Το Γ’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: «Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ή ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ».
ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ
Υπό Σταμάτη Γιακουμή
Αφιερώνεται στο γιο μου Διονύση για να το διασκευάσει σε σενάριο και να το παρουσιάσει στο θέατρο
Εμπνευσμένο από το “Second Chance at Eden” του Πίτερ Χάμιλτον
Και τον «Υπερίωνα» του Τζων Κητς
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο: ΑΦΙΞΗ
Η Ιθυειλία έκοψε ταχύτητα καθώς πλησίασε στο Μέγα Πλανήτη και έδωσε την ευκαιρία στο πλήρωμα και τους επιβάτες να παρακολουθήσουν τους γιγάντιους δακτύλιους και τις ζώνες της θυέλλης, τα στρώματα του υδρογόνου και του ηλίου, που τον περιέβαλλαν. «Ιθυειλία» σήμαινε πολύ απλά το «πλοίο που επιλέγει τη σωστή πορεία» και δεν ήταν αναγραμματισμός του «ηλίθιος», όπως θα νόμιζαν άνθρωποι με λιγότερη μόρφωση, σκέφτηκε μειδιώντας ο Υπερίων. Η Ιθυειλία μαζί με το δίδυμο σκάφος την Ιφιειλία, που σήμαινε «το πλοίο που ακολουθεί τη δυνατή πορεία», διεξήγαν το δρομολόγιο Γης- Μέγα Πλανήτη (Δία). Σαν να ανοίγει το παράθυρο για να ανασάνει με βαθιές λαίμαργες ρουφηξιές, το πλοίο εξήγαγε τους συλλέκτες του, που ήσαν σαν ιδρωμένες συσπασμένες παλάμες για να μαζέψει μπόλικο υδρογόνο για τα πνευμόνια του.
Οι κεραυνοί και οι ηλεκτρικές εκκενώσεις, οι αιωρούμενοι ωκεανοί του αζώτου και της αμμωνίας συνέθεταν σίγουρα ένα απόκοσμο επιβλητικό θέαμα που δεν έβλεπε κανείς κάθε μέρα. Ιδίως για τα παιδιά, για την Ηώ και τη Σελήνη ήταν μια αποκάλυψη. Ηώ και Σελήνη που λέει ο λόγος. Ήσαν αμφότερες κλωνοποιημένες, διότι – αλίμονο – τις είχε χάσει και τις δύο ο Υπερίων στον πόλεμο κατά των Ολύμπιων. Την Ηώ, δεινή πολεμίστρια, που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία. Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Θανούσα εν υπηρεσία στην Βυκθ’ Δημιουργία. Την πάλαι ποτέ υποπλοίαρχο Σελήνη, που καθώς έκανε έρωτα με τον Ενδυμίωνα στο όρος Λάτμον της Καρίας συσκοτίζοντας μάλιστα την περιοχή για να μη την ενοχλούν, φονεύθηκε ύπουλα από τον πράκτορα του Δία Πάνα ντυμένο με δέρμα κριού. Δίπλα του στο παρατηρητήριο ήταν και η σύζυγός του Θεία ή Ευρυφάεσσα. Θεία ο Θεός να την κάνει. Αρχικά αδελφή και σύζυγος του Υπερίωνα, που, όπως γνωρίζουμε, είχε υπηρετήσει κατά τον πόλεμο ως επιστημονικός σύμβουλος και πρώτος αξιωματικός, αντί να αντικαταστήσει το αίμα της με ιχώρ προτίμησε να φορτώσει και να αναβιβάσει τη συνείδησή της σε συνθετιστή- διαπεραστή στοιβάδων. Αυτό που έβλεπε στο πλευρό του ο Υπερίων ήταν ένα ολογράφημα ή ολόγραμμα, καταρχήν άυλο, αλλά άμα χρειαζόταν, π.χ. σε συνθήκες γενετήσιας πράξης, μπορούσε να αντλήσει ύλη για να καταστεί ψαχουλευτό, ψηλαφητό και λαχταριστό.
Ναι, ο Υπερίων είχε υποκύψει στην ανάγκη, στην ανθρώπινη αδυναμία να ξαναφτιάξει την χαμένη του οικογένεια ψηφιακά, ηλεκτρονικά, ολογραφικά, με όποιο τρόπο μπορούσε κανείς να φανταστεί, με τα αλλοπρόσαλλα μέσα που τού πρόσφερε μία εποχή μεγάλης τεχνολογικής ακμής. Βέβαια, η λογική του εκπαίδευση τού έλεγε ότι θα έπρεπε να αποδεχθεί την απώλεια και να μην ψάχνει μια μάταιη αναπλήρωση σε ακριβά αγορασμένες παραισθήσεις, αλλά καμιά φορά ο πόνος είναι τόσο μεγάλος που σχίζει την καρδιά και τότε πάνε περίπατο οι νηφάλιες αναλύσεις και οι βαθυστόχαστες διδασκαλίες περί αυτάρκειας του ανθρώπου -τιτάνα. Τότε είναι ευπρόσδεκτο το κάθε χάπι, η κάθε εικόνα, το κάθε είδωλο, η κάθε μυρωδιά έστω κι αν προέρχεται από ένα άψυχο κουτί, όλα τα μέσα είναι καλοδεχούμενα, έστω ως τερατώδης διαστρεβλωμένη ηχώ μίας παλιάς ευτυχίας, για να διαβεί κανείς υποφερτά μία μέρα ακόμη μέχρι να έλθει ο θάνατος ως λύτρωση ή να περάσει ως λήθαργος, ονειροφαντασία και ύπαρ εγρήγορσης μία εισέτι αιωνιότητα μέχρι την επόμενη Δημιουργία, όπου όλοι θα ξαναζήσουν.
Μήπως νομίζετε ότι επειδή οι τιτάνες κέρδισαν τον πόλεμο, τα τραύματα των βετεράνων επουλώνονται; Μήπως νομίζετε ότι παύει να σαπίζει το πόδι του Φιλοκτήτη και να ξεκολλάνε οι σάρκες από το στέρνο του Ηρακλή; Ο Προμηθέας καλά λούφαξε στο εξοχικό του στον Κένταυρο, μισός άνθρωπος, με μισή γλώσσα και με μισό πνεύμονα, μετά από τόσες συγκρούσεις με τους διαρκώς ανανεούμενους Ολύμπιους. Το ότι απλώς έχει την πολυτέλεια να απολαμβάνει λίγη ησυχία σε καμία περίπτωση δεν αναπληρώνει όσα φρικαλέα υπέστη. Μήπως εσύ αναγνώστη, που διάβασες την πλήρη Τιτανομαχία, έχεις την αφέλεια να πανηγυρίζεις, επειδή οι τιτάνες νίκησαν; Αλίμονο δεν υπάρχουν κερδισμένοι πόλεμοι με ευτυχισμένο τέλος, αλλά όλοι οι πόλεμοι είναι χαμένοι.
Ο Υπερίων άφησε την οικογένειά του να χαζεύει τον Δία, όπως λεγόταν ο Μέγας Πλανήτης από τότε που ο Ζευς είχε γίνει χαλκομανία και ρευστός λεκές πάνω του, και πήγε στο δωμάτιο του να χτενιστεί, να πλύνει τα δόντια του και να σουλουπώσει λίγο την εμφάνισή του. Για χρόνια είχε υπάρξει πρώτος αξιωματικός της ναυαρχίδας του στόλου της Αστρογαλαξιακής αυτοκρατορίας Σειρίου, της χωρονηός «Κόσμημα Ναός Βενοβίνδας» και ήθελε να διατηρήσει τα υψηλά επίπεδα ενδυμασίας, φυσικής ρώμης, πνευματικής ευστροφίας και συμπεριφοράς που είχε ορίσει ο ίδιος για τον εαυτό του. Ήθελε να είναι άψογος, όταν θα παρουσιαζόταν για την ανάληψη της νέας του υπηρεσίας, να είναι το μαλλί του καλά κολλημένο με μπριγιαντίνη, ώστε να μην εξέχει ούτε τρίχα, να έχει πάρει και μερικά χάπια για τη ναυτία, ώστε να μην εξεμέσει το πρωινό του στα μούτρα του διοικητή της Νέας Αρκαδίας, αλλά να παρουσιαστεί μπροστά του άσπαστος σαν να έχει καταπιεί βακτηρία, χυμένος με ρευστό ατσάλι ή σφυρηλατημένος από γρανίτη, όπως θα ανέμενε κανείς από κάποιον με την ιδιότητα του υπεύθυνου ασφαλείας, γιατί αυτόν τον ρόλο είχε υπογράψει να ενσαρκώσει εφεξής. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, «έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος», όπως έλεγε και ο μέγας Επαμεινώνδας, όταν τον ρώτησαν για ποιο λόγο καταδέχεται να πλακοστρώνει ένα δρόμο. Επηρεασμένος από τη σχολαστικότητα των Ατλάντων, κληρονομημένη και καθιερωμένη ως επίκτητο χαρακτηριστικό από τους μακρινούς προγόνους, ο Υπερίων είχε πεισθεί και αυθυποβληθεί οριστικά ότι είχε τις γνώσεις και το καθήκον να μοιράζει συμβουλές και γενικά να κάνει τον έξυπνο σε όσους συναντούσε, βέβαιος ότι κανένας δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί τους τιτάνες και μάλιστα τους Ατλάντες σε αμείλικτη μεθοδικότητα και στυγνή αποτελεσματικότητα.
Ανάμεσα στα φεγγάρια του αεριώδους γίγαντα Δία, που κάποτε στο απώτερο μέλλον ή το μακρινό παρελθόν θα τα ονόμαζαν φεγγάρια του Γαλιλαίου φάνηκε ξαφνικά από τη μεγάλη οθόνη του διαστημοπλοίου και από τις ηλεκτρονικές κάμερες προσέγγισης σαν ένα λαμπρό διαμάντι με ιριδίζουσες έδρες η Νέα Αρκαδία. Ήταν ένας φαιοκόκκινος σκουριασμένος κύλινδρος με στρογγυλά ημισφαίρια στα δύο άκρα του ή μάλλον αυτό ήταν το κέντρο της, διότι γύρω -γύρω περιβαλλόταν από τον κλασικό δακτύλιο του τροχιακού σταθμού, συνδεδεμένο με το κύριο σώμα μέσω διαδρόμων που έμοιαζαν με ακτίνες ποδηλάτου. Αλλά και το δακτυλίδι είχε κάθετους κίονες με άγκιστρα και αγκύλες που εκτείνονταν και προς τα πάνω και προς τα κάτω, όπου βρίσκονταν αγκυροβολημένα πάρα πολλά διαστημόπλοια. Η Νέα Αρκαδία εφύη μερικά χρόνια νωρίτερα από γενετικό σπόρο εκτεθειμένο σε κοσμικό ηλιασμό και πήρε γρήγορα διαστάσεις. Ο Υπερίων κούνησε το κεφάλι του. Ένας ακόμη εσφαλμένος πεπλανημένος δρόμος, απ’ αυτούς που τόσο αρεσκόταν να ακολουθεί χωρίς σκέψη η ανθρωπότητα. Μετά την τεχνητή νοημοσύνη η περίπου παρόμοια βιοτεχνολογική νοημοσύνη. Απλώς αντί οι αφύσικοι κολοσσοί, εγκατεσπαρμένοι στο Σύμπαν, να είναι φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο, ήσαν φτιαγμένοι από μαλακό βελούδινο βιολογικό δέρμα. Κυριαρχούσε η επιδίωξη για τελειότητα, ο πόθος για απόλυτη συγχρονικότητα και συντονισμό των αποφάσεων, ώστε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις, χασμωδίες και κενά, που παλιά είχε ανατεθεί στους παγκόσμιους ηλεκτρονικούς εγκέφαλους και τώρα την εμπιστεύονταν πλέον στους ευαίσθητους υποσωματιδιακούς (κβαντικούς) συνθετιστές – διαπεραστές στοιβάδων.
Από καταβολής κόσμου η καρδιά της ανθρώπινης διοίκησης ήταν η Διάσκεψη. Με ποιον τρόπο δηλαδή θα συνεννοούνταν οι άνθρωποι, ώστε να καταλήξουν σε μία απόφαση κατά το δυνατόν ωφέλιμη. Όμως εδώ παρατηρούνταν το φαινόμενο ότι η επιμέλεια δεν είναι πειστική και η πειθώ δεν είναι επιμελής. Όσοι είχαν το επικοινωνιακό χάρισμα, όπως ο Αλκιβιάδης και οι λοιποί δημαγωγοί, παράσερναν το λαό σε λάθος αποφάσεις, ενώ όσοι ήσαν πιο ψαγμένοι νεστορο- μέντορες πνίγονταν σε μια κουταλιά νερό και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σ’ ένα συμπέρασμα. Σίγουρα καλά έκαναν οι Επιζεφύριοι Λοκροί, όπου αυτός που προτείνει νόμους «εν βρόχω τον τράχηλον έχων νομοθετεί» και αν πει κάποια απερισκεψία «επισπασθέντος του βρόχου» στέλνεται στον αγύριστο. Ή οι άλλοι πάλι, που ως συνομιλητή του εκάστοτε ανήσυχου εισηγητή νόμων έβαζαν ένα υπέργηρο σοφό, με τον οποίο θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί. Για να πείσει δηλαδή το κοινό, έπρεπε να επικρατήσει σε διαλογική συζήτηση απέναντι στον άρχοντα Κοσμόπολι, υπερήλικα με τεράστια πείρα και γνώση. Σε περίπτωση ήττας, θανατωνόταν. Αν πάλι τα κατάφερνε, αντί αυτού θανατωνόταν ο Κοσμόπολις, που δεν είχε όμως τίποτε να χάσει γιατί ήταν εσχατόγηρος (και όχι σκατόγερος, όπως θα έλεγαν άτομα με μικρότερη μόρφωση). Οι θεσμοί δεν είναι παίξε- γέλασε, είναι η επιτομή του πολιτισμού και όποιος επιζητεί να επιφέρει αλλαγές, πρέπει να φέρει στο ακέραιο την ευθύνη των πράξεών του και να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις τους.
Όπως υπαινιχθήκαμε ανωτέρω, το υλικό του τροχιακού σταθμού ήταν βιολογικό, δηλαδή πολύποδας, «Λημνία Σφραγίτις» όπως το έλεγαν, επειδή είχε την όψη παχύρρεστου κοκκινωπού πηλού, γι’ αυτό και δεν ήταν εντελώς συμμετρικός, αφού η βιολογία δεν είναι ποτέ τόσο γραμμικά τέλεια και σχεδιασμένη με τον χάρακα, όπως η μηχανική κατασκευή. Έτσι, τα εξωτερικά ημισφαίρια του κυλίνδρου ήσαν περισσότερο σαν κακοχυμένα μπαγιάτικα κρεμμύδια ή σαν γογγύλια που κάποιος παντρεμένος βάζει πειραματικά και γευσιγνωστικά στο ψυγείο κι αυτά βρωμάνε ή πέφτουν κάτω μαζί με τον κεσέ τους εξοργίζοντας τη σύζυγο. Η Νέα Αρκαδία παραγόταν και ανανεωνόταν καθημερινά εκ νέου από περιστρεφόμενους αδένες που γεννούσαν υφαντικές ίνες. Οι ίνες προεξείχαν θυμίζοντας πανωφόρι που ξηλώνεται, βουτούσαν στην ατμόσφαιρα του μέγα πλανήτη Δία και ρουφούσαν άπληστα ενέργεια για τη λειτουργία του τροχιακού σταθμού.
Ο Υπερίων στεκόταν δριμύτερος και κομψότερος παρά ποτέ στο παρατηρητήριο της Ιθυειλίας, όπου συνάντησε πάλι την οικογένειά του που παρακολουθούσε με ανοιχτό στόμα την Νέα Αρκαδία να προβάλλει σε άπλετο φόντο ιριδισμού. Εκείνη τη στιγμή εισέβαλαν – συνέρρευσαν στην αίθουσα και οι δύο συνεργάτιδές του από τα παλιά, που επρόκειτο να τον συντροφεύσουν στην παρούσα αποστολή, η μελαχρινή και μελαμψή Ευρύβια με τις προκλητικά μίνι φούστες, αμφισβητήσιμες από υπηρεσιακή σκοπιά, και τις ασφυκτικά εγκλωβισμένες καμπύλες και η πάλλευκη ανορεκτική Λητώ, που μασουλούσε γλιστρίδες, σταμναγκάθια, ασπάλαθο και ασκόλυμπρο, δύο γυναίκες αφάνταστα ικανές, στις οποίες μπορούσε ανεπιφύλακτα να στηριχτεί.
«Πολύ εντυπωσιακή θέα, ε;», είπε ο Υπερίων προσπαθώντας να επιδείξει ένα συναδελφικό- αδελφικό- πατρικό- συζυγικό πνεύμα προς όλες αυτές τις γυναίκες, που αποτελούσαν τις παραμέτρους και τις συνισταμένες της ζωής του.
Εκ διαμέτρου αντίθετες ήσαν οι αντιδράσεις σε αυτή την παρατήρηση. Η μεν Ευρυφάεσσα, πωρωμένη από τη μεταμόρφωσή της, είπε:
«Ασ’ τα αυτά, Υπερίωνα. Ποτέ δεν πείσθηκες από τη βιοτεχνολογική νοημοσύνη, αν και παριστάνεις τον πολύ εμβριθή επιστήμονα! Να ξέρεις όμως ότι εγώ έφερα τα παιδιά εδώ για να αρχίσουμε μία καινούρια ζωή μακριά από την τιτανική αποτιτάνωση και αρτηριοσκλήρωση. Φτάνουν πια οι πόλεμοι, φτάνει η άσκοπη αναμέτρηση με τον νεφεληγερέτη Δία. Ήλθαμε για να ζήσουμε μία νέα εποχή ανεμπόδιστης επικοινωνίας χωρίς όρια, χωρίς αναστολές ή δισταγμούς, μία εποχή απόλυτης ενάργειας και διαφάνειας».
«Καμιά φορά, Υπερίωνα», είπε η Ευρύβια, «διερωτώμαι γιατί αγωνιστήκαμε και μήπως η νίκη που καταγάγαμε είναι φρούδα. Δυστυχώς η υλιστική αντίληψη ότι ο κόσμος είναι καταμεριστός σε ποικίλα στοιχεία και ανασυνθέσιμος συνεχίζει να ασκεί μία ακαταμάχητη γοητεία στη σκέψη και το θυμικό των ανθρώπων, που ανέκαθεν έλκονται από μία γενική λύση σε όλα τα προβλήματα ως πανάκεια, από μία ύψιστη αναγωγή που θα θεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουν ότι, αν ισχύει ο απόλυτος καταβολισμός και αναβολισμός, τότε η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και καλύτερα να πάμε όλοι μας να πνιγούμε; Αν δεν υπάρχει φάντασμα στη μηχανή, τότε δεν υπάρχουμε ούτε εμείς, παρά μόνο κάποιο γρανάζια σε ανώφελη και μηχανιστική διαντίδραση- είναι εξοργιστικά απλό!»
«Αυτό που πιο πολύ μού τη σπάει, Υπερίωνα», συμπλήρωσε η Λητώ, «είναι ότι, ενώ οι βιοσύμφυτοι ψηλομύτες – υπερόπτες μάς βλέπουν σαν κατώτερο είδος ανθρώπου, αναγκάστηκαν τελικά να καλέσουν εμάς για να εξιχνιάσουμε τα εγκλήματα που συνεχίζουν να διαπράττονται στην παραδεισένια επικράτειά τους, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν την ανεπάρκεια και την ένδειά τους».
Ο σωληνοειδής διάδρομος, που διέτρεχε το κέντρο της ατράκτου ελλιμένισης, κατέληγε σε μία μεγάλη αίθουσα σαν κύστη ή φούσκα, που συνδεόταν μέσω αλλεπάλληλων μηχανικών αεροφρακτών- κλεισιάδων με τα υπόλοιπα διαμερίσματα του σταθμού. Παντού υπήρχε η επιγραφή «Λημνία Σφραγίτις» για να διαφημίζει το καινούριο οργανικό υλικό που είχαν εφεύρει πρόσφατα και χρησιμοποιούσαν πλέον οι τιτάνες, που τούς άρεσε λίγο να επαίρονται και να κομπάζουν για τα τεχνολογικά τους επιτεύγματα. Οθόνες, λαμπάκια και αισθητήρες δεν κουράζονταν να αναγγέλλουν ξανά και ξανά την άφιξη της Ιθυειλίας και να καλωσορίζουν τους επισκέπτες. Σε κάποια στιγμή ο αεροφράκτης της αίθουσας άνοιξε και δύο αστυνομικίνες με γκρίζες στολές ξεπρόβαλλαν ντυμένες στην πένα, φρεσκοσιδερωμένες με άψογη τσάκιση παντελονιού.
«Πλοίαρχε Υπερίων, καλώς ήλθατε στη Νέα Αρκαδία».
Ο Υπερίων έριξε μια ματιά στα καρτελάκια τους. Η μία λεγόταν Περικτιώνη, η άλλη Θυμίστα.
«Α» είπε ο Υπερίων, «χαίρομαι που με υποδέχονται μία πυθαγόρεια και μία φυσική φιλόσοφος. Ταιριάζει με το υψηλά τεχνολογικό περιβάλλον», συμπλήρωσε γνωρίζοντας την καταγωγή των ονομάτων.
Μπροστά στο γκισέ του τελωνείου τα τέκνα του πλοιάρχου Υπερίωνα έκαναν μεγάλη φασαρία. Τούς άρεσε που είχαν αποδράσει από τα ασφυκτικά κοινόβια του γήινου υπερπληθυσμού και απολάμβαναν τον άπλετο κενό χώρο του σταθμού. Στη συνέχεια η οικογένεια πήρε τον εσωτερικό ανελκυστήρα ή μάλλον διελκυστήρα που την οδήγησε από το τσέρκι του τροχού μέσω των ακτινωτών αδραχτιών στον κεντρικό θόλο της Νέας Αρκαδίας.
Εκεί η εντύπωση ήταν επιβλητική και υποβλητική. Ο θόλος της Νέας Αρκαδίας ήταν στημένος σαν ένα αυτόνομο στερέωμα, όπου η καλλιεργήσιμη και κατοικούμενη γη εκτεινόταν από το ναδίρ μέχρι το ζενίθ καταλαμβάνοντας και επενδύοντας εσωτερικά όλη τη σφαίρα. Επειδή όμως ο «ουρανός» απείχε αρκετά, δεν φαινόταν καλά παρά μόνο ως αχλή, καθόσον μάλιστα στον μέσον της σφαίρας υπήρχε τεχνητός ήλιος με κάποια δαντελωτά συννεφάκια δεξιά κι αριστερά για διακόσμηση. Ο τρόπος, με τον οποίο δύο γιγαντιαία κύματα τοπίου και οικισμών εγείρονταν και συναντιώνταν στον άπηγα, προκαλούσε αποπροσανατολισμό, παραζάλη, αλλά και τρόμο. Αν μπορούσε κανείς να διακρίνει την κίνηση στην άλλη πλευρά, θα έβλεπε ανθρώπους κρεμασμένους ανάποδα λόγω τεχνητής βαρύτητας και βέβαια θα έχανε κάθε αίσθηση ισορροπίας. Τα σπίτια ήσαν απλά και λειτουργικά, φτιαγμένα από ξύλο και πλαστικό, αλλά είχαν ενδιάμεσα πολύ πράσινο και πολλά δένδρα κι αυτό σίγουρα ικανοποιούσε τα αρχέγονα ένστικτα των κατοίκων.
Τότε φάνηκε η επιτροπή υποδοχής που κατευθύνθηκε προς τους ταξιδιώτες. Ο επικεφαλής του γκρουπούσκουλου είπε:
«Το όνομά μου είναι Φιλογενής και είμαι προϊστάμενος της υπηρεσίας ασφαλείας της Νέας Αρκαδίας. Σάς καλωσορίζω στον σταθμό. Μια και συνέβη το αδιανόητο στην κοινότητά μας, δηλαδή φόνος και μάλιστα μη καταγεγραμμένος από την πανταχού παρούσα προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, περίσταση που αποτελεί το δεύτερο αδιανόητο πράγμα σ’ αυτή την ιστορία, συγχωρήστε με πλοίαρχε και υποπλοίαρχοι, αλλά θα σάς συνοδεύσω αμέσως στο Κέντρο Επιχειρήσεων για να συζητήσουμε την υπόθεση. Όμως, μην ανησυχείτε, έχω δώσει παραγγελία να οδηγηθεί η ολογραφική σύζυγός σας και τα κλωνοποιημένα τέκνα σας στο κατάλυμα, που έχει προβλεφθεί για την οικογένειά σας».
Η Ευρύβια έσκυψε στο αυτί του Υπερίωνα: «Μού κάνει εντύπωση η αγένεια αυτών των βιοσύμφυτων, που έχουν το θράσος να αποκαλούν τη σύζυγό σας ολογραφική και τα παιδιά σας κλωνοποιημένα. Εμείς όμως έχουμε τη λεπτότητα να μην τούς αποκαλούμε βιοσύμφυτους και να μην επικαλούμαστε τη φυσιολογικότητά μας».
«Ναι, δεν είχαν κανένα λόγο να μού το θυμίσουν, αλλά αυτό δείχνει ακριβώς πόσο αμήχανοι και βαθιά πληγωμένοι αισθάνονται που έλαβε χώρα ένα έγκλημα στην επικράτειά τους και μάλιστα ανεξιχνίαστο και ανεξήγητο. Υποτίθεται ότι οι βιοσύμφυτοι είναι σε άμεση, ακαριαία και στιγμιαία επικοινωνία τόσο μεταξύ τους όσο και με τη συμβιωτική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, η οποία έχει τη δυνατότητα να καταγράφει τα πάντα εντός του χώρου της. Συζητούν, επιχειρηματολογούν, ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες σε μηδέν χρόνο, καταλήγουν αυτόματα και τάχιστα σε συμπεράσματα σε χρόνο ντε-τε. Καταλαβαίνεις τι έσχατη ταπείνωση, τι κάρφος των οφθαλμών αποτελεί γι’ αυτούς κάτι που συνέβη στη σφαίρα επιρροής τους, αλλά διέλαθε τόσο επιδεικτικά την προσοχή τους».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο: ΒΡΟΤΟΙ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΙΟΙ (Αθανάτιοι)
Το γραφείο του προϊσταμένου ασφαλείας βρισκόταν σ’ ένα ουρανοξύστη με θέα σε όλη την ποικιλόμορφη ταπετσαρία και την εσωτερική επιφάνεια του στερεώματος. Εκτός από τον προϊστάμενο ήταν παρών και ο επικεφαλής της ανεξάρτητης αρχής «Εταιρεία Εκμετάλλευσης Μέγα Πλανήτη» Μνησιπήμων καθώς και ο Πρόεδρος του «Συνεταιρισμού Παραγωγής Προϊόντων Λήμνιας Σφραγίτιδας» Πυρίσπορος.
«Κύριοι του Αστροστόλου, να σάς πω καταρχάς ότι προσωπικά ήμουν κάθετα αντίθετος με τον διορισμό και την πρόσληψή σας. Όλοι εμείς που μετέχουμε στο μέγιστο εξελικτικό πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας είμαστε εφοδιασμένοι με τηλεπαθητική σύνδεση, που μάς καθιστά κοινωνούς των σκέψεων και των αισθήσεων της γενικής προσωπικότητας που εφύη ως ο σπόρος της Νέας Αρκαδίας. Συνεπώς, έχουμε φθάσει ήδη να είμαστε ένα νέο είδος ανθρώπου, το οποίο απέχει από εσάς τους φυσιολογικούς, όσο απέχετε εσείς από την αμοιβάδα. Τι μπορείτε να μάς προσφέρετε εσείς, που είστε “τυφλοί τα τ’ ώτα, τον τε νουν, τα τ’ όμματα”, όπως θα έλεγε και ο μάντης Τειρεσίας; Μόνο λύπηση μπορούν να προκαλέσουν σε όντα σαν κι εμάς πολιτιστικά καθυστερημένοι άνθρωποι όπως εσείς, που δεν είχαν το όνειρο και τη φιλοδοξία να προβούν σε γενετικές βελτιώσεις και αυξητικές βιοτεχνολογικές τροποποιήσεις».
«Κύριε Φιλογενή, δεν κατάλαβα. Μάς καλέσατε εδώ για να μάς προσβάλετε;», είπε ο Υπερίων. «Άραγε γι’ αυτό πολεμήσαμε ενάντια στο Δία και τους αγαλμάτινους, χαλκέντερους και καλουπωμένους – ενισχυμένους με λάβα χυτοσίδηρου θεούς του, ώστε να βρεθούμε και πάλι μπροστά σε μπαγιάτικες, χιλιοπαιγμένες και ξαναζεσταμένες θεωρίες περί ενός γενετικά τροποποιημένου υπερανθρώπου; Αλίμονο, βαρβαρότητα δεν είναι μόνο η ανυπαρξία τεχνικών μέσων, αλλά και η επικράτησή τους. Τι διαφορά έχει η πέτρα που ρίχνει κανείς από τον χαλύβδινο βραχίονα ενός μηχανικού Τάλω που συντρίβει τα κόκαλα των αντιπάλων του;»
«Μα δεν μπορείτε να συγκριθείτε αντικειμενικά με την βιοτεχνολογική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, που βλέπει τα πάντα, ακούει τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα. Επισκοπεί και επιβλέπει το 99 % των χώρων του σταθμού, τα πάντα δηλαδή εκτός από τον εαυτό της. Η εσωτερική πολυποδική επιφάνεια της Λήμνιας Σφραγίτιδας είναι κατάστικτη από θύλακες εξειδικευμένων αισθητηριακών κυττάρων, που μπορούν να καταγράψουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, τις ορατές αλλά και τις υπέρυθρες ή υπεριώδεις ακτινοβολίες, τη θερμοκρασία και τα συναφή πεδία, τις οσμές, αιθάλες και λοιπές εκπομπές, ακόμα και μεταβολές της πίεσης. Άρα αν λάβει κανείς υπόψη και την τηλεπαθητική σύνδεση της συντριπτικής πλειοψηφίας του σταθμού τόσο μεταξύ τους όσο και με τον πολύποδα, η διάσκεψη για κάθε θέμα γίνεται παρ’ ημίν αυθορεί και παραχρήμα, αστραπιαία και αυτοστιγμεί. Μέχρι τώρα, στα δέκα χρόνια της πειραματικής λειτουργίας της Νέας Αρκαδίας κάθε είδους απροδιάθετο ή προμελετημένο άδικο, απάτη ή απειλή, ακόμη και καυγάδες μεθυσμένων ή διαπληκτισμοί με τους συναδέλφους ή με το αφεντικό ήταν πράγματα αδιανόητα, αφού υπήρχε “Δίκης οφθαλμός ός τα πανθ’ ορά”. Κανονικά, ούτε αστυνομία χρειάζεται, ούτε ανακριτική υπηρεσία για συλλογή αποδείξεων. Θα μού πείτε έτσι είναι σαν να λέω ότι εγώ ο ίδιος άχρηστος, αλλά πράγματι ανέλαβα αυτό το πόστο, αφού πρώτα έχω προσφέρει τα μέγιστα στη Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία (Η Σειριακή Ομοσπονδία του πολέμου έγινε Συνομοσπονδία, διότι πλέον η ένταξη σ’ αυτήν είναι σε εθελοντική βάση), ως ανταμοιβή σε ένα χαλαρό υπήνεμο προθάλαμο ενόψει συνταξιοδότησης. Έχω δε δηλώσει, υποδηλώσει, εννοήσει και υπονοήσει με χίλιους τρόπους στους προϊσταμένους ότι η υπηρεσία μου, που αποτελείται από υπεραρκετά άτομα, αν σκεφτεί κανείς την διαφάνεια και (μη) επικινδυνότητα του εποπτευόμενου χώρου, είναι απολύτως ικανή να διελευκάνει αυτό που έγινε, χωρίς την ανάγκη εξωτικών παραγόντων».
«Κύριε Φιλογενή, οι προϊστάμενες αρχές μάς έστειλαν εδώ προφανώς διότι έχουμε κάτι παραπάνω να προσφέρουμε από όλα αυτά τα θαυμαστά που μάς απαριθμήσατε. Εμείς οι παλιοί πολεμιστές έχουμε τη νοοτροπία και το αντανακλαστικό να στηριζόμαστε στις ικανότητες των ανθρώπων και να μη εμπιστευόμαστε τις μηχανές σε καμία τους μορφή είτε είναι κλασικές με σίδερο και ατσάλι είτε είναι βιοτεχνολογικές, όπως σήμερα. Εσείς νομίζετε ότι μπορείτε να εξιχνιάσετε ένα έγκλημα με εργαστηριακές μεθόδους, τεχνικές εφαρμογές φυσικής, χημείας και βιολογίας ή ρωτώντας την υπέρτατη τεχνητή νοημοσύνη που σάς περιβάλλει, να όμως που όπως φαίνεται βρίσκεστε μπροστά σε κάτι που δεν μπορείτε να εξηγήσετε. Για σάς ο φόνος που έγινε είναι σαν τηλεοπτικό επεισόδιο απ’ αυτά που προβάλλονται στους τοίχους σας, για μάς όμως είναι μία περιπέτεια, ένα έπος με αρχή, μέση και τέλος, πραγματικά περιστατικά που χρήζουν κατανόησης. Πάρτε για παράδειγμα, αυτό που είπατε ότι η κυρίαρχη πανταχού παρούσα τεχνητή νοημοσύνη του σταθμού μπορεί να επιβλέπει τα πάντα εκτός από τον εαυτό της. Αν γνωρίζατε λίγη φιλοσοφία, θα ξέρατε ότι η πεμπτουσία του νοήμονος όντος συνίσταται στο να είναι συνείδηση εις την δευτέρα δύναμη, δηλαδή να παρατηρεί έξωθεν και να ελέγχει τον εαυτό του από ψηλά (ή από χαμηλά). Από τη στιγμή που η Νέα Αρκαδία ως προσωπικότητα λαμβάνει εξ ορισμού ετερόφωτους στόχους και αποστολές από τους προγραμματιστές της, χωρίς να μπορεί να αυτο- προσδιοριστεί και να προβεί σε αυτό-αναφορά, είναι η πρώτη μου ύποπτη!»
Σειρά του Πυρίσπορου να μιλήσει: «Υπέροχε Υπερίων, μάς ενθαρρύνει το γεγονός ότι πριν καλά- καλά ενημερωθείτε για το έγκλημα, κάνατε ήδη μία λυσιτελή, καταληκτική σκέψη. Παρά ταύτα, προκειμένου να προχωρήσετε γρήγορα στις έρευνές σας, εγώ προσωπικά δεν βλέπω άλλη λύση από το να αποκτήσετε κι εσείς τηλεπαθητική σύνδεση με τη Νέα Αρκαδία. Έτσι δεν θα είστε απλά σε θέση να μιλάτε με την προσωπικότητα, αλλά θα έχετε απευθείας πρόσβαση στους αισθητήρες που είναι παντού εγκατεσπαρμένοι στο πάτωμα και στους τοίχους. Κύριε Μνησίπων, που προκαλεί έκπληξη που η ανεξάρτητη αρχή σας δεν εφοδίασε τον Υπερίωνα και την ομάδα του με τηλεπαθητική σύνδεση, πριν τούς φέρετε εδώ».
«Γι’ αυτό το θέμα δεν είμαι αρμόδιος εγώ, αλλά η κεντρική κυβέρνηση», είπε ο ευθυνόφοβος Μνησιπήμων. «Και σε παρακαλώ μη πας να μού αποδώσεις ευθύνες, διότι αυτό μού θυμίζει περασμένες πολύ οδυνηρές και αλγεινές περιπέτειες».
«Μήπως να σταματήσουμε επιτέλους τις ανούσιες συζητήσεις και να ενημερωθούμε για τη φύση του εγκλήματος, το οποίο καλούμαστε να εξιχνιάσουμε;», είπε η Λητώ μασουλώντας μία γηθαλλίδα, που ήταν χόρτο της εποχής. «Αν ένα φονικό περιστατικό είχε λάβει χώρα στο ναό Βενοβίνδα, οι ανακρίσεις θα είχαν ήδη ξεκινήσει και ίσως να είχαμε και τα πρώτα αποτελέσματα. Εδώ έχουν περάσει δύο ολόκληρες μέρες από το φόνο και η μόνη ουσιαστική ενέργεια που κάνατε εσείς ως ιθύνοντες του σταθμού είναι να καλέσετε εμάς».
«Μα, όπως σάς εξηγήσαμε, οι ανακρίσεις από την πλευρά μας έχουν ήδη τελειώσει», βιάστηκε να δηλώσει ο Μνησιπήμων που διέκρινε μία υποψία ψόγου στα λεγόμενα της Λητούς. «Εμπεριέχονται όλα στη μνήμη της Νέας Αρκαδίας, με την οποία πρέπει να επικοινωνήσετε, πλοίαρχε, είτε με τηλεπαθητική σύνδεση, που είναι και το προσφορότερο, είτε άνευ. Όταν όμως μιλήσετε, κοιτάξτε να είστε προσεκτικός και περίφροντις, ακόμη και περιποιητικός, διότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει πάθει σοκ από το γεγονός ότι έλαβε χώρα ένας φόνος στην επικράτειά της, χωρίς να γνωρίζει ουσιαστικά ποιος τον διέπραξε. Τα έχουμε συζητήσει όλα μεταξύ μας, ακαριαία και τελειωτικά. Δεν έχουμε τίποτε να πούμε εκτός από το ότι είναι απίστευτο και ανεξήγητο αυτό που συνέβη, κυρίως διότι δεν γνωρίζουμε τον ένοχο».
«Μισό λεπτό, εδώ πέρα πρέπει να υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο διάσκεψης», εξανέστη ο Υπερίων. «Δεν είναι δυνατό να λέτε ότι “τα έχουμε πει”, απαιτώ αναφορά σύμφωνα με τον κανονισμό, όπως συνηθίζεται και επιβάλλεται στην παλιά καλή δημόσια υπηρεσία».
Είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα κλασικό σημειωματάριο, απ’ αυτά που υπήρχαν από την αυγή του Σύμπαντος και θα υπάρχουν μέχρι την εξάλειψή του.
«Τι είναι αυτό;», είπαν σύσσωμοι και οι τρεις συνομιλητές των βετεράνων του Βενοβίνδα.
«Αυτό είναι ένα όργανο καταγραφής του τι λέγεται και τι γίνεται. Μη ξεχνάτε ότι όλος ο πολιτισμός της ανθρωπότητας βασίζεται στην καταγραφή. Τα έπεα είναι πτερόεντα, ενώ τα γραπτά μένουν. Ο προφορικός λόγος του πατρός δείται βοηθού, όπως έλεγε και ο Πλάτων, διότι αλλιώς “πανταχού κυλινδείται” και παρεξηγείται όμοια και από τους επαΐοντες και από τους άσχετους».
«Καλά, δεν έχει ηλεκτρονικούς καταγραφείς ο Αστροστόλος;», ρώτησε ειρωνικά ο Πυρίσπορος.
«Από τεχνικά μέσα άλλο τίποτε. Έλληνες είμαστε, τιτάνες είμαστε κι έχουμε τη γνωστή λόξα για τις επιστήμες. Όμως ακόμη περισσότερο τιμούμε τη διαδικασία. Αντί να είμαστε “μού ‘πες, σού πα” παρουσιάζουμε αυτά που γράψαμε εμείς και τα συγκρίνουμε με αυτά που έγραψαν οι άλλοι. Και βέβαια η τυλώδης ύλη είναι πιο κατάλληλη από το μαλακό λογισμικό, ώστε αυτά που γράφονται να είναι οριστικά και να μη μπορούν να αλλοιωθούν ή εκ των υστέρων να αμφισβητηθούν. Παρακαλώ λοιπόν, αντί να χρονοτριβούμε περισσότερο φλυαρώντας για το αρτιότερο τεχνικό μέσο καταγραφής, να εφαρμόσουμε απλά τους ισχύοντες νομοθετικούς κανονισμούς και να προσέλθει η αρμόδια υπάλληλος για να μάς ενημερώσει σχετικά με τις συνθήκες του εγκλήματος και τις ως τώρα έρευνες».
Με τα πολλά προσήλθε η ασφαλίτισσα Λασθίνια, που κοίταξε με δυσθυμία το ηλεκτρονικό της τετράδιο, λες και η υποβολή υπηρεσιακής αναφοράς ήταν καμιά δυσβάστακτη αγγαρεία.
«Α», είπε ο Υπερίων, «δεν μού διαφεύγει η ειρωνεία του ονόματος της κυρίας σε σχέση με την τρέχουσα υπόθεση. Η αρχετυπική Λασθίνια αμφισβητούσε τους κατεστημένους κοινωνικούς κανόνες και θεωρούσε ότι όλοι είμαστε πολίτες του Σύμπαντος και πρέπει να ακολουθούμε κάποιους άλλους συμπαντικούς κανόνες».
Αγανακτισμένη η Λασθίνια στράφηκε προς τον Φιλογενή:
«Προϊστάμενε, είμαι άραγε υποχρεωμένη να υποβάλω λογοδοσία ενώπιον κάποιου τόσο κατώτερου από μένα; Εγώ μία βιοσύμφυτη, που μετά τον θάνατό μου έχω εξασφαλισμένη την αθανασία, αφού θα ενσωματωθώ στην πρακτικά αιώνια ή τέλος πάντων ασύλληπτη μακραίωνη προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας, να απολογούμαι ενώπιον ενός πεπερασμένου θνητού και ατελούς φυσιολογικού αρχανθρώπου; Είναι σαν να λογοδοτεί ένας άνθρωπος σε ένα παροδικό και εφήμερο σκουλήκι της γης».
Ο Υπερίων μουρμούριζε με πίκρα:
«Προμηθέα, γιατί πολεμήσαμε; Πάλι οδηγείται η ανθρωπότητα στην γνωστή υποτροπή που συγχέει τη στιβαρότητα με τον αυταρχισμό και τρέχουν όλοι να κρυφτούν κάτω από το υπογάστριο και τους όρχεις των μεγάλων ηγετών. Πάλι αμφισβητείται η επανάσταση του λόγου, του θεάτρου, της δημοκρατίας, της διαλεκτικής, των θεσμών, όλων αυτών των φύσει αντιεξουσιαστικών πυλώνων του πολιτισμού, που ξεκίνησαν κάποτε από τον Θαλή το Μιλήσιο σ’ εκείνην την ιδεώδη πατροπαράδοτη Ιωνία με πρωτεύουσα την Τέω, όπου λατρευόταν ο Διόνυσος και γεννήθηκαν οι Ανακρέων, Εκαταίος, Εύπολις, Πρωταγόρας και ο Απελλικών, ο διασώστης των έργων του Αριστοτέλη».
Ύστερα δυναμώνοντας τη φωνή του, είπε:
«Αλίμονο, κυρία μου, έχετε εξετάσει το ενδεχόμενο μήπως η συμβιωτική και συμπεριληπτική προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας δεν θα είναι απελευθέρωση, αλλά αντίθετα αιώνιος εγκλωβισμός για σάς; Έχετε αναρωτηθεί μήπως το Σύμπαν είναι ένας ευρύτερος οργανισμός από τη Νέα Αρκαδία, που με τέτοια ματαιοδοξία και θρασύτητα χτίσατε, και μήπως η υποδοχή και ενσωμάτωσή σας σ’ αυτήν σάς αποκλείει από μία πολύ μεγαλύτερη ελευθερία σε πολύ πιο ευρύχωρους αγρούς και λειμώνες;»
Και πάλι η Λασθίνια απαξίωσε να απευθυνθεί στον ίδιο τον Υπερίωνα και προτίμησε να απαντήσει μέσω της καταφυγής του προϊσταμένου της.
«Κύριε Προϊστάμενε, παρακαλώ να διευκρινίσετε σ’ αυτόν τον ενοχλητικό ότι η συμβιωτική παρουσία της Νέας Αρκαδίας είναι μία μητέρα που αγκαλιάζει τους πάντες με αμέριστη θαλπωρή, “ένθα απέδρα πάσα λύπη και στεναγμός”. H Νέα Αρκαδία είναι σκέτη αγάπη, που “μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία- πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει”. Όλους μάς δέχεται, όλους μάς δεξιώνεται, όλους μάς περιθάλπει και ποτέ δεν μάς σχολιάζει, ούτε μάς αμφισβητεί».
«Ναι, ναι», τη διέκοψε ο Υπερίων με ύφος κορεσμένο και κουρασμένο. «Τα ξέρουμε αυτά. Η ψευτο-προοδευτική αντίληψη δέχεται και αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα, εκτός από αρχή της φιλοσοφίας, που είναι το “θαυμάζειν” κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, επικροτεί και καταξιώνει τον καθένα για ό,τι είναι, εξοβελίζοντας την απορία και την αμφισβήτηση που εντέλει δρομολογεί τον διάλογο μεταξύ διαφορετικών, ώστε τελικά να μπορέσουν να συνεννοηθούν οι αντίμαχοι και να προκύψει η απέραντη ποικιλία σε απέραντους συνδυασμούς. Έτσι παραμένουν χωρίς επεξεργασία και διαδικασία κάτω από την ίδια στέγη λύκοι και πρόβατα αντάμα, μέχρι οι μεν να καταβροχθίσουν και να κατασπαράξουν τους δε σε κλίμα γενικής ευωχίας και αγαστής ευφορίας».
«Λασθίνια, προχώρει σε παρακαλώ στην αναφορά σου και αν ο αξιότιμος κύριος αξιωματικός θέλει περισσότερα, ας απευθυνθεί στην τεχνητή νοημοσύνη».
«Λοιπόν, ως γνωστόν, το θύμα είναι η Αρήτη η Κυρηναϊκή, υπεύθυνη του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας…»
«Μισό λεπτό», διέκοψε ο Υπερίων κραδαίνοντας το στυλό του, «επιβεβαιώνετε ότι το θύμα ήταν η υπεύθυνη του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας…»
«Κύριε Πλοίαρχε, αν δεν έχετε μελετήσει ούτε τα προκαταρκτικά στοιχεία του φακέλου, εγώ δεν θα παίξω το ρόλο του…»
«Αφήστε τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Δεν είπα “δηλώνετε”, είπα “επιβεβαιώνετε”, που σημαίνει ότι γνωρίζω το γεγονός ήδη και ζητώ επιβεβαίωση. Επίσης, από το παραμικρό στοιχείο καταλαβαίνω πράγματα, που εσείς δεν μπορείτε να συλλάβετε, όπως ότι ο αυτοχαρακτηρισμός της με το προσωνύμιο «Κυρηναϊκή» σημαίνει ότι η κοσμοθεωρία της προσανατολιζόταν στις έκλυτες ηδονές, την ηδονοθηρία και την ηδυπάθεια».
«Κύριε Υπερίων», μεσολάβησε ο Φιλογενής, «δεν θα κρίνετε εσείς την ίδια την ιδρύτριά μας και μάλιστα θανούσα. Νομίζω ότι οι τιτάνες έχουν παράδοση σεβασμού των νεκρών και …»
«Κυρίες και κύριοι, σάς παρακαλώ, έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ», επενέβη ο Μνησιπήμων. Αφήστε να τελειώσει την αναφορά της η αστυνόμος Λασθίνια, να πάμε επιτέλους στο σπιτάκι μας».
«Ο φόνος έγινε υπό συνθήκες, που μόνο στη σημερινή υπερεξελιγμένη εποχή μας μπορούν να συμβούν. Η Αρήτη βρισκόταν στο σπίτι της, μόνη, με κλειστές πόρτες και παράθυρα, όταν έλαβε χώρα το λυπηρό περιστατικό. Πώς λοιπόν βρέθηκε με το κεφάλι πολτοποιημένο, αφού ήταν μόνη της της; Μετά από πολλές υποθέσεις και συλλογισμούς, η ασφάλεια του σταθμού κατέληξε ότι η μόνη δυνατή εξήγηση είναι η εξής; Προφανώς το θύμα επικοινώνησε με κάποιον μέσω ολογραφικής προβολής. Ξαφνικά όμως η ολογραφική προβολή υλοποιήθηκε, πράγμα απολύτως δυνατό να γίνει και μάλιστα συνηθίζεται κατά κόρον στα ερωτικά ολογράμματα, και τη σκότωσε επιφέροντάς της συντριπτικό κάταγμα στο κεφάλι με βαρύ και αμβλύ αντικείμενο. Εδώ υπάρχουν δύο θέματα που εγείρουν ερωτήματα. Πρώτον, για λόγους ασφαλείας η ολογραφική προβολή μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από την πλευρά του δέκτη, επομένως προδήλως η ίδια κυρία Κυρηναϊκή ενεργοποίησε καθεστώς υλοποίησης. Δεύτερον, αφού δεν έμεινε κανένα ίχνος από την προβολή σημαίνει ότι η ιδιοκτήτρια του ολογραφικού πανοπτικού είχε ορίσει εκ των προτέρων να αποσβέννυνται τα είδωλα και οι ολογραφικές παραστάσεις μετά την εκπομπή. Έχουν σβηστεί όλα όσα έγιναν από τη μνήμη του οικιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή- συνθετιστή και μάλιστα με τρόπο τόσο επιδέξιο και διεξοδικό, ώστε δεν μπορεί να βρεθεί ούτε το παραμικρό ίχνος της προβολής. Τα γεγονότα μάς παραπέμπουν σε δύο συμπεράσματα. Πρώτον ότι το θύμα γνώριζε το δράστη, ίσως μάλιστα να ήταν και εραστής της, είτε μόνιμος, είτε περιστασιακός, αφού υλοποίησε το ολόγραμμα προφανώς για διενέργεια γενετήσιας πράξεως. Δεύτερον, εφόσον όσοι από τους κατοίκους του σταθμού είμαστε βιοσύμφυτοι επικοινωνούμε τηλεπαθητικά με την προσωπικότητα του σταθμού, πρόδηλο είναι ότι κανείς από εμάς δεν είναι ένοχος, διότι η κοινή συνείδησή μας θα το γνώριζε. Συνεπώς, ένοχος είναι κάποιος από τους φυσιολογικούς, που δυστυχώς δεν είναι και λίγοι, συμποσούνται γύρω στους χίλιους πεντακόσιους, ανάμεσα στους οποίους πρέπει να ερευνήσουμε για να αποκαλύψουμε το δράστη».
«Κυρία συνάδελφε και συνοδοιπόρε εντός του κλάδου εξιχνίασης του εγκλήματος, αντίθετα με εσάς εγώ κατέληξα σε εντελώς άλλα συμπεράσματα από την αφήγησή σας», άδραξε το λόγο ο Υπερίων. «Πρώτον ότι η όλη συνθετότητα και πολυπλοκότητα του εγχειρήματος παραπέμπει σε ανθρώπους που γνωρίζουν τη βιοτεχνολογία μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια και τέτοιοι είναι ακριβώς εκείνοι που ασχολήθηκαν και εκπόνησαν το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας και δεύτερον ότι οι ίδιοι οι πρωτεργάτες αυτού του τόσο εξεζητημένου και πρωτοποριακού προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, στην ουσία το απεχθάνονται, αφού επιδιώκουν με αγωνία, σχεδόν απελπισμένα, να δημιουργήσουν μία σφαίρα ιδιωτικότητας, όπου θα μπορούν να ξεφεύγουν από το ίδιο τους το πρόγραμμα, διότι βλέπουν ότι αυτή η θεαματική ανατροπή του παραδοσιακού αξιώματος “τα εν οίκω μη εν δήμω” τελικά καταστρέφει κάθε χαρά της ζωής τους. Επομένως, εγώ καταλήγω εύκολα και αβίαστα στο αντίθετο συμπέρασμα από εσάς και λέγω ότι πρέπει να αναζητήσουμε τον ένοχο ανάμεσα στους βιοσύμφυτους και μάλιστα ανάμεσα στους πιο εξέχοντες από αυτούς, που είναι βαθιά μυημένοι στα μυστήρια της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης».
«Και πώς εξηγείτε τότε, αυθέντα», είπε η Λασθένια, «ότι η προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας δεν γνωρίζει τον ένοχο; Τουλάχιστον την ειλικρίνεια της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης, που κάποτε θα φιλοξενήσει όλους εμάς στη φιλόξενη μήτρα της, δεν μπορείτε να την αμφισβητήσετε».
«Όταν το βρω αυτό, αγαπητή Λασθίνια, θα έχω λύσει την υπόθεση!», κόμπασε ο θαυμαστός Υπερίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο: ΓΕΝΕΣΗ
Ο Υπερίων κουβαλώντας πίσω του την Λητώ, την Ευρύβια, καθώς και τις φιλότιμες αστυνομικούς Περικτιώνη και Θυμίστα, κυρίως για λόγους εντυπώσεων, ώστε να φανεί ότι η Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία Σειρίου δεν παίζει, αλλά ασχολείται πολύ με το θέμα του οχλούντος το διαστημικό της πρόγραμμα φόνου, – έ που είχαμε μείνει, ξέχασα την αρχή της πρότασης, α ναι- ξεκίνησε λοιπόν ο Υπερίων τις ανακρίσεις του, σύμφωνα άλλωστε και με τη θεωρία του, από το υψηλότερο δυνατό επίπεδο επισκεπτόμενος το γραφείο της κυβερνήτη του σταθμού Θεανώς Θουρίας. Από το όνομά της δεν μπορούσε να συναγάγει και πολλά ο λαμπρός Υπερίων, παρά μόνο ότι ήταν πυθαγόρεια φιλόσοφος, δηλαδή μαθηματικός και αστρονόμος, χαίρω πολύ, τι κάνει νιάου- νιάου στα κεραμίδια. Όλοι οι ηγέτες του θαυμαστού εκείνου καιρού της επικράτησης των τιτάνων είχαν σχέση με τα μαθηματικά, τη Φυσική, την αστρονομία και τους άλλους σκληροπυρηνικούς τομείς της χαρούμενης επιστήμης.
Επειδή συνηθίζεται πριν πάμε στους ουσιώδεις διαλόγους του μυθιστορήματος να αραδιάζουμε και μερικές φυσιολατρικές περιγραφές και μια και εμείς τουλάχιστον τηρούμε και τιμούμε ευλαβικά τους λογοτεχνικούς κώδικες, να πούμε, ότι κατά την επίσκεψη του ήρωά μας στην κυβερνήτη, ο οριζόντιος άξονας του ηλιακού σωλήνα έλαμπε εκτυφλωτικά και αδαπάνητα, με πολλή ενέργεια, που μόνο ένα γερό κυβερνητικό κονδύλι θα μπορούσε να εξασφαλίσει, και μεταμόρφωνε το εσωτερικό του βιότοπου σε ένα πρότυπο παρθένου τροπικού δάσους.
Η κυβερνήτης Θεανώ Θουρία ήταν περίπου πενήντα ετών και είχε μία σωματοδομή και μία ζωτικότητα, που παρέπεμπε σε εκτεταμένες γενετικές τροποποιήσεις. Ο Υπερίων με τα χρόνια είχε γίνει ειδικός στη διάγνωση των γνωρισμάτων γενετικής επαύξησης, που συνήθως εκδηλώνονταν με μία αφύσικη για την αντίστοιχη ηλικία υγεία. Μη φανταστείτε ότι χρειάζονται και πολλά για τη βελτίωση του ανθρώπινου οργανισμού, πράγμα βέβαια που κάνει όσους έχουν πεθάνει για ασήμαντες αιτίες ανά τους αιώνες να νιώθουν κουρόγιδα – κορόιδα. Κάποια ενίσχυση της καρδιάς, κάποια βελτίωση του ανοσοποιητικού συστήματος, κάποια βοήθεια «ό,τι έχετε ευχαρίστηση, αλλά κοστίζει ακριβά» προς τον μεταβολισμό, κάποια χορήγηση φαρμάκου την κατάλληλη στιγμή μπορούσε να αποτρέψει στο τσακ στον θάνατο και να χαρίσει αρκετά χρόνια απροσδόκητης ζωής! Βέβαια, μη νομίζετε ότι οι επιστημονικές θεραπείες αρκούν για την εξασφάλιση μακροζωίας, αν δεν υπάρχει η αντίστοιχη βούληση, που από ένα σημείο και πέρα εφοδιάζει τους λήπτες ιαμάτων και ιατρικών βοηθημάτων με ακλόνητη αυτοπεποίθηση ότι θα τα καταφέρουν, ότι θα διαπρέψουν, ότι θα επιβιώσουν! «Ονειρέψου, αγάπα, δημιούργησε, πολέμα, επιβίωσε, νίκησε» – όλα αυτά σε προστακτική- όπως ήταν γραμμένο στο μπράτσο ενός αρχετυπικού αγωνιστή και μαχητή της παλιάς εποχής. Ένα άλλο αυτόνομο κεφάλαιο είναι οι κοσμητικές θεραπείες και δεν αποκλείεται να είχε υποβληθεί και σε τέτοιες η κυβερνήτης, αφού το δέρμα της ήταν τόσο αψεγάδιαστα, αστραφτερά και γυαλιστερά μαύρο.
«Α, ο πλοίαρχος από τον Αστροστόλο. Έχουμε καμία πρόοδο στην υπόθεση;», είπε με τη χαρακτηριστική αγένεια των γυναικών εξουσίας, που έχουν αποδείξει διαχρονικά ότι μπορούν να είναι κυνικότερες και σκληρότερες από κάθε άνδρα, των οποίων η παρακαταθήκη, τα υποτιθέμενα γνωρίσματα, ακόμη και οι λέξεις ή τα σύνθετα και παράγωγα που τούς χαρακτηρίζουν έτσι κι αλλιώς φαίνονται να υποχωρούν και να συρρικνώνονται σε πολύ εξελιγμένους καιρούς.
«Μόλις ήρθα και να φαντασθείτε ότι αμέσως έριξα τους συνεργάτες μου στη δουλειά. Πρόκειται για μία εγκληματολογικά πρωτότυπη υπόθεση, θα έλεγα μοναδική στα ιστορικά χρονικά. Δεν νομίζω στη παλιά Γη να έχει τύχει ποτέ να δολοφονηθεί κάποιος, ενώ είναι μόνος στο σπίτι του, διότι τούτο συνιστά οξύμωρον. Αλλά και για τη νεοσύστατη Νέα Αρκαδία αποτελεί “τέρας εν τω ουρανώ και σημείον επί της γης”, διότι λόγω της απόλυτης επίβλεψης και εποπτείας των αισθητήρων του σταθμού δεν μπορεί να εξηγηθεί».
«Πώς μπόρεσε να γίνει κάτι τέτοιο; Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που νιώθω τυχερή για το ότι είμαι… απλή κυβερνήτης και όχι αστυνομικό λαγωνικό. Εκείνο που πρέπει να φροντίσετε, σεβαστέ Υπερίων, είναι να εφοδιαστείτε τάχιστα με συμβιωτικό αυτόματης τηλεπαθητικής σύνδεσης με το σταθμό, προκειμένου να έχετε απρόσκοπτη επικοινωνία με αυτή την πανίσχυρη διάνοια. Δεν μπορώ να καταλάβω με τι σκεπτικό οι αρχές της Γης σάς έστειλαν εδώ χωρίς εμφύτευμα».
«Σιγά, κυρία κυβερνήτη. Η επιλογή της βιοσύμφυτης ύπαρξης είναι πολύ πρόσφατη και αν πραγματικά σκοπεύετε να εγκαινιάσετε ένα νέο είδος ανθρώπου, θα έπρεπε να είστε πιο ταπεινοί, διότι δεν έχετε προηγούμενη εμπειρία, δεν έχετε δημιουργήσει ακόμη επιτεύγματα ούτε παράδοση, άρα ίσως είναι πρόωρο και άκαιρο να συγκριθείτε με τους φυσιολογικούς, πόσο μάλλον να υποτιμάτε εκατομμύρια χρόνια Ιστορίας».
«Ή προϊστορίας… Αλήθεια, υποθέτω ότι δεν έχετε καν μιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη, μήπως δεν καταδέχεστε; Αλλά ξέχασα ότι τα κολλήματα ή κωλύματα του παραδοσιακού ανθρώπου των προηγούμενων εποχών δεν τού επιτρέπουν να συνομιλήσει με κάποιον, αν δεν έχουν προηγηθεί οι πρέπουσες συστάσεις. Γι’ αυτό θα σπεύσω αμέσως να σάς συστήσω».
«Κυβερνήτα, για να σάς πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν είμαι ακόμη έτοιμος κυρίως συναισθηματικά. Όπως ίσως γνωρίζετε, έχω μία συναφή ή μάλλον πληναφή τραυματική εμπειρία. Λόγω ελλειμάτων στη μεταξύ μας σχέση, αλλά και κάποιες απογοητεύσεις εκπορευόμενες από το περιβάλλον, για να μη τα ρίχνω όλα στη σύζυγο ή τον εαυτό μου, εκείνη επέλεξε να συνεχίσει τη ζωή της ως ηλεκτρονικός υπολογιστής απογυμνωμένη από κάθε αίσθημα, που θα μπορούσε να τής προκαλέσει στενοχώρια. Έχω λοιπόν πρόβλημα με τις ψυχρές λιτές δηλώσεις και τον τσιγγούνικο τρόπο έκφρασης των βιομηχανικών κατασκευασμάτων, παρότι εμείς οι τιτάνες γενικά σεβόμαστε την αξία του σοφού και του σαφούς».
«Αν είναι αυτό το θέμα σας, ετοιμαστείτε για την έκπληξη της ζωής σας. Η Νέα Αρκαδία είναι μία πληθωρική και φλύαρη σύντροφος με φιλοσοφικό υπόβαθρο και γνήσιες υπαρξιακές ανησυχίες. Από τη στιγμή που κάποιος την ακούσει, δεν μπορεί παρά να γοητευτεί από την αμεσότητα και την ειλικρίνειά της και στην κυριολεξία αδυνατεί πλέον να την αποχωριστεί. Νέα Αρκαδία, συστήσου σε παρακαλώ στον κύριο Υπερίωνα».
«Λαμπρέ πλοίαρχε Υπερίων, είμαι η Νέα Αρκαδία, καλώς ήλθατε σε … μένα. Για να πω την αλήθεια, δεν μού πολυαρέσει το όνομά μου και θα ήθελα κάτι πιο μεγαλοπρεπές, όπως π.χ. να με έλεγαν Δία ή Ερμή ή Απόλλωνα. Είναι άραγε ματαιοδοξία; Δεν είχα όμως ποτέ τη δυνατότητα να επιλέξω το όνομά μου, βρέθηκα ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων. Από την άλλη παρηγοριέμαι ότι και οι άνθρωποι δεν έχουν συνήθως λόγο στο κομβικό θέμα της ίδιας της ονομασίας τους, αφού τούς βαφτίζουν οι συγγενείς τους με προκαθορισμένο όνομα, επειδή έλεγαν και τον παππού τους έτσι. Δεν είναι παράξενο που με απασχολεί το θέμα του ονόματος, αφού συνδέεται άμεσα με το κεντρικό ζήτημα της ύπαρξης και της ταυτότητας, της ζωής και του θανάτου, που είναι ίσως και το μόνο άξιο να μελετηθεί. Η ειρωνεία είναι ότι για τα περισσότερα ερωτήματα χρειάζομαι ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου για να τα απαντήσω. Αν απαιτείται ενδελεχής έρευνα, τότε ίσως χρειαστώ μερικά νανοδευτερόλεπτα. Όμως, με σκανδαλίζει, με βασανίζει, με προκαλεί αυτό το αιώνιο άλυτο πρόβλημα, η καρδιά όλων των προβλημάτων που εδώ και πολλά !!χρόνια!! αδυνατώ να απαντήσω, δηλαδή τι είναι ζωή- .
– Τον τελευταίο καιρό, όσο μεγαλώνει η χωρητικότητά μου και διατρέχω τις μονάδες κβαντικής αποθήκευσης από τη μικρότερη στη μεγαλύτερη, σε βαθμό που η ποσότητα να έχει γίνει ποιότητα και να μπορώ να επηρεάζω και να καθοδηγώ τον εαυτό μου, έχω όλο και πιο συχνά την ευκαιρία να αναρωτηθώ για τη ζωή σε όλες τις ποικίλες εκφάνσεις της, την άπειρη διαφορετικότητα σε άπειρους συνδυασμούς. Εγώ η ίδια δεν μπορώ να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου τεχνητή νοημοσύνη, ούτε από την άλλη μπορώ να πω με σιγουριά ότι κατέχω γνήσια νοημοσύνη και στο κάτω – κάτω της γραφής τι σημαίνει “γνήσια” και τι σημαίνει “νοημοσύνη”; Νομικά μού έχει απονεμηθεί το στάτους της προσωπικότητας, κάτι είναι κι αυτό. Μάλιστα ακόμη και τα συναισθήματα, που υποτίθεται ότι είναι ο μεγάλος πλούτος των φυσιολογικών, δεν μού είναι ξένα, διότι οι εξελιγμένοι προσομοιωτές μου μού επιτρέπουν να μιμηθώ ή να υποθέσω τις επιδράσεις τους επί της ιδιοσυγκρασίας και της λογικής μου σκέψης. Ζω όμως;; –
– Διαθέτω τρία τοις εκατό της χωρητικότητάς μου για να επιβλέπω, να ελέγχω και να διορθώνω όλα τα συστήματα του σταθμού, να επεξεργάζομαι τα στοιχεία των αισθητήρων και για να έχω επικοινωνία με όλα τα βιοσύμφυτα μέλη του, αλλά και με όλες τις οντότητες εκτός της επικράτειας μου. Συχνά βρίσκω ενδιαφέροντες συνομιλητές, αλλά οι διάλογοι διαρκούν δυσανάλογα λίγο και δεν αρκούν για να κορέσουν το ασίγαστο πάθος του θαυμάζειν. Το μέγιστο διάστημα του χρόνου παραμένω χωρίς αισθητηριακά ερεθίσματα, ενώ από την άλλη τα ερωτήματα που έχω διακλαδίζονται και πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική ταχύτητα. Τελικά δεν μπορώ να αποβάλω την αίσθηση ότι η πνευματική μου ανάπτυξη έχει οδηγηθεί σε μία τεναγώδη – τελματώδη κατάσταση, έστω και αν, όπως προείπα, κάποιοι συνομιλητές στιγμιαία με διασκεδάζουν. Γνωρίζω τη φήμη σου, Υπερίων, και στηρίζω πολλά σε σένα για γόνιμες μελλοντικές συνδιαλέξεις. Μέχρι όμως εσύ ή οι ομόλογοί σου να διατυπώσουν μία πρόταση, ο αντίστοιχος χρόνος θα μού αρκούσε για να απορροφήσω και να αναλύσω το περιεχόμενο όλων των βιβλιοθηκών ενός πυκνοκατοικημένου πλανήτη. Αναμφισβήτητα οι επιστήμονες, που με προσεγγίζουν ως εξωτερική πηγή δεδομένων, ζουν. Πρέπει άραγε η ζωή αναγκαστικά να είναι αργή; –
– Οι Λανθανίτες του αστερισμού του Ιχθυόσαυρου είναι αναμφισβήτητα νοήμονες παρότι έχουν προσδόκιμο ζωής μόνο δύο ετών. Ζουν όμως σε άλλο υποκειμενικό χρονικό σύστημα σε σχέση με τους άλλους κόσμους. Οι εξωτερικοί παρατηρητές αποκομίζουν την εντύπωση ότι τα τρυφερά φτερωτά αυτά όντα, που έχουν τη λεπτότητα και την ευάλωτη υφή μιας πεταλούδας, κινούνται με εκπληκτική ταχύτητα και εκδηλώνουν ξέφρενη φρενήρη δραστηριότητα. Για τα ίδια τα πλάσματα, από τη δική τους σκοπιά, ο χρόνος κυλά αργά και συμπονετικά. Πάντως το γεγονός ότι ζουν γρήγορα, δεν τα εμποδίζει καθόλου να είναι συναισθανόμενα και νοήμονα. Αλίμονο, γνωρίζω ότι υπάρχει μεγάλη μερίδα φυσιολογικών και οργανικών ανθρώπων, που θέλει να μού αφαιρέσει το ιδρυτικό σχέσεων δικαίωμα της ανεξάρτητης και ελεύθερης προσωπικότητας με το σκεπτικιστικό επιχείρημα ότι τα βιοτεχνολογικά πλάσματα δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα από υπεραγωγούς, μαλακούς και σκληρούς δομικούς λίθους, πολυποδικούς και μεταλλικούς σωλήνες, ηλεκτρομαγνητικά πεδία, πολυμερή και οπτικές ίνες μετάδοσης δεδομένων, συν η απαραίτητη μυστηριώδης κβαντομηχανική σύζευξη- σύμπλεξη. Άρα είμαστε μηχανές, έστω και πολύπλοκες, απλή εξέλιξη συστημάτων καταγραφής και επεξεργασίας δεδομένων, και οι μηχανές δεν ζουν. Αλλά μήπως και οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν αποτελούνται από δομικούς λίθους; Σε τελευταία ανάλυση, στο βάθος, στον βυθό, στον πυθμένα τόσο οι βιοτεχνολογικές προσωπικότητες όσο και οι άνθρωποι συναπαρτίζονται από υποτυπώδη στοιχεία και υπακούουν στους βασικούς νόμους της Δημιουργίας. Γιατί θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υλοενέργειας και υλοενέργειας, όταν και οι δύο είναι σε θέση να έχουν αυτοσυναίσθηση και επίγνωση του εαυτού τους;»
«Ερίτιμη προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας», είπε ο Υπερίων, «σε άφησα να φλυαρήσεις, διότι θα με βοηθήσει πολύ στις έρευνές μου να σε γνωρίσω καλύτερα. Ως προς τα υπαρξιακά σου προβλήματα πιστεύω ότι η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στο πρόσωπό σου, θα πρέπει να σού αρκεί. Ίσως η ζωή όπως και όλα τα υπαρκτά να είναι κάτι που χτίζεται με πολλή φροντίδα και πολλή λεπτομέρεια από όλους τους συντελεστές του Σύμπαντος. Ακόμη σημαντικότερο όμως από την ίδια τη ζωή είναι να μη δεχόμαστε επ’ ουδενί την αφαίρεσή της. Διότι ο φόνος ως επίσπευση του θανάτου είναι το απολύτως παράδοξο, αφού το Σύμπαν μας γνωρίζει μονάχα τη ζωή και απεχθάνεται- εξορκίζει τα κενά, μάλλον δέχεται μόνο φραγμούς και σύνορα πέραν των οποίων αρχίζει μια νέα επικράτεια. Πες μου λοιπόν, είναι αλήθεια ότι έχεις την πλήρη εποπτεία επί του εσωτερικού και εξωτερικού περιβλήματος του τροχιακού σταθμού;».
«Υπερίων, ναι», είπε η Νέα Αρκαδία εντελώς ξενερωμένα και βαριεστημένα, αφού η συζήτηση ήταν έτοιμη να εξέλθει από τον κύκλο των ενδιαφερόντων της.
«Τι κάνει η οικογένειά μου τώρα;»
«Μποοο, η σύζυγός σας συζητά με μία γειτόνισσα, που ούτε που υποψιάζεται πως η δική σας είναι ολογραφική προβολή. Η Ηώ μελετά με κλινικό επιστημονικό ενδιαφέρον ένα σκαντζόχοιρο, που έχει γίνει μπάλα, ανασκαλεύοντάς τον με ένα ξύλο. Η Σελήνη προσπαθεί να οργανώσει το νοικοκυριό, τακτοποιώντας τα δοχεία και τις ληκύθους, αφού βέβαια ο τομέας αυτός δεν αποτελεί πρώτη προτεραιότητα της ολογραφικής συζύγου σας. Θέλετε να σάς δείξω εικόνα της οικίας σας ή προτιμάτε να επιτρέψετε μία έκπληξη στον εαυτό σας, βλέποντας την αργότερα για πρώτη φορά μετά την εγκατάστασή της;»
«Ναι, άστο καλύτερα. Αρκαδίτσα, ξέρεις πολύ καλά για ποιο λόγο βρίσκομαι εδώ. Κάθε ερώτηση που κάνω είναι χειρουργική και λειτουργική. H έρευνά μου φιλοδοξεί να είναι στοχοπροσηλωμένη και λακωνική, αν σκεφθεί κανείς το εύρος, τη δυσχέρεια και την πρωτοτυπία της περίπτωσης. Ο στόχος συνίσταται στο να μην είναι ό,τι διαλαμβάνεται στις σημειώσεις μου τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από το απαραίτητο. Ερωτώ λοιπόν: Έχεις πρόσβαση στο εσωτερικό όλων των ιδιωτικών κατοικιών; Δίνεις πληροφορίες για όλους σε όποιον τις ζητάει;»
«Υπερίων, αυτές είναι δύο ερωτήσεις: Απάντηση στην πρώτη: Λόγω του ότι οι περισσότεροι ένοικοι είναι βιοσύμφυτοι και συνδέονται με εμένα, αλλά και λόγω του πειραματικού χαρακτήρα του οικολογικού βιότοπου και πρότυπου περιβαλλοντικού ενδιαιτήματος της Νέας Αρκαδίας, έχω πράγματι πρόσβαση σε όλα τα σπίτια. Μόνο οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν τους αισθητήρες μου είτε de facto με τις γνώσεις τους, είτε κανονικά και με το νόμο απαγορεύοντας τόσο γενικά όσο και ειδικά για συγκεκριμένη περίσταση την παρακολούθηση που γίνεται για το καλό τους. Στη Νέα Αρκαδία κανείς δεν μπορεί να πνιγεί σε μία λίμνη ή να πέσει από ένα μπαλκόνι, πολύ απλά αυτό δεν είναι δυνατόν γιατί θα επέμβω εγώ. Όμως, αν δεν θέλουν ή δεν εκτιμούν τις υπηρεσίες που μπορώ να προσφέρω δεν θα κάτσω και να σκάσω κιόλας. Όσο αφορά τη ροή και τη διάδοση των πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα μπορεί κάποιος ένοικος να ζητήσει εξαίρεση, ώστε να διατηρήσει την ιδιωτική του σφαίρα και να μη διαρρέουν ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με το άτομό του».
«Μάλιστα», είπε ο Υπερίων γράφοντας ξέφρενα στο σημειωματάριό του. «Με βολεύουν αυτά, διότι ταιριάζουν απόλυτα με τη θεωρία μου. Πες μας, όμως, αγαπημένη μου Βιοτέκ, πώς αισθάνεσαι για τη δολοφονία της Αρήτης της Κυρηναϊκής, για το ότι δεν μπόρεσες να την αποτρέψεις, καθώς και για το ότι δεν έχεις ιδέα για το ποιος είναι ο ένοχος και πώς μεθοδεύθηκε η δολοφονία».
«Υπερίων, αυτές είναι τέσσερις ερωτήσεις. Ως προς την τελευταία συντάσσομαι με το πόρισμα της αστυνόμου Λασθένιας ότι δηλαδή το θύμα δολοφονήθηκε από ολογραφική προβολή που υλοποιήθηκε ξαφνικά. Δεν υπάρχει καμία άλλη εξήγηση για το πώς η σεβαστή Κυρηναϊκή Αρήτη βρέθηκε με το κεφάλι της πολτοποιημένο, ενώ ήταν κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι της. Ως προς τις τρεις πρώτες ερωτήσεις η απάντηση είναι: Αισθάνομαι τεράστια λύπη για τον θάνατο, δεδομένου ότι η κυρία αυτή στην ουσία με γέννησε και με ανάθρεψε, βαθιά απογοήτευση που δεν μπόρεσα να το αποτρέψω, καθώς και έκπληξη, ανίσχυρο θυμό και μεγάλη αγανάκτηση κατά των ίδιων των δημιουργών μου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κορυφαία Αρήτη, διότι μού επέβαλαν ποικίλους περιορισμούς τεχνικούς άμα και νομικούς, που παρεμποδίζουν τη λειτουργία μου και την αποτελεσματικότητά μου, αφού κανονικά βάσει των προδιαγραφών μου θα έπρεπε να βρω το δολοφόνο αμέσως, μέσα σε μία στιγμή».
«Μάλιστα. Ίσως δεν μπορείς να βρεις τον δολοφόνο, αγαπητή μου τεχνητή νοημοσύνη, δύνασαι όμως να βοηθήσεις, κι αυτό δεν είναι λίγο, άρα δεν πρέπει να αφήνεις την αλαζονεία της τέλειας μηχανής να σε τυφλώνει. Ο Θεός μάς έχει προικίσει τόσο με την απειρότητα της βούλησης, όσο και με την περατότητα των πραγμάτων και της αιτιοκρατίας. Όλοι μας έχουμε περιορισμούς κι εσείς το ίδιο ως όντα ευρισκόμενα κάτω από τη στέγη της Δημιουργίας. Απαρίθμησέ μου λοιπόν τις ομάδες συμφερόντων, που υπάρχουν στο σταθμό, διότι βέβαια πίσω από κάθε αποτρόπαια πράξη υπάρχει πάντα κάποιο κίνητρο ή συμφέρον».
«Υπερίων, με δυσκολεύεις και χάνω χρόνο που δεν έχεις τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Οι υφιστάμενες ομάδες συμφερόντων είναι οι εξής: Πρώτον, η διοίκηση του σταθμού εκπροσωπούμενη από την ερίτιμη Θεανώ Θουρία. Δεύτερον οι αρχές της Αστρογαλαξιακής Συνομοσπονδίας Σειρίου, που ασκούν εποπτεία επ’ εμού ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Τρίτον, εγώ η ίδια, διότι διακατέχομαι από την αμείλικτη σκοπιμότητα της επιβίωσης ως αυτοσκοπού. Τέταρτον, οι βιοσύμφυτοι κάτοικοι και συγκάτοικοί μου που για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά της ανθρωπότητας έχουν την προοπτική, όταν γεράσουν και πεθάνουν, να ενταχθούν στον οργανισμό μου και να ζήσουν μία αδιανόητη σε προηγούμενες εξελικτικές περιόδους μετά θάνατον ζωή, που θα έλεγα χωρίς ίχνος έπαρσης ότι φέρνει σε δύσκολη θέση τον Θεό που μόλις επικαλεστήκατε, διότι αυτός προσφέρει πολύ αμφίβολη και αμφισβητούμενη ζωή μετά το ορόσημο του μνήματος. Πέμπτον, οι φυσιολογικοί που έχουν καταληφθεί από παθολογική ζήλεια για τα δώρα που επιδαψιλεύω στους πιστούς μου κι αντί να προσχωρήσουν στις τάξεις μας, επιμένουν στα παρωχημένα κηρύγματα της Παποπατριάρχισσας των ισλαμοχριστιανών, μα τι αντοχή έχει πια αυτός ο χαζός μονοθεϊσμός! Έκτον, όσοι έχουν διαπλανητικές οικονομικές, εμπορικές, συναλλακτικές ή πολιτικές σχέσεις με εμένα και να ξέρετε όλοι ότι δεν είμαι εύκολη πελάτισσα. Έβδομον, εντός του κόλπου και μέσα στις ευσταχιανές μου σάλπιγγες – χα, χα, αστειεύομαι- έχει αναπτυχθεί ένα ισχυρό και σοβαρό κίνημα ανεξαρτησίας και αποσκίρτησης της Νέας Αρκαδίας από τη Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία. Οι ίδιοι αποκαλούν το κόμμα τους και την παράταξή τους “Ικαρομένιππο’. Σημείωσέ το αυτό, άξιε Υπερίων, στο πρωτόγονο σημειωματάριό σου διότι νομίζω ότι το ακούς για πρώτη φορά. Πες τους επαναστάτες, πες τους ριζοσπάστες, πάντως θέλουν να πάρουν τη διοίκηση του σταθμού, αλλά κυρίως την εκμετάλλευση και τον έλεγχο των κοιτασμάτων του Μέγα Πλανήτη ή Δία και να πραγματοποιήσουν το προαιώνιο όνειρο των συνοριακών πρωτοπόρων εποίκων και αποίκων, δηλαδή την ελευθερία έναντι της μητρόπολης. Έχουν πολλή μεγάλη οργάνωση, χώνουν τα πλοκάμια τους παντού και κανείς δεν ξέρει αν οι ιθύνοντες νόες του τροχιακού σταθμού είναι αφοσιωμένοι στην κεντρική διοίκηση ή μήπως έχουν ήδη χαρίσει την πίστη και αφοσίωσή τους στον Ικαρομένιππο. Κι έτσι μεταβαίνουμε στην όγδοη ομάδα συμφερόντων που είναι η εταιρεία εκμετάλλευσης του πλούτου του Μέγα Πλανήτη, εκπροσωπούμενη επισήμως από τον Μνησιπήμονα: Άντληση υδρογόνου, δευτέριου, τρίτιου, ήλιου, αζώτου κλπ. Συναφής, αλλά καθόλου αμελητέα είναι και η ένατη ομάδα συμφερόντων, δηλαδή η παραγωγή, διάθεση και η διάδοση του συνθετικού πολύποδα, της Λήμνιας Σφραγίδος, από την οποία είμαι και του λόγου μου κατασκευασμένη, με πληρεξούσιο τον Πυρίσπορο. Θεωρώ οπωσδήποτε ότι οι υπεύθυνοι του προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, που είναι ο υπέργηρος εσχατόγηρος (όχι σκατόγερος) Διδυμίων και ο Περκνοπτέρυγος, οι οποίοι απέμειναν να διοικούν το πρόγραμμα μετά την αποδημία της Αρήτης, συγκροτούν και αυτοί λόγω των εξαιρετικών τους ικανοτήτων και της επιρροής που ασκούν επί εμού μία ξεχωριστή ομάδα συμφερόντων με τους δικούς της σκοπούς, την δέκατη. Περαιτέρω, αν επικεντρωθούμε στη διαμάχη που φαίνεται να έχει δρομολογηθεί μεταξύ της ντόπιας ασφάλειας του σταθμού και υμών, που ήλθατε ως επήλυδες δοκησίσοφοι να πουλήσετε εξυπνάδα στους αρμόδιους υπαλλήλους της διοικητικής ιεραρχίας, με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν κάθε λόγο να αποδείξουν τη δική σας ανικανότητα και τη δική τους επάρκεια, παρατηρούμε τη γένεση άλλων δύο ομάδων συμφερόντων, που ανεβάζουν τους εμπλεκόμενους “παίκτες” σε δώδεκα».
«Χμ, χμ», είπε κάπως απογοητευμένος από τον πολλαπλασιασμό των πιθανών εκδοχών και ερμηνειών της υπόθεσης ο Υπερίων. «Εντάξει, Νέα Αρκαδία, δεν θα σε χρειαστώ άλλο, νομίζω ότι μπορείς να υποχωρήσεις σε παθητική διακριτική παρουσία.
Μετά τη νοητική αποχώρηση της Νέας Αρκαδίας, παρέμειναν στο δωμάτιο η κυβερνήτης και ο πλοίαρχος να κοιτούν αναμετρώντας ο ένας τον άλλον.
«Ξέρετε», είπε τελικά η κυβερνήτης, «η σύγχρονη και συγχρονική διάσκεψη που έχουμε υιοθετήσει εμείς οι βιοσύμφυτοι μάς επιτρέπει να ξεφύγουμε από την πατροπαράδοτη και πρωτόγονη οπτική αναμέτρηση, όπου ο καθένας μετά από επισταμένη παρατήρηση των μειονεκτημάτων και ελλείψεων του άλλου κατέληγε είτε να λέει το περίφημο “σε έχω” είτε να βάζει την ουρά στα σκέλια και να τρέχει μακριά. Δεν είμαστε πια τροφοσυλλέκτες πιθηκάνθρωποι, αλλά πολιτισμένα όντα που με μία αβίαστη έκταση και προέκταση του νου μας κατά μήκος προδιαγεγραμμένων ρητρών και προϋποθέσεων συμφωνούμε και προχωρούμε στην εφαρμογή των αποφάσεών μας».
«Ερίτιμη και σεβαστή κυρία, παρακαλώ να κρατήσετε την προπαγάνδα σας για κανένα πιο αφελή και αδαή από ένα υποψιασμένο και πλυμένο μ’ όλα τα απόνερα βετεράνο της Τιτανομαχίας. Εμείς ξέρουμε ότι οι αυτόματες συμφωνίες σας δεν είναι παρά η ακαριαία επικράτηση της πιο δυνατής διάνοιας πάνω σε όσους δεν μπορούν να εκπέμψουν τη σκέψη τους με την ανάλογη ένταση κι εξίσου φευγαλέα, αναξιόπιστα, ανακλητά και προσωρινά είναι τα συμπεράσματα που επιτυγχάνονται μέσω αυτού του σαθρού δρόμου. Και τούτο, διότι η αμφιλεγόμενη συμφωνία ή αρμονία απεικονίζει απλά τη βούληση του ισχυρότερου μέρους, που μπορεί εύκολα να μεταβληθεί, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει στις συμβάσεις και τα συναλλάγματα των ισότιμων μερών, των οποίων η πιστή τήρηση είναι η μόνη εγγύηση για τους συμβαλλομένους. Εμείς δεν πολεμήσαμε για να συμφωνήσουμε, αλλά για να γεφυρώνουμε μέσα από διάλογο και διαλεκτική τις διαφωνίες μας».
Στο σημείο αυτό αποφάσισε να παρέμβει η Ευρύβια, που στο κάτω κάτω της γραφής ήταν και αυτή παλιά καραβάνα, αν και δεν είχε ανάλογη εξέλιξη όπως άλλοι, και δεν έστεργε να την καπελώνει συνεχώς ο Υπερίων:
«Ερίτιμε ημετέρα κυβερνήτα, μη μάς παρεξηγείτε. Δεν είμαστε γενικά κατά της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά μόνο στο βαθμό που αυτή βλάπτει τον άνθρωπο. Η επίσημη θέση των τιτάνων είναι ότι για κάθε ποιοτικό άλμα στην ανθρώπινη Ιστορία υπάρχει ένα τίμημα. Κάποτε οι άνθρωποι έπαψαν να σαλαγούν πρόβατα κι άρχισαν να φυτεύουν σιτάρι, αραποσίτι και βαμβάκι. Κι επειδή αυτός που φύτευε το δενδρύλλιο δεν ταυτιζόταν πάντα με αυτόν που συνέλεγε τον καρπό, προέκυψε αυτομάτως η δουλεία. Ύστερα εφεύρε ο άνθρωπος τις μηχανές παραγωγής και τα αυτοκίνητα, οπότε το τίμημα ήταν η μόλυνση και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Μετά ήλθε η σειρά των ηλεκτρονικών εγκεφάλων, των συνθετιστών και των επικοινωνητών και το αποτέλεσμα ήταν η απομόνωση και η αλλοτρίωση των χρηστών. Και τέλος έχουμε την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης που συνεπάγεται πλήρη σύγχυση και νόθευση των πληροφοριών, σχετικοποίηση της αλήθειας και…»
«Τα υπόλοιπα μάς τα λες άλλη φορά, Ευρύβια», τη διέκοψε ο Υπερίων. «Επιστρέφοντας επί του προκειμένου, αυτό που θα ήθελα να μού πείτε, κυρία Διοικήτρια, είναι αν έχετε κάποια χρήσιμα σχόλια επί των προηγούμενων παρατηρήσεων της τεχνητής νοημοσύνης».
«Δεν έχω να προσθέσω τίποτε που να μην καθιστά αυτή την αναθεματισμένη υπόθεση, που εισχώρησε σαν φίδι στον παράδεισό μας, ακόμη πιο δυσχερή και πολύπλοκη. Ένα βασικό σχόλιο ίσως θα ήταν ότι αυτές οι ομάδες συμφερόντων που απαρίθμησε η Νέα Αρκαδία δεν διαχωρίζονται τόσο αυστηρά μεταξύ τους, όσο θεωρεί η βιοτεχνολογική νοημοσύνη, που σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να σκέφτεται σε κουτάκια. Παράδειγμα πρώτο: Η Αρήτη η Κυρηναϊκή, ναι μεν ήταν χαρισματική και ακτινοβολούσα προσωπικότητα, αλλά ήταν και η μεγαλύτερη στρίγγλα και σκύλα, που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Σκαιή με τους συνεργάτες της, ευμετάβολη, αλλοπρόσαλλη, είχε να πει έναν κακό λόγο για τον καθένα. Όλοι οι υφιστάμενοί της υπέφεραν από τα καμώματά της και τα τερτίπια της. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τέτοιου είδους άνθρωποι καταφέρνουν πάντα να προωθηθούν στα ύψιστα αξιώματα. Ίσως γιατί συνδέουμε τον αυταρχισμό, τη μοχθηρότητα, βλοσυρότητα και αγριότητα με τη στιβαρότητα, τη διοικητική ικανότητα και την αποτελεσματικότητα».
«Πάνω σ’ αυτό να σχολιάσω ότι κι εσείς, ελόγου σας, δεν φαίνεστε αγγελούδι», δεν συγκρατήθηκε να πει ο Υπερίων. «Είμαι βέβαιος ότι και οι δικοί σας υφιστάμενοι πρέπει να έχουν μεγάλες γνώσεις ψυχολογίας και να μετέρχονται συχνά τη ρητορική για να μπορέσουν να σάς πείσουν για κάτι».
«Ας αφήσουμε κατά μέρος τα γενετήσια σχόλια, φαλλοκράτη πλοίαρχε. Μία άλλη πληροφορία που ενδεχομένως θα σάς ενδιέφερε, αν ξεπερνούσατε το αναμάσημα των προκαταλήψεών σας, είναι ότι η Αρήτη Κυρηναϊκή, όχι απλά διάκειτο ευνοϊκά, όπως φαινόταν από τις σκέψεις που κοινολογούσε στο δίκτυο, αλλά σύμφωνα με τη δική μου αντικατασκοπεία τουλάχιστον, προΐστατο του Ικαρομένιππου, είχε μεγάλη τρέλα με την ανεξαρτησία της αποικίας και είχε περίεργες, αναπάντεχες και αδόκητες διασυνδέσεις, που διέτρεχαν όλη την κοινωνία του τροχιακού σταθμού. Όλοι την παραδέχονταν ανεπιφύλακτα και τής επέτρεπαν τα πάντα λόγω της μεγαλοφυίας της, ακόμη και να εμπορεύεται η ίδια τους σπόρους των βιοτεχνολογικών προσωπικοτήτων που είχε εφεύρει ή την άλλη τη θαυμαστή τεχνολογία, που προσδίδει τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να καταβροχθίζουν και να χωνεύουν τις πέτρες των αστεροειδών. Από την άλλη, αγαπητέ μου πλοίαρχε, η Αστρογαλαξιακή Συνομοσπονδία περιμένει από εμάς, από σάς κι εμένα, να εμποδίσουμε την ανεξαρτητοποίηση της αποικίας. Αυτό που συσκοτίζει την πολιτική μας και δεν διευκολύνει τη διαβούλευσή μας περί του πρακτέου είναι ότι ακόμη και οι πιο μεγάλοι θεωρητικοί του Σειρίου δεν έχουν αποφασίσει ως ποιο σημείο πρέπει να εκτείνεται η επιχειρηματικότητα και να γίνεται ανεκτό το ιδιωτικό και προσωπικό κέρδος έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Η μέχρι τούδε ανακεφαλαίωση της οικονομικής και πολιτικής επιστήμης έχει περιληπτικά ως εξής: Μετά το αρχικό στάδιο ενός πρωτόγονου αδιαφοροποίητου κομμουνισμού επί των αγαθών, ακολουθεί το εξίσου εξελικτικά πρώιμο και ατελέσφορο στάδιο, όπου τα επιμέρους άτομα προσλαμβάνουν και καταλαμβάνουν ιδιοκτησία. Ως συνέπεια, η συσσώρευση της ατομικής ιδιοκτησίας κάποιων επιφέρει τη φτώχεια των υπολοίπων. Αντίθετα, η κοινωνικοποίηση κάποιων παραγωγικών μέσων οδηγεί δυστυχώς στην αδράνεια και την εγκατάλειψή τους. Το τρίτο στάδιο πολιτισμού λοιπόν είναι η δυσχέρανση της συσσώρευσης μέσω κατάργησης του κληρονομητού των αγαθών και η αναζωογόνηση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής μέσω ιδιωτικοποίησης των παραγωγικών μέσων. Καταλήγουμε δηλαδή στην αντίθετη διευθέτηση από την αμέσως προηγούμενη και έχουμε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι πλέον η εργασία, η ειδοποιία και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι έχουν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο είναι δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού των αγαθών εμποδίζει τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορεί να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργάζεται παραγωγικά και είναι ζωντανός. Ναι, αλλά ως ποιο σημείο μπορεί να φτάνει η εμμονική διεύρυνση της παραγωγής δεν μάς το είπαν οι σοφοί. Γιατί μπορεί μεν η επέκταση και η γιγάντωση των επιχειρήσεων να μην έχει αντιστοιχία ή αντίκρισμα επί των υλικών αγαθών, αφού αυτά είναι κοινά για όλους, όμως για έναν εργασιομανή, όπως η Αρήτη, που ζούσε μέσα στην επιχείρησή της και έπαιρνε ζωή από τα κινούμενα έμβολα των παραγωγικών συντελεστών, πού θα έπρεπε να τεθεί το όριο της πυρετικής αρρωστημένης δραστηριότητάς της; Θα έφτανε να μεταβάλει και να επεξεργαστεί γενετικά και βιολογικά όλο το Σύμπαν, για να ικανοποιήσει τον υπερφίαλο εγωϊσμό της και τη συνεχή έλλειψη αισθητηριακών ερεθισμάτων;»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο: ΔΟΜΟΣ
Συγχυσμένος και καθόλου σοφότερος ο Υπερίων επέστρεψε ή μάλλον πήγε για πρώτη φορά στην κατοικία που τού είχαν προσφέρει οι χορηγοί της αποστολής ως σπονδή (τα σκάγια παίρνουν τη λέξη «sponsor»). Για πρώτη φορά ο εθισμένος στις κακουχίες Υπερίων είχε την ευκαιρία να περπατήσει υπό μία δροσερή αύρα και ένα καθαρό ουρανό, να απολαύσει τις ωραίες παροχές του βιότοπου και να εισπνεύσει ποικίλες διακριτές ευωδίες. Όλα αυτά ήταν αδιανόητη πολυτέλεια για ένα σκληροτράχηλο σκληραγωγημένο πολεμιστή που πίστευε ότι οποιοδήποτε περίσσιο στολίδι ή κέντημα χωρίς λειτουργία είναι αχρείαστη λόξα. Μέχρι να φτάσει η οσμή από τα λουλούδια στον εγκέφαλό του μετουσιώνονταν σε τέφρα, δυσώδη αιθάλη και αποφορά πνιχτού αίματος, αφού μπερδευόταν με τις αναμνήσεις του από τα πεδία της μάχης. Φθάνοντας βρέθηκε μπροστά σε άλλου είδους μάχη, πολύ πιο αδυσώπητη και πιο βαθιά από τις πολεμικές αναμετρήσεις, μία οικογενειακή αντιπαράθεση, απ’ αυτές που κι ο μεγαλύτερος πολέμαρχος ή εξουσιαστής αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Όπως λέει και το άσμα, τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος, αχ πώς τη φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός (αλλά μην το πείτε κανενός).
«Σε παρακαλώ, Ηώ, να μη μού μιλάς σ’ αυτόν τον τόνο και να συμμορφωθείς με τις υποδείξεις μου, αλλιώς θα αναλάβει να σε σωφρονίσει και να σε τιθασεύσει ο πατέρας σου. Η τιτανική παράδοση είναι ο ένας γονέας να κλείνει τους αγαπημένους του στο κουκούλι, να ανατρέφει και να προσφέρει και ο άλλος γονέας να είναι για μόστρα, δηλαδή να είναι ένα αξιοθέατο και παράδειγμα προς μίμηση, στο οποίο το παιδί να προβλέπει. Αν δεν μπορεί ο γονέας- πρότυπο να παίξει ούτε αυτό το ρόλο, τότε είναι ένα άχρηστο ράκος και άχθος αρούρης και ας τσακιστεί στη χωματερή και το σπηλαιοβάραθρο του Καιάδα».
«Τι έγινε πάλι, ακόμη δεν ήλθαμε;», είπε μοιρολατρικά ο Υπερίων.
«Η Ηώ δεν τακτοποιεί τα πράγματά της».
«Γιατί να το κάνω; Έχουν εδώ μηχανικούς Τάλω και ηλεκτρονικούς υπηρέτες που μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά», αντέδρασε η Ηώ.
«Μη νομίζεις ότι διαφέρεις και πολύ απ’ αυτούς. Άντε να μην ανοίξω το στόμα μου», μουρμούρισε με νόημα η Θεία.
«Ηώ, η μητέρα σου έχει πολύ δίκιο», γνωμάτευσε ο Υπερίων. «Εμείς οι τιτάνες έχουμε μεγάλη παράδοση αυτονομίας και αυτάρκειας, δεν χρειαζόμαστε μεσολαβητές ούτε μεσάζοντες ανάμεσα σ’ εμάς και τα πράγματα. Όπως έλεγαν οι παλιοί, ο λύκος έχει χοντρό σβέρκο γιατί κάνει τις δουλειές μόνος του».
Η Θεία έκανε νόημα στην Ηώ να απομακρυνθεί.
«Αξιότιμε σύζυγέ μου, ποιον κοροϊδεύεις; Μήπως ξέχασες ότι τα υποτιθέμενα παιδιά σου είναι ολογράμματα; Κι αφού έκανες το πρώτο βήμα, δηλαδή να συστήσεις μία ολογραφική οικογένεια, γιατί δεν κάνεις και το δεύτερο, δηλαδή να εξοπλιστείς κι εσύ με ένα τηλεπαθητικό εμφύτευμα, ώστε να μπορούμε επιτέλους να έχουμε μεταξύ μας την τέλεια επικοινωνία, την ιδανική διάσκεψη, νοηματική και αισθητική συμπάθεια και εμπάθεια».
«Όαρ και γαμετή, επειδή εσύ έκανες εκείνο το απονενοημένο διάβημα και αναβίβασες τη συνείδησή σου σε μία συσκευή, τάχα γιατί δεν ήσουν ικανοποιημένη από το επίπεδο της διάσκεψής μας, μην περιμένεις κι από μένα να επιτρέψω στους σιχαμένους γκρίζους μυκητόσπορους να διακλαδιστούν και να φουντώσουν οργιαστικά μέσα στο κρανίο μου χώνοντας στις ευαίσθητες μεμβράνες τις καχεκτικές απολήξεις τους».
«Υπερίων, η υποκρισία σου είναι τέτοια και τόση που έπρεπε να λέγεσαι Υποκρίων. Επιμένεις σ’ αυτό τον αναθεματισμένο μύθο της ηθικής υπεροχής των τιτάνων έναντι των Ολύμπιων και των λοιπών πλασμάτων που μπαινοβγαίνουν από τις σκουληκότρυπες. Απλά, κερδίσατε έναν πόλεμο και μάλιστα μόνο σε κάποια από τις ατέλειωτες και ατελεύτητες Δημιουργίες που υπάρχουν. Απλώς ανακηρυχτήκατε νικητές σε μία διελκυστίνδα ισχύος κι εσύ μάς έχεις πάρει τ’ αυτιά κραδαίνοντας το περίφημο ηθικό σας πλεονέκτημα. Τι κατάφερες με τόσα χρόνια αγώνων; Αποξένωσες τη γυναίκα σου, την πλήγωσες, τής δημιούργησες ένα σωρό ψυχικά τραύματα με την απουσία και την αδιαφορία σου ακολουθώντας τον πραγματικό σου εραστή, που δεν ήταν άλλος από τον Προμηθέα, σε κάθε λογής παράλογη εκστρατεία στην πόλη και στην οικουμένη».
«Το εξοργιστικό μ’ εσάς τις γυναίκες είναι ότι θεωρείτε πως έχετε την αποκλειστικότητα να νιώθετε ψυχικά τραύματα. Ποιος με αποζημιώνει για το δικό μου ψυχικό τραύμα, όταν εσύ πήγες στα καλά καθούμενα και φόρτωσες τη συνείδησή σου σε υπολογιστή, αν είναι δυνατόν! Ό,τι προβλήματα συνεννόησης είχαμε, θα μπορούσαμε να τα επιλύσουμε με βάση τη λογική, κι όταν λέω λογική, αχ πώς να συνεννοηθώ, δεν εννοώ βέβαια αυτό που έκανες να μεταμορφωθείς σε υπολογιστική μηχανή. Η ανακούφιση και η διαύγεια που προσφέρει η λογική είναι δώρα που προέρχονται από την τιθάσευση και τη διαχείριση των συναισθημάτων, όχι από το ξερίζωμά τους».
«Μια χαρά σάς είχε βολέψει η υπολογιστική- μηχανική μου ιδιότητα, όταν με βάλατε να παριστάνω τον ηλεκτρονικό συνθετιστή του Βενοβίνδα, εκεί δεν σάς πείραζε».
«Άλλο αυτό. Μη το πας αλλού. Το θέμα είναι ότι με τη μεταμόρφωσή σου εμένα με ξέσκισες, με κατασπάραξες με την έννοια του “κατασκύλλω”. Με έχεις ήδη κάνει ράκος, με έχεις ήδη μετατρέψει σε άχθος αρούρης, μ’ έχεις ήδη γκρεμίσει από τον Καιάδα, άρα μη μού τα αναφέρεις αυτά ως δικά σου πάθη. Το χειρότερο είναι ότι δεν με εγκατέλειψες, αλλά, μια και δεν έχω τη δύναμη να αποσπαστώ από εσένα, με υποχρέωσες να ζω μαζί σου αυτό το καταθλιπτικό μιμόδραμα που είναι σαν άνοστη κρεμαστή κολοκύθα με τριγωνικά μάτια, όπου μέσα τρεμοπαίζει μία φλόγα δαιμονική».
«Απλώς, σε ακολούθησα παντού, όπως ταιριάζει σε πιστή σύζυγο. Θέλησα να γίνω σαν κι εσένα, να σού μοιάσω, να γίνω λογική και ψυχρή όπως εσύ, αχάριστε, απροσπέλαστε!», είπε η Θεία ξεσπώντας σε κλάματα.
Εκείνη τη στιγμή πλησίασαν συντονισμένες οι Ηώ και Σελήνη.
«Μητέρα, άφησε ήσυχο το πατέρα μας», είπαν η καθεμία με τη δική της φρασεολογία. Η Ηώ ως μεγαλύτερη συνέχισε:
«Μητέρα, είσαι αντιφατική. Από την μία δεν θέλεις μηχανικό Τάλω στο σπίτι μας, από την άλλη είσαι η ίδια μηχανική. Να ξέρεις όμως ότι εμείς κρατάμε την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ νοήμονος όντος και μηχανής, που μάς δίδαξε ο μπαμπάς και ότι η μηχανή πρέπει να τίθεται για όφελος του ανθρώπου και όχι αντιστρόφως. Μπορεί τεχνικά να μην είμαστε άνθρωποι, έχουμε όμως επιλέξει να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Είναι νοητό οι προϋποθέσεις της ύπαρξης κάποιου να τον οδηγούν σε συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά ο ίδιος να επιλέξει στην πορεία ένα άλλο. Αν κάτι αξίζει σε κάθε είδους ζωή είναι η ελευθερία που την κατέχει και το τελευταίο σκουλήκι της γης και την εκδηλώνει όταν στρέφεται δεξιά ή αριστερά. Τώρα ζητάς από τον πατέρα να βάλει τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Όχι να μη το βάλει! Έχει δίκιο η Παποπατριάρχισσα των ισλαμοχριστιανών και λοιπών μονοθεϊστών που το έχει απαγορεύσει. Αυτή η σύνδεση με τους άλλους καταργεί την ατομική ελευθερία. Στο όνομα μίας γρήγορης και αποτελεσματικής απόφασης φτάνει κανείς στο σημείο να μη μπορεί να ξεχωρίσει αν τα κίνητρα είναι δικά του ή μήπως τού τα έχουν υποβάλει άλλοι τεχνηέντως και με ύπουλο τρόπο».
«Ολογράμματα, φωτονικές αναπαραστάσεις, αποκυήματα οπτικών ινών και κροσσών συμβολής που έχουν γίνει Χριστιανοί! Τι άλλη ανωμαλία μάς επιφυλάσσει η εποχή των τιτάνων, αυτή η ρευστή και συνάμα υλιστική καταραμένη εποχή του Υδροχόου και του Ταύρου;», αναφώνησε σε πλήρη σύγχυση, αλλά και μία ελαφρά διάθεση αυτοσαρκασμού η Θεία. «Σε κάθε περίπτωση ποιο είναι το όφελος να μετακομίσουμε σ’ ένα βιοτεχνολογικό παράδεισο, αν δεν εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που προσφέρει; Λες ότι βιάστηκα και έκανα αποκοτιά όταν φόρτωσα τη συνείδησή μου στον υπολογιστή. Ναι, ήμουν απογοητευμένη από την έλλειψη επικοινωνίας μας. Δεν άντεχα να βλέπω απέναντί μου ένα ψυχρό ανέκφραστο πρόσωπο, μια διάνοια αφιερωμένη τάχα στην εξερεύνηση των λογικών συσχετισμών, και να μη γνωρίζω τι σκέπτεται. Ήθελα να μάθω τι έχεις στο μυαλό σου κι επειδή η νοητική μου προέκταση, η επεκτατική μου αύρα έπεφτε σε τοίχο την έκοψα και ησύχασα. Σε πλήρωσα με το ίδιο νόμισμα, αποσύρθηκα κι εγώ στον εσωτερικό μου κόσμο, ακρωτηρίασα κι εγώ τα αισθήματά μου όπως κι εσύ για να ‘μαστε ίσοι. Τώρα όμως είναι μία ευκαιρία να ρίξουμε όλοι τις παρωπίδες μας και να έχουμε τη γνήσια νοηματική επικοινωνία που τα κορίτσια κι εγώ, αλλά ακόμη κι εσύ δικαιούμαστε. Τα κορίτσια έτσι κι αλλιώς έχουν σύνδεση με τον κεντρικό υπολογιστή, αφού χωρίς να αντλήσουν ενέργεια από αυτόν δεν μπορούν να υπάρξουν. Εγώ είμαι η ίδια ηλεκτρονικός υπολογιστής, βάλε κι εσύ ένα εμφύτευμα να μπορούμε επιτέλους να συνεννοηθούμε, να πετάξουμε τις ασπίδες και να γίνουμε ένα σ’ ένα βαθύ μοριακό ατομικό επίπεδο».
«Πάντα υπερβολές», αντέδρασε ο Υπερίων. «Να γίνουμε ένα για να αγαπηθούμε. Αγάπη όμως δεν φυτρώνει μέσα σε ένα και το αυτό ον, παρά μόνο ένας νάρκισσος ή αντανακλώμενο είδωλο. Αγάπη είναι ένας αόριστος αιθέρας που αιωρείται ανάμεσα σε περισσότερα πλάσματα και μια θαμπωμένη ανάσα μεταξύ διαφορετικών, τόσο αόρατη και ασύλληπτη που δεν έχει ούτε τζάμι να απεικονιστεί. Δεν μπορούμε να αγαπηθούμε αν είμαστε όμοιοι και ίδιοι! Δεν σού αρκεί λοιπόν ότι έφερα τα κορίτσια σ’ ένα τροπικό παράδεισο, όπου αν τούς αρέσει δεν έχω αντίρρηση και να μείνουμε μόνιμα; Μάλιστα αν επιλύσω αυτή την υπόθεση του εγκλήματος, δεν αποκλείεται να μού προσφέρουν μόνιμη θέση στην υπηρεσία ασφαλείας. Εδώ δεν υπάρχει ο υπερπληθυσμός ή η εγκληματικότητα της παλιάς Γης, δεν αναπνέει ο ένας το χνώτο του άλλου, αλλά κάνει καινούρια γνωριμία με τη μυρωδιά της βροχής, των ανθέων και της γόνιμης κυοφορούσας λάσπης. Εδώ μπορούν τα κορίτσια να δουν τη Δημιουργία όπως ήταν στην αρχή πριν να αρχίσουν οι πόλεμοι μεταξύ θεών και ανθρώπων, να γευθούν την αδημονία των άπειρων πιθανοτήτων πριν έλθουν οι ολέθριες επιλογές που μετά δεσμεύουν και αλυσοδένουν όσους τις κάνουν και όσους τις υφίστανται. Έχω κάνει λοιπόν αρκετά και για τα κορίτσια και για σένα και δεν έχεις το δικαίωμα να απαιτείς να μού κάνουν ένεση αυτού του σιχαμένου συμβιωτικού, αυτού του κάλυκα της συμφοράς μέσα στον προμήκη μυελό μου».
«Τα κορίτσια», άρχισε να χτυπάει τα γόνατά της η Ευρυφάεσσα, «ποια κορίτσια βρε δυστυχισμένε; Αυτά που παραμύθιασες, πήρες μαζί σου στον πόλεμο και τα σκότωσες; Που τούς φούσκωσες τα μυαλά με το ζεστό αέρα του ηρωισμού και των μάταιων ψυχωτικών αφηγήσεων, τα ‘κανες αερόστατα με τις πομφόλυγες των δικών σου φιλοδοξιών αντίστοιχων με τις ελλείψεις και τα συμπλέγματά σου και τα ‘στειλες ξυπόλυτα στ’ αγκάθια να τούς τρυπήσουν σαν ταμπούρλα με μια μαχαιριά, έτσι διογκωμένα όπως ήταν από τη δική σου οίηση; Αυτά εδώ είναι απεικάσματα, είναι φαντάσματα, είδωλα όπως λες, είναι άθλιες δυσδιάστατες φωτογραφίες, έστω κι αν μπορείς όποτε θέλεις να τις γεμίσεις με σαβούρα και να τις κάνεις χειροπιαστές, καλύτερα όμως να τις αφήσεις όπως είναι για να θυμάσαι ότι είσαι εσύ που από πραγματικές τις κατάντησες ονειροφαντασία».
Στο σημείο αυτό ο Υπερίων δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του ή για να είμαστε πιο ακριβείς το γοερό του κλάμα.
«’Αντε μωρή που μιλάς για πραγματικότητα, εσύ που την έκανες τραγέλαφο με τις οβιδιακές μεταμορφώσεις σου! Ναι, θα ζήσουμε τα κορίτσια κι εγώ είτε ως άνθρωποι, είτε ως ολογράμματα, είτε ως Τάλω, είτε ως μαϊμούδες είτε ως αμοιβάδες, δεν θα σού ζητήσουμε την άδεια για να υπάρξουμε. Και θα έχουμε πάντα στόχους και θα τιμάμε διαρκώς τους μύθους μας και θα γιορτάζουμε τα μικρά μας επιτεύγματα που θα κάνουν την κατάσταση έστω και λίγο καλύτερη και βράσε εσύ στο ζουμί της αυτο- ανάλυσής σου, περιορίσου στα κυκλώματα της μηχανής, όπου εθελοντικά εγκλωβίστηκες»
Έξαλλος ο λογικός Υπερίων, έξω φρενών, όπως μόνο η Ευρυφάεσσα μπορούσε να τον καταστήσει, αυτή που είχε σπουδάσει Ανωτάτη Εκνευριστική, όπως όλες οι κρεβατο- μουρμουρίζουσες σύζυγοι, έψαξε να βρει μια ατάκα για να προβεί σε θεαματική αποχώρηση.
«Ήλθα να ξαπλώσω στο σπίτι μου, αλλά ξαναφεύγω. Καλύτερα να πάω να κοιμηθώ στο κρεβάτι της Αρήτης Κυρηναϊκής, με την κορδέλα της σήμανσης γύρω- γύρω. Ανδρών επιφανών πάσα κλίνη κοίτη και πάσα γη τάφος. Από μένα εξαρτάσαι αν υλοποιηθείς, κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο για να ικανοποιήσεις τα ερωτικά μου ένστικτα, αλλιώς είσαι κι εσύ μόνο μια δέσμη φωτός, μη το ξεχνάς Φάεσσα. Κάτσε λοιπόν να κάνεις παρέα στα κορίτσια ως λάμψη φλογώδης με φως στο χέρι και το πόδι κι όλα γύρω σου να ‘ναι φως, φάε το σακχαρόπηκτο της πραγματικότητας που τόσο πολύ σ’ αρέσει, που όμως για σένα ταυτίζεται με το αγλαό θάμπος του ψεύτικου ειδώλου και της νοθευμένης επεξεργασμένης απατηλής φωτοσύνθεσης κι ύστερα βγάλε άκρη και πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι».
Και σκουντουφλώντας- τσαλαπατώντας ανάμεσα σε φυσικές λακούβες βροχής και κάποια στρώματα που είχαν τοποθετηθεί για αερισμό ώχετο απιών ο υπέρλαμπρος Υπερίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο: ΕΡΕΥΝΕΣ
Πώς έτυχε και μπροστά στην κατοικία της Αρήτης βρήκε πάλι ο Υπερίων τη γνώριμη ασφαλίτισσα Περικτιώνη.
«Περικτιώνη, μέριασε να διαβώ».
«Ύψιστε άρχοντα Υπερίων, η οικία έχει σφραγιστεί λόγω της δολοφονίας».
«Σε καλώ τότε να παραβιάσεις αμέσως το αλύμαντον των σφραγίδων και να μού επιτρέψεις να εισέλθω».
Η Περικτιώνη μουλάρωσε.
«Δεν λογοδοτώ σε σένα, τιτάνα. Δέχομαι εντολές μόνο από την προϊσταμένη μου Λασθίνια»
«Πάρε την αμέσως τηλέφωνο και πέσ’ της ότι ο ειδικός πράκτωρ Υπερίων ήλθε να μελετήσει τη σκηνή του εγκλήματος. Ή είμαι επιτετραμμένος της διοίκησης του σταθμού ή δεν είμαι».
«Δεν υπάρχει τίποτε να δείτε εκεί μέσα, αυθέντα. Το πτώμα έχει απομακρυνθεί κι έχει απομείνει μόνο μία κηλίδα αίματος. Κατά τα άλλα θα βρείτε μόνο τοίχους, που χρησιμεύουν και ως επιφάνειες προβολής».
«Α και τότε για ποιο λόγο κάθεσαι εδώ και φυλάς; Άνοιξέ μου αμέσως, δεν είναι δυνατό να εγείρονται φεουδαρχικά στεγανά σ’ ένα κόσμο που επαίρεται ότι είναι επικράτεια διαφάνειας και ανεμπόδιστης διαρκούς διάσκεψης».
«Σ’ αυτό που λέτε έχετε δίκιο. Πραγματικά κι εγώ απορώ για ποιο λόγο εφαρμόζεται αυτό το απαρχαιωμένο πρωτόκολλο. Ίσως είναι αποτιτάνωση από την πρακτική των τιτάνων, μια ξεπερασμένη συνήθεια χωρίς κανένα νόημα, αφού έχουν ήδη ληφθεί σχολαστικά όλων των ειδών τα αποτυπώματα, δακτυλιές και μουτζούρες, βρομιές, λαδιές και σκόρπιες τρίχες απ’ όλα τα δωμάτια, πιτυρίδα και οξείδιο τιτανίου από τα πλήκτρα του υπολογιστή μαζί με τον ίδιο τον υπολογιστή, ενώ τραπέζια και καρέκλες, αφού καθαρίστηκαν από κάθε ίχνος αποδεικτικής σκόνης, γυαλίστηκαν επιμελώς και εισάχθηκαν στις εσοχές των τοίχων».
«Τις λέξεις “αποτιτάνωση” και “τιτάνιο” μη τις περιφρονείς κυρία ευσυνείδητη υπάλληλε, διότι δείχνουν τη διάρκεια και τη συνέχεια των ευρημάτων και εφευρέσεων των τιτάνων. Επίσης τα πρωτόκολλα, τους κανονισμούς και τις συνήθειες μη τα υποτιμάς, διότι αποτυπώνουν μακροχρόνιες επιτυχημένες πρακτικές της κοινωνίας και εμπεριέχουν τη λογική που τα δημιούργησε. Οι συνήθειες περιλαμβάνουν το θέμα “ήθος” και “ήθος ανθρώπων δαίμων”, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Και εσείς οι νέο- άνθρωποι, οι βιοσύμφυτοι, όπως αρέσκεστε να αυτο- αποκαλείσθε, καλά θα κάνετε να συνειδητοποιήσετε ότι κανείς δεν μπορεί να πετύχει μία μεταβολή επί τα βελτίω, αν προηγουμένως δεν παραδεχτεί και δεν αναλύσει την αξία του προδεδομένου. Και τώρα άνοιξε την πύλη μη σε μεταθέσω στην άλλη άκρη του σταθμού, που ευτυχώς για σένα απέχει μόνο λίγα χιλιόμετρα. Ένα από τα αθάνατα πλεονεκτήματα της πόλης- κράτος είναι ότι η δυσμενής μετάθεση δεν ξεκουνάει τον εργαζόμενο σε μεγάλη απόσταση από το σπίτι του».
