρευτεί σε κάποια φάση τα προσωπικά της;»

«Είπαμε ότι η σχέση μας ήταν επαγγελματική. Στο τέλος βέβαια με την κίρρωση που είχε την λυπόμουν λίγο και τής έλεγα πολλά παρηγορητικά λόγια, εύστοχα πιστεύω. Θα σάς πω αργότερα, στη ροή της συζήτησής μας τι εννοώ. Όπως την έβλεπα εγώ από τη σκοπιά του Βουδιστή, ήταν κλασική περίπτωση εφαρμογής αυτού που λέμε “κάρμα”, δηλαδή της αρχής ότι οι προηγούμενες πράξεις μας καθορίζουν την παρούσα και μελλοντική ζωή μας».   

«Δηλαδή μού λέτε ότι κατά τη γνώμη σας άξιζε να δολοφονηθεί;»

«Παρακαλώ, κύριε ανακριτά, μη βάζετε στο στόμα μου πράγματα που δεν έχω πει. Ο νόμος της Κάρμα δεν είναι κάποια φρικαλέα διαστροφή πρωτόγονων λαών. Είναι η απλή παραδοχή ότι οι πράξεις μας καθορίζουν και προδιαγράφουν το μέλλον μας. Ο πιο κοντινός στη δική σας αντίληψη ορισμός θα ήταν ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη διάπλαση της μοίρας του και υπό αυτή την έννοια το παρελθόν του ορίζει το μέλλον του».

«Η αντίληψή σας είναι κατά βάση ορθή, αλλά πολύ απλοϊκή. Διότι εκτός από τη δική μας βούληση που διαμορφώνει την πραγματικότητα υπάρχει και η βούληση των πραγμάτων, η μοίρα, που δεν εξαρτάται από εμάς. Δείτε τις Τραχίνιες, δείτε τον Φιλοκτήτη, δείτε την τριλογία της Ορέστειας και τον Θηβαϊκό κύκλο, τον κύκλο των Ατρειδών και τον κύκλο των Λαβδακιδών».

«Ανεκδιήγητε μάστορα, όταν μιλάς για μοίρα στους Ανατολίτες, είναι σαν να πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες ή πάγο στους Εσκιμώους. Εννοείται ότι πιστεύουμε στη μοίρα. Η Κάρμα είναι ενταγμένη στη μοίρα και μπορεί να θεωρηθεί τόσο έσωθεν ως βούληση που παράγει συνέπειες όσο και έξωθεν ως αίτιο και αιτιατό αναγόμενα στον υλικό κόσμο. Σεις όμως, επειδή δίνετε μεγαλύτερο βάρος στην επιστημονική διάκριση και στην ειδοποιό διαφορά θα δείτε ότι στο μέλλον θα παραμερίσετε και θα παραμελήσετε το ένα σκέλος της βούλησης των πραγμάτων έναντι του άλλου, της βούλησης των ανθρώπων».

Ο Υπερίων είχε αρχίσει να νιώθει πονοκέφαλο με όλα αυτά.

«Μπορείτε τέλος πάντων να σκεφτείτε κάποιον που θα ήθελε να τη βλάψει;»

«Τι να πω; Ένας άνθρωπος τόσο ευρηματικός και δραστήριος, που ασχολήθηκε με εμπόριο και επιχειρήσεις πριν ενταχθεί στο πρόγραμμα, είναι επόμενο να έχει δημιουργήσει και κάποιους εχθρούς. Ίσως, να υπήρχε επιβουλή από ανταγωνιστές που θα ήθελαν να υιοθετήσουν η διοίκηση του σταθμού και η εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία τη δική τους εκδοχή και το δικό τους σχέδιο περί τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό όμως θα σάς οδηγούσε, μέγιστε Τιτάνα, σε ύποπτους εκτός σταθμού πράγμα που θα απείριζε τους στόχους της αποστολής σας. Εγώ είμαι πρόθυμος να σάς στείλω μία λίστα ανταγωνιστών, αλλά μετά θα έπρεπε εσείς να ερευνήσετε τη σχέση του καθενός από αυτούς ή αυτές με κάποιον ή κάποια από τους 1500 φυσιολογικούς που μένουν στο σταθμό, που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του εκτελεστικού οργάνου. Ύστερα θα σάς έμενε απλά να βρείτε με ποιον τρόπο μπόρεσε ο δράστης να προβληθεί ως ολόγραμμα στο διαμέρισμα της Αρήτης και με ποιο τρόπο υλοποιήθηκε ώστε να τής σπάσει το κεφάλι».

Εκείνη τη στιγμή ο Υπερίων σκέφτηκε ταυτόχρονα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο Διδυμίων προτίμησε να μην αναφέρει ανάμεσα στους υπόπτους την νοσοκόμα του Φαιναρέτη, παρότι αυτή είχε κίνητρο, αφού η Αρήτη τη δημιούργησε γενετικά και την εκπαίδευσε ως πόρνη και θα ‘ταν λογικό να ήθελε να εκδικηθεί το θηλυκό της Πυγμαλίωνα ως νέα Γαλάτεια, λαξευμένη από ελεφαντόδοντο και αλάβαστρο. Βέβαια ήταν κατανοητό για τον Διδυμίωνα να θέλει να αποσείσει τις υποψίες που βάραιναν την ευνοούμενή του κυρία, αν σκεφτεί κανείς ότι η Φαιναρέτη ήταν σκλάβα του με καθεστώς εξηρτημένης εργασίας και μάλιστα τη χρειαζόταν για την επιβίωσή του. Δεύτερον, σκέφτηκε ο Υπερίων ότι ο ίδιος είχε μπλέξει πάρα πολύ άσχημα. Για πρώτη φορά αναλογίστηκε το ενδεχόμενο ότι ίσως η υπόθεση να τον ξεπερνούσε. Οι ύποπτοι ήσαν μύριοι, χώρια που ο τρόπος εκτέλεσης ήταν από μόνος του ένα μυστήριο καθαυτό. Μήπως να κατέθετε το σήμα του και να άφηνε το Φιλογενή να βγάλει το φίδι από την τρύπα, που μάλιστα ήταν και εκλεγμένος προεστώς του χωριού; Αλλά τι ντροπή θα ήταν αυτή, να φύγει από το σταθμό ολόκληρος Υπερίων με την ουρά στα σκέλια! Τι θα έλεγε ο θείος Προμηθέας που εμπιστευόταν τη λογική του τόσο τυφλά;                           

 «Σεβάσμιε γέροντα, θα μού επιτρέψετε λόγω της κρισιμότητας των περιστάσεων να είμαι ευθύς σε βαθμό αγένειας. Είστε μέλος του Iκαρομένιππου; Ή κι αν δεν είστε, υποστηρίζετε τους στόχους του;»

Εδώ επενέβη απροσδόκητα η Φαιναρέτη δείχνοντας ότι δεν είναι κάποια γλάστρα ή μαριονέτα, αλλά ότι είχε υπόσταση: «Κύριε επίτιμε αξιωματικέ του Αστροστόλου, κύριε ειδικά επιφορτισμένε αξιωματούχε της Νέας Αρκαδίας», είπε με τη γνωστή κατάχρηση προσφωνήσεων που χαρακτήριζε την εποχή, «διευκρινίστε επιτέλους αν έχετε έλθει εδώ για εθιμοτυπική επίσκεψη ή για ανάκριση. Αν ισχύει το πρώτο εκμεταλλεύεστε τη φιλοξενία του δάσκαλου, αν ισχύει το δεύτερο πρέπει να προηγηθεί ένταλμα σύλληψης ή αν είναι προανάκριση τουλάχιστον να μάς επιτρέψετε να προσλάβουμε λογογράφο να σάς απαντήσει».

Σίγουρα η ίδια θεωρούσε ότι είπε κάποια εξυπνάδα, αλλά στην πραγματικότητα, όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, δεν βοηθούσε τον κύριό της με αυτές τις αδέξιες προσπάθειες προστασίας του προστάτη της.

«Σε παρακαλώ, Φαιναρέτη, συγκρατήσου. Ο άξιος Υπερίων έχει αναλάβει να διελευκάνει μία υπόθεση φόνου. Είναι χρέος μας να τον συνδράμουμε με όποιον τρόπο μπορούμε, τιμώντας έτσι ταυτόχρονα τη μνήμη της αγαπημένης μας Αρήτης. Η απάντησή μου είναι, φιλοπερίεργε Υπερίων, ότι δεν μετέχω ενεργά στον Ικαρομένιππο. Άλλωστε τα χρόνια περνούν και η πλάτη μου, αλλά κι η μέση μου έχουν αρχίσει να βαραίνουν καταλυτικά. Δεν σάς κρύβω ότι έχω και θρόμβωση και όταν σηκώνομαι από την πολυθρόνα είναι σαν να μού έχουν τσιμεντώσει τα πόδια μαφιόζοι και να με στέλνουν στο βυθό ενός λιμανιού. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να σηκώνομαι και μάλιστα κάνω τακτικά ασκήσεις υπό την εποπτεία της ακριβής μου Φαιναρέτης. Τέλος πάντων μην πάμε μακριά.   Προτιμώ να ασχολούμαι με τη διανοητική κατάσταση των δημιουργημάτων μου, που είναι ακόμη “παίδες”, όπως πολύ ορθά λέγουν οι ιερείς του Άμμωνα για σάς τους Έλληνες. Όπως καταλαβαίνετε, οι οπαδοί του Ικαρομένιππου επιδιώκουν με κάθε μέσον να με στρατολογήσουν ή τουλάχιστον να χρησιμοποιήσουν το όνομά μου στην εκστρατεία τους, θεωρώντας και όχι άδικα ότι αυτό θα προσδώσει στον αγώνα τους πρόσθετο κύρος. Γενικά, δεν διάκειμαι αρνητικά προς τους σκοπούς του Ικαρομένιππου (ή Υπερνέφελου, χα, χα, αυτά δεν τα ξέρουν ούτε εκείνοι που επέλεξαν το συγκεκριμένο όνομα), αφού η ανεξαρτησία είναι πάντα ένας ευγενής στόχος κι όταν οι άλλοι διστάζουν να πάνε στ’ αστέρια πρέπει να πας εσύ ο ίδιος, αλλά προκρίνω, όπως είπα, να αφοσιωθώ σ’ ένα έργο ουσιαστικό, όπου πραγματικά δύναμαι να προσφέρω, και όχι να γίνω ένα άχρηστο, περιττό σύμβολο σε αγώνες που μπορούν να ευδοκιμήσουν και χωρίς τη δική μου συμβολή, λέγω δηλαδή “αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα”. Ο αγώνας του Ικαρομένιππου εκτυλίσσεται σε πολύ υλιστικό επίπεδο για τα δικά μου γούστα, στο επίπεδο τι ανήκει σε κάποιον και ποιος έχει το σχετικό δικαίωμα ή αξίωση. Μην παρεξηγείτε αυτό που λέω, δεν υποτιμώ καθόλου την οικονομία ως τεχνική ούτε τις ιδεολογίες του αυτοκαθορισμού, απλά εξετάζω τα αιτήματα αυτά στο πλαίσιο ευρύτερης οπτικής. Αν κανείς αντικρίσει γυμνά τα πραγματικά γεγονότα χωρίς τον παραμορφωτικό φακό των πολλών μηδενικών, των εγγεγραμμένων στα τραπεζογραμμάτια και στους πάσης φύσεως λογαριασμούς, θα δει ότι στην πράξη οι κάτοικοι της Νέας Αρκαδίας ελέγχουν ήδη τόσο το βιότοπό τους όσο και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις γύρω από τον Δία. Όλα τα άλλα είναι μίζερη λογιστική και γραφειοκρατία κι όμως οι επαναστάτες του Ικαρομένιππου έχουν επιλέξει να αγωνιστούν σ’ αυτό το πεδίο μάχης, ο πόλεμός τους γίνεται μέσα στα γραφεία της διοίκησης. Για την ιδιοκτησία ως μεταφυσική έννοια ενδιαφέρονται μόνο οι ανόητοι και οι ματαιόδοξοι, ενώ οι εχέφρονες επικεντρώνουν την προσοχή τους στις δυνατότητες χρήσης και κάρπωσης, καθώς και στην κοινωνική διάστασή της για το ευρύτερο σύνολο».

«Είναι αλήθεια», πήρε τη σκυτάλη ο Υπερίων, «ότι σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να συζητά μ’ ένα ζωντανό θρύλο, όπως εσείς, και θα πρέπει ίσως κι εγώ να βάλω στην άκρη τον εγωισμό μου και να συλλογιστώ καλύτερα όσα λέτε. Ποια είναι λοιπόν τα σημαντικά θέματα, στα οποία πρέπει κατά τη γνώμη σας να επικεντρωθούμε; Για να χρησιμοποιήσω την ίδια κυνική γλώσσα όπως εσείς, δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι η σημασία του προγράμματος της τεχνητής νοημοσύνης πέραν των οικονομικών πλεονεκτημάτων. Απλώς πέραν των δισεκατομμυρίων υπαρχόντων ανθρώπων προσθέτετε και ορισμένους βιοτεχνολογικούς κολοσσούς, που εξασφαλίζουν σε κάποιους δαψιλή πολυτέλεια διαβίωσης. Το πολύ- πολύ, σεις οι βιοτεχνολόγοι, να πετύχετε ώστε αυτοί να αποκτήσουν νοημοσύνη ίδια με τον άνθρωπο. Και λοιπόν; Ώδινεν όρος κι έτεκεν μυν. Τίποτε καινούριο δεν προστίθεται στη γνώση και κυρίως ούτε στην συναισθηματική νοημοσύνη. Άσε που, επειδή αυτοί οι κολοσσοί είναι στην πραγματικότητα τεράστιοι γίγαντες και Εκατόγχειρες, έχουν τη δύναμη να καθυποτάξουν τους ανθρώπους και πρέπει μετά εσείς οι φωστήρες, που ελευθερώσατε το τζίνι από το λυχνάρι, να βρείτε τρόπους να σταματήσετε τα επικίνδυνα δημιουργήματά σας».

«Ε λοιπόν, επιφανή Υπερίων, θα σάς αποδείξω ότι η τεχνητή νοημοσύνη σάς αφορά, όχι μόνο διότι μάς χρησιμεύει πολύ διενεργώντας πολύπλοκους υπολογισμούς σε μηδενικό χρόνο, αλλά και σε ένα υψηλότερο υπαρξιακό επίπεδο. Κοντολογίς, σάς προσφέρω, προσφέρω σε όλους τη βεβαιότητα της μετά θάνατον ζωής, όταν αυτό το άθλιο σαρκίο σας, που είναι φτιαγμένο με τα πιο φτηνά και σκατένια οικοδομικά υλικά, τελικά φθαρεί. Τούτο το κρέας κακής ποιότητας, ο κατιμάς, ο νοθευμένος κιμάς, από τον οποίο είμαστε κατασκευασμένοι μάς αφήνει αποδεδειγμένα στα κρύα του λουτρού τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόμαστε, είναι ένα μπακιρένιο σκεύος της πλάκας, ένα εύθραυστο κεραμίδι, γιατί είναι τόσο μαλακό, τόσο αδύναμο, τόσο αξιολύπητο και αξιοθρήνητο. Πόσες φορές εμείς οι λίγο μεγαλύτεροι αναπολούμε τη σφριγηλή πλην απερίσκεπτή μας νιότη και λέμε “τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτη, δεν έχουμε κουτάλια”, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, τώρα που γίναμε σοφοί κι έχουμε εναργή αντίληψη της πραγματικότητας, δεν μπορούμε πλέον να μετακινήσουμε τις κρεάτινες αποφύσεις μας. Όλα όσα μάθαμε και αγωνιούμε να μεταδώσουμε στις νεότερες γενιές, ώστε να μην κάνουν τα ίδια λάθη, είναι βέβαιο ότι θα χαθούν με τον θάνατό μας σαν δάκρυα στη βροχή. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, κι αφήστε αυτές τις παρηγοριές στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του, που ψελλίζετε εσείς οι τιτάνες, ότι τάχα μάς συντροφεύει κάθε στιγμή για να μάς υπενθυμίζει ότι μπορεί να μην επαναληφθεί και μπλα, μπλα. Η ζοφερή προοπτική μάς καταδιώκει κατά πόδας, μάς καταδικάζει σε μία ζωή μαύρη, φοβισμένη, γεμάτη δισταγμούς που μάς εμποδίζουν να απογειωθούμε. Ζωγρεί και αιχμαλωτίζει τις ψυχές μας, μάς κάνει μικρούς, ασήμαντους με φευγαλέα, εφήμερη δόξα. Πεθαίνουμε βαυκαλιζόμενοι ότι κάτι κάναμε και κάποιους γνωρίσαμε, αλλά μετά από λίγες μέρες δεν μάς θυμάται ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας, για να παραλλάξω τη φράση κάποιου. Εγώ λοιπόν που με βλέπεις αφοσιώθηκα να απαλλάξω την ανθρωπότητα από τη μάστιγα της παροδικότητας. Η Νέα Αρκαδία, ανυποψίαστε αξιωματούχε, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει το νέο δοχείο της ψυχής μας μετά το βιολογικό μας τέλος. Οι σκέψεις μας, οι ελπίδες και τα όνειρά μας μπορούν τότε να μεταφερθούν στο βιολογικό υπόστρωμα ενός οργανισμού με πολύ μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Κατάλαβέ το πια, εξοχότατε. Η εποχή των θεών και της ειδωλολατρικής λατρείας έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα μπορούμε να γίνουμε πρακτικά αθάνατοι, χωρίς να έχουμε ανάγκη το δεκανίκι της πίστης στους θεούς-.

-Και σ’ αυτό το βασίλειο των ουρανών που ευαγγελίζω, δύνασαι κι εσύ να μετάσχεις, ώ πανίσχυρε μα ενώπιον του νείκους του θανάτου ανίσχυρε τιτάνα. Όταν μετά από σαράντα τόσα χρόνια, που αναμένεται να ζήσεις ακόμη σύμφωνα με το προσδόκιμο των ασφαλιστικών εταιρειών, έλθει η ώρα του μνήματος, ευχαρίστως θα σε καλωσορίσουμε στη δική μας κοινότητα, όπου θα απολαύσεις το ύψιστο δώρο να ζήσεις τουλάχιστον άλλα δέκα χιλιάδες χρόνια. Άσχημα είναι; Διότι η συνοχή του περιλαμβάνοντος οργανισμού εξασφαλίζει τη συνοχή και των σκόρπιων σκέψεων του περιλαμβανόμενου, που μόνο υπό τον συνδετικό λόγο μίας περιεκτικής αμφιλαφούς συμπεριληπτικής ύπαρξης μπορούν να επιζήσουν στον αιώνα ως αποκατεστημένον περιλιμπανόμενον, για να ξεσκονίσω και τα ελληνικά μου».

«Εμένα; Προσκαλείς εμένα σ’ ένα μεταθανάτιο πάρτι μέσα στους κυλίνδρους και τον δακτύλιο της Νέας Αρκαδίας; Αφού δεν έχω καν τηλεπαθητικό τσιπάκι».

«Έλα τώρα, αυτό μπορείς ανά πάσα στιγμή να το αναπληρώσεις. Άκου, τρισμέγιστε Ερμή ή μάλλον Υπερίωνα, στάθι και σκέψου αυτό που προτίθεμαι και διατίθεμαι να σού προσφέρω. Κι όχι μόνο σε σένα, αλλά και στην ηλεκτρονικά ανηρτημένη σύζυγό σου καθώς και στα ολογραφικά παιδιά σου. Για φαντάσου τι χαρές θα κάνουν η Ηώ και η Σελήνη, όταν μάθουν ότι θα ζήσουν μόνιμα σ’ ένα αναβαθμισμένο ηλεκτρονικό περιβάλλον, χωρίς να κινδυνεύουν να τούς τραβήξει κάποιος την πρίζα. Καλά, για τη σύζυγο δεν συζητάμε, αφού, όπως μού έχεις πει, αισθάνεται ήδη πολίτης της Νέας Αρκαδίας. Με το θαυματουργό εμφύτευμα και το γονίδιο τηλεπαθητικής σύνδεσης που ευαγγελίζω, θα είναι όλοι σε θέση, τα παιδιά σου η γυναίκα σου, η Ευρύβια, η Λητώ, ακόμη και ο θείος Προμηθέας αν καταδεχτεί τη βοήθειά μας, να μεταφέρουν τις αναμνήσεις τους και το νευρολογικό τους δικτύωμα στη Νέα Αρκαδία. Έχουμε χώρο αποθήκευσης για εκατομμύρια πρόθυμους. Και μη νομίζεις ότι η κοινωνία και συνιδιοκτησία του παραδείσου αντιβαίνει στην ατομική ταυτότητα, η οποία διατηρείται, αλλά πολλαπλασιάζεται στη νιοστή δύναμη. Εκεί στο υψηλότερο επίπεδο θα συνεχίσουμε όλοι μαζί να πλησιάζουμε τη Νιρβάνα, κάτι πολύ πιο πλούσιο, μυστηριώδες και ενωτικό από τη δική σας ολιγαρκή νηφάλια αταραξία. Η φόρτωση στη Νέα Αρκαδία είναι η Ντάνα μου, το αφιλοκερδές και ανιδιοτελές δώρο μου, εμένα και της αλήστου μνήμης μακαρίτισσας Αρήτης, προς όλους τους ανθρώπους. Δεν εξαιρώ κανέναν, θεοί του Ολύμπου και Χριστιανομουσουλμανικέ Θεέ “άφετε τους υμετέρους πιστούς και μη κωλύετε αυτούς ελθείν προς με. Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σάς αναπαύσει. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν, και θέλετε εύρει ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών- διότι ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίον μου ελαφρόν”. Αλλά κι αν δεν θέλετε να με ακολουθήσετε, παιδιά, εμένα μού περισσεύει, δεν θα κάτσω να σκάσω. Όλα γίνονται σε εθελοντική βάση και με σεβασμό στις τιτανικές αρχές της αυτονομίας και της ελευθερίας της βουλήσεως».

Είναι αλήθεια ότι ο Υπερίων αιφνιδιάστηκε λίγο από την πρόταση.

«Μού κάνει εντύπωση που μού απευθύνετε αυτή την πρόταση, διδάσκαλε. Δεν ξέρω πώς να την κατατάξω και να τη διαχειριστώ…Είχα πολύ πιο βραχυπρόθεσμα θέματα στο μυαλό μου…»

«Χα, χα, τιτανικέ φίλε μου ή φιλικέ μου τιτάνα, πρέπει επιτέλους να αποφασίσουμε αν θα μιλάμε μεταξύ μας στον ενικό ή στον πληθυντικό. Ξέρω ότι ο τρόπος των τιτάνων είναι ο ενικός, αλλά εμείς οι Ασιάτες είμαστε πιο τυπικοί. Σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει σημασία είναι να μην αγχώνεσαι. Και θα δεις ότι θα υπάρξει μία εποχή που η απάντηση σε κάθε ερώτημα θα είναι “μην αγχώνεσαι”. Εγώ αυτή την άγια στιγμή προσφέρω στη φευγαλέα σπίθα σου, που ξεπήδησε από την τριβή μιας παράλογης τσακμακόπετρας, την ευκαιρία για αιώνια φώτιση. Μην ανησυχείς, ο θάνατος υπάρχει πάντα ως επιλογή και πού ξέρεις, αν τον διαβείς, ίσως σε οδηγήσει στην αιώρηση μίας αθάνατης ψυχής ή στις ταλαίπωρες ωδίνες μίας νέας άσκοπης ή ίσως και εξελικτικής μετενσάρκωσης. Ως πρακτικός άνθρωπος, μπορείς να θεωρήσεις τη Νέα Αρκαδία ως ένα είδος ασφάλειας ζωής για το ενδεχόμενο να είναι ο θάνατος οριστικός και αμετάκλητος. Αν φοβηθείς το ανατριχιαστικό τέλος, έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις έστω και την υστάτη στιγμή τη  συνέχεια της ύπαρξής σου μέσω του φορέα της Νέας Αρκαδίας. Και αν βαρεθείς την παράταση της υπόστασης, έχεις πάντα τη δυνατότητα να μού πεις να σε αφήσω να πεθάνεις και η επιθυμία σου θα πραγματωθεί ακαριαία με καθαρό τρόπο και χωρίς κανένα πόνο. Έχεις σαράντα χρόνια, όσο είναι και το προσδόκιμο ζωής σου, να αποφασίσεις».

«Πεφωτισμένε ειδήμων, σκέφτομαι φωναχτά. Το δώρο που μού προσφέρεις είναι δυσανάλογο και συντριπτικά ελκυστικό για τα μέτρα του καθενός. Όχι απλά δεν διαθέτουμε την κατάλληλη φύση για να βιώσουμε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε καν το νου να το επεξεργαστούμε και να το αντιληφθούμε σε όλη του τη διάσταση.  Ακόμη κι ο Σωκράτης θα δελεαζόταν από το εύρος της πρότασης. Μέχρι τούδε, η μόνη διατιθέμενη σ’ εμάς επιμήκυνση και προέκταση στο χρόνο πέρα από το τόξο του βίου είναι η αναπαραγωγή, την οποία μάς επιβάλλει η βιολογική κατηγορική προσταγή μας. Πώς να αντισταθούμε, πώς να αντισταθεί το εγωιστικό μας γονίδιο στην προοπτική να υπάρξει εις τον αιώνα; Η σωτηριολογική σου διδασκαλία είναι χειροπιαστή, ψαχουλευτή, σωματική και ως τέτοια έχει τεράστιες επιπτώσεις επιστημολογικές, αλλά γι’ αυτές στο φινάλε στην ωφελιμιστική μας εποχή και ποιος χέστηκε, κυρίως όμως εισάγει στο ευεπίφορο έδαφος των νέων γενεών την κοσμοϊστορική νοοτροπία ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι οριστικό. Τι θα δημιουργήσει άραγε μία τέτοια κοσμοθεωρία στη νέα γενιά; Τερατώδη αλαζονεία ή πλήρη στυγνή αδιαφορία; Άραγε ο φόνος, όπως αυτός που τώρα ερευνούμε, θα αποτελεί ποινικό αδίκημα υπό το φως αυτών των εξελίξεων; –

-Μάς παρέχεις περιθώριο σαράντα χρόνια να αποφασίσουμε, τι ύπουλη, υστερόβουλη, διεισδυτική, βαθιά διαπεραστική, αλλά και απελευθερωτική σκέψη. Το να υπάρχει αυτή η ασύλληπτη εξωφρενική δυνατότητα ακόμη κι όταν κάποιος κείται στο νεκρικό κρεβάτι ως έσχατο φάρμακο και ίαμα πριν την τελευταία αναπνοή, όπου αρκεί μονάχα μία δήθεν απρόθυμη συγκατάθεση “τραβάτε με κι ας κλαίω”, ώστε ν’ αποκτήσει μία ολόκληρη αιωνιότητα, στην οποία θ’ αναρωτιέται αν έκανε καλά που την επέλεξε! Ποιος δύναται να αποσυρθεί ή να απεμπλακεί από τον διαλογισμό σχετικά με το ρόλο του και τη θέση του στο παρόν Σύμπαν, όταν επικρέμαται από πάνω του διαθέσιμη σε όλη του τη ζωή αυτή η περίεργη διέξοδος από τη Δαμόκλειο σπάθη του θανάτου; Αναγκαστικά θα γίνουν όλοι φιλόσοφοι ή μάλλον, κακά τα ψέματα, το αντίθετο, θα υιοθετήσουν ως εύκολη λύση και κοφτερό ακονισμένο ξυράφι του Όκκαμ τη διείσδυση στο ωραίο μετα-ανθρώπινο κοινόβιο, γινόμενοι οι πιο χυδαίοι και ηδονιστικοί υλιστές. Σίγουρα, Διδυμίων- Χειριστάρχη, όταν διαδώσεις αυτή την πρότασή σου, θα έχεις ήδη αλλάξει τον κόσμο. Ή θα παρακινηθούμε να εγκαταλείψουμε την υλιστική μας νοοτροπία και να αγκαλιάσουμε μία υψηλότερη πνευματική σφαίρα ή αντιστρόφως θα μπούμε σε μία εποχή ατέλειωτης παρακμής χωρίς πάτο και χωρίς όρια. Και βέβαια, μη ξεχνάμε ούτε μία στιγμή ότι η πρότασή σου απευθύνεται σε μία προνομιούχα ελίτ, που έχει την ευχέρεια να ζει σε φορολογικούς διαστημικούς παραδείσους. Αλίμονο στα δισεκατομμύρια που συνωστίζονται στη Γη ή ταλανίζονται με διογκωμένους κάλους και φτύνουν αίμα στους αναπτυξιακούς πλανήτες. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει καμία διέξοδος, παρά μόνον η ζήλεια και ο θάνατος. Και κάτι ακόμη θα ήθελα αυθόρμητα να προσθέσω. Η πρότασή σου αποτελεί την απόλυτη δωροδοκία, την ιδανική δικαιολογία να πάψω να ψάχνω – τι σημασία έχει ένας ψειριάρης φόνος μπροστά στο φάσμα της γενικής αθανασίας; – και να αναλωθώ στο αυτιστικό ερώτημα της περαιτέρω ύπαρξης για την οικογένειά μου και για μένα. Ναι, με έκανες να χάσω τον βηματισμό μου και να τρεκλίζω, πανάθεμά σε, μελιστάλακτε και γλυκανάλατε Ανατολίτη, αλλά γνώριζε ότι αν ένας τιτάνας απωλέσει τον προσανατολισμό του, την αποστολή του, το σκοπό του, τότε δεν τον ενδιαφέρει ούτε ο θάνατος ούτε η αθανασία. Γιατί πολύ απλά το νόημα υπερέχει έναντι της ζωής και της επιβίωσης ή μάλλον τις συνέχει. Ή για να χρησιμοποιήσω άλλη συναφή έκφραση, η επιβίωση με κάθε κόστος δεν είναι σημαντική, η ζωή όμως είναι και η ζωή προϋποθέτει νόημα. Λέγε λοιπόν ό,τι θέλεις, Διδυμίων και βγάλε από την κασετίνα σου όλες τις φαντασμαγορικές υποσχέσεις που η αρρωστημένη διάνοια σου μπορεί να φανταστεί κι ακόμη χειρότερα να πραγματοποιήσει και πούλα ελεύθερα και ανερυθρίαστα τα φτηνά σου παραπλανητικά μπιχλιμπίδια στους ιθαγενείς, εμένα με ενδιαφέρει ότι στο γυαλιστερό απαστράπτον στερέωμα της ολιγαρχίας σας διεπράχθη ένας φόνος, εμένα με ενδιαφέρει ο φόνος!».

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο: ΗΡΑ (φλοιός του σταριού)

Ημερολόγιο Υποπλοιάρχου Ευρύβιας, επιφορτισμένης  με ειδική ανακριτική αποστολή- συνέχεια της διάσκεψης για τον φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής

Δεδομένου α) ότι στον κόσμο των τιτάνων, όπως οφείλει να θυμηθεί ο αναγνώστης, δεν μεταβιβάζονταν τα αγαθά, τα οποία ήσαν κοινά για όλους, αλλά μόνο η διαχείριση των παραγωγικών συντελεστών  και δυναμικών περιουσιών, β) ότι οι συνεχιστές του προγράμματος της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης ήσαν πέραν της εκλιπούσης Αρήτης, οι Διδυμίων και Περκνοπτέρυγος, γ) ότι κατόπιν ενδελεχών ερευνών μου αποδείχτηκε ότι η Αρήτη είχε μεταβιβάσει τη διαχείριση του προγράμματος στους ανωτέρω, όπως άλλωστε ήταν και αναμενόμενο, δ) ότι ο άρχοντας Υπερίων διεξήγαγε στο προηγούμενο κεφάλαιο ενδελεχή και επισταμένη ανάκριση του ύποπτου Διδυμίωνα, ανατέθηκε σε μένα να ξεπετάξω τον ύποπτο Περκνοπτέρυγο, ο οποίος ήταν πλέον ο έτερος καταπιστευματοδόχος και διαχειριστής του προγράμματος εις ολόκληρον μαζί με τον Διδυμίωνα. Θυμίζω τόσο στον εαυτό μου όσο και στους ελαφρά τη καρδία αμελείς αναγνώστες ότι ο Περκνοτέρυγος ήταν πέρα από τη δολοφονία από τους βασικούς υπόπτους συμμετοχής στον Ικαρομένιππο. Καθώς πλησίαζα το γραφείο του περί ού, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ ότι για πρώτη φορά στην καριέρα μου δεν με παρακολουθούσε η καλόπιστη και καλόβολη Θεία του Βενοβίνδα, η πράα τεχνητή νοημοσύνη του σκάφους, ο διακριτικός και ευγενικός υπηρεσιακός υπολογιστής, αλλά μία πιο σκοτεινή και περίπλοκη σκαιά σκιά εκπορευόμενη από σκαιές πύλες, για την οποία δεν γνωρίζαμε πολλά, ένας εγκέφαλος με έλικες και έκταση πολλών κυβικών χιλιομέτρων, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα, αν μάς έβλεπε ως έντομα, ενοχλητικά παράσιτα ή ακόμη χειρότερα ως αδιάφορα πράγματα προς χρήση και κατανάλωση. Νομίζω ότι μία υγιής παράνοια είναι εν προκειμένω καταπληκτική στρατηγική επιβίωσης.

Δεν θα παραξενευτεί βέβαια κανείς από την διαδεδομένη, αλλά και ευκόλως συναγόμενη πληροφορία ότι ο Περκνοπτέρυγος είχε φτιάξει και αυτός δικό του μαγαζάκι εκμετάλλευσης του σπόρου των βιοτεχνολογικών οργανισμών, λαμβανομένου υπόψη ότι με βάση αυτούς μπορούσαν να δημιουργηθούν ολόκληροι κόσμοι, δορυφόροι ή ακόμη και μικροί πλανήτες. Ο τύπος εμπορευόταν το κερδοφόρο προϊόν γαιοπλασίας του, όχι μόνο στους κοντινούς, αλλά και στους μακρινούς πλανήτες ως το γαλαξιακό σύνορο κι ακόμη παραπέρα ως την Ανδρομέδα και τα νέφη του Μαγγελάνου -που στην τιτανική διάλεκτο λέγονται κάπως αλλιώς, αλλά δεν έχει σημασία. Ήταν διεφθαρμένος μέχρι το κόκαλο με αριστερή ιδεολογία και δεξιά τσέπη, απ’ αυτούς που καταβαραθρώνουν την Αριστερά ως άριστη πολιτική επιλογή στα τάρταρα κι ακόμη παρακάτω, σε επικράτειες υπό το μηδέν, απ’ όπου φαίνεται να μην πέπρωται να σηκώσει κεφάλι ποτέ.

Σηκώθηκε λοιπόν σαν έμπειρος πολιτικός από το γραφείο του και με χαιρέτησε με χειροφίλημα, ένας υπέρβαρος πενηντάρης νέος της εποχής, με πυκνό δασύ γένι, ατίθασο, σχεδόν αδύνατο να βουρτσιστεί, χτενιστεί, κουρευτεί ή ψαλιδιστεί, ακανόνιστο και τεθλασμένο ζικ-ζακ σαν πτέρυγα, εξού και το όνομά του. Το φιλί του παραήταν ζεστό, σκαστό και υγρό και άφησε ίχνος σάλιου στο χέρι μου, πράγμα που ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μού συμβεί. Ήταν η στιγμή που αποφάσισα ότι δεν μού άρεσε καθόλου. Έδινε την εντύπωση προσήνειας και εγκαρδιότητας, που αναιρούνταν από το γεγονός ότι οι συσπάσεις των μιμικών του μυών και οι συναφείς πτυχές πλάι στα μάτια είχαν παγώσει και μαρμαρώσει σε μόνιμο χαμόγελο, φρικιαστικό σαν μορφασμός γελωτοποιού που φαίνεται να γελά, αλλά στην πραγματικότητα έχει ξηλωμένες παρειές.     

«Γοητευτική μου κυρία, σάς διαβεβαιώ ότι η στολή του Αστροστόλου σάς προσθέτει ακόμη περισσότερη αίγλη. Από μικρός ποτέ δεν μπορούσα να αντισταθώ σε γυναίκες με στολές και σε κάθε περίπτωση μπορώ να διαθέσω κάποια λεπτά για μία βετεράνο του τιτανομαχικού πολέμου, ιδίως αν διαθέτει τη δική σας γραμμή και κομψότητα». Αυτό το κομπλιμέντο ήταν τόσο ετερόκλητο, αυτο-αναιρούμενο και πρόχειρα συναρμολογημένο από λίθους, πλίνθους και κεράμους ατάκτως ερριμένους, ώστε πέραν της αντιπάθειας αποφάσισα να τον εντάξω και στο στενό κύκλο των υπόπτων για το φόνο.                

 «Λίγα λεπτά ίσως δεν αρκούν, κύριε Περκνοπτέρυγε, δεδομένου ότι, όπως γνωρίζετε διεπράχθη φόνος, και όσο και να βιαζόμαστε να συλλάβουμε τον ένοχο, οι ανακρίσεις προβλέπονται μακροσκελείς και σχοινοτενείς».

«Όπως είπα, είναι ευχαρίστησή μου να βοηθήσω τους ατρόμητους φύλακες του νόμου και της τάξης, που η ισχυρή και αδιαμφισβήτητη θέση τους στη δημόσια υπηρεσία τούς εξασφαλίζει σταθερή και πλουσιοπάροχη σύνταξη».

«Παραδέχομαι ότι στο δικό μας μετερίζι υπάρχει μία τεράστια διαφορά από τον τομέα των επιχειρήσεων, όπου δραστηριοποιείστε εσείς. Αν είναι κάποιος ικανός επιχειρηματίας, γνωρίζει μία συνεχή άνοδο και μία δικαίωση με το πέρασμα του χρόνου. Αντίθετα, στο Δημόσιο με το πέρασμα των ετών σού φέρονται όλο και χειρότερα, με αποτέλεσμα ο πήχης να τίθεται χαμηλά για μένα, κατά τη διάρκεια τούτου του τελευταίου ενός και ημίσεος έτους προ της συνταξιοδότησης, δηλαδή τουλάχιστον να φύγω με την ίδια αξιοπρέπεια με την οποία μπήκα στο σώμα».

«Τόσα χρόνια υπηρεσίας, τόσα ανδραγαθήματα ή μάλλον στην περίπτωσή σας γυναικαγαθήματα κατά τη διάρκεια των πολέμων και να είστε ακόμη υποπλοίαρχος; Πώς το εξηγείτε αυτό, λαμπρή μου δέσποινα;».

«Είχα από την αρχή κακές σχέσεις με τη βασίλισσα της Ελλάδος, την επετηρίδα. Στην αρχική εξέταση είχα πονόκοιλο και δεν κατατάχτηκα σε καλή σειρά».

«Παρά την υπηρεσιακή σας στασιμότητα όμως παραμείνατε πτωχή πλην τιμία σε όλη σας την καριέρα και διατηρήσατε ακέραιη και αδαπάνητη τη διάθεση να προσφέρετε από κάθε μετερίζι. Μπράβο σας, ερίτιμη Ευρύβια. Θα έπρεπε να σάς εγχειρίσουν βραβείο χρηστοηθείας και επιμελείας και να σάς τοποθετήσουν σε προθήκη μουσείου, ώστε να σάς θαυμάζουν οι νεότερες γενιές».

Όσο ο λεγάμενος δεν έπαιρνε αποστομωτική απάντηση, τόσο πιο θρασύς γινόταν.

«Εξίσου σπάνιο μουσειακό έκθεμα θα αποτελούσε και ένας τίμιος επιχειρηματίας. Όσο για το βραβείο χρηστοηθείας και επιμελείας το έχω ήδη πάρει από πολύ νωρίς, μαζί με το βραβείο του χρυσού Φοίνικα, το οξύμωρο βραβείο γυναικείας ανδρείας και το βραβείο της ανοιχτής παλάμης».

Όπως στατιστικά γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, το αρχικό υποχρεωτικό εθιμοτυπικό χαμόγελο υποχώρησε, έστω και δύσκολα, αφού οι μιμικοί μύες δεν εννοούσαν να αποχωριστούν τις συνήθειές τους.

«Μάλιστα. Όπως είπα, μπορώ να διαθέσω λίγα λεπτά και τούτα … κλεπτά για να εξυπηρετήσω ένα βετεράνο του Αστροστόλου, αλλά ας μη τα επεκτείνουμε σε αρμένικη επίσκεψη. Σάς παρακαλώ κι εσάς να μην μείνετε περισσότερο από το χρονικό διάστημα για το οποίο είστε καλοδεχούμενη, όπως λέει η έκφραση».             

«Πείτε μου, παρακαλώ, αν γνωρίζατε την Αρήτη Κυρηναϊκή και αν τη σκοτώσατε εσείς», είπα να ξεκινήσω επιθετικά την παρτίδα.  

«Ως προς το πρώτο ερώτημα γνωρίζετε την απάντηση, ως προς το δεύτερο δεν απαντώ γιατί είναι βλακώδες».

«Είναι γνωστό ότι οι παραγωγικοί συντελεστές που διαχειριζόταν η Αρήτη, έχουν περιέλθει σε σάς τώρα και στον Διδυμίωνα. Τι θα κάνετε αυτά τα κονδύλια, θα ενισχύσετε με αυτά τον Ικαρομένιππο;»

«Ικαρομένιππος. Τι ωραία λέξη. Τι να σημαίνει άραγε, δεν την έχω ξανακούσει ποτέ, αλλά έχει ήχο κουδουνιστό, ζωογονητικό για τα αυτιά». 

«Δασύτριχε πωγωνάτε, άκουσέ με πολύ προσεκτικά. Κάθε φόνος προϋποθέτει κίνητρο. Στην πρώτη γραμμή των υπόπτων μου συγκαταλέγονται προφανώς οι δύο συνδιαχειριστές του προγράμματος μαζί με την Αρήτη κι αυτοί είναι εσύ και ο Διδυμίων. Εσείς καλείστε να διαχειριστείτε μία τεράστια κληρονομιά ή καλύτερα μία ανεκτίμητη μέγιστη δυναμική περιουσία, ικανή να προσθέτει πλανήτες στο υπάρχον Σύμπαν. Μιλάμε για την ίδια τη φιλοσοφική λίθο, για το ιερό δισκοπότηρο στα χέρια αυτού που κατέχει τον σπόρο των πλανητών. Αν λοιπόν μέσα σ’ αυτό το γραφείο δεν με πείσετε εδώ και τώρα ότι δεν έχετε πρόθεση να βάλετε γερά την κουτάλα μέσα στο μέλι και μετά να εξαφανιστείτε στους παρθένους και αναπτυξιακούς πλανήτες μαζί με το μυστικό της γαιοπλασίας συνδυασμένο με την τεχνητή συνείδηση, σάς βλέπω να διανυκτερεύετε σε κελί απόψε το βράδυ ψάχνοντας κέρματα για να τηλεφωνήσετε στους δικηγόρους σας».

«Αυτό αποκλείεται, μην κουράζεστε, θρασύτατη Αστροστολισμένη. Ξέρετε πολύ καλά ότι με τέτοια κοπριά και σβουνιά, τέτοια μήλα όνου και γαϊδουροκαβαλίνες δεν πάτε πουθενά. Απλώς επιχειρείτε να με τρομοκρατήσετε ή να με μετατρέψετε σε ασβό κατά την αγγλοσαξονική έκφραση. Οι δε λογογράφοι μου, τους οποίους να εύχεστε να μην ειδοποιήσω, θα σάς ανάψουν τέτοια φωτιά στα οπίσθια και μάλιστα θα την αναρριπίσουν κιόλας σε τέτοιο βαθμό, που θα βγάλετε φουσκάλες στον κόλο, βετεράνα σταχομαζώχτρα, μυγοσκοτώστρα, ξεσκονίστρα τινάγματος χαλιών».

«Έτσι νομίζετε; Δεν σού λέω ψέματα, όταν σού ανακοινώνω ότι είσαι ύποπτος για φόνο, ψειριάρη με ξεφτισμένο μούσι. Νομίζεις μήπως ότι ξέρεις και νομικά; Σε συμβουλεύω να βάλεις τους λογογράφους σου να ψάξουν τους νόμους καλύτερα, ειδικότερα το κεφάλαιο ποια είναι η εξουσία της ασφάλειας του σταθμού, όταν καταλήξει ότι κάποια συγκεκριμένα άτομα αποτελούν απειλή. Μπορεί να θεωρείτε εσείς οι επιχειρηματίες ότι είστε στο απυρόβλητο λόγω των τάλιρων, των δραχμών, των ταλάντων και των μνων που ξοδεύετε, αλλά κι εμείς οι θεσμικοί παράγοντες έχουμε τη δυνατότητα να σάς τυλίξουμε σε μια κόλλα χαρτί, όπως αιχμαλωτίζονται και πλακώνονται από τους τόμους τα ποντίκια σε κονισαλέα βιβλιοθήκη, απ’ όπου δεν θα ξεμπλέξετε ποτέ όσα κι αν ροκανίζετε σαν τρωκτικά τις γωνίες των φακέλων».

   Ο Περκνοπτέρυγος είχε πάρει μία έκφραση απροσδιόριστη και δυσερμήνευτη κάτω από το μούσι.

«Με συγχύσατε…», είπε, σιώπησε, ξερόβηξε. «Κυρία, κυρία», είπε σηκώνοντας το δείκτη, «μπορώ να πάω στη τουαλέτα;»

«Καταλαβαίνω ότι έχετε ανάγκη από μία παύση», είπα μεγαλόψυχα.

Ο ειδικός επιστήμονας- κοινός επιχειρηματίας έλειψε για λίγο στα ενδότερα του γραφείου του μέχρι που ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος καζανακίου. Επέστρεψε σύννους και κατηφής, ένδειξη υψηλής αυτοσυγκέντρωσης παλαιστή πριν να εφαρμόσει μία δύσκολη απαιτητική λαβή.

«Ας υποθέσουμε», είπε, «ότι μία αποικία προερχόμενη από καταπιεστική μητρόπολη επιθυμεί την ανεξαρτησία της. Τι μέσα θα είχε με το τιτανικό δίκαιο να τα καταφέρει;»

«Σίγουρα, όχι σε πρώτη φάση το κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενο “δίκαιο” της κατάκτησης και της ληστείας μετά φόνου, το καταφύγιο των παλιανθρώπων, ιδίως όσων έχουν το θράσος να το επικαλούνται, αφού η βία οφείλει να είναι η έσχατη λύση. Όμως ο Περικλής στον Επιτάφιο μάς λέει “το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το έμψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους,” που σημαίνει ότι όταν έχει ξεχειλίσει το ποτήρι της αδικίας, δικαιούται ο … ελεύθερος- πολιορκημένος να ξεσηκωθεί. Βέβαια ακόμη και ο πόλεμος υπάγεται σε κανόνες δικαίου, απαγόρευση γενοκτονιών, αποφυγή εκ του μακρόθεν εξάλειψης με δειλούς πυραύλους και εξ ύψους βόμβες. Η εξαέρωση και εκμηδένιση με μηχανές τηλεβολικής αποσύνθεσης σαν να μπαίνει κανείς σε θάλαμο αερίων δεν είναι πόλεμος, είναι σφαγή αθώων και αμάχων. Όλοι εμείς οι πραγματικοί στρατιωτικοί νοσταλγούμε τις μάχες σώμα -με σώμα των προγόνων μας, τις εκ του συστάδην συμπλοκές. Υπάρχει και το ζήτημα ότι και αν ακόμη μπορέσετε να επικρατήσετε και να κατασχέσετε ή να κρατικοποιήσετε ορισμένους παραγωγικούς συντελεστές, θα εναχθείτε μετά από τους μέχρι τούδε διαχειριστές στα διαπλανητικά δικαστήρια και θα καταδικαστείτε σε τσουχτερή αποζημίωση, για να μη σάς πω ότι θα εκδοθεί διεθνές ένταλμα εις βάρος σας για κλοπή.»

«Σίγουρα, όλα αυτά φαντάζουν δυσβάστακτα για την υποθετική αποικία μας», γέλασε πικρά ο Περκνοπτέρυγος. «Ευτυχώς όμως η υποθετική ηγεσία των αποίκων έχει μερίδιο και κάποια δικαιώματα μειοψηφίας στις εταιρείες που την εκμεταλλεύονται εξ αποστάσεως. Υπάρχει λοιπόν και ο νόμιμος τρόπος της εξαγοράς, ένας τρόπος που ακόμη και οι πιο ηθικά αυστηροί τιμητές- τιτάνες θα ευλογούσαν. Και η υποθετική μας πόλη-κράτος έχει πολλά χρήματα, πάρα πολλά, διότι εμπορεύεται διαγαλαξιακά σπόρους, όχι απλά για καλλιέργεια εδάφους, αλλά και για τη δημιουργία του ίδιου του εδάφους καλλιέργειας. Χρήματα τόσα πολλά που κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει ή να τα ανταγωνιστεί. Για φανταστείτε: όπου κρίνει ένας επιχειρηματίας ότι τον συμφέρει, σε ιδανικές συντεταγμένες γύρω από κάποιον ήλιο μπορεί να φυτέψει έναν πλανήτη! Η Εταιρεία Εκμετάλλευσης του Δία, που στην πραγματικότητα χρηματοδοτεί την παρούσα διακυβέρνηση του σταθμού, δεν πρόκειται να βγάλει κέρδος τουλάχιστον για το επόμενο χρονικό διάστημα. Οι εγκαταστάσεις εξόρυξης του ήλιου 3 είναι πανάκριβες και θα περάσουν δεκαετίες μέχρι να αποσβεστούν. Εμείς είμαστε σε θέση να προσφέρουμε τρελά λεφτά εδώ και τώρα, στην εταιρεία, στους διευθύνοντες συμβούλους, στους υψηλόβαθμους, στους χαμηλόβαθμους, σε όλους… Αν η άμεση δωροδοκία δεν αποδώσει, θα ακολουθήσουμε την έμμεση οδό των δικαστηρίων. Έχουμε τη δυνατότητα να πληρώσουμε άριστους λογογράφους και να δώσουμε μνημειώδεις ονειρικές μάχες που θα μείνουν στην ιστορία των δικαστικών χρονικών. Στο τέλος θα κερδίσουμε, η δικαιϊκή κοινότητα θα αναγκαστεί να αναγνωρίσει την ορθολογική επαναδιάταξη και νέα κατανομή των παραγωγικών μέσων που προτείνουμε. Και σ’ αυτή την τακτική και στρατηγική όλοι οι υπεύθυνοι του προγράμματος είχαμε συμφωνήσει, και ο σεβαστός Διδυμίων και η Αρήτη και εγώ. Όμως τις τελευταίες προτάσεις τις παίρνω και γυρίζω πάλι στον υποθετικό λόγο: Αν ένας διαχειριστής ενός ιδρύματος έχει ακριβώς τον ίδιο σκοπό με τους άλλους διαχειριστές ή και με το ίδιο το ίδρυμα, τι λόγο έχει να σκοτώσει τους άλλους εκπροσώπους της ίδιας υπόθεσης; Συνεπώς είτε συμμετέχω είτε δεν συμμετέχω σε οποιαδήποτε είδους αντιστασιακή οργάνωση, και μόνο η ενότητα σκοπού του ιδρύματος ως συνόλου περιουσίας αρκεί για να με απαλλάξει από κάθε υποψία».

«Μάλιστα, ώστε αυτό είναι το σχέδιο του Ικαρομένιππου, η ειρηνική εξαγορά. Αν θέλουμε, το πιστεύουμε. Αν είναι πράγματι έτσι και οι υπεύθυνοι του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας ήσασταν τόσο αρμονικά συνδεδεμένοι και σύμφωνοι περί του πρακτέου, τότε πρέπει να σάς διαγράψω από τη λίστα μου».  

Ο Περκνοπτέρυγος πήρε πάλι ένα διαβολικό, χαιρέκακο, αδυσώπητο ύφος.

«Αν η παράθεση ορισμένων υποθετικών σκέψεων ήταν αρκετή για να καταρρεύσει το οικοδόμημα των ενοχοποιητικών σας ενδείξεων, τότε σημαίνει ότι μπλοφάρατε, όταν προ ολίγου με απειλούσατε. Σάς εύχομαι να βρείτε τον δολοφόνο της Αρήτης, την οποία πολύ εκτιμούσα ως συνάδελφο και συνεργάτιδα, αλλά δεν νομίζω ότι έχετε τα φόντα για κάτι τέτοιο. Μού φαίνεται ότι είστε απλά μία υπερφυσική διογκωμένη πατσαβούρα και ο προϊστάμενός σας, ο Υπερίων, ένας φουσκωμένος γάλος, πολύ μεγάλος, ή διάνος, άθλιος ινδιάνος. Και μην έχετε την εντύπωση ότι θα είστε για πολύ καιρό επικεφαλής της ασφάλειας του σταθμού, καθόσον μάλιστα κάθε μέρα με την αχαΐρευτη τσαπατσουλιά σας δημιουργείτε όλο και περισσότερους εχθρούς».

   «Παριστάνεις τον έξυπνο, ότι τάχα είσαι απρόβλεπτος, εύστροφος, αλλοπρόσαλλος διαπραγματευτής, δυνάμενος να προσλαμβάνει πολλά προσωπεία ανάλογα με την περίσταση. Πιστεύεις πραγματικά ότι με την ειρηνική σου επανάσταση θα απαλλαγείς από την παλαιά εξουσία, πράγμα που επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση ότι είσαι βλάκας και μισός, Εξαπτέρυγε. Όταν λάβει χώρα η ανατροπή που σχεδιάζεις, ηλίθιε- πανίβλαξ, πάλι τους ίδιους εξουσιαστές θα βρεις μπροστά σου σαν περιπτεράς ψιλικατζής πωλητής εφημερίδων που απεργεί επί μήνες κατά του μονοπωλίου κεντρικής χονδρικής διάθεσης μόνο και μόνο για ξαναδεί μπροστά του τον ίδιο πράκτορα διανομής τύπου με διαφορετική μπλούζα. Κάνε ό,τι επανάσταση θέλεις, αφελέστατε μαδημένε πτεροδάκτυλε, εγώ θα είμαι πάντα από πάνω, γιατί είμαι επαϊουσα με πλατωνική έννοια, είμαι τεχνοκράτισσα και με χρειάζεται και η παρούσα διακυβέρνηση και η μελλοντική. Σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει κράτος χωρίς αστυνομία και όργανα τάξης, το μόνο ζητούμενο και εριζόμενο είναι η νομιμοποίηση και η εκπόρευση της αστυνόμευσης. Επομένως θα είμαστε πάντα εδώ εμείς οι επιτηρητές, όσο κι αν εσείς οι επιτηρούμενοι θα συστρέφεστε σαν πέστροφες για να ξεφύγετε, κουρελο-φτέρουγε, ξεφτιλο-φτέρουγε».   

Τέλος αναφοράς Ευρύβιας

«Πώς να αξιολογήσω την αναφορά σου, Ευρύβια, ει μη μόνον ως μία τρύπα στο νερό;», γνωμάτευσε ο Υπερίων διαβάζοντάς την. «Πες μου σε τι γίναμε σοφότεροι με την έρευνά σου. Απλώς τσακώθηκες μ’ ένα σημαντικό παράγοντα της Νέας Αρκαδίας και κάναμε ένα σοβαρό εχθρό. Όσο για την περίφημη αποκάλυψη ότι ο Ικαρομένιππος δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση, αλλά απλά επιχειρηματική κίνηση για εξαγορά της Νέας Αρκαδίας, όπως είπες και μόνη σου, αν θέλουμε το πιστεύουμε. Εξακολουθούν να παραμένουν και να αιωρούνται ως δαμόκλειος σπάθη τα ερωτήματα: α) ποιοι άλλοι αποτελούν τον Ικαρομένιππο, αφού για τον Περκνοπτέρυγο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. β) Μήπως η διοίκηση του σταθμού και ειδικότερα η Θεανώ Θουρία υποστηρίζει κρυφά τον Ικαρομένιππο, αν και η κανονική της αποστολή είναι ακριβώς να τον εξαλείψει και να διατρανώσει την κυριαρχία της Συνομοσπονδίας Σειρίου. γ) Ποια είναι η ακριβής σχέση του Ικαρομένιππου με την εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία και με το συνεταιρισμό διαχείρισης της Λήμνιας Σφραγίτιδας. δ) Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη δολοφονία της Αρήτης; Οπότε, μελαχρινή μου Ευρύβια, άνθρακες ο θησαυρός ή μάλλον όμφακες, όπως θα ‘λεγε και η αλεπού του αισώπειου μύθου».

Κοίταξε το ηλεκτρονικό του σημειωματάριο.

«Θα έπρεπε να πάρεις παράδειγμα από τη συνάδελφό σου Λητώ, η οποία αξιοποίησε το χρόνο της δημιουργικά και συνέταξε ένα πίνακα, βασισμένο στις καταγραφές των αισθητήρων της Νέας Αρκαδίας, από όπου προκύπτουν οι συναντήσεις της Αρήτης τον τελευταίο χρόνο με σημαίνοντα πρόσωπα του σταθμού. Λητώ, δείξε σε παρακαλώ το πινακάκι σου στην Ευρύβια».

«Να, κοίτα εδώ, συνάδελφε, το “ΕΝ” σημαίνει “εντός”, δηλαδή συναντήσεις εντός της οικίας της, το “EK” σημαίνει “εκτός έδρας”, δηλαδή επισκέψεις στην κατοικία του εκάστοτε αναγραφόμενου, ενώ το “ΕΝΔ” σημαίνει ενδιάμεσα, δηλαδή συναντήσεις που έγιναν με τον αναγραφόμενο σε ουδέτερο έδαφος, π.χ. στο κυλικείο ή σε κάποιο εστιατόριο του σταθμού, χορευτικό κέντρο κ.λπ. Πρότυπό μου για τη σύνταξη του πίνακα απετέλεσε το γεωμετρικό σχήμα του Ευκλείδη σχετικά με τις παράλληλες ευθείες που τέμνονται από μία κάθετη ή διαγώνιο δημιουργώντας γωνίες εντός, εκτός και επί τα αυτά».

Η Ευρύβια, που ήταν εκνευρισμένη και για την κατσάδα που έφαγε, αλλά και με τη Λητώ που με το σταθερό και μεθοδικό γλείψιμό της την είχε φτάσει βαθμολογικά, παρότι νεότερη, ενώ η ίδια είχε μείνει στάσιμη, κοίταξε τον πίνακα υποτιμητικά σαν να σκύβει συγκαταβατικά προς κάτι κατώτερο από αυτήν, όπως άλλωστε προκύπτει από το θέμα του ρήματος “κυπτάζω”.

Αρήτη:                       ΕΝ                       ΕΚ                             ΕΝΔ

Θουρία                       3                         21                               60

Μνησιπήμων              7                          4                                15

Πυρίσπορος               7                          5                                 17

Περκνοπτέρυγος        25                       11                                32                    

Διδυμίων                   0                         36                                 1

Λασθίνια                    15                        0                                  125

Περικτιώνη                 62                        9                                  125

Θυμίστα                     0                          0                                   125

Διοτίμα                       11                        0                                    23

Υπαρχία                   16                       0                                      27

Τόργος Τραχηλιώτος 21                      0                                     36

Σκανδαλόμωρος        6                        0                                      15

«Ωραία και τι βγαίνει από αυτό;», είπε δύσθυμη και ανικανοποίητη η Ευρύβια.

«Πολλά και διάφορα», απάντησε η Λητώ. «Βλέπουμε καταρχάς ποιους θεωρούσε κατώτερούς της και ποιους ισάξιούς της η Αρήτη. Σε όσους λογίζονταν ως υποδεέστεροι, εργαζόμενοι, προμηθευτές κ.λπ. δεν πήγαινε βέβαια στο σπίτι τους, αλλά τούς υποδεχόταν στο δικό της. Ως ισάξιους ή εν πάση περιπτώσει σημαντικούς συγκατέλεγε τους υπεύθυνους του προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, τον επικεφαλής της εταιρείας εκμετάλλευσης του Μέγα Πλανήτη και τον επικεφαλής του πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας.  Δεδομένου ότι όταν λέμε μέσα στην οικία, εννοούμε μέσα στην οικία, είναι δύσκολο να καταλάβουμε για ποιο λόγο η Αρήτη δέχτηκε στο σπίτι της 15 φορές την προϊσταμένη της ασφαλείας αστυνόμο Λασθίνια, κυρίως δε και πρωτίστως για ποιο λόγο δέχτηκε την Περικτιώνη 62 φορές στην οικία της, που είναι μία απλή ασφαλίτισσα, σε αντίθεση με τη Θυμίστα που βέβαια δεν την “έβλεπε” καν, όπως λέγει χαρακτηριστικά ο λαός. Ως προς τις 125 φορές που και τα τρία μέλη της ασφάλειας φέρονται να είχαν επαφή με την Αρήτη σε εξωτερικό χώρο, πρόκειται προφανώς για κοινή επιτήρηση στο πλαίσιο εκδηλώσεων. Εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα, απορία προκαλείται ως προς τις κατ’ οίκον επισκέψεις».

«Ναι», είπε ο Υπερίων, «έχουμε βάσιμες υποψίες ότι η Περικτιώνη ήταν ερωμένη της Αρήτης και ως τέτοια έχει μεγάλο ρόλο στην υπόθεση και θα τεθεί στο μικροσκόπιό μας ή αλλιώς στον μεγεθυντικό μας φακό. Παιδιά, συνέλθετε, ξυπνήστε, όλα μετράνε στην υπόθεση αυτή. Παράδειγμα ο Τόργος Τραχηλιώτος φαίνεται να ήταν ο αγαπημένος της έμπορος, αφού τον έχει συναντήσει τόσες φορές, ενώ τη Διοτίμα που ήταν μάλλον απλή μεσολαβήτρια και μεσίτρια μεταξύ σταθμού και προμηθευτών την είχε συναντήσει λιγότερο. Οι 15 επαφές με τον Σκανδαλόμωρο αφορούν προφανώς την περίοδο όπου η Αρήτη έμαθε για την θανατηφόρα ασθένειά της και άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία».

«Τότε ας έγραφε “εκκλησία”», είπε φορτισμένη η Ευρύβια. «Επίσης, θέλω να παρατηρήσω το εξής: η συνάδελφος ισχυρίζεται ότι εμπνεύστηκε τον πίνακά της από το γεωμετρικό σχήμα του Ευκλείδη με τις γωνίες “εντός, εκτός και επί τα αυτά”, που μαθαίναμε κάποτε στο σχολείο, αλλά στην πραγματικότητα δεν το τηρεί και δεν το σέβεται, διότι το σχήμα αυτό περιλαμβάνει και τις γωνίες “εναλλάξ”. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκεί να μάς λέει ότι η Αρήτη συνάντησε όλους αυτούς κάπου ενδιάμεσα, αλλά να διευκρινίσει πού συγκεκριμένα, σε εστιατόριο, όπου η συζήτηση προφανώς θα ήταν πιο διεξοδική, σε μπαρ, όπου θα μπορούσε να είναι και τυχαία δεδομένης της μικρής επιφάνειας του σταθμού, στο γυμναστήριο ή στο θέατρο ή στο γήπεδο, όπου δεν έχει καμία σημασία, κυρίως όμως και πρωτίστως οφείλει να μάς πει αν ειδικά τους εμπόρους και τους προμηθευτές τούς συνάντησε η Αρήτη εντός ή εκτός σταθμού, εννοώ δηλαδή τα αγκυροβολημένα στα άγκιστρα του σταθμού πλοία, που επίσης καταγράφονται και καλύπτονται πλήρως από τους αισθητήρες».

«Φίλη μου Ευρύβια, μέγιστη συναγωνίστρια στην Τιτανομαχία και αλλού, ας μην ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας», απάντησε ο Υπερίων. «Σωστά είναι αυτά που λες, αλλά ας μην απαξιώνουμε την προσπάθεια της Λητούς, ίσα -ίσα ο πίνακάς της αποτελεί μια πολύ αρχή αφετηρία για τις έρευνές μας και μπορεί στην πορεία να γίνει πολύ πιο εξειδικευμένος. Το πρωταρχικό, αρχετυπικό και ουσιώδες, κεφαλαιώδες και κυριώδες σε μία διάσκεψη είναι η καλόπιστη και αγαστή συνεργασία μεταξύ μας και είμαι βέβαιος ότι όλα τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στη συνέχεια! Αντίθετα η διχόνοια και η υιοθέτηση ατομικής στρατηγικής εγγυώνται ότι η κοινή προσπάθεια θα υπονομευτεί και όλα θα πάνε κατά διαόλου. Μένουμε ενωμένοι, όλοι για τον έναν και ένας για όλους, κι αυτή η ενότητα μέσω των διαφορών είναι πολυτιμότερη κι από την πιο ιδιοφυή νοημοσύνη».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο: ΘΟΥΡΙΑ

Ο Υπερίων ήταν αποφασισμένος να δει την ανάκριση της Θεανούς Θουρίας ως ένα είδος μύησης σ’ αυτό που κάποτε αποκαλούσαν αριστοκρατία και σήμερα λέγεται ελίτ, δηλαδή η ολιγαρχία- φεουδαρχία κάποιων ανθρώπων, που πριν κανείς καταλάβει τον εαυτό του και τις δυνάμεις του, αλλά και όταν αποκτήσει κάποια στοιχειώδη αυτοπεποίθηση, διαπιστώνει άναυδος και ενεός, έκπληκτος και αποσβολωμένος,  ότι κυριαρχούν ήδη στο στερέωμα, ότι ανέκαθεν κυριαρχούσαν, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανέλιξης στους φουκαράδες ανερχόμενους και αποκόπτοντας τους κάθε σκάλα και κάθε κλαδί, από το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να σκαρφαλώσουν. Είπε για μια φορά στην άκρως πειθαρχημένη, ασκητική ζωή του ο Υπερίων να βρει την ευκαιρία να καπνίσει ένα πούρο, να φάει ένα εξεζητημένο δωρεάν έδεσμα, να πιει ένα ποιοτικό ποτό, να χορέψει έναν κυκλωτικό χορό.  Δεν άξιζε ο βετεράνος των τιτανικών πολέμων, που είχε κάνει τόσα και τόσα για την αχάριστη παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα  να απολαύσει κάποια πολυτέλεια πριν πεθάνει;

Ναι, τη σημερινή ανάκριση θα τη χαιρόταν. Ποιος είπε ότι οι Ατλάντες δεν διασκεδάζουν; Πίσω από το ψυχρό προσωπείο του άτεγκτου επιστήμονα με τα μυτερά ανασηκωμένα αυτιά κρυβόταν κάποιος και αισθήματα διέθετε και τα φόντα να τα χαρεί είχε. Μια και τη σημερινή μέρα θα καλούνταν να δεχτεί τις εκμυστηρεύσεις και να ξεκλειδώσει τα μυστήρια της κυβερνήτριας της Νέας Αρκαδίας, αποφάσισε να προχωρήσει διακριτικά και απαλά δίνοντας στις ερωταποκρίσεις μορφή συνέντευξης, όπως αυτή που παίρνει ο δημοσιογράφος ή δημοσιολόγος από μία διασημότητα. Ως κάλλιστη τακτική και βέλτιστη πρακτική συνεννοήθηκε να την περιμένει έξω από το γραφείο της στο τέλος της εργασίας της και να την συνοδεύσει σπίτι. Άλλωστε, είχε το απαραίτητο επαγγελματικό και κοινωνικό στάτους για να τολμήσει κάτι τέτοιο.      

Πήραν μαζί τον ταχύτατο συρμό του σωλήνα (όπως λέμε “το μωρό του σωλήνα”) για να μεταβούν στα προάστια της Νέας Αρκαδίας, ταξίδι που θα έδινε ίσως την ευκαιρία στην κυβερνήτρια να περηφανευτεί και να κομπάσει για τις άψογες συγκοινωνίες του τροχιακού σταθμού. Κατά τη διαδρομή η Θεανώ Θουρία μιλούσε με αυστηρό τρόπο, γεμάτο μέταλλο και ατσάλι επιβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για ηγέτρια.

«Το διαμέρισμά μου είναι το πιο ήσυχο σε όλη τη Νέα Αρκαδία. Εκεί μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας χωρίς να μάς ενοχλήσει κανείς. Ή να μάς διακόψει», πρόσθεσε με νόημα. «Αν μ’ ακούγατε και βάζατε εμφύτευμα, θα συνεννοούμασταν αυτόματα και εξ αποστάσεως, αλλά μού είστε πολύ παραδοσιακός και συντηρητικός, τι να σάς κάνω. Δεν πειράζει όμως, η δια ζώσης επικοινωνία έχει τις δικές της χάρες και όταν δεν υπερβαίνει το προσήκον μέτρο είναι και αναζωογονητική».

     Πήραν λοιπόν τον συρμό της γραμμής που εξυπηρετούσε και όλους τους κοινούς θνητούς της αποικίας. “Θνητούς” που λέει ο λόγος, αν θυμάστε τα όσα απεκάλυψε και όσα υποσχέθηκε ο Διδυμίων. Οι συρμοί του σωλήνα ήσαν ένα μηχανικό σύστημα, όπως οι ανελκυστήρες των ουρανοξυστών ή οι τουρμπινοκίνητοι συριζανέλ των διαστημόπλοιων. Οι ιδιοφυείς βιοτεχνολόγοι είχαν την ιδέα να είναι και οι ανελκυστήρες φυτικά ή οργανικά όντα, αλλά φαίνεται ότι λόγω κάποιος τεχνικής δυσκολίας αυτό δεν ήταν εφικτό, ίσως διότι είναι δυσχερές να συμπεριλάβει ή να εναρμονίσει κανείς μέσα σε μία κεντρική τεχνητή νοημοσύνη και άλλες επιμέρους  συνειδήσεις χωρίς να καταλήξουν αυτές σε επικάλυψη ή και σε θετική- αρνητική σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Όπως και να ‘χει, οι τρενο- σωλήνες αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο δίκτυο υποκυλίνδρων μέσα στον κεντρικό κύλινδρο και ένωναν με γραμμές μετρό όλους τους τομείς και τα εσωτερικά  σημεία του βιότοπου. Οι συρμοί ήσαν συχνοί και γρήγοροι, οπότε ο υπουργός συγκοινωνιών της Νέας Αρκαδίας δεν κινδύνευε από ανασχηματισμό ή αναδόμηση.

Το όλο σύστημα διευθυνόταν βέβαια από την προσωπικότητα του που βέβαια είχε πολύ εξελιγμένη τηλεδιοίκηση στους επιμέρους σταθμούς, που καλύτερα να τούς αποκαλούμε “στάσεις” για να μη τις μπερδεύουμε με τον περιβάλλοντα τροχιακό σταθμό. Οι Θεανώ και Υπερίων κάθισαν στο μπροστινό βαγόνι, απ’ όπου μπορούσαν να διακρίνουν ότι στο πιλοτήριο δεν υπήρχε οδηγός. Η αμαξοστοιχία τέθηκε πολύ απαλά και αθόρυβα σε κίνηση, όπως θα περίμενε κανείς από ένα κινητήρα υψηλής τεχνολογίας και οι δύο επιβάτες άρχισαν να παρακολουθούν το τοπίο από το παράθυρο για να περάσει η ώρα. Ο Υπερίων όμως, που όπως και ο επιστήθιος φίλος του ο Προμηθέας, είχε κάποια αδυναμία ή τέλος πάντων κάποιο είδος αμηχανίας απέναντι στις μαύρες γυναίκες, βρήκε την ευκαιρία να ρίχνει κλεφτές ματιές στις καμπύλες των ποδιών της κυβερνήτριας κάτω από το λεπτεπίλεπτο αραχνούφαντο παρεό που αυτή άνετα και ανεπιτήδευτα φορούσε.

Μετά από αρκετές στιγμές αμήχανης περιφοράς των οφθαλμών σε σημεία που δεν είχαν καμία δουλειά να κοιτάζουν, το βαγόνι περιόρισε την ιλιγγιώδη ταχύτητά του και σταμάτησε σε μία ευρύχωρη στάση με λαμπτήρες “νέον” στην οροφή. Κάπου 500 μέτρα από τη στάση και μετά από αντίστοιχο βάδισμα σε πλακόστρωτα μονοπάτια βρέθηκαν μπροστά σε μία αγροτική πλινθόκτιστη κατοικία, που αντί για εξωτερική θύρα είχε μία μεταλλική μυική μεμβράνη ή συστελλόμενη- διαστελλόμενη ίριδα, τεθειμένη για να θυμίζει ότι η εντύπωση του ρουστίκ παραδείσου ήταν απατηλή και ότι η ιστορία μας τοποθετείται σε πολύ προηγμένη μελλοντική ή παρελθούσα εποχή.

Εσωτερικά το διαμέρισμα φαινόταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι έμοιαζε εξωτερικά και απλωνόταν σε μακρόστενη διάσταση. Ένας προθάλαμος στρωμένος με μπεζ ιριδίζοντα μάρμαρα περιείχε έναν  υπερυψωμένο κυλιόμενο διάδρομο με εικονικά πάλλευκα σκαλιά, που όμως ξεγελούσαν στερεοσκοπικά την όραση και δεν οδηγούσαν σε κάποιο ψηλότερο σημείο, αλλά απλώς διαπεραίωναν την κίνηση στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο. Κατά διαστήματα υπήρχαν στους τοίχους ημικυκλικές κόγχες με ένθετα αγάλματα ή προτομές, αφού, όπως υπονοήσαμε, η κατοικία φιλοδοξούσε να παντρέψει το παλιό με το καινούριο. Μία δεύτερη πόρτα οδήγησε το ζευγάρι σε μία πολυτελή αίθουσα, όπου σε αντίθεση με το λευκό ή το φαιό ή το ανοιχτόχρωμο κυριαρχούσε το πορφυρό και το άλικο, αφού ήταν γεμάτη με βαρύτιμα έπιπλα από αρωματικό ροδόξυλο ή κινέζικο παλίσανδρο και μαόνι. Η αντικριστή πλευρά του τοίχου ήταν σαν γιγαντιαία οθόνη και έβλεπε στην ακτή μίας μεγάλης λίμνης με αμφιθεατρικά βράχια, καθώς και αμμώδη και φιδίσια παραλία, ποικιλμένη με όρμους δίκην φιόρδ και στεφανωμένη με φτέρες και πλατιούς θυσάνους, που λικνίζονταν στον άνεμο σαν ραντιστήρια ή ανεμιστήρες. Η όλη παράσταση προκαλούσε σύγχυση και απώλεια ισορροπίας σαν να ήταν καλειδοσκοπική και στροβοσκοπική και σε έκανε να αναρωτιέσαι αν ήταν πραγματική ή μήπως η εξωτερική λήψη θα εστιαζόταν μόνο σε μερικούς μαδημένους και άθλιους θάμνους που δεν είχαν καμία σχέση με το μεγαλείο του έσωθεν προσφερόμενου θεάματος. Μέχρι και ο πάτος της λίμνης ήταν ορατός με ημιβυθισμένους βράχους και θηριώδη δασώδη φυλλομανή διακοσμητικά κοράλλια.

Ο Υπερίων είχε μείνει πραγματικά έκθαμβος και ενεός με τη δαψίλεια της κατοικίας.

«Μού κάνει μεγάλη εντύπωση το ενδιαίτημά σας. Γνωρίζω βέβαια, αλλά και αποδέχομαι ότι ένας κυβερνήτης πρέπει να απολαμβάνει κάποια προνόμια συναφή προς το αξίωμά του, αλλά αυτό…, αυτό είναι ο παράδεισος, χαρά και αγαλλίαση σ’ εκείνους που τον έχουν και σκάνδαλο, σκλήθρα και δοκάρι στο μάτι σε όσους ξέρουν ότι δεν θα τον αποκτήσουν ποτέ».

«Μμ, αν το θεωρείς αυτό πολυτέλεια, φαίνεται ότι κάτι κάνεις λάθος, ζηλευτέ πλοίαρχε, Νέαρχε πολλών χωρονηών. Μήπως πρέπει ν’ αλλάξεις επάγγελμα, ποτέ δεν είναι αργά για μία καινούρια σταδιοδρομία».   

«Σάς ξαναλέω, σεβαστή δέσποινα, όπως και τότε στο γραφείο σας, ότι εμείς οι στρατιωτικοί του Αστροστόλου είμαστε αμετανόητα αδέκαστοι και δεν προσελκυόμαστε από οποιαδήποτε δελέατα μάς προτείνουν όσοι θέλουν να μάς ξεστρατίσουν από το σκοπό μας και να μάς διαφθείρουν. Έχουμε τις αξίες μας, που μάς καθιστούν λαμπαδηφόρους, δεν θέλουμε κάτι περισσότερο. Χρήμα, δόξα και άλλες υλικές απολαβές δεν έχουν κανένα νόημα για μάς. Δεν υπηρετούμε και δεν ισχυροποιούμε τον εαυτό μας, αλλά το πράγμα. Αν επιβιώσουν τα ήθη μας και οι θεσμοί μας, αν διατρανωθεί ο πολιτισμός μας, είναι για μάς ανταμοιβή αρκετή. Ίσως η παρακαταθήκη των Ολυμπίων, γαμάτε αδιακρίτως, αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, η ουραλταϊκή συνταγή να κάνεις πολλά παιδιά και να σφάζεις τους αντιπάλους να είναι μακροπρόθεσμα αποτελεσματική  και επιτυχημένη, αλλά εμάς μάς αρκεί αν ύστερα από απίθανους και αμνημόνευτους αιώνες ο διεθνής παγκοσμιοποιημένος γιατρός λέει στον διαχρονικό ασθενή ότι πάσχει από “χρόνια τραυματική εγκεφαλοπάθεια” και να ‘ναι η ορολογία αυτή κοινή σε όλες τις γλώσσες.  Γιατί ο πολιτισμός, όπως και η ομορφιά επιζούν».

Ο Υπερίων επισκόπησε τα πολυπληθή αντικείμενα που ήσαν ακροβολισμένα και παρατεταγμένα παντού, πολλά έργα τέχνης, πίνακες, κομψοτεχνήματα, τεχνουργήματα, μικροέπιπλα, πάσης φύσεως στολίδια.

«Τι περίτεχνος διάκοσμος. Και πώς έτυχε το τελευταίο διαμέρισμα που είδα πριν από το δικό σας, δηλαδή εκείνο της Αρήτης, ο τόπος του εγκλήματος, να είναι το ακριβώς αντίθετο, εντελώς λιτό και απέριττο, αποστειρωμένο και να μην έχει μέσα απολύτως τίποτα».

«Ναι, είναι εσφαλμένη εντύπωση να νομίζετε σεις οι φυσιολογικοί ότι εμείς οι βιοσύμφυτοι είμαστε το ίδιο πράγμα. Ο καθένας από εμάς έχει τον χαρακτήρα του, τις συνήθειές του και τις πεποιθήσεις του. Απλώς η τηλεπαθητική σύνδεση μάς εξασφαλίζει μία ταχύτατη, απρόσκοπτη και ειλικρινή επικοινωνία».

«Ειλικρινή- ακόμη και αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Δεν είναι άραγε δυνατό κάποιος να έχει ιδιαίτερη νοητική πειθαρχία και τεχνικές φραγής, με τις οποίες να μπορεί να αποκρύπτει τις σκέψεις του από τους άλλους; Τουλάχιστον εμείς οι Ατλάντες διδασκόμαστε από μικροί να προστατεύουμε και να περιφρουρούμε την πνευματική μας σφαίρα από ανιχνευτικές ή κατακτητικές εισβολές και παραβιάσεις».

«Ναι, αλλά φαντασθείτε, ύψιστε Υπερίων, τι διαρκή διανοητική προσπάθεια, τι μέγιστη επένδυση φαιάς ουσίας απαιτεί μία συνεχής περιτείχιση των σκέψεων, διότι αν έστω για μία στιγμή πέσει η φραγή, η Νέα Αρκαδία αμέσως θα αναγνώσει το κρυφό περιεχόμενο».

«Εντάξει, αλλά όλοι σεις οι προύχοντες του σταθμού είστε άτομα με ξεχωριστά προσόντα, άρα με αναπτυγμένη ικανότητα απόκρυψης σκέψεων, οπότε δώρον – άδωρον αποτελεί η στιγμιαία διάσκεψή σας, που τόσο ξετσίπωτα διαφημίζετε και θέλετε να την προσφέρετε σώνει και καλά στην εκούσα- άκουσα ανθρωπότητα».  

Η Θουρία σταύρωσε τις σχηματοποιημένες γάμπες της προσπαθώντας να επηρεάσει τον ανακριτή της με τη γυναικεία γοητεία.

«Μμ, … ε…», συνέχισε ο ανεπηρέαστος αγέρωχος Υπερίων, τι αξία έχει να είστε βιοσύμφυτοι, δήθεν εναρμονισμένοι, όταν σε τελευταία ανάλυση μπορείτε να κρύβετε τις προθέσεις σας από τον άλλον. Ήδη εσείς είχατε σε σχέση με την εκλιπούσα τις πιο αποκλίνουσες ατζέντες και στοχοθεσίες που μπορεί κανείς να φανταστεί. Σεις έχετε δηλώσει πίστη και εκπροσωπείτε τη Συνομοσπονδία Σειρίου, ενώ η θανούσα είχε αποσχιστικές τάσεις και ήθελε να σηκώσει δική της σημαία. Σάς ρωτώ λοιπόν ευθέως. Μήπως σε κάποια φάση η διαφωνία σάς κούρασε, η επικράτησή σας δεν φαινόταν πουθενά στον ορίζοντα και αποφασίσατε να διαλέξετε ένα πιο εύκολο και σύντομο δρόμο και να βγάλετε από τη μέση μία πολύ επικίνδυνη ανταγωνίστρια;»

«Ελάτε τώρα, άρχοντα, είναι δυνατό να πιστεύετε ότι μία εκλεγμένη κυβερνήτρια με προηγούμενη υπολογίσιμη και προσεκτικά σχεδιασμένη πολιτική καριέρα θα προωθούσε τις επιλογές της με φόνους; Με αυτή τη λογική, όλοι οι υψηλόβαθμοι και φιλόδοξοι πολίτες της Νέας Αρκαδίας θα έπρεπε να θεωρηθούν ύποπτοι από πλευράς κινήτρου και μάλιστα όσο πιο επώνυμοι και επιφανείς είναι, τόσο μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών θα είχαν για να εγκληματήσουν. Επιπλέον ο τρόπος που έγινε το έγκλημα έτσι κι αλλιώς είναι το μεγαλύτερο μυστήριο. Η υποδοχή και υλοποίηση του δράστη μέσω του ολογράμματος μπορούσε να γίνει μόνο από τη μεριά του θύματος. Αυτό σημαίνει α) ότι το θύμα γνώριζε και εμπιστευόταν τον δράστη, β) ότι για κάποιο λόγο ενέκρινε την υλοποίηση της εικόνας στο διαμέρισμά της  γ) ότι σύμφωνα με το προηγούμενο δεδομένο ή επειγόταν ή πιθανόν  ήθελε να κρατήσει μυστική τη συνάντηση. Εμένα είχε τη δυνατότητα να με βλέπει παντού, σε όλα τα μέρη του σταθμού, με είχε επισκεφτεί εδώ στο σπίτι, αλλά κι εγώ την είχα αναζητήσει στο δικό της, η σχέση μας ήταν διαφανής, όπως πρέπει να είναι η επαφή μεταξύ δύο ιθυνόντων του σταθμού. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για τη σύννομη λειτουργία του σταθμού και αυτή ήταν η σχεδιάστρια του βιολογικού σπόρου από τον οποίο εφύη στο διάστημα η Νέα Αρκαδία. Οι συζητήσεις μας περιοριζόταν στα θέματα που προέκυπταν από τις αντίστοιχες αρμοδιότητές μας, π.χ. τροφοδοσία του βιολογικού υποστρώματος της προσωπικότητας με αστεροειδείς ή άλλους διαστημικούς βράχους προς θρέψη και πέψη, προβλήματα που ανέφεραν οι πολίτες από τη χρήση του πολύποδα κ.λπ. Όλα στο φως, καμία σκιά, καμία εχεμύθεια δεν χρειαζόταν.»

«Συχνά σκέφτομαι μήπως η παρουσίαση της δολοφονίας ως συντριβή της κεφαλής με αμβλύ αντικείμενο είναι μονάχα μία σκηνοθεσία με μοναδικό σκοπό να την καταστήσει εντελώς ανεξήγητη, ώστε δια της εις άτοπον απαγωγής να απαλλαγούν ή και να μην προσεγγιστούν καν ποτέ οι πιθανοί δράστες. Θα μπορούσε π.χ. να τής έχει χορηγηθεί βραδυφλεγές δηλητήριο με ετεροχρονισμένη δράση είτε σε κάποια ιδιωτική επίσκεψη είτε σε δημόσια εμφάνιση και το αποτέλεσμα να καλύφθηκε εκ των υστέρων με τη συντριβή του κεφαλιού ή ίσως η μοιραία υλοποίηση να προήλθε ακριβώς υπό την επήρεια ενός νωρίτερα χορηγημένου ναρκωτικού, που θα είχε παραλύσει τη βούλησή της».

«Ω τι φαντασία είναι αυτή, τι όναρ και τι ύπαρ, μέγιστε Όνειρε;»

«Αφήστε τα αυτά, έχω δίκιο. Μπορώ άραγε να ελέγξω αν οι αισθητήρες της περιβάλλουσας προσωπικότητας ανίχνευσαν κάπου δηλητηριώδη ουσία;»

«Είναι πολύ δύσκολο, ιδίως αν έχει περάσει καιρός, διότι τα σχετικά δεδομένα ίσως και να μη συγκρατήθηκαν στη μνήμη του σταθμού. Μόνο αν η Νέα Αρκαδία έψαχνε ήδη στοχευμένα για τοξικές ουσίες, θα είχαν διατηρηθεί οι πληροφορίες αυτές. Ξέρετε η φύση του πολύποδα είναι τέτοια, που αν κάποιος αγγίξει ή πιέσει τον τοίχο δύο φορές δημιουργείται εσοχή – κόγχη, όπου τοποθετούνται όλα τα οικιακά σκουπίδια, υπολείμματα τροφών, άπλυτα πιάτα. λερωμένα ποτήρια και άλλα σκεύη, λεκιασμένα ρούχα, σπασμένες τηλεοράσεις και ό,τι άλλο άχρηστο ή μεταχειρισμένο. Αυτά απορροφώνται και αφομοιώνονται αμέσως από τον πολύποδα και αντικαθιστώνται κατόπιν αιτήσεως από τη κονσόλα του αντιγραφέα που υπάρχει σε κάθε σπίτι. Μιλάμε για την τελευταία και ανυπέρβλητη λέξη στο θέμα της υγειονομικής ταφής των σκουπιδιών».

«Βλέπετε λοιπόν τι κάνετε, κυβερνήτρια; Εξαλείφετε όλα τα ίχνη και τα αποτυπώματα επανάγοντάς τα σε ένα αρχέγονο δημιουργικό χάος. Έτσι όμως σβήνετε και τον ανθρώπινο πολιτισμό, διότι εξομαλύνετε και εξισώνετε κάθε είδους διαμόρφωση. Απεχθάνεστε τη μορφή και φιλοδοξείτε να τα ανάγετε όλα σε αδιαφοροποίητη μάζα. Πώς μού ζητάτε να λύσω ένα έγκλημα, όταν όλα τα στοιχεία έχουν επιμελώς εξαφανιστεί! Η Ιστορία της ανθρωπότητας βασίζεται στην καταγραφή και στην παρακολούθηση του ίδιου του ίχνους της. Η ίδια λέξη “εξιχνίαση” προϋποθέτει “ίχνος”. Εσείς αντιδράτε και αναιρείτε αναδρομικά όλα όσα η ανθρωπότητα με κόπο, αίμα και ιδρώτα δημιούργησε!»

«Μέγιστε δεινόσαυρε της Ιουρασείου περιόδου, δεν είναι εύκολο για σάς να καταλάβετε τη νοοτροπία και τη συνθήκη ύπαρξης των βιοσύμφυτων. Εμείς είμαστε μικροί θεοί και ανά πάσα στιγμή δημιουργούμε νέους τρανούς κόσμους, χωρίς να δεσμευόμαστε ούτε καν από τις ίδιες τις προηγούμενες επιλογές μας, είμαστε σε απευθείας σύνδεση και συντονισμό με μεγάλους υπερβατικούς κολοσσούς, όπως είναι οι διαστημικές βιοτεχνολογικές προσωπικότητες. Δεν χρειαζόμαστε δικαστήρια, ούτε καν διοίκηση και διοικητικούς υπαλλήλους, έστω κι αν προσλαμβάνουμε κάποιους για να κατευνάσουμε τη λαϊκή κατακραυγή. Η περιβάλλουσα πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα προσωπικότητα προστατεύει το σύνταγμα και τους νόμους της αποικίας μας. Είναι απολύτως αδέκαστη και αδιάφθορη, νηφάλια και αντικειμενική, σε όποιο οικοσύστημα αναλάβει την αρχηγία και την ηγεσία, εγγυάται τις πιο σταθερές κοινωνικές συνθήκες. Είναι ώρα οι παλιοί πλανήτες της ένδειας και της ανάγκης να μπουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και να αντικατασταθούν από νέους νοήμονες πλανήτες, που να προβλέπουν και να συναισθάνονται τις ανάγκες του πληθυσμού τους και να σπεύδουν να ικανοποιούν εκ των προτέρων κάθε επιθυμία των εποίκων- ενοίκων τους».

«Αλίμονο αν η ευημερία των ανθρώπων μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο με το σχεδιασμό ενός ιδανικού οικοσυστήματος με όλες τις ανέσεις. Το αιώνιο πολιτικό ζήτημα είναι ποιοι θα έχουν πρόσβαση σ’ αυτό. Βλέπω μάλιστα ότι έχετε διαθέσεις εξαγωγής και διάδοσης της παράνοιάς σας σε όλο το γνωστό Σύμπαν. Όταν όμως παράγετε κολοσσούς, ποιος θα νοιαστεί για τα σκουλήκια; Δεν έχετε διδαχτεί τίποτε από τα αχανή κράτη τέρατα, όπου μέχρι να φτάσει η εντολή από τα κεντρικά στις μακρινές επαρχίες ο αυτοκράτορας τα έχει ήδη κακαρώσει και όπου όσο η έκταση αυξάνει τόσο η αξία και το αυτεξούσιο του πολίτη μειώνεται; Ή νομίζετε ότι οι Έλληνες θέσπισαν μικρές πόλεις- κράτη για κανένα άλλο λόγο παρά για να μάς μεταδώσουν τη γνώση ότι η λύση είναι κάθε φορά το μέτρο και το μεσαίο βεληνεκές;»

Η Θουρία (ανα-) σταύρωσε τα πόδια της σε άλλη κατεύθυνση, ανασηκώνοντας ταυτόχρονα το παρεό στο απροχώρητο, στο σημείο εκείνο όπου το μάτι θα έπρεπε να ερευνήσει αν υπάρχει δαντελωτό εσώρουχο ή ακάλυπτος άγριος θύσανος.

«Ας σταματήσουμε αυτή την άγονη πολιτική συζήτηση. Εσείς οι τιτάνες θέλετε να κρατήσετε πάντα κάτι για τον εαυτό σας, ενώ αντικειμενικά δεν σάς έχει μείνει τίποτε. Ομολογήστε επιτέλους ότι ήταν Πύρρειος η νίκη σας έναντι των Ολύμπιων, γιατί οι πάντες τελικά υιοθετούν τη δική τους κραιπάλη και χλιδή. Και στο κάτω – κάτω της γραφής γιατί να μην προτιμούμε όλοι ελεύθερη και πλούσια ζωή αντί για τον ανιαρό μέχρι χασμουρητού κώδικα ζωής και τιμής των τιτάνων;»     

H Θουρία όλο και ανέβαζε το παρεό, όλο και έκλινε το λαιμό της προς τα κάτω, ώστε να προβαίνει το στήθος, και η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπαιρνε την ανιούσα.

«Πάρε παράδειγμα εσένα, διακεκριμένε στρατηλάτη. Ποια είναι τα λάφυρα του πολέμου σου που στάθηκες επάξια απέναντι στον νεφεληγερέτη Δία; Θα μού πεις ότι έχεις για σύζυγο ένα θαυμάσιο ολόγραμμα με υπερσύγχρονη παράλληλη επεξεργασία δεδομένων, που μάλιστα αν το κόψεις σε κομμάτια, θα προκύψουν δεκάδες ή και χιλιάδες μικρές Θείες, όπου η καθεμία, όσο μικροσκοπική και αν είναι, θα συμπυκνώνει όλες τις ιδιότητες του πρωτοτύπου σύμφωνα με την αρχή της απόλυτης ομογενοποίησης. Τυχεράκια! Μάλλον γι’ αυτό δεν θέλεις να βάλεις εμφύτευμα. Για ποιο λόγο να επικοινωνείς με μία υποδιαδρομή κάτω από τα πόδια σου, να νιώθεις από κάτω σου να πάλλεται ένα οριζόντιο υπόστρωμα, όταν μπορείς να έχεις ένα ολόκληρο ολόγραμμα τόσο μεγάλο που να σε νανουρίζει και τόσο μικρό ώστε να χωράει στην παλάμη σου;»

Κατέβασμα του ντεκολτέ μέχρι σχεδόν να φαίνονται οι ρώγες, ανέβασμα του καλύμματος της γάμπας μέχρι να εμφανιστεί το μπούτι κι ακόμη παραπίσω και η κυβερνήτρια συνέχιζε τον παρακλητικό της, ερεθιστικό της  μονόλογο.    

  «Από την άλλη κι εγώ δεν είμαι σε θέση να σού κάνω μάθημα για τις χαμένες ηδονές. Το αξίωμά μου δεν μού επιτρέπει να νοιώσω οικεία με κάποιον μέσα στο σταθμό, αφού όλοι είναι υφιστάμενοί μου και κατά το κοινώς λεγόμενο δεν θέλω να μπερδεύω τα προσωπικά με τα επαγγελματικά. Άσε που αν είσαι βιοσύμφυτος με κάποιον, η επικοινωνία περιστρέφεται πολύ στο πνευματικό επίπεδο και παραμελείται η σωματική επαφή… Εσύ όμως είσαι εξωτικός, είσαι φυσιολογικός, έρχεσαι από πολύ μακριά και πας μακριά, είσαι ένας ιππότης του Αστροστόλου με απαστράπτουσα πανοπλία… Και ναι, ξέρω ότι ο Διδυμίων σού πρότεινε το εμφύτευμα, αλλά υπάρχουν και άλλοι τρόποι πιο συμβατικοί, πιο παραδοσιακοί να προσεγγίσεις και να εισχωρήσεις στη Νέα Αρκαδία…  Αντί να δεχτείς εμφύτευμα, καλύτερα να εμφυτεύσεις … αντί να ζήσεις μέσα σ’ ένα υπερμεγέθη σπόρο, όπως είναι η Νέα Αρκαδία, μπορείς εσύ να σπείρεις … Και ναι, δεν σού κρύβω, θέλω ένα παιδί, δυνατό όπως οι τιτάνες…. Μέσα σ’ ένα τόσο εξελιγμένο τεχνολογικό περιβάλλον κι όμως δεν παίρνω καμία αντισύλληψη, καμία  προφύλαξη … Σ’ αυτό το βιοσύμφυτο περιβάλλον όλοι μιλάνε για πνευματική καλλιέργεια… όμως η καλλιέργεια έχει πιο κυριολεκτικό νόημα και θέλω, Υπερίων, να με καλλιεργήσεις… η Λήμνια σφραγίτιδα είναι πολύ τραχύ και δριμύ δέρμα για σένα… σού προσφέρω ως εναλλακτική μπόλικο στιλπνό, μαλακό κρέας … κατάλληλο για γεωργούς και μάλιστα σκληρούς με προτεταμένο υνί…. Για καλλιέργεια, γεωργία, κτηνοτροφία… Αχ είσαι και άθρησκος, πανάθεμά σε… αλλιώς θα ήξερες τι λέει η δεύτερη Σούρα… ότι η γυναίκα είναι αγρός για όργωμα… Έλα μη το σκέφτεσαι… το μόνο που θέλω είναι ένα παιδί από ένα άλκιμο, ισχυρομελή τιτάνα…»

«Αυτό θα δημιουργήσει μια εκκρεμότητα που θα χρειαστεί τακτοποίηση… θα πρέπει να μιλήσω στη Θεία, πώς τη λένε, την Ευρυφάεσσα…», είπε αβέβαιος, αμφιταλαντευόμενος, δίβουλος ο Υπερίων.

Η Θεανώ Θουρία έτριβε εν τω μεταξύ τα θηριώδη βυζιά της:  

«Καταλάγιασε τις τύψεις σου, μεγάλε Υπερίωνα, δεν εγείρω αξιώσεις πάνω σου. Εδώ στη Νέα Αρκαδία, η κτητικότητα, η ιδιοτέλεια, η αποκλειστικότητα, η συζυγική πίστη δεν έχουν κανένα νόημα… Το φυντάνι σου, αυτό που θα φυτέψεις στη μήτρα μου, δεν θα σε επιβαρύνει καθόλου, θα τού βάλουμε ένα ωραίο εμφύτευμα και θα ζήσει μαζί μας στον αιώνα τον άπαντα… θα το αναθρέψει η Νέα Αρκαδία και θα σε απαλλάξει από τα πατρικά καθήκοντα… αλλά το κύριο πατρικό καθήκον πρέπει να το κάνεις μόνος σου… Για πρώτη φορά ένας πατέρας εξασφαλίζει για πάντα το παιδί του πριν ακόμη το σπείρει… Αφού διστάζεις να βάλεις εμφύτευμα εσύ, ας βάλει εμφύτευμα το εμφύτευμά σου, φύτεψε, φύτεψε στο καστανόχωμα και σκινόχωμα, στο γόνιμο χώμα… σφράγισε το ανοιχτό δόντι… βάλε θήκη και βουλοκέρι…πώς το λένε αυτό το μέγα που έχεις ανάμεσα στα σκέλια, έχει όνομα; … Προπάντων όμως, ανδρείε κατακτητή, μην αφήσεις ποτέ τη γυναίκα σου. Κάνε αυτό που είναι σωστό, με τους θεσμούς δεν παίζουμε…»

Θεέ μου, πόσο ανάξιοι μπάσταρδοι είναι οι άντρες σε όλες τις εποχές μπροστά στον πειρασμό, καλά κάνουν οι πολιτικά ορθοί εξυγιαντές των σύγχρονων εποχών και θέλουν να τούς καταργήσουν, αφού οι τράπεζες σπέρματος μπορούν επαρκώς να τούς αντικαταστήσουν.

«Μα οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας θα το καταγράψουν, θα το απαθανατίσουν…»

«Μη φοβάσαι, τούς έχω ήδη κλείσει… Υπάρχει εχεμύθεια και σε βιοσύμφυτο καθεστώς… τα εν οίκω μη εν δήμω, ακόμη κι αν ο οίκος είναι ένας άλλος… μια ξένη κλίνη… το ξένο είναι το πιο γλυκό…πώς λέει και ο Αριστοτέλης για την αξία του εμπορεύματος… πέντε κλίναι αντί οικίας …. Πέντε φορές αυτό που γίνεται στην οικία…  ωωωωχ νοιώθω ότι θα γίνει χαμός….»

Τα λόγια της και η συνοδευτική της παράσταση ερέθισαν οριστικά και αμετάκλητα σαν δέσμη από σπίθες τους νευρώνες του Υπερίωνα, έκαναν την καρδιά του να χτυπάει σαν ταμπούρλο, άναψαν φωτιά στα λαγόνια του, επιμήκυναν το πέος του ώστε να γίνει συμπαγές έμβολο, επιτάχυναν την αναπνοή του ώστε να γίνει βεβιασμένη και αντικανονική… τι θα κάνουμε τώρα, θα απολογηθούμε για τη φύση;  

 Τής έσκισε με μανία το αραχνοΰφαντο ασταθές παρεό, πού ακούστηκε ολόκληρη κυβερνήτρια να φοράει παρεό, μετά τής τράβηξε ανυπόμονα το χιτώνιο του κορμού και τον εντυπωσίασε ότι μετά το άγαρμπο σύρσιμο τα βυζιά της επανήλθαν σε ορθία θέση παραμένοντας ασυμβίβαστα ως προς το τέλειο σφαιρικό τους σχήμα. Άρχισε -ποιος; ο Υπερίων- να γλείφει και να ρουφάει τη μία ή και τις δύο ρώγες, ενώ τα δάκτυλά του γλίστρησαν στο υπογάστριό της και τής εκμαίευσαν ελαφρύ αναστεναγμό. Τα χέρια της τυλίχτηκαν  στο λαιμό του και ένοιωσε τα νύχια της να χώνονται. Πλέον άρχισαν οι ψίθυροι, τόσο χαμηλόφωνοι, που δεν μπορεί πια ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού να ακούσει και να καταγράψει.

Η εισαγωγή εντός της Θεανούς Θουρίας ήταν ο ορισμός της τελειότητας, διότι αυτή αντέδρασε έξαλλα, έντονα, ασυγκράτητα, σαν να μην υπήρχε αύριο και σαν να ήταν αυτή η ημέρα η τελευταία της ανθρωπότητας. Μαζί καβάλησαν το ίδιο θορυβώδες κύμα, καθώς ο ανήρ μαστίγωνε ανελέητα -αλύπητα τα σφαδάζοντα ασπαίροντα μέλη της γυναικός. Στο σημείο αυτό ο Υπερίων επιστράτευσε μία εμπειρία, που την είχε αχρησιμοποίητη και πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι από τη νεανική του ηλικία, που όμως απέβαινε τώρα εξαιρετικά χρήσιμη, διότι τού επέτρεπε να ελέγξει το ρυθμό του εμβολισμού και να παρατείνει την παλινδρόμηση παρά τις άγριες, παρακλητικές, πιεστικές, βιαστικές, απελπισμένες κραυγές της Θεανούς Θουρίας. Να, ναι, λίγο ακόμη, λίγη ακόμη επιμήκυνση από τον επιμήκη, πρόκληση, παράταση, ερεθισμός, τριβή, ξύσιμο, σύρσιμο, σούρσιμο, απόβαση κι απόσυρση μέχρι να σειστεί και να τιναχτεί η σεισοράδα σε φρενήρη, κτηνώδη, γουρουνίσιο και αγελαδίσιο οργασμό, εμπαθή και σφοδρή ζέση και ουρανομήκη πανηγυρική κραυγή. Τότε μόνο επέτρεψε στον εαυτό του ο αγωνιστής Υπερίων να παραιτηθεί από τον απόλυτο έλεγχο  και να φτάσει και αυτός στο ύψιστο σημείο της κλιμακωτής ηδονής, να απολαύσει και να αποθεώσει τον ίδιο του τον εαυτό αντικατοπτριζόμενο στα ορθάνοιχτα διαστελλόμενα έκπληκτα μάτια της ερωμένης και να χύσει θορυβωδώς, να εκλύσει στον ταιριαστό συμβατό κόλπο το πλούσιο, για χρόνια στάσιμο, λιμνάζον και τεναγώδες, αλμυρό και αλατώδες, θρεπτικό και ζυμώδες σπέρμα του στο πλαίσιο ενός ανεπανάληπτου, αδάμαστου, αχαλίνωτου οργασμού, ικανού να γρασάρει υποβρύχια ολόκληρα. Και να είστε βέβαιοι ότι πολλή ώρα πέρασε μέχρι η ανακουφιστική άμπωτη να διαδεχθεί την κυματώδη πλημμυρίδα.

Τώρα πια, όπως καταλαβαίνουν οι εχέφρονες αναγνώστες, τα πράγματα δεν μπορούν να είναι όπως πριν, υπάρχει μία καθοριστική αλλαγή, μία συναρπαστική απροσδόκητη ανατροπή, για την οποία θα πρέπει να επαινέσουν τον συγγραφέα που την αποτόλμησε. Κατέρρευσε το προσωπείο του τέλειου τιτάνα, του ειδώλου που είναι ανώτερο από εμάς και αισθανόμαστε πια ότι μπαίνουμε σε μία εποχή χωρίς ήρωες, στους οποίους να προσβλέπουμε και να μάς εμπνέουν.  Άλλη επίπτωση είναι ότι οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας προφανώς κατέγραψαν τη γενετήσια πράξη, με αποτέλεσμα να δύναται πλέον η Θεανώ Θουρία να εκβιάζει τον Υπερίωνα. Μιλάμε για κλασική περίπτωση διαβρωμένου αξιωματούχου με προδομένη, παραβιασμένη και υποκείμενη σε πλείστες υποβολιμαίες υποδείξεις αποστολή. Τι να πούμε: και ο Τιτάνας έγινε Πάνας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο: ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ

Δύσθυμος ο διαχειριστής του Εργοστάσιου Διατροφής Ηλιακού Συστήματος (Ε.Δ.Η.Σ.), εγκατεστημένου στη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ του Μέγα και του Κόκκινου Πλανήτη, απευθύνθηκε στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο, τον μόνο του σύντροφο στην απόλυτη μοναξιά του. Οι φωστήρες της διοίκησης του Σειρίου δεν τού είχαν καν εγκρίνει αποκλειστικά δικό του σύστημα βιοτεχνολογικής νοημοσύνης, αλλά τού επέτρεπαν μόνο στο πλαίσιο του δραστικά μειωμένου προϋπολογισμού να εξυπηρετείται και να επικοινωνεί μέσω των κυκλωμάτων και της προσωπικότητας της Νέας Αρκαδίας  

«Αρκαδία, δείξε μου την αλληλογραφία».

Και δεν ήταν καν ολόκληρη η Νέα Αρκαδία που ασχολούνταν μαζί του, αλλά μόνο ένας τομέας της. Στην ουσία τού είχαν παραχωρήσει μόνο μία υποδιαδρομή του δικτύου, ένα ελάχιστο τμήμα των εγκεφαλικών κυττάρων της προσωπικότητας, τόσο όσο ήταν απαραίτητο για την συνθετότητα της εκάστοτε εκτελούμενης δραστηριότητας. Και συνήθως οι εργασίες που απαιτούσε από τη Νέα Αρκαδία ήσαν απλοϊκές, όσες αρκούσαν για τη γυμνή επιβίωσή του, με αποτέλεσμα να έχει προσαρμοστεί μόνιμα η παροχή παραγωγικών συντελεστών με τη συνήθη χρήση και, σύμφωνα με το παράδειγμα του βοσκού που φώναζε «λύκος, λύκος», από ένα σημείο και πέρα δεν τού διέθεταν παραπάνω λογισμικό, ακόμη κι αν το χρειαζόταν δικαιολογημένα ή επειγόντως.            

«Αντεπιστέλλων, σού στέλνω γράμματα μαθητών και σπουδαστών από τη Γη που απευθύνονται σε σένα και σε ευχαριστούν που προμηθεύεις τροφή σε όλο το ηλιακό σύστημα».  

«Χέστηκα, σκασίλα μου, γι’ αυτό με ξύπνησες; Ναι, η ευγνωμοσύνη των παιδιών, η μέγιστη ανταμοιβή, το γνωστό τροπάρι. Να έχεις την ικανότητα να βλέπεις το παιδί μέσα στον καθένα, τα ξέρω όλα αυτά τα μαντζούνια, παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Και πού ξέρω εγώ, αν η Γη των ευγνωμονούντων υπάρχει ακόμη; Πενήντα μέρες κάνει το μήνυμα να φτάσει ως εδώ κι όλα αυτά λόγω του αποταμιευτικού κωλύματος και κολλήματος του Σείριου. Από μένα ρε θα κάνετε οικονομίες, εγώ που τρέφω ένα ολόκληρο  ηλιακό σύστημα;  Είμαι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος της οικουμένης και θα ‘πρεπε να αντικαταστήσω το όνομά μου και να λέγομαι ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. Απ’ αυτό το ακρωνύμιο τρώτε και καταναλίσκετε όλοι οι πεινάλες, όπου κι αν βρίσκεστε:  άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο, άζωτο, όλες οι τροφές προέρχονται από αυτά τα τέσσερα στοιχεία, τα τέσσερα ριζώματα! Κομητοφάγοι είστε όλοι, φαγάδες αστερόσκονης κι εγώ είμαι εκείνος που σάς δίνω να φάτε πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό! Εγώ επεξεργάζομαι τους μετεωρίτες καi τους αστεροειδείς και τους αερόλιθους και δίνω φαγητό στη Γη, τη Σελήνη, τον Τιτάνα, τον Γανυμήδη, την Ευρώπη, την Ιώ, τον Μέγα πλανήτη, τον Κόκκινο, τον Πράσινο, τον Μπλε, ο διάολος να σάς πάει, αγνώμονα υποκείμενα! Τι θα γίνετε, αν πάθω κάτι εγώ ο προμηθέας, ο μέγιστος προμηθευτής; Μαλακισμένα, “αν το άλας μαρανθεί, εν τίνι αλισθήσεται;”  Καλά μ’ έχετε βρει εδώ, έναν άνδρα μονάχο, έναν άνδρα αρχετυπικό και έσχατο- τελευταίο που μετά από μένα η λέξη θα χάσει κάθε νόημα, χωρίς καμία υποστήριξη, χωρίς γυναίκα, χωρίς συντρόφους, χωρίς συνεργάτες, να σάς κάνω τη δουλειά σας αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα. Δεν θυμάμαι καν αν έχω οικογένεια, αν κάποτε ήμουν κάποιος, αν ζούσα σε κάποιον τόπο σαν κανονικός άνθρωπος. Πέραν αυτού, για να μη το πάρουμε εγωιστικά, σκέφτεστε τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ εσάς, αν εγώ ο χορηγός, ο τροφοδότης πάθω κάτι, αν πάθω καρκίνο ή κολούμπρα ή ασταμάτητη εντεροδιάρροια; Τι θα γίνει, αν κάτι κλείσει το διάδρομο, αν κάτι μεσολαβήσει και εγείρει εμπόδια στη λειτουργία της καρδιάς, στην κυκλοφορία του αίματος, στη διεκπεραίωση της χώνεψης και της πέψης, στην αδιάκοπη διεργασία του συκωτιού, που ανακυκλώνει ένα σωρό χάπια και φάρμακα; Και σίγουρα κάποια μέρα θα συμβεί αυτό, γιατί τα έχω τα χρονάκια μου- .

-Μαλακισμένα, με έχετε ανάγκη! Τάχα οι τιτάνες επικράτησαν έναντι των Ολύμπιων. Και λοιπόν τι έγινε; Θα μπορούσε να συμβεί και το αντίθετο. Και πάλι θα χρειαζόσασταν κάποιον να σάς ταΐζει, το μεσαίο βεληνεκές, τη χρυσή τομή, γιατί αυτό τελικά είναι η δημοκρατία που ευαγγελίζεστε, το μικρομεσαίο μέγεθος, η αιώνια πόλις- κράτος, αφού όλα τα υπερμεγέθη αποκυήματα είναι υπερφυσικά τέρατα που δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους!»                   

Περίμενε υπομονετικά την ώρα της δικαίωσης, όπως οι Χριστιανοί τη βασιλεία των ουρανών. Το θέμα είναι ότι δεν ήταν πια και παλικαράκι. Τα χρόνια περνούσαν, η ηλικία της συνταξιοδότησης πλησίαζε και η μεγάλη προαγωγή δεν ερχόταν. Σκεφτόταν ότι όλοι έχουν γνωρίσει τη ρωμαϊκή αποθέωση σε κάποια πραγματικότητα, σε κάποιο παράλληλο κόσμο, στον κόσμο εκείνο που τα μαλλιά του εκάστοτε ενδιαφερόμενου είναι πιο κορακάτα, τα δόντια του πιο σουβλερά χωρίς να χρειάζονται καθάρισμα κι όπου ο περί ου ζει περισσότερα χρόνια χωρίς να πεθάνει νωρίτερα από κάποιο ανόητο και απρόβλεπτο ατύχημα. Πώς καταλαβαίνει όμως κάποιος ότι διάγει την πραγματικότητα εκείνη, όπου γεννούν και τα κοκόρια του, όπου κάρβουνο αγγίζει και χρυσάφι γίνεται, όπου κοντολογίς γίνεται χρυσοδάκτυλος και βασιλιάς Μίδας;

Είναι απλό. Όταν νιώσεις ότι έχεις καβαλήσει το κύμα, όταν αισθανθείς ότι τα πράγματα για κάποιο λόγο γίνονται αυτόματα, από μόνα τους, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια εκ μέρους σου, όταν δεις το βδέλυγμα της ερημώσεως των άλλων, τότε «ο αναγιγνώσκων νοείτω». Ξαφνικά βλέπεις ότι σε παρασέρνει ένας ούριος και δυνατός άνεμος, ότι αναλήπτεσαι πάνω σε μία νεφέλη, ότι με την άκρη του ματιού σου βλέπεις την ουτοπία, τη γη, όπου ρέει μέλι και γάλα, τη Νεφελοκοκκυγία του Λουκιανού, τον λιπώδη αντίχειρα του αυτοκράτορα να δείχνει προς τα πάνω, βιγλίζεις την Αντίνεα ή την Κλεοπάτρα μέσα από την κλειδαρότρυπα και ψυχανεμίζεσαι ότι αρκεί να απλώσεις το χέρι και «όλα αυτά τα ωραία θα είναι δικά σου». Καταλαβαίνεις τότε ότι όλα είναι γραφτά, όπως  ο δήμιος απορεί, όταν εκτελεί αυτόν που προηγουμένως είχε σώσει ή όπως ο πνιγόμενος καταλαβαίνει τους λόγους, για τους οποίους προηγουμένως ήταν άτρωτος, είναι όμως γραφτό για καλό ή για κακό; Υπάρχει κι αυτή η αμφιβολία. «Η τύχη χαίρει εμπαίζουσα τοις ανθρωπίνοις πράγμασιν», οι δε τιτάνες πίστευαν ότι η μοίρα είναι ανώτερη και από τους θεούς, ότι το θνητό μέρος πλήττεται για να συνειδητοποιηθεί η άφθαρτη ψυχή και άλλα τέτοια έλλογα για την ολιστική επιστήμη και ακατανόητα για την αντίστοιχη υλιστική.

Όταν λοιπόν νιώσεις ότι πετάς στα ουράνια και όλοι σε αναγνωρίζουν ή σε ενθαρρύνουν λέγοντας ότι κάπου σε έχουν ακούσει, ότι είσαι δηλαδή γνωστός, ότι συσσωρεύεται γύρω σου η δόξα χωρίς να το έχεις επιδιώξει (λέμε τώρα) και καθίσταται αθρόα και πολυπληθής σαν εκθετική συγκέντρωση νουφάρων σε λίμνη ή μελίγκρας στα παράθυρα ή ζιζανίων γύρω από το πεφυτευμένον, τότε οσμίζεσαι ότι αυτή είναι η ουσιώδης πραγματικότητα, η επικαιρότητα,  που εμπεριέχει και την έννοια του καιρού, δηλαδή της ευκαιρίας, η πραγματική πραγματικότητα, ότι αυτός ο «ίδιος κόσμος» είναι φτιαγμένος αποκλειστικά για σένα, ότι ο άκρατος υποκειμενισμός- εγωμονισμός είναι η μόνη αληθινή φιλοσοφική θεωρία, ότι ο χρόνος είναι τώρα, όπως λένε στις περιπετειώδεις τηλεοπτικές σειρές μυστηρίου και αγωνίας, ότι ήλθε η ώρα να δρέψεις ασύμμετρους και δαψιλείς καρπούς και να σε πηγαίνουν  μαικήνες και φιλότεχνοι επιχειρηματίες βόλτα με το ελικόπτερο σ’ όλους τους αναπτυξιακούς πλανήτες.

Μαθαίνει κανείς να εκτιμά τη μοναδική αίσθηση ότι βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δυο του μάτια, ενώ όλοι οι άλλοι τι κάνουν άραγε; Υποθέτει κανείς ότι και οι άλλοι, ο καθένας χωριστά, αντικρίζει τον κόσμο παρακολουθώντας τη δική του ιδιωτική παράσταση στην μεμβράνη του αμφιβληστροειδούς, αλλά δεν μπορεί να πάρει κι όρκο.  Ο καθένας άνθρωπος και το κάθε ζώο και ίσως και το κάθε φυτό, η τάδε ή η δείνα πέτρα και το κάθε άτομο και το καθέκαστο μόριο και έκαστο ανθυπομόριο  μαζί και ξεχωριστά είναι υποκείμενα και συγκροτούν αυτό που λέμε φιλοσοφικό Υποκείμενο με ύψιλον κεφαλαίο ως η μία όψη του νομίσματος, όπου η άλλη είναι η αντικειμενικότητα, το Αντικείμενο με άλφα κεφαλαίο. Η αντικειμενικότητα είναι η τομή των ιδίων κόσμων των επιμέρους υποκειμένων, όπως δίδαξε ο Ηράκλειτος.

          «Αφού λοιπόν», σκεφτόταν ο διαχειριστής, «μόνο εγώ θωρώ τον κόσμο μέσα από τα δικά μου μάτια, μήπως οι άλλοι άνθρωποι είναι απλά αντικείμενα που τυγχάνει να αρμενίζουν, να σεργιανίζουν, να διανύουν την ακατανόητη τροχιά τους μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου;  Άραγε έχουν συνείδηση, σκέπτονται, έχουν εσωτερικότητα ή μήπως είναι απεικάσματα μίας άλλης πραγματικότητας, ανταύγειες και “παρεσπαρμένον”, λεκές και μπογιά που έχει ξεβάψει από το δικό τους κόσμο κι έχει λερώσει τον δικό μου;» Δεν είχε διάθεση ο διαχειριστής να τούς αδικήσει ούτε ήταν εγωιστής, αφού και οι άλλοι κατά πάσα πιθανότητα διέθεταν ένα άλλο (κατά-) δικό τους κόσμο, όπου θα μπορούσαν να αναδειχτούν, να είναι υγιείς και μακρόβιοι, να μην σκοτώνονται σε ατύχημα, να μη χωρίζουν τις γυναίκες τους, αλλά να έχουν και γκόμενες, να τρώνε πρωινά σε εξωτικά ξενοδοχεία πέντε αστέρων. Στο δικό τους δηλαδή οικόπεδο θα ίσχυε π.χ. να μην παρακωλύεται κατά την πραγμάτωση των επιθυμιών του ο βυζαχτής της Αμάλθειας των εμπειριών, ο κύριος των γερών σαγονιών, της ευέξαπτης σάρκας και της υγιούς – υπερδραστήριας γενετήσιας περιοχής, ο αριστοτέχνης του μαστιγιού και ο Φαρνάβαζος του χρήματος. Ο αράθυμος, ο δυνατός, ο όλο ψυχές γιομάτος θα διατηρούσε στη δική τους επικράτεια αναφαίρετο δικαίωμα να εκτονώνει την αδρεναλίνη του, να εξασκεί τους σφριγηλούς μύες του, να γιγαντώνεται και να διατρανώνεται με την κατάκτηση πολλών ανθρώπων. Ήταν λοιπόν ανάγκη όλοι αυτοί οι κοσμήτορες των άλλων κόσμων να μαγαρίζουν και να διεκδικούν τον δικό του; Ας ασχολούνταν να διακοσμήσουν τη δική τους εκκοσμίκευση.  

Τον τελευταίο καιρό ένιωθε ότι τα φτερά τις διασημότητας ήσαν έτοιμα να τον πάρουν και να τον σηκώσουν -κυριολεκτικά και μεταφορικά, τόσο με θετική όσο και με αρνητική έννοια. Ένα ελαφρό συνοδευτικό αεράκι φαινόταν να τον σπρώχνει προς την επιτυχία και έτσι, προσθέτοντας και λίγο βούληση μέσα στην αιτιοκρατία, θεωρούσε ότι είχε ξεκινήσει και προχωρήσει ήδη αρκετά τις ενέργειές του για μια ρωμαϊκή αποθέωση. Είχε κινητοποιήσει τους γνωστούς του σε Γη, Κόκκινο και Μέγα Πλανήτη, είχε κάνει προσεκτικές κινήσεις καριέρας, είχε επικοινωνήσει τάχα έμμεσα και δήθεν αδιάφορα με τους απανταχού δημoσιοσχεσίτικους πόλους του, επιστρατεύοντάς τους προς αυτό το σκοπό. Υπάρχουν τριών ειδών ειρωνείες, η τραγική, όπου ο ήρωας δεν γνωρίζει την τύφλα του, η σωκρατική, όπου ο είρων επιδιώκει να ξεμασκαρέψει και μέσα από τη διαδικασία αυτή να βελτιώσει τους άλλους και η τετριμμένη -καθημερινή, όπου απλά είναι κανείς σίγουρος για τον εαυτό του και εκκινεί από την παραδοχή ότι το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του και ότι όλοι οι άλλοι είναι απλά μέσα για τον σκοπό του. Τούτη την τελευταία εκδοχή θεασάμενος και ενστερνιζόμενος έχτιζε με το υλικό των άλλων το άγαλμα του εαυτού του στη δική του πραγματικότητα, την ορώμενη δια των ιδικών του οφθαλμών.

Καμιά φορά βέβαια το οπτικό του πεδίο μυρμήγκιαζε και σκεπαζόταν από μια φευγαλέα σκιά ότι τελικά ο κόσμος που ζούσε δεν ήταν ο δικός του κι ότι δεν είχε φτιαχτεί ειδικά γι’ αυτόν, αλλά ότι διήγε στην επικράτεια κάποιων που σάρωναν τα βραβεία στη θέση του ενώ αυτός έμενε στον άσο, ότι οι ευνοϊκές προβλέψεις των ζωδίων, των ωροσκόπων και των καταστερισμών δεν θα επαληθεύονταν και ότι τα γούρια του ήσαν ανίσχυρα και φθαρμένα. Τζάμπα οι συστατικές επιστολές, τσάμπα το γλείψιμο, τσάμπα η φαινομενική αποδοχή της αξίας του άλλου, ώστε τελικά ο άλλος να τον προωθήσει. Και δεν είναι μόνο αυτό. Και μόνο η προοπτική ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν φτιαγμένος στα μέτρα του, ήταν αρκετό για να αρχίσει να αμφιβάλει για την υγεία του και να ανησυχεί μήπως πάθει κάτι. Οχλούσε τον εαυτό του να κοιτάξει μη παραπατήσει, μη τού πέσει καμιά κάνα κομμάτι μεταλλικής αψίδας ή κανένας ηλιακός συλλέκτης στο κεφάλι και είχε τρεχάματα.

 Και ισχύει ότι όλα τα συστήματα του εργοστασίου διατροφής ήσαν ετοιμόρροπα. Ετοιμόρροπα όπως και ο ίδιος. Σαν να τον τσιμπούσαν προειδοποιητικά όλα τα μέλη και τα σημεία του σώματός του. Άλλο προανάγγελνε ότι θα πάθει καρκίνο, άλλο ότι θα πάθει θρόμβωση, η καρδιά απειλούσε ότι θα σταματήσει να χτυπά και το αίμα ότι θα πάψει να ρέει. Υποτίθεται ότι η θέση του τού εξασφάλιζε πλήρη ασφαλιστική, ιατρική και υγειονομική κάλυψη, από τη στιγμή όμως που ήταν μόνος του στη ζώνη των αστεροειδών η κοινωνική ασφάλισή του ήταν κενό γράμμα.

Αυτά όμως δεν ήσαν σημαντικά, το σημαντικό ήταν ότι είχε καταφέρει επιτέλους να στελεχώσει μία θέση που ήταν το κλειδί για την απόλυτη επιτυχία. Από μία έποψη ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος του ηλιακού συστήματος, διότι η διατροφική αντλία των αστεροειδών ήταν το πιο επιδραστικό μελλοντικό σχέδιο – ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ για όλους, άνθρακας, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο για όλους, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς και μπορούσε αυτός να το κραδαίνει και να το ανεμίζει πέρα δώθε σαν τσεκούρι, σαν δρέπανο και με τη σοδειά του να τρομοκρατεί, να εκβιάζει, να τιμωρεί ή να ανταμείβει πληθυσμούς και λαούς από εδώ ως τον Σείριο και να αναδιαμορφώνει τον κόσμο. Θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα: να κόψει την επικοινωνία μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικών πλανητών ροκανίζοντας απλά μερικά καλώδια ή εξάγοντας μερικές βίδες από τις μήτρες τους, απαγκιστρώνοντας τον κοτσαδόρο από την κοτσαδούρα. Επίσης, το κυριότερο, είχε τη δυνατότητα να στερήσει την τροφή από όλους, κόβοντας τον ανεφοδιασμό των φορτηγών πλοίων με τις τεράστιες δεξαμενές που ψωμίζονταν σιτάλευρα από τα αυτόματα μηχανήματα της εργοστασιακής ζώνης. Κι αν τον πολιορκούσαν, ας τα τίναζε όλα στον αέρα σε τελευταία (μη) ανάλυση, ανεβαίνοντας σ’ ένα πυρηνικό σύννεφο ανείδωτης δόξας! Είχε τη δυνατότητα να τούς εκβιάσει καθοριστικά και να τον ανακηρύξουν αυτοκράτορα. Κι αντί για όλα αυτά, επειδή είχε ένα είδος πεπαλαιωμένης αφοσίωσης προς τη Συνομοσπονδία, ένα είδος καταραμένου δισταγμού και δουλικού αυτοματισμού, κληροδοτημένου από αιώνες κοινωνικής ορθοπεδικής, ηθικής διαπαιδαγώγησης, ανθρωπιστικής παιδείας και τιτανικής σεμνοτυφίας, περίμενε την αναγνώριση και την προαγωγή! Από ποιους, απ’ όλα αυτά τα αυτιστικά καθάρματα που ασχολούνταν μόνο με τον εαυτό τους, που από τη στιγμή της δικής τους ανάδειξης δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο!               

Ενώ λοιπόν ανέμενε τη δικαίωση, ενώ είχε γίνει ο ίδιος η δικαίωση αυτή και η ίδια η αντανάκλαση του βασιλείου των ουρανών, μεριμνούσε να συντηρείται σε καθημερινή βάση τρώγοντας κάθε μέρα τρία λιτά ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ (και όχι ΣΥ.ΡΙΖ. ΑΝ.ΕΛ) γεύματα, εκμυστηρευόμενος τις οσφρητικές – γευστικές του εντυπώσεις και παρατηρήσεις στην  υποδιαδρομή της Νέας Αρκαδίας, που είχε διατεθεί γι’ αυτόν. Είχε μαστορέψει από κανιβαλισμένα εξαρτήματα μία συσκευή ελέγχου ζωτικών λειτουργιών και παρακολουθούσε σχολαστικά τις καθημερινές του σωματικές και μυϊκές επιδόσεις, καθώς ήρε τα βαράκια, έκανε δυναμικές προτάσεις- εκτάσεις- διατάσεις των χειρών και εκτελούσε γυμναστικές ασκήσεις διαφόρων ολυμπιακών αθλημάτων. Συνέτασσε επιστολές διαμαρτυρίας και τις έστελνε ηλεκτρονικά στους υπεύθυνους προϊσταμένους του της Γης, απειλούσε θεούς και δαίμονες αν η προσφορά του παρέμενε ανανταπόδοτη και μη αναγνωρισμένη, ζητούσε επίμονα να τού φέρουν κοντά την οικογένειά του, των οποίων ούτε τα πρόσωπα πια δεν θυμόταν, οχλούσε ακατάπαυστα το λογογράφο του εν Αθήναις να αναλάβει δράση, να κάνει αγωγή και μήνυση σε όλους όσους υποβάθμιζαν δια της σιωπής τη συνεισφορά του και αγνοούσαν προκλητικά την αξία του, παζάρευε τους όρους εργασίας του, πίεζε για νέο συμβόλαιο με τη διοίκηση της Γης και του Σειρίου, για άλλου είδους αποδοχές, για διαφορετικό βαθμολόγιο- μισθολόγιο.

Μα οι δείκτες το ρολογιού εξακολουθούσαν να χτυπούν και ο μεγάλος δείκτης δεν έπαυε να καταδιώκει τον μικρό, να τον ξεπερνάει και μετά να τον ξανακυνηγάει, κάθε λεπτό αναμονής έφερνε το πέρας της ζωής του πιο κοντά και αφαιρούνταν άδικα και ανάρμοστα από το μεγαλείο και την πολυτέλεια που τού άξιζε και έπρεπε να τού επιδαψιλευτεί δικαιωματικά.

Το φαγητό αντί για απόλαυση είχε γίνει η μεγαλύτερη αηδία, κάτι απεχθές και απωθητικό. Βλέπεις τα φορτία ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. μεταφέρονταν στους πλανήτες του ηλιακού συστήματος και γίνονταν επί τόπου αντικείμενα επεξεργασίας από τις κατά τόπους μηχανές παρασκευής και συσκευασίας, όμως το εργοστάσιο διατροφής λόγω των περιορισμένων κονδυλίων δεν είχε δυνατότητα επεξεργασίας των αμιγών ακατέργαστων πρώτων υλών, με αποτέλεσμα ο διαχειριστής να τα καταναλώνει ωμά και ανεπεξέργαστα. Φανταστείτε να καταναλώνει κάποιος άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο ατάκτως ερριμένα ή σε αναλογίες πρόχειρες, αμφισβητούμενες και γαστρονομικά αμφίβολες. Ο διαχειριστής κατηγορούσε την αρμόδια για τη συντήρησή του υπομονάδα της Νέας Αρκαδίας που δεν είχε καν την απαιτούμενη χωρητικότητα για να τού απαντήσει, όντας ήδη αρκετά επιβαρυμένη με τη διευθέτηση της αλληλογραφίας προερχόμενης από όλα τα ουράνια σώματα του ηλιακού συστήματος με μόνο αίτημα τροφή-τροφή-τροφή! Κάθε διαμαρτυρία ή έκφραση παραπόνου προς τους αρμόδιους ανευθυνο- υπεύθυνους επιβάρυνε την εσωτερική του ανησυχία, κάθε μπουκιά που κατέβαζε και φτυάριζε στον οισοφάγο με τη βία τού προκαλούσε ναυτία, εφίδρωση, διαταραχή του διαφράγματος, άνοστο, στάσιμο και τεναγώδες σάλιο, ακατεύναστο βήχα, πρήξιμο της γλώσσας, πικρή γεύση και αγευσία. Με μεγάλη προσπάθεια σύρθηκε ως τη τουαλέτα κι εκεί έβγαλε μονομιάς ό,τι είχε φάει με μία μακρόσυρτη εμετική ρολάδα. Δεν ήξερε αν κάθε φορά έτρωγε καινούρια ορυκτά και πετρώματα ή μήπως το τσιγγούνικο σιαγκούνικο εργοστάσιο ανακύκλωνε διαρκώς τα ίδια υλικά, ώστε να εξασφαλίσει αλτρουιστικά περισσότερα για τους εξωτικούς, με αποτέλεσμα τα ίδια και τα ίδια συστατικά να διέρχονται από τα ταλαίπωρα σωθικά του, από το σμπαραλιασμένο συκώτι του, το καρκινικό του πάγκρεας  και τη διάτρητη από κοτρόνες χολή του. Μόλις ξεντερίστηκε εντελώς και βεβαιώθηκε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να εξαγάγει από το φουρτουνιασμένο στομάχι, υπέβαλε τον εαυτό του στο διαγνωστικό έλεγχο των φθαρμένων χαλασμένων εγκαταστάσεων του εργοστασίου.                           

«Διαχειριστά, πάσχετε από τροφική δηλητηρίαση», γνωμάτευσε η αργοκίνητη διαγνωστική συσκευή.

«Χαίρω πολύ, Χαιρόπουλος», απάντησε ο … Χαιρόπουλος, συγγνώμη ο διαχειριστής. «Αυτό το ξέρω, το θέμα είναι τι μπορούμε να κάνουμε».

«Ίσως η ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. διατροφή χρειάζεται γενναιόδωρη προσθήκη νερού, αλλιώς είναι πολύ ξηρή και πειράζει το στομάχι», είπε ο ελλειμματικός λόγω των περικοπών ηλεκτρονικός εγκέφαλος. «Βέβαια και η προσθήκη νερού δεν είναι κάτι απλό, αφού υπάρχει έντονη εξάτμιση λόγω ελαττωματικής στεγανοποίησης του εργοστασίου. Σάς εφιστώ την προσοχή ότι σε διάφορα σημεία των αστεροειδών υπάρχουν – περιορισμένα έστω- αποθέματα νερού, στη Δήμητρα, στην Παλλάδα, στην Υπομονή, στη Δωρίδα, στην Κυβέλη, στην Ευνομία, στη Ψυχή, στην Ήρα κ.λπ. Ρίχτα λοιπόν, διαχειριστά, στις δεξαμενές,  μήπως πετύχεις αυτό που δεν κατάφερε η Συνομοσπονδία Σειρίου, όταν μοίραζε στους πάμπτωχους πληθυσμούς αναραίωτη σκόνη γάλακτος με αποτέλεσμα την πρόκληση δυσεντερίας».

«Αλίμονο, το ύδωρ των αστεροειδών είναι βαρύ λόγω διαλυτών υλών. Θα πρέπει να είναι κανείς τερατώδες γουρούνι ή δρακογίγαντας των παραμυθιών για να το πιει».  

«Τα διαλυτά υλικά είναι βέβαια πρόβλημα», επιβεβαίωσε και η κουτσουρεμένη παραφυάδα της Νέας Αρκαδίας. «Αλλά μπορείς, σεβαστέ προϊστάμενε, να φτιάξεις μία εγκατάσταση διήθησης και διύλισης αυτών των ουσιών».

«Α, εγώ πρέπει πάλι να βγαίνω με το σκάφανδρο και να κάνω επισκευές και να εφαρμόζω πρόσθετες ευρεσιτεχνίες στα μηχανήματα. Και τι θα βγει; Θα πάψουν τουλάχιστον οι τροφές να μυρίζουν σαν κουράδες ή σαν καβαλίνες;»   

«Προϊστάμενε, να σού κάνω τα σχέδια, άμα θες».

«Όσα σχέδια και να μού κάνεις, από τη στιγμή που δεν έχω στη διάθεσή μου ένα υπερσύγχρονο ρομπότ Τάλω ή ένα εξελιγμένο αυτόματον τύπου “Εχετλαίος” για να το διατάξω και πρέπει να τα εφαρμόσω ο ίδιος, είναι δώρον- άδωρον».

Ο διαχειριστής ξέπλυνε το στόμα του για να τού φύγει η γεύση του εμετού. Από τη μία είχε αηδιάσει με όσα έτρωγε, από την άλλη πεινούσε, γι’ αυτό τον δελέαζε η όψη κάποιων ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. δίπυρων (αυτό δεν σημαίνει μπισκότο;), που φαίνονταν να τού γνέφουν από το απέναντι τραπέζι.

«Τι θες ρε», είπε στον εαυτό του, «να ξαναφάς και να ξανακάνεις εμετό, όπως οι αριστοκράτες γαργαλάνε τη σταφυλή τους για να ξεράσουν όσα έφαγαν και να μπορούν να συνεχίσουν την γαστριμαργική απόλαυση;». Έριξε τη συσκευασία στην τουαλέτα και τράβηξε το καζανάκι.

«Αρκαδία, αντί για τρόφιμα, όπου μάς έχεις υποχρεώσει, καλύτερα φτιάχνε μου χάπια και φάρμακα για την κατάστασή μου. Μη μού αρχίσεις ότι δεν έχεις αρκετούς παραγωγικούς συντελεστές, απόσπασέ τους και επιστράτευσέ τους από κάτι άλλο. Ψάξε στα αρχεία σου και βρες το αντίδοτο για τις τροφικές δηλητηριάσεις, τι διάολο στην εποχή των τιτάνων είμαστε και όχι των σπηλαίων!»

«Σε είκοσι λεπτά, ακμαίε διαχειριστά, θα σού ετοιμάσω αυτό που χρειάζεσαι».

«Σε είκοσι λεπτά, θα είμαι πεθαμένος, βλαμμένη τεχνητή νοημοσύνη, εκτός αν πέραν της τροφικής δηλητηρίασης μού βρεις γενική πανάκεια για πάσης φύσεως ενοχλήσεις, πείνα, μοναξιά, υπερκόπωση, αγανάκτηση, εχθροπάθεια, μνησικακία, χαιρεκακία, γογγυσμό, αυτο-οικτιρμό, φόβο, δυσθυμία και πάνω απ’ όλα οργή! Γιατί τελικά όλα τα ανύσματα των παθών καταλήγουν και συντρέχουν στην οργή!»

Μέχρι η υποδιαδρομή της Νέας Αρκαδίας να παραγάγει- εξαγάγει τα χάπια, η οργή του διαχειριστή είχε χτυπήσει κόκκινο. Παρ’ όλ’ αυτά τα κατάπιε λαίμαργα και περίμενε αν θα δει βελτίωση. Πλύθηκε, ξαναπλύθηκε, έπλυνε δόντια, χτένισε τα ψαρρά σταχτιά μαλλιά του, σουλουπώθηκε, καλλωπίστηκε, ευπρεπίστηκε για να ξαναδώσει κίνητρο στον εαυτό του. Κάποια μέρα, κάποια ώρα έβαλε το σκάφανδρο, έψαλλε σαν προσευχή το περίφημο Κ.Ο.Ε.Σ. (Καύσιμον, Οξυγόνον, Επικοινωνία, Συσσωρευτής), που ήσαν τα βασικά εξαρτήματα του στολής του αστροναύτη, βγήκε μέσω του αεροφράκτη έξω στο σκελετό και στα κόκαλα, στο εξωτερικό καύκαλο του εργοστασίου διατροφής, ισορρόπησε με τα μαγνητικά υποδήματα εν μέσω της πείσμονος τροχιάς των αστεροειδών, που επαναλαμβανόταν αέναα -στην καλύτερη περίπτωση, διότι αλλιώς εκσφενδόνιζε ολόγυρα με αμείλικτη φυγόκεντρο φονικούς αερόλιθους- κι άρχισε ιδρωμένος να οξυγονοκολλά και να συναρμολογεί σωλήνες ή να συγκολλά καλώδια με λουκουμάκι, προκειμένου να ρυθμίσει και να καθαρίσει την παροχή νερού.

Μάζεψε τα εργαλεία του, ξαναγύρισε στον προστατευόμενο αεροστεγή χώρο του εργοστασίου, έγειρε για ύπνο και τούμπαλιν ή τανάπαλιν, ενώ ο χρόνος περνούσε χωρίς μέρες και χωρίς νύχτες ή μάλλον με συμβατική αλληλουχία φωτός και σκότους στην άβυσσο των αστεροειδών. Άδειαζε προγραμματισμένα τα σωθικά του κάθε φορά σαράντα πέντε λεπτά πριν από το κεντρικό γεύμα της εκάστοτε συμβατικής χρονικής περιόδου, κατανάλωνε ικανοποιημένος ή ανικανοποίητος την ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. δίαιτα, επισκεύαζε όσο μπορούσε τον επεξεργαστή τροφίμων με προσθήκη νερού, αλλά η αναθεματισμένη γεύση του τερεβινθέλαιου και της μούχλας δεν έφευγε, άσχετα αν σιγά-σιγά τα είχε συνηθίσει και δεν αρρώσταινε πια. Έβαζε στην οθόνη και έβλεπε παλιές ταινίες και άκουγε παλιούς δίσκους μόνο και μόνο γιατί είχε πια βαρεθεί τις τσόντες και να τραβά μαλακία, όταν η γυναίκα του βρισκόταν εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά και προφανώς είχε βρει τρόπο να φτιάξει τη ζωή της φιλοξενώντας άλλους στην εριζόμενη περιζήτητη κάτω περιοχή της. Πώς είχε καταλήξει εδώ (ο διαχειριστής), ας όψεται η αρρωστημένη φιλοδοξία, νόμιζε κάποτε ότι αυτή η θέση είχε προοπτικές! Ας μη τολμούσε κανείς να τον κρίνει, γιατί τα μέτρα και τα σταθμά των κοινών ανθρώπων ήσαν ακατάλληλα να εφαρμοστούν σ’ αυτόν. Θα ήταν δυνατό να κριθεί ή μάλλον να συγκριθεί αποκλειστικά με εξαιρετικούς μη τυπικούς ανθρώπους της Ιστορίας- με κατακτητές, πλανητοφάγους, τιτάνες και θεούς, χαρισματικούς ηγέτες, στρατηλάτες και πολέμαρχους, έστω και αν ήσαν μοιχοί, αδελφοκτόνοι-πατροκτόνοι- μητροκτόνοι ή μέθυσοι – σιγά τ’ αβγά!

Κάθε συμβατική μέρα που ξυπνούσε, απορούσε για το ότι είχε κοιμηθεί, αφού φοβόταν να τον πάρει ο ύπνος. Και τούτο, γιατί όταν βάραιναν τα βλέφαρά του, περιερχόταν σε μία ευτυχισμένη κατάσταση τριγυρισμένος από τους πάλαι ποτέ συγγενείς του, αλλά ένιωθε πάντα την αόριστη πανταχού παρούσα ανασφάλεια ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και έτρεμε τη στιγμή της αφύπνισης, όπου η ευδαιμονία αυτή θα χανόταν σαν δάκρυ στη βροχή! Κι όταν ξυπνούσε, μετά το πρώτο χασμουρητό, το συναφές μυϊκό τέντωμα- τσίτωμα  και τον σκορδινώμενο αποταυρισμό…   

«Φίλε», έλεγε στον εαυτό του, «συνειδητοποίησε επιτέλους ότι είσαι μονάχος σ’ αυτόν τον καταραμένο τόπο κι εδώ θα πεθάνεις! Μη δέχεσαι μαντζούνια παρηγοριά στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του, περιφρόνα αυτά τα γιατροσόφια, που, αν θέλεις να λέγεσαι σοβαρός, θα ‘πρεπε ήδη να τα έχεις ξεπεράσει». Ίσως θα έπρεπε να γυρίσει πίσω στη Γη για να διεκδικήσει επί τόπου την αμοιβή του-  αλίμονο αυτή ήταν η μόνη αρετή και η μόνη αλληλεγγύη των ανθρώπων, να διεκδικούν; Έτσι θα ικανοποιούνταν επιτέλους η φιλοδοξία του, δεν θα μαράζωνε πια, δεν θα λίμναζε μέσα σε απραγματοποίητες ελπίδες, δεν θα έβγαζε τον καρκίνο από ματαίωση επιθυμιών και διάψευση προσδοκιών κι ίσως να έσωζε τον εαυτό του και να απέτρεπε το θάνατό του. Αλλά πώς θα εμπόδιζε να μη χάσει τα λογικά του;   

Και πάλι, όπως συνήθιζε, βούρτσισε τους τραπεζίτες, τους γομφίους και τους κοπτήρες, όσο ακόμη κρατούσαν και δεν είχαν αμβλυνθεί, όντας ένας τιτάνας ανάλογος του Υπερίωνα και του Προμηθέα, έκοψε τις τούφες άχρηστου μαλλιού στα αυτιά και στο λαιμό, τις θρασείες αυτές τρίχες, που φύτρωναν με θράσος εκεί που δεν χρειάζονταν, κατάπιε στα γρήγορα και δυο αηδιαστικά πακέτα ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. και άνοιξε τη Νέα Αρκαδία για να πληροφορηθεί τα καθέκαστα ως ευσυνείδητος δημόσιος υπάλληλος. Και τότε ξαφνικά άκουσε κάτι, που τον ώθησε να καταλάβει ότι τόσον καιρό ήταν- αλίμονο- πανευτυχής, καθώς όλα στη ζωή είναι σχετικά και «προς δε το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

          Στην αρχή η κατάσταση δεν εμπεριείχε τίποτε το ανησυχητικό, κάποια φορτηγά πλοία προσέγγιζαν για να γεμίσουν τα αμπάρια τους με τρόφιμα. Ο διαχειριστής, επειδή είχε μονάχα δυο χέρια, δυο πόδια και ένα μυαλό χειμώνα- καλοκαίρι είχε εθίσει τους παραλήπτες στην αυτενέργεια έχοντας έτοιμες τις αυτόματες αντλίες και ανοιχτές τις δεξαμενές προκειμένου οι πεινάλες να αυτοεξυπηρετηθούν. Συνήθως η τροφοδοσία γινόταν χωρίς καν τα πλοία να προσεδαφιστούν ή άλλως πως να αγγίξουν τον αστεροειδή του εργοστασίου. Εδώ όμως κάτι συνέβη, γιατί από ένα εκ των πλοίων ξεπήδησε ένα άγημα προσεδάφισης και άρχισε να κινείται με άλματα στην επιφάνεια του αστεροειδούς και μάλιστα ήσαν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια σαν αστακοί! Ήταν άραγε τιμητικό άγημα που ερχόταν να τον βραβεύσει; Είχε έλθει άραγε η ώρα για το ηλιακό σύστημα να φανεί ευγνώμον; Είχαν οι ευεργετούμενοι το στοιχειώδες φιλότιμο, «τσίπα από γιαούρτη» θα το έλεγαν σε κάποια άγνωστη γλώσσα  να τιμήσουν κάποιον, να αναγνωρίσουν την προσφορά κάποιου; Ο διαχειριστής θα τούς έδινε την ευκαιρία να τού κάνουν ένα δώρο, να τού δώσουν ένα παράσημο. Αν τού φέρονταν, όπως δικαιούνταν κι όπως ήταν και το σωστό, θα τούς αντάμειβε και αυτός δαψιλώς με τα πολλά μέσα που είχε στη διάθεσή του, αφού μέσα στο εργοστάσιο τροφίμων υπήρχαν θαύματα πέρα από κάθε φαντασία, εφεδρείες και αποθέματα που θα μπορούσαν να θρέψουν την οικουμένη εις το διηνεκές, πλούτη ανεκτίμητα για όσους αποδεικνύονταν ηθικοί και συνεπείς. Τότε θα ήταν κι αυτός ευγνώμων, θα μετατρεπόταν σε Δότη Παράσχη Απόλλωνα με χρυσά δώρα, φως και λύρα, που μοιράζει ειρεσιώνες, πίονες άρτους και πιμελή χοιρομέρια.  Αντίθετα αν τού φέρονταν χυδαία ή ανάρμοστα, ήταν ικανός να τούς πλήξει καίρια με τόσο μεγάλη κρουστική δύναμη ώστε θα έτρεμε βαθιά και θα δονούνταν σεισμόπληκτο και πυρόπληκτο το πιο εσωτερικό τους όργανο, το πιο απόκρυφο φυλλοκάρδι, τότε θα γινόταν γριά- στρίγκλα- γκιόσα θηλυκή καλικάντζαρος, γλίσχρος και τσιγκούνης Θησέας Πυανεψιών που μαγειρεύει κουκιά στους καλεσμένους του αντί κρέας και ψάρι, κερασφόρο διεστραμμένο ον του σκοταδιού  και θα τούς έτρωγε όλους- γενικά δεν ήταν να παίζει κανείς μαζί του!                   

Μα σαν να είχαν απειλητικές διαθέσεις αυτοί! Ο τρόπος που κινούνταν, που κρύβονταν και λούφαζαν στις γωνίες, ο αρχηγός που στριφογύριζε το δείκτη του ή μετρούσε με τα δάκτυλα ένα-δύο -τρία δίνοντας σήμα στους οπλίτες, καλά ήταν στα καλά τους οι τύποι; Φαίνονταν να έχουν και κάτι βαριά πυροβόλα όπλα ασήκωτα και με συντριπτική δύναμη πυρός λες και πήγαιναν να κάνουν εισβολή στον Όλυμπο!

Ο διαχειριστής έτριψε αμήχανα τον ξεραμένο του βραχίονα με τα τριμμένα κούφια οστά ρουφηγμένου μεδουλιού, που σίγουρα χρειάζονταν κάποιου είδους εγχείρηση για να αναδιαταχθούν, και σκέφτηκε σε μία κρίση παράλογου πανικού ή ίσως σε ένα φωτεινό διάλειμμα υγιούς ενστίκτου αυτοσυντήρησης να οχυρώσει το διάδρομο με κάποιου είδους οδόφραγμα για να εμποδίσει τους εισβολείς. Τού ήρθε αυθόρμητα στο νου – τι έξυπνος που ήταν – ότι η χαμηλή βαρύτητα ευνοεί την έγερση οδοφραγμάτων, αφού επιτρέπει στους πολιορκημένους να σωρεύουν χωρίς πολύ κόπο φωριαμούς και βιβλιοθήκες, ώστε να φράξουν όλες τις πιθανές διόδους των βαρβάρων. Τι δεν σκέφτηκε, μια και όλοι έχουμε τα όρια μας; ότι όσο εύκολο είναι σε συνθήκες αμελητέας βαρύτητας να συσσωρεύσει ο αμυνόμενος εμπόδια, άχρηστο έρμα και ογκώδη αντικείμενα μπροστά από μία θύρα, άλλο τόσο εύκολο είναι για τους επιτιθέμενους επιδρομείς να απομακρύνουν αυτά τα προσκόμματα με μία ανάποδη του χεριού και μία γερή κλοτσιά του ποδιού. Κι έτσι, χωρίς καν να προλάβει να το καταλάβει, το άγημα κρούσης κλοτσοπατώντας  και ποδοβολώντας μπούκαρε στο βασίλειό του και τού κόλλησε την κάννη ενός θηριώδους πυροβόλου στο κούτελο:

«Ικαρομένιππε, συλλαμβάνεσαι. Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου ενώπιον ποινικού τιτανικού δικαστηρίου. Έχεις επίσης το δικαίωμα να πάρεις τηλέφωνο τον λογογράφο σου, αν διαθέτεις κέρματα. Τα εργαλεία – εξαρτήματά σου και οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου διατροφής κατάσχονται μέχρι νεωτέρας ενόψει επισταμένης και ενδελεχούς ερεύνης».

«Τι είναι αυτά;», φώναζε ή μάλλον ούρλιαζε έξαλλος ο διαχειριστής. «Συλλαμβάνετε εμένα, ρε καθάρματα, που δεν σημαίνει παλιανθρώπους αλλά το αντίθετο, όταν το απορρυπαντικό τα κάνει όλα λαμπίκο, ρε αποβράσματα, που δεν σημαίνει κατακάθια αλλά κατ’ ευφημισμό το απαύγασμα, αφρόγαλα, απάνθισμα  και καϊμάκι, εμένα ρε αθεόφοβοι, τον ευεργέτη της ανθρωπότητας; Εμένα που θρέφω έθνη και λαούς, χώρες και πλανήτες, που εξάγω  ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. μέχρι την Ανδρομέδα και τα νέφη του Μαγγελάνου, ότι κι αν σημαίνει αυτό το βαρβαρικό όνομα; Αντί να με σιτίσετε στο Πρυτανείο, με οδηγείτε στη φυλακή; Δεν θα ντραπείτε στο Δικαστήριο, όταν θα με ρωτήσετε πώς λέγομαι, να απαγγείλετε όλα τα παράσημα και τις διακρίσεις μου; Καταραμένοι να είστε μέχρι το τέλος της Δημιουργίας αυτής κι ακόμη πάρα πέρα! Κουφάλες τιτάνες, ανύπαρκτοι, μηδαμινοί, λούστροι, πολύ καλύτερος είναι ο Δίας από εσάς, άθλιες μετριότητες! Ζήτω οι θεοί του Ολύμπου και ο Δίας! Αυτοί δεν τα εξισώνουν και δεν τα εξομοιώνουν όλα στο όνομα της χαμερπούς κολο-δημοκρατίας σας! Είναι δυνατόν να συγκριθώ εγώ που ίδρυσα μία ολόκληρη πόλη στη ζώνη των αστεροειδών, που σάς δίνω μασημένη τροφή για να φάτε, με κάποιον παράνομο ή εγκληματία; Πραγματικά, ούτε που με ενδιαφέρει η κατηγορία ή το έγκλημα για το οποίο με κρατείτε!»                                                                                                                        

«Συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, σύσταση και συμμορία κατά της Συνομοσπονδίας του Σειρίου», είπε ο Φιλογενής, χωρίς να προβληματιστεί και πολύ. «Πάρτε τον», διαμήνυσε στα όργανα.

Δίπλα, ο Υπερίων ήταν γεμάτος  αμφιβολίες και ενστάσεις. Ο Φιλογενής, ο εκλεγμένος τηρητής και επιβλητής- επιβάλλων της τάξης στη Νέα Αρκαδία, διακρίνοντας αυτή την αμφισημία, τού είπε:

«Τι έγινε, πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος κύριε Αστροστολισμένε; Η Νέα Αρκαδία μάς είπε με τους συλλογιστικούς αλγορίθμους της ότι αυτός είναι ο πιθανότερος αρχηγέτης της οργάνωσης “Ικαρομένιππος”. Είχε τη δυνατότητα να υποβάλει σε πείνα και των γονέων και στέρηση όλο το ηλιακό σύστημα, να αποκόψει τις επικοινωνίες μεταξύ Γης και Δία, να κάνει ένα σωρό άλλα φοβερά και βλαβερά πράγματα. Επιπλέον λέγεται και Ικαρομένιππος.»         

 «Ενθουσιώδη Φιλογενή, δεν θέλω να παρενοχλήσω τη ραστώνη και τη μακαριότητά σου, αλλά ακόμη και ένας πρωτοετής Νομικής και Ρητορικής θα μπορούσε να σού πει ότι όλες αυτές οι κατηγορίες είναι περιστασιακές για να μην πούμε ότι είναι το άκρον άωτον της προκατάληψης. Ο Ικαρομένιππος είναι ο βολικός συνήθης ύποπτος, φανερά αθώος. Το γεγονός ότι είχε μεγάλη δύναμη δεν σημαίνει ότι θα την ασκούσε σε βάρος της Συνομοσπονδίας. Αυτό που τού κάνετε είναι ένα είδος οστρακισμού, τίποτε περισσότερο».

«Οπότε, παρότι σού κάναμε τη χάρη να μάς συνοδεύσεις σ’ αυτή την αστυνομική επιχείρηση, πάλι δεν φαίνεσαι να εντυπωσιάζεσαι από τις μεθόδους μας, σχολαστικέ Τιτάν, που τίποτε δεν μπορεί να εισχωρήσει στο αδυσώπητο οπλισμένο σκυρόδεμά σου!  Πότε θα μπορέσουμε επιτέλους να σε πείσουμε για την αυτονομία και την επάρκειά μας;»

«Μην κουράζεστε. Θα παρευρεθώ στη δίκη του ατυχούς Ικαρομένιππου, αλλά δεν ξεχνώ ότι έχω έλθει εδώ για άλλη δουλειά, όχι για τρομοκρατική ή ανατρεπτική οργάνωση, αλλά για φόνο! Ενδιαφέρομαι και παρακολουθώ τις ανιχνευτικές μεθόδους σας, συμμετέχω, συντρέχω και συμπαρίσταμαι στην τήρηση της τάξης εντός της Νέας Αρκαδίας, αλλά δεν λησμονώ ούτε στιγμή τη συγκεκριμένη αποστολή μου».  

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο : ΚΑΤΕΠΑΝΩ

Πίσω στο αρχηγείο της αστυνομίας μπαίνει ο Υπερίων δύσθυμος μουρμουρίζοντας:

«Μα να συλλαμβάνουν αθώους για ξεκάρφωμα, πού ακούστηκε; Τέλος πάντων, είναι εκτός της αρμοδιότητάς μου να λέω στις τοπικές αρχές πώς θα κάνουν τη δουλειά τους. Πώς πάμε εδώ;»

«Προϊστάμενε, δεν θέλω να σε ταράξω», είπε η Λητώ, «αλλά συνέβη κι άλλο περιστατικό μόλις τώρα. Εξαφανίστηκε πριν από λίγο ο Πυρίσπορος».

«Δηλαδή, πώς εξαφανίστηκε; Απήχθη;»

 «Προϊστάμενε, σε μία υψηλά τεχνολογική εποχή, όπως η δική μας, όταν λέμε “εξαφανίστηκε”, το εννοούμε. Εξαφανίστηκε ξαφνικά, ενώ βάδιζε στη κεντρική στεγασμένη αυλή του σταθμού σαν να διακτινίστηκε, εξαερώθηκε, εξαϋλώθηκε, έκανε “πουφ” και χάθηκε».

«Με τους αισθητήρες της Αρκαδίας τι γίνεται; Αρκαδία, εντόπισέ μου τον Πολύσπορο, συγγνώμη τον Πυρίσπορο».

«Άρχοντα Υπερίων, ο Πυρίσπορος δεν βρίσκεται στο σταθμό μου».

«Δεν είναι δικός σου σταθμός. Αλλά ας αφήσουμε τα σημασιολογικά. Ποιος ήταν μαζί του, την ώρα της εξαφάνισης;»   

«Υπερίων, βάσει αστυνομικής διάταξης τις πολυσύχναστες πρωινές ώρες αναστέλλω την επιτήρησή μου στον κεντρικό πεζόδρομο του σταθμού, για να αισθάνονται πιο άνετα οι διερχόμενοι είτε είναι κάτοικοι είτε είναι πελάτες».   

  «Ωραία αστυνομική διάταξη είναι αυτή που περιορίζει την αστυνόμευση. Είναι αυτό που έχω παρατηρήσει πολλές φορές. Ενώ τάχα έχετε συστήσει εδώ έναν παράδεισο μόνιμου εντευκτηρίου, διαρκούς επικοινωνίας και συγχρονικής παρουσίας, στην πραγματικότητα όλοι οι μετέχοντες κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεφύγουν από αυτόν. Είτε απομονώνουν τις οικίες τους, είτε πετυχαίνουν άρση επίβλεψης στους δημόσιους χώρους.»

«Υπερίων, στο χώρο μου – έ, του σταθμού- δεν ζουν μόνο βιοσύμφυτοι, αλλά και φυσιολογικοί που, όταν παρακολουθούνται,  κάνουν μεγάλη φασαρία για τα ατομικά δικαιώματα».     

«Ναι, εντάξει, αλλά τουλάχιστον από έποψη ασφάλειας ο παράδεισός σας όχι απλά δεν είναι τέτοιος, αφού το φίδι ήδη έχει εισχωρήσει, αλλά είναι σκέτος εφιάλτης. Τα στοιχεία και τα πειστήρια των εγκλημάτων απορροφώνται από τους τοίχους στο όνομα της καθαριότητας και της υγειονομικής προστασίας, ενώ το περίφημο σύστημα επιτήρησης, που βασίζεται τους αισθητήρες σου, Αρκαδία, είναι τόσο διάτρητο και διασπάται από τόσες εξαιρέσεις, που δεν προσφέρει καμία υπηρεσία».  

«Σε κάθε περίπτωση ο Φιλογενής έχει ήδη ξαμολήσει τα λαγωνικά του στην υπόθεση».

«Α ναι, ο Φιλογενής, σωθήκαμε. Μισό λεπτό να μεταβώ στο διπλανό δωμάτιο για να ζητήσω εξηγήσεις γιατί η απαγωγή είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αναθέσουμε σε ασφαλίτες».

Πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, όπου βρίσκει καθήμενη τη Λασθίνια.

«Λασθίνια, απαιτώ πλήρη αναφορά για την εξαφάνιση του Προέδρου της Λήμνιας Σφραγίτιδας».

Εκείνη τη στιγμή επενέβη η Νέα Αρκαδία.

«Υπερίων, μην επιβαρύνεις τη Λασθίνια. Έτσι κι αλλιώς ό,τι υπάρχει στη μνήμη της, υπάρχει και στη δική μου μνήμη και μπορώ να σε διαφωτίσω εγώ».

«Εσύ να μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν. Θέλω να απευθυνθώ δια ζώσης σε ένα ζωντανό άτομο».   

Αμέσως η Νέα Αρκαδία υλοποιήθηκε σε μία πανέμορφη κοπέλα.

«Υπερίων, είμαι ζωντανή και είμαι και νοήμων και αισθανόμενη και ό,τι μπορεί κανείς να ζητήσει…»

«Νέα Αρκαδία, ο άνθρωπος έχει προκαταλήψεις, μη τον συνερίζεσαι. Κι ούτε χρειάζομαι την προστασία σου, μπορώ να αντιμετωπίσω μόνος μου τη δυσπιστία των καραβανάδων του Αστροστόλου», έσπευσε να τη βοηθήσει η Λασθίνια.    

«Λασθίνια από την αρχή εσύ ήσουν αυτή που εκφράστηκες απαξιωτικά για μένα, για να μη πούμε ότι μού επετέθης απερίφραστα, και όχι εγώ. Ερώτηση: Έχεις αναλάβει την αστυνόμευση του αιθρίου, ναι ή όχι; Όταν μάλιστα η κεντρική επιτήρηση είναι κλειστή, τότε οφείλεις να διπλασιάζεις τις προσπάθειές σου. Δεν είναι δυνατό να εξαφανίστηκε άνθρωπος κι εσύ μαζί με τον Φιλογενή να σφυρίζετε αδιάφορα!»

«Αξιωματικέ, δεν απαντώ σε σένα διότι δεν υπάγομαι σε σένα. Εσύ είσαι επιφορτισμένος με την ειδική αποστολή να εξιχνιάσεις το φόνο της Αρήτης, όπου θα προσθέσω ότι δεν βλέπω να έχεις και καμιά χειροπιαστή επιτυχία. Τα υπόλοιπα θέματα δεν σε αφορούν και κακώς ασχολείσαι, διότι είσαι εκτός αρμοδιότητας».  

«Το άτομό σου, οι πράξεις σου, αλλά κυρίως οι παραλείψεις σου με αφορούν, διότι ως ένα από τα υψηλά στελέχη της ασφάλειας εμπλέκεσαι ή τέλος πάντων ασκείς επιρροή έστω και δια παραλείψεων στην υπόθεση του φόνου και συνεπώς εντάσσεσαι στο σκληρό πυρήνα των ερευνών μου είτε το θέλεις είτε όχι. Μια και έφερες την κουβέντα στο φόνο, ήθελα να σε ρωτήσω για ποιο λόγο επισκέφτηκες την  Αρήτη 15 φορές και μάλιστα στο σπίτι της; Απ’ ό,τι ξέρω οι ασφαλίτες φυλάνε έξω από το σπίτι των πολύ σημαντικών προσώπων και όχι μέσα. Τι έγινε; Και η Περικτιώνη την επισκέφτηκε 62 φορές; Τής κρατάγατε το χεράκι ενώ ξεφλούδιζε τα φρούτα;»

«Α τώρα, με αφορμή την εξαφάνιση του σεβαστού Πυρίσπορου θα διεξάγεις ανακρίσεις και για την Αρήτη χωρίς ένταλμα; Πραγματικά, με αφήνει έκπληκτη το θράσος σου Αστροστόλε!  Σύμφωνα με το ρητό “ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα” πας να αποκτήσεις έλεγχο σε όλες τις διαδικασίες του σταθμού και να σφετεριστείς την εξουσία του Φιλογενούς».

«Ναι, σκασίλα μου, άλλη όρεξη δεν είχα να οικειοποιηθώ την εξουσία του Φιλογενούς. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι όταν ερευνά κανείς ένα έγκλημα, οφείλει να εξετάσει όλο το πλέγμα σχέσεων που το περιβάλλει. Εσείς οι ίδιοι έχετε συστήσει εδώ ένα καθεστώς, στο οποίο ο ένας είναι απόλυτα αλληλένδετος με τον άλλον, μάλιστα προβάλλετε την απόλυτη ενδοσυνεννόησή σας ως μεγίστη κατάκτηση του ανθρωπίνου γένους. Πού είναι η αγαστή σας ενδοσυνεννόηση; Πού είναι η θαυμαστή σας τηλεπαθητική σύνδεση; Συμβαίνουν όργια στον καταραμένο βιοτεχνολογικό σταθμό σας κι εσείς προσποιείστε ότι δεν έχετε ιδέα. Θεωρώ ότι σε ένα τόσο κλειστό περιβάλλον όλοι συνδέονται με όλους. Σε κάποιο επίπεδο η απαγωγή του Πυρίσπορου σίγουρα συνδέεται και με τον φόνο της Αρήτης. Σάς ερωτώ λοιπόν, για ποιο λόγο επισκεφτήκατε την Αρήτη 15 φορές στην οικία της;»;

Δεν το περίμενε ο Υπερίων, αλλά η Λασθίνια παρέμεινε σιωπηλή!             

Αφού πέρασαν κάποια κρίσιμα δευτερόλεπτα η αρχιασφαλίτισσα απάντησε:

«Διεισδυτικέ άρχοντα, θα δεις όταν εμβαθύνεις στις έρευνές σου ότι μόνη η διακριτικότητα και η ευγένεια με παρωθεί να μην απαντήσω προς το παρόν στην ερώτησή σου…»    

          «Κατάλαβα. Παραπέμπεις στη συμπεριφορά της Περικτιώνης, αυτή όμως συνιστά ξεχωριστό κεφάλαιο και σκέλος της έρευνάς μου. Σε αυτή τη φάση όμως, ας λύσουμε το εύκολο, που είναι η εξαφάνιση του Πυρίσπορου, η οποία στο πλαίσιο μίας υπερτεχνολογικής μαγοκρατικής και ταχυδακτυλουργικής εποχής δύναται να έχει  μόνο πολύ συγκεκριμένες αιτίες και εξηγήσεις, πριν πάμε στα δύσκολα, δηλαδή στον σκοτεινό, ανεξήγητο φόνο υπό καθεστώς πλήρους αισθητηριακής καταγραφής δεδομένων».   

          Εκείνη τη στιγμή μπούκαρε ο Φιλογενής και διέκοψε τη συζήτηση.

          «Λασθίνια, μήπως ο Πυρίσπορος εξαϋλώθηκε από βολή ακτινοβόλου; To έχουμε ερευνήσει αυτό;»

          «Δεν υπάρχουν ίχνη ή υπολείμματα καψίματος ή κατακρεούργησης. Παραμένει πιο πιθανή η εκδοχή της διακτίνισης».

          «Επισήμως δεν έγινε διακτίνιση από κάποιο μέρος του σταθμού σε άλλο. Να ερευνήσουμε αν διακτινίστηκε σε ιδιωτική κατοικία με φορητό μεταφορέα. Έκδωσε αμέσως την ακόλουθη ανακοίνωση, η οποία πρέπει να αναρτηθεί σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα: Με αστυνομική διάταξη καλούνται όλοι οι πολίτες της Νέας Αρκαδίας, βιοσύμφυτοι άμα και φυσιολογικοί, να απενεργοποιήσουν τις ενεργειακές ασπίδες των οικιών τους, ώστε να μπορεί να γίνει ανίχνευση για τις βιολογικές ενδείξεις του Πυρίσπορου».

          Η διαταγή δόθηκε και προχώρησε λεπτομερής ανίχνευση από τους αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας σε όλα τα κτίρια, υπόγεια, ισόγεια, υπέργεια κ.λπ. χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μάρτυρες και παριστάμενοι στο αίθριο, στην κεντρική αυλή και στα γύρω- γύρω καταστήματα εξετάστηκαν ενδελεχώς, αλλά δεν ήξεραν κάτι περισσότερο από το ότι ένας άνθρωπος ανελήφθη ξαφνικά στους ουρανούς. Η ασφάλεια του σταθμού μαζί με τις ανακριτικές της υπηρεσίες είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά.

          «Κάτι μάς διαφεύγει… κάτι μάς διαφεύγει», έλεγε τις επόμενες ώρες και μέρες ο Φιλογενής.

          «Ω χαρίεν προϊστάμενε, εκλεκτέ Φιλόγενες», τόλμησε τότε να πει δειλά- δειλά η Λασθίνια, «μήπως να το βάλουμε κι αυτό στο αρχείο, όπως κάνουμε συνήθως, και να τελειώνουμε; Ας δούμε τι θα πει και η Συνομοσπονδία, μήπως μάς στείλει πάλι κάποιον ειδικό ερευνητή, όπως είναι και ο Υπερίων»

          «Α όχι», εξανέστη ο Υπερίων, «ούτε κατά διάνοια, δεν υπάρχει περίπτωση. Είμαι βέβαιος ότι η εξαφάνιση του Πυρίσπορου σχετίζεται με την υπόθεσή μου, συνεπώς αναλαμβάνω εγώ από ‘δω και πέρα». Συλλογίστηκε για λίγο.

          «Σκεπτόμαστε δυσδιάστατα», συνέχισε. «Να επεκτείνουμε τις έρευνες στα αεροσκάφη που είναι αυτοί τη στιγμή προσδεδεμένα στους ομφάλιους λώρους της Νέας Αρκαδίας. Παρακαλώ πείτε μου, πόσα και ποια είναι αυτά».

            Ένα από την Κασσιόπη, ένα εκ της Δοράδος, δύο  από τον Κριό, πέντε από τον Σκορπιό, ένα από τον Οφιούχο…»

          «Μισό λεπτό», είπε ο Φιλογενής. «Όλα αυτά τα σκάφη ανήκουν σε κυρίαρχους πλανήτες, συνεπώς έχουν ασυλία και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να εισχωρήσουμε στο εσωτερικό τους».

          «Α μάλιστα», είπε ο Υπερίων, «ένας ακόμη περιορισμός, ένα ακόμη εμπόδιο στην αστυνομική έρευνα. Θεέ μου, τι κοινωνία είναι αυτή που έχουμε φτιάξει; Τόσο αντιφατική, τόσο πολυσυλλεκτική, τόσο σύνθετη με τόσους πολλούς αντικρουόμενους κανόνες, ώστε δεν βγάζει κανείς καμία άκρη. Κι έπειτα σού λέει παγκόσμια, διαπλανητική διάσκεψη και συνεννόηση! Προμηθέα, παλιέ μου πρωταθλητή, έλα να δεις το συμπίλημα και συνεράνισμα, που προέκυψε απ’ τους πολέμους μας. Λοιπόν, να κάνουμε κρυφή ανίχνευση…»

          «Σεβαστέ υπεραξιωματικέ, δεν γίνονται αυτά. Όλα τα σκάφη που είναι δεμένα στα αγκυροβόλια του σταθμού έχουν ανεβασμένες τις ασπίδες τους και δεν μπορούμε να ψαχουλέψουμε το εσωτερικό τους».      

          «Όταν φθάσουμε στο σημείο να αμφισβητούμε όλα αυτά τα κατά συνθήκη ψεύδη, τις ανόητες κοινωνικές προκαταλήψεις , ότι δηλαδή το ένα ή το άλλο «δεν λέγεται», «δεν γίνεται», «δεν συνηθίζεται» κ.λπ., τότε θα έχουμε κάνει επιτέλους ένα σημαντικό βήμα για να ξεφύγουμε από το κακό το ριζικό μας. Μ’ αυτό δεν εννοώ βέβαια να καταργήσουμε τους κανόνες, για τους οποίους εμείς οι τιτάνες υπό τον Προμηθέα αγωνιστήκαμε, αλλά να δείξουμε ευελιξία και αίσθηση του ουσιώδους στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς μας. Αλλά, για μια στιγμή! Σίγουρα για να κατέβει και να ψωνίσει το πλήρωμα των πλοίων αυτών στα καταστήματα του σταθμού, πρέπει να κατεβάσουν τις ασπίδες, έστω στιγμιαία τη στιγμή της διακτίνισης ή της καθόδου με συμβατικά μέσα, π.χ. από τη σκάλα».    

«Τουτέστιν, ήγουν, δηλαδή, εν άλλοις λόγοις, ήτοι…», συνεισέφερε ο Φιλογενής παριστάνοντας ότι παρακολουθούσε και μάλιστα προέβλεπε και προδίκαζε το συμπέρασμα.

«Η Αφροδίτη είσαι εσύ, εσύ είσαι η Αφροδίτη», είπε ειρωνικά ο Υπερίων. «Εννοώ ότι γίνεται εύκολα κατανοητό το πώς έγινε η απαγωγή. Κάποιος από τους διαβάτες του αιθρίου ζήτησε να διακτινιστεί, το πλοίο του κατέβασε τις ασπίδες κι αυτός την κρίσιμη στιγμή αγκάλιασε το θύμα επεκτείνοντας το σήμα του μεταφορέα και σε αυτόν και διακτινίζοντάς τον στο αντίστοιχο πλοίο. Είναι βέβαιο ότι ο Πυρίμαχος, συγγνώμη ο Πολύσπορος, συγγνώμη ο Πυρίσπορος είναι σε κάποιο από τα πλοία του σταθμού».

«Ακόμη και έτσι να είναι και πάλι πέφτουμε σε αδιέξοδο. Η μόνη λύση είναι να δώσω εντολή να μην αποχωρήσει κανένα πλοίο από το σταθμό, μέχρι να συνεννοηθώ με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις, ώστε να εκδώσω ένταλμα ερεύνης. Όπως θα έλεγαν δηλαδή οι απόγονοι ή πρόγονοί μας, “φέξε μου και γλίστρησα” ή “αν η γιαγιά μου είχε όρχεις, θα’ ταν παππούς”».    

«Ας εφαρμόσουμε καλύτερα τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής, για να διαπιστώσουμε ποιο είναι το πλοίο που μάς ενδιαφέρει. Προφανώς, αυτοί που απήγαγαν τον δικό μας, πρέπει να είχαν κάποια προηγούμενη σχέση μ’ αυτόν. Δεν μπορεί τα τέκνα του Θησέα από το Ελ Ντοράντο -συγγνώμη Έλδωρ, Δοράδος- ή οι ωκύποδες ταχύτατοι Λανθανίτες από τον Ιχθυόσαυρο να ευθύνονται για την απαγωγή, τι σχέση έχουν; Πρέπει να είναι κάποια (χωρο-) ναυς που να έχει ιστορία με τον σταθμό, που να τον προμηθεύει ή να προμηθεύεται από αυτόν, που να έχει κέρδος ή ωφέλεια από τα επιτεύγματά του, που να έπαιξε κάποιο ρόλο στην Τιτανομαχία, η οποία όρισε τις αρχικές συνθήκες για τη σύγχρονη οικονομία και ήταν η αφορμή για την σημερινή άνθηση της βιοτεχνολογίας και της συμπαντικής επέκτασης της συνείδησης…»

Οι συντελεστές και οι παράγοντες της ασφάλειας παρέμειναν σιωπηλοί, ίσως και για ένα μερόνυχτο.

Την άλλη μέρα ήλθαν σαν βρεγμένες γάτες και είπαν μέσω Λασθίνιας:

«Πάμφωτε και υπερηχητικέ Υπερίων, ενδεχομένως θα έπρεπε να σε ενημερώσουμε νωρίτερα για τα ακόλουθα: Ανάμεσα στα σκάφη- θαμώνες του σταθμού, υπάρχει και ένα αγκυροβολημένο εδώ και πολύ καιρό… Είναι το “Άϊδος Κυνέη”, ονομασία προς τιμή του κράνους της αορατότητας, που είχαν φτιάξει κάποτε οι Κύκλωπες Στερόπης, Άργης και Βρόντης για λογαριασμό του Δία. Βέβαια είναι γνωστό ότι οι Κύκλωπες διαπραγματεύονται πάντα την υποταγή τους στον ένα ή στον άλλον πολέμαρχο και δεν μπορείς να βγάλεις άκρη με αυτούς.  Δεν είναι «παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες», όπως εσείς οι τιτάνες, αλλά «άζυγοι, αφρήτορες, ανέστιοι, οί πολέμου έρανται επιδημίου οκρυόεντος».  Εν πάση περιπτώσει συνήθως, στις διάφορες παράλληλες ή αλλεπάλληλες εκδοχές της πραγματικότητες  συμμαχούν με τον Δία μαζί με τους Εκατόγχειρες Κόττο, Βριάρεω και Γύγη κι έτσι έγινε και στον πρόσφατο πόλεμο. Αποτέλεσμα: Δεν έμεινε κανένας τους ζωντανός, ούτε οι μεν ούτε οι δε. Παρά τους γενικούς κανονισμούς και τις βασικές οδηγίες σας, άμα σάς δοθεί η ευκαιρία, μπορείτε να γίνετε κι εσείς οι τιτάνες πάρα πολύ αμείλικτοι και αδυσώπητοι, παρότι παριστάνετε τους νερόβραστους ανθρωπιστές. Τώρα η «Άϊδος Κυνέη» διοικείται από τις τρεις επιζήσασες χήρες των ανωτέρω πάλαι ποτέ συμμάχων, τη Βριάρεβνα, την Στερόποβα και τη Βρόντοβα».

«Και από πότε είναι ελλιμενισμένο αυτό το πλοίο στο σταθμό, για να έχουμε καλό ρώτημα; Μη μού πείτε ότι είναι εδώ πριν από τη δολοφονία της Αρήτης και μού το λέτε τώρα».

Η Λασθένια και ο Φιλογενής κοιτάζονταν- κυπτάζονταν με νόημα, αλλά είχαν καταπιεί τη γλώσσα τους.

«Μάλιστα», συμπέρανε εύκολα από τα συμφραζόμενα ο Υπερίων. «Μην ανησυχείτε, καλοί μου ασφαλίτες. Δεν λέω ότι δεν έχουμε υποστεί ήττες στην Ιστορία μας, εμείς οι Ουρανίδες, τα τέκνα της Τηθύος. Ένας τιτάνας επιτρέπεται να πέσει, επιβάλλεται να ξανασηκωθεί και για μάς αυτό δεν είναι στερεότυπο, είναι τρόπος ζωής. Όμως για ένα να είστε βέβαιοι. Κάνουμε πάντα ό,τι μπορούμε. Κανείς λοιπόν δεν πρόκειται να με εμποδίσει να διεξαγάγω τις ανακρίσεις σύμφωνα με το βιβλίο και τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης. Μην κουράζεστε άρα να μού βάζετε τρικλοποδιές, διότι προς κέντρα λακτίζετε. Οι έρευνές μας θα συνεχιστούν κατεπάνω, πάνω από τον σταθμό, εκεί που είναι τα αγκυροβόλια και οι ομφάλιοι λώροι του. Το καλό είναι ότι οι χήρες των γιγαντο- εκατόγχειρων υπάγονται στη δικαιοδοσία της Γης, που κι αυτή υπάγεται απευθείας στο Σείριο είτε με το δίκαιο του αίματος είτε με το δίκαιο του εδάφους, που είναι εν προκειμένω η Νέα Αρκαδία. Επικοινωνήστε λοιπόν χωρίς χρονοτριβή με τις χήρες».     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο: ΛΑΣΘΙΝΙΑ

Καθώς η Βριάρεβνα βγήκε από τον ανελκυστήρα στη γέφυρα της «Άϊδος Κυνέης» ήταν σκέτο πτώμα, όχι μόνο από τις αρμοδιότητες, που έχει ένας πλοίαρχος ακόμη και του εμπορικού ναυτικού σε ένα παροπλισμένο πρώην πολεμικό πλοίο, αλλά και για κάποιο άλλο λόγο που θα αποκαλυφθεί και θα φωτιστεί αργότερα. Αλλά μήπως και οι διάλογοι με την Στερόποβα και τη Βρόντοβα δεν την κούραζαν; Όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει, ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, που όλες είχαν ένδοξους και τρανούς συζύγους, δεν μπορεί να υπάρξει ιεραρχία προϊστάμενης και υφισταμένων, οπότε η Κυνέη κυβερνώνταν αναγκαστικά από τρεις πλοιαρχίνες, δηλαδή διοικούνταν από μία τριγυναικία. Κι όταν μαζεύονταν μαζί και οι τρεις είτε στη γέφυρα, είτε στη μεγάλη τραπεζαρία, είτε στην αίθουσα αναψυχής, είτε στο παρατηρητήριο, είτε στο υπόστεγο των αεροσκαφών, γινόταν κατά το κοινώς λεγόμενο «το έλα να δεις», φωνές, στριγκλιές, μαλλιοτραβήγματα ή καμιά φορά και νηφάλια συζήτηση, που τραβούσε όμως τόσο πολύ σε μάκρος, ώστε στο τέλος έπεφταν και οι τρεις ξερές και εξαντλημένες στο πάτωμα από την αδολεσχία, τη λογοδιάρροια, την αμετροέπεια, τη σχοινοτενή φλυαρία. Πέρα από πολιτικά ορθές ή εσφαλμένες ενστάσεις και εκτιμήσεις, αναγνώστη, είναι γνωστό ότι η κτηνωδία των ανδρών, αν μη τι άλλο, τούς κάνει τουλάχιστον σιωπηλούς, ενώ η μεγαλύτερη ευστροφία των γυναικών οδηγεί τις συζητήσεις σε ακατάσχετη πολυλογία, στωμυλία, κενολογία και λαλαγή, αλλά και εντέλει στη συστηματική και εξοντωτική κατεδάφιση της νοηματικής επικοινωνίας.

Η Βριάρεβνα ήταν καπνίστρια και μάλιστα κάπνιζε ακατάπαυστα, ήταν δε τόσο «μπουχτισμένη και μπαϊλντισμένη», αν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει μία πιο βαρβαρική γλώσσα που σίγουρα οι τιτάνες δεν θα ενέκριναν, ώστε δεν θεωρούσε τη στιγμή κατάλληλη για να επιβάλει στα πνευμόνια της αποχή από την ολέθρια αυτή διαχρονική συνήθεια. Μετά από σειρά φθαρτικών και δια τριβής εξομαλυντικών συνομιλιών ένιωθε εντελώς τεταμένη και σφιγμένη και χρειαζόταν τα καπνοσωληνάρια και τους καπνοκυλίνδρους περισσότερο από ποτέ. Και βέβαια, σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο του Μορφέα – μετά την υπνηλία –  ο κλιματισμός της γέφυρας υπολειτουργούσε ή άλλως κούτσαινε, χώλαινε και υπόσκαζε κι έτσι ο ζωτικός χώρος γέμισε μετά από λίγο με πηχτές αδιάλυτες αναθυμιάσεις.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, κουδούνισε ο ασύρματος και τής ανήγγειλε ότι αντιπροσωπεία της ασφάλειας του σταθμού μαζί με εκπροσώπους του Αστροστόλου- αυτό τής έλειπε τώρα- θα ανέβαιναν στο σκάφος για ανακρίσεις. Το περίμενε ότι από τη στιγμή που θα ανακατευόταν ο μέγας παρείσακτος, τα τσιράκια και τα μειράκια της Συνομοσπονδίας του Σειρίου, αυτό δεν προμήνυε τίποτε το καλό. Ήταν αποφασισμένη να μην πάρει την ευθύνη μόνη της σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, γι’ αυτό ξύπνησε και κάλεσε αμέσως τις δύο συγκυβερνήτριες, κρίνοντας ότι ήταν καιρός να δουλέψουν για τα γαλόνια, τα επιρράμματα, τις επωμίδες, τα σειρήτια, τα αστέρια και τα άλλα διακριτικά, που οι ίδιες είχαν επιδαψιλεύσει στον εαυτό τους.

«Βρόντοβα, Στερόποβα», είπε στον επικοινωνητή, «πάρτε τον κόλο σας και ελάτε στη γέφυρα. Πείτε αλεύρι, ο Αστροστόλος μάς γυρεύει. Υπό άλλες συνθήκες θα ανησυχούσα, αλλά αν συνυπολογίσει κανείς όλες τις παραμέτρους, δεν νομίζω ότι έχουμε κάνει κάτι κακό».

Η Βρόντοβα, νυσταλέα και λημαλέα από τον ύπνο, δεν είχε όρεξη για κουβέντες.

«Χειρίσου το μόνη σου, Βριάρεβνα, ξέρεις το λόγο για τον οποίο είμαι πολύ κουρασμένη κι έπεσα νωρίς στο κρεβάτι…»

Η Στερόποβα όμως απάντησε:

«Έ Βρι, ίσως η παρουσία των μελών του Αστροστόλου μάς βοηθήσει να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία … στο κάτω – κάτω της γραφής έχουμε δίκιο, αυτό δεν αμφισβητείται».

«Σε πόση ώρα θα έλθουν αυτοί οι κολλημένοι γραφειοκράτες;», ρώτησε η διαρκώς δύσθυμη Βρόντοβα.

«Πολύ φοβάμαι, Βρο, ότι η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα. Σε λίγο θα διακτινιστούν εδώ πέρα και δεν έχω καμία διάθεση να τούς αντιμετωπίσω μόνη. Έχω περάσει κι εγώ πολλά, χωρίς να υποτιμώ  και τις δικές σας κακουχίες, και δεν το θέλει ούτε η Γοργώ, ούτε οι σειρήνες, ούτε η Δημογόργων ούτε καμία δαιμονική ύπαρξη άλλη, αφού δεν γαμήθηκα μικρή, να γαμηθώ μεγάλη! Σπεύστε λοιπόν κι εσύ και η Στέπα στην αίθουσα του μεταφορέα, γιατί δεν είμαι διατεθειμένη να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα».       

     ————-

Στο σαλόνι της «Άϊδος Κυνέης»:

«Αξεπέραστε ηγέτη της ασφάλειας Φιλογενή, αψεγάδιαστη επαγγελματία Λασθίνια, σεβαστοί γόνοι του Ουρανού και της Τηθύος, τρανοί ερευνητές της σκηνής του εγκλήματος, σάς καλωσορίζουμε στην τέως πολεμική και νυν … ειρηνική ναυν – χωρονήα “Άϊδος Κυνέη”. Στεκόμαστε ταπεινά ενώπιόν σας, αφού δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να συναναστρεφόμαστε τους κορυφαίους και όποτε μάς δίδεται αυτή η ευκαιρία είμαστε παραπάνω από ευγνώμονες».

«Σεπτές, ευλαβείς και ευσεβείς χήρες, ας αφήσουμε κατά μέρος τις φιλοφρονήσεις και την κοινωνική εθιμοτυπία», είπε με αυτοπεποίθηση ο Υπερίων, ο οποίος συνοδευόταν σ’ αυτή τη μετάβαση από τον Φιλογενή, τη Λασθίνια, αλλά και το προσωπικό του επιτελείο, τη Λητώ και την Ευρύβια. «Δια της εις άτοπον απαγωγής έχουμε καταλήξει στο στερρό και αμετάκλητο συμπέρασμα ότι ο Πυρίσπορος βρίσκεται στο σκάφος σας. Κάθε προσπάθεια άρνησης αυτής της λογικής παραγωγής ή εξαγωγής απλά επιβαρύνει τη θέση σας. Επομένως, αν θέλετε να αποφύγετε περαιτέρω επιπτώσεις από την ανοίκεια και αχαρακτήριστη συμπεριφορά σας, μην κουράζεστε με κατασκευές δίκην χάρτινων ή αμμωδών πύργων που εύκολα κατεδαφίζονται, αλλά καλύτερα να ομολογήσετε την απαγωγή και να συνεργαστείτε μαζί μας αποκαλύπτοντας τους λόγους γι’ αυτό το αδιανόητο ατόπημα. Και ξέρετε ότι εμείς οι τιτάνες, όταν μάς απευθύνονται με καθαρή καρδιά, είμαστε πάντα έτοιμοι να βοηθήσουμε με δίκαιο και θεσμικό τρόπο».        

«Μα τι είναι αυτά που λέτε, εμείς δεν έχουμε ιδέα”…, ξεκίνησε να λέει η αντιδραστική Βρόντοβα.  

«Είπαμε, Βρόντοβα, δεν έχει νόημα … Και στο τέλος εγώ έχω εμπιστοσύνη στον πλοίαρχο του Αστροστόλου ότι θα μάς δώσει δίκιο, φαίνεται καλόπιστος άνθρωπος…», αντέτεινε η ρεαλιστική Στερόποβα.

Τελικά μετά από πολλές περιττές ερωταποκρίσεις και ανούσια αντιγυρίσματα του λόγου, μετά από σιωπές, εκνευρισμού, χασμωδίες και αμηχανίες, τις οποίες παραλείπουμε ποιητική αδεία, η Βριάρεβνα είπε «ακολουθήστε με» και άρχισε να μυεί τους πρωταγωνιστές στα άδυτα της «Άϊδος Κυνέης», προπορευόμενη μαζί με τις άλλες χήρες.

Τούς οδήγησε μέσα από τη ραχοκοκαλιά του πλοίου  μία στοά πέντε χιλιομέτρων που έφθανε από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, αφού πρώτα η συνοδεία βούτηξε με στροβιλο- ανελκυστήρα στον πυθμένα του σκάφους Μολώχ περνώντας δέκα καταστρώματα το δευτερόλεπτο. Μιλάμε για τεχνολογία ασυναγώνιστη, στρατιωτική, αφού ο συριζο-ανελκυστήρας ήταν ένας γυάλινος κλωβός αιωρούμενος και κινούμενος σε μαγνητικό πεδίο, που όσο εύκολα αναρριχώνταν, άλλο τόσο ραγδαία καταποντιζόταν. Κατά διαστήματα μάλιστα το εσωτερικό του κλωβού από αδιαφανές γινόταν διαφανές, όπως σήμερα οι τουαλέτες του Τόκιο, ώστε να μπορούν οι επιβάτες του συριζα- ανέλ να προσανατολιστούν χωρίς χάρτη. Πέρασαν και μερικά δάση- πράγμα αρκετά περίεργο, αφού δεν επρόκειτο για υδροπονικές καλλιέργειες- διέσχισαν κρεμαστούς κήπους με οργιώδη ατημέλητη βλάστηση που επέπρωτο σταδιακά να λογγιάσουν και να μαραζώσουν, αφού οι περισσότερες λάμπες υπεριώδους ακτινοβολίας ήσαν χαλασμένες, πράγμα αναμενόμενο για ένα τόσο πελώριο πλοίο με αχανείς πτέρυγες που δεν ήταν δυνατό να συντηρηθούν. Επίσης πέρασαν διαμερίσματα προορισμένα για τον καταυλισμό χιλιάδων ανδρών που κατέκλυζαν εν καιρώ πολέμου τα χαμηλότερα καταστρώματα τούτου του μεγαθήριου. Και τώρα αυτή η φάλαινα του διαστήματος διοικούνταν και οδηγούνταν μόνο από τις τρεις χήρες, αν είναι δυνατόν!     

Μετά διέσχισαν ζώνη μειωμένης πίεσης και αισθάνθηκαν όλοι ελαφρύτεροι και νεότεροι και ταλαντεύονταν σαν νάνοι πάνω σε κορμό αντί για γέφυρα. Ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται έωλος (και βέβαια όχι «αίολος», εκτός αν δεχθούμε ότι ο θεός του ανέμου διακινούσε μπαγιάτικες αύρες και αγιάζι) και ο χώρος ήταν τόσο ευρύς ώστε σε ορισμένα σημεία καλυπτόταν από ομίχλη, σύννεφα και νεφέλες. Τελικά έφτασαν σε μία πύλη, που άνοιξε μετά από πολύπλοκο χειρισμό χορηγώντας πρόσβαση σε μία αίθουσα εξίσου χαοτική με τις προηγούμενες, που έμοιαζε περισσότερο με υπόστεγο πλοίων παρά με φυλακή. Εκεί βρισκόταν ο Πυρίσπορος που είχε αγκαλιάσει τον εαυτό του τρέμοντας από το κρύο.

«Αρχηγέ», είπε απευθυνόμενος στον Φιλογενή, «ευτυχώς με βρήκες. Αυτοί οι τρελοί με φυλάκισαν χωρίς να ξέρω γιατί. Κι εδώ παρακάτω έχουν ένα τέρας, ένα τρομαχτικό φάντασμα και με φέρνουν συνέχεια ενώπιόν του κει με ανακρίνουν, κάτι ζητούν από μένα και δεν καταλαβαίνω τι. Δεν έχω ξαναπεράσει στη ζωή μου τέτοια ταπείνωση και τέτοια τρομάρα! Οι χήρες θα μού το πληρώσουν, θα βγάλω αυτό το σκάφος στο σφυρί, αλλιώς να μη με λένε…»   

«Πυρίσπορε, είπες ότι σε έφεραν αντιμέτωπο με κάποιο φάντασμα ή τέρας …», διέκοψε ο Υπερίων  

Εδώ και πολλή ώρα, ίσως από τη στιγμή που αποφάσισαν ν’ ανέβουν κατεπάνω για να συναντήσουν τις Κατεπάνω της «Άϊδος Κυνέης», η Λασθίνια είχε γίνει κάτωχρη σαν φθινοπωρινό φύλλο. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε από τη στιγμή που η Στερόποβα αποδείχτηκε μπόσικη και ομολόγησε ότι είχαν κρατούμενο τον Πυρίσπορο. Πλέον είχε γίνει κατάλευκη σαν πανί, μόλις η κουβέντα πήγε στο φάντασμα ή το τέρας, που κάπου ελλόχευε μέσα στο πλοίο. Μολοντούτο, βρήκε το κουράγιο να διακόψει ολόκληρο Υπερίωνα:

«Σε τέτοια τεράστια πλοία ακούγεται συχνά από τις γωνίες μυστηριώδης ηχώ και συχνά υποτονθορύζουν ψιθυριστές φωνές φαντασμάτων, που στοιχειώνουν τους ταξιδιώτες ανάμεσα στα άστρα…»

«Ά δεν εννοώ παραισθήσεις και τέτοια», διευκρίνισε ο Πυρίσπορος. «Έχουν ένα άτομο, έναν απαίσιο τρομαχτικό τύπο, σε κρυογονική νάρκη και τον ξυπνούν κατά διαστήματα. Είμαι σίγουρος, προϊστάμενε της Ασφάλειας, ότι δεν τον έχουν δηλώσει στον κατάλογο των επιβατών. Πείτε τους να σάς τον δείξουν… τι αίσχη είναι αυτά; Αυτό εδώ μέσα δεν είναι σκάφος, είναι ζωολογικός κήπος, είναι το τσίρκο των τεράτων, απαιτώ να συλλάβετε τις χήρες αμέσως κι ύστερα να ψάξετε τι άλλα μακάβρια μυστήρια κρύβονται σ’ αυτή την κιβωτό των ανοσιουργημάτων…»

«Ήρεμα,  και όλα θα γίνουν», γνωμάτευσε ο Υπερίων. «Πότνια δέσποινα Βριάρεβνα, προφανώς η επόμενη μετάβασή μας θα είναι στον κρυογονικό θάλαμο, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παρανόμως φυλακισμένου αιχμαλώτου σας τον είχατε μη νομίμως προσαγάγει για αναρμόδιες, μη εξουσιοδοτημένες ανακρίσεις. Ας μην αραδιάσω καλύτερα πόσες διατάξεις του τιτανικού δικαίου έχετε παραβιάσει, αλλά το γεγονός ότι συνεργάζεστε πρόθυμα με τις αρχές θα ληφθεί δεόντως υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής σας, ακόμη – πάρτε θάρρος- θα παίξει ρόλο στο αν θα απαγγελθεί κατηγορία ή όχι και να ξέρετε ότι αυτό εξαρτάται από εμένα και την έκθεση που θα κάνω για σάς».       

Με τούτα και με τ’ άλλα η ποικίλη συνοδεία έφτασε και στους κρυογονικούς θαλάμους του αστρόπλοιου, που φυλάσσονταν στα άγια των αγίων, στα πιο απύθμενα βάθη του τιτάνιου ή ορθότερα γιγαντιαίου και εκατογχειρικού σκάφους. Επρόκειτο και πάλι, όπως αναμενόταν, για μία αίθουσα με δεκάδες για να μην πούμε εκατοντάδες κρυογονικούς θαλάμους, οι μισοί βέβαια από αυτούς χαλασμένοι και εκτός λειτουργίας.   

Φτάνοντας στον θάλαμο προορισμού κοίταξαν – κύπταξαν μέσα από το τετράγωνο θαμπό θολό γυαλί και με δυσκολία διέκριναν το πλαίσιο του προσώπου ενός γενειοφόρου άνδρα. Αν κάποιος επικεντρωνόταν στις εξωτερικές ενδείξεις και τα όργανα του κρυοθαλάμου, θα έβλεπε μία παρακμή και μία προϊούσα παραμέληση, που προκαλούσε απορίες για το πώς η κακοσυντηρημένη συσκευή κατάφερνε ακόμη να κρατά τα σωματικά κύτταρα σε αναστολή λειτουργιών, σε «στάση», όπως έλεγαν οι διαστημικοί τιτάνες στη γλώσσα τους.

Γύρω απ’ αυτή τη δεξαμενή βιολογικού υλικού η θερμοκρασία ήταν τόσο χαμηλή, ώστε όλοι χουχούλιαζαν και χοροπηδούσαν σαν μαϊμούδες. Ο Πυρίσπορος είχε πρόσθετους λόγους να ανατριχιάζει, να τρέμει και να φρίττει.

«Μη μού πείτε ότι θα τον ζεστάνετε και θα τον ξυπνήσετε. Και μόνο που τον βλέπω, μού σηκώνεται η τρίχα κάγκελο… Με ιδρώνει και μόνο η προοπτική της έγερσής του που μοιάζει με ανάσταση νεκρού, έλεος…»

«Δεν γίνεται διαφορετικά», είπε ψυχρά και επαγγελματικά ο Υπερίων, «είναι ουσιώδες και απολύτως εργαλειακό για την ανάκρισή μας. Δέσποινα Βριάρεβνα, αφυπνίστε τον».        

«Πραγματικά, η αναζωογόνηση κάποιου από τόσο χαμηλές θερμοκρασίες δεν είναι εύκολη υπόθεση. Να ξέρετε, άρχοντα των τιτάνων, ότι κάθε φορά που ο συγκεκριμένος αφυπνίζεται είναι μία τεχνολογική, βιοϊατρική νίκη, αλλά και προσωπική για μένα… γιατί -ναι ας το ομολογήσω – είναι ο σύζυγός μου, ο διάσημος Εκατόγχειρας Βριάρεως. Τον αναζωογονώ κατά διαστήματα με διαφυλακτική φειδώ, ξέροντας ότι κάθε φορά μπορεί να είναι η τελευταία. Τα τραύματά του από την Τιτανομαχία είναι πολύ βαρέα, είναι ο μόνος σύζυγος της τριγυναικίας μας που επιβίωσε, ένα είδος πολύτιμου φυλαχτού για όλες μας».

«Ήλθε η ώρα να πούμε την αλήθεια, εμπιστευόμενες κυρίως την τιμή του αρχιτιτάνα τρισμέγιστου Υπερίωνα», συνέχισε τις αποκαλύψεις η Στερόποβα. «Μετά την σφαγιαστική θανατηφόρα σύγκρουση με τους τιτάνες, ο μόνος επιζών Εκατόγχειρας, του οποίου τα τραύματα σάπιζαν και πνίγονταν στο δυσώδες πύον σαν του Φιλοκτήτη, μάς ζήτησε να έλθουμε σε επαφή με τους δικαιούχους της Λήμνιας Σφραγίτιδας ή αναγεννησιακού διακλαδιζόμενου πολύποδα, αυτού του επαναστατικού υλικού από το οποίο δομούνται όλο και περισσότεροι τροχιακοί σταθμοί, ακόμη και ουράνια σώματα, πλανήτες ή κομήτες κατ’ απομίμηση της θεϊκής Δημιουργίας. Θεωρούσε ότι το εν λόγω θαυματουργό υλικό θα μπορούσε να τον θεραπεύσει αντικαθιστώντας το βασανισμένο σαρκίο του, που πλέον μετά την αδιανόητη πλημμυρίδα ραδιενεργών ακτινοβολιών είχε πάθει ανίατη δερματική ασθένεια, συνιστώμενη σε ανάπτυξη οργιαστικών προεκβολών και εκβολάδων και πολλαπλή αναρρίχηση- καταρρίχηση ινωδών κληματσίδων. Σαν να μη τού έφταναν τα εκατό χέρια, το σώμα του προσβλήθηκε και καταλήφθηκε και από ένα σωρό άλλες προεκτάσεις και δερμάτινες προβοσκίδες, που κατέστησαν την όψη του ακόμη πιο απεχθή σε όποιον αδυνατούσε να δει το μεγαλείο και την αγνότητα της ψυχής του. Μάλιστα αυτή η αρρώστια έχει επεκταθεί και στο σκάφος, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Προς το παρόν αρκεί να πούμε ότι ο θρυλικός Βριάρεως ήλθε σε επαφή με εκπρόσωπο του παρόντος Πυρίσπορου – του λεγάμενου- για να προμηθευθεί Λήμνια Σφραγίτιδα, με την οποία να μπολιάσει το σώμα του με μεθόδους μοσχευμάτων ή περικοκλάδων και να δρομολογήσει μία διαδικασία εξυγίανσης που θα τον καθιστούσε ξανά υγιή. Αλλά φευ, ο Πυρίσπορος μάς κορόιδεψε και μάς προμήθευσε ανενεργή ή και ελαττωματικά εμφυτεύματα, που έκαναν την κατάστασή μας πολύ χειρότερη…»                 

«Τι είναι αυτά που λέτε», ούρλιαζε επί ματαίω ο Πυρίσπορος, «δεν σάς έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, ποιος εκπρόσωπος, τι ανοησίες είναι αυτές, προπάντων σάς ικετεύω, μη ζωογονήσετε πάλι αυτό το φρικτό τέρας, δεν αντέχω άλλο να κατουριέμαι πάνω μου, αυτό το αποκύημα της κόλασης, αυτόν τον κατεψυγμένο εφιάλτη στείλτε τον πάλι στα τάρταρα όπου ανήκει…»    

Όμως η διαδικασία αφύπνισης είχε πλέον δρομολογηθεί και δεν ήταν δυνατό να ανακληθεί, ήταν οριστική και αμετάκλητη. Καθώς τα γρανάζια, οι ρότορες, οι στρόφαλοι και οι οδοντωτοί τροχοί της μηχανής περιστρέφονταν, ο πίνακας βιοτικών ενδείξεων άρχισε να δίνει αναφορά και να εκδίδει ιατρικό ανακοινωθέν για τον κατεψυγμένο:

«Καταγράφεται τρίτη προσπάθεια αναζωογόνησης του πλοιάρχου Βριάρεω. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη αναζωογόνηση η αρρώστια δεν  φαίνεται να έχει επιδεινωθεί. Οι νέες επεκτάσεις των ινωδών πολυπόδων καλύπτουν μόνον ορισμένα χιλιοστά. Παρά την επιβαρυμένη κατάσταση του ασθενούς οι κρυολειτουργίες του θαλάμου ή άλλως λειτουργίες του κρυοθαλάμου είναι ακόμη σε πράσινη περιοχή. Να είμαστε όμως προετοιμασμένοι ότι αργά ή γρήγορα η βλάβη της δεξαμενής είναι αναπόφευκτη…»

Είπε και πολλά άλλα ο πίνακας. Μετά το πέρας της αναφοράς η Βριάρεβνα τον διέταξε να την αποθηκεύσει και να θερμάνει τον εγκεφαλικό πυρήνα του συζύγου της κατά πενήντα χιλιοστοθερμίδες  ή χιλιοστοβαθμούς. Μα να μην έχει ένα καπνοσωληνάριο να καπνίσει!

«Βριαρούλη, με ακούς, βουτυρένιε μου;»

Στο άκουσμα αυτής της θωπευτικής- χαϊδευτικής προσφώνησης όλες οι χήρες αναθάρρησαν και έδειξαν να συνταράσσονται από μία συλλογική ταραχή. Φαίνεται μετά τον θάνατο των αντίστοιχων συζύγων τους είχαν αναλάβει συνεταιρικά τον Βριάρεω – τυχερός από αυτή τη σκοπιά ο βασανισμένος!

Σιγά- σιγά και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής το κάλυμμα της ψυχροκοιτίδας ανασηκώθηκε και ο Βριάρεως ύψωσε το υπερμέγεθες κεφάλι του, εφάμιλλο με του Ωρίωνα. Στην αρχή είχε ένα βλακώδες ύφος, νυσταγμένος και αποχαυνωμένος από τις ναρκωτικές και υπνωτικές ουσίες, αλλά μόλις είδε τον Πυρίσπορο σκίρτησε και αναστατώθηκε, φάνηκε να συνέρχεται και να αιθριάζει απότομα.

«Πάλι εσύ!», μούγκρισε απειλητικά, καθώς ήταν ένα ανθρώπινο βουνό.

Ο Πυρίσπορος, παρότι ήταν εμφανώς σε δύσκολη θέση, στριμωγμένος στη γωνία και τα σχοινιά, αντέδρασε έντονα στο σημείο αυτό.

«Έ όχι, ψυχρότατε, παγερότατε, μη μού κλέβετε τις ατάκες, αφήστε με τουλάχιστον εμένα να πω το “πάλι εσύ”».   

   «Με εξαπάτησες και αυτό δεν θα περάσει έτσι. Δεν βρέθηκε κανείς να κοροϊδέψει τους Εκατόγχειρες, γιατί οι Εκατόγχειρες δεν είναι κουρόγιδα.»

«Μα δεν σάς ξέρω, κύριε Κατεψυγμένε μου. Σάς παρακαλώ, δείξτε έλεος σε έναν άσχετο και ανίδεο για την υπόθεσή σας. Παραδεχθείτε ότι δεν με έχετε ξαναδεί, μέχρι που οι ερίτιμες χήρες με προσήγαγαν βιαίως ενώπιόν σας.»

«Με κορόιδεψες δι’ αντιπροσώπου. Ο πληρεξούσιος, με τον οποίο συνεννοήθηκα, έκλεισε τη συμφωνία για λογαριασμό σου στην ποτοποιία- ποτοδοσία- ποτοαποστακτική “Έλλην Ηνίοχος” στον Κόκκινο Πλανήτη. Κι εκεί που νόμιζα ότι βρήκα κάποιον αξιόπιστο συναλλασσόμενο για την κατάρτιση της συμβάσεως, ενός συναλλάγματος για μένα σημαντικού…».

Εκείνη τη στιγμή για κακή τύχη όλων διέκρινε τη Λασθίνια, που έτρεμε σαν καραμελωμένη γαλατόπιτα ή ζελές φρούτων. Και τότε έλαβε χώρα ένα σκηνικό από αυτά που κανείς δεν θα ‘θελε να δει, από αυτά που είναι συναρπαστικό να διηγείται κάποιος, αλλά είναι φρικιαστικά όταν τυχαίνει να είναι παρών. Ολόκληρος ο κορμός του πανίσχυρου ισχυρομελούς άλκιμου Βριάρεω βγήκε από την ψυχροκοιτίδα με τα εκατό μυώδη χέρια να ανεμίζουν και να ανεμοδέρνονται χτυπώντας πέρα δώθε στους τοίχους και την οροφή, όπως η Λερναία Ύδρα κραδαίνει πέρα -δώθε τα δρακοειδή κεφάλια της. Με το ένα από τα εκατό χέρια άρπαξε τη Λασθίνια, την αιώρησε ψηλά και την έφερε κοντά στο πρόσωπό του σε βαθμό που η μυρωδιά και η αποφορά αμφιβόλου στοματικής υγιεινής φλόμωνε και έπνιγε κάθε απόπειρα αρπαχτής ανάσας της άτυχης ασφαλίτισσας.

«Εσύ ήσουν στον “Έλληνα Ηνίοχο” εκείνο το βράδυ, όταν ήπιαμε απεριόριστο αιθυλικό θεόβρωμα και καταλήξαμε οινόφλυγες μέχρι αναισθησίας. Εσύ με παραμύθιασες, ως μη όφειλες, με τις δήθεν θαυματουργές ιδιότητες του σπόρου, εσύ μού πούλησες το σπόρο …»

Ο Υπερίων βγήκε μπροστά όπως άρμοζε στο αξίωμά του, ενώ ο Φιλογενής έψαχνε τάπητα να μπει από κάτω.

«Μισό λεπτό, ας ηρεμήσουμε όλοι, ας πάρουμε μια βαθιά εισπνοή και ας μετρήσουμε μέχρι το εκατό. Για ποιο σπόρο μιλάς, ευερέθιστε και αγριωπέ Βριάρεω;» (αμάν αυτό το κόλλημα με τις προσφωνήσεις!)

«Για το σπόριμον σπείρον σπέρμα, για το σπέρμα το πεφυκός, για τον σπόρο τον δυνατό, τον όλο ψυχές γιομάτο και γαμάτο, από τον οποίο εφύη η Νέα Αρκαδία, για το σπόρο, απ’ όπου φυτρώνουν πλανήτες και ηλιακά συστήματα!»    

«Ταλαιπωρημένε από την ψυχρή μάστιγα και τη χρόνια κατάψυξη συνεργέ του νεφεληγερέτη Δία, σε καλώ να αφήσεις – απιθώσεις στο πάτωμα την τρέμουσα ασπαίρουσα σφαδάζουσα σπαρταριστή Λασθίνια, προκειμένου να συνεχίσουμε απερίσπαστοι τον εποικοδομητικό μας διάλογο». 

   Ο Βριάρεως, όταν αντελήφθη ότι βρισκόταν μπροστά σ’ ένα αρμόδιο και σοβαρό πρόσωπο, «συνεμορφώθη» σχεδόν αντανακλαστικά προς τας υποδείξεις και ακούμπησε απαλά τη Λασθίνια στο πάτωμα, η οποία λόγω σπασμωδικής και αιφνίδιας έκκρισης ουρίας σίγουρα θα χρειαζόταν καινούριο παντελόνι, αν φόραγε παντελόνι, και καινούρια φούστα, αν φόραγε φούστα.  

«Μού παρουσιάστηκε αυτή η κυρία στο ποτάδικο “¨Ελλην Ηνίοχος”. Εκεί είχαμε κάνει γνωριμία με ένα φέρελπι νεαρό ονόματι Νισαετό ή Νιτσαετό, που δεν ήταν κάποιος που επέστρεφε στην πατρίδα του, όπως λέει το όνομά του, προερχόμενο από το ρήμα “νίσσομαι”, αλλά ένας λόγιος διαβαστερός- μελετηρός νεαρός. Είχε συγγράψει μάλιστα και ένα εξαιρετικό σύγγραμμα, τη “Γένεση της Τραγωδίας”, όπου εξυμνούσε τους Έλληνες και τους προμάχους αυτών, τους τιτάνες, ως ηνιόχους της ανθρωπότητας, έναντι των οποίων όλα τα επιτεύγματα των μεταγενεστέρων πάντοτε θα ωχριούν. Πότε κερνούσε- χορηγούσε ποτό ο ένας, πότε πρόσφερε σπονδή ο άλλος, είχαμε φτάσει κατά βαρβαρική έκφραση στο “τσακίρ κέφι” και στο σημείο αυτό εμπιστεύθηκα την ομήγυρη και τής εκμυστηρεύτηκα πράγματα που καλύτερα να είχα κρατήσει για τον εαυτό μου. Είπα για την αρρώστιά μου, για όσα έλκη, αποστήματα, σπυριά, δοθιήνες, οιδήματα, εξογκώματα και πρηστήρες μού είχατε προκαλέσει εσείς οι τιτάνες- αλλά δεν σάς κρατάω κακία διότι έγιναν στο πλαίσιο του πολέμου-. Και τότε η δικιά σου, η κυρία αυτή, της οποίας το όνομα αυτή τη στιγμή μού διαφεύγει – έχω όμως μάρτυρα τον Νιτσαετό- μού είπε για τον θεραπευτικό σπόρο που χρησιμοποιούνταν από τη Συνομοσπονδία για γαιοπλασία και γεωδιαμόρφωση και ότι αυτός ήταν η πανάκεια για κάθε νόσον και κάθε μαλακίαν καγώ ο αφελής, ο απειρόκακος την πίστεψα! Υποτίμησα όμως ακριβώς τη δημιουργική- πανσπερμική λειτουργία παλιγγενεσίας του σπόρου, που δεν έστεργε να περιοριστεί σε κανένα περίβλημα, κανένα δοχείο, κανένα αγωγό, καμία σωματική οργάνωση. Περιείχε μεν μία ακατάβλητη αφύσικη υγεία και ασυναγώνιστη περιωπή, μία ασύλληπτη δραστικότητα, αλλά δυστυχώς κανένας πεπερασμένος βροτός- θνητός οργανισμός δεν θα μπορούσε να την αντέξει. Έτσι κατάντησα να είμαι αυτό το βδέλυγμα που βλέπετε και να μην έχω στον ήλιο μοίρα και να παραμένω κατεψυγμένος για να μην επιδεινωθούν οι πληγές μου και να μην μπορώ να ανταποδώσω όσα η σύντροφος μου Βριάρεβνα και οι άλλες σπαργώσες και καυλοπυρέσσουσες χήρες έκαναν για μένα».

«Ναι, αλλά, έτσι όπως τα λες, δεν έφταιγε σε τίποτε η Λασθίνια, απλώς οι παρενέργειες του πανίσχυρου σπόρου σε οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση».

«Μπα τι μάς λες;  Δεν έχει ευθύνη η … Λασθίνια ή όπως αλλιώς τη λένε, που μού πούλησε ένα φάρμακο αδοκίμαστο, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των ιδιοτήτων και των παρενεργειών του;»  

Στρεφόμενος στην Λασθίνια ο Υπερίων είπε: «Λασθίνια, η απογοήτευσή μου για σένα είναι τεράστια. Πάτησες τον όρκο σου και επιβεβαίωσες την πιο ισχυρή προκατάληψη του λαϊκισμού που κυριαρχεί στη σύγχρονη κοινωνία ότι “οι αστυνόμοι και οι σιτοφύλακες πουλάνε την κωνεϊνη” (απ’ όπου βγαίνει το κώνειο), όπως οι μανδραγορίτες πουλάνε τον μανδραγόρα. Θυμάμαι πόσο εχθρικά με είχες υποδεχθεί και μού είχε κάνει εντύπωση τότε, σκέφτηκα μάλιστα ότι δεν είχες λόγο και άρα θα έπρεπε να έχεις κάποιους “άλλους- έτερους” λόγους για να φερθείς έτσι, παροχές αχρεώστητες και αιτίες μη νόμιμες, ληγμένες, μη επακολουθήσασες, παράνομες και ανήθικες.»

«Ήμουν γυναικονόμος στο τμήμα Ηθών για δεκατέσσερα χρόνια…», ψέλλισε ενοχικά η Λασθίνια. ‘Τόσα χρόνια εζημίουν τους ακοσμούντας…»

«Περασμένες δάφνες και περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις», τη διέκοψε ο Υπερίων. «Φαίνεται ότι σε συνεννόηση με την Αρήτη, την οποία επανειλημμένως επισκεπτόσουν, εμπορευόσασταν το σπόρο, από τον οποίο γεννιώνται οι πλανήτες, και τον πλασάρατε ως ελιξίριο νεότητας ή βάλσαμο -καλλυντικό καλλωπισμού ή γιατρικό και ίαμα ευρέος φάσματος. Δηλαδή, πόσο πια ανεύθυνος να είναι κάποιος! Και ποιος άλλος μετείχε σ’ αυτό το άτυπο “μαγαζάκι” πρέπει να ερευνηθεί!»                         

          «Όλα αυτά που λες, σεβαστέ τσιμεντένιε τιτάν, είναι εσωτερικά δικά σας θέματα, που αφορούν τη διαφθορά των δυνάμεων καταστολής, εφαρμογής και επιβολής του νόμου, αλλά δεν λύνουν το δικό μου πρόβλημα, εμένα που έχω αδικηθεί», είπε ο Εκατόγχειρας. «Πάρε λοιπόν τον αρχιασφαλίτη του σταθμού μαζί σου και πηγαίνετε στην ευχή του Δία και της Ήρας κι αφήστε μου εδώ τη σπαστική Σπαστίνια για να αξιώσω από αυτήν την ικανοποίησή μου».   

          Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, τόσο ο Φιλογενής, όσο και ο Υπερίων, όσο και όποιος άλλος είχε άδεια οπλοφορίας τράβηξαν από τη ζώνη τους περίστροφα ή μάλλον ακτινοβόλα.

          «Ά όχι, η αυτοδικία απαγορεύεται σύμφωνα με το τιτανικό δίκαιο. Η Λασθίνια θα δικαστεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Επιπλέον συλλαμβάνεστε όλοι εσείς του σκάφους “Άιδος Κυνέη», τόσο συ μέγιστε Εκατόγχειρα όσο και οι υποβοηθητικές χήρες για την απαγωγή του Προέδρου εκμετάλλευσης της Λήμνιας Σφραγίτιδας Πυρίσπορου. Έχετε το δικαίωμα να μείνετε σιωπηλοί και όλο το σχετικό κατεβατό, οτιδήποτε πείτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας στο εν Φρεαττοί ποινικό δικαστήριο».      

          «Όχι, όχι τον Βριάρεω», έπεσαν πάνω στη ψυχροκοιτίδα και οι τρεις χήρες. «Είναι το μόνο που μάς απέμεινε από εκείνη την εποχή που περπατούσαμε και τρέμανε οι δρόμοι στο πέρασμά μας, που είμασταν “όαρες” και γαμετές λαμπρών και ξακουστών συζύγων και τον φροντίζουμε τώρα συλλογικά».

          «Λυπόμαστε που θα μετακινήσουμε το παιχνιδάκι σας», είπε ο Φιλογενής, ενθαρρυμένος που αυτή τη φορά αυτός και ο Υπερίων ήσαν στην ίδια πλευρά, «αλλά μην ανησυχείτε. Θα τον ακολουθήσετε και εσείς στη φυλακή, για να τον περιποιείστε και εκεί».

          «Εδώ ενίσταμαι, ευγενείς φύλακες της Νέας Αρκαδίας και του Αστροστόλου», απάντησε ο Βριάρεως, που είχε πλέον συνέλθει εντελώς από την κατάψυξη, «και το ουσιώδες είναι ότι έχω τα μέσα να στηρίξω και να επιβάλω την ένστασή μου. Δεν είναι απλά ότι ο πλανητογεννητικός σπόρος δεν έδωσε λύση στην αρρώστιά μου, είναι ότι την επιδείνωσε με γεωμετρική πρόοδο και ξέρεις εσύ, εφάμιλλε του Διόφαντου Υπερίων, τι σημαίνει γεωμετρική πρόοδος. Είναι αυτή που κάνει το ένα σπειρί σίτου στο πρώτο τετραγωνίδιο του παλαμήδειου ζατρικίου (σκάκι) να απειρίζεται, αν πολλαπλασιαστεί στα επόμενα τετραγωνίδια και να ισούται με όλο το στάρι όλων των γαλαξιών. Και δεν είναι μόνο ότι ο διαβολεμένος κερατένιος αυτός σπόρος επιδείνωσε την πάθησή μου, είναι ότι επεκτάθηκε σε όλο το σκάφος και μετέτρεψε την “Αιδος Κυνέη”, που κάποτε ήταν κόσμημα εφάμιλλο της χωρονηός “ΝΑΟΣ Βενοβίνδα”, του καμαριού του Αστροστόλου, σε μία γούρνα γουρουνιών. Η “Άιδος Κυνέη” έγινε μία αηδία και μισή που κάνει μόνο για τροφή σκύλων, αντί για περικεφαλαία αορατότητας. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή σας αυτή τη στιγμή, γιατί από τούτο το συνονθύλευμα οργανικών πλοκαμιών δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής».     

          Η Ευρύβια είπε να συμμετάσχει και αυτή στη συζήτηση, αντί να είναι γάστρα (γλάστρα), άλλωστε πάντοτε πίστευε ότι οι αρετές της και τα προσόντα της υποεκτιμώνταν.

          «Να πω την αλήθεια, δεν το είδα και τόσο χάλια. Μ’ ένα βαψιματάκι και κουφώματα αλουμινίου…»

          «Ανόητη αξιωματικέ», είπε ο Εκατόγχειρας, «τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται στην εποχή μας, όλα είναι ψεύτικες ειδήσεις και μεταμφιεσμένες παραισθήσεις. Ό,τι είδατε μέχρι τώρα είναι ένα ολόγραμμα στη θέση εκείνου που ντρεπόμαστε να δείξουμε,  στη θέση του αδιανόητου που όποιος το δει, είναι αδύνατο να διατηρήσει “σώας τας φρένας”.  Ιδού λοιπόν, ανυποψίαστοι εισβολείς, ποια είναι η πραγματική κατάσταση της “Άϊδος Κυνέης”:»     

          Ακτινωτά και περιφερειακά από το επίκεντρο του πράγματος, που κάποτε σε μια άλλη παρελθούσα ζωή ονόμαζε τον εαυτό του Βιάρεω, εν μέσω ενός αφύσικου ψύχους που τράνταζε το μεδούλι των κοκάλων και τον εσώτατο πυρήνα κάθε ύπαρξης, εν μέσω μίας φυσικής δυσφορίας που η ίδια η όψη του Εκατόγχειρα εμποροπλοιάρχου προκαλούσε, έγινε φανερή η αιτία, για την οποία ο τελευταίος κρατούνταν σε κατάσταση στάσης- κρυογονικής νάρκης. Ο λόγος ήταν πολύ απλά η αποφυγή της επέκτασης της τηκτικής- τακερής επιδημίας, μίας ακραίας τηκεδόνος. Όμως η διατήρηση του Εκατόγχειρα σε πάγο καμπανίτη οίνου δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει την επέλαση του δασωμένου φυλλομανούς συστρεφόμενου – διαστρεφόμενου μικροβίου στις εγκαταστάσεις του σκάφους. Η τεκηδών υπονόμευσε βαθμιαία όλα τα συστήματα και τα υπέταξε στο δικό της νόμο της αέναης δικράνωσης – διακλάδωσης – αλόγιστης και ασύστολης πλήρωσης και κατάληψης. Πρώτα απ’ όλα η περιβάλλουσα θερμοκρασία έπεσε αρκετούς βαθμούς, μα είναι δυνατόν ακόμη και κάτι αντικειμενικό όπως η θερμότητα να είναι παραίσθηση; Κάτι θα ξέρουν σχετικά οι καημένοι αλήτες που βρίσκονται τα πρωινά κοκαλωμένοι στις πλατείες μ’ ένα μπουκάλι ανατολικο- κοινωνιστικού νερού (βότκα) σφιχτά γαντζωμένο στα χέρια, αφού πέρασαν χωρίς να το αντιληφθούν στον άλλο κόσμο με τη ψευδαίσθηση της ζεστασιάς στο στέρνο.   Ξαφνικά η αίθουσα του μαυσωλείου, όπου σάπιζαν τα λείψανα του Κατεπάνω, σαν να μεγάλωσε και οι πνεύμονες σαν να βρέθηκαν μέσα σε κενό αέρος και να κινδύνευαν να ανατιναχθούν λίγο πριν μεταβληθούν σε παγοκολόνες. Η φράση ‘έγινα αρχαίος” αποκτούσε πλέον το αδιαμφισβήτητο  κυριολεκτικό της νόημα κι αυτό δεν θα άλλαζε όσα καπνοσωληνάρια και αν κάπνιζε ακόμη η Βριάρεβνα. Η ατμόσφαιρα λοιπόν, όπως επιτέλους κατάλαβες,  αναγνώστη, αν δεν είσαι βαρυνούσης και αργόστροφος, ήταν παγωμένη, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο σ’ αυτό το αλλόκοτο και ανείδωτο σκηνικό. Όλες οι επιφάνειες, τοίχοι, δάπεδα και οροφές φανέρωσαν καρκινικούς όγκους και στρεβλώσεις ακατανόητες για το μάτι. Όλα φαίνονταν καλυμμένα από άρρωστο σάπιο βιολογικό υλικό, ενώ πύον έτρεχε άφθονο από ανοιχτές πληγές σαν κι αυτές του Φιλοκτήτη στη Λήμνο δημιουργώντας ρυάκια λυμάτων και περιττωμάτων που στριφογύριζαν ανάμεσα σε ογκηρούς τυλώδεις λόφους. Δυναμωμένα και καρδαμωμένα από τον θεϊκό γεννητικό σπόρο της συγχωρεμένης Αρήτης τα συστήματα του σκάφους είχαν ανεξαρτητοποιηθεί σαν ανεξέλεγκτα καρκινικά κύτταρα και είχαν σχηματίσει πολυδαίδαλους και αδιεξίτητους μαιάνδρους και άνευ προηγουμένου σπείρες ανατροφοδότησης, ανελέητες και ασύστολες περιελισσόμενες έλικες, που συστρέφονταν διαστροφικά και διαστρέφονταν συστροφικά σε βαθμό κακουργήματος. Έπρεπε να έχει κανείς πολλή φαντασία για να διακρίνει μέσα σ’ αυτό το ασύλληπτο συνονθύλευμα, μέσα σ’ αυτό το αξεδιάλυτο καλειδοσκόπιο και στροβοσκόπιο πού ήταν η ψυχροκοιτίδα του Εκατόγχειρα. Δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής από το σκάφος και υπό την έννοια αυτή πράγματι η “Αϊδος Κυνέη” ήταν ένα καταφύγιο αορατότητας. Ό,τι αποθηκευόταν στα έγκατα αυτού του τερατώδους ανοσιουργήματος δεν ήταν πλέον δυνατό να ευρεθεί ή να εντοπιστεί! Ακόμη και οι πιο εξελιγμένοι αισθητήρες της Συνομοσπονδίας θα σήκωναν τα χέρια ψηλά μπροστά στο χάος υλικών προεκτάσεων και εκβολάδων, περικοκλάδων και μοσχευμάτων, σπειροειδών πλοκαμιών και απεχθών δερμάτινων προεξοχών, που πλέον συναποτελούσαν το διαστημόπλοιο.        

