Το Α’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, LL. M. Γερμανίας, με τίτλο: “PROTITAN ή ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ”.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ

Υπό Σταμάτη Γιακουμή

Αφιερώνεται στον γόνο της Κρήτης Αντώνη Γιάνναρη, τον μεγαλύτερο γνώστη της ελληνικής γλώσσας όλων των εποχών.

«Ουκ έστιν ουδέν κρείσσον ή νόμοι πόλει καλώς τιθέντες. Ότε γαρ ασθενέστερος, ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει, νικά δε ο μείων τον μέγαν δίκαιον έχων»[1] (Ευριπίδης)

«Σωκράτης έλεγεν, εί τις εν θεάτρω υποκηρύττοι ανίστασθαι στους σκυτοτόμους, εκείνους μόνους αναστήσεσθαι, ομοίως εί τους χαλκοτύπους, τους υφάντας, τους άλλους κατά γένος. Εί δε τους φρονίμους ή δικαίους, πάντας αναστήσεσθαι. Και έστιν εν βίω βλάπτον μάλιστα το ανοήτους όντας τους πολλούς οίεσθαι φρονίμους είναι». [2]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1:

UPANISHAD Ή ΣΥΜΠΑΝΤΙΣ ΕΞ ΑΔΟΥ Ή OCCIDENT EXPRESS

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ : Αθηνά= Ahana 

Άξων=  axa

Άστυ = austa

Βους = gaus

Δόμος= damas

Ερμής = Saram

Ζυγός = juga

Θεός = Dyaus

Θύρα = duara

Όις (πρόβατο) = auis

Ουρανός = Varuna

Πλοίον = plava

Ποσειδών= Idaspati

Προμηθεύς = Pramantha

Ταύρος = stura

Χην = hansa

MHTIETA: Χαμένος κόπος αγαπητή μου Μνημοσύνη. Ό,τι και να κάνεις, δεν θα μπορέσεις να αναστείλεις την όλο και αυξανόμενη απόκλιση των δύο γλωσσών, που κάποτε ήταν μία. Είναι αλήθεια ότι οι θρυλικοί V-eno- V-inda ήταν κάποτε ένα ενιαίο έθνος και  κατοικούσαν στη μυθική Aryavartha των υψιπέδων του Παμίρ. Και είναι εξίσου αλήθεια ότι εμείς οι Ένο ή Έκο ή Έλο (οπαδοί του Ενός – Ekagrammati, δηλαδή εγγράμματοι προσηλωμένοι στο αντικείμενο – Έλληνες)  βαρεθήκαμε τη μοιρολατρία των ‘Ιντου  και πήραμε των ομματιών μας. Τόσα χρόνια περιπλανώμαστε στις αφιλόξενες στέπες, πολεμώντας με χάλκινα τόξα και βέλη εναντίον βαρβάρων  ψάχνοντας το γαλανό ενός καινούριου Σύμπαντος, μακριά από το κίτρινο και το γκρίζο του χώματος. Γι’ αυτό άλλωστε και η αποστολή μας, όπως πολύ καλά γνωρίζεις, λέγεται «Συμπαντίς εξ Άδου» ή «Σύμπαν εξ Άδου», λέξη με την οποία αποκατέστησα το θλιβερό Upanishad, που στην πραγματικότητα ήταν οι ψίθυροι των αργόσχολων σοφών μεταξύ τους, διδασκαλίες ξεπνοημένες και νερόβραστες, που κανένα δεν ενέπνεαν πια. Αντί λοιπόν να κάνεις μίζερη καταγραφή λογιστάκου, ύμνησε καλύτερα τα κατορθώματά μας, με τα οποία αλλάξαμε, όχι μόνο τη μοίρα του ανθρωπίνου γένους, αλλά και την ίδια την όψη του.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ: Τώρα «έννεπε» μούσα και «άοιδε» θεά για τη μεγαλύτερη εκστρατεία όλων των εποχών, που ξεκίνησε από τα πιο ψηλά βουνά και κατεύθυνε τις στρατιές της εκεί που δύει ο ήλιος, για τη πιο ένδοξη μετανάστευση, τη μόνη, που δεν έγινε από ανάγκη, αλλά από αγάπη για τον άνθρωπο και την επιστήμη. Σ’ αυτή την ασύλληπτη εκστρατεία, ο αρχηγός μας Μητίετα έδειξε όλα τα χαρίσματά του. Κυρίως όμως ως απόλυτος ηγέτης του ανθρωπίνου γένους, με τις μαγικές δυνάμεις του λόγου που κατέχει, διαμόρφωσε στην κυριολεξία τον άνθρωπο, επεμβαίνοντας απευθείας στην εξέλιξη, όχι μόνο του πνεύματος (εδώ δεν μιλάμε αόριστα), αλλά πρωτίστως του σώματος μέσω της εκάστοτε κατάλληλης  λέξης  ή μέσω της ενδεδειγμένης λεκτικής μεταβολής.  Κάνε μου όμως τη χάρη και συνέχισε εσύ Ευρυνόμη, αφού εσύ τον βοήθησες καθοριστικά στον πρώτο μεγάλο αγώνα, που δώσαμε. 

ΕΥΡΥΝΟΜΗ:  Στο ταξίδι μας αντιμετωπίσαμε διαδοχικά τους Κύκλωπες, τους Έλλοπες και τους Εκατόγχειρες. Ως αρμόδια υποστράτηγος για την αντιμετώπιση των πρώτων, έχω να πω τα εξής. Κατά τα γνωστά η πρώτη έκφραση του πνεύματος, καθώς αυτό αντικρίζει τον κόσμο για πρώτη φορά,  η  πρώτη εκδήλωση του ανθρώπινου νου είναι αναμφίβολα η πρόσληψη ιδιοκτησίας, ο κανονισμός ορίων εντός των αγρών, η οριοθέτηση με γεωδαιτικές γραμμές, η νομή, η κατοχή.  Στη δραστηριότητα αυτή διακρίθηκαν μεν, το παράκαναν δε οι Κύκλωπες. Έκτισαν φράχτες «κύκλω» γύρω-γύρω από τα σπήλαιά τους, όπου και εγκλώβισαν τα αιγοπρόβατά τους. Αποτέλεσμα να ζουν αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλον, έχοντας μόνο ένα μάτι στραμμένο προς τα ενδότερα της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να τούς ενδιαφέρουν ποσώς οι συνάνθρωποί τους. Εγώ όμως είμαι η Ευρυνόμη, συνδέομαι με τον περιβάλλοντα χώρο, διευρύνω τα σύνορα  και τείνω να εξαπλωθώ σε ολόκληρη την οικουμένη, έτρεξα λοιπόν καθ’ υπόδειξη του Δία και έβαλα φωτιά στους φράχτες, ώστε οι Κύκλωπες να σπάσουν την απομόνωσή τους και να στραφούν προς την κοινωνία. Συ δε, Μητίετα, με τις μαγικές σου δυνάμεις με συνέδραμες, πες ο ίδιος πώς.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Από τη λέξη advaita, που σημαίνει μη διαφοροποίηση, μη διαίρεση και συμβόλιζε το άβατον της ιδιοκτησίας για τους Κύκλωπες έφτιαξα τη λέξη «βάση», ότι δηλαδή είναι η βάση και το θεμέλιο της κοινωνίας και όχι ο τελικός σκοπός.  Επίσης συνδύασα τη λέξη maya, που είναι η ψευδαίσθηση της πολλότητας των υλικών αγαθών, και τη λέξη raja (βασιλεία) δημιουργώντας τη λέξη maya-raya (μαχαραγιάς!), που σημαίνει μοίρα. Μοίρα όμως ως αναλογία, ως μερίδιο που απορρέει από τις πράξεις μας, η ακριβής υλική διευθέτηση προϋποθέτει συνειδητή δραστηριότητα.  Αυτό φαίνεται ακόμη πιο έντονα από τη μετατροπή της λέξης praktiti (ύλη) σε «πράξη». Η ύλη από μόνη της είναι αδρανής, μόνο με την επεξεργασία και την ειδοποιία αποκτά αξία. Η εξέλιξη, διαμόρφωση και εκλέπτυνση του προϊόντος, καθώς και η εν μέρει θέση του στην υπηρεσία των άλλων συνιστά την κοινωνική του διάσταση, η οποία βαίνει παράλληλα με την κοινωνική ευθύνη του νομέα. Αυτόματα με τις ενέργειές μου αυτές, οι Κύκλωπες απέκτησαν και άλλο μάτι, μία άλλη οπτική, και έτσι τώρα όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα μάτι στραμμένο στις ιδιωτικές και ένα μάτι στις δημόσιες υποθέσεις.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ: Σειρά μου τώρα, διότι στην επόμενη ιστορική φάση εγώ με τις εννέα κόρες μου, τις μούσες, έπαιξα πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκστρατεία. Όταν οι φράχτες και τα σύρματα στα λιβάδια καταργήθηκαν, άρχισαν αλίμονο οι πόλεμοι, διότι οι άνθρωποι είχαν πάψει μεν να είναι αδιάφοροι Κύκλωπες, παρέμεναν όμως Έλλοπες (με έλλειψη λόγου και ομιλίας). Εγώ λοιπόν, που αποστολή μου είναι να φυλάττω τις λέξεις εντός του αχανούς μου αρχείου, εκστράτευσα εναντίον τους και τούς κατενίκησα μαζί με τις εννέα γοητευτικές μου θυγατέρες, που μεριμνούν για τη διάδοση των τεχνών. Μέσα από τον πόνο τούς υποχρέωσα να ανακράξουν και να μιλήσουν, κατά συνέπεια δε να επικοινωνήσουν και μεταξύ τους, ώστε να βρουν ποιες είναι οι κοινωφελείς εκείνες αρχές, πάνω στις οποίες θα μπορούσε να στηριχτεί μία ειρηνική διαβίωση. Βέβαια ο Μητίετα ήταν εκείνος, που πάντα από ψηλά διεύθυνε επιτελικά τις επιχειρήσεις μας.

ΜΗΤΙΕΤΑ:  Ήταν τότε που αναίρεσα την κεραυνοπληξία, που είχε καταστήσει τους Έλλοπες μουγκούς και είπα ότι η λάμψη και ο κεραυνός που φώτιζαν το πρόσωπό τους (Abhasa) δεν ήταν κάτι το θετικό, αλλά «αφασία», που έπρεπε να αντικατασταθεί από την ομιλία. Επίσης είπα ότι οι Έλλοπες έπρεπε να πάψουν να θεοποιούν τους βράχους (Brahman), που χτυπούσαν οι κεραυνοί, και να δώσουν σημασία στο προσωπικό τους «άτομο» και το προσωπικό τους «ατμό», που είναι συνάμα και η ιδιαίτατη ψυχή τους (Atman). Και εμείς οι Έλληνες καταγόμαστε από τους βράχους, αλλά δεν τούς θεοποιούμε. Εξήγησα , για να μη τα πολυλογούμε, ότι το καθαρό περιπλανώμενο πνεύμα (Purusha), πρέπει να οριοθετηθεί σε «παρουσία», προκειμένου να σωθεί. Κι έτσι οι Έλλοπες έβγαλαν στόμα και μίλησαν.

ΘΕΜΙΣ: Σίγουρα όμως τον πιο δύσκολο και απαιτητικό πόλεμο τον διεξήγαγα εγώ εναντίον των Εκατόγχειρων, που πίστευαν ότι ήσαν αυτάρκεις, επειδή είχαν εκατό χέρια. Τούς έδειξα ότι η αυτονομία είναι φενάκη , ότι δεν χρειάζεται να έχει κανείς εκατό χέρια, όταν μπορεί να οργανώνεται είτε σε μικρότερους, είτε σε μεγαλύτερους οργανωτικούς σχηματισμούς, τούς αποκάλυψα τι σημαίνει οικογένεια, κοινωνία των συναλλαγών, απονομή Δικαιοσύνης ενώπιον δικαστηρίων, εταιρεία, σωματειακή ένωση, αστυνομία, διοίκηση, βουλή, κυβέρνηση, κράτος.  Βέβαια δέχθηκα από τον Μητίετα στον αγώνα μου αυτόν τη μεγαλύτερη δυνατή  βοήθεια και καθοδήγηση.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Το κυρίαρχο στοιχείο είναι πάντα η δράση σε αντίθεση με τη μοιρολατρία. Κατάργησα τα Karma και τα Dharma, τα πεπρωμένα και τους δρόμους τους και στη θέση έβαλα το «άρμα», που συμβολίζει όχι τόσο τον πόλεμο, όσο το να αρματώνεται κανείς και  να παίρνει τη μοίρα στα χέρια. Συναφώς από τη moksha, που είναι η μεταφυσική επιθυμία για λύτρωση κατασκεύασα την «άμαξα», που συνοδεύει τον λαό μας σε απίστευτες περιπέτειες. Έδωσα βάση στη λέξη soma, που ήταν αναθυμίαση φυτού, θυμίαμα ηττοπαθούς και ατελέσφορης τελετουργίας και την έκαμα πράγματι «σώμα», που είναι ο υπέρτατος συνδυασμός πνεύματος και ύλης, που μάς οδηγεί στις μάχες και δομεί τα επιτεύγματά μας, εμείς δε το διαμορφώνουμε με τη γλυπτική των ιδεών και της κρίσης μας. Συνέθεσα τη λέξη «ελευθερία», που είναι ότι πιο πρωτότυπο έχει δει το φως της ημέρας, είναι μία απόκλιση απειροελάχιστη, αλλά εξελικτικά απόλυτα καθοριστική σε σχέση με την παθητική shila- tirtha, την αδιάφορη επιλογή του εκάστοτε δρόμου,  το αδιέξοδο, την α- πορία.   Παντού και πάντοτε ώθησα το λαό προς τη δράση, τη δημιουργία, τη σύνθεση. Λες, Θέμις, να τα θυμηθεί όλα αυτά η Ιστορία; 

ΘΕΜΙΣ: Μα και βέβαια Μητίετα Ζευ.  Ας σιωπήσουμε όμως τώρα κι ας απολαύσουμε τα γαλανά φιορδ της Γης της Επαγγελίας, όπου μετά από τόσους αγώνες και περιπλανήσεις μάς οδήγησες. Πόσο μικρά και χαριτωμένα είναι όλα και ανάλογα με το μέγεθος του ανθρώπου. Τα κύματα, οι βλαστοί, οι βράχοι.

ΕΥΡΥΝΟΜΗ: Τώρα όμως μόλις σκέφτηκα ότι, ναι μεν εμείς κατά τη διάρκεια των εκστρατειών μας εξολοθρεύσαμε και μετατρέψαμε τους Κύκλωπες, τους Έλλοπες και τους Εκατόγχειρες, στην Ινδία όμως θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

ΜΗΤΙΕΤΑ: Μην ανησυχείτε. Ήδη προφητεύω ότι ένας απόγονός μας θα ενεργήσει αντίρροπα και θα διασχίσει  την αντίθετη πορεία  από τη Δύση πάλι προς την Ανατολή και θα τούς αναμορφώσει. Θα είναι το Αλεξι-κέραυνο και το Αλεξι- βρόχιο της ανθρωπότητας  απέναντι στους μουγκούς μονόφθαλμους θεούς με τα πολλά χέρια. 

  (Προπαγανδιστικό φυλλάδιο, που μοιραζόταν από τους οπαδούς του Δία στον πληθυσμό της Γης).

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2:

ΙΛΙΟΝ, ΤΡΟΙΑ, ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ, ΗΩ, ΤΙΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ

Αν νομίζετε ότι η Ελένη ήταν η μόνη πρωταθλήτρια ομορφιάς της αρχαιότητας κάνετε λάθος. Λίγη ήταν η Ηώ, δεινή πολεμίστρια,  που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία;  Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, προικισμένη με εκτεταμένες ερωτογόνες ζώνες, – πώς αλλιώς να πούμε ότι ήταν πληθωρική;  – το είχε παρακάνει με τους εραστές. Γνωστά είναι τα όργια που έκαναν με τον πλατυμέτωπο και σχοινοτενή Ωρίωνα στη Δήλο. Πέραν τούτου, είχε ερωτευθεί σφόδρα και τον Γανυμήδη, τον εκπάγλου ωραιότητας αυτόν νεανία, αλλά πρόλαβε και τον άρπαξε- απήγαγε ο Δίας (και τον έκανε δορυφόρο του). Οι ορμές όμως της γερής, σφριγηλής και άλκιμης Ηούς παρέμεναν ανικανοποίητες, δυσχερώς ξεδιψώσες, και ο επόμενος στόχος της ήταν ο Τιθωνός, ένας φέρελπις εύμορφος σεμνός νέος, γιος του Λαομέδοντα, βασιλιά της Τροίας, και της Στρυμούς, της κόρης του ποταμού Σκάμανδρου, που είχε την τάση να βγαίνει από την κοίτη του, άμα τού έσπαγαν … τα ούμπαλα.   

          Βέβαια, ξεκινώντας από τα στοιχειώδη, είναι γνωστό το μυθολογικό δεδομένο ότι ο Πάρης απήγαγε την Ελένη και την έφερε στην Τροία. Αυτό που οι πολλοί δεν γνωρίζουμε είναι ότι η πρώτη κατάληψη της Τροίας δεν έγινε από τους Αχαιούς – Δαναούς (και δώρα φέροντας), αλλά από τον υπερμυώδη («μποντμπιλεντερά» κατά την πιο πετυχημένη ελληνική απόδοση) Ηρακλή κατά τη διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας, όταν ο βασιλιάς της Τροίας Λαομέδων δεν τού έδωσε τα άλογα, που τού υποσχέθηκε ο Δίας ως ανταμοιβή για τη συνεισφορά του στην απαγωγή Γανυμήδη.    

          Απ’ όλα τα παραπάνω καταλαβαίνετε ότι είναι γραφτό η ιστορία μας να ξεκινήσει από την Τροία. Κι από πού αλλού άραγε να ξεκινούσε μία ιστορία, ει μη μόνον από την αρχετυπική μήτρα και αφετηρία κάθε ιστορίας; «Έπος Τρωικόν ουκ εκ του διδύμου ωού άρχεται, αλλά εν μέσω των πραγμάτων». Δεν ξεκινάμε δηλαδή από τα αβγά, εκ των οποίων εκπήδησαν η ωραία Ελένη και οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, ούτε από την αρχαία Αίγυπτο, όπου πολλοί άμοιροι μεθοδολογίας δικαστές κατευθύνουν τα έρμα πραγματικά περιστατικά, αλλά από την ύφανση, την πλοκή, τη δράση, την αξεδιάλυτη εμπλοκή με τα πράγματα.

          Τι είχε συμβεί όμως στην Τροία τότε- δηλαδή προ του Τρωικού πολέμου; Ο τότε βασιλιάς Λαομέδοντας, όπως λέει και το όνομά του, είχε αφιερώσει τα «μήδεα» – σκέψη στο λαό του, στο βαθμό που τα κατείχε (Συναφές το «αυτόματον» – αυτό + μήτις-, θυμηθείτε τον μητιέτην Δία του προηγουμένου κεφαλαίου). Σχεδίαζε λοιπόν να χτίσει ένα τεράστιο τείχος, που να προστατεύει την Τροία στον αιώνα τον άπαντα, όπως οι σύγχρονοι Έλληνες πολιτικοί καταγίνονται με το τείχος του Έβρου, που θα προστατεύει την Ελλάδα μέχρι να γίνει ο ήλιος λευκός ή κόκκινος νάνος – να μια ευγενής φιλοδοξία! Είχε αναθέσει το σχετικό έργο στον πιο αναγνωρισμένο μηχανικό και αρχιτέκτονα της εποχής, τον Δαίδαλο, που είχε ως δεξί του χέρι το γιο του Ίκαρο. Ποιος ήταν ο Δαίδαλος; Απαγγέλλουμε το σχετικό εδάφιο από το «Ξεκινώντας από το Μηδέν», που αναπαριστά την πλήρη Τιτανομαχία. Εν ολίγοις λόγοις το πλέγμα των πραγματικών περιστατικών έχει ως εξής: O  Ποσειδώνας έστειλε στον Μίνωα περικαλλή ταύρο για να τον πάρει πίσω ύστερα ως θυσιασμένο σφάγιο. Ο Μίνως όμως λυπήθηκε την ομορφιά του ταύρου, τόσο άλκιμου και ισχυρομελούς ώστε έβγαζε καπνούς από τη μύτη, και τον έπεμψε στα βουκόλια. Όθεν ο Ποσειδών εν τη υπερτάτη ασοφία του, εντελώς μικροπρεπής όπως όλα τα όντα της σκουληκότρυπας,  τον μεν ταύρο εξαγρίωσε, στη δε μεγαλόσωμη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη ενέβαλε κνίδωση ακατανίκητη και σεξουαλική επιθυμία ασίγαστη για ταυροκαθάψια, αν καταλαβαίνετε το υπονοούμενό μου. Μη γνωρίζοντας όλα αυτά ο Μίνωας ανέθεσε στον Δαίδαλο να κατασκευάσει μέγιστη ξύλινη βου, όμοια με αληθινή ώστε να την αφιερώσει στον Ποσειδώνα και να τον εξευμενίσει για την υπεξαίρεση του πραγματικού ταύρου. Ο Δαίδαλος λοιπόν που εκτός από περίοπτος εφευρέτης ήταν και πολύ οικονόμος κατασκεύασε την ξύλινη μοσχάρα κενή με τεχνοτροπία δούρειου ίππου κι εκεί μέσα έλαβε χώρα η απίστευτη συνεύρεση του μέγιστου ταύρου με την νταρντάνα Πασιφάη εν αγνοία του ανύποπτου συζύγου, ο οποίος απορούσε για το πώς η ξύλινη βους χοροπηδούσε πέρα- δώθε πάνω στα άσπαστα αγόνατα πόδια της, όχι απλά ως ζωντανή αλλά και ως φρενιτιώδης τετράποδη πλην ξυλοπόδαρη Μαινάδα προς τέρψη του Ποσειδώνα και των λοιπών παρισταμένων! Απ’ αυτή την ένωση του ωθούντος προωθητικού ταύρου με την δεκτική Πασιφάη προέκυψε ο Μινώταυρος, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Το θέμα είναι ότι ο Δαίδαλος ήταν ένας διαπραγματευτής- πραγματευτής, πολύ πρακτικός και πολύ συναλλακτικός κι έτσι πρέπει κανείς να τον βλέπει. Όλα αυτά τα πραγματολογικά στοιχεία είχαν προηγηθεί της τωρινής μας ιστορίας, αν μπορεί να νοηθεί χρονική διαδοχή στο Σύμπαν των τιτάνων.

    Ο σαματάς από τους εργάτες, οι οποίοι είχαν το κακό συνήθειο να δουλεύουν στα τείχη από τα χαράματα, ξύπνησε την Ηώ, που ως ένδοξη αναγνωρισμένη Τιτανίδα φιλοξενούνταν στα καλύτερα δώματα του παλατιού, προσωπικά προσκεκλημένη και εγκατεστημένη από τον Λαομέδοντα με την ιδιότητα του μαικήνα και του αμφιτρύωνα. Εμποδιζόμενη σοβαρά να χουζουρέψει στα σκεπάσματα ως συνήθως, είπε να τούς διαολοστείλει από το παράθυρο, αλλά μετά σκέφτηκε αυτό που ισχύει σε κάθε εποχή, ότι δηλαδή υπάρχουν οι προνομιούχοι και οι μη, και ότι οι πρώτοι θα πρέπει να είναι μεγαλόψυχοι έναντι των δεύτερων, αυτονόητη γενναιοψυχία, που δυστυχώς ούτε αυτή υπάρχει στην δική μας εποχή, αναγνώστη.

«Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη τ’ όνειδος»[3], σιγοψιθύρισε τα λόγια του Επαμεινώνδα, που δεν βαρυγκόμησε, όταν ο Δήμος Θήβας τον έβαλε να σπάει πέτρες και να διεκπεραιώνει καθήκοντα οδοποιίας, αυτόν τον μέγα στρατηγό. 

Η Ηώ ψηλάφησε τα μαξιλάρια και τα τσαλακωμένα σεντόνια δίπλα της (πείτε τα καλύτερα «διακλασμένα, διαλυγισμένα ή που έχουν κατακαμφθεί, γιατί στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε το «τσ»). Διαπίστωσε ότι ο Τιθωνός είχε φύγει ήδη από το πρωί πριν λαλήσει ο πετεινός και πριν εγερθούν καν οι υπηρέτριες, λες και έχει κάνει κάτι κακό, λοίδορο ή υβριστικό. Είχε γλιστρήσει σαν κυνηγημένος μέσα στη νύχτα και διαμέσου των οδών και των παρόδων, και μάλιστα των λιγότερο φωτισμένων, όπου έφτανε μόνο η ανταύγεια μίας λυχνίας ή ενός δαυλού, να μην τον δει κανένα μάτι. Έλεος με τη σεμνοτυφία αυτού του παιδιού. Ήθελε πολύ δουλειά για να χαρεί τον έρωτα και η Ηώ σκεφτόταν αν άξιζε τον κόπο να τον διδάξει. Κατέληξε ότι είχε πίσω της πολλούς θορυβώδεις και διονυσιακούς οργασμούς και ότι η απολλώνεια ηδονή της διδασκαλίας τής προσέφερε περισσότερη ικανοποίηση- ή ότι η ικανοποίηση της διδασκαλίας τής προσέφερε περισσότερη ηδονή, αν προτιμάτε.    

Ο Τιθωνός είχε τη γοητεία του θλιμμένου και του ηττημένου και με την ανάγκη προστασίας που εξέπεμπε, διήγειρε όλα τα μητρικά ένστικτα της Ηούς. Ευτυχώς υπάρχει και αυτή διέξοδος για τους άνδρες που δεν έχουν προικισθεί ιδιαίτερα από τη φύση και δεν κάνουν για σεξεργάτες. Τώρα όμως η μνήμη της μέσω της στοιχειώδους και θεμελιώδους γνωστικής λειτουργίας της συγκρίσεως πήγε στον Ωρίωνα, τον μεγαλύτερο εραστή που είχε ποτέ. 

Ο Ωρίων ήταν κυνηγός και ναύτης έμπειρος. Είχε μία μεγάλη κεφάλα που τον βοηθούσε να επιβάλλεται στις γυναίκες κουνώντας το δεξιά και αριστερά κατά τη διάρκεια του σεξ σαν αρσενικός γάτος. Μέσα στη βλακώδη αγαθοσύνη του πήγε να λάβει γυναίκα ονόματι Σίδη, που νόμιζε ότι είναι ομορφότερη από την Ήρα, τόσο ευάλωτος ήταν απέναντι στα γυναικεία θέλγητρα, αλλά και τόσο τυφλός για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Κατόπιν ήλθε ο Ωρίων στη Χίο προς τον Οινοπίωνα για να ζητήσει γυναίκα τη θυγατέρα του Μερόπη και εκείνος τον τύφλωσε καθ’ υπόδειξη της Ήρας και τον παράτησε στην παραλία, ύστερα όμως γιατρεύτηκε από τον ήλιο. Ύστερα ερωτεύτηκε και είχε δεσμό με την Άρτεμη κ.λπ. Τέλος πάντων περιπέτειες είχε πολλές κι είχε διαβεί πολλές κορυφές, αναζητώντας πάντα ένα καινούριο ουράνιο τόξο. Αλλά για να μη τα πολυλογούμε κι επειδή έχουμε κουραστεί να αντιγράφουμε προηγούμενα έργα δικά μας και άλλων, περισσότερα για τον Ωρίωνα μπορείτε να μάθετε στο «Ξεκινώντας από το Μηδέν», όπου περιγράφεται η πλήρης Τιτανομαχία. Εν κατακλείδι, έχοντας από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να περπατά στη θάλασσα, ενώ έκανε βόλτες πεζός στο πέλαγος γύρω από τη Δήλο, η κεφάλα του φαινόταν από μακριά ως επίζηλο και περιζήτητο σημείο σκοποβολής, οπότε ο Απόλλων προκάλεσε την Άρτεμη, αν μπορούσε να στοχεύσει το σημείο εκείνο από τον Όλυμπο. Αυτή μη γνωρίζοντας την πανουργία τον στόχευσε και τον φόνευσε. Αυτόν τον τρόπο του διαζυγίου αλά ιταλικά διάλεξε ο Απόλλωνας για να διακόψει τον δεσμό της αδελφής του, την έβαλε δηλαδή να σκοτώσει η ίδια τον σύντροφό της. Τέτοια δυστυχώς ήταν η διαστροφή των Ολύμπιων που παρίσταναν τους θεούς!

Η Ηώ σύρθηκε μέχρι το μπαλκόνι, αναμέρισε τα αραχνούφαντα παραπετάσματα και εξήλθε στο αμυδρό φως του πρωινού (όχι του πρωινάδικου).  Βαθύς χειμώνας κυριαρχούσε και οι παρούσες της κρύωναν, εφαπτόμενες των παγωμένων μαρμάρων, καθόσον μάλιστα είχε και το βίτσιο να περπατά ξυπόλυτη. Κοίταξε το στερέωμα που αιχμαλώτιζε αυτόν τον ταλαίπωρο πλανήτη. Όπως σε κάθε Δημιουργία το είχαν φτιάξει οι Τιτάνες με αλλεπάλληλους καταστερισμούς για να προσφέρουν έμπνευση στους ανθρώπους από τις ιστορίες των αστερισμών, δυστυχώς όμως το χρησιμοποιούσαν οι Ολύμπιοι για να εγκλωβίζουν τον κόσμο εν είδει ζωολογικού – και όχι επικούρειου – κήπου.  

Άραγε, αν παρατηρούσε κανείς τη Γη από κάποιο παράθυρο του στερεώματος, πώς θα φαινόταν; Μία σφαίρα γαλάζια και γκρίζα, όπου οι ισημερινοί και οι μεσημβρινοί διασταυρώνονταν όχι νοερά, αλλά σκιερά, επειδή αντιστοιχούσαν στις πλάκες της διονυσιακής ή διονύσιας σφαίρας (αναγνώστη, εσύ μάλλον γνωρίζεις τον αναγραμματισμό “Dyson”), που περίκλειε και περιέβαλλε ολοκληρωτικά το διάστημα της Γης. Πράγματι η σφαίρα αυτή, που είχε όλα τα προσόντα να ονομαστεί από τους επιστήμονες Α.Μ.Δ. «Ανωμάλως Μέγιστη Δομή», αποτελούνταν από συρταρωτές, εγκιβωτισμένες εντός αλλήλων πλάκες, που δημιουργούσαν ένα τακτικό παραλληλόγραμμο υπόδειγμα σαν ένα σύνολο προσαρμοσμένων κρυστάλλινων τετράγωνων ή ρόμβων. Αν θέλετε κι άλλες πληροφορίες, αχόρταγοι αναγνώστες, η σφαίρα είχε διάμετρο δέκα δευτερόλεπτα φωτός και για να έχετε μία παραστατική εικόνα κατάλληλη για εξαγωγή συμπερασμάτων, αφού η γεωγραφία είναι η βάση της γεωπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να χωρέσει σ’ αυτή τη δομή τον ίδιο τον ήλιο και να έχει ακόμη αρκετή ελευθερία να κινεί τους αγκώνες του. Δεν θα ηδύνατο να συμπεριλάβει και τη Γη μέσα στο σχήμα αυτό, διότι η απόσταση μεταξύ Γης και ηλίου είναι οκτώ λεπτά φωτός, που σημαίνει πενήντα φορές την ακτίνα της σφαίρας. Αλλά βέβαια αν έβαζε κανείς τη Γη στο κέντρο της κοιλότητας αυτής, που ήταν και το ζητούμενο, θα υπήρχε πολύς χώρος για την περιστροφή του φεγγαριού ακόμη και στις πιο μακρινές στιγμές του μέλλοντος, λίγο πριν αυτό απαγκιστρωθεί από τη βαρύτητα του δορυφορούμενου φύλακά του και αυτονομηθεί ως ελεύθερο ουράνιο σώμα στην άπειρη σιγαλιά του διαστήματος. Μα υπήρχε λοιπόν διάστημα πέρα από τις κρυστάλλινες σφαίρες των Τιτάνων; Nαι πάντα υπήρχε αυτή η υποψία. Η διονυσιακή σφαίρα λοιπόν, όπως ο κατακτητής Διόνυσος καταχρηστικά μετονόμασε το στερέωμα των τιτανικών καταστερισμών, ήταν το καταθλιπτικό περίβλημα και το δεσμωτήριο της Γης, αυτό που εξασφάλιζε την απόλυτη κυριαρχία των Ολύμπιων, που κυβερνούσαν έχοντας ως συμμάχους και υποτακτικούς τις τεχνητές νοημοσύνες και όλες τις παραφυάδες τους.

Αυτό που έκαναν οι Ολύμπιοι και ειδικά ο Απόλλων στον Ωρίωνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σε εποχές μη πολιτικής ορθότητας μεγάλη «πουστιά». Έψαχνε να βρει ένα ωραίο όνομα ελληνικό για να εκφράσει και να χαρακτηρίσει αυτή την αισχρή παγίδα που είχε στήσει ο Φοίβος στον αγαπημένο της, ίσως «αισχρότητα» να ήταν το πιο κατάλληλο, αλλά ακόμη καλύτερα «θηριωδία», διότι ήταν μία διαβολική πράξη, όχι μόνο πέραν του ανθρώπινου, αλλά και του ζωώδους. Σκεφτόταν την ημέρα, όπου ο Ωρίων αποφάσισε να πάει εκείνη τη μοιραία βόλτα με τα μακριά του πόδια που περπατούσαν στη θάλασσα και το βήμα των επτά μιλίων που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις. Είχε φορέσει την απαστράπτουσα πανοπλία του ως στολή εξόδου, που αντανακλούσε τις ακτίνες του ηλίου – αμάν πόσες φορές έχει γραφτεί αυτή η κοινότοπη έκφραση στην Ιστορία της λογοτεχνίας-, δεν είχε όμως καλύψει τη μεγάλη κεφάλα του με κράνος, ούτε καν με ένα καπέλο της προκοπής ή τον μάλλινο νυκτικό του πίλον, διότι τού άρεσε να τού ανακατεύει ο άνεμος τα κατσαρά «ουλότριχα» μαλλιά. Και τα μαλλιά αυτά ήσαν τόσο πολλά και τόσο γενναιόδωρα θυσανωτά, ώστε ανέμιζαν από τους ώμους ως χαίτη επιβήτορα. Η Ηώ τον παρακολούθησε με καμάρι, καθώς δρασκελούσε τις Σκαιές Πύλες και πήγαινε προς τη Δύση με τον ήλιο του πρωινού στην πλάτη, μία κατεύθυνση ξεχασμένη στους Έλληνες από τότε που οι Τούρκοι κατέλαβαν τα παράλια της Μικράς Ασίας σε κάποια χρονολογία και κάποια Δημιουργία, καθόσον μάλιστα έκτοτε προτιμούν να περιπατούν ως νεκροζώντανοι σχεδόν μηχανικά και χωρίς ερωτηματικά προς τη Μεγάλη και πολυπληθή Ανατολή. Τα εύστροφα σβέλτα πόδια του – ολίγον στραβά, απ’ αυτά που βοηθούν πολύ τους ακροβολισμένους πλαγιοκόπους υπερφαλαγγιστικούς επιθετικούς του ποδοσφαίρου- τον μετέφεραν στον αέρα κατά τρόπον, ώστε εξαφανίστηκε γρήγορα, έχοντας ως στήριγμα τη λάμψη, την αίγλη και το σφρίγος της νιότης του. Αλλά αλίμονο ο Ωρίων έμελλε να σβήσει ξαφνικά εκείνη την ημέρα, χωρίς να το καταλάβει και ίσως αυτό να ήταν μία παρηγοριά. Το εκτοξευμένο από τεράστια απόσταση βέλος της Άρτεμης τού συνέτριψε το κρανίο. Ποιος ξέρει τι σκέψεις έκανε εκείνη τη στιγμή και αν είχε κάποια αίσθηση της βίαιης εκπόρθησης του εγκεφάλου του, της εξαγωγής των οφθαλμών του από τις κόγχες και του αιματηρού τέλους του.

       Λες να σκεφτόταν τη τοξότρια Άρτεμη, που χωρίς τη θέλησή της τον εκτέλεσε; Λες να είχε σχέση μαζί της; Αυτό βέβαια δεν ήταν ασήμαντο και σίγουρα θα πείραζε την Ηώ. Ίσως αν επιβεβαιωνόταν, ο εγωισμός της αν επαναστατούσε και η αγάπη να μετατρεπόταν σε μίσος σύμφωνα με τη γνωστή ηλεκτροχημική διαδικασία, που είναι τελικά κάπως χαμηλού επιπέδου για τη σιδερένια λογική των τιτάνων, που κηρύσσει ότι αγάπη υπό προϋποθέσεις δεν είναι αγάπη, ότι ο αγαπημένος δεν άλλαξε επειδή αποκαλύφθηκε ένας παράνομος δεσμός του, αλλά ότι είναι το ίδιο άτομο που ξύπνησε δίπλα στο μαξιλάρι σου το πρωί. Από την άλλη όμως, αν σού έχει αποκρύψει κάτι, δεν σημαίνει ότι ένας εντελώς άλλος άνθρωπος απ’ αυτό που νόμιζες; Ίσως η λύση είναι να συνεχίζεις να τον αγαπάς αλλά από μακριά, ελπίζοντας πάνω απ’ όλα να μπορέσει ο ίδιος να τα βρει με τον εαυτό του, να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Όπως και να ‘χει, η κατάληξη ήταν τέτοια, ώστε οι παραπάνω σκέψεις να είναι αλυσιτελείς. Ο θάνατος καθαγίασε τον Ωρίωνα και θα έμενε πάντα στο φαντασιακό της Ηούς ως ο ιδανικός και άξιος εραστής, ως ο τέλειος άνδρας, αν αυτό μαζί με την ανδρεία εξακολουθεί να συγκροτεί μία έννοια στην τρελή εποχή μας – κι εδώ ας μάς επιτρέψει ο αναγνώστης να μη διευκρινίσουμε αν εννοούμε την εποχή των τιτάνων ή τη δική μας εποχή. Και τώρα ήταν νεκρός, σβησμένο φεγγάρι σπασμένο σε κομμάτια, και σάπιζε μέσα σε τάφο. Το φεγγαροπρόσωπό του τώρα θα έχει γίνει ερημωμένο κάστρο, ένα χυδαία και φιλήδονα χαμογελαστό κρανίο, τα γαλανά μάτια του είχαν λιώσει σε πατημένο στέαρ και άλειμμα, τα κόκαλά του είχαν γίνει σκόνη, λωρίδες φρυγμένου ζαρωμένου κρέατος είχαν αποσυρθεί από τα αποψιλωμένα ζυγωματικά του προς τα πίσω, όπως γίνεται στα τυμπανιαία πτώματα των θυσιασμένων ζώων. 