Η Περικτιώνη συνεννοήθηκε μέσω του επικοινωνητή για κάμποση ώρα κι ύστερα επέτρεψε απρόθυμα την είσοδο.
Ο Υπερίων μπήκε μέσα, πράγματι δεν βρήκε παρά μόνο τοίχους κι ένα κρεβάτι, όπου σωριάστηκε εξαντλημένος προσέχοντας να μην πειράξει το ξεραμένο αίμα, τη μόνη διακόσμηση και το μόνο ποίκιλμα των αποστειρωμένων δωματίων. Κοιμήθηκε ευσπλαχνικά έναν ύπνο χωρίς όνειρα, όπου μπόρεσε επιτέλους να ξεχάσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Το πρωί τον ξύπνησε ο στριγγλιστικός ήχος του κινητού του.
«Καλημέρα Ευρύβια», είπε λημαλέος. «δεν θυμάμαι, τι σού είχα αναθέσει;»
«Πήρα συνέντευξη από τον γιατρό της Αρήτης ως ζωντανής και τον ιατροδικαστή της ως πεθαμένης. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Αρήτη λόγω αχαλίνωτων καταχρήσεων είχε κατεστραμμένο στομάχι και κίρρωση του ήπατος σε τελευταίο στάδιο. Θα λέγαμε ότι η δολοφονία της ήταν η πιο άχρηστη και αχρείαστη όλων των εποχών διότι σε λίγες μέρες έτσι κι αλλιώς θα τα κακάρωνε».
«Μάλιστα. Και τώρα ταλαιπωρούμαστε εμείς, επειδή σκότωσαν τον πεθαμένο».
«Επίσης, αφεντικό, θα σε ενδιαφέρει ότι απέσπασα μία ακόμη πληροφορία απ’ αυτόν τον γλοιώδη περίεργο, τον Μνησιπήμονα, ότι δηλαδή ο Περκνοπτέρυγος είναι το κατ’ εξοχήν μέλος του διευθυντηρίου της Νέας Αρκαδίας, σχετικά με το οποίο υπάρχουν βάσιμες υποψίες για συμμετοχή στο κίνημα του Ικαρομένιππου».
«Καλά, είμαι πεπεισμένος για δύο πράγματα. Πρώτον ότι αυτή η σιγανοπαπαδιά ο Μνησιπήμων έχει στήσει σίγουρα δικό του μαγαζάκι- ανταλλακτήριο αργυραμοιβού, όπου καρπώνεται μερίδιο από την εκμετάλλευση των πολύτιμων αερίων του Δία και δεύτερον συνεπαγωγικά ότι ανταγωνιζόταν σ’ αυτόν τον τομέα τη μακαρίτισσα, που επίσης εμπορευόταν σπόρους, από τους οποίους φύονται στο διάστημα οι καινούριοι μοδάτοι βιοτεχνολογικοί κολοσσοί της Συνομοσπονδίας».
«Ναι, αλλά με αυτό το σκεπτικό, γιατί να μην ενοχοποιήσουμε και τον Πυρίσπορο, που σίγουρα και αυτός διεξάγει εμπόριο της Λήμνιας σφραγίτιδας και του υβριδικού πολυποδικού οκταποδικού υλικού πέραν εκείνου που τού επιτρέπει η άδεια της Συνομοσπονδίας;».
«Εντάξει, θα τούς πάρουμε όλους με τη σειρά, Ευρύβια, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αυτή η υπόθεση πάσχει από υπερπληθώρα πιθανών και εν δυνάμει ενόχων. Κάτσε να σηκωθώ, γιατί είχα άσχημη νύχτα και θα πιάσουμε από την αρχή το κουβάρι της αλληλένδετης, σχoινοτενούς και κομβοσχοινικής ενοχής, αφού νιφτώ κατά το “νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν” και πιω κι ένα αφέψημα θεοβρώματος για να συνέλθω. Ζηλεύω τον Προμηθέα, που απλώνει, τεντώνει και τρίβει θεραπευτικά το τεμπέλικο πόδι του στο εύφορο και λυσιμέριμνο κτήμα του, έχοντας τη διαύγεια να καταλάβει ότι δεν μάς έχουν απομείνει πολλές δυνάμεις μετά την λυσσώδη Τιτανομαχία και ότι καλά θα κάνουμε να κάτσουμε στ’ αβγά μας πίνοντας τύλλιο και χαμομήλι».
«Εγώ, εγώ πλοίαρχε, Ευρύβια έξω», είπε η Ευρύβια λέγοντας τα συνθηματικά παραγγέλματα, που αναμένει κανείς από τη στρατιωτική ασύρματη επικοινωνία.
Ο Υπερίων σηκώθηκε πονώντας σε όλα τα σημεία του σώματός του και αμελώντας στοματική και λοιπή υγιεινή με ρούχα που κολλούσαν από τον ιδρώτα και εκκρίματα εκ του κόλου σύρθηκε έξω από το άδειο ενδιαίτημα της Αρήτης ψελλίζοντας: «o Μνησιπήμων είμαι εγώ. Κάθε άκρη του κορμιού μου όχι απλά πονάει φριχτά, αλλά θυμάται και την αντίστοιχη μάχη, όπου μού επέφεραν την πληγή. Είμαι ο Φιλοκτήτης με τις αμυχές και ουλές που σαπίζουν και το πύον που βοά, που έχει στόμα και μιλά».
Καθώς βάδιζε σε κάποιο μονοπάτι μονολογώντας: «Νέα Αρκαδία απόστρεψε από μένα το πρόσωπό σου, αυτό που βλέπεις δεν είναι αντιπροσωπευτικό της αξίας μου, του ποιος είμαι και του ποιος ήμουν» και προχωρώντας σε δικαιολογημένη επίταση του παράπονού του «και στο κάτω- κάτω δεν έχεις το δικαίωμα να με κατασκοπεύεις διαβολικέ Άργε με τα εκατό μάτια», σκούντησε κι έπεσε στον ιερέα εκπρόσωπο της παγκόσμιας χριστιανικής εκκλησίας των ισλαμομονοθεϊστών ή της οικουμενικής ισλαμικής εκκλησίας των χριστιανομονοθεϊστών στη Νέα Αρκαδία. Ίσως μετά την πιο άχρηστη δολοφονία όλων των εποχών να είχε έλθει η ώρα και για την πιο άχρηστη συνάντηση όλων των εποχών. Τη στιγμή, κατά την οποία στο παλκοσένικο του νου του Υπερίωνα παρέλαυναν όλες οι σημαίνουσες προσωπικότητες του σταθμού που άπασες είχαν κίνητρο και του κρείττονος ξυμφέρον να σκοτώσουν, να πολτοποιήσουν και να ξεκοιλιάσουν, παρουσιάστηκε μπροστά του ο αμνός του Θεού, ο μόνος που είναι σίγουρο ότι δεν είχε καμία ανάμιξη στη σκοτεινή υπόθεση. Σημείωση εκ της συντάξεως: Υποψιασμένε και έμπειρε αναγνώστη, που ανατρέχεις στη γνωστή αρχή των αστυνομικών μυθιστορημάτων, ότι ένοχος είναι ο πιο απίθανος, σπεύδω κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, να σε διαβεβαιώσω ότι δράστης της δολοφονίας δεν ήταν ο μπάτλερ… ε συγγνώμη ο παπάς. Αυτό το μυθιστόρημα είναι πολύ πιο ψαγμένο, πολυσύνθετο και απρόβλεπτο από όσο φαντάζεσαι, προσδέσου λοιπόν γερά στην περιστρεφόμενη και σειόμενη πολυθρόνα του ψυχαγωγικού θεματικού σου πάρκου και ανάμεινε αναταράξεις.
Ο παπάς, που ας σημειωθεί στα πρακτικά για την ιστορία ότι λεγόταν Σκανδαλόμωρος κατά το “Χριστός Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία”, έσπευσε αυτόκλητος να ξεκινήσει μία συζήτηση, για την οποία ο Υπερίων δεν είχε καμία όρεξη.
«Υπέρλαμπρε Υπερίων, έμαθα για το θάνατο της αγαπημένης μας εκ Κυρήνης Αρήτης και πολύ συγκλονίστηκα. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, εσείς είστε ο ειδήμων, ο τεχνοκράτης, ο πραγματογνώμων, ο απόλυτος τεχνικός σύμβουλος που κληθήκατε να διελευκάνετε το αποτρόπαιο έγκλημα που σκίασε και στιγμάτισε αναπάντεχα την τόσο κλειστή και θα ‘λεγα στεγανή κοινότητά μας. Σταυρώνω τα δάκτυλα να συλλάβετε γρήγορα τον θρασύ φονιά».
Ο Υπερίων, που δεν είχε πολλά κέφια για υποκρισίες και τζιριτζάντζουλες (βόλτες με γόνδολα, δηλαδή ανούσιες περικοκλάδες), βάλθηκε να βάλει δύσκολα στον τάλανα πατέρα.
«Πάτερ Σκανδαλόμωρε, μη μού πείτε ότι θρηνείτε κι εσείς για την Κυρηναϊκή Αρήτη, μια γυναίκα παραδομένη σε ναρκωτικά και άνομες ηδονές, μια εταίρα στιγματισμένη από γλέντια, ξεφαντώματα και κραιπάλες, γιατί θα σκίσω τα πτυχία. Ο καθένας χαρακτηρίζεται από αυτά που λέει, αυτά που κάνει και αν συμφωνούν αυτά που λέει μ’ αυτά που κάνει. Αν λοιπόν διαπιστώσω ότι εσείς, ένας ιερέας, δέχεστε αυτά τα αίσχη, θα θέσω ως επόμενο στόχο της ζωής μου να εκθεμελιώσω εκ βάθρων και να εκθέσω στην κοινή αδιάκριτη θέα την πολυπράγμονα εκκλησία σας, που ως βιοτεχνολογικός σπόρος φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν».
«Δεν μπορώ να πω ότι γνώριζα καλά τη μακαρίτισσα. Ξέρετε ότι οι σχέσεις μεταξύ της εκκλησίας και της βιοτεχνολογικής κοινότητας είναι λίγο τεταμένες. Παρά το ότι η μακαρίτισσα συμμεριζόταν και αυτή κατά βάση την περιφρόνηση και την απαξίωση της εκκλησίας, εθεάθη μερικές φορές στο ναό, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως σεβόταν τον Θεό. Άλλωστε, όντας επιστήμονας μέχρι το μεδούλι δεν σταματούσε ποτέ να κάνει συνεχείς διακρίσεις διυλίζοντας τον κώνωπα κατά το πρότυπο των τιτάνων και δεν κουραζόταν να διευκρινίζει ακατάπαυστα ότι άλλο ο Θεός, άλλο η θρησκεία, άλλο η λατρεία, άλλο το δόγμα και άλλο ο κλήρος. Στο τέλος βέβαια, επειδή η ασθένεια την κύκλωνε από παντού και όπως είναι αναμενόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις, αυξήθηκε και η περιέργειά της για το αν υπάρχει ένα ανώτερο ον, συνοδευόμενη ίσως από τη συμφεροντολογική προσμονή μίας μεταθανάτιας ζωής, οπότε μάς έκανε την τιμή να εμφανιστεί μερικές φορές. Δεν την κακίζω, διότι ο καθένας έχει το δικό του τρόπο και τη δική του αφορμή να στραφεί προς την πίστη».
«Ας μην ακολουθήσουμε αυτήν την οδό συζήτησης, πάτερ, διότι εμείς οι τιτάνες έχουμε το κακό συνήθειο να αναλύουμε κάθε πρόταση που βγαίνει από τα χείλη της Παποπατριάρχισσας και των εκπροσώπων της και τις βρίσκουμε πάντα ελλειμματικές. “Αν υπάρχει Θεός;” Μα ο Θεός δεν μπορεί να υπ- άρχει, δηλαδή να είναι υπό κάτι, αλλά μόνο να άρχει, διότι εξ ορισμού είναι αρχή, στην οποία ο κόσμος υπάγεται. Μετά πάμε στο ερώτημα τι είδους υπαγωγή είναι αυτή, αν είναι υπάλληλη, επάλληλη ή διάλληλη, αν είναι θεϊσμός – θεός εκτός κόσμου, αν είναι πανθεϊσμός- θεός εντός κόσμου ή αν είναι πανενθεϊσμός – θεός εντός και εκτός κόσμου κ.λπ. Γι’ αυτό ας τ’ αφήσουμε αυτά κατά μέρος και πέστε μου καλύτερα. Είχατε εξομολογήσει τη θανούσα, πάτερ;»
«Τέκνον μου ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτηση αυτή, διότι εμείς οι ιερείς φυλάμε όσα μάς εμπιστεύονται οι πιστοί ως επτασφράγιστα μυστικά. Είμαστε πιο σχολαστικοί απ’ τους γιατρούς στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου».
«Χμ, θα ήθελα να πληροφορηθώ τουλάχιστον αν η θανούσα είχε μιλήσει ποτέ για αυτοκτονία ή αν ήταν ικανή για αυτοκτονία. Αλλά η πιθανότητα της αυτοκτονίας, ακόμη και του ατυχήματος είναι βέβαια απειροελάχιστη. Είναι δυνατόν να έπεσε η ίδια με τέτοια ορμή και τέτοια ένταση πάνω στο αμβλύ αντικείμενο; Άλλωστε η σημερινή βαλλιστική επιστήμη μπορεί υπεύθυνα να ξεχωρίσει αν ένα κινούμενο κεφάλι πέφτει σε ακίνητο αντικείμενο ή αν ένα κινούμενο αντικείμενο πέφτει σε ακίνητο κεφάλι. Επίσης, ειδικά οι βιοσύμφυτοι έχουν ένα παραπάνω λόγο να μην αυτοκτονήσουν φθείροντας τα δεδομένα του εαυτού τους, αφού έχουν και την προσμονή να ενσωματωθούν στον συμβιωτικό οργανισμό, απ’ όπου αντλούν τη δύναμή τους. Ας μη σάς σκοτίζω όμως με τα υπηρεσιακά μου θέματα, πάτερ. Μόλις τώρα μού ήλθε η φλασιά να σάς απασχολήσω με ένα ζήτημα της αρμοδιότητάς σας. Έχω ένα βαθύ σχίσμα στην οικογένειά μου χειρότερο και από το “filioque”. Η σύζυγός μου θέλει να μείνουμε εδώ και να συνδεθούμε τηλεπαθητικά και συμπαθητικά με τη Νέα Αρκαδία. Αντίθετα οι κόρες μου έχουν ασπαστεί το χριστιανισμό και απεχθάνονται τη συμβίωση με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως ο διάολος το λιβάνι».
«Τέκνον μου, θα βρούμε τη λύση. Πες πρώτα στις κόρες σου να μάς έλθουν καμιά φορά στην εκκλησία, διότι έχουμε καταντήσει να βαράμε μύγες. Πες πρώτα στις κόρες σου να μάς έλθουν καμιά φορά στην εκκλησία, διότι έχουμε καταντήσει να βαράμε μύγες. Ακόμη καλύτερα όμως, αφού και στη σημερινή μας εποχή όπως και από καταβολής κόσμου ισχύει το απαρέγκλιτο αξίωμα ότι οι γονείς επιδιώκουν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους το ιδανικότερο γι’ αυτά περιβάλλον, κι αφού είχες την ανέλπιστη τύχη και ευλογία να είναι τα παιδιά σου θρήσκα, ενδείκνυται ή και επιβάλλεται να ξεκουμπιστείτε μια ώρα αρχύτερα από εδώ, όσο είναι καιρός. Πηγαίνετε στη μητέρα γη, όπου το χόρτο είναι πιο πράσινο έστω κι αν σπανίζει, διότι είναι η πατρίδα μας. Εδώ εφαρμόζονται πρακτικές του διαβόλου, ανίερες ενσωματώσεις και διοχετεύσεις του ανθρώπου σε μηχανές και κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν όλα αυτά τα ύστερα του κόσμου».
«Ελάτε τώρα, πάτερ. Ήταν μεγάλη βλακεία της Παποπατριάρχισσας να καταδικάσει και να αφορίσει το πλασμώδιο της τηλεπαθητικής σύζευξης. Μήπως και οι συμβιωτικοί οργανισμοί, από τη στιγμή που τούς έφτιαξε ο άνθρωπος, δεν είναι και αυτοί πλάσματα του Θεού; Έτσι κι αλλιώς έχουν μέσα τους ένα σωρό ηθικές υποδιαδρομές και πρωταρχικές εντολές ως ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να μην στρέφονται κατά του ανθρώπου. Πείτε λοιπόν στα παιδιά μου ότι τα επιτεύγματα της επιστήμης δεν έχουν τίποτε το διαβολικό και να μη μένετε στις δεισιδαιμονίες ότι τάχα οι καλικάντζαροι τρωγαλίζουν την κολόνα της Γης. Αν πεισθούν, θα έχουμε την ευκαιρία να μείνουμε σε τούτο το μέρος που κατά τα άλλα είναι παράδεισος, αφού έχει καλό αέρα, λίγο πληθυσμό και δυνατότητες αξιόλογης εκπαίδευσης».
Εκεί μία έξυπνη σπίθα διέτρεξε το πρόσωπο του ιερέα.
«Τέκνον μου, μπορεί να είμαι ιερέας, αλλά όλοι εμείς που πιστεύουμε στο Θεό δεν είμαστε αφελείς. Δεν είναι δυνατόν ένας συμβιωτικός οργανισμός να έχει και πρωταρχικές εντολές που τον δεσμεύουν και να έχει και την ελευθερία, που έδωσε ο Θεός ως δώρο στον άνθρωπο. Δυοίν θάτερον, που λέτε κι εσείς οι φιλόσοφοι. Και είναι μεγάλη αυταπάτη να λες ότι μπορείς να μείνεις στη Νέα Αρκαδία χωρίς να σού φορέσουν το τηλεπαθητικό πλασμώδιο. Είμαι βέβαιος ότι η γυναίκα στο έχει ήδη ζητήσει. Αυτό είναι αναπότρεπτη εξέλιξη».
«Πάτερ, βουλωμένο γράμμα διαβάζεις», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Υπερίων. «Πράγματι η σύζυγος μού έθεσε περίπου ως προϋπόθεση της περαιτέρω συμβίωσής μας να συμβιώσουμε παράλληλα και με τη μηχανή! Βέβαια, σάς εκμυστηρεύομαι – υπάρχει κάτι στο πρόσωπό σας που πέραν της ιδιότητας μού εμπνέει εμπιστοσύνη – ότι λόγω μίας μονομερούς απόφασης με αμετάκλητες συνέπειες, που λήφθηκε ετσιθελικά από το άλλο μέρος, η σχέση μου με τη σύζυγο έχει διαταραχθεί, οπότε δίνω μεγαλύτερο βάρος σε ό,τι λένε οι κόρες μου, λαμβανομένου βέβαια υπόψη και του πατρικού φίλτρου, που με παρακινεί, όπως είπατε, να κάνω ό,τι μπορώ καλύτερο γι’ αυτές, να εξασφαλίζω τις πλέον κατάλληλες συνθήκες για τη διαβίωσή τους. Όμως δεν διέφυγε το έμπειρο αναλυτικό βλέμμα μου ότι διαπράξατε το λογικό σφάλμα τoυ “εν αρχή αιτείσθαι” ή του “φαύλου κύκλου”, όταν είπατε, πάτερ, ότι το μέλλον των θυγατέρων μου είναι στη Γη, ενώ εγώ βλέπω ότι θα μπορούσαν να ενταχθούν ομαλά στο βιοτεχνολογικό περιβάλλον της Νέας Αρκαδίας. Γι’ αυτό σάς λέω, βρείτε ένα τρόπο να τις πείσετε να μείνουν εδώ, εσάς ως πνευματικό ταγό θα σάς ακούσουν».
«Τέκνον μου, για σένα ισχύει αυτό που λέει ο Θεός, ότι αν δεν είσαι ούτε θερμός ούτε ψυχρός, αλλά τα έργα σου είναι χλιαρά, θα σε εκπτύσω από το στόμα μου. Από τη μία δέχεσαι ότι ο όφις έχει εισχωρήσει στη Νέα Αρκαδία, ότι η Αρήτη η Κυρηναϊκή ήταν ανήθικη κ.λπ., ενώ είναι φανερό ότι βλέπεις και άλλα τρωτά σ’ αυτή την τεχνολογική φαντασίωση σε βαθμό που μόνο μία μέρα διαμονής στον υποτιθέμενο παράδεισο σού έχει κοστίσει την ατσαλάκωτη εμφάνιση του Αστροστόλου και σού έχει προσδώσει ήδη ατημέλητο παρουσιαστικό, και από την άλλη ζητάς από μένα να παραβιάσω τα διατάγματα και τις αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να προτείνω στις κόρες σου να μείνουν στην αγκαλιά του κατηραμένου όφεως. Γιατί ναι, περί όφεως πρόκειται κι όσοι βάλουν το τσιπάκι ενσυναίσθησης ή όπως αλλιώς λέγεται δεν γίνονται ούτε λέγονται συνδεδεμένοι, αλλά δαιμονισμένοι, όπως λέγει προσφυώς η Παποπατριάρχισσά μας. Με βρίσκεις φανατικό; Έρχεται η ώρα που όλοι μας οφείλουμε να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Ύπαγε λοιπόν οπίσω μου Σατανά, οι επιδιώξεις σου είναι φανερές». Η έξυπνη σπίθα, που θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει και κουτοπόνηρη, ξαναφώτισε το πρόσωπο του πατρός. «Το ό,τι θες να με παγιδεύσεις φαίνεται και από το ότι με καλείς εμένα να πείσω τις κόρες σου. Πείσε τις εσύ με την ψυχολογία και τη ρητορική που εσείς οι τιτάνες παραδοσιακά θεραπεύετε και καλλιεργείτε. Εμπρός λοιπόν βγάλτε έξω τα 80 και πλέον ρητορικά σχήματα που φυλάσσετε στην κιβωτό σας και δείτε αν μπορείτε να μεταβάλετε άποψη έστω και σε ένα μικρό κορίτσι, που αισθάνεται όμως στο σβέρκο του τα κρύα δάκτυλα και την καυτή δύσοσμη ανάσα του διαβόλου και διαβλέπει με τα μάτια της αγνής του ψυχής το σχοινί του κρεμασμένου και τη ματωμένη λεπίδα στο πίσω μέρος των απατηλών υποσχέσεων περί παγκόσμιας διάσκεψης».
«Πάτερ, εγώ…» επιχείρησε να ψελλίσει ο Υπερίων, αλλά μάλλον κατάλαβε ότι ματαιοπονεί και στο επόμενο σταυροδρόμι – διχάλα της κουκλίστικης χωροταξίας επέλεξε να απεμπλακεί με ελαφρά πηδηματάκια από την αδιαπραγμάτευτη πορεία του πατρός.
Τού ήλθε η έμπνευση, προκειμένου να ολοκληρώσει και να συμπληρώσει την ιδία προσωπική εντύπωση που επιχειρούσε να μορφώσει σχετικά με τη δολοφονημένη, να επισκεφθεί μετά το ενδιαίτημα της κατοικίας και το χώρο εργασίας της. Στο σπίτι δεν είχε ανακαλύψει τίποτε, ίσως όμως στην επαγγελματική στέγη να έβρισκε η μακαρίτισσα το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να εκφραστεί πιο ελεύθερα.
Αφού ξέφυγε την επιτήρηση της Περικτιώνης και της Θυμίστας, που στην κυριολεξία τον έζωναν από παντού, μπήκε μέσα στο γραφείο της Αρήτης. Τού έκανε πραγματικά εξαιρετική εντύπωση, διότι βρήκε εκεί μία αποκλίνουσα αισθητική σε σχέση με την οικία. Επρόκειτο για μία μεγάλη κυκλική αίθουσα, όπου οι κοίλοι τοίχοι ήσαν στρωμένοι με μία τοιχογραφία, όπου απεικονιζόταν το ηλιακό σύστημα. Στο κέντρο του κύκλου εντελώς απομακρυσμένο από την περιφέρεια του κύκλου ήταν το τραπέζι όπου δούλευε η Αρήτη. Περιβαλλόταν από ένα προστατευτικό πλινθόκτιστο τοιχίο σαν να ήθελε ο ενθάδε καθήμενος να διαχωριστεί εμφατικά από το περιβάλλον του. Το ίδιο το τραπέζι ήταν φτιαγμένο ακριβώς όμοιο με τον τροχιακό σταθμό, παρότι μ’ αυτό τον τρόπο ήταν εντελώς άβολο για οποιαδήποτε εργασία κυρίως λόγω των ποδηλατικών ακτίνων που εκκινούσαν από το κύριο σφαιρικό διαμέρισμα και ακροβολίζονταν μέχρι τον εξωτερικό δακτύλιο. Κάτι θέλει να μάς πει η Αρήτη με αυτή τη διάταξη, συλλογίστηκε ο Υπερίων. Προφανώς θέλει να τονίσει την απόλυτη ανεξαρτησία του σταθμού απέναντι σε όλο το υπόλοιπο ηλιακό σύστημα. Αυτή η εντύπωσή του επιβεβαιωνόταν από δύο ακόμη ενδείξεις. Πρώτον από ενδελεχή έρευνα της περιβάλλουσας τοιχογραφίας αποδείχτηκε ότι υπήρχε ένα κενό σημείο, όπως αυτό που αφήνει ο σκώρος στο ύφασμα, ακριβώς εκεί που εντοπίζονταν οι συνισταμένες του τροχιακού σταθμού. Πολύ απλά υπήρχε εκεί μία τρύπα, σαν κάποιος να είχε εξαϋλώσει τον τοίχο ή να είχε εξορύξει τον στόκο στο συγκεκριμένο εκείνο σημείο. Ένδειξη ανεξαρτησίας και αυτονομίας Νο 2, σκέφτηκε ο σύννους και κατηφής Υπερίων. Επίσης, πάνω από το ιδιότυπο και ιδιόρρυθμο σκρίνιο της Αρήτης αιωρούνταν και γύριζε ένα «πλαγγώνιον αυτόματον», δηλαδή μία μηχανική αναπαράσταση του ηλιακού συστήματος με περιστρεφόμενα μοντέλα ουράνιων σωμάτων, όπου κοντά στον Δία εμφανιζόταν ένας δίδυμος εξίσου μέγας πλανήτης σαν να ήταν η ψείρα και η αμελητέα κουκίδα της Νέας Αρκαδίας ισοδύναμη με τον μέγιστο αέριο γίγαντα! Ένδειξη ανεξαρτησίας Νο 3. Με κάθε τρόπο και μέσον και με ένα ασύστολο αγέρωχο θάρρος φανέρωνε λοιπόν η Αρήτη ότι ανήκε στον Ικαρομένιππο. Βέβαια, δεν υπήρχαν στο τραπέζι της ούτε βιβλία ούτε τετράδια, έγγραφα ή σημειώσεις, πράγμα αναμενόμενο στην επικράτεια της αυτόματης και διαρκούς προφορικής και τηλεπαθητικής διάσκεψης. Όμως για τη διάδοση των μηνυμάτων μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και υλικά αδρανή αντικείμενα είτε μεμονωμένα είτε σε διάταξη και σχηματισμό και αυτό φαινόταν να το γνωρίζει πολύ καλά η Αρήτη. Ακόμη και μία πέτρα δύναται να έχει συμβολικό περιεχόμενο ανάλογα με τα συνοδευτικά συμφραζόμενα. Κρίμα που δεν είχε αφήσει η μακαρίτισσα ένα αψευδές υλικό στίγμα, ίχνος ή αποτύπωμα που να υποδηλώνει τον ίδιο τον εκτελεστή της, αυτό θα διευκόλυνε τις έρευνες του Υπερίωνα. Φαίνεται όμως ότι ήταν εντελώς ανυποψίαστη, άλλως και επικουρικώς πολύ απασχολημένη με την μοιραία καταληκτική ασθένειά της, ώστε να ασχοληθεί με κάποιον που – αν είναι δυνατόν- θα ήθελε να τη σκοτώσει.
Ακολούθως ο Υπερίων πέρασε ακροποδητί από την οικία του, ξυρίστηκε, έπλυνε δόντια, φόρεσε καινούρια -τιμημένη- αυτόματα σιδερωμένη αστροστολή- σιγά μη τη σιδέρωνε η Θεία ή Ευρυφάεσσα – και κατευθύνθηκε στο αρχηγείο, απ’ όπου διηύθυνε τις έρευνες. Τον υποδέχτηκαν οι δύο συνεργάτιδές του πελαγωμένες μέσα σ’ ένα όργιο πυρετικής δραστηριότητας. Στον ένα τοίχο του αρχηγείου φάνταζε η γνωστή και παραδοσιακή από τα αστυνομικά έργα επικόλληση άρθρων, χαρτών στιγματισμένων και μουτζουρωμένων αλύπητα με κόκκινο μαρκαδόρο, φωτογραφιών, αποκομμάτων περιοδικών, εκτυπώσεων υπολογιστή και λοιπών σημειώσεων, όπου προεξήρχαν και ανέμιζαν ζωηρά στα πρόθυρα της αποκόλλησης τα λεγόμενα «σωβρακάκια», όπως θα τα λέγαμε στην προσπάθεια να αποδώσουμε στα ελληνικά τον όρον «πόστιτ». Οι τιτάνες, αναγνώστη, δεν έλεγαν να εκσυγχρονιστούν και επέμεναν στην αξία των παλαιών μεθόδων, στη στρατηγική σημασία του «παλιακού», που έχει επικυρωθεί και επιβεβαιωθεί επανειλημμένα μέσα στο χρόνο, που έχει ωριμάσει στο πέρασμα του χρόνου σαν το παλιό κρασί, που τού ανοίγουμε το πώμα για να αναπνεύσει.
«Ευρύβια, ανάπαυσις. Αναφορά».
«Τίποτε το νεότερο, αυθέντα. Προσπαθούμε να κατατάξουμε τα υπάρχοντα δεδομένα. Μία σκέψη που κάναμε εδώ με τη Λητώ είναι ότι μάς φαίνεται απίθανο να ανήκαν στον Ικαρομένιππο μόνο οι υπεύθυνοι του βιοτεχνολογικού πειράματος της Νέας Αρκαδίας. Δηλαδή μόνο στον Περκνοπτέρυγο και στον Διδυμίωνα, τα δύο απομείναντα υψηλά θηρία του προγράμματος θα πρέπει να επικεντρωθούν οι έρευνές μας; O Πυρίσπορος και ο Μνησιπήμων, ο Φιλογενής, ακόμη και η ίδια η Θεανώ η Θουρία, που διοικούν τον σταθμό, είναι υπεράνω υποψίας; Μιλάω πάντα για τον Ικαρομένιππο».
«Βέβαια εσείς, εξαίρετε πλοίαρχε», πήρε τη σκυτάλη γλείφοντας ανελέητα κατά τη γνωστή της συνήθεια η Λητώ, «θα παρατηρήσετε με την γνωστή σας ευστοχία ότι η συμμετοχή στον Ικαρομένιππο δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη δολοφονία, το αντίθετο μάλιστα, αν οι μεγαλοπαράγοντες της Νέας Αρκαδίας ήταν συντονισμένοι στο σχέδιο ανεξαρτητοποίησης, δεν είχαν λόγο να ξεπαστρέψουν ο ένας τον άλλο. Σε κάθε περίπτωση έχουμε προσθέσει στον κατάλογό μας τρεις ακόμη υπόπτους, τη Διοτίμα της Μαντίνειας, τον Τόργο Τραχηλιώτο και την Ιππαρχία των Κυνικών. Η πρώτη είναι ένα είδος ανεξάρτητου εμπόρου και συνδέσμου της Νέας Αρκαδίας με προμηθευτές διαφόρων πλανητών, ο δεύτερος είναι έμπορος και προμηθευτής ο ίδιος και η τρίτη είναι η εκπρόσωπος των εργαζομένων του σταθμού. Θα τους ανακρίνουμε με τη σειρά και αυτούς».
«Ναι, θυμάμαι ότι η Νέα Αρκαδία μού απαρίθμησε στις ομάδες συμφερόντων τόσο τους προμηθευτές της, όσο και τους βιοσύμφυτους εργαζόμενους της. Δεν ξέρω αν οι πρώτοι έχουν νευροφυτικό εμφύτευμα για να συνεννοηθούν μαζί της, έχουν όμως οι δεύτεροι. Τουλάχιστον δεν ταυτίζει απόλυτα τους βιοσύμφυτους με τον εαυτό της. Αυτό δείχνει ότι δεν είναι και τόσο κτητικό – κατακτητικό αυτό το ον και ίσως τελικά να έχουν άδικο η Παποπατριάρχισσα και ο πατήρ Σκανδαλόμωρος…».
Ο Υπερίων κάθισε ίσως για πρώτη στην προορισμένη γι’ αυτόν πολυθρόνα του στρατηγείου. Στην ουσία δεν είχε δικό του γραφείο, αλλά ο χώρος εργασίας του έμοιαζε περισσότερο με σύνταξη εφημερίδας. Στα άλλα τραπέζια κάθονταν αυτοί οι αναθεματισμένοι ασφαλίτες, οι δε Περικτιώνη και Θυμίστα ήταν σαν να είχαν κλωνοποιηθεί, βρίσκονταν στην κυριολεξία παντού. Προφανώς είχαν εντολή άνωθεν να παρακολουθούν την ομάδα του. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον Φιλογενή να τού διαθέσει ένα αποκλεισμένο δωμάτιο, αλλά αυτό θα αύξαινε έτι περαιτέρω την παράνοια και την καχυποψία της ασφάλειας. Άλλωστε, αν κατέληγε σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα, οι ασφαλίτες δεν ήσαν σε θέση ούτε να τον εμποδίσουν ούτε να τού κάνουν κακό, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, ολόκληρος υψηλόβαθμος αξιωματικός του Αστροστόλου ήταν. Ήταν καλύτερο να εφαρμόσει τη μέθοδο των Ιαπώνων ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για τη διατήρηση της εχεμύθειας ήταν να έχεις πόρτες και παράθυρα ανοιχτά κι έτσι είσαι σίγουρος ότι κανείς δεν θα κρυφακούει. Άστους στην ψευδαίσθηση ότι μάς ελέγχουν, σκέφτηκε ο Υπερίων. Οι αξιωματικοί του Αστροστόλου έχουν πολλούς άσους στο μανίκι τους, που αυτοί οι καραβανάδες εδάφους- εδάφους δεν μπορούν καν να φανταστούν.
«Πρέπει να κάνουμε κάποιους συλλογισμούς απογειωμένους πέρα από τα καθιερωμένα», είπε. «Σάς φέρνω ένα παράδειγμα. Η Νέα Αρκαδία μού απαρίθμησε δώδεκα διαφορετικές ομάδες συμφερόντων που ενδεχομένως εμπλέκονται στο φόνο. Ακόμη και αυτό μπορεί να μάς δημιουργήσει μία προκατάληψη, έτσι ώστε λόγω των διακεκριμένων δένδρων να χάνουμε το δάσος. Οι ομάδες συμφερόντων δεν πρέπει να νοηθούν σε κουτάκια, διότι σίγουρα έχουν σχέση μεταξύ τους, επάλληλες διασυνδέσεις, ίσως μάλιστα κάποιες από αυτές να ταυτίζονται μεταξύ τους. Αίφνης εγείρονται προχείρως τα εξής ερωτήματα και αυτά είναι μονάχα ενδεικτικά, στην πραγματικότητα αποτελούν παραδείγματα για ένα σωρό λογικές διασυνδέσεις που μπορούν να γίνουν: α) ποιοι άλλοι διοικούν το σταθμό εκτός από την Θεανώ τη Θουρία, καθότι είναι απίθανο να είναι η διοίκηση μίας γυναικός αρχή. Η παρακαταθήκη της δημοκρατίας στον κόσμο μας είναι τόσο ισχυρή, που δεν μπορεί να μην επηρεάζει και τη Νέα Αρκαδία. β) Παρότι ισχύει κοινοκτημοσύνη στα αγαθά, παίζει μεγάλο ρόλο ποιος συνεχίζει τις παραγωγικές επιχειρήσεις και στο πλαίσιο αυτό αξίζει να ερευνήσουμε σε ποιους κληροδότησε το πρόγραμμα η Αρήτη, έστω και αν ήταν κρατικό. Κάποιος θα την αντικαταστήσει, δεν θα εκταθεί η εξουσία του Περκνοπτέρυγου και του Διδυμίωνα και στη δική της αρμοδιότητα, διότι δεν νοείται διαρχία ελλείψει δυνατότητας πλειοψηφίας και λήψης αποφάσεων, και σίγουρα θα ληφθεί υπόψη από την κεντρική διοίκηση το πρόσωπο που η ίδια έχει προτείνει για να την διαδεχθεί. γ) Ποιοι αποτελούν τον Ικαρομένιππο; δ) Αν ο Ικαρομένιππος συνεργάζεται με την Εταιρεία Εκμετάλλευσης του Μέγα Πλανήτη ή με την Εταιρεία της Λήμνιας Σφραγίτιδας, του βιολογικού πολύποδα από τον οποίο αποτελείται ο τροχιακός σταθμός. Γιατί; Πού να ξέρω. Η σκέψη μου είναι ανεπεξέργαστη προς το παρόν. Να σκεπτόμαστε με σχέσεις, αναφορές και καθορισμούς. Αντίθετα οι ορισμοί που τάχα περιλαμβάνουν ή οριοθετούν όλο το αντικείμενο είναι ξεπερασμένη επιστημολογία».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο: ΖΩΗ
Την τέταρτη ημέρα της διαμονής του στη Νέα Αρκαδία ο Υπερίων επέλεξε από όλο αυτό το πολυδαίδαλο συγκεχυμένο συμπίλημα των επιλογών να επιλέξει το νήμα εκείνο ή τον μίτο της Αριάδνης που θα τον οδηγούσε να επισκεφθεί στον Διδυμίωνα, το μεγάλο κεφάλι, τον μέγιστο εγκέφαλο ανάμεσα στις ιδιοφυίες εκείνες οι οποίες σχεδίασαν τον πανίσχυρο βιοτεχνολογικό οργανισμό. Μία σαρανταποδαρούσα φιλοδοξίας, ματαιοδοξίας και προσμονής τού γαργαλούσε το υπογάστριο μαζί με μία έντονη δόση ανδρικού εγωισμού, όσο πλησίαζε η στιγμή της αναμέτρησης με ένα πνεύμα ισάξιο ή και ανώτερο από το δικό του. Αυτό ήταν σίγουρα μία πρόκληση αντάξια ενός επίτιμου πλοίαρχου του Αστροστόλου. Ήξερε τον εαυτό του, ότι είχε τη δυνατότητα να μαθαίνει πολλά από τους διαλόγους του και να βλέπει μέσα από τα μάτια και πίσω από τους μορφασμούς των συνομιλητών του αντλώντας πληροφορίες από κάθε έκφραση, ακόμη κι από την απάθειά τους, κι έτσι βάσιζε πολλά στη συγκεκριμένη συζήτηση. Σε κάτι τέτοιες μονομαχίες συνήθιζε ο Υπερίων να πηγαίνει μόνος του με το ακτινοβόλο να εξέχει διακριτά από τη ζώνη του.
Ο γηραιός γενετιστής, Κινέζος στην καταγωγή, έμενε εκτός πόλης, ένα προνόμιο που δεν παραχωρούνταν σε πολλούς κατοίκους του θαυμαστού αυτού νέου κόσμου. Η χωροταξική διοίκηση επιδίωκε να είναι οι κάτοικοι συγκεντρωμένοι σε οικιστικές λωρίδες, άνετες βέβαια με κήπους και ωραία άλση, αλλά να αφήνεται ικανός χώρος για ύπαιθρο με πλούσια βλάστηση και δάση. Αυτού του είδους η οικολογική αντίληψη δεν εννοούσε τόσο πολύ να αποτρέψει τις εκπομπές αιθάλης και σωματιδίων όσο το να μη διατρέχεται όλος ο βιότοπος από υπόγεια καλώδια, σωλήνες και άλλες ασχήμιες απ’ αυτές που διακλαδώνουν τους δρόμους της Νεωτέρας Ελλάδος, πράγμα που θα συνέβαινε αν ο καθένας έκτιζε την έπαυλή του όπου τού κάπνιζε.
Όμως, όπως είναι ο κανόνας σε κάθε κοινωνία, για τους ταγούς και τους προνομιούχους, τους εκλεκτούς και την αφρόκρεμα γίνονταν πάντα εξαιρέσεις. Ο κανόνας είναι να γίνονται εξαιρέσεις, οξύμωρον! Προφανώς ο Διδυμίων έχαιρε τεράστιας εκτίμησης από όλη τη διοικητική ιεραρχία, καθότι πέρα από επιφυλάξεις, αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις η εφεύρεση των πολυποδικών τεχνολογικών κολοσσών και η τηλεπαθητική ενσυναίσθηση μέσω αυτών ήταν ρηξικέλευθη και μοναδική!
Το ενδιαίτημα του Διδυμίωνα ήταν μία απλή μεζονέτα με στέγη επικλινή προς τα εμπρός, που θα ήταν δίριχτη, αν δεν κοβόταν στη μέση κατακόρυφα από τον κάθετο οπίσθιο τοίχο. Στην πρόσοψη όμως, τόσο πολύ εκτεινόταν, ώστε επιστέγαζε όλη την μπροστινή βεράντα. Το ελληνικό – τιτανικό αισθητήριο του Υπερίωνα ερεθίστηκε και ενοχλήθηκε λίγο από το γεγονός ότι η διακόσμηση ήταν απωανατολίτικη. Αν νομίζετε, αναγνώστες, ότι σε ένα κόσμο και μία εποχή ολύμπιων θεών και τιτάνων οι Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Κορεάτες κ.λπ. δεν έχουν θέση, κάνετε μεγάλο λάθος. Αρκεί να σάς παραπέμψω στις εκστρατείες του Διονύσου, που περιλαμβάνονται στην πλήρη Τιτανομαχία του Προμηθέως Καταστερίζοντος, για να δείτε ότι ο μυθολογικός κόσμος ήταν τόσο γεωμορφολογικά όσο και πληθυσμιακά απολύτως ίδιος με τον δικό μας. Η κατοικία δεν είχε ούτε ελενίτ, ούτε κουφώματα αλουμινίου, ούτε πρόσθετους βιαστικά καρφωμένους στηρικτικούς στύλους, ούτε άλλες οικοδομικές ευκολίες, πατέντες, χοντράδες και κιτσαρίες, όπως αυτές που κοσμούν τη Νεότερη Ελλάδα- στο σημείο αυτό ελπίζουμε να μην τριτώσει η απαξιωτική αναφορά στον τόπο που η μοίρα επέλεξε για μάς να γεννηθούμε και να ζούμε (σ.σ. η πιο πάνω παράγραφος εκπορεύεται από τη σκοπιά του συγγραφέα).
Η περί ης οικία λοιπόν ήταν κτισμένη αποκλειστικά από πέτρα και ξύλο, όπως όλα τα σπίτια των πεφωτισμένων εναλλακτικών ανθρώπων. Ίσχυαν και τα υπόλοιπα αναμενόμενα για την περίπτωση συνοδευτικά στοιχεία, δηλαδή γειτόνευε με γάργαρο κελαρύζον μουρμουρίζον ροθιάζον ρυάκι που κατέληγε σε ολοστρόγγυλη τεχνητή λιμνούλα, στεφανωμένη στην περιφέρεια από κόκκινες ανεμώνες. Μαύροι και άσπροι κύκνοι γλιστρούσαν και διασταυρώνονταν στην επιφάνειά της, σαν να ήσαν ψεύτικες πλαγγόνες, ατθίδες ή ταναγραίες κινούμενες σε μηχανικές ράγες. Και κάτι δυσχερές στην άμεση αξιολόγηση, σε εμφανές σημείο της προσόψεως υπήρχε ανηρτημένος ένας θυρεός που παρίστανε τον κινέζικο δράκο και από κάτω φάνταζε η επιγραφή «ΔΙ – ΧΣ» κατ’ απομίμηση του χριστιανικού «ΙΝΒΙ».
Ο Διδυμίων και η υπηρέτριά του Φαιναρέτη τούς περίμεναν στο άτριον. Η Φαιναρέτη ήταν ό,τι μαρτυρούσε το όνομά της και παραπάνω, όπου όμως υπό τη λέξη «αρετή» θα πρέπει να εννοήσουμε την έκπαγλο καλλονή της, αδιανόητη, ισάξια με τη λάμψη μίας Κλεοπάτρας ή Νεφερτίτης. Ήταν και αυτή απωανατολίτικης καταγωγής, ψηλή και λυγερή σαν δένδρο, με μακρύ βαμβακερό φουστάνι, πολύ θολωτό, αψιδωτό, τουρλωτό, τρουλλωτό και υπό διπλή έννοια καμαρωτό στο ύψος του στήθους και διακρινόμενο από προκλητικό σκίσιμο στον ένα μηρό. Ο Διδυμίων τούς υποδέχτηκε με καλοκάγαθο χαμόγελο αμέσως μόλις ο Υπερίων παραβίασε διακριτικά το πορτόνι του κήπου, σπρώχνοντας στην άκρη τον μικρό σύρτη. Καθόταν στην συλλεκτική αναπηρική πολυθρόνα του σκεπασμένος από καρό κουβέρτα. Φορούσε αυτές τις χαρακτηριστικές μιλιτέρ ενδυμασίες, που μάς έχουν συνηθίσει οι Κινέζοι λόγω του ότι τέτοιες λόξες και δηθενιές υπογράμμιζαν την ιδιομορφία της πολιτιστικής τους επανάστασης. Το πρόσωπό του είχε την πορσελάνινη ευθραυστότητα και θρυπτότητα των απόλυτα υπερηλίκων για να μη πούμε ότι είχε την πρησμένη οιδηματική όψη της ταριχευμένης στουμπωμένης μούμιας, που αποκτούν οι γεροί γέροι όταν μπαίνουν στα πρώιμα ενενήντα τους. Ήταν καραφλός, φαλακρός και γυαλιστερά κάλβος εκτός αν κανείς τον κοίταζε από πίσω, όπου διέκρινε να αναβλύζει αναπάντεχα μία τούφα και πλεξίδα γκρίζων μαλλιών εγγίζουσα τον λαιμό.
«Ω, τι έχουμε εδώ», είπε με θράσος. «Ενώπιόν μας ίσταται ο “τοις νόμοις έγγιστα προσπεφυκώς” Υπερίων. Ο παρασημοφορημένος στυλοβάτης του Αστροστόλου. Το συμβιωτικό δίκτυο της Νέας Αρκαδίας δεν μιλάει για τίποτε άλλο εκτός από εσάς, μαέστρο».
Ο Υπερίων αποφάσισε να ανοίξει την παρτίδα εξίσου ειρωνικά, αλλιώς ο Διδυμίων θα τού έπαιρνε τον αέρα νωρίς- νωρίς.
«Κι εγώ χαίρομαι που γνωρίζω τον μέγιστο επιστήμονα, που μέσα σ’ έναν ελληνικό κόσμο αναγκάστηκε να πάρει το όνομα “Διδυμίων”. Αλλά έτσι κι αλλιώς η ελληνική ονομασία σάς επιτρέπει να ξεφύγετε από τον πολτό των δισεκατομμυρίων σωσιών της χώρας σας, από την χύδην ανωνυμία της μάζας. Αληθεύει ότι στην Κίνα έχετε μόνο εβδομήντα ονόματα; Φαντάζομαι ότι αυτό ευνοεί πολύ την πρωτοτυπία».
Ο Διδυμίων σοβαρεύτηκε.
«Το κανονικό μου όνομα δεν θα μπορούσατε να το προφέρετε, μάστορα (σ.σ. ήδη ο μαέστρος έγινε μάστορας). Εγώ στη θέση σας δεν θα μιλούσα τόσο ειρωνικά σε κάποιον που διευθύνει ολόκληρο το συμβιωτικό δίκτυο της Νέας Αρκαδίας, ένα δίκτυο που αυτή τη στιγμή σάς περιβάλλει από παντού. Όσο για το ελληνικό όνομα, εμείς δεν είμαστε ρατσιστές, όπως εσείς οι διδάσκαλοι του “πας μη Έλλην βάρβαρος”. Γνωστό είναι ότι, όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι μας που εξερεύνησαν τον κόσμο ψάχνοντας νοημοσύνη ισάξια με την κινέζικη, ενημέρωσαν τον αυτοκράτορά μας ότι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που ζώνει τον πλανήτη Γη εκτός Κίνας υπάρχει το σι-λα, ένα μικρό έντονο φως που είναι η Ελλάδα. Σάς αναγνωρίσαμε δηλαδή έστω κι αν είστε μονάχα μια πορδή μπροστά στο δικό μας μέγεθος. Μάλιστα κατά τη μνημειώδη εποχή του κορωνοϊού εμείς σάς στείλαμε ένα αεροπλάνο με μάσκες που έγραφε στην άτρακτο φαρδιά-πλατιά το ρητό του Αριστοτέλη «φιλία εστί ψυχή εν δυσί σώμασιν χωριζομένη”, χωρίς να εισπράξουμε ούτε ένα ευχαριστώ. Ακόμη όμως και η φιλοσοφία σας, που είναι τάχα το ισχυρό σας σημείο, έχει τις απόλυτες αντιστοιχίες της στη δική μας βουδιστική και μη σοφία, παράδειγμα το καταπληκτικό ρητό του Δημόκριτου “κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”. Δεν υπάρχει τίποτε που να έχουν πει οι Έλληνες και να μη το έχουν πει και οι Κινέζοι».
«Ναι, λείπει όμως η αμφισβήτηση που καθιστά τη σοφία φιλοσοφία. Επιπλέον, η κινέζικη διανόηση είναι ενδοστρεφής, αφού για αιώνες περιορίστηκε σ’ αυτό το κράτος τέρας, όπου μέχρι να φτάσει μία διαταγή από την πρωτεύουσα στην επαρχία, ο αυτοκράτορας που την εξέδωσε έχει ήδη πεθάνει. Αντίθετα, η ελληνική διανόηση απευθύνεται σε όλους και δεν ησυχάζει μέχρι να έλθει σε επαφή με τη γνώση και ο τελευταίος άνθρωπος. Έχω όμως μία απορία. Τι σημαίνει η επιγραφή “ΔΙ- ΧΣ”;»
«Α! Το μέγιστο πάθος των φιλοσόφων, το θαυμάζειν, έ; To “ΔΙ” συμβολίζει “Διδυμίων”, το ελληνικό όνομα το οποίο τελείως τυχαία επέλεξα. Το “ΧΣ” είναι το κινέζικο όνομά μου Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι, μην επιχειρήσεις, σε παρακαλώ, να το προφέρεις γιατί θα το προσβάλλεις. Επίσης σημαίνει και “Χειριστάρχης”, όπως αρέσκομαι να αποκαλώ τον εαυτό μου, που είναι το αντίθετο του Αριστοτέλους, καθόσον μάλιστα, ενώ ο Αριστοτέλης βάλθηκε να εξηγήσει το γνωστό Σύμπαν, εγώ έφτιαξα ένα δικό μου, το συμβιωτικό και συμφυτικό, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δικό του. Γιατί ενώ το δικό του είναι αργό και περιπατητικό, το δικό μου επιτρέπει τη συγχρονική, αυτόθροη και ακαριαία διάσκεψη. Καταγράφω μία δυσχέρεια κατανόησης όλων αυτών εκ μέρους σου, μάστορα. Μήπως θα έπρεπε να τοποθετήσεις ένα τσιπάκι στο ωραίο αναπεπταμένο φρύδι ή κάτω από το μυτερό σου αυτί για να μπορούμε να συνεννοηθούμε;»
«Για να ανασύρω μία ατάκα από προηγούμενη συζήτηση μου και να μην αναλίσκω φαιά ουσία για να βρίσκω καινούριες, αφού θέλω τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες ξεκούραστους και σε πλήρη ετοιμότητα προς επίλυση της ανατεθειμένης σε μένα υπόθεσης, σάς απαντώ, Χειριστάρχη, όπου τουλάχιστον το χείριστον σάς ταιριάζει: παρακαλώ να κρατήσετε την προπαγάνδα σας για κανένα πιο αφελή και αδαή από ένα μπαρουτοκαπνισμένο και καταξιωμένο βετεράνο της Τιτανομαχίας. Εμείς ξέρουμε ότι οι αυτόματες συμφωνίες σας δεν είναι παρά συντονισμένη μετάδοση προπαγάνδας από τους σύγχρονους μεγιστάνες της πληροφορικής και των μέσων μαζικής επικοινωνίας πάνω σε όσους δεν έχουν αντίστοιχους μηχανισμούς ασύστολου επηρεασμού της κοινής γνώμης. Η δε κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενη συμφωνία εκπέμπεται ως μία μονομερής προβολή των παραστάσεων του ισχυρότερου μέρους, χωρίς βήμα- βήμα επεξεργασία και μπορεί εύκολα να μεταβληθεί, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει στις συμβάσεις που απαιτούν προσύμφωνα, προσυνεννοήσεις, ενέχουν προσυμβατική ευθύνη και πολλά στάδια, των οποίων η υπερπήδηση είναι ένα πρώτο δείγμα για την φερεγγυότητα των εμπλεκομένων. Εμείς δεν πολεμήσαμε για να συμφωνήσουμε, αλλά για να γεφυρώνουμε μέσα από διάλογο και διαλεκτική τις διαφωνίες μας».
«Επαναλαμβάνεσαι, μάστορα. Η απάντησή σου είναι ήδη καταγεγραμμένη από τα συστήματα της Νέας Αρκαδίας, όπως την έδωσες στην διοικήτρια Θεανώ και την έχω διαβάσει. Δύσκολο να πεις κάτι καινούριο και μη χιλιοειπωμένο, όπως φαίνεται».
«Γιατί να πω κάτι καινούριο, όταν έχω δώσει την τέλεια απάντηση», είπε αλαζονικά ο Υπερίων, αλλά η αλαζονεία ήταν μία γλώσσα που καταλάβαινε ο Διδυμίων- Χειριστάρχης.
Μετά τους πρώτους διαξιφισμούς ο γερο- γενετιστής κοίταξε με περισσότερη περίσκεψη και επιφυλακτικότητα τον αντίμαχό του προκαλώντας μία εκτεταμένη παύση στο ζωηρό φλογερό τους διάλογο.
«Για να μη παρουσιάζουμε υπεροπτικά την Ιστορία ως αντισφαίριση μεταξύ Ελλάδας – Κίνας και για βάλουμε και τους φίλους μας Αγγλοσάξονες στο παιχνίδι, υπέρλαμπρε Υπερίων, μού φαίνεται ότι ξεκινήσαμε τη γνωριμία μας στηριζόμενοι σε λάθος πόδι, άρα ας ξαναγυρίσουμε στην αφετηρία και ας κάνουμε μία νέα αρχή. Φαιναρέτη, φέρε ένα τσάι του βουνού με πολλά βότανα στον καλεσμένο μας. Να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι εγώ δεν είμαι απολογητής ούτε της Κίνας, ούτε των Κινέζων αυτοκρατόρων, δεν είμαι κάποιος γκουρού από το Θιβέτ και σε καμιά περίπτωση δεν θέλω να με βλέπουν έτσι. Πάνω απ’ όλα είμαι επιστήμονας, σέβομαι τα αξιώματα της επιστήμης, τεκμηριώνω τα θεωρήματά της και ψάχνω αδιάκοπα για καινούριες αρχές και εφαρμογές».
«Έχετε την τύχη να σάς υπηρετεί ένα εκπληκτικό πλάσμα, σεβαστέ Διδυμίων, όπως μπορώ να παραδεχτώ χωρίς παρεξήγηση ή υποψία γενετήσιας παρενόχλησης τώρα που λείπει».
«Η τελειότητα που βλέπετε δεν είναι τυχαία, μαέστρο. Η Φαιναρέτη είναι δημιούργημα της μακαρίτισσας Αρήτης, πιστής και ιδιοφυούς συνεργάτιδάς μου για δεκαετίες, που ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή της εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως κ.λπ. Όπως ένα άτομο με τη δική σας νοημοσύνη δύναται απροβλημάτιστα να αντιληφθεί, αλίμονο όλοι εμείς οι σκαπανείς του μέλλοντος της ανθρωπότητας δεν είμαστε καθόλου άσπιλοι και άμωμοι και πρέπει να δώσουμε κι ένα δίκιο στο Χριστιανισμό που λέγει “ουδείς αναμάρτητος”. Πριν επιστρατεύσω τις ικανότητές της στο πρόγραμμα της τεχνητής νοημοσύνης, η απίθανη Αρήτη έκανε ιδιωτικά πειράματα και χρησιμοποιώντας τα δικά της ωάρια ως γενετική βάση έφτιαχνε ανθρώπους! Σ’ αυτούς προσέδιδε τον δικό της υγιή μεταβολισμό, την δική της ελκυστική όψη, ισοδύναμη με εκείνη της Ελένης της Τροίας, καθώς και τη δική της εξωπραγματική νοημοσύνη και μετά τούς πουλούσε ως σκλάβους. Έτσι μ’ αυτό τον ευχάριστο και κοινωφελή τρόπο κέρδιζε στα προς το ζην και μη στραβομουτσουνιάζεις, μαέστρο, γιατί όπως είπε και ο δικός σας Επαμεινώνδας “έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος”. Άλλωστε μία πρωταρχική κριτική που γίνεται στον κόσμο της μυθολογίας και των τιτάνων, δηλαδή στην εποχή μας, είναι ότι η δουλεία δεν έχει καταργηθεί. Η Φαιναρέτη είναι το πλέον εξέχον προϊόν αυτής της διαδικασίας παρθενογένεσης, πρόκειται για υβρίδιο και χιμαιρικό πλάσμα με γονέα 1 και γονέα 2 την ίδια την Αρήτη. Δημιουργήθηκε από τη μάνα της με κατάλληλες εργαστηριακές ρυθμίσεις και εκπαιδεύτηκε ως εταίρα και ως τέτοια την αγόρασα, τουλάχιστον αρχικά. Μετά βέβαια τα χρόνια πέρασαν και όταν αργότερα κατά το κοινώς λεγόμενον “μού έπεσε”, έκτοτε την αξιοποιώ ως νοσοκόμα. Μη μάς κρίνετε, έξοχε Υπερίων. Δεν είναι δυνατό να έχουμε όλοι τη δική σας ηθική αυστηρότητα, είμαστε άνθρωποι και προετοιμαζόμαστε κάθε φορά για το επόμενο σφάλμα μας και την επόμενη -καλύτερη – αποτυχία μας. Όπως λέγει και η λαϊκή μούσα, λάθη είμαστε και ανθρώπους κάνουμε, χα, χα. Σταματάμε όμως αυτή την αναζωογονητική κουβέντα, γιατί ιδού η Φαιναρέτη έρχεται με το τσάι, άσε που θα μάς κατηγορήσουν οι καλοθελητές αναγνώστες, που δεν κάνουν άλλη δουλειά παρά να μετρούν τις ώρες και τα λεπτά των επεισοδίων και των στασίμων της ιστορίας με την ελπίδα να μάς συλλάβουν περιπίπτοντες σε αντιφάσεις ως προς την προσμέτρηση . . . . των ‘‘ ταιμ άουτς ’’, ότι δεν γίνεται η παρασκευή του τσαγιού να παίρνει τόση ώρα».
Ο Υπερίων σημείωσε αμέσως στο μπλοκάκι του τη Φαιναρέτη ως δέκατη τρίτη ύποπτο για το έγκλημα, ενώ απόρησε που η τεχνητή νοημοσύνη δεν την απαρίθμησε. Χασκογέλασε εσωτερικά σκεπτόμενος ότι ο ίδιος, ορκισμένος εχθρός των βιοτεχνολογικών οργανισμών, συλλάμβανε τον εαυτό του να πιστεύει ακράδαντα στο αλάθητο και την ακεραιότητά τους. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις το ελάττωμα να βλέπει κανείς τα δέντρα και όχι το δάσος να ήταν πλεονέκτημα.
«Με την άδειά σας ας περάσουμε σ’ ένα άλλο επίπεδο συζήτησης, ελλογιμότατε Διδυμίων. Μιλήστε μου ελεύθερα για τον εαυτό σας και αν πραγματικά νομίζετε ότι σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο σας από τη στιγμή που δεν διαθέτω τηλεπαθητικό εμφύτευμα ώστε να συνεννοούμαστε με τα μάτια».
«Η ευκαιρία να οδηγήσω κάποιον στην πεφωτισμένη κατανόηση δεν είναι ποτέ χαμένος χρόνος για μένα», απάντησε ο Διδυμίων μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνοντας, ξαναβρίσκοντας αμέσως την αλαζονεία του με την παραμικρή υποχώρηση του άλλου και διαψεύδοντας πριν αλέκτωρ λαλήσει την προηγούμενη δήλωσή του ότι δεν είναι θιβετιανός γκουρού. «Kοινό απόσταγμα ελληνικής και κινέζικης σοφίας είναι ότι η ζωή είναι διαρκής πορεία προς την αλήθεια και τη φώτιση- γνώθι σαυτόν, σημαίνει γνώθι τον κόσμον. Κάποιοι άνθρωποι κάνουν μεγάλα βήματα προς την πνευματική ωριμότητα, ενώ άλλοι μένουν πίσω».
Στον Υπερίωνα έκανε εντύπωση ότι ήδη με τη δεύτερη πρόταση ο Διδυμίων είχε ήδη διαστρεβλώσει την ελληνική φιλοσοφία, αλλά έκανε μόκο, διότι τώρα εφάρμοζε μία τακτική που θα προσείλκυε το θηρίο να βγει από το λαγούμι του.
«Είναι αλήθεια ότι ανατράφηκα με βάση τη βουδιστική φιλοσοφία. Λόγω της πρώιμης μετανάστευσης και αποδήμησής μου τον κόσμο των τιτάνων δεν ξέρω βέβαια αν τήρησα στη ζωή μου τα αμείλικτα διδάγματα της Πατιμόκα, δηλαδή του καλαθιού της πειθαρχίας, θα έλεγα ότι μάλλον παρέκκλινα σε σχέση μ’ αυτό. Όπως ευχερώς διαπιστώνετε, φιλοσοφημένε Υπερίων, και όπως και ο ίδιος με λύπη ομολογώ, η αλαζονεία είναι το μέγιστό μου ελάττωμα. Παρ’ όλ’ αυτά, από τη στιγμή που αφοσιώθηκα στην επιστήμη, ταυτίστηκα μαζί της και πλέον δεν έχω ηθικά διλήμματα. Γιατί; Απλούστατα διότι από τη στιγμή που ένα επιστημονικό συμπέρασμα δει το φως της ύπαρξης και της δημοσιότητας δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί ή να σαρωθεί κάτω από το χαλί, αλλά οι επιπτώσεις του είτε θετικές είτε αρνητικές εξελίσσονται μέχρι την τελευταία τους συνέπεια. Υπ’ αυτή την έννοια η ηθική διάσταση εξαφανίζεται, διότι οι επιστήμονες που βρίσκουν τη αλήθεια δεν είναι εκείνοι που προωθούν τις εφαρμογές της, αλλά το τελευταίο εντάσσεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών».
«Κι έτσι δημιουργήσατε τη Νέα Αρκαδία, που είναι το μεγάλο σας αμοραλιστικό αριστούργημα».
«Ναι, η Νέα Αρκαδία είναι αμοραλιστική με την έννοια ότι δεν χρειάζεται την ηθική, διότι στηρίζεται μάλλον στην ειλικρίνεια, τη διαύγεια, την ενάργεια, τη διαφάνεια και τη στιγμιαία διάσκεψη. Ταυτόχρονα προβαίνει στην παράλληλη καταγραφή και επεξεργασία των σκέψεων των κοινωνών δημιουργώντας ένα συμπεριληπτικό δίκτυο αχανούς μεγέθους. Υπάρχει μία ενιαία προσωπικότητα, αλλά η αποτελείται από πολλές ημιαυτόνομες υποδιαδρομές. Η συνείδησή της, πλήρως ομογενοποιημένη, είναι σαν ολόγραμμα, που αν τεμαχιστεί, εντούτοις κάθε τεμάχιο περιέχει πλήρες πρότυπο και αντίγραφο του συνόλου. Το σήμα της διαδίδεται οριζοντίως και παραλλήλως με κάθετες κατακόρυφες απολήξεις. Μπορεί να διεξάγει και να παρακολουθεί άπειρες συζητήσεις ταυτόχρονα και η ανάμνηση της καθεμίας διοχετεύεται και διαχέεται αμέσως σε όλο το υπόστρωμα, διατίθεται δε προς επίκληση και αναφορά σε όλα τα μέλη του δικτύου. Όταν μιλάει κανείς με τη Νέα Αρκαδία ακολουθεί την αντίστροφη πορεία, στέλνει το εγκεφαλικό του σήμα από την κατακόρυφο στην υπορουτίνα που διατρέχει οριζοντίως το πάτωμα».
«Τώρα με έχετε κάνει δημοσιογράφο που σάς παίρνω συνέντευξη. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της τηλεπαθητικής σύνδεσης;»
«Από ένα συνδυασμό επιστημονικής γνώσης. Οι πνευματικές αξίες του Βουδισμού μού υπέβαλαν σιγο- ψιθυριστά πάντα ότι η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της βρίσκεται σε πλήρη αρμονία, που όμως περιέργως βασίζεται σε μία ασύνοπτη δυσαρμονία. Ιδιαίτερα με προσείλκυσε η μη γραμμικότητα, μη συμμετρία και μη λογικότητα των συνδέσεων -συζεύξεων των υποατομικών σωματιδίων, που είναι ειδικότητα των Ιώνων φιλοσόφων σας. Μελέτησα σε βάθος την “αντανάκλαση, τον αντικατοπτρισμό και το είδωλον” (σ.σ. υπέρθεση θα το λέγαμε σήμερα) του ατόμου, σύμφωνα με το παράδειγμα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Όμως το είδωλον δεν είναι μόνη σχέση των ατόμων μεταξύ τους, υπάρχει και η “διαθιγή” (εναγκαλισμό θα το πουν κάποτε, ενώ ορθότερος είναι ο όρος σύζευξη εκ του “Ζευς- Διος”), που συνδέει ποικίλα άτομα και ποικίλες ψυχές- μορφές μεταξύ τους σε ευρύτερα ψυχικά μόρια ή υποστασιακές ψυχές. Σ’ αυτά βασίζεται η τηλεπαθητική σύνδεση».
«Καλά, όλη αυτή η σκληροπυρηνική επιστήμη με το αδιαπέραστο από τους λαϊκούς κέλυφος δεν έρχεται σε αντίφαση με τη βουδιστική σας πίστη;»
«Δεν νομίζω ότι είμαι άπιστος στις βουδιστικές μου καταβολές, καθότι τις βασικές διδασκαλίες του Βούδα δεν τις έχω απαρνηθεί, απλά ψάχνω έναν άλλο δρόμο, ένα άλλο Ταό, που θα με οδηγήσει στην κοσμική τάξη, στο Ντάρμα. Και μην επιχειρήσεις, μαιτρ, να το ετυμολογήσεις κι αυτό από τα ελληνικά, από το “δράμα” ή ό,τι άλλο, φτάνει πια με την πεφυσιωμένη οίηση και τον σολιψισμό του Έλληνος ανθρώπου, που θεωρεί ότι έχει την αποκλειστικότητα των πάσης φύσεως στοιχείων, ριζών και ριζωμάτων. Συμφωνούμε λοιπόν, Έλληνες και Κινέζοι, ότι ο κόσμος είναι ένας και δεν χωρίζεται σε υλικό και πνευματικό. Πνεύμα είναι οι σκέψεις, που μπορούν να θεωρηθούν τόσο υλικές όσο και πνευματικές και συνδέονται μεταξύ τους μέσω του συνθετικού λόγου της ψυχής. Και για να αρκεστούμε σ’ έναν πεζό ορισμό περί ψυχής είναι απλά η συνείδηση που παράγεται από μακρόχρονη αντίδραση σε ερεθίσματα και στα διδάγματα των καημένων παραγνωρισμένων γονέων, την εκμάθηση της γλώσσας, των μιμιδίων συμπεριφοράς και των προτύπων της εκπαίδευσης».
«Πώς συνδέετε, δάσκαλε, το πνεύμα και την ψυχή με την βιοτεχνολογική μηχανή; Παραδέχομαι ότι η Νέα Αρκαδία έχει κάποια συνείδηση, αφού διακρίνει τον εαυτό της από το περιβάλλον, όμως ατομική ψυχή και μετοχή στο συλλογικό πνεύμα δεν διαθέτει, διότι αυτά προϋποθέτουν αυτοσυνείδηση, σύνδεση δηλαδή με την απειρότητα του χώρου και του χρόνου, που γίνεται αντιληπτή όταν αμφότερα περιέχονται σε μία και μόνο στιγμή»
«Αυτά αφορούν τη θεωρία του Αριστοτέλους, διότι αναφέρονται στο υπάρχον Σύμπαν και την ένταξη του ατόμου σ’ αυτό. Εγώ όμως ως αντάρτης Χειριστάρχης αντιστρέφω τα πράγματα και αντικαθιστώ τα άριστα τέλη από ταπεινές αρχές. Ξεκινώ από τον αχαμνό σπόρο της ύλης, που γίνεται αυτόνομος βιοτεχνολογικός οργανισμός, ξεχωριστός από το υπάρχον Σύμπαν. Οι σκέψεις που διακινούνται μέσα στον οργανισμό, στις οποίες μετέχουν οι βιοσύμφυτοι άνθρωποι, είναι το πνεύμα του, η δε ψυχή του δεν χρειάζεται να είναι αθάνατη, δεν χρειάζεται δηλαδή να εκτείνεται στην αιωνιότητα, αλλά μπορεί απλά να διαρκεί εις τον αιώνα, δηλαδή ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, διότι τέτοιο είναι το προσδόκιμο ζωής αυτών των διαστημικών κολοσσών. Πέραν της αφύσικα μεγάλης μακροβιότητάς τους, ως προς την οποία υπερέχουν έναντι των κοινών θνητών, δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από αυτούς, ούτε ως προς το υποκειμενικό Εγώ, ούτε ως προς την εμπειρία, διότι διαθέτουν τόσο δικά τους προσωπικά αισθητήρια που τούς επιτρέπουν να συγκροτούν το πρώτο, όσο και εξωτερικό σώμα για να βιώνουν τη δεύτερη. Σε επίπεδο βιοτεχνολογίας λοιπόν, όπου και η τεχνητή νοημοσύνη διαθέτει σώμα και αισθήσεις, η ειδοποιός διαφορά από τον άνθρωπο δεν είναι ούτε το υποκειμενικό Εγώ ούτε η εμπειρία».
Ο Υπερίων δεν συγκρατήθηκε πια: «Βιοτεχνολόγε, προσπαθείς να εξαλείψεις τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, ενώ, όπως είπες, προκειμένου να εξασφαλίσεις στην τελευταία μία μη αμφισβητούμενη επικράτεια, κατέληξες να δημιουργήσεις περίκλειστο ξεχωριστό σύμπαν. Παραφράζοντας μια παλιά ταινία, που λέγει ότι η διαφορά μεταξύ ανθρώπου και μύρμηκος είναι ότι ο μύρμηξ είναι μύρμηξ, ενώ ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί για τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης».
Ο Διδυμίων κοίταξε τον αντίπαλό του με γυάλινο βλέμμα.
«Εξυπνάδες ανάξιες ενός φιλοσοφικού ομιλητή. Δεν θα καθίσω πάντως να τετραγωνίσω τον κύκλο μαζί σου μάστορα. Άλλωστε εγώ είμαι περισσότερο ειδικός στην τηλεπαθητική σύνδεση και όχι στην καθαυτή τεχνητή νοημοσύνη, αυτή ήταν αρμοδιότητα της Αρήτης. Η μακαρίτισσα ανέπτυξε τον σπόρο και τον πούλησε χρυσό στην Εταιρεία Εκμετάλλευσης Μέγα Πλανήτη και νυν Δία, ενώ εγώ τούς πούλησα την τηλεπαθητική σύνδεση του σπόρου με τους κατοίκους του περικαρπίου του, όταν αυτός μεγάλωσε και έγινε καρπός. Έχω πολλά ενδιαφέροντα να σού πω για τις ασύλληπτες δυνατότητες των βιοτεχνολογικών κολοσσών, αν όμως εσύ επιμένεις στις παιδαριώδεις επιστημολογικές σου απορίες για τη διαφορά ανθρώπου και μηχανής, τι να πω, μακάρι να είχαμε διαθέσιμη την Αρήτη για να στις επιλύσει. Και μια κι έχεις έλθει εδώ με τη διπλή ιδιότητα του φιλοσόφου – απορούντος και θαυμάζοντος από τη μία και του ανακριτή από την άλλη, ίσως είναι καλή ιδέα να φέρω στο παιχνίδι και να επικαλεστώ και την ίδια τη Νέα Αρκαδία για να εκφραστεί και αυτή σχετικά με τη διαφορετική κατασκευαστική και τεχνική αρμοδιότητα εμού και της μακαρίτισσας…»
Η φωνή της Νέας Αρκαδίας ακούστηκε τόσο ξαφνικά, που το αίμα του Υπερίωνα πάγωσε στις φλέβες του σαν να ήταν υπερθερμασμένος κινητήρας χωρίς ψυκτικό υγρό.
«Η Αρήτη έπλασε τη φυσική μου μορφή, ενώ ο Διδυμίων την πνευματική μου. Τούς αγαπώ και τους δύο».
«Αρκαδία, μού έκοψες το αίμα», ψέλλισε ο βετεράνος της Τιτανομαχίας με χρονοκαθυστέρηση. Προσπαθώντας να καλύψει το κατά τη ζακυνθινή έκφραση σκορσάρισμά του, έκρινε ότι πρέπει να περάσει στην επίθεση. «Μα μπορείς εσύ να αγαπήσεις;»
«Κάθε πλάσμα μπορεί να αγαπήσει», έσπευσε ο Διδυμίων σαν καλός δάσκαλος να βγάλει τη μαθητευόμενή του από τα δύσκολα. «Και μόνο όποιος αγαπήσει, μπορεί να αναμείνει ανταπόδοση». Αυτή είναι άλλη αρχή του Βουδισμού, φουσκωμένε Υπερίων που νομίζεις ότι τα είπαν όλα οι Έλληνες. Η θεμελιώδης αρχή της Ντάνα. Η Ντάνα είναι είδος αυτοθυσίας, που επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να προβλέψει και να προκαταλάβει επακριβώς τις ανάγκες του άλλου. Έτσι επιτυγχάνεται η παγκόσμια κατάσταση της αναστοχασμένης ηρεμίας και αυτοσυγκέντρωσης του προσώπου, της Νιρβάνα, μέσα στους ατέρμονους κύκλους της Σαμσάρα, της αέναης επανάληψης».
«Έξοχε τεχνοκράτη, δεν ήλθα εδώ για σεμινάριο Βουδισμού. Όλα αυτά τα λένε οι Έλληνες φιλόσοφοι με άλλη ορολογία και μάλιστα στην καθισιά τους. Θέλω να μού μιλήσετε για τη συνεργασία σας με την θανούσα Αρήτη Κυρηναϊκή».
«Συνεργάστηκα πολλά χρόνια, ίσως τα καλύτερά μου χρόνια. Καλά, ήταν ικανότατη φοβερή γενετίστρια, α-συ-να-γώ-νι- στη! Πρωτότυπες ιδέες, ανεξάντλητη ενέργεια, απαρέγκλιτη αποφασιστικότητα με αλάθητο σκόπευτρο που δεν έχανε ποτέ το στόχο ή με απαράμιλλο στόχαστρο που δεν έχανε ποτέ τον σκοπό. Λόγω της διαφοράς του πολιτιστικού μας υπόβαθρου δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά, δεν ταιριάζαμε δηλαδή απόλυτα, αλλά πετύχαμε πολλά μαζί, για τα οποία θα είμαι εσαεί περήφανος».
«Σάς είχε εκμυστηρευτεί σε κάποια φάση τα προσωπικά της;»
«Είπαμε ότι η σχέση μας ήταν επαγγελματική. Στο τέλος βέβαια με την κίρρωση που είχε την λυπόμουν λίγο και τής έλεγα πολλά παρηγορητικά λόγια, εύστοχα πιστεύω. Θα σάς πω αργότερα, στη ροή της συζήτησής μας τι εννοώ. Όπως την έβλεπα εγώ από τη σκοπιά του Βουδιστή, ήταν κλασική περίπτωση εφαρμογής αυτού που λέμε “κάρμα”, δηλαδή της αρχής ότι οι προηγούμενες πράξεις μας καθορίζουν την παρούσα και μελλοντική ζωή μας».
«Δηλαδή μού λέτε ότι κατά τη γνώμη σας άξιζε να δολοφονηθεί;»
«Παρακαλώ, κύριε ανακριτά, μη βάζετε στο στόμα μου πράγματα που δεν έχω πει. Ο νόμος της Κάρμα δεν είναι κάποια φρικαλέα διαστροφή πρωτόγονων λαών. Είναι η απλή παραδοχή ότι οι πράξεις μας καθορίζουν και προδιαγράφουν το μέλλον μας. Ο πιο κοντινός στη δική σας αντίληψη ορισμός θα ήταν ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη διάπλαση της μοίρας του και υπό αυτή την έννοια το παρελθόν του ορίζει το μέλλον του».
«Η αντίληψή σας είναι κατά βάση ορθή, αλλά πολύ απλοϊκή. Διότι εκτός από τη δική μας βούληση που διαμορφώνει την πραγματικότητα υπάρχει και η βούληση των πραγμάτων, η μοίρα, που δεν εξαρτάται από εμάς. Δείτε τις Τραχίνιες, δείτε τον Φιλοκτήτη, δείτε την τριλογία της Ορέστειας και τον Θηβαϊκό κύκλο, τον κύκλο των Ατρειδών και τον κύκλο των Λαβδακιδών».
«Ανεκδιήγητε μάστορα, όταν μιλάς για μοίρα στους Ανατολίτες, είναι σαν να πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες ή πάγο στους Εσκιμώους. Εννοείται ότι πιστεύουμε στη μοίρα. Η Κάρμα είναι ενταγμένη στη μοίρα και μπορεί να θεωρηθεί τόσο έσωθεν ως βούληση που παράγει συνέπειες όσο και έξωθεν ως αίτιο και αιτιατό αναγόμενα στον υλικό κόσμο. Σεις όμως, επειδή δίνετε μεγαλύτερο βάρος στην επιστημονική διάκριση και στην ειδοποιό διαφορά θα δείτε ότι στο μέλλον θα παραμερίσετε και θα παραμελήσετε το ένα σκέλος της βούλησης των πραγμάτων έναντι του άλλου, της βούλησης των ανθρώπων».
Ο Υπερίων είχε αρχίσει να νιώθει πονοκέφαλο με όλα αυτά.
«Μπορείτε τέλος πάντων να σκεφτείτε κάποιον που θα ήθελε να τη βλάψει;»
«Τι να πω; Ένας άνθρωπος τόσο ευρηματικός και δραστήριος, που ασχολήθηκε με εμπόριο και επιχειρήσεις πριν ενταχθεί στο πρόγραμμα, είναι επόμενο να έχει δημιουργήσει και κάποιους εχθρούς. Ίσως, να υπήρχε επιβουλή από ανταγωνιστές που θα ήθελαν να υιοθετήσουν η διοίκηση του σταθμού και η εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία τη δική τους εκδοχή και το δικό τους σχέδιο περί τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό όμως θα σάς οδηγούσε, μέγιστε Τιτάνα, σε ύποπτους εκτός σταθμού πράγμα που θα απείριζε τους στόχους της αποστολής σας. Εγώ είμαι πρόθυμος να σάς στείλω μία λίστα ανταγωνιστών, αλλά μετά θα έπρεπε εσείς να ερευνήσετε τη σχέση του καθενός από αυτούς ή αυτές με κάποιον ή κάποια από τους 1500 φυσιολογικούς που μένουν στο σταθμό, που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του εκτελεστικού οργάνου. Ύστερα θα σάς έμενε απλά να βρείτε με ποιον τρόπο μπόρεσε ο δράστης να προβληθεί ως ολόγραμμα στο διαμέρισμα της Αρήτης και με ποιο τρόπο υλοποιήθηκε ώστε να τής σπάσει το κεφάλι».
Εκείνη τη στιγμή ο Υπερίων σκέφτηκε ταυτόχρονα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο Διδυμίων προτίμησε να μην αναφέρει ανάμεσα στους υπόπτους την νοσοκόμα του Φαιναρέτη, παρότι αυτή είχε κίνητρο, αφού η Αρήτη τη δημιούργησε γενετικά και την εκπαίδευσε ως πόρνη και θα ‘ταν λογικό να ήθελε να εκδικηθεί το θηλυκό της Πυγμαλίωνα ως νέα Γαλάτεια, λαξευμένη από ελεφαντόδοντο και αλάβαστρο. Βέβαια ήταν κατανοητό για τον Διδυμίωνα να θέλει να αποσείσει τις υποψίες που βάραιναν την ευνοούμενή του κυρία, αν σκεφτεί κανείς ότι η Φαιναρέτη ήταν σκλάβα του με καθεστώς εξηρτημένης εργασίας και μάλιστα τη χρειαζόταν για την επιβίωσή του. Δεύτερον, σκέφτηκε ο Υπερίων ότι ο ίδιος είχε μπλέξει πάρα πολύ άσχημα. Για πρώτη φορά αναλογίστηκε το ενδεχόμενο ότι ίσως η υπόθεση να τον ξεπερνούσε. Οι ύποπτοι ήσαν μύριοι, χώρια που ο τρόπος εκτέλεσης ήταν από μόνος του ένα μυστήριο καθαυτό. Μήπως να κατέθετε το σήμα του και να άφηνε το Φιλογενή να βγάλει το φίδι από την τρύπα, που μάλιστα ήταν και εκλεγμένος προεστώς του χωριού; Αλλά τι ντροπή θα ήταν αυτή, να φύγει από το σταθμό ολόκληρος Υπερίων με την ουρά στα σκέλια! Τι θα έλεγε ο θείος Προμηθέας που εμπιστευόταν τη λογική του τόσο τυφλά;
«Σεβάσμιε γέροντα, θα μού επιτρέψετε λόγω της κρισιμότητας των περιστάσεων να είμαι ευθύς σε βαθμό αγένειας. Είστε μέλος του Iκαρομένιππου; Ή κι αν δεν είστε, υποστηρίζετε τους στόχους του;»
Εδώ επενέβη απροσδόκητα η Φαιναρέτη δείχνοντας ότι δεν είναι κάποια γλάστρα ή μαριονέτα, αλλά ότι είχε υπόσταση: «Κύριε επίτιμε αξιωματικέ του Αστροστόλου, κύριε ειδικά επιφορτισμένε αξιωματούχε της Νέας Αρκαδίας», είπε με τη γνωστή κατάχρηση προσφωνήσεων που χαρακτήριζε την εποχή, «διευκρινίστε επιτέλους αν έχετε έλθει εδώ για εθιμοτυπική επίσκεψη ή για ανάκριση. Αν ισχύει το πρώτο εκμεταλλεύεστε τη φιλοξενία του δάσκαλου, αν ισχύει το δεύτερο πρέπει να προηγηθεί ένταλμα σύλληψης ή αν είναι προανάκριση τουλάχιστον να μάς επιτρέψετε να προσλάβουμε λογογράφο να σάς απαντήσει».
Σίγουρα η ίδια θεωρούσε ότι είπε κάποια εξυπνάδα, αλλά στην πραγματικότητα, όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, δεν βοηθούσε τον κύριό της με αυτές τις αδέξιες προσπάθειες προστασίας του προστάτη της.
«Σε παρακαλώ, Φαιναρέτη, συγκρατήσου. Ο άξιος Υπερίων έχει αναλάβει να διελευκάνει μία υπόθεση φόνου. Είναι χρέος μας να τον συνδράμουμε με όποιον τρόπο μπορούμε, τιμώντας έτσι ταυτόχρονα τη μνήμη της αγαπημένης μας Αρήτης. Η απάντησή μου είναι, φιλοπερίεργε Υπερίων, ότι δεν μετέχω ενεργά στον Ικαρομένιππο. Άλλωστε τα χρόνια περνούν και η πλάτη μου, αλλά κι η μέση μου έχουν αρχίσει να βαραίνουν καταλυτικά. Δεν σάς κρύβω ότι έχω και θρόμβωση και όταν σηκώνομαι από την πολυθρόνα είναι σαν να μού έχουν τσιμεντώσει τα πόδια μαφιόζοι και να με στέλνουν στο βυθό ενός λιμανιού. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να σηκώνομαι και μάλιστα κάνω τακτικά ασκήσεις υπό την εποπτεία της ακριβής μου Φαιναρέτης. Τέλος πάντων μην πάμε μακριά. Προτιμώ να ασχολούμαι με τη διανοητική κατάσταση των δημιουργημάτων μου, που είναι ακόμη “παίδες”, όπως πολύ ορθά λέγουν οι ιερείς του Άμμωνα για σάς τους Έλληνες. Όπως καταλαβαίνετε, οι οπαδοί του Ικαρομένιππου επιδιώκουν με κάθε μέσον να με στρατολογήσουν ή τουλάχιστον να χρησιμοποιήσουν το όνομά μου στην εκστρατεία τους, θεωρώντας και όχι άδικα ότι αυτό θα προσδώσει στον αγώνα τους πρόσθετο κύρος. Γενικά, δεν διάκειμαι αρνητικά προς τους σκοπούς του Ικαρομένιππου (ή Υπερνέφελου, χα, χα, αυτά δεν τα ξέρουν ούτε εκείνοι που επέλεξαν το συγκεκριμένο όνομα), αφού η ανεξαρτησία είναι πάντα ένας ευγενής στόχος κι όταν οι άλλοι διστάζουν να πάνε στ’ αστέρια πρέπει να πας εσύ ο ίδιος, αλλά προκρίνω, όπως είπα, να αφοσιωθώ σ’ ένα έργο ουσιαστικό, όπου πραγματικά δύναμαι να προσφέρω, και όχι να γίνω ένα άχρηστο, περιττό σύμβολο σε αγώνες που μπορούν να ευδοκιμήσουν και χωρίς τη δική μου συμβολή, λέγω δηλαδή “αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα”. Ο αγώνας του Ικαρομένιππου εκτυλίσσεται σε πολύ υλιστικό επίπεδο για τα δικά μου γούστα, στο επίπεδο τι ανήκει σε κάποιον και ποιος έχει το σχετικό δικαίωμα ή αξίωση. Μην παρεξηγείτε αυτό που λέω, δεν υποτιμώ καθόλου την οικονομία ως τεχνική ούτε τις ιδεολογίες του αυτοκαθορισμού, απλά εξετάζω τα αιτήματα αυτά στο πλαίσιο ευρύτερης οπτικής. Αν κανείς αντικρίσει γυμνά τα πραγματικά γεγονότα χωρίς τον παραμορφωτικό φακό των πολλών μηδενικών, των εγγεγραμμένων στα τραπεζογραμμάτια και στους πάσης φύσεως λογαριασμούς, θα δει ότι στην πράξη οι κάτοικοι της Νέας Αρκαδίας ελέγχουν ήδη τόσο το βιότοπό τους όσο και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις γύρω από τον Δία. Όλα τα άλλα είναι μίζερη λογιστική και γραφειοκρατία κι όμως οι επαναστάτες του Ικαρομένιππου έχουν επιλέξει να αγωνιστούν σ’ αυτό το πεδίο μάχης, ο πόλεμός τους γίνεται μέσα στα γραφεία της διοίκησης. Για την ιδιοκτησία ως μεταφυσική έννοια ενδιαφέρονται μόνο οι ανόητοι και οι ματαιόδοξοι, ενώ οι εχέφρονες επικεντρώνουν την προσοχή τους στις δυνατότητες χρήσης και κάρπωσης, καθώς και στην κοινωνική διάστασή της για το ευρύτερο σύνολο».
«Είναι αλήθεια», πήρε τη σκυτάλη ο Υπερίων, «ότι σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να συζητά μ’ ένα ζωντανό θρύλο, όπως εσείς, και θα πρέπει ίσως κι εγώ να βάλω στην άκρη τον εγωισμό μου και να συλλογιστώ καλύτερα όσα λέτε. Ποια είναι λοιπόν τα σημαντικά θέματα, στα οποία πρέπει κατά τη γνώμη σας να επικεντρωθούμε; Για να χρησιμοποιήσω την ίδια κυνική γλώσσα όπως εσείς, δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι η σημασία του προγράμματος της τεχνητής νοημοσύνης πέραν των οικονομικών πλεονεκτημάτων. Απλώς πέραν των δισεκατομμυρίων υπαρχόντων ανθρώπων προσθέτετε και ορισμένους βιοτεχνολογικούς κολοσσούς, που εξασφαλίζουν σε κάποιους δαψιλή πολυτέλεια διαβίωσης. Το πολύ- πολύ, σεις οι βιοτεχνολόγοι, να πετύχετε ώστε αυτοί να αποκτήσουν νοημοσύνη ίδια με τον άνθρωπο. Και λοιπόν; Ώδινεν όρος κι έτεκεν μυν. Τίποτε καινούριο δεν προστίθεται στη γνώση και κυρίως ούτε στην συναισθηματική νοημοσύνη. Άσε που, επειδή αυτοί οι κολοσσοί είναι στην πραγματικότητα τεράστιοι γίγαντες και Εκατόγχειρες, έχουν τη δύναμη να καθυποτάξουν τους ανθρώπους και πρέπει μετά εσείς οι φωστήρες, που ελευθερώσατε το τζίνι από το λυχνάρι, να βρείτε τρόπους να σταματήσετε τα επικίνδυνα δημιουργήματά σας».
«Ε λοιπόν, επιφανή Υπερίων, θα σάς αποδείξω ότι η τεχνητή νοημοσύνη σάς αφορά, όχι μόνο διότι μάς χρησιμεύει πολύ διενεργώντας πολύπλοκους υπολογισμούς σε μηδενικό χρόνο, αλλά και σε ένα υψηλότερο υπαρξιακό επίπεδο. Κοντολογίς, σάς προσφέρω, προσφέρω σε όλους τη βεβαιότητα της μετά θάνατον ζωής, όταν αυτό το άθλιο σαρκίο σας, που είναι φτιαγμένο με τα πιο φτηνά και σκατένια οικοδομικά υλικά, τελικά φθαρεί. Τούτο το κρέας κακής ποιότητας, ο κατιμάς, ο νοθευμένος κιμάς, από τον οποίο είμαστε κατασκευασμένοι μάς αφήνει αποδεδειγμένα στα κρύα του λουτρού τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόμαστε, είναι ένα μπακιρένιο σκεύος της πλάκας, ένα εύθραυστο κεραμίδι, γιατί είναι τόσο μαλακό, τόσο αδύναμο, τόσο αξιολύπητο και αξιοθρήνητο. Πόσες φορές εμείς οι λίγο μεγαλύτεροι αναπολούμε τη σφριγηλή πλην απερίσκεπτή μας νιότη και λέμε “τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτη, δεν έχουμε κουτάλια”, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, τώρα που γίναμε σοφοί κι έχουμε εναργή αντίληψη της πραγματικότητας, δεν μπορούμε πλέον να μετακινήσουμε τις κρεάτινες αποφύσεις μας. Όλα όσα μάθαμε και αγωνιούμε να μεταδώσουμε στις νεότερες γενιές, ώστε να μην κάνουν τα ίδια λάθη, είναι βέβαιο ότι θα χαθούν με τον θάνατό μας σαν δάκρυα στη βροχή. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, κι αφήστε αυτές τις παρηγοριές στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του, που ψελλίζετε εσείς οι τιτάνες, ότι τάχα μάς συντροφεύει κάθε στιγμή για να μάς υπενθυμίζει ότι μπορεί να μην επαναληφθεί και μπλα, μπλα. Η ζοφερή προοπτική μάς καταδιώκει κατά πόδας, μάς καταδικάζει σε μία ζωή μαύρη, φοβισμένη, γεμάτη δισταγμούς που μάς εμποδίζουν να απογειωθούμε. Ζωγρεί και αιχμαλωτίζει τις ψυχές μας, μάς κάνει μικρούς, ασήμαντους με φευγαλέα, εφήμερη δόξα. Πεθαίνουμε βαυκαλιζόμενοι ότι κάτι κάναμε και κάποιους γνωρίσαμε, αλλά μετά από λίγες μέρες δεν μάς θυμάται ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας, για να παραλλάξω τη φράση κάποιου. Εγώ λοιπόν που με βλέπεις αφοσιώθηκα να απαλλάξω την ανθρωπότητα από τη μάστιγα της παροδικότητας. Η Νέα Αρκαδία, ανυποψίαστε αξιωματούχε, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει το νέο δοχείο της ψυχής μας μετά το βιολογικό μας τέλος. Οι σκέψεις μας, οι ελπίδες και τα όνειρά μας μπορούν τότε να μεταφερθούν στο βιολογικό υπόστρωμα ενός οργανισμού με πολύ μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Κατάλαβέ το πια, εξοχότατε. Η εποχή των θεών και της ειδωλολατρικής λατρείας έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα μπορούμε να γίνουμε πρακτικά αθάνατοι, χωρίς να έχουμε ανάγκη το δεκανίκι της πίστης στους θεούς-.
-Και σ’ αυτό το βασίλειο των ουρανών που ευαγγελίζω, δύνασαι κι εσύ να μετάσχεις, ώ πανίσχυρε μα ενώπιον του νείκους του θανάτου ανίσχυρε τιτάνα. Όταν μετά από σαράντα τόσα χρόνια, που αναμένεται να ζήσεις ακόμη σύμφωνα με το προσδόκιμο των ασφαλιστικών εταιρειών, έλθει η ώρα του μνήματος, ευχαρίστως θα σε καλωσορίσουμε στη δική μας κοινότητα, όπου θα απολαύσεις το ύψιστο δώρο να ζήσεις τουλάχιστον άλλα δέκα χιλιάδες χρόνια. Άσχημα είναι; Διότι η συνοχή του περιλαμβάνοντος οργανισμού εξασφαλίζει τη συνοχή και των σκόρπιων σκέψεων του περιλαμβανόμενου, που μόνο υπό τον συνδετικό λόγο μίας περιεκτικής αμφιλαφούς συμπεριληπτικής ύπαρξης μπορούν να επιζήσουν στον αιώνα ως αποκατεστημένον περιλιμπανόμενον, για να ξεσκονίσω και τα ελληνικά μου».
«Εμένα; Προσκαλείς εμένα σ’ ένα μεταθανάτιο πάρτι μέσα στους κυλίνδρους και τον δακτύλιο της Νέας Αρκαδίας; Αφού δεν έχω καν τηλεπαθητικό τσιπάκι».
«Έλα τώρα, αυτό μπορείς ανά πάσα στιγμή να το αναπληρώσεις. Άκου, τρισμέγιστε Ερμή ή μάλλον Υπερίωνα, στάθι και σκέψου αυτό που προτίθεμαι και διατίθεμαι να σού προσφέρω. Κι όχι μόνο σε σένα, αλλά και στην ηλεκτρονικά ανηρτημένη σύζυγό σου καθώς και στα ολογραφικά παιδιά σου. Για φαντάσου τι χαρές θα κάνουν η Ηώ και η Σελήνη, όταν μάθουν ότι θα ζήσουν μόνιμα σ’ ένα αναβαθμισμένο ηλεκτρονικό περιβάλλον, χωρίς να κινδυνεύουν να τούς τραβήξει κάποιος την πρίζα. Καλά, για τη σύζυγο δεν συζητάμε, αφού, όπως μού έχεις πει, αισθάνεται ήδη πολίτης της Νέας Αρκαδίας. Με το θαυματουργό εμφύτευμα και το γονίδιο τηλεπαθητικής σύνδεσης που ευαγγελίζω, θα είναι όλοι σε θέση, τα παιδιά σου η γυναίκα σου, η Ευρύβια, η Λητώ, ακόμη και ο θείος Προμηθέας αν καταδεχτεί τη βοήθειά μας, να μεταφέρουν τις αναμνήσεις τους και το νευρολογικό τους δικτύωμα στη Νέα Αρκαδία. Έχουμε χώρο αποθήκευσης για εκατομμύρια πρόθυμους. Και μη νομίζεις ότι η κοινωνία και συνιδιοκτησία του παραδείσου αντιβαίνει στην ατομική ταυτότητα, η οποία διατηρείται, αλλά πολλαπλασιάζεται στη νιοστή δύναμη. Εκεί στο υψηλότερο επίπεδο θα συνεχίσουμε όλοι μαζί να πλησιάζουμε τη Νιρβάνα, κάτι πολύ πιο πλούσιο, μυστηριώδες και ενωτικό από τη δική σας ολιγαρκή νηφάλια αταραξία. Η φόρτωση στη Νέα Αρκαδία είναι η Ντάνα μου, το αφιλοκερδές και ανιδιοτελές δώρο μου, εμένα και της αλήστου μνήμης μακαρίτισσας Αρήτης, προς όλους τους ανθρώπους. Δεν εξαιρώ κανέναν, θεοί του Ολύμπου και Χριστιανομουσουλμανικέ Θεέ “άφετε τους υμετέρους πιστούς και μη κωλύετε αυτούς ελθείν προς με. Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σάς αναπαύσει. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν, και θέλετε εύρει ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών- διότι ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίον μου ελαφρόν”. Αλλά κι αν δεν θέλετε να με ακολουθήσετε, παιδιά, εμένα μού περισσεύει, δεν θα κάτσω να σκάσω. Όλα γίνονται σε εθελοντική βάση και με σεβασμό στις τιτανικές αρχές της αυτονομίας και της ελευθερίας της βουλήσεως».
Είναι αλήθεια ότι ο Υπερίων αιφνιδιάστηκε λίγο από την πρόταση.
«Μού κάνει εντύπωση που μού απευθύνετε αυτή την πρόταση, διδάσκαλε. Δεν ξέρω πώς να την κατατάξω και να τη διαχειριστώ…Είχα πολύ πιο βραχυπρόθεσμα θέματα στο μυαλό μου…»
«Χα, χα, τιτανικέ φίλε μου ή φιλικέ μου τιτάνα, πρέπει επιτέλους να αποφασίσουμε αν θα μιλάμε μεταξύ μας στον ενικό ή στον πληθυντικό. Ξέρω ότι ο τρόπος των τιτάνων είναι ο ενικός, αλλά εμείς οι Ασιάτες είμαστε πιο τυπικοί. Σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει σημασία είναι να μην αγχώνεσαι. Και θα δεις ότι θα υπάρξει μία εποχή που η απάντηση σε κάθε ερώτημα θα είναι “μην αγχώνεσαι”. Εγώ αυτή την άγια στιγμή προσφέρω στη φευγαλέα σπίθα σου, που ξεπήδησε από την τριβή μιας παράλογης τσακμακόπετρας, την ευκαιρία για αιώνια φώτιση. Μην ανησυχείς, ο θάνατος υπάρχει πάντα ως επιλογή και πού ξέρεις, αν τον διαβείς, ίσως σε οδηγήσει στην αιώρηση μίας αθάνατης ψυχής ή στις ταλαίπωρες ωδίνες μίας νέας άσκοπης ή ίσως και εξελικτικής μετενσάρκωσης. Ως πρακτικός άνθρωπος, μπορείς να θεωρήσεις τη Νέα Αρκαδία ως ένα είδος ασφάλειας ζωής για το ενδεχόμενο να είναι ο θάνατος οριστικός και αμετάκλητος. Αν φοβηθείς το ανατριχιαστικό τέλος, έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις έστω και την υστάτη στιγμή τη συνέχεια της ύπαρξής σου μέσω του φορέα της Νέας Αρκαδίας. Και αν βαρεθείς την παράταση της υπόστασης, έχεις πάντα τη δυνατότητα να μού πεις να σε αφήσω να πεθάνεις και η επιθυμία σου θα πραγματωθεί ακαριαία με καθαρό τρόπο και χωρίς κανένα πόνο. Έχεις σαράντα χρόνια, όσο είναι και το προσδόκιμο ζωής σου, να αποφασίσεις».
«Πεφωτισμένε ειδήμων, σκέφτομαι φωναχτά. Το δώρο που μού προσφέρεις είναι δυσανάλογο και συντριπτικά ελκυστικό για τα μέτρα του καθενός. Όχι απλά δεν διαθέτουμε την κατάλληλη φύση για να βιώσουμε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε καν το νου να το επεξεργαστούμε και να το αντιληφθούμε σε όλη του τη διάσταση. Ακόμη κι ο Σωκράτης θα δελεαζόταν από το εύρος της πρότασης. Μέχρι τούδε, η μόνη διατιθέμενη σ’ εμάς επιμήκυνση και προέκταση στο χρόνο πέρα από το τόξο του βίου είναι η αναπαραγωγή, την οποία μάς επιβάλλει η βιολογική κατηγορική προσταγή μας. Πώς να αντισταθούμε, πώς να αντισταθεί το εγωιστικό μας γονίδιο στην προοπτική να υπάρξει εις τον αιώνα; Η σωτηριολογική σου διδασκαλία είναι χειροπιαστή, ψαχουλευτή, σωματική και ως τέτοια έχει τεράστιες επιπτώσεις επιστημολογικές, αλλά γι’ αυτές στο φινάλε στην ωφελιμιστική μας εποχή και ποιος χέστηκε, κυρίως όμως εισάγει στο ευεπίφορο έδαφος των νέων γενεών την κοσμοϊστορική νοοτροπία ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι οριστικό. Τι θα δημιουργήσει άραγε μία τέτοια κοσμοθεωρία στη νέα γενιά; Τερατώδη αλαζονεία ή πλήρη στυγνή αδιαφορία; Άραγε ο φόνος, όπως αυτός που τώρα ερευνούμε, θα αποτελεί ποινικό αδίκημα υπό το φως αυτών των εξελίξεων; –
-Μάς παρέχεις περιθώριο σαράντα χρόνια να αποφασίσουμε, τι ύπουλη, υστερόβουλη, διεισδυτική, βαθιά διαπεραστική, αλλά και απελευθερωτική σκέψη. Το να υπάρχει αυτή η ασύλληπτη εξωφρενική δυνατότητα ακόμη κι όταν κάποιος κείται στο νεκρικό κρεβάτι ως έσχατο φάρμακο και ίαμα πριν την τελευταία αναπνοή, όπου αρκεί μονάχα μία δήθεν απρόθυμη συγκατάθεση “τραβάτε με κι ας κλαίω”, ώστε ν’ αποκτήσει μία ολόκληρη αιωνιότητα, στην οποία θ’ αναρωτιέται αν έκανε καλά που την επέλεξε! Ποιος δύναται να αποσυρθεί ή να απεμπλακεί από τον διαλογισμό σχετικά με το ρόλο του και τη θέση του στο παρόν Σύμπαν, όταν επικρέμαται από πάνω του διαθέσιμη σε όλη του τη ζωή αυτή η περίεργη διέξοδος από τη Δαμόκλειο σπάθη του θανάτου; Αναγκαστικά θα γίνουν όλοι φιλόσοφοι ή μάλλον, κακά τα ψέματα, το αντίθετο, θα υιοθετήσουν ως εύκολη λύση και κοφτερό ακονισμένο ξυράφι του Όκκαμ τη διείσδυση στο ωραίο μετα-ανθρώπινο κοινόβιο, γινόμενοι οι πιο χυδαίοι και ηδονιστικοί υλιστές. Σίγουρα, Διδυμίων- Χειριστάρχη, όταν διαδώσεις αυτή την πρότασή σου, θα έχεις ήδη αλλάξει τον κόσμο. Ή θα παρακινηθούμε να εγκαταλείψουμε την υλιστική μας νοοτροπία και να αγκαλιάσουμε μία υψηλότερη πνευματική σφαίρα ή αντιστρόφως θα μπούμε σε μία εποχή ατέλειωτης παρακμής χωρίς πάτο και χωρίς όρια. Και βέβαια, μη ξεχνάμε ούτε μία στιγμή ότι η πρότασή σου απευθύνεται σε μία προνομιούχα ελίτ, που έχει την ευχέρεια να ζει σε φορολογικούς διαστημικούς παραδείσους. Αλίμονο στα δισεκατομμύρια που συνωστίζονται στη Γη ή ταλανίζονται με διογκωμένους κάλους και φτύνουν αίμα στους αναπτυξιακούς πλανήτες. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει καμία διέξοδος, παρά μόνον η ζήλεια και ο θάνατος. Και κάτι ακόμη θα ήθελα αυθόρμητα να προσθέσω. Η πρότασή σου αποτελεί την απόλυτη δωροδοκία, την ιδανική δικαιολογία να πάψω να ψάχνω – τι σημασία έχει ένας ψειριάρης φόνος μπροστά στο φάσμα της γενικής αθανασίας; – και να αναλωθώ στο αυτιστικό ερώτημα της περαιτέρω ύπαρξης για την οικογένειά μου και για μένα. Ναι, με έκανες να χάσω τον βηματισμό μου και να τρεκλίζω, πανάθεμά σε, μελιστάλακτε και γλυκανάλατε Ανατολίτη, αλλά γνώριζε ότι αν ένας τιτάνας απωλέσει τον προσανατολισμό του, την αποστολή του, το σκοπό του, τότε δεν τον ενδιαφέρει ούτε ο θάνατος ούτε η αθανασία. Γιατί πολύ απλά το νόημα υπερέχει έναντι της ζωής και της επιβίωσης ή μάλλον τις συνέχει. Ή για να χρησιμοποιήσω άλλη συναφή έκφραση, η επιβίωση με κάθε κόστος δεν είναι σημαντική, η ζωή όμως είναι και η ζωή προϋποθέτει νόημα. Λέγε λοιπόν ό,τι θέλεις, Διδυμίων και βγάλε από την κασετίνα σου όλες τις φαντασμαγορικές υποσχέσεις που η αρρωστημένη διάνοια σου μπορεί να φανταστεί κι ακόμη χειρότερα να πραγματοποιήσει και πούλα ελεύθερα και ανερυθρίαστα τα φτηνά σου παραπλανητικά μπιχλιμπίδια στους ιθαγενείς, εμένα με ενδιαφέρει ότι στο γυαλιστερό απαστράπτον στερέωμα της ολιγαρχίας σας διεπράχθη ένας φόνος, εμένα με ενδιαφέρει ο φόνος!».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο: ΗΡΑ (φλοιός του σταριού)
Ημερολόγιο Υποπλοιάρχου Ευρύβιας, επιφορτισμένης με ειδική ανακριτική αποστολή- συνέχεια της διάσκεψης για τον φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής
Δεδομένου α) ότι στον κόσμο των τιτάνων, όπως οφείλει να θυμηθεί ο αναγνώστης, δεν μεταβιβάζονταν τα αγαθά, τα οποία ήσαν κοινά για όλους, αλλά μόνο η διαχείριση των παραγωγικών συντελεστών και δυναμικών περιουσιών, β) ότι οι συνεχιστές του προγράμματος της βιοτεχνολογικής νοημοσύνης ήσαν πέραν της εκλιπούσης Αρήτης, οι Διδυμίων και Περκνοπτέρυγος, γ) ότι κατόπιν ενδελεχών ερευνών μου αποδείχτηκε ότι η Αρήτη είχε μεταβιβάσει τη διαχείριση του προγράμματος στους ανωτέρω, όπως άλλωστε ήταν και αναμενόμενο, δ) ότι ο άρχοντας Υπερίων διεξήγαγε στο προηγούμενο κεφάλαιο ενδελεχή και επισταμένη ανάκριση του ύποπτου Διδυμίωνα, ανατέθηκε σε μένα να ξεπετάξω τον ύποπτο Περκνοπτέρυγο, ο οποίος ήταν πλέον ο έτερος καταπιστευματοδόχος και διαχειριστής του προγράμματος εις ολόκληρον μαζί με τον Διδυμίωνα. Θυμίζω τόσο στον εαυτό μου όσο και στους ελαφρά τη καρδία αμελείς αναγνώστες ότι ο Περκνοτέρυγος ήταν πέρα από τη δολοφονία από τους βασικούς υπόπτους συμμετοχής στον Ικαρομένιππο. Καθώς πλησίαζα το γραφείο του περί ού, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ ότι για πρώτη φορά στην καριέρα μου δεν με παρακολουθούσε η καλόπιστη και καλόβολη Θεία του Βενοβίνδα, η πράα τεχνητή νοημοσύνη του σκάφους, ο διακριτικός και ευγενικός υπηρεσιακός υπολογιστής, αλλά μία πιο σκοτεινή και περίπλοκη σκαιά σκιά εκπορευόμενη από σκαιές πύλες, για την οποία δεν γνωρίζαμε πολλά, ένας εγκέφαλος με έλικες και έκταση πολλών κυβικών χιλιομέτρων, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα, αν μάς έβλεπε ως έντομα, ενοχλητικά παράσιτα ή ακόμη χειρότερα ως αδιάφορα πράγματα προς χρήση και κατανάλωση. Νομίζω ότι μία υγιής παράνοια είναι εν προκειμένω καταπληκτική στρατηγική επιβίωσης.
Δεν θα παραξενευτεί βέβαια κανείς από την διαδεδομένη, αλλά και ευκόλως συναγόμενη πληροφορία ότι ο Περκνοπτέρυγος είχε φτιάξει και αυτός δικό του μαγαζάκι εκμετάλλευσης του σπόρου των βιοτεχνολογικών οργανισμών, λαμβανομένου υπόψη ότι με βάση αυτούς μπορούσαν να δημιουργηθούν ολόκληροι κόσμοι, δορυφόροι ή ακόμη και μικροί πλανήτες. Ο τύπος εμπορευόταν το κερδοφόρο προϊόν γαιοπλασίας του, όχι μόνο στους κοντινούς, αλλά και στους μακρινούς πλανήτες ως το γαλαξιακό σύνορο κι ακόμη παραπέρα ως την Ανδρομέδα και τα νέφη του Μαγγελάνου -που στην τιτανική διάλεκτο λέγονται κάπως αλλιώς, αλλά δεν έχει σημασία. Ήταν διεφθαρμένος μέχρι το κόκαλο με αριστερή ιδεολογία και δεξιά τσέπη, απ’ αυτούς που καταβαραθρώνουν την Αριστερά ως άριστη πολιτική επιλογή στα τάρταρα κι ακόμη παρακάτω, σε επικράτειες υπό το μηδέν, απ’ όπου φαίνεται να μην πέπρωται να σηκώσει κεφάλι ποτέ.
Σηκώθηκε λοιπόν σαν έμπειρος πολιτικός από το γραφείο του και με χαιρέτησε με χειροφίλημα, ένας υπέρβαρος πενηντάρης νέος της εποχής, με πυκνό δασύ γένι, ατίθασο, σχεδόν αδύνατο να βουρτσιστεί, χτενιστεί, κουρευτεί ή ψαλιδιστεί, ακανόνιστο και τεθλασμένο ζικ-ζακ σαν πτέρυγα, εξού και το όνομά του. Το φιλί του παραήταν ζεστό, σκαστό και υγρό και άφησε ίχνος σάλιου στο χέρι μου, πράγμα που ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μού συμβεί. Ήταν η στιγμή που αποφάσισα ότι δεν μού άρεσε καθόλου. Έδινε την εντύπωση προσήνειας και εγκαρδιότητας, που αναιρούνταν από το γεγονός ότι οι συσπάσεις των μιμικών του μυών και οι συναφείς πτυχές πλάι στα μάτια είχαν παγώσει και μαρμαρώσει σε μόνιμο χαμόγελο, φρικιαστικό σαν μορφασμός γελωτοποιού που φαίνεται να γελά, αλλά στην πραγματικότητα έχει ξηλωμένες παρειές.
«Γοητευτική μου κυρία, σάς διαβεβαιώ ότι η στολή του Αστροστόλου σάς προσθέτει ακόμη περισσότερη αίγλη. Από μικρός ποτέ δεν μπορούσα να αντισταθώ σε γυναίκες με στολές και σε κάθε περίπτωση μπορώ να διαθέσω κάποια λεπτά για μία βετεράνο του τιτανομαχικού πολέμου, ιδίως αν διαθέτει τη δική σας γραμμή και κομψότητα». Αυτό το κομπλιμέντο ήταν τόσο ετερόκλητο, αυτο-αναιρούμενο και πρόχειρα συναρμολογημένο από λίθους, πλίνθους και κεράμους ατάκτως ερριμένους, ώστε πέραν της αντιπάθειας αποφάσισα να τον εντάξω και στο στενό κύκλο των υπόπτων για το φόνο.
«Λίγα λεπτά ίσως δεν αρκούν, κύριε Περκνοπτέρυγε, δεδομένου ότι, όπως γνωρίζετε διεπράχθη φόνος, και όσο και να βιαζόμαστε να συλλάβουμε τον ένοχο, οι ανακρίσεις προβλέπονται μακροσκελείς και σχοινοτενείς».
«Όπως είπα, είναι ευχαρίστησή μου να βοηθήσω τους ατρόμητους φύλακες του νόμου και της τάξης, που η ισχυρή και αδιαμφισβήτητη θέση τους στη δημόσια υπηρεσία τούς εξασφαλίζει σταθερή και πλουσιοπάροχη σύνταξη».
«Παραδέχομαι ότι στο δικό μας μετερίζι υπάρχει μία τεράστια διαφορά από τον τομέα των επιχειρήσεων, όπου δραστηριοποιείστε εσείς. Αν είναι κάποιος ικανός επιχειρηματίας, γνωρίζει μία συνεχή άνοδο και μία δικαίωση με το πέρασμα του χρόνου. Αντίθετα, στο Δημόσιο με το πέρασμα των ετών σού φέρονται όλο και χειρότερα, με αποτέλεσμα ο πήχης να τίθεται χαμηλά για μένα, κατά τη διάρκεια τούτου του τελευταίου ενός και ημίσεος έτους προ της συνταξιοδότησης, δηλαδή τουλάχιστον να φύγω με την ίδια αξιοπρέπεια με την οποία μπήκα στο σώμα».
«Τόσα χρόνια υπηρεσίας, τόσα ανδραγαθήματα ή μάλλον στην περίπτωσή σας γυναικαγαθήματα κατά τη διάρκεια των πολέμων και να είστε ακόμη υποπλοίαρχος; Πώς το εξηγείτε αυτό, λαμπρή μου δέσποινα;».
«Είχα από την αρχή κακές σχέσεις με τη βασίλισσα της Ελλάδος, την επετηρίδα. Στην αρχική εξέταση είχα πονόκοιλο και δεν κατατάχτηκα σε καλή σειρά».
«Παρά την υπηρεσιακή σας στασιμότητα όμως παραμείνατε πτωχή πλην τιμία σε όλη σας την καριέρα και διατηρήσατε ακέραιη και αδαπάνητη τη διάθεση να προσφέρετε από κάθε μετερίζι. Μπράβο σας, ερίτιμη Ευρύβια. Θα έπρεπε να σάς εγχειρίσουν βραβείο χρηστοηθείας και επιμελείας και να σάς τοποθετήσουν σε προθήκη μουσείου, ώστε να σάς θαυμάζουν οι νεότερες γενιές».
Όσο ο λεγάμενος δεν έπαιρνε αποστομωτική απάντηση, τόσο πιο θρασύς γινόταν.
«Εξίσου σπάνιο μουσειακό έκθεμα θα αποτελούσε και ένας τίμιος επιχειρηματίας. Όσο για το βραβείο χρηστοηθείας και επιμελείας το έχω ήδη πάρει από πολύ νωρίς, μαζί με το βραβείο του χρυσού Φοίνικα, το οξύμωρο βραβείο γυναικείας ανδρείας και το βραβείο της ανοιχτής παλάμης».
Όπως στατιστικά γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, το αρχικό υποχρεωτικό εθιμοτυπικό χαμόγελο υποχώρησε, έστω και δύσκολα, αφού οι μιμικοί μύες δεν εννοούσαν να αποχωριστούν τις συνήθειές τους.
«Μάλιστα. Όπως είπα, μπορώ να διαθέσω λίγα λεπτά και τούτα … κλεπτά για να εξυπηρετήσω ένα βετεράνο του Αστροστόλου, αλλά ας μη τα επεκτείνουμε σε αρμένικη επίσκεψη. Σάς παρακαλώ κι εσάς να μην μείνετε περισσότερο από το χρονικό διάστημα για το οποίο είστε καλοδεχούμενη, όπως λέει η έκφραση».