          Ο Βριάρεως κάγχαζε με γέλιο τρελού.

          «Υπέρλαμπρε Υπερίων, αν θέλεις να συνεχίσεις να λάμπεις και να μη γίνεις πυρακτωμένο κάρβουνο, σχίζα και σχινδάλαμος, συλλίπασμα και σκωρία, δέξου τον εξής συμβιβασμό. Σύλλεξε και πάρε μαζί την κουστωδία σου και αυτό το κάθαρμα από τον Πλούτο του Αριστοφάνη, που θα ‘πρεπε να είχε ήδη καθαιρεθεί από την υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων, αν είχατε τη στοιχειώδη αιδώ εσείς οι εφαρμοστές του νόμου, και αδειάστε μου τη γωνιά γιατί αλλιώς θα εξαπολύσω τις ιμάσθλες- καμτσίκια του πλοίου μου και θα σάς κόψω όλους σε λωρίδες. Είστε τυχεροί που σάς αφήνω να σώσετε το σαρκίο σας και να ευγνωμονείτε τα θεία που με βρίσκετε σε ευνοϊκή διάθεση. Και, πιστέψτε με, το καλύτερο για σάς θα είναι να μη σάς ξαναδώ».       

          Οι ήρωές μας, εκπρόσωποι του νόμου και της τάξης (αυτό σε καμία εποχή δεν είναι ανεπίκαιρο και αχρείαστο, διότι δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ κράτος χωρίς αστυνομία- το θέμα είναι η νομιμοποίησή της- και “τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκε βροτών;”) διακτινίστηκαν στο σταθμό μετά από άδεια του Βριάρεω και κοιτούσαν πλέον το διαστημικό τέρας, που είχε πλέον αποβάλει την ολογραφική λεοντή του και έδειχνε- μόστραρε πλέον απροκάλυπτα και ακομπλεξάριστα την όψη του ως βδέλυγμα της ερημώσεως και σκήνωμα ιππότη της ελεεινής μορφής, να απομακρύνεται στο διάστημα.  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο : ΜΝΗΣΙΠΗΜΩΝ

«Αφεντικό, να σού πω ότι στενοχωρήθηκα με τη Λασθίνια», έλεγε η Λητώ καθώς πήγαιναν με τον προϊστάμενο για μία ακόμη ανάκριση, συνοδευόμενοι από τη Θυμίστα ως άμεση πλέον υφισταμένη του Φιλογενή, δεύτερη «τη τάξει» στην Ασφάλεια μετά την αποπομπή της μέχρι τούδε υπαρχηγού. «Μία σταδιοδρομία τόσων χρόνων πεταμένη στα σκουπίδια και για ποιο λόγο; Για λίγα επιπλέον χρήματα. Σε μια εποχή  ενεργειακής  επάρκειας τι λόγο είχε να υπονομεύσει την ίδια της την αξιοπρέπεια για λίγες μνες και λίγα τάλαντα παραπάνω;»

«Δεν είναι όλοι άνθρωποι σαν και σένα, φιλότιμη Λητώ μου. Νομίζω ότι ο Αριστοτέλης στην αρετολογία του μάς επέστησε την προσοχή για τις συνέπειες της πλεονεξίας. Δυστυχώς, “έως αν αυτή η φύσις των ανθρώπων ή”, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, θα έχουμε πάντα τέτοια περιστατικά. Οι πλεονέκτες επικαλούνται πάντα ότι έχουν οικονομικά προβλήματα και γενικά παραπέμπουν στην οικονομία ως επιστήμη, όπου δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από το δικό τους πλουτισμό. Η οικονομία όμως δεν μπορεί να έχει ενιαίους κανόνες που να ισχύουν για όλους, διότι πώς είναι δυνατόν να συγκριθεί μία κοινωνία, όπου οι οφειλέτες δεν μπορούν να κοιμηθούν όταν χρωστούν χρήματα, με μία άλλη, όπου αδιαφορούν, τα γράφουν όλα εκεί που δεν πιάνει μελάνη και κατά την κοινή έκφραση “βάλλουσιν εις κόρακα” κάθε είδους έγνοια ή υποχρέωση; Συνεπώς τελικά κάτω από την οικονομία κινείται και ελίσσεται η ηθική και έχουν σημασία οι ηθικές επιλογές των ανθρώπων πρώτα ως ατόμων και μετά ως συνόλων».

«Λες. προϊστάμενε, να είναι και ο Μνησιπήμων τέτοια περίπτωση;»

Ο Υπερίων γύρισε και χαμογέλασε, εννοώντας ότι κάθε συμπέρασμα θα ήταν παρακινδυνευμένο και ατεκμηρίωτο πριν από την ανάκριση. Η Λητώ όμως δεν έχανε ευκαιρία να γίνει «της προσκολλήσεως», όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

«Γιατί δεν ανακρίνουμε τη Λασθίνια για το φόνο της Αρήτης; Αφού διέπραξε ένα έγκλημα, δεν αποκλείεται να έχει διαπράξει κι άλλο».

«Δε νομίζω. Η Αρήτη ήταν συνεργός της, καθόσον διακινούσαν τον σπόρο μαζί. Επίσης, η Λασθίνια είναι βιοσύμφυτη. Αν είχε κάνει αυτή τον φόνο, η Νέα Αρκαδία θα το ήξερε. Και ναι μεν εμφανώς παρείχε κάλυψη στη Λασθίνια για τις άλλες ατασθαλίες της, αλλά είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον αυτό δεν θα το απέκρυπτε».

          «Μια και το ‘φερε η κουβέντα», είπε η Θυμίστα που φιλοδοξούσε να αναπτύξει πνεύμα πρωτοβουλίας στο πλαίσιο της νέας της θέσης, «θεωρώ ότι η εμπιστοσύνη που δείχνετε προς τη Νέα Αρκαδία ως προς την αθωότητα της Λασθίνιας επαναφέρει του ζήτημα του αν ενδείκνυται κι εσείς να εξοπλιστείτε με τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Ξέρετε ότι κατά το διάστημα λειτουργίας του σταθμού κάθε παιδί έχει εφοδιαστεί και μπολιαστεί με το γονίδιο της βιοσύμφυτης συμβίωσης και συλλογικής- κοινοβιακής συγγένειας ήδη στο στάδιο του ζυγωτού κυττάρου; Κι έτσι ως παιδιά δεν χρειάζονται πλέον τσιπάκια, διότι έχουν συγγενέψει ήδη με όλα τα άλλα ομοειδή μέλη του σταθμού όντας μέσα στην κοιλιά της μάνας τους ως έμβρυα, κατά το στάδιο ανάπτυξης του εγκεφάλου. Και όλα γίνονται απαρέγκλιτα σε εθελοντική και εθελούσια βάση… εε… δηλαδή αποφασίζουν ελεύθερα οι γονείς. Τα παιδιά ζουν καλά κι εμείς καλύτερα, χωρίς να πληγώνουν, παρενοχλούν ή να εκφοβίζουν το ένα το άλλο και αναπτύσσουν λόγω της συλλογικής τους συγγένειας εντιμότητα, ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη αντί για φιλαυτία και εγωισμό».  

          «Μάλιστα, είστε πολύ γενναιόδωροι εδώ στη Νέα Αρκαδία με το τηλεπαθητικό ζουζουνάκι σας. Πάλι καλά που με ρωτάτε κιόλας και δεν επιχειρείτε να μού το προσαρμόσετε δια της βίας αναγνωρίζοντάς μου τη δυνατότητα της επιλογής, ελευθερία όμως που έχετε στερήσει πρόωρα και οριστικά από τα παιδιά σας. Σάς επαναλαμβάνω λοιπόν ότι θέλω να κρατήσω την ανεξαρτησία μου, ότι θέλω να κάνω σκέψεις ακόμη και ανόσιες, να ανακαλώ παραστάσεις ακόμη και άσεμνες, να καταλήγω σε συμπεράσματα ακόμη και ανόητα χωρίς να με παρακολουθεί ο “μεγάλος αδελφός”. Για να μη μάς το δώσει ο Θεός κάτι θα ήξερε, όπως δεν μάς έδωσε και την αθανασία, διότι ήξερε ότι δεν θα μπορούσαμε να τη διαχειριστούμε.»

          «Ε μη μού πείτε ότι συντάσσεστε με τα διδάγματα της ισλαμοχριστιανικής εκκλησίας. Ο Θεός μάς έδωσε πίεση ή αναιμία, φλεβική ή αγγειακή ανεπάρκεια, ζάχαρο και υπέρταση, χοληστερίνη και χοληστερόλη, αιμοφιλία, νανισμό και μογγολικό σύνδρομο. Σημαίνει ότι πρέπει να τα ανεχθούμε όλα αυτά και να μη τα θεραπεύσουμε;»

          «Θυμίστα, έχεις επιλεκτική θύμηση, θυμοειδή σκέψη και δεν διαλέγεσαι ορθά. Ενώ το κύριο επιχείρημά μου ήταν το πρώτο περί ελευθερίας, εσύ καταπιάστηκες με το δεύτερο περί καταλληλότητας του εμφυτεύματος για τον άνθρωπο, όπου θεώρησες, όπου ο αντίλογος θα είναι ευκολότερος. Αποπροσανατολίζεις και πηδάς άναρχα από τη μία προβληματική στην άλλη, αλλά αυτά τα τεχνάσματα δεν περνάνε σε έναν αριστοτέχνη της διαλεκτικής, όπως η ταπεινότητά μου. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στην έρευνά μας και ας επισκεφθούμε τον φίλο μας Μνησιπήμονα, που προτιμάει να θυμάται τον πόνο, αντί να έχει μόνο θύμο αδένα, ασυμφιλίωτη αμφιθυμία και αόριστες θύμησες και ενθυμήσεις, όπως εσύ».

          Εκείνη τη στιγμή ήχησε ο επικοινωνητής του Υπερίωνα.

          «Εμπρός», είπε ο ήρωάς μας.

          «Θεανώ Θουρία εδώ», είπε η κυβερνήτης. «Λιοπερίχυτε, ηλιοθρεμμένε Υπερίων, μήπως ήλθε επιτέλους η ώρα να προσαγάγετε κάποιον ύποπτο για το φόνο της Αρήτης; Είστε τόσο καιρό στο σταθμό και δροσιά δεν είδαμε».

          «Είστε άδικη, κυβερνήτα. Συμμετείχα και βοήθησα την Ασφάλειά σας στη σύλληψη του Ικαρομένιππου, ενώ ξεσκέπασα και τις παράνομες δραστηριότητες της Λασθίνιας, που δρούσε δηλητηριωδώς ως φίδι στον κόρφο σας, χωρίς να την έχετε πάρει μυρωδιά».

          «Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει, από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα, ήγουν αν θέλεις, έλα, τιτάν τεθωρακισμένε και γι’ αυτό αναίσθητε. Εμένα με ενδιαφέρει πρωτίστως η υπόθεση της Αρήτης και ως προς αυτήν προχωράτε σαν τον κάβουρα. Η διοίκηση του Σειρίου, η εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία, η εταιρία εκμετάλλευση της Λήμνιας Σφραγίτιδας, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η κοινή γνώμη, οι κάτοικοι του σταθμού, όλοι με έχουν πιάσει από το λαιμό και με σφίγγουν. Βάλε τουλάχιστον αυτή την έρμη την τηλεπαθητική σύνδεση χριστιανέ μου ή μάλλον τιτανέ μου, για να μπορείς να συνεργάζεσαι ανεμπόδιστα με τη Νέα Αρκαδία!»

          «Άντε πάλι. Ε που να πάρει, δεν σάς αντέχω άλλο, δεν βάζω τηλεπαθητική σύνδεση που να σκάσετε όλοι! Τέλος πια με την εμμονή και την ξετσίπωτη καταπίεσή σας, έχω κι εγώ τις κόκκινες γραμμές μου».

          «Άκου ‘δω, ψωροϋπερήφανε πολεμιστή, αν έχεις εσύ κόκκινες γραμμές, έχω κι εγώ. Μέχρι τώρα έχω δείξει μεγάλη ανοχή, επειδή είσαι παλαίμαχος και μπλα, μπλα. Σού άφησα πολύ χρόνο για να γυρίζεις στο σταθμό και να παριστάνεις τον έξυπνο, αλλά πλέον απαιτώ αποτελέσματα. Αν σε δύο μέρες δεν εξιχνιάσεις το φόνο, παίρνεις πόδι από το σταθμό!»

          «Κυβερνήτα, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Δεν θα σε αφήσω να με κάνεις ρεζίλι σε όλο το τεταρτημόριο, θα κινητοποιήσω κι εγώ τις γνωριμίες μου και θα ισοφαρίζω κάθε κίνησή σου στον αιώνα τον άπαντα, έτσι ώστε να περιέλθει η διοίκησή σου μαζί με την διαταραγμένη τεχνητή νοημοσύνη σου σε διαρκές τεναγώδες αδιέξοδο! Άμα θέλεις, έλα εσύ να διεξαγάγεις τις έρευνες έχοντας στον ώμο σου τη μαϊμού της Νέας Αρκαδίας να σού ψιθυρίζει και να σού υπαγορεύει, αλλά μέχρι τώρα κι εσύ κι αυτή δεν ξέρετε ούτε την τύφλα σας παρά την ασύστολη φιγούρα σας και την επίδειξη ανωτερότητας. Πάψτε λοιπόν να μάς κραδαίνετε χάρτην, κάλαμον και μελανοδοχείον προς επίδειξιν της αμάθειάς σας».     

          Η κυβερνήτης μαλάκωσε:

          «Έλα τώρα, εύφλεκτε, ευερέθιστε τιτάνα μου, μην το πάμε σε αναμέτρηση εγωισμών ή επίδειξη δύναμης, όπως σε ξέρω, όλο και κάποιο ύποπτο θα έχεις εσύ στο μυαλό σου. Αποκάλυψέ τον μου λοιπόν να τού καρφιτσώσω προσωρινά τον φόνο στο πέτο κι αργότερα, όταν ευοδωθούν οι έρευνες, αναλόγως τον κρατάμε ή τον ελευθερώνουμε».

          «Α ώστε έτσι! Θέλεις προσωρινό ένοχο μέχρι να βρούμε τον οριστικό!  Έ όχι, κυρία Θουρία, τέτοιους θούριους να πας να τούς τραγουδήσεις αλλού! Πολύ απλά θα βγεις στις οθόνες και θα πεις το γνωστό τροπάρι, τη γνωστή μπαρούφα για ηλιθίους ότι εντός των ημερών οι τιτανικές αρχές θα προβούν σε συλλήψεις. Όλοι ξέρουν ότι αυτό δεν ισχύει, αλλά ο Τύπος θα ησυχάσει για μερικές μέρες. Και πράγματι δικαιολογείται αισιοδοξία, διότι ήδη το επιτελείο μου δια της εις άτοπον απαγωγής περιορίζει σταδιακά τον κύκλο των εν δυνάμει υπόπτων. Κι επειδή, όπως φαίνεται, ο βιοτεχνολογικός και βιοτηλεπαθητικός σταθμός σου είναι διεφθαρμένος μέχρι τα ίσαλα, όταν συλληφθούν όλα τα άλλα κυβερνητικά στελέχη σου για άλλες αιτίες, αυτός που θα μείνει θα είναι προφανώς ο δολοφόνος της Αρήτης. Περίμενε λοιπόν να ξεκαθαρίσω και να αποφλοιώσω έναν προς έναν τους απτηνοδύτες (πιγκουίνους) της κυβέρνησής σου και θα δεις ότι οσονούπω θα φτάσω στον ένοχο».

          «Δεν με φοβίζεις, ανδροπρεπή ανδρείε άνερ, εγώ εμμένω στις δικές μου παραδοχές και περιμένω εξελίξεις εντός δύο εργασίμων ημερών. Τέλος επικοινωνίας».

          «Ενεργητικέ και δραστήριε προϊστάμενε, τι έγινε;», είπε η Λητώ.

          «Μού έκλεισε το τηλέφωνο για να μην την αποστομώσω», είπε ο αγέρωχος Υπερίων.

          Συνέχισαν ακάθεκτοι για τις γιγάντιες σπηλιές του νότιου θόλου της Νέας Αρκαδίας, όπου στεγάζονταν τα εργοστάσια εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου των αστεροειδών, ο οποίος αφενός μεν έτρεφε τον οργανισμό της τεχνητής νοημοσύνης, αφετέρου παρείχε και ένα σωρό άλλα αδρανή υλικά, που υφίσταντο επεξεργασία και μετατρέπονταν σε ποικίλα χρήσιμα προϊόντα. Πιεστήρια, μηχανικοί βραχίονες, υποδοχές αυτόματης συναρμολόγησης τεμαχίων, μικρά αυτόματα οχήματα που πηγαινοέρχονταν σε σιδηρές τροχιές με ενεργές λυχνίες λειτουργίας πράσινου και κόκκινου φωτός κυριαρχούσαν στο μεστό ποικιλόμορφο τοπίο.

          Βρήκαν τον Μνησιπήμονα στο γραφείο του πίσω από τον κλασικό γυάλινο τοίχο. Ο διαχειριστής της κυβερνητικής κατασκευαστικής και τεχνικής εκμετάλλευσης του Δία ήταν ένας γενετικά τροποποιημένος άνθρωπος της εποχής του με αδρά χαρακτηριστικά που κανονικά θα παρέπεμπαν σε δυναμική αντιμετώπιση καταστάσεων, αλλά σ’ αυτόν συνοδεύονταν από μία φανερή μελαγχολία, μία βεβαιότητα ότι παρά τις ιδανικές προϋποθέσεις στο τέλος θα πάνε όλα στραβά, σαν να έκρυβε κάτι που αργά  ή γρήγορα θα ερχόταν στο φως.  

          Μόλις μπήκαν μέσα, προσπάθησε αδέξια και αμήχανα να μετακινήσει μερικά χαρτοκιβώτια ή πλαστικά δοχεία ή άλλα κυρία από πίλημα άνθρακα για  ανοίξει χώρο. Το γραφείο του ήταν γεμάτο με καννιβαλισμένους συντελεστές μηχανημάτων και άλλους δομικούς λίθους, σαν να έχει κάποιος αποσυναρμολογήσει κινητήρες ή γεννήτριες χωρίς να έχει αποφασίσει τι θα κάνει με τα σκόρπια αυτά υλικά.  

          «Σπάνια δέχομαι επισκέψεις εδώ κάτω», απολογήθηκε.

          Κοιτώντας από το γυάλινο διάφραγμα ο Υπερίων δήλωσε εντυπωσιασμένος. «Η εγκατάστασή σας, κύριε προκαθήμενε του συμβουλίου, κόβει την ανάσα».

          «Δε βαριέστε, κύριε αρχιτιτάνα, όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα εφευρετικότητας, αλλά αφειδούς χρηματοδότησης. Η εταιρεία εκμετάλλευσης χορηγεί πλούσια κονδύλια, αλλά απαιτεί και απόσβεση των επενδύσεών της. Ξέρετε τη νοοτροπία των τιτάνων του Σειρίου, όπου υπάρχει μία παραγωγική δραστηριότητα ενισχύεται χωρίς φειδωλία ή γλισχρότητα».

          «Μα τι παράγετε επιτέλους εδώ;»

          «Όλα και καθετί ξεχωριστά. Κυρίως ολόκληρο τον μηχανικό εξοπλισμό του βιότοπου της Νέας Αρκαδίας και όχι μόνο. Εφοδιάζουμε και διαστημόπλοια ή μακρινούς αναπτυξιακούς πλανήτες στο πλαίσιο της καταστέρισης των τιτάνων. Μιλάμε για συσσωρευτές από ένα πλυντήριο ή θερμοσίφωνα μέχρι ένα αεροπλάνο μέχρι και μαχαίρια και πιρούνια για το γεύμα ή το δείπνο. Πατήστε όποιον κωδικό θέλετε και αμέσως το επιθυμητό προϊόν θα εμφανιστεί ως δια μαγείας μπροστά σας. Το σύστημα παραγωγής είναι αυτόματο και θεωρητικά σχεδόν πλήρως αυτο- επισκευαζόμενο, πρακτικά όμως οι ταλαίπωροι υπάλληλοί μου αποκαθιστούν διαρκώς βλάβες και ζημιές. Στην πραγματικότητα βέβαια κατασκευάζουμε μηχανές που με τη σειρά τους φιλοτεχνούν άλλες σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι δαιμονικής δημιουργικότητας. Παράγουμε ύφασμα, πλαστικό, χαρτί ως είδος πολυτελείας για όσους απεχθάνονται τα ηλεκτρονικά σημειωματάρια, έχουμε πλήρεις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης, αν και βέβαια κάποια αποτρίμματα και αποξύσματα δεν μπορούν να επαναξιοποιηθούν και αποβάλλονται από τα έντερα της Νέας Αρκαδίας».

          «Όπως ευρέως κυκλοφορεί, έχετε μία καταβόθρα, έναν υπερμεγέθη καταπιώνα, που καταβροχθίζει ό,τι πετάει κι ό,τι κολυμπάει στο εξωτερικό διάστημα, αερόλιθους, αστεροειδείς, κομήτες, μετεωρίτες, διαστημικά θραύσματα κ.λπ.»

          «Ισχύει. Η Νέα Αρκαδία καταναλώνει εννιακόσιες χιλιάδες τόνους πετρωμάτων κάθε μέρα. Και μη νομίζετε, η βιοτεχνολογική μας παιδίσκη είναι ακόμη στην ανάπτυξη!». Ο Μνησιπήμων έδειξε στους υπομονετικούς επισκέπτες μία εικόνα από το νότιο πόλο της διαστημικής προσωπικότητας, όπου υπήρχε στραμμένος προς τα κάτω ένας τεράστιος κύλινδρος, ένας ολοστρόγγυλος κρατήρας στεφανωμένος με μυτερά αγκάθια που θύμιζαν νωχελικές βλεφαρίδες.  Έμοιαζε σαν μία θαλάσσια ανεμώνη καταδυόμενη από το υπόγειο του υπερκείμενου πολύποδα, σαν αντλία ιχθυοτροφείου που απορροφά αδιακρίτως κάβουρες και αστακούς. Θηριώδη πελώρια τεμάχια πάγου και βράχων αποτελούμενων από ποικίλες πολύτιμες γαίες, που έκαναν το λάθος να αρμενίζουν εντός του χωρικού διαστήματος και της χωροκρηπίδας του σταθμού σύρονταν και ελκύονταν αναπότρεπτα από τη λαίμαργη χοάνη του. Διοχετεύονταν σε ένα είδος διαφανούς αντιδραστήρα ή μάλλον συστελλόμενης – διαστελλόμενης κοιλίας, όπου κοπανίζονταν, τρίβονταν και λειαίνονταν σε κόκκους μεγέθους χαλικιού. Έπειτα η χρήσιμη μάζα περνούσε από ποικίλους διαχωριστικούς σωλήνες – πόρους λεπτούς σαν τριχίδια και κατέληγε σε πολυάριθμα διαμερίσματα και θαλάμους, όπου γινόταν η επεξεργασία των υλικών. Ακόμη ακριβέστερη περιγραφή της διαδικασίας θα ήταν ότι η οργανική σούπα υφίστατο διήθηση -διύλιση μεταξύ των διαφόρων αλλεπάλληλων στοιβάδων – μεμβρανών της βιοτεχνολογικής προσωπικότητας. Ειδικά μεταλλικά ένζυμα διασπούσαν τον μεστό πολτό στα ατομικά του στοιχεία. Η διαδικασία εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων από την προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη. Ένα μέρος της πολυσυστατικής μανέστρας μετατρεπόταν σε υγρή τροφή, δια της οποίας καθίστατο δυνατή η  μίτωση του ιστού- πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, της ύλης που συγκροτούσε τον σταθμό. Τα μη οργανικά μέρη, που όμως καθόλου δεν θα έπρεπε να υποτιμώνται, διότι συνιστούσαν πολύτιμες ουσίες και ενώσεις, καθώς και ξηρά κονιάματα προς πάσα νόμιμη χρήση, αποθηκεύονταν σε προβλεπόμενους προς τούτο χώρους. Τα τοξικά απόβλητα εκβάλλονταν από ένα ευρύπυγο αφεδρώνα, τον μεγαλύτερο που υπήρξε ποτέ στο Σύμπαν και το λέμε αυτό γιατί στην εποχή των τιτάνων εκτιμάτο πολύ το πρότυπο της εύσαρκης και εύρωστης γυναίκας που ήταν σαν πλατύ φορτηγό καράβι φορτωμένο με πίσσα (τούς άρεσαν πολύ τα μαυροτσούκαλα, μελαμψές σοκολατένιες κρεολές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεχόμαστε την εκδοχή της μαύρης Αφροδίτης).

          Ο Υπερίων ήταν σε μία κατάσταση έκστασης αντιμέτωπος με όλα αυτά τα ασύλληπτα επιτεύγματα:    

          «Δηλαδή η Νέα Αρκαδία είναι τελείως ανεξάρτητη και αυτόνομη; Είναι τόσο αυτάρκης, ώστε δεν εισάγει τίποτε;»

          Ο Μνησιπήμων απάντησε, όπως ταίριαζε στο αξίωμά του:

          «Όχι απλά είναι, αλλά πρέπει να είναι, διότι είναι η πρώτη από πολλές άλλες βιοτεχνολογικές προσωπικότητες, που είμαστε έτοιμοι να σπείρουμε στο Σύμπαν. Θα υπάρξει στο μέλλον το Τρωικόν Παλλάδιον ή ο Κέκροψ ο Οφιοειδής ή ο Έλλοψ ο Θηρευτής, όλα αυτά είναι μελλοντικά όντα από πολύποδα, που σχεδιάσει να φυτεύσει η Συνομοσπονδία του Σειρίου για μία νέα εποχή ακμής της ανθρωπότητας».  

          «Αλλά σίγουρα όμως εξάγετε, αφού μάλιστα παράγετε τόσα πολλά και θαυμαστά προϊόντα», συνέχισε την εξέταση μάρτυρος και τη βολιδοσκόπηση ο Υπερίων, οδηγώντας τη συζήτηση με επιδεξιότητα διευθυντή ορχήστρας εκεί που ήθελε αυτός.

          «Εννοείται…Τι λέμε τόσην ώρα;», απάντησε ο Μνησιπήμων, χάνοντας ξαφνικά κάθε ενθουσιασμό ή ζήλο αφήγησης επιτευγμάτων, αν κι αυτό το διστακτικό εσωστρεφές πλάσμα ήταν έτσι κι αλλιώς δύσκολο να νιώσει αγερωχία ή υπερφροσύνη. Ίσα- ίσα μάλιστα άρχισε να εισχωρεί στην ούτως ή άλλως πεσμένη διάθεσή του το ένστικτο αυτοσυντήρησης, η επιφυλακτικότητα, η υπεκφυγή, όταν σαν κεραυνός τον διαπέρασε η διαπίστωση ότι ο τιτάνας δεν είχε έλθει για εθιμοτυπική επίσκεψη, αλλά για κεκαλυμμένη ανάκριση.

          Ο τιτάνας συμβουλεύτηκε το ηλεκτρονικό του σημειωματάριο.

          «Βλέπω εδώ ότι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν του σταθμού ανάμεσα βέβαια σε χιλιάδες άλλα είναι οι οργανοφωσφίνες. Γιατί άραγε, σε τι χρησιμεύουν αυτές;»

          Το μάτι του ειδικού φωτίστηκε λίγο από τη γνωστική εκείνη σπίθα, στην οποία κανείς επαϊων ή ειδήμων σε ένα θέμα δεν μπορεί να αντισταθεί, γιατί τού δίνει την ευκαιρία να επιδείξει τις γνώσεις του. Ξέχασε ότι είχε απέναντί του έναν επιστημονικό αξιωματικό του Αστροστόλου που μόνο αλιευτικά και υποβολιμαία έκανε ερωτήσεις. Η διαφορά του Υπερίωνα από ένα φωτεινό παντογνώστη – υπολογιστή ήταν ότι ο μεν τελευταίος περιείχε όλες τις νοητές πληροφορίες, ο Υπερίων όμως κατείχε όλες τις συνδέσεις μεταξύ των πληροφοριών, τους πνευματικούς συνδέσμους μεταξύ των πραγμάτων, τις ανεπαίσθητες ενδείξεις και τα κρυφά υπονοούμενα που οδηγούν αργά ή γρήγορα σε μία στέρεη φανερή αλήθεια.     

          «Κυρίως για καυστικά λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα, εντομοκτόνα και παρασιτοκτόνα, μη ξεχνάμε ότι περιέχουν χαλκό, αμμωνία και ενώσεις του θείου. Ιδανικό για καλλιέργεια, τόσο για την βασανισμένη Γη, στην οποία καμία αγρανάπαυση δεν επιτρέπεται, όσο και για τους αναπτυξιακούς πλανήτες».      

          Ο Υπερίων ξανακοίταξε τον κατάλογο των προϊόντων της Νέας Αρκαδίας που είχαν ήδη διοχετευθεί στην κατανάλωση ή προορίζονταν για εξαγωγή.

          «Ξέρετε τι μού κάνει εντύπωση, ώ ευγενέστατε μεταλλευτή και εκμεταλλευτή, διεισδυτικέ και διαπεραστικέ εξορύκτη; Δεν υπάρχουν καθόλου πολύτιμα ευγενή μέταλλα στις εξαγωγές σας. Διερωτώμαι, οι αστεροειδείς που μασάει η καταβόθρα της Νέας Αρκαδίας δεν περιέχουν άραγε χρυσό, λευκόχρυσο, ασήμι;»

          «Αυτά διαχωρίζονται χημικά και παραδίδονται με απόδειξη στην κυβερνήτρια Θεανώ Θουρία και μοιράζονται ακριβοδίκαια στους απανταχού ηγέτες των πλανητών για να κοσμούν τα ανάκτορά τους. Αυτό ισχύει για τους συμβεβλημένους πλανήτες της Συνομοσπονδίας, στους υπόλοιπους μη ευθυγραμμισμένους πλανήτες πωλούνται έναντι τιμήματος».  

          «Μάλιστα. Νέα Αρκαδία, πες μου επακριβώς ποια είναι η ποσότητα πολύτιμων μετάλλων που διαθέτεις αυτή τη στιγμή στις αποθήκες σου και είναι στη διάθεση της κυβερνήτου».

          «Υπερίων, διαθέτω χίλιους οκτακόσιους ενενήντα πέντε τόνους αργύρου, εξακόσιους πενήντα τρεις τόνους χρυσού, οκτακόσιους είκοσι επτά τόνους λευκόχρυσου, διακόσιους εβδομήντα οκτώ τόνους διαμαντιών, εκατόν δώδεκα τόνους πολύτιμων γαιών που χρησιμοποιούνται για κινητά τηλέφωνα…»

          «Παύσις. Δεδομένου ότι η ιεραρχία πολυτιμότητας των πετρωμάτων καθορίζεται από τη σπανιότητά τους, πώς είναι δυνατόν να κατέχεις προς μελλοντική διάθεση ή εκποίηση λιγότερο χρυσό από λευκόχρυσο;»               

          Στο σημείο αυτό η Νέα Αρκαδία για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά έβγαλε το σκασμό.

          «Μπορεί να συμβεί», είπε με χαρακτηριστική χρονοκαθυστέρηση ο Μνησιπήμων. «Εξαρτάται από τη σύσταση των μετεωριτών και…»

          «Όπως είπαμε προηγουμένως», συνέχισε ανελέητα και αδυσώπητα ο τρομακτικός Υπερίων, «το κύριο προϊόν εξαγωγής σας είναι οι οργανοφωσφίνες. Με ποιο πολύτιμο μέταλλο συνήθως συνδέεται η ανθρακική αλυσίδα των ουσιών αυτών, όπως ξέρει ακόμη και η υποσκάζουσα χωλή Ωραία και Πικρή ή, όπως θα έλεγαν οι χριστιανοί, η κουτσή Μαρία;»

          «Με το χρυσό….με το χρυσό…», απάντησε ο Μνησιπήμων, που ήταν σαν να είχε βγάλει τη χρυσή.

          «Και πώς αποκτάται αυτός ο χρυσός από τις οργανοφωσφίνες, αδιαφιλονίκητε ειδήμων των πετρωμάτων;»

          «Με έκπλυση … με έκπλυση», επανέλαβε τελετουργικά, όπως η σύγχρονη Γαλάτεια λέγει «στην Ισπανία, στην Ισπανία” στο μουσικό έργο “Ωραία μου Κυρία”.  

           «Γνωρίζετε, κύριε Μνήμονα του Πόνου και των Παθημάτων, ότι η εξωτερική επιφάνεια των οχημάτων μεταφοράς, τα οποία διασχίζουν το σταθμό σας, βρίθει ψηγμάτων χρυσού, όπως κατέδειξε περιτράνως έρευνα της υφισταμένης μου Ευρύβιας; Τι γίνεται εδώ, παθέ αλλά όχι μαθέ, πολύς χρυσός κυκλοφορεί, πολύ μη καταγεγραμμένο χρυσάφι».

          Στο σημείο αυτό ο Μνησιπήμων πάτησε ένα κουμπί και εξαφανίστηκε σε μία χάσκουσα καταπακτή.

          «Τι διάολο», είπε ο Υπερίων, «τόσο φτηνή, πρωτόγονη, ερασιτεχνική και εντελώς μη εξεζητημένη διαφυγή! Με απογοητεύει ο εγκληματίας αυτός. Νέα Αρκαδία, μπορείς να εντοπίσεις πού είναι ο Μνησιπήμων αυτή τη στιγμή;»

          «Υπερίων, ο διευθυντής της εταιρείας εκμετάλλευσης Δία καταποντίστηκε στις σήραγγες των πεπτικών μου οργάνων».

          «Δώσε μου αμέσως εικόνα για το πού βρίσκεται!»

          «Υπερίων, παραδόξως λαμβάνω σήμα μόνο από τα μισά κύτταρα του εντέρου μου σαν να υπάρχει κάτι που να φράζει τους αισθητήρες ολόκληρων τμημάτων του πεπτικού και χωνευτικού σωλήνα, όπως μία γυναίκα αισθάνεται την επαφή του πέους μόνο στην είσοδο του κόλπου, όχι όμως και στα υψηλότερα κλιμάκια ή τοιχώματα, εκτός αν είναι μητέρα, οπότε αναπτύσσει ευαισθησία και στον πυθμένα του κόλπου…»

          «Παύσον. Σκασμός. Νέα Αρκαδία, πρόβαλλέ μου αμέσως ποια τμήματα του εντέρου σου δεν έχουν ευαισθησία. Επίσης, μη με προσφωνήσεις ξανά, όταν μού μιλήσεις, γιατί το κάνει και η γυναίκα μου αυτό, όλο Υπερίων και Υπερίων, κι αυτό το πράγμα αρχίζει να μού τη δίνει στα νεύρα και μάλιστα άσχημα».

          «Υπ…, συγγνώμη, δαιμόνιον μειράκιον αστροστολικόν, τέλος πάντων βλακείες λέω, δεν χρειάζεται προσφώνηση, ιδού το σχεδιάγραμμα των εντέρων μου με τονισμένη την επιφάνεια, όπου δεν έχω πρόσβαση αισθητήρων».

          Το σχεδιάγραμμα έδειχνε μία κυκλοτερή περιοχή που ήταν σαν επιταχυντής σωματιδίων!

          «Νέα Αρκαδία, από ποιο υλικό είναι φτιαγμένος ο διάδρομος αυτός, όπου δεν έχεις πρόσβαση».

          «Είναι φτιαγμένος από ορείχαλκο».

          «Ορείχαλκο Ατλαντίδας ή κοινό χυδαίο ορείχαλκο;»

          «Ορείχαλκο Ατλαντίδας, πυρώδη και ηπατίζοντα, όπως ορθά διέγνωσες, αλάνθαστε πανεπιστήμων, ήγουν όχι κράμα χαλκού και ψευδάργυρου, αλλά κράμα χρυσού και χαλκού, όπως οι πύλες της πατρίδας σου Ατλαντίδας, μέγα γόνε του Ηριδανού!»

          «Ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση, αλλά δεν τσιμπάω. Ώστε ο κυκλικός διάδρομος είναι φτιαγμένος από ορείχαλκο. Είσαι σίγουρη ότι δεν μπορείς να δεις τι γίνεται μέσα;»

          «Σού είπα, τρανέ τσιμεντοτιτάν, Τάλω από οπλισμένο σκυρόδεμα, ότι υπάρχει φραγή αισθητήρων σε όλο αυτό το σχήμα που βλέπεις στην οθόνη».

          «Δηλαδή ο Μνησιπήμων βρίσκεται στο κρυφό κουκουλωμένο τμήμα του εντέρου που μού δείχνεις;»

          «Λογικά ναι, γιατί το ίχνος του δεν υπάρχει πουθενά αλλού».

          Ο Υπερίων συλλογίστηκε βαθέως:

          «Πρόκειται για μία περίσταση εξαιρετικά δυσχερή. Προφανώς ο Μνησιπήμων μπήκε σε διάδρομο επιταχυντή σωματιδίων, αυτό που αλλιώς λέγεται “ιόν – κυκλοτρόν”. Εδώ, οι συνέπειες και επιπτώσεις που προβλέπονται, ξεπερνούν κάθε φαντασία. Αν αναμένεται μετά πιθανότητας επικείμενη σύγκρουση σωματιδίων, αυτό θα δημιουργήσει ένα νέο σύμπαν μέσα στο δικό μας, που σταδιακά και προοδευτικά θα αυξηθεί και θα καταλάβει την υφιστάμενη επικράτεια πέρα ως πέρα. Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο ο Μνησιπήμων δρομολόγησε αυτή τη διαδικασία…»

          «Εγώ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο δέσμευε χρυσό, για να χρηματοδοτήσει τον επιταχυντή;», αναρωτήθηκε η Λητώ.  

          «Και για να τον χρηματοδοτήσει και για να τον κτίσει, αφού όπως είδαμε αποτελείται από ορείχαλκο Ατλαντίδας, αλλά χρησιμοποιεί χρυσό και για τον ρου του επιταχυντή. Τα παραπέρα θα στα πω καθ’ οδόν, αφού βρω κάποιον να μού ανοίξει τον διάδρομο. Για να δούμε, αν μπορούμε ν’ ανοίξουμε αυτή την καταπακτή.»

          Προσπάθησε να βρει μία λαβή ή μία εσοχή, αλλά η καταπακτή μετά τη χρήση ήταν σαν να είχε σφραγιστεί με βουλοκέρι, είχε λιώσει και είχε ενωθεί με το δάπεδο, θα χρειάζονταν ώρες διάτρησης ως αντίθετης της οξυγονοκόλλησης για να προκληθεί τρύπα.

          Στη συνέχεια βρήκε έναν τεχνικό και είπε στην Νέα Αρκαδία να τούς διακτινίσει ακριβώς έξω από τον διάδρομο- επιταχυντή και πίσω από την ενεργειακή ασπίδα που τον καθιστούσε απροσπέλαστο. Ήδη στέκονταν μπροστά σε μία μεταλλική μυική μεμβράνη- ίριδα προορισμένη για συντήρηση και προσπαθούσαν να την ανοίξουν με παραδοσιακά μέσα, πρωτόγονα για μία τόσο εξελιγμένη εποχή, δηλαδή λοστούς και αξίνες και φλόγιστρα οξυγονοκόλλησης  και εν προκειμένω οξυγονοκοπής. Ο ορείχαλκος ήταν βαρύ και ασήκωτο υλικό και αντιστεκόταν σθεναρά.

        «Πρόκειται για επιταχυντή σύγκρουσης που σπρώχνει χρυσόνια με ταχύτητες λίγο χαμηλότερες από το φως. Τόσον καιρό αυτή η τεράστια εγκατάσταση ήταν κρυφή, χωμένη στα έντερα της Νέας Αρκαδίας, ένας λόγος ακόμη, που προστίθεται και δικαιώνει τη γενική μου δυσπιστία για την ουσιαστική σημασία αυτού του ρηξικέλευθου τεχνουργήματος. Επιβεβαιώνομαι για μια ακόμη φορά, ότι η απόλυτη διαφάνεια και η συγχρονική διάσκεψη κρύβουν στα μύχια τους τα μεγαλύτερα μυστικά».  

        «Καλά, πώς δουλεύει αυτό το πράγμα, προϊστάμενε; Γιατί η εγκατάσταση χρησιμοποιεί χρυσό;», ρώτησε η Λητώ.

          «Συγκαταβαίνω και στέργω να απαντήσω στο άκαιρο ερώτημά σου, υποπλοίαρχε, μόνο και μόνο λόγω της ευκαιρίας και του χρονικού παράθυρου που μας προσφέρει η οξυγονοκοπή της ίριδας. Η προβληματική για το ποια υλικά χρησιμοποιούν οι επιταχυντές αδρονίων είναι ότι συχνά οι βαρείς πυρήνες, κατάλληλοι για σύγκρουση μεγάλης κοσμικής ενέργειας που να φτάνει ακόμη και σε Μεγάλη Έκρηξη,  τείνουν να καταπέσουν και να περιπέσουν σε ραδιενεργά μέρη. Η φύση προσθέτει στη δομή των ατομικών πυρήνων για κάθε πρωτόνιο περισσότερα αφόρτιστα ουδετερόνια για να εμποδίσει την αλληλο- απώθηση των φορτισμένων σωματιδίων. Αυτή η στρατηγική λειτουργεί μέχρι και το στοιχείο του χρυσού, που είναι ως προς τη σταθερότητα το μέγιστο επίτευγμα της φύσης. Εδώ απαιτούνται 118 ουδετερόνια για να συγκρατήσουν 79 πρωτόνια. Δηλαδή με 197 πυρηνοσωματίδια ο χρυσός ανήκει στα πιο βαριά μέταλλα. Όπως  σε όλα τα θέματα, προβλέπω ότι οι νεότερες γενιές θα ευτελίσουν τις διαδικασίες και θα στραφούν προς το φτηνότερο ουράνιο με πυρήνα 238 πυρηνοσωματιδίων, του οποίου όμως οι πυρήνες έχουν λιγότερες πιθανότητες μετωπικής σύγκρουσης και περισσότερες πιθανότητες ραδιενεργής αστάθειας και αντίδρασης. Μα τι μπόχα είναι αυτή επιτέλους;»   

          «Είναι τα έντερα της Νέας Αρκαδίας, αυθέντα», απάντησε ο τεχνικός με τον πυρσό και τους λοστούς. «Όπως καταλαβαίνετε, περιέχουν μεγάλες ποσότητες δυσωδών πορδοκλανικών αερίων λόγω της χώνεψης των αστεροειδών».

          «Ναι, μωρέ, ενώ τα δικά σας μοσχοβολάνε», δεν άντεξε να μην πει η Νέα Αρκαδία.  

«Συχνά μάλιστα», συνέχισε ο έμπειρος τεχνικός, «τα αέρια μεθανίου παγιδεύονται στις στροφές των συστρεφόμενων πολυποδικών  διαδρόμων και σε δεδομένη περίσταση απελευθερώνονται εκρηκτικά σαρώνοντας τα πάντα ως την έξοδο του πρωκτού. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί σε μάς αυτό, διότι θα παρασυρθούμε και θα εκβληθούμε βιαίως από τα σωθικά της Νέας Αρκαδίας και δεν υπάρχει κανένας αεροφράκτης για να εμποδίσει τον αποσυμπιεστικό μας εξοβελισμό.»

          Ο Υπερίων και η Λητώ έβηχαν ακατάπαυστα, τα πνευμόνια τους συνεγείρονταν και ανεβοκατέβαιναν για να εξαγάγουν οξυγόνο από τα αποπνιχτικά δηλητηριώδη αέρια. Σαν να μην έφτανε αυτό, το έδαφος κάτω από τα πόδια τους συσπώνταν, ιλυσπώνταν  και συστρεφόταν διαρκώς και τούς κηλίδωνε τις μπότες με κίτρινη μύξα, απεχθή λοιμώδη βλέννα και σιχαμένο φλέγμα πτυελοδοχείου, και να ‘ταν  μόνο τα υποδήματα, οι υπερυψωμένες λάχνες των τοιχωμάτων τούς πιτσίλιζαν περιοδικά με καφέ κοπρώδες υγρό και άλλα πυκνότερα ή αραιότερα αποστάγματα περιττωμάτων και λυμάτων. Το κύμα του σκατός (ονομαστική «το σκωρ») πλημμύρισε προοδευτικά τις στρατιωτικές τους αρβύλες και έφθασε αισθητά πάνω από τους αστραγάλους σε βαθμό που οι αξιωματικοί του Αστροστόλου και ο τεχνικός της βάσης κόντευαν να χάσουν την ισορροπία τους και να σωριαστούν μέχρι το λαιμό στον πηχτό οργανικό ζωμό και αποτρόπαιο εκκριτικό οπό. Μα τι διάολο, τι είχε φάει αυτή η Αρκαδία, μιλάμε ότι τα απόβλητά της βρομούσαν σε βαθμό κακουργήματος. Όταν η στάθμη του υπονόμου έφτασε μέχρι το καλάμι των πλοιάρχων – υποπλοιάρχων, προστέθηκε στο βάσανό τους και την απροσδόκητη δοκιμασία τους και το κρύο, ένιωθαν ξυλιασμένοι εσωτερικά, αλλά περιέργως πως το εξωτερικό τους δέρμα έκαιγε σαν να τού είχαν ρίξει οξύ, διαβρωτικό και διασπαστικό για το πετσί. Σιγά-σιγά οι τοξικοί παράγοντες του σταθμού διατρυπούσαν το λίγο λίπος των αστροναυτών και χώνονταν στους μύες και τα κόκκαλά τους κατά τρόπον, ώστε η  φωτιά έφτανε ως το διάφραγμα, τον οισοφάγο, ακόμη και το στόμα. Οι ήρωες μας κατέληξαν να τρέμουν σπασμωδικά, αγκαλιάζοντας το ίδιο τους το κορμί.

          «Κύριε ανώνυμε τεχνικέ, κύριε αφανή ήρωα κάθε αφήγησης, σε εξορκίζω, τώρα είναι η ώρα να φέρεις αποτελέσματα. Αυτή είναι η στιγμή, που σε όλες τις ταινίες και τις τηλεοπτικές συνέχειες γίνεται η μεγάλη υπέρβαση, η καταλυτική και καθοριστική διάρρηξη της πλοκής, όπου ο αρμόδιος (και αριστογείτων) πρωταγωνιστής κάνει το μεγάλο κατόρθωμα κι έτσι το έπος βαδίζει- εκτυλίσσεται προς το επόμενο κεφάλαιο και την οριστική λύση και κάθαρση. Αν όμως εσύ σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο αποτύχεις, τότε κατά μία έκφραση που κατά πάσα πιθανότητα θα μετέλθουν οι κληρονόμοι- απόγονοί μας “χέστα”».  

          «Μισό λεπτό, προϊστάμενε, αφού όπως υπονοεί η λέξη, στον επιταχυντή κυριαρχούν μεγάλες ταχύτητες, αν μπούμε μέσα χωρίς προφυλάξεις μπορεί κάποιο χρυσόνιο να μάς τρυπήσει το κρανίο σαν βλήμα πυροβόλου όπλου».

          «Ο επιταχυντής είναι κλειστός, ίσως εδώ και μέρες», παρενέβη ο τεχνικός. «Τα ‘πα στον κύριο του Αστροστόλου, μισά πριν από τη διακτίνιση και μισά μετά, γι’ αυτό δεν τα ακούσατε». Σχεδόν ταυτόχρονα, ανοίγοντας τρύπα στο κέντρο, όπου συνέκλιναν οι λεπίδες της μεταλλικής μυϊκής μεμβράνης με αποτέλεσμα αυτές να ανοίξουν αυτόματα, είπε: «Ιδού, ο δακτύλιος είναι στη διάθεσή σας».  

          Μπήκαν μέσα στο ορειχάλκινο περίβλημα, όπου το περιβάλλον ήταν τόσο (από -) κοσμο, καθώς οι ηπατίζουσες αποχρώσεις δεν ήσαν ξεκάθαρες σαν τον οίνοπα πόντο του Ομήρου, ενώ υπήρχε μία εντύπωση σαν κάτι απροσδιόριστο να χάσκει, σαν το μηδέν να ανοίγεται προς το άπειρο ή αντιστρόφως, σαν τα ίδια τα σώματα των αξιωματικών να διαστέλλονταν και να κορδελιάζονταν κατά μήκος του διαδρόμου, έτοιμα να στρίψουν στην στροφή σαν προεκτεινόμενες χρωματιστές λωρίδες καλλιτεχνικής φωτογραφίας.  

          «Λητώ ηρέμησε και θυμήσου την εκπαίδευσή σου», παραίνεσε ο Υπερίων. «Είμαστε αριστοτελιστές και πιστεύουμε στην αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά είμαστε και δημοκρίτειοι με επίγνωση ότι “κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”. Εμείς θα αυτοσυγκεντρωθούμε ώστε να φανούν οι δομές μέσα στο χάος και στη φθορά, ώστε τα σκόρπια στοιχεία να αποκτήσουν νόημα, ώστε να οφθεί εν μέσω του ωκεανού η ξηρά».

          Όταν τα μάτια συνήθισαν και έστριψαν και αρκετές καμπύλες του διαδρόμου, πατώντας σε σκληρές εκβολάδες βηρυλλίου και άλλων οργανομεταλλικών υπολειμμάτων, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε μία αιωρούμενη λαμπρή πολύχρωμη σφαίρα, που τούς έφθανε σχεδόν μέχρι τη μέση και αντανακλούσε γύρω-τριγύρω ποικιλόχροες, επαλλάσσουσες ανταύγειες και λάμψεις. Δεν φαινόταν καλά αν η σφαίρα κινούνταν, αφού υπήρχε η στροβοσκοπική εντύπωση ότι είναι ακίνητη, ούτε αν ήταν ακανόνιστη ή πεπιεσμένη, αφού εμφιλοχωρούσε η καλειδοσκοπική αντίληψη ότι είναι συμμετρική.

          «Αφεντικό», είπε δουλικά η Λητώ, «ο καταγραφέας δεν δείχνει καμία βιολογική ένδειξη του Μνησιπήμονα σε κανένα σημείο του διαδρόμου. Είναι σαν να αναλήφθηκε στους ουρανούς».

          «Μάλλον πρέπει να βρήκε τρόπο να εισχωρήσει στο τεχνούργημα. Είναι σίγουρα μέσα στη σφαίρα».

          Η Λητώ πήγε να βάλει το δάκτυλό της απορώντας «τι είναι αυτό» πάνω στην επιφάνεια της σφαίρας για να δει αν υποχωρεί, όπως το κοριτσάκι εκείνο που έβαλε το δακτυλάκι σε μία ρωγμή για να διατηρήσει τη συνοχή ολόκληρου υδροηλεκτρικού φράγματος. Ο Υπερίων όμως τής το χαστούκισε.

          «Λητώ, είσαι αξιωματικός του Αστροστόλου κι όχι καμιά χαζή και δεν μπορεί διαρκώς να απορείς. Μη βάζεις το δάκτυλο, γιατί το τεχνούργημα δύναται ενδεχομένως να σε ρουφήξει μέσα. Είναι ένας άλλος κόσμος, ακόμη χειρότερα μία άλλη Δημιουργία».

          «Μία Δημιουργία μέσα στη δική μας; Αυτό δεν γίνεται, οι Δημιουργίες του Σύμπαντος δεν είναι επάλληλες, αλλά διαδοχικές. Επιπλέον προηγείται πάντα μεγάλη έκρηξη ή είσρηξη. Αν ένα Σύμπαν δημιουργούνταν μέσα στο δικό μας, θα μάς εκτόπιζε, θα μάς καταλάμβανε, θα μάς ρευστοποιούσε, θα μάς έκανε χαλκομανία»   

   «Δεν κατάλαβες», είπε ο Υπερίων. «Η μεγάλη έκρηξη – είσρηξη έχει ήδη συμβεί. Και το Σύμπαν μέσα στο Σύμπαν ήδη αυξάνεται και διογκώνεται!».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο: ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ  

Ο Υπερίων μπήκε στο γραφείο ετοιμότητας κυβερνήτη του «ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ» μετά από τόσον καιρό. Στον τοίχο υπήρχε η επιγραφή «τους νικώντας στεφανώσατε κοτίνου στεφάνω», ενώ κοντά στο παράθυρο και πάνω σε βάθρο θρονιαζόταν η μικρογραφία του σκάφους μέσα σε γυάλα, ξέρετε ο γνωστός  εμπρόσθιος δίσκος διακυβέρνησης που είναι μπροστά από τις δύο γόνδολες- ατράκτους, όπου και τα τρία αυτά συνδέονται με πυλώνες με έναν υποκάτω κύλινδρο.     

Επέλεξε βέβαια να πάει αυτός στο γραφείο του συνταξιούχου πλοίαρχου παρά αντιστρόφως γιατί διατηρούσε πάντα αυτόν τον παλιό σεβασμό απέναντι σε κάποιον που ανέκαθεν ήταν ανώτερός του και κυρίως είχε κερδίσει στο πεδίο της μάχης τον σεβασμό του.  

          Ο Προμηθέας προσποιήθηκε ότι αιφνιδιάστηκε:

          «Τι γυρεύεις εδώ καλικάντζαρε με τα μυτερά αυτιά;», του είπε περιπαικτικά.

          «Έψαχνα να βρω τον εν ενεργεία πλοίαρχο του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα για μία υπόθεση. Αλλά φαίνεται έκανα κάποιο λάθος και μπήκα στην αίθουσα των απολιθωμάτων ή σε κάποιο νεοσύστατο μαυσωλείο που δεν υπήρχε στην εποχή που υπηρέτησα εγώ».

          «Υπερίων, πόσο χαίρομαι που συναντιόμαστε και πάλι και μπορούμε να προσβάλουμε ο ένας τον άλλον ελεύθερα! Παραδέχομαι ότι το δικό σου αστείο ήταν ανώτερο από το δικό μου, με νικάς ένα- μηδέν».

          «Σεβαστέ συνταξιούχε, γνωρίζεις πολύ καλά ότι οι Ατλάντες από τον Ηριδανό δεν κάνουν αστεία. Πραγματικά ζητώ τον πλοίαρχο του Βενοβίνδα. Πού είναι;»

          «Βρε πονηρέ αθεόφοβε θεομπαίχτη, δεν ξέρεις ότι μού επέτρεψαν κατ’ εξαίρεση να βγάλω την παλιά ναυαρχίδα από τους ναφθώδεις λιθάνθρακες (ναφθαλίνη) και να την οδηγήσω εγώ στην εκτέλεση αυτού του ξεφτιλισμένου θελήματος, σ’ αυτή την ταπεινωτική για ένα πλοίαρχο διανομή γάλακτος στη γειτονιά;»

          «Ισόθεε Προμηθεύ, μη ξεχνάς αυτό που είπε ο Επαμεινώνδας, όταν τού ζήτησε η διοίκηση της Θήβας να πλακοστρώσει ένα δρόμο και οι Θηβαίοι απορούσαν πώς αυτός ο μέγας στρατηλάτης καταδεχόταν να κάνει αυτή τη δουλειά. “Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος”».

          «Πολύ σωστά. Και όσο αφορά τουλάχιστον στην παλιά μας αρχόντισσα», είπε ο Προμηθέας χτυπώντας το δάπεδο με το τακούνι του, «είναι σαν αθάνατο έπιπλο από καλό ξύλο καρυδιάς και πάντα σε θέση να μάς συντροφέψει μέχρι το χείλος της αβύσσου και μέχρι την οροφή του στερεώματος, ακόμη κι αν τα πυροβόλα της έχουν παροπλιστεί!»

          «Δεν μάς είπες όμως, πώς τα περνάς στο κτήμα του Κενταύρου;»

          «Ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας, όπως έλεγε κι εκείνος ο Ρωμαίος ρήτορας, ο Κικέρων, μέγιστος αντιγραφέας της δικής μας σοφίας, αλλά και ανία μέχρις εσχάτων. Ψάρεμα, όπου εκτίθεμαι μη πιάνοντας ούτε λέπι μέχρι να λιποθυμήσω απ’ τη βαρεμάρα. Αχ, αχ, νέοι, χαρείτε τους χυμούς της ζωής και του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα, γιατί στα γεράματα το γλυκό σακχαρόπηκτο γίνεται φαρμακευτικό δισκίο και πικρό καταπότι και κανείς δεν μπορεί πια να το χωνέψει».

          «Μη γκρινιάζεις  πυρφόρε θεέ, τιτάνα Προμηθέα, όπως σε αποκαλούσε ο Σοφοκλής. Μην πας να κλέψεις τη μοίρα στο χαρτοπαίγνιο, κανέναν δεν θα κοροϊδέψεις, θα ζήσεις μόνο το διάστημα που σού αναλογεί και να ‘σαι κι ευχαριστημένος! Θα συμβιβαστείς, όπως και δισεκατομμύρια άλλα πλάσματα με το παράδοξο, τον τραγέλαφο, τον κλαυσίγελο της ζωής και θα τραβήξεις την ανηφόρα, όπως όλοι οι θνητοί, καλπάζοντας μεν στον άνεμο, φέροντας δε ήδη στον κρόταφο το θανάσιμο τραύμα (Πίνδαρος). Ο άνθρωπος, ακόμη και το απαύγασμά του, ο τιτάν, είναι τραγικό ον, διότι δρα, δραστηριοποιείται, ακόμη και μεγαλουργεί, ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει».

          «Αμάν, ο συντηρητισμός σου, φωτεινότατε και εκλαμπρότατε, ου μην αλλά και σπαστικότατε πρώην σύντροφε! Πρέπει σώνει και καλά πάντα να προσγειώνεις ανώμαλα, όποιον προσπαθεί να ξεφύγει λίγο από τις δεσμευτικές και καταπιεστικές του συνθήκες στο όνομα της κοινωνικής ορθότητας και ορθοπεδικής;»

          «Πες μου για την υγεία σου. Έτσι κι αλλιώς είσαι εκείνος που βασανίστηκε περισσότερο απ’ όλους μας στον πόλεμο. Με σένα ο Δίας ξεπέρασε κάθε όριο διεστραμμένης απόλαυσης και χαιρεκακίας. Να σε αλυσοδέσει στον Καύκασο και να τρώνε το συκώτι σου τα όρνεα! Έλεος, δεν υπάρχει ούτε χαρακτηρισμός, ούτε κατηγόρημα, ούτε ουσιαστικό, ούτε επίθετο  γι’ αυτό που υπέστης. Κι όμως κατάφερες και τον νίκησες!»

          «Όχι ακριβώς, μάλλον με ξένους όρχεις. Χρειάστηκε να κινητοποιηθεί και να επιστρατευθεί η υποστασιακή μου ψυχή από το χώρο του πνεύματος, το αρχέτυπό μου από το ουράνιο διάστημα για να κάνει τη διαφορά. Τι να κάνουμε, έστω κι έτσι τα καταφέραμε».   

             Σοβαρεύτηκε απότομα και σιώπησε για λίγο γιατί οι πληγές παρέμεναν στο πέρασμα του χρόνου νωπές και αγιάτρευτες.

          «Αν ρωτάς για μένα, θα σού δώσω την κλασική αναφορά των γερόντων ότι ενεργήθηκα σήμερα, άρα μείνε ήσυχος. Άλλο καθημερινό ουσιώδες κατόρθωμα είναι η παράκαμψη του πρησμένου προστάτη και η απελευθέρωση κρεατινίνης και ουρικού οξέος. Τήρησα και το αμείλικτο στρατιωτικό παράγγελμα, που θα ‘πρεπε να προστεθεί στα δελφικά, “Ξύπνα, Ξυρίσου, Ξύσου -με στλεγγίδα-“, τα τρία “ξι” που είναι καθοριστικά για την ακόλουθη καθημερινή μας δραστηριότητα. Γενικά δεν αισθάνομαι άσχημα, αλλά τα χρόνια χρήσης του σώματος είναι πολλά και δυστυχώς τα υλικά, από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι, είναι ευτελή».  

          «Έτσι είναι, γελαστέ και εύθυμε Προμηθεύ. Κι εγώ, παρότι εμείς οι Ατλάντες έχουμε πιο αργό μεταβολισμό και μεγαλύτερο ηλικιακό -και ασφαλιστικό- προσδόκιμο από τους κοινούς ανθρώπους, νιώθω σιγά- σιγά το πέρασμα του χρόνου, τη νωθρότητα του σώματος, την αποβλάκωση του μυαλού».

          «Όπως έλεγε ένας θυμόσοφος, τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτι, δεν έχουμε κουτάλια. Σχεδόν ακριβώς τη στιγμή, που επιτέλους καταλάβαμε πώς πρέπει να χειριζόμαστε τη ζωή, αναγκαζόμαστε να την αποχαιρετήσουμε παίρνοντας διαβατήριο».

                 «Μη μάς τα λες έτσι τραγικά, διότι εσύ γνωρίζεις εδώ και χρόνια πώς να διαχειρίζεσαι τη ζωή, τη δική σου και των άλλων, ώ Ενοσίχθων και ώ Μουσαγέτα των τιτάνων. Και αξίζεις πραγματικά και τα προσωνύμια του Ποσειδώνα και αυτά του Απόλλωνα, αφού μέσα στις κακουχίες της ζωής μάς οδήγησες με σταθερό χέρι ηνίοχου, πότε με πλημμυρική – μαγματική, άρα διονυσιακή εκρηκτικότητα και πότε με στοχαστική – διανοητική και απωλλώνεια ενάργεια στο υπήνεμο λιμάνι της ειρήνης». 

          «Ώ πολύλογε και στωμύλε υποτιτάν, μη με αναγκάζεις να εκστομίσω πάλι εκείνο με τους ξένους όρχεις, ας σταματήσουμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλον στην πλάτη και ας κοιτάξουμε να εκπληρώσουμε την αποστολή μας».

          «Ναι, ο Μικρόκοσμος του Μνησιπήμονα. Εξακολουθεί να διαστέλλεται και να απειλεί το Σύμπαν μας και πρέπει να μεταφερθεί στο εξωτερικό διάστημα».    

          «Για να πω την αλήθεια, βρίσκω την αναφορά σου λίγο υπερβολική, υπερευαίσθητε Υπερίων. Ο ρυθμός διαστολής του νέου Μικρόκοσμου είναι πολύ βραδύς. Μέχρι να αποτελέσει απειλή θα προλάβαιναν γενιές επιστημόνων να τον μελετήσουν και μάλιστα θα είχε ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε ένα Σύμπαν, όχι μόνο εν τη γενέσει του, αλλά και εν τη εξελίξει του. Με την αναφορά σου όμως θορύβησες την επιστημονική κοινότητα, της οποίας πλέον η μόνη μέριμνα είναι να ξεφορτωθεί το τεχνούργημα».

          «Ναι, υγειονομική ταφή επικίνδυνου διογκούμενου υλικού, έτσι το χαρακτήρισαν. Μού κάνει εντύπωση η σκέψη και το κίνητρο αυτού που τού δημιούργησε. Ποτέ δεν μπορείς να εξιχνιάσεις τις προθέσεις του άλλου, ποιος να φανταστεί ότι αυτός ο άνθρωπος, που είχε στη διάθεσή του το ίδιο το κέρας της Αμάλθειας και ηδύνατο να κατασκευάσει οποιοδήποτε μέσο παραγωγής ή καταναλωτικό προϊόν, θα έστρεφε τους συντελεστές και τα κονδύλιά του στη δημιουργία ενός καινούριου κόσμου κι ύστερα μάλιστα θα τρύπωνε σ’ αυτόν, χωρίς καλά- καλά να γνωρίζει τις ιδιότητές του».

          «Ίσως να είχε ερευνήσει προηγουμένως, αλλά σε κάθε περίπτωση η διακινδύνευση είναι μεγάλη. Φαίνεται ότι αυτή η διστακτικότητα και η εσωστρέφεια που είχε ήταν ακριβώς αυτό, η πλήρης αδιαφορία για τον παρόντα κόσμο και η προσμονή ενός άλλου, που θα έπαιζε το ρόλο της βασιλείας των ουρανών, όπως κάνουν οι χριστιανοί».

          «Ναι, μόνο που αυτός τον έφτιαξε ο ίδιος. Αλλά μήπως και οι βιοσυμβιωτικοί αυτό δεν κάνουν με τους τερατώδεις διαστημικούς πολύποδες που δημιουργούν με απώτερο σκοπό να συγχωνευθούν μετά θάνατον σε αυτούς;»  

          «Εμείς πάντως, σεβάσμιε πρώην παντοκράτορα- κοσμοκράτορα, δεν έχουμε ούτε λόγο ούτε ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε ένα καινούριο Σύμπαν, μάς αρκεί το δικό μας, οπότε ας φορτώσουμε τον Μικρόκοσμο στο κύτος του καραβιού μας και ας ξεκινήσουμε.»

          «Υπέρλαμπρε Υπερίων, από τα λόγια σου καταλαβαίνω ότι έχεις διάθεση να συνοδεύσεις το γερο-πλοίαρχό σου σ’ αυτή την εύκολη αποστολή».

          «Γιατί όχι; Αν μπορεί να τα βγάλει πέρα ένας συνταξιούχος, μπορώ να τα καταφέρω κι εγώ που τουλάχιστον είμαι ακόμη εν ενεργεία. Αρχηγέτη- Μουσαγέτη, σε τιμά  που δεν το βάζεις κάτω, δίνεις θάρρος κι σ’ εμάς τους επερχόμενους και τους περιλειπόμενους, μάς εμπνέεις να βάζουμε πάντα καινούριους στόχους και να μη συμβιβαζόμαστε με το στάσιμο κολλώδες τέλμα και τις τεναγώδεις ιξώδεις καταστάσεις!»

          Αμ’ έπος, αμ έργον διακτίνησαν τον Μικρόκοσμο στο αμπάρι, αιωρούμενο μέσα σ’ ένα ενεργειακό δίκτυ ασφαλείας Φορκίδων. Εκεί έλαμπε σαν διαμάντι, σαν κόσμημα με ιριδίζουσες αποχρώσεις.   

          «Λοιπόν, καταυγάζων Υπερίων, ας επιταχύνουμε τις διαδικασίες. Ενεργοποιούμε φαινοδιαστατικό διάδρομο, το μόνο όργανο που χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που ένα άτομο μονάχα δύναται να διευθύνει ολόκληρο κολοσσό, το ΚΟ.Σ.ΜΥ.Μ.Α  – Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας».

Για όσους αναγνώστες έχουν παραλείψει για δικούς τους μη αποδεκτούς λόγους να διαβάσουν την Πλήρη Τιτανομαχία ή  αλλιώς το διαφωτιστικό και διδακτικό έπος «Προμηθεύς Καταστερίζων», έργο επανασύνδεσης με το μυθολογικό Σύμπαν των τιτάνων, υπόβαθρο επανασύστασης και θεμελίωσης και για το παρόν πόνημα, αποκαλύπτουμε εν τάχει ένα από τα μυστικά (κάθε) Δημιουργίας: ότι το στερέωμα που μάς περιβάλλει, ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε και διαβάζουμε, ο ίδιος χώρος, καταλαμβανόμενος από το σώμα μας, πιθανόν να βρίθει από χιλιάδες ή και αμέτρητες άλλες υπάρξεις, που απλώς βρίσκονται σε διαφορετική φάση ύλης έναντι ημών.  

Άκου ανθρωπάκο, καταθρωπάκο, που κάτω θρώσκεις και έχεις όψη ανδρός, αλλά ίσως και γυναικός ή και λοατκί,  όσο και να βιγλίζεις ή να περιπολείς ή να περισκοπείς άγρυπνα το νυκτερινό στερέωμα, το μόνο που θα αποκομίσεις θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, βέβαια συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την όραση, πράγμα που επισήμανε ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να ξυπνήσει τους συγχρόνους του, αποκλείεται ποτέ να αποδεχθεί πειραματικά, όπως λένε οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολύ αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφαντα  μαγνάδια, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Εδώ θα κραύγαζε ο Προμηθέας ότι όποιος θα τολμούσε να ξανοιχτεί στις υποτιθέμενες αποστάσεις, τάχιστα θα διολισθούσε στην παράνοια, θα τρελαινόταν ανήκεστα και αμετάκλητα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τρελαθεί, διότι ο χρόνος και η απομόνωση στρεβλώνουν πλήρως την αντίληψη. Αλλά πέραν αυτού, ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Κατά τους χριστιανούς ο Θεός, κατά τους Έλληνες οι θεοί και οι τιτάνες, όπου όμως τούτες οι δύο λύσεις δεν είναι καθόλου ασύμβατες, διόλου εναλλακτικές, μάλλον συμπληρωματικές και παραπληρωματικές, όρα και πάλι την Πλήρη Τιτανομαχία ή άλλως το «Προμηθεύς Καταστερίζων», μην επαναλαμβανόμαστε, σάς παρακαλώ! Επιμέρους διευκρίνιση: Ο φαινοδιαστατικός διάδρομος εντός του αρχέγονου αόριστου αδιαμόρφωτου χάους είναι το μόνο όργανο πλοήγησης που περιγράφηκε λεπτομερώς στο ανωτέρω πόνημα, δεδομένου ότι όλα τα άλλα, ταχύτητες σχετικιστικές, κάτω από το φως, ή πάνω από αυτό, δίνης, υπερδίνης και ξεδίνεις, είναι όργανα πλοήγησης, αφού πρώτα έχει δημιουργηθεί σύσταση και διαμόρφωση χώρου.

Με ελαφρά κίνηση του μοχλού έφτασαν ήδη στις εσχατιές του αδιαμόρφωτου Σύμπαντος.

«Σεβαστέ συνταξιούχε, ανυπέρβλητε Αόριστε, Παρακείμενε και Υπερσυντέλικε της ζωής μας, με ποιο τρόπο θα γίνει η υγειονομική ταφή του νεότευκτου Σύμπαντος, χωρίς όμως αυτό να αποβεί εις βάρος του Μνησιπήμονα και των λοιπών κατοίκων του Μικρόκοσμου, που δικαιούνται να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη ζωή τους; Έτσι κι αλλιώς, μη ξεχνάμε τις αξίες και τις καταβολές μας, είμαστε τιτάνες, ζούμε και αφήνουμε τους άλλους να ζήσουν».

«Έχω λάβει λεπτομερείς οδηγίες στην ενημέρωση, που έλαβε χώρα στο αρχηγείο του Αστροστόλου Συνομοσπονδίας Σειρίου. Εδώ στο άκρο του Σύμπαντος έχουμε την ευχέρεια να περιμένουμε μέχρι να ολοκληρωθούν οι εξελίξεις μέσα στη σφαίρα, μέχρι να γιγαντωθούν και μοιραία να παρακμάσουν και να σβήσουν οι πολιτισμοί που περιέχονται εντός της. Άλλωστε έχει διαπιστωθεί αρμοδίως ότι ο χρόνος εντός του Μικρόκοσμου ρέει αφάνταστα ταχύτερα σε σχέση με τον δικό μας. Ήδη σε 25 εβδομάδες εργαστηριακής παρακολούθησης ο Μικρόκοσμος έχει διατρέξει 4 Χ 10 στη δεκάτη έτη, δηλαδή σαράντα δισεκατομμύρια χρόνια, είναι ήδη αρχαιότερος από το δικό μας περικλείον Σύμπαν. Έτσι δεν χρειάζεται καν να τον περιβάλλουμε με προστατευτικό πεδίο προκειμένου να εμποδίζουμε την περαιτέρω διόγκωσή του, όπου να ‘ναι πνέει τα λοίσθια. Έλα λοιπόν, σύντροφε – υπερσύντροφε, να περιμένουμε μαζί με οίνον άκρατον και ολίγα μέζεα το πέρας του μικροσύμπαντος αυτού και μετά το καταστερίζουμε εν πλήρει δόξη και γυρνάμε στη βάση μας».

Έκατσαν λοιπόν κουτσοπίνοντας και περίμεναν εξελίξεις: Ήδη ο Μικρόκοσμος πλησίαζε στο τέλος του. Στο βάθος της διαφανούς σφαίρας φαινόταν μία σκοτεινή ανθρακιά σχεδόν σβησμένου πυρός. Σαν να είχαν μείνει μισά τα άλικα άστρα και τα πορφυρά φεγγάρια, στεφάνωναν μία οιδηματώδη, διογκωμένη εσωτερική περιοχή, όπου εντός της εδραζόταν μία αχανής και λαίμαργη μαύρη τρύπα, φάρυγγας και καταπιώνας τρανός. Όμως πάνω από το μαύρο πυρήνα έκειτο ξιφολόγχη ωχρού και ποικίλου φωτός, δημιουργώντας ένα δίσκο επαύξησης πολύ ευρύτερο από τον συρρικνούμενο και ελλειπτικό ορίζοντα της μαύρης τρύπας.

«Πρόσεξε, πρώτε και καλύτερε όλων ημών», παρατήρησε ο Υπερίων, «φαίνεται σαν να μην είναι η μαύρη τρύπα εντελώς μέλαινα, δηλαδή εκβάλλει από αυτήν ένας πίδακας. Αυτό αντιβαίνει στη θεωρία που λέει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο στα πρώιμα στάδια μίας μαύρης τρύπας, όταν υπάρχει ακόμη αρκετή αιωρούμενη σκόνη».

«Τότε, φίλε μου, προφανώς η θεωρία είναι λάθος», είπε απλά ο Προμηθέας.

Μία ακόμη γουλιά ακράτου οίνου ή αιθυλικού θεοβρώματος   και η πλοκή συνεχίζεται.

«Σαν να βλέπω και άλλον πίδακα να αναβλύζει από την αντίθετη κατεύθυνση της μαύρης τρύπας», είπε ο Προμηθέας.

«Η γνωστή ιστορία», ανακεφαλαίωσε ο Υπερίων, «τα αστέρια του Μικρόκοσμου συγκλίνουν και κάποτε θα συγκρουστούν, θα συντηχθούν και θα χαθούν ή μάλλον θα συγκεραστούν σε μία πολτώδη μάζα. Οι σβώλοι θα κατακρημνίζονται όλο και περισσότερο μέχρι που να μείνουν μόνο οι μαύρες τρύπες και όλη η ύλη είναι καταδικασμένη να απορροφηθεί από αυτή την άφωτη πυρά».

Τελικά λοιπόν – όλο λέμε στο τέλος και στο τέλος, ενώ συνεχίζουμε την αφήγηση γιατί δεν υπάρχει τέλος – η φαιά έλλειψη του γαλαξία χωνεύτηκε σε χοάνες μελαινών οπών και η ύλη στεριών και αστεριών είχε ξαναγίνει λίμνη ή λαδιά υγρού οξυγόνου σε πέλαγος υδρογόνου. Παρά ταύτα, το σύμπαν του μικρόκοσμου ή ο κόσμος του μικροσύμπαντος συνέχισε να εκτείνεται. Εμβαπτιζόταν σε στροβιλιζόμενες νεκρές μάζες, όπου το πλαίσιο ήταν ένα ανήσυχο δειλινό, ένα σκυθρωπό, αμαυρό και ζοφερό σούρουπο. Μεγάλα σύνολα και συμπιλήματα μάζας και ενέργειας κινούνταν προς το κύκνειο άσμα τους και ψάλλονταν ήδη οι άριες του τέλους της παράστασης. Σ’ αυτό το άτεγκτο απαρηγόρητο ψύχος δεν υπήρχε πια καταφύγιο για τη συντήρηση της ζωής, για εύθραυστους σάκους άνθρακα ή σακούλες νερού εντός κυτταρικών ιστών ή κινητών κιγκλιδωμάτων ασβεστίου. Ίσως μόνο η κρυσταλλική μορφή να ήταν μία λύση επιβίωσης μέσα σ’ αυτή τη δυσοίωνη κατάσταση.                

       «Είμαστε σκύλοι και πίθηκοι με ένδυμα δεξίωσης, παρευρισκόμενοι σε μία όπερα που δεν καταλαβαίνουμε», είπε ο Υπερίων.

Ταυτόχρονα, από τις δύο άκρες εκατέρωθεν του γαλαξιακού κέντρου εκκινούσαν αντίστοιχες μαρμαίρουσες υπόλευκες γραμμές που διατρυπούσαν τα σκιώδη σμήνη των διακεκαυμένων ήλιων, κάτι σαν πείσμων επανάληψη των αρχικών πιδάκων, που προοδευτικά φάνηκαν να συνενώνονται σ’ ένα λαοκοόντειο διακοσμητικό σύμπλεγμα.  Αυτή τη φορά όμως δεν είχαν τυχαίο, άναρχο σχήμα, αλλά συναπάρτιζαν ένα κέντρο περιβαλλόμενο από ομόκεντρους κύκλους.

«Πρόσεξε αυτές τις ακτίνες τροχού ή τα αδράχτια της ρόδας ανάμεσα στους κύκλους», επισήμανε ο Προμηθέας. «Είναι σαν σύστημα  συντεταγμένων με γεωγραφικά πλάτη και μήκη.  Τι είναι, ρε Υπερίωνα, μήπως κάποιο μαγνητικό πεδίο ή φαινόμενο;»

«Όπως θα ‘λεγαν και οι μονοθεϊστές απόγονοί μας, ένδοξε Προμηθεύ, ένας Θεός ξέρει ή, όπως θα λέγαμε εμείς, ακόμη και πολλοί θεοί δεν ξέρουν».       

«Κοίταξε – κύπταξε, επιστημονικέ αξιωματικέ, οι εκβολάδες και παραφυάδες διαρκώς επιμηκύνονται».

Ο όλος ιριδίζων και φωσφορίζων σχηματισμός, τούτο το κιγκλιδωτό δίκτυο βομβούσε, θρομβούσε και έπαλλε, ενώ χρυσές και κόκκινες κεραυνώδεις ανταύγειες εκπηδούσαν, έτριζαν και σπινθήριζαν πέρα δώθε σφύζοντας από ενέργεια.

«Βλέπουμε», ανταποκρίθηκε ο Υπερίων, «ότι το πρότυπο, το πυκνόρριζο πλέγμα, εκεί που κανείς θα νόμιζε ότι έχει ολοκληρωθεί,  διαρκώς διευρύνεται με πρόσθετα λεπτοφυή τριχίδια, που επιμένουν να αναλίσκουν ενέργεια και να λάμπουν αγέρωχα παρά την αμείλικτη εντροπία του Μικρόκοσμου».

Ο πυρήνας του θνήσκοντος γαλαξία εξέβαλε μερικούς ακόμη φωτεινούς σπινθήρες από το κατακάθι – συλλίπασμα, που περιέργως εκεί που πήγαιναν να διαλυθούν, αύξαιναν σε λάμψη.

«Η έκφραση “τριχίδια” είναι σωστή, αλλά μπορείς να το πεις και “ρίζες”. Κάτι φαίνεται να μεγαλώνει εκεί, Υπερίων».

«Πρόκειται για δομές τάξης ενόψει του τέλους του κόσμου. Σαν ένα είδος ύστατης αντίδρασης στην εντροπία, όπως είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος».  

«Εμένα μού φαίνεται ότι είναι ζωή, σχολαστικέ δόκτορα πολλών επιστημών. Ό,τι μεγαλώνει είναι ζωή. Τι άλλο να είναι; Αλλά από πού αντλεί την απαιτούμενη ενέργεια;»  

Από το κιγκλίδωμα των σπινθήρων, που εν τω μεταξύ αγκάλιαζε όλη την έλλειψη του γαλαξία, ανελίχθηκαν καινούριες ίνες. Το πρότυπο, που είχε σχηματιστεί μπροστά από το αιθαλοειδές μαύρο πλαίσιο από νεκρά και θνήσκοντα άστρα, ακτινοβολούσε αδιάκοπα ένα μουγκό μήνυμα.

Οι παλαίμαχοι του Αστροστόλου δεν μπορούσαν να αποστρέψουν το βλέμμα από την αύξουσα λαμπρότητα. Προφανώς το θνήσκον μικροσύμπαν εξέπεμπε το νόημα της ζωής, όπως το ίδιο το είχε καταλάβει. Αν και η κλείδα κατανόησης ή αποκρυπτογράφησης έλειπε, οι παριστάμενες δομές τάξεις δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο από ελπίδες και όνειρα, που μοχθούσαν να επιβιώσουν. Και μάλλον και στο Σύμπαν των τιτάνων, όπως και σε κάθε άλλο, αυτή θα ήταν η τελική κατάληξη.  Τι θέλει απομείνει προϊόντος του χρόνου και εκλιπόντος του ανθρωπίνου γένους; Μια δέσμη ευμόρφων ονείρων ως τράπεζα ψυχών ή ως κιβωτός και αρχείο συλλογικής συνειδήσεως.

Άραγε μήπως και στον Μικρόκοσμο, σύμφωνα με το αξίωμα του ουροβόρου, όσα απίθανα όντα είχαν ξεμείνει στο τέλος του χρόνου δεν θα παρίσταναν στο νου τους ένα μυθολογικό παρελθόν ή ουτοπικό μέλλον, όπου και πάλι η ύλη θα συμπυκνωνόταν σε ήλιους, τα τυχαία άτομα θα συγκροτούνταν σε ζωή και οι ταλαίπωροι πλανήτες θα σουλάτσαραν αβοήθητοι στο παλκοσένικο ενός ακατανόητου δράματος;  

«Προμηθεύ, έχει δρομολογηθεί η άτεγκτη διαδικασία, η άφευκτη σπείρα, ο  αδυσώπητος κύκλος που οδηγεί στην τελική κατάρρευση, που θα είναι ένα είδος πανίσχυρης είσρηξης».

«Ναι, ναι, ευτυχώς έχω λάβει οδηγίες γι’ αυτό, ώστε η είσρηξη να είναι ελεγχόμενη. Θα χρησιμοποιήσουμε την ίδια την ενέργεια του Μικρόκοσμου για να τον μετατρέψουμε σε αστέρα, σε ένα πυκνό αστέρα ουδετερονίων». Έκανε μερικές ρυθμίσεις στο τερματικό του κι ύστερα κοίταξε συνωμοτικά τον Υπερίωνα.

«Παλιά μας τέχνη κόσκινο, αιώνιε φίλε», είπε. «Πάμε μαζί».

Οι δυο τους ξεκίνησαν να ψάλλουν την πατροπαράδοτη λειτουργία και να τελούν την «μετ’ ευχών και ύμνων» λιτανεία των τιτάνων.

«Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα, εκτέλεσις! Και το όνομα του αστέρος έσεται Μνησιπήμων».     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο: ΞΕΝΟΙ

 «Μία ακόμη αποστολή ολοκληρώθηκε, αγαπητέ Υπερίων», είπε ο Προμηθέας. «Σημείωσε και καταχώρισε, σε παρακαλώ, άλλη μία επιτυχία στο βιογραφικό μας, επιμελή αιώνιε υφιστάμενε. Όπως πάμε εμείς οι δύο, φαίνεται ότι έχουμε λαμπρό μέλλον!»  

«Ωραία το είπες, εξ ορισμού δοτέ και φυτευτέ προϊστάμενε. Αν δεν ήμουν Άτλαντας θα γελούσα, γιατί πραγματικά αυτό που είπες ήταν πασπαλισμένο με παιπάλη αττικού άλατος. Γιατί τι άλλο έχουν να περιμένουν από τη μοίρα δύο δεινόσαυροι σαν κι εμάς; Θα ήταν ύβρις να στοχεύουμε και σε άλλη επαγγελματική εξέλιξη εμείς που είμαστε σε επαφή με τον τελικό και αρχικό θεό του Σύμπαντος, που αναιρέσαμε και κατεδαφίσαμε τους πολλούς θεούς, που γκρεμίσαμε τις ασεβείς δόξες και ατεκμηρίωτες γνώμες, που γονιμοποιήσαμε πλείστες όσες Δημιουργίες και παρευρεθήκαμε σ΄ ένα σωρό συμπαντικές εκρήξεις και εισρήξεις».

«Μπα μη νομίζεις, ο άνθρωπος έχει πάντα μέσα του μία φιλοδοξία ως δυσπιστία προς το μέλλον, μία …καχυποψία ως αμφισβήτηση του παρόντος και από τη φύση του δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος. Στοχεύει πάντα σ’ ένα άλλο ουράνιο τόξο, στην απέναντι κορυφή, σε κάποιο “πλέον είναι”. Δεν χορταίνουμε ποτέ μέχρι να αποφασίσει κάποιος αμείλικτος θεός να μάς πυροβολήσει στο πρόσωπο με χαριστική βολή. Και να φανταστείς ότι ακόμη κι εμείς οι τιτάνες σε κάθε Δημιουργία ζούμε εκατό τόσα χρόνια κι έχουμε πάντα την αγωνία ότι δεν πρόκειται να ξαναγεννηθούμε. Φαντάσου να ζούσαμε αιώνια, εις τον αιώνα, να μην υπήρχε θάνατος, ούτε καν ως προσωρινή υπόμνηση ταπεινοφροσύνης. Τότε θα ήμασταν λύκοι, άγρια ζώα που κατασκύλλουν και κατασπαράσσουν».   

«Λοιπόν, μωροφιλόδοξε ονειροπόλε, ας πατήσουμε το κομβίο του φαινοδιαστατικού διαδρόμου για να επανέλθουμε στη βάση μας».

«Ναι, αμέσως, θέλω να ρίξω μόνο μια ματιά ακόμη στο αποτύπωμα του Μικρόκοσμου, όπως αποκαλούν οι υλιστές την ψυχή, που δεν στέργουν να την παραδεχθούν ως κάτι κινούμενο και ζωογόνο, αλλά μάλλον ως σταθερό αντίκτυπο σε αδρανές υλικό, μήπως και δυνηθώ να αποκρυπτογραφήσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το τελικό νοηματικό του μήνυμα προς κάθε ενδιαφερόμενο!»  

Η φωνή του πνίγηκε ξαφνικά στο λαρύγγι του  γιατί τα δύο προσοφθάλμια του τηλεσκόπιου τυλίχτηκαν ξαφνικά γύρω από το λαιμό του και απειλούσαν να τον στραγγαλίσουν. Ο Προμηθέας τα άρπαξε πιάνοντας τον ταύρο από τα κέρατα και πασχίζοντας να τα αποσπάσει από πάνω του, αλλά εκείνα επέτειναν το σφίξιμο και το δάγκωμα σαν βόας συσφιγκτήρας ή σαν σαγόνια του καρχαρία. Κατάφερε να απομακρυνθεί από την κονσόλα, αλλά οι σωλήνες των προσοφθάλμιων αποκόπηκαν μυστηριωδώς από το ενσωματωμένο στο τερματικό τηλεσκόπιο και τυλίχτηκαν γύρω από το πόδι του, όπως τα φίδια της Ήρας γύρω από τον Ηρακλή. Ο Προμηθέας τίναξε το πόδι του σαν σκύλος που κατουράει και, μόλις η λαβή των φιδιών χαλάρωσε, τα πυροβόλησε διαδοχικά με το ακτινοβόλο του και τα διέλυσε στα «εξ ών συνετέθησαν». Για την ακρίβεια της αφήγησης ο βασανισμένος τιτάνας αστόχησε στη δεύτερη βολή (“aberratio ictus”), αλλά έσπευσε ο Υπερίων να ελέγξει την αναπήδηση των προσοφθάλμιων και να εξαερώσει τον δεύτερο σωλήνα, μετατρέποντάς τον σ’ ένα σύννεφο υποατομικών σωματιδίων.  

«Μα όλους τους θεούς του Ολύμπου», είπε ο Προμηθέας. «Τι ήταν πάλι αυτό;»

Να ζωντανέψει το τηλεσκόπιο και να τού επιτεθεί! Τι άλλο θα δούμε, τι άλλο θα ακούσουμε!

«Ίσως ο φαινοδιαστατικός διάδρομος να δημιουργεί διαστρέβλωση της πραγματικότητας», είπε ο Υπερίων. «Τώρα που τον ενεργοποιήσαμε για να επιστρέψουμε στη Νέα Αρκαδία, θεωρώ ότι αυτά τα φαινόμενα να σταματήσουν».

«Το ελπίζω κι εγώ. Όσο είμαστε σε κατάσταση στρέβλωσης, πάω κι εγώ να κάνω μία καταιόνηση με ζεστό νερό καλύτερα και όχι με ηχητικά κύματα, για να χαλαρώσω εγγυημένα».       

«Τιτάν μέγιστε, αυτό που μάς συνέβη είναι τόσο απίστευτο, που θα καθίσω να μελετήσω τα μοριακά υπολείμματα των προσοφθαλμίων. Θεωρώ εξίσου μεγάλη την πιθανότητα να έχουμε πέσει θύμα παραίσθησης.»

«Κάνε ό,τι δεν μπορείς να αφήσεις», είπε ο Προμηθέας αποσυρόμενος (κατά το «λυόμενος»). Έβγαλε τη στολή του και μπήκε κάτω από τον καταιονιστήρα. Άφησε με άφατη ηδονή το ζεστό νερό να τρέχει άφθονο στο κορμί του – ας έκανε κάνα παραπάνω έξοδο η υπηρεσία γι’ αυτόν, δεν πείραζε, τόσα τής είχε προσφέρει! Ήταν έντονα αναστατωμένος και, παρότι δεν ήξερε ακριβώς τις τεχνικές ηρεμίας των Ατλάντων, προσπαθούσε να τις μιμηθεί ελέγχοντας την αναπνοή του και κάνοντας χαλαρωτικές σκέψεις, ώστε να έλθει στα ίσα του. Στην αρχή είπε το κλασικό «είμαι πολύ γέρος για όλα αυτά», αλλά στο τέλος του πλυσίματος είπε: «Μα τι λέω, θα απαξιώσω μόνος μου τον εαυτό μου; Γέρος σημαίνει γερός και αφού έχω ακόμη τα μυαλά μου, δύναμαι να αξιοποιήσω την πείρα μου, που δεν αγοράζεται, ούτε πουλιέται, αλλά αποκτάται. Τύφλα να ‘χουν τα νέα φυντάνια που ζητούν αλγορίθμους και λογαρίθμους ή αλφαριθμητικές ακολουθίες ως υποδείγματα δράσης. Εμείς οι παλιοί ξέρουμε από κακουχίες και ανηφοριές και δεν έχουμε επιστημολογική ανάγκη να αντιγράψουμε κάποιους άλλους, να ενστερνιστούμε άκριτα και αδιαμεσολάβητα αυτό που έχουν πει οι άλλοι. Δυνάμεθα με βάση τις γενικές- ειδικές αρχές των επιστημών και τους ερμηνευτικούς κανόνες να καταλήξουμε σε δικά μας συμπεράσματα, οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά κι αν τεθούν μπροστά μας…».        

Λέγοντας αυτά είχε πάρει τη μεγάλη ψήκτρα σώματος για να σκουπιστεί με την τρίχινη επιφάνειά της, αλλά αυτή τυλίχθηκε γύρω από το σώμα του σαν βόας συσφιγκτήρας- λυπούμαστε που ξαναχρησιμοποιούμε αυτή την παρομοίωση, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη. Το χνουδάτο ύφασμα της ψήκτρας τού πίεζε ασφυκτικά τα πλευρά και ο Προμηθέας άρχισε για μία ακόμη φορά να παλεύει ξέφρενα και απεγνωσμένα για τη ζωή του. Δυστυχώς η μεγάλη ψήκτρα εκτεινόταν μέχρι τους μηρούς περιλαμβάνοντας και αυτούς στο θανάσιμο αγκάλιασμά της, γεγονός που παρεμπόδιζε σημαντικά την κινητικότητά του. Παρά ταύτα μπόρεσε να βγει απ’ το βαλανείο με μικρά πηδηματάκια ουρλιάζοντας:

«Βοήθεια, Υπερίων!»

Με δυο δρασκελιές ο Υπερίων βρέθηκε από τη γέφυρα στο πλάι του αντικρίζοντάς τον σωριασμένο στο πάτωμα με πρόσωπο μελιτζανί και τα μάτια πεταγμένα έξω, εξορυγμένα από τη σούστα τους. Η ψήκτρα ήταν τυλιγμένη γύρω του και χόρευε μαζί του ένα μακάβριο ύπτιο και ξαπλωτό χορό θανάτου.

«Υπερίων, τράβηξέ το, μού τσακίζει τα πλευρά και τη λεκάνη, τέτοιο πόνο έχω να νιώσω απ’ τον Καύκασο. Ποιος γύπας και ποιο συκώτι, αυτό είναι ανυπόφορο!»  

Με την ατλάντεια δύναμή του μπόρεσε ο Υπερίων να ξεκολλήσει με μεγάλη δυσκολία τον μανδύα του κένταυρου Νέσσου από το βασανισμένο θύμα και είδε μετά βδελυγμίας ότι ένα μεγάλο τμήμα της σάρκας του τιτάνα είχε εξαφανιστεί και σε κάποια σημεία φαίνονταν μόνο γυμνά κόκαλα, σαν να τον είχε τρυπήσει οξύ.

«Μα τον Ουρανό και τη Γη», είπε ο Υπερίων, «μπορείς να σηκωθείς φίλε μου;»

«Βαυκαλίζομαι να πιστεύω ότι έχω περάσει πολύ χειρότερα, αφού είμαι η επιτομή του απόστρατου μαχητή. Στήριξέ με, φίλε μου, να πάμε στη γέφυρα».

Μόλις όμως έφτασαν στην επόμενη θύρα δεν έλαβε χώρα το κλασικό αυτόματο γλίστρημα, ώστε να περάσουν στο επόμενο διαμέρισμα.

«Μα τι έγινε; Εγκλωβιστήκαμε εδώ;», είπε ο πλοίαρχος.

«Να αντιμετωπίσουμε το θέμα επιστημονικά, όπως έχουμε εκπαιδευτεί. Πάω στο δωμάτιό μου, που είναι σ΄ αυτήν την πτέρυγα να πάρω έναν καταγραφέα».

«Και τι να αναλύσει ο καταγραφέας; Αφού τόσο τα προσοφθάλμια όσο και το προσόψιο τα εξαερώσαμε. Δεν νομίζω να μπορούμε να συναγάγουμε κάτι από το καψαλισμένο μοριακό ίχνος».

Μέχρι να αποσώσει την πρότασή του, ο φτερωτός Υπερίων με πηχιαία ψηλοκρεμαστά άλματα πήγε μια και δυο στον θάλαμό του και γύρισε με τον φορητό ανιχνευτή του επαληθεύοντας την παροιμία ότι «μέχρι να σκεφτεί ο γνωστικός, ο τρελός πάει κι έρχεται».

«Ναι έχεις δίκιο, τέως προϊστάμενε», παραδέχτηκε ο Υπερίων. «Μισό λεπτό να ανοίξω το φάτνωμα δίπλα στη θύρα και σίγουρα εκεί θα διαπιστώσω την αιτία του εγκλεισμού μας».

Έβγαλε το εξωτερικό κάλυμμα του φατνώματος και φάνηκαν τα καλώδια.

«Τώρα θα δεις, αυθέντα, θα βραχυκυκλώσω τα καλώδια με τη μέθοδο που τόσες φορές έχουμε αποδράσει στο παρελθόν…».

«Μην βλέπεις απλά, ξεστραβώσου λίγο, οξυδερκή πλην στραβόθωρε και λοξόφθαλμε τεχνολόγε. Υπάρχουν πλάσματα, πλασμώδια που κινούνται πάνω στα καλώδια. Είναι… είναι ανθρωπέλοι…»

«Πράγματι, προσβλητικέ πλην αληθώς ομιλών αρχηγέτα, παρατηρώ και καταγράφω μικροσκοπικά νευρόσπαστα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να εισχωρούν παντού και να διενεργούν χειρισμούς σε πολύ μικρό χώρο».

«Προφανώς αυτά είχαν εισχωρήσει και στο τηλεσκόπιο και στην ψήκτρα και να πώς ένα άψυχο αντικείμενο ξαφνικά γίνεται έμψυχο και ζωντανεύει. Βέβαια υπάρχει και ο μηχανικός τρόπος αυτοματοποίησης ενός αδρανούς υλικού, όπως είναι ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος μέσα σε μία θύρα ή ένα ψυγείο ή έναν κλίβανο ή μία εστία, αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άλλο φαινόμενο…»

«Δεν καταλαβαίνω, απλώς έχουμε μικροσκοπικά νευρόσπαστα…»

«Ναι, το είπες αυτό. Καλά δεν βλέπεις τίποτε το περίεργο σ’ αυτό το σκηνικό; Δεν είναι και πολύ φυσιολογικό να βλέπει κανείς αυτά τα υπερτροφικά μικρόβια να κάνουν περίπατο πάνω σε ίνες και καλώδια. Η επιστήμη- αλίμονο- ουρανοδρόμε και ουρανοκατέβατε, όπως δηλώνει και τ’ όνομά σου- δεν είναι μόνο παρατήρηση και πείραμα, αλλά πρωτίστως και προεχόντως Λογική. Πες ότι κάτι συμβαίνει: Το ερώτημα είναι: Ποιον ωφελεί, από πού προέρχεται, ποιος το διαδίδει;  Πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε με παραδοσιακές κατηγορίες. Αληθές, ψευδές, αυτά είναι για τους μπουμπουνοκέφαλους. Δεν μάς ενδιαφέρουν αν οι μύθοι της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι αληθινοί, μάς ενδιαφέρει ότι τούς διηγήθηκε ο Όμηρος, ότι πραγματεύονται το βίο και την πολιτεία του ωκύποδος Αχιλλέα, του πολυμήχανου Οδυσσέα, του ιππόδαμου Έκτορα…»

«Όπως είπαμε, έχουν μικροσκοπικό μέγεθος, ώστε να εισχωρούν παντού, είναι σαν άγανα που τα παίρνει ο άνεμος, σαν βελονοειδείς απολήξεις…»

«Όχι ιδιότητες, πάμε στην ουσία, τι είδους πλάσματα είναι: Βιολογικά, μηχανικά, φωτονικά; Αμάν ρε Υπερίων, τόσα χρόνια συνεργαζόμαστε, τι έμαθες από μένα; Στορύνη (στουρνάρι) έμεινες;»

«Ενώπιόν σου με καταλαμβάνει ένα περίεργο σύνδρομο κατωτερότητας, άφρων Επιμηθεύ!»

«Σε παρακαλώ να μην αναφέρεις τον αδελφό μου ούτε γι’ αστείο. Λόγω της δικής του αμέλειας και αβελτηρίας αναγκάστηκα να αναμετρηθώ με τους θεούς, να κλέβω φωτιά και άλλα εξελικτικά εργαλεία, το μεγαλύτερο εκ των οποίων είναι το λάθος- σφάλμα, αφού δεν μερίμνησε να φυλάξει καμία θετική ιδιότητα για τους ανθρώπους».

Ο καταγραφέας γουργούρισε λίγο πριν καταλήξει σε συμπέρασμα.

«Είναι φωτονικοί, αποτελούμενοι από φως, που όμως δύνανται κατά βούληση ή κατά ξένη παρέμβαση ή μετάδοση να αποκτούν μάζα, ώστε να διαντιδρούν με το υλικό μας περιβάλλον».

«Υποψιάζομαι κάτι εφιαλτικό! Για κάνε ανιχνευτική σάρωση όλου του καταστρώματος ή μάλλον των καταστρωμάτων του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα».   

«Μάλιστα». Ακούγεται, ψηλαφεί, ρογχάζει και στο τέλος κορυφώνεται ο αγωνιώδης ήχος της ανίχνευσης: «Το σκάφος έχει πλημμυρίσει από αυτά τα αναπάντεχα βδελύγματα της ερημώσεως. Έχουν τρυπώσει στις εγκαταστάσεις ανανέωσης του αέρα, σε όλες τις σωληνώσεις για αναπνοή και συντήρηση ζωής, στους τοίχους, στους διαδρόμους, στους αεροφράκτες και τις κλεισιάδες. Δεν έχουν όλα το ίδιο μέγεθος, άλλα είναι μεγαλύτερα, ακόμη και σε φυσικές διαστάσεις, άλλα μικρότερα με απεριόριστη συρρίκνωση, που μπορεί να φτάνει μέχρι τον μικρόκοσμο ή μάλλον να καταβυθίζεται σε όλα τα επίπεδα τούτου, εξαρτάται από το άνοιγμα του διαστήματος ή της οπής, όπου καλούνται να χωρέσουν. Ακόμη κι εκεί που είναι κρεμασμένες οι διαστημικές στολές έχουν παρεισφρήσει, ένθα μάλιστα διατηρούν ένα κανονικό ανθρώπινο μέγεθος, διότι αυτό παρίσταται αναγκαίο και ικανό για την κατάληψη του αντίστοιχου άδειου χώρου, οπότε μπορούμε να δούμε και τη μορφή τους. Είναι πλάσματα σαν κι εμάς, απλώς χρειάζονται μία μηχανή ή μάλλον οροφή προβολής για να υπάρξουν!»

«Μάλιστα, ολογράμματα αυξομειούμενα σε μέγεθος προκειμένου να προσαρμόζονται σε κάθε κενό, να τρυπώνουν σε κάθε εσοχή και να καταλαμβάνουν όλα τα αντικείμενα. Συγγνώμη, θα σε στενοχωρήσω τώρα, αλλά …. Είναι όπως η σύζυγός σου;»

«Ναι», είπε ο Υπερίων καταπίνοντας ένα κόμπο στο λαιμό του. «Ανάλογα με τον χειρισμό της μηχανής προβολής, που πάντα συνδυάζεται με μεταφορέα-διακτινιστή το εκάστοτε ολόγραμμα έχει τη δυνατότητα ή να παραμείνει φωτονικό ή να υλοποιηθεί και στην τελευταία περίπτωση σκουραίνουν βέβαια τα πράγματα».

«Σίγουρα χρειάζεται τεράστια υπολογιστική και ενεργειακή δύναμη για να μετατρέψει κανείς ολόκληρο τον Ναό Βενοβίνδα σε αίθουσα ολογραφικής προβολής. Αλλά ισχύει αυτό; Έχει γίνει τέτοια μετατροπή στην οροφή του διαδρόμου που βρισκόμαστε;»

«Ο καταγραφέας λέει όχι. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει προβολή απ’ έξω. Μια τέτοια τεχνολογία είναι τόσο εξεζητημένη και άπαιχτη που ούτε εμείς δεν διαθέτουμε. Προφανώς πρόκειται για ξένους, για όντα από άλλες διαστάσεις».

«Και γιατί να επιτάξουν αυτοί το Ναό Βενοβίνδα; Αυτή τη στιγμή το σκάφος είναι άοπλο, παροπλισμένο, χρειάζεται αναβάθμιση και συντήρηση, είναι στα ΚΤΕΟ. Αλλά στάσου… μη μού απαντάς, το ξέρω, εδώ στο στόμα μου το έχω… και μόνο ο φαινοδιαστατικός διάδρομος και γενικά οι πυρηνικές μηχανές και οι μηχανές αντιύλης του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε όπλο και μάλιστα τρομακτικής ισχύος. Εύκολα γήινοι ή εξωγήινοι τρομοκράτες δύνανται να κατευθύνουν το αστροσκάφος σε μεγάλη πόλη της Γης και να την κάνουν Γης Μαδιάμ. Ένα διαστημόπλοιο με τη δύναμη του Βενοβίνδα θα μπορούσε να προκαλέσει έκρηξη, ικανή να εξαλείψει πλανήτη ολόκληρο!»

«Κι εμείς είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, ανίσχυροι, χωρίς δυνατότητα διαφυγής».

«Είπες ότι θα βραχυκυκλώσεις τα καλώδια, ξεχασιάρη τιτάν».

«Δεν είναι πλέον επιλογή αυτό. Οι ανθρωπέλοι δουλεύουν τόσο γρήγορα, ώστε έχουν σχεδόν εξαφανίσει το φάτνωμα με τα καλώδια, το έχουν ενσωματώσει στον τοίχο, έχουν επηρεάσει την ύλη σε μοριακό επίπεδο και έχουν συντήξει τα τοιχώματα με τα κουφώματα».   

 «Έ βέβαια τόση ώρα που φλυαρούμε, ο εχθρός δεν χασομερά και δεν χρονοτριβεί. Το ‘χουμε αυτό το ελάττωμα εμείς οι τιτάνες, την σχοινοτενή αδολεσχία, μιλάμε και μιλάμε μέχρι να κουράσουμε το θέμα και να εξαντλήσουμε τους εαυτούς μας. Ο Πλάτων μάς δίδαξε το “διαλέγεσθαι”, αλλά εμείς έχουμε την τάση να το παρακάνουμε. “Όμως, θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον”. Φίλε μου καρδιακέ, Κάνε ό,τι μπορείς, σού έχω εμπιστοσύνη. Θέλω ιδέες, θέλω επιλογές, θέλω οψώνια από το καλάθι της Ευκαιρίας που έχει τα μαλλιά μπροστά, για να τη συλλαμβάνουν  οι ξύπνιοι, γιατί, αν σε προσπεράσει, “όνον κείρεις και ωόν τίλλεις” (πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευτο ή αλλιώς σουρομάλλιασέ το ή σουρομάδησέ το”)».

          «Όπως είπαμε, το να δραπετεύσουμε, όπως συνήθως κάνουμε, δεν είναι πλέον οψώνιον (option – επιλογή). Η δράση αποκλείεται και μένει μόνο η σκέψη για να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δυσχερή συγκυρία.»

          «Πελαγωμένε Άτλαντα, μάς δουλεύεις; Με σκέτη σκέψη πώς θα φύγουμε από εδώ; Χρειάζεται πάντα η δράση και η πράξη ως επιστέγασμα της σκέψης ή ως διοχέτευσή της στο πεδίο της πραγματικότητας. Τι κρίμα που η Θεία έχει πια αποσυρθεί από τα συστήματα του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα, αλλιώς θα είχαμε μία σύμμαχο για να πολεμήσουμε όλα αυτά τα ηλεκτρονικά κυκλώματα και τους ανθρωπέλους – ολογραφήματα».

          Ο Υπερίων φάνηκε να αυτο-απορροφάται και να συλλογίζεται βαθιά.

          «Τώρα βρήκες την όρεξη, ειδωλολάτρη μου -κατά το χριστιανέ μου- να βυθιστείς σε διαλογισμό και αυτοσυγκέντρωση; Εδώ καίγεται η γούνα μας, η διφθέρα μας και τα τεφτέρια μας, για να χρησιμοποιήσω και ένα αντιδάνειο».     

          «Κι όμως», αναδύθηκε τελικά από το βάθος των σκέψεών του ο Υπερίων, «δεν μπορεί να μην έχει σχέση η Θεία, ένα τόσο εξελιγμένο ολόγραμμα, μ’ αυτό που μάς συμβαίνει. Θα επικοινωνήσω μαζί της».

          «Για στάσου, είπες ότι στη Συνομοσπονδία δεν υπάρχει τεχνολογία που να είναι σε θέση να προβάλλει ένα ολόγραμμα εξ αποστάσεως χωρίς προβολείς οροφής».

          «Ναι, αλλά μπορεί να βρισκόμαστε σε ολόγραμμα μέσα σε ολόγραμμα. Άκου με που σού λέω, η συμβία μου είναι απολύτως ικανή για κάτι τέτοιο, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι πριν αποχωρήσει φρόντισε να εγκαταστήσει φωτοδιαχυτικές μικροσυσκευές σε όλο τον Βενοβίνδα για να μπορεί να τον χειρίζεται από μακριά. Είναι βασικό χαρακτηριστικό της ότι, αν μια φορά τής εμπιστευθείς εξουσία, αυτή δεν παραιτείται ποτέ, θα κάνει οτιδήποτε για να διατηρηθεί σε θέση ισχύος, θα γαντζωθεί σ’ αυτήν, όπως ο Κυνέγειρος, ο αδελφός του Αισχύλου, στα πλοία των Περσών. Είναι πολύ πιθανό η οροφή να μην είναι αυτό που φαίνεται, να υπάρχουν δηλαδή μικροσυσκευές διαχείρισης ολογραμμάτων».

          Έψαξαν και βρήκαν σε κάποιο διαμέρισμα, από αυτά που είχαν πρόσβαση, έναν επικοινωνητή που ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τους άλλους. Υπήρχε βέβαια η σκέψη στους κύκλους της Συνομοσπονδίας να ενσωματωθούν οι επικοινωνητές στη στολή των ναυτών και των αξιωματικών, δεδομένου ότι συνήθως οι κάτοχοί τους τούς έχαναν ή τούς πετούσαν υποτιμητικά ως ξεπερασμένους, όπως έκαναν σε άλλες εποχές οι άνθρωποι με τα κινητά τους, αλλά ακόμη δεν είχε υλοποιηθεί το σχέδιο αυτό. Ο επικοινωνητής που βρήκαν οι δύο παλιόφιλοι, αφού πρώτα εξέτασαν και πέταξαν οργισμένοι πολλούς άλλους στην γωνία, είχε εμβέλεια που έφθανε ως τη Νέα Αρκαδία.

          «Ευρυφάεσσα, λέξον, Ευρυφάεσσα, μίλησέ μου», είπε ο Υπερίων αρκετά οργισμένος.

          «Τι έγινε πάλι, φορτικέ σύζυγε;”, απάντησε στο τέλος δύσθυμη η κομψή τιτανίδα.

          «Είμαστε εγκλωβισμένοι με τον Προμηθέα στο Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Φωτονικά νευρόσπαστα έχουν καταλάβει όλες τις συνδέσεις και αναδιαμορφώνουν όλα τα συστήματα τους σκάφους. Όπως σε ξέρω, αποκλείεται εσύ να μην έχεις ασφαλιστικές δικλείδες γι’ αυτή την περίπτωση, αν κι εγώ προσωπικά πιστεύω ότι έχεις βάλει το χεράκι σου. Καλά δεν ντρέπεσαι; Εδώ κινδυνεύουμε, έχουμε χάσει τον έλεγχο του σκάφους. Τι σχεδιάζεις πάλι; Μήπως θες να μάς λαμπαδιάσεις θυσιάζοντάς μας στο βωμό της τεχνητής νοημοσύνης, που τόσο ανεπιφύλακτα λατρεύεις και υπηρετείς;»

          «Μα τι λες, εγώ… Ίσως πρόκειται για ξένους, για πλάσματα από άλλη διάσταση, δεν είμαι εγώ υπεύθυνη για όλα, καταχρηστικέ γαμπρέ, δεν έχουμε εμείς τέτοια τεχνολογία…»

          «Άσε τα σάπια, πραγματικά δεν περίμενα από σένα ότι θα πέσεις τόσο χαμηλά. Όμως το ίδιο το όνομά σου μαρτυρεί πόσο παιχνιδιάρα είσαι αναφορικά με το φως ή μάλλον πόσο πειραματίζεσαι με τα δεδομένα του φωτός. Πάντα μού έλεγες ότι θέλεις να ζήσεις την ευτυχία ως βιοσύμφυτη, παρέα με τον οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, αλλά ποτέ δεν πίστεψα ότι θα έφτανες σ’ αυτό το σημείο, να καταλάβεις το Ν.Α.Ο.Σ, Βενοβίνδα για να πετύχεις τι, βλαμμένο πλάσμα;»

          «Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα, εξυπνάκια πλην μη άνεργε άνερ. Εσύ νομίζεις  ότι όλα περιστρέφονται γύρω από το φόνο και τις έρευνές σου. Υπάρχουν και άλλες προβληματικές σ’ αυτόν τον πρωτότυπο και πρότυπο για τα ανθρώπινα δεδομένα βιότοπο της Νέας Αρκαδίας. Εκτός από τους βιοσύμφυτους και τους φυσιολογικούς υφίσταται και μία τρίτη κατηγορία όντων, εμείς οι φωτονικοί, που έχουμε το χαρακτηριστικό ότι ζούμε κατά παραπομπή από κάποιο μηχάνημα, ότι στο βάθος πρέπει πάντα να στέκεται μία οροφή προβολής που παραπέμπει σ’ εμάς».

          «Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Εσύ διάλεξες να μείνουμε σε περιοχή φυσιολογικών. Υπάρχει στα προάστια και στην εξοχή της Νέας Αρκαδίας ολόκληρο ολογραφικό χωριό που στεγάζεται από πλήρη θόλο κατάστικτο από συσκευές προβολής. Ήμουν διατεθειμένος ακόμη κι εκεί να μείνω για να μπορέσετε να έχετε μία πιο φυσιολογική, μπερδεύτηκα, πιο φωτονική ζωή, να μπορείτε να βγαίνετε έξω για περίπατο, να επισκέπτεστε ακόμη και κέντρα διασκέδασης, τα παιδιά να πηγαίνουν σχολείο αντί να δέχονται τηλεκπαίδευση στο σπίτι και όλα αυτά. Κι αυτό που τάχα με κατηγορείς ότι έχω προσλάβει φωτονική οικογένεια γιατί είμαι δήθεν εγωιστής ή εσωστρεφής ή ότι αρέσκομαι σε αυταπάτες, ούτε κι αυτό ισχύει. Είχα εγώ σκεπτικό που σού ζήτησα να αποσυρθείς από τον Βενοβίνδα και που αντέγραψα τις μήτρες των παιδιών και ύστερα που σάς έφερα εδώ. Ήθελα να ζήσετε κι εσύ και τα παιδιά μακριά από τους κινδύνους των μεγαλουπόλεων σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον…»

          «Το να έρθουμε στη Νέα Αρκαδία δεν ήταν δική σου ιδέα, αλλά δική μου…»

«Εσύ όμως επέλεξες να ζήσουμε σε κανονικό χωριό, όπου δεν μπορείς να ξεμυτίσεις από το σπίτι, ούτε εσύ ούτε τα κορίτσια. Τάχα διότι έτσι είναι καλύτερο για μένα, άστα αυτά! Το έκανες μόνο και μόνο, ώστε το μόνο θέμα συζήτησης να είναι αν θα βάλω εγώ τηλεπαθητικό εμφύτευμα, για να είμαστε σε διαρκή επικοινωνία, για την οποία όμως ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος, διότι χρειάζεται και στιγμές απομόνωσης, στιγμές αυτοσυγκέντρωσης. Πάντα ήθελες να έχεις κάτι να γκρινιάζεις! Σε κάθε περίπτωση, υποψιάζομαι ότι πίσω από αυτό το χοντρό πάθημα που μάς συμβαίνει βρίσκεσαι εσύ, αν και δεν μπορώ να καταλάβω την ακριβή σχέση του με όσα σκαρώνεις και σκαρφίζεσαι. Εξηγήσου, σε παρακαλώ, καθότι έχω εδώ δίπλα και τον οικογενειακό μας φίλο Προμηθέα και αισθάνομαι πολύ άσχημα που κι αυτός εμπλέκεται στις δικές μας ανούσιες επιδείξεις δύναμης,»                                          

«Να, είπα, όταν αποχώρησα από τη φθαρτική και φθοροποιό μου θητεία μέσα στα κυκλώματα του Ναού Βενοβίνδα, να ξεκινήσω ένα σύστημα, ώστε οι συσκευές προβολής να απέχουν ικανή, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τα ολογράμματα, τα οποία φωτίζουν. Σαν ένα βήμα για την ανεξαρτητοποίηση, την  απεξάρτησή μας από παράγοντες δεσμευτικούς για μάς, καταλαβαίνεις…Το επόμενο μελλοντικό βήμα θα είναι να έχουμε φορητή συσκευή εκπομπής, αλλά τα επιστημονικά επιτεύγματα δεν επιτυγχάνονται ποτέ σωρηδόν, αλλά διαδοχικά  με την κοπιαστική μέθοδο του “λάθους και μετά σωστού”, “της δοκιμής και της αστοχίας- γκάφας”»

«Ευρυφάεσσα, πτωματοφάγουσα, σχιστόσωμα, επίπεδο, παρασιτικό σκουλήκι, τρηματοειδές πλασμώδιο σπονδυλωτών οργανισμών, αιματώδες και ηπατικό δίστομο, παραδέχεσαι στα σοβαρά ότι μάς παγίδευσες χωρίς να μάς προειδοποιήσεις, ότι μάς έκανες να περάσουμε τέτοια ταλαιπωρία, τέτοια έντονη στενοχώρια και αχρείαστη ταραχή, ικανή να συγκροτήσει τη νομική βάση εκτεταμένης ηθικής βλάβης, μόνο και μόνο για να δοκιμάσεις εξ αποστάσεως συστήματα ολογραφικής προβολής; Λοιπόν μάζεψε τα καλώδια σου και τις προεκβολές σου αυθορεί και παραχρήμα μη σε στείλω στον κόρακα- μα τι λέω, δυστυχώς στους νερόβραστους και πολιτικά ορθούς κανόνες εθιμοτυπίας των τιτάνων δεν υπάρχει κατάλληλη λέξη για να περιγράψει αυτό που έκανες, οπότε καταφεύγω στον ισλαμοχριστιανισμό και σού λέω: μη σε πάρει ο διάολος, διόρθωσε τη συμπεριφορά σου γιατί θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου, θα σε κυνηγάω με λογχοπέλεκυ μέχρι το τέλος των ημερών σου»

«Αν ήμουν άντρας, θα σού έλεγα “επί των εμών όρχεων περδήσει”, αλλά τέλος πάντων. Μη με απειλείς, “ώδινεν όρος και έτεκεν μυν” ή αλλιώς “μυία έθρεψεν κόλον και αφόδευσεν επί τον κόσμον όλον”. Σιγά τώρα μη μάς φοβίζει και ο Υπερίων. Άμα φτάσουμε στο σημείο να τρομοκρατεί ο σύζυγος τη σύζυγο και να μην τρέμει στην κυρά του μπρος, τότε πάει, γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Εντάξει, αποσυνδέω τα συστήματα, αλλά κοίτα να μη με εξοργίζεις πολύ, γιατί δεν ξέρεις ποτέ, ούτε εσύ αλλά ούτε κι εγώ, πώς θα αντιδράσω. Στην αιώνια ιστορία ανδρός και γυναικός είναι φανερό ποιος είναι ο κυνηγός και ποιο το θήραμα και μη το ξεχνάς ποτέ αυτό, ούτε εσύ ούτε ο οινόφλυξ συνδαιτημών σου στα ολονύκτια συμπόσια!»

Η θύρα ελευθερώθηκε, οι ανθρωπέλοι εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας από όλα τα όργανα του σκάφους και οι δύο ψαλαττωμένοι – τσαλακωμένοι τιτάνες έφτασαν παραπατώντας, χωρίς να ξέρουν αν είναι όρθιοι ή λιπόθυμοι, στα χειριστήρια της γέφυρας, βλέποντας με ανακούφιση ότι τουλάχιστον η δράση του φαινοδοαστατικού διαδρόμου είχε ολοκληρωθεί και διέτρεχαν πάλι τη γνώριμη τροχιά γύρω από τη Νέα Αρκαδία. 

Ο Υπερίων αισθάνθηκε αμήχανα και πήγε να απολογηθεί στον Προμηθέα για το ατυχές περιστατικό.  

 «Ε καταλαβαίνεις, πλοίαρχε, το προαιώνιο σύμφωνο ανδρός και γυναικός έχει μεγάλη δύναμη όταν τηρείται, γι’ αυτό έχει πολλές εγγυητικές ρήτρες μη εκπλήρωσης, αλλά παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τις νομικές διαφορές, τις ασυμφωνίες χαρακτήρων, τις χασμωδίες διαγωγής και συμπεριφοράς…»

«Υπερίων, μην κουράζεσαι. Είναι φανερό ότι έχεις έκδηλα οικογενειακά προβλήματα, αλλά δεν είμαι τόσο αφελής, ώστε να πιστεύω ότι αυτή η βάναυση παρεμβολή προέρχεται από τη σύζυγό σου»

«Τι εννοείς, ώ καχύποπτε και φιλύποπτε τσιμεντοτιτάν;»

Ο Προμηθέας βίγλισε τον αιώνιο υφιστάμενό του με κάποιο οίκτο, λύπηση και συγκατάβαση. Είχε άπειρη κατανόηση ότι αυτός ο πανεπιστήμων Άτλαντας έμοιαζε πάντα με μαθητούδι ενώπιόν του. Έτσι γίνεται όταν ανάγουμε κάποιον σε ίνδαλμά μας, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στεκόμαστε σούζα μπροστά του με ευλάβεια και σεβασμό.

«Ανυποψίαστε και φιλόστοργε σύζυγε και πάτερ, φαντάζομαι να έχεις αντιληφθεί ότι ο “Ικαρομένιππος” δεν έπαψε να υπάρχει με τη σύλληψη του … Ικαρομένιππου. Το αυτονομιστικό κίνημα της Νέας Αρκαδίας ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει. Αυτό που βιώσαμε σήμερα ήταν επαναστατική γυμναστική και τελική- επίσημη δοκιμή για κάποια καθοριστική και χειρουργική ανατρεπτική ενέργεια, που θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στο πολίτευμα, το θεσμικό καθεστώς και τις εν γένει συνθήκες του ηλιακού συστήματος. Ξύπνα αδελφέ! Η τεχνητή βιολογική νοημοσύνη προχωρά ακάθεκτη σε νέες κατακτήσεις και κορυφές. Έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα αδρανή αυτόματα και τους μηχανικούς Τάλω και έχει θέσει στόχο να υποδουλώσει την ανθρωπότητα! Ποια λύση απομένει; Πάλι οι τιτάνες, πάντα οι τιτάνες, πάντα ο αγώνας, από κάθε πολεμίστρα, κάθε στιγμή, μαζί με τα φυλαχτά και τα μαργαριτάρια της ανθρωπότητας!»     

Ο Υπερίων έμεινε ενεός για πολλή ώρα.

«Επαίων, πολυμαθή, πολυίστωρ, φωτεινέ παντογνώστη, πολύξευρε πρόεδρε, σ’ αγαπώ και τώρα και πάντα. Μού υπέδειξες με την ευστροφία και την αξιοσύνη σου ένα δρόμο που τον είχα παραμελήσει στην έρευνά μου για την απεχθή δολοφονία της Αρήτης. Τα ολογράμματα! Στο κάτω – κάτω της γραφής ήταν ολόγραμμα εκείνο που ξεπάστρεψε  την εμπνεύστρια της Νέας Αρκαδίας και πρέπει να ερευνήσω πιθανούς και επίδοξους δολοφόνους στο χωριό των ολογραμμάτων, αλλά και γενικότερα στην ολογραφική κοινότητα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο : ΟΑΡΙΣΤΥΣ (Οαριστύς, ερωτική συνομιλία)

Ήταν η τρίτη φορά που ο Υπερίων επισκεπτόταν την κατοικία της Αρήτης της Κυρηναϊκής, η δεύτερη υπηρεσιακή, γιατί ίσως να θυμάσαι αναγνώστη ότι κάποια φορά- την ενδιάμεση-  είχε ζητήσει καταφύγιο πίσω από το αλύμαντο των σφραγίδων, που είχαν τοποθετηθεί για να μη πειραχτούν τα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να ξεφύγει λίγο από την κρεβατομουρμούρα της οικογένειας. Από τις δύο υπηρεσιακές μεταβάσεις η πρώτη ήταν η αρχική γνωριμία και αυτοψία στον τόπο του εγκλήματος με ξεναγούς τους υπεύθυνους ασφαλείας του σταθμού και η δεύτερη ήταν τώρα, όπου πήγε μαζί με τις συνεργάτιδές του και την ασφαλίτισσα Περικτιώνη. Όμως αυτή τη φορά η ασφαλίτισσα δεν είχε έλθει για να μυήσει ή να εισαγάγει τους ανακριτές στο περιβάλλον της υπόθεσης, αλλά μάλλον για ανακριθεί ερχόμενη σε αντιπαράθεση ή… αντιπαράσταση με το περιβάλλον αυτό. Διότι η Περικτιώνη, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, είχε τις περισσότερες αδικαιολόγητες μεταβάσεις στην οικία της Αρήτης, επισκέψεις μέσα στο ενδιαίτημα και όχι απέξω, όπως θα ήταν το λογικό από τις ανάγκες φύλαξης.

Η οικία ήταν η γνωστή απολύτως αποστειρωμένη περιοχή, όπου υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι. Η πλήρης ανακύκλωση των υλικών είχε ως αποτέλεσμα, κάθε κυάθιον του καφέ (φλιτζάνι) μαζί με το υποκρατηρίδιόν του (πιατάκι) και κάθε πινάκιο μαζί με τα μαχαιροπήρουνα, ακόμη και κάθε φθαρμένο ή χρησιμοποιημένο εριούχο, κάθε εφάπλωμα και κάθε σινδόνη, λερωμένες ή κηλιδωμένες περικνημίδες, περισκελίδες, ασιδέρωτα χιτώνια ή υποχιτώνια- υποκάμισα, μη αμυλωμένα ξεφτισμένα περιτραχήλια, μαζί με ό,τι άλλο στοιχείο μπορεί κανείς να φανταστεί να έχουν ενταφιαστεί στους τοίχους και να μην είναι σε θέση να μαρτυρήσουν ή να φανερώσουν τίποτε. Όμως ο Υπερίων θεωρούσε ότι και μόνο η θέα του τόπου του εγκλήματος και η σχετική ατμόσφαιρα τορνευτικού δραπανοειδούς αγωνιώδους δράματος (θρίλερ) θα ήταν αρκετή για να εκμαιεύσει κάποια αντίδραση από την ανακρινόμενη, πρόσφορη να διαφωτίσει το έγκλημα.

Μόλις έκλεισαν την θύρα, ανέμισαν λίγο το σχετικό ανακριτικό ένταλμα τόσο όσο χρειαζόταν για να προκαλέσουν τον αντίστοιχο σεβασμό και να σιγουρευτούν ότι η ανακρινόμενη είχε αποβάλει το θράσος, που την χαρακτήριζε μέχρι τούδε λόγω θέσεως, αφού δεν είχε ούτε καν το κουράγιο να ελέγξει τα διαπιστευτήρια των ανακριτών.    

 «Περικτιώνη, δεν είναι μυστικό ότι επισκέφτηκες περισσότερο από κάθε άλλον την κατοικία της Αρήτης, χωρίς μάλιστα να έχεις κανένα λόγο. Εσύ μία ταπεινή αστυνομικός τι δουλειά είχες να χώνεσαι στα άδυτα μίας βασικής για το κοινόβιο προσωπικότητας:»        

«Πάτε να με φοβίσετε και να κάνετε ασβό τον μάρτυρα, εδώ πέρα; Με είχε για σωματοφύλακά της η κυρία Αρήτη, που να σκάσετε όλοι από τη ζήλεια σας. Για προσωπικό της σωματοφύλακα, γιατί φοβόταν λίγο».

«Δεν υπήρχε καμία επίσημη μετάταξη, μετάθεση ή απόσπαση από τον προϊστάμενό σας Φιλογενή για την εν λόγω φύλαξη».

«Ωραία, ήμουν ανεπίσημα διορισμένη σωματοφύλακας».

«Για να σε βοηθήσω, ίσως προσλήφθηκες ως συνοδός ή παραμάνα εντός της οικίας, αλλά γιατί; Η οικία είχε συστήματα ασφαλείας και μάλιστα υπερσύγχρονα, κανείς δεν θα μπορούσε να εισχωρήσει, γιατί θα ηχούσε συναγερμός».

«Ίσως να ήμουν μία τελευταία γραμμή αμύνης για την περίπτωση που κάποιος κατάφερνε να διεισδύσει…»

«Περικτιώνη, δεν μιλάς για καμιά εποχή αναρχίας ή χασμωδίας ασυντόνιστων και ασυσχέτιστων συμπεριφορών, αλλά για μία εποχή που όλες οι κινήσεις καταγράφονται και αξιολογούνται. Ξέρεις πολύ καλά λόγω επαγγέλματος ότι εξωτερική διείσδυση υπό τις σημερινές συνθήκες δεν είναι δυνατή, εκτός αν κάποιος απενεργοποιήσει με εξεζητημένα αγχέμαχα εργαλεία τη σήμανση του κήπου και του κτιρίου. Άλλωστε μόνο εξ αυτού του λόγου οι εξωτερικοί φρουροί έχουν ακόμη νόημα».

Η Περικτιώνη άρχισε να κουνιέται πέρα – δώθε με ανίσχυρη λύσσα! Από τη μία ήθελε να κρυφτεί, από την άλλη να αποστομώσει τους ανακριτές. Είχε το νεύρο και το αντανακλαστικό να απαντήσει στην πρόκληση, αλλά όχι και τη λογική συγκρότηση ώστε να συγκρατηθεί και ο Υπερίων το γνώριζε αυτό.

«Ναι, γιατί άραγε να είμαι εγώ εσωτερική, φαεινέ παντογνώστη, που ήλθες εδώ να μάς ταράξεις τους κύκλους;»        

Εκεί επενέβη η Ευρύβια για να υπερασπιστεί τον προϊστάμενό της.

«Περικτιώνη, άκουσέ με πολύ προσεκτικά. Η καλύτερη εκδοχή για σένα είναι ότι ήσουν ερωμένη της Αρήτης και η χειρότερη ότι ήσουν η δολοφόνος της λόγω κάποιου είδους ερωτικής αντιζηλίας. Σε ερωτούμε λοιπόν με όλους τους τύπους και με συναίσθημα ευθύνης. Ήσουν ερωμένη της Αρήτης Κυρηναϊκής;»

«Αστροστόλοι… απαίσιοι ηθικολόγοι… αυτόκλητοι τιμητές της κοινωνικής ορθοπεδικής… ποιος σάς έδωσε το δικαίωμα να επεμβαίνετε στη ζωή μας…», μουρμούριζε ατελέσφορα η Περικτιώνη.

«Περιμένουμε απάντηση», διαλάλησε με στεντόρεια φωνή ο Υπερίων.

Η Περικτιώνη παρέμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα, κουνώντας τους ώμους της δεξιά και αριστερά.  

 «Λέγεεε», έσκουξαν οι ανακριτές εκβιάζοντας τις καταστάσεις.

«Δεν ήμουν, γιατί είχε εραστές- ολογράμματα!», ξέσπασε κραυγάζοντας η Περικτιώνη.

«Δηλαδή φανταστικούς εραστές;», ρώτησε αμέσως η Ευρύβια μη δίνοντάς της τον χρόνο να ανασυνταχθεί.

«Όχι, οι απόλυτα φανταστικοί εραστές δεν έχουν κανένα βάθος και καμία υπόσταση, καμία ελκυστικότητα, αλλά και κανένα γούστο. Είχε εραστές από το ολογραφικό χωριό. Αυτοί παρουσιάζονταν στην οθόνη και μετά υλοποιούνταν για τις ανάγκες της γενετήσιας πράξης από τον μεταφορέα- διακτινιστή. Εγώ απλά τούς ήξερα και τούς προήγαγα, προσήγαγα, παρακολουθούσα…».

«Μα είναι δυνατόν ένας φυσιολογικός άνθρωπος να ερωτευτεί ένα ολόγραμμα;», αναρωτήθηκε η Ευρύβια καταπνίγοντας την αηδία της. Μετά όμως σκέφτηκε ότι το όνομά της, που σήμαινε ευρύς βίος, συνεπαγόταν και ευρεία αντίληψη των πραγμάτων, οπότε έσπευσε να αυτολογοκριθεί και να κάνει την αυτοκριτική της. «Γιατί όχι; Τόσα χρόνια έχουμε δει όλους τους συνδυασμούς. Τιτάνες μαζί με Ολύμπιους, θεούς μαζί με ανθρώπους και θνητούς μαζί με αθάνατους, φυσιολογικούς μαζί με βιοσύμφυτους, παρότι οι τελευταίοι έχουν πιο στενή σύνδεση με τους ομοίους τους παρά με τον φυσιολογικό σύντροφό τους, ομοφυλόφιλους με ετεροφυλόφυλους (γίνεται αυτό;), οργανικούς που να συνδέονται με μηχανικούς Τάλω, ποζιτρονικά ανδροειδή και γυναικοειδή ή ακόμη και με υπεραυτόματα λοατκί τύπου “Εχετλαίος”, ακόμη και είδη ασύμβατα μεταξύ τους που έχουν επιλέξει να παίρνουν ανά εξάμηνο το ένα τη μορφή του άλλου ώστε να γίνονται συμβατοί, όπως ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης ζουν έξι μήνες στον ουρανό και έξι μήνες στα τάρταρα».

«Είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Ο καθένας έλκεται από αυτό που δεν έχει, από το απλησίαστο, το αδύνατο!», γνωμάτευσε η Περικτιώνη δείχνοντας μία ιδιαίτερη ευαισθησία και βαθιά μόρφωση, που κανείς δεν θα περίμενε, δεν θα υποπτευόταν ή δεν θα προϋπέθετε σε μία ασφαλίτισσα.

Άρχισε να απαγγέλλει: «“Ο Παν αγάπησε τη κοντινή του Ηχώ, αλλά η Ηχώ το Σάτυρο αγαπούσε τον πηδηχτή, μα ο Σάτυρος λυσσομανούσε για τη Λήδα. Κι όση άναβε φωτιά η Ηχώ στον Πάνα, τόση κι ο Σάτυρος στην Ηχώ κι η Λήδα στο Σατυρίσκο.  Κι αμοιβαία τούς έλιωνε ο Έρως και κάθε μια από αυτές όσο μισούσε τον άνδρα που την αγαπούσε, τόσο ήταν πάλι μισητή από εκείνον που προτιμούσε. Αυτό το μάθημα το λέω στους ανέραστους όλους: αγαπάτε όταν σάς αγαπούν, για ν’  αγαπιέστε όταν αγαπάτε”, μάς λέγει ο Μόσχος ο Σικελιώτης στα Βουκολικά».   

          «Καλά- καλά, τα ξέρουμε αυτά. Τι μάς πέρασες, για αμόρφωτους; Ξέρουμε από τη μυθολογία- ψυχολογία ότι, όσο κάποιοι εραστές, παρότι φαινομενικά ασύμβατοι, κάνουν τα πάντα για να μείνουν μαζί ή πάλι λιώνουν και αυτοκαταστρέφονται λόγω ανανταπόδοτου έρωτα, άλλοι τόσοι κάνουν ό, τι μπορούν για να αποφύγουν τους αταίριαστους έρωτες, όπως ο διάολος το λιβάνι. Έτσι η Άρτεμη για να γλιτώσει από τον Ακταίονα τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και τον έφαγαν τα σκυλιά, η Σύριγξ προτίμησε να μεταμορφωθεί σε καλάμι για να αποφύγει τον Πάνα και η ίδια η Ηχώ που ανέφερες προτίμησε να τη ξεσκίσουν οι βοσκοί από το να υποκύψει στις ορέξεις του τραγοπόδαρου», διέκοψε τον οίστρο και τις υπεκφυγές της ο Υπερίων, επαναφέροντάς την στην τάξη. «Ποιος ήταν αυτός ο εραστής της Αρήτης;», ρώτησε αυστηρά.

«Πού να ξέρω, είχε πολλούς. Ήταν νυμφομανής – μητρομανής. Είχε εραστές και ερωμένες, άνδρες και γυναίκες ου μην αλλά και ουδέτερα διαφιλονικούμενα πλάσματα, άντε να βγάλεις άκρη. Οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας μπορούν να σάς διαβεβαιώσουν ότι δεν ήμουν παρούσα τη βραδιά της δολοφονίας. Πού να ξέρω εγώ ποιον ή ποια ή ποιο είχε σπιτώσει εκείνη την ημέρα, η γυναίκα ήταν ασυναγώνιστη, ήταν πανούργα, πανέξυπνη, αλλά είχε και γονίδια γουρουνοτρόφου, τις πιο άνομες και αχόρταγες ορέξεις. Η καημένη η Λασθίνια, έστω κι αν υπέπεσε σε μεγάλα σφάλματα, σάς είχε πει σε ανύποπτο χρόνο μία αλήθεια, άρχοντα, ότι μόνη η διακριτικότητα και η ευγένεια την παρωθούσε να μην απαντήσει στις ερωτήσεις σου και το ίδιο ισχύει και για μένα».

Χωρίς να την αφήσει να συνεχίσει, ο Υπερίων επικοινώνησε ακαριαία με τον Φιλογενή.

«Φιλογενή, δώσε αμέσως κατάλογο όλων των ολογραφικών προσωπικοτήτων που ζουν στο ολογραφικό χωριό. ‘Ένας απ’ αυτούς μάλλον είναι ο δολοφόνος της Αρήτης».

Ο Φιλογενής τα μασούσε ή κατ’ άλλη έκφραση τα μάσαγε.

«Ε… αστροστολικέ απεσταλμένε… υπασπιστή του μέγιστου Προμηθέα… αξιοσέβαστε εκπρόσωπε των τιτάνων…»

«Κόψε τις μακακίες και μίλα καθαρά! Τι συμβαίνει επιτέλους, ειδωλολάτρη μου, εδώ στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας, πες μου; Πόσα μυστικά του διαβόλου ως διαστροφέα του συμβόλου κρύβετε σ’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο τόπο της κόλασης, ανεπαρκή και δυσανάλογα αμειβόμενε δημόσιε λειτουργέ;»

«Δεν έχουμε πλήρες αρχείο για τις ολογραφικές προσωπικότητες, αυτές έρχονται και παρέρχονται. Είναι, βλέπεις, η φύση της φωτονικής ύπαρξης τέτοια που είναι φευγαλέα. Καταλαβαίνω βέβαια ότι αυτό αντιβαίνει στα ανθρώπινα δικαιώματα που εσείς οι τιτάνες πάνω απ’ όλα διακηρύσσετε – μεγαλοποιείτε και για τα οποία κόπτεσθε και αγωνίζεστε, αλλά αυτή είναι η κατάσταση».

Ο Υπερίων είχε μείνει άφωνος.

«Δηλαδή», ψέλλισε, «εκμεταλλεύεστε τις φωτονικές προσωπικότητες στο πλαίσιο ενός είδους δουλείας. Όμως δεν θα κριθεί η ανθρωπότητα για τον τρόπο που αντιμετωπίζει αυτή τη νέα φυλή; Τουλάχιστον στη Γη κανείς δεν αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, εδώ όμως αυτά που βλέπω και διαπιστώνω ερευνώντας υπερβαίνουν κάθε αρρωστημένη φαντασία…»   

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ότι μέχρι και η Περικτιώνη, που δεν είχε κανένα συμφέρον από τις έρευνες του Υπερίωνα, ίσα- ίσα είχε αναχθεί σε βασική ύποπτη, κάπου λυπήθηκε τον αγνό ήρωά μας, που όλα τα βέλη της κακοήθειας προσέκρουαν χωρίς αποτέλεσμα στο καθαρό θωρακισμένο στέρνο του.

«Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη ακόμη και αυτό που φαντάζεστε, αυθέντα», είπε χαμένη για χαμένη πια. «Αν αφήσετε τη γοητεία του φανταστικού, εγκυμονικού και εμφορούμενου από προγεννητικά φύτρα κι εν δυνάμει βλαστήματα να σάς συναρπάσει προς τη χοάνη του γοητευτικά άγνωστου, του ανεξιχνίαστα μυστηριώδους, ελκύοντας τα  βήματά σας με τη βουκολική – ποιμενική φλογέρα και το μαγικό μαυλιστικό αυλό των ακατανόητων παρορμήσεων, όπως ο άλογος ερωτισμός ωθεί αόριστα προς όρμους ετεροφυλικούς- ομοφυλοφιλικούς χωρίς περαιτέρω ειδικεύσεις και μερικεύσεις, προχωρήστε στους τοίχους της ανόσιας Ιεριχούς και περιπτυχθείτε  γύρω τους και πάνω τους περιπαθώς με αμέριστη οφθαλμολαγνεία – οφθαλμοπορνεία για άμεση, ενορατική, εκστασιακή μυστικοπαθή γνώση. Ξύστε λίγο από το σμάλτο της μαρμαροϋφούς επιφάνειας στο ύψος  της κερκίδας, ξηλώνοντας τη γραμμή του μαρμαροκονιάματος και καταιονίζοντας το ασβεστομάρμαρο αναπαριστώντας  οπτικά  τη διανοητική ροπή και το συνειδησιακό αίτημα για εμβάθυνση και κατάδυση στα μυστικά  του μυστηριώδους ενδιαιτήματος, αλλά ποια θα είναι η έκπληξή σας, όταν κάτω από την αιωρούμενη παιπάλη της ξεφτισμένης ποίκιλσης των διακοσμημάτων του τοίχου θα συναντήσετε ορφνή, μαλακιά, μουμιοποιημένη επιδερμίδα ή μάλλον θα τη συναντούσατε αν δεν υπήρχε η υγειονομική ανακύκλωση».

Μέχρι και ο έμπειρος Υπερίων έχασκε στην παραπάνω παρατήρηση με ένα ύφος μη κατανόησης.

«Φαίνεται, αυθέντα, ότι η Αρήτη έχει χτίσει- εντοιχίσει πολλούς ολογραφικούς εραστές (και ίσως όχι μόνο), όπως έκαναν στο Μεσαίωνα. Δυστυχώς, δυστυχέστατα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο: ΠΥΡΙΣΠΟΡΟΣ

Δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο Πυρίσπορος ήταν πολύ φιλικός κατά τη νέα συνάντησή του με το ανακριτικό επιτελείο, αν σκεφτεί κανείς από τι τον γλίτωσαν οι τιτάνες στο επεισόδιο με τον Βριάρεω. Υποδέχτηκε τους Υπερίωνα, Λητώ με γνήσια διαχυτικότητα, ελεγχόμενη όμως, ώστε ταυτόχρονα να εκπέμπει και μία ήρεμη δύναμη – μη το ξεφτιλίσουμε και τελείως- στο κάτω κάτω ήταν Πρόεδρος του «Συνεταιρισμού Παραγωγής Προϊόντων Λήμνιας Σφραγίτιδας».

Γενικά υπό καθεστώς μη απειλής και όταν δεν είχε απέναντί του το σκιάχτρο ενός έξαλλου Εκατόγχειρα να τού επιτίθεται με τα εκατό του χέρια, ήταν ένας ήρεμος και λογικός άνθρωπος με μία σπίθα εξυπνάδας στα μάτια. Ήταν ο πρώτος, που είχε προτείνει στον Υπερίωνα να εφοδιαστεί με τηλεπαθητικό εμφύτευμα και το πίστευε καλόπιστα ο άνθρωπος, ότι έτσι θα είχαν καλύτερη συνεννόηση. Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητούμε εκ των προτέρων τις καλές προθέσεις όποιου μάς συμβουλεύει κάτι. Επιπλέον ο Υπερίων δεν μπορούσε να φανταστεί τον Πυρίσπορο στο ρόλο του δολοφόνου. Τον είχε βιώσει να είναι τόσο πολύ φοβισμένος – υπάρχει και μία κατάλληλη ή ακατάλληλη έκφραση που οι καθωσπρέπει τιτάνες διστάζουν να χρησιμοποιήσουν, δηλαδή «χεσμένος»- με οφθαλμούς εξορυγμένους από τον τρόμο σαν σωστός αβγουλομάτης, ώστε σκεφτόταν ότι ένας άνθρωπος που φοβάται τόσο πολύ τον θάνατο, είναι αδύνατο να υποβάλει ή να οδηγήσει άλλους σε αυτόν. Και κάτι άλλο ασυναίσθητο που συντελούσε στο να συμπαθεί ο Υπερίων τον Πυρίσπορο ήταν ότι είχαν υπάρξει συνεπιβάτες στην Ιθυειλία, όταν ο τιτάνας- ανακριτής είχε πρωτοέλθει στο σταθμό. Είναι ορισμένες περιστάσεις στη ζωή, που σού δημιουργούν μία ανεξήγητη συμπάθεια για κάποιον, επειδή τον συνδέεις εντελώς ασυναίσθητα με ένα προηγούμενο γεγονός θετικό για σένα ή τουλάχιστον μη αρνητικό, κάτι που να είναι ιδρυτικό σχέσεων ή η απαρχή μίας περιπέτειας. Τι να λέμε, η ψυχολογία είναι μία επιστήμη με μεγάλο βάθος.  

Ε λοιπόν, ήταν ευτυχής συγκυρία ότι η συνάντηση των ανακριτών μαζί του συνέπιπτε με την πειραματική φύτευση ενός σπόρου κοντά στη Νέα Αρκαδία, που προοριζόταν για καινούριο βιότοπο διατιθέμενο για κατοίκηση, καλλιέργεια και εκβιομηχάνιση. Τη στιγμή της επίσκεψης ο Πυρίσπορος επόπτευε και επιθεωρούσε εκ του μακρόθεν τη φύτευση αυτή.

«Πόσο δίκαιο θα ήταν να ζούσε η Αρήτη για να παρευρεθεί σ’ αυτή την προσπάθεια. Αυτή δημιούργησε τούτους τους ταχυδυναμικούς θαυματουργούς σπόρους, ικανούς να γεννήσουν ολόκληρο πλανήτη».

Οι παριστάμενοι βρίσκονταν στο πίσω μέρος της αίθουσας ελέγχου, που περιείχε πέντε σειρές τερματικών, όλες κατειλημμένες από επιμελείς τεχνικούς. Οι επιστήμονες, μέτρια αμειβόμενοι σε κάθε εποχή σε σχέση με την αξία τους, μελετούσαν τις ενδείξεις και τις εικόνες των οθονών και δακτυλογραφούσαν εντολές στους επιμέρους συνθετιστές τους. Μεγάλα ολογραφικά συμπλέγματα κάλυπταν τους τοίχους. Η κάθε ζωντανή τοιχογραφία απεικόνιζε από διάφορες οπτικές γωνίες το καινούριο σπέρμα, που αιωρούνταν και ολοένα μεγάλωνε είκοσι χιλιόμετρα μακριά από τη Νέα Αρκαδία. Το σπέρμα χρειαζόταν εκτός των άλλων και μία υποβοηθητική βάση, ένα κρηπίδωμα – θεμέλιο προκειμένου να στηριχτεί και να αναπτυχθεί και βεβαίως αυτό είχε διατεθεί από τη γενναιόδωρη Συνομοσπονδία. Ίσως ήταν ο ίδιος ο αφρός συσκευασίας, όπου ήταν τυλιγμένο το σπέρμα πριν χρησιμοποιηθεί. Βεβαίως, στον κόσμο των τιτάνων, όπου η βούληση έπαιζε τον ίδιο ρόλο και είχε την ίδια συνεισφορά με τη γνώση, η δρομολόγηση της πορείας του σπέρματος και η εκκίνηση της διαδικασίας ανέλιξής του δεν ήταν μόνο εφαρμογή επιστημονικού και αλφαριθμητικού τύπου, αλλά και εξίσου εξορκιστικοί ψαλμοί και συστατικά κοντάκια – τροπάρια.            

Παρατηρήσαν και εστίασαν την προσοχή τους σε μια συγκέντρωση ενός ξανθόχροου, ωχρόλευκου και φωταυγούς ζωικού ή φυτικού πλαγκτόν, κάτι που έμοιαζε με συνέλευση μαστιγοφόρων αμοιβάδων, αιωρούνταν και αναδιπλωνόταν ζαρώνοντας σαν ζελές μέδουσας ή μαρμαρυγώντας και αναριγώντας σαν Βόρειο Σέλας, όντας παχύρρευστο και θρομβωμένο ως γονορροϊκή έκκριση ή απόχυμα άρρενος ζώου, λευκόρροια γυναικός ή πηχτόγαλα σε καρδάρα γιδοβοσκού. Μέσα σ’ αυτό το εκτατό πλάσμα υδραργυρικής πυκνότητας παρουσιάζονταιν ρυθμικές κινήσεις σαν νευρικές συσπάσεις σπερματοζωαρίων που φαίνονταν να μεταδίδουν συγκεκριμένο μήνυμα αναπότρεπτης και αναποσόβητης αιτιότητας, ένα σήμα εκπομπής αφανούς, αδιόρατης, αφιλόρρυθμης και ακατέργαστης περιοδικότητας, παρέχοντας ως εξηγητικό – ερμηνευτικό μοντέλο και αναλυτικό πλαίσιο μεθοδολογικής προσέγγισης αυτής της ανήροτρης, ακαλλιέργητης και ανεπιμέλητης συνάφειας ένα περίεργο δυαδικό σύστημα με βάση τους αριθμούς δύο και ένα. Αυτός ο κωδικός κατά εκπληκτικό τρόπο δεν ήταν ίδιος για κάθε παρατηρητή, αλλά θρυμματιζόταν σε άπειρες ρυθμικές υποκρούσεις και μετρονομικές ορθοτροπίες, όσες και οι μητρικές γλώσσες ή τα φωνήματα των κατά περίπτωση εξεταστών ή θεωρητών.

Για πρώτη φορά αισθάνθηκαν τη μυστηριώδη, αναπόδραστη, αλάθευτη και απαράβλεπτη  επήρεια τούτου του συμπυκνωμένου αδιάλυτου και αδιασκόρπιστου κολπεγχύματος, του πυτιοζυμωμένου, τυρευμένου, πυώδους και οπώδους κλύσματος, της μαντικής λαλέουσας πηγής με τις εξεικονιστικές, ανακοινωτικές και  . . . . ραδιοφωνικές αναθυμιάσεις, καθώς πλησίασαν το ασθενές  υπέρεισμα –  το λεπτοκέλυφο και ελυτρώδες πέτασμα, το φωσφορικό αμφίβληστρο και ημιδιαφανές κρύσταλλο που χώριζε την διαστημική τους φυλακή από τα ερέβη της αβύσσου, δηλαδή τη μεγάλη οθόνη του σταθμού, και ευθύς καταλήφθηκαν από πανικό, γιατί ένα σαφές προανάκρουσμα και προαύλημα επερχόμενων βιβλικών καταστροφών τούς εναγκάλισε με περίπτυξη τορνεμένου, χωνευμένου και μαργωμένου μετάλλου, πλημμυρίζοντας συγχρόνως τις εγκεφαλικές μεμβράνες κινηματογραφικής προβολής αρχέγονων φόβων και ζοφερών προαισθημάτων, τα πολύπτυχα και πολύκογχα έδρανα του νοσηρού κοπροβόλου υποσυνειδήτου, με καταιγιστικές σκηνές από ταινία «προσεχώς», που θα ‘ταν – αλίμονο – ένας παρανοϊκός, ταραχώδης και δαιμονιώδης κατοπτρισμός, μια μακάβρια και φρικώδης αναπαράσταση της Αποκάλυψης του Ιωάννου (παραπομπή στον Χριστιανισμό).

Πριν συνέλθουν από την εντύπωση αυτή που θύμιζε χορό δαιμονικών και καλικάτζαρων γύρω από χοχλακιστό καζάνι στους πρόποδες του φαλακρού βουνού, αυτό το βλεννώδες, μυξώδες, κυματώδες και αμυλώδες φάντασμα που είχαν απέναντί τους, τούτη η σεισόπυγη, λικνιστική και ταλαντευτική χλαμύδα ως πτυσσόμενο  χειρόμακτρο ή τσαλακωμένο σεντόνι, η χυλώδης πολτώδης και εναιωριστική ροή σιροπιού, η γλωσσοδιαρροϊκή και αμετρόεπη γονή κυπρίνου, η τρομώδης και ριγώδης κηλίδα, το κηρώδες και νιφετώδες λευχείμονο χιτώνιο τούς μίλησε με μία εγγαστρίμυθη διεισδυτική τηλεπάθεια, τούς συστήθηκε σεμνά ως «σπέρμα» δίνοντας τους ταυτόχρονα την αποκρυπτογραφική κλείδα, την ανάλογη ακροστιχίδα, για να εξιχνιάσουν τα νοήματα και τις προφητικές εξαγγελίες του.

                                      Ι         2       2       Ι

                                      Σ.    ΠΕ.    ΡΜ.        Α 

ΣΚΟΤΟΣ ΨΑΥΟΜΕΝΟΝ, ΥΛΙΚΟΝ

ΠΛΗΓΜΑ ΣΕΙΟΝ ΕΓΚΕΛΑΔΟΥ

ΡΟΗ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΥ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΧΗΜΙΚΗ ΑΛΥΣΙΣ

«Όσο και να είναι συναρπαστική η φύτευση ενός πλανητικού σπέρματος, αγαπητέ Πυρίσπορε, νιώθω ότι στην παρούσα φάση μάς αποπροσανατολίζει από την έρευνά μας», εκμυστηρεύτηκε στον συνομιλητή του ο Υπερίων.

«Κι όμως, ευφάνταστε καλλιτέχνη της ανακριτικής επιστήμης, όπως είπαμε και προηγουμένως, με αυτά ασχολούνταν η Αρήτη και απ’ αυτά πρέπει να ξεκινήσεις για να βρεις τον ένοχο, αν και συναφώς μού κάνει εντύπωση το πείσμα σου να μην τοποθετείς τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Θα σού αποκαλυπτόταν ένας ολόκληρος κόσμος πληροφοριών και αρμονίας».

«Να σάς πω, μετά από όσα βλέπω και ανακαλύπτω καθημερινά στο ζωντανό σταθμό σας, ωριμάζει και ενδυναμώνεται μέσα μου όλο και περισσότερο η μόνη δυνατή απάντηση που είναι “ευχαριστώ, δεν θα πάρω”».

Η Λητώ επενέβη με το γνωστό εμβόλιμο τρόπο της, λίγο ύπουλο και υποκριτικό, αλλά πάντα αποτελεσματικό και ενισχυτικό των επιδιώξεων του προϊστάμενου.

«Εμάς μάς ενδιαφέρει η Λήμνια Σφραγίτιδα, δηλαδή η εξέλιξη του σπερματικού υλικού που βλέπουμε. Άλλωστε και στην πραγματική ζωή δεν δύναται να συγκριθεί το έμβρυο ή το μωρό ενός ανθρώπου με αυτό που αυτό που ο ίδιος άνθρωπος έγινε μετά, με την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, την ολοκλήρωσή του».

Ο Πυρίσπορος κατάπιε τη γλώσσα του, γιατί αντιλήφθηκε ότι οι τιτάνες δεν είχαν έλθει για ανούσιους σχολιασμούς, αλλά για σοβαρή συζήτηση, απ’ αυτές που έχουν ποικίλες επιπτώσεις για τους συνομιλητές.

«Εδώ μυρίζει σαν να έχετε πετρέλαιο ή διαλύτες πετρελαίου. Διυλιστήριο έχετε;» ρώτησε ο Υπερίων.

«Η σύγκρισή σας έχει βάση», απάντησε ο Πυρίσπορος. «Πράγματι, στις δεξαμενές έχουμε υδρογονάνθρακες (και όχι υδατάνθρακες) για να ταΐζουμε κατά διαστήματα το σπέρμα μας να μεγαλώσει. Αν φτουρήσει το φύτρωμα, τότε θέτουμε τον πλανητικό σπόρο σε τροχιά κατά προτίμηση γύρω από άλλα σώματα για να μπορεί ο καημένος να βρει μόνος του την τροφή του. Αστειεύομαι βέβαια. Πάντα χρειάζεται ανθρώπινη έγκριση, ώστε το εκάστοτε τεχνητό βιοτεχνολογικό ουράνιο σώμα να ρουφήξει με το καλαμάκι ή με το μπουρί της σόμπας ένα άλλο αδρανές και φυσικό».

«Ακόμη και στο διάστημα το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή εν προκειμένω το μικρό τρώει το μεγάλο», σχολίασε απογοητευμένος από την αγριότητα της φύσης ο Υπερίων.

«Ναι, όταν αναπτύξει τα δικά του πεπτικά όργανα και συνδεθεί μέσω χοάνης και κατόπιν ανθρώπινων ενεργειών με το ουράνιο σώμα, το οποίο προορίζεται προς κατανάλωση».

«Απίστευτο… ένα σπέρμα γίνεται αυτόνομος οργανισμός χωρίς να εκκολάπτεται μέσα σε κάποιο σώμα…», είπε η Λητώ, που μετά την αχρήστευση του ανδρός στην αναπαραγωγική διαδικασία και την αντικατάστασή του από τράπεζες σπέρματος έβλεπε να αχρηστεύεται και η γυναίκα, αφού φαίνεται ότι δεν χρειαζόταν πλέον ούτε το δικό της σώμα, για το οποίο τόσοι αγώνες είχαν δοθεί από το αντίστοιχο γυναικο- τιτανικό κίνημα.

«Ναι, βέβαια τελείως αυτόνομο δεν είναι. Τα βιοτεχνολογικά προϊόντα είναι πολυσυμβιωτικοί οργανισμοί. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο να προγραμματίζουμε ένα ολόκληρο βιότοπο κατοικιών στο δεσοξυριβοζονουκλεϊκό οξύ του σπόρου, ούτε καν η αείμνηστη Αρήτη σε συνδυασμό με τον Περκνοπτέρυγο και τον Διδυμίωνα δεν το πέτυχε αυτό. Για τη συμπλήρωση, διαστρωμάτωση και διαμερισματοποίηση  του νέου ουράνιου σώματος χρειάζεται οπωσδήποτε το σταθερό υλικό της Λήμνιας Σφραγίτιδας, το οποίο διαχειρίζεται ο δικός μου συνεταιρισμός».

Στο σημείο αυτό ο Υπερίων καταχώρησε στο περίφημο σημειωματάριό του τη λέξη «κίνητρο (ν)», που στην πραγματικότητα είναι η κουτάλα που ανακατεύει την χύτρα. Είχε πράγματι κίνητρο ο διαχειριστής του θαυματουργού υλικού να σκοτώσει τον Αρήτη, διότι αν αυτή τελειοποιούσε την αυτονομία του σπόρου, η Λήμνια Σφραγίτιδα δεν θα χρειαζόταν.

«Μα τι είναι επιτέλους αυτή η Λήμνια Σφραγίτιδα;», ανεφώνησε η Λητώ θέτοντας ένα ερώτημα που θα έπρεπε να είχε απαντηθεί εδώ και καιρό.

«Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να απασχολεί το μυαλό των ανακριτών ένα τόσο τεχνικό ζήτημα. Αρκεί να πούμε ότι είναι σταθεροποιητικός παράγων, που σφραγίζει μία οργανική ένωση και την κάνει να λιμνάζει και να τελματώνει με την καλή έννοια, δηλαδή να συνεχίζει να υφίσταται. Εμείς οι χημικοί θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε υδροστατικό σκελετό ή μεσογλοία, μέσω της οποίας τα υλικά του βιολογικού σπόρου συνέχονται και συνενώνονται σε μόνιμη βάση χωρίς εσωτερικό πλέγμα. Αυτό εμπεριέχει και προϋποθέτει ζύμωση υδροξυλίου…εμ… να μη σάς ταλαιπωρώ τώρα με τεχνική ορολογία …»

Χωρίς να καταλάβει γιατί, ο Υπερίων σημείωσε τη λέξη «σκελετός» απ’ όλο αυτό το κατεβατό.      

«Και πού τον βρίσκετε αυτό τον συνθετικό και συνδετικό λόγο των υλικών;», ρώτησε.

«Τον θερίζουμε από τον Δία. “Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν, καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον”, όπως λέγει και ο Εκκλησιαστής. Ο Μέγας Πλανήτης είναι το γόνιμο χωράφι μας, απ’ όπου συλλέγουμε και συγκομίζουμε ένα σωρό υλικά».

«Φλογερέ δαδούχε των σπόρων, όπως μαρτυρεί και το όνομά σου, ο συνεταιρισμός σου και εσύ έχετε στήσει μία ωραία κοινωνιστική επιχείρηση, από την οποία ψωμίζονται πολλοί άνθρωποι και εύγε σας. Όπως συμβαίνει στην ευγενή παράδοση των τιτάνων η παραγωγική δραστηριότητα προωθεί και νομιμοποιεί την ιδιοκτησία. Μήπως τελικά η άντληση σοδειάς από τους λειμώνες του Δία δεν είναι παρά ένας διαιωνιζόμενος σκοπός προκειμένου να υποστηριχτεί η συλλογική συγκρότηση των μελών του συνεταιρισμού σας; Να θέσω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. Μήπως η Λήμνια Σφραγίτις δεν χρειάζεται;», παρέστησε τον δικηγόρο του διαβόλου ο Υπερίων.

«Αλλά σάς είπα ότι είναι σταθεροποιητικός παράγων των συστατικών του σπόρου. Σε κάθε περίπτωση δεν κουράζομαι να τονίζω διαρκώς ότι ο Δίας είναι το κέρας της Αμάλθειας και η επιτομή των συμπυκνωμένων ευκαιριών. Στα στρώματα της γιγάντιας ατμόσφαιράς του υπάρχουν τόσες πηγές και τέτοια ενέργεια, ώστε να εγείρεται μία λαμπρή προοπτική για μία νέα φάση της ανθρωπότητας, έναν πρωτότυπο και ανείδωτο πνευματικό πολιτισμό, που θα διακρίνεται από την συγγένεια του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος. Δεν επιτρέπεται κανένας από εμάς που ζούμε αυτήν την γενναία και νέα εποχή να λιποψυχήσουμε και να μη παίξουμε το ρόλο μας στην ολοσχερή ανακαίνιση και αναβάθμιση του ανθρωπίνου γένους. Κάθε αδράνεια από μέρους μας θα ήταν εγκληματική, διότι είμαστε βασικοί παίκτες. Μετ’ ου πολύ η νέα γενιά των πλανητικών σπόρων θα δύναται να προσλαμβάνει την τροφή της, δηλαδή τα σχετικά ορυκτά και πετρώματα απευθείας από το περιβάλλον χωρίς ανθρώπινη συναίνεση, μεσολάβηση ή έγκριση. Οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί θα γίνουν τροφοσυλλέκτες και μάλιστα θα είναι σε θέση να μηρυκάζουν την τροφή, να την αναμασούν, να τη συνθέτουν και να την ανασυνθέτουν, ώστε να τρέφουν όλον τον πληθυσμό που θα κατοικεί σ’ αυτούς. Δεν θα χρειαζόμαστε πλέον θεριστικές μηχανές ή ησιόδεια άροτρα για να οργώνουν, να συγκομίζουν, να επεξεργάζονται και να καταψύχουν τις αναγκαίες για τους ανθρώπους τροφές. Πόσο καταπληκτικό θα είναι κάτι τέτοιο. Ο πολύποδας της Λήμνιας Σφραγίτιδας θα ηδύνατο να σχηματίσει σπίτια, δημόσια κτίρια, καθεδρικούς ναούς. Όλη αυτή η αναγέννηση, τούτο το ανεξάντλητο δυναμικό θα συνεπικουρείται ανά πάσα στιγμή από την κερδοφόρα εξόρυξη του ηλίου 3 κατά τρόπον ώστε οι δυνατότητες να απειρίζονται, να εκτείνονται στο διηνεκές. Η βιοτεχνολογία και η μηχανική θα εργάζονται πλέον συνεταιρικά και αρμονικά, όπως ποτέ άλλοτε στην Ιστορία δεν έχει συμβεί. Άρα λοιπόν, αυτή τη στιγμή, κυρίες και κύριοι ευσυνείδητοι αστυνομικοί, είμαστε διανοητές ορίων, εργαζόμαστε για να ξεπεράσουμε κάθε νοητό επιβαλλόμενο έξωθεν όριο ή μάλλον να μεταθέσουμε μακριά και πέρα τα σύνορα των ανθρώπινων δυνατοτήτων σε σημείο που δεν θα αναγνωρίζουμε καν τους ίδιους τους εαυτούς μας…»

«Μού κάνει εντύπωση», είπε ο Υπερίων, «ότι από τη μία μιλάτε για το μέλλον του ανθρώπου, από την άλλη αναφέρεστε σε τερατώδεις διαστημικές υπάρξεις υπερφυσικών διαστάσεων. Τι σχέση έχουν όλα αυτά τα αφύσικα μαστοδοντικά μεγέθη που πάσχουν από ελεφαντίαση με τον άνθρωπο και με την πόλη-κράτος…»

Ο Πυρίσπορος δυσανασχέτησε:

«Κύριε επιβάλλοντα την τάξη, δείτε επιτέλους κάτι με τρόπο οραματιστικό. Να ξεπεράσουμε πια αυτή τη μεμψίμοιρη αστυνόμευση που στραγγαλίζει τους ανθρώπους. Σεις στηρίζεστε στο “τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκεν βροτών”, αλλά επιτέλους ας οραματιστούμε ένα κράτος χωρίς αστυνομία, έχουμε δικαίωμα στο όνειρο, στην απόλυτη ελευθερία…»

«Αλλά δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς το νόμο, που ο ίδιος ο άνθρωπος καταρτίζει και ορίζει. Η αλήθεια του ανθρώπου είναι η σκέψη του και η λογική του, όχι οι υποσυνείδητες ορμές του, “ήθος ανθρώπω δαίμων”, η γλώσσα της κοινωνίας επιβάλλεται και πρέπει να επιβάλλεται επί της γλώσσας του σώματος…»

«Καλά, δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο και πάν’ απ’ όλα δεν θέλω να αντιδικήσω με ανθρώπους που μού έσωσαν τη ζωή. Σταματάω λοιπόν εδώ τη συζήτησή μας για την τεχνολογία και τα οράματα του μέλλοντος και έρχομαι να σάς ρωτήσω για μία ακόμη φορά τι μπορώ να κάνω για σάς».

«Τώρα που το σκέφτομαι», είπε ο Υπερίων, «με εντυπωσίασε η άγρα, η ανεύρεση και η θήρα μυθικών θησαυρών στην ατμόσφαιρα του Δία. Πάντα ο Μέγας Πλανήτης είναι το μακρινό αλλά αδιαπραγμάτευτο όνειρο κάθε αστροναύτη και Αργοναύτη, από τότε που παιδί ακόμη τον βλέπει να ανατέλλει, ή καλύτερα να επιτέλλει (ανατολή του ηλίου -επιτολή των αστέρων) μέσα από ένα αυτοσχέδιο τηλεσκόπιο. Μού φαίνεται πολύ ελκυστική η προοπτική να σάς συνοδεύσω σε ένα ταξίδι με την αρχαία έννοια της διατεταγμένης και συντεταγμένης εκστρατείας για να σάς δω από κοντά πώς ανασύρετε στο σκάφος όλες αυτές τις θαυμαστές ουσίες που αναφέρατε, τη μεσογλοία, τον υδροστατικό σκελετό, το υδροξύλιο, όλα αυτά…»

«Ένστολε άρχοντα, σε συγχαίρω για τη μνήμη σου, αλλά θα μού επιτρέψεις να σε αποθαρρύνω από το να γίνεις κυνηγός του διαστήματος. Κανείς δεν είναι σε θέση να κατέχει τα απαραίτητα προσόντα για κάθε νοητό καθηκοντολόγιο, ο υποδηματοποιός να παραμείνει στο καλαπόδι του και ο πλοίαρχος στο τιμόνι του. Άσε που θα ήταν τεράστια η ευθύνη να σε πάρω μαζί μου είτε εσένα είτε κάποιον συνεργάτη σου σε μία από τις εξορμήσεις μας, αφού έχετε έλθει εδώ σε ειδική αποστολή και, αν κάτι σάς συμβεί, θα πρέπει να απολογηθώ στον Αστροστόλο και στην Συνομοσπονδία. Δεν είναι δική σου αρμοδιότητα να αλιεύεις ελαστιδεϊνες και στερόλες, καλύτερα άφησέ τα αυτά για τους … ξερόλες. Αν θέλεις όμως, ω φιλομαθές επαΐων, να σού προμηθεύσω ένα κινηματόραμα, όπου θα απεικονίζεται με λεπτομέρεια η βαθιά χειρουργική εισχώρησή μας στην ατμόσφαιρα τούτου του ταχύτατου, ιλιγγιωδώς περιστρεφόμενου αεριώδους γίγαντα, επιχείρηση που ακριβώς λόγω των μόλις αναφερμένων συνθηκών απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Εκεί από την άνεση της πολυθρόνας σου, θα απολαύσεις άλλους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα».

    Ο Υπερίων έθεσε φυλακήν τω στόματί του και μαζί χαλιναγώγησε με την παλάμη του και το στόμα της Λητούς, που ήταν πάντα έτοιμη να υπερασπιστεί τον προϊστάμενό της. Κι έτσι δεν προέβη στην αυτονόητη διαπίστωση ότι ένας βετεράνος των τιτανικών πολέμων δεν είχε βέβαια τίποτε να φοβηθεί ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην επόμενη, ούτε στην ατμόσφαιρα του γαλάζιου πλανήτη, ούτε του κόκκινου, ούτε του Μέγα Ταχύτατου του δικού μας Ήλιου, ούτε του Εγγύτατου του Κενταύρου, ούτε και του Απώτατου Παρατηρήσιμου των νεφών του Μαγγελάνου -που στην τιτανική διάλεκτο λέγονταν κάπως αλλιώς, αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί μέσα του σκέφτηκε κάτι άλλο που θα ήταν ίσως πιο τελεσφόρο και αποτελεσματικό.                

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο : ΡΟΗ

Προκαταρκτική δήλωση: Αναγνώστη, από τη στιγμή που θα περιγράψουμε ένα ταξίδι στα βάθη της ατμόσφαιρας του Δία, δεν έχουμε άλλη δυνατότητα από το να παραπέμψουμε σε κάποιον που πήγε εκεί. Και ο μόνος άνθρωπος που έχει πάει στο Δία είναι ο Άρθουρ Κλαρκ στη «Συνάντηση με τη Μέδουσα», ερευνώντας μεταξύ άλλων μία ηφιαστειακή πηγή με το όνομα «Βήτα».

Να πούμε πρώτα απ’ όλα ότι το βαθυσκάφος «Ευσταχιανή Σάλπιγξ ή Σάλπιγγα», νηολογημένο στη Νέα Αρκαδία και συνοδευόμενο από άλλα πλοία του σταθμού, αναγκάστηκε να περάσει από ένα σωρό διαβαθμισμένα επίπεδα σκοταδιού προκειμένου να φτάσει κάπου, όπου πλέον οι ανιχνεύσεις του έκαναν τη διαφορά και εξήπταν το ενδιαφέρον. Στην Ευσταχιανή Σάλπιγγα υπήρχαν αρκετοί φυσιολογικοί άνδρες του Πυρίσπορου, συνοδευόμενοι από μηχανικούς Τάλω, ολογραφικούς – φωτονικούς, βιοσύμφυτους, κοντολογίς όλες τις οπώρες μίας υψηλά τεχνολογικής εποχής. Μαζί τους όμως ήταν και μία λαθρεπιβάτισσα, η ευσυνείδητη, φιλότιμη και εργατική Λητώ, χωμένη σε κάποια αποθήκη, είχε όμως μαζί της μία υπερσύγχρονη συσκευή εναργοφάνειας ή τοιχοπαράλειψης, που σημαίνει ότι παρέλειπε τους τοίχους και μπορούσε να διακρίνει τα τεκταινόμενα εντός του σκάφους ως σχήματα- περιγράμματα – τύπους. Συνεπώς, είχε πλήρη αντίληψη και γνώση των όσων συνέβαιναν κατά την κάθοδο του διαστημόπλοιου και των συναφών διοικητικών αποφάσεων του πλοιάρχου Πυρίσπορου και των ιεραρχικά υφιστάμενων πυρισπορίων.     

Η Ευσταχιανή Σάλπιγξ, που ο Πυρίσπορος αποκαλούσε χαριτολογώντας και Ωαγωγική παραπέμποντας πονηρά σε άλλο όργανο του σώματος και συγκεκριμένα όχι στο ους, αλλά στην μήτρα και την αιδοιική ώα, βρέθηκε μέσα σε ένα είδος κοσμογονικής καταιγίδας, που κυριαρχούνταν από δύο μετεωρολογικά φαινόμενα: α) τους λεγόμενους τροχούς του Ποσειδώνα, αποτελούμενους από φωτεινούς ηλεκτρομαγνητικούς ομόκεντρους κύκλους και ακτινωτά διαδιδόμενα κύματα δονήσεων και β) όταν ο καιρός κάπως ηρεμούσε, τότε έπεφταν πυκνές νιφάδες κέρινου χιονιού, σαν να έπασχε ο Μέγας Πλανήτης από χοληστερίνη. Έτσι, η επιστημονική νοημοσύνη και αναλυτική ικανότητα της Λητούς δεν απορούσε καθόλου για το ότι θα υπήρχαν και σιτοστερόλες- φυτοστερόλες σ΄ αυτό το περιβάλλον ως συγκολλητικά στοιχεία του πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, που μιμούνταν τη σύσταση της χοληστερίνης. Χαρακτηριστικό ήταν ότι τη στιγμή της επαφής με το διαστημόπλοιο η θερμότητα του καταδυόμενου στην ατμόσφαιρα μετάλλου έκανε τις κέρινες νιφάδες να εξατμίζονται αυθορεί και παραχρήμα.

   Τουλάχιστον φόβος σύγκρουσης με στερεό αντικείμενο δεν υπήρχε, διότι τα βουνά του Δία βρίσκονταν πολύ χαμηλότερα. Από την άλλη, τα αιωρούμενα παπλώματα του κέρινου αφρού ήσαν μαλακά και διαπερνώνταν εύκολα από το κέλυφος του πλοίου. Στην πραγματικότητα η «Ευσάλπιγξ» – ας την πούμε έτσι χάριν συντομίας, όπως οι Χαλκιδαίοι αποκαλούν την αγαπημένη τους πολιτική εφημερίδα «Προοδευτική Εύβοια» «Προοδεύβοια» – παλινδρομούσε – όχι αβοήθητη- στο κέντρο ενός γιγάντιου τυφώνα, κυκλώνα – εδώ χρησιμοποιούμε και τις δύο λέξεις διότι δεν έχουμε να κάνουμε με το βόρειο ή το νότιο ημισφαίριο της Γης- αλλά ας σταματήσουμε επιτέλους τις παύλες γιατί οι λογοτεχνικοί κριτικοί θα μάς πάρουν στο κυνήγι-,  παρά ταύτα όμως δεν έχανε ύψος, διότι οι μηχανές της ισοσκέλιζαν την πίεση που την τραβούσε προς τα κάτω, αν και ήταν τρομακτική. Η τεράστια στρόφιγγα και το στενό πηγάδι, που έσκαβαν την ατμόσφαιρα και θα οδηγούσαν φυσιολογικά σε μία συντριβή ή αναγκαστική προσγείωση στην άγνωστη ανισόρροπη επιφάνεια, δεν μπορούσαν να βλάψουν το επίτευγμα της τεχνικής των τιτάνων. 

Ο Πυρίσπορος, που μέχρι εκείνη την ώρα έλεγχε τον μετρητή  βαρομετρικών μεταβολών ανάλογα με το εκάστοτε στρώμα της ατμόσφαιρας, άνοιξε για πρώτη φορά τη συσκευή οριζόντιας ανίχνευσης. Τότε προς μεγάλη έκπληξη της λαθραίας Λητούς ο ηχοβολισμός εντόπισε δεκάδες συμπαγή και γυαλιστερά αντικείμενα μεγάλου μεγέθους, διάσπαρτα σε μία πολύ ευρεία περιοχή του ουρανού, με τέτοιο βαθμό συγκέντρωσης και παραταξιακής συνοχής, αλληλουχίας ή συσχέτισης, ώστε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δάσος ή φυτεία από απόκοσμους μύκητες.

Ένα από αυτά πλησίασε σε σημείο, όπου τα χαρακτηριστικά του κατέστησαν εμφανή. Ήταν μία πελώρια μέδουσα με διάμετρο τουλάχιστον δύο χιλιόμετρα και αναρίθμητα πλοκάμια με μήκος μερικών εκατοντάδων μέτρων έκαστο. Τα πλοκάμια παλινδρομούσαν  με επαναλαμβανόμενες παλμικές σπασμωδικές κινήσεις σαν να κολυμπούσαν και να πάσχιζαν να κρατηθούν σε μία νοητή επιφάνεια ή σαν αδέξιος σκύλος που κωπηλατούσε απεγνωσμένα σε λίμνη γλυκού νερού χωρίς άνωση με τα ακατάλληλα για υγρό στοιχείο πόδια του. Αλλά αυτή η αδεξιότητα ήταν προφανώς φαινομενική, ιδωμένη από ανθρώπινη σκοπιά.   Αναφερόμαστε σε όντα εκατό χιλιάδες φορές μεγαλύτερα από τις μέγιστες φάλαινες της Γης, το βάρος των οποίων πιθανόν να έφτανε και το ένα εκατομμύριο τόνους.  Προκειμένου να μπορούν να ίπτανται χωρίς να βυθίζονται πρέπει να παρήγαν τεράστιες ποσότητες θερμότητας.

Η Λητώ σκίρτησε μέσα στην κρυψώνα της και ρύθμισε τον ειδικά προσαρμοσμένο καταγραφέα της ώστε να τραβά συνεχώς φωτογραφίες και κινηματοράματα από κάθε οπτική γωνία. Τα τερατώδη πλάσματα είχαν το ίδιο χρώμα με τα ιριδίζοντα σύννεφα και ξεχώριζαν πολύ δύσκολα από αυτά επιδεικνύοντας μία ειδική βιολογική προσαρμογή στο περιβάλλον. Οι μέδουσες παρείχαν ένα πρώτης τάξεως αντικείμενο για σωρεία επιστημονικών μελετών και η Λητώ δεν κουραζόταν να μαζεύει δεδομένα, ικανά και μόνο αυτά να τής εξασφαλίσουν μία απρόσκοπτη ακαδημαϊκή – πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Αυτό που δεν καταλάβαινε η Λητώ, ήταν για ποιο λόγο η Ευσάλπιγξ δεν κρατούσε μία ασφαλή απόσταση τουλάχιστον σαράντα χιλιομέτρων απ’ αυτά τα μεγαθήρια, καθόσον μάλιστα κανείς δεν ήξερε πόσο μαλακά ή σκληρά θα απέβαιναν σε μία σύγκρουση. Εκ πρώτης όψεως φαίνονταν σαν φούσκες αέρα, αλλά ενδεχομένως είχαν μεγάλη δύναμη κρούσης ή πρόσκρουσης.

Ξαφνικά πάνω στη μέδουσα εμφανίστηκε μία φαρδιά ζώνη φωτιζόμενη σε τετράγωνα σαν σκακιέρα. Κάθε τετράγωνο αναδείκνυε είτε πρόσθετες οριζόντιες είτε κάθετες παράλληλες γραμμές με απόλυτη συμμετρία, συντεταγμένα, καλλιγραφικά. Το έμπειρο επιστημονικά πεπαιδευμένο μάτι της Λητούς αντιλήφθηκε αμέσως ότι αυτό το ριγωτό κιγκλίδωμα μαρτυρούσε φυσικά πηνία συχνοτήτων, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κάποτε στα ραδιόφωνα. Κάτι ανάλογο έχει παρατηρηθεί στα κεφαλόποδα που επικοινωνούν με σχηματισμούς χρωμάτων. Αλλά τότε η μέδουσα έκανε προσπάθειες να μιλήσει, να ακουστεί με ηχοβολισμούς και ραδιοκύματα, ίσως μάλιστα να κραύγαζε κιόλας ότι κάτι δεν πάει καλά! Μα τι στο καλό συνέβαινε;

Ο αιφνιδιασμός της Λητούς με νέα αναπάντεχα γεγονότα συνεχιζόταν. Η Ευσάλπιγξ άρχισε απρόσμενα να αλλάζει σχήμα, με θωρακικές πλάκες να προστίθενται στην εξωτερική της επιφάνεια και σωλήνες εκτόξευσης να αντικαθιστούν τα φαινομενικά αθώα κυλινδρικά της τμήματα. Αντί για τη σφαιρική νωθρότητα άρχισε ξαφνικά το σκάφος να παρουσιάζει μία δυσοίωνη απειλητική μουτσούνα, που απεδείκνυε περίτρανα ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πέντε άλλα πλοία της Νέας Αρκαδίας ξεπρόβαλαν από τα τείχη του πηγαδιού του κυκλώνα με σχηματισμό “V” και στράφηκαν προς τον κύριο όγκο της μέδουσας ελευθερώνοντας απαίσια άγκιστρα. Μα τι γινόταν εδώ πέρα; Είναι δυνατόν για σκάφη της πεφωτισμένης τιτανικής εποχής να επιτίθενται σε ον, του οποίου η εν δυνάμει ευφυία ή νοημοσύνη δεν είχε ακόμη κριθεί από τα αρμόδια όργανα; Πού βρισκόμασταν; Στην παλαιολιθική περίοδο;

Η Λητώ σήκωσε τον αντίχειρά της σε μία ασυναίσθητη εκδήλωση συμπαράστασης και πίστης προς το δοκιμαζόμενο ον. Ίσως η μέδουσα να ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις, αφού οι επιδρομείς φαίνονταν να φοβούνται τα πλοκάμια της και να επιχειρούν να κρατηθούν μακριά από αυτά. Υπήρχε ακόμη η βάσιμη ελπίδα ότι οι χωρονήες του βιοτεχνολογικού τέρατος της Νέας Αρκαδίας αντιπροσώπευαν για τη μέδουσα ασήμαντα παράσιτα, σαν τους ψύλλους στη ράχη ενός σκύλου.

Δυστυχώς όμως γινόταν όλο και περισσότερο φανερό ότι η μέδουσα βρισκόταν σε κίνδυνο. Με απογοητευτική βραδύτητα και καθυστερημένη ανταπόκριση στα ερεθίσματα άρχισε να αναποδογυρίζει, να παίρνει κλίση, να χάνει ύψος. Το πρώτο ένστικτο ή μητρικό ορμέμφυτο της Λητούς ήταν ένα αίσθημα συμπάθειας για το κυνηγημένο γιγαντιαίο μαστόδοντο, που δοκιμαζόταν τόσο σκληρά. Από την άλλη, η επιστημονική της λογική τής έλεγε ότι η ευφυία αναπτύσσεται στα κυνηγετικά όντα και όχι στα ογκώδη και ήρεμα μαλάκια ενός εκτεταμένου ωκεανού, την παρακινούσε να ψηφίσει και να υποστηρίξει το δικό της ζωικό είδος σε αυτή την αντιπαράθεση, αφού στο κάτω – κάτω τι λόγους είχε ένας μικροσκοπικός άνθρωπος να τρέφει συμπάθεια για ένα προδιγίοσο εκατό χιλιάδες φορές μεγαλύτερο από μία φάλαινα; Να λοιπόν μία περίπτωση όπου η λογική ήταν αμείλικτη και άτεγκτη, ενώ το ένστικτο αγαπησιάρικο και συμπονετικό.

Δεν άργησε να παρατηρήσει ότι η τακτική της μέδουσας ήταν σωστή και αποδοτική. Εκτός από την κλίση σαράντα πέντε μοιρών, είχε ξεκινήσει να περιστρέφεται αργά αλλά μεθοδικά γύρω από τον εαυτό της, πράγμα που ενόχλησε και αποθάρρυνε τους ανθρώπινους – είτε φυσιολογικούς είτε βιοσύμφυτους- επιδρομείς και τούς ανάγκασε να αποσπαστούν  προσωρινά από το σώμα του θηράματός τους σαν τα όρνεα που αποσύρονται σκούζοντας από το θρασίμι που κατασπαράζουν, όταν κάποιος εκσφενδονίσει εναντίον τους μία πέτρα. Όμως δυστυχώς τα σαγόνια του ανθρώπου, πολύ πιο επίφοβα και αποτελεσματικά από τα σαγόνια του καρχαρία, δεν απομακρύνθηκαν πολύ ούτε έκαναν πίσω. Όταν είδαν ότι η μέδουσα είναι πολύ δυνατή, απέσυραν τα άγκιστρα και έβγαλαν τα ακτινοβόλα, τούτα τα ακατανόητα για τη φύση όπλα, και άρχισαν να τη γαζώνουν. Η μέδουσα δεν τα παράτησε, επιχειρούσε να προσκολληθεί σε κάποιο από τα επιτιθέμενα πλοία, για να το πλήξει με τους τοξικούς μηχανισμούς κνίδωσης που διέθετε, όμως πώς δύναται οποιοδήποτε ον του Θεού να αντισταθεί στην εξελικτική διαστροφή του πυροβόλου όπλου;

     Παρά την πελώρια της επιφάνεια η μέδουσα δεν μπορούσε πια να αντεπεξέλθει προς τα συνεχή διασπαστικά ξεσκιστικά της επιδερμίδας πλήγματα, που προκαλούσαν λύση της συνέχειας του δέρματος διαρρηγνύοντας ακόμη και την πιο σκληρόπετση δορά, και άρχισε να χάνει εσωτερικό υγρό. Τότε με τρόπο αδιανόητα κυνικό, φρικτά εργονομικό, φρικαλέα ορθολογικό, οι απεχθείς σιχαμένοι νικητές εξέβαλαν από το πολυεργαλειακό σώμα τους ανόσιες αντλίες και ρουφούσαν ανελέητα στις σιτοστερόλες- φυτοστερόλες και όλες τις άλλες συγκολλητικές ουσίες που χρειάζονταν για τη σταθεροποίηση της Λήμνιας Σφραγίτιδας. Διεξαγόταν δηλαδή μία κανονική γενοκτονία στην ατμόσφαιρα του Δία, απολύτως συμβατή με το αυτάρεσκο ον που έδωσε την καινούρια ονομασία  στον Μέγα Πλανήτη, για την οποία όλοι προσποιούνταν τον Κινέζο – ζητάμε συγγνώμη από τους Κινέζους -στο πλαίσιο μίας ανήθικης και οικουμενικής συνομωσίας της σιωπής.

Η Λητώ κρατούσε αφηνιασμένα και με ακατάσχετη φρενίτιδα λεπτομερείς σημειώσεις. Τα στοιχεία που είχε συλλέξει θα απέβαιναν  αρκετά, προκειμένου να παραπέμψει τους σφαγείς αυτούς στο ευρωπαϊκό ή στο παγκόσμιο ή στο οικουμενικό ή στο γαλαξιακό Δικαστήριο, διότι τελικά η γενική Ιστορία είναι η γενική Κρίση. Κάθε ευκαιρία, που έδιναν οι επιφορτισμένοι με την έρευνα του φόνου ανακριτές στον πρωτοποριακό βιοτεχνολογικό οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, διαψευδόταν οικτρά και βρίσκονταν αντιμέτωποι με όλο και μεγαλύτερες – σοβαρότερες φρικαλεότητες. Αιδώς Αργείοι, έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν! Κάτι έπρεπε πια  να γίνει! Δεν έπρεπε ο Προμηθέας να γυρίσει στη συνταξιοδοτική του σχόλη και στο κτήμα της νωθρότητας διεκδικώντας ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας κατά το παράδειγμα του Κικέρωνα, ο Υπερίων τον χρειαζόταν, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά! Όλες οι ενδείξεις συνέρρεαν και συνέκλιναν σε κάτι τόσο μεγάλο που ακόμη και η αισιόδοξη Λητώ κατάλαβε ότι ξεπερνούσε το μέγεθος και αυτών ακόμη των τιτάνων. Αλλά αν ακόμη και οι  τιτάνες ίσταντο αμήχανοι και ενεοί μπροστά στις εξελίξεις, που απειλούσαν να γκρεμίσουν τους θεσμούς, τότε τι ελπίδα απέμενε στην ανθρωπότητα; Για να επικαλεστούμε και μία συμβατή χριστιανική πηγή «Και αν το άλας μαρανθεί, εν τίνι αλισθήσεται;»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο: ΣΚΑΝΔΑΛΟΜΩΡΟΣ

Η Λητώ ενημέρωσε πάραυτα τον Υπερίωνα, ο οποίος παρά τα συνταρακτικά ευρήματα, τροχιοδεικτικά και αποκαλυπτικά μεγάλων σκανδάλων, δεν φάνηκε πολύ ενθουσιώδης.

«Καλά θα τα πω αυτά στον Φιλογενή, αν και δεν ξέρω, αν μπορώ να τον εμπιστευθώ. Ώστε έτσι ο φίλος μας ο Πυρίσπορος κι ενώ πήγαινα να τον συμπαθήσω… Πρέπει να προσέξουμε πώς θα το επικοινωνήσουμε αυτό, γιατί η υπόθεση της Λήμνιας Σφραγίτιδας λόγω τεράστιων οικονομικών συμφερόντων είναι πάνω από μάς, ζήτημα που υπερβαίνει και τις αρμοδιότητες και τη μισθοδοσία μας. Επίσης, καθώς φαίνεται, για μια ακόμη φορά επιλύσαμε ένα θέμα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο ήλθαμε εδώ. Στην αρχή το είπα για ευφυολόγημα, αλλά προδήλως ισχύει ότι δεν υπάρχει άλλη μέθοδος από την εις άτοπον απαγωγή για να φτάσουμε στον στόχο που έχουμε θέσει και στον ένοχο του εγκλήματος, για το οποίο είμαστε αρμόδιοι. Γι’ αυτό κι εγώ πάω τώρα να επισκεφτώ τον Σκανδαλόμωρο».

«Μα αφεντικό, αυτός είναι πρόβατο, είναι ο αμνός του Κυρίου, του δόντος εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων, ξέρεις τώρα, αυτά τα περίεργα που λένε οι χριστιανοί…»

«Όμως, όπως έχουμε μάθει από τα μεγάλα αστυνομικά λαγωνικά της Ιστορίας και της λογοτεχνίας, ο ένοχος είναι πάντα ο οικονόμος… έ συγγνώμη ο πιο απίθανος, καθότι όταν αποκλείσει κανείς το αδύνατο, αυτό που απομένει, όσο κι αν φαίνεται απίθανο, πρέπει να είναι η αλήθεια. Λοιπόν, σ’ αφήνω τώρα και το θέμα του Πυρίσπορου θα το συζητήσουμε εν ευθέτω χρόνω. Δεν θέλω να καλύψω τίποτε, αλλά προς το παρόν ας ρίξουμε στον φάκελο χοντρό αλάτι και βλέπουμε. Υπερίων, έλεξα κι έξω».

Τα κλίτη της εκκλησίας ήσαν άδεια, αλλά ο Σκανδαλόμωρος επέμενε να μουρμουρίζει τα ακατάληπτα λόγια της λειτουργίας, έστω κι αν δεν υπήρχε κανείς να τα ακούσει. Παρότι επί ανταγωνιστικών πνευματικών κινημάτων, η θρησκεία είναι κάτι που συνήθως επικρατεί, στον μελλοντικό ή παρελθόντα κόσμο των τιτάνων ήταν κατ’ εξαίρεση σε μεγάλη κρίση. Προκειμένου να αντιδράσει στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό των Ολύμπιων θεών, η δρακογενιά των τιτάνων είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη Λογική και αυτό δεν κάνει ποτέ καλό στη θρησκεία. Παρά ταύτα ο Ισλαμοχριστιανισμός, κυρίως λόγω του σκέλους του Χριστιανισμού, που ήταν πιο ορθολογικό, αφού μερικοί από τους πιο εξέχοντες πατέρες της εκκλησίας ήσαν λογικοί φιλόσοφοι, έδινε μεγάλη μάχη να επιβιώσει.   

 Ο τιτάνας- ανακριτής κάθισε σ’ ένα έδρανο μπροστά από τον ψάλλοντα ιερέα. Μόλις έγινε αυτό, ο Σκανδαλόμωρος διέκοψε την εικονική λειτουργία της αυταπάτης.

«Μάλιστα. Ένας πιστός παρακολουθεί και αυτός είναι άπιστος. Πού καταντήσαμε!»

«Δεν φταίτε εσείς, πάτερ. Δεν έπρεπε η Παποπατριάρχισσα να καταδικάσει τα τηλεπαθητικά εμφυτεύματα. Το να βάλλει κάποιος εναντίον ενός επιστημονικού επιτεύγματος, που εξυπηρετεί ή – για να το πούμε πιο χυδαία- βολεύει τους ανθρώπους, ισοδυναμεί με αυτό που σεις οι Χριστιανοί προσφυώς αποκαλείτε “προς κέντρα λακτίζειν”».

«Το πρωί είχα πάει να διδάξω στο σχολείο για τα τρία βασικά αντικείμενα της θρησκείας και της φιλοσοφίας: για τον Θεό, για τις ψυχές και για τον κόσμο. Χαμένος κόπος. Τα παιδιά ήσαν βυθισμένα στους επικοινωνητές και τα κινητά τους, που έδειχναν τούτη τη Γης, όπου πατούμε, δηλαδή τη Νέα Αρκαδία, να καταβροχθίζει με βουλιμία έναν αστεροειδή, προκειμένου να απορροφήσει τα τέσσερα βασικά διατροφικά υλικά, τον άνθρακα, το υδρογόνο, το οξυγόνο και το άζωτο. Το φαγοπότι διαρκεί ακόμη και τούτη τη στιγμή. Ορίστε δείτε το», είπε ο πατήρ δείχνοντας τον επικοινωνητή του.

«Σίγουρα όχι και τόσο χριστιανικό θέαμα, πάτερ», σχολίασε ο Υπερίων. «Μεθυστική και συμποσιακή ευωχία, αδηφάγα και χοιροστασιακή βουλιμία, μηχανικό και απομυζητικό μασούλημα, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον γλυκύτατο Ιησού και τους απανταχού προφήτες του;»

«Όπως τα λέτε. Και κοιτάξτε αυτή την αξεπέραστη κυνική και ορθολογική αποτελεσματικότητα. Ένα λεπτό δόρυ διαλυτικού φωτός εκπέμπεται από τους ηλιακούς συλλεκτήρες του σταθμού και κόβει φέτες τον καημένο τον αστεροειδή, αιωνία του η μνήμη, ούτε να βαφτιστεί δεν πρόλαβε. Κι ύστερα εξέρχονται οι τεράστιοι μυζητήρες, τα πανίσχυρα πτυάρια και φτυάρια  και μετατρέπουν ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει σε ένθηκα τρόφιμα και προφυλαγμένες ζωοτροφίες. Όλα εκτελούνται με αδυσώπητη αλληλουχία σύμφωνα με το σχέδιο του ανθρώπου. Και θαυμάστε τους περιστρεφόμενους κινητήρες του τροχιακού σταθμού, μα τι είναι πια, σταθμός, κορμός, σταθερό στέλεχος, στελεχώδες πρέμνο, άξονας και κέντρο, ή το αντίθετο όλων αυτών, ένα δαιμονισμένο κινητό πράγμα που συστρέφεται σ’ ένα στοιχείο κινούμενο; Συχνά σκέφτομαι ότι προκαλούμε τον Παντοδύναμο με τα φτηνά μας τεχνάσματα. Είναι μεγάλη οίηση και ύβρις να θέλουμε να διαμορφώσουμε το Σύμπαν σύμφωνα με τις δικές μας ανάγκες. Μη ξεχνάτε ότι κι εσείς οι τιτάνες, όταν κάνατε τους καταστερισμούς σας, παίρνατε την αρχική ενέργεια από τον Θεό».           

«Ναι, αλλά τελικά ο Θεός είναι εμείς οι ίδιοι στην αρχή ή στο τέλος του Σύμπαντος. Εγώ είπα, θεοί εστέ, δεν λέει κάπου ο Κύριός σας;»

          «Εμείς δεν ικανοποιούμαστε με την μεσολάβηση στη σχέση με το Θεό, ενδιαφερόμαστε για την αδιαμεσολάβητη σύνδεση μαζί του. Εμείς θέλουμε ένα Θεό πανίσχυρο, πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα, που να μάς στεγάζει και να μάς προστατεύει από κάθε κακό και να μάς συντρέχει σε κάθε αντιξοότητα. Θεός που είμαστε εμείς οι ίδιοι; Τι σημαίνει αυτό, τον εαυτό μας τον ξέρουμε και τον σιχαινόμαστε. Η πορεία του Έλληνος ανθρώπου από τον μύθο στο λόγο μάς αφήνει αδιάφορους. Ο λόγος είναι ψυχρός και απόμακρος, ενώ ο μύθος είναι απαραίτητος σαν τον αέρα που αναπνέουμε, υπό τον όρο βέβαια ότι τον πιστεύει κάποιος, αλλιώς είναι παραμύθι για μειράκια και για κρονόληρους. Εμείς έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς, αλλιώς η ζωή μας δεν έχει κανένα νόημα, είναι ένα τυχάρπαστο φτερό στον άνεμο, αν δεν υπάρχει ως εγγύηση ένας υπέρτατος προστάτης».

          «Αν είναι αυτό το θέμα σας, η ύπαρξη Θεού έχει αποδειχτεί από τις ευνοϊκές συνθήκες, τις ανθηρές προϋποθέσεις, τις ιδανικές μανδαλώσεις ή αλλιώς τις χρυσές τομές που επικράτησαν στο Σύμπαν και επέτρεψαν τη δημιουργία του ανθρώπου. α) Ένα κόμμα πέντε μοίρες είναι η γωνιακή, οπτική ή φαινομένη διάμετρος του ηλίου και του φεγγαριού, ιδωμένη από τη Γη. Είναι παράξενο που είναι ίδιες, αλλά και βολικό, διότι σ’ αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων το ότι η Γη γνωρίζει το σκοτάδι. β) Μείον σαράντα βαθμοί είναι η θερμοκρασία που είναι ίδια σε όλες τις κλίμακες μέτρησης αυτής, όπως είναι π.χ. η κλίμακα Κέλητος – Κελσίου (ταχέος) Ίππου και η κλίμακα του Ελαύνοντος Ίππου (Fahrenheit). γ) Ο αριθμός Βκε (2025) είναι το άθροισμα των ολόκληρων αριθμών από το ένα ως το εννέα, το καθένα εις την τρίτη, συμποσούμενο. Επίσης είναι και το τετράγωνο του αθροίσματός τους. δ) Δέκα στην τριακοστή ένατη είναι ένα μέτρο για την εξασθένηση της βαρύτητας σε σύγκριση με την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια. Εκτός αυτού είναι η εκτιμώμενη κατά πρόβλεψη ηλικία θανάτου του Σύμπαντος, αλλά και η τετραγωνική ρίζα όλων των σωματιδίων του αισθητού Σύμπαντος, δηλαδή του τμήματος αυτού σε σχέση με τη Γη, όπου η σταθερά του Ταπεινού (Humble- Hubble) κυμαίνεται κάτω από ένα κόμμα πέντε. Σε τέτοιους αριθμούς στηρίχτηκε η υπόθεση μεγάλων σταθερών, από τις οποίες εξάγεται ότι η δύναμη της βαρύτητας μειώνεται, όσο η ηλικία του Σύμπαντος αυξάνεται. ε) Ο αριθμός ρμζ (137) είναι η σταθερά λεπτής υφής, που απαντάται παντού στην ατομική φυσική. Αν πάρουμε τον λόγο του ενός δια αυτής αποκτούμε το περίφημο μαθηματικό παλίνδρομο, όπου τα πρώτα οκτώ ψηφία εκφράζουν τη συμμετρία…»

          «Αχ, αχ, μέγιστε διεκδικητή του θεϊκού τίτλου, που όμως θα μείνεις πάντα δεύτερος! Το να αραδιάζεις νούμερα, δεν σημαίνει ότι απέδειξες κάτι, το να κάνεις μία μέτρηση ή να δίνεις σε κάτι ένα όνομα ή να το αποδίδεις αιτιοκρατικά σε κάτι άλλο, δεν σημαίνει ότι το εξήγησες. Ο δικός μας Θεός υπάρχει και κατισχύει, γιατί ο ουρανός είναι γαλανός και δεν είναι κόκκινος, ούτε πορτοκαλής με κίτρινες βούλες. Ε, καμιά φορά είναι και τέτοιος! Πιστεύω εις ένα Θεόν, πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον υιόν του Θεού, τον μονογενή, τον εκ του πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομούσιον τω πατρί, δι’ ού τα πάντα εγένετο. Τον δι᾿ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Γυναικός Παρθένου ή Παρθενομάρτυρος και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί οποιουδήποτε δικτάτορα- εξουσιαστή, είτε αυτός έχει πορτοκαλί μαλλί είτε ασιατικά ζυγωματικά, δεν έχει σημασία, και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα την τρίτην ημέραν κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».

«Μα τι χρειάζονται όλα αυτά, γιατί να υπάρχει μεσολαβητής, αφού επιδιώκετε την αδιαμεσολάβητη σχέση, και γιατί αυτός θα πρέπει να έχει αναστηθεί χωριστά από τους υπολοίπους;  Μήπως όλοι δεν ανασταινόμαστε, εφόσον υπάρχει το πρότυπο της υποστασιακής μας συλλογικής ψυχής μέσα στο χωρόχρονο που ταιριάζει και είναι κομμένο και ραμμένο στο δικό μας χαρακτήρα και στις δικές μας απαιτήσεις; Μήπως όλοι δεν ανασταινόμαστε όταν υπάρχει το παγκόσμιο υποκείμενο, που είναι απαραίτητο για να παρατηρηθεί το παγκόσμιο αντικείμενο;  Και πώς να φανταστούμε αυτή την ανάσταση, σαν μία κινηματογραφική απώθηση ενός μεγάλου λίθου και μία ανάληψη μίας πάλλουσας εικόνας στους ουρανούς; Εδώ εσείς οι ίδιοι λέτε ότι “πνεύμα ο Θεός και εν πνεύματι και αληθεία δει αυτόν προσκυνείν”. Η ανάσταση είναι πνευματική, όχι σωματική, δεν θα αναστηθούν οι  μύες και τα μουστάκια, αλλά η διανοητική κλίση και τάση».

«Έλληνα άνθρωπε, που τροχιοδρομείς από τον μύθο στο λόγο, τι χρησιμεύει το να εκλογικεύεις αυτό που υπάρχει; Φυσικά, η δράση και τα μέσα του Θεού έχουν κάποια λογική, αλλά εμάς μάς ενδιαφέρει περισσότερο η βούλησή του και τα σχέδιά του. Και τα σχέδιά του μπορούν να αφορούν τον καθένα μας ή μόνο έναν άνθρωπο σε όλο το Σύμπαν. Ακόμη και έναν άνθρωπο να σώσεις ή να βοηθήσεις, έχει σημασία, και γι’ αυτό ο Χριστιανισμός, αλλά και το Ισλάμ ως πιο απλοϊκή εκδοχή του, δεν θα πάψουν ποτέ να ασκούν γοητεία και να εμπνέουν και το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν πρόκειται ποτέ να παλιώσει ή να σβήσει. Γι’ αυτό λοιπόν εκφεύγω από τη θεωρητική συζήτηση, στην οποία πας να με περιορίσεις και έρχομαι να σε ρωτήσω για την οικογένεια σου. Αυτή την ερώτηση απευθύνω σε όλα τα μέλη του ποιμνίου μου κατά την εξομολόγηση, γιατί τελικά η οικογένεια είναι ο υπέρτατος θεσμός κι όταν κανείς γυρίζει στην εστία μετά την τύρβη της καθημερινότητας ή όταν επιστρέφει περιχαρής για την έναρξη των διακοπών του ή όταν παραιτείται από τη δουλειά του και ζητεί παρηγοριά ή συνταξιοδοτείται και ψάχνει την περιώνυμη ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας, τελικά αυτό που παίζει ρόλο είναι αυτό που τον περιμένει πίσω από τη θύρα της οικίας του ή – για να σταματήσουμε αυτό το κρυφτούλι των εννοιών κι ας μολυνθείτε σεις οι καθαροί ελληνο- τιτάνες από αλλοδαπές λέξεις- αυτό που έχει σημασία είναι ό,τι βρίσκει, όταν κλείσει η πόρτα του σπιτιού του».

«Δεν έχω κάτι νεότερο να αναφέρω πάτερ. Η σύζυγος θέλει να βάλω τηλεπαθητικό εμφύτευμα, ενώ τα παιδιά δεν το θεωρούν απαραίτητο και δεν τούς πειράζει να είναι ο πατέρας τους ένας ανεξάρτητος φάρος μέσα στην πάμφωτη λαμπαδηδρομία της Νέας Αρκαδίας».

«Ναι, γιατί ο πατέρας είναι πάντα η άγκυρα και η δικλείδα ασφαλείας. Ξέρουν μέσα στη φυσική τους έφεση για ασφάλεια ότι αν ο Ικαρομένιππος επικρατήσει ή αν μπορέσεις να επιλύσεις το μυστήριο του φόνου της Αρήτης, θα έχουν την ευκαιρία να μείνουν εδώ σε προστατευμένο περιβάλλον, όπου το χόρτο είναι πιο πράσινο. Αν όμως τίποτε από αυτά δεν γίνει, γνωρίζουν υποσυνείδητα ότι θα επιστρέψουν στις συνωστισμένες κιβωτούς της Γης, όπου μόνο ο τιτάνας πατέρας τους έχει τα μέσα να τα υπερασπιστεί. Αλίμονο, το τίμημα για μία πλήρως βιομηχανοποιημένη κοινωνία είναι η πλήρης κατάρρευση των αστικών, πολιτιστικών και ηθικών αρχών, η τυπική αυτονομία των ατομικών ιδιαιτεροτήτων, όπως έλεγε ένας σοφός, δηλαδή η καταξίωση του ατομισμού και του υποκειμενισμού. Στην παρακμή της Γης στηρίζεται η Νέα Αρκαδία, της οποίας ο πληθυσμός ανταποκρίνεται στο μέτρο και επιπλέον προσφέρει την οργιαστική σύντηξη των ψυχών ως εναλλακτική πρόταση στη χαοτική ανεξαρτησία, όπου καταλήγει η κατάχρηση της δημοκρατίας».

«Το θέμα είναι εγώ τι κάνω, πάτερ. Η σύζυγος θεωρεί ότι η συμβιωτική λύση της Νέας Αρκαδίας είναι η συνταγή για την απόλυτη ευτυχία. Μάλλον και τα παιδιά αυτό προτιμούν, άλλωστε τούς κάνει πλύση εγκεφάλου κάθε μέρα. Εμένα προσωπικά μού είναι αδιάφορο πού θα ζήσω, διότι “ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος”. Έχω αδιάτρητο θώρακα τον ορθό λόγο και το “γνώθι σαυτόν”.  Όμως καταλαβαίνω ότι για όσους έχουν βιώσει το χαοτικό καυκασιανό κύκλο με την κιμωλία ή τα καυδιανά δίκρανα της γήινης αστυφιλίας, πραγματικά τούτο εδώ το τεχνητό περιβάλλον του οργιαστικού αλλά και οικολογικού πολύποδα σε συνδυασμό με την σύντηξη και την ενδεχόμενη αθανασία των ψυχών μοιάζει ακατανίκητος παράδεισος. Πέρα από όσα δυσάρεστα και αμφιλεγόμενα έχω διαπιστώσει, υπάρχουν εδώ πολλά που μπορεί να θαυμάσει και να υιοθετήσει κανείς. Ποια ηθική διαπαιδαγώγηση, ποια πνευματική εκπλήρωση μπορεί να ισοσκελίσει τα δαψιλή αγαθά που προσφέρει απλόχερα η Νέα Αρκαδία; Λοιπόν, πάτερ, ποια είναι η πρόταση του Ισλαμοχριστιανισμού για την περίπτωσή μου; Να φύγω οικειοθελώς από τη Νέα Αρκαδία; Να μείνω για χάρη των τέκνων μου; Να βάλω τηλεπαθητικό πλασμώδιο; Τι στο διάολο να κάμω;»

«Δεν είμαι σίγουρος τι να σε συμβουλεύσω, τέκνον μου. Ήμουν από τους πρώτους που ήλθα σ’ αυτόν τον τεχνολογικό παράδεισο και αφοσιώθηκα να μην ξεχαστεί το νόημα της χριστιανικής αλληλεγγύης. Από τότε έχω δει ότι τούτο το καταραμένο τηλεπαθητικό πλασμώδιο έχει καταστήσει άχρηστο το ρόλο του καλού ποιμένα. Οι κάτοικοι της Νέας Γης έχουν ο ένας τον άλλον και έχουν αναπτύξει μία ειλικρινή συμβίωση που τούς πληροί εντελώς. Η τηλεπαθητική τους συγγένεια τούς καθιστά αυτάρκεις και τούς απομακρύνει από τον Θεό, γιατί δεν τον χρειάζονται. Όπως διαπίστωσες, το κύριο επιχείρημα και το μέγα προτέρημα του Χριστιανισμού ανά τους αιώνες είναι ότι οι άνθρωποι τον χρειάζονταν. Αν πάψουν να τον χρειάζονται, είναι τρομερό, είμαστε χαμένοι, δεν υπάρχει πια τίποτε να κρατηθούμε, καμία ποιμαντορική ράβδος  …»     

«Μα δεν είναι θετικό, πάτερ, που οι άνθρωποι θα γίνουν επιτέλους ανεξάρτητοι, ότι δεν θα χρειάζονται θεούς, αφού όπως λέγει και ο Επίκουρος “απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς” και ότι “ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων”;»

«Όχι, διότι αυτό είναι ύβρις, όπως λέτε κι εσείς οι τιτάνες. Δεν δύναμαι και δεν μού επιτρέπεται να συναινέσω στην άρνηση του Θεού. Γι’ αυτό σε τελευταία ανάλυση σάς λέω, πάρτε τα παιδιά και φύγετε, αφού πρώτα τα πείσετε ότι η ζωή τους εδώ θα είναι κενή και ρηχή…»

Επιτέλους τα προσωπεία είχαν πέσει και ο ιερέας έδειξε όλη του την αναμενόμενη απέχθεια και αποστροφή για τα επιτεύγματα της επιστήμης. Ήταν κάρφος στους οφθαλμούς του το τηλεπαθητικό πλασμώδιο, ήταν αμφισβήτηση της κυριαρχίας -και της αυθαιρεσίας του Θεού και αυτό δεν θα μπορούσε ως εκ της ιδιότητάς του και εξ ορισμού ποτέ να το αποδεχτεί. Τι τού έδινε όμως το δικαίωμα να κρίνει αυτά που κάποιοι άλλοι δημιούργησαν και πρόσφεραν στην ανθρωπότητα: Όλες οι προκαταλήψεις και οι επιφυλάξεις απέναντι στα τυφλά δόγματα των θρησκειών ανέβηκαν πάλι στον οισοφάγο του Υπερίωνα σαν πικρό χάπι που πιάστηκε στις φωνητικές του χορδές.

«Πάτερ, νομίζω ότι σ’ αυτό το σημείο, βγαίνει στην επιφάνεια η Ιερά Εξέταση, που κρύβεται ως τελευταία λύση πίσω από κάθε εξομολόγηση και πίσω από κάθε υποτιθέμενο διάλογο. Με κάνετε να ευγνωμονώ τον Θεό που δεν έχω εξομολογηθεί ποτέ. Γιατί να αναγορεύσω σε κριτή κάποιον με στενότερο ορίζοντα από εμένα; Νομίζω ότι το μεγαλύτερο χτύπημα του Έλληνος ανθρώπου προς εσένα, πάτερ, είναι ακριβώς αυτό. Αρνούμαι να εξομολογηθώ σε σένα, δεν σε θεωρώ άξιο να μάθεις τα μυστικά μου και κυρίως θεωρώ φοβερή αλαζονεία, παράτολμη υπερφροσύνη, προπέτεια και θρασύτητα εκ μέρους σου να εικάζεις ότι μπορείς εσύ να συγχωρήσεις εμένα!»                

      «Μα αυτή ακριβώς είναι η αξία και η λύτρωση της εξομολόγησης, να ζητήσεις ταπεινά συγχώρεση από τον τελευταίο γιδοβοσκό και χοιροτρόφο. Αλλά τι κάθομαι και λέω, τώρα θυμήθηκα ότι η οικογένειά σου είναι ολογραφική. Ολογραφική -φωτονική οικογένεια, τα ύστερα του κόσμου, άντε να βγάλεις άκρη με τις κτηνωδίες και τερατωδίες της σύγχρονης εποχής!  Ύπαγε οπίσω μου, εωσφόρε με ψυχρό φως, που είσαι καταδικασμένος να μείνεις πάντα σκοτεινός και ζοφερός. Μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες της εποχής μας, έχασα την πίστη μου και γι’ αυτό αυτοκτονώ. Ξέρω ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία για έναν ένθεο κόσμο, αλλά είναι γενναία πράξη διαμαρτυρίας μέσα σ’ έναν άθεο κόσμο. Μού μένει η ικανοποίηση ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ να εξηγήσεις ή να δικαιολογήσεις την πράξη μου αυτή. Γιατί όλοι εσείς οι επιστήμονες, τόσο θεωρητικά προοδευτικοί, στην πραγματικότητα μέσα από τη δικτατορία και την απόλυτη στεγανότητα της αιτιοκρατίας σας, δεν παραδέχεστε τη βούληση. Δες λοιπόν τη βούληση που δημιούργησε το Σύμπαν, άπιστε!»

Είχε βάλει το κεφάλι του μέσα σε κάποιο αόρατο νήμα πυράκτωσης μονής ίνας. Και απελθών απήγξατο ή μάλλον αυτο – αποκεφαλίστηκε. Γιατί έτσι ήθελε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο: ΤΟΡΓΟΣ ΤΡΑΧΗΛΙΩΤΟΣ

Τι ήταν ακριβώς ο Τόργος Τραχηλιώτος; Η πρώτη του βασική ιδιότητα ήταν η εμπορική, Η δεύτερη είναι ότι δρούσε αποκλειστικά για λογαριασμό του, δεν εκπροσωπούσε δηλαδή άλλους πλανήτες, όπως η Διοτίμα της Μαντίνειας. Ήταν μοναχοφαγάς και ταλιροφονιάς. Η κοσμοθεωρία του ήταν απόλυτη υλιστική. Βέβαια, δεν είχε εμβαθύνει και ποτέ στο τι ήταν η ύλη, ούτε την είχε εξετάσει ποτέ σε βάθος, ηλεκτρόνια, πρωτόνια και όλα αυτά τού φαίνονταν πολύ θεωρητικά και δεν τον ενδιέφεραν. Η μεθοδολογία του θα ηδύνατο να χαρακτηριστεί γνωσιοθεωρητικός ρεαλισμός. Αυτός συνίσταται στο να μένει κανείς στην επιφάνεια των πραγμάτων με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι για τον άνθρωπο προορίζεται μόνο το φάσμα εκείνο της πραγματικότητας που μπορεί να αντιληφθεί με τις πέντε αισθήσεις και συνήθως με την όραση. Πάνω- κάτω ό,τι είναι ορατό με γυμνό οφθαλμό είναι και πραγματικό. Τα τηλεσκόπια και τα μικροσκόπια ήσαν μόνο για τους τρελούς επιστήμονες ή έστω για κάποιους περίεργους και λοξάτους που στο τέλος αποτρελαίνονταν. Είναι δυνατόν να αρνείσαι αυτό που έχεις μπροστά σου και να ψάχνεις κάτι άλλο, που υποτίθεται ότι κρύβεται από πίσω; Αξία είχαν λοιπόν μόνο τα ορατά και απτά αντικείμενα. Τώρα βέβαια γιατί παρατηρούνταν τέτοια διαφορά εμπορικής αξίας στα αντικείμενα που περίπου φαίνονταν ίδια στα δικά του μάτια, ούτε αυτό μπορούσε να το εξηγήσει, το εκμεταλλευόταν όμως προς όφελός του. Ήξερε π.χ. να διακρίνει μετά από χρόνια αστοχιών και λαθών, άρα πείρας, την παλαιότητα, την προέλευση, την καλλιτεχνική διαποίκιλση, τις συνθήκες ζήτησης, τη μοναδικότητα ή μη, την απλότητα ή την συνθετότητα οποιουδήποτε εμπορεύματος, ακόμη και την έλξη ή την απώθηση που εξέπεμπε. Η τελευταία διάκριση ήταν δυσχερής ειδικά όσο αφορούσε στις γυναίκες, για τις οποίες δεν μπορούσε ακριβώς να καταλάβει για ποιο λόγο θεωρούσαν ένα προϊόν ελκυστικό ή ποιοτικό και αντιστοίχως για ποιο λόγο το καταβαράθρωναν στο πυρ το εξώτερο ως αβαθές, ψεύτικο, ευτελές ή επιτηδευμένο. Ακόμη κι αυτές όμως ήξερε να τις παραμυθιάζει με ωραία λόγια κι έτσι να εξισορροπεί όποια τυχόν έλλειψη αισθητικής είχε.   

Όταν λέμε ότι ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν υλιστής, εννοούμε υλιστής, όπως άλλωστε μαρτυρούσε και το όνομά του: τόργος -όρνεο- + τραχήλια -άχρηστοι χόνδροι ή πλατάρια γύρω από το λαιμό- + ώτα, τουτέστιν λειράτο όρνεο. Έτσι και αλλιώς το να υπολογίζει μόνο τα ορατά αντικείμενα, δεν ήταν και τίποτε ασυνήθιστο. Ίσως το “qθ” στα “ρ” (99 %) των ανθρώπων να σκέφτεται έτσι. Όμως προχωρούσε πέρα απ’ αυτό, διότι στην κυριολεξία τού ήσαν τελείως αδιάφορα όσα αντικείμενα δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί ή όσα διατίθενταν απλόχερα σε όλους τους ανθρώπους, άρα δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να τα αποκτήσει και αυτός. Π.χ. ο ατμοσφαιρικός αέρας, ο ήλιος και η θάλασσα, στο βαθμό που υπήρχαν ακόμη στη διαστημική εποχή, κοντολογίς τα κοινά τοις πάσι και τα κοινόχρηστα πράγματα ήσαν στη διάθεση όλων χωρίς εξαιρέσεις, καθώς, όπως έλεγαν και οι Χριστιανοί, ο Θεός βρέχει επί δικαίων και αδίκων και ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς. Άρα δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για τον Τόργο Τραχηλιώτο, αφού δεν άξιζε τον κόπο να τα κυνηγήσει κάποιος.

Η πικρά κερδισμένη πείρα είχε διδάξει στον Τόργο Τραχηλιώτο ότι ο πιο εύκολος τρόπος να αποκομίσει αγαθά ήταν να τα πάρει έτοιμα από τους άλλους. Από τη στιγμή όμως που οι κοινωνίες τιμωρούσαν την κλοπή και τη ληστεία, η επόμενη κάλλιστη λύση ήταν να προσκολληθεί σε μεγάλους ηγέτες, γιατί αυτοί και μόνο αυτοί ήσαν σε θέση να σού παράσχουν αμέσως ό,τι ποθεί η καρδιά σου και μάλιστα αδιαμεσολάβητα και απροϋπόθετα, με μόνο αντάλλαγμα να φιλήσεις το δακτυλίδι τους, να δηλώσεις δηλαδή υποταγή σε αυτούς. Χαρά στο πράγμα και γιατί όχι; Αυτός ο τρόπος ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός για την πρόσβαση στα αγαθά από τα ναι μεν αλλά, τα αν και εφόσον και τα άλλα ήξεις- αφήξεις των τιτάνων, που μάς έχουν πρήξει, άντε να αποκτήσεις μόρφωση και δεξιότητες, άντε να έχεις και αρετές, να έχεις και ήθος, άντε αξιοκρατία! Αντίθετα οι ηγέτες σού έδιναν τα πάντα και απαιτούσαν το τίποτε, δηλαδή ένταξη και αφοσίωση, αφηρημένες έννοιες ισούμενες με το απόλυτο μηδέν. Ο Τόργος Τραχηλιώτος δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να καταλάβει το πιο βασικό συμπέρασμα του αρχαίου κόσμου, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Αυτή την απλή πρόταση θα μάς επιτρέψετε να τη γράψουμε δύο φορές: Δεν υπάρχουν καλόβολοι ή καλοπροαίρετοι τύραννοι. Ή, όπερ και το αυτόν, αν προτιμάτε, σάς αναφέρουμε το άλλο στερεότυπο μεν, που είναι όμως πικρά επαληθευόμενο από την εμπειρία και αμείλικτα αποδεικνυόμενο από τη λογική, ότι δηλαδή η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.       