Θυμήθηκε η καημένη η Ηώ την κηδεία του Ωρίωνα και πόσοι είχαν συρρεύσει για να θρηνήσουν τον αδικοχαμένο νέο, θύμα των γυναικών, που δεν υπέπεσε σε άλλο αμάρτημα ή παράπτωμα, αλλά μόνο στο «ότι πολύ ηγάπησε». Βέβαια η πλήρης αλήθεια είναι ότι πέραν του έρωτά του εντάχθηκε σε ένα υψηλότερο επίπεδο πολιτικής σκοπιμότητας και συνομωσιών εξουσίας, χωρίς να έχει ιδέα, και γι’ αυτό σπρώχτηκε στον όλεθρο. Τι αφελείς που είναι οι άνδρες, ιδιαίτερα εκείνοι που είναι προικισμένοι από τη φύση για τη γενετήσια διαδικασία, γεγονός που τούς αρκεί και δεν τούς δίδει ικανή αφορμή να σκεφτούν περισσότερο για το άτομό τους και την θέση του στην κοινωνία. Πάντως, δεν είχε παράπονο από τη συμμετοχή του αρχαίου κόσμου. Όλοι ήσαν εκεί, εκπρόσωποι των Αχαιών, αφού μιλάμε για εποχή προ του Τρωικού πολέμου πριν να αρχίσει η «αναθεωρητική» εισβολή, όπου οι διπλωματικές σχέσεις ήσαν ακόμη αδιατάρακτες, η Αίθρα, μητέρα του Θησέα, ο Ηρακλής, πάντα ταλαιπωρούμενος και αμφιταλαντευόμενος μεταξύ Μεγάρας και Διηάνειρας και άλλοι πολλοί ημίθεοι, ισόθεοι και ήρωες.  

Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η πραγματική Τροία της εποχής των τιτάνων δεν είχε καμία σχέση με αυτό που εμείς φανταζόμαστε. Ναι μεν οι Έλληνες, αλλά και οι επηρεασμένοι από αυτούς Τρώες και άλλοι ελληνίζοντες λαοί, λόγω υπερβολικής οικολογικής νοοτροπίας, έκτιζαν και οικοδομούσαν τους δόμους και τους ευκτήριους οίκους τους σε μία βάση μάρμαρου, επί του οποίου τοποθετούσαν παροδικές και υπερβολικά φθαρτές πλίθρες, από τις οποίες δεν έχει μείνει ούτε ίχνος στη σημερινή εποχή, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι στο Σύμπαν των τιτάνων δεν διασταυρώνονταν στο στερέωμα βαλλιστικοί πύραυλοι, δεν ηχούσαν σειρήνες ειδοποιώντας τους κατοίκους να τρέξουν στα αντιαεροπορικά καταφύγια και δεν υπήρχαν βιομηχανικά όντα, αυτόματα (αυτός + μήτις), που αστυνόμευαν το λαό είτε με τη μορφή επίγειων ρομπότ είτε ιπτάμενων μη επανδρωμένων, επιφορτισμένα από τον Δία για την τήρηση της τάξης. Οι οπλισμένοι με άγκιστρα βραχίονές τους και οι κυκλοτερώς κινούμενοι προβολείς τους τούς προσέδιδαν εκπληκτική ομοιότητα με μαύρες σφήκες, που περισκοπούσαν το περιβάλλον με την πολυπρισματική τους όραση. Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά η Ηώ και ανακράζοντας με απελπισία, όπως ο Κώστας Καζάκος, «πόλεμοι, παντού πόλεμοι» πήγε να πλυθεί και να βάψει τα μαλλιά της, περιβαλλόμενη από κατευναστική αχλή και γλυκιά αναμονή, που προοιώνιζαν μία ενδιαφέρουσα καινούρια μέρα.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3:

ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑΣ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ

Καθώς έσκαγε μύτη ο ήλιος του πρωινού, ο μητίετα και νεφεληγερέτα Ζευς βρισκόταν στη μεγάλη αίθουσα των θεών (εκ του αίθω= καίω που σημαίνει ότι υπήρχε και τζάκι εκεί μέσα). Νάσου και μπαίνει η Ήρα κρατώντας ένα σκυλί από ένα χρυσό λουρί πολυτελείας, αγορασμένο προφανώς σε ακριβό μαγαζί και όχι σε υπεραγορά με λαϊκές εκπτώσεις.

«Τι μού έφερες; Τι βλέπω μπροστά μου αυτή τη στιγμή;», ρώτησε ο Δίας από το ύψος του θρόνου του, φανερά κακοδιάθετος, σύννους και κατηφής.

«Κυνηγετικόν καθαρόαιμον κύνα», είπε η Ήρα.

«Κόφ’ τις εξυπνάδες. Δεν ρωτάω τι σκύλος είναι, ούτε αν είναι ένας σκύλος, ρωτάω αν είναι Ο σκύλος».

«Ναι, αυτός είναι», είπε η πρώτη κυρία του Ολύμπου λύνοντας το λουρί.

«Μισή δουλειά έκανες, σού είπα να φέρεις μαζί και το γιο σου». 

«Ποιον απ’ όλους;»     

          «Μα τι στο διάολο, γεροντική άνοια έχεις ή σύνδρομο Παλαιού Οίκου;[4] Ποιον γιο σου, ντε, τον κούτσαβλο βέβαια. Αλλά τι περιμένω από σένα. Ει χωλώ παροικήσεις, υποσκάζειν μαθήσει[5]. Τον χειροτέχνη, τον χειρώνακτα, που ζαχαρώνει την Αθηνά τόσο πολύ, ώστε κοντεύει να γαντζωθεί από το πόδι της, όπως θα γαντζωνόταν κι αυτός ο σαλιάρης σκύλος από το δικό σου, αλλά φαίνεται ότι έχει πιο καλούς τρόπους».

         Η Ήρα στράφηκε- στριφογύρισε πάνω στα τακούνια της για να πάει να τον φέρει, ενώ ο σκύλος έκανε προπαρασκευαστικές κινήσεις για να την ακολουθήσει.

          «Άσε τον σκύλο εδώ. Μού φαίνεται πολύ καλομαθημένος για να κάνει “φετς”.[6] Κάν’ το καλύτερα εσύ, χρειάζεται πάντα ένα μάθημα ταπεινότητας στις γυναίκες».  

          Η λευκώλενος Ήρα έδωσε σήμα στο σκύλο. Αυτός ήταν εκπαιδευμένος και κοκάλωσε στη θέση του με βαθύ κάθισμα. Ήταν  μεγάλος, εν χρώ κεκαρμένος[7] με ήπια φουντουκένια μάτια, που παρά την εκπαίδευσή του κοίταζαν – κύπταζαν ολίγον βλακωδώς και τρομαγμένα, όπου ίσως στη συγκεκριμένη περίπτωση τα δύο αυτά αντιφάσκουν, αφού το ότι φοβόταν τον Δία, έδειχνε μεγάλη νοημοσύνη. Ως διαλεκτική μεσότητα μεταξύ του φόβου του και της αμηχανίας του, που τον εμπόδιζε να βρει την κατάλληλη λύση, θεώρησε καλό να αρχίσει να τρέχει πέρα δώθε, σαλιώνοντας τα πατώματα και τριγυρίζοντας εκνευριστικά γύρω από το θρόνο του Δία,  ενώ τα νύχια του έξυναν τα μάρμαρα, γεγονός εντέλει όχι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την αξιολόγηση της νοημοσύνης του. Μύριζε και έγλειφε με επιμονή τα σανδάλια και τα δάκτυλα των ποδιών του κεραυνοβόλου Κρονίδη. Μετά πλησίασε κοντά στην άκρη της πανοραμικής ολογραφικής δεξαμενής, μέσω της οποίας οι Ολύμπιοι παρατηρούσαν τα πάντα όσα εκτυλίσσονταν στον πλανήτη Γη, και μάλιστα βούτηξε μέσα στον στρόβιλο των κινηματογραφικών κόκκων και των εικονοστοιχείων ξεσηκώνοντας νέφη διαπλαστικού υλικού. Τα έκανε όλα λίμπα, νομίζοντας ότι με τις χαριτωμένες κινήσεις του ευχαρίστησε ή εξευμένισε το αφεντικό του κι άρχισε να στριφογυρίζει γύρω από μία κολόνα, σαν να επιχειρούσε να στρογγυλέψει ακόμη περισσότερο κάτι ήδη στρογγυλό. Δηλαδή ο κύων ψαχούλευε κι έγινε εφαψίας του κίονα.

          «Καλό σκυλάκι, συμπαθητικό “κυνάριον” για έλα εδώ να σού δώσω την ανταμοιβή σου για την ωραία σου παράσταση», διέταξε ο Ζευς.

        Στην αρχή ο κύων σαν να οσμίστηκε κάτι ανησυχητικό έκανε το “κουρόγιδο” κατά το κοινώς λεγόμενο και απέστρεφε το βλέμμα. Προτιμούσε να προσποιείται ότι μύριζε τον κίονα, αντλώντας πληροφορίας για τη σύσταση του μαρμάρου. Μα τι να καταλάβει ο σκύλος από το μάρμαρο πέραν του ότι είναι λευκό, άοσμο, άγευστο και μη εδώδιμο, όπως όλα τα αιώνια ακατάλυτα πράγματα;

          Ο Ζευς σφύριξε με το δάκτυλο στο στόμα σαν αγωγιάτης ή βουκόλος ή προπονητής καλαθόσφαιρας.   

          Ακόμη δίσταζε ο κύων. Κούνησε μεν τα αυτιά του σε ένδειξη κάποιου είδους υποταγής, αλλά δεν κουνήθηκε. Κούνησε αλλά δεν κουνήθηκε, μένοντας στην ενεργητική και επ΄ ουδενί περνώντας στην μέση ή παθητική φωνή. Κάτι ήξερε… ο άνθρωπος!

          Τέλος ο Δίας χειροκρότησε με τρόπο επιτακτικό και κυριαρχικό. Ά όλα κι όλα, υπάρχει ένα κάποιο όριο, όπου ο σκύλος δεν μπορεί πλέον να μην υπακούσει. Με ταλαντευτικές κινήσεις, πλαγιοδρομώντας και πηγαίνοντας λίγο με τις μπάντες, με κρεμάμενη γλώσσα και ευτυχισμένο βλέμμα τσακίστηκε να χωθεί στην αγκαλιά του Δία κι ήταν και ολόκληρο γαϊδούρι, πανάθεμά το! 

          Ο Ζευς πρώτα το χάιδεψε διαφεντεύοντάς το με απόλυτα ψυχρά γαλανά φιδίσια μάτια και, όντας ως γνωστόν εντελώς παρανοϊκός, σχιζοφρενής, διπολικός, ψυχοπαθής, κοινωνιοπαθής ή όπως αλλιώς αποκαλεί η σύγχρονη επιστήμη τέτοιους χαρακτήρες, εξήγαγε ανελέητη λεπίδα και τού έκοψε το κεφάλι με μία ακαριαία, επαγγελματική, παλμική και δονητική κίνηση. Κι ενώ το κεφάλι του άμοιρου ζώου, σε εποχή που αλίμονο η ζωοφιλία ήταν στα σπάργανα, κύλησε μέχρι τη δεξαμενή προβολής εικόνων, το σώμα του προσγειώθηκε από τη φονική αγκάλη στο δάπεδο με τα μπροστινά πόδια ακόμη τεντωμένα, σαν να στεκόταν ημιόρθιο με προσδοκία ανταμοιβής.

          Τότε μπήκαν η Ήρα και ο Ήφαιστος αντικρίζοντας αυτό το θέαμα κι επειδή η αίθουσα ήταν αχανής, όσο καταλάβαιναν τι έγινε, έτρεχαν όλο και γρηγορότερα προς το θρόνο.

          «Το καημένο το ζωάκι, τόσο ωραίο και ψηλό ζώο, μα και αγνό στη ψυχή», μονολόγησε η Ήρα. «Είσαι πραγματικά τελείως τρελός, σύζυγε. Αλλά ας αιτιώμαι τον εαυτό μου, γιατί σε συμπόνεσα τότε που κούρνιασες στην αγκαλιά μου σαν κούκος, αν είναι δυνατόν! Καλά, άντρας είσαι εσύ; Παντού εισχωρείς σαν πουλί, κούκος, κύκνος, τσαλαπετεινός, για να δείξεις μετά το αληθινό σου πουλί, διεστραμμένε, σιχαμένε, βλαμμένε. Φωλιά του κούκου έγινε η αγκαλιά μου για σένα. Τι σού έφταιξε το ζωάκι, ντροπή σου!»

          Ο Ζευς γρύλλισε κάτι ακατάληπτο κι έβαλε το ανόσιο μπαμπέσικο θρασύδειλο μαχαίρι του στο θηκάρι.

          Ο Ήφαιστος ήταν αδικημένος από τη φύση, με την έννοια ότι είχε πολύ μεγάλο στέρνο και πολύ μικρά πόδια, έχοντας ένα περίπου τερατώδη διασχηματισμό, ήταν δε νάνος για δεδομένα θεού. Βέβαια, οι θεοί είχαν τη δυνατότητα να επιμηκύνουν το σώμα τους κατά βούληση, ενέργεια που προϋπέθετε… μεγάλη ενέργεια, αλλά προφανώς είχαν και το κανονικό τους ανάστημα, όταν βρίσκονταν εν ηρεμία. Και το ανάστημα του Ήφαιστου άφηνε πολλά να επιθυμήσει, ο καημένος ο ημιφυής! Είχε μεγάλη ομοιότητα με ένα μεγάλο τριχωτό βαρέλι, αν ένα τέτοιο ανοσιούργημα έβλεπε το φως της ημέρας.  Βέβαια κούτσαινε, αυτό το ξέρει και η κουτσή Μαρία. Έσερνε το αριστερό πόδι σαν να ήταν ένα νεκρό, σαπρό, μη αιμοδοτούμενο μέλος και ενδεχομένως να ήταν ακριβώς έτσι. Είχε έναν άγριο κόρυμβο μαλλιού, όπου ποιος ξέρει πόσα σκουλήκια, ψείρες ή σκώροι είχαν βρει καταφύγιο, όπως στον κότσο της μις Χάβισαμ στις «Μεγάλες Προσδοκίες», ακόμη πιο ατημέλητα και ατίθασα γένια, φαβορίτες που φαίνονταν να εκτείνονται και να συγχωνεύονται με την τριχοφυΐα του στέρνου και μάτια κυκλωμένα περιμετρικά με κόκκινο μαρκαδόρο. Φαινόταν σαν να φοράει πανοπλία, αλλά μία προσεκτικότερη ματιά θα ανακάλυπτε ότι στην πραγματικότητα έφερε δίκην λιβρέας στρώμα εκατοντάδων μικροσκοπικών κουτιών, σακιών, εργαλείων και συσκευών, φτιαγμένων μερικών από ευγενή κι άλλων από κοινά μέταλλα, έτερων από δέρμα ή σκύτος, ακόμη κι από δαιδαλωδώς ραμμένες κλωστές, που κρέμονταν κατά μήκος και κατά πλάτος των τεντωμένων διασταυρωμένων στο μαλλιαρό κορμί του ζωνών και λωρίδων. Ο Ήφαιστος, η επιτομή του σιδηρουργού, ήταν δημοφιλής στον Όλυμπο, αφού έφτιαχνε – ευθείαζε γυναίκες από χρυσό και μηχανικές παρθένες, αυτόματα επιστρωμένα με γουταπέρκα ή απομίμηση δέρματος που χάριζαν στους άνδρες χαμόγελα και ηδονή, σχεδόν ζωντανά! Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι είχε πλάσει σε έναν αλχημιστικό κάδο οργανικών οπών (όχι τρυπών, αλλά ζωμών) την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα.

       «Γειά σου, χειρώναξ», ήχησε βροντωδώς και ειρωνικά ο Ζευς. «Μη νομίζεις ότι σε έχω παραμελήσει ή ότι έχασες την εύνοιά μου, θα σε φώναζα νωρίτερα αν χαλούσε κάνα μπρίκι ή αν τρυπούσε κάποιο από τα κρανία εχθρών, απ’ όπου ρουφώ τα ροφήματά μου».

          Ο Ήφαιστος κοίταξε το ακέφαλο σώμα του κυνός, πλημμυρισμένο στο αίμα.

          «Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να το κάνεις αυτό, Ζευ πάτερ- Τζιούπιτερ. Παν μέτρον άριστον, έλεγε ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος και αυτή η πράξη σου ξεφεύγει πολύ από το μέτρο και την αναλογία». 

          «Με εκνεύρισε το παλιόσκυλο», είπε ο Δίας πίνοντας μια γερή γουλιά κάποιου αλκοολούχου ποτού από μία κύλικα- κρανίο.

          Ο Ήφαιστος κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στις καθαρίστριες που με τις σκούπες απομάκρυναν τα αίματα συντονισμένες σε μία δαιμονιώδη χορογραφία, ψαχούλεψε με το αδρομερές, ογκώδες, χονδρόκοπο και χοντροκομένο χέρι του το στέρνο του ζώου σαν να ήθελε να το χαϊδέψει ή μάλλον να το γαργαλίσει και πίεσε μία εσωτερική εσοχή. Ένα κρεάτινο κάλυμμα άνοιξε και μέσα από τα σπλάχνα ο κερατίας- κερασφόρος σύζυγος της Αφροδίτης τράβηξε έναν διαφανή αμνιακό σάκο, φαινομενικά γεμάτο με ράκη, τρύχη, κουρέλια, κοψίδια και τεμάχια κρέατος. Από αυτό το συνονθύλευμα ο Ήφαιστος ανέσυρε έναν υγρό και ρόδινο σβώλο.

      «Ιδού ο Διόνυσος. Στη θέση του, παρότι εσύ έσφαξες τον ξενιστή χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος», είπε.

     «Ο αγαπημένος μου γιος», είπε ο Ζευς με ψυχοπαθές χαμόγελο. 

          «Να βάλω αυτό το σιχαμένο παϊδάκι μέσα σε ένα κάδο αναζωογόνησης, ώστε να ανανήψει, ώ Κρονίδη;», τόλμησε να ρωτήσει ο σιδεράς. 

          «Όχι, καλύτερα να ακολουθηθεί μία πιο δυστοπική διαδικασία. Ένας από τους δικούς μας διατάσσεται να τον μασήσει και να τον φάει, ώστε να αναγεννηθεί με τον τρόπο, που ο ίδιος έχει ορίσει με μέθοδο κατάποσης Ζαγρέα. Τέτοιου είδους κανιβαλική μέθεξη είναι ίσως δυσάρεστη και οδυνηρή για τον διαιτώμενο, αλλά είναι ένα καλό μάθημα για όλους σας εδώ μέσα να συμπεριφέρεστε καλύτερα στο γιο μου. Το ότι κάποτε τον έραψα εγώ στο μηρό μου δεν σημαίνει ότι θα χώνετε τη μαγιά του οπουδήποτε, ακόμα και σε ψοφίμι – θρασίμι σκύλου!»

          Η Ήρα ανέβηκε στο δεύτερο σκαλί του θρόνου αθόρυβα σαν γάτα και άπλωσε το χέρι της στο μηρό του Κρονίδη, όπως μόνο οι γυναίκες ξέρουν να κάνουν.

          «Μη μάς τιμωρείς όλους συλλήβδην, υπέρτατε και ύπατε κυβερνήτη. Η ευθύνη δεν είναι ποτέ συλλογική, αλλά πάντα ατομική.   Ας αναλάβει λοιπόν ο καθένας τη δική του, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Δημοσθένης:  Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη».

          «Εσύ δηλαδή τι προτείνεις;», είπε ο ευεπίφορος σε προτάσεις – ιδίως σεξουαλικού περιεχομένου-  Ζευς. 

          «Να τον φάει η Αφροδίτη», είπε η Ήρα στο πλαίσιο γυναικείας αντιζηλίας χωρίς να διστάσει, «που είναι και συνηθισμένη να μπουκώνει το στόμα της με ανδρικά μέλη».

        «Άσε ήσυχη την Αφροδίτη. Τον τελευταίο καιρό δεν έχει κάνει τίποτε που να με ερεθίσει. Είναι μία ωραία παρουσία, που σε όλους τους άνδρες προσφέρει και κανέναν δεν βλάπτει, ακριβώς σαν τις χρυσές γυναίκες του Ήφαιστου. Διος παις ο χρυσός – κείνον ου σης (σκώρος) ου κις (σαράκι) δάπτει, δάμναται δε βροτέαν φράν, κάρτιστον κτεάνων,[8] όπως λέει και ο Πίνδαρος».

        «Άμα είναι έτσι, τότε να επιστρατευθεί η Αθηνά, που μάς το παίζει θεά της σοφίας και έχει ανοιχτούς διαύλους με θνητούς. Αυτή φταίει με τους ακκισμούς της και τις χαριτωμενιές της, που φορτωθήκαμε αυτόν τον γελοίο πόλεμο με τους ανθρώπους και την ξιπασμένη ψηλομύτικη αριστοκρατία τους, τους τιτάνες».

        «Άκου, αυτή η διακυβέρνηση δεν θα κάτσει να ασχοληθεί με το κουτσομπολιό και το καρκατσουλιό το δικό σου, που απλά και μόνο επιδιώκεις να βγάλεις από τη μέση τις βασικές σου ανταγωνίστριες, ώστε μόνη εσύ να κερδίσεις την εύνοια του ευπατρίδη γόη και δανδή Πάρη. Κάτι ακούω ότι έχετε σκοπό να τού απονείμετε ένα χρυσό μήλο ή μία αναμνηστική πλακέτα ή ένα βραβείο ή μία διαμονή σε πολυτελή γαμιστρώνα, αλλά αυτό είναι δική σας υπόθεση και δεν μπορεί να απασχολήσει αυτή τη διοίκηση, που ίσταται υπεράνω γυναικείων αντιζηλιών. Μόνο οι κόντρες και οι μονομαχίες μεταξύ ανδρών με ενδιαφέρουν. Σού δίνω λοιπόν μία τελευταία ευκαιρία να αποφασίσεις ποιος θα μηρυκάσει το γιο μου γιατί αλλιώς θα σε πάρει ο διάολος μαζί με όλες τις ίντριγκες που σκαρώνεις».        

          «Τότε… τότε η Δήμητρα», ψέλλισε η Ήρα που πάντα είχε στο μανίκι της αποδιοπομπαίους τράγους, έτοιμους να θυσιαστούν για το κοινό- ή πιο εύστοχα το δικό της-  καλό.

          «Η Δήμητρα; Η Γη – Μήτηρ; Η αδελφή σου; Η αδελφή μου; Η μητέρα της αγαπημένης μoυ Περσεφόνης; Καλά δεν έχεις ιερό και όσιο, ώ προσφιλές μου ήτορ[9], και τα έβαλες με τους συγγενείς μας;»

          «Ρε αθεόφοβε θεέ, υπάρχει κανένας σε τούτο το βουνό, στην πόλη και στην οικουμένη που δεν είναι συγγενής σου, αφού παντού εισχωρείς ως διαπεραστικό παχύρρευστο σπέρμα, όπως έκανες με τη Δανάη; Τις ξέρουμε τις πομπές σου. Μήπως κι εγώ δεν είμαι  κι αδελφή σου εκτός από σύζυγος, αιμομίχτη Ολύμπιε; Τουλάχιστον η Δήμητρα ως θεά της γεωργίας έχει πείρα στο να γεννά και να παράγει. Και μάλιστα αυτή την εποχή ξύνεται και δεν έχει καθόλου δουλειά, διότι οι αναθεματισμένοι γήινοι, αντί να καλλιεργούν τη γη, να συγκομίζουν σοδειά και να παράγουν καρπούς, ασχολούνται να προετοιμάζουν πολέμους εναντίον μας».

          «Ας είναι, ώ περικαλλές θήλυ». Στράφηκε στον Ήφαιστο, που εν τω μεταξύ χαρχάλευε με τη γλώσσα έξω, αντικαθιστώντας τρόπον τινά τον φονευθέντα σκύλο. «Δώσε στη Δήμητρα το κρέας του γιου μου. Και πες της ότι είναι το θέλημα του Κυρίου της η βρώση και πόση του Διονύσου και του αίματός του, ώστε να ζωντανέψει και πάλι. Και μάλιστα την επιφορτίζω να παραμείνει άγρυπνος φρουρός- μπάστακας μέχρι αυτή η πεπρωμένη γέννα να ολοκληρωθεί. Θέλω επειγόντως συμμάχους και πρόσωπα που να μπορώ να εμπιστευθώ, διότι οι αμετανόητοι τιτάνες οδηγούν εκ νέου για πολλοστή, απειροστή φορά τους ανθρώπους στο μονοπάτι του πολέμου».      

           Μουρμουρίζοντας ο Ήφαιστος σήκωσε τον κατακαημένο σκύλο από τα μυτερά, ανασηκωμένα αυτιά του αφενός, μαζεύοντας και τα υπόλοιπα απομεινάρια αφετέρου, και πήγε κουτσαίνοντας προς την έξοδο, προβάλλοντας επιδεικτικά προς τον Δία τη μόνη αντίσταση που τού απέμενε, ότι δηλαδή, όσο και αν ο Κρονίδης επειγόταν, αυτός ήταν αποφασισμένος να μην κάνει  ούτε ένα βήμα πιο γρήγορα, αλλά να διεκπεραιώνει τις εντολές απρόθυμα και ράθυμα σαν σεσημασμένος δημόσιος υπάλληλος.   

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4:

          ΦΥΓΗ ΤΗΣ ΗΡΑΣ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

          Μια και δυο πήγε η Ήρα στο δώμα της με τα πόδια της, αφού στα ιδιαίτερά της κανείς δεν μπορούσε να διακτινισθεί, ούτε αυτή η ίδια. Οι Ολύμπιοι είχαν μεγάλη μανία με την ασφάλεια, τη θωράκιση, την προστασία, πράγμα που εξηγούνταν, όχι τόσο από το ότι ήσαν όντα προερχόμενα από άλλη διάσταση, όσο από το ότι είχαν τη γνωστή ανασφάλεια και παράνοια όλων των εξουσιαστών, που φοβούνται ότι θα χάσουν τα προνόμιά τους, επειδή κατά βάθος τούς τύπτει η συνείδησή τους ότι τα απέκτησαν άδικα και παράνομα. Έτσι λοιπόν είχε διατάξει τον Ήφαιστο- όχι παραγγείλει, με παραγγέλματα εκφράζονταν οι τιτάνες, οι Ολύμπιοι ήσαν απόλυτα ικανοποιημένοι με το να δίνουν εντολές- να ενισχύσει κβαντομηχανικά τον θάλαμό της με εγκατάσταση προστατευτικών ενεργειακών πεδίων και αναβάθμιση της δομής των τοίχων με τιτάνιο και θερμοανθεκτικό συνθετικό παρααραμίδιο (κέβλαρ), που να εμποδίζει την ορμητική μπούκα ακόμη και ενός οργισμένου Δία, ώστε η θύρα να ανοίγει μόνο χειροκίνητα και μάλιστα με το περίεργο σύνθημα «σήσαμε άνοιξον».

        Η Ήρα λοιπόν κτύπησε ένα ρόπτρο, έσυρε έναν σύρτη, έστριψε το πόμολο, κολακεύοντάς του με την ονομασία «κέρκελλο» ή επισπαστήρα», διότι αν το έλεγες «πόμολο» δεν άνοιγε, και γλίστρησε στο δώμα της, έκλεισε πίσω της το βαρύ μεταλλικό διάφραγμα και πήγε στο λουτρό, όπου και απαλλάχτηκε με μία κίνηση από το χιτώνα της και τα αραχνούφαντα, σκανδαλιστικά λεπτά και διαφανή εσώρουχά της.

          Καταρχάς η βοώπις- βοϊδομάτα Ήρα δεν φθόνησε, αλλά τουναντίον χαλάλισε και πρόσφερε στον εαυτό της ένα ωραίο λουτρό καθαριότητας, θερμαινόμενο από τους θερμοπυρηνικούς λέβητες της κόλασης, αναμμένους στο φουλ από το θεό της φωτιάς για βαθύ ξεβούλωμα δερματικών πόρων, κι ύστερα    τροφοδοτούμενο από τις πιο γάργαρες και παγωμένες πηγές του Ολύμπου για καταπραϋντικό και χαλαρωτικό ξέπλυμα ευεξίας. Με αλοιφή αμβροσίας – καθότι η αμβροσία δεν χρησιμοποιούνταν μόνο ως τροφή, αλλά και ως βάση σειράς καλλυντικών- έτριψε τις ανεπαίσθητες κηλίδες, τις πολύ μικρές σκιές ή ατέλειες της αψεγάδιαστης λευκής επιδερμίδας της.

          Ύστερα άλειψε η λευκώλενος Ήρα το πολλαπλώς υμνημένο και σαγηνευτικό κορμί της με αρωματικά έλαια. Και μόνο η μυρωδιά της μυραλοιφής αυτής δημιουργούσε πολλά προβλήματα στον ανδρικό πληθυσμό του Ολύμπου, διότι τού προκαλούσε διαρκή και αδιάπτωτο, ογκηρό και ακατεύναστο πριαπισμό, ήταν δε τόσο ισχυρή, ώστε πολλάκις έφθανε και στη Γη και συσκότιζε τα μυαλά των ανύποπτων θνητών με κρίσεις ανεξέλεγκτου πάθους και πανσεληνιακές – σεληνιασμένες πλημμυρίδες και παλίρροιες.

          Τακτοποίησε μετά η πανίσχυρη Κρονίς τα λαμπερά της μαλλιά, τα έλουσε με υγροσάπωνα κι έπειτα τα χτένισε επιμελώς, ακροβολίζοντας τις πλεξούδες της, ώστε να στεφανώνουν αρχοντικά τα έντονα ζυγωματικά της, τέλος δε ενδύθηκε μία κομψή, απλόχερα διακοσμημένη και ανελέητα στολισμένη εσθήτα, δώρο της Αθηνάς με χειροποίητα χρυσοκέντητα σχήματα τριαντάφυλλων. Στήριξε με πόρπη την εσθήτα πάνω από το τεντωμένο, αισθητικά επαυξημένο- ανυψωμένο βαμπίρ στήθος της και την έδεσε στη μέση  (ο … Μέσι) με ζώνη περιστοιχισμένη από χίλιες φούντες – θυσάνους. 

    Στους γουστόζικα τρυπημένους λοβούς των αυτιών, που ξεπρόβαλλαν από τα εβένινα μαλλιά της και τους σκοτεινούς αρωματικούς βοστρύχους ως ντροπαλά ζώα της θάλασσας και ειδικότερα ως κομψοί καμαρωτοί ιππόκαμποι, κρέμασε τα ωραία της σκουλαρίκια σαν συκάμινα ή μούρα ή μαργαριτάρια ή ό,τι άλλο περάσει στη στυτική φαντασία των ανδρών. Οι ασημένιες τους ανταύγειες σίγουρα θα αγκιστρώνονταν σαν σπιρούνια ιπποτών στις ανδρικές καρδιές. Μετά τυλίχτηκε σε ένα διακριτικό ιριδίζον χρυσοΰφαντο πέπλο, έβαλε τα σανδάλια της στα μαλακά δάκτυλά της, όπου τα εξωτερικά κακάδια- σκληράδες- επίπαγοι- εσχάρες είχαν επιμελώς λιμαριστεί, και έδεσε τα κορδόνια ψηλά σε όλο το μήκος των θεϊκών της γαμπών- κνημών. Αφού τέλος πάντων πλύθηκε, αρωματίστηκε και παντοίως ετοιμάστηκε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της, όχι βέβαια για να ρωτήσει ποια είναι η ωραιότερη, αλλά για να επιβεβαιώσει με περισσή αυτοπεποίθηση για πολλοστή φορά: «Αθάνατη Ήρα, ποια να συγκριθεί μαζί σου;». Υπήρχε βέβαια αυτή η κατσίκα η Αφροδίτη, αλλά όλοι ήξεραν ότι ήταν χρήστρια απαγορευμένων και δαιμονικών τεχνολογιών για να ενισχύει την ομορφιά της, οπότε η πρωτοκαθεδρία της ήταν «στημένη», χειραγωγημένη, σκηνοθετημένη, τεχνητή, φτιαχτή, «στοιχηματική». Όμως, ισχύει επίσης ότι «Εναντία τοις εναντίοις θεραπεύονται», η δε παροιμία «Εριούχον μοναχόν ου ποιεί» επαληθεύεται αντιστρόφως, ότι δηλαδή δυστυχώς «εριούχον μοναχόν ποιεί».

          Μετά ταύτα, που λέει και ο Ξενοφών, συνεχίζοντας ομαλά και αδιατάρακτα τις Ιστορίες του Θουκυδίδη, η Ήρα πήγε και βρήκε την Αφροδίτη κάπου στις πράσινες πλαγιές του Ολύμπου, όπου αυτή ανεβοκατέβαινε με πολλές δυνάμεις και μονίμως ανικανοποίητη γενετήσια ορμή σαν την Αγνώριστη του Σολωμού, στο δε διάβα της το χόρτο γινόταν άνθος απαλό. Λίγο πριν από το γλυκό ηλιοβασίλεμα, ο ναός και η «διασπορά» σπιτιών των θεών στη δυτική πλαγιά της ανάγλυφης εντός του Ολύμπου κοιλότητας είχαν λουστεί από απόκοσμο φως και η Αφροδίτη θαύμαζε ανυπόκριτα και ερωτικά τη χρυσή λάμψη, που εκτεινόταν σε όλο το εύρος του ατέλειωτου κώνου σκιάς.  Η όψη του Ολύμπου ήταν λίγο θολή και συγκεχυμένη λόγω και των ενεργειακών πεδίων που απλόχερα τον περιέβαλλαν, τα οποία εκτός της φοβικής ψύχωσης των «θεών» χρησίμευαν και για μπορούν οι κάτοικοι του βουνού να αναπνέουν, α ναι, ξέχασα να σάς πω ότι η έδρα των θεών δεν ήταν ο Όλυμπος της Γης, αλλά ο Όλυμπος του Άρη, το υψηλότερο βουνό του ηλιακού συστήματος, απέχον είκοσι ένα χιλιόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας, αν είχε θάλασσα ο Άρης! Το δε ενεργειακό πεδίο, που οχύρωνε και προάσπιζε γενναιόδωρα τον Όλυμπο ήταν η περίφημη «αιγίς», που είχε υψώσει ο Ζευς γύρω από ό,τι θεωρούσε αξιοπροστάτευτο. Η Ήρα αναγκάστηκε να φωνάξει στην Αφροδίτη, γιατί την ήξερε ότι χάζευε.

           «Έ πού ‘σαι καλόν κ’ αγαθόν παιδίον, καλά είσαι κοριτσάκι μου; Θα ‘θελα να σού ζητήσω, χωρίς παρεξήγηση, να κάνεις κάτι για μένα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο έχεις οριστεί θεά της ομορφιάς, οπότε αναγκαστικά η χάρη που θα ζητήσω υπάγεται στη δική σου αρμοδιότητα – μη χέσω».

          «Μεγαλόθυμη, εξέχουσα, διαπρεπή και περίβλεπτη θεά», απάντησε γλείφοντας η Αφροδίτη. «Επιφανή, έκλαμπρη και περίδοξη αρχόντισσα- άνασσα», είπε συνεχίζοντας και κατά τη σημερινή έκφραση τερματίζοντας τις χαμερπείς κολακείες, «δύνασαι ό,τι θέλεις να μού ζητήσεις, το αν θα στο εκπληρώσω είναι άλλο θέμα, αλλά τονίζω προς όλες τις πλευρές ότι θα κάνω ό,τι είναι ανθρωπίνως ή μάλλον θεϊκώς δυνατόν».

      Ενώ ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει και οι θεές κάθονταν στη σκιά, η Ήρα πρόσεξε ότι η επιδερμίδα της Αφροδίτης έλαμπε με μία ανεξήγητη εσωτερική φλόγα, ενώ οι ίριδες των ματιών της είχαν γίνει πυρακτωμένα κάρβουνα. Τούτο προκάλεσε ένα είδος αισθησιακής αντίδρασης, ακόμη και στην Ήρα. Σκέφτηκε πόσο χειριστικό και επιδεικτικά πελατειακό επιπέδου κεκράκτη  ήταν για τους καημένους τους άνδρες, θεούς, ημίθεους ή θνητούς, αυτό το τέχνασμα φωτός, που ενεργοποιούνταν ακριβώς όταν έπεφτε η νύχτα και διαφαινόταν στον ορίζοντα η προοπτική του… κρεβατιού.  

   Η Ήρα πήρε μια βαθιά ανάσα, καθότι με τις επόμενες λέξεις της θα δρομολογούσε το πιο επικίνδυνο σχέδιο, την πιο συνωμοτική μηχανορραφία- ραδιουργία που είχε ποτέ σκεφτεί και δεν θα υπήρχε πια δρόμος προς τα πίσω. «Άντε μωρή μουσίτσα, αφρογέννητη, ας το πάρει το ποτάμι, ποιο είναι το μυστικό σου, που κάνει οτιδήποτε αρσενικό να σέρνεται στα πόδια σου είτε είναι ταύρος, είτε βάτραχος, είτε κουνούπι; Αφού εντελώς αντικειμενικά, δεν υστερώ σε ομορφιά, νομίζω ότι μέχρι κι εσύ το παραδέχεσαι. Και δεν σού μιλάω γι’ αυτή τη ξυλαγγούρω, τρελοκαμπέρω Αθηνά, που κυκλοφορεί μέρα νύχτα με το κράνος, για να μη φαίνεται το σαν μακρουλό πεπόνι κεφάλι της, το τραβηγμένο με τον εμβρυουλκό από το κρανίο του Δία».