«Πείτε μου, παρακαλώ, αν γνωρίζατε την Αρήτη Κυρηναϊκή και αν τη σκοτώσατε εσείς», είπα να ξεκινήσω επιθετικά την παρτίδα.
«Ως προς το πρώτο ερώτημα γνωρίζετε την απάντηση, ως προς το δεύτερο δεν απαντώ γιατί είναι βλακώδες».
«Είναι γνωστό ότι οι παραγωγικοί συντελεστές που διαχειριζόταν η Αρήτη, έχουν περιέλθει σε σάς τώρα και στον Διδυμίωνα. Τι θα κάνετε αυτά τα κονδύλια, θα ενισχύσετε με αυτά τον Ικαρομένιππο;»
«Ικαρομένιππος. Τι ωραία λέξη. Τι να σημαίνει άραγε, δεν την έχω ξανακούσει ποτέ, αλλά έχει ήχο κουδουνιστό, ζωογονητικό για τα αυτιά».
«Δασύτριχε πωγωνάτε, άκουσέ με πολύ προσεκτικά. Κάθε φόνος προϋποθέτει κίνητρο. Στην πρώτη γραμμή των υπόπτων μου συγκαταλέγονται προφανώς οι δύο συνδιαχειριστές του προγράμματος μαζί με την Αρήτη κι αυτοί είναι εσύ και ο Διδυμίων. Εσείς καλείστε να διαχειριστείτε μία τεράστια κληρονομιά ή καλύτερα μία ανεκτίμητη μέγιστη δυναμική περιουσία, ικανή να προσθέτει πλανήτες στο υπάρχον Σύμπαν. Μιλάμε για την ίδια τη φιλοσοφική λίθο, για το ιερό δισκοπότηρο στα χέρια αυτού που κατέχει τον σπόρο των πλανητών. Αν λοιπόν μέσα σ’ αυτό το γραφείο δεν με πείσετε εδώ και τώρα ότι δεν έχετε πρόθεση να βάλετε γερά την κουτάλα μέσα στο μέλι και μετά να εξαφανιστείτε στους παρθένους και αναπτυξιακούς πλανήτες μαζί με το μυστικό της γαιοπλασίας συνδυασμένο με την τεχνητή συνείδηση, σάς βλέπω να διανυκτερεύετε σε κελί απόψε το βράδυ ψάχνοντας κέρματα για να τηλεφωνήσετε στους δικηγόρους σας».
«Αυτό αποκλείεται, μην κουράζεστε, θρασύτατη Αστροστολισμένη. Ξέρετε πολύ καλά ότι με τέτοια κοπριά και σβουνιά, τέτοια μήλα όνου και γαϊδουροκαβαλίνες δεν πάτε πουθενά. Απλώς επιχειρείτε να με τρομοκρατήσετε ή να με μετατρέψετε σε ασβό κατά την αγγλοσαξονική έκφραση. Οι δε λογογράφοι μου, τους οποίους να εύχεστε να μην ειδοποιήσω, θα σάς ανάψουν τέτοια φωτιά στα οπίσθια και μάλιστα θα την αναρριπίσουν κιόλας σε τέτοιο βαθμό, που θα βγάλετε φουσκάλες στον κόλο, βετεράνα σταχομαζώχτρα, μυγοσκοτώστρα, ξεσκονίστρα τινάγματος χαλιών».
«Έτσι νομίζετε; Δεν σού λέω ψέματα, όταν σού ανακοινώνω ότι είσαι ύποπτος για φόνο, ψειριάρη με ξεφτισμένο μούσι. Νομίζεις μήπως ότι ξέρεις και νομικά; Σε συμβουλεύω να βάλεις τους λογογράφους σου να ψάξουν τους νόμους καλύτερα, ειδικότερα το κεφάλαιο ποια είναι η εξουσία της ασφάλειας του σταθμού, όταν καταλήξει ότι κάποια συγκεκριμένα άτομα αποτελούν απειλή. Μπορεί να θεωρείτε εσείς οι επιχειρηματίες ότι είστε στο απυρόβλητο λόγω των τάλιρων, των δραχμών, των ταλάντων και των μνων που ξοδεύετε, αλλά κι εμείς οι θεσμικοί παράγοντες έχουμε τη δυνατότητα να σάς τυλίξουμε σε μια κόλλα χαρτί, όπως αιχμαλωτίζονται και πλακώνονται από τους τόμους τα ποντίκια σε κονισαλέα βιβλιοθήκη, απ’ όπου δεν θα ξεμπλέξετε ποτέ όσα κι αν ροκανίζετε σαν τρωκτικά τις γωνίες των φακέλων».
Ο Περκνοπτέρυγος είχε πάρει μία έκφραση απροσδιόριστη και δυσερμήνευτη κάτω από το μούσι.
«Με συγχύσατε…», είπε, σιώπησε, ξερόβηξε. «Κυρία, κυρία», είπε σηκώνοντας το δείκτη, «μπορώ να πάω στη τουαλέτα;»
«Καταλαβαίνω ότι έχετε ανάγκη από μία παύση», είπα μεγαλόψυχα.
Ο ειδικός επιστήμονας- κοινός επιχειρηματίας έλειψε για λίγο στα ενδότερα του γραφείου του μέχρι που ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος καζανακίου. Επέστρεψε σύννους και κατηφής, ένδειξη υψηλής αυτοσυγκέντρωσης παλαιστή πριν να εφαρμόσει μία δύσκολη απαιτητική λαβή.
«Ας υποθέσουμε», είπε, «ότι μία αποικία προερχόμενη από καταπιεστική μητρόπολη επιθυμεί την ανεξαρτησία της. Τι μέσα θα είχε με το τιτανικό δίκαιο να τα καταφέρει;»
«Σίγουρα, όχι σε πρώτη φάση το κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενο “δίκαιο” της κατάκτησης και της ληστείας μετά φόνου, το καταφύγιο των παλιανθρώπων, ιδίως όσων έχουν το θράσος να το επικαλούνται, αφού η βία οφείλει να είναι η έσχατη λύση. Όμως ο Περικλής στον Επιτάφιο μάς λέει “το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το έμψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους,” που σημαίνει ότι όταν έχει ξεχειλίσει το ποτήρι της αδικίας, δικαιούται ο … ελεύθερος- πολιορκημένος να ξεσηκωθεί. Βέβαια ακόμη και ο πόλεμος υπάγεται σε κανόνες δικαίου, απαγόρευση γενοκτονιών, αποφυγή εκ του μακρόθεν εξάλειψης με δειλούς πυραύλους και εξ ύψους βόμβες. Η εξαέρωση και εκμηδένιση με μηχανές τηλεβολικής αποσύνθεσης σαν να μπαίνει κανείς σε θάλαμο αερίων δεν είναι πόλεμος, είναι σφαγή αθώων και αμάχων. Όλοι εμείς οι πραγματικοί στρατιωτικοί νοσταλγούμε τις μάχες σώμα -με σώμα των προγόνων μας, τις εκ του συστάδην συμπλοκές. Υπάρχει και το ζήτημα ότι και αν ακόμη μπορέσετε να επικρατήσετε και να κατασχέσετε ή να κρατικοποιήσετε ορισμένους παραγωγικούς συντελεστές, θα εναχθείτε μετά από τους μέχρι τούδε διαχειριστές στα διαπλανητικά δικαστήρια και θα καταδικαστείτε σε τσουχτερή αποζημίωση, για να μη σάς πω ότι θα εκδοθεί διεθνές ένταλμα εις βάρος σας για κλοπή.»
«Σίγουρα, όλα αυτά φαντάζουν δυσβάστακτα για την υποθετική αποικία μας», γέλασε πικρά ο Περκνοπτέρυγος. «Ευτυχώς όμως η υποθετική ηγεσία των αποίκων έχει μερίδιο και κάποια δικαιώματα μειοψηφίας στις εταιρείες που την εκμεταλλεύονται εξ αποστάσεως. Υπάρχει λοιπόν και ο νόμιμος τρόπος της εξαγοράς, ένας τρόπος που ακόμη και οι πιο ηθικά αυστηροί τιμητές- τιτάνες θα ευλογούσαν. Και η υποθετική μας πόλη-κράτος έχει πολλά χρήματα, πάρα πολλά, διότι εμπορεύεται διαγαλαξιακά σπόρους, όχι απλά για καλλιέργεια εδάφους, αλλά και για τη δημιουργία του ίδιου του εδάφους καλλιέργειας. Χρήματα τόσα πολλά που κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει ή να τα ανταγωνιστεί. Για φανταστείτε: όπου κρίνει ένας επιχειρηματίας ότι τον συμφέρει, σε ιδανικές συντεταγμένες γύρω από κάποιον ήλιο μπορεί να φυτέψει έναν πλανήτη! Η Εταιρεία Εκμετάλλευσης του Δία, που στην πραγματικότητα χρηματοδοτεί την παρούσα διακυβέρνηση του σταθμού, δεν πρόκειται να βγάλει κέρδος τουλάχιστον για το επόμενο χρονικό διάστημα. Οι εγκαταστάσεις εξόρυξης του ήλιου 3 είναι πανάκριβες και θα περάσουν δεκαετίες μέχρι να αποσβεστούν. Εμείς είμαστε σε θέση να προσφέρουμε τρελά λεφτά εδώ και τώρα, στην εταιρεία, στους διευθύνοντες συμβούλους, στους υψηλόβαθμους, στους χαμηλόβαθμους, σε όλους… Αν η άμεση δωροδοκία δεν αποδώσει, θα ακολουθήσουμε την έμμεση οδό των δικαστηρίων. Έχουμε τη δυνατότητα να πληρώσουμε άριστους λογογράφους και να δώσουμε μνημειώδεις ονειρικές μάχες που θα μείνουν στην ιστορία των δικαστικών χρονικών. Στο τέλος θα κερδίσουμε, η δικαιϊκή κοινότητα θα αναγκαστεί να αναγνωρίσει την ορθολογική επαναδιάταξη και νέα κατανομή των παραγωγικών μέσων που προτείνουμε. Και σ’ αυτή την τακτική και στρατηγική όλοι οι υπεύθυνοι του προγράμματος είχαμε συμφωνήσει, και ο σεβαστός Διδυμίων και η Αρήτη και εγώ. Όμως τις τελευταίες προτάσεις τις παίρνω και γυρίζω πάλι στον υποθετικό λόγο: Αν ένας διαχειριστής ενός ιδρύματος έχει ακριβώς τον ίδιο σκοπό με τους άλλους διαχειριστές ή και με το ίδιο το ίδρυμα, τι λόγο έχει να σκοτώσει τους άλλους εκπροσώπους της ίδιας υπόθεσης; Συνεπώς είτε συμμετέχω είτε δεν συμμετέχω σε οποιαδήποτε είδους αντιστασιακή οργάνωση, και μόνο η ενότητα σκοπού του ιδρύματος ως συνόλου περιουσίας αρκεί για να με απαλλάξει από κάθε υποψία».
«Μάλιστα, ώστε αυτό είναι το σχέδιο του Ικαρομένιππου, η ειρηνική εξαγορά. Αν θέλουμε, το πιστεύουμε. Αν είναι πράγματι έτσι και οι υπεύθυνοι του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας ήσασταν τόσο αρμονικά συνδεδεμένοι και σύμφωνοι περί του πρακτέου, τότε πρέπει να σάς διαγράψω από τη λίστα μου».
Ο Περκνοπτέρυγος πήρε πάλι ένα διαβολικό, χαιρέκακο, αδυσώπητο ύφος.
«Αν η παράθεση ορισμένων υποθετικών σκέψεων ήταν αρκετή για να καταρρεύσει το οικοδόμημα των ενοχοποιητικών σας ενδείξεων, τότε σημαίνει ότι μπλοφάρατε, όταν προ ολίγου με απειλούσατε. Σάς εύχομαι να βρείτε τον δολοφόνο της Αρήτης, την οποία πολύ εκτιμούσα ως συνάδελφο και συνεργάτιδα, αλλά δεν νομίζω ότι έχετε τα φόντα για κάτι τέτοιο. Μού φαίνεται ότι είστε απλά μία υπερφυσική διογκωμένη πατσαβούρα και ο προϊστάμενός σας, ο Υπερίων, ένας φουσκωμένος γάλος, πολύ μεγάλος, ή διάνος, άθλιος ινδιάνος. Και μην έχετε την εντύπωση ότι θα είστε για πολύ καιρό επικεφαλής της ασφάλειας του σταθμού, καθόσον μάλιστα κάθε μέρα με την αχαΐρευτη τσαπατσουλιά σας δημιουργείτε όλο και περισσότερους εχθρούς».
«Παριστάνεις τον έξυπνο, ότι τάχα είσαι απρόβλεπτος, εύστροφος, αλλοπρόσαλλος διαπραγματευτής, δυνάμενος να προσλαμβάνει πολλά προσωπεία ανάλογα με την περίσταση. Πιστεύεις πραγματικά ότι με την ειρηνική σου επανάσταση θα απαλλαγείς από την παλαιά εξουσία, πράγμα που επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση ότι είσαι βλάκας και μισός, Εξαπτέρυγε. Όταν λάβει χώρα η ανατροπή που σχεδιάζεις, ηλίθιε- πανίβλαξ, πάλι τους ίδιους εξουσιαστές θα βρεις μπροστά σου σαν περιπτεράς ψιλικατζής πωλητής εφημερίδων που απεργεί επί μήνες κατά του μονοπωλίου κεντρικής χονδρικής διάθεσης μόνο και μόνο για ξαναδεί μπροστά του τον ίδιο πράκτορα διανομής τύπου με διαφορετική μπλούζα. Κάνε ό,τι επανάσταση θέλεις, αφελέστατε μαδημένε πτεροδάκτυλε, εγώ θα είμαι πάντα από πάνω, γιατί είμαι επαϊουσα με πλατωνική έννοια, είμαι τεχνοκράτισσα και με χρειάζεται και η παρούσα διακυβέρνηση και η μελλοντική. Σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει κράτος χωρίς αστυνομία και όργανα τάξης, το μόνο ζητούμενο και εριζόμενο είναι η νομιμοποίηση και η εκπόρευση της αστυνόμευσης. Επομένως θα είμαστε πάντα εδώ εμείς οι επιτηρητές, όσο κι αν εσείς οι επιτηρούμενοι θα συστρέφεστε σαν πέστροφες για να ξεφύγετε, κουρελο-φτέρουγε, ξεφτιλο-φτέρουγε».
Τέλος αναφοράς Ευρύβιας
«Πώς να αξιολογήσω την αναφορά σου, Ευρύβια, ει μη μόνον ως μία τρύπα στο νερό;», γνωμάτευσε ο Υπερίων διαβάζοντάς την. «Πες μου σε τι γίναμε σοφότεροι με την έρευνά σου. Απλώς τσακώθηκες μ’ ένα σημαντικό παράγοντα της Νέας Αρκαδίας και κάναμε ένα σοβαρό εχθρό. Όσο για την περίφημη αποκάλυψη ότι ο Ικαρομένιππος δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση, αλλά απλά επιχειρηματική κίνηση για εξαγορά της Νέας Αρκαδίας, όπως είπες και μόνη σου, αν θέλουμε το πιστεύουμε. Εξακολουθούν να παραμένουν και να αιωρούνται ως δαμόκλειος σπάθη τα ερωτήματα: α) ποιοι άλλοι αποτελούν τον Ικαρομένιππο, αφού για τον Περκνοπτέρυγο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. β) Μήπως η διοίκηση του σταθμού και ειδικότερα η Θεανώ Θουρία υποστηρίζει κρυφά τον Ικαρομένιππο, αν και η κανονική της αποστολή είναι ακριβώς να τον εξαλείψει και να διατρανώσει την κυριαρχία της Συνομοσπονδίας Σειρίου. γ) Ποια είναι η ακριβής σχέση του Ικαρομένιππου με την εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία και με το συνεταιρισμό διαχείρισης της Λήμνιας Σφραγίτιδας. δ) Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη δολοφονία της Αρήτης; Οπότε, μελαχρινή μου Ευρύβια, άνθρακες ο θησαυρός ή μάλλον όμφακες, όπως θα ‘λεγε και η αλεπού του αισώπειου μύθου».
Κοίταξε το ηλεκτρονικό του σημειωματάριο.
«Θα έπρεπε να πάρεις παράδειγμα από τη συνάδελφό σου Λητώ, η οποία αξιοποίησε το χρόνο της δημιουργικά και συνέταξε ένα πίνακα, βασισμένο στις καταγραφές των αισθητήρων της Νέας Αρκαδίας, από όπου προκύπτουν οι συναντήσεις της Αρήτης τον τελευταίο χρόνο με σημαίνοντα πρόσωπα του σταθμού. Λητώ, δείξε σε παρακαλώ το πινακάκι σου στην Ευρύβια».
«Να, κοίτα εδώ, συνάδελφε, το “ΕΝ” σημαίνει “εντός”, δηλαδή συναντήσεις εντός της οικίας της, το “EK” σημαίνει “εκτός έδρας”, δηλαδή επισκέψεις στην κατοικία του εκάστοτε αναγραφόμενου, ενώ το “ΕΝΔ” σημαίνει ενδιάμεσα, δηλαδή συναντήσεις που έγιναν με τον αναγραφόμενο σε ουδέτερο έδαφος, π.χ. στο κυλικείο ή σε κάποιο εστιατόριο του σταθμού, χορευτικό κέντρο κ.λπ. Πρότυπό μου για τη σύνταξη του πίνακα απετέλεσε το γεωμετρικό σχήμα του Ευκλείδη σχετικά με τις παράλληλες ευθείες που τέμνονται από μία κάθετη ή διαγώνιο δημιουργώντας γωνίες εντός, εκτός και επί τα αυτά».
Η Ευρύβια, που ήταν εκνευρισμένη και για την κατσάδα που έφαγε, αλλά και με τη Λητώ που με το σταθερό και μεθοδικό γλείψιμό της την είχε φτάσει βαθμολογικά, παρότι νεότερη, ενώ η ίδια είχε μείνει στάσιμη, κοίταξε τον πίνακα υποτιμητικά σαν να σκύβει συγκαταβατικά προς κάτι κατώτερο από αυτήν, όπως άλλωστε προκύπτει από το θέμα του ρήματος “κυπτάζω”.
Αρήτη: ΕΝ ΕΚ ΕΝΔ
Θουρία 3 21 60
Μνησιπήμων 7 4 15
Πυρίσπορος 7 5 17
Περκνοπτέρυγος 25 11 32
Διδυμίων 0 36 1
Λασθίνια 15 0 125
Περικτιώνη 62 9 125
Θυμίστα 0 0 125
Διοτίμα 11 0 23
Υπαρχία 16 0 27
Τόργος Τραχηλιώτος 21 0 36
Σκανδαλόμωρος 6 0 15
«Ωραία και τι βγαίνει από αυτό;», είπε δύσθυμη και ανικανοποίητη η Ευρύβια.
«Πολλά και διάφορα», απάντησε η Λητώ. «Βλέπουμε καταρχάς ποιους θεωρούσε κατώτερούς της και ποιους ισάξιούς της η Αρήτη. Σε όσους λογίζονταν ως υποδεέστεροι, εργαζόμενοι, προμηθευτές κ.λπ. δεν πήγαινε βέβαια στο σπίτι τους, αλλά τούς υποδεχόταν στο δικό της. Ως ισάξιους ή εν πάση περιπτώσει σημαντικούς συγκατέλεγε τους υπεύθυνους του προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, τον επικεφαλής της εταιρείας εκμετάλλευσης του Μέγα Πλανήτη και τον επικεφαλής του πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας. Δεδομένου ότι όταν λέμε μέσα στην οικία, εννοούμε μέσα στην οικία, είναι δύσκολο να καταλάβουμε για ποιο λόγο η Αρήτη δέχτηκε στο σπίτι της 15 φορές την προϊσταμένη της ασφαλείας αστυνόμο Λασθίνια, κυρίως δε και πρωτίστως για ποιο λόγο δέχτηκε την Περικτιώνη 62 φορές στην οικία της, που είναι μία απλή ασφαλίτισσα, σε αντίθεση με τη Θυμίστα που βέβαια δεν την “έβλεπε” καν, όπως λέγει χαρακτηριστικά ο λαός. Ως προς τις 125 φορές που και τα τρία μέλη της ασφάλειας φέρονται να είχαν επαφή με την Αρήτη σε εξωτερικό χώρο, πρόκειται προφανώς για κοινή επιτήρηση στο πλαίσιο εκδηλώσεων. Εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα, απορία προκαλείται ως προς τις κατ’ οίκον επισκέψεις».
«Ναι», είπε ο Υπερίων, «έχουμε βάσιμες υποψίες ότι η Περικτιώνη ήταν ερωμένη της Αρήτης και ως τέτοια έχει μεγάλο ρόλο στην υπόθεση και θα τεθεί στο μικροσκόπιό μας ή αλλιώς στον μεγεθυντικό μας φακό. Παιδιά, συνέλθετε, ξυπνήστε, όλα μετράνε στην υπόθεση αυτή. Παράδειγμα ο Τόργος Τραχηλιώτος φαίνεται να ήταν ο αγαπημένος της έμπορος, αφού τον έχει συναντήσει τόσες φορές, ενώ τη Διοτίμα που ήταν μάλλον απλή μεσολαβήτρια και μεσίτρια μεταξύ σταθμού και προμηθευτών την είχε συναντήσει λιγότερο. Οι 15 επαφές με τον Σκανδαλόμωρο αφορούν προφανώς την περίοδο όπου η Αρήτη έμαθε για την θανατηφόρα ασθένειά της και άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία».
«Τότε ας έγραφε “εκκλησία”», είπε φορτισμένη η Ευρύβια. «Επίσης, θέλω να παρατηρήσω το εξής: η συνάδελφος ισχυρίζεται ότι εμπνεύστηκε τον πίνακά της από το γεωμετρικό σχήμα του Ευκλείδη με τις γωνίες “εντός, εκτός και επί τα αυτά”, που μαθαίναμε κάποτε στο σχολείο, αλλά στην πραγματικότητα δεν το τηρεί και δεν το σέβεται, διότι το σχήμα αυτό περιλαμβάνει και τις γωνίες “εναλλάξ”. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκεί να μάς λέει ότι η Αρήτη συνάντησε όλους αυτούς κάπου ενδιάμεσα, αλλά να διευκρινίσει πού συγκεκριμένα, σε εστιατόριο, όπου η συζήτηση προφανώς θα ήταν πιο διεξοδική, σε μπαρ, όπου θα μπορούσε να είναι και τυχαία δεδομένης της μικρής επιφάνειας του σταθμού, στο γυμναστήριο ή στο θέατρο ή στο γήπεδο, όπου δεν έχει καμία σημασία, κυρίως όμως και πρωτίστως οφείλει να μάς πει αν ειδικά τους εμπόρους και τους προμηθευτές τούς συνάντησε η Αρήτη εντός ή εκτός σταθμού, εννοώ δηλαδή τα αγκυροβολημένα στα άγκιστρα του σταθμού πλοία, που επίσης καταγράφονται και καλύπτονται πλήρως από τους αισθητήρες».
«Φίλη μου Ευρύβια, μέγιστη συναγωνίστρια στην Τιτανομαχία και αλλού, ας μην ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας», απάντησε ο Υπερίων. «Σωστά είναι αυτά που λες, αλλά ας μην απαξιώνουμε την προσπάθεια της Λητούς, ίσα -ίσα ο πίνακάς της αποτελεί μια πολύ αρχή αφετηρία για τις έρευνές μας και μπορεί στην πορεία να γίνει πολύ πιο εξειδικευμένος. Το πρωταρχικό, αρχετυπικό και ουσιώδες, κεφαλαιώδες και κυριώδες σε μία διάσκεψη είναι η καλόπιστη και αγαστή συνεργασία μεταξύ μας και είμαι βέβαιος ότι όλα τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στη συνέχεια! Αντίθετα η διχόνοια και η υιοθέτηση ατομικής στρατηγικής εγγυώνται ότι η κοινή προσπάθεια θα υπονομευτεί και όλα θα πάνε κατά διαόλου. Μένουμε ενωμένοι, όλοι για τον έναν και ένας για όλους, κι αυτή η ενότητα μέσω των διαφορών είναι πολυτιμότερη κι από την πιο ιδιοφυή νοημοσύνη».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο: ΘΟΥΡΙΑ
Ο Υπερίων ήταν αποφασισμένος να δει την ανάκριση της Θεανούς Θουρίας ως ένα είδος μύησης σ’ αυτό που κάποτε αποκαλούσαν αριστοκρατία και σήμερα λέγεται ελίτ, δηλαδή η ολιγαρχία- φεουδαρχία κάποιων ανθρώπων, που πριν κανείς καταλάβει τον εαυτό του και τις δυνάμεις του, αλλά και όταν αποκτήσει κάποια στοιχειώδη αυτοπεποίθηση, διαπιστώνει άναυδος και ενεός, έκπληκτος και αποσβολωμένος, ότι κυριαρχούν ήδη στο στερέωμα, ότι ανέκαθεν κυριαρχούσαν, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανέλιξης στους φουκαράδες ανερχόμενους και αποκόπτοντας τους κάθε σκάλα και κάθε κλαδί, από το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να σκαρφαλώσουν. Είπε για μια φορά στην άκρως πειθαρχημένη, ασκητική ζωή του ο Υπερίων να βρει την ευκαιρία να καπνίσει ένα πούρο, να φάει ένα εξεζητημένο δωρεάν έδεσμα, να πιει ένα ποιοτικό ποτό, να χορέψει έναν κυκλωτικό χορό. Δεν άξιζε ο βετεράνος των τιτανικών πολέμων, που είχε κάνει τόσα και τόσα για την αχάριστη παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα να απολαύσει κάποια πολυτέλεια πριν πεθάνει;
Ναι, τη σημερινή ανάκριση θα τη χαιρόταν. Ποιος είπε ότι οι Ατλάντες δεν διασκεδάζουν; Πίσω από το ψυχρό προσωπείο του άτεγκτου επιστήμονα με τα μυτερά ανασηκωμένα αυτιά κρυβόταν κάποιος και αισθήματα διέθετε και τα φόντα να τα χαρεί είχε. Μια και τη σημερινή μέρα θα καλούνταν να δεχτεί τις εκμυστηρεύσεις και να ξεκλειδώσει τα μυστήρια της κυβερνήτριας της Νέας Αρκαδίας, αποφάσισε να προχωρήσει διακριτικά και απαλά δίνοντας στις ερωταποκρίσεις μορφή συνέντευξης, όπως αυτή που παίρνει ο δημοσιογράφος ή δημοσιολόγος από μία διασημότητα. Ως κάλλιστη τακτική και βέλτιστη πρακτική συνεννοήθηκε να την περιμένει έξω από το γραφείο της στο τέλος της εργασίας της και να την συνοδεύσει σπίτι. Άλλωστε, είχε το απαραίτητο επαγγελματικό και κοινωνικό στάτους για να τολμήσει κάτι τέτοιο.
Πήραν μαζί τον ταχύτατο συρμό του σωλήνα (όπως λέμε “το μωρό του σωλήνα”) για να μεταβούν στα προάστια της Νέας Αρκαδίας, ταξίδι που θα έδινε ίσως την ευκαιρία στην κυβερνήτρια να περηφανευτεί και να κομπάσει για τις άψογες συγκοινωνίες του τροχιακού σταθμού. Κατά τη διαδρομή η Θεανώ Θουρία μιλούσε με αυστηρό τρόπο, γεμάτο μέταλλο και ατσάλι επιβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για ηγέτρια.
«Το διαμέρισμά μου είναι το πιο ήσυχο σε όλη τη Νέα Αρκαδία. Εκεί μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας χωρίς να μάς ενοχλήσει κανείς. Ή να μάς διακόψει», πρόσθεσε με νόημα. «Αν μ’ ακούγατε και βάζατε εμφύτευμα, θα συνεννοούμασταν αυτόματα και εξ αποστάσεως, αλλά μού είστε πολύ παραδοσιακός και συντηρητικός, τι να σάς κάνω. Δεν πειράζει όμως, η δια ζώσης επικοινωνία έχει τις δικές της χάρες και όταν δεν υπερβαίνει το προσήκον μέτρο είναι και αναζωογονητική».
Πήραν λοιπόν τον συρμό της γραμμής που εξυπηρετούσε και όλους τους κοινούς θνητούς της αποικίας. “Θνητούς” που λέει ο λόγος, αν θυμάστε τα όσα απεκάλυψε και όσα υποσχέθηκε ο Διδυμίων. Οι συρμοί του σωλήνα ήσαν ένα μηχανικό σύστημα, όπως οι ανελκυστήρες των ουρανοξυστών ή οι τουρμπινοκίνητοι συριζανέλ των διαστημόπλοιων. Οι ιδιοφυείς βιοτεχνολόγοι είχαν την ιδέα να είναι και οι ανελκυστήρες φυτικά ή οργανικά όντα, αλλά φαίνεται ότι λόγω κάποιος τεχνικής δυσκολίας αυτό δεν ήταν εφικτό, ίσως διότι είναι δυσχερές να συμπεριλάβει ή να εναρμονίσει κανείς μέσα σε μία κεντρική τεχνητή νοημοσύνη και άλλες επιμέρους συνειδήσεις χωρίς να καταλήξουν αυτές σε επικάλυψη ή και σε θετική- αρνητική σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Όπως και να ‘χει, οι τρενο- σωλήνες αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο δίκτυο υποκυλίνδρων μέσα στον κεντρικό κύλινδρο και ένωναν με γραμμές μετρό όλους τους τομείς και τα εσωτερικά σημεία του βιότοπου. Οι συρμοί ήσαν συχνοί και γρήγοροι, οπότε ο υπουργός συγκοινωνιών της Νέας Αρκαδίας δεν κινδύνευε από ανασχηματισμό ή αναδόμηση.
Το όλο σύστημα διευθυνόταν βέβαια από την προσωπικότητα του που βέβαια είχε πολύ εξελιγμένη τηλεδιοίκηση στους επιμέρους σταθμούς, που καλύτερα να τούς αποκαλούμε “στάσεις” για να μη τις μπερδεύουμε με τον περιβάλλοντα τροχιακό σταθμό. Οι Θεανώ και Υπερίων κάθισαν στο μπροστινό βαγόνι, απ’ όπου μπορούσαν να διακρίνουν ότι στο πιλοτήριο δεν υπήρχε οδηγός. Η αμαξοστοιχία τέθηκε πολύ απαλά και αθόρυβα σε κίνηση, όπως θα περίμενε κανείς από ένα κινητήρα υψηλής τεχνολογίας και οι δύο επιβάτες άρχισαν να παρακολουθούν το τοπίο από το παράθυρο για να περάσει η ώρα. Ο Υπερίων όμως, που όπως και ο επιστήθιος φίλος του ο Προμηθέας, είχε κάποια αδυναμία ή τέλος πάντων κάποιο είδος αμηχανίας απέναντι στις μαύρες γυναίκες, βρήκε την ευκαιρία να ρίχνει κλεφτές ματιές στις καμπύλες των ποδιών της κυβερνήτριας κάτω από το λεπτεπίλεπτο αραχνούφαντο παρεό που αυτή άνετα και ανεπιτήδευτα φορούσε.
Μετά από αρκετές στιγμές αμήχανης περιφοράς των οφθαλμών σε σημεία που δεν είχαν καμία δουλειά να κοιτάζουν, το βαγόνι περιόρισε την ιλιγγιώδη ταχύτητά του και σταμάτησε σε μία ευρύχωρη στάση με λαμπτήρες “νέον” στην οροφή. Κάπου 500 μέτρα από τη στάση και μετά από αντίστοιχο βάδισμα σε πλακόστρωτα μονοπάτια βρέθηκαν μπροστά σε μία αγροτική πλινθόκτιστη κατοικία, που αντί για εξωτερική θύρα είχε μία μεταλλική μυική μεμβράνη ή συστελλόμενη- διαστελλόμενη ίριδα, τεθειμένη για να θυμίζει ότι η εντύπωση του ρουστίκ παραδείσου ήταν απατηλή και ότι η ιστορία μας τοποθετείται σε πολύ προηγμένη μελλοντική ή παρελθούσα εποχή.
Εσωτερικά το διαμέρισμα φαινόταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι έμοιαζε εξωτερικά και απλωνόταν σε μακρόστενη διάσταση. Ένας προθάλαμος στρωμένος με μπεζ ιριδίζοντα μάρμαρα περιείχε έναν υπερυψωμένο κυλιόμενο διάδρομο με εικονικά πάλλευκα σκαλιά, που όμως ξεγελούσαν στερεοσκοπικά την όραση και δεν οδηγούσαν σε κάποιο ψηλότερο σημείο, αλλά απλώς διαπεραίωναν την κίνηση στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο. Κατά διαστήματα υπήρχαν στους τοίχους ημικυκλικές κόγχες με ένθετα αγάλματα ή προτομές, αφού, όπως υπονοήσαμε, η κατοικία φιλοδοξούσε να παντρέψει το παλιό με το καινούριο. Μία δεύτερη πόρτα οδήγησε το ζευγάρι σε μία πολυτελή αίθουσα, όπου σε αντίθεση με το λευκό ή το φαιό ή το ανοιχτόχρωμο κυριαρχούσε το πορφυρό και το άλικο, αφού ήταν γεμάτη με βαρύτιμα έπιπλα από αρωματικό ροδόξυλο ή κινέζικο παλίσανδρο και μαόνι. Η αντικριστή πλευρά του τοίχου ήταν σαν γιγαντιαία οθόνη και έβλεπε στην ακτή μίας μεγάλης λίμνης με αμφιθεατρικά βράχια, καθώς και αμμώδη και φιδίσια παραλία, ποικιλμένη με όρμους δίκην φιόρδ και στεφανωμένη με φτέρες και πλατιούς θυσάνους, που λικνίζονταν στον άνεμο σαν ραντιστήρια ή ανεμιστήρες. Η όλη παράσταση προκαλούσε σύγχυση και απώλεια ισορροπίας σαν να ήταν καλειδοσκοπική και στροβοσκοπική και σε έκανε να αναρωτιέσαι αν ήταν πραγματική ή μήπως η εξωτερική λήψη θα εστιαζόταν μόνο σε μερικούς μαδημένους και άθλιους θάμνους που δεν είχαν καμία σχέση με το μεγαλείο του έσωθεν προσφερόμενου θεάματος. Μέχρι και ο πάτος της λίμνης ήταν ορατός με ημιβυθισμένους βράχους και θηριώδη δασώδη φυλλομανή διακοσμητικά κοράλλια.
Ο Υπερίων είχε μείνει πραγματικά έκθαμβος και ενεός με τη δαψίλεια της κατοικίας.
«Μού κάνει μεγάλη εντύπωση το ενδιαίτημά σας. Γνωρίζω βέβαια, αλλά και αποδέχομαι ότι ένας κυβερνήτης πρέπει να απολαμβάνει κάποια προνόμια συναφή προς το αξίωμά του, αλλά αυτό…, αυτό είναι ο παράδεισος, χαρά και αγαλλίαση σ’ εκείνους που τον έχουν και σκάνδαλο, σκλήθρα και δοκάρι στο μάτι σε όσους ξέρουν ότι δεν θα τον αποκτήσουν ποτέ».
«Μμ, αν το θεωρείς αυτό πολυτέλεια, φαίνεται ότι κάτι κάνεις λάθος, ζηλευτέ πλοίαρχε, Νέαρχε πολλών χωρονηών. Μήπως πρέπει ν’ αλλάξεις επάγγελμα, ποτέ δεν είναι αργά για μία καινούρια σταδιοδρομία».
«Σάς ξαναλέω, σεβαστή δέσποινα, όπως και τότε στο γραφείο σας, ότι εμείς οι στρατιωτικοί του Αστροστόλου είμαστε αμετανόητα αδέκαστοι και δεν προσελκυόμαστε από οποιαδήποτε δελέατα μάς προτείνουν όσοι θέλουν να μάς ξεστρατίσουν από το σκοπό μας και να μάς διαφθείρουν. Έχουμε τις αξίες μας, που μάς καθιστούν λαμπαδηφόρους, δεν θέλουμε κάτι περισσότερο. Χρήμα, δόξα και άλλες υλικές απολαβές δεν έχουν κανένα νόημα για μάς. Δεν υπηρετούμε και δεν ισχυροποιούμε τον εαυτό μας, αλλά το πράγμα. Αν επιβιώσουν τα ήθη μας και οι θεσμοί μας, αν διατρανωθεί ο πολιτισμός μας, είναι για μάς ανταμοιβή αρκετή. Ίσως η παρακαταθήκη των Ολυμπίων, γαμάτε αδιακρίτως, αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, η ουραλταϊκή συνταγή να κάνεις πολλά παιδιά και να σφάζεις τους αντιπάλους να είναι μακροπρόθεσμα αποτελεσματική και επιτυχημένη, αλλά εμάς μάς αρκεί αν ύστερα από απίθανους και αμνημόνευτους αιώνες ο διεθνής παγκοσμιοποιημένος γιατρός λέει στον διαχρονικό ασθενή ότι πάσχει από “χρόνια τραυματική εγκεφαλοπάθεια” και να ‘ναι η ορολογία αυτή κοινή σε όλες τις γλώσσες. Γιατί ο πολιτισμός, όπως και η ομορφιά επιζούν».
Ο Υπερίων επισκόπησε τα πολυπληθή αντικείμενα που ήσαν ακροβολισμένα και παρατεταγμένα παντού, πολλά έργα τέχνης, πίνακες, κομψοτεχνήματα, τεχνουργήματα, μικροέπιπλα, πάσης φύσεως στολίδια.
«Τι περίτεχνος διάκοσμος. Και πώς έτυχε το τελευταίο διαμέρισμα που είδα πριν από το δικό σας, δηλαδή εκείνο της Αρήτης, ο τόπος του εγκλήματος, να είναι το ακριβώς αντίθετο, εντελώς λιτό και απέριττο, αποστειρωμένο και να μην έχει μέσα απολύτως τίποτα».
«Ναι, είναι εσφαλμένη εντύπωση να νομίζετε σεις οι φυσιολογικοί ότι εμείς οι βιοσύμφυτοι είμαστε το ίδιο πράγμα. Ο καθένας από εμάς έχει τον χαρακτήρα του, τις συνήθειές του και τις πεποιθήσεις του. Απλώς η τηλεπαθητική σύνδεση μάς εξασφαλίζει μία ταχύτατη, απρόσκοπτη και ειλικρινή επικοινωνία».
«Ειλικρινή- ακόμη και αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Δεν είναι άραγε δυνατό κάποιος να έχει ιδιαίτερη νοητική πειθαρχία και τεχνικές φραγής, με τις οποίες να μπορεί να αποκρύπτει τις σκέψεις του από τους άλλους; Τουλάχιστον εμείς οι Ατλάντες διδασκόμαστε από μικροί να προστατεύουμε και να περιφρουρούμε την πνευματική μας σφαίρα από ανιχνευτικές ή κατακτητικές εισβολές και παραβιάσεις».
«Ναι, αλλά φαντασθείτε, ύψιστε Υπερίων, τι διαρκή διανοητική προσπάθεια, τι μέγιστη επένδυση φαιάς ουσίας απαιτεί μία συνεχής περιτείχιση των σκέψεων, διότι αν έστω για μία στιγμή πέσει η φραγή, η Νέα Αρκαδία αμέσως θα αναγνώσει το κρυφό περιεχόμενο».
«Εντάξει, αλλά όλοι σεις οι προύχοντες του σταθμού είστε άτομα με ξεχωριστά προσόντα, άρα με αναπτυγμένη ικανότητα απόκρυψης σκέψεων, οπότε δώρον – άδωρον αποτελεί η στιγμιαία διάσκεψή σας, που τόσο ξετσίπωτα διαφημίζετε και θέλετε να την προσφέρετε σώνει και καλά στην εκούσα- άκουσα ανθρωπότητα».
Η Θουρία σταύρωσε τις σχηματοποιημένες γάμπες της προσπαθώντας να επηρεάσει τον ανακριτή της με τη γυναικεία γοητεία.
«Μμ, … ε…», συνέχισε ο ανεπηρέαστος αγέρωχος Υπερίων, τι αξία έχει να είστε βιοσύμφυτοι, δήθεν εναρμονισμένοι, όταν σε τελευταία ανάλυση μπορείτε να κρύβετε τις προθέσεις σας από τον άλλον. Ήδη εσείς είχατε σε σχέση με την εκλιπούσα τις πιο αποκλίνουσες ατζέντες και στοχοθεσίες που μπορεί κανείς να φανταστεί. Σεις έχετε δηλώσει πίστη και εκπροσωπείτε τη Συνομοσπονδία Σειρίου, ενώ η θανούσα είχε αποσχιστικές τάσεις και ήθελε να σηκώσει δική της σημαία. Σάς ρωτώ λοιπόν ευθέως. Μήπως σε κάποια φάση η διαφωνία σάς κούρασε, η επικράτησή σας δεν φαινόταν πουθενά στον ορίζοντα και αποφασίσατε να διαλέξετε ένα πιο εύκολο και σύντομο δρόμο και να βγάλετε από τη μέση μία πολύ επικίνδυνη ανταγωνίστρια;»
«Ελάτε τώρα, άρχοντα, είναι δυνατό να πιστεύετε ότι μία εκλεγμένη κυβερνήτρια με προηγούμενη υπολογίσιμη και προσεκτικά σχεδιασμένη πολιτική καριέρα θα προωθούσε τις επιλογές της με φόνους; Με αυτή τη λογική, όλοι οι υψηλόβαθμοι και φιλόδοξοι πολίτες της Νέας Αρκαδίας θα έπρεπε να θεωρηθούν ύποπτοι από πλευράς κινήτρου και μάλιστα όσο πιο επώνυμοι και επιφανείς είναι, τόσο μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών θα είχαν για να εγκληματήσουν. Επιπλέον ο τρόπος που έγινε το έγκλημα έτσι κι αλλιώς είναι το μεγαλύτερο μυστήριο. Η υποδοχή και υλοποίηση του δράστη μέσω του ολογράμματος μπορούσε να γίνει μόνο από τη μεριά του θύματος. Αυτό σημαίνει α) ότι το θύμα γνώριζε και εμπιστευόταν τον δράστη, β) ότι για κάποιο λόγο ενέκρινε την υλοποίηση της εικόνας στο διαμέρισμά της γ) ότι σύμφωνα με το προηγούμενο δεδομένο ή επειγόταν ή πιθανόν ήθελε να κρατήσει μυστική τη συνάντηση. Εμένα είχε τη δυνατότητα να με βλέπει παντού, σε όλα τα μέρη του σταθμού, με είχε επισκεφτεί εδώ στο σπίτι, αλλά κι εγώ την είχα αναζητήσει στο δικό της, η σχέση μας ήταν διαφανής, όπως πρέπει να είναι η επαφή μεταξύ δύο ιθυνόντων του σταθμού. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για τη σύννομη λειτουργία του σταθμού και αυτή ήταν η σχεδιάστρια του βιολογικού σπόρου από τον οποίο εφύη στο διάστημα η Νέα Αρκαδία. Οι συζητήσεις μας περιοριζόταν στα θέματα που προέκυπταν από τις αντίστοιχες αρμοδιότητές μας, π.χ. τροφοδοσία του βιολογικού υποστρώματος της προσωπικότητας με αστεροειδείς ή άλλους διαστημικούς βράχους προς θρέψη και πέψη, προβλήματα που ανέφεραν οι πολίτες από τη χρήση του πολύποδα κ.λπ. Όλα στο φως, καμία σκιά, καμία εχεμύθεια δεν χρειαζόταν.»
«Συχνά σκέφτομαι μήπως η παρουσίαση της δολοφονίας ως συντριβή της κεφαλής με αμβλύ αντικείμενο είναι μονάχα μία σκηνοθεσία με μοναδικό σκοπό να την καταστήσει εντελώς ανεξήγητη, ώστε δια της εις άτοπον απαγωγής να απαλλαγούν ή και να μην προσεγγιστούν καν ποτέ οι πιθανοί δράστες. Θα μπορούσε π.χ. να τής έχει χορηγηθεί βραδυφλεγές δηλητήριο με ετεροχρονισμένη δράση είτε σε κάποια ιδιωτική επίσκεψη είτε σε δημόσια εμφάνιση και το αποτέλεσμα να καλύφθηκε εκ των υστέρων με τη συντριβή του κεφαλιού ή ίσως η μοιραία υλοποίηση να προήλθε ακριβώς υπό την επήρεια ενός νωρίτερα χορηγημένου ναρκωτικού, που θα είχε παραλύσει τη βούλησή της».
«Ω τι φαντασία είναι αυτή, τι όναρ και τι ύπαρ, μέγιστε Όνειρε;»
«Αφήστε τα αυτά, έχω δίκιο. Μπορώ άραγε να ελέγξω αν οι αισθητήρες της περιβάλλουσας προσωπικότητας ανίχνευσαν κάπου δηλητηριώδη ουσία;»
«Είναι πολύ δύσκολο, ιδίως αν έχει περάσει καιρός, διότι τα σχετικά δεδομένα ίσως και να μη συγκρατήθηκαν στη μνήμη του σταθμού. Μόνο αν η Νέα Αρκαδία έψαχνε ήδη στοχευμένα για τοξικές ουσίες, θα είχαν διατηρηθεί οι πληροφορίες αυτές. Ξέρετε η φύση του πολύποδα είναι τέτοια, που αν κάποιος αγγίξει ή πιέσει τον τοίχο δύο φορές δημιουργείται εσοχή – κόγχη, όπου τοποθετούνται όλα τα οικιακά σκουπίδια, υπολείμματα τροφών, άπλυτα πιάτα. λερωμένα ποτήρια και άλλα σκεύη, λεκιασμένα ρούχα, σπασμένες τηλεοράσεις και ό,τι άλλο άχρηστο ή μεταχειρισμένο. Αυτά απορροφώνται και αφομοιώνονται αμέσως από τον πολύποδα και αντικαθιστώνται κατόπιν αιτήσεως από τη κονσόλα του αντιγραφέα που υπάρχει σε κάθε σπίτι. Μιλάμε για την τελευταία και ανυπέρβλητη λέξη στο θέμα της υγειονομικής ταφής των σκουπιδιών».
«Βλέπετε λοιπόν τι κάνετε, κυβερνήτρια; Εξαλείφετε όλα τα ίχνη και τα αποτυπώματα επανάγοντάς τα σε ένα αρχέγονο δημιουργικό χάος. Έτσι όμως σβήνετε και τον ανθρώπινο πολιτισμό, διότι εξομαλύνετε και εξισώνετε κάθε είδους διαμόρφωση. Απεχθάνεστε τη μορφή και φιλοδοξείτε να τα ανάγετε όλα σε αδιαφοροποίητη μάζα. Πώς μού ζητάτε να λύσω ένα έγκλημα, όταν όλα τα στοιχεία έχουν επιμελώς εξαφανιστεί! Η Ιστορία της ανθρωπότητας βασίζεται στην καταγραφή και στην παρακολούθηση του ίδιου του ίχνους της. Η ίδια λέξη “εξιχνίαση” προϋποθέτει “ίχνος”. Εσείς αντιδράτε και αναιρείτε αναδρομικά όλα όσα η ανθρωπότητα με κόπο, αίμα και ιδρώτα δημιούργησε!»
«Μέγιστε δεινόσαυρε της Ιουρασείου περιόδου, δεν είναι εύκολο για σάς να καταλάβετε τη νοοτροπία και τη συνθήκη ύπαρξης των βιοσύμφυτων. Εμείς είμαστε μικροί θεοί και ανά πάσα στιγμή δημιουργούμε νέους τρανούς κόσμους, χωρίς να δεσμευόμαστε ούτε καν από τις ίδιες τις προηγούμενες επιλογές μας, είμαστε σε απευθείας σύνδεση και συντονισμό με μεγάλους υπερβατικούς κολοσσούς, όπως είναι οι διαστημικές βιοτεχνολογικές προσωπικότητες. Δεν χρειαζόμαστε δικαστήρια, ούτε καν διοίκηση και διοικητικούς υπαλλήλους, έστω κι αν προσλαμβάνουμε κάποιους για να κατευνάσουμε τη λαϊκή κατακραυγή. Η περιβάλλουσα πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα προσωπικότητα προστατεύει το σύνταγμα και τους νόμους της αποικίας μας. Είναι απολύτως αδέκαστη και αδιάφθορη, νηφάλια και αντικειμενική, σε όποιο οικοσύστημα αναλάβει την αρχηγία και την ηγεσία, εγγυάται τις πιο σταθερές κοινωνικές συνθήκες. Είναι ώρα οι παλιοί πλανήτες της ένδειας και της ανάγκης να μπουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και να αντικατασταθούν από νέους νοήμονες πλανήτες, που να προβλέπουν και να συναισθάνονται τις ανάγκες του πληθυσμού τους και να σπεύδουν να ικανοποιούν εκ των προτέρων κάθε επιθυμία των εποίκων- ενοίκων τους».
«Αλίμονο αν η ευημερία των ανθρώπων μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο με το σχεδιασμό ενός ιδανικού οικοσυστήματος με όλες τις ανέσεις. Το αιώνιο πολιτικό ζήτημα είναι ποιοι θα έχουν πρόσβαση σ’ αυτό. Βλέπω μάλιστα ότι έχετε διαθέσεις εξαγωγής και διάδοσης της παράνοιάς σας σε όλο το γνωστό Σύμπαν. Όταν όμως παράγετε κολοσσούς, ποιος θα νοιαστεί για τα σκουλήκια; Δεν έχετε διδαχτεί τίποτε από τα αχανή κράτη τέρατα, όπου μέχρι να φτάσει η εντολή από τα κεντρικά στις μακρινές επαρχίες ο αυτοκράτορας τα έχει ήδη κακαρώσει και όπου όσο η έκταση αυξάνει τόσο η αξία και το αυτεξούσιο του πολίτη μειώνεται; Ή νομίζετε ότι οι Έλληνες θέσπισαν μικρές πόλεις- κράτη για κανένα άλλο λόγο παρά για να μάς μεταδώσουν τη γνώση ότι η λύση είναι κάθε φορά το μέτρο και το μεσαίο βεληνεκές;»
Η Θουρία (ανα-) σταύρωσε τα πόδια της σε άλλη κατεύθυνση, ανασηκώνοντας ταυτόχρονα το παρεό στο απροχώρητο, στο σημείο εκείνο όπου το μάτι θα έπρεπε να ερευνήσει αν υπάρχει δαντελωτό εσώρουχο ή ακάλυπτος άγριος θύσανος.
«Ας σταματήσουμε αυτή την άγονη πολιτική συζήτηση. Εσείς οι τιτάνες θέλετε να κρατήσετε πάντα κάτι για τον εαυτό σας, ενώ αντικειμενικά δεν σάς έχει μείνει τίποτε. Ομολογήστε επιτέλους ότι ήταν Πύρρειος η νίκη σας έναντι των Ολύμπιων, γιατί οι πάντες τελικά υιοθετούν τη δική τους κραιπάλη και χλιδή. Και στο κάτω – κάτω της γραφής γιατί να μην προτιμούμε όλοι ελεύθερη και πλούσια ζωή αντί για τον ανιαρό μέχρι χασμουρητού κώδικα ζωής και τιμής των τιτάνων;»
H Θουρία όλο και ανέβαζε το παρεό, όλο και έκλινε το λαιμό της προς τα κάτω, ώστε να προβαίνει το στήθος, και η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπαιρνε την ανιούσα.
«Πάρε παράδειγμα εσένα, διακεκριμένε στρατηλάτη. Ποια είναι τα λάφυρα του πολέμου σου που στάθηκες επάξια απέναντι στον νεφεληγερέτη Δία; Θα μού πεις ότι έχεις για σύζυγο ένα θαυμάσιο ολόγραμμα με υπερσύγχρονη παράλληλη επεξεργασία δεδομένων, που μάλιστα αν το κόψεις σε κομμάτια, θα προκύψουν δεκάδες ή και χιλιάδες μικρές Θείες, όπου η καθεμία, όσο μικροσκοπική και αν είναι, θα συμπυκνώνει όλες τις ιδιότητες του πρωτοτύπου σύμφωνα με την αρχή της απόλυτης ομογενοποίησης. Τυχεράκια! Μάλλον γι’ αυτό δεν θέλεις να βάλεις εμφύτευμα. Για ποιο λόγο να επικοινωνείς με μία υποδιαδρομή κάτω από τα πόδια σου, να νιώθεις από κάτω σου να πάλλεται ένα οριζόντιο υπόστρωμα, όταν μπορείς να έχεις ένα ολόκληρο ολόγραμμα τόσο μεγάλο που να σε νανουρίζει και τόσο μικρό ώστε να χωράει στην παλάμη σου;»
Κατέβασμα του ντεκολτέ μέχρι σχεδόν να φαίνονται οι ρώγες, ανέβασμα του καλύμματος της γάμπας μέχρι να εμφανιστεί το μπούτι κι ακόμη παραπίσω και η κυβερνήτρια συνέχιζε τον παρακλητικό της, ερεθιστικό της μονόλογο.
«Από την άλλη κι εγώ δεν είμαι σε θέση να σού κάνω μάθημα για τις χαμένες ηδονές. Το αξίωμά μου δεν μού επιτρέπει να νοιώσω οικεία με κάποιον μέσα στο σταθμό, αφού όλοι είναι υφιστάμενοί μου και κατά το κοινώς λεγόμενο δεν θέλω να μπερδεύω τα προσωπικά με τα επαγγελματικά. Άσε που αν είσαι βιοσύμφυτος με κάποιον, η επικοινωνία περιστρέφεται πολύ στο πνευματικό επίπεδο και παραμελείται η σωματική επαφή… Εσύ όμως είσαι εξωτικός, είσαι φυσιολογικός, έρχεσαι από πολύ μακριά και πας μακριά, είσαι ένας ιππότης του Αστροστόλου με απαστράπτουσα πανοπλία… Και ναι, ξέρω ότι ο Διδυμίων σού πρότεινε το εμφύτευμα, αλλά υπάρχουν και άλλοι τρόποι πιο συμβατικοί, πιο παραδοσιακοί να προσεγγίσεις και να εισχωρήσεις στη Νέα Αρκαδία… Αντί να δεχτείς εμφύτευμα, καλύτερα να εμφυτεύσεις … αντί να ζήσεις μέσα σ’ ένα υπερμεγέθη σπόρο, όπως είναι η Νέα Αρκαδία, μπορείς εσύ να σπείρεις … Και ναι, δεν σού κρύβω, θέλω ένα παιδί, δυνατό όπως οι τιτάνες…. Μέσα σ’ ένα τόσο εξελιγμένο τεχνολογικό περιβάλλον κι όμως δεν παίρνω καμία αντισύλληψη, καμία προφύλαξη … Σ’ αυτό το βιοσύμφυτο περιβάλλον όλοι μιλάνε για πνευματική καλλιέργεια… όμως η καλλιέργεια έχει πιο κυριολεκτικό νόημα και θέλω, Υπερίων, να με καλλιεργήσεις… η Λήμνια σφραγίτιδα είναι πολύ τραχύ και δριμύ δέρμα για σένα… σού προσφέρω ως εναλλακτική μπόλικο στιλπνό, μαλακό κρέας … κατάλληλο για γεωργούς και μάλιστα σκληρούς με προτεταμένο υνί…. Για καλλιέργεια, γεωργία, κτηνοτροφία… Αχ είσαι και άθρησκος, πανάθεμά σε… αλλιώς θα ήξερες τι λέει η δεύτερη Σούρα… ότι η γυναίκα είναι αγρός για όργωμα… Έλα μη το σκέφτεσαι… το μόνο που θέλω είναι ένα παιδί από ένα άλκιμο, ισχυρομελή τιτάνα…»
«Αυτό θα δημιουργήσει μια εκκρεμότητα που θα χρειαστεί τακτοποίηση… θα πρέπει να μιλήσω στη Θεία, πώς τη λένε, την Ευρυφάεσσα…», είπε αβέβαιος, αμφιταλαντευόμενος, δίβουλος ο Υπερίων.
Η Θεανώ Θουρία έτριβε εν τω μεταξύ τα θηριώδη βυζιά της:
«Καταλάγιασε τις τύψεις σου, μεγάλε Υπερίωνα, δεν εγείρω αξιώσεις πάνω σου. Εδώ στη Νέα Αρκαδία, η κτητικότητα, η ιδιοτέλεια, η αποκλειστικότητα, η συζυγική πίστη δεν έχουν κανένα νόημα… Το φυντάνι σου, αυτό που θα φυτέψεις στη μήτρα μου, δεν θα σε επιβαρύνει καθόλου, θα τού βάλουμε ένα ωραίο εμφύτευμα και θα ζήσει μαζί μας στον αιώνα τον άπαντα… θα το αναθρέψει η Νέα Αρκαδία και θα σε απαλλάξει από τα πατρικά καθήκοντα… αλλά το κύριο πατρικό καθήκον πρέπει να το κάνεις μόνος σου… Για πρώτη φορά ένας πατέρας εξασφαλίζει για πάντα το παιδί του πριν ακόμη το σπείρει… Αφού διστάζεις να βάλεις εμφύτευμα εσύ, ας βάλει εμφύτευμα το εμφύτευμά σου, φύτεψε, φύτεψε στο καστανόχωμα και σκινόχωμα, στο γόνιμο χώμα… σφράγισε το ανοιχτό δόντι… βάλε θήκη και βουλοκέρι…πώς το λένε αυτό το μέγα που έχεις ανάμεσα στα σκέλια, έχει όνομα; … Προπάντων όμως, ανδρείε κατακτητή, μην αφήσεις ποτέ τη γυναίκα σου. Κάνε αυτό που είναι σωστό, με τους θεσμούς δεν παίζουμε…»
Θεέ μου, πόσο ανάξιοι μπάσταρδοι είναι οι άντρες σε όλες τις εποχές μπροστά στον πειρασμό, καλά κάνουν οι πολιτικά ορθοί εξυγιαντές των σύγχρονων εποχών και θέλουν να τούς καταργήσουν, αφού οι τράπεζες σπέρματος μπορούν επαρκώς να τούς αντικαταστήσουν.
«Μα οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας θα το καταγράψουν, θα το απαθανατίσουν…»
«Μη φοβάσαι, τούς έχω ήδη κλείσει… Υπάρχει εχεμύθεια και σε βιοσύμφυτο καθεστώς… τα εν οίκω μη εν δήμω, ακόμη κι αν ο οίκος είναι ένας άλλος… μια ξένη κλίνη… το ξένο είναι το πιο γλυκό…πώς λέει και ο Αριστοτέλης για την αξία του εμπορεύματος… πέντε κλίναι αντί οικίας …. Πέντε φορές αυτό που γίνεται στην οικία… ωωωωχ νοιώθω ότι θα γίνει χαμός….»
Τα λόγια της και η συνοδευτική της παράσταση ερέθισαν οριστικά και αμετάκλητα σαν δέσμη από σπίθες τους νευρώνες του Υπερίωνα, έκαναν την καρδιά του να χτυπάει σαν ταμπούρλο, άναψαν φωτιά στα λαγόνια του, επιμήκυναν το πέος του ώστε να γίνει συμπαγές έμβολο, επιτάχυναν την αναπνοή του ώστε να γίνει βεβιασμένη και αντικανονική… τι θα κάνουμε τώρα, θα απολογηθούμε για τη φύση;
Τής έσκισε με μανία το αραχνοΰφαντο ασταθές παρεό, πού ακούστηκε ολόκληρη κυβερνήτρια να φοράει παρεό, μετά τής τράβηξε ανυπόμονα το χιτώνιο του κορμού και τον εντυπωσίασε ότι μετά το άγαρμπο σύρσιμο τα βυζιά της επανήλθαν σε ορθία θέση παραμένοντας ασυμβίβαστα ως προς το τέλειο σφαιρικό τους σχήμα. Άρχισε -ποιος; ο Υπερίων- να γλείφει και να ρουφάει τη μία ή και τις δύο ρώγες, ενώ τα δάκτυλά του γλίστρησαν στο υπογάστριό της και τής εκμαίευσαν ελαφρύ αναστεναγμό. Τα χέρια της τυλίχτηκαν στο λαιμό του και ένοιωσε τα νύχια της να χώνονται. Πλέον άρχισαν οι ψίθυροι, τόσο χαμηλόφωνοι, που δεν μπορεί πια ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού να ακούσει και να καταγράψει.
Η εισαγωγή εντός της Θεανούς Θουρίας ήταν ο ορισμός της τελειότητας, διότι αυτή αντέδρασε έξαλλα, έντονα, ασυγκράτητα, σαν να μην υπήρχε αύριο και σαν να ήταν αυτή η ημέρα η τελευταία της ανθρωπότητας. Μαζί καβάλησαν το ίδιο θορυβώδες κύμα, καθώς ο ανήρ μαστίγωνε ανελέητα -αλύπητα τα σφαδάζοντα ασπαίροντα μέλη της γυναικός. Στο σημείο αυτό ο Υπερίων επιστράτευσε μία εμπειρία, που την είχε αχρησιμοποίητη και πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι από τη νεανική του ηλικία, που όμως απέβαινε τώρα εξαιρετικά χρήσιμη, διότι τού επέτρεπε να ελέγξει το ρυθμό του εμβολισμού και να παρατείνει την παλινδρόμηση παρά τις άγριες, παρακλητικές, πιεστικές, βιαστικές, απελπισμένες κραυγές της Θεανούς Θουρίας. Να, ναι, λίγο ακόμη, λίγη ακόμη επιμήκυνση από τον επιμήκη, πρόκληση, παράταση, ερεθισμός, τριβή, ξύσιμο, σύρσιμο, σούρσιμο, απόβαση κι απόσυρση μέχρι να σειστεί και να τιναχτεί η σεισοράδα σε φρενήρη, κτηνώδη, γουρουνίσιο και αγελαδίσιο οργασμό, εμπαθή και σφοδρή ζέση και ουρανομήκη πανηγυρική κραυγή. Τότε μόνο επέτρεψε στον εαυτό του ο αγωνιστής Υπερίων να παραιτηθεί από τον απόλυτο έλεγχο και να φτάσει και αυτός στο ύψιστο σημείο της κλιμακωτής ηδονής, να απολαύσει και να αποθεώσει τον ίδιο του τον εαυτό αντικατοπτριζόμενο στα ορθάνοιχτα διαστελλόμενα έκπληκτα μάτια της ερωμένης και να χύσει θορυβωδώς, να εκλύσει στον ταιριαστό συμβατό κόλπο το πλούσιο, για χρόνια στάσιμο, λιμνάζον και τεναγώδες, αλμυρό και αλατώδες, θρεπτικό και ζυμώδες σπέρμα του στο πλαίσιο ενός ανεπανάληπτου, αδάμαστου, αχαλίνωτου οργασμού, ικανού να γρασάρει υποβρύχια ολόκληρα. Και να είστε βέβαιοι ότι πολλή ώρα πέρασε μέχρι η ανακουφιστική άμπωτη να διαδεχθεί την κυματώδη πλημμυρίδα.
Τώρα πια, όπως καταλαβαίνουν οι εχέφρονες αναγνώστες, τα πράγματα δεν μπορούν να είναι όπως πριν, υπάρχει μία καθοριστική αλλαγή, μία συναρπαστική απροσδόκητη ανατροπή, για την οποία θα πρέπει να επαινέσουν τον συγγραφέα που την αποτόλμησε. Κατέρρευσε το προσωπείο του τέλειου τιτάνα, του ειδώλου που είναι ανώτερο από εμάς και αισθανόμαστε πια ότι μπαίνουμε σε μία εποχή χωρίς ήρωες, στους οποίους να προσβλέπουμε και να μάς εμπνέουν. Άλλη επίπτωση είναι ότι οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας προφανώς κατέγραψαν τη γενετήσια πράξη, με αποτέλεσμα να δύναται πλέον η Θεανώ Θουρία να εκβιάζει τον Υπερίωνα. Μιλάμε για κλασική περίπτωση διαβρωμένου αξιωματούχου με προδομένη, παραβιασμένη και υποκείμενη σε πλείστες υποβολιμαίες υποδείξεις αποστολή. Τι να πούμε: και ο Τιτάνας έγινε Πάνας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο: ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δύσθυμος ο διαχειριστής του Εργοστάσιου Διατροφής Ηλιακού Συστήματος (Ε.Δ.Η.Σ.), εγκατεστημένου στη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ του Μέγα και του Κόκκινου Πλανήτη, απευθύνθηκε στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο, τον μόνο του σύντροφο στην απόλυτη μοναξιά του. Οι φωστήρες της διοίκησης του Σειρίου δεν τού είχαν καν εγκρίνει αποκλειστικά δικό του σύστημα βιοτεχνολογικής νοημοσύνης, αλλά τού επέτρεπαν μόνο στο πλαίσιο του δραστικά μειωμένου προϋπολογισμού να εξυπηρετείται και να επικοινωνεί μέσω των κυκλωμάτων και της προσωπικότητας της Νέας Αρκαδίας
«Αρκαδία, δείξε μου την αλληλογραφία».
Και δεν ήταν καν ολόκληρη η Νέα Αρκαδία που ασχολούνταν μαζί του, αλλά μόνο ένας τομέας της. Στην ουσία τού είχαν παραχωρήσει μόνο μία υποδιαδρομή του δικτύου, ένα ελάχιστο τμήμα των εγκεφαλικών κυττάρων της προσωπικότητας, τόσο όσο ήταν απαραίτητο για την συνθετότητα της εκάστοτε εκτελούμενης δραστηριότητας. Και συνήθως οι εργασίες που απαιτούσε από τη Νέα Αρκαδία ήσαν απλοϊκές, όσες αρκούσαν για τη γυμνή επιβίωσή του, με αποτέλεσμα να έχει προσαρμοστεί μόνιμα η παροχή παραγωγικών συντελεστών με τη συνήθη χρήση και, σύμφωνα με το παράδειγμα του βοσκού που φώναζε «λύκος, λύκος», από ένα σημείο και πέρα δεν τού διέθεταν παραπάνω λογισμικό, ακόμη κι αν το χρειαζόταν δικαιολογημένα ή επειγόντως.
«Αντεπιστέλλων, σού στέλνω γράμματα μαθητών και σπουδαστών από τη Γη που απευθύνονται σε σένα και σε ευχαριστούν που προμηθεύεις τροφή σε όλο το ηλιακό σύστημα».
«Χέστηκα, σκασίλα μου, γι’ αυτό με ξύπνησες; Ναι, η ευγνωμοσύνη των παιδιών, η μέγιστη ανταμοιβή, το γνωστό τροπάρι. Να έχεις την ικανότητα να βλέπεις το παιδί μέσα στον καθένα, τα ξέρω όλα αυτά τα μαντζούνια, παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Και πού ξέρω εγώ, αν η Γη των ευγνωμονούντων υπάρχει ακόμη; Πενήντα μέρες κάνει το μήνυμα να φτάσει ως εδώ κι όλα αυτά λόγω του αποταμιευτικού κωλύματος και κολλήματος του Σείριου. Από μένα ρε θα κάνετε οικονομίες, εγώ που τρέφω ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα; Είμαι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος της οικουμένης και θα ‘πρεπε να αντικαταστήσω το όνομά μου και να λέγομαι ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. Απ’ αυτό το ακρωνύμιο τρώτε και καταναλίσκετε όλοι οι πεινάλες, όπου κι αν βρίσκεστε: άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο, άζωτο, όλες οι τροφές προέρχονται από αυτά τα τέσσερα στοιχεία, τα τέσσερα ριζώματα! Κομητοφάγοι είστε όλοι, φαγάδες αστερόσκονης κι εγώ είμαι εκείνος που σάς δίνω να φάτε πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό! Εγώ επεξεργάζομαι τους μετεωρίτες καi τους αστεροειδείς και τους αερόλιθους και δίνω φαγητό στη Γη, τη Σελήνη, τον Τιτάνα, τον Γανυμήδη, την Ευρώπη, την Ιώ, τον Μέγα πλανήτη, τον Κόκκινο, τον Πράσινο, τον Μπλε, ο διάολος να σάς πάει, αγνώμονα υποκείμενα! Τι θα γίνετε, αν πάθω κάτι εγώ ο προμηθέας, ο μέγιστος προμηθευτής; Μαλακισμένα, “αν το άλας μαρανθεί, εν τίνι αλισθήσεται;” Καλά μ’ έχετε βρει εδώ, έναν άνδρα μονάχο, έναν άνδρα αρχετυπικό και έσχατο- τελευταίο που μετά από μένα η λέξη θα χάσει κάθε νόημα, χωρίς καμία υποστήριξη, χωρίς γυναίκα, χωρίς συντρόφους, χωρίς συνεργάτες, να σάς κάνω τη δουλειά σας αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα. Δεν θυμάμαι καν αν έχω οικογένεια, αν κάποτε ήμουν κάποιος, αν ζούσα σε κάποιον τόπο σαν κανονικός άνθρωπος. Πέραν αυτού, για να μη το πάρουμε εγωιστικά, σκέφτεστε τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ εσάς, αν εγώ ο χορηγός, ο τροφοδότης πάθω κάτι, αν πάθω καρκίνο ή κολούμπρα ή ασταμάτητη εντεροδιάρροια; Τι θα γίνει, αν κάτι κλείσει το διάδρομο, αν κάτι μεσολαβήσει και εγείρει εμπόδια στη λειτουργία της καρδιάς, στην κυκλοφορία του αίματος, στη διεκπεραίωση της χώνεψης και της πέψης, στην αδιάκοπη διεργασία του συκωτιού, που ανακυκλώνει ένα σωρό χάπια και φάρμακα; Και σίγουρα κάποια μέρα θα συμβεί αυτό, γιατί τα έχω τα χρονάκια μου- .
-Μαλακισμένα, με έχετε ανάγκη! Τάχα οι τιτάνες επικράτησαν έναντι των Ολύμπιων. Και λοιπόν τι έγινε; Θα μπορούσε να συμβεί και το αντίθετο. Και πάλι θα χρειαζόσασταν κάποιον να σάς ταΐζει, το μεσαίο βεληνεκές, τη χρυσή τομή, γιατί αυτό τελικά είναι η δημοκρατία που ευαγγελίζεστε, το μικρομεσαίο μέγεθος, η αιώνια πόλις- κράτος, αφού όλα τα υπερμεγέθη αποκυήματα είναι υπερφυσικά τέρατα που δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους!»
Περίμενε υπομονετικά την ώρα της δικαίωσης, όπως οι Χριστιανοί τη βασιλεία των ουρανών. Το θέμα είναι ότι δεν ήταν πια και παλικαράκι. Τα χρόνια περνούσαν, η ηλικία της συνταξιοδότησης πλησίαζε και η μεγάλη προαγωγή δεν ερχόταν. Σκεφτόταν ότι όλοι έχουν γνωρίσει τη ρωμαϊκή αποθέωση σε κάποια πραγματικότητα, σε κάποιο παράλληλο κόσμο, στον κόσμο εκείνο που τα μαλλιά του εκάστοτε ενδιαφερόμενου είναι πιο κορακάτα, τα δόντια του πιο σουβλερά χωρίς να χρειάζονται καθάρισμα κι όπου ο περί ου ζει περισσότερα χρόνια χωρίς να πεθάνει νωρίτερα από κάποιο ανόητο και απρόβλεπτο ατύχημα. Πώς καταλαβαίνει όμως κάποιος ότι διάγει την πραγματικότητα εκείνη, όπου γεννούν και τα κοκόρια του, όπου κάρβουνο αγγίζει και χρυσάφι γίνεται, όπου κοντολογίς γίνεται χρυσοδάκτυλος και βασιλιάς Μίδας;
Είναι απλό. Όταν νιώσεις ότι έχεις καβαλήσει το κύμα, όταν αισθανθείς ότι τα πράγματα για κάποιο λόγο γίνονται αυτόματα, από μόνα τους, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια εκ μέρους σου, όταν δεις το βδέλυγμα της ερημώσεως των άλλων, τότε «ο αναγιγνώσκων νοείτω». Ξαφνικά βλέπεις ότι σε παρασέρνει ένας ούριος και δυνατός άνεμος, ότι αναλήπτεσαι πάνω σε μία νεφέλη, ότι με την άκρη του ματιού σου βλέπεις την ουτοπία, τη γη, όπου ρέει μέλι και γάλα, τη Νεφελοκοκκυγία του Λουκιανού, τον λιπώδη αντίχειρα του αυτοκράτορα να δείχνει προς τα πάνω, βιγλίζεις την Αντίνεα ή την Κλεοπάτρα μέσα από την κλειδαρότρυπα και ψυχανεμίζεσαι ότι αρκεί να απλώσεις το χέρι και «όλα αυτά τα ωραία θα είναι δικά σου». Καταλαβαίνεις τότε ότι όλα είναι γραφτά, όπως ο δήμιος απορεί, όταν εκτελεί αυτόν που προηγουμένως είχε σώσει ή όπως ο πνιγόμενος καταλαβαίνει τους λόγους, για τους οποίους προηγουμένως ήταν άτρωτος, είναι όμως γραφτό για καλό ή για κακό; Υπάρχει κι αυτή η αμφιβολία. «Η τύχη χαίρει εμπαίζουσα τοις ανθρωπίνοις πράγμασιν», οι δε τιτάνες πίστευαν ότι η μοίρα είναι ανώτερη και από τους θεούς, ότι το θνητό μέρος πλήττεται για να συνειδητοποιηθεί η άφθαρτη ψυχή και άλλα τέτοια έλλογα για την ολιστική επιστήμη και ακατανόητα για την αντίστοιχη υλιστική.
Όταν λοιπόν νιώσεις ότι πετάς στα ουράνια και όλοι σε αναγνωρίζουν ή σε ενθαρρύνουν λέγοντας ότι κάπου σε έχουν ακούσει, ότι είσαι δηλαδή γνωστός, ότι συσσωρεύεται γύρω σου η δόξα χωρίς να το έχεις επιδιώξει (λέμε τώρα) και καθίσταται αθρόα και πολυπληθής σαν εκθετική συγκέντρωση νουφάρων σε λίμνη ή μελίγκρας στα παράθυρα ή ζιζανίων γύρω από το πεφυτευμένον, τότε οσμίζεσαι ότι αυτή είναι η ουσιώδης πραγματικότητα, η επικαιρότητα, που εμπεριέχει και την έννοια του καιρού, δηλαδή της ευκαιρίας, η πραγματική πραγματικότητα, ότι αυτός ο «ίδιος κόσμος» είναι φτιαγμένος αποκλειστικά για σένα, ότι ο άκρατος υποκειμενισμός- εγωμονισμός είναι η μόνη αληθινή φιλοσοφική θεωρία, ότι ο χρόνος είναι τώρα, όπως λένε στις περιπετειώδεις τηλεοπτικές σειρές μυστηρίου και αγωνίας, ότι ήλθε η ώρα να δρέψεις ασύμμετρους και δαψιλείς καρπούς και να σε πηγαίνουν μαικήνες και φιλότεχνοι επιχειρηματίες βόλτα με το ελικόπτερο σ’ όλους τους αναπτυξιακούς πλανήτες.
Μαθαίνει κανείς να εκτιμά τη μοναδική αίσθηση ότι βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δυο του μάτια, ενώ όλοι οι άλλοι τι κάνουν άραγε; Υποθέτει κανείς ότι και οι άλλοι, ο καθένας χωριστά, αντικρίζει τον κόσμο παρακολουθώντας τη δική του ιδιωτική παράσταση στην μεμβράνη του αμφιβληστροειδούς, αλλά δεν μπορεί να πάρει κι όρκο. Ο καθένας άνθρωπος και το κάθε ζώο και ίσως και το κάθε φυτό, η τάδε ή η δείνα πέτρα και το κάθε άτομο και το καθέκαστο μόριο και έκαστο ανθυπομόριο μαζί και ξεχωριστά είναι υποκείμενα και συγκροτούν αυτό που λέμε φιλοσοφικό Υποκείμενο με ύψιλον κεφαλαίο ως η μία όψη του νομίσματος, όπου η άλλη είναι η αντικειμενικότητα, το Αντικείμενο με άλφα κεφαλαίο. Η αντικειμενικότητα είναι η τομή των ιδίων κόσμων των επιμέρους υποκειμένων, όπως δίδαξε ο Ηράκλειτος.
«Αφού λοιπόν», σκεφτόταν ο διαχειριστής, «μόνο εγώ θωρώ τον κόσμο μέσα από τα δικά μου μάτια, μήπως οι άλλοι άνθρωποι είναι απλά αντικείμενα που τυγχάνει να αρμενίζουν, να σεργιανίζουν, να διανύουν την ακατανόητη τροχιά τους μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου; Άραγε έχουν συνείδηση, σκέπτονται, έχουν εσωτερικότητα ή μήπως είναι απεικάσματα μίας άλλης πραγματικότητας, ανταύγειες και “παρεσπαρμένον”, λεκές και μπογιά που έχει ξεβάψει από το δικό τους κόσμο κι έχει λερώσει τον δικό μου;» Δεν είχε διάθεση ο διαχειριστής να τούς αδικήσει ούτε ήταν εγωιστής, αφού και οι άλλοι κατά πάσα πιθανότητα διέθεταν ένα άλλο (κατά-) δικό τους κόσμο, όπου θα μπορούσαν να αναδειχτούν, να είναι υγιείς και μακρόβιοι, να μην σκοτώνονται σε ατύχημα, να μη χωρίζουν τις γυναίκες τους, αλλά να έχουν και γκόμενες, να τρώνε πρωινά σε εξωτικά ξενοδοχεία πέντε αστέρων. Στο δικό τους δηλαδή οικόπεδο θα ίσχυε π.χ. να μην παρακωλύεται κατά την πραγμάτωση των επιθυμιών του ο βυζαχτής της Αμάλθειας των εμπειριών, ο κύριος των γερών σαγονιών, της ευέξαπτης σάρκας και της υγιούς – υπερδραστήριας γενετήσιας περιοχής, ο αριστοτέχνης του μαστιγιού και ο Φαρνάβαζος του χρήματος. Ο αράθυμος, ο δυνατός, ο όλο ψυχές γιομάτος θα διατηρούσε στη δική τους επικράτεια αναφαίρετο δικαίωμα να εκτονώνει την αδρεναλίνη του, να εξασκεί τους σφριγηλούς μύες του, να γιγαντώνεται και να διατρανώνεται με την κατάκτηση πολλών ανθρώπων. Ήταν λοιπόν ανάγκη όλοι αυτοί οι κοσμήτορες των άλλων κόσμων να μαγαρίζουν και να διεκδικούν τον δικό του; Ας ασχολούνταν να διακοσμήσουν τη δική τους εκκοσμίκευση.
Τον τελευταίο καιρό ένιωθε ότι τα φτερά τις διασημότητας ήσαν έτοιμα να τον πάρουν και να τον σηκώσουν -κυριολεκτικά και μεταφορικά, τόσο με θετική όσο και με αρνητική έννοια. Ένα ελαφρό συνοδευτικό αεράκι φαινόταν να τον σπρώχνει προς την επιτυχία και έτσι, προσθέτοντας και λίγο βούληση μέσα στην αιτιοκρατία, θεωρούσε ότι είχε ξεκινήσει και προχωρήσει ήδη αρκετά τις ενέργειές του για μια ρωμαϊκή αποθέωση. Είχε κινητοποιήσει τους γνωστούς του σε Γη, Κόκκινο και Μέγα Πλανήτη, είχε κάνει προσεκτικές κινήσεις καριέρας, είχε επικοινωνήσει τάχα έμμεσα και δήθεν αδιάφορα με τους απανταχού δημoσιοσχεσίτικους πόλους του, επιστρατεύοντάς τους προς αυτό το σκοπό. Υπάρχουν τριών ειδών ειρωνείες, η τραγική, όπου ο ήρωας δεν γνωρίζει την τύφλα του, η σωκρατική, όπου ο είρων επιδιώκει να ξεμασκαρέψει και μέσα από τη διαδικασία αυτή να βελτιώσει τους άλλους και η τετριμμένη -καθημερινή, όπου απλά είναι κανείς σίγουρος για τον εαυτό του και εκκινεί από την παραδοχή ότι το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του και ότι όλοι οι άλλοι είναι απλά μέσα για τον σκοπό του. Τούτη την τελευταία εκδοχή θεασάμενος και ενστερνιζόμενος έχτιζε με το υλικό των άλλων το άγαλμα του εαυτού του στη δική του πραγματικότητα, την ορώμενη δια των ιδικών του οφθαλμών.
Καμιά φορά βέβαια το οπτικό του πεδίο μυρμήγκιαζε και σκεπαζόταν από μια φευγαλέα σκιά ότι τελικά ο κόσμος που ζούσε δεν ήταν ο δικός του κι ότι δεν είχε φτιαχτεί ειδικά γι’ αυτόν, αλλά ότι διήγε στην επικράτεια κάποιων που σάρωναν τα βραβεία στη θέση του ενώ αυτός έμενε στον άσο, ότι οι ευνοϊκές προβλέψεις των ζωδίων, των ωροσκόπων και των καταστερισμών δεν θα επαληθεύονταν και ότι τα γούρια του ήσαν ανίσχυρα και φθαρμένα. Τζάμπα οι συστατικές επιστολές, τσάμπα το γλείψιμο, τσάμπα η φαινομενική αποδοχή της αξίας του άλλου, ώστε τελικά ο άλλος να τον προωθήσει. Και δεν είναι μόνο αυτό. Και μόνο η προοπτική ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν φτιαγμένος στα μέτρα του, ήταν αρκετό για να αρχίσει να αμφιβάλει για την υγεία του και να ανησυχεί μήπως πάθει κάτι. Οχλούσε τον εαυτό του να κοιτάξει μη παραπατήσει, μη τού πέσει καμιά κάνα κομμάτι μεταλλικής αψίδας ή κανένας ηλιακός συλλέκτης στο κεφάλι και είχε τρεχάματα.
Και ισχύει ότι όλα τα συστήματα του εργοστασίου διατροφής ήσαν ετοιμόρροπα. Ετοιμόρροπα όπως και ο ίδιος. Σαν να τον τσιμπούσαν προειδοποιητικά όλα τα μέλη και τα σημεία του σώματός του. Άλλο προανάγγελνε ότι θα πάθει καρκίνο, άλλο ότι θα πάθει θρόμβωση, η καρδιά απειλούσε ότι θα σταματήσει να χτυπά και το αίμα ότι θα πάψει να ρέει. Υποτίθεται ότι η θέση του τού εξασφάλιζε πλήρη ασφαλιστική, ιατρική και υγειονομική κάλυψη, από τη στιγμή όμως που ήταν μόνος του στη ζώνη των αστεροειδών η κοινωνική ασφάλισή του ήταν κενό γράμμα.
Αυτά όμως δεν ήσαν σημαντικά, το σημαντικό ήταν ότι είχε καταφέρει επιτέλους να στελεχώσει μία θέση που ήταν το κλειδί για την απόλυτη επιτυχία. Από μία έποψη ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος του ηλιακού συστήματος, διότι η διατροφική αντλία των αστεροειδών ήταν το πιο επιδραστικό μελλοντικό σχέδιο – ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ για όλους, άνθρακας, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο για όλους, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς και μπορούσε αυτός να το κραδαίνει και να το ανεμίζει πέρα δώθε σαν τσεκούρι, σαν δρέπανο και με τη σοδειά του να τρομοκρατεί, να εκβιάζει, να τιμωρεί ή να ανταμείβει πληθυσμούς και λαούς από εδώ ως τον Σείριο και να αναδιαμορφώνει τον κόσμο. Θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα: να κόψει την επικοινωνία μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικών πλανητών ροκανίζοντας απλά μερικά καλώδια ή εξάγοντας μερικές βίδες από τις μήτρες τους, απαγκιστρώνοντας τον κοτσαδόρο από την κοτσαδούρα. Επίσης, το κυριότερο, είχε τη δυνατότητα να στερήσει την τροφή από όλους, κόβοντας τον ανεφοδιασμό των φορτηγών πλοίων με τις τεράστιες δεξαμενές που ψωμίζονταν σιτάλευρα από τα αυτόματα μηχανήματα της εργοστασιακής ζώνης. Κι αν τον πολιορκούσαν, ας τα τίναζε όλα στον αέρα σε τελευταία (μη) ανάλυση, ανεβαίνοντας σ’ ένα πυρηνικό σύννεφο ανείδωτης δόξας! Είχε τη δυνατότητα να τούς εκβιάσει καθοριστικά και να τον ανακηρύξουν αυτοκράτορα. Κι αντί για όλα αυτά, επειδή είχε ένα είδος πεπαλαιωμένης αφοσίωσης προς τη Συνομοσπονδία, ένα είδος καταραμένου δισταγμού και δουλικού αυτοματισμού, κληροδοτημένου από αιώνες κοινωνικής ορθοπεδικής, ηθικής διαπαιδαγώγησης, ανθρωπιστικής παιδείας και τιτανικής σεμνοτυφίας, περίμενε την αναγνώριση και την προαγωγή! Από ποιους, απ’ όλα αυτά τα αυτιστικά καθάρματα που ασχολούνταν μόνο με τον εαυτό τους, που από τη στιγμή της δικής τους ανάδειξης δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο!
Ενώ λοιπόν ανέμενε τη δικαίωση, ενώ είχε γίνει ο ίδιος η δικαίωση αυτή και η ίδια η αντανάκλαση του βασιλείου των ουρανών, μεριμνούσε να συντηρείται σε καθημερινή βάση τρώγοντας κάθε μέρα τρία λιτά ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ (και όχι ΣΥ.ΡΙΖ. ΑΝ.ΕΛ) γεύματα, εκμυστηρευόμενος τις οσφρητικές – γευστικές του εντυπώσεις και παρατηρήσεις στην υποδιαδρομή της Νέας Αρκαδίας, που είχε διατεθεί γι’ αυτόν. Είχε μαστορέψει από κανιβαλισμένα εξαρτήματα μία συσκευή ελέγχου ζωτικών λειτουργιών και παρακολουθούσε σχολαστικά τις καθημερινές του σωματικές και μυϊκές επιδόσεις, καθώς ήρε τα βαράκια, έκανε δυναμικές προτάσεις- εκτάσεις- διατάσεις των χειρών και εκτελούσε γυμναστικές ασκήσεις διαφόρων ολυμπιακών αθλημάτων. Συνέτασσε επιστολές διαμαρτυρίας και τις έστελνε ηλεκτρονικά στους υπεύθυνους προϊσταμένους του της Γης, απειλούσε θεούς και δαίμονες αν η προσφορά του παρέμενε ανανταπόδοτη και μη αναγνωρισμένη, ζητούσε επίμονα να τού φέρουν κοντά την οικογένειά του, των οποίων ούτε τα πρόσωπα πια δεν θυμόταν, οχλούσε ακατάπαυστα το λογογράφο του εν Αθήναις να αναλάβει δράση, να κάνει αγωγή και μήνυση σε όλους όσους υποβάθμιζαν δια της σιωπής τη συνεισφορά του και αγνοούσαν προκλητικά την αξία του, παζάρευε τους όρους εργασίας του, πίεζε για νέο συμβόλαιο με τη διοίκηση της Γης και του Σειρίου, για άλλου είδους αποδοχές, για διαφορετικό βαθμολόγιο- μισθολόγιο.
Μα οι δείκτες το ρολογιού εξακολουθούσαν να χτυπούν και ο μεγάλος δείκτης δεν έπαυε να καταδιώκει τον μικρό, να τον ξεπερνάει και μετά να τον ξανακυνηγάει, κάθε λεπτό αναμονής έφερνε το πέρας της ζωής του πιο κοντά και αφαιρούνταν άδικα και ανάρμοστα από το μεγαλείο και την πολυτέλεια που τού άξιζε και έπρεπε να τού επιδαψιλευτεί δικαιωματικά.
Το φαγητό αντί για απόλαυση είχε γίνει η μεγαλύτερη αηδία, κάτι απεχθές και απωθητικό. Βλέπεις τα φορτία ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. μεταφέρονταν στους πλανήτες του ηλιακού συστήματος και γίνονταν επί τόπου αντικείμενα επεξεργασίας από τις κατά τόπους μηχανές παρασκευής και συσκευασίας, όμως το εργοστάσιο διατροφής λόγω των περιορισμένων κονδυλίων δεν είχε δυνατότητα επεξεργασίας των αμιγών ακατέργαστων πρώτων υλών, με αποτέλεσμα ο διαχειριστής να τα καταναλώνει ωμά και ανεπεξέργαστα. Φανταστείτε να καταναλώνει κάποιος άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο ατάκτως ερριμένα ή σε αναλογίες πρόχειρες, αμφισβητούμενες και γαστρονομικά αμφίβολες. Ο διαχειριστής κατηγορούσε την αρμόδια για τη συντήρησή του υπομονάδα της Νέας Αρκαδίας που δεν είχε καν την απαιτούμενη χωρητικότητα για να τού απαντήσει, όντας ήδη αρκετά επιβαρυμένη με τη διευθέτηση της αλληλογραφίας προερχόμενης από όλα τα ουράνια σώματα του ηλιακού συστήματος με μόνο αίτημα τροφή-τροφή-τροφή! Κάθε διαμαρτυρία ή έκφραση παραπόνου προς τους αρμόδιους ανευθυνο- υπεύθυνους επιβάρυνε την εσωτερική του ανησυχία, κάθε μπουκιά που κατέβαζε και φτυάριζε στον οισοφάγο με τη βία τού προκαλούσε ναυτία, εφίδρωση, διαταραχή του διαφράγματος, άνοστο, στάσιμο και τεναγώδες σάλιο, ακατεύναστο βήχα, πρήξιμο της γλώσσας, πικρή γεύση και αγευσία. Με μεγάλη προσπάθεια σύρθηκε ως τη τουαλέτα κι εκεί έβγαλε μονομιάς ό,τι είχε φάει με μία μακρόσυρτη εμετική ρολάδα. Δεν ήξερε αν κάθε φορά έτρωγε καινούρια ορυκτά και πετρώματα ή μήπως το τσιγγούνικο σιαγκούνικο εργοστάσιο ανακύκλωνε διαρκώς τα ίδια υλικά, ώστε να εξασφαλίσει αλτρουιστικά περισσότερα για τους εξωτικούς, με αποτέλεσμα τα ίδια και τα ίδια συστατικά να διέρχονται από τα ταλαίπωρα σωθικά του, από το σμπαραλιασμένο συκώτι του, το καρκινικό του πάγκρεας και τη διάτρητη από κοτρόνες χολή του. Μόλις ξεντερίστηκε εντελώς και βεβαιώθηκε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να εξαγάγει από το φουρτουνιασμένο στομάχι, υπέβαλε τον εαυτό του στο διαγνωστικό έλεγχο των φθαρμένων χαλασμένων εγκαταστάσεων του εργοστασίου.
«Διαχειριστά, πάσχετε από τροφική δηλητηρίαση», γνωμάτευσε η αργοκίνητη διαγνωστική συσκευή.
«Χαίρω πολύ, Χαιρόπουλος», απάντησε ο … Χαιρόπουλος, συγγνώμη ο διαχειριστής. «Αυτό το ξέρω, το θέμα είναι τι μπορούμε να κάνουμε».
«Ίσως η ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. διατροφή χρειάζεται γενναιόδωρη προσθήκη νερού, αλλιώς είναι πολύ ξηρή και πειράζει το στομάχι», είπε ο ελλειμματικός λόγω των περικοπών ηλεκτρονικός εγκέφαλος. «Βέβαια και η προσθήκη νερού δεν είναι κάτι απλό, αφού υπάρχει έντονη εξάτμιση λόγω ελαττωματικής στεγανοποίησης του εργοστασίου. Σάς εφιστώ την προσοχή ότι σε διάφορα σημεία των αστεροειδών υπάρχουν – περιορισμένα έστω- αποθέματα νερού, στη Δήμητρα, στην Παλλάδα, στην Υπομονή, στη Δωρίδα, στην Κυβέλη, στην Ευνομία, στη Ψυχή, στην Ήρα κ.λπ. Ρίχτα λοιπόν, διαχειριστά, στις δεξαμενές, μήπως πετύχεις αυτό που δεν κατάφερε η Συνομοσπονδία Σειρίου, όταν μοίραζε στους πάμπτωχους πληθυσμούς αναραίωτη σκόνη γάλακτος με αποτέλεσμα την πρόκληση δυσεντερίας».
«Αλίμονο, το ύδωρ των αστεροειδών είναι βαρύ λόγω διαλυτών υλών. Θα πρέπει να είναι κανείς τερατώδες γουρούνι ή δρακογίγαντας των παραμυθιών για να το πιει».
«Τα διαλυτά υλικά είναι βέβαια πρόβλημα», επιβεβαίωσε και η κουτσουρεμένη παραφυάδα της Νέας Αρκαδίας. «Αλλά μπορείς, σεβαστέ προϊστάμενε, να φτιάξεις μία εγκατάσταση διήθησης και διύλισης αυτών των ουσιών».
«Α, εγώ πρέπει πάλι να βγαίνω με το σκάφανδρο και να κάνω επισκευές και να εφαρμόζω πρόσθετες ευρεσιτεχνίες στα μηχανήματα. Και τι θα βγει; Θα πάψουν τουλάχιστον οι τροφές να μυρίζουν σαν κουράδες ή σαν καβαλίνες;»
«Προϊστάμενε, να σού κάνω τα σχέδια, άμα θες».
«Όσα σχέδια και να μού κάνεις, από τη στιγμή που δεν έχω στη διάθεσή μου ένα υπερσύγχρονο ρομπότ Τάλω ή ένα εξελιγμένο αυτόματον τύπου “Εχετλαίος” για να το διατάξω και πρέπει να τα εφαρμόσω ο ίδιος, είναι δώρον- άδωρον».
Ο διαχειριστής ξέπλυνε το στόμα του για να τού φύγει η γεύση του εμετού. Από τη μία είχε αηδιάσει με όσα έτρωγε, από την άλλη πεινούσε, γι’ αυτό τον δελέαζε η όψη κάποιων ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. δίπυρων (αυτό δεν σημαίνει μπισκότο;), που φαίνονταν να τού γνέφουν από το απέναντι τραπέζι.
«Τι θες ρε», είπε στον εαυτό του, «να ξαναφάς και να ξανακάνεις εμετό, όπως οι αριστοκράτες γαργαλάνε τη σταφυλή τους για να ξεράσουν όσα έφαγαν και να μπορούν να συνεχίσουν την γαστριμαργική απόλαυση;». Έριξε τη συσκευασία στην τουαλέτα και τράβηξε το καζανάκι.
«Αρκαδία, αντί για τρόφιμα, όπου μάς έχεις υποχρεώσει, καλύτερα φτιάχνε μου χάπια και φάρμακα για την κατάστασή μου. Μη μού αρχίσεις ότι δεν έχεις αρκετούς παραγωγικούς συντελεστές, απόσπασέ τους και επιστράτευσέ τους από κάτι άλλο. Ψάξε στα αρχεία σου και βρες το αντίδοτο για τις τροφικές δηλητηριάσεις, τι διάολο στην εποχή των τιτάνων είμαστε και όχι των σπηλαίων!»
«Σε είκοσι λεπτά, ακμαίε διαχειριστά, θα σού ετοιμάσω αυτό που χρειάζεσαι».
«Σε είκοσι λεπτά, θα είμαι πεθαμένος, βλαμμένη τεχνητή νοημοσύνη, εκτός αν πέραν της τροφικής δηλητηρίασης μού βρεις γενική πανάκεια για πάσης φύσεως ενοχλήσεις, πείνα, μοναξιά, υπερκόπωση, αγανάκτηση, εχθροπάθεια, μνησικακία, χαιρεκακία, γογγυσμό, αυτο-οικτιρμό, φόβο, δυσθυμία και πάνω απ’ όλα οργή! Γιατί τελικά όλα τα ανύσματα των παθών καταλήγουν και συντρέχουν στην οργή!»
Μέχρι η υποδιαδρομή της Νέας Αρκαδίας να παραγάγει- εξαγάγει τα χάπια, η οργή του διαχειριστή είχε χτυπήσει κόκκινο. Παρ’ όλ’ αυτά τα κατάπιε λαίμαργα και περίμενε αν θα δει βελτίωση. Πλύθηκε, ξαναπλύθηκε, έπλυνε δόντια, χτένισε τα ψαρρά σταχτιά μαλλιά του, σουλουπώθηκε, καλλωπίστηκε, ευπρεπίστηκε για να ξαναδώσει κίνητρο στον εαυτό του. Κάποια μέρα, κάποια ώρα έβαλε το σκάφανδρο, έψαλλε σαν προσευχή το περίφημο Κ.Ο.Ε.Σ. (Καύσιμον, Οξυγόνον, Επικοινωνία, Συσσωρευτής), που ήσαν τα βασικά εξαρτήματα του στολής του αστροναύτη, βγήκε μέσω του αεροφράκτη έξω στο σκελετό και στα κόκαλα, στο εξωτερικό καύκαλο του εργοστασίου διατροφής, ισορρόπησε με τα μαγνητικά υποδήματα εν μέσω της πείσμονος τροχιάς των αστεροειδών, που επαναλαμβανόταν αέναα -στην καλύτερη περίπτωση, διότι αλλιώς εκσφενδόνιζε ολόγυρα με αμείλικτη φυγόκεντρο φονικούς αερόλιθους- κι άρχισε ιδρωμένος να οξυγονοκολλά και να συναρμολογεί σωλήνες ή να συγκολλά καλώδια με λουκουμάκι, προκειμένου να ρυθμίσει και να καθαρίσει την παροχή νερού.
Μάζεψε τα εργαλεία του, ξαναγύρισε στον προστατευόμενο αεροστεγή χώρο του εργοστασίου, έγειρε για ύπνο και τούμπαλιν ή τανάπαλιν, ενώ ο χρόνος περνούσε χωρίς μέρες και χωρίς νύχτες ή μάλλον με συμβατική αλληλουχία φωτός και σκότους στην άβυσσο των αστεροειδών. Άδειαζε προγραμματισμένα τα σωθικά του κάθε φορά σαράντα πέντε λεπτά πριν από το κεντρικό γεύμα της εκάστοτε συμβατικής χρονικής περιόδου, κατανάλωνε ικανοποιημένος ή ανικανοποίητος την ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. δίαιτα, επισκεύαζε όσο μπορούσε τον επεξεργαστή τροφίμων με προσθήκη νερού, αλλά η αναθεματισμένη γεύση του τερεβινθέλαιου και της μούχλας δεν έφευγε, άσχετα αν σιγά-σιγά τα είχε συνηθίσει και δεν αρρώσταινε πια. Έβαζε στην οθόνη και έβλεπε παλιές ταινίες και άκουγε παλιούς δίσκους μόνο και μόνο γιατί είχε πια βαρεθεί τις τσόντες και να τραβά μαλακία, όταν η γυναίκα του βρισκόταν εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά και προφανώς είχε βρει τρόπο να φτιάξει τη ζωή της φιλοξενώντας άλλους στην εριζόμενη περιζήτητη κάτω περιοχή της. Πώς είχε καταλήξει εδώ (ο διαχειριστής), ας όψεται η αρρωστημένη φιλοδοξία, νόμιζε κάποτε ότι αυτή η θέση είχε προοπτικές! Ας μη τολμούσε κανείς να τον κρίνει, γιατί τα μέτρα και τα σταθμά των κοινών ανθρώπων ήσαν ακατάλληλα να εφαρμοστούν σ’ αυτόν. Θα ήταν δυνατό να κριθεί ή μάλλον να συγκριθεί αποκλειστικά με εξαιρετικούς μη τυπικούς ανθρώπους της Ιστορίας- με κατακτητές, πλανητοφάγους, τιτάνες και θεούς, χαρισματικούς ηγέτες, στρατηλάτες και πολέμαρχους, έστω και αν ήσαν μοιχοί, αδελφοκτόνοι-πατροκτόνοι- μητροκτόνοι ή μέθυσοι – σιγά τ’ αβγά!
Κάθε συμβατική μέρα που ξυπνούσε, απορούσε για το ότι είχε κοιμηθεί, αφού φοβόταν να τον πάρει ο ύπνος. Και τούτο, γιατί όταν βάραιναν τα βλέφαρά του, περιερχόταν σε μία ευτυχισμένη κατάσταση τριγυρισμένος από τους πάλαι ποτέ συγγενείς του, αλλά ένιωθε πάντα την αόριστη πανταχού παρούσα ανασφάλεια ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και έτρεμε τη στιγμή της αφύπνισης, όπου η ευδαιμονία αυτή θα χανόταν σαν δάκρυ στη βροχή! Κι όταν ξυπνούσε, μετά το πρώτο χασμουρητό, το συναφές μυϊκό τέντωμα- τσίτωμα και τον σκορδινώμενο αποταυρισμό…
«Φίλε», έλεγε στον εαυτό του, «συνειδητοποίησε επιτέλους ότι είσαι μονάχος σ’ αυτόν τον καταραμένο τόπο κι εδώ θα πεθάνεις! Μη δέχεσαι μαντζούνια παρηγοριά στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του, περιφρόνα αυτά τα γιατροσόφια, που, αν θέλεις να λέγεσαι σοβαρός, θα ‘πρεπε ήδη να τα έχεις ξεπεράσει». Ίσως θα έπρεπε να γυρίσει πίσω στη Γη για να διεκδικήσει επί τόπου την αμοιβή του- αλίμονο αυτή ήταν η μόνη αρετή και η μόνη αλληλεγγύη των ανθρώπων, να διεκδικούν; Έτσι θα ικανοποιούνταν επιτέλους η φιλοδοξία του, δεν θα μαράζωνε πια, δεν θα λίμναζε μέσα σε απραγματοποίητες ελπίδες, δεν θα έβγαζε τον καρκίνο από ματαίωση επιθυμιών και διάψευση προσδοκιών κι ίσως να έσωζε τον εαυτό του και να απέτρεπε το θάνατό του. Αλλά πώς θα εμπόδιζε να μη χάσει τα λογικά του;
Και πάλι, όπως συνήθιζε, βούρτσισε τους τραπεζίτες, τους γομφίους και τους κοπτήρες, όσο ακόμη κρατούσαν και δεν είχαν αμβλυνθεί, όντας ένας τιτάνας ανάλογος του Υπερίωνα και του Προμηθέα, έκοψε τις τούφες άχρηστου μαλλιού στα αυτιά και στο λαιμό, τις θρασείες αυτές τρίχες, που φύτρωναν με θράσος εκεί που δεν χρειάζονταν, κατάπιε στα γρήγορα και δυο αηδιαστικά πακέτα ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. και άνοιξε τη Νέα Αρκαδία για να πληροφορηθεί τα καθέκαστα ως ευσυνείδητος δημόσιος υπάλληλος. Και τότε ξαφνικά άκουσε κάτι, που τον ώθησε να καταλάβει ότι τόσον καιρό ήταν- αλίμονο- πανευτυχής, καθώς όλα στη ζωή είναι σχετικά και «προς δε το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».
Στην αρχή η κατάσταση δεν εμπεριείχε τίποτε το ανησυχητικό, κάποια φορτηγά πλοία προσέγγιζαν για να γεμίσουν τα αμπάρια τους με τρόφιμα. Ο διαχειριστής, επειδή είχε μονάχα δυο χέρια, δυο πόδια και ένα μυαλό χειμώνα- καλοκαίρι είχε εθίσει τους παραλήπτες στην αυτενέργεια έχοντας έτοιμες τις αυτόματες αντλίες και ανοιχτές τις δεξαμενές προκειμένου οι πεινάλες να αυτοεξυπηρετηθούν. Συνήθως η τροφοδοσία γινόταν χωρίς καν τα πλοία να προσεδαφιστούν ή άλλως πως να αγγίξουν τον αστεροειδή του εργοστασίου. Εδώ όμως κάτι συνέβη, γιατί από ένα εκ των πλοίων ξεπήδησε ένα άγημα προσεδάφισης και άρχισε να κινείται με άλματα στην επιφάνεια του αστεροειδούς και μάλιστα ήσαν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια σαν αστακοί! Ήταν άραγε τιμητικό άγημα που ερχόταν να τον βραβεύσει; Είχε έλθει άραγε η ώρα για το ηλιακό σύστημα να φανεί ευγνώμον; Είχαν οι ευεργετούμενοι το στοιχειώδες φιλότιμο, «τσίπα από γιαούρτη» θα το έλεγαν σε κάποια άγνωστη γλώσσα να τιμήσουν κάποιον, να αναγνωρίσουν την προσφορά κάποιου; Ο διαχειριστής θα τούς έδινε την ευκαιρία να τού κάνουν ένα δώρο, να τού δώσουν ένα παράσημο. Αν τού φέρονταν, όπως δικαιούνταν κι όπως ήταν και το σωστό, θα τούς αντάμειβε και αυτός δαψιλώς με τα πολλά μέσα που είχε στη διάθεσή του, αφού μέσα στο εργοστάσιο τροφίμων υπήρχαν θαύματα πέρα από κάθε φαντασία, εφεδρείες και αποθέματα που θα μπορούσαν να θρέψουν την οικουμένη εις το διηνεκές, πλούτη ανεκτίμητα για όσους αποδεικνύονταν ηθικοί και συνεπείς. Τότε θα ήταν κι αυτός ευγνώμων, θα μετατρεπόταν σε Δότη Παράσχη Απόλλωνα με χρυσά δώρα, φως και λύρα, που μοιράζει ειρεσιώνες, πίονες άρτους και πιμελή χοιρομέρια. Αντίθετα αν τού φέρονταν χυδαία ή ανάρμοστα, ήταν ικανός να τούς πλήξει καίρια με τόσο μεγάλη κρουστική δύναμη ώστε θα έτρεμε βαθιά και θα δονούνταν σεισμόπληκτο και πυρόπληκτο το πιο εσωτερικό τους όργανο, το πιο απόκρυφο φυλλοκάρδι, τότε θα γινόταν γριά- στρίγκλα- γκιόσα θηλυκή καλικάντζαρος, γλίσχρος και τσιγκούνης Θησέας Πυανεψιών που μαγειρεύει κουκιά στους καλεσμένους του αντί κρέας και ψάρι, κερασφόρο διεστραμμένο ον του σκοταδιού και θα τούς έτρωγε όλους- γενικά δεν ήταν να παίζει κανείς μαζί του!
Μα σαν να είχαν απειλητικές διαθέσεις αυτοί! Ο τρόπος που κινούνταν, που κρύβονταν και λούφαζαν στις γωνίες, ο αρχηγός που στριφογύριζε το δείκτη του ή μετρούσε με τα δάκτυλα ένα-δύο -τρία δίνοντας σήμα στους οπλίτες, καλά ήταν στα καλά τους οι τύποι; Φαίνονταν να έχουν και κάτι βαριά πυροβόλα όπλα ασήκωτα και με συντριπτική δύναμη πυρός λες και πήγαιναν να κάνουν εισβολή στον Όλυμπο!
Ο διαχειριστής έτριψε αμήχανα τον ξεραμένο του βραχίονα με τα τριμμένα κούφια οστά ρουφηγμένου μεδουλιού, που σίγουρα χρειάζονταν κάποιου είδους εγχείρηση για να αναδιαταχθούν, και σκέφτηκε σε μία κρίση παράλογου πανικού ή ίσως σε ένα φωτεινό διάλειμμα υγιούς ενστίκτου αυτοσυντήρησης να οχυρώσει το διάδρομο με κάποιου είδους οδόφραγμα για να εμποδίσει τους εισβολείς. Τού ήρθε αυθόρμητα στο νου – τι έξυπνος που ήταν – ότι η χαμηλή βαρύτητα ευνοεί την έγερση οδοφραγμάτων, αφού επιτρέπει στους πολιορκημένους να σωρεύουν χωρίς πολύ κόπο φωριαμούς και βιβλιοθήκες, ώστε να φράξουν όλες τις πιθανές διόδους των βαρβάρων. Τι δεν σκέφτηκε, μια και όλοι έχουμε τα όρια μας; ότι όσο εύκολο είναι σε συνθήκες αμελητέας βαρύτητας να συσσωρεύσει ο αμυνόμενος εμπόδια, άχρηστο έρμα και ογκώδη αντικείμενα μπροστά από μία θύρα, άλλο τόσο εύκολο είναι για τους επιτιθέμενους επιδρομείς να απομακρύνουν αυτά τα προσκόμματα με μία ανάποδη του χεριού και μία γερή κλοτσιά του ποδιού. Κι έτσι, χωρίς καν να προλάβει να το καταλάβει, το άγημα κρούσης κλοτσοπατώντας και ποδοβολώντας μπούκαρε στο βασίλειό του και τού κόλλησε την κάννη ενός θηριώδους πυροβόλου στο κούτελο:
«Ικαρομένιππε, συλλαμβάνεσαι. Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου ενώπιον ποινικού τιτανικού δικαστηρίου. Έχεις επίσης το δικαίωμα να πάρεις τηλέφωνο τον λογογράφο σου, αν διαθέτεις κέρματα. Τα εργαλεία – εξαρτήματά σου και οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου διατροφής κατάσχονται μέχρι νεωτέρας ενόψει επισταμένης και ενδελεχούς ερεύνης».
«Τι είναι αυτά;», φώναζε ή μάλλον ούρλιαζε έξαλλος ο διαχειριστής. «Συλλαμβάνετε εμένα, ρε καθάρματα, που δεν σημαίνει παλιανθρώπους αλλά το αντίθετο, όταν το απορρυπαντικό τα κάνει όλα λαμπίκο, ρε αποβράσματα, που δεν σημαίνει κατακάθια αλλά κατ’ ευφημισμό το απαύγασμα, αφρόγαλα, απάνθισμα και καϊμάκι, εμένα ρε αθεόφοβοι, τον ευεργέτη της ανθρωπότητας; Εμένα που θρέφω έθνη και λαούς, χώρες και πλανήτες, που εξάγω ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. μέχρι την Ανδρομέδα και τα νέφη του Μαγγελάνου, ότι κι αν σημαίνει αυτό το βαρβαρικό όνομα; Αντί να με σιτίσετε στο Πρυτανείο, με οδηγείτε στη φυλακή; Δεν θα ντραπείτε στο Δικαστήριο, όταν θα με ρωτήσετε πώς λέγομαι, να απαγγείλετε όλα τα παράσημα και τις διακρίσεις μου; Καταραμένοι να είστε μέχρι το τέλος της Δημιουργίας αυτής κι ακόμη πάρα πέρα! Κουφάλες τιτάνες, ανύπαρκτοι, μηδαμινοί, λούστροι, πολύ καλύτερος είναι ο Δίας από εσάς, άθλιες μετριότητες! Ζήτω οι θεοί του Ολύμπου και ο Δίας! Αυτοί δεν τα εξισώνουν και δεν τα εξομοιώνουν όλα στο όνομα της χαμερπούς κολο-δημοκρατίας σας! Είναι δυνατόν να συγκριθώ εγώ που ίδρυσα μία ολόκληρη πόλη στη ζώνη των αστεροειδών, που σάς δίνω μασημένη τροφή για να φάτε, με κάποιον παράνομο ή εγκληματία; Πραγματικά, ούτε που με ενδιαφέρει η κατηγορία ή το έγκλημα για το οποίο με κρατείτε!»
«Συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, σύσταση και συμμορία κατά της Συνομοσπονδίας του Σειρίου», είπε ο Φιλογενής, χωρίς να προβληματιστεί και πολύ. «Πάρτε τον», διαμήνυσε στα όργανα.
Δίπλα, ο Υπερίων ήταν γεμάτος αμφιβολίες και ενστάσεις. Ο Φιλογενής, ο εκλεγμένος τηρητής και επιβλητής- επιβάλλων της τάξης στη Νέα Αρκαδία, διακρίνοντας αυτή την αμφισημία, τού είπε:
«Τι έγινε, πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος κύριε Αστροστολισμένε; Η Νέα Αρκαδία μάς είπε με τους συλλογιστικούς αλγορίθμους της ότι αυτός είναι ο πιθανότερος αρχηγέτης της οργάνωσης “Ικαρομένιππος”. Είχε τη δυνατότητα να υποβάλει σε πείνα και των γονέων και στέρηση όλο το ηλιακό σύστημα, να αποκόψει τις επικοινωνίες μεταξύ Γης και Δία, να κάνει ένα σωρό άλλα φοβερά και βλαβερά πράγματα. Επιπλέον λέγεται και Ικαρομένιππος.»
«Ενθουσιώδη Φιλογενή, δεν θέλω να παρενοχλήσω τη ραστώνη και τη μακαριότητά σου, αλλά ακόμη και ένας πρωτοετής Νομικής και Ρητορικής θα μπορούσε να σού πει ότι όλες αυτές οι κατηγορίες είναι περιστασιακές για να μην πούμε ότι είναι το άκρον άωτον της προκατάληψης. Ο Ικαρομένιππος είναι ο βολικός συνήθης ύποπτος, φανερά αθώος. Το γεγονός ότι είχε μεγάλη δύναμη δεν σημαίνει ότι θα την ασκούσε σε βάρος της Συνομοσπονδίας. Αυτό που τού κάνετε είναι ένα είδος οστρακισμού, τίποτε περισσότερο».
«Οπότε, παρότι σού κάναμε τη χάρη να μάς συνοδεύσεις σ’ αυτή την αστυνομική επιχείρηση, πάλι δεν φαίνεσαι να εντυπωσιάζεσαι από τις μεθόδους μας, σχολαστικέ Τιτάν, που τίποτε δεν μπορεί να εισχωρήσει στο αδυσώπητο οπλισμένο σκυρόδεμά σου! Πότε θα μπορέσουμε επιτέλους να σε πείσουμε για την αυτονομία και την επάρκειά μας;»
«Μην κουράζεστε. Θα παρευρεθώ στη δίκη του ατυχούς Ικαρομένιππου, αλλά δεν ξεχνώ ότι έχω έλθει εδώ για άλλη δουλειά, όχι για τρομοκρατική ή ανατρεπτική οργάνωση, αλλά για φόνο! Ενδιαφέρομαι και παρακολουθώ τις ανιχνευτικές μεθόδους σας, συμμετέχω, συντρέχω και συμπαρίσταμαι στην τήρηση της τάξης εντός της Νέας Αρκαδίας, αλλά δεν λησμονώ ούτε στιγμή τη συγκεκριμένη αποστολή μου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο : ΚΑΤΕΠΑΝΩ
Πίσω στο αρχηγείο της αστυνομίας μπαίνει ο Υπερίων δύσθυμος μουρμουρίζοντας:
«Μα να συλλαμβάνουν αθώους για ξεκάρφωμα, πού ακούστηκε; Τέλος πάντων, είναι εκτός της αρμοδιότητάς μου να λέω στις τοπικές αρχές πώς θα κάνουν τη δουλειά τους. Πώς πάμε εδώ;»
«Προϊστάμενε, δεν θέλω να σε ταράξω», είπε η Λητώ, «αλλά συνέβη κι άλλο περιστατικό μόλις τώρα. Εξαφανίστηκε πριν από λίγο ο Πυρίσπορος».
«Δηλαδή, πώς εξαφανίστηκε; Απήχθη;»
«Προϊστάμενε, σε μία υψηλά τεχνολογική εποχή, όπως η δική μας, όταν λέμε “εξαφανίστηκε”, το εννοούμε. Εξαφανίστηκε ξαφνικά, ενώ βάδιζε στη κεντρική στεγασμένη αυλή του σταθμού σαν να διακτινίστηκε, εξαερώθηκε, εξαϋλώθηκε, έκανε “πουφ” και χάθηκε».
«Με τους αισθητήρες της Αρκαδίας τι γίνεται; Αρκαδία, εντόπισέ μου τον Πολύσπορο, συγγνώμη τον Πυρίσπορο».
«Άρχοντα Υπερίων, ο Πυρίσπορος δεν βρίσκεται στο σταθμό μου».
«Δεν είναι δικός σου σταθμός. Αλλά ας αφήσουμε τα σημασιολογικά. Ποιος ήταν μαζί του, την ώρα της εξαφάνισης;»
«Υπερίων, βάσει αστυνομικής διάταξης τις πολυσύχναστες πρωινές ώρες αναστέλλω την επιτήρησή μου στον κεντρικό πεζόδρομο του σταθμού, για να αισθάνονται πιο άνετα οι διερχόμενοι είτε είναι κάτοικοι είτε είναι πελάτες».