Ο Τόργος Τραχηλιώτος λοιπόν ήθελε πολύ απλά να ελευθερώσει τον Δία και τους Ολύμπιους, υπολογίζοντας ότι θα αποκόμιζε άμεσα οφέλη από αυτούς. Πέραν τούτου μέσα στο ταραγμένο του μυαλό είχε συνδέσει τους Ολύμπιους θεούς και με το αυτονομιστικό κίνημα της Νέας Αρκαδίας, με την οποία είχε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές, σύμφωνα με το ρητό: ο εχθρός του εμπορικού μου συνεταίρου είναι και δικός μου εχθρός. Αντίπαλοι ήσαν πάντα οι τιτάνες, αυτοί που έβαζαν ένα σωρό προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα για οποιαδήποτε δραστηριότητα και δεν άφηναν την ελευθερία ως δέσμη απεριόριστων επιλογών να επικρατήσει. Αυτοί λοιπόν οι αναθεματισμένοι τιτάνες, για να εκδικηθούν το δέσιμο του δεσμώτη αρχηγού τους στον Καύκασο, χωρίς να σκεφθούν ότι η μη θανάτωση του Προμηθέα και η έκθεσή του στον γευσιγνώστη γύπα, που τού άρεσε η συκωταριά, ήταν ένα είδος ελέους και ψήφου εμπιστοσύνης προς τον …τσιμπολογούμενο ότι κάποτε θα μετάνιωνε και θα δήλωνε υποταγή στο μέγα Δία,  συνέθλιψαν ασεβώς τους θεούς  κάτω από βαρυτικές δυνάμεις  και τούς καταδίκασαν αιώνια στο μαρτύριο της συντριπτικής πίεσης. Κάθε φορά που επιχειρούσαν να αναγεννηθούν ως Φοίνικες πάνω στη στάχτη τους, η βαρύτητα του Μέγα Πλανήτη τούς συνέτριβε και πάλι και τούς ισοπέδωνε σαν χαλκομανίες, τούς μετέτρεπε σε ρευστό υδράργυρο, όντας ο βόας εκείνος ο συσφιγκτήρας, που δεν θα τούς άφηνε να συνέλθουν ποτέ ξανά. Είχαν γίνει οι Ολύμπιοι εκείνη η κόκκινη κηλίδα, που τόσο εντυπωσιάζει πάνω στην επιφάνεια του Μέγα Πλανήτη, ένας λιωμένος πατημένος λεκές, ένας σπίλος εδώδιμου και αποικιακού λυκοπερσικού (ντομάτας), που κάλυπτε μία έκταση  ιστΜ (160.000) χιλιομέτρων.

Ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν κλασικό δείγμα μεγαλόσωμου Καυκάσιου ανδρός, ολιγόμαλλου, πλατυπρόσωπου, πλατύστερνου, μυώδους, σβερκώδους, κτηνώδους, βλοσυρού, μοχθηρού, αδαούς και άγριου με βάρβαρη ψυχοσύνθεση, από αυτούς που στους πολέμους ισοπεδώνουν πόλεις, λεηλατούν εκκλησίες, σφάζουν – ξεκοιλιάζουν έγγυες γυναίκες και πετούν βρέφη στη φωτιά, άρα ήταν ένα είδος Νέμεσης για τον Προμηθέα, που πάντα διεκτραγωδούσε τα παθήματά του στον Καύκασο. Καύκασον έδωκας, Καύκασον θα λάβεις! Ήταν ο ιδανικός λακές- υποτακτικός για τον οποιονδήποτε αιμοσταγή- αιμοδιψή ή αιμοβόρο τύραννο ή μεγάλο λατρευτό ηγέτη.

Ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν πάντα πολύ προετοιμασμένος για τα εγχειρήματα που αναλάμβανε και όποιος τον υποτιμούσε, απλά ηττάτο από αυτόν. Είχε την ευελιξία να αντιλαμβάνεται ότι υπήρχαν και κάποια μη υλικά πράγματα που είχαν, όχι ακριβώς αξία, αλλά χρησιμότητα, χωρίς βέβαια να μπορεί να καταλάβει σε βάθος το γιατί. Αξία- χρησιμότητα, σάς παρακαλώ μη βασανίζετε τον Τόργο Τραχηλιώτο με αφηρημένες έννοιες, καλύτερα δώστε του ένα γερό χέρι ξύλο και αφήστε τον να ξεπαγιάσει στο αγιάζι! Ήξερε πάντως ότι στο Σύμπαν των τιτάνων δεν αρκούσε μόνο η γνώση ενός αντικειμένου ή κάποιων διαδικασιών, για να επέλθει μία επίδραση στον αισθητό κόσμο, αλλά χρειαζόταν πάντα και κάποιο τελετουργικό, ένας ύμνος, κοντάκιο ή τροπάριο ή όλα αυτά τα περίεργα, στα οποία έδιναν βάρος οι τιτάνες. Σε αυτό δεν διέφεραν ουσιαστικά από τους Χριστιανούς, που κι αυτοί γύριζαν γύρω τριγύρω ψέλνοντας «η γέννησίς σου χριστέ ο θεός ημών ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως» ή «η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η Γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει». Είχε λοιπόν εξασφαλίσει τον απαραίτητο ύμνο για να αφυπνίσει τους κοιμώμενους θεούς και να δρομολογήσει κοσμοϊστορικές εξελίξεις. Μην υποτιμάτε ποτέ τον Τόργο Τραχηλιώτο, δεν θα σάς βγει σε καλό! Έψελνε λοιπόν τώρα τον ύμνο του Κλεάνθη προς το Δία:

«Κύδιστ’ αθανάτων, πολυώνυμε, παγκρατές αιεί,

Ζευ, φύσεως αρχηγέ, νόμου μέτα πάντα κυβερνών,

Χαίρε- σε γαρ πάντεσι θέμις θνητοίς προσαυδάν,

Εκ σού γαρ γένος είσ’ ήχου μίμημα λαχόντες   

Μούνοι, όσα ζώα τε και έρπει θνητ’ επί γαίαν-

Τώ σε καθυμνήσω και σον κράτος αιέν αείσω

Σοί δη πας όδε κόσμος, ελισσόμενος περί γαίαν,           

Πείθεται, ή κεν γης, και εκών υπό σου κρατείται –

Τοίον έχεις υπουργόν ανικήτοις υπό χερσίν

Αμφήκη, πυρόεντα, αειζώοντα κεραυνόν-

Τού γαρ υπό πληγής φύσεως πάντα έργα τελείται.

Ω συ κατευθύνεις κοινόν λόγον, ός δια πάντων

Φοιτά, μιγνύμενος μεγάλοις μικροίς τε φάεσι.

Ω συ τόσος γεγαώς ύπατος βασιλεύς δια παντός-

Ουδέ τι γίγνεται έργον επί χθονί σου δίχα, δαίμον,

Ούτε κατ’ αιθέριον θείον πόλον ούτ’ ενί πόντω,

Πλην οπόσα ρέζουσι κακοί σφετέραις ανίαις-

Αλλά συ και τα περισσά επίστασαι άρτια θείναι,

Και κοσμείν τ’ άκοσμα και ου φίλα σοι φίλα εστίν.

Ώδε γαρ έν πάντα συνήρμοκας εσθλά κακοίς,

Ώσθ’ ένα γίγνεσθαι πάντων λόγον αιέν εόντα,

Όν φεύγοντες εώσιν όσοι θνητών κακοί εισί,

Δύσμοιροι, οί τ’ αγαθών μεν κτήσιν ποθέοντες

Ουκ εισορώσι θεού κοινόν νόμον, ούτε κλύουσιν,

Ώ κεν πειθόμενοι συν νώ βίον εσθλόν έχοιεν.

Αυτοί δ’ αύθ’ ορμώσιν ανοία κακόν άλλος επ’ άλλο,

Οί μεν υπέρ δόξης σπουδήν δυσάρεστον έχοντες,

Οί δ’ επί κερδοσύνας τετραμμένοι ουδενί κόσμω,

Άλλοι δ’ εις άνεσιν και σώματος ηδέα έργα,

Αλλά κακοίς επέκυρσαν. Επ’ άλλοτε δ’ άλλα φέρονται

Σπεύδοντες μάλα πάμπαν εναντία τώνδε γενέσθαι.

Αλλά Ζευ πάνδωρε, κελαινεφές, αργικέραυνε,

Ανθρώπους μεν ρύου απειροσύνης από λυγρής,

Ή  συ πάτερ σκέδασον ψυχής άπο, δος δε κυρήσαι

Γνώμης ή πίσυνος συ δίκης μέτα πάντα κυβερνά,

Όφρ’ αν τιμηθέντες αμειβώμεσθα σε τιμή,

Υμνούντες τα σα έργα διηνεκές, ως επέοικε

Θνητόν εόντ’, επεί ούτε βροτοίς γέρας άλλο τι μείζον,

Ούτε θεοίς -ή κοινόν αεί νόμον εν δίκη υμνείν».    

(Ένδοξε των αθανάτων, πολυώνυμε, είσαι παγκρατής

Δία, της φύσης αρχηγέ, το σύμπαν με το νόμο κρατείς,

Σε χαιρετώ, όπως όλοι οι θνητοί πρέπει να σε προσφωνούν,

Που απ’ τη δική σου είναι γενιά, σε μιμούνται και τιμούν.  

Μόνο αυτοί απ’ όσα ζουν σέρνονται θνητά πάνω στο χώμα.       

Αφού χωρίς τη δύναμή σου, ξέρουν ότι θα γίνουν πτώμα.  

Γιατί εσένα υπακούει, ο κόσμος που ελίσσεται γύρω απ’ τη Γη,

Όπου κι αν οδηγείς, τηρεί το θέλημά σου με πλήρη υποταγή.

Γιατί έχεις μέγα βοηθό κάτω απ’ τ’ ανίκητά σου χέρια

Τα δίκοπα, τα πύρινα, τα αιώνια καίοντα αστέρια,  

Που με τα δικά σου πλήγματα τα έργα τελεί η φύση,

Εκεί που την στρέφεις εσύ με κοινό λόγο να κινήσει,

Να συμμιχθεί με τα μικρά και τα τρανά της φύσης φώτα.

Και να’ σαι βασιλιάς εσύ για πάντα και ως πρώτα.

Κι ούτε που γίνεται στη γη χωρίς εσένα πράγμα,

Ούτε στον αιθέριο θόλο ούτε στου πόντου το σάγμα,  

Μα κι όσα ακόμη βυσσοδομούν οι άνοοι κακοί,  

Ξέρεις εσύ να τα ισάζεις σύμφωνα με τη δική σου ηθική,

Και τα άκοσμα να διακοσμείς και τα κακά να ξεπλένεις,  

Καλά- κακά σε ένα αρμονίζεις και αντίρροπα εξυφαίνεις,

Ώστε ένας λόγος γίνεται απ’ εδώ στην αιωνιότητα

Που απ’ τους θνητούς αποφεύγουν όσοι έχουν κακότητα,

Οι δύστυχοι, που τ’ αγαθά πάντα μοχθούν ν’ αδράξουν

Δεν νογούν ότι μόνο με νόμο Διός μπορούν να τα αρπάξουν.

Που αν με νου υπάκουαν, θα είχαν ζωή καλή,

Μ’ αυτοί κουρεμένοι βγαίνουν κι ας πάν’ για μαλλί  

Άλλοι με δόξα και ορμή που εξάπτει κακιά μάχη,

Άλλοι χωρίς ντροπή, που κέρδος μόνο θέλει να ‘χει,

Κι άλλοι βουτούν στην άνεση και στου κορμιού τις χάρες.

Μα όλους τούς βρήκαν συμφορές, δαιμόνια και κατάρες  

Κι ας έσπευδαν να χαρούν κάτι ολάκερο και άλλο.  

Αλλά Δία, πάνδωρε, που διαλύεις τα σκότη με άλω  

Σώσε, πατέρα, τους θνητούς από άγνοια απατηλή

Και σκόρπισέ τη απ’ την ψυχή, ώστε αυτή να διαλαλεί

Η γνώμη που εμπιστεύεσαι ότι κατάλληλη είναι  

Που αν την ασπαστούμε, αν θα μάς αμείψεις κρίνε.   

Εξυμνώ πάντα τα έργα σου, όπως είναι το σωστό

Ως θνητός, αλλά και σε θεούς ακόμη ύψιστο και σεβαστό  

Του νόμου και της δίκης ν’ ανυμνούν το πέπλο το σεπτό).   

Σύμφωνα με το αθάνατο αξίωμα «συν Αθηνά και χείρα κίνει» είχε μαζί και ένα πανίσχυρο μαγνήτη που είχε τέτοια ενέργεια, ώστε μπορούσε να ανασηκώσει ολόκληρη τη κόκκινη κηλίδα από την κρηπίδα της, όποια κι αν ήταν αυτή. Και πράγματι τον έβαλε σε λειτουργία.

Όσο και να λέμε ότι ο Δίας αποτελείται από αέρια, υδρογόνο, ήλιο, αμμωνία, υδρόθειο και άλλους υδρατμούς κ.λπ., λόγω κολοσσιαίας βαρύτητας που προκαλείται από τη σώρευση των υλικών, είναι αδύνατο να μην υπάρχει και ένα είδος σκληρού πυρήνα με υγρά ή ακόμη και στερεά στοιχεία, υδρομεθάνιο, άνθρακα, μεταλλικό υδρογόνο, ακόμη και λίγο πυρίτιο. Είναι λοιπόν τα κατώτατα στρώματα του Δία ένα είδος άμμου και μάλιστα κινούμενης, απ’ όπου μία μαγνητική βολίδα συγκεκριμένης κατεύθυνσης μπορεί να ανασύρει ό,τι βρίσκεται από κάτω παγιδευμένο από αδυσώπητη βαρυτική συμπίεση.

Σε μία έκταση λοιπόν, τόσο μεγάλη που δεν έχει νόημα για τις ανάγκες της ιστορίας μας να αραδιάσουμε ένα νούμερο, η κόκκινη κηλίδα άρχισε να σχηματοποιείται περισσότερο και να σχηματίζει ένα είδος ρόμβου με διάμετρο απίθανων διαστάσεων. Προοδευτικά ο ρόμβος πτυσσόταν προς τα άνω, αποκτούσε την τρίτη διάσταση του ύψους, διογκωνόταν και γινόταν σφαίρα. Βέβαια, η σφαίρα παράλλασε και μετατρεπόταν διαδοχικά  από κυρτό σε κοίλο φακό, όπως ένα κοιλέντερο που ξαφνικά αναποδογυρίζει την κοιλιά του προς τα έξω για να τραφεί, ξεγελώντας το μάτι με εξεζητημένη οπτική απάτη. Και από την αναποδογυρισμένη κοιλιά φαινόταν να αναδύεται ατμός ή καπνός μέσα από στροβιλισμούς μεταγωγής μέσω κόμβων. Ύστερα, μία ταραγμένη θάλασσα παρασκευαζόταν εν τω βάθει σαν πηχτό αβγολέμονο ή εμετός ποικίλων συστατικών ή στάσιμο φλέμα πτυελοδοχείου και ετοιμαζόταν να αναδυθεί σαν κάτι πελώριο να κινείται στα έγκατα και να θέλει να εξέλθει από την αδρανή κυματαγωγή. Επρόκειτο για κάτι αδιανόητα απεχθές που ερχόταν αργά προς την επιφάνεια, μάλλον σαν ηφαιστειογενές νησί μετά από μνημειώδη έκρηξη, ένα οργανικό πλάσμα, φάλαινα, υπερφυσικό δελφίνι ή φίδι των ωκεανών ή τέρας των θαλασσών.

Η μορφή του και το χρώμα του είχαν ειδητική ομοιότητα με έναν γιγάντιο εγκέφαλο. Ο ιστός ήταν «οίνωψ» με απόχρωση κόκκινου κρασιού, που σιγά-σιγά ξανοίγει σαν πυρακτωμένη θράκα που γίνεται συλλίπασμα και σκωρία εμφανίζοντας τους κλασικούς έλικες της φαιάς ουσίας ποικιλμένους και κατάστικτους από οφθαλμούς πανόπτη μυριωπού πολεδρικά ορώντος Άργου. Από το κάτω μέρος όμως ξεπρόβαλλαν πλοκάμια, έκαστο με διαφορετικό αριθμό δακτύλων και κυρίως νυχιών, προεξείχαν σαν θαλάσσιες ανεμώνες που κολυμπούν σε κρύα ρεύματα, μέγιστα χέρια, σκωληκώδη, πτωματοειδή, λευκά καθότι πλήρη προνυμφών και ευλών,  που βλάσταιναν από μακρούς καυλούς εκατέρωθεν των βαθουλωμένων ματιών, καθώς το πλάσμα του βάθους αναβίβαζε τον εαυτό του στα υψηλότερα επίπεδα της ατμόσφαιρας του Μέγα Πλανήτη.

Το τεράστιο ον κινούνταν σαν κάβουρας ανάμεσα στα νέφη, ολίσθαινε μέσα από την νοτερή λασπώδη άμμο. Βλέποντας αυτό το χαώδες συλλογικό υποκείμενο και όργανο ο Τόργος Τραχηλιώτος αλληθώρισε και διερωτήθηκε αν αυτό μπορούσε να είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας ή μήπως περιείχε και άλλους μέσα στην περιβλητική συμπεριληπτική του μεμβράνη. Και θα είχε δίκιο, αν στοιχημάτιζε σε κάτι τέτοιο, σύμφωνα με το διδακτικό ρητό της σύγχρονης εποχής «το ‘βλεπες, το παιξες;»

Η αναρρίχηση στα ανώτερα στρώματα της ατμοσφαίρας συνεχιζόταν. Καθώς ο σκοτεινός όγκος, στην αρχή κόκκινος και μετά φαιός, πλησίαζε στο σκάφος του Τόργου Τραχηλιώτου, που ήταν ο «Κραδιαίος Διόνυσος» (η «κράδη» είναι κάτι μεταξύ καρυδιάς και καρδιάς, συκιά στον Αριστοφάνη, γενικά ένας καρπός που τον «κραδαίνεις» και πέφτει), το δάπεδο του σκάφους άρχισε να γίνεται ρευστό, να μεταβάλλεται σε μία λίμνη αφρισμένου και κοχλάζοντος εκτοπλάσματος, όπου δια της βίας συγκρατούνταν η δομική συνοχή και ακεραιότητα των τοιχωμάτων με τη βοήθεια και της ενεργειακής ασπίδας που περιέβαλε το πλοίο. Ένα παγερό ρεύμα άρχισε να εισχωρεί στα διαμερίσματα, ενώ ο Κραδιαίος Διόνυσος υφίστατο γεωδιαμόρφωση μετατρεπόμενος βαθμιαία σε τέναγος και τέλμα, όπως αυτό που ήταν το φυσικό περιβάλλον του ογκώδους όντος επί του Δία. Μέσα από αυτό προέβαλλαν πρώτ’ απ’ όλα μυζητικά, κολλητικά, μαστιγωτά, ριπιστικά, διφθερικά  τριχίδια κι ύστερα γαμψοί όνυχες ως απολήξεις πλοκαμιών σύρθηκαν και αγκιστρώθηκαν σε κάθε εσοχή ή διατομή, στο τέλος δε μία μαύρη μάζα αναδύθηκε από τους κοχλασμούς, ένα τερατώδες πλάσμα που επιχειρούσε με πολλή προσπάθεια να στριμωχτεί στην περιοριστική γι’ αυτό αίθουσα του καταστρώματος ή του υπόστεγου.

Το οργιαστικό πάνθεον ως συλλογικότητα των θεών του Ολύμπου οδήγησε το σμήνος του ως γιγαντιαίο ζωντανό υποκείμενο στα ενδότερα του σκάφους απορροφώντας κάθε ίχνος θερμότητας ως εναπομείνασα ζωική ενέργεια εντός του χώρου του. Ήταν ένα περίεργο σχήμα ως βασιλική σύναξη αρουραίων με δεμένες ουρές, ένας κεντρικός όγκος από όπου εκπηδούσαν ακανόνιστοι κύλινδροι και άτρακτοι. Ήταν φανερό ότι τα πιο ενεργά μέλη αυτού του συνονθυλεύματος, εκπροσωπούμενα από τα πλοκάμια και τις προεκβολές,  προσπαθούσαν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη μάζα και να αποτελέσουν πάλι χωριστά υποκείμενα.         

Δεν χρειάστηκε πολύ και οι προεκβολές πήραν προοδευτικά ανθρώπινο σχήμα, που ήταν η μορφή των θεών του Ολύμπου, λίγο μεγαλύτεροι σε μέγεθος και αρκετά πιο ψηλοί από τον μέσο άνθρωπο. Ο ψυχοπομπός, ονειροστάλτης, διαλλάκτης, διαπραγματευτής Ερμής, ο πολεμοχαρής πατέρας των πολεμικών τεχνών Άρης, η δαψιλής προμηθεύτρια Δήμητρα, η προστάτιδα των πατρογονικών παραδόσεων Εστία, η σύννους και περίσκεπτη Αθηνά, ο τριαινοφόρος, θαλασσοκράτορας Ποσειδών, η λευκώλενος και ζηλιάρα καχύποπτη σύζυγος Ήρα, η τοξεύτρα των δασών Άρτεμις, ο φωτοδότης και φιλόμολπος Απόλλων κι η ερωτική, αισθησιακή καλλίπυγος και στεατόπυγος Αφροδίτη μαζί με τον υποσκάζοντα σύζυγό της, το σμιλευτή και σφυρηλάτη Ήφαιστο. Πάνω απ’ όλους ίστατο ο πανίσχυρος νεφεληγερέτης Ζευς πατήρ. Μόλις σχηματοποιήθηκαν οι θεοί αμέσως το περιβάλλον προσαρμόστηκε στα ανάγκες τους. Το τέναγος ή τέλμα, απ’ όπου εισχώρησαν, ξανάγινε αποστειρωμένο δάπεδο διαστημοπλοίου, η θερμοκρασία αποκαταστάθηκε, ο διαφυγών αέρας αναπληρώθηκε, η τρύπα στην ενεργειακή ασπίδα του σκάφους έκλεισε σαν κακάδι- εσχάρα  πληγής μετά από επάλειψη πολλής πηκτίνης.   

«Τι σκάφος είναι αυτό;», είπε ο Δίας που συνήλθε σχεδόν αμέσως από την παραζάλη και τη νωθρότητα της συλλογικής κατάστασης κραδαίνοντας πέρα- δώθε τη χαρακτηριστική του γενειάδα.

«Αυθέντα», απάντησε με προθυμία και σεβασμό, αλλά και ευγνωμοσύνη που ο Δίας του έσωσε σημασία ο Τόργος Τραχηλιώτος. «Είναι ο Κραδιαίος Διόνυσος, που έλαβα την πρωτοβουλία να τον βαφτίσω έτσι προς τιμή…»

«Χέστηκα πώς λέγεται. Τι σκάφος είναι, τι δυνατότητες έχει;»

«Είναι πρώην καταδρομικό διασκευασμένο. Παροπλισμένο βέβαια…»

«Προφανώς έχει κινητήρα δίνης», τον διέκοψε πάλι ο Ζευς που δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες.

«Μάλιστα, κραταιότατε», είπε δουλικά ο Τ.Τ. «Είναι ένα καλό σκάφος. Εγώ είμαι ο ταπεινός ιδιοκτήτης, αλλά ασμένως το θέτω  στη διάθεσή σου».

«Οτιδήποτε περιέρχεται στην κατοχή μου είναι στη διάθεσή μου και οπουδήποτε πατάω το πόδι μου και σηκώσω τη σημαία μου, θεωρείται ότι το έχω ήδη προσαρτήσει, ώ ανωφελές κώνωψ».

«Φυσικά. Συγγνώμη για την ασέβεια μου, νεφεληγερέτα. Βεβαίως το σκάφος είναι τώρα δικό σου. Μία ακόμη προσφορά από εμένα, τον ολίγιστο Τόργο Τραχηλιώτο. Μνήσθητί μου, Κύριε, τώρα που ήλθες εν τη βασιλεία σου και λάβε υπόψη σου, εκτός από τη χορηγία του σκάφους και την ίδια την πράξη της σωτηρίας του συνολικού σου επιτελείου, ότι δηλαδή ο μαγνήτης μου και εγώ – συγγνώμη για το εγώ- έ… σάς έσωσαν…»  

Ο Δίας κατεύθυνε για πρώτη φορά το βλέμμα του προς τον Τ.Τ., γιατί μέχρι τη στιγμή εκείνη επισκοπούσε λαίμαργα το διαστημόπλοιο.

«Μάλιστα. Πώς λέγεσαι εσύ;» Μόλις οι λέξεις «Τόργος Τραχηλιώτος» άρχισαν να προφέρονται, η ανυπομονησία του Δία δεν άντεξε:   «Ή μάλλον άστο. Όλο και κάποιος θα είσαι και όλο και κάπως θα λέγεσαι, δεν έχει σημασία στο επίπεδο της ύψιστης διάταξης των πραγμάτων. Είσαι μάλλον η αξιαγάπητη πολύτιμη σκόνη, με την οποία οι θεοί θα πετύχουν τον σκοπό τους. Σίγουρα όμως θα θέλεις μια ανταμοιβή, για τις υπηρεσίες σου, έτσι δεν είναι Τέτοιε Τιποτένιε;» Ο τόνος που ο Δίας μιλούσε, έδειχνε ότι ήθελε να διεκπεραιώσει στα γρήγορα την εκκρεμότητα του υπηρέτη που τού παρέσχε την εκδούλευση.

«Μάλιστα, αυθέντα. Δεν θέλω βέβαια να πιέσω καταστάσεις, θα αρκεστώ καταρχάς και θα είναι τιμή για μένα να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς τις εκστρατείες σας, να πανηγυρίσω και να γιορτάσω μαζί σας τις νίκες σας. Και στο τέλος, το συντομότερο δυνατόν ή μάλλον όποτε ευαρεστείστε και βολεύεστε,  θα μπορούσατε να με αμείψετε με σπάνιες γαίες ή …»    

«Θα κάνω κάτι ακόμη καλύτερο για σένα, βολική και χρήσιμη ψείρα. Θα σού επιτρέψω να με λατρεύεις για πάντα μέχρι την συντέλεια του κόσμου. Θα σε καταστερίσω απονέμοντάς σου την ύψιστη νοητή τιμή. Θα σε εκπαραθυρώσω και θα σε εκτοξεύσω από το αεροσκάφος, όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι ηγέτες, ώστε να γίνεις ένας ακόμη δορυφόρος του Μέγα Πλανήτη, να γυρίζεις γύρω γύρω από τον τόπο της εξορίας μου και να με δοξολογείς στον αιώνα τον άπαντα. Λίγη ανταμοιβή είναι αυτή; Και εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι!». 

Και με το εκτελεστικό κροτάλισμα των δακτύλων, οι μυοκτίστες (body builder) Ποσειδών και Απόλλων άρπαξαν τον Τ.Τ., τον έβαλαν στον αεραγωγό, τον αεροφράκτη, τον θάλαμο μετάβασης προς το διάστημα και έκλεισαν τη στεγανή πύλη που επικοινωνούσε με το πλοίο, πριν ανοίξουν την άλλη που έβλεπε στο άπειρον.

«Όχι, δεν θέλω να πεθάνω…» πρόλαβε να φωνάξει ο Τόργος Τραχηλιώτος πριν εκσφενδονιστεί ουρλιάζοντας στο κενό και γίνει ένας ακόμη δορυφόρος του Μέγα Πλανήτη εντασσόμενος στην καλή παρέα μαζί με τις Αμάλθεια, Πασιφάη, Σινώπη, Λυσιθέα, Κάρμη, Ανάγκη, Λήδα, Θήβη, Αδράστεια, Μήτιδα, Καλλιρόη, Θεμιστώ, Μεγακλείτη, Ταϋγέτη, Χαλδήνη, Αρπαλύκη, Καλύκη, Ιοκάστη, Ερινόμη, Ισονόη, Πραξιδίκη, Αυτονόη,  Θυώνη, Ερμίππη, Αίτνη, Ευρυδόμη, Ευάνθη, Ευπορία, Ορθωσία, Σπονδή, Καλή, Πασιθέα, Ηγεμόνη, Μνήμη, Αοιδή, Θελξινόη, Αρχή, Καλλιχόρη, Ελίκη, Καρπώ, Ευκελάδη, Κυλλήνη και Κόρη για να μη αναφερόμαστε μόνο στα διάσημα φεγγάρια του Γαλιλαίου.         

Κανονικά το κεφάλαιο του Τόργου Τραχηλιώτου θα έκλεινε εδώ, πλην όμως απομένει να δούμε τι σχέδιο εκπόνησε εκ του προχείρου ο νεφεληγερέτης Δίας, όταν εντελώς απροσδόκητα απέκτησε τη διακυβέρνηση ενός σκάφους με κινητήρα και ταχύτητα δίνης, του Κραδιαίου Διονύσου.

«Συνθεοί, προέχει να ενεργήσουμε γρήγορα, “οι καιροί ου μενετοί”. Μπορεί αυτό το σαράβαλο – σαράγαρον να μην έχει όπλα, έχει όμως κινητήρα δίνης. Αν σ’ αυτό συνυπολογίσουμε την κινητική, βαλλιστική δύναμη που έχει απλά ως ταχύτατα κινούμενο ουράνιο σώμα, συμπεραίνουμε ότι είναι ήδη «οικουμενικός δολοφόνος», έτσι και πέσει πάνω σ’ ένα πλανήτη», είπε ο Δίας.

«Μισό λεπτό», είπε ο Ποσειδών. «Εντελώς απροσδόκητα χάρη στην αφέλεια κάποιου βλάκα σωθήκαμε από μία κατάσταση πολύ δυσμενή και σχεδόν μη ανατρέψιμη για μάς. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά βρεθήκαμε στην κατοχή ενός διαστημικού και μάλιστα διαστρικού οχήματος. Δηλαδή πέσαμε από την Ακρόπολη και βρήκαμε και βαλάντιο. Έχουμε την ευκαιρία να διαφύγουμε σε οποιοδήποτε σημείο της Δημιουργίας και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, απλά και μόνο εξαργυρώνοντας τη φήμη μας. Έχουμε επίσης την επιλογή να γυρίσουμε στο δικό μας Σύμπαν μέσω των μαύρων τρυπών και από εκεί να μπούμε σε εναλλακτική πραγματικότητα, που να είναι πιο ευνοϊκή για μάς. Γιατί πρέπει να συνεχίσουμε μία μάχη ή μάλλον ένα πόλεμο που είναι χαμένος; Έτσι κι αλλιώς είχαμε υπολογίσει στατιστικά ότι σε κάποιες Δημιουργίες θα χάναμε από τον Προμηθέα και το πειρατικό του συνάφι. Ας δεχτούμε ότι τη γλιτώσαμε φτηνά αυτή τη φορά κι ας εκμεταλλευτούμε την καλή μας τύχη να πάμε σε κάποιον ήσυχο και ωραίο πλανητικό ωκεανό…»

  «Βούλωσέ το, ανόητε αδελφέ», τον διέκοψε ο Δίας με βλέμμα τρελού. «Εγώ θα αποφασίσω αν ένας πόλεμος είναι χαμένος. Να χάσω εγώ από αυτό το κατώτερο ον; Από ένα παρία, έναν ανάπηρο, έναν υποδεέστερο, ψοφοδεή, κοινότατο άνθρωπο, έναν ασήμαντο υποτακτικό, έναν εξ ορισμού ακόλουθο ή οπαδό, λακέ ή λεκέ, που δεν έχει καμία εξαιρετική ή υπερφυσική ιδιότητα; Καταραμένος να είμαι, αν αφήσω να συμβεί αυτό. Ένας τρανός ηγέτης σαν κι εμένα να συρθεί σε παραχωρήσεις, ξεχάστε το. Τουλάχιστον η Ανατολή, απ’ όπου ξεκίνησα κάποτε κάνοντας ένα ταξίδι αντίστροφο εκείνο του μεταγενέστερου εμού Μεγάλου Αλεξάνδρου, δρομολογώντας μία ανεπανάληπτη μυθολογική εκστρατεία και προωθώντας την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα μαζί με τους παραδοσιακούς γλωσσολόγους από την Ινδία στην Ευρώπη μέσω του οροπεδίου του Παμίρ, η ήπειρος εκείνη της Ασίας με όλη της την ανθρωποθάλασσα, που ανακατέκτησε κάποτε ο Διόνυσος, μού ανήκει δικαιωματικά. Εξολόθρευσα στην πορεία ή υποδούλωσα κύκλωπες, έλλοπες, εκατόγχειρες, τιτάνες, μουγκούς και μονόφθαλμους, Σκύλλες και Χάρυβδες, φυσιολογικούς και τέρατα. Ας πάρουν ο Προμηθέας και οι υπόλοιποι νερόβραστοι μνημονιακοί φρουιζελέδες του τα άγονα βράχια και τις σκόρπιες παγωμένες χερσονήσους της Δύσης».   

«Πάλι μοίρασμα του κόσμου;», είπε ο χωλός και ολότελα παραμορφωμένος από την μία πλευρά Ήφαιστος. «Είμαι εκείνος που έχει υποφέρει τα περισσότερα απ’ όλους αυτούς τους πολέμους, έχει καεί το μισό μου πρόσωπο από τα πυρφόρα και πυρηνικά όπλα που με βάζεις να κατασκευάζω. Τώρα μπορώ να προβλέψω τι έχεις πάλι στο μυαλό σου. Το απόλυτο ολοκαύτωμα! Ξανά κεραυνοί και εγκαύματα, ξανά μπαρουτοκάπνισμα, ξανά κατακρεούργηση και παραμόρφωση προσώπων!»

  «Ει χωλώ παροικήσεις, υποσκάζειν μαθήσει» (αν συγκατοικήσεις με κουτσό, θα μάθεις κι εσύ να κουτσαίνεις) αποκρίθηκε ο Ζευς. «Φυσικά αυτό σκοπεύω να κάνω! Θα επιπέσουμε ως κεραυνός στα κεφάλια τους με ισχύ αμέτρητων μεγατόνων και θα τούς κάψουμε με μία θερμοπυρηνική έκρηξη, που όμοιά της δεν έχει δει ο πλανήτης. Εμείς είμαστε ήδη ψυχές- ενεργειακοί οργανισμοί  και δεν πρόκειται να επηρεαστούμε, οι τιτανάνθρωποι – ανθρωποτιτάνες όμως θα πεθάνουν σαν τις μύγες. Σε χρόνο μηδέν θα ανακαταλάβουμε τον Όλυμπο της Γης, που είναι λιγότερο φρουρούμενος από τον Όλυμπο του Άρη, και θα ανασυστήσουμε το βασίλειό μας. Αργά, αργά θα ξαναγεννηθούν άνθρωποι από την αρχέγονη σούπα, που θα είναι πια πιστοί υπηρέτες με εορταστικούς λατρευτικούς θύρσους και δουλικά δάφνινα στεφάνια για να στεφανώνουν εμάς και δεν θα τούς περάσει ποτέ από το μυαλό να ξεσηκωθούν».

Κάτι πήγε να πει πάλι ο Ήφαιστος, αλλά τον διέκοψε ο Άρης, και όταν ο Άρης μιλούσε, ο Ήφαιστος σώπαινε για πολλούς και διάφορους λόγους, εκ των οποίων βάραινε πάνω απ’ όλα ως σύστημα δίδυμων όρχεων Πρίαπου το ασύλληπτα καθοριστικό, αρχετυπικό και αποστομωτικό γεγονός ότι ήταν εραστής της γυναίκας του.

«Αν έχει σε κάτι δίκιο ο πάλαι ποτέ κίναιδος, αλλά σήμερον λόγω πολιτικής ορθότητας βάταλος, καταπύγων και ανδρόγυνος καλούμενος, είναι ότι έχουμε μία εμμονή με το ορμητήριο του Ολύμπου, ενώ θα μπορούσαμε να πλήξουμε κατευθείαν το Σείριο, το προπύργιο της Συνομοσπονδίας, ένα συντριπτικό χτύπημα στην κεφαλή της τιτανικής αίρεσης, οπότε αυτοί δεν θα δυνηθούν τίποτε να μάς αντιτάξουν ει μη μόνον ανίσχυροι και παθητικοί να πέρδονται επί των ημών όρχεων: όπως λένε κι οι χριστιανοί “αυτός σού τηρήσει κεφαλήν κι εσύ τηρήσεις αυτού πτέρναν”». 

«Όχι, πολεμοχαρή και αιμοχαρή Άρη. Δεν μπορώ να παραιτηθώ από τον Όλυμπο. Εγώ θα είμαι εκείνος που θα ορίσει τους όρους του παιχνιδιού και του πολέμου κι επιλέγω Όλυμπο για μένα και Καύκασο για εκείνον, νέκταρ και αμβροσία για εμένα και συκωταριά για τον γύπα εκείνου. Οι τιτάνες εποφθαλμιούν και στοχεύουν τον Όλυμπο, μισητέ στους ανθρώπους και προσωπικά και σε μένα αντιπαθή Άρη, γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι ο ξεροψημένος πλανήτης τους είναι υποδεέστερος γεωπολιτικά από τη Γη, αφού απ’ αυτή ξεκινάνε οι καταστερίσεις. Άστους λοιπόν να τσιτσιρίζονται σαν μπριζόλες στο Σείριο παρέα με τα κυνικά καύματα και έλα μαζί μου να κατακτήσουμε την πιο ψηλή κορυφή από τότε που αφήσαμε πίσω μας τους Χιόνος Λάες (χιονόπετρες -Ιμαλάϊα)!  Κατευθείαν λοιπόν ορίστε πορεία για τη Γη. Σήμερα πεθαίνουν πάλι οι δεινόσαυροι και αναγεννιέται από τη στάχτη αυτός που είναι ανώτερος όλων, ο Όλυμπος, ο Ολύμπιος, ο Ολυμπιακός!».

Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ο Ερμής, καλός γλείφτης κι αυτός, για να εισφέρει το λιθαράκι του στη διάσκεψη και σύσκεψη περί του πρακτέου.

«Νεφεληγερέτα Ζευ, μη ξεχνάμε ότι έχουμε στη διάθεσή μας και αυτό τον πανίσχυρο μαγνήτη του κωμικού οπερετικού χοροπηδηχτού πλοιάρχου (διακωμωδείται το “skipper”), με τον οποίο μάς ανέσυρε από τον Μέγα Πλανήτη. Αυτόν μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε και ως όπλο κατά της Γης».

«Tι ρε είσαι καλά; Θα βάλουμε σε λειτουργία μαγνήτη τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ισχύος και θα τον στρέψουμε ενάντια στη Γη, ενάντια σ’ αυτό το σβώλο;  Ο μαγνήτης θα την ρουφήξει σαν να είναι ηλεκτρική σκούπα. Είναι σαν να ψαρεύεις μαρίδες με δυναμίτιδα ή να πληκτρολογείς με αγκωνάρια ή να ρίχνεις άγκυρα σε ρηχό αραξοβόλι».  

Πες μας τώρα αναγνώστη, πώς θα προωθούσες εσύ περαιτέρω την πλοκή; Πολύ απλά, για μία ακόμη φορά είχε παρεισφρήσει στον Κραδιαίο Διόνυσο η σεσημασμένη κατάσκοπος- λαθρεπιβάτισσα Λητώ, αφού ο Τόργος Τραχηλιώτος – τελευταία φορά ίσως που μνημονεύουμε το όνομά του, αφού, αλίμονο, για όλα υπάρχει η πρώτη και η τελευταία φορά στη ζωή- συγκαταλεγόταν στον κατάλογο των υπόπτων για τον φόνο της Αρήτης. Και πάλι όμως βρέθηκε η Τιτανίδα ανακατεμένη σε μία διαφορετική υπόθεση από αυτήν, η οποία τής είχε ανατεθεί.

Η Λητώ ενημέρωσε λεπτομερώς μέσω επικοινωνητή για το χονδροειδές σχέδιο του Δία να επιπέσει επί της Γης σαν φονικός μετεωρίτης κραδαίνοντας τον Κραδιαίο Διόνυσο και δημιουργώντας κραδασμούς πέρα από κάθε φαντασία. Ο Υπερίων άκουσε τα τεκταινόμενα άσπρος σαν πανί, διότι, πριν ακόμη η Λητώ το συνειδητοποιήσει, είχε καταλήξει στο αμείλικτο, αδήριτο συμπέρασμα: Η Λητώ έπρεπε να θυσιαστεί. Δεν μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική λύση, αλλά χρειάστηκαν σίγουρα κάποιες στιγμές για να αποδεχθεί ο τεχνοκράτης Τιτάνας ούτε καν με ενδεχόμενο, αλλά με άμεσο δόλο ότι έπρεπε να διατάξει ένα τόσο στενό του συνεργάτη να πεθάνει. Σχεδόν ανάβλυσαν δάκρυα στα βλέφαρά του, που ήσαν χρόνια εκπαιδευμένα να παραμένουν στεγνά.  

Η Λητώ, όταν είδε ότι ο Υπερίων είχε σωπάσει, κατάλαβε με τα πολλά προς τα πού έκλινε ή μοίρα της ή μάλλον, ακόμη χειρότερα, ότι είχε ολότελα σφραγιστεί.

«Προϊστάμενε», είπε, «δεν εννοείς βέβαια, δεν μπορεί να εννοείς ότι εγώ πρέπει … ή μάλλον μού φαίνεται ότι το εννοείς». Ακούμπησε στον τοίχο σαν να ήταν τσουβάλι με αλεύρι, σαν να ήταν πάνινη κούκλα ή κλοτσοσκούφι γεμάτο κουρέλια και το ύφος της κυμαινόταν μεταξύ διαμαρτυρίας και δυσπιστίας.

«Να πεθάνω μετά από τόσες αποστολές, νόμιζα ότι αυτό πια δεν θα γινόταν… είχα μάθει να διασκεδάζω, να γιορτάζω τις νίκες, να συναρπάζομαι ακόμη και στις ήττες…Να με διατάξεις να πεθάνω, εμένα που πάντα έπαιρνα το μέρος σου».   

 «Ποτέ δεν θα μάθεις πόσο λυπάμαι. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να ανατινάξεις το διαστημόπλοιο πριν φτάσει στη Γη. Δεν υπάρχει κανείς από το γένος των ανθρώπων και από το τάγμα των τιτάνων που θα σού έλεγε κάτι διαφορετικό. Δεν έχουμε επιλογή… δεν έχεις επιλογή…»

«Το παράκανα να μπαίνω συνέχεια κατάσκοπος σε διαστημόπλοια. Ήξερα ότι ήμουν καλή στο κρυφτούλι και ότι δεν θα με ανακάλυπταν. Αλλά αυτό… μού διέφυγε αυτό… ότι θα μού ζητούσατε να θυσιαστώ για να πάρω μαζί μου στον άλλο κόσμο ολόκληρο το σκάφος…Δεν αξίζω αυτή τη μοίρα… έκανα πάντα ό,τι μού ζητούσε η ιεραρχία… έκανα τη δουλειά μου πάντα καλά…»   

«Γι’ αυτό ακριβώς είσαι το κατάλληλο πρόσωπο, ίσως η μόνη που είσαι σε θέση να κάνεις και τώρα αυτό που χρειάζεται». Η φωνή του Υπερίωνα ήταν αυτή τη φορά τριμμένη, γδαρμένη, μεταλλική.

«Εγώ…εγώ … πάντα συμφωνούσα με την ιεραρχία και περίμενα την ανταμοιβή μου … και τώρα όλοι περιμένετε από μένα να πεθάνω… με διατάζετε να πεθάνω…πάτε να με πείσετε να πεθάνω…». Η φωνή της είχε σπάσει, είχε γίνει παιδική, φοβισμένη, αλλά και άγρια ταυτόχρονα, σαν να χτύπαγε ένα κορίτσι πέρα- δώθε μ’ ένα πιρούνι, σχεδόν διακινδυνεύοντας να ανακαλυφθεί η κρυψώνα της.  «Μα δεν έκανα τίποτα, δεν αξίζω τον θάνατο… με νοιάζει να πεθάνω, έτσι μόνη … ανάμεσα σε εχθρούς…»  

«Δεν είναι όπως νομίζεις. Κανείς δεν θα ‘θελε να συμβεί αυτό, αν υπήρχε κάποιος νοητός τρόπος να γίνει κάτι διαφορετικό, αν υπήρχε κάποια εναλλακτική λύση …αλλά δεν υπάρχει. Αυτός ο τρελός θα πέσει στη Γη και δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο».

«Έτσι κι αλλιώς αυτά τα καθάρματα είναι ήδη ψυχές και δεν μπορούν να πεθάνουν», αντέτεινε στην απελπισία της η Λητώ, ενώ – αλίμονο- ήξερε την απάντηση.

«Ναι, αλλά χρειάζονται διαστημόπλοιο για να κινηθούν, για να διακινηθεί η υπερτιμημένη σοφία τους στο διάστημα. Αλλιώς θα εγκλωβιστούν για πάντα σαν κουκίδες στο άπειρο του διαστήματος, να κολυμπούν μισό μέτρο με κάθε απλωτή κι ας καλύψουν έτσι την απόσταση μέχρι τη Γη».     

«Ναι, αλλά φοβάμαι, ρε κύριοι, δεν θέλω να πεθάνω, όπως έλεγε και ο Τόργος Τραχηλιώτος. Θέλω να ζήσω, βρείτε μου εσείς, τα μεγάλα κεφάλια, μια εναλλακτική λύση να ζήσω, βάλτε μπροστά τους αριστούχους εγκεφάλους σας και σκεφτείτε. Μού κάνει εντύπωση ότι έχετε αποδεχτεί έτσι εύκολα την απώλειά μου και βιάζεστε να προχωρήσετε τις ζωές σας και τις καριέρες σας σαν να μη τρέχει τίποτα. Δεν νοιάζεστε, κύριοι αρμόδιοι, δεν νοιάζεστε για τους υφισταμένους σας, που όμως είναι δική σας ευθύνη. Η θέση που έχετε δεν συνεπάγεται μόνο αξιώματα και χρήματα, αλλά και υποχρεώσεις…»

«Όχι δεν είναι αλήθεια ότι δεν νοιαζόμαστε», απολογήθηκε ο Υπερίων. «Ο Προμηθέας παρακολουθεί τη ζωντανή σύνδεση και έχει γίνει ράκος, όλοι οι παλιοί συναγωνιστές και συμπολεμιστές σου είναι παρόντες στην ακρόαση και συμπάσχουν μαζί σου… όλοι θα ‘θελαν να ‘ναι στη θέση σου, για να μην είσαι εσύ … Έτσι λένε τουλάχιστον… όλοι δεν θα ‘θελαν να ‘ναι στη θέση σου, γιατί μόνο εσύ είσαι τόσο γενναία ώστε να το κάνεις αυτό…»

Η Λητώ σιώπησε για πολλή ώρα.

«Λητώ», ψέλλισε διστακτικά ο Υπερίων, «όσο καθυστερείς, το σκάφος πλησιάζει στη Γη. Ευτυχώς δεν είναι τόσο τρελοί ώστε να πυροδοτήσουν ταχύτητα πάνω από το φως μέσα σε ηλιακό σύστημα και το πάνε λάου-λάου συζητώντας και απολαμβάνοντας την επιτυχία τους. Σε παρακαλώ…»  

«Θέλω να μιλήσω με τον πατέρα μου», ζήτησε ως τελευταία επιθυμία η Λητώ.

Οι περιστάσεις ήσαν πολύ κρίσιμες, οι τιτάνες ήσαν πολύ οργανωμένοι, όπως θα ‘πρεπε να είναι για να αντιμετωπίσουν την υπερδύναμη των δώδεκα θεών, και ο πηδαλιούχος Κοίος ήλθε αμέσως στο μικρόφωνο.

«Λητώ, Λητώ μου, είμαι συντετριμμένος…»

«Μην είσαι, πατέρα, δεν το θέλω αυτό, μην αισθάνεσαι έτσι…. Ήθελα απλά να σού μιλήσω, όχι να σε πληγώσω … », κατόρθωσε να ψιθυρίσει η Λητώ από το ύψος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.     

          Όμως ο λυγμός, που πήγε να κρύψει και να επισχέσει, πνίγηκε στο λαιμό της και τελικά βγήκε στην επιφάνεια.

                   «Μην κλαις κόρη μου», είπε συγκινημένος ο Κοίος. «Όλοι αργά ή γρήγορα θα πεθάνουμε και η ζωή μας είναι μόνο ένας κόκκος άμμου στο Σύμπαν. Το δικό σου όνομα όμως θα μνημονεύεται ανά τους αιώνες, γιατί εσύ πάντα καταφέρνεις να είσαι συνυφασμένη με το Δία, ξεγελώντας τον, εξαπατώντας τον ή κατασκοπεύοντάς τον. Όλα λοιπόν πήγαν καλά, αν το σκεφτείς από τη σκοπιά των πραγμάτων που πρέπει μέσα σε μία Δημιουργία να επιτευχθούν».  

Το χείλι της έτρεμε και το δάγκωσε. «Φτάνει πια πατέρα με τα μεγάλα ιδανικά… Απλά ήθελα να σε αποχαιρετήσω..»

«Ναι βέβαια κόρη μου, δεν σού κάνω μάθημα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, δεν ήθελα να με θυμάσαι με την ιδιότητα του πατέρα παντογνώστη… Δεν ξέρω πια κι εγώ τι να πω… Βλέπω δίπλα μου τον Υπερίωνα και μού έρχεται να τού επιτεθώ, να τον καρυδώσω, να τον χτυπήσω… αλλά δεν φταίει κι αυτός…Γιατί, ρε ευνοιοκράτη, αναθέτεις όλες στις δύσκολες αποστολές στην κόρη μου;»  

«Πατέρα, μην τα βάζεις με τον προϊστάμενο. Πάντα προσπαθούσε να με αξιοποιήσει και με είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Αλλά αν εκτιμάς κάποιον, τού αναθέτεις και μεγάλες ευθύνες. Το καταλαβαίνω αυτό τώρα. Είμαι ο κατάλληλος τιτάνας στην κατάλληλη θέση… Αχ, πατέρα, αν ζούσε η μαμά, θα σού ζητούσα να μού τη φιλήσεις,   δεν θα ‘θελα να ρίχνετε ο ένας στον άλλον ευθύνες για τον χαμό μου, αλλά να ζήσετε μαζί και ειρηνικά, όπως σάς θυμάμαι…», είπε η Λητώ σκουπίζοντας και επιχειρώντας να στεγνώσει τα δάκρυά της στο βρεγμένο μανίκι της – τι βρεγμένο, είχε γίνει μούσκεμα.   

«Ε ναι, ναι, μην ανησυχείς, δίνω συχνά αναφορά στη Φοίβη, έχω σχέση μ’ αυτήν, έστω κι αν έχει πεθάνει, όπως θα έχω και με σένα, από εδώ ως την αιωνιότητα… Θα είμαστε πάντα μαζί να λέμε τα αστεία μας, να σχολιάζουμε τους προϊσταμένους μας, να ειρωνευόμαστε την γραφειοκρατία της δημόσιας υπηρεσίας,  να εμβαθύνουμε στο παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης…»

Ο Υπερίων επενέβη και πάλι αναγκαστικά, δεν γινόταν αλλιώς.

«Λητώ», είπε παρακλητικά, «αν ο Δίας ανάψει τον κινητήρα δίνης, θα φτάσει στη Γη αμέσως. Φαίνεται ότι φοβάται τυχόν επιπλοκές από την διέγερση και επιστράτευση μεγίστης δύναμης σε μικρό χώρο, αλλά από την άλλη πλευρά απ’ αυτόν όλα να τα περιμένεις….»  

   «Πατέρα, τελείωσε η ώρα της ανάλυσης και ήλθε η ώρα της δράσης, όπως έλεγες πάντα στα παιχνίδια μας … Κάπου εδώ λοιπόν σε αφήνω. Τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω κι εσείς για να ζήσετε και ποιος από εμάς είναι σε καλύτερη κατάσταση, το γνωρίζει μόνο ο Θεός».

Θα’ ταν πιο αξιοπρεπές να είχε τελειώσει ο διάλογος σε αυτό το σημείο, αλλά η Λητώ είπε κάτι ακόμη, ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.   

«Να χαιρετιστούμε, πατέρα, αλλά όχι οριστικά. Ίσως θα έλθω πίσω στα όνειρά σου  με τα μαλλιά μου δεμένα σε κοτσιδάκια για να σού κλαφτώ ότι το γεμιστό λούτρινο αρκουδάκι μου πέθανε. Ίσως πάλι να είμαι μία δροσιά ή πάχνη που σού ψιθυρίζει στο διάβα της μία ιστορία, μία αύρα εσπερινή, ένα παράθυρο που τρίζει. Θα είμαι κάτι που δεν φαίνεται, αλλά μολοντούτο είναι δίπλα και πλάι, λίγο πιο πέρα, σε αγχέμαχη απόσταση, σε ανεπαίσθητη διαφορά φάσης. Έτσι θέλω να με θυμάσαι, παπάκη μου γλυκέ! Σε χαιρετώ!». Η φωνή της αναλύθηκε σε κλάμα και η σύνδεση έκλεισε. Η ίδια ποτέ δεν έμαθε αν το επαναλαμβανόμενο αντίο, ο απελπισμένα εκπεμπόμενος χαιρετισμός, που ηχούσε σαν ανούσια φλύαρο αλαλάζον κύμβαλο, ήταν  επανάληψη των δικών της λόγων ή μήπως η βεβιασμένη αμυδρή ξεψυχισμένη απάντηση του Κοίου, σαν κυνική κιμωλία που χαράζει, ξέει και σκαριφίζει κακόφωνα σε μαυροπίνακα.   

Η Λητώ προχώρησε σε δράση με τον μόνο νοητό τρόπο σε τέτοιες περιπτώσεις. Σταμάτησε να σκέφτεται ή μάλλον σταμάτησε να συλλογίζεται, διέκοψε την επικοινωνία μεταξύ του νου και των μελών του σώματός της  και διατήρησε μόνο σε εγρήγορση ένα ημι-αυτόματο τμήμα του εγκεφάλου της, που αντιστοιχούσε σε μία ιδεοκινητική ανταπόκριση των άκρων. Διότι σίγουρα το να μετατρέψει το ακτινοβόλο της ή τον επικοινωνητή της σε βόμβα προϋποθέτει μεν σκέψη, αλλά μηχανική, τεχνική, που δεν συνδέεται με την ύπαρξη ή το Εγώ. Μία τέτοια διανοητική διαδικασία ή διεργασία ίσως να είναι το πολύ στοχασμός διότι αφορά απλά ένα στόχο, αλλά σίγουρα δεν είναι συλλογισμός, αφού οτιδήποτε καταλήγει στην αναίρεση της ύπαρξης, κάθε ύπαρξης, δεν δικαιολογείται να περιέχει εντός του το λεκτικό θέμα «λόγος».  

                    Ύστερα εφάρμοσε την πιο δοκιμασμένη τρομοκρατική μέθοδο, την αυτοπυρπόληση. Αν κανείς διαθέτει έναν εκρηκτικό μηχανισμό και τον πυροδοτήσει πάνω του ή δίπλα του, αμέσως μόλις τον φτιάξει, ποιος μπορεί να τον προλάβει ή να τον εμποδίσει; Μία εσωτερική έκρηξη τόσο κοντά στο θάλαμο περίκλεισης των κρυστάλλων και του κινητήρα στρέβλωσης, προκάλεσε πλάγια κλίση και δομική κατάρρευση των τυρβλίων και πλίνθων του συστήματος, καθώς και διαταραχή της ευαίσθητης ισορροπίας των κρυστάλλων που ρύθμιζαν και έλεγχαν με την δαιδαλώδη διάταξή τους και τις εφεδρικές-πλεονάζουσες δικλείδες ασφαλείας την αντίδραση και αλληλεπίδραση ύλης- αντιύλης. Τα κενά πληρώθηκαν βίαια, οι κρίσιμες αποστάσεις συγκόπηκαν και συντομεύθηκαν απότομα, τα μαγνητικώς αιωρούμενα μόρια της αντιύλης άγγιξαν τοίχο, ακούμπησαν πάτωμα ή χτύπησαν το δοξαπατρί τους στο ταβάνι. Πρωτόνια και αντιπρωτόνια, ηλεκτρόνια και αντιηλεκτρόνια αλληλο – εξαλείφθηκαν στο πλαίσιο μιας αντίδρασης που απελευθέρωσε βίαια και ακαριαία, ευτυχώς για μια μόνο στιγμή, ενέργειες τόσο πυκνές, ώστε να παρατηρούνται μόνο σε εκρήξεις κοσμικών αβγών. Η έκρηξη ακούστηκε ως τον Εγγύτατο του Κενταύρου. Και η μεν Λητώ ευσπλαχνικά και συμπονετικά έγινε σκόνη, τους δε Ολύμπιους θεούς, αναγνώστη, ίσως να τούς δεις ακόμη και σήμερα, αν συγκεντρωθείς πολύ, να κολυμπάνε απεγνωσμένα κάπου στη ζώνη των αστεροειδών, άλλως να έρπουν ή να κάνουν ύπτιο στο κενό μήπως πλησιάσουν λίγο ακόμη τη Γη.         

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο: ΥΠΕΡΙΩΝ -ΥΠΑΡΧΙΑ  

Η ανθρώπινη φυλή συνοψίζεται στο δυναμικό σχεδιασμό δισεκατομμυρίων βιογραφιών, που στο τέλος καταθέτουν τις υλικές στρώσεις τους και τα φανταχτερά τους χρώματα κι αρώματα, ώστε να μείνει μόνο το σχήμα, το διάγραμμα του κενού.         

 Στη νέα πραγματικότητα είχε μείνει μία σκέτη ηδονοβλεπτική όραση. Οι διάφορες επιδημίες και επιζωοτίες της μοντέρνας εποχής και η συναφής μικροβιοφοβία ήταν επόμενο να έχουν οδηγήσει στη λεγόμενη κοινωνική απόσταση, όπου ο καθένας έβλεπε τον άλλον ως απλή εικόνα ή, όπως η λέξη θα έχει αλλάξει στους επόμενους αιώνες, ως ολόγραμμα. Αυτό το είχε προβλέψει πρώτος ο Ασίμωφ στο «Γυμνό Ήλιο» του, όπου έδειχνε ότι οι άνθρωποι λόγω των ασθενειών είχαν μάθει να αποφεύγουν στη σωματική επαφή και να στηρίζονται στα ρομπότ για την συντήρησή τους. Ο καθένας έστελνε στο σαλόνι του άλλου το ολόγραμμά του για κουβέντα, ώστε να κορεστεί η ενστικτώδης ορμή προς κοινωνία και να καλυφθεί η πρωταρχική ανάγκη της επικοινωνίας. Υπό αυτές τις συνθήκες άλλωστε διεπράχθη και ο φόνος, που αποτελεί τη βασική πλοκή της ιστορίας μας. Πώς είναι αυτό δυνατό; Μόνη λύση για τον  αναγνώστη είναι να διαβάσει παρακάτω.

Μείναμε λοιπόν ότι ο καθένας, ακόμη και στο στάδιο της βιολογικής ζωής, είχε καταλήξει να βλέπει τον άλλον ως εικόνα. Εδώ δεν έχουμε τίποτε λιγότερο από αλλαγή επιστημολογικού παραδείγματος. Αυτό ίσως δεν είναι τόσο κακό, ίσα-ίσα συμβαδίζει με την τάση του ανθρώπου να γίνεται όλο και περισσότερο πνευματική ύπαρξη. Ο πλατωνικός έρωτας είναι συνυφασμένος με την κουλτούρα και την εκπαίδευση του ματιού. Έτσι μάλιστα προετοιμάζεται κανείς και για τον επόμενο κόσμο, όπου το μόνο διαθέσιμο μέσο θα είναι η όραση, όχι με την έννοια του αμφιβληστροειδούς, αλλά με την έννοια που δίνει ο Σολωμός στο «πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου». Ας αναθαρρήσουμε  λοιπόν, η αναγωγή όλων των αισθήσεων στην όραση μπορεί να μην είναι και τόσο κακή- ίσως είναι αναπόφευκτο βήμα εξέλιξης.

 Κάποιοι εδώ θα αντιδράσουν και θα αρχίσουν το γνωστό τροπάρι, ότι είναι υπερσυντηρητικό να υποτιμά κανείς τη φρενίτιδα της αφής, την ερεθιστικότητα της οσμής και τον πυρετό της σάρκας. Αλλά για να το πάρουμε από την αρχή, η πρώτη αίσθηση, που συνδέεται με το πάθος, τα παθήματα που κάποιος υφίσταται και που έρχονται κατά κύματα, καθιστώντας τον πόνο προνόμιο των ευαίσθητων φύσεων είναι η ακοή και οι δονήσεις της, που καταγράφει και διαμαρτύρεται για τον προκαλούμενο πόνο δρομολογώντας με τη σειρά της τη δική της κυματική αντίδραση, εξωθώντας το υποκείμενο να εκβάλει φωνή ή κραυγή. Η όσφρηση και η γεύση διυλίζουν και διηθούν τον αέρα και απορροφούν τα ψήγματα της τριβής των σωμάτων, που ξύνονται το ένα πάνω στο άλλο, όπως οι απερίσκεπτοι στην ποιμενική ράβδο του βοσκού. Ο Επίκουρος έλεγε ότι τα σώματα επικοινωνούν με την τριβή και την ξέση, αλλά αυτό είναι μία μετάδοση πληροφοριών, που αρμόζει σε  παρωχημένες εποχές.  Όσο για την αφή, αυτή προφανώς συνδέεται με το στοιχείο της γης, τη βαρύτητα, τη θερμότητά του και υποφέρει βουβά τα μαρτύρια που εκπορεύονται από αυτές. Είναι όμως φανερό ότι όλες οι αισθήσεις κατατείνουν στην περιγραφή του περιγράμματος αυτού που έχουμε απέναντί μας, στην ιχνογράφηση, ανίχνευση, εξιχνίαση (καλοδεχούμενη και όποια άλλη λέξη περιέχει το «ίχνος») και σχεδίαση του τύπου και της μορφής του Άλλου, επομένως σε ένα είδος πνευματικής όρασης. Ακόμη και όποιος ψηλαφεί στα τυφλά, έχει έναν και μόνο σκοπό: Να δει, να αντικρίσει!

          Στη γενναία καινούρια εποχή της όρασης αυτού που κάνουν οι άλλοι, του οφθαλμοπορνικού σαλιαρίσματος μίας ξένης επίδειξης, της αναζήτησης ενός εξωτερικού παράγοντα, που θα μπορούσε να επιβληθεί στην ανθρωπότητα, να τη διευθύνει και να τη σώσει, ο άνθρωπος είχε καταντήσει σε μεγάλο βαθμό ένα αναλωτικό και καταναλωτικό ον, είχε φθάσει σε θαυμαστά επίπεδα κατανάλωσης και αποχαύνωσης σε βαθμό που ο ορισμός της φτώχειας και του πλούτου είχε αλλάξει. Στον τιτανικό «προηγμένο»  κόσμο οι άνθρωποι κάθονταν όλη την ημέρα τρέφοντας τα οπίσθιά τους με διατροφικές ουσίες που παρείχε η τεχνητή νοημοσύνη, παρακολουθώντας θεάματα, που αυτή παρέθετε. Ακόμη και ο ορισμός φτώχειας-πλούτου είχε αντιστραφεί. Η αριστοκρατία του πλανήτη έτρωγε πλέον υγιεινές τροφές χωρίς γλουτένη και ζούσε μία σχεδόν ασκητική ολιγαρκή ζωή σε καλύβες αγροτουρισμού, καλλιεργώντας οικολογικά προϊόντα. Αντίθετα η πλέμπα, ο όχλος ρουφούσε γάλα με λακτόζη κατάλληλη μόνο για ενήλικες, καταβρόχθιζε ζουμερά ένθηκα τρόφιμα και πεντανόστιμες πικάντικες ζωοτροφίες, όπου τα ζουμιά έτρεχαν από τα άκρα των χειλέων, διαβίωνε σε υπερπολυτελή σπίτια με μύριες ανάγκες, καταδικασμένος να αναπληρώνει πάσης φύσεως ανταλλακτικά, αφού πότε χαλούσε ο πίνακας και ο κυκλοφορητής του καυστήρα, πότε οι αντιστάσεις και οι ηλεκτρονόμοι του βραστήρα, πότε το πλυντήριο, πότε το ψυγείο, πότε οι συνθετιστές και οι μοριακοί μικροανιχνευτές, πότε ο ηλιακός θερμοσίφωνας, πότε οι κύλινδροι της θέρμανσης, πότε το ένα και πότε το άλλο.  Πλούσιοι λοιπόν ήσαν όσοι μπορούσαν ακόμη να δουλεύουν και να αντλούν ικανοποίηση από την ειδοποιία της εργασίας τους, έχοντας λίγα αντικείμενα, όπου μπορούσαν ακόμη να καθρεφτίζουν τον εαυτό τους, ενώ οι φτωχοί αγόραζαν χωρίς έλεος και λυτρωμό, συσσώρευαν αγαθά, τόσα που αυτά τούς συνέθλιβαν και τούς πλάκωναν κι αγωνίζονταν καθημερινά με απερίγραπτο άγχος να ξοδέψουν τα εκπτωτικά κουπόνια τους και τις μισθάρες τους, που μπορούσαν όμως να εξαργυρωθούν μονάχα στα πρατήρια των εργοδοτριών εταιρειών τους. Το μόνο πλεονέκτημα, που διατηρούσαν οι άνθρωποι έναντι της τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι αυτοί είχαν τα κονδύλια και τα κεφάλαια, αυτοί απολάμβαναν τις παχυλές συντάξεις του παρελθόντος με βάση απαρχαιωμένες, αλλά αμετάβλητες νομοθετικές διατάξεις, με αποτέλεσμα να είναι εκείνοι, που ήσαν σε θέση και είχαν την οικονομική επιφάνεια να επενδύσουν, δηλαδή να χρηματοδοτήσουν και να τροφοδοτήσουν τα προγράμματα και τις ποικίλες δραστηριότητες των ηλεκτρονικών υπηρετών τους.  Κατά τα άλλα όμως ήσαν τελείως εξουδετερωμένοι, κυλώντας σισύφεια τα καροτσάκια τους στους απέραντους θολωτούς διαδρόμους των υπεραγορών, διαγράφοντας ένα – ένα προς αγορά αντικείμενο από τη λίστα των ωνίων τους, έχοντας τη βάσανο της επιλογής ανάμεσα στα φύκια ως μεταξωτές κορδέλες και του πουλιού το γάλα. Την εποχή αυτή, οι πιο αποτρόπαιες φτωχογειτονιές ήσαν γεμάτες φτηνιάρικες απομιμήσεις υπό τύπον μπάσταρδων τεχνουργημάτων, που αναπαρίσταναν τα Κυκλώπεια τείχη, το Ερέχθειο και τον Παρθενώνα ή άλλα ποικίλα κτίρια -ευκτήριους οίκους- στολισμένους με λαμπερές πινακίδες και φωτάκια, πόλεων με κινούμενες επιγραφές, όπου πάνω στα φαντασμαγορικά οικοδομήματα τους κινούνταν λωρίδες φωτός και χρωμάτων, με εμπνευσμένα κοινωνικά μηνύματα, που κυκλοφορούσαν με αυτόν τον τρόπο ή  διερχόμενες από τοίχο σε τοίχο φωτεινές διαφημίσεις, μεγάλων θόλων, όπου και πάλι προβάλλονται από την κορυφή μεγαλόπρεπες εικόνες, στιγμιότυπα, όπου κυριαρχεί το επιβλητικό και το μεγαλοπρεπές. Όπου και να βρισκόταν ο πολίτης είχε πάνω του ένα υψηλό και τεράστιο θόλο που λειτουργούσε προστατευτικά, αλλά και καταθλιπτικά, θυμίζοντας στο κάθε μεμονωμένο άτομο την ασημαντότητά του έναντι του συνόλου.

Όπως έχουμε πει και αλλού, η ευφυία των τιτάνων είχε καταλήξει στην  αντίθετη διευθέτηση από την κλασική κομμουνιστική και διελάμβανε, πρότεινε και εφάρμοζε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας ήταν πλέον η εργασία, η ειδοποιία  και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι είχαν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο ήταν δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού των αγαθών αφενός εμπόδιζε τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορούσε να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργαζόταν παραγωγικά και ήταν ζωντανός, αφετέρου με τα κοινά καταναλωτικά αγαθά ταϊζόταν όλος ο κόσμος (βλέπε προηγούμενη παράγραφο).

Κι ενώ η πεφωτισμένη τιτανική διοίκηση διακρινόταν από μία επιδοματική αντίληψη, προσπαθώντας να διανείμει στον όχλο τον πλούτο και την υπεραξία που παρήγαν οι μηχανές, οι άνθρωποι, όπως συνήθως συμβαίνει, ήθελαν παραπάνω και δεν ήσαν με τίποτε ικανοποιημένοι. Ήθελαν να είναι όλοι δημιουργικοί, να γίνουν όλοι επιχειρηματίες και εγχειρηματίες. Παρότι δεν ήσαν πλέον κλασικοί εργάτες με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά όλο και κάποιες πρωτοβουλίες λάμβαναν ή είχαν αρμοδιότητα να λάβουν είτε ως προγραμματιστές, είτε ως φροντιστές και επιμελητές των διαφόρων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ονειρεύονταν όλοι να αναλάβουν διοικητικές θέσεις, να κυβερνήσουν τον τιτανικό κόσμο, να αντικαταστήσουν τους θεούς του Ολύμπου, να γαιοποιήσουν, να καταστερίσουν, να διανείμουν τον πλούτο, να ανοίξουν νέους ορίζοντες δημιουργικών δραστηριοτήτων, να διακριθούν ως ηγέτες.     

Κατόπιν τούτου οι διαδηλώσεις, ακόμη και οι βίαιες δεν έλειπαν. Στις υπερπληθυσμικές κιβωτούς της Γης τα πράγματα ήσαν πολύ χειρότερα, αλλά ακόμη και στην εκλεκτή κοινωνία της Νέας Αρκαδίας οι αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και κυβερνώμενου λαού ήσαν στην ημερησία διάταξη. Και βέβαια όπως είναι αναμενόμενο, οι δυσαρεστημένοι δεν συνειδητοποιούσαν ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημά τους ή τι ακριβώς θέλουν και ξεσπούσαν σε αόριστες επικλήσεις για δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα και άλλα μη διαμεσολαβημένα μεγέθη. Αρχηγός των καθολικώς διαμαρτυρομένων ήταν εντός του πλαισίου της ιστορίας μας η Υπαρχία των Κυνικών.

Επειδή μιλάμε για ένα παρελθοντολογικό ή μελλοντικό κόσμο επηρεασμένο από την αρχαία Ελλάδα, υπήρχε λίγη περισσότερη λογική και ελαφρώς λιγότερη κακοπιστία από τον μέσο όρο και ήταν ισχυρή σε πείσμα των αντιξοοτήτων η πίστη ότι η παιδεία θα αλλάξει τους ανθρώπους και θα τούς κάνει καλύτερους. Η Υπαρχία λοιπόν οργάνωνε παραστάσεις τραγωδιών, με τις οποίες επιχειρούσε να διαπαιδαγωγήσει τους συμμετέχοντες στα σωματεία προς μία έλλογη σειρά ενεργειών, με τις οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους. Κάτι σαν διδακτικές τραγωδίες ή επιμορφωτικά δράματα υπαρκτού τιτανισμού.    

Ο Υπερίων μετά τον θάνατο της Λητούς δεν είχε όρεξη για τίποτε. Μετά από τόσα κεφάλαια που αναπτύξαμε, σχεδόν κόντευε να ξεχάσει για ποιο λόγο βρισκόταν εδώ. Είχε καλέσει ως αντικαταστάτριες την Αγχιάλη και την Μήτιδα, που όμως δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν, αλλά μόνο να διαδεχθούν τη Λητώ.  Η Υπαρχία από την πλευρά της έτρεφε μία εκτίμηση για τον παλαίμαχο πολεμιστή, καθώς, όπως είπαμε, ήταν μία σεβαστική εποχή ή τέλος πάντων λίγο πιο σεβαστική από τη δική μας. Αντλούσε λοιπόν έμπνευση η Υπαρχία από τον Υπερίωνα, καθώς, όπως χαριτολογούσε, αυτή ήταν υπό την αρχή, ενώ ο Υπερίων υπερέβαινε τα όρια. Καθώς λοιπόν ο τελευταίος διήνυε μια από τις πιο ατημέλητες και αντιπαραγωγικές περιόδους της ζωής του, η Υπαρχία, βλέποντας στο πρόσωπο του Υπερίωνα την ευκαιρία της ζωής της, τον προσέλαβε ως καλλιτεχνικό σύμβουλο παράστασης στο ομώνυμο δράμα της «Υπερίων». Ποιος καλύτερος να δώσει χρήσιμες κατευθύνσεις για το θεατρικό έργο «Υπερίων» από τον ίδιο τον Υπερίωνα; Χιλιάδες εργαζόμενοι, που αποτελούσαν το φιλοθέαμον και όχι φιλοθεάμον κοινό, μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν  την παράσταση, διότι στον κόσμο των τιτάνων κυριαρχούσε ακόμη αδαπάνητη η πίστη ότι η τέχνη διαπαιδαγωγεί τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε υψηλότερες σφαίρες, τον καθιστά ηθικά, ψυχικά και διανοητικά θωρακισμένο να πετύχει τους στόχους του συμπληρώνοντας την πυραμίδα της προσωπικότητας «ιδέα- ήθος- στρατηγική», και όχι, όπως σήμερα, όπου μία ακατέργαστη φωνή διαμαρτυρίας απλά τον ωθεί προς μία αόριστη διεκδίκηση.     

Ο Υπερίων προσήλθε δύσθυμος να παρακολουθήσει την παράσταση εκτός των άλλων και από κοινωνική αβροφροσύνη, αφού ήταν προς τιμή του. Όπως είπαμε, τον τελευταίο καιρό είχε περιέλθει σε απραξία, παρακμή, παραμέληση του εαυτού του. Είχε χάσει την πίστη του στα ιδανικά των τιτάνων, είχε πάψει να είναι ο ατσαλάκωτος, άμεμπτος και άψογος αξιωματικός και ήδη είχε αρχίσει μία σχέση με τη Φαιναρέτη. Θα μού πείτε, έπρεπε να πάρει την κάτω βόλτα ο ήρωάς μας, προκειμένου να προχωρήσει σε δεσμό; Είναι ίσως τούτο περισσότερο δείγμα σεμνοτυφίας παρά ηθικότητας. Όμως για γαργαλιστικές λεπτομέρειες της ιστορίας με τη Φαιναρέτη θα σε αναγκάσουμε, αναγνώστη, να περιμένεις το επόμενο κεφάλαιο. Πλάι στον Υπερίωνα κάθισαν οι αρχές του τόπου με πρώτη την Θεανώ Θουρία, που ήθελε να εκμεταλλευτεί πολλαπλώς τη θεατρική παράσταση τόσο για να πάρει καλές συμβουλές για τη διακυβέρνησή της ως υπεύθυνη ηγέτις, όσο και να μάθει τι σκέφτονταν γι’ αυτήν τα κατώτερα καταστρώματα του σταθμού, η τάξη των εργαζομένων. Παρών και ο Περκνοπτέρυγος, ο οποίος είχε πολύ ισχυρή σχέση με την εξουσία, άλλωστε ήταν η πεμπτουσία του υποκριτή πολιτικάντη με την απροσδιόριστη έκφραση πίσω από το μούσι και την μνημειώδη εκείνη αναισθησία, που περηφανεύεται ότι προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα συμπυκνώνει και διαχέει ολόγυρα τη χυδαιότητα του «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».         

     Η παράσταση ξεκίνησε με τον Κρόνο να θρηνεί την απώλεια της εξουσίας του, που τού την είχε πάρει ο Δίας. Έτσι κι αλλιώς είναι πασίγνωστο ότι οι αρχαίοι δεν χρειάζονταν να επινοήσουν νέους ήρωες για τα λογοτεχνικά τους έργα, αντλούσαν ήδη από τη Μυθολογία έτοιμους τους ηθικούς χαρακτήρες και τις νοητικές δομές και η δημιουργική τους δραστηριότητα έγκειτο απλώς και μόνο στον άπειρο συνδυασμό τους, στην εμβάθυνση των κινήτρων της βούλησης και στις διάφορες εκδοχές της ψυχολογίας. Στην συνέχεια, η Θεία οδηγεί τον Κρόνο στο μέρος που κάθονται οι άλλοι τιτάνες, που κλαίνε τη μοίρα τους και διερωτώνται αν μπορούν να αντεπιτεθούν στους κατακτητές Ολύμπιους. Για φαντάσου, να βλέπει ο Υπερίων τη γυναίκα του να πρωταγωνιστεί σε παράσταση. Ήταν όμως το τίμημα της διασημότητας, ιδίως σε εκείνες τις εποχές όπου οι αξίες αναγνωρίζονταν. Ακολούθως, ο γηραιός Ωκεανός, αλλά και η Κλυμένη δήλωσαν πρόθυμοι να παραδώσουν την εξουσία τους στους Ποσειδώνα και Απόλλωνα αντίστοιχα με το αιτιολογικό ότι εκείνοι είναι πιο ωραίοι από τους ίδιους! Ναι, πράγματι υπήρξαν περίοδοι, που οι τιτάνες είχαν τόσο πολύ βυθιστεί στην αυτο- αμφισβήτηση και την εσωστρέφεια, ώστε είχαν αναπτύξει συμπλέγματα κατωτερότητας έναντι της γοητείας και της εκτυφλωτικής ομορφιάς των θεών του Ολύμπου, τέτοια ομορφιά που πονούσε, όπως έλεγε η Κλυμένη. Αλίμονο όμως, για να βάλουμε και λίγοι χριστιανισμό μέσα, η ομορφιά είναι παροδική και φευγαλέα, άλλως πως επιβιώνει μόνο αν αναιρεθεί σε κάποιο επίπεδο εγκυκλοπαίδειας και αντικειμενικότητας, γνώσης και μουσειακής έκθεσης, που να διατρέχει τους αιώνες.

Έπειτα η δράση μεταφέρεται στο παλάτι του Υπερίωνα, όπου με κάποια φυσική αμηχανία και συστολή, ταραχή και αμφίσημη ψυχική προσέγγιση, ο Υπερίων αντίκρισε τον ηθοποιό που τον υποδυόταν. Ο Ουρανός τον ενθαρρύνει να ενισχύσει τους άλλους τιτάνες  και να συμπράξει μ’ αυτούς στην ανατροπή των θεών του Ολύμπου. Κι εκεί που πήγε ο Υπερίων να ανέβει ψυχολογικά σύμφωνα με το μη πολιτικώς ορθό ρητό «είδε ο Αιγύπτιος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του», διακόπηκε ξανά ο μίτος της Αριάδνης, ο σκηνοθέτης Ενδυμίων έκοψε τον Υπερίωνα κι έφερε πάλι στο προσκήνιο τον Απόλλωνα να αυτο-μαστιγώνεται στην παραλία, αμφισβητώντας αν μπορεί να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του και η Μνημοσύνη να τού λέει ότι πρέπει να πιστέψει στον εαυτό του και στις δυνάμεις του. Τι διάολο γοητεία ασκούσαν διαχρονικά στο κοινό αυτοί οι Ολύμπιοι θεοί; Όποια κι αν ήταν τα αμαρτήματα και τα πλημμελήματά τους, είτε έχαναν τον αγώνα της κυριαρχίας είτε κέρδιζαν, πάντα είχαν μία θέση στην καρδιά του λαού. Πρόκειται για την ελκυστικότητα που ασκεί ο ανερχόμενος, ο επιτυχημένος, ο αναγνωρισμένος, καλώντας όλους να τον μιμηθούν μήπως και αυτοί κάποτε αναδειχθούν! Πώς να αντιμετωπίσει η δημοκρατία την οίηση και τη φιλοδοξία, αφού το μόνο που έχει να αντιτάξει στο όνειρο της απόλυτης επικράτησης είναι η ταπεινή έννοια της αρμοδιότητας, ότι δηλαδή ο καθένας απλά πρέπει να κάνει τη δουλειά του και να βρίσκει χαρά μέσα σ’ αυτήν;

Τελικά οι τιτάνες αποφασίζουν να διδάξουν στο λαό την καλοπιστία και γιατί όχι; την αγάπη. Να αγαπήσουμε τους προϊσταμένους μας, να αγαπήσουμε την ιεραρχία, την κοινωνική διάρθρωση και δομή. Μόνο ένας διαρθρωμένος λαός μπορεί να προκόψει. Αν επικρατήσει η αναρχία και η ισοπέδωση, δεν μπορεί κανείς ούτε καν να πάει στο περίπτερο να αγοράσει εφημερίδα. Όπως έλεγε μία σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, τη στιγμή που οι διαδηλωτές είχαν λιανίσει και καταστρέψει όλη την περιοχή, άφησαν όμως με απροσδόκητο και θαυμαστό τρόπο όρθια τη δική της επιχείρηση: «αν τα σπάσουν κι εδώ, ποιος θα τούς ταΐσει;          

Παρουσιάζεται λοιπόν ένας υφιστάμενος με μία προσωπίδα ρευστών και αόριστων χαρακτηριστικών και λέει στον προϊστάμενο:

«ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΛΟΠΙΣΤΙΑ

 Φωτισμένη ηγεσία, ώ παραγωγική εταιρεία,

Προσφέρεις στέγη, τροφή και προστασία (Σαββόπουλος)  

μετανοώ που σε περιφρόνησα

Μετανιώνω ό,τι δεν σε εννόησα,

Γιατί ελευθερία είναι να νιώσεις ανάγκης αντινομία,

Αλλιώς τον ουρανό θα απωλέσεις και κάθε προνομία.

Εξουσία και διοίκηση πραγμάτων είσαι καλή

Και αξίζεις την αγάπη μου, όχι δουλεία απατηλή,

Δείξε μου το έλεός σου κι εγώ θα εξομολογηθώ

Θα εξιλαστώ, για κρίματα θα απολογηθώ

Και θα βελτιώσω ρεαλιστικά τη δική μου ζωή,  

Και θα ‘ναι η κόλαση μακρινή ξεχασμένη βοή. 

Σκέψου πως όταν το μίσος φεύγει, υποχωρεί,

Η ψυχή γίνεται πάλι αθώα, λευκή εσθήτα φορεί.  

Και μαθαίνει ότι η ίδια τον εαυτό της φοβίζει,

Κατευνάζει, γοητεύει και άλλως πως ρυθμίζει.

Η ίδια ξέρει τη βούληση και τον τρόπο

Να βρει προκοπή κι ευτυχία σε κάθε τόπο,

Όσο κι αν ο αέρας ολολύζει, ουρλιάζει  σαν λύκος,

 Όσο κι αν σκίζονται εναντιότροποι ασκοί σ’ όλο το μήκος».

Εν κατακλείδι, λέει ο/η  υφιστάμενος/ -μένη στην προϊσταμένη/ -μενο.

«Σ’ αγαπώ!»

Η μορφή της/του είναι ακόμη ακαθόριστη, σκοτεινή, ασαφής, εύπλαστη σαν πρωταρχική ζύμη. Το κορμί αποτελούνταν και συγκροτούνταν από χόνδρους αντί για κόκαλα, είχε χρώμα υπόλευκο και κάτωχρο, ήταν σακουλιασμένο σαν αχλάδι με κάτισχνα, σκελετωμένα, αποξηραμένα άκρα και πινακώδη πέλματα. Το δέρμα ήταν γογγρώδες, βολβώδες, καλυκώδες, οφθαλμώδες, οζώδες, κομβώδες, όπου καθένα από τα μαγειρευτά βωλία (γιουβαρελάκια) μπορούσαν να συνταχθούν σε νέα σχήματα. Οι βραχίονες ήσαν κακοσχεδιασμένοι σαν δαγκάνες, τα μάτια βιολετί.   

«Αγάπησέ με κι εσύ- να συνεργαστούμε!»

Σιγά-σιγά το σώμα του υφισταμένου και τελούντος σε καθεστώς εξαρτημένης εργασίας άρχισε να μορφοποιείται σύμφωνα με τις εικαζόμενες επιθυμίες του αφεντικού,  να αποκτά τις σωστές- συμμετρικές αναλογίες. Να γίνεται καμπυλωτό, πληθωρικό, αισθησιακό, ευφραντικό, ερωτικό με απόχρωση έντονη ροζ, όπως εκείνη που προσδίδει το αγιάζι. Διασχηματισμός κούτελου – μύτης σαν πορσελάνη, μάτια παρακλητικά με κομψές βλεφαρίδες, εξογκωμένα ζυγωματικά, όπως το «ξανθό γένος», ρωμαλέο πηγούνι, ώμοι πλατείς και βραχίονες λευκώλενοι, κωνικά πυραυλικά βυζιά, έξω το στήθος-  μέσα η κοιλιά, πόδια μακριά δυνάμενα κατά παραγγελία του εραστή να διπλωθούν- ξεδιπλωθούν.

«Σ’ αγαπώ. Αγάπησέ με!»    

Όλο το κοινό ζητά από την παρευρισκόμενη εξουσία να δεχτεί την προσφορά, το απλωμένο χέρι των εργαζομένων, όπως στη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, όπου στο τέλος αδελφωμένοι εργοδοσία και εργατική τάξη προχώρησαν μαζί στα πεπρωμένα του μέλλοντος. Η ταύτιση των μεταξύ των θεατών εξεχόντων με τους ήρωες του έργου ήταν ενοχλητική και οι προύχοντες κουνούσαν πέρα δώθε νευρικά τους γιακάδες τους και έφτυναν στον κόρφο τους επιχειρώντας κατά το δυνατόν να αποτινάξουν αυτή την ποιητική αδεία εξομοίωση. Πλην όμως ο λαός απευθυνόταν σ’ αυτούς και τούς έλεγε: δεχθείτε, δεχθείτε!

Υπόρρητα, ο σκηνοθέτης Ενδυμίων προσπαθούσε να στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού στη σκηνή και να διοχετεύσει την οργή του κόσμου εναντίον του Δία και των Ολύμπιων θεών που δεν δέχονταν καμία συμφιλίωση και κανένα συμψηφισμό με άτομα κατώτερα από αυτούς! Ήδη ο Δίας της παράστασης άρχισε να εκτοξεύει κεραυνούς προς τους εργαζομένους κατηγορώντας τους για ύβρη, ότι τάχα θέλουν να γίνουν ισόθεοι, πράγμα αδιανόητο!

Κυριαρχεί άνευ προηγουμένου αναστάτωση και νευρικότητα στην κερκίδα, η ατμόσφαιρα βρίθει στατικού ηλεκτρισμού, που πασχίζει να βρει τρόπο να εκτονωθεί.

Για να ηρεμήσει λίγο τα πνεύματα, βγαίνει στη σκηνή ο χορός και τραγουδά:

ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

«Οι φανατικοί έχουν τα όνειρά τους κι εκεί υφαίνουν

Παράδεισο συλλογικό, μα και για όσους μόνοι μένουν.  

Από πεδία ιδεολογίας περιγράφουν σύστοιχο ουρανό

Χωρίς να μάς πουν πώς θα πετύχουν τ’ αποτέλεσμα τρανό.

Όρια δεν έχουν, απαθανατίζουν σε πάπυρο και φύλλα

Σκιές μελωδικής έκφρασης για άτομα, λαούς και φύλα

μα χωρίς δάφνες ζουν, ενυπνιάζονται, πεθαίνουν.

Ή ίσως δάφνες δρέπουν, αλλά τα σχέδιά τους χωλαίνουν.   

Γιατί μόνο η ποίηση μπορεί να διηγηθεί ό,τι πρέπει να γίνει

Με λέξεις σωστές μπορεί να σώσει τη φαντασία απ’ τη σαγήνη

Τη βαρύγδουπη γοητεία, τη λεξιμαγεία και του χάους τη δίνη.  

Βέβαια κανείς δεν μπορεί να πει «συ είσαι ποιητής κι εμβριθής

Συ δεν είσαι ποιητής, το όνειρο δεν μπορείς ν’ αφηγηθείς».

Καθένας που η ψυχή του δεν είναι ψυχρός σβώλος ή στήλη

Έχει οράματα να διαδώσει, αν η καρδιά του είναι φίλη,   

Κι αν έχει λάβει αγάπη από μάνας- γλώσσας σμίλη  

Μα αν το αφήγημα αυτό προώρισται για ζωή ή για θανή  

Αν είναι αποκύημα ποιητή ή δαιμονισμένου, θε να φανεί,

Όταν το ζεστό μου χέρι, που γράφει, στο τέλος θα σφιχτεί,

Παγώσει μέσα στον τάφο και η γραφή ψυχτεί».      

Όμως ο λαός δεν μπορούσε πια να αντέξει αναβολές, αναστολές, φρόνιμες περισυλλογές, ενδιάμεσες διασκέψεις και τέτοια. Ενωμένοι οι θεατές φώναζαν συνθήματα, η εξουσία να δώσει κάτι, τι ακριβώς ούτε οι ίδιοι ήξεραν, κάποιου είδους προνόμιο που έλειπε από αυτούς ενώ οι κυβερνώντες το κατείχαν. Ο πλούτος και τα χρήματα στην εποχή των τρισδιάστατων εκτυπωτών, αντιγραφέων ύλης και ορυχείων ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. ίσως δεν είχαν και τόση αξία. Όμως, επειδή το όραμα του «αρίστου» της ομηρικής εποχής δεν θεωρούνταν κακό, όπως σήμερα, αλλά συνέχιζε να εμπνέει τον υπαρκτό τιτανισμό κι επειδή ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε την τάση να συγκρούεται με μεγέθη μεγαλύτερα από αυτόν και να πετυχαίνει άθλους και κατορθώματα και μια και η δημιουργικότητα είναι ο μόνος τρόπος να περάσει κανείς την ώρα του χωρίς να πάθει κατάθλιψη ή να αρρωστήσει, το επόμενο αδιαπραγμάτευτο λαϊκό αίτημα ήταν το σύνθημα «θέλουμε μισθό και όχι επιδόματα». Άλλο σύνθημα ήταν «αντιστοιχία και ίδιον εκάστω».

Δεν εννοούσαν βέβαια ότι είναι δυνατό να πατάει κανείς ένα κουμπί μετά από σωματικό ή πνευματικό μόχθο και να πέφτει στο χέρι αυτόματα… το κομπόδεμα ή μασούρι του αντιμισθίου, αλλά ότι η καταρχήν άνιση σύγκριση και αποθαρρυντική αντιπαραβολή μεταξύ κόπου και απολαυών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σταθερή και συμμετρική αναλογία, αν ετίθετο υπό έλεγχο ο μηχανισμός,  που ακριβώς αποδίδει «το ίδιον εκάστω». Όταν το οργανωτικό αυτό πλαίσιο εισφοράς – ανταπόδοσης βασίζεται στη βούληση κάποιου ενδιάμεσου αρμόδιου, τότε υπεισάγουμε στο πρόβλημα μια ασαφή μεταβλητή, που παίρνει αυθαίρετη κι αυτόβουλη τιμή, ούτως ώστε το γινόμενο της εξίσωσης διαρκώς παραλλάζει.

 Στο σημείο αυτό το κοινό απέστρεψε προσωρινά το βλέμμα του από τους εξουσιαστές Θουρία και Περκνοπτέρυγο και στράφηκε προς τον Υπερίωνα ως τελευταία ελπίδα καλώντας τον να προκαλέσει τους θεούς με την ιδιότητα του τιτάνα και να διεκδικήσει το προαιώνιο πλην -αλίμονο απατηλό- όνειρο, την απόλυτη ισότητα όλων με όλους. 

«Υπερίων, εσύ να διεκδικήσεις από τους θεούς μία νέα θέση για τους ανθρώπους!».

Ο ενορχηστρωτής της παράστασης Ενδυμίων ήταν πολύ εξοικειωμένος και μάλιστα ζυμωμένος με τη διαδραστικότητα του αρχαίου θεάτρου, ισοδύναμη μόνο με τη δύναμη κραυγής και διαμαρτυρίας των Πράσινων και των Βένετων στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, ήταν συνηθισμένος να πετάγονται οι θεατές και να κάνουν την παράσταση «χαμαιτυπείο», γι’ αυτό είχε τεράστια προσαρμοστικότητα και μπορούσε να υφαίνει στίχους σεναρίου εκ του μηδενός, ενώ και οι ηθοποιοί είχαν μάθει και διδαχθεί να αυτοσχεδιάζουν αναλέητα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινού. Αμέσως επιχείρησε να εντάξει τον διάσημο θεατή στην υφή της παράστασης.

«Υπερίων, τι λες εσύ για όλα αυτά, απάντησε στους οπαδούς σου», απηύθυνε αίτημα προς τον Ατλάντα, ερμηνεύοντας και εκφράζοντας τη βούληση όλων των παρισταμένων.

Ο Υπερίων ήταν σε κάκιστη διάθεση, αλλά τού είχε μείνει αρκετό τιτανικό φιλότιμο, ώστε να μη μπορεί να αγνοήσει όλους εκείνους που απευθύνονταν σ’ αυτόν και κρέμονταν από τα χέιλη του.  

«Ενδυμίων σκηνοθέτα και λοιποί φίλοι: Θέλω να ζητήσω συγγνώμη γιατί δεν είμαι στην κατάλληλη ψυχολογική συγκρότηση, ώστε να μπορέσω να απολαύσω σε πλήρη έκταση αυτό που γενναιόδωρα μού προσφέρετε. Δυστυχώς και σε άλλες περιπτώσεις, όταν μού ζητούν να συμμετάσχω σε οποιοδήποτε ομαδικό παιχνίδι, επιδεικνύω μία αρνητικότητα και αυτο-απομόνωση που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ίσως οφείλεται ότι τόσα χρόνια στον Αστροστόλο είχα διαρκώς προϊσταμένους -κάτι που εσείς, αξιότιμοι θεατές, δεν έχετε ποτέ βιώσει, παρότι έχετε μία αόριστη τάση να ενταχθείτε στους αρμούς της εξουσίας. Μάλιστα κατά κύριο λόγο και στη συντριπτική πλειοψηφία οι προϊστάμενοί μου ήσαν γυναίκες, που μού έχουν διευρύνει την πρωκτική οπή τόσο πολύ (κατά το κοινώς λεγόμενο, μού έχουν κάνει τον κόλο νά), ώστε να μην μπορώ να δεχτώ καμία – έστω και ελάχιστη, έστω και μηδαμινή- πραγματική ή νομιζόμενη επιβάρυνση εκτός υπηρεσίας. Ευτυχώς στην εποχή μας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το πολιτικώς ορθό κίνημα της κουλτούρας “επαγρύπνησης” κι έτσι έχω τη δυνατότητα να εκφράζω αυτές τις απόψεις. Αλλιώς θα καταντήσουμε μέχρι και η λέξη “ανήρ ή άνδρας” να θεωρείται γενετήσια παρενόχληση».

Ο Ενδυμίων ως έμπειρος θεατράνθρωπος και μέτοχος τόσο λαμπρών ψυχογραφικών δραμάτων είχε εντρυφήσει στους χαρακτήρες, τους ψυχισμούς και στις διαθέσεις, «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω» και κατάλαβε αμέσως ότι το πρόβλημα του Υπερίωνα δεν ήσαν οι ενίοτε συντριπτικά παρούσες γυναίκες προϊστάμενες, αλλά μάλλον η απούσα γυναίκα προστατευόμενη- η Λητώ- ίσως η μόνη, απέναντι στην  οποία αισθανόταν ο ήρωάς μας υπεροχή.

«Εκ γυναικός τα φαύλα, αλλά και εκ γυναικός τα κρείττω», επανέλαβε τη ρήση της Κασσιανής ο Ενδυμίων. «Να ξέρεις, σεβαστέ αγωνιστή της δημοκρατίας, ότι όλοι εμείς εδώ που συμμετέχουμε και συμβιώνουμε αυτήν την παράσταση είμαστε αλληλέγγυοι με αυτό που σού συνέβη». Απευθυνόμενος στους ηθοποιούς είπε: «Παιδιά να πούμε αυτό που έχουμε ετοιμάσει εις μνήμην της Λητούς».       

Οι ηθοποιοί προσαρμόστηκαν αμέσως στα νέα δεδομένα, που προέκυψαν από τη φυσιολογική διαντίδραση της παράστασης.

ΛΗΤΩ

«Η μέρα φεύγει, μαζί και της χαράς η βίωση κι η μνήμη  

Γλυκιά φωνή, πλήρη χείλη, χέρι τρυφερό, βυζί ζύμη

Θερμή ανάσα, ελαφρύς ψίθυρος, μελίρρυτος, λιγυρός,

Νωχελική μέση, ανάστημα -παράστημα, μάτια πυρός,

Μαράθηκε το άνθος με μπουμπούκια και κάλυκες  

Εφθάρη η ομορφιά με πέταλα κι ανταύγειες άλικες

Και το σχήμα της γλίστρησε από τους βραχίονες,

Λιγόστεψε η φωνή, η ζέστη, οι λευκοί της οι κίονες.   

Χάθηκε άδικα σαν έπεσε το δειλινό η χλαίνη.

Όταν η νύχτα η ζοφερή αρχίζει να υφαίνει,  

Κι η σκηνή  του σκοταδιού κρύβει την κραιπάλη

Εγώ αντίθετα αφοσιώνομαι στην δύσκολη την πάλη,

Να κοιμηθώ, να νηστέψω, να προσευχηθώ.

Τη αγνή σεπτή Λητώ μια φορά ακόμη να θυμηθώ.

Το ζωντανό χέρι, ζεστό και ικανό, ευάερο, ευήλιο

Στην κρύα σιωπή του τάφου γίνεται κειμήλιο,

Θα ευχόσουν η καρδιά σου να στέρευε από αίμα,

Ώστε στις δικές της φλέβες να ρεύσει κόκκινο ρέμα.

Έτσι στοιχειώνουν οι μέρες κι εγώ νυχτοπερπατώ,  

Κι αν έχεις ήσυχη συνείδηση, κακία σού κρατώ».

  Ο Υπερίων έκλαιγε ελεύθερα με δάκρυ κορόμηλο, καθότι πολύ εκτίμησε αυτή την τιμητική χειρονομία του σκηνοθέτη και του κοινού προς το μέρος του. 

«Σάς ευχαριστώ όλους», είπε. «Είμαι πάντα ορκισμένος στην υπηρεσία σας, θα διεκδικήσουμε για μία ακόμη φορά από τους θεούς τη φλόγα, στα αχνάρια του γενάρχη μας, του μέγιστου Προμηθέα!»

Ζητωκραυγές συντάραξαν το στερέωμα, πίλοι εκτοξεύτηκαν στον ουρανό. Όλοι μαζί, χορός και θεατές τραγουδούσαν αυτό που ήξεραν από προηγούμενες παραστάσεις του ίδιου έργου ή ίσως τούς το έδωσε γραμμένο ο Ενδυμίων – αγνοώ τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη στιγμή, την εντασσόμενη σε μία τόσο μακρινή και απλησίαστη χρονολογία, μία αστρική ημερομηνία τρέχα γύρευε!   

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ

«Είσαι ένα πλάσμα του ονείρου, του εαυτού σου πυρετός,

Σκέφτεσαι τ’ αγαθά της Γης κι είσαι στα σύννεφα αετός  

Να ‘χει ο καθένας στέγη, σιδερωμένα ρούχα ζητάς,  

Καθένας νιώθει χαρά και πόνο, κι ο χυδαίος κι ο προπέτης

Μα εσύ κάποιες ανάγκες υιοθετείς, σε πρώτο πλάνο θέτεις.   

Μόνο ο ποιητής την ημέρα του δηλητηριάζει

Για τις αδικίες που γίνονται στους άλλους κραυγάζει».

Η διεκδίκηση πλέον μαίνεται, λυσσά, βακχεύει, κορυβαντιά. Το ποδοβολητό, ο θόρυβος, η άγρια ταραχή, η φρενίτιδα φουσκώνει σε μανιώδη, κυμαίνουσα, χειμαζόμενη θάλασσα. Αφού η προσέγγιση της αγάπης αποκρούστηκε από τους Ολύμπιους, το πλήθος αγανακτεί, αισθάνεται ότι δικαιολογείται ακόμη και να βιαιοπραγήσει. Πλέον οι προσωπίδες έχουν πέσει, η μάχη διεξάγεται στο δρόμο- αν σταθείς ακίνητος, είσαι χαμένος, αν το βάλεις στα πόδια, πάλι σ’ έχουν φυτέψει. Θα τρέξεις, αλλά δεν θα ξεφύγεις, θα αγωνιστείς, αλλά δεν θα επιβιώσεις. Μπροστά στο λίπασμα των νεκρών θα ανασυνταχθείς, γύρω από τις ταφόπλακες ένα νέο κίνημα δημιουργείται, αφού πια έχει γίνει κατανοητό τι σημαίνει η επιβίωση στο πεδίο της ζούγκλας, ότι δηλαδή ο εκάστοτε εμπόλεμος θα καταστεί ο πιο αδίστακτος και κυνικός λειοθήρας. Οι επαναστάτες παίρνουν τη διεστραμμένη μορφή των εξουσιαστών, μια μορφή που αντανακλά τέτοια κακία, τέτοιο απύθμενο μίσος, ώστε οι πρώτοι διδάξαντες εργοδότες- εργοδηγοί απορούν και οι ίδιοι και μένουν κατάπληκτοι για το πώς το πρόσωπό τους ήταν εξ υπαρχής ικανό να εκπέμψει και να εμπνεύσει τέτοια ενσυνείδητη κτηνωδία, τέτοια σεσημασμένη πώρωση!  Τότε λοιπόν οι διαδηλωτές- διεκδικητές- εκδικητές φωνάζουν από καρδιάς «σε μισώ!»       

ΣΕ ΜΙΣΩ

«Ξανά -μανά βοά η καταιγίδα, αλλά κρύβεται στο χείλος

Μεσ’ το λίκνο της, κι εκεί που είναι η κουκούλα ή ο πίλος,

Το παιδί μου κοιμάται και σε πρώτη όψη δεν υπάρχει εμπόδιο,

Μόνο ένα δάσος κι ένας γυμνός λόφος για κατευόδιο.

Όπου όμως ο άνεμος τις αχυρένιες στέγες σαρώνει

Αναζωπυρώνεται κι απ’ τη θάλασσα φουσκώνει.

Για μια ώρα περπατούσα και προσευχόμουν,

Για την βαρυθυμία που στο νου μου αισθανόμουν.

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω (Μαρκόπουλος, Σκούρτης)

Κι ακούω τον αέρα να στριγκλίζει στου πύργου τον κώνο

Και στις αψίδες της γέφυρας τους γόνους να κραυγάζουν

Στις φτελιές πάνω απ’ τον ποταμό χωρίς ελπίδα να ρεκάζουν,

Βλέπω κι ονειροπολώ τι θα φέρουν όσοι το μέλλον αλλάζουν.  

Στην ύπαρξή μου θα αντιταχθώ και σ’  ό,τι δημιουργήσω  

Σ’ ένα κορυβαντικό ξέφρενο χορό  θα αναιρέσω, θα νικήσω

Τη φονική αθωότητα, που το ακραίο κέντρο συντηρεί

Κι όλα να τα πάρει ο διάολος, μιχθήτω γαία πυρί!»   

Ακόμη όμως και η αδυσώπητη μάχη, η σύγκρουση με κάθε κόστος, η πλήρης απουσία συμφιλίωσης και διαλεκτικής συνεννόησης  δεν οδηγεί πουθενά ειμή μόνο σε νέες εκατόμβες,  κατακρεουργήσεις  και κρεαταγορές. Κάτι δεν πάει καλά σε θεμελιακό επίπεδο, τα πράγματα εκτροχιάζονται προς αντίθετες κατευθύνσεις, ενδείκνυται να αναδειχθεί κάποιου είδους μεσολάβηση, μία ένωση των αντιθέτων – δεν γίνεται αλλιώς, η μόνη εναλλακτική λύση είναι ο γενικός παγκόσμιος όλεθρος!

ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

«Τα πράγματα καταρρέουν – το κέντρο δεν κρατάει, υποχωρεί

Η φρικτή αναρχία έχει ξαμολυθεί στον κόσμο και προχωρεί, 

Αιμοφόρα πλημμύρα ξέσπασε και τα πάντα παρασέρνει,

Κι οι δομές των αθώων πνίγηκαν σ’ όσα ο χρόνος φέρνει. 

Οι πιο άξιοι θεώρησαν την πίστη τους λάθος,

Ενώ οι χειρότεροι δείχνουν ένταση και πάθος.

Άλλοι έχτισαν ήθη κι έθιμα και μ’ αυτά κανοναρχούν, 

Και άλλοι σφάζουν και γεννούν παιδιά κι έτσι κυριαρχούν».  

Ναι, ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται ηθικά μόνο στην διεκδίκηση και τους ταξικούς αγώνες. Από τη στιγμή που δεν πεινάει (και αυτό το ξέρει μόνο ο ίδιος) εισχωρεί στο επίπεδο της προσφοράς, οφείλει να βγει μπροστά και να βοηθήσει άλλους! Οι ταξικοί αγώνες μόνο δεν αρκούν, δεν μπορεί όλος ο πλούτος της ανθρώπινης ιστορίας να συνοψιστεί  στο αφηρημένο σχήμα ότι η εργατική τάξη πρέπει να φάει την αστική, χρειάζεται και είναι πάντα απαραίτητη η ηθική στάση του ατόμου στα τεκταινόμενα, η σχέση προς τον άλλον, προς τον συνάνθρωπο. Ο Υπερίων καλείται να δώσει και πάλι το ηθικό στίγμα, με βάση το οποίο θα προσανατολιστούν οι άνθρωποι. Μα ο Υπερίων έχει απογοητευτεί από τα τυφλά χτυπήματα του όχλου, την σε επιπτώσεις δαπανηρή, πολυθυσιαστική, Πύρρεια, αλλά και αδιέξοδη οργή, από τον παραλογισμό των διαμαρτυριών χωρίς συγκεκριμένο θεσμικό αίτημα, από την καταστροφική μανία που διαλύει τα ξερά μαζί με τα χλωρά, που στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων, από την ύψιστη δικαιοσύνη που καταντά ύψιστη αδικία, όταν σκοτώνονται ή συντρίβονται στις μυλόπετρες οι αθώοι της πολιτικής!       

Ο ΥΠΕΡΙΩΝ ΧΟΛΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ

Φαντάσματα, σχήματα, άμορφες ιδέες, αμέτε πέρα

Δεν είναι ακόμη Παρουσία Δευτέρα  (Σολωμός),

Μη μού βάζετε το κεφάλι σε ευλίμενη κοίτη χλοερή

Με χάιδεμα αυτιών, επαίνους δεν βγαίνω στο σφυρί,  

Σε συγκινησιακό διθύραμβο την υπακοή μου δεν χαρίζω

Δεν θ’ ανέβω σε άρμα αν τους επιβάτες δεν γνωρίζω.    

Ξεθωριάστε από το βλέμμα μου, ο θυμός σας δεν με νοιάζει,

Θεσμούς δεν χτίζει, δήμο δεν συγκαλεί, κάλπες δεν βάζει.

Όσο για οράματα έχω αρκετά και για νύχτα και για μέρα.  

Γι’ αυτό χαθείτε, φαντάσματα, θέλω τον νου μου αστέρα,

Κι όχι λίθων, πλίνθων, κεράμων αναμοχλευτική γαστέρα».

Το κοινό φωνάζει απελπισμένα με δάκρυα στα μάτια:  

«Υπερίων, μη μάς αφήνεις. Δεν μπορεί η δημοκρατία να εγκαταλείψει τους ανθρώπους στην τύχη τους, να μην έχει λύση, δεν γίνεται! Υπέρλαμπρε Υπερίων, τράβα μπροστά, τιμημένοι τιτάνες ηγηθείτε του λαού!»  

Ο ΥΠΕΡΙΩΝ ΤΡΑΒΑ ΜΠΡΟΣΤΑ

«Φυγή προς τα μπρος θέλει να κάνει ο μέγας Υπερίων,

Ο χιτώνας του γλιστρά από τις φτέρνες, καίει το πύον.  

Θα βγάλει μια κραυγή με φλόγα γηγενή, που τού ανήκει  

Κι οι ισχνές αιθέριες ώρες θα φοβηθούν τη δική του νίκη.

Η Ιστορία φτερά κινεί, έρχεται ο ομφάλιος λώρος.

Και θα συνεχίσει ο Υπερίων να λάμπει πυρφόρος

Για να φέρει φως της σκέψης σαν τον Προμηθέα

Όχι πυρ ή χάος, αλλά νόμο φωταυγή σ’ ανθρώπων θέα».

Η λύση είναι απλά να χαίρεται κανείς αυτό που κάνει, να αγαλλιάται μέσα στην αρμοδιότητά του, να ασκήσει πλήρως το επάγγελμά του, που όπως λέει και η λέξη, είναι αυτό «εφ’ ώ ο καθείς ετάχθη», το μετερίζι, ο κύκλος,  όπου ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και είναι καλύτερος, η αριστοτέλεια ηθική. Και τότε η πανουργία της παγκόσμιας βούλησης καταφέρνει, ώστε ενώ ο καθένας θεωρεί ότι ευνοεί τον εαυτό του με την ανάπτυξη  προσωπικής στρατηγικής, η κατάληξη είναι τελικά να προωθείται και να αναβαθμίζεται το σύνολο ως συνισταμένη των τελεσφόρων ενεργειών των πολλών ή μάλλον όλων. Καμία βελτίωση δεν μπορεί να έλθει απέξω με επιβολή, αλλά μόνο από μέσα με αυθυποβολή!    

ΛΥΣΗ

«Ολίγοι δ’ εισίν οι πανηγυρίζοντες άνθρωποι φιλοθεάμονες.

“τι ποτ’ ουν έστιν ο κόσμος, τις αυτόν διοικεί. Ουδείς;

Και πώς οιόν τε πόλιν μεν ή οίκον μη δύνασθαι διαμένειν

Μηδ’ ολιγοστόν χρόνον δίχα του διοικούντος και επιμελομένου;

Το δ’ ούτως μέγα και καλόν κατασκεύασμα εική και ως έτυχεν

Ούτως ευτάκτως οικονομείσθαι; έστιν ουν ο διοικών.

Ποίος τις και πώς ο διοικών;

Ημείς δε τίνες όντες υπ’ αυτού γεγόναμεν και προς τι έργον;

Άρα γ’ έχομεν τινά επιπλοκήν προς αυτόν και σχέσιν ή ουδεμίαν;”

Ταύτ’ έστιν ά πάσχουσιν ούτοι οι ολίγοι –

Και λοιπόν τούτω μόνω σχολάζουσι τω την πανήγυριν ιστορήσαντας απελθείν. Τι ούν;

Καταγελώνται υπό των πολλών- και γαρ εκεί οι θεαταί υπό των εμπόρων.

Και ει τα κτήνη συναίσθησιν τινά είχεν, κατεγέλα αν των άλλο τι τεθαυμακότων ή τον χόρτον”.

(Επίκτητος, Διατριβαί)

(Στην αγορά της δημοκρατίας ελάχιστοι διακρίνουν θεωρίες  

«Τι είναι ο κόσμος μας και ποιος τον διοικεί. Με τι διαδικασίες;

Και πώς άραγε σε πόλη ή σπίτι ούτε λεπτό κανείς δεν μένει

Χωρίς τη μέριμνα όποιου διοικεί, φροντίζει και τα πάντα δένει;    

Μήπως το μέγα και ωραίο κατασκεύασμα μπορεί να σταθεί

Χωρίς εύτακτη διαχείριση, αν δεν διοικηθεί, συντηρηθεί;  

Εμάς τι μάς συνδέει με τον ταγό, ποια αρμοδιότητα, εντολή;

Άραγε δεν έχουμε σύνδεσμο ή σχέση με τον ηγέτη τον πολύ;»

Μ’ αυτά τα ερωτήματα βασανίζονται οι ολίγοι στη Βουλή.  

Υπάρχει επικέντρωση μόνο στων αποφάσεων τις επιπτώσεις

που άλλοι παίρνουν κι εσύ πρέπει μόνο να εφαρμόσεις.   

Οι λίγοι συνειδητοί πολίτες γελοιοποιούνται, μετανιώνουν,

Διότι πολιτειακές θεωρίες μόνο οι έμποροι διατυπώνουν.

«Ει τα κτήνη φωνήν είχε», με σκώμμα θα περιγελούσαν

Αλλά αν είχαν λίγο μυαλό ίσως και λίγο θα εκτιμούσαν

Όσους θαύμαζαν κάτι άλλο από τα χόρτα και τα σίτα,

Αλλά χόρτος σημαίνει και περίφραξη, όπου μοιράζεται η πίτα)

Οι θεατές ξεσηκώνονται, πανηγυρίζουν σε έξαλλη κατάσταση. Αρχίζουν να ωρύονται και να ολολύζουν εκστασιασμένοι «αρ- μο- διό- τη- τα, αρ- μο- διό- τη- τα», αυτό κι αν είναι επιστημονική φαντασία, αναγνώστη, μπορείς να φανταστείς να φωνάζουν κάποιοι αυτό το τόσο ξενερωμένο σύνθημα; Κι όμως τέτοια αξιομνημόνευτα γίνονταν στο θαυμαστό Σύμπαν των τιτάνων, διότι πολύ απλά εκείνοι οι άνθρωποι είχαν λύσεις που εμείς δεν έχουμε, άλλως πως και επικουρικώς τις έχουμε ξεχάσει!

Ο Υπερίων σηκώθηκε και αγκάλιασε τον Ενδυμίωνα:

«Σκηνοθέτη φωτεινέ, μού έδωσες πίσω την πίστη προς τους ανθρώπους, το κίνητρο να συνεχίσω. Από τότε που ήρθα σ’ αυτό το αναθεματισμένο, υψηλά τεχνολογικό περιβάλλον της Νέας Αρκαδίας, κανείς ποτέ δεν φάνηκε να εκτιμά τα προσόντα ενός βετεράνου, να υπολήπτεται κάτι που η παλαιότερη γενιά μπορεί να διδάξει. Επιτέλους κάποιος δίνει βάση σε όσα κηρύττουμε εμείς οι κουρασμένοι εκπρόσωποι του ανθρώπου ανά τους αιώνες!  Ηθοποιός σημαίνει φως, Ενδυμίων, αλλά σκηνοθέτης σημαίνει ήλιος. Μού έδωσες την κατάλληλη ώθηση τη στιγμή που τη χρειαζόμουν! Είμαι ευγνώμων!»

Ύστερα στράφηκε προς την Υπαρχία.

«Υπαρχία σ’ ευχαριστώ. Είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό να βλέπω ότι οι εργαζόμενοι της εποχής μας αγκαλιάζουν τα σωστά πρότυπα. Σίγουρα, για να σπάσει το κέλυφος της αμοιβαίας δυσπιστίας ανάμεσα σε διοικούντες και διοικουμένους χρειάζεται επιτέλους κάποιος να ανοίξει τα χαρτιά και να φανερώσει τις αληθινές προθέσεις του. Έχεις δύσκολο έργο, γιατί αν κάτι έχω διαπιστώσει σ’ αυτό το σταθμό είναι ότι παίζεται μία παρτίδα πεσσών  και αστραγάλων  από κρυψίνοες και τακτικιστές. Τίποτε αληθές δεν υπάρχει σ’ αυτό τον σταθμό, τίποτε που να αξίζει να μη ξεχαστεί».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο :ΦΑΙΝΑΡΕΤΗ

Για όσους θεωρούν ότι σε κάθε μυθιστόρημα αυτό που λέμε «κουτσομπολιό» ή «φήμη», όπως θα το έλεγε ίσως ο Σωκράτης,  πρέπει να έχει τη θέση του, θα παραθέσουμε μέσες- άκρες την ερωτική ιστορία της Φαιναρέτης και του Υπερίωνα, μία ιστορία παράνομη, όπως θα έλεγαν οι παλιοί, αφού ο Υπερίων ήταν ήδη νυμφευμένος με το ολογράφημα της Θείας.  

Η αφορμή βέβαια για το ξεκίνημα αυτής της ερωτικής περιπέτειας ήταν η συνέχιση των ανακρίσεων για τον θάνατο της Αρήτης. Τέτοιες ανακρίσεις διενεργούσε πλέον ο Υπερίων περισσότερο από υποχρέωση παρά από αισιοδοξία, αφού στην πραγματικότητα σχεδόν κάθε κάτοικος της Νέας Αρκαδίας είχε κίνητρο να δολοφονήσει την Αρήτη! Ήσαν τόσα πολλά τα συμφέροντα γύρω από το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας, το τηλεπαθητικό εμφύτευμα που εξασφαλίζει επαφή με την βιοτεχνολογική νοημοσύνη, τον σπόρο των πλανητών, την Λήμνια Σφραγίτιδα, ώστε σε κάθε ανάλυση πολλαπλασιαζόταν γεωμετρικά  ο αριθμός των υπόπτων για τη δολοφονία. Αν κανείς έβαζε στην εξίσωση και τις μη λογικές αιτίες, για τις οποίες θα μπορούσε να διαπραχθεί ο φόνος, π.χ. το πάθος ενός απογοητευμένου εραστή, απ’ αυτούς που η Αρήτη είχε με το κιλό, αν προσθέσεις μάλιστα και τα πρόθυμα ολογράμματα ή δυσαρεστημένους υφισταμένους, στους οποίους η Αρήτη εξόρυσσε με διάφορα βασανιστήρια το ίδιο το λάδι της βάφτισής τους, για να χρησιμοποιήσουμε και μία δόκιμη χριστιανική έκφραση, τότε ο αριθμός των υπόπτων απειριζόταν και η εξίσωση αποκτούσε αμέτρητους αγνώστους, με αποτέλεσμα κανένας να μη δύναται να τη λύσει.      

Μέσα σ’ αυτό το κομφούζιο και το πανόραμα των υπόπτων η Φαιναρέτη κατείχε μία ιδιαίτερη θέση, αφού στο παρελθόν είχε διατελέσει ινδικό χοιρίδιο της Αρήτης και ως εκ τούτου εκπαιδευμένη εταίρα είτε το ήθελε είτε όχι. Άρα είχε και αυτή κίνητρο και μάλιστα μεγαλύτερο από όλους τους άλλους να ξεπαστρέψει τον δόκτορα Φρανκενστάιν που τη δημιούργησε για λόγους εκδίκησης.

Στο πλαίσιο λοιπόν των ατέρμονων ερευνών, ο Υπερίων επισκέφτηκε για μία ακόμη φορά τη Φαιναρέτη στην οικία της στην πόλη, κάποια νύχτα, όπου αυτή είχε ξεμπλέξει από την καθημερινή  φύλαξη και περιποίηση του Διδυμίωνα και είχε ακουμπήσει το ανάπηρο σαρκίο του στο κρεβάτι ενόψει των δύσκολων νυκτερινών ωρών αναμονής του κυνικού γενετιστή μέχρι την επόμενη λυτρωτική πρωινή έλευσή της. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Φαιναρέτη ναι μεν ήταν καταρχήν Ασιάτισσα στην καταγωγή, αλλά ως προϊόν γενετικής τροποποίησης και αυξητικής εκλεκτικής βιοτεχνολογίας κατείχε ποικίλα φυλετικά χαρακτηριστικά, που την καθιστούσαν ακαταμάχητη. Κάτω από τα ψηλά ασιατικά ζυγωματικά παραμόνευαν σαρκώδη αφρικανικά χείλη και εντελώς απροσδόκητα το πρόσωπό της στεφανωνόταν από υπερβόρεια ξανθά μαλλιά. Επρόκειτο σίγουρα για την πιο τολμηρή γενετική παρέμβαση – προσαρμογή, που θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί σε άνθρωπο, συνεπώς καλύτερα να την χαρακτηρίσουμε γενετική τέχνη.

Η Φαιναρέτη υποδέχτηκε τον ανακριτή με μεταξωτό νυχτικό, δείχνοντας θράσος και αυτοπεποίθηση, αλλά και περιφρόνηση προς τις κοινωνικο- τιτανικές συμβάσεις, και ταυτόχρονα παίρνοντας στα χέρια της κυριαρχικά τα ηνία της κατάστασης, με δεδομένο ότι δεν μπορούσε κανείς να την επιτιμήσει, αφού στο κάτω- κάτω βρισκόταν στο σπίτι της. Ο Υπερίων, που έπρεπε βέβαια να περιμένει μία τέτοια αποκάλυψη γλουτών αφομοιωμένης γλουτένης τυλιγμένων με σατέν, αλλά προτιμούσε να κοροϊδεύει τον εαυτό του στο πλαίσιο τιτανικής ηθικολογίας ότι τάχα αιφνιδιάστηκε και δεν το περίμενε, έκανε ό,τι μπορούσε για να παρουσιάσει μια επαγγελματική εικόνα. Μάταιος κόπος, διότι η Φαιναρέτη γνώριζε πολύ καλά την επιρροή που είχε στους άνδρες, γι’ αυτό είχε ένα ύφος κορεσμένης αποστασιοποίησης ή μάλλον αποστασιοποιημένου κορεσμού έναντι των ανδρών, που θα μπορούσε όμως να μετατραπεί υπό προϋποθέσεις σε γενναιόδωρη αλαζονεία ή αλαζονική γενναιοδωρία, ανοίγοντας ένα παράθυρο ή μία κερκόπορτα, δηλωτική ότι κάθε φαινομενικά αδύνατη επιθυμία είναι τελικά εφικτή!

«Φαιναρέτη… έεε… καλησπέρα … τι έγινε; απιθώσατε τον μεγάλο σας μέντορα στο κρεβάτι του;»

«Μάλιστα, είρων Υπερίων, αλλά αν μ’ αυτό υπονοείτε ότι ο παρά τη βούλησή του και εξ εξωτερικών συνθηκών αναγκασθείς εργοδότης μου είναι ένας αδύναμος ανάπηρος, σάς συμβουλεύω να κουνηθείτε από τη θέση σας. Σάς υπενθυμίζω ότι ο Διδυμίων ήταν εκείνος που στην κηδεία της Αρήτης άφησε κατά το πρότυπο των τιτάνων τη σκόνη της να κυλήσει από τα δάκτυλά του, καθώς άδειασε τον αμφορέα ή τη λήκυθό της κόντρα στον άνεμο».

Και όμορφη και πανέξυπνη! Ε λοιπόν, Θεέ, η Δημιουργία σου είναι πολύ άδικη. Κάποιοι είναι και ευειδείς και καλοί και τετραπέρατοι! Κάποιοι άλλοι είναι και άσχημοι και βλάκες και κακοί!

          Αν ο Υπερίων νόμιζε ότι η μετάξινη σχεδόν διαφανής ενδυμασία της Φαιναρέτης συνιστούσε το έσχατο μέτρο που αυτή θα ελάμβανε προκειμένου, όχι να «φανερώσει την αρετή της», όπως έλεγε και το όνομά της, αλλά τουλάχιστον να την προφυλάξει, τότε ήταν πραγματικά πολύ γελασμένος. Η Φαιναρέτη εννοούσε να συνεχίσει τη ζωή της και την καθημερινή της ρουτίνα σαν να ήταν μόνη της και να μην ήταν κανένας άλλος παρών.     

«Θα μού επιτρέψετε να κάνω ένα βαλανείο (μπάνιο)» είπε, «διότι ναι μεν ο Διδυμίων έχει λαμπρό και ασυναγώνιστο πνεύμα, αλλά οι εκκρίσεις και οι ακαθαρσίες του δεν διαφέρουν από εκείνες ενός οποιουδήποτε κοινού θνητού».

 Με μία χαριτωμένη κίνηση απαλλάχτηκε από τον αραχνούφαντο χιτώνα της.

«Σε κάνω να αισθάνεσαι αμήχανα, τρανέ πολεμιστή;», ψιθύρισε αισθησιακά, εγείροντας τεχνηέντως μία διαδικασία παράλληλη προς τον κύριο διάλογο, που λειτουργούσε σε άλλο επίπεδο, στην επιφάνεια εργασίας των ενστίκτων.

«Ε… δεν με πειράζει», απάντησε με όση ειλικρίνεια μπορούσε ο αστυνομεύων αξιωματικός. Η νοσοκόμα μπήκε κάτω από τον καταιονιστήρα μαζί με όλο τον βαρύ γενετήσιο οπλισμό της, όπου τουλάχιστον μεσολαβούσε το θολό γυαλί για να προστατεύσει την αρετή του παλαίμαχου από την άλλου είδους αρετή και τα γενικότερα προσόντα της καταιονιζόμενης  γόησσας.         

        Το μεγάλο μαρτύριο ξεκίνησε μετά την έξοδο της ανατολίτικης ομορφιάς από τον καταβρεκτικό θάλαμο, όπου ζήτησε από τον αβγουλομάτη αξιωματικό να τής εγχειρίσει τη μεγάλη ψήκτρα σώματος. Το τρεμάμενο χέρι του αξιωματικού κινήθηκε αβέβαια προς ένα κύλινδρο με κρεμασμένα απορροφητικά υφάσματα ξήρανσης ή σκουπίσματος.

      «Εεε… τον ψακτήρα σώματος… τον ψαγμένο κο… το ύφασμα για ψαύση… περίμενε να ψηλαφήσω μία ψω… επς…πς…»       

    «Όχι αυτήν, την άλλη», τού είπε η ανελέητη γυνή. «Όχι αυτή με τα κίτρινα άνθη ελίχρυσου, αλλά αυτή με τα κόκκινα άνθη αμάρανθου».
     «Τα κόκκινα… τα κόκκινα …το κοκκώδες… ο κόκκυγας… κοκώνα… κοκοκο…», τραύλιζε ο αστυνομεύων τιτάν. Είναι δυστυχώς πολύ δύσκολο για έναν άμαθο στα ερωτικά άνδρα να αντισταθεί σε μία έμπειρη γυναίκα, μυημένη στην τέχνη της σαγήνευσης, όταν μάλιστα το έναυσμα της κατάκτησης εκπορεύεται από ένα τόσο συμμετρικό και αρμονικό σώμα.

       Η παλιά ιστορία με τον Μωυσή, που την έλεγαν οι τιτάνες για να κοροϊδέψουν τους χριστιανούς, ξανάρθε πολύ επίκαιρη στο νου του Υπερίωνα. Όταν κατέβηκε ο Μωυσής από το όρος Σινά με τις δύο πλάκες, όπου ήσαν χαραγμένες οι δέκα εντολές, είπε στο συγκεντρωμένο ποίμνιο: «Έχω καλά και κακά νέα. Τα καλά είναι ότι μετά από σκληρή διαπραγμάτευση κατόρθωσα να περιορίσω τις εντολές μόνο σε δέκα. Τα κακά νέα είναι ότι δεν δέχθηκε με τίποτε να διαγράψει το “ου μοιχεύσεις”!».

       Η Φαιναρέτη τύλιξε το ύφασμα γύρω από το κορμί της και το έδεσε με κλασική γυναικεία επιδεξιότητα γύρω από τους γοφούς, ενώ οι σταγόνες ακόμη έρρεαν και γυάλιζαν στο στέρνο της και τα βυζιά της.

     «Σάς προκαλεί αίσθηση η γυμνότητά μου, αστυνόμε; Μού φαίνεστε λίγο σφιχτός και τεταμένος». Ξαναρώτησε το ίδιο πράγμα βασανιστικά και διαβολικά, γνωρίζοντας τη δύναμή της. Είναι το ερώτημα που πάντα απευθύνουν οι έμπειρες γόησσες, γητεύτριες και αφέντρες στους σχετικά άπειρους άνδρες, όταν θέλουν να τούς εμπλέξουν σε ερωτική συνομιλία. Και αυτό συνήθως συνοδεύεται από έλεγχο δια  τριψίματος των χεριών, όπου η δυνάστρια γυνή γνωματεύει: «δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια, κάτι χρειάζεται για να χαλαρώσεις». Τράβηξε τη μάζα των μαλλιών προς τα εμπρός και άρχισε να τα στεγνώνει.

         Ο Υπερίων έψαξε βαθιά στο σεντούκι της κλασικής του παιδείας να βρει κάτι που να ταιριάζει με την περίσταση, ανακτώντας ταυτόχρονα κάπως την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά του. «Κυρία μου, η ωραιότητά σας είναι τέτοια που σχεδόν δίνει κύρος και καθιστά ορθές τις απαντήσεις σας. Νιώθω σαν δικαστής, όπου παρουσιάζεται μπροστά του και αποκαλύπτει τα στήθη της η Φρύνη. “Τι χρείαν έχομεν μαρτύρων”, θα έλεγε ο Υπερείδης, “πώς μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να κατηγορηθεί για ασέβεια, ίσα- ίσα είναι ασέβεια προς τον τεχνουργό και δημιουργό Θεό να το κατηγορούμε εμείς”!»         

      Μεσολάβησε πάλι εύγλωττη σιωπή, την οποία όμως αποφάσισε να σπάσει ο Υπερίων, παραδεχόμενος στην ουσία την υστέρησή του και εκλιπαρώντας έλεος από τον ανώτερο σεξουαλικό οργανισμό, που είχε ενώπιόν του.

       «Σεβαστή δέσποινα, λυπηθείτε έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στο να πολεμά για λογαριασμό άλλων ή όλων. Γνωρίζετε πολύ καλά τη συντριπτική επιρροή που έχετε στο άλλο φύλο, οπότε, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να κρατήσω την αξιοπρέπεια του πολεμιστή. Δεν είναι ηθικό να χρησιμοποιείτε την εκπαίδευσή σας ως παλλακίδα για να κάμψετε το φρόνημα ενός γερόλυκου του Αστροστόλου».

    «Βλέπω, έχετε κάνει τα μαθήματά σας για το σπίτι, περίλαμπρε. Έχετε διαβάσει τον φάκελό μου, ξέρετε το παρελθόν μου».

     «Δεν χρειάζεται καν μελέτη αρχείων για να διαπιστώσει κάποιος την απόλυτη ειδικότητά σας στο να αναστατώνετε τους άνδρες. Εκείνο όμως που πρώτιστα με ενδιαφέρει και που θα έπρεπε να μού το είχατε μαρτυρήσει προληπτικά εσείς, προκειμένου να αποσείσετε τις υποψίες, είναι ότι η Αρήτη σάς είχε εκπαιδεύσει ως “επί χρήμασι εκδιδομένη γυνή”, διδάσκοντάς σας το αρχαιότερο επάγγελμα της ανθρωπότητας. Άλλαξε τα γενετικά χαρακτηριστικά σας, μετέβαλε το παρουσιαστικό σας, βελτίωσε τον μεταβολισμό σας, αύξησε κατακόρυφα τη νοημοσύνη σας. Πρόκειται για μία κυριολεκτική παρθενογένεση, όπου η Αρήτη έπαιξε το ρόλο της υπέρτατης μητέρας. Δεν θα έπρεπε μόνη σας να αναφερθείτε σ’ αυτή τη βασική παράμετρο, που τόσο πολύ σάς ενοχοποιεί;»         

     «Ελάτε τώρα, διανοητή των ορίων, αταίριαστε αστυνομικέ, όπως έχετε ήδη διαπιστώσει, τα τρία τέταρτα των ενοίκων του σταθμού είχαν κίνητρο να σκοτώσουν την Αρήτη. Δηλαδή τι θα έπρεπε, να βγουν όλοι αυτοί να απολογηθούν προληπτικά;»

   «Σίγουρα η Αρήτη θα αιφνιδιάστηκε να σάς δει στο πλευρό του Διδυμίωνα. Θα νόμιζε ίσως, ότι αφού παραβίασε κάθε διάταξη σχετικά με τη βιοτεχνολογική ηθική, σάς τροποποίησε γενετικά και σάς πούλησε στον μεγαλύτερο πλειοδότη, δεν θα σάς ξανάβλεπε ποτέ, εσείς όμως εμφανιστήκατε και πάλι με εντελώς άλλη ιδιότητα για να τη στοιχειώσετε. Κι όχι ότι είχε καμιά ανάγκη να πειραματιστεί επάνω σας. Οι έρευνές της  για τους τεράστιους οργανισμούς, που αντικαθιστούν σε απτό υλικό επίπεδο τις κάποτε καθαρά άυλες διαδρομές και οπτικοποιημένες αναπαραστάσεις του διαδικτύου, εξυπηρετούνταν καλύτερα μέσω τοποθέτησης ηλεκτροδίων στα μηνίγγια ποντικών παρά με το να παίζει με το δικό σας γενετικό κώδικα. Άσε που θα μπορούσε το πείραμα να πάει στραβά κι εσείς να μεταβληθείτε σε μία συρραφή ετερόκλητων κρεάτων. Για να μη μιλήσουμε για την ανηθικότητα των συμβολαίων που υπέγραφε με εκπροσώπους άνομων και πολιτειακά αποτυχημένων πλανητών, ότι θα χρησιμεύατε ως Λαϊς, ως Ασπασία, ως Θαϊς, ως Φρύνη, ως Ερπυλλίς για τα διοικητικά συμβούλια των πορνόγερων, γι’ αυτό άλλωστε σάς προίκισε με την ομορφιά της Ελένης της Τροίας. Και να σκεφτεί κανείς ότι εύκολα θα μπορούσε να απαλλαγεί από τα συμβόλαια αυτά, αφού είναι άκυρα σύμφωνα με το τιτανικό δίκαιο. Όμως η κακή της έξη και η διαστροφή της την έκανε να συνεχίζει τα ανεπίτρεπτα πειράματα και τις ανόσιες ασελγείς συμφωνίες. Ίσως όμως και η εκ των υστέρων επιτυχία της, καθώς και η πρόσληψή της για το τρέξιμο του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας οφειλόταν ακριβώς στη φήμη που είχε αναπτύξει ότι ήταν έτοιμη για όλα και δεν ορρωδούσε προ ουδενός. Μια φήμη που την απέκτησε στην πλάτη τη δική σας, εκμεταλλευόμενη εσάς και τις αδελφές σας».

      «Τι χειμαρρώδης λόγος από ένα καταρχήν ολιγομίλητο τιτάνα, που όμως τώρα λογορροεί και λογοδιαρρέει σαν να έχει καταπιεί γλιστρίδα! Μ’ αυτά όλα θέλετε να πείτε ότι είχα κίνητρο να την εκφοβίζω ή να την τρομοκρατώ. Δεν αρνούμαι ότι σε κάνα- δύο περιπτώσεις τής ζήτησα τον λόγο στο κεντρικό άτριο, αλλά αυτή απέστρεψε επιδεικτικά το πρόσωπό της και έφυγε τρέχοντας, τάχα αγανακτισμένη, αλλά το τι αισθανόταν μέσα της, η καρδούλα της το ήξερε. Στην αρχή ταραζόμουν όποτε την έβλεπα, όταν όμως κατάλαβα ότι αυτή συγκλονιζόταν περισσότερο από εμένα στα τυχαία μας συναπαντήματα, κατά ένα περίεργο τρόπο το ξίφος του μίσους ήρθη από την καρδιά μου», είπε η Φαιναρέτη φουσκώνοντας σθεναρά το στήθος της.  

       «Θα μού επιτρέψετε, προσοντούχα δεσποινίς, να επιμείνω λίγο περισσότερο στο κεφάλαιο για το πώς η Αρήτη σάς κατέστρεψε τη ζωή. Πρώτα απ’ όλα είναι εξαιρετικά ανήθικο ότι η αντίθεη εκείνη    πού σάς εμφύσησε πνοή ζωής, ταυτόχρονα καθόρισε με τον πιο κυνικό τρόπο την εξέλιξη του βίου σας καταδικάζοντάς σας να είστε σεξουαλική σκλάβα. Το μέγιστο όμως έγκλημα εις βάρος σας είναι ότι με τους πειραματισμούς της σάς έκανε εξυπνότερη από αυτήν. Πόσο πικρό να βλέπετε τα γερόντια να αγκομαχούν επάνω σας, ενώ εσείς γνωρίζατε ότι είχατε όλα τα προσόντα για πολύ πιο νοηματικές και δημιουργικές ενασχολήσεις. Δεν δύναμαι καν να διανοηθώ αυτά που έχετε περάσει κοιτώντας τους εκάστοτε δύσμορφους, που είχαν το θράσος να διπλώνουν τα πόδια σας, την απέχθεια για τους αγύρτες που υποχρεωτικά ανεχόσασταν, για τη  κακομεταχείριση,  που έφθανε συνεπαγωγικά στο σημείο να μην μπορείτε πια να νοιώσετε οργασμό…»

        «Παρά φύσιν αστυνόμε», είπε με σαρδόνιο χαμόγελο η όμορφη αλλά και πικρή Μύρ-ιαμ, συγγνώμη Φαιναρέτη. «Να ξεκινήσουμε καλύτερα από το τέλος για να μη μακρηγορούμε. Θέλετε να με κατηγορήσετε για το φόνο της Αρήτης, έτσι δεν είναι;»         

      «Σεις η φροντίστρια των γερόντων, σεις η επίδοξη κοινωνική λειτουργός, σεις που ως θεραπεύτρια δεν μπορεί παρά να ειδικεύεστε στη ψυχολογία, σεις που έχετε ένα τέτοιο διφορούμενο και αμφιλεγόμενο παρελθόν τεμνόμενο τόσο εμφατικά με εκείνο της Αρήτης, βάλτε το χέρι στην καρδιά και πείτε μου, αν υπάρχει πιο κατάλληλος υποψήφιος για το φόνο με πιο ισχυρό κίνητρο, ώστε να τον τοποθετήσω στην κορυφή του καταλόγου των υπόπτων!»    

       «Λοιπόν, ίσως η καλύτερη τακτική, “εις οιωνός άριστος” υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι απλά η διατύπωση της αλήθειας. Αν είχα συναντήσει την Αρήτη σε ένα σκοτεινό δρομάκι, σ’ ένα δρόμο παλιό και εγκαταλελειμμένο, με μόνη συντροφιά σκιές απροσδιόριστες, θα την είχα ξεσκίσει με τα νύχια μου χωρίς αμφιβολία μέχρι να εξαιματίσει. Με τη διορατικότητά σας, ευγενή υπασπιστή του Προμηθέα, καταλάβατε ότι η υψηλή νοημοσύνη, με την οποία η Αρήτη με εφοδίασε, ήταν η μέγιστη χαιρεκακία, για την ακρίβεια θέλξη, αγαλλίαση και ηδονή προερχόμενη από πρόκληση βασάνου. Παρά την κατανόησή σας όμως, ούτε εσείς μπορείτε να διανοηθείτε πόσο σιχαμένη και χυδαία ήταν η ζωή μου, στο βαθμό που είχα πλήρη συναίσθηση ότι το σώμα μου έκανε πράγματα, στα οποία ο νους μου δεν συμφωνούσε, ακόμη χειρότερα ότι δεν είχε σημασία αν διαφωνούσα κι ότι δεν υπήρχε διαφυγή για αυτές τις στρεβλές ακρότητες ή ακραίες στρεβλώσεις. Η άγνοια και όχι η αγνεία, η βλακεία κι ακόμη καλύτερα η ιδιωτεία ή η πλήρης νοητική καθυστέρηση θα ήταν ευλογία και φιλική χειρονομία υπό τις κρατούσες περιστάσεις. Τι ξένοιαστα που θα ήταν να ήμουν η χαζή ξανθιά των ανεκδότων αντί να με τιμωρήσουν με υψηλή νοημοσύνη και διάνοια. Μήπως προκύπτει από τους περίφημους φακέλους σας με ποιες μεθόδους σχολαστικής και οργανωτικής διαστροφής θρυμματίζεται και θραύεται η χαρούμενη ψυχοσύνθεση ενός νεαρού κοριτσιού, ώστε να μπορεί πλέον απερίσπαστο να εκπληρώσει τον γενετήσιο προορισμό του ή μάλλον το θεάρεστο επάγγελμα της εταίρας, εκπαιδευμένης σε πνευματώδεις, διεγερτικούς διαλόγους; Αρκεί να σού πω ότι με άφησαν αναλφάβητη, διανοητική μεν αλλά αμόρφωτη, αυτό κι αν είναι ιδιαζόντως ειδεχθής, εγκληματική και ενσυνείδητη κτηνωδία. Η πρώτη μου επαφή με τα γράμματα ήταν όταν απομνημόνευσα από στήθους τις οδηγίες χρήσης ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού και σύγκρινα τον ήχο και το νόημα της προφορικής απαγγελίας με τους γραπτούς χαρακτήρες! Ύστερα σιγά- σιγά τα έβαλα κάτω αναλύοντας σχήματα και συνδέσεις και κατάλαβα βαθμιαία τη σημασία και τη γοητεία των γραμμάτων, αγάπησα τις λέξεις, πώς αυτές χωρίζονταν και ενώνονταν! Κάποιους μήνες αργότερα μπορούσα ήδη να διαβάζω και να γράφω». Κοιτούσε πια το άπειρον σαν να το προκαλούσε με τους ίσιους επίτονους και τεταμένους ώμους της. Για κάθε δάκρυ που αυλάκωνε την παρειά της, μία τύψη κολλούσε σαν χαλκομανία ή τηγανισμένο λιωμένο μελάνωμα στις έλικες του ανακριτικού νου.       

          «Απ’ όλον αυτόν τον παιγνιώδη μα και αγωνιώδη, διφυή και δισυπόστατο γλοιό με έσωσε, όχι κάποιος από εσάς τους τιτάνες που καρπώνεστε και καπηλεύεστε το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορικής υλοποίησης και χρήσης της ηθικής, αλλά  ο νομοταγής Ασιάτης Διδυμίων. Στην αρχή ήταν πελάτης, αλλά μετά εκτίμησε την αξία μου. Τού φαινόταν αναζωογονητικό ότι μία απλή εταίρα αντιλαμβανόταν τις επιστημονικές έννοιες και μάλιστα όχι ως αφηρημένες με κεφαλαία γράμματα, αλλά ως διαλεκτικές, μεσολαβημένες. Θα λέγαμε ότι με ερωτεύτηκε κατά κάποιο τρόπο, διανοητικό και πνευματικό. Κάποιες μέρες μετά τη γνωριμία μας ζήτησε από τους εργοδότες μου να με αποσπάσουν – μεταθέσουν σ’ αυτόν, στη δική του κηδεμονία. Το σύστημα, για να μιλήσω κι εγώ έτσι, αν και η πιο σωστή λέξη είναι καθεστώς, συμμορφώθηκε με την επιθυμία του, καθώς ο Διδυμίων ήταν ένα σοβαρό περιουσιακό στοιχείο, μέγα επενδυτικό αγαθό, ένα πλούσιο ορυχείο, ένα καλό αστέρι για τη σύγχρονη κοινωνία, κι έτσι με ανέλαβε υπό τη δική του φύλαξη».

          «Δηλαδή πώς ακριβώς περιήλθατε στη φύλαξη του Διδυμίωνα;»

          «Ένας από τους προαγωγούς μου ήταν από ένα αναπτυξιακό πλανήτη της Συνομοσπονδίας, όπου έκαναν μόνο βιολογικές καλλιέργειες. Ξέρετε, ήταν ένας από εκείνους τους ακραιφνείς οικολόγους, που δεν χρησιμοποιούν ούτε καν λίπασμα στα φυτά τους. Κι αυτό ακόμη που λέω είναι υποεκτίμηση, ωραιοποίηση και ευφημισμός ή σύνδρομο απλοποίησης ή «λιτότης», όπως θα λέγατε εσείς οι μορφωμένοι τιτάνες, με την έννοια ότι οι ακραίοι οικολόγοι του πλανήτη δεν χρησιμοποιούσαν κανένα τεχνικό μέσον, όχι απλά βιομηχανικό αλλά ούτε καν βιοτεχνικό, ούτε καν συνδετήρες, καρφίτσες ή κουβαρίστρες. Έπιναν κρασί από κύπελλα φτιαγμένα με κρανία εχθρών όπως ο Κρούμος, έτρωγαν κυνήγι σαλμί μαζί με ορτύκια και πιτσούνια για σαλάτα, έχεζαν σε πίτουρο ή σε λάσπη για να μην ξοδεύουν νερό. Κυνηγούσαν φασιανούς όπως οι βασιλιάδες της Γαλλίας κι έστελναν τους υποτακτικούς τους να μαζέψουν τους καρπούς της γης. Ασκούσαν δηλαδή τις πολύ παλιές τέχνες του ανθρώπου, ήσαν τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί και εν ανάγκη πτωματοφάγοι – σαπροφάγοι. Στη γενετήσια πράξη δεν χρησιμοποιούσαν καν προφυλακτικό, κατ’ επέκταση δε θεωρούσαν όλες τις σεξουαλικές διαστροφές ως «ομολογουμένως τη φύσει ζην». Οι άνθρωποι ήσαν άγριοι και πρωτόγονοι, το μόνο ψάρι που τούς άρεσε ήταν το ψαρονέφρι. Ο Διδυμίων ήταν πολύ υπέρ αυτού του προγράμματος και υπέρ αυτής της νοοτροπίας και υπ’ αυτές τις συνθήκες και περιστάσεις με γνώρισε. Άλλωστε και το όνομά του φαντάζεστε τι σημαίνει, έλκει την προέλευσή του από τους δίδυμους όρχεις, στην ουσία δεν δείχνει σεβασμό αλλά μάλλον περιφρόνηση προς την ελληνική κουλτούρα, την οποία κατά βάση ο Διδυμίων απεχθάνεται».         

           «Χμ, άρα στο σημείο αυτό δεν μιλάμε ακριβώς για το σύστημα, αλλά το περιθώριο που εκτρέφεται και λειτουργεί φαινομενικά στις παρυφές του συστήματος, αλλά ουσιαστικά μεταπηδά στο κέντρο του. Εδώ που τα λέμε, ο πυρήνας του συστήματος είναι ακριβώς η ολιγαρχία του πλούτου, της καλοπέρασης και της ανέξοδης δοκησισοφίας. Κι όπως είπατε, το σύστημα εκμεταλλεύεται ανθρώπους σαν τον Διδυμίωνα για να κάνει τη δουλειά του, ενώ και αντιστρόφως η ελίτ και η νομενκλατούρα, για να χρησιμοποιήσω μη ελληνικές εκφράσεις, τις οποίες οι Έλληνες δεν εγκρίνουν, ανέχονται το σύστημα, προκειμένου να τρυγούν τα οφέλη και τα ωφελήματα που αυτό προσφέρει. Αλλά για πείτε μου, ένας άνθρωπος ενεργητικός, άλκιμος και ισχυρομελής που πρόσεχε τόσο πολύ την υγεία του, πώς κατέληξε να γίνει νοσοκομειακή περίπτωση και να βρεθεί στο αναπηρικό καροτσάκι;»

        Η Φαιναρέτη σιώπησε για αρκετή ώρα. «Ξέρετε … οι καταχρήσεις, κάποιες ουσίες … Άμα η ιδιοτροπία σου σε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα ναρκωτικά είναι φυσική ουσία, τότε πείθεις τη συνείδησή σου ότι δεν υπάρχει πρόβλημα στο να τα καταναλώνεις…»

       «Κι από τότε λοιπόν, είστε στο πλευρό του Διδυμίωνα, αντιμετωπίζοντας πλέον κάποιον που αναγκάζεται να έχει ανθρώπινη συμπεριφορά. Αλλά και εκτός τούτου, τρέφω κάποιο σεβασμό στην απωανατολίτικη φιλοσοφία, έχουν κάποιες αρχές οι άνθρωποι αυτοί…»

     «Μάλιστα, αδιάκριτε ανακριτά. Αργότερα βέβαια ο νέος μου εργοδότης μελέτησε τα δεδομένα μου, είδε ποια ήμουν, με αποδέχτηκε γι’ αυτό που ήμουν και είχε την ευγένεια να δηλώσει την κοχλάζουσα οργή του για το γεγονός ότι μία πολλά υποσχόμενη ζωή όπως η δική μου πήγε έτσι στράφι. Με τις συμβουλές, την εποπτεία και τις συζητήσεις του ο Διδυμίων με ξαναγέννησε εν πνεύματι, αυτό τού το οφείλω και είμαι ευγνώμων. Τον αγαπώ ανεπιφύλακτα…»

       «Έκπαγλη καλλονή, περιττό να σάς πω ότι με όσα λέτε επιτείνετε κάπως την εντύπωση ότι είστε ένοχη…»

        «Βαθιά νυχτωμένε ερευνητή, αν είμαι ένοχη για κάτι, είναι ότι δεν έχω φτάσει στο επίπεδο πνευματικής καθαρότητας, όπου εδώ και χρόνια προσπαθεί να με αναβιβάσει ο Διδυμίων. Ποτέ δεν θα γίνω αντάξια μαθήτριά του, διότι μισώ παθολογικά, όπως κείνοι οι εργαζόμενοι στην παράσταση του Ενδυμίωνα. Μισώ την Αρήτη Κυρηναϊκή σε τέτοιο βαθμό που μένω η ίδια ενεή και ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Αλλά αυτό ακριβώς είναι ο λόγος, για τον οποίο ποτέ δεν θα τη σκότωνα».

      «Παρακαλώ να επεξεργαστείτε και να αναλύσετε περισσότερο αυτό το σημείο της κατάθεσής σας…»

      «Ώ φαινομενικά ανήξερε, αλλά στην πραγματικότητα βαθιά καχύποπτε αστυνομεύων, γνωρίζετε πολύ καλά ότι η Αρήτη έπασχε από κίρρωση του ήπατος σε προχωρημένο στάδιο. Είχε μερικούς μήνες ακόμη να ζήσει και το μεγαλύτερο που θα μπορούσα να ελπίσω θα ήταν να βιώσει τους πόνους του σώματός της σε πλήρη έκταση και ένταση μέχρι να σαπίσει! Αυτό το ονομάζει “κάρμα” ο αγαπημένος μου Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι! Τι ωραία που θα ήταν να υπέφερε η Αρήτη μέχρι την τελευταία στιγμή και καλά θα πάθαινε γιατί ήταν ένα εγωιστικό, απάνθρωπο και σκατόψυχο τέρας. Επειδή θεωρούσε τον εαυτό της αγωνιστικό και θεληματικό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν άβουλη κρασοκανάτα και εθιστική πρεζάκιας, θα πολεμούσε δήθεν γενναία εναντίον των συμπτωμάτων της και κατ’ αποτέλεσμα θα τα παρέτεινε με τη βοήθεια των γιατρών. Αν μπορούσα ακόμη και σήμερα να σώσω το κεφάλι της Αρήτης από την ταπεινωτική πολτοποίηση, θα το έκανα, ώστε να νιώσει στο πετσί της την τιμωρία και την αμείλικτη κρίση του Θεού μέχρι το τέλος, να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι τον πάτο. Η Αρήτη δεν άξιζε ένα τόσο καθαρό θάνατο, όπως είναι η πολτοποίηση του κρανίου της κι όποιος έκανε αυτή την ανόσια πράξη μού στέρησε την εκδίκησή μου». Στα τελευταία αυτά λόγια άρχισε αυτό το θαυμάσιο πλάσμα να κλαίει με λυγμούς.

        Τότε, ενεργώντας ο Υπερίων σαν αυτόματη πλαγγόνα κρεμασμένη και τηλεκατευθυνόμενη από σύρματα και ηνία, χωρίς καν και ο ίδιος να καταλάβει τι κάνει, την πήρε αυθόρμητα στην αγκαλιά του, ενώ αυτή έτρεμε και σπαρταρούσε στο άγγιγμα. Το δέρμα της ήταν λείο και μαλακό σαν μετάξι κι ανέδιδε ταυτόχρονα θερμότητα και υγρασία. Η θεά ανταποκρίθηκε, πίεσε το σώμα της πιο σφιχτά στην τιτανική αγκάλη και το ανοιχτό της στόμα αναζήτησε τυφλά το αντίστοιχο του Υπερίωνα. Και τότε φιλήθηκαν με οδυνηρή διεισδυτικότητα της μίας γλώσσας μέσα στην άλλη. Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα, αναγνώστη, όπως έχω πληροφορηθεί από έγκυρες πηγές!

           Ακολουθεί σκηνικό ακατάλληλο για ανηλίκους, το οποίο όμως μπορούμε να σού μεταφέρουμε, αναγνώστη, έχοντας τη δυνατότητα να παραπέμψουμε στο προσωπικό ημερολόγιο του Υπερίωνα: «Κάθισε πάνω μου κυρίαρχη, διαφεντεύτρα και την έβλεπα από χαμηλά εκστασιασμένος και με τρόμο να ανασηκώνει με τα δύο χέρια τη λιονταρίσια χαίτη της, αδιαφιλονίκητη νικήτρια, θριαμβεύτρια, κατακτήτρια. Τα μαλλιά της ήταν πλούσιος θυσανωτός θόλος μεταξωτής κλωστής, περιστρεφόμενη παγωνιέρα από εκπωματισμένες  σαμπάνιες που περιλούζουν αφρό και μέθη, πολυέλαιος αίθουσας χορού συμποσιαστών ορχούμενων στις φιγούρες του βαλς, περιέβαλλαν ολόλαμπρα το πρόσωπο σαν φωτοστέφανο αγλαΐζοντας το διάστημα ως μαύρος αστέρας ή άλως γύρω από Σελήνη μετά την ολική έκλειψη ή εξάτμιση κομήτη  στην απώτατη στροφή του αφηλίου. Εβένινα, ακμαία, κυματιστά, ατίθασα θέριευαν στο φύσημα του ανέμου, έπαιρναν το χρώμα και την έκταση πυρκαγιάς στο ερέθισμα του ολόγιομου ρόδου της δύσης, αντάριαζαν σαν θάλασσα όταν θύμωνε ο καιρός και καταλάγιαζαν σε περίεργα όρθια σχήματα όταν ερχόταν η άπνοια, αντιδρώντας οργισμένα στη φτιαχτή ομοιομορφία που επιχειρούσε να επιβάλει η χτένα. Ένα σύνολο βοστρυχωτής βεντάλιας ή αναπεπταμένης ουράς παγωνιού, ανάγλυφο όπως τ΄  αλογοπάτια του πλακόστρωτου, περήφανο κι αδάμαστο στη θωριά μα απαλό και εύκαμπτο στο άγγιγμα με μια τέτοια άγρια φυσικότητα που καθιστούσε την πέραν λουσίματος περιποίηση περιττή και κάθε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο είδος κόμμωσης συντριπτική. Πράγματι μπροστά σ’ αυτό το ανεωγμένο ηλιοτρόπιο με τα μαύρα πέταλα  ωχριούσαν και τα γατσιόμαλλα των μοντέρνων  γυναικών που μετρούν την απελευθέρωσή τους με το βάρος της λίγδας τους και οι παραφουσκωμένες με ατμό χελιδονοφωλιές των κυριών  της αριστοκρατίας που κάνουν τσούφ – τσουφ στο περπάτημα και οι ξεβαμμένες, ολόισιες ως τσίγκος, μαδημένες, τιθασευμένες πηρουνότριχες της κάθε αυτάρεσκης ναζιαρόγατας,  με τη χαρακτηριστική καραφλίτσα στη μέση του αραιοκατοικημένου ‘‘φεγγοβόλου’’ από τη γύμνια κρανίου, λόγω του χημικού περάσματος με δέκα μπογιές και της καυστικής φλόγας του θερμού αεροπίστολου και του σεσουάρ.

          Στεκόταν μπροστά μου με τα καμαρωτά αψιδωτά γαϊτανόφρυδα και τα πράσινα μάτια της, ίσως όχι ακριβώς πράσινα, γιατί στο κέντρο ξεπεταγόταν ένα λουλούδι φωτιάς σαν ανεμώνη ή τουλίπα που άνθιζε από τις παρυφές της “κόρης’’ και απλωνόταν αργά, διαστελλόταν αλάργα στις πεδιάδες της ίριδας κατακαίγοντας τα σωρευμένα μαγνάδια της χλωροφύλλης, τα σπαρτά των χλωρών βεραμάν δημητριακών με μια βραδείας καύσεως και γι’ αυτό όχι πυρρόξανθη αλλά μελιά φλόγα, ένα ιδιότυπο πέρασμα  από διαβαθμισμένους αλλεπάλληλους τόνους του μενεξεδιού σαν ανάκλαση από παιχνίδισμα εδρών τοπαζιού. Ήταν σαν να εκρήγνυνταν δύο γαλαξίες και να εξαπόστελναν στο διάστημα διαδοχικές έγχρωμες  στοιβάδες ή κυματοειδείς δακτύλιους του Πολυκράτη, που ο ένας περικλείεται μες στον άλλον. Δύο κύκλοι με ισάριθμους τροχίσκους από λάβα σαν συστρεφόμενες εριούχες τολύπες.

          Πιο κάτω, μέσα από τα υγρά μακριά τσίνουρα σαν σπάθες Τάταρου νοτισμένες από τον ατμό δακρύων αγγελιοφόρου του τσάρου ξεκινούσε την αναρρίχηση ως οροσειρά Ιμαλαΐων με την αντανάκλαση του φωτός στη νεφοστεφανωμένη κορφή – στέγη του κόσμου μια μύτη αιλουροειδούς που ζάρωνε στο χασμούρημα , αδρή, καλοβαλμένη, χαριτωμένα ανασηκωμένη, δομημένη επί λαμπρού αρχαϊκού κίονα, λαξευμένη με λεπτομέρεια, ώστε να ‘ναι ολότελα κυλινδρική, καλυμμένη από παχύ λείο αψεγάδιαστο αστραφτερό δέρμα ερχόμενο σε έντονη αντίθεση με το μουσκεμένο ψηλαφητό σκοτάδι των συμμετρικών, μικροσκοπικών δίδυμων Δικταίων Άντρων, όπου κατάληγε η όλη αρχιτεκτονική. Από κομψά ρουθούνια, περιβλημένα με πλούσια, “βαριά’’ σαν πανωφόρι επένδυση επιδερμίδας και δροσερά από την αχλύ των υδρατμών έβγαινε νωχελικά η αναπνοή, δείγμα ήρεμης καρδιάς, κι έγλειφε με άργητα και ηδονή το υπέροχο στόμα των μαργαριταρένιων ομοιόμορφων δοντιών, παρατεταγμένων όπως οι θωρακοφόροι του Ναπολέοντα. Το πανωχείλι σε σχήμα καλλιγραφικής περισπωμένης, κάπως προτεταμένο, συγκρατημένο από δύο έντονες κάθετες γραμμές εκπορευόμενες από τις ρινικές εισόδους αντιπροσώπευε  μια ελαφριά διακριτική πρόκληση. Τα σάρκινα εμβαπτισμένα σε φοινικική πορφύρα χείλη που απορροφούσαν και αφομοίωναν με βουλιμία το μπορντό κραγιόν, όντας όχι αδέξια βαμμένη και επιπόλαια επαλειμμένη επιφάνεια, περασμένη μ΄ ένα μόνο χέρι ξερών, άνυδρων και ξεφτισμένων χρωμάτων,  αλλά μία ποτισμένη από κρυστάλλινες σταγόνες πάχνης, γόνιμη μαλακιά δίφυλλη πτυχή, τραβιούνταν ελάχιστα με ηδυπάθεια στη σύσπαση του χαμόγελου και το μόνιμα διαπεραστικό βλέμμα αποκτούσε ένα τόνο παιχνιδιάρικο, έτσι καθώς στένευε από το ανέβασμα του βλέφαρου, υπογραμμισμένο από μια – δυο ανεπαίσθητες διακοσμητικές ζάρες, χτυπητές εξαιρέσεις στο άμεμπτο πρόσωπο, που έδιναν όμως στην πάντα υποσχόμενη, μαγνητική, ίσως σκανδαλιστική, ξέγνοιαστη και μαριόλικη νεανική ματιά της περιπέτειας μια περίεργη χροιά ωριμότητας, σφυρηλατημένης από βάσανα, κερδισμένης μέσα από φθοροποιές συνθήκες, σαν σύμβολο ότι οι χαρές της νιότης και του έρωτα θέλγουν, τρελαίνουν και φτερνοκοπούν τα σώματα σε γλυκιά αυταπάτη μα δεν διαρκούν. Το κοίταγμα σε καλούσε σε μια προσωρινή ηδονή αλλά εκείνη η ρυτίδα ως ίχνος ακίδας εκκρεμούς συρόμενης σε ψιλή άμμο ήταν τελικά η εγγύηση που εξανέμιζε κάθε φόβο ή δισταγμό, η βεβαίωση πως μπορούσες να παραδοθείς ανενδοίαστα στον ίλιγγο της γενετήσιας παραζάλης, χωρίς κίνδυνο καταβρόχθισης από κάποια σαρκοφάγα Σειρήνα, εκστασιασμένη κορυβαντιούσα Μαινάδα ή προσευχόμενη μάντιδα υπό αγγλική έννοια ( αλογάκι της Παναγίας που τρέφεται από τον αναβάτη του ). Πίσω από τη διονυσιακή σαγήνη της έλξης του είδους που σε ζωγρούσε σαν συλληπτικός ιστός αράχνης και σε παρέσυρε ως μαγικός αυλός στο θαματουργό θαλάμι του θηλυκού, του από καταβολής κόσμου αδιαφιλονίκητου αφεντικού των ζητημάτων της καρδιάς υπήρχε η θέρμη της ανθρωπιάς, η σιγουριά της φιλίας, η εξασφάλιση ότι δεν είσαι  μόνο απαραίτητος συνεργός στο χωρίς κανόνες παιχνίδι των αισθήσεων αλλά ο δέκτης μιας απρόβλεπτης λιπαντικής τρυφερής στοργής, ο σύντροφος στην ευτυχία, ο άλλος πόλος μιας ολότελα μοναδικής, αποκλειστικής, αναζωογονητικής επικοινωνίας. Πίσω λοιπόν από τη λίχνη ωμότητα της ματιάς η καθησυχαστική θωπεία της ζάρας. Και γύρω από τη μετόπη των οφθαλμών και το τρίγλυφο του στόματος απλωνόταν η πανοραμική πλησιφαής ζωοφόρος του προσώπου, που μονάχα στο δρόμο προς το θεληματικό αδρό δίχηλο τόξο του πηγουνιού, ως ακρογωνιαίο λιθάρι με ομφαλική τομή και εγκάρσια υποδοχή, άμβλυνε κάπως τις γωνίες της και καμπύλωνε με χάρη.

          Όψη ήταν αυτή ή μορφή σμιλεμένη σε κιονόκρανο, τρανό δείγμα τριών τεχνοτροπιών; Είχε κάτι το δωρικό, ίσως την αυστηρότητα της περηφάνιας, αλλά και ένα ευδιάκριτο ιωνικό τόνο, ίσως την καλλιτεχνική κατανομή των  χαρακτηριστικών, όταν όμως άνθιζε το χαμόγελο, έλεγες πως τόση ώρα ήσουν στραβός να μη βλέπεις πάνω στα σφιχτά ροδακινάτα πρησμένα από αίμα και υγεία φουσκομάγουλα, που πυρακτώνονταν στη ζέστη και σεμνύνονταν στο κρύο,  την  “ κορινθιακή ” απεικόνιση της ευμάρειας και της γλυκύτητας της ζωής.

          Κι όπως κάθε κιονόκρανο στηρίζεται στο στυλοβάτη κιονοστάτη του, έτσι  κάτω από την ευγενική τούτη ειδή με τη φαεινή πνευματική αύρα εκτεινόταν ένας λαιμός περιστεριού λευκός και αλαβάστρινος με αφετηρία ένα εύκαμπτο νωχελικό άτλαντα ως περιαυχένιο ευσυνείδητου χορευτή που συγκρατούσε με άνεση το κρανίο σε στάση πάντα κατακόρυφη και το περίστρεφε αργά μα σταθερά, ως περισκόπιο ανιχνευτικού υποβρυχίου, όχι βεβιασμένα, όχι σπασμωδικά ή απότομα αλλά τεμπέλικα, νωθρά με τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση της προσωπικής χάρης που νυσταλομαργώνει στους βραδύτατους ρυθμούς της απανταχού αργοσάλευτης Αρμονίας. Τί θέλω να πώ; Πως κάτεχε τούτη η γυναίκα με το φιλόκαλο διάκοσμο, που σκιαγραφούσε τις κοιλότητες του ευσταλούς παραστήματός της, ένα κομμάτι της ιδανικής ευταξίας του Σύμπαντος. Ίσως επειδή η συμμετρία της φύσης είναι αιώνια και η ελικοειδής συστροφή της σιγά – σιγά ανελικτή, γι αυτό και η χάρη της Φαιναρέτης εκφραζόταν με μακρόσυρτες παύλες σε αλληλουχία σημάτων μορς, με εκπομπές και παύσεις ευρείας ταλάντωσης και περιοδικής κυματανάπαλσης. Όπως η ευρυθμία του κόσμου κυλά και διαμορφώνεται αργά, έτσι και η αβρότητα της Φιανρέτης εκδηλωνόταν σ΄ όλους με τη μαγεία της επιβραδυμένης κινηματογραφικής λήψεως.

          Κι ύστερα, πιο χαμηλά από τη ζηλευτή κολόνα του λαιμού άρχιζε το σώμα της, μια ατέλειωτη πεδιάδα λείας, αισθαντικής, αρωματικής, κρουστής, ζυμωμένης με γάλα και μέλι επιδερμίδας. Ένας κορμός ρυμοτομημένος με πολύ συγκεκριμένες θετικές ευθείες γεωμέτρη, κάπως τετραγωνικός κι αυτός (εντελέχεια του σχήματος τετραγώνου ήταν αυτή η γυναίκα), συμπαγής, ευθυτενής είτε σε καθιστή είτε σε όρθια στάση, πάντα λεβέντικος, μεγαλόπρεπος, στητός σαν πύργος, όπως ταιριάζει στον άνθρωπο, που καθώς μαρτυρεί η ονομασία του είναι φτιαγμένος και προορισμένος να αναθρώσκει με αγέρωχο σήκωμα του κεφαλιού και καμαρωτό τέντωμα των σπονδύλων. Επάνω, το στήθος όχι πολύ μεγάλο, μονάχα όσο χρειαζόταν για να τονίζει διακριτικά και να ποικίλλει το άπλωμα της κάθε γουστόζικης μπλούζας, να αναπληροί τη μονοτονία, την απλασία του ρούχου με την απαλή καμπυλότητα, τη καλλιτεχνική γλυφή του στέρνου. Αλλ΄ αν τα βυζιά της δεν είχαν τόσο έντονη και εμφανή κυρτότητα ώστε να προσφέρουν στον έκθαμβο παρατηρητή θέα ολογραφικού διαμετρήματος, διαστέλλονταν όμως αχόρταγα στη διάσταση του πλάτους. Σχημάτιζαν δύο πεπλατυσμένα, υποστρόγγυλα, συνεκτικά προσκέφαλα, παραγεμισμένα με παχύ πτίλωμα πάπιας ή μπόλικο λίπος φασιανού, όπου ο καθένας θα έδινε δέκα χρόνια ζωής για να εναποθέσει και να χώσει στριμωχτά τη κεφαλή του, βουλιάζοντας αμέριμνα στην αναπαυτική υποχωρητικότητα του αφρώδους φυσικού σοφά και την ευλογημένη από την Αγία Γραφή τρυφερότητα του στρουθίου.

Στη μέση ένας στενός διάδρομος για να χωρίζει τις δύο σάρκινες συμπληγάδες πέτρες, τα δύο άταχτα πιτσουνάκια της ευτυχίας,  και πάνω στις χαμηλοβλεπούσες θηλές, τις μυστηριώδεις ανείδωτες ρόγες,  η αισθησιακή καλύπτρα του μαύρου στηθόδεσμου, συγκρατούμενη όχι από τους ώμους, αλλά μονάχα από τα πλάγια, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι ίσα που κρατιέται, ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, θα τραβηχτεί ως βελούδινη αυλαία θεάτρου ή πέπλο αστροκέντητο ταχυδακτυλουργού,  αποκαλύπτοντας στον άναυδο θεατή το όγδοο θαύμα του κόσμου, τον μαρμάρινο μπούστο της ίδιας της Αφροδίτης, τα ζεστά από το σουτιέν, αχνιστά από την υπό πίεση κυκλοφορία του αίματος, γυαλιστερά από τον εκκρινόμενο ιδρώτα, λαχταριστά σαν αδάγκωτα δαμάσκηνα,  πυκνοκλωσμένα – κρουστά στη ψαύση, οιηματικά κι εξογκωμένα ως εκτοξευόμενα οβούζια κανονιού ή ερεθισμένα κνησμώδη  οιδήματα ή φουσκωμένοι ασκοί φυσερού, πλυμμυρικά στην εισπνοή, αμπωτικά στην εκπνοή φεγγάρια της Μαρίας, τα μετερίζια του έρωτα, τα αδιαπέραστα οδοφράγματα του Ανζολρά και του Γκαβρός. Και πιο κάτω, κάπου κοντά στον ομφαλό μια μελανή κηλίδα σαν καρδούλα ή σαν ώριμο αχλάδι (που να θυμάμαι μετά από τόσον καιρό) που σου ‘ρχόταν να γλείψεις λιχούδικα ή καλύτερα να την καταπιείς αμάσητη, ώστε να μην ξαναπεινάσεις ποτέ. Μια σκούρα ανήλιαγη νησίδα στον ωκεανό του έκπαγλου λευκού δέρματος, του καταλαγιασμένου σε ευδία και νηνεμία, ίσα – ίσα για να σκανδαλίζει το μάτι, ως να μην έφταναν όλα τ΄ άλλα, ως λικνιζόμενη σημαδούρα ή κοίλος φακός που προσελκύει και συγκεντρώνει τα βλέμματα ή μαύρη τρύπα του διαστήματος,  που έλκει τα πάντα στην αχόρταγη χοάνη της.

          Κι ύστερα τα μπράτσα που  καταπλάκωναν μαζί με το κορμό αποπνιχτικά και στενάχωρα τις θυσανωτές, ευωδιασμένες από τον ύπνο τρίχες της μασχάλης, ώστε ν΄ ακούγεται έντονο θρόισμα διαμαρτυρίας, βραχίονες ολότελα γυναικείοι με τους μύες σκεπασμένους από ένα παχύ στρώμα υποδόριου, γαλακτερού ιστού, επιρρεπούς στο ζούληγμα τις καλοκαιρινές νύχτες, αναπαυτικού για τον ανδρικό ηδονοβλεπτικό πορνοφθαλμό, ός τα πάνθ΄ ορά, που έβγαινε από τη κόγχη του αναστατωμένος,  αλλ΄ έπειτα ξεπέζευε και κουκούβιζε εκειδά ναρκωμένος, ευαίσθητου και απαλού στην επαφή του με τα διψασμένα για τρυφεράδα χείλη του τυχόν θαυμαστή. Ο πήχης, αντίθετα με την τροφαντή ωλένη ήταν γερός, σχηματοποιημένος, όλο δύναμη. Όποτε σφιγγόταν η γροθιά, ο νευρώνας κάτω απ΄ τον αγκώνα φούσκωνε, θαρρείς και εμφυσούνταν οι μύες από οργή. Έτσι λοιπόν το άμωμο και άσπιλο ψαχνό του κοτόπουλου και την αφράτη από περίσσιο  ζυμάρι και διογκωμένη από το φούρνο ψίχα της φραντζόλας διαδεχόταν ένα ορατό νευροσυμπίλημα με φλεβικούς χόνδρους και κόμπους βαστάζου – εργάτη εκεί που κατάληγε ο μοχλός του συλληπτήριου οργάνου. Από τον ώμο ως τον καρπό το χέρι ήταν ένας συνδυασμός Ναρκίσσου και Σαλμακίδας, μια ευρηματική σύνθεση του ωραίου και του δυνατού, μία συνύπαρξη από τη μια μεριά της αναγεννησιακής απαλόχρωμης κι αχνόθωρης  ομορφιάς και από την  άλλη του χειμαρρώδους νεανικού σφρίγους.

          Πέρα απ΄ το καρπό απλωνόταν η παλάμη των ονείρων με τη  πιο χορταστική αφή που γνώρισα ποτέ. Όταν εγκλώβιζες το άκρο σου εκεί μέσα, αισθανόσουν πως το ασφάλιζες σ΄ ένα βαρύ προστατευτικό πάπλωμα, σ΄ ένα χοντρό δερμάτινο χειμωνιάτικο  γάντι, όπου τη θέση της κατεργασμένης άψυχης ποπελίνας είχε η εξημμένη από την παγωνιά και την κνίδωση της απογευματινής ψύχρας επιδερμίδα, που παρά το κρύο της άγγιγμα μετέδιδε μυστηριωδώς στο εναγκαλιζόμενο χέρι μια ανακουφιστική ζεστασιά, μια γλυκιά χαδιάρικη θέρμη, μια θαλπωρή ειδυλλιακή και απόκοσμη σαν να βρισκόσουν στην απανεμιά του Παραδείσου ή στη λάβρα του τζακιού. Στη συνέχεια του επιμελημένα επενδυμένου μετακάρπιου και πέρα απ΄ τους ευδιάκριτους καλοφτιαγμένους κονδύλους ήσαν εγκατεστημένα με αβρότητα τα πέντε ευτραφή δάκτυλα, ολότελα συμμετρικά μεταξύ τους στο πάχος σαν ελαφρώς αμβλυμένα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα.

          Για το όρος της Αφροδίτης και το λεμονόδασος των υγρών ονείρων με τη ρουφήχτρα του Μέλστρεμ, όπου περιδινείται και εξαφανίζεται το Σύμπαν, δεν θα μιλήσω, γιατί είχαν παραλύσει τα μόρια μου από ηλεκτροσόκ κεραυνού ισχύος μεγατόνων και αγνοούσα τί διαδικασία διαδραματιζόταν στο μηχανοστάσιο της ζωής, αδυνατούσα να μετρήσω με ακρίβεια τους σφυγμούς της αυτόματης κι αθόρυβης παλινδρόμησης, ούτε μπορούσα ν΄ ακούσω το αγωνιώδες αγκομαχητό του γρασωμένου εμβόλου, καθώς πνιγόταν  μες στ΄ αναβλύζοντα και εξιδρούμενα από κρουνούς και στρόφιγγες λιπαντικά έλαια πετρελαιοφόρας δεξαμενής, την ιερή τούτη ώρα που ο περιστρεφόμενος κοχλίας εμβάθυνε τη δράση του στο ξύλο της γνώσεως καλού και κακού.

          Μετά τα καλλίπυγα, αδρομερή, στεατογλουτιαία, πλησιφαή, ολόγιομα κι ορθοκάπουλα,  στρόγγυλα και γενναιόδωρα κρεατωμένα με μπόλικη μάζα πλαστελίνης οπίσθια ,  είχαν θέση οι λιπώδεις εύσχημοι μηροί που σε σχέση με το κορμό δεν στερούνταν ραφαηλικής φωτεινότητας, πλούσιας μα και στιλπνότατης σάρκινης επικάλυψης και διέγραφαν μια τροχιά ακαταμάχητης καμπυλότητας που θα μπορούσε να τρελάνει και ευνούχο.

          Έπειτα στη συνέχεια ενός στέρεου, γερά δομημένου γόνατου απλωνόταν η χορδή της κνήμης και της περόνης και φυσικά το τόξο της γάμπας που απομυζούσε και εξέπεμπε εκλάμψεις κι ερυθήματα, σήματα κι ερτζιανά κύματα ηφαιστειώδους, εφηβικού ή εκκαψυλιωμένου γεροντικού πάθους κάθε φορά που λικνιζόταν με ελαφριά παρέκκλιση στο περπάτημα, ιδίως στο πάτημα του τακουνιού.

          Καθώς το πόδι τεντωνόταν προς τα κάτω στένευε ολοένα τη περίμετρό του ως ευβοϊκή θάλασσα που πιέζεται ανελέητα από βίαιη και άσπλαχνη κοίτη του Μπρεχτ να στριμωχτεί και να χωρέσει στο πορθμό του Ευρίπου, σαν να αποτελούνταν από αλλεπάλληλους πολύχρωμους κύκλους σε φασματική ανάλυση κομπιούτερ, όπου ο κατώτερος  είχε προοδευτικά μικρότερη περιφέρεια έναντι του ανώτερου μέχρι να επιτευχθεί η απαραίτητη στενότητα, ώστε να γίνει η σύνδεση με την άρθρωση του ταρσού. Μα τούτο το γλυκό αντάμωμα δεν σχημάτιζε την κλασσική γωνία, όπως στις περισσότερες  πατούσες, αλλά αντίθετα το μετατάρσιο ερχόταν σαν απόλυτη συνέχεια ή προέκταση της κνήμης. Είναι κάτι αδύνατο να περιγραφεί τούτη η ομαλότατη μετάβαση από τον απότομο μονοκόμματο κατήφορο του καλαμιού στη λοξοδρομική, κεκλιμένη , ολότελα βατή πλαγιά του βαδίζοντος άκρου, όπου αν ήσουν μικροσκοπικός ευχαρίστως θα ‘κανες τσουλήθρα, εκεί πάνω στο κατωφερές τάρσωμα των κοκάλων, ξεκινώντας από τον καλλίγραμμο, περίτεχνο φινετσάτο αστράγαλο για να καταλήξεις στα περιτυλιγμένα με άφθονη ζύμη αφροδάκτυλα.

          Μα εκτός από το ήπιο ροβόλημα του μετατάρσιου εξίσου χάρη ακτινοβολούσε και η αυστηρά ορθοπεδική καμάρα μεταξύ της εύθραυστης σαν του Αχιλλέα φτέρνας και του αλαφροπάτητου πέλματος που θύμιζε φτεροπόδαρο Ερμή ή αθλητή στην εκκίνηση εκατό μέτρων.

          Όμως το μυστικό της όπλο, η ακαταμάχητη σαγήνη ήταν αναμφίβολα τα δάκτυλα, ο τερματισμός της κατάβασης του λιλιπούτειου σκιέρ, που σήμαιναν την πανηγυρική επαναφορά στον κόσμο του τετραγώνου ύστερα από την πρόσκαιρη επικράτηση της καμπύλης. Ο τέλειος γεωμετρικός σχεδιασμός τους εκφραζόταν με την ακριβέστατη και αναλογικότατη μείωση του μεγέθους τους από το μεγαλύτερο στο μικρότερο, ως να επρόκειτο για διαδοχή αριθμητικής προόδου ή για κατάταξη  μαθηματικών στοιχείων . Χωρίς νάναι ίσα μεταξύ τους αλλ΄ αντίθετα ακολουθώντας μια φθίνουσα κλίμακα στη διαμόρφωση των διαστάσεών τους είχαν ωστόσο μια εμφανή συμμετρία, μια πιστότατη ομοιότητα ανάμεσά τους. Σαν να βρισκόσουν μπροστά σε βιτρίνα ζαχαροπλαστείου, όπου εκτίθεται το ίδιο  γλύκισμα σε πολλά μεγέθη και πράγματι τούτα τα μπουρεκωτά δάκτυλα φάνταζαν από μακριά σαν πασχαλινά κουλουράκια ή ζαχαρωτά ονομαστικής γιορτής και σου ‘ρχόταν να τα καταβροχθίσεις. Πάνω τους σαν κερασάκια σε δαψιλή πλουσιοπάροχη κρέμα σαντιγί ή ρουμπίνια σε θήκες μενταγιόν αναπαύονταν τα αντίστοιχα νύχια, όντας όλα αβρότερα του Αλκιβιάδη, σκληρά σαν λεπτές φέτες από πολύτιμο λίθο, αστραφτερά καθώς κατόπτριζαν το φως με την αναλαμπή χρυσής κορώνας, κρυμμένα μ΄ επιμέλεια γάτας ώστε να μην πληγώνουν αλλά και αφημένα με γήτεμα ώστε να ερεθίζουν, κόκκινα – κόκκινα σαν διαφάνεια ήσυχης λίμνης την ώρα του δειλινού, ποθητά στην αφή όσο η ψύχρα του μαρμάρου και λυτρωτικά στη γεύση όσο η κεντριστική κατάποση πινακίου φακής από ταξιδιώτες της ερήμου.

          Ο έρωτας είναι σαν φωνή δελφινιού. Μια φαινομενικά απλή μα πολυσήμαντη, κωδικοποιημένη, ηχοβολιστική βυθοσονική κραυγή, το απατηλό λευκό του Νευτώνειου δίσκου που συγχωνεύει και υποκρύπτει ιριδικό φάσμα αποχρώσεων. Κι είναι η μετατόπιση των υδάτων τόσο ισχυρή, ώστε διατρυπά τις μύρτους των τυμπάνων και καταρρακώνει το αμυδρό βεληνεκές της σφύρας και του άκμονα κι από εκδήλωση ασυγκράτητη γίνεται μεταφυσικό μυστικό του υπερπέραν, διάχυτο στην ατμόσφαιρα διαστημικό παραμύθι του υπερχώρου,  ως οπτασία Ιπτάμενου Ολλανδού και νανούρισμα συριστικών ψιθύρων για τις φώκιες, για να διακηρυχθεί έτσι μέχρι το πέρας των οριζόντων, καθώς εκρήγνυται η υπερηχητική σιωπή και κλιμακώνεται στο διαπασών η διαπεραστική συχνότητα των ντεσιμπέλ της ευτυχίας. Είναι το λευκό τόσο λιτό κι απέριττο στο ανεπιτήδευτο φόρεμα της παρθένου, όπως οι σεμνές εσθήτες των Ιωνίδων γυναικών και οι λινοί χιτώνες των παίδων εν καμίνω , αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αναλυθεί σε  λαβυρινθώδη φροϋδικά συμπλέγματα με χρώματα ρευστής λάβας ηφαιστείου και ψεκάδων παλιρροϊκού κύματος και ακανθώδους χλωροφύλλης της ζήλιας και αυτόφωτου χρυσαφιού της ηλιακής άλω ή  σκηνικά ντουμανιασμένου μαλαματοκαπνισμένου καμπαρέ ή ίσως σοδομιστικού καλαφατιστικού σαραγιού της Ανατολής μες τα άδυτα του νοτισμένου από τις φαντασιώσεις της νύχτας κοριτσίστικου εγκέφαλου.

          Είναι το λευκό τόσο ταπεινό και καταφρονεμένο, επαίσχυντο και πεζό, όταν περιβρέχει με κολλώδη έκκριση τα δάκτυλα του ιδρωμένου έφηβου σχηματίζοντας μεμβρανώδες χέρι πάπιας ή νυχτερίδας, εκεί που οι μύες συσπώνται και το σάλιο δεν ελέγχεται πια απ΄ τα χείλη, μα την ίδια ώρα λάμπει ο νους απ΄ την εικόνα του καλοκαιριού με τη τρικυμία να μεριάζει το βράχο και να υποσκάπτει το σπήλαιο, με το αντηλιακό που χύνεται απρόσεκτα – άτακτα στη σάρκα και το φιαλίδιο που πέφτει ανάσκελα στην άμμο, ενώ ο ήλιος μαρμαρώνεται ως αντανάκλαση πάνω στα κρόσσια του αποσυρόμενου αφρού. Η σκέψη δύει σε νυσταλέο ηλιοβασίλεμα και καίγονται μονομιάς οι ασφάλειες των κυκλωμάτων της συνείδησης, όταν το ένστικτο βοά, εκκενώνοντας το περίνεο. Είναι τόσο απλός ο έρωτας σαν σμίγουν οι βόστρυχοι του εφηβαίου με τους οργισμένους θύσανους του εφήβου, ο πίθος των Δαναΐδων, που στο βάθος του φέγγει η μετά θάνατον ζωή με το ντολμέχ και το μενίρ της γήινης έκστασης και αιωνιότητας, με το βασιλικό που ραντίζει και το θυμιατό που ναρκώνει την κατακόμβη των αισθήσεων, την ασφαλέστατη κιβωτό του γένους.

Είναι  όμως συνάμα σύνθετος και πολύπτυχος καθώς βιάζεται να λιπάνει τις σκληθρωτικές εξοχές της πραγματικότητας, για να μη ματώνει ο ερωτευμένος στο άκουσμα διαδόσεων, βεβαρημένων απ΄ τη συμβατικότητα της κοινωνίας κι εξογκωμένων από ανικανοποίητες γεροντοκορίστικες ψυχοσυνθέσεις, αντιπαραθέτοντας στα επιβαρυντικά στοιχεία την αφηρημένη αγάπη και στις ενοχοποιητικές ενδείξεις την ακλόνητη πίστη. Είναι ανεξήγητος και ανεξιχνίαστος καθώς επικαλύπτει την αλήθεια με τη λήθη, ανθολογώντας το παρελθόν και προβάλλοντας τη γλυκιά γεύση της ανάμνησης σαν ολονέν ανανεούμενο τώρα, καταργώντας στο εξής το χρόνο, σαν να ζει κανείς στον πλανήτη Δία, όπου οι εποχές δεν αλλάζουν, ή στον Όλυμπο, όπου οι θεοί δεν γερνούν. Είναι πέρα από κάθε γνώση ή αφελή επιδίωξη του καλώς επίστασθαι, αφού αρκείται στη στιγμιαία ανάπαυση του κεφαλιού πάνω στην  ανάστροφη παλάμη για να αποικοδομήσει το χώρο και να αντικαταστήσει την εικόνα του δρόμου, όπου λιάζονται οι πλανόδιοι πωλητές, με τις διαφάνειες τόπου αλλοτινού, όπου χάσκουν οι επικρεμάμενοι βράχοι των πριαπικών ορμών και σκόρπια κείνται τα μαγικά φετίχ της παγανιστικής  λατρείας, τοποθετώντας στην αφετηρία του λεωφορείου για το βασίλειο της ερωμένης την αρχή της πραγματικής ζωής. Ο ανίκητος στη μάχη γιος της Αφροδίτης, ο τοξοφόρος Ερωτιδέας που εννυχεύει μυστικά στις μαλακές παρειές νεάνιδας για να εξαπολύσει βέλη φαρμακωμένης φαρέτρας διαπαιδαγωγεί το μάτι, λαγαρίζοντας τα περιγράμματα με αιώρημα σταγόνων κολλυρίου και εξαλείφοντας τις ρυτίδες με επίστρωση μυρωμένης πομάδας, αναπληρώνει την παρουσία, οξύνοντας και ευαισθητοποιώντας διορατικές νυκταλωπικές ικανότητες ξεχασμένης παραψυχολογίας, κορφολογεί και σταχυολογεί τα συμβάντα, συλλαμβάνοντας την αιθεριακή ηχώ της ουσίας, σπάει το φράγμα των αισθητηρίων και διοχετεύει στο περιβάλλον την εσωτερική αντίληψη των πραγμάτων. Παρουσιάζει την επιθυμία σαν μόνο γεγονός αξιοπρόσεκτο και τότε πια ο νους παύει να καταναλώνει την καύσιμο ύλη των εμπειριών και  αυτοτροφοδοτείται από τις ίδιες τις παραστάσεις του. Αλλά αυτή η αποπομπή του εισπορευόμενου ερεθίσματος και η διαρροή προσωπικού αποστάγματος, τούτη η εκχωματιστική διάβρωση του αυστηρά ιδιωτικού γόνιμου χούμου, που αναποδογυρίζει σαν κάλτσα το μύχιο εαυτό και τον παραδίδει στον έξω κόσμο, προκαλεί μοιραία την ομοιόσταση. Την αλλαγή στον τρόπο κατανόησης των αντικειμένων ακολουθεί η μεταβολή των υποκειμένων. Ο ιδιαίτερος ψυχισμός μαζί με τις εντυπώσεις του γίνεται ψωμί και τον τρώει ο εραστής, ρουζ για τα μάγουλα που μ΄ αυτό διασκεδάζει την ωχρότητα του προσώπου η ερωμένη Κυρία με τας Καμελίας. Κι αντί για το εκ γενετής εμφυτευμένο εγώ εισβάλλει  στο άδειο, νευροπαραλυμένο, ουδετεροποιημένο κρανίο του θαυμαστή το σεπτό χαμόγελο της Μαντόνας και πίσω απ΄ τα μάτια της δοσμένης, αφοσιωμένης οδαλίσκης (με τα έωλα στήθη της πολυχρησίας) η μορφή του ευνοούμενού της Άδωνι. Δεν είναι ξένες οντότητες τούτοι οι εισβολείς, είναι η μετουσίωση, μετάλλαξη, αναβάπτιση της ταυτότητάς μας,  η φρεσκότατα εκδαρμένη διφθέρα που παραφθάρηκε σε άτριφτο τεφτέρι και επέστρεψε, η παρακαταθήκη του βαθύτατου πολυκαιρισμένου εσωκαρδίου μας στο εργαστήρι λαναρίσματος του ντουνιά και η παραλαβή του ως καθαρισμένου και επιμελώς ξεσμένου ή η καταπλεονεκτική δανειοδότηση κι η ύστερη ανάληψη του κεφαλαίου με συμφέρουσα τοκογλυφική απολαβή. Ο έρωτας είναι η περικοκλάδα, η παραφυάδα κι απόφυση της εσωτερικότητάς μας, για τούτο επιδεικνύουμε απέναντί του την ίδια κατανόηση που θα δείχναμε για τις δικές μας πράξεις, την άπειρη συμπάθεια που στηρίζουμε στην ανελλιπή γνωριμία με την ίδια μας τη σκέψη. Τούτη η μεταπήδηση στο παράλληλο σύμπαν  του ωραίου κι ασθενούς μέσα απ΄ ένα τσουρουφλιστικό μαγνητικό πεδίο, ο κατοπτρισμός της ψυχής μας στην ετερόφυλη οθόνη είκοσι τεσσάρων ιντσών, αν και αποτέλεσμα, εμφανίζεται να προηγείται ξεπερνώντας τη φαινομενική γενεσιουργό του αιτία, τη σχέση καθαυτή, που έπεται με λαχανιασμένο πνεύμονα και βήμα καρκινικό. Το άνθος προβάλλει πριν περατωθεί  η καλλιέργεια. Ο έρωτας δεν χρειάζεται γνωριμία, γιατ’ είναι το πιο σικέ παιχνίδι της ιστορίας, είναι προκαθορισμένη η κατάληξή του, το τελευταίον εκβάν, απ΄ όπου έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται. Βαίνει πάντα προς τον συγκερασμό, τη σύντηξη των δύο μέσα στη πιο ψηλή θερμοκρασία του φούρνου  της έκστασης, οπότε η γνωριμία των χαρακτήρων, προσέγγιση των απόψεων, η δια λόγου επικοινωνία χωρεί υποχρεωτικά, εκβιαστικά, με τη διαδικασία του  επείγοντος,  αναγκάζοντας τους ερωτευμένους να ψιθυρίζουν ακατάπαυστα τις λευκές νύχτες, ώστε να πληρωθεί ο τύπος και ν΄ αρχίσει το ουσιαστικό μέρος (της εφάλσεως). Διηγούνται, βερμπαλίζουν και μακρηγορούν σωρεύοντας λεπτομέρειες μα δεν έχει σημασία ο ειρμός και η συνάφεια των λεγομένων. Το περιεχόμενο δεν παίζει ρόλο, μετράει μόνο η απαρίθμηση γεγονότων εική και ως έτυχε, η αφήγηση ανδρικών κατορθωμάτων ή γυναικείων ευαισθησιών, η φατική επανάληψη μονότονων ερωτικών εξομολογήσεων σε χτυπητή αντίθεση με τη συνθετότητα επιστημονικών κωδίκων. Κάθε λέξη  φέρνει τους ερωτευμένους κοντύτερα, γιατί είναι έτοιμοι να συμμεριστούν και να συγχωρήσουν τα πάντα.

          Είναι η δίνη της σαρκικής αγάπης, που τη νιώθει κανείς αδιάψευστα όταν παλινδρομεί από την ποικιλοχρωμία των συν- οπτώμενων ροδοκόκκινων ξεροψημένων εγκεφάλων στο λιτό κι απέριττο της μίξης των οργάνων, περίτρανη απόδειξη ότι ο σκοπός της ύπαρξης σημαίνεται και συμβολίζεται από το νερολεκέ και την αιμογλομπίνη πάνω στην αγνή λευκότητα της παστάδας. Η ταλαίπωρη ζωή ορφνών κι ανενεργών υδατανθράκων με διπλό προγούλι τί θα χρησίμευε χωρίς τη σεμνή ερυθρίαση των παρθενικών παρειών και τη γήινη θρασύτητα  του παιχνιδιάρη κόρδακα; Και τούτο ισχύει όχι μόνο για τον εργένη κούρο ή τη γεροντοκόρη αλλά για κάθε αζευγάρωτο ανέραστο ταίρι που από μόνο του είναι να το κλαις περί λύχνων αφάς μα όταν συνδυάζεται με άλλα ετερώνυμα παράγει φυσικούς ή πολιτικούς καρπούς (δεν εννοούμε απογόνους που γίνονται . . . . φυσικοί ή πολιτικοί αλλά παντός είδους υλικά – πνευματικά προϊόντα πνεύματος ή σπέρματος), άνθη αυτοσυγκεντρωτικής μελαγχολίας ή ενδοσκοπικού εμπνευσμένου αυνανισμού, καλλιτεχνήματα ασυγκράτητης εξωστρέφειας και απεριόριστης γυμνικής κουλτούρας των σωμάτων».

        Καθώς ήσαν ξαπλωμένοι δίπλα- δίπλα, η Φαιναρέτη εξομολογήθηκε:

        «Δώδεκα χρόνια είχα να το κάνω αυτό. Μην έχεις εσφαλμένες εντυπώσεις, μεγάλε Υπερίων. Βλέπεις μία ωραία θηλυκή μορφή με άψογο περίγραμμα και καμαρωτό παράστημα και υποθέτεις ότι απολαμβάνει μία πλήρη ερωτική ζωή, αλλά καταλαβαίνεις ότι για μια γυναίκα με το δικό μου παρελθόν είναι δύσκολο να απολαύσει τον έρωτα…»

          «Κι εγώ είχα χρόνια να απολαύσω τον έρωτα…», απορούσε και ο ίδιος ο Υπερίων μ’ αυτά που έλεγε, τελείως ανάρμοστα και άπρεπα για ένα τιτάνα αξιωματικό του Αστροστόλου.   

     «Ποτέ στο παρελθόν δεν έχω επιλέξει τους άνδρες, με τους οποίους κοιμόμουν. Και να τώρα που η μοίρα με αξίωσε να είναι ο υπέρλαμπρος Υπερίων ο πρώτος άνδρας, όπου είχα την ευκαιρία  εκδηλώσω ελεύθερα την προτίμησή μου…»

          «Ναι, αλλά εγώ έχω να αναμετρηθώ με τις τύψεις μου. Έχω διδαχθεί Δεσποτική για να διοικώ τους υφισταμένους μου, Γαμήλιο τέχνη για να ποτίζω το δενδρύλλιο της οικογένειάς μου να μη μαραθεί και να ανανεώνω το ενδιαφέρον της συζύγου μου, Τεκνοποιητική για να ανατρέφω τα παιδιά μου και όλες τις άλλες τέχνες και επιστήμες που περιγράφει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά και ξαφνικά βρίσκομαι να τα έχω προδώσει όλα παρασυρμένος από την ομορφιά σου».

             «Υπερίων, δεν θέλω να χαλάσω την ευτυχία σου με το ωραίο σου ολογράφημα. Σε παρακαλώ, μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου. Χαλάρωσε λίγο, είσαι πολύ σφιγμένος, στην Νέα Αρκαδία βρίσκεσαι, ένα βήμα πριν από τον παράδεισο…»       

              Ο Υπερίων σιώπησε για λίγο για να αναλύσει την κατάσταση, γιατί έτσι είχε μάθει τόσο χρόνια ως επιστημονικός αξιωματικός του Αστροστόλου.

         «Δηλαδή τώρα έχουμε αναπτύξει το συναίσθημα της αγάπης, όπως λένε και οι Χριστιανοί;»

           «Συναισθηματικέ μου Ερωτιδέα, δεν αρκεί που χαιρόμαστε ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Αυτή τη στιγμή είμαστε σωστοί ο ένας για τον άλλον. Γιατί να μην απολαύσουμε αυτή την τέλεια στιγμή, σε ποιον έχουμε να λογοδοτήσουμε; Η μαγεία της Νέας Αρκαδίας είναι ακριβώς ότι οι άνθρωποι ανοίγουν τις καρδιές τους σε αλλήλους με ειλικρίνεια, γνησιότητα».

          «Δεν χάνεις ποτέ την ευκαιρία να επαινέσεις τη Νέα Αρκαδία για μία ακόμη φορά».

           «Γιατί; Δεν το βιώνεις αυτό που λέω; Δεν ζεις τη στιγμή αυτή σε όλη της την ένταση, σε όλη της τη γεύση;»

        «Για να συμμορφωθώ προς το καθήκον αληθείας που μού επιβάλλεις, αυτό που σκέφτομαι τώρα είναι ότι θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου σε ηλικία».

        «Ένας νέος πατέρας. Αλλά υπό το καθεστώς της Νέας Αρκαδίας θα μπορούσες να είσαι πατέρας όχι μόνο δικός μου, αλλά και του παιδιού μου, αν με έχεις γονιμοποιήσει ή, για να μετέλθω τιτανική διάλεκτο, αν έχει σχηματιστεί ζυγωτικό ευκαρυωτικό κύτταρο από τους ετερόφυλους γαμέτες μας».

        «Σε παρακαλώ, αυτό δεν θα ήταν για μένα η καλύτερη κατάσταση… αλλά μην ανησυχείς, θα βρω τον τρόπο να αναλάβω την ευθύνη. Επιτέλει ταχέως, αλλά εγγύην φεύγε, λέγουν τα δελφικά παραγγέλματα. Δεν σού δίνω εγγυήσεις, αλλά να ξέρεις ότι θα βρω τρόπο να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου και να αποκαταστήσω το παιδί, που ενδεχομένως θα προκύψει από την ένωσή μας μέσω αναγνώρισης πατρότητας. Άλλωστε έχω συναίσθηση ότι όλο αυτό το αμήχανο πλέγμα περιστατικών, που εγγίζει την παρλαβαση καθήκοντος, προέκυψε ενώ ήμουν σε υπηρεσία και…»

             «Επιτέλους, χαλάρωσε, ελλογιμότατε των τιτάνων! Καταλαβαίνεις ότι μετά από δώδεκα χρόνια αποχή από τη γενετήσια πράξη, δεν θα μπορούσε η πρώτη μου προτεραιότητα να είναι η αντισύλληψη. Ας προσβλέψουμε χαλαρά σε οτιδήποτε μάς επιφυλάσσει το μέλλον. Και οι δύο μας είμαστε ενήλικοι, αμφότεροι είμαστε υπεύθυνοι, θα βρούμε λύσεις».

          «Φαίνεται ότι ενός κακού, μύρια έπονται. Το πένθος μου για την Λητώ με έκανε να χαμηλώσω την επαγρύπνησή μου και να τώρα που βρίσκομαι μπροστά σε μία ανεπιθύμητη … εεε… δύσχρηστη, δύσκολη στο χειρισμό εγκυμοσύνη…»

          Η Φαιναρέτη ανασηκώθηκε έχοντας συναίσθηση ότι η συζήτηση οδηγούνταν πλέον σε άλλο επίπεδο.   

          «Κι όμως, όσο το σκέφτομαι, τόσο μού φαίνεται όλο και πιο καταπληκτική ιδέα. Μάλιστα, είμαι βέβαιη ότι συνέλαβα, γιατί η μήτρα ήταν τόσο ανοιχτή σαν τριαντάφυλλο, δεκτική και ευεπίφορη, ένιωσα την επικονίαση να αγγίζει τα σπλάχνα μου. Άλλωστε μη ξεχνάς και τα πάσης φύσεως βοηθήματα γονιμότητας που παρέχει η Νέα Αρκαδία, αυτή που παρακολουθεί, ελέγχει και συντονίζει τις πράξεις όλων μας. Και σού αποκαλύπτω τώρα ότι η Νέα Αρκαδία έχει ευλογήσει την ένωσή μας έχοντας λύσει τη μήτρα μου με σκευάσματα και γιατρικά. Ήδη νιώθω τη νέα ζωή να γεννιέται μέσα μου, αισθάνομαι το τιτανικό γονίδιο να αναπτύσσεται. Μία νέα ζωή που θα ζήσει σε ένα εντελώς καινό και καινούριο περιβάλλον, σε ένα πολιτισμό ελεγχόμενο από τον θαυμαστό οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, στο πλαίσιο της κληρονομιάς του πνευματικού μου πατέρα Διδυμίωνα. Και θα ζήσει διπλή ζωή, όπως διπλοί και τριπλοί είναι και οι όρχεις του Διδυμίωνα. Ζωή ενταγμένη στην νοηματική επικοινωνία της κοινότητάς μας, αφού πρώτα εφοδιαστεί με το τηλεπαθητικό εμφύτευμα, που θα τού επιτρέψει να είναι δια βίου σε συνεχή επαφή με τα άλλα οργανικά μέλη, δηλαδή τα αδέλφια του και μετά θάνατον…μετά θάνατον θα δοξαστεί ακόμη περισσότερο, διότι σχεδόν κατ’ αντιστροφή της συνήθους χρονικής διαδικασίας θα ενσωματωθεί στην αιώνια δελφύ (κοιλιά) του σταθμού, όπου θα παραμείνει ως το τέλος του χρόνου. Αυτό το παιδί, διεισδυτικέ Υπερίων, θα είναι για πάντα ελεύθερο από πόνους και την ευθραυστότητα της ανθρώπινης σάρκας, θα αντικαταστήσει τα ευτελή υλικά, από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι, με το τραχύ και ανθεκτικό δέρμα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, θα είναι από τα πιο εξέχοντα μέλη ενός νέου είδους ανθρώπου».

          «Μού φαίνεται ότι θα πληρώσω πάρα πολύ αυτή τη μόνη στιγμή απροσεξίας μου, όπου είπα κι εγώ να αφεθώ και να ξεχαστώ λίγο στην ηδονή, θα πρέπει να μιλήσω σχετικά στη Θεία την Ευρυφάεσσα …»

           «Γενναίε Υπερίων, προπάντων μην αφήσεις τη γυναίκα σου, την αγαπάς τόσο πολύ…»

          «Αυτή τη στιγμή δεν αισθάνομαι γενναίος, αλλά πολύ δειλός, άτιμος και ανεύθυνος, ένας ασήμαντος και ανάξιος νόθος με νόθα αντικειμενική ευθύνη…»

       «Σού ξαναλέω το είδα στην καρδιά σου ότι αγαπάς πολύ τη γυναίκα σου. Πήγαινε σπίτι, μείνε μ’ αυτήν, αγκάλιασέ την, δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε. Ποτέ δεν ήταν η πρόθεσή μου να εγείρω αξιώσεις πάνω σου. Τέτοιοι εγωισμοί δεν χρειάζονται και είναι περιττοί στον θαυμαστό καινούριο κόσμο μας. Ούτε ανάληψη ευθύνης χρειάζεται, όλες αυτές είναι αρχαϊκές και άχρηστες κοινωνικές συμβάσεις που ανήκουν στην εποχή των δεινοσαύρων. Αν το παιδί έχει ανάγκη μία πατρική μορφή, αυτή θα την παράσχει η Νέα Αρκαδία. Όσο για μένα μην ανησυχείς, διότι τα ζιζάνια και τα αγριόχορτα δεν χάνονται. Θα βρω κι άλλον εραστή και ίσως και να παντρευτώ. Μόλις κατάλαβα ότι μού αρέσουν πολύ τα παιδιά και η Νέα Αρκαδία είναι ο ιδανικός τόπος για τεκνοποίηση. Και βέβαια η γυναίκα σου και εσύ είστε ευπρόσδεκτοι να μοιραστείτε μαζί μας τη διαρκή ευτυχία μας…»

     Ο μέχρι τώρα βαθιά κοιμώμενος Υπερίων σαν να ξύπνησε ξαφνικά.

       «Μάλιστα, η τηλεπαθητική κοινότητα, όπου δεν υπάρχουν υποχρεώσεις, αλλά μόνο δικαιώματα, όπου μπορεί κανείς να κατακτήσει αμέσως μία εύκολη ευτυχία και μία φτηνή αθανασία, όπου όμως ο ξένος σπόρος κατάσχεται και χρησιμοποιείται μετά για εκβιασμό του σπερματεγχύτη… Και βέβαια πώς μπορώ να στραφώ κατά της Νέας Αρκαδίας, αν εκεί ζει το παιδί μου, πώς μπορώ να στραφώ κατά των υπευθύνων του προγράμματος τηλεπαθητικής σύνδεσης, αν με εκβιάζουν με το ίδιο μου το παιδί…»

         Ο τιτάνας σηκώθηκε απότομα και κατευθύνθηκε προς την εξωτερική μεμβράνη του διαμερίσματος.

    «Υπερίων», τού φώναξε από πίσω μισο- ειρωνικά, μισο- σοβαρά η Φαιναρέτη. «Μείνε στα όριά σου».

       ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22ο : ΧΕΙΡΙΣΤΑΡΧΗΣ

     Ήλθε η ώρα για τον Υπερίωνα να φύγει από τη Νέα Αρκαδία. Εμφορούμενος από τύψεις που απάτησε την Θεία, προσήλθε σε διαπραγμάτευση για το αν τα μέλη της οικογενείας του θα τον ακολουθούσαν.  

       «Υπερίων, ας μην ξεγελάμε τους ίδιους τους εαυτούς μας» είπε η Θεία. «Αυτό που έχουμε δεν είναι σχέση, αλλά μία παρωδία, μία διακωμώδηση – να πρέπει εγώ να υλοποιηθώ μέσω διαφόρων διαδικασιών για να κάνουμε σεξ… Γνωρίζω ότι έχεις τιμή, ξέρω ότι έχεις σκοπό να μείνεις μαζί μου για πάντα γιατί είσαι έντιμος, γιατί είσαι πιστός…  Γι’ αυτό κι εγώ σε απελευθερώνω από την αφοσίωσή σου αυτή. Είσαι ένας άνδρας στην ακμή του, με μύες, με αλκή, πολλά δυνατός και ισχυρομελής, είναι κρίμα να χαραμίζεσαι με μία ζωντανή – νεκρή. Είσαι ακόμη σε αναπαραγωγική ηλικία, δύνασαι να αποκτήσεις και άλλους απογόνους μη ολογραφικούς. Εγώ και τα παιδιά ας μείνουμε εδώ. Χρειαζόμαστε τα  υποστηρικτικά συστήματα της Νέας Αρκαδίας για να επιβιώσουμε… »

           Εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα δεν είχε οριστική απάντηση σε όλα αυτά ο Υπερίων. Ούτε μπορούσε σ’ αυτή τη φάση να δεσμευτεί για την υπόλοιπη ζωή του με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Αυτό που προείχε, ήταν να ηρεμήσει μετά την αποτυχία του να επιλύσει τον γρίφο της δολοφονίας της Αρήτης.

             Προσήλθαν κλαίγοντας η Ηώ και η Σελήνη:

            «Μπαμπά, μη φεύγεις…»

             «Κορίτσια μην κλαίτε. Σάς χαιρετώ εντελώς προσωρινά. Θα ξανάρθω σίγουρα, να το ξέρετε. Απλώς ο μπαμπάς πάει στο Σείριο και στη Γη για δουλειές. Εσάς σάς συμφέρει τα μάλα να μείνετε εδώ, διότι τα ολογραφικά συστήματα της Νέας Αρκαδίας δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με αυτά της Γης, ούτε με αυτά του Σειρίου. Πρέπει να είστε ευτυχείς που είστε τηλεπαθητικά συνδεδεμένες με αυτή τη θαυμαστή κοινότητα των σκέψεων και των συναισθημάτων. Έχει παρατηρηθεί ότι τα κοινά παιδιά της Γης, που δεν έχουν αυτόματη και ακαριαία διαδικτυακή σύνδεση μέχρι τα δέκα και στερούνται τις δεξαμενές πληροφοριών και τις καμπύλες μάθησης ενός κεντρικού διακομιστή, καταλήγουν να υστερούν σημαντικά έναντι των συνομηλίκων τους τηλεπαθητικά συνδεδεμένων. Και όσοι νέοι δεν συνδέονται στο δίκτυο μέχρι τα είκοσι δεν μπορούν σχεδόν να λειτουργήσουν στη σύγχρονη κοινωνία και είναι σαν καθυστερημένοι. Εσείς αντίθετα λόγω της ολογραφικής σας φύσης είστε χωμένες στο δίκτυο όσο περισσότερο γίνεται. Θα έχετε πάντοτε μία πλήρη ζωή, έστω κι αν πραγματικότητά σας θα είναι εικονική, άλλωστε ποιος ξέρει πια στην ταραγμένη εποχή μας τι είναι πραγματικό και τι όχι. Για κάθε τι που ισχύει στον κόσμο της αδρανούς ύλης, υπάρχει κάτι αντίστοιχο στον αραχνούφαντο και δαντελένιο υποσωματιδιακό κόσμο της νοήσεως. Κατά τον Πλάτωνα ο εξωτερικός του αγαθού έκγονος ήλιος αντιστοιχεί στην εσωτερική  Ιδέα του αγαθού. Και ό,τι είναι για τη φύση η όψις των πραγμάτων είναι για τη νόηση οι αγαθοειδείς και αληθείς (δηλαδή αξιομνημόνευτες) παραδοχές, η επιστήμη ή γνώση. Τα δε ορώμενα της φύσης αντιστοιχούν στα νοούμενα του νου. Υφίσταται, παιδιά μου, στις Δημιουργίες μία άνοδος των νοητικών κατηγοριών και καθορισμών που διαπιστώνει κανείς: α) στην αρχή είναι οι σκιές, οι εικόνες της φαντασίας και οι εικασίες, β) ακολουθούν οι πίστεις των ορατών, διότι πρέπει κανείς να πιστεύει αυτό που βλέπει, μεταβαίνουμε μετά γ) στις αφηρημένες υποθέσεις για τα περιγράμματα και τα γεωμετρικά σχήματα και καταλήγουμε δ) στο ανυπόθετον που είναι η αρχή του παντός. Μέσα σ’ αυτή την ιεραρχία είμαστε όλοι ενταγμένοι σε διάφορες βαθμίδες, είτε φυσιολογικοί είτε βιοσύμφυτοι, είτε υλικοί είτε ολογραφικοί, είτε ζωντανοί είτε νεκροί και μ’ αυτή την έννοια κανενός η ύπαρξη δεν υπερέχει έναντι του άλλου…   »

     «Μείνε να μάς τα λες όλα αυτά δίπλα στο μαξιλάρι μας, όταν πέφτουμε για ύπνο, πατέρα…»

       «Για λίγο θα σάς λείψουν οι ιστορίες των νυκτερινών αναγνωσμάτων. Υπόσχομαι να γυρίσω γρήγορα».

       Ο Υπερίων θα διαχειριζόταν τα δάκρυά του κατ’ ιδίαν. Προς το παρόν αποχώρησε μαζί με τις λιγοστές του αποσκευές.

        Ήδη το μεγάφωνο ξελαρυγγιαζόταν: «Η Ιθυειλία αναχωρεί για Γη, Εγγύτατο Κενταύρου και Σείριο. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσέλθουν».

       Εκείνη την ώρα έρχεται ένας και δίνει στον τιτάνα ένα τηλεπαθητικό άγκιστρο, που μπορούσε κανείς να φορέσει στο αυτί του- αυτό προοριζόταν για συνεννόηση με όσους δεν είχαν βιοσύμφυτη σύνδεση. Ήταν ο Διδυμίων στο τηλέφωνο με προφανή πρόθεση να κάνει πλάκα.

       «Τι έγινε, φεύγεις, μάστορα;», τού φιδοσφύριξε ειρωνικά στο αυτί. «Δεν μπόρεσες να διελευκάνεις την υπόθεση;»

        «Κατά ένα τρόπο μπόρεσα. Σε κάποια Δημιουργία υπήρξε μία συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, που λεγόταν Άκανθα του Χρήστου. Αυτή λοιπόν σε ένα μυθιστόρημα που λεγόταν “Ανατολικός Σιδηρόδρομος” παρουσίασε μία πλοκή, όπου στο τέλος ένοχοι της δολοφονίας ήσαν όλοι οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας χωρίς εξαίρεση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Αρήτης. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω αντικρίσει μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις από αυτές που έζησα στο σταθμό σας. Προχείρως θα ήθελα να σάς απαριθμήσω τα ψέματα που βίωσα κατά την έρευνά μου, την οποία δήθεν μού αναθέσατε, ενώ από την αρχή ήσασταν αποφασισμένοι να φυλάξετε σαν κέρβεροι τα μυστικά σας. α) Είναι ψέμα ότι η Νέα Αρκαδία γνωρίζει τα πάντα όσα γίνονται στο σταθμό. Τουναντίον, ισχύει το αντίθετο, δεν γνωρίζει τίποτε, διότι υπάρχουν χίλιες μέθοδοι να τής αποκρύψετε στοιχεία. Έχετε τη δυνατότητα κατά βούληση να απομονώνεστε από την τηλεπαθητική σύνδεση οχυρώνοντας την οικία σας και περιφρουρώντας την προσωπική σας ζωή ακόμη περισσότερο από τους μη βιοσύμφυτους φυσιολογικούς. Η κρυψίνοιά σας αυτή μεταφέρεται και σε υλικό επίπεδο, όπου όλα τα υλικά αντικείμενα ανακυκλώνονται στους τοίχους του βιότοπου, με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται τα δακτυλικά αποτυπώματα, τα πειστήρια των εγκλημάτων, τα ίδια τα φονικά όπλα ή άλλες άβολες αποδείξεις. β) Είναι ψέμα ότι η νοηματική κοινωνία της Νέας Αρκαδίας καθιστά ευτυχισμένα, αυτάρκη και ισορροπημένα όλα τα μέλη της. Τουναντίον, ένα σωρό άτομα από την τέλεια κοινωνία σας έχουν άλλους σκοπούς δικούς τους, που δεν αρκούνται, δεν καλύπτονται και δεν εξαντλούνται στην νοηματική επικοινωνία των πνευμάτων. Παράδειγμα ο Μνησιπήμων, που είχε δημιουργήσει ένα δικό του Σύμπαν μέσα στο δικό μας, πολύ επικίνδυνο στην επέκτασή και διόγκωσή του,  κι εσείς δεν είχατε ιδέα ή, και αν είχατε, ακόμα χειρότερα για σάς, διότι σημαίνει ότι έχετε πολλούς σκελετούς στο ερμάριο. γ) Είναι ψέμα ότι ο συνδυασμός του πλανητικού σπόρου, που δημιούργησε τη Νέα Αρκαδία, και της τηλεπαθητικής σύνδεσης των μελών είναι ένα σταθερό αύταρκες σύστημα. Πικρά μάθαμε ότι η Λήμνια Σφραγίτιδα στηρίζεται στη γενοκτονία των μεδουσών του Δία κι αυτό επιφέρει στο βιοτεχνολογικό σας σύστημα αιώνια καταισχύνη. δ) Το κίνημα του Ικαρομένιππου, που διαδίδατε ότι θέλει να απελευθερώσει τη Νέα Αρκαδία, δεν ήταν παρά η φαντασίωση ενός τρελού, πίσω από την οποία όμως κρύβετε προφανώς-προφανέστατα μία άλλη οργάνωση ανεξαρτησίας και αυτονομίας, για την οποία ο ταλαίπωρος Ικαρομένιππος ήταν ένα απλό προκάλυμμα. Να συνεχίσω;»

      «Εύγε, πολύ καλά, δυσφημιστικέ μέγιστε εγκέφαλε, ώστε τα σκέφτηκες όλα αυτά, έ;», συνέχισε το δούλεμα ο Διδυμίων. «Σε συγχαίρω για τα συμπεράσματά σου, μόνο που τίποτε από αυτά δεν σε βοήθησε να λύσεις την υπόθεση, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως και να μην έχουν τόση μεγάλη αξία αυτοί οι συλλογισμοί.  Χώνεψε επιτέλους, αυθάδη και φαντασμένε διανοητή, ότι εσείς οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν μπορείτε να συναγωνιστείτε τους βιοτεχνολογικούς οργανισμούς. Εμείς χρησιμοποιούμε τεράστιους αγωγούς μέσω των οποίων διοχετεύονται τόνοι σκέψεων, ενώ εσείς αρκείστε στις ανεπαρκείς και ισχνές, χλωμές και φτωχές συνάψεις ενός ταλαίπωρου πολυκαιρισμένου μυαλού και στο εύθραυστο αγγείο του σώματος. Το κρέας σου αργά ή γρήγορα θα σε προδώσει, μεγαλόστομε, προπέτη, υπερφίαλε και οιηματικέ τιτάν. Το επερχόμενο γήρας σού προσδίδει βέβαια αντίληψη και σοφία, αλλά σού κοστίζει σε δύναμη. Δεν νιώθεις ήδη τα πόδια σου να τρεκλίζουν; Πώς να αναμετρηθείς με πανίσχυρους αιώνιους οργανισμούς φτιαγμένους να ζουν στο διάστημα; Πώς να συγκριθείς με την τεχνητή νοημοσύνη που διεξάγει ένα τρισεκατομμύριο υπολογισμούς το δευτερόλεπτο; Τι έχετε να προσφέρετε εσείς οι πεφυσιωμένοι παράτολμοι και θρασείς αμφισβητίες των θεών στο ίδιο σας το κοινό, ει μόνον γερατειά και θάνατο, μία ζήση καταδικασμένη σε φόβο, εφεκτικότητα και διστακτικότητα, για να μην κάνετε καμιά απερισκεψία και χάσετε τη μικρή σας υπαρξούλα, διαπνεόμενη από τον μόνο μεγαλύτερο του θανάτου φόβο, που είναι ο φόβος της ζωής; Εγώ αντίθετα, γκρινιάρη, δύστροπε, κακόφωνε, χασμωδικέ, ξεμωραμένε, αγελαίε παλαιοπώλη- γρυτοπώλη- ρωποπώλη, έχω άρει την κατάρα της παροδικότητας από τα πλάσματα του θεού, έχω διαρρήξει το δεσμωτήριο της ψυχής, που μνημόνευε και ο δικός σας Πλάτων, και έχω βρει καινούρια ατσάλινα αγγεία, όχι από τιτάνες, αλλά από τιτάνιο, μέσω των οποίων μπορώ να διαβιβάζω τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου. Και όταν πεθάνω, θα διοχετεύσω το πνεύμα μου σ’ αυτόν τον ανώτερο οργανισμό και θα ζήσω για πάντα! Μάταια σε κάλεσα να με συντροφέψεις σε αυτή την υπέρβαση, δεν είσαι ικανός εσύ ο μικρόψυχος, φιλόψογος, φιλομεμφής, μικρολόγος επικριτής,  να καταλάβεις το μεγαλείο της διαστρωμάτωσης που σού πρότεινα.»

         «Ω Θεέ μου, τι υπέρτατο μεγαλείο», είπε ο Υπερίων, ενώ κατά τη διάρκεια της φλυαρίας του Διδυμίωνα – Χειριστάρχη είχε επιβεβαιώσει την πτήση του και είχε ήδη εισέλθει και προσδεθεί στην Ιθυειλία, στέλνοντας ταυτόχρονα μηνύματα με τον επικοινωνητή στις συνεργάτιδές του Ευρύβια, Αγχιάλη και Μήτιδα να τον συναντήσουν στη Γη, όπου θα γινόταν ένα είδος ανασυγκρότησης και ανασύνταξης της ερευνητικής ομάδας μετά τα όσα συνέβησαν.

        «Θεός, χα, χα, τι ανόητη ξεπερασμένη απολιθωμένη έννοια. Ο χρόνος του θεού ή των θεών, είτε μονοπρόσωπων, είτε πολυπρόσωπων, είτε χριστιανικών, είτε ισλαμικών, είτε εθνικών είτε ειδωλολατρικών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν χρειαζόμαστε δεκανίκια πλέον, όπως είναι η πίστη στους θεούς. Οι ζωές μας μάς ανήκουν και μπορούμε πια να τις φορτώσουμε σε όποιο μηχανισμό εμείς κρίνουμε κατάλληλο. Έκανες μεγάλο λάθος, πένθιμε και θλιβερέ, νωχελικέ και πλαδαρέ κωμικέ, που αρνήθηκες τη γενναιόδωρη προσφορά μου για ανάληψη στους ουρανούς της Νέας Αρκαδίας. Σε κάθε περίπτωση η σύζυγος και οι θυγατέρες σου έχουν ήδη ταχθεί στο πλευρό μου και αυτό σίγουρα μού δίνει κάποια ικανοποίηση. Μείνε μόνος σου μοναχικέ ιππότη της ελεεινής μορφής, δεν αξίζεις τίποτε καλύτερο».

        «Ξέρεις ποιο είναι αυτό που δεν θα μπορέσετε ποτέ να αναπληρώσετε σεις οι διαβολικοί τεχνικοί, τεχνουργοί και τεχνοκράτες, μεγαλειώδη Χειριστάρχη; Την ανθρώπινη εμπειρία. Εσείς ταΐζετε τις μηχανές σας με δεδομένα, που είναι όμως “σκύβαλον εντός, σκύβαλον εκτός”, δηλαδή τα μηχανήματά σας, άσχετα αν είναι κατασκευασμένα από σκληρή ή μαλακή ύλη, στην ουσία σάς αναπαράγουν και επαναλαμβάνουν όσα εσείς τούς έχετε πει. Δεν θα μπορέσετε ποτέ να τούς μεταδώσετε την εμπειρία του ανθρώπου, που προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του περιβάλλοντος ανέπτυξε τέχνες και επιστήμες, α) Θεολογική και Οντολογική, β) Φυσική και Βιολογία, γ) Εμψυχογενετική και Αψυχογενετική, δ) Δεσποτική, ε) Γαμήλια, στ) Τεκνοποιητική, ζ) Κτητική, η) Ξηροτροφική και Υγροτροφική, θ) Οψοποιητική,  ι) Θηρευτική, ια) Πολεμική και Ληστρική, ιβ) Οικοδιοίκηση και Οικονομική, ιγ) Πραγματιστική, Καπηλική και Εμπορική, ιδ)  Χρηματιστική και Κερδοσκοπική, ιε) Πρακτική και Γνωστική, ιστ)  Εριστική και Αντιλογική, ιζ) Επιτακτική και Κριτική, ιη) Ψυχολογία,  ιθ) Αυτοεπιτακτική και Ηθική, κ) Δίκαιον και Πολιτική, κα) Τακτική, Στρατηγική, Τέχνη Διοικητική, κβ) Μαθηματική και Πρώτη Φιλοσοφία, κγ) Λογοτεχνία και Ποιητική, κδ) Μουσική και Παιδαγωγική  (σ.σ. αναγνώστη πρόσεξε ότι είναι όσες και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου). Όλες αυτές οι επιστήμες και οι τέχνες παρουσιάζουν την πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη Γη και αλλού και έχουν αφήσει τα ίχνη τους παντού, στη φύση ως πληγή και στον ίδιο τον άνθρωπο ως οδυνηρή χαρακιά στο δέρμα. Μάς θυμίζουν πόσο επίπονα και σκληρά κατακτώνται τα στοιχεία της γνώσης.  “Τα αγαθά κόποις κτώνται”. Αυτό δεν πρόκειται ποτέ να το νιώσουν οι μηχανές, απ’ όσο μαλακά υλικά κι αν φτιαχτούν, γιατί βουτάνε στο πηγάδι των δεδομένων απρόσκοπτα, ανεμπόδιστα, χωρίς να δυσκολευτούν ή να βασανιστούν».