      «Εμ… βέβαια, θα σού το αποκαλύψω, αλαβάστρινη θεά, μήπως μπορώ να κάνω κι αλλιώς, αφού μού το ζητάς τόσο ευθέως; Αλλά μια και το πήρες απ’ το στόμα μου κι αναφέρθηκες στο Δία, τι δουλειά έχει μια προνομιούχος, που μοιράζεται τράπεζα και κοίτη με τον μέγιστο άνδρα του Σύμπαντος, να περπατήσει τις δικές μου αφανείς οδούς;»

   «Θα σού πω την αλήθεια», είπε η Ήρα ξεφουρνίζοντας τη γνωστή ατάκα όσων είναι έτοιμοι να πουν ψέματα. Και βέβαια το ψέμα έχει κοντά ποδάρια και γίνεται αμέσως αντιληπτό, κυρίως διότι είναι πολύ λεπτομερές και πολύ επεξεργασμένο. «Τον τελευταίο καιρό ακούγεται ότι οι τιτάνες θα ξεσηκωθούν και θα οδηγήσουν τους θνητούς κατά του Ολύμπου. Όλως τυχαίως τυγχάνει να έχω πολύ καλές σχέσεις με τους δύο μαθουσάλες από αυτούς, τον Ωκεανό και την Τηθύ, που μάλιστα με είχαν φιλοξενήσει ουκ ολίγες φορές, όταν ήμουν μικρή. Λέω λοιπόν να τούς επισκεφτώ και να τούς ζητήσω να μεσολαβήσουν και να κατευνάσουν τους τιτάνες. Ο Ζευς δεν μπορεί να το κάνει αυτό, γιατί δεν έχει την απαραίτητη ψυχραιμία, με την παραμικρή αντίρρηση θα εξοργιστεί και θα αρχίσει να πετάει πέρα δώθε κεραυνούς. Επιπλέον είναι τόσο ψωρο-υπερήφανος, που δεν καταδέχεται να συναντήσει τους τιτάνες, αλλά ούτε αφήνει και κανέναν άλλο να αναπτύξει ειρηνευτική ή πρεσβευτική δραστηριότητα». 

          «Ναι, αλλά όλα αυτά δεν εξηγούν γιατί χρειάζεσαι τα καταφρονεμένα ταπεινά θέλγητρά μου».

          Εκεί η Ήρα άρχισε τα ό,τι  να ‘ναι.  

          «Τυγχάνει να γνωρίζω ότι οι δύο αυτοί αρχι-τιτάνες έχουν αποξενωθεί ο ένας από τον άλλον και το συζυγικό κρεβάτι τους έχει κρυώσει. Επ’ ευκαιρία της επίσκεψής μου, θα ομαλίσω τη διχόνοια και τη φιλονικία τους και θα τούς παρακινήσω να ενώσουν πάλι τα ζεστά κορμιά τους στην πυρά και τη θαλπωρή της αγάπης, ζεστά που λέει ο λόγος, αφού είναι και οι δύο κωλόγεροι. Μαρτύρησέ μου λοιπόν, Αφροδίτη το μυστικό σου, για να βοηθήσω την μεν Τηθύ να ξανακερδίσει την καρδιά του Ωκεανού, τον δε Ωκεανό να συνεπικουρήσω, ώστε να κατορθώσει να διαπεραιωθεί “εις τα ένδοξα δια των στενών”, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω».                  

          Η Αφροδίτη, που δεν ήθελε βέβαια να προδώσει το μυστικό της, προσπάθησε να ξεφύγει: «Τα θέλγητρα δεν είναι μόνο κάτι χειροπιαστό, μία συσκευή ή ένα ανταλλακτικό ή ένα άριστο υλικό, που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει, προϋποθέτει τέχνη προσέλκυσης των ανδρών μέσω αναβολής, αναζωπύρωσης και αναρρίπησης της επιθυμίας τους μέσα από τη σταδιακή αποκάλυψη του ανθρωπίνου σώματος. Όπως λέγει και ο Ιπποκράτης: “βίος βραχύς, τέχνη μακρά, καιρός οξύς, η δε πείρα σφαλερή, η δε κρίσις χαλεπή”». 

          «Αφροδίτη μη με υποτιμάς και μη με καταβρέχεις με το υπερόπλο των τιτάνων, αυτές τις βαθυστόχαστες παροιμίες τους, που οδηγούν κάποιον ακαριαία σε θάνατο από ανία. Αυτές τρομάζουν περισσότερο τον Δία ως προτάσεις εναλλακτικής διακυβέρνησης παρά εμένα, που κινούμαι στο παρασκήνιο. Αλλά μια και αρέσκεσαι σε τιτανικές παροιμίες, άκου μία ακόμα: “Ει τι πράγμα φανερόν, έτερον κρυπτόν”. Η γοητεία σου λοιπόν είναι ολοφάνερη, αλλά οφείλεται σε κάτι κρυπτόν και “ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον”. Δεν είναι δυνατό να λάμπεις μέσα στη νύχτα σαν ευρύπυγη πυγολαμπίδα ή σαν αναστάσιμη λαμπάδα μίας άλλης θρησκείας, κάτι κρύβεις και αυτό που κρύβεις το θέλω και θα το αποκτήσω. Τεχνάσματα και ακκισμούς για να ρίχνω τους άνδρες ξέρω κι εγώ και μην τολμήσεις να υπονοήσεις κάτι άλλο. Επιθυμώ το πραγματικό σου ενεργητικό, επενδυτικό και ενεργά περιουσιακό στοιχείο».   

          Η Αφροδίτη έλυσε από τον κύκνειο λαιμό της ένα σακουλάκι σαν φυλακτό, το οποίο όμως αναβόσβηνε περίεργα, πράγμα που σήμαινε ότι είχε μέσα και μυστηριώδη μικροκυκλώματα.

          Εκείνη την κρίσιμη στιγμή τα πόδια της Ήρας κρύωσαν από το δισταγμό. Άραγε να προχωρήσω; σκέφτηκε. Αν η Αφροδίτη καταλάβει το σχέδιό μου, θα το μαρτυρήσει στο Δία, ο οποίος θα με συντρίψει και θα με ισοπεδώσει με τέτοιο τρόπο, που κανένας οργανικός κάδος πλυντηρίου και κανένας θεραπευτής, είτε λέγεται Ασκληπιός είτε λέγεται Ιπποκράτης, δεν θα μπορέσει να με σώσει. Θα με κόψει κομματάκια και θα με πατάει μέχρι να γίνω θρύψαλα, στάχτη κάρβουνου και κονιορτοποιημένα ροκανίδια.   

          «Τούτο  το θαυματουργό δεματάκι περιέχει όλα τα συστατικά στοιχεία της αποπλάνησης», εξήγησε η Αφροδίτη. «Έρωτα, αλλά όχι μόνο, ψήγματα αγάπης απ’ αυτή την καινούρια παράξενη θρησκεία που τον τελευταίο καιρό εξαπλώνεται σαν πανούκλα, ακόμη και μητρική στοργή που συχνά παρεξηγείται ως πόθος, καθώς και ψιθυριστικό και συριστικό γλίστρημα και τρίψιμο μεταξύ σωμάτων, κραυγές οργασμού, αναστεναγμούς ικανοποίησης, ξαπλώματα αναισθησίας».

          «Πες μου περισσότερα, ανάλυσε τις προδιαγραφές, δώσ’ μου οδηγίες χρήσης».

          «Προέρχεται από το διαστρικό σύστημα του Κριού και λέγεται γλυκοκάλυκας ή γλυκομπουμπούκι. Μπορεί κανείς να το ρίξει στο αφέψημα κάποιου ή να το χορηγήσει μαζί με κάποιο άλλο διάλυμα. Αλλά τελευταία, παράγεται και σε μία νέα επαναστατική συσκευασία, που επιτρέπει την εκ του μακρόθεν επίδραση μέσω εκπομπής, εξού και τα μικροκυκλώματα». 

          «Ναι, αλλά πώς λειτουργεί, πώς μπορώ να το ενεργοποιήσω;» 

          «Πού να ξέρω, τι με πέρασες για μηχανικό διευθέτησης μικροποσών και μικρομορίων; Είμαι απλή χρήστρια μίας τεχνολογίας που βρήκα στη μαύρη αγορά. Μού θυμίζεις κάποιους, που είχαν ξεχάσει πώς λειτουργούν τα μηχανήματα και είχαν φέρει έναν επιστήμονα από το μέλλον να τούς τα εξηγήσει, δυστυχώς όμως αυτός ήταν εξειδικευμένος μόνο στο μονοχρωματικό ρόζο και κατά τα άλλα ήταν εντελώς άσχετος. Πώς λειτουργεί;  Εκτόξευση φερομονών ή οργιαστικών ορμονών, μετάγγιση οργανικών οπών, ενέργεια μικροκυμάτων στοχευμένη στα κέντρα ηδονής του εγκεφάλου; Έτσι κι αλλιώς δεν παίζει ρόλο, το βασικό είναι ότι είναι μια μανιέρα που λειτουργεί!»

          Η Ήρα το φόρεσε αμέσως στο λαιμό της, καλυπτόμενο αισχυντηλά από την εσθήτα της. «Πώς ενεργοποιείται;»

          «Εννοείς πώς μπορεί η μητέρα Τηθύς να το ενεργοποιήσει;», είπε χαμογελώντας ειρωνικά η Αφροδίτη.

         «Ναι, ναι, διάολε!»

          «Το φοράει στο λαιμό της, ενεργοποιεί τη νανοσκανδάλη, που βρίσκεται εδώ, αλλά αντί να σκεφτεί κάποιο μακρινό τόπο, όπως στην τηλεμεταφορά, τρίβει το ύφασμα με τα ραμμένα μικροκυκλώματα και εκπέμπει λάγνες σκέψεις. Προχώρει λοιπόν ακάθεκτη και είμαι βέβαιη πως ό,τι σχεδιάσεις θα το καταφέρεις».

          Με αυτή την αινιγματική δήλωση η Αφροδίτη υπαινίχτηκε ότι υποπτευόταν την Ήρα για αλλότριους σκοπούς, αλλά η Ήρα είχε πια εμπλακεί σε μία αμείλικτη ακολουθία γεγονότων και ήταν αδύνατο να υπαναχωρήσει. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5:

 ΘΕΪΚΟ ΖΕΥΓΟΣ

Η τηλεμεταφορά μέσω του υποδιαστήματος, ακριβέστερα μέσω κενών στην ύφανση του χωρόχρονου, που όμως δεν ήσαν ακριβώς κενά- αφού η φύση τα απεχθάνεται- αλλά διάδρομοι με αραιή υλική διάταξη, άφηνε πίσω ίχνη, τα οποία ειδικά οι θεοί μπορούσαν να ακολουθούν, όσο ελισσόμενα ή συστρεφόμενα και αν ήσαν. Η Ήρα παρατήρησε ότι ο συγκεκριμένος διάδρομος οδηγούσε μέσω χορδών και μεμβρανών στο αγαπημένο σπήλαιο της Δίκτης, όπου ο Δίας είχε την αποθήκη και την εργαλειοθήκη του και έκανε όλων των ειδών τα μαστορέματα, όταν ήθελε να ξεσκάσει και να απαλλαγεί από τις έγνοιες της εξουσίας και τις μουτσούνες των λοιπών Ολύμπιων συνεργατών του, εκ των οποίων κανένα δεν χώνευε. Είχε, βλέπεις, γεννηθεί στο σπήλαιο αυτό, στο Δικταίο Άντρο, και ήταν συναισθηματικά δεμένος με το μέρος, ίσως μάλιστα να ήταν το μόνο πράγμα που σήμαινε κάτι για το Δία και έκανε ακόμη την καρδιά του να σκιρτάει.

Μόλις η Ήρα διακτινίστηκε, το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήσαν οι κρεμασμένες στους τοίχους φαρέτρες με βέλη, τα τραπέζια με τις πολύχρωμες διακοσμημένες κύλικες, λοπάδες (πιατέλες), σκουτέλες, χρυσά πινάκια. Απορούσε κανείς τι δουλειά είχαν αυτά σ’ ένα εργαστήριο, μάλλον θα ήσαν αναμνηστικά.

Δίπλα όμως σε άλλους τοίχους υπήρχαν κρεμασμένα και τα κλασικά εργαλεία, λαβίδες, τιτανικά κλειδιά, στροφεία, τρυπάνια – τέρετρα, στρόμβοι, κοχλίες, συσφιγκτήρες, εξελικτήρες, σφυριά, αμόνια, ελατήρια, οδοντωτοί τροχοί κ.λπ.

Ο Ζευς, έχοντας τη δυνατότητα να αυξομειώνει τον όγκο του κατά το δοκούν, ποιος ξέρει με τι ολογραφικά ή οιδηματώδη ή μαζο- προσαρμοστικά τεχνάσματα, πράγμα που δημιουργούσε μεγάλη εντύπωση σε συμμάχους και αντιπάλους, είχε περιορίσει το ύψος του σε ένα εύλογο δίμετρο παράστημα, που τού επέτρεπε να λειτουργεί μέσα στο σχετικά χαμηλόστεγο σπήλαιο. 

    «Τι κάνεις εδώ, αυθέντα;», ρώτησε η Ήρα. «Ασχολείσαι πάλι με επουσιώδη πράγματα, αντί να κοιτάξεις να βελτιώσεις τη ζωή των υπηκόων σου;»

«Σ΄ αυτή τη φάση το βασικό σχέδιο είναι να αναστήσω πάλι το γιο μου, αφού βάλω το κατάλληλο πρόσωπο να τον μασήσει με απώτερο στόχο να τον κυοφορήσει, αντί να τον χωνέψει. Βέβαια η φύτευση και καρποφορία του σπόρου απαιτεί βιολογική τεχνολογία, στην οποία εγώ δεν είμαι τόσο καλός, αλλά τέλος πάντων όλα αυτά είναι δικές μου έγνοιες και δεν χρειάζεται να απασχολούν το ωραίο σου κεφαλάκι».

«Εγώ πιστεύω ότι όλα αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις, μία αρρωστημένη αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα για να μη πω τίποτα χειρότερο, ότι τρέμεις τους τιτάνες, αυτούς τους ημιφυείς υπερθνητούς, που πότε συστήνονται ως δημοκρατικοί, πότε ως αριστοκράτες και πότε λανσάρονται -πλασάρονται ως ηγεμονικοί, ισχυριζόμενοι ότι και τα τρία πολιτεύματα μπορούν να εναρμονιστούν μαζί με άλλες εξωφρενικές θεωρίες. Εσύ, που περπατάς και τρέμει η γη, που εκτοξεύεις κεραυνούς και εξαπολύεις θύελλες, να φοβάσαι αυτούς τους υπερτροφικούς νάνους, να διστάζεις και να απέχεις από ενέργειες μήπως τούς εξαγριώσεις, ενώ η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη!».

«Πάντα είσαι πολύ αυστηρή επικρίτρια του έργου μου, αγαπητή γαμετή. Και να σαν μη φθάνει που είσαι πνεύμα αντιλογίας, μού στερείς ακόμη και τις λίγες στιγμές μοναξιάς και περίσκεψης που επιφυλάσσω για τον εαυτό μου, όταν έρχομαι στον τόπο της γέννησής μου να ηρεμήσω και να σκεφτώ».      

   «Ναι, κρύψου στα φουστάνια της Ρέας, ξεφτίλα… Τι τράβηξε αυτή η μάνα για να σε γλιτώσει από τα σαγόνια του πατέρα σου, αυτή ήταν πραγματικά γενναία και όχι εσύ, που ως γνήσιος εξουσιαστής και σφετεριστής ξένων δικαιωμάτων φοβάσαι και τη σκιά σου».

Ο Ζευς στράφηκε προς τη σύζυγό του οργίλος, αλλά το φυλακτό της Αφροδίτης είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί και η διέγερση είχε αρχίσει να εκβλαστάνει σοβαρά κάτω από τον χιτώνα του.

    «Με ερεθίζει πολύ όταν με βρίζεις και το ξέρεις. Έχεις μεγάλο ταλέντο στο να ξεφτιλίζεις κάποιον. Μόνο μία σύζυγος μπορεί να μιλήσει έτσι στον άντρα της, χωρίς να την πετάξει από το παράθυρο, αλλά έχω κι άλλους τρόπους να σε κάνω να με σεβαστείς…»

     Σήκωσε την εμβληματική χερούκλα, αναμέρισε και σάρωσε τις κύλικες και τα πινάκια, πετώντας στο πάτωμα πολύτιμες πορσελάνινες πιατέλες που κόστιζαν πολλές δραχμές, άρπαξε από τον τοίχο μία μεγάλη ευρύχωρη λεοντή σαν του Ηρακλή και κάλυψε μ’ αυτήν το αδρομερώς και χονδροειδώς τεκτονευμένο από τον ίδιο τραπέζι.

          Ενόψει της συνουσίας μεγάλωσε αντανακλαστικά το κορμί του, αλλά μετά συλλογίστηκε μετά βίας μέσα στην παραζάλη του ότι  θα αρκούσε να διογκώσει ένα επιμέρους μέλος του σώματός του. Μούγκρισε:

          «Οφθαλμοπορνική προστασία- άπλωσε πάνω από το σπήλαιο νέφος υψίστης ιδιωτικότητας επιπέδου α’, ώστε κανένα μάτι να μη μπορεί να το διαπεράσει και να με παρενοχλήσει κατά την εκτέλεση του έργου μου ως παρθενοπίπη- διακορευτή (που λέει ο λόγος, τις χρησιμοποιώ μόνο γιατί είναι ωραίες λέξεις). Δεν έχω όρεξη να διακτινισθεί κάνας τρελός εδώ μέσα την ώρα του ιερού μυστηρίου της γενετήσιας πράξης».

     Ο Ζευς ανέμισε εκ νέου τη χερούκλα, ενώ ολόκληρο το ενδιαίτημα δονούνταν από την ηλεκτρικά φορτισμένη ζωική και ερωτική του ενέργεια, άρπαξε την Ήρα από τον καρπό και την έφερε προς το μέρος του σκίζοντας την εσθήτα της με πρωτόγονη ζωώδη ορμή, ώστε να αποκαλύψει τα βυζιά της. Με την απότομη αυτή κίνηση παρασύρθηκε και εκσφενδονίστηκε στο πάτωμα και το ηλεκτρονικό φυλακτό της Αφροδίτης, αλλά δεν έπαιζε πλέον κανένα ρόλο, διότι ο αιθέρας ήταν ήδη μεστός και ξεχειλισμένος με φερομόνες άγριας και αχόρταγης όρεξης και ηδονής. Ο αφιονισμένος Ζευς τη σήκωσε σαν πάνινη κούκλα στον ουρανό και τη σώριασε στην τράπεζα, που ευτυχώς ναι μεν ήταν κακότεχνη, αλλά ήταν και γερή, δομημένη με φυσικά ρωμαλέα υλικά. Ύστερα περισσότερο έλιωσε με τα δάκτυλά του παρά αφαίρεσε το υποτυπώδες εσώρουχο αφήνοντάς την γυμνή.      

       Όσο συχνά κι αν είχε αντικρίσει η Ήρα τον θεϊκό φαλλό του συζύγου της, κάθε φορά τής κοβόταν η ανάσα. Όλοι οι εξωδιαστατικοί άρρενες ήσαν συναφώς προικισμένοι, αλλά ο Ζευς είχε διεκδικήσει και διατηρήσει ορισμένα καταλυτικά χαρακτηριστικά μόνο για τον εαυτό του. Τούτη η βακτηρία με το άλικο ή πορφυρό κιονόκρανο, που πίεζε βαθμιαία και ασταμάτητα τους μηρούς της, πιστό και αδιαπραγμάτευτο στην ιδιότητά του να διεισδύει και να εισχωρεί, ήταν το μόνο ικανό και αναγκαίο σκήπτρο για να εμπνέει φθόνο στους θεούς και τρόμο στους ανθρώπους. Παρότι βέβαια, όπως είναι γνωστό, το τεράστιο αυτό μέλος έπασχε από υπερέκθεση και έρεπε προς την  υπερκατανάλωση, ανάλογη και αντίστοιχη του μεγέθους και του ανδρισμού του, η Ήρα εξακολουθούσε να βαυκαλίζεται ότι αυτό το μέγα περιουσιακό στοιχείο του πανίσχυρου ηγεμόνα ανήκε μόνο σ’ αυτήν, τουλάχιστον επίσημα, τουλάχιστον θεσμικά.     

          Δεδομένου ότι η Ήρα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποστεί μώλωπες και πληγές σε πρώτο χρόνο, αν δεν χαλιναγωγούσε κάπως την πρωτογενή ορμή του νεφεληγερέτη και υψιβρεμέτη, προσπάθησε να προκαλέσει μία χρονοκαθυστέρηση στην ερωτική πράξη, προκειμένου η οξεία κατάσταση να εξομαλυνθεί.

          «Με ποθείς, σύζυγε;»

          Ο Δίας ανάπνεε από το στόμα γιατί η μύτη του είχε μπλοκάρει και συμφορηθεί από τις ποικίλες οσμές, άλλες διεγερτικές, άλλες ζαλιστικές.     

          «Σε ποθώ… αυτό είναι υποεκτίμηση… ωραιοποίηση, λιτότητα, ευφημισμός, που λένε και οι εξυπνάκηδες τιτάνες… θέλω να σε παραβιάσω, να σε δαγκώσω, να σε φάω, να σε ξεσκίσω σε βαθμό κακουργήματος… Πες ότι τρέχεις Νέμεια ή Ολυμπιάδα και άνοιξε επιτέλους τα πόδια σου…»

          «Τέτοια επιθυμία δεν έχεις ξανανιώσει, έ πάτερ της οικογένειας;» 

          «Όχι ποτέ, περίεργο πράγμα, τόσα χρόνια δεν σε είχα προσέξει ότι είσαι τόσο ελκυστική…. Αν το είχα συνειδητοποιήσει, δεν θα ξενοκοιμώμουν και θα ‘μουν και εντάξει.»

          «Δεν ένιωσες τέτοια καύλα ούτε τότε που κοιμήθηκες με τη γυναίκα του Ιξίωνα και όργωσες το γόνιμο εδαφός της για να γεννηθεί ο Πειρίθους, ο σοφός βασιλιάς των Λαπιθών, έτσι δεν είναι;»

       «Πού να συγκριθεί μαζί σου η γυναίκα του Ιξίωνα … τα βυζιά της είχαν μπλε φλέβες … κι αυτό ήταν απωθητικό…». Το πέος του Δία προσπαθούσε να βρει το δρόμο του ανάμεσα σε λευκούς λιπαρούς μηρούς, επίτηδες εσφιγμένους, ώστε η πρωταρχική ορμή να μετριαστεί και να τιθασευτεί κάπως.

          «Αλλά ούτε και όταν πλημμύρισες σαν χρυσή βροχή τον κόλπο της Δανάης, της κόρης του Ακρίσιου, ένιωσες τέτοια ηδονή;»   

          «Ούτε και τότε… πίστεψέ το…», μουρμούρισε ο Ζευς σκύβοντας πάνω από τις θηλές της Ήρας ως εκατέρωθεν κορυφές του στηθαίου διάσελου και γλείφοντας αδιακρίτως, ενώ ταυτόχρονα με το χέρι του πασπάτευε ανάμεσα στους μηρούς μέχρι να συναντήσει το υγρό ποτάμι.

          «Και το σπέρμα σου, κύριε και κυριάρχη, καθώς είναι ένας κουβάς με άριστο υλικό, είναι γονιμοποιητική ευλογία, εγγυάται στις γυναίκες την ευτεκνία. Και η Δανάη το βίωσε αυτό, καθώς στη μήτρα της φύτρωσε και μεγάλωσε το άνθος του Περσέα».

          Πλέον το επίκρανο του σκήπτρου χτυπούσε και χτυπιόταν ανυπόμονα ανάμεσα στους μηρούς ως πολιορκητικός κριός έχοντας εκβάλει ήδη μία άκρως λιπαντική, χορταστική ουρηθρογεννητική σταγόνα ικανή από μόνη της να γεννήσει ένα λόχο πολεμιστών αν μοιραζόταν στο γόνιμο έδαφος σαν λυμένη αρμαθιά από δόντια δράκου. Ο πατέρας των θεών (και πολλών θνητών) ήταν τόσο ερεθισμένος, ώστε δεν μπορούσε να οδηγήσει το έμβολό του στο στόχο, αλλά σαν παραζαλισμένος μεθυσμένος νεαρός στον πρώτο του έρωτα σκάλιζε, κοπανούσε και τσιμπολογούσε γύρω- γύρω με το απόξεστρο και γλύφανό του το περίνεο της Ήρας.

          «Άραγε με ποθείς περισσότερο από την Ευρώπη, την κόρη του Φοίνικα, καθώς την πλησίαζες ξεφυσώντας σαν βίσωνας με μυκηθμούς ταύρου;», συνέχιζε να τον βασανίζει η καλλιπάρειος με τα ωραία ζυγωματικά.

«Περισσότερο κι απ’ την Ευρώπη, ναι! Παρότι που και μόνο το γόνατο της Ευρώπης έκανε κάποιον να χύσει. Οι αστράγαλοί της χτυπούσαν στο σβέρκο μου σαν σπιρούνια, καθώς διασχίζαμε το πέλαγος».

Ο Ζευς κρατούσε το βαρύ αληθινό του σκήπτρο και με τα δύο χέρια, βαρύ και λόγω των δύο μεγαλόπρεπων σφαιρών, που το δορυφορούσαν σαν σιδερένιες μπάλες καταδίκου, αλλά σαν έμπειρος εραστής απέφευγε ακόμη να διεισδύσει ακουμπώντας απλά, ψαύοντας και χαϊδεύοντας με την καλαμίδα του τα τοιχώματα και το γύρω πλαίσιο του αιδοίου.

«Σ’ αρέσει να μπαίνεις καλύτερα σε μένα απ’ ό,τι στη Σεμέλη, την ακαταμάχητη, καυτή σαν πυρκαγιά μήτρα του Διονύσου;»

«Ναι, μ’ αρέσει καλύτερα απ’ τη Σεμέλη, καλύτερα κι από την Αλκμήνη των Θηβών με τα λυτά μαλλιά, που την όργωσα σαν γεωργός και τής φύτεψα στη μήτρα τον ανίκητο πολεμιστή Ηρακλή…»  

«Με γουστάρεις καλύτερα κι από τη Δήμητρα με τους φωταυγείς βοστρύχους και τις ξανθές τις τρίχες στο σημείο που ξέρεις…»

Ο Ζευς βρισκόταν στο τελικό στάδιο της ανάβασης, σήκωσε ψηλά τα πόδια της ερωτικής συντρόφου του, πίεσε και ανασήκωσε τη ράχη της ώστε να μειώσει τις ζωτικές αποστάσεις ανάμεσα στις ερωτογόνες ζώνες και πλέον η ομηρική όαρ δεν είχε άλλη επιλογή από τον να ανοίξει και να ανοιχτεί, να υποδεχτεί στα σκέλια της τον στύλο που μπορούσε να γίνει και πίδακας.

«Ναι, ναι, ο διάολος να πάρει, περισσότερο κι από τη Δήμητρα», ψέλλισε ο Δίας μπερδεύοντας τα λόγια του, καυλοπυρέσσων (για να μη λησμονήσουμε να χρησιμοποιήσουμε και την ευρηματική μετοχή του Εμπειρίκου).

«Μού φαίνεται ότι έχεις ανάγκη να χύσεις. Αχ, αχ, είσαι ο μεγαλύτερος απ’ όλους χωρίς αμφιβολία. Μού φαίνεται ότι με ποθείς περισσότερο και από τη Λητώ, που την τύλιξες με λαιμό κύκνου, την έβαλες κάτω από τις φτερούγες σου και την τακτοποίησες για μια ζωή, την ικανοποίησες με τρόπο αξεπέραστο βγάζοντας έτερο μεγαλύτερο κύκνο από τον θύλακά σου».

«Ναι, ναι, ό,τι πεις, μόνο μείνε ακίνητη, πάψε να κουνιέσαι».

Τότε λοιπόν εισχώρησε επιτέλους ο μέγας ταύρος. Οι σκαιές πύλες άνοιξαν και ο πολιορκητικός κριός εισέβαλε με ορμή ενός ολόκληρου στρατεύματος αράθυμου, δυνατού κι όλο ψυχές γιομάτου.

Την επόμενη μισή ώρα η Ήρα βρέθηκε επανειλημμένα πολύ κοντά στη λιποθυμία. Ο Ζευς ήταν μεν καυλωμένος σε βαθμό κακουργήματος, αλλά δεν ξέχασε όλες τις τεχνοτροπίες που τον είχαν ανακηρύξει μέγιστο εραστή. Απόλαυσε με αργές τελετουργικές κινήσεις την θεία κορυφαία διαδικασία σα να αρμένιζε στο πέλαγο, χωρίς να γίνεται ιδιαίτερα σφοδρός και βίαιος, συγκρατώντας μάλιστα με πειθαρχία ηνιόχου τον εαυτό του, αναβάλλοντας με γλίσχρη φιλαργυρία ηδονιστικού ασκητή και γερολαδά ξηνταβελόνη την κορύφωση. Ακόμα κι έτσι όμως, η θεά ένιωσε ότι έχανε τις αισθήσεις της στην τύρβη και τον απόηχο των κραδασμών, που έρχονταν από πολύ βαθιά, από τις επιχρισμένες και ιδρωμένες ωθήσεις, από τις δονήσεις του κορμού που είχε ριζώσει μέσα της κι από τη ρίζα αυτή αντλούσε αστείρευτη δύναμη, δίνοντας την εντύπωση αιώνιας διάρκειας. Για το δωμάτιο δεν συζητάμε, είχε γίνει ανάστα ο κύριος, σαν να είχε γίνει η Μεγάλη Έκρηξη, το τραπέζι παρά τη γερή, εντελώς υλική χονδροειδή κατασκευή του στέναζε από το βάρος και τη σφοδρότητα των κινήσεων, τα πόδια σάλευαν και κλονίζονταν, ώστε επέκειτο η κατάρρευση, που θα έλιωνε και θα συνέτριβε οποιοδήποτε οφθαλμοπόρνο κρυβόταν από κάτω, αν υπήρχε κάνας τέτοιος, οι καρέκλες και τα ανάκλιντρα κουτρουβαλούσαν ολόγυρα σε παρατεταμένη κυβίστηση, οι ενσωματωμένοι στην αρχιτεκτονική σταλακτίτες έσπαγαν κι έπεφταν απ’ την οροφή μαζί με ολόκληρα κιλά οικοδομικής σκόνης, ενώ οι διακοσμητικοί σταλαγμίτες εξορύσσονταν σαν δόντια εξηγμένα από οδοντίατρο.

Η κατάσταση είχε γίνει πλέον αποπνικτική, ο αέρας είχε γίνει ομίχλη από τη σκόνη, ο Δίας είχε εγκλωβίσει την Ήρα πιέζοντας την πλάτη της και τους ώμους της σε τέτοιο βαθμό, όπου ένοιωσε τα θεϊκά της λαγόνια να τρίζουν. Το κακό ήταν ότι, όσο ο θεός πλησίαζε προς τον οργασμό, είχε χάσει κάθε έλεγχο πάνω στο ίδιο του το σώμα, το οποίο αυξομειωνόταν επικίνδυνα και εννοούμε όλα τα μέλη του σώματος. Η θεά σκεφτόταν πλέον πολύ σοβαρά ότι το σχέδιό της ήταν αστόχαστο και θα οδηγούσε στο θάνατό της, κι όλα αυτά γιατί; Γιατί η ματαιοδοξία της, το μεγάλο της ελάττωμα, την έσπρωχνε να εκδικείται τους εχθρούς της και να μη συμβιβάζεται με τίποτε λιγότερο από το να τούς ξαποστείλει όλους στις πύλες του Άδη και μάλιστα χωρίς οβολό για το βαρκάρη…

Και μια και μιλάμε για βαρκάρη, η ταχυδυναμική ισχυρομελής παλινδρομική κίνηση του Δία έφθανε πλέον στο απόλυτο αποκορύφωμα. Εξερράγη μέσα της με ουρλιαχτό αγέλης λύκων και αρκούδων μαζί. Αναγκαστικά και νομοτελειακά κραύγασε με ουρανομήκη κραυγή και η Ήρα περιήλθε, παρά την προσπάθειά της για εγρήγορση, σε ακούσια αναισθησία ολίγων λεπτών.             

Το είχε προβλέψει αυτό και είχε προπονήσει τον εαυτό με διάφορες ανατολίτικες τεχνικές, ώστε να ξυπνήσει γρήγορα. Όταν άνοιξε φτερουγιστά τα βλέφαρά της, ένοιωσε πάνω της το ασύλληπτο βάρος του Δία, ενώ πάσχιζε να αναπνεύσει μέσα από το δάσος της γενειάδας του, που επιπλέον τής έξυνε διαβολεμένα το μάγουλο με την αρχετυπική αγριάδα της. Θα έπρεπε να προσπαθήσει πάρα πολύ για να μπορέσει να σύρει τον εαυτό της πέρα από την θανατηφόρα αγκαλιά του συμβίου της. Τελικά αποδεικνυόταν σοφή η επιλογή της να δείχνει επιείκεια και να συγχωρεί τα παραστρατήματα του συζύγου της, διότι αλίμονο η γενετήσια πράξη μαζί του ενείχε πολλούς κινδύνους και ενδεικνυόταν να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό.

Με τεράστια καταβολή δυνάμεων αναμέρισε το χαλαρό, ανειμένο, ξετεντωμένο, χαύνο και μαλθακό πέος και μπόρεσε να εξέλθει από την ογκώδη σάρκα που την καταπλάκωνε. Γιατί ο Θεός- ποιος Θεός άραγε; –  που ήταν πάνω από τους θεούς, είχε φτιάξει τη γυναίκα πιο αδύναμη από τον άνδρα; Ευτυχώς όμως, όποιος και να είναι ο άγνωστος αυτός Θεός, προνόησε να εφοδιάσει τη γυναίκα με αυτό που λέμε θηλυκό μυαλό και πονηριά, που ισοσκελίζει τη βλακώδη μυϊκή δύναμη του ανδρός. Η ισχύς του θήλεος έγκειται στο γενετήσιο τομέα, εκεί κρατάει το άρρεν από τους όρχεις και τον στριφογυρίζει σαν πανηγυριώτικο σιρίτι ή κρεμαστή κολοκύθα ή τον κρεμάει από το παράθυρο ή από τα μανταλάκια (μικρά μάνδαλα) σαν αρχικά λερωμένο και μετέπειτα πλυμένο εσώρουχο. Πήρε λοιπόν η Ήρα το ενέσιμο φιαλίδιο, που είχε ειδικά παρασκευάσει για την περίσταση, μάλιστα ο Ήφαιστος τής το είχε κρύψει μέσα σε ένα ψεύτικο νύχι από τις πολλές πρόσθετες κεράτινες  επιμηκύνσεις που είχε για να γρατζουνάει κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Χαϊδεύοντας αντανακλαστικά το σβέρκο του Δία, όπως χρόνια είχε εκπαιδευτεί, ανασήκωσε το νύχι και προχώρησε σε έγχυση του πανίσχυρου ναρκωτικού, που διοχετεύτηκε στο αδρανές κορμί με ελαφρύ διακριτικό συριγμό, ο οποίος ούτε καν ακούστηκε ανάμεσα στη βαριά ανάσα του κοιμώμενου αναίσθητου και στους αγωνιώδεις κτύπους της Ηραίας καρδιάς.

Το ναρκωτικό ονομαζόταν «ύπνος- θάνατος». Αυτόματα σχεδόν ο Δίας εξέβαλε ένα κομμάτι σάλιου και ξεκίνησε ρυθμικό ροχαλητό, που θα διαρκούσε για πολλές μέρες, αφού το ναρκωτικό έφερνε πράγματι τα θύματά του στα όρια κάπου μεταξύ ύπνου και θανάτου, πολύ- πολύ βαθιά στην επικράτεια του υποσυνείδητου, εκεί που αυτό ενώνεται με τους άλλους κώνους αυτεπίγνωσης.                

          Το φόρεμά της ήταν καταρρακωμένο, αλλά και η ίδια δεν ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ήταν διασπαρμένη με βαθύχροες μπλαβισμένες κηλίδες, γδαρμένη και ξεσκισμένη τόσο εξωτερικά, όσο και εσωτερικά. Σαν να μην έφθανε αυτό, το θεϊκό παχύρρευστο και άφθονο σπέρμα έρεε στα σκέλια της υπεροπτικά, περίπου κοροϊδευτικά και η θεά το σκούπισε με τα κουρέλια της εσθήτας της σχεδόν αηδιασμένη.

«Α, το σίχαμα», είπε αναδεικνύοντας περίτρανα τη διβουλία του παραβιασμένου θήλεος σχετικά με τη γενετήσια διαδικασία.  

          Κοίταξε πάλι το λιπόθυμο θηρίο, αυτόν τον τεράστιο, ηλιοκαμένο , γυμνό γίγαντα που στοίχειωνε όλα τα όνειρά της. Τώρα ήταν ανυπεράσπιστος, με το πρόσωπο μπρούμυτα ροχάλιζε ατελεύτητα, ανύποπτα. Κι αν τον σκότωνα; τής πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό. Ίσως να ήταν η χιλιοστή φορά που ο νους της σχημάτισε αυτή τη σκέψη.  Κάθε φορά μετά το σεξ, όταν ο Ζευς ροχάλιζε σαν ζώο, τής ερχόταν αυτή η έμπνευση. Και βέβαια, αν τελικά προχωρούσε στην εκτέλεση του δαίμονα, θα παρείχε εκδούλευση και θα έκανε μεγάλη χάρη σε αμέτρητες αδικημένες γυναίκες, είτε πεθαμένες, είτε νυν ντροπιασμένες, είτε αγέννητες, θα ήταν μία ανεπανάληπτη υπηρεσία αφιερωμένη σε όλο το γυναικείο φύλο, εκτεινόμενη μέχρι τη σημερινή εποχή του “me too”.

     Αλλά όταν ένας άνδρας κείται ανυπεράσπιστος στο έλεος μιας γυναίκας, πράγμα τόσο εύκολο να συμβεί, άλλοι μυστηριώδεις προαιώνιοι μηχανισμοί αποκτούν τον έλεγχο αφυπνίζοντας το μητρικό ένστικτο, το πιο ευγενές και πολύτιμο αιθέριο αίσθημα και αναπόσπαστο συστατικό κάθε Δημιουργίας νυν και αεί.