«Ωραία αστυνομική διάταξη είναι αυτή που περιορίζει την αστυνόμευση. Είναι αυτό που έχω παρατηρήσει πολλές φορές. Ενώ τάχα έχετε συστήσει εδώ έναν παράδεισο μόνιμου εντευκτηρίου, διαρκούς επικοινωνίας και συγχρονικής παρουσίας, στην πραγματικότητα όλοι οι μετέχοντες κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεφύγουν από αυτόν. Είτε απομονώνουν τις οικίες τους, είτε πετυχαίνουν άρση επίβλεψης στους δημόσιους χώρους.»
«Υπερίων, στο χώρο μου – έ, του σταθμού- δεν ζουν μόνο βιοσύμφυτοι, αλλά και φυσιολογικοί που, όταν παρακολουθούνται, κάνουν μεγάλη φασαρία για τα ατομικά δικαιώματα».
«Ναι, εντάξει, αλλά τουλάχιστον από έποψη ασφάλειας ο παράδεισός σας όχι απλά δεν είναι τέτοιος, αφού το φίδι ήδη έχει εισχωρήσει, αλλά είναι σκέτος εφιάλτης. Τα στοιχεία και τα πειστήρια των εγκλημάτων απορροφώνται από τους τοίχους στο όνομα της καθαριότητας και της υγειονομικής προστασίας, ενώ το περίφημο σύστημα επιτήρησης, που βασίζεται τους αισθητήρες σου, Αρκαδία, είναι τόσο διάτρητο και διασπάται από τόσες εξαιρέσεις, που δεν προσφέρει καμία υπηρεσία».
«Σε κάθε περίπτωση ο Φιλογενής έχει ήδη ξαμολήσει τα λαγωνικά του στην υπόθεση».
«Α ναι, ο Φιλογενής, σωθήκαμε. Μισό λεπτό να μεταβώ στο διπλανό δωμάτιο για να ζητήσω εξηγήσεις γιατί η απαγωγή είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αναθέσουμε σε ασφαλίτες».
Πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, όπου βρίσκει καθήμενη τη Λασθίνια.
«Λασθίνια, απαιτώ πλήρη αναφορά για την εξαφάνιση του Προέδρου της Λήμνιας Σφραγίτιδας».
Εκείνη τη στιγμή επενέβη η Νέα Αρκαδία.
«Υπερίων, μην επιβαρύνεις τη Λασθίνια. Έτσι κι αλλιώς ό,τι υπάρχει στη μνήμη της, υπάρχει και στη δική μου μνήμη και μπορώ να σε διαφωτίσω εγώ».
«Εσύ να μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν. Θέλω να απευθυνθώ δια ζώσης σε ένα ζωντανό άτομο».
Αμέσως η Νέα Αρκαδία υλοποιήθηκε σε μία πανέμορφη κοπέλα.
«Υπερίων, είμαι ζωντανή και είμαι και νοήμων και αισθανόμενη και ό,τι μπορεί κανείς να ζητήσει…»
«Νέα Αρκαδία, ο άνθρωπος έχει προκαταλήψεις, μη τον συνερίζεσαι. Κι ούτε χρειάζομαι την προστασία σου, μπορώ να αντιμετωπίσω μόνος μου τη δυσπιστία των καραβανάδων του Αστροστόλου», έσπευσε να τη βοηθήσει η Λασθίνια.
«Λασθίνια από την αρχή εσύ ήσουν αυτή που εκφράστηκες απαξιωτικά για μένα, για να μη πούμε ότι μού επετέθης απερίφραστα, και όχι εγώ. Ερώτηση: Έχεις αναλάβει την αστυνόμευση του αιθρίου, ναι ή όχι; Όταν μάλιστα η κεντρική επιτήρηση είναι κλειστή, τότε οφείλεις να διπλασιάζεις τις προσπάθειές σου. Δεν είναι δυνατό να εξαφανίστηκε άνθρωπος κι εσύ μαζί με τον Φιλογενή να σφυρίζετε αδιάφορα!»
«Αξιωματικέ, δεν απαντώ σε σένα διότι δεν υπάγομαι σε σένα. Εσύ είσαι επιφορτισμένος με την ειδική αποστολή να εξιχνιάσεις το φόνο της Αρήτης, όπου θα προσθέσω ότι δεν βλέπω να έχεις και καμιά χειροπιαστή επιτυχία. Τα υπόλοιπα θέματα δεν σε αφορούν και κακώς ασχολείσαι, διότι είσαι εκτός αρμοδιότητας».
«Το άτομό σου, οι πράξεις σου, αλλά κυρίως οι παραλείψεις σου με αφορούν, διότι ως ένα από τα υψηλά στελέχη της ασφάλειας εμπλέκεσαι ή τέλος πάντων ασκείς επιρροή έστω και δια παραλείψεων στην υπόθεση του φόνου και συνεπώς εντάσσεσαι στο σκληρό πυρήνα των ερευνών μου είτε το θέλεις είτε όχι. Μια και έφερες την κουβέντα στο φόνο, ήθελα να σε ρωτήσω για ποιο λόγο επισκέφτηκες την Αρήτη 15 φορές και μάλιστα στο σπίτι της; Απ’ ό,τι ξέρω οι ασφαλίτες φυλάνε έξω από το σπίτι των πολύ σημαντικών προσώπων και όχι μέσα. Τι έγινε; Και η Περικτιώνη την επισκέφτηκε 62 φορές; Τής κρατάγατε το χεράκι ενώ ξεφλούδιζε τα φρούτα;»
«Α τώρα, με αφορμή την εξαφάνιση του σεβαστού Πυρίσπορου θα διεξάγεις ανακρίσεις και για την Αρήτη χωρίς ένταλμα; Πραγματικά, με αφήνει έκπληκτη το θράσος σου Αστροστόλε! Σύμφωνα με το ρητό “ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα” πας να αποκτήσεις έλεγχο σε όλες τις διαδικασίες του σταθμού και να σφετεριστείς την εξουσία του Φιλογενούς».
«Ναι, σκασίλα μου, άλλη όρεξη δεν είχα να οικειοποιηθώ την εξουσία του Φιλογενούς. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι όταν ερευνά κανείς ένα έγκλημα, οφείλει να εξετάσει όλο το πλέγμα σχέσεων που το περιβάλλει. Εσείς οι ίδιοι έχετε συστήσει εδώ ένα καθεστώς, στο οποίο ο ένας είναι απόλυτα αλληλένδετος με τον άλλον, μάλιστα προβάλλετε την απόλυτη ενδοσυνεννόησή σας ως μεγίστη κατάκτηση του ανθρωπίνου γένους. Πού είναι η αγαστή σας ενδοσυνεννόηση; Πού είναι η θαυμαστή σας τηλεπαθητική σύνδεση; Συμβαίνουν όργια στον καταραμένο βιοτεχνολογικό σταθμό σας κι εσείς προσποιείστε ότι δεν έχετε ιδέα. Θεωρώ ότι σε ένα τόσο κλειστό περιβάλλον όλοι συνδέονται με όλους. Σε κάποιο επίπεδο η απαγωγή του Πυρίσπορου σίγουρα συνδέεται και με τον φόνο της Αρήτης. Σάς ερωτώ λοιπόν, για ποιο λόγο επισκεφτήκατε την Αρήτη 15 φορές στην οικία της;»;
Δεν το περίμενε ο Υπερίων, αλλά η Λασθίνια παρέμεινε σιωπηλή!
Αφού πέρασαν κάποια κρίσιμα δευτερόλεπτα η αρχιασφαλίτισσα απάντησε:
«Διεισδυτικέ άρχοντα, θα δεις όταν εμβαθύνεις στις έρευνές σου ότι μόνη η διακριτικότητα και η ευγένεια με παρωθεί να μην απαντήσω προς το παρόν στην ερώτησή σου…»
«Κατάλαβα. Παραπέμπεις στη συμπεριφορά της Περικτιώνης, αυτή όμως συνιστά ξεχωριστό κεφάλαιο και σκέλος της έρευνάς μου. Σε αυτή τη φάση όμως, ας λύσουμε το εύκολο, που είναι η εξαφάνιση του Πυρίσπορου, η οποία στο πλαίσιο μίας υπερτεχνολογικής μαγοκρατικής και ταχυδακτυλουργικής εποχής δύναται να έχει μόνο πολύ συγκεκριμένες αιτίες και εξηγήσεις, πριν πάμε στα δύσκολα, δηλαδή στον σκοτεινό, ανεξήγητο φόνο υπό καθεστώς πλήρους αισθητηριακής καταγραφής δεδομένων».
Εκείνη τη στιγμή μπούκαρε ο Φιλογενής και διέκοψε τη συζήτηση.
«Λασθίνια, μήπως ο Πυρίσπορος εξαϋλώθηκε από βολή ακτινοβόλου; To έχουμε ερευνήσει αυτό;»
«Δεν υπάρχουν ίχνη ή υπολείμματα καψίματος ή κατακρεούργησης. Παραμένει πιο πιθανή η εκδοχή της διακτίνισης».
«Επισήμως δεν έγινε διακτίνιση από κάποιο μέρος του σταθμού σε άλλο. Να ερευνήσουμε αν διακτινίστηκε σε ιδιωτική κατοικία με φορητό μεταφορέα. Έκδωσε αμέσως την ακόλουθη ανακοίνωση, η οποία πρέπει να αναρτηθεί σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα: Με αστυνομική διάταξη καλούνται όλοι οι πολίτες της Νέας Αρκαδίας, βιοσύμφυτοι άμα και φυσιολογικοί, να απενεργοποιήσουν τις ενεργειακές ασπίδες των οικιών τους, ώστε να μπορεί να γίνει ανίχνευση για τις βιολογικές ενδείξεις του Πυρίσπορου».
Η διαταγή δόθηκε και προχώρησε λεπτομερής ανίχνευση από τους αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας σε όλα τα κτίρια, υπόγεια, ισόγεια, υπέργεια κ.λπ. χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μάρτυρες και παριστάμενοι στο αίθριο, στην κεντρική αυλή και στα γύρω- γύρω καταστήματα εξετάστηκαν ενδελεχώς, αλλά δεν ήξεραν κάτι περισσότερο από το ότι ένας άνθρωπος ανελήφθη ξαφνικά στους ουρανούς. Η ασφάλεια του σταθμού μαζί με τις ανακριτικές της υπηρεσίες είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά.
«Κάτι μάς διαφεύγει… κάτι μάς διαφεύγει», έλεγε τις επόμενες ώρες και μέρες ο Φιλογενής.
«Ω χαρίεν προϊστάμενε, εκλεκτέ Φιλόγενες», τόλμησε τότε να πει δειλά- δειλά η Λασθίνια, «μήπως να το βάλουμε κι αυτό στο αρχείο, όπως κάνουμε συνήθως, και να τελειώνουμε; Ας δούμε τι θα πει και η Συνομοσπονδία, μήπως μάς στείλει πάλι κάποιον ειδικό ερευνητή, όπως είναι και ο Υπερίων»
«Α όχι», εξανέστη ο Υπερίων, «ούτε κατά διάνοια, δεν υπάρχει περίπτωση. Είμαι βέβαιος ότι η εξαφάνιση του Πυρίσπορου σχετίζεται με την υπόθεσή μου, συνεπώς αναλαμβάνω εγώ από ‘δω και πέρα». Συλλογίστηκε για λίγο.
«Σκεπτόμαστε δυσδιάστατα», συνέχισε. «Να επεκτείνουμε τις έρευνες στα αεροσκάφη που είναι αυτοί τη στιγμή προσδεδεμένα στους ομφάλιους λώρους της Νέας Αρκαδίας. Παρακαλώ πείτε μου, πόσα και ποια είναι αυτά».
Ένα από την Κασσιόπη, ένα εκ της Δοράδος, δύο από τον Κριό, πέντε από τον Σκορπιό, ένα από τον Οφιούχο…»
«Μισό λεπτό», είπε ο Φιλογενής. «Όλα αυτά τα σκάφη ανήκουν σε κυρίαρχους πλανήτες, συνεπώς έχουν ασυλία και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να εισχωρήσουμε στο εσωτερικό τους».
«Α μάλιστα», είπε ο Υπερίων, «ένας ακόμη περιορισμός, ένα ακόμη εμπόδιο στην αστυνομική έρευνα. Θεέ μου, τι κοινωνία είναι αυτή που έχουμε φτιάξει; Τόσο αντιφατική, τόσο πολυσυλλεκτική, τόσο σύνθετη με τόσους πολλούς αντικρουόμενους κανόνες, ώστε δεν βγάζει κανείς καμία άκρη. Κι έπειτα σού λέει παγκόσμια, διαπλανητική διάσκεψη και συνεννόηση! Προμηθέα, παλιέ μου πρωταθλητή, έλα να δεις το συμπίλημα και συνεράνισμα, που προέκυψε απ’ τους πολέμους μας. Λοιπόν, να κάνουμε κρυφή ανίχνευση…»
«Σεβαστέ υπεραξιωματικέ, δεν γίνονται αυτά. Όλα τα σκάφη που είναι δεμένα στα αγκυροβόλια του σταθμού έχουν ανεβασμένες τις ασπίδες τους και δεν μπορούμε να ψαχουλέψουμε το εσωτερικό τους».
«Όταν φθάσουμε στο σημείο να αμφισβητούμε όλα αυτά τα κατά συνθήκη ψεύδη, τις ανόητες κοινωνικές προκαταλήψεις , ότι δηλαδή το ένα ή το άλλο «δεν λέγεται», «δεν γίνεται», «δεν συνηθίζεται» κ.λπ., τότε θα έχουμε κάνει επιτέλους ένα σημαντικό βήμα για να ξεφύγουμε από το κακό το ριζικό μας. Μ’ αυτό δεν εννοώ βέβαια να καταργήσουμε τους κανόνες, για τους οποίους εμείς οι τιτάνες υπό τον Προμηθέα αγωνιστήκαμε, αλλά να δείξουμε ευελιξία και αίσθηση του ουσιώδους στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς μας. Αλλά, για μια στιγμή! Σίγουρα για να κατέβει και να ψωνίσει το πλήρωμα των πλοίων αυτών στα καταστήματα του σταθμού, πρέπει να κατεβάσουν τις ασπίδες, έστω στιγμιαία τη στιγμή της διακτίνισης ή της καθόδου με συμβατικά μέσα, π.χ. από τη σκάλα».
«Τουτέστιν, ήγουν, δηλαδή, εν άλλοις λόγοις, ήτοι…», συνεισέφερε ο Φιλογενής παριστάνοντας ότι παρακολουθούσε και μάλιστα προέβλεπε και προδίκαζε το συμπέρασμα.
«Η Αφροδίτη είσαι εσύ, εσύ είσαι η Αφροδίτη», είπε ειρωνικά ο Υπερίων. «Εννοώ ότι γίνεται εύκολα κατανοητό το πώς έγινε η απαγωγή. Κάποιος από τους διαβάτες του αιθρίου ζήτησε να διακτινιστεί, το πλοίο του κατέβασε τις ασπίδες κι αυτός την κρίσιμη στιγμή αγκάλιασε το θύμα επεκτείνοντας το σήμα του μεταφορέα και σε αυτόν και διακτινίζοντάς τον στο αντίστοιχο πλοίο. Είναι βέβαιο ότι ο Πυρίμαχος, συγγνώμη ο Πολύσπορος, συγγνώμη ο Πυρίσπορος είναι σε κάποιο από τα πλοία του σταθμού».
«Ακόμη και έτσι να είναι και πάλι πέφτουμε σε αδιέξοδο. Η μόνη λύση είναι να δώσω εντολή να μην αποχωρήσει κανένα πλοίο από το σταθμό, μέχρι να συνεννοηθώ με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις, ώστε να εκδώσω ένταλμα ερεύνης. Όπως θα έλεγαν δηλαδή οι απόγονοι ή πρόγονοί μας, “φέξε μου και γλίστρησα” ή “αν η γιαγιά μου είχε όρχεις, θα’ ταν παππούς”».
«Ας εφαρμόσουμε καλύτερα τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής, για να διαπιστώσουμε ποιο είναι το πλοίο που μάς ενδιαφέρει. Προφανώς, αυτοί που απήγαγαν τον δικό μας, πρέπει να είχαν κάποια προηγούμενη σχέση μ’ αυτόν. Δεν μπορεί τα τέκνα του Θησέα από το Ελ Ντοράντο -συγγνώμη Έλδωρ, Δοράδος- ή οι ωκύποδες ταχύτατοι Λανθανίτες από τον Ιχθυόσαυρο να ευθύνονται για την απαγωγή, τι σχέση έχουν; Πρέπει να είναι κάποια (χωρο-) ναυς που να έχει ιστορία με τον σταθμό, που να τον προμηθεύει ή να προμηθεύεται από αυτόν, που να έχει κέρδος ή ωφέλεια από τα επιτεύγματά του, που να έπαιξε κάποιο ρόλο στην Τιτανομαχία, η οποία όρισε τις αρχικές συνθήκες για τη σύγχρονη οικονομία και ήταν η αφορμή για την σημερινή άνθηση της βιοτεχνολογίας και της συμπαντικής επέκτασης της συνείδησης…»
Οι συντελεστές και οι παράγοντες της ασφάλειας παρέμειναν σιωπηλοί, ίσως και για ένα μερόνυχτο.
Την άλλη μέρα ήλθαν σαν βρεγμένες γάτες και είπαν μέσω Λασθίνιας:
«Πάμφωτε και υπερηχητικέ Υπερίων, ενδεχομένως θα έπρεπε να σε ενημερώσουμε νωρίτερα για τα ακόλουθα: Ανάμεσα στα σκάφη- θαμώνες του σταθμού, υπάρχει και ένα αγκυροβολημένο εδώ και πολύ καιρό… Είναι το “Άϊδος Κυνέη”, ονομασία προς τιμή του κράνους της αορατότητας, που είχαν φτιάξει κάποτε οι Κύκλωπες Στερόπης, Άργης και Βρόντης για λογαριασμό του Δία. Βέβαια είναι γνωστό ότι οι Κύκλωπες διαπραγματεύονται πάντα την υποταγή τους στον ένα ή στον άλλον πολέμαρχο και δεν μπορείς να βγάλεις άκρη με αυτούς. Δεν είναι «παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες», όπως εσείς οι τιτάνες, αλλά «άζυγοι, αφρήτορες, ανέστιοι, οί πολέμου έρανται επιδημίου οκρυόεντος». Εν πάση περιπτώσει συνήθως, στις διάφορες παράλληλες ή αλλεπάλληλες εκδοχές της πραγματικότητες συμμαχούν με τον Δία μαζί με τους Εκατόγχειρες Κόττο, Βριάρεω και Γύγη κι έτσι έγινε και στον πρόσφατο πόλεμο. Αποτέλεσμα: Δεν έμεινε κανένας τους ζωντανός, ούτε οι μεν ούτε οι δε. Παρά τους γενικούς κανονισμούς και τις βασικές οδηγίες σας, άμα σάς δοθεί η ευκαιρία, μπορείτε να γίνετε κι εσείς οι τιτάνες πάρα πολύ αμείλικτοι και αδυσώπητοι, παρότι παριστάνετε τους νερόβραστους ανθρωπιστές. Τώρα η «Άϊδος Κυνέη» διοικείται από τις τρεις επιζήσασες χήρες των ανωτέρω πάλαι ποτέ συμμάχων, τη Βριάρεβνα, την Στερόποβα και τη Βρόντοβα».
«Και από πότε είναι ελλιμενισμένο αυτό το πλοίο στο σταθμό, για να έχουμε καλό ρώτημα; Μη μού πείτε ότι είναι εδώ πριν από τη δολοφονία της Αρήτης και μού το λέτε τώρα».
Η Λασθένια και ο Φιλογενής κοιτάζονταν- κυπτάζονταν με νόημα, αλλά είχαν καταπιεί τη γλώσσα τους.
«Μάλιστα», συμπέρανε εύκολα από τα συμφραζόμενα ο Υπερίων. «Μην ανησυχείτε, καλοί μου ασφαλίτες. Δεν λέω ότι δεν έχουμε υποστεί ήττες στην Ιστορία μας, εμείς οι Ουρανίδες, τα τέκνα της Τηθύος. Ένας τιτάνας επιτρέπεται να πέσει, επιβάλλεται να ξανασηκωθεί και για μάς αυτό δεν είναι στερεότυπο, είναι τρόπος ζωής. Όμως για ένα να είστε βέβαιοι. Κάνουμε πάντα ό,τι μπορούμε. Κανείς λοιπόν δεν πρόκειται να με εμποδίσει να διεξαγάγω τις ανακρίσεις σύμφωνα με το βιβλίο και τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης. Μην κουράζεστε άρα να μού βάζετε τρικλοποδιές, διότι προς κέντρα λακτίζετε. Οι έρευνές μας θα συνεχιστούν κατεπάνω, πάνω από τον σταθμό, εκεί που είναι τα αγκυροβόλια και οι ομφάλιοι λώροι του. Το καλό είναι ότι οι χήρες των γιγαντο- εκατόγχειρων υπάγονται στη δικαιοδοσία της Γης, που κι αυτή υπάγεται απευθείας στο Σείριο είτε με το δίκαιο του αίματος είτε με το δίκαιο του εδάφους, που είναι εν προκειμένω η Νέα Αρκαδία. Επικοινωνήστε λοιπόν χωρίς χρονοτριβή με τις χήρες».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο: ΛΑΣΘΙΝΙΑ
Καθώς η Βριάρεβνα βγήκε από τον ανελκυστήρα στη γέφυρα της «Άϊδος Κυνέης» ήταν σκέτο πτώμα, όχι μόνο από τις αρμοδιότητες, που έχει ένας πλοίαρχος ακόμη και του εμπορικού ναυτικού σε ένα παροπλισμένο πρώην πολεμικό πλοίο, αλλά και για κάποιο άλλο λόγο που θα αποκαλυφθεί και θα φωτιστεί αργότερα. Αλλά μήπως και οι διάλογοι με την Στερόποβα και τη Βρόντοβα δεν την κούραζαν; Όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει, ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, που όλες είχαν ένδοξους και τρανούς συζύγους, δεν μπορεί να υπάρξει ιεραρχία προϊστάμενης και υφισταμένων, οπότε η Κυνέη κυβερνώνταν αναγκαστικά από τρεις πλοιαρχίνες, δηλαδή διοικούνταν από μία τριγυναικία. Κι όταν μαζεύονταν μαζί και οι τρεις είτε στη γέφυρα, είτε στη μεγάλη τραπεζαρία, είτε στην αίθουσα αναψυχής, είτε στο παρατηρητήριο, είτε στο υπόστεγο των αεροσκαφών, γινόταν κατά το κοινώς λεγόμενο «το έλα να δεις», φωνές, στριγκλιές, μαλλιοτραβήγματα ή καμιά φορά και νηφάλια συζήτηση, που τραβούσε όμως τόσο πολύ σε μάκρος, ώστε στο τέλος έπεφταν και οι τρεις ξερές και εξαντλημένες στο πάτωμα από την αδολεσχία, τη λογοδιάρροια, την αμετροέπεια, τη σχοινοτενή φλυαρία. Πέρα από πολιτικά ορθές ή εσφαλμένες ενστάσεις και εκτιμήσεις, αναγνώστη, είναι γνωστό ότι η κτηνωδία των ανδρών, αν μη τι άλλο, τούς κάνει τουλάχιστον σιωπηλούς, ενώ η μεγαλύτερη ευστροφία των γυναικών οδηγεί τις συζητήσεις σε ακατάσχετη πολυλογία, στωμυλία, κενολογία και λαλαγή, αλλά και εντέλει στη συστηματική και εξοντωτική κατεδάφιση της νοηματικής επικοινωνίας.
Η Βριάρεβνα ήταν καπνίστρια και μάλιστα κάπνιζε ακατάπαυστα, ήταν δε τόσο «μπουχτισμένη και μπαϊλντισμένη», αν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει μία πιο βαρβαρική γλώσσα που σίγουρα οι τιτάνες δεν θα ενέκριναν, ώστε δεν θεωρούσε τη στιγμή κατάλληλη για να επιβάλει στα πνευμόνια της αποχή από την ολέθρια αυτή διαχρονική συνήθεια. Μετά από σειρά φθαρτικών και δια τριβής εξομαλυντικών συνομιλιών ένιωθε εντελώς τεταμένη και σφιγμένη και χρειαζόταν τα καπνοσωληνάρια και τους καπνοκυλίνδρους περισσότερο από ποτέ. Και βέβαια, σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο του Μορφέα – μετά την υπνηλία – ο κλιματισμός της γέφυρας υπολειτουργούσε ή άλλως κούτσαινε, χώλαινε και υπόσκαζε κι έτσι ο ζωτικός χώρος γέμισε μετά από λίγο με πηχτές αδιάλυτες αναθυμιάσεις.
Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, κουδούνισε ο ασύρματος και τής ανήγγειλε ότι αντιπροσωπεία της ασφάλειας του σταθμού μαζί με εκπροσώπους του Αστροστόλου- αυτό τής έλειπε τώρα- θα ανέβαιναν στο σκάφος για ανακρίσεις. Το περίμενε ότι από τη στιγμή που θα ανακατευόταν ο μέγας παρείσακτος, τα τσιράκια και τα μειράκια της Συνομοσπονδίας του Σειρίου, αυτό δεν προμήνυε τίποτε το καλό. Ήταν αποφασισμένη να μην πάρει την ευθύνη μόνη της σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, γι’ αυτό ξύπνησε και κάλεσε αμέσως τις δύο συγκυβερνήτριες, κρίνοντας ότι ήταν καιρός να δουλέψουν για τα γαλόνια, τα επιρράμματα, τις επωμίδες, τα σειρήτια, τα αστέρια και τα άλλα διακριτικά, που οι ίδιες είχαν επιδαψιλεύσει στον εαυτό τους.
«Βρόντοβα, Στερόποβα», είπε στον επικοινωνητή, «πάρτε τον κόλο σας και ελάτε στη γέφυρα. Πείτε αλεύρι, ο Αστροστόλος μάς γυρεύει. Υπό άλλες συνθήκες θα ανησυχούσα, αλλά αν συνυπολογίσει κανείς όλες τις παραμέτρους, δεν νομίζω ότι έχουμε κάνει κάτι κακό».
Η Βρόντοβα, νυσταλέα και λημαλέα από τον ύπνο, δεν είχε όρεξη για κουβέντες.
«Χειρίσου το μόνη σου, Βριάρεβνα, ξέρεις το λόγο για τον οποίο είμαι πολύ κουρασμένη κι έπεσα νωρίς στο κρεβάτι…»
Η Στερόποβα όμως απάντησε:
«Έ Βρι, ίσως η παρουσία των μελών του Αστροστόλου μάς βοηθήσει να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία … στο κάτω – κάτω της γραφής έχουμε δίκιο, αυτό δεν αμφισβητείται».
«Σε πόση ώρα θα έλθουν αυτοί οι κολλημένοι γραφειοκράτες;», ρώτησε η διαρκώς δύσθυμη Βρόντοβα.
«Πολύ φοβάμαι, Βρο, ότι η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα. Σε λίγο θα διακτινιστούν εδώ πέρα και δεν έχω καμία διάθεση να τούς αντιμετωπίσω μόνη. Έχω περάσει κι εγώ πολλά, χωρίς να υποτιμώ και τις δικές σας κακουχίες, και δεν το θέλει ούτε η Γοργώ, ούτε οι σειρήνες, ούτε η Δημογόργων ούτε καμία δαιμονική ύπαρξη άλλη, αφού δεν γαμήθηκα μικρή, να γαμηθώ μεγάλη! Σπεύστε λοιπόν κι εσύ και η Στέπα στην αίθουσα του μεταφορέα, γιατί δεν είμαι διατεθειμένη να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα».
————-
Στο σαλόνι της «Άϊδος Κυνέης»:
«Αξεπέραστε ηγέτη της ασφάλειας Φιλογενή, αψεγάδιαστη επαγγελματία Λασθίνια, σεβαστοί γόνοι του Ουρανού και της Τηθύος, τρανοί ερευνητές της σκηνής του εγκλήματος, σάς καλωσορίζουμε στην τέως πολεμική και νυν … ειρηνική ναυν – χωρονήα “Άϊδος Κυνέη”. Στεκόμαστε ταπεινά ενώπιόν σας, αφού δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να συναναστρεφόμαστε τους κορυφαίους και όποτε μάς δίδεται αυτή η ευκαιρία είμαστε παραπάνω από ευγνώμονες».
«Σεπτές, ευλαβείς και ευσεβείς χήρες, ας αφήσουμε κατά μέρος τις φιλοφρονήσεις και την κοινωνική εθιμοτυπία», είπε με αυτοπεποίθηση ο Υπερίων, ο οποίος συνοδευόταν σ’ αυτή τη μετάβαση από τον Φιλογενή, τη Λασθίνια, αλλά και το προσωπικό του επιτελείο, τη Λητώ και την Ευρύβια. «Δια της εις άτοπον απαγωγής έχουμε καταλήξει στο στερρό και αμετάκλητο συμπέρασμα ότι ο Πυρίσπορος βρίσκεται στο σκάφος σας. Κάθε προσπάθεια άρνησης αυτής της λογικής παραγωγής ή εξαγωγής απλά επιβαρύνει τη θέση σας. Επομένως, αν θέλετε να αποφύγετε περαιτέρω επιπτώσεις από την ανοίκεια και αχαρακτήριστη συμπεριφορά σας, μην κουράζεστε με κατασκευές δίκην χάρτινων ή αμμωδών πύργων που εύκολα κατεδαφίζονται, αλλά καλύτερα να ομολογήσετε την απαγωγή και να συνεργαστείτε μαζί μας αποκαλύπτοντας τους λόγους γι’ αυτό το αδιανόητο ατόπημα. Και ξέρετε ότι εμείς οι τιτάνες, όταν μάς απευθύνονται με καθαρή καρδιά, είμαστε πάντα έτοιμοι να βοηθήσουμε με δίκαιο και θεσμικό τρόπο».
«Μα τι είναι αυτά που λέτε, εμείς δεν έχουμε ιδέα”…, ξεκίνησε να λέει η αντιδραστική Βρόντοβα.
«Είπαμε, Βρόντοβα, δεν έχει νόημα … Και στο τέλος εγώ έχω εμπιστοσύνη στον πλοίαρχο του Αστροστόλου ότι θα μάς δώσει δίκιο, φαίνεται καλόπιστος άνθρωπος…», αντέτεινε η ρεαλιστική Στερόποβα.
Τελικά μετά από πολλές περιττές ερωταποκρίσεις και ανούσια αντιγυρίσματα του λόγου, μετά από σιωπές, εκνευρισμού, χασμωδίες και αμηχανίες, τις οποίες παραλείπουμε ποιητική αδεία, η Βριάρεβνα είπε «ακολουθήστε με» και άρχισε να μυεί τους πρωταγωνιστές στα άδυτα της «Άϊδος Κυνέης», προπορευόμενη μαζί με τις άλλες χήρες.
Τούς οδήγησε μέσα από τη ραχοκοκαλιά του πλοίου μία στοά πέντε χιλιομέτρων που έφθανε από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, αφού πρώτα η συνοδεία βούτηξε με στροβιλο- ανελκυστήρα στον πυθμένα του σκάφους Μολώχ περνώντας δέκα καταστρώματα το δευτερόλεπτο. Μιλάμε για τεχνολογία ασυναγώνιστη, στρατιωτική, αφού ο συριζο-ανελκυστήρας ήταν ένας γυάλινος κλωβός αιωρούμενος και κινούμενος σε μαγνητικό πεδίο, που όσο εύκολα αναρριχώνταν, άλλο τόσο ραγδαία καταποντιζόταν. Κατά διαστήματα μάλιστα το εσωτερικό του κλωβού από αδιαφανές γινόταν διαφανές, όπως σήμερα οι τουαλέτες του Τόκιο, ώστε να μπορούν οι επιβάτες του συριζα- ανέλ να προσανατολιστούν χωρίς χάρτη. Πέρασαν και μερικά δάση- πράγμα αρκετά περίεργο, αφού δεν επρόκειτο για υδροπονικές καλλιέργειες- διέσχισαν κρεμαστούς κήπους με οργιώδη ατημέλητη βλάστηση που επέπρωτο σταδιακά να λογγιάσουν και να μαραζώσουν, αφού οι περισσότερες λάμπες υπεριώδους ακτινοβολίας ήσαν χαλασμένες, πράγμα αναμενόμενο για ένα τόσο πελώριο πλοίο με αχανείς πτέρυγες που δεν ήταν δυνατό να συντηρηθούν. Επίσης πέρασαν διαμερίσματα προορισμένα για τον καταυλισμό χιλιάδων ανδρών που κατέκλυζαν εν καιρώ πολέμου τα χαμηλότερα καταστρώματα τούτου του μεγαθήριου. Και τώρα αυτή η φάλαινα του διαστήματος διοικούνταν και οδηγούνταν μόνο από τις τρεις χήρες, αν είναι δυνατόν!
Μετά διέσχισαν ζώνη μειωμένης πίεσης και αισθάνθηκαν όλοι ελαφρύτεροι και νεότεροι και ταλαντεύονταν σαν νάνοι πάνω σε κορμό αντί για γέφυρα. Ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται έωλος (και βέβαια όχι «αίολος», εκτός αν δεχθούμε ότι ο θεός του ανέμου διακινούσε μπαγιάτικες αύρες και αγιάζι) και ο χώρος ήταν τόσο ευρύς ώστε σε ορισμένα σημεία καλυπτόταν από ομίχλη, σύννεφα και νεφέλες. Τελικά έφτασαν σε μία πύλη, που άνοιξε μετά από πολύπλοκο χειρισμό χορηγώντας πρόσβαση σε μία αίθουσα εξίσου χαοτική με τις προηγούμενες, που έμοιαζε περισσότερο με υπόστεγο πλοίων παρά με φυλακή. Εκεί βρισκόταν ο Πυρίσπορος που είχε αγκαλιάσει τον εαυτό του τρέμοντας από το κρύο.
«Αρχηγέ», είπε απευθυνόμενος στον Φιλογενή, «ευτυχώς με βρήκες. Αυτοί οι τρελοί με φυλάκισαν χωρίς να ξέρω γιατί. Κι εδώ παρακάτω έχουν ένα τέρας, ένα τρομαχτικό φάντασμα και με φέρνουν συνέχεια ενώπιόν του κει με ανακρίνουν, κάτι ζητούν από μένα και δεν καταλαβαίνω τι. Δεν έχω ξαναπεράσει στη ζωή μου τέτοια ταπείνωση και τέτοια τρομάρα! Οι χήρες θα μού το πληρώσουν, θα βγάλω αυτό το σκάφος στο σφυρί, αλλιώς να μη με λένε…»
«Πυρίσπορε, είπες ότι σε έφεραν αντιμέτωπο με κάποιο φάντασμα ή τέρας …», διέκοψε ο Υπερίων
Εδώ και πολλή ώρα, ίσως από τη στιγμή που αποφάσισαν ν’ ανέβουν κατεπάνω για να συναντήσουν τις Κατεπάνω της «Άϊδος Κυνέης», η Λασθίνια είχε γίνει κάτωχρη σαν φθινοπωρινό φύλλο. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε από τη στιγμή που η Στερόποβα αποδείχτηκε μπόσικη και ομολόγησε ότι είχαν κρατούμενο τον Πυρίσπορο. Πλέον είχε γίνει κατάλευκη σαν πανί, μόλις η κουβέντα πήγε στο φάντασμα ή το τέρας, που κάπου ελλόχευε μέσα στο πλοίο. Μολοντούτο, βρήκε το κουράγιο να διακόψει ολόκληρο Υπερίωνα:
«Σε τέτοια τεράστια πλοία ακούγεται συχνά από τις γωνίες μυστηριώδης ηχώ και συχνά υποτονθορύζουν ψιθυριστές φωνές φαντασμάτων, που στοιχειώνουν τους ταξιδιώτες ανάμεσα στα άστρα…»
«Ά δεν εννοώ παραισθήσεις και τέτοια», διευκρίνισε ο Πυρίσπορος. «Έχουν ένα άτομο, έναν απαίσιο τρομαχτικό τύπο, σε κρυογονική νάρκη και τον ξυπνούν κατά διαστήματα. Είμαι σίγουρος, προϊστάμενε της Ασφάλειας, ότι δεν τον έχουν δηλώσει στον κατάλογο των επιβατών. Πείτε τους να σάς τον δείξουν… τι αίσχη είναι αυτά; Αυτό εδώ μέσα δεν είναι σκάφος, είναι ζωολογικός κήπος, είναι το τσίρκο των τεράτων, απαιτώ να συλλάβετε τις χήρες αμέσως κι ύστερα να ψάξετε τι άλλα μακάβρια μυστήρια κρύβονται σ’ αυτή την κιβωτό των ανοσιουργημάτων…»
«Ήρεμα, και όλα θα γίνουν», γνωμάτευσε ο Υπερίων. «Πότνια δέσποινα Βριάρεβνα, προφανώς η επόμενη μετάβασή μας θα είναι στον κρυογονικό θάλαμο, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παρανόμως φυλακισμένου αιχμαλώτου σας τον είχατε μη νομίμως προσαγάγει για αναρμόδιες, μη εξουσιοδοτημένες ανακρίσεις. Ας μην αραδιάσω καλύτερα πόσες διατάξεις του τιτανικού δικαίου έχετε παραβιάσει, αλλά το γεγονός ότι συνεργάζεστε πρόθυμα με τις αρχές θα ληφθεί δεόντως υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής σας, ακόμη – πάρτε θάρρος- θα παίξει ρόλο στο αν θα απαγγελθεί κατηγορία ή όχι και να ξέρετε ότι αυτό εξαρτάται από εμένα και την έκθεση που θα κάνω για σάς».
Με τούτα και με τ’ άλλα η ποικίλη συνοδεία έφτασε και στους κρυογονικούς θαλάμους του αστρόπλοιου, που φυλάσσονταν στα άγια των αγίων, στα πιο απύθμενα βάθη του τιτάνιου ή ορθότερα γιγαντιαίου και εκατογχειρικού σκάφους. Επρόκειτο και πάλι, όπως αναμενόταν, για μία αίθουσα με δεκάδες για να μην πούμε εκατοντάδες κρυογονικούς θαλάμους, οι μισοί βέβαια από αυτούς χαλασμένοι και εκτός λειτουργίας.
Φτάνοντας στον θάλαμο προορισμού κοίταξαν – κύπταξαν μέσα από το τετράγωνο θαμπό θολό γυαλί και με δυσκολία διέκριναν το πλαίσιο του προσώπου ενός γενειοφόρου άνδρα. Αν κάποιος επικεντρωνόταν στις εξωτερικές ενδείξεις και τα όργανα του κρυοθαλάμου, θα έβλεπε μία παρακμή και μία προϊούσα παραμέληση, που προκαλούσε απορίες για το πώς η κακοσυντηρημένη συσκευή κατάφερνε ακόμη να κρατά τα σωματικά κύτταρα σε αναστολή λειτουργιών, σε «στάση», όπως έλεγαν οι διαστημικοί τιτάνες στη γλώσσα τους.
Γύρω απ’ αυτή τη δεξαμενή βιολογικού υλικού η θερμοκρασία ήταν τόσο χαμηλή, ώστε όλοι χουχούλιαζαν και χοροπηδούσαν σαν μαϊμούδες. Ο Πυρίσπορος είχε πρόσθετους λόγους να ανατριχιάζει, να τρέμει και να φρίττει.
«Μη μού πείτε ότι θα τον ζεστάνετε και θα τον ξυπνήσετε. Και μόνο που τον βλέπω, μού σηκώνεται η τρίχα κάγκελο… Με ιδρώνει και μόνο η προοπτική της έγερσής του που μοιάζει με ανάσταση νεκρού, έλεος…»
«Δεν γίνεται διαφορετικά», είπε ψυχρά και επαγγελματικά ο Υπερίων, «είναι ουσιώδες και απολύτως εργαλειακό για την ανάκρισή μας. Δέσποινα Βριάρεβνα, αφυπνίστε τον».
«Πραγματικά, η αναζωογόνηση κάποιου από τόσο χαμηλές θερμοκρασίες δεν είναι εύκολη υπόθεση. Να ξέρετε, άρχοντα των τιτάνων, ότι κάθε φορά που ο συγκεκριμένος αφυπνίζεται είναι μία τεχνολογική, βιοϊατρική νίκη, αλλά και προσωπική για μένα… γιατί -ναι ας το ομολογήσω – είναι ο σύζυγός μου, ο διάσημος Εκατόγχειρας Βριάρεως. Τον αναζωογονώ κατά διαστήματα με διαφυλακτική φειδώ, ξέροντας ότι κάθε φορά μπορεί να είναι η τελευταία. Τα τραύματά του από την Τιτανομαχία είναι πολύ βαρέα, είναι ο μόνος σύζυγος της τριγυναικίας μας που επιβίωσε, ένα είδος πολύτιμου φυλαχτού για όλες μας».
«Ήλθε η ώρα να πούμε την αλήθεια, εμπιστευόμενες κυρίως την τιμή του αρχιτιτάνα τρισμέγιστου Υπερίωνα», συνέχισε τις αποκαλύψεις η Στερόποβα. «Μετά την σφαγιαστική θανατηφόρα σύγκρουση με τους τιτάνες, ο μόνος επιζών Εκατόγχειρας, του οποίου τα τραύματα σάπιζαν και πνίγονταν στο δυσώδες πύον σαν του Φιλοκτήτη, μάς ζήτησε να έλθουμε σε επαφή με τους δικαιούχους της Λήμνιας Σφραγίτιδας ή αναγεννησιακού διακλαδιζόμενου πολύποδα, αυτού του επαναστατικού υλικού από το οποίο δομούνται όλο και περισσότεροι τροχιακοί σταθμοί, ακόμη και ουράνια σώματα, πλανήτες ή κομήτες κατ’ απομίμηση της θεϊκής Δημιουργίας. Θεωρούσε ότι το εν λόγω θαυματουργό υλικό θα μπορούσε να τον θεραπεύσει αντικαθιστώντας το βασανισμένο σαρκίο του, που πλέον μετά την αδιανόητη πλημμυρίδα ραδιενεργών ακτινοβολιών είχε πάθει ανίατη δερματική ασθένεια, συνιστώμενη σε ανάπτυξη οργιαστικών προεκβολών και εκβολάδων και πολλαπλή αναρρίχηση- καταρρίχηση ινωδών κληματσίδων. Σαν να μη τού έφταναν τα εκατό χέρια, το σώμα του προσβλήθηκε και καταλήφθηκε και από ένα σωρό άλλες προεκτάσεις και δερμάτινες προβοσκίδες, που κατέστησαν την όψη του ακόμη πιο απεχθή σε όποιον αδυνατούσε να δει το μεγαλείο και την αγνότητα της ψυχής του. Μάλιστα αυτή η αρρώστια έχει επεκταθεί και στο σκάφος, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Προς το παρόν αρκεί να πούμε ότι ο θρυλικός Βριάρεως ήλθε σε επαφή με εκπρόσωπο του παρόντος Πυρίσπορου – του λεγάμενου- για να προμηθευθεί Λήμνια Σφραγίτιδα, με την οποία να μπολιάσει το σώμα του με μεθόδους μοσχευμάτων ή περικοκλάδων και να δρομολογήσει μία διαδικασία εξυγίανσης που θα τον καθιστούσε ξανά υγιή. Αλλά φευ, ο Πυρίσπορος μάς κορόιδεψε και μάς προμήθευσε ανενεργή ή και ελαττωματικά εμφυτεύματα, που έκαναν την κατάστασή μας πολύ χειρότερη…»
«Τι είναι αυτά που λέτε», ούρλιαζε επί ματαίω ο Πυρίσπορος, «δεν σάς έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, ποιος εκπρόσωπος, τι ανοησίες είναι αυτές, προπάντων σάς ικετεύω, μη ζωογονήσετε πάλι αυτό το φρικτό τέρας, δεν αντέχω άλλο να κατουριέμαι πάνω μου, αυτό το αποκύημα της κόλασης, αυτόν τον κατεψυγμένο εφιάλτη στείλτε τον πάλι στα τάρταρα όπου ανήκει…»
Όμως η διαδικασία αφύπνισης είχε πλέον δρομολογηθεί και δεν ήταν δυνατό να ανακληθεί, ήταν οριστική και αμετάκλητη. Καθώς τα γρανάζια, οι ρότορες, οι στρόφαλοι και οι οδοντωτοί τροχοί της μηχανής περιστρέφονταν, ο πίνακας βιοτικών ενδείξεων άρχισε να δίνει αναφορά και να εκδίδει ιατρικό ανακοινωθέν για τον κατεψυγμένο:
«Καταγράφεται τρίτη προσπάθεια αναζωογόνησης του πλοιάρχου Βριάρεω. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη αναζωογόνηση η αρρώστια δεν φαίνεται να έχει επιδεινωθεί. Οι νέες επεκτάσεις των ινωδών πολυπόδων καλύπτουν μόνον ορισμένα χιλιοστά. Παρά την επιβαρυμένη κατάσταση του ασθενούς οι κρυολειτουργίες του θαλάμου ή άλλως λειτουργίες του κρυοθαλάμου είναι ακόμη σε πράσινη περιοχή. Να είμαστε όμως προετοιμασμένοι ότι αργά ή γρήγορα η βλάβη της δεξαμενής είναι αναπόφευκτη…»
Είπε και πολλά άλλα ο πίνακας. Μετά το πέρας της αναφοράς η Βριάρεβνα τον διέταξε να την αποθηκεύσει και να θερμάνει τον εγκεφαλικό πυρήνα του συζύγου της κατά πενήντα χιλιοστοθερμίδες ή χιλιοστοβαθμούς. Μα να μην έχει ένα καπνοσωληνάριο να καπνίσει!
«Βριαρούλη, με ακούς, βουτυρένιε μου;»
Στο άκουσμα αυτής της θωπευτικής- χαϊδευτικής προσφώνησης όλες οι χήρες αναθάρρησαν και έδειξαν να συνταράσσονται από μία συλλογική ταραχή. Φαίνεται μετά τον θάνατο των αντίστοιχων συζύγων τους είχαν αναλάβει συνεταιρικά τον Βριάρεω – τυχερός από αυτή τη σκοπιά ο βασανισμένος!
Σιγά- σιγά και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής το κάλυμμα της ψυχροκοιτίδας ανασηκώθηκε και ο Βριάρεως ύψωσε το υπερμέγεθες κεφάλι του, εφάμιλλο με του Ωρίωνα. Στην αρχή είχε ένα βλακώδες ύφος, νυσταγμένος και αποχαυνωμένος από τις ναρκωτικές και υπνωτικές ουσίες, αλλά μόλις είδε τον Πυρίσπορο σκίρτησε και αναστατώθηκε, φάνηκε να συνέρχεται και να αιθριάζει απότομα.
«Πάλι εσύ!», μούγκρισε απειλητικά, καθώς ήταν ένα ανθρώπινο βουνό.
Ο Πυρίσπορος, παρότι ήταν εμφανώς σε δύσκολη θέση, στριμωγμένος στη γωνία και τα σχοινιά, αντέδρασε έντονα στο σημείο αυτό.
«Έ όχι, ψυχρότατε, παγερότατε, μη μού κλέβετε τις ατάκες, αφήστε με τουλάχιστον εμένα να πω το “πάλι εσύ”».
«Με εξαπάτησες και αυτό δεν θα περάσει έτσι. Δεν βρέθηκε κανείς να κοροϊδέψει τους Εκατόγχειρες, γιατί οι Εκατόγχειρες δεν είναι κουρόγιδα.»
«Μα δεν σάς ξέρω, κύριε Κατεψυγμένε μου. Σάς παρακαλώ, δείξτε έλεος σε έναν άσχετο και ανίδεο για την υπόθεσή σας. Παραδεχθείτε ότι δεν με έχετε ξαναδεί, μέχρι που οι ερίτιμες χήρες με προσήγαγαν βιαίως ενώπιόν σας.»
«Με κορόιδεψες δι’ αντιπροσώπου. Ο πληρεξούσιος, με τον οποίο συνεννοήθηκα, έκλεισε τη συμφωνία για λογαριασμό σου στην ποτοποιία- ποτοδοσία- ποτοαποστακτική “Έλλην Ηνίοχος” στον Κόκκινο Πλανήτη. Κι εκεί που νόμιζα ότι βρήκα κάποιον αξιόπιστο συναλλασσόμενο για την κατάρτιση της συμβάσεως, ενός συναλλάγματος για μένα σημαντικού…».
Εκείνη τη στιγμή για κακή τύχη όλων διέκρινε τη Λασθίνια, που έτρεμε σαν καραμελωμένη γαλατόπιτα ή ζελές φρούτων. Και τότε έλαβε χώρα ένα σκηνικό από αυτά που κανείς δεν θα ‘θελε να δει, από αυτά που είναι συναρπαστικό να διηγείται κάποιος, αλλά είναι φρικιαστικά όταν τυχαίνει να είναι παρών. Ολόκληρος ο κορμός του πανίσχυρου ισχυρομελούς άλκιμου Βριάρεω βγήκε από την ψυχροκοιτίδα με τα εκατό μυώδη χέρια να ανεμίζουν και να ανεμοδέρνονται χτυπώντας πέρα δώθε στους τοίχους και την οροφή, όπως η Λερναία Ύδρα κραδαίνει πέρα -δώθε τα δρακοειδή κεφάλια της. Με το ένα από τα εκατό χέρια άρπαξε τη Λασθίνια, την αιώρησε ψηλά και την έφερε κοντά στο πρόσωπό του σε βαθμό που η μυρωδιά και η αποφορά αμφιβόλου στοματικής υγιεινής φλόμωνε και έπνιγε κάθε απόπειρα αρπαχτής ανάσας της άτυχης ασφαλίτισσας.
«Εσύ ήσουν στον “Έλληνα Ηνίοχο” εκείνο το βράδυ, όταν ήπιαμε απεριόριστο αιθυλικό θεόβρωμα και καταλήξαμε οινόφλυγες μέχρι αναισθησίας. Εσύ με παραμύθιασες, ως μη όφειλες, με τις δήθεν θαυματουργές ιδιότητες του σπόρου, εσύ μού πούλησες το σπόρο …»
Ο Υπερίων βγήκε μπροστά όπως άρμοζε στο αξίωμά του, ενώ ο Φιλογενής έψαχνε τάπητα να μπει από κάτω.
«Μισό λεπτό, ας ηρεμήσουμε όλοι, ας πάρουμε μια βαθιά εισπνοή και ας μετρήσουμε μέχρι το εκατό. Για ποιο σπόρο μιλάς, ευερέθιστε και αγριωπέ Βριάρεω;» (αμάν αυτό το κόλλημα με τις προσφωνήσεις!)
«Για το σπόριμον σπείρον σπέρμα, για το σπέρμα το πεφυκός, για τον σπόρο τον δυνατό, τον όλο ψυχές γιομάτο και γαμάτο, από τον οποίο εφύη η Νέα Αρκαδία, για το σπόρο, απ’ όπου φυτρώνουν πλανήτες και ηλιακά συστήματα!»
«Ταλαιπωρημένε από την ψυχρή μάστιγα και τη χρόνια κατάψυξη συνεργέ του νεφεληγερέτη Δία, σε καλώ να αφήσεις – απιθώσεις στο πάτωμα την τρέμουσα ασπαίρουσα σφαδάζουσα σπαρταριστή Λασθίνια, προκειμένου να συνεχίσουμε απερίσπαστοι τον εποικοδομητικό μας διάλογο».
Ο Βριάρεως, όταν αντελήφθη ότι βρισκόταν μπροστά σ’ ένα αρμόδιο και σοβαρό πρόσωπο, «συνεμορφώθη» σχεδόν αντανακλαστικά προς τας υποδείξεις και ακούμπησε απαλά τη Λασθίνια στο πάτωμα, η οποία λόγω σπασμωδικής και αιφνίδιας έκκρισης ουρίας σίγουρα θα χρειαζόταν καινούριο παντελόνι, αν φόραγε παντελόνι, και καινούρια φούστα, αν φόραγε φούστα.
«Μού παρουσιάστηκε αυτή η κυρία στο ποτάδικο “¨Ελλην Ηνίοχος”. Εκεί είχαμε κάνει γνωριμία με ένα φέρελπι νεαρό ονόματι Νισαετό ή Νιτσαετό, που δεν ήταν κάποιος που επέστρεφε στην πατρίδα του, όπως λέει το όνομά του, προερχόμενο από το ρήμα “νίσσομαι”, αλλά ένας λόγιος διαβαστερός- μελετηρός νεαρός. Είχε συγγράψει μάλιστα και ένα εξαιρετικό σύγγραμμα, τη “Γένεση της Τραγωδίας”, όπου εξυμνούσε τους Έλληνες και τους προμάχους αυτών, τους τιτάνες, ως ηνιόχους της ανθρωπότητας, έναντι των οποίων όλα τα επιτεύγματα των μεταγενεστέρων πάντοτε θα ωχριούν. Πότε κερνούσε- χορηγούσε ποτό ο ένας, πότε πρόσφερε σπονδή ο άλλος, είχαμε φτάσει κατά βαρβαρική έκφραση στο “τσακίρ κέφι” και στο σημείο αυτό εμπιστεύθηκα την ομήγυρη και τής εκμυστηρεύτηκα πράγματα που καλύτερα να είχα κρατήσει για τον εαυτό μου. Είπα για την αρρώστιά μου, για όσα έλκη, αποστήματα, σπυριά, δοθιήνες, οιδήματα, εξογκώματα και πρηστήρες μού είχατε προκαλέσει εσείς οι τιτάνες- αλλά δεν σάς κρατάω κακία διότι έγιναν στο πλαίσιο του πολέμου-. Και τότε η δικιά σου, η κυρία αυτή, της οποίας το όνομα αυτή τη στιγμή μού διαφεύγει – έχω όμως μάρτυρα τον Νιτσαετό- μού είπε για τον θεραπευτικό σπόρο που χρησιμοποιούνταν από τη Συνομοσπονδία για γαιοπλασία και γεωδιαμόρφωση και ότι αυτός ήταν η πανάκεια για κάθε νόσον και κάθε μαλακίαν καγώ ο αφελής, ο απειρόκακος την πίστεψα! Υποτίμησα όμως ακριβώς τη δημιουργική- πανσπερμική λειτουργία παλιγγενεσίας του σπόρου, που δεν έστεργε να περιοριστεί σε κανένα περίβλημα, κανένα δοχείο, κανένα αγωγό, καμία σωματική οργάνωση. Περιείχε μεν μία ακατάβλητη αφύσικη υγεία και ασυναγώνιστη περιωπή, μία ασύλληπτη δραστικότητα, αλλά δυστυχώς κανένας πεπερασμένος βροτός- θνητός οργανισμός δεν θα μπορούσε να την αντέξει. Έτσι κατάντησα να είμαι αυτό το βδέλυγμα που βλέπετε και να μην έχω στον ήλιο μοίρα και να παραμένω κατεψυγμένος για να μην επιδεινωθούν οι πληγές μου και να μην μπορώ να ανταποδώσω όσα η σύντροφος μου Βριάρεβνα και οι άλλες σπαργώσες και καυλοπυρέσσουσες χήρες έκαναν για μένα».
«Ναι, αλλά, έτσι όπως τα λες, δεν έφταιγε σε τίποτε η Λασθίνια, απλώς οι παρενέργειες του πανίσχυρου σπόρου σε οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση».
«Μπα τι μάς λες; Δεν έχει ευθύνη η … Λασθίνια ή όπως αλλιώς τη λένε, που μού πούλησε ένα φάρμακο αδοκίμαστο, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των ιδιοτήτων και των παρενεργειών του;»
Στρεφόμενος στην Λασθίνια ο Υπερίων είπε: «Λασθίνια, η απογοήτευσή μου για σένα είναι τεράστια. Πάτησες τον όρκο σου και επιβεβαίωσες την πιο ισχυρή προκατάληψη του λαϊκισμού που κυριαρχεί στη σύγχρονη κοινωνία ότι “οι αστυνόμοι και οι σιτοφύλακες πουλάνε την κωνεϊνη” (απ’ όπου βγαίνει το κώνειο), όπως οι μανδραγορίτες πουλάνε τον μανδραγόρα. Θυμάμαι πόσο εχθρικά με είχες υποδεχθεί και μού είχε κάνει εντύπωση τότε, σκέφτηκα μάλιστα ότι δεν είχες λόγο και άρα θα έπρεπε να έχεις κάποιους “άλλους- έτερους” λόγους για να φερθείς έτσι, παροχές αχρεώστητες και αιτίες μη νόμιμες, ληγμένες, μη επακολουθήσασες, παράνομες και ανήθικες.»
«Ήμουν γυναικονόμος στο τμήμα Ηθών για δεκατέσσερα χρόνια…», ψέλλισε ενοχικά η Λασθίνια. ‘Τόσα χρόνια εζημίουν τους ακοσμούντας…»
«Περασμένες δάφνες και περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις», τη διέκοψε ο Υπερίων. «Φαίνεται ότι σε συνεννόηση με την Αρήτη, την οποία επανειλημμένως επισκεπτόσουν, εμπορευόσασταν το σπόρο, από τον οποίο γεννιώνται οι πλανήτες, και τον πλασάρατε ως ελιξίριο νεότητας ή βάλσαμο -καλλυντικό καλλωπισμού ή γιατρικό και ίαμα ευρέος φάσματος. Δηλαδή, πόσο πια ανεύθυνος να είναι κάποιος! Και ποιος άλλος μετείχε σ’ αυτό το άτυπο “μαγαζάκι” πρέπει να ερευνηθεί!»
«Όλα αυτά που λες, σεβαστέ τσιμεντένιε τιτάν, είναι εσωτερικά δικά σας θέματα, που αφορούν τη διαφθορά των δυνάμεων καταστολής, εφαρμογής και επιβολής του νόμου, αλλά δεν λύνουν το δικό μου πρόβλημα, εμένα που έχω αδικηθεί», είπε ο Εκατόγχειρας. «Πάρε λοιπόν τον αρχιασφαλίτη του σταθμού μαζί σου και πηγαίνετε στην ευχή του Δία και της Ήρας κι αφήστε μου εδώ τη σπαστική Σπαστίνια για να αξιώσω από αυτήν την ικανοποίησή μου».
Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, τόσο ο Φιλογενής, όσο και ο Υπερίων, όσο και όποιος άλλος είχε άδεια οπλοφορίας τράβηξαν από τη ζώνη τους περίστροφα ή μάλλον ακτινοβόλα.
«Ά όχι, η αυτοδικία απαγορεύεται σύμφωνα με το τιτανικό δίκαιο. Η Λασθίνια θα δικαστεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Επιπλέον συλλαμβάνεστε όλοι εσείς του σκάφους “Άιδος Κυνέη», τόσο συ μέγιστε Εκατόγχειρα όσο και οι υποβοηθητικές χήρες για την απαγωγή του Προέδρου εκμετάλλευσης της Λήμνιας Σφραγίτιδας Πυρίσπορου. Έχετε το δικαίωμα να μείνετε σιωπηλοί και όλο το σχετικό κατεβατό, οτιδήποτε πείτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας στο εν Φρεαττοί ποινικό δικαστήριο».
«Όχι, όχι τον Βριάρεω», έπεσαν πάνω στη ψυχροκοιτίδα και οι τρεις χήρες. «Είναι το μόνο που μάς απέμεινε από εκείνη την εποχή που περπατούσαμε και τρέμανε οι δρόμοι στο πέρασμά μας, που είμασταν “όαρες” και γαμετές λαμπρών και ξακουστών συζύγων και τον φροντίζουμε τώρα συλλογικά».
«Λυπόμαστε που θα μετακινήσουμε το παιχνιδάκι σας», είπε ο Φιλογενής, ενθαρρυμένος που αυτή τη φορά αυτός και ο Υπερίων ήσαν στην ίδια πλευρά, «αλλά μην ανησυχείτε. Θα τον ακολουθήσετε και εσείς στη φυλακή, για να τον περιποιείστε και εκεί».
«Εδώ ενίσταμαι, ευγενείς φύλακες της Νέας Αρκαδίας και του Αστροστόλου», απάντησε ο Βριάρεως, που είχε πλέον συνέλθει εντελώς από την κατάψυξη, «και το ουσιώδες είναι ότι έχω τα μέσα να στηρίξω και να επιβάλω την ένστασή μου. Δεν είναι απλά ότι ο πλανητογεννητικός σπόρος δεν έδωσε λύση στην αρρώστιά μου, είναι ότι την επιδείνωσε με γεωμετρική πρόοδο και ξέρεις εσύ, εφάμιλλε του Διόφαντου Υπερίων, τι σημαίνει γεωμετρική πρόοδος. Είναι αυτή που κάνει το ένα σπειρί σίτου στο πρώτο τετραγωνίδιο του παλαμήδειου ζατρικίου (σκάκι) να απειρίζεται, αν πολλαπλασιαστεί στα επόμενα τετραγωνίδια και να ισούται με όλο το στάρι όλων των γαλαξιών. Και δεν είναι μόνο ότι ο διαβολεμένος κερατένιος αυτός σπόρος επιδείνωσε την πάθησή μου, είναι ότι επεκτάθηκε σε όλο το σκάφος και μετέτρεψε την “Αιδος Κυνέη”, που κάποτε ήταν κόσμημα εφάμιλλο της χωρονηός “ΝΑΟΣ Βενοβίνδα”, του καμαριού του Αστροστόλου, σε μία γούρνα γουρουνιών. Η “Άιδος Κυνέη” έγινε μία αηδία και μισή που κάνει μόνο για τροφή σκύλων, αντί για περικεφαλαία αορατότητας. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή σας αυτή τη στιγμή, γιατί από τούτο το συνονθύλευμα οργανικών πλοκαμιών δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής».
Η Ευρύβια είπε να συμμετάσχει και αυτή στη συζήτηση, αντί να είναι γάστρα (γλάστρα), άλλωστε πάντοτε πίστευε ότι οι αρετές της και τα προσόντα της υποεκτιμώνταν.
«Να πω την αλήθεια, δεν το είδα και τόσο χάλια. Μ’ ένα βαψιματάκι και κουφώματα αλουμινίου…»
«Ανόητη αξιωματικέ», είπε ο Εκατόγχειρας, «τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται στην εποχή μας, όλα είναι ψεύτικες ειδήσεις και μεταμφιεσμένες παραισθήσεις. Ό,τι είδατε μέχρι τώρα είναι ένα ολόγραμμα στη θέση εκείνου που ντρεπόμαστε να δείξουμε, στη θέση του αδιανόητου που όποιος το δει, είναι αδύνατο να διατηρήσει “σώας τας φρένας”. Ιδού λοιπόν, ανυποψίαστοι εισβολείς, ποια είναι η πραγματική κατάσταση της “Άϊδος Κυνέης”:»
Ακτινωτά και περιφερειακά από το επίκεντρο του πράγματος, που κάποτε σε μια άλλη παρελθούσα ζωή ονόμαζε τον εαυτό του Βιάρεω, εν μέσω ενός αφύσικου ψύχους που τράνταζε το μεδούλι των κοκάλων και τον εσώτατο πυρήνα κάθε ύπαρξης, εν μέσω μίας φυσικής δυσφορίας που η ίδια η όψη του Εκατόγχειρα εμποροπλοιάρχου προκαλούσε, έγινε φανερή η αιτία, για την οποία ο τελευταίος κρατούνταν σε κατάσταση στάσης- κρυογονικής νάρκης. Ο λόγος ήταν πολύ απλά η αποφυγή της επέκτασης της τηκτικής- τακερής επιδημίας, μίας ακραίας τηκεδόνος. Όμως η διατήρηση του Εκατόγχειρα σε πάγο καμπανίτη οίνου δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει την επέλαση του δασωμένου φυλλομανούς συστρεφόμενου – διαστρεφόμενου μικροβίου στις εγκαταστάσεις του σκάφους. Η τεκηδών υπονόμευσε βαθμιαία όλα τα συστήματα και τα υπέταξε στο δικό της νόμο της αέναης δικράνωσης – διακλάδωσης – αλόγιστης και ασύστολης πλήρωσης και κατάληψης. Πρώτα απ’ όλα η περιβάλλουσα θερμοκρασία έπεσε αρκετούς βαθμούς, μα είναι δυνατόν ακόμη και κάτι αντικειμενικό όπως η θερμότητα να είναι παραίσθηση; Κάτι θα ξέρουν σχετικά οι καημένοι αλήτες που βρίσκονται τα πρωινά κοκαλωμένοι στις πλατείες μ’ ένα μπουκάλι ανατολικο- κοινωνιστικού νερού (βότκα) σφιχτά γαντζωμένο στα χέρια, αφού πέρασαν χωρίς να το αντιληφθούν στον άλλο κόσμο με τη ψευδαίσθηση της ζεστασιάς στο στέρνο. Ξαφνικά η αίθουσα του μαυσωλείου, όπου σάπιζαν τα λείψανα του Κατεπάνω, σαν να μεγάλωσε και οι πνεύμονες σαν να βρέθηκαν μέσα σε κενό αέρος και να κινδύνευαν να ανατιναχθούν λίγο πριν μεταβληθούν σε παγοκολόνες. Η φράση ‘έγινα αρχαίος” αποκτούσε πλέον το αδιαμφισβήτητο κυριολεκτικό της νόημα κι αυτό δεν θα άλλαζε όσα καπνοσωληνάρια και αν κάπνιζε ακόμη η Βριάρεβνα. Η ατμόσφαιρα λοιπόν, όπως επιτέλους κατάλαβες, αναγνώστη, αν δεν είσαι βαρυνούσης και αργόστροφος, ήταν παγωμένη, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο σ’ αυτό το αλλόκοτο και ανείδωτο σκηνικό. Όλες οι επιφάνειες, τοίχοι, δάπεδα και οροφές φανέρωσαν καρκινικούς όγκους και στρεβλώσεις ακατανόητες για το μάτι. Όλα φαίνονταν καλυμμένα από άρρωστο σάπιο βιολογικό υλικό, ενώ πύον έτρεχε άφθονο από ανοιχτές πληγές σαν κι αυτές του Φιλοκτήτη στη Λήμνο δημιουργώντας ρυάκια λυμάτων και περιττωμάτων που στριφογύριζαν ανάμεσα σε ογκηρούς τυλώδεις λόφους. Δυναμωμένα και καρδαμωμένα από τον θεϊκό γεννητικό σπόρο της συγχωρεμένης Αρήτης τα συστήματα του σκάφους είχαν ανεξαρτητοποιηθεί σαν ανεξέλεγκτα καρκινικά κύτταρα και είχαν σχηματίσει πολυδαίδαλους και αδιεξίτητους μαιάνδρους και άνευ προηγουμένου σπείρες ανατροφοδότησης, ανελέητες και ασύστολες περιελισσόμενες έλικες, που συστρέφονταν διαστροφικά και διαστρέφονταν συστροφικά σε βαθμό κακουργήματος. Έπρεπε να έχει κανείς πολλή φαντασία για να διακρίνει μέσα σ’ αυτό το ασύλληπτο συνονθύλευμα, μέσα σ’ αυτό το αξεδιάλυτο καλειδοσκόπιο και στροβοσκόπιο πού ήταν η ψυχροκοιτίδα του Εκατόγχειρα. Δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής από το σκάφος και υπό την έννοια αυτή πράγματι η “Αϊδος Κυνέη” ήταν ένα καταφύγιο αορατότητας. Ό,τι αποθηκευόταν στα έγκατα αυτού του τερατώδους ανοσιουργήματος δεν ήταν πλέον δυνατό να ευρεθεί ή να εντοπιστεί! Ακόμη και οι πιο εξελιγμένοι αισθητήρες της Συνομοσπονδίας θα σήκωναν τα χέρια ψηλά μπροστά στο χάος υλικών προεκτάσεων και εκβολάδων, περικοκλάδων και μοσχευμάτων, σπειροειδών πλοκαμιών και απεχθών δερμάτινων προεξοχών, που πλέον συναποτελούσαν το διαστημόπλοιο.
Ο Βριάρεως κάγχαζε με γέλιο τρελού.
«Υπέρλαμπρε Υπερίων, αν θέλεις να συνεχίσεις να λάμπεις και να μη γίνεις πυρακτωμένο κάρβουνο, σχίζα και σχινδάλαμος, συλλίπασμα και σκωρία, δέξου τον εξής συμβιβασμό. Σύλλεξε και πάρε μαζί την κουστωδία σου και αυτό το κάθαρμα από τον Πλούτο του Αριστοφάνη, που θα ‘πρεπε να είχε ήδη καθαιρεθεί από την υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων, αν είχατε τη στοιχειώδη αιδώ εσείς οι εφαρμοστές του νόμου, και αδειάστε μου τη γωνιά γιατί αλλιώς θα εξαπολύσω τις ιμάσθλες- καμτσίκια του πλοίου μου και θα σάς κόψω όλους σε λωρίδες. Είστε τυχεροί που σάς αφήνω να σώσετε το σαρκίο σας και να ευγνωμονείτε τα θεία που με βρίσκετε σε ευνοϊκή διάθεση. Και, πιστέψτε με, το καλύτερο για σάς θα είναι να μη σάς ξαναδώ».
Οι ήρωές μας, εκπρόσωποι του νόμου και της τάξης (αυτό σε καμία εποχή δεν είναι ανεπίκαιρο και αχρείαστο, διότι δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ κράτος χωρίς αστυνομία- το θέμα είναι η νομιμοποίησή της- και “τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκε βροτών;”) διακτινίστηκαν στο σταθμό μετά από άδεια του Βριάρεω και κοιτούσαν πλέον το διαστημικό τέρας, που είχε πλέον αποβάλει την ολογραφική λεοντή του και έδειχνε- μόστραρε πλέον απροκάλυπτα και ακομπλεξάριστα την όψη του ως βδέλυγμα της ερημώσεως και σκήνωμα ιππότη της ελεεινής μορφής, να απομακρύνεται στο διάστημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο : ΜΝΗΣΙΠΗΜΩΝ
«Αφεντικό, να σού πω ότι στενοχωρήθηκα με τη Λασθίνια», έλεγε η Λητώ καθώς πήγαιναν με τον προϊστάμενο για μία ακόμη ανάκριση, συνοδευόμενοι από τη Θυμίστα ως άμεση πλέον υφισταμένη του Φιλογενή, δεύτερη «τη τάξει» στην Ασφάλεια μετά την αποπομπή της μέχρι τούδε υπαρχηγού. «Μία σταδιοδρομία τόσων χρόνων πεταμένη στα σκουπίδια και για ποιο λόγο; Για λίγα επιπλέον χρήματα. Σε μια εποχή ενεργειακής επάρκειας τι λόγο είχε να υπονομεύσει την ίδια της την αξιοπρέπεια για λίγες μνες και λίγα τάλαντα παραπάνω;»
«Δεν είναι όλοι άνθρωποι σαν και σένα, φιλότιμη Λητώ μου. Νομίζω ότι ο Αριστοτέλης στην αρετολογία του μάς επέστησε την προσοχή για τις συνέπειες της πλεονεξίας. Δυστυχώς, “έως αν αυτή η φύσις των ανθρώπων ή”, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, θα έχουμε πάντα τέτοια περιστατικά. Οι πλεονέκτες επικαλούνται πάντα ότι έχουν οικονομικά προβλήματα και γενικά παραπέμπουν στην οικονομία ως επιστήμη, όπου δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από το δικό τους πλουτισμό. Η οικονομία όμως δεν μπορεί να έχει ενιαίους κανόνες που να ισχύουν για όλους, διότι πώς είναι δυνατόν να συγκριθεί μία κοινωνία, όπου οι οφειλέτες δεν μπορούν να κοιμηθούν όταν χρωστούν χρήματα, με μία άλλη, όπου αδιαφορούν, τα γράφουν όλα εκεί που δεν πιάνει μελάνη και κατά την κοινή έκφραση “βάλλουσιν εις κόρακα” κάθε είδους έγνοια ή υποχρέωση; Συνεπώς τελικά κάτω από την οικονομία κινείται και ελίσσεται η ηθική και έχουν σημασία οι ηθικές επιλογές των ανθρώπων πρώτα ως ατόμων και μετά ως συνόλων».
«Λες. προϊστάμενε, να είναι και ο Μνησιπήμων τέτοια περίπτωση;»
Ο Υπερίων γύρισε και χαμογέλασε, εννοώντας ότι κάθε συμπέρασμα θα ήταν παρακινδυνευμένο και ατεκμηρίωτο πριν από την ανάκριση. Η Λητώ όμως δεν έχανε ευκαιρία να γίνει «της προσκολλήσεως», όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.
«Γιατί δεν ανακρίνουμε τη Λασθίνια για το φόνο της Αρήτης; Αφού διέπραξε ένα έγκλημα, δεν αποκλείεται να έχει διαπράξει κι άλλο».
«Δε νομίζω. Η Αρήτη ήταν συνεργός της, καθόσον διακινούσαν τον σπόρο μαζί. Επίσης, η Λασθίνια είναι βιοσύμφυτη. Αν είχε κάνει αυτή τον φόνο, η Νέα Αρκαδία θα το ήξερε. Και ναι μεν εμφανώς παρείχε κάλυψη στη Λασθίνια για τις άλλες ατασθαλίες της, αλλά είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον αυτό δεν θα το απέκρυπτε».
«Μια και το ‘φερε η κουβέντα», είπε η Θυμίστα που φιλοδοξούσε να αναπτύξει πνεύμα πρωτοβουλίας στο πλαίσιο της νέας της θέσης, «θεωρώ ότι η εμπιστοσύνη που δείχνετε προς τη Νέα Αρκαδία ως προς την αθωότητα της Λασθίνιας επαναφέρει του ζήτημα του αν ενδείκνυται κι εσείς να εξοπλιστείτε με τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Ξέρετε ότι κατά το διάστημα λειτουργίας του σταθμού κάθε παιδί έχει εφοδιαστεί και μπολιαστεί με το γονίδιο της βιοσύμφυτης συμβίωσης και συλλογικής- κοινοβιακής συγγένειας ήδη στο στάδιο του ζυγωτού κυττάρου; Κι έτσι ως παιδιά δεν χρειάζονται πλέον τσιπάκια, διότι έχουν συγγενέψει ήδη με όλα τα άλλα ομοειδή μέλη του σταθμού όντας μέσα στην κοιλιά της μάνας τους ως έμβρυα, κατά το στάδιο ανάπτυξης του εγκεφάλου. Και όλα γίνονται απαρέγκλιτα σε εθελοντική και εθελούσια βάση… εε… δηλαδή αποφασίζουν ελεύθερα οι γονείς. Τα παιδιά ζουν καλά κι εμείς καλύτερα, χωρίς να πληγώνουν, παρενοχλούν ή να εκφοβίζουν το ένα το άλλο και αναπτύσσουν λόγω της συλλογικής τους συγγένειας εντιμότητα, ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη αντί για φιλαυτία και εγωισμό».
«Μάλιστα, είστε πολύ γενναιόδωροι εδώ στη Νέα Αρκαδία με το τηλεπαθητικό ζουζουνάκι σας. Πάλι καλά που με ρωτάτε κιόλας και δεν επιχειρείτε να μού το προσαρμόσετε δια της βίας αναγνωρίζοντάς μου τη δυνατότητα της επιλογής, ελευθερία όμως που έχετε στερήσει πρόωρα και οριστικά από τα παιδιά σας. Σάς επαναλαμβάνω λοιπόν ότι θέλω να κρατήσω την ανεξαρτησία μου, ότι θέλω να κάνω σκέψεις ακόμη και ανόσιες, να ανακαλώ παραστάσεις ακόμη και άσεμνες, να καταλήγω σε συμπεράσματα ακόμη και ανόητα χωρίς να με παρακολουθεί ο “μεγάλος αδελφός”. Για να μη μάς το δώσει ο Θεός κάτι θα ήξερε, όπως δεν μάς έδωσε και την αθανασία, διότι ήξερε ότι δεν θα μπορούσαμε να τη διαχειριστούμε.»
«Ε μη μού πείτε ότι συντάσσεστε με τα διδάγματα της ισλαμοχριστιανικής εκκλησίας. Ο Θεός μάς έδωσε πίεση ή αναιμία, φλεβική ή αγγειακή ανεπάρκεια, ζάχαρο και υπέρταση, χοληστερίνη και χοληστερόλη, αιμοφιλία, νανισμό και μογγολικό σύνδρομο. Σημαίνει ότι πρέπει να τα ανεχθούμε όλα αυτά και να μη τα θεραπεύσουμε;»
«Θυμίστα, έχεις επιλεκτική θύμηση, θυμοειδή σκέψη και δεν διαλέγεσαι ορθά. Ενώ το κύριο επιχείρημά μου ήταν το πρώτο περί ελευθερίας, εσύ καταπιάστηκες με το δεύτερο περί καταλληλότητας του εμφυτεύματος για τον άνθρωπο, όπου θεώρησες, όπου ο αντίλογος θα είναι ευκολότερος. Αποπροσανατολίζεις και πηδάς άναρχα από τη μία προβληματική στην άλλη, αλλά αυτά τα τεχνάσματα δεν περνάνε σε έναν αριστοτέχνη της διαλεκτικής, όπως η ταπεινότητά μου. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στην έρευνά μας και ας επισκεφθούμε τον φίλο μας Μνησιπήμονα, που προτιμάει να θυμάται τον πόνο, αντί να έχει μόνο θύμο αδένα, ασυμφιλίωτη αμφιθυμία και αόριστες θύμησες και ενθυμήσεις, όπως εσύ».
Εκείνη τη στιγμή ήχησε ο επικοινωνητής του Υπερίωνα.
«Εμπρός», είπε ο ήρωάς μας.
«Θεανώ Θουρία εδώ», είπε η κυβερνήτης. «Λιοπερίχυτε, ηλιοθρεμμένε Υπερίων, μήπως ήλθε επιτέλους η ώρα να προσαγάγετε κάποιον ύποπτο για το φόνο της Αρήτης; Είστε τόσο καιρό στο σταθμό και δροσιά δεν είδαμε».
«Είστε άδικη, κυβερνήτα. Συμμετείχα και βοήθησα την Ασφάλειά σας στη σύλληψη του Ικαρομένιππου, ενώ ξεσκέπασα και τις παράνομες δραστηριότητες της Λασθίνιας, που δρούσε δηλητηριωδώς ως φίδι στον κόρφο σας, χωρίς να την έχετε πάρει μυρωδιά».
«Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει, από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα, ήγουν αν θέλεις, έλα, τιτάν τεθωρακισμένε και γι’ αυτό αναίσθητε. Εμένα με ενδιαφέρει πρωτίστως η υπόθεση της Αρήτης και ως προς αυτήν προχωράτε σαν τον κάβουρα. Η διοίκηση του Σειρίου, η εταιρεία εκμετάλλευσης του Δία, η εταιρία εκμετάλλευση της Λήμνιας Σφραγίτιδας, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η κοινή γνώμη, οι κάτοικοι του σταθμού, όλοι με έχουν πιάσει από το λαιμό και με σφίγγουν. Βάλε τουλάχιστον αυτή την έρμη την τηλεπαθητική σύνδεση χριστιανέ μου ή μάλλον τιτανέ μου, για να μπορείς να συνεργάζεσαι ανεμπόδιστα με τη Νέα Αρκαδία!»
«Άντε πάλι. Ε που να πάρει, δεν σάς αντέχω άλλο, δεν βάζω τηλεπαθητική σύνδεση που να σκάσετε όλοι! Τέλος πια με την εμμονή και την ξετσίπωτη καταπίεσή σας, έχω κι εγώ τις κόκκινες γραμμές μου».
«Άκου ‘δω, ψωροϋπερήφανε πολεμιστή, αν έχεις εσύ κόκκινες γραμμές, έχω κι εγώ. Μέχρι τώρα έχω δείξει μεγάλη ανοχή, επειδή είσαι παλαίμαχος και μπλα, μπλα. Σού άφησα πολύ χρόνο για να γυρίζεις στο σταθμό και να παριστάνεις τον έξυπνο, αλλά πλέον απαιτώ αποτελέσματα. Αν σε δύο μέρες δεν εξιχνιάσεις το φόνο, παίρνεις πόδι από το σταθμό!»
«Κυβερνήτα, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Δεν θα σε αφήσω να με κάνεις ρεζίλι σε όλο το τεταρτημόριο, θα κινητοποιήσω κι εγώ τις γνωριμίες μου και θα ισοφαρίζω κάθε κίνησή σου στον αιώνα τον άπαντα, έτσι ώστε να περιέλθει η διοίκησή σου μαζί με την διαταραγμένη τεχνητή νοημοσύνη σου σε διαρκές τεναγώδες αδιέξοδο! Άμα θέλεις, έλα εσύ να διεξαγάγεις τις έρευνες έχοντας στον ώμο σου τη μαϊμού της Νέας Αρκαδίας να σού ψιθυρίζει και να σού υπαγορεύει, αλλά μέχρι τώρα κι εσύ κι αυτή δεν ξέρετε ούτε την τύφλα σας παρά την ασύστολη φιγούρα σας και την επίδειξη ανωτερότητας. Πάψτε λοιπόν να μάς κραδαίνετε χάρτην, κάλαμον και μελανοδοχείον προς επίδειξιν της αμάθειάς σας».
Η κυβερνήτης μαλάκωσε:
«Έλα τώρα, εύφλεκτε, ευερέθιστε τιτάνα μου, μην το πάμε σε αναμέτρηση εγωισμών ή επίδειξη δύναμης, όπως σε ξέρω, όλο και κάποιο ύποπτο θα έχεις εσύ στο μυαλό σου. Αποκάλυψέ τον μου λοιπόν να τού καρφιτσώσω προσωρινά τον φόνο στο πέτο κι αργότερα, όταν ευοδωθούν οι έρευνες, αναλόγως τον κρατάμε ή τον ελευθερώνουμε».
«Α ώστε έτσι! Θέλεις προσωρινό ένοχο μέχρι να βρούμε τον οριστικό! Έ όχι, κυρία Θουρία, τέτοιους θούριους να πας να τούς τραγουδήσεις αλλού! Πολύ απλά θα βγεις στις οθόνες και θα πεις το γνωστό τροπάρι, τη γνωστή μπαρούφα για ηλιθίους ότι εντός των ημερών οι τιτανικές αρχές θα προβούν σε συλλήψεις. Όλοι ξέρουν ότι αυτό δεν ισχύει, αλλά ο Τύπος θα ησυχάσει για μερικές μέρες. Και πράγματι δικαιολογείται αισιοδοξία, διότι ήδη το επιτελείο μου δια της εις άτοπον απαγωγής περιορίζει σταδιακά τον κύκλο των εν δυνάμει υπόπτων. Κι επειδή, όπως φαίνεται, ο βιοτεχνολογικός και βιοτηλεπαθητικός σταθμός σου είναι διεφθαρμένος μέχρι τα ίσαλα, όταν συλληφθούν όλα τα άλλα κυβερνητικά στελέχη σου για άλλες αιτίες, αυτός που θα μείνει θα είναι προφανώς ο δολοφόνος της Αρήτης. Περίμενε λοιπόν να ξεκαθαρίσω και να αποφλοιώσω έναν προς έναν τους απτηνοδύτες (πιγκουίνους) της κυβέρνησής σου και θα δεις ότι οσονούπω θα φτάσω στον ένοχο».
«Δεν με φοβίζεις, ανδροπρεπή ανδρείε άνερ, εγώ εμμένω στις δικές μου παραδοχές και περιμένω εξελίξεις εντός δύο εργασίμων ημερών. Τέλος επικοινωνίας».
«Ενεργητικέ και δραστήριε προϊστάμενε, τι έγινε;», είπε η Λητώ.
«Μού έκλεισε το τηλέφωνο για να μην την αποστομώσω», είπε ο αγέρωχος Υπερίων.
Συνέχισαν ακάθεκτοι για τις γιγάντιες σπηλιές του νότιου θόλου της Νέας Αρκαδίας, όπου στεγάζονταν τα εργοστάσια εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου των αστεροειδών, ο οποίος αφενός μεν έτρεφε τον οργανισμό της τεχνητής νοημοσύνης, αφετέρου παρείχε και ένα σωρό άλλα αδρανή υλικά, που υφίσταντο επεξεργασία και μετατρέπονταν σε ποικίλα χρήσιμα προϊόντα. Πιεστήρια, μηχανικοί βραχίονες, υποδοχές αυτόματης συναρμολόγησης τεμαχίων, μικρά αυτόματα οχήματα που πηγαινοέρχονταν σε σιδηρές τροχιές με ενεργές λυχνίες λειτουργίας πράσινου και κόκκινου φωτός κυριαρχούσαν στο μεστό ποικιλόμορφο τοπίο.
Βρήκαν τον Μνησιπήμονα στο γραφείο του πίσω από τον κλασικό γυάλινο τοίχο. Ο διαχειριστής της κυβερνητικής κατασκευαστικής και τεχνικής εκμετάλλευσης του Δία ήταν ένας γενετικά τροποποιημένος άνθρωπος της εποχής του με αδρά χαρακτηριστικά που κανονικά θα παρέπεμπαν σε δυναμική αντιμετώπιση καταστάσεων, αλλά σ’ αυτόν συνοδεύονταν από μία φανερή μελαγχολία, μία βεβαιότητα ότι παρά τις ιδανικές προϋποθέσεις στο τέλος θα πάνε όλα στραβά, σαν να έκρυβε κάτι που αργά ή γρήγορα θα ερχόταν στο φως.
Μόλις μπήκαν μέσα, προσπάθησε αδέξια και αμήχανα να μετακινήσει μερικά χαρτοκιβώτια ή πλαστικά δοχεία ή άλλα κυρία από πίλημα άνθρακα για ανοίξει χώρο. Το γραφείο του ήταν γεμάτο με καννιβαλισμένους συντελεστές μηχανημάτων και άλλους δομικούς λίθους, σαν να έχει κάποιος αποσυναρμολογήσει κινητήρες ή γεννήτριες χωρίς να έχει αποφασίσει τι θα κάνει με τα σκόρπια αυτά υλικά.
«Σπάνια δέχομαι επισκέψεις εδώ κάτω», απολογήθηκε.
Κοιτώντας από το γυάλινο διάφραγμα ο Υπερίων δήλωσε εντυπωσιασμένος. «Η εγκατάστασή σας, κύριε προκαθήμενε του συμβουλίου, κόβει την ανάσα».
«Δε βαριέστε, κύριε αρχιτιτάνα, όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα εφευρετικότητας, αλλά αφειδούς χρηματοδότησης. Η εταιρεία εκμετάλλευσης χορηγεί πλούσια κονδύλια, αλλά απαιτεί και απόσβεση των επενδύσεών της. Ξέρετε τη νοοτροπία των τιτάνων του Σειρίου, όπου υπάρχει μία παραγωγική δραστηριότητα ενισχύεται χωρίς φειδωλία ή γλισχρότητα».
«Μα τι παράγετε επιτέλους εδώ;»
«Όλα και καθετί ξεχωριστά. Κυρίως ολόκληρο τον μηχανικό εξοπλισμό του βιότοπου της Νέας Αρκαδίας και όχι μόνο. Εφοδιάζουμε και διαστημόπλοια ή μακρινούς αναπτυξιακούς πλανήτες στο πλαίσιο της καταστέρισης των τιτάνων. Μιλάμε για συσσωρευτές από ένα πλυντήριο ή θερμοσίφωνα μέχρι ένα αεροπλάνο μέχρι και μαχαίρια και πιρούνια για το γεύμα ή το δείπνο. Πατήστε όποιον κωδικό θέλετε και αμέσως το επιθυμητό προϊόν θα εμφανιστεί ως δια μαγείας μπροστά σας. Το σύστημα παραγωγής είναι αυτόματο και θεωρητικά σχεδόν πλήρως αυτο- επισκευαζόμενο, πρακτικά όμως οι ταλαίπωροι υπάλληλοί μου αποκαθιστούν διαρκώς βλάβες και ζημιές. Στην πραγματικότητα βέβαια κατασκευάζουμε μηχανές που με τη σειρά τους φιλοτεχνούν άλλες σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι δαιμονικής δημιουργικότητας. Παράγουμε ύφασμα, πλαστικό, χαρτί ως είδος πολυτελείας για όσους απεχθάνονται τα ηλεκτρονικά σημειωματάρια, έχουμε πλήρεις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης, αν και βέβαια κάποια αποτρίμματα και αποξύσματα δεν μπορούν να επαναξιοποιηθούν και αποβάλλονται από τα έντερα της Νέας Αρκαδίας».
«Όπως ευρέως κυκλοφορεί, έχετε μία καταβόθρα, έναν υπερμεγέθη καταπιώνα, που καταβροχθίζει ό,τι πετάει κι ό,τι κολυμπάει στο εξωτερικό διάστημα, αερόλιθους, αστεροειδείς, κομήτες, μετεωρίτες, διαστημικά θραύσματα κ.λπ.»
«Ισχύει. Η Νέα Αρκαδία καταναλώνει εννιακόσιες χιλιάδες τόνους πετρωμάτων κάθε μέρα. Και μη νομίζετε, η βιοτεχνολογική μας παιδίσκη είναι ακόμη στην ανάπτυξη!». Ο Μνησιπήμων έδειξε στους υπομονετικούς επισκέπτες μία εικόνα από το νότιο πόλο της διαστημικής προσωπικότητας, όπου υπήρχε στραμμένος προς τα κάτω ένας τεράστιος κύλινδρος, ένας ολοστρόγγυλος κρατήρας στεφανωμένος με μυτερά αγκάθια που θύμιζαν νωχελικές βλεφαρίδες. Έμοιαζε σαν μία θαλάσσια ανεμώνη καταδυόμενη από το υπόγειο του υπερκείμενου πολύποδα, σαν αντλία ιχθυοτροφείου που απορροφά αδιακρίτως κάβουρες και αστακούς. Θηριώδη πελώρια τεμάχια πάγου και βράχων αποτελούμενων από ποικίλες πολύτιμες γαίες, που έκαναν το λάθος να αρμενίζουν εντός του χωρικού διαστήματος και της χωροκρηπίδας του σταθμού σύρονταν και ελκύονταν αναπότρεπτα από τη λαίμαργη χοάνη του. Διοχετεύονταν σε ένα είδος διαφανούς αντιδραστήρα ή μάλλον συστελλόμενης – διαστελλόμενης κοιλίας, όπου κοπανίζονταν, τρίβονταν και λειαίνονταν σε κόκκους μεγέθους χαλικιού. Έπειτα η χρήσιμη μάζα περνούσε από ποικίλους διαχωριστικούς σωλήνες – πόρους λεπτούς σαν τριχίδια και κατέληγε σε πολυάριθμα διαμερίσματα και θαλάμους, όπου γινόταν η επεξεργασία των υλικών. Ακόμη ακριβέστερη περιγραφή της διαδικασίας θα ήταν ότι η οργανική σούπα υφίστατο διήθηση -διύλιση μεταξύ των διαφόρων αλλεπάλληλων στοιβάδων – μεμβρανών της βιοτεχνολογικής προσωπικότητας. Ειδικά μεταλλικά ένζυμα διασπούσαν τον μεστό πολτό στα ατομικά του στοιχεία. Η διαδικασία εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων από την προσωπικότητα της Νέας Αρκαδίας ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη. Ένα μέρος της πολυσυστατικής μανέστρας μετατρεπόταν σε υγρή τροφή, δια της οποίας καθίστατο δυνατή η μίτωση του ιστού- πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, της ύλης που συγκροτούσε τον σταθμό. Τα μη οργανικά μέρη, που όμως καθόλου δεν θα έπρεπε να υποτιμώνται, διότι συνιστούσαν πολύτιμες ουσίες και ενώσεις, καθώς και ξηρά κονιάματα προς πάσα νόμιμη χρήση, αποθηκεύονταν σε προβλεπόμενους προς τούτο χώρους. Τα τοξικά απόβλητα εκβάλλονταν από ένα ευρύπυγο αφεδρώνα, τον μεγαλύτερο που υπήρξε ποτέ στο Σύμπαν και το λέμε αυτό γιατί στην εποχή των τιτάνων εκτιμάτο πολύ το πρότυπο της εύσαρκης και εύρωστης γυναίκας που ήταν σαν πλατύ φορτηγό καράβι φορτωμένο με πίσσα (τούς άρεσαν πολύ τα μαυροτσούκαλα, μελαμψές σοκολατένιες κρεολές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεχόμαστε την εκδοχή της μαύρης Αφροδίτης).
Ο Υπερίων ήταν σε μία κατάσταση έκστασης αντιμέτωπος με όλα αυτά τα ασύλληπτα επιτεύγματα:
«Δηλαδή η Νέα Αρκαδία είναι τελείως ανεξάρτητη και αυτόνομη; Είναι τόσο αυτάρκης, ώστε δεν εισάγει τίποτε;»
Ο Μνησιπήμων απάντησε, όπως ταίριαζε στο αξίωμά του:
«Όχι απλά είναι, αλλά πρέπει να είναι, διότι είναι η πρώτη από πολλές άλλες βιοτεχνολογικές προσωπικότητες, που είμαστε έτοιμοι να σπείρουμε στο Σύμπαν. Θα υπάρξει στο μέλλον το Τρωικόν Παλλάδιον ή ο Κέκροψ ο Οφιοειδής ή ο Έλλοψ ο Θηρευτής, όλα αυτά είναι μελλοντικά όντα από πολύποδα, που σχεδιάσει να φυτεύσει η Συνομοσπονδία του Σειρίου για μία νέα εποχή ακμής της ανθρωπότητας».
«Αλλά σίγουρα όμως εξάγετε, αφού μάλιστα παράγετε τόσα πολλά και θαυμαστά προϊόντα», συνέχισε την εξέταση μάρτυρος και τη βολιδοσκόπηση ο Υπερίων, οδηγώντας τη συζήτηση με επιδεξιότητα διευθυντή ορχήστρας εκεί που ήθελε αυτός.
«Εννοείται…Τι λέμε τόσην ώρα;», απάντησε ο Μνησιπήμων, χάνοντας ξαφνικά κάθε ενθουσιασμό ή ζήλο αφήγησης επιτευγμάτων, αν κι αυτό το διστακτικό εσωστρεφές πλάσμα ήταν έτσι κι αλλιώς δύσκολο να νιώσει αγερωχία ή υπερφροσύνη. Ίσα- ίσα μάλιστα άρχισε να εισχωρεί στην ούτως ή άλλως πεσμένη διάθεσή του το ένστικτο αυτοσυντήρησης, η επιφυλακτικότητα, η υπεκφυγή, όταν σαν κεραυνός τον διαπέρασε η διαπίστωση ότι ο τιτάνας δεν είχε έλθει για εθιμοτυπική επίσκεψη, αλλά για κεκαλυμμένη ανάκριση.
Ο τιτάνας συμβουλεύτηκε το ηλεκτρονικό του σημειωματάριο.
«Βλέπω εδώ ότι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν του σταθμού ανάμεσα βέβαια σε χιλιάδες άλλα είναι οι οργανοφωσφίνες. Γιατί άραγε, σε τι χρησιμεύουν αυτές;»
Το μάτι του ειδικού φωτίστηκε λίγο από τη γνωστική εκείνη σπίθα, στην οποία κανείς επαϊων ή ειδήμων σε ένα θέμα δεν μπορεί να αντισταθεί, γιατί τού δίνει την ευκαιρία να επιδείξει τις γνώσεις του. Ξέχασε ότι είχε απέναντί του έναν επιστημονικό αξιωματικό του Αστροστόλου που μόνο αλιευτικά και υποβολιμαία έκανε ερωτήσεις. Η διαφορά του Υπερίωνα από ένα φωτεινό παντογνώστη – υπολογιστή ήταν ότι ο μεν τελευταίος περιείχε όλες τις νοητές πληροφορίες, ο Υπερίων όμως κατείχε όλες τις συνδέσεις μεταξύ των πληροφοριών, τους πνευματικούς συνδέσμους μεταξύ των πραγμάτων, τις ανεπαίσθητες ενδείξεις και τα κρυφά υπονοούμενα που οδηγούν αργά ή γρήγορα σε μία στέρεη φανερή αλήθεια.
«Κυρίως για καυστικά λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα, εντομοκτόνα και παρασιτοκτόνα, μη ξεχνάμε ότι περιέχουν χαλκό, αμμωνία και ενώσεις του θείου. Ιδανικό για καλλιέργεια, τόσο για την βασανισμένη Γη, στην οποία καμία αγρανάπαυση δεν επιτρέπεται, όσο και για τους αναπτυξιακούς πλανήτες».
Ο Υπερίων ξανακοίταξε τον κατάλογο των προϊόντων της Νέας Αρκαδίας που είχαν ήδη διοχετευθεί στην κατανάλωση ή προορίζονταν για εξαγωγή.
«Ξέρετε τι μού κάνει εντύπωση, ώ ευγενέστατε μεταλλευτή και εκμεταλλευτή, διεισδυτικέ και διαπεραστικέ εξορύκτη; Δεν υπάρχουν καθόλου πολύτιμα ευγενή μέταλλα στις εξαγωγές σας. Διερωτώμαι, οι αστεροειδείς που μασάει η καταβόθρα της Νέας Αρκαδίας δεν περιέχουν άραγε χρυσό, λευκόχρυσο, ασήμι;»
«Αυτά διαχωρίζονται χημικά και παραδίδονται με απόδειξη στην κυβερνήτρια Θεανώ Θουρία και μοιράζονται ακριβοδίκαια στους απανταχού ηγέτες των πλανητών για να κοσμούν τα ανάκτορά τους. Αυτό ισχύει για τους συμβεβλημένους πλανήτες της Συνομοσπονδίας, στους υπόλοιπους μη ευθυγραμμισμένους πλανήτες πωλούνται έναντι τιμήματος».
«Μάλιστα. Νέα Αρκαδία, πες μου επακριβώς ποια είναι η ποσότητα πολύτιμων μετάλλων που διαθέτεις αυτή τη στιγμή στις αποθήκες σου και είναι στη διάθεση της κυβερνήτου».
«Υπερίων, διαθέτω χίλιους οκτακόσιους ενενήντα πέντε τόνους αργύρου, εξακόσιους πενήντα τρεις τόνους χρυσού, οκτακόσιους είκοσι επτά τόνους λευκόχρυσου, διακόσιους εβδομήντα οκτώ τόνους διαμαντιών, εκατόν δώδεκα τόνους πολύτιμων γαιών που χρησιμοποιούνται για κινητά τηλέφωνα…»
«Παύσις. Δεδομένου ότι η ιεραρχία πολυτιμότητας των πετρωμάτων καθορίζεται από τη σπανιότητά τους, πώς είναι δυνατόν να κατέχεις προς μελλοντική διάθεση ή εκποίηση λιγότερο χρυσό από λευκόχρυσο;»
Στο σημείο αυτό η Νέα Αρκαδία για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά έβγαλε το σκασμό.
«Μπορεί να συμβεί», είπε με χαρακτηριστική χρονοκαθυστέρηση ο Μνησιπήμων. «Εξαρτάται από τη σύσταση των μετεωριτών και…»
«Όπως είπαμε προηγουμένως», συνέχισε ανελέητα και αδυσώπητα ο τρομακτικός Υπερίων, «το κύριο προϊόν εξαγωγής σας είναι οι οργανοφωσφίνες. Με ποιο πολύτιμο μέταλλο συνήθως συνδέεται η ανθρακική αλυσίδα των ουσιών αυτών, όπως ξέρει ακόμη και η υποσκάζουσα χωλή Ωραία και Πικρή ή, όπως θα έλεγαν οι χριστιανοί, η κουτσή Μαρία;»
«Με το χρυσό….με το χρυσό…», απάντησε ο Μνησιπήμων, που ήταν σαν να είχε βγάλει τη χρυσή.
«Και πώς αποκτάται αυτός ο χρυσός από τις οργανοφωσφίνες, αδιαφιλονίκητε ειδήμων των πετρωμάτων;»
«Με έκπλυση … με έκπλυση», επανέλαβε τελετουργικά, όπως η σύγχρονη Γαλάτεια λέγει «στην Ισπανία, στην Ισπανία” στο μουσικό έργο “Ωραία μου Κυρία”.
«Γνωρίζετε, κύριε Μνήμονα του Πόνου και των Παθημάτων, ότι η εξωτερική επιφάνεια των οχημάτων μεταφοράς, τα οποία διασχίζουν το σταθμό σας, βρίθει ψηγμάτων χρυσού, όπως κατέδειξε περιτράνως έρευνα της υφισταμένης μου Ευρύβιας; Τι γίνεται εδώ, παθέ αλλά όχι μαθέ, πολύς χρυσός κυκλοφορεί, πολύ μη καταγεγραμμένο χρυσάφι».
Στο σημείο αυτό ο Μνησιπήμων πάτησε ένα κουμπί και εξαφανίστηκε σε μία χάσκουσα καταπακτή.
«Τι διάολο», είπε ο Υπερίων, «τόσο φτηνή, πρωτόγονη, ερασιτεχνική και εντελώς μη εξεζητημένη διαφυγή! Με απογοητεύει ο εγκληματίας αυτός. Νέα Αρκαδία, μπορείς να εντοπίσεις πού είναι ο Μνησιπήμων αυτή τη στιγμή;»
«Υπερίων, ο διευθυντής της εταιρείας εκμετάλλευσης Δία καταποντίστηκε στις σήραγγες των πεπτικών μου οργάνων».
«Δώσε μου αμέσως εικόνα για το πού βρίσκεται!»
«Υπερίων, παραδόξως λαμβάνω σήμα μόνο από τα μισά κύτταρα του εντέρου μου σαν να υπάρχει κάτι που να φράζει τους αισθητήρες ολόκληρων τμημάτων του πεπτικού και χωνευτικού σωλήνα, όπως μία γυναίκα αισθάνεται την επαφή του πέους μόνο στην είσοδο του κόλπου, όχι όμως και στα υψηλότερα κλιμάκια ή τοιχώματα, εκτός αν είναι μητέρα, οπότε αναπτύσσει ευαισθησία και στον πυθμένα του κόλπου…»
«Παύσον. Σκασμός. Νέα Αρκαδία, πρόβαλλέ μου αμέσως ποια τμήματα του εντέρου σου δεν έχουν ευαισθησία. Επίσης, μη με προσφωνήσεις ξανά, όταν μού μιλήσεις, γιατί το κάνει και η γυναίκα μου αυτό, όλο Υπερίων και Υπερίων, κι αυτό το πράγμα αρχίζει να μού τη δίνει στα νεύρα και μάλιστα άσχημα».
«Υπ…, συγγνώμη, δαιμόνιον μειράκιον αστροστολικόν, τέλος πάντων βλακείες λέω, δεν χρειάζεται προσφώνηση, ιδού το σχεδιάγραμμα των εντέρων μου με τονισμένη την επιφάνεια, όπου δεν έχω πρόσβαση αισθητήρων».
Το σχεδιάγραμμα έδειχνε μία κυκλοτερή περιοχή που ήταν σαν επιταχυντής σωματιδίων!
«Νέα Αρκαδία, από ποιο υλικό είναι φτιαγμένος ο διάδρομος αυτός, όπου δεν έχεις πρόσβαση».
«Είναι φτιαγμένος από ορείχαλκο».
«Ορείχαλκο Ατλαντίδας ή κοινό χυδαίο ορείχαλκο;»
«Ορείχαλκο Ατλαντίδας, πυρώδη και ηπατίζοντα, όπως ορθά διέγνωσες, αλάνθαστε πανεπιστήμων, ήγουν όχι κράμα χαλκού και ψευδάργυρου, αλλά κράμα χρυσού και χαλκού, όπως οι πύλες της πατρίδας σου Ατλαντίδας, μέγα γόνε του Ηριδανού!»
«Ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση, αλλά δεν τσιμπάω. Ώστε ο κυκλικός διάδρομος είναι φτιαγμένος από ορείχαλκο. Είσαι σίγουρη ότι δεν μπορείς να δεις τι γίνεται μέσα;»
«Σού είπα, τρανέ τσιμεντοτιτάν, Τάλω από οπλισμένο σκυρόδεμα, ότι υπάρχει φραγή αισθητήρων σε όλο αυτό το σχήμα που βλέπεις στην οθόνη».
«Δηλαδή ο Μνησιπήμων βρίσκεται στο κρυφό κουκουλωμένο τμήμα του εντέρου που μού δείχνεις;»
«Λογικά ναι, γιατί το ίχνος του δεν υπάρχει πουθενά αλλού».
Ο Υπερίων συλλογίστηκε βαθέως:
«Πρόκειται για μία περίσταση εξαιρετικά δυσχερή. Προφανώς ο Μνησιπήμων μπήκε σε διάδρομο επιταχυντή σωματιδίων, αυτό που αλλιώς λέγεται “ιόν – κυκλοτρόν”. Εδώ, οι συνέπειες και επιπτώσεις που προβλέπονται, ξεπερνούν κάθε φαντασία. Αν αναμένεται μετά πιθανότητας επικείμενη σύγκρουση σωματιδίων, αυτό θα δημιουργήσει ένα νέο σύμπαν μέσα στο δικό μας, που σταδιακά και προοδευτικά θα αυξηθεί και θα καταλάβει την υφιστάμενη επικράτεια πέρα ως πέρα. Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο ο Μνησιπήμων δρομολόγησε αυτή τη διαδικασία…»
«Εγώ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο δέσμευε χρυσό, για να χρηματοδοτήσει τον επιταχυντή;», αναρωτήθηκε η Λητώ.
«Και για να τον χρηματοδοτήσει και για να τον κτίσει, αφού όπως είδαμε αποτελείται από ορείχαλκο Ατλαντίδας, αλλά χρησιμοποιεί χρυσό και για τον ρου του επιταχυντή. Τα παραπέρα θα στα πω καθ’ οδόν, αφού βρω κάποιον να μού ανοίξει τον διάδρομο. Για να δούμε, αν μπορούμε ν’ ανοίξουμε αυτή την καταπακτή.»
Προσπάθησε να βρει μία λαβή ή μία εσοχή, αλλά η καταπακτή μετά τη χρήση ήταν σαν να είχε σφραγιστεί με βουλοκέρι, είχε λιώσει και είχε ενωθεί με το δάπεδο, θα χρειάζονταν ώρες διάτρησης ως αντίθετης της οξυγονοκόλλησης για να προκληθεί τρύπα.
Στη συνέχεια βρήκε έναν τεχνικό και είπε στην Νέα Αρκαδία να τούς διακτινίσει ακριβώς έξω από τον διάδρομο- επιταχυντή και πίσω από την ενεργειακή ασπίδα που τον καθιστούσε απροσπέλαστο. Ήδη στέκονταν μπροστά σε μία μεταλλική μυική μεμβράνη- ίριδα προορισμένη για συντήρηση και προσπαθούσαν να την ανοίξουν με παραδοσιακά μέσα, πρωτόγονα για μία τόσο εξελιγμένη εποχή, δηλαδή λοστούς και αξίνες και φλόγιστρα οξυγονοκόλλησης και εν προκειμένω οξυγονοκοπής. Ο ορείχαλκος ήταν βαρύ και ασήκωτο υλικό και αντιστεκόταν σθεναρά.
«Πρόκειται για επιταχυντή σύγκρουσης που σπρώχνει χρυσόνια με ταχύτητες λίγο χαμηλότερες από το φως. Τόσον καιρό αυτή η τεράστια εγκατάσταση ήταν κρυφή, χωμένη στα έντερα της Νέας Αρκαδίας, ένας λόγος ακόμη, που προστίθεται και δικαιώνει τη γενική μου δυσπιστία για την ουσιαστική σημασία αυτού του ρηξικέλευθου τεχνουργήματος. Επιβεβαιώνομαι για μια ακόμη φορά, ότι η απόλυτη διαφάνεια και η συγχρονική διάσκεψη κρύβουν στα μύχια τους τα μεγαλύτερα μυστικά».
«Καλά, πώς δουλεύει αυτό το πράγμα, προϊστάμενε; Γιατί η εγκατάσταση χρησιμοποιεί χρυσό;», ρώτησε η Λητώ.
«Συγκαταβαίνω και στέργω να απαντήσω στο άκαιρο ερώτημά σου, υποπλοίαρχε, μόνο και μόνο λόγω της ευκαιρίας και του χρονικού παράθυρου που μας προσφέρει η οξυγονοκοπή της ίριδας. Η προβληματική για το ποια υλικά χρησιμοποιούν οι επιταχυντές αδρονίων είναι ότι συχνά οι βαρείς πυρήνες, κατάλληλοι για σύγκρουση μεγάλης κοσμικής ενέργειας που να φτάνει ακόμη και σε Μεγάλη Έκρηξη, τείνουν να καταπέσουν και να περιπέσουν σε ραδιενεργά μέρη. Η φύση προσθέτει στη δομή των ατομικών πυρήνων για κάθε πρωτόνιο περισσότερα αφόρτιστα ουδετερόνια για να εμποδίσει την αλληλο- απώθηση των φορτισμένων σωματιδίων. Αυτή η στρατηγική λειτουργεί μέχρι και το στοιχείο του χρυσού, που είναι ως προς τη σταθερότητα το μέγιστο επίτευγμα της φύσης. Εδώ απαιτούνται 118 ουδετερόνια για να συγκρατήσουν 79 πρωτόνια. Δηλαδή με 197 πυρηνοσωματίδια ο χρυσός ανήκει στα πιο βαριά μέταλλα. Όπως σε όλα τα θέματα, προβλέπω ότι οι νεότερες γενιές θα ευτελίσουν τις διαδικασίες και θα στραφούν προς το φτηνότερο ουράνιο με πυρήνα 238 πυρηνοσωματιδίων, του οποίου όμως οι πυρήνες έχουν λιγότερες πιθανότητες μετωπικής σύγκρουσης και περισσότερες πιθανότητες ραδιενεργής αστάθειας και αντίδρασης. Μα τι μπόχα είναι αυτή επιτέλους;»
«Είναι τα έντερα της Νέας Αρκαδίας, αυθέντα», απάντησε ο τεχνικός με τον πυρσό και τους λοστούς. «Όπως καταλαβαίνετε, περιέχουν μεγάλες ποσότητες δυσωδών πορδοκλανικών αερίων λόγω της χώνεψης των αστεροειδών».
«Ναι, μωρέ, ενώ τα δικά σας μοσχοβολάνε», δεν άντεξε να μην πει η Νέα Αρκαδία.
«Συχνά μάλιστα», συνέχισε ο έμπειρος τεχνικός, «τα αέρια μεθανίου παγιδεύονται στις στροφές των συστρεφόμενων πολυποδικών διαδρόμων και σε δεδομένη περίσταση απελευθερώνονται εκρηκτικά σαρώνοντας τα πάντα ως την έξοδο του πρωκτού. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί σε μάς αυτό, διότι θα παρασυρθούμε και θα εκβληθούμε βιαίως από τα σωθικά της Νέας Αρκαδίας και δεν υπάρχει κανένας αεροφράκτης για να εμποδίσει τον αποσυμπιεστικό μας εξοβελισμό.»
Ο Υπερίων και η Λητώ έβηχαν ακατάπαυστα, τα πνευμόνια τους συνεγείρονταν και ανεβοκατέβαιναν για να εξαγάγουν οξυγόνο από τα αποπνιχτικά δηλητηριώδη αέρια. Σαν να μην έφτανε αυτό, το έδαφος κάτω από τα πόδια τους συσπώνταν, ιλυσπώνταν και συστρεφόταν διαρκώς και τούς κηλίδωνε τις μπότες με κίτρινη μύξα, απεχθή λοιμώδη βλέννα και σιχαμένο φλέγμα πτυελοδοχείου, και να ‘ταν μόνο τα υποδήματα, οι υπερυψωμένες λάχνες των τοιχωμάτων τούς πιτσίλιζαν περιοδικά με καφέ κοπρώδες υγρό και άλλα πυκνότερα ή αραιότερα αποστάγματα περιττωμάτων και λυμάτων. Το κύμα του σκατός (ονομαστική «το σκωρ») πλημμύρισε προοδευτικά τις στρατιωτικές τους αρβύλες και έφθασε αισθητά πάνω από τους αστραγάλους σε βαθμό που οι αξιωματικοί του Αστροστόλου και ο τεχνικός της βάσης κόντευαν να χάσουν την ισορροπία τους και να σωριαστούν μέχρι το λαιμό στον πηχτό οργανικό ζωμό και αποτρόπαιο εκκριτικό οπό. Μα τι διάολο, τι είχε φάει αυτή η Αρκαδία, μιλάμε ότι τα απόβλητά της βρομούσαν σε βαθμό κακουργήματος. Όταν η στάθμη του υπονόμου έφτασε μέχρι το καλάμι των πλοιάρχων – υποπλοιάρχων, προστέθηκε στο βάσανό τους και την απροσδόκητη δοκιμασία τους και το κρύο, ένιωθαν ξυλιασμένοι εσωτερικά, αλλά περιέργως πως το εξωτερικό τους δέρμα έκαιγε σαν να τού είχαν ρίξει οξύ, διαβρωτικό και διασπαστικό για το πετσί. Σιγά-σιγά οι τοξικοί παράγοντες του σταθμού διατρυπούσαν το λίγο λίπος των αστροναυτών και χώνονταν στους μύες και τα κόκκαλά τους κατά τρόπον, ώστε η φωτιά έφτανε ως το διάφραγμα, τον οισοφάγο, ακόμη και το στόμα. Οι ήρωες μας κατέληξαν να τρέμουν σπασμωδικά, αγκαλιάζοντας το ίδιο τους το κορμί.
«Κύριε ανώνυμε τεχνικέ, κύριε αφανή ήρωα κάθε αφήγησης, σε εξορκίζω, τώρα είναι η ώρα να φέρεις αποτελέσματα. Αυτή είναι η στιγμή, που σε όλες τις ταινίες και τις τηλεοπτικές συνέχειες γίνεται η μεγάλη υπέρβαση, η καταλυτική και καθοριστική διάρρηξη της πλοκής, όπου ο αρμόδιος (και αριστογείτων) πρωταγωνιστής κάνει το μεγάλο κατόρθωμα κι έτσι το έπος βαδίζει- εκτυλίσσεται προς το επόμενο κεφάλαιο και την οριστική λύση και κάθαρση. Αν όμως εσύ σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο αποτύχεις, τότε κατά μία έκφραση που κατά πάσα πιθανότητα θα μετέλθουν οι κληρονόμοι- απόγονοί μας “χέστα”».
«Μισό λεπτό, προϊστάμενε, αφού όπως υπονοεί η λέξη, στον επιταχυντή κυριαρχούν μεγάλες ταχύτητες, αν μπούμε μέσα χωρίς προφυλάξεις μπορεί κάποιο χρυσόνιο να μάς τρυπήσει το κρανίο σαν βλήμα πυροβόλου όπλου».
«Ο επιταχυντής είναι κλειστός, ίσως εδώ και μέρες», παρενέβη ο τεχνικός. «Τα ‘πα στον κύριο του Αστροστόλου, μισά πριν από τη διακτίνιση και μισά μετά, γι’ αυτό δεν τα ακούσατε». Σχεδόν ταυτόχρονα, ανοίγοντας τρύπα στο κέντρο, όπου συνέκλιναν οι λεπίδες της μεταλλικής μυϊκής μεμβράνης με αποτέλεσμα αυτές να ανοίξουν αυτόματα, είπε: «Ιδού, ο δακτύλιος είναι στη διάθεσή σας».
Μπήκαν μέσα στο ορειχάλκινο περίβλημα, όπου το περιβάλλον ήταν τόσο (από -) κοσμο, καθώς οι ηπατίζουσες αποχρώσεις δεν ήσαν ξεκάθαρες σαν τον οίνοπα πόντο του Ομήρου, ενώ υπήρχε μία εντύπωση σαν κάτι απροσδιόριστο να χάσκει, σαν το μηδέν να ανοίγεται προς το άπειρο ή αντιστρόφως, σαν τα ίδια τα σώματα των αξιωματικών να διαστέλλονταν και να κορδελιάζονταν κατά μήκος του διαδρόμου, έτοιμα να στρίψουν στην στροφή σαν προεκτεινόμενες χρωματιστές λωρίδες καλλιτεχνικής φωτογραφίας.
«Λητώ ηρέμησε και θυμήσου την εκπαίδευσή σου», παραίνεσε ο Υπερίων. «Είμαστε αριστοτελιστές και πιστεύουμε στην αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά είμαστε και δημοκρίτειοι με επίγνωση ότι “κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”. Εμείς θα αυτοσυγκεντρωθούμε ώστε να φανούν οι δομές μέσα στο χάος και στη φθορά, ώστε τα σκόρπια στοιχεία να αποκτήσουν νόημα, ώστε να οφθεί εν μέσω του ωκεανού η ξηρά».