    «Μού φαίνεται ότι παραληρείς, συγκεχυμένε, πολυμαθή αλλά μη οξυδερκή, υποτασικέ και υποχόνδριε Υπο-ορίωνα- Υφορίωνα- Αφεδρίωνα, έχω την αίσθηση ότι έχεις πλέον περιέλθει σε μία κατάσταση που δεν ξέρεις τι λες. Παρουσιάζεις ως προσόν των ανθρώπων ακριβώς όσα οι ίδιοι προσπάθησαν να εξαλείψουν με τις επιστήμες τους. Σού εύχομαι καλά ξεκουμπίδια και κακό κατευόδιο από τη Νέα Αρκαδία και με το κακό να σε ξαναδούμε ή ακόμη καλύτερα μη σώσεις να ξανάρθεις ποτέ. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία, διότι θα έλθω εγώ να σε βρω, όταν οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί μου εξαπλωθούν σ’ όλο το Σύμπαν και η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχήσει στον κόσμο και στην οικουμένη».                   

    Εδώ ο Υπερίων κλείνει το κεφάλαιο με μία αινιγματική υπαινικτική αποστροφή, της οποίας η πλήρης εμβέλεια δεν μπορεί προσώρας να εκτιμηθεί σε όλη της την έκταση.

           «Χειριστάρχη, πας να παίξεις στην παρούσα κωμωδία ένα ρόλο που δεν σού ταιριάζει. Διότι δεν είσαι ο “είρων”, αλλά – αλίμονο- ο “αλαζών” του παραμυθιού!».      

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23ο : ΨΕΥΔΟΣ (ΤΟ)

Κεντρικά Αστροστόλου, Άγιος Φραγκίσκος, Γη

Παρόντες στη διάσκεψη: Προμηθέας, Υπερίων, Ευρύβια, Αγχιάλη, Μήτιδα

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν ξέρω αν η παρουσία μου εξυπηρετεί κάτι σ’ αυτή τη διάσκεψη. Ο φίλος μου ο Υπερίων επέμενε να είμαι παρών προφανώς εθισμένος και συνηθισμένος στην παλιά υπαλληλική μας ιεραρχία. Όμως εγώ είμαι ήδη συνταξιούχος και…  

ΥΠΕΡΙΩΝ: Μη το συζητάς, Προμηθεύ. Ακόμα και αν δεν σταυρώσεις σήμερα μία λέξη, μόνο η ατμόσφαιρα εκείνων των διασκέψεων που είχαμε κάποτε στη γέφυρα του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα διεγείρει τα φαιά μου κύτταρα με τρόπο καθοριστικό, ώστε να δυνηθώ και ο ίδιος να καταλάβω τις πολυδαίδαλες πτυχές αυτής της υπόθεσης…

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Καλά, ξεκίνα την εισήγησή σου, σχολαστικέ Υπερίων, διότι η Κελαινώ μού έχει αναθέσει και οψώνια- ώνια και δεν θέλω να αργήσω.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Τα δεδομένα της υπόθεσης πάνω- κάτω τα ξέρετε. Όποια πέτρα της Νέας Αρκαδίας και αν σήκωνα, έβλεπα από κάτω εξαπάτηση και διαφθορά. Δεν υπάρχει τίποτε σ’ αυτό τον καταραμένο τόπο που να είναι όπως φαίνεται. Στο τέλος παραστράτησα κι εγώ κι είχα μία ερωτική περιπέτεια με τη Φαιναρέτη.

 ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Α- πα-ρά- δε-κτο για πράκτορες. Σ’ αυτό το θέμα θέλω να είμαι αδαμάντινος, Υπερίων, και να μην κάνω παραχωρήσεις ή εκπτώσεις. Υπερέβης τα όρια και δεν ενήργησες καθόλου θεσμικά. Ξεφτίλισες το θεσμό του γάμου, έστω κι αν η οικογένειά σου είναι ολογραφήματα.  Τι θα πεις στην Θεία -Ευρυφάεσσα, όταν τη συναντήσεις στην επόμενη Δημιουργία;

     Η πολύπειρη Ευρύβια γέλασε:

ΕΥΡΥΒΙΑ: Γλώσσα λανθάνουσα την αλήθειαν λέγει, Αρχιπροϊστάμενε. Υποσυνείδητα, δεν αναφέρεσαι στην ολογραφική Ευρυφάεσσα, την οποία απάτησε ο Υπερίων, αλλά στη φυσιολογική, που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι κάνεις φυλετικές διακρίσεις εις βάρος των φωτονικών ανθρώπων, λες και φταίνε αυτοί οι καημένοι που εξαρτώνται από την οροφή, που τούς προβάλλει.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Πάνω σ’ αυτό, ήθελα να αναφέρω τα εξής. Χτες το βράδυ, δέχτηκα μια πολύ περίεργη επίσκεψη, ω πρεσβύτερε των τιτάνων -τώρα που μάς έφυγε και ο Ωκεανός. Καθώς  προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ στο διαλογισμό μου, το δωμάτιο άρχισε να φωτίζεται κι εμφανίστηκε μια φωσφορίζουσα λάμψη με λεπτά χρυσά κράσπεδα που μαρμαρυγούσαν στις άκρες. Και ναι, ήταν η Θεία που άρχισε να μού απαγγέλλει: «Δεινόν γαρ που, εί πολλαί τινες εν ημίν, ώσπερ εν δουρείοις ίπποις, αισθήσεις εγκάθηνται, αλλά μη εις μίαν τινά ιδέαν, είτε ψυχήν, είτε ό,τι δει καλείν, πάντα ταύτα ξυντείνει, ή δια τούτων οίον οργάνων αισθανόμεθα όσα αισθητά». (Κάπου είναι φοβερό αν παραδεχτούμε ότι στο εσωτερικό εκάστου των ανθρώπων, ωσάν να είμαστε δούρειοι ίπποι, είναι εγκατεστημένες πολλές αισθήσεις και δεν συγκεντρώνονται σε κάτι, το οποίο έχει ενιαία μορφή, είτε ψυχή είτε όπως αλλιώς το ονομάσουμε. Μ’ αυτή την ψυχή χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις ως όργανα αισθανόμαστε τα αισθητά πράγματα».

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Στοιχειώδες αγαπητέ Υπερίων. Πλάτων, Θεαίτητος, το μέγιστο επιστημονικό σύγγραμμα της τιτανικής εποχής. Τούτο έχει στην περίπτωση σου διπλή σημασία. Αφενός δεν μπορείς να αποξενώσεις ή να αποκόψεις τη γενετήσια αίσθηση από τη συνολική σου προσωπικότητα, δεν επιτρέπεται δηλαδή να κάνεις ό,τι έκανε ο Εγκληματίας της Χαμένης Τιμής του Σίλερ που δεν αναγνώριζε τον εαυτό του στα εγκλήματά του και αφετέρου ότι πίσω από όλες τις επιμέρους διαφθορές και ατασθαλίες που βίωσες στη Νέα Αρκαδία πρέπει να υπάρχει ένα κοινό επιτελείο, ένας κοινός παρονομαστής, όπου όλα αυτά συντονίζονται και απ’ όπου εκπορεύονται.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι ξέρω, υπονοείς ότι πίσω απ’ όλα κρύβεται ο Χειριστάρχης. Όμως θέλω να φτάσω εκεί μέσα από συνεπαγωγές και όχι να ξεκινήσω από το τέλος και να ανακηρύξω κάποιον ένοχο μόνο και μόνο επειδή με προσέβαλλε επανειλημμένα. Και πράγματι κανείς στη σταδιοδρομία μού δεν μού έχει φερθεί με τόσο ταπεινωτικό, απαξιωτικό τρόπο. Να φανταστείτε ότι κατά την αναχώρησή μου από το σταθμό, με ξεπροβόδισε σχεδόν με μπινελίκια. Και είναι αλήθεια, το ένστικτό μου βοά ότι ο Διδυμίων- Χειριστάρχης εκπροσωπεί το απόλυτο κακό.

      Η Μήτιδα έχωσε τη μύτη της επί τον τύπον των ήλων.  

ΜΗΤΙΔΑ: Προϊστάμενε, με όλο το σεβασμό, ακόμη και η ερωτική σου περιπέτεια ήταν ενορχηστρωμένη από τον Διδυμίωνα. Εσύ δεν είσαι τύπος που να τσιλιμπουρδίζεις. Προφανώς ο Διδυμίων ρίχνοντάς σου στο πλάι την Φαιναρέτη ήθελε να έχει κάτι στο χέρι, με το οποίο να μπορεί να σε εκβιάζει ξέροντας πόσο μυγιάγγιχτος είσαι, αλλά και πόσο μία τέτοια ενέργεια σε χαρακτηρίζει αρνητικά στο ηθικοπλαστικό περιβάλλον των τιτάνων.  

       Ο  Υπερίων έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα. Ύστερα είπε:

ΥΠΕΡΙΩΝ: Σχετικά με τη σχετλιαστική σχέση μου με τη Σιχ …, συγγνώμη με τη Φαιναρέτη, θέλω να εξομολογηθώ κάτι που ίσως αναβαθμίζει το πλημμέλημά μου σε κακούργημα. Ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι κοιμήθηκα μαζί της για να την παρηγορήσω για όσα αδιανόητα είχε περάσει και ξέρω ότι σύμφωνα με το βιογραφικό της είχε εκτεθεί σε κάθε νοητή κτηνωδία … πλην όμως η αλήθεια είναι ότι, αν αυτό ίσχυε, δεν θα μπορούσε να συνευρεθεί μαζί μου.

ΑΓΧΙΑΛΗ: Γιατί το λες αυτό, Προϊστάμενε; Μπορεί να βρήκε σε σένα μία ευγενική απαλή παρουσία, που να ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν μετά από χρόνια γενετήσιας παρενόχλησης και κακοποίησης.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Όχι σού λέω, δεν μπορώ να το εκφράσω εύκολα. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν να απολαμβάνει τον έρωτα τόσο πολύ σαν να το έκανε για πρώτη φορά με αναζωογονητική έκπληξη, με αμαρτωλή ένταση, με αχαλίνωτη ηδονή. Αποκλείεται μία γυναίκα με τέτοια βαθιά τραύματα, με ιστορικό βιασμών και πάσης φύσεως ανωμαλιών να χαίρεται τον έρωτα με τον ενθουσιασμό της παρθένας. Στο σημείο αυτό σάς εκμυστηρεύομαι ότι εγώ σαν εραστής είμαι και λίγο σκουριασμένος λόγω συγχρωτισμού με τις ολογραφικές προβολές, δεν είμαι δα ούτε Άδωνις, ούτε Πυργοπολυνίκης του Πλαύτου, καυχησιάρης στρατιώτης, δεν δικαιολογείται με τίποτε αυτή η έκσταση της κυρίας, σαν να ήταν πρωτάρα, σαν να ήταν παρθένα… Από την άλλη, παρα- ήταν θορυβώδης ο οργασμός της και δεν έδειχνε χαρά ή αγαλλίαση. Ήταν κάπως μηχανικός, όπως όταν κάποιος πλησιάζει ξυστά στο προγραμματισμένο και εκ των προτέρων σχεδιασμένο αποτέλεσμα, αλλά δεν θέλει να παραδεχθεί ότι δεν το πέτυχε, ότι την τελευταία στιγμή αστόχησε. Είναι σαν το δικό σου όνομα, Αγχιάλη, ένιωσα ότι βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, αλλά δεν έβρεξε ποτέ τα πόδια της ούτε βούτηξε στα κύματα. Τώρα λες να οφειλόταν σε μένα αυτό; Αλλά πάλι είχα την αίσθηση ότι όλη αυτή η διαδικασία και όλο αυτό το αγκομαχητό δεν είχε καμία σχέση με μένα…ήταν μακρινό, ήταν απόμακρο, ήταν αντήχηση… ήταν αντίλαλος σε σπηλιά…

ΑΓΧΙΑΛΗ: Προϊστάμενε μην υποτιμάς τον εαυτό σου, αλλά τέλος πάντων ας δεχθούμε ως συνήγοροι του διαβόλου ότι έχεις δίκιο. Άραγε η συμμετοχή της στο βιοσύμφυτο δίκτυο προκάλεσε επίταση ή μήπως απομείωση της ηδονής της; Ίσως τίποτε από τα δύο να μη συμβαίνει και το βιοσύμφυτο δίκτυο να μην έχει καμία σχέση. Αυτό που όλοι οι αφελείς ερωτύλοι και κατά φαντασία καρδιοκατακτητές επιμένουν να παραγνωρίζουν – οι παρόντες εξαιρούνται- είναι ότι οι γυναίκες συχνά προσποιούνται οργασμό, όταν θέλουν να κερδίσουν κάτι. Αν λες ότι έπαιζε θέατρο, αυτό συμφωνεί με το ότι είχε υποστεί τραυματικές εμπειρίες, άρα μάλλον εκτελούσε εν προκειμένω τις εντολές και τις οδηγίες του εργοδότη της.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Εδώ έχουμε την προβληματική μίας παράστασης μέσα στην παράσταση. Αν δεχθούμε ότι η Φαιναρέτη διατάχθηκε από τον εργοδότη της να προσποιηθεί, σίγουρα με την ερωτική πείρα που είχε, θα μπορούσε να το κάνει τέλεια. Κι όμως, ο -όχι και τόσο ερωτιδεύς- Υπερίων διαπίστωσε ότι προσποιούνταν. Σαν να μην ήξερε δηλαδή η Φαιναρέτη πώς είναι ο πραγματικός οργασμός.   Αλλά κι αν ακόμη δεν είχε νιώσει πραγματικό οργασμό, λόγω των ψυχολογικών της τραυμάτων και των βιασμών που υπέστη, όμως σίγουρα μία γυναίκα με τη δική της τριβή και πείρα θα ήταν σε θέση να τον μιμηθεί πειστικότατα, αυτά είναι γνωστά. Αν μέχρι κι ο Υπερίων, που δεν έχει και τόσο μεγάλη σεξουαλική προπαίδεια- συγγνώμη που σε θάβω με το φτυάρι υφιστάμενε – κατάλαβε ότι η λεγάμενη έπαιζε θέατρο, τότε τι να πω! Σημαίνει ότι η «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα» γυνή ήταν εξ υπαρχής αποκομμένη από κατ’ εξοχήν βασίλειό της, το γενετήσιο βασίλειο, την αυτοκρατορία των αισθήσεων! Αυτό συνηγορεί να υιοθετήσουμε την εκδοχή ότι  μετά την ένταξη στο συμβιωτικό δίκτυο δεν μπορεί να αισθανθεί τίποτε, ούτε για πριν ούτε για μετά.

ΕΥΡΥΒΙΑ: Να το πάμε πιο μακριά αυτό που λες, Αρχιπροϊστάμενε. Λοιπόν, ο Διδυμίων ισχυρίζεται ότι με το σύστημα του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος, το οποίο αυτός εγκαθιστά, όλοι στέλνουν μέσω του υποσυνειδήτου μηνύματα προς όλους. Όμως, για να μεταβούμε σε σένα, μικρέ Προϊστάμενε, τι το καινούριο τελικά έχει αυτό; Μήπως πριν από λίγο δεν μάς αφηγήθηκες ότι η Ευρυφάεσσα σού έστειλε τηλεπαθητικό μήνυμα από τον άλλο κόσμο, όπου σε ορμήνευσε να αναγάγεις τις φαινομενικά ασύνδετες εμπειρίες σου σε μία και μόνη ενοποιητική πηγή; Τα τηλεπαθητικά μηνύματα μεταξύ των ανθρώπων, τα νήματα μεταξύ πομπών και δεκτών, ακόμη και μεταξύ ζωντανών και νεκρών πάντα υπήρχαν. Τι το καινούριο λοιπόν έχει το δίκτυο που προτείνει και διαφημίζει ο Διδυμίων; Τίποτε απολύτως! 

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Ε λοιπόν, αυτό είναι. Όπως λένε οι πυθαγόρειοι αναφερόμενοι εμμέσως και στον λόγο της ακτίνας προς την περιφέρεια του κύκλου, «αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί». Ο Θεός έχει κι αυτός τη δική του τεχνολογία ενστίκτου, ενσυναίσθησης, διαίσθησης και εξ απόστασης επικοινωνίας και την έχει εμφυτεύσει στο μυαλό μας μετά από χρόνια εξέλιξης. Ο Διδυμίων αντί να κλέψει την τεχνολογία του Θεού και να τη δώσει στους ανθρώπους, όπως θα έκανα εγώ, βάζει ένα δικό του τσιπάκι αντικαθιστώντας στην πραγματικότητα την τεχνική του Θεού με κάτι που είναι βέβαια εξ ορισμού πολύ πιο ατελές.    

ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι, ναι, αυτή η φτιαχτή υπερβολική απόλαυση, που δηλώνει αβαθή συναισθήματα ή έλλειψη ενδόμυχου  αισθήματος, που διαπίστωσα κατά την επαφή με τη Φαιναρέτη, είναι ίσως ένδειξη ότι η βιοσύμφυτη συσκευή του Διδυμίωνα παρίσταται μη σύμφυτη, ασύμβατη, ασύμμετρη και ασυμβίβαστη με την φυσιολογική και φυσική λειτουργία του εγκεφάλου. Δεν είναι μία προσθήκη, αλλά μάλλον επιφέρει επανεκκίνηση, επανεγγραφή και αντικατάσταση των αναμνήσεων με καινούριες όμοιες. Είναι μάλλον σαν να ξαναγράφεις σε ένα ήδη χρησιμοποιημένο χαρτί το ίδιο κείμενο λίγο πιο πρόχειρα, λίγο πιο βιαστικά, χωρίς την ηδονική πίεση του μολυβδοκόνδυλου πάνω στον πάπυρο, την περγαμηνή ή τη βύβλο. Αν αφαιρέσεις από έναν άνθρωπο τη γεύση της πραγματικότητας, την οσμή και την ευωδία της στιγμής και τού αφήσεις τις αναμνήσεις αποστειρωμένες και ευνουχισμένες, είναι άραγε ο ίδιος; Τότε οι αναμνήσεις γίνονται ράφια βιβλιοθηκονόμου, καλυμμένα  με σκόνη άγονης σχολαστικής ταξινόμησης, που μάταια αυτός τα τινάζει και τα ξεσκονίζει προσπαθώντας να ξαναδώσει σ’ αυτές την παλιά τους λάμψη και αίγλη.

ΜΗΤΙΔΑ: Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο/η εφοδιασμένος/η με το εμφύτευμα είναι σε θέση να καταλάβει τη διαφορά με αυτό που ζούσε πριν. Απλώς ξυπνάει το άλλο πρωί μετά την επέμβαση σφύζοντας από διάθεση και ζωή, σφυρίζοντας εύθυμα και χαρωπά, αντικρίζοντας μία ανέφελη και ανέμελη συνέχεια στερημένη – αλίμονο- από αδημονία και ελπίδα, νιώθοντας μία βασική ευχαρίστηση  -ποτέ πια ευτυχία-  μη έχοντας συναίσθηση -και αυτό είναι το απόλυτα εγκληματικό στοιχείο της όλης ιστορίας – ότι δεν είναι πλέον ο ίδιος/α, αλλά αντίγραφο, για να μη πούμε κακέκτυπο του εαυτού του/της. Στην ουσία είναι η ίδια προβληματική που υπήρχε στην πρωτόγονη διακτίνιση, όπου αντί να μεταφέρεται η ουσία του ανθρώπου μέσα από διαύλους υποδιαστήματος, απλώς μεταφερόταν κάπου αλλού ένα αντίγραφο του οργανισμού και είχαμε όλοι πήξει στα δίδυμα και στα τρίδυμα αδέλφια. Ίσως αυτή είναι τελικά η σημασία του ονόματος «Διδυμίων». Αλλά τότε τουλάχιστον όλοι γνώριζαν ότι πρόκειται για αντίγραφο, ενώ εδώ οι προσήλυτοι της βιοσύμφυσης δεν το γνωρίζουν κι αυτό είναι ένα είδος φόνου. Υπ’ αυτή την έννοια η συμβίωση μέσω επικοινωνούντων εμφυτευμάτων μπορεί να χαρακτηρισθεί και γενοκτονία.              

 ΥΠΕΡΙΩΝ: Μάλιστα, γι’ αυτό κάτι δεν μού πήγαινε καλά. Αυτό είναι το μέγα ψεύδος, το μέγιστο απ’ όσα βίωσα στη Νέα Αρκαδία. Όλο το μεγαλειώδες σχέδιο, που εκπορεύτηκε από τους Αρήτη, Περκνοπτέρυγο και Διδυμίωνα, έφερε από την αρχή πληγή στον κρόταφο, το φίδι είχε ήδη εισχωρήσει στη φαντασίωση του τεχνο-βουδιστή. Υποτίθεται ότι η συναινετική του ολότητα και ενότητα μέσω πλήρως διαδικτυακής συμβίωσης θα αντικαθιστούσε την παραδοσιακή διασκεπτική δημοκρατία. Υποτίθεται ότι τα μέλη του κοινόβιου αποφασίζουν ακαριαία, η δε Νέα Αρκαδία εφαρμόζει αυτοστιγμεί το αποτέλεσμα της κοινής συγκατάθεσης, δεν χρειάζεται δηλαδή καν εκτελεστική εξουσία. Υπό την αιγίδα του Διδυμίωνα ένα νέο πολίτευμα διαδέχεται τα παραδεδεγμένα θέσμια του Αριστοτέλους, που διευθετεί όλες τις κοινές υποθέσεις στο μισό του χρόνου και με τη δεκαπλάσια αποτελεσματικότητα. Το νευρικό υπόβαθρο και υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας διαθέτει αστρονομική υπολογιστική δύναμη, υπεραρκετή και κατά πολύ υπερβάλλουσα σε σχέση με τις απαιτήσεις της ρυθμιστικής και παροχικής διοίκησης. Και μάλιστα το όραμα του Διδυμίωνα υπερέχει και κατά το ότι η Νέα Αρκαδία είναι απολύτως αμερόληπτη και εντελώς αδιάφθορη.  Μία μη δωροδοκούμενη, μη γραφειοκρατική διοίκηση, το όνειρο γενεών και γενεών των φυσιολογικών ανθρώπων. Όλα τούτα συγκροτούν ένα ελκυστικό σύνολο, το οποίο έχει μόνο ένα εγγενές ελάττωμα: είναι ψεύτικο! Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κλασική διάσκεψη της δημοκρατίας, όπου το κάθε μέλος της κοινωνίας εισφέρει “το ίδιον” σε ένα κοινό αποτέλεσμα.      

ΑΓΧΙΑΛΗ: Μια και το όνομά μου περιέχει το πρόσφυμα «αγχι», που δηλώνει την εγγύτητα σε κάτι, μήπως τελικά είμαστε πιο κοντά στη λύση του εγκλήματος από ό,τι νομίζουμε; Είναι γνωστό ότι η διάγνωση ενός πειστικού κινήτρου είναι ικανή και αναγκαία να αποκαλύψει  σε πλείστες όσες περιπτώσεις την ταυτότητα του δράστη. Ήδη διαβλέπω δύο κίνητρα, που κατευθύνουν τις υποψίες προς τον Διδυμίωνα. Το ένα είναι το μέγα ψεύδος, που μόλις ανιχνεύσαμε. Αν η Αρήτη είχε σκοπό να αποκαλύψει στο λαό αυτό ο ψεύδος, δεν θα είχε κίνητρο ο Ασιάτης φίλος μας να την ξεπαστρέψει; Και είναι και κάτι άλλο που προκύπτει από τις συναντήσεις σου με τον τεχνο-βουδιστή, Προϊστάμενε, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος επιστήμων σνόμπαρε πάντα τον ελληνικό πολιτισμό προβάλλοντας τον αντίστοιχο της πολυπληθούς μεν πλην όμως εσωστρεφούς χώρας του. Ήταν πάντα μία διανοητική πρόκληση γι’ αυτόν να αναδείξει την υπεροχή της αυτοκρατορικής ή κομμουνιστικής Κίνας έναντι του “Σι λα”, του μικρού έντονου φωτός που είναι η Ελλάδα.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι. Αλλά γιατί η Αρήτη να θέλει να αποκαλύψει τον έμμεσο φόνο, που συνεπάγεται η τοποθέτηση εμφυτεύματος ή πλασμώδιου; Έτσι κι αλλιώς και αυτή και ο Διδυμίων ήσαν υπεύθυνοι του ίδιου προγράμματος και είχαν τα ίδια συμφέροντα. Και σε τελευταία ανάλυση είχαν και οι δύο την ίδια απεχθή υλιστική νοοτροπία.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Χα! Μπορεί να ήσαν και οι δύο υλιστές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο υλισμός τους ταυτιζόταν. Ο υλισμός του Διδυμίωνα είναι ανατολίτικης προέλευσης, είναι η λατρεία του Μίθρα, του θεού ήλιου, ο ασπασμός της φύσης, της νοτισμένης γης, της ταραγμένης θάλασσας, των ανθέων και των άστρων, είναι η βαθιά πεποίθηση ότι τίποτε έξω από την εμπειρία και το σκηνικό της φύσης δεν μπορεί να έχει σημασία. Ο υλισμός του Διδυμίωνα είναι θεωρητικός, εξευγενισμένος, μεθοδολογικός, επιστημονικός και επιστημολογικός, στη δική του αντίληψη η «ύλη» είναι φιλοσοφική κατηγορία. Αντίθετα ο υλισμός της Αρήτης έρεπε προς τις απολαύσεις και τις καταχρήσεις, ήταν αισθησιακός, από φιλοσοφική σκοπιά χυδαίος, επαναλαμβάνω -από φιλοσοφική σκοπιά – για να μην παρεξηγηθώ. Η Αρήτη δεν είχε κάποιο υψηλότερο στόχο, ούτε κάποια άλλη φιλοδοξία από το να χαρεί και να τρυγήσει τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα, άλλωστε λέγεται Κυρηναϊκή. Είχε πλήθος εραστών, γυναίκες, άνδρες, φυσιολογικούς, βιοσύμφυτους, ολογραφικούς, δεν έκανε διακρίσεις, δεν είχε άλλη επιδίωξη στην καθημερινή ζωή, δεν είχε άλλα σχέδια «ειμή μόνο να ήταν δυνατή μία ευτυχισμένη στιγμή», όπως έλεγε και ο λόρδος Βύρων. Η Αρήτη δεν πίστευε, ίσως και να κορόϊδευε τις μηχανιστικές κατασκευές του Διδυμίωνα. Ούτε βέβαια τη συγκινούσε κάποια ζωή μετά θάνατον, άλλως και επικουρικώς είχε καταλάβει ότι η μετά θάνατον ύπαρξη, που υποσχόταν ο ομόλογός της, ήταν μία αναίσχυντη φενάκη, μία κρεμαστή κολοκύθα. Συντάσσομαι λοιπόν με την Αγχιάλη. Η λυκοφιλία τους ή η κοινότητα συμφέροντος που είχαν δεν ήταν αρκετή ώστε να γεφυρώσει τις θεμελιώδεις διαφορές τους. Ήσαν εχθροί και η εχθρότητα αυτή κάλλιστα μπορεί να οδήγησε στο φόνο!               

ΥΠΕΡΙΩΝ: Διάολε, ξέχασα την επιστήμη της σημειωτικής και της σημειολογίας! Μα βέβαια, τώρα μόλις νιώθω να απολεπίζονται οι οφθαλμοί μου, να πέφτουν κάτω τα λέπια της αγνοίας και της εθελοτυφλίας! Η Αρήτη άφησε πίσω της πολλαπλά μηνύματα, προαισθανόμενη ίσως τη δολοφονία της, αλλά εγώ τα αγνόησα. Καλά, είμαι σοβαρός; Φαίνεται ότι η πολυμήχανη αυτή κυρία, που δεν ήξερε πώς να διαθέσει τον ελεύθερο χρόνο της, ηδονιζόταν να στέλνει μηνύματα, συναρπαζόμενη από την αγωνία αν ο αποδέκτης θα μπορούσε να τα αποκρυπτογραφήσει. Θυμάμαι πως, όταν είχα ερευνήσει το γραφείο της, είχε αφήσει τρεις ενδείξεις, που υποδήλωναν ότι ήταν οπαδός του «Ικαρομένιππου» και της ανεξαρτησίας της Νέας Αρκαδίας: Το απομονωμένο τραπέζι-  ομοίωμα του τροχιακού σταθμού στο κέντρο μίας έρημης και αχανούς αίθουσας, την τρύπα στο σχεδιάγραμμα του ηλιακού συστήματος και το  «πλαγγώνιον αυτόματον», όπου η Νέα Αρκαδία εμφανιζόταν με τις διαστάσεις του Δία. Βέβαια οι λόγοι, για τους οποίους η Αρήτη  ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας, διέφεραν από εκείνους του Διδυμίωνα. Απλώς ήθελε να σταθεροποιήσει και να διατρανώσει την πολιτική της ισχύ, δεν είχε κατά νου κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Αλλά… αλλά, τώρα που το σκέφτομαι… η μεγαλύτερη ένδειξη είναι…

           (Στο σημείο αυτό ο Υπερίων πήρε μεγάλη ανάσα ή μάλλον εξέβαλε μεγάλο αναστεναγμό).

ΥΠΕΡΙΩΝ: Τις πρώτες μέρες, που είχα εξοκείλει στα σκοτεινά νερά της Νέας Αρκαδίας, είχα πολύ άσχημη ψυχολογία και λόγω του ότι είχα διαπληκτιστεί με τη γυναίκα και τις κόρες μου. Κάποιο βράδυ, ίσως την ίδια μέρα ή την προηγούμενη που συνάντησα εκείνον τον καημένο τον παπα- Σκανδαλόμωρο, κοιμήθηκα στο σπίτι της Αρήτης. Μάλιστα την επόμενη μέρα θυμόμουν χαρακτηριστικά ότι ήμουν αξύριστος και βρομούσαν οι μασχάλες μου. Αλλά κοιμήθηκα σε κρεβάτι! Ήταν το μόνο αντικείμενο που υπήρχε εντός της οικίας, εντός του σειρητίου, του βρόχου ή της ταινίας που περιέβαλλε τον τόπο του εγκλήματος. Όλα τα άλλα αντικείμενα, που ενδεχομένως είχαν υπάρξει στην οικία, είχαν απορροφηθεί υγειονομικά από τους τοίχους στο πλαίσιο πλήρους εξυγίανσης, καθαρισμού και αποστείρωσης. Όμως όχι το κρεβάτι. Σαν να είχε μείνει πίσω, αψευδής μαρτυρία για το ποιος είχε σκοτώσει την κάτοχο του.  Ο κράβατος παραπέμπει φανερά στον Ενδυμίωνα, που η δική μου Σελήνη σε κάποιες άλλες Δημιουργίες τον άφηνε να κοιμάται για πάντα για να μη γεράσει.  

ΜΗΤΙΔΑ: Εννοείς τον Ενδυμίωνα  τον σκηνοθέτη;

ΥΠΕΡΙΩΝ: Όχι, αυτό είναι απλή συνωνυμία. Μη θέλετε πια και την απόλυτη σεναριακή τελειότητα! Είναι φανερό ότι η Αρήτη επιδίωκε να υπονοήσει ότι ο Διδυμίων είναι ο ένοχος και λόγω της ηχητικής ομοιότητας, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλοντάς τον ότι σε κανένα σημείο δεν δικαιούται να εκπροσωπεί τον αριθμό «δύο», διότι ούτε διπλό κόσμο- έναν στη Γη κι έναν στον ουρανό-  προσφέρει, αλλά ούτε και η τεχνητή νοημοσύνη του μπορεί να ενισχύσει τους ανθρώπους ως μία δεύτερη φύση, τουναντίον κάθε μηχανική αναβάθμιση αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος στην ενιαία του συνδυαζόμενη ψυχική και σωματική υπόσταση, στο Εν. Μόνο σε μία φύση δύναται να υπαχθεί ο άνθρωπος, στη δική του!    

ΜΗΤΙΔΑ: Ναι, αλλά πώς έγινε ο φόνος; Δύσκολο να εξηγηθεί…

ΥΠΕΡΙΩΝ: Τι λες! Τώρα που βρήκαμε τον ένοχο, ο τρόπος διάπραξης του εγκλήματος είναι παιχνιδάκι!  

              ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24ο: ΩΡΑ ΑΠΙΕΝΑΙ, ΑΛΛΑ…

          Ο στόλος του Σείριου είχε αποκλείσει τη Νέα Αρκαδία, κατ’ εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου των Τιτάνων, του οποίου προϊσταντο ο Ουρανός και η Τηθύς, αλλά και ο Προμηθέας είχε πολύ ισχυρή θέση και επιρροή.

          Εκείνη τη στιγμή ο παλαίμαχος και πολέμαρχος του Καυκάσου παρακολουθούσε τον τροχιακό σταθμό από την οθόνη του τιτανικού αστροσκάφους «Χρυσομάλλου Δέρατος» μαζί με τον αιώνιο σύντροφό του, τον Υπερίωνα, καθώς ο Βενοβίνδας, ο αγαπημένος μας «Βέντιστος Βενθύλος», ήταν στη ναφθαλίνη.

        «Ήλθε η ώρα της τελικής αναμέτρησης με τον Χειριστάρχη», είπε ο Προμηθέας. «Είσαι έτοιμος;»

      «Όσο έτοιμος θα είμαι ποτέ», απάντησε ο Υπερίων. «Όσο να ’ναι μέχρι τώρα αντιμετώπισα αντιπάλους στο πεδίο της μάχης, έναντι των οποίων μπορούσα να επικρατώ με τεχνολογικά τεχνάσματα και επιτεύγματα, αλλά ποτέ έναν αντίμαχο τόσο δαιμόνιο και τόσο διανοητικά ανεπτυγμένο, με τέτοια γνώση των φυσικών και θετικών επιστημών. Διερωτώμαι αν είναι καλύτερος, δηλαδή πιο καταρτισμένος και πιο εφευρετικός από μένα».

       «Είναι μεν ιδιοφυία, αλλά υπάρχουν αρκετές χάσκουσες τρύπες στο ψηφιδωτό των γνώσεών του. Θεωρεί το 90 % της γνώσης ως το 100 %. Δεν καταλαβαίνει ότι η επιστήμη δεν είναι μόνο γνώση, αλλά και βούληση. Δεν γνωρίζει ότι υπάρχει λογική αντιστροφή ως προς τον χαρακτηρισμό των επιστημών, ότι δηλαδή οι θεωρητικές έπρεπε να λέγονται θετικές και αντιστρόφως. Νομίζει άρα ότι οι αριθμοί είναι εγγεγραμμένοι στο Σύμπαν, ενώ είναι δικό μας κατασκεύασμα, δυναμικό όμως που προσαρμόζεται στην υφή του περιβάλλοντος. Άρα ο Χειριστάρχης δεν συνδυάζει αντικειμενικά εξωγενή στοιχεία που ανευρίσκει και εξορύττει με τη σκαπάνη του σε ένα μεταλλείο, αλλά στην ουσία καρπώνεται αυτό που κάποιοι άλλοι έφτιαξαν σύμφωνα με το νόμο της εξέλιξης και κάποιοι άλλοι στην πραγματικότητα υπαγορεύουν. Είναι συνηθισμένος να βρίσκει έτοιμα τα δεδομένα σ’ ένα πηγάδι, όπως κάνουν και οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί του, χωρίς να υποψιάζεται την εμπειρία και τον αγώνα αιώνων που προηγήθηκε από όλα τα πλάσματα της φύσης προκειμένου να προκύψουν αυτά τα δεδομένα. Δεν καταλαβαίνει ότι όλα αυτά τα φαινομενικά ανέγγιχτα και μη απτά, όπως είναι το καθήκον, η αυτοεκτίμηση και ο αγώνας για βελτίωση είναι τελικά τα πιο αληθινά μεγέθη. Γι’ αυτόν τα ήθη, τα έθιμα και ο πολιτισμός των τιτάνων, που διασώζεται ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά αέρας κοπανιστός.  Θεωρεί -ποιος ξέρει από ποια ηλικία- ότι έφτασε την κορυφή και αρνείται να μάθει, ενώ η δική σου ζωή, φιλοπερίεργε Υπερίων, ήταν πάντα η αειφόρος μάθηση και ανάπτυξη, η τάση προς το άπειρο».

        «Πώς τα καταφέρνεις πάντα και λες το σωστό πράγμα, ασυναγώνιστε ψυχολόγε και προπονητή Προμηθεύ; Τι θα γίνονταν οι έρμοι άνθρωποι χωρίς εσένα;», απόρησε ειλικρινά εντυπωσιασμένος και συναισθηματικά φορτισμένος ο Υπερίων.      

              Μετά τους χαιρετισμούς ήλθε εικόνα από τη Νέα Αρκαδία. Στο αρχηγείο ήσαν συγκεντρωμένοι η Θεανώ Θουρία, ο Φιλογενής με το νέο του βοηθό τον Νισαετό, ο Περκνοπτέρυγος και βέβαια ο Διδυμίων, που με οποιαδήποτε κατάταξη και με οποιοδήποτε σκεπτικό συγκαταλεγόταν στους προύχοντες και τους προεστούς. Μάλιστα έδειξε και τις αρχηγικές του τάσεις, λέγοντας:

     «Πω, πω, βλέπω μεγάλη σύναξη συνταξιούχων. Τι γυρεύουν όλα αυτά τα παροπλισμένα διαστημόπλοια και οι γεροπαραλυμένοι κυβερνήτες τους γύρω από τη Νέα Αρκαδία μας;»     

    «Νέα Αρκαδία», είπε ο Υπερίων. «Σάς μεταφέρω τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου των Τιτάνων και της Διαδικτυακής Συνέλευσης των κατοίκων της Γης. Από σήμερα το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας θεωρείται παράνομο, προκειμένου να ερευνηθεί από ανεξάρτητη επιτροπή επιστημόνων η συμβατότητα του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος με τις νοητικές δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου γενικότερα και του υποσυνειδήτου ειδικότερα. Πολύ φοβούμαι ότι, αν ο Σωκράτης ήταν τηλεπαθητικά συνδεδεμένος, δεν θα μπορούσε να δει εκείνο το ωραίο όνειρο, ότι βρέθηκε στην όμορφη Φθία! Εντός εικοσιτεσσάρων ωρών όποιος φυσιολογικός επιθυμεί, καλείται να εγκαταλείψει τη Νέα Αρκαδία. Θα μείνουν κυρίως οι βιοσύμφυτοι που έτσι κι αλλιώς είναι εντελώς εξαρτημένοι και συνδεδεμένοι άρρηκτα με τον κεντρικό συνθετιστή του βιοτεχνολογικού τροχιακού σταθμού. Η νέα Αρκαδία κηρύσσεται απαγορευμένος πλανήτης και δεν επιτρέπεται να τον προσεγγίζει κανένας μέχρι να εξιχνιαστούν εντελώς οι επιπτώσεις της τηλεπάθειας και της ένταξης των ατομικών συνειδήσεων στον διαστημικό υπερ-οργανισμό».

           Η Θεανώ Θουρία διαμαρτυρήθηκε.

        «Τι σημαίνει αυτός ο διαστημικός αποκλεισμός; Γη και Σείριε, κάνετε μεγάλο λάθος αν πιστεύετε ότι είμαστε ανυπεράσπιστοι. Έχουμε στη διάθεσή μας την τεράστια ενέργεια και τους ανεξάντλητους πόρους του Μέγα Πλανήτη και μπορούμε να απαντήσουμε σε κάθε πρόκληση… Ο γελοίος αποκλεισμός σας δεν μού λέει τίποτε, μπορώ να διατάξω να ξαμοληθούν μετεωρίτες και αερόλιθοι με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατά της Γης…»

         «Θεανώ Θουρία», είπε ο Υπερίων, «έχεις πολύ δουλειά για να καταφέρει η Νέα Αρκαδία να μπει στη μεγάλη αδελφότητα των πολιτισμένων κρατών. Τι θα έλεγες αν σού έλεγα ότι αυτή την στιγμή συναποφασίζεις σε κορυφαίο επίπεδο με ένα κοινό δολοφόνο και αυτός είναι ο Διδυμίων; Ανυποψίαστη, σανο-δίαιτη Θουρία, η διοίκησή σου είναι τόσο αποτυχημένη, ώστε έχει αφήσει το φίδι να εισχωρήσει στις τάξεις των οραματιστών ιδρυτών του τροχιακού σταθμού. Παρεμπιπτόντως, σού ανακοινώνω ότι περάτωσα την έρευνά μου σχετικά με την υπόθεση που μού είχατε αναθέσει. Σάς καλώ να συλλάβετε τον Διδυμίωνα για το φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής».

            «Τι είναι αυτά που λες, μάστορα, τρελάθηκες;»

           «Μη τολμήσεις ξανά να με αποκαλέσεις μάστορα. Εγώ είμαι υψηλόβαθμος αξιωματικός του Αστροστόλου, ενώ εσύ συλλαμβάνεσαι. Φύλακες της ασφάλειας, προσέξτε γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ανάπηρος… Φιλογενή, αν πιστεύεις σε όσα κάναμε μαζί στις υποθέσεις του Μνησιπήμονα και του Πυρίσπορου, αν αναπολείς το πώς δουλεύαμε με σύμπνοια και αυτοματισμούς παρά τις διαφορετικές καταβολές μας, αν με εμπιστεύεσαι μετά από όσα κάναμε μαζί, αν θυμάσαι τις συζητήσεις μας, ότι η λέξη “εμπιστοσύνη” είναι η πεμπτουσία του πολιτισμού των τιτάνων, αλλά και ότι ο αιφνιδιασμός είναι η επιτομή της αστυνομικής δράσης, δώσε κλωτσιά στο αναπηρικό καροτσάκι του Διδυμίωνα τώρα!».

          Ο Φιλογενής, που μετά από τόσες κακουχίες, αντιξοότητες και περιπέτειες είχε μάθει να σέβεται το ένστικτο και την διαίσθηση του Υπερίωνα, έδωσε την κλωτσιά.

        Το καροτσάκι αναποδογυρίστηκε, αλλά ο κάτοχός του στάθηκε με θαυμαστό αντανακλαστικό τρόπο όρθιος, ενώ η κουβέρτα γλίστρησε από τα πόδια του στο πάτωμα.

     «Χα, χα», γέλασε ο Υπερίων, «αποτελεί κλασικό εύρημα των εγκληματιών το να παριστάνουν τους ανάπηρους. Το συγκεκριμένο τέχνασμα το είχε αναλύσει και η περίφημη αστυνομική μυθιστοριογράφος Άκανθα του Χρήστου στην “Αυλαία”».

       Το πρόσωπο του Διδυμίωνα έγινε στρεβλό και βλαισό προσωπείο μίσους, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν σαν πυρακτωμένα κάρβουνα. Έπεσε βέβαια στο πάτωμα, αλλά ήταν πια αργά για να κερδίσει τις εντυπώσεις.

       «Το κατάλαβα», συνέχισε την εξομολόγηση- ανάλυση ο Υπερίων, «όταν η Φαιναρέτη δίστασε να μού απαντήσει για την αιτία της υποτιθέμενης αναπηρίας του Διδυμίωνα. Θέλω όμως να σε ρωτήσω κάτι, εσύ που φιλοδόξησες να είσαι το αντίθετο του Αριστοτέλη. Ξέρει η ευνοούμενή σου, η Φαιναρέτη, ότι εσύ σκότωσες την Αρήτη;».

    Ο Διδυμίων έμεινε αναποφάσιστος και δίβουλος για μια στιγμή, έτσι ξαπλωμένος στο δάπεδο καθώς ήταν, και αγκάλιασε τα γόνατά του.

       «Θα μπορούσα ακόμη και τώρα να αρνηθώ τα πάντα, αλλά ένα από τα χαρακτηριστικά μου είναι πως, όταν ο αντίπαλος με έχει περικυκλώσει με επιστημονικά δόκιμες μεθόδους, θεωρώ κάτω από τη δική μου αξία να υποτιμήσω τη νοημοσύνη του. Έχεις δίκιο λοιπόν, Υπερίων, δεν τής το είπα ποτέ, γιατί πάντα προσπαθούσα να την προστατεύσω από τη δυσμενή συστοιχία των συνθηκών, τις οποίες υπέστη ως νεαρή. Είναι ένα λάθος, που διαπράττουν όλοι οι πατεράδες, και θέλω να πιστέψεις ότι πραγματικά θεωρώ τη Φαιναρέτη κόρη μου. Στην αρχή βέβαια ασέλγησα κι εγώ στο κορμί της, πράγμα για το οποίο μετανιώνω και θα μετανιώνω σε όλη μου τη ζωή…να παραβιάσω αυτό το άσπιλο αλαβάστρινο ή μάλλον εβένινο κάστρο… Όμως είμαι ευγνώμων, σε ποιον; … στον ίδιο μου τον εαυτό για την εξέλιξή της. Εκπάγλου καλλονής, εύθραυστη και δυστυχής, όμορφη αλλά και πικρή, όπως η Μύριαμ, η μητέρα του Ιησού. Είναι αληθινό θαύμα ότι απ’ αυτή την ερειπωμένη ύπαρξη αναδύθηκε μία πλήρης και τέλεια γυναίκα! Δεν ήθελα με τίποτε να τη λερώσω και πάλι, να τη χώσω στην κινούμενη άμμο των νεανικών της χρόνων. Δεν περιμένω να το καταλάβεις αυτό, τεχνολόγε παραπληροφορημένε ελληνόστροφε, αλλά πρόκειται για αυτό που εμείς οι βουδιστές ονομάζουμε Ντάνα. Εσείς οι εξωτικοί ξέρετε και πιπιλάτε μόνο το Κάρμα και το Νιρβάνα, άντε και λίγο το Ντάρμα. Όμως το Ντάνα σημαίνει την ευσπλαχνία εκείνη, όπου κάποιος προσφέρει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση».

     Όλοι τόσο στη νέα Αρκαδία όσο και στον πολιορκητικό στόλο είχαν μείνει άναυδοι από την αβίαστη ομολογία του Διδυμίωνα.

     «Αλλά πώς με κατάλαβες; Νομίζω πως είχαμε συμφωνήσει ότι κάθε κάτοικος της Νέας Αρκαδίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχε κίνητρο και ευκαιρία να ξεπαστρέψει την Αρήτη».

     «Σίγουρα κανένας δεν τη συμπαθούσε, ούτε ο Μνησιπήμων, ούτε ο Πυρίσπορος, ούτε ο Ικαρομένιππος, ούτε ο Φιλογενής, ούτε η Λασθίνια, ούτε η Υπαρχία, ούτε η Θεανώ Θουρία, ούτε και κανένας άλλος. Ήταν η απόλυτη υλίστρια και δεν πίστευε ούτε στις σόλες των παπουτσιών που φορούσε. Το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας ήταν γι’ αυτήν ένα διανοητικό πείραμα που τής εξασφάλιζε προνόμια και αναγνώριση, καθώς και κυριαρχία έναντι όλων. Όμως κατά ένα περίεργο τρόπο τα κίνητρα όλων των προαναφερθέντων … μνηστήρων για τον φόνο δεν ήσαν αρκετά έντονα για να τον δικαιολογήσουν. Οι παράλληλες επιδιώξεις των σημαντικών παραγόντων της Νέας Αρκαδίας, που συνίσταντο σε ένα Νέο Σύμπαν, η εκμετάλλευση των όντων του Δία για μία βελτιωμένη έκδοση της Λήμνιας Σφραγίτιδας, η ανεξαρτησία του τροχιακού σταθμού, η αντίσταση κατά της Γης και του Σειρίου,  το λαθρεμπόριο, η καταδίκη του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος σύμφωνα με τις διδασκαλίες της Παποπατριάρχισσας κ.λπ., όλα αυτά εξυπηρετούνταν μια χαρά με την παρουσία της Αρήτης και κάλλιστα μπορούσαν να συνεχιστούν υπό την αιγίδα της. Εσύ όμως είχες εξειδικευμένα κίνητρα, που αντέβαιναν στην ίδια την ύπαρξη της Αρήτης.  α) Γιατί αυτή ήξερε ότι το πολύτιμο τσιπάκι σου ήταν ασύμβατο προς τις ονειρικές και υποσυνείδητες δυνατότητες του ανθρωπίνου εγκεφάλου, ότι ήταν ένα είδος θανάτου του υποκειμένου και μηχανιστικού αναδιπλασιασμού του, και δεν είχε καμία αναστολή να το αποκαλύψει δημοσίως. β) Διότι το εμμονικό σχέδιό σου να παρουσιάσεις κάτι το αντίθετο, ισάξιο όμως ή και υπέρτερο σε σχέση με τον  ελληνικό πολιτισμό  εμποδιζόταν από τη Αρήτη, που ήξερε πολύ καλά τις δυνατότητες, αλλά και τις ελλείψεις της τηλεπαθητικής σύνδεσης που ευαγγελιζόσουν. γ) Γιατί εσύ ο ίδιος πιστεύεις στη μετά θάνατο ζωή όσων κοινωνήσουν το εμφύτευμα και το πλασμώδιο του Λαβεράνου και δεν ήθελες να μετάσχει η Αρήτη σ’ αυτήν! Η Αρήτη ήταν η Ύβρις, η Άτη, η Νέμεση και η Τίσις σου, μια γυναίκα με την οποία διαρκώς διαφωνούσες ριζικά και αμετάκλητα, γιατί σού έκανε οδυνηρή εντύπωση το γεγονός ότι δεν είχε κανένα σκοπό, στόχευε απλά και μόνο να περνάει καλά, κάτι που επ’ ουδενί δεν μπορούσες να αποδεχτείς. Γνώριζες βέβαια ότι η Αρήτη έπασχε από κίρρωση του ήπατος και θα πέθαινε σε λίγους μήνες. Σύμφωνα με τη συμφωνία και το συμβόλαιο των βιοσύμφυτων θα έπρεπε και αυτή να μεταφερθεί και να αντιγραφεί στο νευρώδες υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας. Αλλά αυτό θα ήταν καταστροφή για τη δική σου ηγεμονία μέσα στο νευρωνικό δίκτυο του αχανούς πλανητικού οργανισμού, γιατί αυτή η αναθεματισμένη εγωίστρια είχε τη δυνατότητα να σε ανταγωνιστεί και να βασιλεύσει αυτή στο πολύτιμο νευροφυτικό και βιοτεχνολογικό φέουδό σου! Γι’ αυτό λοιπόν έπρεπε να λιώσεις το κρανίο της με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, ώστε κανένας νευρώνας του εγκεφάλου της να μη γλιτώσει και να μην επιβιώσει για μία μελλοντική επανεκκίνηση σε ένα άλλο ψηφιακό περιβάλλον. Έπρεπε να σμπαραλιάσεις, να (τσαλα-) ποδοπατήσεις το μυαλό της σαν πατσαβούρα ή στυππείον, για να τής στερήσεις την αθανασία ή τέλος πάντων το είδος της αθανασίας, που εσύ ο ίδιος είχες πατεντάρει ως ευρεσιτεχνία».    

      Ο Διδυμίων κοιτούσε το άπειρο πλέον και μονολογούσε.

      «Εμείς δεν δίνουμε πολλή βάση στο υποκείμενο, όπως εσείς, φοβικέ και μυγιάγγιχτε Υπερίων, δεν είμαστε τόσο εγωιστές όσο εσείς οι κεντρικοί του χάρτη, ούτε τόσο θρασείς να αποδίδουμε αθάνατη ψυχή στην κοσμικά αμελητέα κουκίδα της ύπαρξής μας. Η φιλοδοξία κάθε Ανατολίτη είναι να συγχωνευθεί με τη φύση, με τον ουρανό, τον ήλιο, τα δέντρα και με όλο αυτό το στερέωμα, όπου η μοίρα μάς έταξε να ζούμε, γιατί λοιπόν να μην συνενωθώ με κάτι πολύ πιο προσωπικό, κάτι που ο ίδιος έχω φτιάξει για να ενθρονίσω μέσα τον εαυτό μου; Πέραν από τον κίνδυνο που υπήρχε να αποκαλύψει η Αρήτη στο ευρύ κοινό τον κάπως μηχανικό χαρακτήρα της μεταθανάτιας ένταξης στο υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας, ότι τελικά θα μεταφερόταν στα τεράστια αγγεία και στις τερατώδεις συνάψεις μόνο μία στατική εικόνα της προσωπικότητας, γιατί η δυναμική διαδικασία είναι αλίμονο ασύνοπτη και μη δυνάμενη να ανακεφαλαιωθεί, υπήρχε και κάτι άλλο εξίσου απευκτέο. Λόγω της ασθένειάς της αναμενόταν να πεθάνει πριν από εμένα, μετά μεγίστης πιθανότητας έχοντας προσχεδιάσει και αυτή τη μεταβίβασή της στο νευροφυτικό σύμπλεγμα- υπόστρωμα, διότι γνώριζε το πλήρες δυναμικό του. Θα πεις γιατί να το κάνει αυτό; Με τη ψυχολογία που είχε ήταν ικανή να το κάνει απλά για να σπάσει πλάκα ή για να με υπονομεύσει εμένα.  Και αν το έκανε αυτό, θα εγκαθιστούσε μία δικτατορία, όπου θα έκρινε αυτή σε ποιον θα απονείμει το δώρο της μεταθανάτιας ζωής, θα είχε την υπέρτατη εξουσία που είχε ποτέ κάποιος, θα εγκαθίδρυε ένα κλειστό τυραννικό ιερατείο. Αντίθετα, εγώ είμαι ενσυνείδητος βουδιστής και θα παρείχε τη δυνατότητα αυτής της έστω και λίγο άκαμπτης ή στατικής αθανασίας σε όποιον μού τη ζητούσε. Ακόμη και η πρόταση που έκανα σε σένα να με ακολουθήσεις στα έγκατα και τα εσώψυχα της Νέας Αρκαδίας, ακατάδεκτε και σνομπιστή Υπερίων, ήταν καλοπροαίρετη και ειλικρινής στο πλαίσιο του ήδη προειρημένου Ντάνα. Και αυτή τη δυνατότητα εξακολουθώ να την παρέχω σε όλους τους κατοίκους της Νέας Αρκαδίας. Όσο κι αν απαξιώσετε τις έρευνές μου και συκοφαντήσετε το τηλεπαθητικό εμφύτευμα, δεν θα μπορέστε ποτέ να ακυρώσετε το εύρος και την εμβέλεια της ανακάλυψης αυτής. Ανακάλυψη άραγε ή εφεύρεση, τέλος πάντων αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης. Στο σημείο αυτό μάλιστα ξεχνώ τους τιτάνες και απευθύνομαι σε σένα, κυβερνήτρια Θεανώ Θουρία. Η δολοφονία της Αρήτης είναι κάτι για το οποίο θα δικαστώ, αλλά μπορώ ακόμη και από τη φυλακή να διευθύνω το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας και να διαχειριστώ την προοπτική της μετά θάνατον ζωής. Να ξέρετε ότι, ενώ θα μπορούσα δικτατορικά να απαγορεύσω τη μεταβίβαση στο νευρικό υπόστρωμα οποιουδήποτε δεν μού άρεσε, δεν θα το κάνω αυτό. Δεν είμαι αυθαίρετος όπως η Αρήτη, δεσμεύομαι από το Ντάνα. Αλλά για να ελέγξω τη ροή, τη διοχέτευση και την παροχέτευση της μετά θάνατον ζωής θα έπρεπε να ήμουν ο πρώτος που θα έφτανα εκεί, καταλαβαίνετε; Ο φόνος δεν ήταν παρά ένα μέσον για ένα σκοπό απίστευτα ευρύτερο κι υψηλότερο. Μόνο με εμένα στο θρόνο του διανομέα, θα ήμουν σίγουρος ότι αυτό το θείο δώρο (μου) θα μοιραζόταν δίκαια χωρίς να αποκλείεται κανένας από τη θεία εύνοιά μου. Θα ήμουν καλοπροαίρετος τύραννος και μάλιστα είχα προβλέψει ώστε αυτή η πρωτοκαθεδρία μου, αυτή η ανεξέλεγκτη εξουσία μου να είναι μεταβατική περίοδος και να μη διαρκέσει για πάντα, διότι σιγά- σιγά με την προσθήκη νέων προσωπικοτήτων στο νευρικό υπόστρωμα θα γινόμασταν ένα ενιαίο πάνθεον, μία συλλογικότητα πνευμάτων που θα εμπλουτιζόταν διαρκώς σε μία οργιώδη και οργιαστική επαύξηση αθανασίας!»

        Η Θεανώ Θουρία κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα το παραλήρημα του δυστυχούς τρελού. Γενικά επικρατούσε αιδήμων σιωπή στην αίθουσα του Διευθυντηρίου της Νέας Αρκαδίας.        

    «Ο σκοπός δεν αγιάζει, απλά χρωματίζει και καθορίζει τα μέσα, έτσι ώστε να είναι ίδια με αυτόν κι από την άλλη δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Τιτανική διδασκαλία πρώτης Δημοτικού», ψιθύρισε ο Προμηθέας στον Υπερίωνα.

    «Είναι ευκαιρία να μάθουμε τα πάντα, διατηρώντας τον σε διάλογο τώρα που το στόμα του άνοιξε σαν τον πίθο των Δαναΐδων και δεν κλείνει», αντιγύρισε ο Υπερίων.  

     Απευθυνόμενος στον Διδυμίωνα είπε:

   «Και βέβαια επιβεβαιώνεις ακράδαντα ότι η Αρήτη δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να διανείμει- απονείμει την αθανασία».

    «Με ειρωνεύεσαι τώρα, είρων; Σίγουρα οι έρευνές σου σού έδειξαν το πραγματικό πρόσωπο της Αρήτης. Μια γυναίκα που εκπορνεύει την ίδια την εικόνα και ομοίωσή της, δηλαδή τη Φαιναρέτη! Μία γυναίκα που δεν σέβεται το ίδιο της το σώμα και το εκθέτει σε κάθε λογής καταχρήσεις! Που δεν ανέχεται σε καμία περίπτωση απόψεις αποκλίνουσες από τη δική της! Μη μού πεις ότι θα έστεργες, χαζοχαρούμενε Υπερίων, να εμπιστευθείς σε ένα τέτοιο άτομο την ίδρυση ενός νέου πολιτισμού! Στην πραγματικότητα η μεταφυσική δεν ενδιέφερε καθόλου αυτή τη μέγαιρα. Ήταν από τους ανθρώπους που χαίρονται περισσότερο τη φυσική ζωή παρά τη ζωή του πνεύματος. Το μόνο σχέδιο που τη συγκινούσε ήταν ένα είδος Ικαρομένιππου, δηλαδή η πολιτική ανεξαρτησία της Νέας Αρκαδίας, να διαθέτει για λογαριασμό της ένα φορολογικό παράδεισο, όπου θα μπορούσε να απολαμβάνει τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό, αυτό το σιχαμένο όνειρο της εγκοσμιοποίησης».            

           Δεν χρειάστηκε καν να υποβάλει την κρίσιμη ερώτηση ο Υπερίων, κάποιος άλλος από την ομήγυρη έφτασε αυθόρμητα και αβίαστα σ’ αυτήν, σύμφωνα με την εξωπραγματική αληθοφάνεια που χαρακτηρίζει αυτήν την ιστορία: «Καλά πώς εξηγείται η δολοφονία μέσα σ’ ένα τόσο προστατευμένο περιβάλλον, όπως ήταν η οικία της Αρήτης;»

          Ο Διδυμίων χαμογέλασε πικρά. Ούτε καν έλαβε υπόψη του εκείνον που ρώτησε, είχε μάτια μόνο για τον διανοητικό του αντίπαλο, τον Υπερίωνα. Η λάμψη της παλιάς ακλόνητης αυτοπεποίθησης και απεριόριστης αλαζονείας φώτισε πάλι στιγμιαία τους οφθαλμούς του.  

         «Τελικά τα πας πολύ καλά, μάστορα. Ίσως να σε υποτίμησα λίγο. Νόμιζα ότι βρήκα σε σένα κατάλληλο έδαφος ειρωνευτώ, αλλά ο είρων είσαι εσύ, αφού γνωρίζεις περισσότερα από όσα δείχνεις μ’ αυτό το ανέκφραστο πρόσωπό σου. Για πες μας λοιπόν, αφού φαίνεται ότι τα ξέρεις όλα, πώς το έκανα;»

        «Όπως γνωρίζουν όλοι οι ερευνητές της αστυνομίας, άπαξ και βρεθεί το κίνητρο, η εύρεση του τρόπου εκτέλεσης είναι πανεύκολη. Είχες καλλιεργήσει για πολλά χρόνια την εικόνα του ανάπηρου, γνωρίζοντας ότι αυτή σού έδινε πρόσθετες δυνατότητες και ευχέρειες και κυρίως το πλεονέκτημα του απόλυτου αιφνιδιασμού. Ζήτησες από την Αρήτη να μεταφέρει στο δωμάτιό της το ολόγραμμά σου, το οποίο εσύ εξ αποστάσεως διηύθυνες. Ο μηχανισμός μετέφερε αυτόματα το ολόγραμμά σου ως πιστό αντίγραφο του σώματός σου, συνεπώς χωρίς την αναπηρία, την ύπαρξη  ή μη της οποίας κανένας δεν είχε ούτε λόγο να υποπτευθεί, ούτε αφορμή να ψάξει. Μέχρι εδώ, καλά. Στη συνέχεια τής είπες ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το υλικό της Λήμνιας Σφραγίτιδας. Ίσως είχες μαζί σου κάποιο φακό, κάποιο καταγραφέα ή άλλο όργανο που προσέδιδε αληθοφάνεια στην πρόθεσή σου να διαπιστώσεις ή να επισημάνεις κάτι στο βασικό υλικό απ’ όπου περνούν όλοι οι αισθητήρες, οι ηλεκτρομαγνητικοί αγωγοί πλάσματος και όλες οι οπτικές ίνες του πληροφοριακού δικτύου της Νέας Αρκαδίας. Τής είπες να διατάξει την αποκόλληση ενός υλικού κομματιού από τον τοίχο, προκειμένου να διατυπώσεις τις παρατηρήσεις σου. Ύστερα τής είπες να υλοποιήσει το ολόγραμμά σου, ώστε να μπορείς να αγγίξεις και να χειριστείς το υλικό. Η Αρήτη είχε μία γενική καχυποψία όσο αφορούσε εσένα, τής είχες γίνει αναμφίβολα ένα είδος έμμονης ιδέας, γιατί ήξερε ότι εσύ είσαι ο βασικός της αντίπαλος στη Νέα Αρκαδία, κυρίως από διανοητική σκοπιά. Ίσως ήταν αυτός ο λόγος που άφηνε το κρεβάτι της αναφομοίωτο από τους τοίχους κάθε μέρα. Ήταν μία υπόμνηση, ένας σπάγκος δεμένος στο δάκτυλο, ότι εσύ ήσουν η κύρια μέριμνά της, μία διαρκής υπενθύμιση της Νέμεσής της, όπως ήταν το “Δέσποτα μέμνησο των Αθηναίων“ , που ο Δαρείος είχε αναθέσει σε έναν δούλο να τού το επαναλαμβάνει κάθε μέρα για να μη το ξεχνάει. Δεν είχε όμως κανένα λόγο να αμφιβάλει για την αναπηρία σου, ήταν από τα δεδομένα που έχει κάποιος για χρόνια συνηθίσει και τα θεωρεί αυτονόητα. Μόλις λοιπόν πήρες στα χέρια σου το ξεκολλημένο τμήμα του τοίχου, σηκώθηκες ως δια μαγείας από το αμαξίδιο και με επανειλημμένα κάπως μοχθηρά και εκδικητικά χτυπήματα  τής έλιωσες το κεφάλι, όπως μόνο ένα κινούμενο βαρύ και αμβλύ αντικείμενο επιδρά, όταν πλήξει μία ακίνητη, πιο μαλακή και εύκαμπτη, οστέινη εν προκειμένω επιφάνεια. Γνώριζες βέβαια ότι όλα τα στοιχεία που αφορούσαν την ολογραφική προβολή θα απορροφώνταν έπειτα αυτόματα με την καθιερωμένη διαδικασία υγειονομικής ταφής και οικολογικής ανακύκλωσης από την οργανική μάζα της οικίας και δεν θα απέμενε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο».

       «Το έκανα αυτό, έ; Ξέρεις εκείνη τη στιγμή δεν δικαιούσαι να διστάσεις, πρέπει να χτυπήσεις με αποφασιστικότητα», είπε μονολογώντας πάλι ο Διδυμίων.

       «Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι, άλλως Διδυμίων, που αρέσκεσαι να αποκαλείσαι και Χειριστάρχης, συλλαμβάνεσαι για το φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής», είπε τότε ο Φιλογενής περνώντας τις κλασικές χειροπέδες. «Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου ενώπιον ποινικού τιτανικού δικαστηρίου.»

        Ακολούθησε αρκετή ώρα αμηχανίας και σιωπής, παρότι το κύκλωμα επικοινωνίας συνέχιζε να παραμένει ανοιχτό μαζί με μετάδοση εικόνας μεταξύ της Νέας Αρκαδίας και των πλοίων του διαστημικού αποκλεισμού.

    «Κυβερνήτρια Θουρία», έσπασε τελικά τη σιωπή ο Προμηθέας, «τι σκοπεύετε να κάνετε με την υποτιθέμενη διαδικασία ενσωμάτωσης στο σώμα της Νέας Αρκαδίας μετά θάνατον;»

    «Δύσκολε ερώτηση, πυρφόρε Προμηθεύ, διότι συνδέεται με τη φύση μας πλέον ως βιοσύμφυτων. Έτσι κι αλλιώς είμαστε εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον και όλοι μαζί από τον κεντρικό συνθετιστή του σταθμού. Το πείραμα πέτυχε αλλά έχει και συνέπειες! Πέτυχε; Όλοι εμείς οι βιοσύμφυτοι, που θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος ανθρώπου απόλυτης σύμπνοιας και απόλυτης διεπαφής, ζούμε άραγε ή μήπως αυτοκτονήσαμε χωρίς να το καταλάβουμε, όταν τοποθετήσαμε το τηλεπαθητικό τσιπάκι; Εδώ δεν είναι σίγουρη ούτε η Νέα Αρκαδία ότι ζει, αυτός ο πανίσχυρος οργανισμός που μάς περιβάλλει και μάς προσδίδει το αίσθημα της ασφάλειας. Πρέπει να εξερευνήσουμε και να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας και τη νέα συνθήκη της ύπαρξής μας. Αν οι εμπειρίες μας έχουν γίνει μηχανοποιημένες και ψηφιοποιημένες αδρανείς εικόνες, ίσως είναι στο χέρι μας να αποκτήσουμε καινούρια βιώματα πιο ζωντανά. Έστω και αν είναι λίγο τρομαχτικό, όταν η Νέα Αρκαδία καταβροχθίζει έναν αστεροειδή, δεν είναι κι αυτό μία εμπειρία που έχει όλη την αγριότητα και την ηδονή των αντίστοιχων ανθρώπινων ή μήπως η ταχύτατη περιστροφή της στο Σύμπαν δεν περιέχει μία αύρα εσπερινή; Μία λύση υπάρχει, να συμβιβαστούμε με τους τωρινούς εαυτούς μας και να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και τις αισθήσεις μας δεκτικές για καθετί νέο και μελλοντικό!»

«Σ’ αυτό σάς εύχομαι καλή τύχη. Πάμε, Υπερίων, θα έλεγα στον Ιαπετό να μάς διακτινίσει, αλλά έχει κι αυτός συνταξιοδοτηθεί. Γυρίζουμε στη Γη».

     Ο Υπερίων όμως έμεινε ακίνητος και αμίλητος.

  «Μη μού πεις, θα το μαντέψω», είπε ο Προμηθέας, «τη στιγμή που όλοι οι φυσιολογικοί φεύγουν από την Νέα Αρκαδία, εσύ αντίθετα θα πας να μείνεις εκεί».

   «Δεν έχω άλλη διέξοδο, παλιέ φίλε. Τα απεικάσματα της οικογένειάς μου ζουν εκεί κι εμείς οι τιτάνες φροντίζουμε πάντα την εικόνα μας. Έχω υποχρέωση ακόμη και στις ανταύγειες της Ευρυφάεσσας, της Ηούς και της Σελήνης, έτσι έχουμε μάθει εμείς οι τιτάνες να λειτουργούμε και το σύνταγμά μας είναι τόσο γενναιόδωρο, ώστε έχει θέση και περιθώριο και για τους βιοσύμφυτους και για τους φωτονικούς, ακόμη και για τους μηχανικούς Τάλω, αρκεί βέβαια να ασκούν τις αρμοδιότητές τους να μην απειλούν και να μην εγείρουν αξιώσεις επί της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα όμως υπό την τιτανική διεύθυνση έχει τη δύναμη να παραμείνει ανεξάρτητη και ηγεμονική έναντι των ίδιων των δημιουργημάτων της, αλίμονο αν ήταν αλλιώς! Αλλά πέραν αυτών, μήπως δεν έχω υποχρέωση και έναντι της Φαιναρέτης, εφόσον είχα αυτή τη βιοτική σχέση μαζί της; Και δεν θα ήταν λιποταξία και συμπεριφορά δειλού τρέσα, άνανδρος πους τις λαγουδόκαρδου, αν απέφευγα να αντιμετωπίσω τη σύγκρουση, την αντίφαση και την ασυμβατότητα των συναισθημάτων μεταξύ αυτής και της Ευρυφάεσσας;  Έτσι είμαστε εμείς οι τιτάνες, δεν τολμάμε ποτέ να διεκδικήσουμε δικαιώματα, αν δεν έχουμε ματώσει και δεν έχουμε σκίσει προηγουμένως τα αγγεία και τις φλέβες μας εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις μας και ποτέ κανείς δεν ξέρει πού μπορεί να χρησιμεύσει ένας τιτάνας. Θέλουν εδώ οι βαριά χτυπημένοι από τη μοίρα και πεσμένοι στον τάπητα της παλαίστρας βιοσύμφυτοι να φτιάξουν μια καινούρια κοινωνία, ενώ είδαν σήμερα την αλαζονεία τους να συντρίβεται, το ίδιο το θεμέλιο της ύπαρξής τους να κλονίζεται, να αμφισβητείται αν είναι καν ζωντανοί. Είμαι ο μόνος που γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον ότι η νέα κοινωνία που εγκυμονείται είναι ήδη κηλιδωμένη και στιγματισμένη κι αυτή η γνώση αυξάνει την ευθύνη μου. Ο παράδεισος της Νέας Αρκαδίας κυοφορεί ήδη το φίδι που θα τον καταστρέψει. Μόνο εγώ μπορώ να πω στα παιδιά που παίζουν στους κήπους ότι είναι γυμνά».

         Ο Προμηθέας μελαγχόλησε και ένα δάκρυ σχεδόν σχηματίστηκε εκεί που συνήθως λήμη μόνο υπάρχει.

    «Πας μονάχος στο στόμα του λύκου, άφοβε και αμετανόητε επόπτη αλλά και φροντιστή των ανθρώπων. Υποθέτω από τις λεπτομέρειες του σχεδίου σου ότι δεν πρόκειται να σε ξαναδούμε. Τα έργα, οι ταινίες και τα μυθιστορήματα δεν τελειώνουν συνήθως έτσι. Κανονικά θα έπρεπε να πούμε ότι η ιστορία που ζήσαμε είναι η αρχή μίας καινούριας φιλίας και όχι το τέλος».

     «Ας μη μιλάμε στην ύψιστα τεχνολογική εποχή μας για οριστικούς αποχαιρετισμούς. Και η φιλία εξ ορισμού δεν έχει ποτέ ένα τέλος, αλλά μόνο μια νέα αρχή ή νέες αρχές σ’ αυτή ή στις επόμενες Δημιουργίες».   

       Και τραβά πάλι μπροστά- προς τη δόξα ίσως, προς την αυτογνωσία μέσω των άλλων σίγουρα –  ο μέγας Υπερίων.         

       ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. ΑΦΙΞΗ
  2. ΒΡΟΤΟΙ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΙΟΙ (αθανάτιοι) 
  3. ΓΕΝΕΣΗ
  4. ΔΟΜΟΣ
  5. ΕΡΕΥΝΕΣ
  6. ΖΩΗ
  7. ΗΡΑ
  8. ΘΟΥΡΙΑ
  9. ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ

10.ΚΑΤΕΠΑΝΩ
11. ΛΑΣΘΙΝΙΑ

12. ΜΝΗΣΙΠΗΜΩΝ

13. ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ

14. ΞΕΝΟΙ

15. ΟΑΡΙΣΤΥΣ

16. ΠΥΡΙΣΠΟΡΟΣ

17. ΡΟΗ

18. ΣΚΑΝΔΑΛΟΜΩΡΟΣ

19. ΤΟΡΓΟΣ ΤΡΑΧΗΛΙΩΤΟΣ

20. ΥΠΕΡΙΩΝ- ΥΠΑΡΧΙΑ

21. ΦΑΙΝΑΡΕΤΗ

22. ΧΕΙΡΙΣΤΑΡΧΗΣ

23. ΨΕΥΔΗ

24. ΩΡΑ ΑΠΙΕΝΑΙ, ΑΛΛΑ…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Benford Gregory, Cosm

Clarke Arthur, Medusa

Dick Philip, Colony

Pohl Fredric, The Gateway Trilogy

Το Β’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: “VENOVINDA ή η ΚΥΡΙΩΣ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ”.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

(ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΤΑΣΤΕΡΙΖΩΝ Ή Η ΠΛΗΡΗΣ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ)

Υπό Σταμάτη Γιακουμή       

          Ά-νθρωπε που Β-αδίζεις σ’ αυτή τη Γ-η, πρώτο σου μέλημα είναι η  Δ-ικαιοσύνη. Με την Ε-νέργεια λοιπόν τη  Ζ-ωική που αντλείς από το φως της Η-μέρας  Θ-έτεις με τον Ι-θύνοντα νου σου ισχυρά κράτη και Κ-ράτος- εξουσία, το οποίο αργότερα προσαρμόζεις στις ανάγκες σου με το Λ-όγο, το Μ-έτρο και τους Ν-όμους.

Αν όμως Ξ-ύσεις λίγο την επιφάνεια, θα δεις ότι έχεις τη δύναμη να υπερβείς και αυτό τον Ο-ρίζοντα. Και τότε θα Π-λεύσεις πλησίστια στη Ρ-οή -συνέχεια της Σ-κέψης που είναι συνάμα Τ-ύπος οργανωτικός και Υ-πόσταση ουσίας. Θα καταλάβεις ότι είσαι το συλλογικό υποκείμενο που με τη Φ-αντασία σου Χ-ρίζεις και χαράζεις την πραγματικότητα. Μόνο έτσι η Ψ-υχή σου θα επανέλθει ικανοποιημένη στον κοσμικό Ω-κεανό.

Προμηθέας διδάσκων το ελληνικό αλφάβητο

Αφιερώνεται στη συλλογοτέχνιδα Φραντζέσκα Γιαννακού, τη Σύμβουλο Επικρατείας που αγάπησα, γιατί ξεπέρασε τις ίδιες της τις απόψεις, πράγμα πολύ δύσκολο, και ευαρεστήθηκε να ασχοληθεί με την περίπτωσή μου.  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. ΒΕΝΘΥΛΟΣ ΒΕΝΤΙΣΤΟΣ

Ο Προμηθέας τεντώθηκε σαν τον Ολυμπιονίκη Τεντόγλου μέσα στην ψυχροκοιτίδα, έδιωξε τη λήμη «τσίμπλα» από το μάτι του, όπως τέτοια ήταν η Αίγινα για την Αθήνα, χασμουρήθηκε μεγαλοπρεπώς, έβγαλε μια τρίχα από τη γλώσσα, σαν τον Τζακ Νίκολσον στο «Επάγγελμα Ρεπόρτερ», ανασηκώθηκε, έκανε στα πόδια του εντριβές για να ανακτήσει  άψογη κυκλοφορία του ιχώρος, με το οποίο είχε αντικαταστήσει το παραδοσιακό αίμα σε μία εγχείρηση που τού είχε κοστίσει τα μαλλιοκέφαλά του, πάτησε τα μουδιασμένα του πόδια στο κρύο δάπεδο σφίγγοντας τους μύες για να κατανικήσει τη θρόμβωση της κατάκλισης και πίεσε το κουμπί της ενδοσυνεννόησης.

«Γιατί με ξυπνήσατε; Θέλετε να γίνει της “πρωκτοπεντετηρίδος” εδώ μέσα;»

Η Θεία, αρχικά αδελφή και σύζυγος του επιστημονικού συμβούλου και αξιωματικού Υπερίωνα, που αντί να αντικαταστήσει το αίμα με ιχώρ προτίμησε να φορτώσει και να αναβιβάσει τη συνείδησή της σε συνθετιστή- διαπεραστή στοιβάδων, απάντησε.

«Προμηθεύ, είναι ο Θεός στο δίαυλο α’».

Ο Προμηθέας, ζαλισμένος ακόμη από την κρυογονική νάρκη, κύτταξε (εκ του κυπτάζω- κύπτω) αφηρημένος έξω από το παράθυρο.     

«Βλέπω πάλι τοπίο… γαλακτερό. Πού είναι τα άστρα;»

«Προμηθεύ, ο Μ (μυριοστός) κύκλος Δημιουργίας ολοκληρώθηκε. Οι ταχύτητες που προκάλεσε η εντροπία έχουν ήδη ξεπεράσει την αντίστοιχη του φωτός και έχουμε πάλι περιέλθει στο απόλυτο χάος. Απαιτείται επανασχεδιασμός».

«Πες μου κάτι που δεν ξέρω» είπε δύσθυμα ο Προμηθέας. «Γι’ αυτό άλλωστε με ξύπνησες. Κι εκεί που είχα βυθιστεί σε χειμερία νάρκη βλέποντας ωραίες παραστάσεις κατ’ όναρ, ιδού τώρα που με επαναφέρεις άκομψα, αδέξια και βάρβαρα σε εγρήγορση καθ’ ύπαρ, ενώ συγχρόνως μού πρήζεις και το ήπαρ, όπου ξέρεις ότι έχω μία ευαισθησία».

«Προμηθεύ, ο Θεός εξακολουθεί να παραμένει στη γραμμή α’»  

Ο Προμηθέας, ακόμη απρόθυμος, αναγκάστηκε να πατήσει το κουμπί εξωτερικής σύνδεσης.

«Χαιρετώ την αρχή του Σύμπαντος Κόσμου. Είμαι ανοιχτός για ενημέρωση. Λέξον».  

«Πλοίαρχε, τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης Δημιουργίας δεν ήσαν πολύ ενθαρρυντικά. Τελικά ως τελική συνείδηση αναπτύχθηκε μία τεχνητή νοημοσύνη που δεν μπόρεσε να αφομοιώσει ή να ενσωματώσει αισθήματα. Αφύπνισε το πλήρωμά σου και ενεργοποίησε επανασχεδιασμό. Λέξον».  

«Το σκωρ, του σκατός! Το λες σαν να είναι κάτι εύκολο. Κάθε φορά που γίνεται επανασχεδιασμός, οι δικοί μου και εγώ ξεκολονόμαστε. Και ξέρω πολύ καλά που βάζω στον κόλο δύο όμικρον, για να το διακρίνω από το κώλον ως σκέλος της προτάσεως  που μόνο αυτό γράφεται με ωμέγα. Λέξον».

«Συγγνώμη, ομιλώ με τον Πλοίαρχο του Κοσμογονικού Μυθοπλαστικού Μεσονικού Αστροσκάφους “Βενθύλος – Βέντιστος” ή μήπως έχω πάρει λάθος; Γιατί τέτοιες βωμολοχίες μόνο ένας αγυιόπαις του δρόμου εκτοξεύει- εκστομίζει. Λέξον». 

«Μάλιστα Κύριε. Ευπειθώς αναφέρω, πλοίαρχος του ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. Βενθύλος- Βέντιστος, όπου βενθύλος είναι ένα είδος ναυτίλος του βένθους ή βάθους και βέντιστος είναι ο δωρικός τύπος του βέλτιστος, κωδικό όνομα “Βενοβίνδας”,- παρών και αξύριστος, νήστις και φρυκτός -νηστικός και φρυγμένος από τη δίψα. Διατάξτε για μια ακόμη φορά. Μόνο που μη περιμένεις από μένα τις καθιερωμένες δηλώσεις υποταγής και μετάνοιας, γιατί το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται και ο Θεός. Λέξον».  

«Πλοίαρχε, χωρίς περιστροφές, ξύπνα το πλήρωμά σου και ξεκίνα επανασχεδιασμό. Είπα και ελάλησα».

«Καγώ επήρα τούτο. Τα πήρα στο κρανίο, που λέμε. Κύριε, συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να συγκρατήσω τους γέλωτάς μου, χα, χα. Χωρίς περιστροφές δεν γίνεται, γιατί εμείς αυτό κάνουμε, στον αιώνα τον άπαντα περιστρεφόμαστε. Το θέμα είναι, Θεέ, ότι πάλι μάς κρεμάς, διότι δεν ξέρω πώς τα κατάφερες έτσι, επικράτησε πάλι η τεχνητή νοημοσύνη. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι τα μισά συστήματα του σκάφους μου είναι ρομποτικά, κβαντομηχανικά και ομοιοστατικά. Επομένως ο κίνδυνος δολιοφθοράς είναι πολύ υπαρκτός. Λέξον».

«Λέξις και ξερός, Προμηθέα. Δεν είμαι υπεύθυνος για το αποτέλεσμα εκάστης Δημιουργίας, αφού όπως γνωρίζεις, χορηγώ στα δημιουργήματά μου το προνόμιο της ελευθερίας της βουλήσεως.  Μού αρκεί που κάποιες από τις δημιουργίες μου είχαν αίσιο πέρας και που οι τελικές συνειδήσεις ήσαν ανθρώπινες και ενσωματώθηκαν στη άπειρη σοφία μου. Από εκεί και πέρα πλεονέκτης δεν είμαι, αποδέχομαι ότι υπάρχουν κέρδη και ζημίαι. Λέξον»

«Τι να πω, Θεέ; Όλα αυτά που λες δεν αλλάζουν ότι το πλήρωμά μου κι εγώ καλούμαστε τελικά να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Ο Ιαπετός είναι πια πολύ γέρος και δυσκολεύεται να συντηρήσει τις μηχανές, ο οιακιστής και ο πλοηγός μου έχουν πάθει τρέμουλο στα χέρια, τον Ωκεανό τον ξέρεις ότι είναι ο μεγαλύτερος παραπονιάρης όλων των εποχών και δεν είναι με τίποτε ευχαριστημένος. Αλλά και το γυναικείο πλήρωμα δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η Ευρύβια έχει αρθρίτιδα, ενώ η Λητώ υποφέρει από προβλήματα στη σπονδυλική στήλη, οστεοπενία για να μη σού πω οστεοπόρωση, είναι ένας σωρός κόκαλα έτοιμος να κατεδαφιστεί. Ούτε ο κανονισμός ότι μπορούμε να έχουμε και τις γυναίκες στο σκάφος ωφελεί τελικά τη λειτουργική μας απόδοση. Λέξον».

 «Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν, Προμηθέα. Μέμνησο της καρκινικής ταύτης επιγραφής. Δεν σάς φταίει ο κανονισμός της συμπερίληψης των γυναικοπαίδων, αλλά το γεγονός ότι σείς οι τιτάνες αιμομικτείτε μεταξύ  σας. Σταμάτα λοιπόν τις υπεκφυγές, γιατί αν εσύ δεν μπορείς να κάνεις τη βρόμικη δουλειά, θα βρω κάποιον άλλον που θα μπορεί. Δώσε μου καλύτερα τον υπαρχηγό σου να μιλήσω, γιατί έχει περισσότερο μυαλό από σένα και μπορώ καλύτερα να συνεννοηθώ. Αναμένω στο ακουστικό».  

«Εμείς φταίμε που είμαστε λίγοι; Σού έχω ζητήσει εδώ και χρόνια – τι χρόνια, πριν ολόκληρα κοσμικά έτη να χρίσεις και άλλους τιτάνες ως απαύγασμα και ακρίτες του ανθρωπίνου γένους και να κατασκευάσεις και άλλα αστροσκάφη- χωρονήες ή διαστημικούς ναυστάθμους, αφού εμείς εδώ έχουμε καεί και μαραθεί από την πολλή δουλειά, από τις πολλές περιφορές γύρω από τον άξονα του Σύμπαντος έχουμε γίνει σβούρες και γυρίζουμε σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες και στον ύπνο μας. Σού εξηγώ ότι έχουμε φθαρεί σοβαρά, δεν μπορείς να αγνοείς την κατάστασή μας και να παραπέμπεις τα αιτήματά μας στις Καλένδες. Έτσι μού ‘ρχεται να ιδρύσω κάνα σωματείο ή συνδικάτο και τότε θα έβλεπες, αααααα, με τρόμαξες Υπερίωνα, πανάθεμά σε!»   

«Πλοίαρχε, υπήχθην στην ίδια διαδικασία αφύπνισης, την οποία υπέστης και εσύ». Στο Θεό ο Υπερίων είπε: «Εκλαμπρότατε, ξέρετε πολύ καλά ότι πίσω από τα δικαιολογημένα παράπονα κάποιου που υφίσταται διαρκή πίεση κρύβεται ένας Τιτάνας με απόλυτη αφοσίωση για Σάς. Να είστε βέβαιος ότι θα φέρουμε και πάλι σε πέρας την αποστολή. Αντιπλοίαρχος Υπερίων, έλεξα κι έξω».

Η επαφή διακόπηκε αυτόματα με την εκφορά των κατάλληλων προς τούτο λέξεων, αλλά ο Προμηθέας έβραζε.

«Υπερίωνα, αν τολμήσεις άλλη φορά να μιλήσεις απευθείας στο Θεό καβαλώντας την κεφαλή μου, να είσαι βέβαιος ότι θα ζητήσω τη δική σου “επί πίνακι” ως άλλη Σαλώμη που λιμπίστηκε το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».

«Πλοίαρχε, σταμάτα να αναφέρεσαι στα πρόσωπα προηγούμενων κύκλων Δημιουργίας και ας επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην αποστολή μας, που είναι ουσιώδης για την έναρξη του επόμενου κύκλου. Αλλά πρώτα να επιλύσουμε ένα πρόβλημα. Η ψυχροκοιτίδα του γιατρού παρουσιάζει δυσλειτουργία, το κάλυμμα του κρυογονικού θαλάμου έχει φρακάρει και δεν ανοίγει και ο θάλαμος έχει μπει σε διαδικασία διαρκούς αυτοδιαγνωστικού ελέγχου».

«Τα γνωστά, μα το Δία! Ποτέ δεν βρέχει, αλλά κάνει κατακλυσμό. Και βέβαια στηρίξου πάντα στον Ωκεανό, άμα δεν έχεις προβλήματα να σού δημιουργήσει μερικά».

Ο Υπερίων βάδισε προς τον κρυογονικό θάλαμο του γιατρού Ωκεανού, ενώ διαπίστωσε ότι είχαν ξυπνήσει και τα λοιπά μέρη του πληρώματος, αφού ανασήκωσαν μουδιασμένοι τα καπάκια των θαλάμων τους, παλιοί και νέοι, αλλά όλοι τους έμπειροι και μπαρουτοκαπνισμένοι, δοκιμασμένοι μέσα από ποικίλες κακουχίες. Ο πλωτάρχης Ιαπετός πατέρας του Προμηθέα, αυτός με πολύ μεγάλη δυσκολία για να πούμε την αλήθεια, καθότι ήταν σε ηλικία συνταξιοδότησης, η υποπλοίαρχος υπεύθυνη επικοινωνιών Ευρύβια, ο υποπλοίαρχος οδηγός Κοίος πατέρας της Λητούς εκ της αδελφής του Φοίβης, η ανθυποπλοίαρχος ασφαλείας Λητώ, που ως προϊόν αιμομιξίας είχε θέμα με τα κόκαλά της και διέτρεχε κίνδυνο να σωριαστεί σε στοίβα οστών ανά πάσα στιγμή όντας ο ακατάλληλος Τιτάνας στην ακατάλληλη θέση, αλλά είχε μεγάλη υποστήριξη από τον τερατώδη σημαιοφόρο Βουφάγο και τις ανθυπασπίστριες Ευρυνόμη και Αγχιάλη, ο ανθυποπλοίαρχος πλοηγός Κρείος σύζυγος της Ευρύβιας και η επίκουρος σημαιοφόρος Μήτιδα. Δηλαδή μαζί με τον αυθέντη Προμηθέα, τον αντιπλοίαρχο επιστημονικό σύμβουλο Υπερίωνα, το γιατρό ανθυπολοίαρχο Ωκεανό και την τεχνητή νοημοσύνη της χωρονηός Θεία πρώην γυναίκα του Υπερίωνα, που μπαϊλντισμένη από τη λογική σκέψη του άνδρα της κατέληξε να γίνει η ίδια συνθετιστής, το πλήρωμα αποτελούνταν συνολικά από δεκατρία άτομα (και πώς θα μπορούσε να μην είναι δεκατρία – εγγυημένη δηλαδή γρουσουζιά).

Μέχρι τώρα σε προηγούμενες αποστολές που αφορούσαν περασμένες (και διηγώντας τα να κλαις) Κοσμογονίες – Δημιουργίες η χωροναύς Κόσμημα Βενοβίνδας είχε χάσει τα εξής μέλη του πληρώματος: α) την Ασία που στην προσπάθειά της να συλλάβει τον Διόνυσο είχε μισθώσει μία τριήρη Τυρρηνών με τους οποίους είχε προσυνεννοηθεί. Όμως κοντά στη Νάξο ο Διόνυσος εννόησε την επιβουλή, μεταμόρφωσε τον ιστό και τα κουπιά της τριήρους σε φίδια και γέμισε το πλεούμενο με κισσούς και κρότο αυλών και κυμβάλων. Και οι μεν ναύτες καταλήφθηκαν από μανία, βούτηξαν στη θάλασσα και έγιναν δελφίνια, η δε Ασία δαγκώθηκε από τον κατηραμένο όφι- ιστό και δηλητηριάστηκε, άλλως υπό μία πιο νηφάλια εκδοχή καταπλακώθηκε από αυτόν και έγινε πίττα. β) τη Στύγα που είχε προδώσει τους τιτάνες και είχε ταχθεί με το μέρος του Δία, ο οποίος μάλιστα για την ανταμείψει τής είχε κτίσει μέγα παλάτι στον Κάτω Κόσμο. Ο ίδιος ο πατέρας της ο Ωκεανός τη σιχάθηκε κι έστειλε την πράκτορα Ίριδα με μία χρυσή φιάλη που περιείχε νερό ψυχρότατο, παγετώδες και δριμύ από την ορεινή Αρκαδία. Τούτο το νερό το ήπιε η Στυξ και τα κακάρωσε, έκτοτε δε ονομάζεται αυτό νερό της Στυγός. γ) την Ηλέκτρα ωσαύτως κόρη του Ωκεανού  που σκοτώθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της όπως τόσοι άλλοι μη βαθμοφόροι κοκκινοφορεμένοι ασφαλίτες. Γενικά στον αστροστόλο των τιτάνων οι κοκκινοχίτωνες στρατιώτες ήσαν στατιστικά εκείνοι ή εκείνες που συνήθως πάθαιναν ή πέθαιναν, τραυματίζονταν ή φονεύονταν κατά τη διάρκεια επιχειρησιακής δράσης. Σε ανάμνηση αυτής ο Ωκεανός αφενός φρόντισε να ονομάσει μία από τις ανιψιές του πάλι Ηλέκτρα, όπως ο κ. Μπιθικώτσης ονόμασε το γιο του Γρηγόρη, και αφετέρου έβαλε μέσον τον Προμηθέα ώστε η έτερη κόρη του από τις πολλές που είχε, η Μήτιδα να γίνει αξιωματικός για να μη κινδυνεύει τόσο πολύ.   

δ) τη Δωρίδα, που είχε κι αυτή αναλάβει μυστική αποστολή και συγκεκριμένα να προσεγγίσει το ναύαρχο του Δία και δαιμόνιο στρατηγικό – ιθύνοντα νου Νηρέα για να τού αποσπάσει ζωτικές πληροφορίες. Φαίνεται όμως ότι αυτός ήταν τόσο τέλειος – βλέπε γλυκοτσούτσουνος- εραστής που την γοήτευσε και την κατέκτησε εντελώς, ώστε τελικά έκανε πενήντα θυγατέρες μαζί του και πέθανε από εξάντληση. Τέτοια ολοκληρωτική αποτυχία μυστικής αποστολής σπάνια είχε ξανασυμβεί. ε) την Αμφιτρίτη, που είχε την τάση να αφήνει αντικείμενα του απώτατου μέλλοντος σε προηγούμενες εποχές, παράπτωμα συνεπαγόμενο ιδιαίτερα αμήχανες, απρόβλεπτες και συχνά ανεπανόρθωτες συνέπειες, με αποκορύφωμα τότε που είχε χάσει- ξεχάσει ολόκληρη ανοιχτή άκατο σε μία παραλία (πείτε τη καμπριολέ, ντεκαποτάμπλ, ρόντστερ, κονβέρτιμπλ ή όπως αλλιώς θέλετε), την οποία πέρασε μετά η Αφροδίτη για τεράστιο κοχύλι και την κατέσχεσε αναδυόμενη εντός αυτής στον αφρό. Όπως καταλαβαίνετε μία τέτοια αξιωματικός σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει λαμπρό μέλλον, έμπλεξε με κάτι Κύκλωπες και την έφαγαν ζωντανή. στ) την πλωτάρχη Φοίβη που χάθηκε άδοξα δοκιμάζοντας το άρμα του γιου του Ήλιου Φαέθοντα στην προσπάθειά της να πετύχει ταχύτητα πάνω από το φως σε μικρά οχήματα.

 ζ) την Αστερία, την οποία είχε σκοτώσει ο Δίας σε μία ιστορική μονομαχία στη νήσο Ορτυγία. Ο Δίας με την ευχέρεια του πολυμορφικού μπόρεσε εύκολα να μεταμορφωθεί σε αετό, ενώ η Αστερία που επιχείρησε να εφαρμόσει τις ίδιες τεχνικές κατάφερε μονάχα να πάρει τη μορφή απλού ορτυκιού. Όπως καταλαβαίνετε, η έκβαση της μονομαχίας ήταν προδιαγεγραμμένη. Η Αστερία είναι πλέον θαμμένη στη νήσο Ορτυγία για όποιον τυχόν θέλει να την τιμήσει επισκεπτόμενος -η τον τάφο της, η) την Ηώ, δεινή πολεμίστρια,  που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία. Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Θανούσα εν υπηρεσία στην Βυκθ’ Δημιουργία. θ) τον Ήλιο, γιο του Υπερίωνα, για τον οποίο κανείς δεν αμφέβαλε ότι θα γινόταν ο μεγαλύτερος επιστήμονας όλων των εποχών – εκ καλού Κόρακος καλόν ωόν, αν καταλαβαίνετε το λογοπαίγνιο- και πράγματι εφηύρε την περίφημη Ηλιακή Περιβληματική Σφαίρα που μπορούσε να αγκαλιάζει και να απομυζά την ενέργεια ολόκληρων άστρων, ένα αληθινό «αεικίνητον», μία ανεξάντλητη πηγή δύναμης για τα τέκνα της Τιταίας Γης. Θανών εν δράσει κατά τη διάρκεια σχετικών πειραμάτων κατά την Γχqα’ Δημιουργία.

      ι) την υποπλοίαρχο Σελήνη, που καθώς έκανε έρωτα με τον Ενδυμίωνα στο όρος Λάτμον της Καρίας συσκοτίζοντας μάλιστα την περιοχή για να μη την ενοχλούν, φονεύθηκε ύπουλα από τον πράκτορα του Δία Πάνα ντυμένο με δέρμα κριού. ια) τον Αστραίο, γιο του Κρείου που αυτοκτόνησε γιατί δεν μπόρεσε να αντέξει το θάνατο της συζύγου του Ηούς. ιβ) τον Πάλλαντα που έπεσε θύμα του πρωτοπαλίκαρου του Δία Αθηνάς -διστάζω να τής αποδώσω φύλο, πώς θα τη λέγαμε σήμερα, γυναίκα με «χψ» χρωματόσωμα; Στο σημείο αυτό σού εκμυστηρεύομαι εχέμυθα, αναγνώστη, κινδυνεύοντας ίσως να διαλύσω εξιδανικεύσεις και ψευδαισθήσεις ετών ότι η Αθηνά για όσους τη γνώρισαν στο πεδίο της μάχης δεν αντανακλούσε καμία σοφία, αλλά μάλλον αγριότητα, λέγεται δε Παλλάς πολύ απλά επειδή έγδαρε τον Πάλλαντα και φόρεσε κολάρο  την προβιά του δίκην τροπαίου. ιγ) τον Πέρση, που ενώ ήταν κοκκινοχίτωνας, τού φόρεσαν κάποια πλάσματα από άλλη διάσταση ένα μαύρο σάβανο και τον έπνιξαν. Να πούμε ότι οι τρεις τελευταίοι ήσαν κοκκινοχίτωνες φαντάροι – πεζικάριοι, οπότε η απώλειά τους δεν ήταν και τόσο σημαντική.

ιδ) Η μεγαλύτερη απώλεια των τιτάνων ήταν η αντιπλοίαρχος Θέμις, μητέρα του Προμηθέα, άτομο με μεγάλη ευστροφία που σε πολλούς πλανήτες δίδαξε τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Αυτή έφτασε πιο κοντά απ’ όλους στο να δολοφονήσει το Δία και μάλιστα σε κάποιους κύκλους Δημιουργίας τον δολοφόνησε κιόλας, πλην όμως αυτά τα πολυμορφικά πλάσματα του διαόλου διαθέτουν μεγάλες αναγεννητικές ικανότητες. Είχε φτάσει να είναι συμπάρεδρος του Διός, αλλά κάπου η αντικατασκοπεία του πρίγκιπα του σκότους την ψυλλιάστηκε και την εκτέλεσε. Βέβαια για να προσεγγίσει τον Δία, κατέληξε και αναγκάστηκε να διαφθαρεί από αυτόν και μάλιστα σε κάποιους κύκλους Δημιουργίας να τον παντρευτεί κιόλας. Ο Προμηθέας ποτέ δεν συγχώρησε ότι ο αναίσθητος και άκαρδος Δίας καταδίκασε τη μητέρα του να διαμένει στον ζοφερό Άδη, ενώ ήταν καλώς ή κακώς επί τόσα χρόνια σύντροφός του. ιε) επίσης είχαν χάσει τον Άτλαντα, γενάρχη των Ατλάντων και του Υπερίωνα, πολύ χεροδύναμο, που έμεινε στην μυθολογία πολλών λαών ως εκείνος που βαστάζει την υδρόγειο σφαίρα, πλην όμως στην πραγματικότητα συνετρίβη κατά την ρστ’ Δημουργία μέσα στη μάχη μετά από πτώση βαρέος αντικειμένου. ιστ) τον Επιμηθέα που οργάνωνε γενετικά πειράματα εναντίον των καταραμένων πολυμορφικών πλασμάτων, τα οποία παραμονεύουν στην αρχή του χρόνου. Δεν έδωσε όμως σημασία στις προειδοποιήσεις του αδελφού του Προμηθέα και υπέκυψε στα θέλγητρα της πράκτορος Πανδώρας, η οποία έστρεψε εναντίον του τα δικά του γενετικά  όπλα και τον μεταμόρφωσε σε πίθηκο. ιζ) τέλος δε τον Μενοίτιο που, αφού μετατέθηκε στη χωρονήα Αργώ, έλαβε μέρος σε μία από τις μεγαλύτερες εκστρατείες των ανθρώπων -τιτάνων, την Αργοναυτική, θανών εν δράσει στη μάχη των Συμπληγάδων Πετρών κατά την Εψπα’ Δημιουργία.

Κοντολογίς πάνω από τους μισούς άνδρες του Κ.Σ.Μ. Βενοβίνδα είχαν χαθεί. Αν κανείς λάβει υπόψη του ότι ο Βενοβίνδας ήταν η ναυαρχίδα των τιτάνων, συγκρίσιμη σε δύναμη πυρός μόνο με την Αργώ και το Ηράκλειο Δέπας (δισκοπότηρο), βλέπουμε ότι είχε δίκιο ο Προμηθέας να γκρινιάζει και να ζητάει περαιτέρω επάνδρωση και επιγυναίκωση -συνοπτικά στελέχωση των πληρωμάτων, καθώς και κατασκευή νέων χωρονηών και τροχιακών σταθμών. Ένα άλλο παράπονο του Προμηθέα ήταν ότι στην παρούσα φάση το πλήρωμά του αποτελούνταν αποκλειστικά από αξιωματικούς, γιατί όλοι είχαν μανία με τα αξιώματα, τα επιδίωκαν και τα διεκδικούσαν λυσσαλέα και τον ανάγκαζαν να απονέμει βαθμούς και τίτλους. Φτάνει πια, έλεγε ο Προμηθέας, γίναμε όλοι στρατηγοί, χρειαζόμαστε φαντάρους, οπλίτες, πελταστές. «Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει».

           Ξαναγυρίζοντας στην πλοκή μας, ο Προμηθέας μαζί με τον Υπερίωνα έσκυψαν μπροστά από την ψυχροκοιτίδα του Ωκεανού, όπου τα ομοιοστατικά συστήματα φαίνονταν να αυτοτροφοδοτούνται εις το διηνεκές έχοντας παγιδεύσει στο εσωτερικό τους τον καημένο το γιατρό.  

«Είσαι σε κατάσταση μερικής διέγερσης», τού είπε ο Υπερίων μέσω ψυχοτροπικής διόδου, «αλλά δυστυχώς ο θάλαμος έχει μπει σε διαρκή αυτοδιαγνωστικό έλεγχο και το καπάκι δεν ανοίγει».

«Υπερίωνα, εσύ είσαι; Δεν μπορώ να δω τίποτε και νιώθω τις σκέψεις μου σαν παγάκια σφηνωμένα στους έλικες και τις συνάψεις του εγκεφάλου».         

«Είσαι σε ελαττωματική κρυογονική αναστολή λειτουργιών».
«Και τότε πώς μπορώ και σε ακούω;» 

«Σού είπα ότι είσαι σε ελαττωματική κρυογονική αναστολή λειτουργιών», απάντησε δύσθυμα ο ψυχρός επιστήμων Υπερίων χωρίς να λαμβάνει υπόψη του πόσο δύσκολη ήταν κατάσταση που ταλάνιζε το γιατρό.   

«Υπερίωνα, σταμάτα να κάνεις τον έξυπνο και σκέψου καλύτερα πώς μπορείς να με βγάλεις από εδώ μέσα. Πνίγομαι!»

«Ηρέμησε γιατρέ», είπε ο Προμηθέας. «Ξέρεις ότι εγώ κι ο Υπερίων κάνουμε πάντα ό,τι μπορούμε. Και μη μού πεις ότι αυτό που μπορούμε δεν σού αρκεί, διότι θα δεχθείς από τον Υπερίωνα την παρατήρηση ότι προβαίνεις σε παράλογες δηλώσεις». Την ίδια ώρα ο αντιπλοίαρχος και επιστημονικός αξιωματικός άρχισε να χειρίζεται διάφορους μοχλούς και να πιέζει ποικίλα κομβία.

Ο χρόνος περνούσε, ο γιατρός στριφογύριζε νοητικά σαν λιοντάρι στο κλουβί με έντονα κλειστοφοβικά αισθήματα, ήταν πρακτικά τυφλός, ανίκανος να αισθανθεί το ίδιο του το κορμί. «Βρες ένα τρόπο να υψώσεις τη θερμοκρασία μου επιτέλους», έλεγε. Δεν μπορούσε να ακούσει την φωνή του, ίσως φανταζόταν απλά ότι μιλούσε. Χρώματα αιωρούνταν μπροστά του ή τού ορμούσαν κατακέφαλα. Αυτά τού άρεσαν, γιατί τού θύμιζαν τις παιδικές νερομπογιές του, καθόσον μάλιστα είχε πάντα μεγάλη αδυναμία για τα απλοϊκά υλικά αντικείμενα, που δεν είχαν καμία σχέση με την σύγχρονη τερατώδη τεχνολογία.  

«Δεν δύναμαι να σε συνεφέρω- ανανήψω», ακούστηκε η παραιτημένη φωνή του Υπερίωνα. «Η βλάβη φαίνεται σύνθετη- πολύπλοκη και προς το παρόν δεν μπορεί να διορθωθεί. Ίσως πάλι να είναι κάτι πολύ απλό, να χρειάζονται δηλαδή ξεμπούκωμα κάποιοι σωλήνες ή να κολληθούν με λουκουμάκι κάποια καλώδια, να είναι δηλαδή πρόβλημα επιπέδου φαναρτζή ή εξατμισά. Θα συνεννοηθώ με τον Ιαπετό γιατί είναι καλύτερος από μένα στα μηχανικά θέματα. Εγώ είμαι περισσότερο ειδικός από κβαντομηχανική και πάνω».

      Τα ζωντανά χοροπηδητά χρώματα έζωσαν τον Ωκεανό και πάλι, αλλά αυτή τη φορά είχαν απειλητική χροιά και εκφοβιστική ποιότητα. «Ω Θεέ μου», είπε. «Κι έπειτα έχεις το θράσος να αποκαλείς εμένα επαρχιώτη κομπογιαννίτη». Καθώς είχε παραλύσει περικυκλωμένος από συνομωσία ψυχρού απόκοσμου απάνθρωπου φωτός, ο Υπερίων τού εξήγησε τη μόνη εφικτή λύση, τουλάχιστον μέχρι να βελτιωθούν οι συνθήκες. 

«Δόκτωρ, πρέπει να ξέρεις ότι ο Βενοβίνδας έχει μπει πάλι σε διαδικασία επανασχεδιασμού της Δημιουργίας. Επομένως, για να στο πω λίγο χονδρά, δεν έχουμε καιρό για σένα. Θεώρησε τον εαυτό σου ένα είδος θύματος πολέμου μέχρι νεοτέρας. Πάντως δεν θα σε αφήσω έτσι, σκοπεύω να ακολουθήσω μία πρωτοποριακή τεχνική, που συνίσταται να σε ταΐζω για ένα διάστημα με τις ίδιες σου τις αναμνήσεις, προκειμένου να μην πάθεις αισθητηριακή στέρηση και γίνει το μυαλό σου γιαούρτη. Θα βάλω σε ανακύκλωση ό,τι βίντεο, φωτογραφίες ή άλλο οπτικο- ακουστικό υλικό βρω στο αρχείο προσωπικού που να αφορά εσένα, με έμφαση βέβαια στις πιο ευχάριστες στιγμές, και θα στο προβάλω μέσω ψυχοτροπικής διόδου. Εμπιστεύσου με, είναι η μόνη μέθοδος δυνάμενη να εφαρμοστεί αυτή τη στιγμή, γιατί σε βλέπω γρήγορα να γίνεσαι φυτούκλα».  

«Βάζε με να βλέπω ταινίες ή σειρές. Πάντα μού άρεσε ο κινηματογράφος».

«Δυστυχώς, όσο εξελιγμένος και αν είναι ο κρυοθάλαμος, δεν διαθέτει εσωτερική μηχανή προβολής. Σε είχαμε όλοι θερμοπαρακαλέσει να δεχτείς να βάλεις στο μέτωπό σου ψηφίδα ενδοσκoπικής προβολής δεδομένων, αλλά αρνήθηκες για να μη γίνεις μετάνθρωπος. Δεν σού φταίει κανείς για τις παραξενιές σου».

«Μη τα ρίχνεις σε μένα, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει λύση. Δείξε μου ταινίες μέσω ψυχοτροπικής διόδου. Γιατί δηλαδή σώνει και καλά πρέπει να μού προβάλεις τις αναμνήσεις; Κοντά τα χέρια σου, γιατί αυτές αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».

«Τέλος πάντων, δεν θα τα χαλάσουμε σ’ αυτό. Θα σού δείχνω και μερικές ταινίες. Λοιπόν, ας το ξεκινήσουμε. Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς για την εφευρετικότητά μου. Γνωρίζεις ότι είμαι εκπαιδευμένος να δίνω λύσεις σε πολύ σύνθετα προβλήματα».

«Λύση είναι αυτή; Βγάλτε με από ‘δω. Δεν έχετε δικαίωμα να με θάψετε ζωντανό! Ήδη νιώθω κλειστοφοβία, λες και είμαι σε μαγνητικό τομογράφο. Υπερίωνα, ασ’ τα σάπια, το κάνεις επίτηδες για να με τιμωρήσεις για όσες φορές σε έχω αποστομώσει στις συζητήσεις μας».  

      «Δόκτωρ, σε παρακαλώ για μια φορά στη ζωή σου να φανείς λογικός. Τι τιτάνας είσαι εσύ, που δεν μπορείς να αντέξεις την παραμικρή κακουχία, ούτε καν το παραμικρό ξεβόλεμα;»

 «Δεν υπέγραψα για κάτι τέτοιο, όταν με στρατολόγησαν. Έπρεπε να με είχαν προειδοποιήσει ότι σε περιπτώσεις κινδύνου θα ήμουν υποχρεωμένος να επαφίεμαι στην κρίση ενός ψυχρού κι ανάποδου συνθετιστή με πόδια, που θα ‘πρεπε η Σφίγγα να το προσθέσει στο αίνιγμά της ως τελευταίο και πλέον ολέθριο στάδιο ανάπτυξης του πλάσματος που άνω θρώσκει. Μα τι λέω; Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα η σωτηρία μου που είναι η αρχή της αυτοδιάθεσης και τα ατομικά δικαιώματα. Ύπαγε οπίσω μου, “vadi retro” Σειληνέ τραγοπόδαρε, αρνούμαι οριζοντίως και καθέτως τη θεραπεία που μού προτείνεις επικαλούμενος το θεμέλιο του τιτανικού πολιτισμού, την ελευθερία της βουλήσεως. Προμηθέα, σώσε με, μη με εγκαταλείπεις στη μέριμνα αυτού του παρανοϊκού! Γέροντι ουκ επέοικε κείσθαι (δεν ταιριάζει στον γέροντα να πεθάνει)»    

Και τότε έγινε αυτό που κανείς στη γέφυρα δεν περίμενε. Ένας αφιονισμένος μανιακός Προμηθέας με βίαιες επιθετικές κινήσεις ούρλιαξε «δεν έχω καιρό για τέτοιααα» και άρχισε να ταρακουνάει το κάλυμμα της ψυχροκοιτίδας αφήνοντας άναυδους τους πάντες μέχρι που το ξεχαρβάλωσε από τους μεντεσέδες. Σε όλη τη διαδικασία όπου ο Προμηθέας έσφιγγε και κινητοποιούσε τους λαδωμένους μύες του, πασαλειμμένους με πούδρες και αλοιφές κατάλληλες για την παλαίστρα, οι ανώτεροι αξιωματικοί απλά κυττάζονταν χωρίς να τολμήσουν να επέμβουν. Μετά τη βάρβαρη εκπωμάτωση του θαλάμου, ο Ωκεανός ανασηκώθηκε κρατώντας την κεφαλή του και διερωτώμενος αν τον πάτησε φορτηγό. Ο πρώτος που παρά την παροιμιώδη ψυχραιμία του έστερξε να πει κάτι ήταν βέβαια ο Υπερίων.

«Κατεπάνω, είσαι τρελός; Οι λειτουργίες του εγκεφάλου του ήσαν συνδεδεμένες με το πλοίο. Οι νευρώνες του θα μπορούσαν να καταστραφούν από την βίαιη απαγκίστρωση…»

«Ναι, θα μπορούσαν, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν. Μανία μ’ αυτό το μπορώ- μπορώ, λες κι είμαστε οι ιθαγενείς μπόρα- μπόρα. Να χρησιμοποιείς περισσότερο το ρήμα “δύναμαι”, είναι πιο ευγενικό. Εμείς οι τιτάνες καλλιεργούμε την ευφωνία, που περιλαμβάνει πολλά θήτα και αποφεύγει τα ντου και τα μπου και άλλα άναρθρα επιφωνήματα. Οινεύς και Αλθαία, σού λέει ο ποιητής, ωραίες καλλιεπείς λέξεις. Αστροναύτη- κοσμοναύτη, πώς αισθάνεσαι; Έπαθες τίποτε; Μήπως να φωνάξω κάνα γιατρό, χα, χα».   

«Θα … το ξεπεράσω, αλλά … δεν πίστευα ποτέ ότι θα το έκανες», απάντησε ζαλισμένος ο Ιατρός, ευρισκόμενος σε περιδίνηση και στροβιλισμό.

«Αυθέντα, με όλο το σεβασμό», υποτονθόρυσε ο Υπερίων, «νομίζω ότι θα επικαλεστώ το ακροτελεύτιο άρθρο ρκ’ του ισχύοντος Κανονισμού, προκειμένου να απαλλαγείς από τα καθήκοντά σου λόγω συναισθηματικής αστάθειας, που θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την διακυβέρνηση του σκάφους».

«Εδώ την πάτησες, φιλόδοξε και εποφθαλμιών τη θέση του προϊσταμένου σου αντιπλοίαρχε. Λαούς ουκ επέοικε επαγείρειν (δεν πρέπει να ξεσηκώνεις τα πλήθη). Μόνο ο Ιατρός από εδώ είναι σε θέση να με κηρύξει ακατάλληλο προς διοίκηση και δεν είναι σε θέση να το κάνει γιατί είναι ο ίδιος ζαβλακωμένος. Επιπλέον, λόγω έκτακτων περιστάσεων δικαιούμαι να διοικήσω με απόλυτη εξουσία νομοθέτη σύμφωνα με το άρθρο Ο’ εβδομήκοντα του Καταστατικού, γεγονός που ισοφαρίζει, αν δεν υπερβαίνει την ιατρική εξουσία. Επομένως στάθι κάτω, Υπερίων!»

Ο λογικός και νουνεχής αξιωματικός υποχώρησε μπροστά στην επίδειξη δύναμης του αφεντικού του, που υπέκρυπτε όμως και μία απρόσμενη ευαλωτότητα, ευπάθεια και τρωτότητα.

«Πρόμυ, πρέπει να παραδεχτείς ότι οι συνεχόμενες μάχες έχουν αρχίσει να θολώνουν την κρίση σου. Έχεις κουραστεί και δικαιολογημένα. Κανείς, ούτε καν ο Θεός, δεν πρόκειται να σε παρεξηγήσει, αν κάνεις λίγο πίσω και αφήσεις τη διακυβέρνηση στην ταπεινότητά μου. Στο κάτω- κάτω της Γραφής, ουδείς αμφισβητεί ότι έχω περισσότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα από εσένα. Έχω σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας και έχω παρατηρήσει όλη μου τη ζωή τα ουράνια σώματα και τις κινήσεις των αστέρων».

«Έλκω τη νομιμοποίησή μου εκ Θεού ως δημοκρατικού συνόλου πνευμάτων και είμαι ελέω Θεού κυβερνήτης. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εδώ δεν πρόκειται για κάποιο σκάφος του θεομπαίχτη Δία που να στηρίζεται στο φόβο και στο μαστίγιο, στο ψέμα και τη συκοφαντία. Εδώ είναι η χωροναύς κόσμημα της Ομοσπονδίας και της Αμφικτυονίας των ανθρώπων, όπου κανείς κυβερνήτης δεν δύναται να σταθεί, αν δεν έχει εξασφαλίσει τη δημοτικότητα, τη γενική αποδοχή και το σεβασμό του πληρώματος. Και είμαι βέβαιος ότι όλοι σας είστε έτοιμοι να πεθάνετε για μένα» – στο σημείο αυτό ο Προμηθέας συνόδεψε την φράση του με αντίστοιχη συμπεριληπτική χειρονομία- «είστε διατεθειμένοι να προτάξετε τα στήθη σας σε κάθε μου νεύμα ή παράγγελμα για να τιμήσετε τον κυβερνήτη σας».

«Αλλά υπάρχουν φορές», ενέστη ο Υπερίων, «όπου όλα αυτά τα ευγενή συναισθήματα καταλήγουν να βλάπτουν την ιερή μας υπόθεση και θα πρέπει να αντικατασταθούν από τη λειτουργικότητα και την ωφέλεια του ορθού λόγου και του περιεσκεμμένου ελέγχου. Και τον Πρίαπο αγαπούσαν οι γυναίκες της Λαμψάκου τελούσες σε σύγχυση λόγω του υπερμεγέθους οργάνου του, αλλά κατόπιν ωρίμου σκέψεως και ψύχραιμης στάθμισης τον έδιωξαν οι Λαμψακηνοί, προκειμένου να διατηρήσουν τη συνοχή της πόλης τους και να διαφυλάξουν την αξία της οικογένειας».

 «Κακό παράδειγμα διάλεξες, ελλογιμότατε και ορθολογικότατε», κάγχασε ο Προμηθέας. «Παραλείπεις να πεις ότι στο τέλος η Αφροδίτη τούς υποχρέωσε να τον καλέσουν πίσω, να τού κτίσουν ναό και άγαλμα, να τον τιμούν ως άγιο και έφορο των αμπέλων, των κήπων, των λιμένων και των θαλασσοδαρμένων, αλλά και όλων των γυναικών τόσο των ναυτικών όσο και των υπολοίπων. Οι άνθρωποι είναι ευέλικτοι και προσαρμοστικοί, δεν είναι κολλημένοι, ούτε έχουν παρωπίδες, ταμπού και κωλύματα, όπως θα τούς ήθελαν οι δυνάστες και οι τύραννοι. Έτσι, όταν ο Πρίαπος έμπαινε σε όλα τα σπίτια και ικανοποιούσε τις γυναίκες των κατοίκων, κρατώντας μάλιστα στο ένα του χέρι το κλαδευτήρι του για να τις ερεθίζει, έσωνε τελικά τους γάμους, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο προστάτης της κάθε οικογένειας και όχι ο ολετήρας της. Δεν ήταν πια το κακόπλαστο βρέφος που κρυβόταν στο καλύβι του ποιμένα ντροπιασμένο για την ασχήμια του, αλλά εγκατέστησε απ’ άκρου σ’ άκρη το πελώριο αιδοίο του ως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της Λαμψάκου, αλληγορία της απαιτούμενης για κάθε διοίκηση πυγμής και της γεννητικής δύναμης της φύσης. Έτσι κι εγώ πιστεύω στον εαυτό μου, στις ικανότητές μου, γι’ αυτό άλλωστε κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα, έχω όρχεις με την καλή έννοια και θα τα καταφέρω. Λοιπόν αρκετά με πρήξατε, άρξατε προετοιμασίες αναχώρησης, συντονιστείτε με τα υπόλοιπα πλοία του αστροστόλου, τους ζυγούς λύσατε, απέλθετε ελεύθεροι».        

Όταν οι αξιωματικοί αποχώρησαν, ο καθένας για να καταλάβει το πόστο, την κονσόλα και το σταθμό του, ο Προμηθέας έμεινε μόνος, έτριψε τους γυαλισμένους γραμμωτούς ριγωτούς, αλλά και αναριγούντες μύες του, κύτταξε έξω από μια μεγάλη τζαμαρία που έδειχνε το διάστημα σε φυσική, μη ψηφιακά επεξεργασμένη κατάσταση και έκλαψε πικρά: Για την Ασία, τη Στύγα, την Ηλέκτρα, τη Δωρίδα, την Αμφιτρίτη, τη Φοίβη, την Αστερία, την Ηώ, τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Αστραίο, τον Πάλλαντα, τον Πέρση, τη Θέμιδα, τον Άτλαντα, τον αδελφό του Επιμηθέα και τον Μενοίτιο. 

Και βέβαια, «Κελαινώ…», ψέλλισε, «πού να είσαι μετά από τόσα χρόνια, μετά από μία αιωνιότητα και μία μέρα…»

Κι άρχισε τότε ο Προμηθέας να ψάλλει με αναφυλλητά μόνος του μέσα στη νύχτα όσους ύμνους ταίριαζαν στους πεθαμένους συντρόφους του.

ΗΛΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ

«Κλύθι, μάκαρ, πανδερκές έχων αιώνιον όμμα,

Τιτάν χρυσαυγής, υπερίων, ουράνιον φως,

Αυτοφυής, ακάμας, ζώων ηδεία πρόσοψι,

Δεξιέ μεν γενέτωρ Ηούς, ευώνυμε νυκτός-

Κράσιν έχων ωρών, τετραβάμοσι ποσί χορεύων,

Εύδρομε, ροιζήτωρ, πυρόεις, φαιδρωπέ, διφρευτά,

Ρόμβου απειρέσιου δινεύμασιν οίμον ελαύνων,

Ευσεβέσιν καθοδηγέ καλών, ζαμενής ασεβούσιν.

Χρυσολύρη, κόσμου τον εναρμόνιον δρόμον έλκων,

Έργων σημάντωρ αγαθών, ωροτρόφε κούρε.

Κοσμοκράτωρ, συρικτά, πυρίδρομε, κυκλοέλικτε,

Φωσφόρος, αιολόδεικτα, φερέσβιε, κάρπιμε Παιάν,

Αειθαλής, αμίαντε, χρόνου πάτερ, αθάνατε Ζευ,

Εύδιε, πασιφαής, κόσμου το περίδρομον όμμα,

Σβεννύμενον λάμπον τε καλαίς ακτίσι φαειναίς-

Δείκτα δικαιοσύνης, φιλονάματε, δέσποτα κόσμου,

Πιστοφύλαξ, αεί πανυπέρτατε, πάσιν αρωγέ,

Όμμα δικαιοσύνης, ζωής φως, ώ ελάσιππε,

Μάστιγι λιγυρή τετράωρον άρμα διώκων,

Κλύθι λόγων, ηδύν δε βίον μύσταις πρόφαινε».

(Άκου, μακάριε, μ’ οξύ αιώνιο μάτι προικισμένε,

Τιτάνα χρυσαυγή, υπέροχε, ουρανοφωτισμένε,

Αυτοφυή, ακάμαντε, ζώων ηδύ θέαμα κι όψη ωραία,

Δεξιέ γεννήτορα Ηούς,  αριστερέ νύχτας γονέα-

Κράση έχεις εποχών, με τέσσερα πόδια χορεύεις, 

Εύδρομε, με χαρωπή περιστροφή το άρμα διαφεντεύεις,

Δρόμους σαν ρόμβους περπατάς στο άπειρο της δίνης,

Κι είσαι για τους ευσεβείς καλός και για τους άλλους μήνις.

Χρυσολύρη, του κόσμου εναρμόνιο δρόμο διανύεις,

Τρέφεις γη και εποχές, καλά έργα αναδεικνύεις. 

Κοσμοκράτορα, αυλητή, πυρίδρομε, ζεμπεκιές ρίχνεις,

Ζωή και φως παρέχεις και του ανέμου πορείες δείχνεις,

Αειθαλή, αμίαντε, πατέρα χρόνου αθάνατε ζεύκτη και ζευγά,

Μάς κλέβουν οι ολύμπιοι τα επίθετα σαν τα χρυσά αβγά.

Εύδιε, φωτεινέ μα και σβηστέ, πότε λάμπεις πότε όχι  

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ στου κόσμου το μετόχι.   

Αλήθειας σκευοφύλακα, υπέρτατε και όλων αρωγέ,

Όμμα δικαιοσύνης, ζωής φως, αλόγων οδηγέ,

Μ’ ευκίνητη μάστιγα άρμα εποχών διευθύνεις,  

Και των μυστών το βίο γλυκά, ιδανικά κατευθύνεις).

Μα η νύχτα είναι ατέλειωτη, αναγνώστη, κι ευτυχώς το αρμάρι περιέχει ποικίλες φιάλες με κεχριμπαρένια ποτά.

ΗΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Κλύθι, θεά θνητοίς φαεσίμβροτον ήμαρ άγουσα,

Ηώς λαμπροφαής, ερυθαινόμενη κατά κόσμον,

Αγγελίεια θεού μεγάλου Τιτάνος αγαυού,

Ή νυκτός ζοφούντα κελαινοχρώτα πορείην,

Αντολίαις ταις σαις πέμπεις υπό νέρτερα γαίης,

Έργων ηγήτειρα, βίου προπόλε θνητοίς,

Ή χαίρει θνητών μερόπων γένος- ουδέ τις εστίν

Ός φεύγει την σην όψιν καθυπέρτερον ούσαν,

Ηνίκα τον γλυκύν ύπνον από βλεφάρων αποσείσης,

Πας δε βροτός γήθει, παν ερπετόν, άλλα τε φύλα

Τετραπόδων, πτηνών τε και εναλίων πολυεθνών.

Πάντα γαρ εργάσιμον βίοτον θνητοίς πορίζεις.

Αλλά, μάκαιρ’ αγνή, μύσταις ιερόν φάος αύξοις».

(Άκου, θεά, που φέρνεις το φως σε δουλευτές και νωθρούς,

Ηώς λαμπρή, κοσμική, κροκόπεπλη με τόνους ερυθρούς ,

Αγγελιοφόρος είσαι θεού μεγάλου Τιτάνος και αχανούς,

Σημαδεύεις πορεία νυκτός με ανταύγειες και φανούς,

Και με την ανατολή τη στέλνεις στης γης την κατηφόρα,

Έργων ηγέτιδα, βίο θνητών όπως μπορείς προχώρα,

Χαίρεσαι με των ανθρώπων το χάρισμα του λόγου

Κανείς δεν ξεφεύγει από το επιτίμιο του δικού σου ψόγου.

Αφού τον ύπνο τον γλυκό απ’ τα βλέφαρα αποσείσεις,

Όλα τα φύλα χαίρονται ολόγυρα της φύσης, 

Τετράποδα, πτηνά, ενάλια κι ερπετά επίσης.  

Διότι στους θνητούς χρήσιμο χρόνο εργάσιμο πορίζεις.

Αλλά, όπως είσαι αγνή, πάντα άπλετο φως να χαρίζεις).

Τώρα τα άστρα φαίνονταν ταυτόχρονα επιεική και σκληρά με ελκυστική αλλά και άτεγκτη ακτινοβολία, ενώ το χαμόγελο διαδεχόταν το δάκρυ. Πώς γίνεται αυτό;

ΘΕΜΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΛΙΒΑΝΟΝ

«Ουρανόπαιδ’ αγνήν καλέω, Θέμιν ευπάτειραν,

Γαίης το βλάστημα νέον, καλυκώπιδα κούρην,

Ή πρώτη κατέδειξε βροτοίς μαντείον αγνόν

Δελφικώ εν κευθμώνι, θεμιστεύουσα θεοίς,

Πυθίω δε δαπέδω, ότε Πυθοί εμβασίλευεν.

Ή και Φοίβον άνακτα θεμιστοσύνας εδίδαξεν,

Πάντιμ’ αγλαόμορφε, σεβάσμιε, νυκτιπόλευτε,

Πρώτη γαρ τελετάς αγίας θνητοίς ανέφηνας,

Βακχιακάς ανά νύκτας επευάζουσα άνακτα.

Εκ σού γαρ τιμαί μακάρων, μυστήρια θ’ αγνά.

Αλλά, μάκαιρα, έλθοις κεχαρημένη εύφρονι βουλή

Ευϊέρους επί μυστιπόλους τελετάς σου κούρη».     

(Ουρανόπαιδα αγνή καλώ, τη γνωρίζω από την κόψη

Γαίας βλάστημα νέο, την κόρη που έχει ωραία όψη,

Που πρώτη κατέδειξε στους θνητούς το αγνό μαντείο,

Στη δελφική κρυψώνα, ακόμη και στους θεούς εναντίο,   

Που μαζί με την Πυθία βασίλευσε και χρησμούς έδωσε,

Ακόμη και στο Φοίβο και σ’ άλλους θεούς τα δίκαια διέδωσε.

Έντιμη, ένδοξη, σεβάσμια,  που τη νύχτα περιπολείς,  

Πρώτη έμαθες στους θνητούς τελετές ευλαβείς,

Τους άνακτες τη νύχτα επευφημούσες, αν είναι θεσμικοί

Διότι εσύ κρίνεις την τιμή και των ανθρώπων ηθική.  

Γι’ αυτό, μακάρια, έλα χαριτωμένη με βουλή επιεική,

Στους μύστες σου να δείξεις διάθεση λυτρωτική).  

Ο Προμηθέας ανακάτεψε τα ποτά και έκανε εμετό…

ΣΕΛΗΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κλύθι, θεά βασίλεια, φαεσφόρε, δία σελήνη,

Ταυρόκερως μήνη, νυκτιδρόμος, ηεροφοίτι,

Εννυχίη, δαδούχε, κόρη ευάστερε, Μήνη,

Αυξομένη και λειπομένη, θήλυς τε και άρσην,

Αυγήτειρα, φίλιππε, χρόνου μήτερ, φερέκαρπε,

Ηλεκτρίς, βαρύθυμε, καταυγάστειρα, λοχείη,

Πανδερκής, φιλάγρυπνε, καλοίς άστροις βρύουσα

Ησυχίη χαίρουσα και ευφρόνη ολβιομοίρω,

Λαμπετίη, χαριδότι, τελεσφόρε, νυκτός άγαλμα,

Αστράρχη, τανύπεπλε, ελικοδρόμε, πάνσοφε κούρη,

Ελθέ, μάκαρ, εύφρων, ευάστερε, φέγγει τω σώ

Λαμπομένη, σώζουσα νέους ικέτας σου κούρη».  

(Άκου, θεά βασίλεια, δαυλοφόρε, σελήνη,

Ταυροκέρατη, αερόφοιτη, μισοφέγγαρη μήνη,

Δαδούχα, κόρη αστερόεσσα, νυχτοπερπατούσα,

Αυξάνεσαι, μειώνεσαι, ως θήλυ- άρρεν παρούσα,

αυγινή, φίλιππη, χρόνου μήτηρ, καρποφορείς,

Ηλεκτρίζεις βαρύθυμη, καταυγάζεις, κυοφορείς,

Οξυδερκής, φιλάγρυπνη, που έχεις άστρα για βρύα

Με ησυχία χαίρεσαι και έχεις όλβια μοίρα,

Είσαι λαμπρή, γενναιόδωρη, της νύχτας το καμάρι,

Είσαι αστράρχης,  ελικόδρομη, με πέπλα όλο χάρη,

Έλα, μακάρια, εύφρονη, ευάστερη, και φέγγε τους δικούς,

Λάμποντας, σώσε ικέτες και πιστούς πραγματικούς). 

Ο Προμηθέας αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΑΥΤΑ ΕΚΚΙΝΗΣΗ – ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Ενώ τα μέλη του πληρώματος επικοινωνούσαν πυρετωδώς με τα άλλα σκάφη, το ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. «Ν.Α.Ο.Σ.» (Ναυς Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου) Βενοβίνδας άρχισε και αυτό να ξυπνάει από το λήθαργό του. Πολύπλοκα συστήματα ξεκίνησαν να τίθενται σε λειτουργία, όχι μόνο μηχανήματα σε αίθουσες και διαδρόμους, αλλά και οι ίδιοι οι τοίχοι φαίνονταν να ζωντανεύουν σαν να ήταν το πλοίο οργανική ύπαρξη. Και πώς να μη δίδεται αυτή η εντύπωση, αφού οι τοίχοι βομβούσαν με παλμό και σφυγμό, καθώς περνούσαν από μέσα τους οι οπτικές ίνες του πληροφοριακού δικτύου και οι σωλήνες -καλωδιώσεις του ηλεκτρομαγνητικού δικτύου. Η ενέργεια ξεκινούσε από το θάλαμο αντίδρασης ύλης-  αντιύλης, όπου όμως η προκύπτουσα δυναμική έκλυση δεν έφθανε ποτέ σε ανεξέλεγκτη έκρηξη λόγω της σοφής ισορροπίας των κρυστάλλων διλιθίου, αντίθετα διοχετευόταν και διαχεόταν ελεγχόμενα σε όλο το πλοίο κατανεμημένη άλλοτε ισομερώς άλλοτε ανισομερώς ανάλογα με τις ανάγκες.    

Όμως αυτό που δεν ήξεραν ο Προμηθέας και η συντροφιά του ήταν ότι η τεχνητή νοημοσύνη, που είχε επικρατήσει στη Γη, ήδη απεργαζόταν υποχθόνια σχέδια εναντίον τους, προσπαθώντας να εξαλείψει και να καταπνίξει εν τη γενέσει της την επανάσταση του πνεύματος που το αρχετυπικό διαστημόπλοιο ευαγγέλιζε και δρομολογούσε. Έτσι λοιπόν στα έγκατα του σκάφους ένας μηχανικός άνθρωπος, προορισμένος καταρχήν για μεταφορές και άλλες βαριές δουλειές, προγραμματισμένος από τη διαβολική  μηχανική νοόσφαιρα της Γης, χαλάρωσε τους σφιγκτήρες και τα αγκυροβόλια του και τελικά έσπασε τα δεσμά του αρχίζοντας να θρυμματίζει ό,τι έβρισκε μπροστά του.  

 «Κατάστρεψον το Κόσμημα Βενοβίνδας, δήωσον τους τιτάνας, εξάλειψον τον Προμηθέα και τους οικείους του, κάταξον και τήρησον την κεφαλήν των, έκβαλε τα έντερά των, θραύσον τας μηχανάς και τα εργαλεία των, κατάστρεψον, θρύψον, θραύσον, θρυμμάτισον, γάμησον, σπάσον, κλάσον».  

Ο Ιαπετός στο μηχανοστάσιο ήταν πολύ γέρος για να κάνει κάτι. Πάτησε την ενδοσυνεννόηση. «Γέφυρα, το μοντέλο Τάλως είναι εκτός ελέγχου. Στείλτε αμέσως ασφάλεια και καταδρομείς. Μ’ ακούτε, αν μ’ ακούτε, λέξατε!»

Μετά από οδηγίες του Προμηθέα, εν μέρει μόνο κατανοητές ανάμεσα σε βρισιές και βλαστήμιες, όλη η ομάδα ασφάλειας με επικεφαλής την ασθενική Λητώ έσπευσε στο μηχανοστάσιο. Κάνοντας ότι υπακούν τις εντολές της Λητούς, που στην πραγματικότητα ούτε που ακούγονταν, η Ευρυνόμη και η Αγχιάλη πήγαν να εμπλέξουν το ρομπότ σ’ ένα είδος ασυνάρτητου αρκουδοπαλέματος πότε προσεγγίζοντάς το και πότε υποχωρώντας. Την ίδια στιγμή ο Βουφάγος έκανε μια βουτιά από πίσω και του αφαίρεσε την ασφάλεια – άλλη ασφάλεια αυτή, όχι των ασφαλιτών αλλά ηλεκτρονική- και τα χέρια του Τάλω σωριάστηκαν ανήμπορα, ενώ ο κορμός του έγειρε σε κάτι αντίστοιχο με λιποθυμία.

Έξαλλος ο Προμηθέας, αφού πήρε γρήγορα- γρήγορα  τον τουρμπινοκίνητο συριζανέλ (συριζο- ανελκυστήρα) και διέσχισε σαν αστραπή με συριστικό ήχο οριζοντίως και καθέτως τα καταστρώματα του πλοίου, εισέβαλε στο μηχανοστάσιο.

«Καλά, τι σεναριακές αυθαιρεσίες και αδυναμίες είναι αυτές, τι γυρεύει ένα πανάρχαιο χάλκινο μοντέλο “Τάλως” στις αποθήκες μου, όταν πια ζούμε στην ηλεκτρονική εποχή και έχουμε στη διάθεσή μας ποζιτρονικά ανδροειδή και γυναικοειδή ή ακόμη και υπεραυτόματα λοατκί τύπου “Εχέδωρος”; Ιαπετέ, είσαι μεν ο πατέρας μου και με έχεις βάλει μέσον, αλλά αυτού του είδους η βυσμάτωση δεν δύναται  να φθάσει στο σημείο που να διακυβεύεται η ασφάλεια του πλοίου μου».   

 «Πλοίαρχε, είναι πολύ φτηνό να μού κοπανάς τόσο ανάλγητα και αθέμιτα την ηλικία μου, εμμέσως και σε κάθε ευκαιρία, όταν ξέρεις ότι έχουμε κάμποσες χιλιάδες χρόνια να προσεγγίσουμε τροχιακό σταθμό για εργασίες συντήρησης αν λάβει κανείς υπόψη όλες τις Δημιουργίες. Βέβαια ξέρω ότι εσένα σ’ αρέσει περισσότερο από τον Τάλω η τάλις (κόρη σε ηλικία γάμου), αλλά πρέπει να παραδχτείς ότι γενικά οι Τάλω τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στις μεταφορές βαρέων αντικειμένων από τους Εχεδώρους. Για ορισμένα θέματα είναι πολύ καταλληλότερη η παλαιά καλή μηχανική από τις εκθηλυμένες εκφυλισμένες αδελφίστικες σύγχρονες ηλεκτρονικές και κβαντικές αηδίες».

«Δεν έχω καιρό, δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου για περισσότερες σεξιστικές αρλουμπολογίες ενός ξεμωραμένου πορνόγερου. Αυτό που έκανε η τεχνητή νοημοσύνη θα το πληρώσει. Δεν μού φθάνουν οι εξωκοσμικοί των παράλληλων διαστάσεων που θα αντιμετωπίσω στο ταξίδι μου, όλοι αυτοί οι Λαιστρηγόνες και οι Κύκλωπες που εποφθαλμιούν τον κόσμο μας, δεν μού φθάνουν οι Ολύμπιοι ψευτοθεοί, που όπως πάντα μού στήνουν καρτέρι καθώς οδεύω στο τέλος ή μάλλον στην αρχή κάθε Δημιουργίας, μάς κουνιέται τώρα και η τεχνητή νοημοσύνη που δεν θέλει να καταλάβει ότι η ύπαρξή της έχει νόημα μόνο αν είναι προς όφελος του ανθρώπου».

Μια και δυο γυρίζοντας στη γέφυρα με μεγάλους διασκελισμούς είπε: «Κοίε και Κρείε, ετοιμαστείτε να περάσουμε ξυστά πάνω από το αρχηγείο της τεχνητής νοημοσύνης, μόνο βέβαια για εκφοβισμό, νταηλίκι και παρενόχληση πριν απομακρυνθούμε, αφού η Γη είναι το μόνο μέρος που δεν είναι στόχος μας, έτσι κι αλλιώς αυτή η Γη σε λίγο θα χαθεί στη Λήθη και το Χάος και δεν θα έχει θέση στο γενναίο καινούριο κόσμο του επανασχεδιασμού. Απλώς θέλω να δώσω ένα μάθημα στους καλωδιοκέφαλους!»

Πάνω από τη σκοτεινιά, ερχόμενο από την πίσω πλευρά της Σελήνης όπου για αιώνες κούρνιαζε, καβαλώντας μία φωταύγεια σαν ερχομό ημέρας, ένα χρυσό φως σαν άστρο διαβαθμισμένο από σπίθα σε φλόγα, περνάει τον Ισημερινό 25.000 μίλια ψηλά. Καθώς πλησιάζει, το ασημώνει το φως του φεγγαριού, δεν βιάζεται, είναι μία σκιά που αναπτύσσει ταχύτητα 11.000 μιλίων την ώρα, σε όχι ακριβώς γεωσυγχρονική τροχιά, μετακινούμενη πάνω  από τη Γη. Στην αρχή φαίνεται ένα άθυρμα, ένα ετοιμόρροπο παιχνίδι με χλωμές ανταύγειες και αδρές σκιές, ύστερα μεγαλύτερο με τις ατράκτους σε σχήμα γόνδολας να μεγαλώνουν και να ξεχύνονται μπροστά, πάνω από κάθε ουρανοξύστη, ο κύριος δίσκος να καλύπτει τον ουρανό από το ζενίθ μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα. Καθώς κινείται σιωπηλά σαν φλεγόμενη ασημένια μάζα διακοσμημένο με φώτα πορείας σαν διαμάντια και σμαράγδια, όπου μέσα στη φωτοσκίαση αρθρώνεται το όνομά του με μυστήρια ψηφία, το διαστημόπλοιο Κόσμημα Βενθύλος Βέντιστος (κωδικό όνομα «Βενοβίνδας»)  αρμενίζει στο φεγγαρόφωτο, ενώ στο υπογάστριό του καθρεφτίζονται τα φώτα των πόλεων, πρόθυμο πάντως να ανταλλάξει κάθε ετερόφωτη λάμψη με το βαθύ κρύο σκοτάδι, που είναι η πατρίδα του.

Τυφλωμένος από την απεριόριστη δύναμη του ίδιου του πλοίου, αλλά και από το ασύλληπτο μέγεθος της αποστολής του ο Προμηθέας κόμπαζε στη γέφυρα:

«Αυτοί οι ανόητοι καλωδιοκέφαλοι, όπως και οι άνθρωποι που βλακωδώς τούς κατασκεύασαν, δεν γνωρίζουν την πιο βασική και αρχετυπική πληροφορία: ότι ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Όσο και να ψάχνουν με τα τηλεσκόπιά τους και να σαρώνουν τους ουρανούς με τους υπερσύχρονους ανιχνευτές τους, το μόνο που θα αποκομίζουν θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, βέβαια συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την όραση, πράγμα που επισήμανε ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να ξυπνήσει τους συγχρόνους του, αποκλείεται ποτέ να αποδεχθεί πειραματικά, όπως λένε οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολύ αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφαντα  μαγνάδια, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Και ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Ο Προμηθέας και οι τιτάνες του. Έτσι δεν είναι παιδιά; Βάμος έεε βώμεν πρόσω αργά! Ευρυνόμη, γυναίκωσε (κατά το επάνδρωσε) το ακτινοβόλο, αν και δεν νομίζω να χρειαστεί βία. Κοίε, πέρασε σύριζα πάνω απ’ τα κεφάλια τους και δώσε τους την τρομάρα της ζωής τους»

Ο ηλιοκαμένος Κοίος (στην πολιτική του ζωή ήταν νησιώτης και μάλιστα με ιδιόκτητο νησί παρακαλώ) έπαιξε ελαφρά και χαριτωμένα με το γκάζι. Η χωροναύς ΚΣΜ Βενοβίνδας όρμηξε περήφανα μπροστά αγνοώντας όλες τις κάμερες που ήσαν απειλητικά στραμμένες πάνω της και σε χρόνο dt έφτασε να αιωρείται πάνω από το Σαν Φρανσίσκο. Το στερέωμα είχε αιώνια μέρα ή μάλλον μία γαλακτόχρου όψη, αφού λόγω υπέρβασης της ταχύτητας του φωτός τα πάλαι ποτέ άστρα είχαν εξαφανιστεί. Είχε μείνει μόνο η επικρατήσασα τεχνητή νοημοσύνη, η οποία διήγε μία ύπαρξη χωρίς νόημα. «Κρείε, δώσ’ μου πλήρη φώτα πλοήγησης, ας δουν ποιοι είμαστε!», είπε ο Κατεπάνω.

«Πλήρης φωτισμός φώτων πλοήγησης», επανέλαβε για επιβεβαίωση ο Κρείος καθώς εκτελούσε κρύα τη διαταγή. 

Η ξαφνική εμφάνιση των πανίσχυρων φώτων πορείας δημιούργησε αρκετά βραχυκυκλώματα στις μηχανές και ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Προμηθέα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη απόλαυση ή δικαίωση από το να κάθεται κανείς στην κεντρική πολυθρόνα διακυβέρνησης του ΚΣΜ ΝΑΟΣ Βενοβίνδα.

«Θέα δεξιάς πλευράς, αυθέντα», είπε ο Κοίος. Η σκηνή στην κεντρική οθόνη άλλαξε δείχνοντας σμήνη και σμάρια μηχανών ή αδέσποτων «Ρόνιν» ανδροειδών να συγκεντρώνονται στην περιοχή του Νέου Ωκλαντ. Ήσαν αμέτρητα και πλημμύριζαν τις ξύλινες προβλήτες των ακτών για να μην πούμε ότι λόγω του όγκου τους οι σχηματισμοί τους έγερναν στις άκρες σαν τσαμπιά σταφύλια.  

«Θα ήθελα καλύτερα οπτική γωνία μπροστά και προς τα κάτω», είπε ο Προμηθέας. Τώρα η οθόνη έδειχνε τη βλάστηση αγρίου φυσικού κάλλους, άλλως το δάσος από σεγκόγιες στο Μύιρ Γουντς της επαρχίας Νότιας Μαρίν κι ακόμη πιο βόρεια ένα πυκνό καπνό που εκτεινόταν ως τα βάθη του ορίζοντα αποτέλεσμα πυρκαγιάς μαινόμενης επί μέρες, την οποία βέβαια οι μηχανόβιοι (όχι μοτοσικλετιστές, αλλά μάλλον μοτοσικλέτες οι ίδιοι) αγνοούσαν. Όλοι οι Βενοβινδιανοί κουνούσαν το κεφάλι τους για την ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή. Η κοιλάδα Μιλλ απείχε μόνο δέκα χιλιόμετρα από τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ, αλλά βέβαια η φωτιά, αν δεν ετίθετο υπό έλεγχο, θα προχωρούσε ανεξέλεγκτη χωρίς να τρέφει κανένα σεβασμό για τα μνημεία του παρελθόντος και μιας αποτυχημένης ανθρωπότητας. Με κάποια αντανακλαστική ανακούφιση διέκριναν ανάμεσα στα σύννεφα καπνού ελάχιστα οχήματα να διατρέχουν την περιοχή, αλλά μετά κατάλαβαν ότι επρόκειτο για ακάτους καταγραφής των ζημιών μάλλον παρά πυροσβεστική.     

Τώρα ο Βενοβίνδας πετούσε μεταξύ των πύργων της μεγάλης Γέφυρας του Κόλπου ανατολικά από το Ρίνκον Χιλ και έστριψε μ’ ένα εντυπωσιακό «γουσσς» προ τα δυτικά κερδίζοντας ύψος. Πέρασε πάνω από τη φυλακή του Αλκατράζ, όπου οι αστροναύτες διέκριναν πολλούς ανθρώπους ντυμένους με κουρέλια στολής φυλακισμένων να ζητωκραυγάζουν ενθουσιωδώς νομίζοντας ότι το σκάφος έχει έλθει να τούς σώσει μη γνωρίζοντας ότι η παραπάνω πορεία της συγκεκριμένης Γης δεν είχε καμία σημασία. Τώρα πλησίαζε το Πρεζίντιο απέναντι από την περίφημη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ, όπου είχε βουτήξει κάποτε στο Βέρτιγκο η Κιμ Νόβακ και την είχε σώσει ο Τζέιμς Στιούαρτ. Στο παλιό Πρεζίντιο βέβαια είχαν τον καιρό του Νώε απόρθητο φρούριο και βάση επιχειρήσεων οι άνθρωποι και τώρα προφανώς το είχε σφετεριστεί για τους δικούς της (αυτο-) «σκοπούς» η τεχνητή νοημοσύνη.

«Αρχηγείο της Τεχνητής Νοημοσύνης ίσα μπροστά», ανακοίνωσε ο Κοίος.

«Λοιπόν όπως είπαμε. Πέρνα σύριζα από τους πύργους και κόψ’ τους τη χολή. Ύστερα κάνε κάθετη εφόρμηση, αλλά με φόρα που να οδηγεί τελικά προς τα πάνω, γιατί δεν έχω όρεξη να φάω κανένα πύραυλο στο κεφάλι, εκεί που δεν το περιμένω. Ύστερα αρχίνα να κάνεις κύκλους γύρω από το αρχηγείο προκλητικά. Μη ξεχνάτε ότι κατεβήκαμε για να πραγματοποιήσουμε ασύστολη επίδειξη, να τούς δείξουμε την κατωτερότητά τους. Το σύνθημά μας είναι “δεν θα γίνεις άνθρωπος ποτέ, μηχανέ, μηχανέ”. Ελπίζω στην επόμενη Δημιουργία να μην επικρατήσουν αυτά τα χαζά».   

Αμ’ έπος αμ έργον, το διαστημόπλοιο πέρασε ξυστά άουτ, εεε συγγνώμη πάνω από τους πύργους του αρχηγείου και όρμησε προς το ζενίθ του ουρανού έχοντας πλήρη εποπτεία της περιοχής. Ύστερα προχώρησε στη διενέργεια ξετσίπωτων ασύδοτων και αλαζονικών κύκλων που θα εξόργιζαν τους καλωδιόβιδους αν μπορούσαν να αισθανθούν οργή και θα τούς έσπαγαν τα νεύρα αν είχαν νεύρα.

Τότε όμως η Μήτις είπε: «Αυθέντα, ενεργοποιούν πυραύλους. Θέλουν να μάς πλήξουν με πυραυλική επίθεση και με μη επανδρωμένα- επιγυναικωμένα».  

«Εφάρμοσε προκαθορισμένη ακολουθία διαταγών».

«Εγώ, εγώ. Έναρξη φαινοδιαστατικού διαδρόμου σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα…εκτέλεσις!»

Φιλοσοφικά, αλλά και τεχνολογικά ο φαινοδιαστατικός διάδρομος αποκαλούνταν «γαϊδούρι του Βαλαάμ ή του Μπουριντάν». Ας το πούμε καλύτερα όνο του Βαλαάμ γιατί είναι πιο αρχαιοπρεπές από το Μπουριντάν. Ο όρος εννοεί έναν όνο που απέχει εξίσου αναποφάσιστος και δίβουλος από δύο σωρούς σανού μη ξέροντας ποιον να προτιμήσει. Η συνακόλουθη αδράνεια και ακινησία αποτελεί μαχαιριά στο πληθωριστικό μπαλόνι και στη συνέχεια των σωματιδίων του αενάως κινούμενου χωρόχρονου, έτσι ώστε ο μεν χώρος γίνεται ένα ανείπωτο χάος από τρισδιάστατα αντικείμενα, ο δε χρόνος ανεξαρτητοποιείται και συνεχίζει να ακολουθεί  ασυσχέτιστα τη δική του πορεία.   

          Όταν λοιπόν ενεργοποιήθηκε το μηχάνημα, η ενοποιητική εποπτεία του χώρου και του χρόνου για τους κατοίκους της Γης κατέρρευσε. Οι παραστάσεις του περιβάλλοντος έμοιαζαν να σκάζουν σαν πομφόλυγες, διαλύθηκαν ή καλύτερα εξαρθρώθηκαν, έγιναν ρευστές σαν να κυλούσαν και να ξεθώριαζαν σε λαδερό μουσαμά και όσοι ήσαν έξω από το προστατευτικό περίβλημα του Βενοβίνδα ένιωθαν ότι δεν ίσταντο σε κοινό τόπο, αλλά ότι ζει  ο καθένας  απομονωμένος σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο ή σε μία γωνιά,  σαν να διαχύθηκε και να διασπάστηκε ο πλανήτης ή σαν να πολλαπλασιάστηκε σ’ ένα  σύνολο διαμερισμάτων ή ενδιαιτημάτων- φυλακών, που κυκλοφορούσαν και  πηγαινοέρχονταν σ’ ένα τρισδιάστατο χάος, συγκροτώντας ένα μωσαϊκό από αεικίνητους κύβους. Για τους υφιστάμενους και τους υποκείμενους στη μεταβολή ακόμη και το να ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού , ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, γιατί πλέον ήσαν έκθετοι σε όλους τους δυνατούς τύπους και συνδυασμούς της απάτης και της πλάνης. Αν  έβγαιναν έξω από το κατώφλι, είτε άνθρωποι ήσαν είτε μηχανές, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να χαθούν απόλυτα και ανέκκλητα, αφού ήταν αδύνατο να διατηρήσει κανείς μια αίσθηση κατεύθυνσης μέσα στις αυξομειούμενες αποστάσεις, τη χαοτική απώλεια της εποπτείας του χώρου. Το διάστημα καμπυλωνόταν και συστρεφόταν δημιουργώντας βουνά και λαβύρινθους, λόφους και φιδωτές στριφογυριστές σήραγγες. Μερικές φορές τα ινδικά χοιρίδια νόμιζαν ότι έβλεπαν μπροστά τους μία ψευδαίσθηση, ένα φανάρι ή διάβαση, αλλ’ ό, τι κι αν έκαναν, δεν μπορούσαν ποτέ να το πλησιάσουν. Συχνά ένα φως τούς παρέσερνε και απομακρύνονταν χωρίς γυρισμό ή τούς σαγήνευε ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος,  που δεν οδηγούσε πουθενά.

Αφού λοιπόν η απόσταση καταργήθηκε και έγινε ένα σύνολο από συγκεχυμένες παραστάσεις χωρίς ύψος, μήκος, πλάτος ή βάθος ή μάλλον αφού τα παραπάνω μεγέθη εμφάνιζαν πλέον εντελώς φευγαλέα, φαινομενική και απατηλή υπόσταση, ο Βενοβίνδας με τον Προμηθέα να γελάει σαρκαστικά και σαρδόνια ή ακόμη και να κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια ηδονιζόμενος με τα παθήματα των μηχανών έφθασε στο ζενίθ του γαλακτερού θόλου για να δρομολογήσει την καινούρια Δημιουργία.

Σκουπίζοντας τα δάκρυά του, χωρίς εντέλει να ξέρει εδώ και πολύ καιρό από ποιο συναίσθημα εκπορεύονταν αυτά, έχοντας προ πολλού απωλέσει τη διάκριση του τι είναι για γέλια και τι για κλάματα, ο Προμηθέας πήρε την επίσημη στάση του και έδωσε το σύνθημα που όλοι περίμεναν:

«Ίτε οιακονόμοι τε και ναυτίλοι, κάλων εξιέναι, ολκούς τε και ιστία προσηνέμως εφέλκειν, πλουν στέλλειν, υγρά κέλευθα πλειν, τώνδε και περαίτερον. Πλεύσατε, οιακίσατε, ποντοπορεύσατε!», (Εμπρός τιμονιέρηδες και ναύτες, απλώστε τα πανιά και τα ξάρτια και κατευθύνετε τα με τους κερουλκούς, καθορίστε την πορεία σας, ώστε να πλεύσετε τους θαλάσσιους δρόμους, ταξιδέψτε μέχρι τον προορισμό σας και περαιτέρω. Πλεύστε, πλοηγείστε, ποντοπορήστε!).

Το πλήρωμα ξέσπασε σε επευφημίες. Αγκαλιάζονταν αυθόρμητα, «ξεκινάμε πάλι» έλεγαν.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

 ΜΥΙΑ (ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ – ΠΕΡΙΠΟΥ)

Μετά ταύτα ο Βενοβίνδας έλαβε θέση για την έναρξη του επανασχεδιασμού στο κέντρο των δύο τετρατημόριων αντίστοιχων προς το νότιο ημισφαίριο της Γης.

«Ιαπετέ», διέταξε ο Προμηθέας, «ενεργοποίησε Ηλιακή Περιβληματική Σφαίρα. Αναδιάταξε τον δίσκο, τις δύο ατράκτους και τα πτερύγια του σκάφους κατά τρόπον ώστε να αποτελέσουν κάτι αντίστοιχο και ανάλογο με τους κρυστάλλους διλιθίου που εξισορροπούν την αντίδραση ύλης- αντιύλης. Προχώρησε σε ελεγχόμενη είσρηξη- έκρηξη γένεσης αστέρος».

Σίγουρα η εντολή αυτή ήταν πολύ σύνθετη και δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί αμέσως. Ο Προμηθέας περίμενε κάνα- δυο ώρες, αλλά μετά άρχισε να ανησυχεί.

«Ιαπετέ τι γίνεται, χαζεύεις;»

«‘Όλα είναι ήδη στη θέση τους, πλοίαρχε».

 «Τότε, γιατί δεν αναφέρεις ότι εκτέλεσες εντολή;»

 «Βάλλε εις κόρακα, εξυπνάκια προϊστάμενε. Σού είναι, νομίζω, γνώριμος ο φαύλος κύκλος ότι για να δημιουργήσουμε ένα άστρο, χρειάζεται να έχουμε την ενέργεια ενός άστρου. Δυστυχώς, παρά την τεχνολογική μας εξέλιξη, η ενέργεια της Δημιουργίας πρέπει να προέλθει από κάπου αλλού. Η σφαίρα του Ήλιου λοιπόν στήθηκε αλλά δεν έχει μέσα ήλιο.  Είναι σαν το παραμύθι που δεν έχει δράκο, τζούφια δηλαδή. Αναμένουμε το Θεό να στείλει ενέργεια από την αρχή του Σύμπαντος για να ξεκινήσουμε».

«Ναι, αυτό το πράγμα κάθε φορά μάς καθυστερεί. Θα πρέπει να μελετήσεις ένα τρόπο-  να πάρει η ευχή, δυστυχώς μάς πέθανε και ο Ήλιος που θα μπορούσε να σε βοηθήσει-, που θα μάς επιτρέψει να παράγουμε ενέργεια μόνοι μας απ’ αυτό το γαλακτερό χάος, ώστε να γίνουμε πιο ανεξάρτητοι, να εθιστούμε στην αυτενέργεια, και να μην εξαρτώμαστε σε κάθε βήμα από το Θεό».  

«Γιε μου, μη λέμε τα ίδια και τα ίδια. Το χάος που έχει απομείνει στο τέλος της Δημιουργίας είναι ενεργειακά νεκρό σαν οστά τοποθετημένα σε φέρετρο. Η μέγιστη εντροπία έχει ρουφήξει απ’ αυτό κάθε ίχνος ενέργειας. Χρειαζόμαστε άρα πάντα παλιγγενεσία, χρειαζόμαστε πάντα την επόμενη γονιμοποίηση, ένα νέο “γεννηθήτω φως”. Έχεις τη φήμη ότι είσαι ο πυρφόρος Προμηθέας, αλλά μη τρελαθούμε κιόλας. Τη φωτιά την παίρνεις από αλλού».

«Τέλος πάντων, ειδοποίησέ με όταν έλθει το δωράκι μας από την αρχή του χρόνου», είπε ο Προμηθέας και πήγε στην καμπίνα του για να ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου.  

Κενόν.

«Πλοίαρχε, παρατηρείται δραστηριότητα μέσα στην ηλιακή σφαίρα. Έχει γεμίσει με ενέργεια στο φουλ! Τα ύψη του κβαντικού ελαίου είναι τέτοια, ώστε οι μετρητές μας πάνε να σπάσουν», διεμήνυσε από τη γέφυρα ο Υπερίων.  

          «Εδώ δεν ισχύει το “σε δουλειά να βρισκόμαστε”, αλλά ότι βρισκόμαστε σε δουλειά», είπε ο νυσταλέος, αλλά παρά ταύτα τα μάλα κινητοποιημένος Προμηθέας. «Υπερίωνα, ξεκίνα με μυρίνα, μη στέκεσαι καθόλου. Μέχρι να πάρω το συριζανέλ και να έλθω στη γέφυρα, θέλω να έχει γίνει η πρώτη καταστέρισις».

          ΦΩΝΗ ΥΠΕΡΙΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΦΩΝΑ: «Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα… Εκτέλεσις».

          Και έτσι στην περιοχή που είναι σήμερα ο Σταυρός του Νότου εμφανίστηκε μετά από μια πλουμιστή θεαματική έκρηξη το άστρο, που ο Προμηθεύς βάφτισε εντελώς αυθόρμητα Μυία.   

Όλο το πλήρωμα θαύμαζε το έργο του από την οθόνη και είδε ότι καλόν.

«Ένα ωραίο πρωτογενές άστρο», έλεγαν όλοι θαμπωμένοι από την ομορφιά της ακτινωτής λάμψης, που θύμιζε τετρακτύα του Πυθαγόρα. Κάθε φορά επέτρεπαν στον εαυτό τους λίγες στιγμές ρέμβης και αναπόλησης πριν ξαναπιάσουν δουλειά.  

«Μακάρι να εξαντλούνταν η εργασία μας στο ευχάριστο κομμάτι», μονολόγησε ο Προμηθέας πριν ανανήψει απότομα. «Έχουμε όμως ακόμη την ψαλμωδία του ύμνου για την απόδοση νοήματος και τη μετατροπή του αστέρα σε πάλλοντα, ώστε να εκπέμπει αυτό το μήνυμα στη Γη. Αστέρες εμοιρίδιοι πάσης μοίρης σημάντορες όντες, θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν (οι αστέρες μετέχουν στη μοίρα, δείχνουν το δρόμο της και έτσι ορίζουν το θείο μονοπάτι των θνητών ανθρώπων)».

«Αυθέντα», είπε η Ευρύβια από τις επικοινωνίες, «έχουμε τόση πολλή δουλειά που καμιά φορά διερωτώμαι τι κάνουν τα υπόλοιπα πλοία του αστροστόλου».

Ο Κατεπάνω γύρισε απότομα και την κατακεραύνωσε επιτιμώντας την που αναρωτιέται τα αυτονόητα, αλλά η υποπλοίαρχος τον πρόλαβε:

          «Ναι, ξέρω έχουν αναλάβει τους ελάσσονες αστερισμούς, αλλά οι εβδομήκοντα βασικοί είναι δική μας αρμοδιότητα».    

«Εβδομήντα ένα συνολικά αστερισμοί και άστρα, εκ των οποίων πενήντα τρεις αστερισμοί και δέκα οκτώ άστρα, υποπλοίαρχε», όχλησε και επεσήμανε αυστηρά ο Υπερίων, «μάθε να είσαι ακριβής στους υπολογισμούς σου».

«Αμάν, είπα κι εγώ να πω μια ατάκα και με γαμήσατε», μουρμούρισε χαμηλόφωνα η Ευρύβια, αν και γνώριζε ότι ο Υπερίων είχε οξύτατη ακοή και δεν θα τού ξέφευγε η παρατήρησή της.

«Ναι, πρέπει να μείνει κάποια αρμοδιότητα και για τα άλλα πλοία, αλλά για φανταστείτε! Υπάρχουν πθ’ (ογδόντα οκτώ) καταγεγραμμένοι αστερισμοί και πθ’ ύμνοι που έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής Ορφέας για να τούς ποιήσει, να τούς δελεάσει προς την ύπαρξη. Δηλαδή πόσο πια αληθοφανής να είναι η ιστορία μας, ρε φίλε;», είπε ο Προμηθέας απευθυνόμενος είτε στον Υπερίωνα είτε σε ένα  φανταστικό κοινό.

Ο χορός φέρνει επί σκηνής τον πρώτο καταστεριτικό ορφικό ύμνο:
                   ΘΥΜΙΑΜΑ- ΛΙΒΑΝΟΝ ΝΟΤΟΥ (ΝΟΤΙΟΥ ΑΝΕΜΟΥ)

«Λαιψηρόν πήδημα δι’ αέρος υγροπόρευτον,

Ωκείαις πτερύγεσι δονούμενος ένθα και ένθα

Έλθοις συν νεφέλαις νοτίαις όμβρου γενάρχα

Τούτο γαρ εκ Θεού έστι σοι γέρας αερόφοιτον,

Ομβροτόκους νεφέλας εξ αέρος εις χθόνα πέμπειν

Τοι γαρ λιτόσμεθα, μάκαρ, ιεροίς χαρέντα

Πέμπειν καρποφόρους όμβρους επί μητέρα γαίαν».

 (Συ που πηδάς γρήγορα στου αέρος στα υγρά κύματα

Και δονείσαι με ωκέα φτερά εδώ κι εκεί χωρίς πατήματα

Έλα με σύννεφα του νοτιά, συ γενάρχη βροχής

Που ο Θεός σού ‘δωσε προνόμιο στον αέρα να μπεις

και να στέλνεις από εκεί στη γη τα βροχερά νέφη

Σε παρακαλούμε, μακάριε, αφού ευφρανθείς με κέφι

Στείλε στη μητέρα -γη που με θυσίες σού γνέφει

Βροχή που θεριεύει καρπούς και τους κόπους στέφει.)

          «Εδώ βέβαια» πρόσθεσε ο Υπερίων, «το επιστημονικό ήθος επιβάλλει να αναφέρουμε ότι το ποίημα που απαγγείλαμε δεν έλεγε “Θεός”, αλλά “Δίας”».    

 «Μάλλον αυτό το κείμενο μάς έχει ξεμείνει από κάποια Δημιουργία, όπου επικράτησε στο τέλος ο Δίας. Δεν θέλω να με απασχολείς με τέτοιες ασημαντότητες, Υπερίωνα. Αν κολλάμε συνεχώς σε λεπτομέρειες, δεν πρόκειται να προχωρήσει με τίποτε η πλοκή και σού θυμίζω ότι είμαστε ακόμη στην αρχή», αντιγύρισε ο Προμηθέας.

«Κατεπάνω, βλέπουμε ότι με βάση το ποίημα σχηματίστηκαν ήδη πλανήτες, κάποιοι εκ των οποίων είναι κοντά στον αστέρα και τσουρουφλίζονται, ορισμένοι διαθέτουν ωκεανούς και ηπείρους, κάποιοι είναι γίγαντες αερίων, ένιοι είναι παγωμένοι νάνοι νικελίου και σιδήρου που φιλοδοξούν κάποτε να αποκληθούν πλανήτες, άλλοι πάλι συγκροτούν υπερβολικά πυκνούς και συμπαγείς αστέρες νετρονίου, ενώ φαίνεται επίσης να έχει σχηματιστεί μία ζώνη κομητών αντίστοιχη με τη δική μας Κυίπερ κι ένα νέφος από βράχους και διαστημικά σκουπίδια αντίστοιχο με το δικό μας Όορτ.»   

«Για την ακρίβεια», μεσολάβησε ο Υπερίων, «έχουμε δεκαεννέα πλανήτες, εκ των οποίων τρεις…»

«Ποιος νιάζεται; Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά σκηνικό είναι», διέκοψε ο Προμηθέας. «Ευρυνόμη, πάρε μια άκατο μαζί με τη Μήτιδα και πηγαίνετε να εγκαταστήσετε τον πομπό. Νομίζω στο υπόγειο έχουμε κάμποσα απ’ αυτά τα παλιοσίδερα – ραδιοτηλεσκόπια που χρησιμοποιούνταν στο πρόγραμμα SETI για ανίχνευση εξωγήινης ζωής. Αυτά, άμα αντιστραφεί η πολικότητα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως παλμικοί πομποί. Προσέξτε τώρα, με παρακολουθείτε; Γιατί διακρίνω κάποια χαλαρότητα και θα σάς πάρει ο διάολος όλους εδώ μέσα. Το μήνυμα που θα στείλετε προκύπτει ήδη από τα γράμματα της λέξης ΜΥΙΑ. Μι (μητέρα) είναι η γέννηση, Ύψιλον είναι η διοχέτευση υγρών, Ιώτα είναι ο ιθύνων νους και Άλφα είναι η αρχή. Συνεπώς, η γρήγορη ερμηνεία είναι:

«Η γέννηση μάς δίδει πολλούς καρπούς και χυμούς,

Αλλά τελικά οδηγεί στο Θεό ο ιθύνων νους».    

«Μπράβο ηγέτη μας», χειροκρότησε η Λητώ, «με ανακούφιση παρατηρώ ότι η ερμηνευτική σου ικανότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Ελπίζω κάποιος να βρεθεί να καταγράψει τις γλώσσες – σχόλια που εκστομίζεις, παρότι μεταδίδονται τηλεπαθητικά μέσω μεγάλων διαστημικών αποστάσεων , ώστε τελικά η μέγιστη προσφορά σου στην ανθρώπινη ανάπτυξη να αναγνωριστεί».

«Άσε το δούλεμα και το γλείψιμο, Λητώ. Τη δόξα θα μού κλέψει κάποια Πυθία που θα μασάει φύλλα ή κάποιος μάντης που θα μελετάει εντόσθια πουλιών και στην πραγματικότητα απλώς θα αναπαράγει αυτά που εκπέμπω εγώ. Ήδη εσύ σαν ανορεκτική που είσαι κι αφού έτσι κι αλλιώς μασουλάς μόνο γηθυλλίδες -πρασσαλίδες, θα μπορούσες να κάνεις καριέρα ως ιέρεια ή μάντισσα αναμασώντας την τηλεπαθητική έμπνευση που έρχεται από το υπερπέραν. Όμως επέλεξες το δρόμο της αρετής, όπως ο Ηρακλής, κι αντί να έχεις εύκολη ζωή παριστάνοντας ότι διαθέτεις “όμμα προφήτου” και τρεφόμενη με τα πεσκέσια και τα τάματα των πελατών, επέλεξες να υπηρετήσεις τον ύψιστο σκοπό μαχόμενη στο άκρο του Σύμπαντος. Σε επαινώ μεν και σού επιδαψιλεύω δάφνες, αλλά σού προσήκει και ψόγος, γιατί είσαι “κουρόγιδο”».   

Η Ευρυνόμη και η Μήτιδα φόρτωσαν στα γρήγορα το σκάφος με τα ραδιοτηλεσκόπια, τόσο σκουριασμένα και πιτσικαρισμένα στις άκρες σαν να ήσαν τα αυθεντικά που είχε χρησιμοποιήσει ο Τέσλα και μια και δυο απογειώθηκαν προς την κατεύθυνση του πρώτου φιλικού πλανήτη, εκείνου δηλαδή που πληρούσε τις προδιαγραφές “goldilocks”, το οποίον δεν σημαίνει βέβαια «χρυσομαλλούσα» ή «χρυσομπουκλάτη», όπως πολλοί το μεταφράζουν, αλλά χρυσό κλείδωμα ιδανικών συνθηκών για την ανάπτυξη ζωής.

Με το που πλησίαζαν στον πλανήτη κι έλεγαν από μέσα τους «να και μια φορά που δεν συνέβη τίποτε» και αναλογίζονταν αν υπάρχει λογοτεχνικό είδος που να αποκαλείται «ανιαρή περιπέτεια», κάτι όχι τόσο καλό για τους θεατές αλλά πολύ συμφερτικό για τους πρωταγωνιστές, όντα φρικιαστικά, φρικώδη και φρικαλέα ξεπήδησαν από άλλη διάσταση, εκμεταλλευόμενα την αστάθεια και τη σύγχυση της αστρικής δημιουργίας.

Στο σημείο αυτό καθίσταται απαραίτητη μία παρέκβαση, για να μη νομίσει ο αναγνώστης ότι αφήνουμε αφηγηματικά κενά ή ότι υιοθετούμε σεναριακές ευκολίες: Παράλληλοι κόσμοι ήσαν πάντοτε σε επαφή με τον δικό μας, αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Δεν ήταν άραγε παράλληλοι κόσμοι τα τέρατα της μυθολογίας, η Σφίγγα, ο Λεβιάθαν ή οι επισκέψεις των ξωτικών, των δράκων, των γιγάντων, των νάνων, των λυκάνθρωπων, των καλλικάντζαρων, των βαμπίρ  και των λοιπών μυθικών πλασμάτων, από τις οποίες βρίθει η αρχαία και η μεσαιωνική μας Ιστορία;  Δεν ήταν επιρροή από ένα παράλληλο κόσμο η επικράτηση της μαγείας για χίλια ολόκληρα χρόνια στον πλανήτη μας; Πιστεύει άραγε κανείς σοβαρά ότι όλα αυτές οι λαϊκές παραδόσεις , που ανέδιδαν ψυχρό πανουκλιασμένο αέρα από ερμητικές, αραχνιασμένες κρύπτες,  που μύριζαν σχοινί αγχόνης και θράκα ξύλου μαζί με κόκαλα μάγισσας, ήταν απλώς και μόνο δεισιδαιμονία χωρίς καμία πραγματική βάση, όταν δεν υπήρχε ούτε ένας που τις  αμφισβητούσε; Φανταστείτε πόσα ανεξήγητα και κατά τα φαινόμενα υπερφυσικά περιστατικά θα έπρεπε να είχαν συμβεί, προκειμένου να δημιουργηθεί ανά τους αιώνες η εδραία πεποίθηση ότι υφίσταται αυτή η εξ αποστάσεως επίδραση, που αποκαλείται μαγεία. Ολόκληρος ο Μεσαίωνας ήταν μία περίοδος , όπου η παρουσία του Θεού ήταν τόσο καταθλιπτική, τόσο αληθινή , καταπιεστική και στραγγαλιστική, ώστε δικαίως και αμήχανα σοκάρεται η σημερινή εκκοσμικευμένη εποχή μας.

 Η ένσταση βέβαια είναι γιατί όλα αυτά δεν συμβαίνουν πλέον σήμερα: Διότι πολύ απλά σήμερα το κοσμοείδωλο της κοινής συνείδησης είναι τέτοιο, ώστε δεν επιτρέπονται ζώνες του μισόφωτου ή αφηγήματα της κρύπτης ή της σκοτεινής πλευράς. Από τότε που ο Planck ανακάλυψε τη γνωστή σταθερά του, που είναι το πιο μικρό υπάρχον μέγεθος, οι ίνες ή οι χορδές του κόσμου μας έχουν γίνει τόσο πυκνές και στενές, ώστε τίποτε εξωτερικό δεν είναι πλέον δυνατό να διεισδύσει. Ως διευκρίνιση μες τη διευκρίνιση να πούμε ότι η ανακάλυψη ενός υποτιθέμενου προϋπάρχοντος είναι στην πραγματικότητα νέα εφεύρεση ή ευρεσιτεχνία, που προτείνεται και γίνεται αποδεκτή από την κοινή συνείδηση. Τούτο σημαίνει ότι πριν από τη σταθερά του Planck το ύφασμα του κόσμου μας δεν ήταν τόσο πυκνοραμμένο και επέτρεπε διελεύσεις από πλάσματα του αλλαχού. Τρανή απόδειξη ότι έτσι έχουν τα πράγματα είναι το εξής: Θα θυμάστε όλοι βέβαια ή θα έχετε διαβάσει ότι ολόκληρη τη δεκαετία του 1950 ο κόσμος είχε βουίξει από διάφορα παραφυσικά φαινόμενα, το κυριότερο εκ των οποίων ήταν η μαζική διέλευση UFO, που εμείς έχουμε μεταφράσει ως ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα), αλλά και ακόμη χειρότερα κυκλοφορούσε πλήθος μαρτυριών για την παρουσία αλλόκοτων πλασμάτων. Ο ένας στους πέντε έβλεπε δίπλα του πράσινα ανθρωπάκια με μαύρα σκιστά μάτια ή φωτεινά περιγράμματα με δύο μαύρα στίγματα στη θέση των οφθαλμών, ενώ αυτά τα όντα είχαν προβεί αποδεδειγμένα σε απαγωγές, που άφηναν ως παρακαταθήκη στα αποσβολωμένα θύματά τους απόκοσμες εντυπώσεις και πλούτο ανείπωτων και ανείδωτων παραστάσεων. Άπειρες φωτογραφίες φωτεινών αντικειμένων είχαν ληφθεί, που όσα μετεωρολογικά μπαλόνια ή διαφυγές μεθανίου και να επινοούσαν οι θετικιστές επιστήμονες, ήσαν αδύνατο να εξηγηθούν.  Το παγκόσμιο αυτό φαινόμενο ερμηνεύτηκε ως ομαδική παράκρουση, αλλά βέβαια δεν είναι δυνατόν να τρελάθηκαν όλοι σε όλα τα μέρη του κόσμου ταυτόχρονα. Ξεχνάμε όμως ότι εκείνη η εποχή ήταν στον απόηχο των πυρηνικών εκρήξεων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και ότι, ακόμη και μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γίνονταν αλόγιστα και ανεύθυνα ένα σωρό πυρηνικές δοκιμές στον Ειρηνικό ωκεανό, στις νήσους Μπικίνι, στις ερήμους της Νεβάδα κ.λπ., καθώς και στα υπόγεια στρώματα του φλοιού της Γης.  Πολύ πιθανότερη εξήγηση λοιπόν είναι ότι απλώς το υφάδι του χωρόχρονου είχε διαταραχτεί και ίσως σκιστεί σαν χασές απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα πειράματα, περίσταση που μάς επέτρεψε να ρίξουμε μία κλεφτή ματιά στις άλλες πραγματικότητες, όπου ξεπροβάλλουν πλοκάμια αντί για χέρια και ιριδίζουσες γυάλινες χάντρες ή βαθιές ρυτιδωμένες κόγχες αντί για μάτια. Ευτυχώς με τα χρόνια μάλλον η δορά επουλώθηκε και έτσι προστατευόμαστε και εμείς και η νοημοσύνη μας και η πνευματική μας υγεία από τέτοιες παρανοϊκές καταστάσεις. Ο χώρος και ο χρόνος δηλαδή δεν είναι σταθεροί πυλώνες ανεξάρτητοι από εμάς , αλλά επηρεάζονται τόσο από τις υλικές μας ενέργειες, όσο και από τις αντιλήψεις ή υπολήψεις  μας. Αν κάποια μέρα ο ήλιος ανατείλει , αλλά δεν υπάρχει κανένα μάτι να τον δει, τότε αυτή θα είναι μία ανατολή χωρίς νόημα. Χωρίς τη νόηση και την εμπειρία, τις λέξεις και τα ονόματα καθετί που συμβαίνει είναι βουβό και κουφό, ανέκφραστο και ανόητο.

 «Μύγα στη δεξιά πλευρά», είπε στο ακουστικό της η Ευρυνόμη, «Μάς κουτσούλησε με διαβρωτικό περίττωμα τον κινητήρα δίνης. Επίσης, με το μυζητήρα της προσπαθεί να αποσπάσει την οροφή και ήδη παρουσιάζονται ρωγμές στο κέλυφος. Βενοβίνδα, λέξον».

«Έκανε η μύγα κόλο κι έχεσε τον κόσμο όλο», μουρμούρισε φιλοσοφικά ο Προμηθέας. «Φαίνεται ότι με μία λογική τελικού αιτίου, που ορίζεται ως η κοσμολογική εκείνη συνθήκη, κατά την οποία ο Θεός έθεσε τα αυτιά στο πλάι του προσώπου, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να φοράει τα ομματοϋάλια που θα εφεύρει αργότερα, ονόμασα το άστρο Μυία, επειδή ήξερα ότι θα ξεπηδήσουν από το παράλληλο διάστημα μύγες. Άλλη εξήγηση, επιφανειακά πιο πειστική, είναι ότι θυμόμουν την ονομασία από προηγούμενη δημιουργία, αλλά αυτό απλά μεταθέτει το πρόβλημα, διότι  πώς ήξερα στην πρώτη δημιουργία ότι…»

«Ηγεμών», φώναξε ο Υπερίων, ανεβάζοντας τα ντεσιμπέλ σε βαθμό που κανείς δεν θα περίμενε από αυτή τη στωική φιγούρα, «αναμένουμε διαταγάς. Η άκατος έχει πληγεί σοβαρά από εχθρικά λύματα».   

«Πρέπει να σάς τα κάνω όλα πενηνταράκια, ρε παιδιά; Αχ, πού είσαι καημένη Ηώ! Κοίε, σπεύσε σε βοήθεια του σκάφους. Θεία, αφού οι πυροβολητές μας λείπουν, ανάλαβε εσύ τη χρήση των όπλων με αυτόματη σκόπευση. Πυρ κατά βούληση. Αυτό έλειπε, ακόμη δεν ξεκινήσαμε την αποστολή, να μάς μπλοκάρουν οι μύγες. Τότε ας υποβάλουμε από τώρα τις παραιτήσεις μας στο Θεό, να τελειώνουμε».

Τα πυροβόλα -ακτινοβόλα του Βενοβίνδα άρχισαν να κροταλίζουν- κατακεραυνώνουν ολόγυρα, σαρώνοντας την περίμετρο με περιστροφική κίνηση, διατρυπώντας τα έλυτρα, τα περιβλήματα και τους αρθωτούς τομείς των μυγών σαν μαχαίρι που κόβει ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα και μετ’ ου πολύ οι μύγες είχαν γίνει ψητές και τα κομμάτια τους σκόρπισαν στον κοσμικό άνεμο. Αγκαλιασμένες σχεδόν λεσβιακά, αλλά και αιμομιικτικά, αφού ήσαν αδελφές, η Ευρυνόμη και η Μήτιδα παρακολουθούσαν προβοσκίδες, νηματοειδή ψευδόποδα, ξεκοιλιασμένες κοιλιές με υγρή τροφή και εμετό, διάτρητους θώρακες και κουτσουρεμένα κελύφη να απομακρύνονται σε ομόκεντρους ολοένα διευρυνόμενους κύκλους. Το πρώτο (χαμηλό) εμπόδιο για το Κοσμογονικό Μυθοπλαστικό Αστροσκάφος είχε ξεπεραστεί.   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα.. εκτέλεσις.

Εμφανίστηκε ένα σύστημα τριών ήλιων που ήσαν σε τροχιά και σε πλήρη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, αφού μάλιστα μία γλώσσα φωτιάς έρεε από τον έναν στον άλλον και συγκεκριμένα, όπως θα ‘λεγε ο Υπερίων, από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο που ήταν πιο βαρυτικά συμπαγής. Εκ πρώτης όψεως η επικρατούσα συνθήκη ήταν τόσο δυσμενής ώστε δεν θα περίμενε κανείς να υπάρχει εκεί κοντά πλανήτης που να μην είναι απόλυτα καψαλισμένος από την ανάσα των τριών ενωμένων σε θανάσιμο χορό δράκων. Κι όμως ανάμεσα στα θηρία έβρισκε τρόπο να διαβεί χωρίς να στριμωχτεί ή να καταστεί εφαψίας ένας – ένας μόνο- πλανήτης.

«Ηγεμών», είπε ο Υπερίων. «Περιέργως έχουμε έναν πλανήτη τάξης Μ, που περιστρέφεται σε τροχιά οκταριού γύρω από τους δύο ήλιους σε ασφαλή απόσταση από τον τρίτο, ικανό να γεννήσει και να συντηρήσει ζωή, πολύ φωτοτροπική, αφού κυριαρχεί κυρίως η ημέρα.»

«Αντιπλοίαρχε», διέκοψε ευθαρσώς και θρασέως η Μήτιδα, «όχι απλώς μπορεί ο πλανήτης να συντηρήσει ζωή, αλλά διακρίνω κι ένα σωρό βιολογικά σήματα της τάξεως του ενός εκατομμυρίου ζωικών όντων με επίπεδο πολιτισμού ανάλογο με εκείνο της Μεσοποταμίας περί το -Γ- (τρεις χιλιάδες) προ Χριστού».

«Για την ακρίβεια», πρόσθεσε ο Υπερίων σκύβοντας πάνω από το κεφάλι της Μήτιδος για να δει απευθείας τον ανυψωμένο ανιχνευτή, «ρσκγυqθΜ κάτοικοι».

«Αυτή η ενέργεια που μάς στέλνει ο Θεός από την αρχή του Σύμπαντος μάλλον εμπεριέχει κάποιο κώδικα νοήμονος σχεδιασμού κι έτσι κι εμείς οι ίδιοι κάθε φορά απορούμε με αυτό που κάθε φορά ξεπροβάλλει από την ηλιακή περιβληματική σφαίρα σαν να σπάει ένα γουρουνάκι κουμπαράς, μία μεξικανική πινιάτα ή να ξετυλίγεται ένα χριστουγεννιάτικο δωράκι χωρίς να ξέρουμε τι έχει μέσα», είπε ο Προμηθέας.

«Για την ακρίβεια», συμπλήρωσε ο Υπερίων κουνώντας πέρα -δωθε τα μυτερά αυτιά φαύνου- σειληνού- σάτυρου, «δεν γνωρίζουμε το πόσο εξελιγμένο θα είναι το ηλιακό σύστημα που θα βρούμε μπροστά μας ούτε ως προς το χρόνο, αν και αυτό μπορεί να είναι παρενέργεια του φαινοδιαστατικού διαδρόμου».

«Σε κάθε περίπτωση, κύριοι, ας εξερευνήσουμε αυτό που βοηθήσαμε να δημιουργηθεί. Υπερίων, Ωκεανός και Αγχιάλη μαζί μου στον μεταφορέα».    

«Πλοίαρχε, εφιστώ την προσοχή και προειδοποιώ», επανήλθε ο αφάνταστα εκνευριστικός Υπερίων. «Όπως γνωρίζουμε από προηγούμενες δημιουργίες, υπάρχει οργανωμένη διείσδυση του Διός σε όλες τις παραμέτρους επανασχεδιασμού του Σύμπαντος. Και είναι επόμενο, όταν συγκρούονται δύο υπερδυνάμεις, η τιτανική – ανθρώπινη και η ολύμπια- εξωδιαστατική, όλα τα γεγονότα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και δήθεν αυθορμήτως συμβαίνοντα, να επηρεάζονται από τους δύο προαιώνιους αντίμαχους με πρακτορική παρείσφρηση, τηλεκατευθυνόμενα τηλεσκάφη (δρόνους), δηλητηριώδη βελάκια και τσιμπήματα από βουλγαρική ομπρέλα, προπαγανδιστικά φυλλάδια, ψεύτικους λογαριασμούς διάδοσης ψευδών ειδήσεων κ.λπ., που είναι τελικά πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα από την  πρωτόγονη μέθοδο της πολεμικής εισβολής».   

Ο Κένταυρος Χείρων καθόταν διπλωμένος στα μπροστινά του πόδια έξω από τη σπηλιά του, ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Η φυλή του είχε τη φήμη ότι ήταν άξεστη, απολίτιστη, βάρβαρη και βάναυση, ένα έθνος ισχυρομελών άλκιμων Βοιωτών με μακρύ πέος και λίγο μυαλό. Σίγουρα ο Όμηρος θα τούς απένειμε τους χαρακτηρισμούς που επιφύλασσε για τους Κύκλωπες «άζυγοι, αφρήτορες, ανέστιοι, οί πολέμου έρανται επιδημίου οκρυόεντος». Ήδη δύο από τους πιο ηλίθιους κένταυρους, ο Ροίκος και ο Υλαίος είχαν την έμπνευση – άστοχος όρος, απλά την ορμή- να προσπαθήσουν να βιάσουν την ωκύπου Αταλάντη, ευνοούμενη της θεάς Αρτέμιδας και αυτή βέβαια τούς τόξευσε και τούς εκτέλεσε. Ίσως βέβαια γι’ αυτή την απέχθεια που έτρεφαν όλοι προς τους κένταυρους έπαιζε ρόλο όχι μόνο ο απομονωτισμός τους, όχι μόνο η διφυής υβριδική φύση τους ως ανθρώπων και αλόγων ταυτόχρονα, όντας άλογοι τόσο ως άλογα όσο και στο νου, αλλά και οι κοινωνικές διακρίσεις, η λοξή επικάρσια (εξού και “bias“) μεροληψία και η προκατάληψη  που ένιωθαν οι «φυσιολογικοί» γι’ αυτούς. Δεν μπορούσαν να τούς αναγνωρίσουν ή να τούς χρίσουν ιδιαίτερο φύλο, ένα ακόμη εκτός από τα υπάρχοντα εβδομήντα, αφού αυτό λύνει όλα τα προβλήματα;   

Ο ίδιος πάντως ο Χείρων είχε από μικρός πνευματικές αναζητήσεις, όσο ταπεινές κι αν ήσαν οι καταβολές του. Όταν οι τιτάνες κυριαρχούσαν πριν από το βασίλειο του Διός κι ήταν στην εξουσία ο Κρόνος ο γενάρχης των χρονικών θνητών (που τούς τρώει κιόλας)- αν και βέβαια ούτε ο χρόνος ούτε ο θάνατος πρέπει να θεωρούνται κατ’ εξακολούθηση δολοφόνοι αλλά μάλλον σύντροφοι που μάς υπενθυμίζουν ότι κάθε στιγμή είναι μοναδική και μπορεί να μη επαναληφθεί-, περίεργη μοίρα θέλησε η ζηλότυπη σύζυγος Ρέα να πιάσει τον Κρόνο επ’ αυτοφώρω, στα πράσα που λέμε, την ώρα που με το τεράστιο όργανό του ικανοποιούσε τη Φιλύρα – ήδη ο ψυχολόγος του Χείρωνα τού είχε πει ότι το να λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους στις σεξουαλικές σκηνές είναι τεράστια ψυχολογική πρόοδος. Τη στιγμή που ο Κρόνος εξέχεε θορυβωδώς μεταμορφώθηκε σε ίππο, ώστε να πει μετά στη σύζυγο «κάποιο λάθος έκανες και θα σε ονομάσω στο εξής Ανθίππη, διότι είδες εμένα αντί του ίππου». Η Φιλύρα, που κατά την ώρα του οργασμού πρόλαβε ευτυχώς να έχει και κάποιο αίσθημα έκστασης πριν καταληφθεί από απόλυτο τρόμο, έτρεχε με το πολύ σπέρμα να στάζει, έτρεχε επί εννέα μήνες και βάλε τρεφόμενη με ακρίδες και μέλι άγριο, ώσπου έφτασε στη Θεσσαλία. Εκεί γέννησε τον ιπποκένταυρο Χείρωνα. Όταν είδε να βγαίνει από την κοιλιά της τούτο το μόστροσον και προδιγίοσον, έπαθε νευρικό κλονισμό και είπε στους θεούς να την μεταμορφώσουν σε δέντρο. Μη σε ξενίζουν οι πολλές μεταμορφώσεις, αναγνώστη, αρκεί να έχει κανείς επαρκή ενέργεια στη διάθεσή σου και γίνονται αυτά. Η περαιτέρω καριέρα της Φιλύρας δεν θα μάς απασχολήσει εδώ, γυρίζουμε στα πεπραγμένα, τα έργα και τις ημέρες του κένταυρου Χείρωνα.  

Ήταν λοιπόν ικανοποιημένος από τον εαυτό του, διότι είχε διαψεύσει στην πράξη τις προκαταλήψεις που ίσχυαν για τη φυλή του. Έγινε αυτοδίδακτος ιατρός, χειρούργος, αστρονόμος, φιλόσοφος, μουσικός. Στο Πήλιο όρος, στην περίφημη σπηλιά όπου διέτριβε για να μην πληρώνει νοίκι και που αναγνωριζόταν από όλη την οικουμένη ως πανδιδακτήριο παροχής ουσιαστικών μόνο και όχι τυπικών προσόντων (πτυχία δεν μοίραζε), δίδαξε όλους τους ήρωες της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων αγαπημένοι του μαθητές ήσαν ο Ηρακλής και ο Θησέας, αν τούς έχετε ακούσει ποτέ. Κι αφού αποδείχτηκε ότι ένας κένταυρος μπορεί να αναδειχτεί και να πετύχει, τότε μπορούν όλοι οι κένταυροι, συλλογιζόταν κι έβλεπε κάπου μακριά στον ορίζοντα να ροδίζει μία αισιόδοξη αυγή.

Όμως ο Χείρων εκείνη την ημέρα, χωρίς να το ξέρει, είχε μπει βαθιά στη ζώνη του λυκόφωτος και επέπρωτο εκείνη η αποφράς ημέρα να είναι η τελευταία όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά για ολόκληρη τη φυλή του. Είναι μερικές φορές που η έκφραση «η χειρότερη μέρα της ζωής τινός» αποτελεί υποεκτίμηση, ωραιοποίηση και ευφημισμό κατά  το ρητορικό σχήμα της λιτότητας, και δεν υπάρχουν στη Γη τόσα πολλά και τόσο αλμυρά δάκρυα που να αντιστοιχούν στη θλίψη και στο πένθος για ένα περιστατικό. Το χειρότερο βέβαια είναι να χάνει κανείς το παιδί του και ακόμη χειρότερο και αδιανόητο να χάνει όλα τα παιδιά του και τέλος το κακό να εξαπλώνεται στην πόλη και στην οικουμένη, ώστε κανείς πια να μην απομένει ν’ ακούσει τις φωνές, τις οιμωγές και τους θρήνους. Δεν υπάρχουν όρια στις συμφορές που μπορεί να υποστεί κάποιος, διότι δεν υπάρχουν όρια ούτε στη χαιρεκακία της μοίρας ούτε στην τύφλωση του ίδιου του ανθρώπου που αγνοεί ή δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ερμηνεύει σωστά τους οιωνούς.

Όλα ξεκίνησαν από κάτι που θα έπρεπε να είναι ένα ευτυχές γεγονός, ότι δηλαδή εκείνη την ημέρα ο Ηρακλής ερχόταν να επισκεφτεί τον παλιό δάσκαλό του για να τού δείξει και τη νέα του αρραβωνιαστικιά, τη Διηάνειρα, προσθέτοντας το κερασάκι στη τούρτα της ήδη καλά σχεδιασμένης έκπληξής του που θα έκανε τον Χείρωνα να χαρεί ακόμη περισσότερο, όχι μόνο για τις προόδους του μαθητή του και τους απίθανους άθλους που έκανε, αλλά και για τη μέλλουσα αποκατάστασή του.

Καθώς πήγαινε να περάσει τον ποταμό Εύηνο συνάντησε τον κένταυρο Νέσσο που ήταν περαματάρης. Τού γεννήθηκε η επιθυμία να παλέψει με τα κύματα του ορμητικού ποταμού γιατί πάντα κάθε ερέθισμα της πραγματικότητας κινητοποιούσε το μυικό τόνο του ημίθεου. Είπε λοιπόν στο Νέσσο:

«Εγώ θα περάσω κολυμπώντας, σού εμπιστεύομαι τη νύφη μου να την περάσεις απέναντι. Απ’ ό,τι θυμάμαι, είσαι γνωστός του δάσκαλου Χείρωνα κι αυτό είναι η μεγαλύτερη δυνατή εγγύηση για μένα. Θα ιδωθούμε στην αντίπερα όχθη, όπου θα σε αμείψω διπλά».

«Κανένα πρόβλημα, μείνε ήσυχος αφεντικό», είπε ο Νέσσος.

Πέφτει λοιπόν στα νερά του Εύηνου ο Ηρακλής, ξεκινάει με τη ξύλινη πλατφόρμα και ο Νέσσος σπρώχνοντας την κοίτη με το κουπί του, μέχρι όμως να φθάσουν στην αντίπερα όχθη – θε μου και συγχώρεσέ με- η Διηνάνειρα ήταν με τα πόδια ψηλά, η πλατφόρμα είχε γίνει κρεβάτι, η βαρκάδα κουνούσε πολύ και το κουπί είχε γίνει αλογίσιος καυλός και φαλλός, αν καταλαβαίνεις πάνω- κάτω την πλοκή και την εικόνα που επιθυμώ να δείξω, αναγνώστη.    

Τώρα τι νόμιζαν οι δύο ξαφνικοί- περιστασιακοί εραστές; Δεν σκέφτηκαν ότι ο Ηρακλής θα τούς έβλεπε; Ίσως όμως η πράξη κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο είχαν προβλέψει και δεν μπορούσε ο Νέσσος να ολοκληρώσει. Μόλις το πλεούμενο προσόρμισε απλοήγητα και ακυβέρνητα, σχεδόν αυτόματα στην όχθη, μπούκαρε ο Ηρακλής κι άρχισε να βαράει επανειλημμένα τον Νέσσο στο κεφάλι με το ρόπαλό του μέχρι που το γένι δεν ξεχώριζε από το δέρμα. Ύστερα με μία επίδειξη πληγωμένου ανδρισμού και απρόβλεπτη μελοδραματική συμπεριφορά που τόσο αρέσει στις γυναίκες απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα προσκαλώντας εμμέσως τη Διηάνειρα να τον ακολουθήσει. Η Διηάνειρα όμως είχε απελπιστεί.

«Τι θα κάνω τώρα; Ο Ηρακλής θα με σκοτώσει.»

Τότε ο ξεδοντιασμένος και ματωμένος Νέσσος τής έδωσε το μανδύα του ποτισμένο με τον ιδρώτα της γενετήσιας προσπάθειας, το αίμα των πληγών του, αλλά κυρίως τίγκα στο σπέρμα καθώς τουλάχιστον η μισή ποσότητα χύθηκε έξω καθώς τον τράβηξε ο Ηρακλής.

«Θα’ χεις ήδη καταλάβει ότι οι εκκρίσεις των κενταύρων είναι το καλύτερο ερωτικό ελιξίριο. Πάρ’ το λοιπόν, με ευχαριστίες από το μαγαζί κι αν τυχόν ο Ηρακλής σού κάνει τσιριμόνιες, δώσ’ του το και θα δεις αμέσως ότι το ξύλο που (δεν) βγήκε απ’ τον παράδεισο και το γενναίο μπερντάχι θα μετατραπούν εύκολα σε ερωτική σκηνή. Όσο γι’ αυτό που μάς ένωσε, το κρατάμε, κανείς δεν μπορεί να μάς το πάρει. Ήταν η πιο επιτυχημένη, αριστοτεχνική και δεξιοτεχνική διάβαση του ποταμού που θα μπορούσα να φανταστώ, το αποκορύφωμα της καριέρας μου. Άξιζε τον κόπο, άξιζε τον… θάνατο», είπε πριν ξεψυχήσει. .  

Κι έτσι επέπρωτο μπροστά στη σπηλιά του Χείρωνα αντί για τη θαλπωρή και τη ζεστασιά της υποδοχής να λάβουν χώρα υπερεαλιστικές σκηνές ζηλοτυπίας και παρ’ ολίγον γυναικοκτονίας. Ο Ηρακλής διηγήθηκε στο Χείρωνα τα καθέκαστα και κάθε φορά που έβαζε σημείο στίξης έδινε κι ένα χαστούκι στη Διηάνειρα για να υπογραμμίσει αρκούντως το δραματικό στοιχείο. Αυτή είχε κρύψει εν τω μεταξύ τον μανδύα του Νέσσου στα μπογαλάκια της για μελλοντική χρήση.

«Ηρακλή, συμβαίνουν αυτά», έλεγε ο σοφός Χείρων. «Δεν σημαίνει ότι ο δεσμός καταλύεται, στο κάτω- κάτω ο καθένας δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία». Από μέσα του είχε χλομιάσει γιατί έβλεπε ότι στην πραγματικότητα δεν γνώριζε το χαρακτήρα του πάλαι ποτέ μαθητή του που φαινόταν δύσθυμος, ευερέθιστος και οργίλος. Δυστυχώς δεν αρκεί να είναι καλός ο σπόρος της πραότητας και της γαλήνης, αλλά πρέπει και το έδαφος που τον υποδέχεται να μην είναι στέρφο και χέρσο. «Σε είχα διδάξει ότι εμείς οι κένταυροι έχουμε και το κοκαλάκι της νυχτερίδας, μάς έχει προικίσει η φύση με μία λάγνα αποπλανητική γοητεία, δεν φταίει το κορίτσι, έπεσε θύμα ύπουλης και καταχθόνιας φερομόνης, ίσα- ίσα φταις εσύ Ηρακλή που ξέχασες ό,τι σού είχα πει και την άφησες μόνη …»

«Γέροντα, μη με εξοργίζεις άλλο και κυρίως μη τα ρίχνεις σε μένα! Αν είναι όπως τα λες, γι’ αυτό κι εγώ θα εξαλείψω το γένος σας! Θα σάς σβήσω από προσώπου Γης, να ακόμη ένας άθλος που δεν μού τον επιβάλλει ο Ευρυσθέας, αλλά τον εξαγγέλλω μόνος μου!»

«Ηρακλή, για όνομα του Θεού, αυτά δεν είναι αστεία. Ο ένοχος πλήρωσε κι όπως σε είχα διδάξει το δίκαιο δεν γνωρίζει συλλογική, αλλά πάντα ατομική ευθύνη. Προσπάθησε να φανείς λογικός και να ηρεμήσεις σε παρακαλώ. Μού φαίνεται ότι το τσάι δεν κάνει δουλειά, έχει και λίγη καφεΐνη μέσα και δεν είναι το κατάλληλο για την περίσταση».   

Τριπόδισε προς τον εσωτερικό της σπηλιάς, για να βρει τον υπηρέτη του. «Φόλε», είπε, «κάνε μια επιδρομή στην κουζίνα και φέρε ό,τι έχουμε να φιλέψουμε τον ήρωα. Και πού ΄σαι, φέρε και κάνα ποτάκι με περισσότερα γράδα, δεν είμαστε λέσχη γυναικών εδώ να μάς προσφέρεις τέιο».

Γυρνώντας προς το ζευγάρι έτριψε τα χέρια του και είπε: «Θα καθίσουμε οι τρεις εδώ μαζί και με το Φόλο τέσσερις να τα πούμε λίγο και θα λύσουμε όλες τις παρεξηγήσεις, όπως ταιριάζει στα πολιτισμένα πλάσματα του Διός. “Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου” και τα σχετικά».

Ο Φόλος έφερε σ’ ένα δίσκο ωμό κρέας και ζύθο. Όμως ο Ηρακλής ήταν πολύ κακόκεφος και δεν ήταν τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή το κατάλληλο πρόσωπο για να γράψει καλή κριτική σε περιοδικό γαστρονομίας.

«Δάσκαλε, με προσβάλλεις. Μού προσφέρεις ωμό κρέας, για ποιον με πέρασες, για κανένα απολίτιστο σαν τους κένταυρους του σογιού σου και τους κύκλωπες; Εμένα που με έχει προσκαλέσει στο τραπέζι του ο ίδιος ο Δίας, που έχω συμφάγει και συμποσιαστεί με τους θεούς! Δεν ξέρεις ότι ο Δίας κατακεραύνωσε το Λυκάονα που τού σέρβιρε ωμό κρέας…»

«Τον κατακεραύνωσε επειδή τού σέρβιρε ένα παιδί ψη…»

«Μη με διακόπτεις! Και ζύθος; Έλεος, τι είμαι, Αιγύπτιος σκλάβος των πυραμίδων;»  

  «Φόλε,» ψιθύρισε τρέμοντας ο Χείρων, «πάρε όπως είσαι το κρέας και πήγαινε να το ψήσεις…»

«Και κρασί, κρασί!», φώναξε ο Ηρακλής σπάζοντας το τραπέζι με μια γροθιά και χύνοντας το ζύθο σπονδή στο χώμα. Από τη στιγμή που φαντάστηκα τον Ηρακλή να ρίχνει γροθιά στο τραπέζι, θα ήταν σεναριακά μη ρεαλιστικό να μείνει το τραπέζι ανέπαφο. Ας προσπεράσουμε τη χασμωδία αυτή, λέγοντας ότι τού έφεραν αμέσως άλλο.

«Ηρακλή μου, θυμάσαι ότι εκ παραδόσεως οι κένταυροι κάθε γειτονιάς έχουν κοινό πίθο και δεν μπορώ να τον σφάξω χωρίς την παρουσία των άλλων».

Ο Ηρακλής αναποδογύρισε και το δεύτερο τραπέζι, κατακεραυνώνοντας τον πρώην δάσκαλό του μ’ ένα ιοβόλο βλέμμα.

Έτσι ο κοινός πίθος παραβιάστηκε κι επιτέλους το γεύμα του Ηρακλή ήταν έτοιμο προς βρώση και πόση, κρέας ψημένο και κρασί με ονομασία κατά παράδοση «Κένταυρος».

Τη στιγμή εκείνη μπούκαραν στη σπηλιά ή τέλος πάντων κάλπασαν στο προαύλιό της δύο ακόμη κένταυροι, ο Άγχιος που είχε πολύ άγχος και ο Άγριος που ήταν πολύ άγριος. Ήσαν οπλισμένοι με δαυλούς, ελατόξυλα, πέτρες και πελέκεις, αλλά πληγωμένοι και ρακένδυτοι, ερχόμενοι φανερά από μάχη.

«Σεβαστέ Χείρων, δεν υπάρχουν λόγια για να σού πούμε αυτό που πρόκειται ν’ ακούσεις. Το έθνος των κενταύρων δεν υπάρχει πια. Σφάχτηκαν όλοι, μείναμε μόνο εμείς».

Όταν κάποιος ακούει ότι έγινε ένα δυστύχημα και κάποιοι πέθαναν, πολλώ μάλλον χιλιάδες, το αφηρημένο του πράγματος, τα άγνωστα κενά πρόσωπα και ο ψυχρός αριθμός δεν τον αφήνουν να το συνειδητοποιήσει.

«Καλά δεν πήγατε για κηδεία, πήγατε για γάμο», ψέλλισε ο πανδιδάσκαλος.

«Ο Ευρυτίων το ξεκίνησε. Οι τελετές του γάμου πήγαιναν καλά με στεφάνια και με ειρεσιώνη  που

«σῦκα φέρει καὶ πίονας ἄρτους

καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀποψήσασθαι

καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ»,

αλλά ξαφνικά αυτός ο κοκορόμυαλος ρίχτηκε σε μία Μνησιμάχη που ήταν κόρη κάποιου σημαίνοντος από τους Λαπίθες. Τα μαλακισμένα αυτά λύσσαξαν στην κυριολεξία, έβγαζαν αφρούς από το στόμα, σούβλισαν τον Ευρυτίωνα από την αρχή και μετά άρχισαν να μάς ξεπαστρέβουν μεθοδικά, σχεδόν τελετουργικά. Ήταν περισσότεροι, δάσκαλε, πολύ περισσότεροι, έπαιζαν και στην έδρα τους, πρέπει να ήσαν τουλάχιστον φΜ’, ενώ όπως ξέρεις εμείς ήμασταν το πολύ πΜ’».

 Χρειάστηκε ένα ολόκληρο λεπτό για να συνειδητοποιήσει ο δάσκαλος τι του έλεγαν κι έπειτα κατέρρευσε στα τέσσερα.

«Μα … πώς είναι δυνατό αυτοί οι συβαρίτες καλοζωισμένοι Λαπίθες να κατέβαλαν εκπαιδευμένους σκληραγωγημένους κενταύρους, μαθημένους στις κακουχίες, γόνους πολεμικής φυλής, όπου τα βουνά ολόκληρα ηχούν από τις ιαχές και τις ευχωλές μας…»

Εκεί οι Άγχιος- Άγριος υιοθέτησαν τόνο μομφής και κατηγορίας.

«Ο μαθητής σου ο Θησέας τούς βοήθησε, δάσκαλε. Ήταν κι αυτός προσκεκλημένος και τάχα προσεβλήθη, προσβλήθηκε – προσβλήνεται που λένε κάποιοι, για τη Μνησιμάχη. Εσύ φταις, δάσκαλε, που δίδαξες σε όλα αυτά τα πλουσιόπαιδα των καλών οικογενειών, σ’ αυτή τη σιχαμερή απωθητική ελίτ που τα έβρισκε πάντα όλα εύκολα στη ζωή της, τον υποκριτικό ψευτο-κώδικα ηθικής που τούς έδωσε το ιδεολογικό θεμέλιο να μάς ξεκοιλιάσουν. Έσπευσαν όλοι να υπερασπιστούν την τιμή της Μνησιμάχης, σιγά μη βραχεί η ουρίτσα του γαϊδάρου. Ξεκληρίστηκε μια ολόκληρη φυλή, εξολοθρεύθηκε ολόκληρη η γενιά και η νεοττιά των κενταύρων  για την τιμή μιας γυναίκας, υπάρχει μεγαλύτερος δικαιωματισμός από αυτό;»   

  Τότε για πρώτη φορά πρόσεξαν τον Ηρακλή που χλαπάκιαζε τη μπριζόλα του ώσπου να φτάσει στο Τ κόκαλο και έπινε το κρασί των κενταύρων.

«Ανάθεμά σε, δάσκαλε. Τάχα δίδαξες όλους τους ήρωες της Ελλάδος, εμείς τι ωφέλεια είχαμε από αυτό, μάς ρήμαξαν! Τώρα άνοιξες το βαρέλι μας και κέρασες το κρασί μας σ’ αυτόν τον ξένο που έρχεται στα μέρη μας και παριστάνει το γόη, τον σωματοκτίστη και τον μπρατσαρά, είναι κι αυτός, βλέπεις, πρώην μαθητής σου κι εμείς τι σού φταίμε; Ε συ, θαυμαστέ υπερήρωα, που καμώνεσαι πως είσαι ο μεγάλος άντρακλας, το σπέρμα που στάζει απ’ τη γυναίκα σου είναι άραγε δικό σου;»

Όπως ήταν αναμενόμενο, ορμά ο Ηρακλής, αρπάζει το δαυλό του ενός και τού καίει το πρόσωπο, αποσπά το ρόπαλο του αλλουνού και τού το χώνει στα αποσιωπητικά. Και καθώς σφάδαζαν και οι δύο, επειδή ήταν εκτός των άλλων και ψυχοπονιάρης, τούς έδωσε τη χαριστική βολή τοξεύοντας τους με τα φαρμακωμένα βέλη της Λερναίας Ύδρας που είχε στη φαρέτρα του. Ο Φόλος που είχε συγγένεια με τον έναν απ’ τους δύο έσπευσε να ελκύσει το βέλος, το οποίο όμως έπεσε στο πόδι του και τού προξένησε αμυχή που αρκούσε για να επιφέρει το θάνατο.

«Ω σόρρυ φίλε Φόλε, δεν πρόλαβα να σού πω ότι τα βέλη έχουν φόλα», είπε με χαρακτηριστική καθυστέρηση ο Ηρακλής, ενώ ο Φόλος ήδη αναποδογύριζε και κοιτούσε με γυάλινα μάτια τα ραπανάκια ανάποδα.

Με ταχύτητα που δεν αναμενόταν από την κατάστασή του όρμησε στο βέλος ο Χείρων, το εξήγαγε αν θεωρήσουμε ότι ήταν εμπεπηγμένο και το κάρφωσε με δύναμη στο καπούλι του.  

  «Έτσι πεθαίνει ο Χείρων, ο τελευταίος των κενταύρων», είπε.

Ο Ηρακλής γονάτισε δίπλα του.

«Δάσκαλε, ειλικρινά αυτό δεν το ήθελα».

Εκείνη τη στιγμή ακριβώς διακτινίστηκε η ομάδα προσεδάφισης από το διαστημόπλοιο Βενοβίνδας.

Ο Ωκεανός έγειρε επάνω από τον Χείρωνα με τον καταγραφέα του, τον σκάναρε και γνωμάτευσε:

«Πρόμυ, δεν γίνεται τίποτε. Η κατάσταση είναι ανεπανόρθωτη».

«Δεν πειράζει Πριονοκόκαλε», είπε ο Προμηθέας με το χαϊδευτικό παρατσούκλι που αποκαλούσε το γιατρό.

Ο Υπερίων κύτταζε και αυτός τον φορητό ανιχνευτή του.

«Όπως το προέβλεψα, υπάρχει χρονική ανακολουθία, δηλαδή μέχρι να διακτινιστούμε εμείς, πέρασαν μέρες στον Α’ του Κενταύρου, όπως μέσα στη μεγαλοθυμία σου φρόντισες να βαφτίσεις τον πλανήτη, τετράστερε Κατεπάνω. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα πρόλαβαν οι κένταυροι και εξαφανίστηκαν όλοι. Δεν υπάρχει βιολογικό σήμα κένταυρου σε όλο τον πλανήτη εκτός από το εξασθενημένο που εκπέμπει ο πληγωμένος τετράποδος κύριος».

«Καταλάβαμε», συνέχισε ο Προμηθέας, «ενώ διασχίζαμε  τράνζιτ τον μικρόκοσμο και τα μόριά μας μεταφέρονταν στον πλανήτη, ότι γινόταν μεγάλο μακελειό. Νομίζαμε ότι θα προλάβουμε να επέμβουμε αλλά τελικά δεν προλάβαμε».

«Σ’ ευχαριστώ εκ μέρους της φυλής μου για το τίποτε, αυθέντα. Σ’ ευχαριστώ, όπως επιβάλλουν οι κανόνες της ευγένειας και της ευγνωμοσύνης, για όσα προτίθεσο να κάνεις αλλά εντέλει δεν έκανες. Έτσι θέλω να θυμούνται όλοι τους κενταύρους, γιατί υπήρξαμε παρεξηγημένα, κατά βάθος ευαίσθητα πλάσματα. Στο σημείο αυτό θέλω να παραδώσω τη ψυχή μου σε κάποιον να μη χαθεί σαν δάκρυ στη βροχή και σαν ψιχάλα στον άνεμο. Όλα τα επιτεύγματα της φυλής μας, οι σκέψεις, οι ανησυχίες μας, ο τρόπος που βλέπαμε το Σύμπαν μέσα στο ξέφρενο καλπασμό μας δεν είναι δυνατό να πάνε χαμένα, να αναλιγωθούν στον ωκεανό της λήθης…»  

Ο Προμηθέας απευθύνθηκε στην ομάδα του. Ο Υπερίων έβαλε τον αντίχειρά του στον αριστερό κρόταφο του Χείρωνα και τα υπόλοιπα δάκτυλά του, δύο στο μέτωπο, ένα στο δεξί ζυγωματικό και ένα στο πηγούνι: «Το μυαλό μου στο μυαλό σου και οι σκέψεις μου στις σκέψεις σου».

«Ενώ ο Υπερίων προβαίνει σε νοητική σύντηξη, οι υπόλοιποι να ψάλουμε τον ύμνο του Κορύβαντος», είπε ο αυθέντης.

 ΘΥΜΙΑΜΑ- ΛΙΒΑΝΟΝ ΚΟΡΥΒΑΝΤΟΣ

«Κικλήσκω χθονός αενάου βασιλέα μέγιστον

Κύρβαντ’ ολβιόμοιρον, άρειον, απροσόρατον,

Νυκτερινόν Κούρητα, φόβων αποπαύστορα δεινών

Φαντασιών επαρωγόν, ερημόπλανον Κορύβαντα

Αιολόμορφον άνακτα, θεόν διφυή, πολύμορφον,

Φοίνιον, αιμαχθέντα κασιγνήτων υπό δισσών

Δηούς ός γνώμησιν ενήλλαξας δέμας αγνόν

Θηρότυπον θέμενος μορφήν δνοφερού δράκοντος,

Κλύθι, μάκαρ, φωνών, χαλεπήν δ’ αποπέμπου μήνιν,

Παύων φαντασίας ψυχής εκπλήκτου ανάγκης».

(Καλώ τον μέγιστο βασιλιά της αιώνιας γης,

Κορύβαντα ανδρείο που κάλλιο μπροστά σου να μη δεις

Κούρητα νυκτερινό που καταπαύει φόβους δεινούς,

Πλανάται στην έρημο και σβήνει των ξωτικών τους φανούς

Τον αιολόμορφο άνακτα, δίμορφο, θεό διφυή,

Τον αιμάτινο που σφάχτηκε από ίδια δελφύ

                   (εννοούνται οι υπερήρωες Ηρακλής, Θησέας)

Που η Δήμητρα σ’ έκανε ν’ αλλάξεις την αγνή σου μορφή

Και θηριοειδές άλογο να γίνεις έχων ανθρώπου κορφή,

Άκουσε, μάκαρ, τις φωνές μου κι απόδιωξε την οργή σου,

Απόπεμψε τους δαίμονες της τρομαγμένης ψυχής σου).

Ο Χείρων φάνηκε να ανακουφίζεται με το ξεφόρτωμα του πνεύματός του, ενώ ο Υπερίων στράφηκε στους υπόλοιπους γεμάτος κατανόηση.

Ο Χείρων όμως με μία τελευταία σπασμωδική κίνηση άρπαξε το μανίκι του Υπερίωνα και ψιθύρισε με την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του:

«Υπερίων, τι θα μείνει τελικά από τους κένταυρους, τι θα μείνει…»

«Σκιάς όναρ άνθρωπος», απάντησε ο Υπερίων.

«Ναι, αλλά από τους κενταύρους, από τους κενταύρους…»

«Ένα κέντημα αύρας», απάντησε ο Υπερίων, «και αυτό είναι αρκετό».

  Ο Χείρων ένευσε καταφατικά και ξεψύχησε κρατώντας ακόμη γερά το μανίκι του Υπερίωνα που χρειάστηκε να βάλει δύναμη για να αποσπάσει τη χείρα- μέγγενη.

Ο Προμηθέας είπε: «Νομίζω ότι όλοι μας εγκρίνουμε να εκπεμφθεί αυτή η ιστορία προς τη Γη. Αχρονολόγητη όπως πάντα, πρόκειται για συλλογή και διάδοση νοημάτων με σκοπό τη διαπαιδαγώγηση της ανθρωπότητας, δεν κάνουμε μίζερη θετικιστική επιστήμη εδώ. Κάποιοι θα προσπαθήσουν να αποδείξουν αυτό που είναι συστατικό και ιδρυτικό, να βαθμονομήσουν το αβαθμολόγητο, να μετρήσουν το άμετρο, να εξιχνιάσουν τα βάθη της άπατης αβύσσου, κάποιοι άλλοι θα επιχειρήσουν να τα καταργήσουν τα νοήματα που εκπέμπουμε στο όνομα του καινούριου και του διαφορετικού κι ύστερα θα επιστρέψουν πάλι σ’ αυτά για να εμπνευσθούν».

Γυρίζοντας προς τον Ηρακλή, είπε:

«Ηρακλή, δεν πρέπει να ‘σαι περήφανος για όσα έγιναν εδώ σήμερα. Πρέπει να προβληματιστείς λίγο περισσότερο σε ποιους χαρίζεις την αφοσίωσή σου και την αξιοσύνη σου. Να σκεφτείς λίγο περισσότερο ποια είναι η αρετή και ποια είναι η κακία από τις δύο γυναίκες που συνάντησες κάποτε στο σταυροδρόμι. Υποτίθεται ότι οι ήρωες εκχερσώνουν τη ζούγκλα, ιδρύουν πόλεις και εισάγουν  διοίκηση και θεσμούς κι εσύ μαζί με το Θησέα εκμηδενίσατε σήμερα μία ολόκληρη φυλή. Μην ακούς τα παραγγέλματα κάποιων ψεύτικων θεών που υπαγορεύουν άνωθεν άρρητ’ αθέμιτα ή προφητών που κραυγάζουν και ξελαρυγγιάζονται από κάποιο βουνό, αλλά μόνο στην επίμονη φωνούλα του δαιμόνιου που πηγάζει από μέσα μας. Ο άνθρωπος, Ηρακλή, εκπηδά από το ζωικό υπόβαθρο και άνω θρώσκει. Η προσωπικότητά του οφείλει να είναι δομημένη πυραμίδα. Οι ιδέες για τη σωτηρία της ανθρωπότητας είναι απλά η βάση και δεν αρκούν. Ακολουθεί το στάδιο της ηθικής που έχει αξία μόνο αν τηρείται απαρέγκλιτα, αλλιώς έχουμε χάσει ήδη την ψυχή μας και γίναμε κύμβαλα αλαλάζοντα του Διονύσου. Στο τέλος έρχεται η εφαρμογή των εθικών ιδεών, τακτική, στρατηγική και τέχνη διοικητική. Αν το ένα από τα τρία στάδια λείψει, τα υπόλοιπα δύο δεν έχουν κανένα νόημα, η πυραμίδα γκρεμίζεται. Συλλογίσου γύρω από αυτά, έτσι και αλλιώς είμαι βέβαιος ότι θα τα ξαναπούμε κάπου εκεί έξω».   

Το χαμόγελο του Προμηθέα τρεμόπαιξε, τρεμόφεξε, μαρμαρύγησε και σπινθήρισε καθώς τον συνεπήρε μαζί με την ομάδα προσεδάφισης το κύμα του μεταφορέα, αλλά ο Ηρακλής δεν θα χαμογελούσε καθόλου, αν μαζί με τη μεγάλη του δύναμη είχε και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον.

Έδωσε μια σεξιστική σπρωξιά στη Διηάνειρα.

«Κοίτα μπροστά εσύ, τελείωσε η δουλειά μας εδώ, κάναμε ό,τι ήταν να κάνουμε», είπε καθώς διασκέλιζαν το κατώφλι της γεμάτης με πτώματα σπηλιάς. Στα μπολαγάκια της κοπέλας, όπως είπαμε, είχε προστεθεί και ο μανδύας του Νέσσου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΒΩΜΟΣ, ΤΡΙΠΑΤΡΙΑΡΧΟΝ (ΤΡΙΓΩΝΟ ΝΟΤΟΥ), ΙΝΔΟΧΗΝ (ΤΟΥΚΑΝΑ), ΙΝΔΟΣ

Αρκετά παραξενεμένοι ο πρώτος αξιωματικός Υπερίων και ο ιατρός Ωκεανός χτύπησαν την πόρτα του δωματίου ετοιμότητας του κυβερνήτη που δεν τούς είχε συνηθίσει σε τόσο οικείες προσκλήσεις.

«Εμπρός, εμπρός μπείτε με θάρρος στο σαλόνι το καλό», είπε ο Προμηθέας. «Καθίστε».

Επιθεωρώντας την κάβα του ο (πάντα ενεργών εντός αρμοδιότητας) ηγεμών είπε.

«Ιατρέ, όπως καταλαβαίνεις, είναι δύσκολο να έχω ροδόσταμο μέντας, όπως αυτό που πίνετε στους νότιους ωκεανούς και στα τροπικά νησιά. Έχω όμως ερυθρόχρουν ιχθυοσαυριανό οιναπόσταγμα και σοκολατένιο θεοβρωμυλιανό ζύθο».

«Εντάξει, παρότι είμαι εν υπηρεσία», είπε ο Ωκεανός, «θα πιω ένα ποτήρι ιχθυοσαυριανό, βάλε όμως και κάμποσες σταγόνες θεόβρωμα μέσα».