          Κι έτσι «κοιμήσου και ροχάλιζε ελεύθερα Κρονίδη», είπε. «Χάσε μερικές μέρες της ζωής σου στα όρια των δύο αδελφών αγγέλων και αγγελόπουλων, του ύπνου και του θανάτου. Ούτε που θα παρατηρήσεις το κενό μέσα στη δεξαμενή του αιώνιου σου ψυχαναγκαστικού βίου. Και να σού πω κάτι; Άμα τελειώσω τη δουλειά μου, μπορεί να έρθω να σε ξυπνήσω και λίγο νωρίτερα. Άμα είσαι καλό παιδί… Φαντάζομαι τώρα να ΄σαι ευχαριστημένος, έτσι μωρό μου;»      

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6:

 ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

          Η Ήρα είχε ως βασικό χαρακτηριστικό ότι δεν συγχωρούσε. Από τότε που ήταν μικρή και θυμόταν τον εαυτό της, έπρεπε να τρέχει και να κρύβεται για να μη τη βρει ο Δίας, ο οποίος ήταν τόσο κακομαθημένος, δειλός, μικρόψυχος και κατά βάθος συμπλεγματικός, ώστε έμαθε όλες τις πληροφορίες και τις τεχνικές, σχετικές με την αναπαραγωγή από την αδελφή του, πειραματιζόμενος πάνω της, συχνά κακοποιητικός, ύπουλος και αναίσθητος στον πόνο που τής προκαλούσε. Όλη της τη ζωή θυμόταν να παίζει ένα είδος κρυφτού, που όμως αλίμονο δεν ήταν παιχνίδι, αλλά πολύ σοβαρή και οδυνηρή καταδίωξη, όπως θα επιβεβαίωνε η κάθε κυνηγημένη από Αγγλοσάξονες ιππείς αλεπού, αποκαλούμενη “game”, δηλαδή συγχρόνως άθυρμα και θήραμα, προερχόμενη σύμφωνα με την θεωρία της καταγωγής των πάντων εκ της ελληνικής γλώσσας από το «γαμώ», το οποίο συνεπάγεται εξίσου ηδονή για το ενεργητικό και πόνο για το παθητικό μέρος. Θυμάται τον φρικαλέο αδελφό της να τη κυνηγάει παντού, στις λόχμες των λιμνών της Στυμφαλίας, στα σπήλαια τις Σάμου, στους θάμνους και τα δάση της Εύβοιας.

          Κι ενώ τόσα τράβηξε η Ήρα για να ολοκληρωθεί η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του αδελφού της, αυτός μη μπορώντας να ξεπεράσει το σύνδρομο της Ισμήνης, τελικά την παντρεύτηκε παραμένοντας πάντα ένα μωρό. Διότι ήξερε ότι, αν κάποια υποψήφια σκορδόπιστη απέκρουε τον έρωτά του ή τον ξεφτίλιζε, θα μπορούσε πάντα να επιστρέφει στη φιλόξενη συγγενική αγκαλιά της αδελφής του.  Και βέβαια το επεισόδιο με τον κούκο, που έμεινε στην Ιστορία, δρομολόγησε απλά μία από τις άπειρες ερωτικές περιπτύξεις και σαφώς δεν ήταν η επαφή που οδήγησε στο γάμο, ήταν όμως ενδεικτική του συμπλεγματισμού του Διός, ο οποίος εμφανιζόταν στις γυναίκες με μορφές διαφόρων ζώων και πτηνών, απευθυνόμενος σε πρώτη φάση δουλικά και υποτακτικά στο μητρικό τους ένστικτο, ώστε να είναι σίγουρος ότι δεν θα τον απορρίψουν.           

       Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ό,τι έγινε έγινε και πως ήταν θέλημα της μοίρας να βρίθει όλη η συζυγική ζωή της Ήρας από κερατώματα σε βαθμό τόσο υπερβολικό, ώστε θα έπρεπε πράγματι να διώκεται ποινικά. Και καλά οι απιστίες με γυναίκες κάποιου μορφωτικού επιπέδου, θυγατέρες βασιλέων ή τιτανίδες αριστοκράτισσες, αυτές δεν προσέβαλαν ιδιαίτερα την Ήρα, διότι τουλάχιστον παραδεχόταν και η ίδια τα προσόντα και την ομορφιά τους  ως συγκρίσιμα ή εφάμιλλα με τα δικά της θέλγητρα, αλλά να κάνει έρωτα με κάθε θηλυκό κουνούπι και με κάθε αρσενική γάτα και κάθε λοατκί σκύλο και γενικά με ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει; Τι ξεφτίλα και τι υποβάθμιση και τι ισοπέδωση ήταν αυτή κατά την προσφυή έκφραση του λαού «όλα τα σφάζω κι όλα τα μαχαιρώνω;»

Ειδικά αυτή η Ακμήνη του Αμφιτρύονα -έλεος. Πιο λαϊκατζούρα και καρκατσουλιό απ’ αυτήν δεν θα τολμούσε κανείς να φανταστεί. Κι είχαν -λέει- ατέλειωτη νύχτα τότε που ο βλάκας ο Αμφιτρύονας έλειπε. Κι ήταν λέει η συνεύρεση τόσο τέλεια και ταιριαστή, ώστε ήταν επόμενο να γεννηθεί από αυτήν ένας ημίθεος -υπερήρωας.  Ε λοιπόν, ειδικά αυτόν τον καρπό του παράνομου έρωτα η Ήρα θα τον εξόντωνε. Ήταν βέβαια υπερβολικά δυνατός κι έτσι γλίτωσε από τα φίδια που τον έσφιξαν όταν ήταν μικρός και τους ποικίλους κινδύνους των δώδεκα άθλων, αλλά ακόμη δεν είχε ειπωθεί η τελευταία λέξη. Η μητέρα των θεών είχε κι άλλα βέλη στη φαρέτρα της και θα τον κυνηγούσε μέχρι τέλους, διότι κάποιον έπρεπε επιτέλους να κυνηγήσει. Κάπως έπρεπε επιτέλους να αντιδράσει στις ταπεινώσεις που είχε υποστεί, να δείξει σε αθάνατους και θνητούς ότι δεν ήταν κουρόγιδο. Μία ενδεχόμενη πληθώρα και διασπορά των στόχων δεν θα ωφελούσε, αρκούσε ο Ηρακλής. Δεν υπήρχε άλλος στόχος, ο Ηρακλής ήταν ο στόχος. Μακάρι να ήταν άντρας και να τον αντιμετώπιζε σε μονομαχία ή να ζούσε στον εικοστό πρώτο αιώνα και να μπορούσε να τον καταγγείλει για σεξουαλική παρενόχληση, για φασιστική, ρατσιστική και σεξιστική συμπεριφορά. Έτσι όμως όπως ήσαν τα πράγματα, η μόνη διέξοδος ήταν να τού στήνει παγίδες και να περιμένει σε ποιο λάκκο θα πέσει μέσα και σε ποια μέγγενη θα πιαστεί. Είχε τον τρόπο της και πολλά μέσα για να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον του και δεν ήταν κουραδόμαγκας «τσίκεν σιτ» σαν τον Δία, που φοβόταν και τη σκιά του και τηρούσε άψογον στάσιν έναντι των τιτάνων. «Τόλμα μεν πρήξεως αρχή, τύχη δε τέλεος κυρίη», που έλεγε και ο Δημόκριτος.

Εκείνη την εποχή ο Ηρακλής συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία για να ανακτήσει από τον Αιήτη το χρυσόμαλλο δέρας. Επρόκειτο για μία τεράστια κινητοποίηση ανθρώπων και υλικών στον αρχαίο κόσμο, όπου οι περισσότεροι ήρωες και παλικαράδες που έλαβαν μέρος ήσαν πατεράδες των ηρώων της ομηρικής Ιλιάδας, ο Θησέας, ο Πηλέας, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Λαέρτης, ο Ίδας, ο Λυγκέας αλλά και άλλοι τρανοί τσαμπουκάδες ή νομιζόμενοι τοιούτοι, ο Τίφυς, ο Ορφέας, ο Αστερίωνας, ο Μελέαγρος, ο Ίφιτος, ο Μόψος, ο Άδμητος, οι γιοι του Βορέα και τόσοι άλλοι ξεγυρισμένοι μάγκες, δείτε τα, τα γράφει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, αν βέβαια μπορέσετε να βγάλετε ποιοι είναι οι πατεράδες και ποιοι οι γιοι, ποιοι οι μέντορες και ποιοι οι φερέλπιδες και τα προστατευόμενα πιπίνια, ποιοι οι προπονητές και ποιοι οι παίκτες. Ούτως ή άλλως ένα τεράστιο πλοίο, όπως η Αργώ απαιτούσε πολυάριθμο αλλά και εξαιρετικά εκπαιδευμένο πλήρωμα που να μη μασάει από αντιξοότητες και κακουχίες. Κάποιος υποψιασμένος άμα και πονηρός θα μπορούσε να προβάλει ένσταση εδώ, αναμενόμενη βέβαια, σύμφωνα με το αξίωμα «τα εν τω ενάγειν χρονικά, εν τω ενίστασθαι αιώνια», αφού κάθε δράση προκαλεί αντίδραση και κάθε πράξη επισύρει κριτική, και μάλιστα, ενώ η δράση έχει συγκεκριμένο παράθυρο ευκαιρίας σε χώρο και χρόνο, οι ενστάσεις επ’ αυτής δεν στερεύουν ποτέ στον αιώνα τον άπαντα μέχρι που αυτός που ενήργησε να φτύσει το γάλα της μάνας του και να καταραστεί την ώρα και τη στιγμή, που είπε να δραστηριοποιηθεί και να κάνει κάτι. Θα έλεγε δηλαδή ο εκφέρων άποψη, αν και δεν τού ζητήθηκε, ότι σε μία διαστημική εποχή δεν είχαν κανένα λόγο οι ήρωες να εφοπλίσουν πλοίο για να εκστρατεύσουν κατά της Κολχίδας, αλλά θα μπορούσαν να επιβιβαστούν σε ιπτάμενο σκάφος και να κάνουν κάθετη εφόρμηση στον στόχο τους. Όμως μία τέτοια εναλλακτική αγνοεί την πολύ εξεζητημένη ψυχολογία των αρχαίων. Έχει σημασία, όταν κάποιος τρανός έρχεται να καταλάβει μία χώρα ή να αρπάξει ένα αγαθό, η άφιξή του να προαναγγέλλεται και η φήμη του να προηγείται. Όταν οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι επίκειται η κάθοδος ή η άνοδος μίας ανίκητης στρατιάς, τούτο εμποιεί τον τρόμο στον αναμένοντα την επίθεση, που χάνει κάθε ηθικό και βυθίζεται προκαταβολικά στην ηττοπάθεια και τη μιζέρια σε βαθμό που πολλάκις σπεύδει να παραχωρήσει αμαχητί και καθ’ υποφορά ό,τι διεκδικεί από αυτόν ο ισχυρός.     

           Η Ήρα δεν είχε τίποτε κατά της Αργοναυτικής εκστρατείας, ίσα- ίσα συμπαθούσε τον Ιάσονα, γιατί ήταν καλό παιδί και κυρίως δεν την είχε πειράξει. Αυτός μάλιστα, ήταν ήρωας κι ακόμη περισσότερο άγιος, κυρίως διότι ήδη είχε υποστεί πολλά, αφού προς ώρας έμπαινε σε κακή συναστρία, στις συνέπειες των πράξεων της απαίσιας Ινούς, υπεύθυνης για το θάνατο της Έλλης, ενώ επέπρωτο να υποστεί και άλλα πολύ χειρότερα, αφού σε κάποια γωνία του μέλλοντος καραδοκούσε η Μήδεια.

          Ο Ηρακλής πάντα παγιδευμένος ανάμεσα στην αλαζονεία της δυνάμεως και της ηθικής του, που τού επέβαλε αυτοπεριορισμούς, κατέβαλε πολλές προσπάθειες να κάνει το καλό και να το ρίξει στο γυαλό, θεωρώντας ότι έτσι θα εξιλεωθεί για ποιο πράγμα άραγε; Από μικρός, ο καημένος, επηρεασμένος και από το τότε κρατούν δελφικό παράγγελμα «παις ων κόσμιος ίσθι, ηβών εγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτερος εύλογος», είχε μάθει να απολογείται για τη δύναμή του και να την δικαιολογεί κάνοντας πράξεις ευνοϊκές για τους ανθρώπους. Ίσως πίστευε στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι αν ήταν «καλός κ’ αγαθός», η Ήρα θα έπαυε να τον εχθρεύεται και να τον υπονομεύει. Εδώ ισχύει το διαχρονικό «κούνια που τον κούναγε», διότι όλοι οι εχέφρονες γνωρίζουν ότι οι ζηλότυπες γυναίκες δεν σκέφτονται έτσι και έχουν ανοσία, άλλως παροιμιώδη αδιαφορία στα ηθικά κατορθώματα και επιχειρήματα. Μάλιστα τη συγκεκριμένη στιγμή, πιστός στη νοοτροπία του προσκόπου, που ο ίδιος είχε απονείμει στον εαυτό του χωρίς να υπάρχει λόγος, είχε μαζέψει και νουθετήσει τους παραστρατημένους άνδρες της Αργούς, που την προηγούμενη νύχτα είχαν οργιάσει με γυναίκες στη Λήμνο, και τούς συμβούλευε να είναι εγκρατείς, να είναι επαγγελματίες, αλλιώς η εκστρατεία θα πήγαινε κατά διαόλου. Και πού να φανταστεί ο Ηρακλής ότι, σύμφωνα με μία κακόγουστη ειρωνεία της τύχης στο ίδιο αυτό νησί θα σάπιζε κάποτε ο Φιλοκτήτης, φυλάσσοντας τα όπλα του.    

 Η Ήρα διακτινίστηκε στο τοπικό παράρτημα των Ολύμπιων, που το διηύθυνε η ιέρεια της Άρτεμης Κύπριδα. Αυτή είχε μία τεράστια «μαγική» ή μάλλον μαγοκρατική σφαίρα μεγάλης ευκρίνειας, απ’ όπου παρακολουθούσε τις κινήσεις όλων των σημαντικών «παικτών» της περιοχής.

«Κύπριδα, αναφορά, τι κάνει τώρα ο ακατανόμαστος;»

«Νουθετεί τους άνδρες της Αργούς, ώστε να μην αργούν», απάντησε η ετοιμόλογη Κύπριδα. Κι ύστερα με το ζήλο της φιλόδοξης κοινωνικής αναρριχησία, που δεν γνωρίζει κανένα ηθικό ενδοιασμό, είπε: «Προϊσταμένη, μη νομίζεις ότι όλη αυτή η φάση με τον Ιάσονα, που εγκλωβίστηκε στο κρεβάτι της Υψιπύλης με αποτέλεσμα να ανασταλεί η Αργοναυτική εκστρατεία, έγινε από μόνη της. Εγώ ήμουν εκείνη που εμφύσησα έρωτα στον Αισονίδη, ώστε η επέλασή του να καθυστερήσει».

Η Ήρα χασμουρήθηκε:

«Καλά, καλά. Θα ασχοληθώ με την περίπτωσή σου εν ευθέτω χρόνω. Υπάρχουν μάτια στην υπηρεσία που βλέπουν ποιος εργάζεται και προοδεύει και ποιος όχι. Επομένως, θα ανταμειφθείς, αν και μού φαίνεται ότι εσύ υπάγεσαι στην Άρτεμη και καλύτερα να ζητήσεις ρουσφέτι από αυτήν. Όμως, αυτό που με ενδιαφέρει στην παρούσα φάση δεν είναι τόσο ο Ιάσονας, δεν έχω τίποτε με τον άνθρωπο, αντίθετα ο Πελίας ήταν εκείνος που δεν με σεβάστηκε αρκετά. Με ενδιαφέρει ο Ηρακλής, γιατί, αν και το όνομά του μαρτυρεί ότι θα έπρεπε να συγκομίζει κλέος στην Ήρα, αυτός με έχει βλάψει και με έχει ταπεινώσει με πολλούς τρόπους, κυρίως δείχνοντάς μου πόσο ανίσχυρη είμαι, όταν προσπαθώ να τον εξοντώσω». 

«Ε λοιπόν, κραταιά θεά, το σχέδιο που έχω συλλάβει για τον Ηρακλή είναι το μεγάλο μου αριστούργημα και χωρίς ψεύτικες μετριοφροσύνες πιστεύω ότι θα με βοηθήσει να αναρριχηθώ αρκετά στις πλαγιές του Ολύμπου, υπηρεσιακά εννοώ. Σού δίνω την ευκαιρία, μέγιστη Δέσποινα να το παρακολουθήσεις σε απευθείας μετάδοση.»

At that moment the Εκείνη τη στιγμή η φτιαγμένη από πηλιορείτικο ξύλο πασιμέλουσα[10] Αργώ, κινούμενη με κύρια κινητήριο δύναμη την παλικαριά και την ευσέβεια των ναυτών και δευτερευόντως χάρη στον πυρηνικό – από οικολογική σκοπιά αρκετά βρώμικο- κινητήρα του μηχανοστασίου της, βρισκόταν κάπου προς τη στεριά των Μυσών, κοντά στις εκβολές του Ρύνδακου και τον μεγάλο τάφο του Αιγαίωνα, αν έχεις πάει προς τα εκεί αναγνώστη. Τότε, λάλησε στάση το μυθικό ακρόπρωρο, κατασκευασμένο από δωδωναία δρυ και ένα σκασμό μικροκυκλωμάτων, που τού επέτρεπε να προβλέπει προφητικά τις κλιματικές συνθήκες της μέρας και της εβδομάδας προφητικά τις κλιματικές συνθήκες της μέρας και της εβδομάδας, καθώς και να αναγγέλλει τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις της Αργούς, προσορμίσεις, προσαράξεις, ελλιμενισμούς, συναγερμούς εγγύτητας λόγω επικίνδυνης προσέγγισης αντικειμένων κ.λπ.

Ο Ηρακλής άφησε κατά μέρος το «κουπί», που στην πραγματικότητα ήταν καλολαδωμένο έμβολο μηχανής, αφού πάνω απ’ όλα είχε στη διάθεσή του τη δύναμη της μηχανής, όντας πρωτίστως μηχανικός, όπως φαίνεται και από τον άθλο της κόπρου του Αυγείου. Για να μη σάς απογοητεύσουμε όμως, οι μηχανικές του γνώσεις δεν αντέφασκαν στο να έχει υπερμεγέθη καλογυαλισμένα μπράτσα, όπως εκείνα του Μίλωνα του Κροτωνιάτη, που κρατούσε στις πλάτες του ολημερίς και ολονυχτίς ένα νεαρό μόσχο μέχρι να γίνει ταύρος, όπου οι χαλκάδες στέναζαν και άσθμαιναν και ήσαν έτοιμοι να εκραγούν. Σαν καλός εργοδηγός πήρε μαζί όλους τους υφισταμένους του τμήματός του και δέχθηκε με ευχαρίστηση τη φιλοξενία των Μυσών, που δεν φείσθηκαν οπτών προβάτων και οίνου (η σημερινή περιζήτητη «προβατίνα») για να ικανοποιήσουν και να παράσχουν εκδούλευση στον ημίθεο. Αφού ανέστειλε με τη γνωστή του αυτοπειθαρχία τη δική του πείνα, πρόσταξε τους συντρόφους του να ευωχηθούν ελεύθερα και χωρίς ενδοιασμούς και ο ίδιος κίνησε στο δάσος για να μαζέψει υλικά με τον τρόπο που μόνο αυτός ήξερε, να ξεχωρίζει δηλαδή τα καλύτερα κομμάτια, πέτρες, κληματσίδες και ξύλα, ιδανικά για μαστορέματα και «πατέντες», τα οποία ανεξάρτητα από το επίπεδο της τεχνολογίας είναι πάντα απαραίτητα για τη λειτουργία ακόμη και της πιο εξελιγμένης μηχανής, εφόσον ακόμη διαθέτει υλικά μέρη, ιδίως σε περιοχές που δεν υπάρχει τεχνική εποπτεία και συντήρηση.      

Ενώ ο ημίθεος έλειπε, ο ερωμένος του Ύλας – αυτονόητη βέβαια η παντοειδής γενετήσια ελευθερία στην υπερεξελιγμένη εποχή των τιτάνων- πήρε μία χάλκινη στάμνα και πήγε σε μία από τις πηγές της περιοχής για να προλάβει να τού έχει δροσερό νερό για το φαγητό του, γιατί τον ανέθρεψε ο ίδιος να έχει τέτοια προνοητική και ευγενική συμπεριφορά, από τότε που τον είχε αρπάξει από τον Θειοδάμαντα, αν τον έχετε ακούσει. 

Στάθηκε λοιπόν μπροστά στην πηγή ο Ύλας κι εκεί έμεινε έκθαμβος και ενεός, διότι ένα συγκρότημα από νύμφες χόρευαν κυκλωτικούς χορούς υμνώντας την Άρτεμη. Μόλις η Κύπριδα τον είδε να χάσκει σαν χάνος, αφού ίσως πρώτη φορά ερχόταν σε επαφή με αυτά που είχε να προσφέρει το γυναικείο φύλο, έδωσε σε κάποια νεράιδα, έχουσα υποστεί πλύση εγκεφάλου με αντίστοιχη μάθηση εξαρτημένων  αντανακλαστικών, το προσυμφωνημένο προεμφυτευμένο μεθυπνωτικό σήμα. Καθώς ο Ύλας εμβάπτισε στην πηγή την χάλκινη στάμνα του και το νερό κελάρυζε σ’ αυτήν, η νεράιδα τού πρόσφερε για φίλημα το τρυφερό της στόμα τραβώντας τον συνάμα με τον αγκώνα της μέσα στη λίμνη, που είχε δημιουργηθεί υποκάτω. Ο Ύλας στην αρχή βυθίστηκε σαν υπνωτισμένος, αλλ’ όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει, έμπηξε τις φωνές, ενέργεια βέβαια εντελώς λάθος για κάποιον που βρίσκεται μέσα στο νερό. Ο μόνος που άκουσε το πνιχτό μουγκανητό ήταν ο Πολύφημος, όχι ο κύκλωπας, αλλά ο γιος του Είλατου, πετάχτηκε σαν αγρίμι, άρχισε να φωνάζει δυνατά, χωρίς να αντιλαμβάνεται ακριβώς ποιο ήταν το σημείο προέλευσης της κραυγής, έσυρε το ξίφος κι άρχισε να το στριφογυρίζει πέρα-δώθε για να τρομάξει φανταστικούς ληστές ή λειοθήρες, αλλά στην πραγματικότητα έχασε απλά πολύτιμο χρόνο και ήξερε ότι ο Ύλας έχει ήδη πνιγεί.

Πώς το ‘φερε η αδυσώπητη αμείλικτη μοίρα, που χαίρει εμπαίζουσα τοις ανθρωπίνοις πράγμασιν, συνέβη ο Πολύφημος ναι μεν να μη βρει τον Ύλα, αλλά έπεσε πάνω στον Ηρακλή που επέστρεφε στο πλοίο ζαλωμένος απίστευτα με ένα σωρό ανακτημένα από τη φύση αντικείμενα και προφανώς είχε ακούσει τη διαδοχή των ανεξήγητων κραυγών. Αμέσως, ο ελάσσων ήρωας έδωσε στο μείζονα πικρή αναφορά:

«Μεγάθυμε, έπεσε σε μένα ο λαχνός να σού πω ότι συνέβη κάτι φοβερό. Ο Ύλας πήγε για νερό στην πηγή και δεν γύρισε σώος».   

 Ο Ηρακλής πέταξε κάτω ό,τι δεν τού είχε ήδη πέσει από το τρέμουλο και τη συγκίνηση κι άρχισε να ταρακουνάει τον Πολύφημο, τον ύψωσε από τον γιακά στον ουρανό. «Τι λες, δυστυχισμένε;»

«Δεν ξέρω αν τού όρμησαν ληστές ή αγρίμια, πάντως η κραυγή του δεν μού άρεσε καθόλου».

Βγάζοντας ανεξέλεγκτο ιδρώτα από τους κροτάφους του, ενώ το αίμα του είχε μαυρίσει και κόχλαζε, ο Ηρακλής άρχισε να τρέχει δώθε- κείθε τσιμπημένος από οίστρο – αλογόμυγα, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά και το ήξερε. Όλα τα του τα αντανακλαστικά βοούσαν και ζητούσαν απεγνωσμένα έναν αντίπαλο, αλλά – αλίμονο- αντίμαχος δεν υπήρχε.

Η Ήρα κόντευε να σκάσει από τον ερεθισμό και την καύλα βλέποντας την απελπισία του Ηρακλή μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα και χαχάνιζε, χλεύαζε, κάγχαζε σαν ύαινα, ηχούσε σαν ένα ρήμα από «χαρ», που δεν μού έρχεται αυτή τη στιγμή.

«Χα, χα, εύγε, πολύ καλά, πάρα πολύ ωραία, Κύπριδα, τα αξίζεις τα λεφτά σου! Χα, χα, πού είναι ο ερωμένος σου τώρα, Ηρακλή, κάνει μπουρμπουλήθρες… Άμα κάνεις μπλουμ κι εσύ κι ακολουθήσεις τον δρόμο των φυσαλίδων μπορείς να βρεις το κουφάρι του αγκιστρωμένο κάπου στο βυθό. Τι σε ωφέλησε η περιώνυμη δύναμή σου; Δεν μπορείς να βρίσκεσαι παντού, η απόλυτη εποπτεία είναι μία φενάκη. Κι αν εσύ είσαι άτρωτος, τα αγαπημένα σου πρόσωπα δεν είναι, είναι εύθραυστα, θνητά και φθαρτά. Για να σε δω τώρα-  δύναμη να ανασταίνεις νεκρούς δεν έχεις, η δύναμη των μυών είναι η πιο πρωτόγονη και ξεπερασμένη ιδιότητα, πού να σταθεί απέναντι στους μαιάνδρους του δικού μου μυαλού που γεννά ακατάπαυστα. Φα ‘τη τώρα Ηρακλή και μη μιλάς κι άμα σκεφτείς έστω και λίγο, θα καταλάβεις ότι πίσω απ’ όλ’ αυτά είναι η ανώτερή σου, ενώ η παραδουλεύτρα μάνα σου Αλκμήνη είναι καλή μόνο για να μού σφουγγαρίζει τα πατώματα…»        

   Η κακία της Ήρας δεν είχε όρια. Αν ο αναίσθητος και ροχαλίζων Ζευς μπορούσε να σχολιάσει τα τεκταινόμενα, θα απορούσε με το πόση ενέργεια αφιέρωνε η καλή του στα μοχθηρά έργα, ενώ θα μπορούσε να τη διοχετεύσει στο σεξ. 

«Κι επειδή είσαι ένας ενδεής θνητός και δεν δύνασαι να προβλέψεις το μέλλον, άραγε, πάνω στο νεκροκρέβατο της Οίτης, όπου θα ξαπλώσεις για να καείς και να λυτρωθείς από τους αφόρητους πόνους του μανδύα του Νέσσου – τι σού λέω τώρα-, αν εκείνη τη στιγμή περνούσε από εκεί ο Ύλας αντί του Φιλοκτήτη και έστεργε να τού βάλει αυτός τη φωτιά, δεν θα ‘δινες σ’ αυτόν τα όπλα σου; Σίγουρα, ο Ύλας, αν αντί να αρπαχτεί από τις νύμφες και να γίνει αντίλαλος, είχε την τύχη να είναι παρών εκείνο το βράδυ στην υπαρξιακή κρίση, τον οδυνηρό αποχαιρετισμό και τον τεμαχισμό σου μεταξύ Διηάνειρας και Ιόλης, θα είχε λάβει ο ίδιος το θαυματουργό τόξο με τα δηλητηριώδη βέλη. Ίσως τότε να ήταν αυτός στη Λήμνο στη θέση του Φιλοκτήτη, για να παλεύει με την κακοφορμισμένη πληγή, τον πληγωμένο εγωισμό, το τραύμα από την άδικη εγκατάλειψη και το αίσθημα της ανεπανόρθωτης αδικίας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ‘Υλας, που θα συστηνόταν ως δεσπότης των όπλων σου «όν έρριψαν αισχρώς ώδ’ έρημον, αγρία νόσω  καταφθίνοντα, της ανδροφθόρου  πληγέντ’ εχίδνης  αγρίω  χαράγματι».[11] Θα’ ταν αυτός, που θα φώναζε στον Νεοπτόλεμο «Γαστρί μεν τα σύμφορα τόξον  τόδ’ εξηύρισκε, αποστέρηκας τον βίον τα όπλα ελών, άποδος, ικνούμαί σε, άποδος, ικετεύω τέκνον»[12] και εσύ θα τον δικαίωνες ανακουφιστικά: «Πάριν  τόξοισι τοις εμοίσι  νοσφιείς βίου, πέρσεις τε Τροίαν, σκύλα τ’ εις μέλαθρα σα πέμψεις, αριστεί’ εκλαβών στρατεύματος»[13]. Αλλ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να γίνουν γιατί σ΄ έσκισα!

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7:

          Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ

          Εκείνη την ημέρα, ενώ η Ηώ χάζευε και ρέμβαζε από τα τείχη της Τροίας συνεχίζοντας την μακρόχρονη, σχοινοτενή και παρασιτική επίσκεψή της στα ανάκτορα του Λαομέδοντα, που είχε κατά πολύ υπερβεί το καλωσόρισμά της, όπως λένε και οι ψαράδες Σάξονες, αναβόσβησε το φωτάκι του επικοινωνητή.

          Πολύ πρωί ακόμη, σκέφτηκε η Ηώ. Δεν έχω καν αποκτήσει θερμοκρασία λειτουργίας.

          «Ποιος είναι;»

          «Ηώ, εγώ είμαι ο Ηρακλής. Συνέβη κάτι το φοβερό. Είναι αγνοούμενος και άφαντος ο Ύλας εδώ και μέρες. Ποιον κοροϊδεύω; Είναι σίγουρα νεκρός και ούτε το πτώμα δεν έχω βρει. Έτσι κι αλλιώς εκτός από την από διαθέσεως αξία, που είχε για μένα, δεν θα ήταν αντικειμενικά πολύτιμος για κανένα απαγωγέα, ούτε κι εγώ έχω μνες ή δραχμές ή στατήρες ή χελώνες για να τούς δώσω. Πάει, τον χάσαμε τον Ύλα, ερυθρόλευκη Ηώ. Σε ποιον έφταιξε, ποιον πείραξε, ήταν αμνός του θεού, που λέει και αυτή η παράλληλη υποβόσκουσα θρησκεία».

          «Τι λες; Απίστευτο! Ηρακλή μου, δεν υπάρχουν λόγια για να σού εκφράσω τη λύπη και τη συμπαράστασή μου. Μακάρι οι θεοί να βρουν ένα λόγο παραμυθίας και παρηγορίας για να σού απαλύνουν τον πόνο και…»           

          «Μη μου τούς αναφέρεις ούτε αυτούς ούτε τις απόψεις τους! Απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς, όπως λέγει και ο Επίκουρος. Να μού πεις για έναν θεό που απλά προϋπήρξε ή προέκυψε χωρίς καν να καταλάβει γιατί, να το δεχτώ, αλλά για θεούς! Τι άλλο θεμέλιο έχουν οι θεοί από το χρίσμα που απονέμουν οι ίδιοι στον εαυτό τους; Και τι άλλο κίνητρο έχουν οι πολλοί αυτόκλητοι και νομιζόμενοι θεοί από την “πολυκοιρανίη”, να παριστάνουν δηλαδή όλοι τους αρχηγούς;»

          «Είναι όμως ίσως οι μόνοι που μπορούν να δώσουν μία διέξοδο, αφού κυριαρχούν στους δρόμους του υποσυνείδητου κι έτσι, άμα το θελήσουν, έχουν την πειθώ και τη δύναμη να παραβιάσουν τα τείχη και τα φράγματα του νου και της ψυχής…

Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων τεύξεται φρενών το παν,

Tον φρονείν βροτούς οδώσαντα, τον πάθει μάθος κυρίως έχειν

 Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας μνησιπήμων πόνος…[14]»

«Ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων, αυτή είναι η άμεση απάντησή μου. Χώρια που τα ιάματά τους είναι βαρύτερα της ασθενείας. και αυτό να μού το θυμηθείς κάποτε. Το είπες και μόνη σου, οι θεραπείες που προσφέρουν τα μυστήρια είναι σαδιστικές και χαιρέκακες αγγαρείες, λες και η μόνη λύση για την αυτογνωσία είναι τα παθήματα και όχι η λογική. “Κόσμος αλλοίωσις, βίος υπόληψις”, έλεγε ο  Δημόκριτος, εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε την πορεία της ζωής μας μέσα σ’ ένα φθαρτό κόσμο και όχι οι θεοί. Μη μού τούς αναφέρεις πάλι, αν θέλεις να σού ξαναμιλήσω, αυτή είναι η μόνη σου προειδοποίηση».

«Με έχεις κάνει να καταπιώ τη γλώσσα μου με τον τρόπο που μιλάς, Ηρακλή».

          «Εδώ υπάρχουν συγκεκριμένες ευθύνες και ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Είμαι βέβαιος ότι ένοχη είναι η Ήρα, αυτή η Άτη και η Νέμεση και η Τίσις της ζωής μου και μάλιστα για ύβρη που δεν διέπραξα. Για χρόνια ανεχόμουν και έκανα πως δεν βλέπω τις εγκληματικές της ενέργειες σε βάρος μου, προσπαθώντας να τηρήσω άψογον στάσιν και τάχα ελπίζοντας ότι κάποτε θα το εκτιμήσει. Μήπως οι δώδεκα άθλοι δεν ήσαν στην ουσία δώδεκα απόπειρες δολοφονίας εναντίον μου; Εξαιτίας της, αναγκάστηκα να διακόψω τη συμμετοχή μου στην Αργοναυτική εκστρατεία, άφησα σύξυλους τον Ιάσονα και τους λοιπούς φίλους, γιατί δεν είχα το κουράγιο και το ηθικό να συνεχίσω.  Αλλά πια η ανοχή τελειώνει, η ασυδοσία της Ήρας σταματά εδώ και τώρα. Θα έλθω εκεί και με το σιδερένιο μου χέρι θα καταλάβω τη βάση των θεών στην Γη, την Τροία. Θα καταφέρω ένα χτύπημα που οι θεοί δεν θα μπορούν να αγνοήσουν και θα τούς αναγκάσω να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις. Μια και είσαι εκεί, πες σ’ αυτό το βλάκα τον Λαομέδοντα να μού παραδώσει τα κλειδιά της πόλης εδώ και τώρα για να αποφύγει τα χειρότερα. Να μη μιλήσω και γι’ αυτόν, μού χρωστάει ακόμα τα άλογα, που μού είχε υποσχεθεί ο Δίας, τότε που τον βοήθησα να απαγάγει τον Γανυμήδη.  Βλέπεις ο Ζευς πατήρ προτιμά να αναθέτει την εκπλήρωση των υποσχέσεών του στους μαθητευόμενους τεχνίτες του. Δεν θα με πιάσουν εμένα κορόιδο οι θεοί, δεν θα κάτσω εγώ να τούς πετάω κοτρώνες από την Όθρυ, όπως κάνουν οι Εκατόγχειρες όταν τσακώνονται με τους Γίγαντες ..»  

«Να καταλάβεις την Τροία, τι αλλόκοτο και αξιοπερίεργο σχέδιο είναι αυτό, πού ακούστηκε ποτέ κάτι τέτοιο; Γνωρίζεις ότι έχει πανίσχυρα τείχη…»

«Με τη δική μου δύναμη και πέντε- έξι παλικαράδες είμαι σε θέση να την εκπορθήσω. Σιγά την πόλη. Έργου συναγαγείν σωρόν εν πολλώ χρόνω, εν ημέρα δε διαφορήναι ράδιον».[15]

Έτσι λοιπόν, ένεκα τούτων και όχι απλά μετά ταύτα, μαζεύτηκαν έξω από την Τροία ο Ηρακλής με μερικούς άλλους φουσκωτούς φίλους του. Άρχισαν να εκτοξεύουν προφορικές προσβολές – μπινελίκια είναι η αρχαία λέξη – προς τον Λαομέδοντα.

«Λαομέδοντα, τις πύλες άνοιξε, είναι για σε η μόνη λύση,

Αν θέλεις των ηρώων ν’ αποφύγεις αμείλικτη τη στύση».  

(Εδώ ο συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής σε μία εναλλακτική υβριστική βωμολοχική Ιλιάδα, που κυκλοφορούσε στα φοιτητικά του χρόνια).

          Ο Λαομέδοντας βέβαια κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια, γιατί όσοι δύναμη και να είχαν οι επίδοξοι πολιορκητές, δεν γινόταν πέντε έξη νοματαίοι να καταλάβουν ολόκληρη οχυρωμένη πόλη.

«Εν μέσω των όπλων σιγώσι οι νόμοι, οπότε γιατί μού απευθύνεστε;», απαντούσε θεωρώντας ότι βρίσκεται σε θέση υπεροχής και ότι είχε την ευχέρεια να ειρωνεύεται. «Αφήστε με τώρα γιατί έχω και δουλειές, κι όπως γνωρίζετε, “Μία ημέρα σοφού, αιώνος αδαούς μείζων”».

Ας παρακολουθήσουμε τώρα τις συνομιλίες της παρέας του Ηρακλή.

ΕΥΜΕΛΟΣ (Ο Κορίνθιος, που αν η «Τιτανομαχία» του είχε σωθεί, ο ολίγιστος συγγραφέας τούτου του μυθιστορήματος δεν θα είχε ευτυχή συγκυρία και συγκαιρία- «καιρόν» να γράψει το παρόν πόνημα): Λοιπόν υπάρχουν δύο τρόποι πολιορκίας, ή ενεργούμε αιφνιδιαστική επίθεση – τι αιφνιδιαστική, αφού ήδη τούς προειδοποιήσαμε και τούς φοβερίσαμε με την παρουσία μας- ή προχωράμε σε πολύμηνη πολιορκία, αν και εδώ που τα λέμε δεν είμαστε αρκετοί ούτε καν για να καλύψουμε όλες τις πύλες της πόλης».