Όταν τα μάτια συνήθισαν και έστριψαν και αρκετές καμπύλες του διαδρόμου, πατώντας σε σκληρές εκβολάδες βηρυλλίου και άλλων οργανομεταλλικών υπολειμμάτων, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε μία αιωρούμενη λαμπρή πολύχρωμη σφαίρα, που τούς έφθανε σχεδόν μέχρι τη μέση και αντανακλούσε γύρω-τριγύρω ποικιλόχροες, επαλλάσσουσες ανταύγειες και λάμψεις. Δεν φαινόταν καλά αν η σφαίρα κινούνταν, αφού υπήρχε η στροβοσκοπική εντύπωση ότι είναι ακίνητη, ούτε αν ήταν ακανόνιστη ή πεπιεσμένη, αφού εμφιλοχωρούσε η καλειδοσκοπική αντίληψη ότι είναι συμμετρική.
«Αφεντικό», είπε δουλικά η Λητώ, «ο καταγραφέας δεν δείχνει καμία βιολογική ένδειξη του Μνησιπήμονα σε κανένα σημείο του διαδρόμου. Είναι σαν να αναλήφθηκε στους ουρανούς».
«Μάλλον πρέπει να βρήκε τρόπο να εισχωρήσει στο τεχνούργημα. Είναι σίγουρα μέσα στη σφαίρα».
Η Λητώ πήγε να βάλει το δάκτυλό της απορώντας «τι είναι αυτό» πάνω στην επιφάνεια της σφαίρας για να δει αν υποχωρεί, όπως το κοριτσάκι εκείνο που έβαλε το δακτυλάκι σε μία ρωγμή για να διατηρήσει τη συνοχή ολόκληρου υδροηλεκτρικού φράγματος. Ο Υπερίων όμως τής το χαστούκισε.
«Λητώ, είσαι αξιωματικός του Αστροστόλου κι όχι καμιά χαζή και δεν μπορεί διαρκώς να απορείς. Μη βάζεις το δάκτυλο, γιατί το τεχνούργημα δύναται ενδεχομένως να σε ρουφήξει μέσα. Είναι ένας άλλος κόσμος, ακόμη χειρότερα μία άλλη Δημιουργία».
«Μία Δημιουργία μέσα στη δική μας; Αυτό δεν γίνεται, οι Δημιουργίες του Σύμπαντος δεν είναι επάλληλες, αλλά διαδοχικές. Επιπλέον προηγείται πάντα μεγάλη έκρηξη ή είσρηξη. Αν ένα Σύμπαν δημιουργούνταν μέσα στο δικό μας, θα μάς εκτόπιζε, θα μάς καταλάμβανε, θα μάς ρευστοποιούσε, θα μάς έκανε χαλκομανία»
«Δεν κατάλαβες», είπε ο Υπερίων. «Η μεγάλη έκρηξη – είσρηξη έχει ήδη συμβεί. Και το Σύμπαν μέσα στο Σύμπαν ήδη αυξάνεται και διογκώνεται!».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο: ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ
Ο Υπερίων μπήκε στο γραφείο ετοιμότητας κυβερνήτη του «ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ» μετά από τόσον καιρό. Στον τοίχο υπήρχε η επιγραφή «τους νικώντας στεφανώσατε κοτίνου στεφάνω», ενώ κοντά στο παράθυρο και πάνω σε βάθρο θρονιαζόταν η μικρογραφία του σκάφους μέσα σε γυάλα, ξέρετε ο γνωστός εμπρόσθιος δίσκος διακυβέρνησης που είναι μπροστά από τις δύο γόνδολες- ατράκτους, όπου και τα τρία αυτά συνδέονται με πυλώνες με έναν υποκάτω κύλινδρο.
Επέλεξε βέβαια να πάει αυτός στο γραφείο του συνταξιούχου πλοίαρχου παρά αντιστρόφως γιατί διατηρούσε πάντα αυτόν τον παλιό σεβασμό απέναντι σε κάποιον που ανέκαθεν ήταν ανώτερός του και κυρίως είχε κερδίσει στο πεδίο της μάχης τον σεβασμό του.
Ο Προμηθέας προσποιήθηκε ότι αιφνιδιάστηκε:
«Τι γυρεύεις εδώ καλικάντζαρε με τα μυτερά αυτιά;», του είπε περιπαικτικά.
«Έψαχνα να βρω τον εν ενεργεία πλοίαρχο του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα για μία υπόθεση. Αλλά φαίνεται έκανα κάποιο λάθος και μπήκα στην αίθουσα των απολιθωμάτων ή σε κάποιο νεοσύστατο μαυσωλείο που δεν υπήρχε στην εποχή που υπηρέτησα εγώ».
«Υπερίων, πόσο χαίρομαι που συναντιόμαστε και πάλι και μπορούμε να προσβάλουμε ο ένας τον άλλον ελεύθερα! Παραδέχομαι ότι το δικό σου αστείο ήταν ανώτερο από το δικό μου, με νικάς ένα- μηδέν».
«Σεβαστέ συνταξιούχε, γνωρίζεις πολύ καλά ότι οι Ατλάντες από τον Ηριδανό δεν κάνουν αστεία. Πραγματικά ζητώ τον πλοίαρχο του Βενοβίνδα. Πού είναι;»
«Βρε πονηρέ αθεόφοβε θεομπαίχτη, δεν ξέρεις ότι μού επέτρεψαν κατ’ εξαίρεση να βγάλω την παλιά ναυαρχίδα από τους ναφθώδεις λιθάνθρακες (ναφθαλίνη) και να την οδηγήσω εγώ στην εκτέλεση αυτού του ξεφτιλισμένου θελήματος, σ’ αυτή την ταπεινωτική για ένα πλοίαρχο διανομή γάλακτος στη γειτονιά;»
«Ισόθεε Προμηθεύ, μη ξεχνάς αυτό που είπε ο Επαμεινώνδας, όταν τού ζήτησε η διοίκηση της Θήβας να πλακοστρώσει ένα δρόμο και οι Θηβαίοι απορούσαν πώς αυτός ο μέγας στρατηλάτης καταδεχόταν να κάνει αυτή τη δουλειά. “Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος”».
«Πολύ σωστά. Και όσο αφορά τουλάχιστον στην παλιά μας αρχόντισσα», είπε ο Προμηθέας χτυπώντας το δάπεδο με το τακούνι του, «είναι σαν αθάνατο έπιπλο από καλό ξύλο καρυδιάς και πάντα σε θέση να μάς συντροφέψει μέχρι το χείλος της αβύσσου και μέχρι την οροφή του στερεώματος, ακόμη κι αν τα πυροβόλα της έχουν παροπλιστεί!»
«Δεν μάς είπες όμως, πώς τα περνάς στο κτήμα του Κενταύρου;»
«Ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας, όπως έλεγε κι εκείνος ο Ρωμαίος ρήτορας, ο Κικέρων, μέγιστος αντιγραφέας της δικής μας σοφίας, αλλά και ανία μέχρις εσχάτων. Ψάρεμα, όπου εκτίθεμαι μη πιάνοντας ούτε λέπι μέχρι να λιποθυμήσω απ’ τη βαρεμάρα. Αχ, αχ, νέοι, χαρείτε τους χυμούς της ζωής και του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα, γιατί στα γεράματα το γλυκό σακχαρόπηκτο γίνεται φαρμακευτικό δισκίο και πικρό καταπότι και κανείς δεν μπορεί πια να το χωνέψει».
«Μη γκρινιάζεις πυρφόρε θεέ, τιτάνα Προμηθέα, όπως σε αποκαλούσε ο Σοφοκλής. Μην πας να κλέψεις τη μοίρα στο χαρτοπαίγνιο, κανέναν δεν θα κοροϊδέψεις, θα ζήσεις μόνο το διάστημα που σού αναλογεί και να ‘σαι κι ευχαριστημένος! Θα συμβιβαστείς, όπως και δισεκατομμύρια άλλα πλάσματα με το παράδοξο, τον τραγέλαφο, τον κλαυσίγελο της ζωής και θα τραβήξεις την ανηφόρα, όπως όλοι οι θνητοί, καλπάζοντας μεν στον άνεμο, φέροντας δε ήδη στον κρόταφο το θανάσιμο τραύμα (Πίνδαρος). Ο άνθρωπος, ακόμη και το απαύγασμά του, ο τιτάν, είναι τραγικό ον, διότι δρα, δραστηριοποιείται, ακόμη και μεγαλουργεί, ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει».
«Αμάν, ο συντηρητισμός σου, φωτεινότατε και εκλαμπρότατε, ου μην αλλά και σπαστικότατε πρώην σύντροφε! Πρέπει σώνει και καλά πάντα να προσγειώνεις ανώμαλα, όποιον προσπαθεί να ξεφύγει λίγο από τις δεσμευτικές και καταπιεστικές του συνθήκες στο όνομα της κοινωνικής ορθότητας και ορθοπεδικής;»
«Πες μου για την υγεία σου. Έτσι κι αλλιώς είσαι εκείνος που βασανίστηκε περισσότερο απ’ όλους μας στον πόλεμο. Με σένα ο Δίας ξεπέρασε κάθε όριο διεστραμμένης απόλαυσης και χαιρεκακίας. Να σε αλυσοδέσει στον Καύκασο και να τρώνε το συκώτι σου τα όρνεα! Έλεος, δεν υπάρχει ούτε χαρακτηρισμός, ούτε κατηγόρημα, ούτε ουσιαστικό, ούτε επίθετο γι’ αυτό που υπέστης. Κι όμως κατάφερες και τον νίκησες!»
«Όχι ακριβώς, μάλλον με ξένους όρχεις. Χρειάστηκε να κινητοποιηθεί και να επιστρατευθεί η υποστασιακή μου ψυχή από το χώρο του πνεύματος, το αρχέτυπό μου από το ουράνιο διάστημα για να κάνει τη διαφορά. Τι να κάνουμε, έστω κι έτσι τα καταφέραμε».
Σοβαρεύτηκε απότομα και σιώπησε για λίγο γιατί οι πληγές παρέμεναν στο πέρασμα του χρόνου νωπές και αγιάτρευτες.
«Αν ρωτάς για μένα, θα σού δώσω την κλασική αναφορά των γερόντων ότι ενεργήθηκα σήμερα, άρα μείνε ήσυχος. Άλλο καθημερινό ουσιώδες κατόρθωμα είναι η παράκαμψη του πρησμένου προστάτη και η απελευθέρωση κρεατινίνης και ουρικού οξέος. Τήρησα και το αμείλικτο στρατιωτικό παράγγελμα, που θα ‘πρεπε να προστεθεί στα δελφικά, “Ξύπνα, Ξυρίσου, Ξύσου -με στλεγγίδα-“, τα τρία “ξι” που είναι καθοριστικά για την ακόλουθη καθημερινή μας δραστηριότητα. Γενικά δεν αισθάνομαι άσχημα, αλλά τα χρόνια χρήσης του σώματος είναι πολλά και δυστυχώς τα υλικά, από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι, είναι ευτελή».
«Έτσι είναι, γελαστέ και εύθυμε Προμηθεύ. Κι εγώ, παρότι εμείς οι Ατλάντες έχουμε πιο αργό μεταβολισμό και μεγαλύτερο ηλικιακό -και ασφαλιστικό- προσδόκιμο από τους κοινούς ανθρώπους, νιώθω σιγά- σιγά το πέρασμα του χρόνου, τη νωθρότητα του σώματος, την αποβλάκωση του μυαλού».
«Όπως έλεγε ένας θυμόσοφος, τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτι, δεν έχουμε κουτάλια. Σχεδόν ακριβώς τη στιγμή, που επιτέλους καταλάβαμε πώς πρέπει να χειριζόμαστε τη ζωή, αναγκαζόμαστε να την αποχαιρετήσουμε παίρνοντας διαβατήριο».
«Μη μάς τα λες έτσι τραγικά, διότι εσύ γνωρίζεις εδώ και χρόνια πώς να διαχειρίζεσαι τη ζωή, τη δική σου και των άλλων, ώ Ενοσίχθων και ώ Μουσαγέτα των τιτάνων. Και αξίζεις πραγματικά και τα προσωνύμια του Ποσειδώνα και αυτά του Απόλλωνα, αφού μέσα στις κακουχίες της ζωής μάς οδήγησες με σταθερό χέρι ηνίοχου, πότε με πλημμυρική – μαγματική, άρα διονυσιακή εκρηκτικότητα και πότε με στοχαστική – διανοητική και απωλλώνεια ενάργεια στο υπήνεμο λιμάνι της ειρήνης».
«Ώ πολύλογε και στωμύλε υποτιτάν, μη με αναγκάζεις να εκστομίσω πάλι εκείνο με τους ξένους όρχεις, ας σταματήσουμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλον στην πλάτη και ας κοιτάξουμε να εκπληρώσουμε την αποστολή μας».
«Ναι, ο Μικρόκοσμος του Μνησιπήμονα. Εξακολουθεί να διαστέλλεται και να απειλεί το Σύμπαν μας και πρέπει να μεταφερθεί στο εξωτερικό διάστημα».
«Για να πω την αλήθεια, βρίσκω την αναφορά σου λίγο υπερβολική, υπερευαίσθητε Υπερίων. Ο ρυθμός διαστολής του νέου Μικρόκοσμου είναι πολύ βραδύς. Μέχρι να αποτελέσει απειλή θα προλάβαιναν γενιές επιστημόνων να τον μελετήσουν και μάλιστα θα είχε ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε ένα Σύμπαν, όχι μόνο εν τη γενέσει του, αλλά και εν τη εξελίξει του. Με την αναφορά σου όμως θορύβησες την επιστημονική κοινότητα, της οποίας πλέον η μόνη μέριμνα είναι να ξεφορτωθεί το τεχνούργημα».
«Ναι, υγειονομική ταφή επικίνδυνου διογκούμενου υλικού, έτσι το χαρακτήρισαν. Μού κάνει εντύπωση η σκέψη και το κίνητρο αυτού που τού δημιούργησε. Ποτέ δεν μπορείς να εξιχνιάσεις τις προθέσεις του άλλου, ποιος να φανταστεί ότι αυτός ο άνθρωπος, που είχε στη διάθεσή του το ίδιο το κέρας της Αμάλθειας και ηδύνατο να κατασκευάσει οποιοδήποτε μέσο παραγωγής ή καταναλωτικό προϊόν, θα έστρεφε τους συντελεστές και τα κονδύλιά του στη δημιουργία ενός καινούριου κόσμου κι ύστερα μάλιστα θα τρύπωνε σ’ αυτόν, χωρίς καλά- καλά να γνωρίζει τις ιδιότητές του».
«Ίσως να είχε ερευνήσει προηγουμένως, αλλά σε κάθε περίπτωση η διακινδύνευση είναι μεγάλη. Φαίνεται ότι αυτή η διστακτικότητα και η εσωστρέφεια που είχε ήταν ακριβώς αυτό, η πλήρης αδιαφορία για τον παρόντα κόσμο και η προσμονή ενός άλλου, που θα έπαιζε το ρόλο της βασιλείας των ουρανών, όπως κάνουν οι χριστιανοί».
«Ναι, μόνο που αυτός τον έφτιαξε ο ίδιος. Αλλά μήπως και οι βιοσυμβιωτικοί αυτό δεν κάνουν με τους τερατώδεις διαστημικούς πολύποδες που δημιουργούν με απώτερο σκοπό να συγχωνευθούν μετά θάνατον σε αυτούς;»
«Εμείς πάντως, σεβάσμιε πρώην παντοκράτορα- κοσμοκράτορα, δεν έχουμε ούτε λόγο ούτε ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε ένα καινούριο Σύμπαν, μάς αρκεί το δικό μας, οπότε ας φορτώσουμε τον Μικρόκοσμο στο κύτος του καραβιού μας και ας ξεκινήσουμε.»
«Υπέρλαμπρε Υπερίων, από τα λόγια σου καταλαβαίνω ότι έχεις διάθεση να συνοδεύσεις το γερο-πλοίαρχό σου σ’ αυτή την εύκολη αποστολή».
«Γιατί όχι; Αν μπορεί να τα βγάλει πέρα ένας συνταξιούχος, μπορώ να τα καταφέρω κι εγώ που τουλάχιστον είμαι ακόμη εν ενεργεία. Αρχηγέτη- Μουσαγέτη, σε τιμά που δεν το βάζεις κάτω, δίνεις θάρρος κι σ’ εμάς τους επερχόμενους και τους περιλειπόμενους, μάς εμπνέεις να βάζουμε πάντα καινούριους στόχους και να μη συμβιβαζόμαστε με το στάσιμο κολλώδες τέλμα και τις τεναγώδεις ιξώδεις καταστάσεις!»
Αμ’ έπος, αμ έργον διακτίνησαν τον Μικρόκοσμο στο αμπάρι, αιωρούμενο μέσα σ’ ένα ενεργειακό δίκτυ ασφαλείας Φορκίδων. Εκεί έλαμπε σαν διαμάντι, σαν κόσμημα με ιριδίζουσες αποχρώσεις.
«Λοιπόν, καταυγάζων Υπερίων, ας επιταχύνουμε τις διαδικασίες. Ενεργοποιούμε φαινοδιαστατικό διάδρομο, το μόνο όργανο που χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που ένα άτομο μονάχα δύναται να διευθύνει ολόκληρο κολοσσό, το ΚΟ.Σ.ΜΥ.Μ.Α – Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας».
Για όσους αναγνώστες έχουν παραλείψει για δικούς τους μη αποδεκτούς λόγους να διαβάσουν την Πλήρη Τιτανομαχία ή αλλιώς το διαφωτιστικό και διδακτικό έπος «Προμηθεύς Καταστερίζων», έργο επανασύνδεσης με το μυθολογικό Σύμπαν των τιτάνων, υπόβαθρο επανασύστασης και θεμελίωσης και για το παρόν πόνημα, αποκαλύπτουμε εν τάχει ένα από τα μυστικά (κάθε) Δημιουργίας: ότι το στερέωμα που μάς περιβάλλει, ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε και διαβάζουμε, ο ίδιος χώρος, καταλαμβανόμενος από το σώμα μας, πιθανόν να βρίθει από χιλιάδες ή και αμέτρητες άλλες υπάρξεις, που απλώς βρίσκονται σε διαφορετική φάση ύλης έναντι ημών.
Άκου ανθρωπάκο, καταθρωπάκο, που κάτω θρώσκεις και έχεις όψη ανδρός, αλλά ίσως και γυναικός ή και λοατκί, όσο και να βιγλίζεις ή να περιπολείς ή να περισκοπείς άγρυπνα το νυκτερινό στερέωμα, το μόνο που θα αποκομίσεις θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, βέβαια συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την όραση, πράγμα που επισήμανε ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να ξυπνήσει τους συγχρόνους του, αποκλείεται ποτέ να αποδεχθεί πειραματικά, όπως λένε οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολύ αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφαντα μαγνάδια, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Εδώ θα κραύγαζε ο Προμηθέας ότι όποιος θα τολμούσε να ξανοιχτεί στις υποτιθέμενες αποστάσεις, τάχιστα θα διολισθούσε στην παράνοια, θα τρελαινόταν ανήκεστα και αμετάκλητα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τρελαθεί, διότι ο χρόνος και η απομόνωση στρεβλώνουν πλήρως την αντίληψη. Αλλά πέραν αυτού, ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Κατά τους χριστιανούς ο Θεός, κατά τους Έλληνες οι θεοί και οι τιτάνες, όπου όμως τούτες οι δύο λύσεις δεν είναι καθόλου ασύμβατες, διόλου εναλλακτικές, μάλλον συμπληρωματικές και παραπληρωματικές, όρα και πάλι την Πλήρη Τιτανομαχία ή άλλως το «Προμηθεύς Καταστερίζων», μην επαναλαμβανόμαστε, σάς παρακαλώ! Επιμέρους διευκρίνιση: Ο φαινοδιαστατικός διάδρομος εντός του αρχέγονου αόριστου αδιαμόρφωτου χάους είναι το μόνο όργανο πλοήγησης που περιγράφηκε λεπτομερώς στο ανωτέρω πόνημα, δεδομένου ότι όλα τα άλλα, ταχύτητες σχετικιστικές, κάτω από το φως, ή πάνω από αυτό, δίνης, υπερδίνης και ξεδίνεις, είναι όργανα πλοήγησης, αφού πρώτα έχει δημιουργηθεί σύσταση και διαμόρφωση χώρου.
Με ελαφρά κίνηση του μοχλού έφτασαν ήδη στις εσχατιές του αδιαμόρφωτου Σύμπαντος.
«Σεβαστέ συνταξιούχε, ανυπέρβλητε Αόριστε, Παρακείμενε και Υπερσυντέλικε της ζωής μας, με ποιο τρόπο θα γίνει η υγειονομική ταφή του νεότευκτου Σύμπαντος, χωρίς όμως αυτό να αποβεί εις βάρος του Μνησιπήμονα και των λοιπών κατοίκων του Μικρόκοσμου, που δικαιούνται να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη ζωή τους; Έτσι κι αλλιώς, μη ξεχνάμε τις αξίες και τις καταβολές μας, είμαστε τιτάνες, ζούμε και αφήνουμε τους άλλους να ζήσουν».
«Έχω λάβει λεπτομερείς οδηγίες στην ενημέρωση, που έλαβε χώρα στο αρχηγείο του Αστροστόλου Συνομοσπονδίας Σειρίου. Εδώ στο άκρο του Σύμπαντος έχουμε την ευχέρεια να περιμένουμε μέχρι να ολοκληρωθούν οι εξελίξεις μέσα στη σφαίρα, μέχρι να γιγαντωθούν και μοιραία να παρακμάσουν και να σβήσουν οι πολιτισμοί που περιέχονται εντός της. Άλλωστε έχει διαπιστωθεί αρμοδίως ότι ο χρόνος εντός του Μικρόκοσμου ρέει αφάνταστα ταχύτερα σε σχέση με τον δικό μας. Ήδη σε 25 εβδομάδες εργαστηριακής παρακολούθησης ο Μικρόκοσμος έχει διατρέξει 4 Χ 10 στη δεκάτη έτη, δηλαδή σαράντα δισεκατομμύρια χρόνια, είναι ήδη αρχαιότερος από το δικό μας περικλείον Σύμπαν. Έτσι δεν χρειάζεται καν να τον περιβάλλουμε με προστατευτικό πεδίο προκειμένου να εμποδίζουμε την περαιτέρω διόγκωσή του, όπου να ‘ναι πνέει τα λοίσθια. Έλα λοιπόν, σύντροφε – υπερσύντροφε, να περιμένουμε μαζί με οίνον άκρατον και ολίγα μέζεα το πέρας του μικροσύμπαντος αυτού και μετά το καταστερίζουμε εν πλήρει δόξη και γυρνάμε στη βάση μας».
Έκατσαν λοιπόν κουτσοπίνοντας και περίμεναν εξελίξεις: Ήδη ο Μικρόκοσμος πλησίαζε στο τέλος του. Στο βάθος της διαφανούς σφαίρας φαινόταν μία σκοτεινή ανθρακιά σχεδόν σβησμένου πυρός. Σαν να είχαν μείνει μισά τα άλικα άστρα και τα πορφυρά φεγγάρια, στεφάνωναν μία οιδηματώδη, διογκωμένη εσωτερική περιοχή, όπου εντός της εδραζόταν μία αχανής και λαίμαργη μαύρη τρύπα, φάρυγγας και καταπιώνας τρανός. Όμως πάνω από το μαύρο πυρήνα έκειτο ξιφολόγχη ωχρού και ποικίλου φωτός, δημιουργώντας ένα δίσκο επαύξησης πολύ ευρύτερο από τον συρρικνούμενο και ελλειπτικό ορίζοντα της μαύρης τρύπας.
«Πρόσεξε, πρώτε και καλύτερε όλων ημών», παρατήρησε ο Υπερίων, «φαίνεται σαν να μην είναι η μαύρη τρύπα εντελώς μέλαινα, δηλαδή εκβάλλει από αυτήν ένας πίδακας. Αυτό αντιβαίνει στη θεωρία που λέει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο στα πρώιμα στάδια μίας μαύρης τρύπας, όταν υπάρχει ακόμη αρκετή αιωρούμενη σκόνη».
«Τότε, φίλε μου, προφανώς η θεωρία είναι λάθος», είπε απλά ο Προμηθέας.
Μία ακόμη γουλιά ακράτου οίνου ή αιθυλικού θεοβρώματος και η πλοκή συνεχίζεται.
«Σαν να βλέπω και άλλον πίδακα να αναβλύζει από την αντίθετη κατεύθυνση της μαύρης τρύπας», είπε ο Προμηθέας.
«Η γνωστή ιστορία», ανακεφαλαίωσε ο Υπερίων, «τα αστέρια του Μικρόκοσμου συγκλίνουν και κάποτε θα συγκρουστούν, θα συντηχθούν και θα χαθούν ή μάλλον θα συγκεραστούν σε μία πολτώδη μάζα. Οι σβώλοι θα κατακρημνίζονται όλο και περισσότερο μέχρι που να μείνουν μόνο οι μαύρες τρύπες και όλη η ύλη είναι καταδικασμένη να απορροφηθεί από αυτή την άφωτη πυρά».
Τελικά λοιπόν – όλο λέμε στο τέλος και στο τέλος, ενώ συνεχίζουμε την αφήγηση γιατί δεν υπάρχει τέλος – η φαιά έλλειψη του γαλαξία χωνεύτηκε σε χοάνες μελαινών οπών και η ύλη στεριών και αστεριών είχε ξαναγίνει λίμνη ή λαδιά υγρού οξυγόνου σε πέλαγος υδρογόνου. Παρά ταύτα, το σύμπαν του μικρόκοσμου ή ο κόσμος του μικροσύμπαντος συνέχισε να εκτείνεται. Εμβαπτιζόταν σε στροβιλιζόμενες νεκρές μάζες, όπου το πλαίσιο ήταν ένα ανήσυχο δειλινό, ένα σκυθρωπό, αμαυρό και ζοφερό σούρουπο. Μεγάλα σύνολα και συμπιλήματα μάζας και ενέργειας κινούνταν προς το κύκνειο άσμα τους και ψάλλονταν ήδη οι άριες του τέλους της παράστασης. Σ’ αυτό το άτεγκτο απαρηγόρητο ψύχος δεν υπήρχε πια καταφύγιο για τη συντήρηση της ζωής, για εύθραυστους σάκους άνθρακα ή σακούλες νερού εντός κυτταρικών ιστών ή κινητών κιγκλιδωμάτων ασβεστίου. Ίσως μόνο η κρυσταλλική μορφή να ήταν μία λύση επιβίωσης μέσα σ’ αυτή τη δυσοίωνη κατάσταση.
«Είμαστε σκύλοι και πίθηκοι με ένδυμα δεξίωσης, παρευρισκόμενοι σε μία όπερα που δεν καταλαβαίνουμε», είπε ο Υπερίων.
Ταυτόχρονα, από τις δύο άκρες εκατέρωθεν του γαλαξιακού κέντρου εκκινούσαν αντίστοιχες μαρμαίρουσες υπόλευκες γραμμές που διατρυπούσαν τα σκιώδη σμήνη των διακεκαυμένων ήλιων, κάτι σαν πείσμων επανάληψη των αρχικών πιδάκων, που προοδευτικά φάνηκαν να συνενώνονται σ’ ένα λαοκοόντειο διακοσμητικό σύμπλεγμα. Αυτή τη φορά όμως δεν είχαν τυχαίο, άναρχο σχήμα, αλλά συναπάρτιζαν ένα κέντρο περιβαλλόμενο από ομόκεντρους κύκλους.
«Πρόσεξε αυτές τις ακτίνες τροχού ή τα αδράχτια της ρόδας ανάμεσα στους κύκλους», επισήμανε ο Προμηθέας. «Είναι σαν σύστημα συντεταγμένων με γεωγραφικά πλάτη και μήκη. Τι είναι, ρε Υπερίωνα, μήπως κάποιο μαγνητικό πεδίο ή φαινόμενο;»
«Όπως θα ‘λεγαν και οι μονοθεϊστές απόγονοί μας, ένδοξε Προμηθεύ, ένας Θεός ξέρει ή, όπως θα λέγαμε εμείς, ακόμη και πολλοί θεοί δεν ξέρουν».
«Κοίταξε – κύπταξε, επιστημονικέ αξιωματικέ, οι εκβολάδες και παραφυάδες διαρκώς επιμηκύνονται».
Ο όλος ιριδίζων και φωσφορίζων σχηματισμός, τούτο το κιγκλιδωτό δίκτυο βομβούσε, θρομβούσε και έπαλλε, ενώ χρυσές και κόκκινες κεραυνώδεις ανταύγειες εκπηδούσαν, έτριζαν και σπινθήριζαν πέρα δώθε σφύζοντας από ενέργεια.
«Βλέπουμε», ανταποκρίθηκε ο Υπερίων, «ότι το πρότυπο, το πυκνόρριζο πλέγμα, εκεί που κανείς θα νόμιζε ότι έχει ολοκληρωθεί, διαρκώς διευρύνεται με πρόσθετα λεπτοφυή τριχίδια, που επιμένουν να αναλίσκουν ενέργεια και να λάμπουν αγέρωχα παρά την αμείλικτη εντροπία του Μικρόκοσμου».
Ο πυρήνας του θνήσκοντος γαλαξία εξέβαλε μερικούς ακόμη φωτεινούς σπινθήρες από το κατακάθι – συλλίπασμα, που περιέργως εκεί που πήγαιναν να διαλυθούν, αύξαιναν σε λάμψη.
«Η έκφραση “τριχίδια” είναι σωστή, αλλά μπορείς να το πεις και “ρίζες”. Κάτι φαίνεται να μεγαλώνει εκεί, Υπερίων».
«Πρόκειται για δομές τάξης ενόψει του τέλους του κόσμου. Σαν ένα είδος ύστατης αντίδρασης στην εντροπία, όπως είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος».
«Εμένα μού φαίνεται ότι είναι ζωή, σχολαστικέ δόκτορα πολλών επιστημών. Ό,τι μεγαλώνει είναι ζωή. Τι άλλο να είναι; Αλλά από πού αντλεί την απαιτούμενη ενέργεια;»
Από το κιγκλίδωμα των σπινθήρων, που εν τω μεταξύ αγκάλιαζε όλη την έλλειψη του γαλαξία, ανελίχθηκαν καινούριες ίνες. Το πρότυπο, που είχε σχηματιστεί μπροστά από το αιθαλοειδές μαύρο πλαίσιο από νεκρά και θνήσκοντα άστρα, ακτινοβολούσε αδιάκοπα ένα μουγκό μήνυμα.
Οι παλαίμαχοι του Αστροστόλου δεν μπορούσαν να αποστρέψουν το βλέμμα από την αύξουσα λαμπρότητα. Προφανώς το θνήσκον μικροσύμπαν εξέπεμπε το νόημα της ζωής, όπως το ίδιο το είχε καταλάβει. Αν και η κλείδα κατανόησης ή αποκρυπτογράφησης έλειπε, οι παριστάμενες δομές τάξεις δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο από ελπίδες και όνειρα, που μοχθούσαν να επιβιώσουν. Και μάλλον και στο Σύμπαν των τιτάνων, όπως και σε κάθε άλλο, αυτή θα ήταν η τελική κατάληξη. Τι θέλει απομείνει προϊόντος του χρόνου και εκλιπόντος του ανθρωπίνου γένους; Μια δέσμη ευμόρφων ονείρων ως τράπεζα ψυχών ή ως κιβωτός και αρχείο συλλογικής συνειδήσεως.
Άραγε μήπως και στον Μικρόκοσμο, σύμφωνα με το αξίωμα του ουροβόρου, όσα απίθανα όντα είχαν ξεμείνει στο τέλος του χρόνου δεν θα παρίσταναν στο νου τους ένα μυθολογικό παρελθόν ή ουτοπικό μέλλον, όπου και πάλι η ύλη θα συμπυκνωνόταν σε ήλιους, τα τυχαία άτομα θα συγκροτούνταν σε ζωή και οι ταλαίπωροι πλανήτες θα σουλάτσαραν αβοήθητοι στο παλκοσένικο ενός ακατανόητου δράματος;
«Προμηθεύ, έχει δρομολογηθεί η άτεγκτη διαδικασία, η άφευκτη σπείρα, ο αδυσώπητος κύκλος που οδηγεί στην τελική κατάρρευση, που θα είναι ένα είδος πανίσχυρης είσρηξης».
«Ναι, ναι, ευτυχώς έχω λάβει οδηγίες γι’ αυτό, ώστε η είσρηξη να είναι ελεγχόμενη. Θα χρησιμοποιήσουμε την ίδια την ενέργεια του Μικρόκοσμου για να τον μετατρέψουμε σε αστέρα, σε ένα πυκνό αστέρα ουδετερονίων». Έκανε μερικές ρυθμίσεις στο τερματικό του κι ύστερα κοίταξε συνωμοτικά τον Υπερίωνα.
«Παλιά μας τέχνη κόσκινο, αιώνιε φίλε», είπε. «Πάμε μαζί».
Οι δυο τους ξεκίνησαν να ψάλλουν την πατροπαράδοτη λειτουργία και να τελούν την «μετ’ ευχών και ύμνων» λιτανεία των τιτάνων.
«Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα, εκτέλεσις! Και το όνομα του αστέρος έσεται Μνησιπήμων».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο: ΞΕΝΟΙ
«Μία ακόμη αποστολή ολοκληρώθηκε, αγαπητέ Υπερίων», είπε ο Προμηθέας. «Σημείωσε και καταχώρισε, σε παρακαλώ, άλλη μία επιτυχία στο βιογραφικό μας, επιμελή αιώνιε υφιστάμενε. Όπως πάμε εμείς οι δύο, φαίνεται ότι έχουμε λαμπρό μέλλον!»
«Ωραία το είπες, εξ ορισμού δοτέ και φυτευτέ προϊστάμενε. Αν δεν ήμουν Άτλαντας θα γελούσα, γιατί πραγματικά αυτό που είπες ήταν πασπαλισμένο με παιπάλη αττικού άλατος. Γιατί τι άλλο έχουν να περιμένουν από τη μοίρα δύο δεινόσαυροι σαν κι εμάς; Θα ήταν ύβρις να στοχεύουμε και σε άλλη επαγγελματική εξέλιξη εμείς που είμαστε σε επαφή με τον τελικό και αρχικό θεό του Σύμπαντος, που αναιρέσαμε και κατεδαφίσαμε τους πολλούς θεούς, που γκρεμίσαμε τις ασεβείς δόξες και ατεκμηρίωτες γνώμες, που γονιμοποιήσαμε πλείστες όσες Δημιουργίες και παρευρεθήκαμε σ΄ ένα σωρό συμπαντικές εκρήξεις και εισρήξεις».
«Μπα μη νομίζεις, ο άνθρωπος έχει πάντα μέσα του μία φιλοδοξία ως δυσπιστία προς το μέλλον, μία …καχυποψία ως αμφισβήτηση του παρόντος και από τη φύση του δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος. Στοχεύει πάντα σ’ ένα άλλο ουράνιο τόξο, στην απέναντι κορυφή, σε κάποιο “πλέον είναι”. Δεν χορταίνουμε ποτέ μέχρι να αποφασίσει κάποιος αμείλικτος θεός να μάς πυροβολήσει στο πρόσωπο με χαριστική βολή. Και να φανταστείς ότι ακόμη κι εμείς οι τιτάνες σε κάθε Δημιουργία ζούμε εκατό τόσα χρόνια κι έχουμε πάντα την αγωνία ότι δεν πρόκειται να ξαναγεννηθούμε. Φαντάσου να ζούσαμε αιώνια, εις τον αιώνα, να μην υπήρχε θάνατος, ούτε καν ως προσωρινή υπόμνηση ταπεινοφροσύνης. Τότε θα ήμασταν λύκοι, άγρια ζώα που κατασκύλλουν και κατασπαράσσουν».
«Λοιπόν, μωροφιλόδοξε ονειροπόλε, ας πατήσουμε το κομβίο του φαινοδιαστατικού διαδρόμου για να επανέλθουμε στη βάση μας».
«Ναι, αμέσως, θέλω να ρίξω μόνο μια ματιά ακόμη στο αποτύπωμα του Μικρόκοσμου, όπως αποκαλούν οι υλιστές την ψυχή, που δεν στέργουν να την παραδεχθούν ως κάτι κινούμενο και ζωογόνο, αλλά μάλλον ως σταθερό αντίκτυπο σε αδρανές υλικό, μήπως και δυνηθώ να αποκρυπτογραφήσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το τελικό νοηματικό του μήνυμα προς κάθε ενδιαφερόμενο!»
Η φωνή του πνίγηκε ξαφνικά στο λαρύγγι του γιατί τα δύο προσοφθάλμια του τηλεσκόπιου τυλίχτηκαν ξαφνικά γύρω από το λαιμό του και απειλούσαν να τον στραγγαλίσουν. Ο Προμηθέας τα άρπαξε πιάνοντας τον ταύρο από τα κέρατα και πασχίζοντας να τα αποσπάσει από πάνω του, αλλά εκείνα επέτειναν το σφίξιμο και το δάγκωμα σαν βόας συσφιγκτήρας ή σαν σαγόνια του καρχαρία. Κατάφερε να απομακρυνθεί από την κονσόλα, αλλά οι σωλήνες των προσοφθάλμιων αποκόπηκαν μυστηριωδώς από το ενσωματωμένο στο τερματικό τηλεσκόπιο και τυλίχτηκαν γύρω από το πόδι του, όπως τα φίδια της Ήρας γύρω από τον Ηρακλή. Ο Προμηθέας τίναξε το πόδι του σαν σκύλος που κατουράει και, μόλις η λαβή των φιδιών χαλάρωσε, τα πυροβόλησε διαδοχικά με το ακτινοβόλο του και τα διέλυσε στα «εξ ών συνετέθησαν». Για την ακρίβεια της αφήγησης ο βασανισμένος τιτάνας αστόχησε στη δεύτερη βολή (“aberratio ictus”), αλλά έσπευσε ο Υπερίων να ελέγξει την αναπήδηση των προσοφθάλμιων και να εξαερώσει τον δεύτερο σωλήνα, μετατρέποντάς τον σ’ ένα σύννεφο υποατομικών σωματιδίων.
«Μα όλους τους θεούς του Ολύμπου», είπε ο Προμηθέας. «Τι ήταν πάλι αυτό;»
Να ζωντανέψει το τηλεσκόπιο και να τού επιτεθεί! Τι άλλο θα δούμε, τι άλλο θα ακούσουμε!
«Ίσως ο φαινοδιαστατικός διάδρομος να δημιουργεί διαστρέβλωση της πραγματικότητας», είπε ο Υπερίων. «Τώρα που τον ενεργοποιήσαμε για να επιστρέψουμε στη Νέα Αρκαδία, θεωρώ ότι αυτά τα φαινόμενα να σταματήσουν».
«Το ελπίζω κι εγώ. Όσο είμαστε σε κατάσταση στρέβλωσης, πάω κι εγώ να κάνω μία καταιόνηση με ζεστό νερό καλύτερα και όχι με ηχητικά κύματα, για να χαλαρώσω εγγυημένα».
«Τιτάν μέγιστε, αυτό που μάς συνέβη είναι τόσο απίστευτο, που θα καθίσω να μελετήσω τα μοριακά υπολείμματα των προσοφθαλμίων. Θεωρώ εξίσου μεγάλη την πιθανότητα να έχουμε πέσει θύμα παραίσθησης.»
«Κάνε ό,τι δεν μπορείς να αφήσεις», είπε ο Προμηθέας αποσυρόμενος (κατά το «λυόμενος»). Έβγαλε τη στολή του και μπήκε κάτω από τον καταιονιστήρα. Άφησε με άφατη ηδονή το ζεστό νερό να τρέχει άφθονο στο κορμί του – ας έκανε κάνα παραπάνω έξοδο η υπηρεσία γι’ αυτόν, δεν πείραζε, τόσα τής είχε προσφέρει! Ήταν έντονα αναστατωμένος και, παρότι δεν ήξερε ακριβώς τις τεχνικές ηρεμίας των Ατλάντων, προσπαθούσε να τις μιμηθεί ελέγχοντας την αναπνοή του και κάνοντας χαλαρωτικές σκέψεις, ώστε να έλθει στα ίσα του. Στην αρχή είπε το κλασικό «είμαι πολύ γέρος για όλα αυτά», αλλά στο τέλος του πλυσίματος είπε: «Μα τι λέω, θα απαξιώσω μόνος μου τον εαυτό μου; Γέρος σημαίνει γερός και αφού έχω ακόμη τα μυαλά μου, δύναμαι να αξιοποιήσω την πείρα μου, που δεν αγοράζεται, ούτε πουλιέται, αλλά αποκτάται. Τύφλα να ‘χουν τα νέα φυντάνια που ζητούν αλγορίθμους και λογαρίθμους ή αλφαριθμητικές ακολουθίες ως υποδείγματα δράσης. Εμείς οι παλιοί ξέρουμε από κακουχίες και ανηφοριές και δεν έχουμε επιστημολογική ανάγκη να αντιγράψουμε κάποιους άλλους, να ενστερνιστούμε άκριτα και αδιαμεσολάβητα αυτό που έχουν πει οι άλλοι. Δυνάμεθα με βάση τις γενικές- ειδικές αρχές των επιστημών και τους ερμηνευτικούς κανόνες να καταλήξουμε σε δικά μας συμπεράσματα, οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά κι αν τεθούν μπροστά μας…».
Λέγοντας αυτά είχε πάρει τη μεγάλη ψήκτρα σώματος για να σκουπιστεί με την τρίχινη επιφάνειά της, αλλά αυτή τυλίχθηκε γύρω από το σώμα του σαν βόας συσφιγκτήρας- λυπούμαστε που ξαναχρησιμοποιούμε αυτή την παρομοίωση, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη. Το χνουδάτο ύφασμα της ψήκτρας τού πίεζε ασφυκτικά τα πλευρά και ο Προμηθέας άρχισε για μία ακόμη φορά να παλεύει ξέφρενα και απεγνωσμένα για τη ζωή του. Δυστυχώς η μεγάλη ψήκτρα εκτεινόταν μέχρι τους μηρούς περιλαμβάνοντας και αυτούς στο θανάσιμο αγκάλιασμά της, γεγονός που παρεμπόδιζε σημαντικά την κινητικότητά του. Παρά ταύτα μπόρεσε να βγει απ’ το βαλανείο με μικρά πηδηματάκια ουρλιάζοντας:
«Βοήθεια, Υπερίων!»
Με δυο δρασκελιές ο Υπερίων βρέθηκε από τη γέφυρα στο πλάι του αντικρίζοντάς τον σωριασμένο στο πάτωμα με πρόσωπο μελιτζανί και τα μάτια πεταγμένα έξω, εξορυγμένα από τη σούστα τους. Η ψήκτρα ήταν τυλιγμένη γύρω του και χόρευε μαζί του ένα μακάβριο ύπτιο και ξαπλωτό χορό θανάτου.
«Υπερίων, τράβηξέ το, μού τσακίζει τα πλευρά και τη λεκάνη, τέτοιο πόνο έχω να νιώσω απ’ τον Καύκασο. Ποιος γύπας και ποιο συκώτι, αυτό είναι ανυπόφορο!»
Με την ατλάντεια δύναμή του μπόρεσε ο Υπερίων να ξεκολλήσει με μεγάλη δυσκολία τον μανδύα του κένταυρου Νέσσου από το βασανισμένο θύμα και είδε μετά βδελυγμίας ότι ένα μεγάλο τμήμα της σάρκας του τιτάνα είχε εξαφανιστεί και σε κάποια σημεία φαίνονταν μόνο γυμνά κόκαλα, σαν να τον είχε τρυπήσει οξύ.
«Μα τον Ουρανό και τη Γη», είπε ο Υπερίων, «μπορείς να σηκωθείς φίλε μου;»
«Βαυκαλίζομαι να πιστεύω ότι έχω περάσει πολύ χειρότερα, αφού είμαι η επιτομή του απόστρατου μαχητή. Στήριξέ με, φίλε μου, να πάμε στη γέφυρα».
Μόλις όμως έφτασαν στην επόμενη θύρα δεν έλαβε χώρα το κλασικό αυτόματο γλίστρημα, ώστε να περάσουν στο επόμενο διαμέρισμα.
«Μα τι έγινε; Εγκλωβιστήκαμε εδώ;», είπε ο πλοίαρχος.
«Να αντιμετωπίσουμε το θέμα επιστημονικά, όπως έχουμε εκπαιδευτεί. Πάω στο δωμάτιό μου, που είναι σ΄ αυτήν την πτέρυγα να πάρω έναν καταγραφέα».
«Και τι να αναλύσει ο καταγραφέας; Αφού τόσο τα προσοφθάλμια όσο και το προσόψιο τα εξαερώσαμε. Δεν νομίζω να μπορούμε να συναγάγουμε κάτι από το καψαλισμένο μοριακό ίχνος».
Μέχρι να αποσώσει την πρότασή του, ο φτερωτός Υπερίων με πηχιαία ψηλοκρεμαστά άλματα πήγε μια και δυο στον θάλαμό του και γύρισε με τον φορητό ανιχνευτή του επαληθεύοντας την παροιμία ότι «μέχρι να σκεφτεί ο γνωστικός, ο τρελός πάει κι έρχεται».
«Ναι έχεις δίκιο, τέως προϊστάμενε», παραδέχτηκε ο Υπερίων. «Μισό λεπτό να ανοίξω το φάτνωμα δίπλα στη θύρα και σίγουρα εκεί θα διαπιστώσω την αιτία του εγκλεισμού μας».
Έβγαλε το εξωτερικό κάλυμμα του φατνώματος και φάνηκαν τα καλώδια.
«Τώρα θα δεις, αυθέντα, θα βραχυκυκλώσω τα καλώδια με τη μέθοδο που τόσες φορές έχουμε αποδράσει στο παρελθόν…».
«Μην βλέπεις απλά, ξεστραβώσου λίγο, οξυδερκή πλην στραβόθωρε και λοξόφθαλμε τεχνολόγε. Υπάρχουν πλάσματα, πλασμώδια που κινούνται πάνω στα καλώδια. Είναι… είναι ανθρωπέλοι…»
«Πράγματι, προσβλητικέ πλην αληθώς ομιλών αρχηγέτα, παρατηρώ και καταγράφω μικροσκοπικά νευρόσπαστα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να εισχωρούν παντού και να διενεργούν χειρισμούς σε πολύ μικρό χώρο».
«Προφανώς αυτά είχαν εισχωρήσει και στο τηλεσκόπιο και στην ψήκτρα και να πώς ένα άψυχο αντικείμενο ξαφνικά γίνεται έμψυχο και ζωντανεύει. Βέβαια υπάρχει και ο μηχανικός τρόπος αυτοματοποίησης ενός αδρανούς υλικού, όπως είναι ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος μέσα σε μία θύρα ή ένα ψυγείο ή έναν κλίβανο ή μία εστία, αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άλλο φαινόμενο…»
«Δεν καταλαβαίνω, απλώς έχουμε μικροσκοπικά νευρόσπαστα…»
«Ναι, το είπες αυτό. Καλά δεν βλέπεις τίποτε το περίεργο σ’ αυτό το σκηνικό; Δεν είναι και πολύ φυσιολογικό να βλέπει κανείς αυτά τα υπερτροφικά μικρόβια να κάνουν περίπατο πάνω σε ίνες και καλώδια. Η επιστήμη- αλίμονο- ουρανοδρόμε και ουρανοκατέβατε, όπως δηλώνει και τ’ όνομά σου- δεν είναι μόνο παρατήρηση και πείραμα, αλλά πρωτίστως και προεχόντως Λογική. Πες ότι κάτι συμβαίνει: Το ερώτημα είναι: Ποιον ωφελεί, από πού προέρχεται, ποιος το διαδίδει; Πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε με παραδοσιακές κατηγορίες. Αληθές, ψευδές, αυτά είναι για τους μπουμπουνοκέφαλους. Δεν μάς ενδιαφέρουν αν οι μύθοι της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι αληθινοί, μάς ενδιαφέρει ότι τούς διηγήθηκε ο Όμηρος, ότι πραγματεύονται το βίο και την πολιτεία του ωκύποδος Αχιλλέα, του πολυμήχανου Οδυσσέα, του ιππόδαμου Έκτορα…»
«Όπως είπαμε, έχουν μικροσκοπικό μέγεθος, ώστε να εισχωρούν παντού, είναι σαν άγανα που τα παίρνει ο άνεμος, σαν βελονοειδείς απολήξεις…»
«Όχι ιδιότητες, πάμε στην ουσία, τι είδους πλάσματα είναι: Βιολογικά, μηχανικά, φωτονικά; Αμάν ρε Υπερίων, τόσα χρόνια συνεργαζόμαστε, τι έμαθες από μένα; Στορύνη (στουρνάρι) έμεινες;»
«Ενώπιόν σου με καταλαμβάνει ένα περίεργο σύνδρομο κατωτερότητας, άφρων Επιμηθεύ!»
«Σε παρακαλώ να μην αναφέρεις τον αδελφό μου ούτε γι’ αστείο. Λόγω της δικής του αμέλειας και αβελτηρίας αναγκάστηκα να αναμετρηθώ με τους θεούς, να κλέβω φωτιά και άλλα εξελικτικά εργαλεία, το μεγαλύτερο εκ των οποίων είναι το λάθος- σφάλμα, αφού δεν μερίμνησε να φυλάξει καμία θετική ιδιότητα για τους ανθρώπους».
Ο καταγραφέας γουργούρισε λίγο πριν καταλήξει σε συμπέρασμα.
«Είναι φωτονικοί, αποτελούμενοι από φως, που όμως δύνανται κατά βούληση ή κατά ξένη παρέμβαση ή μετάδοση να αποκτούν μάζα, ώστε να διαντιδρούν με το υλικό μας περιβάλλον».
«Υποψιάζομαι κάτι εφιαλτικό! Για κάνε ανιχνευτική σάρωση όλου του καταστρώματος ή μάλλον των καταστρωμάτων του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα».
«Μάλιστα». Ακούγεται, ψηλαφεί, ρογχάζει και στο τέλος κορυφώνεται ο αγωνιώδης ήχος της ανίχνευσης: «Το σκάφος έχει πλημμυρίσει από αυτά τα αναπάντεχα βδελύγματα της ερημώσεως. Έχουν τρυπώσει στις εγκαταστάσεις ανανέωσης του αέρα, σε όλες τις σωληνώσεις για αναπνοή και συντήρηση ζωής, στους τοίχους, στους διαδρόμους, στους αεροφράκτες και τις κλεισιάδες. Δεν έχουν όλα το ίδιο μέγεθος, άλλα είναι μεγαλύτερα, ακόμη και σε φυσικές διαστάσεις, άλλα μικρότερα με απεριόριστη συρρίκνωση, που μπορεί να φτάνει μέχρι τον μικρόκοσμο ή μάλλον να καταβυθίζεται σε όλα τα επίπεδα τούτου, εξαρτάται από το άνοιγμα του διαστήματος ή της οπής, όπου καλούνται να χωρέσουν. Ακόμη κι εκεί που είναι κρεμασμένες οι διαστημικές στολές έχουν παρεισφρήσει, ένθα μάλιστα διατηρούν ένα κανονικό ανθρώπινο μέγεθος, διότι αυτό παρίσταται αναγκαίο και ικανό για την κατάληψη του αντίστοιχου άδειου χώρου, οπότε μπορούμε να δούμε και τη μορφή τους. Είναι πλάσματα σαν κι εμάς, απλώς χρειάζονται μία μηχανή ή μάλλον οροφή προβολής για να υπάρξουν!»
«Μάλιστα, ολογράμματα αυξομειούμενα σε μέγεθος προκειμένου να προσαρμόζονται σε κάθε κενό, να τρυπώνουν σε κάθε εσοχή και να καταλαμβάνουν όλα τα αντικείμενα. Συγγνώμη, θα σε στενοχωρήσω τώρα, αλλά …. Είναι όπως η σύζυγός σου;»
«Ναι», είπε ο Υπερίων καταπίνοντας ένα κόμπο στο λαιμό του. «Ανάλογα με τον χειρισμό της μηχανής προβολής, που πάντα συνδυάζεται με μεταφορέα-διακτινιστή το εκάστοτε ολόγραμμα έχει τη δυνατότητα ή να παραμείνει φωτονικό ή να υλοποιηθεί και στην τελευταία περίπτωση σκουραίνουν βέβαια τα πράγματα».
«Σίγουρα χρειάζεται τεράστια υπολογιστική και ενεργειακή δύναμη για να μετατρέψει κανείς ολόκληρο τον Ναό Βενοβίνδα σε αίθουσα ολογραφικής προβολής. Αλλά ισχύει αυτό; Έχει γίνει τέτοια μετατροπή στην οροφή του διαδρόμου που βρισκόμαστε;»
«Ο καταγραφέας λέει όχι. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει προβολή απ’ έξω. Μια τέτοια τεχνολογία είναι τόσο εξεζητημένη και άπαιχτη που ούτε εμείς δεν διαθέτουμε. Προφανώς πρόκειται για ξένους, για όντα από άλλες διαστάσεις».
«Και γιατί να επιτάξουν αυτοί το Ναό Βενοβίνδα; Αυτή τη στιγμή το σκάφος είναι άοπλο, παροπλισμένο, χρειάζεται αναβάθμιση και συντήρηση, είναι στα ΚΤΕΟ. Αλλά στάσου… μη μού απαντάς, το ξέρω, εδώ στο στόμα μου το έχω… και μόνο ο φαινοδιαστατικός διάδρομος και γενικά οι πυρηνικές μηχανές και οι μηχανές αντιύλης του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε όπλο και μάλιστα τρομακτικής ισχύος. Εύκολα γήινοι ή εξωγήινοι τρομοκράτες δύνανται να κατευθύνουν το αστροσκάφος σε μεγάλη πόλη της Γης και να την κάνουν Γης Μαδιάμ. Ένα διαστημόπλοιο με τη δύναμη του Βενοβίνδα θα μπορούσε να προκαλέσει έκρηξη, ικανή να εξαλείψει πλανήτη ολόκληρο!»
«Κι εμείς είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, ανίσχυροι, χωρίς δυνατότητα διαφυγής».
«Είπες ότι θα βραχυκυκλώσεις τα καλώδια, ξεχασιάρη τιτάν».
«Δεν είναι πλέον επιλογή αυτό. Οι ανθρωπέλοι δουλεύουν τόσο γρήγορα, ώστε έχουν σχεδόν εξαφανίσει το φάτνωμα με τα καλώδια, το έχουν ενσωματώσει στον τοίχο, έχουν επηρεάσει την ύλη σε μοριακό επίπεδο και έχουν συντήξει τα τοιχώματα με τα κουφώματα».
«Έ βέβαια τόση ώρα που φλυαρούμε, ο εχθρός δεν χασομερά και δεν χρονοτριβεί. Το ‘χουμε αυτό το ελάττωμα εμείς οι τιτάνες, την σχοινοτενή αδολεσχία, μιλάμε και μιλάμε μέχρι να κουράσουμε το θέμα και να εξαντλήσουμε τους εαυτούς μας. Ο Πλάτων μάς δίδαξε το “διαλέγεσθαι”, αλλά εμείς έχουμε την τάση να το παρακάνουμε. “Όμως, θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον”. Φίλε μου καρδιακέ, Κάνε ό,τι μπορείς, σού έχω εμπιστοσύνη. Θέλω ιδέες, θέλω επιλογές, θέλω οψώνια από το καλάθι της Ευκαιρίας που έχει τα μαλλιά μπροστά, για να τη συλλαμβάνουν οι ξύπνιοι, γιατί, αν σε προσπεράσει, “όνον κείρεις και ωόν τίλλεις” (πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευτο ή αλλιώς σουρομάλλιασέ το ή σουρομάδησέ το”)».
«Όπως είπαμε, το να δραπετεύσουμε, όπως συνήθως κάνουμε, δεν είναι πλέον οψώνιον (option – επιλογή). Η δράση αποκλείεται και μένει μόνο η σκέψη για να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δυσχερή συγκυρία.»
«Πελαγωμένε Άτλαντα, μάς δουλεύεις; Με σκέτη σκέψη πώς θα φύγουμε από εδώ; Χρειάζεται πάντα η δράση και η πράξη ως επιστέγασμα της σκέψης ή ως διοχέτευσή της στο πεδίο της πραγματικότητας. Τι κρίμα που η Θεία έχει πια αποσυρθεί από τα συστήματα του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα, αλλιώς θα είχαμε μία σύμμαχο για να πολεμήσουμε όλα αυτά τα ηλεκτρονικά κυκλώματα και τους ανθρωπέλους – ολογραφήματα».
Ο Υπερίων φάνηκε να αυτο-απορροφάται και να συλλογίζεται βαθιά.
«Τώρα βρήκες την όρεξη, ειδωλολάτρη μου -κατά το χριστιανέ μου- να βυθιστείς σε διαλογισμό και αυτοσυγκέντρωση; Εδώ καίγεται η γούνα μας, η διφθέρα μας και τα τεφτέρια μας, για να χρησιμοποιήσω και ένα αντιδάνειο».
«Κι όμως», αναδύθηκε τελικά από το βάθος των σκέψεών του ο Υπερίων, «δεν μπορεί να μην έχει σχέση η Θεία, ένα τόσο εξελιγμένο ολόγραμμα, μ’ αυτό που μάς συμβαίνει. Θα επικοινωνήσω μαζί της».
«Για στάσου, είπες ότι στη Συνομοσπονδία δεν υπάρχει τεχνολογία που να είναι σε θέση να προβάλλει ένα ολόγραμμα εξ αποστάσεως χωρίς προβολείς οροφής».
«Ναι, αλλά μπορεί να βρισκόμαστε σε ολόγραμμα μέσα σε ολόγραμμα. Άκου με που σού λέω, η συμβία μου είναι απολύτως ικανή για κάτι τέτοιο, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι πριν αποχωρήσει φρόντισε να εγκαταστήσει φωτοδιαχυτικές μικροσυσκευές σε όλο τον Βενοβίνδα για να μπορεί να τον χειρίζεται από μακριά. Είναι βασικό χαρακτηριστικό της ότι, αν μια φορά τής εμπιστευθείς εξουσία, αυτή δεν παραιτείται ποτέ, θα κάνει οτιδήποτε για να διατηρηθεί σε θέση ισχύος, θα γαντζωθεί σ’ αυτήν, όπως ο Κυνέγειρος, ο αδελφός του Αισχύλου, στα πλοία των Περσών. Είναι πολύ πιθανό η οροφή να μην είναι αυτό που φαίνεται, να υπάρχουν δηλαδή μικροσυσκευές διαχείρισης ολογραμμάτων».
Έψαξαν και βρήκαν σε κάποιο διαμέρισμα, από αυτά που είχαν πρόσβαση, έναν επικοινωνητή που ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τους άλλους. Υπήρχε βέβαια η σκέψη στους κύκλους της Συνομοσπονδίας να ενσωματωθούν οι επικοινωνητές στη στολή των ναυτών και των αξιωματικών, δεδομένου ότι συνήθως οι κάτοχοί τους τούς έχαναν ή τούς πετούσαν υποτιμητικά ως ξεπερασμένους, όπως έκαναν σε άλλες εποχές οι άνθρωποι με τα κινητά τους, αλλά ακόμη δεν είχε υλοποιηθεί το σχέδιο αυτό. Ο επικοινωνητής που βρήκαν οι δύο παλιόφιλοι, αφού πρώτα εξέτασαν και πέταξαν οργισμένοι πολλούς άλλους στην γωνία, είχε εμβέλεια που έφθανε ως τη Νέα Αρκαδία.
«Ευρυφάεσσα, λέξον, Ευρυφάεσσα, μίλησέ μου», είπε ο Υπερίων αρκετά οργισμένος.
«Τι έγινε πάλι, φορτικέ σύζυγε;”, απάντησε στο τέλος δύσθυμη η κομψή τιτανίδα.
«Είμαστε εγκλωβισμένοι με τον Προμηθέα στο Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Φωτονικά νευρόσπαστα έχουν καταλάβει όλες τις συνδέσεις και αναδιαμορφώνουν όλα τα συστήματα τους σκάφους. Όπως σε ξέρω, αποκλείεται εσύ να μην έχεις ασφαλιστικές δικλείδες γι’ αυτή την περίπτωση, αν κι εγώ προσωπικά πιστεύω ότι έχεις βάλει το χεράκι σου. Καλά δεν ντρέπεσαι; Εδώ κινδυνεύουμε, έχουμε χάσει τον έλεγχο του σκάφους. Τι σχεδιάζεις πάλι; Μήπως θες να μάς λαμπαδιάσεις θυσιάζοντάς μας στο βωμό της τεχνητής νοημοσύνης, που τόσο ανεπιφύλακτα λατρεύεις και υπηρετείς;»
«Μα τι λες, εγώ… Ίσως πρόκειται για ξένους, για πλάσματα από άλλη διάσταση, δεν είμαι εγώ υπεύθυνη για όλα, καταχρηστικέ γαμπρέ, δεν έχουμε εμείς τέτοια τεχνολογία…»
«Άσε τα σάπια, πραγματικά δεν περίμενα από σένα ότι θα πέσεις τόσο χαμηλά. Όμως το ίδιο το όνομά σου μαρτυρεί πόσο παιχνιδιάρα είσαι αναφορικά με το φως ή μάλλον πόσο πειραματίζεσαι με τα δεδομένα του φωτός. Πάντα μού έλεγες ότι θέλεις να ζήσεις την ευτυχία ως βιοσύμφυτη, παρέα με τον οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, αλλά ποτέ δεν πίστεψα ότι θα έφτανες σ’ αυτό το σημείο, να καταλάβεις το Ν.Α.Ο.Σ, Βενοβίνδα για να πετύχεις τι, βλαμμένο πλάσμα;»
«Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα, εξυπνάκια πλην μη άνεργε άνερ. Εσύ νομίζεις ότι όλα περιστρέφονται γύρω από το φόνο και τις έρευνές σου. Υπάρχουν και άλλες προβληματικές σ’ αυτόν τον πρωτότυπο και πρότυπο για τα ανθρώπινα δεδομένα βιότοπο της Νέας Αρκαδίας. Εκτός από τους βιοσύμφυτους και τους φυσιολογικούς υφίσταται και μία τρίτη κατηγορία όντων, εμείς οι φωτονικοί, που έχουμε το χαρακτηριστικό ότι ζούμε κατά παραπομπή από κάποιο μηχάνημα, ότι στο βάθος πρέπει πάντα να στέκεται μία οροφή προβολής που παραπέμπει σ’ εμάς».
«Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Εσύ διάλεξες να μείνουμε σε περιοχή φυσιολογικών. Υπάρχει στα προάστια και στην εξοχή της Νέας Αρκαδίας ολόκληρο ολογραφικό χωριό που στεγάζεται από πλήρη θόλο κατάστικτο από συσκευές προβολής. Ήμουν διατεθειμένος ακόμη κι εκεί να μείνω για να μπορέσετε να έχετε μία πιο φυσιολογική, μπερδεύτηκα, πιο φωτονική ζωή, να μπορείτε να βγαίνετε έξω για περίπατο, να επισκέπτεστε ακόμη και κέντρα διασκέδασης, τα παιδιά να πηγαίνουν σχολείο αντί να δέχονται τηλεκπαίδευση στο σπίτι και όλα αυτά. Κι αυτό που τάχα με κατηγορείς ότι έχω προσλάβει φωτονική οικογένεια γιατί είμαι δήθεν εγωιστής ή εσωστρεφής ή ότι αρέσκομαι σε αυταπάτες, ούτε κι αυτό ισχύει. Είχα εγώ σκεπτικό που σού ζήτησα να αποσυρθείς από τον Βενοβίνδα και που αντέγραψα τις μήτρες των παιδιών και ύστερα που σάς έφερα εδώ. Ήθελα να ζήσετε κι εσύ και τα παιδιά μακριά από τους κινδύνους των μεγαλουπόλεων σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον…»
«Το να έρθουμε στη Νέα Αρκαδία δεν ήταν δική σου ιδέα, αλλά δική μου…»
«Εσύ όμως επέλεξες να ζήσουμε σε κανονικό χωριό, όπου δεν μπορείς να ξεμυτίσεις από το σπίτι, ούτε εσύ ούτε τα κορίτσια. Τάχα διότι έτσι είναι καλύτερο για μένα, άστα αυτά! Το έκανες μόνο και μόνο, ώστε το μόνο θέμα συζήτησης να είναι αν θα βάλω εγώ τηλεπαθητικό εμφύτευμα, για να είμαστε σε διαρκή επικοινωνία, για την οποία όμως ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος, διότι χρειάζεται και στιγμές απομόνωσης, στιγμές αυτοσυγκέντρωσης. Πάντα ήθελες να έχεις κάτι να γκρινιάζεις! Σε κάθε περίπτωση, υποψιάζομαι ότι πίσω από αυτό το χοντρό πάθημα που μάς συμβαίνει βρίσκεσαι εσύ, αν και δεν μπορώ να καταλάβω την ακριβή σχέση του με όσα σκαρώνεις και σκαρφίζεσαι. Εξηγήσου, σε παρακαλώ, καθότι έχω εδώ δίπλα και τον οικογενειακό μας φίλο Προμηθέα και αισθάνομαι πολύ άσχημα που κι αυτός εμπλέκεται στις δικές μας ανούσιες επιδείξεις δύναμης,»
«Να, είπα, όταν αποχώρησα από τη φθαρτική και φθοροποιό μου θητεία μέσα στα κυκλώματα του Ναού Βενοβίνδα, να ξεκινήσω ένα σύστημα, ώστε οι συσκευές προβολής να απέχουν ικανή, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τα ολογράμματα, τα οποία φωτίζουν. Σαν ένα βήμα για την ανεξαρτητοποίηση, την απεξάρτησή μας από παράγοντες δεσμευτικούς για μάς, καταλαβαίνεις…Το επόμενο μελλοντικό βήμα θα είναι να έχουμε φορητή συσκευή εκπομπής, αλλά τα επιστημονικά επιτεύγματα δεν επιτυγχάνονται ποτέ σωρηδόν, αλλά διαδοχικά με την κοπιαστική μέθοδο του “λάθους και μετά σωστού”, “της δοκιμής και της αστοχίας- γκάφας”»
«Ευρυφάεσσα, πτωματοφάγουσα, σχιστόσωμα, επίπεδο, παρασιτικό σκουλήκι, τρηματοειδές πλασμώδιο σπονδυλωτών οργανισμών, αιματώδες και ηπατικό δίστομο, παραδέχεσαι στα σοβαρά ότι μάς παγίδευσες χωρίς να μάς προειδοποιήσεις, ότι μάς έκανες να περάσουμε τέτοια ταλαιπωρία, τέτοια έντονη στενοχώρια και αχρείαστη ταραχή, ικανή να συγκροτήσει τη νομική βάση εκτεταμένης ηθικής βλάβης, μόνο και μόνο για να δοκιμάσεις εξ αποστάσεως συστήματα ολογραφικής προβολής; Λοιπόν μάζεψε τα καλώδια σου και τις προεκβολές σου αυθορεί και παραχρήμα μη σε στείλω στον κόρακα- μα τι λέω, δυστυχώς στους νερόβραστους και πολιτικά ορθούς κανόνες εθιμοτυπίας των τιτάνων δεν υπάρχει κατάλληλη λέξη για να περιγράψει αυτό που έκανες, οπότε καταφεύγω στον ισλαμοχριστιανισμό και σού λέω: μη σε πάρει ο διάολος, διόρθωσε τη συμπεριφορά σου γιατί θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου, θα σε κυνηγάω με λογχοπέλεκυ μέχρι το τέλος των ημερών σου»
«Αν ήμουν άντρας, θα σού έλεγα “επί των εμών όρχεων περδήσει”, αλλά τέλος πάντων. Μη με απειλείς, “ώδινεν όρος και έτεκεν μυν” ή αλλιώς “μυία έθρεψεν κόλον και αφόδευσεν επί τον κόσμον όλον”. Σιγά τώρα μη μάς φοβίζει και ο Υπερίων. Άμα φτάσουμε στο σημείο να τρομοκρατεί ο σύζυγος τη σύζυγο και να μην τρέμει στην κυρά του μπρος, τότε πάει, γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Εντάξει, αποσυνδέω τα συστήματα, αλλά κοίτα να μη με εξοργίζεις πολύ, γιατί δεν ξέρεις ποτέ, ούτε εσύ αλλά ούτε κι εγώ, πώς θα αντιδράσω. Στην αιώνια ιστορία ανδρός και γυναικός είναι φανερό ποιος είναι ο κυνηγός και ποιο το θήραμα και μη το ξεχνάς ποτέ αυτό, ούτε εσύ ούτε ο οινόφλυξ συνδαιτημών σου στα ολονύκτια συμπόσια!»
Η θύρα ελευθερώθηκε, οι ανθρωπέλοι εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας από όλα τα όργανα του σκάφους και οι δύο ψαλαττωμένοι – τσαλακωμένοι τιτάνες έφτασαν παραπατώντας, χωρίς να ξέρουν αν είναι όρθιοι ή λιπόθυμοι, στα χειριστήρια της γέφυρας, βλέποντας με ανακούφιση ότι τουλάχιστον η δράση του φαινοδοαστατικού διαδρόμου είχε ολοκληρωθεί και διέτρεχαν πάλι τη γνώριμη τροχιά γύρω από τη Νέα Αρκαδία.
Ο Υπερίων αισθάνθηκε αμήχανα και πήγε να απολογηθεί στον Προμηθέα για το ατυχές περιστατικό.
«Ε καταλαβαίνεις, πλοίαρχε, το προαιώνιο σύμφωνο ανδρός και γυναικός έχει μεγάλη δύναμη όταν τηρείται, γι’ αυτό έχει πολλές εγγυητικές ρήτρες μη εκπλήρωσης, αλλά παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τις νομικές διαφορές, τις ασυμφωνίες χαρακτήρων, τις χασμωδίες διαγωγής και συμπεριφοράς…»
«Υπερίων, μην κουράζεσαι. Είναι φανερό ότι έχεις έκδηλα οικογενειακά προβλήματα, αλλά δεν είμαι τόσο αφελής, ώστε να πιστεύω ότι αυτή η βάναυση παρεμβολή προέρχεται από τη σύζυγό σου»
«Τι εννοείς, ώ καχύποπτε και φιλύποπτε τσιμεντοτιτάν;»
Ο Προμηθέας βίγλισε τον αιώνιο υφιστάμενό του με κάποιο οίκτο, λύπηση και συγκατάβαση. Είχε άπειρη κατανόηση ότι αυτός ο πανεπιστήμων Άτλαντας έμοιαζε πάντα με μαθητούδι ενώπιόν του. Έτσι γίνεται όταν ανάγουμε κάποιον σε ίνδαλμά μας, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στεκόμαστε σούζα μπροστά του με ευλάβεια και σεβασμό.
«Ανυποψίαστε και φιλόστοργε σύζυγε και πάτερ, φαντάζομαι να έχεις αντιληφθεί ότι ο “Ικαρομένιππος” δεν έπαψε να υπάρχει με τη σύλληψη του … Ικαρομένιππου. Το αυτονομιστικό κίνημα της Νέας Αρκαδίας ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει. Αυτό που βιώσαμε σήμερα ήταν επαναστατική γυμναστική και τελική- επίσημη δοκιμή για κάποια καθοριστική και χειρουργική ανατρεπτική ενέργεια, που θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στο πολίτευμα, το θεσμικό καθεστώς και τις εν γένει συνθήκες του ηλιακού συστήματος. Ξύπνα αδελφέ! Η τεχνητή βιολογική νοημοσύνη προχωρά ακάθεκτη σε νέες κατακτήσεις και κορυφές. Έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα αδρανή αυτόματα και τους μηχανικούς Τάλω και έχει θέσει στόχο να υποδουλώσει την ανθρωπότητα! Ποια λύση απομένει; Πάλι οι τιτάνες, πάντα οι τιτάνες, πάντα ο αγώνας, από κάθε πολεμίστρα, κάθε στιγμή, μαζί με τα φυλαχτά και τα μαργαριτάρια της ανθρωπότητας!»
Ο Υπερίων έμεινε ενεός για πολλή ώρα.
«Επαίων, πολυμαθή, πολυίστωρ, φωτεινέ παντογνώστη, πολύξευρε πρόεδρε, σ’ αγαπώ και τώρα και πάντα. Μού υπέδειξες με την ευστροφία και την αξιοσύνη σου ένα δρόμο που τον είχα παραμελήσει στην έρευνά μου για την απεχθή δολοφονία της Αρήτης. Τα ολογράμματα! Στο κάτω – κάτω της γραφής ήταν ολόγραμμα εκείνο που ξεπάστρεψε την εμπνεύστρια της Νέας Αρκαδίας και πρέπει να ερευνήσω πιθανούς και επίδοξους δολοφόνους στο χωριό των ολογραμμάτων, αλλά και γενικότερα στην ολογραφική κοινότητα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο : ΟΑΡΙΣΤΥΣ (Οαριστύς, ερωτική συνομιλία)
Ήταν η τρίτη φορά που ο Υπερίων επισκεπτόταν την κατοικία της Αρήτης της Κυρηναϊκής, η δεύτερη υπηρεσιακή, γιατί ίσως να θυμάσαι αναγνώστη ότι κάποια φορά- την ενδιάμεση- είχε ζητήσει καταφύγιο πίσω από το αλύμαντο των σφραγίδων, που είχαν τοποθετηθεί για να μη πειραχτούν τα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να ξεφύγει λίγο από την κρεβατομουρμούρα της οικογένειας. Από τις δύο υπηρεσιακές μεταβάσεις η πρώτη ήταν η αρχική γνωριμία και αυτοψία στον τόπο του εγκλήματος με ξεναγούς τους υπεύθυνους ασφαλείας του σταθμού και η δεύτερη ήταν τώρα, όπου πήγε μαζί με τις συνεργάτιδές του και την ασφαλίτισσα Περικτιώνη. Όμως αυτή τη φορά η ασφαλίτισσα δεν είχε έλθει για να μυήσει ή να εισαγάγει τους ανακριτές στο περιβάλλον της υπόθεσης, αλλά μάλλον για ανακριθεί ερχόμενη σε αντιπαράθεση ή… αντιπαράσταση με το περιβάλλον αυτό. Διότι η Περικτιώνη, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, είχε τις περισσότερες αδικαιολόγητες μεταβάσεις στην οικία της Αρήτης, επισκέψεις μέσα στο ενδιαίτημα και όχι απέξω, όπως θα ήταν το λογικό από τις ανάγκες φύλαξης.
Η οικία ήταν η γνωστή απολύτως αποστειρωμένη περιοχή, όπου υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι. Η πλήρης ανακύκλωση των υλικών είχε ως αποτέλεσμα, κάθε κυάθιον του καφέ (φλιτζάνι) μαζί με το υποκρατηρίδιόν του (πιατάκι) και κάθε πινάκιο μαζί με τα μαχαιροπήρουνα, ακόμη και κάθε φθαρμένο ή χρησιμοποιημένο εριούχο, κάθε εφάπλωμα και κάθε σινδόνη, λερωμένες ή κηλιδωμένες περικνημίδες, περισκελίδες, ασιδέρωτα χιτώνια ή υποχιτώνια- υποκάμισα, μη αμυλωμένα ξεφτισμένα περιτραχήλια, μαζί με ό,τι άλλο στοιχείο μπορεί κανείς να φανταστεί να έχουν ενταφιαστεί στους τοίχους και να μην είναι σε θέση να μαρτυρήσουν ή να φανερώσουν τίποτε. Όμως ο Υπερίων θεωρούσε ότι και μόνο η θέα του τόπου του εγκλήματος και η σχετική ατμόσφαιρα τορνευτικού δραπανοειδούς αγωνιώδους δράματος (θρίλερ) θα ήταν αρκετή για να εκμαιεύσει κάποια αντίδραση από την ανακρινόμενη, πρόσφορη να διαφωτίσει το έγκλημα.
Μόλις έκλεισαν την θύρα, ανέμισαν λίγο το σχετικό ανακριτικό ένταλμα τόσο όσο χρειαζόταν για να προκαλέσουν τον αντίστοιχο σεβασμό και να σιγουρευτούν ότι η ανακρινόμενη είχε αποβάλει το θράσος, που την χαρακτήριζε μέχρι τούδε λόγω θέσεως, αφού δεν είχε ούτε καν το κουράγιο να ελέγξει τα διαπιστευτήρια των ανακριτών.
«Περικτιώνη, δεν είναι μυστικό ότι επισκέφτηκες περισσότερο από κάθε άλλον την κατοικία της Αρήτης, χωρίς μάλιστα να έχεις κανένα λόγο. Εσύ μία ταπεινή αστυνομικός τι δουλειά είχες να χώνεσαι στα άδυτα μίας βασικής για το κοινόβιο προσωπικότητας:»
«Πάτε να με φοβίσετε και να κάνετε ασβό τον μάρτυρα, εδώ πέρα; Με είχε για σωματοφύλακά της η κυρία Αρήτη, που να σκάσετε όλοι από τη ζήλεια σας. Για προσωπικό της σωματοφύλακα, γιατί φοβόταν λίγο».
«Δεν υπήρχε καμία επίσημη μετάταξη, μετάθεση ή απόσπαση από τον προϊστάμενό σας Φιλογενή για την εν λόγω φύλαξη».
«Ωραία, ήμουν ανεπίσημα διορισμένη σωματοφύλακας».
«Για να σε βοηθήσω, ίσως προσλήφθηκες ως συνοδός ή παραμάνα εντός της οικίας, αλλά γιατί; Η οικία είχε συστήματα ασφαλείας και μάλιστα υπερσύγχρονα, κανείς δεν θα μπορούσε να εισχωρήσει, γιατί θα ηχούσε συναγερμός».
«Ίσως να ήμουν μία τελευταία γραμμή αμύνης για την περίπτωση που κάποιος κατάφερνε να διεισδύσει…»
«Περικτιώνη, δεν μιλάς για καμιά εποχή αναρχίας ή χασμωδίας ασυντόνιστων και ασυσχέτιστων συμπεριφορών, αλλά για μία εποχή που όλες οι κινήσεις καταγράφονται και αξιολογούνται. Ξέρεις πολύ καλά λόγω επαγγέλματος ότι εξωτερική διείσδυση υπό τις σημερινές συνθήκες δεν είναι δυνατή, εκτός αν κάποιος απενεργοποιήσει με εξεζητημένα αγχέμαχα εργαλεία τη σήμανση του κήπου και του κτιρίου. Άλλωστε μόνο εξ αυτού του λόγου οι εξωτερικοί φρουροί έχουν ακόμη νόημα».
Η Περικτιώνη άρχισε να κουνιέται πέρα – δώθε με ανίσχυρη λύσσα! Από τη μία ήθελε να κρυφτεί, από την άλλη να αποστομώσει τους ανακριτές. Είχε το νεύρο και το αντανακλαστικό να απαντήσει στην πρόκληση, αλλά όχι και τη λογική συγκρότηση ώστε να συγκρατηθεί και ο Υπερίων το γνώριζε αυτό.
«Ναι, γιατί άραγε να είμαι εγώ εσωτερική, φαεινέ παντογνώστη, που ήλθες εδώ να μάς ταράξεις τους κύκλους;»
Εκεί επενέβη η Ευρύβια για να υπερασπιστεί τον προϊστάμενό της.
«Περικτιώνη, άκουσέ με πολύ προσεκτικά. Η καλύτερη εκδοχή για σένα είναι ότι ήσουν ερωμένη της Αρήτης και η χειρότερη ότι ήσουν η δολοφόνος της λόγω κάποιου είδους ερωτικής αντιζηλίας. Σε ερωτούμε λοιπόν με όλους τους τύπους και με συναίσθημα ευθύνης. Ήσουν ερωμένη της Αρήτης Κυρηναϊκής;»
«Αστροστόλοι… απαίσιοι ηθικολόγοι… αυτόκλητοι τιμητές της κοινωνικής ορθοπεδικής… ποιος σάς έδωσε το δικαίωμα να επεμβαίνετε στη ζωή μας…», μουρμούριζε ατελέσφορα η Περικτιώνη.
«Περιμένουμε απάντηση», διαλάλησε με στεντόρεια φωνή ο Υπερίων.
Η Περικτιώνη παρέμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα, κουνώντας τους ώμους της δεξιά και αριστερά.
«Λέγεεε», έσκουξαν οι ανακριτές εκβιάζοντας τις καταστάσεις.
«Δεν ήμουν, γιατί είχε εραστές- ολογράμματα!», ξέσπασε κραυγάζοντας η Περικτιώνη.
«Δηλαδή φανταστικούς εραστές;», ρώτησε αμέσως η Ευρύβια μη δίνοντάς της τον χρόνο να ανασυνταχθεί.
«Όχι, οι απόλυτα φανταστικοί εραστές δεν έχουν κανένα βάθος και καμία υπόσταση, καμία ελκυστικότητα, αλλά και κανένα γούστο. Είχε εραστές από το ολογραφικό χωριό. Αυτοί παρουσιάζονταν στην οθόνη και μετά υλοποιούνταν για τις ανάγκες της γενετήσιας πράξης από τον μεταφορέα- διακτινιστή. Εγώ απλά τούς ήξερα και τούς προήγαγα, προσήγαγα, παρακολουθούσα…».
«Μα είναι δυνατόν ένας φυσιολογικός άνθρωπος να ερωτευτεί ένα ολόγραμμα;», αναρωτήθηκε η Ευρύβια καταπνίγοντας την αηδία της. Μετά όμως σκέφτηκε ότι το όνομά της, που σήμαινε ευρύς βίος, συνεπαγόταν και ευρεία αντίληψη των πραγμάτων, οπότε έσπευσε να αυτολογοκριθεί και να κάνει την αυτοκριτική της. «Γιατί όχι; Τόσα χρόνια έχουμε δει όλους τους συνδυασμούς. Τιτάνες μαζί με Ολύμπιους, θεούς μαζί με ανθρώπους και θνητούς μαζί με αθάνατους, φυσιολογικούς μαζί με βιοσύμφυτους, παρότι οι τελευταίοι έχουν πιο στενή σύνδεση με τους ομοίους τους παρά με τον φυσιολογικό σύντροφό τους, ομοφυλόφιλους με ετεροφυλόφυλους (γίνεται αυτό;), οργανικούς που να συνδέονται με μηχανικούς Τάλω, ποζιτρονικά ανδροειδή και γυναικοειδή ή ακόμη και με υπεραυτόματα λοατκί τύπου “Εχετλαίος”, ακόμη και είδη ασύμβατα μεταξύ τους που έχουν επιλέξει να παίρνουν ανά εξάμηνο το ένα τη μορφή του άλλου ώστε να γίνονται συμβατοί, όπως ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης ζουν έξι μήνες στον ουρανό και έξι μήνες στα τάρταρα».
«Είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Ο καθένας έλκεται από αυτό που δεν έχει, από το απλησίαστο, το αδύνατο!», γνωμάτευσε η Περικτιώνη δείχνοντας μία ιδιαίτερη ευαισθησία και βαθιά μόρφωση, που κανείς δεν θα περίμενε, δεν θα υποπτευόταν ή δεν θα προϋπέθετε σε μία ασφαλίτισσα.
Άρχισε να απαγγέλλει: «“Ο Παν αγάπησε τη κοντινή του Ηχώ, αλλά η Ηχώ το Σάτυρο αγαπούσε τον πηδηχτή, μα ο Σάτυρος λυσσομανούσε για τη Λήδα. Κι όση άναβε φωτιά η Ηχώ στον Πάνα, τόση κι ο Σάτυρος στην Ηχώ κι η Λήδα στο Σατυρίσκο. Κι αμοιβαία τούς έλιωνε ο Έρως και κάθε μια από αυτές όσο μισούσε τον άνδρα που την αγαπούσε, τόσο ήταν πάλι μισητή από εκείνον που προτιμούσε. Αυτό το μάθημα το λέω στους ανέραστους όλους: αγαπάτε όταν σάς αγαπούν, για ν’ αγαπιέστε όταν αγαπάτε”, μάς λέγει ο Μόσχος ο Σικελιώτης στα Βουκολικά».
«Καλά- καλά, τα ξέρουμε αυτά. Τι μάς πέρασες, για αμόρφωτους; Ξέρουμε από τη μυθολογία- ψυχολογία ότι, όσο κάποιοι εραστές, παρότι φαινομενικά ασύμβατοι, κάνουν τα πάντα για να μείνουν μαζί ή πάλι λιώνουν και αυτοκαταστρέφονται λόγω ανανταπόδοτου έρωτα, άλλοι τόσοι κάνουν ό, τι μπορούν για να αποφύγουν τους αταίριαστους έρωτες, όπως ο διάολος το λιβάνι. Έτσι η Άρτεμη για να γλιτώσει από τον Ακταίονα τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και τον έφαγαν τα σκυλιά, η Σύριγξ προτίμησε να μεταμορφωθεί σε καλάμι για να αποφύγει τον Πάνα και η ίδια η Ηχώ που ανέφερες προτίμησε να τη ξεσκίσουν οι βοσκοί από το να υποκύψει στις ορέξεις του τραγοπόδαρου», διέκοψε τον οίστρο και τις υπεκφυγές της ο Υπερίων, επαναφέροντάς την στην τάξη. «Ποιος ήταν αυτός ο εραστής της Αρήτης;», ρώτησε αυστηρά.
«Πού να ξέρω, είχε πολλούς. Ήταν νυμφομανής – μητρομανής. Είχε εραστές και ερωμένες, άνδρες και γυναίκες ου μην αλλά και ουδέτερα διαφιλονικούμενα πλάσματα, άντε να βγάλεις άκρη. Οι αισθητήρες της Νέας Αρκαδίας μπορούν να σάς διαβεβαιώσουν ότι δεν ήμουν παρούσα τη βραδιά της δολοφονίας. Πού να ξέρω εγώ ποιον ή ποια ή ποιο είχε σπιτώσει εκείνη την ημέρα, η γυναίκα ήταν ασυναγώνιστη, ήταν πανούργα, πανέξυπνη, αλλά είχε και γονίδια γουρουνοτρόφου, τις πιο άνομες και αχόρταγες ορέξεις. Η καημένη η Λασθίνια, έστω κι αν υπέπεσε σε μεγάλα σφάλματα, σάς είχε πει σε ανύποπτο χρόνο μία αλήθεια, άρχοντα, ότι μόνη η διακριτικότητα και η ευγένεια την παρωθούσε να μην απαντήσει στις ερωτήσεις σου και το ίδιο ισχύει και για μένα».
Χωρίς να την αφήσει να συνεχίσει, ο Υπερίων επικοινώνησε ακαριαία με τον Φιλογενή.
«Φιλογενή, δώσε αμέσως κατάλογο όλων των ολογραφικών προσωπικοτήτων που ζουν στο ολογραφικό χωριό. ‘Ένας απ’ αυτούς μάλλον είναι ο δολοφόνος της Αρήτης».
Ο Φιλογενής τα μασούσε ή κατ’ άλλη έκφραση τα μάσαγε.
«Ε… αστροστολικέ απεσταλμένε… υπασπιστή του μέγιστου Προμηθέα… αξιοσέβαστε εκπρόσωπε των τιτάνων…»
«Κόψε τις μακακίες και μίλα καθαρά! Τι συμβαίνει επιτέλους, ειδωλολάτρη μου, εδώ στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας, πες μου; Πόσα μυστικά του διαβόλου ως διαστροφέα του συμβόλου κρύβετε σ’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο τόπο της κόλασης, ανεπαρκή και δυσανάλογα αμειβόμενε δημόσιε λειτουργέ;»
«Δεν έχουμε πλήρες αρχείο για τις ολογραφικές προσωπικότητες, αυτές έρχονται και παρέρχονται. Είναι, βλέπεις, η φύση της φωτονικής ύπαρξης τέτοια που είναι φευγαλέα. Καταλαβαίνω βέβαια ότι αυτό αντιβαίνει στα ανθρώπινα δικαιώματα που εσείς οι τιτάνες πάνω απ’ όλα διακηρύσσετε – μεγαλοποιείτε και για τα οποία κόπτεσθε και αγωνίζεστε, αλλά αυτή είναι η κατάσταση».
Ο Υπερίων είχε μείνει άφωνος.
«Δηλαδή», ψέλλισε, «εκμεταλλεύεστε τις φωτονικές προσωπικότητες στο πλαίσιο ενός είδους δουλείας. Όμως δεν θα κριθεί η ανθρωπότητα για τον τρόπο που αντιμετωπίζει αυτή τη νέα φυλή; Τουλάχιστον στη Γη κανείς δεν αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, εδώ όμως αυτά που βλέπω και διαπιστώνω ερευνώντας υπερβαίνουν κάθε αρρωστημένη φαντασία…»
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ότι μέχρι και η Περικτιώνη, που δεν είχε κανένα συμφέρον από τις έρευνες του Υπερίωνα, ίσα- ίσα είχε αναχθεί σε βασική ύποπτη, κάπου λυπήθηκε τον αγνό ήρωά μας, που όλα τα βέλη της κακοήθειας προσέκρουαν χωρίς αποτέλεσμα στο καθαρό θωρακισμένο στέρνο του.
«Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη ακόμη και αυτό που φαντάζεστε, αυθέντα», είπε χαμένη για χαμένη πια. «Αν αφήσετε τη γοητεία του φανταστικού, εγκυμονικού και εμφορούμενου από προγεννητικά φύτρα κι εν δυνάμει βλαστήματα να σάς συναρπάσει προς τη χοάνη του γοητευτικά άγνωστου, του ανεξιχνίαστα μυστηριώδους, ελκύοντας τα βήματά σας με τη βουκολική – ποιμενική φλογέρα και το μαγικό μαυλιστικό αυλό των ακατανόητων παρορμήσεων, όπως ο άλογος ερωτισμός ωθεί αόριστα προς όρμους ετεροφυλικούς- ομοφυλοφιλικούς χωρίς περαιτέρω ειδικεύσεις και μερικεύσεις, προχωρήστε στους τοίχους της ανόσιας Ιεριχούς και περιπτυχθείτε γύρω τους και πάνω τους περιπαθώς με αμέριστη οφθαλμολαγνεία – οφθαλμοπορνεία για άμεση, ενορατική, εκστασιακή μυστικοπαθή γνώση. Ξύστε λίγο από το σμάλτο της μαρμαροϋφούς επιφάνειας στο ύψος της κερκίδας, ξηλώνοντας τη γραμμή του μαρμαροκονιάματος και καταιονίζοντας το ασβεστομάρμαρο αναπαριστώντας οπτικά τη διανοητική ροπή και το συνειδησιακό αίτημα για εμβάθυνση και κατάδυση στα μυστικά του μυστηριώδους ενδιαιτήματος, αλλά ποια θα είναι η έκπληξή σας, όταν κάτω από την αιωρούμενη παιπάλη της ξεφτισμένης ποίκιλσης των διακοσμημάτων του τοίχου θα συναντήσετε ορφνή, μαλακιά, μουμιοποιημένη επιδερμίδα ή μάλλον θα τη συναντούσατε αν δεν υπήρχε η υγειονομική ανακύκλωση».
Μέχρι και ο έμπειρος Υπερίων έχασκε στην παραπάνω παρατήρηση με ένα ύφος μη κατανόησης.
«Φαίνεται, αυθέντα, ότι η Αρήτη έχει χτίσει- εντοιχίσει πολλούς ολογραφικούς εραστές (και ίσως όχι μόνο), όπως έκαναν στο Μεσαίωνα. Δυστυχώς, δυστυχέστατα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο: ΠΥΡΙΣΠΟΡΟΣ
Δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο Πυρίσπορος ήταν πολύ φιλικός κατά τη νέα συνάντησή του με το ανακριτικό επιτελείο, αν σκεφτεί κανείς από τι τον γλίτωσαν οι τιτάνες στο επεισόδιο με τον Βριάρεω. Υποδέχτηκε τους Υπερίωνα, Λητώ με γνήσια διαχυτικότητα, ελεγχόμενη όμως, ώστε ταυτόχρονα να εκπέμπει και μία ήρεμη δύναμη – μη το ξεφτιλίσουμε και τελείως- στο κάτω κάτω ήταν Πρόεδρος του «Συνεταιρισμού Παραγωγής Προϊόντων Λήμνιας Σφραγίτιδας».
Γενικά υπό καθεστώς μη απειλής και όταν δεν είχε απέναντί του το σκιάχτρο ενός έξαλλου Εκατόγχειρα να τού επιτίθεται με τα εκατό του χέρια, ήταν ένας ήρεμος και λογικός άνθρωπος με μία σπίθα εξυπνάδας στα μάτια. Ήταν ο πρώτος, που είχε προτείνει στον Υπερίωνα να εφοδιαστεί με τηλεπαθητικό εμφύτευμα και το πίστευε καλόπιστα ο άνθρωπος, ότι έτσι θα είχαν καλύτερη συνεννόηση. Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητούμε εκ των προτέρων τις καλές προθέσεις όποιου μάς συμβουλεύει κάτι. Επιπλέον ο Υπερίων δεν μπορούσε να φανταστεί τον Πυρίσπορο στο ρόλο του δολοφόνου. Τον είχε βιώσει να είναι τόσο πολύ φοβισμένος – υπάρχει και μία κατάλληλη ή ακατάλληλη έκφραση που οι καθωσπρέπει τιτάνες διστάζουν να χρησιμοποιήσουν, δηλαδή «χεσμένος»- με οφθαλμούς εξορυγμένους από τον τρόμο σαν σωστός αβγουλομάτης, ώστε σκεφτόταν ότι ένας άνθρωπος που φοβάται τόσο πολύ τον θάνατο, είναι αδύνατο να υποβάλει ή να οδηγήσει άλλους σε αυτόν. Και κάτι άλλο ασυναίσθητο που συντελούσε στο να συμπαθεί ο Υπερίων τον Πυρίσπορο ήταν ότι είχαν υπάρξει συνεπιβάτες στην Ιθυειλία, όταν ο τιτάνας- ανακριτής είχε πρωτοέλθει στο σταθμό. Είναι ορισμένες περιστάσεις στη ζωή, που σού δημιουργούν μία ανεξήγητη συμπάθεια για κάποιον, επειδή τον συνδέεις εντελώς ασυναίσθητα με ένα προηγούμενο γεγονός θετικό για σένα ή τουλάχιστον μη αρνητικό, κάτι που να είναι ιδρυτικό σχέσεων ή η απαρχή μίας περιπέτειας. Τι να λέμε, η ψυχολογία είναι μία επιστήμη με μεγάλο βάθος.
Ε λοιπόν, ήταν ευτυχής συγκυρία ότι η συνάντηση των ανακριτών μαζί του συνέπιπτε με την πειραματική φύτευση ενός σπόρου κοντά στη Νέα Αρκαδία, που προοριζόταν για καινούριο βιότοπο διατιθέμενο για κατοίκηση, καλλιέργεια και εκβιομηχάνιση. Τη στιγμή της επίσκεψης ο Πυρίσπορος επόπτευε και επιθεωρούσε εκ του μακρόθεν τη φύτευση αυτή.
«Πόσο δίκαιο θα ήταν να ζούσε η Αρήτη για να παρευρεθεί σ’ αυτή την προσπάθεια. Αυτή δημιούργησε τούτους τους ταχυδυναμικούς θαυματουργούς σπόρους, ικανούς να γεννήσουν ολόκληρο πλανήτη».
Οι παριστάμενοι βρίσκονταν στο πίσω μέρος της αίθουσας ελέγχου, που περιείχε πέντε σειρές τερματικών, όλες κατειλημμένες από επιμελείς τεχνικούς. Οι επιστήμονες, μέτρια αμειβόμενοι σε κάθε εποχή σε σχέση με την αξία τους, μελετούσαν τις ενδείξεις και τις εικόνες των οθονών και δακτυλογραφούσαν εντολές στους επιμέρους συνθετιστές τους. Μεγάλα ολογραφικά συμπλέγματα κάλυπταν τους τοίχους. Η κάθε ζωντανή τοιχογραφία απεικόνιζε από διάφορες οπτικές γωνίες το καινούριο σπέρμα, που αιωρούνταν και ολοένα μεγάλωνε είκοσι χιλιόμετρα μακριά από τη Νέα Αρκαδία. Το σπέρμα χρειαζόταν εκτός των άλλων και μία υποβοηθητική βάση, ένα κρηπίδωμα – θεμέλιο προκειμένου να στηριχτεί και να αναπτυχθεί και βεβαίως αυτό είχε διατεθεί από τη γενναιόδωρη Συνομοσπονδία. Ίσως ήταν ο ίδιος ο αφρός συσκευασίας, όπου ήταν τυλιγμένο το σπέρμα πριν χρησιμοποιηθεί. Βεβαίως, στον κόσμο των τιτάνων, όπου η βούληση έπαιζε τον ίδιο ρόλο και είχε την ίδια συνεισφορά με τη γνώση, η δρομολόγηση της πορείας του σπέρματος και η εκκίνηση της διαδικασίας ανέλιξής του δεν ήταν μόνο εφαρμογή επιστημονικού και αλφαριθμητικού τύπου, αλλά και εξίσου εξορκιστικοί ψαλμοί και συστατικά κοντάκια – τροπάρια.
Παρατηρήσαν και εστίασαν την προσοχή τους σε μια συγκέντρωση ενός ξανθόχροου, ωχρόλευκου και φωταυγούς ζωικού ή φυτικού πλαγκτόν, κάτι που έμοιαζε με συνέλευση μαστιγοφόρων αμοιβάδων, αιωρούνταν και αναδιπλωνόταν ζαρώνοντας σαν ζελές μέδουσας ή μαρμαρυγώντας και αναριγώντας σαν Βόρειο Σέλας, όντας παχύρρευστο και θρομβωμένο ως γονορροϊκή έκκριση ή απόχυμα άρρενος ζώου, λευκόρροια γυναικός ή πηχτόγαλα σε καρδάρα γιδοβοσκού. Μέσα σ’ αυτό το εκτατό πλάσμα υδραργυρικής πυκνότητας παρουσιάζονταιν ρυθμικές κινήσεις σαν νευρικές συσπάσεις σπερματοζωαρίων που φαίνονταν να μεταδίδουν συγκεκριμένο μήνυμα αναπότρεπτης και αναποσόβητης αιτιότητας, ένα σήμα εκπομπής αφανούς, αδιόρατης, αφιλόρρυθμης και ακατέργαστης περιοδικότητας, παρέχοντας ως εξηγητικό – ερμηνευτικό μοντέλο και αναλυτικό πλαίσιο μεθοδολογικής προσέγγισης αυτής της ανήροτρης, ακαλλιέργητης και ανεπιμέλητης συνάφειας ένα περίεργο δυαδικό σύστημα με βάση τους αριθμούς δύο και ένα. Αυτός ο κωδικός κατά εκπληκτικό τρόπο δεν ήταν ίδιος για κάθε παρατηρητή, αλλά θρυμματιζόταν σε άπειρες ρυθμικές υποκρούσεις και μετρονομικές ορθοτροπίες, όσες και οι μητρικές γλώσσες ή τα φωνήματα των κατά περίπτωση εξεταστών ή θεωρητών.
Για πρώτη φορά αισθάνθηκαν τη μυστηριώδη, αναπόδραστη, αλάθευτη και απαράβλεπτη επήρεια τούτου του συμπυκνωμένου αδιάλυτου και αδιασκόρπιστου κολπεγχύματος, του πυτιοζυμωμένου, τυρευμένου, πυώδους και οπώδους κλύσματος, της μαντικής λαλέουσας πηγής με τις εξεικονιστικές, ανακοινωτικές και . . . . ραδιοφωνικές αναθυμιάσεις, καθώς πλησίασαν το ασθενές υπέρεισμα – το λεπτοκέλυφο και ελυτρώδες πέτασμα, το φωσφορικό αμφίβληστρο και ημιδιαφανές κρύσταλλο που χώριζε την διαστημική τους φυλακή από τα ερέβη της αβύσσου, δηλαδή τη μεγάλη οθόνη του σταθμού, και ευθύς καταλήφθηκαν από πανικό, γιατί ένα σαφές προανάκρουσμα και προαύλημα επερχόμενων βιβλικών καταστροφών τούς εναγκάλισε με περίπτυξη τορνεμένου, χωνευμένου και μαργωμένου μετάλλου, πλημμυρίζοντας συγχρόνως τις εγκεφαλικές μεμβράνες κινηματογραφικής προβολής αρχέγονων φόβων και ζοφερών προαισθημάτων, τα πολύπτυχα και πολύκογχα έδρανα του νοσηρού κοπροβόλου υποσυνειδήτου, με καταιγιστικές σκηνές από ταινία «προσεχώς», που θα ‘ταν – αλίμονο – ένας παρανοϊκός, ταραχώδης και δαιμονιώδης κατοπτρισμός, μια μακάβρια και φρικώδης αναπαράσταση της Αποκάλυψης του Ιωάννου (παραπομπή στον Χριστιανισμό).
Πριν συνέλθουν από την εντύπωση αυτή που θύμιζε χορό δαιμονικών και καλικάτζαρων γύρω από χοχλακιστό καζάνι στους πρόποδες του φαλακρού βουνού, αυτό το βλεννώδες, μυξώδες, κυματώδες και αμυλώδες φάντασμα που είχαν απέναντί τους, τούτη η σεισόπυγη, λικνιστική και ταλαντευτική χλαμύδα ως πτυσσόμενο χειρόμακτρο ή τσαλακωμένο σεντόνι, η χυλώδης πολτώδης και εναιωριστική ροή σιροπιού, η γλωσσοδιαρροϊκή και αμετρόεπη γονή κυπρίνου, η τρομώδης και ριγώδης κηλίδα, το κηρώδες και νιφετώδες λευχείμονο χιτώνιο τούς μίλησε με μία εγγαστρίμυθη διεισδυτική τηλεπάθεια, τούς συστήθηκε σεμνά ως «σπέρμα» δίνοντας τους ταυτόχρονα την αποκρυπτογραφική κλείδα, την ανάλογη ακροστιχίδα, για να εξιχνιάσουν τα νοήματα και τις προφητικές εξαγγελίες του.
Ι 2 2 Ι
Σ. ΠΕ. ΡΜ. Α
ΣΚΟΤΟΣ ΨΑΥΟΜΕΝΟΝ, ΥΛΙΚΟΝ
ΠΛΗΓΜΑ ΣΕΙΟΝ ΕΓΚΕΛΑΔΟΥ
ΡΟΗ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΥ
ΑΝΟΙΚΤΗ ΧΗΜΙΚΗ ΑΛΥΣΙΣ
«Όσο και να είναι συναρπαστική η φύτευση ενός πλανητικού σπέρματος, αγαπητέ Πυρίσπορε, νιώθω ότι στην παρούσα φάση μάς αποπροσανατολίζει από την έρευνά μας», εκμυστηρεύτηκε στον συνομιλητή του ο Υπερίων.
«Κι όμως, ευφάνταστε καλλιτέχνη της ανακριτικής επιστήμης, όπως είπαμε και προηγουμένως, με αυτά ασχολούνταν η Αρήτη και απ’ αυτά πρέπει να ξεκινήσεις για να βρεις τον ένοχο, αν και συναφώς μού κάνει εντύπωση το πείσμα σου να μην τοποθετείς τηλεπαθητικό εμφύτευμα. Θα σού αποκαλυπτόταν ένας ολόκληρος κόσμος πληροφοριών και αρμονίας».
«Να σάς πω, μετά από όσα βλέπω και ανακαλύπτω καθημερινά στο ζωντανό σταθμό σας, ωριμάζει και ενδυναμώνεται μέσα μου όλο και περισσότερο η μόνη δυνατή απάντηση που είναι “ευχαριστώ, δεν θα πάρω”».
Η Λητώ επενέβη με το γνωστό εμβόλιμο τρόπο της, λίγο ύπουλο και υποκριτικό, αλλά πάντα αποτελεσματικό και ενισχυτικό των επιδιώξεων του προϊστάμενου.
«Εμάς μάς ενδιαφέρει η Λήμνια Σφραγίτιδα, δηλαδή η εξέλιξη του σπερματικού υλικού που βλέπουμε. Άλλωστε και στην πραγματική ζωή δεν δύναται να συγκριθεί το έμβρυο ή το μωρό ενός ανθρώπου με αυτό που αυτό που ο ίδιος άνθρωπος έγινε μετά, με την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, την ολοκλήρωσή του».
Ο Πυρίσπορος κατάπιε τη γλώσσα του, γιατί αντιλήφθηκε ότι οι τιτάνες δεν είχαν έλθει για ανούσιους σχολιασμούς, αλλά για σοβαρή συζήτηση, απ’ αυτές που έχουν ποικίλες επιπτώσεις για τους συνομιλητές.
«Εδώ μυρίζει σαν να έχετε πετρέλαιο ή διαλύτες πετρελαίου. Διυλιστήριο έχετε;» ρώτησε ο Υπερίων.
«Η σύγκρισή σας έχει βάση», απάντησε ο Πυρίσπορος. «Πράγματι, στις δεξαμενές έχουμε υδρογονάνθρακες (και όχι υδατάνθρακες) για να ταΐζουμε κατά διαστήματα το σπέρμα μας να μεγαλώσει. Αν φτουρήσει το φύτρωμα, τότε θέτουμε τον πλανητικό σπόρο σε τροχιά κατά προτίμηση γύρω από άλλα σώματα για να μπορεί ο καημένος να βρει μόνος του την τροφή του. Αστειεύομαι βέβαια. Πάντα χρειάζεται ανθρώπινη έγκριση, ώστε το εκάστοτε τεχνητό βιοτεχνολογικό ουράνιο σώμα να ρουφήξει με το καλαμάκι ή με το μπουρί της σόμπας ένα άλλο αδρανές και φυσικό».
«Ακόμη και στο διάστημα το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή εν προκειμένω το μικρό τρώει το μεγάλο», σχολίασε απογοητευμένος από την αγριότητα της φύσης ο Υπερίων.
«Ναι, όταν αναπτύξει τα δικά του πεπτικά όργανα και συνδεθεί μέσω χοάνης και κατόπιν ανθρώπινων ενεργειών με το ουράνιο σώμα, το οποίο προορίζεται προς κατανάλωση».
«Απίστευτο… ένα σπέρμα γίνεται αυτόνομος οργανισμός χωρίς να εκκολάπτεται μέσα σε κάποιο σώμα…», είπε η Λητώ, που μετά την αχρήστευση του ανδρός στην αναπαραγωγική διαδικασία και την αντικατάστασή του από τράπεζες σπέρματος έβλεπε να αχρηστεύεται και η γυναίκα, αφού φαίνεται ότι δεν χρειαζόταν πλέον ούτε το δικό της σώμα, για το οποίο τόσοι αγώνες είχαν δοθεί από το αντίστοιχο γυναικο- τιτανικό κίνημα.
«Ναι, βέβαια τελείως αυτόνομο δεν είναι. Τα βιοτεχνολογικά προϊόντα είναι πολυσυμβιωτικοί οργανισμοί. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο να προγραμματίζουμε ένα ολόκληρο βιότοπο κατοικιών στο δεσοξυριβοζονουκλεϊκό οξύ του σπόρου, ούτε καν η αείμνηστη Αρήτη σε συνδυασμό με τον Περκνοπτέρυγο και τον Διδυμίωνα δεν το πέτυχε αυτό. Για τη συμπλήρωση, διαστρωμάτωση και διαμερισματοποίηση του νέου ουράνιου σώματος χρειάζεται οπωσδήποτε το σταθερό υλικό της Λήμνιας Σφραγίτιδας, το οποίο διαχειρίζεται ο δικός μου συνεταιρισμός».
Στο σημείο αυτό ο Υπερίων καταχώρησε στο περίφημο σημειωματάριό του τη λέξη «κίνητρο (ν)», που στην πραγματικότητα είναι η κουτάλα που ανακατεύει την χύτρα. Είχε πράγματι κίνητρο ο διαχειριστής του θαυματουργού υλικού να σκοτώσει τον Αρήτη, διότι αν αυτή τελειοποιούσε την αυτονομία του σπόρου, η Λήμνια Σφραγίτιδα δεν θα χρειαζόταν.
«Μα τι είναι επιτέλους αυτή η Λήμνια Σφραγίτιδα;», ανεφώνησε η Λητώ θέτοντας ένα ερώτημα που θα έπρεπε να είχε απαντηθεί εδώ και καιρό.
«Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να απασχολεί το μυαλό των ανακριτών ένα τόσο τεχνικό ζήτημα. Αρκεί να πούμε ότι είναι σταθεροποιητικός παράγων, που σφραγίζει μία οργανική ένωση και την κάνει να λιμνάζει και να τελματώνει με την καλή έννοια, δηλαδή να συνεχίζει να υφίσταται. Εμείς οι χημικοί θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε υδροστατικό σκελετό ή μεσογλοία, μέσω της οποίας τα υλικά του βιολογικού σπόρου συνέχονται και συνενώνονται σε μόνιμη βάση χωρίς εσωτερικό πλέγμα. Αυτό εμπεριέχει και προϋποθέτει ζύμωση υδροξυλίου…εμ… να μη σάς ταλαιπωρώ τώρα με τεχνική ορολογία …»
Χωρίς να καταλάβει γιατί, ο Υπερίων σημείωσε τη λέξη «σκελετός» απ’ όλο αυτό το κατεβατό.
«Και πού τον βρίσκετε αυτό τον συνθετικό και συνδετικό λόγο των υλικών;», ρώτησε.
«Τον θερίζουμε από τον Δία. “Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν, καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον”, όπως λέγει και ο Εκκλησιαστής. Ο Μέγας Πλανήτης είναι το γόνιμο χωράφι μας, απ’ όπου συλλέγουμε και συγκομίζουμε ένα σωρό υλικά».
«Φλογερέ δαδούχε των σπόρων, όπως μαρτυρεί και το όνομά σου, ο συνεταιρισμός σου και εσύ έχετε στήσει μία ωραία κοινωνιστική επιχείρηση, από την οποία ψωμίζονται πολλοί άνθρωποι και εύγε σας. Όπως συμβαίνει στην ευγενή παράδοση των τιτάνων η παραγωγική δραστηριότητα προωθεί και νομιμοποιεί την ιδιοκτησία. Μήπως τελικά η άντληση σοδειάς από τους λειμώνες του Δία δεν είναι παρά ένας διαιωνιζόμενος σκοπός προκειμένου να υποστηριχτεί η συλλογική συγκρότηση των μελών του συνεταιρισμού σας; Να θέσω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. Μήπως η Λήμνια Σφραγίτις δεν χρειάζεται;», παρέστησε τον δικηγόρο του διαβόλου ο Υπερίων.
«Αλλά σάς είπα ότι είναι σταθεροποιητικός παράγων των συστατικών του σπόρου. Σε κάθε περίπτωση δεν κουράζομαι να τονίζω διαρκώς ότι ο Δίας είναι το κέρας της Αμάλθειας και η επιτομή των συμπυκνωμένων ευκαιριών. Στα στρώματα της γιγάντιας ατμόσφαιράς του υπάρχουν τόσες πηγές και τέτοια ενέργεια, ώστε να εγείρεται μία λαμπρή προοπτική για μία νέα φάση της ανθρωπότητας, έναν πρωτότυπο και ανείδωτο πνευματικό πολιτισμό, που θα διακρίνεται από την συγγένεια του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος. Δεν επιτρέπεται κανένας από εμάς που ζούμε αυτήν την γενναία και νέα εποχή να λιποψυχήσουμε και να μη παίξουμε το ρόλο μας στην ολοσχερή ανακαίνιση και αναβάθμιση του ανθρωπίνου γένους. Κάθε αδράνεια από μέρους μας θα ήταν εγκληματική, διότι είμαστε βασικοί παίκτες. Μετ’ ου πολύ η νέα γενιά των πλανητικών σπόρων θα δύναται να προσλαμβάνει την τροφή της, δηλαδή τα σχετικά ορυκτά και πετρώματα απευθείας από το περιβάλλον χωρίς ανθρώπινη συναίνεση, μεσολάβηση ή έγκριση. Οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί θα γίνουν τροφοσυλλέκτες και μάλιστα θα είναι σε θέση να μηρυκάζουν την τροφή, να την αναμασούν, να τη συνθέτουν και να την ανασυνθέτουν, ώστε να τρέφουν όλον τον πληθυσμό που θα κατοικεί σ’ αυτούς. Δεν θα χρειαζόμαστε πλέον θεριστικές μηχανές ή ησιόδεια άροτρα για να οργώνουν, να συγκομίζουν, να επεξεργάζονται και να καταψύχουν τις αναγκαίες για τους ανθρώπους τροφές. Πόσο καταπληκτικό θα είναι κάτι τέτοιο. Ο πολύποδας της Λήμνιας Σφραγίτιδας θα ηδύνατο να σχηματίσει σπίτια, δημόσια κτίρια, καθεδρικούς ναούς. Όλη αυτή η αναγέννηση, τούτο το ανεξάντλητο δυναμικό θα συνεπικουρείται ανά πάσα στιγμή από την κερδοφόρα εξόρυξη του ηλίου 3 κατά τρόπον ώστε οι δυνατότητες να απειρίζονται, να εκτείνονται στο διηνεκές. Η βιοτεχνολογία και η μηχανική θα εργάζονται πλέον συνεταιρικά και αρμονικά, όπως ποτέ άλλοτε στην Ιστορία δεν έχει συμβεί. Άρα λοιπόν, αυτή τη στιγμή, κυρίες και κύριοι ευσυνείδητοι αστυνομικοί, είμαστε διανοητές ορίων, εργαζόμαστε για να ξεπεράσουμε κάθε νοητό επιβαλλόμενο έξωθεν όριο ή μάλλον να μεταθέσουμε μακριά και πέρα τα σύνορα των ανθρώπινων δυνατοτήτων σε σημείο που δεν θα αναγνωρίζουμε καν τους ίδιους τους εαυτούς μας…»
«Μού κάνει εντύπωση», είπε ο Υπερίων, «ότι από τη μία μιλάτε για το μέλλον του ανθρώπου, από την άλλη αναφέρεστε σε τερατώδεις διαστημικές υπάρξεις υπερφυσικών διαστάσεων. Τι σχέση έχουν όλα αυτά τα αφύσικα μαστοδοντικά μεγέθη που πάσχουν από ελεφαντίαση με τον άνθρωπο και με την πόλη-κράτος…»
Ο Πυρίσπορος δυσανασχέτησε:
«Κύριε επιβάλλοντα την τάξη, δείτε επιτέλους κάτι με τρόπο οραματιστικό. Να ξεπεράσουμε πια αυτή τη μεμψίμοιρη αστυνόμευση που στραγγαλίζει τους ανθρώπους. Σεις στηρίζεστε στο “τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκεν βροτών”, αλλά επιτέλους ας οραματιστούμε ένα κράτος χωρίς αστυνομία, έχουμε δικαίωμα στο όνειρο, στην απόλυτη ελευθερία…»
«Αλλά δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς το νόμο, που ο ίδιος ο άνθρωπος καταρτίζει και ορίζει. Η αλήθεια του ανθρώπου είναι η σκέψη του και η λογική του, όχι οι υποσυνείδητες ορμές του, “ήθος ανθρώπω δαίμων”, η γλώσσα της κοινωνίας επιβάλλεται και πρέπει να επιβάλλεται επί της γλώσσας του σώματος…»
«Καλά, δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο και πάν’ απ’ όλα δεν θέλω να αντιδικήσω με ανθρώπους που μού έσωσαν τη ζωή. Σταματάω λοιπόν εδώ τη συζήτησή μας για την τεχνολογία και τα οράματα του μέλλοντος και έρχομαι να σάς ρωτήσω για μία ακόμη φορά τι μπορώ να κάνω για σάς».