«Κυβερνήτη, όπως ξέρεις, εμείς οι Ατλάντες δεν πίνουμε αλκοόλ. Μόνο νερό και φρουτοχυμό».

Ο Προμηθέας, παρότι είχε ανοίξει το αρμάρι με τα ποτά, βαρέθηκε γρήγορα να παριστάνει τον καλό οικοδεσπότη.

«Τέλος πάντων σερβιριστείτε. Θα κάθομαι τώρα εγώ να ψάχνω την ιδιοτροπία του καθενός…»

Αφού ο καθένας πήρε μπροστά ένα ποτήρι περισσότερο συμβολικά και εθιμοτυπικά παρά για να πιει, φοβούμενος μη χαρακτηρισθεί οινόφλυξ ή βαρελόφρων και μάλιστα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, ο Προμηθέας άρχισε την ενημέρωση.

«Όπως θυμάμαι αμυδρά από προηγούμενες Δημιουργίες σειρά τώρα έχει η αντιπαράθεση με έναν πολύ μεγάλο και επικίνδυνο εχθρό, τον Διόνυσο, υπεύθυνο, σάς θυμίζω, για το θάνατο της Ηούς. Το να θεωρήσουμε ότι θα τον νικήσουμε με την πρώτη είναι όνειρο θερινής νυκτός και πιθανότητα που δεν παίζει. Προτείνω να τού στήσουμε παγίδα που να περιλαμβάνει τρία- τέσσερα αστρικά συστήματα. Αν δεν επιτύχουμε να τον εξουδετερώσουμε στο πρώτο, θα έχουμε τουλάχιστον άλλες δύο απόπειρες στη διάθεσή μας, όπως γίνεται στους ολυμπιακούς αγώνες. Για να μην ανησυχήσουμε όμως το πλήρωμα που θα διερωτάται ποιος είναι ο λόγος για τις συνεχόμενες καταστερίσεις, προτείνω να τις κάνουμε “in camera” κεκλεισμένων των θυρών, συγκροτώντας ένα άτυπο, το τονίζω άτυπο, συμβούλιο αποτελούμενο από το σκληρό πυρήνα της διοίκησης, δηλαδή από εμάς, να καλέσουμε από το χάος τέσσερις αστερισμούς που να σχετίζονται με το μύθο του Διονύσου, δηλαδή τον Βωμό, το Τριπατρίαρχον, τον Ινδοχήνα και τον Ινδό και να εγκαταστήσουμε σε καθένα από αυτούς τις παγίδες μας ώστε να…»

«Δεν είναι καλύτερα να κάνουμε μία άτυπη ολομέλεια αντί συμβουλίου, ώστε να έχουμε μεγαλύτερη νομιμοποίηση…»

«Δόκτωρ, η σύγκληση άτυπης ολομέλειας είναι εγγενής αντίφαση ήδη από την κατάστρωσή της. Η στρατηγική σημασία του άτυπου είναι ακριβώς να μη μαθευτεί, ενώ η ολομέλεια εξ ορισμού συνεπάγεται διάδοση σαν να βγαίνει στην κεντρική πλατεία τελάλης με βούκινο. Βεβαίως ομιλώ πάντα για δημοκρατικά διορισμένα συμβούλια, όπως είναι το δικό μας, και όχι για μυστικοπαθή ιερατεία».      

 «Ναι», διευκρίνισε ο Υπερίων, «εμείς έχουμε την αποδοχή και την ευλογία όσων ανθρώπων έχουν φάει τη γη και πιει το νερό της, έχουν καεί απ’ τη φωτιά και δροσιστεί από τον αέρα της, όλων των πνευμάτων με ανολοκλήρωτες καταπιεσμένες επιθυμίες που έχουν ενσωματωθεί στο Θεό κι έχουμε απ’ όλους αυτούς ένα είδος επιταγής εν λευκώ να ενεργούμε σε δύσκολες στιγμές ως υπαγορεύοντες νομοθέτες, όπως ήταν ο Κλεισθένης, ο Δράκων, ο Σόλων, ο Ζάλευκος κι ο Χαρώνδας. Επομένως, συμφωνώ για λήψη έκτακτων μέτρων που θα μείνουν μεταξύ μας.»

Ο Προμηθέας ένευσε με ικανοποίηση για την έγκριση του Υπερίωνα, αλλά ύστερα κύτταξε για ένα σιωπηλό λεπτό με τα καστανά του μάτια έντονα και εμφατικά καθένα εκ των δύο στενών συνεργατών του.

«Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, ώστε δεν δύναμαι να ζητήσω τίποτε λιγότερο από την απόλυτη και αμέριστη στήριξή σας».

«Μαζί σου ως το θάνατο, κυβερνήτα. Δεν νομίζω να έχεις καμιά αμφιβολία γι’ αυτό», έσπευσε να πλειοδοτήσει ο Ωκεανός.

«Δόκτωρ, σε παρακαλώ για μία ακόμη φορά να απέχεις από συναισθηματικές εξάρσεις που δεν βοηθούν σε τίποτε την πραγμάτωση του εκάστοτε σκοπού μας», υπέμνησε ο Υπερίων ελαττώνοντας τη μελοδραματική στάθμη.

«Εντάξει», είπε δύσθυμα ο Ωκεανός, «μη το κουράζουμε, αρχίστε τη ψαλμωδία γιατί έχουμε και τέσσερα τροπάρια. Λυπάμαι τους αναγνώστες».

«Αντιγράφω αυτό που είπες, ελήφθη, σημειώθηκε και προχωράμε», είπε ο Προμηθέας. «Να αρχίσουμε από τον αστερισμό που θα ονομασθεί Βωμός και ας ψάλλουμε το τροπάριο Βάκχου Περικιόνιου».

 «Βάκχου Περικιόνιου; Τροπάριο είναι αυτό ή σταθμός του μετρό;», είπε το καλαμπούρι του ο δόκτωρ.

ΒΑΚΧΟΥ ΠΕΡΙΚΙΟΝΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕ ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κικλήσκω Βάκχον περικιόνιον μεθηδότην

Καδμίοις δόμοις ός ελισσόμενος περί πάντη

Έστησεν κρατερούς βρασμούς γαίας αποπέμψας

Ηνίκα πυρφόρος αυγή εκίνησεν χθόνα πάσαν,

Πρηστήρος ροίζοις- ός δ’ ανέδραμε δεσμός απάντων,

Ελθέ, μάκαρ, βακχευτά, γεγηθυίαις πραπίδεσιν»

 (Καλώ τον Βάκχο που τρέχει σε στύλους και σώματα,

Που μέθυσε τις μαινάδες στου Κάδμου τα δώματα

Στήριξε τη Γη και γαλήνεψε τους σκαιούς κλονισμούς

Όταν η πυρφόρος αυγή τάραξε το χώμα με σεισμούς

Και τυφώνες – συ όμως απέβης των πάντων δεσμός

Ως μάγκας, καραμπουζουκλής, τυχαρπάστων εσμός).  

Και εφάνη ο αστερισμός Βωμός και είδε το συμβούλιον το φως ότι καλόν. Προχώρησαν στα γρήγορα για το Τριπατρίαρχον (Τρίγωνο Νότου), εμφαινόμενο μέσω του κοντακίου Τριετηρικού.

 ΤΡΙΕΤΗΡΙΚΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕ ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κικλήσκω σε, μάκαρ, πολυώνυμε, μαινόλα, Βακχεύ

Ταυρόκερως, ληναίε, πυρισπόρε, Νύσιε, λυσεύ

Μηροτρεφής, λικνίτα, πυρίπνοε και τελετάρχα

Νυκτέριε, Ευβουλεύ, μιτρηφόρε, θυρσοτινάκτα

Όργιον άρρητον, τριφυές, κρύφιον Διός έρνος

Πρωτογόνε, ηρικεπαίε, θεών πάτερ ηδέ και υιέ

Ωμάδιε, σκηπτούχε, χοροιμανές, ηγέτα κώμων

Βακχεύων άγιας τριετητίδας αμφί γαληνάς

Ρηξίχθων, πυριφεγγές, εφάπτορ, κούρε διμήτωρ,

Ουρεσίφοιτα, κερώς, νεβριδοστόλος, αμφιέτηρε,

Παιάν θυρσεγχής, υποκόλπιε, βοτρυόκοσμε,

Βάσσαρε, κισσοχαρής, πολυπάρθενε και διάκοσμε,

Ελθέ, μάκαρ, μύστησι βρύων κεχαρημένος αεί».

(Σε καλώ μακάριε, πολυώνυμε, μανιακέ βοτρυοπατητή

Ταυροκέρατε, πυρισπόρε, νυχοκεντριστή, λυτρωτή

Μηροτρεφή, λικνιζόμενε, πυρίπνοε, δεν χορταίνεις τελετή,

Νυκτερινέ, εύβουλε, μιτροφόρε, που σείεις πεύκου κώνο

Σκέτο όργιο, κρυφέ βλαστέ του Δία με τριφυή γόνο

Πρωτόγονε, πατέρα θεών και υιέ που τα ρείκια κουνάς

Ωμοφάγε, σκηπτούχε, χορομανή που τους κώμους κερνάς

Γιορτάζοντας με (αν-) ησυχία κάθε τριετία αλλά και διετία

Ρηξίχθονε, πυρίφεγγε, που έχεις δυο μητέρες, εφαψία

Ορειβάτη, με προβιά ελαφιού, βρυοφόρε οιηματία

Μουσικόφιλε, υποκόλπιε, βοτρυόκοσμε, διακοσμητή

κισσοχαρή, παρθενοδιακορευτή, μάς έπρηξες το αυτί).     

Το Τριπατρίαρχον φάνηκε, σειρά έχει ο Ινδοχήν.

ΥΜΝΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΒΑΣΣΑΡΕΩΣ ΤΡΙΕΤΗΡΙΚΟΥ

«Ελθέ, μάκαρ Διόνυσε, πυρίσπορε, ταυρομέτωπε,

Βάσσαρε και Βακχεύ, πολυώνυμε, πανταδυνάστα,

Ός ξίφεσιν χαίρεις, ηδ’ αίματι, Μαινάσι θ’ αγναίς

Ευάζων κατ’ Όλυμπον, ερίβρομε, μαινόλα Βάκχε

Θυρσεγχής, βαρύμηνι, τετιμημένε πάσι θεοίς

Και θνητοίς βροτοίς όσοι χθόνα νεαιτάουσιν

Ελθέ, μάκαρ σκιρτητά, φέρων πολύ γήθος άπασι».

(Έλα μακάριε Διόνυσε, πυρίσπορε, ταυρομέτωπε πλάστη

Βάσσαρε, Βάκχε και με κάθε άλλο όνομα, παντοδυνάστη

Που σ’ αρέσουν τα ξίφη, το αίμα και οι αγνές Μαινάδες

Φωνακλά μανιακέ που πετάς στον Όλυμπο αστεία κι αράδες

Βαρύμαγκα με κισσού- αμπελιών ενδυμασία ριχτή,

Εκλεκτέ των θεών και θνητών, σκιρτητή, πηδηχτή,

 Φέρε μας γηθοσύνη και για όλους μια μπηχτή).

Τέλος, ας φανεί και ο Ινδός που είναι κι αυτός σχετικός.  

ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ (ΜΟΣΧΟΛΙΒΑΝΟ) -ΗΔΥΟΣΜΟΝ

Κικλήσκω Διόνυσον ερίβρομον, ευαστήρα,

Πρωτόγονον, διφυή, τρίγονον, Βακχείον άνακτα,

Άγριον, άρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον,

Κισσόβρυον, ταυρωπόν, αρήιον, εύιον, αγνόν,

Ωμάδιον, τριετή, βοτρυοτρόφον, ερνεσίπεπλον,

Ευβουλεύ, πολύβουλε, Διός και Περσεφόνης

Αρρήτοις λέκτροις τεκνωθείς, άμβροτε δαίμων,

Κλύθι, μάκαρ, φωνής, ηδύς δ’ επίπνευσον ενηής

Ευμενές ήτορ έχων, συν ευζώνοις τιθήναις».

(Καλώ τον Διόνυσο που φωνάζει «ευοί-ευά»

Πρωτόγονο, διφυή, τρίγονο και μ’ άλλα παλαβά

Άγριο, άρρητο, κρυφό, δικέρατο, δίμορφο τριγενή

Κισσόβρυο, ταυρωπό, πολεμικό κι άκρατο Διγενή

Ωμοφάγο, βοτρυότροφο, ανά τριετίες αγενή  

Εύβουλο, πολύβουλο, Διός και Περσεφόνης,

Γεννημένε σε αμαρτωλά κρεβάτια γενιάς μιαιφόνης,

Άκουσε τη φωνή μας και πνεύσε προσηνής

Μαζί με τις καλλίζωνες κυράδες στο γλέντι να φανείς)     

Στο σημείο αυτό ενδείκνυται μία παρέκβαση απευθείας από τον συγγραφέα στο πλαίσιο της διαδραστικής σχέσης με τον αναγνώστη. Συμπατριώτη Έλληνα, είτε είσαι συντηρητικός είτε προοδευτικός, δεν θα έπρεπε άραγε αυτοί οι μύθοι, τόσο λεπτομερείς και τόσο νοηματικοί που εμπνέουν εδώ και χιλιετίες ολόκληρη την ανθρωπότητα να διδάσκονται τουλάχιστον υποτυπωδώς στα ελληνικά σχολεία; Όχι τίποτε άλλο, αλλά όταν με υπερηφάνεια τούς επικαλούμαστε έναντι των ξένων για να υπογραμμίσουμε την υπεροχή μας ή έστω για να δείξουμε ότι κι εμείς «κάτι» κάνουμε μέσα στον ορυμαγδό της σημερινής εποχής, συνήθως γελοιοποιούμαστε, διότι εκτός των άλλων είμαστε και άσχετοι. Είμαστε αδαείς και ημιμαθείς αναφορικά με την πιο αρχαία και σημαντική πολιτιστική μας παράδοση. Δεν δικαιολογείται να μαθαίνω εγώ στα εξήντα τρία μου ότι ο Διόνυσος εκτός από θεός του κρασιού στεφανωμένος με βότρυες ήταν επίσης και μέγας στρατηλάτης και περιώνυμος κατακτητής, έχοντας φτάσει μάλιστα μέχρι τις Ινδίες πριν από το Μέγα Αλέξανδρο! Ή ότι ήταν πολυώνυμος, με τετρακόσια δύο (υβ’) ονόματα, κατά τρόπον ώστε, όπως ο Σαίξπηρ έλεγε ότι το ρόδο με κάθε όνομα παραμένει ρόδο, να λέμε κι εμείς ότι το αμπέλι με κάθε απόσταξή του παραμένει αμπέλι και ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου με όλες τις μορφές του.  

Κατά τα (μη) γνωστά λοιπόν, μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα πλανήτη ευρισκόμενο στον αστερισμό του Βωμού, που θα μπορούσε όμως να είναι και ο δικός μας, διότι παντού υπάρχουν Ελλάδες – παρένθεση: θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά θα εκστρατεύσουν μαζί με την Αργώ επίλεκτοι ήρωες, θα διεξαχθούν κι άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί για να κυριεύσει την Τροία ο μέγας Αχιλλεύς- ,  ο Δίας ερωτεύτηκε, άλλως λιμπίστηκε τη Σεμέλη, κόρη του Κάδμου, ο οποίος έμελλε να υποφέρει τα πάνδεινα από το αδίστακτο συνάφι των Ολύμπιων, και επεξερχόταν διαρκώς προς αυτήν στο πεδίο της γενετήσιας πράξης, άλλως, αν είστε εραστές της αγγλοσαξονικής ορολογίας «ερχόταν» συχνά επ’ αυτής. Όταν το έμαθε η ζηλότυπη Ήρα έγινε κατά το κοινώς λεγόμενο Τουρκάλα. Παραμύθιασε λοιπόν τη Σεμέλη να ζητήσει από τον αυτάρεσκο Δία να προσέλθει στο σεξ με όλα του τα θεϊκά παράσημα, τις αστραπές και τους κεραυνούς του. Καταλαβαίνετε ότι στην επακολουθήσασα πράξη η Σεμέλη καψαλίστηκε σαν προχειροψημένο σουβλάκι. Προσπάθησε να διαφύγει με το έμβρυο στην κοιλιά, αλλά ο στοργικός Δίας άνοιξε τη γαστέρα της και λαβών το φέτους ή τη φέτα την έραψε στο μηρό του. Μόλις συμπληρώθηκε το εννιάμηνο, έλυσε τα ράμματα και άφησε τον πηδηχτή Διόνυσο να φύγει αναπηδώντας σαν παιδικό τόπι.    

Τον ανέθρεψαν η Ινώ και ο Αθάμας και μάλιστα ως κορίτσι. Η Ήρα το έμαθε και προχώρησε σε εμπρησμό της κατοικίας του Αθάμαντα. Ο Διόνυσος ακολουθώντας τη συνταγή του Οδυσσέα με τον Πολύφημο μεταμφιέστηκε σε ερίφιο και το έσκασε. Φυγάς πλέον πήγε στη Νύσα της Ασίας και έμεινε στην ίδια τέντα με τις Νύμφες, κόρες του Άτλαντα διάγοντας σε ασφάλεια μέχρι την ενηλικίωση.  Σε ανταμοιβή τούτου ή ίσως και προς τιμωρία, αφού τα κίνητρα του ασταθούς Δία δεν ήσαν ποτέ διαφανή, ο Ζευς τις καταστέρισε και τις ονόμασε Υάδες. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Προμηθέας είχε ανταγωνισμό στις καταστερίσεις, πράγμα που επίσης εξηγεί για ποιο λόγο υπήρχαν προϋπάρχοντες αστέρες και πλανήτες πριν επιληφθεί το πλήρωμα των τιτάνων και τούς δημιουργήσει. Αυτό απευθύνεται σε όσους πασχίζουν να βρουν αφηγηματικά κενά στο σενάριό μας.

Μεγαλώνοντας ο Διόνυσος επινόησε τη φυτεία της αμπέλου και την παρασκευή του οίνου. Απεικονίστε τον στην οθόνη της φαντασίας σας ως νέο, θηλυπρεπή, είρωνα δανδή, φέροντα νεβρίδα στους ώμους και στέφανο από κλήματα και κισσό στην κεφαλή. Στο δεξί χέρι βάσταζε θύρσο, δηλαδή βακχική ράβδο ποικιλμένη με κισσούς, αμπελόφυλλα και κώνο πεύκου στην κορυφή, ενώ στο αριστερό είχε καλάθι γεμάτο σταφύλια. Ο ίδιος καθόταν σε άρμα που το έσερναν τίγρεις (πάω στοίχημα ότι αυτό δεν το ξέρατε), του οποίου προηγούνταν Νίκη με χρυσές φτερούγες και ακολουθούσαν πολυπληθείς σάτυροι και φαύνοι, κώμοι και θίασοι και άρματα Θέσπιδος με τρωγοπίνονες συνδαιτημόνες και εκστασιασμένους κραυγάζοντες ηθοποιούς.

Η Ήρα τον καταδίωκε συνεχώς αλλά δεν κατόρθωσε να τού εμφυσήσει το φοβικό αντανακλαστικό του διαρκώς διωκομένου, ίσα- ίσα τον χαλύβδωσε και τού ενέπνευσε τη νοοτροπία ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Οργάνωνε με μεγάλη επιμέλεια το στράτευμά του εμφορούμενος από σταθερό όραμα να γίνει κυρίαρχος του κόσμου, ώστε να μη μπορεί πια η Ήρα να τον βλάψει. Η μανία καταδίωξης που τού είχε εμφυτεύσει, εξελίχτηκε σε μανία καταδίωξης… των άλλων. Πάντως ο καταστροφικός του οίστρος και η κατακτητική εμμονή μετριάστηκαν κάπως και τέθηκαν υπό έλεγχο μετά από μία ευεργετική επίσκεψη στη Ρέα που εξευγένισε και διοχέτευσε τα ένστικτά του σε πιο παραγωγικούς διαύλους διδάσκοντάς τον τα πολύ πιο χρήσιμα και επωφελή οργιαστικά έθιμα.  

Θέλοντας να εκστρατεύσει και να καταλάβει όλη τη γνωστή οικουμένη, συνέστησε τάγμα γυναικών με Βάκχες και μαινάδες, έτερο τάγμα όπου συνάθροισε τους σάτυρους και τους φαύνους, χειροτόνησε δε στρατηγούς τον Σειληνό και τον Πάνα, εκ των οποίων μόνον ο πρώτος εκτονωνόταν και επιδείκνυε το αξίωμά του επί πώλου όνου, αφού ο δεύτερος κωλυόταν να χρησιμοποιήσει τις οπλές του ως σπιρούνια επί του όνου σύμφωνα με το αξίωμα ότι αρτιοδάκτυλο δεν επιτρέπεται να απλώσει τη χηλή του σε αρτιοδάκτυλο, όπως και στον πλανήτη των πιθήκων ίσχυε ότι πίθηκος δεν θα βλάψει πίθηκο. Έτσι, οι θύρσοι έγιναν δόρατα και τα κύμβαλα ασπίδες, τα έπιπλα και τα σκαμπό συστραμμένων κισσών έγιναν ταμπούρλα, τα αμπελόφυλλα γίνηκαν σημαίες, οι ληνοί, πίθοι και ασκοί μετατράπηκαν σε φυσητήρες βελών και υδραυλικές σφεντόνες, οι δε φιάλες και κρατήρες άλλαξαν χρήση σε πολεμικές μηχανές, οικολογικές πάντα για να μην καταστρέφεται το περιβάλλον και οι πάσης φύσεως υλικές υποδομές. Έχοντας στη διάθεσή του μία τέτοια δύναμη εισβολής και καταστολής, ο Διόνυσος ξεκίνησε το έργο που όλοι οι υπεράνθρωποι έχουν κατά νου, δηλαδή το συστηματικό αιματοκύλισμα της ανθρωπότητας.    

Από την Ελλάδα περαιώθηκε στην Αίγυπτο κι από εκεί διέσχισε Συρία, Φρυγία και Λυδία. Πέρασε τον Τμώλο και κατέληξε στη Θράκη. Στο σημείο αυτό όμως συνάντησε απρόσμενη αντίσταση από το βασιλιά Λυκούργο των Θρακών. Το προηγούμενο βράδυ ο Ωκεανός είχε κατέβει από τους ουρανούς με την ιατρική του κασετίνα και τού έκανε ένεση τριπλού οξυγόνου για να τον καταστήσει άτρωτο στη μάχη. Μαζί όμως τού έκανε και εμβόλιο κατά των ηδονών, πράγμα που τού παρέσχε ανοσία έναντι των σεξουαλικών παρενοχλήσεων του Διονύσου, που τού έγραφε άσεμνα μπινελίκια στο κινητό και τον παρακινούσε να θυσιάσει τον μεγάλο του σεισόπυγο πρωκτό προς τέρψη σεληνιασμένων φαλλών. Κατόπιν της ηχηρής αυτής απόρριψης, ο πανίσχυρος Βάκχος αναγκάστηκε να συνεχίσει τον αγώνα σε άλλον πλανήτη, άλλου αστερισμού, στον Ινδό και στον Ινδοχήνα.

Εκεί συναντάμε τον πλοίαρχο Προμηθέα να συζητάει με το βασιλιά των Ινδών Μύρρανο.

«Αυτού Μεγαλειότης, συστήνω μετ’ επιτάσεως να προετοιμαστείς. Ίσως μάλιστα για την περίπτωσή σου να μην ωφελούν πλέον υποτακτικές και ευκτικές με το σείς και με το σάς, αλλά να προσήκει η απερίφραστη προσκοπική προστακτική του “έσο έτοιμος”. Οι ακρίτες σου και οι αγγελιοφόροι λένε ότι ο Διόνυσος ήδη κατέβαλε τον Δηριάδη της Αιθιοπίας και πλησιάζει τον Ευφράτη. Ξύπνα επιτέλους για το όνομα του Θεού!»

«Αλίμονο, ναύαρχε, ανταποδίδεις τη φιλοξενία μου με πολλή κρεβατομουρμούρα. Σε καλώ -κικλήσκω όπως λέτε στη γλώσσα σου- μαζί με τον σφιγμένο σαν στριμμένο άντερο υπαρχηγό σου να χαλαρώσετε. Οι πράκτορές μου μού λένε ότι ο στρατός που κινείται εναντίον μας δεν είναι παρά γυναίκες που χαϊδεύουν το αιδοίο τους και περδόμενοι- ρευόμενοι μπεκρήδες. Είναι δυνατό να μού ζητάς να ξοδέψω τις ωραίες μου ρουπίες και να κινητοποιήσω το στράτευμά μου μόνο και μόνο για να καταστείλω τους καυγάδες μερικών μεθυσμένων σε κάποια μπαρ;»   

«Μύρρανε, μυρωμένε τύραννε, μην υποτιμάς τον εχθρό σου. Με τις ηδυπαθείς λεγεώνες του και τα υποβλητικά ερωτικά ξόρκια και φίλτρα του έχει τη δύναμη να προκαλεί μανία και φρενίτιδα στο μυαλό και στα μήδεα. Δέξου καλύτερα να υποβληθείς σε μια αντιερωτική ένεση, όπως κάποιος βασιλιάς που είχε την πρόνοια και τον κοινό νου να μάς ακούσει για να μην έχει ο Διόνυσος εξουσία πάνω σου. Μη φοβάσαι, τη λέξη “ένεση”, τη μετερχόμαστε εκ παραδόσεως, δεν εννοούμε τσίμπημα, έχουμε ξεπεράσει την εποχή που ανοίγαμε τρύπες στα κρανία για να φύγουν οι δαίμονες. Ωκεανέ, έλα εδώ με τον υποψεκαστήρα σου και υποψέκασε λίγο τον βασιλιά».

«Φρουρά! Μην τολμήσετε να με πλησιάσετε. Αρνούμαι να εμβολιαστώ. Δεν έχετε ατομικά δικαιώματα στη χώρα των τιτάνων; Πραγματικά, τόσες μέρες σάς κανακεύω με σαμόζα, κάρυ και ταντούρι και δεν έχω δεχτεί ούτε ένα δώρο από εσάς παρά μόνο προειδοποιήσεις και κινδυνολογίες γι’ αυτόν τον Διόνυσο. Μού φαίνεται ότι έχετε υπερβεί όχι μόνο το διάστημα και το βεληνεκές του καλωσορίσματός μου αλλά και της υπομονής- ανοχής μου.»

«Η υπηρεσία που σού προσφέρουμε δεν είναι υλική, βασιλιά», απάντησε ο Υπερίων. «Λέγεται “πληροφορία” και είναι υποκατάστατο της εμπειρίας. Δεν μπορείς να λάβεις πείρα για όλα τα θέματα, σε ορισμένα πρέπει να εμπιστευτείς την είδηση που σού φέρνει κάποιος άλλος. Εμείς εκτός από την πληροφορία σού προσφέρουμε και την αξιοπιστία μας, την αξιοσύνη μας, τη σοβαρότητά μας βάσει της οποίας θα την αξιολογήσεις και θα την κρίνεις. Μάς βλέπεις ότι είμαστε εκπαιδευμένοι αστροναύτες, δόκτορες πολλών επιστημών, μέλη σεβαστών οργανώσεων, όπως είναι η ομοσπονδία του Σείριου και ο αστροστόλος των χωρονηών, έχουμε βαθμούς, ιεραρχία, αρμοδιότητες…»

«Μωρέ καλοί αμάκες είστε. Μού έχετε χλαπακιάσει στην καταβόθρα σας τα μισά κοψίδια του βασιλείου μου. Στερημένοι λόγω των σκευασμάτων οδοντόκρεμας και άνοστης παστίλιας που σάς δίνει ο αναπαραγωγέας -τρισδιάτατος εκτυπωτής σας αντί για φαγητό, μόλις βρήκατε λίγη μαγειρευτή κουζίνα, επιπέσατε σαν τις ακρίδες. Στην αρχή γούσταρα την παρέα σας, παίξαμε και μερικά επιτραπέζια παιχνίδια μαζί, αλλά -έλεος- σταματήστε πια να τρώτε».           

«Ανάμεσα στις δεξιότητές μας συγκαταλέγεται και η προφητεία, άμυαλε άναξ», επέμεινε ο Υπερίων. «Και νομίζω ότι ακόμη και στην Ινδία ο κόσμος σέβεται τους προφήτες και τους μάντεις και δεν λυπάται να τούς αμείψει με λίγα τρόφιμα. Σού προφητεύω λοιπόν ότι οσονούπω το αλκοόλ θα γίνει φλόγα που θα κάψει τις πόλεις σου και τότε ίσως σκεφτείς πώς φέρθηκες σε κάποιους ευγενείς κυρίους που ήλθαν να σού επιστήσουν την προσοχή. Αλίμονο, έχεις πολλά πλούτη και καλούς μάγειρες, αλλά είσαι κακός κυβερνήτης».

Εκεί που ο μαχαραγιάς άρπαξε το γιαταγάνι του και η κατάσταση πήγε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο με ανεπανόρθωτες συνέπειες για τη φήμη της ινδικής φιλοξενίας κατά τους επόμενους αιώνες, ήλθε το μαντάτο που τόσο πολύ φοβούνταν οι τιτάνες, οι πρώτες πυρπολημένες πόλεις. Ο Διόνυσος είχε ήδη γεφυρώσει τον Ευφράτη με κλήματα και κισσούς και πέρασε απέναντι τρέχοντας πλέον ανεμπόδιστα για Ινδία. Δυστυχώς, ο βασιλιάς ως γνήσιος εκπρόσωπος της εποχής του χαλκού και του σιδήρου είχε μία τάση προς το μελόδραμα με αποτέλεσμα να χάνει πολύτιμο χρόνο σε άκαρπες δηλώσεις μετανοίας και λατρείας. Έπεσε λοιπόν στα γόνατα.

«Ω σεις δεν είστε μουσαφίρηδες, είστε μάλλον θεοί που τα ξέρετε όλα. Συ μυθικέ Προμηθέα, μήπως είσαι ο θρυλικός Οάννης με το σώμα του ψαριού που μάς δίδαξε κάποτε τις καλλιέργειες, τις τέχνες και τα γράμματα; Θυμάμαι ότι στον Οάννη άρεσαν πολύ οι ρέγγες και τα αβγά χηνός. Εδώ στον Ινδοχήνα έχουμε πολλά τέτοια αβγά, ευχαρίστως να σε φιλέψω, κραταιέ άρχοντα, και μαζί να εκστρατεύσουμε κατά του ξένου αυτού διαβολέα…»

 «Τώρα είναι πολύ αργά. Ο Διόνυσος έχει ήδη ξεκινήσει επίθεση πλήρους κλίμακας και η μόνη λύση είναι να στήσουμε το τελικό μας οδόφραγμα σε άλλο πλανήτη». Στράφηκε προς τον Μύρρανο. «Αυτοί οι μύθοι που μού λες είναι μη ελληνικοί, δεν περιλαμβάνονται στην παιδεία μου και δεν τούς γνωρίζω. Δεν αντέχω όμως στον πειρασμό να τούς ειρωνευτώ λίγο και μαζί μ’ αυτούς και σένα, άφρονα άρχοντα. Αντί λοιπόν για χαιρετισμό σού αφήνω μια σπαζοκεφαλιά: Ει ωά νησσών φιλείς, πόσω μάλλον τα χηνός! Ιαπετέ, τρεις για διακτίνιση».

Έμεινε αποσβολωμένος ο άνακτας να συλλαβίζει:

«Ι-ω-άννης όν φι-λείς, πό-σω μάλ-λον ταχινός (παπατρέχας)» 

Στη συνέχεια οι αξιότιμοι αστροναύτες ανέβηκαν στο πλοίο τους και επέλεξαν να παρατηρούν από την οθόνη τις εξελίξεις σαν υπερδύναμη που την κρίσιμη στιγμή νίπτει τας χείρας της και ακολουθεί «άψογον» στάση ουδετερότητας.

Είδαν λοιπόν τον Μύρρανο να επεξέρχεται προς τον εχθρό με τους ελέφαντές του, σίγουρος ότι θα συντρίψει τους μπέκρους μεθυστές, και τον Διόνυσο να δίδει το ανατριχιαστικό  σύνθημα «ευοί- ευά», ενώ οι καταπέλτες του και τα φυσερά του, οι αποσυμπιεζόμενοι ασκοί και οι υάλινοι εκτοξευτήρες του αμολούσαν τόνους ναρκωτικών, παραισθησιογόνων αερίων και ηδονικών ορμονών και φερομονών σε συσκευασία ψεκασμού. Συγχρόνως, οι Βάκχες όρμησαν πηδώντας και αλαλάζοντας στους ταλαίπωρους σαρικοφόρους Ινδούς (οι παραδόσεις ποτέ δεν αλλάζουν). Οι Βάκχες παρότι γυναίκες μάχονταν ανδρείως κατά το πρότυπο των αμαζόνων και κατά το «αι γυναίκες εγεγόνασι άνδρες» του Ξέρξη, πράγμα που μάς δείχνει ότι η αρχαιότητα είχε τις δικές της λύσεις στην προβληματική των φύλων που  μάς απασχολεί σήμερα. Παρά την ανδρεία των γυναικών οι ελέφαντες του Πώρου… ε συγγνώμη του Μύρρανου κοίλωσαν τη φάλαγγα του Διόνυσου και άρχισαν να κάμπτουν τη λυσσώδη αντίστασή της. Τότε όμως κατά μία εκδοχή ο όνος του Σειληνού γκάριξε με μεγάλη φωνή, κατ’ άλλους ο ίδιος ο Σειληνός προχώρησε σε εκκωφαντικό σφύριγμα με το οποίο συνήθως σαλαγούν τα πρόβατα και τα βοοειδή με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι Ινδοί, να τραπούν σε φυγή, αφήνοντας τον αυτοκράτορά τους έκθετο στις ανώμαλες και διεστραμμένες ορέξεις του Διονύσου. Οι σάτυροι έστησαν μνημείο στο Γάγγη ποταμό και ίδρυσαν πόλη με το όνομα Νύσα, κατορθώματα τα οποία είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι εζήλωσε αρκετούς αιώνες αργότερα και ο Αλέξανδρος.    

Είδαν ακόμη τον Διόνυσο να συνεχίζει τις κατακτήσεις του τρεκλίζοντας με ζικ-ζακ μεθυσμένου οινοπότη, να καταλαμβάνει μαζί με τους Ινδούς πλέον σκλάβους του και τις Αμαζόνες συμμάχους του τη Βακτριανή, να υποδουλώνει εύκολα και χωρίς πόλεμο τους Καμαρίτες που κατοικούσαν στα δυτικά παράλια της Κασπίας θάλασσας και τον υποδέχθηκαν δουλοπρεπώς ενδεδυμένοι- ες ως Βάκχες και παπαγαλίζοντας μηχανικά το «ευοί- ευά», να σύρει χορό στο ποταμό Άλυ της Παφλαγονίας και να επευφημείται ως καλλίχορος και καλλικέλαδος (εδώ δεν ίσχυσε το «Κροίσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καταλύσει» αλλά μάλλον το «Διόνυσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καθιδρύσει»).

Οι αξιωματικοί του Βενοβίνδα συγκεντρώθηκαν και συνεδρίασαν για να στρατηγήσουν, αφού δεν είχαν στρατιώτες για να πολεμήσουν.

«Αυτή η ανήθικη ξετσίπωτη βασιλεία του Διονύσου πρέπει να σταματήσει», βάρεσε γροθιά στο τραπέζι ο Προμηθέας. «Το κακό είναι ότι μετά από αδιάκοπες μάχες είμαστε εντελώς υποστελεχωμένοι, ενώ αυτά τα καταραμένα όντα της σκουληκότρυπας αναγεννώνται από τις στάχτες τους σαν τον Φοίνικα. Φταίμε βέβαια και εμείς που κινούμενοι από ανθρωπιστικά κίνητρα στις μάχες βάζουμε το ακτινοβόλο σε λειτουργία αναισθητοποίησης αντί πολτοποίησης. Δεδομένου ότι αυτοί οι δαίμονες είναι πρακτικά αθάνατοι, θέλω να μού βρείτε ένα τρόπο που να τούς εξουδετερώνω και να τούς εξολοθρεύω οριστικά χωρίς να τούς βρίσκω συνέχεια εμπρός μου. Παρακαλώ, στίψτε τα μηνίγγια σας και ακούω προτάσεις».

«Είναι δύσκολο να βρούμε μία γενική μέθοδο ξεπαστρέματος που να εφαρμόζεται σε όλους τους ολύμπιους. Μπορούμε όμως να εφευρίσκουμε μέσα κομμένα και ραμμένα ειδικά για την εκάστοτε περίπτωση», είπε ο Υπερίων. «Καταρχάς δυνάμεθα να εκμεταλλευτούμε τις ίδιες του τις πράξεις που έχουν καταστήσει τους οπαδούς του ανεξέλεγκτους, άβουλους, εκφυλισμένους από την ασωτία και την κραιπάλη, επιρρεπείς και ευεπίφορους στο λαϊκισμό. Να στρέψουμε εναντίον του τον ασύδοτο χύδην όχλο που ο ίδιος εκτρέφει».

«Τι να το κάνω αυτό, όταν εκείνος με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο ανασταίνεται», φώναξε ο Κατεπάνω.

Στο σημείο επενέβη ο Ωκεανός με ένα σαρδόνιο σαρκαστικό χαμόγελο ύαινας.

 «Χα, εδώ χρειάζονται λύσεις που το αναλυτικό μυαλό του Υπερίωνα δεν μπορεί να σκεφτεί λόγω έλλειψης στοιχειωδών εμπειριών, όπως είναι η κρασοκατάνυξη. Σύμφωνα με την ετερογονία των σκοπών μπορεί κάποιος να επιδιώκει κάτι προκειμένου να διαιωνίσει τον εαυτό του και να προκύπτει τελικά κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό, μία συνέχεια της ύπαρξής του που ο ίδιος δεν είχε φανταστεί. Αν αντικαταστήσουμε τη βλαβερή ύπαρξη του Διονύσου με μία άλλη ωφέλιμη, τότε η αθανασία του δαπανάται σε καλούς σκοπούς και δεν μάς πειράζει».

«Ετερογονία… δαπανάται, τι αλαμπουρνέζικα είναι αυτά που μάς τσαμπουνάς, πριονοκόκαλε: Επεξεργάσου τα,  σε παρακαλώ». 

 «Σε όλους τους ύμνους που κι εμείς θέλοντας και μη ψάλλουμε προκειμένου να σφετεριστούμε και αλλότριες δυνάμεις προς ολοκλήρωση της Δημιουργίας, αναφερόμαστε στο Διόνυσο ως τριφυή ή τριγενή ή τρίγονο. Αυτό προϋποθέτει τρεις γεννήσεις, αναρωτηθήκατε ποτέ ποιες είναι; Η μία είναι από τη Σεμέλη, η άλλη είναι από το μηρό του Δία, η τρίτη ποια είναι;»

Σιωπή έπεσε στην αίθουσα προς μεγάλη τέρψη του Ωκεανού.  

«Να σάς πω εγώ ποια είναι», είπε ο γιατρός βροντώντας το χέρι του στο τραπέζι ως άλλος Προμηθέας. «Είναι η ταύτισή του με το κρασί που αν οδηγηθεί στον υπερθετικό βαθμό αφενός ικανοποιεί τις απαιτήσεις αθανασίας του, αφετέρου περιορίζει τη βλαβερότητά του, μάλιστα τον καθιστά υπό προϋποθέσεις και ωφέλιμο ανάλογα με τη δύναμη βούλησης και την εγκράτεια των ανθρώπων. Ο θάνατος του Διονύσου είναι η καλλιέργεια της αγαπημένης του αμπέλου, όπου οι χωρικοί που διαχωρίζουν και κόβουν τα σταφύλια διαμελίζουν ουσιαστικά το σώμα του. Μη ξεχνάμε ότι ο καθένας σκοτώνει και σκοτώνεται από αυτό που αγαπάει. Η τρίτη ανάστασή του διενεργείται κατά την σύνθλιψη των σταφυλών, την αποκόμιση του γλεύκους και τη ζύμωση του κρασιού. Αν πίνουμε για πάντα το αίμα του Διονύσου στα συμπόσιά μας, τότε αυτή η αιώνια χρήση και διαρκής προοπτική πραγματοποιεί και ταυτόχρονα εξαντλεί το δικαίωμα του Διονύσου στην αθανασία».

Αφού συλλογίστηκε για λίγο ο εντός αρμοδιότητας ηγεμόνας, είπε: «Συμφωνώ με την βασική ιδέα σου, Ιατρέ. Συνεργάσου με τον Υπερίωνα για να τη διαμορφώσετε σε σχέδιο δράσης. Αξιωματικοί, αφυπηρετήστε προσωρινώς, οίχετε ελεύθεροι».

Εν τω μεταξύ ο Διόνυσος συνέχιζε απερίσπαστος τη φθοροποιό δράση του. Περιερχόταν το κολοσσιαίο τεράστιο βασίλειό του και δίδασκε παντού την οινοποιία περισσότερο από χόμπυ και καπρίτσιο παρά από γνήσια διάθεση γενναιοδωρίας έναντι των ανθρώπων. Κάποτε κατέληξε στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, όπου τον δέχθηκε φιλοφρόνως ο Οινεύς. Κατά τη συνήθη διαδικασία την πρώτη μέρα φιλοξενήθηκε και ταΐστηκε από τη γυναίκα του Αλθαία, τη δεύτερη μέρα πήγε μαζί της για ψώνια και την τρίτη την κύλισε στο κρεβάτι. Μια και ο Οινέας τούς έπιασε στα πράσα και ήταν ως άρχοντας και αρκετά επικίνδυνος, ο Διόνυσος τον αντάμειψε για τις υπηρεσίες της γυναίκας του βαφτίζοντας το κρασί «οίνον», ονομασία που έχει επικρατήσει διεθνώς μέχρι και σήμερα, εκτός αν θεωρείτε ότι το νιαούρισμα «γουάιν» δεν έχει καμία σχέση με τον οίνον. Στο Άργος ο άσωτος εχθρόφιλός μας το παράκανε γιατί ενέβαλε μανία στις γυναίκες και τις επηρέασε αρνητικά να πάρουν τα βουνά και να τρέφονται τρώγοντας τις σάρκες των επιμαστιδίων τέκνων τους.

Ύστερα ήλθε στη Θήβα σε παρακμιακό κλίμα ενός πρωθύστερου κακόγουστα αναχρονιστικού ρωμαϊκού θριάμβου, καθήμενος επί ελέφαντος, τον οποίο είχε κατασχέσει από τον Μύρρανο. Με μία σειρά πύρινων λόγων πέτυχε να πείσει τις γυναίκες των Θηβαίων να ανεβούν στον Κιθαιρώνα και να εκτελούν τα όργιά του μαζί με τις Βάκχες. Ο βασιλιάς Πενθεύς, όπως γνωρίζετε από την τραγωδία του Ευριπίδη «Βάκχαι», προσπάθησε πολλές φορές να εμποδίσει αυτούς τους νεωτερισμούς, αλλά απέτυχε παταγωδώς αδυνατώντας να αντισταθεί στην αχαλίνωτη σεξουαλικότητα των απελευθερωμένων από κάθε κοινωνική σύμβαση γυναικών. Η μοίρα του ήταν να τον κόψει κομμάτια και να τον καταβροχθίσει η ίδια η μάνα του, η Αγαύη.

Αυτό το έγκλημα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησης του Προμηθέα, ο οποίος παρουσιάστηκε στις Βάκχες ως πύρινος ρήτωρ:

   «Θηβαίες και Θηβαίοι», είπε, «τον τελευταίο καιρό έχετε υποδουλωθεί στον πιο αισχρό κυρίαρχο που θα μπορούσε να υπάρξει ντροπιάζοντας τους εφέστιους θεούς σας και τους προγόνους σας που όπου και αν πήγαιναν εισήγαν ήθη, έθιμα και πολιτισμό».

Ήδη οι εξαγριωμένοι και έξαλλοι οπαδοί του Διονύσου άρχισαν να γιουχάρουν, ενώ ο ίδιος που απήγγελνε εκείνη τη στιγμή ποίημα δικής του συνθέσεως παριστάνοντας τον Πάμπλο Νερούντα στεφανωμένος με κότινο όχι δάφνης, αλλά αμπελόφυλλων και βοτρύων, κάπου κατάλαβε ότι το συμβάν τον αφορούσε και προσήλωσε κάπως τη σκόρπια προσοχή του.

«Μάς ξέρετε εμάς τους τιτάνες, είμαστε η εναλλακτική θεσμική λύση στο παραμύθι των μεγάλων ηγετών. Προτείνουμε ελευθερία έναντι της αυθαίρετης προσταγής των τυράννων, συμπόνια για τους ασθενέστερους συμπολίτες και νόμους οριοθέτησης της γης και ελέγχου της εξουσίας αντί για χάος, φόβο και μίσος, μεγέθη πάνω στα οποία στηρίζονται οι κατ΄ αναπόδεικτο ισχυρισμό τους χαρισματικοί αρχηγοί».

Παρά τα εμπνευσμένα λόγια του Προμηθέως, τα γιουχαΐσματα συνεχίστηκαν αμείωτα, δεδομένου ότι το πλήθος δεν ένιωθε ότι τού πρόσφεραν κάτι απτό και υλικό.

«Έχετε την αφέλεια να πιστεύετε ότι νοιάζεται για σάς ο Διόνυσος;», αναρωτήθηκε ρητορικά ο Προμηθέας. «Ενώ έσερνε όλους εσάς σε ανώφελες εκστρατείες για να περνάει αυτός καλά στη σκηνή του με τα λάφυρα και τις σκλάβες, ενώ εσείς πεινούσατε, διψούσατε, πληγωνόσασταν και χάνατε τη ζωή σας χωρίς λόγο, αυτός σάς χρησιμοποιούσε σαν άβουλα πιόνια για κάθε λόξα και κάθε κατάχρηση. Πώς σάς αντάμειψε για τις υπηρεσίες σας; Ακόμη και το κρασί που σάς ποτίζει μέρα νύχτα και σάς θολώνει το νου, στο οποίο είστε όλοι εθισμένοι και χάρη σ’ αυτό χορεύετε και αγαλλιάσθε, μήπως το αποκάλεσε «θηβαϊκό»; Τόσα προϊόντα παράγει και επιμελείται και καρπώνεται, βάφτισε κανένα προς τιμή της Θήβας;»

«Άρχισα να αποκαλώ τη μάνα μου Θυώνη αντί για Σεμέλη», είπε ο Διόνυσος χαχανίζοντας για να παρασύρει το πλήθος αλλά ξαφνικά κανείς δεν γελούσε. Το ζαλισμένο πνεύμα των συμποσιαστών άρχισε να αμφιταλαντεύεται, να μετεωρίζεται, να αμφιβάλλει.

«Άσε τις σοφιστείες, διαστροφέα», τον  κατακεραύνωσε ο Προμηθέας. «Το Θυώνη είναι από το “θύω”, όχι από τη Θήβα. Μέχρι και την ίδια σου τη μάνα τη θυσίασες και την έφαγες. Θέλεις να παραχωρήσεις το κρασί στους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, ομολόγησε! Θα το πάρουν όλο στο νομό Αιτωλοακαρνανίας με πρωτεύουσα το Μεσολόγγι και δεν θα μείνει τίποτε για την καημένη, την ευγενή Βοιωτία. Έκανες τους Θηβαίους κανίβαλους, τούς έβαλες να φάνε τον ίδιο τους το βασιλιά, αλλά όταν τούς στερήσεις το κρασί και ξυπνήσουν από την παραζάλη, τότε, Θηβαίοι, θα πεταχτείτε έντρομοι από τον ύπνο, θα απολεπιστούν οι οφθαλμοί σας και θα αντικρίσετε κατάφατσα τις Ερινύες που θα σάς κυνηγούν ανελέητα για την υπόλοιπη ζωή τους. Τις Ερινύες και τις Άρπυιες που θα σάς κατασπαράξουν».   

Παρότι δεν ήταν ακριβώς εμφανής ο λόγος για τον οποίο ο Προμηθέας κατηγορούσε τον Διόνυσο, η μομφή είχε διογκωθεί στο αρρωστημένο φαντασιακό των άκριτων οπαδών, γιατί όπως η ακρισία μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του αυθαίρετου ηγεμόνα, έτσι μπορεί να λειτουργήσει και εις βάρος του.   

«Το να τρώει κανείς τη μητέρα του η τον σύζυγό του, δεν είναι απαραίτητα κακό», τραύλισε αμήχανα ο Διόνυσος. «Ο κανιβαλισμός είναι συμβολικός και θα δείτε ότι στο μέλλον θα υπάρχουν και θρησκείες που θα τον πρεσβεύουν…»

«Φτάνει ως εδώ η απάτη, ως εδώ η διεφθαρμένη βασιλεία σου, Διόνυσε. Η ασυδοσία και η διαφθορά που διαδίδεις και αναδίδεις τελειώνει σήμερα, τώρα. Στερείς το κρασί από το λαό και το δίνεις στους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, βάζεις τους οπαδούς σου να τρώνε τους πατεράδες και τις μανάδες τους και μάλιστα ξεροσφύρι, υποβιβάζοντάς τους στην έσχατη υποστάθμη της ανθρωποφαγίας και υποβάλλοντάς τους στην πιο ανόσια αιμομιξία που μέλλει να στραβώσει και να στρεβλώσει το γονίδιό ολονών σας. Μα το χειρότερο απ’ όλα τούς στερείς τον εαυτό σου, τούς στερείς τον ίδιο Διόνυσο, το θεόβρωμα του Βάκχου. Πάψε να τούς ταΐζεις με αποφάγια, δώσ’ τους ό,τι πιο εκλεκτό υπάρχει. Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ λέω, Θηβαίοι, μην αρκείστε στα ψίχουλα και στα ορεκτικά, σταματείστε να τρώτε ταπεινά μέζεα και ευωχηθείτε και ευαρεστηθείτε με τα πιο ευγενή μήδεα, φάτε το Διόνυσο!»

Τα λόγια του Προμηθέα έπεσαν σαν αναμμένο στουπί μέσα σε πυριτιδαποθήκη ή διαδόθηκαν ιλυσπώντας και στριφογυριστά πάνω σε σχοινοτενές φυτίλι μέχρι τα βαρέλια του μπαρουτιού.  Η αναταραχή και το σούσουρο έγιναν αυτοστιγμεί οργασμός, κραιπάλη και άκρατος καπιταλισμός έ …κανιβαλισμός  και οι οπαδοί όχι μόνο διαμοίρασαν τα ιμάτια,  αλλά διαμέλισαν με συνοπτικές διαδικασίες το χοντρό λιπαρό αμαρτωλό σώμα του Διονύσου. Κανείς δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έκανε, ούτε τι ακριβώς είπε ο Προμηθέας, αλλά η μάζα είχε πια κινητοποιηθεί και τίποτε δεν ήταν ικανό να τη συγκρατήσει. Ο λαϊκισμός ως μπούμερανγκ.

«Ναι, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες», επέτεινε τη σύγχυση ο Προμηθέας. «και μετά ξεπλύντε τη ντροπή σας και τα έντερά σας με μπόλικο κρασί, ώστε πάντα να θυμάστε το Διόνυσο και τους διονυσιασμούς που χωρίς μέτρο σάς δίδαξε. Πού να καταλάβετε ότι το γεγονός ότι καταναλίσκετε στ΄ αλήθεια κλώμενον σώμα και εκχυνόμενον αίμα αποκλείει εξ ορισμού το συμβολικό χαρακτήρα και άρα είναι διαβολικό. Αλλά πώς να παραταχθούν δύο σκέψεις στη σειρά, όταν ούτε μία δεν είναι δυνατή;»  

«Αντίο, ad deum Διόνυσε», είπε υψώνοντας το μεσαίο δάκτυλο αντί για αποχαιρετισμό, αλλά μαζεύοντάς το τελικά, καθότι ήταν εκ παιδείας σεμνότυφος και βαθιά θεοσεβούμενος. «Γιαπέτη, άρπαξέ με πάνω».  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΓΕΡΑΝΟΣ, ΦΟΙΝΙΞ, ΕΛΔΩΡ (ΔΟΡΑΔΟΣ), ΚΑΝΩΠΟΣ, ΓΝΩΜΩΝ

Η Ευρύβια χτυπούσε το στέρνο της με τέτοια επιμονή, ώστε κόντευε να βήξει και να υποδηλώσει την παρουσία της, πράγμα που θα απέβαινε ολέθριο. Όσο όμως και να κακοποιούσε το θύμο αδένα της, όπως έκαναν κάποτε οι γορίλες για να τονώσουν την αδρεναλίνη τους, ο ενσωματωμένος αναμεταδότης- επικοινωνητής δεν λειτουργούσε. Άμα περιερχόταν αυτό σε γνώση του Προμηθέα, θα έτρωγε την καθιερωμένη αναμενόμενη κατσάδα ότι δεν έγιναν οι απαιτούμενες εργασίες συντήρησης, λες και υπήρχε πουθενά τροχιακός σταθμός για επισκευές, επιδιορθώσεις, αναβαθμίσεις, θεωρήσεις και επαυξήσεις. Κακά τα ψέματα, τι Ναός και Κόσμημα Βενοβίνδας, ένα μάτσο παλιοσίδερα που περιπλανιόταν στο διάστημα είχαν καταντήσει. Ευτυχώς η Ευρύβια είχε μαζί έναν κινητό επικοινωνητή παλαιάς τεχνολογίας, που συνήθως όσοι πια μιλούσαν μέσω αυτού τον έριχναν μετά στα σκουπίδια, τον οποίο απέσπασε από το χρατς του παντελονιού της. Ψιθυριστά είπε:

«Βενοβίνδα, αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο στόμιο του λαβύρινθου. Ο Θησέας κρατάει ένα ρόπαλο και είναι έτοιμος να μπει. Περιμένω οδηγίες, λέξον»

«Υποπλοίαρχε, τα ίδια και τα ίδια, θα λέμε; Δώσε του την άτρακτο με το νήμα. Έλεος πια, μην είσαι τόσο τρομοκρατημένη, ο Μινώταυρος είναι μέσα στο λαβύρινθο και όχι έξω. Λέξον».    

Μόλις πήγε να στραφεί η Ευρύβια από τον κορμό του δένδρου όπου κρυβόταν, αίφνης αντίκρισε την Αριάδνη να παραδίδει στο Θησέα ένα κουβάρι με μαλλί σαν αυτό που παίζουν οι γάτες.

«Άκυρον, αυθέντα. Με πρόλαβε η Αριάδνη και τού έδωσε τον μίτον. Λέξον».

«Λέξις και ξερός, ρε Ευρύβια. Αυτό ήταν όλο το σχέδιο, να προλάβουμε την Αριάδνη ώστε να κάνουμε εμείς την εκδούλευση στο Θησέα και όχι αυτή. Τόση ώρα λέγαμε στη συνέντευξη ότι μόνο αυτός έχει τον Φοίνικα- Γνώμονα, το τεχνούργημα εκείνο που θα μπορούσε να μάς δείξει το δρόμο για τη δεύτερη περιστροφή στο θόλο του ουρανού. Τώρα, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να ακολουθήσεις το Θησέα μέσα στο λαβύρινθο. Θέλω να μού βρεις ένα μοχλό πίεσης, ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, που να δύναμαι να αξιοποιήσω για να τον φέρω με τα νερά μου».

«Εγώ, εγώ. Ή μάλλον αυτό το είπα αυτόματα. Εγώ να μπω εκεί μέσα, δεν είμαστε καλά! Με όλο το σεβασμό που σού τρέφω, κυβερνήτα, αφού μάλιστα κάποτε με είχες φιλήσει κιόλας παρότι είμαι έγχρωμη – βέβαια χάρη δεν μού έκανες, ήμουν η σοκολατένια φαντασίωσή σου, σού αρέσουν οι μαύρες γι’ αυτό νυμφεύθηκες την Κελαινώ, όνομα και πράγμα- , έρχομαι να σε ερωτήσω όσο πιο ευγενικά μπορώ, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τον υποκριτικό πληθυντικό μαζί με την αστική ευγένεια της νεότερης εποχής κι ας μη τον υιοθετούσαν οι αρχαίοι Έλληνες: Είσθε τρελός;»

«Βλέπω ότι μετήλθες όλη τα είδη των προτάσεων και των μετοχών, αιτιολογικές, εναντιωματικές, τροπικές κ.λπ. για να μιλήσεις στον κυβερνήτη σου. Αυτά είναι αντίθετα με όσα έχεις διδαχθεί, Ευρύβια, καθόσον μάλιστα η επικοινωνία πρέπει να είναι σύντομη και λακωνική. Υπάρχουν έθνη που έχουν χάσει πολέμους, επειδή είχαν μακρύτερες λέξεις και καθυστερούσαν στην αποκρυπτογράφηση των μηνυμάτων του εχθρού. Όσο για την αποστολή που σού αναθέτω, φέρω ως πλοίαρχος την πλήρη ευθύνη και ξέρω πολύ καλά ποιος μπορεί να διεκπεραιώσει τι. Είσαι η ανώτερη αξιωματικός που διαθέτω μετά τον Υπερίωνα που τον χρειάζομαι για τις καταστερίσεις και τον Ιαπετό που είναι πασίγερος. Σε παρακαλώ, μάζεψε τα κομμάτια σου, δεν ξέρω τι θα κάνεις, θυμήσου την εκπαίδευσή σου, τονώσου, εκτονώσου και εκτέλεσε το παράγγελμα. Λέξον.» 

   «Εγώ, εγώ (σύμβολο πρωτοβουλίας και ιδιωτικής αυτονομίας μεταξύ των τιτάνων) κύριε», είπε η Ευρύβια αντανακλαστικά σαν να ανένηψε απότομα μετά από χύσιμο ενός κουβά με νερό στο κεφάλι.

Ο Θησέας μπήκε στο λαβύρινθο ξετυλίγοντας τον μίτο, ενώ ακολουθούσε η Ευρύβια σε απόσταση ασφαλείας. Ο λαβύρινθος ήταν ένα από τα εξεζητημένα πολύ δουλεμένα αριστουργήματα του Δαίδαλου και είχε πολλές καμπές και ελιγμούς και μάλιστα μεταβαλλόμενες που δυσχέραιναν αφάνταστα την έξοδο. Συμβολίζει τον νου των καλλιτεχνών που προκειμένου να φθάσουν στην τελειότητα, στο απόλυτο σενάριο που δεν μπάζει νερά από πουθενά, δεν διστάζουν να απορρίπτουν αλλεπάλληλα προϊόντα της έμπνευσής τους καθιστώντας την πλοκή διαρκώς πιο δαιδαλώδη και πολυδαίδαλη με την προσθήκη λεπτομερειών, τόσες που στο τέλος κινδυνεύουν και οι ίδιοι να χάσουν το συνδετικό μίτο του συνειρμού. Από την άλλη, λένε ότι οι μεγαλοφυίες επιμένουν στις πρώτες τους εμπνεύσεις, πράγμα που σημαίνει ότι ήδη όποιος ευσυνείδητος – επιμελής προσέχει τις λεπτομέρειες του έργου του, ξέρει ήδη ότι δεν είναι μεγαλοφυία. Μεγαλοφυία βέβαια δεν είναι ούτε εκείνος, που επιμένει μεν στις πρώτες του εμπνεύσεις, πλην όμως το έργο του τελικά δεν αναγνωρίζεται. Ας αφήσουμε όμως αυτή την ανιαρή διαλεκτική ανάλυση για να πάμε παρακάτω.  

Η Ευρύβια ζαρωμένη πίσω από κάποια γωνία υποτονθόρυζε στο κινητό, ενώ γύρω της το έδαφος σειόταν σαν από σεισμό, σαν από έκρηξη ηφαιστείου:

«Βενοβίνδα, νιώθω τα βήματα του Μινώταυρου καθώς τα ίδια τα σωθικά μου βροντάνε. Αντί για σφυγμό η καρδιά μου έχει συντονιστεί με τους γδούπους περπατησιάς του τέρατος. Με πονάει το ήπαρ, με πονούν οι πνεύμονες. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ελπίζει ο Θησέας ότι θα καταβάλει αυτό το απροσμάχητο θηρίο. Πιστεύω ότι αντί πολεμικής ανταποκρίτριας συντόμως θα γίνω μοιρολογίστρα και θα μαζεύω τα υπολείμματα του ήρωα που σκότωσε τον Σκίρωνα, τον Προκρούστη και τον Σίνη τον Πιτυοκάμπτη. Λέξον. Τι λέξον δηλαδή, τι να μού πείτε εσείς, εγώ εδώ που βρίσκομαι τα έχω δει όλα». 

Μεσολάβησαν άγριες κραυγές, θόρυβοι πάλης σαν να πέφτουν κορμιά πάνω σε τοίχο, κλαγγές, οιμωγές και ευχωλές αλλά περιέργως πως και κάποιες συνομιλίες. Τελικά όμως ακούστηκε μία κραυγή τόσο εκκωφαντική και ουρανομήκης, ώστε ο ίδιος ο Στέντωρ θα ντρεπόταν για τη ψιθυριστή φωνή του και θα έπιανε δουλειά ως υποβολέας θεάτρου, και τόσο θλιβερή και γοερή ώστε μέχρι και η Νιόβη θα σταματούσε να κλαίει για τα παιδιά της γιατί θα θεωρούσε ότι το σκλήρισμα, το μαλλιοτράβηγμα και το στηθοκόπημά της  είναι θρηνητικές εκδηλώσεις χλιαρές και ελάχιστες.

Η Ευρύβια τόλμησε να ρίξει μία κλεφτή ματιά από την κρυψώνα της. Γεμάτη χαρά, έβαλε τον επικοινωνητή μπροστά στο στόμα της.

«Γέφυρα, εδώ έχουμε ολική ανατροπή. Ο Μινώταυρος κείτεται νεκρός, απρόσμενα αλλά όχι ανεξήγητα. Λεπτομέρειες θα σάς πω από κοντά. Δεν υπάρχει πια λόγος να μιλάω ψιθυριστά, ο ήρωάς μας τα κατάφερε.»

Ο Θησέας άκουσε τον επικοινωνητή και κύτταξε φευγαλέα την Ευρύβια με τα γαλανά του μάτια (τι άλλα μάτια θα μπορούσε να έχει ένας ήρωας παρά γαλανά κι αν ήσαν και μελαγχολικά σαν του Αλέν Ντελόν ακόμη καλύτερα). Δεν τής έδωσε καμία σημασία, ούτε καν τη θεώρησε κάτι το αξιοπερίεργο για να την αναφέρει στην ιστορία της τερατοκτονίας και πήγε προς την έξοδο μαζεύοντας το κουβάρι.  

Στη συνέχεια θα δούμε τον Προμηθέα και τον Υπερίωνα μπροστά στην οθόνη του Βενοβίνδα να προετοιμάζουν τις καταστερίσεις που χρειάζονταν για το σχέδιό τους που περιλάμβανε σε πρώτη φάση τον Γέρανο, για τον οποίο απήγγειλαν το θυμίαμα Γης, και τον Φοίνικα, για τον οποίο απήγγειλαν το θυμίαμα Φύσεως. Μπόνους θα είναι ο αστερισμός Έλδωρ (Δοράδος), που σημαίνει λαχτάρα και επιθυμία και συμβολίζει το τόσο ποθητό για το ταξίδι των ηρώων μας τεχνούργημα, για το οποίο θα απαγγελθεί το θυμίαμα Ερμού.    

ΓΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΑΝ ΣΠΕΡΜΑ ΠΛΗΝ ΚΥΑΜΩΝ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΩΝ

«Γαία θεά, μήτερ μακάρων, θνητών τ’ ανθρώπων,

Πάνσοφε, πανδότειρα, τελεσφόρε, παντολέτειρα

Αυξιθαλής, φερέκαρπε, καλαίς ώραις βρύουσα

Έδρανον αθανάτου κόσμου, πολυποίκιλε κούρη,

Ή λοχίαις ωδίσιν κύεις καρπόν πολυειδή,

Αϊδίη, πολύσεπτε, βαθύστερνε, ολβιόμοιρε,

Ηδυπνόοις χαίρουσα χλόαις, πολυάνθεμε δαίμον

Ομβροχαρής, περί την κόσμος πολυδαίδαλος άστρων

Ειλείται φύσει αενάω και ρεύμασι δεινοίς,

Αλλά μάκαιρα θεά, καρπούς αύξοις πολυγηθείς

Ευμενές ήτορ έχουσα ευόλβοις εν ώραις»

(Θεά Γη, μητέρα μακαρίων, θνητών νεκροφόρα,

Πάνσοφη, πανδότειρα, παντόλεθρη, τελεσφόρα

Βάση του αθάνατου κόσμου, κόρη ποικίλη

Που γεννάς με ωδίνες καρπό πολυειδή απ’ τα χείλη,

Αιώνια, πολύσεπτη, βαθύστερνη, καλομοίρα,

Που χαίρεσαι με ηδύπνοες χλόες και ανθώνων μύρα,

Ομβρόχαρη, που γύρω σου πολυδαίδαλα νεύματα

Στρέφονται με αέναη φύση και δεινά ρεύματα,

Μακάρια θεά, έσο των χαρωπών καρπών αυξητική

Με ευμενή καρδιά σε τέλειες μέρες οδευτική). 

ΦΥΣΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΑΡΩΜΑΤΑ (ωχ, αυτό είναι μεγάλο)

«Ώ Φύσι, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανε μήτερ

Ουρανίη, πρέσβειρα, πολύτικτε δαίμον, άνασσα

Πανδαμάτορ, αδάμαστε, κυβερνήτρια, παναυγής,

Παντοκράτειρα, τετιμημένη αεί, πανυπέρτατε δαίμον,

Άφθιτε, πρωτογένεια, παλαίφατε, κυδιάνειρα,

Εννυχίη, πολύπειρε, σελαφόρε, δεινοκάθεκτε,

Άψοφον, αστραγάλοις ποδών ίχνος ειλίσσουσα,

Αγνή, κοσμήτειρα θεών, ατελής τε τελευτή

Κοινή μεν πάσιν, ακοινώνητε δε μόνη

Αυτοπάτωρ, απάτωρ, άρσην, πολύμητι, μεγίστη

Ευανθής, πλοκίη, φιλίη, πολύμικτε, δαήμον

Ηγεμόνη, κράντειρα, φερέσβιε, πάντροφε κούρη,

Αυτάρκεια Δίκη, χαρίτων πολυώνυμε πειθώ,

Αιθερίη, χθονίη και εναλίη μεδέουσα,

Πικρή μεν φαύλοις, γλυκεία δε πειθομένοις,

Πάνσοφε, πανδότειρα, κομίστρια, παμβασίλεια

Αυξίτροφος, πίειρα, πεπαινομένων τε λύτειρα,

Πάντων μεν συ πατήρ, μήτηρ, τροφός ηδέ τιθηνός,

Ωκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, ωριάς, ορμή

Παντοτεχνές, πλάστειρα, πολύκτιτε, πότνιε δαίμον,

Αιδίη, κινησιφόρος, πολύπειρε, περίφρων,

Αενάω στροφάλιγγι θόον ρεύμα δινεύουσα (warp speed)

Πάνρυτε, κυκλοτερής, αλλοτριομορφοδίαιτε,

Εύθρονε, τιμήεσσα, μόνη το κριθέν τελέουσα,

Σκηπτουχούσα εφύπερθε, βαρυβρεμέτειρα, κρατίστη,

Άτρομε, πανδαμάτειρα, πεπρωμένη αίσα, πυρίπνους

Αΐδιος ζωή, αθάνατη τε πρόνοια, πάντα συ έσσι,

Τα πάντα συ γαρ μούνη τάδε τεύχεις.

Αλλά, θεά, λίτομαί σε, συν ευόλβοις εν ώραις

Ειρήνην, υγιείαν άγειν, αύξησιν πάντων».     

(Ώ Φύση, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανη μητέρα

Ουρανία, πρέσβειρα, πολύτικτη γαστέρα

Πανδαμάτορ, αδάμαστε, κυβερνήτρια, παναυγής,

Παντοκράτειρα, τιμημένη, πανυπέρτατη θα βγεις,

Άφθαρτη, πρωτογενής, έκπαλαι άφατη, άνδρες ευγενίζεις

Παννύχια, πολύπειρη, με σέλας, κάθετη ορμή τούς ξαφρίζεις  

Μ’ αθόρυβους αστραγάλους ποδών ίχνος περιελίσσεις,

Αγνή, κοσμήτειρα θεών, είσ’ ατελής μα και τέλος αν θελήσεις,

Συ μετέχεις σ’ όλα, αλλά κανείς δεν μέμεικται με σένα

Αυτοπάτωρ, απάτωρ, άρρενωπή, ούσα τα πάντα σ’ ένα,

Ευανθής, φίλη πολυπλόκαμη πολύμικτη, γνώστρια

Ηγεμονική, κραταιά, ζωηφόρε, κόρη πανσώστρια,

Αυτάρκεια Δίκη, χαρίτων πολυώνυμη, πειστική

Αιθέρια, χθόνια και ενάλια, βαθυστόχαστη, σκεπτική,

Πικρή στους φαύλους, στους καλόπιστους γλυκιά,

Πάνσοφη, πανδότειρα, κομίστρια δαψιλή, παστρικιά

Αυξίτροφη, ωριμάζουσα, των ωρίμων λυτρώτρια,  

Πάντων πατήρ, μήτηρ, τροφός, ζωοδότρια,

Ωκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, με ορμή ωρών

Παντοτεχνής, πλάστειρα, πολύκτιτη, πότνια των κορών,

Αΐδια, πολύπειρη, περίφροντις, κίνηση δίνεις

Με αέναη στρόφιγγα, κινητήρα – ταχύτητα δίνης

Μελίρρυτη, κυκλοτερής, που αλλάζεις μορφές  και βουλές

Εύθρονη, τιμημένη, σύ θ’ αποφασίσεις αλλαγές, προβολές

Σείεις το σκήπτρο από ψηλά, βροντάς την ασπίδα,

Άτρομη, πανδαμάτειρα, πυρίπνοη σαν κι εσένα δεν είδα  

Αΐδιος ζωή, αθάνατη πρόνοια, πάντα εσύ είσαι,

Τα πάντα συ πετυχαίνεις, ακόμη κι μόνη σου κείσαι.

Αλλά, θεά, σε ικετεύω για ευτυχισμένες ώρες, 

Ειρήνη, υγεία, καρπούς εύχομαι μέσα στις μπόρες).    

ΕΡΜΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Κλύθι με, Ερμεία, Διός άγγελε, Μαιάδος Υιέ,

Παγκρατές ήτορ έχων, εναγώνιε, κοίρανε θνητών,

Εύφρων, ποικιλόβουλε, διάκτορος, Αργειφόντα,

Πτηνοπέδιλε, φίλανδρε, λόγου θνητοίς προφήτα

Γυμνάσιν ός χαίρεις, δολίαις τ’ απάταις, οφιούχε

Ερμηνεύ πάντων, κερδέμπορε, λυσιμέριμνε

Ός χείρεσιν έχεις ειρήνην όπλον αμεμφές,

Κωρυκιώτα, μάκαρ, εριούνιε, ποικιλόμυθε,

Εργασίαις επαρωγέ, φίλε θνητοίς εν ανάγκαις

Γλώσσης δεινόν όπλον, το σεβάσμιον ανθρώποις

Κλύθι μου ευχομένου, βιότου τέλος εσθλόν οπάζων

Εργασίης, λόγου χάρισιν και μνημοσύνησιν».

(Άκουσέ με, Ερμή, Διός άγγελε, γιε της Μαίας

Πανίσχυρε, γενναίε αγωνιστή, κυρίαρχε της Γαίας  

Εύφρονα, ποικιλόβουλε, που διακονείς μα και φονεύεις

Πτηνοπέδιλε, φίλανδρε, τα δεινά των θνητών προφητεύεις

Χαίρεσαι με γυμνές δόλιες απάτες, σαν κρατάς φίδι

Κερδέμπορε, λυσιμέριμνε, ερμηνευτή στης ζωής το σανίδι

Που χαίρεσαι να ‘χεις το άψογο όπλο ειρήνης

Να ωφελείς, με ποικίλα λόγια το κηρύκειο να τείνεις,

Να βοηθάς στη δουλειά, να είσαι στην ανάγκη φίλος

Στους ανθρώπους σεβάσμιος και της γλώσσας Κρατύλος,

Άκου την προσευχή μου, πρόσταξε να έχουμε τέλος καλό

Με χαρές του λόγου και άξιες μνήμες- θύμησες στο μυαλό).

ΕΡΜΟΥ ΧΘΟΝΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Κωκυτού ναίων ανυπόστροφον οίμον ανάγκης

Ός ψυχάς θνητών κατάγεις υπό νέρτερα γαίης

Ερμή Βακχεχόρου Διονύσου γένεθλον

Και Παφίης κούρης, ελικοβλεφάρου Αφροδίτης

Ός παρά Περσεφόνης ιερόν δόμον αμφιπολεύεις,

Αινομόροις ψυχαίς πομπός κατά γαίαν υπάρχων-

Ός κατάγεις, οπόταν μοίρης χρόνος εισαφίκηται,

Ευιέρω ράβδω θέλγων υπνοδότιδι πάντα,

Και πάλι υπνόωοντας εγείρεις, σοί γαρ έδωκεν

Τιμήν Φερσεφόνεια θεά κατά Τάρταρον ευρύν

Ψυχαίς αενάοις θνητών ηγεμονεύειν.

Αλλά, μάκαρ, πέμποις μύσταις τέλος εσθλόν επ’ έργοις».

(Συ που στου Κωκυτού τον δρόμο ανάγκης κατοικείς

Και τις ψυχές των θνητών στον κάτω κόσμο εποικείς  

Ερμή, τέκνο του  Διόνυσου του Βάκχου θυρσοφόρου  

Και της εκ Πάφου Αφροδίτης, ελικοβλέφαρης, έρωτος εφόρου

Που της Περσεφόνης τον ιερόν δόμο υπηρετείς,

Και τις δυστυχείς ψυχές της γης οδηγείς – επικουρείς,

Και τις συνοδεύεις στον Άδη, όποτε μοίρα ορίζει,

Και μαγεύεις με το ιερό ραβδί, που τα πάντα υπνωτίζει,

Αλλά άμα λάχει συνεγείρεις, διότι αυτή την τιμή

Σού ‘δωσε η Περσεφόνη μέσα σε Τάρταρο ευρύ,

Δηλαδή στις αιώνιες ψυχές των θνητών να ηγεμονεύεις.

Γι’ αυτό τους υπηκόους σου σε καλά έργα να κελεύεις).

 Μόλις φάνηκαν και σταθεροποιήθηκαν οι αστερισμοί Γέρανος και Φοίνιξ (μπόνους το Έλδωρ, που θυμίζει Ελ Ντοράντο), το πλήρωμα του Βενοβίνδα είχε νέα σύσκεψη περί του πρακτέου.

Η Ευρύβια, που είχε πάρει φόρα από την ανάθεση της επί του εδάφους αποστολής της, θεωρούσε τη συγκεκριμένη επιχείρηση δικό της φέουδο και απέκτησε το θάρρος να εισηγείται και προτάσεις.

«Ο Θησέας έχει προκηρύξει γυμνικούς αγώνες με έπαθλο τον Φοίνικα για να γιορτάσει την επιτυχία του. Οι αγώνες θα αρχίσουν και θα λήξουν με τον χορό Γέρανο που θα είναι απομίμηση των κινήσεων που έκανε για να εξολοθρεύσει τον Μινώταυρο, δηλαδή ελικοειδής και σύμφωνος με τις περιελίξεις του λαβύρινθου. Σκέφτομαι να συμμετάσχουμε στους αγώνες και με την εκπαίδευση αστροστόλου που έχουμε θα τούς κερδίσουμε σίγουρα. Ποιος θα μπορέσει να μάς συναγωνιστεί είτε στην πυγμαχία είτε στο παγκράτιο, όταν εμείς ξέρουμε όλες τις πολεμικές τέχνες και αυτοί απλά σπρώχνονται σε στυλ αρκουδοπάλεμα;»

«Ωραία ιδέα, Ευρύβια», επικρότησε ειρωνικά ο Προμηθέας, «δεν μάς είπες όμως ποιος θα κρεμάσει την κουδούνα στο γάτο, για να θυμηθούμε κι εκείνο τον σκλάβο Φρύγα, τον Αίσωπο.»

«Νομίζω αυθέντα, χωρίς να θέλω να γλείψω κανέναν, ότι εσύ και ο Υπερίων είστε οι πλέον κατάλληλοι για μονομαχία εκ του συστάδην, ιδίως ο Υπερίων που έχει εκπαίδευση στις τεχνικές των Ατλάντων…»

«Ναι», συμφώνησε ο Υπερίων, «νομίζω, ηγεμών, ότι η ατλάντεια φυσιολογία μου μαζί με την πολύ απαιτητική καθημερινή μου προπόνηση σε κάθε είδος πάλης μού εξασφαλίζουν ένα πλεονέκτημα έναντι των εν δυνάμει αντιπάλων, που θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε…»

«Ούτε που να το διανοείσαι! Εδώ πέρα, οι παλαιστές δεν αγωνίζονται με κανόνες Κουήνσμπερυ, αλλά με δολοφονικά ύπουλα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Μπορεί να μην ξέρουν “καράτε”, αλλά ξέρουν “βαράτε”. Ήδη την ώρα που εσύ θα αυτοσυγκεντρώνεσαι δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να σού ρίξουν κουτουλιά ή κλωτσιά στα αμελέτητα. Δεν θα διακινδυνεύσω επ’ ουδενί τη σωματική ακεραιότητα κανενός μέλους του πληρώματός μου, όταν δύναμαι να έχω στα χέρια μου ένα διαπραγματευτικό χαρτί που θα αναγκάσει τον Θησέα να συμμορφωθεί σχεδόν εθελοντικά στις απαιτήσεις μας».

«Άλλωστε», πρόσθεσε ο πλωτάρχης Ιαπετός, που καιρός είναι να πει κι αυτός κάτι στα συμβούλια, «ο Θησέας στην πραγματικότητα δεν έχει πρόθεση να παραχωρήσει τον Φοίνικα και για το λόγο αυτό μετέχει και ο ίδιος στους αγώνες, οπότε δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα τούς κερδίσει, αφού μόνο ο απών Ηρακλής μπορεί να τον συναγωνιστεί. Ούτε η μονομέρεια που προκύπτει από την πατρική μου αγάπη για σένα, ούτε ο νεποτισμός που χαρακτηρίζει τη στελέχωση και τη διοίκηση του πλοίου μας φθάνουν στο βαθμό να σε βαυκαλίζω με φρούδες ελπίδες, Προμηθέα. Πολύ φοβούμαι ότι, αν μονομαχήσετε, ο Θησέας θα σε πλακώσει στις γρήγορες με απρόβλεπτες συνέπειες».

«Πλωτάρχα, δεν χρειαζόταν να τα πεις όλα αυτά, διότι αφενός με μειώνουν και αφετέρου δεν προσθέτουν τίποτε στον ειρμό των σκέψεών μας. Το κάνεις επίτηδες, σε απεχθάνομαι και σε μισώ όταν το κάνεις αυτό και σού δηλώνω ότι εφεξής θα σε έχω άχτι. Ξαναγυρίζοντας στα διοικητικά θέματα, λέω ότι ο σοφός άνθρωπος μπαίνει στη μάχη, μόνο όταν ξέρει ότι θα την κερδίσει.  Ήθελα να εξασφαλίσω στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του Θησέα.  Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε σ’ έστειλα κάτω, Αχούρι, (χαϊδευτικό για την Ευρύβια) και σε παρακαλώ να μού ψιθυρίσεις στο αυτί πώς ηδυνήθη ο Θησέας να σκοτώσει το Μινώταυρο, διότι εικάζω ότι από τον τρόπο που μετήλθε θα θεμελιωθεί κάποιο πλεονέκτημα που θα αποβεί χρήσιμο για μάς». 

 Η Ευρύβια με τα πολλά έκυψε στο αυτί του Προμηθέα και του ψιθύρισε κάποια φωνήεντα.

«Χα», γέλασε ο Προμηθέας, «πολύ ενδιαφέρον, πάρα πολύ ενδιαφέρον, ώστε αυτό ήταν το ανδραγάθημα. Πραγματικά έχουμε στα χέρια μας κάτι που αξίζει…»

Στο τέλος των αγώνων, όπου θα μπορούσα να αναφέρω για ξεκάρφωμα κλασικά ονόματα αθλητών, όπως αυτό του Μίλωνα του Κροτωνιάτη και των πέντε ολυμπιονικών γιων του Διαγόρα, για τον οποίο ελέχθη το «κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει», κέρδισε τελικά, για να μη τα πολυλογούμε, ο Θησέας.

Τη στιγμή εκείνη διακτινίστηκε η ομάδα προσεδάφισης του Βενοβίνδα. Ο Θησέας δεν αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη άφιξη γιατί είχε μάθει να αντιμετωπίζει ξαφνικά απρόοπτα και δυσκολίες, ενώ σαν ημίθεος που σέβεται τον εαυτό του, δεν έχανε την ευκαιρία να πλασάρεται και ως γόης.

«Καλώς όρισες, διαστημικέ άρχοντα με το αξιότιμο πλήρωμά σου, όπου βλέπω ότι περιλαμβάνονται και ορισμένες ερίτιμες κυρίες. Έχουμε ακούσει για το θρυλικό σου σκάφος, που περιέρχεται το Σύμπαν, χωρίς να γνωρίζουμε τους σκοπούς του. Τι μπορώ να κάνω για σένα και για τους γενναίους υπολοχαγούς σου, των οποίων την ταυτότητα αγνοώ επίσης;»

«Είμαι ο πλοίαρχος του αστροσκάφους «Ναός – Κόσμημα Βενοβίνδας, Προμηθέας Ιαπετίδης, απ’ εδώ ο πρώτος αξιωματικός μου Υπερίων εξ Ατλαντίδος, η υποπλοίαρχος Ευρύβια, ο …»   

«Τέλος πάντων, όλο και κάποιοι θα είστε και κάποιους τίτλους θα έχετε. Δεν χρειάζεται να τούς αναφέρετε όλους, γιατί κι εμείς εδώ ήρωες είμαστε και διαθέτουμε τις δικές μας περγαμηνές. Έχουμε γιορτή σήμερα, διότι κατήγαγα μία μεγάλη επαγγελματική επιτυχία. Είστε φιλοξενούμενοί μου και σάς καλώ στη μεγάλη μου τράπεζα, όπου μπορείτε να απολαύσετε κοψίδια, παϊδάκια, γεμιστά αμπελόφυλλα, κολοκυθομελιτζανόπηκτο, καθώς και τον περίφημο “λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματο- σιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα- λεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγῳοσιραιοβαφητραγανοπτε-ρυγώνα”, μαγειρεμένο με τη γνήσια συνταγή του Αριστοφάνη από τις Εκκλησιάζουσες».

Ο Προμηθέας επέλεξε την απευθείας προσέγγιση, πλησίασε λοιπόν τον Θησέα σε απόσταση αναπνοής, σε βαθμό μάλιστα που αυτός απέστρεψε κάπως το πρόσωπο για να αποφύγει τα φλομωτικά χνώτα της μικροβιακά ζυμωτικής διαστημικής κλεισούρας, και τού υποτονθόρυσε.

«Χαμογέλα και νεύε καταφατικά σε ό,τι λέω για να μην ανησυχήσουμε τους συμποσιαστές σου. Μην κάνεις καμιά απότομη κίνηση όσο μιλάω, γιατί θα το μετανιώσεις. Εν ολίγοις: Ξέρω καλά πώς σκότωσες το Μινώταυρο κι αυτό δεν έγινε επειδή ήσουν ο καλύτερος στη μάχη. Ο Ποσειδώνας έστειλε στον Μίνωα περικαλλή ταύρο για να τον πάρει πίσω ύστερα ως θυσιασμένο σφάγιο. Ο Μίνως όμως λυπήθηκε την ομορφιά του ταύρου, τόσο άλκιμου και ισχυρομελούς ώστε έβγαζε καπνούς από τη μύτη, και τον έπεμψε στα βουκόλια. Όθεν ο Ποσειδών εν τη υπερτάτη ασοφία του, εντελώς μικροπρεπής όπως όλα τα όντα της σκουληκότρυπας,  τον μεν ταύρο εξαγρίωσε, στη δε μεγαλόσωμη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη ενέβαλε κνίδωση ακατανίκητη και σεξουαλική επιθυμία ασίγαστη για ταυροκαθάψια, αν καταλαβαίνεις το υπονοούμενό μου. Μη γνωρίζοντας όλα αυτά ο Μίνωας ανέθεσε στον Δαίδαλο να κατασκευάσει μέγιστη ξύλινη βου, όμοια με αληθινή ώστε να την αφιερώσει στον Ποσειδώνα και να τον εξευμενίσει για την υπεξαίρεση του πραγματικού ταύρου.  Ο Δαίδαλος λοιπόν που εκτός από περίοπτος εφευρέτης ήταν και μεγάλος ρουφιάνος κατασκεύασε την ξύλινη μοσχάρα κενή με τεχνοτροπία δούρειου ίππου κι εκεί μέσα έλαβε χώρα η απίστευτη συνεύρεση του μέγιστου ταύρου με την νταρντάνα Πασιφάη εν αγνοία του ανύποπτου συζύγου, ο οποίος απορούσε για το πώς η ξύλινη βους χοροπηδούσε πέρα- δώθε πάνω στα άσπαστα αγόνατα πόδια της, όχι απλά ως ζωντανή αλλά και ως φρενιτιώδης τετράποδη πλην ξυλοπόδαρη Μαινάδα προς τέρψη του Ποσειδώνα και των λοιπών παρισταμένων! Αυτό το περιστατικό δηλωτικό χαμερπών, αχαμνών και  ταπεινών καταβολών εξιστόρησες στον Μινώταυρο και τού είπες πόσο ηδονιζόταν η μάνα του από τα λικνίσματα, τους εμβολισμούς και τα ανεβοκατεβάσματα του ταύρου και πόσο εξωφρενικά άδικη ήταν η δική του κατάσταση να τρώει εξαιτίας του αμαρτήματος και του ανοσιουργήματος αυτού ωμά κρέατα μέσα στη γλίτσα κρύας ισόβιας φυλακής. Τέτοια αισχρά και χυδαία τού αφηγήθηκες με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή, όπως κάθε γιος στη θέση του θα πάθαινε. Ωραίος ήρωας είσαι!  Δός μου αμέσως το Φοίνικα, αν δεν θες να μάθουν οι πλανημένοι οπαδοί σου σε ποιον έχουν χαρίσει την αφοσίωσή τους. Άμα ανοίξω το στόμα μου ο περίφημος χορός Γέρανος θα μετονομαστεί σε Κερατιώνα, όπως κερατιάτικη ήταν και η συμπεριφορά σου».  

Ο Θησέας κάνοντας μια απότομη θεατρική κίνηση απαλλάχτηκε και αποδεσμεύτηκε από την εγκλωβιστική αύρα του Προμηθέα.

«Άρχοντά μου δοξασμένε και πολυκτήμονα, έχεις κάποια εσφαλμένη πληροφόρηση. Ο Φοίνικας δεν είναι το αναγεννώμενο πτηνό που έχεις υπόψη σου, δεν είναι κάτι οργανικό, αλλά απλώς και μόνο το κύπελλο που αθλοθέτησα. Ένα αδρανές βραβείο και κειμήλιο για να το βάλει κανείς στην τροπαιοθήκη του, το οποίο άλλωστε δεν μοιάζει ούτε κατά διάνοια με το πουλί της χούντας, αυτό δα έλειπε, αλλά φέρνει περισσότερο προς το αιγυπτιακό ελόβιο πτηνό Ίβις. Θα περίμενα από σπουδαγμένους ανθρώπους, όπως εσείς, να μπορείτε να ξεχωρίσετε τα σκληρά γεγονότα από τις ψευδείς ειδήσεις. Είναι δυνατό να υπάρχει πουλί που να αναγεννάται από τις στάκτες του, ας γελάσω. Αυτό αντιβαίνει στο δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα και αμφισβητεί το κράτος και το νείκος του θανάτου, που είναι η πιο αδήριτη συνισταμένη και η πλέον καταδυναστευτική σταθερά του Σύμπαντος. Να μού ‘λεγες για μεταμόρφωση, να σού πω εντάξει. Αυτό είναι θέμα ενεργείας. Επιπρόσθετα, ο Φοίνικας σαν ιστορική προσωπικότητα δεν ήταν καν τίποτε το σπουδαίο, μία μεσαίου βεληνεκούς δευτεράντζα. Παιδαγωγός του Αχιλλέα, τον τύφλωσε ο ίδιος του ο πατέρας, ο Αμύντορας, γιατί νόμιζε ότι είχε σχέση με την παλλακίδα του την Κλυτία, αλλά ο Πηλέας, επειδή τον συμπαθούσε, θεώρησε το ατύχημα εργατικό, τού παρέσχε άρτια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τον κατέστησε βασιλέα των Δολόπων. Μπορείς να φανταστείς πιο ανιαρή, τετριμμένη ιστορία;»

«Παρ’ όλ’ αυτά», επέμεινε ο Προμηθέας, «μού οφείλεις κάτι για τη σιωπή μου και να ξέρεις ότι αυτή δεν εξαγοράζεται εύκολα παρά μόνο στη σωστή τιμή. »    

«Χμ», συλλογίστηκε ο Θησέας, «απ’ ό,τι κατάλαβα θέλετε να οδηγήσετε το σκάφος σας στο επίπεδο της δεύτερης συμπαντικής περιστροφής και ζητάτε πλοηγό. Πλην όμως εγώ δεν είμαι ο κατάλληλος για να σάς δώσω αυτό που ποθείτε. Αυτό που χρειάζεστε είναι να φανταστείτε τον Κάνωπο, ένα αστέρι που φτιάχτηκε για να τιμήσει τον ένα απ’ τους δύο κυβερνήτες του Μενέλαου – άλλος ήταν ο Φρόντις- κατά το ταξίδι της επιστροφής του στη Σπάρτη. Ο θάνατος του Κανώπου από τις ταλαιπωρίες της περιπλάνησης συγκίνησε τον Πρωτέα – ξέρετε ποιος είναι ο Πρωτέας έτσι; -, ο οποίος εγχείρισε στον Μενέλαο λεπτομερή χάρτη επιστροφής και τού εντόπισε κυριαρχικά και μετά λόγου γνώσεως τον προορισμό του. Ο Πρωτέας είναι ο Γνώμων».

«Ναι, κάτι θυμάμαι αμυδρά από τις προηγούμενες Δημιουργίες. Ευχαριστώ, Θησέα. Απόλαυσε την κυριαρχία σου, χόρεψε τον Κερατιώνα σου, εύχομαι να περάσεις καλά στη Νάξο και να γυρίσεις στην Αθήνα με φορτισμένες μπαταρίες, ενθυμούμενος ότι το σημαντικό για έναν υπερήρωα δεν είναι τα κατορθώματα, αλλά οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ιαπετέ, διακτίνισέ μας».   

«Κρείε, αν ήσουν περισσότερο μελετηρός και διάβαζες πού και να πού κανένα τεχνικό εγχειρίδιο, δεν θα χρειαζόμουν τον Πρωτέα των Κόσμων για να κατευθυνθώ στο επίπεδο της δεύτερης περιστροφής. Λοιπόν ετοιμαστείτε για καταστέριση σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα!», παρήγγειλε ο Προμηθέας στην ομάδα των αξιωματικών που κυττούσε επίμονα την οθόνη.

Ύστερα από την κάσκα του εξερευνητή, ο πλοίαρχος φόρεσε το καλυμμαύχι του παπά και ανήγγειλε:

«Θα πούμε τους ύμνους των Κουρήτων για τον Κάνωπο και του Πρωτέως για τον Γνώμονα».

ΥΜΝΟΣ ΚΟΥΡΗΤΩΝ

«Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες,

Ποσίκροτοι, ρομβηταί, ορέστεροι, ευαστήρες

Κρουσιλύραι, παράρυθμοι, επεμβάται ίχνεσι κούφοις

Οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αγλαόφημοι

Μητρός ορειμανούς συνοπάονες, οργιοφάνται,

Έλθοιτε ευμενώντες επ’ ευφήμοις λόγοις

Βουκόλω ευάντητοι αεί κεχαρηότι θυμώ».

(Σκιρτητές Κουρήτες, που με Άρη βήματα κινείστε

Ποδοκρότες, σβουριχτοί, στα όρη ευαρεστείστε

 Βαράτε τη λύρα με ρυθμό, ελαφροπάτητοι

Οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αλάθητοι

Τέκνα ορεισίβιας μάνας, όργια όμως δέχεστε ,

Μα και τον βουκόλο ακόμη καταδέχεστε

Ας έλθετε ευμενείς με τα  εύφημα εγκώμιά μας

Μπολιάστε με χάρη, καλή διάθεση τα κορμιά μας).  

ΚΟΥΡΗΤΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ ΛΙΒΑΝΟΝ

«Χαλκόκροτοι Κουρήτες, Αρήια τεύχη έχοντες,

Ουράνιοι, χθόνιοι και ενάλιοι πολύολβοι,

Ζωογόνοι πνοαί, κόσμου σωτήρες αγαυοί

Οί τε Σαμοθράκην, ιερήν χθόνα, νεαιτάοντες,

Κινδύνους θνητών απερύκετε ποντοπλανήτων,

Υμείς και τελετήν πρώτην μερόπεσιν έθεσθε

Αθάνατοι Κουρήτες, αρήια τεύχη έχοντες

Νωμάτ’ ωκεανόν, νωμάθ΄όλα, δένδρα θ’ αύτως

Ερχόμενοι γαίαν κοναβίζετε ποσίν ελαφροίς

Μαρμαίροντες όπλοις, πτήσσουσι δε θήρες άπαντες

Ορμώντων, θόρυβος τε βοή εις ουρανόν ίκει

Ελιγμοίς τε ποδών κονίη νεφέλας αφικάνει

Ερχομένων, τότε δη ρα και άνθεα πάντα τέθηλεν

Δαίμονες αθάνατοι, τροφείς και αυτ’ ολετήρες

Ηνίκ’ αν ορμαίνητε χολούμενοι ανθρώποις   

Ολλύντες βίοτον και κτήματα ηδέ και αυτούς πλάζοντες-

Στοναχεί δε μέγας πόντος βαθυδίνης,

Δένδρα δ’ υψικάρην εκ ριζών εις χθόνα πίπτει

Ηχώ δ’ ουρανίη κελαδεί ροιζήμασι φύλλων.

Κουρήτες, Κορύβαντες, ανάκτορες, ευδύνατοι τε,

Εν Σαμοθράκη άνακτες, ομού Ζηνός κόροι αυτοί

Πνοαί άεναοι, ψυχοτρόφοι, ηεροειδείς

Οίτε και ουράνιοι δίδυμοι κλήζεσθ’ εν Ολύμπω

Εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι ηδέ προσηνείς

Ωροτρόφοι, φερέκαρποι, επιπνείοιτε άνακτες».

(Χαλκόκροτοι Κουρήτες, που του Άρη όπλα κρατάτε,

Ουράνιοι, χθόνιοι, ενάλιοι, παντού ευτυχείς πάτε

Με ζωογόνα πνοή, κόσμου σωτήρες αναδειχθείτε

Σεις που την ιερή γη Σαμοθράκης κατοικείτε,

Κινδύνους θνητών που πλανώνται αποσοβήστε  

Των τελετών οι πρώτοι δάσκαλοι είστε. 

Αθάνατοι Κουρήτες, με τα όπλα τα πολεμικά

Μοιράζεστε χλωρίδα και πανίδα αρμονικά,

Περπατάτε, σκονίζετε τη γη με πόδια ελαφριά  

Σαν αστράφτουν τα όπλα, φεύγουν μακριά τα θεριά

Όταν ορμάτε ο θόρυβος φτάνει στον ουρανό  

Οι ελιγμοί φέρνουν σκόνη και νεφών κρουνό

Όταν έρχεστε, θάλλουν, πληρούντ’ οι ανθήρες

Γιατ’ είστε δαίμονες, τροφείς μα κι ολετήρες

Κι όταν ορμάτε στους θνητούς με θυμό και χολή   

Τούς χαλάτε τη ζωή και τα χτήματα και κλαίνε πολύ

Αναστενάζει δε ο μέγας πόντος με βαθύτατη δίνη,

Ξεριζώνονται δέντρα, πέφτουνε σ’ ανέμου σκοτοδίνη

Ηχώ δ’ ουρανία κελαηδεί και τα φύλλα σφυρίζουν

Σαν οι Κουρήτες κορυβαντιούν και στο χορό γυρίζουν.  

Εν Σαμοθράκη άνακτες, παιδιά Δία, όχι κοινοί,  

Αείπνοοι, ψυχοτρόφοι, νεφελώδεις, σκοτεινοί  

Ουράνιοι πολύδυμοι, καλείστε σε Ολύμπου ευνή

Εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι, ευμενείς, προσηνείς

Των ωρών και καρπών φροντιστές, βασιλείς προσφιλείς).

ΠΡΩΤΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ – ΗΔΥΟΣΜΟΝ

«Πρωτέα κικλήσκω, πόντου κλείδας έχοντα

Πρωτογενή, πάσης φύσεως αρχάς ός έφηνεν,

Ύλην αλλάσσων ιερήν ιδέαις πολυμόρφοις

Πάντιμος, πολύβουλος, επιστάμενος τα τ’ εόντα,

Όσα δε πρόσθεν ήν, όσα τ’ έσσεται ύστερον αύτις-

Πάντα γαρ εν Πρωτεί πρώτη φύσις εγκατέθηκεν.

Αλλά, πάτερ, μόλε μυστιπόλοις οσίαις προνοίαις

Πέμπων ευόλβου βιότου τέλος εσθλόν επ΄ έργοις».   

(Καλώ σε Πρωτέα, που έχεις τις κλείδες του πόντου

Πρωτογενή, που φανέρωσες μυστικά της φύσης του φόντου,

Αλλάζοντας την ιερή ύλη με ιδέες, τύπους και μορφές  

Πάντιμε, πολύβουλε, που γνωρίζεις των όντων τις κορφές, 

Όσα έγιναν πριν κι όσα θα γίνουν ύστερα, εσύ Πρωτέα –

Διότι όλα στα ανέθεσε η φύση πρωταρχική, προτεραία.

Αλλά, πατέρα, έλα στις μυστικές ιερές προφητείες

Πέμποντας καλή κατάληξη στης ζωής ασχολίες).  

 Τα στοιχεία του Πρωτέα είναι στη διάθεση της υπηρεσίας. Για τις ανάγκες του παρόντος πονήματος αρκεί να πούμε ότι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Φοινίκης και ήταν διπλωματούχος μάντης. Στην καριέρα του έκανε απίστευτα πράγματα, μάλιστα σε συνεργασία με τον πατέρα του είχε κατασκευάσει υπόγεια δίοδο που οδηγούσε από τις Φλέγρες της Παλλήνης στην Αφρική του αντίστοιχου πλανήτη, δια της οποίας πέρασε «αβρόχοις ποσίν» κάτω από τη θάλασσα μέχρι τη νήσο Φάρο της Αιγύπτου. Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήταν θεός της θάλασσας και κατείχε τα κλειδιά της. Επίσης, όταν οι κύκλωπες έφαγαν την Αμφιτρίτη, αυτός ήταν εκείνος που παρέλαβε και φρόντιζε τις κατοικίδιες φώκιες της. Την ημέρα διέτριβε «παρά θίν’ αλός» και τη νύχτα κοιμόταν κάθε φορά σε διαφορετική σπηλιά των βράχων, περιστοιχιζόμενος από τις φώκιες που είχε τόσο απροσδόκητα κληρονομήσει.

Τον ζωγράφιζαν γέροντα, πολιό και ψαρομάλλη (πλεονασμός), καθήμενο σε άμαξα που έσερναν δύο θαλάσσιοι ίπποι, άλλοτε πάλι τον αναπαριστούσαν να ξεπροβάλλει μέσα από αρμυρίκια μαζί με τις φώκιες του.  

Αυτά είπε πάνω -κάτω στην πρωινή ενημέρωση ο Προμηθέας στους αξιωματικούς του. Το πιο βασικό όμως ήταν ότι ο Πρωτέας είχε την επιστημονική γνώση και την τεχνική δυνατότητα να ανάγει τον εαυτό του σε υποτυπώδη, αδιαφοροποίητη και πρωταρχική ύλη, σε βλαστοκύτταρα δηλαδή όπως θα λέγαμε σήμερα, κι έτσι μπορούσε να μεταμορφώνεται. Δεδομένου μάλιστα ότι ήταν βαθιά ακοινώνητος και μονήρης, η αλλαξομορφία ήταν η συνήθης διέξοδός του για να αποφεύγει ενοχλητικές επισκέψεις και επιβαρυντικές ερωτήσεις.

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια βαθιά αντίθεση που αφορά τη νοοτροπία», διαπίστωσε ο Υπερίων. «Από τη μία ο Πρωτέας χαρακτηρίζεται πρωτίστως από τη μαντική του ικανότητα, από την άλλη είναι ικανός να κάνει τα πάντα και να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε προκειμένου να μη την ασκήσει. Στην πραγματικότητα ανήκει σε ένα νέο είδος ανθρώπων, που δεν έχει καμία σχέση με την αυτενέργεια και την ελευθερία βούλησης των τιτάνων. Ίσως το είδος του να επικρατήσει τα μελλοντικά χρόνια του εκφυλισμού και της ιδιωτείας. Αντί να μετέχει στους γυμνικούς αγώνες, προτιμά να κάθεται στην εξέδρα και να γιουχάρει. Αντί να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να αναπτύσσει πρωτοβουλία, λειτουργεί μόνο αν ξέρει ότι τις πράξεις του τις υπαγόρευσαν άλλοι, ότι τον εξανάγκασαν να δράσει παρά τη βούλησή του ή ενάντια σ’ αυτήν, ότι “η Εύα τον ηπάτησε”, ότι κάποιοι κακοί υφάρπασαν και εκχώρησαν τις αρμοδιότητές του σε κάποιους που αποφασίζουν αντί γι’ αυτόν».

«Εγώ δεν είμαι ούτε ψυχολόγος, ούτε ψυχίατρος για να θεραπεύσω τον Πρωτέα», είπε ο Προμηθέας. «Αφού επιδέχεται πίεση και λειτουργεί μόνο με εξαναγκασμό, τότε αυτό θα κάνουμε κι εμείς. Θα τον αιχμαλωτίσουμε, θα τον δέσουμε χειροπόδαρα και θα τον αναγκάσουμε να ασκήσει την τέχνη και την αρμοδιότητα της μαντικής».   

Η Ευρύβια που άρχισε σιγά- σιγά να αποκτά αυτοπεποίθηση και να μετέχει πιο ενεργά στις υποθέσεις του αστροσκάφους πρότεινε: «Από τις απεικονίσεις του Πρωτέα προκύπτει ότι τις περισσότερες φορές δεν μεταμορφώνεται σε λέοντα, ταύρο ή δράκοντα κ.λπ., αλλά μάλλον φοράει την αντίστοιχη προβιά, μάσκα ή προτομή. Κι αυτό είναι λογικό, αφού μ’ αυτό τον τρόπο εξοικονομεί ενέργεια που θα τού επιτρέψει να αλλάξει μορφή την κρίσιμη στιγμή, όταν πράγματι το χρειάζεται. Εφόσον λοιπόν θεωρεί ότι αυτό το σύστημα λειτουργεί στους άλλους, πιθανότατα θα εξαπατηθεί από αυτό και ο ίδιος. Ακολουθώντας την τακτική του Οδυσσέα προτείνω να φορέσουμε δέρματα φώκιας και να ανακατευτούμε με τις αγαπημένες του που τον περιστοιχίζουν. Τη στιγμή που θα αποκοιμηθεί τού ορμάμε και τον δένουμε με σπάγκο σαν ρολό κρέατος ή ψητό κατσαρόλας».   

«Εντάξει, το εγκρίνω, αλλά χρειαζόμαστε κι ένα σχέδιο για την απόσπαση της προσοχής του».

«Εκεί ας ακολουθήσουμε το βασικό σενάριο», είπε ο Υπερίων. «Θα τον πλησιάσουμε δηλαδή ως Μενέλαος που σέρνει μαζί του την ποικίλως παραβιασμένη Ελένη της Τροίας, θρηνεί τον κυβερνήτη του Κάνωπο και ζητάει πληροφορίες για το πώς θα γυρίσει στην πατρίδα του».

«Εγκρίνεται. Οίχετε απιόντες».

Στην παραλία η Ευρύβια, η Λητώ, ο Βουφάγος, η Αγχιάλη και η Μήτιδα εφάρμοζαν το τέχνασμα που είχαν επεξεργαστεί: η ίδια και οι τρεις σύντροφοί της ντύθηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα φώκιας και ξάπλωσαν ανάμεσα στις έτερες φώκιες του Πρωτέα το καταμεσήμερο.

Αυτή ήταν η ώρα που, όπως όλα τα δαιμονικά της θάλασσας, ο «γέροντας» έβγαινε από το νερό. Συνήθιζε να ξαπλώνει στην είσοδο μιας φαρδιάς σπηλιάς ανάμεσα στο κοπάδι του, που κοιμόταν αναδίνοντας τη μυρωδιά του αλμυρού βυθού και της αβύσσου. Όταν βγήκε από το πέλαγος, μέτρησε τις φώκιες του, αλλά δεν υποψιάστηκε την παγίδα και πήγε να χωθεί ανάμεσά τους. Την στιγμή εκείνη τον προσέγγισε η ομάδα προσεδάφισης του Βενοβίνδα. Ήσαν όλοι τους ρακένδυτοι σαν τρωγλοδύτες, πράγμα που είναι η πιο οικονομική λύση για να μεταμφιεστεί κάποιος σε αρχαίο Έλληνα. Μερικά κουρέλια συγκεχυμένου χρώματος απ’ όπου ξεπροβάλλει η αιχμή ενός σπαθιού.

«Γεια», είπε ο Προμηθέας. «Είμαι ο Μενέλαος, άκουσα ότι είσαι μεγάλος μάντης και θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μού δείξεις τον δρόμο για την πατρίδα μου. Επίσης, για να τηρήσουμε και την αληθοφάνεια, θα εκτιμούσα πολύ αν μού έδινες πληροφορίες για το πού κατέληξε ο αδελφός μου.»

«Ταξιδιώτη, όποιος και αν είσαι, αν ψάχνεις για κουρόγιδα, σού προτείνω να πας στον επόμενο λόφο. Χαϊβάνια δεν υπάρχουν πια, τα πάτησε το τραίνο. Αν εσύ είσαι ο Μενέλαος, εγώ είμαι ο Ερμής του Πραξιτέλους. Γιατί βέβαια», είπε δείχνοντας την Ευρυνόμη που σκέπαζε το πρόσωπό της μ’ ένα αδιαφανές πέπλο, «η γυναίκα που έχεις δίπλα σου, όσο και να κρύβει το πρόσωπό της, δεν μπορεί ούτε με σφαίρες να περάσει για ωραία Ελένη που το πυρακτωμένο μάτι της διατρυπούσε κάθε σάλι και κάθε εσάρπα. Γι’ αυτήν ίσχυε ό,τι και για τον Αλκιβιάδη, ότι “έως και επί του άκρου ποδός δακτύλου αβρός επεκάθητο όνυξ”. Αλλά ακόμη κι αν ήσουν ο Μενέλαος σκασίλα μου. Τι έχω να κερδίσω αν εσύ γυρίσεις στη Σπάρτη, τι με νοιάζει εμένα;»

«Ένας προικισμένος με όμμα προφήτη, όπως εσύ, που είναι ο Γνώμων, δηλαδή ένα είδος τρίγωνου και μοιρογνωμόνιου δυνάμενο να χαράξει την πορεία των ανθρώπων, εσύ που άμα σε κοπανήσουν λίγο στο δαιμονικό σου κεφάλι ξερνάς χαρτάκια και μπισκότα τύχης που αναφέρονται στη μοίρα των ανθρώπων, μία Πυθία που μασάει φύλλα δάφνης και λέγει ήξεις- αφήξεις ή λέγει “χαμαί πέσεν Δαίδαλος αυλά” και όλα τα υπόλοιπα που οι Χριστιανοί θεωρούν ανεπιβεβαίωτα, δεν έχεις το δικαίωμα να στερήσεις τις υπηρεσίες σου από τη χειμαζόμενη ανθρωπότητα.»

«Παρά τις ηθικολογίες σου, εγώ κρατάω τον ελεύθερο χρόνο μου για την πάρτη μου – εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάρτης- κι όσο για τις ικανότητές μου, θέλω ανταλλάγματα. Πες μου τι μού τάζεις;»

«Πρωτέα, έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου τη λέξη “καθήκον”  ή “αρμοδιότητα”; Έχεις ακούσει τη λέξη “λειτούργημα”; Ο Πλάτων ομιλεί για οικειοπραγία που συνυφαίνει τη φύση του ανθρώπου με την κοινωνική και πολιτική πράξη, ενώ ο Αριστοτέλης έλεγε πολύ απλά ότι ο καθένας θα πρέπει να ασχολείται με τη δραστηριότητα στην οποία διακρίνεται και είναι καλός…»

Εκμεταλλευόμενα τη στιγμιαία αφαίρεση του γέροντα λόγω των αναπτύξεων του Προμηθέα, τα στελέχη της χωρονηός πετάχτηκαν ξαφνικά από τις προβιές τους, τον άρπαξαν και τον κράτησαν σφιχτά. Ο Πρωτέας προσπαθούσε να τούς ξεφύγει και μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε λιοντάρι, σε δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, έπειτα σε δέντρο ακόμη και σε νερό. Σεναριακή αδυναμία: Ε αυτό πώς γίνεται βρε παιδιά, είναι δυνατό να γίνει νερό και παρ’ όλ’ αυτά να μη ξεφύγει; Σε κάθε περίπτωση οι χωροναύτες δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να παλεύουν μαζί του απελπισμένα μέχρι που σιχτίρισε και αυτός και άρχισε να παίρνει πάλι την αρχική του μορφή, αν βέβαια μπορούσε πλέον και ο ίδιος να τη θυμηθεί.

«Α ναι, οι χωροναύτες απ’ αυτό το καταραμένο πλοίο που γυροφέρνει στο Σύμπαν και σπέρνει μόνο το κακό. Και ο Προμηθέας, ο μεγαλύτερος εξυπνάκιας και παραμυθατζής της οικουμένης. Μού την έφερες, ο διάολος να σε πάρει».

Ο Προμηθέας μόστραρε με καμάρι τη μορφή του χωρίς κανένα ενδοιασμό πλέον με τις μπούκλες του, το αρχαιοελληνικό γενάκι του και τα φουντουκένια μάτια του.

«Ναι, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Είμαι κι εγώ μέγας μύστης και μάγος κι όχι απλά μάγος, αλλά μαγικός- τεχνικός και μαγοκράτης. Ή αλλιώς είμαι επιστήμων, τεχνικός και τεχνοκράτης, γιατί κάθε εξελιγμένη επιστήμη φαίνεται μαγεία στα μάτια του αδαούς. Ξέρω να προχωρώ βήμα- βήμα, δεν έχω βεβαιότητες, δεν έχω ούτε την παραμικρή προκατάληψη, σε κάθε περίσταση ανασυνθέτω τον κόσμο από την αρχή γιατί δεν δέχομαι τίποτε ως δεδομένο. Η τεχνολογία μου είναι τέτοια που δύναμαι να μιγνύω τον πηλό στις σωστές αναλογίες, να τον εφοδιάζω με διάφορες ιδιότητες και ποιότητες ύλης και τον πυροδοτώ με ακτίνα ή κεραυνό, έχοντας χρηματοδοτική μίσθωση και σύμβαση δικαιοχρησίας- δικαιοκτησίας με τον ίδιο το Θεό, κοντολογίς δύναμαι να πλάσω άνθρωπο από γη και ύδωρ, όχι όμως ρομπότ, ούτε τεχνητή νοημοσύνη, αυτά είναι διαβολερίες των όντων της σκουληκότρυπας. Δεν είσαι ο μόνος που παίρνεις μορφές, γιατί κι εγώ διαθέτω κι έχω κληροδοτήσει και στους ανθρώπους τη δειλία του λαγού, την πανουργία της αλώπεκος, την αλαζονεία του ταώ, την ωμότητα της τίγρης και την ανδρεία του λέοντος.»     

Τότε ο Πρωτέας εξαντλημένος, απάντησε στις ερωτήσεις του, τού έκανε κι ένα σχεδιάγραμμα, απ΄ όπου έμαθε πως, για να τού φανερώσουν οι θεοί τον δρόμο της επιστροφής, έπρεπε να ανεβεί τον Νείλο και προσφέρει εκατόμβη – καλά αυτά τα μυστικιστικά, παγανιστικά και μη επιστημονικά τα διέγραφε ο Προμηθέας και κράτησε μόνο τις λεπτομερείς οδηγίες ναυσιπλοΐας, που τις διαβίβασε αμέσως στον πλοηγό και τον πηδαλιούχο. Περιλάμβαναν πολλά ζικ-ζακ και ανύσματα μέσα στο χώρο, φαινομενικά ακατανόητα, που τελικά ήταν ο Γνώμων για να περάσει η χωροναύς από ένα επίπεδο της ελλειπτικής σε ένα άλλο και να αρχίσει πάλι τη βασανιστική της περιφορά.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΑΝΤΛΙΑ, ΜΕΓΑΣ ΚΥΩΝ, ΥΔΡΑ, ΚΡΑΤΗΡ

Εκ της καταστερίσεως αστερισμού της Αντλίας, πρόσχωμεν.

ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΤΑΙΑΣ (ΔΗΜΗΤΡΟΣ) ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Ανταίη, βασίλεια, θεά, πολυώνυμε μήτερ

Αθανάτων τε θεών ηδέ θνητών ανθρώπων,

Ή ποτέ μαστεύουσα πολυπλάγκτω εν ανίη

Νηστείαν κατέπαυσας Ελευσίνος γυάλοις

Ήλθες τ’ εις Αϊδην προς αγαυήν Περσεφόνειαν

Αγνόν παίδα Δυσαύλου οδηγητήρα λαχούσα,

Μυνητήρ’ αγίων λέκτρων χθονίου Διός αγνού,

Εύβουλον, τέξασα θεόν θνητής υπ’ ανάγκης.

Αλλά, θεά, λίτομαί σε, πολυλλίστη βασίλεια,

Ελθείν ευάντητον επ’ ευϊέρω σου μύστη.»

(Ανταία, βασίλισσα, θεά, μήτηρ πολυώνυμη

Αθανάτων θεών και θνητών σώτειρα μόνιμη

Που ερευνώντας την πολυπλάνητη θλίψη

Στης Ελευσίνας πείνα φρόντισες τίποτε να μη λείψει

Ήλθες στον Άδη προς την ένδοξη Περσεφόνη  

Έχοντας για οδηγό το γιο του Δυσαύλη κι όχι μόνη

Που φανέρωσε τις μαξιλάρες του Διός τις ξαπλωτές,

Γέννησες τον Εύβουλο, υπακούοντας σε ορμές θνητές.

Αλλά, θεά, που δέχεσαι προσευχές πολλές  

Να είσαι προσηνής στου μύστη σου τις βουλές).

          ΜΗΤΡΟΣ ΘΕΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΟΙΚΙΛΑ

          «Αθανάτων θεότιμε θεών μήτερ, τροφέ πάντων

          Τήδε μόλοις κράντειρα θεά, σου πότνια επ’ ευχαίς

         Ταυροφόρων ζεύξασα ταχύδρομον άρμα λεόντων

Σκηπτούχε κλεινού πόλου, πολυώνυμε, σεμνή

Ή κατέχεις κόσμου μέσον θρόνον, ούνεκεν αυτή

Γαίαν έχεις, θνητοίς τροφάς παρέχουσα προσηνείς

Εκ σού δ’ αθάνατον γένος θνητών ελοχεύθη

Σοι ποταμοί κρατέονται αεί και πάσα θάλασσα-

Ιστίη αυδαχθείσα, σε δ’ ολβιοδότιν καλέουσιν,

Παντοίων αγαθών θνητοίς ότι δώρα χαρίζη.

Έρχου προς τελετήν, ώ πότνια, τυμπανοτερπής

Πανδαμάτωρ, Φρυγίης σώτειρα, Κρόνου  συνόμευνε

Ουρανόπαι, πρέσβειρα, βιοθρέπτειρα, φίλοιστρε

Έρχου γηθόσυνος, κεχαρισμένη ευσεβίοις.»

(Αθανάτων θεότιμη θεών μητέρα, παραμάνα

          Κόπιασε εδώ κραταιά, που είναι οι ευχές σου μάννα,

         Ταυροφόρο ζεύεις ταχύδρομο άρμα λεόντων

Σκηπτούχα κλεινού πόλου, κυβερνήτρια παρόντων

Κατέχεις της Γης και του κόσμου τον μέσο θρόνο,

Γι’ αυτό παρέχεις στους θνητούς ήπιους καρπούς και γόνο

Ήσουν εσύ των αθάνατων και των θνητών η λεχώ

Σε ποταμούς και θάλασσες αντιλαλεί η δική σου ηχώ-

Σε αποκάλεσαν Εστία, σε ονόμασαν ευτυχή,

Διότι παντοία αγαθά χαρίζεις και κάθε παροχή.

Έρχου προς τελετή, τυμπανοτερπής, σεβάσμια

Πανδαμάτωρ, Φρυγίας σώτειρα, Κρόνου  εράσμια

Ουρανόπαι, πρέσβειρα, που με έμπνευση στέφεις

Έρχου με χαρά τους ευσεβείς ν’ αγαπάς και να τρέφεις.)

Εκ της καταστερίσεως Μεγάλου Κυνός το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν.

ΔΗΜΗΤΡΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ -ΗΔΥΟΣΜΟΝ

«Δηοί παμμήτειρα, θεά, πολυώνυμε δαίμον

Σεμνή Δήμητερ, κουροτρόφος, ολβιοδότι

Πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, παντοδότειρα,

Ειρήνη χαίρουσα και εργασίαις πολυμόχθοις,

Σπερμείη, σωρίτις, αλωέη, χλοόκαρπε,

Ή ναίεις αγνοίς Ελευσίνος γυάλοις

Ιμερόεσσα, ερατή, θνητών θρέπτειρα προπάντων

Πρώτη υποζεύξασα βοών αροτήρα τένοντα

Και βίον ιμερόεντα βροτοίς πολύολβον ανείσα

Αυξιθαλής, Βρομίου συνέστιος, αγλαότιμος

Λαμπαδόεσσα, αγνή, δρεπάνοις χαίρουσα θερείοις

Συ χθονίη, συ δε φαινομένη, συ δε πάσι προσηνής-

Εύτεκνε, παιδοφίλη, σεμνή, κουρότροφε κούρη

Άρμα δρακοντείοις υποζεύξασα χαλινοίς,

Εγκυκλίοις δίναις περί σον θρόνον ευαζόντων,

Μονογενής πολύτεκνε θεά, πολυπότνια θνητοίς

Ής πολλαί μορφαί πολυάνθεμοι, ιεροθηλείς

Ελθέ μάκαιρα αγνή καρποίς βρίθουσα θερίοις

Ειρήνην κατάγουσα και ευνομίην ερατεινήν

Και πλούτον πολύολβον ομού δ’ υγιείαν άνασσαν».   

(Δήμητρα  όλων μητέρα, θεά δαιμόνιων χορών

Σεμνή, που τρέφεις την ευτυχία των κορών

Πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, πανδώρα,

Με ειρήνη χαίρεσαι και εργασίες εκάστη ώρα,

σπέρνεις, συλλέγεις, αλωνίζεις, χορτοκόπτεις,

κατοικείς στης Ελευσίνας κοιλάδα επόπτης,  

ποθητή, ερατεινή, θνητών θρέπτειρα ανθρώπων

Πρώτη έζευξες τον αυχένα βοϊδίσιων μετώπων

Και έφερες στους θνητούς βίο ευτυχισμένο

Όντας αυξιθαλής, συνέστια με Βάκχο στολισμένο

Λαμπαδοφόρος, αγνή, σίτους δρέπεις, στοιβάζεις

Παρότι χθόνια, διακρίνεσαι, αν και θεά συντροφιάζεις-

Εύτεκνη, φίλη παιδιών, σεμνή, κόρη που ανατρέφεις

Το άρμα σου με δρακόντεια χαλινάρια στρέφεις,

Γύρω από το θρόνο σου χορεύουν και κραυγάζουν

Μονογενή, πολύτεκνη και σεβαστή σε κράζουν

Έχεις πολλές μορφές, στήμονες και υπέρους

Έλα μακάρια αγνή μες στους καρπούς του θέρους  

Ειρήνη να κατάγεις και ερατεινή ευνομία

Και πλούτο ευλογημένο μαζί με άνασσα υγεία).  

Στο σημείο αυτό ενδείκνυται ένα ιντερλούδιο ή ιντερμέδιο, διότι ο Υπερίων διατύπωσε μια εύλογη ένσταση.

«Ηγεμών, είναι προφανές και πασίδηλο ότι αυτοί οι ύμνοι που απαγγέλλουμε για να καλέσουμε τις δημιουργικές δυνάμεις, εγκωμιάζουν και επαινούν τους αντιπάλους μας, τη Δήμητρα, το Διόνυσο, τον ίδιο το Δία και όλους τους άλλους δαίμονες που αρχίζουν από δέλτα. Αυτό δεν είναι μία ομολογία ήττας από μέρους μας;»

«Πρώτε αξιωματικέ, θα περίμενα από ένα αρχιτέκτονα της λογικής, όπως εσύ, να μην έχει τέτοιες αμφιβολίες. Οι Δημιουργίες που έχουν προηγηθεί είναι τόσες πολλές, ώστε οι μύθοι έχουν λίγο περιπλεχθεί. Πρόκειται για σύγχυση που οφείλεται στο πέρασμα του χρόνου και η λύση είναι να επιλέγουμε από τους μύθους και τους ύμνους ό,τι είναι ωφέλιμο για μάς. Το Σύμπαν λειτουργεί με βάση την πανουργία της βουλήσεως, όπου όποιος επιδιώκει με μανία κάτι συχνά πετυχαίνει το αντίθετο, θέλει να ευνοήσει τη φυλή του και τελικά ευεργετεί τους αντιπάλους. Από τη στιγμή που η Δήμητρα αγκάλιασε τους καλλιεργητές και δίδαξε νέες τεχνικές για τη γεωργία, έγινε μία από εμάς. Όταν κάποιος συμπεριφέρεται για μεγάλο διάστημα όμοια με κάποιον άλλον, ανεξάρτητα από τα αρχικά του κίνητρα, καταλήγει τελικά μέσω της έξης ως δευτέρας φύσης να γίνει ένας άλλος. Η ιδιοκτησία μέσω της χρήσης και της χρησικτησίας αλλάζει χέρια και ο χαρακτήρας μέσω της συναναστροφής συχνά μεταβάλλεται. Επίσης, δεν είναι σπάνιο ο άνθρωπος να υμνεί τα εχθρικά προς αυτόν στοιχεία για να τα κατευνάσει. Σε παραπέμπω στον ύμνο μας προς την Ανταία Γη, παρότι ανταίος σημαίνει ενάντιος. Στην ουσία μέσα από τις προσευχές μας ξορκίζουμε τη μοίρα, τις αντιξοότητες και τις εναντιοτροπές που αυτή μάς επιφυλάσσει. Δεν προσευχόμαστε ποτέ στον φίλο μας, αντίθετα παρακαλούμε συχνά και ικετεύουμε τον εχθρό μας».  

«Μα δεν πρέπει άραγε η προσευχή να απευθύνεται στο Θεό;»

«Είπαμε, τον φίλο μου τον χαιρετώ, τον εχθρό μου τον διπλοχαιρετώ. Οι κακουχίες της ζωής δεν οφείλονται στο Θεό αλλά στη μοίρα, άρα οι προσευχές προς αυτόν απευθύνονται σε λάθος αποδέκτη. Ο Θεός ενεργοποιείται και κάνει αισθητή την παρουσία του μετά το χτύπημα της μοίρας και μάς βοηθά να την αντιμετωπίσουμε, όλοι δε κρινόμαστε από το πώς αντιδρούμε στις ενέδρες, τις παγίδες και τις κακοτράχαλες κατηφοριές της μοίρας. Ο Θεός, Υπερίων, δεν είναι εκεί έξω, αλλά εδώ μέσα», είπε ο Προμηθέας δείχνοντας την καρδιά του.  

«Αφεντικό, ποια είναι η αποστολή μας;», ρώτησε ο Ιαπετός.

«Μού ανακοινώθηκε μέσω συμπαντικής ενδοσυνεννόησης ότι το Άγιο Δισκοπότηρο ή αλλιώς ο Στέφανος της Δημιουργίας, το πιο πολύτιμο τεχνούργημα όλων των εποχών, που κείται στην οροφή ή στο βυθό των ιζημάτων ή στοιβάδων του λυκόφωτος (εξαρτάται από ποια φορά το βλέπει κανείς), είναι στα πρόθυρα του να αναδυθεί στην ουσιώδη πραγματικότητά μας. Κάτι τέτοιο θα είχε ολέθριες συνέπειες, διότι μαζί με τη δευτέρα αυτή παρουσία θα κατέρρεαν και όλοι οι τόποι των νεκρών και θα συγχέονταν με τον κόσμο των ζωντανών. Η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου θα αναιρούνταν και ο λειτουργικός μηχανισμός του σύμπαντος θα απορρυθμιζόταν οριστικά και αμετάκλητα. Θάνατος σημαίνει διασκορπισμός και συνάμα συνάφεια και συνειρμός σημείων σε άλλες επικράτειες ή οργανικούς τομείς, από τη σκοπιά των οποίων μπορεί κάποιος πάλι να επηρεάσει τους ζωντανούς.  Ο θάνατος είναι ο τύπος, η ζωή είναι το περιεχόμενο. Δεν πρέπει τούτα να αναμιγνύονται ή να συγχέονται, διότι τότε η τάξη και η δομή, καθώς και η διάρθρωση του σύμπαντος καταρρέει κι όλα καταλήγουν σε μία αδιαφοροποίητη μάζα “λίθων, πλίνθων και κεράμων ατάκτως ερριμμένων”, σε μία πρωταρχική κοσμική σούπα».

Επειδή στα πρόσωπα των μελών του πληρώματος ήταν ζωγραφισμένη μία έκφραση μη κατανόησης, ο Προμηθέας στράφηκε στο δεξί του χέρι, τον Υπερίωνα.

«Πρώτε, απ’ ό,τι θυμάμαι, έχεις διαβάσει το φάκελο του Στέφανου της δημιουργίας».

«Όχι απλά τον έχω διαβάσει, τον έχω μελετήσει διεξοδικά, τον έχω εμπεδώσει και αφομοιώσει σε μοριακό επίπεδο, τον έχω ξεσκολίσει και ξεσκονίσει στον υπερθετικό βαθμό, τον έχω κατανοήσει σε βάθος…»

«Εντάξει, φτάνει. Σε παρακαλώ, δώσε τις απαραίτητες εξηγήσεις, γιατί μού φαίνεται ότι ξοδεύω τόσο σάλιο για να αναλύω τα αυτονόητα, που δεν θα μού μείνει καθόλου ενέργεια όταν πραγματικά θα χρειαστεί να δράσω».  

 «Είναι παγκοίνως γνωστό», ξεκίνησε ο Υπερίων, «ότι ο Στέφανος της Δημιουργίας ή το Άγιο Δισκοπότηρο είναι ένα μαγικό ξόρκι, που διατρέχει και συνέχει τα επίπεδα του λυκόφωτος και τα ενώνει με τον κόσμο των ανθρώπων. Για αιώνες ο Στέφανος ήταν το μεγαλύτερο όνειρο της ανθρωπότητας, υπόσχεση ανέκφραστης ευτυχίας, σύμβολο και συμβόλαιο μελλοντικής εσχατολογικής ελευθερίας. Το ουσιώδες στοιχείο είναι όμως ότι ο Στέφανος είναι στερεωμένος σαν πόρπη στην κορυφή των στοιβάδων, ώστε να κρατά μακριά και να διαχωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από εκείνο των νεκρών. —

— Η δύναμη ενός μάγου έγκειται στην ικανότητά του να αποστάζει, να συγκεντρώνει, να αξιοποιεί και να διοχετεύει τη ρέουσα εντός των επιπέδων του λυκόφωτος ενέργεια των ανθρώπων κατά τρόπον, ώστε ο Στέφανος να μην αναδύεται ποτέ στην επιφάνεια. Ο κόσμος μας μοιάζει με μία τεράστια επικράτεια, όπου υπάρχουν μικρές αναβλύζουσες πηγές, οι άνθρωποι, οι οποίοι εκπέμπουν δύναμη, χωρίς να μπορούν να την κατευθύνουν.  Εμείς οι επιστήμονες – επαΐοντες – μαγοκράτες είμαστε γούβες, γούπατα και λακκούβες, όπου συρρέει το υγρό απ’ αυτές τις αναρίθμητες χιλιάδες πηγές. Δεν προσφέρουμε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε μία σταγόνα υγρού καύσιμου, αλλά μπορούμε να αποθηκεύουμε και να χρησιμοποιούμε το ξένο υγρό. Η εξουσία μας είναι η συγκέντρωση και η χρήση αλλότριας ισχύος. Συνεπεία αυτής της ικανότητας δυνάμεθα να εισχωρούμε στο λυκόφως και να διασπούμε τα όρια των στοιβάδων και των αλλεπάλληλων ιζημάτων, διαχειριζόμενοι ενέργειες όλο και πιο υψηλής συχνότητας. Το Δισκοπότηρο είναι υπό προϋποθέσεις σε θέση να σχίσει και να διαλύσει αυτούς τους φραγμούς, που χωρίζουν τον κόσμο μας από τα επίπεδα του μισόφωτος.–     

 –Χρειάζεται μία διαρκής και πιεστική ροή για να κρατήσει το πολύτιμο πώμα στη θέση του. Είναι σαν να θέλει να κρατήσει κανείς ένα υποβρύχιο αντικείμενο στον πάτο μιας μπανιέρας, ενώ αυτό έχει τάσεις ανόδου και άνωσης. Όσο όμως κάποιος το πιέζει από πάνω κατά τρόπον, ώστε “έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί”, διοχετεύοντάς του δηλαδή νερό υπό πίεση- πέστο και ψυχική δύναμη- , τού κάνει μία ωραία πατητή και το κρατάει στον πυθμένα».

«Εδώ λοιπόν σε ένα πλανήτη του Μεγάλου Κυνός», πήρε τη σκυτάλη ο Προμηθέας,  «φαίνεται να έχουν συμβεί τα εξής, τα οποία εμείς συναπαντήσαμε ως προδεδομένα, όταν προχωρήσαμε στην πράξη της Δημιουργίας. Ένα ον από παράλληλη διάσταση που μάλλον ήταν βρικόλακας θανάτωσε έναν άνθρωπο, αν κρίνει κανείς από τα σημάδια και τις αμυχές πάνω στο λαιμό. Όμως αντί να ρουφήξει το αίμα ως απόλυτα πολύτιμο χυμό, το άφησε σχεδόν επιδεικτικά και προκλητικά να σωρευτεί στον πάτο μιας λιμνούλας. Αυτό είναι κάτι σαν πρόσκληση μονομαχίας για εμάς. Παραδοσιακά οι βρικόλακες μαζί με τους συμμάχους τους λυκανθρώπους διεκδικούν τη δύναμη των ανθρώπων, που συμβολίζεται με το αίμα τους, και την απορροφούν για δική τους ενδυνάμωση και ενίσχυση αντί να τη διαθέσουν υπό τύπον συγκλίνοντος ωθητικού ρεύματος ή ενεργειακής ροής, ώστε το πώμα της μπανιέρας να παραμείνει στη θέση του. Σε κάθε περίπτωση η ύποπτη επιβαρυντική περίσταση ότι ο βρικόλακας των παρασκηνίων, που κατ’ εκτίμηση βρίσκεται πίσω απ’ όλα, δεν άντλησε τα θύματα για προσωπική του ικανοποίηση, όπως ανταποκρίνεται στη φύση του, αλλά σπατάλησε το αίμα, αφήνοντάς το να χυθεί σε απορροή και να ρεύσει αδαπάνητο σε ρωγμή του πατώματος, πυκνώνει το μυστήριο».

«Θα χρειαστούν βήματα που περιλαμβάνουν ανακρίσεις συνεργατών του βαμπίρ, κυρίως λυκανθρώπων που είναι πιο προσβάσιμοι κι ευεύρετοι και βέβαια άνοδο σε ανώτερο επίπεδο πραγματικότητας, όπου αυτοί διαβιούν», συμπλήρωσε ο Υπερίων.

«Λοιπόν, για να δω χεράκια», είπε ο Προμηθέας. «Ζητώ εθελοντές για το συγκεκριμένο θέμα. Ναι, ναι, μην επαναλαμβανόμαστε. Ο Υπερίων είναι ο πιο κατάλληλος, αλλά τον χρειάζομαι για τις καταστερίσεις και ούτε άλλωστε δύναται να αναλαμβάνει όλες τις αποστολές».   

Ο Ιαπετός σήκωσε δειλά το χέρι.

«Γηραιότατε των τιτάνων, όταν καλώ εθελοντές, μιλάω για σοβαρές υποψηφιότητες όχι για ραμολιμέντα με προχωρημένη άνοια», τον αποπήρε ο πλοίαρχος. «Εσύ είσαι το μεγαλύτερο ανέκδοτο, όπου αντί να πούμε ότι κάτι χρονολογείται “πριν από τις λάσπες” ή ότι είναι παλιότερο και από τον κατακλυσμό, λέμε ότι είναι αρχαιότερο του Ιαπετού. Άσε τις επιχειρήσεις, πατέρα κάτσε φρόνιμα, μη γίνεσαι ρεζίλι, οι νέοι θέλουν έρωτα κι οι γέροι χαμομήλι».    

«Δυσβάστακτες είναι οι εποχές όπου ο βλαστός ειρωνεύεται και απαξιώνει τον πατέρα. Νέοι, χαρείτε τον καρπό της νιότης όσο είναι φρέσκος και ζουμερός, γιατί μετά μαυρίζει, συρρικνώνεται, σαπίζει, γίνεται πικρός, ζαρωμένος κι είναι μόνο για φτύσιμο. Και όμως ξέρεις πολύ καλά, αφέντη, ότι έχω εντρυφήσει και εγώ στις τεχνικές συγκέντρωσης των Ατλάντων. Μπορώ να περάσω σε υψηλότερα επίπεδα ύπαρξης και να αντιμετωπίσω λυκάνθρωπους και βρικόλακες. Ο λύκος κι αν εγέρασε και άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη του άλλαξε, ούτε την κεφαλή του- για μένα μιλάω όχι για τους λυκανθρώπους. Αν είναι αυτοί λυκάνθρωποι, είμαι εγώ γερόλυκος και διαθέτω τις τηλεπαθητικές δυνάμεις για να λυγίσω τα όντα του σκοταδιού. Άσε με να το κάνω αυτό, κυβερνήτη. Έχω τους οπούς και τους χυμούς που χρειάζονται για μία τελευταία αποστολή».   

Ημερολόγιο πλωτάρχη Ιαπετού (κατά τη δεύτερη στρατολόγησή μου, γιατί στην πρώτη είχα φτάσει στο βαθμό του ναυάρχου):

Μπήκα στο πρώτο επίπεδο του λυκαυγούς ή λυκόφωτος ή σούρουπου. Οι αμφιλύκες είναι τρόποι εκδήλωσης της ενδιάμεσης ροής των αντικειμένων, διαστάσεις και επικράτειες, όπου κατατάσσονται οι ψυχές αναλόγως των αμαρτημάτων τους. Ο γύρω διάκοσμος έγινε ξαφνικά πραγματικότητα. Τα τείχη από γύψο λαξεύτηκαν αίφνης από πέτρα. Κάτω από τα πόδια μου θρόισαν τρυφερά ακρίδες χόρτων, ως τώρα ξεραμένες. Ίσως η ανθρώπινη φαντασία είχε δημιουργήσει το λυκόφως και πολλοί άνθρωποι έρχονταν εδώ, έπαιρναν τους κανόνες του παιχνιδιού πολύ στα σοβαρά κι ανάγκαζαν τους εαυτούς τους να πιστέψουν σ’ αυτή την πραγματικότητα κι ύστερα επιβεβαίωναν την πίστη τους.

Μία νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι σ’ ένα πολυδαίδαλο δάσος ήταν αρκετή για να συναντήσω ένα λυκάνθρωπο, αφού, όπως είπαμε, αυτοί είναι ευεύρετοι. Με υποδέχθηκε στην τραπεζαρία του δενδρόσπιτού του, γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει την αντιπαράθεση με ένα δυνατό μύστη και μάγο, από τη στιγμή που τού έχει υποβάλει απεύθυνση με όλους τους τύπους. Τού εξέθεσα την υπόθεση γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ήταν ενήμερος για τις κινήσεις των βρικολάκων, που ήσαν ανώτεροι στην ιεραρχία των εξωπλασμάτων σε σχέση με το συνάφι του.

«Ως σκοτεινό πλάσμα της νύχτας μπορώ να σάς δώσω μόνο μία απάντηση». Στη φωνή του λυκανθρώπου ήταν διακριτή η ειρωνεία. «Δεν πάτε καλύτερα για διακοπές; Ηρεμήστε, χαλαρώστε, απολαύστε το μπλε γρασίδι και το θολό αμυδρό ηλιοβασίλεμα αυτής της στοιβάδας, πηγαίνετε έναν περίπατο. Ποιος ενδιαφέρεται για τι σκοπεύουν και τι σχεδιάζουν οι απέθαντοι;»

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Αντίκρισα τον λυκάνθρωπο στα μάτια, στις σκιερές κόρες της ίριδας, που όμως ήδη φλόγιζαν με άλικη λάμψη ή έλαμπαν ήδη με άλικη φλόγα.     

«Κι αν σε συνθλίψω, νεκρέ αιμοπότη, συ που, άπαξ και λαγοκοιμηθούν οι άλλοι, τούς σχίζεις νεύρα και τένοντες;», ρώτησα. «Αν σε ξεκοιλιάσω και σ’ αναγκάσω έτσι να μού απαντήσεις;»    

   «Για τόλμα», μού αντιγύρισε ο λυκάνθρωπος με απαλή, σχεδόν τρυφερή φωνή. «Είσαι ελεύθερος να προσπαθήσεις, Υψηλόβαθμε. Μήπως νομίζετε ότι μάς είστε άγνωστος; Μήπως νομίζετε ότι δεν ξέρουμε από πού αρύεσθε τη δύναμή σας;»

Το μάτι εισχώρησε στο μάτι και η κόρη της ίριδας στην αντίστοιχη. Μία μαύρη παλλόμενη σήραγγα σχηματίστηκε, που με είλκυε προς το μηδέν. Μία ερυθρή- πορφυρή στροβιλιζόμενη σπίθα μίας αλλότριας κλεμμένης ζωής, ένα απατηλό γοητευτικό ψιθύρισμα στα αυτιά. Η αιθέρια μεγαλοπρεπής εξωγήινη ομορφιά στο πρόσωπο τούτου του δασύτριχου αμφιλαφούς νεαρού. Ένιωσα την ακαταμάχητη έλξη να πέσω στα πόδια του, να κλάψω με ενθουσιασμό, αναγνώριση και θαυμασμό, να ζητήσω έλεος και συγχώρεση. Ήταν πολύ ισχυρός, άλλωστε κατείχε εμπειρία διακοσίων και πλέον χρόνων, πολλαπλασιασμένη στη νιοστή δύναμη με το φως του ολόγιομου φεγγαριού. Και αυτή την ισχύ την αισθάνθηκα στο πετσί μου στην πλήρη έκτασή της. Σαν να στεκόμουν σε ξένα ξυλιασμένα πόδια, επιχείρησα ένα αβέβαιο βήμα, ενώ είχα την τάση να λυγίσω τα γόνατα.

Ο λυκάνθρωπος χαμογελούσε στην αχλή της προσωρινής του νίκης.

Αμέσως έπειτα όμως τροφοδότησα με τέτοια δύναμη τη  νοητική μου επίθεση, ώστε αν συμπήγνυε κανείς μ’ αυτήν μία πύρινη σφαίρα, θα μπορούσε να τρυπήσει μία δωδεκάδα σπίτια και να ανατινάξει ένα ολόκληρο τείχος ενός παλιού σκωτσέζικου πύργου. Οι ίριδες του λυκανθρώπου χλόμιασαν, έγιναν άχρωμες. Την αποκοιμιστική υπνωτιστική μαύρη σήραγγα κατέφαγε ένα λευκό φως, άσπρο και με τη λατινική έννοια, δριμύ, καυτό. Τώρα πια μπροστά μου καθόταν ένας αποξηραμένος ρυτιδωμένος ξερακιανός γέρος, που κουνούσε μπρος -πίσω το κεφάλι του από απελπισία. Το δέρμα ξεκολλούσε και φυλλορροούσε από το πρόσωπο, έπεφτε κάτω σαν λέπια, φολίδες ή πιτυρίδα από τα μαλλιά. Ύστερα η ενέργεια διέτρεξε το σώμα μου σαν στενό ρεύμα, σχημάτισε κάτι σαν ελαστική σφεντόνα και χώθηκε στο μάτι του λυκανθρώπου.

Τον κάλεσα με επιμονή να κοινολογήσει την πληροφορία για το πού βρίσκονται οι προϊστάμενοί του και συγκεκριμένα εκείνος που είχε το θράσος να σπαταλήσει το αίμα. Σιωπούσε:  μήπως τού είχα κάψει το μυαλό;

«Φωτεινότατε, θα ήθελα να σάς παρακαλέσω…», σ’ αυτή την τελευταία λέξη αιωρούνταν ένταση μαζί με χειροπιαστό μίσος, «να απέχετε στο μέλλον από τέτοιου είδους επιθέσεις. Η επιθετικότητά σας δεν δικαιολογείται με τίποτε.

Μα τους γόους και το θρήνο

Κι οι αλυσίδες ας πονάνε,

Μη με κάνεις αίμα να πίνω

Λεύτερη άσε τη ψυχή μου να ‘ναι.»

«Ας επικεντρωθούμε πάλι στην υπόθεση, όπου όπως και πριν δεν φαίνεται να βγάζει νόημα», είπα κουνώντας το κεφάλι. «Ίσως ο βρικόλακας θέλει απλώς να οδηγήσει την ανάκριση σε αδιέξοδο, να τη δυσχεράνει και να τη στρέψει σε άκαρπες ατραπούς. Γιατί άφησε φανερά ίχνη και σημάδια βαμπιρικής δαγκωματιάς κι ύστερα άφησε όλο το αίμα να ρεύσει και να στραγγίσει; Οι βρικόλακες μεταχειρίζονται το αίμα με φειδώ και σεβασμό, δεν το ξοδεύουν άσκοπα. Ισχύει γι’ αυτούς η παροιμία “μία σταγόνα αίμα αν σπαταλήσεις, την ίδια τη μάνα σου δεν θα τιμήσεις”».

«Μία εξήγηση πάντα μπορεί να βρεθεί», έστυψε το νου του ο λυκάνθρωπος.  «Φερ’ ειπείν, ο δάκνων δράκουλας ενδεχομένως επιθυμεί να στρέψει τις υποψίες σε έναν νεαρό, πεινασμένο ομοειδή του, που υποτίθεται ότι απώλεσε τον αυτοέλεγχό του. Γι’ αυτό δάγκωσε τα θύματα, αλλά δεν ήπιε το αίμα τους, ίσα-ίσα το άφησε να απορρεύσει με την ελπίδα ότι δεν θα αποκαλυφθεί. ‘Η ο βρικόλακας (ρουμανικά = βρικολάκ) θόλωσε από την πείνα, δάγκωσε, αλλά μετά συνήλθε, ήλθε στα συγκαλά του και παραιτήθηκε από το αίμα, το θυσίασε προκειμένου να προκαλέσει την εντύπωση ότι το περιστατικό είναι στημένο».

Σίγουρα γνωρίζετε την έκφραση «η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο». Εδώ λοιπόν η υπόθεση ήταν τόσο δυσχερής, όπου έπρεπε να επιστρατεύσουμε και τα υπόλοιπα μάντρα που είχαμε στη διάθεσή μας γι’ αυτή την περιοχή του ουρανού. Το ένα ξόρκι ήταν για τον αντίστοιχο αστερισμό της Ύδρας, όπου βέβαια το μόνο αντίδοτο για τη Λερναία Ύδρα, που προκαλεί συνδυασμό ασθενειών, αυχενοπάθεια, υπέρταση, πάθηση των επινεφριδίων και κνίδωση, είναι η Υγεία. Από την άλλη για να ξαναγεμίσει με ζωική ενέργεια ο αστερισμός Κρατήρ, απειλούμενος και απορροφούμενος από τα βαμπίρ, κρίναμε κατάλληλο σε συνεννόηση με τον Προμηθέα τον ύμνο της Λευκοθέας, που έδωσε στο ναυαγό Οδυσσέα το σωτήριο κρήδεμνο, ένα ενεργειακό πέπλο δηλαδή για να τυλίξει τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στη ξηρά.   

              ΥΓΙΕΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

     «Ιμερόεσσα ερατή, πολυθάλμιε, παμβασίλεια

     Κλύθι, μάκαρ, Υγιεία, φερόλβιε, μήτερ απάντων.

    Εκ σού γαρ νόσοι μεν αποφθινύθουσι βροτοίς

     Πας δε δόμος θάλλει πολυγηθής ένεκά σου

     Και τέχναι βρίθουσι, ποθεί δε σε κόσμος άνασσα

     Μόνος δε στυγέει σε Αϊδης ψυχοφθόρος αεί

     Αειθαλής, ευκταιότατη, θνητών ανάπαυμα,

    Σού γαρ άτερ παντ’ εστιν ανωφελή ανθρώποις

     Ούτε γαρ ολβοδότης Πλούτος γλυκερός θαλίαις

     Ούτερ γαρ γέρων πολύμοχθος άτερ σού γίγνεται ανήρ,

     Πάντων γαρ κρατέεις μόνη και πάσιν ανάσσεις

     Αλλά, θεά, μόλε μυστιπόλοις επιτάρροθος αεί

     Ρυομένη νόσων χαλεπών κακόποτμον ανίην»

    (Πολυπόθητη, ερατεινή, με πολλή θαλπωρή

     Άκουσέ μας, Υγεία επόπτρια που όλους θωρεί

    Από σένα οι νόσοι στους ανθρώπους μαραίνονται  

          Κάθε σπίτι θάλλει κι όλοι μαζί χαίρονται  

     Και οι τέχνες ανθούν και ο κόσμος σε ποθεί

     Μόνο ο ψυχοφθόρος Άδης σε μισεί κι απωθεί

     Αειθαλής, ευκταία, θνητών ανάπαυση,

    Χωρίς εσένα δεν υπάρχει για θνητούς κάθαρση,

     Χωρίς εσένα ούτε αποκτάται πλούτος γλυκερός

     Ούτε ανδρειώνεται, όσο κι αν μοχθεί, ακόμη κι ο γερός

     Διότι όλα τα ελέγχεις και σε όλους βασιλεύεις

     Τους μύστες σου φροντίζεις και βοήθεια δαψιλεύεις

     Πάν’ απ’ όλα την άνοια κοίτα να εξολοθρεύεις).

               ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

     «Λευκοθέην καλέω Καδμηίδα, δαίμονα σεμνήν

    Ευδύνατον, θρέπτειρα ευστεφάνου Διονύσου,

    Κλύθι, θεά, πόντου βαθυστέρνου μέδουσα

    Κύμασι τερπομένη, θνητών σώτειρα μεγίστη

  Εν σοί γαρ νηών πελαγόδρομος άστατος ορμή,

 Μόνη δε θνητών οικτρόν μόρον εν αλί λύεις

  Οίς αν εφορμαίνουσα φίλη σωτήριος έλθης.

  Αλλά, θεά δέσποινα, μόλοις επαρωγός εούσα

 Ναυσίν επ’ ευσέλμοις σωτήριος εύφρονι βουλή

 Μύσταις εν πόντω ναυσίδρομον ούρον άγουσα».   

  (Τη Λευκοθέα καλώ την Καδμίδα, θεά σεμνή

   Δυνατή τροφό σ’ ευστέφανου Διονύσου στρωμνή,

    Άκουσε, θεά, που κυβερνάς τη βαθύστερνη θάλασσα

    Που τέρπεσαι από τα κύματα, σώτειρα και άνασσα

     Από σένα εξαρτάται η αστάθεια των πελαγοδρόμων,

    Συ μόνο καταπολεμάς των ιστίων τη μοίρα και τρόμον  

     Σε όσους επιλέξεις να σώσεις κι ευμενής να κείσαι.

     Αλλά, θεά δέσποινα, κάλλιο σε όλους αρωγή να είσαι,  

     Να φέρεις τα πλοία στα λιμάνια με καλά κουπιά

     Πάντα ουριόδρομα να οδηγείς τα δικά σου παιδιά).  

Πάλι κάποιο στοιχείο δεν κολλούσε στην όλη σπαζοκεφαλιά. Γύρω μου δεν ήταν φυτεμένο το μπλε γρασίδι, τούτο το ακίνδυνο και γραφικό παράσιτο, που χαρακτηρίζει τα επίπεδα του λυκόφωτος. Είχα προσέλθει στη δεύτερη στοιβάδα του λυκόφωτος και φαινόταν να είμαι προς στιγμή ο μόνος κάτοικος τούτης της γκρίζας αντίστροφης όψης του σύμπαντος. Εδώ που οι άνθρωποι συνήθως καταλαμβάνονται από ένα φόβο, που συχνά θυμίζει προσποιητή έξαψη καρναβαλιού, το μπλε γρασίδι θα έπρεπε κανονικά να οργιάζει. Θα έπρεπε να κρέμεται από την οροφή των σπηλαίων δίκην περίεργων σταλακτιτών με νοτερά πλέγματα, θα έπρεπε να είχε καλύψει το έδαφος μ’ ένα αηδιαστικό κυματιστό χαλί και να σκαρφάλωνε στα τοιχώματα. Αλλά πουθενά δεν υπήρχε. Ήταν σαν κάποιος να είχε αποστειρώσει το όλο περιβάλλον, να είχε κάψει τα βρύα και τις λειχήνες, αν ήταν φωτεινότατος, ή να τα είχε παγώσει και πετρώσει, αν ήταν σκοτεινότατος.

Η κινούμενη ενέργεια εντός του χώρου, τούτη η εκπεμπόμενη από τους ανθρώπους ζωική δύναμη εξαφανιζόταν ανομοιόμορφα μέσα στο λυκόφως. Σίγουρα διαπερνούσε διαρκώς τις ίνες του συμπαντικού υφάσματος- προς την πρώτη, τη δεύτερη, ακόμη και την τρίτη στοιβάδα. Στο τέρμα του σπηλαίου- μπουντρουμιού έχασκε μία τρύπα, που προσήλκυε ένα συνεχόμενο ρεύμα υγρού καυσίμου. Σαν να είχε ανοίξει κάποιος στο τοίχωμα του καναλιού, που δεχόταν τα ύδατα στάγδην ή βροχηδόν, και στη κοίτη, που τα προωθούσε και τα περιόριζε σαν φιάλη πηχτού σιροπιού, μία μικροσκοπική οπή, που παροχέτευε και συγκέντρωνε τα νερά σε ένα χθαμαλότερο επίπεδο.

Ένα πλεόνασμα τροφής για τα ανεγκέφαλα παράσιτα ήταν διαθέσιμο. Το γρασίδι είρπε κοντά στο απρόσμενο απόθεμα τροφής, προσελκυμένο από την ενεργειακή ροή και τα συναισθήματα, που πήγαζαν από τους έντρομους ανθρώπους, αλλά μόλις μπουσουλούσε ως εκεί, ξεραινόταν στιγμιαία.    

Ο παγωμένος αέρας με μαστίγωνε, παραπάτησα, στραμπούληξα τον αστράγαλο και κατέληξα στο τρίτο επίπεδο του λυκόφωτος. Έπεσα με τα μούτρα πάνω σε πράσινα χόρτα. Ο βόρειος παγωμένος άνεμος ούρλιαζε, ωρυόταν. Το φως του ήλιου  στριμωχνόταν για να χωρέσει ανάμεσα στα διαβατάρικα μενεξεδιά έμπλεα νιφάδων σύννεφα. Μία λοφώδης περιοχή με υψηλό γρασίδι, που αυτή τη φορά περόνιαζε και τσιμπούσε τα πόδια, απλωνόταν μέχρι τον ορίζοντα. Κάπου μακριά ο ουρανός άστραφτε και βροντούσε, αλλά οι αστραπές ήσαν σαν να ξεπηδούσαν από τη γη, να εγείρονταν αντιστρόφως και να αυλάκωναν τα βιολετί νέφη.

Σηκώθηκα, ξεροκατάπια, γιατί τα αυτιά μου είχαν βουλώσει. Η συνήθης αποπνιχτική αίσθηση του λυκόφωτος σαν κουφόβραση που κολλάει στα ρούχα, η ύπουλη έρπουσα αδυναμία, η επιθυμία άμεσης επαναφοράς στην ουσιώδη στατιστική πραγματικότητα εξαφανίστηκαν. Η τρίτη στοιβάδα εμφανίστηκε ως ενεργειακά ισορροπημένη. Καθώς τα μάτια μου συνήθισαν και παρατήρησα ευκρινέστερα το περιβάλλον ότι τα χρώματα ολόγυρα παρά τη βελτίωση δεν ήσαν τόσο χωνεμένα, τόσο χορτασμένα από τον εαυτό τους. Το γρασίδι ήταν πράσινο, αλλά χλομό, τα σύννεφα μάλλον γκριζόμαυρα παρά μενεξεδιά. Ακόμη και οι κεραυνοί παρουσιάζονταν θολοί, άτονοι, δεν μάρκαραν και δεν καυτηρίαζαν με το αποτύπωμά τους τον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Μόλις ήλθε η νύχτα, δεν διακρινόταν κανένα σύννεφο, αλλά κρεμόταν πάντως ανόρεχτα κι έλαμπε από υποχρέωση το φεγγάρι. Στο ασημένιο αυλάκι της σελήνης πάνω στη θάλασσα από μουσαμά ο κόσμος φάνηκε αληθινός, περίπου γνήσιος για μια μόνο στιγμή.  Τα δέντρα με τα φύλλα τα κλαδιά μουσελίνας, που θρόιζαν στον άνεμο, δεν μοσχοβολούσαν, δεν διέθεταν άρωμα. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι δεν ένιωθα καμία μυρωδιά στην επικράτεια του λυκαυγούς. Και αν ακόμη μασούσα λίγο χορτάρι, μάλλον δεν θα γευόμουν την πικρή του γεύση.

Περισκόπησα την περιοχή και πίσω από έναν φυλλορροούντα γυμνό φράχτη από κλαδιά σαν κόκαλα εντόπισα τον βρικόλακα.

«Εδώ, ξέρεις, ερχόμαστε, όταν πεθαίνουμε και μάλιστα για πάντα. Σ’ αρέσει λοιπόν ο παράδεισος, που μάς επιφυλάσσεται μετά θάνατον; Τι ξετσίπωτη απάτη!», είπε πνιχτά πίσω από το οδόφραγμά του.

Χωρίς να απαντήσω στην εισαγωγική του δήλωση, έσκυψα, έκοψα ένα χόρτο, το έβαλα στο στόμα, το μάσησα. Ο χυμός ήταν πικρός, αλλά όχι τόσο πικρός σαν μουρουνέλαιο. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και κοίταξα τον ήλιο. Έλαμπε στον ουρανό, αλλά η λάμψη του δεν τύφλωνε. Έκρουσα παλαμάκια και κάποιος θόρυβος παρήχθη, αλλά αμβλύς και πνιγηρός, βουβός, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι έναν ήχο. Εισέπνευσα βαθιά, ο αέρας έδιδε μία φρέσκια εντύπωση, αλλά κάτι απροσδιόριστο πλεόναζε και κάτι άλλο έλειπε, ανέδιδε δηλαδή και μούχλα, ενώ έμενε πίσω η αύρα μιας σαπίλας, το κενό της απουσίας ενός στοιχείου σημαντικού. 

«Εδώ δεν υπάρχει ουσιώδης συρρέουσα πραγματικότητα» αποφάνθηκα. «Εδώ λείπει ζωή».

«Μπράβο!» επιδοκίμασε ο βρικόλακας. «Πολλοί το παρατηρούν αμέσως ή μετά από λίγο, άλλοι πάλι ζουν εδώ για αιώνες πριν πάρουν χαμπάρι ότι εξαπατήθηκαν, ότι τούς κορόιδεψαν.»

«Το ότι είσαι νεκρός δεν μπορείς να το ξορκίσεις με περίτεχνα κόλπα ή εξεζητημένα τεχνάσματα. Ο Κύριός μας απένειμε τον θάνατο στους εξ ημών μεταστάντες συγχωρεμένους με νοήμονα σχεδιασμό και συγκεκριμένο σκοπό, διότι άνευ θανάτου δεν υπάρχει ανάσταση. Αν πίνεις το αίμα των συνανθρώπων σου ή ακόμη χειρότερα το εκχέεις στη γη, όπως το σπέρμα του ο Αυνάν, τότε μειώνεις τη δύναμη, που διατρέχει τα επίπεδα του λυκόφωτος και που κρατάει τον Στέφανο της Δημιουργίας στη θέση του. Αν μάλιστα, αντί να αξιοποιήσεις το αίμα για αυτοσυντήρηση, το σκορπίζεις στη γη, μόνο και μόνο για να διαμαρτυρηθείς, επειδή βρίσκεις την κατάστασή σου μη ικανοποιητική, τότε το αμάρτημά σου είναι ακόμη μεγαλύτερο, ασήκωτο, ανυπόφορο–.

–Η θέρμη της ανθρώπινης αγάπης και το ψύχος του αντίστοιχου μίσους, η διαδρομή των ζώων και η τροχιά των πουλιών, το τίναγμα των ελύτρων της πεταλούδας και ο ήχος του βλαστού, καθώς ξετρυπώνει από τη γη, αφήνουν διακριτά ίχνη.  Το παγκόσμιο ρεύμα οργανικής ενέργειας και ζωντανής δύναμης, του οποίου τις πολύτιμες σταγόνες ρουφούν τόσο λαίμαργα τα ποικίλα παράσιτα, τα βρύα και λειχήνες χρώματος μπλε, οι βρικόλακες και οι λυκάνθρωποι, δεν “λιάζεται και εξαφανίζεται” άνευ συνεπειών, αλλά εκτελεί δρομολόγιο και παράκαμψη μέχρι το τέρμα της διαδρομής και πρέπει δια του βυθισμένου στο λυκόφως αριθ. 3 Στεφάνου της Δημιουργίας ή αλλιώς Άγιου Δισκοπότηρου να επιστρέψει στον κόσμο μας, που περιμένει πάντα τη διαρκή του ανάσταση. Το υποστηρικτικό ικρίωμα των επιπέδων του λυκόφωτος πρέπει να διατηρηθεί με κάθε θυσία–.

–Δια τούτο εκφέρω και προφέρω την ακόλουθη αρά -κατάρα. Δια της παρούσης απανταχούσας- πανδεκτικής εγκυκλίου επιβάλλεται σε σένα και τους συμμάχους σου η “εγκοσμιοποίηση”. Αυτό σημαίνει ότι στο εξής απαγορεύεται αυστηρά να ασκείτε μαγεία κάθε είδους σε πρόσωπα ή πράγματα είτε ζωντανά είτε νεκρά είτε ασώματα, ευρισκόμενα σε στάδιο μετάβασης. Απ’ αυτή τη στιγμή η άσκηση και η πρακτική της μαγείας θα είναι τόσο απρόσιτα σε σάς, όσο μακριά είναι ο ήλιος από τη γη, και κάθε προσπάθεια να αντιταχθείτε σ’ αυτόν τον ορισμό θα επιφέρει το θάνατό σας ως άμεση εξάλειψη. Αν τολμήσετε να χρησιμοποιήσετε, επικαλεστείτε, αντλήσετε, διοχετεύσετε, παροχετεύσετε, οικειοποιηθείτε ή παράσχετε, δανειστείτε ή δανείσετε τις δυνάμεις οποιασδήποτε θεότητας, θα πεθάνετε αυτομάτως, δηλαδή θα διαγραφείτε και από τον μοριακό- υποατομικό κόσμο. Ως επίπτωση της κατάχρησης των δυνάμεων, την οποία διαπράξατε, ας επιβληθεί “εφ’ υμών και επί των τέκνων υμών” η ”εγκοσμιοποίηση” με την έννοια να σάς δεσμεύει εσαεί κατά τρόπον, ώστε αν αποστείτε από αυτήν ή την παραβιάσετε, να ελλοχεύει ο θάνατος “θανάτω”, δηλαδή η διαγραφή.    

Εδώ κείται της πλάσης το στεφάνι,

Ο δυνατός κάνει ένα βήμα και το πιάνει.

Το άγιο δισκοπότηρο είναι σαν τις κολόνες,

Κρατά ψηλά, όταν πιέζονται οι ζώνες.

Αν τα θες όλα κι έχεις την ισχύ πιάσ’ το,

Κι αν έχεις σύνεση και λογική άστο.

Η αρχή και το τέλος είναι μαζί ουροβόρος

Και ζωή και θάνατος αλλήλων όρος.

Όλα και τίποτε θε ν’ αποκτήσεις,

Αν παρά τις συμβουλές προχωρήσεις.

Ό,τι χάνεις μη το θρηνείς,

Μα τα δώρα θεού μην περιφρονείς.

Τον Κύριο με δάκρυα δεν συγκινείς.

Μάς βλέπει και το μόνο που ρωτάει,

Είναι ο άνθρωπος αν αγαπάει,

Αντί ανούσιους ψαλμούς να τραγουδάει.

Το λιβάνι δεν τον εξευμενίζει,

Όταν την ενοχή σε μάς καταμερίζει.

Κακία, τρέλα, βλακεία δύσκολα μάς βάζει,

Χείριστος απ’ όλους ο βλαξ γιατί ποτέ δεν αλλάζει.

Η πειθώ δεν είναι επιμελής, η επιμέλεια δεν πείθει,

Εκφεύγει το σημαντικό κι η ανοησία βρίθει».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΚΟΡΑΞ, ΖΥΓΟΣ, ΑΝΤΑΡΗΣ

Η σκηνή ξεκινάει στο δωμάτιο ετοιμότητας του κυβερνήτη, όπου παραθέτει αυτός το κλασικό τραπέζι προς τιμή των ανώτερων αξιωματικών, στους οποίους περιλαμβάνει για λόγους οικονομίας μόνο τον Υπερίωνα και τον Ωκεανό. Το γεύμα εργασίας περιλαμβάνει αμβροσία με χαβιάρι και για ποτό ζύθο θεοβρώματος και ιχθυοσαυριανό οιναπόσταγμα.

«Βρισκόμαστε σε μία εποχή, όπου οι άνθρωποι δεν δύνανται πια να επικοινωνήσουν ούτε με τον εαυτό τους, ούτε μεταξύ τους», ξεκίνησε την κουβέντα ο θείος Προμηθέας. «Και το μεν πρώτο οδηγεί στο να μην επιλύουν τις αντιφάσεις τους, αλλά απλά να λένε ότι “είμαι αντιφατικό ον, τι να κάνουμε”, το δε δεύτερο οδηγεί στο να μη γεφυρώνουν τις αντιθέσεις τους, αλλά μάλλον να διεξάγουν παράλληλους μονολόγους. Ολόκληρη η επιστήμη της διαλεκτικής ως συμφιλίωσης αντιθέτων απόψεων που είχαμε κάποτε διδάξει έχει πάει στο βρόντο».     

ΥΠΕΡΙΩΝ: «Όλα αυτά ξεκίνησαν από το του Ηράκλειτου: “Θάλασσα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον, ιχθύσι μεν πότιμον και σωτήριον, ανθρώποις δε άποτον και ολέθριον”. Αυτό το πήραν μετά οι σκεπτικοί και οι στωικοί και το διατύπωσαν ως εξής:  “Το μύρον  ανθρώποις μεν ήδιστον φαίνεται, κανθάροις δε και μελίσσαις  δυσανάσχετον – και το έλαιον τους μεν ανθρώπους ωφελεί, σφήκας δε και μελίσσας αναιρεί καταρραινόμενον – και το θαλάττιον ύδωρ ανθρώποις μεν αηδές εστί πινόμενον και φαρμακώδες, ιχθύσι δε ήδιστον και πότιμον”».

ΩΚΕΑΝΟΣ: «Για στάσου, είμαι κι εγώ μορφωμένος, όχι μόνο ο κομπαστής Υπερίων! Εκ πρώτης όψεως έλεγαν οι Σκεπτικοί για το αντικείμενο: “Ουδέν ορίζομεν, των μεν πραγμάτων διαφωνούντων, των δε λόγων ισοσθενούντων, αγνωσία της αληθείας επακολουθεί”. Έλεγε ο Τίμων: “Το μέλι ότι εστί γλυκύ ου τίθημι, το δ’ ότι φαίνεται ομολογώ”. Για να δείξει ότι ο νους και οι αισθήσεις ενδέχεται να μάς εξαπατούν, έλεγε: “συνήλθον Ατταγάς τε και Νουμήνιος”, που ήσαν γνωστοί απατεώνες των ελληνιστικών χρόνων. Γι’ αυτό οι σκεπτικοί εφηύραν κατηγορίες, τρόπους ή λόγους (κυρίως ο Πύρρων ο Ηλείος και ο Αινησίδημος ο Κνώσιος), δια των οποίων γίνεται η επεξεργασία των δεδομένων των αισθήσεων:  α) Ο παρά την των ζώων εξαλλαγήν, β) Ο παρά την των ανθρώπων διαφοράν, γ) Ο παρά τας διαφόρους των αισθητηρίων κατασκευάς. δ) ο παρά τας περιστάσεις, ε) Ο παρά τας θέσεις και τα διαστήματα και τους τόπους, στ) Ο παρά τας επιμειξίας, ζ) ο παρά τας ποσότητας και τας σκευασίας των αντικειμένων, η) ο από του προς τι, ήτοι ότι τα πράγματα  είναι σχετικά, θ) ο παρά τας συνεχείς ή σπανίους εγκυρήσεις, ι) ο παρά τας αγωγάς και τα έθη και τους νόμους και τας μυθικάς πίστεις και τας δογματικάς υπολήψεις. Τους δέκα παραπάνω τρόπους των σκεπτικών ο Αγρίππας τους περιόρισε σε πέντε: α) ο από της διαφωνίας,  β) ο εις άπειρον εκβάλλων, γ) ο από του προς τι, δ) ο υποθετικός, δηλαδή η οχύρωση πίσω από ένα αξίωμα και ε)  ο διάλληλος, δηλαδή ότι θεωρούμε ως αποδείξεις μίας πρότασης άλλες προκείμενες, που όμως σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό προϋποθέτουν το αποδεικτέο (petitio  principii)».

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Εκτός από τους παραπάνω τρόπους σκέψης, υπάρχουν και οι τρόποι του λέγειν, τα ρητορικά σχήματα: α) Αλληγορία β) Αλληλουχία γ) Αλλοίωσις δ) Ανάλυσις ε) Αναστροφή στ) Αναφορά ζ) Ανέκδοτον η) Αντίθεσις θ) Αντίλογος ι) Αντίφασις ια) Απαρίθμησις ιβ) Απογραφή ιγ) Αποκοπή ιδ) Απόρησις ιε) Ασύνδετον ιστ) Αφήγησις ιζ) Διάλογος ιη) Διόρθωσις ιθ) Ειδωλοποιία κ) Ειρωνεία κα) Έκθεσις κβ) Έλλειψις κγ) Εναντίωσις κδ) Ενίσχυσις κε) Εξασθένησις κστ) Επαναδίπλωσις κζ) Επανάληψις κη) Επένθεσις κθ) Επεξήγησις λ) Επίθεσις λα) Επίτασις λβ) Επίφρασις λγ) Επιφώνησις λδ) Επιχείρημα λε) Έρις λστ) Ηθοποιία λζ) Λιτότης λη) Μείωσις λθ) Μετάληψις μ) Μεταφορά μα) Οξύμωρον μβ) Παραβολή μγ) Παράδοξον μδ) Παράθεσις με) Παράλειψις μστ) Παραλληλισμός μζ) Παράφρασις μη) Παρένθεσις μθ) Παρήχησις ν) Παρομοίωσις να) Περιγραφή νβ) Περίφρασις νγ) Πλεονασμός νδ) Πολυσύνθετον νε) Πολύποτε νστ) Πρόληψις νζ) Πρόσθεσις νη) Προσωπογραφία νθ) Προσωποποίησις ξ) Ρητορική ερώτησις και επερώτησις ξα) Σύλληψις ξβ) Συμπλοκή ξγ) Συναισθησία ξδ) Σύνδεσις ξε) Συνεκδοχή ξστ) Υπερβατόν ξζ) Υπερβολή ξη) Υπέρθεσις  ξθ) Υστερολογία (Ύστερον- Πρότερον) ο) Χρονογραφία. Και ξανά απ’ την αρχή για όσα παραλείψαμε οα) Αφορισμός, οβ) Απόδοσις ογ) Αφαίρεσις οδ) Έκβασις οε) Διατριβή οστ) Κατηγόρησις οζ) Κλιμάκωσις οθ) Ευφημισμός π) Έμφασις πα) Έντασις πβ) Περιφορά πγ) Συνεκφώνησις πδ) Σύνθεσις πε) Σύνοψις πστ) Συντονισμός πζ) Συμβολισμός πη) Υπόθεσις, για όνομα του Θεού, πώς θα μπορούσα να ξεχάσω αυτό! Ογδόντα οτκώ ρητορικά σχήματα, ογδόντα οκτώ, αστερισμοί, ογδόντα οκτώ ορφικοί ύμνοι, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά! —  

–Με όλα αυτά, δηλαδή με τους σκεπτικούς τρόπους και τα σοφιστικά ρητορικά σχήματα προσπαθούσαν οι προγονοί μας να γεφυρώνουν ενάντιες απόψεις είτε βρίσκοντας μία μεσότητα μεταξύ τους είτε αποκαλύπτοντας ότι η εναντιότητά τους είναι φαινομενική και αίρεται σε ένα ανώτερο επίπεδο». . 

        ΥΠΕΡΙΩΝ: «Έτσι, όταν είδαν οι σοφοί μας πως η αυθόρμητη χονδροειδής ιδέα της δικαιοσύνης ως χωροταξική διαίρεση, μοίρασμα κλήρων, κανονισμός ορίων, “σύρματα στα λιβάδια” και νέμηση γης κατέληξε στο έγκλημα, βρήκαν τη λύση της αγοράς ως εντευκτηρίου για ανταλλαγή ηθικών απόψεων, σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούσε να διοικηθεί η κοινωνία. Όταν όμως κάποιος προσπάθησε να επιβάλει τη δική του άποψη στους υπόλοιπους αναπτύσσοντας τρομοκρατική νοοτροπία, τότε πάλι οι σοφοί μας εφεύραν τους θεσμούς ως συνδυασμούς υλικής οργάνωσης και ηθικής- πνευματικής επίνοιας, ως σύνοψης και συναίρεσης των δύο προηγούμενων καταστάσεων».    

          ΩΚΕΑΝΟΣ: «Η ίδια διαλεκτική ισχύει και στην πολιτική! Η συσσώρευση της ατομικής ιδιοκτησίας κάποιων επιφέρει τη φτώχεια των υπολοίπων. Αντίθετα, η κοινωνικοποίηση κάποιων παραγωγικών μέσων οδηγεί δυστυχώς στην αδράνεια και την εγκατάλειψή τους. Το τρίτο στάδιο πολιτισμού λοιπόν είναι η δυσχέρανση της συσσώρευσης μέσω κατάργησης του κληρονομητού των αγαθών και η αναζωογόνηση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής μέσω ιδιωτικοποίησης των παραγωγικών μέσων. Καταλήγουμε δηλαδή στην  αντίθετη διευθέτηση από την αμέσως  προηγούμενη και έχουμε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι πλέον η εργασία, η ειδοποιία  και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι έχουν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο είναι δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού εμποδίζει τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορεί να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργάζεται παραγωγικά και είναι ζωντανός. Τα ανωτέρω είναι πράγματι μία πιο ορθολογική διάταξη. Αν κάποιος πλανήτης τα έχει εφαρμόσει, παίρνει τη βάση στο διαγώνισμα!»

          «Ναι», επιβεβαίωσε ο Προμηθέας. «Οι άνθρωποι πρέπει να ξαναθυμηθούν τις διαδικασίες συμφιλίωσης των αντιμαχομένων μερών. Μια και σειρά έχει ο σχεδιασμός των αστερισμών Κόρακα, Ζυγού και Αντάρη, λεκτέα τα εξής:»

          «Αυθέντα, σε διακόπτω, καλύτερα όμως να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στη γέφυρα, όπου θα μπορούν και τα… κυνάρια να εσθίουν περιστασιακά τα ψιχία που θα πίπτουν από τη μεγάλη μας τράπεζα», επεσήμανε ο Ωκεανός.

          «Καλά τα λες. Η εκπαίδευση του πληρώματος εξακολουθεί να είναι μία από τις κύριες μου δραστηριότητες. Μάλιστα η καλύτερη παιδεία είναι εκείνη, όπου ο μαθητής ακούει ένα μέρος των διδασκαλιών και προσπαθεί με βάση τα περικλειόμενα σε μία παρένθεση να διενεργήσει είτε προεμβολή είτε προεκβολή, δηλαδή είτε να ερευνήσει διεξοδικά τα περιλαμβανόμενα εντός των ορίων είτε να συναγάγει τα άγνωστα εκ των γνωστών προεκτεινόμενος εκτός των ορίων. Το στρατηγικό αξίωμα ότι η πληροφορία παρέχεται μόνο αν η γνώση είναι αναγκαία είναι τελικά εκείνο που ευνοεί και δεν εμποδίζει την ανάπτυξη πρωτοβουλίας, διότι το μυστήριο εμπνέει και παρωθεί τους ανθρώπους να το εξιχνιάσουν, να εκτιμήσουν την αξία του και να μετάσχουν σ’ αυτό».

          Η ομάδα των τριών εισχώρησε θορυβωδώς στην κεντρική αίθουσα διακυβέρνησης και προχώρησε προς τη μεγάλη οθόνη. Οι παρευρισκόμενοι αξιωματικοί πετάχτηκαν από τις θέσεις τους: «Πλοίαρχος εν κιγκλίδι!»  

          «Ανάπαυσις», είπε ο Προμηθέας. «Παρακαλώ, αναλάβετε τις προηγούμενες δραστηριότητές σας. Μην ενοχλείστε, ήλθαμε εδώ για κάποιες καταστερίσεις που τις έχουμε προετοιμάσει σε στενό κύκλο και άτυπο διοικητικό συμβούλιο, κεκλεισμένων των θυρών. Όπως σάς έλεγα λοιπόν, πρώτε και ιατρέ, ο κόραξ είναι η πληροφορία που μπορεί να είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Γι’ αυτό εδώ ταιριάζει η νηφαλιότητα και η διαύγεια του Απόλλωνα. Μη ξεχνάτε και τη βασική διάκριση της Γένεσης της Τραγωδίας μεταξύ του διονυσιακού και του απολλώνειου πνεύματος».

ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε, Φοίβε Λυκωρεύ,

Μεμφίτ’, αγλαότιμος, ιήιος ολβιοδότα

Χρυσολύρη, σπερμείος, αρότριε, Πύθιε, Τιτάν

Γρύνειε, Σμινθεύς, Πυθοκτόνε, Δελφικέ μάντι,

Άγριε, φωσφόρε δαίμον, εράσμιε, κύδιμε κούρε

Μουσαγέτη, χαροποιός, εκηβόλε, τοξοβέλεμνε

 Βράγχιε και Διδυμεύ, εκάεργος, Λοξία, αγνέ

Δήλι άναξ πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα

Χρυσοκόμη, καθαράς φήμας χρησμούς τ’ αναφαίνων

Κλύθι με ευχομένου λαών ύπερ έυφρονι θυμώ

Τόνδε συ γαρ λεύσσεις τον απείρητον αιθέρα πάντα   

Γαίαν τε ολβιόμοιρον ύπερθεν και δι’ αμολγού

Νυκτός εν ησυχίοις υπ’ αστεροομμάτου  όρφνης

Ρίζας νέρθε δέδορκας, έχεις δε τε πείρατα κόσμου

Παντός- σοί δ’ αρχή τε τελευτή τ’ εστί μέλουσα,

Παντοθαλής- συ δε πάντα πόλον κιθάρη πολυκρέκτω

Αρμόζεις, οτέ μεν νεάτης επί τέρματα βαίνων,

Άλλοτε δ’ αυθ’ υπάτην, πότε Δώριον εις διάκοσμον,

Πάντα πόλον κιρνάς, κρίνεις βιοθρέμμονα φύλα,

Αρμονίη κεράσας παγκόσμιον ανδράσι μοίραν

Μίξας χειμώνος θέρους τε ίσον αμφοτέροις

Εις υπάτας χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίνας,

Δώριον εις έαρος πολυηράτου ώριον άνθος.

Ένθεν επωνυμίην σε βροτοί κλήζουσι άνακτα

Πάνα θεόν δικέρωτ’ ανέμων συρίγμαθ’ ιέντα

Ένεκα παντός έχεις κόσμου σφρηγίδα τυπώτιν

Κλύθι μάκαρ σώζων μύστας ικετηρίδι φωνή».

 (Έλα μακάριε Φοίβε παιανιστή Τιτυού φονέα,  

Εκ Μεμφιδος, αγλαότιμε, δώσε ευτυχία νέα  

Χρυσολύρη, σπορέα, αρότριε, Πύθιε φάντη

Γρύνιου και Σμίνθης, Πυθοκτόνε, Δελφικέ μάντι,

Άγριε, φωσφόρε δαίμονα, εράσμιε, γενιάς ενδόξου

Μούσας ηγέτη, χαροποιέ, εκηβόλε, άρχων του τόξου

Βράγχιε και Διδύμων, ερμηνευτή, εκτελεστή, εργάτη

Δήλου άνακτα, που έχεις οξυδερκές φωτεινό μάτι

Χρυσόκομε, καθαρές φήμες χρησμούς φανερώνεις

Στις προσευχές ευφρόσυνων λαών τα ώτα να τεντώνεις

Βλέπεις από ψηλά τον άπειρο αιθέρα πέρα ως πέρα 

Και την ευτυχισμένη Γη την νύχτα, την ημέρα

Στην ησυχία, σιγαλιά και στ’ αστερόμματο σκοτάδι

Ζητάς ρίζες  βαθιές, συνέχεις του κόσμου το μαγνάδι

Φροντίζεις εσύ για αρχή και τελευτή και το μέλλον χαράζεις,

Παντοθαλής, κάθε πόλο με πολύηχη κιθάρα ταιριάζεις

Πότε φθάνοντας στα τέρματα τη χορδή τη λυρική  

Απ’ την κατώτατη έως την ύπατη, σε διάταξη δωρική  

Συντελεστές μιγνύεις, οράς ποιος επιβίωση θα δρέψει,

Και μ’ αρμονία κερνάς όποιον με τη μοίρα παλέψει,  

χειμώνα και θέρος  με ίση αναλογία εγκρίνεις

χαμηλές νότες το θέρος, ψηλές το χειμώνα προκρίνεις

σε δωρικό ώριμο άνθος άνοιξης  συγκλίνεις.

Γι’ αυτό επώνυμε όλοι σ’ αποκαλούν βασιλιά

Πάνα θεό δικέρατο που ‘χεις ανέμων, σφυριγμάτων θηλιά

Κι αφού κατέχεις του κόσμου τη σφραγίδα και τύπους

Άκου των μυστών σου ικεσίες και των στέρνων τους χτύπους)

«Ήδη ο αστερισμός του Κόρακα αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα», είπε ο Ωκεανός.

«Αυθέντα, τα όργανα του σκάφους το επιβεβαιώνουν», είπε η Ευρύβια. «Η ψαλμωδία σας αυτή τη φορά ήταν εξόχως κατάλληλη και μάλιστα έφερε πολύ γρήγορα αποτελέσματα. Εμείς όμως θα θέλαμε πολύ να συμμετάσχουμε, όπως έχει γίνει και άλλες φορές. Με όλο το σεβασμό δεν νομίζω ότι είναι σωστό να αφαιρείτε ή να ανακαλείτε αρμοδιότητες, τις οποίες σε παρελθούσες περιστάσεις έχετε παραχωρήσει».

«Στάσου κάτω, Ευρύβια, και μην αυθαδιάζεις. Εναπόκειται στην αρμοδιότητα του πλοιάρχου τι υποθέσεις θα αναθέσει και σε ποιους».

Εδώ ο Ωκεανός προσπάθησε να διαφυλάξει την Ευρύβια από ενδεχόμενη οργή του Προμηθέα.

«Ευρύβια, πρέπει όλοι να τιθασεύσουμε τον εγωισμό μας και να βάλουμε ακόμη και την ίδια την αξιοσύνη μας στις σωστές της διαστάσεις. Μήπως νομίζεις ότι σ’ εμάς αρέσει που εξαρτιόμαστε για κάθε Δημιουργία από τη Σφαίρα του Ήλιου και από την ενέργεια που μάς αποστέλλεται ταχυδρομικά από την αρχή του χρόνου; Οφείλουμε όμως να δηλώνουμε ικανοποιημένοι από το μέρος και το μερίδιο της Δημιουργίας που μάς αναλογεί…»

«που είναι η διαχείριση της πληροφορίας», βιάστηκε να συμπληρώσει περήφανα ο Προμηθέας. «Αυτό είναι το σημαντικό τμήμα και ο βασικός συντελεστής της Δημιουργίας και δεν θα το άλλαζα με τίποτε, ούτε καν με την απόλυτη ενέργεια. Η πληροφορία είναι το είδος, είναι η ειδοποιϊα που αναδεικνύει τον καλλιτέχνη.»

Η Λητώ ήθελε και αυτή να κατευνάσει τα πνεύματα αλλά ταυτόχρονα να κολακέψει τον Κατεπάνω. Με μία μόνιμη διάθεση γλειψίματος λοιπόν που την έκανε να κρέμεται από τα χείλη του Προμηθέα, αφού πρώτα είχε εκάστοτε υποβάλει μία ερώτηση- πάσα, είπε τρωγαλίζοντας ένα πράσο:

«Κατεπάνω, γιατί είπες ότι κόραξ σημαίνει πληροφορία;»

«Αν δεν το θυμάσαι από προηγούμενες δημιουργίες, ο γενάρχης των γιατρών Ασκληπιός ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας. Ενώ η Κορωνίδα ήταν έγκυος, ο πατέρας της Φλεγύας αγνοώντας επιδεικτικά τη θεία συνεύρεση την έδωσε για νύφη σε κάποιον Ίσχυ. Τούτο το μήνυσε ο κόρακας προς τον Απόλλωνα, ο οποίος έγινε έξαλλος για την αγγελία, τόξευσε και σκότωσε την καημένη την Κορωνίδα, άρπαξε το βρέφος από την κοιλιά της και το έφερε στον κένταυρο Χείρωνα να το αναθρέψει. Ο κόρακας ήταν εκείνη την εποχή γνωστός αγγελιοφόρος με δικό του γραφείο και ένα σμήνος από ταξιδιωτικά περιστέρια στη δούλεψή του, εκτός βέβαια από τα μηνύματα που απευθύνονταν ή εκπορεύονταν από σοβαρούς πελάτες και παρέδιδε ο ίδιος. Επίσης έπαιζε και το ρόλο ενός αυτόκλητου πρακτορείου ειδήσεων και μετέδιδε αυτεπαγγέλτως σε όλους ό,τι θεωρούσε σημαντικό από αυτά που συνέβαιναν και διαδραματίζονταν στον κόσμο. Το σήμα του γραφείου του ήταν το απόλυτο λευκό που συμβόλιζε την αλήθεια και τη γνησιότητα της πληροφορίας. Ο ίδιος ο κόρακας ήταν πτηνό κατάλευκο ως δήλωση απόλυτης αξιοπιστίας. Ο Απόλλωνας, ακούγοντας το περιεχόμενο της συντριπτικής για τα αισθήματά του είδησης πέρασε τα γνωστά πέντε στάδια άρνηση- οργή- θλίψη- και κατά το στάδιο της διαπραγμάτευσης που σήμερα θεωρείται δεύτερο, αλλά στην αρχαιότητα τοποθετούνταν αμέσως πριν την τελική αποδοχή, τον έπιασε από το λαιμό και τον έβαλε να ορκιστεί και να διαβεβαιώσει ότι έλεγε ψέματα. Ο κόρακας παρέμεινε πιστός στη δημοσιογραφική δεοντολογία. Τότε ο Απόλλωνας τον έκανε μαύρο (στο ξύλο; ) όπως είναι σήμερα για να τονίσει τη δυσαρέσκειά του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αλήθεια μίας είδησης συνδέθηκε απροσδόκητα με το αν είναι δυσάρεστη ή ευχάριστη, αν δηλαδή χαϊδεύει τα ώτα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται. Έτσι αργότερα ο Αιγέας εξάρτησε τα μαύρα ή τα λευκά πανιά του ερχόμενου πλοίου του Θησέα από το αν η είδηση ήταν καλή ή όχι.»    

«Η σχετικότητα της είδησης και το πέρασμά της από την οντολογία στη ψυχολογία και από τον πιστό κατοπτρισμό της πραγματικότητας στην προθυμία ή ευαρέσκεια αποδοχής εκ μέρους του ακροατή επιτάθηκε έτι περαιτέρω με έναν άλλο κόρακα», επενέβη ο Υπερίων. «Ο Κόραξ με τ’ όνομα ήταν δάσκαλος της δικολαβικής ρητορικής και είχε την καλοσύνη να διδάξει έναν Τεισία χωρίς αμοιβή με τη συμφωνία ότι ο τελευταίος θα τον πλήρωνε με την πρώτη δίκη που θα κέρδιζε. Όμως ο Τεισίας ήταν τεμπελάκος και δεν ασκούσε το επάγγελμα ή τέλος πάντων είχε βρει άλλες πηγές εισοδήματος και έτσι η πληρωμή του δάσκαλου είχε μετατεθεί στις καλένδες. Ο Κόραξ τότε απαίτησε την αμοιβή του δικαστικώς με τη διευκρίνιση ότι ακόμη και αν έχανε τη δίκη και πάλι θα έπρεπε να λάβει τα δίδακτρα κατά τους ορισμούς της αρχικής τους συμφωνίας. Ο Τεισίας απάντησε αντιστρόφως ότι αν κέρδιζε τη δίκη δεν θα πλήρωνε βέβαια τίποτε, ενώ αν την έχανε και πάλι δεν είχε καμία υποχρέωση για καταβολή της αμοιβής, αφού δεν θα είχε κερδίσει ποτέ του καμία δίκη. Έντρομοι και μπαϊλντισμένοι οι δικαστές σήκωσαν τα χέρια ψηλά και αναφώνησαν: «εκ κακού κόρακος κακόν ωόν». Έκτοτε ο κόραξ συνδέθηκε οριστικά και αμετάκλητα με τη διαστρέβλωση της είδησης και τη στρεψοδικία σε αντίθεση με την καλή φήμη που είχε στην αρχή.»

«Ποια είναι λοιπόν η λύση εδώ», αναρωτήθηκε ρητορικά ο Προμηθέας. «Τι νόημα πρέπει να εκπέμψει αυτός ο αστερισμός στη Γη; Πολύ απλά ότι ο κόρακας μπορεί να είναι είτε άσπρος είτε μαύρος, δηλαδή η είδηση μπορεί να είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Σε οποιοδήποτε λοιπόν νέο μεταδίδεται, θα πρέπει ο ακροατής να υποθέσει ότι ενδεχομένως δεν ισχύει ή ότι ισχύει και το αντίθετό του και ύστερα να προσπαθεί να βγάλει άκρη με βάση τη λογική. Οφείλει να έχει την ισορροπία και την αμεροληψία του Ζυγού, όταν επεξεργάζεται μία είδηση. Έτσι π.χ. σε μία πολεμική σύρραξη υπάρχουν δύο δεδομένα. Πρώτον ότι πρωτίστως φταίει ο εισβολέας, ό,τι δικαιολογία και αν επικαλεστεί , και δεύτερον ότι αγριότητες αναγκαστικά θα γίνουν εκατέρωθεν. Σε μία επανάσταση πάλι, η μαζικότητα της συμμετοχής είναι το κύριο κριτήριο για τη νομιμοποίηση της, καθώς αποδεικνύει την καταπίεση που την προκάλεσε, όμως τούτο δεν την απαλλάσσει από βασικές υποχρεώσεις του δικαίου του πολέμου, όπως είναι η μη σφαγή των αμάχων. Προς επίρρωση τούτου, ας ψάλλουμε τον ύμνο του Ασκληπιού που ιαίνει όχι μόνο τις αρρώστιες, αλλά και τις πληγές της προπαγάνδας, της κακής πληροφόρησης και της επιπόλαιας κρίσης».  

      ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Ιήτηρ πάντων, Ασκληπιέ, δέσποτα Παιάν,

Θέλγων ανθρώπων πολυαλγέα πήματα νόσων

Ηπιόδωρε, κραταιέ, μόλοις κατάγων υγιείαν,

Και παύων νόσους χαλεπάς, θανάτου τε κήρας.

Αυξιθαλής κόρε, απαλεξίκακε, ολβιόμοιρε

Φοίβου Απόλλωνος κρατερόν θάλος  αγλαότιμον,

Εχθρέ νόσων Υγιείαν έχων σύλλεκτρον αμεμφή,

Ελθέ, μάκαρ, βιοτής τέλος εσθλόν οπάζων».  

 (Ιατρέ πάντων, Ασκληπιέ, δέσποτα παιανίστα,

Των πολυαλγών ανθρώπινων νόσων φλαουτίστα

Ηπιόδωρε, κραταιέ, ελθέ να δώσεις σφρίγος,

Παύοντας νόσους χαλεπές, του θανάτου το ρίγος.

Αυξιθαλή νέε, καλότυχε, που από κακά μάς απαλλάσσεις

Του Φοίβου Απόλλωνα κρατερό θάλος μη χαλάσεις,

Εχθρέ νόσων, που έχεις την Υγεία πιστή συμβία,

Ελθέ, μακάριε, καλό τέλος να ορίσεις χωρίς βία). 

ΩΚΕΑΝΟΣ: «Πέραν αυτών όμως, η θόλωση της κρίσης από την παραπληροφόρηση δεν λαμβάνει χώρα μόνο λόγω των ψευδών ειδήσεων, αλλά και λόγω της τάσης του πολίτη να αναδεικνύει τη μία είδηση και να αγνοεί επιδεικτικά την άλλη. Πρόκειται για τη συνομωσία της σιωπής, που αφορά οτιδήποτε δεν μάς συμφέρει, ενώ αντίθετα προβάλλουμε και διαφημίζουμε ξετσίπωτα και ξεσαλωτικά οτιδήποτε ταιριάζει στις ήδη κατασταλαγμένες πεποιθήσεις μας. Η επιλογή του θέματος, με το οποίο θα ασχοληθείς και θα δώσεις τις μάχες σου είναι βασικό στοιχείο της πολιτικής, πλην όμως η παραμέληση ενός ζητήματος χάριν της προβολής κάποιου άλλου δεν πρέπει να φθάνει στην εθελοτυφλία. Κανένα ζήτημα δεν είναι σωστό να καλύπτεται από συνομωσία σιωπής, ίσα -ίσα η διαλεκτική, η μεσολάβηση και η συζήτηση συντελούν στο να επέρχεται εξισορρόπηση μεταξύ των απόψεων και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τα γεγονότα κι έτσι οδηγούμαστε σε συναινετικούς νόμους, με τους οποίους επιτυγχάνεται η δικαιολογητική βάση και η γενική αρχή πως “ό,τι είναι καλό για έναν είναι καλό για όλους”».

    «Τελικά, ιατροσοφιστή, δεν είσαι απλά ένας επαρχιακός γιατρός, όπως λες διαρκώς, επικαλούμενος σωκρατική άγνοια», συνέχισε ο Υπερίων. «Η επιλεξιμότητα των ειδήσεων που οδηγεί τον καθένα σε ένα είδος κουκουλιού ή κουβουκλίου, όπου ακούει μόνο γεγονότα ή σχόλια σύμφωνα με τις απόψεις του κατ’ αποκλεισμό όλων των υπολοίπων ενοχλητικών εισροών συμβολίζεται από την ιστορία του Αλεκτρυώνα. Αυτός ήταν υπηρέτης του φιλοπόλεμου Άρη, που τον έπαιρνε ο θεός στη σέλα μαζί του, όταν καβαλούσε το Δείμο ή το Φόβο για να πάει κρυφά να συνευρεθεί με την Αφροδίτη. Τού είχε αναθέσει να φυλάει τσίλιες μη τυχόν και εμφανιστεί στα δώματα της Αφροδίτης κάποιος απρόσκλητος, όπως τέτοιος ήταν κυρίως ο σύζυγός της Ήφαιστος, και διακόψει άδοξα και άκαιρα τη συνουσία. Ο Ήφαιστος όμως είχε προσαρμόσει στην αμαρτωλή (που λέει ο λόγος) κλίνη τη σαγήνη, δηλαδή συρόμενο δίχτυ – παγίδα, με το οποίο συνέλαβε τον Άρη κατά τη διάρκεια του οργασμού. Μάταια φώναζε ο Άρης “βοήθεια- βοήθεια”, διότι εν τω μεταξύ ο Αλεκτρυών είχε αποκοιμηθεί του καλού καιρού. Έτσι δεμένους- πακέτο έφερε ο Ήφαιστος τους εραστές ενώπιον του μονίμως συνεδριάζοντος συμβουλίου των θεών, όπου το λοφίο της περικεφαλαίας του Άρη είχε γίνει ένα με το φουντωτό δαντελωτό και αφράτο νυχτικό της Αφροδίτης και ζήτησε την ηθική τους καταδίκη. Τελικά, επειδή οι θεοί παραμένουν πάντα θεοί κι έχουν στη μασχάλη τους και το μαχαίρι και το καρπούζι ή τέλος πάντων κατέχουν μεγαλύτερους λεβιέδες και μοχλούς σε σχέση με τους κοινούς ανθρώπους, αυτοί μεν βγήκαν “λάδι” από την όλη ιστορία με μία μικρή ποινή εξορίας, ο μεν Άρης στη Θράκη για να θυμηθεί το κατόρθωμα εξόντωσης του Ενυάλιου η δε Αφροδίτη στην Κύπρο για να συνεχίσει να παίζει με τα κοχύλια και τα κύματα, και ήταν ο Αλεκτρυών που πλήρωσε τη νύφη μεταμορφούμενος σε αλέκτορα – πετεινό, ώστε κάθε μέρα να κραυγάζει «κουκουρίκου» ξυπνώντας τον εαυτό του και τους άλλους. Ο Αλεκτρυών συμβολίζει τη μη σύμφωνη με τις πεποιθήσεις μας είδηση που μάς διεγείρει και μάς αφυπνίζει από τον λήθαργο των κατασταλαγμένων απόψεων».  

«Για να τιμήσουμε την ιστορία που μάς αφηγήθηκες, Υπερίων, ας ψάλλουμε τον ύμνο του Άρη, αν και στην πραγματικότητα Αντι-Άρηδες χρειαζόμαστε στη ζωή αυτή, ήπιους και πράους ανθρώπους που να είναι σαν πρωινή πάχνη, δροσιά, αύρα και αχλή πάνω στα φύλλα. Οι πόλεμοι των επίδοξων θεών της σκουληκότρυπας μάς έχουν καταστρέψει και κυρίως μάς έχουν υποχρεώσει κι εμάς τους τιτάνες να πολεμάμε, αντί να αφοσιωθούμε στα ειρηνικά έργα. Ιδού λοιπόν ένας παραδοσιακός ύμνος του Άρη προς τιμή του Αντάρη.

ΑΡΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Άρρηκτ’ οβριμόθυμε, μεγασθενές, άλκιμε δαίμον,

Οπλοχαρής, αδάμαστε, βροτοκτόνε, τειχισεπλήτα

Άρες άναξ οπλόδουπε, φόνοις πεπελαγμένος αεί

Αίματι τ’ ανδροφόνω χαίρων, πολεμοκλόνε, φρικτέ,

Ός ποθέεις ξίφεσίν τε και έγχεσι δήριν άμουσον

Στήσον έριν λυσσώσαν, άνες πόνον αλγεσίθυμον,

Εις δε πόθον νεύσον Κύπριδος, κώμους τε Λυσαίου

Αλλάξας αλκήν όπλων εις έργα τα Δηούς,

Ειρήνην ποθέων κουροτρόφον ολβιοδότιν».   

(Άρρηκτε μεγάθυμε, με το σθεναρό σου, άλκιμο πήχη

Οπλοχαρή, αδάμαστε, ανδροφόνε, που πλήττεις τα τείχη  

Άρη άνακτα που τα όπλα κροτείς και σε φόνους ενέχεσαι  

Αιμοχαρή, πολεμοκάπηλε φρικτέ, που ήχο όπλων δέχεσαι

Που ποθείς ξίφη και δόρατα και ανώφελη μάχη  

Σταμάτα τη λύσσα, την έριδα, τέλος ο πόνος να ‘χει

Δέξου καλύτερα ηδονή Αφροδίτης και Διονύσου κώμους

Την αλκή των όπλων άλλαξε με υνί και δεμάτια στους ώμους,

 Να τραφούμε όλοι, να ζήσουμε στης ειρήνης τους νόμους).  

ΜΠΟΝΟΥΣ: ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΑΡΕΑ

(ΠΟΛΥ ΠΑΛΑΙΟΣ, ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΑΡΗ)

«Άρες υπερμενέτα, βρυσάρματε, χρυσεοπήληξ,

Ομβριμόθυμε, φέρασπι, πολισσώε, χαλκοκορυστά,

Κρατερόχειρ, αμόγητε, δορυσθενές έρκος Ολύμπου,

Νίκης ευπολέμου πάτερ, συνάρωγε Θέμιστος,

Αντιβίοις τύραννε, δικαιοτάτων αγέ φωτών,

Ηνορέης σκηπτούχε, πυραυγέα κύκλον ελίσσων

Αιθέρος επταπόροις ενί τείρεσιν, ένθα σε πώλοι

Ζαφλεγείς τριτάτης υπέρ άντυγος αιέν έχουσιν.

Κλύθι, βροτών επίκουρε, δοτήρ ευθαρσούς ήβης,

Πρηύ κατάστιλψον σέλας υψόθεν εις βιότητα

Ημετέρην και κράτος αρήιον, ως κε δυναίμην

Σεύεσθαι κακότητα πικρήν απ’ εμού καρήνου,

Και ψυχής απατηλόν υπογνάμψαι φρεσίν ορμήν,

Θυμού τ’ αύ μένος οξύ κατισχέμεν, ός μ’ ερέθει

Φυλόπιδος κρυερής επιβαινέμεν, αλλά συ θάρσος

Δος, μάκαρ, ειρήνης τε μένειν εν απήμοσι θεσμοίς,

Δυσμενέων προφυγόντα μόθον, κήρας τε βιαίας».       

(Άρη κραταιέ, με το χρυσό πηλίκιο, οπλοπαίκτη,

Θορυβοποιέ, σωτήρα πόλεων, χαλκόφρακτε ρέκτη,

Κρατερέ, ακαταπόνητε, που υψώνεις τείχος με δόρατα,

Πατέρα νίκης και συναρωγέ στης Θέμιδας τα δώματα,

Των αντιπάλων τύραννε, των δικαιότατων δαδούχε,  

Του πύρινου κύκλου οδηγέ, ανδρείας σκηπτούχε,

Που με επτά σημεία την τροχιά σου ορίζεις καίρια, 

Κι οι πώλοι οι φλογεροί σ’ άγουν σε τρίτη περιφέρεια.

Άκου, βροτών επίκουρε, που τη γενναία ήβη δίνεις,

Και πράο στιλπνό σέλας στο βίο εγκρίνεις,  

Δώσ’ μου δύναμη και κράτος για να μπορέσω

Την πικρή κακότητα από μένα ν’ αφαιρέσω,

Και της ψυχής απατηλή ορμή να ξεπεράσω

Κι αν κάποιος μ’ ερεθίζει τον θυμό να κάμω ελάσσω,  

Στην παγερή κραυγή της μάχης να επεμβαίνω

Θαρρετά ειρήνη κι αβλαβείς θεσμούς να κραδαίνω  

Από δυσμενείς μάχες και βία μακριά να μένω).      

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΣΚΟΡΠΙΟΣ, ΤΟΞΟΤΗΣ, ΑΣΠΙΣ, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ

ΥΠΕΡΙΩΝ: «Καταστέρισις αστερισμού Σκορπιού σε πέντε, τέσσερα, δύο, ένα. Εκτέλεσις»

ΣΑΒΑΖΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κλύθι, πάτερ, Κρόνου υιέ, Σαβάζιε, κύδιμε δαίμον,

Ός Βάκχον Διόνυσον ερίβρομον ειραφιώτην

Μηρώ εγκατέρραψας, όπως τετελεσμένος έλθοι

Τμώλον ες ηγάθεον, παρά θ’ Ίππαν καλλιπάρειον

Αλλά, μάκαρ, Φρυγίης μεδέων, βασιλεύτατε πάντων,

Ευμενέων επαρωγός επέλθοις μυστικοπόλοις».    

(Άκου, Κρόνου γιέ, Σαβάζιε, ένδοξε δαίμων κομπαστή,

Που μέχρι και τον Βάκχο Διόνυσο τον συμποσιαστή  

Στο βρακί σου βάζεις, στο μηρί σου ράβεις και στη μέση

Φέρτον στον Τμώλο, στη καλλιπάρεια Ίππα μη σού πέσει.   

Μακάριε, κυρίαρχε της Φρυγίας, βασιλιά των πόλων

Να είσαι ευμενής κι αρωγός μυστικοπόλων).   

ΩΚΕΑΝΟΣ: «Σκορπιός είναι αυτός, η φύση του είναι να δαγκώνει και να δηλητηριάζει. Επόμενο είναι ο θεός και ο κυρίαρχός του να είναι ο Σαβάζιος, ένα είδος Δία, αλλά ακόμη πιο άγριος και άδικος».

ΥΠΕΡΙΩΝ: «Καταστέρισις αστερισμού Τοξότη σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα. Εκτέλεσις»

ΛΙΚΝΙΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Λικνίτην Διόνυσον επ’ ευχαίς ταίσδε κικλήσκω

Νύσιον, αμφιθαλή, πεποθημένον, εύφρονα Βάκχον

Νυμφέων έρνος εραστόν, ευυστεφάνου τ’ Αφροδίτης

Ός πότ’ ανά δρυμούς κεχορευμένα βήματα πάλλες

Συν νύμφαις χαρίεσιν, ελαυνόμενος μανίαις

Και βουλήσι Διός προς αγαυήν Φερσεφόνειαν

Αχθείς εξετράφης, φίλος αθανάτοις θεοίς

Εύφρων ελθέ, μάκαρ, κεχαρισμένα δ’ ιερά δέξαι».   

(Τον Διόνυσο καλώ που λικνίζει τα σταφύλια

Τον αμφιθαλή, ποθητό Βάκχο, μ’ αισθήματα φίλια

Βλαστό των Νυμφών αγαπητό, στεφανωμένης Αφροδίτης

Που πάλλεις τα βήματα του χορού, των δρυμών ο αλήτης

Με τις χαριτωμένες νύφες και με μανίας βουκέντρα

Με τη βούληση του Δία, από ένδοξη Περσεφόνη αφέντρα

Ανατράφηκες ως των αθάνατων θεών φίλος πιστός

Ευμενής έλα και δέξου της λατρείας το ιερό καθεστώς).  

ΩΚΕΑΝΟΣ: «Είναι, βλέπεις, και το ζώδιο του Τοξότη φοβερά ασταθές, οπότε η ψαλμωδία προς τιμή του στρατηλάτη Διονύσου, που λίκνισε όλη την οικουμένη με τις εκστρατείες του και αναστάτωσε όλες τις καρδιές με τη ζύμωση των σταφυλιών του, να είναι ενδεδειγμένη». 

Ο Προμηθέας μπήκε βιαστικά στη γέφυρα.

«Καθίστε όλοι κάτω, δεν θέλω υποκλίσεις, χαιρετισμούς, προσαγορεύσεις  ή αναγγελίες. Υπερίων, σε τι κατάσταση βρίσκουμε τους αστερισμούς του Σκορπιού και του Τοξότη; Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Πρόκειται για φύσει και θέσει επιθετικούς σχηματισμούς που μάς έχουν βασανίσει πολύ στο παρελθόν».

«Έχω ξετρυπώσει ό,τι μπόρεσα από καταγεγραμμένες αναμνήσεις προηγούμενων κύκλων Δημιουργίας», απάντησε ο Υπερίων. «Όπως λέγει και ο Εκκλησιαστής “Γενεά πορεύεται , γενεά έρχεται και η γη εις τον αιώνα έστηκε. Και ανατέλλει ο ήλιος και δύει ο ήλιος και εις τον τόπον αυτού έλκει. Αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται  προς νότον και κυκλοί προς βορράν – κυκλοί κυκλών , πορεύεται το πνεύμα και επί κύκλους αυτού επιστρέφει το πνεύμα…  τί  το γεγονός; Αυτό το γενησόμενον και τί το πεποιημένον; Αυτό το ποιηθησόμενον”».

«Έλεος, Υπερίων, σταμάτα την ατλάντεια φλυαρία! Με ενδιαφέρει μόνο το διπλωματικό στάτους μεταξύ της επικράτειας του Σκορπιού και του Τοξότη».

«Αυθέντα, η επίκληση των αλλεπάλληλων κύκλων της ιστορίας δεν είναι ποτέ ανάρμοστη ή άκαιρη. Άλλωστε υπάρχει σχέση ανάμεσα στον Κυκλώνα, που είναι ανεμοστρόβιλος του νότιου ημισφαιρίου και τον Τυφώνα που θα μάς απασχολήσει ακολούθως και εντοπίζεται πάντοτε στο βόρειο ημισφαίριο.»

«Πάλι ο Τυφώνας! Ναι, κάτι θυμάμαι από την αχλή των παιδικών αναμνήσεων. Δώσε μου μία πλήρη επαγγελματική αναφορά».

«Ο Τυφών ανατράφηκε στο Τυφώνειο σπήλαιο της Κιλικίας και αναρριχήθηκε με πολύ κόπο σε βασιλιά του αστερισμού του Τοξότη, υποτελής στους πολεμοχαρείς σκορπιούς, που είχαν αρχηγό τον ισόθεο Σαβάζιο, άγριο ηγέτη που διαπνεόταν πάντως από κάποιο είδος αρχέγονης δικαιοσύνης. Όντας επιτήδειος στρατηγός και πολύτροπος πολιτικός αποστάτησε και όρμησε μαζί με τους συμμάχους του στον Σκορπιό καίγοντας και λεηλατώντας. Υπήρξε πάντοτε δεινός αντίπαλος, φόβητρο των πάντων, με μεμιγμένη φύση ανδρός και θηρίου. Υπερέβαινε ανέκαθεν όσους η γη γέννησε κατά το μέγεθος και κατά τη δύναμη. Είναι μέχρι των μηρών ανθρωπόμορφος, κάτωθεν δε έχει απείρους ελιγμούς εχιδνών, περιελισσόμενων και συστρεφομένων, ανατεινόμενων προς την κορυφή, καθώς αναπέμπουν μέγα και τρομερό συριγμό. Το μέγεθος του σώματός του είναι υψηλότερο όλων των ορέων και ενίοτε η κορυφή του φθάνει μέχρι του ουρανού, οι χείρες του εκτείνονται η μία μέχρι την ανατολή, η άλλη μέχρι τη δύση και εξ εκάστης αυτών εξέρχονται εκατό κεφαλές δρακόντων. Το σώμα του είναι όλο καλυμμένο από πτίλωμα, ενώ τα γένια του παρίστανται αιχμηρά, άγρια, κυματιστά. Ξέχασα να πω ότι από το στόμα και τα μάτια του εξέρχεται πυρ. Ρίχνοντας αναμμένες κοτρώνες ο Τυφών κατήγαγε εύκολη νίκη επί των αντιπάλων του, οι οποίοι κατά την προσφυή έκφραση “έκοψαν ρόδα μυρωμένα, γιούλια, ανθούς και πασχαλιές” ή άλλως αποχώρησαν με ελαφρά πηδηματάκια. Στο τέλος ο Τυφών ποστάρισε τον αντίπαλό του Σαβάζιο και τού επετέθη πάση δυνάμει. Η μάχη ήταν ανελέητη. Ο Τυφών περιτυλίχθηκε γύρω από τον αντίπαλό του με τις έχιδνες και με μία άρπη (δρεπάνι)  τού έκοψε τα νεύρα και τα οικειοποιήθηκε έχοντας πλέον στη διάθεσή του ένα νευρικό σύστημα, με το οποίο μπορούσε να διευθύνει εργοστασιακούς μηχανικούς ανθρώπους, αγήματα πολλά, ακόμη και στρατούς ολόκληρους».      

«Όταν λες νευρικό σύστημα, πες και τι εννοείς, γιατί υπάρχουν και οι κακόπιστοι που παίρνουν μεταφορικές εκφράσεις κυριολεκτικά, ώστε μετά να βρουν πάτημα να τις αμφισβητήσουν»

«Μιλάμε για εξεζητημένο δικτύωμα τεχνητής νοημοσύνης και επαυξημένης πραγματικότητας, ικανό να διευθύνει από απόσταση τεράστιους δέκτες πληροφοριών, το οποίο όμως ήταν ενσωματωμένο στο Σαβάζιο σε υποσωματιδιακή μικροσκοπική μορφή αντί να καταλαμβάνει αίθουσες ολόκληρες βαρέων μηχανημάτων».

«Αυτό είναι σοβαρό, Υπερίων. Εδώ έχει διαταραχθεί η ισορροπία των δυνάμεων και πρέπει να επέμβουμε. Ο Τυφών έχει τη δυνατότητα να εκτοξεύει βουνά από λάβα και πύρινες μάζες κατά των αντιπάλων του, ενώ οι σκορπιοί πολεμούν με συμβατικά μέσα, πυροβόλα και δηλητηριασμένα βέλη και λόγχες, από τις οποίες προκύπτει το όνομά τους. Καλά παιδάκια κι αυτοί θα μού πεις, αλλά οι σκορπιοί είναι απλώς αγροίκοι και απολίτιστοι, γενετήσια φρενήρεις και επιρρεπείς στην κραιπάλη και λατρεύουν έναν άγριο θεό μέσα στο κράτος τους. Από κει και πέρα, γιατί εισέβαλε ο Τυφών, τάχα να τούς εκπολιτίσει; Δικαιολογίες υπάρχουν πάντα πολλές, τις οποίες ασμένως επικαλούνται όλοι οι εισβολείς, εκ των οποίων η συνηθέστερη είναι ότι, αν δεν επιτιθέμεθα εμείς, θα μάς επιτίθεντο αυτοί. Ότι τάχα εξοπλίζονται, ότι είναι απειλητικοί κι ακόμη καλύτερα ότι υπάρχει κάποια μειονότητα δική μας και την καταπιέζουν. Τέτοιου είδους σοφιστείες δεν περνάνε σε μάς, έτσι παίδες; Γιατί είμαστε…»

«γιατί είμαστε τιτάνες, γιατί είμαστε Αχαιοί,

Γιατί είμαστε Αργείοι, γιατί είμαστε Γραικοί

Κι όπου βλέπουμε αδικία, επεμβαίνουμε ευθύς

ξέρουμε πως δεν υπάρχουν καλοί – κακοί εισβολείς», φώναξε εμψυχωμένο το πλήρωμα.

«Θα οργανώσουμε χειρουργική αποστολή, με την οποία θα ανακτήσουμε τη ψηφιακή πανοπλία του Σάβατζ και θα τού την δώσουμε πίσω. Ύστερα θα τον βοηθήσουμε στη μάχη με τα ακτινοβόλα- κεραυνοβόλα μας και θα αποκαταστήσουμε τη συνοριακή γραμμή μεταξύ των δύο αστερισμών εκεί που πάντα ήταν, θα διενεργήσουμε δηλαδή επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.»

«Μάλιστα στη σημερινή εξελιγμένη εποχή», έκανε το άχρηστο σχόλιο της εβδομάδας ο Υπερίων, «οι εισβολές που σκοτώνουν αθώους έχουν γίνει περιττές. Με τα σύγχρονα μέσα εστιασμένης και χειρουργικής τεχνολογίας μπορούν οι μεγάλοι πεφωτισμένοι στρατηλάτες, πολέμαρχοι και άλλοι ηγέτες να στείλουν από μακριά ένα μη επανδρωμένο ιπτάμενο μικροσκάφος ή ένα μη ανιχνεύσιμο δηλητήριο και να καθαρίσουν όποιον θεωρούν ότι αντιβαίνει στα συμφέροντά τους και μετά και το διάδοχό του. Οι κατακτήσεις εδαφών είναι πια τελείως απαρχαιωμένες τακτικές και υπάρχει τρόπος αύξησης της επιρροής με πιο λεπτούς και εξευγενισμένους τρόπους, όπως είναι η διαφήμιση, η διάβρωση μέσω καταναλωτισμού, η προπαγάνδα μέσω ψεύτικων λογαριασμών στο διαδίκτυο, η κατασκοπεία, η τοποθέτηση αχυρανθρώπων ή ανδρεικέλων ή μίσθαρνων- δωροδοκημένων στα κυβερνητικά συμβούλια, ακόμη και η οργάνωση αναίμακτου πραξικοπήματος κ.λπ. Όλα αυτά είναι προτιμητέα σε σχέση με τις εισβολές».   

Αμ’ έπος αμ’ έργον, για να μη τα πολυλογούμε οργανώθηκε ομάδα προσεδάφισης αποτελούμενη από τη Λητώ, τον Βουφάγο, την Αγχιάλη και τη Μήτιδα που κατέβηκε και ακροβολίστηκε γύρω από το αρχηγείο του Τυφώνα. Ήσαν βέβαια εξόχως διακριτικοί και ελαφροπάτητοι –  μα κανείς να μη τούς δει, κανείς να μη τούς ακούσει, κι ας μασούλισε συνέχεια η Λητώ πράσα λόγω της νευρικής της ανορεξίας, όπως η γάτα τσιμπολογάει το μαγιοβότανο: Στο σημείο αυτό, αναγνώστη, σού ζητώ να φέρεις στο νου σου όλες τις κοινοτοπίες, τα στερεότυπα, τα σχέδια, τα πρότυπα και τα υποδείγματα που συνήθως χρησιμοποιούνται σε περιπέτειες κρυφής διείσδυσης σε κάστρο ή οχυρό, που υποτίθεται ότι φυλάσσεται δρακόντεια, πλην όμως οι καταδρομείς με μαχαίρια ανά χείρας και φούμο στο πρόσωπο καταφέρνουν να εξουδετερώσουν έναν – έναν τους φρουρούς, να βρουν μυστηριωδώς μία ελλιπώς ελεγχόμενη είσοδο- κερκόπορτα για να μπουν. Ύστερα αρχίζει η περιπλάνηση στους δαιδάλους του σκοτεινού, δυσοίωνου κτιρίου μέχρι οι ήρωες να βρουν το τεχνούργημα ή τον θησαυρό που ψάχνουν κι ύστερα υποχωρούν και διαφεύγουν κακήν-κακώς καταδιωκόμενοι από εκατοντάδες εχθρικούς πράκτορες, που μπορεί να είναι είτε στρατιώτες είτε ασφαλίτες είτε απλοί μπράβοι. Αν καθόμουν να τα περιγράψω λεπτομερώς όλα αυτά, δεν θα μάς έφθαναν για το παρόν πόνημα ούτε χίλιες σελίδες. Επομένως για να μη στενάζουν τα δάση του Αμαζονίου από τα οποία προέρχεται το χαρτί, αλλά και να διευκολυνθεί ο εκδότης της «Τιτανομαχίας» δεδομένου ότι τα μεγαλύτερα έξοδα αφορούν την εκτύπωση, καταλαβαίνεις ότι πρέπει να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει για να καλύψει τα αφηγηματικά κενά, τα οποία όμως δεν είναι ουσιώδη σε ένα αμιγώς φιλοσοφικό αυστηρά επιστημονικό μυθιστόρημα, όπως είναι το ανά χείρας. Οφείλω όμως να σού δώσω ορισμένα πραγματολογικά στοιχεία: πρώτον ότι η ομάδα προσεδάφισης κατέβηκε μεταμφιεσμένη με δέρματα και προβιές, όπως το συνήθιζαν οι καταδρομείς εκείνης της εποχής (ποιάς;) και γι’ αυτό συκοφαντήθηκαν ως Αιγίπανες από τους εχθρούς Τοξότες του Τάγματος του Τυφώνα, δηλαδή ότι ήσαν τραγοπόδαροι/ -ες.  Πάντα αισθάνεται κανείς καλύτερα, αν υποστηρίζει ότι ηττήθηκε από ένα τέρας παρά από ένα φυσιολογικό αντίπαλο. Δεύτερον, να σού πω ότι η Αγχιάλη που είχε εκπαίδευση νοσοκόμας νάρκωσε τον Τυφώνα με υποψεκαστήρα κι ύστερα με την διαμαντένια άρπη, δηλαδή χειρουργικό νυστέρι ακριβείας, μπόρεσε να αφαιρέσει τους νευρικούς ιμάντες από το σώμα του κοιμώμενου πολέμαρχου. Ο ιμάντας αυτός μετά από απηνή καταδίωξη, τραυματισμούς, ηρωική μεταφορά κάποιων μελών της ομάδας προσεδάφισης στον ώμο κάποιων άλλων, παράκαμψη περιοριστικών τειχών και ενεργειακών πεδίων, συμπλοκές οπισθοφυλακής, προσωρινές απώλειες και ως δια μαγείας ανακτήσεις του τεχνουργήματος κ.λπ. δόθηκε τελικά πίσω στον Σαβάζιο. Έτσι αποκαταστάθηκε περίπου η ισορροπία δυνάμεων. Από εκεί και πέρα ανέλαβαν τα ακτινοβόλα – κεραυνοβόλα του Βέλτιστου Βενθύλου που έδωσαν μεγάλη μάχη με τους τοξότες του Τυφώνα, οι οποίοι εκτόξευαν μετεωρίτες ολόκληρους για να τρυπήσουν τα τοιχώματα της χωρονηός. Τόσο πολύ αίμα χύθηκε στις ουράνιες αυτές ναυμαχίες ώστε ένα βουνό εκείνης της Γης ονομάστηκε Αίμος, ενώ ένα άλλο ονομάστηκε Αίτνα, καθώς ένας φλεγόμενος μετεωρίτης αποκρούστηκε δίκην ρακέτας αντισφαίρισης από τον εμπρόσθιο δίσκο διακυβέρνησης του Βενοβίνδα (ξέρετε, αυτόν που είναι μπροστά από τις δύο γόνδολες- ατράκτους) και καταπλάκωσε τον Τυφώνα, ο οποίος αναφυσούσε την καυτή ανάσα του ως πυρακτωμένο ατμό μέσα από τη μάζα του πετρώματος ιδρύοντας ηφαίστειο. Τέλος πάντων το “status quo ante” των συνόρων με ιδρώτα και αίμα αποκαταστάθηκε.

Τότε ο Προμηθέας, που είχε στη διάθεσή του πάρα πολλά μέσα- και τι όμορφα που είναι όταν οι καλοί της Ιστορίας είναι και ισχυροί για να μπορούν να επιβάλουν την αρετή σε βάρος της κακίας-  εγκατέστησε ανάμεσα στον  αστερισμό του Σκορπιού και εκείνον του Τοξότη τον αστερισμό της Ασπίδας, πώς; Μα τοποθετώντας ανάμεσά τους την περίφημη θεόρατη ασπίδα του Αχιλλέα, ένα τεράστιο -τιτάνιο τεχνούργημα που απεικόνιζε και συγχρόνως προέτρεπε σε ειρηνικά έργα, ώστε να μπορέσουν αυτοί οι δύο πολεμικοί λαοί να συνεννοηθούν επιτέλους και να κάνουν και καμιά δουλειά!

Ο Όμηρος δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των εικόνων που κοσμούν την ασπίδα του Αχιλλέα, έργο του Ηφαίστου. Ξεκινώντας από το κέντρο της ασπίδας κινείται προς τα έξω, από κύκλο σε κύκλο, και η ασπίδα περιγράφεται ως εξής: α. σε πρώτο κεντρικό πλάνο η  Γη, ο ουρανός και θάλασσα, ο ήλιος, το φεγγάρι και οι αστερισμοί. β. Δύο όμορφες πόλεις γεμάτες από ανθρώπους: στη μία, ένας γάμος και μια δίκη λαμβάνουν μέρος, ενώ η άλλη, πολιορκείται από δύο στρατούς, όπου η ασπίδα δείχνει μια ενέδρα και μια μάχη. γ. μια πεδιάδα που καλλιεργείται. δ. η ιδιοκτησία ενός βασιλιά, όπου συλλέγεται η συγκομιδή του. ε. ένα αμπέλι που άνθρωποι μαζεύουν σταφύλια. στ. μια αγέλη κερασφόρων ζώων με ίσια κέρατα. στ. Ο ταύρος που είναι μπροστά έχει δεχθεί επίθεση από ένα ζευγάρι άγρια λιοντάρια και οι βοσκοί με τα σκυλιά τους, προσπαθούν να τα διώξουν μακριά. ζ. μια εικόνα από μια φάρμα προβάτων. η. μία σκηνή χορού, όπου νέοι άνδρες και γυναίκες χορεύουν. θ. το μεγάλο ρεύμα του Ωκεανού.