ΤΕΥΚΡΟΣ (Ο περίφημος τοξότης, ετεροθαλής αδελφός του Αίαντα του Τελαμώνιου, που πολέμησε έπειτα και στον Τρωικό πόλεμο, είχε μία ψύχωση με την Τροία, τι να κάνουμε) : Να ‘χαμε μαζί μας τον Αχιλλέα, ρε παιδιά, αυτός δύναται να πετάξει το δόρυ του πιο μακριά απ’ ό,τι πετάω εγώ το βέλος».

ΜΕΝΕΣΘΙΟΣ (Τεράστιος Μυρμιδώνας, υπαρχηγός του Αχιλλέα): «”Άμμες δε γ’ ειμέν, αι δε λης, πείραν λαβέ”.[16] Εγώ δηλαδή, ολόκληρος υπαρχηγός του Πελίδη, λίγος είμαι;

ΕΧΕΠΩΛΟΣ (εκτροφέας αλόγων): Κακά τα ψέματα, αν δεν ρίξει το βάρος της στην αναμέτρηση η κύρια δύναμη των τιτάνων, αν δεν μπει στον πόλεμο ο Σείριος, μην περιμένετε να απαλλαγούμε ποτέ από τους θεούς. Ο Προμηθέας, οι Ατλάντες, ο Υπερίων, αυτά είναι τα μεγάλα ονόματα κι αυτό το λέω με κάθε σεβασμό για σένα, Ηρακλή. Είσαι κι εσύ μέγας παίκτης, αλλά αυτοί παίζουν στο εξωτερικό και έχουν άλλα προπονητικά δεδομένα και άλλες παραστάσεις.

          ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (γνωστός πολεμιστής, αλλά λίγο δειλός): Τήνελλα καλλίνικε χαίρ’ άναξ Ηράκλεες[17], να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Μάς έφερες εδώ να σε βοηθήσουμε να καταλάβεις την Τροία σαν αντίποινα γι’ αυτό που σού έκανε η Ήρα, αλλά και για να λάβεις τα άλογα, που σού είχαν υποσχεθεί για τον Γανυμήδη. Κανείς μας δεν έχει όρεξη να πυροδοτήσει γενικευμένη σύρραξη μεταξύ ανθρώπων και θεών, διότι είναι ένας πόλεμος που αντικειμενικά δεν μπορούμε να κερδίσουμε. Οι θεοί είναι υπερδύναμη, έχουν άπειρα μέσα και τεχνολογία, που την έχουν φέρει από άλλη διάσταση. Ας είμαστε προσεκτικοί, γιατί η πολιτική κατάσταση είναι εύθραυστη και εύφλεκτη σαν πυριτιδαποθήκη και αρκεί μία σπίθα από δάδα ή αναμμένο στουπί για να τιναχτούν όλα στον αέρα. Και που μάς αφήνουν οι θεοί να απολαμβάνουμε κάποιες ελευθερίες, και πολύ μάς είναι. 

          ΘΡΑΣΥΜΗΔΗΣ (γιος του Νέστορα, όταν ο τελευταίος ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία και είχε θρασύ μυαλό κατά τη συνεύρεση, όπως λέει και το όνομα του γιου του, που προήλθε από αυτήν): Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες, ας επικεντρωθούμε μόνο στο συγκεκριμένο θέμα, για το οποίο είμαστε εδώ. Αφού, όπως είπε και ο Εύμελος, δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Τροία με κατά μέτωπο επίθεση λόγω της αριθμητικής μας μειονεξίας, ας πάμε στη λύση της πολιορκίας. Και για να προλάβω την ένσταση ότι η Τροία έχει περισσότερες πύλες απ’ όσοι είμαστε εμείς, ας αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα της προκάλυψης και απόκρυψης των θέσεών μας από τα όμματα του εχθρού, ας ντύσουμε μερικές εκατοντάδες δένδρα και θάμνους με στολές παραλλαγής κι ας κάνουμε θόρυβο σαν να μην είμαστε δέκα αλλά δεκάκις μύριοι!

          ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΣ (γιος του Ασκληπιού): Συντάσσομαι έτσι κι αλλιώς μ’ αυτή τη λύση. Η μόνη αποτελεσματική πολιορκία είναι η διακοπή του ανεφοδιασμού του εχθρού με συνέπεια την πείνα και στη δίψα, που εντέλει οδηγεί στη δυσεντερία και στις άλλες αρρώστιες, όπως μού έχει εξηγήσει ο πατέρας μου. Εκεί δεν χρειάζεται να τοξεύει κανέναν ο Φοίβος Απόλλων με το ασημένιο του τόξο, αρκεί να αρχίσει λίγο το νερό να βρωμίζει από την ανακύκλωση του κατουρλιού κι αμέσως οι καθήμενοι στα ίδια τους τα περιττώματα πολιορκούμενοι θα ξεκινήσουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες. Σχετικά ο πατέρας μου είχε εκπονήσει διατριβή, αλλά επειδή ήταν θεός και συγχρόνως απόλυτη κορυφή στον τομέα του, δυσκολεύτηκε πολύ να βρει εποπτεύοντα καθηγητή και…

          ΘΡΑΣΥΜΗΔΗΣ: Αγαπητέ Πολειδάριε… ε συγγνώμη Ποδαλείριε, που έχεις λειρί στο πόδι, αφού και ο πετεινός συγκαταλεγόταν στα ιερά ζώα, που επιστράτευε ο πατέρας σου για να θεραπεύσει τους ασθενείς και τους πάσχοντες στα μυστήρια, η θεωρία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα και συναρπαστική, όπως και το υπόλοιπο έργο του το οποίο γνωρίζουμε, αλλά θα μού επιτρέψεις να σού πω ότι η ανάπτυξή της δεν είναι του παρόντος…

          Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι ήρωες φαίνονταν προβληματισμένοι και παγιδευμένοι σε ένα αδιέξοδο, πολύ απλά η κερκόπορτα της πόλης άνοιξε.

          «Σεβαστοί και τρανοί τιτάνες, προτιτάνες και υποτιτάνες, μπείτε μέσα για να τελειώνουμε. Να οδηγηθεί επιτέλους αυτή η διαδικασία σε ένα εύλογο και εύνομο πέρας και να προχωρήσει και η πλοκή. Τόσο η αφέντρα μου η Ηώ, που σάς στέλνει τα χαιρετίσματά της, όσο κι εγώ, ο ταπεινός της δούλος, είμαστε εναντίον της παρελκυστικής τακτικής των θεών. Αν υπάρχει μία διαφορά ή αμφισβήτηση, ας διευθετηθεί μέσα σ’ ένα κλίμα καλής πίστης και χρηστών ηθών». Ήταν ο Τιθωνός.

          Πώς όμως ο Τιθωνός έφτασε στο σημείο να ανοίξει την πύλη στους oλιγάριθμους πολιορκητές, που βεβαίως αμέσως μετά κατέλαβαν την πόλη στο περπατητό και χωρίς καμία αντίσταση;

          Εδώ θα πρέπει να ανατρέξουμε στην προηγούμενη νύχτα και να μεταφερθούμε στο αναστενάρικο πυρακτωμένο κρεβάτι της Ηούς και του Τιθωνού.

          Τι έγινε άραγε μετά τη συνουσία, όπως ρωτούσε τον μάρτυρα και ένας πρόεδρος πρωτοδικών για να λάβει την απάντηση ότι «και μετά την συνουσία που λέτε, κύριε Πρόεδρε, έγινε το έλα να δεις»; Η κυριαρχική Ηώ έγερνε στο προσκεφάλι του Τιθωνού. Η Ηώ, ναι μεν δεν ήταν η ωραία Ελένη – Μπελελέν, που λένε και οι γαλλομαθείς-, αλλά ήταν αναμφίβολα όμορφη. Τα μαλλιά της, που έπεφταν λυτά πάνω στους ώμους της, ήσαν μάλλον κυματιστά παρά σγουρά. Τα χαρακτηριστικά της κανονικά, καθαρά, κοντυλογραμμένα. Μύτη ολόισια, στόμα μικρό με λεπτά χείλη κι όχι αυτά τα σύγχρονα πρησμένα τερατουργήματα της ενέσιμης σιλικόνης, σαγόνι θεληματικό βέβαια, που έδινε πρωτίστως την εντύπωση ότι δεν σήκωνε πολλά – πολλά σαν γυναικίστρια του παλιού καιρού. Η επιδερμίδα της είχε χάλκινο χρώμα χωρίς να είναι αραπίνα – άραγε επιτρέπεται αυτός ο όρος στην εποχή της πολιτικής ορθότητας; – και το κορμί της ήταν σφιχτό, λιγνό και λυγερό χωρίς να έχει κυτταρίτιδα, λίπη, λαπάρες, λάπες, λαπάδες και οτιδήποτε άλλο παραπέμπει σε χαλαρότητα δέρματος.

          Ένας φαρδύς μπρούτζινος κρίκος σχημάτιζε βαρύ διάδημα γύρω από το μέτωπο και τα μαλλιά της. Φορούσε τέσσερα βραχιόλια ακόμη πιο φαρδιά στα χέρια και τους αστραγάλους και πριν τη συνουσία φορούσε καμπυλωτό εφαρμοστό φόρεμα πράσινο και μεταξωτό, ανοιχτό στο λαιμό και στολισμένο με χρυσό κορδόνι. Ήταν λοιπόν μία χρυσοπράσινη  νεράιδα, σαν να κρατούσε την ερυθρόλευκη εμφάνιση μόνο για τους πολεμικούς αγώνες. Αν κανείς κρυφοκοιτούσε τα καλοβαλμένα καλοστριμμένα κάτω μουστάκια της, θα έβλεπε ότι σχεδόν χαμογελούσαν ανάμεσα στους δυνατούς καλοθρεμμένους μηρούς, που με τη γενναιόδωρη κρεάτινη επίστρωσή τους έδειχναν να απέχουν πολύ από τα σκέλεθρα του θανάτου. 

          Ήταν η επιτομή της αρχέγονης δύναμης και της καλής υγείας, σε αντίθεση με τον Τιθωνό, που ήταν ασθενικός και με πολύ υπονομευμένη κράση, γνήσιος πρόδρομος του Τρωίλου, του γιου του Πριάμου, που έδρασε σε μία ελαφρώς μεταγενέστερη εποχή. Μάλιστα, όταν ο Τιθωνός αρρώσταινε, πράγμα που συνέβαινε πολύ συχνά, αυτή η μεταξένια πρασινοχάλκινη και στη μάχη ερυθρόμορφη αδελφή του ελέους τον περιποιούνταν με μία πρωτοφανή φανατική αφοσίωση, που κανείς άλλος πάσχων δεν είχε την ευλογία να γνωρίσει. Βέβαια, με τη δυναμική της προσωπικότητα είχε εισχωρήσει εντελώς στη ψυχοσύνθεση του Τιθωνού και τον είχε υποτάξει ολοκληρωτικά, αυτό δεν χρειάζεται καν να το αναφέρουμε, προκύπτει και συνάγεται συμπερασματικά. Παρά τις ποικίλες περιποιήσεις και θεραπείες όμως, ο Τιθωνός παρέμενε πάντοτε βαθιά μελαγχολικός και αρκούσε μόνο να τον αντικρίσει κανείς, για να περιπέσει σε αυτο- λύπηση και αυτο- οικτιρμό.    

          «Ακριβέ μου Τιθωνέ, λευκόχρου και αλφιτόχρου,  καλότροπε, αγαπησιάρη, πικρά μειδιών, με τους χαμογελαστούς οφθαλμούς, τοις δώροις και ταις αντιλήψεσι πλούσιε, δεν μπορώ να σε βλέπω τόσο θλιμμένο. Τι δεν πάει καλά; Σού φέρομαι σαν να είσαι ένας πρωινός, νεαρός και ρόδινος ήλιος και σε κανακεύω και σε λικνίζω σ’ ένα ειρηνικό ακρογιάλι και υπήνεμο αραξοβόλι. Τι πρόβλημα έχεις, γιατί είσαι τόσο σύννους και κατηφής; Το άλλο να κάνω για σένα, καλέ και γλυκέ, πού ‘χεις τις χάρες όλες;»    

          «Πολυφίλητη Ηώ, τώρα είμαστε στα μέλια ή -για να εκφραστούμε πιο κόσμια -η σχέση μας μοιάζει ανέφελη και είναι όλα καλά. Μα υπάρχουν ορισμένες σκιές, που δεν σχετίζονται με τη γνησιότητα των συναισθημάτων και φαίνεται να καραδοκούν στην περιφέρεια του φωτός και την αρχή του σκοταδιού – αντικειμενικά, χωρίς κανένας να φταίει. Εσύ είσαι μία πανίσχυρη πολέμαρχος, γεννημένη για αφεντικό, είχες αμέτρητους εραστές,. Για σένα ο έρωτας έχει αυτόνομη αξία, αρμενίζει την ψυχή σου στην αιώρα της έκστασης, πεταρίζει τα ωχροβαμμένα βλέφαρά σου την ώρα του οργασμού, κινεί τις ίριδές σου σε μία κατάσταση ωκεάνειας συνειδητοποίησης και βαθιάς ενσυναίσθησης, όπου βλέπεις παρελθόν και μέλλον. Σ’ αυτή τη διαδικασία εγώ δεν είμαι παρά ένα περιστασιακό εργαλείο, που σύντομα θα αντικατασταθεί από ένα άλλο με πολύ μεγαλύτερα προσόντα. Κι επειδή ακριβώς ξεπερνάω κάθε φορά τον εαυτό μου στην προσπάθειά μου να σταθώ στο ύψος των δικών σου απαιτήσεων, νιώθω ότι σε κάθε οργασμό μού παίρνεις κι ένα μικρό κομμάτι, αποσπάς ένα σβώλο από το ψαθυρό άγαλμά μου. Κι εγώ αγκομαχώ, τα δίνω όλα, φυσάω και ξεφυσάω και αισθάνομαι τη μύχια ουσία μου, την ίδια τη φαιά μου ουσία να απομυζάται με το καλαμάκι ή με το μπουρί της σόμπας μέσω της σπονδυλικής στήλης μέχρι που δεν μένει τίποτε. Αισθάνομαι φθαρμένος, ήδη έχω καραφλιάσει κι είμαι ακόμη σε νεαρή ηλικία, το σώμα μου είναι γεμάτο αμυχές και γρατζουνιές, είναι φανερό ότι δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, δεν έχω παρά μόνο μερικές σπίθες και σβησμένα κάρβουνα να αντιπαραθέσω στο δικό σου καμίνι, στη δική σου λάβα του απύθμενου πάθους».

          «Τιθωνέ, λυπάμαι που τη βλέπεις έτσι την κατάσταση. Δεν έχω εγώ κανένα μετρητή να μετράω τις γενετήσιες επιδόσεις και φυσικά δεν σε έχω ερωτευθεί για να μού δίνεις μία μηχανική ικανοποίηση. Φαίνεται ότι ξέρεις λίγο τις γυναίκες, γιατί αν τις ήξερες λίγο περισσότερο, θα γνώριζες ότι ισχύει για μάς το “έν οίδα ότι ουδέν οίδα”. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να συλλάβεις το λόγο για τον οποίο μία γυναίκα σε αγαπάει, μπορεί να είναι απλά το χαμόγελό σου ή τα φωτεινά σου μάτια, που τής φτιάχνουν τη διάθεση, ή η ηθική σου δύναμη, που την βοηθάει να επιλέξει στα μεγάλα διλήμματα της ζωής και γενικά σε όλα τα ζητήματα της μεταξύ πλειόνων προτίμησης, ή το αίσθημα της αναλογικότητας, που δίνει σε κάθε πληγή ή βάσανο τη σωστή διάσταση ή τη λογική σου, που την συντρέχει στην ευθυγράμμιση και τακτοποίηση των σκέψεών της».

          «Αφέντρα Ηώ, πολύ φοβούμαι ότι όλα αυτά τα λόγια παραμυθίας είναι ακριβώς αυτό, παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Αντίθετα, ξέρω ότι ο δικός σου άνεμος ψυχής εκτείνεται πέρα από χώρο και χρόνο. Είναι γνωστό ότι οι τιτάνες έχουν εποπτεία και ενόραση σε προηγούμενες ή μελλούμενες Δημιουργίες και σε ιστορίες που έχουν ξαναζήσει ή θα ξαναζήσουν.  Γιατί, όπως έλεγε και ο Βιργίλιος, “θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά η Αργώ θα οδηγήσει εκλεκτούς ήρωες, θα υπάρξουν και άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί στην Τροία ο μέγας Αχιλλεύς[18]”. Προφανώς λοιπόν, αφού θυμάσαι τις προηγούμενες ζωές σου, θα θυμάσαι και τους αντίστοιχους θανάτους. Πες μου λοιπόν πώς είναι ο θάνατος, διότι υποπτεύομαι κάτι άσχημο και μάλλον ισχύει».    

      Στο σημείο αυτό η Ηώ σοβάρεψε. Και θυμήθηκε ότι την ώρα του/των θανάτου/ων αισθάνθηκε μόνη, ακόμη κι αν κρατούσε το χέρι κάποιου. Την ώρα του αποχωρισμού αισθάνεται κάποιος μοναξιά, ακόμη κι αν είναι μέσα σε ομήγυρη, και τον περιτριγυρίζει ο πόνος. Και κάποια στιγμή τής έλεγε ο εκάστοτε σύντροφος ότι την αγαπά, κι αυτή απαντούσε “χέστηκα”.  Αλίμονο, ποιος θάνατος είναι άλυπος και ειρηνικός; Και για να πούμε την αλήθεια, ακόμη χειρότερο από τον θάνατο είναι το να πεθαίνεις, γιατί το τελευταίο δεν είναι ένα απλό όριο ή στιγμιαίος – ακαριαίος φραγμός μεταξύ δύο καταστάσεων, αλλά μία διαδικασία οδυνηρή και φθαρτική, καθώς εμπεριέχει ένα τελευταίο αφηνιασμένο σφαδασμό, ένα έσχατο απελπισμένο σκίρτημα της ζωής ενάντια στο τέλος, ένα στερνό αγωνιστικό παλαιστικό γύρο κατά της προέλασης του σκοταδιού. Άλλες φορές η μάχη των λοίσθιων διαρκεί, άλλες φορές όχι, αλλά είναι πάντα σπαρακτική και εξευτελιστική. Και ναι, όσο κι αν είναι απομυθοποιητικό, δεν παίζει κανένα ρόλο, αν κρατάς το χέρι του συντρόφου σου, διότι το να πεθαίνεις είναι πάντα ανομολόγητο, είναι φρικαλέο, συχνά συνοδεύεται από απερίγραπτα και ανυπόφορα μαρτύρια, αλλά, και όταν το πέρασμα είναι ειρηνικό, δεν παύει να εμποιεί κραυγαλέο και γυμνό τρόμο. Γι’ αυτό άλλωστε ισχύει το ρητό του Πίνδαρου “Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε, ταν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν”[19]. Πέραν αυτού, θα μάς υπενθύμιζε ο Πίνδαρος ότι «σκιάς όναρ άνθρωπος», ενώ το μεγαλείο του έγκειται ότι ιππεύει ακάθεκτα προς τον άνεμο, ενώ φέρει ήδη θανάσιμη πληγή στον κρόταφο. Αλλά πώς να τα μεταδώσει όλα αυτά τα δυσάρεστα στον αγνό Τιθωνό χωρίς να τον κακοκαρδίσει; Προτίμησε να τού επαναλάβει την «Τετραφάρμακο» του Επίκουρου.

«Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος, και τ’ αγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».[20]

          Ο Τιθωνός ακούγοντας όλα αυτά έβαλε πολύ απλά τα κλάματα.

          «Κι όσοι δεν έχουν δύναμη να υπομένουν, κι όσοι δεν έχουν ικανότητα να αποκτούν;»

          «Μην κλαις, Τιθωνέ, δεν μπορώ να σε βλέπω να κλαις., ούτε θέλω να φορτώσω, να θέσω στους ώμους σου και άλλα “ώνια” δυσβάστακτα. Πολλοί άνθρωποι είναι σαν κι εσένα, είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με το αναπότρεπτο του θανάτου και δεν καταλαβαίνουν ότι η αθανασία χωρίς λήθη, επαναλαμβάνω χωρίς λήθη, είναι εξίσου τρομαχτική. Γιατί – κακά τα ψέματα- εμείς οι θνητοί δεν έχουμε τις προϋποθέσεις για αιώνια ζωή, κάθε γνώση αποκτάται με πόνο σαν μια στριγκιά κραυγή που μάς παραλύει την ακοή σύμφωνα με το “ο προστιθείς γνώσιν, προσθήσει άλγημα” κι οτιδήποτε μαθαίνουμε συνήθως είναι κακό και μάς σχίζει την καρδιά. Άκου λοιπόν ένα μεγάλο μυστικό που αντίθετα θα σού τη ζεστάνει. Εδώ μέσα σ’ αυτό το βασίλειο υπάρχουν θησαυροί, που έχουν σωρεύσει οι θεοί μετά από αιώνες πολέμων στο Σύμπαν κι ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και οι θάλαμοι αναζωογόνησης ή οι κάδοι γενετικής αποκατάστασης ή όπως αλλιώς θέλεις να τούς αποκαλέσεις. Αυτοί παρέχουν αιώνια ζωή, αφού άλλωστε η φυσιολογία του ανθρωπίνου σώματος είναι ό,τι πιο απλό δύναται κανείς να φανταστεί. Κάποια όργανα που πάσχουν διορθώνονται αναλόγως με την προσθήκη χημικών ή αφαίρεση τοξινών.»

    «Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί», είπε ο γκρινιάρης Τιθωνός. 

          «Άκου, σε παρακαλώ. Θυμήσου ότι απέξω ξεροσταλιάζουν κάποιοι ήρωες, που αδημονούν να μπουκάρουν στην Τροία. Θα τούς ανοίξεις την πύλη, Τιθωνέ, κι όταν κατακτήσουν το Ίλιον, οι συσχετισμοί δύναμης θ’ αλλάξουν και οι ευνοούμενοι της εξουσίας θα είμαστε εμείς. Έχω άριστες σχέσεις με τον Ηρακλή και δεν θα μού αρνηθεί μία χάρη. Θα σπάσουμε τις κλειδαριές των θαλάμων αναζωογόνησης, θα εμβαπτισθούμε στους δυναμωτικούς ζωμούς και θα κερδίσουμε την αιώνια ζωή! Εσύ δηλαδή, γιατί εγώ έχω λάβει αρκετή δόση από ζωές. Θα το κάνω αυτό για σένα, για να είσαι χαρούμενος και να μη μού γκρινιάζεις». 

          «Ωραίο σχέδιο, αλλά μόνο επί χάρτου ή επί πίνακος. Όπως έλεγε και ο Αίσωπος, ποιος θα δέσει την κουδούνα στον γάτο; Από μένα περιμένεις, είσαι με τα καλά σου; Εγώ φοβάμαι μέχρι και τις μύγες, μέχρι και τα κουνούπια. Αντίθετα, αν εσύ, η τεράστια Ηώ, ανοίξεις την πύλη, ποιος θα τολμήσει να σταθεί μπροστά σου;»

        «Τιθωνέ μου, ορισμένα πράγματα δεν τα έχεις αξιολογήσει αρκετά. Αν εμφανιστώ εγώ στα τείχη της Τροίας και μάλιστα αναρμοδίως και χωρίς να έχω δηλώσει εκ των προτέρων το σκοπό μου, θα χτυπήσουν όλοι οι συναγερμοί και θα ανάψουν όλες οι φρυκτωρίες, σε βαθμό που σε πέντε δευτερόλεπτα θα συρρεύσουν άπαντες οι Τρώες οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Αντίθετα εσύ, δεδομένου ότι δεν σού δίνει κανείς καμία σημασία, μπορείς να γλιστρήσεις άνετα ανάμεσα στους φρουρούς και να ανοίξεις την πύλη. Εμπρός λοιπόν, Τιθωνέ. Κάνε μια γενναία πράξη στη ζωή σου, καμιά φορά αξίζει κανείς να αγωνίζεται. Θυμήσου και εμπέδωσε: “Οικείον ελευθερίας παρρησία, κίνδυνος δε η του καιρού διάγνωσις”[21] κατά τον Δημόκριτο, αλλά επίσης “ούτινος ο κίνδυνος, εκείνου και η ωφέλεια”».

          Και να πώς ο Τιθωνός άνοιξε την πύλη στην παρέα του Ηρακλή.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8:

 Ο ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ

          Ο θάλαμος αναζωογόνησης ήταν το αντίθετο της σαρκοφάγου, λεγόταν «σαρκοσαγή», με την έννοια ότι περιείχε όλα τα χρειαζούμενα εξαρτήματα για τη συντήρηση και την αναγέννηση του ανθρωπίνου σώματος. Ήταν όρθιος- κάθετος και όχι οριζόντιος, δεν καλυπτόταν από λαξευμένη πέτρα με απεικόνιση του ενοίκου της, αλλά από γυαλί που ανοιγόκλεινε κάνοντας ένα παρατεταμένο φύσημα ή σφύριγμα («γουσς»). Η λειτουργία του ήταν συναφής με αυτή του κρυογονικού θαλάμου ή ψυχροκοιτίδας, που χρησιμοποιούνταν για την κοίμηση πληρωμάτων για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Νομίζω ότι αρκετά τεχνικά χαρακτηριστικά και πραγματολογικά στοιχεία σάς έδωσα, ώστε να μπορέσετε να κατασκευάσετε κι εσείς έναν. 

          Θυμάστε την μεγάλη εκδούλευση- εξυπηρέτηση, που είχε σκοπό να αποσπάσει η Ηώ από τον Ηρακλή, δηλαδή να βάλει τον Τιθωνό σε κάδο αναγέννησης. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ολοκλήρωσε την άλωση της Τροίας και ανέβηκε στο θρόνο του Λαομέδοντα, ήλθε η στιγμή να πραγματοποιηθεί η υπόσχεση της Τιτανίδας προς τον βαθιά μελαγχολικό Τιθωνό. Τον έβαλαν λοιπόν μέσα και, όταν τελείωσε η διαδικασία, τον έβγαλαν έξω. Λυπάμαι, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει πιο λογοτεχνικός τρόπος, που θα μπορούσε να υποκαταστήσει την παραπάνω πρόταση.

          Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις: Παρότι, όπως είπαμε, η φυσιολογία του ανθρωπίνου κορμιού είναι σχετικά απλή, άρα σχετικά απλή πρέπει να είναι και η επισκευή του, είναι προτιμότερο και ορθολογικότερο τελικά να αποσυνθέτεις και να ανασυνθέτεις τα συστατικά του σώματος σύμφωνα με ορισμένες οργανωτικές αρχές και προδιαγραφές, φροντίζοντας ταυτόχρονα να απομονωθεί κατά τη διαδικασία αυτή και να καθαριστεί από την προσωρινή μνήμη ή τον ενδιάμεσο καταχωρητή αποθήκευσης δεδομένων ο νοσογόνος ή φθοροποιός παράγοντας, από το να προσπαθείς να σβήσεις ή να εξαλείψεις ή να ανατρέψεις αναδρομικά μία ζημιά που έχει ήδη γίνει. Στην ουσία δηλαδή η διαδικασία αναζωογόνησης ήταν μία διακτίνιση, μία ενεργειακή μετάφραση των σωματικών στοιχείων, μία τηλεμεταφορά, αλλά χωρίς το «τηλε-» και μία εκ νέου και εκ βάθρων ανασύστασή τους. Η λειτουργία του θαλάμου φαινόταν να χωρεί αυτόματα, αφού δεν είχε εξωτερικό χειριστήριο. Άλλωστε κανείς δεν υπέθετε σοβαρά ότι ο Δίας και οι λοιποί Ολύμπιοι, που ήσαν γλεντζέδες και μέσα στην καλή χαρά, βίαιοι και ακράτητοι επιδρομείς, άξεστοι, αρρυκάνητοι, ατόρνευτοι, απειρόκαλοι, απολίτευτοι και αδιάπλαστοι, ήξεραν να χειρίζονται τόσο πολύπλοκα μηχανήματα όντας προφανώς χρήστες ειλημμένης από άλλη διάσταση τεχνολογίας. Αυτό καλώς το υπέθεταν, παραγνώριζαν όμως ή δεν λάμβαναν προσηκόντως υπόψη την βαθιά ανηθικότητα, τη χαιρέκακη διαστροφή και την δαιμονική κακία των εξωδιαστατικών πλασμάτων. Άλλωστε ήταν η πλεονεξία και η διαστροφή τους αυτή, που τούς παρότρυνε να αφήσουν τη δική τους διάσταση και να αναζητήσουν νέο εξουσιαστικό πεδίο και νέους λειμώνες εκμετάλλευσης στη δική μας. Οι Ολύμπιοι λοιπόν είχαν τοποθετήσει ασφαλιστική δικλείδα στους θάλαμους αναζωογόνησης, ώστε αυτοί να επιτελούν άψογα το έργο τους μόνο κατόπιν προηγούμενης ανάγνωσης του δικού τους κωδικού και του δικού τους αποτυπώματος δεσοξυριβοζονουκλεϊκού οξέος. Αλλά η πλέον μεγάλη και χυδαία τους σκολιότητα ήταν ότι σε περίπτωση μη ανάγνωσης του κατάλληλου DΝΑ, η συσκευή δεν εμποδιζόταν να λειτουργήσει, αλλά τουναντίον λειτουργούσε -αλίμονο- ελαττωματικά.

          Κατά τη διάρκεια λοιπόν της μοιραίας διαδικασίας το πρώτο που ένοιωσε ο Τιθωνός ήταν απώλεια υγρών, ενέργειας και ηλεκτρολυτών, μία ασυγκράτητη δίψα, αλλά και η σύγχρονη εντύπωση ότι δεν θα μπορούσε αυτή να κορεστεί με νερό. Ένοιωθε πείνα, που δεν φαινόταν ότι θα ικανοποιούνταν με φαγητό. Επίσης και μία κόπωση στους μυς, που φαινόταν αιώνια και ότι δεν θα περνούσε με καμία ξεκούραση. Μα είχε άραγε τα κατάλληλα όργανα για να αναπληρώσει όλες τις προαναφερόμενες ελλείψεις; Είχε άραγε πια στομάχι για να επεξεργαστεί την τροφή;  Είχε έντερο -άντερα που λένε- και πρωκτό προκειμένου να αφοδεύσει τις άχρηστες μη αξιοποιήσιμες ουσίες; Όντας σε πλήρη σύγχυση, είχε την μάλλον απατηλή αίσθηση ότι άπλωσε το χέρι του στον κόλο, για να διαπιστώσει αν εξακολουθούσε να διαθέτει κάτω άνοιγμα προς διοχέτευση λυμάτων και περιττωμάτων. Τα ερευνητικά του δάκτυλα προσέκρουσαν σε κάτι σκληρό: Μία κεράτινη επιφάνεια και στα δύο κολομέρια – πρωκτομάγουλα, συμφυόμενη στο κέντρο, εκεί που πριν υπήρχε διακριτή γραμμή διαχωρισμού. Κι αν ακόμη υφίστατο κάποιος διάδρομος προώθησης και διεκπεραίωσης υλικών, πώς θα μπορούσαν τα φερτά αυτά υλικά να διαπεράσουν την κεράτινη ασπίδα; Εδώ δεν μιλάμε απλά για υποβάθμιση των σωματικών λειτουργιών, αλλά για δραστικό περιορισμό τους, που θα καθιστούσε ίσως αναγκαία την εγκατάσταση παρά φύση έδρας.

          Αλλά το χειρότερο δεν ήταν βέβαια αυτό, αλλά το ότι και στην μπροστινή χώρα δεν φαινόταν να σχηματίζεται αυτό που θα έπρεπε να σχηματιστεί, το ζωτικό, το απολύτως απαραίτητο, το αδιαπραγμάτευτο, το εκ των ουκ άνευ, το καθοριστικό, αποφασιστικό και εξαιρετικά ουσιαστικό, το μόνο όργανο, που αν και δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, πάντως είχε συντροφέψει καλά τον Τιθωνό και αν μη τι άλλο τον είχε συνδράμει στην κατάκτηση της καρδιάς της Ηούς. Εδώ δεν συζητάμε για παροχή αθανασίας σε ένα βασανισμένο πλάσμα, αλλά για το ότι αυτή τη στιγμή νεόττευε και επωαζόταν ένα ερμαφρόδιτο ον, επαμφοτερίζον, ανδρόγυνο, γύνανδρο, αρσενικοθήλυκο, διγενές και δικατάληκτο, αμφιγενές, νοθογενές και νοθογέννητο. 

          Ο πόνος ήταν δυσβάστακτος, αφόρητος. Ένοιωθε σαν να τού μαχαιρώνουν τα σωθικά, να τού τα τεμαχίζουν σαν ψιλοκομμένο καπνό, να τού δένουν τα αντερα κόμπο. Ιδού το αριστερό γόνατο είχε πρηστεί σε αλύγιστη και άκαμπτη σφαίρα, ανήκοντας και μάλιστα δεσπόζοντας σε ένα κουφό και αναίσθητο πόδι, που πρωτύτερα δεν ήταν ούτε τόσο χοντρό ούτε τόσο κοντό. Το δεξί πόδι ήταν πιο μακρύ και πιο λεπτό, αλλά η κνήμη και η περόνη έκλιναν προς τα εμπρός. Σαν να μην ήσαν αρκετά όλα αυτά, στη δεξιά του πλευρά προεξείχε ένας ύβος, ένα κύφωμα από ξύγκι, χόνδρους και ιστό επούλωσης. Από πάνω φαίνονταν να έχουν προεκταθεί πλευρικά οστά, έχοντας σχεδόν τρυπήσει κρέας και δέρμα. Επίσης, στη θέση του αριστερού χεριού υπήρχε πια ένας όνυχας ορνέου, μία αδρή δαγκάνα, μία εργαλειακή λαβίδα από γκρίζα οστάρια. Χαράς ευαγγέλια για το δεξί χέρι, όπου η μόνη παραμόρφωση αφορούσε το μικρό δάκτυλο, που είχε μετατραπεί σε κυρτό αγκάθι. Όλα αυτά περισσότερο τα συναισθανόταν, παρά τα διαπίστωνε, αφού στην πραγματικότητα ούτε δυνατότητα κίνησης είχε, ούτε κάποιο καθρέφτη, που θα τού επέτρεπε να διαγνώσει τις ατέλειές του. Ο μηχανισμός επανυλοποίησης τον είχε αποσυναρμολογήσει και ανασυνθέσει εσφαλμένα, αλλά – ευτυχώς ή μάλλον δυστυχώς – όχι τόσο λανθασμένα, ώστε να τον σκοτώσει.                   

          Όταν τέλος πάντων άνοιξε η «σαρκοσαγή» ο Τιθωνός αναδύθηκε από το κρύο διάλυμα εκτείνοντας τον μισό του πνεύμονα και ρούφηξε αέρα ασθμαίνοντας, ενώ ριγούσε από το ξεπάγιασμα και τη μαργωσιά. 

          «Τιθωνέ, μάς ακούς;», είπε ο Ηρακλής, ο πιο δυνατός άνθρωπος της Γης απευθυνόμενος στον πιο αδύνατο.

          Ήταν σαν μια φωνή που τη φέρνει ο άνεμος, περασμένη από τις ψεκάδες μιας μεγάλης θάλασσας, με σιγανή, ψυχρή σταθερότητα. 

          «Θυμάσαι πώς σε λένε; Πόσα δάκτυλα είναι αυτά;», επέμεινε ο Ηρακλής. 

          Το μάργωμα εξακολουθούσε να αγκιστρώνεται πάνω του σαν να μην ήθελε να τον εγκαταλείψει. Τον περιτριγύρισε και τον έσφιγγε αποπνιχτικά σαν θώρακας από πάγο. Η πνοή άλλαξε κατεύθυνση σαν να περιστράφηκε κάποιος ανεμοδείκτης και συμπυκνώθηκε σε μία άλλη φωνή.

          «Αυτό που έκαναν οι θεοί είναι ό,τι πιο χυδαίο, ό,τι πιο απαίσιο, αισχρό και χαιρέκακο έχω δει στη ζωή μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ή να προβλέψω τέτοια κακοήθεια, τέτοια κακεντρέχεια. Αυτό δεν θα περάσει έτσι, είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.». Η εκφορά αυτή του λόγου έγινε από την Ηώ.

          «Όπως και να ’χει», είπε ο Ποδαλείριος, «οι βιολογικοί δείκτες δείχνουν το τέλος της γενετικής τροποποίησης και της επιταχυμένης ανάπτυξης. Το υποκείμενο είναι ξύπνιο, αλλά ακόμη αποπροσανατόλιστο. Άς τού δώσουμε λίγο χώρο να καταλάβει και χρόνο να συνέλθει».

          «Δεν είναι υποκείμενο, Ποδαλείριε, είναι άνθρωπος, τον οποίο χωρίς να το θέλουμε, καταστρέψαμε. Εσύ, ολόκληρος γιος του Ασκληπιού, δεν κατάλαβες ότι ο καταραμένος αυτός θάλαμος ήταν παγίδα;»  

          «Αν το πάρουμε με την αυστηρή έννοια του όρου, ο θάλαμος έκανε τη δουλειά του. Ο Τιθωνός είναι τώρα αθάνατος».

          «Ένας ανάπηρος σακάτης αθάνατος, μία καταρρακωμένη και αξιολύπητη τερατογένεση, ένα άχθος αρούρης…»

          «Θα σε παρακαλώ, θεία Ηώ, να μη λες αυτά τα πράγματα, διότι αντεδείκνυνται στην κατάσταση του ασθενούς», είπε ο Ποδαλείριος. «Από την άλλη ξέρεις και βλέπεις- αλίμονο όλοι οι τιτάνες έχουμε επιστημονικό δίπλωμα- ότι ακόμη και τώρα δεν είναι ανιχνεύσιμη η χειραγώγηση που έκαναν οι Ολύμπιοι στη μηχανή».

       «Τι την ήθελε κι αυτός την αθανασία, δεν γνωρίζει τη διαπίστωση του Πίνδαρου ότι  «Ισχύς ζηλωτόν αλλά νόσω ευάλωτον και γήρα, παιδεία δε των εν ημίν μόνον αθάνατον και θείον»;[22] ρώτησε ο Ηρακλής.