«Τώρα που το σκέφτομαι», είπε ο Υπερίων, «με εντυπωσίασε η άγρα, η ανεύρεση και η θήρα μυθικών θησαυρών στην ατμόσφαιρα του Δία. Πάντα ο Μέγας Πλανήτης είναι το μακρινό αλλά αδιαπραγμάτευτο όνειρο κάθε αστροναύτη και Αργοναύτη, από τότε που παιδί ακόμη τον βλέπει να ανατέλλει, ή καλύτερα να επιτέλλει (ανατολή του ηλίου -επιτολή των αστέρων) μέσα από ένα αυτοσχέδιο τηλεσκόπιο. Μού φαίνεται πολύ ελκυστική η προοπτική να σάς συνοδεύσω σε ένα ταξίδι με την αρχαία έννοια της διατεταγμένης και συντεταγμένης εκστρατείας για να σάς δω από κοντά πώς ανασύρετε στο σκάφος όλες αυτές τις θαυμαστές ουσίες που αναφέρατε, τη μεσογλοία, τον υδροστατικό σκελετό, το υδροξύλιο, όλα αυτά…»
«Ένστολε άρχοντα, σε συγχαίρω για τη μνήμη σου, αλλά θα μού επιτρέψεις να σε αποθαρρύνω από το να γίνεις κυνηγός του διαστήματος. Κανείς δεν είναι σε θέση να κατέχει τα απαραίτητα προσόντα για κάθε νοητό καθηκοντολόγιο, ο υποδηματοποιός να παραμείνει στο καλαπόδι του και ο πλοίαρχος στο τιμόνι του. Άσε που θα ήταν τεράστια η ευθύνη να σε πάρω μαζί μου είτε εσένα είτε κάποιον συνεργάτη σου σε μία από τις εξορμήσεις μας, αφού έχετε έλθει εδώ σε ειδική αποστολή και, αν κάτι σάς συμβεί, θα πρέπει να απολογηθώ στον Αστροστόλο και στην Συνομοσπονδία. Δεν είναι δική σου αρμοδιότητα να αλιεύεις ελαστιδεϊνες και στερόλες, καλύτερα άφησέ τα αυτά για τους … ξερόλες. Αν θέλεις όμως, ω φιλομαθές επαΐων, να σού προμηθεύσω ένα κινηματόραμα, όπου θα απεικονίζεται με λεπτομέρεια η βαθιά χειρουργική εισχώρησή μας στην ατμόσφαιρα τούτου του ταχύτατου, ιλιγγιωδώς περιστρεφόμενου αεριώδους γίγαντα, επιχείρηση που ακριβώς λόγω των μόλις αναφερμένων συνθηκών απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Εκεί από την άνεση της πολυθρόνας σου, θα απολαύσεις άλλους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα».
Ο Υπερίων έθεσε φυλακήν τω στόματί του και μαζί χαλιναγώγησε με την παλάμη του και το στόμα της Λητούς, που ήταν πάντα έτοιμη να υπερασπιστεί τον προϊστάμενό της. Κι έτσι δεν προέβη στην αυτονόητη διαπίστωση ότι ένας βετεράνος των τιτανικών πολέμων δεν είχε βέβαια τίποτε να φοβηθεί ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην επόμενη, ούτε στην ατμόσφαιρα του γαλάζιου πλανήτη, ούτε του κόκκινου, ούτε του Μέγα Ταχύτατου του δικού μας Ήλιου, ούτε του Εγγύτατου του Κενταύρου, ούτε και του Απώτατου Παρατηρήσιμου των νεφών του Μαγγελάνου -που στην τιτανική διάλεκτο λέγονταν κάπως αλλιώς, αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί μέσα του σκέφτηκε κάτι άλλο που θα ήταν ίσως πιο τελεσφόρο και αποτελεσματικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο : ΡΟΗ
Προκαταρκτική δήλωση: Αναγνώστη, από τη στιγμή που θα περιγράψουμε ένα ταξίδι στα βάθη της ατμόσφαιρας του Δία, δεν έχουμε άλλη δυνατότητα από το να παραπέμψουμε σε κάποιον που πήγε εκεί. Και ο μόνος άνθρωπος που έχει πάει στο Δία είναι ο Άρθουρ Κλαρκ στη «Συνάντηση με τη Μέδουσα», ερευνώντας μεταξύ άλλων μία ηφιαστειακή πηγή με το όνομα «Βήτα».
Να πούμε πρώτα απ’ όλα ότι το βαθυσκάφος «Ευσταχιανή Σάλπιγξ ή Σάλπιγγα», νηολογημένο στη Νέα Αρκαδία και συνοδευόμενο από άλλα πλοία του σταθμού, αναγκάστηκε να περάσει από ένα σωρό διαβαθμισμένα επίπεδα σκοταδιού προκειμένου να φτάσει κάπου, όπου πλέον οι ανιχνεύσεις του έκαναν τη διαφορά και εξήπταν το ενδιαφέρον. Στην Ευσταχιανή Σάλπιγγα υπήρχαν αρκετοί φυσιολογικοί άνδρες του Πυρίσπορου, συνοδευόμενοι από μηχανικούς Τάλω, ολογραφικούς – φωτονικούς, βιοσύμφυτους, κοντολογίς όλες τις οπώρες μίας υψηλά τεχνολογικής εποχής. Μαζί τους όμως ήταν και μία λαθρεπιβάτισσα, η ευσυνείδητη, φιλότιμη και εργατική Λητώ, χωμένη σε κάποια αποθήκη, είχε όμως μαζί της μία υπερσύγχρονη συσκευή εναργοφάνειας ή τοιχοπαράλειψης, που σημαίνει ότι παρέλειπε τους τοίχους και μπορούσε να διακρίνει τα τεκταινόμενα εντός του σκάφους ως σχήματα- περιγράμματα – τύπους. Συνεπώς, είχε πλήρη αντίληψη και γνώση των όσων συνέβαιναν κατά την κάθοδο του διαστημόπλοιου και των συναφών διοικητικών αποφάσεων του πλοιάρχου Πυρίσπορου και των ιεραρχικά υφιστάμενων πυρισπορίων.
Η Ευσταχιανή Σάλπιγξ, που ο Πυρίσπορος αποκαλούσε χαριτολογώντας και Ωαγωγική παραπέμποντας πονηρά σε άλλο όργανο του σώματος και συγκεκριμένα όχι στο ους, αλλά στην μήτρα και την αιδοιική ώα, βρέθηκε μέσα σε ένα είδος κοσμογονικής καταιγίδας, που κυριαρχούνταν από δύο μετεωρολογικά φαινόμενα: α) τους λεγόμενους τροχούς του Ποσειδώνα, αποτελούμενους από φωτεινούς ηλεκτρομαγνητικούς ομόκεντρους κύκλους και ακτινωτά διαδιδόμενα κύματα δονήσεων και β) όταν ο καιρός κάπως ηρεμούσε, τότε έπεφταν πυκνές νιφάδες κέρινου χιονιού, σαν να έπασχε ο Μέγας Πλανήτης από χοληστερίνη. Έτσι, η επιστημονική νοημοσύνη και αναλυτική ικανότητα της Λητούς δεν απορούσε καθόλου για το ότι θα υπήρχαν και σιτοστερόλες- φυτοστερόλες σ΄ αυτό το περιβάλλον ως συγκολλητικά στοιχεία του πολύποδα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, που μιμούνταν τη σύσταση της χοληστερίνης. Χαρακτηριστικό ήταν ότι τη στιγμή της επαφής με το διαστημόπλοιο η θερμότητα του καταδυόμενου στην ατμόσφαιρα μετάλλου έκανε τις κέρινες νιφάδες να εξατμίζονται αυθορεί και παραχρήμα.
Τουλάχιστον φόβος σύγκρουσης με στερεό αντικείμενο δεν υπήρχε, διότι τα βουνά του Δία βρίσκονταν πολύ χαμηλότερα. Από την άλλη, τα αιωρούμενα παπλώματα του κέρινου αφρού ήσαν μαλακά και διαπερνώνταν εύκολα από το κέλυφος του πλοίου. Στην πραγματικότητα η «Ευσάλπιγξ» – ας την πούμε έτσι χάριν συντομίας, όπως οι Χαλκιδαίοι αποκαλούν την αγαπημένη τους πολιτική εφημερίδα «Προοδευτική Εύβοια» «Προοδεύβοια» – παλινδρομούσε – όχι αβοήθητη- στο κέντρο ενός γιγάντιου τυφώνα, κυκλώνα – εδώ χρησιμοποιούμε και τις δύο λέξεις διότι δεν έχουμε να κάνουμε με το βόρειο ή το νότιο ημισφαίριο της Γης- αλλά ας σταματήσουμε επιτέλους τις παύλες γιατί οι λογοτεχνικοί κριτικοί θα μάς πάρουν στο κυνήγι-, παρά ταύτα όμως δεν έχανε ύψος, διότι οι μηχανές της ισοσκέλιζαν την πίεση που την τραβούσε προς τα κάτω, αν και ήταν τρομακτική. Η τεράστια στρόφιγγα και το στενό πηγάδι, που έσκαβαν την ατμόσφαιρα και θα οδηγούσαν φυσιολογικά σε μία συντριβή ή αναγκαστική προσγείωση στην άγνωστη ανισόρροπη επιφάνεια, δεν μπορούσαν να βλάψουν το επίτευγμα της τεχνικής των τιτάνων.
Ο Πυρίσπορος, που μέχρι εκείνη την ώρα έλεγχε τον μετρητή βαρομετρικών μεταβολών ανάλογα με το εκάστοτε στρώμα της ατμόσφαιρας, άνοιξε για πρώτη φορά τη συσκευή οριζόντιας ανίχνευσης. Τότε προς μεγάλη έκπληξη της λαθραίας Λητούς ο ηχοβολισμός εντόπισε δεκάδες συμπαγή και γυαλιστερά αντικείμενα μεγάλου μεγέθους, διάσπαρτα σε μία πολύ ευρεία περιοχή του ουρανού, με τέτοιο βαθμό συγκέντρωσης και παραταξιακής συνοχής, αλληλουχίας ή συσχέτισης, ώστε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δάσος ή φυτεία από απόκοσμους μύκητες.
Ένα από αυτά πλησίασε σε σημείο, όπου τα χαρακτηριστικά του κατέστησαν εμφανή. Ήταν μία πελώρια μέδουσα με διάμετρο τουλάχιστον δύο χιλιόμετρα και αναρίθμητα πλοκάμια με μήκος μερικών εκατοντάδων μέτρων έκαστο. Τα πλοκάμια παλινδρομούσαν με επαναλαμβανόμενες παλμικές σπασμωδικές κινήσεις σαν να κολυμπούσαν και να πάσχιζαν να κρατηθούν σε μία νοητή επιφάνεια ή σαν αδέξιος σκύλος που κωπηλατούσε απεγνωσμένα σε λίμνη γλυκού νερού χωρίς άνωση με τα ακατάλληλα για υγρό στοιχείο πόδια του. Αλλά αυτή η αδεξιότητα ήταν προφανώς φαινομενική, ιδωμένη από ανθρώπινη σκοπιά. Αναφερόμαστε σε όντα εκατό χιλιάδες φορές μεγαλύτερα από τις μέγιστες φάλαινες της Γης, το βάρος των οποίων πιθανόν να έφτανε και το ένα εκατομμύριο τόνους. Προκειμένου να μπορούν να ίπτανται χωρίς να βυθίζονται πρέπει να παρήγαν τεράστιες ποσότητες θερμότητας.
Η Λητώ σκίρτησε μέσα στην κρυψώνα της και ρύθμισε τον ειδικά προσαρμοσμένο καταγραφέα της ώστε να τραβά συνεχώς φωτογραφίες και κινηματοράματα από κάθε οπτική γωνία. Τα τερατώδη πλάσματα είχαν το ίδιο χρώμα με τα ιριδίζοντα σύννεφα και ξεχώριζαν πολύ δύσκολα από αυτά επιδεικνύοντας μία ειδική βιολογική προσαρμογή στο περιβάλλον. Οι μέδουσες παρείχαν ένα πρώτης τάξεως αντικείμενο για σωρεία επιστημονικών μελετών και η Λητώ δεν κουραζόταν να μαζεύει δεδομένα, ικανά και μόνο αυτά να τής εξασφαλίσουν μία απρόσκοπτη ακαδημαϊκή – πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Αυτό που δεν καταλάβαινε η Λητώ, ήταν για ποιο λόγο η Ευσάλπιγξ δεν κρατούσε μία ασφαλή απόσταση τουλάχιστον σαράντα χιλιομέτρων απ’ αυτά τα μεγαθήρια, καθόσον μάλιστα κανείς δεν ήξερε πόσο μαλακά ή σκληρά θα απέβαιναν σε μία σύγκρουση. Εκ πρώτης όψεως φαίνονταν σαν φούσκες αέρα, αλλά ενδεχομένως είχαν μεγάλη δύναμη κρούσης ή πρόσκρουσης.
Ξαφνικά πάνω στη μέδουσα εμφανίστηκε μία φαρδιά ζώνη φωτιζόμενη σε τετράγωνα σαν σκακιέρα. Κάθε τετράγωνο αναδείκνυε είτε πρόσθετες οριζόντιες είτε κάθετες παράλληλες γραμμές με απόλυτη συμμετρία, συντεταγμένα, καλλιγραφικά. Το έμπειρο επιστημονικά πεπαιδευμένο μάτι της Λητούς αντιλήφθηκε αμέσως ότι αυτό το ριγωτό κιγκλίδωμα μαρτυρούσε φυσικά πηνία συχνοτήτων, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κάποτε στα ραδιόφωνα. Κάτι ανάλογο έχει παρατηρηθεί στα κεφαλόποδα που επικοινωνούν με σχηματισμούς χρωμάτων. Αλλά τότε η μέδουσα έκανε προσπάθειες να μιλήσει, να ακουστεί με ηχοβολισμούς και ραδιοκύματα, ίσως μάλιστα να κραύγαζε κιόλας ότι κάτι δεν πάει καλά! Μα τι στο καλό συνέβαινε;
Ο αιφνιδιασμός της Λητούς με νέα αναπάντεχα γεγονότα συνεχιζόταν. Η Ευσάλπιγξ άρχισε απρόσμενα να αλλάζει σχήμα, με θωρακικές πλάκες να προστίθενται στην εξωτερική της επιφάνεια και σωλήνες εκτόξευσης να αντικαθιστούν τα φαινομενικά αθώα κυλινδρικά της τμήματα. Αντί για τη σφαιρική νωθρότητα άρχισε ξαφνικά το σκάφος να παρουσιάζει μία δυσοίωνη απειλητική μουτσούνα, που απεδείκνυε περίτρανα ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πέντε άλλα πλοία της Νέας Αρκαδίας ξεπρόβαλαν από τα τείχη του πηγαδιού του κυκλώνα με σχηματισμό “V” και στράφηκαν προς τον κύριο όγκο της μέδουσας ελευθερώνοντας απαίσια άγκιστρα. Μα τι γινόταν εδώ πέρα; Είναι δυνατόν για σκάφη της πεφωτισμένης τιτανικής εποχής να επιτίθενται σε ον, του οποίου η εν δυνάμει ευφυία ή νοημοσύνη δεν είχε ακόμη κριθεί από τα αρμόδια όργανα; Πού βρισκόμασταν; Στην παλαιολιθική περίοδο;
Η Λητώ σήκωσε τον αντίχειρά της σε μία ασυναίσθητη εκδήλωση συμπαράστασης και πίστης προς το δοκιμαζόμενο ον. Ίσως η μέδουσα να ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις, αφού οι επιδρομείς φαίνονταν να φοβούνται τα πλοκάμια της και να επιχειρούν να κρατηθούν μακριά από αυτά. Υπήρχε ακόμη η βάσιμη ελπίδα ότι οι χωρονήες του βιοτεχνολογικού τέρατος της Νέας Αρκαδίας αντιπροσώπευαν για τη μέδουσα ασήμαντα παράσιτα, σαν τους ψύλλους στη ράχη ενός σκύλου.
Δυστυχώς όμως γινόταν όλο και περισσότερο φανερό ότι η μέδουσα βρισκόταν σε κίνδυνο. Με απογοητευτική βραδύτητα και καθυστερημένη ανταπόκριση στα ερεθίσματα άρχισε να αναποδογυρίζει, να παίρνει κλίση, να χάνει ύψος. Το πρώτο ένστικτο ή μητρικό ορμέμφυτο της Λητούς ήταν ένα αίσθημα συμπάθειας για το κυνηγημένο γιγαντιαίο μαστόδοντο, που δοκιμαζόταν τόσο σκληρά. Από την άλλη, η επιστημονική της λογική τής έλεγε ότι η ευφυία αναπτύσσεται στα κυνηγετικά όντα και όχι στα ογκώδη και ήρεμα μαλάκια ενός εκτεταμένου ωκεανού, την παρακινούσε να ψηφίσει και να υποστηρίξει το δικό της ζωικό είδος σε αυτή την αντιπαράθεση, αφού στο κάτω – κάτω τι λόγους είχε ένας μικροσκοπικός άνθρωπος να τρέφει συμπάθεια για ένα προδιγίοσο εκατό χιλιάδες φορές μεγαλύτερο από μία φάλαινα; Να λοιπόν μία περίπτωση όπου η λογική ήταν αμείλικτη και άτεγκτη, ενώ το ένστικτο αγαπησιάρικο και συμπονετικό.
Δεν άργησε να παρατηρήσει ότι η τακτική της μέδουσας ήταν σωστή και αποδοτική. Εκτός από την κλίση σαράντα πέντε μοιρών, είχε ξεκινήσει να περιστρέφεται αργά αλλά μεθοδικά γύρω από τον εαυτό της, πράγμα που ενόχλησε και αποθάρρυνε τους ανθρώπινους – είτε φυσιολογικούς είτε βιοσύμφυτους- επιδρομείς και τούς ανάγκασε να αποσπαστούν προσωρινά από το σώμα του θηράματός τους σαν τα όρνεα που αποσύρονται σκούζοντας από το θρασίμι που κατασπαράζουν, όταν κάποιος εκσφενδονίσει εναντίον τους μία πέτρα. Όμως δυστυχώς τα σαγόνια του ανθρώπου, πολύ πιο επίφοβα και αποτελεσματικά από τα σαγόνια του καρχαρία, δεν απομακρύνθηκαν πολύ ούτε έκαναν πίσω. Όταν είδαν ότι η μέδουσα είναι πολύ δυνατή, απέσυραν τα άγκιστρα και έβγαλαν τα ακτινοβόλα, τούτα τα ακατανόητα για τη φύση όπλα, και άρχισαν να τη γαζώνουν. Η μέδουσα δεν τα παράτησε, επιχειρούσε να προσκολληθεί σε κάποιο από τα επιτιθέμενα πλοία, για να το πλήξει με τους τοξικούς μηχανισμούς κνίδωσης που διέθετε, όμως πώς δύναται οποιοδήποτε ον του Θεού να αντισταθεί στην εξελικτική διαστροφή του πυροβόλου όπλου;
Παρά την πελώρια της επιφάνεια η μέδουσα δεν μπορούσε πια να αντεπεξέλθει προς τα συνεχή διασπαστικά ξεσκιστικά της επιδερμίδας πλήγματα, που προκαλούσαν λύση της συνέχειας του δέρματος διαρρηγνύοντας ακόμη και την πιο σκληρόπετση δορά, και άρχισε να χάνει εσωτερικό υγρό. Τότε με τρόπο αδιανόητα κυνικό, φρικτά εργονομικό, φρικαλέα ορθολογικό, οι απεχθείς σιχαμένοι νικητές εξέβαλαν από το πολυεργαλειακό σώμα τους ανόσιες αντλίες και ρουφούσαν ανελέητα στις σιτοστερόλες- φυτοστερόλες και όλες τις άλλες συγκολλητικές ουσίες που χρειάζονταν για τη σταθεροποίηση της Λήμνιας Σφραγίτιδας. Διεξαγόταν δηλαδή μία κανονική γενοκτονία στην ατμόσφαιρα του Δία, απολύτως συμβατή με το αυτάρεσκο ον που έδωσε την καινούρια ονομασία στον Μέγα Πλανήτη, για την οποία όλοι προσποιούνταν τον Κινέζο – ζητάμε συγγνώμη από τους Κινέζους -στο πλαίσιο μίας ανήθικης και οικουμενικής συνομωσίας της σιωπής.
Η Λητώ κρατούσε αφηνιασμένα και με ακατάσχετη φρενίτιδα λεπτομερείς σημειώσεις. Τα στοιχεία που είχε συλλέξει θα απέβαιναν αρκετά, προκειμένου να παραπέμψει τους σφαγείς αυτούς στο ευρωπαϊκό ή στο παγκόσμιο ή στο οικουμενικό ή στο γαλαξιακό Δικαστήριο, διότι τελικά η γενική Ιστορία είναι η γενική Κρίση. Κάθε ευκαιρία, που έδιναν οι επιφορτισμένοι με την έρευνα του φόνου ανακριτές στον πρωτοποριακό βιοτεχνολογικό οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, διαψευδόταν οικτρά και βρίσκονταν αντιμέτωποι με όλο και μεγαλύτερες – σοβαρότερες φρικαλεότητες. Αιδώς Αργείοι, έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν! Κάτι έπρεπε πια να γίνει! Δεν έπρεπε ο Προμηθέας να γυρίσει στη συνταξιοδοτική του σχόλη και στο κτήμα της νωθρότητας διεκδικώντας ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας κατά το παράδειγμα του Κικέρωνα, ο Υπερίων τον χρειαζόταν, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά! Όλες οι ενδείξεις συνέρρεαν και συνέκλιναν σε κάτι τόσο μεγάλο που ακόμη και η αισιόδοξη Λητώ κατάλαβε ότι ξεπερνούσε το μέγεθος και αυτών ακόμη των τιτάνων. Αλλά αν ακόμη και οι τιτάνες ίσταντο αμήχανοι και ενεοί μπροστά στις εξελίξεις, που απειλούσαν να γκρεμίσουν τους θεσμούς, τότε τι ελπίδα απέμενε στην ανθρωπότητα; Για να επικαλεστούμε και μία συμβατή χριστιανική πηγή «Και αν το άλας μαρανθεί, εν τίνι αλισθήσεται;»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο: ΣΚΑΝΔΑΛΟΜΩΡΟΣ
Η Λητώ ενημέρωσε πάραυτα τον Υπερίωνα, ο οποίος παρά τα συνταρακτικά ευρήματα, τροχιοδεικτικά και αποκαλυπτικά μεγάλων σκανδάλων, δεν φάνηκε πολύ ενθουσιώδης.
«Καλά θα τα πω αυτά στον Φιλογενή, αν και δεν ξέρω, αν μπορώ να τον εμπιστευθώ. Ώστε έτσι ο φίλος μας ο Πυρίσπορος κι ενώ πήγαινα να τον συμπαθήσω… Πρέπει να προσέξουμε πώς θα το επικοινωνήσουμε αυτό, γιατί η υπόθεση της Λήμνιας Σφραγίτιδας λόγω τεράστιων οικονομικών συμφερόντων είναι πάνω από μάς, ζήτημα που υπερβαίνει και τις αρμοδιότητες και τη μισθοδοσία μας. Επίσης, καθώς φαίνεται, για μια ακόμη φορά επιλύσαμε ένα θέμα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο ήλθαμε εδώ. Στην αρχή το είπα για ευφυολόγημα, αλλά προδήλως ισχύει ότι δεν υπάρχει άλλη μέθοδος από την εις άτοπον απαγωγή για να φτάσουμε στον στόχο που έχουμε θέσει και στον ένοχο του εγκλήματος, για το οποίο είμαστε αρμόδιοι. Γι’ αυτό κι εγώ πάω τώρα να επισκεφτώ τον Σκανδαλόμωρο».
«Μα αφεντικό, αυτός είναι πρόβατο, είναι ο αμνός του Κυρίου, του δόντος εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων, ξέρεις τώρα, αυτά τα περίεργα που λένε οι χριστιανοί…»
«Όμως, όπως έχουμε μάθει από τα μεγάλα αστυνομικά λαγωνικά της Ιστορίας και της λογοτεχνίας, ο ένοχος είναι πάντα ο οικονόμος… έ συγγνώμη ο πιο απίθανος, καθότι όταν αποκλείσει κανείς το αδύνατο, αυτό που απομένει, όσο κι αν φαίνεται απίθανο, πρέπει να είναι η αλήθεια. Λοιπόν, σ’ αφήνω τώρα και το θέμα του Πυρίσπορου θα το συζητήσουμε εν ευθέτω χρόνω. Δεν θέλω να καλύψω τίποτε, αλλά προς το παρόν ας ρίξουμε στον φάκελο χοντρό αλάτι και βλέπουμε. Υπερίων, έλεξα κι έξω».
Τα κλίτη της εκκλησίας ήσαν άδεια, αλλά ο Σκανδαλόμωρος επέμενε να μουρμουρίζει τα ακατάληπτα λόγια της λειτουργίας, έστω κι αν δεν υπήρχε κανείς να τα ακούσει. Παρότι επί ανταγωνιστικών πνευματικών κινημάτων, η θρησκεία είναι κάτι που συνήθως επικρατεί, στον μελλοντικό ή παρελθόντα κόσμο των τιτάνων ήταν κατ’ εξαίρεση σε μεγάλη κρίση. Προκειμένου να αντιδράσει στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό των Ολύμπιων θεών, η δρακογενιά των τιτάνων είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη Λογική και αυτό δεν κάνει ποτέ καλό στη θρησκεία. Παρά ταύτα ο Ισλαμοχριστιανισμός, κυρίως λόγω του σκέλους του Χριστιανισμού, που ήταν πιο ορθολογικό, αφού μερικοί από τους πιο εξέχοντες πατέρες της εκκλησίας ήσαν λογικοί φιλόσοφοι, έδινε μεγάλη μάχη να επιβιώσει.
Ο τιτάνας- ανακριτής κάθισε σ’ ένα έδρανο μπροστά από τον ψάλλοντα ιερέα. Μόλις έγινε αυτό, ο Σκανδαλόμωρος διέκοψε την εικονική λειτουργία της αυταπάτης.
«Μάλιστα. Ένας πιστός παρακολουθεί και αυτός είναι άπιστος. Πού καταντήσαμε!»
«Δεν φταίτε εσείς, πάτερ. Δεν έπρεπε η Παποπατριάρχισσα να καταδικάσει τα τηλεπαθητικά εμφυτεύματα. Το να βάλλει κάποιος εναντίον ενός επιστημονικού επιτεύγματος, που εξυπηρετεί ή – για να το πούμε πιο χυδαία- βολεύει τους ανθρώπους, ισοδυναμεί με αυτό που σεις οι Χριστιανοί προσφυώς αποκαλείτε “προς κέντρα λακτίζειν”».
«Το πρωί είχα πάει να διδάξω στο σχολείο για τα τρία βασικά αντικείμενα της θρησκείας και της φιλοσοφίας: για τον Θεό, για τις ψυχές και για τον κόσμο. Χαμένος κόπος. Τα παιδιά ήσαν βυθισμένα στους επικοινωνητές και τα κινητά τους, που έδειχναν τούτη τη Γης, όπου πατούμε, δηλαδή τη Νέα Αρκαδία, να καταβροχθίζει με βουλιμία έναν αστεροειδή, προκειμένου να απορροφήσει τα τέσσερα βασικά διατροφικά υλικά, τον άνθρακα, το υδρογόνο, το οξυγόνο και το άζωτο. Το φαγοπότι διαρκεί ακόμη και τούτη τη στιγμή. Ορίστε δείτε το», είπε ο πατήρ δείχνοντας τον επικοινωνητή του.
«Σίγουρα όχι και τόσο χριστιανικό θέαμα, πάτερ», σχολίασε ο Υπερίων. «Μεθυστική και συμποσιακή ευωχία, αδηφάγα και χοιροστασιακή βουλιμία, μηχανικό και απομυζητικό μασούλημα, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον γλυκύτατο Ιησού και τους απανταχού προφήτες του;»
«Όπως τα λέτε. Και κοιτάξτε αυτή την αξεπέραστη κυνική και ορθολογική αποτελεσματικότητα. Ένα λεπτό δόρυ διαλυτικού φωτός εκπέμπεται από τους ηλιακούς συλλεκτήρες του σταθμού και κόβει φέτες τον καημένο τον αστεροειδή, αιωνία του η μνήμη, ούτε να βαφτιστεί δεν πρόλαβε. Κι ύστερα εξέρχονται οι τεράστιοι μυζητήρες, τα πανίσχυρα πτυάρια και φτυάρια και μετατρέπουν ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει σε ένθηκα τρόφιμα και προφυλαγμένες ζωοτροφίες. Όλα εκτελούνται με αδυσώπητη αλληλουχία σύμφωνα με το σχέδιο του ανθρώπου. Και θαυμάστε τους περιστρεφόμενους κινητήρες του τροχιακού σταθμού, μα τι είναι πια, σταθμός, κορμός, σταθερό στέλεχος, στελεχώδες πρέμνο, άξονας και κέντρο, ή το αντίθετο όλων αυτών, ένα δαιμονισμένο κινητό πράγμα που συστρέφεται σ’ ένα στοιχείο κινούμενο; Συχνά σκέφτομαι ότι προκαλούμε τον Παντοδύναμο με τα φτηνά μας τεχνάσματα. Είναι μεγάλη οίηση και ύβρις να θέλουμε να διαμορφώσουμε το Σύμπαν σύμφωνα με τις δικές μας ανάγκες. Μη ξεχνάτε ότι κι εσείς οι τιτάνες, όταν κάνατε τους καταστερισμούς σας, παίρνατε την αρχική ενέργεια από τον Θεό».
«Ναι, αλλά τελικά ο Θεός είναι εμείς οι ίδιοι στην αρχή ή στο τέλος του Σύμπαντος. Εγώ είπα, θεοί εστέ, δεν λέει κάπου ο Κύριός σας;»
«Εμείς δεν ικανοποιούμαστε με την μεσολάβηση στη σχέση με το Θεό, ενδιαφερόμαστε για την αδιαμεσολάβητη σύνδεση μαζί του. Εμείς θέλουμε ένα Θεό πανίσχυρο, πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα, που να μάς στεγάζει και να μάς προστατεύει από κάθε κακό και να μάς συντρέχει σε κάθε αντιξοότητα. Θεός που είμαστε εμείς οι ίδιοι; Τι σημαίνει αυτό, τον εαυτό μας τον ξέρουμε και τον σιχαινόμαστε. Η πορεία του Έλληνος ανθρώπου από τον μύθο στο λόγο μάς αφήνει αδιάφορους. Ο λόγος είναι ψυχρός και απόμακρος, ενώ ο μύθος είναι απαραίτητος σαν τον αέρα που αναπνέουμε, υπό τον όρο βέβαια ότι τον πιστεύει κάποιος, αλλιώς είναι παραμύθι για μειράκια και για κρονόληρους. Εμείς έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς, αλλιώς η ζωή μας δεν έχει κανένα νόημα, είναι ένα τυχάρπαστο φτερό στον άνεμο, αν δεν υπάρχει ως εγγύηση ένας υπέρτατος προστάτης».
«Αν είναι αυτό το θέμα σας, η ύπαρξη Θεού έχει αποδειχτεί από τις ευνοϊκές συνθήκες, τις ανθηρές προϋποθέσεις, τις ιδανικές μανδαλώσεις ή αλλιώς τις χρυσές τομές που επικράτησαν στο Σύμπαν και επέτρεψαν τη δημιουργία του ανθρώπου. α) Ένα κόμμα πέντε μοίρες είναι η γωνιακή, οπτική ή φαινομένη διάμετρος του ηλίου και του φεγγαριού, ιδωμένη από τη Γη. Είναι παράξενο που είναι ίδιες, αλλά και βολικό, διότι σ’ αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων το ότι η Γη γνωρίζει το σκοτάδι. β) Μείον σαράντα βαθμοί είναι η θερμοκρασία που είναι ίδια σε όλες τις κλίμακες μέτρησης αυτής, όπως είναι π.χ. η κλίμακα Κέλητος – Κελσίου (ταχέος) Ίππου και η κλίμακα του Ελαύνοντος Ίππου (Fahrenheit). γ) Ο αριθμός Βκε (2025) είναι το άθροισμα των ολόκληρων αριθμών από το ένα ως το εννέα, το καθένα εις την τρίτη, συμποσούμενο. Επίσης είναι και το τετράγωνο του αθροίσματός τους. δ) Δέκα στην τριακοστή ένατη είναι ένα μέτρο για την εξασθένηση της βαρύτητας σε σύγκριση με την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια. Εκτός αυτού είναι η εκτιμώμενη κατά πρόβλεψη ηλικία θανάτου του Σύμπαντος, αλλά και η τετραγωνική ρίζα όλων των σωματιδίων του αισθητού Σύμπαντος, δηλαδή του τμήματος αυτού σε σχέση με τη Γη, όπου η σταθερά του Ταπεινού (Humble- Hubble) κυμαίνεται κάτω από ένα κόμμα πέντε. Σε τέτοιους αριθμούς στηρίχτηκε η υπόθεση μεγάλων σταθερών, από τις οποίες εξάγεται ότι η δύναμη της βαρύτητας μειώνεται, όσο η ηλικία του Σύμπαντος αυξάνεται. ε) Ο αριθμός ρμζ (137) είναι η σταθερά λεπτής υφής, που απαντάται παντού στην ατομική φυσική. Αν πάρουμε τον λόγο του ενός δια αυτής αποκτούμε το περίφημο μαθηματικό παλίνδρομο, όπου τα πρώτα οκτώ ψηφία εκφράζουν τη συμμετρία…»
«Αχ, αχ, μέγιστε διεκδικητή του θεϊκού τίτλου, που όμως θα μείνεις πάντα δεύτερος! Το να αραδιάζεις νούμερα, δεν σημαίνει ότι απέδειξες κάτι, το να κάνεις μία μέτρηση ή να δίνεις σε κάτι ένα όνομα ή να το αποδίδεις αιτιοκρατικά σε κάτι άλλο, δεν σημαίνει ότι το εξήγησες. Ο δικός μας Θεός υπάρχει και κατισχύει, γιατί ο ουρανός είναι γαλανός και δεν είναι κόκκινος, ούτε πορτοκαλής με κίτρινες βούλες. Ε, καμιά φορά είναι και τέτοιος! Πιστεύω εις ένα Θεόν, πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον υιόν του Θεού, τον μονογενή, τον εκ του πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομούσιον τω πατρί, δι’ ού τα πάντα εγένετο. Τον δι᾿ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Γυναικός Παρθένου ή Παρθενομάρτυρος και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί οποιουδήποτε δικτάτορα- εξουσιαστή, είτε αυτός έχει πορτοκαλί μαλλί είτε ασιατικά ζυγωματικά, δεν έχει σημασία, και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα την τρίτην ημέραν κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».
«Μα τι χρειάζονται όλα αυτά, γιατί να υπάρχει μεσολαβητής, αφού επιδιώκετε την αδιαμεσολάβητη σχέση, και γιατί αυτός θα πρέπει να έχει αναστηθεί χωριστά από τους υπολοίπους; Μήπως όλοι δεν ανασταινόμαστε, εφόσον υπάρχει το πρότυπο της υποστασιακής μας συλλογικής ψυχής μέσα στο χωρόχρονο που ταιριάζει και είναι κομμένο και ραμμένο στο δικό μας χαρακτήρα και στις δικές μας απαιτήσεις; Μήπως όλοι δεν ανασταινόμαστε όταν υπάρχει το παγκόσμιο υποκείμενο, που είναι απαραίτητο για να παρατηρηθεί το παγκόσμιο αντικείμενο; Και πώς να φανταστούμε αυτή την ανάσταση, σαν μία κινηματογραφική απώθηση ενός μεγάλου λίθου και μία ανάληψη μίας πάλλουσας εικόνας στους ουρανούς; Εδώ εσείς οι ίδιοι λέτε ότι “πνεύμα ο Θεός και εν πνεύματι και αληθεία δει αυτόν προσκυνείν”. Η ανάσταση είναι πνευματική, όχι σωματική, δεν θα αναστηθούν οι μύες και τα μουστάκια, αλλά η διανοητική κλίση και τάση».
«Έλληνα άνθρωπε, που τροχιοδρομείς από τον μύθο στο λόγο, τι χρησιμεύει το να εκλογικεύεις αυτό που υπάρχει; Φυσικά, η δράση και τα μέσα του Θεού έχουν κάποια λογική, αλλά εμάς μάς ενδιαφέρει περισσότερο η βούλησή του και τα σχέδιά του. Και τα σχέδιά του μπορούν να αφορούν τον καθένα μας ή μόνο έναν άνθρωπο σε όλο το Σύμπαν. Ακόμη και έναν άνθρωπο να σώσεις ή να βοηθήσεις, έχει σημασία, και γι’ αυτό ο Χριστιανισμός, αλλά και το Ισλάμ ως πιο απλοϊκή εκδοχή του, δεν θα πάψουν ποτέ να ασκούν γοητεία και να εμπνέουν και το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν πρόκειται ποτέ να παλιώσει ή να σβήσει. Γι’ αυτό λοιπόν εκφεύγω από τη θεωρητική συζήτηση, στην οποία πας να με περιορίσεις και έρχομαι να σε ρωτήσω για την οικογένεια σου. Αυτή την ερώτηση απευθύνω σε όλα τα μέλη του ποιμνίου μου κατά την εξομολόγηση, γιατί τελικά η οικογένεια είναι ο υπέρτατος θεσμός κι όταν κανείς γυρίζει στην εστία μετά την τύρβη της καθημερινότητας ή όταν επιστρέφει περιχαρής για την έναρξη των διακοπών του ή όταν παραιτείται από τη δουλειά του και ζητεί παρηγοριά ή συνταξιοδοτείται και ψάχνει την περιώνυμη ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας, τελικά αυτό που παίζει ρόλο είναι αυτό που τον περιμένει πίσω από τη θύρα της οικίας του ή – για να σταματήσουμε αυτό το κρυφτούλι των εννοιών κι ας μολυνθείτε σεις οι καθαροί ελληνο- τιτάνες από αλλοδαπές λέξεις- αυτό που έχει σημασία είναι ό,τι βρίσκει, όταν κλείσει η πόρτα του σπιτιού του».
«Δεν έχω κάτι νεότερο να αναφέρω πάτερ. Η σύζυγος θέλει να βάλω τηλεπαθητικό εμφύτευμα, ενώ τα παιδιά δεν το θεωρούν απαραίτητο και δεν τούς πειράζει να είναι ο πατέρας τους ένας ανεξάρτητος φάρος μέσα στην πάμφωτη λαμπαδηδρομία της Νέας Αρκαδίας».
«Ναι, γιατί ο πατέρας είναι πάντα η άγκυρα και η δικλείδα ασφαλείας. Ξέρουν μέσα στη φυσική τους έφεση για ασφάλεια ότι αν ο Ικαρομένιππος επικρατήσει ή αν μπορέσεις να επιλύσεις το μυστήριο του φόνου της Αρήτης, θα έχουν την ευκαιρία να μείνουν εδώ σε προστατευμένο περιβάλλον, όπου το χόρτο είναι πιο πράσινο. Αν όμως τίποτε από αυτά δεν γίνει, γνωρίζουν υποσυνείδητα ότι θα επιστρέψουν στις συνωστισμένες κιβωτούς της Γης, όπου μόνο ο τιτάνας πατέρας τους έχει τα μέσα να τα υπερασπιστεί. Αλίμονο, το τίμημα για μία πλήρως βιομηχανοποιημένη κοινωνία είναι η πλήρης κατάρρευση των αστικών, πολιτιστικών και ηθικών αρχών, η τυπική αυτονομία των ατομικών ιδιαιτεροτήτων, όπως έλεγε ένας σοφός, δηλαδή η καταξίωση του ατομισμού και του υποκειμενισμού. Στην παρακμή της Γης στηρίζεται η Νέα Αρκαδία, της οποίας ο πληθυσμός ανταποκρίνεται στο μέτρο και επιπλέον προσφέρει την οργιαστική σύντηξη των ψυχών ως εναλλακτική πρόταση στη χαοτική ανεξαρτησία, όπου καταλήγει η κατάχρηση της δημοκρατίας».
«Το θέμα είναι εγώ τι κάνω, πάτερ. Η σύζυγος θεωρεί ότι η συμβιωτική λύση της Νέας Αρκαδίας είναι η συνταγή για την απόλυτη ευτυχία. Μάλλον και τα παιδιά αυτό προτιμούν, άλλωστε τούς κάνει πλύση εγκεφάλου κάθε μέρα. Εμένα προσωπικά μού είναι αδιάφορο πού θα ζήσω, διότι “ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος”. Έχω αδιάτρητο θώρακα τον ορθό λόγο και το “γνώθι σαυτόν”. Όμως καταλαβαίνω ότι για όσους έχουν βιώσει το χαοτικό καυκασιανό κύκλο με την κιμωλία ή τα καυδιανά δίκρανα της γήινης αστυφιλίας, πραγματικά τούτο εδώ το τεχνητό περιβάλλον του οργιαστικού αλλά και οικολογικού πολύποδα σε συνδυασμό με την σύντηξη και την ενδεχόμενη αθανασία των ψυχών μοιάζει ακατανίκητος παράδεισος. Πέρα από όσα δυσάρεστα και αμφιλεγόμενα έχω διαπιστώσει, υπάρχουν εδώ πολλά που μπορεί να θαυμάσει και να υιοθετήσει κανείς. Ποια ηθική διαπαιδαγώγηση, ποια πνευματική εκπλήρωση μπορεί να ισοσκελίσει τα δαψιλή αγαθά που προσφέρει απλόχερα η Νέα Αρκαδία; Λοιπόν, πάτερ, ποια είναι η πρόταση του Ισλαμοχριστιανισμού για την περίπτωσή μου; Να φύγω οικειοθελώς από τη Νέα Αρκαδία; Να μείνω για χάρη των τέκνων μου; Να βάλω τηλεπαθητικό πλασμώδιο; Τι στο διάολο να κάμω;»
«Δεν είμαι σίγουρος τι να σε συμβουλεύσω, τέκνον μου. Ήμουν από τους πρώτους που ήλθα σ’ αυτόν τον τεχνολογικό παράδεισο και αφοσιώθηκα να μην ξεχαστεί το νόημα της χριστιανικής αλληλεγγύης. Από τότε έχω δει ότι τούτο το καταραμένο τηλεπαθητικό πλασμώδιο έχει καταστήσει άχρηστο το ρόλο του καλού ποιμένα. Οι κάτοικοι της Νέας Γης έχουν ο ένας τον άλλον και έχουν αναπτύξει μία ειλικρινή συμβίωση που τούς πληροί εντελώς. Η τηλεπαθητική τους συγγένεια τούς καθιστά αυτάρκεις και τούς απομακρύνει από τον Θεό, γιατί δεν τον χρειάζονται. Όπως διαπίστωσες, το κύριο επιχείρημα και το μέγα προτέρημα του Χριστιανισμού ανά τους αιώνες είναι ότι οι άνθρωποι τον χρειάζονταν. Αν πάψουν να τον χρειάζονται, είναι τρομερό, είμαστε χαμένοι, δεν υπάρχει πια τίποτε να κρατηθούμε, καμία ποιμαντορική ράβδος …»
«Μα δεν είναι θετικό, πάτερ, που οι άνθρωποι θα γίνουν επιτέλους ανεξάρτητοι, ότι δεν θα χρειάζονται θεούς, αφού όπως λέγει και ο Επίκουρος “απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς” και ότι “ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων”;»
«Όχι, διότι αυτό είναι ύβρις, όπως λέτε κι εσείς οι τιτάνες. Δεν δύναμαι και δεν μού επιτρέπεται να συναινέσω στην άρνηση του Θεού. Γι’ αυτό σε τελευταία ανάλυση σάς λέω, πάρτε τα παιδιά και φύγετε, αφού πρώτα τα πείσετε ότι η ζωή τους εδώ θα είναι κενή και ρηχή…»
Επιτέλους τα προσωπεία είχαν πέσει και ο ιερέας έδειξε όλη του την αναμενόμενη απέχθεια και αποστροφή για τα επιτεύγματα της επιστήμης. Ήταν κάρφος στους οφθαλμούς του το τηλεπαθητικό πλασμώδιο, ήταν αμφισβήτηση της κυριαρχίας -και της αυθαιρεσίας του Θεού και αυτό δεν θα μπορούσε ως εκ της ιδιότητάς του και εξ ορισμού ποτέ να το αποδεχτεί. Τι τού έδινε όμως το δικαίωμα να κρίνει αυτά που κάποιοι άλλοι δημιούργησαν και πρόσφεραν στην ανθρωπότητα: Όλες οι προκαταλήψεις και οι επιφυλάξεις απέναντι στα τυφλά δόγματα των θρησκειών ανέβηκαν πάλι στον οισοφάγο του Υπερίωνα σαν πικρό χάπι που πιάστηκε στις φωνητικές του χορδές.
«Πάτερ, νομίζω ότι σ’ αυτό το σημείο, βγαίνει στην επιφάνεια η Ιερά Εξέταση, που κρύβεται ως τελευταία λύση πίσω από κάθε εξομολόγηση και πίσω από κάθε υποτιθέμενο διάλογο. Με κάνετε να ευγνωμονώ τον Θεό που δεν έχω εξομολογηθεί ποτέ. Γιατί να αναγορεύσω σε κριτή κάποιον με στενότερο ορίζοντα από εμένα; Νομίζω ότι το μεγαλύτερο χτύπημα του Έλληνος ανθρώπου προς εσένα, πάτερ, είναι ακριβώς αυτό. Αρνούμαι να εξομολογηθώ σε σένα, δεν σε θεωρώ άξιο να μάθεις τα μυστικά μου και κυρίως θεωρώ φοβερή αλαζονεία, παράτολμη υπερφροσύνη, προπέτεια και θρασύτητα εκ μέρους σου να εικάζεις ότι μπορείς εσύ να συγχωρήσεις εμένα!»
«Μα αυτή ακριβώς είναι η αξία και η λύτρωση της εξομολόγησης, να ζητήσεις ταπεινά συγχώρεση από τον τελευταίο γιδοβοσκό και χοιροτρόφο. Αλλά τι κάθομαι και λέω, τώρα θυμήθηκα ότι η οικογένειά σου είναι ολογραφική. Ολογραφική -φωτονική οικογένεια, τα ύστερα του κόσμου, άντε να βγάλεις άκρη με τις κτηνωδίες και τερατωδίες της σύγχρονης εποχής! Ύπαγε οπίσω μου, εωσφόρε με ψυχρό φως, που είσαι καταδικασμένος να μείνεις πάντα σκοτεινός και ζοφερός. Μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες της εποχής μας, έχασα την πίστη μου και γι’ αυτό αυτοκτονώ. Ξέρω ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία για έναν ένθεο κόσμο, αλλά είναι γενναία πράξη διαμαρτυρίας μέσα σ’ έναν άθεο κόσμο. Μού μένει η ικανοποίηση ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ να εξηγήσεις ή να δικαιολογήσεις την πράξη μου αυτή. Γιατί όλοι εσείς οι επιστήμονες, τόσο θεωρητικά προοδευτικοί, στην πραγματικότητα μέσα από τη δικτατορία και την απόλυτη στεγανότητα της αιτιοκρατίας σας, δεν παραδέχεστε τη βούληση. Δες λοιπόν τη βούληση που δημιούργησε το Σύμπαν, άπιστε!»
Είχε βάλει το κεφάλι του μέσα σε κάποιο αόρατο νήμα πυράκτωσης μονής ίνας. Και απελθών απήγξατο ή μάλλον αυτο – αποκεφαλίστηκε. Γιατί έτσι ήθελε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο: ΤΟΡΓΟΣ ΤΡΑΧΗΛΙΩΤΟΣ
Τι ήταν ακριβώς ο Τόργος Τραχηλιώτος; Η πρώτη του βασική ιδιότητα ήταν η εμπορική, Η δεύτερη είναι ότι δρούσε αποκλειστικά για λογαριασμό του, δεν εκπροσωπούσε δηλαδή άλλους πλανήτες, όπως η Διοτίμα της Μαντίνειας. Ήταν μοναχοφαγάς και ταλιροφονιάς. Η κοσμοθεωρία του ήταν απόλυτη υλιστική. Βέβαια, δεν είχε εμβαθύνει και ποτέ στο τι ήταν η ύλη, ούτε την είχε εξετάσει ποτέ σε βάθος, ηλεκτρόνια, πρωτόνια και όλα αυτά τού φαίνονταν πολύ θεωρητικά και δεν τον ενδιέφεραν. Η μεθοδολογία του θα ηδύνατο να χαρακτηριστεί γνωσιοθεωρητικός ρεαλισμός. Αυτός συνίσταται στο να μένει κανείς στην επιφάνεια των πραγμάτων με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι για τον άνθρωπο προορίζεται μόνο το φάσμα εκείνο της πραγματικότητας που μπορεί να αντιληφθεί με τις πέντε αισθήσεις και συνήθως με την όραση. Πάνω- κάτω ό,τι είναι ορατό με γυμνό οφθαλμό είναι και πραγματικό. Τα τηλεσκόπια και τα μικροσκόπια ήσαν μόνο για τους τρελούς επιστήμονες ή έστω για κάποιους περίεργους και λοξάτους που στο τέλος αποτρελαίνονταν. Είναι δυνατόν να αρνείσαι αυτό που έχεις μπροστά σου και να ψάχνεις κάτι άλλο, που υποτίθεται ότι κρύβεται από πίσω; Αξία είχαν λοιπόν μόνο τα ορατά και απτά αντικείμενα. Τώρα βέβαια γιατί παρατηρούνταν τέτοια διαφορά εμπορικής αξίας στα αντικείμενα που περίπου φαίνονταν ίδια στα δικά του μάτια, ούτε αυτό μπορούσε να το εξηγήσει, το εκμεταλλευόταν όμως προς όφελός του. Ήξερε π.χ. να διακρίνει μετά από χρόνια αστοχιών και λαθών, άρα πείρας, την παλαιότητα, την προέλευση, την καλλιτεχνική διαποίκιλση, τις συνθήκες ζήτησης, τη μοναδικότητα ή μη, την απλότητα ή την συνθετότητα οποιουδήποτε εμπορεύματος, ακόμη και την έλξη ή την απώθηση που εξέπεμπε. Η τελευταία διάκριση ήταν δυσχερής ειδικά όσο αφορούσε στις γυναίκες, για τις οποίες δεν μπορούσε ακριβώς να καταλάβει για ποιο λόγο θεωρούσαν ένα προϊόν ελκυστικό ή ποιοτικό και αντιστοίχως για ποιο λόγο το καταβαράθρωναν στο πυρ το εξώτερο ως αβαθές, ψεύτικο, ευτελές ή επιτηδευμένο. Ακόμη κι αυτές όμως ήξερε να τις παραμυθιάζει με ωραία λόγια κι έτσι να εξισορροπεί όποια τυχόν έλλειψη αισθητικής είχε.
Όταν λέμε ότι ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν υλιστής, εννοούμε υλιστής, όπως άλλωστε μαρτυρούσε και το όνομά του: τόργος -όρνεο- + τραχήλια -άχρηστοι χόνδροι ή πλατάρια γύρω από το λαιμό- + ώτα, τουτέστιν λειράτο όρνεο. Έτσι και αλλιώς το να υπολογίζει μόνο τα ορατά αντικείμενα, δεν ήταν και τίποτε ασυνήθιστο. Ίσως το “qθ” στα “ρ” (99 %) των ανθρώπων να σκέφτεται έτσι. Όμως προχωρούσε πέρα απ’ αυτό, διότι στην κυριολεξία τού ήσαν τελείως αδιάφορα όσα αντικείμενα δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί ή όσα διατίθενταν απλόχερα σε όλους τους ανθρώπους, άρα δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να τα αποκτήσει και αυτός. Π.χ. ο ατμοσφαιρικός αέρας, ο ήλιος και η θάλασσα, στο βαθμό που υπήρχαν ακόμη στη διαστημική εποχή, κοντολογίς τα κοινά τοις πάσι και τα κοινόχρηστα πράγματα ήσαν στη διάθεση όλων χωρίς εξαιρέσεις, καθώς, όπως έλεγαν και οι Χριστιανοί, ο Θεός βρέχει επί δικαίων και αδίκων και ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς. Άρα δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για τον Τόργο Τραχηλιώτο, αφού δεν άξιζε τον κόπο να τα κυνηγήσει κάποιος.
Η πικρά κερδισμένη πείρα είχε διδάξει στον Τόργο Τραχηλιώτο ότι ο πιο εύκολος τρόπος να αποκομίσει αγαθά ήταν να τα πάρει έτοιμα από τους άλλους. Από τη στιγμή όμως που οι κοινωνίες τιμωρούσαν την κλοπή και τη ληστεία, η επόμενη κάλλιστη λύση ήταν να προσκολληθεί σε μεγάλους ηγέτες, γιατί αυτοί και μόνο αυτοί ήσαν σε θέση να σού παράσχουν αμέσως ό,τι ποθεί η καρδιά σου και μάλιστα αδιαμεσολάβητα και απροϋπόθετα, με μόνο αντάλλαγμα να φιλήσεις το δακτυλίδι τους, να δηλώσεις δηλαδή υποταγή σε αυτούς. Χαρά στο πράγμα και γιατί όχι; Αυτός ο τρόπος ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός για την πρόσβαση στα αγαθά από τα ναι μεν αλλά, τα αν και εφόσον και τα άλλα ήξεις- αφήξεις των τιτάνων, που μάς έχουν πρήξει, άντε να αποκτήσεις μόρφωση και δεξιότητες, άντε να έχεις και αρετές, να έχεις και ήθος, άντε αξιοκρατία! Αντίθετα οι ηγέτες σού έδιναν τα πάντα και απαιτούσαν το τίποτε, δηλαδή ένταξη και αφοσίωση, αφηρημένες έννοιες ισούμενες με το απόλυτο μηδέν. Ο Τόργος Τραχηλιώτος δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να καταλάβει το πιο βασικό συμπέρασμα του αρχαίου κόσμου, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Αυτή την απλή πρόταση θα μάς επιτρέψετε να τη γράψουμε δύο φορές: Δεν υπάρχουν καλόβολοι ή καλοπροαίρετοι τύραννοι. Ή, όπερ και το αυτόν, αν προτιμάτε, σάς αναφέρουμε το άλλο στερεότυπο μεν, που είναι όμως πικρά επαληθευόμενο από την εμπειρία και αμείλικτα αποδεικνυόμενο από τη λογική, ότι δηλαδή η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.
Ο Τόργος Τραχηλιώτος λοιπόν ήθελε πολύ απλά να ελευθερώσει τον Δία και τους Ολύμπιους, υπολογίζοντας ότι θα αποκόμιζε άμεσα οφέλη από αυτούς. Πέραν τούτου μέσα στο ταραγμένο του μυαλό είχε συνδέσει τους Ολύμπιους θεούς και με το αυτονομιστικό κίνημα της Νέας Αρκαδίας, με την οποία είχε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές, σύμφωνα με το ρητό: ο εχθρός του εμπορικού μου συνεταίρου είναι και δικός μου εχθρός. Αντίπαλοι ήσαν πάντα οι τιτάνες, αυτοί που έβαζαν ένα σωρό προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα για οποιαδήποτε δραστηριότητα και δεν άφηναν την ελευθερία ως δέσμη απεριόριστων επιλογών να επικρατήσει. Αυτοί λοιπόν οι αναθεματισμένοι τιτάνες, για να εκδικηθούν το δέσιμο του δεσμώτη αρχηγού τους στον Καύκασο, χωρίς να σκεφθούν ότι η μη θανάτωση του Προμηθέα και η έκθεσή του στον γευσιγνώστη γύπα, που τού άρεσε η συκωταριά, ήταν ένα είδος ελέους και ψήφου εμπιστοσύνης προς τον …τσιμπολογούμενο ότι κάποτε θα μετάνιωνε και θα δήλωνε υποταγή στο μέγα Δία, συνέθλιψαν ασεβώς τους θεούς κάτω από βαρυτικές δυνάμεις και τούς καταδίκασαν αιώνια στο μαρτύριο της συντριπτικής πίεσης. Κάθε φορά που επιχειρούσαν να αναγεννηθούν ως Φοίνικες πάνω στη στάχτη τους, η βαρύτητα του Μέγα Πλανήτη τούς συνέτριβε και πάλι και τούς ισοπέδωνε σαν χαλκομανίες, τούς μετέτρεπε σε ρευστό υδράργυρο, όντας ο βόας εκείνος ο συσφιγκτήρας, που δεν θα τούς άφηνε να συνέλθουν ποτέ ξανά. Είχαν γίνει οι Ολύμπιοι εκείνη η κόκκινη κηλίδα, που τόσο εντυπωσιάζει πάνω στην επιφάνεια του Μέγα Πλανήτη, ένας λιωμένος πατημένος λεκές, ένας σπίλος εδώδιμου και αποικιακού λυκοπερσικού (ντομάτας), που κάλυπτε μία έκταση ιστΜ (160.000) χιλιομέτρων.
Ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν κλασικό δείγμα μεγαλόσωμου Καυκάσιου ανδρός, ολιγόμαλλου, πλατυπρόσωπου, πλατύστερνου, μυώδους, σβερκώδους, κτηνώδους, βλοσυρού, μοχθηρού, αδαούς και άγριου με βάρβαρη ψυχοσύνθεση, από αυτούς που στους πολέμους ισοπεδώνουν πόλεις, λεηλατούν εκκλησίες, σφάζουν – ξεκοιλιάζουν έγγυες γυναίκες και πετούν βρέφη στη φωτιά, άρα ήταν ένα είδος Νέμεσης για τον Προμηθέα, που πάντα διεκτραγωδούσε τα παθήματά του στον Καύκασο. Καύκασον έδωκας, Καύκασον θα λάβεις! Ήταν ο ιδανικός λακές- υποτακτικός για τον οποιονδήποτε αιμοσταγή- αιμοδιψή ή αιμοβόρο τύραννο ή μεγάλο λατρευτό ηγέτη.
Ο Τόργος Τραχηλιώτος ήταν πάντα πολύ προετοιμασμένος για τα εγχειρήματα που αναλάμβανε και όποιος τον υποτιμούσε, απλά ηττάτο από αυτόν. Είχε την ευελιξία να αντιλαμβάνεται ότι υπήρχαν και κάποια μη υλικά πράγματα που είχαν, όχι ακριβώς αξία, αλλά χρησιμότητα, χωρίς βέβαια να μπορεί να καταλάβει σε βάθος το γιατί. Αξία- χρησιμότητα, σάς παρακαλώ μη βασανίζετε τον Τόργο Τραχηλιώτο με αφηρημένες έννοιες, καλύτερα δώστε του ένα γερό χέρι ξύλο και αφήστε τον να ξεπαγιάσει στο αγιάζι! Ήξερε πάντως ότι στο Σύμπαν των τιτάνων δεν αρκούσε μόνο η γνώση ενός αντικειμένου ή κάποιων διαδικασιών, για να επέλθει μία επίδραση στον αισθητό κόσμο, αλλά χρειαζόταν πάντα και κάποιο τελετουργικό, ένας ύμνος, κοντάκιο ή τροπάριο ή όλα αυτά τα περίεργα, στα οποία έδιναν βάρος οι τιτάνες. Σε αυτό δεν διέφεραν ουσιαστικά από τους Χριστιανούς, που κι αυτοί γύριζαν γύρω τριγύρω ψέλνοντας «η γέννησίς σου χριστέ ο θεός ημών ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως» ή «η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η Γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει». Είχε λοιπόν εξασφαλίσει τον απαραίτητο ύμνο για να αφυπνίσει τους κοιμώμενους θεούς και να δρομολογήσει κοσμοϊστορικές εξελίξεις. Μην υποτιμάτε ποτέ τον Τόργο Τραχηλιώτο, δεν θα σάς βγει σε καλό! Έψελνε λοιπόν τώρα τον ύμνο του Κλεάνθη προς το Δία:
«Κύδιστ’ αθανάτων, πολυώνυμε, παγκρατές αιεί,
Ζευ, φύσεως αρχηγέ, νόμου μέτα πάντα κυβερνών,
Χαίρε- σε γαρ πάντεσι θέμις θνητοίς προσαυδάν,
Εκ σού γαρ γένος είσ’ ήχου μίμημα λαχόντες
Μούνοι, όσα ζώα τε και έρπει θνητ’ επί γαίαν-
Τώ σε καθυμνήσω και σον κράτος αιέν αείσω
Σοί δη πας όδε κόσμος, ελισσόμενος περί γαίαν,
Πείθεται, ή κεν γης, και εκών υπό σου κρατείται –
Τοίον έχεις υπουργόν ανικήτοις υπό χερσίν
Αμφήκη, πυρόεντα, αειζώοντα κεραυνόν-
Τού γαρ υπό πληγής φύσεως πάντα έργα τελείται.
Ω συ κατευθύνεις κοινόν λόγον, ός δια πάντων
Φοιτά, μιγνύμενος μεγάλοις μικροίς τε φάεσι.
Ω συ τόσος γεγαώς ύπατος βασιλεύς δια παντός-
Ουδέ τι γίγνεται έργον επί χθονί σου δίχα, δαίμον,
Ούτε κατ’ αιθέριον θείον πόλον ούτ’ ενί πόντω,
Πλην οπόσα ρέζουσι κακοί σφετέραις ανίαις-
Αλλά συ και τα περισσά επίστασαι άρτια θείναι,
Και κοσμείν τ’ άκοσμα και ου φίλα σοι φίλα εστίν.
Ώδε γαρ έν πάντα συνήρμοκας εσθλά κακοίς,
Ώσθ’ ένα γίγνεσθαι πάντων λόγον αιέν εόντα,
Όν φεύγοντες εώσιν όσοι θνητών κακοί εισί,
Δύσμοιροι, οί τ’ αγαθών μεν κτήσιν ποθέοντες
Ουκ εισορώσι θεού κοινόν νόμον, ούτε κλύουσιν,
Ώ κεν πειθόμενοι συν νώ βίον εσθλόν έχοιεν.
Αυτοί δ’ αύθ’ ορμώσιν ανοία κακόν άλλος επ’ άλλο,
Οί μεν υπέρ δόξης σπουδήν δυσάρεστον έχοντες,
Οί δ’ επί κερδοσύνας τετραμμένοι ουδενί κόσμω,
Άλλοι δ’ εις άνεσιν και σώματος ηδέα έργα,
Αλλά κακοίς επέκυρσαν. Επ’ άλλοτε δ’ άλλα φέρονται
Σπεύδοντες μάλα πάμπαν εναντία τώνδε γενέσθαι.
Αλλά Ζευ πάνδωρε, κελαινεφές, αργικέραυνε,
Ανθρώπους μεν ρύου απειροσύνης από λυγρής,
Ή συ πάτερ σκέδασον ψυχής άπο, δος δε κυρήσαι
Γνώμης ή πίσυνος συ δίκης μέτα πάντα κυβερνά,
Όφρ’ αν τιμηθέντες αμειβώμεσθα σε τιμή,
Υμνούντες τα σα έργα διηνεκές, ως επέοικε
Θνητόν εόντ’, επεί ούτε βροτοίς γέρας άλλο τι μείζον,
Ούτε θεοίς -ή κοινόν αεί νόμον εν δίκη υμνείν».
(Ένδοξε των αθανάτων, πολυώνυμε, είσαι παγκρατής
Δία, της φύσης αρχηγέ, το σύμπαν με το νόμο κρατείς,
Σε χαιρετώ, όπως όλοι οι θνητοί πρέπει να σε προσφωνούν,
Που απ’ τη δική σου είναι γενιά, σε μιμούνται και τιμούν.
Μόνο αυτοί απ’ όσα ζουν σέρνονται θνητά πάνω στο χώμα.
Αφού χωρίς τη δύναμή σου, ξέρουν ότι θα γίνουν πτώμα.
Γιατί εσένα υπακούει, ο κόσμος που ελίσσεται γύρω απ’ τη Γη,
Όπου κι αν οδηγείς, τηρεί το θέλημά σου με πλήρη υποταγή.
Γιατί έχεις μέγα βοηθό κάτω απ’ τ’ ανίκητά σου χέρια
Τα δίκοπα, τα πύρινα, τα αιώνια καίοντα αστέρια,
Που με τα δικά σου πλήγματα τα έργα τελεί η φύση,
Εκεί που την στρέφεις εσύ με κοινό λόγο να κινήσει,
Να συμμιχθεί με τα μικρά και τα τρανά της φύσης φώτα.
Και να’ σαι βασιλιάς εσύ για πάντα και ως πρώτα.
Κι ούτε που γίνεται στη γη χωρίς εσένα πράγμα,
Ούτε στον αιθέριο θόλο ούτε στου πόντου το σάγμα,
Μα κι όσα ακόμη βυσσοδομούν οι άνοοι κακοί,
Ξέρεις εσύ να τα ισάζεις σύμφωνα με τη δική σου ηθική,
Και τα άκοσμα να διακοσμείς και τα κακά να ξεπλένεις,
Καλά- κακά σε ένα αρμονίζεις και αντίρροπα εξυφαίνεις,
Ώστε ένας λόγος γίνεται απ’ εδώ στην αιωνιότητα
Που απ’ τους θνητούς αποφεύγουν όσοι έχουν κακότητα,
Οι δύστυχοι, που τ’ αγαθά πάντα μοχθούν ν’ αδράξουν
Δεν νογούν ότι μόνο με νόμο Διός μπορούν να τα αρπάξουν.
Που αν με νου υπάκουαν, θα είχαν ζωή καλή,
Μ’ αυτοί κουρεμένοι βγαίνουν κι ας πάν’ για μαλλί
Άλλοι με δόξα και ορμή που εξάπτει κακιά μάχη,
Άλλοι χωρίς ντροπή, που κέρδος μόνο θέλει να ‘χει,
Κι άλλοι βουτούν στην άνεση και στου κορμιού τις χάρες.
Μα όλους τούς βρήκαν συμφορές, δαιμόνια και κατάρες
Κι ας έσπευδαν να χαρούν κάτι ολάκερο και άλλο.
Αλλά Δία, πάνδωρε, που διαλύεις τα σκότη με άλω
Σώσε, πατέρα, τους θνητούς από άγνοια απατηλή
Και σκόρπισέ τη απ’ την ψυχή, ώστε αυτή να διαλαλεί
Η γνώμη που εμπιστεύεσαι ότι κατάλληλη είναι
Που αν την ασπαστούμε, αν θα μάς αμείψεις κρίνε.
Εξυμνώ πάντα τα έργα σου, όπως είναι το σωστό
Ως θνητός, αλλά και σε θεούς ακόμη ύψιστο και σεβαστό
Του νόμου και της δίκης ν’ ανυμνούν το πέπλο το σεπτό).
Σύμφωνα με το αθάνατο αξίωμα «συν Αθηνά και χείρα κίνει» είχε μαζί και ένα πανίσχυρο μαγνήτη που είχε τέτοια ενέργεια, ώστε μπορούσε να ανασηκώσει ολόκληρη τη κόκκινη κηλίδα από την κρηπίδα της, όποια κι αν ήταν αυτή. Και πράγματι τον έβαλε σε λειτουργία.
Όσο και να λέμε ότι ο Δίας αποτελείται από αέρια, υδρογόνο, ήλιο, αμμωνία, υδρόθειο και άλλους υδρατμούς κ.λπ., λόγω κολοσσιαίας βαρύτητας που προκαλείται από τη σώρευση των υλικών, είναι αδύνατο να μην υπάρχει και ένα είδος σκληρού πυρήνα με υγρά ή ακόμη και στερεά στοιχεία, υδρομεθάνιο, άνθρακα, μεταλλικό υδρογόνο, ακόμη και λίγο πυρίτιο. Είναι λοιπόν τα κατώτατα στρώματα του Δία ένα είδος άμμου και μάλιστα κινούμενης, απ’ όπου μία μαγνητική βολίδα συγκεκριμένης κατεύθυνσης μπορεί να ανασύρει ό,τι βρίσκεται από κάτω παγιδευμένο από αδυσώπητη βαρυτική συμπίεση.
Σε μία έκταση λοιπόν, τόσο μεγάλη που δεν έχει νόημα για τις ανάγκες της ιστορίας μας να αραδιάσουμε ένα νούμερο, η κόκκινη κηλίδα άρχισε να σχηματοποιείται περισσότερο και να σχηματίζει ένα είδος ρόμβου με διάμετρο απίθανων διαστάσεων. Προοδευτικά ο ρόμβος πτυσσόταν προς τα άνω, αποκτούσε την τρίτη διάσταση του ύψους, διογκωνόταν και γινόταν σφαίρα. Βέβαια, η σφαίρα παράλλασε και μετατρεπόταν διαδοχικά από κυρτό σε κοίλο φακό, όπως ένα κοιλέντερο που ξαφνικά αναποδογυρίζει την κοιλιά του προς τα έξω για να τραφεί, ξεγελώντας το μάτι με εξεζητημένη οπτική απάτη. Και από την αναποδογυρισμένη κοιλιά φαινόταν να αναδύεται ατμός ή καπνός μέσα από στροβιλισμούς μεταγωγής μέσω κόμβων. Ύστερα, μία ταραγμένη θάλασσα παρασκευαζόταν εν τω βάθει σαν πηχτό αβγολέμονο ή εμετός ποικίλων συστατικών ή στάσιμο φλέμα πτυελοδοχείου και ετοιμαζόταν να αναδυθεί σαν κάτι πελώριο να κινείται στα έγκατα και να θέλει να εξέλθει από την αδρανή κυματαγωγή. Επρόκειτο για κάτι αδιανόητα απεχθές που ερχόταν αργά προς την επιφάνεια, μάλλον σαν ηφαιστειογενές νησί μετά από μνημειώδη έκρηξη, ένα οργανικό πλάσμα, φάλαινα, υπερφυσικό δελφίνι ή φίδι των ωκεανών ή τέρας των θαλασσών.
Η μορφή του και το χρώμα του είχαν ειδητική ομοιότητα με έναν γιγάντιο εγκέφαλο. Ο ιστός ήταν «οίνωψ» με απόχρωση κόκκινου κρασιού, που σιγά-σιγά ξανοίγει σαν πυρακτωμένη θράκα που γίνεται συλλίπασμα και σκωρία εμφανίζοντας τους κλασικούς έλικες της φαιάς ουσίας ποικιλμένους και κατάστικτους από οφθαλμούς πανόπτη μυριωπού πολεδρικά ορώντος Άργου. Από το κάτω μέρος όμως ξεπρόβαλλαν πλοκάμια, έκαστο με διαφορετικό αριθμό δακτύλων και κυρίως νυχιών, προεξείχαν σαν θαλάσσιες ανεμώνες που κολυμπούν σε κρύα ρεύματα, μέγιστα χέρια, σκωληκώδη, πτωματοειδή, λευκά καθότι πλήρη προνυμφών και ευλών, που βλάσταιναν από μακρούς καυλούς εκατέρωθεν των βαθουλωμένων ματιών, καθώς το πλάσμα του βάθους αναβίβαζε τον εαυτό του στα υψηλότερα επίπεδα της ατμόσφαιρας του Μέγα Πλανήτη.
Το τεράστιο ον κινούνταν σαν κάβουρας ανάμεσα στα νέφη, ολίσθαινε μέσα από την νοτερή λασπώδη άμμο. Βλέποντας αυτό το χαώδες συλλογικό υποκείμενο και όργανο ο Τόργος Τραχηλιώτος αλληθώρισε και διερωτήθηκε αν αυτό μπορούσε να είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας ή μήπως περιείχε και άλλους μέσα στην περιβλητική συμπεριληπτική του μεμβράνη. Και θα είχε δίκιο, αν στοιχημάτιζε σε κάτι τέτοιο, σύμφωνα με το διδακτικό ρητό της σύγχρονης εποχής «το ‘βλεπες, το παιξες;»
Η αναρρίχηση στα ανώτερα στρώματα της ατμοσφαίρας συνεχιζόταν. Καθώς ο σκοτεινός όγκος, στην αρχή κόκκινος και μετά φαιός, πλησίαζε στο σκάφος του Τόργου Τραχηλιώτου, που ήταν ο «Κραδιαίος Διόνυσος» (η «κράδη» είναι κάτι μεταξύ καρυδιάς και καρδιάς, συκιά στον Αριστοφάνη, γενικά ένας καρπός που τον «κραδαίνεις» και πέφτει), το δάπεδο του σκάφους άρχισε να γίνεται ρευστό, να μεταβάλλεται σε μία λίμνη αφρισμένου και κοχλάζοντος εκτοπλάσματος, όπου δια της βίας συγκρατούνταν η δομική συνοχή και ακεραιότητα των τοιχωμάτων με τη βοήθεια και της ενεργειακής ασπίδας που περιέβαλε το πλοίο. Ένα παγερό ρεύμα άρχισε να εισχωρεί στα διαμερίσματα, ενώ ο Κραδιαίος Διόνυσος υφίστατο γεωδιαμόρφωση μετατρεπόμενος βαθμιαία σε τέναγος και τέλμα, όπως αυτό που ήταν το φυσικό περιβάλλον του ογκώδους όντος επί του Δία. Μέσα από αυτό προέβαλλαν πρώτ’ απ’ όλα μυζητικά, κολλητικά, μαστιγωτά, ριπιστικά, διφθερικά τριχίδια κι ύστερα γαμψοί όνυχες ως απολήξεις πλοκαμιών σύρθηκαν και αγκιστρώθηκαν σε κάθε εσοχή ή διατομή, στο τέλος δε μία μαύρη μάζα αναδύθηκε από τους κοχλασμούς, ένα τερατώδες πλάσμα που επιχειρούσε με πολλή προσπάθεια να στριμωχτεί στην περιοριστική γι’ αυτό αίθουσα του καταστρώματος ή του υπόστεγου.
Το οργιαστικό πάνθεον ως συλλογικότητα των θεών του Ολύμπου οδήγησε το σμήνος του ως γιγαντιαίο ζωντανό υποκείμενο στα ενδότερα του σκάφους απορροφώντας κάθε ίχνος θερμότητας ως εναπομείνασα ζωική ενέργεια εντός του χώρου του. Ήταν ένα περίεργο σχήμα ως βασιλική σύναξη αρουραίων με δεμένες ουρές, ένας κεντρικός όγκος από όπου εκπηδούσαν ακανόνιστοι κύλινδροι και άτρακτοι. Ήταν φανερό ότι τα πιο ενεργά μέλη αυτού του συνονθυλεύματος, εκπροσωπούμενα από τα πλοκάμια και τις προεκβολές, προσπαθούσαν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη μάζα και να αποτελέσουν πάλι χωριστά υποκείμενα.
Δεν χρειάστηκε πολύ και οι προεκβολές πήραν προοδευτικά ανθρώπινο σχήμα, που ήταν η μορφή των θεών του Ολύμπου, λίγο μεγαλύτεροι σε μέγεθος και αρκετά πιο ψηλοί από τον μέσο άνθρωπο. Ο ψυχοπομπός, ονειροστάλτης, διαλλάκτης, διαπραγματευτής Ερμής, ο πολεμοχαρής πατέρας των πολεμικών τεχνών Άρης, η δαψιλής προμηθεύτρια Δήμητρα, η προστάτιδα των πατρογονικών παραδόσεων Εστία, η σύννους και περίσκεπτη Αθηνά, ο τριαινοφόρος, θαλασσοκράτορας Ποσειδών, η λευκώλενος και ζηλιάρα καχύποπτη σύζυγος Ήρα, η τοξεύτρα των δασών Άρτεμις, ο φωτοδότης και φιλόμολπος Απόλλων κι η ερωτική, αισθησιακή καλλίπυγος και στεατόπυγος Αφροδίτη μαζί με τον υποσκάζοντα σύζυγό της, το σμιλευτή και σφυρηλάτη Ήφαιστο. Πάνω απ’ όλους ίστατο ο πανίσχυρος νεφεληγερέτης Ζευς πατήρ. Μόλις σχηματοποιήθηκαν οι θεοί αμέσως το περιβάλλον προσαρμόστηκε στα ανάγκες τους. Το τέναγος ή τέλμα, απ’ όπου εισχώρησαν, ξανάγινε αποστειρωμένο δάπεδο διαστημοπλοίου, η θερμοκρασία αποκαταστάθηκε, ο διαφυγών αέρας αναπληρώθηκε, η τρύπα στην ενεργειακή ασπίδα του σκάφους έκλεισε σαν κακάδι- εσχάρα πληγής μετά από επάλειψη πολλής πηκτίνης.
«Τι σκάφος είναι αυτό;», είπε ο Δίας που συνήλθε σχεδόν αμέσως από την παραζάλη και τη νωθρότητα της συλλογικής κατάστασης κραδαίνοντας πέρα- δώθε τη χαρακτηριστική του γενειάδα.
«Αυθέντα», απάντησε με προθυμία και σεβασμό, αλλά και ευγνωμοσύνη που ο Δίας του έσωσε σημασία ο Τόργος Τραχηλιώτος. «Είναι ο Κραδιαίος Διόνυσος, που έλαβα την πρωτοβουλία να τον βαφτίσω έτσι προς τιμή…»
«Χέστηκα πώς λέγεται. Τι σκάφος είναι, τι δυνατότητες έχει;»
«Είναι πρώην καταδρομικό διασκευασμένο. Παροπλισμένο βέβαια…»
«Προφανώς έχει κινητήρα δίνης», τον διέκοψε πάλι ο Ζευς που δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες.
«Μάλιστα, κραταιότατε», είπε δουλικά ο Τ.Τ. «Είναι ένα καλό σκάφος. Εγώ είμαι ο ταπεινός ιδιοκτήτης, αλλά ασμένως το θέτω στη διάθεσή σου».
«Οτιδήποτε περιέρχεται στην κατοχή μου είναι στη διάθεσή μου και οπουδήποτε πατάω το πόδι μου και σηκώσω τη σημαία μου, θεωρείται ότι το έχω ήδη προσαρτήσει, ώ ανωφελές κώνωψ».
«Φυσικά. Συγγνώμη για την ασέβεια μου, νεφεληγερέτα. Βεβαίως το σκάφος είναι τώρα δικό σου. Μία ακόμη προσφορά από εμένα, τον ολίγιστο Τόργο Τραχηλιώτο. Μνήσθητί μου, Κύριε, τώρα που ήλθες εν τη βασιλεία σου και λάβε υπόψη σου, εκτός από τη χορηγία του σκάφους και την ίδια την πράξη της σωτηρίας του συνολικού σου επιτελείου, ότι δηλαδή ο μαγνήτης μου και εγώ – συγγνώμη για το εγώ- έ… σάς έσωσαν…»
Ο Δίας κατεύθυνε για πρώτη φορά το βλέμμα του προς τον Τ.Τ., γιατί μέχρι τη στιγμή εκείνη επισκοπούσε λαίμαργα το διαστημόπλοιο.
«Μάλιστα. Πώς λέγεσαι εσύ;» Μόλις οι λέξεις «Τόργος Τραχηλιώτος» άρχισαν να προφέρονται, η ανυπομονησία του Δία δεν άντεξε: «Ή μάλλον άστο. Όλο και κάποιος θα είσαι και όλο και κάπως θα λέγεσαι, δεν έχει σημασία στο επίπεδο της ύψιστης διάταξης των πραγμάτων. Είσαι μάλλον η αξιαγάπητη πολύτιμη σκόνη, με την οποία οι θεοί θα πετύχουν τον σκοπό τους. Σίγουρα όμως θα θέλεις μια ανταμοιβή, για τις υπηρεσίες σου, έτσι δεν είναι Τέτοιε Τιποτένιε;» Ο τόνος που ο Δίας μιλούσε, έδειχνε ότι ήθελε να διεκπεραιώσει στα γρήγορα την εκκρεμότητα του υπηρέτη που τού παρέσχε την εκδούλευση.
«Μάλιστα, αυθέντα. Δεν θέλω βέβαια να πιέσω καταστάσεις, θα αρκεστώ καταρχάς και θα είναι τιμή για μένα να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς τις εκστρατείες σας, να πανηγυρίσω και να γιορτάσω μαζί σας τις νίκες σας. Και στο τέλος, το συντομότερο δυνατόν ή μάλλον όποτε ευαρεστείστε και βολεύεστε, θα μπορούσατε να με αμείψετε με σπάνιες γαίες ή …»
«Θα κάνω κάτι ακόμη καλύτερο για σένα, βολική και χρήσιμη ψείρα. Θα σού επιτρέψω να με λατρεύεις για πάντα μέχρι την συντέλεια του κόσμου. Θα σε καταστερίσω απονέμοντάς σου την ύψιστη νοητή τιμή. Θα σε εκπαραθυρώσω και θα σε εκτοξεύσω από το αεροσκάφος, όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι ηγέτες, ώστε να γίνεις ένας ακόμη δορυφόρος του Μέγα Πλανήτη, να γυρίζεις γύρω γύρω από τον τόπο της εξορίας μου και να με δοξολογείς στον αιώνα τον άπαντα. Λίγη ανταμοιβή είναι αυτή; Και εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι!».
Και με το εκτελεστικό κροτάλισμα των δακτύλων, οι μυοκτίστες (body builder) Ποσειδών και Απόλλων άρπαξαν τον Τ.Τ., τον έβαλαν στον αεραγωγό, τον αεροφράκτη, τον θάλαμο μετάβασης προς το διάστημα και έκλεισαν τη στεγανή πύλη που επικοινωνούσε με το πλοίο, πριν ανοίξουν την άλλη που έβλεπε στο άπειρον.
«Όχι, δεν θέλω να πεθάνω…» πρόλαβε να φωνάξει ο Τόργος Τραχηλιώτος πριν εκσφενδονιστεί ουρλιάζοντας στο κενό και γίνει ένας ακόμη δορυφόρος του Μέγα Πλανήτη εντασσόμενος στην καλή παρέα μαζί με τις Αμάλθεια, Πασιφάη, Σινώπη, Λυσιθέα, Κάρμη, Ανάγκη, Λήδα, Θήβη, Αδράστεια, Μήτιδα, Καλλιρόη, Θεμιστώ, Μεγακλείτη, Ταϋγέτη, Χαλδήνη, Αρπαλύκη, Καλύκη, Ιοκάστη, Ερινόμη, Ισονόη, Πραξιδίκη, Αυτονόη, Θυώνη, Ερμίππη, Αίτνη, Ευρυδόμη, Ευάνθη, Ευπορία, Ορθωσία, Σπονδή, Καλή, Πασιθέα, Ηγεμόνη, Μνήμη, Αοιδή, Θελξινόη, Αρχή, Καλλιχόρη, Ελίκη, Καρπώ, Ευκελάδη, Κυλλήνη και Κόρη για να μη αναφερόμαστε μόνο στα διάσημα φεγγάρια του Γαλιλαίου.
Κανονικά το κεφάλαιο του Τόργου Τραχηλιώτου θα έκλεινε εδώ, πλην όμως απομένει να δούμε τι σχέδιο εκπόνησε εκ του προχείρου ο νεφεληγερέτης Δίας, όταν εντελώς απροσδόκητα απέκτησε τη διακυβέρνηση ενός σκάφους με κινητήρα και ταχύτητα δίνης, του Κραδιαίου Διονύσου.
«Συνθεοί, προέχει να ενεργήσουμε γρήγορα, “οι καιροί ου μενετοί”. Μπορεί αυτό το σαράβαλο – σαράγαρον να μην έχει όπλα, έχει όμως κινητήρα δίνης. Αν σ’ αυτό συνυπολογίσουμε την κινητική, βαλλιστική δύναμη που έχει απλά ως ταχύτατα κινούμενο ουράνιο σώμα, συμπεραίνουμε ότι είναι ήδη «οικουμενικός δολοφόνος», έτσι και πέσει πάνω σ’ ένα πλανήτη», είπε ο Δίας.
«Μισό λεπτό», είπε ο Ποσειδών. «Εντελώς απροσδόκητα χάρη στην αφέλεια κάποιου βλάκα σωθήκαμε από μία κατάσταση πολύ δυσμενή και σχεδόν μη ανατρέψιμη για μάς. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά βρεθήκαμε στην κατοχή ενός διαστημικού και μάλιστα διαστρικού οχήματος. Δηλαδή πέσαμε από την Ακρόπολη και βρήκαμε και βαλάντιο. Έχουμε την ευκαιρία να διαφύγουμε σε οποιοδήποτε σημείο της Δημιουργίας και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, απλά και μόνο εξαργυρώνοντας τη φήμη μας. Έχουμε επίσης την επιλογή να γυρίσουμε στο δικό μας Σύμπαν μέσω των μαύρων τρυπών και από εκεί να μπούμε σε εναλλακτική πραγματικότητα, που να είναι πιο ευνοϊκή για μάς. Γιατί πρέπει να συνεχίσουμε μία μάχη ή μάλλον ένα πόλεμο που είναι χαμένος; Έτσι κι αλλιώς είχαμε υπολογίσει στατιστικά ότι σε κάποιες Δημιουργίες θα χάναμε από τον Προμηθέα και το πειρατικό του συνάφι. Ας δεχτούμε ότι τη γλιτώσαμε φτηνά αυτή τη φορά κι ας εκμεταλλευτούμε την καλή μας τύχη να πάμε σε κάποιον ήσυχο και ωραίο πλανητικό ωκεανό…»
«Βούλωσέ το, ανόητε αδελφέ», τον διέκοψε ο Δίας με βλέμμα τρελού. «Εγώ θα αποφασίσω αν ένας πόλεμος είναι χαμένος. Να χάσω εγώ από αυτό το κατώτερο ον; Από ένα παρία, έναν ανάπηρο, έναν υποδεέστερο, ψοφοδεή, κοινότατο άνθρωπο, έναν ασήμαντο υποτακτικό, έναν εξ ορισμού ακόλουθο ή οπαδό, λακέ ή λεκέ, που δεν έχει καμία εξαιρετική ή υπερφυσική ιδιότητα; Καταραμένος να είμαι, αν αφήσω να συμβεί αυτό. Ένας τρανός ηγέτης σαν κι εμένα να συρθεί σε παραχωρήσεις, ξεχάστε το. Τουλάχιστον η Ανατολή, απ’ όπου ξεκίνησα κάποτε κάνοντας ένα ταξίδι αντίστροφο εκείνο του μεταγενέστερου εμού Μεγάλου Αλεξάνδρου, δρομολογώντας μία ανεπανάληπτη μυθολογική εκστρατεία και προωθώντας την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα μαζί με τους παραδοσιακούς γλωσσολόγους από την Ινδία στην Ευρώπη μέσω του οροπεδίου του Παμίρ, η ήπειρος εκείνη της Ασίας με όλη της την ανθρωποθάλασσα, που ανακατέκτησε κάποτε ο Διόνυσος, μού ανήκει δικαιωματικά. Εξολόθρευσα στην πορεία ή υποδούλωσα κύκλωπες, έλλοπες, εκατόγχειρες, τιτάνες, μουγκούς και μονόφθαλμους, Σκύλλες και Χάρυβδες, φυσιολογικούς και τέρατα. Ας πάρουν ο Προμηθέας και οι υπόλοιποι νερόβραστοι μνημονιακοί φρουιζελέδες του τα άγονα βράχια και τις σκόρπιες παγωμένες χερσονήσους της Δύσης».
«Πάλι μοίρασμα του κόσμου;», είπε ο χωλός και ολότελα παραμορφωμένος από την μία πλευρά Ήφαιστος. «Είμαι εκείνος που έχει υποφέρει τα περισσότερα απ’ όλους αυτούς τους πολέμους, έχει καεί το μισό μου πρόσωπο από τα πυρφόρα και πυρηνικά όπλα που με βάζεις να κατασκευάζω. Τώρα μπορώ να προβλέψω τι έχεις πάλι στο μυαλό σου. Το απόλυτο ολοκαύτωμα! Ξανά κεραυνοί και εγκαύματα, ξανά μπαρουτοκάπνισμα, ξανά κατακρεούργηση και παραμόρφωση προσώπων!»
«Ει χωλώ παροικήσεις, υποσκάζειν μαθήσει» (αν συγκατοικήσεις με κουτσό, θα μάθεις κι εσύ να κουτσαίνεις) αποκρίθηκε ο Ζευς. «Φυσικά αυτό σκοπεύω να κάνω! Θα επιπέσουμε ως κεραυνός στα κεφάλια τους με ισχύ αμέτρητων μεγατόνων και θα τούς κάψουμε με μία θερμοπυρηνική έκρηξη, που όμοιά της δεν έχει δει ο πλανήτης. Εμείς είμαστε ήδη ψυχές- ενεργειακοί οργανισμοί και δεν πρόκειται να επηρεαστούμε, οι τιτανάνθρωποι – ανθρωποτιτάνες όμως θα πεθάνουν σαν τις μύγες. Σε χρόνο μηδέν θα ανακαταλάβουμε τον Όλυμπο της Γης, που είναι λιγότερο φρουρούμενος από τον Όλυμπο του Άρη, και θα ανασυστήσουμε το βασίλειό μας. Αργά, αργά θα ξαναγεννηθούν άνθρωποι από την αρχέγονη σούπα, που θα είναι πια πιστοί υπηρέτες με εορταστικούς λατρευτικούς θύρσους και δουλικά δάφνινα στεφάνια για να στεφανώνουν εμάς και δεν θα τούς περάσει ποτέ από το μυαλό να ξεσηκωθούν».
Κάτι πήγε να πει πάλι ο Ήφαιστος, αλλά τον διέκοψε ο Άρης, και όταν ο Άρης μιλούσε, ο Ήφαιστος σώπαινε για πολλούς και διάφορους λόγους, εκ των οποίων βάραινε πάνω απ’ όλα ως σύστημα δίδυμων όρχεων Πρίαπου το ασύλληπτα καθοριστικό, αρχετυπικό και αποστομωτικό γεγονός ότι ήταν εραστής της γυναίκας του.
«Αν έχει σε κάτι δίκιο ο πάλαι ποτέ κίναιδος, αλλά σήμερον λόγω πολιτικής ορθότητας βάταλος, καταπύγων και ανδρόγυνος καλούμενος, είναι ότι έχουμε μία εμμονή με το ορμητήριο του Ολύμπου, ενώ θα μπορούσαμε να πλήξουμε κατευθείαν το Σείριο, το προπύργιο της Συνομοσπονδίας, ένα συντριπτικό χτύπημα στην κεφαλή της τιτανικής αίρεσης, οπότε αυτοί δεν θα δυνηθούν τίποτε να μάς αντιτάξουν ει μη μόνον ανίσχυροι και παθητικοί να πέρδονται επί των ημών όρχεων: όπως λένε κι οι χριστιανοί “αυτός σού τηρήσει κεφαλήν κι εσύ τηρήσεις αυτού πτέρναν”».
«Όχι, πολεμοχαρή και αιμοχαρή Άρη. Δεν μπορώ να παραιτηθώ από τον Όλυμπο. Εγώ θα είμαι εκείνος που θα ορίσει τους όρους του παιχνιδιού και του πολέμου κι επιλέγω Όλυμπο για μένα και Καύκασο για εκείνον, νέκταρ και αμβροσία για εμένα και συκωταριά για τον γύπα εκείνου. Οι τιτάνες εποφθαλμιούν και στοχεύουν τον Όλυμπο, μισητέ στους ανθρώπους και προσωπικά και σε μένα αντιπαθή Άρη, γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι ο ξεροψημένος πλανήτης τους είναι υποδεέστερος γεωπολιτικά από τη Γη, αφού απ’ αυτή ξεκινάνε οι καταστερίσεις. Άστους λοιπόν να τσιτσιρίζονται σαν μπριζόλες στο Σείριο παρέα με τα κυνικά καύματα και έλα μαζί μου να κατακτήσουμε την πιο ψηλή κορυφή από τότε που αφήσαμε πίσω μας τους Χιόνος Λάες (χιονόπετρες -Ιμαλάϊα)! Κατευθείαν λοιπόν ορίστε πορεία για τη Γη. Σήμερα πεθαίνουν πάλι οι δεινόσαυροι και αναγεννιέται από τη στάχτη αυτός που είναι ανώτερος όλων, ο Όλυμπος, ο Ολύμπιος, ο Ολυμπιακός!».
Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ο Ερμής, καλός γλείφτης κι αυτός, για να εισφέρει το λιθαράκι του στη διάσκεψη και σύσκεψη περί του πρακτέου.
«Νεφεληγερέτα Ζευ, μη ξεχνάμε ότι έχουμε στη διάθεσή μας και αυτό τον πανίσχυρο μαγνήτη του κωμικού οπερετικού χοροπηδηχτού πλοιάρχου (διακωμωδείται το “skipper”), με τον οποίο μάς ανέσυρε από τον Μέγα Πλανήτη. Αυτόν μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε και ως όπλο κατά της Γης».
«Tι ρε είσαι καλά; Θα βάλουμε σε λειτουργία μαγνήτη τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ισχύος και θα τον στρέψουμε ενάντια στη Γη, ενάντια σ’ αυτό το σβώλο; Ο μαγνήτης θα την ρουφήξει σαν να είναι ηλεκτρική σκούπα. Είναι σαν να ψαρεύεις μαρίδες με δυναμίτιδα ή να πληκτρολογείς με αγκωνάρια ή να ρίχνεις άγκυρα σε ρηχό αραξοβόλι».
Πες μας τώρα αναγνώστη, πώς θα προωθούσες εσύ περαιτέρω την πλοκή; Πολύ απλά, για μία ακόμη φορά είχε παρεισφρήσει στον Κραδιαίο Διόνυσο η σεσημασμένη κατάσκοπος- λαθρεπιβάτισσα Λητώ, αφού ο Τόργος Τραχηλιώτος – τελευταία φορά ίσως που μνημονεύουμε το όνομά του, αφού, αλίμονο, για όλα υπάρχει η πρώτη και η τελευταία φορά στη ζωή- συγκαταλεγόταν στον κατάλογο των υπόπτων για τον φόνο της Αρήτης. Και πάλι όμως βρέθηκε η Τιτανίδα ανακατεμένη σε μία διαφορετική υπόθεση από αυτήν, η οποία τής είχε ανατεθεί.
Η Λητώ ενημέρωσε λεπτομερώς μέσω επικοινωνητή για το χονδροειδές σχέδιο του Δία να επιπέσει επί της Γης σαν φονικός μετεωρίτης κραδαίνοντας τον Κραδιαίο Διόνυσο και δημιουργώντας κραδασμούς πέρα από κάθε φαντασία. Ο Υπερίων άκουσε τα τεκταινόμενα άσπρος σαν πανί, διότι, πριν ακόμη η Λητώ το συνειδητοποιήσει, είχε καταλήξει στο αμείλικτο, αδήριτο συμπέρασμα: Η Λητώ έπρεπε να θυσιαστεί. Δεν μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική λύση, αλλά χρειάστηκαν σίγουρα κάποιες στιγμές για να αποδεχθεί ο τεχνοκράτης Τιτάνας ούτε καν με ενδεχόμενο, αλλά με άμεσο δόλο ότι έπρεπε να διατάξει ένα τόσο στενό του συνεργάτη να πεθάνει. Σχεδόν ανάβλυσαν δάκρυα στα βλέφαρά του, που ήσαν χρόνια εκπαιδευμένα να παραμένουν στεγνά.
Η Λητώ, όταν είδε ότι ο Υπερίων είχε σωπάσει, κατάλαβε με τα πολλά προς τα πού έκλινε ή μοίρα της ή μάλλον, ακόμη χειρότερα, ότι είχε ολότελα σφραγιστεί.
«Προϊστάμενε», είπε, «δεν εννοείς βέβαια, δεν μπορεί να εννοείς ότι εγώ πρέπει … ή μάλλον μού φαίνεται ότι το εννοείς». Ακούμπησε στον τοίχο σαν να ήταν τσουβάλι με αλεύρι, σαν να ήταν πάνινη κούκλα ή κλοτσοσκούφι γεμάτο κουρέλια και το ύφος της κυμαινόταν μεταξύ διαμαρτυρίας και δυσπιστίας.
«Να πεθάνω μετά από τόσες αποστολές, νόμιζα ότι αυτό πια δεν θα γινόταν… είχα μάθει να διασκεδάζω, να γιορτάζω τις νίκες, να συναρπάζομαι ακόμη και στις ήττες…Να με διατάξεις να πεθάνω, εμένα που πάντα έπαιρνα το μέρος σου».
«Ποτέ δεν θα μάθεις πόσο λυπάμαι. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να ανατινάξεις το διαστημόπλοιο πριν φτάσει στη Γη. Δεν υπάρχει κανείς από το γένος των ανθρώπων και από το τάγμα των τιτάνων που θα σού έλεγε κάτι διαφορετικό. Δεν έχουμε επιλογή… δεν έχεις επιλογή…»
«Το παράκανα να μπαίνω συνέχεια κατάσκοπος σε διαστημόπλοια. Ήξερα ότι ήμουν καλή στο κρυφτούλι και ότι δεν θα με ανακάλυπταν. Αλλά αυτό… μού διέφυγε αυτό… ότι θα μού ζητούσατε να θυσιαστώ για να πάρω μαζί μου στον άλλο κόσμο ολόκληρο το σκάφος…Δεν αξίζω αυτή τη μοίρα… έκανα πάντα ό,τι μού ζητούσε η ιεραρχία… έκανα τη δουλειά μου πάντα καλά…»
«Γι’ αυτό ακριβώς είσαι το κατάλληλο πρόσωπο, ίσως η μόνη που είσαι σε θέση να κάνεις και τώρα αυτό που χρειάζεται». Η φωνή του Υπερίωνα ήταν αυτή τη φορά τριμμένη, γδαρμένη, μεταλλική.
«Εγώ…εγώ … πάντα συμφωνούσα με την ιεραρχία και περίμενα την ανταμοιβή μου … και τώρα όλοι περιμένετε από μένα να πεθάνω… με διατάζετε να πεθάνω…πάτε να με πείσετε να πεθάνω…». Η φωνή της είχε σπάσει, είχε γίνει παιδική, φοβισμένη, αλλά και άγρια ταυτόχρονα, σαν να χτύπαγε ένα κορίτσι πέρα- δώθε μ’ ένα πιρούνι, σχεδόν διακινδυνεύοντας να ανακαλυφθεί η κρυψώνα της. «Μα δεν έκανα τίποτα, δεν αξίζω τον θάνατο… με νοιάζει να πεθάνω, έτσι μόνη … ανάμεσα σε εχθρούς…»
«Δεν είναι όπως νομίζεις. Κανείς δεν θα ‘θελε να συμβεί αυτό, αν υπήρχε κάποιος νοητός τρόπος να γίνει κάτι διαφορετικό, αν υπήρχε κάποια εναλλακτική λύση …αλλά δεν υπάρχει. Αυτός ο τρελός θα πέσει στη Γη και δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο».
«Έτσι κι αλλιώς αυτά τα καθάρματα είναι ήδη ψυχές και δεν μπορούν να πεθάνουν», αντέτεινε στην απελπισία της η Λητώ, ενώ – αλίμονο- ήξερε την απάντηση.
«Ναι, αλλά χρειάζονται διαστημόπλοιο για να κινηθούν, για να διακινηθεί η υπερτιμημένη σοφία τους στο διάστημα. Αλλιώς θα εγκλωβιστούν για πάντα σαν κουκίδες στο άπειρο του διαστήματος, να κολυμπούν μισό μέτρο με κάθε απλωτή κι ας καλύψουν έτσι την απόσταση μέχρι τη Γη».
«Ναι, αλλά φοβάμαι, ρε κύριοι, δεν θέλω να πεθάνω, όπως έλεγε και ο Τόργος Τραχηλιώτος. Θέλω να ζήσω, βρείτε μου εσείς, τα μεγάλα κεφάλια, μια εναλλακτική λύση να ζήσω, βάλτε μπροστά τους αριστούχους εγκεφάλους σας και σκεφτείτε. Μού κάνει εντύπωση ότι έχετε αποδεχτεί έτσι εύκολα την απώλειά μου και βιάζεστε να προχωρήσετε τις ζωές σας και τις καριέρες σας σαν να μη τρέχει τίποτα. Δεν νοιάζεστε, κύριοι αρμόδιοι, δεν νοιάζεστε για τους υφισταμένους σας, που όμως είναι δική σας ευθύνη. Η θέση που έχετε δεν συνεπάγεται μόνο αξιώματα και χρήματα, αλλά και υποχρεώσεις…»
«Όχι δεν είναι αλήθεια ότι δεν νοιαζόμαστε», απολογήθηκε ο Υπερίων. «Ο Προμηθέας παρακολουθεί τη ζωντανή σύνδεση και έχει γίνει ράκος, όλοι οι παλιοί συναγωνιστές και συμπολεμιστές σου είναι παρόντες στην ακρόαση και συμπάσχουν μαζί σου… όλοι θα ‘θελαν να ‘ναι στη θέση σου, για να μην είσαι εσύ … Έτσι λένε τουλάχιστον… όλοι δεν θα ‘θελαν να ‘ναι στη θέση σου, γιατί μόνο εσύ είσαι τόσο γενναία ώστε να το κάνεις αυτό…»
Η Λητώ σιώπησε για πολλή ώρα.
«Λητώ», ψέλλισε διστακτικά ο Υπερίων, «όσο καθυστερείς, το σκάφος πλησιάζει στη Γη. Ευτυχώς δεν είναι τόσο τρελοί ώστε να πυροδοτήσουν ταχύτητα πάνω από το φως μέσα σε ηλιακό σύστημα και το πάνε λάου-λάου συζητώντας και απολαμβάνοντας την επιτυχία τους. Σε παρακαλώ…»
«Θέλω να μιλήσω με τον πατέρα μου», ζήτησε ως τελευταία επιθυμία η Λητώ.
Οι περιστάσεις ήσαν πολύ κρίσιμες, οι τιτάνες ήσαν πολύ οργανωμένοι, όπως θα ‘πρεπε να είναι για να αντιμετωπίσουν την υπερδύναμη των δώδεκα θεών, και ο πηδαλιούχος Κοίος ήλθε αμέσως στο μικρόφωνο.
«Λητώ, Λητώ μου, είμαι συντετριμμένος…»
«Μην είσαι, πατέρα, δεν το θέλω αυτό, μην αισθάνεσαι έτσι…. Ήθελα απλά να σού μιλήσω, όχι να σε πληγώσω … », κατόρθωσε να ψιθυρίσει η Λητώ από το ύψος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όμως ο λυγμός, που πήγε να κρύψει και να επισχέσει, πνίγηκε στο λαιμό της και τελικά βγήκε στην επιφάνεια.
«Μην κλαις κόρη μου», είπε συγκινημένος ο Κοίος. «Όλοι αργά ή γρήγορα θα πεθάνουμε και η ζωή μας είναι μόνο ένας κόκκος άμμου στο Σύμπαν. Το δικό σου όνομα όμως θα μνημονεύεται ανά τους αιώνες, γιατί εσύ πάντα καταφέρνεις να είσαι συνυφασμένη με το Δία, ξεγελώντας τον, εξαπατώντας τον ή κατασκοπεύοντάς τον. Όλα λοιπόν πήγαν καλά, αν το σκεφτείς από τη σκοπιά των πραγμάτων που πρέπει μέσα σε μία Δημιουργία να επιτευχθούν».
Το χείλι της έτρεμε και το δάγκωσε. «Φτάνει πια πατέρα με τα μεγάλα ιδανικά… Απλά ήθελα να σε αποχαιρετήσω..»
«Ναι βέβαια κόρη μου, δεν σού κάνω μάθημα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, δεν ήθελα να με θυμάσαι με την ιδιότητα του πατέρα παντογνώστη… Δεν ξέρω πια κι εγώ τι να πω… Βλέπω δίπλα μου τον Υπερίωνα και μού έρχεται να τού επιτεθώ, να τον καρυδώσω, να τον χτυπήσω… αλλά δεν φταίει κι αυτός…Γιατί, ρε ευνοιοκράτη, αναθέτεις όλες στις δύσκολες αποστολές στην κόρη μου;»
«Πατέρα, μην τα βάζεις με τον προϊστάμενο. Πάντα προσπαθούσε να με αξιοποιήσει και με είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Αλλά αν εκτιμάς κάποιον, τού αναθέτεις και μεγάλες ευθύνες. Το καταλαβαίνω αυτό τώρα. Είμαι ο κατάλληλος τιτάνας στην κατάλληλη θέση… Αχ, πατέρα, αν ζούσε η μαμά, θα σού ζητούσα να μού τη φιλήσεις, δεν θα ‘θελα να ρίχνετε ο ένας στον άλλον ευθύνες για τον χαμό μου, αλλά να ζήσετε μαζί και ειρηνικά, όπως σάς θυμάμαι…», είπε η Λητώ σκουπίζοντας και επιχειρώντας να στεγνώσει τα δάκρυά της στο βρεγμένο μανίκι της – τι βρεγμένο, είχε γίνει μούσκεμα.
«Ε ναι, ναι, μην ανησυχείς, δίνω συχνά αναφορά στη Φοίβη, έχω σχέση μ’ αυτήν, έστω κι αν έχει πεθάνει, όπως θα έχω και με σένα, από εδώ ως την αιωνιότητα… Θα είμαστε πάντα μαζί να λέμε τα αστεία μας, να σχολιάζουμε τους προϊσταμένους μας, να ειρωνευόμαστε την γραφειοκρατία της δημόσιας υπηρεσίας, να εμβαθύνουμε στο παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης…»
Ο Υπερίων επενέβη και πάλι αναγκαστικά, δεν γινόταν αλλιώς.
«Λητώ», είπε παρακλητικά, «αν ο Δίας ανάψει τον κινητήρα δίνης, θα φτάσει στη Γη αμέσως. Φαίνεται ότι φοβάται τυχόν επιπλοκές από την διέγερση και επιστράτευση μεγίστης δύναμης σε μικρό χώρο, αλλά από την άλλη πλευρά απ’ αυτόν όλα να τα περιμένεις….»
«Πατέρα, τελείωσε η ώρα της ανάλυσης και ήλθε η ώρα της δράσης, όπως έλεγες πάντα στα παιχνίδια μας … Κάπου εδώ λοιπόν σε αφήνω. Τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω κι εσείς για να ζήσετε και ποιος από εμάς είναι σε καλύτερη κατάσταση, το γνωρίζει μόνο ο Θεός».
Θα’ ταν πιο αξιοπρεπές να είχε τελειώσει ο διάλογος σε αυτό το σημείο, αλλά η Λητώ είπε κάτι ακόμη, ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.
«Να χαιρετιστούμε, πατέρα, αλλά όχι οριστικά. Ίσως θα έλθω πίσω στα όνειρά σου με τα μαλλιά μου δεμένα σε κοτσιδάκια για να σού κλαφτώ ότι το γεμιστό λούτρινο αρκουδάκι μου πέθανε. Ίσως πάλι να είμαι μία δροσιά ή πάχνη που σού ψιθυρίζει στο διάβα της μία ιστορία, μία αύρα εσπερινή, ένα παράθυρο που τρίζει. Θα είμαι κάτι που δεν φαίνεται, αλλά μολοντούτο είναι δίπλα και πλάι, λίγο πιο πέρα, σε αγχέμαχη απόσταση, σε ανεπαίσθητη διαφορά φάσης. Έτσι θέλω να με θυμάσαι, παπάκη μου γλυκέ! Σε χαιρετώ!». Η φωνή της αναλύθηκε σε κλάμα και η σύνδεση έκλεισε. Η ίδια ποτέ δεν έμαθε αν το επαναλαμβανόμενο αντίο, ο απελπισμένα εκπεμπόμενος χαιρετισμός, που ηχούσε σαν ανούσια φλύαρο αλαλάζον κύμβαλο, ήταν επανάληψη των δικών της λόγων ή μήπως η βεβιασμένη αμυδρή ξεψυχισμένη απάντηση του Κοίου, σαν κυνική κιμωλία που χαράζει, ξέει και σκαριφίζει κακόφωνα σε μαυροπίνακα.
Η Λητώ προχώρησε σε δράση με τον μόνο νοητό τρόπο σε τέτοιες περιπτώσεις. Σταμάτησε να σκέφτεται ή μάλλον σταμάτησε να συλλογίζεται, διέκοψε την επικοινωνία μεταξύ του νου και των μελών του σώματός της και διατήρησε μόνο σε εγρήγορση ένα ημι-αυτόματο τμήμα του εγκεφάλου της, που αντιστοιχούσε σε μία ιδεοκινητική ανταπόκριση των άκρων. Διότι σίγουρα το να μετατρέψει το ακτινοβόλο της ή τον επικοινωνητή της σε βόμβα προϋποθέτει μεν σκέψη, αλλά μηχανική, τεχνική, που δεν συνδέεται με την ύπαρξη ή το Εγώ. Μία τέτοια διανοητική διαδικασία ή διεργασία ίσως να είναι το πολύ στοχασμός διότι αφορά απλά ένα στόχο, αλλά σίγουρα δεν είναι συλλογισμός, αφού οτιδήποτε καταλήγει στην αναίρεση της ύπαρξης, κάθε ύπαρξης, δεν δικαιολογείται να περιέχει εντός του το λεκτικό θέμα «λόγος».
Ύστερα εφάρμοσε την πιο δοκιμασμένη τρομοκρατική μέθοδο, την αυτοπυρπόληση. Αν κανείς διαθέτει έναν εκρηκτικό μηχανισμό και τον πυροδοτήσει πάνω του ή δίπλα του, αμέσως μόλις τον φτιάξει, ποιος μπορεί να τον προλάβει ή να τον εμποδίσει; Μία εσωτερική έκρηξη τόσο κοντά στο θάλαμο περίκλεισης των κρυστάλλων και του κινητήρα στρέβλωσης, προκάλεσε πλάγια κλίση και δομική κατάρρευση των τυρβλίων και πλίνθων του συστήματος, καθώς και διαταραχή της ευαίσθητης ισορροπίας των κρυστάλλων που ρύθμιζαν και έλεγχαν με την δαιδαλώδη διάταξή τους και τις εφεδρικές-πλεονάζουσες δικλείδες ασφαλείας την αντίδραση και αλληλεπίδραση ύλης- αντιύλης. Τα κενά πληρώθηκαν βίαια, οι κρίσιμες αποστάσεις συγκόπηκαν και συντομεύθηκαν απότομα, τα μαγνητικώς αιωρούμενα μόρια της αντιύλης άγγιξαν τοίχο, ακούμπησαν πάτωμα ή χτύπησαν το δοξαπατρί τους στο ταβάνι. Πρωτόνια και αντιπρωτόνια, ηλεκτρόνια και αντιηλεκτρόνια αλληλο – εξαλείφθηκαν στο πλαίσιο μιας αντίδρασης που απελευθέρωσε βίαια και ακαριαία, ευτυχώς για μια μόνο στιγμή, ενέργειες τόσο πυκνές, ώστε να παρατηρούνται μόνο σε εκρήξεις κοσμικών αβγών. Η έκρηξη ακούστηκε ως τον Εγγύτατο του Κενταύρου. Και η μεν Λητώ ευσπλαχνικά και συμπονετικά έγινε σκόνη, τους δε Ολύμπιους θεούς, αναγνώστη, ίσως να τούς δεις ακόμη και σήμερα, αν συγκεντρωθείς πολύ, να κολυμπάνε απεγνωσμένα κάπου στη ζώνη των αστεροειδών, άλλως να έρπουν ή να κάνουν ύπτιο στο κενό μήπως πλησιάσουν λίγο ακόμη τη Γη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο: ΥΠΕΡΙΩΝ -ΥΠΑΡΧΙΑ
Η ανθρώπινη φυλή συνοψίζεται στο δυναμικό σχεδιασμό δισεκατομμυρίων βιογραφιών, που στο τέλος καταθέτουν τις υλικές στρώσεις τους και τα φανταχτερά τους χρώματα κι αρώματα, ώστε να μείνει μόνο το σχήμα, το διάγραμμα του κενού.
Στη νέα πραγματικότητα είχε μείνει μία σκέτη ηδονοβλεπτική όραση. Οι διάφορες επιδημίες και επιζωοτίες της μοντέρνας εποχής και η συναφής μικροβιοφοβία ήταν επόμενο να έχουν οδηγήσει στη λεγόμενη κοινωνική απόσταση, όπου ο καθένας έβλεπε τον άλλον ως απλή εικόνα ή, όπως η λέξη θα έχει αλλάξει στους επόμενους αιώνες, ως ολόγραμμα. Αυτό το είχε προβλέψει πρώτος ο Ασίμωφ στο «Γυμνό Ήλιο» του, όπου έδειχνε ότι οι άνθρωποι λόγω των ασθενειών είχαν μάθει να αποφεύγουν στη σωματική επαφή και να στηρίζονται στα ρομπότ για την συντήρησή τους. Ο καθένας έστελνε στο σαλόνι του άλλου το ολόγραμμά του για κουβέντα, ώστε να κορεστεί η ενστικτώδης ορμή προς κοινωνία και να καλυφθεί η πρωταρχική ανάγκη της επικοινωνίας. Υπό αυτές τις συνθήκες άλλωστε διεπράχθη και ο φόνος, που αποτελεί τη βασική πλοκή της ιστορίας μας. Πώς είναι αυτό δυνατό; Μόνη λύση για τον αναγνώστη είναι να διαβάσει παρακάτω.
Μείναμε λοιπόν ότι ο καθένας, ακόμη και στο στάδιο της βιολογικής ζωής, είχε καταλήξει να βλέπει τον άλλον ως εικόνα. Εδώ δεν έχουμε τίποτε λιγότερο από αλλαγή επιστημολογικού παραδείγματος. Αυτό ίσως δεν είναι τόσο κακό, ίσα-ίσα συμβαδίζει με την τάση του ανθρώπου να γίνεται όλο και περισσότερο πνευματική ύπαρξη. Ο πλατωνικός έρωτας είναι συνυφασμένος με την κουλτούρα και την εκπαίδευση του ματιού. Έτσι μάλιστα προετοιμάζεται κανείς και για τον επόμενο κόσμο, όπου το μόνο διαθέσιμο μέσο θα είναι η όραση, όχι με την έννοια του αμφιβληστροειδούς, αλλά με την έννοια που δίνει ο Σολωμός στο «πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου». Ας αναθαρρήσουμε λοιπόν, η αναγωγή όλων των αισθήσεων στην όραση μπορεί να μην είναι και τόσο κακή- ίσως είναι αναπόφευκτο βήμα εξέλιξης.
Κάποιοι εδώ θα αντιδράσουν και θα αρχίσουν το γνωστό τροπάρι, ότι είναι υπερσυντηρητικό να υποτιμά κανείς τη φρενίτιδα της αφής, την ερεθιστικότητα της οσμής και τον πυρετό της σάρκας. Αλλά για να το πάρουμε από την αρχή, η πρώτη αίσθηση, που συνδέεται με το πάθος, τα παθήματα που κάποιος υφίσταται και που έρχονται κατά κύματα, καθιστώντας τον πόνο προνόμιο των ευαίσθητων φύσεων είναι η ακοή και οι δονήσεις της, που καταγράφει και διαμαρτύρεται για τον προκαλούμενο πόνο δρομολογώντας με τη σειρά της τη δική της κυματική αντίδραση, εξωθώντας το υποκείμενο να εκβάλει φωνή ή κραυγή. Η όσφρηση και η γεύση διυλίζουν και διηθούν τον αέρα και απορροφούν τα ψήγματα της τριβής των σωμάτων, που ξύνονται το ένα πάνω στο άλλο, όπως οι απερίσκεπτοι στην ποιμενική ράβδο του βοσκού. Ο Επίκουρος έλεγε ότι τα σώματα επικοινωνούν με την τριβή και την ξέση, αλλά αυτό είναι μία μετάδοση πληροφοριών, που αρμόζει σε παρωχημένες εποχές. Όσο για την αφή, αυτή προφανώς συνδέεται με το στοιχείο της γης, τη βαρύτητα, τη θερμότητά του και υποφέρει βουβά τα μαρτύρια που εκπορεύονται από αυτές. Είναι όμως φανερό ότι όλες οι αισθήσεις κατατείνουν στην περιγραφή του περιγράμματος αυτού που έχουμε απέναντί μας, στην ιχνογράφηση, ανίχνευση, εξιχνίαση (καλοδεχούμενη και όποια άλλη λέξη περιέχει το «ίχνος») και σχεδίαση του τύπου και της μορφής του Άλλου, επομένως σε ένα είδος πνευματικής όρασης. Ακόμη και όποιος ψηλαφεί στα τυφλά, έχει έναν και μόνο σκοπό: Να δει, να αντικρίσει!