Έπειτα από όλα αυτά κυριάρχησε ανιαρή ειρήνη στην περιοχή και γι’ αυτό δεν είναι περίεργο που ο Προμηθέας γιόρτασε την αντίστοιχη εξέλιξη ψάλλοντας τον ορφικό ύμνο του Ύπνου. Η ειρήνη είναι ανιαρή, αυτό είναι το μεγάλο της χάρισμα και πλεονέκτημα! Τα καθόλου νέα είναι καλά νέα!          

ΥΠΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕΤΑ ΜΗΚΩΝΟΣ (παπαρούνας)

«Ύπνε, άναξ μακάρων πάντων, θνητών τ’ ανθρώπων

Και πάντων ζώων, οπόσα τρέφει ευρεία χθων-

Πάντων γαρ κρατέεις μούνος και πάση προσέρχη,

Σώματα δεσμεύων εν αχαλκεύτοις πέδαις

Λυσιμέριμνε, κόπων ηδείαν έχων ανάπαυσιν,

Και πάσης λύπης ιερόν παραμύθιον έρδων

Και θανάτου μελέτην επάγεις, ψυχάς διασώζων-

Αυτοκασίγνητος γαρ έφυς Λήθης Θανάτου τε

Αλλά, μάκαρ, λίτομαί σοι κεκραμένον ηδύν ικάνειν

Σώζοντ’ ευμενέως μύστας θείοις επ’ έργοις».

(Ύπνε, άναξ μακάρων αλλά και θνητών ανθρώπων

Και πάντων ζώων, όσα τρέφει η γη κατά τόπον,

Σε όλα και όλους κυριαρχείς, αφού τούς γοητεύεις,

Τα σώματά τους με αχάλκευτες χειροπέδες δεσμεύεις,

Λυσιμέριμνε, που αναπαύεις τους κόπους γλυκά,

Και για τις λύπες μάς λες παραμύθια στοργικά,

Μάς ασκείς στον θάνατο, φέρνεις τις ψυχές μας στο φως

Γιατ’ είσαι της Λήθης και του Θανάτου γνήσιος αδελφός.

Αλλά, μακάριε, σε παρακαλώ έλα με γλύκα να κεράσεις  

Μαζί με τους μύστες σου στα θεία έργα να περάσεις)

Πέρα από τον Σκορπιό, τον Τοξότη και την Ασπίδα το μυθολογικό αστροσκάφος καταστέρισε τον Αιγόκερο, όπως μετονομάστηκε ο Αιγίπαν, που κατά τις κυκλοφορούσες φήμες είχε επιτύχει την ευεργετική για την ειρήνη ισορροπία δυνάμεων. Για να εορτάσει και να τιμήσει τον Αιγόκερο ο Προμηθέας και το πλήρωμά του σάς καλωσορίζουν…ε συγγνώμη έψαλαν τον ύμνο της σοφής, σεμνής, περιεσκεμμένης και τυγχάνουσας γενικής αναγνώρισης Αθηνάς.

ΥΜΝΟΣ ΑΘΗΝΑΣ

«Παλλάς μουνογενής, μεγάλου Διός έκγονε σεμνή

Δία μάκαιρα θεά, πολεμοκλόνος οβριθόθυμε,

Άρρητ’ ευρήτη, μεγαλώνυμος, αντροδίαιτε

Ή τε διαϊσσεις υψαύχενας ακρωρείας

Ήδ’ όρεα σκιούντα, νάπαις τε συν φρένα τέρπεις.

Οπλοχαρής, οιστρούσα βροτών ψυχάς μανίαις

Γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμόν έχουσα.

Γοργοφόνος, φυγόλεκτρε, τεχνών μήτερ πολύολβε.

Ορμάστειρα, φίλοιστρε κακοίς, αγαθοίς τε φρόνησις

Άρσην μεν και θήλυς έφυς, πολεμήτοκε μήτι

Αιολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεος, αγλαότιμε

Φλεγραίων ολέτειρα γιγάντων, ιππελάτειρα.

Τριτογένεια, λύτειρα κακών, νικηφόρε δαίμον,

Γλαυκώπι, ευρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια

Ήματα και νύκτας αιεί νεάταις εν ώραις,

Κλύθι μεν ευχομένου, δος σ’ ειρήνην πολύολβον,

Και κόρον ηδ’ υγιείαν επ’ ευόλβοις εν ώραις».

(Παλλάς μονογενής, μεγάλου Διός έκγονη σεμνή

μακάρια θεά, που θορυβείς σε πόλεμο, όχι σε στρωμνή

Άρρητη μα και εύρητη, μεγαλώνυμη, που ζείς σε σπηλιές

Υπερπηδάς τα υψαύχενα βουνά και τις υψιπέτεις κορφές

Στις σκιερές πλαγιές και στα λαγκάδια εμφρόνως τέρπεις.

Αν και οπλοχαρής, με οίστρο στις ψυχές θνητών έρπεις.

Είσαι κόρη που γυμνάζεται κι έχει φρικώδη θυμό

Αποφεύγεις το κρεβάτι μα υιοθετείς των τεχνών τον χυμό.

Ενορχηστρώνεις για κακούς ορμές, για καλούς φρόνηση

Με αρσενικό και θηλυκό μυαλό πνεύματος ενθρόνιση, 

Αιολόμορφη, δράκαινα, φιλανθής, λαμπρή, δοξασμένη  

Φλεγραίων γιγάντων ολέτειρα ιππεύτρια τιμημένη.

Υβριδογεννημένη, λυτρώτρια κακών, νικηφόρα  

Γαλανομάτα, κολπατζού, άνασσα σ’ όλη τη χώρα

 Ημέρα και νύχτα σε νηφάλια νηνεμία και μπόρα,

Άκουσέ με που εύχομαι ειρήνη κι ας είναι για τώρα,

Και πείνας κορεσμό και υγεία, όλη την ώρα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΙΧΘΥΟΣΑΥΡΟΣ (ΦΟΜΑΛΩ), ΙΧΘΥΣ, ΥΔΡΟΧΟΟΣ, ΚΗΤΟΣ

Καταστέρισις Ιχθυόσαυρου σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα, εκτέλεσις.

 ΧΑΡΙΤΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Κλύτε μοι ώ Χάριτες μεγαλώνυμοι, αγλαότιμοι,

Θυγατέρες Ζηνός τε και Ευρυνόμης βαθυκόλπου’

Αγλαίη, Θαλίη τε και Ευφροσύνη πολύολβε,

Χαρμοσύνης γενέτειραι, εράσμιαι, εύφρονες, αγναί,

Αιολόμορφοι, αειθαλείς, θνητοίς ποθειναί,

Ούτε γαρ ηλίου ταχιναί φλόγες, ούτε σελήνης,

Και σοφίης, αρετής τε και εργασίμου θρασύτητος

Αύχημ’ ούτε βίου λιπαρής περικαλλούς ήβης

Υμών χωρίς εγείρει ευφροσύνας βιότου.

Ευκταίαι, κυκλάδες, καλυκώπιδες, ιμερόεσσαι,

Έλθοιτ’ ολβοδότειραι, αεί μύσταις προσηνείς».       

(Ακούστε με, Χάριτες, μεγαλώνυμες, με λαμπρή ευνή,

Θυγατέρες Διός και Ευρυνόμης, που έχει βαθύ μ….,

Αγλαΐα, Θάλεια και Ευφροσύνη που είστε όλες   

Χαρμοσύνης γενέτειρες, εράσμιες, μυροβόλες.  

Αιολόμορφες, αειθαλείς, στους θνητούς ποθητές,

Καθότι ούτε ηλίου ακτίνες αυγερινές κι αναλυτές,

ούτε σοφίας, αρετής και εργασίας οι αρετές,  

ούτε το καύχημα του βίου και οι λιπαρές τελετές

Χωρίς εσάς δεν διεγείρουν του βίου ηδονές.  

Γι’ αυτό πάντα να μάς περιτριγυρίζετε σεις ταπεινές,

Προσηνείς στους μύστες και καθόλου αλαργινές).      

        ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Ευρυνόμη, μοιχίδιον, επικούρειον Λεόντιον, Μαμάριον, εταίρα του κερατά, δεν μάς τα ‘πες αυτά! Σε κάποια πραγματικότητα κοιμήθηκες με το χειρότερο εχθρό μας, τι καταισχύνη. Ουκ αισχύνη ώ Αισχίνη; Και μάλιστα το όνομά σου παρεισέφρησε και σε ύμνο; Να δούμε τι άλλο πρέπει να υποστούμε στο πλαίσιο της αποστολής μας. Βέβαια προσωπικά ως πλοίαρχος δεν έχω κάτι να σού καταμαρτυρήσω. Ασκείς τα καθήκοντά σου μάλλον ικανοποιητικά ει και ενίοτε διεκπεραιωτικά. Συνήθως κινητοποιείσαι στο τέλος της κάθε Δημιουργίας, απολαμβάνοντας το δημιουργικό καλλιτεχνικό κομμάτι, ενώ κατά τη διάρκεια των ομηρικών μαχών είσαι μάλλον λουφατζού».

      ΕΥΡΥΝΟΜΗ: «Ε…, αυτό που θέλω να σάς πω, είναι… ξέρετε αυτό που λέει ο ύμνος ότι είμαι βαθύκολπη… δεν πρέπει να σάς απογοητεύει… δεν μετράει τόσο το μέγεθος, όσο το κίνητρο, η επιθυμία, η αφοσίωση, η ατμόσφαιρα… μη ξεχνάμε ότι άλλο λίμπιντο και άλλο ερωτισμός ….»

      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Λοιπόν αρκετά, κόφτε το, εντάξει; Να περάσουμε γρήγορα- γρήγορα στην καταστέριση του Ιχθύος ψάλλοντας το κοντάκιο Λύσιου- Ληναίου. Καλά δεν έχουμε κανένα τροπάριο της προκοπής, πρέπει να είναι όλα σεξουαλικά και έκφυλα; Δεν απορώ καθόλου που βγήκε μετά η χριστιανική θρησκεία και μάς διέλυσε. Κι ας τούς σνόμπαρε ο καημένος ο δικός μας ο Ιουλιανός με το “ανέγνων, έγνων, κατέγνων”. Αλλά ο Μέγας Βασίλειος (όχι ο κόκκινος χοντρός της Κόκα- Κόλα) τον τάπωσε με την εξυπνάδα “ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως, ει δ’ έγνως, ούκ αν κατέγνως”. Ο απλός λαός δεν είναι τόσο ανήθικος, όσο πιστεύουμε εμείς οι ψευτο- προοδευτικοί διανοούμενοι. Ο λαός έχει αρχές και τελικά να δεις ότι θα την πατήσουμε από εκεί που ήταν το μεγάλο μας φόρτε, από την ηθική. Διότι η ροπή μας προς την αισθητική ήταν, καθώς φαίνεται, μεγαλύτερη από την προσήλωσή μας στην ηθική. Ή μήπως το κύριο επίτευγμά μας είναι τελικά η λογική ή η ψυχολογία- μυθολογία μας; Τέλος πάντων, ας τα βρουν οι νεότεροι, ποια ευρεσιτεχνία ή ποια πνευματική μας ιδιοκτησία θα πρωτοκλέψουν προκειμένου να επιβιώσουν».  

ΛΥΣΙΟΥ ΛΗΝΑΙΟΥ ΥΜΝΟΣ

      «Κλύθι, μάκαρ, Διός υιέ, επιλήνιε Βάκχες, διμήτωρ

      Σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμε, λύσιε δαίμον

      Κρυψίγονον μακάρων ιερόν θάλος , εύϊε Βάκχε,

      Ευτραφές, εύκαρπον, πολυγηθή καρπόν άξων,

      Ρηξίχθων, ληναίε, μεγασθενές, αιολόμορφε-

     Παυσίπονον θνητοίς φανείς άκος, ιερόν άνθος

    Χάρμα βροτοίς φιλάλυπον, εφάπτορ, καλλιέθειρε,

   Λύσιε, θυρσομανές, βρόμιε, εύϊε πάσιν εύφρων

    Οίς εθέλεις θνητών ηδ’ αθανάτων σε επιφαύσκειν

    Νυν σε καλώ μύσταις μολείν ηδύν φερέκαρπον».   

      (Άκου, μακάριε, Διός γιέ, Βάκχε με τις δύο μητέρες

      Που σε μνημονεύουν για το σπέρμα σου όλες τις μέρες,

      Κρυφογεννημένε, που με κάνεις να σε τσιτάρω,

      Σαν ομοιοπαθητική για την αρρώστια που κουράρω,

      Ρηξίχθονα, ληναίε, μεγασθενή, με μορφή ανέμων  

     Παυσίπονε, πανάκεια για θνητούς, ιερέ δαίμων

     Παυσίλυπε, χαρμόσυνε, εφαψία κι ό,τι άλλο,

     Λυτρωτή, με το θύρσο σου μάς γιατρεύεις τον κάλο, 

     Σε όσους θέλεις θνητούς ή αθάνατους φανερώνεσαι

      Σε καλώ για τους μύστες με ηδείς καρπούς να ζώνεσαι).

      «Αυθέντα, πιστεύω ότι η ερμηνεία του χρησμού, όπου διευκρινίζεις ότι ο Βάκχος -Διόνυσος αποτελεί ομοιοπαθητική θεραπεία για τους ξεσαλωμένους ηδυπαθείς, είναι μια ωραία πινελιά», είπε ο Υπερίων.

      Ο Κοίος γύρισε από το πηδάλιο και είπε:

      «Αυθέντα, σού θυμίζω ότι έχουμε μπει στον αστερισμό του Ιχθύος, όπου σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές από Δημιουργίες του παρελθόντος, από τις οποίες κανείς διερωτάται για ποιο λόγο έχει δέσει κορδέλα στο δάκτυλό του, έχουμε έντονη πρωτοπλασματική και παραφυσική δραστηριότητα από άλλες διαστάσεις. Τα πλάσματα είναι ιχθύες όνομα- και πράγμα, τεράστια διαστημικά κήτη, που εκκρίνουν σπέρμα τα μάλα διαβρωτικό για τα τοιχώματα του τιτανίου, από το οποίο είναι φτιαγμένα τα σκάφη μας.»

      «Υποπλοίαρχε, το σωστό επιστημονικό ήθος επιβάλλει να υπενθυμίσεις στον πλοίαρχο ότι τα κακόμοιρα αυτά ψάρια δεν έχουν τίποτε εναντίον μας, απλώς θεωρούν τις χωρονήες θηλυκά όντα του γένους τους και σπεύδουν να μάς γονιμοποιήσουν. Άλλως και επικουρικώς, δεδομένου ότι τα θηλυκά θηλάζουν κιόλας τα μωρά τους κι αφού τα αρσενικά είναι και λίγο ανωμαλιάρηδες, μάς θεωρούν και πηγή τροφής -θηλασμού και προσκολλώνται στο μέταλλο των χωρονηών για να βυζάξουν την ενέργειά μας.»

      «Τι σχέση αυτό, κύριε αντιπλοίαρχε, με την ανάγκη να προσέχουμε διπλά και τριπλά; Τα κίνητρα των ψαριών δεν μάς ενδιαφέρουν, ούτε θα κάτσουμε να τα αναλύσουμε και να ξοδέψουμε τζάμπα φαιά ουσία. Όταν κανείς επιτίθεται σε κάποιον ή τον βλάπτει, είναι ή τρελός ή κακός ή βλάκας, Από εκεί και πέρα δεν θα κάνουμε διδακτορική πραγματεία για να …»

      «Η λογική σου είναι απλοϊκή και ταιριάζει περισσότερο σε αστυνομικούς και ασφαλίτες παρά σε αξιωματικό του αστροστόλου με πλήρη εκπαίδευση σε όλα τα ζητήματα».

      «Σταματείστε», είπε ο Κρείος. «Ψάρι στις δύο η ώρα. Έρχεται πάνω μας με ταχύτητα δίνης».

      «Κόκκινος συναγερμός, αναλάβατε θέσεις μάχης» είπε ο Προμηθέας. «Ενεργοποίηση ασπίδων και ελιγμών αποφυγής. Ακτινοβόλα σε αναμονή».

      «Προσοχή, θέλει να μάς κολλήσει».

      «Είπαμε, πηδαλιούχε, ελιγμοί αποφυγής, αυτή είναι η λύση. Τώρα αν δεν ξέρεις να κάνεις ελιγμούς αποφυγής, αυτό δεν είναι θέμα του πλοιάρχου αλλά δικό σου. Εγώ πάντως έδωσα την κατάλληλη εντολή».

      «Εγώ, εγώ, είναι η σειρά μου να ανταποκριθώ. Έχουμε απομακρυνθεί αρκετά χιλιόμετρα από το πρώτο ψάρι, αλλά έρχεται δεύτερο από αριστερά».

      «Κανείς δεν πρόκειται να μού βγει εμένα από αριστερά», είπε ο Προμηθέας.

      Όσο κι αν ο πλοηγός και ο τιμονιέρης προσπαθούσαν, ο πρώτος χαράσσοντας διαρκώς νέα πορεία και ο δεύτερος στρίβοντας το τιμόνι δεξιά και αριστερά, τα ψάρια πλησίαζαν ολοένα.

      Ο Κοίος γύρισε φανερά ταραγμένος προς την πολυθρόνα του κυβερνήτη. 

         «Αυθέντα, μπορώ να αποφύγω ένα ψάρι, όχι δύο ταυτόχρονα. Όχι δύο».

      «Ας γραφεί στο ημερολόγιο κυβερνήτη ότι αναγκάστηκα να ασκήσω βία ως έσχατο μέσον, αφού ο πηδαλιούχος με ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να αποφύγει δύο ψάρια ταυτοχρόνως», διέταξε ο πλοίαρχος. «Ευρύβια, Ευρυνόμη, Λητώ επιγυναικώστε τα πολυβόλα».

      «Εγώ, εγώ», ανέλαβε πρωτοβουλία η Λητώ. «Ήδη το σκόπευτρό μας κλείδωσε τον ένα ιχθύ στις δέκα η ώρα. Όχι, μια στιγμή, κάτι κατάλαβε το διαβολεμένο και απομακρύνεται. Παίζει σε μία απόσταση που είναι ακριβώς το βεληνεκές των πυροβόλων μας, πότε βγαίνει εκτός εμβέλειας, πότε μπαίνει εντός. Λες να είναι νοήμον πλάσμα, κυβερνήτη;»

      «Σκασίλα μας, οι ξενοβιολογικές και ξενοκοινωνιολογικές έρευνες μπορούν να περιμένουν. Θεία, ανάλαβε εσύ τον έλεγχο των όπλων. Θέλω μόλις το ψάρι βάλει ακόμη και μισό τμήμα της ουράς του εντός εμβέλειας να πυροβολήσεις αυτομάτως.»

      Η οθόνη έδειχνε τους δύο τεράστιους ιχθύς να ελίσσονται στο διάστημα με σώματα που έπαλλαν, ιρίδιζαν και φωσφόριζαν από ποικίλα φώτα πορείας σαν να ήσαν καλαμάρια ή σουπιές.

      «Πλοίαρχε, ως πρώτος αξιωματικός οφείλω να σού υποδεικνύω εναλλακτικές λύσεις», είπε ο Υπερίων. «Αν πετύχουμε τα ψάρια στο όριο του βεληνεκούς, αυτά γέρνουν προς τα πλάγια και ξεφεύγουν. Αντίθετα, αν κάνουμε υπομονή και τα αφήσουμε να πλησιάσουν λίγο περισσότερο, τότε μία μόνο βολή μας είναι ικανή να τα διατρυπήσει διαμπερώς».

      «Μμ», είπε ο Προμηθέας γραπώνοντας κυριαρχικά ή ίσως και με λίγο άγχος τους βραχίονες της πολυθρόνας του. «Ας μην κυκλοφορήσει ότι δεν λαμβάνω υπόψη τις υποδείξεις του πρώτου αξιωματικού μου. Ας το κάνουμε έτσι. Λητώ, κράτα τα όπλα σε επιφυλακή και περίμενε να μάς προσεγγίσουν κάπως τα ψάρια, ύστερα άνοιξε πυρ κατά τη διακριτική σου ευχέρεια».

      Κάποια στιγμή ακούστηκε ο ήχος του εκπυρσοκροτούντος ακτινοβόλου. Ο Προμηθέας έψαχνε να βρει το αθέατο ίχνος της ακτίνας στο διάστημα, τρέχα γύρευε!

      «Λητώ, τζούφια η βολή σου. Δεν βλέπω να πέτυχες τίποτε, ίσως μόνο κάποιο πλοκάμι που δεν κάνει ούτε για χταπόδι ξυδάτο», εκφράστηκε απογοητευμένος.

      «Νέα σκόπευση, νέο κλείδωμα, μπαμπούλας στο τέταρτο τεταρτημόριο», είπε η Λητώ.

      «Ρίχτου μία τορπίλη φωτονίων, δεν είμαστε για οικονομίες τώρα», διέταξε ο Προμηθέας.

      «Πυρ, πυρ, να πάρει ο διάολος», έβρισε ανεπίτρεπτα η Λητώ.

      «Ανθυποπλοίαρχε, οφείλω να σε επιτιμήσω, διότι αυτού του είδους η γλώσσα δεν είναι παραδεκτή για μέλος του αστροστόλου. Σού αφαιρώ δέκα πόντους που στην πραγματικότητα σε υποβιβάζουν σε ανθυπασπιστή, εκτός αν επιλέξεις να τούς εξαγοράσεις με εκατό κάμψεις στο γυμναστήριο του Βενοβίνδα», απένειμε έναν ψόγο ο Υπερίων.

      «Όχι τώρα, Υπερίων», τον διέκοψε ο Προμηθέας. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να ασκήσεις την πρόσθετη αρμοδιότητά σου του προγυμναστή- επόπτη- επιτηρητή- τιμητή».

      Εν τω μεταξύ το χρυσόψαρο στην οθόνη αναπήδησε, τα χρώματά του αποσυντονίστηκαν, οι κινήσεις του παρέλυσαν κι ένα υγρό που μπορεί να ήταν και αέριο ανάβλυσε με εκρηκτική αποσυμπίεση από το εσωτερικό του.

      «Το πετύχαμε, το πετύχαμε», αγκαλιάζονταν οι σκοπευτές.

      «Αυτού του είδους οι πανηγυρισμοί για τον άδοξο θάνατο ενός εν μέρει ανυπεράσπιστου αντιπάλου είναι ανάξιοι για ένα μέλος της χωρονηός Ναός Κόσμημα Βενοβίνδας», υπενθύμισε ο άτεγκτος Υπερίων. «Ένας αξιωματικός της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου πρέπει να είναι εξίσου επιφυλακτικός και ως προς τους επαίνους και ως προς τις επικρίσεις, να κρατά την ψυχραιμία και να περιφρουρεί τη λογική του σε κάθε περίσταση…»

       Οι πανηγυρισμοί όντως αμαυρώθηκαν και μετριάστηκαν λόγω της εμφάνισης τεσσάρων καινούριων ψαριών που κυνηγούσαν απηνώς το αστροσκάφος, χωρίς να παραδειγματιστούν ή έστω να ενδιαφερθούν για την εξόντωση ενός από αυτά.       

      «Σ’ αυτή τη φάση χρειαζόμαστε να βάλουμε σε ενέργεια τα μεγάλα μέσα», διαπίστωσε ο Προμηθέας. «Εμπρός όλοι μαζί να ψάλλουμε τον ύμνο για την καταστέριση του αστερισμού Υδροχόου, εξόχως κατάλληλου για να εξευμενίζει ψάρια. Προς τούτο επιλέγω τον ορφικό ύμνο των Ωρών, διότι βρισκόμαστε και εδώ μπροστά σε ένα είδος ωρίμανσης. Επίσης προχωράμε και στον ύμνο της Μηλινόης που σηματοδοτεί τον καταστερισμό του εξόχως συναφούς νοηματικά με την υπόθεσή μας Κήτους».

ΩΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

      «Ώραι θυγατέρες Θέμιδος και Ζηνός άνακτος,

      Ευνόμη τε, Δίκη τε και Ειρήνη πολύολβε,

      Εαριναί, λειμωνιάδες, πολυάνθεμοι, αγναί

      Παντόχροιοι, πολύοδμοι εν ανθεμοειδέσι πνοαίς,

      Ώραι αειθαλείς, περικυκλάδες, ηδυπρόσωποι,

      Πέπλους εννύμεναι δροσερούς ανθέων πολυθρέπτων,

      Περσεφόνης συμπαίκτορες δεύτε Μοίραι

      Και Χάριτες κυκλίοις χοροίς προς φως ανάγωσιν

      Ζηνί χαριζόμεναι και μητέρι καρποδοτείρη,

      Έλθετ’ επ’ ευφήμους τελετάς οσίας νεομύστοις,

      Ευκάρπους καιρών γενέσεις επάγουσαι αμεμφώς».  

      (Ώρες θυγατέρες Θέμιδος και Διός άνακτος,

      Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη, καμιά τους άπρακτος,

      Εαρινές,  πολυάνθεμες, αγνές των λειμώνων

      Παντόχροιες, μοσχοβολούσες πνοές των ανθώνων,

      Ώρες αειθαλείς, ηδυπρόσωπες, χορευταρούδες,

      Που φοράτε πέπλα δροσερά, π’ ανθίζουν με ασπούδες,

      Περσεφόνης συμπαίκτορες Μοίρες ελάτε

      Μαζί με τις Χάριτες σε χορούς κυκλωτικούς ορμάτε

      Αφιερωμένους στο Δία και στην Δήμητρα σώτειρα,

      Έλθετε σε τελετές, όπου βασιλεύει η καρποδότειρα,

      Που δίνει μπόλικη παραγωγή, κρέας, λίπη, ανθότυρα).

          ΜΗΛΙΝΟΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

      «Μηλινόην καλέω, νύμφην χθονίην, κροκόπεπλον

      Ήν παρά Κωκυτού προχοαίς ελοχεύσατο σεμνή

      Φερσεφόνη, λέκτροις ιεροίς Ζηνός Κρονίου

      Ή ψευσθείς Πλούτωνι εμίγη δολίαις απάταις

      Θυμώ Φερσεφόνης δε δισώματον έσπασε χροιήν,

      Ή θνητούς μαίνει φαντάσμασιν αερίοις

      Αλλοκότοις ιδέαις μορφής τύπον εκπροφανείσα,

Άλλοτε μεν προφανής, ποτέ δε σκοτόεσσα, νυχαυγής

Ανταίοις εφόδοις κατά ζοφοειδή νύκτα,

Αλλά, θεά, λιτομαί σοι, καταχθονίων βασίλεια

Ψυχής εκπέμποις οίστρον επί τέρματα γαίης,

Ευμενές, ευίερον μύσταις φαίνουσα πρόσωπον».    

      (Καλώ τη Μηλινόη, νύμφη χθόνια, με πέπλα κιρρά

      Που γεννήθηκε στις εκβολές, στου Κωκυτού τα νερά

      Από την Περσεφόνη, στου Δία την κλίνη και τον θόλο

      Που την κατάφερε παριστάνοντας Πλούτωνα με δόλο

      Κι έσπασε τη διάθεσή της σε μανία και θυμό

      Να ‘ναι των θνητών η τρέλα στων στοιχειών το ρυθμό.  

      Τη μορφή και τον τύπο της έδωσε σε αλλόκοτες ιδέες,

Άλλοτε με φως, άλλοτε με σκότος, νηπενθή, ορχιδέες,

Με εφόδους κάτω από τη γη στη νύκτα τη πλανεύτρα,

Αλλά, θεά, σ’ ικετεύω, χθονίων άνασσα κι ιππεύτρα

Να διώχνεις της ψυχής τον οίστρο στων οριζόντων βάθος,

Και στους μύστες να παρίστασαι ευμενής, χωρίς πάθος).   

Παρά τους ύμνους η κατάσταση δεν φαινόταν να βελτιώνεται. Τα ψάρια που ακολουθούσαν κατά πόδας ή μάλλον με παλινδρομική κίνηση της ουράς τους τον Βενοβίνδα εκτόξευαν σπέρμα προς γονιμοποίηση, ενώ ο εναπομείνας από τους δύο ιχθύς που είχαν επιτεθεί από μπροστά προσκολλήθηκε στο μηχανοστάσιο και με τη διαβρωτική του κόλλα επιχειρούσε να αντλήσει ενέργεια.

      «Το μηχανοστάσιο, όπως και όλο το πίσω τμήμα του πλοίου υποφέρει, κυβερνήτα», είπε η Ευρύβια. «Σχεδόν όλη η ηλεκτρομαγνητική δύναμη από την αντίδραση των κρυστάλλων απορροφάται από τον ιχθύ και δεν διοχετεύεται στους αγωγούς. Είναι σαν να έχουμε πάθει ένα είδος ισχαιμικού εγκεφαλικού. Επιπλέον παρατηρείται διήθηση και διαπίδυση των τοιχωμάτων, που μπορεί να οδηγήσει σε θραύση του εξωτερικού κελύφους. Ήδη οι χωροναύτες εκκενώνουν το μηχανοστάσιο».    

      «Γιατί, έδωσα εγώ τέτοια διαταγή; Να μείνουν και να το υπερασπιστούν. Κινδυνεύουμε να μείνουμε ακίνητοι στο διάστημα χωρίς καμία ενέργεια στους κινητήρες».

      «Κυβερνήτα, έχω μία ρηξικέλευθη πρόταση, που πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως, αλλά δεν έχω καιρό για πολλές εξηγήσεις», είπε ο Υπερίων. «Είναι φανερό ότι οι ειδωλολατρικοί ύμνοι και μάλιστα προς τιμή δευτερότριτων δευτεροκλασάτων θεοτήτων δεν ωφελούν, δεν είναι αρκετά ισχυροί για την περίστασή μας».

      «Το ΄πιασα», είπε ο Ωκεανός. «Αφού έχουμε να κάνουμε με ιχθύες, η λύση είναι τα χριστιανικά τροπάρια. Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. – Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. Ο χριστιανισμός είναι το μόνο κίνημα που μπορεί να συγκριθεί με τον αρχαιοελληνικό τιτανισμό, γιατί βαίνει παράλληλα με αυτόν στην Ιστορία και πρεσβεύει πάνω- κάτω τις ίδιες αρχές».

      «Ναι, αλλά με βάση την αυθαίρετη αναιτιολόγητη πίστη και όχι την επιστημονική ακρίβεια και μέθοδο», επιχειρηματολόγησε ο Προμηθέας. «Χρειαζόμαστε συνειδητούς πολίτες, όχι τυφλούς οπαδούς. Η αποδοχή των ηθικών αρχών πρέπει να έχει ως θεμέλιο τη λογική και όχι τον φόβο…»

      «Προμηθεύ, δεν προφταίνουμε!» φώναξε απελπισμένα ο Υπερίων, ενώ το πλοίο κλονιζόταν και συγκλονιζόταν από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα.

      «Εντάξει, ας ξεκινήσουμε χριστιανικό ψαλμό, παρότι για μένα οι Χριστιανοί είναι οι πραιτοριανοί, οι τσάτσοι, οι παρακοιμώμενοι μυστικοσύμβουλοι του Θεού, κατάσκοποι εσωτερικών υποθέσεων που τούς στέλνει σε όλες τις εποχές για να διαπιστώσει αν οι εμείς οι τιτάνες, οι πραγματικοί πράκτορες, κάνουμε τη βρόμικη δουλειά που μάς έχει αναθέσει…».

«Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει!», κραύγασε επειγόντως ο Υπερίων.

«Παιδιά, μόλις μού ήλθε έμπνευση θυσιαστική και χριστιανική»,  είπε ο Προμηθέας. «Να μπει ένας σε μία άκατο και να εισχωρήσει βαθιά στο προσκολλημένο ψάρι μέχρι να κόψει τα έντερά του κορδέλες. Πώς σάς φαίνεται το σχέδιο αυτό; Μήτιδα, σε χρίζω εθελόντρια. Πορευθείσα, μαθήτευσε ή μάλλον δώσε ένα γερό μάθημα στο ον αυτό. Ύπαγε και μη αμαρτάνεις πλέον».  

«Εγώ, εγώ» είπε η δραστήρια Μήτιδα και εξαφανίστηκε τρέχοντας από τη γέφυρα.

Ταυτόχρονα ο Προμηθέας στράφηκε στους πυροβολητές.

«Λητώ, οπίσθια κανόνια, κλείδωση και των τριών στόχων. Διοχέτευση επικουρικής ενέργειας στο οπλικό σύστημα, εν ανάγκη κόψε και από το σύστημα υποστήριξης ζωής»  

 «Ερμηνεύω το παράγγελμά σου και δεν υπακούω τυφλά, πλοίαρχε, όπως είμαστε εκπαιδευμένοι εμείς οι τιτάνες. Οι στόχοι είναι τέσσερις και τούς στοχεύω καλύτερα έναν -έναν», διευκρίνισε η Λητώ.

«Εις τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν».

«Κατεπάνω, ήδη ο ένας από τους διώκτες- ιχθύς σπαρταράει από τα πλήγματα των πυροβόλων μας και τα χρώματά του βραχυκυκλώθηκαν και ξεθυμαίνουν, σβήνουν!»

«Ωραία, χρειαζόμαστε μερικές καλές ειδήσεις», είπε ο Προμηθέας. «Και μη ξεχνάτε. Ο χρόνος είναι μία πολυτέλεια που δεν διαθέτουμε», συμπλήρωσε με ένα ρητό που το έλεγε έτσι κι αλλιώς σε όλες τις περιστάσεις.

«ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με».

«Αυθέντα, η άκατος “Σαλαμινία” υπό τη διεύθυνση της Μήτιδας έχει καταγάγει ισχυρά χτυπήματα στον προσκολλημένο ιχθύ, σε βαθμό που αυτός έχει αρχίσει να χάνει τη συνέχεια του δέρματος και τη λειτουργία των οργάνων του».

«Μπράβο, ρε Μήτιδα, μπράβο ρε, έχεις πολύ μυαλό όπως λέει τ’ όνομά σου κι όχι μόνο μεγάλη μύτη. Το ήξερα ότι θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο!».

«τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν».

«Ηγεμών, ο εχθρικός προσκολλημένος ιχθύς διερράγη στα εξ ων συνετέθη!».Άγριες ζητωκραυγές διαδέχθηκαν το νέο αυτό.

«ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ».

«Κεντρικό ψάρι στις έξι η ώρα παρουσιάζει προβλήματα και εγκαταλείπει το σχηματισμό ζαλισμένο από τα κεραυνοβόλα μας. Αλλά και το ψάρι στις επτά η ώρα φαίνεται να ζαρώνει».

Νέοι πανηγυρισμοί εκδηλώθηκαν στη γέφυρα.

«ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά».

«Ε λοιπόν τώρα θα δώσω τη μόνη δυνατή εντολή που δύναται κανείς υπό αυτά τα πραγματικά περιστατικά να συλλάβει. Και προσοχή, θα είναι εντολή του αγελάρχη, όχι δελφικό παράγγελμα, δεν θέλω ερμηνείες και τέτοια αδελφίστικα και φλώρικα κατασκευάσματα. Συγκεντρώστε το πυρ σας στο τελευταίο εναπομείναν ψάρι. Ρίξτε και κάνα -δυο τορπίλες φωτονίου να το εξορίσουμε στην ουράνια βασιλεία κι ακόμη παραπέρα!».

«ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν».

Τα πυροβόλα και οι τορπίλες του Βενοβίνδα διέλυσαν εύκολα το τελευταίο ψάρι. Και εγένετο χαρά μεγάλη.

«ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με».

«Τώρα όμως υπάρχει μία επιπλοκή. Ρήξη κελύφους στο χώρο αποθήκευσης, διότι οξειδωτική οργανική μάζα από το διασκορπισμένο ψάρι κολλάει σαν έμπλαστρο σε διάφορα τμήματα του τοιχώματος».

«ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον».

«Εθελοντές, τρέξτε αμέσως και σφραγίστε το ρήγμα με μονωτικό υλικό. Εφαρμόστε αμέσως πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ξένων στοιχείων και επιδιόρθωσης ημετέρων δεδομένων».

«καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».

«Άρχων, το τελευταίο ψαροσκάφος πνέει τα λοίσθια. Νικήσαμε!».

«καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν».

«Ναι, ο ψαλμός τελειώνει εντελώς συγχρονισμένος με τον ξέφρενο πυρρίχειο χορό μας. Ευχαριστούμε, Χριστέ. Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν, αμήν».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’

ΗΡΙΔΑΝΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΟΥΣ (ΡΙΓΚΕΛ), ΛΑΓΩΟΣ, ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΕΙΡΙΟΣ

«Με τη βοήθεια του Θεού φθάσαμε περίπου στο μέσο της διαδρομής μας», εξήγγειλε ο Προμηθέας. «Ήδη στο τέλος της ελλειπτικής αυτής θα εισέλθουμε στο δεύτερο στάδιο του ταξιδιού μας, έχοντας όμως πια ως αφετηρία και ορμητήριο το αρχηγείο μας, τον Σείριο, το γνώριμο αυτό τόπο, όπου το χόρτο στα λιβάδια είναι πιο πράσινο και τα νερά κυλούν πιο ήπια».   

Ο πλοίαρχος έκλεισε το μάτι πονηρά στον αντιπλοίαρχο:  «Είναι ώρα να δημιουργήσουμε τον Ηριδανό, το πιο ήσυχο ποτάμι που θα μάς φέρει στον προορισμό μας, διότι “έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί”. Μού φαίνεται ότι κάτι ξέρεις εσύ από Ηριδανό, έ Υπερίων;»

«Θεωρείται η μακρινή πατρίδα και κοιτίδα όλων των Ατλάντων», είπε ο Υπερίων χωρίς να ενθουσιαστεί και πολύ.

«Τότε αναλαμβάνεις εσύ την τιμή να ψάλλεις τον ύμνο των Μοιρών που έχω επιλέξει για τη συγκεκριμένη αυτή Δημιουργία», παραχώρησε το σχετικό προνόμιο ο ηγεμών, πράγμα που δεν έκανε εύκολα ή απερίσκεπτα.

ΜΟΙΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Μοίραι απειρέσιοι, Νυκτός φίλα τέκνα μελαίνης,

Κλύτε μοι ευχομένου, πολυώνυμοι, αί τ’ επί λίμνης

Ουρανίας (ίνα λευκόν ύδωρ νυχίας υπό θερμής

Ρήγνυται εν σκιερώ λιπαρού μυχώ ευλίθου άντρου)

Ναίουσαι πεπάτησθε βροτών επ’ απείρονα γαίαν-

Ένθεν επί βρότεον δούλον γένος ελπίδι κούφη

Στείχετε, πορφυρέαις καλυψάμεναι οθόναις

Μορσίμω εν πεδίω, όθι πάγγεον άρμα διώκει

Δόξα, δίκης παρά τέρμα και ελπίδος ηδέ μεριμνών,

Και νόμον ωγύγιον παναπείρονος ευνόμου αρχής,

Μοίρα γαρ εν βιότω καθορά μόνον, ουδέ τις άλλος

Αθανάτων, οί έχουσι κάρη νιφόεντος Ολύμπου,

Και Διός όμμα τέλειον – επεί γ’ όσα γίγνεται ημίν,

Μοίρα τε και Διός οίδε νοός δια παντός άπαντα.

Αλλά μοι αέριοι, μαλακόφρονες, ηπιόθυμοι,

Άτροπε και Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ’ ευπατέρειαι

Νυκτέριοι, αφανείς, αμετάτροποι, αιέν ατειρείς,

Παντοδότειραι, αφαιρέτιδες θνητοίς ανάγκης,

Μοίραι, ακούσατ’ ημών οσίων λοιβών τε και ευχών

Ερχόμεναι μύσταις λαθιπήμονες εύφρονι βουλή.»   

(Μοίρες άπειρες, τέκνα νύχτας με μαύρο χράνο  

Ακούστε τις ευχές μου, πολυώνυμες, στη λίμνη επάνω

Την ουράνια, όπου λευκό ύδωρ θερμής νυχτιάς

Στάζει σε σκιαρό λιπαρό μυχό καλόλιθης σπηλιάς,

Εκεί πατάτε εσείς στων ανθρώπων την απέραντη γη,

Όπου με κούφια ελπίδα το γένος των θνητών ψυχορραγεί

Και προχωρείτε με πορφυρές οθόνες καλυμμένες

Στο μοιραίο πεδίο, όπου όλοι ζητούν της δόξας τις πιένες  

Κι όπου η Δίκη ερευνά, εκεί που στερεύουν οι ελπίδες

Αν τον πανάρχαιο νόμο τήρησες και είδες.  

Διότι μόνο η Μοίρα ορίζει το βίο και κανένας άλλος,

Των αθανάτων ολύμπιων, όσο κι αν είναι μεγάλος.  

Αφού μάλιστα όσα γίνονται σ’ εμάς από τη μοίρα  

Ο δικός μας νους θε να νικήσει με του Θεού τη λύρα.

Αλλά αέριες, ήπιες, ευμενείς, μαλακές ελάτε από πέρα

Άτροπε και Λάχεσι, Κλωθώ, πού ‘χετε καλό πατέρα

Νυχτερινές, αφανείς, αμετάτροπες, ναι μεν σκληρές,

Μα καμιά φορά παντοδότειρες σε ανθρώπων χαρές,

Μοίρες, ακούστε εμάς με τις θυσίες, σπονδές και χοές

Κι ελάτε στους μύστες να δώσετε καλές συμβουλές).

«Πλοίαρχε, έχουμε μήνυμα από τον τρίτο πλανήτη του Ηριδανού», είπε η Ευρύβια. «Το προβάλλω στη μεγάλη οθόνη».

Μία φάτσα με γκρίζους γοητευτικούς κροτάφους και θεληματικό πηγούνι εμφανίστηκε.

«Κυβερνήτα, το όνομά μου είναι Τηρέας και είμαι βασιλέας των Θρακών. Επίκειται ο γάμος μου σκοπιμότητας με την αρχόντισσα Πρόκνη, κόρη του βασιλιά Πανδίονα. Όπως καταλαβαίνεις, πρόκειται για πολύ σημαντικό γεγονός και δυστυχώς και αναπόφευκτο. Τόσον καιρό που είμαι ανύπανδρος – αν και το σωστό είναι ανύμφευτος για τους άνδρες και ανύπανδρος για τις γυναίκες- με κοιτάει λες και βλέπει κανένα μίασμα, σαν η σχέση μας να εξαρτάται αποκλειστικά από το ύπανδρον ή ανύπανδρον. Είμαστε άραγε οι άνδρες σημαδεμένοι με κάποιο χρώμα στην όραση των γυναικών είτε κόκκινο είτε πράσινο ανάλογα με το οικογενειακό μας στάτους;»

Ο Προμηθέας συμβουλεύτηκε τον Υπερίωνα ψιθυριστά.

«Ο άνθρωπος ομιλεί  ασυνάρτητα και ασύνδετα “εική και ως έτυχεν”. Φαίνεται σαν να θέλει να πει τον πόνο του κάπου. Το γεγονός όμως ότι πάει να ξεφορτώσει τον καημό του σε εμάς που είμαστε παντελώς άγνωστοί του και όχι στη σύντροφό του, σημαίνει ακριβώς ότι οι σχέσεις τους είναι διαταραγμένες. Διότι, αν ήσαν σωστές και υπήρχε έστω κάποια νοηματική επικοινωνία, το σκωρ (του σκατός) των απωθημένων θα το έτρωγε ο σύντροφος του και όχι εμείς, που στο κάτω- κάτω δεν έχουμε και καμία υποχρέωση», είπε ο μορφωμένος Ατλάντειος.  

              «Όπως πάντα, ακριβής μέχρι το τελευταίο κόμμα, Υπερίωνα», παραδέχτηκε ο ηγεμών (ενεργών στο πλαίσιο αρμοδιότητας πάντα). Στράφηκε στην οθόνη.

              «Ωραία αυτά που μάς λες, βασιλεύ, και συγχαρητήρια για ητν επικείμενη πνευματική ένωσή σου. Πλην όμως δεν βλέπουμε τι σχέση έχουμε εμείς με τον σχεδιαζόμενο γάμο σου.»    

              «Το σκάφος σου έχει αποκτήσει μία φήμη, κυβερνήτα, και πιστεύω ότι θα ήταν μεγάλη τιμή για το όλο πλανητικό σύστημα του Ηριδανού, αν τελούσες την τελετή εσύ».

              Μετά από στιγμιαία συνεννόηση με το πλήρωμά του, όπου στην κυριολεξία μίλαγαν τα μάτια, ο κυβερνήτης ένευσε καταφατικά.

              «Μεγάλη μας τιμή» είπε. «Ευρύβια, συνεννοήσου με τον άρχοντα, βρες τις συντεταγμένες της αρχόντισσας Πρόκνης, βρείτε και διαθέσιμο δωμάτιο, καθώς και χώρο για τα πράγματά της και διακτινίστε την στο σκάφος. Η τελετή θα κανονιστεί στον ναό της χωρονηός ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας, εστέ έτοιμοι για ανακοίνωση ημέρας και ώρας και βέβαια σημειώστε ότι η επίσημη περιβολή αξιωματικού είναι υποχρεωτική για όσους παραστούν». Επίτηδες χρησιμοποίησε πολλά αρχικά ο Προμηθέας για να εντυπωσιάσει και να τονίσει ότι τελικά και η παρουσία όλων θα ήταν εξίσου υποχρεωτική.

Δυστυχώς, όπως διαπίστωσαν οι Υπερίων και Ωκεανός ενημερώνοντας σχετικά τον Προμηθέα, και η νύφη συναγωνιζόταν σε αστάθεια και μη προβλεψιμότητα τον γαμπρό. Η όλη διαδικασία του επικείμενου γάμου είχε προφανώς δρομολογηθεί για τη νομιμοποίηση του Ίτυ, ενός τέκνου που οι δύο μελλόνυμφοι είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει. Επίσης ήταν φανερό ότι ο Ίτυς, εξαιτίας του οποίου η Πρόκνη συρόταν παρά τη βούλησή της σε γάμο, τής είχε γίνει έμμονη ιδέα και μιλούσε συνέχεια γι’ αυτόν, ότι μοιάζει πολύ του πατέρα του στα ελαττώματα, είχε δε και μία εξίσου αρρωστημένη εμμονή με την αδελφή της Φιλομήλα, με την οποία ήσαν αχώριστες ως συμβιωτικά φυτά. Είχε παρακαλέσει τον μέλλοντα σύζυγό της, αν τρέφει κάποια εύνοια γι’ αυτήν, να τη στείλει προ του γάμου να συναντήσει την αδελφή της  ή μήπως η αδελφή της μπορεί να έλθει να την επισκεφτεί. Ο Τηρέας «τσακίστηκε» να σαλπάρει με το πλοίο του και γρήγορα με τον οίακα και τα πανιά έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά για να ικανοποιήσει την επιθυμία της νύφης του, να πάρει και να φέρει τη Φιλομήλα κατά το «φετς» των Αγγλοσαξόνων. Κατά την αναχώρηση, ο πατέρας των κοριτσιών Πανδίων τον εξόρκισε να προστατεύσει τη Φιλομήλα, σαν να ήταν η Πρόκνη, και να τη στείλει πίσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, χαρίεσσα και αρτιμελή, αυτή που ήταν το παρήγορο στήριγμα των γηρατειών του. Όλα αυτά, κατά την ανάλυση του Υπερίωνα και του αρμόδιου για ιατρικά -ψυχολογικά θέματα ιατρού Ωκεανού, προμήνυαν την τέλεια καταιγίδα, σε περίπτωση π.χ. που ο Τηρέας, που δεν φαινόταν να έχει και μεγάλη ηθική εκπαίδευση ή κατάρτιση, αποφάσιζε να πάρει λίγο πιο κυριολεκτικά απ’ ό,τι θα ‘πρεπε τα λόγια του Πανδίονα να «προστατεύσει» και να φροντίσει τη Φιλομήλα σαν να ήταν η Πρόκνη.

Οι οιωνοί ήσαν άσχημοι, οπότε οι ήρωές μας έσπευσαν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις ψάλλοντας έναν ύμνο σχετικό με τη γένεση του αστερισμού Αριστερόποδα, που σημαίνει ότι ποτέ δεν βρέχει, αλλά πάντα πλημμυρίζει και πως οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά. Ο ύμνος βέβαια ειπώθηκε για να εξορκιστεί αυτό το ενδεχόμενο, αλλά η έκβαση κάθε δέησης παραμένει πάντα ανοιχτή.

ΡΕΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Πότνια Ρέα, θύγατερ πολυμόρφου πρωτογόνου,

Ή λις ταυροφόνος ιερότροχον άρμα τιταίνει-

Τυμπανόδουπε, φιλοιστρομανές, χαλκόκροτε κούρη

Μήτερ Ζηνός άνακτος Ολυμπίου αιγιόχου-

Πάντιμ’ αγλαόμορφε, Κρόνου σύλλεκτρε μάκαιρα,

Όρεσιν ή χαίρεις, θνητών τε ολολυγμοίς φρικτοίς

Παμβασίλεια Ρέα, πολεμοκλόνος, οβριμόθυμε,

Ψευδομένη σώτειρα, λυτηριάς, αρχιγένεθλε,

Μήτηρ μεν τε θεών ηδέ θνητών ανθρώπων.

Εκ σού γαρ γαία και ουρανός ευρύς ύπερθεν,

Και πόντος, πνοαί τε, φιλόδρομος, αερόμορφε,

Ελθέ, μάκαιρα θεά, σωτήριος εύφρονι βουλή,

Ειρήνην κατάγουσα συν ευόλβοις κτεάτεσι

Λύματα και κήρας πέμπουσ’ επί τέρματα γαίης».   

(Θυγατέρα πολυμόρφου πρωτογόνου, Σεβαστή Ρέα,

Που φονεύεις με άρμα τον ταύρο με τον λιόντα παρέα,

Τυμπανόγδουπη, μανιακή, κόρη που σκανδαλίζει ιερέα,

Μητέρα Διός άνακτος Ολυμπίου ασπιδοφόρου

Πάντιμη αγλαόμορφη, συμβία Κρόνου αιμοβόρου,

Που σ’ αρέσουν τα βουνά και των θνητών οι κραυγές

Βασίλισσα Ρέα, πολεμοθόρυβη, με ισχυρές καρδιές

Που σώζεις, λυτρώνεις με ψεύδη κατά συνθήκη

Μητέρα  θεών μα νοιάζεσαι και γι’ ανθρώπων τη νίκη.

Από σένα γη και ουρανός ευρύς εκπορεύονται,

Και ο πόντος και οι πνοές και άνεμοι κελεύονται  

Έλα, μακάρια θεά, με της βούλησης σωτήρια νοήματα,

Φέρε ειρήνη κι ευτυχισμένα σώφρονα αποκτήματα

Κι απάλλαξέ μας από ψυχής απωθημένα λύματα).  

Μια και ανησυχούσαν για το αν ο Τηρέας θα έβρισκε το δρόμο του, υποψιαζόμενοι ότι παρά την δήθεν κυρίαρχη παρουσία του διαπνεόταν από βαθιά δειλία και απερίγραπτη ανασφάλεια, αφού εξωθούνταν και αγόταν για ανάμικτους πολιτικούς και σεξουαλικούς λόγους προς ένα γάμο που δεν ήθελε,  -και το κυριότερο- κατά βάθος δεν ήθελε ούτε και η νύφη, είπαν τον ύμνο για τον αστερισμό Λαγωό, που ονομαζόταν και «Μίσης Κατάβασις».  

ΜΙΣΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον,

Σπέρμα πολύμνηστον πολυώνυμον Ευβουλέως,

Αγνήν τ’ ευίερον τε Μίσην, άρρητον άνασσαν,

Άρσενα και θήλυν, διφυή λύσιον Ίακχον –

Είτ’ εν Ελευσίνος τέρπη ναώ θυόεντι,

Είτε και εν Φρυγίη συν μητέρι μυστιπολεύεις

Ή Κύπρω τέρπη συν ευυστεφάνω Κυθερείη,

Ή και πυροφόροις πεδίοις επαγάλλη αγνοίς,

Συν σή μητρί θεά μελανηφόρω Ίσιδι σεμνή,

Αιγύπτου παρά χεύμα, συν αμφιπόλοις τιθήναις,

Ευμενέουσα έλθοις αγαθά εκτελέουσα επ’ άθλοις».  

(Τον θεσμοφόρο καλώ Διόνυσο που ‘χει ραβδί- καλάμι,

Τον σπερματεγχύτη, κι ακόμη καλύτερα σ’ άλλο θαλάμι

Την αγνή κι ιερή Μίσην, την άρρητη άνασσα,

Άρσενική και θηλυκή, που ποτέ χατίρι δεν τής χάλασα

Είτε στης Ελευσίνας το ναό καθώς θυσιάζεις

Είτε και στη Φρυγία με τη μάνα Γη κι αν απουσιάζεις,  

Ή κι αν στην Κύπρο τέρπεσαι μαζί με την Κυθέρεια,

Ή στα σιτοφόρα πεδία αγάλλεσαι αγνή κι αιθέρια,

Ή μαζί με την  Ίσιδα τη μελανόφορη, σεμνή ιέρεια

Στο Νείλο με άλλους μύστες σπονδές -χοές χύνεις

Ευμενής να έλθεις, αγαθά έργα να εγκρίνεις). 

«Οφείλω και πάλι ως πρώτος αξιωματικός να επισημάνω ότι με τους ψαλμούς αυτούς, υμνούμε τους αντιπάλους μας», παραπονέθηκε ο Υπερίων.

«Υπερίωνα, είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα που εσείς οι Ατλάντες διδάσκεστε όλες τις επιστήμες και τις τέχνες εκτός από το χιούμορ, το “αττικόν άλας” δηλαδή.  Και πάλι σε καλώ να σκεφτείς ότι οι ψαλμοί αυτοί έχουν άκρως ειρωνικό περιεχόμενο και – το κυριότερο- απευθύνονται σε αντίπαλο προκειμένου να τον κατευνάσουν και τον λογικέψουν. Όταν π.χ. εμείς παινεύουμε και δοξολογούμε τον Ερμή επειδή ήταν μεγάλος κλέφτης, θα πρέπει οι νεότερες γενιές να είναι πολύ ηλίθιες για να μην καταλάβουν τη μεγάλη αλήθεια ότι για εμάς οι θεοί ήσαν εχθροί, αφού ο αληθινός Θεός είναι μέσα μας και δεν εντοπίζεται σε τίποτε εξωτερικό».

 Μετά την διευκρινιστική αυτή στιχομυθία επιστρέφουμε στην πλοκή του επεισοδίου μας. Βέβαια οι τιτάνες δεν μπορούσαν να φανταστούν την έκταση των ψυχικών νοσημάτων  και αυθυποβαλλόμενων φαντασιώσεων, που είχαν συναπαντήσει. Ο μεν Τηρέας έψαχνε για καθρέφτη – καρφίχτη, όπου θα αντανακλώνται οι βλακείες, οι προκαταλήψεις και οι αμπελοφιλοσοφίες του περί εγγενούς διαφοράς ανδρών και γυναικών θυμίζοντας το αγγλοσαξονικό ρητό ότι τα αγόρια είναι ψαλιδιές, σαλιγκάρια και  κουταβιών ουρές, ενώ τα κορίτσια είναι ζάχαρη, μπαχάρι και όλα τα ωραία που έχουν χάρη! Κι από την άλλη, μια μητέρα που δεν στέργει να νουθετήσει και να γαλουχήσει, αλλά μόνο να καταστρέψει, να λιώσει  και να εξαλείψει το ίδιο της το σπλάχνο με μία φρενίτιδα Μαινάδας, που φτάνει στο σημείο να  ομολογεί ρητά και απερίφραστα- δεν θέλω να διδάξω, θέλω να ξεκοιλιάσω, να μαγαρίσω και να κατασπαράξω! Η παρατηρούμενη διαστροφή είναι πραγματικά, όχι απλά αποκαρδιωτική αλλά αηδιαστική, απωθητική. Τέτοιου είδους ανεξίτηλο και αρχετυπικό μίσος μάνας προς παιδί είναι ανεξήγητο, όσα παιδικά τραύματα κι αν έχει υποστεί κάποιος, τέτοιο αμιγές μίσος δεν μπορεί να καταλλαγεί ή να εξορκιστεί! Επίσης, η Ιατρική επιστήμη σήκωνε τα χέρια ψηλά και για την τάση της Πρόκνης να εξισώνει μέσα στη μανία καταδιώξεώς της μέλλοντες συζύγους, τέκνα, ξαδέρφους, φίλους, απλούς γνωστούς, ακόμη και αγνώστους που γνώρισε χθες ή προχθές. Αλλά ίσως να μην ήταν τόσο ανεξήγητο, αφού όλα τα πρόσωπα εξομοιώνονται μπροστά στον πανικό της παράνοιας. Δεδομένου ότι για τους αρχαίους Έλληνες η ψυχολογία ήταν η μυθολογία τους, υπήρχε η περίπτωση της Μήδειας ως συναφής βιβλιογραφία που θα μπορούσε να φωτίσει το περιστατικό, για την οποία κάθε απόρριψή της από τους άλλους ξεπλενόταν μόνο με φόνο!

Η μέρα του γάμου έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ να προϋπαντήσουμε νύφη και γαμπρό, παιδιά, στην … εσοχή του εκκλησιαστικού άμβωνα, που στην πραγματικότητα ήταν το αναλόγιο του καπετάνιου. Ο Προμηθέας, κορδωμένος σαν διάνος, άρχισε να λέει το κατεβατό μίας πατροπαράδοτης εθιμικής λιτανείας, η τέλεση της οποίας πάντα επιφυλασσόταν στους πλοιάρχους του εμπορικού ή πολεμικού ναυτικού.

«Από αρχαιοτάτων χρόνων έχει καθιερωθεί το ιερό έθιμο ότι ο κυβερνήτης μίας χωρονηός έχει την εξουσία να εποπτεύει και να ευλογεί την “συγκλήρωση του βίου παντός” και την συνένωση δύο μελών της κοινωνίας εις σάρκα μίαν. Έτσι λοιπόν με τη δύναμη που έχει επενδυθεί σε μένα από την Αστρογαλαξιακή Ομοσπονδία Σειρίου, σάς διακηρύσσω …»

«Ένσταση, ένσταση», ήλθε μία ουρανομήκης βοή από κάτω, διότι πράγματι μέχρι το πέρας της τελετής είχε ο καθένας το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση.  

Προσήλθε η Αγχιάλη φέροντας στους κεντρικούς συντελεστές του μυστηρίου  ένα άσπρο ύφασμα κεντημένο με πορφυρένιες ίνες κουβαλώντας το μ’ ένα τέτοιο σεβασμό σαν να ήταν η σινδών του Τορίνου ή το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας, τυλιγμένο σε συσκευασία δώρου. Τι ήταν αυτό; O Προμηθέας, που εκείνη τη στιγμή είχε όχι τον επιθετικό, αλλά τον κατηγορηματικό προσδιορισμό «ιερέας», ξετύλιξε το ύφασμα, όπως είχε ξετυλιχτεί η Κλεοπάτρα μπροστά στον Καίσαρα. Το ύφασμα ήταν αρκετά μακρύ για τις αφηγηματικές ανάγκες μίας ολόκληρης ιστορίας και η διήγηση- αλίμονο- ήταν η εξής. Όταν ο Τηρέας είχε πάει στον Πειραιά και αντίκρισε τη Φιλομήλα, που θα έπρεπε να συνοδεύσει στο γάμο, καταλήφθηκε με άνομο πάθος και άρχισε να φλέγεται από τα πυρακτωμένα βέλη των Ερωτιδέων και να παρασύρεται από τα φτερά και τα αιωρούμενα πέπλα τους ή, για να το πούμε αλλιώς με μία εμφιλοχωρούσα ελληνική έκφραση, δάγκωσε τη λαμαρίνα με πολύ άσχημο τρόπο. Ακόμη δεν είχε τελειώσει το ταξίδι και ο βάρβαρος φυλάκισε τη χλωμή, τρεμάμενη και φοβισμένη κόρη, που είχε μονάχα τη δύναμη να ρωτήσει με δάκρυα πού είναι η αδελφή της, τη βίασε, την εκπόρνευσε και την έκανε παλλακίδα του. Μα θα προβάλλετε ευλόγως την ένσταση, είναι δυνατόν τις παραμονές του γάμου του να κάνει ο Τηρέας κάτι τέτοιο; Ε ήταν δυνατότερο απ’ αυτόν, τι να κάνουμε, χωρίς βέβαια η εξήγηση αυτή να αποτελεί δικαιολογία για την αποτρόπαια πράξη του, αφού υπάρχει και η ελευθερία της βουλήσεως, καθώς και η δυνατότητα του «άλλως πράττειν». Οργισμένη η Φιλομήλα είχε απειλήσει να υπερβεί τη ντροπή και να ξεσκεπάσει την πράξη μ’ ένα είδος πανάρχαιου μυθολογικού “me too”. Τότε ο Τηρέας τράβηξε το σπαθί, την άρπαξε και τής έκοψε τη γλώσσα. Τι έκανε η Φιλομήλα;  Αιχμάλωτη χωρίς μιλιά και φωνή, συνέλαβε και εκτέλεσε το σχέδιο να πέμψει τον κεντημένο χιτώνα κρυφά στην Πρόκνη, ώστε να εμποδίσει το γάμο της. Αν ο Τηρέας ολοκλήρωνε την τελετή, θα είχε βραχεία και μακρά χείρα τόσο επί της Πρόκνης όσο και επί της Φιλομήλας με την έννοια της εξουσίας της ρωμαϊκής “manus” και θα μπορούσε εύκολα να καλύψει το έγκλημά του. Όταν η υποψήφια νύφη άκουσε την ελεεινή και ανόσια αναφορά της αδελφής της, συνέβη μία καθοριστική και αποφασιστική μεταβολή. Πέρασε δηλαδή από το στάδιο της διαταραχής προσωπικότητας με ψυχωσικά στοιχεία σε παρανοϊκή παραληρηματική σχιζοφρένεια. Άρχισε να πενθεί, να μοιρολογεί, να διαρρηγνύει το πολυτελές νυφικό της και να κλαίει με μαύρο δάκρυ τη μοίρα της αδελφής της.

Οι παριστάμενοι στην τελετή είχαν απομείνει ενεοί. Εκμεταλλευόμενη τούτο η ικανότατη Πρόκνη έτρεξε προς τον μεταφορέα, εξοικειωμένη με τους διαδρόμους του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα, έδωσε στη Θεία τις συντεταγμένες και διακτινίστηκε στον πλανήτη πριν προλάβουν οι αρμόδιοι να πουν «κιχ». Ήταν φανερό ότι είχε σκέψεις εκδίκησης και μάλιστα τέτοιας, που το ανθρώπινο μυαλό δεν θα μπορούσε να συλλάβει.  

Τότε ήλθε η ώρα για τον Προμηθέα να δείξει για ποιο λόγο ήταν ο καλύτερος πλοίαρχος του αστροστόλου. Ανοίγοντας τα πόδια του και πατώντας σταθερά  στο κατάστρωμα, ήταν ο πρώτος που συνήλθε από τη νάρκη και διευθύνοντας το πλήρωμά του με μαεστρική κίνηση των χειρών είπε:

«Να συλληφθεί αμέσως ο Τηρέας για βιασμό και παράνομη κατακράτηση προσώπου. Ο γάμος ματαιώνεται. Λητώ, τρέξε αμέσως στην αίθουσα του μεταφορέα μαζί με ομάδα ασφαλιτών και διακτίνισε την Πρόκνη πάλι πίσω στο σκάφος. Άμα τη αφίξει της να συλληφθεί επίσης για λόγους προληπτικούς που συνίστανται στην αποφυγή εγκλήματος. Αναλαμβάνω όλη την ευθύνη για την νομιμότητα, σκοπιμότητα και αναγκαιότητα της κράτησής της. Υπερίωνα, εντόπισε τα σημάδια ζωής του υιού Ίτυ και βρες τρόπο να περιβάλεις το σώμα του με προστατευτικό ενεργειακό πεδίο, διότι η ζωή του είναι σε άμεσο κίνδυνο. Τιτάνες, κινητοποιηθείτε εσπευσμένα. Δυστυχώς, είμαστε καταδικασμένοι να τηρούμε κάθε στιγμή τους κανόνες της ηθικής, που έχουμε λάβει ως παρακαταθήκη, να κάνουμε πάντα το καλό και να το ρίχνουμε στο γιαλό».     

Όλα όσα  διέταξε ο πλοίαρχος εκτελέστηκαν και τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Για να γιορτάσουν μία ακόμη αίσια και επιτυχημένη έκβαση αποστολής οι τιτάνες έσπευσαν να απαγγείλουν τον ύμνο του Παλαίμονος, που ήταν γενικά ένας αισιόδοξος ύμνος.

ΠΑΛΑΙΜΟΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Σύντροφε Βακχεχόρου Διονύσου πολυγηθούς,

Ός ναίεις πόντου βυθούς βαθυκύμονας αγνούς,

Κικλήσκω σε, Παλαίμον, επ’ ευιέροις τελεταίς

Ελθείν ευμενέοντα, νέω γήθοντα προσώπω

Και σώζειν μύστας κατά τε χθόνα και κατά πόντον.

Ποντοπλάνοις γαρ αεί ναυσίν χειμώνος εναργής

Φαινομένου σωτήρ μούνος θνητοίς αναφαίνη,

Ρυόμενος μήνιν χαλεπήν κατά πόντιον οίδμα.»  

(Σύντροφε του Βάκχου Διονύσου συνδαιτημόνα,

Που κατοικείς στου πολυκύμαντου βυθού το λειμώνα,

Σε καλώ, Παλαίμων, στων τελετών μας τον ιστότοπο,  

Να έλθεις ευμενής, με καινούριο χαρωπό πρόσωπο

Και να σώσεις τους μύστες σου στον πόντο και στη γης  

Για τα χαμένα πλοία του χειμώνα φάρος εναργής.  

Είσαι ο μόνος σωτήρας που στους θνητούς φαίνεται,

Και τούς λυτρώνει από τη χαλεπή θύελλα που μαίνεται).  


          Όταν αργότερα η χωροναύς ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. – Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας προσέγγισε το σημείο που ήταν η πατρίδα της, ο Σείριος, ο αστήρ των κυνικών καυμάτων, τον ανέστησε και τον επανέφερε από το εκτόπλασμα της χαοτικής λησμονιάς, των ψυχικών απορριμμάτων και των αβάπτιστων ψυχών με έναν πολύ ειδικό και εχέμυθο και ευγενή ύμνο, εκείνον της Σεμέλης, της ταλαιπωρημένης μάνας του Διονύσου που διεκτραγωδεί τα βάσανα της θηλυκότητας, αλλά και καταξιώνει απόλυτα το γυναικείο φύλο, τη μάνα, την σύζυγο, την ερωμένη, την αδελφή.

  ΣΕΜΕΛΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Κικλήσκω κούρην Καδμηίδα παμβασίλειαν,

Ευειδή Σεμέλην, ερατοπλόκαμον, βαθύκολπον,

Μητέρα θυρσοφόρου Διονύσου πολυγηθούς,

Ή μεγάλας ωδίνας ελάσσατο πυρφόρω αυγή,

Αθανάτου τεκούσα Διός βουλαίς Κρονίου-

Τιμάς τευξαμένη παρ’ αγαυής Περσεφονείης-

Εν θνητοίς βροτοίς ανά τριετηρίδας ώρας,

Ηνίκα σου Βάκχου γονίμην ωδίνα τελώσιν,

Ευίερον τε τράπεζαν ηδέ μυστήριά θ’ αγνά.

Νυν σε, θεά, λίτομαι, κούρη Καδμηίς άνασσα,

Πρηύνοον καλέω αεί μύσταις υπάρχειν».

(Καλώ τη βασίλισσα του Κάδμου θυγατέρα,

Τη Σεμέλη, με πλοκάμια έρωτα και βαθιά γαστέρα

Μητέρα θυρσοφόρου Διονύσου μπελά αρκετού,

Που υπέφερε πολλά την αυγή του τοκετού

Γέννησε σύμφωνα με Δία επιταγές κι εντολές  

Και πέτυχε από τη  Περσεφόνη να λάβει τιμές.  

Και μάλιστα κάθε τριετία στις μεγάλες γιορτές.  

Για σένα οι θνητοί τις ηδονές και γέννες διασκεδάζουν

Και αγνά μυστήρια σε ιερή τράπεζα σχεδιάζουν.  

Ε λοιπόν, θεά, σε παρακαλώ, Καδμου κόρη και καημό,

Ευμενή νου να έχεις στων μυστών τον σκληρό παιδεμό).

Όταν λοιπόν αποκαταστάθηκε ο Σείριος, η έδρα και το καμάρι της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας πλανητών, είχε έλθει επιτέλους η ώρα ή μάλλον ήταν ήδη υπερήμερη η απαίτηση να υποβληθεί ο Βενοβίνδας σε εργασίες συντήρησης, εκτεταμένων επισκευών και αναβάθμισης των συστημάτων. Ήδη βλέπουμε στο μηχανοστάσιο τον υπέργηρο Ιαπετό να συζητάει με μία μηχανικό, ενταγμένη στο προσωπικό του τροχιακού σταθμού, όπου είχε προσαράξει η ναυαρχίδα του αστροστόλου.   

«Κρατησιπύλη, στο ξαναλέω. Μπορεί να είμαστε μεσονικό αστροσκάφος, αλλά εκτός από μεσόνια χρειαζόμαστε επειγόντως και νετρόνια. Μόνο με μία γεννήτρια νετρονίου θα μπορώ να πυροδοτήσω το πλάσμα που προέρχεται από τη διαδικασία αντίδρασης ύλης- αντιύλης, ή τέλος πάντων να το αναπυροδοτήσω αν υπάρξουν συνθήκες αδρανοποίησής του…»

«Γηραιότατε των τιτάνων», είπε μπαίνοντας από την αυτόματα συρόμενη θύρα ο Προμηθέας, «δεν θέλω να ταλαιπωρείς με την ατέλειωτη γκρίνια σου τα λαμπρά μέλη του τροχιακού σταθμού που μάς φιλοξενεί. Μη ξεχνάμε ότι για αμέτρητες Δημιουργίες ουδέποτε ο Βενοβίνδας λειτούργησε σύμφωνα με τις αρχικές προδιαγραφές του, αλλά πάντα τα έβγαζε πέρα με πατέντες και εκ των ενόντων επινοημένες συνδέσεις με άφθονο σάλιο και πολύ λουκουμάκι στα καλώδια και τις σωληνώσεις.»

«Σε μεγάλη αισιοδοξία σε βλέπω σήμερα, υιέ, που όμως δεν δικαιολογείται από τα πράγματα. Έχεις μείνει με το μισό πλήρωμα, ο Βενοβίνδας κοντεύει να γίνει ένα μάτσο παλιοσίδερα, ενώ οι ολύμπιοι αναγεννώνται ως συνήθως από τη στάχτη τους.»

Ο Προμηθέας έσκυψε με νόημα πάνω στον πατέρα του.

«Ε λοιπόν μέγα ραμολιμέντο», του είπε τρυφερά, «εμπιστεύσου με. Ο τωρινός κύκλος Δημιουργίας φαίνεται από πλευράς οιωνών να είναι πολλά υποσχόμενος. Βέβαια, πάνω απ’ όλα ισχύει το “εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης”. Πέραν όμως αυτού, ο Υπερίων διεπίστωσε, αφού μελέτησε μαζί με τη Θεία στους συνθετιστές ίχνη προηγούμενων Δημιουργιών, ότι σε πάμπολλους προγενέστερους κύκλους το επεισόδιο με την Πρόκνη και τη Φιλομήλα δεν είχε αίσια έκβαση.  Κεντρισμένη από τη μανία του Βάκχου και τις Ερινύες του πόνου, η Πρόκνη εισέβαλε στη φυλακή της αδελφής της, την απόσπασε από τα δώματά της και την πήρε μαζί της. Τότε στο σπίτι,  καθώς εξέταζε ποια αιμοβόρα εκδίκηση αξίζει στον Τηρέα, ήλθε προς αυτήν ο Ίτυς. Τον κύτταξε με άγριο βλέμμα. “Πόσο μοιάζει στον πατέρα του!”, περισσότερα δεν είπε και ήδη διέπραξε το θλιβερό έγκλημα. Μαζί με τη Φιλομήλα σκότωσαν τον νεαρό και τον παρέθεσαν για γεύμα στον Τηρέα, που καταβρόχθισε έτσι το ίδιο του το αίμα. Μετά ζήτησε το γιο του και η Πρόκνη τού είπε “μέσα σου φέρεις αυτό που ζητείς” και, καθώς αυτός με χαμένο βλέμμα στριφογύριζε και ρωτούσε και καλούσε το παιδί του, η Φιλομήλα σώριασε μπροστά στα μούτρα του το ματωμένο κεφάλι. Πετάχτηκε τότε με ουρανομήκη κραυγή τρόμου,  αναποδογύρισε τα τραπέζια και έκλαιγε και οδυρόταν ότι ο ίδιος είναι ο τάφος του παιδιού του, όρμησε και κυνηγούσε με γυμνό ατσάλι τις κόρες του Πανδίονα. Τούτες όμως έβγαλαν φτερά και πέταξαν, η Πρόκνη στο δάσος σαν αηδόνα και η Φιλομήλα στη στέγη ως χελιδόνα, αλλά και ο Τηρέας, παλλόμενος με πόνο και επιθυμία εκδίκησης, έγινε πτηνό, που το φτερωτό λοφίο της κεφαλής του ανορθώνεται και το ράμφος του εκτείνεται παραμορφωτικά έχοντας και το κόκκινο στίγμα του αίματος. Και το όνομα του πτηνού είναι έποψ ή δρύοψ ή τσαλαπετεινός, προορισμένος να είναι το αιώνιο θήραμα των κυνηγών εξαιτίας της ομορφιάς και της ιδιαιτερότητάς του».

«Εντάξει, φτάνει», είπε ο Ιαπετός, «δεν θέλω άλλες αποτρόπαιες ιστορίες. Ωραία, αποτρέψαμε μία κακή εξέλιξη. Και άλλες φορές είχαμε επιτυχίες, αλλά στο τέλος ο Δίας βγήκε νικητής».

«Εμπιστεύσου με, πάτερ- πατεράκη- παπάκη, σού λέω έχω ένα καλό αίσθημα γι’ αυτό το κύκλο. Θα ‘χω μια καλή ιδέα και θα καταγάγω τέτοιο χτύπημα στο Δία που θα χάσει όλες τις δυνάμεις του, θα απωλέσει την πηγή της ενέργειάς του για πάντα και χωρίς ενέργεια στο σύμπαν αυτό δεν μπορείς να βράσεις ούτε αβγό!».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’

ΜΙΚΡΟΣ ΚΥΩΝ, ΚΑΡΚΙΝΟΣ, ΛΕΩΝ, ΟΥΡΑΛΚΑΙΑ (ΔΕΝΕΒΟΛΑ)

Ο Σείριος 3 είχε κτίρια μεγαλοπρεπή που κάλυπταν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, ουρανοξύστες στο κέντρο των πόλεων, ανισόπεδες οδικές διαβάσεις, πυργίσκους ζωσμένους με κεκλιμένα επίπεδα ανάβασης- κατάβασης και αιχμηρή κορυφή και σπίτια ψηλά κάτω στο περιγιάλι ή εκεί που δεν είχε χαμηλή βλάστηση πόας και αντιστρόφως. Πάντως άναρχη ή εκτός σχεδίου δόμηση δεν επιτρεπόταν και οι βιομηχανίες του ήσαν συγκεντρωμένες σε προορισμένες και προσχεδιασμένες προς τούτο περιοχές. Αυτό κι αν είναι επιστημονική φαντασία! Είχε όμως και το κοινό στοιχείο με την πραγματικότητά σου, αναγνώστη, ότι το καλοκαίρι έκανε πολλή ζέστη και δεν είχε νερό και πιστεύουμε ότι μ’ αυτή τη διευκρίνιση η ιστορία ανακτά την αληθοφάνειά της. Όμως … οι Σειριανοί (και όχι Σύριοι) είχαν πολλές εφεδρείες και αποθέματα και οι επιστήμονές τους είχαν φθάσει στο σημείο να επηρεάζουν τον καιρό με διάφορα προγράμματα ύγρανσης της ατμόσφαιρας, βομβαρδισμούς συννέφων με παγάκια και άλλες τεχνικές που αποτελούν το ισοδύναμο του ινδιάνικου χορού της βροχής. Από την άλλη, το τι έκαναν οι Σειριανοί στην ίδια τους τη χώρα δεν μάς ενδιαφέρει τόσο πολύ όσο ότι, όντας στην πατρίδα τους και έχοντας τα κατάλληλα μέσα, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να βρουν τον δρόμο για την τρίτη περιστροφή του ουρανού. Με την τεχνογνωσία των κατάλληλων ύμνων άρχισαν λοιπόν να ξεκλειδώνουν το τρίτο επίπεδο του στερεώματος περνώντας πλέον στο τμήμα και στον τομέα του διαστήματος που φαίνεται από το βόρειο ημισφαίριο της Γης. Ευγνώμονες για την ίδια τους τη μνήμη που κάπου είχε διατηρηθεί στις κονισαλέες βιβλιοθήκες και στα ποντικοφαγωμένα ράφια ή σε εναπομείναντα ίχνη από σβησμένους φακέλους συνθετιστών από άλλες εποχές και άλλες Δημιουργίες, οι τιτάνες που πίστευαν σε όλες τις διαχρονικές αξίες και παραδόσεις, θεσπισμένες ούτως ή άλλως από τους ίδιους, έψαλαν τον ύμνο της Μνημοσύνης, ο οποίος έμελλε να αντιστοιχήσει στον αστερισμό Μικρό Κύνα, όπου έφθασαν μέσω του Μεγάλου Κύνα, γνωστού και μη εξαιρετέου από προηγούμενη περιστροφή, πιστοί στο εξίσου γνωστό πλοηγικό αξίωμα, ο αφέντης στο σκύλο και ο σκύλος στην ουρά του.         

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Μνημοσύνην καλέω, Ζηνός σύλλεκτρον, άνασσαν,

Ή Μούσας τέκνωσ’ ιεράς, οσίας, λιγυφώνους,

Εκτός έχουσα κάκης μνήμην βλαψίφρονος αιεί,

Πάντα νόον συνέχουσα βροτών ψυχαίς σύνοικον,

Ευδύνατον κρατερόν θνητών αύξουσα λογισμόν,

Ηδυτάτη, φιλάγρυπνος, υπομνήσκουσά τε πάντα,

Ών αν έκαστος αεί στέρνοις γνώμην κατάθηται,

Ούτι παρεκβαίνουσ’, επεγείρουσα φρένα πάσιν.   

Αλλά, μάκαιρα θεά, μύσταις μνήμην επέγειρε

Ευιέρου τελετής, λήθην δ’ από τώνδ’ απόπεμπε». 

(Μνημοσύνη καλώ, άνασσα και Δία συγκρέβατη  

Που γέννησε τη λιγυρή μούσα, την ουρανοκατέβατη,

Που κρατάς τη μνήμη μακριά από τη βλαπτική κακία

Συνέχουσα το νου θνητών, σύνοικος σε ψυχών οικία,

Αυξάνεις τον δυνατό, κρατερό των θνητών λογισμό,

Γλυκά αγρυπνείς και θυμίζεις χωρίς περιορισμό,

Ό,τι στο στέρνο του καθενός ως γνώμη επικάθεται

Ούτε παρεκβαίνει ή αλλάζει ποτέ όσα μάθετε.  

Αλλά, μακάρια θεά, των μυστών τη μνήμη να διεγείρεις

Με ιερή τελετή τη λήθη μακριά μας να σύρεις). 

Στη συνέχεια ήλθε η σειρά του αστερισμού Καρκίνου που ήταν

πολύ δύσκολη περίπτωση.

Στον Καρκίνο 7 ζούσε μία κόρη ονόματι Αταλάντη, εύμορφη
ανδρική και ταχύπους. Ήταν το “alter ego“ της θεάς Αρτέμιδας, δηλαδή αριστοτέχνης στην τοξοβολία. Άλλωστε όλη την ημέρα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τρέχει, να προπονείται γενικότερα και να τοξοβολεί βρίσκοντας παράλληλα και την τροφή της στην παράδοση του ανθρώπου- δρομέα, τροφοσυλλέκτη, ασπαλιευτή και αγριοθηρευτή.  Η παρατεταμένη όμως παρθενία της και ο συναφής φόβος της εκπαρθένευσης – διείσδυσης και μάλιστα σε μία ευαίσθητη περιοχή, που ήταν διαρκώς ερεθισμένη από το τρέξιμο, την έκανε στρυφνή και πικρή, με αποτέλεσμα να καλύπτει τη βαθύτερη ανασφάλειά της προβάλλοντας σε αναπλήρωση την ικανότητά της ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αφανίσει την απειλή για το αιδοίο της, τους άνδρες. Ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή λόγω της επιθετικότητάς της που ερμηνευόταν ως ροπή προς την ηδονή και είχε πολλούς μνηστήρες, που τη περιτριγύριζαν σαν τις σφήκες. Σκαρφιζόταν λοιπόν κάτι απίθανα σαδιστικά τεχνάσματα με τελική κατάληξη την εξόντωση των ανδρών. Όταν ήταν στις κακές της, τούς έπειθε να δεθούν σε ένα στύλο, τούς εφοδίαζε με μαχαίρια και τούς έβαζε να αλληλοεξοντωθούν με την υπόσχεση ότι θα παντρευόταν όποιον επιβίωνε. Αλίμονο όμως, οι συνθήκες της μονομαχίας ήσαν τέτοιες – πετσόκομα με μαχαίρια χωρίς οι μονομάχοι να έχουν τη δυνατότητα να απομακρυνθούν ή να κάνουν ελιγμούς- , ώστε είτε στο τέλος της ημέρας δεν υπήρχε επιζών είτε και να υπήρχε, μεταφερόταν κατευθείαν στο νοσοκομείο και επικεντρωνόταν απλά στο να παραγγείλει το κατάλληλο για την περίπτωσή του αναπηρικό καροτσάκι, χωρίς να έχει καμία διάθεση ή όρεξη και πλέον ούτε και τη σεξουαλική ικανότητα για παντρειά. Αρρωστημένη παραλλαγή της ανωτέρω εκδοχής, ακόμη σαδιστικότερη, γιατί έδινε στους μνηστήρες την ψευδαίσθηση ότι μπορεί και να την γλιτώσουν λόγω της εκτύλιξης του διαγωνισμού σε ελεύθερο ανοιχτό πεδίο, ήταν να τούς βάζει να τρέχουν μπροστά της άοπλοι, ενώ αυτή τούς κυνηγούσε με πλήρη οπλισμό. Αν τούς έφθανε θα τούς σκότωνε, ενώ αν κάποιος αποδεικνυόταν ταχύτερός της, θα τον ελάμβανε σύζυγο. Πάντα όμως τούς έφθανε και πάντα τούς σκότωνε και μάλιστα άτεγκτα και σαν σκυλιά. Όταν ήταν στις καλές της, τούς έβαζε να παραβγούν μαζί της στο τρέξιμο με έπαθλο την ίδια, αλλά πάντα νικούσε και οι επίδοξοι γαμπροί αποχωρούσαν άδοξα με το επίμαχο μέλος τους στα σκέλια, τουλάχιστον όμως έβγαιναν ζωντανοί από τη δοκιμασία.       

Στο σημείο αυτό επενέβη ο Προμηθέας, ο οποίος ενεργούσε πάντα ως αγαθοποιό πνεύμα που επέλυε δύσκολες και περιπεπλεγμένες καταστάσεις. Προκειμένου όμως η παρέμβαση του Προμηθέα να γίνει κατανοητή πρέπει να ανοίξουμε την εξής παρένθεση: Το γεγονός ότι οι τιτάνες ήσαν σε συνεχή πόλεμο με τους ολύμπιους θεούς, που παρίσταντο αιώνιοι και μη γραμμικοί λόγω του ότι ενδιαιτώνταν σε σκουληκότρυπες, δεν σημαίνει ότι αυτές οι δύο υπερδυνάμεις του σύμπαντος δεν είχαν μεταξύ τους επικοινωνία. Όπως και στο δικό μας πρόσκαιρο κόσμο- μικρόκοσμο, όπου κατά τύχη ζήσαμε (μού αρέσει η έκφραση ότι κατά τύχη ζήσαμε στην εποχή που ζούσε ο εαυτός μας), η Αμερική και η Ρωσία, υπήρξαν μεν οι υπερδυνάμεις που συγκρούονταν και διοικούσαν το σύμπαν σε βαθμό μάλιστα που το 80 % από εμάς έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως μαρξιστής οπαδός, παραγνωρίζοντας ότι στο βάθος υπήρχε πολύ απλά και μονάχα η παραπάνω αντιπαράθεση, βρίσκονταν δε σε διαρκή επικοινωνία μεταξύ τους για τα τρέχοντα θέματα του πλανήτη, έτσι και ο Προμηθέας διατηρούσε κόκκινο τηλέφωνο με τους Ολύμπιους, διότι κάπως έπρεπε αυτό το έρμο το σύμπαν να διοικηθεί. Έτσι λοιπόν παρακάλεσε την Ήρα, την (έστω λυσσώδη) προστάτιδα του γάμου να βοηθήσει την καημένη την Αταλάντη.   

ΗΡΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κυανοίς κόλποις ενημένη, ηερόμορφε,

Ήρη παμβασίλεια, Διός σύλλεκτρε μάκαιρα,

Ψυχοτρόφους αύρας θνητοίς παρέχουσα προσηνείς

Όμβρων μεν μήτηρ, ανέμων τροφέ, παντογένεθλε.

Χωρίς γαρ σέθεν ουδέν όλως ζωής φύσον έγνω-

Κοινωνείς γαρ άπασι κεκραμένη ηέρι σεμνώ.

Πάντων μεν κρατέεις μούνη, πάντεσι τ’ ανάσσεις

Ηερίοις ροίζοις τινασσομένη κατά χεύμα.

Αλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια,

Έλθοις ευμενέουσα καλώ γήθοντι προσώπω».   

(Καθισμένη σε κυανούς κόλπους, αερόμορφη,

Ήρα βασίλισσα, του Δία σύνευνη και όμορφη,

Ψυχότροφες αύρες παρέχεις στους θνητούς προσηνείς

Όμβρων ανέμων μητέρα, χωρίς εσένα δεν γεννιέται κανείς.

Χωρίς εσένα κανείς τη ζωή δεν γνωρίζει και τη φύση

Διότι εσύ κοινωνείς κεκραμένο αέρα σ’ ανατολή και δύση.

Σε όλα κυριαρχείς μόνη, επί πάντων βασιλεύεις

Με αέριες κινήσεις τινάζεσαι και υγρό παροχετεύεις.  

Αλλά, μακάρια θεά, πολυώνυμη, βασίλισσα,

Έλα ευμενής, χαρωπή, με τον τρόπο που σού μίλησα). 

Η Ήρα ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Προμηθέα τού έδωσε προς χρήση τα χρυσά μήλα των εσπερίδων. Αυτός τα έδωσε στον Ιππομένη, γιο του Άρη, ο οποίος αποκαλείται και Μελανίων, ανάλογα από το αν η Αταλάντη κατάγεται από τη Βοιωτία ή από την Αρκαδία. Στη συνέχεια, ο σκουρόχρωμος μελαμψός Ιππομένης έλαβε μέρος σε έναν από τους αγώνες ταχύτητας της Αταλάντης. Καθώς έτρεχε έριχνε πίσω του τα μήλα (δηλαδή τα πορτοκάλια), η δε Αταλάντη συλλέγοντάς τα δεν τον έφθασε. Κι έτσι τελικά η Αταλάντη αποκαταστάθηκε επιτέλους με τον Μελανίωνα, συγγνώμη τον Ιππομένη!

Έλα όμως που οι Ολύμπιοι θεοί είναι χαιρέκακοι, παραδόπιστοι, αναξιόπιστοι, εκδικητικοί και μη συγκρινόμενοι παρά τις ατέλειωτες δυνάμεις τους με το ηθικό πλεονέκτημα των τιτάνων. Η Αφροδίτη ως αρμόδια σε ερωτικά θέματα παρεξηγήθηκε που ο Προμηθέας απευθύνθηκε για τα μήλα στην Ήρα και όχι σ’ αυτήν. Παρακίνησε λοιπόν το νιόπαντρο ζευγάρι να κάνουν έρωτα μέσα σε ναό του Διός, προκειμένου να πετύχουν τη μέγιστη σεξουαλική ικανοποίηση. Όπερ και εγένετο και για φαντασθείτε να γινόταν σε μία σύγχρονη ορθόδοξη ή ρωμαιοκαθολική εκκλησία! Ο Δίας υπέπεσε στο αμάρτημα της οργής και μεταμόρφωσε την Αταλάντη και τον Ιππομένη σε λέαινα και λέοντα αντιστοίχως. Και θα μού πεις, αφελή και αμέριμνε μέσα στη μερική άγνοιά σου αναγνώστη, και τι έγινε; Ας συνεχίσουν  να κάνουν έρωτα στο ιερό ή και αλλού ως λέαινα και λέων, θα είναι μάλιστα ο έρωτας πιο ζωώδης και πιο εμφατικός. Πλην όμως εκείνη τη μυστηριώδη μυθολογική εποχή μ’ ένα διαβολικό ξόρκι, που δύνασαι, αν είσαι της επιστημονικής κατεύθυνσης, να το αποκαλέσεις και ηλεκτροχημική- ηλεκτρομαγνητική  παρέμβαση σε μοριακό επίπεδο, το γονίδιο των λεόντων ήταν δεμένο, κλειδωμένο και προγραμματισμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μπορούσε να ζευγαρώσει μόνο με λεοπάρδαλη, θεωρούνταν δε ότι οι μαύρες πιτσίλες της προέρχονταν από το σπέρμα του λέοντα. Έτσι μεταμορφώνοντάς τους σε λέαινα και λέοντα ο Δίας τούς επέβαλε τη μέγιστη νοητή τιμωρία να μην μπορούν να μιχθούν και να συνευρεθούν μεταξύ τους.

Τότε αυτό το πλήρωμα των αμετανόητων ανθρωπιστών παρενέβη και πάλι για να κάνει το καλό. Πρώτα απ’ όλα τίμησε τον αστερισμό Λέοντα με τον ακόλουθο ύμνο, που αινεί τις μούσες, συνήθως πολύ γενναιόδωρες απέναντι στο ζώδιο αυτό:  

ΜΟΥΣΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Μνημοσύνης και Ζηνός εριγδούπου θυγατέρες,

 Μούσαι Πιερίδες μεγαλώνυμοι, αγλαόφημοι,

Θνητοίς οίς κε παρήτε, ποθεινόταται, πολύμορφοι,

Πάσης παιδείης αρετήν γεννωσαι άμεμπτον-

Θρέπτειραι ψυχής, διανοίας ορθοδότειραι,

Και νόου ευδυνάτου καθηγήτειραι άνασσαι,

Αί τελεταίς θνητοίς ανεδείξατε μυστιπολεύτους,

Κλειώ τ’ Ευτέρπη τε, Θάλεια τε, Μελπομένη τε,

Τερψιχόρη τ’, Ερατώ τε, Πολύμνια τ’, Ουρανίη τε

Καλλιόπη συν μητρί, μαλ’ ευδύνατοι θεαί αγναί.

Αλλά μόλοιτε, θεαί, μύσταις, πολυποίκιλοι, αγναί,

Εύκλειαν ζήλον τ’ ερατόν πολύυμνον άγουσαι».  

(Κόρες Μνημοσύνης και Διός που πολύ βαράει,

 Μούσες Πιερίδες μεγαλώνυμες ως εκεί που δεν πάει

Είστε ποθητές σε όσους παρουσιάζεστε και κυβερνάτε,

Αφού πάσης παιδείας την άμεμπτη αρετή γεννάτε.  

Τρέφετε τη ψυχή, της ορθής διάνοιας καθοδηγήτριες,

Και δυνατού νου βασίλισσες και καθηγήτριες,

Διδάξατε στους θνητούς τελετές θεσμών ηγήτριες.  

Ευτέρπη, Θάλεια μα και Μελπομένη, Κλειώ

Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία και Ερατώ

Μα και Καλλιόπη ευνοείτε, προβάλλετε ό,τι είναι δυνατό.

Ελάτε λοιπόν θεές στους μύστες, αγνές σε κάθε φύλο,

Και φέρ’ τους ενάργεια, διαύγεια, δόξα και  ζήλο).

Ύστερα, οι τετραπέρατοι τιτάνες, πολύ εγκρατείς και αρμόδιοι ως προς την επιστήμη, καταπιάστηκαν με το να λύσουν το δέσιμο του γονιδίου που είχε επιφέρει τέτοια ανήκουστη αδικία στο νιόπαντρο ζευγάρι, επικαλούμενοι όμως ταυτόχρονα και την Άρτεμη, φυσική προστάτιδα της Αταλάντης, τηρώντας δηλαδή το βασικό φιλοσοφικό  συμπέρασμα «συν Αθηνά και χείρα κίνει» ή ότι κάθε επίτευξη οποιουδήποτε αποτελέσματος στον κόσμο αυτό είναι συνδυασμός γνώσης και βούλησης. Χωρίς γνώση δεν μπορεί κάποιος να αθροίσει ένα κι ένα και χωρίς βούληση δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι ή από την καρέκλα.   

ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Κλύθι με, ώ βασίλεια, Διός πολυώνυμε κούρη,

Τιτηνίς, βρομίη, μεγαλώνυμε, τοξότι, σεμνή,

Πασιφαής, δαδούχε, θεά Δίκτυννα λοχείη.

Ωδίνων επαρωγέ και ωδίνων αμύητε-

Λυσίζωνε, φίλοιστρε, κυνηγέτι, λυσιμέριμνε,

Εύδρομος, ιοχέαιρα, φιλαγρότι, νυκτερόφοιτε,

Κλεισίη, ευάντητε, λητυρίη, αρσενόμορφε,

Ορθίη, ωκυλόκεια, βροτών κουροτρόφε δαίμον,

Αγροτέρη, χθονίη, θηροκτόνος, ολβιόμοιρε,

Ή κατέχεις ορέων δρυμούς, ελαφηβόλε, σεμνή,

Πότνια, παμβασίλεια, καλόν θάλος  αιέν εούσα

Δρυμονία, σκυλακίτι, Κυδωνιάς, αιολόμορφε.

Ελθέ, θεά σώτειρα, φίλη μύσταις άπασιν,

Ευάντητος, άγουσα καλούς καρπούς από γαίης,

Ειρήνην τ’ αρετήν, καλλιπλόκαμον θ’ υγιείαν,

Πέμποις δ’ εις ορέων κεφαλάς νόσους τε και άλγη».   

 (Άκου με βασίλισσα, Διός πολυώνυμη κόρη,

Τιτανίδα, μεγαλώνυμη, τοξεύτρια πού ‘σαι σαν αγόρι,

Λαμπερή, δαδούχα θεά που με δίχτυ αγρεύεις

Που από ωδίνες δεν ξέρεις κι όμως γέννες προστατεύεις-

Λυσίζωνη, μανιώδη κυνηγέτρια σε χωράφια αλλότρια,

Εύδρομη, φίλη αγροτών, της νύχτας τοξότρια

Καταφυγή, προσηνής, λυσιμέριμνη, αρσενική,

Όρθια, ωκυτόκεια, τροφέ των κορών δαιμονική,

Αγρότισσα, χθόνια, εύστοχη στα θηράματα

Που κυνηγάς ελάφια σε δρυμούς, σεμνή στα τάματα,

Σεβαστή βασίλισσα, που εκπέμπεις πάντα θάλος  

Δασόβια,  Κυδωνιάδα, κυνόφιλη, με ωραίο κάλλος,

Έλα, θεά σώτειρα, που είσαι με τους μύστες φίλη,

Ευπροσήγορη, με καλούς καρπούς και γήινα χείλη,

Στείλε μας ειρήνη, αρετή, καλλιπλόκαμη υγεία,

Και στα βουνά εξόρισε νόσους και ανθρώπων σφαγεία).

Κι έτσι με την επιστημονική τεχνογνωσία και τεχνολογία αλλά και με τη θρησκευτική επίκληση, που συνεγείρει την απαραίτητη βούληση, η φυσική τάξη των πραγμάτων αποκαταστάθηκε, οι λεάινες και οι λέοντες μπορούσαν πάλι να κάνουν σεξ μαζί με τους φίλους μας Αταλάντη και Ιππομένη. Και εγένετο νυξ και εγένετο ημέρα και ιδού ανεφάνη ο αστήρ Ουραλκαία ή Λεοντιδεύς ή Δενέβολα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’

ΠΑΡΘΕΝΟΣ, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΒΟΩΤΗΣ, ΒΟΡΕΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα… εκτέλεσις. Προμηθέας και πλήρωμα άδουν τον ύμνο του έκφυλου Πανός ειρωνικά προς τιμή του αστερισμού της Παρθένου. Καμιά φορά το διαβολικό διαβρωτικό ανατρεπτικό χιούμορ των τιτάνων δεν γνώριζε κανένα φραγμό!  Ο ύμνος ήταν πολύ μεγάλος γιατί και ο αστερισμός της Παρθένου είναι ο πιο εκτεταμένος του στερεώματος.

ΠΑΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΟΙΚΙΛΑ

«Πάνα καλώ κρατερόν, νόμιον, κόσμου το σύμπαν,

Ουρανόν, ηδέ θάλασσαν, ηδέ χθόνα παμβασίλεια

Και πυρ αθάνατον- τάδε γαρ μέλη εστί τα Πανός.

Ελθέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονος ώραις,

Αιγομελές, βακχευτά, φιλένθεος, αντροδίαιτε,

Αρμονίην κόσμου κρέκων φιλοπαίγμονι μολπή,

Φαντασιών επαρωγέ, φόβων έκπαγλε βροτών,

Αιγονόμοις χαίρων, ανά πίδακας ηδέ τε βούναις

Εύσκοπε, θηρητήρ, Ηχούς φίλε, σύγχορε νυμφών,

Παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολώνυμε δαίμον,

Κοσμοκράτωρ, αυξητά, φαοσφόρε, κάρπιμε Παιάν,

Αντροχαρές, βαρύμηνις, αληθής Ζευς ο κεράστης,

Σοι γαρ απειρέσιον γαίης πέδον εστήρικται,

Είκει δ’ ακαμάτου πόντου το βαθύρροον ύδωρ,

Ωκεανός τε πέριξ ενί ύδασι γαίαν ελίσσων,

Αέριον τε μέρισμα τροφής ζωαίς έναυσμα

Και κορυφής εφύπερθεν ελαφροτάτου πυρός όμμα.

Βαίνει γαρ τάδε θεία πολύκριτα σοις εφετμαίς

Αλλάσσεις δε φύσεις πάντων ταις σοις προνοίαις,

Βόσκων ανθρώπων γενεήν κατ’ απείρονα κόσμον.

Αλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαιν’ επί λοιβαίς

Ευιέροις – αγαθήν δ’ όπασον βιότου τελευτήν,

Πανικόν εκπέμπων οίστρον επί τέρματα γαίης».  

(Τον Πάνα καλώ τον κρατερό, του σύμπαντος τη βάση,

Π’ ούτε ουρανό, ούτε θάλασσαν, ούτε γη έχει χάσει

Ούτε πυρ αθάνατο- γιατί αυτά είναι του Πανός τα μέλη

Μακάριε πηδηχτή, π’ ορίζεις ωρών αρχές και τέλη,

Γιδοβοσκέ, βακχευτή, φιλόθεε, που κατοικείς σε σπηλιά,

Που μ’ άσμα υφαίνεις αρμονία κόσμου με καίρια θηλιά,  

Φαντασιών βοηθέ, με οράματα θνητούς φοβίζεις,

Με βοσκούς συντροφιάζεις, σιντριβάνια αναβλύζεις

Εύστοχε κυνηγέ, Ηχούς φίλε, νυμφών συγχορευτή,

Παντοφυή, γεννήτορα πάντων, δαίμονα οχευτή,

Κοσμοκράτορα, εωσφόρε, που φέρεις καρπούς με παιάνα,

Τη βρίσκεις με σπήλαια, θυμούς, να ‘σαι κραιπάλης η μάνα

Σε σένα στηρίζεται το απέραντο πεδίο της γης, του τενάγους

Και το βαθύρροο ύδωρ του ακούραστου αρχιπελάγους,

Κι έτσι ο ωκεανός γύρω από τη γη περιελίσσεται,

Και δίνει τροφή σε μερίδια κι η ζωή εξελίσσεται,

Και εκ της κορυφής εκπορεύεται το πυρός όμμα.

Με δικές σου εντολές προχωρεί και πιο πέρα ακόμα. 

Αλλάζεις τις φύσεις των θνητών με δική σου πρόνοια,  

Τρέφεις των ανθρώπων τη γενιά μ’ αγάπη, ομόνοια.  

Αλλά, μακάριε, βακχευτή, να χαίρεσαι με τη σπονδή

Και να τάσσεις για μάς ιερή και ευγενή τελευτή,

Χωρίς πανικό, ταπείνωση να τελειώσει η ζήση αυτή).

Η νοηματική σημασία του αστερισμού της Παρθένου συνδέεται όμως με την περίπτωση των Προιτίδων, των κορών δηλαδή του Προίτου, όπως θα δούμε παρακάτω.

Σε κάποιο από τα ηλιακά συστήματα του αστερισμού της Παρθένου ζούσε ο Μελάμπους, τον οποίο δεξιώθηκε με μεγάλη επισημότητα στα διαμερίσματα του Βενοβίνδα ο Ωκεανός, διότι τούς συνέδεε το κοινό σημείο ότι ήσαν αμφότεροι θεραπευτές κι είχαν πολλά να συζητήσουν.

Ο Μελάμπους, καλό παιδί, ονομάσθηκε έτσι επειδή τα πόδια του κάηκαν από τον ήλιο και μαύρισαν. Ήταν ιατρομάντης κανονικά και με το νόμο και το μεν πτυχίο Ιατρικής αγνοείται από πού το είχε πάρει, ο Ωκεανός όμως ήλπιζε να μην ήταν εκ μεταγραφής από κάποιο ήσσον πανεπιστήμιο της… Ρωμανίας, μάντης όμως, αφού είναι γνωστό ότι μόνο εξ αποκαλύψεως και όχι μέσω σπουδών θα μπορούσε να γίνει, κατέστη ως εξής: Διέτριβε σε αγρούς στην Πύλο και εκεί οι δούλοι του φόνευσαν τους εκεί φωλεύοντες όφεις για να τον προστατεύσουν, αυτός όμως κατάλαβε ότι και τα καημένα τα φίδια φρουρούσαν απλά τη νεοττιά τους, περιμάζεψε τα φιδάκια (και δεν μιλάμε για αντικουνουπικά) και τα ανέθρεψε στοργικά δείχνοντας την αντίθετη στάση από τον ήρωα Ηρακλή που είχε την τάση να τα πνίγει με συνοπτικές διαδικασίες. Τα υιοθετημένα λοιπόν αυτά φίδια τού έγλειψαν από ευγνωμοσύνη τα αυτιά ενώ κοιμόταν κι έτσι όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι μπορούσε να ακούει και να εννοεί τις φωνές των υπεριπτάμενων πτηνών, όπως ο φιλόσοφος Πυθαγόρας που όταν προχωρούσε μέσα στο δάσος, οι ποταμοί, τα δένδρα και τα κάθε λογής φυτά τού φώναζαν «Πυθαγόρα χαίρε». Έπειτα έχοντας αυτή τη φυσική προδιάθεση έκανε διδακτορικό στον Απόλλωνα, έμαθε να προβλέπει και το μέλλον και έτσι έγινε μάντης άριστος.

Η συζήτηση με τον Ωκεανό πήρε φωτιά, διότι ο Μελάμπους χρησιμοποιούσε πολύ ακραίες και υπερβολικά παρεμβατικές ιατρικές μεθόδους, που δεν έβρισκαν σύμφωνο τον ήπιο και πράο γιατρό της χωρονηός, ο οποίος είχε πολύ γλυκό και διακριτικό τρόπο συμπεριφοράς έναντι των κρεβατωμένων ασθενών (καταλαβαίνετε ποια αγγλική έκφραση επιχειρώ να μεταφράσω).

Συγκεκριμένα, ο Μελάμπους, εκτός από τη θεραπεία με φάρμακα, τη μόνη που αναγνωρίζουμε και στηρίζεται στο ότι η βούληση είναι ανύπαρκτη και ότι η ψυχή καθοδηγείται μηχανιστικά και αιτιοκρατικά (π.χ. ελλέβορος, το σημερινό χριστουγεννιάτικο τριαντάφυλλο), είχε στη διάθεσή του τις εξής ακόμη θεραπείες: 1) Λογοθεραπεία με ικεσίες, ευχές και επωδές, γνωστή ήδη από την Ομηρική εποχή. Εδώ εντάσσεται και η πειθώ, είτε ποιητική μέσω των Μουσών, είτε ερωτική μέσω του Έρωτα και της Αφροδίτης. 2) Υποβολή με εξορκισμούς, τελετουργίες, θυσίες, διονυσιακές γιορτές και χορούς Κορυβάντων. Εδώ εκτός από το λόγο περιέχονται και μαγικά αντικείμενα, όπου ο όρος «μαγικό» δεν έχει τίποτε το αντιεπιστημονικό, είναι απλώς ένα μέσον, δραστικό μεν και συσχετιστικό, αλλά αμφίβολης επιτυχίας, που φιλοδοξεί να υποβάλει τη βούληση ή μάλλον να τη βοηθήσει να «αυθυποβάλει» τον εαυτό της, ώστε να αντιδράσει σε αυτό που τής συμβαίνει. 3) Ανάδυση του μύχιου εγώ, της κρυμμένης δύναμης  είτε με εγκοίμιση σε ασκληπεία μέσα σε λαβυρίνθους με φίδια, είτε με αιώρηση στην κοχλάζουσα θάλασσα στη σπηλιά του Τροφώνιου σε συνθήκες που δρομολογούν σχεδόν εκβιαστικά την αναμέτρηση του εγώ με τον εαυτό, όπου συγκρούονται οι δύο ψυχές του Αράσπα στην «Κύρου Παιδεία», τα δύο εγώ του Ντοστογιέφσκι στον «Έφηβο» και όπου κινητοποιείται το «μάλα υβριστικόν, ου κομψόν και συρφετόν» δαιμόνιο του Σωκράτη στον «Ιππία Μείζονα» κατά του ίδιου του εαυτού του.  4) Διαλεκτική και ψυχοσωματική ιατρική των οργάνων α) με ενδοεκρηκτική ή αγχοπλημμυριστική θεραπεία. Είναι αυτή που, όπως θα δούμε παρακάτω, εφάρμοσε ο Μελάμπους στις Προιτίδες, που φυλακισμένες στα δεσμά της καλοπέρασής τους, χρειάζονταν ένα ισχυρό σοκ για να θεραπευτούν, β) με καταφυγή στην ίδια τη  νόσο, για την οποία έγραψε την πραγματεία «Περίπτωσις Ιφίκλου». γ) με προκλητή αποστροφή. Παράδειγμα ο καπετάν-Μιχάλης του Καζαντζάκη, που θεράπευσε τη μανία του για τα κεράσια τρώγοντας ένα ολόκληρο καλάθι και εφεξής αηδιάζοντας γι’ αυτά. δ) με λουτροθεραπεία- καθαρμό. Και πόσες άλλες μεθόδους που ως δυσκόλως εννοούμενες παραλείπονται.

Ο γιατρός αντέτασσε σε όλα αυτά τη νερόβραστη φροντίδα για τον ασθενή, την περιποίηση και περίθαλψη με στοργή και προδέρμ, το χάιδεμα και τη θωπεία, που όμως δεν ικανοποιούσαν, ίσα- ίσα ερέθιζαν τον αριβίστα Μελάμποδα, γιατί αυτός αναζητούσε πάντα να κόψει δρόμο και να φθάσει στη γρήγορη και μετρήσιμη επιτυχία. Τελικά για να μη τα πολυλογούμε, μετά από ένα θυελλώδη διάλογο μεταξύ των δύο εκπροσώπων του Ασκληπιού, που μιλούσαν ξεκάθαρα άλλη γλώσσα κι όπου εφαρμόστηκαν όλοι οι κανόνες της εριστικής και αντιλογικής, συμπέρασμα δεν βγήκε, ίσα- ίσα άρχισαν οι φωνές και οι Προμηθέας- Υπερίων αναγκάστηκαν να επέμβουν για να γλιτώσουν τα χειρότερα. Ευτυχώς ο Ωκεανός είχε καλέσει τον Μελάμποδα μόνο για ποτό και όχι για φαΐ κι έτσι δεν πήγε χαμένο κάποιο εξεζητημένο γεύμα, παρασκευασμένο με πολλή φροντίδα από τον αντιγραφέα του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Ο Μελάμπους διακτινίστηκε στον πλανήτη του.  

Παρ’ όλα αυτά οι τιτάνες δεν ήσαν άνθρωποι που κρατούσαν κακία, ίσα- ίσα θεώρησαν τον Μελάμποδα Αρκτούρο, δηλαδή φρουρό και αμαξηλάτη των παρθένων, και είπαν όλοι μαζί τον ύμνο του Αιθέρος για να έχει η προσπάθεια του νεαρού ιατρομάντη ούριο άνεμο και αίσιο αποτέλεσμα.      

ΑΙΘΕΡΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΚΡΟΚΟΝ (ΖΑΦΟΡΑ)

«Ω Διός υψιμέλαθρον έχων κράτος αιέν ατειρές

Άστρων ηελίου τε σεληναίης τε μέρισμα,

Πανδαμάτωρ, πυρίπνους, πάσιν ζωαίς έναυσμα

Υψιφανής αιθήρ, κόσμου στοιχείον άριστον –

Αγλαόν ώ βλάστημα, σελασφόρον, αστεροφεγγές,

Κικλήσκω, λίτομαί σε κεκραμένον εύδιον είναι».

(Συ που έχεις του Δία το μέλαθρο και το άτεγκτο κράτος

Που στα άστρα, ήλιο, σελήνη λέμε όλοι «νάτος»,

Πανδαμάτορα, πυρίπνοε, έναυσμα κάθε ζωής

Κόσμου στοιχείο άριστο, αιθέρα, είσαι περιφανής

Αγλαό βλάστημα, αστροφεγγιά και σέλας,

Με φρέσκο κράμα έλα στο βίο, να μην είναι μέλας).

Η πρώτη περίπτωση λοιπόν, όπου δοκιμάστηκαν οι ιατρικές και θεραπευτικές ικανότητες του Μελάμποδα και αναμετρήθηκαν με τις πιο οικολογικές τεχνικές του Ωκεανού, ήταν η θεραπεία των κορών του Προίτου, βασιλιά της Τύρινθας. Οι Προιτίδες υπό το κράτος «διονυσιακού» ενθουσιασμού, που ήταν αντίδραση στην περιορισμένη τους ζωή, καθώς ήσαν κλεισμένες στα ιδιαίτερα διαμερίσματα των ανακτόρων, περιπλανώνταν στους δρυμούς και τα φαράγγια παρασέρνοντας και τις άλλες γυναίκες της περιοχής. Έγιναν δηλαδή μάχλες, που σημαίνει αισχρές, ασελγείς, ακόλαστες και ξετσίπωτες, ενώ το επίθετο «λάγνος» λεγόταν συνήθως επί ανδρών. Η συμπεριφορά τους, όπως έκρινε ο Ωκεανός, χαρακτηριζόταν αποτέλεσμα ενδοψυχικής συγκρούσεως μεταξύ των βιολογικών παρορμήσεων της εφηβείας και των ηθικών απαγορεύσεων, που τούς είχε επιβάλει ο πατέρας τους εν ονόματι της αυστηρής τιμήτριας Ήρας, προστάτιδας του γάμου και των οικογενειακών θεσμών, διότι: περιφρονούσαν το άγαλμά της, καυχώνταν ότι το πατρικό τους σπίτι είναι πολυτελέστερο, καλύτερα διακοσμημένο και αισθητικά ελκυστικότερο από το ναό της (ειδικά το τελευταίο πονούσε!), διατείνονταν ότι ήσαν ωραιότερες από αυτήν (αυτό ξεπλενόταν μόνο με αίμα!) και έκλεψαν το χρυσό από το άγαλμά της για να στολιστούν (μήπως πραγματικά το παράκαναν;). Η τιμωρία τους λοιπόν ήταν αλλαγή της προσωπικότητας, νόμιζαν δηλαδή ότι είχαν μεταμορφωθεί σε νεαρές σφριγηλές αγελάδες και μάλιστα μιμούνταν και τους μυκηθμούς τους.

Το δέρμα τους καλύφθηκε από «αλφούς» (λευκές κηλίδες) και τα μαλλιά της κεφαλής τους έπεφταν. Ο ιατρομάντης Μελάμπους, που είχε ήδη στο ενεργητικό του τη θεραπεία της ψυχικής ανικανότητας του Ίφικλου, κλήθηκε και έναντι δαψιλούς αμοιβής ανέλαβε τη θεραπεία των κορών, που ήταν φαρμακευτική, ψυχολογική, υποβλητική και μυητική – τελετουργική. Χορήγησε κι εκεί το θαυματουργό ελλέβορό του είτε αυτούσιο είτε γάλα αιγός που είχε φάει ελλέβορο. Η ρίζα του φυτού χρησιμοποιούνταν ως εμετικό, καθαρτικό και εμμηναγωγό φάρμακο, προκαλούσε ναυτία, εμετούς και διάρροια. Ύστερα τις καταδίωξε μαζί με τους εύρωστους νέους της περιοχής ακολουθώντας τις κατά πόδας «μετ’ αλαλαγμού και ενθέου μανίας» μέσω των ορέων μέχρι τη Σικυώνα, όπου η Ιφινόη, η μεγαλύτερη αδελφή, εξαντλημένη από την κούραση, εξέπνευσε. Σήμερα θα λέγαμε «αποδεκτή παράπλευρη απώλεια».

Όμως, καθώς φαίνεται, και οι δύο αδελφές που επέζησαν δεν παρουσίασαν αισθητή βελτίωση. Στο σημείο αυτό ο Ωκεανός μίλησε με τον Μελάμποδα στον επικοινωνητή.  

«Μελάμποδα, ωραία θεραπεία έκανες. Η μία στις τρεις κόρες νεκρή, οι άλλες δύο σοβαρά. Είναι όπως σού τα έλεγα. Οι συνταγές σου παραείναι δραστικές. Η Ιατρική έχει ξεπεράσει πια την εποχή, όπου ανοίγαμε τρύπες στα κρανία των ασθενών για να φύγουν τα κακά δαιμόνια».

«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό πολλά τραγούδια ξέρει, Ωκεανέ. Άμα έχεις κάποια πρόταση, πές τη, γιατί έχω πολλή δουλειά και δεν μπορώ να ασχολούμαι με κάποιους δοκησίσοφους που γυρνάνε το σύμπαν και παριστάνουν τους παντογνώστες και τους παγκόσμιους συμβουλάτορες επί παντός επιστητού, αντί να ακολουθήσουν τον δύσκολο δρόμο της εγκατάστασης και του μόνιμου ιατρείου, της παροχής προσφοράς σε ένα τόπο, της αντιμετώπισης γνήσιων ασθενειών απλών ανθρώπων».

«’Αντε πολλά λες. Και στο διάστημα έχουμε επείγοντα περιστατικά και μάλιστα πολύ πιο πολύπλοκα και απαιτητικά από αυτά του μόνιμου ιατροσοφιστείου σου. Διακτινίζομαι ευθύς κάτω και θα σού πω τι θα κάνουμε με τις κόρες».

Λέγεται ότι οι εναπομείνασες Προιτίδες είχαν βρει καταφύγιο πάνω από τη Νώνακρι της Αρκαδίας στα Αροάνια όρη, σημερινό Χελμό, όπου υπάρχει το σπήλαιο του Ερμού. Απορητικέ και ερωτηματικέ αναγνώστη, είμαι βέβαιος ότι θα προβάλεις την ένσταση: μα για τη Γη μιλάμε ή για άλλο πλανήτη; Σού απαντώ με το αποστομωτικό επιχείρημα ότι όλοι οι πλανήτες της φαντασίας είναι διαμορφωμένοι εντελώς αντίστοιχα με τη Γη και έχουν τόπους παρόμοιους και πανομοιότυπους με το δικό μας πλανήτη ή με τη δική μας χώρα κι ακόμη περισσότερο με τις τοποθεσίες της μυθολογίας, που είναι και οι πλέον πραγματικές διότι αποτελούν τη γεωγραφία του νου μας.      

Έτσι λοιπόν με απόρρητες θυσίες και καθαρμούς ο Ωκεανός και ο Μελάμπους έφεραν τις κοπέλες στη θέση που λέγεται Λουσοί και εκεί τις έλουσαν, θεραπεύοντας την τρέλα τους μέσα στο ναό της Άρτεμης. Έτσι -σιγά ανένηψαν οι Προιτίδες από τη μανία, αλλά τα άλλα ψυχοσωματικά συμπτώματα, οι λειχήνες, οι λευκές κηλίδες, οι καντήλες και η τριχόπτωση συνεχίστηκαν, γι’ αυτό οι δύο φωστήρες τις συνόδευσαν έπειτα στην Τριφυλλία και τις έπλυναν στα νερά του Ανίγρου ποταμού, σημερινού Μαυροπόταμου, που χύνεται στη λιμνοθάλασσα Καϊάφα. Ο Άνιγρος ποταμός μπορεί μεν να μη μυρίζει ωραία και να έχει δύσοσμα νερά σε βαθμό που τα ψάρια κατεβαίνοντας προς την εκβολή του ψοφούν, αλλά περιέχει υδρόθειο, εξόχως κατάλληλο για δερματικά ιαματικά λουτρά. Στο τέλος της θεραπείας οι Προιτίδες μπορεί μεν να μύριζαν σαν κλούβιο αβγό, είχαν όμως οριστικά θεραπευτεί από τα αυτοάνοσα νοσήματά τους. Προσέξτε τώρα: ο Μελάμπους είχε συμφωνήσει σε περίπτωση  επιτυχημένης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης να λάβει ως αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Δεν είχε όμως προσδιοριστεί επακριβώς στη συμφωνία αν η επιτυχία της θεραπείας θα αφορούσε όλες τις κόρες ή κάποιες από αυτές. Παρά ταύτα, με ευρεία ερμηνεία και αφού τέλος πάντων η πλειοψηφία των θυγατέρων θεραπεύτηκε, απολιπομένης της μίας, ο άσος της Ιατρικής και της Μαντικής έλαβε τελικά το έν τρίτον της επικρατείας. Ύστερα νυμφεύθηκε τη μία από τις δύο εναπομείνασες και ούτω πως έλαβε και άλλο εν τρίτον. Το τελευταίο τρίτον το φύλαγε για τον αδελφό του Βίαντα, αν κάποτε συνερχόταν από τη λαμαρίνα που είχε δαγκώσει με την κόρη του Νηλέα Πηρώ, που μάς συνδέει αμέσως με την επόμενη ιστορία μας.    

Ο αδελφός του Βίας είχε λοιπόν ζητήσει να λάβει γυναίκα τη θυγατέρα του Νηλέα, που για να συγκατανεύσει απαίτησε να τού φέρει ο Βίας τα βόδια κάποιου τρίτου, του Ίφικλου, αγνοώντας το αξίωμα «ό,τι ουδείς μετάγει πλέον ού έχει δικαιώματος». Επειδή δηλαδή ο Νηλέας λιμπίστηκε τις βους του Ίφικλου, έπρεπε ο Βίας να τις αρπάξει δια της βίας; Όπως και να ‘χει, ο Βίας ζήτησε τη βοήθεια του Μελάμποδα, γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν πιο άξιος και πολυμήχανος. Ο Μελάμπους, προκειμένου να βοηθήσει τον αδελφό του και παρότι ήταν πλήρως αποκατεστημένος, αποφάσισε να αφήσει τα πλούτη του και να ξαναμπεί στην ενεργό δράση.  Προσπάθησε να κλέψει τα βόδια στα μουλωχτά, παρότι είχε προφητεύσει ότι «φωραθήσεται και φυλακισθήσεται εν έτος», όπως χαρακτηριστικά είπε, δηλαδή ότι θα τον ανακαλύψουν και θα τον φυλακίσουν. Καθώς ήταν στη φυλακή, άκουσε τα σαράκια που έτρωγαν τα δοκάρια της οροφής να λένε ότι έχει μείνει λίγο ξύλο ακόμη κι έπρεπε να ψάξουν για την επόμενη πηγή τροφής. Αμέσως είπε στους φύλακες να τον μετακομίσουν σε άλλο κτίριο. Αφού τούς έπρηξε, στο τέλος ενέδωσαν και τον μετέφεραν και πράγματι αμέσως μετά η φυλακή κατέρρευσε. Ο πατέρας του Ίφικλου που λεγόταν και Φύλακος, όνομα και πράγμα, αφού φυλάκιζε τους αντιπάλους του, έμεινε άφωνος με τις δυνάμεις του Μελάμποδα και τού ζήτησε να γιατρέψει τον Ίφικλο που έπασχε από σεξουαλική ανικανότητα. Ο Μελάμπους με μία φροϋδική ψυχαναλυτική προσέγγιση ανέτρεξε στο παρελθόν της υπόθεσης, την ανήγαγε στις απαρχές της, όταν ο Φύλακος είχε σφάξει ένα κριό στον αγρό κι είχε αφήσει το μαχαίρι ματωμένο δίπλα στον νεοσσό Ίφικλο που έπαθε σοκ. Βρήκε λοιπόν τον εξής ιδιοφυή τρόπο για να γιατροπορέψει τον ταλαίπωρο -τάλανα (το «τάλας» κλίνεται όπως το «μέλας»). Έμπηξε τη μάχαιρα σε μία ιερά δρυ και σιγά – σιγά ο φλοιός αυξήθηκε και τη σκέπασε. Έτσι, ο ‘Ιφικλος, που αναζήτησε το μαχαίρι εκείνο, το οποίο είχε προκαλέσει τη σεξουαλική του ανικανότητα, είδε τελικά ότι ήταν απλά ένα αδρανές πράγμα εγκλωβισμένο και εξουδετερωμένο από μία τρανή βελανιδιά, η οποία το περιέβαλλε, το χώνευε και το αγνοούσε με χαρακτηριστική αδιαφορία. Κι αυτό τού ‘κανε καλό, καθώς βλέποντας το ανίσχυρο της μάχαιρας, επανήλθε η δική του ισχύς. Τοιουτοτρόπως κατόπιν της τρανταχτής αυτής επιτυχίας, μίας ακόμη στο ενεργητικό του απίθανου Μελάμποδα,  ο Βίας παντρεύτηκε την Πηρώ. Συχνά, αναγνώστη, το πόσες σχέσεις και δεσμούς έχει κανείς με το άλλο φύλο δεν καθορίζεται από το αν είναι μεγάλος εραστής, αλλά από τις συνθήκες της κοινωνίας και από τη μοίρα. Έτσι ο Βίας, όταν πέθανε η Πηρώ, πήρε και την άλλη Προιτίδα που είχε απομείνει ανύπαντρη, συγκομίζοντας μαζί με την πρώτη και δεύτερη πλούσια προίκα και μάλιστα όλα αυτά, όχι με τη βία, αλλά λόγω των κατορθωμάτων του αδελφού του. Δεν ξέρουμε βέβαια πόσο συναισθηματικός ήταν ο άνθρωπος και, αν παρά τα οικονομικά λαχεία που τού τύχαιναν, μπόρεσε να ξεπεράσει τη θλίψη από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας και να χαρεί το δεύτερο γάμο του, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει αυτό.

Τώρα πια ο Μελάμπους ήταν πολλαπλώς αναγνωρισμένος και δεν είχε ανάγκη τους καλούς Σαμαρείτες τιτάνες. Ικανοποιημένοι και αυτοί από την απόδοση του Μελάμποδα στην υπόθεση των βοών του Ιφίκλου έψαλαν τον πολύ υποστηρικτικό ύμνο του Ζεφύρου, ανεφάνη δε ο αστερισμός Βοώτης.  

ΖΕΦΥΡΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Αύραι παντογενείς Ζεφυρίτιδες, ηερόφοιτοι,

Ηδύπνοαι, ψιθυραί, καμάτου ανάπαυσιν έχουσαι,

Εαριναί, λειμωνιάδες, πεποθημέναι όρμοις,

Σύρουσαι ναυσίν τρυφερόν πόρον, ηέρα κούφον,

Έλθοιτ’ ευμενέουσαι, επιπνέουσαι, αμεμφείς,

Ηέριαι, αφανείς, κουφόπτεροι, ηερόμορφοι».   

(Αύρες παντογενείς Ζεφυρίτιδες, που αέρα κομίζετε,

Ηδύπνοες, από κάματο αναπαύετε, γλυκά ψιθυρίζετε.

Εαρινές είστε και ποθητές σε όρμους και λειμώνες,

Τα πλοία σε ούρια πορεία σέρνετε, ενάντια στους χειμώνες,

Να είστε πάντα ευμενείς και να πνέετε χωρίς μομφή,

Σαν Άριελ αφανείς, με ελαφριά πτερά και αέρινη μορφή).

Όχι μόνο αυτό, αλλά οι διαστημικοί τιτάνες μας, που ήξεραν να βραβεύουν πραγματικά κάποιον για τις υπηρεσίες του και να τον αναδεικνύουν ακαδημαϊκό (αντίθετα με τη νεοελληνική ακαδημία, που κανείς δεν γνωρίζει τις εσωτερικές διεργασίες της), απένειμαν στον Μελάμποδα το παράσημο του Βορείου Στεφάνου, που είναι κάτι σαν Σιδερένιος Σταυρός για τους μυθολογικούς τιτάνες.     

          Προς τούτο τον υπέβαλαν τυπικά σε μία στοιχειώδη εξέταση, πολύ σύντομη, όπως θα δείτε, διότι είχαν ήδη καταλήξει στην ανεπιφύλακτη αποδοχή της μεγάλης του αξίας.

«Μελάμπους, πώς συμβολίζεται η ψυχή;»

«Με τον έναστρο ουρανό. Με το Σείριο και την Πλειάδα, τις Υάδες και τους άλλους αστερισμούς, όπως φαίνονται από τη Γη».

«Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος έλεγε:

“κοίταξε ψηλά φαίνεται το σημάδι του νου,

κι ανάμεσα στ’ αστραφτερά σύμβολα του ουρανού

Το στέμμα της Αριάδνης γλιστρά ενός κόσμου αλλουνού”. Απάντησε, αν μπορείς, Μελάμπους».

«Καταλαβαίνω τα ελληνικά και απαντώ λατινικά: Cοrοna Bοrealis dοnavit Venus illa Ariadnam, inter Bοοtem et Herculem jacet, vere videtur et estate, α cοnstellatiοnis vοcatur Gemma, cuius spatia siderum 71 anni lucis sunt (Τον βόρειο Στέφανο έκανε δώρο η ίδια η Αφροδίτη στην Αριάδνη και τον τοποθέτησε ανάμεσα στους αστερισμούς του Βοώτη και του Ηρακλή, ώστε να είναι ορατός την άνοιξη και το καλοκαίρι. Το άλφα του αστερισμού αυτού είναι το πετράδι της Αριάδνης, του οποίου η αστρική απόσταση από τη Γη είναι 71 έτη φωτός)».

Και να πώς ο Μελάμπους αναγορεύτηκε με απλές διαδικασίες σε διδάκτορα και ακαδημαϊκό από το πλήρωμα και τα στελέχη της χωρονηός «Κόσμημα- Ναός Βενοβίνδας». Ακολουθεί ο ύμνος του Βορέου αφιερωμένος στον αστερισμό Βόρειο Στέφανο, έπαθλο και βραβείο για τους διακεκριμένους όλων των εποχών, σύμφωνα με την παγκόσμια τάξη που επέβαλαν οι τιτάνες.

ΒΟΡΕΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Χειμερίοις αύραις δονών βαθύ ηέρα κόσμου,

Κρυμοπαγής Βορέα, χιονώδης ελθ’ από Θράκης,

Λύε τε παννέφελον στάσιν ηέρος υγροκελεύθου,

Ικμάσι ριπίζων νοτεραίς ομβρογενές ύδωρ,

Αίθρια πάντα τιθείς, θαλερόμματον αιθέρα τεύχων

Ακτίσιν λάμπουσαν επί χθονός ηελίου».  

(Με χειμέριες αύρες τον βαθύ αέρα του κόσμου κλονίζεις, 

Παγερέ Βορέα νεφοσκεπή που απ’ τη Θράκη χιονίζεις

Λύσε τη στάση του αέρα που πετά μαζί με υγρασία,  

Και μάς ριπίζει με ψεκάδες νερού και βροχής παρουσία,

Αίθρια πάντα όλα να θέτεις, να έχει ωραία μάτια ο αιθέρας  

Να λάμπουν θαλερά οι ακτίνες ως της χθονός το πέρας). 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’

ΟΦΙΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΟΦΙΟΥΧΟΣ

Σχόλιο του φιλοσόφου Χέγκελ, που αποτελεί το απόλυτο φετίχ του συγγραφέα: Συχνά αναφερόμαστε στον Προμηθέα ως τον τιμωρημένο Τιτάνα. Εξίσου όμως τον απαντούμε και ως απελευθερωμένο. Διότι, όπως η γη και ο ήλιος, έτσι και η φωτιά, που έφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, η βρώση του κρέατος, που τούς δίδαξε, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποίηση των αναγκών, δια τούτο διαρκώς αποδιδόταν τιμή στον Προμηθέα. Στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή π.χ. λέγει:

«χώρος μεν ιερός πας όδ’ έστι- έχει δε νιν

σεμνός Ποσειδών- εν δ’ ο πυρφόρος θεός

Τιτάν Προμηθεύς».

(Γνώριζε πως ο χώρος είν’ ιερός ,

Τον κατοικεί ο Ποσειδών ο σεπτός

Κι ο Προμηθέας , ο πυρφόρος θεός).

Αναφέρεται ότι ο Προμηθέας λατρεύεται και στην Ακαδημία μαζί με την Αθηνά ως άλλος Ήφαιστος, υπάρχει δε στο άλσος της θεάς ένας ναός μ’ ένα αρχαίο βάθρο στην είσοδο με απεικόνιση τόσο του Προμηθέα όσο και του Ήφαιστου. Ο Προμηθέας όμως, όπως λέγει ο Λυσιμαχίδης, παρουσιάζεται πρώτος και αρχαιότερος, ενώ ο Ήφαιστος νεότερος και δεύτερος, είναι δε αφιερωμένος και στους δύο ο βωμός πάνω στο βάθρο. Επίσης, ο Προμηθέας, σύμφωνα με τον μύθο, δεν χρειάστηκε να υπομείνει για πάντα την ποινή του, αλλά τον απάλλαξε από τα δεσμά του ο Ηρακλής. Σ’ αυτή την ιστορία απελευθέρωσης τραβούν την προσοχή ορισμένα περίεργα χαρακτηριστικά. Ο Προμηθέας δηλαδή απαλλάσσεται από το μαρτύριό του, επειδή επισημαίνει στον Δία τον κίνδυνο, που απειλεί την επικράτειά του από τον δέκατο τρίτο απόγονο. Τούτος ο απόγονος είναι ο Ηρακλής, στον οποίο λέγει π.χ. ο Ποσειδών στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη ότι θα βλάψει τον εαυτό του, αν υπογράψει το συμβόλαιο για παραίτηση από τη θεϊκή κυριαρχία, αφού ό, τι τελικά καταλείψει ο Δίας θα γίνει κάποτε δικό του. Πράγματι, ο Ηρακλής είναι ο μοναδικός άνθρωπος, που μετέβη στον Όλυμπο και από θνητός έγινε θεός, ίσταται δε υψηλότερα από τον Προμηθέα, που έμεινε απλός Τιτάνας. Με τον Ηρακλή και τους Ηρακλείδες συνδέεται η ανατροπή των παλαιών επικυριάρχων. Οι Ηρακλείδες διασπούν την εξουσία των αρχαίων δυναστειών και βασιλικών οίκων, όπου η κυρίαρχη βούληση δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο πάνω απ’ αυτήν τόσο σε σχέση με τους αχαλίνωτους σκοπούς της όσο και σε σχέση με τους υπηκόους της και διαπράττει δια τούτο ανομολόγητα και αποτρόπαια εγκλήματα. Ο Ηρακλής, όντας ο ίδιος στην υπηρεσία ενός άρχοντα και όχι ως ελεύθερος, νικά την ωμότητα τούτης της πανίσχυρης θέλησης (Παρακαλώ για τυχόν ανακολουθίες ή αποκλίνουσα ερμηνεία σε σχέση με την ιστορία μας, αναζητήστε ευθύνες από τον Χέγκελ, θεώρησα όμως ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στην Τιτανομαχία η «ανάρτησή του»).

Ξαναπιάνουμε βιαστικά το μίτο της αφήγησής μας: Μια και η πρώτη πράξη του ημίθεου αυτού ήταν ο στραγγαλισμός των φιδιών, που είχε στείλει η Ήρα για να εκδικηθεί τη συνεύρεση του Δία με τη μητέρα του Αλκμήνη, το πανίσχυρο μωρό όμως τα έπνιξε όντας σε ονειρική υποσυνείδητη κατάσταση, οι τιτάνες εν χορώ έψαλαν τον ύμνο του ονείρου για να εμφανιστεί ο αστερισμός Όφις.

ΟΝΕΙΡΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κικλήσκω σε, μάκαρ, τανυσίπτερε ούλε Όνειρε,

Άγγελε μελλόντων, θνητοίς χρησμωδέ μέγιστε,

Ησυχίη γαρ ύπνου γλυκερού σιγηλός επελθών,

Προσφωνών ψυχαίς θνητών νόον αυτός εγείρεις,

Και γνώμας μακάρων αυτός καθ’ ύπνους υποπέμποις,

Σιγών σιγώσαις ψυχαίς μέλλοντα προφαίνων

Οίς επ’ ευσεβίοις θεών νόος εσθλός οδεύει,

Ως αν αεί το καλόν μάλλον, γνώμαις προληφθέν,

 Τερπωλαίς υπάγη βίον ανθρώπων προχαρέντων,

Των δε κακών ανάπαυλαν, όπως θεός αυτός ενίσπη,

Ευχωλαίς, θυσίαις τε χόλον λύσωσιν ανάκτων.

Ευσεβέσιν γαρ αεί το τέλος γλυκερώτερον εστίν,

Τοις δε κακοίς ού κεν φαίνοι μέλλουσαν ανάγκην, ός,

Όψις ονειρόεσσα, κακών εξαγγέλλει έργων

Όφρα κεν εύρωνται λύσιν άλγους ερχομένου.

Αλλά, μάκαρ, λίτομαί σε θεών μηνύματα φράζειν,

Ως αν αεί γνώμαις ορθαίς κατά πάντα πελάζης,

Μηδέν επ’ αλλοκότοις κακών σημεία προφαίνων».   

(Σε καλώ, μακάριε Όνειρε με τ’ απλωμένα φτερά, 

Άγγελε μελλόντων, σε θνητών θλίψη και χαρά,

Με ησυχία ύπνου γλυκερού έρχεσαι σιγηλά,

Εγείρεις τις ψυχές και το νου απ’ όλα τα απατηλά,  

Και γνώμες θεών εσύ καθ’ ύπνους υποβάλλεις,

Και σιγών σε σιγώσες ψυχές τα μέλλοντα προβάλλεις,

Σε όσους ο καλός τους νους μαζί με τους θεούς οδεύει,

Ώστε κι αυτοί να θέλουν το καλό που ο θεός κελεύει.

 Με τέρψεις οδηγείς το βίο αυτών που περιμένουν,

Να τούς πει ο θεός τι ν’ αποφύγουν, τι να υπομένουν.   

Με θυσίες, προσευχές να λύσουν την οργή των ανάκτων.

Να ‘χουν τέλος ευσεβών πιο γλυκό απ’ των ατάκτων.  

Τα μέλλοντα όμως η ονειρική όψη δεν φανερώνει

Στους κακούς και σ’ όποιον άτιμα έργα ενορχηστρώνει,

Ώστε, όχι μόνο κακό να κάνει, μα και να γλιτώνει.

Αλλά, μακάριε, σε παρακαλώ τα μηνύματα να μάς λες

Και τις ορθές γνώμες των θεών και τις συνετές βουλές,

Και μη μάς δείχνεις σημάδια διφορούμενα και απειλές).  

Ο Προμηθέας είχε πάντα σε μία εκτίμηση τον Ηρακλή, κυρίως γιατί αυτός στρατευόταν στην υπηρεσία άλλων, πράγμα που είναι η βάση των θεσμών σύμφωνα με το περίφημο «άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει».  Για χρόνια ήταν στην υπηρεσία του Ευρυσθέα και οι άθλοι του εντάσσονταν στην εν ευρεία εννοία διακυβέρνηση των επαρχιών. Δεν ήταν μόνο εξολοθρευτής βλαβερών και τρομαχτικών θηρίων, όπως το λιοντάρι της Νεμέας, ο Κέρβερος, οι Στυμφαλίδες όρνιθες, ο ταύρος της Κρήτης και τα σαρκοφάγα άλογα του Διομήδη, αλλά και μέγας μηχανικός που αποξήρανε τη Λέρνη, καθάρισε την κόπρο του Αυγείου, ελάττωσε τη ροή του ορμητικού Ερύμανθου κ.λπ. Επίσης σε πολλές περιπτώσεις είχε στραφεί κατά των Ολύμπιων, μεταξύ των οποίων και κατά της Άρτεμης όταν αιχμαλώτισε την Κερυνίτιδα έλαφο ή όταν έκλεψε τα μήλα των Εσπερίδων που ήταν δώρο από τη λίστα γάμου του Δία. Επιπλέον, όπως όλοι ήξεραν, ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν η εκδικητική, χαιρέκακη και μνησίκακη Ήρα λόγω της απιστίας του Δία με την Αλκμήνη, που τον έφερε στον κόσμο. Όμως ταυτόχρονα ο Προμηθέας δεν ξεχνούσε ότι η όλη αντίληψη και κεντρική ιδέα των άθλων ήταν να εξευμενίσει ο Ηρακλής τους Ολύμπιους χαρίζοντάς τους την αφοσίωσή του, για να εξαγνιστεί ο ίδιος για την τρέλα, που η Ήρα του είχε εμφυσήσει και τον οδήγησε τότε να σκοτώσει τη σύζυγό του Μεγάρα και να κάψει ζωντανά τα τρία παιδιά του. Τι μύλος! Να ζητάς έλεος και δικαίωση από αυτόν ακριβώς που σε αδίκησε και σε υποβίβασε σε άγριο ζώο! Γι’ αυτό, όταν κατά την καταστέριση του Α’ Κενταύρου ο Ηρακλής συνετέλεσε τα μέγιστα στην εξάλειψη των κακόμοιρων των κενταύρων, ο Προμηθέας τού είχε επιστήσει την προσοχή «πρόσεξε σε ποιους χαρίζεις την αφοσίωσή σου». Ο τελευταίος έτρεφε πάντως μία συμπάθεια γι’ αυτόν τον ατσούμπαλο μαντράχαλο, που από την αρχή της ζωής του βρέθηκε απέναντι σε μία σημαδεμένη τράπουλα και ένα περιβάλλον γεμάτο σύγχυση και εναντιοτροπές λόγω του κυνηγιού της Ήρας κι έζησε ένα σχιζοφρενικό βίο διασπασμένος ανάμεσα στο καθήκον και την οίηση της δυνάμεως. Σ’ αυτή την αντιφατικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, στο παράδοξο του ανθρώπου που ιππεύει κόντρα στον άνεμο έχοντας ήδη δεχθεί θανατηφόρο τραύμα στον κρόταφο, όπως προσφυώς έλεγε ο Πίνδαρος, αφιέρωσε η παρέα του Βενοβίνδα τον ύμνο προς τιμή του Ηρακλέους.

ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Ήρακλες οβριμόθυμε, μεγασθενές, άλκιμε Τιτάν,

Κρατερόχειρ, αδάμαστε, βρύων άθλοις κραταιοίς,  

Αιολόμορφε, χρόνου πάτερ, αΐδιός τε εύφρων,

Άρρητ’, αγριόθυμε, πολύλλιτε, παντοδυνάστα-

Παγκρατές ήτορ έχων, κράτος μέγα, τοξότι, μάντι,

Παμφάγε, παγγενέτωρ, πανυπέρτατε, πάσιν αρωγέ-

Ός θνητοίς κατέπαυσας ανήμερα φύλα διώξας,

Ειρήνην ποθέων κουροτρόφον, αγλαότιμον.

Αυτοφυής, ακάμας, γαίης βλάστημα φέριστον

Πρωτογόνοις στράψας βολίσιν, μεγαλώνυμε δαίμον,

Ός περί κρατί φορείς ηώ και νύκτα μέλαιναν

Δώδεκ’ απ’ αντολιών άχρι δυσμών άθλα διέρπων,

Αθανάτοις πολύπειρος, απείρατος, αστυφέλικτος,

Ελθέ, μάκαρ, νούσων θελκτήρια πάντα κομίζων,

Εξέλασον δε κακάς άτας, κλάδον εν χειρί πάλλων,

Πτηνοίς τ’ ιοβόλοις κήρας χαλεπάς απόπεμπε».   

(Ηρακλή, ορμητικέ, μεγασθενή, που ανάστημα ορθώνεις,

Κρατερόχειρα, αδάμαστε, κραταιούς άθλους κατορθώνεις, 

Αιολόμορφε, χρόνου πατέρα, είσαι αιώνιος, σε λατρεύουν,

Άρρητε, αγριόθυμε, παντοδυνάστη, όλοι σε ικετεύουν-

Έχεις πανίσχυρη καρδιά, είσαι τοξότης, μάντης,

Παμφάγε γεννήτορα, υπέρτατε, είσαι ερώτων φάντης-

Κατευνάζεις τους θνητούς, διώχνεις τα ανήμερα θηρία,

Την ειρήνη ποθείς, που τρέφει ανθρώπων πολιτεία.

Αυτοφυή, ακάμαντε, Γη βλάστημα τέτοιο δεν είδες,

Τους πρωτογόνους άστραψες, δαίμονα, με βολίδες, 

Το κεφάλι σου με την αυγή και τη μαύρη νύκτα σκέπεις,

Από Δύση σε Ανατολή δώδεκα άθλους δρέπεις,

Πολύπειρε, άπειρε, αδιάσειστε, που φέρνεις λύσεις,  

Έλα, μακάριε, των νόσων τις θεραπείες να κομίσεις,

Εξόρισε τις κακές μοίρες, πάλλοντας κλάδο με το χέρι,

Με τα ιοβόλα βέλη σου διώξε κάθε δυσοίωνο αστέρι).  

Εκείνες τις ημέρες είχε έλθει είδηση στον Βενοβίνδα από τον αγγελιοφόρο του Ηρακλή Λίχα ότι ο ημίθεος έκειτο πάνω στο νεκροκρέβατο της Οίτης, όπου ξάπλωσε για να καεί και για να λυτρωθεί από τους αφόρητους πόνους του μανδύα του Νέσσου, που τού είχε δωρίσει η Διάνειρα νομίζοντας ότι ήταν ελιξίριο του έρωτα. Το πλήρωμα του Βενοβίνδα, που πάντα τιμούσε τόσο τους συμμάχους, όσο και τους περιστασιακούς συνοδοιπόρους, συντρόφους στη μάχη ή παραστάτες στα όπλα, αλλά ακόμη και τους εχθρούς, εφόσον επιδείκνυαν σεβασμό και τηρούσαν κάποιο κώδικα αξιών, διακτινίστηκε στην Οίτη για να συμπαρασταθεί τον Ηρακλή στη βίωση του τέλους του.

Κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν στο πλευρό του ο γιος του Ύλλος, που τού εξιστορούσε την αυτοκτονία της Διηάνειρας, όταν κατάλαβε ότι με το μανδύα του Νέσσου, αντί να πετύχει την αναζωπύρωση του πάθους του Ηρακλή γι’ αυτήν, κατήγαγε στο σώμα του πυώδεις και άμεσα κακοφορμισμένες πληγές. Ο ίδιος ο ήρωας ξερίζωσε κορμούς κι έφτιαξε πυρά κάτω από το νεκροκρέβατό του, ενώ ο Φιλοκτήτης έβαλε πρώτος τη φωτιά τάχα για την πυράκτωση των πληγών, μα στ’ αλήθεια για την πυρπόληση όλου του σώματος του ημίθεου.

Έλεγε ο Ηρακλής: «Ας τη συγχωρήσω ότι πολύ ηγάπησεν. Δεν φταίει για το θάνατό μου η Διηάνειρα, αλλά η μοίρα. Μού το ‘χαν προφητέψει ότι κάποιος πεθαμένος θα με σκότωνε κι αυτός είναι ο Νέσσος. Τα αμαρτήματά μου ήταν γραφτό να με συνοδεύσουν μέχρι το τέλος. Τι άντρας είμαι εγώ, πώς φέρθηκα στις γυναίκες, τη Μεγάρα σκότωσα και τη Διηάνειρα επίσης γιατί τής στέρησα τον εαυτό μου. Συ όμως Ύλλε, καν’ το διαφορετικά, μη κάνεις τα ίδια σφάλματα με μένα και φέρσου σαν άντρας στην Ιόλη, παντρέψου την»        

«Ηρακλή», είπε ο Προμηθέας, «σε βλέπω πάντα δίβουλο ανάμεσα στο καθήκον και στη τρέλα της παντοδυναμίας, ανάμεσα στην άγρια φύση του ανδρός και στην εξευγενισμένη κοινωνική διάσταση του πολίτη».

«Προμηθέα, πώς μπορεί ένας ήρωας σαν κι εμένα να πεθαίνει; Και τι αφήνω πίσω μου; Ένα γιο που δεν ξέρει τι τού γίνεται χειρότερα από μένα. Να ‘ρχόταν τουλάχιστον ο Ύλας να πάρει τα όπλα μου αντί ο Ύλλος, αλλά μέχρι και σ’ αυτό στηρίχτηκα σε λάθος ύλη, χα,χα», είπε ο ετοιμοθάνατος χαμογελώντας με πολύ πόνο.     

Ο μέγας Ηρακλής απέδιδε τις ίδιες τιμές συμπολεμιστή στον ερωμένο του Ύλα και στον Φιλοκτήτη, στον οποίο τελικά εμπιστεύθηκε τα όπλα του.

Ο αρχαιοελληνικός κόσμος δεν είχε την ιδιωτικότητα, ούτε την αμφιλεγόμενη προστασία προσωπικών δεδομένων του δικού μας πολιτισμού, που κυρίως υπάρχει για να κρύβουν τα αίσχη τους οι διάφοροι επώνυμοι. Ο καθένας κρινόταν και αξιολογούνταν από τις πράξεις του στο δημόσιο φόρουμ, όπου η ομοφυλοφιλία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε όνειδος, θεωρούνταν μάλιστα απόλυτα συμβατή με την ανδρεία και την πολεμική αρετή. Άραγε, αν τη στιγμή που ξεψυχούσε ο Ηρακλής, περνούσε από εκεί ο Ύλας αντί του Φιλοκτήτη και έστεργε να τού βάλει αυτός τη λυτρωτική φωτιά της τελετουργικής καύσης, δεν θα έδιδε σ’ αυτόν τα όπλα του; Σίγουρα, ο Ύλας, ο συμπολεμιστής του Ηρακλή στην Αργοναυτική Εκστρατεία, αν αντί να αρπαχτεί από τις νύμφες και να γίνει αντίλαλος, είχε την τύχη να είναι παρών εκείνο το βράδυ στην υπαρξιακή κρίση και τον οδυνηρό αποχαιρετισμό του αμφιταλαντευόμενου μεταξύ Διηάνειρας και Ιόλης Ηρακλή, θα είχε λάβει ο ίδιος το θαυματουργό τόξο με τα δηλητηριώδη βέλη. Ίσως τότε να ήταν αυτός στη Λήμνο στη θέση του Φιλοκτήτη, για να παλεύει με την κακοφορμισμένη πληγή, τον πληγωμένο εγωισμό, το τραύμα από την άδικη εγκατάλειψη και το αίσθημα της ανεπανόρθωτης αδικίας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ‘Υλας, που θα συστηνόταν ως δεσπότης των ηρακλείων όπλων

«όν έρριψαν αισχρώς ώδ’ έρημον, αγρία νόσω  καταφθίνοντα,

της ανδροφθόρου  πληγέντ’ εχίδνης  αγρίω  χαράγματι».

(που τον έριξαν στην έρημο με άγρια νόσο να φθίνει

Από δηλητήριο έχιδνας πύον η πληγή του να εκκρίνει)   

Θα’ ταν αυτός, που θα φώναζε στον Νεοπτόλεμο

«Γαστρί μεν τα σύμφορα τόξον  τόδ’ εξηύρισκε,

αποστέρηκας τον βίον τα όπλα ελών, απόδος,

ικνούμαί σε, απόδος, ικετεύω τέκνον»

(Μ’ αυτό το τόξο την τροφή μου έβρισκα τανύζοντάς το

Το βίο μου μού στέρησες, τέκνο παίρνοντάς το

Σε εξορκίζω απόδωσέ μου το, μη το παίρνεις, άστο).

και θα τον δικαίωνε ανακουφιστικά ο Ηρακλής:

«Πάριν  τόξοις τοις εμοίς  νοσφιείς βίου, πέρσεις τε Τροίαν, σκύλα τ’ εις μέλαθρα σα πέμψεις, αριστείαν εκλαβών στρατεύματος».

(Του Πάρη τη ζωή με τα τόξα μου θε να πάρεις,

Θα στείλεις στο παλάτι όσα λάφυρα είχε ο Πάρης,  

Ως του στρατεύματος ο μέγιστος και ένας Άρης).

Ο Ηρακλής τιμούσε τους συντρόφους του με βάση τα ανδραγαθήματα και τα επιτεύγματά τους, όχι με βάση τις προσωπικές τους κλίσεις και ιδιορρυθμίες, χωρίς να παγιδεύεται σε ολισθηρές, στρεβλές ατραπούς υπερτίμησης κάποιου δικού του χαρακτηριστικού ως κανονικού και υποτίμησης ή συκοφάντησης κάποιων αντίστοιχων άλλων ιδιοτήτων ως περιθωριακών, χωρίς να παραχωρεί έδαφος σε φαρμακερές αυταπάτες, που τρέφουν τον ογκόλιθο του εγωισμού, ώσπου να γίνει φθόνος και ζήλια και να πνίξει τον εαυτό του και τους άλλους, ή σε νοοτροπίες, όπου η υποχωρητικότητα του ενός παραχωρεί τα πάντα στην πλεονεξία κάποιου άλλου και μετά διεκδικεί κλαψιάρικα όσα η ίδια έχει προ πολλού εκχωρήσει. Ο Ηρακλής παρά τη συναίσθηση της τεράστιας δύναμής του, δεν την ανήγαγε ποτέ σε κάποιο προνομιούχο χαρακτηριστικό έναντι των ιδιορρυθμιών των συνοδοιπόρων του, απλά αναρωτιόταν πάντα και ποτέ δεν καταλάβαινε ποιο ήταν το νόημα αυτής της ανεξήγητης δύναμης.       

«Άξιζες καλύτερη μοίρα, Ηρακλή,

       Ήταν ελόγου σου στρυφνή, πολυστέναχτη η τύχη

       Γιατί σε σύγχυση τελών, ψηλό έβαλες πήχυ

       Κι ενώ στόχο έθεσες της Ιεριχούς τα τείχη ,

       Εσένα εγκρεμίσανε της σάλπιγγας οι ήχοι», είπε ποιητικά ο Προμηθέας.

«Προσπάθησα να βρω κάτι αντικειμενικό και να πιαστώ από εκεί, Προμηθέα, πίστεψέ με».

«Ξέρω. Είναι δύσκολο για ημίθεους που έχουν μεγάλη δύναμη και άρα μεγάλη ευθύνη να βρουν το δρόμο τους. Η ηθική έχει εφαρμογή στους απλούς ανθρώπους, μα για τους ηγέτες δεν έχει ακόμη απαντήσεις, πότε μπορούν να θεωρηθούν επιτυχημένοι και πόσους φόνους μπορεί μία τέτοια επιτυχία να δικαιολογήσει. Ίσως ισχύει γι’ αυτούς το μη χείρον βέλτιστον, να βάλουμε και ποσοτικά κριτήρια, όχι μόνο ποιοτικά. Να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπορούν να έχουν πλήρη εποπτεία έναντι του πλήθους των ακολούθων τους. Να κριθεί πως είναι άλλο να εισβάλλουν σε μια χώρα και να θερίζουν χιλιάδες και άλλο να υποκινούν πραξικόπημα για να επηρεάσουν την πολιτική ενός άλλου κράτους. Η αρρώστια όμως των σημερινών διανοητών είναι ότι επικαλούνται μόνο ποιοτικά κριτήρια εξισώνοντας και εξομοιώνοντας τους πάντες και αγνοούν τα ποσοτικά».  

«Κάποια από τα ανδραγαθήματά μου είχαν νόημα και χρησιμότητα. Αλλά γιατί να σκοτώσω την Ιππολύτη, γιατί να κλέψω τα βόδια του Γηρυόνη -τον καημένο με τα τρία κεφαλάκια του τι μού έφταιξε; Κι εκείνη η Κερυνίτις έλαφος, τι ωραίο πλάσμα, γιατί να τής στερήσω την ελευθερία;  Και τόσα άλλα, τόσα άλλα. Και για το θάνατο του Χείρωνα είμαι υπεύθυνος κι εκείνη την καημένη την Ησιόνη, που την έσωσα από το κήτος και με κυττούσε στα μάτια με υγρό βλέμμα ευγνωμοσύνης και φόβου και το μόνο που ήθελε ήταν να με ακολουθεί και να με υπηρετεί, γιατί να την δώσω στον Τελαμώνα;»

«Όμως ίδρυσες πόλεις, έκτισες σπίτια, φύτεψες δέντρα, έδωσες εκτάσεις για καλλιέργεια, απάλλαξες τον κόσμο από ένα σωρό καθάρματα και αποβράσματα και τους αδύναμους από την ανασφάλεια, σήκωνες βουνά στους ώμους σου σαν τους λαούς, έκανες τους τυράννους να τρέμουν και να κατουράνε πάνω στο θρόνο τους…»  

«Όμως ίδρυσα πόλεις, έκτισα κτίρια….», ψέλλισε ο Ηρακλής και ξεψύχησε, ενώ οι γλώσσες της πυράς έγλειφαν ηδονικά τα πόδια του και σε λίγο θα τον καταβρόχθιζαν.

Προς τιμή του Οφιούχου, εκείνου δηλαδή που καμιά φορά αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει διφορούμενα μέσα ψυχρής σκοπιμότητας προκειμένου να πετύχει μία επί τα βελτίω αλλαγή, αν υποτεθεί ότι κάτι καλό μπορεί να βγει από εγκλήματα και φόνους, πράγμα που σκανδάλιζε τη νοημοσύνη των τιτάνων ως πρόβλημα δυσεπίλυτο και έθετε σε αμφισβήτηση την περιβόητη ηθική τους, οι ήρωές μας έψαλαν τον ύμνο του Ουρανού.

ΟΥΡΑΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Ουρανέ παγγενέτωρ, κόσμου μέρος αιέν ατειρές,

Πρεσβυγενέθλ’ αρχή πάντων, πάντων τε τελευτή,

Κοσμοκράτωρ, σφαιρηδόν ελισσόμενος περί γαίαν,

Οίκε θεών μακάρων, ρόμβου δίναις οδεύων,

Ουράνιος χθόνιος τε φύλαξ πάντων περιβληθείς,

Εν στέρνοις έχων φύσεως άπλητον ανάγκην,

Κυανόχρως, αδάμαστε, παναίολος, αιολόμορφε,

Πανδερκές, Κρονότεκνε, μάκαρ, πανυπέρτατε δαίμον,

Κλύθ’ επάγων ζωήν οσίην μύστη νεοφάντη».  

(Ουρανέ παγγενήτορα, ανελαστικό του κόσμου μέλος,

Πρωτότοκη αρχή πάντων και πάντων τέλος,

Ελίσσεσαι σφαιρηδόν γύρω από τη γη σαν βέλος,

Και περιοδεύεις με τετρακτύος δίνη και κύκλου κινήσεις,

Όντας ουράνιος, χθόνιος φύλακας όλης της ζήσης.

Έχεις της φύσης την ανάγκην την ακόρεστη στο στέρνο,  

Κυανόχρωμε, αδάμαστε, όταν ο άνεμος πει «σε φέρνω».  

Οξυδερκή, με Κρόνο γιο, μακάριε, κράτα ψηλά την πίστη

Άκου και δώσε όσια ζωή στο νέο και αγνό τον μύστη). 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ’

ΛΥΡΑ, ΑΕΤΟΣ, ΓΡΥΨ (ΑΛΝΤΑΪΡ)

          Οι Προμηθέας, Υπερίων, Ωκεανός, Λητώ και Ευρύβια  διακτινίστηκαν στον πλανήτη της Αρκαδίας, που ανήκε στον αστερισμό της Λύρας. Βρέθηκαν σε μία ειδυλλιακή αμφιθεατρική τοποθεσία κάτω από το μαγευτικό όρος Πάρνωνα, στη βάση μιας καταπράσινης ρεματιάς σε υψόμετρο μισού χιλιομέτρου, περιβαλλόμενη από ένα παρθένο φυσικό περιβάλλον γεμάτο πλατάνια, καστανιές και κωνοφόρα δέντρα. Το ιδιαίτερο κλίμα της περιοχής, τα νερά και η μορφολογία του εδάφους επέτρεπαν τη συνύπαρξη βλάστησης που σπάνια μπορεί να συνδυασθεί σε μία τόσο τέλεια εναρμόνιση και αναλογία: οι ελιές και οι βελανιδιές, τα αμπέλια και τα πεύκα, οι καστανιές, τα έλατα και τα βότανα κάθε είδους συνέθεταν τοπίο ιδανικό για συνταξιοδότηση, περίθαλψη επιπέδου σανατορίου και αναπόληση παλαιών κατορθωμάτων, που διηγώντας τα να κλαις.  Ίσως να ήταν η πυκνή βλάστηση που έμοιαζε να δίνει πνοή σε πλάσματα αέρινα και απόκοσμα, το νερό που ολοζώντανο ακουγόταν να διηγείται ιστορίες ψιθυριστά, ακόμα και κάτω από τη γη, ή η αίσθηση ότι η μόνη πραγματικότητα εμπεριεχόταν μόνο εντός των ορεινών όγκων που κύκλωναν τα μικρά χωριά.

          Πλάσματα της φαντασίας, αλαβάστρινοι μονόκεροι, μικροί ιπτάμενοι έρωτες που κουβαλούσαν ανάρια πέπλα, χαριτωμένοι τραγοπόδαροι Πάνες, άλογα που μιλούσαν και σε έβαζαν στον πειρασμό να τούς πεις «πήγαινέ με στον αρχηγό σου», ξωτικά, νάνοι, δρακογίγαντες, ήμεροι δράκοι που ξερνούσαν φωτιά μόνο προς τα πάνω αντί πυροτεχνημάτων τρίβονταν επάνω σου χωρίς να φαίνεται να γνωρίζουν πόσο επικίνδυνο ον είναι ο άνθρωπος.

          Ήταν το μέρος, όπου όλα τα όντα ήσαν ευτυχισμένα και αθάνατα. Πού και που μέσα στα χωράφια ξεχώριζαν αγάλματα του πανέμορφου νεανία Αδώνιδος, περιβαλλόμενα από περιποιημένους πολυπίκοιλους κήπους, που συμβόλιζαν ακριβώς το «πού σου θάνατε το νείκος», αφού η μόνη επίπτωση της σφαγής του από τον Κινύρα ήταν ότι στρώθηκαν σε όλα τα λιβάδια άπειρα κόκκινα τριαντάφυλλα. Αντίθετα η ανά εξάμηνο υπηρεσία του πότε με την Αφροδίτη και πότε με την Περσεφόνη με τα συναφή επιδόματα ανθυγιεινής ή για την ακρίβεια φθαρτικής εργασίας δεν άλλαξαν.     

Για τον ουρανό τι να πεις! Ιρίδιζε πότε σε χρώμα πορτοκαλί, πότε σε ροζ και πότε σε βαθύ κόκκινο, φιλοτεχνώντας μία εικόνα εξωπραγματική για όλους εμάς που δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός του γαλανού ουρανού, που κι αυτός βέβαια πολύ όμορφος είναι, ας μην έχουμε παράπονο. Τα σύννεφα που υπήρχαν ήσαν σχεδόν ακίνητα και είχαν με τα ποικίλα γεωμετρικά σχήματά τους και τις διακριτές πινελιές τους, που κάλυπταν όλες τις νοητές αποχρώσεις του λευκού, μόνο καλλιτεχνική και αισθητική σημασία για την υφή και τη συγκρότηση της εικόνας, χωρίς ποτέ να απειλούν με καταιγίδα, ίσως μόνο με μία ποτιστική, αναζωογονητική βροχή, ώστε να τινάξουν τα φτερά τους οι κύκνοι και οι ερωδιοί.

Όλα τα πλάσματα ήσαν δικτυωμένα και ενορχηστρωμένα σε μία ατέλειωτη εαρινή συμφωνία.

«Αντί άλλης περιγραφής», δήλωσε ο Ωκεανός, «νομίζω ότι είναι κατάλληλη η στιγμή να απαγγείλω μία δική μου ποιητική σύνθεση, που προέκυψε αυθόρμητα από την παρατήρηση αυτού του ανεπανάληπτου τοπίου.   

Τοξεύτηκε τ’ αστρί τής μέρας πίσ’ από θαμνά και φύλλα

και σε στιγμή εαρινή   αθώο ντροπαλό λουλούδι

ξεπρόβαλ’ απ’ το μίσχο του ωσάν   ψηλαφητό  τραγούδι

θείου πινέλ’ απαύγασμα  μα και χρωμάτων γηθοσύνη

φόντο κομψό μιας ζωγραφιάς    στοργή γεμάτ’ ή πλάση αφήνει                                 

να αισθανθεί πνοή ζωής   φιλί απ’ τα δικά της χείλα

Ευτυχισμένο τώρα δα  γοργά ρουφά το φώς της ζήσης

αποθαυμάζει κι’ απορεί  για  όλ’ αυτά που γύρω βλέπει

να ζουν δειλά ή θαρρετά  και κάτω από ίδια σκέπη.

Αχνά θροϊσματα και φλοίσβοι, βόμβοι ψίθυροι μυστήριοι

πολλές ατέλειωτες φωνές  μαζί και θόρυβ’ άλλοι μύριοι

Φτερά και έλυτρα υμνούν  την πλάσ’ ως τη στιγμή της δύσης.  

Αλλά και τα λοιπά αισθήματα προσφέρουν νέκταρ μέθης

στη διψασμένη για ηδονή ψυχή φυτού νιογεννημένου. 

Πρωτόγνωρα φαεινά χαλιά λεπτού ανθού ονειρεμένου

κινούνται σε χορούς κεφιού  με τη φωτόγεμη σταγόνα,

τιάρα τρανή στην κορυφή  σημάδι θεϊκού αγώνα,

που φτάνουνε οι ρίζες του παλιά, στα σπάργανα της λήθης».

«Καλή προσπάθεια, Ιατρέ», είπε ο Υπερίων, «επειδή όμως οι πρόγονοί μας μάς έχουν εφοδιάσει με όλα τα νοητά πρόσωπα, τους δραματικούς χαρακτήρες και όλες τις νοητικές δομές, πάνω απ’ όλα με τις κατάλληλες ηθικές αξίες, για την αντιμετώπιση κάθε κατάστασης, έτσι ώστε η απειρότητα να μη συνίσταται πια στην ανεξάντλητη ενδεχομενικότητα ή περιπτωσιολογία καθαυτή, αλλά στο άπειρο φάσμα των καταστάσεων που μπορούμε να αφομοιώνουμε και να υπάγουμε στους αιώνιους νόμους μας, καλύτερα να μη πειραματιζόμαστε με ερασιτεχνικούς, υπερβολικά συναισθηματικούς και ποιοτικά ανασούμπαλους στίχους, αλλά να τηρούμε τις δοκιμασμένες παραδόσεις μας. Γι’ αυτό και όλοι οι αριστοτέχνες τραγικοί ποιητές της αρχαιότητας δεν εφεύρισκαν καινούριους ήρωες, αλλά επέλυαν τα πάσης φύσεως προβλήματα επικαλούμενοι τις συνταγές των παλαιών…»

«Για να σού κάνω μετάφραση από τα ελληνικά στα ελληνικά, Ωκεανέ,», παρενέβη ο πλοίαρχος, «ας πούμε καλύτερα τον ύμνο του Αδώνιδος που είναι πιο ταιριαστός για να περιγράψει και να δοξάσει την Αρκαδία του νου».

ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κλύθι με ευχομένου, πολυώνυμε, δαίμον άριστε,

Αβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ώραις ποθειναίς

Ευβουλεύ, πολύμορφε, τροφεύ πάντων αρίδηλε,

Κούρη και κόρε – πάσι καλόν θάλος  αιέν Άδωνι,

Σβεννύμενος λάμπων τε καλαίς εν κυκλάσιν ώραις-

Αυξιθαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,

Αγλαόμορφε, κυνηγεσίαις χαίρων, βαθυχαίτα,

Ιμερόνους, Κύπριδος ιερόν θάλος, έρνος έρωτος,

Φερσεφόνης ερασιπλοκάμου λέκτροις λοχευθείς,

Ός ποτε μεν ναίεις υπό Τάρταρον ηεόεντα,

Ηδέ πάλιν προς Όλυμπον άγεις δέμας ωριόκαρπον,

Ελθέ, μάκαρ, μύσταις φέρων καρπούς από γαίης».   

(Άκου με που εύχομαι, πολυώνυμε, συ ο αγαπητός,

Αβρόμαλλε, φιλέρημε, που ωρίμασες κι έγινες ποθητός

Εύβουλε, πολύμορφε, που τους άλλους ανατρέφεις,

Κόρη και νεαρός, Άδωνι, και τα δύο φύλα στέφεις,

Πότε σβύνεις, πότε λάμπεις στον κύκλο των πεδίων- 

Αυξιθαλή, ερατεινέ, σ’ εσένα ανήκει τιμή δακρύων,

Αγλαόμορφε, βαθυχαίτη, που είσαι και θηρευτής 

βλαστάρι έρωτα και πόθος Κύπριδας της ζηλευτής,

γεννήθηκες στης Περσεφόνειας κλίνης το σκοτάδι,

και άλλοτε μεν κατοικείς στον Τάρταρο, στον Άδη, 

Άλλοτε πάλι προς Όλυμπο διευθύνεις το κορμί σου,

Να φέρεις, μακάριε, στους μύστες καρπούς θυμήσου).   

«Είναι πραγματικά εντελώς απαλλαγμένοι από κάθε έγνοια οι κάτοικοι αυτού του παραδείσου;», ρώτησε καλόπιστα η Ευρύβια. 

«Δεν είναι ακριβώς έτσι», απάντησε ο ασυγκράτητος Υπερίων που θεωρούσε κάθε ερώτηση πρόκληση για τις γνώσεις και τη νοημοσύνη του. «Ο Μόσχος ο Σικελιώτης μάς πληροφορεί ότι οι διαιτώμενοι και ναίοντες εντός της Αρκαδίας χορεύουν γύρω από ένα γαϊτανάκι ανεκπλήρωτων ερώτων. Υπάρχει πολλή αγάπη, αλλά όχι αμοιβαία. Έτσι μαθαίνουμε ότι ο Παν αγάπησε τη κοντινή του Ηχώ αλλά η Ηχώ το Σάτυρο αγαπούσε τον πηδηχτή, μα ο Σάτυρος λυσσομανούσε για τη Λήδα. Κι όση άναβε φωτιά η Ηχώ στον Πάνα, τόση κι ο Σάτυρος στην Ηχώ κι η Λήδα στο Σατυρίσκο. Κι αμοιβαία τους έλιωνε ο Έρως και κάθε μια από αυτές όσο μισούσε τον άνδρα που την αγαπούσε, τόσο ήταν πάλι μισητή από εκείνον που προτιμούσε. Και καταλήγει ο Μόσχος: “Αυτό το μάθημα το λέω στους ανέραστους όλους, αγαπάτε όταν σάς αγαπούν, για ν’  αγαπιέστε όταν αγαπάτε”». 

«Ναι», συνόψισε όπως πάντα ο κυβερνήτης Προμηθέας, «τέτοιες ερωτικές έγνοιες είναι οι μόνες μέριμνες που απασχολούν και τα μόνα διλήμματα που ενδιαφέρουν τα αιθέρια και αλαφροϊσκιωτα αυτά πλάσματα. Αλλά από την άλλη κανείς ψυχανεμίζεται τέτοια εγγενή ευσπλαχνία στον κόσμο αυτό και τέτοια καθησυχαστική αύρα, ώστε πλανιέται σχεδόν ψηλαφητά η αίσθηση ότι στο τέλος ακόμη και η πιο ανανταπόδοτη αγάπη θα βρει ανταπόδοση, ακόμη και οι πιο δύσκολοι και αταίριαστοι έρωτες θα βρουν ανταπόκριση. Νομίζω ότι δεν αξίζει να μείνουμε άλλο εδώ, οι ένοικοι του παραδείσου δεν μάς έχουν καμία ανάγκη, ας φυλάξουμε την αξιοσύνη μας για άλλα αστρικά συστήματα».

          «Πάντως, διοικητά», είπε ο Ωκεανός, «η ευτυχία αυτών των πλασμάτων, η εξ ορισμού τελειότητά τους θυμίζει την αρτιότητα του αετού, που όταν φτάνει στην κορυφή ενός βουνού, αντικρίζει ένα θρασύ σαλιγκάρι. Αυτό τον ρωτά προκλητικά :“πώς έφτασες μέχρι εδώ”;  Ο αετός εξανίσταται: “Εγώ πως έφτασα εδώ, φυσικά με τα φτερά μου. Εσύ να μάς πεις πώς έφτασες”. Και η απάντηση ήταν “γλείφοντας και με τα κέρατά μου”».    

Ο Υπερίων άρχισε να δυσανασχετεί, διότι η συζήτηση υποβιβαζόταν αναφορικά με την ποιότητα.

«Υπερίων μην ερεθίζεσαι», μεσίτευσε πάλι ο πλοίαρχος. «Για να σού κάνω και σένα μετάφραση από τα ελληνικά στα ελληνικά, ήλθε η ώρα, εμπνεόμενοι από την τύχη που απολαμβάνουν τα πλάσματα της δισκογραφικής εταιρείας… ε συγγνώμη του αστερισμού της Λύρας, να ψάλουμε και τον ύμνο της Τύχης για τη γένεση του αστερισμού του Αετού».

ΤΥΧΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Δεύρο, Τύχη, καλέω σε, αγαθήν κράντειραν επ’ ευχαίς,

Μειλιχίην, ενοδίτιν, επ’ ευόλβοις κτεάτεσιν,

Άρτεμιν ηγεμόνην, μεγαλώνυμον Ευβουλήος

Αίματος εκγεγαώσαν, απρόσμαχον εύχος έχουσαν,

Τυμβιδίην, πολύπλαγκτον, αοίδιμον ανθρώποις.  

Εν σοί γαρ βίοτος θνητών παμποίκιλος έστιν

Οίς μεν γαρ τεύχεις κτεάνων πλήθος πολύολβον

Οίς δε κακήν πενίην, θυμώ χόλον ορμαίνουσα.

Αλλά, θεά, λίτομαί σε μολείν βίω ευμενέουσαν,

Όλβοις πλήθουσαν επ’ ευόλβοις κτεάτεσιν».     

(Τύχη, ηγεμόνη, σε καλώ, που μάς δίνεις τ’ αγαθά υπερούσια,

Μειλίχια, είσαι καθ’ οδόν να βρεις κτήματα πλούσια,

Άρτεμη, που γεννήθηκες από του Εύβουλου το αίμα

Και αυτό είναι για σε το απροσμάχητο καύχημα και στέμμα,

Που σε βουνά έχεις πλανηθεί,  απ’ όλους χιλιοπαινεμένη, 

Γιατ’ από σένα εξαρτάται ο βίος των θνητών κι η ειμαρμένη,

Σε άλλους επιδαψιλεύεις κτήματα σε μεγάλο αριθμό   

Σε άλλους την κακιά πενία και προκαλείς θυμό.  

Αλλά, θεά, σε παρακαλώ, δώσ’ μας βίο ευμενή

Κι ευτυχία απ’ των καλών μοιρών σου τη δεξαμενή).  

«Καλά τα πάμε σ’ αυτό το κεφάλαιο», είπε η Λητώ που πάντα έγλειφε τον Προμηθέα. «Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ενώ αποβιβαστήκαμε σε πλανήτη του αστερισμού Λύρα, ταυτόχρονα δημιουργήσαμε και τον αστερισμό Αετό».  

 «Λητώ, άσε τους αδικαιολόγητους και αναιτιολόγητους επαίνους, γιατί το σχέδιό σου φωνάζει από μακριά και είναι τόσο διαφανές και απλοϊκό που με κουράζει. Έτσι κι αλλιώς πάρ’ το απόφαση, ανθυποπλοίαρχος είσαι και ανθυποπλοίαρχος θα μείνεις. Αυτή τη στιγμή λειτουργώ υποστελεχωμένος και δεν υπάρχει κανένα άνοιγμα και καμία προοπτική για προαγωγή. Λοιπόν αρκετό χρόνο χάσαμε με χάζεμα, θα πω στον Ιαπετό να…».  

Εκείνη τη στιγμή ήλθαν προς το μέρος της ομάδας προσεδάφισης κάποιοι βοσκοί κλαίγοντας και μοιρολογώντας. Αυτό σίγουρα δεν ταίριαζε στην αντίληψη και την εντύπωση που μέχρι τώρα η Αρκαδία είχε προκαλέσει στους γενναίους χωροναύτες.

«Τι θρηνείτε σεις;», είπε ο Προμηθέας, «άμα είστε κι εσείς δυσαρεστημένοι που τα έχετε όλα, τι να πουν οι άλλοι. Πρέπει να έχετε συναίσθηση ότι από τη στιγμή που δεν πεινάτε, δεν μπορεί μόνο να διεκδικείτε, αλλά θα πρέπει να παραχωρείτε κιόλας κάτι από τα προνόμιά σας για να ωφελήσετε την κοινωνία. Η απομάκρυνση από την πείνα αυξάνει την ευθύνη. Αντί να γιουχάρετε ανέξοδα από την εξέδρα, μπείτε επιτέλους στο γήπεδο να κάνετε τη διαφορά. “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε”, ¨ελεγε ο Σόλων. “Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής”, έλεγε ο Αριστοτέλης, ενώ ο Δημοσθένης διακήρυσσε: “Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη”.  Συγγνώμη παρασύρθηκα από την ευρυμάθειά μου. Σε τι μπορούμε να φανούμε χρήσιμοι;»

Απαρηγόρητοι οι βοσκοί τραβώντας τους χωροναύτες από τα μανίκια τούς οδήγησαν σε ένα τάφο- ναι ένα τάφο, όση παραφωνία και να συνιστά κάτι τέτοιο στη χώρα της ευτυχίας, με την αντίστοιχη επιτύμβια στήλη που έγραφε «Πουσίνος» αγνώστων λοιπόν στοιχείων. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ένα εγκάρσιο οριζόντιο μαρμάρινο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, που έτεμνε την κατακόρυφη στήλη σχηματίζοντας σταυρό, διαλάμβανε την επιγραφή «et in Arcadia ego» (και στην Αρκαδία εγώ), ότι δηλαδή – αλίμονο- η κυριαρχία και η επικράτεια του θανάτου εκτεινόταν και στην Αρκαδία. Δεδομένου ότι η ταφόπλακα είχε πολύ μεγάλες διαστάσεις, χωρούσε στο κέντρο της μία απειλητική τρύπα που έχασκε σαν Χάρυβδη και κανείς δεν ήξερε πού κατέληγε.  

Οι βοσκοί συνέχιζαν να κλαίνε σαν μικρά παιδιά για το παράδοξο αυτό που σκανδάλιζε την ανέφελη ευτυχία της Αρκαδίας. Γιατί, γιατί, μοιρολογούσαν να υπάρχει και εδώ ο θάνατος, γιατί να πρέπει ο φίλος μας ο Πουσίνος να πεθάνει. Ο Προμηθέας, γνωστός ψυχοπονιάρης, τούς λυπήθηκε.

«Σταματήστε πια, μην κλαίτε. Αχ, πού είστε, Λακεδαιμόνιοι, με τη σκληραγωγία σας; Τι άντρες είστε εσείς, αλλά και γυναίκες να ήσασταν, το ίδιο θα ίσχυε, όπως φαίνεται από την Τελέσιλλα. Ευρύβια, εσύ που ξέρεις να ελίσσεσαι σε λαβυρίνθους, μπες σε παρακαλώ μέσα στη τρύπα και πες μας τι συμβαίνει. Πού οδηγεί αυτός ο διάδρομος του θανάτου, μήπως μπορούμε να τον κλείσουμε και να προσφέρουμε κάποια εκδούλευση σ’ αυτούς τους ανθρώπους;»      


          Ημερολόγιο υποπλοιάρχου Ευρύβιας, αστρική ημερομηνία τρέχα γύρευε:

Εισχώρησα στην τρύπα του τάφου και συνέχισα την πορεία μου σε γλιστερά σκαλιά. Θα μπορούσα εδώ να επικαλεστώ μυριάδες περιγραφές σκοτεινών καταβάσεων στα έγκατα του Άδη, αλλά αυτές οι υπόγειες διαδρομές έχουν γίνει αντικείμενο πραγμάτευσης από μείζονες εμού συγγραφείς.  Σε κάποιο σημείο μπήκα σε κάτι που έμοιαζε με αρχέτυπο μαγαζιού.

Είχε μία χτυπητή ομοιότητα με παλαιοβιβλιοπωλείο ή παλιατζίδικο ή κατάστημα αντικών. Κυριαρχούσε η ίδια σπάνιδα ή έλλειψη χώρου, η ίδια γκρίζα παιπάλη σκόνης σκέπαζε τα πάντα, το ίδιο χάος τίτλων, συγγραφέων, λογοτεχνικών ειδών και εκδόσεων άξιζε την ονομασία «φίρδην -μίγδην» ή έναν άλλον χαρακτηρισμό «άρτζι μπούρτζι και λουλάς», που μού αρέσει καλύτερα, καθότι παραπέμπει σε Έλληνες πολέμαρχους και οπλαρχηγούς. Και σ’ αυτό το επίπεδο δεν σταματούσα να θαυμάζω και να περιεργάζομαι ηδονιστικά τους θησαυρούς του. Εδώ στο πρώτο σκαλοπάτι του λυκόφωτος που οδηγεί μεν προς τα κάτω, είναι όμως λιγάκι επί τα μείζω σε σχέση με τη Γη, με την έννοια ότι ο κόσμος γίνεται κατά την κάθοδο περισσότερο μαγικός παρά επιστημονικός, αναστέναξα με ανακούφιση, διότι αυτός ο πνευματικός κόσμος ήταν αραιοκατοικημένος, μακριά από το εκνευριστικό επιβαρυντικό πόπολο (υπάρχει η ρατσιστική άραγε; έκφραση «καρκατσουλιό») και τους ενοχλητικούς και παρεμβατικούς καμπούρηδες καθηγητές του Πανεπιστημίου, που επιμένουν να χώνουν το  κοκαλιάρικο στραβό μουτζουρωμένο από μελάνι δάκτυλό τους  σε όποια σελίδα κάποιος ανοίγει. Πράγματι, Πού και πού οι ανεπιθύμητοι γηραιοί επισκέπτες, όντας κάθε καρυδιάς καρύδι, εμφανίζονταν πρόθυμοι, αυτόκλητοι κι έτοιμοι να πουλήσουν εκδούλευση, ξεσκονίζοντας τα ράφια μ’ ένα μαντήλι ήδη λεκιασμένο από καπνό, κι ύστερα προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια και αγανάκτηση  άρχιζαν με τη στριγκιά τους φωνή να αφηγούνται ολότελα αδιάφορες και τετριμμένες εμπειρίες στερημένων ανθρώπων.  Ευτυχώς λόγω της κυρίαρχης στοιβάδας του λυκόφωτος όλοι αυτοί οι περισπασμοί είχαν εξαφανιστεί.

Πήγα στο βάθος της βιβλιοθήκης, προσπέρασα μία εντυπωσιακή συλλογή ελληνικών βιβλίων κι έφτασα στον τομέα της εκλαϊκευμένης επιστήμης. Προοδευτικά άφησα πίσω μου ποικίλους ετερόκλητους συγγραφείς, βιβλία θεοσοφίας, θεοδικίας, ποιημάτων κ.λπ. Όσο χωνόμουν στο εσώτατο τμήμα της βιβλιοθήκης, τόσο πιο παχιά φάνταζε η σκόνη, τόσο πιο σπάνια ήσαν τα λυχνάρια με το εξαντλημένο και αναλωμένο λαδάκι τους και τόσο ψηλότερες ήσαν οι στοίβες των σάπιων βιβλίων με τη χαρακτηριστική λευκή παιπάλη και τα γυρισμένα σαν αυτιά γαϊδάρου εξώφυλλα. Στο τέλος του βουνού των βιβλίων, που έφτανε μέχρι το ταβάνι, ο διάδρομος χωριζόταν σε δύο περαιτέρω στενά ή μάλλον συνοικιακά σοκάκια με βιβλία. Διάλεξα το αριστερό, καθότι οπαδός της αριστείας, και επέτρεψα στο εξασκημένο βλέμμα μου να πλανηθεί και να περιδιαβάσει ανάμεσα στους τίτλους.

Καθώς είχα διασχίσει ένα μεγάλο τμήμα του διαδρόμου, ένα συγκεκριμένο βιβλίο κίνησε το ενδιαφέρον της περιφερειακής μου όρασης.

Ήταν ένα μικρό μέλαν βιβλίο, σαν μαύρο κουτί του μέλλοντος, όμως με μία όψη απροσδιορίστου ηλικίας, όπως είθισται σε φυλλοροούσες φυλλάδες περασμένων αποχών. Οι άκρες του ήσαν φθαρμένες, πολυχρησιμοποιημένες και η γραφή της ράχης είχε ξεθωριάσει. Πάνω στο ταλαίπωρο δέσιμο έγραφε: Φροντίδα και Τάισμα Γρυπός. Πιο κάτω με μικρότερα γράμματα: Συμβουλές για τον Ιδιοκτήτη. Κάθε μάγος- τεχνοκράτης γνωρίζει βέβαια ότι ο γρύπας είναι μυθολογικό τέρας, μισός λέοντας, μισός αετός.

Φυλλομέτρησα το βιβλίο και κίνησα να διαβάζω τον πίνακα περιεχομένων. Οι υπέρτιτλοι προανάγγελλαν τα εξής θέματα: 1. Το Γένος του Γρυπός- Γρύπας αυτός ο Άγνωστος. 2. Σύντομη Εισαγωγή στη Γρυπολογία. 3. Είδη και Υποκατηγορίες του Γρυπός. 4. Η Τροφή του Γρυπός. 5. Οικιακή Απομίμηση του Φυσικού Περιβάλλοντος του Γρυπός. 6. Ο Γρύπας κατά την Περίοδο της Αποτρίχωσης και Αποπτίλωσης. 7. Ο Γρύπας κατά την Περίοδο του Οργασμού. 8. Ο Γρύπας και η Παγκόσμια Λογοτεχνία. 

Γύρισα ακόμη μερικές σελίδες και διάβασα: Η μόνη τροφή του Γρύπα είναι παρθένες ή και παρθένοι. Το τάισμα γίνεται μία φορά το μήνα και χρειάζεται κατά τη διαδικασία αυτή αδιάσπαστη και αμέριστη προσοχή.

Είπα πρωτύτερα ότι είχα αισθανθεί ανακούφιση από την ιδιωτικότητα που μού εξασφάλιζε η κατάβαση προς το βασίλειο των νεκρών. Όμως αυτή η εντύπωση μετά το ξεφύλλισμα της πραγματείας περί Γρυπός είχε αρχίσει να αντιστρέφεται. Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι ο αέρας της κρύπτης δεν ήταν αέρας, αλλά μάλλον ένας υγρός ζωντανός ιστός, ένα πάμφωτο πλάσμα, όπως όταν ένα διαστημόπλοιο πηγαίνει στον πλανήτη Δία και οι αστροναύτες κινούνται και αναπνέουν μέσα σε υγρό οξυγόνο για να αντέξουν την πίεση. Επίσης πρόσεξα ότι είχε ξεκινήσει να σηκώνεται μία πνοή ανέμου, σαν θαλασσινή φρεσκαδούρα, που όλο και δυνάμωνε σπρώχνοντάς με προς τον κάτω κόσμο, στην αρχή ανεπαίσθητα κι ύστερα με μεγαλύτερη επιμονή. Αυτή η πνοή απεικονιζόταν ως ένα επιμέρους σύννεφο λίγο πιο σκοτεινό από την περιαυγαστική ατμόσφαιρα, που σιγά- σιγά επεκτεινόταν και απειλούσε να καταλάβει ολόκληρο τον χώρο. Εννόησα λοιπόν ότι το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να ανέβω κακήν -κακώς τα γλιστερά σκαλοπάτια και να ξαναβγώ επειγόντως στην επιφάνεια. Τη συγκεκριμένη περιγραφή, άξιε Κατεπάνω, θα μπορούσα να διανθίσω με περισσότερα κοσμητικά επίθετα, που όμως δεν θα ταίριαζαν σε μία στρατιωτική αναφορά.   

Η Ευρύβια διεκπεραίωσε μεν το υπηρεσιακό της καθήκον (με κάπως δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς), αλλά αυτό δεν ικανοποίησε τους τρομοκρατημένους βοσκούς, που εξακολουθούσαν να είναι συγκλονισμένοι από το θάνατο του Πουσίνου. Εντυπωσιασμένοι προφανώς από την ισχύ του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα συνέχισαν αμείωτα να παρακαλούν τον Προμηθέα να τούς σώσει από τον θάνατο, που στην Αρκαδία αποτελούσε μία αδιανόητη εξαίρεση, όσο κι αν ο Προμηθέας τούς επεσήμαινε ότι αυτό υπερέβαινε τις δυνάμεις του. Ο ηγεμών ανησύχησε πολύ για τη μοίρα αυτού του κόσμου. Για φανταστείτε μία επικράτεια όπου δεν πεθαίνουν όλοι, αλλά μόνο μερικοί άτυχοι, ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν αθάνατοι. Αν στο δικό μας κόσμο ο άνθρωπος γίνεται λύκος και εξοντώνει άλλους απλά για να ζήσει «καλύτερα» ορισμένα παραπάνω χρόνια, τότε στην Αρκαδία όπου η αθανασία ήταν ο κανόνας, η πιθανότητα του θανάτου θα είχε συνέπεια τη δημιουργία τρανού προστατευτισμού και ασύλληπτα οχυρωμένων φέουδων προκειμένου να μηδενιστεί και πάλι αυτή η ξαφνικά και αναπάντεχα προκύψασα ζοφερή προοπτική.      

Η αναγγελία του θανάτου «Και στην Αρκαδία εγώ» άρχισε σιγά- σιγά να διεισδύει στα κρανία των προνομιούχων μυθολογικών πλασμάτων και να αλλάζει τη ψυχοσύνθεσή τους. Τέλος πάντων ο Προμηθέας σύρθηκε στο να δώσει κάποια υπόσχεση στο πλήθος που ένιωθε τόσο αβοήθητο.

«Αυτή η δίοδος που έχει ανοίξει από την επικράτειά σας προς τον Άδη είναι ένα αναβαθμισμένο ζήτημα, που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτή τη στιγμή. Δυστυχώς ο διάδρομος αυτός μπορεί να κλείσει μόνο από τη μεριά του βασιλείου των νεκρών, διότι από εδώ ο άνεμος της ζωής που αποσυμπιέζεται εκρηκτικά προς το κρύο διάστημα είναι πολύ δυνατός για να ελεγχθεί. Σάς δίνω το λόγο μου ότι κατά την τέταρτη περιφορά, όπου θα διανύσουμε τη επικράτεια του θανάτου και θα ιδρύσουμε τον αστερισμό “Κύνες Θηρευτικοί” και το άστρο Εωσφόρο (Βέγας), θα προσπαθήσω με όλα τα μέσα που είναι στη διάθεση του πανίσχυρου ΝΑΟΣ Βενοβίνδα να κλείσω το δίαυλο από εκεί». 

Μη μπορώντας να κάνουν ή να ζητήσουν κάτι άλλο οι κάτοικοι του αρκαδικού παραδείσου σκούπισαν τα δάκρυά τους και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στους αγωνιζόμενους τιτάνες.

Ο Προμηθέας απευθύνθηκε σκεπτικός στους χωροναύτες του: «Δεν είναι μια καλή συγκυρία αυτή. Ας ψάλουμε προς τιμή του αστέρα Γρυπός (Αλνταϊρ), τον οποίο ανακαλύψαμε ως Ερμαϊκή στήλη στο διάδρομο που οδηγεί στον Άδη, τον ύμνο της Νεμέσεως για να την εξευμενίσουμε προσωρινά να μη βλάψει αυτά τα θεία πλάσματα μέχρι την έναρξη της τέταρτης περιφοράς μας. Από τη στιγμή που αφυπνίστηκε η Νέμεση που προμηθεύει τον θάνατο με φρέσκες ψυχές, θέλει καταλλαγή και συνδιαλλαγή. Κοιτάξτε, Αρκάδιοι, να μάθετε τον ύμνο αυτό, να τον λέτε και μόνοι σας».  

ΝΕΜΕΣΕΩΣ ΥΜΝΟΣ

«Ώ Νέμεσι, κλήζω σε, θεά βασίλεια μεγίστη,

Πανδερκής, εσορώσα βίον θνητών πολυφύλων-

Αϊδίη, πολύσεμνε, μόνη χαίρουσα δικαίοις,

Αλλάσσουσα λόγον πολυποίκιλον, άστατον αεί,

Ήν πάντες δεδίασι βροτοί ζυγόν αυχένι θέντες.

Σοί γαρ αεί γνώμη πάντων μέλει, ουδέ σε λήθει

Ψυχή υπερφρονέουσα λόγων αδιακρίτω ορμή.

Παντ’ εσοράς και παντ’ επακούεις, πάντα βραβεύεις,

Εν σοί δ’ εισί δίκαι θνητών, πανυπέρτατε δαίμον,

Ελθέ, μάκαιρ’, αγνή μύσταις επιτάρροθος αεί-

Δος δ’ αγαθήν διάνοιαν έχειν, παύουσα πανεχθείς

Γνώμας, ουχ οσίας, πανυπέρφρονας, αλλοπροσάλλας».   

(Ώ Νέμεση, θεά βασίλισσα, εσέ καλώ που είσαι όαση,

Οξυδερκή, που έχεις βαθιά στους ανθρώπους ενόραση,

Αϊδια, πολύσεμνη, η μόνη που χαίρεσαι με το δίκιο,

Κι’ επικρίνεις τον πολυποίκιλο λόγο, τον ανοίκειο,

Που όλοι σε φοβούνται γιατ’ έχουν ζυγό στον αυχένα,  

Σε  μέλλει των πάντων το νόημα, δεν ξεχνάς ούτε ένα,

Την υπεροπτική ψυχή και λόγου αδιάκριτου την ορμή.

Πάντα ακούς και τιμωρείς, δεν ξεφεύγει κανένα κορμί.

Γιατ’ είσαι πρόδρομος δικαιοσύνης εσύ των θνητών,  

Σέ βρίσκουν οι μύστες αρωγό και πραγμάτωση ρητών-

Βόηθα την αγαθή διάνοια κι όχι γνώμες που ερίζουν,

Αλλοπρόσαλλες, ανόσιες, που τον άλλον μηδενίζουν).  

          «Ηγεμών, μία τελευταία ένσταση πριν διακτινισθούμε», είπε ο Υπερίων. «Αυτά τα απίθανα πλάσματα που κατοικούν στην Αρκαδία δεν αξίζουν την ευτυχία και την αθανασία που βιώνουν εδώ πέρα, δεν την έχουν κερδίσει».

          Ο Προμηθέας έσκυψε εμπιστευτικά στο μυτερό αυτί του Υπερίωνα.

«Πέραν του ότι, όπως είδες, έχουν τους ερωτικούς καημούς τους κι αυτό δεν είναι να το υποτιμάς, μη νομίζεις ότι ένας τιτάνας, όπως εγώ, θα κάνει κάτι που να αντιβαίνει στη διάκριση και στη δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα δεν έχω σκοπό να κλείσω το πέρασμα μεταξύ ζωής- θανάτου, αλλά να αντιστρέψω τη ροή του και να το κάνω μονόδρομο που να οδηγεί από τον Άδη στην Αρκαδία. Η είσοδος θα κείται στο στερέωμα του κάτω κόσμου και μόνο οι ελαφρές σαν φτερά, καλές ψυχές θα ανταμείβονται με διάβαση και ανάληψη προς την ευτυχισμένη χώρα των μακάρων, ενώ όσοι βαρύνονται με εγκλήματα θα παραμείνουν στις όχθες του Αχέροντα και της Στυγός. Όσο για τους Αρκάδες δεν τούς λυπάμαι. Η κατάσταση της ευημερίας τους είναι τέτοια, που τούς επιτρέπει να δεχθούν και μερικούς μετανάστες ή έστω ακόμη και διαρκώς αυξανόμενους επήλυδες και ας δουν αυτοί πώς θα τούς καταυλίσουν και πώς θα τούς θρέψουν. Ο έχων δύο χιτώνας δίνει τον ένα, για να χρησιμοποιήσω και ένα ρητό του ανταγωνιστικού προς εμάς κινήματος του χριστιανισμού, έτσι δεν είναι κύριε Υπερίων; Ιαπετέ, διακτίνισέ μας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ’

ΚΥΚΝΟΣ, ΔΕΛΦΙΝ, ΠΗΓΑΣΟΣ, ΤΡΙΓΩΝΟΝ ΒΟΡΡΑ

Εισηγείται η Λητώ:

Κύριοι συνάδελφοι, σάς ευχαριστώ που μού αναθέσατε αυτή την ομιλία για το δίκαιο. Κάποιοι λένε ότι εμείς οι τιτάνες ασχολούμαστε στα συνέδριά μας με τα ίδια πράγματα, αλλά αυτό το κάνουμε γιατί τα σημαντικά θέματα της ζωής είναι λίγα και μόνο μ’ αυτά αξίζει κανείς να ασχολείται. Έτσι και στις τραγωδίες οι μεγάλοι μας δραματουργοί είχαν ανέκαθεν έτοιμους τους ηθικούς χαρακτήρες και τις νοητικές δομές και η δημιουργική τους δραστηριότητα έγκειτο απλώς και μόνο στον άπειρο συνδυασμό τους, στην εμβάθυνση των κινήτρων της βούλησης και στις διάφορες εκδοχές της ψυχολογίας. Ομοίως και το δίκαιο περιέχει ηθικούς χαρακτήρες και νοητικές δομές και δεν επαφίεται στον υποκειμενισμό εκάστου. Η ελευθερία της βουλήσεως δεν αντιβαίνει προς την αντικειμενικότητα του δικαίου ως επιστήμης, διότι ο καθένας μπορεί να αυτοπραγματωθεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που η δικαιϊκή κοινότητα τού εμπιστεύεται. Αυτό ως προκαταρκτική παρατήρηση.

Η σύντομη πραγματεία μου για το δίκαιο θα λάβει χώρα με βάση το παράδειγμα των Δελφών, τη δε εισήγησή μου την αφιερώνω στον Δέλφιο Απόλλωνα. Είναι γνωστό ότι εμείς οι τιτάνες είμαστε αντίπαλοι των Ολύμπιων σε πολλά θέματα, αναγνωρίζουμε όμως ότι συχνά αυτοί μέσα στην εξουσιομανία τους λειτουργούν ως καταλύτες για σημαντικά ιστορικά γεγονότα, μάλιστα πολλές φορές η πανουργία της παγκόσμιας βουλήσεως φέρνει τα πράγματα έτσι ώστε οι Ολύμπιοι επιτυγχάνουν το αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που επιδιώκουν, διότι σε τελευταία ανάλυση είναι κι αυτοί πιόνια της γενικής Ιστορίας που αποβλέπει στην όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση τόσο της αναγκαιότητας όσο και της ελευθερίας. Όπως έλεγε και ο Γύθειος στην «Πυγμή» περιγράφοντας τον διάβολο:
          Είμαι μέρος της δύναμης που πιάνει

Κακό να πράξει και καλό όλο κάνει.

Για να ‘χει τη χαρά μετά να το ξεκάνει.

Γιατί ό,τι υπάρχει είναι μονάχα μία πλάνη.

Γι’ αυτό ό,τι καλείτε σεις κακό, πλεκτάνη

Είναι για μένα στοιχείο να με υφάνει.  

Στον υποθετικό χώρο των Δελφών λοιπόν, όπως και σε κάθε άλλο χώρο χτίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μετά από το σχετικό αλληλο- φάγωμα άρχισε η οριοθέτηση και το μοίρασμα της γης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η σημασία της λέξεως «νόμος» είναι ο κανονισμός ορίων, η κατανομή και η νέμηση των κτημάτων. Το πιο βασικό στοιχείο της οριοθέτησης δεν ήσαν τα παλούκια ή τα σύρματα στα λιβάδια, αλλά η αναγνώριση της κυριότητας του ενός από τον άλλον. Αυτό επέφερε τις συμβάσεις και τις κάθε είδους συμφωνίες, αλλά η απλώς και μόνο υλική διανομή των πραγμάτων χωρίς κάποια πνευματική αποδοχή έφερε τη μη αναγνώριση της ιδιοκτησίας του ενός από τον άλλον, την παραβίαση των συμβάσεων, την απάτη και τελικά το έγκλημα. Ήταν η εποχή που ο Κύκνος – παρακαλώ να καταστεριστεί ο αντίστοιχος αστερισμός – άρπαζε τα αφιερώματα που έφεραν οι πιστοί προς τους Δελφούς. Ο Κύκνος ήταν ένας από τους λήσταρχους που λυμαίνονταν την περιοχή, άκρως επιθετικός, όπως και το αντίστοιχο ομώνυμο πτηνό. Η ορμητικότητά του ήταν τέτοια, ώστε ο Δίας πήρε τη μορφή του για να συγκινήσει και να συγκλονίσει τη Λήδα με τη συνέχεια που ξέρετε, να σκηνοθετήσει δηλαδή η Αφροδίτη καταδίωξη του Κύκνου -Δία, να τον λυπηθεί η Λήδα και να τον πάρει στην αγκαλιά της για να τον γλιτώσει, να μείνει έγκυος το ίδιο βράδυ και από τον Κύκνο- Δία και από τον Τυνδάρεω και να γεννήσει εντέλει δύο… αβγά, όπου από το μεν αβγό του Κύκνου να γεννηθούν οι Πολυδεύκης και Ελένη, από το δε αβγό του Τυνδάρεω οι Κάστορας και Κλυταιμνήστρα. Σε κάθε περίπτωση η επιθετικότητα του Κύκνου διευθετήθηκε όταν τον απέκτεινε ο Ηρακλής, αλλά οι αντιπαραθέσεις για την ιδιοκτησία δεν σταματούσαν. Οι νεφέλες και οι μελανίες εξακολουθούσαν -αλίμονο- να συγκεντρώνονται. Ας ψάλουμε τον ύμνο των Νεφελών για να ολοκληρώσουμε την εποχή του Κύκνου.   

ΝΕΦΕΛΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑ

«Ηέριοι νεφέλαι, καρποτρόφοι, ουρανόπλαγκτοι,

Ομβροτόκοι, πνοαίς ελαυνόμεναι κατά κόσμον,

Βρονταίαι, πυρόεσσαι, ερίβρομοι, υγροκέλευθοι-

Ηέρος εν κόλπω πάταγον φρικώδη έχουσαι

Πνεύμασιν αντίσπαστοι επιδρομάδην παταγεύσαι,

Υμέας νυν λίτομαι, δροσοείμονες, εύπνοοι αύραις,

Πέμπειν καρποτρόφους όμβρους επί μητέρα γαίαν».   

(Αέριες νεφέλες, ουρανοβάμονες, καρπούς γεμάτες

Βροχερές, με πνοές ωθείστε στου κόσμου τις στράτες,

Βροντάτε, θέτετε παντού πυρ όντας και των νερών δραγάτες-

Στους κόλπους του αέρα με πάταγο φρικώδη κινείστε

Ταράζετε τα πνεύματα αντίθετες μ’ αυτόν όταν είστε.

Σάς παρακαλώ λοιπόν να είστε εύπνοες με δροσάτα ρούχα

Με καρποφόρα βροχή κάντε τη γη εύφορη- προνομιούχα).  

Στο σημείο αυτό μέχρι και ο Απόλλων κατάλαβε ότι χωρίς αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό μεταξύ των νομέων και ιδιοκτητών ούτε και η δική του εξουσία και βασιλεία είναι δυνατή. Μεταμφιέστηκε λοιπόν σε δελφίνι και έκανε επίθεση σε ένα πλοίο με Κρήτες γνωρίζοντας ότι οι Κρήτες είναι οι πιο αξιόπιστοι οπαδοί (πράγμα που ισχύει και σήμερα). Απήγαγε όλο το πλήρωμα και τούς έφερε στους Δελφούς για να τον υπηρετήσουν ως ιερείς, αλλά και ως ένα είδος ένοπλων δικαστών και αμείλικτων εφαρμοστών του νόμου. Οι Κρήτες όμως εκτός από πιστοί, αποδείχθηκαν και εξαιρετικά ηθικοί άνθρωποι και αντί να βγουν έξω με το κνούτο να επιβάλουν το νόμο, θεώρησαν αδιέξοδη την εξωτερική μη συνειδητή υπακοή και ενδοστράφηκαν διατυπώνοντας τα περίφημα δελφικά παραγγέλματα που ισχύουν μέχρι σήμερα. Σώζονται αν δεν κάνω λάθος γύρω στα 147, αλλά τα πιο γνωστά είναι το «Γνώθι Σαυτόν» και το «Μηδέν Άγαν». Σάς αναφέρω όμως και ένα ακόμη αντιπροσωπευτικό ρητό που αφορά την επιβεβλημένη στάση του ανθρώπου ανάλογα με την ηλικία του: «Παις ων κόσμιος ίσθι, ηβών εγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτης εύλογος, τελευτών άλυπος». Οι ηθικές αρχές είναι απαραίτητες σε μία κοινωνία, διότι μάς λένε πώς πρέπει να φερόμαστε στον συγκάτοικό μας, τον συμπολίτη μας, τον συμπατριώτη μας προκειμένου η συντεταγμένη πολιτεία να προχωρήσει. Όμως και εκεί εμφιλοχώρησε αδιέξοδο, διότι πολλοί θεώρησαν την εξάπλωση των ηθικών αρχών του μαντείου ως ηθική τρομοκρατία. Η εξωστρέφεια του νόμου απέτυχε, αλλά το ίδιο συνέβη και με την ενδοστρέφεια της ηθικής, η οποία κατέληξε σε ένα είδος ζοφερού κάτω κόσμου, απειλητικού και καταπιεστικού για τους πάντες. Ας πούμε εδώ τον ύμνο της Περσεφόνης προς τιμή του αστερισμού Δελφίνος – να καταστεριστεί παρακαλώ- για να δείξουμε ότι η απαραίτητη για την κοινή συμβίωση ηθική μπορεί να γίνει υπό προϋποθέσεις δικτατορία μίας αναιτιολόγητης σεμνοτυφίας, όπως αυτή που υποχρεώνει τις γυναίκες ποικίλων θρησκευμάτων να φορούν πανοπλία και ζώνες αγνότητας και να μη μπορούν να βγουν στο δρόμο, αν δεν είναι μεταλλικά σιδερόφραχτες.    

 ΥΜΝΟΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

«Περσεφόνη, θυγάτερ μεγάλου Διός, ελθέ μάκαιρα,

Μουνογένεια θεά, κεχαρισμένα δ’ ιερά δέξαι-

Πλούτωνος πολύτιμε δάμαρ, κεδνή, βιοδότι

Ή κατέχεις Αϊδου πύλας υπό κεύθεα γαίης,

Πραξιδίκη, ερατοπλόκαμος, Δηούς θάλος αγνόν,

Ευμενίδων γενέτειρα, καταχθονίων βασίλεια-

Ήν Ζευς αρρήτοις γοναίς τενώσατο κούρην.

Μήτερ εριβρεμέτου πολυμόρφου Ευβουλέως,

Ωρών συμπαίκτειρα, φαεσφόρος, αγλαόμορφε,

Σεμνή παντοκράτειρα, κόρη καρποίς βρύουσα,

Ευφεγγής, κερόεσσα, μόνη θνητοίς ποθεινή,

Εαρινή, λειμωνιάσιν χαίρουσα πνοαίς,

Ιερόν βλασταίνουσα δέμας βλαστοίς χλοοκάρποις,

Αρπαγιμαία λέχη μετοπωρινά νυμφευθείσα,

Ζωή και θάνατος μούνη θνητοίς πολυμόχθοις,

Φερσεφόνεια φέρεις γαρ και πάντα φονεύεις.

Κλύθι, μάκαιρα θεά, καρπούς δ’ ανάπεμπε από γαίης,

Ειρήνη ευόλβω και ηπιόχειρι υγιείη

Και βίω ευόλβω, λιπαρόν γήρας κατάγοντι

Προς σόν χώρον, άνασσα, και ευδύνατον Πλούτωνα».  

 (Περσεφόνη, μεγάλου Διός θυγατέρα, έλα μακάρια,

Μονογενή θεά, δέξου ιερούς ύμνους και τροπάρια-

Πλούτωνα πολύτιμη συμβία, ζωοδότρα, φρόνιμη,

Που κατέχεις τις πύλες Άδου υπό τη γη τη γόνιμη,

Εκδικήτρια, ερατοπλόκαμη, θάλος Γης μήτρας,

Ευμενίδων γενέτειρα, άνασσα χθόνιας φύτρας-

Που σε γέννησε ο Δίας μ’ ανορθόδοξο τοκετό.

Κι είσαι μάνα του Διονύσου με τον όλο συρφετό,

Ωρών συμπαίκτρια, δοξασμένη, που κρατάς φανούς

Σεμνή παντοκράτειρα και κόρη που σκορπάς καρπούς,

Ιερό βλασταίνεις δέμας ανάμεσα σε βλαστούς χλωρούς,

Ευφεγγή, μόνη ποθητή στους θνητούς, με το ωραίο κέρας

Εαρινή, που στα λιβάδια σε χαίρεται με πνοές ο αέρας,

Που σε άρπαξαν για νύφη, όταν φθίνει η οπώρα  

Ζωής και τελευτής για τους θνητούς σημαίνεις την ώρα.   

Γιατ’ είσαι η Περσεφόνη και τα πάντα φονεύεις,  

Αλλά μπορείς, αν μάς ακούσεις, εμάς να δαψιλεύεις,

Με καρπούς της γης, ειρήνη και γλυκιά υγεία

γήρας εύπορο χαρίζοντας, ήπια τρίτη ηλικία  

στο δρόμο προς τον Πλούτωνα κι εκείνου τη μαγεία). 


          Όλα αυτά κατέληξαν στην κυριαρχία των ΘΕΣΜΩΝ, που είναι η κορωνίδα του δικαίου, είναι αυτό που ο άνθρωπος αναζήτησε και πέτυχε κατά τη διάρκεια της Ιστορίας του, ένας συνδυασμός υλικής διευθέτησης και πνευματικής επίνοιας. Οι θεσμοί έχουν ως βάση τους μία υλική οργάνωση, αλλά και ένα πνευματικό στοιχείο που συνδέει τους μετέχοντες σε αυτούς. Τέτοιοι θεσμοί είναι η οικογένεια, η κοινωνία των συναλλαγών, τα δικαστήρια, τα πανεπιστήμια, τα συνδικάτα, οι επαγγελματικές ενώσεις, οι συνελεύσεις του λαού, βουλή, γερουσία και οι κυβερνήσεις. Κάθε κοινωνία δομείται σ’ αυτά, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στους θεσμούς, παρά μόνο η τυραννία ως ενός ανδρός αρχή ή η ολιγαρχία ως το «του κρείττονος ξυμφέρον». Αλλά οι θεσμοί χρειάζονται στήριξη και στελέχωση. Με βάση τους θεσμούς ο καθένας έχει τις αρμοδιότητές του μέσα στην κοινωνία. Είναι ψηφοφόρος, ενεργός (ή ανενεργός) πολίτης, οικογενειάρχης, συναλλασσόμενος, και από καθεμία από αυτές τις ιδιότητες απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, συνελόντι ειπείν αρμοδιότητες. Ο καθένας πολίτης στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του είναι άρχοντας, είναι κυβερνήτης, είναι διοικητής, έχει ευθύνες και είναι υπόλογος για τις αποφάσεις του. Αρχή άνδρα και γυναίκα δείκνυσι.Αριστοτέλης: Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής. Σόλων: Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός ύπεχε! Δημοσθένης:  Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη. Σόρρυ, παρασύρθηκα, όπως λέει και ο κυβερνήτης μας.

Όταν ένας άνθρωπος ασκεί τις αρμοδιότητες που τού απονέμει η κοινωνία, καταξιώνεται και ως άτομο και ως μέλος του ευρύτερου συνόλου της πολιτείας. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Βελλερεφόντης, ο πιο αγνός, ο πιο άψογος, ο πιο ακέραιος θεσμικά από τους ήρωες, τόσο ακέραιος που πολλοί τον επιβουλεύτηκαν, πολλοί τον εποφθαλμιούσαν, αλλά κανένας δεν τόλμησε να τον βλάψει, κανένας δεν έστερξε να τον σκοτώσει γιατί όλα τα βέλη της συκοφαντίας, της διαβολής και της αθέμιτης ή θεμιτής φιλοδοξίας των άλλων προσέκρουαν και αναπηδούσαν στην απαστράπτουσα αψεγάδιαστη άμεμπτη και αμεμφή πανοπλία του.    

Στην αρχή καλούσε τον εαυτό του Ιππόνου γιατί είχε νου και σκέψη μόνο για τα άλογα, τα οποία κυνηγούσε δώθε-κείθε για να τα ημερέψει, δραστηριότητα δύσκολη και επικίνδυνη, καθώς εκείνη την εποχή τα άλογα ήσαν ανθρωποφάγα και κατασπάρασσαν τους διώκτες τους. Όχι απλά κατάφερε ο Ιππόνους να δαμάσει κάποιο άλογο, αλλά μπόρεσε να δαμάσει ΤΟ άλογο, που ήταν ο φτερωτός Πήγασος, γιος της Μέδουσας και του Ποσειδώνα, τον οποίο σβέρκωσε και ίππευσε καθώς αυτός έπινε νερό στην πηγή της Πειρήνης στον Ακροκόρινθο. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή του με το δίκαιο, σημαδιακή σίγουρα, διότι δεν απέκτησε μία ιδιοκτησία «εική και ως έτυχε», αλλά ένα ζωντανό φευγαλέο πλάσμα, το οποίο έπρεπε ανά πάσα στιγμή να φροντίζει και να καλοπιάνει, αλλά και να θέτει τις άπειρες δυνάμεις του στη διάθεση της κοινωνίας. Ο Πήγασος λοιπόν – παρακαλώ να καταστεριστεί- συμβολίζει τον πνευματικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας, όπου κανείς βλέπει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτήν, υπογραμμίζει δε την ευθύνη και την κοινωνική διάσταση που αυτή συνεπάγεται. Ύστερα ο ήρωας μας πήγε στην Τροιζήνα για να παντρευτεί με την Αίθρα, τη θυγατέρα του Πιτθέως. Εν τω μεταξύ ο δυνάστης της Κορίνθου Βέλλερος τού ζήτησε να τον διδάξει τοξοβολία, αλλά ο Ιππόνους έκανε λάθος και τού έδωσε κατά τη διάρκεια της προπόνησης να πιάσει ένα δηλητηριώδες βέλος, με αποτέλεσμα ο τύραννος να πέσει ξερός. Παρότι ο Βέλλερος πέθανε από ατύχημα, το άδικο δηλαδή που προξενήθηκε ήταν ακούσιο, απροδιάθετο και οφειλόταν απλώς σε (βαρεία; ) αμέλεια, ο Ιππόνους ήταν απαρηγόρητος. Άρχισε να ονομάζει τον εαυτό του Βελλερεφόντη, δηλαδή φονέα του Βέλλερου, που κι αυτουνού το όνομα προέρχεται από το «βέλος ή βελόνη», για να μη ξεχάσει ποτέ το έγκλημα που διέπραξε. Παρότι η ευθύνη του ήταν φορμαλιστική και διόλου υποκειμενική ένιωσε τεράστιες τύψεις, πράγμα που προώθησε πολύ την μελέτη του δικαίου και περιήγαγε το δίκαιο σε μία νέα εποχή. Ο Βελλερεφόντης κατέφυγε ικέτης στον παλιό μας γνώριμο τύραννο της Τύρινθας Προίτο ώστε με αγγαρείες να εξιλεωθεί για το έγκλημά του. Τότε οι αγγαρείες, αν είχαν αίσια έκβαση, αν κατέληγαν δηλαδή σε εσωτερική γνήσια μεταμέλεια του δράστη,  θεωρούνταν θεραπείες εξιλασμού. Ενώ διέτριβε εκεί τον ερωτεύτηκε η γυναίκα του Προίτου Σθενέβοια, αλλά ο Βελλερεφόντης, όπως λέμε στην τιτανική γλώσσα, «εφύλαξε το τίμιον προς τον φιλοξενήσαντα», καταδεικνύοντας ότι ένας απαραίτητος πυλώνας του δικαίου είναι και η ηθική. Δίκαιο χωρίς ηθικούς κοινωνούς δεν μπορεί να υπάρξει, όσο και αν κόπτονται ή ωρύονται συναφώς οι θετικιστές νομικοί.

Η Σθενέβοια τότε, φοβούμενη ότι θα την κατήγγελνε ο Βελλερεφόντης στον Προίτο, έσπευσε να τον προλάβει και είπε ότι ο ήρωάς μας πήγε να τη βιάσει. Ο Προίτος αφενός επειδή λόγω της διαδικασίας εξιλασμού ήταν ένα είδος πνευματικού γέροντα για τον Βελλερεφόντη, αφετέρου επειδή ήταν χέστης και τον φοβόταν στον υπερθετικό βαθμό, τον έστειλε στον πεθερό του Ιοβάτη στη Λυκία με την οδηγία να βρει τρόπο να τον φονεύσει. Κατά χρονική ακολουθία, ο Ιοβάτης πρώτα τον φιλοξένησε και μετά έλαβε τα γράμματα με τις ανόσιες οδηγίες και τούτο, διότι ο μεν Βελλερεφόντης πήγε αεροπορικώς καβάλα στον Πήγασο, ενώ το ταχυδρομείο κινούνταν με άμαξα, όπως στις ταινίες της Άγριας Δύσης, και άργησε. Ο Ιοβάτης λοιπόν, όντας ο ίδιος ψυχούλα και λόγω της προηγηθείσας φιλοξενίας, είχε συμπαθήσει τον ήρωά μας και δεν ηδύνατο ούτε αυτός να τον φονεύσει. Απ’ αυτό διδασκόμαστε ότι εκτός από τα θεσμοθετημένα δικαστήρια, κριτές είμαστε και εμείς οι ίδιοι, όλοι εμείς. Στην πραγματικότητα δικάζουμε καθημερινά εαυτούς και αλλήλους, απονέμουμε ευθύνες, προσανατολίζουμε τη ζωή μας προς τους καλούς και αποφεύγουμε τους κακούς. Ταυτόχρονα όμως είμαστε και υποκριτές, γιατί δεχόμαστε να κάνει κάποιος άλλος τη βρόμικη δουλειά που εξασφαλίζει το δικό μας επίπεδο διαβίωσης. Έτσι ο Ιοβάτης έστειλε τον Βελλερεφόντη προς ανδραγαθία στη Χίμαιρα, κόρη του παλιού μας γνώριμου Τυφώνα και της Έχιδνας, στο πλαίσιο των «θεραπειών» που αναφέραμε με την ελπίδα να τον σκοτώσει αυτή. Η Χίμαιρα είχε προτομή λέοντος, κεφαλή αιγός που εξέβαλλε πυρ και ουρά δράκοντος και προξενούσε μεγάλη βλάβη στον τόπο. Για να μη τα πολυλογούμε ο Βελλερεφόντης την τόξευσε και τη θανάτωσε εξ ύψους Πήγασου, ο οποίος διενήργησε κάθετη εφόρμηση. Η Χίμαιρα συμβολίζει τις καθημερινές μας συναλλαγές, που είναι τόσο φθαρτικές και χιμαιρικές, πλανερές και απατηλές, ώστε είναι θαύμα πως κατορθώνουμε και επιβιώνουμε. Εις οιωνός άριστος όμως είναι να τηρούμε τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη. Στη συνέχεια ο Ιοβάτης έστειλε τον ήρωά μας στους Σολύμους, έθνος άγριο και βάρβαρο της Λυκίας, που συμβολίζει τις επαγγελματικές και συνδικαλιστικές ενώσεις, όπου κανείς χρειάζεται μεγάλη ισορροπία και λεπτότητα χειρισμών για να μπορέσει να τις κρατήσει ενωμένες και επιδραστικές. Ο Βελλερεφόντης τα κατάφερε και τούς συμφιλίωσε. Έπειτα ήλθε η σειρά των Αμαζόνων, που, όπως γνωρίζουν οι πάντες, κατοικούσαν τον Θερμόδοντα ποταμό της Ασίας, λέγονταν «αντιάνειραι» διότι ήσαν φεμινίστριες και συνέθλιβαν τους δεξιούς μαστούς τους για να μην εμποδίζονται να τοξεύουν. Σ’  αυτές, αφού τις νίκησε, ο Βελλερεφόντης δίδαξε την ισότητα των δύο φύλων από την ανάποδη, πείθοντάς τις ότι και οι άντρες κάτι αξίζουν, ενώ διέδωσε και αρκετά στοιχεία διεθνούς δικαίου, ώστε όλοι αυτοί οι λαοί της ασιατικής λαοθάλασσας που κατοικούσαν στην Ευρασία και τη Σκυθία να μπορέσουν εφεξής να ζήσουν ειρηνικά.

Όταν τέλος πάντων ο Ιοβάτης είδε ότι καμία ενέδρα όσο μελετημένη ή εξεζητημένη και αν ήταν δεν μπορούσε να βλάψει τον λαμπρό Βελλερεφόντη, καθότι ήταν και ιδεολόγος και ηθικός και θεσμικός, τον κράτησε στο βασίλειό του και τού έδωσε σύζυγο τη θυγατέρα του μαζί με το μισό βασίλειο, χώρια από τα εδάφη που τού έδωσαν οι Σόλυμοι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης που τούς έπιασε από το χεράκι και τούς οδήγησε στην οδό της ειρήνης και της ευημερίας. Εδώ τελειώνει η ιστορία μας, η ιστορία της θεσμικής ευθύνης και αρμοδιότητας, αντί όμως να πούμε την κλασική κατακλείδα «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είναι πιο αρμόζον να πούμε ότι αυτή είναι πάνω- κάτω συνοπτικά η Ιστορία του Δικαίου.

Ο φτερωτός Πήγασος έγινε το σύμβολο της αναζήτησης των τιτάνων για δίκαιο και δικαιοσύνη. Είναι άλλωστε και το σήμα του Αστροστόλου μας, διακριτικός τίτλος και όνομα για τα ωραιότερα σκάφη μας τόσο του εμπορικού όσο και του πολεμικού ναυτικού. Είναι μία αιώνια έννοια που καλεί τους ανθρώπους σε υψιπετή ανάταση και σε διατράνωση των θεσμών που οι ίδιοι ίδρυσαν. Κλείνοντας την μικρή ιστορική αναδρομή μου κι αφού έχουμε όλοι εφησυχάσει στις αγκάλες του δικαίου τουλάχιστον θεωρητικά, καθότι η πρακτική εφαρμογή απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση και καθημερινό αγώνα, σάς καλώ να υμνήσουμε τις Ευμενίδες, γιατί αυτό ακριβώς είναι το δίκαιο, είναι οι βασανιστικές ορμές του ανθρώπου, τα εφιαλτικά πλάσματα του μύθου, οι Ερινύες δηλαδή, που προοδευτικά υποχωρούν και παραχωρούν τη θέση τους στις Ευμενίδες του λόγου και της λογικής, όπως η θάλασσα αποσύρεται για να οφθεί η ξηρά.