          «Ο άνθρωπος υποβλήθηκε σε μία θεραπεία για δικούς του λόγους, θα τού ζητήσουμε τώρα πιστοποιητικό ηθικών φρονημάτων; Δυστυχώς όμως όλοι εμείς, οι φίλοι του, οι οικείοι του, στους οποίους στηρίχθηκε, δεν τον προστατεύσαμε», επέμεινε εκνευρισμένη η Ηώ.   

          Ο Τιθωνός ένοιωθε πόνο, δονούμενο και παλλόμενο σε κύματα αλλεπάλληλης ηχούς, αλλά πια αντιλήφθηκε ότι είχε εξαχθεί από τον περίκλειστο παγωμένο θώρακα και ήταν πλέον εκτεθειμένος σε σκόνη εργαστηρίου και σε ζέστη πυρετικών μηχανών, ελαττωματικών κλιματιστικών και αποστειρωμένων δοκιμαστικών σωλήνων.

          Η φωνή που εξέβαλε δεν ήταν παραμορφωμένη από τον πόνο, ήταν πόνος, ένας υπόκωφος κρωγμός άγριου ζώου, στεναγμός με αναφιλητό, απαρηγόρητος ολολυγμός. Ξεκίνησε να ρωτά άσχετες ερωτήσεις φοβούμενος τι απαντήσεις θα έπαιρνε, αν τολμούσε να θέσει τις σωστές.

          «Πόσο καιρό είμαι εδώ μέσα;»

          «Η διαδικασία γενετικής τροποποίησης διήρκεσε τρεις ημέρες», είπε ο πάντα τυπικός Ποδαλείριος. Ταυτόχρονα αφαιρούσε ένα μετά τον άλλο τους αισθητήρες, τις βεντούζες και τα στηθοσκόπια από το στέρνο του ατυχούς πειραματόζωου, ενώ την ίδια στιγμή κόπαζε ο βόμβος των ιατρικών μηχανημάτων παρακολούθησης, που άφηναν βαθμιαία την ενεργητική έγκλιση και έμπαιναν ξανά σε κατάσταση απλής ετοιμότητας. 

          «Τρεις μέρες, τέσσερις ώρες και δεκαεπτά λεπτά», είπε η Ηώ, που είχε μαθητεύσει στον σχολαστικό Υπερίωνα και είχε μάθει να είναι ακριβής. 

          Ο Ποδαλείριος, αφού ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό από τα φλέματα,  συνέχισε τη φρικαλέα ενημέρωση.

          «Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγε ακριβώς καλά στην διάρκεια της αναγέννησης και έκτοτε σε κράτησα σε τεχνητό κώμα τουλάχιστον για δύο μέρες και παραπάνω. Κατά ένα περίεργο τρόπο οι αναζωογονητικοί οποί λειτουργούσαν συγχρόνως και ως τοξίνες. Ίσως να μη φταίνε καν οι θεοί, ίσως να είναι θέμα βιολογίας και φυσιολογίας, επίπτωση της διαφοράς του δεσοξυριβοονουκλεϊκού οξέος…»

          «Ποδαλείριε, ανέγνων, έγνων κατέγνων.[23] Έχε χάρη που είμαι επιεικής άνθρωπος και σού αναγνωρίζω ελαφρυντικά, αλλιώς το κεφάλι σου δεν θα στεκόταν εκεί που είναι να αραδιάζει αρλούμπες. Κι ακόμη δεν είναι σίγουρη η ένωση του κεφαλιού σου με το λαιμό να το ξέρεις. Εδώ μιλάμε για πλήρη αποτυχία της ιατρικής επιστήμης, χρησιμοποιήσαμε μία τόσο τέλεια τεχνολογία και πετύχαμε το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα. “Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν”[24]».  

          «Σεβαστή Ηώ, σε παρακαλώ, αρκετά άκουσα από εσένα, που σχεδόν προσβάλλουν την επαγγελματική μου τιμή. “Φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η αλήθεια”, η δε αλήθεια είναι ότι “ανέγνως αλλ’ ουκ έγνως. Ειδ’ έγνως, ουκ αν κατέγνως”.[25] Επικαλούμαι τις σπουδές μου και την ειδικότητά μου ως επιστήμονας και διαλαλώ προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν έχω καμία ευθύνη, γιατί δεν θα μπορούσα να προβλέψω αυτό που έγινε. Εκ πρώτης όψεως δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εδώ μού φαίνεται ισχύει για μάς το συχνά λεγόμενο “περί παντός επιστητού και περί άλλων τινών διαλέγεσθαι και το μη νοείν ό πάντες νοούσι”[26]. Και το αυτονόητο είναι ότι “το σφάλλειν ανθρώπινον”, αφού έτσι κι αλλιώς “η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί”, “των αδυνάτων ουκ έστι υποχρέωσις”,  “πρώτη όψις πολλούς παραπλάζει”[27] και “τα τυχηρά ουδείς επιγιγνώσκει.”

          «Λοιπόν, παιδιά», είπε η Ηώ στους άλλους παρισταμένους, «ορκίζομαι ότι, αν δεν σταματήσει εδώ και τώρα να αραδιάζει αρχαία ρητά, ακόμη κι εγώ, που σπούδασα στο πλευρό του πολυγνώστη Υπερίωνα, θα τον καρυδώσω σε τούτο το σημείο, μπροστά σας!»

          Καθώς απομακρύνθηκαν και οι τελευταίες συνδέσεις και απολήξεις, ο Τιθωνός τέντωσε τα πόδια και εξήλθε από το όρθιο ανάκλιντρο, σηκώθηκε στο περήφανο “quasi modo” ανάστημά του, που ήταν αντικειμενικά ελεεινό και μισοκάρικο. Το πρώτο που πρόσεξε ήταν ότι δεν φορούσε ρούχα και με μεγάλη αμηχανία αντιλήφθηκε ότι το σώμα του είχε μία ιοβαφή, άλλως μενεξεδιά απόχρωση.  Τον κατέλαβε η φυσική αιδώς, που χαρακτηρίζει ως επίκτητο ένστικτο κάθε άνθρωπο μετά από επικράτηση αιώνων αιδημοσύνης.

          «Σαν να μού φαίνεται ότι κάτι μού λείπει», είπε.

          Κάποιος αχαρακτήριστος χαχάνισε στο βάθος, ως μη όφειλε. 

          «Χμ, χμ», είπε ο ευσπλαχνικός Ηρακλής. «Η αιδώς είναι για όσους μπορούν να την προκαλέσουν. Εσύ είσαι άφυλος τώρα, πράγμα που έχει και τα προτερήματά του. Μπορείς να κυκλοφορείς παντού γυμνός, χωρίς να σκανδαλίζεις κανένα. Κανέναν δεν πειράζεις, κανένα δεν φέρνεις σε αμηχανία.  Από μία άποψη, όσο κι αν σού φαίνεται περίεργο, σε ζηλεύω, είναι ωραίο να μην προκαλείς κανένα…»

           «Ναι, ναι», πλειοδότησε και η Ηώ, σαν να βρήκε σανίδα σωτηρίας στα λόγια του Ηρακλή. «Καλύτερα να σε λυπούνται παρά να σε φθονούν, αυτό είναι βασική αρχή της ανθρώπινης συμβίωσης και …»

          Στο σημείο αυτό ο Τιθωνός άρχισε να κλαίει γοερά κι έτσι αναγκάστηκαν όλοι να σταματήσουν για ένα διάστημα.

          «Επίσης», ξερόβηξε κάποτε πάλι ο Ποδαλείριος, «οφείλουμε να σημειώσουμε επιστημονικά και να παρατηρήσουμε αντικειμενικά ότι δεν έχεις ούτε πρωκτό. Τυχερέ, δεν θα χάνεις χρόνο με αφόδευση, καταρροή, σκούπισμα και όλα τα συναφή. Αυτό το χαρακτηριστικό πραγματικά σού επιδαψιλεύει τεράστιο πλεονέκτημα έναντι όλων των υπολοίπων ενδεών πλασμάτων. Δεν χρειάζεται ούτε να πίνεις, ούτε να τρως, για φαντάσου! Όμως δύνασαι, άμα θέλεις, να καταναλώνεις φαγητό και ποτό, άλλωστε οι Ολύμπιοι δεν θα μπορούσαν να στερήσουν από τον εαυτό τους την απόλαυση της ευωχίας και της μέθης. Όσες φορές το κάνεις αυτό, σταματά- αναστέλλει αυτόματα τη λειτουργία του ο ενσωματωμένος μέσα σου συσσωρευτής πρωτεΐνης και βιταμινών, που κατά τα άλλα εφοδιάζει τον οργανισμό σου με όλη την απαιτούμενη ενέργεια, ώστε να αξιοποιηθούν οι προσθήκες, οι πρόσθετες ύλες που έχεις προσλάβει. Ο συσσωρευτής ανακυκλώνει πλήρως όλα τα κατάλοιπα κατά τρόπο, ώστε ουδείς λόγος υφίσταται για κοιλιολυσία και αποπάτηση. Κατόπιν όλων αυτών πραγματικά πιστεύω ότι από την όλη δοσοληψία βγήκες κερδισμένος.  Δες το κι έτσι».    

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9:

ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ΤΙΦΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΡΓΩ…

          Η Ηώ βάδιζε νευρικά στα πατώματα του παλατιού.

          «Αυτό που έκαναν οι Ολύμπιοι θα μού το πληρώσουν. Η άψογος στάσις τελείωσε και αρχίζει η στάσις κατά της αρχής. Αρκετά ανεχτήκαμε αυτό το ετερόκλητο συνονθύλευμα των κακοποιητών ψευτοπαλικαράδων, των δυσαλγών περιώδυνων ψυχοπαθών, που ήρθε ξαφνικά από το εξωτερικό διάστημα με τους τεχνολογικούς του ρώπους[28] και τα περίεργα εξαρτήματα και απαίτησε γη και ύδωρ, αλλά και φύλλα δάφνης ως σύμβολο υποταγής από εμάς. Κουράστηκα να περιμένω από τους άλλους τιτάνες να μπουν στον πόλεμο, δεν μπορούμε πια να εξαρτάμε τη ζωή μας από το ρυθμό που δουλεύουν τα ναυπηγεία του Σείριου.»   

          «Ναι, αλλά τι μπορείς να κάνεις», απάντησε ο πρακτικός Ηρακλής. «Αυτοί έχουν τη μάχαιρα, αυτοί έχουν και τον υδροπέπονα».

          «Δεν φοβάμαι τα ενεργειακά τους όπλα. Ακτινοβόλα που κάνουν «ζαπ- ζαπ» έχουμε κι εμείς. Κι άμα στη μονομαχία τούς αποσπάσεις το όπλο, τάχα πολλαπλασιάζουν το μέγεθός τους για να σε τρομάξουν, κι όταν ούτε αυτό πιάσει, έχουν μετά χίλιους τρόπους να εξαφανίζονται, να διαλύονται στον αέρα και να αναλήπτονται στους ουρανούς για να μη σε αντιμετωπίσουν.» 

          «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά η τεχνολογική τους υπεροχή είναι γεγονός. Τα σκεύη που κουβαλούν πάνω τους είναι το λιγότερο, τα μεγάλα τους υπερόπλα βρίσκονται στον Άρη και στον όρος Όλυμπος. Φημολογείται ότι έχουν βάσεις και τους λοιπούς πλανήτες του ηλιακού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ισχυρότερό τους όπλο είναι οι αδιάτρητες, αδιαπέραστες διονύσιες σφαίρες, με τις οποίες περιβάλλουν όλους τους πλανήτες. Έτσι είμαστε απομονωμένοι και εγκλωβισμένοι χωρίς επικοινωνία με τους ομολόγους μας».

          «Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε. Σε τελευταία ανάλυση, αν κάτι γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους οι αρχαίοι ή ραχιαίοι, δηλαδή εμείς, είναι η Φυσική. Όσα μέσα ή εργαλεία διαθέτουν οι θεοί δεν στηρίζονται στη μαγεία, αλλά στην τεχνολογία τους, της οποίας όμως οι επιστημονικές αρχές δεν μάς είναι άγνωστες, απλώς δεν έχουμε τις δικές τους ανεξάντλητες πηγές και αντλίες, για να κατασκευάσουμε τέτοιες ενεργοβόρες εφαρμογές. Για την δόμηση των ουράνιων σφαιρών χρησιμοποιούν τη δύναμη της βαρύτητας. Στη βάση όλων είναι το γνωστό αξίωμα: Η ύλη λέει στο χωρόχρονο πώς θα καμπυλωθεί και ο χωρόχρονος λέει στην ύλη πώς θα κινηθεί. Η ύλη εξαπλώνεται στην κοίτη του χωρόχρονου ως ρευστότητα και ελαστικότητα, ως παχύρρευστο υγρό ή κολλώδης πολτώδης μάζα. Κι αυτός ο πολτός εκτείνεται, διαχέεται, στροβιλίζεται, πυκνώνεται, αγκυλώνεται. Τούτη η στρέβλωση είναι ακριβώς η βαρύτητα, χάρη στην οποία τα αντικείμενα έλκονται, απωθούνται ή περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες και τους απλανείς. Αλλά ανάμεσα σ’ αυτή την διακλαδούμενη στρέβλωση του χώρου υπάρχουν διάδρομοι, γωνιώδεις μεν και ελικοειδείς, αλλά διαπεραιωτικοί, αρκεί κανείς να τούς εντοπίσει.»  

          «Για να σε ωφελήσει όλη αυτή η υγιής κοσμοθεωρία, χρειάζεται να βρεις έμπειρο και δαιμόνιο πλοηγό και οδηγό επιπέδου των τιτάνων Κρείου και Κοίου και μόνο τότε θα μπορέσεις ίσως να βρεις κάποια σχισμή ή κάποια διέξοδο μεταξύ αλλεπάλληλων και διασταυρούμενων μεμβρανών, ώστε να αναπτύξεις ταχύτητα διαφυγής από τη βαρύτητα της Γης.  Αλλ΄ ακόμη κι αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, τι θα σού απέφερε;»  

          «Θα πήγαινα στον Άρη, στο όρος Όλυμπος κι εκεί θα έβρισκα την κρύπτη με τα μυθικά υπερόπλα τους. Γνωρίζεις, νομίζω, Ηρακλή, ότι πέρα από τις ουράνιες διονύσιες σφαίρες, όπου αυτά τα καθάρματα μάς έχουν εγκλωβίσει και περιορίσει, στο ανοιχτό εξωτερικό Σύμπαν, όπου ο δικός μας κόσμος εντάσσεται σαν απλή μπουρμπουλήθρα σε καυτή λάβα, διεξάγεται πόλεμος ατέλειωτος μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και του σκότους. Αντί λοιπόν  να αναλισκόμαστε σε αντιπαραθέσεις επιπέδου κλεφτοκοτάδων, σε μία μακρινή υποανάπτυκτη γωνία του γαλαξία, στην οποία κανείς δεν δίνει σημασία, κι όπου προφανώς και οι θεοί βρήκαν καταφύγιο και πεδίο εκμετάλλευσης μακριά από τις κύριες αντιπαραθέσεις και τα κεφαλαιώδη στοιχήματα των άπειρων διαστάσεων, να βρούμε τρόπο να συμμετάσχουμε στο μεγάλο πόλεμο, που εκτείνεται μέχρι τις εσχατιές του Σύμπαντος.»

          «Αλλά ακόμη κι εκεί, θα χρειαζόσουν να βρεις την απόλυτη διέξοδο από την περικλείουσα σφαίρα, που περιβάλλει ολόκληρο το ηλιακό σύστημα, τα όρια και τα θεμέλια της οποίας μάς είναι τελείως άγνωστα. Χώρια που θα έπρεπε πριν να έχεις ξετρυπώσει κάποια, ούτως ή άλλως άριστα φυλασσόμενα υπερόπλα, να έχεις εξουδετερώσει τους φύλακες, να έχεις βρει τρόπο να τα μεταφέρεις. Αλλά πριν απ’ όλα αυτά δεν μάς είπες πώς θα μπορέσεις να φτάσεις στον Άρη παρακάμπτοντας τη διονύσια σφαίρα της Γης. Επομένως ο όλος συλλογισμός σου στηρίζεται σε μη πραγματοποιήσιμες προκείμενες. Θα τράβαγε τα μαλλιά του ο Αριστοτέλης με σένα, άλκιμη και γενναία Ηώ».

          «Για οδηγό έχω τον Ίκαρο και για πλοηγό τον Δαίδαλο, που κατά ευτυχή συγκυρία, την οποία έχω την ετοιμότητα και την ανοικτότητα πνεύματος να εκμεταλλευτώ, έχτιζαν μέχρι τώρα τα τείχη του Λαομέδοντα για να τον προστατεύσουν από επιδρομείς και επίδοξους κατακτητές- τι ανέκδοτο! Βέβαια μετά την εύκολη και γρήγορη κατάκτηση της Τροίας από εσένα, το εν λόγω σχέδιο μάλλον καθίσταται περιττό. Προς το παρόν δεν έχουν ιδέα για τους σκοπούς μου, αλλά θα τούς ενημερώσω εγκαίρως και πιστεύω ότι θα τούς πείσω, διότι είναι εκ φύσεως φιλοπερίεργοι και λάτρες της περιπέτειας. Όσο για το τι θα κάνω άμα φτάσω στον Άρη, εκεί σκεφτόμουν ότι θα έχω εσένα στο πλευρό μου, τον μέγα παλαιστή Ηρακλή, που θα εξουδετερώσεις όλους τους φρουρούς με καίρια χειρουργικά χτυπήματα, όπως γίνεται στις ολογραφικές ταινίες».        

          Ο Ηρακλής σιώπησε για λίγο και στο τέλος είπε.

          «Δεν θέλω να σε απογοητεύσω, γιατί σε εκτιμώ ως τρανή πολεμίστρια και ξέρω ότι έχεις καρδιά αγωνιστή, αλλά τα διαστημικά ταξίδια δεν είναι ο δρόμος που μού ταιριάζει. Έχω πολλά συμφέροντα και εκκρεμείς υποθέσεις εδώ στη Γη, που απαιτούν επιμέλεια και επιτήρηση. Νομίζω ότι δικαιούσαι να σού μιλήσω ειλικρινά. Δεν είμαι τόσο ανιδιοτελής, στην υπηρεσία του αθλητισμού και του πολιτισμού, όπως εσύ. Όπως ξέρεις έχασα τον Ύλα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στην Αργοναυτική εκστρατεία και αναγκάστηκα να παρατήσω το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παράλληλα όμως έτρεχα μία σχέση με την Ησιόνη, την κόρη αυτού του χαζού πρώην βασιλιά Λαομέδοντα, τον οποίο διαδέχθηκα τόσο εύκολα με το μη εξουσιοδοτημένο άνοιγμα μίας θύρας. Η καημένη έχει προβλήματα, διότι δέχεται και υφίσταται εκφοβισμό από τον Ποσειδώνα, που τής στέλνει με υπνωτιστική τεχνική νυκτερινούς εφιάλτες και φαντασιακά τέρατα, προσπαθώντας ίσως μ’ αυτόν τον αδέξιο, ανορθόδοξο και εξουσιαστικό τρόπο να την κερδίσει. Πέφτει λοιπόν σε μένα ο κλήρος να την υπερασπιστώ. Αλλά, χα- χα, χε -χε… μη με παρεξηγήσεις δεν είναι η μόνη σκορδόπιστη που έχω, καταλαβαίνεις, ημίθεοι είμαστε με αυξημένες ανάγκες και ο ουρανός έχει άπειρα λαμπερά άστρα, ώστε είναι δυσχερές να αγαπήσεις μόνο ένα από αυτά…  Υπάρχει και η Άλκηστη, που έκανε τη βλακεία να θυσιαστεί αντί του συζύγου της Άδμητου και να καταλήξει στον Άδη, έλεος, με πιάνει ίλιγγος, όταν σκέφτομαι τι είναι σε θέση να κάνουν οι γυναίκες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Έχω βάλει σκοπό να την ανακτήσω από την επικράτεια του Άδη. Βλέπεις λοιπόν ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις που απαιτούν την προσοχή μου εδώ στη Γη. Εδώ στη Γη είναι η μοίρα μου, ίσως να προορίζομαι μόνο για χαμηλές πτήσεις, δεν ξέρω. Ενδεχομένως η ωμή, πρωτογενής δύναμη δεν είναι για παραπάνω, μάλλον χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό πιο εξευμενισμένο, πιο κατεργασμένο για την άνοδο και την ανέλιξη στις ανώτερες σφαίρες και διαστάσεις του διαστήματος.»     

          Η Ηώ κοίταξε τον Ηρακλή για πρώτη φορά με κάποιο οίκτο. Για δες, σκέφτηκε ακόμη κι αυτός, ένας άντρακλας μέχρι εκεί πάνω, ο πιο δυνατός άνθρωπος, ένας τέτοιος μεγάλος γίγαντας πιο ισχυρός κι απ’ τους γίγαντες και έχει παρ’ όλ’ αυτά τα θέματά του. Ποιος να περίμενε ότι ακόμη κι οι πιο προικισμένοι σ’ ένα τομέα τουλάχιστον, που αξιοποιώντας τα ταλέντα τους μπορούν εύκολα να αναδειχθούν, παρουσιάζουν κι αυτοί προβλήματα. 

          Ο Ηρακλής κατάλαβε ότι ίσως και με δική του ευθύνη είχε πέσει πολύ στην υπόληψη της Ηούς και προσπάθησε προχείρως να περισώσει ό,τι μπορούσε από την εικόνα του.

         «Αν σε απογοητεύω, λυπάμαι. Ξέρεις ότι η γενναιότητα δεν μού λείπει, τι να κάνω τώρα να επικαλεστώ τους δώδεκα άθλους μου; Όμως αυτή είναι η αλήθεια, ότι δηλαδή η επικείμενη Τιτανομαχία δεν με αφορά και πολύ. Εκτός από τις μάχες και τους σκοτωμούς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να ωφελήσει κανείς την ανθρωπότητα, αγαπητή μου γυναίκα – πολέμαρχε. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό και σχηματίζεις κακή εντύπωση για μένα, ας είναι! Δεν θα χάσω τον ύπνο μου ή τέλος πάντων πολύ ύπνο γι’ αυτό.»

          «Εγώ, εγώ, αφέντρα, θα σ’ ακολουθήσω. Θα τα βάλουμε οι δυο μας με τους θεούς και θα τούς τιμωρήσουμε».

Από ποιον εκπορεύτηκε αυτή η ψήφος εμπιστοσύνης, αυτή η φωνή θάρρους; Πολύ απλό. Εκείνη τη στιγμή εντελώς απροσδόκητα και αναπάντεχα, διακριτικά και αθόρυβα, είχε μπει στην αίθουσα ο Τιθωνός με την καμπούρα του, τη σπασμένη μέση, το ένα χέρι περίπου κανονικό, το άλλο σαν δαγκάνα, το ένα γόνατο πρησμένο, το άλλο λυγισμένο, χωρίς όμως μπαστούνι η μαγκούρα χάρη σε κάποιο επίμονο πείσμα, σχετικό ίσως με αξιοπρέπεια. 

Η Ηώ μόλις και μετά βίας μπόρεσε να συγκρατήσει ή μάλλον να πνίξει την εσχάτη στιγμή ένα ξέσπασμα γέλιου, που απειλούσε να γελοιοποιήσει τελειωτικά τον άτυχο πρώην εραστή της, να ποδοπατήσει και τα τελευταία ίχνη αυτοεκτίμησης, που ενδεχομένως τού απέμεναν.      

          «Εσύ Τιθωνέ; Τιθωνέ μου, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε πια, έχεις περάσει πολλά. Καλύτερα να πας σε μία εξοχική έπαυλη, σε κάποιο οίκο ευεξίας ή ένα θεραπευτήριο μέσα στο δάσος, για να συνέλθεις. Κι ίσως όταν γυρίσω από την αποστολή μου, να σού φέρω τα μέσα που χρειάζονται για να ξαναγίνεις όπως πριν.»

           «Ηώ, μην ξεχνάς ότι τώρα είμαι αθάνατος και η αθανασία απαιτεί συνεχή απασχόληση του σώματος και συγκέντρωση του πνεύματος. Το να συρθώ σε μια γωνιά ή μια τρύπα και να κάθομαι να περιμένω σίγουρα δεν ενδείκνυται στην περίπτωσή μου. Άφησέ με να έλθω μαζί σου και θα δεις ίσως για πρώτη φορά για πόσα πράγματα είμαι ικανός.»     

          «Αθάνατος; Μα τι αθάνατος, είσαι μεν τώρα πια αυτό-τροφοδοτούμενος με ενέργεια σαν “αεικίνητον”, αλλά υπόκεισαι στις εκρηκτικές, διαβρωτικές, πιεστικές, τοξικές, ωθητικές και κρουστικές επιδράσεις του περιβάλλοντος. Τι θα γίνει αν κάποιος σε τρυπήσει, σε πατήσει, σε πλακώσει, σε ανατινάξει, σού κόψει το κεφάλι ή σού ρίξει οξύ; Εδώ βλέπεις ότι μέχρι και οι θεοί του Ολύμπου, που είναι αθάνατοι και μάλιστα …ε… χωρίς παρενέργειες, τρέμουν κι αυτοί τις αναμετρήσεις, διότι ενέχουν το στοιχείο του απρόβλεπτου.»    

          «Άσε με να το κάνω αυτό, αφέντρα, να το κάνω για τον εαυτό μου. Δεν θέλω να αραδιάζω επιχειρήματα για κάτι, που μού φαίνεται αυτονόητο. Κι αν έχω κάποια πράγματα να αποδείξω στον εαυτό μου, αυτό δεν είναι κακό». 

          «Είναι κακό για μία αποστολή. Δεν έχεις καθαρό μυαλό, Τιθωνέ, είσαι πολύ βαθιά επηρεασμένος συναισθηματικά μετά από αυτό που σού έκαναν και υπάρχει η πιθανότητα να βλάψεις την υπόθεσή μας».

          «Αποκλείεται να μην έλθω μαζί, μόνο δια της βίας μπορείς να με σταματήσεις. Αλλ’ ακόμη και τότε, θα βρω κάποιο άλλο πλοίο και θα σε ακολουθήσω».

          «Μάλιστα, είπε ο Ηρακλής. «Σαν να μού φαίνεται ότι ο ανθρωπάκος αυτός μάς δίνει μαθήματα ανδρείας σήμερα. Και μια και νοιώθω μόλις τώρα την ανάγκη να κατουρήσω, δραστηριότητα που θα λάβει χώρα μέσω του γνωστού πορώδους εργαλείου, ίσως είναι μία αφορμή να σκεφτούμε ότι ο ανδρισμός δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο όργανο, αλλά με τη γενναιότητα της ψυχής. Σήμερα, Τιθωνέ, με το θάρρος σου αποδεικνύεις ότι η ανδρεία είναι μία έννοια που αξίζει να τιμάται διαχρονικά από την ανθρωπότητα, ακόμα και σε εποχές, που θα νομίζουν ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι να διεκδικεί! Χάρηκα που σε γνώρισα, μικρέ ανθρωπάκο!»

          Αυτά είπε ο Ηρακλής και αποχώρησε.    

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10:

ΔΕΙΝΟΠΤΕΡΥΓΟΣ

          Ο Δεινοπτέρυγος ήταν διαστημικό σκάφος, που το είχε κατασκευάσει ο Ίκαρος με τα ίδια του τα χέρια χωρίς τον μηχανικό εξοπλισμό των εργοστασίων μαζικής παραγωγής. Γι’ αυτό δεν είχε τις άπειρες δυνατότητες, που διέθεταν τα υπερσύγχρονα σκάφη των θεών και των τιτάνων. Δεν έπαυε όμως να είναι ένα διαστημόπλοιο, που είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει την απαιτούμενη ταχύτητα διαφυγής από τη Γη, δηλαδή 11,2 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο, και αυτό ήταν εν προκειμένω το ουσιώδες.

          Η κινητική προωθητική του δύναμη βασιζόταν σε αλλεπάλληλες εκρήξεις των πυραύλων του, που το εκσφενδόνιζαν στο χώρο σαν βλήμα καταπέλτη. Μπορούσε να επιταχύνει μέχρι η μάζα του των δεκαπέντε χιλιάδων τόννων να εγγίξει την ταχύτητα των επτακοσίων χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο. Στα αποθηκευτικά καταστρώματα για τις μονάδες προώθησης, καλογυαλισμένες και καλολαδωμένες αλυσίδες μετακυλούν και βολές από τροχούς διακώλυσης απελευθερώνουν βόμβες σαρανταπέντε χιλιοτόννων μεγέθους κουτιού αναψυκτικού στις προβλεπόμενες τσουλήθρες, οι οποίες καταλήγουν στους κινητήρες της πλάκας άπωσης. Όταν το ταξίδι δρομολογηθεί για τα καλά, κάθε εικοσιπέντε δευτερόλεπτα απορρίπτεται και μία βόμβα, που εκρήγνυται εξακόσια μέτρα πίσω από τον Δεινοπτέρυγο. Σε κάθε εκτόξευση ενεργειακής μονάδας το στόμιο και το χείλος του εκτοξευτήρα ραίνεται με αντιοξειδωτικό λάδι κατά της τριβής και με το ίδιο λάδι αλείφεται και η πλάκα άπωσης μετά από την εκάστοτε έκρηξη.  Η βαριά πλάκα ανασύρεται στους απορροφητήρες κραδασμών του πλοίου και επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης με τη βοήθεια τεράστιων εμβόλων, όπου περιμένει την επόμενη έκρηξη πλάσματος. Λίγο μετά την απογείωση, ο Δεινοπτέρυγος ανέπτυξε ταχύτητα μίας και ημισείας βαρύτητας, αλλά, όπως ήδη είπαμε, με διαρκή αυξητική τάση. Ο Ίκαρος ως πλοίαρχος του Δεινοπτέρυγου είχε πάρει μαζί στο ταξίδι την Ηώ, τον Τιθωνό, τον πατέρα του Δαίδαλο και ένα μηχανικό βοηθό τύπου «Εχέδωρος», που ήταν ένα ανθρωπόμορφο ανδροειδές ήπιων τόνων σε αντίθεση με τους σιδερόφραχτους τρομαχτικούς Τάλω. Τον αποκαλούσε «Εχέδωρο», αλλά πολλές φορές και «λύχνον», δεδομένου ότι από τους διαλόγους μαζί του αποκόμιζε πολλές φαεινές ιδέες, πολύτιμες για το δίδυμο των εφευρετών μας. Είπε λοιπόν ο Ίκαρος στο ρομπότ:

             «Εχέδωρε, σε παρακαλώ μην υπερβαίνεις τις δύο βαρύτητες το πολύ, διότι μη ξεχνάς ότι μεταφέρεις ανθρώπινο φορτίο και είναι κρίμα να γίνουμε από τη μια στιγμή στην άλλη μαρμελάδα σμέουρου».

          Ο Δεινοπτέρυγος ελίχθηκε δυναμικά και ιδανικά ανάμεσα στις μεμβράνες της βαρύτητας. Με μεγάλη συμβολή της Ηούς, που είχε σπουδάσει στο πλευρό του μαθηματικού Υπερίωνα του Ατλάντα, μπόρεσε με πολύπλοκους υπολογισμούς να υπερφαλαγγίσει την κρυστάλλινη «διονύσεια» σφαίρα που κάλυπτε τη Γη. Πώς το κατάφερε αυτό; Όπως καταφέρνει ένα κουνούπι να συρθεί ανάμεσα στις επικλινείς γρίλιες ή τις περσίδες ενός συσπαστού παραθυρόφυλλου, πιέζοντας πρώτα το ένα του ισχνό φτερό σαν ριζόχαρτο να περάσει ανάμεσα στα σανιδωτά φύλλα και μετά κάνοντας το ίδιο και με το άλλο φτερό με μια μεθοδικότητα, ευρηματικότητα, επιμονή και προσαρμοστικότητα, που δεν θα περίμενε κανείς από το μικρό του εγκέφαλο. Μόνο που όλο αυτό το σκηνικό, αναγνώστη, να το εννοήσεις στη διαστημική εποχή, τηρουμένων των αναλογιών και μεταβαλλομένων των μεταβλητών, ως αποτέλεσμα επακριβών και απαιτητικών μαθηματικών υπολογισμών.

          Ο Εχέδωρος πάει μπρος πίσω από το πιλοτήριο στο μηχανοστάσιο και τούμπαλιν. Έχει το πλεονέκτημα της τεχνητής νοημοσύνης έναντι του ανθρώπου, ότι έχει δύναμη, ταχύτητα και εξωπραγματική αντοχή. Τού λείπει όμως η εμπειρία. Δεν έχει ποτέ πονέσει, ταπεινωθεί, εξευτελιστεί, δεν έχει υποστεί βάσανα, δεν έχει συμβιβαστεί με καταστάσεις, άρα δεν είναι συναισθανόμενο υποκείμενο. Δεν έχει υποσυνείδητο, άρα δεν μπορεί να αντλήσει δεδομένα από ένα βασικό υπόβαθρο και να κάνει συνειρμούς.

Ο Εχέδωρος ελέγχει τους μετρητές πίεσης και διοχέτευσης λιπαντικού ελαίου, τη στάθμη της τριβής και του ψυκτικού. Λόγω των ατομικών βομβών που σκάνε κάθε μισό λεπτό στα οπίσθια του σκάφους, υπάρχει μεγάλη ανάγκη για λίπανση, ώστε να μην ξεραθούν οι τροχίσκοι. Γι’ αυτό στο κύτος του Δεινοπτέρυγου υπήρχαν δεξαμενές ελαίου, ικανές να «γρασάρουν» ολόκληρο υποβρύχιο, άρα και … υπερβρύχιο! Από την άλλη, το μηχανοστάσιο με τους αμέτρητους σωλήνες, μετρητές, παλινδρομικά έμβολα και ασφαλιστικές δικλείδες έμοιαζε με ατμόπλοιο άλλων πρωτόγονων εποχών.

          Μία άλλη σημαντική οδηγία του Ίκαρου προς τον Εχέδωρο ήταν η εξής:

          «Εχέδωρε, καλό μου λύχνον, αυτή την εποχή ο Κόκκινος πλανήτης Άρης είναι στην άλλη πλευρά της ελλειπτικής, άρα η μόνη λύση που έχουμε είναι να πλησιάσουμε και να ιππεύσουμε τον ήλιο, αν δεν θέλουμε να γίνουμε αρχαίοι μέχρι να φτάσουμε. Αν πετάξουμε ξυστά από τον κεντρικό αστέρα, αν μπουσουλήσουμε σαν μωρά σύριζα κάτω από τις ηλιακές κηλίδες και τις γλώσσες φωτιάς, αν τολμήσουμε να κινηθούμε σχεδόν σε εφαπτομένη προς τη φωτόσφαιρα…»

         «Ίκαρε, σε έχω εκπαιδεύσει να είσαι ακριβής επιστήμονας, ακόμη κι όταν η απόλυτη ακρίβεια δεν έχει τόσο σημασία», παρενέβη ο Δαίδαλος. Από μικρό σε δίδαξα τα ρητά του Ευριπίδη ότι “Νεανίαν άνδρα χρη τολμείν αεί – ουδείς γαρ ων ράθυμος ευκλεής ανήρ, αλλ’ οι πόνοι τίκτουσιν την ευδοξίαν”[29] και «Ουκ αν δύναιο μη καμών ευδαιμονείν, αισχρόν τε μοχθείν μη θέλειν νεανίαν”[30]. Αλλ’ όταν μιλάμε για επιμέλεια, εννοούμε να μην εμφανίζεσαι οκνηρός ούτε και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Εφόσον έχεις μπροστά σου και ανθρώπους μη ειδικούς, μη λες έτσι επιπόλαια ότι θα “κινηθούμε σχεδόν σε εφαπτομένη προς τη φωτόσφαιρα”. Να εξηγήσεις και να εκλαϊκεύσεις στους παρόντες το επιστημονικό παράδοξο ότι για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο η κορώνα του ήλιου έχει θερμοκρασία ΑΜ βαθμούς, όπου εν προκειμένω δεν εννοούμε αστρονομική μονάδα, αλλά δέκα εκατομμύρια βαθμούς, περίπου δηλαδή όσους βαθμούς έχει και ο πυρήνας του άστρου, αυτός ο θηριώδης πυρηνικός αντιδραστήρας. Η σωστή τακτική λοιπόν για να εκμεταλλευτεί κανείς τη συντόμευση της πορείας διαμέσου του ήλιου είναι να τρυπήσει γρήγορα την εξωτερική άλω και να διαβεί από τα μονοπάτια της φωτόσφαιρας και χρωμόσφαιρας, όπου η θερμοκρασία πέφτει αισθητά στους έξι έως τέσσερις χιλιάδες βαθμούς».

          «Πάτερ, ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω τα λεγόμενά σου, εσένα ενός παλαίμαχου των διαδρομών; Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα και με ταχύτητα το πολύ δύο βαρυτήτων αναμένεται να φτάσουμε στον Άρη σε τριάντα τρεις ημέρες, αν όλα κυλήσουν σύμφωνα με τα σχέδιά μας.»

«Από την άλλη εγώ», είπε η εγωίστρια Ηώ, σχετιζόμενη ίσως με το σημερινό ιταλικό «ίο», «αναλαμβάνω να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα, δηλαδή να συντηρήσω το υποβρύχιο “Δεινόπλευστος”, που έχετε στα υπόστεγα του διαστημόπλοιου, αφού μ’ αυτό θα επιχειρήσουμε κατάβαση στους διαύλους του Άρη. Ειδικότερα ελέγχω το πηδάλιο και τα λοιπά στοιχεία πλοήγησης, αλλά κυρίως τις εξωτερικές συνδετικές ράβδους και τις τομές, ώστε το κύτος του σκάφους να ταιριάζει με το πορθμείο του καταπέλτη, που θα μεταφέρει τον Δεινόπλευστο στην επιφάνεια του Άρη.»