Στη γενναία καινούρια εποχή της όρασης αυτού που κάνουν οι άλλοι, του οφθαλμοπορνικού σαλιαρίσματος μίας ξένης επίδειξης, της αναζήτησης ενός εξωτερικού παράγοντα, που θα μπορούσε να επιβληθεί στην ανθρωπότητα, να τη διευθύνει και να τη σώσει, ο άνθρωπος είχε καταντήσει σε μεγάλο βαθμό ένα αναλωτικό και καταναλωτικό ον, είχε φθάσει σε θαυμαστά επίπεδα κατανάλωσης και αποχαύνωσης σε βαθμό που ο ορισμός της φτώχειας και του πλούτου είχε αλλάξει. Στον τιτανικό «προηγμένο» κόσμο οι άνθρωποι κάθονταν όλη την ημέρα τρέφοντας τα οπίσθιά τους με διατροφικές ουσίες που παρείχε η τεχνητή νοημοσύνη, παρακολουθώντας θεάματα, που αυτή παρέθετε. Ακόμη και ο ορισμός φτώχειας-πλούτου είχε αντιστραφεί. Η αριστοκρατία του πλανήτη έτρωγε πλέον υγιεινές τροφές χωρίς γλουτένη και ζούσε μία σχεδόν ασκητική ολιγαρκή ζωή σε καλύβες αγροτουρισμού, καλλιεργώντας οικολογικά προϊόντα. Αντίθετα η πλέμπα, ο όχλος ρουφούσε γάλα με λακτόζη κατάλληλη μόνο για ενήλικες, καταβρόχθιζε ζουμερά ένθηκα τρόφιμα και πεντανόστιμες πικάντικες ζωοτροφίες, όπου τα ζουμιά έτρεχαν από τα άκρα των χειλέων, διαβίωνε σε υπερπολυτελή σπίτια με μύριες ανάγκες, καταδικασμένος να αναπληρώνει πάσης φύσεως ανταλλακτικά, αφού πότε χαλούσε ο πίνακας και ο κυκλοφορητής του καυστήρα, πότε οι αντιστάσεις και οι ηλεκτρονόμοι του βραστήρα, πότε το πλυντήριο, πότε το ψυγείο, πότε οι συνθετιστές και οι μοριακοί μικροανιχνευτές, πότε ο ηλιακός θερμοσίφωνας, πότε οι κύλινδροι της θέρμανσης, πότε το ένα και πότε το άλλο. Πλούσιοι λοιπόν ήσαν όσοι μπορούσαν ακόμη να δουλεύουν και να αντλούν ικανοποίηση από την ειδοποιία της εργασίας τους, έχοντας λίγα αντικείμενα, όπου μπορούσαν ακόμη να καθρεφτίζουν τον εαυτό τους, ενώ οι φτωχοί αγόραζαν χωρίς έλεος και λυτρωμό, συσσώρευαν αγαθά, τόσα που αυτά τούς συνέθλιβαν και τούς πλάκωναν κι αγωνίζονταν καθημερινά με απερίγραπτο άγχος να ξοδέψουν τα εκπτωτικά κουπόνια τους και τις μισθάρες τους, που μπορούσαν όμως να εξαργυρωθούν μονάχα στα πρατήρια των εργοδοτριών εταιρειών τους. Το μόνο πλεονέκτημα, που διατηρούσαν οι άνθρωποι έναντι της τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι αυτοί είχαν τα κονδύλια και τα κεφάλαια, αυτοί απολάμβαναν τις παχυλές συντάξεις του παρελθόντος με βάση απαρχαιωμένες, αλλά αμετάβλητες νομοθετικές διατάξεις, με αποτέλεσμα να είναι εκείνοι, που ήσαν σε θέση και είχαν την οικονομική επιφάνεια να επενδύσουν, δηλαδή να χρηματοδοτήσουν και να τροφοδοτήσουν τα προγράμματα και τις ποικίλες δραστηριότητες των ηλεκτρονικών υπηρετών τους. Κατά τα άλλα όμως ήσαν τελείως εξουδετερωμένοι, κυλώντας σισύφεια τα καροτσάκια τους στους απέραντους θολωτούς διαδρόμους των υπεραγορών, διαγράφοντας ένα – ένα προς αγορά αντικείμενο από τη λίστα των ωνίων τους, έχοντας τη βάσανο της επιλογής ανάμεσα στα φύκια ως μεταξωτές κορδέλες και του πουλιού το γάλα. Την εποχή αυτή, οι πιο αποτρόπαιες φτωχογειτονιές ήσαν γεμάτες φτηνιάρικες απομιμήσεις υπό τύπον μπάσταρδων τεχνουργημάτων, που αναπαρίσταναν τα Κυκλώπεια τείχη, το Ερέχθειο και τον Παρθενώνα ή άλλα ποικίλα κτίρια -ευκτήριους οίκους- στολισμένους με λαμπερές πινακίδες και φωτάκια, πόλεων με κινούμενες επιγραφές, όπου πάνω στα φαντασμαγορικά οικοδομήματα τους κινούνταν λωρίδες φωτός και χρωμάτων, με εμπνευσμένα κοινωνικά μηνύματα, που κυκλοφορούσαν με αυτόν τον τρόπο ή διερχόμενες από τοίχο σε τοίχο φωτεινές διαφημίσεις, μεγάλων θόλων, όπου και πάλι προβάλλονται από την κορυφή μεγαλόπρεπες εικόνες, στιγμιότυπα, όπου κυριαρχεί το επιβλητικό και το μεγαλοπρεπές. Όπου και να βρισκόταν ο πολίτης είχε πάνω του ένα υψηλό και τεράστιο θόλο που λειτουργούσε προστατευτικά, αλλά και καταθλιπτικά, θυμίζοντας στο κάθε μεμονωμένο άτομο την ασημαντότητά του έναντι του συνόλου.
Όπως έχουμε πει και αλλού, η ευφυία των τιτάνων είχε καταλήξει στην αντίθετη διευθέτηση από την κλασική κομμουνιστική και διελάμβανε, πρότεινε και εφάρμοζε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας ήταν πλέον η εργασία, η ειδοποιία και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι είχαν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο ήταν δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού των αγαθών αφενός εμπόδιζε τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορούσε να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργαζόταν παραγωγικά και ήταν ζωντανός, αφετέρου με τα κοινά καταναλωτικά αγαθά ταϊζόταν όλος ο κόσμος (βλέπε προηγούμενη παράγραφο).
Κι ενώ η πεφωτισμένη τιτανική διοίκηση διακρινόταν από μία επιδοματική αντίληψη, προσπαθώντας να διανείμει στον όχλο τον πλούτο και την υπεραξία που παρήγαν οι μηχανές, οι άνθρωποι, όπως συνήθως συμβαίνει, ήθελαν παραπάνω και δεν ήσαν με τίποτε ικανοποιημένοι. Ήθελαν να είναι όλοι δημιουργικοί, να γίνουν όλοι επιχειρηματίες και εγχειρηματίες. Παρότι δεν ήσαν πλέον κλασικοί εργάτες με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά όλο και κάποιες πρωτοβουλίες λάμβαναν ή είχαν αρμοδιότητα να λάβουν είτε ως προγραμματιστές, είτε ως φροντιστές και επιμελητές των διαφόρων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ονειρεύονταν όλοι να αναλάβουν διοικητικές θέσεις, να κυβερνήσουν τον τιτανικό κόσμο, να αντικαταστήσουν τους θεούς του Ολύμπου, να γαιοποιήσουν, να καταστερίσουν, να διανείμουν τον πλούτο, να ανοίξουν νέους ορίζοντες δημιουργικών δραστηριοτήτων, να διακριθούν ως ηγέτες.
Κατόπιν τούτου οι διαδηλώσεις, ακόμη και οι βίαιες δεν έλειπαν. Στις υπερπληθυσμικές κιβωτούς της Γης τα πράγματα ήσαν πολύ χειρότερα, αλλά ακόμη και στην εκλεκτή κοινωνία της Νέας Αρκαδίας οι αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και κυβερνώμενου λαού ήσαν στην ημερησία διάταξη. Και βέβαια όπως είναι αναμενόμενο, οι δυσαρεστημένοι δεν συνειδητοποιούσαν ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημά τους ή τι ακριβώς θέλουν και ξεσπούσαν σε αόριστες επικλήσεις για δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα και άλλα μη διαμεσολαβημένα μεγέθη. Αρχηγός των καθολικώς διαμαρτυρομένων ήταν εντός του πλαισίου της ιστορίας μας η Υπαρχία των Κυνικών.
Επειδή μιλάμε για ένα παρελθοντολογικό ή μελλοντικό κόσμο επηρεασμένο από την αρχαία Ελλάδα, υπήρχε λίγη περισσότερη λογική και ελαφρώς λιγότερη κακοπιστία από τον μέσο όρο και ήταν ισχυρή σε πείσμα των αντιξοοτήτων η πίστη ότι η παιδεία θα αλλάξει τους ανθρώπους και θα τούς κάνει καλύτερους. Η Υπαρχία λοιπόν οργάνωνε παραστάσεις τραγωδιών, με τις οποίες επιχειρούσε να διαπαιδαγωγήσει τους συμμετέχοντες στα σωματεία προς μία έλλογη σειρά ενεργειών, με τις οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους. Κάτι σαν διδακτικές τραγωδίες ή επιμορφωτικά δράματα υπαρκτού τιτανισμού.
Ο Υπερίων μετά τον θάνατο της Λητούς δεν είχε όρεξη για τίποτε. Μετά από τόσα κεφάλαια που αναπτύξαμε, σχεδόν κόντευε να ξεχάσει για ποιο λόγο βρισκόταν εδώ. Είχε καλέσει ως αντικαταστάτριες την Αγχιάλη και την Μήτιδα, που όμως δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν, αλλά μόνο να διαδεχθούν τη Λητώ. Η Υπαρχία από την πλευρά της έτρεφε μία εκτίμηση για τον παλαίμαχο πολεμιστή, καθώς, όπως είπαμε, ήταν μία σεβαστική εποχή ή τέλος πάντων λίγο πιο σεβαστική από τη δική μας. Αντλούσε λοιπόν έμπνευση η Υπαρχία από τον Υπερίωνα, καθώς, όπως χαριτολογούσε, αυτή ήταν υπό την αρχή, ενώ ο Υπερίων υπερέβαινε τα όρια. Καθώς λοιπόν ο τελευταίος διήνυε μια από τις πιο ατημέλητες και αντιπαραγωγικές περιόδους της ζωής του, η Υπαρχία, βλέποντας στο πρόσωπο του Υπερίωνα την ευκαιρία της ζωής της, τον προσέλαβε ως καλλιτεχνικό σύμβουλο παράστασης στο ομώνυμο δράμα της «Υπερίων». Ποιος καλύτερος να δώσει χρήσιμες κατευθύνσεις για το θεατρικό έργο «Υπερίων» από τον ίδιο τον Υπερίωνα; Χιλιάδες εργαζόμενοι, που αποτελούσαν το φιλοθέαμον και όχι φιλοθεάμον κοινό, μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν την παράσταση, διότι στον κόσμο των τιτάνων κυριαρχούσε ακόμη αδαπάνητη η πίστη ότι η τέχνη διαπαιδαγωγεί τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε υψηλότερες σφαίρες, τον καθιστά ηθικά, ψυχικά και διανοητικά θωρακισμένο να πετύχει τους στόχους του συμπληρώνοντας την πυραμίδα της προσωπικότητας «ιδέα- ήθος- στρατηγική», και όχι, όπως σήμερα, όπου μία ακατέργαστη φωνή διαμαρτυρίας απλά τον ωθεί προς μία αόριστη διεκδίκηση.
Ο Υπερίων προσήλθε δύσθυμος να παρακολουθήσει την παράσταση εκτός των άλλων και από κοινωνική αβροφροσύνη, αφού ήταν προς τιμή του. Όπως είπαμε, τον τελευταίο καιρό είχε περιέλθει σε απραξία, παρακμή, παραμέληση του εαυτού του. Είχε χάσει την πίστη του στα ιδανικά των τιτάνων, είχε πάψει να είναι ο ατσαλάκωτος, άμεμπτος και άψογος αξιωματικός και ήδη είχε αρχίσει μία σχέση με τη Φαιναρέτη. Θα μού πείτε, έπρεπε να πάρει την κάτω βόλτα ο ήρωάς μας, προκειμένου να προχωρήσει σε δεσμό; Είναι ίσως τούτο περισσότερο δείγμα σεμνοτυφίας παρά ηθικότητας. Όμως για γαργαλιστικές λεπτομέρειες της ιστορίας με τη Φαιναρέτη θα σε αναγκάσουμε, αναγνώστη, να περιμένεις το επόμενο κεφάλαιο. Πλάι στον Υπερίωνα κάθισαν οι αρχές του τόπου με πρώτη την Θεανώ Θουρία, που ήθελε να εκμεταλλευτεί πολλαπλώς τη θεατρική παράσταση τόσο για να πάρει καλές συμβουλές για τη διακυβέρνησή της ως υπεύθυνη ηγέτις, όσο και να μάθει τι σκέφτονταν γι’ αυτήν τα κατώτερα καταστρώματα του σταθμού, η τάξη των εργαζομένων. Παρών και ο Περκνοπτέρυγος, ο οποίος είχε πολύ ισχυρή σχέση με την εξουσία, άλλωστε ήταν η πεμπτουσία του υποκριτή πολιτικάντη με την απροσδιόριστη έκφραση πίσω από το μούσι και την μνημειώδη εκείνη αναισθησία, που περηφανεύεται ότι προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα συμπυκνώνει και διαχέει ολόγυρα τη χυδαιότητα του «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».
Η παράσταση ξεκίνησε με τον Κρόνο να θρηνεί την απώλεια της εξουσίας του, που τού την είχε πάρει ο Δίας. Έτσι κι αλλιώς είναι πασίγνωστο ότι οι αρχαίοι δεν χρειάζονταν να επινοήσουν νέους ήρωες για τα λογοτεχνικά τους έργα, αντλούσαν ήδη από τη Μυθολογία έτοιμους τους ηθικούς χαρακτήρες και τις νοητικές δομές και η δημιουργική τους δραστηριότητα έγκειτο απλώς και μόνο στον άπειρο συνδυασμό τους, στην εμβάθυνση των κινήτρων της βούλησης και στις διάφορες εκδοχές της ψυχολογίας. Στην συνέχεια, η Θεία οδηγεί τον Κρόνο στο μέρος που κάθονται οι άλλοι τιτάνες, που κλαίνε τη μοίρα τους και διερωτώνται αν μπορούν να αντεπιτεθούν στους κατακτητές Ολύμπιους. Για φαντάσου, να βλέπει ο Υπερίων τη γυναίκα του να πρωταγωνιστεί σε παράσταση. Ήταν όμως το τίμημα της διασημότητας, ιδίως σε εκείνες τις εποχές όπου οι αξίες αναγνωρίζονταν. Ακολούθως, ο γηραιός Ωκεανός, αλλά και η Κλυμένη δήλωσαν πρόθυμοι να παραδώσουν την εξουσία τους στους Ποσειδώνα και Απόλλωνα αντίστοιχα με το αιτιολογικό ότι εκείνοι είναι πιο ωραίοι από τους ίδιους! Ναι, πράγματι υπήρξαν περίοδοι, που οι τιτάνες είχαν τόσο πολύ βυθιστεί στην αυτο- αμφισβήτηση και την εσωστρέφεια, ώστε είχαν αναπτύξει συμπλέγματα κατωτερότητας έναντι της γοητείας και της εκτυφλωτικής ομορφιάς των θεών του Ολύμπου, τέτοια ομορφιά που πονούσε, όπως έλεγε η Κλυμένη. Αλίμονο όμως, για να βάλουμε και λίγοι χριστιανισμό μέσα, η ομορφιά είναι παροδική και φευγαλέα, άλλως πως επιβιώνει μόνο αν αναιρεθεί σε κάποιο επίπεδο εγκυκλοπαίδειας και αντικειμενικότητας, γνώσης και μουσειακής έκθεσης, που να διατρέχει τους αιώνες.
Έπειτα η δράση μεταφέρεται στο παλάτι του Υπερίωνα, όπου με κάποια φυσική αμηχανία και συστολή, ταραχή και αμφίσημη ψυχική προσέγγιση, ο Υπερίων αντίκρισε τον ηθοποιό που τον υποδυόταν. Ο Ουρανός τον ενθαρρύνει να ενισχύσει τους άλλους τιτάνες και να συμπράξει μ’ αυτούς στην ανατροπή των θεών του Ολύμπου. Κι εκεί που πήγε ο Υπερίων να ανέβει ψυχολογικά σύμφωνα με το μη πολιτικώς ορθό ρητό «είδε ο Αιγύπτιος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του», διακόπηκε ξανά ο μίτος της Αριάδνης, ο σκηνοθέτης Ενδυμίων έκοψε τον Υπερίωνα κι έφερε πάλι στο προσκήνιο τον Απόλλωνα να αυτο-μαστιγώνεται στην παραλία, αμφισβητώντας αν μπορεί να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του και η Μνημοσύνη να τού λέει ότι πρέπει να πιστέψει στον εαυτό του και στις δυνάμεις του. Τι διάολο γοητεία ασκούσαν διαχρονικά στο κοινό αυτοί οι Ολύμπιοι θεοί; Όποια κι αν ήταν τα αμαρτήματα και τα πλημμελήματά τους, είτε έχαναν τον αγώνα της κυριαρχίας είτε κέρδιζαν, πάντα είχαν μία θέση στην καρδιά του λαού. Πρόκειται για την ελκυστικότητα που ασκεί ο ανερχόμενος, ο επιτυχημένος, ο αναγνωρισμένος, καλώντας όλους να τον μιμηθούν μήπως και αυτοί κάποτε αναδειχθούν! Πώς να αντιμετωπίσει η δημοκρατία την οίηση και τη φιλοδοξία, αφού το μόνο που έχει να αντιτάξει στο όνειρο της απόλυτης επικράτησης είναι η ταπεινή έννοια της αρμοδιότητας, ότι δηλαδή ο καθένας απλά πρέπει να κάνει τη δουλειά του και να βρίσκει χαρά μέσα σ’ αυτήν;
Τελικά οι τιτάνες αποφασίζουν να διδάξουν στο λαό την καλοπιστία και γιατί όχι; την αγάπη. Να αγαπήσουμε τους προϊσταμένους μας, να αγαπήσουμε την ιεραρχία, την κοινωνική διάρθρωση και δομή. Μόνο ένας διαρθρωμένος λαός μπορεί να προκόψει. Αν επικρατήσει η αναρχία και η ισοπέδωση, δεν μπορεί κανείς ούτε καν να πάει στο περίπτερο να αγοράσει εφημερίδα. Όπως έλεγε μία σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, τη στιγμή που οι διαδηλωτές είχαν λιανίσει και καταστρέψει όλη την περιοχή, άφησαν όμως με απροσδόκητο και θαυμαστό τρόπο όρθια τη δική της επιχείρηση: «αν τα σπάσουν κι εδώ, ποιος θα τούς ταΐσει;
Παρουσιάζεται λοιπόν ένας υφιστάμενος με μία προσωπίδα ρευστών και αόριστων χαρακτηριστικών και λέει στον προϊστάμενο:
«ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΛΟΠΙΣΤΙΑ
Φωτισμένη ηγεσία, ώ παραγωγική εταιρεία,
Προσφέρεις στέγη, τροφή και προστασία (Σαββόπουλος)
μετανοώ που σε περιφρόνησα
Μετανιώνω ό,τι δεν σε εννόησα,
Γιατί ελευθερία είναι να νιώσεις ανάγκης αντινομία,
Αλλιώς τον ουρανό θα απωλέσεις και κάθε προνομία.
Εξουσία και διοίκηση πραγμάτων είσαι καλή
Και αξίζεις την αγάπη μου, όχι δουλεία απατηλή,
Δείξε μου το έλεός σου κι εγώ θα εξομολογηθώ
Θα εξιλαστώ, για κρίματα θα απολογηθώ
Και θα βελτιώσω ρεαλιστικά τη δική μου ζωή,
Και θα ‘ναι η κόλαση μακρινή ξεχασμένη βοή.
Σκέψου πως όταν το μίσος φεύγει, υποχωρεί,
Η ψυχή γίνεται πάλι αθώα, λευκή εσθήτα φορεί.
Και μαθαίνει ότι η ίδια τον εαυτό της φοβίζει,
Κατευνάζει, γοητεύει και άλλως πως ρυθμίζει.
Η ίδια ξέρει τη βούληση και τον τρόπο
Να βρει προκοπή κι ευτυχία σε κάθε τόπο,
Όσο κι αν ο αέρας ολολύζει, ουρλιάζει σαν λύκος,
Όσο κι αν σκίζονται εναντιότροποι ασκοί σ’ όλο το μήκος».
Εν κατακλείδι, λέει ο/η υφιστάμενος/ -μένη στην προϊσταμένη/ -μενο.
«Σ’ αγαπώ!»
Η μορφή της/του είναι ακόμη ακαθόριστη, σκοτεινή, ασαφής, εύπλαστη σαν πρωταρχική ζύμη. Το κορμί αποτελούνταν και συγκροτούνταν από χόνδρους αντί για κόκαλα, είχε χρώμα υπόλευκο και κάτωχρο, ήταν σακουλιασμένο σαν αχλάδι με κάτισχνα, σκελετωμένα, αποξηραμένα άκρα και πινακώδη πέλματα. Το δέρμα ήταν γογγρώδες, βολβώδες, καλυκώδες, οφθαλμώδες, οζώδες, κομβώδες, όπου καθένα από τα μαγειρευτά βωλία (γιουβαρελάκια) μπορούσαν να συνταχθούν σε νέα σχήματα. Οι βραχίονες ήσαν κακοσχεδιασμένοι σαν δαγκάνες, τα μάτια βιολετί.
«Αγάπησέ με κι εσύ- να συνεργαστούμε!»
Σιγά-σιγά το σώμα του υφισταμένου και τελούντος σε καθεστώς εξαρτημένης εργασίας άρχισε να μορφοποιείται σύμφωνα με τις εικαζόμενες επιθυμίες του αφεντικού, να αποκτά τις σωστές- συμμετρικές αναλογίες. Να γίνεται καμπυλωτό, πληθωρικό, αισθησιακό, ευφραντικό, ερωτικό με απόχρωση έντονη ροζ, όπως εκείνη που προσδίδει το αγιάζι. Διασχηματισμός κούτελου – μύτης σαν πορσελάνη, μάτια παρακλητικά με κομψές βλεφαρίδες, εξογκωμένα ζυγωματικά, όπως το «ξανθό γένος», ρωμαλέο πηγούνι, ώμοι πλατείς και βραχίονες λευκώλενοι, κωνικά πυραυλικά βυζιά, έξω το στήθος- μέσα η κοιλιά, πόδια μακριά δυνάμενα κατά παραγγελία του εραστή να διπλωθούν- ξεδιπλωθούν.
«Σ’ αγαπώ. Αγάπησέ με!»
Όλο το κοινό ζητά από την παρευρισκόμενη εξουσία να δεχτεί την προσφορά, το απλωμένο χέρι των εργαζομένων, όπως στη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, όπου στο τέλος αδελφωμένοι εργοδοσία και εργατική τάξη προχώρησαν μαζί στα πεπρωμένα του μέλλοντος. Η ταύτιση των μεταξύ των θεατών εξεχόντων με τους ήρωες του έργου ήταν ενοχλητική και οι προύχοντες κουνούσαν πέρα δώθε νευρικά τους γιακάδες τους και έφτυναν στον κόρφο τους επιχειρώντας κατά το δυνατόν να αποτινάξουν αυτή την ποιητική αδεία εξομοίωση. Πλην όμως ο λαός απευθυνόταν σ’ αυτούς και τούς έλεγε: δεχθείτε, δεχθείτε!
Υπόρρητα, ο σκηνοθέτης Ενδυμίων προσπαθούσε να στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού στη σκηνή και να διοχετεύσει την οργή του κόσμου εναντίον του Δία και των Ολύμπιων θεών που δεν δέχονταν καμία συμφιλίωση και κανένα συμψηφισμό με άτομα κατώτερα από αυτούς! Ήδη ο Δίας της παράστασης άρχισε να εκτοξεύει κεραυνούς προς τους εργαζομένους κατηγορώντας τους για ύβρη, ότι τάχα θέλουν να γίνουν ισόθεοι, πράγμα αδιανόητο!
Κυριαρχεί άνευ προηγουμένου αναστάτωση και νευρικότητα στην κερκίδα, η ατμόσφαιρα βρίθει στατικού ηλεκτρισμού, που πασχίζει να βρει τρόπο να εκτονωθεί.
Για να ηρεμήσει λίγο τα πνεύματα, βγαίνει στη σκηνή ο χορός και τραγουδά:
ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ
«Οι φανατικοί έχουν τα όνειρά τους κι εκεί υφαίνουν
Παράδεισο συλλογικό, μα και για όσους μόνοι μένουν.
Από πεδία ιδεολογίας περιγράφουν σύστοιχο ουρανό
Χωρίς να μάς πουν πώς θα πετύχουν τ’ αποτέλεσμα τρανό.
Όρια δεν έχουν, απαθανατίζουν σε πάπυρο και φύλλα
Σκιές μελωδικής έκφρασης για άτομα, λαούς και φύλα
μα χωρίς δάφνες ζουν, ενυπνιάζονται, πεθαίνουν.
Ή ίσως δάφνες δρέπουν, αλλά τα σχέδιά τους χωλαίνουν.
Γιατί μόνο η ποίηση μπορεί να διηγηθεί ό,τι πρέπει να γίνει
Με λέξεις σωστές μπορεί να σώσει τη φαντασία απ’ τη σαγήνη
Τη βαρύγδουπη γοητεία, τη λεξιμαγεία και του χάους τη δίνη.
Βέβαια κανείς δεν μπορεί να πει «συ είσαι ποιητής κι εμβριθής
Συ δεν είσαι ποιητής, το όνειρο δεν μπορείς ν’ αφηγηθείς».
Καθένας που η ψυχή του δεν είναι ψυχρός σβώλος ή στήλη
Έχει οράματα να διαδώσει, αν η καρδιά του είναι φίλη,
Κι αν έχει λάβει αγάπη από μάνας- γλώσσας σμίλη
Μα αν το αφήγημα αυτό προώρισται για ζωή ή για θανή
Αν είναι αποκύημα ποιητή ή δαιμονισμένου, θε να φανεί,
Όταν το ζεστό μου χέρι, που γράφει, στο τέλος θα σφιχτεί,
Παγώσει μέσα στον τάφο και η γραφή ψυχτεί».
Όμως ο λαός δεν μπορούσε πια να αντέξει αναβολές, αναστολές, φρόνιμες περισυλλογές, ενδιάμεσες διασκέψεις και τέτοια. Ενωμένοι οι θεατές φώναζαν συνθήματα, η εξουσία να δώσει κάτι, τι ακριβώς ούτε οι ίδιοι ήξεραν, κάποιου είδους προνόμιο που έλειπε από αυτούς ενώ οι κυβερνώντες το κατείχαν. Ο πλούτος και τα χρήματα στην εποχή των τρισδιάστατων εκτυπωτών, αντιγραφέων ύλης και ορυχείων ΑΝ.ΥΓ.ΟΞ.ΑΖ. ίσως δεν είχαν και τόση αξία. Όμως, επειδή το όραμα του «αρίστου» της ομηρικής εποχής δεν θεωρούνταν κακό, όπως σήμερα, αλλά συνέχιζε να εμπνέει τον υπαρκτό τιτανισμό κι επειδή ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε την τάση να συγκρούεται με μεγέθη μεγαλύτερα από αυτόν και να πετυχαίνει άθλους και κατορθώματα και μια και η δημιουργικότητα είναι ο μόνος τρόπος να περάσει κανείς την ώρα του χωρίς να πάθει κατάθλιψη ή να αρρωστήσει, το επόμενο αδιαπραγμάτευτο λαϊκό αίτημα ήταν το σύνθημα «θέλουμε μισθό και όχι επιδόματα». Άλλο σύνθημα ήταν «αντιστοιχία και ίδιον εκάστω».
Δεν εννοούσαν βέβαια ότι είναι δυνατό να πατάει κανείς ένα κουμπί μετά από σωματικό ή πνευματικό μόχθο και να πέφτει στο χέρι αυτόματα… το κομπόδεμα ή μασούρι του αντιμισθίου, αλλά ότι η καταρχήν άνιση σύγκριση και αποθαρρυντική αντιπαραβολή μεταξύ κόπου και απολαυών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σταθερή και συμμετρική αναλογία, αν ετίθετο υπό έλεγχο ο μηχανισμός, που ακριβώς αποδίδει «το ίδιον εκάστω». Όταν το οργανωτικό αυτό πλαίσιο εισφοράς – ανταπόδοσης βασίζεται στη βούληση κάποιου ενδιάμεσου αρμόδιου, τότε υπεισάγουμε στο πρόβλημα μια ασαφή μεταβλητή, που παίρνει αυθαίρετη κι αυτόβουλη τιμή, ούτως ώστε το γινόμενο της εξίσωσης διαρκώς παραλλάζει.
Στο σημείο αυτό το κοινό απέστρεψε προσωρινά το βλέμμα του από τους εξουσιαστές Θουρία και Περκνοπτέρυγο και στράφηκε προς τον Υπερίωνα ως τελευταία ελπίδα καλώντας τον να προκαλέσει τους θεούς με την ιδιότητα του τιτάνα και να διεκδικήσει το προαιώνιο πλην -αλίμονο απατηλό- όνειρο, την απόλυτη ισότητα όλων με όλους.
«Υπερίων, εσύ να διεκδικήσεις από τους θεούς μία νέα θέση για τους ανθρώπους!».
Ο ενορχηστρωτής της παράστασης Ενδυμίων ήταν πολύ εξοικειωμένος και μάλιστα ζυμωμένος με τη διαδραστικότητα του αρχαίου θεάτρου, ισοδύναμη μόνο με τη δύναμη κραυγής και διαμαρτυρίας των Πράσινων και των Βένετων στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, ήταν συνηθισμένος να πετάγονται οι θεατές και να κάνουν την παράσταση «χαμαιτυπείο», γι’ αυτό είχε τεράστια προσαρμοστικότητα και μπορούσε να υφαίνει στίχους σεναρίου εκ του μηδενός, ενώ και οι ηθοποιοί είχαν μάθει και διδαχθεί να αυτοσχεδιάζουν αναλέητα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινού. Αμέσως επιχείρησε να εντάξει τον διάσημο θεατή στην υφή της παράστασης.
«Υπερίων, τι λες εσύ για όλα αυτά, απάντησε στους οπαδούς σου», απηύθυνε αίτημα προς τον Ατλάντα, ερμηνεύοντας και εκφράζοντας τη βούληση όλων των παρισταμένων.
Ο Υπερίων ήταν σε κάκιστη διάθεση, αλλά τού είχε μείνει αρκετό τιτανικό φιλότιμο, ώστε να μη μπορεί να αγνοήσει όλους εκείνους που απευθύνονταν σ’ αυτόν και κρέμονταν από τα χέιλη του.
«Ενδυμίων σκηνοθέτα και λοιποί φίλοι: Θέλω να ζητήσω συγγνώμη γιατί δεν είμαι στην κατάλληλη ψυχολογική συγκρότηση, ώστε να μπορέσω να απολαύσω σε πλήρη έκταση αυτό που γενναιόδωρα μού προσφέρετε. Δυστυχώς και σε άλλες περιπτώσεις, όταν μού ζητούν να συμμετάσχω σε οποιοδήποτε ομαδικό παιχνίδι, επιδεικνύω μία αρνητικότητα και αυτο-απομόνωση που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ίσως οφείλεται ότι τόσα χρόνια στον Αστροστόλο είχα διαρκώς προϊσταμένους -κάτι που εσείς, αξιότιμοι θεατές, δεν έχετε ποτέ βιώσει, παρότι έχετε μία αόριστη τάση να ενταχθείτε στους αρμούς της εξουσίας. Μάλιστα κατά κύριο λόγο και στη συντριπτική πλειοψηφία οι προϊστάμενοί μου ήσαν γυναίκες, που μού έχουν διευρύνει την πρωκτική οπή τόσο πολύ (κατά το κοινώς λεγόμενο, μού έχουν κάνει τον κόλο νά), ώστε να μην μπορώ να δεχτώ καμία – έστω και ελάχιστη, έστω και μηδαμινή- πραγματική ή νομιζόμενη επιβάρυνση εκτός υπηρεσίας. Ευτυχώς στην εποχή μας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το πολιτικώς ορθό κίνημα της κουλτούρας “επαγρύπνησης” κι έτσι έχω τη δυνατότητα να εκφράζω αυτές τις απόψεις. Αλλιώς θα καταντήσουμε μέχρι και η λέξη “ανήρ ή άνδρας” να θεωρείται γενετήσια παρενόχληση».
Ο Ενδυμίων ως έμπειρος θεατράνθρωπος και μέτοχος τόσο λαμπρών ψυχογραφικών δραμάτων είχε εντρυφήσει στους χαρακτήρες, τους ψυχισμούς και στις διαθέσεις, «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω» και κατάλαβε αμέσως ότι το πρόβλημα του Υπερίωνα δεν ήσαν οι ενίοτε συντριπτικά παρούσες γυναίκες προϊστάμενες, αλλά μάλλον η απούσα γυναίκα προστατευόμενη- η Λητώ- ίσως η μόνη, απέναντι στην οποία αισθανόταν ο ήρωάς μας υπεροχή.
«Εκ γυναικός τα φαύλα, αλλά και εκ γυναικός τα κρείττω», επανέλαβε τη ρήση της Κασσιανής ο Ενδυμίων. «Να ξέρεις, σεβαστέ αγωνιστή της δημοκρατίας, ότι όλοι εμείς εδώ που συμμετέχουμε και συμβιώνουμε αυτήν την παράσταση είμαστε αλληλέγγυοι με αυτό που σού συνέβη». Απευθυνόμενος στους ηθοποιούς είπε: «Παιδιά να πούμε αυτό που έχουμε ετοιμάσει εις μνήμην της Λητούς».
Οι ηθοποιοί προσαρμόστηκαν αμέσως στα νέα δεδομένα, που προέκυψαν από τη φυσιολογική διαντίδραση της παράστασης.
ΛΗΤΩ
«Η μέρα φεύγει, μαζί και της χαράς η βίωση κι η μνήμη
Γλυκιά φωνή, πλήρη χείλη, χέρι τρυφερό, βυζί ζύμη
Θερμή ανάσα, ελαφρύς ψίθυρος, μελίρρυτος, λιγυρός,
Νωχελική μέση, ανάστημα -παράστημα, μάτια πυρός,
Μαράθηκε το άνθος με μπουμπούκια και κάλυκες
Εφθάρη η ομορφιά με πέταλα κι ανταύγειες άλικες
Και το σχήμα της γλίστρησε από τους βραχίονες,
Λιγόστεψε η φωνή, η ζέστη, οι λευκοί της οι κίονες.
Χάθηκε άδικα σαν έπεσε το δειλινό η χλαίνη.
Όταν η νύχτα η ζοφερή αρχίζει να υφαίνει,
Κι η σκηνή του σκοταδιού κρύβει την κραιπάλη
Εγώ αντίθετα αφοσιώνομαι στην δύσκολη την πάλη,
Να κοιμηθώ, να νηστέψω, να προσευχηθώ.
Τη αγνή σεπτή Λητώ μια φορά ακόμη να θυμηθώ.
Το ζωντανό χέρι, ζεστό και ικανό, ευάερο, ευήλιο
Στην κρύα σιωπή του τάφου γίνεται κειμήλιο,
Θα ευχόσουν η καρδιά σου να στέρευε από αίμα,
Ώστε στις δικές της φλέβες να ρεύσει κόκκινο ρέμα.
Έτσι στοιχειώνουν οι μέρες κι εγώ νυχτοπερπατώ,
Κι αν έχεις ήσυχη συνείδηση, κακία σού κρατώ».
Ο Υπερίων έκλαιγε ελεύθερα με δάκρυ κορόμηλο, καθότι πολύ εκτίμησε αυτή την τιμητική χειρονομία του σκηνοθέτη και του κοινού προς το μέρος του.
«Σάς ευχαριστώ όλους», είπε. «Είμαι πάντα ορκισμένος στην υπηρεσία σας, θα διεκδικήσουμε για μία ακόμη φορά από τους θεούς τη φλόγα, στα αχνάρια του γενάρχη μας, του μέγιστου Προμηθέα!»
Ζητωκραυγές συντάραξαν το στερέωμα, πίλοι εκτοξεύτηκαν στον ουρανό. Όλοι μαζί, χορός και θεατές τραγουδούσαν αυτό που ήξεραν από προηγούμενες παραστάσεις του ίδιου έργου ή ίσως τούς το έδωσε γραμμένο ο Ενδυμίων – αγνοώ τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη στιγμή, την εντασσόμενη σε μία τόσο μακρινή και απλησίαστη χρονολογία, μία αστρική ημερομηνία τρέχα γύρευε!
ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ
«Είσαι ένα πλάσμα του ονείρου, του εαυτού σου πυρετός,
Σκέφτεσαι τ’ αγαθά της Γης κι είσαι στα σύννεφα αετός
Να ‘χει ο καθένας στέγη, σιδερωμένα ρούχα ζητάς,
Καθένας νιώθει χαρά και πόνο, κι ο χυδαίος κι ο προπέτης
Μα εσύ κάποιες ανάγκες υιοθετείς, σε πρώτο πλάνο θέτεις.
Μόνο ο ποιητής την ημέρα του δηλητηριάζει
Για τις αδικίες που γίνονται στους άλλους κραυγάζει».
Η διεκδίκηση πλέον μαίνεται, λυσσά, βακχεύει, κορυβαντιά. Το ποδοβολητό, ο θόρυβος, η άγρια ταραχή, η φρενίτιδα φουσκώνει σε μανιώδη, κυμαίνουσα, χειμαζόμενη θάλασσα. Αφού η προσέγγιση της αγάπης αποκρούστηκε από τους Ολύμπιους, το πλήθος αγανακτεί, αισθάνεται ότι δικαιολογείται ακόμη και να βιαιοπραγήσει. Πλέον οι προσωπίδες έχουν πέσει, η μάχη διεξάγεται στο δρόμο- αν σταθείς ακίνητος, είσαι χαμένος, αν το βάλεις στα πόδια, πάλι σ’ έχουν φυτέψει. Θα τρέξεις, αλλά δεν θα ξεφύγεις, θα αγωνιστείς, αλλά δεν θα επιβιώσεις. Μπροστά στο λίπασμα των νεκρών θα ανασυνταχθείς, γύρω από τις ταφόπλακες ένα νέο κίνημα δημιουργείται, αφού πια έχει γίνει κατανοητό τι σημαίνει η επιβίωση στο πεδίο της ζούγκλας, ότι δηλαδή ο εκάστοτε εμπόλεμος θα καταστεί ο πιο αδίστακτος και κυνικός λειοθήρας. Οι επαναστάτες παίρνουν τη διεστραμμένη μορφή των εξουσιαστών, μια μορφή που αντανακλά τέτοια κακία, τέτοιο απύθμενο μίσος, ώστε οι πρώτοι διδάξαντες εργοδότες- εργοδηγοί απορούν και οι ίδιοι και μένουν κατάπληκτοι για το πώς το πρόσωπό τους ήταν εξ υπαρχής ικανό να εκπέμψει και να εμπνεύσει τέτοια ενσυνείδητη κτηνωδία, τέτοια σεσημασμένη πώρωση! Τότε λοιπόν οι διαδηλωτές- διεκδικητές- εκδικητές φωνάζουν από καρδιάς «σε μισώ!»
ΣΕ ΜΙΣΩ
«Ξανά -μανά βοά η καταιγίδα, αλλά κρύβεται στο χείλος
Μεσ’ το λίκνο της, κι εκεί που είναι η κουκούλα ή ο πίλος,
Το παιδί μου κοιμάται και σε πρώτη όψη δεν υπάρχει εμπόδιο,
Μόνο ένα δάσος κι ένας γυμνός λόφος για κατευόδιο.
Όπου όμως ο άνεμος τις αχυρένιες στέγες σαρώνει
Αναζωπυρώνεται κι απ’ τη θάλασσα φουσκώνει.
Για μια ώρα περπατούσα και προσευχόμουν,
Για την βαρυθυμία που στο νου μου αισθανόμουν.
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω (Μαρκόπουλος, Σκούρτης)
Κι ακούω τον αέρα να στριγκλίζει στου πύργου τον κώνο
Και στις αψίδες της γέφυρας τους γόνους να κραυγάζουν
Στις φτελιές πάνω απ’ τον ποταμό χωρίς ελπίδα να ρεκάζουν,
Βλέπω κι ονειροπολώ τι θα φέρουν όσοι το μέλλον αλλάζουν.
Στην ύπαρξή μου θα αντιταχθώ και σ’ ό,τι δημιουργήσω
Σ’ ένα κορυβαντικό ξέφρενο χορό θα αναιρέσω, θα νικήσω
Τη φονική αθωότητα, που το ακραίο κέντρο συντηρεί
Κι όλα να τα πάρει ο διάολος, μιχθήτω γαία πυρί!»
Ακόμη όμως και η αδυσώπητη μάχη, η σύγκρουση με κάθε κόστος, η πλήρης απουσία συμφιλίωσης και διαλεκτικής συνεννόησης δεν οδηγεί πουθενά ειμή μόνο σε νέες εκατόμβες, κατακρεουργήσεις και κρεαταγορές. Κάτι δεν πάει καλά σε θεμελιακό επίπεδο, τα πράγματα εκτροχιάζονται προς αντίθετες κατευθύνσεις, ενδείκνυται να αναδειχθεί κάποιου είδους μεσολάβηση, μία ένωση των αντιθέτων – δεν γίνεται αλλιώς, η μόνη εναλλακτική λύση είναι ο γενικός παγκόσμιος όλεθρος!
ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
«Τα πράγματα καταρρέουν – το κέντρο δεν κρατάει, υποχωρεί
Η φρικτή αναρχία έχει ξαμολυθεί στον κόσμο και προχωρεί,
Αιμοφόρα πλημμύρα ξέσπασε και τα πάντα παρασέρνει,
Κι οι δομές των αθώων πνίγηκαν σ’ όσα ο χρόνος φέρνει.
Οι πιο άξιοι θεώρησαν την πίστη τους λάθος,
Ενώ οι χειρότεροι δείχνουν ένταση και πάθος.
Άλλοι έχτισαν ήθη κι έθιμα και μ’ αυτά κανοναρχούν,
Και άλλοι σφάζουν και γεννούν παιδιά κι έτσι κυριαρχούν».
Ναι, ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται ηθικά μόνο στην διεκδίκηση και τους ταξικούς αγώνες. Από τη στιγμή που δεν πεινάει (και αυτό το ξέρει μόνο ο ίδιος) εισχωρεί στο επίπεδο της προσφοράς, οφείλει να βγει μπροστά και να βοηθήσει άλλους! Οι ταξικοί αγώνες μόνο δεν αρκούν, δεν μπορεί όλος ο πλούτος της ανθρώπινης ιστορίας να συνοψιστεί στο αφηρημένο σχήμα ότι η εργατική τάξη πρέπει να φάει την αστική, χρειάζεται και είναι πάντα απαραίτητη η ηθική στάση του ατόμου στα τεκταινόμενα, η σχέση προς τον άλλον, προς τον συνάνθρωπο. Ο Υπερίων καλείται να δώσει και πάλι το ηθικό στίγμα, με βάση το οποίο θα προσανατολιστούν οι άνθρωποι. Μα ο Υπερίων έχει απογοητευτεί από τα τυφλά χτυπήματα του όχλου, την σε επιπτώσεις δαπανηρή, πολυθυσιαστική, Πύρρεια, αλλά και αδιέξοδη οργή, από τον παραλογισμό των διαμαρτυριών χωρίς συγκεκριμένο θεσμικό αίτημα, από την καταστροφική μανία που διαλύει τα ξερά μαζί με τα χλωρά, που στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων, από την ύψιστη δικαιοσύνη που καταντά ύψιστη αδικία, όταν σκοτώνονται ή συντρίβονται στις μυλόπετρες οι αθώοι της πολιτικής!
Ο ΥΠΕΡΙΩΝ ΧΟΛΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ
Φαντάσματα, σχήματα, άμορφες ιδέες, αμέτε πέρα
Δεν είναι ακόμη Παρουσία Δευτέρα (Σολωμός),
Μη μού βάζετε το κεφάλι σε ευλίμενη κοίτη χλοερή
Με χάιδεμα αυτιών, επαίνους δεν βγαίνω στο σφυρί,
Σε συγκινησιακό διθύραμβο την υπακοή μου δεν χαρίζω
Δεν θ’ ανέβω σε άρμα αν τους επιβάτες δεν γνωρίζω.
Ξεθωριάστε από το βλέμμα μου, ο θυμός σας δεν με νοιάζει,
Θεσμούς δεν χτίζει, δήμο δεν συγκαλεί, κάλπες δεν βάζει.
Όσο για οράματα έχω αρκετά και για νύχτα και για μέρα.
Γι’ αυτό χαθείτε, φαντάσματα, θέλω τον νου μου αστέρα,
Κι όχι λίθων, πλίνθων, κεράμων αναμοχλευτική γαστέρα».
Το κοινό φωνάζει απελπισμένα με δάκρυα στα μάτια:
«Υπερίων, μη μάς αφήνεις. Δεν μπορεί η δημοκρατία να εγκαταλείψει τους ανθρώπους στην τύχη τους, να μην έχει λύση, δεν γίνεται! Υπέρλαμπρε Υπερίων, τράβα μπροστά, τιμημένοι τιτάνες ηγηθείτε του λαού!»
Ο ΥΠΕΡΙΩΝ ΤΡΑΒΑ ΜΠΡΟΣΤΑ
«Φυγή προς τα μπρος θέλει να κάνει ο μέγας Υπερίων,
Ο χιτώνας του γλιστρά από τις φτέρνες, καίει το πύον.
Θα βγάλει μια κραυγή με φλόγα γηγενή, που τού ανήκει
Κι οι ισχνές αιθέριες ώρες θα φοβηθούν τη δική του νίκη.
Η Ιστορία φτερά κινεί, έρχεται ο ομφάλιος λώρος.
Και θα συνεχίσει ο Υπερίων να λάμπει πυρφόρος
Για να φέρει φως της σκέψης σαν τον Προμηθέα
Όχι πυρ ή χάος, αλλά νόμο φωταυγή σ’ ανθρώπων θέα».
Η λύση είναι απλά να χαίρεται κανείς αυτό που κάνει, να αγαλλιάται μέσα στην αρμοδιότητά του, να ασκήσει πλήρως το επάγγελμά του, που όπως λέει και η λέξη, είναι αυτό «εφ’ ώ ο καθείς ετάχθη», το μετερίζι, ο κύκλος, όπου ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και είναι καλύτερος, η αριστοτέλεια ηθική. Και τότε η πανουργία της παγκόσμιας βούλησης καταφέρνει, ώστε ενώ ο καθένας θεωρεί ότι ευνοεί τον εαυτό του με την ανάπτυξη προσωπικής στρατηγικής, η κατάληξη είναι τελικά να προωθείται και να αναβαθμίζεται το σύνολο ως συνισταμένη των τελεσφόρων ενεργειών των πολλών ή μάλλον όλων. Καμία βελτίωση δεν μπορεί να έλθει απέξω με επιβολή, αλλά μόνο από μέσα με αυθυποβολή!
ΛΥΣΗ
«Ολίγοι δ’ εισίν οι πανηγυρίζοντες άνθρωποι φιλοθεάμονες.
“τι ποτ’ ουν έστιν ο κόσμος, τις αυτόν διοικεί. Ουδείς;
Και πώς οιόν τε πόλιν μεν ή οίκον μη δύνασθαι διαμένειν
Μηδ’ ολιγοστόν χρόνον δίχα του διοικούντος και επιμελομένου;
Το δ’ ούτως μέγα και καλόν κατασκεύασμα εική και ως έτυχεν
Ούτως ευτάκτως οικονομείσθαι; έστιν ουν ο διοικών.
Ποίος τις και πώς ο διοικών;
Ημείς δε τίνες όντες υπ’ αυτού γεγόναμεν και προς τι έργον;
Άρα γ’ έχομεν τινά επιπλοκήν προς αυτόν και σχέσιν ή ουδεμίαν;”
Ταύτ’ έστιν ά πάσχουσιν ούτοι οι ολίγοι –
Και λοιπόν τούτω μόνω σχολάζουσι τω την πανήγυριν ιστορήσαντας απελθείν. Τι ούν;
Καταγελώνται υπό των πολλών- και γαρ εκεί οι θεαταί υπό των εμπόρων.
Και ει τα κτήνη συναίσθησιν τινά είχεν, κατεγέλα αν των άλλο τι τεθαυμακότων ή τον χόρτον”.
(Επίκτητος, Διατριβαί)
(Στην αγορά της δημοκρατίας ελάχιστοι διακρίνουν θεωρίες
«Τι είναι ο κόσμος μας και ποιος τον διοικεί. Με τι διαδικασίες;
Και πώς άραγε σε πόλη ή σπίτι ούτε λεπτό κανείς δεν μένει
Χωρίς τη μέριμνα όποιου διοικεί, φροντίζει και τα πάντα δένει;
Μήπως το μέγα και ωραίο κατασκεύασμα μπορεί να σταθεί
Χωρίς εύτακτη διαχείριση, αν δεν διοικηθεί, συντηρηθεί;
Εμάς τι μάς συνδέει με τον ταγό, ποια αρμοδιότητα, εντολή;
Άραγε δεν έχουμε σύνδεσμο ή σχέση με τον ηγέτη τον πολύ;»
Μ’ αυτά τα ερωτήματα βασανίζονται οι ολίγοι στη Βουλή.
Υπάρχει επικέντρωση μόνο στων αποφάσεων τις επιπτώσεις
που άλλοι παίρνουν κι εσύ πρέπει μόνο να εφαρμόσεις.
Οι λίγοι συνειδητοί πολίτες γελοιοποιούνται, μετανιώνουν,
Διότι πολιτειακές θεωρίες μόνο οι έμποροι διατυπώνουν.
«Ει τα κτήνη φωνήν είχε», με σκώμμα θα περιγελούσαν
Αλλά αν είχαν λίγο μυαλό ίσως και λίγο θα εκτιμούσαν
Όσους θαύμαζαν κάτι άλλο από τα χόρτα και τα σίτα,
Αλλά χόρτος σημαίνει και περίφραξη, όπου μοιράζεται η πίτα)
Οι θεατές ξεσηκώνονται, πανηγυρίζουν σε έξαλλη κατάσταση. Αρχίζουν να ωρύονται και να ολολύζουν εκστασιασμένοι «αρ- μο- διό- τη- τα, αρ- μο- διό- τη- τα», αυτό κι αν είναι επιστημονική φαντασία, αναγνώστη, μπορείς να φανταστείς να φωνάζουν κάποιοι αυτό το τόσο ξενερωμένο σύνθημα; Κι όμως τέτοια αξιομνημόνευτα γίνονταν στο θαυμαστό Σύμπαν των τιτάνων, διότι πολύ απλά εκείνοι οι άνθρωποι είχαν λύσεις που εμείς δεν έχουμε, άλλως πως και επικουρικώς τις έχουμε ξεχάσει!
Ο Υπερίων σηκώθηκε και αγκάλιασε τον Ενδυμίωνα:
«Σκηνοθέτη φωτεινέ, μού έδωσες πίσω την πίστη προς τους ανθρώπους, το κίνητρο να συνεχίσω. Από τότε που ήρθα σ’ αυτό το αναθεματισμένο, υψηλά τεχνολογικό περιβάλλον της Νέας Αρκαδίας, κανείς ποτέ δεν φάνηκε να εκτιμά τα προσόντα ενός βετεράνου, να υπολήπτεται κάτι που η παλαιότερη γενιά μπορεί να διδάξει. Επιτέλους κάποιος δίνει βάση σε όσα κηρύττουμε εμείς οι κουρασμένοι εκπρόσωποι του ανθρώπου ανά τους αιώνες! Ηθοποιός σημαίνει φως, Ενδυμίων, αλλά σκηνοθέτης σημαίνει ήλιος. Μού έδωσες την κατάλληλη ώθηση τη στιγμή που τη χρειαζόμουν! Είμαι ευγνώμων!»
Ύστερα στράφηκε προς την Υπαρχία.
«Υπαρχία σ’ ευχαριστώ. Είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό να βλέπω ότι οι εργαζόμενοι της εποχής μας αγκαλιάζουν τα σωστά πρότυπα. Σίγουρα, για να σπάσει το κέλυφος της αμοιβαίας δυσπιστίας ανάμεσα σε διοικούντες και διοικουμένους χρειάζεται επιτέλους κάποιος να ανοίξει τα χαρτιά και να φανερώσει τις αληθινές προθέσεις του. Έχεις δύσκολο έργο, γιατί αν κάτι έχω διαπιστώσει σ’ αυτό το σταθμό είναι ότι παίζεται μία παρτίδα πεσσών και αστραγάλων από κρυψίνοες και τακτικιστές. Τίποτε αληθές δεν υπάρχει σ’ αυτό τον σταθμό, τίποτε που να αξίζει να μη ξεχαστεί».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο :ΦΑΙΝΑΡΕΤΗ
Για όσους θεωρούν ότι σε κάθε μυθιστόρημα αυτό που λέμε «κουτσομπολιό» ή «φήμη», όπως θα το έλεγε ίσως ο Σωκράτης, πρέπει να έχει τη θέση του, θα παραθέσουμε μέσες- άκρες την ερωτική ιστορία της Φαιναρέτης και του Υπερίωνα, μία ιστορία παράνομη, όπως θα έλεγαν οι παλιοί, αφού ο Υπερίων ήταν ήδη νυμφευμένος με το ολογράφημα της Θείας.
Η αφορμή βέβαια για το ξεκίνημα αυτής της ερωτικής περιπέτειας ήταν η συνέχιση των ανακρίσεων για τον θάνατο της Αρήτης. Τέτοιες ανακρίσεις διενεργούσε πλέον ο Υπερίων περισσότερο από υποχρέωση παρά από αισιοδοξία, αφού στην πραγματικότητα σχεδόν κάθε κάτοικος της Νέας Αρκαδίας είχε κίνητρο να δολοφονήσει την Αρήτη! Ήσαν τόσα πολλά τα συμφέροντα γύρω από το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας, το τηλεπαθητικό εμφύτευμα που εξασφαλίζει επαφή με την βιοτεχνολογική νοημοσύνη, τον σπόρο των πλανητών, την Λήμνια Σφραγίτιδα, ώστε σε κάθε ανάλυση πολλαπλασιαζόταν γεωμετρικά ο αριθμός των υπόπτων για τη δολοφονία. Αν κανείς έβαζε στην εξίσωση και τις μη λογικές αιτίες, για τις οποίες θα μπορούσε να διαπραχθεί ο φόνος, π.χ. το πάθος ενός απογοητευμένου εραστή, απ’ αυτούς που η Αρήτη είχε με το κιλό, αν προσθέσεις μάλιστα και τα πρόθυμα ολογράμματα ή δυσαρεστημένους υφισταμένους, στους οποίους η Αρήτη εξόρυσσε με διάφορα βασανιστήρια το ίδιο το λάδι της βάφτισής τους, για να χρησιμοποιήσουμε και μία δόκιμη χριστιανική έκφραση, τότε ο αριθμός των υπόπτων απειριζόταν και η εξίσωση αποκτούσε αμέτρητους αγνώστους, με αποτέλεσμα κανένας να μη δύναται να τη λύσει.
Μέσα σ’ αυτό το κομφούζιο και το πανόραμα των υπόπτων η Φαιναρέτη κατείχε μία ιδιαίτερη θέση, αφού στο παρελθόν είχε διατελέσει ινδικό χοιρίδιο της Αρήτης και ως εκ τούτου εκπαιδευμένη εταίρα είτε το ήθελε είτε όχι. Άρα είχε και αυτή κίνητρο και μάλιστα μεγαλύτερο από όλους τους άλλους να ξεπαστρέψει τον δόκτορα Φρανκενστάιν που τη δημιούργησε για λόγους εκδίκησης.
Στο πλαίσιο λοιπόν των ατέρμονων ερευνών, ο Υπερίων επισκέφτηκε για μία ακόμη φορά τη Φαιναρέτη στην οικία της στην πόλη, κάποια νύχτα, όπου αυτή είχε ξεμπλέξει από την καθημερινή φύλαξη και περιποίηση του Διδυμίωνα και είχε ακουμπήσει το ανάπηρο σαρκίο του στο κρεβάτι ενόψει των δύσκολων νυκτερινών ωρών αναμονής του κυνικού γενετιστή μέχρι την επόμενη λυτρωτική πρωινή έλευσή της. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Φαιναρέτη ναι μεν ήταν καταρχήν Ασιάτισσα στην καταγωγή, αλλά ως προϊόν γενετικής τροποποίησης και αυξητικής εκλεκτικής βιοτεχνολογίας κατείχε ποικίλα φυλετικά χαρακτηριστικά, που την καθιστούσαν ακαταμάχητη. Κάτω από τα ψηλά ασιατικά ζυγωματικά παραμόνευαν σαρκώδη αφρικανικά χείλη και εντελώς απροσδόκητα το πρόσωπό της στεφανωνόταν από υπερβόρεια ξανθά μαλλιά. Επρόκειτο σίγουρα για την πιο τολμηρή γενετική παρέμβαση – προσαρμογή, που θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί σε άνθρωπο, συνεπώς καλύτερα να την χαρακτηρίσουμε γενετική τέχνη.
Η Φαιναρέτη υποδέχτηκε τον ανακριτή με μεταξωτό νυχτικό, δείχνοντας θράσος και αυτοπεποίθηση, αλλά και περιφρόνηση προς τις κοινωνικο- τιτανικές συμβάσεις, και ταυτόχρονα παίρνοντας στα χέρια της κυριαρχικά τα ηνία της κατάστασης, με δεδομένο ότι δεν μπορούσε κανείς να την επιτιμήσει, αφού στο κάτω- κάτω βρισκόταν στο σπίτι της. Ο Υπερίων, που έπρεπε βέβαια να περιμένει μία τέτοια αποκάλυψη γλουτών αφομοιωμένης γλουτένης τυλιγμένων με σατέν, αλλά προτιμούσε να κοροϊδεύει τον εαυτό του στο πλαίσιο τιτανικής ηθικολογίας ότι τάχα αιφνιδιάστηκε και δεν το περίμενε, έκανε ό,τι μπορούσε για να παρουσιάσει μια επαγγελματική εικόνα. Μάταιος κόπος, διότι η Φαιναρέτη γνώριζε πολύ καλά την επιρροή που είχε στους άνδρες, γι’ αυτό είχε ένα ύφος κορεσμένης αποστασιοποίησης ή μάλλον αποστασιοποιημένου κορεσμού έναντι των ανδρών, που θα μπορούσε όμως να μετατραπεί υπό προϋποθέσεις σε γενναιόδωρη αλαζονεία ή αλαζονική γενναιοδωρία, ανοίγοντας ένα παράθυρο ή μία κερκόπορτα, δηλωτική ότι κάθε φαινομενικά αδύνατη επιθυμία είναι τελικά εφικτή!
«Φαιναρέτη… έεε… καλησπέρα … τι έγινε; απιθώσατε τον μεγάλο σας μέντορα στο κρεβάτι του;»
«Μάλιστα, είρων Υπερίων, αλλά αν μ’ αυτό υπονοείτε ότι ο παρά τη βούλησή του και εξ εξωτερικών συνθηκών αναγκασθείς εργοδότης μου είναι ένας αδύναμος ανάπηρος, σάς συμβουλεύω να κουνηθείτε από τη θέση σας. Σάς υπενθυμίζω ότι ο Διδυμίων ήταν εκείνος που στην κηδεία της Αρήτης άφησε κατά το πρότυπο των τιτάνων τη σκόνη της να κυλήσει από τα δάκτυλά του, καθώς άδειασε τον αμφορέα ή τη λήκυθό της κόντρα στον άνεμο».
Και όμορφη και πανέξυπνη! Ε λοιπόν, Θεέ, η Δημιουργία σου είναι πολύ άδικη. Κάποιοι είναι και ευειδείς και καλοί και τετραπέρατοι! Κάποιοι άλλοι είναι και άσχημοι και βλάκες και κακοί!
Αν ο Υπερίων νόμιζε ότι η μετάξινη σχεδόν διαφανής ενδυμασία της Φαιναρέτης συνιστούσε το έσχατο μέτρο που αυτή θα ελάμβανε προκειμένου, όχι να «φανερώσει την αρετή της», όπως έλεγε και το όνομά της, αλλά τουλάχιστον να την προφυλάξει, τότε ήταν πραγματικά πολύ γελασμένος. Η Φαιναρέτη εννοούσε να συνεχίσει τη ζωή της και την καθημερινή της ρουτίνα σαν να ήταν μόνη της και να μην ήταν κανένας άλλος παρών.
«Θα μού επιτρέψετε να κάνω ένα βαλανείο (μπάνιο)» είπε, «διότι ναι μεν ο Διδυμίων έχει λαμπρό και ασυναγώνιστο πνεύμα, αλλά οι εκκρίσεις και οι ακαθαρσίες του δεν διαφέρουν από εκείνες ενός οποιουδήποτε κοινού θνητού».
Με μία χαριτωμένη κίνηση απαλλάχτηκε από τον αραχνούφαντο χιτώνα της.
«Σε κάνω να αισθάνεσαι αμήχανα, τρανέ πολεμιστή;», ψιθύρισε αισθησιακά, εγείροντας τεχνηέντως μία διαδικασία παράλληλη προς τον κύριο διάλογο, που λειτουργούσε σε άλλο επίπεδο, στην επιφάνεια εργασίας των ενστίκτων.
«Ε… δεν με πειράζει», απάντησε με όση ειλικρίνεια μπορούσε ο αστυνομεύων αξιωματικός. Η νοσοκόμα μπήκε κάτω από τον καταιονιστήρα μαζί με όλο τον βαρύ γενετήσιο οπλισμό της, όπου τουλάχιστον μεσολαβούσε το θολό γυαλί για να προστατεύσει την αρετή του παλαίμαχου από την άλλου είδους αρετή και τα γενικότερα προσόντα της καταιονιζόμενης γόησσας.
Το μεγάλο μαρτύριο ξεκίνησε μετά την έξοδο της ανατολίτικης ομορφιάς από τον καταβρεκτικό θάλαμο, όπου ζήτησε από τον αβγουλομάτη αξιωματικό να τής εγχειρίσει τη μεγάλη ψήκτρα σώματος. Το τρεμάμενο χέρι του αξιωματικού κινήθηκε αβέβαια προς ένα κύλινδρο με κρεμασμένα απορροφητικά υφάσματα ξήρανσης ή σκουπίσματος.
«Εεε… τον ψακτήρα σώματος… τον ψαγμένο κο… το ύφασμα για ψαύση… περίμενε να ψηλαφήσω μία ψω… επς…πς…»
«Όχι αυτήν, την άλλη», τού είπε η ανελέητη
γυνή. «Όχι αυτή με τα κίτρινα άνθη ελίχρυσου, αλλά αυτή με τα κόκκινα άνθη αμάρανθου».
«Τα κόκκινα… τα κόκκινα …το
κοκκώδες… ο κόκκυγας… κοκώνα… κοκοκο…», τραύλιζε ο αστυνομεύων τιτάν. Είναι
δυστυχώς πολύ δύσκολο για έναν άμαθο στα ερωτικά άνδρα να αντισταθεί σε μία
έμπειρη γυναίκα, μυημένη στην τέχνη της σαγήνευσης, όταν μάλιστα το έναυσμα της
κατάκτησης εκπορεύεται από ένα τόσο συμμετρικό και αρμονικό σώμα.
Η παλιά ιστορία με τον Μωυσή, που την έλεγαν οι τιτάνες για να κοροϊδέψουν τους χριστιανούς, ξανάρθε πολύ επίκαιρη στο νου του Υπερίωνα. Όταν κατέβηκε ο Μωυσής από το όρος Σινά με τις δύο πλάκες, όπου ήσαν χαραγμένες οι δέκα εντολές, είπε στο συγκεντρωμένο ποίμνιο: «Έχω καλά και κακά νέα. Τα καλά είναι ότι μετά από σκληρή διαπραγμάτευση κατόρθωσα να περιορίσω τις εντολές μόνο σε δέκα. Τα κακά νέα είναι ότι δεν δέχθηκε με τίποτε να διαγράψει το “ου μοιχεύσεις”!».
Η Φαιναρέτη τύλιξε το ύφασμα γύρω από το κορμί της και το έδεσε με κλασική γυναικεία επιδεξιότητα γύρω από τους γοφούς, ενώ οι σταγόνες ακόμη έρρεαν και γυάλιζαν στο στέρνο της και τα βυζιά της.
«Σάς προκαλεί αίσθηση η γυμνότητά μου, αστυνόμε; Μού φαίνεστε λίγο σφιχτός και τεταμένος». Ξαναρώτησε το ίδιο πράγμα βασανιστικά και διαβολικά, γνωρίζοντας τη δύναμή της. Είναι το ερώτημα που πάντα απευθύνουν οι έμπειρες γόησσες, γητεύτριες και αφέντρες στους σχετικά άπειρους άνδρες, όταν θέλουν να τούς εμπλέξουν σε ερωτική συνομιλία. Και αυτό συνήθως συνοδεύεται από έλεγχο δια τριψίματος των χεριών, όπου η δυνάστρια γυνή γνωματεύει: «δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια, κάτι χρειάζεται για να χαλαρώσεις». Τράβηξε τη μάζα των μαλλιών προς τα εμπρός και άρχισε να τα στεγνώνει.
Ο Υπερίων έψαξε βαθιά στο σεντούκι της κλασικής του παιδείας να βρει κάτι που να ταιριάζει με την περίσταση, ανακτώντας ταυτόχρονα κάπως την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά του. «Κυρία μου, η ωραιότητά σας είναι τέτοια που σχεδόν δίνει κύρος και καθιστά ορθές τις απαντήσεις σας. Νιώθω σαν δικαστής, όπου παρουσιάζεται μπροστά του και αποκαλύπτει τα στήθη της η Φρύνη. “Τι χρείαν έχομεν μαρτύρων”, θα έλεγε ο Υπερείδης, “πώς μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να κατηγορηθεί για ασέβεια, ίσα- ίσα είναι ασέβεια προς τον τεχνουργό και δημιουργό Θεό να το κατηγορούμε εμείς”!»
Μεσολάβησε πάλι εύγλωττη σιωπή, την οποία όμως αποφάσισε να σπάσει ο Υπερίων, παραδεχόμενος στην ουσία την υστέρησή του και εκλιπαρώντας έλεος από τον ανώτερο σεξουαλικό οργανισμό, που είχε ενώπιόν του.
«Σεβαστή δέσποινα, λυπηθείτε έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στο να πολεμά για λογαριασμό άλλων ή όλων. Γνωρίζετε πολύ καλά τη συντριπτική επιρροή που έχετε στο άλλο φύλο, οπότε, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να κρατήσω την αξιοπρέπεια του πολεμιστή. Δεν είναι ηθικό να χρησιμοποιείτε την εκπαίδευσή σας ως παλλακίδα για να κάμψετε το φρόνημα ενός γερόλυκου του Αστροστόλου».
«Βλέπω, έχετε κάνει τα μαθήματά σας για το σπίτι, περίλαμπρε. Έχετε διαβάσει τον φάκελό μου, ξέρετε το παρελθόν μου».
«Δεν χρειάζεται καν μελέτη αρχείων για να διαπιστώσει κάποιος την απόλυτη ειδικότητά σας στο να αναστατώνετε τους άνδρες. Εκείνο όμως που πρώτιστα με ενδιαφέρει και που θα έπρεπε να μού το είχατε μαρτυρήσει προληπτικά εσείς, προκειμένου να αποσείσετε τις υποψίες, είναι ότι η Αρήτη σάς είχε εκπαιδεύσει ως “επί χρήμασι εκδιδομένη γυνή”, διδάσκοντάς σας το αρχαιότερο επάγγελμα της ανθρωπότητας. Άλλαξε τα γενετικά χαρακτηριστικά σας, μετέβαλε το παρουσιαστικό σας, βελτίωσε τον μεταβολισμό σας, αύξησε κατακόρυφα τη νοημοσύνη σας. Πρόκειται για μία κυριολεκτική παρθενογένεση, όπου η Αρήτη έπαιξε το ρόλο της υπέρτατης μητέρας. Δεν θα έπρεπε μόνη σας να αναφερθείτε σ’ αυτή τη βασική παράμετρο, που τόσο πολύ σάς ενοχοποιεί;»
«Ελάτε τώρα, διανοητή των ορίων, αταίριαστε αστυνομικέ, όπως έχετε ήδη διαπιστώσει, τα τρία τέταρτα των ενοίκων του σταθμού είχαν κίνητρο να σκοτώσουν την Αρήτη. Δηλαδή τι θα έπρεπε, να βγουν όλοι αυτοί να απολογηθούν προληπτικά;»
«Σίγουρα η Αρήτη θα αιφνιδιάστηκε να σάς δει στο πλευρό του Διδυμίωνα. Θα νόμιζε ίσως, ότι αφού παραβίασε κάθε διάταξη σχετικά με τη βιοτεχνολογική ηθική, σάς τροποποίησε γενετικά και σάς πούλησε στον μεγαλύτερο πλειοδότη, δεν θα σάς ξανάβλεπε ποτέ, εσείς όμως εμφανιστήκατε και πάλι με εντελώς άλλη ιδιότητα για να τη στοιχειώσετε. Κι όχι ότι είχε καμιά ανάγκη να πειραματιστεί επάνω σας. Οι έρευνές της για τους τεράστιους οργανισμούς, που αντικαθιστούν σε απτό υλικό επίπεδο τις κάποτε καθαρά άυλες διαδρομές και οπτικοποιημένες αναπαραστάσεις του διαδικτύου, εξυπηρετούνταν καλύτερα μέσω τοποθέτησης ηλεκτροδίων στα μηνίγγια ποντικών παρά με το να παίζει με το δικό σας γενετικό κώδικα. Άσε που θα μπορούσε το πείραμα να πάει στραβά κι εσείς να μεταβληθείτε σε μία συρραφή ετερόκλητων κρεάτων. Για να μη μιλήσουμε για την ανηθικότητα των συμβολαίων που υπέγραφε με εκπροσώπους άνομων και πολιτειακά αποτυχημένων πλανητών, ότι θα χρησιμεύατε ως Λαϊς, ως Ασπασία, ως Θαϊς, ως Φρύνη, ως Ερπυλλίς για τα διοικητικά συμβούλια των πορνόγερων, γι’ αυτό άλλωστε σάς προίκισε με την ομορφιά της Ελένης της Τροίας. Και να σκεφτεί κανείς ότι εύκολα θα μπορούσε να απαλλαγεί από τα συμβόλαια αυτά, αφού είναι άκυρα σύμφωνα με το τιτανικό δίκαιο. Όμως η κακή της έξη και η διαστροφή της την έκανε να συνεχίζει τα ανεπίτρεπτα πειράματα και τις ανόσιες ασελγείς συμφωνίες. Ίσως όμως και η εκ των υστέρων επιτυχία της, καθώς και η πρόσληψή της για το τρέξιμο του προγράμματος της Νέας Αρκαδίας οφειλόταν ακριβώς στη φήμη που είχε αναπτύξει ότι ήταν έτοιμη για όλα και δεν ορρωδούσε προ ουδενός. Μια φήμη που την απέκτησε στην πλάτη τη δική σας, εκμεταλλευόμενη εσάς και τις αδελφές σας».
«Τι χειμαρρώδης λόγος από ένα καταρχήν ολιγομίλητο τιτάνα, που όμως τώρα λογορροεί και λογοδιαρρέει σαν να έχει καταπιεί γλιστρίδα! Μ’ αυτά όλα θέλετε να πείτε ότι είχα κίνητρο να την εκφοβίζω ή να την τρομοκρατώ. Δεν αρνούμαι ότι σε κάνα- δύο περιπτώσεις τής ζήτησα τον λόγο στο κεντρικό άτριο, αλλά αυτή απέστρεψε επιδεικτικά το πρόσωπό της και έφυγε τρέχοντας, τάχα αγανακτισμένη, αλλά το τι αισθανόταν μέσα της, η καρδούλα της το ήξερε. Στην αρχή ταραζόμουν όποτε την έβλεπα, όταν όμως κατάλαβα ότι αυτή συγκλονιζόταν περισσότερο από εμένα στα τυχαία μας συναπαντήματα, κατά ένα περίεργο τρόπο το ξίφος του μίσους ήρθη από την καρδιά μου», είπε η Φαιναρέτη φουσκώνοντας σθεναρά το στήθος της.
«Θα μού επιτρέψετε, προσοντούχα δεσποινίς, να επιμείνω λίγο περισσότερο στο κεφάλαιο για το πώς η Αρήτη σάς κατέστρεψε τη ζωή. Πρώτα απ’ όλα είναι εξαιρετικά ανήθικο ότι η αντίθεη εκείνη πού σάς εμφύσησε πνοή ζωής, ταυτόχρονα καθόρισε με τον πιο κυνικό τρόπο την εξέλιξη του βίου σας καταδικάζοντάς σας να είστε σεξουαλική σκλάβα. Το μέγιστο όμως έγκλημα εις βάρος σας είναι ότι με τους πειραματισμούς της σάς έκανε εξυπνότερη από αυτήν. Πόσο πικρό να βλέπετε τα γερόντια να αγκομαχούν επάνω σας, ενώ εσείς γνωρίζατε ότι είχατε όλα τα προσόντα για πολύ πιο νοηματικές και δημιουργικές ενασχολήσεις. Δεν δύναμαι καν να διανοηθώ αυτά που έχετε περάσει κοιτώντας τους εκάστοτε δύσμορφους, που είχαν το θράσος να διπλώνουν τα πόδια σας, την απέχθεια για τους αγύρτες που υποχρεωτικά ανεχόσασταν, για τη κακομεταχείριση, που έφθανε συνεπαγωγικά στο σημείο να μην μπορείτε πια να νοιώσετε οργασμό…»
«Παρά φύσιν αστυνόμε», είπε με σαρδόνιο χαμόγελο η όμορφη αλλά και πικρή Μύρ-ιαμ, συγγνώμη Φαιναρέτη. «Να ξεκινήσουμε καλύτερα από το τέλος για να μη μακρηγορούμε. Θέλετε να με κατηγορήσετε για το φόνο της Αρήτης, έτσι δεν είναι;»
«Σεις η φροντίστρια των γερόντων, σεις η επίδοξη κοινωνική λειτουργός, σεις που ως θεραπεύτρια δεν μπορεί παρά να ειδικεύεστε στη ψυχολογία, σεις που έχετε ένα τέτοιο διφορούμενο και αμφιλεγόμενο παρελθόν τεμνόμενο τόσο εμφατικά με εκείνο της Αρήτης, βάλτε το χέρι στην καρδιά και πείτε μου, αν υπάρχει πιο κατάλληλος υποψήφιος για το φόνο με πιο ισχυρό κίνητρο, ώστε να τον τοποθετήσω στην κορυφή του καταλόγου των υπόπτων!»
«Λοιπόν, ίσως η καλύτερη τακτική, “εις οιωνός άριστος” υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι απλά η διατύπωση της αλήθειας. Αν είχα συναντήσει την Αρήτη σε ένα σκοτεινό δρομάκι, σ’ ένα δρόμο παλιό και εγκαταλελειμμένο, με μόνη συντροφιά σκιές απροσδιόριστες, θα την είχα ξεσκίσει με τα νύχια μου χωρίς αμφιβολία μέχρι να εξαιματίσει. Με τη διορατικότητά σας, ευγενή υπασπιστή του Προμηθέα, καταλάβατε ότι η υψηλή νοημοσύνη, με την οποία η Αρήτη με εφοδίασε, ήταν η μέγιστη χαιρεκακία, για την ακρίβεια θέλξη, αγαλλίαση και ηδονή προερχόμενη από πρόκληση βασάνου. Παρά την κατανόησή σας όμως, ούτε εσείς μπορείτε να διανοηθείτε πόσο σιχαμένη και χυδαία ήταν η ζωή μου, στο βαθμό που είχα πλήρη συναίσθηση ότι το σώμα μου έκανε πράγματα, στα οποία ο νους μου δεν συμφωνούσε, ακόμη χειρότερα ότι δεν είχε σημασία αν διαφωνούσα κι ότι δεν υπήρχε διαφυγή για αυτές τις στρεβλές ακρότητες ή ακραίες στρεβλώσεις. Η άγνοια και όχι η αγνεία, η βλακεία κι ακόμη καλύτερα η ιδιωτεία ή η πλήρης νοητική καθυστέρηση θα ήταν ευλογία και φιλική χειρονομία υπό τις κρατούσες περιστάσεις. Τι ξένοιαστα που θα ήταν να ήμουν η χαζή ξανθιά των ανεκδότων αντί να με τιμωρήσουν με υψηλή νοημοσύνη και διάνοια. Μήπως προκύπτει από τους περίφημους φακέλους σας με ποιες μεθόδους σχολαστικής και οργανωτικής διαστροφής θρυμματίζεται και θραύεται η χαρούμενη ψυχοσύνθεση ενός νεαρού κοριτσιού, ώστε να μπορεί πλέον απερίσπαστο να εκπληρώσει τον γενετήσιο προορισμό του ή μάλλον το θεάρεστο επάγγελμα της εταίρας, εκπαιδευμένης σε πνευματώδεις, διεγερτικούς διαλόγους; Αρκεί να σού πω ότι με άφησαν αναλφάβητη, διανοητική μεν αλλά αμόρφωτη, αυτό κι αν είναι ιδιαζόντως ειδεχθής, εγκληματική και ενσυνείδητη κτηνωδία. Η πρώτη μου επαφή με τα γράμματα ήταν όταν απομνημόνευσα από στήθους τις οδηγίες χρήσης ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού και σύγκρινα τον ήχο και το νόημα της προφορικής απαγγελίας με τους γραπτούς χαρακτήρες! Ύστερα σιγά- σιγά τα έβαλα κάτω αναλύοντας σχήματα και συνδέσεις και κατάλαβα βαθμιαία τη σημασία και τη γοητεία των γραμμάτων, αγάπησα τις λέξεις, πώς αυτές χωρίζονταν και ενώνονταν! Κάποιους μήνες αργότερα μπορούσα ήδη να διαβάζω και να γράφω». Κοιτούσε πια το άπειρον σαν να το προκαλούσε με τους ίσιους επίτονους και τεταμένους ώμους της. Για κάθε δάκρυ που αυλάκωνε την παρειά της, μία τύψη κολλούσε σαν χαλκομανία ή τηγανισμένο λιωμένο μελάνωμα στις έλικες του ανακριτικού νου.
«Απ’ όλον αυτόν τον παιγνιώδη μα και αγωνιώδη, διφυή και δισυπόστατο γλοιό με έσωσε, όχι κάποιος από εσάς τους τιτάνες που καρπώνεστε και καπηλεύεστε το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορικής υλοποίησης και χρήσης της ηθικής, αλλά ο νομοταγής Ασιάτης Διδυμίων. Στην αρχή ήταν πελάτης, αλλά μετά εκτίμησε την αξία μου. Τού φαινόταν αναζωογονητικό ότι μία απλή εταίρα αντιλαμβανόταν τις επιστημονικές έννοιες και μάλιστα όχι ως αφηρημένες με κεφαλαία γράμματα, αλλά ως διαλεκτικές, μεσολαβημένες. Θα λέγαμε ότι με ερωτεύτηκε κατά κάποιο τρόπο, διανοητικό και πνευματικό. Κάποιες μέρες μετά τη γνωριμία μας ζήτησε από τους εργοδότες μου να με αποσπάσουν – μεταθέσουν σ’ αυτόν, στη δική του κηδεμονία. Το σύστημα, για να μιλήσω κι εγώ έτσι, αν και η πιο σωστή λέξη είναι καθεστώς, συμμορφώθηκε με την επιθυμία του, καθώς ο Διδυμίων ήταν ένα σοβαρό περιουσιακό στοιχείο, μέγα επενδυτικό αγαθό, ένα πλούσιο ορυχείο, ένα καλό αστέρι για τη σύγχρονη κοινωνία, κι έτσι με ανέλαβε υπό τη δική του φύλαξη».
«Δηλαδή πώς ακριβώς περιήλθατε στη φύλαξη του Διδυμίωνα;»
«Ένας από τους προαγωγούς μου ήταν από ένα αναπτυξιακό πλανήτη της Συνομοσπονδίας, όπου έκαναν μόνο βιολογικές καλλιέργειες. Ξέρετε, ήταν ένας από εκείνους τους ακραιφνείς οικολόγους, που δεν χρησιμοποιούν ούτε καν λίπασμα στα φυτά τους. Κι αυτό ακόμη που λέω είναι υποεκτίμηση, ωραιοποίηση και ευφημισμός ή σύνδρομο απλοποίησης ή «λιτότης», όπως θα λέγατε εσείς οι μορφωμένοι τιτάνες, με την έννοια ότι οι ακραίοι οικολόγοι του πλανήτη δεν χρησιμοποιούσαν κανένα τεχνικό μέσον, όχι απλά βιομηχανικό αλλά ούτε καν βιοτεχνικό, ούτε καν συνδετήρες, καρφίτσες ή κουβαρίστρες. Έπιναν κρασί από κύπελλα φτιαγμένα με κρανία εχθρών όπως ο Κρούμος, έτρωγαν κυνήγι σαλμί μαζί με ορτύκια και πιτσούνια για σαλάτα, έχεζαν σε πίτουρο ή σε λάσπη για να μην ξοδεύουν νερό. Κυνηγούσαν φασιανούς όπως οι βασιλιάδες της Γαλλίας κι έστελναν τους υποτακτικούς τους να μαζέψουν τους καρπούς της γης. Ασκούσαν δηλαδή τις πολύ παλιές τέχνες του ανθρώπου, ήσαν τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί και εν ανάγκη πτωματοφάγοι – σαπροφάγοι. Στη γενετήσια πράξη δεν χρησιμοποιούσαν καν προφυλακτικό, κατ’ επέκταση δε θεωρούσαν όλες τις σεξουαλικές διαστροφές ως «ομολογουμένως τη φύσει ζην». Οι άνθρωποι ήσαν άγριοι και πρωτόγονοι, το μόνο ψάρι που τούς άρεσε ήταν το ψαρονέφρι. Ο Διδυμίων ήταν πολύ υπέρ αυτού του προγράμματος και υπέρ αυτής της νοοτροπίας και υπ’ αυτές τις συνθήκες και περιστάσεις με γνώρισε. Άλλωστε και το όνομά του φαντάζεστε τι σημαίνει, έλκει την προέλευσή του από τους δίδυμους όρχεις, στην ουσία δεν δείχνει σεβασμό αλλά μάλλον περιφρόνηση προς την ελληνική κουλτούρα, την οποία κατά βάση ο Διδυμίων απεχθάνεται».
«Χμ, άρα στο σημείο αυτό δεν μιλάμε ακριβώς για το σύστημα, αλλά το περιθώριο που εκτρέφεται και λειτουργεί φαινομενικά στις παρυφές του συστήματος, αλλά ουσιαστικά μεταπηδά στο κέντρο του. Εδώ που τα λέμε, ο πυρήνας του συστήματος είναι ακριβώς η ολιγαρχία του πλούτου, της καλοπέρασης και της ανέξοδης δοκησισοφίας. Κι όπως είπατε, το σύστημα εκμεταλλεύεται ανθρώπους σαν τον Διδυμίωνα για να κάνει τη δουλειά του, ενώ και αντιστρόφως η ελίτ και η νομενκλατούρα, για να χρησιμοποιήσω μη ελληνικές εκφράσεις, τις οποίες οι Έλληνες δεν εγκρίνουν, ανέχονται το σύστημα, προκειμένου να τρυγούν τα οφέλη και τα ωφελήματα που αυτό προσφέρει. Αλλά για πείτε μου, ένας άνθρωπος ενεργητικός, άλκιμος και ισχυρομελής που πρόσεχε τόσο πολύ την υγεία του, πώς κατέληξε να γίνει νοσοκομειακή περίπτωση και να βρεθεί στο αναπηρικό καροτσάκι;»
Η Φαιναρέτη σιώπησε για αρκετή ώρα. «Ξέρετε … οι καταχρήσεις, κάποιες ουσίες … Άμα η ιδιοτροπία σου σε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα ναρκωτικά είναι φυσική ουσία, τότε πείθεις τη συνείδησή σου ότι δεν υπάρχει πρόβλημα στο να τα καταναλώνεις…»
«Κι από τότε λοιπόν, είστε στο πλευρό του Διδυμίωνα, αντιμετωπίζοντας πλέον κάποιον που αναγκάζεται να έχει ανθρώπινη συμπεριφορά. Αλλά και εκτός τούτου, τρέφω κάποιο σεβασμό στην απωανατολίτικη φιλοσοφία, έχουν κάποιες αρχές οι άνθρωποι αυτοί…»
«Μάλιστα, αδιάκριτε ανακριτά. Αργότερα βέβαια ο νέος μου εργοδότης μελέτησε τα δεδομένα μου, είδε ποια ήμουν, με αποδέχτηκε γι’ αυτό που ήμουν και είχε την ευγένεια να δηλώσει την κοχλάζουσα οργή του για το γεγονός ότι μία πολλά υποσχόμενη ζωή όπως η δική μου πήγε έτσι στράφι. Με τις συμβουλές, την εποπτεία και τις συζητήσεις του ο Διδυμίων με ξαναγέννησε εν πνεύματι, αυτό τού το οφείλω και είμαι ευγνώμων. Τον αγαπώ ανεπιφύλακτα…»
«Έκπαγλη καλλονή, περιττό να σάς πω ότι με όσα λέτε επιτείνετε κάπως την εντύπωση ότι είστε ένοχη…»
«Βαθιά νυχτωμένε ερευνητή, αν είμαι ένοχη για κάτι, είναι ότι δεν έχω φτάσει στο επίπεδο πνευματικής καθαρότητας, όπου εδώ και χρόνια προσπαθεί να με αναβιβάσει ο Διδυμίων. Ποτέ δεν θα γίνω αντάξια μαθήτριά του, διότι μισώ παθολογικά, όπως κείνοι οι εργαζόμενοι στην παράσταση του Ενδυμίωνα. Μισώ την Αρήτη Κυρηναϊκή σε τέτοιο βαθμό που μένω η ίδια ενεή και ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Αλλά αυτό ακριβώς είναι ο λόγος, για τον οποίο ποτέ δεν θα τη σκότωνα».
«Παρακαλώ να επεξεργαστείτε και να αναλύσετε περισσότερο αυτό το σημείο της κατάθεσής σας…»
«Ώ φαινομενικά ανήξερε, αλλά στην πραγματικότητα βαθιά καχύποπτε αστυνομεύων, γνωρίζετε πολύ καλά ότι η Αρήτη έπασχε από κίρρωση του ήπατος σε προχωρημένο στάδιο. Είχε μερικούς μήνες ακόμη να ζήσει και το μεγαλύτερο που θα μπορούσα να ελπίσω θα ήταν να βιώσει τους πόνους του σώματός της σε πλήρη έκταση και ένταση μέχρι να σαπίσει! Αυτό το ονομάζει “κάρμα” ο αγαπημένος μου Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι! Τι ωραία που θα ήταν να υπέφερε η Αρήτη μέχρι την τελευταία στιγμή και καλά θα πάθαινε γιατί ήταν ένα εγωιστικό, απάνθρωπο και σκατόψυχο τέρας. Επειδή θεωρούσε τον εαυτό της αγωνιστικό και θεληματικό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν άβουλη κρασοκανάτα και εθιστική πρεζάκιας, θα πολεμούσε δήθεν γενναία εναντίον των συμπτωμάτων της και κατ’ αποτέλεσμα θα τα παρέτεινε με τη βοήθεια των γιατρών. Αν μπορούσα ακόμη και σήμερα να σώσω το κεφάλι της Αρήτης από την ταπεινωτική πολτοποίηση, θα το έκανα, ώστε να νιώσει στο πετσί της την τιμωρία και την αμείλικτη κρίση του Θεού μέχρι το τέλος, να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι τον πάτο. Η Αρήτη δεν άξιζε ένα τόσο καθαρό θάνατο, όπως είναι η πολτοποίηση του κρανίου της κι όποιος έκανε αυτή την ανόσια πράξη μού στέρησε την εκδίκησή μου». Στα τελευταία αυτά λόγια άρχισε αυτό το θαυμάσιο πλάσμα να κλαίει με λυγμούς.
Τότε, ενεργώντας ο Υπερίων σαν αυτόματη πλαγγόνα κρεμασμένη και τηλεκατευθυνόμενη από σύρματα και ηνία, χωρίς καν και ο ίδιος να καταλάβει τι κάνει, την πήρε αυθόρμητα στην αγκαλιά του, ενώ αυτή έτρεμε και σπαρταρούσε στο άγγιγμα. Το δέρμα της ήταν λείο και μαλακό σαν μετάξι κι ανέδιδε ταυτόχρονα θερμότητα και υγρασία. Η θεά ανταποκρίθηκε, πίεσε το σώμα της πιο σφιχτά στην τιτανική αγκάλη και το ανοιχτό της στόμα αναζήτησε τυφλά το αντίστοιχο του Υπερίωνα. Και τότε φιλήθηκαν με οδυνηρή διεισδυτικότητα της μίας γλώσσας μέσα στην άλλη. Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα, αναγνώστη, όπως έχω πληροφορηθεί από έγκυρες πηγές!
Ακολουθεί σκηνικό ακατάλληλο για ανηλίκους, το οποίο όμως μπορούμε να σού μεταφέρουμε, αναγνώστη, έχοντας τη δυνατότητα να παραπέμψουμε στο προσωπικό ημερολόγιο του Υπερίωνα: «Κάθισε πάνω μου κυρίαρχη, διαφεντεύτρα και την έβλεπα από χαμηλά εκστασιασμένος και με τρόμο να ανασηκώνει με τα δύο χέρια τη λιονταρίσια χαίτη της, αδιαφιλονίκητη νικήτρια, θριαμβεύτρια, κατακτήτρια. Τα μαλλιά της ήταν πλούσιος θυσανωτός θόλος μεταξωτής κλωστής, περιστρεφόμενη παγωνιέρα από εκπωματισμένες σαμπάνιες που περιλούζουν αφρό και μέθη, πολυέλαιος αίθουσας χορού συμποσιαστών ορχούμενων στις φιγούρες του βαλς, περιέβαλλαν ολόλαμπρα το πρόσωπο σαν φωτοστέφανο αγλαΐζοντας το διάστημα ως μαύρος αστέρας ή άλως γύρω από Σελήνη μετά την ολική έκλειψη ή εξάτμιση κομήτη στην απώτατη στροφή του αφηλίου. Εβένινα, ακμαία, κυματιστά, ατίθασα θέριευαν στο φύσημα του ανέμου, έπαιρναν το χρώμα και την έκταση πυρκαγιάς στο ερέθισμα του ολόγιομου ρόδου της δύσης, αντάριαζαν σαν θάλασσα όταν θύμωνε ο καιρός και καταλάγιαζαν σε περίεργα όρθια σχήματα όταν ερχόταν η άπνοια, αντιδρώντας οργισμένα στη φτιαχτή ομοιομορφία που επιχειρούσε να επιβάλει η χτένα. Ένα σύνολο βοστρυχωτής βεντάλιας ή αναπεπταμένης ουράς παγωνιού, ανάγλυφο όπως τ΄ αλογοπάτια του πλακόστρωτου, περήφανο κι αδάμαστο στη θωριά μα απαλό και εύκαμπτο στο άγγιγμα με μια τέτοια άγρια φυσικότητα που καθιστούσε την πέραν λουσίματος περιποίηση περιττή και κάθε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο είδος κόμμωσης συντριπτική. Πράγματι μπροστά σ’ αυτό το ανεωγμένο ηλιοτρόπιο με τα μαύρα πέταλα ωχριούσαν και τα γατσιόμαλλα των μοντέρνων γυναικών που μετρούν την απελευθέρωσή τους με το βάρος της λίγδας τους και οι παραφουσκωμένες με ατμό χελιδονοφωλιές των κυριών της αριστοκρατίας που κάνουν τσούφ – τσουφ στο περπάτημα και οι ξεβαμμένες, ολόισιες ως τσίγκος, μαδημένες, τιθασευμένες πηρουνότριχες της κάθε αυτάρεσκης ναζιαρόγατας, με τη χαρακτηριστική καραφλίτσα στη μέση του αραιοκατοικημένου ‘‘φεγγοβόλου’’ από τη γύμνια κρανίου, λόγω του χημικού περάσματος με δέκα μπογιές και της καυστικής φλόγας του θερμού αεροπίστολου και του σεσουάρ.
Στεκόταν μπροστά μου με τα καμαρωτά αψιδωτά γαϊτανόφρυδα και τα πράσινα μάτια της, ίσως όχι ακριβώς πράσινα, γιατί στο κέντρο ξεπεταγόταν ένα λουλούδι φωτιάς σαν ανεμώνη ή τουλίπα που άνθιζε από τις παρυφές της “κόρης’’ και απλωνόταν αργά, διαστελλόταν αλάργα στις πεδιάδες της ίριδας κατακαίγοντας τα σωρευμένα μαγνάδια της χλωροφύλλης, τα σπαρτά των χλωρών βεραμάν δημητριακών με μια βραδείας καύσεως και γι’ αυτό όχι πυρρόξανθη αλλά μελιά φλόγα, ένα ιδιότυπο πέρασμα από διαβαθμισμένους αλλεπάλληλους τόνους του μενεξεδιού σαν ανάκλαση από παιχνίδισμα εδρών τοπαζιού. Ήταν σαν να εκρήγνυνταν δύο γαλαξίες και να εξαπόστελναν στο διάστημα διαδοχικές έγχρωμες στοιβάδες ή κυματοειδείς δακτύλιους του Πολυκράτη, που ο ένας περικλείεται μες στον άλλον. Δύο κύκλοι με ισάριθμους τροχίσκους από λάβα σαν συστρεφόμενες εριούχες τολύπες.
Πιο κάτω, μέσα από τα υγρά μακριά τσίνουρα σαν σπάθες Τάταρου νοτισμένες από τον ατμό δακρύων αγγελιοφόρου του τσάρου ξεκινούσε την αναρρίχηση ως οροσειρά Ιμαλαΐων με την αντανάκλαση του φωτός στη νεφοστεφανωμένη κορφή – στέγη του κόσμου μια μύτη αιλουροειδούς που ζάρωνε στο χασμούρημα , αδρή, καλοβαλμένη, χαριτωμένα ανασηκωμένη, δομημένη επί λαμπρού αρχαϊκού κίονα, λαξευμένη με λεπτομέρεια, ώστε να ‘ναι ολότελα κυλινδρική, καλυμμένη από παχύ λείο αψεγάδιαστο αστραφτερό δέρμα ερχόμενο σε έντονη αντίθεση με το μουσκεμένο ψηλαφητό σκοτάδι των συμμετρικών, μικροσκοπικών δίδυμων Δικταίων Άντρων, όπου κατάληγε η όλη αρχιτεκτονική. Από κομψά ρουθούνια, περιβλημένα με πλούσια, “βαριά’’ σαν πανωφόρι επένδυση επιδερμίδας και δροσερά από την αχλύ των υδρατμών έβγαινε νωχελικά η αναπνοή, δείγμα ήρεμης καρδιάς, κι έγλειφε με άργητα και ηδονή το υπέροχο στόμα των μαργαριταρένιων ομοιόμορφων δοντιών, παρατεταγμένων όπως οι θωρακοφόροι του Ναπολέοντα. Το πανωχείλι σε σχήμα καλλιγραφικής περισπωμένης, κάπως προτεταμένο, συγκρατημένο από δύο έντονες κάθετες γραμμές εκπορευόμενες από τις ρινικές εισόδους αντιπροσώπευε μια ελαφριά διακριτική πρόκληση. Τα σάρκινα εμβαπτισμένα σε φοινικική πορφύρα χείλη που απορροφούσαν και αφομοίωναν με βουλιμία το μπορντό κραγιόν, όντας όχι αδέξια βαμμένη και επιπόλαια επαλειμμένη επιφάνεια, περασμένη μ΄ ένα μόνο χέρι ξερών, άνυδρων και ξεφτισμένων χρωμάτων, αλλά μία ποτισμένη από κρυστάλλινες σταγόνες πάχνης, γόνιμη μαλακιά δίφυλλη πτυχή, τραβιούνταν ελάχιστα με ηδυπάθεια στη σύσπαση του χαμόγελου και το μόνιμα διαπεραστικό βλέμμα αποκτούσε ένα τόνο παιχνιδιάρικο, έτσι καθώς στένευε από το ανέβασμα του βλέφαρου, υπογραμμισμένο από μια – δυο ανεπαίσθητες διακοσμητικές ζάρες, χτυπητές εξαιρέσεις στο άμεμπτο πρόσωπο, που έδιναν όμως στην πάντα υποσχόμενη, μαγνητική, ίσως σκανδαλιστική, ξέγνοιαστη και μαριόλικη νεανική ματιά της περιπέτειας μια περίεργη χροιά ωριμότητας, σφυρηλατημένης από βάσανα, κερδισμένης μέσα από φθοροποιές συνθήκες, σαν σύμβολο ότι οι χαρές της νιότης και του έρωτα θέλγουν, τρελαίνουν και φτερνοκοπούν τα σώματα σε γλυκιά αυταπάτη μα δεν διαρκούν. Το κοίταγμα σε καλούσε σε μια προσωρινή ηδονή αλλά εκείνη η ρυτίδα ως ίχνος ακίδας εκκρεμούς συρόμενης σε ψιλή άμμο ήταν τελικά η εγγύηση που εξανέμιζε κάθε φόβο ή δισταγμό, η βεβαίωση πως μπορούσες να παραδοθείς ανενδοίαστα στον ίλιγγο της γενετήσιας παραζάλης, χωρίς κίνδυνο καταβρόχθισης από κάποια σαρκοφάγα Σειρήνα, εκστασιασμένη κορυβαντιούσα Μαινάδα ή προσευχόμενη μάντιδα υπό αγγλική έννοια ( αλογάκι της Παναγίας που τρέφεται από τον αναβάτη του ). Πίσω από τη διονυσιακή σαγήνη της έλξης του είδους που σε ζωγρούσε σαν συλληπτικός ιστός αράχνης και σε παρέσυρε ως μαγικός αυλός στο θαματουργό θαλάμι του θηλυκού, του από καταβολής κόσμου αδιαφιλονίκητου αφεντικού των ζητημάτων της καρδιάς υπήρχε η θέρμη της ανθρωπιάς, η σιγουριά της φιλίας, η εξασφάλιση ότι δεν είσαι μόνο απαραίτητος συνεργός στο χωρίς κανόνες παιχνίδι των αισθήσεων αλλά ο δέκτης μιας απρόβλεπτης λιπαντικής τρυφερής στοργής, ο σύντροφος στην ευτυχία, ο άλλος πόλος μιας ολότελα μοναδικής, αποκλειστικής, αναζωογονητικής επικοινωνίας. Πίσω λοιπόν από τη λίχνη ωμότητα της ματιάς η καθησυχαστική θωπεία της ζάρας. Και γύρω από τη μετόπη των οφθαλμών και το τρίγλυφο του στόματος απλωνόταν η πανοραμική πλησιφαής ζωοφόρος του προσώπου, που μονάχα στο δρόμο προς το θεληματικό αδρό δίχηλο τόξο του πηγουνιού, ως ακρογωνιαίο λιθάρι με ομφαλική τομή και εγκάρσια υποδοχή, άμβλυνε κάπως τις γωνίες της και καμπύλωνε με χάρη.
Όψη ήταν αυτή ή μορφή σμιλεμένη σε κιονόκρανο, τρανό δείγμα τριών τεχνοτροπιών; Είχε κάτι το δωρικό, ίσως την αυστηρότητα της περηφάνιας, αλλά και ένα ευδιάκριτο ιωνικό τόνο, ίσως την καλλιτεχνική κατανομή των χαρακτηριστικών, όταν όμως άνθιζε το χαμόγελο, έλεγες πως τόση ώρα ήσουν στραβός να μη βλέπεις πάνω στα σφιχτά ροδακινάτα πρησμένα από αίμα και υγεία φουσκομάγουλα, που πυρακτώνονταν στη ζέστη και σεμνύνονταν στο κρύο, την “ κορινθιακή ” απεικόνιση της ευμάρειας και της γλυκύτητας της ζωής.
Κι όπως κάθε κιονόκρανο στηρίζεται στο στυλοβάτη κιονοστάτη του, έτσι κάτω από την ευγενική τούτη ειδή με τη φαεινή πνευματική αύρα εκτεινόταν ένας λαιμός περιστεριού λευκός και αλαβάστρινος με αφετηρία ένα εύκαμπτο νωχελικό άτλαντα ως περιαυχένιο ευσυνείδητου χορευτή που συγκρατούσε με άνεση το κρανίο σε στάση πάντα κατακόρυφη και το περίστρεφε αργά μα σταθερά, ως περισκόπιο ανιχνευτικού υποβρυχίου, όχι βεβιασμένα, όχι σπασμωδικά ή απότομα αλλά τεμπέλικα, νωθρά με τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση της προσωπικής χάρης που νυσταλομαργώνει στους βραδύτατους ρυθμούς της απανταχού αργοσάλευτης Αρμονίας. Τί θέλω να πώ; Πως κάτεχε τούτη η γυναίκα με το φιλόκαλο διάκοσμο, που σκιαγραφούσε τις κοιλότητες του ευσταλούς παραστήματός της, ένα κομμάτι της ιδανικής ευταξίας του Σύμπαντος. Ίσως επειδή η συμμετρία της φύσης είναι αιώνια και η ελικοειδής συστροφή της σιγά – σιγά ανελικτή, γι αυτό και η χάρη της Φαιναρέτης εκφραζόταν με μακρόσυρτες παύλες σε αλληλουχία σημάτων μορς, με εκπομπές και παύσεις ευρείας ταλάντωσης και περιοδικής κυματανάπαλσης. Όπως η ευρυθμία του κόσμου κυλά και διαμορφώνεται αργά, έτσι και η αβρότητα της Φιανρέτης εκδηλωνόταν σ΄ όλους με τη μαγεία της επιβραδυμένης κινηματογραφικής λήψεως.
Κι ύστερα, πιο χαμηλά από τη ζηλευτή κολόνα του λαιμού άρχιζε το σώμα της, μια ατέλειωτη πεδιάδα λείας, αισθαντικής, αρωματικής, κρουστής, ζυμωμένης με γάλα και μέλι επιδερμίδας. Ένας κορμός ρυμοτομημένος με πολύ συγκεκριμένες θετικές ευθείες γεωμέτρη, κάπως τετραγωνικός κι αυτός (εντελέχεια του σχήματος τετραγώνου ήταν αυτή η γυναίκα), συμπαγής, ευθυτενής είτε σε καθιστή είτε σε όρθια στάση, πάντα λεβέντικος, μεγαλόπρεπος, στητός σαν πύργος, όπως ταιριάζει στον άνθρωπο, που καθώς μαρτυρεί η ονομασία του είναι φτιαγμένος και προορισμένος να αναθρώσκει με αγέρωχο σήκωμα του κεφαλιού και καμαρωτό τέντωμα των σπονδύλων. Επάνω, το στήθος όχι πολύ μεγάλο, μονάχα όσο χρειαζόταν για να τονίζει διακριτικά και να ποικίλλει το άπλωμα της κάθε γουστόζικης μπλούζας, να αναπληροί τη μονοτονία, την απλασία του ρούχου με την απαλή καμπυλότητα, τη καλλιτεχνική γλυφή του στέρνου. Αλλ΄ αν τα βυζιά της δεν είχαν τόσο έντονη και εμφανή κυρτότητα ώστε να προσφέρουν στον έκθαμβο παρατηρητή θέα ολογραφικού διαμετρήματος, διαστέλλονταν όμως αχόρταγα στη διάσταση του πλάτους. Σχημάτιζαν δύο πεπλατυσμένα, υποστρόγγυλα, συνεκτικά προσκέφαλα, παραγεμισμένα με παχύ πτίλωμα πάπιας ή μπόλικο λίπος φασιανού, όπου ο καθένας θα έδινε δέκα χρόνια ζωής για να εναποθέσει και να χώσει στριμωχτά τη κεφαλή του, βουλιάζοντας αμέριμνα στην αναπαυτική υποχωρητικότητα του αφρώδους φυσικού σοφά και την ευλογημένη από την Αγία Γραφή τρυφερότητα του στρουθίου.
Στη μέση ένας στενός διάδρομος για να χωρίζει τις δύο σάρκινες συμπληγάδες πέτρες, τα δύο άταχτα πιτσουνάκια της ευτυχίας, και πάνω στις χαμηλοβλεπούσες θηλές, τις μυστηριώδεις ανείδωτες ρόγες, η αισθησιακή καλύπτρα του μαύρου στηθόδεσμου, συγκρατούμενη όχι από τους ώμους, αλλά μονάχα από τα πλάγια, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι ίσα που κρατιέται, ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, θα τραβηχτεί ως βελούδινη αυλαία θεάτρου ή πέπλο αστροκέντητο ταχυδακτυλουργού, αποκαλύπτοντας στον άναυδο θεατή το όγδοο θαύμα του κόσμου, τον μαρμάρινο μπούστο της ίδιας της Αφροδίτης, τα ζεστά από το σουτιέν, αχνιστά από την υπό πίεση κυκλοφορία του αίματος, γυαλιστερά από τον εκκρινόμενο ιδρώτα, λαχταριστά σαν αδάγκωτα δαμάσκηνα, πυκνοκλωσμένα – κρουστά στη ψαύση, οιηματικά κι εξογκωμένα ως εκτοξευόμενα οβούζια κανονιού ή ερεθισμένα κνησμώδη οιδήματα ή φουσκωμένοι ασκοί φυσερού, πλυμμυρικά στην εισπνοή, αμπωτικά στην εκπνοή φεγγάρια της Μαρίας, τα μετερίζια του έρωτα, τα αδιαπέραστα οδοφράγματα του Ανζολρά και του Γκαβρός. Και πιο κάτω, κάπου κοντά στον ομφαλό μια μελανή κηλίδα σαν καρδούλα ή σαν ώριμο αχλάδι (που να θυμάμαι μετά από τόσον καιρό) που σου ‘ρχόταν να γλείψεις λιχούδικα ή καλύτερα να την καταπιείς αμάσητη, ώστε να μην ξαναπεινάσεις ποτέ. Μια σκούρα ανήλιαγη νησίδα στον ωκεανό του έκπαγλου λευκού δέρματος, του καταλαγιασμένου σε ευδία και νηνεμία, ίσα – ίσα για να σκανδαλίζει το μάτι, ως να μην έφταναν όλα τ΄ άλλα, ως λικνιζόμενη σημαδούρα ή κοίλος φακός που προσελκύει και συγκεντρώνει τα βλέμματα ή μαύρη τρύπα του διαστήματος, που έλκει τα πάντα στην αχόρταγη χοάνη της.
Κι ύστερα τα μπράτσα που καταπλάκωναν μαζί με το κορμό αποπνιχτικά και στενάχωρα τις θυσανωτές, ευωδιασμένες από τον ύπνο τρίχες της μασχάλης, ώστε ν΄ ακούγεται έντονο θρόισμα διαμαρτυρίας, βραχίονες ολότελα γυναικείοι με τους μύες σκεπασμένους από ένα παχύ στρώμα υποδόριου, γαλακτερού ιστού, επιρρεπούς στο ζούληγμα τις καλοκαιρινές νύχτες, αναπαυτικού για τον ανδρικό ηδονοβλεπτικό πορνοφθαλμό, ός τα πάνθ΄ ορά, που έβγαινε από τη κόγχη του αναστατωμένος, αλλ΄ έπειτα ξεπέζευε και κουκούβιζε εκειδά ναρκωμένος, ευαίσθητου και απαλού στην επαφή του με τα διψασμένα για τρυφεράδα χείλη του τυχόν θαυμαστή. Ο πήχης, αντίθετα με την τροφαντή ωλένη ήταν γερός, σχηματοποιημένος, όλο δύναμη. Όποτε σφιγγόταν η γροθιά, ο νευρώνας κάτω απ΄ τον αγκώνα φούσκωνε, θαρρείς και εμφυσούνταν οι μύες από οργή. Έτσι λοιπόν το άμωμο και άσπιλο ψαχνό του κοτόπουλου και την αφράτη από περίσσιο ζυμάρι και διογκωμένη από το φούρνο ψίχα της φραντζόλας διαδεχόταν ένα ορατό νευροσυμπίλημα με φλεβικούς χόνδρους και κόμπους βαστάζου – εργάτη εκεί που κατάληγε ο μοχλός του συλληπτήριου οργάνου. Από τον ώμο ως τον καρπό το χέρι ήταν ένας συνδυασμός Ναρκίσσου και Σαλμακίδας, μια ευρηματική σύνθεση του ωραίου και του δυνατού, μία συνύπαρξη από τη μια μεριά της αναγεννησιακής απαλόχρωμης κι αχνόθωρης ομορφιάς και από την άλλη του χειμαρρώδους νεανικού σφρίγους.
Πέρα απ΄ το καρπό απλωνόταν η παλάμη των ονείρων με τη πιο χορταστική αφή που γνώρισα ποτέ. Όταν εγκλώβιζες το άκρο σου εκεί μέσα, αισθανόσουν πως το ασφάλιζες σ΄ ένα βαρύ προστατευτικό πάπλωμα, σ΄ ένα χοντρό δερμάτινο χειμωνιάτικο γάντι, όπου τη θέση της κατεργασμένης άψυχης ποπελίνας είχε η εξημμένη από την παγωνιά και την κνίδωση της απογευματινής ψύχρας επιδερμίδα, που παρά το κρύο της άγγιγμα μετέδιδε μυστηριωδώς στο εναγκαλιζόμενο χέρι μια ανακουφιστική ζεστασιά, μια γλυκιά χαδιάρικη θέρμη, μια θαλπωρή ειδυλλιακή και απόκοσμη σαν να βρισκόσουν στην απανεμιά του Παραδείσου ή στη λάβρα του τζακιού. Στη συνέχεια του επιμελημένα επενδυμένου μετακάρπιου και πέρα απ΄ τους ευδιάκριτους καλοφτιαγμένους κονδύλους ήσαν εγκατεστημένα με αβρότητα τα πέντε ευτραφή δάκτυλα, ολότελα συμμετρικά μεταξύ τους στο πάχος σαν ελαφρώς αμβλυμένα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα.
Για το όρος της Αφροδίτης και το λεμονόδασος των υγρών ονείρων με τη ρουφήχτρα του Μέλστρεμ, όπου περιδινείται και εξαφανίζεται το Σύμπαν, δεν θα μιλήσω, γιατί είχαν παραλύσει τα μόρια μου από ηλεκτροσόκ κεραυνού ισχύος μεγατόνων και αγνοούσα τί διαδικασία διαδραματιζόταν στο μηχανοστάσιο της ζωής, αδυνατούσα να μετρήσω με ακρίβεια τους σφυγμούς της αυτόματης κι αθόρυβης παλινδρόμησης, ούτε μπορούσα ν΄ ακούσω το αγωνιώδες αγκομαχητό του γρασωμένου εμβόλου, καθώς πνιγόταν μες στ΄ αναβλύζοντα και εξιδρούμενα από κρουνούς και στρόφιγγες λιπαντικά έλαια πετρελαιοφόρας δεξαμενής, την ιερή τούτη ώρα που ο περιστρεφόμενος κοχλίας εμβάθυνε τη δράση του στο ξύλο της γνώσεως καλού και κακού.
Μετά τα καλλίπυγα, αδρομερή, στεατογλουτιαία, πλησιφαή, ολόγιομα κι ορθοκάπουλα, στρόγγυλα και γενναιόδωρα κρεατωμένα με μπόλικη μάζα πλαστελίνης οπίσθια , είχαν θέση οι λιπώδεις εύσχημοι μηροί που σε σχέση με το κορμό δεν στερούνταν ραφαηλικής φωτεινότητας, πλούσιας μα και στιλπνότατης σάρκινης επικάλυψης και διέγραφαν μια τροχιά ακαταμάχητης καμπυλότητας που θα μπορούσε να τρελάνει και ευνούχο.
Έπειτα στη συνέχεια ενός στέρεου, γερά δομημένου γόνατου απλωνόταν η χορδή της κνήμης και της περόνης και φυσικά το τόξο της γάμπας που απομυζούσε και εξέπεμπε εκλάμψεις κι ερυθήματα, σήματα κι ερτζιανά κύματα ηφαιστειώδους, εφηβικού ή εκκαψυλιωμένου γεροντικού πάθους κάθε φορά που λικνιζόταν με ελαφριά παρέκκλιση στο περπάτημα, ιδίως στο πάτημα του τακουνιού.
Καθώς το πόδι τεντωνόταν προς τα κάτω στένευε ολοένα τη περίμετρό του ως ευβοϊκή θάλασσα που πιέζεται ανελέητα από βίαιη και άσπλαχνη κοίτη του Μπρεχτ να στριμωχτεί και να χωρέσει στο πορθμό του Ευρίπου, σαν να αποτελούνταν από αλλεπάλληλους πολύχρωμους κύκλους σε φασματική ανάλυση κομπιούτερ, όπου ο κατώτερος είχε προοδευτικά μικρότερη περιφέρεια έναντι του ανώτερου μέχρι να επιτευχθεί η απαραίτητη στενότητα, ώστε να γίνει η σύνδεση με την άρθρωση του ταρσού. Μα τούτο το γλυκό αντάμωμα δεν σχημάτιζε την κλασσική γωνία, όπως στις περισσότερες πατούσες, αλλά αντίθετα το μετατάρσιο ερχόταν σαν απόλυτη συνέχεια ή προέκταση της κνήμης. Είναι κάτι αδύνατο να περιγραφεί τούτη η ομαλότατη μετάβαση από τον απότομο μονοκόμματο κατήφορο του καλαμιού στη λοξοδρομική, κεκλιμένη , ολότελα βατή πλαγιά του βαδίζοντος άκρου, όπου αν ήσουν μικροσκοπικός ευχαρίστως θα ‘κανες τσουλήθρα, εκεί πάνω στο κατωφερές τάρσωμα των κοκάλων, ξεκινώντας από τον καλλίγραμμο, περίτεχνο φινετσάτο αστράγαλο για να καταλήξεις στα περιτυλιγμένα με άφθονη ζύμη αφροδάκτυλα.
Μα εκτός από το ήπιο ροβόλημα του μετατάρσιου εξίσου χάρη ακτινοβολούσε και η αυστηρά ορθοπεδική καμάρα μεταξύ της εύθραυστης σαν του Αχιλλέα φτέρνας και του αλαφροπάτητου πέλματος που θύμιζε φτεροπόδαρο Ερμή ή αθλητή στην εκκίνηση εκατό μέτρων.
Όμως το μυστικό της όπλο, η ακαταμάχητη σαγήνη ήταν αναμφίβολα τα δάκτυλα, ο τερματισμός της κατάβασης του λιλιπούτειου σκιέρ, που σήμαιναν την πανηγυρική επαναφορά στον κόσμο του τετραγώνου ύστερα από την πρόσκαιρη επικράτηση της καμπύλης. Ο τέλειος γεωμετρικός σχεδιασμός τους εκφραζόταν με την ακριβέστατη και αναλογικότατη μείωση του μεγέθους τους από το μεγαλύτερο στο μικρότερο, ως να επρόκειτο για διαδοχή αριθμητικής προόδου ή για κατάταξη μαθηματικών στοιχείων . Χωρίς νάναι ίσα μεταξύ τους αλλ΄ αντίθετα ακολουθώντας μια φθίνουσα κλίμακα στη διαμόρφωση των διαστάσεών τους είχαν ωστόσο μια εμφανή συμμετρία, μια πιστότατη ομοιότητα ανάμεσά τους. Σαν να βρισκόσουν μπροστά σε βιτρίνα ζαχαροπλαστείου, όπου εκτίθεται το ίδιο γλύκισμα σε πολλά μεγέθη και πράγματι τούτα τα μπουρεκωτά δάκτυλα φάνταζαν από μακριά σαν πασχαλινά κουλουράκια ή ζαχαρωτά ονομαστικής γιορτής και σου ‘ρχόταν να τα καταβροχθίσεις. Πάνω τους σαν κερασάκια σε δαψιλή πλουσιοπάροχη κρέμα σαντιγί ή ρουμπίνια σε θήκες μενταγιόν αναπαύονταν τα αντίστοιχα νύχια, όντας όλα αβρότερα του Αλκιβιάδη, σκληρά σαν λεπτές φέτες από πολύτιμο λίθο, αστραφτερά καθώς κατόπτριζαν το φως με την αναλαμπή χρυσής κορώνας, κρυμμένα μ΄ επιμέλεια γάτας ώστε να μην πληγώνουν αλλά και αφημένα με γήτεμα ώστε να ερεθίζουν, κόκκινα – κόκκινα σαν διαφάνεια ήσυχης λίμνης την ώρα του δειλινού, ποθητά στην αφή όσο η ψύχρα του μαρμάρου και λυτρωτικά στη γεύση όσο η κεντριστική κατάποση πινακίου φακής από ταξιδιώτες της ερήμου.