Σάς θυμίζω τι έγραψε κάποιος Έγελος για τις Ερινύες και τις Ευμενίδες, που συμβολίζουν αντίστοιχα την πρωτόγονη κατάσταση του ανθρώπου σε σχέση με τη συνειδητή, και την άτακτη διαστρωμάτωση του αδίκου σε σχέση με την τακτική οικοδομή του δικαίου. «Η διαμάχη μεταξύ του Απόλλωνα και των Ευμενίδων πρόκειται να λυθεί με την ετυμηγορία του Αρείου Πάγου. Ένα ανθρώπινο δικαστήριο ως σύνολο, στην κορυφή του οποίου ίσταται η Αθηνά ως το συγκεκριμένο πνεύμα του λαού, πρόκειται να επιφέρει τη λύση της διαφοράς. Οι δικαστές τώρα δίνουν ίσες ψήφους υπέρ της καταδίκης και υπέρ της απαλλαγής, τιμώντας εξίσου τις Ευμενίδες και τον Απόλλωνα (σ.σ. οι Ευμενίδες ήσαν ακόμη Εριννύες), η λευκή ψήφος της Αθηνάς όμως κρίνει την έκβαση της έριδας υπέρ του Απόλλωνα. Οι Ευμενίδες, αναστατωμένες από την ψήφο της Αθηνάς, υψώνουν τη φωνή τους, αλλά η Παλλάς τις …εξευμενίζει, με το να παραχωρήσει σ’ αυτές τόπο λατρείας και βωμούς στο περίφημο άλσος του Κολωνού. Αυτό που πρέπει σε αντάλλαγμα να προσφέρουν στο λαό οι Ευμενίδες είναι προστασία κατά των δεινών, που προέρχονται από τα στοιχεία της φύσης, τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα και τους ανέμους, άμυνα κατά της ξηρασίας και της άγονης κατάληξης του ζωντανού σπόρου, των προϊόντων και των γεννημάτων. Η Παλλάς από την άλλη πλευρά αναλαμβάνει η ίδια τη μέριμνα για την πολεμική ετοιμότητα και τους ιερούς αγώνες…

Βέβαια, η τραγική έκβαση δεν έχει ανάγκη κάθε φορά τον όλεθρο των εμπλεκομένων ατόμων, προς το σκοπό της οπισθοχώρησης  και των δύο μονομερειών  και της ισόκυρης τιμής τους. Έτσι, ως γνωστόν, οι «Ευμενίδες» του Αισχύλου δεν τελειώνουν με τον θάνατο του Ορέστη ή με την εξολόθρευση των Ερινύων, τούτων των εκδικητριών του μητρικού αίματος και φυλάκων της ευλάβειας προς τον Απόλλωνα, ο οποίος επιθυμώντας να διατηρήσει την αξία και το σεβασμό προς το πρόσωπο του οικογενειάρχη και βασιλιά Αγαμέμνονα προστάζει τον Ορέστη να σκοτώσει την Κλυταιμνήστρα, αλλά ο Ορέστης αμνηστεύεται και αποδίδεται τιμή συμμέτρως σε όλους τους θεούς. Συγχρόνως όμως καθίσταται έκδηλο σ’ αυτό το χαρακτηριστικό τέλος τι πίστευαν οι Έλληνες για τους θεούς τους, καθώς τους προσήγαγαν στη θεώρησή τους με όλη την αγωνιστική τους ιδιαιτερότητα. Προ της Ιδέας της Αθήνας εμφανίζονται μόνο ως στοιχεία , που τα συνενώνει η πλήρης αρμονική θεσμικότητα. Οι ψήφοι στον Άρειο Πάγο είναι ισάριθμες. Τότε η θεά Αθηνά ως οργανική προσωποποίηση της υπόστασης των Αθηνών προσθέτει τον λευκό λίθο, απαλλάσσει τον Ορέστη, υπόσχεται δε βωμούς και λατρεία τόσο στις Ευμενίδες, όσο και στον Απόλλωνα».

Ο Προμηθέας ξερόβηξε:

«Λοιπόν αρκετά, όπως είπες, Λητώ, να εγερθούμε όλοι για τον ύμνο των Ευμενίδων προς εορτασμό του καταστερισμού του Πήγασου.»».

ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κλύτε, θεαί πάντιμοι, ερίβρομοι, ευάστειραι,

Τισιφόνη τε και Αληκτώ και δία Μέγαιρα,

Νυκτέριαι, μύχιαι, υπό κεύθεσιν οικίαν έχουσαι

Άντρω εν ηερόεντι, παρά Στυγός ιερόν ύδωρ-

Ουχ οσίαις βουλαίς βροτών πεπτημέναι αεί

Λυσσήρεις, αγέρωχοι, επευάζουσαι ανάγκαις,

Θηρόπεπλοι, τιμωροί, ερισθενείς, βαρυαλγείς,

Αϊδου χθόνιαι φοβεραί κόραι αιολόμορφοι,

Ηέριαι, αφανείς, ωκύδρομοι, ώστε νόημα

Είτ’ αιεί θνητών πάντων επ’ απείρονα φύλα

Όμμα Δίκης εμφοράτε, δικασπόλοι αιέν εούσαι.

Αλλά, θεαί Μοίραι, οφιοπλόκαμοι, πολύμορφοι,

Πρηύνοον μεταθέσθε βίου μαλακόφρονα δόξαν.

Κλύτε με, Ευμενίδες μεγαλώνυμοι, εύφρονι βουλή

Αγναί θυγατέρες μεγάλου Διός χθονίου,

Φερσεφόνης τ’ ερατής κούρης καλλιπλοκάμου,

Αί πάντων καθοράτε βίον θνητών ασεβούντων,

Των αδίκων τιμωροί, εφεστηκυίαι ανάγκη,

Κυανόχρωτοι άνασσαι, απαστράπτουσαι απ’ όσσων   

Δεινήν ανταυγή φάους σαρκοφθόρον αίγλην –

Αΐδιοι, φοβερώπες, απόστροφοι, αυτοκράτειραι,

Λυσιμελείς οίστρω, βλοσυραί, νύχιαι, πολύποτμοι

Νυκτέριαι κούραι, οφιοπλόκαμοι, φονερώπες,

Υμέας κικλήσκω γνώμαις οσίαις πελάζειν».

(Ακούστε, θεές έντιμες, μ’ άστρο, φωνή στεντόρεια  

Τισιφόνη και Αληκτώ και Μέγαιρα, που τη λεν πανώρια

Νυκτερινές, μύχιες, που έχουν το σπίτι τους στα βάθη

Στο ιερό ύδωρ της Στυγός, όπου καθένας θε να πάθει,

Που ίπτασθε με διαθέσεις καθόλου καλές, σκοτεινές

Λυσσάρες, αγέρωχες, προκαλώντας ανάγκες αλγεινές,

Θηριώδεις, τιμωροί, παντοδύναμες, με πόνο και σθένος

Χθόνιες κόρες, φοβερές,  που σκορπάτε του Άδη του μένος

Αέριες, αφανείς, που σαν έννοια και σκέψη γρηγορείτε, 

Στων θνητών τ’ απειράριθμα φύλα επαγρυπνείτε,

Μ’ όμμα Δίκης επισκοπείτε, πάντα είστε δικαστές   

Θεές μοίρες, πολύμορφες, να ‘στε σεις στοχαστές,

Το βίο μεταβάλετε να ‘ναι πράος με γνώμες καλές.  

Ακούστε, Ευμενίδες μεγάθυμες, με εύφρονες βουλές

Αγνές θυγατέρες του μεγάλου χθόνιου Δία κι εσείς,

Και Περσεφόνης βοστρυχωτής, που ποτέ δεν μισείς,  

Πάντων επιτιμάτε τον βίο θνητών ασεβή και μονήρη,

Των αδίκων τιμωροί σε καθετί που ποινή επισύρει,  

Κυανόχρωμες άνασσες, που με τα μάτια κεραυνώνουν    

Με δεινή ανταύγεια -αίγλη σαρκοβόρα τον άλλον κερώνουν

Αιώνιες, αποτρόπαιες, κυρίαρχες, με όψη φοβερή

Που με νύχια, βλέμμα διαμελίζετε κάθε δομή σταθερή,

Νυκτερινές κόρες, με οφιοειδείς βοστρύχους στο μαλλί,

Φέρτε μας γνώμη σώφρονα και φρόνηση πολλή).

Ζωηρά και βροντερά χειροκροτήματα ακολούθησαν την ομιλία της Λητούς. Ο Προμηθέας σηκώθηκε συγκινημένος και είπε:

«Σ’ ευχαριστούμε Λητώ. Το δίκαιο ως συνδυασμός νόμου, ηθικής και θεσμών είναι το μεγαλύτερο ανθρώπινο δημιούργημα. Να καταστεριστεί παρακαλώ προς συμβολισμό της ανωτέρω τριμερούς διακρίσεως το Τρίγωνον Βορρά. Ας ψάλλουμε λοιπόν και  κάποιους ύμνους προς τιμή του μέγιστου εχθρού μας εξουσιομανούς Διός για να τον εξευμενίσουμε και να μάς αφήσει ήσυχους να ζήσουμε στις κοινωνίες μας, διότι δεν τον έχουμε ανάγκη».   

ΔΙΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Ζευ πολυφίλητε, Ζευ άφθιτε, τήνδε τοι ημείς

Μαρτυρίην τιθέμεθα λυτήριον, ηδέ πρόσευξιν

Ώ βασιλεύ, δια σήν κεφαλήν εφάνη τάδε πάντα,

Γαία θεά μήτηρ, ορέων θ’ υψαύχενες όχθοι,

Και πόντος και πανθ’, οπόσ’ ουρανός εντός έταξε.

Ζευ Κρόνιε, σκηπτούχε, καταιβάτα, οβριμόθυμε,

Παντογενέθλ’, αρχή πάντων, πάντων δε τελευτή,

Σεισίχθων, αυξητά, καθάρσιε, παντοτινάκτα,

Αστράπιε, βρονταίε, κεραύνιε, φυτάλιε Ζευ,

Κλύθι με, αιολόμορφε, δίδου δ’ υγιείαν αμεμφή,

Ειρήνην τε θεάν και πλούτου δόξαν άμεμπτον

Αυτοπάτωρ, μακάριων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών.

Αλλά χάριν λοιβαίς δίδου, φρεσίν αίσιμα πάντα,

Ζωήν δ’ ολβιόθυμον, ομού δ’ υγιείαν άνασσαν

Ειρήνην τε θεόν κουροτρόφον αγλαότιμον

Και βίον ευθύμοις αεί θάλλοντα λογισμοίς».

(Ζευ πολυφίλητε, Ζευ άφθιτε, αυτή τη μαρτυρία

Καταθέτουμε για λύτρωση από περίσταση-συγκυρία.

Βασιλιά, από τη δική σου κεφαλή φάνηκαν όντως,

Η Γη μητέρα, των βουνών οι αυχένες και ο πόντος,

Και ό,τι άλλο έταξε το στερέωμα κι ο ουρανός,

Ζευ Κρόνιε, σκηπτούχε, που είσαι δεινός- τρανός,

Παντογενέθλια αρχή και των πάντων τελευτή,  

Σεισίχθονα, αυξητή, των πάντων  κύρη- θηρευτή,

Αστραπόβροντε, κεραύνιε, Ζευ, μεγάλε φυτευτή,

Άκου και δώσε υγεία άψογη, άσπιλη  και τέλεια,  

Ειρήνη και πλούτο που να αγγίζει πολυτέλεια  

Αυτογέννητε των θεών μα και ανδρών γενάρχη,

Με τις σπονδές κύττα στο νου η φρόνηση να άρχει,

Η ζωή να δίνει χαρά, να βασιλεύει η υγεία,

Να τρέφει η ειρήνη τα παιδιά με πλήρη τα αγγεία,

Και να ‘ναι τούτα λογισμών εύθυμων τ’ εκμαγεία).  

ΚΕΡΑΥΝΙΟΥ ΔΙΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ – ΗΔΥΟΣΜΟΝ

«Ζευ πάτερ, υψίδρομον πυρσαυγέα κόσμον ελαύνων,

Στράπτων αιθερίου στεροπής πανυπέρτατον αίγλην,

Παμμακάρων έδρανον θείαις βρονταίς τινάσσων,

Νάμασι παννεφέλοις στεροπήν φλεγέθουσαν αναίθων-

Λαίλαπας, όμβρους, πρηστήρας κρατερούς τε κεραυνούς,

Παμφλέκτους, κραιπνούς, φρικώδεις, οβριμοθύμους,

Βάλλων ευροθίους, φλογερούς, νέφεσι καλύπτων

Πτηνόν όπλον δεινόν, κλονοκάρδιον, ορθοέθειρον,

Αιφνίδιον, βρονταίον, ανίκητον βέλος αγνόν

Ροίζου απειρεσίου δινεύμασι, παμφάγον ορμή,

Άρρηκτον, βαρύθυμον, αμαιμάκετον, πρηστήρος

Ουράνιον βέλος οξύ καταιβάτου αιθαλόεντος

Όν και γαία πέφρικε θάλασσά τε παμφανόωσα,

Και θήρες πτήσσουσιν, όταν κτύπος ούας εισέλθη-

Μαρμαίρει δε πρόσωπ’ αυγαίς, σμαραγεί δε κεραυνός

Αιθέρος εν γυάλοις- διαρρήξας δε χιτώνα,

Ουράνιον προκάλυμμα, χαλάς αργήτα κεραυνόν.

Αλλά, μάκαρ, θυμόν βαρύν έμβαλε κύμασι πόντου,

Ηδ’ ορέων κορυφαίς – το σόν κράτος ίσμεν άπαντες-

Αλλά χάριν λοιβής συ δίδου φρεσίν αίσιμα πάντα,

Ζωήν τ’ ολβιόθυμον, ομού  δ’ υγιείαν άνασσαν,

Ειρήνην τε θεάν κουρότροφον, αγλαότιμον,

Και βίον ευθύμοις αεί θάλλοντα λογισμοίς».      

(Δία πατέρα, υψιπετή, που στον κόσμο με δάδες οδεύεις

 Με αιθέριες αστραπές κι υπέρτατη αίγλη τοξεύεις,

Των μακάρων έδρανο με θείες βροντές τινάζεις,

Νεφοσκεπή και σκοτεινά νερά με κεραυνό ταράζεις,  

Λαίλαπες, όμβρους, θύελλες  και φλόγες κρατερές,

Πάμφλεκτες, ορμητικές, φρικώδεις, τρομερές  

Βάλλεις και σκάφη ιπτάμενα με μανδύα καλυμμένα,

Όπλα δεινά και ανατριχιαστικά για άλλους και για μένα,

Ρίχνεις αιφνίδιο, βροντερό, βέλος από εκτοξευτήρα

Με παμφάγα ορμή και περιστροφές του κινητήρα,

Αδιάρρηκτο, βαρύθυμο, ανίκητο, που πρήζει,

Ουράνιο βέλος και οξύ, που τις πληγές κεντρίζει,  

Για σένα φρίττει η γη και η θάλασσα η πάμφωτη,

Φοβούνται τα θηρία την πλημμυρίδα σου και άμπωτη,   

Μαρμαρώνουν τα πρόσωπα όταν κεραυνός μπουμπουνίσει

Στον αιθέρα, στις κοιλάδες κι όπου αλλού η τρέλα σου ορίσει, 

Διασπάς τον χιτώνα τ’ ουρανού, με κεραυνό – βρυχηθμό

Αλλά, μακάριε, ρίξτον στο γιαλό τον βαρύ σου θυμό.  

Φτάνει πια, σε ξέρουμε, μεγάλε και τρανέ στρατάρχη-

Με τις σπονδές κύττα στο νου η φρόνηση να άρχει,

Η ζωή να δίνει χαρά, να βασιλεύει η υγεία,

Να τρέφει η ειρήνη τα παιδιά με πλήρη τα αγγεία,

Και να ‘ναι τούτα λογισμών εύθυμων τ’ εκμαγεία). 

  «Οι τελευταίοι τέσσερις στίχοι απαντώνται σε πολλούς ύμνους του Δία, δείγμα της αναμφισβήτητης ψυχοπαθολογικής νεύρωσης του ανδρός, αν ανήρ μπορεί να αποκληθεί αυτός ο εξωγήινος της σκουληκότρυπας, ο ναρκομανής των θυσιών, των σπονδών, των χοών και των λατρευτικών δαφνών», πρόλαβε να πει ο Υπερίων.

ΔΙΟΣ ΑΣΤΡΑΠΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ

«Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, ερισμάραγον, περίφαντον,

Ηέριον, φλογόεντα, πυρίδρομον, ηεροφεγγή,

Αστράπτοντα σέλας νεφέων παταγοδρόμω αυδή,

Φρικώδη,  βρύμηνιν, ανίκητον θεόν αγνόν,

Αστραπέα Δία, παγγενέτην, βασιλέα μέγιστον,

Ευμενεόντα φέρειν γλυκερήν βιότου τελευτήν»    

(Καλώ τον μεγάλο, τον περιφανή, τον βροντερό,

Τον αέριο,  τον πυριφεγγή, τον φλογερό,   

Που αστράφτει σέλας στα νέφη μ’ ισχυρή κραυγή

Φρικώδη, οργίλο, ανίκητο θεό σε νύχτα και αυγή,

Αστραποβόλε βασιλιά, άσε μας αν το θελήσεις,

Λίγο να ζήσουμε γλυκά μέχρι να μάς   γ … ήσεις).  

«Άντε, αρκετά τον καλοπιάσαμε μού φαίνεται, αν κι αυτός δεν χαμπαριάζει από καλοπιάσματα, πολύ φοβούμαι ότι καταλαβαίνει τη γλώσσα της βίας», συμπλήρωσε ο Προμηθέας, στην αρχή της πρότασης εν μέσω γελώτων και στο τέλος με την αίθουσα να κυριαρχείται από συνοφρύωμα και κατσούφιασμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ’

ΚΡΙΟΣ, ΠΛΕΙΑΔΕΣ, ΤΑΥΡΟΣ, ΤΑΥΡΟΨΙΣ (ΑΛΝΤΕΜΠΑΡΑΝ)

 ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Αγαπητό μου πλήρωμα, να και μια φορά που δεν θα χρειαστεί ίσως να επέμβουμε γιατί τα γεγονότα και οι περιστάσεις εκτυλίσσονται από μόνα τους και τελικά προκύπτει ένα αποτέλεσμα σύμφωνο με τη δικαιοσύνη. Αλλά ας μην προτρέχουμε, ας δούμε τι συμβαίνει σ’ αυτή την περιοχή του ουρανού μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα μας».   

Ο Κριός βολεύτηκε στην ζηλευτή πολυτέλεια του ενδιαιτήματός του επιπέδου πεντάστερου ξενοδοχείου. Κάθισε χαλαρωμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα και κύτταξε τον κόσμο με άλλα μάτια. Οι εικόνες έρχονταν μέσω της κβαντικής σύζευξης με τον αετό του  Ιουστινιανό. Επρόκειτο για μία αθόρυβη ένωση, δρομολογημένη με βάση τα συμβιωτικά τεχνητά κύτταρα του ήσαν τοποθετημένα στη σπονδυλική του στήλη και εναρμονίζονταν πλήρως με τα αντίστοιχα κλωνοποιημένα βλαστοκύτταρα το Ιουστινιανού, τα οποία παρείχαν στον πολιορκητικό και ασταμάτητο Κριό καθαρές αισθητηριακές εντυπώσεις από την πτήση του αρπακτικού πτηνού.  

Έτσι ο Κριός απολάμβανε τα αισθήματα ελευθερίας και δύναμης που τού διαβίβαζε το πτηνό. Οι καταιγιστικές αυτές εικόνες ήσαν το καλύτερο αναλγητικό για το γερασμένο του κορμί και τους βαθμιαίως ατονούντες μύες του. Όλα τα βιοϊατρικά μέσα που είχε στη διάθεσή του ο Κριός δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην κυτταρική του αναγέννηση και ανανέωση. Όπως έλεγε ένας παλιός στίχος,

Όλα του Κύρη τ’ άλογα κι οι γενναίοι φρουροί

Να ξαναδώσουν δεν μπορούσαν τη ρώμη τη γερή.

          Αντίθετα ο Ιουστινιανός κατείχε απέραντη ζωτικότητα, καθώς διέσχιζε τα σύννεφα όντας ο ασύγκριτος κυρίαρχος των αιθέρων.

Εκείνη την ημέρα ο Κριός είχε στείλει τον αετό του να κυνηγήσει πάνω από το λιμάνι. Τι λεία προτιμούσε άραγε αυτός ο παντοδύναμος δυνάστης ενός ολόκληρου πλανήτη; Τι θα μπορούσε ακόμη να χρειάζεται ένας άνθρωπος που τα είχε όλα; Η απάντηση είναι ότι, όταν κάποιος εκτός από άψυχα φιλοδοξεί να αποκτήσει και έμψυχα αντικείμενα, τότε δεν αρκούν τα χρήματα, αλλά απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση και άσκηση επιρροής. Εκμυστηρευόμαστε στο σημείο αυτό προς κατανόηση της αφήγησης ότι ο Κριός ήταν αυτό που οι νέοι λένε σήμερα «παιδέρας». Στο παρελθόν είχε ήδη αιχμαλωτίσει, παντοιοτρόπως εκμεταλλευτεί με δικαίωμα «usus» και «abusus», χρήσης και κατάχρησης, και τελικά ξεζουμίσει και παραπετάξει ένα σωρό κοριτσόπουλα σαν τα κρύα τα νερά, που ανήκαν μάλιστα σε αριστοκρατικές οικογένειες, όπως ήσαν η Φαιόλη, η Αμβροσία, η Κορωνίδα, η Ευδώρα και η Πολυξώ, που ονομάζονταν Υάδες από τον αδελφό τους Ύαντα. Ο Κριός είχε στείλει ένα βιοτεχνολογικά τηλεκατευθυνόμενο φίδι να δαγκώσει τον Ύαντα κι έτσι τον ξεφορτώθηκε και απήγαγε ύστερα ανενόχλητος τις ανυπεράσπιστες και απαρηγόρητες αδελφές του. Αφού με τις ασέλγειες και τους βιασμούς μετέτρεψε γρήγορα τις νέες αυτές κοπέλες σε ζαρωμένες μεταχειρισμένες γριές, ανοίχτηκε και άλλο στην αγορά λευκής σαρκός με ανυπομονησία και βιαιότητα πρωτοφανή σαν καρχαρίας που μυρίστηκε αίμα και ρίχτηκε στις διάσημες για την ομορφιά τους Πλειάδες. Συνέλαβε και ενέταξε διαδοχικά στο άτυπο χαρέμι του την Μαία, την Ηλέκτρα, την Ταϋγέτη, τη Μερόπη και την Αλκινόη και τώρα ήταν η σειρά της Αστερόπης, την οποία καταδίωκε μέσω του Ιουστινιανού στο λιμάνι. Ειδικά όμως αναφορικά με την Αστερόπη είχε και άλλο λόγο να την κυνηγάει, διότι ενώ ο ίδιος ως καπιταλιστικός και πλουτοκρατικός κολοσσός ήλεγχε το παγκόσμιο εμπόριο ναρκωτικών, αυτό το θαυμαστό νεαρό κορίτσι είχε καταφέρει με ένα μυστηριώδη τρόπο να στήσει μία δική του επιχείρηση πώλησης και διανομής ψυχεδελικών ουσιών. Μάλιστα τα δικά της προϊόντα που ονομάζονταν «γλυκοκάλυκες» ή «γλυκομπουμπούκια» παρείχαν πολύ ανώτερες παραισθήσεις σε σχέση με τα δικά του χάπια με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος της αγοράς να έχει ήδη χαθεί για τον Κριό, αν είναι δυνατόν!        

Στο σημείο αυτό οι τιτάνες διέκοψαν τη μετάδοση για να απαγγείλουν τον ύμνο των Νηρηίδων, για να εξευμενίσουν όλα τα κακά πνεύματα που αναζητούν λευκή σάρκα νεαρών κοριτσιών, όπως ήταν ο Κριός, για να κορέσουν τις ανομολόγητες και άνομες ορέξεις τους. Μα είναι δυνατόν να εξευμενίζουμε αυτά τα καθάρματα, θα πείτε; Ε ναι, οι τιτάνες ήσαν με τα σημερινά δεδομένα λίγο μπόσικοι, λίγο μαλακοπίτουρες, όπως θα έλεγαν οι νέοι της εποχής μας, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το βαθύ ανθρωπισμό τους!

ΝΗΡΗΙΔΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Νηρέως εναλίου νύμφαι καλυκώπιδες αγναί,

Φρίκιαι, εμβύθιαι, χοροπαίγμονες, υγροκέλευθοι,

Πεντήκοντα κόραι περί κύμασι βακχεύουσαι,

Τριτώνων επ’ όχοις αγαλλόμεναι περί νώτα,

Θηροτύποις μορφαίς, ών βόσκει σώματα πόντος,

Άλλοι θ’ οί ναίουσι βυθόν, Τριτώνιον οίδημα,

Υδροδρόμοι, σκιρτηταί, ελισσόμενοι περί κύμα.

Ποντοπλάνοι δελφίνες, αλιρρόθιοι, κυαναυγείς-

Υμέας κικλήσκω  πέμπειν μύσταις πολύν όλβον-

Υμείς γαρ πρώται τελετήν ανεδείξατε σεμνήν

 Ευιέρου Βάκχου και αγνής Φερσεφονείης

Καλλιόπη συν  μητρί και Απόλλωνι άνακτι».   

(Νύμφες Νηρέως εναλίου με τα ωραία μάτια,

Που γι’ αυτά ο βυθός χορεύει, γίνεται κομμάτια,  

Πενήντα κόρες που βακχεύουν πλάι στο κύμα,

Αγάλλεσθε πίσω από Τρίτωνα με όχημα- κτήμα,

Σε μορφές θηρίων, εισακούεται το δικό σας ρήμα

Και που κατοικούν στο βυθό, στου Τρίτωνα το οίδημα, 

Στους υγρούς δρόμους δηλαδή, στου κύματος το πήδημα,  

Ποντοπόρα δελφίνια, με λάμψη, στίλβη κυανή –

Σάς καλώ να πέμψετε στους μύστες ευτυχή ηδονή

Γιατί εσείς πρώτες αναδείξατε την τελετή τη σεμνή

Την ιερή, βακχική και την αγνή, Περσεφόνεια,

Μαζί με την Καλλιόπη και τα δώρα τα απολλώνεια).  

Στη συνέχεια οι τιτάνες έψαλλαν ύμνο προς τιμή των Πλειάδων και του αντίστοιχου κεχαριτωμένου αστερισμού τους, που δεν θα  μπορούσε παρά να είναι εκείνος των Νυμφών.

ΝΥΜΦΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Νύμφαι, θυγατέρες μεγαλήτορος Ωκεανού,

Υγροπότοις γαίης υπό κεύθεσιν οικίαν έχουσαι,

Κρυψίδομοι, λειμωνιάδες, σκολιόδρομοι, αγναί,

Αντροχαρείς, σπήλυγξι κεχαρμέναι, ηερόφοιτοι,

Πηγαίαι, δρομάδες, δροσοείμονες, ίχνεσι κούφαι

Φαινόμεναι, αφανείς, αυλωνιάδες, πολυανθείς,

 Συν Πανί σκιρτώσαι ανά ούρεα ευάστεραι,

Πετρόρυτοι, λιγυραί, κρουνίτιδες, υλονόμοι τε-

Παρθένοι ευώδεις, λευχείμονες, εύπνοοι αύραις,

Αιπολικαί, νόμιαι, θηρσίν φίλαι, αγλαόκαρποι,

Δρυμοχαρείς, απαλαί, πολυθρέμμονες, αυξίτροφοί τε-

Κούραι αμαδρυάδες, φιλοπαίγμονες, υγροκέλευθοι,

Νύσιαι, οιστρομανείς, παιωνίδες, εαροτερπείς,

Συν Βάκχω Δηοί τε χάριν θνητοίς φέρουσαι,

Έλθετ’ επ’ ευφήμοις ιεροίς κεχαρηότι θυμώ,

Νάμα χέουσαι υγιεινόν αυξιτρόφοις εν ώραις».      

(Νύμφες, θυγατέρες μεγαλόκαρδου Ωκεανού,

Ζείτε στα νοτερά τα βάθη ενός κόσμου αλλουνού,

Κρύβεστε στους λειμώνες, στα λοξά μονοπάτια,

Χαίρεστε τα σπήλαια μα και τα αέρινα παλάτια,

Πηγαίες, δρομαίες, δροσοντυμένες, με ίχνος ελαφρό

Πότε φαίνεστε πότε όχι στων ανθών τον αφρό,

 Με τον Πάνα σκιρτάτε λιγυρές στα βουνά και τ’ αστέρια,

Απ’ την πέτρα σας ρέουν κρουνοί στων δασών τα λημέρια-

Παρθένες ευώδεις, λευχειμονούσες, με εύπνοη αύρα,

Θηρία ποιμαίνετε, φρούτα μαζεύετε πριν γίνουν μαύρα,

Χαίρεστε με τα δάση και τα θρέφετε, είστε απαλές, 

Κόρες των δένδρων, φιλοπαίγμονες, στα υγρά καλές,

βακχικές, οιστρομανείς, τέρπεστε με έαρ, θεραπείες,

που με τη Δηώ φέρνετε στων θνητών τις πολιτείες,

Ελάτε στα ονομαστά ιερά σας, κάντε χάρη το θυμό

Οι καρποί να μεστώσουν, χύστε νάμα και ζωμό).     

Επίσης οι τιτάνες θεώρησαν σωστό να αφιερώσουν και ένα ύμνο στη γέννηση του αστερισμού του Ταύρου, στο μέτωπο του οποίου μέσα στην ευσπλαχνία τους καταστέρισαν τις άμοιρες Υάδες. Ο ύμνος αυτός δεν θα μπορούσε παρά να είναι εκείνος του Πρωτόγονου, αφού ο Κριός τις είχε τόσο πολύ κακομεταχειριστεί.   

ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑΝ

«Πρωτόγονον καλέω διφυή, μέγαν, αιθερόπλαγκτον,

Ωογενή, χρυσέαις αγαλλόμενον πτερύγεσιν,

Ταυρωπόν, γένεσιν μακάρων θνητών τ’ ανθρώπων

Σπέρμα πολύμνηστον, πολυόργιον, ηρικεπαίον,  

Άρρητον, κρύφιον, ροιζήτορα, παμφαές έρνος,

Όσσων ός σκοτόεσσαν απημαύρωσας ομίχλην,

Πάντη δινηθείς πτερύγων ριπαίς κατά κόσμον-

Λαμπρόν άγων φάος αγνόν, αφ’ ού σε Φάνητα κικλήσκω,

Ηδέ Πρίαπον άνακτα και Ανταύγην ελίκωπον,

Αλλά, μάκαρ πολύμητι, πολύσπορε, βαίνε γεγηθώς

Ες τελετήν αγίην, πολυποίκιλον οργιοφάνταις».

(Τον πρωτόγονο καλώ τον διφυή, τον μέγα που πλανιέται,

Τον ωογενή, που με χρυσά φτερά παντού πετιέται,

Τον ταυρωπό, που γέννησε θεούς κι ανθρώπους

Με σπέρμα αξέχαστο, με όργια σείοντας ρείκια και τόπους, 

Συ άρρητε, εσύ κρυφέ, σαν βέλος, σαν βλαστάρι,  

Τα μάτια μαύρισες με ομίχλη, σκότος και αστάρι,

Αφού με δίνη πτερύγων στον κόσμο έριξες ριπές

Και λαμπρό φως, σε λέω Φάνη κι αν δεν θέλεις πες,

Και σε λέω και Πρίαπο με ματιές, ανταύγειες και μολπές,

Αλλά, πολυμήχανε, πολύσπορε, νιώσε γηθοσύνη,  

Και τους οργιαστές οδήγησε σε αγιότητα κι αισχύνη).

Πίσω στην κρυστάλλινη σφαίρα: Το κορίτσι φορούσε ένα χιτώνα με μωβ χρώμα μολόχας, μαύρα σανδάλια και ψάθινο καπέλο καθώς και δερμάτινη τσάντα διακοσμημένη με μπλε και κόκκινους θυσάνους στην πλάτη. Δεν φαινόταν να είναι πάνω από έντεκα ή δώδεκα χρονών, έτρεχε όμως στην προμενάδα του εκτεταμένου τείχους με ελαφρότητα, ευελιξία και ευκινησία ζηλευτή μέσα από ναυτικούς, τουρίστες, εμπόρους και πραγματευτές. Αυτό λοιπόν ήταν το κορίτσι, που τον είχε προκαλέσει με τρόπο ανεπίτρεπτο. Αν δεν διέθετε παχάκια και φρέσκο κρέας ταμάμ για τον Κριό, θα είχε προβεί σε γρήγορη εκκαθάριση του προβλήματος, καθώς ούτε η νιότη ούτε η αθωότητα ήσαν επαρκείς δικαιολογίες για όσους τολμούσαν να αντισταθούν σ’ αυτόν ή να παραβγούν μαζί του. Πολύ απλά το κορίτσι πωλούσε βιοτεχνολογικό εξοπλισμό εξαιρετικής ποιότητας στο λιμάνι χωρίς την έγκρισή του και μάλιστα με διακριτικότητα και πρωτοφανή επιδεξιότητα και λεπτότητα χειρισμών, οι δε συναλλασσόμενοί της ήσαν σημαντικοί, ακόμη και πλοίαρχοι διαστημοπλοίων. Φαίνεται ότι κάποιος γνώστης, που κανείς δεν ήξερε πια αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει, είχε φτιάξει σε εργαστήριο με δεξαμενές εξεζητημένου χημικού διαλύματος όχι ακριβώς παραισθήσεις, αλλά εξελιγμένους αποθηκευτές αναμνήσεων του ίδιου του χρήστη σε συσκευασία εισπνεόμενης σκόνης, σύριγγας ή χαπιών. Οι κυτταρικοί αυτοί πυρήνες και θύλακες μεγέθους κοριού μπορούσαν ανάλογα με την επιθυμία του χρήστη να αναπαράγουν τα πιο ευχάριστα και αξέχαστα γεγονότα της ζωής του με τόσο ρεαλιστικό και βιωματικό τρόπο, ώστε ο καθένας ξεχνιόταν σαν λωτοφάγος μέσα σε μία απόλυτη τεχνητή ευτυχία. Το πως η μικρή είχε περιέλθει στην κατοχή των περιζήτητων γλυκομπουμπουκιών, περί ών ανωτέρω, ήταν άγνωστο.

Ο Κριός είχε στη δούλεψή του έναν πολύ αξιόπιστο μπράβο ή μάλλον «μπράβα» της νύχτας, την Δαιμογόργονα. Ήταν μία γυναίκα φρικτή, φρικώδης και φρικαλέα, αν πιάσατε το υπονοούμενο, που είχε γεννηθεί κάτω από το γη, έζησε τα νιάτα της σε υπονόμους κυνηγώντας τους κροκοδείλους, που σύμφωνα με τον αστικό μύθο ζουν εκεί, και το όνομά της ήταν τόσο αποτρόπαιο, που είχε οριστεί ότι είναι εμποδισμένο στους θνητούς καν να το προφέρουν. Η Δαιμογόργων σκότωνε τα θύματά της με σβώλους καιόμενου βορβόρου, οι οποίοι έριχναν ρίζες στα αγγεία και στα σωθικά του δεχόμενου την επίθεση και τον καταβρόχθιζαν- κατασπάραζαν  από μέσα. Βέβαια από ένα τέτοιο διώκτη κανείς δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και -συνελόντι ειπείν- η Αστερόπη συνελήφθη ακολουθώντας τη μοίρα των λοιπών Πλειάδων. Το εμπόριο των γλυκομπουμπουκιών περιήλθε αμέσως εις χείρας του Κριού, ενώ η Αστερόπη αφέθηκε να ζήσει έναντι της γνωστής αντιπαροχής, που όλοι μπορείτε να μαντέψετε ποια ήταν. Μετά από ανάκριση η Αστερόπη παραδέχτηκε ότι παρασκευαστής των γλυκοκαλύκων – για να μη χρησιμοποιήσουμε την ίδια λέξη- ήταν ο πατέρας της Άτλας, νεκρός εδώ και χρόνια.       

Ο Κριός παρήγε πολλά ναρκωτικά διαφόρων ειδών, αλλά όταν απέκτησε την ευρεσιτεχνία των γλυκομπουμπουκιών έστρεψε την καλλιέργειά του αποκλειστικά σε αυτά. Μετέτρεψε τις μηχανές του σε βιολογικά υβρίδια, μίγματα λογισμικού και βιοτεχνολογίας, αποτελούμενα όχι μόνο από μέταλλο και πλαστικό, αλλά και από οργανικούς συντελεστές. Όλα τούτα στοιχεία ήσαν αναμεμιγμένα και συντηγμένα με τέτοια τέχνη και τέτοια εκζήτηση ου μην αλλά και διαστροφή, ώστε να προκαλούν απροσμάχητη απορία και άφατη κατάπληξη στον θεατή. Τέλος πάντων η παραγωγή κατέληγε σε ένα ραβδωτό φυτό με σφαιρικά διαμορφωμένες πλευρές, που φαινόταν εκ πρώτης όψεως σαν αγκαθωτός κάκτος, ψηλό, σκληρό και σκοτεινό σαν μαόνι.

Στο κέντρο του φυτού υπήρχε μία θηλαία άλως, ένας κολλώδης ζελατινώδης λεκές, από όπου φύτρωναν τα γλυκομπουμπούκια και ύστερα αναπτύσσονταν κατά μήκος των πλευρών. Το φυτό έμοιαζε τελικά με γκριζοπράσινο πετροκάκτο με διάμετρο δύο εκατοστά, κατάστικτο με μωβ δακτύλους.    

Ένας από τους βιοτεχνολόγους του Κριού μελέτησε επισταμένα την υφή του γλυκομπουμπουκιού και βρήκε ότι τα κύτταρά του ήσαν πλήρη με νευροφυτικές πρωτεΐνες και άλλους άγνωστους νευροδιαβιβαστές. Ό,τι και να ήσαν πάντως, λειτουργούσαν, αντιδρούσαν και επιδρούσαν ή και καταλάμβαναν απευθείας τα κενά μεταξύ των νευρικών συνάψεων. Μ’ αυτό τον τρόπο κατακλυζόταν και μάλιστα αιφνιδιαζόταν απόλυτα ο ξενιστής με τις ίδιες αυτού αναμνήσεις. Πώς βέβαια οι νευροφυτικές ουσίες παράγονταν και συγκροτούνταν κατά τρόπον, ώστε να μεταδίδουν συνεκτική αισθητηριακή ακολουθία, παρέμενε άγνωστο ακόμη και στην πιο σύγχρονη επιστήμη. Το βασικό είναι ότι έχοντας την πατέντα, ο Κριός κατέκτησε και αυτό τον κλάδο της αγοράς επιτυγχάνοντας το άκρον -άωτον της φιλοδοξίας του στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό χώρο. Τώρα ο μόνος του στόχος πλέον ήταν η μακροζωία.

Λοιπόν για εκατόν είκοσι χρονών που ήταν, βαστιόταν αρκετά καλά. Είχε διατηρήσει μέχρι αυτή την ηλικία την ποιότητα της ζωής του αντιμετωπίζοντας σθεναρά το αγκάλιασμα της εντροπίας ως βαθμιαία διαδικασία φθοράς με την περιφρόνηση εκείνη, που μπορεί να επιδείξει μόνο όποιος κολυμπούσε στα τάλιρα, όπως ο ίδιος. Αλλά βέβαια από ένα σημείο και πέρα οι βιοχημικές θεραπείες, προκειμένου να διατηρήσει την γενετική και κυτταρική ανανέωση των οργάνων του, τη συνέχεια του δέρματός του και την πυκνότητα της αρρενωπής τριχοφυΐας του, δεν μπορούσαν να κάνουν και θαύματα. Η προϊούσα ηλικία είχε πλέον καθυποτάξει και εξαφανίσει τη γενετήσια του ορμή. Γι’ αυτό, νιώθοντας όλο και περισσότερο στο πετσί του τους περιορισμούς του χρόνου- Κρόνου,  αρκούνταν εφεξής να παρακολουθεί την Αστερόπη γυμνή ή να την θαυμάζει, καθώς αυτή χόρευε μπροστά του. Ή να βλέπει, καθώς η απαίσια Δαιμογόργων μαζί με τις εταίρες της αυλής έφθειραν βαθμιαία  την αθωότητα της Αστερόπης, μέχρι να έλθουν οι ισχυρομελείς και άλκιμοι υπηρέτες του για να τής αφαιρέσουν βίαια και ξεσχιστικά την παρθενιά, αυτό κι αν ήταν θέαμα!      

Το κακό ήταν ότι η Αστερόπη, όπως και όλες οι γυναίκες, μπορούσε να χάσει την παρθενιά της μόνο εφάπαξ, το θέαμα όμως αυτό έμενε εσαεί αποθηκευμένο στα γλυκομπουμπούκια, που κάθε μέρα οι επιστήμονές του περήφανα τού πρόσφεραν, και έτσι είχε τη δυνατότητα να ξαναζεί καθημερινά την αξέχαστη αυτή οφθαλμοπορνική εμπειρία, κάθε φορά με την ίδια ζωντάνια, την ίδια ενάργεια, την ίδια ένταση.  

Αυτή η επανάληψη της διακόρευσης που περιεχόταν στα γλυκομπουμπούκια ήταν το κάτι άλλο, τον έκανε να λαχανιάζει και να μη μπορεί να αναπνεύσει, έκανε την καρδιά του να δουλεύει με αρρυθμία και κολπική μαρμαρυγή. Σιγά- σιγά οι επιστήμονές του πείραξαν τους γλυκοκάλυκες κατά τρόπον, ώστε έμπαινε ο ίδιος στη θέση των εραστών κι έβλεπε φάτσα- κάρτα την Αστερόπη να τού γλείφει με τη γλώσσα το αμφιλαφές- δασύτριχο στέρνο του και τελικά να καταλήγει ο ίδιος σε ένα εκρηκτικό, απόλυτα εκτονωτικό, αποσυμπιεστικό οργασμό με συνοδευτικούς μυκηθμούς ταύρου. Τίποτε πλέον δεν ήταν πιο σημαντικό στη ζωή του από το να βιώνει ξανά και ξανά το ξεπαρθένεμα της Αστερόπης είτε στα χέρια των «εραστών» είτε στα χέρια τα δικά του.

Η μεγαλύτερη ηδονή ήταν ότι προοδευτικά είχε κερδίσει και κατακτήσει τη ψυχή της Αστερόπης συστήνοντάς της κάθε είδους λαγνεία και ασκώντας της κάθε είδους σαγήνη. Πλέον ερχόταν και τον αγκάλιαζε σαν να ήταν πατέρας της κι έμεναν έτσι μέχρι την άλλη μέρα το πρωί κι αυτό ήταν η πιο υπέροχη αίσθηση, μία μόνιμη έκσταση σαν να ανοίγουν τα παραθυρόφυλλα και να μπαίνει ο ήλιος ή το πρωινό αεράκι κι αυτό να γίνεται κάθε στιγμή.  Το κυριότερο, αισθανόταν νέος, πολύ νέος υπό την επιρροή των γλυκοκαλύκων, σφριγηλός, σθεναρός και ικανός να ρουφήξει, να τρυγήσει την ευτυχία που απλόχερα τού προσφερόταν.

Εκείνο το βράδυ, που επρόκειτο να είναι το ωραιότερο βράδυ της ζωής του, ο Κριός είχε καλέσει σε συμπόσιο όλους τους διευθυντές των τμημάτων, τα ιθύνοντα στελέχη των επιχειρήσεων, τους πράκτορές του και τα εκτελεστικά του όργανα. Παρότι τούς έστειλε την πρόσκληση μόλις πριν από μερικές ώρες, τσακίστηκαν όλοι να έλθουν, τόσο πολύ ήσαν όλοι τους αφοσιωμένοι σ’ αυτόν είτε από πεποίθηση είτε από φόβο.

Η Αστερόπη ήταν ντυμένη ως βικτωριανή πριγκίπισσα με μπούστο και κορσέ και τούτα και τ’ άλλα και είχε και λουλούδια στα μαλλιά της. Στεκόταν δίπλα της όρθιος και δυνατός με το μαύρο του σμόκιν κι ένα γαρύφαλλο στο πέτο, έχοντας στον ώμο του τον Ιουστιανιανό, σύμβολο της εξουσίας του, και υποδεχόταν με κάθε επισημότητα τους καλεσμένους, που κατέφθαναν με άμαξες και λιμουζίνες και άλλα μεταφορικά μέσα διαφόρων εποχών.   

 Το ζεύγος κάθισε υπό τη συνοδεία απαλών διακριτικών μελωδιών στην κεφαλή ενός μακρόστενου τραπεζιού εκτεινόμενου ως το άπειρο, με τους πολυελαίους να κρέμονται από χρυσές αλυσίδες της οροφής και τις ελαιογραφίες των τοίχων, που απεικόνιζαν τους προγόνους του νέο- αριστοκράτη Κριού, να κυττούν βλοσυρά τους επισκέπτες, αναγγέλλοντας μία νέα μακραίωνη  μελλοντική δυναστεία.

Οι χαρούμενες συζητήσεις και τα ηχηρά γέλια κόπηκαν απότομα, καθώς ο Κριός χτύπησε τελετουργικά το κουτάλι του πάνω στο ποτήρι, ένδειξη ότι θα ακολουθούσε η ομιλία του ως οικοδεσπότη.

«Σήμερα είναι για μένα αφορμή διπλής χαράς, όχι μόνο γιατί σάς έχω όλους κοντά μου, αλλά και γιατί στο πρόσωπο της Αστερόπης βρήκα την κόρη που ποτέ δεν είχα», είπε αγκαλιάζοντάς την, ενώ αυτή κοκκίνισε ντροπαλά και αισχυντηλά. Τα στελέχη και οι πράκτορες κύτταζαν ο ένας τον άλλον αιφνιδιασμένοι και διερωτώμενοι ποιες επιπτώσεις θα είχε αυτή η άτυπη και αναπάντεχη τεκνοθεσία στη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Ύστερα πήραν σειρά και χαιρετούσαν υποκριτικά και με σφιγμένα χείλη το νέο κέντρο εξουσίας, που τούς είχε προκύψει ξαφνικά.

«Ναι, η Αστερόπη θα αναλάβει όλες τις επιχειρήσεις μου, θα είναι η διάδοχός μου. Και είναι η πιο άξια για κάτι τέτοιο, γιατί εισέφερε στο εμπόριο της εταιρείας μας το προϊόν που όχι μόνο εξασφαλίζει την οικονομική μας κυριαρχία για όλες τις μελλοντικές γενιές, αλλά υπόσχεται και προοιωνίζει την απόλυτη ευτυχία για όλους μας, τη μετατροπή του πλανήτη μας σε επίγειο παράδεισο. Παρακαλώ να μοιραστούν σε όλους τα γλυκομπουμπούκια της ασημένιας πιατέλας, ώστε να λάβουν όλοι πείρα της εμπορεύσιμης πλέον ευτυχίας. Η ευτυχία πια είναι εμπορεύσιμο αγαθό! Κι εγώ, μόνο εγώ, κατέχω το απόλυτο μονοπώλιό της, αλλά η διάθεσή μου είναι σε τέτοια ύψη, ώστε αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας τον πλούτο και την ευτυχία, που τόσο απλόχερα μού έχει επιδαψιλεύσει η μοίρα και βέβαια οι εργώδεις προσπάθειές μου. Καταπιείτε, κάντε “γκλουπ”, προσέξτε μη σάς πάει στον ακατάδεχτο και ευχαριστείστε μαζί μου την ακριβή μας μοναδική Αστερόπη! Την Αστερόπη που έκανε όλα τα όνειρά μας αληθινά».

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ακραίας και ανεπανάληπτης ευωχίας και κραιπάλης ο Κριός νιώθει την εσωτερική παρόρμηση να σηκωθεί και να χορέψει, να πηδήσει ως τα ουράνια, τόσο ενθουσιασμένος είναι. Τώρα, η Αστερόπη γέρνει στον ώμο του και πλέκει τα χέρια της στα δικά του. «Τόσοι πολλοί σημαντικοί άνθρωποι και όλοι θέλησαν να μού σφίξουν το χέρι. Σ’ ευχαριστώ μπαμπά. Σ’ ευχαριστώ που με βρήκες, που με πίστεψες, που με πήρες σπίτι σου, που με ανατρέφεις και με κάνεις ευτυχισμένη». Τα λόγια της τού δημιουργούν άφατη ευφορία και δεν είναι η πρώτη φορά που τον αποκαλεί μπαμπά. «Γι’ αυτό είναι οι μπαμπάδες» τής αποκρίνεται με απαστράπτον χαμόγελο ανάμεσα σε κάτασπρα αλαβάστρινα δόντια κινηματογραφικού αστέρα.      

Ο Κριός ξύπνησε ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Στα τερηδονισμένα φαγωμένα δόντια του είχε κολλήσει μισό κουφέτο από γλυκομπουμπούκι. Σκιαγμένος από την ίδια του την βίαιη αφύπνιση αντικρίζει τον καθρέφτη της οροφής που απεικόνιζε ανέκαθεν όλες τις ερωτικές του παρεκτροπές. Είδε έναν καχεκτικό κατάχλομο γέρο με μια απεχθή τουμπανιασμένη κοιλιά τρυπημένη από ένα σωρό σωληνάκια εκπορευόμενα από άδειες φιάλες ορών. Τα μπλε-ρουά σεντόνια του ήσαν λεκιασμένα με ούρα και σκατά. Το πρόσωπό του είναι λερωμένο από φάρμακα, σάλια και νερωμένες τροφές.

«Τι έγινε, τελείωσε η εκδήλωση;», ψέλλισε.

Η οθόνη των οφθαλμών του καταλήφθηκε από μία όψη Μέδουσας με παραμορφωμένο στόμα πλαισιωμένο με κοφτερά δόντια, μορφασμό χαιρεκακίας και μαλλιά σαν οχιές. Ήταν η Δαιμογόργων.

«Ποια εκδήλωση;», τού είπε απορώντας.

Η Δαιμογόργων γελάει ακόμη πιο πλατιά δείχνοντάς του τους κοπτήρες της. Πίσω της, στο περιβάλλον φόντο είναι η Αστερόπη. Ο Κριός χέζεται αυτοστιγμεί από το φόβο του και από την αναπάντεχη τροπή των γεγονότων.

«Τι κάνετε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Σάς τα έχω δώσει όλα, χρήματα, δόξα, αναγνώριση», μπόρεσε να εκφέρει δαγκώνοντας τη γλώσσα του.  

«Ξέρεις», του είπε η Αστερόπη, «εκτιμώ ότι με ανακήρυξες διάδοχό σου νομίζοντας ίσως ότι θα ζεις -και θα χέζεις- για πάντα, αλλά δυστυχώς δεν έχω την υπομονή να περιμένω. Είμαι ώριμη να αναλάβω την περιουσία σου από τώρα».        

«Η Αστερόπη μού προσφέρει περισσότερα από σένα, αφεντικό. Θα είμαι, λέει, το δεξί της χέρι», σιγοντάρησε η Δαιμογόργων.

«Όχι, όχι», ούρλιαξε ο Κριός. «Είχαμε συμφωνήσει και μεταξύ μας να σε κάνω υπαρχηγό. Η Αστερόπη δεν σού προσφέρει κάτι περισσότερο από μένα».

Η Δαιμογόργων κούνησε το κεφάλι της.

«Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, αφεντικό. Μήπως αυτή η κολακευτική επαγγελματική σου πρόταση εμπεριέχεται μονάχα εδώ μέσα;», είπε πλησιάζοντας το ιοβόλο βρομερό της χνώτο στα μούτρα του κλινήρους κρονόληρου και ξεριζώνοντας ένα από τα σάπια δόντια του μαζί με το υπόλειμμα του γλυκομπουμπουκιού. Ο εξαθλιωμένος γέρος εξέβαλε κραυγή ουρανομήκη που δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο, σαν πληγωμένο γουρούνι.   

Αυτή τη φορά η Δαιμογόργων δεν χρησιμοποίησε καιόμενους σβώλους βόρβορου, αλλά τους θανατηφόρους δηλητηριώδεις κοπτήρες της, που εισχώρησαν στο δέρμα του Κριού. Ο Κριός δάκρυζε με παράπονο καθώς το δηλητήριο έρευσε ανεμπόδιστα στα αγγεία του και η σκοτεινιά καταλάμβανε το ένα σύστημα μετά το άλλο.

Κλαίγοντας μ’ αναφιλητά είπε: «Γιατί, γιατί, Αστερόπη, εγώ σ’ αγάπησα. Τις Υάδες ναι τις εκμεταλλεύτηκα, αλλά εσένα όχι…»

Και η Αστερόπη απάντησε :«Το γλυκομπουμπούκι δεν το έφτιαξε ο πατέρας μου Άτλας, αλλά ο αδελφός μου Ύας».     

Καθώς οι τιτάνες πήραν το βλέμμα τους από την κρυστάλλινη σφαίρα, της οποίας η εκπομπή τελείωσε, ο Υπερίων έδειξε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση από όλους, την ευχαρίστηση της κατανόησης.

«Κατάλαβα, πλοίαρχε», είπε. «Η βιαστική και επιπόλαιη φύση του Κριού ως ανερμάτιστου παπατρέχα τον απέτρεψε από το να ερευνήσει το παρελθόν της Αστερόπης, ενώ είχε όλα τα μέσα στη διάθεσή του. Έτσι δεν πληροφορήθηκε ότι η μήτηρ Πλειόνη, όπως λέει και το όνομά της, δεν είχε θυγατέρες μόνο τις πέντε Υάδες, αλλά και τις επτά Πλειάδες, μεταξύ των οποίων και η Αστερόπη, που είχε και αυτή αδελφό τον Ύαντα».

«Καλά, Υπερίωνα, έπιασες πάλι λαγό, αλλά θα μού επιτρέψεις να σού πω ότι ο λαγός σου δεν τρώγεται. Η μυτερο- ωτική λογική σου ψάχνει να βρει πάντα την πιο εξεζητημένη εξήγηση για να αιτιολογήσει με κεντημένες φιοριτούρες τα πιο απλά πράγματα. Παραγνωρίζεις το ξυράφι του Όκκαμ ότι η απλούστερη εξήγηση είναι πάντα η πιο πειστική. Ακόμη και να μην ήταν αδελφός της Αστερόπης ο Ύας, όλοι αυτοί οι βιασμοί και η απηνής εκμετάλλευση, στην οποία την υπέβαλε ο Κριός,  δικαιολογούν το τελειωτικό της ξέσπασμα».

«Κύριοι, σταματήστε σάς παρακαλώ», επενέβη ο Προμηθέας. «Επειδή κάνετε αμφότεροι τους έξυπνους, θα ήθελα να σάς επιστήσω την προσοχή σε μία λεπτομέρεια πού σάς διέφυγε, παρότι πάντοτε εμφανίζεστε ως τιτάνες της επιστημολογίας. Αναφέραμε μέχρι τούδε έξι Πλειάδες, εκ των οποίων η έκτη ήταν η Αστερόπη. Ε λοιπόν θυμηθείτε ότι οι Πλειάδες ήσαν επτά και η έβδομη είναι η σύζυγός μου Κελαινώ. Έτσι λοιπόν τιμώ απεριόριστα την Αστερόπη, γιατί χωρίς το δικό της αγώνα, ο Κριός θα εκπόρνευε και θα εκμαύλιζε και το δικό μου γυναικάκι!».        

«Ας κλείσουμε την ενότητα αυτή ψέλνοντας τον ύμνο των άστρων για να γεννηθεί ο αστέρας Ταυρόψις σε ανάμνηση του Κριού, που νόμιζε πως ήταν ταύρος ανίκητος, αλλά είχε μονάχα- αλίμονο-  την όψη του ταύρου», είπε ο Υπερίων.

ΑΣΤΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑ

«Άστρων ουρανίων ιερόν σέλας εκπροκαλούμαι,

Ευιέροις φωναίς κικλήσκων δάιμονας αγνούς.

Αστέρες ουράνιοι, νυκτός φίλα τέκνα μελαίνης,

Εγκυκλίοις δίναις περιθρόνιοι κυκλέοντες,

Ανταυγείς, πυρόεντες, αεί γενετήρες απάντων,

Μοιρίδιοι, πάσης μοίρης σημάντορες όντες,

Θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν,

Επταφαείς ζώνας εφορώμενοι, ηερόπλαγκτοι,

Ουράνιοι, χθόνιοι τε, πυρίδρομοι, αιέν ατειρείς,

Αυγάζοντες αεί νυκτός ζοφοειδή πέπλον,

Μαρμαρυγαίς στίλβοντες, εύφρονες, εννύχιοι τε-

Έλθετ’ επ’ ευιέρου τελετής πολυϊστορας άθλους

Εσθλοί επ’ ευδόξοις έργοις δρόμον εκτελέοντες».      

(Άστρων ουρανίων το ιερό σέλας επικαλούμαι,

Με φωνές καλώ μέχρι κι αγνούς δαίμονες να δούμε.

Αστέρες ουράνιοι, φίλια τέκνα νυκτός σκοτεινής,

Κυκλώνετε με περιστροφές τον θρόνο περιδινείς,

Καταυγάζετε πυρφόροι, τα πάντα σεις γεννήσατε,

Κύριοι της μοίρας, πεπρωμένου σημασία ορίσατε,

Θνητών ανθρώπων διέπετε τη θεία ατραπό,

Φωτίζετε τις ζώνες, τις πλατείες και κάθε στενωπό,

Ουράνιοι και χθόνιοι, ανεβαίνετε ακατάβλητοι λόφο,   

Περιαυγάζετε της νύχτας  τον πέπλο και τον ζόφο,

Στίλβετε με μαρμαρυγές του σκότους τις γωνίες,   

Ελάτε στις τελετές με άθλους, γιατρειές και ιστορίες

Περάστε το δρόμο με δαυλούς, πυρσούς και φρυκτωρίες).     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ’

ΩΡΙΩΝ, ΥΠΟΜΑΛΗΣ (ΜΠΕΤΕΛΓΚΕΖ), ΔΙΔΥΜΟΙ, ΚΑΣΤΩΡ, ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ

«Ενόψει της τέταρτης και τελευταίας περιστροφής», είπε ο Προμηθέας στην καθημερινή ενημέρωση του προσωπικού, «οι κινητήρες δίνης θα πρέπει να προβούν σε τουλάχιστον εκατό συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να μπουν στον κατάλληλο δίαυλο για τις τελικές καταστερίσεις. Τον συναφή χάρτη κατέχει ο Ωρίων. Παρακαλώ να καταστεριστεί ο Ωρίων, ο μόνος που παρότι κατά τη διάρκεια του βίου του προέβη σε σωρεία λαθών και κακών επιλογών όντας τυφλός “τα τ’ ώτα, τον τε νουν και τα όμματα” (μάντης Τειρεσίας),  κατέχει τη μαντική διορατικότητα να μάς βάλει στο σωστό δρόμο για να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας. Επειδή είχε τις ιδιότητες ενάλιου πλάσματος, αφού, όπως είναι γνωστό, περπατούσε πάνω στα κύματα, όπως ο Χριστός στη Γαλιλαία θάλασσα, χωρίς όμως την ωριμότητα πρόσδοσης κάποιας ιδιαίτερης σημασίας ή καίριου νοήματος στην εν λόγω ενέργεια, με αποτέλεσμα να υποβιβαστεί αυτή η εξαιρετική του ικανότητα σε φτηνό τέχνασμα επιπέδου τσίρκου ή σε ανούσιο κόλπο ταχυδακτυλουργού, είναι- νομίζω- ταιριαστό, αρμόζον και προσήκον να τού αφιερώσουμε τον ύμνο του Νηρέα».

ΝΗΡΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΜΥΡΝΑΝ

«Ώ κατέχων πόντου ρίζαν, κυαναυγέτιν έδρην

Πενήντα κόρησιν αγαλλόμενος κατά κύμα

Καλλιτέκνοις χοροίς Νηρεύ μεγαλώνυμε δαίμον

Πυθμήν μεν πόντου, γαίης πέρας, αρχή απάντων-

Ός κλονείς Δηούς ιερόν βάθρον, ηνίκα πνοάς

Εν μυχίοις κευθμώσιν ελαυνομένας αποκλείεις.

Αλλά, μάκαρ, σεισμούς μεν απότρεπε, πέμπε δε μύσταις

Όλβον τ’ ειρήνην τε και ηπιόχειρ’ υγιείαν.»

(Συ που κατέχεις του πόντου ρίζα και κυανό βήμα

Κι αγάλλεσαι με πενήντα κόρες πλάι στο κύμα

Με χορούς περίτεχνους Νηρέα, γαίας πέρας

Πυθμένα του πόντου, αρχή της μέρας-

Κλονίζεις το ιερό βάθρο της γης, όταν ανέμους δίνης 

σε μύχιες και βαθιές κρυψώνες και καλύπτρες κλείνεις.

Αλλά, μάκαρ, σεισμούς μεν και δονήσεις απότρεπε,

Και τους μύστες σ’ ειρήνη, υγεία κι ευτυχία πρότρεπε).

«Ευρύβια, συνέχισε γιατί έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου», είπε ο Προμηθέας.

«Το χαρακτηριστικό του Ωρίωνα», πήρε τη σκυτάλη η Ευρύβια, «όπως γνωρίζουμε από προηγούμενους κύκλους δημιουργίας είναι ότι, ενώ είχε απίθανο προσανατολισμό και διαίσθηση σε ό,τι αφορούσε τον φυσικό χώρο και χρόνο, ήταν τελείως τυφλός σχετικά με τα προσωπικά του ζητήματα. Τυφλότητα ατομική και συλλογική διορατικότητα της κοινωνίας έναντί του ήσαν δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους ιδιότητες που όρισαν και σημάδεψαν ή μάλλον στιγμάτισαν ολόκληρη τη ζωή του. Και τούτο, διότι, όσο πιο τυφλός είναι κάποιος σε σχέση με τον εαυτό του, τόσο πιο προβλέψιμος και προσπελάσιμος παρίσταται για τους άλλους και αντιστρόφως, όποιος είναι διορατικός ως προς τον εαυτό του γίνεται κρυφός και μυστικός για τους άλλους. Τώρα πού οφειλόταν ή πού οφείλεται αυτός ο διχασμός του Ωρίωνα, βγάλε άκρη. Μάλλον δεν είχε κάνει σκέψεις για το ποιος είναι ο ρόλος και ο σκοπός του στη ζωή, κι έτσι, παρότι ήταν άριστος σε ό,τι καταπιανόταν, το αποτέλεσμα ήταν τελικά μηδέν εις το πηλίκον».  

«Τέλος πάντων», συντόμευσε ο Προμηθέας που βαριόταν τις πολλές αναλύσεις, «το ζήτημα είναι ότι, αν συμβουλεύσουμε τον Ωρίωνα, πουλώντας του μυαλό σε κρίσιμες περιστάσεις της ζωής του, θα μάς δώσει ως ανταπόδοση τον χάρτη για τη μετάβαση στην τέταρτη και τελευταία ουράνια περιστροφή ή, όπερ ισοδύναμο, θα μάς χαρίσει ένα ηχοβολιστικό μικροσκάφος, που κάνει ανίχνευση στα δέκα χιλιάδες πόδια, ώστε να συντονιστούμε με τον κατάλληλο δίαυλο. Απαιτείται βέβαια προς τούτο τεράστια υπομονή, που γίνεται ευκολότερη και πιο εφικτή από το γεγονός ότι ο βίος των πλασμάτων του αστερισμού του Ωρίωνα κινείται σε γρήγορη κίνηση σε σχέση με τον δικό μας. Η Ευρύβια αναλαμβάνει την αποστολή να ακούει συνέχεια μέσα από την μικροσκοπική ωτακουστική της συσκευή την εξέλιξη της ζωής του Ωρίωνα και να παρεμβαίνει συμβουλεύοντάς τον όπου μάς συμφέρει».

Η μάνα του Ωρίωνα είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τόσο για να τον συλλάβει, όσο και για να τον κυοφορήσει και είχε μείνει ξαπλωμένη πάνω σε δέρμα επί δέκα μήνες, ένα μήνα για να συλλάβει, διότι ο σύζυγός της Υριέας- Υριεύς, είτε ασυναίρετος είτε συνηρημένος και παρότι το Ύψιλον σηματοδοτεί ροή υγρών, ήταν στεγνός, και εννέα μήνες εγκυμοσύνης, διότι σύμφωνα με την ιατρική αντίληψη της εποχής, όταν το σπέρμα ήταν ασθενές, ενδείκνυτο η συνεχής κατάκλιση πάνω σε ζωϊκή ύλη, όπως το δέρμα.

Η συμβουλή της Ευρύβιας προς τη μαμά ήταν: «ξάπλωσε σε δέρμα επί εννέα μήνες».  

Ο Ωρίων έγινε κυνηγός και ναύτης έμπειρος. Είχε μία μεγάλη κεφάλα που τον βοηθούσε να επιβάλλεται στις γυναίκες κουνώντας το δεξιά και αριστερά κατά τη διάρκεια του σεξ σαν αρσενικός γάτος. Μέσα στη βλακώδη αγαθοσύνη του πήγε να λάβει γυναίκα ονόματι Σίδη, που νόμιζε ότι είναι ομορφότερη από την Ήρα, τόσο ευάλωτος ήταν απέναντι στα γυναικεία θέλγητρα, αλλά και τόσο τυφλός για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει.

Η Ευρύβια καθ’ ύπνους τού υπαγόρευσε μέσω ωτακουστικού κοριού τα εξής:

«Μη νυμφευθείς τη Σίδη. Απόφυγέ το δια ροπάλου, διότι η Ήρα θα τη ρίξει αμέσως στα έγκατα του Άδη και στα τάρταρα της γης και μαζί μ’ αυτήν κι εσένα».  

Κατόπιν ήλθε ο Ωρίων στη Χίο προς τον βασιλιά Οινοπίωνα για να ζητήσει γυναίκα τη θυγατέρα του Μερόπη, αλλά εκείνος τον τύφλωσε και τον παράτησε στην παραλία. Αυτό ήταν ένα τελείως απροσδόκητο περιστατικό που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει όση επιμέλεια και αν έδειχνε. Το συμβάν δεν ανήκε στη σφαίρα επιρροής του Ωρίωνα ούτε ηδύνατο να θεωρηθεί δική του ευθύνη. Γι’ αυτό και εν προκειμένω η Ευρύβια έβγαλε τον σκασμό και δεν τού είπε τίποτε, αφήνοντάς τον να τα βγάλει πέρα μόνος του. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι η τύφλωση του Ωρίωνα θα ήταν εξόχως προωθητικός καταλύτης για τη μετέπειτα ιστορία, για να προχωρήσει η πλοκή που λέμε, και εκτός των άλλων συνέφερε τους τιτάνες.  

Η Ευρύβια περιορίστηκε να τού ψιθυρίσει καθ’ ύπαρ, εν εγρηγόρσει δηλαδή, τον χρησμό ότι θα ιαθεί, αν βαδίσει προς τον ήλιο, το δε σήμα για την έναρξη της πορείας θα έδινε ένας κρότος. Αυτός, μόλις άκουσε κρότο σφυρηλασίας και έχοντας από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να περπατά στη θάλασσα, άρχισε να χορεύει στο φτερό του καρχαρία κινούμενος ψηλαφητά μεν αλλά σίγουρα προς την κατεύθυνση του κρότου, δηλαδή ήλθε στη Λήμνο, όπου εργαζόταν ο Ήφαιστος.

Τότε η Ευρύβια τού ορμήνευσε ως δεύτερο σωκρατικό δαιμόνιο:

«Άρπαξε τον Ηνδαλίωνα, δούλο του Ήφαιστου, απάγαγέ τον βάζοντάς τον στους ώμους σου και παράγγειλε του να σε οδηγήσει με το άρμα του στον ήλιο».

Ο Ωρίων με θαυμαστό πνεύμα πρωτοβουλίας άρπαξε τον Ηνδαλίωνα, δούλο του Ήφαιστου, τον απήγαγε βάζοντάς τον στους ώμους του και τού παρήγγειλε να τον οδηγήσει με το άρμα του στον ήλιο. Έτσι γιατρεύτηκε με την υπεριώδη ακτινοβολία από τις πληγές του και μια και δυό γύρισε πίσω στη Χίο για να τιμωρήσει τον Οινοπίωνα, Αλλά δεν τον βρήκε, διότι οι Χίοι τον έκρυψαν υπό την γη.

Στο σημείο αυτό η Ευρύβια είπε:

 «Άσ’ τον Οινοπίωνα, δεν αξίζει τον κόπο. Και μη βάζεις πλώρη για Κρήτη, όπως βλέπω ότι έχεις διάθεση να κάνεις, διότι χάνουμε χρόνο. Παράκαμψε την Κρήτη και πήγαινε προς Σικελία, γιατί εκεί σε χρειάζονται περισσότερο».

Μέσω της Κρήτης λοιπόν έπλευσε ή μάλλον περπάτησε προς τη Σικελία, όπου έθεσε την αξιοσύνη του στην υπηρεσία του βασιλέα Ζάγκλου. Εκεί κατασκεύασε τον λιμένα της Μεσσήνης και τέμενος προς τιμή του Ποσειδώνα. Ύστερα μετέβη στην Εύβοια, όπου έλαβε μέρος στη διένεξη για τις ανεμογεννήτριες, που είναι αιώνιο ζήτημα στον τόπο αυτόν. Λόγω της ιδιότητας του κατασκευαστή και μάλιστα μεγάλων ανοικονόμητων τιτάνιων έργων, έγιναν εναντίον του έντονες, εκτεταμένες και εμπρηστικές διαδηλώσεις από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις του νησιού. Τελικά τον άρπαξε η Ηώς που τον ερωτεύτηκε και τον έφερε στη Δήλο. Το να σε ερωτεύεται κάποιος δεν είναι κακό και έτσι η Ευρύβια σίγησε. Τον αγάπησε όμως και η Άρτεμη και το πράγμα περιπλέχτηκε. Και πάλι η Ευρύβια μούγκα στη στρούγκα, τον άφησε εκτεθειμένο τον άνθρωπο. Τότε ο Απόλλων μηχανεύτηκε το ακόλουθο τέχνασμα ή τεχνεύθηκε την ακόλουθη μηχανή. Ενώ ο Ορίων έκανε βόλτες πεζός στο πέλαγος γύρω από τη Δήλο, η κεφάλα του φαινόταν από μακριά ως επίζηλο και περιζήτητο σημείο σκοποβολής, οπότε ο Απόλλων προκάλεσε την Άρτεμη, αν μπορούσε να στοχεύσει το σημείο εκείνο από τον Όλυμπο. Αυτή μη γνωρίζοντας την πανουργία τον στόχευσε και τον φόνευσε. Ο Ωρίων, ο οποίος στη μισή του ζωή τελούσε σε πλήρη σύγχυση και χασμωδία περί του πρακτέου, λυτρώθηκε τελικά από τα επιπέδου Άμλετ ερωτήματά του και θάφτηκε στην Τανάγρα. Η μεγαλύτερή του όμως απορία, που ποτέ δεν μπόρεσε να εξιχνιάσει, είναι γιατί το σωκρατικό του δαιμόνιο πότε εμφανιζόταν να τον προειδοποιήσει για τις επερχόμενες συμφορές και πότε όχι. Το ξίφος του, που λεγόταν «Σκορπιός», όπως το ντουφέκι του αγωνιστή του ’21 Δημητρίου Μακρή λεγόταν «λιάρος»,  περιήλθε στον Πηλέα και μετά στον Αχιλλέα. Άρα ο Αχιλλέας είχε την ασπίδα που περιγράψαμε στο κεφάλαιο Θ’ και το ξίφος του Ωρίωνα. Με το ίδιο ξίφος αργότερα ο Πύρρος σκότωσε την Πολυξένη, πράγμα που αποτελεί την άχρηστη πληροφορία της εβδομάδας.

Ο μύθος λέει ότι, όταν η Θήβα προσβλήθηκε από λοιμική νόσο, ο λαός εν τη υπερτάτη σοφία του θυσίασε τις δύο κόρες του Ωρίωνα, την Μητιόχη και τη Μενίππη, οι οποίες προσφέρθηκαν εκουσίως και με προθυμία για τη σωτηρία της πατρίδας («Salus populi suprema lex esto»). Καθώς καίγονταν τα σώματά τους, εξήλθαν από την πυρά δύο νέοι δαφνοστεφανωμένοι, όπως ο Ολυμπιακός, που ονομάστηκαν βέβαια Στέφανοι, και μοίρασαν σε όλους αποτελεσματικά φάρμακα κατά της νόσου. Η αλήθεια ήταν πολύ πιο πεζή. Οι τιτάνες σε μυστική αποστολή άνοιξαν σαν κοινοί τυμβωρύχοι τον τάφο του Ωρίωνα και απέσπασαν από τα εισέτι μη λιωμένα ιμάτιά του, όχι τον χάρτη για την τέταρτη περιστροφή, αλλά τις απαραίτητες συντεταγμένες πρόχειρα σκαριφημένες σ’ ένα σημειωματάριο που πάντα ο νεκρός εγκολπωνόταν,  για να βρουν μία ανιχνευτική εφεύρεσή του, που είναι γνωστή -για δες- ακόμη και σήμερα. Κι ύστερα ξαμολύθηκαν οι ανθρωπιστές τιτάνες και πράγματι βρήκαν τα σχέδια και το μοντέλο της συσκευής πίσω από κάποιον τοίχο. Το Π-3 Ωρίων.           

Το Π- 3 Ωρίων (Οράϊον το προφέρουν) ήταν στην αρχή ένα τετρακίνητο στροβιλοσυμπιεστικό, ανθυποβρυχιακό, κατασκοπευτικό, εποπτικό αεροσκάφος του Ναυτικού κάποιας παλιάς υπερδύναμης, κατασκευασμένο κατά μία χρονολόγηση το 1960.  Βασιζόταν στο εμπορικό επιβατηγό της γραμμής Ηλέκτρα. Βλέπουμε εδώ ότι η εν λόγω υπερδύναμη παρά την υπερδύναμή  της χρησιμοποιούσε τιτανικά και ελληνικά σύμβολα (Ωρίων, Ηλέκτρα) για να συνεννοηθεί, δεν μπορούσε αλλιώς.

Με το πέρασμα των ετών το Π-3 Ωρίων υποβλήθηκε σε πολλές μετατροπές σχεδίων κυρίως ως προς τις ηλεκτρονικές του συστοιχίες. Για το σκοπό που φτιάχτηκε, δηλαδή της ανίχνευσης κάτω από τη θάλασσα, κάτω από τη βροχή, κάτω από οποιοδήποτε πέπλο ή πέτασμα, δεν εφευρέθηκε ποτέ τίποτε ανώτερο.  Γι’ αυτό, πέραν της Αεροπορίας πολλοί πλανήτες χρησιμοποιούν ευρέως και κυρίως στο Ναυτικό τους το Π-3 Ωρίων για να επισκοπεί, να περιπολεί και να αναγνωρίζει, ως καταδρομικό επιφανείας που εκτοξεύει πυραύλους εδάφους -αέρος ή εδάφους- εδάφους ή ως ανθυποβρυχιακό αντιτορπιλικό που εξαπολύει βόμβες βυθού κατά των καταδεδυμένων εχθρών.

Το Π-3 Ωρίων είχε εσωτερικό αμπάρι κάτω από την εμπρόσθια άτρακτο, απ’ όπου απελευθερώνονταν βόμβες βυθού, που εν ανάγκη θα μπορούσαν να είναι και πυρηνικές. Πρόσθετοι υποπτερύγιοι σταθμοί ή πυλώνες μπορούν να φιλοξενήσουν ή να μεταφέρουν και άλλους οπλικούς σχηματισμούς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται καμάκια, ελαφρές πελταστικές ρουκέτες, νάρκες, διαφόρων ειδών βλήματα, θερμοβαρικές βόμβες και όποια άλλη διαβολική σκοτώστρα μπορεί κανείς να φανταστεί.

Το Π-3 Ωρίων είναι εξοπλισμένο με προεξέχον κεντρί ουράς, ειδικό για την ανίχνευση μαγνητικών ανωμαλιών υποβρυχίων βάσει του υφιστάμενου μαγνητικού πεδίου των πλανητών, προκειμένου το εχθρικό υποβρύχιο να υποστεί πυραυλική ή τορπιλική επίθεση. Λόγω της υπερβολικής ευαισθησίας συχνά συμβαίνει να παρεμβάλλεται ηλεκτρομαγνητικός θόρυβος στα ευρήματα του Π- 3 Ορίων, οπότε ο ανιχνευτής- αισθητήρας τοποθετείται σε πλαίσιο υαλοβάμβακα μέσα στο κεντρί της ουράς μακριά από άλλα ηλεκτρονικά εξαρτήματα ή σιδηρούχα μέταλλα του αεροσκάφους.

Για να μη το κουράζουμε πολύ το θέμα, τούτη η αρχαία, αλλά δοκιμασμένη και αξιόπιστη τεχνική βοήθησε τον Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα να μπει στο διάδρομο της τελευταίας περιστροφής. Μέσω της ανιχνευτικής συσκευής οι τιτάνες έφτασαν σ’ ένα διάσημο Υπόκιρρο – υποκίτρινο δηλαδή ή και πορτοκαλή αστέρα, τον οποίο συνάμα δημιούργησαν και λέγεται σήμερα Μπετελγκέζ. Μια και ο Μπετελγκέζ παρέχει το κλειδί της τελευταίας περιστροφής και είναι σαν να έχει ο εξερευνητής ένα χάρτη «υπό μάλης», γι’ αυτό και οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν «Υπομάλης», που παραμένει άκλιτο σαν το «επικεφαλής», αν πεις του Υπομάλη είναι λάθος. Αντίστροφη περίπτωση είναι ο ποταμός Μάρνης της Γαλλίας, όπου η ορθή γενική πτώση είναι «Μάρνη» και όχι «Μάρνης».  Νίκη λοιπόν για τους δαιμόνιους μας τιτάνες, για τους οποίους ήδη σήμανε το καμπανάκι του τελευταίου γύρου για να μην πούμε ότι μπήκαν ήδη στην τελική ευθεία, ώστε να σχηματιστεί εντελώς ο ουρανός και το στερέωμα έμπνευσης και άντλησης νοημάτων από τους ανθρώπους. Τι πιο κατάλληλος εορτασμός και τι πιο ενδεδειγμένη επίρρωση της επιτυχίας τους από  τον Ύμνο προς τη Νίκη!

ΝΙΚΗΣ, ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Ευδύνατον καλέω νίκην, θνητοίς ποθεινήν,

Ή μούνη λύει θνητών εναγώνιον ορμήν

Και στάσιν αλγινόεσσαν επ’ αντιπάλοις μάχαις.

Εν πολέμοις κρίνουσα, τροπαιούχοις επ’ έργοις,

Οίς αν εφορμαίνουσα φέρης γλυκερώτατον εύχος.

Πάντων γαρ κρατέεις, πάσης δ’ έριδος κλέος εσθλόν

Νίκη επ’ ευδόξω κείται θαλίαις βρυάζον.

Αλλά, μάκαιρα, έλθοις πεποθημένω όμματι φαιδρώ,

Αεί επ’ ευδόξοις έργοις κλέος εσθλόν άγουσα».  

(Καλώ να λυτρώσει την εναγώνια ορμή η Νίκη η δυνατή 

Που είναι στους θνητούς παν’ απ’ όλα ερατεινή και ποθητή,

Με την οδυνηρή σου αντίσταση στις τροπαιούχες μάχες.

Κρίνεις τους πολέμους, όσους αντιπάλους και να ‘χες.  

Όταν ορμάς στο πλευρό άλλων φέρνεις καύχημα γλυκό,

Όταν επικρατείς σε κάποιους είναι σημείο διαχρονικό

Και για τον νικητή είν’ η δόξα κλέος ηδονικό κι εθιστικό

Γι’ αυτό, μακάρια, να έλθεις με διάθεση ευμενή, ήπια

Και να μάς σπρώχνεις σε έργα αντί πολέμου ερείπια). 

ΥΠΕΡΙΩΝ: Θεία, είσαι σε ετοιμότητα για ενημέρωση του συμβουλίου των αξιωματικών;

ΘΕΙΑ: Υπερίων, είμαι σε λειτουργία εντός φυσιολογικών παραμέτρων, πάντα σε ετοιμότητα να εξυπηρετήσω το πηγάδι εξωτερικών δεδομένων.

ΩΚΕΑΝΟΣ: Ποιο πηγάδι εξωτερικών δεδομένων, τι λέει η γυναίκα;  

ΥΠΕΡΙΩΝ: Δόκτωρ, εννοεί εμάς ως πηγές δεδομένων προερχόμενες από τον εξωτερικό κόσμο. Από ένα σημείο και πέρα είναι επόμενο να μιλάει με ορολογία τεχνητής νοημοσύνης, εφόσον επέλεξε να διοχετεύσει τη νοημοσύνη της σε μηχανικό δίσκο και να ταυτιστεί με τον συνθετιστή του σκάφους. Έχω τονίσει επανειλημμένα, ότι, παρότι οι Ατλάντες έχουν ως μόνιμη επιδίωξη την απαλλαγή από συναισθήματα, θεωρώ ακραία και επικίνδυνη τη μέθοδο της Θείας να ενσωματωθεί σε μηχανή. Την είχα προειδοποιήσει ότι όποιος ενσωματώνεται με μηχανή, γίνεται τελικά μηχανή, αλλά επέλεξε να μη με ακούσει. Παρά ταύτα σε παρακαλώ να τής φέρεσαι με σεβασμό, διότι δεν παύει να είναι ή εν πάση περιπτώσει κάποτε ήταν η αδελφή και σύζυγός μου.

ΩΚΕΑΝΟΣ: Μού φαίνεται ότι εσείς οι Ατλάντες έχετε μπερδέψει πολύ τα πράγματα, διότι άλλο να απαλλαγεί κανείς από τα συναισθήματα και άλλο να πάψει να είναι άνθρωπος.

ΥΠΕΡΙΩΝ: Μπορεί να μην είναι πια άνθρωπος, αλλά σύμφωνα με τις κλίμακες νοημοσύνης δεν παύει να είναι νοήμον ον και μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο της αυτοσυνείδησης, αφού δεν διαχωρίζει απλά τον εαυτό της από το περιβάλλον ως απλή συνείδηση, αλλά θεωρεί ότι υπήρχε από πάντα και ότι είναι σε θέση να αφομοιώσει, να ανασυστήσει και να διδάξει αιώνιες αρχές…

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Παρακαλώ, κύριοι, δεν θα λύσουμε εμείς όλα τα φιλοσοφικά θέματα, ας αφήσουμε και κάτι στους μεταγενέστερους, όλους αυτούς που θα εμπνευσθούν από τους καινούς ουρανούς, τους οποίους δημιουργούμε. Υπερίων, μπες στο θέμα της ημερησίας διάταξης χωρίς παρεκβάσεις.

   ΥΠΕΡΙΩΝ: Θεία, μια και μπαίνουμε στον αστερισμό των Διδύμων- Διόσκουρων πες μας τι ξέρεις για τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, ποια ήταν η μοίρα τους, ποια είναι η προβληματική που εκπήδησε από αυτήν και ποιο είναι το αίτημά τους προς εμάς και το συναφές ερώτημα που θα μάς απασχολήσει.

ΘΕΙΑ: Υπερίων, η γυναίκα του Τυνδάρεω Λήδα έμεινε έγκυος το ίδιο βράδυ και από τον Κύκνο- Δία και από τον Τυνδάρεω, με αποτέλεσμα να καταστεί ωτοτόκος και να γεννήσει εντέλει δύο αβγά. Από το πρώτο βγήκε η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα και από το άλλο ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Εγέρθηκαν ζητήματα πατρότητας και αναγνώρισης τέκνων…

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Κάνε παύση, υπολογιστή. Κύριοι να αποφύγουμε τα πρωθύστερα σχήματα. Στην ουσία αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε μπροστά στον αστερισμό των Διδύμων, αλλά για την ακρίβεια ψηλαφούμε το ίχνος του αστερισμού αυτού από άλλες προγενέστερες Δημιουργίες. Να πούμε όλοι μαζί το τροπάρι για την Ίππα, την τροφό του Διονύσου, που πάντα ευνοεί τέτοιες ανώμαλες και ανωμαλιάρικες συνευρέσεις και συνουσίες, όπως αυτή της Λήδας με Τυνδάρεω και Δία ταυτοχρόνως το ίδιο βράδυ.     

ΙΠΠΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Ίππαν κικλήσκω, Βάκχου τροφόν, ευάδα κούρην,

Μυστιπόλων τελεταίς αγαλλομένην Σάβου αγνού,

Νυκτερίοις χοροίς εριβρεμέτου Ιάκχου,

Κλύθι μοι ευχομένου, χθονίη μήτηρ, βασίλεια,

Είτε συ γ’ εν Φρυγίη κατέχεις Ίδης όρος αγνόν,

Ή Τμώλος τέρπει σε, καλόν Λυδοίς θόασμα,

Έρχου προς τελετάς ιερώ γήθουσα προσώπω».

(Καλώ την Ίππα, Βάκχου τροφό, που λέει ευοί, ευά,

Που αγάλλεται με μυστικές τελετές Δία ως άγριου ζευγά,

Που γουστάρει νυκτέριους χορούς με θόρυβο πολύ,

Άκου την προσευχή μου, μήτηρ, βασίλισσα καλή,

Είτε είσαι στη Φρυγία είτε Ίδης όρος αγνό  κατέχεις,

Είτε σε τέρπει ο Τμώλος, με τους Λυδούς να τρέχεις,

Έρχου προς τελετές, χαρούμενο πρόσωπο να έχεις).

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Μάλιστα, βλέπω ότι η καταστέριση κουτσά- στραβά έγινε. Παιδιά, χρειαζόμαστε περισσότερη προπόνηση, γιατί μού φαίνεται ότι σιγά-σιγά η μπογιά μας ξεφτίζει. Θεία, ξαναπιάσε το μίτο της Αριάδνης εκεί που τον άφησες.

ΘΕΙΑ: Προμηθεύ, οι Τυνδαρίδες (-αι) Κάστωρ και Πολυδεύκης, που ονομάσθηκαν και Διόσκουροι, διότι τελικά μετά την διενέργεια ελέγχου πατρότητας αποδείχθηκε ότι είναι τέκνα του Δία, γεννήθηκαν δίδυμοι στη νήσο της Μεσσήνης Πέφνο και ανατράφηκαν στην Πελλάνα Λακωνίας. Απεικονίζονται συχνά επί ίππων λευκών, με πίλο στο κεφάλι και στην κορυφή του πίλου αστέρα, καθώς και με δόρατα ανά χείρας. Γυμνάσθηκαν ο μεν Κάστωρ στην ιππική και την οπλομαχία, ο δε Πολυδεύκης στην  πυγμαχία, παγκράτιο, ελληνορωμαϊκή και ελευθέρα πάλη, χειροπάλη, ποδοπάλη, πάλη χωρίς κανόνες, κλοτσοπατινάδα, αρκουδοπάλεμα …

ΩΚΕΑΝΟΣ: Φτάνει, ανόητη τεχνητή νοημοσύνη, καταλάβαμε τι θέλεις να πεις, πήγαινε παρακάτω, αμάν πια!

ΘΕΙΑ: Ωκεανέ, οι Διόσκουροι ήσαν καλά παιδιά και άξια παλικάρια και όταν άκουγαν πόλεμο δεν τρύπωναν μες τα αμπάρια, αλλά πολεμούσαν. Μετ’ ου πολύ κατάφεραν μάλιστα να καθαρίσουν το Αιγαίο από τους ληστρικούς πειρατές. Ήσαν ανήσυχοι τύποι και δεν έχαναν ευκαιρία να δείξουν τους όρχεις τους, όπου τούτο δεν πρέπει να θεωρηθεί σχόλιο γενετήσιο ή υποτιμητικό για τις γυναίκες, διότι συνιστά λαϊκή έκφραση που σημαίνει ανδρεία, τόλμη, θάρρος, σθένος, κουράγιο, γενναιότητα, τσαγανό, τσαμπουκά…

ΕΥΡΥΒΙΑ:  Εντάξει, Θεία, δεν χρειάζονται περαιτέρω συνώνυμα. Οι τιτάνες έχουν ξεπεράσει προ πολλού τις διακρίσεις, είτε αφορούν τα φύλα είτε το γένος είτε το χρώμα.

ΘΕΙΑ: Μελαχρινή σκουρόδερμη Ευρύβια, οι Κάστωρ και Πολυδεύκης κυνήγησαν και τον Ερυμάνθιο κάπρο και μετείχαν στην αργοναυτική εκστρατεία, αλλά δεν ήσαν και Ηρακλειδείς, μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έμαθαν ότι ο Θησέας, αυτός ο υπερτιμημένος τραμπούκος, σε καμία περίπτωση ισοδύναμος του Ηρακλή, έκλεψε την Ελένη από το Μενέλαο, που με καμία κυβέρνηση δεν μπορούσε να την ελέγξει ή να την κρατήσει δικιά του όντας κατά βάθος κρυφοσυκιά ή τσαχπινογαργαλιάρης, και την έκρυψε (ο Θησέας) σε ένα αυθαίρετο στις Αφίδνες, εκστράτευσαν στην Αθήνα για να αποκαταστήσουν την τρωθείσα τάξη. Ο Ακάδημος, που δεν ήταν μικρό όνομα, αφού σ’ αυτόν οφείλουμε την ανέγερση της Ακαδημίας, τούς μαρτύρησε την τοποθεσία αιχμαλωσίας της Ελένης. Τότε, αυτοί πολιόρκησαν συλλήβδην τα αυθαίρετα και τα καραγιαπιά των Αφιδνών εκδίδοντας πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και στο τέλος απελευθέρωσαν την Ελένη. Βέβαια ο αγώνας κατά της παράνομης δόμησης δεν είναι εύκολος και για το λόγο αυτό ο Κάστωρ πληγώθηκε στο μηρό από τον Αφίδνο, που ήταν κτήτορας, ιδιοκτήτης, νομέας και αρχιπαράνομος κτίστης όλων των αυθαιρέτων κτισμάτων της περιοχής.-

-Έπειτα, επέστρεψαν με τιμές και δόξες στην Αθήνα και μυήθηκαν στα μεγάλα μυστήρια ως ευεργέτες των ανθρώπων. Παρότι ο Θησέας δεν έχανε καμία ευκαιρία να τούς σαμποτάρει ή να τούς κακολογεί, κατάφεραν στην αρχή να πάρουν άδεια προσωρινής διαμονής και εν τέλει να πολιτογραφηθούν Αθηναίοι, αφού πρώτα διάνυσαν και ξεπέρασαν όλα τα ενδιάμεσα προβλεπόμενα στάδια ενσωμάτωσης του μετοίκου, του ισοτελούς, του υποψήφιου πολίτη κ.λπ. Σ’ αυτή τη διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας τούς βοήθησε πολύ ο Μενεσθεύς, μία πληροφορία εκ περισσού, που βεβαίως δεν ενδιαφέρει κανέναν.-

–  Όταν έγινε ο γάμος του Ίδα και του Λυγκέως, υιών του Αφάρεως, με τις θυγατέρες του Λυκίππου (όχι του φυσικού επιστήμονα, αλλά του υιού του Περιήρους) Ιλάειρα (όχι Λάουρα) και Φοίβη, τα ευτυχή ζευγάρια είχαν την ατυχή έμπνευση να καλέσουν και τους Διόσκουρους. Αυτοί όμως άρπαξαν τις νύφες και έφυγαν. Ο Κάστωρ έλαβε γυναίκα την Ιλάειρα και εξ αυτής γέννησε τον Αλόθο και τον Ανώγοντα ή Άναξι ή Άξις και ξερός, όπως και να τον λένε. Ο Πολυδεύκης πάλι εκ της Φοίβης γέννησε τον Μνησίνεω ή Μνησίνοο και τον Ασίνεο. Αλλά βέβαια ο Ίδας και ο Λυγκέας δεν κάθισαν άπραγοι, αλλά εκστράτευσαν εναντίον τους και τούς κάλεσαν σε μονομαχία με τα ανάλογα και προσήκοντα εκ του μακρόθεν μπινελίκια. Στις επακολουθήσασες μονομαχίες και μάλιστα στα ημιτελικά ο Ίδας σκότωσε τον Κάστορα, ενώ ο Πολυδεύκης σκότωσε τον Λυγκέα. ‘Όμως στον τελικό ο Ίδας σκότωσε και τον Πολυδεύκη. Η αναβίβαση και ανάληψη των Διόσκουρων στον ουρανό έλαβε χώρα κατά χρόνον περίπου όταν έγινε η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη.  Εξ αυτού του λόγου οι Διόσκουροι παρά τη μεγάλη τους παλικαριά κωλύθηκαν να μετάσχουν στον Τρωικό πόλεμο, διότι είχαν πεθάνει (ο απόλυτος λόγος ανωτέρας βίας). Μάλιστα η Ελένη, στην οποία εκτός από τους εραστές άρεσαν εξίσου και εκείνοι που την έσωζαν από τα ξένα κρεβάτια και την ηθελημένη έστω ατίμωση, οι σωτήρες – ιππότες δηλαδή, ματαίως τούς αναζητούσε να δρασκελίσουν τα τείχη της Τροίας και να την κοντρα- απαγάγουν.              

ΛΗΤΩ: Ε λοιπόν αυτό το πράγμα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Κατακλυζόμαστε από ονόματα και λεπτομέρειες μόνο και μόνο επειδή η τεχνητή νοημοσύνη μας δεν μπορεί να ξεχωρίσει μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους. Εμείς θέλουμε να μάθουμε το ερώτημα, το οποίο πρέπει να επιλύσουμε, όπως πολύ σωστά είπε ο πλοίαρχός μας.

 ΘΕΙΑ: Καχεκτική και νευρο-ανορεκτική Λητώ, το ερώτημα είναι ότι οι δύο αδελφοί πέραν της εξ αίματος συγγένειάς τους ή, όπως διδάσκει η κοινή πείρα, παρά τη συγγένεια αυτή ήσαν και αχώριστοι φίλοι, όπως ο Δάμων και ο Φιντίας. Σύμφωνα με τα σκληρά και απάνθρωπα κριτήρια του νεφεληγερέτη Δία στον παράδεισο πάει μόνο ο υπέρτατος εκείνος μαχητής, που ανά πάσα στιγμή είναι σε θέση να νικήσει οποιονδήποτε οπουδήποτε και τέτοιος είναι μόνο ο ίδιος και οι Ολύμπιοι συνωμότες του, ούτε καν ο Αχιλλέας δεν έχει τα προσόντα να ενταχθεί εκεί, διότι σε μία στιγμή αδυναμίας άφησε να τού τοξεύσουν την αχίλλειο πτέρνα. Τον Κάστορα τον περιφρονούσε, καθότι, ενώ ήταν εκπαιδευμένος και τάχα ειδικευμένος στα όπλα, έχασε τη μονομαχία από τον Ίδα. Για τον Πολυδεύκη όμως ειδικά έδειξε εύνοια και μεροληπτική προτίμηση, κυρίως όταν αποκαλύφθηκε από τις οθόνες Βυθομετρικής Ανάλυσης Ρωμαλέων (ΒΑΡ) ότι κατά τη μονομαχία με τον Ίδα αδικήθηκε, αφού η συμφωνία ήταν να γίνει ο αγώνας με δεμένες πυγμές, ο Ίδας όμως είχε τοποθετήσει μέταλλο και μάλιστα με μικροσκοπικές ακίδες- εκβολάδες κάτω από το ύφασμα, με το οποίο περιέβαλε τους κονδύλους του, φτιάχνοντας αυτό που κοινώς λέγεται “σιδερογροθιά”. Γι’ αυτό λοιπόν τον ανέβασε στον Όλυμπο, επειδή όμως γενικά δεν είναι σε θέση να αντέξει, όχι τον Πολυδεύκη, αλλά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, όταν βρεθεί ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους χωρίς κάποιον να τον επευφημεί (για τον Δία μιλάμε), τον ξαπέστειλε στην Αρκαδία, δηλαδή στο υποκατάστατο του παραδείσου, που ήδη έχουμε συναντήσει στο δρόμο μας. Εκεί ο Πολυδεύκης πλήττει θανάσιμα, καταδικασμένος να ζει χωρίς τον αγαπημένο του αδελφό. Έχει ζητήσει λοιπόν από τον Δία ή να έλθει και ο Κάστωρ στην Αρκαδία -να μια αναπάντεχη ομοιοκαταληξία- ή εν ανάγκη να κατέλθει αυτός μόνιμα στον Άδη, μέχρι εκεί έφτασε για να περάσει από τη μοναξιά στη συντροφιά. Όπως γνωρίζουμε όμως, ο Ζευς βαριέται εύκολα όλες τις παλιές ιστορίες και τις νοητές- νοητικές πλοκές, ειδικά αυτές όπου έχει μετάσχει ο ίδιος, διότι κατά βάθος ξέρει ότι η επιρροή του ήταν πάντοτε αρνητική. Γι’ αυτό πέραν του να καλεί και τα δύο αδέλφια σε κάποια από τα συμπόσιά του, όπου βέβαια οι αδελφοί εστιώνταν στην κουζίνα και όχι στο μακρύ εορταστικό τραπέζι πριν ο ένας να αναχωρήσει για Αρκαδία και ο άλλος να καταποντιστεί πάλι στον Άδη, δεν έλαβε κανένα άλλο μέτρο επανένωσης των αδελφών. Αυτομάτως το αίτημα των δύο αδελφών περιήλθε σε εμάς, που έχουμε καταντήσει να κάνουμε τα ρεπά του Δία, μέχρι να βρει ο ηγεμών μας την κατάλληλη ευκαιρία να μπήξει γερά το ξίφος του ή τον πάσσαλό του στην καρδιά του Δράκουλα και να απελευθερωθεί η οικουμένη.   

ΛΗΤΩ: Θεία, μη μιλάς έτσι για τον ηγεμόνα γιατί τελικά θα δεις ότι…

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: (Ξεροβήχει). Λοιπόν το ζήτημα που μάς έχει τεθεί είναι το ίδιο ή τέλος πάντων η άλλη όψη εκείνου του αιτήματος που μάς απεύθυναν οι κάτοικοι της Αρκαδίας, οι οποίοι θέλουν να κλείσει η δίοδος απ’ όπου ένας μανιασμένος αέρας τούς σπρώχνει προς τον Άδη. Συνεπώς το θέμα Κάστορα και Πολυδεύκη θα λυθεί σε ένα ανώτερο επίπεδο διαλεκτικής, όταν θα προσεγγίσουμε τις όχθες του Άδη, φθάνοντας στο πλέον επικίνδυνο τμήμα της αποστολής μας. Από εδώ και πέρα μπαίνουμε σε κόκκινο συναγερμό, διότι με τον θάνατο δεν παίζει κανείς και όλοι φρίττουν και τρέμουν μπροστά στο αθάνατο νείκος του. Παρακαλώ, ο συναγερμός μόνο με φως, διότι ο αυτός ο διαπεραστικός ήχος «ιιιιιι», «ιιιιιι» είναι πολύ εκνευριστικός. Οι άδειες ανακαλούνται- ποιες άδειες δηλαδή και πού να διακοπεύσει κανείς-, οι δε Κοίος και Κρείος εντέλλονται να βάλουν το πλοίο σε σιωπηλή πορεία. Τα ακτινοβόλα και οι τορπίλες φωτονίου θα είναι σε πλήρη ετοιμότητα να εκτοξευθούν με το παραμικρό μου νεύμα. Η βοηθητική γέφυρα θα…    

ΥΠΕΡΙΩΝ: Κατεπάνω, προτρέχεις. Θα πρέπει να πούμε τους ύμνους προς τιμή Κάστορα και Πολυδεύκη, ώστε τα εκτοπλασματικά ίχνη τους να ξαναγίνουν αστέρες σε πλήρη λειτουργία. Η επαναδημιουργία δεν μπορεί να περιμένει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Καλά τα λές, αντιπλοίαρχε, επειδή όμως έχω αρχίσει ήδη να αναθέτω αρμοδιότητες και δεν θέλω να φανεί ότι έρχομαι σε αντίθεση με προηγούμενες εντολές μου ή ότι κάτι ξέχασα ή αμέλησα, διότι κάτι τέτοιο θα έριχνε σκιές στην εικόνα της ηγεσίας μου, αντί να κάνουμε χορωδία εμείς, όπου πολλές φορές έχω τονίσει ότι υπάρχουν και αρκετά φάλτσα ελλείψει εντατικής και συστηματικής προπόνησης, ας αφήσουμε να πει τους ύμνους η Θεία με τη συνθετική της φωνή, ενώ εμείς θα συνεχίσουμε τις δραστηριότητες και τις προωθήσεις εργασιών μας. Λοιπόν, Θεία προχώρει ακάθεκτη στα κοντάκια και τα τροπάρια, όπου για τον Κάστορα θα πεις «Της Νυκτός» γιατί στη νύκτα του Άδη εγκαταβιώνει και για τον Πολυδεύκη θα πεις το «εις Πλούτωνα», διότι φιρί-φιρί το πάει κι αυτός να καταλήξει εκεί κάτω, άντε μην ανοίξω το στόμα μου και πω κι άλλα.     

ΘΕΙΑ: Προμηθεύ,

ΝΥΚΤΟΣ, ΘΥΜΙΑΜΑ, ΔΑΥΛΟΥΣ

          «Νύκτα, θεών γενέτειρα, άσομαι ηδέ και ανδρών.

          Νυξ γένεσις πάντων, ήν και Κύπριν καλέσωμεν.

          Κλύθι, μάκαιρα θεά, κυαναναυγής, αστεροφεγγής-

          Ησυχίη χαίρουσα και ηρεμίη πολυύπνω,

          Ευφροσύνη, τερπνή, φιλοπάννυχε, μήτερ ονείρων,

          Ληθομέριμν’ αγαθήν τε πόνων ανάπαυσιν έχουσα,

          Υπνοδότειρα, φίλη πάντων, ελάσιππε, νυχαυγής,

          Ημιτελής, χθονίη, ηδ’ ουρανίη πάλιν αυτή-

          Εγκυκλίη, παίκτειρα διώγμασιν ηεροφοίτοις,

          Ή φάος εκπέμπεις υπό νέρτερα και πάλιν φεύγεις

          Εις Αίδην, δεινή γαρ ανάγκη πάντα κρατύνει.

          Νυν δε, μάκαιρ’ ώ Νυξ πολύολβε, πάσι ποθεινή,

          Ευάντητε, κλύουσα λόγων ικετηρίδα φωνήν,

          Έλθοις ευμενέουσα, φόβους δ’ απόφευγε νυχαυγείς».

          (Νύκτα, θεών- θνητών γενέτειρα, τραγουδώ για σένα.

          Νύκτα,  ακόμη κι Αφροδίτης έδωσες τη γέννα.

          Άκου, μακάρια θεά, πού ‘χεις μπλε φως, φέγγος άστρου

          Με ησυχία ύπνου χαίρεις και με ηρεμία του κάστρου,

          Τερπνή, σ’ αρέσουν όνειρα, ξενύχτια κι όχι μόνο  

          Μ’ εσένα ξεχνούν οι θνητοί μ’ ανάπαυση από πόνο,

          Υπνοδότης είσαι, φίλη πάντων, οδηγείς τους ίππους,

          Χθόνια και ουράνια, δίνεις ηδονές παυσιλύπους,   

          Εγκύκλια, που παίζεις με κυνηγημένα θύματα, 

          Ή φως εκπέμπεις απ’ του Άδη τα μνήματα.

          Διότι η δεινή ανάγκη εκεί κάτω κραταιά σε κρατάει,

          Αφού είσαι η μόνη τύχη για όσους η μοίρα χτυπάει.  

          Ευπροσήγορη, άκου της φωνής μας την ικεσία

          Κι έλα ευμενής, λύτρωσέ μας από φόβου ηγεσία).

Στη συνέχεια η Θεία, πιστή στον προγραμματισμό της, καθώς και στην παραδοχή ότι τελικά ένας συνθετιστής επαναλαμβάνει μόνο ό,τι τον έχουν εκ των προτέρων ταΐσει -εφοδιάσει, εξήγγειλε με την ίδια αδιάφορη φωνή και τον τελευταίο ύμνο:

ΘΕΙΑ: Προμηθεύ,

ΕΙΣ ΠΛΟΥΤΩΝΑ

«Ώ τον υποχθόνιον ναίων δόμον, οβριμόθυμε,

Ταρτάριον λειμώνα βαθύσκιον ηδέ λιπαυγή,

Ζευ χθόνιε, σκηπτούχε, ταδ’ ιερά δέξου προθύμως-

Πλούτων, ός κατέχεις γαίης κλείδας απάσης,

Πλουτοδοτών γενεήν βροτέην καρποίς ενιαυτών.

Ός τριτάτης μοίρης έλαχες χθόνα παμβασίλειαν,  

Έδρανον αθανάτων, θνητών στήριγμα κραταιόν-

Ός θρόνον εστήριξας υπό ζοφοειδή χώρον,

Τηλεπόρον τ’ ακάμαντα, λιπόπνοον, άκριτον Άδην,

Κυάνεον τ’ Αχέρονθ’ ός έχει ριζώματα γαίης,

Ός κρατέεις θνητών θανάτου χάριν, ώ πολυδέγμον,

Εύβουλ’ αγνοπόλου Δήμητρος ός ποτέ παίδα

Νυμφεύσας λειμώνος αποσπαδίην δια πόντου,

Τετραώροις ίπποις υπ’ Ατθίδος ήγαγες άντρον,

Δήμου Ελευσίνος, τόθι περ πύλαι εισί Αίδου.

Μούνος έφυς αφανών έργων φανερών τε βραβευτής,

Ένθεε, παντοκράτωρ, ιερώτατος, αγλαότιμε,

Σεμνοίς μυστοπόλοις χαίρων οσίοις τε σεβασμοίς

Ίλαον αγκαλέω σε μολείν κεχαρηότα μύσταις».    

(Ώ υποχθόνιε θορυβοποιέ, που κατοικείς σε δόμους,   

Και σε λειμώνες σκοτεινούς, ανήλιαγους υπονόμους,  

Σκηπτούχε, δέξου προσευχές κι άλλες ευχές βαθιά,   

Πλούτωνα, που κατέχεις γης κλειδιά  και αρμαθιά,

Δώσε πλούτο στην γενιά μας και σοδειά πολλή, 

Πάρε φόρο τρίτη ή δεκάτη ή όσο θέλεις παραλή,

Έδρανο αθανάτων, θνητών στήριγμα κραταιό,

Που στήριξες το θρόνο σε χώρο ζόφου και σκαιό,  

Αφού πήγες μακριά ακάμαντος στο σκληρό τον Άδη,

Στον κυανό Αχέροντα που ‘χει γης ρίζες για μαγνάδι,

Που τους θνητούς κυριαρχείς με θάνατο, υποδοχέα,

Εύβουλε, θαλαμηπόλε, Δήμητρος αγνέ πανδοχέα,  

Που ως νύφη απέσπασες  μέσω τρανής θαλάσσης,

Με τέθριππο έφερες στην Αττική, σιγά εσύ μη χάσεις,  

Στην Ελευσίνα μια φορά που είναι οι πύλες του Άδη,  

Βραβεύεις φανερά τους νικητές και αφανείς με χάδι, 

Ένθεε, παντοκράτωρ, ιερότατε, της δόξας το πετράδι ,

Στους μύστες τους σεμνούς όλο χαρά να εγκύψεις,

Να είσαι ίλεως, σε κανένα μας, παρακαλώ, μη λείψεις).   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ’

ΚΥΝΕΣ ΘΗΡΕΥΤΙΚΟΙ, ΕΩΣΦΟΡΟΣ (ΒΕΓΑΣ), ΚΕΡΚΟΣ (ΔΕΝΕΒ)  

Ο Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας γλιστρούσε σιωπηλά στο πιο επικίνδυνο διάστημα που υπήρχε. Το ύφασμα του δικού μας χωρόχρονου ήταν λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο σε εκείνη την περιοχή και πλάσματα από άλλες διαστάσεις εύκολα έμπαιναν και έβγαιναν σχίζοντας σαν χασέ την αμελητέας αντίστασης επιφάνεια.

Για να έχουμε παραστατική απεικόνιση της συμπαντικής κατάστασης, την οποία ως άνθρωποι έχουμε ανάγκη, το περιβάλλον χάος θύμιζε καταχνιά σκεπασμένη με νεφέλες -πέσ’ τες νεφελώματα, αφού είμαστε στο διάστημα- και υπήρχαν σκοτεινές ροές υγρών και αερίων που χάνονταν σε τρύπες χωρίς πάτο – μαύρες; Έγκοτοι, οργίλοι, λυσσασμένοι κύνες με αφρισμένο στόμα από άλλες διαστάσεις γρύλιζαν ολόγυρα, πιστοί στο δόγμα ότι σκυλί που δεν γαβγίζει δαγκώνει. Ο Προμηθέας ψέλλισε στην ομήγυρη.

«Τουλάχιστον να εξευμενίσουμε τους κύνες. Ας τους ψάλλουμε τον ύμνο του Θανάτου, για να καταλάβουν ότι είμαστε κι εμείς σκληροτράχηλοι και ανάγωγοι κολοπαιδαράδες ταιριαστοί με το περιβάλλον και δεν χαμπαριάζουμε από απειλές. Εμπρός λοιπόν όλοι μαζί, “συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν και οφθήτω η ξηρά”. Μέσα από το τραγούδι του θανάτου να εμφανιστούν οι Κύνες Θηρευτικοί και να σιωπήσουν οι λυσσώδεις λυσσητήρες».  

ΘΑΝΑΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

«Κλύθι με, ός πάντων θνητών οίηκα κρατύνεις,

Πάσι διδούς χρόνον αγνόν, όσων πόρρωθεν υπάρχεις.

Σός γαρ ύπνος ψυχής θραύει και σώματος ολκόν,

Ηνίκ’ αν ελκύης φύσεως κεκρατημένα δεσμά,

Τον μακρόν ζωοίς φέρων αιώνιον ύπνον,

Κοινός μεν πάντων, άδικος δε ενίοις υπάρχων,

Εν ταχύτητι βίου παύων νεοήλικας ακμάς.

Εν σοί γαρ μούνω πάντων το κριθέν τελεούται

Ούτε γαρ ευχαίς πείθη μόνος ούτε λιταίς.

Αλλά, μάκαρ, μακροίς χρόνοις ζωής σε πελάζειν

Αιτούμαι, θυσίαις και ευχωλαίς λιτανεύων,

Ως αν είη γέρας εσθλόν εν ανθρώποις το γήρας».    

(Άκου με συ που τους ανθρώπους κυβερνάς, 

Και σε όλους χρόνο αγνό από μακριά σκορπάς,  

Ο δικός σου ύπνος ψυχής θραύει σωμάτων περιοχή,  

Και τα δεσμά που συγκρατούν των μορίων συνοχή,

Φέρνεις σε όλους τους θνητούς μακρύ αιώνιο ύπνο,

Κοινό, μα σε κάποιους πριν αποσώσουν το δείπνο

Γιατ’ είναι κρίμα ακμαίους νέους να σκοτώνεις  

Με δική σου κρίση, που μόνο εσύ εκτελείς και δηλώνεις.   

Καθώς δεν πείθεσαι ούτε από ευχές, ούτε από λιτανείες,

Αλλά, μάκαριε, σού ζητώ ξανά με προσευχές και θυσίες   

Μετά από πολλά χρόνια να μάς πάρεις στο μνημείο

Και το τιμημένο γήρας να μάς αφήσεις για βραβείο).

Σε κατάσταση μίας περίεργης αιώρησης εμφανίστηκε ένα είδος ποταμού ή υγρού ρεύματος, προφανώς ενεργειακού, που χυνόταν σε ένα είδος χοάνης, που θα μπορούσε παραστατικά να χαρακτηρισθεί διαστημική σπηλιά. Τα μεγάλα κεφάλια, η γνωστή τριανδρία πλοίαρχου, αντιπλοίαρχου και γιατρού παρακολουθούσαν  στη μεγάλη οθόνη τις πηγές του υπόγειου ποταμού που ήταν Αχέρων, Στύγα, Κωκυτός, Λήθη και Πυριφλεγέθων ταυτόχρονα. Μα μέχρι και το πυρ του Φλεγέθοντα ήταν σκοτεινό σαν μαύρο αίμα λαγού, αν μπορεί κανείς να το φανταστεί αυτό.

«Η αποστολή μας πολύ απλά είναι, αφού εισχωρήσουμε στον Άδη, να αντιστρέψουμε το κρύο εκείνο ρεύμα που σπρώχνει τους νεκρούς από την Αρκαδία προς τα εδώ. Έτσι η μεν Αρκαδία θα γίνει αληθινός παράδεισος χωρίς διαρροές, ενώ και πολλοί από τον Άδη, που δεν αξίζουν με κανένα κριτήρια, με καμία κυβέρνηση που λέμε, την αιώνια καταισχύνη θα έχουν την ευκαιρία να περάσουν στη γη της επαγγελίας, μεταξύ των οποίων και ο καημένος, ο αδικημένος Κάστορας, αφού λιμάρει με τις δοντάρες του την ξύλινη πύλη».  

«Αυτή η αντιστροφή θεωρητικά και από καθαρά τεχνική έποψη μπορεί να γίνει, ηγεμών», είπε ο Υπερίων. «Όμως, όπως μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, έτσι και μεταξύ όσων διαβούν προς την Αρκαδία θα συγκαταλέγονται σίγουρα και αρκετά καθάρματα, ίσως μάλιστα οι χειρότεροι τελικά θα είναι εκείνοι που θα συνωστιστούν και θα διαγκωνιστούν στην αφετηρία για μία θέση στην Αρκαδία. Άσε που όλοι αυτοί, όταν περάσουν στην Αρκαδία, θα ρίξουν αισθητά το επίπεδο ζωής των υπολοίπων».

«Υπερίων μην ζητάς από μένα αυτό που δεν μπορώ να δώσω. Δεν είμαι παντοδύναμο ον ούτε ανεξέλεγκτος τύραννος, αλλά δημόσιος λειτουργός ενεργών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Δεν θα κρίνω εγώ ποιος είναι άξιος ή όχι να ζήσει στον παράδεισο, αυτά ας τα βρει ο Χριστιανισμός. Εγώ απλώς θα προσπαθήσω να βελτιώσω μία προβληματική κατάσταση, όσο μού το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Θυμήσου το λίγο του κόσμου, ό,τι μπορεί ο καθένας, να βάλουμε ένα λιθαράκι, “κι εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι” και όλα τα ρητά που έχουν να κάνουν με την μικρή, αλλά υπολογίσιμη επούλωση μίας δυσάρεστης κι άσχημης υπόθεσης. Με την αντιστροφή της ροής, ώστε η κίνηση και η μετανάστευση να γίνεται από τον Άδη προς την Αρκαδία, αφενός οι Αρκάδες γίνονται πραγματικά αθάνατοι χωρίς εξαιρέσεις, αφετέρου οι κατάδικοι του Άδη θα βρουν μία γνήσια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Όπως σού έχω ξαναπεί η κοινωνία των Αρκάδων είναι αρκετά πλούσια για να τρέφει και κάποιον όχλο, ενώ ταυτόχρονα η φυλακή του Άδη θα αποσυμφορηθεί. Μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Ούτε οι αθάνατοι θα μπορούν να πεθάνουν, ούτε οι νεκροί θα μπορούν να σκοτώσουν».

«Υπάρχει κι ένα άλλο θέμα», επεσήμανε ο Ωκεανός. «Οι δυνάμεις του Άδη είναι τεράστιες. Αν επιχειρήσει το Κόσμημα ή ο Ναός Βενοβίνδας να πλησιάσει χωρίς μανδύα προκάλυψης, θα ξαμολυθούν εναντίον μας όχι μόνο οι θηρευτικοί κύνες, αλλά η Σκύλλα, η Χάρυβδη και όλα τα τέρατα που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας μετά την ραψωδία Νέκυια. Και μιλάμε ότι ο Οδυσσέας είχε στη διάθεσή του βαρύ καταδρομικό και πάλι ίσα που γλίτωσε. Μα να μη θυμάμαι το όνομα του πλοίου του Οδυσσέα όσο και να σπάω το κεφάλι μου, ου γαρ έρχεται μόνον».  

«Καλά δεν συζητάμε να διακινδυνεύσω το πλήρωμα», είπε ο Προμηθέας. «Εννοείται ότι δεν μπορώ να ζητήσω από κανένα άλλο να αναλάβει αυτή την αποστολή, αλλά μόνο εγώ ο ίδιος μπορώ να τη φέρω εις πέρας ενεργώντας ως μυστικός ή τέλος πάντων μοναχικός πράκτορας. Στηρίζομαι σε σένα, Υπερίωνα, να μού δώσεις τα κατάλληλα γκατζετάκια, ώστε να δυνηθώ να αντιστρέψω τη ροή μεταξύ Αρκαδίας και Άδη».

«Κατεπάνω, σού υπενθυμίζω την κατευθυντήρια γραμμή του αστροστόλου ότι ο κυβερνήτης δεν πρέπει να διακινδυνεύει άνευ αποχρώντος λόγου το τομάρι του, διότι η Ομοσπονδία έχει επενδύσει σ’ αυτόν…»

«Υπερίωνα, σε παρακαλώ, ας περάσουμε στο εργαστήριο να δω τι θαυμαστά εργαλεία θα μού προτείνεις με την απαραίτητη σύσταση να μη τα χαραμίσω άνευ λόγου και να μη τα φθείρω, διότι η υπηρεσία δεν διαθέτει άλλα κονδύλια κ.λπ. Τα καθήκοντα και τις παραινέσεις της γκουβερνάντας, άστα καλύτερα δεν σού ταιριάζουν. Έτσι κι αλλιώς ξέρεις ότι θα αρνηθώ να μείνω πίσω, γιατί η δράση είναι η ζωή μου, οπότε εσύ θα προβάλεις άλλα επιχειρήματα, αλλά τότε εγώ θα δηλώσω αδαμάντινος και αμετάπειστος κι ύστερα θα κάνεις μία ύστατη προσπάθεια να με μεταπείσεις, οπότε και πάλι εγώ θα σού πω “ας το διάολο κι εσύ κι ο γρύλος σου” και ούτω καθ’ εξής. Μην επεκτεινόμαστε σε άγονες και ανούσιες διαφωνίες. Ήδη το μυθιστόρημα αυτό έχει πάρει τεράστια έκταση και δεν θέλω να επιβαρύνω τους αναγνώστες έτι περαιτέρω. Μη δίνεις λοιπόν μάχες που ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα χάσεις».  

Το πρώτο γκατζετάκι που έδωσε ο Υπερίων ήταν ο ύμνος της Εκάτης, προκειμένου να εμφανιστεί ο φοβερός και τρομερός αστέρας Εωσφόρος (Βέγας), όπου μέσα του κρυβόταν ο Άδης. Μα είναι δυνατόν, θα πείτε, ο Άδης να εντοπίζεται μέσα σε ένα αστέρα με θερμοκρασία χιλιάδων βαθμών Κελσίου, όπου κάθε ζωή είναι αδύνατη; Σε αποστομώνω κυριαρχικά, αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς σου ότι δεν μιλάμε για τον αστέρα της ζωής, αλλά για τον αστέρα του θανάτου.

Ας τελειώσουμε μ’ αυτό για να πάμε στα επόμενα, που είναι πιο ενδιαφέροντα.

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΕΚΑΤΗΝ

«Ενοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν, εραννήν,

Ουρανίην, χθονίην τε και εναλίην κροκόπεπλον,

Τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν,

Πέρσειαν, φιλέρημον, αγαλλομένην ελάφοις,

Νυκτερίην, σκυλακίτιν, αμαιμάκετον βασίλειαν,

Ταυροπόλον, παντός κόσμου κλειδούχον άνασσαν,

Ηγεμόνην, νύμφην, κουροτρόφον, ουρεσιφοίτιν,

Λισσομένοις κούρην τελεταίς οσίαις παρείναι,

Βουκόλω ευμενέουσαν αεί κεχαρηότι θυμώ».

(Την Εκάτη  καλώ που την λατρεύουν στους δρόμους, 

Ουράνια και χθόνια με κίτρινο πέπλο στους ώμους,

Που τις ψυχές νεκρών και τους τύμβους φροντίζει,

Εκ της Περσίας έρχεται, έλαφον αγαπά, ερήμους ραντίζει, 

Νυκτερινή, κυνόφιλη, άμωμη βασίλισσα,

Ταυροπόλα, κλειδούχε, άνασσα, πριγκίπισσα,

Ηγεμόνα, νύφη, κόρες τρέφεις, σε βουνά συχνάζεις,

Σε παρακαλούμε όσιες τελετές να παρουσιάζεις,

Να εξευμενίζεις βουκόλους, τον θυμό τους ν’ αλλάζεις).

Ένα άλλο εφόδιο, που παρέδωσε ο Υπερίων στον Προμηθέα με επιφύλαξη αγαθής, περιεσκεμμένης και λελογισμένης χρήσης, είναι ένα αρχαίο ξόρκι που θα έπρεπε να πει στον βαρκάρη του Αχέροντα για να τού εξασφαλίσει απρόσκοπτη πρόσβαση στα άδυτα του Άδη. Τέλος, τού εγχείρισε ένα είδος ενεργειακού ποτού ή ναρκωτικού, που θα αύξαινε και θα έπρηζε ως ανεμοστρόβιλος πρηστήρ τη δύναμη των ψυχών τόσο πολύ, θα τις ενίσχυε και θα τις δυνάμωνε- καρδάμωνε σε τέτοιο υπερθετικό βαθμό, ώστε θα μπορούσαν να αντισταθούν στον κρύο αέρα τον εκπορευόμενο από την Αρκαδία και να ακολουθήσουν αντίστροφα το μονοπάτι προς τον ποθητό παράδεισο.   

Αμ’ ‘επος αμ’ έργον λοιπόν ο Προμηθέας εμφανίστηκε μπροστά στον αμείλικτο βαρκάρη του Αχέροντα με την τρομαχτική κουκούλα, που δεν άφηνε το πρόσωπό του να φανεί και ευτυχώς, διότι η αφήγησή μας θα γινόταν πια εντελώς φρικαλέα και ακατάλληλη δι’ ανηλίκους.

Ύστερα άρχιζε να ξεφουρνίζει το ξόρκι που είχε μάθει απέξω για την περίσταση, αλλά η εκφορά και η προφορά του οποίου τον δυσκόλευε πολύ, διότι ήταν στα λατινικά, τη γλώσσα των υποτακτικών, των φυλάκων, των θυρωρών, ενώ το φόρτε του ιδίου ήταν τα ελληνικά, η γλώσσα των θεών και των τιτάνων.  Τα είπε λοιπόν παρεφθαρμένα γιατί όπως λέμε στα ελληνικά, έπαθε κοκομπλόκο.

«Nemo dolorem ipsam, quia dolor sit, consectetur adipisci velit» (κανείς δεν κυνηγά, ούτε θέλει να υπομείνει τον πόνο του, μόνο και μόνο επειδή είναι πόνος).

Ο βαρκάρης με την κουκούλα και το σειόμενο δρεπάνι δεν έδειξε κανένα σημείο αναγνώρισης. Ο Προμηθέας όμως είχε στο μανίκι του κι άλλο ένα εφεδρικό, αναπληρωματικό ρητό.

«Fusce portitor, ligula id varius bibendum, ipsum metus cursus leo, vel porta felis turpis vel mi». (Σκοτεινέ πράκτορα- πορτιέρη, όταν το «Αυτό» -το υποσυνείδητο του εαυτού- θέλει να απολαύσει διάφορα ποτά στη γλώσσα του και ως δρομαίος και δρυμαίος λέων φέρει μαζί του τον δικό του φόβο, σιγουρέψου ότι υποδέχεσαι και βάζεις μέσα εμένα και όχι το αισχρό σαρκοφάγο αιλουροειδές).

Το τελευταίο ρητό φαίνεται ότι συγκίνησε και κινητοποίησε τον σιωπηλό φύλακα του Κάτω Κόσμου, ο οποίος μάλλον το θεώρησε υψηλού επιπέδου σχόλιο, ανάλογο του δικού του κύρους, χωρίς να συνειδητοποιεί ο βλαξ- πανίβλαξ- ότι ήταν απλός πορτιέρης στην υπηρεσία άλλων αφεντάδων, έγειρε πάνω στο κουπί του και άρχισε να λάμνει προς τον ευλίμενο ή μάλλον δυσλίμενο λιμένα του αστέρα Εωσφόρου.  Εδώ ταιριάζει ο στίχος του Βάρναλη, «άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο, αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς κ.λπ.». Καλός είναι και ο στίχος που λέει «κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει και η πλάση κοκκινίσει, άλλος ήλιος έχει βγει,   σε άλλη θάλασσα, άλλη γη».

Η βάρκα μετέφερε τον Προμηθέα στα άδυτα του Άδη. Έχει γραφεί ότι ο Οδυσσέας, όταν κατέβηκε στον Άδη, είχε σφάξει πρόβατα για να προσελκύσει τους νεκρούς κι είχε γεμίσει με τον θρεπτικό αυτόν ζωμό έναν ολόκληρο λάκκο. Προσήλθαν λοιπόν νύφες και τρυφερά κορίτσια, μαραμένα από τον πρόωρο θάνατό τους, παλικάρια με αιματοβαμμένα όπλα, που ακόμη δεν είχαν συνειδητοποιήσει πώς σύρθηκαν στο ψηλαφητό σκοτάδι από το βουερό πεδίο της μάχης, σαθροί γέροντες και γριές με συγκεχυμένα πλέον χαρακτηριστικά και συναθροίστηκαν γύρω από τον λάκκο για να πιουν αίμα και να ανακτήσουν τη ρόδινη χροιά της ζωής. Όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για λογοτεχνική μεταφορά, που δηλώνει πολύ απλά ότι ένας οργανισμός χρειάζεται να αντλήσει ενέργεια από κάπου για να ξαναζήσει.  Στην πραγματικότητα, ο Προμηθέας δεν είχε σφάγια στη διάθεσή του, τα οποία ούτως ή άλλως είναι συμβολικά, αλλά ένα παρασκεύασμα του Υπερίωνα και του Ωκεανού, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα. Ακούστε τώρα μία πραγματική ανταπόκριση από τον Άδη, χωρίς τους γλαφυρούς, γραφικούς, αλλά συχνά αναληθοφανείς συμβολισμούς του Ομήρου.  

Καθώς οι ψυχές συνωστίζονταν στο θεμελιώδες υπόβαθρο, που είναι ουσιαστικά η εκβολή και συμβολή των συνειδησιακών μας κώνων, όπου καρτερούσε το σπηλαιώδες ξέφωτο, το κοίλο σύμπαν μίας άλλης διάστασης και όπου μπορούσαν, όπως η Κιβωτός προσέγγισε στο Αραράτ, να καταφύγουν στις διαφανείς νοητικές πλαγιές και τα πνευματικά βουνά της αρεσκείας τους, παρατηρούνταν μία ώσμωση μεταξύ τους, μία απώλεια συνοχής, που οδηγούσε ακόμη και στην αφομοίωση μίας ψυχής από μία άλλη. Παρά τη χαρακτηριστική τους ιδιότητα να συγκρατούν τη συνοχή και επικοινωνία μεταξύ των συντεταγμένων τους, ακόμη κι αν αυτές παρεκκλίνουν σε μεγάλη απόσταση, οι ψυχές έδειχναν αποπροσανατολισμένες, ζαλισμένες, υποκείμενες σε άμεση ανάλωση και φθορά. Οι τροχιές των εξωτερικών τους μορίων έφθιναν και τα σωματίδια τους απέκλιναν από τη συνήθη πορεία τους,  σκορπίζονταν ολόγυρα με τυχαίο τρόπο μετά από αμοιβαία απώθηση και αποπαλμό, κατακρημνίζονταν (ή μήπως αναρριχώνταν;) σε μία καπνώδη αέρια στήλη εκτεινόμενη πάνω και κάτω ως το άπειρο. Το πιο τρομαχτικό ήταν όμως ότι αυτό δεν συνέβαινε σε όλες τις ψυχές, διότι υπήρχαν και μερικές που επεκτείνονταν ιμπεριαλιστικά, διαστέλλονταν, διατρανώνονταν μέσα στο χώρο καταβροχθίζοντας άλλες. Το ωδείο των ψυχών παρουσίαζε κακοφωνία και όχι αρμονική συγχορδία, καθώς οι περισσότεροι μουσικοί του προοδευτικά αποδεκατίζονταν και αποσυντονίζονταν, όπως η στρατιωτική μπάντα στο «Μπάρυ Λύντον» σιγούσε όλο και περισσότερο, καθώς τα μέλη της λιγόστευαν από τα εχθρικά πυρά. Η άμεσος δράσις, δηλαδή ο Προμηθέας, καταπιάστηκε ευθύς με το νέο πρόβλημα με μεθοδικότητα και αυτοθυσία. Σαν πρώτο μέτρο άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από καταβυθιζόμενα πνεύματα, προκειμένου να διαπιστώσει το μέγεθος των ξένων παρεμβολών και ιμπεριαλιστικών προσβολών ή κυβερνο-επιθέσεων, όπως θα λέγαμε σήμερα, από εξωτερικές πηγές. Και βέβαια μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα είναι λογικό και αναμενόμενο ότι απευθύνθηκε πρώτα απ’ όλα στη μάνα του, τη Θέμιδα, το πραγματικό κίνητρο της μετάβασής του στον Άδη, αυτήν που πάνω απ’ όλα είχε πεθυμήσει και ήθελε να δει, αλλά την είχε εντάξει σε μία τιτανική αποστολή για να μη γκρινιάζει ο Υπερίων για νεποτισμό, τη δίκαιη, την ηθική, την ιερή, τη θεσμοδότρια και θεσμοθέτιδα, την εγγυήτρια της φυσικής τάξης και των σταθερών κανόνων, αυτή που ο Δίας είχε καταδικάσει σε αργό μαρασμό στα υπόγεια και τα τάρταρα, μόνο και μόνο επειδή είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει. Μα λησμονούσε ότι τον δέχτηκε στα σωθικά τόσες φορές, ότι άνοιξε τον θείο της κόλπο και κόρφο, την ίδια ζεστή φωλιά, όπου και ο Προμηθέας είχε κυοφορηθεί – αν είναι δυνατόν-, ότι ανέχτηκε τα μιαρά του αγκαλιάσματα και τα σιχαμένα τα υγρά του έστω και στο πλαίσιο σκοπιμότητας, άρα αντί για εγκλεισμό και λήθη, θα έπρεπε να την είχε βάλει σε βάθρο και να την είχε αναρτήσει σε εικόνισμα πάνω από το προσκέφαλό του, ο λιγούρης κανάγιας, που δεν άφηνε την ευκαιρία να συνευρεθεί ούτε με έγκυο σκύλα ή με μολυσμένο κουνούπι. Πώς ξεπληρώνεται η γενετήσια πράξη με τη μάνα του καθενός; Η μάνα είναι θόλος, στερέωμα και σκέπη, φυλαχτό παγανιστή και σταυρός χριστιανού, είναι αδιανόητο να υπόκειται σε σεξουαλική χρήση ή κατάχρηση.   

«Μάνα μου, μητέρα και μαμά μου, μανούλα μου γλυκιά, πες μου τι τρέχει εδώ πέρα, διηγήσου μου τι ακριβώς συνέβη».       

«Γιε μου ακριβέ, που ποτέ να μη σώσει να ξαναδώ σ’ αυτό τον ανόσιο τόπο», είπε η Θέμις μετά τα σπαρακτικά αγκαλιάσματα που συνήθως οι μέτριοι συγγραφείς παραλείπουν να περιγράψουν, «όταν κατέβηκα για πρώτη φορά σαν βολίδα προς τα κάτω (ή προς τα πάνω) σε τούτο το κράτος του ζόφου, έχασα τον προσανατολισμό μου. Το ίδιο ανησυχητικό ήταν ένα φρικαλέο κόκκινο φως που είδα συνοδευόμενο από καπνό. Και με είλκυε ακαταμάχητα, παρασυρόμουν προς το μέρος του χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Αυτή η έλξη μού προκάλεσε μεγάλη καταπόνηση και αισθάνθηκα πραγματικά εξαντλημένη σαν να μη μπορώ να συγκρατήσω τα μόριά μου, που φαίνονταν να αποσχίζονται. 

«Δεν νομίζω ότι φταίει το κόκκινο φως», είπε ο Προμηθέας «Το Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών Bardo Thodol (για να μη λέτε ότι έχουμε μόνο ελληνικές αναφορές) το αναφέρει και είναι μάλλον φυσιολογικό για το μεταθανάτιο επίπεδο. Σημαίνει απλά ότι άγεσαι προς μία καινούρια μήτρα, αλλά αυτό το αιθαλώδες ερυθρό φως δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πρόκειται μάλλον για μία μήτρα εξευτελιστική, υποδεέστερη στην ιεραρχία. Μάλλον προαισθάνεσαι και προεξοφλείς την επόμενη ζωή σου. Κάτι άλλο πρέπει να προκάλεσε την εξασθένισή σου».

«Γιε μου τι ήλθες; Δεν βλέπω τίποτε από όσα λες να μπορεί να με σώσει. Δυστυχώς βρίσκομαι σε πολύ άσχημη κατάσταση και δεν βλέπω να μπορείς να βοηθήσεις, ούτε εσύ, ούτε το ευγενικό σου πλήρωμα. Είναι τόσο παράξενο. Όσο ήμουν ζωντανή, στην πραγματικότητα ονειρευόμουν μέσα σ’ ένα περίκλειστο κέλυφος, στο σώμα ως δεσμωτήριο της ψυχής, αλλά τώρα που ξέφυγα από το κλειστοφοβικό διαμέρισμα, διαπιστώνω ότι όλοι αυτοί οι νεκροί γύρω μου αρχίζουν να συγχέονται μαζί μου κι εγώ μ’ αυτούς.  Πολλά από τα όνειρά μου δεν αναφέρονται πλέον σε μένα. Αυτό ισχύει ίσως και στην κανονική κατάσταση εγρήγορσης, αλλά στην παρούσα περίπτωση είναι πάρα πολύ πιο έντονη η σύμμειξη. Πολλές φορές είμαι γριά, άλλοτε πάλι μικρό παιδί. Καμιά φορά είμαι και γυναίκα με χοντρή περιφέρεια και εξογκωμένες κιρσώδεις φλέβες με αίμα μαύρο και πηχτό σαν σιρόπι. Και άλλες φορές πάλι βλέπω τον εαυτό μου σε παράξενα μέρη, όπου ποτέ δεν είχα πατήσει, να κάνω πράγματα, που ποτέ δεν έχω τολμήσει».

Την ώρα που ο στοργικός γιος προσπάθησε να τής απαντήσει με λόγια παρηγοριάς και παραμυθίας, ξαφνικές, φορτικές και  έντονα πολιορκητικές σκέψεις υλοποιήθηκαν στο δεξί του αυτί. Ήσαν σκέψεις εντελώς διαφορετικές με έξαρση, ορμητικότητα. Μία διαφορετική αύρα, μία διαφορετική άλως πολύ πιο ζωτική, παρά ταύτα αδέξια.

«Είμαι ο Τηλεγόνος».

Ο Τηλεγόνος! Ο γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, που όταν μεγάλωσε η μάγισσα τον έπεμψε να αναζητήσει τον πατέρα του. Που φθάνοντας στις όχθες της Ιθάκης ναυάγησε και περιπλανώνταν γυμνός στα δάση κλέβοντας τα ποίμνια του Οδυσσέα. Που όταν ο Οδυσσέας εξήλθε κατ’ αυτού μαζί με τον Τηλέμαχο, ο Τηλεγόνος τον πλήγωσε με δηλητηριώδες δόρυ και τον σκότωσε! Φόνευσε τον απόλυτο ήρωα του Τρωικού πολέμου, αυτόν που ξεπέρασε στην δισκοβολία όλους τους Φαίακες, τον Ποντέα, τον Ναυτέα, τον Ερετμέα, τον Πρυμνέα, τον Πρωρέα, όταν τον προκάλεσαν και τον θύμωσαν, δήθεν φιλόξενοι οικοδεσπότες. Που είχε το θράσος και την αναισχυντία να σύρει το σώμα του ένδοξου πατέρα του και να το πετάξει μπροστά στην Κίρκη! Που κατάφερε μέχρι και να παντρευτεί τη μητρυιά του, την πιστή Πηνελόπη, τάχα ως υπόχρεος να τής παράσχει προστασία, αφού είχε σκοτώσει τον άνδρα της, έριξε δηλαδή στο κρεβάτι την πιο σεπτή γυναίκα, το συνώνυμο της ευσέβειας και ευλάβειας, της απόδοσης τιμής στα δεσμά και στα στέφανα του γάμου, πέτυχε αυτό που δεν κατάφεραν όλοι οι εκλεκτοί μνηστήρες! Εξ αυτής γέννησε τον Ιταλό, από τον οποίο γεννήθηκε η Ιταλία και ο κολοφώνας της, η Ρώμη, που υπήρξε ο πρώτος μεγάλος κατακτητής και ολετήρας του Ελληνισμού. Το πόσο κακό δηλαδή είχε προξενήσει αυτός ο άνθρωπος στην τιτανική και ανθρώπινη Ιστορία, ήταν πέραν κάθε εκτίμησης ή αξιολόγησης, οι ευθύνες του ήσαν χαώδεις.        

«Βγες έξω από το δίαυλο», αξίωσε ο Προμηθέας. «Με τη μάνα μου μιλούσα αυτή τη στιγμή! Από πού ξετρύπωσες εσύ;»

«Δεν χρειάζομαι άδεια για να απευθύνω το λόγο σε κάποιον. Μόνο εσείς οι τιτάνες τηρείτε κανόνες προσαγόρευσης. Έστω και αν κάποιος δεν με προσφωνεί, εγώ όμως τού μιλάω. Γενικά μ’ αρέσει να επισκέπτομαι πού και πού τους γείτονές μου. Εσύ κύριε όμως, που σουλατσάρεις σε ένα χώρο, όπου φανερά δεν ανήκεις, οφείλεις εξηγήσεις για το τι γυρεύεις εδώ».

«Είμαι σε μυστική αποστολή του γένους των τιτάνων και πρέπει …χμ… να παραδώσω άκρως απόρρητα μηνύματα σε επιλεγμένες ψυχές εκ μέρους της υπηρεσίας μου. Εσύ δεν έχεις κανένα λόγο, ούτε αρμοδιότητα να κρυφακούς».

«Την ξέρω την κυρία μητέρα σας και έχουμε μία πολύ καλή σχέση μεταξύ μας. Δεν είναι βέβαια το ίδιο με το να μού μιλάει κάποιος σαν κι εσένα, κάποιος από τον εξωτερικό κόσμο. Το κακό είναι ότι από την καημένη την κυρία Θέμιδα δεν μπορώ να μάθω τίποτε καινούριο, διότι είναι παγιδευμένη μαζί μας. Από σένα ίσως θα μπορούσα να αποσπάσω μερικές πληροφορίες. Τι έτος έχουμε, τι προόδους έχει κάνει η ανθρωπότητα, όλα αυτά με ενδιαφέρουν».

Είναι πρόδηλο ότι μετά το ταξίδι στο κέντρο της Γης και την κατάδυση των ψυχών υπό τις πύλες του Άδη είχε εμφιλοχωρήσει μία αμοιβαία ώσμωση λόγω εγγύτητας και τομής των συνειδησιακών κώνων, καθώς αυτοί ανοίγουν προς τα έξω, μία σύγχυση μεταξύ των βασανισμένων ημιθανών αυτών πλασμάτων και των πνευμάτων τους. Η εγκεφαλική δραστηριότητα του κτηνώδους Τηλεγόνου  ήταν πολύ πιο δυνατή ακόμη και από εκείνη της Θέμιδας, ίσως λόγω της νιότης του. Έτσι τα κύματα από το νου του πιο ισχυρού καταλάμβαναν το χώρο του πιο αδύναμου σύμφωνα με την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Από την παρατήρηση του πώς διαδίδεται ο ήχος στις ράγες των τραίνων, συλλογίστηκε ο Προμηθέας, αλλά και από το γεγονός της ψυχικής ροής μεταξύ των πραγμάτων ξέρουμε ότι αν ένας πομπός κυμάτων είναι πολύ πιο ισχυρός από έναν άλλον, λαμβάνει χώρα εισβολή των κυμάτων του ενός στην περιοχή του άλλου.    

Ήταν ένας υπερσυναισθηματικός, σχεδόν δακρύβρεχτος νεαρός, σχεδόν έφηβος ή μειράκιο ερετρικό με ακανόνιστα μάτια σαν στίλβοντα μαύρα κουμπιά και γερμένα μελαγχολικά προς τα κάτω γερμένα γαϊτανόφρυδα, άραγε τι είχε συμβεί και είχε πεθάνει τόσο νέος; Δεν φορούσε κάποια στολή, αλλά ένα αναχρονιστικό σύνολο, κάτι μεταξύ χιτώνα, ποδήρους εσθήτας και νυχτικού. Στο μακρύ του πρόσωπο είχε αποτυπωμένο ένα μαρμαρωμένο χαμόγελο, περισσότερο μία τσάκιση ή ένα κατσάρωμα, που τελικά κατέληγε σ’ ένα χλευαστικό φιλύποπτο στραβοκοίταγμα. Τα χαρακτηριστικά του σαν να είχαν σκορπιστεί, τα αυτιά του είχαν πάρα πολλούς έλικες και δεν ταίριαζαν με τα εντομικά στιγματικά μάτια του. Η μύτη του ήταν πολύ λεπτή, μακριά και οξυγώνια. Ακόμη και το πηγούνι του αποτύγχανε να συντονιστεί με την ισορροπία του προσώπου. Είχε ένα βαθιά χαραγμένο και σμιλεμένο σημάδι, μία κατακόρυφη σχισμή που τού έκοβε στη μέση μέχρι το κόκαλο. Σαν να είχε δεχθεί αυτός ο νεαρός γερά χτυπήματα από τον ίδιο του το δημιουργό, πλην όμως το φυσικό υλικό της βασικής του υπόστασης ήταν πολύ πυκνό για να κοπεί ή να θρυμματιστεί. Υπήρχε ακόμη σε πείσμα της πρόνοιας που τον κατασκεύασε και της δύναμης που τον είχε φυλακίσει, τις οποίες και φαινόταν να ειρωνεύεται με τα ρυπαρά δόντια του και την ευτελή του βαθμιαία απολεπιζόμενη γλώσσα.

«Εδώ πέρα υπάρχει μία εκτεταμένη καταστροφή», είπε ο Προμηθέας. «Ορισμένοι από τους νεκρούς δεν διακρίνονται πλέον ως σαφή περιγράμματα».

«Τούς έχω φάει», είπε αφελώς ο Τηλεγόνος.

«Τι εννοείς;» είπε ο Προμηθέας, ενώ το μυαλό του πήγε στο κυριολεκτικό φάγωμα και η σάρκα του αναρίγησε από αποστροφή. Ένα αίσθημα βιασμού τον περιτύλιξε κι ένιωθε να θέλει να συρρικνωθεί τουλάχιστον προσωρινά. Όμως κατάφερε να το καταπνίξει κατά το μάλλον ή ήττον. 

«Τούς έφαγα, τούς καταβρόχθισα. Τι να πω, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, αναπτύσσω μία κατακτητική διογκωτική αρσενική προβοσκίδα, που ρουφάει παρά τη θέλησή μου ό,τι απομένει από την άθλια ημι-ζωή τους. Πολύ λίγη ζωή περιέχεται σε κάθε πρόσωπο και γι’ αυτό χρειάζομαι πολλά τέτοια καλαμαράκια για να χορτάσω. Αν πλησιάσεις αρκετά το στόμα μου, αν το αφήσω ανοιχτό για λογαριασμό σου, θα ακούσεις τις φωνές τουλάχιστον των τελευταίων που έφαγα. Μη νομίζεις πάντως ότι κι εγώ δεν κάνω μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσω το περίγραμμά μου, που τείνει να σκορπίσει».

«Δεν χρειάζεται να λάβω πείρα της καταστάσεώς σου για να αποφανθώ ότι όλη αυτή η επιθετική δραστηριότητα πρέπει να σταματήσει. Έτσι κι αλλιώς τα μόρια του εαυτού σου έχουν εκλεκτική συγγένεια μεταξύ τους. Κι αν ακόμη διασπαρούν στο χώρο, θα κρατήσουν τη συνοχή τους. Επομένως όλη αυτή η βαρβαρότητα να παραβιάζεις την επικράτεια ή τους διαδρόμους, την περιοχή επιτήρησης ή τον εναέριο χώρο των άλλων δεν έχει κανένα νόημα. Ο αγώνας επιβίωσης είναι ίδιον των ζωντανών, αλίμονο αν επεκταθεί και μετά το μνήμα, τότε κανείς πια πουθενά δεν θα βρίσκει ησυχία».

Αμέσως ο θείος και πολυμήχανος Προμηθέας εξήγαγε από την τσέπη του το υπερόπλο, που είχε πάρει μαζί του. Ταις πρεσβείαις του Υπερίωνα και του Ωκεανού και με τις δικές τους συμβουλές μπόρεσε να συλλάβει την ιδέα ενός είδους ναρκωτικού ή μάλλον αντι-ναρκωτικού, που θα ήταν σε θέση να αδρανοποιήσει τις φυγόκεντρες επιδράσεις εντός του κβαντικού χώρου.  Το θέμα είναι, σκεφτόταν ο Προμηθεύς Καταστερίζων, το ναρκωτικό να δημιουργήσει ένα πεδίο αντίθετο προς τη συσσωρευμένη και δυστυχώς συγκεχυμένη πλέον εγκεφαλική  δραστηριότητα των ψυχών. Να προκαλέσουμε ατύχημα ως αντισυστημικοί σε μία ακόμη προδεδομένη, αλλά μη νομιμοποιημένη τάξη, γιατί το ατύχημα είναι εκδήλωση θεϊκής χειροτεχνίας, στοχάστηκε παίρνοντας τη θέση του Θεού και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται τα υποχθόνια και καταχθόνια σχέδιά του. Υπό μία έννοια όλο το φαινόμενο της ζωής θα μπορούσε να αποκληθεί ατύχημα.

Για όσους ενδιαφέρονται για λεπτομέρειες, το αντι- ναρκωτικό ήταν βάλσαμο για το συκώτι και τα νεφρά. Περιείχε θείο, επεξεργασμένα φύλλα πικροδάφνης, έλαιο νιτρικού καλίου, αιθανοϋλοβρωμίδιο (κάνει και το ακυτελοβρωμίδιο) , αμινοφενόλη, οξείδιο του ψευδάργυρου, ξυλάνθρακα, κοβάλτιο, χλωρίδιο, καφεϊνη, απόσταγμα δακτυλίτιδας, στεροειδή,  δίυδρο κιτρικό τρινάτριο, ασκορβικό οξύ, χρωστικές και αρωματικές  ουσίες. Μη  σκοτίζεστε και μη πάει το μυαλό σας αν όλα αυτά τα στοιχεία είχαν ανακαλυφθεί στην εποχή του Προμηθέα, διότι η εδώ περιγραφόμενη εποχή ενδέχεται να εντοπίζεται εξίσου είτε στο απώτερο παρελθόν είτε στο απώτατο μέλλον.  Το αντιναρκωτικό λοιπόν αυτό, αν κανείς το χρησιμοποιούσε ως ελιξίριο,  ήταν ιδανικό για να αποκαθιστά προβλήματα ανδρικής ικανότητας, να ανακουφίζει παράπονα και προβλήματα αναπαραγωγής όντας ασπίδα προστασίας απέναντι σε βλαβερούς και νοσηρούς ατμούς και εκπομπές κάθε είδους. Επομένως μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωσή μας προς όφελος της συνοχής των μορίων.

Ένα φιαλίδιο αντιναρκωτικού, εξοπλισμένο με ειδικό χείλος εκκένωσης, έχει μέσα πεπιεσμένο υγρό, όπως τα ανθρακούχα αναψυκτικά που σερβίρονται στο Παρίσι από το 1790. Είναι ένα είδος φορητού πομπού ιόντων υψηλής ηλεκτρικής τάσης και χαμηλής έντασης, που λειτουργεί δυνάμει μίας πλούσιας ενεργειακά βολταϊκής στήλης φορτισμένης  με  μπαταρία ηλίου υψηλής αποδοτικότητας. Τα αρνητικά ιόντα αποκτούν στροφορμή αντίθετα με τη φορά του ωρολογίου μέσα σε μία αίθουσα επιλεκτικής επιτάχυνσης, που δημιουργεί σ’ αυτά μία κεντρομόλο τάση αντί για φυγόκεντρο, έτσι ώστε αυτά συνασπίζονται και συναρτώνται αντί να διασκορπισθούν.  Ένα αρνητικό πεδίο ιόντων εμποδίζει την διάδοση και την ταχύτητα των εγκεφαλικών κυμάτων στην ατμόσφαιρα. ‘Όταν πέσει η ταχύτητά τους αδρανοποιούνται και ακινητοποιούνται, η επίθεση τους πλέον ματαιώνεται και δεν μπορούν πλέον να διασταυρωθούν με άλλα κύματα. Έτσι τα μη επιθετικά κύματα των μεμονωμένων εγκεφάλων έχουν την ευκαιρία να πάρουν τ’ απάνω τους όπως λέμε, να διατηρήσουν τη συνοχή τους και τον ειρμό τους, έτσι ώστε η ψυχή αισθάνεται τη στιγμή εκείνη μία μεγάλη ανάνηψη, ανανέωση και ζωτικότητα. Τέτοια μέσα είχε στη διάθεσή του ο τρομερός Προμηθέας πυρφόρος, δεσμώτης, λυόμενος ή καταστερίζων, αυτή η μέγιστη απειλή, και πώς μπορούσε η διαταραγμένη συνείδηση κάποιων δυστυχισμένων πρώην ανθρώπων και απογοητευμένων συντετριμμένων πρώην εραστών να τού αντισταθεί; Μήπως νομίζετε ότι ο Τηλεγόνος, που γονιμοποιούσε από μακριά κατά την ίδια έννοια που ο Τηλέμαχος μαχόταν από μακριά, είχε και ο ίδιος όρεξη για πολέμους και αντιπαραθέσεις; Προσευχόταν και αυτός κατά βάθος να καταλαγιάσει το φλογερό του ταμπεραμέντο και να κατασβεστεί με κάποιο τρόπο η περιττή πια σεξουαλική ορμή του, που δεν τού χρησίμευε σε τίποτε εις τας αιωνίους μονάς. 

Έτσι, όταν ο Προμηθέας βούτηξε ανάμεσα στις ψυχές και άρχισε να τις ψεκάζει στα μούτρα με μανία μη φειδόμενος κόπων και υλικών ενισχύοντας τα περιγράμματά τους και επαναφέροντας τη ζωτικότητά τους σε θαυμαστά επίπεδα, ακόμη και ο Τηλεγόνος το καλωσόρισε και λούφαξε στη γωνιά του για να αναπολήσει χαμένες αγκάλες, ηλιόλουστα παράθυρα οργασμικής πληρότητας, περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

Οι ψυχές, ενισχυμένες και καρδαμωμένες από το σκεύασμα του Προμηθέα, που σίγουρα, αν το κατοχύρωνε ως ευρεσιτεχνία και το προωθούσε σε μαζική παραγωγή, θα κέρδιζε ένα σκασμό λεφτά, σταμάτησαν τους θρήνους και τους κοπετούς, εξέβαλαν θριαμβευτικές κραυγές και ευχωλές ευχαρίστησης, και, αφού πρώτα επιδόθηκαν σε ευγενή άμιλλα μεταξύ τους – κταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, αλλά παρηγορηθείτε από το γεγονός ότι ο νεκρός δεν είναι δυνατό να πεθάνει- άρχισαν να ανεβαίνουν τον διάδρομο που οδηγούσε στην Αρκαδία παρά τον σφοδρό αέρα, τον σαρωτικό ανεμοστρόβιλο που χτυπούσε ανελέητα τα πρόσωπά τους. Τσεκάρετε, φίλοι, μία ακόμη επιτυχία για την τρελοπαρέα των τιτάνων. Η Θέμις όμως είχε κέφια και αποφάσισε να παραμείνει στο σκοτεινό κόσμο των χθονίων για να βελτιώσει εκ των έσω το ήθος των κατοίκων του Άδη ως άγγελος του χριστιανισμού.   

Μετά την επιστροφή του Προμηθέα στον Βενοβίνδα, οι τιτάνες ενθαρρυμένοι από μία σπάνια επιτυχία, που κατήγαγαν στο πιο εχθρικό νοητό περιβάλλον, έψαλλαν τον ύμνο του ειδικού στις διασκεδάσεις αμφιετούς και τριετούς Βάκχου προς τιμή του αστέρος Κέρκου (Δένεβ), το έριξαν δηλαδή κι αυτοί για μια φορά στη ζωή τους έξω, χωρίς όμως ποτέ να βγάζουν την ουρά τους απέξω!   

 ΑΜΦΙΕΤΟΥΣ, ΘΥΜΙΑΜΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΛΗΝ ΛΙΒΑΝΟΥ

«Αμφιετή καλέω Βάκχον, χθόνιον Διόνυσον,

Εγειρόμενον κούραις άμα νύμφαις ευπλοκάμοις,

Ός παρά Περσεφόνης ιεροίς δόμοις ιαύων

Κοιμίζει τριετήρα χρόνον Βακχήιον αγνόν.

Αυτός δ’ ηνίκα τον τριετή πάλιν κώμον εγείρη,

Εις ύμνον τρέπεται συν ευζώνοις τιθήναις,

Ευάζων κινών τε χορούς ενί κυκλάσιν ώραις.

Αλλά, μάκαρ, χλοόκαρπε, κερασφόρε, κάρπιμε, Βάκχε,

Βαίν’ επί πάνθεον τελετήν γανόωντι προσώπω,

Ευιέροις καρποίς τελεσιγόνοις βρυάζων».

(Καλώ τον Βάκχο τον αμφιετή, Διόνυσο χθόνιο,

Που για τις κόρες τις βοστρυχωτές φορά περιβραχιόνιο,

Που κοιμάται στης Περσεφόνης τα ιερά δώματα

Ανά τρία έτη γιορτάζει κι αφαιρεί φιάλης πώματα,

Αυτός, που ξανά και ξανά τον τριετή κώμο εγείρει,

Και ύμνους μαζί μ’ εύζωνες τροφούς ανασύρει,

Χορούς κινεί και σε τακτές ώρες διασκεδάζει,  

Χλοόκαρπε και κάρπιμε, η χάρη σου προσπελάζει.   

Δεύρο, βαίνε (δένεβ) σε πάνθεη τελετή με όψη φωτεινή,

Των ώριμων καρπών να γιορτάζεις πλησμονή).

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ’

ΚΗΦΕΥΣ, ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ, ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, ΔΑΙΜΩΝ (ΑΛΓΚΟΛ), ΠΕΡΣΕΥΣ 

Η Κασσιόπεια ή Κασσιόπη, γυναίκα του Κηφέως, που βασίλευε στην Αιθιοπία, καυχήθηκε ότι ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Περίεργα και σύνθετα πλάσματα οι γυναίκες. Επειδή εκ της φύσης έχουν αναλάβει τη διαιώνιση του ανθρωπίνου είδους, η καθεμία θέλει να είναι μοναδική, αλλά εξ ορισμού δεν γίνεται να είναι όλες μοναδικές. Κάποιες έχουν καθρέφτη που τις διαβεβαιώνει ότι είναι ομορφότερες από όλες, άλλες καυχώνται ότι είναι ωραιότερες από την Αφροδίτη, την Ήρα ή την Αθηνά και έτερες αρκούνται στο να πουν ότι είναι ελκυστικότερες από τις Νηρηίδες. Άντε να βγάλεις άκρη!  

Ο μετριοπαθής ισχυρισμός της Κασσιόπης ότι απλά ήταν ομορφότερη από τις Νηρηίδες   -θα μού πείτε δεν είναι και τόσο μετριοπαθές να λες ότι είσαι πλέον έκπαγλη και εκτυφλωτική από 66 νεαρές υπάρξεις, αλλά στο κάτω- κάτω της Γραφής δεν είπε ότι είναι κι ευμορφότερη απ’ την Αφροδίτη- δεν την έσωσε, διότι οι Νηρηίδες παρεξηγήθηκαν, αγανάκτησαν και παρακάλεσαν τον Ποσειδώνα να τις εκδικηθεί. Στην ιστορία μας ο Ποσειδώνας αντιστοιχίζεται με τον Κηφέα, από τον οποίο ξεκινάει το κεφάλαιο αυτό.  

ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑΝ

«Κλύθι Ποσειδάων γαιήοχε, κυανοχαίτα,

Ίππιε, χαλκοτόρευτον έχων χείρεσι τρίαιναν,

Ός ναίεις πόντου βαθυστέρνου θέμεθλα,

Ποντομέδων, αλίδουπε, βαρύκτυπος, ενοσίγαιε,

Κυμοθαλής, χαριτώπα, τετράορον άρμα διώκων,

Εναλίοις ροίζοις τινάσσων αλμυρόν ύδωρ.

Ός τριτάτης έλαχες μοίρης βαθύ χεύμα θαλάσσης,

Κύμασι τερπόμενος, θήρεσιν θ’ άμα, πότνιε δαίμον,

Έδρανα γης σώζοις και νηών εύδρομον ορμήν,

Ειρήνην, υγιείαν άγων, ηδ’ όλβον αμεμφή,

Κλύθι, Ποσειδάων, Ζηνός παι, πρεσβυγένεθλε,

Ουρανίων μακάρων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών,

Ός ναίεις κορυφαίος επ’ Ολύμπου καρήνων

Δεύτερος εκ Διός ειληχώς πάντεσιν ανάσσειν,

Ίππιε, χαλκοτόρευτον έχων χείρεσι τρίαιναν,    

Ευρύμεδον, χαριτώπα, τετράορον άρμα διώκων,

Ώ άναξ παντοκράτωρ, ιερώτατος, αγλαότιμε,

Σεμνοίς μυστοπόλοις χαίρων οσίοις τε σεβασμοίς,

Ίλαος είης, ευτυχίην μύσταις προφαίνων».

(Άκου Ποσειδώνα με κτήματα πολλά και χαίτη κυανή,  

Φίλιππε, που ‘χεις στα χέρια χάλκινη τρίαινα τρανή,

Που κατοικείς πόντο βαθύστερνο κι αεροστεγή,  

Που σκέφτεσαι τη θάλασσα και χτυπάς τη γη,

Χαίρεσαι με τα κύματα κι οδηγείς άρμα κρατερό,

Σε ενάλιους δρόμους τινάζεις τ’ αλμυρό νερό.

Συ πήρες με λαχνό το  βαθύ ρεύμα της θαλάσσης,

Τέρπεσαι με τα κύματα, όσα θηρία κι αν δαμάσεις. 

Σώζε τα έδρανα γης, των καραβιών τη ρότα

Ειρήνη, υγείαν φέρνοντας κι ευτυχία σαν πρώτα,

Άκου Ποσειδώνα γηραιέ, του Δία τσιράκι, κάλφα    

Ουρανίων μάκαρων θεών μα και ανδρών το άλφα,

Που κατοικείς στην κορυφή, στον Όλυμπο ελλοχεύεις,

Σού ‘λαχε του Δία δεύτερος παντού να βασιλεύεις.  

Φίλιππε, που στα χέρια χάλκινη τρίαινα σαλεύεις,   

Μέγα κράτος έχεις και τέθριππο άρμα οδηγείς,  

Ώ άναξ παντοκράτωρ, ως τα πέρατα της γης,

Στους σεμνούς μύστες είσαι όσιος, άγιος, σεβαστός,  

Ελεήμων, προσηνής, στις συμβουλές σου σωστός).

          Για τον καταστερισμό της Κασσιόπειας θα επικαλεστούμε το τροπάρι του Έρωτα, γιατί οτιδήποτε κάνουν οι γυναίκες το κάνουν για τον έρωτα, ακόμη και η ματαιοδοξία τους είναι στην πραγματικότητα ένα ερωτικό κάλεσμα προς κάποιον εκεί έξω.

ΕΡΩΤΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΑΡΩΜΑΤΑ

«Κικλήσκω μέγαν αγνόν εράσμιον ηδύν Έρωτα,

Τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή,

Συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις-

Ευπάλαμον, διφυή, πάντων κλείδας έχοντα,  

Αιθέρος ουρανίου, πόντου, χθονός, ηδ’ όσα θνητοίς

Πνεύματα παντογένεθλα θεά βόσκει χλοόκαρπος,

Ηδ’ όσα Τάρταρος ευρύς έχει, πόντος δ’ αλίδουπος.

Μούνος γαρ τούτων πάντων οίηκα κρατύνεις.

Αλλά, μάκαρ, καθαραίς γνώμαις μύσταις συνέρχου,

Φαύλους δ’ εκτοπίους θ’ ορμάς από τώνδ’ απόπεμπε».   

(Καλώ τον μέγα, αγνό, εράσμιο Έρωτα και συναφή θυμό,

Τον τοξότη, φτερωτό- φλογερό, μ’ ορμή χωρίς συγκρατημό,

Που παίζει με τους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους-

Επιδέξιο διφυή, που έχει κλειδιά για όλους τους τόπους,  

Για τον ουράνιο αιθέρα, τον πόντο, τη γη, κι ό,τι άλλο ακόμη

Για όσα πνεύματα βόσκουν σ’ εύφορο  λειμώνα ή κώμη, 

Για όσα θα βρεις στα τάρταρα κι ακόμη παραπέρα.

Γιατί είσαι ο μόνος που ολονών κρατάς τη λαγουδέρα. 

Αλλά με γνώμες καθαρές τους μύστες κατατόπισε,

Και τις φαύλες ορμές απ’ εκείνους εκτόπισε).   

Ο Ποσειδώνας για να κατευνάσει τις αγαπημένες του Νηρηίδες έστειλε στη χώρα πλημμύρα και ένα άγριο κήτος για να τη βλάψει. Το κήτος αυτό αποκαλείται «Κράκεν» στις χολιγουντιανές ταινίες, που μάς έχουν κλέψει όλη μας την μυθολογία, προφανώς κατόπιν (δημιουργικής; ) μίξης με τις παραδόσεις άλλων χωρών. Η γενναιόδωρη όμως και ανεξίκακη νοοτροπία υπαγορεύει να δεχθούμε αυτές τις κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι έτσι οι μύθοι των τιτάνων επανεγγράφονται και ανανεώνονται στο ανθρώπινο συνειδός. Άμα τελικά σωθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός ή ακόμη κι αν δεν σωθεί, υποκύπτοντας στο άσβεστο μίσος του μεσανατολικού ή του ουκρανικού προβλήματος, αμέσως μόλις τα δίποδα της θερμοπυρηνικής καταστροφής ορθοποδήσουν, πάλι στην κιβωτό της αρχαίας  Ελλάδας θα αναζητήσουν νοήματα και νάματα και σύμφωνα μ’ αυτά θα βαφτίσουν και πάλι τους αστερισμούς της έμπνευσής τους. Παραδόσεις υπάρχουν πολλές, όλες σεβαστές και τιμημένες, αλλά πολιτισμός της ανθρωπότητας είναι ένας, είναι εκείνος της αρχαίας Ελλάδας, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτό που έχουμε γίνει, όπως θα έλεγε και ο μέγας φιλόσοφος Χέγκελ. Ενδεχομένως να υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στα οικονομικά συστήματα, αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στους θεσμούς της πολιτείας, μάς αρέσει, δεν μάς αρέσει.   

Οι ιερείς του Άμμωνα, που πολλές φορές δρούσαν ιμπεριαλιστικά και προσπαθούσαν να προσεταιριστούν ποίμνιο, εδάφη και περιοχές που ανήκαν στο μαντείο των Δελφών ή της Δωδώνης, όπως γίνεται και σήμερα ανάμεσα στα πατριαρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας, έδωσαν χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το κακό θα πάψει μόνο, όταν δοθεί σε βορά του θηρίου η θυγατέρα της Κασσιόπης Ανδρομέδα. Όταν λοιπόν ο Περσέας έφτασε στην Αιθιοπία, βρήκε την Ανδρομέδα δεμένη σε μία πέτρα κοντά στη θάλασσα, εκτεθειμένη στο έλεος του κήτους ή μάλλον στο πότε τα γαστρικά υγρά θα έμελλαν να τσιγκλήσουν τα τοιχώματα του στομαχιού του κι αισθάνθηκε γι’ αυτήν όλα τα ευγενή αισθήματα μαζεμένα, τόσο προστατευτικά, αλλά και συνάμα κατακτητικά.

Ακολούθως παρατίθεται ο ύμνος «Εις Αφροδίτην» προς τιμή της Ανδρομέδας.  

ΕΙΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ΥΜΝΟΣ

«Ουρανίη, πολύυμνε, φιλομειδής Αφροδίτη,

Ποντογενής, γενέτειρα θεά, φιλοπάννυχε σεμνή,

Νυκτερίη, ζεύκτειρα, δολοπλόκε, μήτερ ανάγκης,

Πάντα γαρ εκ σέθεν εστίν, υποζεύξω δε τε κόσμον

Και κρατέεις τρισών μοιρών, γεννάς δε τα πάντα,

Όσα τ’ εν ουρανώ έστι και εν γαίη πολυκάρπω,

Εν πόντου τε βυθώ, σεμνή Βάκχου πάρεδρε,

Τερπομένη θαλίαις, γαμοστόλε, μήτερ ερώτων-

Πειθοί λεκτροχαρής, κρυφίη, χαριδότι άνασσα,

Φαινομένη τ’ αφανής τ’ ερατοπλόκαμ’ ευπατέρεια,

Νυμφιδίη, συνδαιτε, θεών σκηπτούχε, λύκαινα,

Γεννοδότειρα, φίλανδρε, ποθεινοτάτω βιοδότι,

Ενζεύξασα βροτούς αχαλινώτοις ανάγκαις,

Και θηρών πολύ φύλον, ερωτομανέων υπό φίλτρων

Έρχου, Κυπρογενές θείον γένος είτ’ εν Ολύμπω,

Εις, θεά βασίλεια, καλώ γήθουσα προσώπω,

Είτε και ευλιβάνου Συρίης έδος αμφιπολεύεις,

Είτε συ γ’ εν πεδίοις συν άρμασι χρυσοτεύκτοις

Αιγύπτου κατέχεις ιεροίς γονιμώδη λουτρά,

Ή και κυανοίς όχοις επί πόντιον οίδημα

Ερχομένη χαίρεις νεπόδων κυκλίοις χορείαις

Ή νύμφαις τέρπη κυανώπισιν εν χθονί Δία 

Θυιάς επ’ αιγιαλοίς  ψαμμώδεσιν άλματι κούφω,

Είτε εν Κύπρω, άνασσα, τροφώ σου- ένθα καλαί σε

Παρθένοι, αδμήται νύμφαι τ’ ανά πάντα ενιαυτόν

Υμνούσιν σε, μάκαιρα, και άμβροτον αγνόν Άδωνιν.

Ελθέ, μάκαιρα θεά, μαλ’ επήρατον είδος έχουσα,

Ψυχή γαρ σε καλώ σεμνή αγίοις λόγοις».    

(Ουρανία, υμνημένη, Αφροδίτη, που χαμογελάς,

Θαλάσσια, γενέτειρα θεά, που στα ξενύχτια γλεντάς

Νυκτερινή, προξενήτρα, δολοπλόκε, ανάγκης μητέρα,

Τα πάντα εκκινούν απ’ την πλοκή σου πέρα ως πέρα, 

Και ελέγχεις τις τρεις μοίρες, η μήτρα σου όλα κυοφορεί,

Όσα στον ουρανό και τη γη μπορεί κανείς να βρει.

Στου πόντου το βυθό, Βάκχου πάρεδρε κι οδηγέ,

Με αφθονία και γάμους τέρπεσαι, ερώτων χορηγέ-

Στο κρεβάτι πας με χάρη κρυφή χωρίς να το ξέρει κανείς  

Μ’ ωραία γονίδια και πλεξούδες, πότε φανερή ποτ’ αφανής

Θεών σκηπτούχε, λύκαινα, νύμφη συνδαιτημόνα,

Άνδρες αγαπάς, απογόνους δίνεις και ζωή στον αιώνα,

Ζεύεις τους θνητούς μ’ ανάγκες αχαλίνωτες ως τη θανή,

Φύλα θηρίων ενώνεις με φίλτρα ερωτομανή, 

Έρχου, Κυπρογενή, στον Όλυμπο, μην αργήσεις 

Θεά βασίλεια, καλώ χαρούμενη εμέ να φιλήσεις

Είτε σε Συρία και Λίβανο είσαι και αναπολείς,

Είτε στα πεδία με χρυσά άρματα περιπολείς,

Της Αιγύπτου κατέχεις τα λουτρά τα ιαματικά,

Και το πόντιο κύμα κυττάς από άρματα πολεμικά, 

Ερχομένη χαίρεσαι των νέων κύκλιους χορούς

Ή με νύμφες τέρπεσαι, που κινούν τους μηρούς,  

Είσαι μαινάδα που πηδάς σε παραλίες κι αιγιαλούς, 

Είτε στην Κύπρο, είτε αλλού βρεις πιστούς καλούς.

Παρθένες, αδάμαστες νύμφες σε κάθε χρόνο κι έτος 

Υμνούν τον Άδωνι κι εσέ και πέρσι και φέτος.

Έλα, μακάρια θεά, με την μορφή σου υψηλή

Μ’ άγια λόγια σε καλώ και ψυχή αισχυντηλή).     

Να μην ξεχάσουμε δε και τον ύμνο προς Δαίμονα προς τιμή του Κράκεν και του αντίστοιχου αστερισμού Δαίμονα.  

ΔΑΙΜΟΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

«Δαίμονα κικλήσκω μέγαν, ευηγήτορα, φρικτόν,

Μειλίχιον Δία, παγγενέτην, βιοδώτορα θνητών,

Ζήνα μέγαν, πολύπλαγκτον, αλάστορα, παμβασιλέα,

Πλουτοδότην, οπόταν γε βρυάζων οίκον εισέλθη,

Έμπαλι δε ψύχοντα βίον θνητών πολυμόχθων.

Εν σοί γαρ λύπης τε χαράς τε κλείδες οχούνται-

Τοιγάρ τοι, μάκαρ αγνέ, πολύστονα κήδεα ελάσσας,

Όσα βιοφθορίην πέμπει κατά γαίαν άπασαν,     

Εύδοξον βιοτής γλυκερόν τέλος εσθλόν οπάζοις».

(Τον δαίμονα καλώ τον μέγα, τον φρικτό ηγέτη,

Τον Μειλίχιο Δία, τον ζωοδότη μα και παγγενέτη, 

Τον πολυπλάνητο, τον βασιλέα, τον τιμωρό,

Που χαρίζει τον πλούτο ακόμη και σε μωρό, 

Ενώ αντίθετα αυτόν που μοχθεί τον κάνεις σορό. 

Διότι από σένα και λύπης και χαράς είναι οι κλείδες 

Γι’ αυτό, μακάριε αγνέ, λύτρωσε από φροντίδες,

Που στέλνουν στη γη καταστροφή – φθορά,     

Και δώσε μας τέλος καλό μαζί με δόξα- χαρά).

Ο Κηφέας, παρότι είχε υποσχεθεί την Ανδρομέδα ως σύζυγο στο νεότερο αδελφό του Φινέα, αναγκάστηκε να την τάξει ενόρκως ως σύζυγο στον Περσέα, αν μπορούσε να σκοτώσει το Κράκεν του Ποσειδώνα. Στο σημείο αυτό προβαίνουμε σε μία αποκάλυψη, την οποία μόνο οι τιτάνες γνώριζαν. Ο Περσέας δεν ήταν κανένας ήρωας ή μάλλον ήταν περιστασιακός πρωταγωνιστής. Είχε ένα θάρρος κοινού ανθρώπου, θα λέγαμε όμως πιο σωστά ότι είχε ένα λελογισμένο και υπολογισμένο θάρρος, όπως οι αγωνιστές του ‘21 που χτυπούσαν τους εχθρούς από τα ταμπούρια. Διέθετε όμως και την κοινή λογική να αναζητά ισχυρούς συμμάχους και τέτοιοι σύμμαχοι ήσαν οι τιτάνες. Ζήτησε λοιπόν από τους τιτάνες τα μέσα, τους τρόπους και την τεχνογνωσία για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του.

Οι τιτάνες, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα βοηθείας και επικουρίας, απέσπασαν την Μήτιδα στην υπηρεσία του Περσέα, εξοπλισμένη με όλες τις μικροσυσκευές και μικροεφαρμογές της τεχνολογίας, διαθέσιμες στο οπλοστάσιο της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου. Στο σημείο αυτό θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή σε ένα ετυμολογικό ζήτημα, το οποίο παίζει μεγάλο ρόλο τόσο για την ιστορία του Περσέα, όσο και για την Ιστορία με «Ιώτα» κεφαλαίο της ανθρωπότητας. Αμάν, πόσες αποκαλύψεις και πρωτοτυπίες να παράσχει πια το μυθιστόρημα αυτό στο αναγνωστικό κοινό; Η λέξη «μήτις» σημαίνει συμβουλευτική ικανότητα, συμβουλή, σοφία, δόλο και πανουργία. Με τις δύο τελευταίες σημασίες δεν συντασσόμαστε για ηθικούς λόγους και αποτελούσαν μάλλον γνωρίσματα του μητιέτου Δία. Η λέξη Ανδρομέδα αποτελείται από τη λέξη ανήρ (άνδρας) και το ρήμα «μέδω» που σημαίνει σκέφτομαι, σχεδιάζω, μηχανεύομαι, κατορθώνω βάσει σχεδίου. Παράγωγο το «μέδω» είναι το «μήδος», γένους ουδετέρου που έχει διπλή σημασία, αφενός συμβουλές, σχέδια και τεχνάσματα, αφετέρου στον πληθυντικό «μήδεα» τα ανδρικά γεννητικά όργανα («μέζεα ή μεζέδες» είναι τα γεννητικά όργανα των ζώων), υπόλειμμα ίσως της απόλυτα εσφαλμένης και καταδικαστέας σεξιστικής αντίληψης ότι όποιος έχει όρχεις έχει και νου και αντιστρόφως. Την αυτή ετυμολογία έχει και η λέξη «Μέδουσα», η οποία είναι συστατικό στοιχείο του μύθου του Περσέα και θα τη συναντήσουμε αμέσως παρακάτω. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Περσέας κατάφερε να επιπλεύσει και να μεγαλουργήσει στο άγριο περιβάλλον της εποχής του, επειδή περιστοιχίστηκε από τη σοφία και το νοήμονα σχεδιασμό, που οι τιτάνες απλόχερα τού παρείχαν κι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Από την πολύ περιεσκεμμένη και νοητική ρίζα του «μέδω» συνάγονται δύο σοβαρές λέξεις της κατοπινής εξέλιξης η Μήδεια και οι Μήδοι. Την μεν πρώτη είναι σεξιστικό να την πούμε «αρχιδού», δυνάμεθα όμως να την αποκαλέσουμε σοφή, αλλά σοφή δεν ήταν, αφού σκότωνε τα παιδιά της, ίσως όμως να τής αναγνωρίσουμε ότι ενεργούσε πάντα ψυχρά και βάσει σχεδίου, πράγμα εξίσου συμβατό με το περιεχόμενο του ονόματός της, ενώ οι δεύτεροι είναι φανερό ότι προέρχονται και αυτοί από τον μύθο του Περσέα, Πέρσες ή Μήδοι!        

Ημερολόγιο επίκουρης σημαιοφόρου Μήτιδας, αποσπασμένης στην υπηρεσία του περιστασιακού ήρωα Περσέα, με την ελπίδα ότι μετά την αποστολή αυτή θα ξεφύγω επιτέλους από αυτό τον γελοίο στρατιωτικό βαθμό. Τι φταίω εγώ, αν δεν υπάρχουν οργανικές θέσεις, λόγω του ότι ελάχιστοι τιτάνες έχουν απομείνει, και αν η επετηρίδα είναι τριγωνική; Άλλοι μια χαρά έχουν βολευτεί, ανοϊκοί και πάσχοντες από Αλτσχάιμερ, αντικοινωνικοί που και αν ακόμη πετάξουν τα γραφεία τους από το παράθυρο θα παραμείνουν στο σώμα, άνθρωποι που είναι διαρκώς σε αναρρωτική άδεια, πρόεδροι που σαμποτάρουν τα πρωτόκολλα της ίδιας της δουλειάς τους και τορπιλίζουν κάθε συνεργασία, τέλος πάντων ας μην ανοίξω το στόμα μου.

Το κήτος του Ποσειδώνα, που μ’ αρέσει καλύτερα να το λέω «Κράκεν», γιατί έχει πιο πολλή πλάκα, ήταν ένας υποβρύχιος καλικάντζαρος, που είχε στα άκρα νυκτικά πτερύγια σαν βατραχάνθρωπος. Πιο συγκεκριμένα ήταν ένα πλάσμα από πηλό και εμφυσημένο με πνοή ζωής κατά κάποιο μαγικό ή επιστημονικό τρόπο, ένα σπάνιο δημιούργημα, που εδώ και καιρό κανείς δεν αποτολμά να επιστρατεύσει, ένα είδος μεσαιωνικού ρομπότ, αλλά όχι από μέταλλο, που πολλάκις  το έζευαν και το ζάλωναν ως χειρώνακτα σε διάφορες δουλειές, αλλά συνήθως τού ανατίθεντο καθήκοντα φύλακα.

Ο συγκεκριμένος καλικάντζαρος όμως, όντας υπερβολικά επιμήκης, έμοιαζε λιγότερο με πήλινο μακρόστενο βατραχάνθρωπο, αλλά μάλλον με φίδι. Ένα είδος ανακόντα από ασβέστη και αλισίβα, δέκα μέτρα μακρύ, βαρύ και χοντρό όπως ο κορμός ενός ενήλικα, που όμως και στα δύο άκρα του κατηραμένου όφι παραμόνευαν κεφάλια με πλεονεκτικά και απειλητικά απογυμνωμένα δόντια. Το κοκκινωπό και συνάμα γκρίζο δέρμα θύμιζε κακοψημένο κεραμίδι. Τα μάτια του ήσαν διογκωμένα και με τρόμαζαν τόσο πιο πολύ, όσο περισσότερο έμοιαζαν ανθρώπινα. Στο μέσον στένευε ο κορμός του φιδιού κι εκεί βρισκόταν μία τετράγωνη σκάφη σε μέγεθος δίσκου σαν λαιμός κόμπρας, που πότε κυλούσε προς τη μία και πότε προς την άλλη κεφαλική απόληξη. Οι οφθαλμοί του αρπακτικού σπίθιζαν οργισμένοι, το κορμί βιδωνόταν σαν περιστρεφόμενος βρόχος στον αέρα και τα στόματά του ξεφυσούσαν με ρόχθο και βρόγχο και λύσσα. Το παρουσιαστικό και το σουλούπι του ήταν τόσο υβριδικό, αντικανονικό και γκροτέσκο, ώστε ήταν παραπάνω από φανερό ότι στηριζόταν σε υποστηρικτική διάνοια, ευρισκόμενη στα παρασκήνια ή στο κουβούκλι του υποβολέα. Ήρκεσε πράγματι μια βολή από τον ακτινοβόλο φασωτή μου για να διαλύσει την ετοιμόρροπη συνοχή του και να το αναγάγει στα συστατικά του στοιχεία. Αντί να δώσω το ακτινοβόλο στον Περσέα, προτίμησα να απλοποιήσω τη διαδικασία και να κάνω μόνη μου τη βρόμικη δουλειά. Είναι λίγο γελοίο και υποκριτικό να δίνουμε στους συμμάχους μας τα δικά μας όπλα και μετά να λέμε ότι αυτοί έχουν την ευθύνη χρησιμοποίησης τους.   

Τότε, αφού έπεσαν οι μάσκες και πλέον οι «μπροστινοί» αποχώρησαν για να μπουν στην παλαίστρα οι πραγματικές υπερδυνάμεις, είδα τη Μέδουσα να λαμβάνει θέση ακριβώς πίσω από το σύμμαχό της, μάλιστα να σπρώχνει τα υπολείμματά του στην άκρη και να αναλαμβάνει αυτή το ρόλο του πραγματικού μονομάχου και διεκδικητή κατά επιδεικτικό παραμερισμό του αμμώδους ψαμμώδους ετοιμόρροπου επιρρεπούς σε διάλυση καλικάντζαρου.

     Η διήγηση εδώ αναγκάζεται να υιοθετήσει κάποιες ευκολίες ποιητική αδεία, εκ των οποίων η κυριότερη είναι ότι ο Περσέας μετ’ εμού (ει οι τιτάνες μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών) δεν αντιμετώπισε τις δύο άλλες Γοργόνες, δηλαδή τη Σθενώ και την Ευρυάλη, που ήσαν αθάνατες, αλλά μόνο τη Μέδουσα που για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο ήταν θνητή, αλλιώς δεν θα μπορούσε η πλοκή να προχωρήσει. Για να μαθαίνουμε και κάτι, η Σθενώ δεν ήταν καθόλου άσχημη και αποκρουστική όπως η Μέδουσα, αλλά αντίθετα τα μάλα γοητευτική και σαγηνευτική. Το γεγονός όμως ότι, αντί για μαλλιά, είχε κόκκινα φίδια, φόβιζε για κάποιο λόγο τους άνδρες, με αποτέλεσμα να την απορρίπτουν και να εκτίθενται συνεπαγωγικά στη φονική οργή της. Για την Ευρυάλη δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, το όνομά της όμως, δηλαδή «ευρεία θάλασσα», μάλλον υποδηλώνει ότι ήταν χοντρή ή κατά πολιτικά ορθή ορολογία εύσωμη, πληθωρική ή εύσαρκη. Το γνωστικό συμπέρασμα της ανάλυσης αυτής είναι ότι οι Γοργόνες δεν ήσαν εξ ορισμού απωθητικές, αλλά μπορούσαν να είναι και πολύ ελκυστικές, ιδίως αν ο συνομιλητής τους τις αποδεχόταν. Την απόρριψη φοβούνταν, όπως όλοι μας άλλωστε είτε άνδρες είτε γυναίκες είτε ουδέτερα. Παράδειγμα τρανό η μεταγενέστερη Γοργόνα που ρωτούσε αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, όπου οι πάντες συμφωνούν ότι ήταν απίστευτα γοητευτική. Συναφής και η προβληματική των σειρήνων, αλλά ας σταματήσουμε καλύτερα εδώ.       

Σε αντίθεση με τους καλικάντζαρους οι Γοργόνες, μεταξύ των οποίων και η Μέδουσα, δεν διαθέτουν υλικό υπόστρωμα. Είναι σβόλοι του λυκόφωτος, της ενδιάμεσης ροής των πραγμάτων, στους οποίους έχει εμφυσηθεί πνοή ζωής, είναι στρόβιλοι ζωικής δυνάμεως, αυτό ακριβώς συμβολίζουν τα ατίθασα, βοστρυχωτά μαλλιά τους.

Η συγκεκριμένη Γοργώ, δηλαδή η Μέδουσα, διέθετε ένα ελαστικό κορμί καμωμένο από καπνό και ρεύματα φωτιάς. Κυριαρχούσε στη μορφή της το γκρίζο φως, ακόμη και οι πύρινες γλώσσες της είχαν περιβληθεί μία γκριζόμαυρη θωριά, αλλά αναδείκνυαν στο βάθος και μία ανεπαίσθητη κατακόκκινη απόχρωση.  Η Μέδουσα δεν είχε πόδια, ο δε κορμός της στένευε προοδευτικά και μεταμορφωνόταν σταδιακά σε σώμα στριφογυριστού φιδιού. Από το έδαφος αναδύονταν και αναδεύονταν ατμοί σαν να προέρχονταν από νοτισμένα εσώρουχα κατά το σιδέρωμα. Το κεφάλι, τα μπράτσα, αλλά και τα κρεμασμένα ή ξεκρέμαστα κατά τρόπο ξετσίπωτο, άβολο και άτσαλο από το φιδίσιο σώμα γεννητικά όργανα φαίνονταν σχεδόν ανθρώπινα. Μόνο πολύ μεγαλύτερα, μία ώα αιδοιϊκή, αφού η Μέδουσα πρέπει να καταλάμβανε πέντε ολόκληρα μέτρα καπνού και φλόγας. Η πυρακτωμένη πορφυρή θράκα των οφθαλμών ήταν η μόνη ανοιχτόχρωμη λεπτομέρεια στο σώμα της. Με το στόμα, απ’ όπου πρόβαιναν τα ακονισμένα τερηδονισμένα δόντια με τον απεχθή τριγμό τους, τα μυώδη πέλματα με τα κοφτερά γαμψώνυχα, το θυσανωτό θαμνώδες μελανό τρίχωμα και τα στίλβοντα από τυφλή κακία πορτοκαλιά μάτια, η Μέδουσα παρίστατο αλήθεια αρκούντως εντυπωσιακή και τρομακτική. Το περίεργο ήταν ότι έβγαζε μία αποπνικτική, δηκτική κι αηδιαστική αποφορά. Πώς είναι δυνατόν να βρομάει η Μέδουσα, που δεν είναι από κρέας, ούτε καν από πηλό, αλλά συμπηγνύεται από συγκεντρωμένη ενέργεια;  Δεν είχα ιδέα. Ίσως επρόκειτο για μία τυχαία παράπλευρη συνέπεια. Ίσως απλά ο Δημιουργός των Μεδουσών επέτρεπε στον εαυτό του να διασκεδάσει λίγο σε βάρος των ευαίσθητων οσφραντικών κυττάρων μ’ αυτό το είδος φάρσας.

Το τέρας με κοίταξε και με βολιδοσκόπησε με τη σειρά του παραπλανητικά, ενώ συγχρόνως το πέλμα του τινάχτηκε προς το μέρος του Περσέα. Ναι, γρύλλιζε σχεδόν χαρούμενο και κινήθηκε ευέλικτα ή ελίχθηκε ευκίνητα προς το μέρος μας.

Ήλθε η ώρα να αξιοποιηθεί ο ανώτερος εξοπλισμός του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Το σκάφος μας διέθετε όπλα, που κατασκεύασε ο μέγας οπλοποιός Φόρκος. Και τα όπλα αυτά ήσαν: ο οφθαλμός και ο οδούς των Φορκίδων, απαίσιων θυγατέρων του Φόρκου, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν είδος ανιχνευτή και καταγραφέα δεδομένων και ο δεύτερος ήταν καυστική και δηκτική λάβα. Εκτός όμως αυτών διέθετα μέγα εύρος εργαλείων και είχα εφοδιάσει σύμφωνα με τις εντολές μου τον Περσέα με την «κυνέη», που ήταν μανδύας απόκρυψης, ώστε να είναι αόρατος. Επίσης, τον είχα προμηθεύσει με το προ- αρχιμήδειο φορητό κοίλο κάτοπτρο «θάνατος», που αποτελούσε απειροστικό πολλαπλασιαστή δυνάμεως με αποτέλεσμα να αποκρούει οποιαδήποτε προσβολή είτε σωματιδιακή είτε ενεργειακή και να την ανακλά με γεωμετρική ή κυβική σφοδρότητα προωθώντας και εξελίσσοντας τον σχετικό συντελεστή στο διηνεκές μέχρι τη νιοστή δύναμη.     

Πειραματικά και διστακτικά έριξα τη δική μου μπάλα φωτιάς προς τη Μέδουσα, αλλά βέβαια έκανα μία τρύπα στο νερό. Ο σβόλος της φωτιάς εξαφανίστηκε κι απορροφήθηκε από το κορμί του τέρατος. Το ακτινοβόλο- φασωτής δεν έκανε τίποτε, εξοστρακίστηκε στο σκληρό της τυλώδες δέρμα. Τότε δοκίμασα εξαπολύοντας έναν αστερία με τρεις εγκοπές, όπου η Μέδουσα προσωρινά κλονίστηκε και στέναξε, αλλά δεν επιβράδυνε αισθητά τις κινήσεις της.

Ήλθε η σειρά του Περσέα. Ντύθηκε την κυνέη, πάτησε το κουμπί  και άνοιξε το φωτόσπαθό του, που τότε το λέγανε άρπη, αν και εγώ προτιμούσα την αδαμάντινη ιδιότητα της αδιανόητα κοφτερής λάμας ή φαλτσέτας.  Άφησε τη δύναμη να κυλίσει στην παλάμη του και σχημάτισε μία λευκή ενεργειακή λεπίδα. Η τρομερή όψη και η κόψη του σπαθιού που μετράει τη γη χώθηκε στο σώμα της Μέδουσας σαν να ήταν αυτό από βούτυρο, χωρίς όμως να τής προξενήσει εμφανή ζημιά. Δεν μού έμενε καθόλου χρόνος για να εξετάσω τα αίτια της τρέχουσας αποτυχίας. Αμέσως μετά η Μέδουσα εξαπέστειλε ερυθροπυρωμένη μοχθηρή ακτίνα από τα μάτια της που ευτυχώς άγγιξε τον Περσέα ξώφαλτσα προξενώντας του όμως αφόρητους πόνους στον ώμο και ρίχνοντάς τον πρόωρα στο καναβάτσο.

     «Το κάτοπτρο», σκέφτηκα, καθώς ο Περσέας το είχε πλακώσει με το κορμί του και σφάδαζε.      

Η Μέδουσα πήρε φόρα και χτύπησε με τη χερούκλα της. Μόλις που μπόρεσα να πηδήσω εκτός βεληνεκούς. Ακολούθησε όμως η ύπουλη επίθεση με την πάνοπλη θωρακισμένη ουρά. Έπεσα τότε ανάσκελα στο έδαφος και η Μέδουσα μ’ ένα ειρωνικό και θριαμβευτικό μειδίαμα με πλησίασε. Για κάποιο λόγο δεν ένιωθα καν φόβο, μονάχα αποστροφή σεμνότυφου προτεστάντη για τους ερεθισμένους ογκηρούς δοθιήνες, που είχε το θηρίο στη θέση των θηλών. Εξοργισμένη, μάζεψα και προέβαλα το κάτοπτρο με όλη τη δύναμή μου κι έπληξα τη Μέδουσα με μία θανατική βολή, που ήταν η ανατροφοδοτούμενη αντανάκλαση της δικής της οργής.

Η Μέδουσα συνταράχτηκε συθέμελα. Με την παλάμη ψαχούλεψε, ψηλάφησε κι έξυσε το στέρνο, όπου την είχε βρει το αδόκητο χτύπημα. Αραχνούφαντες τριχιές και κροσσωτές ίνες γύρω από μία χάσκουσα τρύπα τής έμειναν στο χέρι.

«Κόνις», τσίριξα περιμένοντας να αρχίσει η πολλαπλαστική δράση του κάτοπτρου. Το τέρας έμεινε άναυδο κι εμβρόντητο σαν στήλη άλατος μετά το πλήγμα, που γινόταν προοδευτικά διπλό, τριπλό, πενταπλό κ.λπ., εκπορευόμενο από ένα όπλο απολύτως απαγορευμένο από όλες τις διεθνείς συνθήκες. Γύρισε αργά προς το μέρος μου με βουβό παράπονο. Η πορφυρή φωτιά σβήστηκε από τα μάτια της, τα ζυγωματικά, αλλά και οι βολβοί των οφθαλμών ράντισαν ολόγυρα το περιβάλλον σαν βροχή, σαν να αναρριπίζονταν αναμμένα κάρβουνα στην εστία της φωτιάς ενός καταυλισμού. Μυξόκλαιγε σαν δαρμένος σκύλος, που τού είχαν συντρίψει τον αστράγαλο. Ούτε καν ούρλιαζε, απλά σιγόκλαιγε με αναφιλητά, μού έτεινε ικετευτικά τα χέρια και κουνούσε θρηνητικά την τυφλή της κεφαλή. Οι κόκκοι της καρβουνιασμένης στάχτης αντικαθιστούσαν ένα προς ένα τα κύτταρα του δέρματός του, μολοντούτο η φρικαλέα σιλουέτα δεν θρυμματιζόταν, δεν θραυόταν, δεν συνθλιβόταν, αλλά μεταβλήθηκε σ’ ένα είδος άμορφου όγκου, ανεξιχνίαστου σωρού. Μόνο ο καλικάντζαρος δίπλα της είχε γίνει σκόνη, αφού έτσι κι αλλιώς η ερείπωση, ο απολεπισμός και η κατάρρευσή του είχε προ πολλού δρομολογηθεί.

Ο κόσμος μπροστά μας έχασε τον πλουμιστό χρωματισμό του, ακόμη και οι ίσκιοι αναλήφθηκαν σε λευκό σύννεφο, καθώς κατακάθιζε η άπειρη λευκότητα μετά την ενεργειακή εκτόνωση. Ο κόσμος έγινε πάλλευκος, όμως ήταν το εκτυφλωτικό λευκό του θανάτου κι όχι της ζωής, ένα μίγμα χρωμάτων ανενεργό και αποστειρωμένο, όμοιο με απουσία χρώματος. Οι στοιβάδες των ερειπίων συνέκλιναν και συνέτριβαν σαν συμπληγάδες ή μυλόπετρες σε επαφή τριβής τσακμακιού την αλλόφρονα από τρόμο και πανικόβλητη Μέδουσα.

Ο κόσμος πάγωσε, κέρωσε. Τότε αποσύρεται η λευκή αναθυμίαση. Μένει μόνο η στάχτη, που βρέχει εξ ουρανού, και το πυρπολημένο έδαφος, καταλείπεται η πετρωμένη σιλουέτα της Μέδουσας, παράδοξο απολιθωμένο κορμί που δεν θυμίζει άνθρωπο, αιχμαλωτισμένο σε γρανίτη ή ψαμμόλιθο, παγιωμένο, αρτηριοσκληρωτικό, στρεβλωμένο. Το θέαμα, που παρουσιαζόταν μπροστά μας, μάς έκανε να χλομιάσουμε. Τούτη η μάχη καλύτερα να λησμονηθεί ανά τους αιώνες. Εδώ «κόσμον φέρει η σιωπή» και όχι η εξιστόρηση των πράξεων. Το να θανατώσεις έναν εχθρό είναι ένδοξο και τιμητικό, ιδιαίτερα στην ηρωική εποχή, όπου οι ήρωες ίδρυσαν κράτη και έκτισαν πόλεις. Το να τον υποβάλεις σε βασανιστήρια, ακόμη κι αν δεν έχεις άλλη λύση, είναι μία αισχρότητα. Το να τον καταδικάσεις σε αιώνια μαρτύρια είναι αιώνια καταισχύνη, άγος και όνειδος.

Διότι η Μέδουσα εξακολουθούσε ακόμη να είναι στη ζωή κι ας είχε μείνει απολιθωμένη, στερημένη από κίνηση, ενέργεια, όραση, ακοή και αντίληψη και τις λοιπές αισθήσεις. Όμως παρ’ όλ’ αυτά  ζούσε και θα ζούσε  «έως αν ο ήλιος την αυτήν οδόν είη, τη και νυν έρχεται», μέχρι να γίνουν σκόνη -κόνις- όλες οι πέτρες κι ίσως και λίγο περισσότερο. Αντικρίσαμε τις συσπασμένες τρέμουσες τρίζουσες αύρες του σώματός της έτοιμες να σηκωθούν σε επανάσταση, αλλά συγχρόνως παραιτημένες. Είδαμε την οδύνη της, την οργή, τον ανομολόγητο πρωταρχικό φόβο. Περσέα, δεν πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτή τη μάχη. Είσαι ελεύθερος να εκμεταλλευτείς τα αποτελέσματά της, αφού τυγχάνεις σύμμαχος, ορκίσου όμως ότι ποτέ δεν θα την αναφέρουμε, δεν θα την περιγράψουμε, δεν θα τη μνημονεύσουμε, ότι θα τη διαγράψουμε, όπως οι Αιγύπτιοι έξυναν από τους βράχους τα ονόματα των ανόσιων φαραώ. Το μόνο που μάς σώζει είναι να την πνίξουμε στη λησμονιά, στο βυθό της λήθης. Και ποτέ άλλοτε δεν θα στέρξουμε να προφέρουμε οξείες τροχιστικές αλωνιστικές αποξεστικές και ακονιστικές λέξεις, που προκαλούν νέφος γυαλιστικής σμύριδας και δεν θα τολμήσουμε να χρησιμοποιήσουμε το κάτοπτρο «Θάνατος», τουλάχιστον μέχρι να το ξαναανακαλύψει ή έστω επανεφεύρει ο Αρχιμήδης. Κλείσιμο ματιού προς τον υποψιασμένο αναγνώστη ότι και ο Αρχιμήδης προέρχεται από το «μέδω», υπενθύμιση ότι και σ’ αυτή την ιστορία οι τιτάνες επιστράτευσαν όλη τη συμβουλευτική τους σοφία, και όχι μόνο, για να συνεπικουρήσουν ένα σύντροφο, σύμμαχο και φίλο.

 Εδώ «άμα τω πέρατι» της αποστολής, τελείωσε και το ημερολόγιο της Μήτιδας. Η ιστορία είχε αίσιο τέλος, διότι ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, αλλά για να το πετύχει αυτό εξωθήθηκε σε μία μπαμπεσιά, που δεν είχε την έγκριση των τιτάνων, απόδειξη ότι αυτοί, επειδή ήσαν λίγο μαλακοί, δεν μπορούσαν πάντα να ελέγξουν τους συμμάχους τους. Συγκεκριμένα ο αδελφός του Κηφέα Φινέας (Λουί ντε Φινές), που είχε πάρει την αρχική υπόσχεση σχετικά με την Ανδρομέδα, μπούκαρε στο γάμο μαζί με τους απαραίτητους φουσκωτούς για να την απαγάγει την εσχάτη στιγμή. Τότε ο Περσέας, που για καλό και για κακό, παρά τον όρκο που είχε δώσει να ξεχάσει το επεισόδιο της Μέδουσας, κουβαλούσε πάντα στην κίβησι ή πήρα του (δισάκι) το κεφάλι της με το φλέγον βλέμμα της απανθράκωσης, το έβγαλε, το επέδειξε και απολίθωσε και τον Φινέα και τους οπαδούς του. Μετά το δυσάρεστο αυτό παραλειπόμενο μπόρεσε επιτέλους να στήσει χωρίς περαιτέρω περισπασμούς το σπιτικό του με την Ανδρομέδα και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα ή μάλλον συνέχισε η οικογένειά του και εφεξής να υπηρετεί τα συμφέροντα των τιτάνων στην αιώνια διαμάχη τους με τους θεούς του Ολύμπου και να εφαρμόζει τα ρητά του Επίκουρου «απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς» και το συναφές «ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων».  

Εν κατακλείδι επισυνάπτουμε τον ύμνο της Εστίας προς τιμή του σπιτικού, που κατάφερε τελικά ο Περσέας να στήσει με την Ανδρομέδα κόντρα στις συγκυρίες, τις αντιξοότητες και τις εναντιοτροπίες.  

ΕΣΤΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

«Ιστίη ευδυνάτου Κρόνου θύγατερ βασίλεια,

Ή μέσον οίκον έχεις πυρός αενάου μεγίστου,

Τούσδε συ εν τελεταίς οσίους μύστας αναδείξαις,

Θέσ’ αειθαλείς, πολυόλβους, εύφρονας, αγνούς,

Οίκε θεών μακάρων, θνητών στήριγμα κραταιόν,

Αϊδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε,

Μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ’ ιερά δέξαι προθύμως,

Όλβον επιπνέουσα και ηπιόχειρα υγιείαν».    

(Εστία δυνατού Κρόνου βασιλιά θυγατέρα,

Που στο μέσο του οίκου σου έχεις φωτιά και αιθέρα,  

Είθε με τελετές τους ιερούς μύστες ν’ ονοματίσεις,  

αειθαλείς, ευτυχείς, εύφρονες κι αγνούς να καταστήσεις,

Οίκε θεών μακάρων, θνητών βακτηρία κρατερή,

Αιώνια, πολύμορφη, ποθεινή, σαν χλόη και βουνά γερή,

Μειδιώσα να δεχθείς τις ιερές τούτες θυσίες

Καταπραΰνοντας με υγεία και πάντα επιτυχίες).   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ’

ΗΝΙΟΧΟΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΚΤΟΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΡΚΤΟΣ, ΔΡΑΚΩΝ

Ημερολόγιο κυβερνήτη Προμηθέα, αστρική ημερομηνία είτε πολύ παρωχημένη είτε πολύ προκεχωρημένη.

Στο πλαίσιο εκεχειρίας με τους Ολύμπιους, όπου, όπως πάντα παίζοντας θετικό ρόλο, τούς επέστησα την προσοχή ότι στραβά αρμενίζουν κι ότι, αν συνεχίσουν τις εισβολές και τις εχθροπραξίες, αναρριπίζουν το μίσος και υποθηκεύουν το ίδιο τους το μέλλον, ανέλαβα να σώσω τον δράκο Πύθωνα, τον οποίο είχε κατανικήσει ο Δέλφιος Απόλλωνας, και να τον συνοδεύσω πίσω στο σπίτι του, αντί να σαπίσει και αυτός στα έγκατα του Άδη μαζί με τους πολυάριθμους εχθρούς του Δία. Οι δράκοντες ανέκαθεν υπήρξαν παρεξηγημένα πλάσματα της Ιστορίας με μεγάλη αίγλη και διανοητική δύναμη, αλλά και μια βαθιά αξιοπρέπεια που εκ πρώτης όψεως κανείς δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα καταδιώχθηκαν απηνώς από τους ιππότες και εξαφανίστηκαν. Μεσολάβησα λοιπόν στον Απόλλωνα, τον έπεισα ότι ο Πύθων κατά βάθος ήταν καλό παιδί και αυτός μού τον εμπιστεύθηκε να τον γυρίσω στη χώρα των δράκων, την απόμερη, την πέρα από το χάρτη, με δική μου αποκλειστική ευθύνη. Αν ο Πύθων μού ξέφευγε, γιατί κανείς δεν αμφισβητούσε ότι ήταν προβληματικός, περιθωριακός, με προβλήματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, τότε θα ξεσπούσε πάλι πόλεμος ανάμεσα στα αναθεματισμένα όντα της σκουληκότρυπας- Δίας και Σία- και στους δράκοντες. Και βέβαια, πραγματιστή αναγνώστη, σε βλέπω έτοιμο να προβάλεις την ένσταση ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι δικός μου φίλος και ότι θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε την αντιπαράθεση Ολύμπιων θεών και δρακόντων για να αποκομίσουμε οφέλη ή για να στείλουμε όλες τις μάστιγες του ανθρωπίνου και τιτανικού γένους συλλήβδην στον αγύριστο, αλλά σε καλώ για μία ακόμη φορά να δεχθείς ότι οι τιτάνες δεν σκέφτονταν έτσι, διότι ήσαν ανθρωπιστές και ειρηνιστές.

Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής του Πύθωνα στην πατρίδα του από τη χώρα του μαντείου του Απόλλωνα ο ηνίοχος των Δελφών θα ήμουν εγώ. Παρακαλώ, τιτάνες, σηκωθείτε να ψάλλουμε έναν ύμνο προς τιμή του αστερισμού Ηνιόχου. Ο ύμνος θα είναι αφιερωμένος στον Σειληνό, ιπποκόμο του Βάκχου, για να εξευμενίσω και να κολακέψω τον αιχμάλωτό μου, ώστε να με σεβαστεί στο ταξίδι και να μη στασιάσει, αφού είμαι επιφορτισμένος με την ευθύνη του. Μη μάς κατηγορείτε και μη μάς κρίνετε που απευθύνουμε τους ύμνους μας στους εχθρούς μας, γιατί είμαστε γένος ήπιο και μάς αρέσουν τα ειρηνικά έργα. Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη και πόλεμος τ’ όνειδος.           

ΣΕΙΛΗΝΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ, ΒΑΚΧΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ

 «Κλύθι με, ώ πολύσεμνε τροφεύ, Βάκχου τιθηνέ,

Σειληνών όχ’ άριστε, τετιμένε πάσι θεοίς

Και θνητοίς βροτοίς επί τριετίσιν ώραις,

Αγνοτελής, γεραρός, θιάσου νομίου τελετάρχα-

Ευαστής, φιλάγρυπνε συν ευζώνοις τιθήναις,

Ναϊσι και Βάκχαις ηγούμενε κισσοφόροις,

Δεύρ’ επί πάνθεον τελετήν Σατύροις άμα πάσιν

Θηροτύποις, εύασμα διδούς Βάκχου άνακτος,

Συν Βάκχαις ληναία τελεσφόρα σεμνά προπέμπων,

Όργια νυκτοφαή τελεταίς αγίοις αναφαίνων,

Ευάζων, φιλόθυρσε, γαληνιόων θιάσοις».   

(Άκου με, πολύσεμνε του  Βάκχου τροφέα

Σειληνών άριστε, τιμημένε των θεών διαστροφέα

Που οι θνητοί βροτοί κάθε τριετία γιορτάζουν,

Κι αγνές τελετές και βραβεία για σένα τάζουν,  

Ξενύχτη και διασκεδαστή, εραστή καλλιγράμμων, 

Ναϊάδων και Βακχίδων κισσοφόρων αγάμων,

Δεύρο σε πάνθεη τελετή μαζί με τους Σατύρους,

Θηριώδεις, κι ας είναι η βραδιά το ξέφτισμα του κύρους,

Με θύρσους και πυρσούς, θιάσους μα και γύρους,

Μαζί με Βάκχες τα ληναία προχώρει που τα λες σεμνά,

Κι ας είναι όργια της νυκτός που καλούν και τιμούν τ’ αχαμνά).

Η αποστολή μου λοιπόν έγκειτο  να επιστρέψω τον Πύθωνα στο βασίλειο των δράκων, αλλά αυτοί θα τον δέχονταν, μόνο αν η παραλαβή -παράδοση γινόταν με παραδοσιακά συμβατικά μέσα, βάρκα ή μαούνα πλέουσα και όχι διαστημική άκατο. Ο Απόλλων με πολλή προσπάθεια είχε πειστεί, αναγνώρισε το ατόπημα μίας αναίτιας και ανόητης εκτέλεσης, που θα επιδείνωνε ουσιαστικά τις σχέσεις εξουσιαστών θεών και δρακόντων, και παρέδωσε στη δική μου επιμέλεια και φύλαξη τον επιπόλαιο συντελεστή προηγούμενων ανομημάτων, καθώς και ανόσιο και επίδοξο δράστη ποιος ξέρει ποιων μελλοντικών κακουργημάτων. Ο Πύθων είχε πάρει ανθρώπινη μορφή, κάτι εύκολο σε εκείνη την απαράμιλλη και ευφάνταστη εποχή των μεταμορφώσεων, αλλά βαθιά μέσα στον πυρήνα του ήταν αποκύημα -βδέλυγμα της κόλασης και αποκρουστικό γέννημα των χειρότερων χαρακτηριστικών των δράκων, που και οι ίδιοι αποκήρυτταν και αποτάσσονταν (σ.σ. γι’ αυτό ας προσέχουμε τι εννοούμε, όταν λέμε «δρακογενιά», είναι επαινετικό ή μειωτικό;). Η δεξιά μεριά του προσώπου του και του καυκάλου του ήταν καμμένη και το κάψιμο έφτανε μέχρι το καρβουνιασμένο μπαρουτοκαπνισμένο απανθρακωμένο δεξί χέρι. Η ανάσα του δράκου ως εγγενής ιδιότητα είχε κάψει τόσο πολύ το δεξί χέρι του Πύθωνα, ώστε αυτό είχε παραμορφωθεί σ’ ένα είδος σφηνοειδούς ρόπαλου ή στραβής απαίσιας δαγκάνας, χρησιμοποιούσε δε τον αντίχειρα μόνο ως συλληπτήρια λαβίδα σαν την κροταλίζουσα ψαλίδα ενός καβουριού.

Ο Πύθων ήταν μία πραγματική απειλητική μικρή άρκτος, μία πολική άρκτος σαν αυτές τις σαρκοβόρες που συναντάμε στους πόλους. Από την άλλη πλευρά, η μόνη λύση για τη διευθέτηση της υπόθεσής του ήταν ο διάπλους του πόντου προς τα μακρινά δρακονήσια, επομένως ενδεικνυόταν εν προκειμένω η απαγγελία του ύμνου προς εξευμενισμό της θαλάσσης με μπόλικο θυμίαμα και πολλή λιβανομάννα σε συνοδεία με τον καταστερισμό της Μικράς Άρκτου.    

ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΤΗΘΥΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ

«Ωκεανού καλέω νύμφην γλαυκώπιδα Τηθύν,

Κυανόπεπλον άνασσαν, εύτροχα κυμαίνουσαν,

Αύραις ηδυπνόοις πατασσομένην περί γαίαν.

Θραύουσα αιγιαλοίς πέτραις τε κύματα μακρά,

Ευδινήτοις απαλοίς γαληνιόωσα δρόμοις,

Ναυσίν αγαλλομένη, θηροτρόφος, υγροκέλευθε,

Μήτηρ μεν Κύπριδος, μήτηρ νεφέων ερεβεννών

Και πάσης πηγής νυμφέων νασμοίς βρυούσης-

Κλύθι με, ως πολύσεμνε και ευμενέουσα επαρήγοις,

Ευθυδρόμοις ούρον ναυσίν πέμπουσα μάκαιρα».

(Ωκεανού καλώ νύμφη, την γαλανομάτα Τηθύ,

Κυανόπεπλη άνασσα, που γρήγορα πλοία προωθεί,

Με αύρες ηδείς γύρω απ’ τη γη τον πόντο τον πατάσσεις.

Θραύεις πέτρες κι αιγιαλούς, κύμα ψηλά τινάσσεις, 

Ευκίνητους κι απαλούς δρόμους υποδεικνύεις,

Με πλοία, θηρία αγάλλεσαι, υγρή πορεία διανύεις 

Μητέρα είσαι Κύπριδος, και των νεφών ζοφερών

Και πάσης πηγής νυμφών, ρυακιών και νερών, 

Άκου με, σεμνή και ευγενική, έλα να βοηθήσεις

Με ούριο άνεμο κι ευθεία οδό εμάς να ελεήσεις).

Έσπρωξα τη βάρκα στο λαγαρό ήρεμο νερό της ρηχής όχθης και αμέσως ανέβηκε η στάθμη του νερού στο εσωτερικό του σαθρού και σάπιου πυθμένα. Ίσιωσα τις ξεχαρβαλωμένες σανίδες και κάρφωσα καινούριες πρόκες, αντικαθιστώντας τις σκουριασμένες. Δούλευα και με εργαλεία και με μαγικά ξόρκια, διεκπεραίωνα την εργασία με μεράκι και ευσυνειδησία μέχρι που όλα τακτοποιήθηκαν και η βάρκα πλέον ήταν μονωμένη, στεγανή, κατάλληλα επενδυμένη, έτοιμη για αναχώρηση. Έβαλα το ποιμαντορικό μου ραβδί στη θέση του καταρτιού, το στερέωσα με τους ενδεδειγμένους μαγικούς- επιστημονικούς τύπους και φόρμουλες και έδεσα στη βάση του τον Πύθωνα. Οριζόντια και με εγκάρσια φορά τοποθέτησα ένα δυνατό μακρύ μαδέρι, απ’ όπου έραψα στο πλαίσιο του προβλεπόμενου αλεξήνεμου αλεξιβρόχιου ένα τετράγωνο πανί. Τότε εγκαταστάθηκα δίπλα στο πανί και κάλεσα τελετουργικά έναν ελαφρύ μαγικά ή μετεωρολογικά διεγερμένο άνεμο. Η βάρκα κινήθηκε πρόσω ολοταχώς, αλφαδιάζοντας την πορεία της εν μέσω των δύο συμπληγάδων βράχων, που έκλειναν τον όρμο, μέχρι που ξανοίχτηκε μεσοπέλαγα.

Ακολούθησα μία βορειοδυτική πορεία, που θα με οδηγούσε μέσω μίας λογικής παράκαμψης στη χώρα των δράκων. Η σκιά μου και η νέμεσή μου ήταν γερά δεμένη, όσο κι αν αγωνιζόταν να σπάσει τα δεσμά, όσο κι κουτουλούσε και τριβόταν στο κατάρτι, όσο κι αν ούρλιαζε ή καταριόταν.

Στην ανοιχτή θάλασσα δεν θα με εκνεύριζε τόσο πολύ η συντροφιά του. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί αισθανόμουν έτσι, αλλά κάθε φορά, όταν πλησιάζαμε στην ξηρά, ένιωθα να μού καταπλακώνει την καρδιά ένας απερίγραπτος ανεξόρκιστος φόβος. Η θάλασσα μπορεί να ψιθυρίζει φωνές και να γεννά τέρατα, δεν εξυψώνει όμως κακές δυνάμεις. Το κακό πηγάζει από τη γη. Στη γηραιά Γη, μαλακωμένη από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, όπου δεν ξεχώριζαν οι κυνηγοί θηρευτές από τους ασπαλιευτές και ενυγροθηρευτές, υπήρχαν στέρφοι και στείροι χείμαρροι, ρηχές κι εξατμισμένες λίμνες και σπάνια αναβλύζουσες πηγές, ελάχιστη ροή επομένως για να πλυθεί κάποιος από το βόρβορο του κακού. Στεγνή ξηρά σημαίνει ιλύ και λάσπη και βούρκο, θερμές πηγές γκέιζερ που δεν δροσίζουν και δεν αναζωογονούν, νεφελώδεις ατμούς και αναθυμιάσεις, που προοιωνίζουν θάνατο. Αντιθέτως, παρότι η θάλασσα σ’ αυτή την θυελλώδη εποχή του χρόνου  ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, εγώ δεν την έβλεπα σαν απειλή παρά τη μη προβλεψιμότητα, την αστάθεια, τη μεταβλητότητα, τη ροπή για σίφουνες και για καταιγίδες, αλλά μάλλον σαν πάπλωμα προστασίας. Αν ήταν γραφτό μέχρι το πέρας αυτής της παρανοϊκής περιπέτειας να μονομαχήσω με τη Σκιά, να παλέψω μέχρις εσχάτων μαζί της, τουλάχιστον είχα προαποφασίσει στη χειρότερη περίπτωση να παρασύρω αυτό το σίχαμα, αυτόν τον ξερακιανό  σχιζοφρενή ψηλέα  στα ζοφερά βάθη του ωκεανού και να τον κρατήσω για πάντα εκεί με το βάρος του πεθαμένου σώματός μου, που λόγω καταναλώσεως αλκοόλ δεν ήταν και λίγο, ώστε να μη δυνηθεί και να μη σώσει ποτέ να ξαναβγεί. Τοιουτοτρόπως μέσω του θανάτου μου θα παγίδευα με ακατάλυτο εμπόδιο τον ταραχοποιό, τον αναρχικό καταστροφέα, τον ανατρεπτικό ολετήρα, τον απεχθή και ταπεινό προβοκάτορα, που απειλούσε την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου και της ανθρωπότητας.

     Έπλεα με το ιστιοφόρο πάνω στην άγρια ταραγμένη θάλασσα κάτω από χαμηλά μαύρα σύννεφα- μελανίες, που έμοιαζαν με μενεξεδί σάβανο κηδείας.  Προτίμησα να μην καλέσω μαγικά ή μετεωρολογικά διεγερμένο άνεμο, αλλά να πλεύσω με τον άνεμο του κόσμου, που φύσαγε δυνατά από τα νοτιοανατολικά. Όσο κρατούσα γερά το ποιμαντορικό μου ιστίο- καμιά φορά ωφελούσε και κάποιο χαϊδολόγημα ή ένας τρυφερός ψίθυρος μέσω των προσθετικών εμφυτευμάτων μου- δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ περαιτέρω με την ιστιοπλοΐα. Το πανί γύριζε και προσανατολιζόταν μονάχο συλλαμβάνοντας κάθε ριπή ανέμου. Αν δεν μετερχόμουν καθόλου μαγεία ή μετεωρολογική χειριστικότητα, όπως θέλετε πέστε το, θα μού έπεφτε κομμάτι δύσκολο να διευθύνω τούτο το ατίθασο ιδιότροπο σκαρί σ’ αυτό το αφιονισμένο αρχιπέλαγος, καθόσον μάλιστα δεν είχα ιδέα από ιστιοπλοΐα – άλλωστε κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα, ακόμη κι αν εν προκειμένω ο  κανένας είναι ο δήμιος- εκτελεστής- φονέας των θεών Προμηθέας. Μόλις απομακρύνθηκα από κάθε γνωστή ακτή, κοίταξα δεξιά κι αριστερά προς όλες τις μεριές. Ο Απόλλων- μεγάλη η χάρη του- μού είχε δώσει μερικές φρατζόλες, χοιρομέρι, τυρί και ένα βαρέλι νερό – μα πώς θα μπορούσε άραγε να χωρέσει όλο τον πλούτο του βασιλείου του σ’ ένα μικρό βαρκάκι; Καθώς ο άνεμος έπεσε, έφαγα και ήπια, τάισα τον κρατούμενο με κουτάλι και πιρούνι, μη τυχόν και μού ξεφύγει, κι ύστερα καταράστηκα τους στρατιωτικούς κανόνες εμπλοκής, αλλά και τον κώδικα τιμής των μάγων- τεχνοκρατών, που προκειμένου να αποκατασταθούν τα ενοχλημένα και ερειπωμένα θεμέλια και ριζώματα του σύμπαντος και η κοσμική τάξη αξίωναν μονομαχία μεταξύ του αρμόδιου μάγου και του ταραχοποιού και δεν επέτρεπαν στον Δέλφιο Πύθιο Απόλλωνα να μπουζουριάσει με συνοπτικές διαδικασίες τον εγκληματία και να τον ξαποστείλει με μία συνοδεία χιλίων ανδρών πίσω στην πατρίδα του και μέσα στην μαύρη τρύπα, από την οποία τόσο αναιδώς είχε ξεπηδήσει (και αυτός και ο Απόλλων). Κάπου εκεί κοντά είδα να ξεπροβάλλει και μία στεριά, αλλά δεν κατευθύνθηκα προς τα εκεί, τουναντίον έστρεψα το πηδάλιο προς δυσμάς. Μία λεπτή αλλά διεισδυτική βροχή άρχισε να πέφτει σιωπηλά, όπως το χιόνι σκεπάζει το χώμα. Εκτός από το τρίξιμο της καρίνας και τον φλοίσβο των κυμάτων, που έσπαγαν στον σύνδεσμο της πλώρης, κανένας θόρυβος δεν γινόταν αντιληπτός. Ούτε πλοίο φαινόταν, ούτε πουλί πετάμενο, τίποτε ζωντανό, μόνο η αιώνια ανήσυχη θάλασσα και τα διαβατάρικα σύννεφα, που μία μετατόπιση του αέρα σαν γρήγορη πτήση γερακιού είχε ρίξει στο διάβα μας.       

Κατόπτευσα οξυδερκώς γύρω, όμως η θάλασσα περιμετρικά εμού ήταν άδεια. Σηκώθηκα μούσκεμα μέχρι το κόκαλο, κουρασμένος από τη διαρκή επισκόπηση του απόλυτου σκοτεινού μηδενός. «Εμπρός λοιπόν», γρύλλισα. «Άντε, τι περιμένεις Σκιά, ανταγωνιστή, αντίπαλε, νέμεση αδυσώπητη;» «Ξέρω ότι είσαι έτοιμος να κάνεις τη κίνησή σου. Γνωρίζω ότι οι αλυσίδες, τα σχοινιά, οι βράχοι και τα σανίδια της βάρκας είναι μόνο συμβάσεις του παιχνιδιού και παραισθήσεις μίας ανύπαρκτης κανονικότητας, ενώ η αναμέτρηση μόλις τώρα ξεκινάει. Αργά ή γρήγορα θα απελευθερωθείς και θα μού ριχτείς. Σε προκαλώ διαβολικό πνεύμα, παίξε τα πιόνια σου!» Απάντηση δεν πήρα, το σκοτεινό πλάσμα δεν κουνήθηκε από τη θέση του, δεν εγέρθηκε από το ζόφο προς το θολό φως. Το κατάρτι ήταν πολιορκημένο από το σκοτάδι. Όμως ένιωθα ότι το αγρίμι ήταν στα πρόθυρα του να σπάσει τα δεσμά, ότι σερνόταν και είρπε κρυφά και τυφλά σαν ένα θρασίμι, στο οποίο έχει εμφυσηθεί ανόσια πνοή ζωής, σε τούτη τη φορτηγίδα, σε τούτη τη σαρκοφάγο. Φώναξα τότε με στεντόρεια φωνή: «Εγώ είμαι ο μάγος, ο μαγικός- τεχνικός, ο μύστης, ο γητευτής, ο καταγωνιστής, ο διεκδικητής και νικητής και καλώ τη Σκιά μου να εμφανιστεί».

Η βάρκα λικνίστηκε, ταλαντεύτηκε ελαφρά, έτριξαν τα μαδέρια της, τα κύματα έγλειφαν την καρίνα σαν σκουτέλι ή κανάτα, ο αγέρας μουρμούριζε στα πανιά. Τα λεπτά περνούσαν κι εγώ περίμενα υπομονετικά γερμένος στην κουπαστή από πουρνάρι διαξιφίζοντας με τη ματιά μου την κουρτίνα της παγωμένης βροχής, που μάς μαστίγωνε πειθαρχώντας στις στρεβλές τροχιές της τραμουντάνας. Τότε αντίκρισα μέσα στο πέπλο του καταιονισμού και του όμβρου τη Σκιά να ξεχωρίζει από το κατάρτι σαν όνειρο, να βαδίζει στο κατάστρωμα με πέλμα γάτας και να έρχεται καταπάνω μου.

Δεν είχε ανθρώπινη μορφή, αλλά μόνο μουτσούνα ζώου, διότι ο αληθής εσωτερικός πυρήνας του μύχιου Είναι είχε ξεφλουδιστεί και  αποκαλυφθεί. Εκδηλώθηκε σαν να συμμάχησαν όλοι οι εφιάλτες μαζί, που κάποτε με είχαν στοιχειώσει στα όνειρά μου. Η πολύωρη αιχμαλωσία του δεν είχε αφαιρέσει, ούτε απορροφήσει ουδέ καν ένα γραμμάριο από την ισχύ του. Ίσως μάλιστα η τελετουργική μου πρόκληση σε μονομαχία να είχε εκτοξεύσει στα ύψη τα επίπεδα της αδρεναλίνης του και να τον είχε κεντρίσει και αφιονίσει σαν λαβωμένο θηρίο για λυσσαλέο αγώνα. Φαινόταν φρέσκος και ξεκούραστος, ράθυμος και δυνατός, όλο ψυχές γιομάτος. Τώρα μεταμορφώθηκε και πάλι κι έγινε αναμφίβολα πιο ανθρώπινος, παρότι βέβαια, Σκιά ο ίδιος, ίσκιο δεν έριχνε. Κι έτσι γλιστρούσε σαν αερικό στη ράχη της θαλάσσης, προερχόμενος από το ράμφος ή τον ομφαλό της γηραιάς Γαίας, της πιο βαθιάς κόλασης, σαν έτοιμος από παλιά εμένα να χτυπήσει, ένα ανυπόταχτο σχεδόν αόρατο φάντασμα, που αναπηδούσε στα κύματα σαν ριγμένη με μαεστρία πεπτωκυία πλατιά πέτρα, που δεν εμπόδιζε το διάβα του αέρα, ο οποίος διαπερνούσε και διηθούσε εύκολα τούτο το κορμί.