      «Αυτό, που σίγουρα μάς βολεύει», ανέλαβε το νήμα της συζήτησης ο Τιθωνός, «είναι τόσο η ατμόσφαιρα που έχει ο Κόκκινος πλανήτης όσο και ο συντονισμός της διάρκειας των ημερών του με εκείνον της Γης. Πρόκειται για πολύ εξεζητημένα επιτεύγματα των Ολύμπιων, προκειμένου να διευκολύνουν την παραμονή τους στο εδώ Σύμπαν, τα οποία πολύ φοβούμαι ότι θα εξαλειφθούν, όταν εκείνοι αποχωρήσουν, ακριβώς όπως έγινε και με το θάλαμο αναζωογόνησης που στρέβλωσε εμένα.»

          «Και το συναρπαστικό είναι», πήρε τη σκυτάλη ο Δαίδαλος, «ότι δεν μιλάμε για μαγεία, αλλά για σκληροπυρηνική επιστήμη. Ο Δίας επιστράτευσε αστεροειδείς, για να λιώσει τους παγωμένους πόλους και να απελευθερώσει το διοξείδιο του άνθρακα. Περαιτέρω αστεροειδείς εκπυροβολήθηκαν προς την κατεύθυνση των μεγάλων υπόγειων δεξαμενών παγωμένου ύδατος και διατρύπησαν τα επικαύματα, τα επίσκληρα, τα επίπαγα, τα λέπυρα και τα φλογώματα[31] του Άρη, για να ρεύσει μετά από εκατομμύρια χρόνια και πάλι διοξείδιο του άνθρακα στην επιφάνεια, κατέστη δε δυνατό να σπαρθούν βρύα, λειχήνες και να γεννηθούν ίουλοι- σκώληκες της βροχής, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για ευρύτερες καλλιέργειες. Όλα τούτα έγιναν εφικτά, αφού εγκατεστημένα θερμοπυρηνικά εργοστάσια προς παραγωγή οξυγόνου και αζώτου πύκνωσαν την ατμόσφαιρα του Άρη στη δέκατη δύναμη.»

          «Καλά τα λες, τέκτων Δαίδαλε», είπε ο Τιθωνός, «αλλά, αν σκεφτεί κανείς ότι πριν από μερικά χρόνια, σύμφωνα με τα δεδομένα αστρονομικών φωτογραφιών, ο Κόκκινος πλανήτης ήταν ανάερος, παγωμένος και άζωος, ενώ τώρα έχει εφοδιαστεί με ατμόσφαιρα, έχει θερμανθεί και βρίθει από ζωή, ίσως θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικούς θεούς, πανίσχυρους, παντοδύναμους. Τρανό παράδειγμα ο συντονισμός διάρκειας της ημέρας μεταξύ Γης και Άρη. Γνωστό είναι ότι η Γη ενεργεί περιφορά γύρω από τον άξονά της σε είκοσι τρεις ώρες και πενήντα έξι λεπτά, ενώ ο Άρης σε είκοσι τέσσερις ώρες και τριάντα επτά λεπτά. Μικρή διαφορά, που όμως αθροιζόμενη με το πέρασμα του χρόνου, θα διατάραζε το ωράριο απασχόλησης των θεών, που διακτινίζονται διαρκώς μεταξύ των δύο πλανητών. Γι’ αυτό και συγχρόνισαν με κάποιο τρόπο τις ημέρες! Ποιος μπορεί λοιπόν να αμφιβάλλει για τη θεϊκή τους δύναμη;»

          Σιώπησε για λίγο ο Τιθωνός, ενώ η επιρροή των λόγων του καταστάλαζε αργά στη συντροφιά.

          «Βέβαια, ας μη κλαιγόμαστε», συνέχισε. «Αυτά τα ξέραμε από την αρχή. Όποια κι αν είναι αυτά τα πλάσματα, είτε προέρχονται από άλλο Σύμπαν, είτε από άλλη διάσταση, έχουν αποδείξει περίτρανα ότι ελέγχουν την μικροποσοτική δομή του Σύμπαντος και παίζουν παιχνίδια μ’ αυτήν. Αυτοί οι απίθανοι τύποι έχουν και ασύλληπτους πόρους, άλλωστε και το “ημπορώ” προέρχεται από το “ευπορώ”. Εδώ δύνανται χωρίς πρόβλημα να μετακινούν πλανήτες, να αλλάζουν τις τροχιές και τα πεδία βαρύτητας. Επικαλούμαι όμως στο σημείο αυτό το ρητό του Παρμενίδη “ου γάρ μήποτε τούτο δαμήι είναι μη εόντα: αλλά σύ τήσδ’ αφ’ οδού διζήσιος είργε νόημα”[32]. Άρα λοιπόν δεν θα διεκτραγωδήσω την κατάστασή μας και δεν θα αναρωτηθώ τι γυρεύει ένα σκάφος σαν τον Δεινοπτέρυγο  με αστεία ταχύτητα μόλις εκατόν ογδόντα χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο  και έχει το θράσος να κινείται εναντίον των θεών -τεράτων; Επίσης θα παραλείψω και δεν θα αναφέρω ότι ενόψει της κραταιάς γνώσης περί της συμπαντικής δομής και των συμπαντικών διαδρομών, την οποία κατέχει ο εχθρός, τα ενδεή και δυστυχή όπλα αυτού του σκάφους τού φαίνονται απλές οδοντόπαστες.»             

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο:

          Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ

          Η Ηώ διενεργούσε ελαφρό τρέξιμο στους διαδρόμους του Δεινοπτέρυγου. Επειδή το σκάφος είχε κυκλική δομή, έμοιαζε με ένα ινδικό χοιρίδιο, υδρόχοιρο ή ταχυδυναμικό τρωκτικό που τρέχει σε περιστρεφόμενο τροχό – κυλιόμενο διάδρομο παραμένοντας συνεχώς στην ίδια θέση. Μα συγχρόνως η Ηώ με τις σχηματοποιημένες μυώδεις γάμπες πρόσεχε να παρακάμπτει τα εγκατεσπαρμένα στους διαδρόμους απλοϊκά ρομπότ, να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες χωρίς να σκοντάψει ή να τσακιστεί και να αποφεύγει τους ανελκυστήρες και τα άλλα αγνώστου ταυτότητας αντικείμενα, που έβρισκε στο διάβα της, συντηρώντας τον εαυτό της για μία μελλοντική, αποφασιστική μάχη.  

          «Δία, είμαι Τιτανίδα και δεν σε φοβάμαι», μονολογούσε. «Από νωρίς σού έδειξα ανυπακοή, αρνήθηκα την προστασία σου και διατράνωσα ενώπιόν σου την ανεξαρτησία μου, διότι μού αρκεί το ρητό του Ισοκράτη ότι “δει τον χρηστόν και αγαθόν άνδρα – και γυναίκα- των με προγεγεννημένων μεμνήσθαι, τα δε ενεστώτα πράττειν, περί μεν των μελλόντων φυλάττεσθαι” και συνεπώς ότι δεν σε χρειάζομαι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για μένα είναι να μού δώσεις την ευκαιρία να κλείσω τη ζωή μου και τη σταδιοδρομία μου, όπως μού αξίζει, δηλαδή πολεμώντας εναντίον σου! Δώσε μου την ευκαιρία να πεθάνω στη μάχη, όπου κι αν προτιμάς να συμβεί αυτό, σε γη, θάλασσα ή αέρα. Σε καλώ να μού πραγματοποιήσεις αυτή την τελευταία επιθυμία και σε αντάλλαγμα, αν είσαι πραγματικός θεός, σού παραχωρώ τη ψυχή μου να την πάρεις ιδιοκτησία σου στον Άδη!»

          Βέβαια, ως συνήθως οι θεοί δεν απάντησαν, κανένας ήχος, κανένας αντίλαλος. Μόνο ο βόμβος των μηχανισμών άμβλυνσης αδράνειας, που καθιστούσαν δυνατό το τρέξιμο υπό συνθήκες δύο βαρυτήτων. Η Ηώ, η κόρη του Υπερίωνα και της Θείας, αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης – και θα ζητούσε βεβαίως την εύνοια του αδελφού της, αρμόδιου για τη λειτουργία του κεντρικού αστέρα, κατά τη ριψοκίνδυνη διάβασή τους- έσφιξε τις γροθιές της και δάγκωσε την ίδια της τη γλώσσα για να κατευνάσει το θυμό της και συνέχισε την καταδρομή της ανάμεσα στους μεταλλικούς δίαυλους του Δεινοπτέρυγου, που ταξίδευε την κοσμική μαύρη θάλασσα, έναν άλλον Ελλήσποντο.

          Αυτός ο μεταλλικός τάφος ήταν αχανής, ένας λαβύρινθος απ’ αυτούς που έφτιαχνε εύκολα ο Δαίδαλος, εκτεινόταν όμως και κάθετα προς την διεύθυνση του υψούν. Πού και πού στη διάρκεια της κυκλικής διαδρομής Ηώ είχε την ευκαιρία να συναντήσει διαφανείς επιφάνειες, απ’ όπου έβλεπε μεγαλύτερους χώρους, διαδρόμους προσνήωσης και απονήωσης ή αποθήκες εμπορευμάτων, αλλά πουθενά δεν έβρισκε φινιστρίνια- διαύγια ή φεγγίτες, όπως τα έλεγαν τότε- για να αντικρίσει το στερέωμα με τα άστρα, που ήσαν τόσο άπιαστα, ώστε η τιτανική λογική έλεγε ότι επιστημολογικά δεν είχαν καμία σημασία, ήσαν απλό φόντο, ένας περικλείων μυχός σαν σκηνικό, ένα αδιάφορο νοηματικά βάθος. Τα διαύγια δεν ήσαν στον κεντρικό διάδρομο, αλλά στο εξωτερικό κέλυφος σαν πομφόλυγες από διαφανή ύαλο, και επέτρεπαν μία περιορισμένη οπτική αίσθηση του εξωτερικού διαστήματος, αφού έτσι κι αλλιώς οι αισθητήρες ήσαν τα πραγματικά μάτια του διαστημόπλοιου. Καμιά φορά τ’ αστέρια στροβιλίζονται και χορεύουν κυκλοτερείς χορούς σαν να είναι μεθυσμένα. Τι σκέψη κι αυτή, γέλασε η Ηώ. Στάθηκε στην κούρσα της να πάρει μια ανάσα. Γρονθοκόπησε με τις γροθιές της τον μεταλλικό τοίχο μέχρι να ματώσουν  οι κάλοι και οι χόνδροι των δακτύλων, αλλά η επίθεσή της δεν άφησε ούτε ίχνος, ούτε ξύσιμο στο μέταλλο. Η στροφή προς το σκληρό τυλώδες μέταλλο, που έκαναν οι Δωριείς, ήταν δυστυχώς το πρώτο βήμα για να ξεφύγει η διοίκηση των πραγμάτων από τα χέρια του ανθρώπου, διότι είναι ασύμβατο με τη μαλακότητά του, γι’ αυτό και ο οργανισμός μας ανέχεται και αφομοιώνει μόνο ιχνοστοιχεία μετάλλου.

          Η πολεμίστρια κούνησε το κεφάλι της προβληματισμένη. Έτσι όπως γίνονταν οι πόλεμοι στην εποχή των Ολύμπιων θεών, δεν είχαν καμία τιμή. Όταν οι θεοί μπορούσαν να κινητοποιήσουν μηχανικούς Τάλω, ακανθώδη τεχνητά όντα, ψηλά, τερατώδη με ενσωματωμένα οπλοπολυβόλα, προσαρμοσμένες και βιδωμένες λεπίδες και ξιφολόγχες, θώρακα από χάλυβα, πώς θα μπορούσε να διακριθεί η ηθική δύναμη στο πεδίο της μάχης; Όταν οι θεοί μπορούσαν να εκτοξεύουν πυραύλους εδάφους- αέρος, εδάφους – εδάφους ή αέρος- αέρος και να πλήττουν από μακριά οποιονδήποτε στόχο και να σκοτώνουν αμάχους, τι είδους πόλεμος είναι αυτός;

          «Αυτό δεν είναι πόλεμος, είναι σφαγή αιγοπροβάτων και βοοειδών», αναφώνησε η Τιτανίδα. «Ακόμα και ο πόλεμος έχει τους κανόνες του και την ηθική του. Αν θέλετε να κυβερνάτε και να εξουσιάζετε, θεοί, φορέστε την πανοπλία σας κι ελάτε να μάς αντιμετωπίσετε. Όχι έτσι, όχι με μεσολαβητές και αντιπροσώπους, όχι μέσω τρίτων».          

          Με νοσταλγία η Ηώ θυμήθηκε μία εποχή πριν από τους βαλλιστικούς πυραύλους, όπου η ανδρεία μετρούσε και η μάχη γινόταν εκ του συστάδην, όπου το πρόσωπο του εχθρού ήταν ορατό και μαρτυρούσε μέσα από τις συσπάσεις του επισκύνιου[33], αν πίστευε στον λόγο για τον οποίο πολεμούσε ή αν είχε στρατολογηθεί δίκην αγέλης. Θυμόταν η Ηώ, όταν ήταν μικρή, πώς ασκούνταν στα όπλα, πώς μάθαινε προοδευτικά και μέσα από πολλούς κόπους και πολλές αγγαρείες τα είδη του οπλισμού, τα χαρακτηριστικά τους, τη λειτουργία τους και στο τέλος τα χειριζόταν, όπως ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί τα σύνεργά του. Τότε, πριν απ’ αυτή την αναθεματισμένη βαλλιστική τεχνική, ο πόλεμος ήταν υψηλή τέχνη και τα όπλα ήσαν κομψά, εργονομικά, ελαφριά στη χούφτα ή φούχτα, μισό χιλιόγραμμο στην παλάμη, καλλιτεχνικά, και όχι βαριά, καθόλου αδροκαμωμένα, πριονωτά, φαύλα, μοχθηρά, ξεκοιλιαστικά, κονιορτοποιητικά, δυσβάστακτα, δυσκίνητα, πρεμνώδη, αμβλέα. Κατήγαγαν στον αντίπαλο μόνο την απαραίτητη για την εκάστοτε στρατιωτική επιχείρηση χειρουργική πληγή και, αν ήταν απολύτως αναγκαίο, τού χάριζαν γρήγορο, ευσπλαχνικό και τιμητικό θάνατο.

          Σε ποιο να μιλήσει η Ηώ για να διασκεδάσει την ανία του ταξιδιού; Το δίδυμο Ικαρο – Δαίδαλος είχε κλειστή αντίληψη περί οικογένειας και είχαν μεταξύ τους ένα αύταρκες σύστημα, που δεν χρειαζόταν κανέναν άλλον παρείσακτο. Ο Τιθωνός από την άλλη είχε απομονωθεί στον εαυτό του μετά το ατύχημα που τον παραμόρφωσε, έγλειφε τις πληγές του, επικαλούνταν ότι δεν ήταν δυνατό να αντέξει την επιτάχυνση των δυο βαρυτήτων παρά την άμβλυνση της αδράνειας – δεν με ενδιαφέρει τι λέτε, εγώ πονάω – έλεγε κι έμενε τις περισσότερες ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του.

          Η Ηώ δεν μπορούσε καν να φανταστεί το εσωτερικό δράμα του φίλου της. Το χειρότερο ήταν ότι με αυτή την καταραμένη επέμβαση, για την οποία η ίδια αισθανόταν αμείλικτες τύψεις και μεγάλη ενοχή, αφού την είχε συστήσει και συμβουλέψει, ο Τιθωνός είχε χάσει και τον (όποιο) ανδρισμό του, τουλάχιστον όσο αφορούσε τον σηραγγώδη σωλήνα του πέους και την πορώδη ουρήθρα. Αλλά δεν έφταιγε ούτε η Τιτανίδα, γιατί η ανασφάλεια του Τιθωνού ήταν πάντα τόσο ακραία, ώστε χρειαζόταν μία επίδραση ενός φαρμάκου, έστω και νομιζόμενου, έστω και εικονικού, ώστε να αποκτήσει για πρώτη φορά αυτοπεποίθηση και να έλθει στα ίσα του. Δυστυχώς το πράγμα στράβωσε και ο Τιθωνός, πληρώνοντας τη μοχθηρία κάποιων, έγινε μέτοχος μίας ακούσιας φθαρτικής αθανασίας -αθανασία, για φαντάσου!- χάνοντας ταυτόχρονα όλα τα κίνητρα, που κάνουν τη ζωή ελκυστική. Παραμορφώθηκε, ταπεινώθηκε, τα προσόντα που τού έμειναν, ήσαν κατάλληλα μόνο για να κάνει το γελωτοποιό.

          Ίσως μόνο ο Εχέδωρος έμενε διαθέσιμος για να συζητήσει με την Ηώ, αλλά αυτός ήταν ανιαρός και η Τιτανίδα είχε την υποψία ότι απλώς αναπαρήγαγε τις δικές της σκέψεις. Μιλούσε τα ελληνικά, την γλώσσα των πολιτισμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αλλά με ένα τρόπο και μία προφορά, ώστε οι λέξεις έμοιαζαν περισσότερο με το φλοίσβο των κυμάτων πάνω στους βράχους ή τον άχαρο βόμβο και το σφύριγμα εμβόλου μηχανής, που κάπου χτυπούσε και έκρουε και συγκρουόταν, πού όμως;

          Αυτή η τεχνητή νοημοσύνη εκνεύριζε πολύ μία πολέμαρχο του παλιού καιρού, που είχε μάθει να κάνει πολλά πράγματα με τα χέρια, τόσο να συναρμολογεί όσο και να διαλύει. Ο Εχέδωρος βέβαια ήταν  ήπιο μοντέλο, αλλά παρά ταύτα συχνά συλλάμβανε τον εαυτό της να εξανίσταται με το θράσος αυτών των άψυχων μεταλλικών κολοσσών, που ήθελαν να γίνουν άνθρωποι, να αντικαταστήσουν τα υποκείμενα της Ιστορίας με τράπεζες δεδομένων, ανίκανες να αντικρίσουν τον εαυτό τους μέσα απ’ τα δυο τους μάτια και να μιλήσουν με περιστροφή της γλώσσας τους, αφού τα μάτια τους ήσαν χωρίς κρεμασμένη από πίσω αυτοσυνείδηση και η λαλιά τους κάπου κρυμμένη στα βάθη των καλωδίων. Έτσι τής ερχόταν να πάρει κανένα ρόπαλο και να αρχίσει να βαράει πού σε πονεί και πού σε σφάζει, αποσυναρμολογώντας μ’ αυτόν τον άμεσο τρόπο το σύμπλεγμα αυτό των τροχίσκων και των καλωδίων, να ψάξει ειδικά που είναι η γλώσσα και να τη ξεριζώσει. Μήπως θα έπρεπε να είχε σπουδάσει πληροφορικάρια ή τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών;        

          Αφού τελείωσε το χαλαρωτικό τρέξιμο κατευθύνθηκε σε μία φυσαλίδα του τοίχου, απ’ όπου μπορούσε να δει τ’ αστέρια. Σήμερα ειδικά φαίνονταν ανόρεχτα, δεν τρεμόπαιζαν, δεν εξέπεμπαν κάποια άλω ή θάμβος και δεν μαρμαρυγούσαν. 

          Την ώρα εκείνη – πώς τής ήρθε- ταυτίστηκε με την Παλλάδα Αθηνά. Αυτή μάλιστα ήταν άξιος αντίπαλος και όχι ο προαγωγός Δίας, που έβαζε άλλους να κάνουν τις βρώμικες δουλειές του. Με την Αθηνά θα μπορούσε η Ηώ να συνεννοηθεί σε κείνο το μήκος κύματος, όπου μόνο οι γυναίκες επικοινωνούν μεταξύ τους. Προσευχήθηκε λοιπόν με την αξιοπρέπεια και τη συναδελφικότητα, που τής εξασφάλιζε το κίνημα του «κι εγώ επίσης».

          «Παλλάς Αθηνά, ένδοξη θυγατέρα, συ πού είσαι η μόνη που σέβομαι και παραδέχομαι, γλαυκομάτα, σύμβουλε, εύθρυπτη, αισχυντηλή και σεμνότυφη τη καρδία, άκουσε την προσευχή μου! Ώ επιμελές χαρίεσσα παρθένε, προστάτις των πόλεων, αμύντωρ, τριτόγενες, γεγεννημένη από την κεφαλή του Δία, οπλισμένη, τροπαιοφόρα, μονομάχε, αθλητική, στίλβουσα, απαυγάζουσα, λαμπηδών, άκου τι σού λέει κάποια που είναι σαν κι εσένα! Συ αθάνατη, που όλοι ορκίζονται στο όνομά σου, κι επιτίθεσαι στους εχθρούς σου εξ ύψους κραδαίνοντας το κοφτερό δόρυ σου, χωρίς να κρύβεσαι πίσω από την αιγίδα του Δία, δώσε σε μένα και τον άτυχο Τιθωνό ένα τιμημένο τέλος στο πεδίο της μάχης».    

          «Ξημέρωσε», που λέει ο λόγος, η δέκατη τρίτη ημέρα από την απογείωση. Ήδη ο νότιος πόλος του ήλιου διαφαινόταν μεγαλοπρεπής, εναργής, εμφανής, απαραγνώριστος. Σε έναν μακρινό παρατηρητή, που θα καθόταν σε ένα αστεροειδή, θα κοιτούσε μέσα από ένα τηλεσκόπιο και θα έτρωγε ψημένους κολοκυθόσπορους για να διασκεδάσει την ανία του, ο Δεινοπτέρυγος θα φαινόταν σαν μία λόγχη, διακοσμημένη, περιβεβλημένη και διαποικιλμένη από σφαίρες, ελλείψεις, δεξαμενές, πολύχρωμες και παρδαλές γωνίες άγνωστης χρησιμότητας, κορμώδη στελέχη κινητήρων και συστοιχίες κωδωνωτών παρισθμίων σαν μύτες σε κατάσταση ιγμορίτιδας, καθώς και μία πληθώρα πύραυνων, εσχαρών, εξαγώνων και εξαέδρων (όχι εικοσαέδρων σαν κι αυτό που έκανε τον Πυθαγόρα να σκοτώσει τον Ίππασο, γιατί αποκάλυψε τα μυστικά του) γύρω από την κεντρική στοίβα κυλινδρικών θαλαμίσκων κατοικίας, τα οποία αυτά όλα θα σχοινοβατούσαν επάνω σε στήλες από όλο και πιο εκθαμβωτικούς πυρηνικούς κεραυνούς.

          Θέματα διαλόγου με τους άλλους συνεπιβάτες δεν υπήρχαν, άσχετα ποιος θα εκλαμβανόταν ως επιβάτης αναφοράς και ποιοι θα ήσαν «οι υπόλοιποι», «οι άλλοι».

          Ήταν όμως τόση η βαρεμάρα, ώστε συχνά οι λίγοι παρευρισκόμενοι «έστηναν» εκ του προχείρου ένα διάλογο, μόνο και μόνο για να ακούσουν τις ίδιες τις φωνές τους, γνωρίζοντας ότι το πιο βασικό ένστικτο του ανθρώπου είναι η ορμή προς κοινωνία, απόδειξη, ότι αν κανείς μείνει για τέσσερις βδομάδες μόνος του, αρχίζει ήδη να ολισθαίνει ήδη προς την τρέλα.      

          Έτυχε λοιπόν η Ηώ να συναντήσει στο πιλοτήριο τον Ίκαρο, τον Δαίδαλο και τον Τιθωνό. Θα μπορούσαμε να το εκφράσουμε και ως εξής: Έτυχε ο Τιθωνός να συναντήσει τον Ίκαρο, το Δαίδαλο και την Ηώ: εξαρτάται από ποια σκοπιά εκτυλίσσεται η αφήγηση, με βάση ποιο «ψαλίδι» αμαξοστοιχίας και σε ποια σιδηροδρομική γραμμή τροχιοδρομεί η ιστορία μας, αλλά ας μη το παρακάνουμε.

          «Δεν διέλαθε την προσοχή μου, αξιότιμε Ίκαρε», είπε η Ηώ, «ότι τούτο το πλοίο που μας μεταφέρει είναι ένα είδος γελωτοποιού με κόκκινα στίγματα στα μάγουλα και μακριά υποδήματα. Θυμίζει εκείνους τους γελαστούς με σκισμένο πρόσωπο, που έχουν οι διεστραμμένοι βασιλείς στις αυλές τους, για να τούς χτυπούν με το μαστίγιο και να μετατρέπεται αυτόματα η φυσιογνωμία τους είτε σε τραγικό προσωπείο, είτε σε κωμικό τραγέλαφο. Εκτός των άλλων είναι πρωτόγονο, ακατέργαστο, αδρομερές και αργό».

          «Έ ναι, δεν είναι και η Αργώ. Είναι απλώς αργό, χα, χα, χα», απάντησε ο παιχνιδιάρης Ίκαρος. «Αφού το έφτιαξα από σκόρπια ανταλλακτικά και κανιβαλισμένα εξαρτήματα, που βρήκα εδώ κι εκεί, τι περιμένεις;»

«Και το σχέδιο ποιο είναι, ελλογιμώτατε Ίκαρε; Είναι δυνατόν αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι, το ετερόκλητο συνονθύλευμα, αυτό το λεωφορείο του παλιού καιρού που δονείται απ’ τις φωνές οπαδών και αφήνει πίσω του ανταλλακτικά,[34]  να περάσει από τους ελέγχους του σμήνους ιπτάμενων σφηκών, που περιπολούν τον κάποτε Κόκκινο και νυν Πράσινο λόγω γαιοποίησης ή γεωποίησης πλανήτη;»

          «Υποτιμάς τη χειριστική δύναμη του φανερού, αρχόντισσα», επενέβη ο Τιθωνός. «Είναι γνωστό το ηρακλείτειο ρητό ότι “η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί”. Κι όμως η φύση είναι συγχρόνως το κατ’ εξοχήν φανερό. Επίσης ισχύει ότι: “Ει και εξαγάγη τις την φύσιν δια δικράνου (ή κρεαγρίδος ή πηρουνίου), αύτη δριμέως επάνεισι”[35]. Είμαστε ένας αδέξιος πιγκουίνος, ένας άκομψος παγκολίνος, που κλάνει αέρια για να προωθηθεί. Αντί να έχουμε έναν υπερσύγχρονο κινητήρα πυρηνικής τήξης ή ιόντων, κυκλοφορούμε σκάζοντας ατομικές βόμβες σε συσκευασία αναψυκτικών. Και για να επεκτείνω ακόμη περισσότερο την εύστοχη παρατήρησή σου, αφέντρα, έτσι όπως πάμε, με τις διαδοχικές εκρήξεις η φωτεινότητά μας γίνεται όλο και μεγαλύτερη, οπότε, όταν πλησιάσουμε τον Άρη και μάλιστα με πυρακτωμένο κέλυφος μετά τη διέλευση του ηλίου, θα είμαστε ορατοί δια γυμνού οφθαλμού!»

    «Άρα, επιβεβαιώνεις ότι είμαστε χαμένοι», ψέλλισε απορημένη η Ηώ, «αποκλείεται να διαλάθουμε το δίκτυο της πλανητικής άμυνας του κοκκινοπράσινου  Άρη, όπου κυριαρχούν και οι κόκκοι- μανιτάρια- και τα πράσα. Θα μάς καταρρίψει η αεράμυνα και μάλιστα στα γρήγορα, όπως ο υαλοκαθαριστήρας απομακρύνει ένα σκουπιδάκι.»            

«Υψηλή οικοδέσποινα και βαριά ματρόνα, ακόμη δεν έχεις καταλάβει τη στρατηγική μας», επέμεινε ο Τιθωνός. «Θέλουμε να ιδωθούμε, να μάς δουν. “O έχων άδειον βαλάντιον, άδει ενώπιον του ληστού”[36]. Δεν έχουμε τίποτε να κρύψουμε, η συνείδησή μας είναι ελαφριά σαν φτερό. Οι φύλακες του Δία, που θα δορυφορούν τον Άρη πιο στενά και πιο πιστά απ’ ό,τι και ο ίδιος ο Φόβος ή ο Δείμος, το πολύ που θα κάνουν στο διάβα μας θα είναι να ρίξουν ένα γερό γέλιο. Αλλά ακόμη και αν ασχοληθούν μαζί μας, εμείς με την πρώτη ριπή των πολυβόλων θα παραστήσουμε ότι έχουμε υποστεί βαρύ και ανεπανόρθωτο πλήγμα ου μην αλλά και ανήκεστο βλάβη και θα καταδυθούμε στον πλανήτη φαινομενικά γκρεμοτσακιζόμενοι και κραυγάζοντας “Μέρα Μαγιού, Μέρα Μαγιού”, προκαλώντας ακόμη πιο ακατάσχετο γέλωτα στους ανασχετικούς – αναχαιτιστικούς φρουρούς. Όταν όμως πετύχουμε επαφή με την επιφάνεια, τότε θα αναφωνήσουμε σαν τον Ζήνωνα τον Κιτιέα: “Ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα” και θα αναπτύξουμε ακάθεκτοι και απερίσπαστοι τα υπόλοιπα στάδια του σχεδίου μας. Αφού πούμε το ρητό του Θαλή “Πιστόν γη, άπιστον θάλασσα, άπληστον κέρδος”, για να συγχύσουμε “τας γλώσσας αυτών και τα νοήματα”, θα βρούμε τρόπο να μπούμε στα κανάλια του Άρη και μέσω αυτών, δια της ρευστής και υγρής μη ανιχνεύσιμης οδού να φτάσουμε στις κρύπτες των όπλων».

    Η Ηώ συλλογίστηκε για λίγο:

          «Δηλαδή μάς λες, Τιθωνέ, ότι αντίθετα με τη λογική της κρυπτείας, που σκληραγωγεί τους νεανίες της Σπάρτης μαθαίνοντάς τους να κλέβουν ή και να σκοτώνουν χωρίς συνέπειες, μπορούμε να κερδίσουμε κάτι και από το φανερό και μάλιστα φανερώνοντας τις αδυναμίες μας. Να κάνουμε την αδυναμία μας δύναμη, αυτό θυμίζει τη νέα παράλληλη θρησκεία του βασιλιά-ξυλουργού με την ξύλινη κούπα.  Αλλά πάλι “ει τι πράγμα φανερόν, έτερον κρυπτόν”, άρα από το φανερό πάμε πάλι στο κρυπτό και ούτω καθ’ εξής. Ιδίως οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι της Τροίας προκαλούν καχυποψία, εμπνέουν μυστικοπάθεια και οδηγούν σε μύχιες υστερόβουλες μη κατατάξιμες σκέψεις με αποτέλεσμα, όπως ξέρουμε από άλλες Δημιουργίες, να αναδειχθεί και να διαπρέψει εκεί το τέχνασμα του δούρειου ίππου, όπου το κρυπτό και το φανερό θα αλληλο- εμπλέκονται σε τέτοιο βαθμό, όπου κανείς πια δεν θα μπορεί να τα ξεχωρίσει».  

          Ο Τιθωνός φαινόταν ταλαιπωρημένος, αλλά κρατούσε ακόμη. Και δεν ήταν περίεργο που η όψη του είχε γίνει ακόμη πιο χλωμή και πιο καταβεβλημένη, αφού το περιβάλλον του εκ των ενόντων κατασκευασμένου Δεινοπτέρυγου δεν ευνοούσε καθόλου έναν ομαλό και προγραμματισμένο ρυθμό ημέρας. Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι μηχανισμοί άμβλυνσης αδράνειας και ρύθμισης βαρύτητας για λόγους οικονομίας δεν εκτείνονταν και δεν λειτουργούσαν ούτε όλο το (συμβατικό) εικοσιτετράωρο ούτε σε όλα τα σημεία του πλοίου. Ιδίως τις νυχτερινές ώρες θεωρήθηκε ότι για εξοικονόμηση ενέργειας θα μπορούσαν οι ένοικοι να ξεκουράζονται αιωρούμενοι στον αέρα, αντί ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, κι έτσι κατά τη διάρκεια των ωρών αυτών η τεχνητή βαρύτητα ήταν κλειστή, δεδομένου βέβαια ότι τα αποθέματα ενέργειας ήσαν περιορισμένα και οι ψυχρές εξισώσεις του διαστήματος δεν επέτρεπαν την παραμικρή σπατάλη πόρων, ούτε την ελάχιστη παρέκκλιση από το πρόγραμμα ημερήσιας κατανάλωσης. Αλλά στο θεό σου, το να μην καλύπτει η τεχνητή βαρύτητα τα αποχωρητήρια και τα βαλανεία, αυτό παραήταν. Για να πάει κάποιος τουαλέτα έπρεπε κάθε φορά το σκάφος να επιβραδύνει στη μία και ημίσεια βαρύτητα, που και αυτό βέβαια δεν ήταν ούτε άνετο ούτε βολικό, και να έχει και μαζί του μία σακούλα εμετού, ώστε μαζί με τα λογής περιττώματα να ξεφορτώνεται στα γρήγορα και το πρωινό του. Ο Τιθωνός ήταν άνθρωπος προγραμματισμένος και όλες αυτές οι ατέλειες και οι ελλείψεις τον έβαζαν σε σοβαρή δοκιμασία. Αλλά τα αντιμετώπιζε όλα με την αποφασιστικότητα κάποιου που δεν είχε πλέον τίποτε να χάσει. Μάλιστα σιγά-σιγά είχε μάθει να απολαμβάνει τις ώρες αιώρησης στο δωμάτιό του, διότι εκεί αισθανόταν λιγότερο ανάπηρος από ό,τι σε κανονικές συνθήκες. Έδινε μία με το κακό του γόνατο και πεταγόταν από τη μία άκρη της κάμαρης στην άλλη κι εκεί χρησιμοποιούσε το μακρύ του πόδι ως τροχοπέδη, κλωτσούσε τον τοίχο και ξεκινούσε την αντίστροφη πορεία. Όλη αυτή η διαδικασία τον έκανε να ξεχνάει την παραμορφωμένη τερατώδη αριστερή πλευρά του, που μόνο άριστη δεν ήταν.

          Το πιλοτήριο του σκάφους, όπου βρίσκονταν, καλυπτόταν από τον θόλο αστρο- ναυσιπλοΐας, όπου απεικονιζόταν η θάλασσα των άστρων, φλόγες που κοσμούσαν το βελούδο του διαστήματος, αποκαλούμενο από τους τιτάνες «ολοσηρικόν». Όταν ο Δεινοπτέρυγος έκανε περιστροφή γύρω από τον άξονά του τα άστρα περιδινίζονταν με ένα τρόπο, που ίσως καθιστούσε αναγκαία τη σακούλα εμετού και εδώ. Να πούμε επίσης ότι η μοναξιά δεν καταπολεμούνταν ειμή μόνο με μερική κατανάλωση ουσιών εκ των οποίων βέβαια η πιο ακίνδυνη και ελαφριά ήταν το οινόπνευμα. Τα κροντήρια και οι κύλικες με οίνον άκρατον έδιναν κι έπαιρναν, μετατρέποντας σιγά- σιγά την περιεσκεμμένη ανησυχία σε αδικαιολόγητη ευθυμία.            

          «Ηώ», είπε με όλο το θάρρος ο Τιθωνός, «σε έχω παρατηρήσει στα κρυφά να μονολογείς επικοινωνώντας με τους θεούς, τον Δία, την Αθηνά. Μού κάνει εντύπωση, γιατί υποτίθεται ότι αυτοί είναι εχθροί μας».

          «Για ένα πολεμιστή, αγαπητέ Τιθωνέ, πέραν του να εκτιμά τους φίλους του, που όμως ενδέχεται να τον απογοητεύσουν, είναι υπεράγαν ουσιώδες να πιστεύει στους εχθρούς του. Αυτοί δεν πρόκειται ποτέ να απογοητεύσουν τον πολεμιστή, θα βρουν όλο και πιο ύπουλους και δόλιους τρόπους για να τον εξοντώσουν. Επίσης, είναι γνωστό ότι όσο πιο μεγάλους αντιπάλους έχεις, τόσο περισσότερο αναδεικνύεσαι και εσύ. Κι αν υποστείς μερικές ήττες στην αρχή, ο ανταγωνισμός είναι τέτοιος και οι αντιπαραθέσεις τόσο συχνές, ώστε συν τω χρόνω θα αναπτύξεις κι εσύ όλες τις δεξιότητές σου προκειμένου να τούς αντιμετωπίσεις. ”Τω μέλλοντι σώζεσθαι δει φίλους αγαθούς ή διάπυρους έχθρούς υπάρχειν”[37], όπως έλεγε και ο Διογένης».

          Τώρα όλοι οι συζητητές υπό την γλυκιά επιρροή της ελαφράς μέθης αρχίζουν να αναλύουν τη λέξη «δόλος» και το τι αυτή σημαίνει. Δυστυχώς ο δόλος δεν εντοπίζεται μόνο στους εχθρούς αλλά και στους δικούς, στους συναδέλφους, στους υποτιθέμενους συμμάχους. Ο δόλος ιδίως στις εσωτερικές υποθέσεις είναι ο κύριος λόγος που τα περισσότερα μαζικά κινήματα αποτυγχάνουν να πετύχουν τη μεγιστοποιημένη ευτυχία, την οποία υπόσχονται όχι μόνο στα μέλη τους, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Όταν τα κινήματα αυτά οργανώνονται με βάση την παραδοχή ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι να διεκδικεί, ασχέτως αν στερείται ή όχι, τότε τύφλα να’ χει ο Αριστοτέλης που συνέταξε τα Ηθικά Νικομάχεια, τα Ηθικά Ευδήμεια και τα Ηθικά Μεγάλα. Ακόμη κι από δύο αν αποτελείται μία οργάνωση, συνήθως τα πραγματικά κίνητρα εκατέρου είναι άγνωστα. Η συναδελφική συμπεριφορά πολλαπλώς ερμηνεύεται και πολλές φορές συνίσταται στην αποκάλυψη και έκθεση μέσω ψεύτικης οικειότητας των αδύνατων σημείων του άλλου, μέχρι αυτός να πάθει ψυχικό κλονισμό, οπότε μετά μπορεί να εκδηλωθεί σε όλο της το εύρος η φιλευσπλαχνία και κυρίως ο οίκτος προς τον αδύναμο κρίκο, σύμφωνα με το αθάνατο ρητό «καλύτερα να σε λυπούνται παρά να σε φθονούν». «Φθόνος δε κάκιστος κ’ αδικώτατος θεός, κακοίς τε χαίρει κ’ αγαθοίς αμβλύνεται»[38], όπως λέγει ο Στοβαίος.