Ο έρωτας είναι σαν φωνή δελφινιού. Μια φαινομενικά απλή μα πολυσήμαντη, κωδικοποιημένη, ηχοβολιστική βυθοσονική κραυγή, το απατηλό λευκό του Νευτώνειου δίσκου που συγχωνεύει και υποκρύπτει ιριδικό φάσμα αποχρώσεων. Κι είναι η μετατόπιση των υδάτων τόσο ισχυρή, ώστε διατρυπά τις μύρτους των τυμπάνων και καταρρακώνει το αμυδρό βεληνεκές της σφύρας και του άκμονα κι από εκδήλωση ασυγκράτητη γίνεται μεταφυσικό μυστικό του υπερπέραν, διάχυτο στην ατμόσφαιρα διαστημικό παραμύθι του υπερχώρου, ως οπτασία Ιπτάμενου Ολλανδού και νανούρισμα συριστικών ψιθύρων για τις φώκιες, για να διακηρυχθεί έτσι μέχρι το πέρας των οριζόντων, καθώς εκρήγνυται η υπερηχητική σιωπή και κλιμακώνεται στο διαπασών η διαπεραστική συχνότητα των ντεσιμπέλ της ευτυχίας. Είναι το λευκό τόσο λιτό κι απέριττο στο ανεπιτήδευτο φόρεμα της παρθένου, όπως οι σεμνές εσθήτες των Ιωνίδων γυναικών και οι λινοί χιτώνες των παίδων εν καμίνω , αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αναλυθεί σε λαβυρινθώδη φροϋδικά συμπλέγματα με χρώματα ρευστής λάβας ηφαιστείου και ψεκάδων παλιρροϊκού κύματος και ακανθώδους χλωροφύλλης της ζήλιας και αυτόφωτου χρυσαφιού της ηλιακής άλω ή σκηνικά ντουμανιασμένου μαλαματοκαπνισμένου καμπαρέ ή ίσως σοδομιστικού καλαφατιστικού σαραγιού της Ανατολής μες τα άδυτα του νοτισμένου από τις φαντασιώσεις της νύχτας κοριτσίστικου εγκέφαλου.
Είναι το λευκό τόσο ταπεινό και καταφρονεμένο, επαίσχυντο και πεζό, όταν περιβρέχει με κολλώδη έκκριση τα δάκτυλα του ιδρωμένου έφηβου σχηματίζοντας μεμβρανώδες χέρι πάπιας ή νυχτερίδας, εκεί που οι μύες συσπώνται και το σάλιο δεν ελέγχεται πια απ΄ τα χείλη, μα την ίδια ώρα λάμπει ο νους απ΄ την εικόνα του καλοκαιριού με τη τρικυμία να μεριάζει το βράχο και να υποσκάπτει το σπήλαιο, με το αντηλιακό που χύνεται απρόσεκτα – άτακτα στη σάρκα και το φιαλίδιο που πέφτει ανάσκελα στην άμμο, ενώ ο ήλιος μαρμαρώνεται ως αντανάκλαση πάνω στα κρόσσια του αποσυρόμενου αφρού. Η σκέψη δύει σε νυσταλέο ηλιοβασίλεμα και καίγονται μονομιάς οι ασφάλειες των κυκλωμάτων της συνείδησης, όταν το ένστικτο βοά, εκκενώνοντας το περίνεο. Είναι τόσο απλός ο έρωτας σαν σμίγουν οι βόστρυχοι του εφηβαίου με τους οργισμένους θύσανους του εφήβου, ο πίθος των Δαναΐδων, που στο βάθος του φέγγει η μετά θάνατον ζωή με το ντολμέχ και το μενίρ της γήινης έκστασης και αιωνιότητας, με το βασιλικό που ραντίζει και το θυμιατό που ναρκώνει την κατακόμβη των αισθήσεων, την ασφαλέστατη κιβωτό του γένους.
Είναι όμως συνάμα σύνθετος και πολύπτυχος καθώς βιάζεται να λιπάνει τις σκληθρωτικές εξοχές της πραγματικότητας, για να μη ματώνει ο ερωτευμένος στο άκουσμα διαδόσεων, βεβαρημένων απ΄ τη συμβατικότητα της κοινωνίας κι εξογκωμένων από ανικανοποίητες γεροντοκορίστικες ψυχοσυνθέσεις, αντιπαραθέτοντας στα επιβαρυντικά στοιχεία την αφηρημένη αγάπη και στις ενοχοποιητικές ενδείξεις την ακλόνητη πίστη. Είναι ανεξήγητος και ανεξιχνίαστος καθώς επικαλύπτει την αλήθεια με τη λήθη, ανθολογώντας το παρελθόν και προβάλλοντας τη γλυκιά γεύση της ανάμνησης σαν ολονέν ανανεούμενο τώρα, καταργώντας στο εξής το χρόνο, σαν να ζει κανείς στον πλανήτη Δία, όπου οι εποχές δεν αλλάζουν, ή στον Όλυμπο, όπου οι θεοί δεν γερνούν. Είναι πέρα από κάθε γνώση ή αφελή επιδίωξη του καλώς επίστασθαι, αφού αρκείται στη στιγμιαία ανάπαυση του κεφαλιού πάνω στην ανάστροφη παλάμη για να αποικοδομήσει το χώρο και να αντικαταστήσει την εικόνα του δρόμου, όπου λιάζονται οι πλανόδιοι πωλητές, με τις διαφάνειες τόπου αλλοτινού, όπου χάσκουν οι επικρεμάμενοι βράχοι των πριαπικών ορμών και σκόρπια κείνται τα μαγικά φετίχ της παγανιστικής λατρείας, τοποθετώντας στην αφετηρία του λεωφορείου για το βασίλειο της ερωμένης την αρχή της πραγματικής ζωής. Ο ανίκητος στη μάχη γιος της Αφροδίτης, ο τοξοφόρος Ερωτιδέας που εννυχεύει μυστικά στις μαλακές παρειές νεάνιδας για να εξαπολύσει βέλη φαρμακωμένης φαρέτρας διαπαιδαγωγεί το μάτι, λαγαρίζοντας τα περιγράμματα με αιώρημα σταγόνων κολλυρίου και εξαλείφοντας τις ρυτίδες με επίστρωση μυρωμένης πομάδας, αναπληρώνει την παρουσία, οξύνοντας και ευαισθητοποιώντας διορατικές νυκταλωπικές ικανότητες ξεχασμένης παραψυχολογίας, κορφολογεί και σταχυολογεί τα συμβάντα, συλλαμβάνοντας την αιθεριακή ηχώ της ουσίας, σπάει το φράγμα των αισθητηρίων και διοχετεύει στο περιβάλλον την εσωτερική αντίληψη των πραγμάτων. Παρουσιάζει την επιθυμία σαν μόνο γεγονός αξιοπρόσεκτο και τότε πια ο νους παύει να καταναλώνει την καύσιμο ύλη των εμπειριών και αυτοτροφοδοτείται από τις ίδιες τις παραστάσεις του. Αλλά αυτή η αποπομπή του εισπορευόμενου ερεθίσματος και η διαρροή προσωπικού αποστάγματος, τούτη η εκχωματιστική διάβρωση του αυστηρά ιδιωτικού γόνιμου χούμου, που αναποδογυρίζει σαν κάλτσα το μύχιο εαυτό και τον παραδίδει στον έξω κόσμο, προκαλεί μοιραία την ομοιόσταση. Την αλλαγή στον τρόπο κατανόησης των αντικειμένων ακολουθεί η μεταβολή των υποκειμένων. Ο ιδιαίτερος ψυχισμός μαζί με τις εντυπώσεις του γίνεται ψωμί και τον τρώει ο εραστής, ρουζ για τα μάγουλα που μ΄ αυτό διασκεδάζει την ωχρότητα του προσώπου η ερωμένη Κυρία με τας Καμελίας. Κι αντί για το εκ γενετής εμφυτευμένο εγώ εισβάλλει στο άδειο, νευροπαραλυμένο, ουδετεροποιημένο κρανίο του θαυμαστή το σεπτό χαμόγελο της Μαντόνας και πίσω απ΄ τα μάτια της δοσμένης, αφοσιωμένης οδαλίσκης (με τα έωλα στήθη της πολυχρησίας) η μορφή του ευνοούμενού της Άδωνι. Δεν είναι ξένες οντότητες τούτοι οι εισβολείς, είναι η μετουσίωση, μετάλλαξη, αναβάπτιση της ταυτότητάς μας, η φρεσκότατα εκδαρμένη διφθέρα που παραφθάρηκε σε άτριφτο τεφτέρι και επέστρεψε, η παρακαταθήκη του βαθύτατου πολυκαιρισμένου εσωκαρδίου μας στο εργαστήρι λαναρίσματος του ντουνιά και η παραλαβή του ως καθαρισμένου και επιμελώς ξεσμένου ή η καταπλεονεκτική δανειοδότηση κι η ύστερη ανάληψη του κεφαλαίου με συμφέρουσα τοκογλυφική απολαβή. Ο έρωτας είναι η περικοκλάδα, η παραφυάδα κι απόφυση της εσωτερικότητάς μας, για τούτο επιδεικνύουμε απέναντί του την ίδια κατανόηση που θα δείχναμε για τις δικές μας πράξεις, την άπειρη συμπάθεια που στηρίζουμε στην ανελλιπή γνωριμία με την ίδια μας τη σκέψη. Τούτη η μεταπήδηση στο παράλληλο σύμπαν του ωραίου κι ασθενούς μέσα απ΄ ένα τσουρουφλιστικό μαγνητικό πεδίο, ο κατοπτρισμός της ψυχής μας στην ετερόφυλη οθόνη είκοσι τεσσάρων ιντσών, αν και αποτέλεσμα, εμφανίζεται να προηγείται ξεπερνώντας τη φαινομενική γενεσιουργό του αιτία, τη σχέση καθαυτή, που έπεται με λαχανιασμένο πνεύμονα και βήμα καρκινικό. Το άνθος προβάλλει πριν περατωθεί η καλλιέργεια. Ο έρωτας δεν χρειάζεται γνωριμία, γιατ’ είναι το πιο σικέ παιχνίδι της ιστορίας, είναι προκαθορισμένη η κατάληξή του, το τελευταίον εκβάν, απ΄ όπου έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται. Βαίνει πάντα προς τον συγκερασμό, τη σύντηξη των δύο μέσα στη πιο ψηλή θερμοκρασία του φούρνου της έκστασης, οπότε η γνωριμία των χαρακτήρων, προσέγγιση των απόψεων, η δια λόγου επικοινωνία χωρεί υποχρεωτικά, εκβιαστικά, με τη διαδικασία του επείγοντος, αναγκάζοντας τους ερωτευμένους να ψιθυρίζουν ακατάπαυστα τις λευκές νύχτες, ώστε να πληρωθεί ο τύπος και ν΄ αρχίσει το ουσιαστικό μέρος (της εφάλσεως). Διηγούνται, βερμπαλίζουν και μακρηγορούν σωρεύοντας λεπτομέρειες μα δεν έχει σημασία ο ειρμός και η συνάφεια των λεγομένων. Το περιεχόμενο δεν παίζει ρόλο, μετράει μόνο η απαρίθμηση γεγονότων εική και ως έτυχε, η αφήγηση ανδρικών κατορθωμάτων ή γυναικείων ευαισθησιών, η φατική επανάληψη μονότονων ερωτικών εξομολογήσεων σε χτυπητή αντίθεση με τη συνθετότητα επιστημονικών κωδίκων. Κάθε λέξη φέρνει τους ερωτευμένους κοντύτερα, γιατί είναι έτοιμοι να συμμεριστούν και να συγχωρήσουν τα πάντα.
Είναι η δίνη της σαρκικής αγάπης, που τη νιώθει κανείς αδιάψευστα όταν παλινδρομεί από την ποικιλοχρωμία των συν- οπτώμενων ροδοκόκκινων ξεροψημένων εγκεφάλων στο λιτό κι απέριττο της μίξης των οργάνων, περίτρανη απόδειξη ότι ο σκοπός της ύπαρξης σημαίνεται και συμβολίζεται από το νερολεκέ και την αιμογλομπίνη πάνω στην αγνή λευκότητα της παστάδας. Η ταλαίπωρη ζωή ορφνών κι ανενεργών υδατανθράκων με διπλό προγούλι τί θα χρησίμευε χωρίς τη σεμνή ερυθρίαση των παρθενικών παρειών και τη γήινη θρασύτητα του παιχνιδιάρη κόρδακα; Και τούτο ισχύει όχι μόνο για τον εργένη κούρο ή τη γεροντοκόρη αλλά για κάθε αζευγάρωτο ανέραστο ταίρι που από μόνο του είναι να το κλαις περί λύχνων αφάς μα όταν συνδυάζεται με άλλα ετερώνυμα παράγει φυσικούς ή πολιτικούς καρπούς (δεν εννοούμε απογόνους που γίνονται . . . . φυσικοί ή πολιτικοί αλλά παντός είδους υλικά – πνευματικά προϊόντα πνεύματος ή σπέρματος), άνθη αυτοσυγκεντρωτικής μελαγχολίας ή ενδοσκοπικού εμπνευσμένου αυνανισμού, καλλιτεχνήματα ασυγκράτητης εξωστρέφειας και απεριόριστης γυμνικής κουλτούρας των σωμάτων».
Καθώς ήσαν ξαπλωμένοι δίπλα- δίπλα, η Φαιναρέτη εξομολογήθηκε:
«Δώδεκα χρόνια είχα να το κάνω αυτό. Μην έχεις εσφαλμένες εντυπώσεις, μεγάλε Υπερίων. Βλέπεις μία ωραία θηλυκή μορφή με άψογο περίγραμμα και καμαρωτό παράστημα και υποθέτεις ότι απολαμβάνει μία πλήρη ερωτική ζωή, αλλά καταλαβαίνεις ότι για μια γυναίκα με το δικό μου παρελθόν είναι δύσκολο να απολαύσει τον έρωτα…»
«Κι εγώ είχα χρόνια να απολαύσω τον έρωτα…», απορούσε και ο ίδιος ο Υπερίων μ’ αυτά που έλεγε, τελείως ανάρμοστα και άπρεπα για ένα τιτάνα αξιωματικό του Αστροστόλου.
«Ποτέ στο παρελθόν δεν έχω επιλέξει τους άνδρες, με τους οποίους κοιμόμουν. Και να τώρα που η μοίρα με αξίωσε να είναι ο υπέρλαμπρος Υπερίων ο πρώτος άνδρας, όπου είχα την ευκαιρία εκδηλώσω ελεύθερα την προτίμησή μου…»
«Ναι, αλλά εγώ έχω να αναμετρηθώ με τις τύψεις μου. Έχω διδαχθεί Δεσποτική για να διοικώ τους υφισταμένους μου, Γαμήλιο τέχνη για να ποτίζω το δενδρύλλιο της οικογένειάς μου να μη μαραθεί και να ανανεώνω το ενδιαφέρον της συζύγου μου, Τεκνοποιητική για να ανατρέφω τα παιδιά μου και όλες τις άλλες τέχνες και επιστήμες που περιγράφει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά και ξαφνικά βρίσκομαι να τα έχω προδώσει όλα παρασυρμένος από την ομορφιά σου».
«Υπερίων, δεν θέλω να χαλάσω την ευτυχία σου με το ωραίο σου ολογράφημα. Σε παρακαλώ, μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου. Χαλάρωσε λίγο, είσαι πολύ σφιγμένος, στην Νέα Αρκαδία βρίσκεσαι, ένα βήμα πριν από τον παράδεισο…»
Ο Υπερίων σιώπησε για λίγο για να αναλύσει την κατάσταση, γιατί έτσι είχε μάθει τόσο χρόνια ως επιστημονικός αξιωματικός του Αστροστόλου.
«Δηλαδή τώρα έχουμε αναπτύξει το συναίσθημα της αγάπης, όπως λένε και οι Χριστιανοί;»
«Συναισθηματικέ μου Ερωτιδέα, δεν αρκεί που χαιρόμαστε ο ένας την ύπαρξη του άλλου; Αυτή τη στιγμή είμαστε σωστοί ο ένας για τον άλλον. Γιατί να μην απολαύσουμε αυτή την τέλεια στιγμή, σε ποιον έχουμε να λογοδοτήσουμε; Η μαγεία της Νέας Αρκαδίας είναι ακριβώς ότι οι άνθρωποι ανοίγουν τις καρδιές τους σε αλλήλους με ειλικρίνεια, γνησιότητα».
«Δεν χάνεις ποτέ την ευκαιρία να επαινέσεις τη Νέα Αρκαδία για μία ακόμη φορά».
«Γιατί; Δεν το βιώνεις αυτό που λέω; Δεν ζεις τη στιγμή αυτή σε όλη της την ένταση, σε όλη της τη γεύση;»
«Για να συμμορφωθώ προς το καθήκον αληθείας που μού επιβάλλεις, αυτό που σκέφτομαι τώρα είναι ότι θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου σε ηλικία».
«Ένας νέος πατέρας. Αλλά υπό το καθεστώς της Νέας Αρκαδίας θα μπορούσες να είσαι πατέρας όχι μόνο δικός μου, αλλά και του παιδιού μου, αν με έχεις γονιμοποιήσει ή, για να μετέλθω τιτανική διάλεκτο, αν έχει σχηματιστεί ζυγωτικό ευκαρυωτικό κύτταρο από τους ετερόφυλους γαμέτες μας».
«Σε παρακαλώ, αυτό δεν θα ήταν για μένα η καλύτερη κατάσταση… αλλά μην ανησυχείς, θα βρω τον τρόπο να αναλάβω την ευθύνη. Επιτέλει ταχέως, αλλά εγγύην φεύγε, λέγουν τα δελφικά παραγγέλματα. Δεν σού δίνω εγγυήσεις, αλλά να ξέρεις ότι θα βρω τρόπο να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου και να αποκαταστήσω το παιδί, που ενδεχομένως θα προκύψει από την ένωσή μας μέσω αναγνώρισης πατρότητας. Άλλωστε έχω συναίσθηση ότι όλο αυτό το αμήχανο πλέγμα περιστατικών, που εγγίζει την παρλαβαση καθήκοντος, προέκυψε ενώ ήμουν σε υπηρεσία και…»
«Επιτέλους, χαλάρωσε, ελλογιμότατε των τιτάνων! Καταλαβαίνεις ότι μετά από δώδεκα χρόνια αποχή από τη γενετήσια πράξη, δεν θα μπορούσε η πρώτη μου προτεραιότητα να είναι η αντισύλληψη. Ας προσβλέψουμε χαλαρά σε οτιδήποτε μάς επιφυλάσσει το μέλλον. Και οι δύο μας είμαστε ενήλικοι, αμφότεροι είμαστε υπεύθυνοι, θα βρούμε λύσεις».
«Φαίνεται ότι ενός κακού, μύρια έπονται. Το πένθος μου για την Λητώ με έκανε να χαμηλώσω την επαγρύπνησή μου και να τώρα που βρίσκομαι μπροστά σε μία ανεπιθύμητη … εεε… δύσχρηστη, δύσκολη στο χειρισμό εγκυμοσύνη…»
Η Φαιναρέτη ανασηκώθηκε έχοντας συναίσθηση ότι η συζήτηση οδηγούνταν πλέον σε άλλο επίπεδο.
«Κι όμως, όσο το σκέφτομαι, τόσο μού φαίνεται όλο και πιο καταπληκτική ιδέα. Μάλιστα, είμαι βέβαιη ότι συνέλαβα, γιατί η μήτρα ήταν τόσο ανοιχτή σαν τριαντάφυλλο, δεκτική και ευεπίφορη, ένιωσα την επικονίαση να αγγίζει τα σπλάχνα μου. Άλλωστε μη ξεχνάς και τα πάσης φύσεως βοηθήματα γονιμότητας που παρέχει η Νέα Αρκαδία, αυτή που παρακολουθεί, ελέγχει και συντονίζει τις πράξεις όλων μας. Και σού αποκαλύπτω τώρα ότι η Νέα Αρκαδία έχει ευλογήσει την ένωσή μας έχοντας λύσει τη μήτρα μου με σκευάσματα και γιατρικά. Ήδη νιώθω τη νέα ζωή να γεννιέται μέσα μου, αισθάνομαι το τιτανικό γονίδιο να αναπτύσσεται. Μία νέα ζωή που θα ζήσει σε ένα εντελώς καινό και καινούριο περιβάλλον, σε ένα πολιτισμό ελεγχόμενο από τον θαυμαστό οργανισμό της Νέας Αρκαδίας, στο πλαίσιο της κληρονομιάς του πνευματικού μου πατέρα Διδυμίωνα. Και θα ζήσει διπλή ζωή, όπως διπλοί και τριπλοί είναι και οι όρχεις του Διδυμίωνα. Ζωή ενταγμένη στην νοηματική επικοινωνία της κοινότητάς μας, αφού πρώτα εφοδιαστεί με το τηλεπαθητικό εμφύτευμα, που θα τού επιτρέψει να είναι δια βίου σε συνεχή επαφή με τα άλλα οργανικά μέλη, δηλαδή τα αδέλφια του και μετά θάνατον…μετά θάνατον θα δοξαστεί ακόμη περισσότερο, διότι σχεδόν κατ’ αντιστροφή της συνήθους χρονικής διαδικασίας θα ενσωματωθεί στην αιώνια δελφύ (κοιλιά) του σταθμού, όπου θα παραμείνει ως το τέλος του χρόνου. Αυτό το παιδί, διεισδυτικέ Υπερίων, θα είναι για πάντα ελεύθερο από πόνους και την ευθραυστότητα της ανθρώπινης σάρκας, θα αντικαταστήσει τα ευτελή υλικά, από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι, με το τραχύ και ανθεκτικό δέρμα της Λήμνιας Σφραγίτιδας, θα είναι από τα πιο εξέχοντα μέλη ενός νέου είδους ανθρώπου».
«Μού φαίνεται ότι θα πληρώσω πάρα πολύ αυτή τη μόνη στιγμή απροσεξίας μου, όπου είπα κι εγώ να αφεθώ και να ξεχαστώ λίγο στην ηδονή, θα πρέπει να μιλήσω σχετικά στη Θεία την Ευρυφάεσσα …»
«Γενναίε Υπερίων, προπάντων μην αφήσεις τη γυναίκα σου, την αγαπάς τόσο πολύ…»
«Αυτή τη στιγμή δεν αισθάνομαι γενναίος, αλλά πολύ δειλός, άτιμος και ανεύθυνος, ένας ασήμαντος και ανάξιος νόθος με νόθα αντικειμενική ευθύνη…»
«Σού ξαναλέω το είδα στην καρδιά σου ότι αγαπάς πολύ τη γυναίκα σου. Πήγαινε σπίτι, μείνε μ’ αυτήν, αγκάλιασέ την, δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε. Ποτέ δεν ήταν η πρόθεσή μου να εγείρω αξιώσεις πάνω σου. Τέτοιοι εγωισμοί δεν χρειάζονται και είναι περιττοί στον θαυμαστό καινούριο κόσμο μας. Ούτε ανάληψη ευθύνης χρειάζεται, όλες αυτές είναι αρχαϊκές και άχρηστες κοινωνικές συμβάσεις που ανήκουν στην εποχή των δεινοσαύρων. Αν το παιδί έχει ανάγκη μία πατρική μορφή, αυτή θα την παράσχει η Νέα Αρκαδία. Όσο για μένα μην ανησυχείς, διότι τα ζιζάνια και τα αγριόχορτα δεν χάνονται. Θα βρω κι άλλον εραστή και ίσως και να παντρευτώ. Μόλις κατάλαβα ότι μού αρέσουν πολύ τα παιδιά και η Νέα Αρκαδία είναι ο ιδανικός τόπος για τεκνοποίηση. Και βέβαια η γυναίκα σου και εσύ είστε ευπρόσδεκτοι να μοιραστείτε μαζί μας τη διαρκή ευτυχία μας…»
Ο μέχρι τώρα βαθιά κοιμώμενος Υπερίων σαν να ξύπνησε ξαφνικά.
«Μάλιστα, η τηλεπαθητική κοινότητα, όπου δεν υπάρχουν υποχρεώσεις, αλλά μόνο δικαιώματα, όπου μπορεί κανείς να κατακτήσει αμέσως μία εύκολη ευτυχία και μία φτηνή αθανασία, όπου όμως ο ξένος σπόρος κατάσχεται και χρησιμοποιείται μετά για εκβιασμό του σπερματεγχύτη… Και βέβαια πώς μπορώ να στραφώ κατά της Νέας Αρκαδίας, αν εκεί ζει το παιδί μου, πώς μπορώ να στραφώ κατά των υπευθύνων του προγράμματος τηλεπαθητικής σύνδεσης, αν με εκβιάζουν με το ίδιο μου το παιδί…»
Ο τιτάνας σηκώθηκε απότομα και κατευθύνθηκε προς την εξωτερική μεμβράνη του διαμερίσματος.
«Υπερίων», τού φώναξε από πίσω μισο- ειρωνικά, μισο- σοβαρά η Φαιναρέτη. «Μείνε στα όριά σου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22ο : ΧΕΙΡΙΣΤΑΡΧΗΣ
Ήλθε η ώρα για τον Υπερίωνα να φύγει από τη Νέα Αρκαδία. Εμφορούμενος από τύψεις που απάτησε την Θεία, προσήλθε σε διαπραγμάτευση για το αν τα μέλη της οικογενείας του θα τον ακολουθούσαν.
«Υπερίων, ας μην ξεγελάμε τους ίδιους τους εαυτούς μας» είπε η Θεία. «Αυτό που έχουμε δεν είναι σχέση, αλλά μία παρωδία, μία διακωμώδηση – να πρέπει εγώ να υλοποιηθώ μέσω διαφόρων διαδικασιών για να κάνουμε σεξ… Γνωρίζω ότι έχεις τιμή, ξέρω ότι έχεις σκοπό να μείνεις μαζί μου για πάντα γιατί είσαι έντιμος, γιατί είσαι πιστός… Γι’ αυτό κι εγώ σε απελευθερώνω από την αφοσίωσή σου αυτή. Είσαι ένας άνδρας στην ακμή του, με μύες, με αλκή, πολλά δυνατός και ισχυρομελής, είναι κρίμα να χαραμίζεσαι με μία ζωντανή – νεκρή. Είσαι ακόμη σε αναπαραγωγική ηλικία, δύνασαι να αποκτήσεις και άλλους απογόνους μη ολογραφικούς. Εγώ και τα παιδιά ας μείνουμε εδώ. Χρειαζόμαστε τα υποστηρικτικά συστήματα της Νέας Αρκαδίας για να επιβιώσουμε… »
Εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα δεν είχε οριστική απάντηση σε όλα αυτά ο Υπερίων. Ούτε μπορούσε σ’ αυτή τη φάση να δεσμευτεί για την υπόλοιπη ζωή του με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Αυτό που προείχε, ήταν να ηρεμήσει μετά την αποτυχία του να επιλύσει τον γρίφο της δολοφονίας της Αρήτης.
Προσήλθαν κλαίγοντας η Ηώ και η Σελήνη:
«Μπαμπά, μη φεύγεις…»
«Κορίτσια μην κλαίτε. Σάς χαιρετώ εντελώς προσωρινά. Θα ξανάρθω σίγουρα, να το ξέρετε. Απλώς ο μπαμπάς πάει στο Σείριο και στη Γη για δουλειές. Εσάς σάς συμφέρει τα μάλα να μείνετε εδώ, διότι τα ολογραφικά συστήματα της Νέας Αρκαδίας δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με αυτά της Γης, ούτε με αυτά του Σειρίου. Πρέπει να είστε ευτυχείς που είστε τηλεπαθητικά συνδεδεμένες με αυτή τη θαυμαστή κοινότητα των σκέψεων και των συναισθημάτων. Έχει παρατηρηθεί ότι τα κοινά παιδιά της Γης, που δεν έχουν αυτόματη και ακαριαία διαδικτυακή σύνδεση μέχρι τα δέκα και στερούνται τις δεξαμενές πληροφοριών και τις καμπύλες μάθησης ενός κεντρικού διακομιστή, καταλήγουν να υστερούν σημαντικά έναντι των συνομηλίκων τους τηλεπαθητικά συνδεδεμένων. Και όσοι νέοι δεν συνδέονται στο δίκτυο μέχρι τα είκοσι δεν μπορούν σχεδόν να λειτουργήσουν στη σύγχρονη κοινωνία και είναι σαν καθυστερημένοι. Εσείς αντίθετα λόγω της ολογραφικής σας φύσης είστε χωμένες στο δίκτυο όσο περισσότερο γίνεται. Θα έχετε πάντοτε μία πλήρη ζωή, έστω κι αν πραγματικότητά σας θα είναι εικονική, άλλωστε ποιος ξέρει πια στην ταραγμένη εποχή μας τι είναι πραγματικό και τι όχι. Για κάθε τι που ισχύει στον κόσμο της αδρανούς ύλης, υπάρχει κάτι αντίστοιχο στον αραχνούφαντο και δαντελένιο υποσωματιδιακό κόσμο της νοήσεως. Κατά τον Πλάτωνα ο εξωτερικός του αγαθού έκγονος ήλιος αντιστοιχεί στην εσωτερική Ιδέα του αγαθού. Και ό,τι είναι για τη φύση η όψις των πραγμάτων είναι για τη νόηση οι αγαθοειδείς και αληθείς (δηλαδή αξιομνημόνευτες) παραδοχές, η επιστήμη ή γνώση. Τα δε ορώμενα της φύσης αντιστοιχούν στα νοούμενα του νου. Υφίσταται, παιδιά μου, στις Δημιουργίες μία άνοδος των νοητικών κατηγοριών και καθορισμών που διαπιστώνει κανείς: α) στην αρχή είναι οι σκιές, οι εικόνες της φαντασίας και οι εικασίες, β) ακολουθούν οι πίστεις των ορατών, διότι πρέπει κανείς να πιστεύει αυτό που βλέπει, μεταβαίνουμε μετά γ) στις αφηρημένες υποθέσεις για τα περιγράμματα και τα γεωμετρικά σχήματα και καταλήγουμε δ) στο ανυπόθετον που είναι η αρχή του παντός. Μέσα σ’ αυτή την ιεραρχία είμαστε όλοι ενταγμένοι σε διάφορες βαθμίδες, είτε φυσιολογικοί είτε βιοσύμφυτοι, είτε υλικοί είτε ολογραφικοί, είτε ζωντανοί είτε νεκροί και μ’ αυτή την έννοια κανενός η ύπαρξη δεν υπερέχει έναντι του άλλου… »
«Μείνε να μάς τα λες όλα αυτά δίπλα στο μαξιλάρι μας, όταν πέφτουμε για ύπνο, πατέρα…»
«Για λίγο θα σάς λείψουν οι ιστορίες των νυκτερινών αναγνωσμάτων. Υπόσχομαι να γυρίσω γρήγορα».
Ο Υπερίων θα διαχειριζόταν τα δάκρυά του κατ’ ιδίαν. Προς το παρόν αποχώρησε μαζί με τις λιγοστές του αποσκευές.
Ήδη το μεγάφωνο ξελαρυγγιαζόταν: «Η Ιθυειλία αναχωρεί για Γη, Εγγύτατο Κενταύρου και Σείριο. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσέλθουν».
Εκείνη την ώρα έρχεται ένας και δίνει στον τιτάνα ένα τηλεπαθητικό άγκιστρο, που μπορούσε κανείς να φορέσει στο αυτί του- αυτό προοριζόταν για συνεννόηση με όσους δεν είχαν βιοσύμφυτη σύνδεση. Ήταν ο Διδυμίων στο τηλέφωνο με προφανή πρόθεση να κάνει πλάκα.
«Τι έγινε, φεύγεις, μάστορα;», τού φιδοσφύριξε ειρωνικά στο αυτί. «Δεν μπόρεσες να διελευκάνεις την υπόθεση;»
«Κατά ένα τρόπο μπόρεσα. Σε κάποια Δημιουργία υπήρξε μία συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, που λεγόταν Άκανθα του Χρήστου. Αυτή λοιπόν σε ένα μυθιστόρημα που λεγόταν “Ανατολικός Σιδηρόδρομος” παρουσίασε μία πλοκή, όπου στο τέλος ένοχοι της δολοφονίας ήσαν όλοι οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας χωρίς εξαίρεση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Αρήτης. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω αντικρίσει μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις από αυτές που έζησα στο σταθμό σας. Προχείρως θα ήθελα να σάς απαριθμήσω τα ψέματα που βίωσα κατά την έρευνά μου, την οποία δήθεν μού αναθέσατε, ενώ από την αρχή ήσασταν αποφασισμένοι να φυλάξετε σαν κέρβεροι τα μυστικά σας. α) Είναι ψέμα ότι η Νέα Αρκαδία γνωρίζει τα πάντα όσα γίνονται στο σταθμό. Τουναντίον, ισχύει το αντίθετο, δεν γνωρίζει τίποτε, διότι υπάρχουν χίλιες μέθοδοι να τής αποκρύψετε στοιχεία. Έχετε τη δυνατότητα κατά βούληση να απομονώνεστε από την τηλεπαθητική σύνδεση οχυρώνοντας την οικία σας και περιφρουρώντας την προσωπική σας ζωή ακόμη περισσότερο από τους μη βιοσύμφυτους φυσιολογικούς. Η κρυψίνοιά σας αυτή μεταφέρεται και σε υλικό επίπεδο, όπου όλα τα υλικά αντικείμενα ανακυκλώνονται στους τοίχους του βιότοπου, με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται τα δακτυλικά αποτυπώματα, τα πειστήρια των εγκλημάτων, τα ίδια τα φονικά όπλα ή άλλες άβολες αποδείξεις. β) Είναι ψέμα ότι η νοηματική κοινωνία της Νέας Αρκαδίας καθιστά ευτυχισμένα, αυτάρκη και ισορροπημένα όλα τα μέλη της. Τουναντίον, ένα σωρό άτομα από την τέλεια κοινωνία σας έχουν άλλους σκοπούς δικούς τους, που δεν αρκούνται, δεν καλύπτονται και δεν εξαντλούνται στην νοηματική επικοινωνία των πνευμάτων. Παράδειγμα ο Μνησιπήμων, που είχε δημιουργήσει ένα δικό του Σύμπαν μέσα στο δικό μας, πολύ επικίνδυνο στην επέκτασή και διόγκωσή του, κι εσείς δεν είχατε ιδέα ή, και αν είχατε, ακόμα χειρότερα για σάς, διότι σημαίνει ότι έχετε πολλούς σκελετούς στο ερμάριο. γ) Είναι ψέμα ότι ο συνδυασμός του πλανητικού σπόρου, που δημιούργησε τη Νέα Αρκαδία, και της τηλεπαθητικής σύνδεσης των μελών είναι ένα σταθερό αύταρκες σύστημα. Πικρά μάθαμε ότι η Λήμνια Σφραγίτιδα στηρίζεται στη γενοκτονία των μεδουσών του Δία κι αυτό επιφέρει στο βιοτεχνολογικό σας σύστημα αιώνια καταισχύνη. δ) Το κίνημα του Ικαρομένιππου, που διαδίδατε ότι θέλει να απελευθερώσει τη Νέα Αρκαδία, δεν ήταν παρά η φαντασίωση ενός τρελού, πίσω από την οποία όμως κρύβετε προφανώς-προφανέστατα μία άλλη οργάνωση ανεξαρτησίας και αυτονομίας, για την οποία ο ταλαίπωρος Ικαρομένιππος ήταν ένα απλό προκάλυμμα. Να συνεχίσω;»
«Εύγε, πολύ καλά, δυσφημιστικέ μέγιστε εγκέφαλε, ώστε τα σκέφτηκες όλα αυτά, έ;», συνέχισε το δούλεμα ο Διδυμίων. «Σε συγχαίρω για τα συμπεράσματά σου, μόνο που τίποτε από αυτά δεν σε βοήθησε να λύσεις την υπόθεση, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως και να μην έχουν τόση μεγάλη αξία αυτοί οι συλλογισμοί. Χώνεψε επιτέλους, αυθάδη και φαντασμένε διανοητή, ότι εσείς οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν μπορείτε να συναγωνιστείτε τους βιοτεχνολογικούς οργανισμούς. Εμείς χρησιμοποιούμε τεράστιους αγωγούς μέσω των οποίων διοχετεύονται τόνοι σκέψεων, ενώ εσείς αρκείστε στις ανεπαρκείς και ισχνές, χλωμές και φτωχές συνάψεις ενός ταλαίπωρου πολυκαιρισμένου μυαλού και στο εύθραυστο αγγείο του σώματος. Το κρέας σου αργά ή γρήγορα θα σε προδώσει, μεγαλόστομε, προπέτη, υπερφίαλε και οιηματικέ τιτάν. Το επερχόμενο γήρας σού προσδίδει βέβαια αντίληψη και σοφία, αλλά σού κοστίζει σε δύναμη. Δεν νιώθεις ήδη τα πόδια σου να τρεκλίζουν; Πώς να αναμετρηθείς με πανίσχυρους αιώνιους οργανισμούς φτιαγμένους να ζουν στο διάστημα; Πώς να συγκριθείς με την τεχνητή νοημοσύνη που διεξάγει ένα τρισεκατομμύριο υπολογισμούς το δευτερόλεπτο; Τι έχετε να προσφέρετε εσείς οι πεφυσιωμένοι παράτολμοι και θρασείς αμφισβητίες των θεών στο ίδιο σας το κοινό, ει μόνον γερατειά και θάνατο, μία ζήση καταδικασμένη σε φόβο, εφεκτικότητα και διστακτικότητα, για να μην κάνετε καμιά απερισκεψία και χάσετε τη μικρή σας υπαρξούλα, διαπνεόμενη από τον μόνο μεγαλύτερο του θανάτου φόβο, που είναι ο φόβος της ζωής; Εγώ αντίθετα, γκρινιάρη, δύστροπε, κακόφωνε, χασμωδικέ, ξεμωραμένε, αγελαίε παλαιοπώλη- γρυτοπώλη- ρωποπώλη, έχω άρει την κατάρα της παροδικότητας από τα πλάσματα του θεού, έχω διαρρήξει το δεσμωτήριο της ψυχής, που μνημόνευε και ο δικός σας Πλάτων, και έχω βρει καινούρια ατσάλινα αγγεία, όχι από τιτάνες, αλλά από τιτάνιο, μέσω των οποίων μπορώ να διαβιβάζω τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου. Και όταν πεθάνω, θα διοχετεύσω το πνεύμα μου σ’ αυτόν τον ανώτερο οργανισμό και θα ζήσω για πάντα! Μάταια σε κάλεσα να με συντροφέψεις σε αυτή την υπέρβαση, δεν είσαι ικανός εσύ ο μικρόψυχος, φιλόψογος, φιλομεμφής, μικρολόγος επικριτής, να καταλάβεις το μεγαλείο της διαστρωμάτωσης που σού πρότεινα.»
«Ω Θεέ μου, τι υπέρτατο μεγαλείο», είπε ο Υπερίων, ενώ κατά τη διάρκεια της φλυαρίας του Διδυμίωνα – Χειριστάρχη είχε επιβεβαιώσει την πτήση του και είχε ήδη εισέλθει και προσδεθεί στην Ιθυειλία, στέλνοντας ταυτόχρονα μηνύματα με τον επικοινωνητή στις συνεργάτιδές του Ευρύβια, Αγχιάλη και Μήτιδα να τον συναντήσουν στη Γη, όπου θα γινόταν ένα είδος ανασυγκρότησης και ανασύνταξης της ερευνητικής ομάδας μετά τα όσα συνέβησαν.
«Θεός, χα, χα, τι ανόητη ξεπερασμένη απολιθωμένη έννοια. Ο χρόνος του θεού ή των θεών, είτε μονοπρόσωπων, είτε πολυπρόσωπων, είτε χριστιανικών, είτε ισλαμικών, είτε εθνικών είτε ειδωλολατρικών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν χρειαζόμαστε δεκανίκια πλέον, όπως είναι η πίστη στους θεούς. Οι ζωές μας μάς ανήκουν και μπορούμε πια να τις φορτώσουμε σε όποιο μηχανισμό εμείς κρίνουμε κατάλληλο. Έκανες μεγάλο λάθος, πένθιμε και θλιβερέ, νωχελικέ και πλαδαρέ κωμικέ, που αρνήθηκες τη γενναιόδωρη προσφορά μου για ανάληψη στους ουρανούς της Νέας Αρκαδίας. Σε κάθε περίπτωση η σύζυγος και οι θυγατέρες σου έχουν ήδη ταχθεί στο πλευρό μου και αυτό σίγουρα μού δίνει κάποια ικανοποίηση. Μείνε μόνος σου μοναχικέ ιππότη της ελεεινής μορφής, δεν αξίζεις τίποτε καλύτερο».
«Ξέρεις ποιο είναι αυτό που δεν θα μπορέσετε ποτέ να αναπληρώσετε σεις οι διαβολικοί τεχνικοί, τεχνουργοί και τεχνοκράτες, μεγαλειώδη Χειριστάρχη; Την ανθρώπινη εμπειρία. Εσείς ταΐζετε τις μηχανές σας με δεδομένα, που είναι όμως “σκύβαλον εντός, σκύβαλον εκτός”, δηλαδή τα μηχανήματά σας, άσχετα αν είναι κατασκευασμένα από σκληρή ή μαλακή ύλη, στην ουσία σάς αναπαράγουν και επαναλαμβάνουν όσα εσείς τούς έχετε πει. Δεν θα μπορέσετε ποτέ να τούς μεταδώσετε την εμπειρία του ανθρώπου, που προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του περιβάλλοντος ανέπτυξε τέχνες και επιστήμες, α) Θεολογική και Οντολογική, β) Φυσική και Βιολογία, γ) Εμψυχογενετική και Αψυχογενετική, δ) Δεσποτική, ε) Γαμήλια, στ) Τεκνοποιητική, ζ) Κτητική, η) Ξηροτροφική και Υγροτροφική, θ) Οψοποιητική, ι) Θηρευτική, ια) Πολεμική και Ληστρική, ιβ) Οικοδιοίκηση και Οικονομική, ιγ) Πραγματιστική, Καπηλική και Εμπορική, ιδ) Χρηματιστική και Κερδοσκοπική, ιε) Πρακτική και Γνωστική, ιστ) Εριστική και Αντιλογική, ιζ) Επιτακτική και Κριτική, ιη) Ψυχολογία, ιθ) Αυτοεπιτακτική και Ηθική, κ) Δίκαιον και Πολιτική, κα) Τακτική, Στρατηγική, Τέχνη Διοικητική, κβ) Μαθηματική και Πρώτη Φιλοσοφία, κγ) Λογοτεχνία και Ποιητική, κδ) Μουσική και Παιδαγωγική (σ.σ. αναγνώστη πρόσεξε ότι είναι όσες και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου). Όλες αυτές οι επιστήμες και οι τέχνες παρουσιάζουν την πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη Γη και αλλού και έχουν αφήσει τα ίχνη τους παντού, στη φύση ως πληγή και στον ίδιο τον άνθρωπο ως οδυνηρή χαρακιά στο δέρμα. Μάς θυμίζουν πόσο επίπονα και σκληρά κατακτώνται τα στοιχεία της γνώσης. “Τα αγαθά κόποις κτώνται”. Αυτό δεν πρόκειται ποτέ να το νιώσουν οι μηχανές, απ’ όσο μαλακά υλικά κι αν φτιαχτούν, γιατί βουτάνε στο πηγάδι των δεδομένων απρόσκοπτα, ανεμπόδιστα, χωρίς να δυσκολευτούν ή να βασανιστούν».
«Μού φαίνεται ότι παραληρείς, συγκεχυμένε, πολυμαθή αλλά μη οξυδερκή, υποτασικέ και υποχόνδριε Υπο-ορίωνα- Υφορίωνα- Αφεδρίωνα, έχω την αίσθηση ότι έχεις πλέον περιέλθει σε μία κατάσταση που δεν ξέρεις τι λες. Παρουσιάζεις ως προσόν των ανθρώπων ακριβώς όσα οι ίδιοι προσπάθησαν να εξαλείψουν με τις επιστήμες τους. Σού εύχομαι καλά ξεκουμπίδια και κακό κατευόδιο από τη Νέα Αρκαδία και με το κακό να σε ξαναδούμε ή ακόμη καλύτερα μη σώσεις να ξανάρθεις ποτέ. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία, διότι θα έλθω εγώ να σε βρω, όταν οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί μου εξαπλωθούν σ’ όλο το Σύμπαν και η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχήσει στον κόσμο και στην οικουμένη».
Εδώ ο Υπερίων κλείνει το κεφάλαιο με μία αινιγματική υπαινικτική αποστροφή, της οποίας η πλήρης εμβέλεια δεν μπορεί προσώρας να εκτιμηθεί σε όλη της την έκταση.
«Χειριστάρχη, πας να παίξεις στην παρούσα κωμωδία ένα ρόλο που δεν σού ταιριάζει. Διότι δεν είσαι ο “είρων”, αλλά – αλίμονο- ο “αλαζών” του παραμυθιού!».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23ο : ΨΕΥΔΟΣ (ΤΟ)
Κεντρικά Αστροστόλου, Άγιος Φραγκίσκος, Γη
Παρόντες στη διάσκεψη: Προμηθέας, Υπερίων, Ευρύβια, Αγχιάλη, Μήτιδα
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν ξέρω αν η παρουσία μου εξυπηρετεί κάτι σ’ αυτή τη διάσκεψη. Ο φίλος μου ο Υπερίων επέμενε να είμαι παρών προφανώς εθισμένος και συνηθισμένος στην παλιά υπαλληλική μας ιεραρχία. Όμως εγώ είμαι ήδη συνταξιούχος και…
ΥΠΕΡΙΩΝ: Μη το συζητάς, Προμηθεύ. Ακόμα και αν δεν σταυρώσεις σήμερα μία λέξη, μόνο η ατμόσφαιρα εκείνων των διασκέψεων που είχαμε κάποτε στη γέφυρα του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα διεγείρει τα φαιά μου κύτταρα με τρόπο καθοριστικό, ώστε να δυνηθώ και ο ίδιος να καταλάβω τις πολυδαίδαλες πτυχές αυτής της υπόθεσης…
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Καλά, ξεκίνα την εισήγησή σου, σχολαστικέ Υπερίων, διότι η Κελαινώ μού έχει αναθέσει και οψώνια- ώνια και δεν θέλω να αργήσω.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Τα δεδομένα της υπόθεσης πάνω- κάτω τα ξέρετε. Όποια πέτρα της Νέας Αρκαδίας και αν σήκωνα, έβλεπα από κάτω εξαπάτηση και διαφθορά. Δεν υπάρχει τίποτε σ’ αυτό τον καταραμένο τόπο που να είναι όπως φαίνεται. Στο τέλος παραστράτησα κι εγώ κι είχα μία ερωτική περιπέτεια με τη Φαιναρέτη.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Α- πα-ρά- δε-κτο για πράκτορες. Σ’ αυτό το θέμα θέλω να είμαι αδαμάντινος, Υπερίων, και να μην κάνω παραχωρήσεις ή εκπτώσεις. Υπερέβης τα όρια και δεν ενήργησες καθόλου θεσμικά. Ξεφτίλισες το θεσμό του γάμου, έστω κι αν η οικογένειά σου είναι ολογραφήματα. Τι θα πεις στην Θεία -Ευρυφάεσσα, όταν τη συναντήσεις στην επόμενη Δημιουργία;
Η πολύπειρη Ευρύβια γέλασε:
ΕΥΡΥΒΙΑ: Γλώσσα λανθάνουσα την αλήθειαν λέγει, Αρχιπροϊστάμενε. Υποσυνείδητα, δεν αναφέρεσαι στην ολογραφική Ευρυφάεσσα, την οποία απάτησε ο Υπερίων, αλλά στη φυσιολογική, που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι κάνεις φυλετικές διακρίσεις εις βάρος των φωτονικών ανθρώπων, λες και φταίνε αυτοί οι καημένοι που εξαρτώνται από την οροφή, που τούς προβάλλει.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Πάνω σ’ αυτό, ήθελα να αναφέρω τα εξής. Χτες το βράδυ, δέχτηκα μια πολύ περίεργη επίσκεψη, ω πρεσβύτερε των τιτάνων -τώρα που μάς έφυγε και ο Ωκεανός. Καθώς προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ στο διαλογισμό μου, το δωμάτιο άρχισε να φωτίζεται κι εμφανίστηκε μια φωσφορίζουσα λάμψη με λεπτά χρυσά κράσπεδα που μαρμαρυγούσαν στις άκρες. Και ναι, ήταν η Θεία που άρχισε να μού απαγγέλλει: «Δεινόν γαρ που, εί πολλαί τινες εν ημίν, ώσπερ εν δουρείοις ίπποις, αισθήσεις εγκάθηνται, αλλά μη εις μίαν τινά ιδέαν, είτε ψυχήν, είτε ό,τι δει καλείν, πάντα ταύτα ξυντείνει, ή δια τούτων οίον οργάνων αισθανόμεθα όσα αισθητά». (Κάπου είναι φοβερό αν παραδεχτούμε ότι στο εσωτερικό εκάστου των ανθρώπων, ωσάν να είμαστε δούρειοι ίπποι, είναι εγκατεστημένες πολλές αισθήσεις και δεν συγκεντρώνονται σε κάτι, το οποίο έχει ενιαία μορφή, είτε ψυχή είτε όπως αλλιώς το ονομάσουμε. Μ’ αυτή την ψυχή χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις ως όργανα αισθανόμαστε τα αισθητά πράγματα».
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Στοιχειώδες αγαπητέ Υπερίων. Πλάτων, Θεαίτητος, το μέγιστο επιστημονικό σύγγραμμα της τιτανικής εποχής. Τούτο έχει στην περίπτωση σου διπλή σημασία. Αφενός δεν μπορείς να αποξενώσεις ή να αποκόψεις τη γενετήσια αίσθηση από τη συνολική σου προσωπικότητα, δεν επιτρέπεται δηλαδή να κάνεις ό,τι έκανε ο Εγκληματίας της Χαμένης Τιμής του Σίλερ που δεν αναγνώριζε τον εαυτό του στα εγκλήματά του και αφετέρου ότι πίσω από όλες τις επιμέρους διαφθορές και ατασθαλίες που βίωσες στη Νέα Αρκαδία πρέπει να υπάρχει ένα κοινό επιτελείο, ένας κοινός παρονομαστής, όπου όλα αυτά συντονίζονται και απ’ όπου εκπορεύονται.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι ξέρω, υπονοείς ότι πίσω απ’ όλα κρύβεται ο Χειριστάρχης. Όμως θέλω να φτάσω εκεί μέσα από συνεπαγωγές και όχι να ξεκινήσω από το τέλος και να ανακηρύξω κάποιον ένοχο μόνο και μόνο επειδή με προσέβαλλε επανειλημμένα. Και πράγματι κανείς στη σταδιοδρομία μού δεν μού έχει φερθεί με τόσο ταπεινωτικό, απαξιωτικό τρόπο. Να φανταστείτε ότι κατά την αναχώρησή μου από το σταθμό, με ξεπροβόδισε σχεδόν με μπινελίκια. Και είναι αλήθεια, το ένστικτό μου βοά ότι ο Διδυμίων- Χειριστάρχης εκπροσωπεί το απόλυτο κακό.
Η Μήτιδα έχωσε τη μύτη της επί τον τύπον των ήλων.
ΜΗΤΙΔΑ: Προϊστάμενε, με όλο το σεβασμό, ακόμη και η ερωτική σου περιπέτεια ήταν ενορχηστρωμένη από τον Διδυμίωνα. Εσύ δεν είσαι τύπος που να τσιλιμπουρδίζεις. Προφανώς ο Διδυμίων ρίχνοντάς σου στο πλάι την Φαιναρέτη ήθελε να έχει κάτι στο χέρι, με το οποίο να μπορεί να σε εκβιάζει ξέροντας πόσο μυγιάγγιχτος είσαι, αλλά και πόσο μία τέτοια ενέργεια σε χαρακτηρίζει αρνητικά στο ηθικοπλαστικό περιβάλλον των τιτάνων.
Ο Υπερίων έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα. Ύστερα είπε:
ΥΠΕΡΙΩΝ: Σχετικά με τη σχετλιαστική σχέση μου με τη Σιχ …, συγγνώμη με τη Φαιναρέτη, θέλω να εξομολογηθώ κάτι που ίσως αναβαθμίζει το πλημμέλημά μου σε κακούργημα. Ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι κοιμήθηκα μαζί της για να την παρηγορήσω για όσα αδιανόητα είχε περάσει και ξέρω ότι σύμφωνα με το βιογραφικό της είχε εκτεθεί σε κάθε νοητή κτηνωδία … πλην όμως η αλήθεια είναι ότι, αν αυτό ίσχυε, δεν θα μπορούσε να συνευρεθεί μαζί μου.
ΑΓΧΙΑΛΗ: Γιατί το λες αυτό, Προϊστάμενε; Μπορεί να βρήκε σε σένα μία ευγενική απαλή παρουσία, που να ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν μετά από χρόνια γενετήσιας παρενόχλησης και κακοποίησης.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Όχι σού λέω, δεν μπορώ να το εκφράσω εύκολα. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν να απολαμβάνει τον έρωτα τόσο πολύ σαν να το έκανε για πρώτη φορά με αναζωογονητική έκπληξη, με αμαρτωλή ένταση, με αχαλίνωτη ηδονή. Αποκλείεται μία γυναίκα με τέτοια βαθιά τραύματα, με ιστορικό βιασμών και πάσης φύσεως ανωμαλιών να χαίρεται τον έρωτα με τον ενθουσιασμό της παρθένας. Στο σημείο αυτό σάς εκμυστηρεύομαι ότι εγώ σαν εραστής είμαι και λίγο σκουριασμένος λόγω συγχρωτισμού με τις ολογραφικές προβολές, δεν είμαι δα ούτε Άδωνις, ούτε Πυργοπολυνίκης του Πλαύτου, καυχησιάρης στρατιώτης, δεν δικαιολογείται με τίποτε αυτή η έκσταση της κυρίας, σαν να ήταν πρωτάρα, σαν να ήταν παρθένα… Από την άλλη, παρα- ήταν θορυβώδης ο οργασμός της και δεν έδειχνε χαρά ή αγαλλίαση. Ήταν κάπως μηχανικός, όπως όταν κάποιος πλησιάζει ξυστά στο προγραμματισμένο και εκ των προτέρων σχεδιασμένο αποτέλεσμα, αλλά δεν θέλει να παραδεχθεί ότι δεν το πέτυχε, ότι την τελευταία στιγμή αστόχησε. Είναι σαν το δικό σου όνομα, Αγχιάλη, ένιωσα ότι βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, αλλά δεν έβρεξε ποτέ τα πόδια της ούτε βούτηξε στα κύματα. Τώρα λες να οφειλόταν σε μένα αυτό; Αλλά πάλι είχα την αίσθηση ότι όλη αυτή η διαδικασία και όλο αυτό το αγκομαχητό δεν είχε καμία σχέση με μένα…ήταν μακρινό, ήταν απόμακρο, ήταν αντήχηση… ήταν αντίλαλος σε σπηλιά…
ΑΓΧΙΑΛΗ: Προϊστάμενε μην υποτιμάς τον εαυτό σου, αλλά τέλος πάντων ας δεχθούμε ως συνήγοροι του διαβόλου ότι έχεις δίκιο. Άραγε η συμμετοχή της στο βιοσύμφυτο δίκτυο προκάλεσε επίταση ή μήπως απομείωση της ηδονής της; Ίσως τίποτε από τα δύο να μη συμβαίνει και το βιοσύμφυτο δίκτυο να μην έχει καμία σχέση. Αυτό που όλοι οι αφελείς ερωτύλοι και κατά φαντασία καρδιοκατακτητές επιμένουν να παραγνωρίζουν – οι παρόντες εξαιρούνται- είναι ότι οι γυναίκες συχνά προσποιούνται οργασμό, όταν θέλουν να κερδίσουν κάτι. Αν λες ότι έπαιζε θέατρο, αυτό συμφωνεί με το ότι είχε υποστεί τραυματικές εμπειρίες, άρα μάλλον εκτελούσε εν προκειμένω τις εντολές και τις οδηγίες του εργοδότη της.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Εδώ έχουμε την προβληματική μίας παράστασης μέσα στην παράσταση. Αν δεχθούμε ότι η Φαιναρέτη διατάχθηκε από τον εργοδότη της να προσποιηθεί, σίγουρα με την ερωτική πείρα που είχε, θα μπορούσε να το κάνει τέλεια. Κι όμως, ο -όχι και τόσο ερωτιδεύς- Υπερίων διαπίστωσε ότι προσποιούνταν. Σαν να μην ήξερε δηλαδή η Φαιναρέτη πώς είναι ο πραγματικός οργασμός. Αλλά κι αν ακόμη δεν είχε νιώσει πραγματικό οργασμό, λόγω των ψυχολογικών της τραυμάτων και των βιασμών που υπέστη, όμως σίγουρα μία γυναίκα με τη δική της τριβή και πείρα θα ήταν σε θέση να τον μιμηθεί πειστικότατα, αυτά είναι γνωστά. Αν μέχρι κι ο Υπερίων, που δεν έχει και τόσο μεγάλη σεξουαλική προπαίδεια- συγγνώμη που σε θάβω με το φτυάρι υφιστάμενε – κατάλαβε ότι η λεγάμενη έπαιζε θέατρο, τότε τι να πω! Σημαίνει ότι η «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα» γυνή ήταν εξ υπαρχής αποκομμένη από κατ’ εξοχήν βασίλειό της, το γενετήσιο βασίλειο, την αυτοκρατορία των αισθήσεων! Αυτό συνηγορεί να υιοθετήσουμε την εκδοχή ότι μετά την ένταξη στο συμβιωτικό δίκτυο δεν μπορεί να αισθανθεί τίποτε, ούτε για πριν ούτε για μετά.
ΕΥΡΥΒΙΑ: Να το πάμε πιο μακριά αυτό που λες, Αρχιπροϊστάμενε. Λοιπόν, ο Διδυμίων ισχυρίζεται ότι με το σύστημα του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος, το οποίο αυτός εγκαθιστά, όλοι στέλνουν μέσω του υποσυνειδήτου μηνύματα προς όλους. Όμως, για να μεταβούμε σε σένα, μικρέ Προϊστάμενε, τι το καινούριο τελικά έχει αυτό; Μήπως πριν από λίγο δεν μάς αφηγήθηκες ότι η Ευρυφάεσσα σού έστειλε τηλεπαθητικό μήνυμα από τον άλλο κόσμο, όπου σε ορμήνευσε να αναγάγεις τις φαινομενικά ασύνδετες εμπειρίες σου σε μία και μόνη ενοποιητική πηγή; Τα τηλεπαθητικά μηνύματα μεταξύ των ανθρώπων, τα νήματα μεταξύ πομπών και δεκτών, ακόμη και μεταξύ ζωντανών και νεκρών πάντα υπήρχαν. Τι το καινούριο λοιπόν έχει το δίκτυο που προτείνει και διαφημίζει ο Διδυμίων; Τίποτε απολύτως!
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Ε λοιπόν, αυτό είναι. Όπως λένε οι πυθαγόρειοι αναφερόμενοι εμμέσως και στον λόγο της ακτίνας προς την περιφέρεια του κύκλου, «αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί». Ο Θεός έχει κι αυτός τη δική του τεχνολογία ενστίκτου, ενσυναίσθησης, διαίσθησης και εξ απόστασης επικοινωνίας και την έχει εμφυτεύσει στο μυαλό μας μετά από χρόνια εξέλιξης. Ο Διδυμίων αντί να κλέψει την τεχνολογία του Θεού και να τη δώσει στους ανθρώπους, όπως θα έκανα εγώ, βάζει ένα δικό του τσιπάκι αντικαθιστώντας στην πραγματικότητα την τεχνική του Θεού με κάτι που είναι βέβαια εξ ορισμού πολύ πιο ατελές.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι, ναι, αυτή η φτιαχτή υπερβολική απόλαυση, που δηλώνει αβαθή συναισθήματα ή έλλειψη ενδόμυχου αισθήματος, που διαπίστωσα κατά την επαφή με τη Φαιναρέτη, είναι ίσως ένδειξη ότι η βιοσύμφυτη συσκευή του Διδυμίωνα παρίσταται μη σύμφυτη, ασύμβατη, ασύμμετρη και ασυμβίβαστη με την φυσιολογική και φυσική λειτουργία του εγκεφάλου. Δεν είναι μία προσθήκη, αλλά μάλλον επιφέρει επανεκκίνηση, επανεγγραφή και αντικατάσταση των αναμνήσεων με καινούριες όμοιες. Είναι μάλλον σαν να ξαναγράφεις σε ένα ήδη χρησιμοποιημένο χαρτί το ίδιο κείμενο λίγο πιο πρόχειρα, λίγο πιο βιαστικά, χωρίς την ηδονική πίεση του μολυβδοκόνδυλου πάνω στον πάπυρο, την περγαμηνή ή τη βύβλο. Αν αφαιρέσεις από έναν άνθρωπο τη γεύση της πραγματικότητας, την οσμή και την ευωδία της στιγμής και τού αφήσεις τις αναμνήσεις αποστειρωμένες και ευνουχισμένες, είναι άραγε ο ίδιος; Τότε οι αναμνήσεις γίνονται ράφια βιβλιοθηκονόμου, καλυμμένα με σκόνη άγονης σχολαστικής ταξινόμησης, που μάταια αυτός τα τινάζει και τα ξεσκονίζει προσπαθώντας να ξαναδώσει σ’ αυτές την παλιά τους λάμψη και αίγλη.
ΜΗΤΙΔΑ: Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο/η εφοδιασμένος/η με το εμφύτευμα είναι σε θέση να καταλάβει τη διαφορά με αυτό που ζούσε πριν. Απλώς ξυπνάει το άλλο πρωί μετά την επέμβαση σφύζοντας από διάθεση και ζωή, σφυρίζοντας εύθυμα και χαρωπά, αντικρίζοντας μία ανέφελη και ανέμελη συνέχεια στερημένη – αλίμονο- από αδημονία και ελπίδα, νιώθοντας μία βασική ευχαρίστηση -ποτέ πια ευτυχία- μη έχοντας συναίσθηση -και αυτό είναι το απόλυτα εγκληματικό στοιχείο της όλης ιστορίας – ότι δεν είναι πλέον ο ίδιος/α, αλλά αντίγραφο, για να μη πούμε κακέκτυπο του εαυτού του/της. Στην ουσία είναι η ίδια προβληματική που υπήρχε στην πρωτόγονη διακτίνιση, όπου αντί να μεταφέρεται η ουσία του ανθρώπου μέσα από διαύλους υποδιαστήματος, απλώς μεταφερόταν κάπου αλλού ένα αντίγραφο του οργανισμού και είχαμε όλοι πήξει στα δίδυμα και στα τρίδυμα αδέλφια. Ίσως αυτή είναι τελικά η σημασία του ονόματος «Διδυμίων». Αλλά τότε τουλάχιστον όλοι γνώριζαν ότι πρόκειται για αντίγραφο, ενώ εδώ οι προσήλυτοι της βιοσύμφυσης δεν το γνωρίζουν κι αυτό είναι ένα είδος φόνου. Υπ’ αυτή την έννοια η συμβίωση μέσω επικοινωνούντων εμφυτευμάτων μπορεί να χαρακτηρισθεί και γενοκτονία.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Μάλιστα, γι’ αυτό κάτι δεν μού πήγαινε καλά. Αυτό είναι το μέγα ψεύδος, το μέγιστο απ’ όσα βίωσα στη Νέα Αρκαδία. Όλο το μεγαλειώδες σχέδιο, που εκπορεύτηκε από τους Αρήτη, Περκνοπτέρυγο και Διδυμίωνα, έφερε από την αρχή πληγή στον κρόταφο, το φίδι είχε ήδη εισχωρήσει στη φαντασίωση του τεχνο-βουδιστή. Υποτίθεται ότι η συναινετική του ολότητα και ενότητα μέσω πλήρως διαδικτυακής συμβίωσης θα αντικαθιστούσε την παραδοσιακή διασκεπτική δημοκρατία. Υποτίθεται ότι τα μέλη του κοινόβιου αποφασίζουν ακαριαία, η δε Νέα Αρκαδία εφαρμόζει αυτοστιγμεί το αποτέλεσμα της κοινής συγκατάθεσης, δεν χρειάζεται δηλαδή καν εκτελεστική εξουσία. Υπό την αιγίδα του Διδυμίωνα ένα νέο πολίτευμα διαδέχεται τα παραδεδεγμένα θέσμια του Αριστοτέλους, που διευθετεί όλες τις κοινές υποθέσεις στο μισό του χρόνου και με τη δεκαπλάσια αποτελεσματικότητα. Το νευρικό υπόβαθρο και υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας διαθέτει αστρονομική υπολογιστική δύναμη, υπεραρκετή και κατά πολύ υπερβάλλουσα σε σχέση με τις απαιτήσεις της ρυθμιστικής και παροχικής διοίκησης. Και μάλιστα το όραμα του Διδυμίωνα υπερέχει και κατά το ότι η Νέα Αρκαδία είναι απολύτως αμερόληπτη και εντελώς αδιάφθορη. Μία μη δωροδοκούμενη, μη γραφειοκρατική διοίκηση, το όνειρο γενεών και γενεών των φυσιολογικών ανθρώπων. Όλα τούτα συγκροτούν ένα ελκυστικό σύνολο, το οποίο έχει μόνο ένα εγγενές ελάττωμα: είναι ψεύτικο! Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κλασική διάσκεψη της δημοκρατίας, όπου το κάθε μέλος της κοινωνίας εισφέρει “το ίδιον” σε ένα κοινό αποτέλεσμα.
ΑΓΧΙΑΛΗ: Μια και το όνομά μου περιέχει το πρόσφυμα «αγχι», που δηλώνει την εγγύτητα σε κάτι, μήπως τελικά είμαστε πιο κοντά στη λύση του εγκλήματος από ό,τι νομίζουμε; Είναι γνωστό ότι η διάγνωση ενός πειστικού κινήτρου είναι ικανή και αναγκαία να αποκαλύψει σε πλείστες όσες περιπτώσεις την ταυτότητα του δράστη. Ήδη διαβλέπω δύο κίνητρα, που κατευθύνουν τις υποψίες προς τον Διδυμίωνα. Το ένα είναι το μέγα ψεύδος, που μόλις ανιχνεύσαμε. Αν η Αρήτη είχε σκοπό να αποκαλύψει στο λαό αυτό ο ψεύδος, δεν θα είχε κίνητρο ο Ασιάτης φίλος μας να την ξεπαστρέψει; Και είναι και κάτι άλλο που προκύπτει από τις συναντήσεις σου με τον τεχνο-βουδιστή, Προϊστάμενε, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος επιστήμων σνόμπαρε πάντα τον ελληνικό πολιτισμό προβάλλοντας τον αντίστοιχο της πολυπληθούς μεν πλην όμως εσωστρεφούς χώρας του. Ήταν πάντα μία διανοητική πρόκληση γι’ αυτόν να αναδείξει την υπεροχή της αυτοκρατορικής ή κομμουνιστικής Κίνας έναντι του “Σι λα”, του μικρού έντονου φωτός που είναι η Ελλάδα.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ναι. Αλλά γιατί η Αρήτη να θέλει να αποκαλύψει τον έμμεσο φόνο, που συνεπάγεται η τοποθέτηση εμφυτεύματος ή πλασμώδιου; Έτσι κι αλλιώς και αυτή και ο Διδυμίων ήσαν υπεύθυνοι του ίδιου προγράμματος και είχαν τα ίδια συμφέροντα. Και σε τελευταία ανάλυση είχαν και οι δύο την ίδια απεχθή υλιστική νοοτροπία.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Χα! Μπορεί να ήσαν και οι δύο υλιστές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο υλισμός τους ταυτιζόταν. Ο υλισμός του Διδυμίωνα είναι ανατολίτικης προέλευσης, είναι η λατρεία του Μίθρα, του θεού ήλιου, ο ασπασμός της φύσης, της νοτισμένης γης, της ταραγμένης θάλασσας, των ανθέων και των άστρων, είναι η βαθιά πεποίθηση ότι τίποτε έξω από την εμπειρία και το σκηνικό της φύσης δεν μπορεί να έχει σημασία. Ο υλισμός του Διδυμίωνα είναι θεωρητικός, εξευγενισμένος, μεθοδολογικός, επιστημονικός και επιστημολογικός, στη δική του αντίληψη η «ύλη» είναι φιλοσοφική κατηγορία. Αντίθετα ο υλισμός της Αρήτης έρεπε προς τις απολαύσεις και τις καταχρήσεις, ήταν αισθησιακός, από φιλοσοφική σκοπιά χυδαίος, επαναλαμβάνω -από φιλοσοφική σκοπιά – για να μην παρεξηγηθώ. Η Αρήτη δεν είχε κάποιο υψηλότερο στόχο, ούτε κάποια άλλη φιλοδοξία από το να χαρεί και να τρυγήσει τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα, άλλωστε λέγεται Κυρηναϊκή. Είχε πλήθος εραστών, γυναίκες, άνδρες, φυσιολογικούς, βιοσύμφυτους, ολογραφικούς, δεν έκανε διακρίσεις, δεν είχε άλλη επιδίωξη στην καθημερινή ζωή, δεν είχε άλλα σχέδια «ειμή μόνο να ήταν δυνατή μία ευτυχισμένη στιγμή», όπως έλεγε και ο λόρδος Βύρων. Η Αρήτη δεν πίστευε, ίσως και να κορόϊδευε τις μηχανιστικές κατασκευές του Διδυμίωνα. Ούτε βέβαια τη συγκινούσε κάποια ζωή μετά θάνατον, άλλως και επικουρικώς είχε καταλάβει ότι η μετά θάνατον ύπαρξη, που υποσχόταν ο ομόλογός της, ήταν μία αναίσχυντη φενάκη, μία κρεμαστή κολοκύθα. Συντάσσομαι λοιπόν με την Αγχιάλη. Η λυκοφιλία τους ή η κοινότητα συμφέροντος που είχαν δεν ήταν αρκετή ώστε να γεφυρώσει τις θεμελιώδεις διαφορές τους. Ήσαν εχθροί και η εχθρότητα αυτή κάλλιστα μπορεί να οδήγησε στο φόνο!
ΥΠΕΡΙΩΝ: Διάολε, ξέχασα την επιστήμη της σημειωτικής και της σημειολογίας! Μα βέβαια, τώρα μόλις νιώθω να απολεπίζονται οι οφθαλμοί μου, να πέφτουν κάτω τα λέπια της αγνοίας και της εθελοτυφλίας! Η Αρήτη άφησε πίσω της πολλαπλά μηνύματα, προαισθανόμενη ίσως τη δολοφονία της, αλλά εγώ τα αγνόησα. Καλά, είμαι σοβαρός; Φαίνεται ότι η πολυμήχανη αυτή κυρία, που δεν ήξερε πώς να διαθέσει τον ελεύθερο χρόνο της, ηδονιζόταν να στέλνει μηνύματα, συναρπαζόμενη από την αγωνία αν ο αποδέκτης θα μπορούσε να τα αποκρυπτογραφήσει. Θυμάμαι πως, όταν είχα ερευνήσει το γραφείο της, είχε αφήσει τρεις ενδείξεις, που υποδήλωναν ότι ήταν οπαδός του «Ικαρομένιππου» και της ανεξαρτησίας της Νέας Αρκαδίας: Το απομονωμένο τραπέζι- ομοίωμα του τροχιακού σταθμού στο κέντρο μίας έρημης και αχανούς αίθουσας, την τρύπα στο σχεδιάγραμμα του ηλιακού συστήματος και το «πλαγγώνιον αυτόματον», όπου η Νέα Αρκαδία εμφανιζόταν με τις διαστάσεις του Δία. Βέβαια οι λόγοι, για τους οποίους η Αρήτη ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας, διέφεραν από εκείνους του Διδυμίωνα. Απλώς ήθελε να σταθεροποιήσει και να διατρανώσει την πολιτική της ισχύ, δεν είχε κατά νου κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Αλλά… αλλά, τώρα που το σκέφτομαι… η μεγαλύτερη ένδειξη είναι…
(Στο σημείο αυτό ο Υπερίων πήρε μεγάλη ανάσα ή μάλλον εξέβαλε μεγάλο αναστεναγμό).
ΥΠΕΡΙΩΝ: Τις πρώτες μέρες, που είχα εξοκείλει στα σκοτεινά νερά της Νέας Αρκαδίας, είχα πολύ άσχημη ψυχολογία και λόγω του ότι είχα διαπληκτιστεί με τη γυναίκα και τις κόρες μου. Κάποιο βράδυ, ίσως την ίδια μέρα ή την προηγούμενη που συνάντησα εκείνον τον καημένο τον παπα- Σκανδαλόμωρο, κοιμήθηκα στο σπίτι της Αρήτης. Μάλιστα την επόμενη μέρα θυμόμουν χαρακτηριστικά ότι ήμουν αξύριστος και βρομούσαν οι μασχάλες μου. Αλλά κοιμήθηκα σε κρεβάτι! Ήταν το μόνο αντικείμενο που υπήρχε εντός της οικίας, εντός του σειρητίου, του βρόχου ή της ταινίας που περιέβαλλε τον τόπο του εγκλήματος. Όλα τα άλλα αντικείμενα, που ενδεχομένως είχαν υπάρξει στην οικία, είχαν απορροφηθεί υγειονομικά από τους τοίχους στο πλαίσιο πλήρους εξυγίανσης, καθαρισμού και αποστείρωσης. Όμως όχι το κρεβάτι. Σαν να είχε μείνει πίσω, αψευδής μαρτυρία για το ποιος είχε σκοτώσει την κάτοχο του. Ο κράβατος παραπέμπει φανερά στον Ενδυμίωνα, που η δική μου Σελήνη σε κάποιες άλλες Δημιουργίες τον άφηνε να κοιμάται για πάντα για να μη γεράσει.
ΜΗΤΙΔΑ: Εννοείς τον Ενδυμίωνα τον σκηνοθέτη;
ΥΠΕΡΙΩΝ: Όχι, αυτό είναι απλή συνωνυμία. Μη θέλετε πια και την απόλυτη σεναριακή τελειότητα! Είναι φανερό ότι η Αρήτη επιδίωκε να υπονοήσει ότι ο Διδυμίων είναι ο ένοχος και λόγω της ηχητικής ομοιότητας, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλοντάς τον ότι σε κανένα σημείο δεν δικαιούται να εκπροσωπεί τον αριθμό «δύο», διότι ούτε διπλό κόσμο- έναν στη Γη κι έναν στον ουρανό- προσφέρει, αλλά ούτε και η τεχνητή νοημοσύνη του μπορεί να ενισχύσει τους ανθρώπους ως μία δεύτερη φύση, τουναντίον κάθε μηχανική αναβάθμιση αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος στην ενιαία του συνδυαζόμενη ψυχική και σωματική υπόσταση, στο Εν. Μόνο σε μία φύση δύναται να υπαχθεί ο άνθρωπος, στη δική του!
ΜΗΤΙΔΑ: Ναι, αλλά πώς έγινε ο φόνος; Δύσκολο να εξηγηθεί…
ΥΠΕΡΙΩΝ: Τι λες! Τώρα που βρήκαμε τον ένοχο, ο τρόπος διάπραξης του εγκλήματος είναι παιχνιδάκι!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24ο: ΩΡΑ ΑΠΙΕΝΑΙ, ΑΛΛΑ…
Ο στόλος του Σείριου είχε αποκλείσει τη Νέα Αρκαδία, κατ’ εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου των Τιτάνων, του οποίου προϊσταντο ο Ουρανός και η Τηθύς, αλλά και ο Προμηθέας είχε πολύ ισχυρή θέση και επιρροή.
Εκείνη τη στιγμή ο παλαίμαχος και πολέμαρχος του Καυκάσου παρακολουθούσε τον τροχιακό σταθμό από την οθόνη του τιτανικού αστροσκάφους «Χρυσομάλλου Δέρατος» μαζί με τον αιώνιο σύντροφό του, τον Υπερίωνα, καθώς ο Βενοβίνδας, ο αγαπημένος μας «Βέντιστος Βενθύλος», ήταν στη ναφθαλίνη.
«Ήλθε η ώρα της τελικής αναμέτρησης με τον Χειριστάρχη», είπε ο Προμηθέας. «Είσαι έτοιμος;»
«Όσο έτοιμος θα είμαι ποτέ», απάντησε ο Υπερίων. «Όσο να ’ναι μέχρι τώρα αντιμετώπισα αντιπάλους στο πεδίο της μάχης, έναντι των οποίων μπορούσα να επικρατώ με τεχνολογικά τεχνάσματα και επιτεύγματα, αλλά ποτέ έναν αντίμαχο τόσο δαιμόνιο και τόσο διανοητικά ανεπτυγμένο, με τέτοια γνώση των φυσικών και θετικών επιστημών. Διερωτώμαι αν είναι καλύτερος, δηλαδή πιο καταρτισμένος και πιο εφευρετικός από μένα».
«Είναι μεν ιδιοφυία, αλλά υπάρχουν αρκετές χάσκουσες τρύπες στο ψηφιδωτό των γνώσεών του. Θεωρεί το 90 % της γνώσης ως το 100 %. Δεν καταλαβαίνει ότι η επιστήμη δεν είναι μόνο γνώση, αλλά και βούληση. Δεν γνωρίζει ότι υπάρχει λογική αντιστροφή ως προς τον χαρακτηρισμό των επιστημών, ότι δηλαδή οι θεωρητικές έπρεπε να λέγονται θετικές και αντιστρόφως. Νομίζει άρα ότι οι αριθμοί είναι εγγεγραμμένοι στο Σύμπαν, ενώ είναι δικό μας κατασκεύασμα, δυναμικό όμως που προσαρμόζεται στην υφή του περιβάλλοντος. Άρα ο Χειριστάρχης δεν συνδυάζει αντικειμενικά εξωγενή στοιχεία που ανευρίσκει και εξορύττει με τη σκαπάνη του σε ένα μεταλλείο, αλλά στην ουσία καρπώνεται αυτό που κάποιοι άλλοι έφτιαξαν σύμφωνα με το νόμο της εξέλιξης και κάποιοι άλλοι στην πραγματικότητα υπαγορεύουν. Είναι συνηθισμένος να βρίσκει έτοιμα τα δεδομένα σ’ ένα πηγάδι, όπως κάνουν και οι βιοτεχνολογικοί οργανισμοί του, χωρίς να υποψιάζεται την εμπειρία και τον αγώνα αιώνων που προηγήθηκε από όλα τα πλάσματα της φύσης προκειμένου να προκύψουν αυτά τα δεδομένα. Δεν καταλαβαίνει ότι όλα αυτά τα φαινομενικά ανέγγιχτα και μη απτά, όπως είναι το καθήκον, η αυτοεκτίμηση και ο αγώνας για βελτίωση είναι τελικά τα πιο αληθινά μεγέθη. Γι’ αυτόν τα ήθη, τα έθιμα και ο πολιτισμός των τιτάνων, που διασώζεται ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά αέρας κοπανιστός. Θεωρεί -ποιος ξέρει από ποια ηλικία- ότι έφτασε την κορυφή και αρνείται να μάθει, ενώ η δική σου ζωή, φιλοπερίεργε Υπερίων, ήταν πάντα η αειφόρος μάθηση και ανάπτυξη, η τάση προς το άπειρο».
«Πώς τα καταφέρνεις πάντα και λες το σωστό πράγμα, ασυναγώνιστε ψυχολόγε και προπονητή Προμηθεύ; Τι θα γίνονταν οι έρμοι άνθρωποι χωρίς εσένα;», απόρησε ειλικρινά εντυπωσιασμένος και συναισθηματικά φορτισμένος ο Υπερίων.
Μετά τους χαιρετισμούς ήλθε εικόνα από τη Νέα Αρκαδία. Στο αρχηγείο ήσαν συγκεντρωμένοι η Θεανώ Θουρία, ο Φιλογενής με το νέο του βοηθό τον Νισαετό, ο Περκνοπτέρυγος και βέβαια ο Διδυμίων, που με οποιαδήποτε κατάταξη και με οποιοδήποτε σκεπτικό συγκαταλεγόταν στους προύχοντες και τους προεστούς. Μάλιστα έδειξε και τις αρχηγικές του τάσεις, λέγοντας:
«Πω, πω, βλέπω μεγάλη σύναξη συνταξιούχων. Τι γυρεύουν όλα αυτά τα παροπλισμένα διαστημόπλοια και οι γεροπαραλυμένοι κυβερνήτες τους γύρω από τη Νέα Αρκαδία μας;»
«Νέα Αρκαδία», είπε ο Υπερίων. «Σάς μεταφέρω τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου των Τιτάνων και της Διαδικτυακής Συνέλευσης των κατοίκων της Γης. Από σήμερα το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας θεωρείται παράνομο, προκειμένου να ερευνηθεί από ανεξάρτητη επιτροπή επιστημόνων η συμβατότητα του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος με τις νοητικές δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου γενικότερα και του υποσυνειδήτου ειδικότερα. Πολύ φοβούμαι ότι, αν ο Σωκράτης ήταν τηλεπαθητικά συνδεδεμένος, δεν θα μπορούσε να δει εκείνο το ωραίο όνειρο, ότι βρέθηκε στην όμορφη Φθία! Εντός εικοσιτεσσάρων ωρών όποιος φυσιολογικός επιθυμεί, καλείται να εγκαταλείψει τη Νέα Αρκαδία. Θα μείνουν κυρίως οι βιοσύμφυτοι που έτσι κι αλλιώς είναι εντελώς εξαρτημένοι και συνδεδεμένοι άρρηκτα με τον κεντρικό συνθετιστή του βιοτεχνολογικού τροχιακού σταθμού. Η νέα Αρκαδία κηρύσσεται απαγορευμένος πλανήτης και δεν επιτρέπεται να τον προσεγγίζει κανένας μέχρι να εξιχνιαστούν εντελώς οι επιπτώσεις της τηλεπάθειας και της ένταξης των ατομικών συνειδήσεων στον διαστημικό υπερ-οργανισμό».
Η Θεανώ Θουρία διαμαρτυρήθηκε.
«Τι σημαίνει αυτός ο διαστημικός αποκλεισμός; Γη και Σείριε, κάνετε μεγάλο λάθος αν πιστεύετε ότι είμαστε ανυπεράσπιστοι. Έχουμε στη διάθεσή μας την τεράστια ενέργεια και τους ανεξάντλητους πόρους του Μέγα Πλανήτη και μπορούμε να απαντήσουμε σε κάθε πρόκληση… Ο γελοίος αποκλεισμός σας δεν μού λέει τίποτε, μπορώ να διατάξω να ξαμοληθούν μετεωρίτες και αερόλιθοι με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατά της Γης…»
«Θεανώ Θουρία», είπε ο Υπερίων, «έχεις πολύ δουλειά για να καταφέρει η Νέα Αρκαδία να μπει στη μεγάλη αδελφότητα των πολιτισμένων κρατών. Τι θα έλεγες αν σού έλεγα ότι αυτή την στιγμή συναποφασίζεις σε κορυφαίο επίπεδο με ένα κοινό δολοφόνο και αυτός είναι ο Διδυμίων; Ανυποψίαστη, σανο-δίαιτη Θουρία, η διοίκησή σου είναι τόσο αποτυχημένη, ώστε έχει αφήσει το φίδι να εισχωρήσει στις τάξεις των οραματιστών ιδρυτών του τροχιακού σταθμού. Παρεμπιπτόντως, σού ανακοινώνω ότι περάτωσα την έρευνά μου σχετικά με την υπόθεση που μού είχατε αναθέσει. Σάς καλώ να συλλάβετε τον Διδυμίωνα για το φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής».
«Τι είναι αυτά που λες, μάστορα, τρελάθηκες;»
«Μη τολμήσεις ξανά να με αποκαλέσεις μάστορα. Εγώ είμαι υψηλόβαθμος αξιωματικός του Αστροστόλου, ενώ εσύ συλλαμβάνεσαι. Φύλακες της ασφάλειας, προσέξτε γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ανάπηρος… Φιλογενή, αν πιστεύεις σε όσα κάναμε μαζί στις υποθέσεις του Μνησιπήμονα και του Πυρίσπορου, αν αναπολείς το πώς δουλεύαμε με σύμπνοια και αυτοματισμούς παρά τις διαφορετικές καταβολές μας, αν με εμπιστεύεσαι μετά από όσα κάναμε μαζί, αν θυμάσαι τις συζητήσεις μας, ότι η λέξη “εμπιστοσύνη” είναι η πεμπτουσία του πολιτισμού των τιτάνων, αλλά και ότι ο αιφνιδιασμός είναι η επιτομή της αστυνομικής δράσης, δώσε κλωτσιά στο αναπηρικό καροτσάκι του Διδυμίωνα τώρα!».
Ο Φιλογενής, που μετά από τόσες κακουχίες, αντιξοότητες και περιπέτειες είχε μάθει να σέβεται το ένστικτο και την διαίσθηση του Υπερίωνα, έδωσε την κλωτσιά.
Το καροτσάκι αναποδογυρίστηκε, αλλά ο κάτοχός του στάθηκε με θαυμαστό αντανακλαστικό τρόπο όρθιος, ενώ η κουβέρτα γλίστρησε από τα πόδια του στο πάτωμα.
«Χα, χα», γέλασε ο Υπερίων, «αποτελεί κλασικό εύρημα των εγκληματιών το να παριστάνουν τους ανάπηρους. Το συγκεκριμένο τέχνασμα το είχε αναλύσει και η περίφημη αστυνομική μυθιστοριογράφος Άκανθα του Χρήστου στην “Αυλαία”».
Το πρόσωπο του Διδυμίωνα έγινε στρεβλό και βλαισό προσωπείο μίσους, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν σαν πυρακτωμένα κάρβουνα. Έπεσε βέβαια στο πάτωμα, αλλά ήταν πια αργά για να κερδίσει τις εντυπώσεις.
«Το κατάλαβα», συνέχισε την εξομολόγηση- ανάλυση ο Υπερίων, «όταν η Φαιναρέτη δίστασε να μού απαντήσει για την αιτία της υποτιθέμενης αναπηρίας του Διδυμίωνα. Θέλω όμως να σε ρωτήσω κάτι, εσύ που φιλοδόξησες να είσαι το αντίθετο του Αριστοτέλη. Ξέρει η ευνοούμενή σου, η Φαιναρέτη, ότι εσύ σκότωσες την Αρήτη;».
Ο Διδυμίων έμεινε αναποφάσιστος και δίβουλος για μια στιγμή, έτσι ξαπλωμένος στο δάπεδο καθώς ήταν, και αγκάλιασε τα γόνατά του.
«Θα μπορούσα ακόμη και τώρα να αρνηθώ τα πάντα, αλλά ένα από τα χαρακτηριστικά μου είναι πως, όταν ο αντίπαλος με έχει περικυκλώσει με επιστημονικά δόκιμες μεθόδους, θεωρώ κάτω από τη δική μου αξία να υποτιμήσω τη νοημοσύνη του. Έχεις δίκιο λοιπόν, Υπερίων, δεν τής το είπα ποτέ, γιατί πάντα προσπαθούσα να την προστατεύσω από τη δυσμενή συστοιχία των συνθηκών, τις οποίες υπέστη ως νεαρή. Είναι ένα λάθος, που διαπράττουν όλοι οι πατεράδες, και θέλω να πιστέψεις ότι πραγματικά θεωρώ τη Φαιναρέτη κόρη μου. Στην αρχή βέβαια ασέλγησα κι εγώ στο κορμί της, πράγμα για το οποίο μετανιώνω και θα μετανιώνω σε όλη μου τη ζωή…να παραβιάσω αυτό το άσπιλο αλαβάστρινο ή μάλλον εβένινο κάστρο… Όμως είμαι ευγνώμων, σε ποιον; … στον ίδιο μου τον εαυτό για την εξέλιξή της. Εκπάγλου καλλονής, εύθραυστη και δυστυχής, όμορφη αλλά και πικρή, όπως η Μύριαμ, η μητέρα του Ιησού. Είναι αληθινό θαύμα ότι απ’ αυτή την ερειπωμένη ύπαρξη αναδύθηκε μία πλήρης και τέλεια γυναίκα! Δεν ήθελα με τίποτε να τη λερώσω και πάλι, να τη χώσω στην κινούμενη άμμο των νεανικών της χρόνων. Δεν περιμένω να το καταλάβεις αυτό, τεχνολόγε παραπληροφορημένε ελληνόστροφε, αλλά πρόκειται για αυτό που εμείς οι βουδιστές ονομάζουμε Ντάνα. Εσείς οι εξωτικοί ξέρετε και πιπιλάτε μόνο το Κάρμα και το Νιρβάνα, άντε και λίγο το Ντάρμα. Όμως το Ντάνα σημαίνει την ευσπλαχνία εκείνη, όπου κάποιος προσφέρει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση».
Όλοι τόσο στη νέα Αρκαδία όσο και στον πολιορκητικό στόλο είχαν μείνει άναυδοι από την αβίαστη ομολογία του Διδυμίωνα.
«Αλλά πώς με κατάλαβες; Νομίζω πως είχαμε συμφωνήσει ότι κάθε κάτοικος της Νέας Αρκαδίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχε κίνητρο και ευκαιρία να ξεπαστρέψει την Αρήτη».
«Σίγουρα κανένας δεν τη συμπαθούσε, ούτε ο Μνησιπήμων, ούτε ο Πυρίσπορος, ούτε ο Ικαρομένιππος, ούτε ο Φιλογενής, ούτε η Λασθίνια, ούτε η Υπαρχία, ούτε η Θεανώ Θουρία, ούτε και κανένας άλλος. Ήταν η απόλυτη υλίστρια και δεν πίστευε ούτε στις σόλες των παπουτσιών που φορούσε. Το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας ήταν γι’ αυτήν ένα διανοητικό πείραμα που τής εξασφάλιζε προνόμια και αναγνώριση, καθώς και κυριαρχία έναντι όλων. Όμως κατά ένα περίεργο τρόπο τα κίνητρα όλων των προαναφερθέντων … μνηστήρων για τον φόνο δεν ήσαν αρκετά έντονα για να τον δικαιολογήσουν. Οι παράλληλες επιδιώξεις των σημαντικών παραγόντων της Νέας Αρκαδίας, που συνίσταντο σε ένα Νέο Σύμπαν, η εκμετάλλευση των όντων του Δία για μία βελτιωμένη έκδοση της Λήμνιας Σφραγίτιδας, η ανεξαρτησία του τροχιακού σταθμού, η αντίσταση κατά της Γης και του Σειρίου, το λαθρεμπόριο, η καταδίκη του τηλεπαθητικού εμφυτεύματος σύμφωνα με τις διδασκαλίες της Παποπατριάρχισσας κ.λπ., όλα αυτά εξυπηρετούνταν μια χαρά με την παρουσία της Αρήτης και κάλλιστα μπορούσαν να συνεχιστούν υπό την αιγίδα της. Εσύ όμως είχες εξειδικευμένα κίνητρα, που αντέβαιναν στην ίδια την ύπαρξη της Αρήτης. α) Γιατί αυτή ήξερε ότι το πολύτιμο τσιπάκι σου ήταν ασύμβατο προς τις ονειρικές και υποσυνείδητες δυνατότητες του ανθρωπίνου εγκεφάλου, ότι ήταν ένα είδος θανάτου του υποκειμένου και μηχανιστικού αναδιπλασιασμού του, και δεν είχε καμία αναστολή να το αποκαλύψει δημοσίως. β) Διότι το εμμονικό σχέδιό σου να παρουσιάσεις κάτι το αντίθετο, ισάξιο όμως ή και υπέρτερο σε σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό εμποδιζόταν από τη Αρήτη, που ήξερε πολύ καλά τις δυνατότητες, αλλά και τις ελλείψεις της τηλεπαθητικής σύνδεσης που ευαγγελιζόσουν. γ) Γιατί εσύ ο ίδιος πιστεύεις στη μετά θάνατο ζωή όσων κοινωνήσουν το εμφύτευμα και το πλασμώδιο του Λαβεράνου και δεν ήθελες να μετάσχει η Αρήτη σ’ αυτήν! Η Αρήτη ήταν η Ύβρις, η Άτη, η Νέμεση και η Τίσις σου, μια γυναίκα με την οποία διαρκώς διαφωνούσες ριζικά και αμετάκλητα, γιατί σού έκανε οδυνηρή εντύπωση το γεγονός ότι δεν είχε κανένα σκοπό, στόχευε απλά και μόνο να περνάει καλά, κάτι που επ’ ουδενί δεν μπορούσες να αποδεχτείς. Γνώριζες βέβαια ότι η Αρήτη έπασχε από κίρρωση του ήπατος και θα πέθαινε σε λίγους μήνες. Σύμφωνα με τη συμφωνία και το συμβόλαιο των βιοσύμφυτων θα έπρεπε και αυτή να μεταφερθεί και να αντιγραφεί στο νευρώδες υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας. Αλλά αυτό θα ήταν καταστροφή για τη δική σου ηγεμονία μέσα στο νευρωνικό δίκτυο του αχανούς πλανητικού οργανισμού, γιατί αυτή η αναθεματισμένη εγωίστρια είχε τη δυνατότητα να σε ανταγωνιστεί και να βασιλεύσει αυτή στο πολύτιμο νευροφυτικό και βιοτεχνολογικό φέουδό σου! Γι’ αυτό λοιπόν έπρεπε να λιώσεις το κρανίο της με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, ώστε κανένας νευρώνας του εγκεφάλου της να μη γλιτώσει και να μην επιβιώσει για μία μελλοντική επανεκκίνηση σε ένα άλλο ψηφιακό περιβάλλον. Έπρεπε να σμπαραλιάσεις, να (τσαλα-) ποδοπατήσεις το μυαλό της σαν πατσαβούρα ή στυππείον, για να τής στερήσεις την αθανασία ή τέλος πάντων το είδος της αθανασίας, που εσύ ο ίδιος είχες πατεντάρει ως ευρεσιτεχνία».
Ο Διδυμίων κοιτούσε το άπειρο πλέον και μονολογούσε.
«Εμείς δεν δίνουμε πολλή βάση στο υποκείμενο, όπως εσείς, φοβικέ και μυγιάγγιχτε Υπερίων, δεν είμαστε τόσο εγωιστές όσο εσείς οι κεντρικοί του χάρτη, ούτε τόσο θρασείς να αποδίδουμε αθάνατη ψυχή στην κοσμικά αμελητέα κουκίδα της ύπαρξής μας. Η φιλοδοξία κάθε Ανατολίτη είναι να συγχωνευθεί με τη φύση, με τον ουρανό, τον ήλιο, τα δέντρα και με όλο αυτό το στερέωμα, όπου η μοίρα μάς έταξε να ζούμε, γιατί λοιπόν να μην συνενωθώ με κάτι πολύ πιο προσωπικό, κάτι που ο ίδιος έχω φτιάξει για να ενθρονίσω μέσα τον εαυτό μου; Πέραν από τον κίνδυνο που υπήρχε να αποκαλύψει η Αρήτη στο ευρύ κοινό τον κάπως μηχανικό χαρακτήρα της μεταθανάτιας ένταξης στο υπόστρωμα της Νέας Αρκαδίας, ότι τελικά θα μεταφερόταν στα τεράστια αγγεία και στις τερατώδεις συνάψεις μόνο μία στατική εικόνα της προσωπικότητας, γιατί η δυναμική διαδικασία είναι αλίμονο ασύνοπτη και μη δυνάμενη να ανακεφαλαιωθεί, υπήρχε και κάτι άλλο εξίσου απευκτέο. Λόγω της ασθένειάς της αναμενόταν να πεθάνει πριν από εμένα, μετά μεγίστης πιθανότητας έχοντας προσχεδιάσει και αυτή τη μεταβίβασή της στο νευροφυτικό σύμπλεγμα- υπόστρωμα, διότι γνώριζε το πλήρες δυναμικό του. Θα πεις γιατί να το κάνει αυτό; Με τη ψυχολογία που είχε ήταν ικανή να το κάνει απλά για να σπάσει πλάκα ή για να με υπονομεύσει εμένα. Και αν το έκανε αυτό, θα εγκαθιστούσε μία δικτατορία, όπου θα έκρινε αυτή σε ποιον θα απονείμει το δώρο της μεταθανάτιας ζωής, θα είχε την υπέρτατη εξουσία που είχε ποτέ κάποιος, θα εγκαθίδρυε ένα κλειστό τυραννικό ιερατείο. Αντίθετα, εγώ είμαι ενσυνείδητος βουδιστής και θα παρείχε τη δυνατότητα αυτής της έστω και λίγο άκαμπτης ή στατικής αθανασίας σε όποιον μού τη ζητούσε. Ακόμη και η πρόταση που έκανα σε σένα να με ακολουθήσεις στα έγκατα και τα εσώψυχα της Νέας Αρκαδίας, ακατάδεκτε και σνομπιστή Υπερίων, ήταν καλοπροαίρετη και ειλικρινής στο πλαίσιο του ήδη προειρημένου Ντάνα. Και αυτή τη δυνατότητα εξακολουθώ να την παρέχω σε όλους τους κατοίκους της Νέας Αρκαδίας. Όσο κι αν απαξιώσετε τις έρευνές μου και συκοφαντήσετε το τηλεπαθητικό εμφύτευμα, δεν θα μπορέστε ποτέ να ακυρώσετε το εύρος και την εμβέλεια της ανακάλυψης αυτής. Ανακάλυψη άραγε ή εφεύρεση, τέλος πάντων αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης. Στο σημείο αυτό μάλιστα ξεχνώ τους τιτάνες και απευθύνομαι σε σένα, κυβερνήτρια Θεανώ Θουρία. Η δολοφονία της Αρήτης είναι κάτι για το οποίο θα δικαστώ, αλλά μπορώ ακόμη και από τη φυλακή να διευθύνω το πρόγραμμα της Νέας Αρκαδίας και να διαχειριστώ την προοπτική της μετά θάνατον ζωής. Να ξέρετε ότι, ενώ θα μπορούσα δικτατορικά να απαγορεύσω τη μεταβίβαση στο νευρικό υπόστρωμα οποιουδήποτε δεν μού άρεσε, δεν θα το κάνω αυτό. Δεν είμαι αυθαίρετος όπως η Αρήτη, δεσμεύομαι από το Ντάνα. Αλλά για να ελέγξω τη ροή, τη διοχέτευση και την παροχέτευση της μετά θάνατον ζωής θα έπρεπε να ήμουν ο πρώτος που θα έφτανα εκεί, καταλαβαίνετε; Ο φόνος δεν ήταν παρά ένα μέσον για ένα σκοπό απίστευτα ευρύτερο κι υψηλότερο. Μόνο με εμένα στο θρόνο του διανομέα, θα ήμουν σίγουρος ότι αυτό το θείο δώρο (μου) θα μοιραζόταν δίκαια χωρίς να αποκλείεται κανένας από τη θεία εύνοιά μου. Θα ήμουν καλοπροαίρετος τύραννος και μάλιστα είχα προβλέψει ώστε αυτή η πρωτοκαθεδρία μου, αυτή η ανεξέλεγκτη εξουσία μου να είναι μεταβατική περίοδος και να μη διαρκέσει για πάντα, διότι σιγά- σιγά με την προσθήκη νέων προσωπικοτήτων στο νευρικό υπόστρωμα θα γινόμασταν ένα ενιαίο πάνθεον, μία συλλογικότητα πνευμάτων που θα εμπλουτιζόταν διαρκώς σε μία οργιώδη και οργιαστική επαύξηση αθανασίας!»
Η Θεανώ Θουρία κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα το παραλήρημα του δυστυχούς τρελού. Γενικά επικρατούσε αιδήμων σιωπή στην αίθουσα του Διευθυντηρίου της Νέας Αρκαδίας.
«Ο σκοπός δεν αγιάζει, απλά χρωματίζει και καθορίζει τα μέσα, έτσι ώστε να είναι ίδια με αυτόν κι από την άλλη δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Τιτανική διδασκαλία πρώτης Δημοτικού», ψιθύρισε ο Προμηθέας στον Υπερίωνα.
«Είναι ευκαιρία να μάθουμε τα πάντα, διατηρώντας τον σε διάλογο τώρα που το στόμα του άνοιξε σαν τον πίθο των Δαναΐδων και δεν κλείνει», αντιγύρισε ο Υπερίων.
Απευθυνόμενος στον Διδυμίωνα είπε:
«Και βέβαια επιβεβαιώνεις ακράδαντα ότι η Αρήτη δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να διανείμει- απονείμει την αθανασία».
«Με ειρωνεύεσαι τώρα, είρων; Σίγουρα οι έρευνές σου σού έδειξαν το πραγματικό πρόσωπο της Αρήτης. Μια γυναίκα που εκπορνεύει την ίδια την εικόνα και ομοίωσή της, δηλαδή τη Φαιναρέτη! Μία γυναίκα που δεν σέβεται το ίδιο της το σώμα και το εκθέτει σε κάθε λογής καταχρήσεις! Που δεν ανέχεται σε καμία περίπτωση απόψεις αποκλίνουσες από τη δική της! Μη μού πεις ότι θα έστεργες, χαζοχαρούμενε Υπερίων, να εμπιστευθείς σε ένα τέτοιο άτομο την ίδρυση ενός νέου πολιτισμού! Στην πραγματικότητα η μεταφυσική δεν ενδιέφερε καθόλου αυτή τη μέγαιρα. Ήταν από τους ανθρώπους που χαίρονται περισσότερο τη φυσική ζωή παρά τη ζωή του πνεύματος. Το μόνο σχέδιο που τη συγκινούσε ήταν ένα είδος Ικαρομένιππου, δηλαδή η πολιτική ανεξαρτησία της Νέας Αρκαδίας, να διαθέτει για λογαριασμό της ένα φορολογικό παράδεισο, όπου θα μπορούσε να απολαμβάνει τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό, αυτό το σιχαμένο όνειρο της εγκοσμιοποίησης».
Δεν χρειάστηκε καν να υποβάλει την κρίσιμη ερώτηση ο Υπερίων, κάποιος άλλος από την ομήγυρη έφτασε αυθόρμητα και αβίαστα σ’ αυτήν, σύμφωνα με την εξωπραγματική αληθοφάνεια που χαρακτηρίζει αυτήν την ιστορία: «Καλά πώς εξηγείται η δολοφονία μέσα σ’ ένα τόσο προστατευμένο περιβάλλον, όπως ήταν η οικία της Αρήτης;»
Ο Διδυμίων χαμογέλασε πικρά. Ούτε καν έλαβε υπόψη του εκείνον που ρώτησε, είχε μάτια μόνο για τον διανοητικό του αντίπαλο, τον Υπερίωνα. Η λάμψη της παλιάς ακλόνητης αυτοπεποίθησης και απεριόριστης αλαζονείας φώτισε πάλι στιγμιαία τους οφθαλμούς του.
«Τελικά τα πας πολύ καλά, μάστορα. Ίσως να σε υποτίμησα λίγο. Νόμιζα ότι βρήκα σε σένα κατάλληλο έδαφος ειρωνευτώ, αλλά ο είρων είσαι εσύ, αφού γνωρίζεις περισσότερα από όσα δείχνεις μ’ αυτό το ανέκφραστο πρόσωπό σου. Για πες μας λοιπόν, αφού φαίνεται ότι τα ξέρεις όλα, πώς το έκανα;»
«Όπως γνωρίζουν όλοι οι ερευνητές της αστυνομίας, άπαξ και βρεθεί το κίνητρο, η εύρεση του τρόπου εκτέλεσης είναι πανεύκολη. Είχες καλλιεργήσει για πολλά χρόνια την εικόνα του ανάπηρου, γνωρίζοντας ότι αυτή σού έδινε πρόσθετες δυνατότητες και ευχέρειες και κυρίως το πλεονέκτημα του απόλυτου αιφνιδιασμού. Ζήτησες από την Αρήτη να μεταφέρει στο δωμάτιό της το ολόγραμμά σου, το οποίο εσύ εξ αποστάσεως διηύθυνες. Ο μηχανισμός μετέφερε αυτόματα το ολόγραμμά σου ως πιστό αντίγραφο του σώματός σου, συνεπώς χωρίς την αναπηρία, την ύπαρξη ή μη της οποίας κανένας δεν είχε ούτε λόγο να υποπτευθεί, ούτε αφορμή να ψάξει. Μέχρι εδώ, καλά. Στη συνέχεια τής είπες ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το υλικό της Λήμνιας Σφραγίτιδας. Ίσως είχες μαζί σου κάποιο φακό, κάποιο καταγραφέα ή άλλο όργανο που προσέδιδε αληθοφάνεια στην πρόθεσή σου να διαπιστώσεις ή να επισημάνεις κάτι στο βασικό υλικό απ’ όπου περνούν όλοι οι αισθητήρες, οι ηλεκτρομαγνητικοί αγωγοί πλάσματος και όλες οι οπτικές ίνες του πληροφοριακού δικτύου της Νέας Αρκαδίας. Τής είπες να διατάξει την αποκόλληση ενός υλικού κομματιού από τον τοίχο, προκειμένου να διατυπώσεις τις παρατηρήσεις σου. Ύστερα τής είπες να υλοποιήσει το ολόγραμμά σου, ώστε να μπορείς να αγγίξεις και να χειριστείς το υλικό. Η Αρήτη είχε μία γενική καχυποψία όσο αφορούσε εσένα, τής είχες γίνει αναμφίβολα ένα είδος έμμονης ιδέας, γιατί ήξερε ότι εσύ είσαι ο βασικός της αντίπαλος στη Νέα Αρκαδία, κυρίως από διανοητική σκοπιά. Ίσως ήταν αυτός ο λόγος που άφηνε το κρεβάτι της αναφομοίωτο από τους τοίχους κάθε μέρα. Ήταν μία υπόμνηση, ένας σπάγκος δεμένος στο δάκτυλο, ότι εσύ ήσουν η κύρια μέριμνά της, μία διαρκής υπενθύμιση της Νέμεσής της, όπως ήταν το “Δέσποτα μέμνησο των Αθηναίων“ , που ο Δαρείος είχε αναθέσει σε έναν δούλο να τού το επαναλαμβάνει κάθε μέρα για να μη το ξεχνάει. Δεν είχε όμως κανένα λόγο να αμφιβάλει για την αναπηρία σου, ήταν από τα δεδομένα που έχει κάποιος για χρόνια συνηθίσει και τα θεωρεί αυτονόητα. Μόλις λοιπόν πήρες στα χέρια σου το ξεκολλημένο τμήμα του τοίχου, σηκώθηκες ως δια μαγείας από το αμαξίδιο και με επανειλημμένα κάπως μοχθηρά και εκδικητικά χτυπήματα τής έλιωσες το κεφάλι, όπως μόνο ένα κινούμενο βαρύ και αμβλύ αντικείμενο επιδρά, όταν πλήξει μία ακίνητη, πιο μαλακή και εύκαμπτη, οστέινη εν προκειμένω επιφάνεια. Γνώριζες βέβαια ότι όλα τα στοιχεία που αφορούσαν την ολογραφική προβολή θα απορροφώνταν έπειτα αυτόματα με την καθιερωμένη διαδικασία υγειονομικής ταφής και οικολογικής ανακύκλωσης από την οργανική μάζα της οικίας και δεν θα απέμενε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο».
«Το έκανα αυτό, έ; Ξέρεις εκείνη τη στιγμή δεν δικαιούσαι να διστάσεις, πρέπει να χτυπήσεις με αποφασιστικότητα», είπε μονολογώντας πάλι ο Διδυμίων.
«Χο- Σιγκχάι ή Τσιγκχάι, άλλως Διδυμίων, που αρέσκεσαι να αποκαλείσαι και Χειριστάρχης, συλλαμβάνεσαι για το φόνο της Αρήτης Κυρηναϊκής», είπε τότε ο Φιλογενής περνώντας τις κλασικές χειροπέδες. «Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου ενώπιον ποινικού τιτανικού δικαστηρίου.»
Ακολούθησε αρκετή ώρα αμηχανίας και σιωπής, παρότι το κύκλωμα επικοινωνίας συνέχιζε να παραμένει ανοιχτό μαζί με μετάδοση εικόνας μεταξύ της Νέας Αρκαδίας και των πλοίων του διαστημικού αποκλεισμού.
«Κυβερνήτρια Θουρία», έσπασε τελικά τη σιωπή ο Προμηθέας, «τι σκοπεύετε να κάνετε με την υποτιθέμενη διαδικασία ενσωμάτωσης στο σώμα της Νέας Αρκαδίας μετά θάνατον;»
«Δύσκολε ερώτηση, πυρφόρε Προμηθεύ, διότι συνδέεται με τη φύση μας πλέον ως βιοσύμφυτων. Έτσι κι αλλιώς είμαστε εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον και όλοι μαζί από τον κεντρικό συνθετιστή του σταθμού. Το πείραμα πέτυχε αλλά έχει και συνέπειες! Πέτυχε; Όλοι εμείς οι βιοσύμφυτοι, που θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος ανθρώπου απόλυτης σύμπνοιας και απόλυτης διεπαφής, ζούμε άραγε ή μήπως αυτοκτονήσαμε χωρίς να το καταλάβουμε, όταν τοποθετήσαμε το τηλεπαθητικό τσιπάκι; Εδώ δεν είναι σίγουρη ούτε η Νέα Αρκαδία ότι ζει, αυτός ο πανίσχυρος οργανισμός που μάς περιβάλλει και μάς προσδίδει το αίσθημα της ασφάλειας. Πρέπει να εξερευνήσουμε και να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας και τη νέα συνθήκη της ύπαρξής μας. Αν οι εμπειρίες μας έχουν γίνει μηχανοποιημένες και ψηφιοποιημένες αδρανείς εικόνες, ίσως είναι στο χέρι μας να αποκτήσουμε καινούρια βιώματα πιο ζωντανά. Έστω και αν είναι λίγο τρομαχτικό, όταν η Νέα Αρκαδία καταβροχθίζει έναν αστεροειδή, δεν είναι κι αυτό μία εμπειρία που έχει όλη την αγριότητα και την ηδονή των αντίστοιχων ανθρώπινων ή μήπως η ταχύτατη περιστροφή της στο Σύμπαν δεν περιέχει μία αύρα εσπερινή; Μία λύση υπάρχει, να συμβιβαστούμε με τους τωρινούς εαυτούς μας και να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και τις αισθήσεις μας δεκτικές για καθετί νέο και μελλοντικό!»
«Σ’ αυτό σάς εύχομαι καλή τύχη. Πάμε, Υπερίων, θα έλεγα στον Ιαπετό να μάς διακτινίσει, αλλά έχει κι αυτός συνταξιοδοτηθεί. Γυρίζουμε στη Γη».
Ο Υπερίων όμως έμεινε ακίνητος και αμίλητος.
«Μη μού πεις, θα το μαντέψω», είπε ο Προμηθέας, «τη στιγμή που όλοι οι φυσιολογικοί φεύγουν από την Νέα Αρκαδία, εσύ αντίθετα θα πας να μείνεις εκεί».
«Δεν έχω άλλη διέξοδο, παλιέ φίλε. Τα απεικάσματα της οικογένειάς μου ζουν εκεί κι εμείς οι τιτάνες φροντίζουμε πάντα την εικόνα μας. Έχω υποχρέωση ακόμη και στις ανταύγειες της Ευρυφάεσσας, της Ηούς και της Σελήνης, έτσι έχουμε μάθει εμείς οι τιτάνες να λειτουργούμε και το σύνταγμά μας είναι τόσο γενναιόδωρο, ώστε έχει θέση και περιθώριο και για τους βιοσύμφυτους και για τους φωτονικούς, ακόμη και για τους μηχανικούς Τάλω, αρκεί βέβαια να ασκούν τις αρμοδιότητές τους να μην απειλούν και να μην εγείρουν αξιώσεις επί της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα όμως υπό την τιτανική διεύθυνση έχει τη δύναμη να παραμείνει ανεξάρτητη και ηγεμονική έναντι των ίδιων των δημιουργημάτων της, αλίμονο αν ήταν αλλιώς! Αλλά πέραν αυτών, μήπως δεν έχω υποχρέωση και έναντι της Φαιναρέτης, εφόσον είχα αυτή τη βιοτική σχέση μαζί της; Και δεν θα ήταν λιποταξία και συμπεριφορά δειλού τρέσα, άνανδρος πους τις λαγουδόκαρδου, αν απέφευγα να αντιμετωπίσω τη σύγκρουση, την αντίφαση και την ασυμβατότητα των συναισθημάτων μεταξύ αυτής και της Ευρυφάεσσας; Έτσι είμαστε εμείς οι τιτάνες, δεν τολμάμε ποτέ να διεκδικήσουμε δικαιώματα, αν δεν έχουμε ματώσει και δεν έχουμε σκίσει προηγουμένως τα αγγεία και τις φλέβες μας εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις μας και ποτέ κανείς δεν ξέρει πού μπορεί να χρησιμεύσει ένας τιτάνας. Θέλουν εδώ οι βαριά χτυπημένοι από τη μοίρα και πεσμένοι στον τάπητα της παλαίστρας βιοσύμφυτοι να φτιάξουν μια καινούρια κοινωνία, ενώ είδαν σήμερα την αλαζονεία τους να συντρίβεται, το ίδιο το θεμέλιο της ύπαρξής τους να κλονίζεται, να αμφισβητείται αν είναι καν ζωντανοί. Είμαι ο μόνος που γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον ότι η νέα κοινωνία που εγκυμονείται είναι ήδη κηλιδωμένη και στιγματισμένη κι αυτή η γνώση αυξάνει την ευθύνη μου. Ο παράδεισος της Νέας Αρκαδίας κυοφορεί ήδη το φίδι που θα τον καταστρέψει. Μόνο εγώ μπορώ να πω στα παιδιά που παίζουν στους κήπους ότι είναι γυμνά».
Ο Προμηθέας μελαγχόλησε και ένα δάκρυ σχεδόν σχηματίστηκε εκεί που συνήθως λήμη μόνο υπάρχει.
«Πας μονάχος στο στόμα του λύκου, άφοβε και αμετανόητε επόπτη αλλά και φροντιστή των ανθρώπων. Υποθέτω από τις λεπτομέρειες του σχεδίου σου ότι δεν πρόκειται να σε ξαναδούμε. Τα έργα, οι ταινίες και τα μυθιστορήματα δεν τελειώνουν συνήθως έτσι. Κανονικά θα έπρεπε να πούμε ότι η ιστορία που ζήσαμε είναι η αρχή μίας καινούριας φιλίας και όχι το τέλος».
«Ας μη μιλάμε στην ύψιστα τεχνολογική εποχή μας για οριστικούς αποχαιρετισμούς. Και η φιλία εξ ορισμού δεν έχει ποτέ ένα τέλος, αλλά μόνο μια νέα αρχή ή νέες αρχές σ’ αυτή ή στις επόμενες Δημιουργίες».
Και τραβά πάλι μπροστά- προς τη δόξα ίσως, προς την αυτογνωσία μέσω των άλλων σίγουρα – ο μέγας Υπερίων.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- ΑΦΙΞΗ
- ΒΡΟΤΟΙ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΙΟΙ (αθανάτιοι)
- ΓΕΝΕΣΗ
- ΔΟΜΟΣ
- ΕΡΕΥΝΕΣ
- ΖΩΗ
- ΗΡΑ
- ΘΟΥΡΙΑ
- ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ
10.ΚΑΤΕΠΑΝΩ
11. ΛΑΣΘΙΝΙΑ
12. ΜΝΗΣΙΠΗΜΩΝ
13. ΝΑΟΣ ΒΕΝΟΒΙΝΔΑΣ
14. ΞΕΝΟΙ
15. ΟΑΡΙΣΤΥΣ
16. ΠΥΡΙΣΠΟΡΟΣ
17. ΡΟΗ
18. ΣΚΑΝΔΑΛΟΜΩΡΟΣ
19. ΤΟΡΓΟΣ ΤΡΑΧΗΛΙΩΤΟΣ
20. ΥΠΕΡΙΩΝ- ΥΠΑΡΧΙΑ
21. ΦΑΙΝΑΡΕΤΗ
22. ΧΕΙΡΙΣΤΑΡΧΗΣ
23. ΨΕΥΔΗ
24. ΩΡΑ ΑΠΙΕΝΑΙ, ΑΛΛΑ…
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Benford Gregory, Cosm
Clarke Arthur, Medusa
Dick Philip, Colony
Pohl Fredric, The Gateway Trilogy