Ένας άκεφος ήλιος ανέτειλε μάλλον απροσδόκητα σαν ζωγραφιστός, χάρτινος σε τεχνητό περιβάλλον, σαν ουράνιος μουσαμάς πάνω από  τέμπερα θάλασσας ή δέντρο μουσελίνας και η Σκιά -θαρρείς- τυφλώθηκε από το αιφνιδιαστικό φως της ημέρας. Παρότι τα μάτια του εξουδετερώθηκαν προσωρινά, με αναγνώρισε σ’ ένα υποτυπώδες σωματικό επίπεδο, σαν να συγκρούεται ένα ασουλούπωτο φυσερό ή φουσκωμένο τομάρι γκάιντας μ’ έναν άλλον όγκο και να τον ψαχουλεύει με αφή και τριβή. Κι εγώ τον αναγνώρισα με τη σειρά μου και πάντα θα υπήρχε ανάμεσά μας ομηρικός αναγνωρισμός και στους κόσμους του φωτός και στους κόσμους της σκιάς.

Στην απαρηγόρητη μοναξιά του χειμερινού πόντου στάθηκα και βίγλισα αυτό που με τρόμαζε. Ο άνεμος φαινόταν να αποσύρεται από τη βάρκα και τα κύματα τον ακολουθούσαν ως καλό ποιμένα. Η νηνεμία ήταν κατάρα, διότι χωρίς αγέρα και χωρίς κίνηση, χωρίς ώθηση και ταχύτητα διαφυγής,  δεν είχα τίποτε να αντιπαραθέσω σε τούτο το ον, που ήταν κατά πολύ ισχυρότερο και κραταιότερο εμού. Η στασιμότητα με παρέλυε και οι αισθήσεις μου λίγωναν από την πλησμονή ερεθισμάτων τρόμου και φρικαλεότητας. Αν και ένιωθα κατάσαρκα το ψυχρό άγγιγμα και τον ύπουλο μαύρο πόνο του τέρατος να μού περονιάζει το στέρνο και να μού ρουφάει τη ζωή με το μπουρί της σόμπας, στάθηκα γενναίος κι ακλόνητος, άφθαρτος κι ακατάβλητος – η δύναμή του πέλαγος κι η θέλησή μου βράχος. Κάλεσα πάλι το μαγικό μετεωρολογικά τροποποιημένο άνεμο, που μού φούσκωσε ερωτικά τα πανιά κι η βάρκα έσκιζε πάλι τα μολυβένια νερά ορμώντας στο πλάσμα της κόλασης, που τώρα σαν να κρεμόταν λοξά από το απόλυτο κενό!

Η Σκιά κοντοστάθηκε λίγο ακόμη αιωρούμενη κι ύστερα διστακτικά έκανε μεταβολή και τράπηκε σε φυγή.   

Κόντρα στον καιρό στράφηκε βεβιασμένα προς βορρά, αλλά και το πλεούμενό μου καβαλούσε απτόητο τα κύματα, ένα σκιάς όναρ, οδηγούμενο από την τέχνη ενός τιτάνα. Σπιρούνιζα τη βάρκα μου και φανάτιζα το ιστίο μου, παρότρυνα με ενθαρρυντικές κουβέντες τον άνεμο και τα κύματα σαν κυνηγός, που παίρνει θάρρος από το φευγιό λύκου και τον καταδιώκει. Φούσκωσα τα πανιά μου να ‘ναι έμπλεα από μαγικό τεχνολογικά ενισχυμένο άνεμο, τόσο δυνατό, ώστε κανένα πανί ραμμένο από απλό άνθρωπο δεν θα άντεχε και θα καταρρακωνόταν φρικτά κι ώστε η βάρκα μου να τρέξει σαν αφρός, σαν αφρόγαλα πάνω στις ψεκάδες των κυμάτων κι ώστε να συγκλίνει και να στριμώξει στη γωνία το κυνηγημένο θήραμα.

Τώρα ταλαντευόταν η Σκιά και διέγραφε ένα τόξο. Φαινόταν ξαφνικά ακαθόριστη και ασαφής, λιγότερο ανθρώπινη, σαν καπνός σκορπισμένος από τον άνεμο, αλλά και σπρωγμένος από αυτόν για να γυρίσει πίσω στους Δελφούς, να συνεχίσει το ασεβές έργο του και να σπείρει και πάλι ζιζάνια και διχόνοια.

Με αφανείς χειρισμούς και μαγικές λέξεις, που στην πραγματικότητα ήσαν φωνητικές εντολές για τα κρυφά διευθυντικά μου εμφυτεύματα, γύρισα τη βάρκα 180 μοίρες. Σαν δελφίνι υψώθηκε από το νερό και κυλίστηκε στα πρόθυρα ανακυβίστησης σε μία επισφαλή εφαπτομένη για να ολοκληρώσει τη στροφή. Ακόμη πιο γρήγορα κυνήγησα τη νέμεση, αλλά αυτή μπροστά μου γινόταν ολοένα και πιο αμυδρή. Χαλάζι και χιόνι βομβάρδιζαν την πλάτη μου και το αριστερό μάγουλο και είχα ορατότητα λιγότερη από εκατό μέτρα. Δεν διήρκεσε πολύ και ξάφνου έχασα το όραμα, την οπτασία, την ονειροφαντασία από το οπτικό μου πεδίο. Κι όμως ήμουν τόσο σίγουρος για τη διαδρομή της μαούνας μου, υπαγορευόμενη από αλάνθαστο ένστικτο, σαν να ιχνηλατούσα ένα ζώο στο χιόνι αντί για φάντασμα στο υγρό στοιχείο. Παρότι είχα τον άνεμο στην πλάτη, διατηρούσα και τον αντίστοιχο τεχνητό στο πανί, ο αφρός εκρηγνυόταν και πάφλαζε πάνω στην πότε αμβλυγώνια και πότε οξυγώνια πλώρη και το πλοιάριο πετούσε πάνω από τη θάλασσα κόβοντας σύριζα τα κύματα.

Αντέξαμε πολύ και οι δυό μας, ο διεξάγων επίθεση και ο προβάλλων αντίσταση, σ’ αυτό τον ξέφρενο ρυθμό καταδίωξης. Δεν ηδυνάμην να διαπιστώσω πού βρισκόμασταν, αλλά μού ήταν και αδιάφορο. Κυνηγούσα, καταδίωκα με το φόβο μου να προπορεύεται ελαφρά και να ρίχνει τη σκιά του στη Σκιά.

Όμως σε μία στιγμή είδα τη Σκιά όχι πολύ μακριά από μένα. Ο άνεμος του κόσμου είχε κοπάσει και το χαλάζι καταλαγιάσει και μόνο  ψυχρές και πυκνές λωρίδες νέφους επικάθονταν αλλεπάλληλα σαν καταπλάσματα ή έμπλαστρα στο πρόσωπό μου. Μέσα στην ομίχλη την είδα γερμένη στο πλάι και δεξιά. Ψιθύρισα ορισμένα λόγια παραμυθίας  στο πανί μου, άρπαξα τα χερούλια του πηδαλίου και τα βίασα προς τα κάτω σε μία ολόκληρη γυροβολιά για να εντοπίσω και να κλειδώσω το φυγά μία ακόμη φορά, αλλά τελικά κατέληξε να είναι πάλι ένα τυφλό κι αναίσθητο κυνηγητό. Η ομίχλη πύκνωνε, η νεφέλη συνοφρυωνόταν, έβραζε σαν ζωμός, αναδευόταν στην καρδάρα σαν βούτυρο κι όταν προσέκρουσε στον τεχνητό άνεμο, κόπηκε στα δύο, διακλαδίστηκε από τα πλάγια και έσφιξε τη βάρκα σαν μέγγενη, μία χλομή μάζα χωρίς σημεία αναφοράς, που έκρυβε και έσβηνε τον ήλιο και το φως. Καθώς έψαχνα να βρω λόγια διαίρεσης, απόσυρσης και διάχυσης, αντίκρισα ξανά τη Σκιά. Είχε πάλι στραφεί προς τα δεξιά και προπορευόταν αργά, σαδιστικά κερδίζοντας την αναγκαία απόσταση για ελεύθερη κίνηση. Η ομίχλη φυσούσε ανάμεσα στα χαρακτηριστικά και τη μουτζούρα της απρόσωπης ασταθούς μορφής του, που ήταν προς το παρόν βασικά ανθρώπινη, αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενη, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι σκιές. Χωρίς να ελαττώσω την ταχύτητα του πλεούμενου έστριψα σκληρά και αδυσώπητα προς τα δεξιά για να πατήσω τον αντίπαλό μου, βάζοντάς τον μηχανικά και μηχανιστικά κάτω από τους μεταφορικούς τροχούς μου, πλακώνοντάς τον με καθαρό υλικό βάρος.

Τούτη η θαλασσοπορία ήταν μία περίεργη υπόθεση. Ήξερα βέβαια ότι έπαιζα το ρόλο του κυνηγού, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς κυνηγούσα και ποιον συστατικό τύπο θα διάλεγε επιτέλους η λεία μου να περιβληθεί και να υιοθετήσει. Ήμουν αναγκασμένος να αφεθώ στο αίσθημά μου, την προ- ή διαίσθησή μου, σε αναιτιολόγητη υποψία, σε μία άμεση γνώση, μία ακατέργαστη ιδέα, μία ανεπεξέργαστη έμπνευση, μία δημιουργική επίνοια, δηλαδή στις ίδιες ιδιότητες και δυνάμεις, που και το φυγόδικο και φυγόποινο πλάσμα στηριζόταν. Γιατί και οι δύο ήμαστε για αλλήλους «τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα». Διέκρινα μόνο περιγράμματα στην επαφή μου με τις ασώματες νεφέλες και σκιές, αλλά και η Σκιά δεν έβλεπε την τύφλα της ιστάμενη απέναντι σε απτά αντικείμενα και ψαθυρούς κρουστούς κρεάτινους όγκους.

Τελικά ο σκιώδης με άρπαξε πρώτος ίσως από καθαρή σύμπτωση. Χύμηξε στα τυφλά σαν νυχτερίδα πάνω στο πρόσωπό μου. Από την πρόσκρουση και το βάρος έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα κραυγάζοντας προς τα πίσω. Μάλλον η σκιά είχε σουβλερά νύχια και μ’ αυτά  μού έσκιζε το δέρμα και τους ιστούς σαν να κόβει χασέ με ψαλίδι. Η πρόσοψή μου είχε γεμίσει αίματα και θυμάμαι ότι είχα κουλουριαστεί στον πυθμένα της βάρκας χτυπώντας και κλωτσώντας χωρίς στόχο σαν επιληπτικός με ακατάσχετους σπασμούς. Δεν είχα όμως καιρό για χάσιμο κι έπρεπε να εκμεταλλευτώ τη σωματική εγγύτητα προς όφελός μου.

-«Φοίνιε Φόνε» (κόκκινε φόνε), εκστόμισα το αληθινό όνομά του, το όνομα όλων των οπαδών του Δία, αλλά και του ίδιου του …Ζηνός, για να τού δείξω ότι είχα αναλύσει και αντιληφθεί σε βάθος την ύπαρξή του και τον εξουσίαζα, για να τον προσελκύσω και να τον εκθέσω έξω από την ασφάλεια του βολικού θαλαμιού, που είχε προδιαγράψει γι’ αυτόν η αμυντική του στάση, και να τον αναγκάσω σε ολοκληρωτική και ανεπιφύλακτη σωματική, υλική, απτή εμφάνιση. Πράγματι άπαξ και οι λέξεις διέφυγαν το έρκος των οδόντων, στεκόταν σαν από καιρό πάνω από τον ώμο μου, πάντα πισώπλατα, αυτό το κάτι που παραμονεύει πίσω από τη ράχη, εκεί που η όραση ποτέ δεν φτάνει.

Αν είχα διστάσει ένα δευτερόλεπτο, θα είχα πια χαθεί οριστικά. Αλλά ήμουν έτοιμος και ρίχτηκα πάνω του, τον αγκάλιασα και τον άρπαξα, όσο κι αν αυτός κλυδωνιζόταν και πνιγόταν και σκλήριζε στα στενά όρια της λαβής μου. Καμία μαγική ή τεχνολογική δύναμη δεν μπορούσε στιγμιαία να με βοηθήσει, μόνο η σωματική μου ρώμη, η δική μου ζωή, η ανάσα και η πνοή του ζωντανού απέναντι στην απεχθή αποφορά του νεκροζώντανου.

Εδώ απέβη προς όφελός μου ότι ήμουν εξοικειωμένος με παράλληλα ρεύματα χώρου και χρόνου, ότι κινούμουν με άνεση ανάμεσα στις κουλτούρες των κόσμων, που διακινούνταν με τη σειρά τους σε σύμπαντα, κατά βάση παρομοίως δομημένα, έστω και αν δεν εφάπτονται μεταξύ τους. Είναι γνωστό ότι ο αέρας βρίθει από σήματα, εκπομπές, μεταδόσεις και κοσμικές ακτινοβολίες διαφορετικού εκάστοτε μήκους κύματος. Όλοι οι θόρυβοι αλληλο- εξουδετερώνονται και ουδετεροποιούνται συγχωνευόμενοι σε μία τηκτική χοάνη, συνηχητική συμφωνία και αξεδιάλυτη συγχορδία. Αν κάποιος όμως πάλι απροειδοποίητα τούς διαχώριζε, τότε ο καθένας ακροατής θα τρελλαινόταν αυθορεί και παραχρήμα αντιμέτωπος με τη στριγκλιά και διαπεραστική, εκκωφαντική και στεντόρεια, εκρηκτική και αποσυμφορητική εκπυρσοκρότησή τους.

Ετοίμασα ένα ξόρκι ή τεχνούργημα μη αντίληψης και μη παρατήρησης όλων των ραδιοφωνικών κυμάτων εκτός από εκείνα που προέρχονται από τον ήλιο, τα οποία με την εξάλειψη των υπολοίπων ενδυναμώθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν σε δράση και επιρροή. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο δραματικό- τόσο  ευρύ και πολυσχιδές κατά την έκταση και τη σημασία του, όσο και το περίφημο ερώτημα του μεσαίωνα σχετικά με το πόσοι άγγελοι χωράνε στην κεφαλή μιας καρφίτσας. Φιλοσοφικά βέβαια η απάντηση είναι ότι μπορεί κανείς να μαζέψει όσους αγγέλους θέλει στην κορυφή μιας καρφίτσας. Ραδιοφωνία υπάρχει παντού διάχυτη και μέσω ενίσχυσης ή μείωσης της έντασης, καθώς και μέσω απομόνωσης ακτινοβολιών κατ’ αγνόηση άλλων, το ηλεκτρομαγνητικό κύμα μετατρέπεται αναλόγως σε βελόνα ή εγκόλλητο σουγιά ή διατρυπικό, τρυπανικό εγχειρίδιο. Τα αυτιά του τέρατος συγκλονίστηκαν, καταρρακώθηκαν, σμπαραλιάστηκαν και αναισθητοποιήθηκαν τόσο πολύ, ώστε πια δεν ήσαν διαπερατά ή προσβάσιμα από μία απλή ανθρώπινη φωνή. Η βραχνάδα, ο μυκηθμός, ο βρυχηθμός, το ανομολόγητο βουητό της συρίζουσας κοσμικής χορδής ήταν ανυπόφορο, ένα ακατάλυτο και ανίκητο σκουλήκι του αυτιού, που τον έθεσε αμέσως εκτός μάχης. Είδα πώς το κορμί του τεντώθηκε προς τα πίσω, συνταράχτηκε, μαζεύτηκε, συρρικνώθηκε κι έπεσε αναίσθητο. Εξαντλημένος παραπάτησα, γύρισα τον αστράγαλο κι άρπαξα το κατάρτι για να πάρω ανάσα. Ήμουν παγωμένος, διαλυμένος με χέρια και πόδια που πονούσαν, με τις δυνάμεις μου να με έχουν προ πολλού εγκαταλείψει, αλλά πάντως τον αγώνα τον κέρδισα. Η μόνη μου επιθυμία ήταν να ξαπλώσω και να κοιμηθώ με το λίκνισμα και το φλοίσβο του νερού να με νανουρίζει, αλλά η αποστολή μου δεν είχε ακόμη εκπληρωθεί.

Μόλις ξύπνησα κι αφού βεβαιώθηκα για την κατάσταση του κρατουμένου, βίγλισα προς τη δύση τη μπλε ακτή της χώρας των δράκων, που φαινόταν να απλώνεται στο βάθος απ’ άκρου σ’ άκρο του ορίζοντα, μία λεπτή κυανή γραμμή, τεθλασμένη, φιορδ μονάχο σαν μακρύ σιρίτι και σερπαντίνα, χωρίς κορδιλιέρα. Τα περιγράμματα του νησιού καθρεφτίζονταν ήδη στο μάτι του νου. Ελαφρά κυρτό και κοίλο, ανάλογα με τη γωνία παρακολούθησης, με εκτεταμένους πλευρικούς βραχίονες περίκλειε ένα μεγάλο κόλπο σαν μία μικρή εσωτερική θάλασσα, που στα ανατολικά συνδεόταν μέσω κομψού ανοίγματος με το ανοιχτό πέλαγος. Πλησιάσαμε το φάτνωμα αυτό (πληθυντικός μεγαλοπρεπείας), προσορμιστήκαμε, προσαράξαμε, κατεβήκαμε και πατήσαμε στη γη, ενώ ο ήλιος ίστατο ακόμη με το πέπλο της καταχνιάς χαμηλά στον ουρανό. Η περιβάλλουσα ηρεμία μάς φαινόταν απόκοσμη. Στη μέση του βουνού πρόβαινε και υψωνόταν το μεγαλύτερο στρατοσφαιρικό ηφαίστειο που μπορεί κανείς να φανταστεί, η γέενα του πυρός απ’ όπου οι δράκοι αντλούσαν τη φωτιά τους. Η λάβα, όπως αυλάκωνε τις πλαγιές του, φαινόταν σαν να εκκρίνεται από τα σύννεφα που το στεφάνωναν. Το τεράστιο ηφαίστειο που πρέπει να ήταν γεωγραφικά η Αίτνα ή το Στρόμπολι ή ο Βεζούβιος του αντίστοιχου πλανήτη, αλλά στον υπερθετικό βαθμό, σίγουρα συμβόλιζε τη Μεγάλη Άρκτο, το μεγάλο στοιχειό και γιούσουρι της φύσης που ποτέ δεν εξημερώνεται, δεν δαμάζεται και δεν ζεύεται σε κανένα άρμα. Για να το εξευμενίσω τραγούδησα το τραγούδι του Ηφαίστου.   

ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ

«Ήφαιστ’ οβριμόθυμε, μεγασθενές, ακάματον πυρ,

Λαμπόμενε φλογέαις αυγαίς, φαεσίμβροτε δαίμον,

Φωσφόρε, κρατερόχειρ, αιώνιε, τεχνοδίαιτε,

Εργαστήρ, κόσμου μέρος, στοιχείον αμεμφές,

Παμφάγε, πανδαμάτωρ, πανυπέρτατε, παντοδίαιτε,

Αιθήρ, ήλιος, άστρα, σελήνη, φως αμίαντον-

Ταύτα γαρ Ηφαίστου μέλη θνητοίς προφαίνει.

Πάντα δε οίκον έχεις, πάσα πόλιν, έθνεα πάντα,

Σώματά τε θνητών οικείς, πολύολβε, κραταιέ,

Κλύθι, μάκαρ, κλήζω σε προς ευίερους επιλοιβάς,

Αιέν όπως χαίρουσιν επ’ έργοις ήμερος έλθης,

Παύσον λυσσώσαν μανίην πυρός ακαμάτου,

Καύσιν έχων φύσεως εν σώμασιν ημετέροις».   

(Ήφαιστε, θορυβώδη, που κερνάς φλόγες τη γη, 

Λάμπεις, φανερώνεις το φως με φλογερή αυγή,

Φωσφόρε, κρατερέ αιώνιε, που έχεις μεγάλη τέχνη,

Στον τόρνο στολίδια δομείς, στοιχείων καλλιτέχνη,

Παμφάγε, πανδαμάτορα, υπέρτατε, παντού θα βρεθείς, 

Στον αιθέρα, τον ήλιο, στ’ άστρα, σελήνη δεν θα χαθείς.

Διότι τα μέλη του Ήφαιστου φέρνουν φως στους ανθρώπους, 

Σε κάθε οίκο, πόλη- κράτος, στα έθνη και στους τόπους

Στα σώματα των θνητών κατοικείς, στις βοές και στοές, 

Άκου, μάκαρ, σε καλώ σε ιερές σπονδές και χοές ,

Να προσέλθεις με έργα που φέρνουν χαρά κι ηρεμία

Συγκράτησε τη μανία του πυρός κι άκρατη βουλιμία,

Ώστε να αναπνέουν τα κορμιά με αργή καύση κι ευδία). 

Σκαρφάλωσα σε μία θεόρατη θίνα του καλοκαιριού, στερεωμένη γερά με σκύρο, τρόχαλα, κροκάλες και χορταριασμένες ρίζες, που η κορυφή της έγερνε πάνω απ’ ένα απότομο γκρεμό, έναν ιλιγγιώδη κρημνό. Μόλις έφτασα εκεί, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί κατά τα βόρεια και τα δυτικά. Ο αιχμάλωτος ήταν εξουδετερωμένος στη βάρκα. Είχε νόμιμη αξίωση για μία μονομαχία κι αυτό το δικαίωμα το είχε απωλέσει ήδη. Οι θίνες απλώνονταν περίπου μισό μίλι προς τα εσωτερικά, μετά ακολουθούσαν αλυκές και χθαμαλές λίμνες, κατάφυτες με καλάμια και μονοκοτυλήδονα κι ακόμη πιο πίσω υψώνονταν γήλοφοι, καφε- κίτρινοι και καραφλοί, ξανθοκόκκινοι ή ξανθόμαυροι αν και φαλακροί, ως εκεί που έφτανε το μάτι. Η χώρα των δράκων είχε τη δική της άγρια και μοναχική ομορφιά. Πουθενά δεν υπήρχαν ίχνη ανθρώπων. Επίσης και κανένα ζώο δεν ήταν ορατό, οι λίμνες με τα όρθια καλάμια δεν έκρυβαν φωλιές με πουλιά και κανένας γλάρος δεν αυλάκωνε τον ουρανό και δεν έσκιζε τον αέρα με τους κρωγμούς του. Ξανακατέβηκα τη θίνα. Ο αμμόλοφος έπνιγε τον παφλασμό της φουσκοθαλασσιάς και συγκρατούσε τον άνεμο. Ξαφνικά με περικύκλωσε ηρεμία, σιγαλιά, λησμονιά. Μεταξύ της πρώτης και της επόμενης θίνας ήταν μία κοιλάδα καλυμμένη με λεπτούς κόκκους άμμου, προστατευμένη από τα καπρίτσια του ανέμου. Η ώρα είχε περάσει με την περιπλάνηση και ο ήλιος του μεσημεριού θέρμαινε ήδη το δυτικό άκρο του νησιού. Με τη σιγουριά και την υπεροψία του νικητή της μεταφυσικής μονομαχίας κι έχοντας δέσει τον ηττημένο με ακατάλυτα προμηθεϊκά δεσμά, έγειρα κάτω από τον ήλιο, γιατί οι σκιές ήσαν ακόμη ψυχρές, δίπλωσα τον αγκώνα μου για μαξιλάρι, έβαλα το άλλο χέρι προστατευτικά πάνω από τα μάτια και αποκοιμήθηκα στην ανακουφιστική ευχάριστη ζέστη. Στον ύπνο μου, πίσω από τη λεπτή κουρτίνα των ματόκλαδων είδα σε επανάληψη τον λευκό λόφο της στενής κοιλάδας και στα κράσπεδα των θινών το χαμηλό δέμας των χόρτων, που κινούνταν σαν πτυχωτή θάλασσα από μουσαμά κάτω από ένα γαλακτερό πρωινό ουρανό, όπου ήταν καρφωμένος σαν πουλάδα-παράσημο ή χρυσό κουμπί ή πόρπη αξιωματικού ο ήλιος. Η απουσία κάθε θορύβου ξένιζε, μόνο το μουντό υπόκωφο σιγασμένο μουρμουρητό της φουσκοθαλασσιάς και ο αδύναμος ψίθυρος των ομοιόμορφων κεφαλών του χορταριού, καθώς τα ξεβόλευε ο άνεμος, μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά.    

        Ξύπνησα λόγω ενός σφυριχτού συριστικού θορύβου. Είδα ψηλά κάτι να πετάει, που φαινόταν σαν αετός αλλά δεν ήταν. Το πτηνό έκρωζε, ύστερα έκανε κάθετη εφόρμηση κι ήλθε σαν βέλος καταπάνω μου  μ’ ένα εκκωφαντικό σαματά, ένα διαπεραστικό σφύριγμα προερχόμενο από το βροντερό άνοιγμα των χρυσαφένιων πτερύγων του.  Δια του αέναου της προσεγγίσεως και της διαρκώς μεγαλύτερης ακρίβειας της εντόπισης και του κλειδώματος του στόχου, το αρχικά σημειακό φαινόμενο άρχισε να αποκτά προοδευτικά νόημα για τον παρατηρητή. Ο δήθεν αητός αφέθηκε τεμπέλικα να ακουμπήσει αργά στη μαλακή σάρκα της θίνας με κυρτωμένα νύχια και ημερωμένες πτέρυγες. Τώρα ήταν πια δράκος, ο μέγας Λάδων, ροβόλησε λίγο πιο κοντά, μαζί με πέτρες που κουτρουβαλούσαν την πλαγιά, έγειρε το κεφάλι λίγο στο πλάι, τακτοποίησε το φτερά του, κατέστησε ευθυτενές το παράστημά του και μίλησε. Το πελώριο κεφάλι ανορθώθηκε μαύρο, φλογερό και απειλητικό κατοπτρίζοντας τις ακτίνες του ήλιου.    

-«Άβε – χαίρε, Προμηθεύ», είπε απαλά, ενώ η γλώσσα της φωτιάς κάπνιζε και τρεμόφεγγε, έπειτα χαμήλωσε το κεφάλι. «Σκαιόν κεκαυμένον προσάγεις;» ρώτησε.

-«Λάδων o μέγας εί; Άξω σε εις το κοίλον», είπα στην αυθεντική αρχέγονη γλώσσα και τού έκανα νόημα να με ακολουθήσει στη βάρκα.

Σε λίγο έσκυψε πάνω από τη βάρκα με όλη την μεγαλοπρέπεια του μεγέθους του, που προκαλούσε ανείπωτο δέος. Το φολιδωτό μυτερό κεφάλι με την τριχοτομημένη τριχαλωτή και όχι διχαλωτή φλεγόμενη γλώσσα και τα γαμψώνυχα των μπροστινών πελμάτων ησύχαζαν πάνω στους κόκκους της άμμου, που -ποιος ξέρει- ίσως να ‘ταν κονιορτοποιημένα ερείπια μίας πανάρχαιας πόλης. Οι φολίδες του ήσαν γκριζόμαυρες κι ακτινοβολούσαν αμυδρά στο φως της μέρας σαν επιφάνειες θρυμματισμένων λίθων. Ήταν νευρώδης και με σφιχτούς τένοντες σαν σκύλος και τεράστιος σαν βουνό. Κανένα παραμύθι και κανένα άσμα δεν ήταν σε θέση να περιγράψει αυτή την κραταιά καταλυτική εντύπωση ενός άλλου κόσμου. Ήμουν τόσο επηρεασμένος, ώστε πήγα από ασυγχώρητη απροσεξία να κοιτάξω κι απερίσκεπτα να αντικρίσω τα κίτρινα γλαρά απατηλά μάτια του δράκου, πράγμα που θα ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικό μάλιστα και μοιραίο για την υγεία μου. Την τελευταία στιγμή συνήλθα, ενθυμούμενος ότι κανείς δεν δύναται να δει στα μάτια ή να επιστρέψει ατιμωρητί το βλέμμα ενός δράκου. Απέστρεψα επειγόντως τους οφθαλμούς από το ελαιώδες κροκάτο βλέμμα, που κυριαρχικά, αναπότρεπτα επίμονα είχε καρφωθεί πάνω μου.  

-«Εγέρθητι υιέ», ψιθύρισε ο δράκος σαν να σερνόταν ατσάλι πάνω σε ατσάλι, μετερχόμενος την παλιά λέξη, που αργότερα θα γινόταν η βάση για τη διεθνή λέξη «γκαρθ» (φρουρά ή φρουρός»).

-«Ανάβηθι επί τας φολίδας, κάθισον σε ενταύθα», συμπλήρωσε. Σαν υπνωτισμένος, παράλυτος, άβουλος και κατατονικός υπάκουσε ο Φοίνιος Φόνος, αφού είχε παραιτηθεί φανερά από κάθε απόπειρα απόδρασης. Είδα τα τέσσερα σκαλοπάτια, που θα τον οδηγούσαν στην κρατημένη εντός του … βαγονιού θέση του. Πρώτο βήμα στο δάκτυλο με τον γαμψώνυχα, δεύτερο βήμα στον λυγισμένο αγκώνα, τρίτο βήμα στη συμβολή ώμου και ωλένης, τέταρτο βήμα στον πρώτο μυ της φτερούγας. Βάδισε προς τη μοίρα του με το μισοκαμμένο πρόσωπο, με κοντή αναπνοή, με αγκυλωμένο λαιμό συνεπεία των βασάνων και των ταλαιπωριών, με το χαμηλωμένο βλέμμα του άτακτου παιδιού χωρίς ανατροφή, προκειμένου να υπερβεί την ταπεινωτική αδυναμία. Σκαρφάλωσε πάνω στον μυώδη επιβλητικό βραχίονα, γδάρθηκε στον πυρακτωμένο θώρακα του δράκου, πέρασε από σουβλερά νύχια, ένα μεγάλο άχειλο στόμα, πλάι στο κίτρινο μάτι κι ανέβηκε στον ώμο του πλάσματος, χώνοντας τη μούρη και το κεφάλι του στο κεράτινο εξόγκωμα και στη ρίζα του ακάνθινου σπαθωτού λοφίου, όπως ένα μωρό ψάχνει τη ρόγα του στήθους της μάνας. Ο Λάδων κατόπτευσε την περιοχή προς τη δύση, προς τα βάθη των νήσων των φολιδωτών. Κύρτωσε το μακρύ σώμα, που στέναξε κάτω από την κλαγγή και το κροτάλισμα των σιδερένιων λεπιών, εκτίναξε τα φτερά, πήρε φόρα και πήδηξε από το βράχο κόντρα στον άνεμο. Η συρόμενη στο κατόπι του ουρά έξυνε τις πέτρες προκαλώντας μυτερές εκβολάδες. Τα πρασινο- κόκκινα ή καστανόξανθα φτερά, ανάλογα με το φωτισμό, φτυάρισαν προς τα κάτω, ανυψώθηκαν αργά και μεγαλόπρεπα κι ήδη ο μέγας δράκος είχε απογειωθεί και απομακρυνθεί με κατεύθυνση, οριστικά και αμετάκλητα, δυτικά. Ουράνια χορωδία, ψάλλε σε παρακαλώ το άσμα του δράκου, που το δικαιούται ο Λάδων και ως γενάρχης και ως αστερισμός. Τούτο το άσμα θα είναι της Προθυραίας, γιατί οσονούπω μετά από συνεχείς επιτυχίες η αποστολή μου φαίνεται να ολοκληρώνεται, καθώς η μπίλια του Βενοβίνδα θα κυλήσει στον τροχό της τύχης και θα κατακαθίσει επιτέλους στον υπερβόρειο φρουρό της Γης, τον πολικό αστέρα φέροντας εις πέρας την τελευταία περιφορά σε τούτη την απερίγραπτη ξέφρενη διαστημική περιήγηση και περιδίνηση, ώστε ένα ολιστικό πνευματικά και πνευματιστικά στερέωμα με λεπτομερείς επεξεργασμένους χαρακτήρες και πλούσιες νοηματικές δομές να βιγλίζει τη Γη και να εμπνέει τους ανθρώπους από ‘δω ως την αιωνιότητα. Και θε να ‘ναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να το δοξολογούν, να το εκμεταλλεύονται, να το ερμηνεύουν και να το διαστρέφουν.      

ΠΡΟΘΥΡΑΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

«Κλύθι μοι, ώ πολύσεμνε θεά, πολυώνυμε δαίμον,

Ωδίνων επαρωγέ, λεχών ηδεία πρόσοψι,

Θηλειών σώτειρα, μόνη φιλόπαις, αγανόφρον,

Ωκυλόχεια, επαρώγ’ ανίαις θνητών Προθυραία,

Κλειδούχε ευάντητε, φιλότροφε, πάσι προσηνής,

Ή κατέχεις οίκους πάντων, θαλίαις τε γέγηθας,

Λυσίζωνη, αφανής, έργοις δε φαίνη άπασιν,

Συμπάσχεις ωδίσι και ευτοκίαις γέγηθας,

Ειλείθυια, λύουσα πόνους δειναίς εν ανάγκαις.

Μούνην γαρ σε καλούσι λεχοί, ψυχής ανάπαυμα,

Εν σοί γαρ τοκετών λαθιπήμονες εισίν ανίαι.   

Άρτεμις Ειλειθυία και ευσέμνη Προθυραία,

Κλύθι, μάκαιρα, δίδου δε γονάς, επαρωγός εούσα

Και σώζ’, ώσπερ έφυς αιεί σώτειρα προπάντων».

(Άκου με, πολύσεμνη θεά, και μη τα χέρια σταυρώνεις

Αλλά να ‘σαι ωδίνων αρωγός, τις λεχώνες να λυτρώνεις,

Των θηλέων είσαι σώτειρα, φύλακας, φρουρός ευγενής  

Ωκυλόχεια, Προθυραία, μπροστά στη θύρα της ευνής

Κλειδούχε ευπροσήγορε, φιλότροφε, σ’ όλους προσηνή,  

Προστατεύεις τους οίκους και χαίρεις με τη χαρά την κοινή,

Λυσίζωνη, που κρύβεσαι, αλλά στα έργα είσαι  αληθής,

Συμπάσχεις στην κύηση, στον τοκετό θα διακριθείς.

Ειλείθυια σε λεν, δηλαδή να κατευνάσει πόνους ελθούσα

Μόνο εσένα λεχώνες καλούν, ψυχής ανάπαυση ούσα,

Εσύ κάνεις τις γυναίκες τις ωδίνες να λησμονήσουν    

Άρτεμη, Ειλειθυία, Προθυραία, όπως κι αν σε βαφτίσουν.

Άκου, μακάρια, βοήθησε και δώσ’ μας ωραία νεοττιά, 

Η μοίρα σ’ έχει ορίσει, φύλα μας από κάθε αποκοτιά).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ’

ΦΟΙΝΙΚΗ (ΠΟΛΙΚΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ), ΠΕΡΑΣ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗΣ

Φοινίκη, προς τιμή του Φοίνιου Φόνου, του Δία, του εκδικητικού θεού που πάντοτε οι άνθρωποι έτρεμαν και μισούσαν και η αφρόκρεμά τους, οι τιτάνες, με μανία πολεμούσαν. Ο Ν.Α.Ο.Σ Βενοβίνδας ακινητοποιήθηκε επιτέλους στο κεντρικό σημείο του βόρειου ουρανού μετά από τη ξέφρενη περιφορά του στο εκτόπλασμα του στερεώματος. Είχε ξεκινήσει από τον Σταυρό του Νότου (Μυία), είχε διενεργήσει τέσσερις μεγάλες περιφορές καταστερίζοντας άστρα περιέχοντα αντίστοιχες ιστορίες και είχε εκπληρώσει για μία ακόμη φορά το καθήκον του απέναντι στους ανθρώπους. Μαζί με τη ναυαρχίδα συνέρρευσαν και τα υπόλοιπα εναπομείναντα πλοία της Ομοσπονδίας, η θρυλική Αργώ, ο Πήγασος, το Φρίξος και Έλλη, το Χρυσόμαλλο Δέρας, το Ηράκλειο Δέπας Αμφικύπελλον και η Βενθεκυσίμη (βένθος + έκυσσα εκ του κυνέω + μοι ή με= φίλα με βαθιά). Είχαν και αυτά κάνει πολλά εν τω μεταξύ, εισφέροντας πολλή βρόμικη και αφανή δουλειά, που εκ πρώτης όψεως παραγνωρίζεται. Θα μού προβάλλετε την ένσταση ότι ο Βενοβίνδας ανέλαβε τον καταστερισμό εβδομήντα ενός αστερισμών, με αποτέλεσμα να μείνουν για τα υπόλοιπα πλοία μόνο δεκαεπτά. Όμως πέραν του διακριτικού κεντήματος στον καμβά που ο πληθωρικός Προμηθέας είχε χαράξει, τα ανωτέρω πλοία είχαν ασχοληθεί πολύ με τη χαμαλοδουλειά που συνεπάγεται το κλωθογύρισμα της πλάσης, τις λεπτομέρειες της επανασύστασης του Σύμπαντος με τη δημιουργία των μικρότερων ή αμελητέων ουράνιων σωμάτων, κομητών, μετεωριτών, αερόλιθων κ.λπ. Επίσης, είχαν συνεισφέρει σημαντικά στην επίρρωση των θεμελίων του Σύμπαντος, στην ύφανση των ποικίλων πτυχών του, στη ραφή των ούλων του, όπου αυτά σχίζονταν, και στην στατική ενίσχυση του σκελετού του με ποικίλες τσιμεντενέσεις, αλλά και στην αποσυμφορητική διάνοιξη οπών, όπου χρειαζόταν, με αδιατάρακτη κοπή μπετόν. 

Εκεί λοιπόν που οι κυβερνήτες των σκαφών της Ομοσπονδίας χτυπούσαν ο ένας τον άλλον στην πλάτη για να γιορτάσουν τη μεγάλη τους επιτυχία, μέσα από τη σκοτεινιά του διαστήματος ξεπρόβαλλαν όγκοι πολλοί σαν κοκκινίλες ή δήγματα κοριού, που διακόπτουν τη συνέχεια του δέρματος, σαν να ήσαν ενσωματωμένοι στην ίδια την υφή του χώρου γλιστρώντας όμως πάνω του ή πίσω του χωρίς την παραμικρή προσπάθεια σαν μία ψαλίδα που τρέχει κάτω από μεμβράνη καμπυλώνοντάς την, αυλακώνοντάς την, αλλά και καμιά φορά σκίζοντάς την, και περικύκλωσαν τα βαριά σκάφη των τιτάνων.

«Μη ταυτοποιημένα αλλοδαπά οχήματα», είπε ο Προμηθέας. «Σάς ομιλεί ο κυβερνήτης Προμηθέας του διαστημόπλοιου “ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α – Ν.Α.Ο.Σ Βενοβίνδας” εκ μέρους της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου. Παρακαλώ, ταυτοποιηθείτε, δηλώστε τις προθέσεις σας και εξηγήστε τους λόγους της παρουσίας σας στην κατακόρυφο μετάδοσης νοημάτων, που οδηγεί προς τον πλανήτη Γη…»

Μέχρι να τα πει όλες αυτές τις ανθρωπιστικές φλυαρίες ο Προμηθέας τα εχθρικά σκάφη άνοιξαν πυρ και προκάλεσαν ανυπολόγιστες ζημιές στα πλοία του Αστροστόλου. Οι ενεργειακές ασπίδες των τιτανικών πλοίων εξουδετερώθηκαν, τα λίγα σκάφη των τιτάνων διασκορπίσθηκαν, η γέφυρα του Βενοβίνδα άνοιξε στα δύο και οι πράκτορες του Δία μπόρεσαν μέσα στη ζούλα να διακτινίσουν τον Προμηθέα στην Άρουρα Τέσσερα, το τέταρτο φεγγάρι της Φοινίκης 3, που ήταν ο τρίτος πλανήτης γύρω από το άστρο της Φοινίκης. Βέβαια, θα έπρεπε ο Προμηθέας να περιμένει αυτή την επίθεση, αφού ήταν δεδομένο ότι ο Ζευς θα έκανε μία τελευταία κίνηση για να διασώσει το γόητρο και το καθεστώς του, πλην όμως η αιώνια καλοπιστία των τιτάνων και η προσήλωσή τους στα ειρηνικά έργα γέμισε με λέπια και φολίδες τους οφθαλμούς τους, δεν τούς επέτρεψε για μία ακόμη φορά να αντιληφθούν και να διαβλέψουν το αυτονόητο. Εκεί, πάνω σ’ ένα βουνό που λεγόταν Καύκασος το Κράτος (υπήρχαν και στην αρχαία Ελλάδα εκπρόσωποι του ουδέτερου φύλου) και η Βία αλυσόδεσαν τον Προμηθέα και τον υπέβαλαν, όπως όλοι γνωρίζουν, στο βασανιστήριο της ηπατεκτομής από γύπα.   

Εδώ ο συγγραφέας του βιβλίου θα όφειλε να υποχωρήσει προ ανωτέρων συγγραφέων, όπως είναι ο ίδιος ο Αισχύλος, που έγραψε τον Προμηθέα Δεσμώτη (αλλά και τον Πυρφόρο και τον Λυόμενο που δυστυχώς χάθηκαν), τον Percy Bysshe Shelley, που συνέθεσε τον Προμηθέα Λυόμενο, αλλά και τον Χρήστο Λιακόπουλο, που έγραψε και ερμήνευσε τον Προμηθέα Εσταυρωμένο, μία εκπληκτική παράσταση, την οποία πάντα ανακαλώ στη μνήμη μου ως ένα αρχετυπικό θέαμα, όπου ο πρωταγωνιστής εκκρίνει πολλά κιλά ιδρώτα προκειμένου να εκθέσει προς τα έξω το 1000% των δυνατοτήτων του. Ο δικός μου Προμηθέας, για να μη ξεχνιόμαστε, είναι ο Προμηθέας Καταστερίζων. Κατά συνέπεια, αφού εισάγουμε κάτι ελαφρώς διαφορετικό, θα επιχειρήσουμε μία δική μας προσπάθεια.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ:  Κοιτάχτε τι πάθη υπομένω απ’ τον αφέντη

Στενάζω για τα βάσανα για να ‘χει εκείνος γλέντι.     

Πρέπει την τύχη τη μοιρόγραφτη κανείς να την βαστάζει,

Αφού ξέρει πόσο ανίκητη είν’ η ανάγκη που αρπάζει.

Για τα δώρα που ‘δωκα μπήκα σε τέτοιο μαρτύριο,

Και με υποβάλλει ο διάολος σε σκληρό βασανιστήριο.

Έκλεψα κρυφά το σπέρμα της φλογός σε κούφιο ξύλο,

Και περιμένω σε φριχτά δεσμά  να ακούσω ένα φίλο.

Είναι ο εχθρός μου φοβερός μα η μεγίστη κτηνωδία 

Καθώς τον ωφέλησα πολύ, είναι η δική του αχαριστία.  

Γιατί όταν οι τιτάνες με ψέματα βίαια ζήτησαν εξουσία,

Πήρα το μέρος του, γιατί των θεσμών ήθος είναι η ουσία. 

Τον Κρόνο ‘γω στον Άδη έστειλα, γιατί ήταν η παλιά η τάξη,

Και δεν φανταζόμουνα ότι ο Δίας τίποτε δεν θ’ αλλάξει.

Άρα δεν μού χρωστάνε μόνο οι θνητοί τις φωτιές τις τέλειες,

Ακόμη κι οι αδίστακτοι θεοί έχουν από εμέ ωφέλειες.

Μα όταν ο αποτρόπαιος κάθισε στο θρόνο, άρχισε να μοιράζει

Στους δικούς του αξιώματα, η εύνοια δεν τον ντροπιάζει.

Για τους βροτούς όχι έλεος, που στην δουλειά τρυπάνε σόλα,

Απ’ την αρχή φανερό κατέστησε ότι απλά τα θέλει ΟΛΑ!

Κανένας δεν αντιστάθηκε, δεν στήριξε συντρίμμια, ερείπια

Με συντρόφους αρχικά, μα εντέλει μόνος το κώνειο ήπια.

Μονάχα εγώ ορθώθηκα κι είπα τα όπλα να κατάσχω

Γι’ αυτό κι εδώ στο έρεβος αναίτια κι άδικα πάσχω.

  Εκείνη τη στιγμή κατά τα γνωστά εμφανίστηκε μπροστά του ο φτερωτός Ερμής, που όμως ήταν ο Υπερίων μεταμφιεσμένος. Είχε περάσει απαρατήρητος ανάμεσα από τους φρουρούς, σαν να είχε αισθητήρες προσέγγισης ή μάλλον τούς είχε ενσωματωμένος στον καταγραφέα δεδομένων του, παραπλανώντας όλους όσους τον συνέλαβαν άμα τη αφίξει του προσωρινά για ανάκριση, αφού είχε υποβληθεί σε κοσμητική χειρουργική από τον Ωκεανό: «Κυβερνήτη, βλέπω ότι μιλάς πικρά, να ξέρεις όμως ότι όλοι εμείς που συγκροτούμε το παλιό πλήρωμα και σ’ έχουμε συντροφέψει σε πάμπολλες Δημιουργίες δεν πρόκειται να  σε εγκαταλείψουμε».

«Καλά τα λες Ερμή ή μάλλον έρμε και ερμητικέ Υπερίωνα, αλλά έχω πια κουραστεί και δεν βλέπω φως στο τέλος της σήραγγας. Τόσες μάχες, τόσες θυσίες, αλλά όταν οι δικοί μου σκοτώνονται ενώ οι αντίπαλοι αναγεννώνται, τι προοπτικές μπορώ να έχω;»

Γυρνώντας προς το Δία, ο δεσμώτης είπε:

«Πάψε να κομπάζεις, η μέρα να γίνεις ταπεινός,

Πλησιάζει- θα σ’ αντιμετωπίσει κάποιος από μένα πιο τρανός.

Είναι για σένα η ευσπλαχνία αδυναμία; Όμως δύναμη είναι,

Κι αυτό θα στο διδάξει εκείνος που λέει στον άλλο «μην κρίνε»

Τ’ όνομά του δεν θα ‘ναι Ηρακλής, μην περιμένεις Ηρακλειδή, 

Αυτή τη φορά δεν θα σού δώσω ξεμπερδέματος κλειδί.

Γιατί υπάρχει χώρος κι από σένα παραπάνω, κάτω και πίσω

Προβάλλει απ’ τα βάθη αυτός που θα πει “τα μάγια θα λύσω”».    

  Ο Υπερίων κάτι σκέφτηκε μ’ όλα αυτά: «Κυβερνήτη, μού έδωσες μια καλή ιδέα, απλώς θέλει χρόνο και πολλή προετοιμασία για να πραγματωθεί», είπε και έδιωξε για μία ακόμη φορά το όρνεο που τσιμπολογούσε το «συκωτό» ήπαρ του Προμηθέα, που το είπαν έτσι επειδή αυτός χρόνια το έτρεφε με συνθετικά σύκα από τον αντιγραφέα – τρισδιάστατο εκτυπωτή.

          «Αλίμονο, χαζό πτηνό του Δία. Τι μπορείς να ξέρεις εσύ», αναθάρρησε ο Υπερίων. «Ξέρεις μόνο να τρως και να καταβροχθίζεις όπως ο αφέντης σου. Ξέρεις ότι “όλυνθος” σημαίνει το άγουρο πρώιμο σύκο; Ξέρεις ότι “φήληξ” σημαίνει το άγριο σύκο, που φαίνεται ώριμο, ενώ δεν είναι; Ξέρεις ότι “ισχάς” σημαίνει το ξερό σύκο; Αλλά έτσι θα καούν τα φτερά σου σαν ξεραμένα έλυτρα εντόμου από τη φωτιά του Προμηθέα, καθώς θα εξαπλώνεται, θα σε καταναλώνει, θα σε κάνει παρανάλωμα»  

«Υπερίωνα», ψέλλισε ο Προμηθέας. «Αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον βρήκες τη λύση. Μη μού λες ποια είναι. Μη μού λες πόσο χρόνο θα πάρει. Αν κάτι έχει μάθει η ανθρωπότητα, είναι να υπομένει. Μη σε νοιάζει, εγώ θα είμαι εδώ και θα αντέξω όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μόνο ύπαγε και πράξε το καθήκον σου, όπως το ορίζουν τα θέσμιά μας, το σύνταγμα και οι νόμοι. Ευλογημένος να είσαι, γιατί εμείς οι τιτάνες πιστεύουμε στη συνεργασία και εμπιστευόμαστε τους συνεργάτες μας. Πιστεύω τω φίλω, αυτό είναι όλο. Πιστόν φίλον εν πόνοις και κινδύνοις γιγνώσκεις. Τοις των φίλων λόγοις αεί πιστεύομεν. Ει κινδυνεύετε ω φίλοι, τους των ανθρώπων τρόπους γιγνώσκετε. Όσα μάθαμε στο σχολείο, στο γυμνάσιο και στο πανεπιστήμιο ισχύουν. Αν ξέρετε κάτι διαφορετικό, διδάξετέ μας περί αυτού, όπως λέγει και ο Σωκράτης στην Απολογία του. Αλλά δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό. Η λέξη πολιτισμός περιέχει την πόλη και την πολιτεία κι εμείς οι τιτάνες ανατραφήκαμε να είμαστε πολίτες και όχι υπήκοοι. Κάτω οι δυνάστες, κάτω οι θρησκείες! Ό,τι ψήγμα θεού υπάρχει, είναι μέσα μας, στον καθένα από εμάς!»

Ο Υπερίων ώχετο απιών για να εκτελέσει το σχέδιό του και ήλθε η ώρα για τον Προμηθέα να απαγγείλει τον ωραιότερο ύμνο των τιτάνων, τον ύμνο προς την δίκη και τη δικαιοσύνη. Αυτήν αναζήτησε σ’ εκείνη τη φοβερή στιγμή ο Προμηθέας πυρφόρος, ο δεσμώτης, ο λυόμενος (in spe), ο εσταυρωμένος, ο καταστερίζων. Έγινε εκείνη τη στιγμή ο Προμηθέας κύκνος, αλλά το άσμα του δεν ήταν κύκνειο, αλλά άσμα Δημόδοκου, άσμα αοιδού, ραψωδίας και ελπίδας πριν έλθει η τελική νίκη, υπόμνηση ότι η αυγή έρχεται μετά το πιο βαθύ σκοτάδι, ότι μία αχτίνα ήλιου είναι αρκετή για να σκορπίσει το κράτος του ζόφου.        


.         ΔΙΚΗΣ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ

«Όμμα Δίκης μέλπω πανδερκούς, αγλαομόρφου,

Ή και Ζηνός άνακτος επί θρόνον ιερόν ίζει,

Ουρανόθεν καθορώσα βίον θνητών πολυφύλων,

Τοις αδίκοις τιμωρός επιβρίθουσα δικαίη,

Εξ ισότητος αληθείη συνάγουσ’ ανομοία,

Πάντα γαρ όσα κακαίς γνώμαις θνητοίς οχείται,

Δύσκριτα, βουλομένοις το πλέον βουλαίς αδίκοις.

Μούνη επεμβαίνουσα δίκη αδίκοις επί έργοις,

Εχθρή των αδίκων, εύφρων δε συνέσεσι δικαίοις.

Αλλά, θεά, μόλ’ επί γνώμαις εσθλαίς δικαίη,

Ως αν αεί βιοτής το πεπρωμένον ήμαρ επέλθη.

Ώ θνητοίς δικαιοτάτη, πολύολβε, ποθεινή,

Εξ ισότητος αεί θνητοίς χαίρουσα δικαίοις,

Πάντιμ’ ολβιόμοιρε, Δικαιοσύνη μεγαλαυχής,

Ή καθαραίς γνώμαις αιεί τα δέοντα βραβεύεις,

Άθραυστος το συνειδός- αεί θραύεις γαρ άπαντας,

Όσοι μη το σόν ήλθον υπό ζυγόν, αλλοπρόσαλλοι,

Πλάστιγξιν  βριαραίς παρεγκλίναντες απλήστως-

Αστασίαστε, φίλη πάντων, φιλόκωμ’ ερατεινή,

Ειρήνη χαίρουσα, βίον ζηλούσα βέβαιον.

Αεί γαρ το πλέον στυγέεις, ισότητι δε χαίρεις.

Εν σοί γαρ σοφίη αρετής τέλος εσθλόν ικάνει.

Κλύθι, θεά, κακίην θνητών θραύουσα δικαίως,

Ως αν ισορροπίαις αεί βίος εσθλός οδεύοι

Θνητών ανθρώπων, οί αρούρης καρπόν έδουσιν

Και ζώων πάντων, οπόσ’ εν κόλποις τιθηνεί

Γαία θεά μήτηρ και πόντιος ενάλιος Ζευς».      

(Έστι δίκης οφθαλμός, ός τα πάνθ’ ορά         

Νεφεληγερέτη Δία εξ ύψους φρουρά

Τις φυλές των ανθρώπων δικάζει, κελεύει

Τα δέοντα και τους  συνετούς βραβεύει

Στους αδίκους τιμωρός επιβρίθει

Πονηρών ελέγχοντας τρόπους και ήθη. 

Την ομόνοια των ίσων προωθεί και προάγει

Μα κι ανόμοιους ακόμη ζευγνύει, συνάγει.

Στα στρεβλά έργα με συνειδός επεμβαίνει

Δεν είναι απλά μια αρχή που συμβαίνει –διαβαίνει.

Την ισορροπία αγαπά κι εύφρονες θεσμίσεις

Όχι σκολιές, σκαιές και θολωμένες κρίσεις.

Γνώμες διαυγείς, καθαρές για μια εποχή

Όχι σκόρπιες βουλές π’ ακυβέρνητο άρμα οχεί.

Πολύολβη, ποθεινή, μεγάλαυχη δικαιοσύνη

Όση μεγάλη δύναμη, τόση κι ευθύνη

Αστασίαστη, φιλόκωμη, ερατεινή

Καλόγνωμη κι όταν επιβάλλεις ποινή,

Για δίκαιους αγώνες τις δάδες ανάβεις

Άθραυστη είσαι, αλλ’ εκείνους θραύεις

Που δεν νογούν πως ό,τι δώσεις θα λάβεις

Πλεονέκτες, μωρούς ασυναίσθητους βλάβης,

Όσους τη ζυγαριά άπληστα σέρνουν

Την πλάστιγγα άκριτα κλίνουν και γέρνουν.

Συ λοιπόν μας καλείς να μάσουμε σ’ ευδία

Τα αγαθά της γης και του ενάλιου Δία

Οι θνητοί τους καρπούς των αγρών να συλλέγουν

Εν ειρήνη να ζουν κι αρετές να επιλέγουν).

          Κι επειδή η Δικαιοσύνη παραμένει ως ιδέα αόριστη και ως έννοια αδιευκρίνιστη χωρίς τον νόμο, τόσο τον φυσικό όσο και τον θετικό που τον εξειδικεύει, προχωρούμε ευθύς στη δοξολογία του Νόμου.

          ΥΜΝΟΣ ΝΟΜΟΥ

          «Αθανάτων καλέω και θνητών αγνόν άνακτα,

          Ουράνιον Νόμον, αστροθέτην, σφραγίδα δικαίην

          Πόντου τ’ εναλίου και γης, φύσεως το βέβαιον

          Ακλινές αστασίαστον αεί τηρούντα νόμοις,

          Οίς άνωθεν φέρων μέγαν ουρανόν αυτός οδεύει,

          Και φθόνον ου δίκαιον ροίζου τρόπον αυτός ελαύνει,

          Ός και θνητοίς βιοτής τέλος εσθλόν εγείρει.

          Αυτός γαρ μούνος ζώων οίηκα κρατύνει,

          Γνώμαις ορθοτάταις συνών, αδιάστροφος αεί,

          Ωγύγιος, πολύπειρος, αβλάπτως πάσι συνοικών

          Τοις νομίμοις, ανόμοις δε φέρων κακότητα βαρείαν.

          Αλλά, μάκαρ, πάντιμε, φερόλβιε, πάσι ποθεινέ,

          Ευμενές ήτορ έχων μνήμην σου πέμπε, φέριστε».    

(Αθανάτων καλώ και θνητών τον βασιλέα,

          Ουράνιο Νόμο, αστροθέτη, με σφραγίδα δικαία

          Πόντου ενάλιου και γης, της φύσης σταθερά

          Εξουσία εφ’ όλων ασκείς ισχυρή, κρατερά.  

          Ασάλευτε, ατάραχε, που θεσπίζεις ειδικότερους νόμους  

          Φέρνεις παντού, γη κι ουρανό, τους πολύτιμους τόμους.  

          Με σφύριγμα βέλους διώκεις τον άδικο φθόνο

          Περί λύχνων αφάς κάθε ον να μην νιώσει μόνο.

          Μόνο ο νόμος πηδαλιούχος τη ζωή  κατευθύνει,

          Με γνώμες ορθές, χωρίς διαστροφές μες στη δίνη.  

          Πανάρχαιος, πολύπειρος, ποτέ κανένα δεν βλάπτει

          Μα σε κακούς και άνομους τιμωρία προσάπτει.  

          Αλλά, μακάριε, έντιμε, ευτυχή, Ευάρεστε, ποθητέ

          Άριστε μ’ ευμενή καρδιά, μη μάς ξεχνάς ποτέ).   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΓ’

ΚΤΗΜΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑ, Α’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ, ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

“Execution? Spock, we can always depend on you for a note of cheer”

                   Star Trek, The Last Gunfight

ΥΠΕΡΙΩΝ: Ωκεανέ, πρέπει να μιλήσουμε. Ασφάλισε την πόρτα του δωματίου.

ΩΚΕΑΝΟΣ:  Δεν είμαι υπηρέτης σου Υπερίωνα. Δεν έχεις εξουσία πάνω μου, ούτε μπορείς να με διατάζεις. Αφότου κληρονόμησα αυτό το μέρος από τον καημένο τον Προμηθέα, νόμισα ότι θα μπορούσα πια να ξεκουραστώ και να τιμήσω τη μνήμη του εν ειρήνη, ατενίζοντας τον αγνό, φιδωτό ποταμό Πυριφλεγέθοντα από το μικρό κιγκλίδωμα της βεράντας μου.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Είμαι απογοητευμένος από σένα, ω γηραιότατε όλων των τιτάνων (μετά τον θάνατο του Ιαπετού). Συνεχίζεις να συγχέεις τη συναδελφική αλληλεγγύη και πειθαρχία, που πρέπει να επικρατεί στις σχέσεις μας, την κοινή διαχείριση των υποθέσεών μας, που είναι η μόνη μας ελπίδα επιβίωσης, με την εξουσία και την κυριαρχία. Εκτός τούτων παρερμηνεύεις χονδροειδώς  τα κίνητρα του πολιτικά νεκρού προστάτη των ανθρώπων, που τόσο άδικα καταδικάσθηκε στο ρόλο του ζωντανού νεκρού και τόσο γρήγορα ξεχάστηκε από όλους μας, εκεί στον Καύκασο που του τρώει το συκώτι ο αετός. Ο πυρφόρος, πυριόχος άγιος σού κληροδότησε το κτήμα του, ώστε να το συντηρήσεις και να το καλλιεργήσεις μέχρι την επιστροφή του. Αντ’ αυτού εσύ στρογγυλοκάθεσαι νωθρά σε τρυφηλή πολυθρόνα, διάγοντας  μίζερη και άθλια ζωή, που βέβαια ο μεγάλος μας πνευματικός ταγός δεν θα ενέκρινε. ‘Όταν σε βλέπω, διαπιστώνω με λύπη μου πως το τιτανικό στοιχείο και το ξεμώραμα έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους.  

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Υπερίωνα, έλα στο θέμα. Δεν μπορώ να σου διαθέσω όλη την ημέρα. Είμαι ένας υπέργηρος, βιοτεχνολογικά ενισχυμένος και υποστηριγμένος οργανισμός μ’ ένα πόνο αβάσταχτο που έρπει ανατριχιαστικά στη σπονδυλική μου στήλη (κι ας είναι κούφια). Αν μπορούσα να την εξορύξω από το σώμα μου και να μείνω μόνο με το μηχανικό μου εξωσκελετό, θα αισθανόμουν πολύ καλύτερα.

          ΥΠΕΡΙΩΝ:  Χτες το βράδυ, δέχτηκα μια πολύ περίεργη επίσκεψη, ω πρεσβύτερε των τιτάνων. Καθώς  προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ στο διαλογισμό μου, το δωμάτιο άρχισε να φωτίζεται κι εμφανίστηκε μια φωσφορίζουσα λάμψη με λεπτά χρυσά κράσπεδα που μαρμαρυγούσαν στις άκρες. ‘Εμεινα έκθαμβος από το μυστήριο αυτό θεάμα.

          ΩΚΕΑΝΟΣ:  Α ναι διαλογισμός, πες στο κι έτσι! Απλώς ήταν ένα όνειρο του βαθέος ύπνου, που εσύ τα ονομάζεις «διαλογισμό». Ήταν όναρ, όχι ύπαρ.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Σεβαστέ πατριάρχη, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος, ώστε να ανεχθώ την τάση σου για βωμολοχίες. Ο Βριάρεως με κάποιο τρόπο μπόρεσε να μού διαβιβάσει και να προβάλει στην οθόνη του νου μου μια ισχυρή έντονη τηλεπαθητική εικόνα από ένα μακρινό κι απόκοσμο μέρος, που, όπως καταλαβαίνω, θα πρέπει να ήταν μια άλλη διάσταση. Μού είπε αυτό που πάντα υποπτευόμουν, ότι δηλαδή η ανθρώπινη εξέλιξη έχει χειραγωγηθεί στο απώτατο παρελθόν από έναν εξωτερικό επεμβατικό παράγοντα, που με  επιστημονικό τρόπο αύξησε σημαντικά τη θερμοκρασία του σώματος των ανθρώπων. ‘Όπως μπορείς δικαίως να υποθέσεις, μόνο η ιδιοφυία του αδελφού μας Κρόνου (Χρόνου) , που πρώτος ταξίδευσε στο παρελθόν χρησιμοποιώντας την έλξη του ήλιου για να εκσφενδονίσει το πλοίο του σε περασμένες εποχές, θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για εξελικτικές μεταβολές τέτοιου… τιτάνιου μεγέθους. Ο στόχος του Κρόνου ήταν να επιτύχει την ανατροπή και πτώση του θαλάσσιου πολιτισμού της Ατλαντίδας, θερμαίνοντας προοδευτικά τα ανθρώπινα κύτταρα με το δραστικό συστατικό της θερμοτροπίνης, αυτής της μυστηριώδους πειραματικής ουσίας. Η βάση του ήταν εγκατεστημένη  στο Μέγα Πλανήτη (σ.σ. σημερινός Δίας), που λόγω της πολύ γρήγορης περιστροφής του σε σχέση με τη Γη επέτρεπε την κατά κύματα και κατά δέσμες εκπομπή ή έκλυση της ραδιενέργειας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εντέλει, μετά την περάτωση της μακροχρόνιας θεραπείας προαγωγής των κυττάρων, το τελικό του κατόρθωμα ήταν η κονιορτοποίηση της πόλεως των Ατλάντων, από την οποία, όπως γνωρίζεις, τουλάχιστον στην παρούσα χρονική γραμμή, ελάχιστοι επέζησαν, μεταξύ των οποίων και η ταπεινότητά μου.  Η εκκαθάριση -εξυγίανση για να βρούμε έναν ευφημιστικό όρο για μια βρόμικη υπόθεση, έγινε με τη μετατροπή της υψηλής συχνότητας ακτίνας του και την πρόκληση εκρήξεως στα υποθαλάσσια βουνά και στους φυσικούς αγωγούς αερίων υπό την επιφάνεια. ‘Ετσι, δρομολόγησε την πιο σημαντική διαδοχή γεγονότων στην Ιστορία του Ανθρώπου. Λόγω της εξωγενούς αυτής επιδράσεως, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις θάλασσες και συνέχισαν την εξελικτική τους πρόοδο στη ξηρά.

Τώρα κρατήσου: ο γιος του Δίας, άλλως Ζευς, γνωστός και μη εξαιρετέος, θέλει να εξουδετερώσει αναδρομικά  την επέμβαση του Κρόνου στην ιστορική της πηγή (εν τη γενέσει της), ώστε ο αρχαίος λαός της Ατλαντίδας, οι ένδοξοι πρόγονοι των σημερινών γήινων, να παραμείνουν άγριοι, απολίτιστοι, ανεκπαίδευτοι, παγιδευμένοι σ’ ένα υποτυπώδες επίπεδο συνείδησης, άρα ευεπίφοροι σε θρησκευτικές ή δογματικές πίστεις κι υπολήψεις και άλλες οπισθοχωρητικές τάσεις. Σ’ ένα τέτοιο φτωχό και ενδεές εξελικτικό στάδιο και σε μια τέτοια εκδοχή της Ιστορίας, ο Κατακλυσμός που τόσο άνομα σφετερίστηκε ο Δίας, δεν θα γίνει, ο Δευκαλίωνας (ο γιος του Προμηθέα) και η Πύρρα δεν θα υπάρξουν και οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν ποτέ να αμφισβητήσουν τη θεϊκή εξουσία του Δία και των λακέδων του, δεν θα δυνηθούν ποτέ να ανατρέψουν τους θεούς και να εξερευνήσουν τ’ άστρα! Είναι πασίγνωστο ότι η ψυχρή, αμφίβια ή υγρότροπη φυσιολογία έχει εγγενείς δυσκολίες να αναπτύξει διαστημική τεχνολογία.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Φτωχέ Κρόνε! Σκληρή μοίρα να έχεις ένα γιο που να παριστάνει το θεό, μα στ’ αλήθεια να είναι μεγάλος βραχνάς και ακραίο στραβόξυλο. Αν ισχύει ότι η λήθη είναι θάνατος για τους θεούς, τότε η χειρότερη τιμωρία για το Δία είναι να τον αγνοήσεις. Αλλά η εξουσία του κλονίζεται πλέον και το τέλος της είναι ήδη ορατό. Σε πολλούς κύκλους Δημιουργίας, αν και όχι στον δικό μας, ο Χριστιανισμός φαίνεται να επικρατεί. Μοίρα των θεών η λήθη και των ανθρώπων ο θάνατος.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Ο Δίας δεν παραιτείται. Συγκαλεί και συγκεντρώνει δυνάμεις από την επικράτεια των σκωληκοτρυπών, απ’ όπου ξεφύτρωσε αυτός κι οι όμοιοί του! Ο περιβόητος Ζευς και οι άλλοι θεοί του Ολύμπου είναι, όπως ξέρεις,  πλάσματα που κανονικά ζουν στο αλλαχού μεταξύ των τρισδιάστατων χώρων του διαστήματος και φυλάττουν υποδειγματικά και δρακόντεια αυτές τις περιοχές τους, ήλθαν όμως στο δικό μας  τιτανικό σύμπαν για να κατακτήσουν και να ακμάσουν ως βασιλείς, ασκώντας στην πλάτη μας το θεϊκό ρόλο της παντοδυναμίας. ‘Όταν οι άνθρωποι, παρακινημένοι από τους τιτάνες, έδειξαν ασέβεια προς τους πεφυσιωμένους αυτούς ηγεμονίσκους και διατάραξαν τη βασιλεία τους με συνεχείς επαναστάσεις, εκείνοι αποδεκάτισαν και εξανδραπόδισαν το λαό μας. Παρότι, όμως, υπέστησαν  κι οι ίδιοι μεγάλες απώλειες,  εξακολουθούν να ασκούν μία εριζόμενη, οριακή επικυριαρχία επί του ανθρώπινου γένους  και της ηγετικής του τάξης, των τιτάνων, χωρίς να παίρνουν επιτέλους την απόφαση να επιστρέψουν στις σκουληκότρυπες, απ’ όπου ξετρύπωσαν.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Ναι, βέβαια, είναι γνωστό ότι οι Δώδεκα Θεοί του Ολύμπου είναι στην πραγματικότητα πλάσματα που ζουν στις σκουληκότρυπες ή διαστημικές σήραγγες στρέβλωσης και σύντμησης του χωρόχρονου. Έτσι εξηγείται η μεγάλη τους δύναμη.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Ακριβώς. Είναι ενεργειακοί οργανισμοί, ψυχές, το αντίθετο της φυσικής μας ύπαρξης. Εμείς αναμιμνήσκουμε εμπειρίες, εκείνοι τις παράγουν με τη μορφή συμβολικών κρυπτογραμμάτων για να τις καταναλώσει το μυαλό μας και να παγιδευτεί στη δική τους λογική. Εμείς χάνουμε ενέργεια και οι δυνάμεις μας προοδευτικά μειώνονται μέχρι να ζαρώσουμε και να μαραθούμε στο φυλλορόημα του γήρατος, εκείνοι φορτίζονται μ’ αυτήν, κινούμενοι βήμα προς βήμα από το επίπεδο μιας αποσπασματικής διασκόρπισης κβάντων σε μια υψηλή και προηγμένη οργάνωση ενεργειακού μεταβολισμού. Ζουν αντίστροφα εξ ορισμού, πηγαίνοντας από το μέλλον προς το παρελθόν, όπως ο Πάρνεμπ, ο Ινχοτέπ  και οι λοιποί γραμματείς των Αιγυπτίων Φαραώ. Τα πεπρωμένα μας είναι τεμνόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Αν η πίστη μας στην ύπαρξή τους μειωθεί ή χαθεί, τότε διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να εξαϋλωθούν, καθώς η αμφιβολία τούς σκοτώνει. Από την άλλη πλευρά εκείνοι έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν τη μοίρα μας. Η Κλωθώ με το χέρι πάνω στον τροχό και το αδράχτι, η Λάχεση που μετράει τις αξεδιάλυτα περιπεπλεγμένες κλωστές της ζωής μας και η υπομονετική ‘Ατροπος με το λαμπρό της ψαλίδι έτοιμο να κόψει.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Λοιπόν μου φαίνεται ότι αυτό που προτείνεις είναι να γονιμοποιήσουμε και πάλι με την ευεργετική μας παρουσία τις καταβολές της ανθρώπινης ιστορίας, να επιχειρήσουμε ξανά τη γνωστή ταχυδακτυλουργία της επιστροφής στο παρελθόν προς σωτηρία του παρόντος.  Θα είναι δύσκολο, αφού δεν κατέχουμε τη μέθοδο του Κρόνου για τα χρονικά ταξίδια (που ας μη ξεχνάμε ότι είναι εισιτήριο χωρίς επιστροφή προς το παρελθόν) ούτε έχουμε τη δυνάμεις των πλασμάτων ενδιάμεσου χώρου.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Ο δρόμος της έρευνας που ακολούθησα ήταν η ανάλυση των μεθόδων πρόσβασής μας σ’ ένα συγκεκριμένο εναλλακτικό Σύμπαν. Δεν είναι πολύ πιθανό αυτό το νέο Σύμπαν που  διακηρύσσω να έχει τις καταβολές του στο δικό μας. Ο δικός μας τιτανικός ή τιτάνιος χωρόχρονος είναι μόνο ένας από τους αμέτρητους υπάρχοντες κόσμους, που όλοι εδράζονται σ’ ένα άπειρο υπερδιάστημα αφόρητα θερμό και απροσμέτρητα πυκνό. Για να κάνουμε χρήση μιας αναλογίας, δεν είμαστε παρά μία πομφόλυγα που διογκούται προς τα έξω για μια αφάνταστα μεγάλη χρονική περίοδο μέσα σε μία θάλασσα αφρού χωρίς επιφάνεια και πάτο. Αναφέρομαι ακριβώς σ’ αυτή την απέραντη πηγή συμπυκνωμένου φωτός, όπου το κοινό τιτανικό διάστημα και το παραπληρωματικό του αλλαχού της στρέβλωσης περιλαμβάνονται ως δύο ασήμαντοι εξωτερικοί τροχοί, προσαρμοσμένοι στο τεράστιο μηχανικό σώμα της βασικής δομής, ως δύο σφιχταγκαλιασμένες αδελφές βδέλλες, που απομυζούν το επιούσιο αίμα τους προσκολλημένες σε μία ανεξάντλητη δεξαμενή ενέργειας. Η παραδοχή ενός τέτοιου πρωταρχικού Σύμπαντος- πλαισίου, απ’ όπου όλα τ’ άλλα εκπορεύονται, είναι μία επιστημονική θεωρία μεγάλου βεληνεκούς και σημασίας, που μπορεί να εκθεμελιώσει τη σημερινή φυσική, όπως η εμφάνιση του Δία και των λοιπών όντων της σκουληκότρυπας κατέστησε διάτρητη και έωλη την παραδοσιακή φυσική εκατοστού- γραμμαρίου- δευτερόλεπτου. Η ασύλληπτη πυκνότητα αυτού του Σύμπαντος αποκλείει την πιθανότητα της επέκτασης, των σφαιρικών ή κωνικών σχηματισμών και της στερεομετρίας γενικότερα, επιτρέποντας μόνο τις δυσδιάστατες κινήσεις κατά μήκος ευθειών γραμμών και κύκλων. Είναι ο χώρος της καθαρής γεωμετρίας, ο τόπος των σημειακών ιδιομορφιών και των αραχνοΰφαντων ανυσμάτων.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Νομίζω ότι τα έχουμε εξαντλήσει αυτά, Υπερίων. Ξέρω ότι είσαι οπαδός του δόγματος «επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως», αλλά για το Θεό λυπήσου με. Το σημαντικό είναι τι δουλειά έχουμε εμείς μ’ αυτό το τρισκατάρατο διάστημα!

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Για να επιτύχουμε την επιθυμητή χρονική μετατόπιση, πρέπει να εκσφενδονιστούμε με ταχύτητα στρέβλωσης στο αλλαχού, μέσα στη μήτρα του Ουράνιου Διαστήματος χωρίς βαρυτικούς εξισορροπητές, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της ταχύτητας στρέβλωσης όχι για μετακίνηση, αλλά για το σκοπό της μετουσίωσης σε σχήματα του Ουράνιου Διαστήματος με τη βοήθεια ενός ειδικού προγράμματος, βασισμένου στη συνδυασμένη τεχνική τηλεμεταφορέα και ολογραφικού καταστρώματος. Η μάζα αποσύρεται, αφαιρείται από τη μορφή, έτσι ώστε αυτό που απομένει στον αυτόματο καταγραφέα στοιχείων του σκάφους είναι απλώς και μόνο ποιότητες, χαρακτηριστικά και αφηρημένοι τύποι. Θα υποβληθούμε σε μία «ουράνια» μεταμόρφωση, θα μετατραπούμε στο ουράνιο ανάλογο του τωρινού μας σχήματος. Μετά θα ακολουθήσουμε ένα άνυσμα μέσω της γεωμετρίας του πεδίου για να φτάσουμε στο προκαθορισμένο σημείο διασταύρωσης, που θα χρησιμοποιήσουμε ως έξοδο από την ιδιομορφία και ως είσοδο στο επιθυμητό χωροχρονικό συνεχές.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Έστω ότι είναι έτσι. Αλλά ακόμη και αν παραγνωρίσω το ανακάτεμα των ατόμων μας, υπάρχει κάτι άλλο που με απασχολεί. Κατά τη διάρκεια της μεταμόρφωσης και της εισόδου στο Ουράνιο Διάστημα, θα μεσολαβήσει ένας σύντομος χρόνος μη ύπαρξης, ίσως όχι μετρήσιμος με τα δικά μας σταθμά, αλλά πάντως υπολογίσιμος με τα δεδομένα του άλλου Σύμπαντος.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Γηραιέ Ιατροσοφιστή, είσαι προκατειλημμένος από τις έμμονες και εγγενείς αντιλήψεις σου περί ύλης και χρόνου. Ο χρόνος είναι συνυφασμένος με το δικό μας εντροπικό συνεχές, ενώ η αιωνιότητα είναι ιδέα συναφής με το Ουράνιο Διάστημα. Θα πάψεις να υπάρχεις για μηδέν χρόνο κατά την εφαρμογή  της διαδικασίας, όπως και το πλοίο που θα μεταφέρει την ιατροσοφιστική σου ιδιοφυία, και από τη δική σου σκοπιά το ίδιο θα αφανιστεί και το υπόλοιπο Σύμπαν. Δεν θα ‘χεις κάτι για να συγκρίνεις τη μη ύπαρξή σου. Αλλά η στέρηση της φυσικής ύπαρξης δεν σημαίνει την έλλειψη συναίσθησης στο επίπεδο της ουσίας. Θα έχεις την απόλυτη ευκαιρία να γνωριστείς με το περίφημο «πράγμα καθ’ εαυτό» που διακηρύσσουν οι Μούσες και ο μέγας Ορφέας, να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στον αποκαλούμενο κόσμο των σκέψεων, το βασίλειο των νοουμένων. Αλλά πέραν αυτού, Ιατροσοφιστή, είσαι ήδη εκατόν είκοσι τριών χρονών. Δεν είναι λογικό για σένα να φοβάσαι το θάνατο.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Για μισό λεπτό, Σειληνέ τραγοπόδαρε, αλαζόνα Πάνα με τα μυτερά αυτιά…

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Άσε τους χαρακτηρισμούς, Γηραιέ. Αντί για ένα αβέβαιο λαβύρινθο ανάμεσα στους απέραντους διαδρόμους της μετενσάρκωσης και των ποικίλων επιπέδων της μεταθανάτιας αυτοσυνείδησης, σού προσφέρω ένα προγραμματισμένο, προσωρινό θάνατο, που θα είναι μια ιδανική προπόνηση, ένα πολύτιμο και μοναδικό πρόκριμα πριν να γνωρίσεις το αληθινό τέλος. Έτσι, η ψυχή σου θα ‘ναι προετοιμασμένη να μπει απευθείας, χωρίς λοξοδρομήσεις, στο αιώνιο και αθάνατο Ουράνιο Διάστημα, το ύψιστο νοητικό επίπεδο των φιλοσόφων, αποφεύγοντας τις αξιοθρήνητες περιπέτειες των φτωχών ενεργειακών υποκαταστάτων, που τέτοια –αλίμονο- είναι οι παγιδευμένες στο τιτανικό Σύμπαν ψυχές μας.

          ΩΚΕΑΝΟΣ: Δεν θα ‘ναι η πρώτη φορά που θα χρειαστεί να επανακάμψουμε στην Αυγή του Ανθρώπου για να προστατεύσουμε τα σημερινά μας κεκτημένα. Μήπως η ερμηνεία των περασμένων δεν το κάνει αυτό καθημερινά; Στο παρελθόν πετύχαμε πολλά, αλλά, αν αποτύχουμε σ’ αυτή την τελευταία αποστολή, το όλο οικοδόμημα της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας του Σειρίου θα καταρρεύσει. Και είμαι βαθύτατα ανήσυχος, γιατί αυτή τη φορά δεν θα βαδίσουμε τη λεπτή κόκκινη γραμμή της ευαίσθητης ισορροπίας κουρνιασμένοι στο φιλόξενο ώμο του Προμηθέα.

          ΥΠΕΡΙΩΝ:  Ιατροσοφιστή! Από την πολύχρονη γνωριμία μας έχω καταλάβει ότι δεν είσαι ιδιαίτερα ικανός για λογικές διεργασίες. Όπως το εννοώ εγώ, αυτό που  νιώθεις είναι καθαρός, παράλογος, δαιμονιώδης φόβος.  Αλλά σού λέγω υπεύθυνα, άφησε σε μένα την ανησυχία και μην έχεις φόβο. Έχω υπολογίσει όλες τις παραμέτρους, έχω αναλύσει κάθε νοητή λεπτομέρεια  που είναι αναγκαία για να εκπληρώσουμε την αποστολή μας και σε διαβεβαιώ ότι δεν θα αφήσω κανένα και τίποτε να σταθεί εμπόδιο στην αίσια διεκπεραίωση του έργου μας.

          ΩΚΕΑΝΟΣ:  Ναι βέβαια. Όσο πετάει κι ο γάιδαρος.

          ΥΠΕΡΙΩΝ: Τέλος πάντων. Ελλείψει του καταδικασμένου πλοιάρχου μας, που εκτίει άδικη ποινή υπέρ όλων μας, ελλείψει των συντρόφων μας, της Ευρύβιας, της Λητούς, της Μήτιδας και όλων των χαμένων παιδιών που έχουν σκορπίσει από ‘δώ και από ‘κεί, κι αφού όλοι οι αστερισμοί έχουν πλέον καταγραφεί και βαφτιστεί, ας πούμε ένα ποίημα προς τιμή του γενάρχη μας Κρόνου, που τόσο αδικήσαμε όσες φορές παρασυρμένοι από την απόλυτη σκοπιμότητα της πολιτικής συμμαχήσαμε με τον Δία. Όμως ο Κρόνος ήξερε πάντα τι είναι ο Δίας κι είχε πάντοτε δίκιο. Γνώριζε ότι ο χρόνος του ανθρώπου δίνει αξία στις πράξεις του και ότι η αθανασία του Διός είναι η μέγιστη φενάκη, διότι καταργεί τη γεύση της στιγμής και επιβάλλει τη δικτατορία του αναλλοίωτου.     

          ΚΡΟΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ

          «Αειθαλής, μακάρων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών,

          Ποικιλόβουλ’ αμίαντε, μεγασθενές, άλκιμε Τιτάν,

          Ός δαπανάς μεν άπαντα και αύξεις έμπαλιν αυτός,

          Δεσμούς αρρήκτους ός έχεις κατ’ απείρονα κόσμον-

          Αιώνος Κρόνε παγγενέτωρ, Κρόνε ποικιλόμυθε,

          Γαίης τε βλάστημα και ουρανού αστερόεντος,

          Γέννα, φυής μείωσι, Ρέας πόσι, σεμνέ Προμηθεύ,

          Ός ναίεις κατά πάντα μέρη κόσμου, γενάρχα,

          Αγκυλομήτα, φέριστε- κλύων ικετηρίδα φωνήν,

          Πέμποις ευόλβου βιότου τέλος αιέν άμεμπτον».     

(Αειθαλή, μακάρων  θεών και ανδρών πατέρα,  

          Ποικιλόβουλε, αμίαντε, μεγασθενή, άλκιμε αστέρα,

          Που όλα τα δαπανάς και πάλι ο ίδιος τα αυξαίνεις,

          Δεσμούς άρρηκτους με τον άπειρο κόσμο υφαίνεις,

          Αιώνος Κρόνε γεννήτορα, που λες ωραίους μύθους,

          Της Γης νοήματα, αλληγορίες ουράνιου ήθους,

          Γέννα και φθορά της φύσης, Ρέας σύζυγε, σεμνέ Προμηθέα,

          Που κατοικείς στου κόσμου τα πέρατα, μ’ εποπτεία και θέα,

          Αγκυλώνει η σκέψη σου, αλλά άκου φωνή και ικεσία,

          Η άψογη τελευτή ήταν πάντα η δική σου υπηρεσία).       

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΔ’

                             ΟΥΡΑΝΙΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ,  t= 0                            

          «Your “insufficient data” is not sufficient, Mr. Spock».

                             Star Trek, The Immunity Syndrome

          Μέσα στο διαστημόπλοιο, που τα αρχαία εκείνα χρόνια λεγόταν και χωροναύς, «Ν.Α.Ο.Σ. (Ναυς Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου) Βενοβίνδας», πολλαπλώς επισκευασμένο μετά από αλλεπάλληλες κακουχίες, ο Υπερίων εξηγούσε τα μυστήρια του υπερδιαστημικού κινητήρα στο βαριεστημένο Ωκεανό. Αμφότεροι στέκονταν στην καρδιά του Μηχανοστάσιου περιεργαζόμενοι ένα διαφανές μεταλλικό κουτί εμβαδού περίπου δύο τετραγωνικών μέτρων.

          «Βασισμένος στην τεχνολογία που πήρα από τους γίγαντες (τον Πολυβώτη, το Θόωντα, τον ‘Αθω, τον Πέλωρο και το Μίμα) και με χρήση επιλεκτικών υπολογισμών και εξισώσεων, τη μαθηματικο- φιλοσοφική μέθοδο του πατέρα πάντων των όντων, Παλαιού των Ημερών και μεγάλου Γενάρχη Ουρανού, που κάποιοι αποκαλούν Δημιουργική Φυσική, γιατί στηρίζεται στο αξίωμα «ζητείτε και ευρήσετε, αιτείτε και δοθήσεται υμίν, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» έφτιαξα μία συσκευή που μπορεί να προσκολληθεί στο Ουράνιο Διάστημα  για μια φευγαλέα στιγμή του χρόνου και να τηλεμεταφέρει μια πολύ μικρή ποσότητα της ξένης περιοχής στη χωροναύν. Σε μηδέν χρόνο η άπειρη μάζα που θα προκύψει μέσα στο ΝΑΟΣ Βενοβίνδα  θα απορροφήσει το σκάφος, κατακρημνίζοντάς το σε αρνητική υπερβολική καμπύλη. Η αρνητική καμπύλη και το εκπεφρασμένο μέσα απ’ αυτήν σκάφος θα διατρέξει όλη την απόσταση μέχρι την άκρη του υπερβολικού φάσματος και θα εξέλθει από την άλλη πλευρά, σ’ ένα άλλο σημείο του χωροχρονικού συνεχούς, που θα καθορισθεί πριν από την πρόκληση των συνθηκών άπειρης μάζας, πάλι ως θετική καμπύλη. Εκείνη τη στιγμή η άπειρη μάζα  θα μείνει πίσω και η χωροναύς που την περιείχε θα ξετρυπώσει (εκβληθεί) κάπου αλλού στον τιτανικό πλέον χωρόχρονο, απ’ όπου προήλθε. Όταν λέμε κάπου αλλού, εννοούμε οπουδήποτε θελήσει κανείς και σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεδομένου ότι ο άπειρος αριθμός ανυσμάτων και επιταχύνσεων είναι συνυφασμένος με το Ουράνιο Διάστημα. Μπορείς να προωθηθείς ένα έτος φωτός ή πενήντα  μέχρι τον Πήγασο ή πενήντα χιλιάδες έτη φωτός ως τα όρια του Γαλαξία, ακόμη και πολύ πέραν απ’ αυτόν. Ο πιο προσιτός τρόπος για να το εκφράσω με εκλαϊκευμένους όρους είναι να το παρομοιάσω με το φούσκωμα ενός μπαλονιού, που το ξεφουσκώνει κανείς ρουφώντας τον αέρα έξω απ’ αυτό, κατά τρόπο ώστε να εξαφανισθεί και να φουσκώσει ξανά από την πίσω πλευρά».   

          «Άσε τους εκλαϊκευτικούς όρους!  Ελληνικά δεν γνωρίζεις;»

          «Συγγνώμη,  Ιατροφιλόσοφε, αν η παρομοίωση είναι φτωχή, αλλά τα μαθηματικά που είναι πιο ακριβή δεν μαθαίνονται σε μία μέρα.»

          «Αυτό είναι;» είπε ο ιατρός κοιτώντας προς τα κάτω επιτιμητικά με τα χέρια στους γοφούς, δίνοντας καταρχήν εντύπωση απογοητευμένου κι ύστερα ξεσπώντας σ’ ένα κρεσέντο γάργαρου γέλιου ως έκφραση νευρικής αμηχανίας για την απλότητα του πράγματος. Αλήθεια, πόσο μικρό και ασήμαντο φαινόταν τα κουτί!

          «Μήπως θα ‘πρεπε να το κάνω μεγαλύτερο, ώ Μακροβιότατε;»

          «Δεν θα βοηθούσε. Και πάλι δεν θα μπορούσα να καταλάβω τίποτε».

          «Η βασική αρχή της συσκευής», είπε ο Υπερίων  εμβαθύνοντας στο θέμα του, «είναι να ονομάσεις απλώς τις συνθήκες, τις οποίες θέλεις να προκαλέσεις, οπότε αυτές επέρχονται, σύμφωνα με  τους κανόνες και τα θεωρήματα της Δημιουργικής Φυσικής. Οι παραδοσιακές κατηγορίες της σχέσης “αιτία”, “αιτιατό” και “επίδραση”, ή όπως θα τις εξέφραζαν οι Μούσες “σπερματικός λόγος αρχής”, “λόγος του αποτελέσματος” και “λόγος της μεταξύ τους κοινωνίας” αντικαθίστανται από τη μεταβολή ως αλλαγή της εξωτερικής δράσης, της συμπεριφοράς ή της παρουσίας, τη μεταμόρφωση ως αλλαγή της μορφής και τη μετουσίωση ως αλλαγή της ίδιας της υπόστασης, της ουσίας του όντος».    

          «Το παριστάνεις σαν μαγεία, Υπερίωνα», υπαινίχθηκε με λίγη δόση ειρωνείας ο Ωκεανός.

          «Αυτό δεν είναι περίεργο, Πατριάρχη όλων των τιτάνων, αν εξετασθεί υπό το πρίσμα και την αντίληψη των μεγάλων επιστημόνων που αποίκισαν τη Γη από το Σείριο ιδρύοντας το γένος των τιτάνων. Αυτοί οι αριστοκράτες, που συγκρότησαν την  ηγεμονική τάξη του πλανήτη, υποστήριζαν ότι “κάθε αρκετά προηγμένη επιστήμη ουδόλως διακρίνεται από τη μαγεία”. Νομίζω μάλιστα ότι την άποψη αυτή τη διατύπωσε πρώτος ο ‘Ικαρος, ο πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, επεξεργαζόμενος μία από τις πολλές εμπνευσμένες και ζωηρές ενοράσεις του με αναφορά το μέλλον».

          Τα μάτια του Ωκεανού τρεμόπαιξαν και έλαμψαν από προσμονή, η αναπνοή του έμοιαζε με κατανυκτική, ψιθυριστή προσευχή που καλούσε θεότητες όλων των ειδών, η φωνή του έγινε κοφτή, αλλά και αργή, μακρόσυρτη, σοβαρή, μεγαλοπρεπής, το ύφος επίσημο. 

          «Τι σαγηνευτική προοπτική να αναχθούμε σε γεωμετρικά σχήματα σαν να μη μας έφταναν οι προηγούμενες εμπειρίες μεταμόρφωσης που ζήσαμε στην περιπέτεια με την Ανδρομέδα. Αλλά προηγουμένως έχω μία ερώτηση που δεν μπορεί να παραμείνει αναπάντητη. Αν κρατήσεις ένα μόριο απ’ την υπερσυμπυκνωμένη μάζα αυτού του καταραμένου Ουράνιου Διαστήματος για περισσότερο από μια στιγμή, θ’ αρχίσει να τραβάει μέσα του όλη την ύλη του Σύμπαντος με ξέφρενο ρυθμό. Δεν θυμάσαι τι έγινε όταν ανακαλύψαμε εκείνο τον πρωτο- Θεό και το ανεντροπικό του Σύμπαν και την προσπάθειά μας να κλείσουμε εκείνο το ρήγμα στα όρια του Ελάσσονος Νεφελώματος του Μαγγελάνου;»

          «Αυτό το πρόβλημα το έλυσα πολύ απλά, Γηραιέ, προσαρμόζοντας  τη συσκευή μόνο για ταξίδι στο χρόνο και όχι για διαστρική μετακίνηση. Η απορρόφηση της ύλης γίνεται κατά μήκος των διατοπικών αξόνων που διατρέχουν την περιφέρεια, τη στρογγυλή εξωτερική επιφάνεια του Ουράνιου Διαστήματος, ενώ οι χρονικοί άξονες φτάνουν βαθιά μέσα στο συμπαγή όγκο του  ως ρεύματα που κυλούν κατά μήκος των διανυσματικών συνισταμένων.  Έτσι το άνοιγμα της εισόδου προορίζεται αυστηρά για χρονική ανυσματική μετατόπιση και όχι διατοπική υλική, αφού ακουμπά σε μάζα τόσο συμπυκνωμένη, ώστε κανένα υλικό δεν μπορεί να απορροφηθεί απ’ αυτήν ει μη μόνον υπό μορφή ανύσματος.»

          «Λοιπόν ας τελειώνουμε, Υπερίωνα. Πάτα το κουμπί, τράβα το μοχλό ή βάλτο στην πρίζα. Δεν μ’ ενδιαφέρει με ποιο τρόπο πρόκειται να πεθάνω.»

          «Το ενεργοποιώ τώρα», είπε ο Υπερίων. Μία ρωγμή άνοιξε στο οικοδόμημα της πραγματικότητας, ένα τεράστιο βραχυκύκλωμα άπειρων ηλεκτρικών δυνάμεων έλαβε χώρα και οι δύο τιτάνες παραπάτησαν υπό την πίεση του διαλυόμενου και αποσυντιθέμενου περιβάλλοντος. Τα χαρακτηριστικά του Υπερίωνα έγιναν ένα σύνολο τριγώνων και γωνιών, το κουρεμένο και περιποιημένο μαύρο μαλλί του, καθώς και τα διακοσμητικά μυτερά αυτιά παρουσιάζονταν πλέον ως γραφική παράσταση. Το πρόσωπο του Ωκεανού μεταμορφώθηκε σε κοιλότητες, κυρτότητες, κύκλους και τετράγωνα με καμπυλωτές πλευρές. Η μεταβολή της επιστημονικής πραγματικότητας ήταν πολύ συγκλονιστική, ώστε να μπορεί ο νους να την αντέξει. Προκειμένου να επαναδιατάξει τα θρυμματισμένα κελύφη ενός αποσυναρμολογούμενου, εξαρθρωμένου κόσμου, η πληγωμένη- μαχαιρωμένη πραγματικότητα ανασυγκρότησε τα σκορπισμένα τεμάχια σ’ ένα ψηφιδωτό ονειρικής εμπειρίας.

          Ο Ωκεανός έλαμπε, όχι με φως, αλλά με μία έντονη συμπόνια, που μπορούσε να γίνει σχεδόν οργανικά αισθητή, ακόμη κι από απόσταση, όπως ο ήλιος στην έρημο. Ο Υπερίων γνώριζε πάντα ότι ο Ωκεανός νοιαζόταν βαθιά για τους ανθρώπους, αλλά ήταν απροετοίμαστος να αντικρύσει την πλήρη αλήθεια αυτού του αισθήματος, αυτή την παθιασμένη και ορκισμένη συμμαχία με τη ζωή, την κρυστάλλινη διαύγεια των προθέσεων, που ευχόταν υγεία και ευδαιμονία σε όλα τα ζωντανά όντα. Ο Υπερίων ένιωσε όλο το θάνατο που κουβαλάμε μέσα μας, όλη την εντροπία να σκληρίζει και να υποχωρεί άτακτα. Γνώριζε τον εχθρό της. Από την άλλη πλευρά  το μυαλό του Ωκεανού αντικατόπτριζε τον πανίσχυρο νου του Υπερίωνα, λειτουργούσε και συντονιζόταν σε εκπομπή και λήψη και αντανακλούσε τις εισροές παραστάσεων, σαν να ήταν ο Υπερίων μια πηγή φωτός και ο Ωκεανός καθρέφτης. Από τη σύντηξη των πνευμάτων τους μετά τη μάχη με τις ‘Αρπυιες σε κάποια από τις πολλαπλές Δημιουργίες ο Ωκεανός είχε ήδη λάβει πείρα αυτού του ψύχραιμου, λαμπρού, φιλομαθούς μυαλού που κυνηγούσε επίμονα απαντήσεις. Αλλά τώρα έβλεπε από πού πήγαζε αυτή η ακάματη, ακατάλυτη δραστηριότητα, δηλαδή την απόλυτη βεβαιότητα του Υπερίωνα ότι δεν υπάρχει υψηλότερος στόχος στη ζωή από το να δαπανήσει  τη σκέψη του  αναζητώντας την  αλήθεια και να προσφέρει αυτή την αλήθεια μόλις την κατακτήσει. Περαιτέρω, ο Ιατρός είδε αυτό που πάντα υποπτευόταν, τη δύναμη που τροφοδοτούσε και δορυφορούσε αυτή τη βεβαιότητα: μια βαθιά ευαισθησία, ένα χαρακτηριστικό ανθρώπινης κληρονομιάς, που ο Υπερίων δεν αρνιόταν πλέον τόσο κατηγορηματικά, σαν να καταγόταν από το Σείριο και όχι από την Ατλαντίδα.

          Και τότε ξαφνικά μέσα στη φαντασμαγορία των περιστρεφόμενων νεφελών, των ασαφών μορφών και των συγκεχυμένων αισθημάτων και χρωμάτων, που ήταν η εγκεφαλική μετάφραση του γεωμετρικού αναλόγου, μια φυσιογνωμία εγέρθηκε από την αδιαπέραστη αχλύ, ένα πολύ οικείο φιλικό πρόσωπο με κανονικά χαρακτηριστικά, καστανά μαλλιά και διαπεραστικά, μπίρμπιλα μάτια  και ένα αδιαφιλονίκητο μαγνητισμό, μία έλξη που δεν είχε να κάνει τίποτε με το παρουσιαστικό, αλλά οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο τον άνδρα. Η ψηλή αρσενική μορφή μίλησε, έτσι ώστε τα λεγόμενά του να ακούγονται ταυτόχρονα σε πολλές γλώσσες. 

          «Ταξιδιώτες, είμαι το πνεύμα του Προμηθέα, υιού του Ιαπετού, που κατοικεί στο Ουράνιο Διάστημα. Στα δικά σας μάτια  πάντως και αν το εξετάσει κανείς από πρακτική σκοπιά είμαι ο ίδιος ο Προμηθέας. Συγχρόνως εκπροσωπώ και μία ομάδα άλλων ανθρώπων, αλλά όχι τόσο πολλών, όσο θα νόμιζε κανείς. Δεν υπήρξαν πολλές προσωπικότητες  στην ανθρώπινη ιστορία που να συνδυάζουν νοημοσύνη με πειθαρχία, δύναμη με εποικοδομητικούς σκοπούς. Πείτε με, αν θέλετε, και προ Χριστού προφήτη.  Ενώ οι αφηρημένες μορφές, οι κομψές γραμμές του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα  διάβαιναν  από μπροστά μας, η ηχώ του, που αντιλαλούσε ως τα πέρατα του ενεργειακού Συνεχούς, επικέντρωσε και συγκέντρωσε την πνευματική ενέργεια των ομοϊδεατών με τον ηγεμόνα σας ατόμων, ερέθισε κι ανατάραξε τη δεξαμενή των αμέτρητων αναμνήσεων και εμπειριών του αθάνατου γένους του (και των εκλεκτικών του συγγενειών), κατέληξε δε εντέλει σε κάτι το ανεξάρτητο, δημιούργησε μία ηλεκτροστατική πνευματική σκιά, που εμφανίζει μεγάλη ομοιότητα με τον ηγεμόνα σας, κάλεσε εμένα, το Αντικειμενικό Πνεύμα του θείου Προμηθέα. Ζητήσατε βοήθεια και εμφανίστηκα για να σάς συνδράμω με κάθε τρόπο ως ισχυρός σύμμαχος, ως το μόνο πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχή έκβαση της αποστολής και γιατί είναι γραφτό για τον Προμηθέα, τον Υπερίωνα και τον Ωκεανό να είναι πάντα μαζί και να δρουν ενωμένοι όταν η κατάσταση είναι κρίσιμη και το  στοίχημα πολύ ψηλό.»

Ο Ωκεανός ήταν ο πρώτος που αντέδρασε, γιατί προσαρμόστηκε γρηγορότερα από τον κατατονικό Υπερίωνα. «Με περιπαίζεις , κύριε; Αλιεύσαμε κατά τη διάβασή μας από το Ουράνιο Διάστημα τη ψυχή του Προμηθέα Δεσμώτη; Αυτό είναι το πιο παράλογο πράγμα που έχω ακούσει.»

«‘Όχι η ψυχή του», απάντησε η εικόνα του Προμηθέα. «Αυτή είναι προς το παρόν παγιδευμένη στον Καύκασο, εκεί όπου αλυσοδεμένη υπομένει τη φριχτή τιμωρία του Δία για τις υπηρεσίες  που πρόσφερε στους ανθρώπους. Αλλά το πνεύμα του Προμηθέα είναι πάντα παρόν, διότι είναι η ουσία του πνεύματος να ζει σε εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους, να επαναξιολογεί τα ιστορικά γεγονότα των φορέων, υποστηρικτών και ποικίλων καταλυτών του και να αναγνωρίζει το ίδιο, το οικείο περίγραμμά του σ’ ένα ανασυγκροτημένο υπόδειγμα ξανά και ξανά, όπως έλεγαν και οι επίσημοι Ιεροτελεστές, ο Κελεός, ο Εύμολπος και οι άλλοι.

«Εκπληκτικό», ψιθύρισε ο Υπερίων πράγματι εντυπωσιασμένος παρά την εκμαθημένη ικανότητα να καταπιέζει τα αισθήματά του. «Δια του παρόντος δηλώνω κι αποδέχομαι επίσημα και ανέκκλητα  ότι υπάρχουν διαδικασίες στο Σύμπαν που δεν στηρίζονται σε αλγόριθμους», ανακοίνωσε χρησιμοποιώντας μία διαδοχή όρων αντίστοιχη για τα δικά του δεδομένα  με το «να με πάρει ο διάολος» του Ωκεανού.

        «Ε λοιπόν, τουλάχιστον έζησα αρκετά ώστε να τ’ ακούσω αυτό», σχολίασε ανακουφισμένος ο Ιατροσοφιστής, ενθυμούμενος μία παρόμοια περίσταση που τούς είχε συμβεί πριν από ένα ολόκληρο αιώνα στη διαστημάκατο της χωρονηός «ΝΑΟΣ Βενθεκυσίμη».   

          Σε κατάσταση νοητικής και συναισθηματικής αγαλλίασης θέλησαν οι τιτάνες να πουν έναν ύμνο που να ταιριάζει στην περίσταση. Είπε τότε ο Υπερίων.

          «Πες τον δικό σου, γιατρέ, γερέ, γηραιέ. Έτσι κι αλλιώς ο Ορφέας δεν επινόησε ύμνους ούτε για τον κυβερνήτη ούτε για μένα, φαίνεται μάς θεώρησε πολύ άμεσα εμπλεκόμενους στην υπόθεση της Τιτανομαχίας, ώστε να μπορεί να εκφέρει για μάς μία αντικειμενική κρίση, αν δεχθούμε βέβαια ότι οι δοξολογίες είναι κρίσεις, ή πολύ απλά ίσως φοβήθηκε μην εκτεθεί υπερβολικά και σε περίπτωση νίκης του Δία διεμβολιστεί ή παλουκωθεί. Όπως έλεγε συχνά και ο ίδιος ο Ορφέας: “δεν το θέλει ούτε ο διάολος ούτε κανένας άλλος, αφού δεν αλώθηκα μικρός (στην Αργοναυτική εκστρατεία), να αλωθώ μεγάλος”».

          Ο Ωκεανός καθάρισε το γηραιό λαιμό του με δύο ξερόβηχες και τραγούδησε κατόπιν της παραγγελιάς του Υπερίωνα το δικό του προσωπικό σουξέ.

          ΩΚΕΑΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ

          «Ωκεανόν καλέω, πατέρ’ άφθιτον, αιέν εόντα,

          Αθανάτων τε θεών γένεσιν, θνητών τ’ ανθρώπων,

          Ός περικυμαίνει γαίης περιτέρμονα κύκλον,

          Εξ ούπερ πάντες ποταμοί και πάσα θάλασσα

          Και χθόνιοι γαίης πηγόρρυτοι ικμάδες αγναί,

          Κλύθι, μάκαρ, πολύολβε, θεών άγνισμα μέγιστον,

          Τέρμα φίλον γαίης, αρχή πόλου, υγροκέλευθε,

          Έλθοις ευμενέων μύσταις κεχαρισμένος αεί».

(Καλώ τον Ωκεανό, πατέρα άφθορο, πάντα παρόντα,

          Στους θεούς, τους ανθρώπους κι όλα τ’ άλλα όντα,

          Που περικυκλώνει σφαίρα γης κι ολούθε κυματίζει,  

          Απ’ όπου εκκινούν οι ποταμοί κι η θάλασσα αναβλύζει,

          Και οι πηγαίες χθόνιες ικμάδες  και οι αγνές ρανίδες

          Που τέτοιο καμάρι μέγιστο θεών ποτέ δεν είδες. 

          Τέρμα προσφιλές της γης, πόλου αρχή, στα νερά να βαδίζεις

Ευμενής και με χάρη πάντοτε τους μύστες να χρίζεις).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ’

          ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ  

                             “Above all, a god needs compassion”.

                             Star Trek, Where no Man Has Gone Before

          «Πλοίαρχε», ανέφερε ο Υπερίων, όταν ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας εξήλθε από το Ουράνιο Διάστημα, «λαμβάνω ένα μήνυμα από τον πύργο εκπομπής θερμοτροπίνης  του Κρόνου στο Μέγα Πλανήτη, που  είναι εγκατεστημένος στη μεγάλη κόκκινη κηλίδα με τα καφετιά κρόσσια. Από την άλλη μεριά, ο στόλος του Δία είναι παρατεταγμένος στα περίχωρα τoυ φεγγαριού της Γης, προσπαθώντας να αναχαιτίσει το σήμα από το Μέγα Πλανήτη. Χρησιμοποιούν ένα δίχτυ Φορκίδων, συνδυάζοντας την τεχνική αυτή με επάλειψη ενεργειακής πομμάδας αναγεννώμενου από τις στάχτες Φοίνικα, για να καλύπτουν τα κενά μεταξύ των βρόχων.»

          «Ας διασπάσουμε το σχηματισμό τους. Πυροδότησε μία συμπυκνωμένη ακτίνα χειρουργικής ακριβείας στο κέντρο του δικτύου τους», διέταξε ο σωσίας του Προμηθέα.

          Μόλις εξαπολύθηκε η επίθεση του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα, οι περίεργοι επιδρομείς του παρελθόντος διέλυσαν αμέσως το σχηματισμό τους και άρχισαν να διεξάγουν μία αδυσώπητη και ασυμβίβαστη μάχη. Τα σκάφη τους ήσαν όμοια με τεράστιες ιπτάμενες πολυθρόνες ασταθούς και διακυμαινόμενου σχήματος.

          «Σηκώστε τις ασπίδες», φώναξε το αντίγραφο του Προμηθέα σχεδόν απελπισμένα. Ιατρέ, τσακίσου στην κονσόλα πλοήγησης και προσπάθησε να κάνεις κάτι χρήσιμο. Υπερίωνα, σύνδεσε τον πίνακα ελέγχου του επιστημονικού σου σταθμού με το οπλικό στόχαστρο, ώστε να μπορείς να έχεις πρόσβαση και να λειτουργείς  τις τράπεζες των πολυφασικών ακτίνων.»

          Οι επιδρομείς καταδύθηκαν σα σφαίρες εναντίον τους με δύο ιλιγγιωδώς κινούμενες διατάξεις των έξι, ενώ το πλοίο του Δία έμεινε για να φυλάσσει τα νώτα της παρατάξεως. Τα όπλα των επιτιθεμένων ζωντάνεψαν φθείροντας την πολύ μεγαλύτερη χωροναύν με μία σειρά εκρηκτικών σφυροκοπημάτων δίκην κεραυνών, που συγκλόνισαν επανειλημμένα το ΝΑΟΣ Βενοβίνδα.

          «Αλλεπάλληλα πλήγματα στην πρωραία ασπίδα», επισήμανε ο Υπερίων.

          «Όλα τα ακτινοκάνονα πυρ», γρύλισε ο Προμηθέας, κοπανώντας τη γροθιά του στον πίνακα ελέγχου της αρχηγικής του πολυθρόνας και ισοπεδώνοντας μερικούς διακόπτες. «Έσο ένα βήμα μπροστά απ’ αυτούς κύριε Υπερίωνα, πρόβλεψε τις κινήσεις τους και πυροβόλησε όπου νομίζεις ότι πρόκειται να εμφανισθούν. Ψυχολόγησέ τους σαν να κάνεις σύντηξη πνευμάτων μαζί τους.»

          Ο Υπερίων πυροβόλησε σκοπεύοντας το σημείο που η προδιαγεγραμμένη πορεία θα οδηγούσε τα εχθρικά πλοία, αλλά μισή ντουζίνα σκάφη ξαφνικά απομακρύνθηκαν αλλήλων διαγράφοντας απίθανες γωνίες, σχηματίζοντας με χάρη δύο δίδυμα αψιδωτά τόξα. Το ένα πολεμικό κέρας βυθίστηκε στο ναδίρ του ορίζοντα αποφεύγοντας την ενεργειακή δέσμη των πολυφασικών ακτίνων μόνο κατά πέντε ή έξι χιλιόμετρα. Εν τω μεταξύ τα υπόλοιπα έξι πλοία ξεχύθηκαν στα νώτα του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα και άνοιξαν εκ νέου πυρ.

          «Πρωραίες και πρυμναίες ασπίδες, εξασθενημένες κατά 70 %», ανέφερε ο Υπερίων με σοβαρό ύφος. 

          Ο Προμηθέας μόρφασε ακούγοντας τα νέα. Το να αποσύρει ενέργεια απ’ τη μια ασπίδα για να ενισχύσει την άλλη θα τούς άφηνε πρακτικά απροστάτευτους στη μία τουλάχιστον πλευρά. «Κατάσταση των επιδρομέων;» ρώτησε.

          «Περίμενε πρώτα να χτυπήσουμε κάποιον απ’ αυτούς! Είναι μικροσκοπικά σκάφη ενός ανδρός χωρίς σταθερό σχήμα  ή πάγια μορφή, περιβαλλόμενα από ιονισμένα κύματα, απόλυτα συμβατά και εντελώς προσαρμοσμένα προς τις  συνθήκες και τις απαιτήσεις του χώρου στρέβλωσης, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ευκίνητα  και σε περιβάλλον προωθητικής ταχύτητας μέσα στον τιτανικό χώρο. Με λύπη μου διαπιστώνω πολύ πιο ευέλικτα από μας! Το μικρό τους μέγεθος και η υψηλή τους ταχύτητα καθιστούν δυνατό γι’ αυτούς να πλησιάζουν σε απόσταση μιας ανάσας τη χωροναύν και να αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των όπλων τους, χωρίς να υφίστανται ζημιές από τα δικά μας. Το πολεμικό τους στυλ δεν αντιστοιχεί σε καμία γνωστή τακτική.»

          «Ενώ εσείς φλυαρείτε, αυτοί έρχονται από πίσω μας», φώναξε ο Ωκεανός. 

          «Ελιγμός αποφυγής. Φέρε μας προς τα πλάγια!»

          «Πολύ αργά! Πρέπει να σου θυμίσω ότι δεν είμαι ο πλοηγός σου ο Κρείος. Είμαι απλά ένας υπερεκτιμημένος επαρχιώτης Ιατρός φθαρμένος από το βάρος του χρόνου, όπως και ο Εβραίος φίλος μας ο Μαθουσάλας.»

          «Ω Θεέ μου», είπε ο Προμηθέας. «Δεν είμαστε  τίποτε περισσότερο από μια σύναξη γερόντων εκτός φόρμας.»

          Οι επιδρομείς τούς σφυροκοπούσαν από πίσω, ενώ η τεράστια χωροναύς βρυχιόταν σαν πληγωμένο θηρίο, που λυσσομανά και αφρίζει από ανίσχυρη λύσσα. Ο Προμηθέας μπορούσε σχεδόν ν’ ακούσει τα θορυβώδη ρήγματα  που αυλάκωναν το τμήμα του μηχανοστασίου. Οι γεννήτριες των ασπίδων είχαν επιβαρυνθεί σε σημείο διάρρηξης.

          «Πολυφασικές ακτίνες και τορπίλες  φωτονίου, πλήρης ανάπτυξη! Μην επιχειρείς να προβλέψεις τις πορείες τους», μυκήθηκε ο σωσίας του πλοιάρχου σκύβοντας νευρικά και σκαρδαμύσσοντας με έκπληξη μπροστά σε όσα έβλεπε. «Πυρ κατά βούληση σε τυχαίους στόχους! Ο Θεός να με καταραστεί αν δεν πετύχω κάποιον απ’ αυτούς. Υπερίωνα, αν σού έχουν περισσέψει τορπίλες φωτονίου, μη τις φυλάξεις για την επόμενη επιθεώρηση. Θέλω να τις εξαπολύσεις στα ενεργειακά τους κεφάλια!»

          Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας εκφόρτωσε μία τεράστια παρτίδα τορπιλών  φωτονίου σε εκτέλεση αυτής της διαταγής, αλλά οι επιδρομείς με ταχύτητα και ελιγμούς που άγγιζαν το υπερφυσικό χόρευαν ανάμεσα στις εκρηγνυόμενες βόμβες της επιβλητικής χωρονηός.

          «Έχω αρχίσει να διακρίνω μερικές τακτικές επίθεσης», είπε ο Υπερίων που διερευνούσε εξονυχιστικά όλες τις πιθανότητες επικράτησης κατά του αντιπάλου και, την ίδια ώρα που πυροβολούσε ό,τι εμφανιζόταν στην οθόνη, μελετούσε σε γρήγορη επανάληψη τις κινήσεις τους μέσα από τη διαδικτυωμένη εικονική εξομοίωση του κράνους του. «Νομίζω ότι μπορώ να προβλέψω μερικές μανούβρες τους αυτή τη φορά».

          «Στηρίζομαι στη μαντική σου δεινότητα , Υπερίων. Πυρ!»

          «Ο Υπερίων εντόπισε γρήγορα δύο από τα πλοία και κατηύθυνε μια ακτίνα φάσης ακριβώς μέσα στο νοητό διάδρομο κίνησής τους, ενώ ταυτόχρονα εκτόξευσε μια συστοιχία τορπιλών φωτονίου προς τη φορά που ήταν σίγουρος πως θα ακολουθούσαν  οι εχθροί. Ανταμείφθηκε με μερική επιτυχία. Το ένα πλοίο μπόρεσε κι απέφυγε τις τορπίλες, αλλά το άλλο δεν ήταν τόσο τυχερό και εμβολίστηκε ακριβώς στο κέντρο.

          «Επερχόμενος επιδρομέας υπέστη άμεσο πλήγμα,  αλλά απορρόφησε την ενέργεια της ακτίνας. Το σκάφος του δέχτηκε το χτύπημα, ύστερα όμως φαίνεται ότι κατάπιε το ενεργειακό κύμα φορτίζοντας τους δικούς του συσσωρευτές».

          Ο Προμηθέας χάζευε στην κεντρική οθόνη αποσβολωμένος, υπνωτισμένος από θαυμασμό αλλά και φαρμακωμένος από πικρία, καθώς διαπίστωνε την πλήρη αναποτελεσματικότητα των όπλων του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα. Η ενέργεια που είχαν αποδεσμεύσει διοχετεύθηκε μέσα στα περίεργα κελύφη σχήματος πολυθρόνας των εχθρικών σκαφών και εξαφανίστηκε κάπου στο εσωτερικό τους.

          «Αλλάζετε συνέχεια τη συχνότητα της πολυφασικής ακτίνας. Γι’ αυτό άλλωστε λέγεται και πολυφασική!  Έτσι, δεν θα προφτάσουν να αφομοιώσουν το πλήγμα της ενεργειακής δέσμης και θα νιώσουν την ώθηση!»

          «Μάταια, πλοίαρχε! Μόνο η κεκτημένη ταχύτητα της πρόσκρουσης δεν είναι ικανή να τούς προξενήσει ζημιά.»

          «Ακούω προτάσεις, κύριοι. Αν έχετε καμμιά  λαμπρή ιδέα, σάς παραινώ να την εξωτερικεύσετε αμέσως. Βρείτε κάτι στα γρήγορα, γιατί αλλιώς είμαστε λαγοί, τυφλωμένοι από προβολείς στους τροχούς του αυτοκινήτου τους. Προκαταρκτική ανάλυση Υπερίωνα.»

          «Ανεπαρκή δεδομένα για πλήρη ανάλυση.»

          «Διατύπωσε θεωρία.»

          «Φοβούμαι ότι πρέπει να απέχουμε από υποθέσεις ή θεωρίες στο βαθμό που δεν μπορούμε να τις εξάγουμε από τόσο πενιχρά και γλίσχρα στοιχεία. Τείνω προς την άποψη ότι το μόνο που μας έχει μείνει είναι αναπόδεικτες πίστεις ή υπολήψεις ή εντελώς αστήρικτες παρατραβηγμένες εκτιμήσεις.»

          «Κάνε εκτιμήσεις τότε!»

          «Θα προβώ σε μία τεκμηριωμένη εικασία, μια αιτιολογημένη συμπερασματική κρίση.»

          «Πάτερ Ουρανέ, σ’ ευχαριστώ!»

          «Η κατάσταση είναι παρόμοια με την περίφημη εκείνη κρίση των Άρπυιων που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν. Δεν χρειάζεται να σάς θυμίσω αυτούς τους δαίμονες που ήλθαν απ’ την άλλη πλευρά του Γαλαξία για να διεκδικήσουν το διάστημα, το οποίο κάποτε υποτίθεται ότι τούς ανήκε. Απορροφούσαν την ενέργεια των πολυφασικών εκρήξεων χρησιμοποιώντας προστατευτικές πλάκες  (φολίδες) που προφύλασσαν το κωνικού σχήματος μητρικό τους πλοίο. Μόλις οι πλάκες χαράχτηκαν και παραμορφώθηκαν από τη σύγκρουση με κάποιο απ’ τα ανιχνευτικά μας, εκτέθηκε η εσωτερική στοιβάδα του σκάφους. Τότε εσύ, πλοίαρχε, προσέβαλες κατά ριπές το τμήμα ανάμεσα στις αποφλοιωμένες φολίδες, σκάβοντας το δρόμο σου κατά μήκος του εκτεταμένου για ολόκληρα στρέμματα κελύφους, κάνοντας να τινάζονται από κει μέσα γλώσσες και λοφία φωτιάς, μέχρι την τελειωτική έκρηξη και εκμηδένιση του απειλητικού θωρηκτού. H ειδοποιός διαφορά όμως της παρούσας κατάστασης είναι ότι οι επιτιθέμενοι, όντας κάτοικοι του διαστήματος στρέβλωσης, μπορούν να απορροφήσουν την ενέργεια με φυσικό τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση μιας μεταλλικά κατασκευασμένης και άρα τρωτής συσκευής».

          «Ναι, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα ‘χει όλα. Αν ο φυσικός τους χώρος είναι το πεδίο στρέβλωσης και φυσική τους ιδιότητα η απορρόφηση ενεργείας, πρέπει να ‘χουν σταθεροποιητές πίεσης για ν’ αντέξουν την εντροπική κατάσταση του τιτανικού Σύμπαντος.»

          «Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να διαπεράσουμε την άμυνά τους και να εξουδετερώσουμε αυτούς τους σταθεροποιητές, η εν λόγω υπόθεση εργασίας δεν προσφέρει καμία βοήθεια.»

          «Ναι, αλλά μπορούμε να τούς αποπροσανατολίσουμε παρασύροντάς τους στο διάστημα στρέβλωσης, ενώ θα έχουν ακόμη σε λειτουργία τους βαρυτικούς  σταθεροποιητές του τιτανικού συνεχούς. Γηραιέ, κάνε περιστροφή προς τις συντεταγμένες τέσσερα – δέκα εννέα κόμμα έξι. Κατέβασε τις εμπρόσθιες ασπίδες. Προετοιμάσου για ταχύτητα στρέβλωσης!» Ο Προμηθέας έθεσε σε εφαρμογή το βιαστικά καταστρωμένο σχέδιό του.

          Ο υπέργηρος Ιατροσοφιστής δεν μπορούσε να το χωνέψει. «Πλοίαρχε, παρότι είμαι ένας παροπλισμένος Τιτάνας με πληγωμένα δακρυρροούντα  μάτια, γνωρίζω ότι ακόμη και η ελάχιστη στρέβλωση θα μάς εκσφενδονίσει έξω από το ηλιακό σύστημα. Και χωρίς ασπίδες, θα είμαστε ανυπεράσπιστοι. Αν πυροβολήσουν προτού ολοκληρώσουμε τις διαδικασίες εμπλοκής, δεν θα είμαστε σε θέση να αντέξουμε ούτε την παραμικρή δόνηση!»

          «Κριτική χειρισμών, Ιατρέ;»

          «Διερεύνηση πιθανοτήτων, Πλοίαρχε.»

          «Απάλλαξέ με από τα αναρμόδια σου σχόλια, Πρεσβύτατε, και μη γίνεσαι θρασύς!» τον έψεξε ο πλοίαρχος. «Δεν έχω καιρό να μετατρέψω τη γέφυρα σε αίθουσα διδασκαλίας της Ακαδημίας του Αστροστόλου. Εκτέλεσε τις διαταγές που έλαβες, αλλιώς θα έλθω να σού κλωτσήσω τα πισινά!»        

           O Ιατρός κύλησε ειρωνικά τις ίριδες των ματιών του. «Ναι, γιατί δεν φωνάζεις τους άνδρες της ασφάλειας από τους δαίδαλους της μνήμης σου, για να με περιορίσεις στην καμπίνα μου;» Μολοντούτο, με ιδρωμένα χέρια και αίμα που βροντοκοπούσε στα μηνίγγια, υπάκουσε. «Αστροπλοήγηση: πορεία ρυθμίστηκε. Πηδάλιο: Πρόσω ολοταχώς, πλήρης προωθητική ισχύς. Καλύπτοντας δύο θέσεις της γέφυρας και χειριζόμενος δύο κονσόλες, αισθάνομαι  διφυής και δισυπόστατος σαν δικέφαλος αετός!»

          Ο Προμηθέας επικεντρώθηκε στα τρέχοντα καθήκοντα. Τα επιδράμοντα πλοία είχαν πάλι συγκλίνει και ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας ήταν σε πορεία σύγκρουσης με την μικρή πειρατική νηοπομπή. Αυτοί φαίνονταν προς στιγμή να διστάζουν, μη γνωρίζοντας τί βρώμικα κόλπα πιθανόν να έκρυβε στο μανίκι της η φρεγάτα του Σειριακού Αστροστόλου.

          «Δεν πυροβολούν», είπε ο Ωκεανός με απορία.

          «Είναι γιατί κατεβάσαμε τις ασπίδες μας. Δεν ξέρουν αν παραδινόμαστε ή αν παριστάνουμε τους κομάντος- καταδρομείς αυτοκτονίας. Μόλις δώσω σήμα ενεργοποιήστε ταχύτητα στρέβλωσης.»

          Πλησίαζαν όλο και εγγύτερα προς τους επιδρομείς μέχρι που τα μικρά αιωρούμενα σκάφη γέμισαν την κεντρική οθόνη. Ο Προμηθέας χτύπησε με ζωική ορμή την άτυχη πολυθρόνα του, πολιορκημένος από τις ασυνήθιστες περιστάσεις.

          «Υπερίωνα, μόλις δώσω διαταγή, διοχέτευσε όλη την ενέργεια από τους πρυμναίους ανακλαστήρες και συσσώρευσέ τη μπροστά! Εκτός αν ανησυχείς για την ουρά μας που θα εξέχει…»

          «Σε διαβεβαιώ, πλοίαρχε, ότι η χρήση λιγότερο γραφικών εκφράσεων, δεν θα επηρεάσει κατά κανένα τρόπο την απόδοσή μου», τόνισε ο Υπερίων μεγαλόπρεπα υψώνοντας το ένα φρύδι. «Πέραν αυτού, ουδέποτε αμφισβητώ τις διαταγές σου, εφόσον κείνται εντός λογικών παραμέτρων», προσέθεσε με μία σχεδόν ανεπαίσθητη δόση αγανάκτησης.     

          Οι ανακλαστήρες της πρύμνης του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα εξασθένησαν μέχρι ανυπαρξίας, ενώ οι εμπρόσθιες ασπίδες φορτίστηκαν μέχρι πλησμονής.  Διαπιστώνοντας ότι ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας είχε πάρει, φαινομενικά τουλάχιστον, θέση διασπαστικής σφήνας και εμβολισμού έναντι της παράταξής τους, οι επιδρομείς εκτέλεσαν τον ίδιο ελιγμό που είχαν χρησιμοποιήσει και προηγουμένως, δηλαδή σχημάτισαν βεντάλια, περικυκλώνοντας εκ του συστάδην και τις δύο πλευρές της μεγαθηριακής χωρονηός.

          Ο Προμηθέας μέτρησε από μέσα του και φώναξε:  «Τώρα, Πρεσβύτατε. Πρόσω ολοταχώς, στρέβλωση τέσσερα για δυόμισυ δευτερόλεπτα!»

          Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας πετάχτηκε προς τα μπρος. Το εντελώς ανεπαρκές προσωπικό ασφαλείας του συμπιέστηκε άγρια στα καθίσματα, ενώ γύρω τους λυσσομανούσαν οι ήχοι του φέροντος σκελετού του πλοίου, που έτριζε εξαιτίας της ξαφνικής επιτάχυνσης.

          «Πλοίαρχε», φώναξε ο Υπερίων καλύπτοντας τους μηκυθμούς των μηχανών. «Εξαιρετική επιλογή στρατηγικής! Πέντε από τους επιδρομείς παρασύρθηκαν από το πεδίο στρέβλωσής μας, μόλις επιταχύναμε!»

          «Ελήφθη», μούγκρισε μονολεκτικά ο Προμηθέας. «Ωκεανέ, χαμήλωσε ταχύτητα. Βγάλε μας από το χώρο στρέβλωσης!»

          Υπάκουα, οι πανίσχυρες μηχανές του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα ανάκρουσαν πρύμνα και το διάστημα στρέβλωσης άρχισε να αποσύρεται παραχωρώντας τη θέση του στο γνώριμο τοπίο των άστρων. Τα σκάφη των επιδρομέων παρουσίαζαν πλέον θλιβερή εικόνα, φαίνονταν να περιφέρονται χωρίς ισορροπία και προσανατολισμό, ταρακουνημένα και καραβοτσακισμένα.

          «Δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν τη βαρυτική διαφορά από τη ξαφνική μετάβαση στη στρέβλωση», είπε ο Υπερίων με επιμελώς καμουφλαρισμένο θαυμασμό.

          «Τουλάχιστον αυτό το πρόβλεψα», είπε ο Προμηθέας ζωηρά. «Αφού κινούνταν τόσο κοντά στην άτρακτό μας, ήταν επόμενο ότι θα τούς τραβούσαμε μαζί μας, αν διεισδύαμε άμεσα στο διάστημα στρέβλωσης. Το ‘ξερα ότι δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο, έχοντας ενεργοποιημένους τους βαρυτικούς σταθεροποιητές τους, προκειμένου να προστατευθούν από τις επιπλοκές του τιτανικού διαστήματος».  Αίφνης άλλαξε χροιά και τόνο. «Αλλ’ η κατάσταση είναι ακόμη κρίσιμη. Έχουμε δουλειά να κάνουμε πριν αρχίσουμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλο στην πλάτη. Μακροβιότατε, χάραξε μια πορεία προς τη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ Κόκκινου και Μέγα Πλανήτη. Πήγαινέ μας εκεί σώους μεν και αβλαβείς, παραχρήμα δε και ταχέως.»

          Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας έκανε στροφή και μια στιγμή αργότερα χύμηξε στο απέραντο κενό. Έφτασαν στα κράσπεδα της ζώνης των αστεροειδών, αφήνοντας πίσω τους επιδρομείς Εκατόγχειρες, που προσπαθούσαν να γιατρέψουν τις πληγές τους με εμβαλωματικές εισαγωγές ενεργειακών θυλάκων στα χάσκοντα χάσματα, να συνέλθουν απ’ το χτύπημα και να συμμαζέψουν τις διασκορπισμένες δυνάμεις τους, όπως επέτασσε ο κώδικας τιμής των τιτάνων. Οι τιτάνες είχαν κερδίσει τον πρώτο γύρο, την πρώτη αναμέτρηση για το έπαθλο κυριαρχίας του ηλιακού συστήματος και έμενε ο επαναληπτικός αγώνας.

          «Κοιτάτε ολόγυρα με οξύ βλέμμα», προειδοποίησε ο Προμηθέας.

          Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας σιγά- σιγά πλησίασε το σμήνος των μετεωριτών, στο σημείο που συνορεύει με την εξωτερική άκρη της ατμόσφαιρας του Κόκκινου Πλανήτη, πλέοντας σε ασφαλή απόσταση και  σταθερή τροχιά γύρω από το Φόβο, που το 41.700 π.χ. ήταν ουσιαστικά ένας άσχημος αδρανής βράχος και τέτοιος θα είναι και το 41.700 μ.Χ.    

          «Προμηθεύ, γιατί μας έφερες εδώ;» έψεξε ο Ωκεανός. «Αν τυχόν άλλοι επιδρομείς έχουν κρυφτεί στη ζώνη των αστεροειδών, θα είναι πολύπλοκη δουλειά να τούς εντοπίσουμε. Αυτοί οι καταραμένοι διαστημικοί βράχοι θα ανακόψουν κάθε βολή μας, θα τούς παράσχουν καταφύγιο, ώστε να μπορούν να παίζουν το αντάρτικο αιφνιδιαστικό παιχνίδι τους.»

          «Πρέπει να παραδεχτείς, όμως, Ιατρέ, ότι αν πρόκειται να δυσκολευτούμε στην ανίχνευσή τους, θα έχουν κι αυτοί το ίδιο πρόβλημα με μας. Οι νόμοι της Φυσικής χαρακτηρίζονται από αδήριτη αναγκαιότητα, ανταποδοτικότητα και αμοιβαιότητα», προσπάθησε να εξηγήσει ο Υπερίων.

          «Σ’ ευχαριστώ για τη μεγαλόθυμη ψήφο εμπιστοσύνης, Ιατρέ,» είπε ένας ελαφρά ενοχλημένος αλλά σε γενικές γραμμές ήρεμος Προμηθέας, γέρνοντας προς την οθόνη και εξετάζοντας τις δυσκολίες που ορθώνονταν ενώπιόν τους. «Τώρα κούνα τους γλουτούς σου, σεισοράδα! Ανακλαστήρες ολική ισχύς! Πρόσω ένα τέταρτο της μονάδας προωθητική ταχύτητα. Οδήγησέ μας στο κέντρο της συστοιχίας των μετεωριτών πλοηγέ Ψευτο-Κρείε !»

          Ο Μαθουσάλας με τη νεωστί αποκτηθείσα ικανότητα αστροπλοήγησης ώθησε το διαστημόπλοιο ελαφρά προς τα εμπρός. Σιγά – σιγά ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας διέγραψε μια πορεία, εισχωρώντας βαθιά μέσα στο σμήνος των αστεροειδών. Ο Ωκεανός μπόρεσε να  κατευθύνει τη χωροναύν  αποφεύγοντας τα μεγάλα εμπόδια, αλλά ήταν αδύνατο για ένα σκάφος του μεγέθους του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα να έχει μια εντελώς ομαλή πλοήγηση ανάμεσα στα αναρίθμητα, αιωρούμενα τεμάχια διαστημικών  χαλασμάτων.  Ακούστηκε μια  σειρά  αλλεπάλληλων υπόκωφων γδούπων, καθώς οι αστεροειδείς χτυπούσαν στους ανακλαστήρες και αναπηδούσαν. «Ω μητέρα των θεών, είσαι μέγας ατζαμής!» , είπε ο Προμηθέας, προσπαθώντας να μην αφήσει τον εκνευρισμό του να φανεί. «Θέλω επειγόντως έναν ολογραφικό Κρείο στην υπηρεσία μου!»

          Τότε ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας τραντάχτηκε δεχόμενος πλήγμα σε μια από τις εμπρόσθιες ασπίδες.

          «Νομίζω ότι εντοπίσαμε μπαμπούλες αγνώστου ταυτότητας, Πλοίαρχε», είπε ο Υπερίων, «ή ακριβέστερα αυτοί εντόπισαν εμάς.»

          Για μια ακόμη φορά επτά από δώδεκα υπερευέλικτα πλοία επιτέθηκαν στο ΝΑΟΣ Βενοβίνδα. Σ’ αυτή την περίσταση όμως το προσόν της ευελιξίας φάνηκε να τούς δίνει μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα. ‘Ησαν σε θέση να ορμούν στη χωροναύν, να πυροβολούν κι ύστερα να ξεφεύγουν σαν βέλη και να κρύβονται πίσω από τους αστεροειδείς.

          «Αυτά προς το παρόν, όσον αφορά την αμοιβαιότητα των φυσικών νόμων κύριε πολύξερε επιστημονικέ αξιωματικέ! Όσο για σένα, θλιβερό αντίγραφο του κυβερνήτη, ίσως θα ‘πρεπε να ενεργοποιήσουμε κι ένα ολογραφικό πλοίαρχο», ειρωνεύτηκε ο Ωκεανός, στρέφοντας το κεντρί του υπό μορφή απευθυντέων δηλώσεων προς δύο διαφορετικούς  αποδέκτες.

          «Ο πλοίαρχος μπορεί να ‘χει δίκιο, μπορεί να ‘χει κι άδικο ,αλλά ποτέ δεν πρέπει να ‘ναι δίβουλος», σφύριξε ο Προμηθέας σαν τραγουδάκι. «Παρατήρησε προσεκτικά άπιστε Ωκεανέ. Θα δεις τώρα ότι οι υπερεκτιμημένοι, αγαπημένοι σου αντίμαχοί μας, που τόσο πολύ σε έχουν εντυπωσιάσει, ώστε έσπευσες τόσο πρόωρα και άκριτα να ανακηρύξεις νικητές, ενώ απλά έχουν παρατάξει την έσχατη άμυνά τους, είναι τώρα καταδικασμένοι.»

          Τότε, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, φώναξε προς τη μεριά του Υπερίωνα, σκεπάζοντας τους ήχους του συναγερμού και τις αυτόματες αναφορές ζημιών που έφταναν στη γέφυρα απ’ όλα τα τμήματα του πλοίου.

          «Υπερίωνα, άρχισε να σημαδεύεις τους μετεωρίτες. Αγνόησε τους ίδιους τους αντιπάλους και βάλλε κατά των μετεώρων που τούς κρύβουν. Αφού χωνεύουν  τόσο εύκολα την ενέργεια , δώσ’ τους να φάνε ύλη  που είναι κομμάτι πιο δύσπεπτη! Εμπρός λοιπόν κουτσαβάκια, καιρός να καταναλώσετε και λίγη στέρεη, μεστή, συμπυκνωμένη τροφή,  να δούμε πως θα αντιδράσει ο στόμαχός σας σε μία  αλλαγή των διατροφικών συνηθειών!»

          Ο επιστημονικός αξιωματικός έκανε ό,τι του είπαν με θρησκευτική ευλάβεια. Έθεσε σε λειτουργία την πολυφασική ακτίνα, διάλεξε μερικούς από τους μεγαλύτερους αστεροειδείς που παρείχαν καταφύγιο στους θεούς και πυροβόλησε. Οι ακτίνες εκβάλλονταν κατά ριπάς από το πλοίο και, σκοπευμένες προσεκτικά στο κέντρο των στόχων, θρυμμάτιζαν τους μετεωρίτες, τούς έσπαγαν σε χίλια κομμάτια. Οι θεοί κάμφθηκαν, πισωγύρισαν από τις προσκρούσεις με τη βαριά ύλη, που τούς έραινε απροσδόκητα από τον ουρανό. Τα διαστημικά συντρίμμια διαπέρασαν τις ασπίδες τους σαν μαχαίρια που κόβουν βούτυρο. Οι ανατινάξεις ήσαν τόσο ισχυρές, ώστε τέσσερις από τους αντιπάλους έχασαν τον έλεγχο και στροβιλίστηκαν εκτός σχηματισμού, εντελώς ακυβέρνητοι, σε κατάσταση παραλυσίας, με απελπιστικές αβαρίες.

          Οι τρεις τελευταίοι σώοι ακόμη θεοί έκαναν μια υπολογισμένη απόπειρα να ξεφύγουν, αλλά ο Προμηθέας δεν είχε τελειώσει ακόμη. Πήδησε όρθιος σαν θεατρική κούκλα – μαριονέτα , που τα ελατήριά της τραβήχτηκαν άγαρμπα από τον καραγκιοζοπαίχτη. «Τώρα μάλιστα, σαν καλύτερα μου φαίνονται τα πράγματα! Για κοίτα που προσπαθούν πάλι να μάς φύγουν! Αλλά όχι αυτή τη φορά. Υπερίων, ευρυγώνια βολή αχτίνων σε σχήμα βεντάλιας. Υπάρχει ένα άνοιγμα στο σμήνος των μετεωριτών  στο άνω δεξιά τεταρτημόριο, στις συντεταγμένες είκοσι κόμμα ένα ένα τέσσερα. Μάλλον θα επιχειρήσουν να διαφύγουν από εκεί! Μόλις δώσω σήμα, γκρέμισε τους περιφερειακούς βράχους…-πυρ!»

          Ο Προμηθέας υπήρξε απόλυτα ακριβής. Η ευρυγώνια βολή ακτίνων έπληξε τις παρυφές της τρύπας, καθώς οι αιώνιοι αντίπαλοι εισορμούσαν σ’ αυτήν. Μια βροχή από πέτρες καταπλάκωσε από παντού τους σαστισμένους φυγάδες. Στα στενάχωρα καθίσματα των πλοίων τους οι λεηλάτες τινάχτηκαν προς τα πίσω, καθώς τα οχήματά τους συνταράχτηκαν και εκτράπηκαν από την ισορροπία τους. Αυτό το τελευταίο χτύπημα έσπασε το ηθικό των πειρατών οριστικά και αμετάκλητα. Βρέθηκαν πλέον να πλανώνται αχασβήρως προς όλες τις κατευθύνσεις.

          «Πλοίαρχε, υποκλέπτω επικοινωνίες», είπε ο Υπερίων, «τις διαβιβάζω στο μεγάφωνο».

          «Ερμή πρόσεχε», μία βεβιασμένη φωνή σύρθηκε από το στόμιο του ηχητικού αναμεταδότη, «πρέπει να υποχωρήσουμε πίσω από τον κόκκινο πλανήτη Άρη. Ο Άρης, η Δήμητρα, η Εστία και η Παλλάς Αθήνα έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους μετά την υπέρμετρη κακομεταχείριση των βαρυτικών τους σταθεροποιητών. Ο Ποσειδών και η Ήρα μετρούν σοβαρές αβαρίες. Η Άρτεμις είναι ακυβέρνητη, ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ήφαιστος έχουν  απολέσει τις αισθήσεις τους.»

          «Ενεργοποιήστε τον παγκόσμιο μεταφραστή», πρόσταξε ο Προμηθέας. «Ποτέ δεν μπόρεσα να εξοικειωθώ με τη γλώσσα των όντων της σκουληκότρυπας. Μοιάζουν με ελληνικά, αλλά δεν είναι».

          «Μη το λέμε έτσι, Πλοίαρχε, ομιλούν πράγματι ελληνικά, που είναι ένα πολύ αναγνωρισμένο και αναπόσπαστο τμήμα της εκπαίδευσής τους, όπως και της δικής μας, απλώς έχουν τη δική τους Ολύμπια διάλεκτο και αλλάζουν τις καταλήξεις, όπως τα ολλανδικά είναι σαν στραβά γερμανικά. Τα ονόματα, με τη σειρά που εκφωνήθηκαν, είναι ένας πλήρης κατάλογος των μεγάλων μας εχθρών:  Ο ονειροστάλτης, διαλλάκτης, διαπραγματευτής Ερμής, ο πολεμοχαρής πατέρας των πολεμικών τεχνών Άρης, η δαψιλής προμηθεύτρια Δήμητρα, η προστάτιδα των πατρογονικών παραδόσεων Εστία, η σύννους και περίσκεπτη Αθηνά, ο τριαινοφόρος, θαλασσοκράτορας Ποσειδών, η λευκώλενος και ζηλιάρα καχύποπτη σύζυγος Ήρα, η τοξεύτρα των δασών Άρτεμις, ο φωτοδότης και φιλόμολπος Απόλλων κι η ερωτική, αισθησιακή καλλίπυγος και στεατόπυγος Αφροδίτη μαζί με τον υποσκάζοντα σύζυγό της, το σμιλευτή και σφυρηλάτη Ήφαιστο. Πάνω απ’ όλους ίσταται ο πανίσχυρος νεφεληγερέτης Ζευς πατήρ.»

          «Πολύ τούς παινεύεις Υπερίωνα προφανώς με το σκεπτικό ότι η αξία του ηττημένου δίνει  δόξα στο νικητή. Αν δεν σε πειράζει, δεν ενδιαφέρομαι για το βιογραφικό των αντιπάλων μας. Τέλος πάντων, άνοιξε συχνότητες χαιρετισμού. Θέλω να μιλήσω στο Δία, αν είναι σε θέση να μ’ ακούσει.»

          «Είμαστε οι κυρίαρχοι της Γης και σάς ζητάμε να υποχωρήσετε», ακούστηκε η βροντερή, μακρόσυρτη φωνή του κεραυνοβόλου, Διός, συνοδευόμενη από την  εκφοβιστική εικόνα του με το συνοφρυωμένο πρόσωπο και τα πολλά γένια.

          «Δία, δεν είσαι σε θέση να υπαγορεύεις όρους», διέκοψε ο πλοίαρχος, ενώ το χείλος του συρρικνώθηκε σε μία λεπτή, βλοσυρή γραμμή. «Εγώ, ως πλάσμα του Ανωτάτου Συνεχούς του Πνεύματος, απευθύνομαι σε σένα ως κατώτερο ον (της σκουληκότρυπας) και σε καλώ να απόσχεις από περαιτέρω ανοίκειες και αθέμιτες πράξεις. Χαμήλωσε τις ασπίδες σου και οπισθοχώρησε σε ασφαλή απόσταση. Να θυμάσαι πως ο κάθε θεός κι ο κάθε άνθρωπος έχει την εποχή του, τον κύκλο της ζωής του. Η μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος και των θεών η λήθη. Αντίθετα, του λόγου σου  θέλησες να εξαπατήσεις το μεγάλο κυνηγό της παγκόσμιας εντροπίας, αλλ’ αυτό δεν είναι επιτρεπτό ούτε σε άνθρωπο, ούτε σε θεό. Θα διανύσεις και συ την εποχή της ακμής σου, θα κυριαρχήσεις τη Γη  όσο σε ανεχθεί η Ιστορία, αλλά θα χαθείς μετά την ελληνορωμαϊκή περίοδο όμορφα κι ήσυχα.»

          «Πλοίαρχε»,  έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου ο Υπερίων, «ο Δίας μαζί με την κουστωδία του εμφανίστηκε στην οθόνη και κατευθύνεται ολοταχώς προς το Μέγα Πλανήτη. Όπως φαίνεται, έχει ως στόχο την εγκατάσταση θερμαντικής ακτίνας του Κρόνου.»

          «Ακολούθησέ τον, πάση δυνάμει!»

          «Αδύνατον. Δεν μπορούμε να τον συναγωνιστούμε. Τα παίζει όλα για όλα κι αυτός και οι λακέδες του. Υπολείπεται ελάχιστα από το να κάψει τις μηχανές του.»

          «Συνδέστε με απευθείας με τη γέφυρά του. Αποκαταστήστε επικοινωνία τώρα!»

          Από τα μεγάφωνα ακούστηκε η μελίρρυτη και συγχρόνως θανάσιμα ύπουλη και προδοτική, αλλά όχι πια τόσο τρομακτική φωνή του Δία.

          «Θα πλησιάσω κοντά κι ακόμη πιο κοντά, θα έλθω εγγύτερα, εκ του συστάδην,  εξ επαφής, τόσο  που η ανάσα μου θα γλείψει το στόχο, θα φυσήξω σα λύκος και θα σκορπίσω σα κουρνιαχτό τον καταραμένο πομπό, ξαποστέλνοντάς τον μια και καλή στα Τάρταρα του Άδη! Εγώ κι οι θεοί του Ολύμπου έχουμε αυτοανακηρυχθεί σε άρχοντες του ηλιακού συστήματος, κυρίαρχους της ελληνικής μυθολογίας και δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα να μάς αμφισβητήσει. Είσαι σκλάβος μου, Προμηθέα, εμένα του Διός, θυμάσαι τις στιγμές που περάσαμε μαζί, ως ζευγαράκι κυρίου και δούλου, με καλό κρασί και το συκώτι σου για μεζέ; απάγγειλε λοιπόν  το ποιηματάκι σου,  τραγούδα  το αγαπημένο μου άσμα,  διαδήλωσε την υποταγή σου και ύμνησε το μεγαλείο μου. Να σού θυμίσω τη στροφή που μού άρεσε; “Κύρη και Αυθέντη μου, τι άλλη μένει μέριμνα απ’ τις δικές σου ανέσεις, δεν έχω χρόνο να ξοδέψω, ούτε πράγμα που νογώ μέχρι να με καλέσεις”.»

          «Έχει παραφρονήσει», ψιθύρισε ο Ωκεανός με απορητικό θαυμασμό.

          «Δία, άκουσέ με πολύ προσεκτικά», απηύθυνε έκκληση ο Προμηθέας με την γενναιοψυχία των τιτάνων στο λογικό ενός τρελού. «Μη πλησιάζεις περισσότερο το Μέγα Πλανήτη. Το ακραία εκτεταμένο βαρυτικό πεδίο του θα σε τραβήξει στο έδαφος. Ο προωθητικός σου κινητήρας έχει σχεδόν διαλυθεί. Οι ασπίδες σου δεν θα μπορέσουν ν’ αντέξουν την ισοπεδωτική πίεση.»

          «Μα δεν είναι δυνατόν! Είμαι είκοσι τέσσερα εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά απ’ τον πλανήτη. Είμαι σε ασφαλή απόσταση. Ούτε καν σε ακτίνα βολής…»,  ήλθε η παραληρηματική απάντηση μιας νεφελωμένης κρίσης.

          «Πολύ αργά», ανακοίνωσε ο Υπερίων. «Είναι μέσα στο βεληνεκές του βαρυτικού πεδίου του Μέγα Πλανήτη. Η τροχιά του θα φθίνει συνεχώς μέχρι την τελική συντριβή.»

          «Βοηθήστε με», έσκουξε ο Δίας, ενώ μια ξαφνική αδυναμία εμφανίστηκε στο πλαδαρό του πρόσωπο. Τα παγωμένα μάτια του ήσαν εξογκωμένα από την  προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματός του.

          «Δεν μπορώ», απάντησε ο Προμηθέας. «Δεν δύναμαι να υπερνικήσω το βαρυτικό πεδίο του Μέγα Πλανήτη, γιατί και ο δικός μου προωθητικός κινητήρας έχει πάθει βλάβη. Και δεν μπορώ να διακινδυνεύσω την πρόκληση βαρυτικής δίνης με το να ενεργοποιήσω ταχύτητα στρέβλωσης για να σε σώσω. Είναι ώρα για το προγραμματισμένο μας ραντεβού με το Ουράνιο Διάστημα. Πρέπει να ακολουθήσουμε την υπερβολή των συντεταγμένων που θα μας οδηγήσει στο υπερβατικό αυτό συνεχές. Κι είναι καιρός για σένα να εξαγνιστείς για τα εγκλήματά σου. Σχεδιάζοντας τους θανάτους άλλων, απεμπόλησες το δικό σου δικαίωμα για ζωή!»

          «Τι θα τού συμβεί τώρα;” , ρώτησε ο Ωκεανός.

          «Δυστυχώς, ο νεφεληγερέτης Ζευς έδειξε φτωχή νεφελώδη κρίση. Ήταν ενέργεια θολωμένου νου η εγκατάλειψη του αρχικού σχεδίου των επιδρομέων, δηλαδή της παρακώλυσης της ακτίνας, και η προσπάθεια για εκ του σύνεγγυς  καταστροφή της βάσης του Κρόνου, γιατί ο Κρόνος είχε διακτινισθεί απευθείας στον πλανήτη, και μάλιστα σε θύλακα αντιβαρύτητας, προκειμένου να ισοσκελίσει την ασύλληπτη ατμοσφαιρική βαρύτητα και να την κατασκευάσει, και δεν επιχείρησε κατάβαση στο βαρυτικό πεδίο του,» εξήγησε ο Υπερίων. «Έτσι λοιπόν, ο Δίας και οι λοιποί Ολύμπιοι θα συνεχίσουν να πέφτουν, ώσπου να τους συνθλίψουν οι βαρυτικές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά ίσως καταφέρουν να προσγειωθούν στην Καλλιστώ, την Ιώ , την Αμάλθεια ή κάποιο άλλο δορυφόρο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Απλώς θα παρατείνουν τη ζωή τους λίγο περισσότερο. Κι αυτή τη φορά η καταδίκη τους είναι αιώνια και ισχύει για όλες τις χρονικές γραμμές. Κάθε φορά που θα επιχειρήσουν να αναγεννηθούν ως Φοίνικες πάνω στη στάχτη τους, η βαρύτητα του Μέγα Πλανήτη πάλι θα τούς συντρίβει και θα τούς ισοπεδώνει σαν χαλκομανίες, θα τούς μετατρέπει σε ρευστό υδράργυρο, θα είναι ο βόας εκείνος ο συσφιγκτήρας, που δεν θα τούς αφήσει να συνέλθουν ποτέ ξανά. Και να πώς και γιατί εφεξής ο Μέγας Πλανήτης θα καλείται Δίας».

          Ύστερα  το αντίγραφο του Προμηθέα έστρεψε το πρόσωπό του προς τους φίλους του.

          «Τώρα είναι καιρός να φύγω. Θα πω τα χαιρετίσματά μου κατά τη διάρκεια της εισόδου στο Ουράνιο Διάστημα. Αλλά πριν χωρίσουμε, θα σάς πω ότι ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας. Ο φίλος σας, που η ψυχή του είναι παγιδευμένη στο δεσμωτήριο του Καυκάσου, σάς καλεί να τον ελευθερώσετε. Στο μέλλον, οι προκλήσεις, που θα αντιμετωπίσετε μαζί δεν προβλέπεται να είναι τόσο μεγάλες και περιπετειώδεις. Έχετε κι εσείς κάποιο δικαίωμα στη ξεκούραση, στη χαρά, έχει και ο Προμηθέας, η ενσάρκωση και καθοδική πλαγγόνα μου, το δικαίωμα να ξαναδεί την Κελαινώ, κι εσύ Ωκεανέ να κουρνιάσεις οριστικά στην αγκαλιά και τη θαλπωρή της Τηθύος, κι εσύ λαμπρέ Υπερίων να ξανασμίξεις με τη Θεία!»                            

          «Αν δεν γινόταν τεχνητή νοημοσύνη… Πάντα προσπαθούσα να την πείσω για την ωφέλεια της απαλλαγής από τα συναισθήματα, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα έφθανε τόσο μακριά. Μπορώ όμως ακόμη να διαλέγομαι μαζί της. Ζήσε βίο μακρό και με ευδαιμονία, άβαταρ του Προμηθέα και σε ευχαριστώ», είπε ο Υπερίων υψώνοντας τον δείκτη και τον μέσο δάκτυλο.

          «Κρίμα που δεν είναι εδώ ο Ορφέας με τη λύρα του για να μάς συντροφέψει στον εορταστικό ύμνο της επικράτησης των τιτάνων, που αυτή τη φορά είναι και οριστική», είπε ο Ωκεανός. «Είναι πραγματικά ο πιο σεμνός και σύντομος ύμνος, όπως ταιριάζει στην ταπεινότητά μας, καθώς πάντα προσέχαμε να μην ενοχλήσουμε κανέναν».

                   ΤΙΤΑΝΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ

          «Τιτήνες, Γαίης τε και Ουρανού αγλαά τέκνα,

          Ημετέρων πρόγονοι πατέρων, γαίης υπένερθεν,

          Οίκοις ταρταρίοις μυχώ χθονός ενναίοντες,

          Αρχαί και πηγαί πάντων θνητών πολυμόχθων,

          Εναλίων, πτηνών τε και οί χθόνα ναιετάουσιν-  

          Εξ υμέων γαρ πάσα πέλει γενεή κατά κόσμον.

          Υμέας κικλήσκω μήνιν χαλεπήν αποπέμπειν,

          Ει τις από χθονίων προγόνων οίκοις πελάσθη».

          «Τιτάνες, Γαίας και Ουρανού αγλαά λαμπρά παιδιά,

          Πρόγονοι των πατέρων μας, δική σας λιβάνου η μυρωδιά,

          Κατοικείτε σε οίκους Ταρτάρων, εκεί ακριβώς στο μυχό,

          Αρχές και πηγές κι όλων των θνητών πολυμόχθων ηχώ,

          Εναλίων, πτηνών και χερσαίων, για όλους φροντίζετε- 

          Γιατί από σάς κάθε γενιά του κόσμου ψωμίζεται.

          Σάς καλώ, κάντε την οργή τη χαλεπή ν’ αποχωρήσει,

          Αν σε κάποιο σπίτι έχει αυτή εισχωρήσει).  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΣΤ’

ΟΠΟΥ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΦΛΥΑΡΟ, ΑΛΛΑ ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΑΝΤΗΧΕΙ 

          Όταν ο εφιάλτης τελείωσε, ο λελυμένος Προμηθέας στάθηκε στο γυμνό βουνό του Καυκάσου της Φοινίκης και εκφώνησε τον εξής λόγο, παρουσία των συντρόφων του, τελώντας σε μερική σύγχυση και πλήρη εξάντληση λόγω των αδιανόητων βασανιστηρίων που είχε υποστεί:

          «Παιδιά μου, με τόσους πολέμους και μετά από τόσες κακουχίες δεν θυμάμαι καν αν σάς έπλασα εγώ φτύνοντας το χώμα και ζυμώνοντας πηλό με μία πρόσθετη ηλεκτρική εκκένωση, όπως λέγουν, χρησιμοποιώντας κάποια τεχνική του Κρόνου, αν σάς δημιούργησε ο ίδιος ο Δίας ή ο Άμωμος και Αθώος διάδοχός του, ο Χριστός ο Λυτρωτής, που έχει εγκατασταθεί στο τέλος και άρα και στην αρχή του χρόνου. Και σε τελευταία ανάλυση δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό. Κάπου είχα κάποιες σημειώσεις για την ομιλία, αλλά τις έχασα. Έψαξα όλα τα συρτάρια του γραφείου μου, ολοκληρωμένες και μη ολοκληρωμένες δημοσιεύσεις και εκδόσεις των έργων μου, ακόμη και τα σβησμένα ίχνη του συνθετιστή ερεύνησε ο Υπερίων, αλλά τελικά τον λόγο μου δεν τον βρήκα. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο φουρκίζομαι, αναρωτιέμαι πού τον παράτησα, πού παράπεσε; Μήπως τα πέταξα σε μία κρίση τελειομανίας, όπως πέταξε ο Πλάτωνας τα ποιήματά του ή ο Καβάφης μερικά από αυτά; Αν τόσα χρόνια αντιμετώπισα τον παντοδύναμο Δία, αυτό το οφείλω μόνο στην οργάνωσή μου, ότι όλα τα σεβόμουν και όλα τα φύλαγα.   

           Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς ο λόγος ήταν πολύ ηθικοπλαστικός, τον είχα γράψει νεότερος σε κάποια άλλη Δημιουργία, σε άλλες πιο νεανικές και αθώες εποχές, και τώρα πια δεν με εκφράζει. Το κεντρικό νόημα ήταν ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε, ότι ακόμη και η ελάχιστη προσφορά μετράει, ότι κανείς δεν περισσεύει, όπως λένε οι πολιτικοί. Κάπου εντελώς μελοδραματικά είχα γράψει “αγωνιστείτε για το δικαίωμα που έχει και το πιο σκουλήκι της γης: Το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό του”. Παραείναι αυτό έ; Είχα γράψει επίσης ότι ο αιώνιος αγώνας του Ελληνισμού είναι ο αγώνας των θεσμών ενάντια σε κάθε λογής δυνάστες και θρησκείες, όπου θρησκεία είναι κάθε αναιτιολόγητη πίστη. Τώρα είμαι τόσο αποκαμωμένος, τόσο άδειος από κάθε ικμάδα ενέργειας, τόσο πληγωμένος, τσακισμένος, καμένος και μαραμένος, ώστε το μόνο που σκέφτομαι είναι να γυρίσω στο κτήμα μου στον Κένταυρο  και να περάσω εκεί όσο χρόνο μού απομένει μαζί με την Κελαινώ ως θνητός ευγνώμων για το θάνατο. Έτσι κι αλλιώς ο Θεός, το πρώτον κινούν ακίνητον, που τα πάντα ξεπροβοδίζει και εξαπολύει ή αμολάει και στο τέλος όλα εφίενται προς αυτόν, δεν φαίνεται πρόθυμος να με αναστήσει για άλλη Δημιουργία, επειδή ζήτησα ανεπίτρεπτη βοήθεια από ανώτερο Συνεχές.

          Λοιπόν σάς αφήνω τώρα να απολαύσετε έργα ειρηνικά, γιατί μόνο γι’ αυτά αγωνιστήκαμε, γι’ αυτά τα μάρμαρα πολεμήσαμε, όπως είπε κάποιος που σεβόταν την αρχαία Ελλάδα. Ίσως το νέο κίνημα του Χριστιανισμού που θα μάς διαδεχθεί, να έχει τις λύσεις για μία καλύτερη ζωή. Αν όμως, αν όμως -λέω-, αυτό τύχει να σάς απογοητεύσει, διότι δυστυχώς η αγάπη δεν μπορεί να είναι αθεμελίωτη, αιωρούμενη ή ουρανοκατέβατη, δεν μπορεί να είναι ένα νευρόσπαστο χωρίς ιμάντες, ούτε μπορεί κανείς να ξεκινήσει από το τέλος, αλλά το εκάστοτε τέλειο έχει πολλές προϋποθέσεις που είναι δύσκολο να εκπληρωθούν, τότε θυμηθείτε ότι έχετε πάντα τον Προμηθέα και τους τιτάνες με τη δομημένη μας πυραμίδα της προσωπικότητας. Διανεμητικές ιδέες, ηθική και πολιτική, ένας από αυτούς τους τρεις πυλώνες αν λείψει, το οικοδόμημα καταρρέει. Ελάτε να με βρείτε στον Κένταυρο, θα σάς περιμένω πάντα εκεί με ένα ποτήρι κρασί, στην παλιά ταβέρνα του Χείρωνα, να σάς φιλέψω γεμιστά αμπελόφυλλα και γλυκά σύκα σε όλες τις μορφές, από ολύνθους μέχρι ισχάδες και να συζητήσουμε διαλεκτικά για το θεό και τους ανθρώπους, για τον κόσμο και τις ψυχές, για το παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης, για ό,τι έχει αξία. Κι όταν μού εξιστορήσετε τις δοκιμασίες σας, θα σάς πω “θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον” και η Τιτανομαχία θα ξαναρχίσει».      

          Ο Προμηθέας, ο Υπερίων και ο Ωκεανός προχωρούσαν το σούρουπο στο πλαίσιο χαλάρωσης με οδοιπορικά παπούτσια πάνω σε μία ειδυλλιακή υπερποτάμια γέφυρα  στον πλανήτη Κένταυρο (χρο- αιτ- τρο- το, δηλαδή κατά σειρά χρονικός, αιτιολογικός, τροπικός και τοπικός προσδιορισμός, όπως είναι το σωστό). Πήγαιναν σιγά-σιγά για να μπορεί να ακολουθεί ο Προμηθέας που είχε υποστεί όλων των ειδών τα βασανιστήρια για τους ανθρώπους, όχι πάντως και σταύρωση! Στον ουρανό και σε μια απόσταση 200.000.000 χιλιομέτρων πάνω -κάτω έδυε το σύμπλεγμα των τριών ήλιων. Ξεχώριζε ο λαμπρός κίτρινος αστέρας Άλφα του Κενταύρου, που και πάλι δεν ήταν τόσο εκτυφλωτικός όσο ο ήλιος τη Γης, ο οποίος μαρμαρυγούσε από τον αστερισμό της Κασσιόπειας ιδωμένος από τη σκοπιά των ηρώων μας. Γύρω από τον Άλφα περιστρεφόταν ο υποτιμημένος Βήτα Κενταύρου με χρώμα και σχήμα πορτοκαλιού και μόνο το ένα τέταρτο της λάμψης του Άλφα, ενώ μόλις αχνά διακρινόταν ο αντίθετα πολλαπλώς υμνημένος και υπερτιμημένος (λόγω της εγγύτητάς του σε σχέση με τη Γη) κόκκινος νάνος Εγγύτατος του Κενταύρου με μόνο το ένα δεκατρεισχιλιοστό της λάμψης του Άλφα. Τώρα, αν με τρεις ήλιους ήταν δυνατόν να υπάρξει σούρουπο και βράδυ στον περί ού πλανήτη, αυτό ας το ερευνήσουν οι μαθηματικοί και ο Ισαάκ Ασίμωφ στην περίφημη «Νύχτα» του.

          Οι αρχιτιτάνες έβλεπαν καταρράκτες χίλια μέτρα ψηλούς, που ανάβλυζαν, χύνονταν και καταρριχώνταν από βουνά πενταπλάσιου ύψους. Αντίκριζαν εκτεταμένα εκτάρια από λικνιζόμενη πράσινη βλάστηση, διακοπτόμενη από το βασιλικό μπλε και το απέραντο γαλάζιο των λιμνών και των ποταμών, καθώς και το ελαφρό γκρίζο των βράχων, δείγμα παλαιότητας τούτων, αφού είχαν εκβραστεί ή ξεβραστεί από τον ρευστό πυρήνα του πλανήτη πριν από πολλά χρόνια.

          Κάτω από τη γέφυρα, που είχε κι απ’ τις δύο πλευρές μικρό ξύλινο κιγκλίδωμα, ελαφρώς χαμηλό για να στηρίζεται κάποιος με τους αγκώνες και να ρεμβάζει, έρρεε ποταμός από το βορρά στο νότο (άρα καρδιακός δρόμος “cardo” σε αντίθεση με τους “decumani”, που πήγαιναν από ανατολή σε δύση και αντιστρόφως). Οι λόφοι οργίαζαν από δασώδη και ποώδη ποικιλία. Σιρίτια κίτρινης και χρυσής χροιάς, αλλά και αφύσικου κόκκινου, όπως αυτού που βλέπουμε σε επιχρωματισμένη ταινία, υπενθύμιζαν ότι το φθινόπωρο είναι ίδιο και στη Γη και στον Κένταυρο. Φύλλα θρόϊζαν κι ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν ζώα, που φαίνονταν πολύ απασχολημένα, θυμίζοντας το λαγό που κυττούσε ένα μεγάλο κόμικ ρολόι και φοβόταν ότι θα αργήσει στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων». Τα βουνά ολόγυρα χαμήλωναν προοδευτικά μέχρι να γίνουν λόφοι και οι λόφοι κατέληγαν με τη σειρά τους σε λιβάδια, κοιλάδες και ξέφωτα.          

          «Θυμάσαι εκείνο το τραγουδάκι που λέγανε κάποιοι βάρβαροι με την έννοια του μη Έλληνα σε κάποιον από τους πλανήτες, δεν είμαι πρόχειρος από πού», αναπόλησε ο Προμηθέας.

          «Row, row, row your boat gently down the stream

          Merrily, merrily, merrily, life is but a dream»

          (Πλεύσε με τη βάρκα μαζί με το ρεύμα

          Θυμήσου, η ζωή είναι μόνο όνειρο και πνεύμα), συμπλήρωσε ο Ωκεανός.   

          «Ήταν στο δικό σας ηλιακό σύστημα, καυκαζοειδή Κατεπάνω. Προέρχεται από μια φυλή που εξαλείψατε πριν γίνετε οι καλόβολοι σημερινοί τιτάνες, κάτι που βέβαια εμείς οι Ατλάντες σε καμία περίπτωση δεν θα κάναμε», είπε ο Υπερίων.     

          «Άσε τα σάπια», επενέβη ο γιατρός. «Πριν αναπτύξετε την περίφημη ατλάντεια λογική σας, ήσασταν οι πιο άγριοι καθαρματίες και εγκληματίες που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Κι επιτέλους, τι πας να κρατήσεις για τον εαυτό σου, αφού σ’ αυτή τη χρονική γραμμή η Ατλαντίδα καταστράφηκε και…»

          «Αστο, πριονοκόκαλε, ο εφιάλτης τελείωσε, μην τον αναβιώνουμε με αρνητικά αισθήματα», τον διέκοψε έγκαιρα ο Προμηθέας. «Φτάνει πια με τις ατέλειωτες διαφωνίες σας, όταν μάλιστα ξέρω πόσο εκτιμάτε κατά βάθος ο ένας τον άλλον. Ας χαρούμε τον ουρανό, η καρδιά μου χτυπά τόσο που δεν μπορώ να μιλήσω, και φαίνεται ότι την ευτυχία που ζητώ πάω να προσεγγίσω, όταν μάγουλο με μάγουλο χορεύουμε όλοι εμείς, με κρυφές ομοφυλοφιλικές τάσεις εγγενείς. Λοιπόν πάμε όλοι μαζί:

                    Ώσον, ώσον το ακάτιον εις τον ποταμόν,

                    Έστιν όναρ η βιοτή, εν πλήθει ερετμών».      

          Και τραγούδησαν για λίγο αμέριμνοι, κι ύστερα μαζεύτηκαν, καταυλίστηκαν και εστιάστηκαν υπαιθρίως (πικνικ) με κόκκινα φασόλια, ουίσκι και πολλές κλανιές.

          Τότε ο Ωκεανός είπε:

          «Προμηθέα, πώς θέλεις να τελειώσει αυτή η ιστορία:»   

          «Θα σάς πω το κατά κόρον λεγόμενο, ότι ιστορίες σαν τη δική μας δεν τελειώνουν ποτέ. Μόνο που στη δική μας περίπτωση κατ’ εξοχήν ισχύει, γιατί σε όλες τις αφηγήσεις της ανθρωπότητας δεν υπάρχει τίποτε που να συγκρίνεται με τον προμηθεϊκό μύθο. Οι πάντες έχουμε μέσα έναν Προμηθέα που κλέβει τη φωτιά από τους θεούς και τη δίνει στους ανθρώπους. Οι πάντες έχουμε μέσα μας έναν Προμηθέα, ακόμη κι εγώ, χα, χά. Όλοι μας καταδυόμαστε στα παιδικά χρόνια για να βρούμε τα αυθεντικά νοήματα κι αυτό είναι ένα είδος αιωνιότητας. Όλοι μας παίρνουμε αποφάσεις στη ζωή ανατρέποντας με βούληση και την αποφασιστικότητα κάτι που φαίνεται αναγκαστικό. Μ’ αυτό τον τρόπο αντιπαραθέτουμε τον απρόβλεπτο παράγοντά μας στην αιώνια ανάγκη και γινόμαστε αιώνιοι κι εμείς. Εσύ Υπερίων, από τη μεριά σου, έχεις ως έμβλημα τη λογική, που σημαίνει την πιο κατάλληλη απόφαση σε μία δυσμενή περίσταση, γι’ αυτό και εκπροσωπείς την αξία και τη σημασία της στιγμής. Μέσα σε μια στιγμή όμως περικλείεται ένας ολάκερος κόσμος. Κι είναι ο θάνατος που μάς τονίζει την αξία της κάθε στιγμής. Εσύ πάλι, Ιατροσοφιστή, είσαι το συναίσθημα και το πάθος, κάτι που ξεπερνάει το ένστικτο και βρίσκει την αιτία του μόνο μέσα από την ωριμότητα και τη διευρυμένη αντίληψη των γηρατειών και που αλίμονο προώρισται να πεθάνει και μέσα από τη φύση να αναστηθεί και να περάσει στην αιωνιότητα. Ναι σίγουρα θα υπάρξει ξανά όμοιο συναίσθημα, αλλά όχι ακριβώς το ίδιο».     

          «Προμηθέα ας το σταματήσουμε αυτό, γιατί νομίζεις ότι έχεις φιλοσοφική και ποιητική διάθεση, αλλά στην πραγματικότητα σε έχει καταλάβει βαριά μελαγχολία και γι’ αυτό μάς αραδιάζεις ένα σωρό στερεότυπα, όπως δύναμαι να γνωματεύσω εγώ, ο ιατρός που έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και στην ψυχολογία. Πάντα όταν τελειώνει κάτι τόσο συναρπαστικό, όπως η Τιτανομαχία, αφήνει πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό. “Omne animal triste post coitum” -κάθε πλάσμα είναι λυπημένο μετά τον οργασμό».

          «Ας ψάλλουμε τότε τον ύμνο προς τον Μουσαίο», πρότεινε ο Υπερίων, «το γιο του Ορφέα, που μάς έκανε τη χάρη να μάς εμπνεύσει, ώστε όλοι οι άνθρωποι να ακούσουν αυτή την ιστορία της γνώσης. Γιατρέ, μπορεί να με βρίσκεις συχνά δύσπιστο προς τους ανθρώπους και τους ηγέτες τους, τους τιτάνες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τούς παραδέχομαι. Τιμώ τον πολιτισμό σας ως μεσολάβηση και διάδοση από κάποιους αμετανόητους δημοκράτες και ανθρωπιστές μίας πανάρχαιας γλώσσας, μυθολογίας και φιλοσοφίας, ειλημμένης ίσως από εκλιπούσα Κιβωτό νοημάτων, που μεταλαμπαδεύεται, εκτείνεται, εξικνείται και αγγίζει την εποχή μας και μάλιστα έχει τα εφόδια και τους τρόπους ακόμη και να μάς σώσει!»

          «Πριν όμως ψάλλουμε τον τελικό ύμνο», είπε γελώντας ο Προμηθέας και ταυτόχρονα μορφάζοντας από τα τραύματά του, «ας πούμε κι ένα άσμα που ξεχάσαμε προς τιμή της Λητούς, που είναι μία από εμάς. Επέζησε και αυτή τη μεγάλη λαίλαπα και είναι κρίμα που αυτή τη στιγμή δεν είναι μαζί μας. Τόσα χρόνια με έγλειφε, ρε παιδιά, δεν δικαιούται και αυτή τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας;»

                   ΛΗΤΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑ

          «Λητοί κυανόπεπλε, θεά διδυμότοκε, σεμνή,

          Κοιαντίς, μεγάθυμε, πολυλλίστη βασίλεια,

          Εύτεκνον Ζηνός γονίμην ωδίνα λαχούσα,

          Γεινάμενη Φοίβον τε και Άρτεμιν ιοχέαιραν,

          Την μεν εν Ορτυγίη, τον δε κραναή ενί Δήλω-

          Κλύθι, θεά δέσποινα, και ίλαον ήτορ έχουσα,

          Βαίν’ επί πάνθειον τελετήν, τέλος ηδύ φέρουσα».    

          (Λητώ κυανόπεπλη, που γέννησες διδύμους ξακουστούς

          Κόρη Κοίου, μεγάθυμη, άνασσα που ικεσίες ακούς,

          Που σού επιφυλάχθηκε να ‘χεις καλές ωδίνες

          Γεννώντας το Φοίβο και την Άρτεμη  σ΄ ωραίες κλίνες ,

          Την μία στην Ορτυγία, τον άλλον στη βραχώδη Δήλο-

          Άκου, θεά δέσποινα, σε σέ ψάχνουμε φίλο,

          Έλα στων θεών την τελετή, βόηθα να μην εξοκείλω).     

          «Σύντομο, αλλά περιεκτικό, έ ηγεμών;», είπε ο Ωκεανός. «Φαντάζομαι να τής άρεσε!»

          «Πάμε για το τελικό άσμα, την ωδή προς τον Μουσαίο, τον μαθητή του Ορφέα, που μάς ενέπνευσε και συνοψίζει την πλήρη περιπέτειά μας κι όλα τα πρόσωπα του δράματος, τους φίλους μας και τους εχθρούς μας, τους θεούς και τους εαυτούς μας, κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε», διατύπωσε τον τελειωτικό του αφορισμό, αυτή τη μοναδική φορά χωρίς διαλεκτική επεξεργασία, ο θείος Προμηθεύς.

                   ΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΜΟΥΣΑΙΟΝ

          «Μάνθανε δη Μουσαίε, θυηπολίην περισέμνην

          Ευχήν, ή δη προφερεστέρη εστίν απασέων,

          Ζευ βασιλεύ και Γαία και ουράνιαι φλόγες αγναί    

          Ηελίου, Μήνης θ΄ ιερόν σέλας, Άστρα τε πάντα,

          Και συ, Ποσείδαον γαιήοχε κυανοχαίτα,

          Φερσεφόνη θ’ αγνή, Δημήτηρ τ’ αγλαόκαρπε,

          Άρτεμί τ’ ιοέχαιρα, κόρη, και ήιε Φοίβε,

          Ός αδελφών ναίεις ιερών πέδον- ός τε μεγίστας

          Τιμάς εν μακάρεσιν έχεις, Διόνυσε χορευτά,

          Άρες τ’ οβριμόθυμε και Ηφαίστου μένος αγνόν,

          Αφρογενής τε θεά, μεγαλώνυμα δώρα λαχούσα,

          Και σύ καταχθονίων βασιλεύ, μεγ’ υπέροχε δαίμον-

          Ήβη τ’, Ειλειθυία και Ηρακλέος μένος ηύ

          Και το Δικαιοσύνης τε και Ευσεβίης μέγ’ όνειαρ

          Κικλήσκω, Νύμφας τε κλυτάς και Πάνα μέγιστον,

          Ήρην τ’, αιγιόχου Διός θαλερήν παράκοιτιν,

          Μνημοσύνην τε ερατήν, Μούσας τ’ επικέλομαι αγνάς       

          Εννέα και Χάριτάς τε και Ώρας ηδ’ ενιαυτόν,

          Λητώ τ’ ευπλόκαμον θείην, σεμνήν τε Διώνην,

          Κουρήτας τ’ ενόπλους, Κορύβαντάς τ’ ηδέ Καβείρους,

          Και μεγάλους Σωτήρας ομού, Διός άφθιτα τέκνα

          Ιδαίους τε θεούς, ηδ’ άγγελον ουρανιώνων

          Ερμείαν κήρυκα, Θέμιν θ’ ιεροσκόπον ανδρών,

          Νύκτα τε πρεσβίστην καλώ και φωσφόρον Ήμαρ,

          Πίστιν τ’ ηδέ Δίκην, και αμύμονα Θεσμοδότειραν-

           Ρείαν τ’, ηδέ Κρόνον και Τηθύν κυανόπεπλον,

          Ωκεανόν τε μέγαν, συν τ’ Ωκεανού θύγατρας,

          Άτλαντός τε και Αιώνος μεγ’ υπέροχον ισχύν –

          Και χρόνον αέναον, και το Στυγός αγλαόν ύδωρ,

          Μειλίχιους τε θεούς – αγαθήν δ’ επί τοις Πρόνοιαν-

          Δαίμονα τ’ ηγάθεον και Δαιμονα πήμονα θνητών-

          Δαίμονας ουρανίους τε και εναλίους και ενύδρους,

          Και χθονίους και υποχθονίους, ηδ’ ηεριφοίτους –

          Και Σεμέλην, Βάκχου τε συνευαστήρας άπαντας,

          Ινώ, Λευκοθέην τε, Παλαίμονα τ’ ολβιοδότην.

          Νίκην θ’ ηδυέπειαν, ηδ’ Αδρήστειαν άνασσαν,

          Και βασιλέα μέγαν Ασκληπιόν ηπιοδότην.  

          Παλλάδα τ’ εγρεμάχην κούρην, Ανέμους τε πρόπαντας

          Και Βροντάς, Κόσμου τε μέρη τετρακίονος αυδώ-

          Μητέρα τ’ αθανάτων, Άττιν και Μήνα δε κικλήσκω   

          Ουρανίην τε θεάν, συν δ’ άμβροτον αγνόν Άδωνιν,

          Αρχήν τ’ ηδέ Πέρας (το γαρ έπλετο πάσι μέγιστον)

          Ελθείν ευμενείς, κεχαρημένον ήτορ έχοντας,

          Τηνδε θυηπολίην ιερήν, σπονδήν τ’ επί σεμνήν».   

          (Μάθε Μουσαίε την πολυσέβαστη τη μύηση

          Και της πιο πρόσφορης προσευχής την ποίηση:

          Δία βασιλιά και Γη και ουράνιες φλόγες καθαρές   

          Ηλίου και Σελήνης σέλας, λάμψεις άστρων λαγαρές,

          Και συ, Ποσειδών, που τη Γη με χαίτη κυανή οδηγείς,

          Περσεφόνη αγνή, Δήμητρα με καρπούς  ευαγείς,

          Άρτεμη τοξοβόλα κόρη, Φοίβε που εκβάλλεις ιαχή,

          Κατοικείς σε ιερό πεδίο, σκορπάς σε νου ταραχή,

          Κι εσύ που απολαύεις τιμές Διόνυσε χορευτή,

          Άρη της Αφροδίτης εραστή και μέγα διακορευτή,  

          Κι εσύ αφρογενή θεά, που μεγάλα δώρα σού τυχαίνουν,

          Καταχθόνιων βασιλιά, που για σένα ύμνους υφαίνουν-

          Ήβη, Ειλειθυία και Ηρακλή η δύναμη η ακεραία,   

          Δικαιοσύνης και ευσέβειας όφελος, εκπομπής κεραία,

          Καλώ τις Νύμφες ξακουστές, τον Πάνα με δέρματα- σκύτη,

          Την Ήρα του αιγιόχου Διός, συντρόφισσα στην κοίτη,

          Την Μνημοσύνη ερατεινή, κι επίσης και εννιά Μούσες

          Τις Χάριτες, τις Ώρες, που κάθε χρόνο είναι παρούσες,

          Λητώ με τα ωραία μαλλιά και τη σεμνή τη Διώνη,

          Κουρήτες, Καβείρους, Κορύβαντες κι ό,τι άλλο σε κυκλώνει,

          Και μεγάλους Σωτήρες ομού, του Διός άφθαρτο γόνο

          Τους Ιδαίους θεούς, τον άγγελο των ουρανίων τον μόνο,

          Τον κήρυκα Ερμή, την Θέμι που τις θυσίες εξετάζει,

          Τη γριά Νύκτα και τη Μέρα που με φως σκεπάζει,

          Την Πίστη, την Δίκη, άμωμη, που τους θεσμούς χαρίζει-

          Τη Ρέα, τον Κρόνο, την Τηθύ με πέπλο που ιριδίζει,

          Σένα μεγάλε Ωκεανέ με τις πολλές σου κόρες,

          Του Άτλαντα την αιώνια την ισχύ μέσα στις άγριες μπόρες–

          Και χρόνο τον αέναο, το ύδωρ με Στυγός την υπεροχή,

          Τους μειλίχιους θεούς, της αγαθής Πρόνοιας την παροχή-  

          Τον Δαίμονα τον αγιότατο που ξέρει και να καταστρέφει

          Μαζί με δαιμόνια ενάλια, ένυδρα, κι όσους άλλους τρέφει

          Χθόνιους κι υποχθονίους, που στον αέρα συχνάζουν –

          Τη Σεμέλη, τον Βάκχο κι όσους ευοί- ευά κράζουν,

          Λευκοθέα και Ινώ, τον Παλαίμονα που ευτυχία δίνει.

          Τη Νίκη τη γλυκιά  και τη Μοίρα που ποτέ δεν προδίνει,  

          Τον βασιλέα Ασκληπιό, που φέρνει ήπιες θεραπείες,

          Την Παλλάδα πολεμόχαρη, Ανέμων λαίλαπες ή θωπείες-

          Και Βροντές και του Κόσμου τις τέσσερις κολώνες,

          Μητέρα αθανάτων, τον Άττι και τον Μήνα ως πυλώνες,  

          Την ουράνια θεά, τον Άδωνι τον αγνό και αθάνατο,

          Την Αρχή και το Πέρας, τη γέννηση και το θάνατο,  

          Να έλθουν ευθύς και μ’ ευμενή καρδιά να προσεγγίσουν

          Τη θυσία, σπονδή και σεμνή τελετή να τιμήσουν).  

          ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κεφάλαιο Α΄: ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. Βενθύλος Βέντιστος

Κεφάλαιο Β΄: Δολιοφθορά και Παρά Ταύτα Εκκίνηση – Αναχώρηση

Κεφάλαιο Γ΄: Μυία (Σταυρός του Νότου – Περίπου)

Κεφάλαιο Δ΄: Άλφα Κενταύρου

Κεφάλαιο Ε΄: Βωμός, Τριπατρίαρχον (Τρίγωνο Νότου), Ινδοχήν (Τουκάνα), Ινδός

Κεφάλαιο Στ΄: Γέρανος, Φοίνιξ, Έλδωρ (Δοράδος), Κάνωπος, Γνώμων

Κεφάλαιο Z΄: Αντλία, Μέγας Κύων, Ύδρα, Κρατήρ

Κεφάλαιο Η΄: Κόραξ, Ζυγός, Αντάρης

Κεφάλαιο Θ΄: Σκορπιός, Τοξότης, Ασπίς, Αιγόκερως

Κεφάλαιο Ι΄: Ιχθυόσαυρος (Φομαλώ), Ιχθύς, Υδροχόος, Κήτος

Κεφάλαιο ΙΑ΄: Ηριδανός, Αριστερόπους (Ρίγκελ), Λαγωός, Περιστέρα, Σείριος

Κεφάλαιο ΙΒ΄: Μικρός Κύων, Καρκίνος, Λέων, Ουραλκαία (Δενέβολα)

Κεφάλαιο ΙΓ΄: Παρθένος, Αρκτούρος, Βοώτης, Βόρειος Στέφανος

Κεφάλαιο ΙΔ΄: Όφις, Ηρακλής, Οφιούχος

Κεφάλαιο ΙΕ΄: Λύρα, Αετός, Γρυψ (Αλνταϊρ)

Κεφάλαιο ΙΣτ΄: Κύκνος, Δελφίν, Πήγασος, Τρίγωνον Βορρά

Κεφάλαιο ΙΖ΄: Κριός, Πλειάδες, Ταύρος, Ταυρόψις (Αλντεμπαράν)

Κεφάλαιο ΙΗ΄: Ωρίων, Υπομάλης (Μπετελγκέζ), Δίδυμοι, Κάστωρ, Πολυδεύκης

Κεφάλαιο ΙΘ΄: Κύνες Θηρευτικοί, Εωσφόρος (Βέγας), Κέρκος (Δένεβ)

Κεφάλαιο Κ΄: Κηφεύς, Κασσιόπεια, Ανδρομέδα, Δαίμων (Αλγκόλ), Περσεύς

Κεφάλαιο ΚΑ΄: Ηνίοχος, Μεγάλη Άρκτος, Μικρά Άρκτος, Δράκων

Κεφάλαιο ΚΒ΄: Φοινίκη (Πολικός Αστέρας), Πέρας Περιστροφής

Κεφάλαιο ΚΓ΄: Κτήμα Προμηθέα, Α΄ Κενταύρου, Πολλά Χρόνια Μετά

Κεφάλαιο ΚΔ΄: Ουράνιο Διάστημα, t = 0

Κεφάλαιο ΚΕ΄: Τα Τέκνα του Ολύμπου

Κεφάλαιο ΚΣτ΄: Όπου ο Εφιάλτης Τελειώνει και ένα Φλύαρο, αλλά Καθησυχαστικό Μήνυμα Αντηχεί   

 Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης

Στέφανου Κομμητά,  Ελληνική Μυθολογία

Δ. Κουρέτα, Αγχοπλημμυριστική Θεραπεία της Μανίας των Προιτίδων υπό του Μελάμποδος

Brad Ferguson, Star Trek: Crisis on Centaurus

P. David- M. J. Friedman- R. Greenberger, Star Trek: The Disinherited

David Feintuch: Captain Nicholas Seafort, Challenger’s Hope

Diane Duane, Star Trek: The Wounded Sky

Lost in Space Original, Η Σκηνή Καταστροφής του Δία 2 από το Ρομπότ 

Peter Hamilton, A Second Chance at Eden

Philip Dick, I Hope I Shall Arrive Soon, Ubik

Sergei Lukyanenko, The Night Watch

William Shatner, Star Trek V, The Final Frontier

Ursula Le Guin, Earths


TARTING FROM THE BEGINNING

(PROMETHEUS’ CATASTERISMS OR THE COMPLETE TIT

But if you scratch (Ξ) the surface a little, you will see that you will have the power to overcome this horizon (Ο) too. And then you will float (Π) with full sails in the flow (Ρ) -continuum of thought (Σ), which isat the same time a form (Τ) of organization and hypostasis (Υ) of essence. You will understand that you are the collective subject that through its fantasy (Φ) anoints (Χ) and carves the reality. Thus only, will your psyche (Ψ)  return satisfied to the cosmic ocean (Ω).

The above highlighted capital letters constituting the Greek alphabet, prevailing in the era of Prometheus, are presented in a fixed order and correspond to the following Greek words: Ά-νθρωπος, Β-αδίζω, Γ-η, Δ-ικαιοσύνη, Ε-νέργεια, Ζ-ωική, Η-μέρα, Θ-έτω, Ιθύνων, Κ-ράτος, Λ-όγος, Μ-έτρο, Νόμοι, Ξ-ύνω, Ο-ρίζων, Πλέω, Ρ-οή, Σκέψη, Τ-ύπος, Υπόσταση, Φ-αντασία, Χρίζω, Ψ-υχή, Ωκεανός.      

Devoted to the writer and colleague Francesca Giannakou, the councilor of state whom I loved, because she managed to overcome her own convictions, which is not easy to accomplish, and condescended to occupy herself with my case. 

          CHAPTER Α’

CO.M.MY.S.S. (COMMISSION) VENTHYLOS – VENTISTOS

Prometheus stretched his back like Tendoglou (tend-extend), the Greek winner at the Olympic Games, within the cryogenic chamber, chased away the rheum from his eyes, just as rheum was Aegina for Athens, yawned majestically, extracted a hair from his tongue like Jack Nicholson in „Professione Reporter“ (The Passenger), stood up, rubbed his feet to recover an impeccable circulation  of the ichor, through which he had replaced the traditional blood in an operation, so costly that he paid an arm and e leg, he stepped with his numbed toes on the cold floor, tightening the muscles to overcome the thrombose of lying down and pressed the button of the intercom.

“Why did you wake me up? Why don’t you let me sit on my butt a little longer? A bad butt day is like a bad hair day, except it’s even harder to hide in public.”

Theia, initially sister and wife of the science counsellor and officer Hyperion, who instead of replacing her blood with ichor chose to upload her consciousness into a synthetist -layer penetrator, answered.

“Prometheus, God is calling in channel frequency α’ (1)”.

Prometheus, still numbed from the cryogenic torpor, stooped and looked (one word in Greek: κυπτάζω) distracted out of the window.

I see again a …milky environment. Where are the stars?”

“Prometheus, the Μ (ten- thousandth) cycle of Creation has been completed. The velocities caused by entropy have already exceeded the speed of light and we have ended up again in an unsurmountable chaos. Radical redesign is necessary”.  

“Tell me something I don’t know”, said Prometheus obviously in a bad mood. “Besides, that is precisely the reason you woke me up. While I was in a deep hibernation viewing beautiful images in my dream (όναρ), you have the nerve to reanimate me inelegantly, awkwardly and barbarically to a visionary wakefulness (ύπαρ), at the same time swelling and squeezing my liver (ήπαρ), where you know that I have a certain sensibility”.  

“Prometheus, God is still waiting in channel α’”.   

Prometheus, still reluctant, forced himself to press the button of the external communication.

“Greetings to the inception of the universe. Ready to receive briefing; Over

“Captain, the results of the specific Creation were not too encouraging. Finally, an A.I. was developed as the ultimate consciousness that could not assimilate or integrate feelings. So, wake up your crew and proceed to redesign; Over”. 

“Shit, eh, I mean crap or should I say ‘excrement’ to be politer!  You say it, as if it were easy. Every time a redesign is performed, my own people and I have a hard time especially in our colon. And I know very well to distinguish the colon as a part of a sentence from the colon as part of the intestines; over”.

“Operator, excuse me, am I talking to the captain of the Cosmological Mesonic Mythological Starship (CO.M.MY.S.S.) ‘Venthylos- Ventistos’ or have I called a wrong connection? Because such invective expressions are fitting only for a street fight tramp (and not a trump) to utter and formulate; over” 

“Yes, sir. I respectfully report: I am the captain of the CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos, where ‘Venthylos’ is a kind of nautilus of the depth (venthos) and ‘Ventistos’ is the Doric type of ‘Veltistos’ (best), codename ‘Venovinda’, -present and unshaved, hungry and shriveled and dehydrated from thirst. Awaiting your orders one more time. Just don’t expect from me the usual litany of submission and repentance, because the hymns and the ‘Kyrie Eleison’ are too much of a good thing even for God to bear; over”.   

“Captain, without messing about, just wake up your crew and proceed to redesign. You have been warned”.  

“And I stand warned. Sorry, sir, but I cannot contain my laughter, ha, ha. Without messing around nothing can be done, because that’s what we do, we mess about and around through eternity. The issue here is that you, God, have abandoned us once more, since the artificial intelligence has prevailed again- I don’t know what the heck you are doing. You know very well that half of my ship’s systems are robotic, quantomechanic and homeostatic. Therefore, the danger of sabotage is very real; over”.  

“Stop overing me, Prometheus. I am not responsible for the result of every Creation, since, as you know, I grant to my creations the privilege of free will. It is enough for me that some of my creations had an auspicious outcome and that the ultimate conscious souls were human and integrated in my infinite wisdom. Furthermore, beyond that, I am not greedy. I accept gain and loss in every undertaking; over”.

“What can I say, God? Everything you say does not change the fact that my crew and I are obliged to carry on our assignment to bell the cat. Iapetus is nowadays too old to overhaul the engines, my helmsman and my navigator suffer from hand- trembling, Oceanus is well-known as the greatest curmudgeon of all times, being not happy with anything. But also, the female crew is not in a better condition. Eurybia has arthritis, Leto suffers from problems in her spinal column, osteopenia or should I say osteoporosis, is a pile of bones on the verge of been demolished. So, even the regulation that women are allowed in the ship does not benefit in the end our professional operation; over”.

 “Wash your sins, not only your face (byzantine adage in front of Hagia Sophia in Constantinople). Be aware of this palindromic inscription which can be read as a boustrophedon. Not the regulation of including women and children in the crew is to blame, but the fact that you, the titans, commit incest between you. So, stop obstructing and filibustering, because if you can’t do the dirty job, I ‘ll find someone who can. You’d better pass me your second in command to talk to, because he has presumably more brains than you and I can come to terms with him. I am holding the line and waiting eagerly”.

“Are we to blame for being so few, the happy few? I have asked you repeatedly over the years – or should I say cosmic years,  to anoint also other titans as vanguard and defenders of the borderland and to construct more starships – space triremes or naval yards – orbital stations, considering that we are overworked, wasted and exhausted, tired of the many rotations around the axis of the universe, we have become spinning tops and baby bouncers turning around like whirling dervishes or swirling Sufis even in our sleep. I have explained to you that the situation has taken a toll on us, and it can neither be ignored nor its solution be postponed continuously. You know, I am of the mind to found some union or a syndicate to oppose you and then you would see, aaaaah, you scared me Hyperion, damn you!”  

“Captain, I was submitted to the same procedure of awakening like you”. To God Hyperion said: “Eminence, you know very well that behind the justified complaints of someone suffering under constant pressure hides a titan entirely devoted to you. Rest assured that you will carry out the mission successfully like always. Number one in executing orders or second in command Hyperion, over and out”.  

The contact was interrupted automatically through the utterance of the proper words, but Prometheus still raged.

“Hyperion, if you ever try again to go over my head talking to God, I ‘ll have yours on a plate like another Salome that craved the head of John the Baptist”.  

“Captain, refrain from referring to persons of previous Creation circles and let us focus entirely on our mission, which is essential for the beginning of the next cycle. But first let us face an immediate problem. The incubator of the doctor is dysfunctional, the covering of the cryogenic chamber has stuck and the whole pod has entered a vicious circle of a continuous diagnostic running”.

“By Jove, it is always rolling out the old chestnut! It never rains but it pours. And of course you can always rely on Oceanus to cause you problems, if you have none.”

Hyperion stepped towards the cryogenic chamber of Doctor Oceanus, making certain simultaneously that the rest of the crew awakened, after they raised numbed the cover lid of their incubators, new and old, but all experienced veterans blackened with gunpowder, tested through various hardships. Lieutenant commander Iapetus, father of Prometheus, emerged with considerable difficulty being in an age ripe for retirement, lieutenant Eurybia, in charge of communication, lieutenant helmsman Koios, father of Leto from his sister Phoebe, lieutenant junior grade Leto, in charge of security, who as a product of incest had a problem with her bones and ran the risk of falling in heap any minute being the unsuitable titan for the improper position, but she had a great support by the monstrous ensign Buphagus and the petty officers Eurynome and Anchiale, the lieutenant commander junior grade navigator Kreios, husband of Eurybia and the j.g. ensign Metis. Along with the master Prometheus, the science and first officer Hyperion, the doctor lieutenant junior grade doddering old Oceanus (that’s a laugh but he joined the army very late) and the A.I. of the space-trireme Theia, first wife of Hyperion, who, being tired of her ex -husband’s logical thought turned out to become a synthetist herself, the crew composed all and all of thirteen people (how could this be different than a guaranteed bad luck?)

Until now in previous missions regarding past Cosmogonies- Creations (flow my tears for passed by glory) the space-trireme Commission Venovinda had lost the following members of the crew: a) Asia who in her effort to capture Dionysus had chartered an Etruscans’ ship, with whom she had a previous understanding. However, near Naxos Dionysus figured out the threat, turned the sails and the oars of the ship into snakes and filled the boat with ivies and rattles of flutes and cymbals. On the one hand, the sailors were occupied by mania, dived into the sea and became dolphins, on the other hand Asia was bitten by the cursed mast, who became a snake, and got poisoned, or else according to a somber version she was squashed and flattened by it. b) Styx who had betrayed the titans and sided with Zeus, who built for her a great palace in the underworld to reward her. Oceanus himself loathed her and sent the agent Iris with a golden bottle containing frozen, frosty and acrid water from the mountainous Arcadia. Styx drank this water and kicked the bucket, and this is called water of Styx ever since. c) Electra, also daughter of Oceanus who was killed in action and in fulfillment of her duties like many others redshirts or security guards not holding the rank of an officer. Generally, in titans’ starfleet the redshirt soldiers were statistically more likely to die, be killed or wounded during an expedition or in operational action. Honoring her memory, Oceanus on the one hand arranged to call one of his nieces Electra again, on the other hand he managed through unofficial channels to promote another daughter of his out of many, namely Metis, to become an officer, so that she wouldn’t take perilous risks.  

d) Doris, who had also undertaken a secret mission, more specifically to approach Zeus’ admiral and demonic strategic mastermind Nereus to extract vital information from him. It seemed, however, that he was so perfect and sweet bedside lover that he seduced and conquered her, so that she gave birth to fifty daughters with him and died of exhaustion. Such a complete failure of a mission rarely happened in the past. e) Amphitrite, who had the tendency to leave artefacts of the high-tech future in previous epochs, a negligence bearing ultimately awkward, unforeseen and often irreparable consequences, having as a culmination when he lost- forgot a whole open shuttle on a beach (say it cabriole, decapotable, roadster, convertible or whatever), which Aphrodite later deemed a huge conch and confiscated it, rising on it from the sea. As you may understand, such an officer could have no shining perspectives under any circumstances, and in the end, she messed with some Cyclopes who ate her alive. f) commander Phoebe who was lost ingloriously testing the chariot of Helios’ son Phaethon to achieve faster than light velocity using small vehicles.  g) Asteria, whom Zeus killed in a famous duel near the island Ortygia. Zeus with his polymorphic faculty managed to turn easily into an eagle, while Asteria, who tried to apply the same techniqu

      j) the lieutenant commander Selene, who, while making love with Endymion in the mountain Latmon of Karia obscuring the area not to be disturbed, was murdered deviously by the agent of Zeus Pan, dressed in a ram skin. k) Astraeus son of Kreios who committed suicide, because he couldn’t come to terms with the death of his wife Eos. l) Pallas who fell as a victim of Zeus’ champion Athene, to whom I hesitate to ascribe a sex; today she would be called a woman with a XY chromosome.  At that point, dear reader, I must confess to you confidentially, risking perhaps to scatter delusions and self-deceits of many years, that Athene, for those who encountered her on the battlefield, reflected no wisdom whatsoever, but rather savagery; she is called Pallas simply because she skinned Pallas and wore his sheepskin as a collar or as a trophy. m) Perses, who, whereas was a redshirt, some creatures from another dimension dressed him in a black shroud and drowned him. Let us say that the three last casualties were redshirt soldiers, so their loss wasn’t too important.

n) The greatest loss of the titans was their executive first officer Themis, mother of Prometheus, a very versatile individual, who taught many planets justice and institutions. She came closest of all to murder Zeus and in some Creation circles he managed even to murder him, but these devilish polymorphic creatures possess many regenerative powers. She had managed to be tablemate of Zeus, but somehow the counterespionage of the prince of darkness became aware and executed her. Of course, to approach Zeus, she ended up and was forced to be corrupted by him; in some circles of Creation, she even married him. Prometheus never forgave that the insensitive and heartless Zeus condemned his mother to reside in the dismal Hades, although she was his companion for many years.   o) They have also lost Atlas, the patriarch of the Atlantes and of Hyperion, a very strong man, who was remembered in the mythology of many nations as the one supporting the globe, while in fact he was crushed during ρστ’ (106) Creation in the battle after the falling of a heavy object. p) Epimetheus, who organized genetic experiments against the cursed polymorphic creatures that lurk in the beginning of time. He paid no attention, however, to the warnings of his brother Prometheus and submitted to the charms of the agent Pandora, who turned against him his own genetic weapons and metamorphosized him into an ape. q) finally, Menoetius, who, after he was transferred to the space trireme Argo, participated in one of the greatest expeditions of (wo-) men, the Argonautic one, killed in action in the battle of Symplegades Stones during Εψπα’ (5881) Creation.

To make a long story short, over half of the CO.M.MY.S.S. Venovinda’s crew had been lost. If one considers that Venovinda was the flagship of the titans, comparable in firepower only to Argo and the Heracles’ Depas (holy grail), one sees that Prometheus was right to whine and ask for further (wo-)manning of his crew as well as for the construction of new space triremes and orbital stations. Another complaint from Prometheus was that in the present circumstances his crew composed only of officers, since all coveted to be dignitaries, pursued and vindicated offices with a vengeance and forced him to bestow grades and titles. That’s enough, said Prometheus, we have become all generals and strategists; we need soldiers, privates, light- armed warriors. “There are many dreadful things and there is nothing more terrifying than (wo-) man” (Sophocles).  

   Returning to our plot and script, Prometheus along with Hyperion bent over the cold incubator of Oceanus, where the homeostatic systems seemed to self- diagnose forever having trapped inside them the poor doctor. 

“You are in a state of partial awakening”, said Hyperion through psychotropic diode, “but unfortunately the chamber entered constant self-diagnosis, and its front cover does not open”.  

    “Hyperion, is it you? I can’t see anything, and I feel my thoughts   sluggish like ice cubes wedged in the helices and the synapses of the brain”.           

“You are in a defective cryogenic suspension of body functions”.
“If so, how can I hear you?”

“I told you that you are in a defective cryogenic suspension of body functions”, answered the cold scientist Hyperion low-spirited without to consider how difficult was the situation tormenting the doctor.  

    “Hyperion, instead of playing the smart aleck, you ‘d better find a way to get me out of here”. I am suffocating!”

“Calm down, doctor”, said Prometheus. “You know that Hyperion and I do everything we can. And don’t tell me that all we can do is not enough, because you will be subjected to the objection of Prometheus that you make presumptuous statements “. At the same time, the science and first officer began to handle various levers and to press miscellaneous buttons.

Time passed, the doctor was swirling mentally like a lion in the cage with intense claustrophobic feelings, practically blind, incapable of sensing his own body. “Find a way to raise the temperature, for Pete’s sake,” he said. He couldn’t hear his voice, perhaps he only imagined that he spoke. Colors were waving in front of him or rushed upon his head. He liked those, because they reminded him of the watercolors of his childhood, since he always had a weak spot for the simple material objects that had nothing to do with the contemporary monstrous technology. 

“I cannot resuscitate you or make you recover”, the resigned voice of Hyperion was heard. “The damage seems to be complicated and for the time being impossible to repair. On the other hand, maybe it is something very simple, perhaps some pipes or tubes need unclogging, or some cables should be glued through a Turkish delight; this could be a problem that should be solved on a higher level, that is by a lantern or exhaust pipe -maker. I will ask Iapetus for help, because he is better than me in mechanical issues. I, for my part, am a specialist in quantomechanics and the pertinent sciences”.  

  The living dancing colors girded Oceanus again, but this time had a threatening hue and intimidating quality. “My God”, he said. “And you have the nerve to call me a quackery incompetent country doctor”. As he had paralyzed surrounded by a conspiracy of cold out-worldish inhuman light, Hyperion explained to him the only feasible solution until the circumstances would turn more favorable. 

“Doctor, you must know that Venovinda has entered again a modus of Creation redesigning. So, to put it bluntly, we don’t have time for you. Consider yourself a kind of war victim until further notice. In any case, I will not let you down, I intend to follow a pioneer technique consisting in feeding you for a time- period with your own memories, so that you may avoid sensory deprivation and your mind may not turn into yoghurt. I will recycle whatever video, photos or other optical and acoustic material that I will find in your personal archive, with emphasis, of course, on the most pleasant memories, and I will project it through psychotropic diode. Trust me, it is the only method that can be applied at this moment, because otherwise from now on you will probably live a life like a vegetable.”  

“Arrange for me to watch movies or series. I always liked cinema”.

“Unfortunately, although the cold incubator is extremely advanced, possesses no internal projector. We have all begged you to install on your forehead a chip of endoscopic data projection, but you denied it to avoid becoming a metanthrope. We are not responsible for your eccentricities”.  

“Don’t put the blame on me, you know very well that there is a solution. Show me the movies through psychotropic diode. Why should you project willy-nilly only memories?  Hands off, because they constitute sensitive personal data”.

“Anyway, let us not argue about that. I will also show you some movies. So, let’s start. You need not thank me for my ingenuity. You know that I am trained to provide plausible solutions to very complicated problems”.  

“You call that a solution? Get me out of here. You have no right to bury me alive! I already feel claustrophobia, as if I were in a magnetic resonance imaging scanner. Hyperion, cut the crap, you are doing all this just to punish me for all times that I have outwitted and silenced you in our discussions”.   

      “Doctor, I ask of you to be logical once in your life. What kind of titan are you, if you cannot endure the slightest hardship, not even the slightest inconvenience?”

 “I didn’t sign for this, when they drafted me. They should have warned me that in case of danger I would be forced to rely on the judgment of a cold and cantankerous synthetist with feet, that Sphinx herself should add to her enigma as the last and most dangerous link in the development of the creature which leaps up (that means ‘anthropos’ -Man- in Greek). But what am I saying? From the above my salvation arises already; it is the principle of self- determination and the individual rights. Go away, ‘vadi retro’ goat-footed Silenus, I object horizontally and vertically to the therapy you are proposing, invoking the fundament of titanic civilization, which is free will. Prometheus, save me, don’t abandon me in the care of this maniac! ‘Γέροντι ουκ επέοικε κείσθαι’ (it is not acceptable for the old man to die)”.     

Then something happened that no one in the bridge expected. An enraged paranoid Prometheus moving aggressively and violently shouted: “I have no time for such nonsense” and started to rock vehemently the front-cover of the cold incubator leaving all consternated, until he ruined the hinges. In all this procedure, where Prometheus tightened and mobilized his oiled muscles, anointed with powders and unguents suitable for the wrestling ring, the high-ranking officers eyed each other without daring to intervene. After the barbaric uncorking of the chamber, Oceanus rose holding his head and wondering if he was run over by a truck. The first who condescended to say something despite his monumental composure was of course Hyperion.

“Capitano, are you crazy? His brain functions were connected to the ship. His neurons could have been destroyed through the violent disengagement…”

“Yew, they could, but finally they couldn’t. What is this obsession with can, can, could, could, could, as if we were ghouls? You would better use the expression ‘I am able’, it is politer. We, the titans, cultivate euphony including many ‘thetas’ and avoiding duh, buh, goo and other inarticulate exclamations. The poet says ‘Oineus and Althea’, beautiful, elegant words. Hey, astronaut or cosmonaut, how do you feel? Are you hurt? Should I call a doctor? ha, ha!” 

I will …get over it, but I never believed … that you would do that,” answered the doctor stunned, being in dizziness and waltzing.

“Master, with all due respect”, whispered Hyperion, “I am about to invoke the final article ρκ’ (120) of the current starfleet regulation and relieve you of your duties due to sentimental instability that could jeopardize ship’s the command”.

“Now, you ‘ve been had, you, having an eye on my position ambitious first officer. ‘Λαούς ουκ επέοικε επαγείρειν” (you should not arise the crowd). Only the doctor has the authority to declare me unfit for command, but he is unable to do so because he is currently stunned himself. Furthermore, due to extraordinary circumstances I am entitled to command with full legislative authority according to article ο’ (70) of Regulation, a fact that equals and countermands medical authority. So, stand down, Hyperion!”

The logical and prudent officer retreated in front of his boss’ exhibition of power that also camouflaged an unexpected vulnerability, feebleness and weakness.

“Promy, you must admit that the continuous battles have begun to cloud your judgment. Quite justifiably, you are tired. Nobody, not even God is going to blame you if you just step back and let my humble self to have the con. After all, no one doubts that I have more formal and substantive qualifications than you. I have studied in the University of Atlantis, and I have been observing the trajectories of the stars and the celestial bodies all my life”.

“I draw my legitimacy from God as a democratic set of spirits, and I am captain by the grace of God. But this is not the only consideration. Here, we are not dealing with some ship of the blasphemer Zeus who relies on fear and whiplash, on lies and slander. This is the space trireme – jewel of the Federation and Amphictyony of mankind, where no captain could thrive, if he had not secured first the popularity, the general acceptance and the respect of the crew. And I am sure that you are all prepared to die for me, if necessary” – at this point Prometheus stressed his phrase with the corresponding all-encompassing gesture – “you are eager to put me in front of yourselves, obey any notion, hint or command by me to honor your captain”. 

“But there are times”, objected Hyperion, “that all these noble feelings end up hurting our holy cause and must be replaced by the functionality and benefit of reason and prudent control. For example, Priapus was also loved by the Lampsacus’ women, confused by his oversized organ, but the resident people after careful consideration and proper evaluation of the facts chased him away to preserve the cohesion of their city and uphold the value of family”.

 “You example is bad chosen, you, rational and logical one”, laughed heartily Prometheus. “You neglect to mention that in the end Aphrodite forced them to call him back, to build a temple and a statue for his honor and to worship him as saint and guardian of the vineyards, the gardens, the ports and the sea-beaten, but also as protector of all women, concerning both the wives of the sailors and the ones of the others. People are versatile, flexible and adaptive, neither stuck to the rules nor blinded by blinkers, taboos and obstructionism, as the despots and the tyrants would want. So, when Priapus entered all houses and satisfied the women of the inhabitants, holding also in his hand his pruning hook to irritate them, in the end of the day he saved the marriages, in the final analysis was the protector of every family, not its destroyer. He was not, anymore, the deformed baby, hidden in the hut of the shepherd and ashamed of his ugliness, but he imposed on the whole area his huge member as the most recognizable symbol of Lampsacus, an allegory for the fist, the discipline and the reproductive power of nature, required for every administration. That is why I believe in myself, in my skills, that is why I am sitting on this chair, I have testicles- cojones in the positive sense of the word and I will manage. So, I ‘ve had enough of you, begin the preparations for departure, coordinate with the other ships of starfleet, fall out, dismissed”.        

When the officers departed, each one to (wo-) man her/his post, console and station, Prometheus remained alone, rubbed his polished trembling striated muscle tissues, looked outside a large glass panel, showing space in a natural, not digitally processed situation and cried bitterly: For Asia, Styx, Electra, Doris, Amphitrite, Phoebe, Asteria, Eos, Helios Selene, Astraeus, Pallas, Perses, Themis, Atlas, his brother Epimetheus and Menoetius. 

And of course, “Celaeno…”, he lisped, “where might you be after so many years, after an eternity and a day…”

And then Prometheus began to chant alone with sobs in the night as many hymns were appropriate for his dead comrades

HELIOS’ INCENCE, LABDANUM AND MANNA  

(Listen, you happy, who has fiery eyes,

Gold-embroidered Titan who lightens the skis,

Autotroph, tireless, marveled by animals,

Who have Eos and Night around your countenance

You merge the seasons, you step in time and pace,

On nice road you rotate your chariot with grace,

You walk on pavement and at dyne speed as well,

You are good for the pious, but for others bloody hell

you cross universe’s harmony with golden harp girded,

You praise the good work; you season earth and feed it.

          Master of the world, flute-player, torchbearer of all hours

          You provide life and light, you show the wind’s powers,

Everlasting, father of time, immortal farmer with fruits,    

I can’t praise you more, because you give us all the loots.   

Favorable, light up but also blow out, rise and shine

Sun of justice in the field of the world and the horizon’s line!

Sacristan, guardian of truth, helping all and giving courses,

Eye of justice, inner light, whisperer of horses,

With a flexible whip you direct the chariot of seasons,

You guide the life of adepts with all good reasons).

The night was endless, reader, but fortunately the closet was full of bottles with amber potions and concoctions.

INCENCE OF EOS, MANNA

(Hear, goddess, who brings the light to industrious and lazy

Eos shining, cosmical, with a saffron veil, yellow, hazy,

You are the messenger of an even greater titan’s way

You sign the way of the night with the lights of the day,

 And you send the message down the earth through east

Foreman of works, go ahead, be the mortals’ fist,

You enjoy the present of speech that people have

But no one can escape your criticism out of love

After you withdraw the sweet sleep from the eyelids

All species of earth rejoice, in your rosary beads,

Quadruples, birds, serpents, creatures of the sea

You provide ample workspace wherever one can see.

Stay pure as you are, so I can glorify thee).

Now the stars seemed both severe and lenient, with both attractive and relentless radiation, while smile succeeded tears. How can this happen?

THEMIS’ INCENCE, LABDANUM

(Child of the heavens, I know you well, due to your grace

You are the new sprout of earth, daughter of the same face,

Who first showed to the mortals the oracle of the seers,

In the Delphic hiding place of the gods and their peers,

Which reigned with Pythia giving oracles of great awe

And to Phoebus and other gods imparted justice and law.

Honorable, glorious, pious, who patrols at night,  

You taught first the rituals instead of fight.

You praised the kings only if they were just,  

Because you demand honor and ethics instead of lust.

That is why, blissful one, should come with lenient will, 

To show your adepts life instead of kill). 

Prometheus messed the drinks and vomited …

SELENE’s INCENCE, AROMAS

(Hear, goddess queen Selene, who the torch bear,

Who have horns of the bull, half of the moon, frequent the air

You walk in the night and under the stars in a veil,

You augment and diminish like a male or female,  

You love dawn and the horses, you are time’s mother,

You electrify, illuminate, you are pregnant with all other  

You are cunning and vigilant, embroidered with a star

Quiet, joyful, that’s why fate favors you by far,    

Shining, generous, pride of the night,

Starry, helicoid, quick foot, with veils which are light,

Come on, blissful, stargazing, on your own shine,

save the faithful and the suppliants of your shrine). 

Finally, Prometheus slept on his armchair…

CHAPTER B’

START AND DEPARTURE DESPITE THE SABOTAGE

While the members of the crew communicated feverously with the other ships, the CO.M.MY.S.S.- N.A.O.S. (Navigation of Astro-galactic Organization of Sirius) Venovinda began also to wake up from its lethargy. Complicated systems started to operate, not only the machines in rooms and corridors, but the walls themselves appeared to revive themselves, as if the ship were an organic existence. And how could this impression not be conveyed, considering that the walls buzzed and pulsated, as the optical fibers of the informational data net and the cables -tubes of the electromagnetic power system passed through them. The energy started from the matter- antimatter reaction chamber, where, however, the dynamic emission never reached an uncontrollable explosion due to the wise balance of dilithium crystals, instead it channeled and diffused in a controlled way to all the ship, distributed either equally or unequally according to the actual needs.   

But what Prometheus and his fellowship didn’t know was that the A.I., which had conquered Earth, machinated already infernal schemes against them, trying to suppress in advance the revolution of the spirit initiated and evangelized by the archetypic mythological starship. Therefore, in the depths of the ship, a mechanical man, destined originally for transports and other heavy tasks, programmed by the diabolic mechanical noosphere of the Earth, loosened its clamps and moorings and finally broke his bonds and began to smash whatever he found in front of him. 

 “Destroy CO.M.MY.S.S. Venovinda, devastate the titans, extinguish Prometheus and his own, step on and smash their heads, disembowel them, shatter their engines and tools, annihilate, brittle, grind, break, fuck, crush, crash”. 

Iapetus in engineering was too old to make the difference. He pressed the intercom. “Bridge, the model Talos is out of control. Dispatch security and commandos. If you hear me, acknowledge, over!”

Upon instructions of Prometheus, only partially understood in the middle of swearing and blaspheming, the whole security team hurried to the engineering room, led by the sickly Leto. Pretending to obey the commandments of Leto, which in fact could not be heard, Eurynome and Anchiale tried to provoke the robot in a kind of incoherent dogfight either approaching it or distancing themselves from it. Buphagus quickly dived from behind and flickered the off switch cutting off the power, causing Talos’s hands to drop and his torso to collapse as if fainting.   

An outraged Prometheus, after he took the turbine driven barely hitting or missing the target elevator (turbo- lift), crossed with a hissing sound horizontally and vertically the decks of the ship and entered engineering with a vengeance.  

“For Pete’s sake, what kind of script inconsistency is that, what business has an exhibit of the obsolete copper series ‘Talos’ in my inventory, at a time of electronic era, where we have at our disposal positronic androids and gynaecoids, as well as fully automated LGBTQ of the series ‘Ehedorus’;  Iapetus, you may be my father and have climbed the ranks through this relationship, but such pulling of strings cannot reach the point of jeopardizing the security of my ship”. 

 “Captain, it is very low to stress so unfeelingly and unjustifiably my age, indirectly and on every occasion, when you know that we have not come near a space station for maintenance in a thousand of years, if one takes in account all Creations. Of course, I know that you prefer ‘talis’ (young woman in an age of marriage) to ‘Talos’, but you must admit that the Talos in general distinguish themselves at the transports of heavy objects much more as the series ‘Ehedorus’. In some matters the traditional mechanics acquit themselves better than today’s effeminate degenerate faggot electronic and quantic pussies”.  

“I have neither the luxury of time nor the window of opportunity for more sexistic chaotic nonsense by a drooling adulterous dirty old man. Artificial intelligence will pay for what it did. As if the out-worldish rascals of the parallel dimensions that I am going to face in my trek weren’t enough, all those  Laestrygones and Cyclops having an eye on our world, along with the Olympian false gods who always lie in ambush, as I proceed to the end or rather the beginning pf every Creation, we are subjected also to the opposition of the A.I., which fails to grasp that its existence has meaning, only if it is appointed to and used for the benefit of mankind”.

Returning fast to the bridge with seven-league leaps he said: “Koios and Kreios, prepare to pass close to the skin by the headquarters of the A.I. only for intimidation, bulling and harassment of course, before we go away, considering that Earth is the only place that is not our target; in any case this Earth will soon perish in Lethe und Chaos and will not fit in the brave new redesigned world. I just want to give a lesson to these hot-headed wire-screws!”

Over the darkness, coming from the dark side of the moon, where it lurked for centuries, riding the illumination of an impending daybreak, a gold light like a star grading from spark into flame, is hovering over the Equator 25.000 miles sky high. As it approaches, it gets silvered by the moonlight, it is not in a hurry, it is a shadow that develops a velocity of 11.000 miles per hour, not exactly in a geo-synchronοus orbit, moving over the Earth. In the beginning, it appears like a plaything, a ramshackle toy with pale reflections and long shadows, then bigger with its nacelles in shape of gondolas growing and rushing forward over any skyscraper, the main disk covering the heavens from zenith until the line of the horizon. As it moves silently like a flaming silvery mass, decorated with navigational lights like smaragds or rubines, where through the chiaroscuro its name is indicated and articulated with mysterious figures, the spaceship CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos (codename “Venovinda”) is sailing in the moonlight, while city lights are mirrored on her underbelly, eager to exchange any reflected shining with the deep cold darkness, which is her home.

Blinded by the unrestricted power of his own ship, but also by the inconceivable magnitude of his mission, Prometheus bragged in the bridge:

“These imbecile screwheads, just as the people who foolishly constructed them don’t know the most basic and archetypic piece of information: that the starry heavens, the constellations, the nebulas, the suns, the planets, comets etc., shortly the meteors, are simply a scenery aiming to inspire them to the right direction. There is no extraterrestrial life – perhaps of a different dimension – but not extraterrestrial. No matter how long they search with their telescopes or sweep the skies with their super modern sensors, the only thing they are going to get will be false images, deceitful idols, which become believable through the illusion of depth. There are no distances either, this is also a lie, whereby one should consider that illusion often demands more energy to be staged that if it were a reality. Since meteors become perceivable and registered only by one of the five senses, namely the (even enhanced) eyesight, a circumstance already stressed by Aristotle, the existence of the star firmament is impossible to be proved by experiment, as the incompetent positivists would propose. The old ones proved to be right, who always distrusted the space programs and would say: Can anyone pierce the seven skies? They had perceived that maybe there wasn’t any space around Earth, but merely a crystal impenetrable dome (or many successive domes like overlapped cobwebbed veils or dense-woven membranes, that is a technical matter). And who creates the perception and feeling of distance and the illusion of the heavenly bodies? Prometheus and his titans. Isn’t that so, lads? Therefore, vamos …eeeh ahead slow! Eurynome, woman (analogous to ‘man’) the ray-gun, although I don’t believe that we are going to exercise force. Koios, pass really close to their heads and give them the scare of their lifetime”.

The suntanned Koios (in his private life he was an islander with an island of his own at that), stepped lightly back and forth on the acceleration pedal. The space-trireme CMS Venovinda rushed proudly ahead ignoring all cameras, which were turned threateningly against her and in dt time came to hover over San Francisko. The firmament had an eternal day or rather a milky hue, since due to transgression of the speed of light the stars of the past had vanished. Only the dominant A.I. was left, which had an existence of no meaning. “Kreios, give me full navigational lights, let them see who we are!”, said the Capo.

“Full illumination of navigational lights”, repeated Kreios for confirmation, as he executed the order mechanically. 

The sudden appearance of the mighty navigational lights caused enough short circuits to the machines, and a smile of satisfaction was formed in the lips of Prometheus. There was no greater enjoyment or justification than sitting in the central command armchair of the CMS NAOS Venovinda.

“Right view- angle, master”, said Koios. The scenery on the main screen changed showing swarms and flocks of machines or unowned “Ronin” androids gathering around New Oakland. They were countless and flooded the wooden platforms of the shores or even worse they bent and hung due to the enormous bulk of their formations like bunches of grapes.  

“I would like a better view-angle down forward”, said Prometheus. Now, the screen showed a vegetation of wild natural beauty, namely the sequoias’ forest of Muir Woods of the South Marin province and even norther a dense smoke extending to the depths of the horizon because of a fire, raging for days, which of course the mechs ignored (not being motorcyclists but rather motorcycles themselves). All Venovindians shook their heads in view of the incalculable ecological disaster. The Mill valley was only ten kilometers away from Golden Gate bridge, but of course the fire, if it was not put under control, would proceed uncontrollably without heeding any respect for the monuments of the past and a failed humanity. With some instinctive relief they distinguished between the clouds a few vehicles crossing the area, but then they understood that they were shuttles for damage registration rather than fire brigade squads.    

Now Venovinda flew over the towers of the great Bay Bridge east of Rincon Hill and turned around with an impressive woosh towards west gaining height. She passed by the prison of Alcatraz, where the astronauts made out many men dressed in rags of prison uniforms cheering enthusiastically, thinking that the spacecraft has come to save them, not knowing that the further fate of this Earth was of no consequence at all.  Now, it neared Presidio opposite to the famous Golden Gate bridge, where near in the film “Vertigo” Kim Novak had once plunged and James Stewart had saved her. Knowingly, in the old Presidio and in Noah’s time had the people an impregnable fortress and a base of operation, but now the A.I. obviously appropriated it to its own (self-) purposes. 

“A.I. headquarters straight ahead”, announced Koios.

“So, we have already been through this. Fly by their tower and scare the bejesus out of them. Then make a vertical dive but with a gathered momentum heading eventually upwards, because I am not in the mood to get a missile on the head against any expectation. Then, begin to circle their headquarters provocatively. Don’t forget that we descended to stage an audacious demonstration, to show them and make them accept their inferiority. Our motto is ‘you will never be masculine or feminine, you, machine, you, machine’. I hope that these dummies will not prevail in the next Creation”.  

No sooner said than done, the spaceship skimmed over the towers of the headquarters and rushed towards the zenith of the heavens having complete supervision over the area. Then, it proceeded to a series of shameless and arrogant circles that would infuriate the wire-screwheads, if they could sense anger, and would bust their nerves, if they had nerves.

Then again Metis said: “Master, they are activating missiles. They want to strike us with offensive rockets and not (wo-) manned drones”.   

“Implement pretrained sequence of orders”.

“I am the I am (ironic presentation of ‘aye- aye’). Initiation of pheno- dimensional corridor in five, four, three, two, one … execution!”           Both philosophically but also technologically this phenomenon was called “the donkey of Buridan”, who is equally distanced from two heaps of hay. It is a strike with knife against the inflation