          Όταν μάλιστα η μόνη αρετή είναι η διεκδίκηση χωρίς να μετριάζεται από ηθικές σκέψεις, δηλαδή από ενσυναίσθηση της θέσης του άλλου, η σίγουρη επίπτωση είναι η ατομική πλεονεξία, που καταστρέφει εγγυημένα τα πάντα. «Όστις επί το πλέον έχειν πέφυκε ανήρ ουδέν φρονεί δίκαιον ουδέ βούλεται»[39], λέγει ο Ευριπίδης και «Όστις του μεν αδικείν μη προνοείται, του δε μη δούναι δίκην επιμελείται, κακουργεί»[40], λέγει ο Λυσίας. Μα τι μουχλιασμένες αξίες είναι αυτές, θα αναφωνούσε κάποιος; Έ λοιπόν, αυτές είναι δεν υπάρχουν άλλες, και όταν δεν τηρούνται, κάθε επιδίωξη είναι καταδικασμένη και κάθε σκοπός διαστρέφεται, διότι δεν είναι ο σκοπός που αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα καθορίζουν και χαρακτηρίζουν τον σκοπό.   

Η μόνη θεραπεία κατά του εκατέρωθεν δόλου είναι η αξιολόγηση, που όποτε δεν προκύπτει αντικειμενικά, π.χ. ουδείς ποτέ αμφέβαλλε ότι ο Αχιλλέας ήταν ο μέγιστος πολεμιστής, τότε ας συζητήσουμε ποια θα είναι τα κριτήρια και η διαδικασία και τα συμβούλια ανάδειξης των άξιων μέσω της συνισταμένης των τεκμηριωμένων γνωμών. Για όσους δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, κανείς δεν λέει να πάνε στον Καιάδα, να βρεθεί γι’ αυτούς μία υπηρεσιακή, κοινωφελής και όχι πειθαρχική λύση, ας εκτελούν λιγότερο απαιτητικές εργασίες, ας παίρνουν επιδόματα κ.λπ., όχι όμως να παραμένουν σε θέση αρμόδιου, διότι βλάπτουν τον εαυτό τους και τους άλλους, εκτίθενται ανεπανόρθωτα πάνω απ’ όλα οι ίδιοι και αφήνουν ξεκρέμαστους και όσους υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.

Μοιραία η συζήτηση περιστράφηκε αργά ή γρήγορα γύρω από τον αθλητισμό, διότι εκεί οι αξίες προκύπτουν χωρίς αμφισβήτηση και απολαύουν γενικής παραδοχής, ιδιαίτερα στον αξιοκρατικό κόσμο των τιτάνων, όπου βρισκόμαστε.  

          «Είναι πολύ συγκινητικές οι αφηγήσεις για τα κατορθώματα των αθλητών στους Ολυμπιακούς αγώνες», παραδέχτηκε ο Ίκαρος.

«Γνωστό το “Νυν κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει”[41], που φώναζαν οι παραληρούντες οπαδοί στον γέροντα πατέρα των πέντε γιων από τη Ρόδο, θριαμβευτών στους αγώνες. Επίσης ο Μίλων ο Κροτωνιάτης κουβαλούσε στην πλάτη του ένα μωρό ταύρο μέχρι να … μεγαλώσει. Βέβαια όλους αυτούς μπορώ εγώ να τούς αφήσω πίσω με ένα ζευγάρι μηχανικά φτερά. Τι αξία έχει η ατομική αθλητική και χειρωνακτική επίδοση, όταν μπορούμε να διασχίσουμε το Σύμπαν με διαστημόπλοια; Όλα αυτά τα αθλήματα, ο δρόμος, ο δίσκος, το ακόντιο, οι ιπποδρομίες, η πάλη, το παγκράτιο, η πυγμαχία ξεσηκώνουν βέβαια τα πλήθη και έχουν και τεράστια οικονομικά οφέλη για τους τόπους, όπου οργανώνονται οι αγώνες, αλλά είναι αδιάφορα από τη σκοπιά της επιστήμης και της τέχνης. Τι σημασία έχει ποιος νικάει, αν κάποιος νικήσει είναι καλό γι’ αυτόν, διότι παίρνει το τρόπαιο και γίνεται διάσημος, αλλά οι άλλοι που ταυτίζονται μαζί του, τι πανηγυρίζουν;  Άσε που υπάρχουν στη φύση ποικίλες ουσίες, ελλεβόρος ο εύοσμος κ.λπ., που δίνουν πρόσθετη δύναμη σε κάποιους, έτσι ώστε οι αγώνες να μπορούν να χειραγωγηθούν…»

 «Το βλέπεις από τη σκοπιά του μηχανικού», επενέβη η Ηώ. «Ο αθλητικός ή ακόμη και ο πολεμικός αγώνας μάς θυμίζει και επιβεβαιώνει την ανθρώπινη φύση μας μέσα σ’ αυτό το χάος της τεχνολογίας. Έχει σημασία το αν θα επικρατήσω έναντι κάποιου με γυμνές γροθιές ή αν θα φοράω χειρόκτια ή λωρίδες δέρματος ή μαλακά επιθέματα, όπως αντίστοιχα και στον πόλεμο έχει σημασία αν θα αντιμετωπίσω τον εχθρό με σπαθί ή με ακόντιο ή αν θα ρίξω πυραύλους για να εξαερώσω τον άμαχο πληθυσμό. Έχει σημασία, ακόμη κι όταν αντεπεξέρχεσαι προς τινά ως αντίπαλος να το κάνεις με τιμή και ήθος.»

«Είναι πολύ αστείες αυτές οι διαβαθμίσεις αγριότητας, που επισημαίνεις, σεβαστή Ηώ», είπε ο Ίκαρος. «Πάρε παράδειγμα τον Επειό τον Φωκέα, τον γιο του Πανόπη. Το τελευταίο καλοκαίρι παρακολούθησα πώς ο Επειός έσπασε στο ξύλο δώδεκα άνδρες, τούς τσάκισε τα πλευρά και τα σαγόνια στο πλαίσιο καθημερινών αγώνων επίδειξης, όπου μαχόταν οποιονδήποτε τολμούσε να τον αντιμετωπίσει, οποιαδήποτε ώρα, από πρωίας μέχρι βαθείας νυκτός. Δύο άνθρωποι πέθαναν κατά τη διαδικασία αυτή. Τι να πω βλέποντας αυτό το αποτρόπαιο θέαμα; Μήπως να ανακράξω “αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού;”»  

«Τι μού θύμισες τώρα», πήρε πάλι τη σκυτάλη η Ηώ. «Ο Διομήδης προπονούσε χρόνια τον Ευρύαλο, γιο του Μηκιστέα, ένα Αργείο μεγάλο σαν βουνό. Κάθε μέρα αυτός έτρεχε και δυνάμωνε τις γροθιές του βαρώντας κολομέρια σφαγμένων βοοειδών, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκάλες με απίστευτο αριθμό σκαλοπατιών και κόβοντας ξύλα από το πρωί έως το βράδυ μέχρι αναισθησίας (σ.σ. με τη μουσική του Ρόκυ). Κι όμως ο Επειός τον έριξε αναίσθητο σε είκοσι γύρους. Ο Ευρύαλος ήταν τόσο σωματώδης, ώστε, καθώς ο Διομήδης τον έσερνε εκτός της παλαίστρας, τα δάκτυλα των ποδιών του όργωναν το χωράφι με τεράστιες αυλακιές, που τις αξιοποίησαν οι περίοικοι για να σπείρουν σιτάρι! Πάντως τώρα ο Ευρύαλος έμαθε να κρατάει ψηλά την άμυνά του κατά τη διάρκεια της γρονθοκόπησης, τουλάχιστον αυτό το έμαθε!»

«Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά;», ενέστη πάλι ο Ίκαρος διακόπτοντας τον πατέρα του Δαίδαλο που πήγε επιτέλους να αρθρώσει κάτι. «Να αναφέρω, ανδρεία ή μάλλον γυναικεία Ηώ, ότι ο αγαπημένος σου Επειός δεν κατέκτησε ποτέ αριστεία στο πεδίο της μάχης, ούτε επικράτησε ποτέ σε πολεμική μονομαχία. Άρα λοιπόν τι αξία είχε τελικά η μέγιστη αθλητική του ικανότητα;»

«Τα πράγματα δεν είναι άσπρο- μαύρο. Ο ίδιος ο Επειός παραδέχεται ότι δεν είναι άνθρωπος του πολέμου. Το θάρρος που χρειάζεται για να πλήξεις κάποιον με μπουνιές δεν συγκρίνεται με την αποφασιστικότητα να μπήξεις το δόρυ στην κοιλιά του εχθρού και μετά να το γυρίσεις και μία στροφή, ώστε να χυθούν τα έντερά του στο έδαφος. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι, που διακρίνονται και στον αθλητισμό και στον πόλεμο, όπως ο βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας, ο πιο Έλληνας από τους Έλληνες, που κέρδισε πολλά κύπελλα σε διαγωνισμούς, ενώ ο ίδιος ο τερατώδης Αίας ο Τελαμώνιος συνήθως αρκούνταν στο βραβείο της παρηγοριάς, ένα μοσχάρι ή μία προβατίνα. Στο αγώνισμα του δρόμου βοήθησε τον Οδυσσέα και η προστάτιδά του Αθηνά, διότι επηρέασε τον χαζό γίγαντα και τον έκανε να γλιστρήσει, κι έτσι ο Ιθακήσιος πέρασε πρώτος τη γραμμή του τερματισμού. Αλλά και στην πάλη μπόρεσε ο Οδυσσέας να νικήσει τον Αίαντα με την κλωτσιά που τού έδωσε στο κούφωμα του γόνατου, ώστε τον ανάγκασε να πέσει μπρούμυτα κι έπειτα κατέκυψε επ’ αυτού, ώστε ο γίγαντας δεν μπορούσε πια να γυρίσει προς τα πάνω το πρόσωπό του».

«Και λοιπόν; Αυτό τον έκανε καλύτερο άνθρωπο;»

«Και βέβαια», άστραψε και βρόντηξε η Ηώ. «Τι θα γινόταν ο κόσμος, αν δεν υπήρχε ο αγώνας, η τέχνη της μάχης, της αγχέμαχης αντιπαράθεσης πρόσωπο με πρόσωπο, που ακριβώς κατατάσσει τους ανθρώπους και τούς συνδέει με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, αφού ακόμη και δύο πέτρες διαφέρουν μεταξύ τους σ’ αυτή τη γη; Πώς θα ηδύνατο ο κάθε θνητός να αναγνωρίσει τι είναι η μέγιστη αξία, αν ο διαγωνισμός και η μονομαχία δεν έδειχναν σε όλο τον κόσμο ποιος είναι άριστος και ποιος μέτριος; Αυτό δεν ενέχει κάποια μομφή κατά του μέτριου, απλώς τον υπάγει στον πιο κατάλληλο και πεφωτισμένο ηγέτη, που με τη σειρά του είναι τέτοιος μόνο αν υπάγεται σε έλλογους περιορισμούς».         

Τότε ο Δαίδαλος πήρε το λόγο και είπε κάτι βαθυστόχαστο.

«Όπως το βλέπω εγώ η σχέση του αθλητισμού με τον τεχνολογικό πολιτισμό και την οικονομία είναι η εξής: Ο τεχνολογικός πολιτισμός διευρύνει καταρχάς τις δυνατότητες του ανθρώπου. Λόγω όμως του ότι προοδευτικά εντάσσει στο σώμα τα αρχήθεν εξωτερικά εργαλεία, προκαλείται η συνέπεια να μπορεί ο καθένας μας να έχει ενσωματωμένο τηλεσκόπιο ή φτερά για να πετάει, από αυτά που μαστορεύει στην καθισιά του ο γιος μου Ίκαρος, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο μετά από συνεχείς προσθήκες, βελτιώσεις κάθε είδους και γενετικές τροποποιήσεις  να μάς μετατρέψει σε ένα άλλο είδος, αν δεν φροντίσουμε να παραμείνουν όλα αυτά στην υπηρεσία του ανθρώπου. Πολλές φορές οι άπειρες δυνατότητες μάς προκαλούν σύγχυση, αμφιβολίες για το ποιοι είμαστε. Όταν βλέπουμε λοιπόν τον Οδυσσέα να περνάει το βέλος του μέσα από συνεχόμενες τρύπες στις λαβές τσεκουριών ή τον καημένο τον Εύρυτο από την Οιχαλία, τον πατέρα της Ιόλης, να καλεί σε μονομαχία τοξοβολίας τον ίδιο τον Απόλλωνα, επαληθεύοντας την τάση του ανθρώπου να συγκρούεται με μεγέθη μεγαλύτερα από αυτόν, ξέροντας ότι τελικά θα συντριβεί και θα υποστεί ξαφνικό θάνατο αντί να πεθάνει στο κρεβάτι του από τις ατέλειες της μεγάλης ηλικίας, όταν συμμεριζόμαστε τον γλυκό Ίφιτο, που, ενώ πήρε το μέρος του Ηρακλή και τον βοήθησε στο ζήτημα της Ιόλης, φονεύθηκε σε μία από τις κρίσεις μανίας του τελευταίου, τότε θυμόμαστε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος μέσα σ’ αυτό το χάος των οβίδειων μεταμορφώσεων. –

– Όπως στην τεχνολογία εμφανίζονται υπερβολές που μετατρέπουν τον άνθρωπο ασυναίσθητα σε κάτι άλλο, το ίδιο ισχύει και στην οικονομία. Η εφεύρεση των μηδενικών και των ασύμμετρων αριθμών διατάραξε την αρμονία της ανταλλαγής και του υγιούς εμπορίου. Ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται ποσά μη ανθρώπινα που υπερβαίνουν το μέτρο των μυρίων, διότι κάθε ποσό πάνω από το Μ οδηγεί σε στρέβλωση των μεγεθών και σε κατασκευή ανυπάρκτων στη φύση αριθμών, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανθρώπου, έστω  κι αν προφανώς υπάρχουν τέτοιοι αριθμοί στο μικρόκοσμο ή στο μεγάκοσμο. Η ανταλλακτική οικονομία συνδεόταν άμεσα με τους κανόνες των χρηστών και των συναλλακτικών ηθών, άρα ταυτιζόταν ως επιστήμη με την Ηθική, ήταν πραγματικά από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του να παράγει κάτι στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του να καταναλώσει κάτι.  Όπως κάποιοι μιλούν για την Πολιτική Οικονομία, να πούμε ότι ο Αριστοτέλης καθιέρωσε την Ηθική Οικονομία πάνω σε δύο αρχές. Στο ότι κανείς δεν πρέπει να είναι εκ του νόμου δούλος, αλλά να υπάγεται στην εξουσία άλλων σε σχέση εξηρτημένης εργασίας μόνο εθελοντικά και δεύτερον στο ότι μέσω φορολογικής πολιτικής ή δημοσιονομικού σχεδιασμού θα πρέπει να επιτυγχάνεται η κατά το δυνατόν ισότητα και εξισορρόπηση της οικονομικής δύναμης των πολιτών. Λέγει δηλαδή ο Αριστοτέλης στο Α των Πολιτικών:

     α) Το ποιος άρχει και το ποιος υπακούει, ώστε όλα να διευθετηθούν όπως πρέπει, καθορίζεται από τον φυσικό χαρακτήρα (ως συνισταμένη άπειρων παραγόντων) -αυτός που δύναται να προβλέψει και να συλλάβει με τη διάνοια όσα συμβαίνουν είναι προορισμένος να άρχει και να δεσπόζει, ενώ εκείνος που μπορεί να καταφέρνει μηχανικά πράγματα με το σώμα προορίζεται να εργάζεται με εξηρτημένη εργασία– και αυτό συμφέρει και τον ασκούντα την αρμόδια εξουσία και τον εξουσιαζόμενο … διότι είναι φανερό ότι μερικοί είναι σε θέση να διαχειριστούν ευθύνες, ενώ άλλοι όχι. Τους τελευταίους συμφέρει και είναι δίκαιο να προσφέρουν την εργασία τους στους αρμόδιους… Διότι εξαρτημένος είναι κάποιος είτε εκ του νόμου είτε εκ του χαρακτήρα   – καθόσον μάλιστα και ο νόμος (δυστυχώς) ορίζει να είναι κάποιοι δούλοι, αναγνωρίζοντας το αξίωμα ότι στον πόλεμο τα λάφυρα, τα εδάφη και τους αιχμαλώτους κρατάει και διαφεντεύει ο νικητής, όπως λένε. Όμως πολλοί ρήτορες έχουν υποστηρίξει ότι αυτοί οι νόμοι είναι παράνομοι, διότι είναι απαράδεκτο και αδιανόητο ο βιασθείς και ο αδικηθείς να περιέρχεται στην εξουσία του βιαστή και του ισχυρότερου κατά δύναμη, που τόσα κακά τού προξένησεΓι’ αυτό και συμφέρει η φιλία του εξαρτημένου και του άρχοντα προς αλλήλους, όπως τούς έχουν ορίσει οι περιστάσεις και στο βαθμό που αμφότεροι έχουν αξιωθεί να είναι τέτοιοι σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους, ενώ αντιθέτως καθόλου δεν συμφέρει αν είναι έτσι καταταγμένοι σύμφωνα με έναν (άδικο) νόμο.[42]   Επίσης συνεχίζει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά:  

β) Είναι καλό και σοφό να είναι κατανεμημένες οι περιουσίες ορθά διότι γι’ αυτό το λόγο γίνονται όλες οι επαναστάσεις. Πρώτος το εισηγήθηκε αυτό ο Φαλέας ο Χαλκηδόνιος – διότι λέγει να είναι ίσα τα αποκτήματα των πολιτών – πράγμα που δεν είναι δύσκολο να γίνει στις πόλεις (αποικίες) που μόλις τώρα κατοικούνται, ενώ για τις ήδη κατοικημένες είναι πιο περίπλοκο, αλλά οι διαφορές μπορούν τάχιστα να εξομαλυνθούν, με το να δίνουν οι πλούσιοι μέρος από τα αγαθά τους χωρίς να λαμβάνουν, ενώ αντιθέτως οι πένητες θα πρέπει να λαμβάνουν χωρίς να δίνουν.[43] 

-Βέβαια από τότε δυστυχώς η οικονομία κατέστη δαιδαλώδης, (σ.σ. μη ξεχνάμε ότι μιλάει ο Δαίδαλος) με κανόνες κεφαλαιουχικούς και εξω- ανθρώπινους και η εξηρτημένη εργασία αμείβεται όλο και λιγότερο προς όφελος των πλουσίων. Γι’ αυτό κατά καιρούς χρειάζεται μία αυτο-διαγνωστική διαδικασία, ένα διάλειμμα ή παύση αυτοσυγκέντρωσης και αυτογνωσίας, μία επιστροφή στις ρίζες και στις παλιές αξίες, προκειμένου ο άνθρωπος να παραμείνει ελεύθερος να παρέχει ή να μη παρέχει την εργασία του ή να την παρέχει με το σωστό αντίτιμο και η οικονομία να παραμείνει οικονομία και να μη γίνει πληθωριστική χρηματιστική ή συσσωρευτική οβολοστατική, όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Αριστοτέλης».     

«Μισό λεπτό», είπε ο Τιθωνός παρεμβαίνοντας. «Με το θάρρος ενός ανθρώπου που δεν είναι πια άνθρωπος, αλλά έχει μεταβληθεί σε κάτι άλλο και προσπαθεί να συμβιβαστεί μ’ αυτό, απέναντι στην επιχειρηματολογία σας για την τακτική εμβάπτιση των ανθρώπων στις παλιές αξίες, επικαλούμαι το δικαίωμα της ύπαρξης και της επικράτησης του καινούριου, του εξελιγμένα διαφορετικού. Γνωρίζετε ότι ο Σιμωνίδης ο Κείος “την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν ώετο είναι”[44]. Η ποσότητα γίνεται πάντα ποιότητα και μάς εισάγει έτσι κάθε φορά σ’ ένα καινούριο είδος, που βλέπει για πρώτη φορά το φως της ημέρας. Λένε και πολύ σωστά ότι πριν από την δημιουργία ενός έργου τέχνης ο κόσμος δεν ήταν ίδιος με εκείνον που προέκυψε μετά.  Η ίδια η φιλοτέχνηση ενός πίνακα αλλάζει την πραγματικότητα και προσθέτει ένα νέο δρόμο προς τη βαθιά μας ανθρωπιά. Ο κόσμος μας μετά τα έργα του Παρράσιου του Εφέσιου και του Πολυγνώτου δεν είναι πια ο ίδιος. Π.χ. παίρνει άλλο νόημα η μίμηση όταν φθάνει την τελειότητα, τόσο ώστε να περιπέσει στην εξαπάτηση! Τα ζωγραφιστά σταφύλια του Ζεύξη αναφέρονται ανέκαθεν ως ο θρίαμβος της μίμησης της φύσης, αφού λέγεται ότι τα περιστέρια τα τσιμπολογούσαν. Όταν λέμε ότι ένας ζωγράφος είναι ο μέγιστος της εποχής του, ξεχνάμε πόσος χρόνος είχε περάσει και πώς ήταν ο κόσμος πριν αυτός αναγνωρισθεί. Για να φθάσει αυτή την αναγνώριση, ένας πρωτότυπος ζωγράφος ή καλλιτέχνης θα ενεργήσει σαν οφθαλμίατρος, διότι πρέπει να εκπαιδεύσει τα μάτια των θεατών σε νέα ερεθίσματα! Η θεραπεία μέσω ζωγραφιάς ή λογοτεχνίας πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευχάριστη, όπως δυσάρεστες είναι οι στεροειδείς σταγόνες στον επιπεφυκότα. Αλλά όταν τελειώσει η θεραπεία, μάς λέγει ο γιατρός: Και τώρα υπάγετε στην ευχή του Δία και της Ήρας – και ιδού βλέπουμε ότι ο ρυθμός του κόσμου μετεβλήθη εντός μας και η πραγματικότητα φαντάζει εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη, πιο πειστική, πιο λαγαρή, διότι ο κόσμος αλλάζει κάθε φορά που εμφανίζεται ένας πρωτότυπος καλλιτέχνης! Οι γυναίκες αλλάζουν ντύσιμο και παρουσιάζουν διαφορετική όψη απ’ ό,τι πριν, διότι είναι καινούριες ζωγραφιές και πινελιές, που προσθέτουν μία νέα διαφοροποίηση στον καμβά της οικουμένης. Μα ακόμη και το δάσος, όπου διενεργούμε τον καθημερινό μας περίπατο, ξαφνικά για κάποιο λόγο αλλάζει υφή και γίνεται κέντημα με πολλούς χρωματικούς τόνους, όπου εκ των υστέρων αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι έλειπαν προκειμένου το σύνολο των δένδρων να αποτελέσει δάσος. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο εκάστοτε κόσμος, στον οποίο κινούμαστε, είναι προσωρινός και ετοιμόρροπος, σαθρός,  ξεχαρβαλωμένος και σαραβαλιασμένος και προώρισται να αντέξει λίγο, μέχρι την επόμενη κοσμική καταστροφή, που θα σημαίνει ότι κάποιος καινούριος ζωγράφος θα αναλάβει τα ηνία για να μάς δώσει μία νέα πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν παράγονται διαρκώς καινούριοι κόσμοι που διαδέχονται τους προηγούμενους και η φύση του υποκειμένου με τη σειρά της μεταβάλλεται».

Τη στιγμή εκείνη άναψαν πάλι οι κινητήρες του Δεινοπτέρυγου και το μέγα μαύρο διαστημόπλοιο από άνθρακα και ατσάλι προέβη σε μία ακόμη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του σαν να ήθελε ίσως να δροσιστεί, να ενυδατώσει το αφυδατωμένο του κέλυφος. Η άμβλυνση της αδράνειας πλέον δεν ήταν αρκετή, διότι η σχετική ενέργεια είχε διοχετευθεί αλλού και οι επιβάτες άρπαζαν τις χειρολαβές για να μη παρασυρθούν σε εκτροπές διαδρομών του αέρα, καθώς το σκάφος περιδινιζόταν πέρα- δώθε σαν ακροβάτης. Το εκτυφλωτικό φως του Νότιου Πόλου του ήλιου έλουζε τους πάντες και πάντες προσπαθούσαν να προσαρμόσουν κατάλληλα στο ορατό φάσμα τους διυλιστικούς σάκκους, τους προστατευτικούς ηθμούς, τα πολωμένα στραγγιστήρια, ώστε να σώσουν τα μάτια τους από την θερμοπυρηνική χορωδία του διαστήματος.

Μετά ταύτα η Ηώ αποφάσισε να κλείσει τη συζήτηση με τον τρόπο που μόνο αυτή ήξερε.

«Μάλιστα, γλυκέ Τιθωνέ, ονειρεύεσαι πολλούς εναλλακτικούς κόσμους, τους οποίους εναποθέτεις στην έμπνευση κάποιων εξωτικών καλλιτεχνών, ίσως μικρών θεών, περιμένεις την ίδρυση Συμπάντων, μόλις οι παγκόσμιες ιδιοφυίες συμφωνήσουν και συγκεντρωθούν σε κάτι τέτοιο. Αλλά αν είν’ έτσι, οφείλω να σού πω ότι δεν έχω καμία ιδιαίτερη διάθεση να γνωρίσω τους δημιουργούς της συγκεκριμένης παρούσας πραγματικότητας, διότι εδώ έχει βάλει το χέρι του ο διάβολος. Κι ενάντια στο διάβολο ως αντίθετο του συμβόλου οφείλουν οι τιτάνες να αγωνίζονται. Κι αν είναι να ‘ρθει ένας γενναίος καινούριος κόσμος, αυτό ας γίνει επειδή είναι σύμφωνο με τη βούλησή μας, επειδή εμείς το θέλουμε κι όχι επειδή κάποιος ανεξιχνίαστος εξωτερικός παράγοντας το επέβαλε. Αν το πεπρωμένο ορίζει ότι η τεχνητή- βιοτεχνολογική νοημοσύνη θα μάς συντροφέψει στο μέλλον, πολλώ μάλλον ας διεκδικήσουμε ότι δεν θα υποταχθούμε στα μηχανικά της μέρη, αλλά ότι το σιδερένιο χέρι θα είναι το δικό μας και αυτό θα ρυθμίσει το δικό της ελαφρύ και μαλακό λογισμικό προς μία κατεύθυνση, όπου αν κάτι το καινούριο δημιουργηθεί θα είναι μέσα από συναίνεση, συγκατάθεση και έγκριση, διότι αυτό επιτάσσει η παράδοση του διαλέγεσθαι.»                           

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο.

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΦΘΑΝΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ

«Μετά την περιήγηση στο μέλλον της ανθρωπότητας, όπου είναι πολύ αβέβαιο αν ο πανούργος πίθηκος θα δυνηθεί τελικά να επιβιώσει», είπε ο Ίκαρος, «ίσως ενδείκνυται να … προσγειωθούμε και πάλι στην παρούσα μας κατάσταση. Εμείς, αυτή τη στιγμή έχουμε ξεκινήσει για μία αποστολή περισσότερο εκδίκησης παρά δικαιοσύνης, γιατί κάποιος επιτέλους πρέπει να δώσει ένα μάθημα σ’ αυτούς τους πρωταθλητές της μοχθηρίας θεούς, που δεν νοιάζονται για τίποτε, ότι δεν μπορούν να παίζουν με τις ζωές των ανθρώπων και να κάνουν ατιμώρητοι αυτό που έκαναν στον Τιθωνό. Μάς συνδέει η συχνά παραγνωρισμένη αξία της φιλίας, όπως μάς την έχουν παραδώσει ο Δάμων κι ο Φιντίας, όπου ο ένας, που είχε μείνει για εγγύηση στη φύλαξη του τυράννου, ώστε ο άλλος να λάβει άδεια να δει την οικογένειά του πριν δικαστεί για κάποιο έγκλημα,  ήταν σίγουρος πως ο φίλος του θα επέστρεφε, όπως κι έγινε. Σε άλλες εποχές όλοι θα μάς κορόιδευαν και θα έλεγαν “πού πάτε ρε ανόητοι μέσα στο στόμα του λύκου; Θα αντιμετωπίσετε Λαιστρηγόνες και Κύκλωπες χωρίς ηθικές αναστολές, θα κεντρίσετε απερίσκεπτα τρανούς ηγεμόνες και ισχυρούς ταγούς, που το απολύτως επικαιροποιημένο πυρηνικό δόγμα τους λέει ότι αν κάποιος τολμά να αντιστέκεται σε όσα εδάφη οι ίδιοι κυριαρχικά ανακηρύσσουν ότι είναι δικά τους και αποτελούν μέρος του βασιλείου τους, της Συμπαντίδος εξ Άδου, ή γενικά αν κάποιος μπαίνει στο ρουθούνι τους, και πάλι έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά. Διότι και πυρηνικός πόλεμος να γίνει, δεν βαριέσαι. Οι μεγάλοι ηγέτες θα είναι πάντα κρυμμένοι στα πολυτελή τους καταφύγια με μπόλικο πολτό ζυμωμένου κριθαριού, τονωτικές ουσίες και καλλίγραμμες υπάρξεις. Και είναι αλήθεια αυτό, μήπως θα έπρεπε να το ξανασκεφτούμε; Λίγο αργά βέβαια θα ερχόταν αυτή η νηφάλια αφύπνιση και εχέφρονη ανάνηψη, αφού ήδη βρισκόμαστε στο μέσον της διαδρομής για τον Άρη. Παρά ταύτα όμως, ίσως δεν βλάπτει να βρούμε κάποιους συμμάχους. Λέω λοιπόν να παιδέψω λίγο αυτό το συνονθύλευμα παλιοσίδερων, που έχουμε για ασύρματο, μήπως μπορέσω να επικοινωνήσω με το Σείριο, να δούμε τι έχει να πει και ο Προμηθέας για όλα αυτά, δεν μπορούμε, ρε παιδιά, να αγνοήσουμε τον Προμηθέα, όταν δρομολογούμε ένα εγχείρημα εις βάρος των θεών».  

Συμφώνησαν όλοι και για πολλή ώρα ο Ίκαρος ψηλαφούσε ή κατά μία χυδαία βαρβαρική λέξη «μπαλαμούτιαζε» τον ασύρματο μέχρι που τελικά ακούστηκε η φωνή κάποιων, που διαβίβασαν – βυσμάτωσαν το τηλεφώνημα προς κάποιους άλλους που κι αυτοί μετά από μία αιωνιότητα – αλλά ο χρόνος ήταν μία πολυτέλεια που είχαν οι αστροναύτες μας- μεσολάβησαν είτε πρόθυμα είτε απρόθυμα, είτε επιπόλαια είτε περιεσκεμμένα ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία, ώστε να έλθει τελικά στο μικρόφωνο ο ίδιος ο Προμηθέας, ο Προμηθέας, ο παμμέγιστος τιτάνας, ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος για τους θεούς και η μόνη ελπίδα των ανθρώπων. Κατά τη διαδικασία αυτή τα μέλη της αποστολής «Δεινοπτέρυγος» κινητοποίησαν ό,τι γνωριμία είχαν και δεν είχαν.   

«Δεν μού λέτε, πάτε καλά;», είπε ο πυρφόρος Προμηθεύς. «Γιατί επικοινωνείτε σ’ αυτή τη συχνότητα; Λόγω της απερισκεψίας σας, μ’ αναγκάζετε να απορρίψω, να πετάξω στον Καιάδα ή άλλως να κατακρημνίσω στο βάραθρο έναν από τους ελάχιστους δίαυλους επικοινωνίας, που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί από τους θεούς. Ίκαρε, με ενημερώνουν ότι έχετε ξεκινήσει μία θνησιγενή και άκρως ανθυγιεινή (για σάς) αποστολή απόλυτης βλακείας και βέβαιης αυτοκτονίας για να διεισδύσετε στον Όλυμπο. Είστε απαράδεκτοι! Έχω διαμηνύσει σε όλη τη γνωστή οικουμένη ότι δεν θέλω μη εξουσιοδοτημένες ενέργειες εναντίον αυτών των πλασμάτων! Οι τιτάνες θα μπουν στον πόλεμο όταν πρέπει, όταν είναι έτοιμοι, κι όχι παρασυρόμενοι από αποκοτιές μεμονωμένων και ασυνεννόητων διεθνών παικτών.»  

«Με όλο το σεβασμό σεβαστέ Προμηθεύ, πότε θα μπει επιτέλους η Τιτανία στον πόλεμο; Πότε θα ευαρεστηθούν οι Ατλάντες και οι λοιποί υπερήρωες να μάς βοηθήσουν; O πληθυσμός των ανθρώπων στενάζει κάτω από την ενδρομίδα και τα λοιπά (παλαιά) υποδήματα των Ολύμπιων. Έτσι και αλλιώς εμείς και αν συλληφθούμε, θα αναλάβουμε την αποκλειστική ευθύνη των πράξεών μας, αφού είναι προφανές ότι ενεργήσαμε μόνοι μας. Και πού ξέρεις- επειδή ακριβώς είμαστε ένα τσούρμο ανάπηρων, Α.Μ.Ε.Α. και ταλαίπωρων σύμφωνα με τη δική μας οπτική και ένας εσμός τυχαρπάστων αλητών σύμφωνα με την λογική των εξουσιαστών, ίσως κάτι καταφέρουμε, ακριβώς επειδή κανείς δεν μάς υπολογίζει.»    

«Πολλά λες, Ίκαρε, και θα εντοπίσουν το σήμα μας».

«Και να το εντοπίσουν, τι έγινε, ώ Ιαπετίδη και Κλυμενίδη, ώ εσύ που είσαι ο αληθινός “μητίετα” και όχι ο Δίας, ώ συ αιολομήτι», όλοι ξέρουν ότι οι τιτάνες κρύβονται στο Σείριο, όσο για μάς, το πολύ να βάλουν τα γέλια και να αρχειοθετήσουν την κινηματογράφησή μας στο ράφι με τις κωμωδίες».

«Ίκαρε, είστε αδιόρθωτοι γελωτοποιοί και χωρατατζήδες. Απορώ πως είναι μαζί σας και  η Ηώ που την έχω σε μία εκτίμηση. Κλείνω τώρα και σε λίγες μέρες θα φθάσει στο σκάφος σας μη ανιχνεύσιμο μήνυμα χαμηλής συχνότητας, που θα μπορέστε να αξιοποιήσετε».

Τι έλεγε το μη ανιχνεύσιμο σήμα του Προμηθέα, που έφτασε μερικές μέρες μετά;  Είχε παρεισφρήσει και διεισδύσει στο παλάτι των Ολύμπιων ένας ανεξάρτητος πράκτορας, προκειμένου να παρακολουθεί τη δραστηριότητα των θεών και να ενημερώνει αναλόγως τους ενδιαφερόμενους πλειοδότες. Η συγκεκριμένη -διότι ήταν γυναίκα, αν γυναίκα μπορεί να ονομασθεί αυτό το πλάσμα που θα περιγράψουμε κατωτέρω- είχε δουλέψει σε πολλούς αμφιλεγόμενους εργοδότες και είχε δημιουργήσει φήμη πολύ αξιόπιστου μπράβου ή μάλλον «μπράβας» της νύχτας. Ήταν η Δαιμογόργων, μία γυναίκα φρικτή, φρικώδης και φρικαλέα, αν πιάσατε το υπονοούμενο, που είχε γεννηθεί κάτω από το γη, έζησε τα νιάτα της σε υπονόμους κυνηγώντας τους κροκοδείλους, που σύμφωνα με τον αστικό μύθο ζουν εκεί, και το όνομά της ήταν τόσο αποτρόπαιο, που είχε οριστεί ότι είναι εμποδισμένο στους θνητούς καν να το προφέρουν. Η Δαιμογόργων σκότωνε τα θύματά της με σβώλους καιόμενου βορβόρου, οι οποίοι έριχναν ρίζες στα αγγεία και στα σωθικά του δεχόμενου την επίθεση και τον καταβρόχθιζαν- κατασπάραζαν  από μέσα, αλλά και με τους θανατηφόρους δηλητηριώδεις κοπτήρες της, που εισχωρούσαν στο δέρμα των θυμάτων της.

Αυτή λοιπόν είχε βρει στο ελεύθερο (λαθρ-) εμπόριο μία μαγική στολή, που λεγόταν χαμαιλεοντικός χιτώνας ή κυνέη και έκανε κάποιον αόρατο. Αυτή ήταν μία παράνομη μεν, λόγω της θεσμοθετημένης προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της οικογενειακής εστίας και της ιδιωτικής ζωής, αλλά συνάμα πολύ διαδεδομένη τεχνολογική ευχέρεια, που παρά τη ρητή απαγόρευση πολλοί χρησιμοποιούσαν για τους άνομους σκοπούς τους, σύμφωνα με το αξίωμα ότι αν ένα τεχνολογικό επίτευγμα δει το φως της ημέρας, κανείς πια δεν μπορεί να το εξαφανίσει αναδρομικά ως μη γενόμενο. Ο χαμαιλεο- χιτώνας ή κυνέη ήταν ένα από τα πολλά εξοβελισμένα αντικείμενα, θεωρούμενα ως κακόφημα, κακόδοξα, δύσφημα, ανίερα και δαιμονικά, όπως ήταν π.χ. το κράνος του Άδη, υποσχόμενο άμεση εξαφάνιση και επανεμφάνιση σε ασφαλέστερο τόπο, πολύ επικίνδυνο και κατά παραβίαση όλων των κρατικών πρωτοκόλλων διακτίνισης, που κυκλοφορούσαν αλίμονο ευρέως στο βαθύ διαδίκτυο και στα γαλαξιακά άντρα των εγκληματικών οργανώσεων δυστυχώς χωρίς κανένα περιορισμό.

Η κυνέη είχε ένα ευρύ γιακά, ποιος ξέρει γιατί, και ήταν πάρα πολύ θερμή σαν δέρμα σαύρας. Δεύτερον, από πολύ αξιόπιστη πηγή γνωρίζουμε ότι οι νανίτες και οι νανομηχανισμοί, μέσω των οποίων καθίστατο δυνατό να δει κανείς μέσα από τη διαφανή στολή δεν είχαν την αναγκαία υψηλή ευκρίνεια με αποτέλεσμα όποιος τη χρησιμοποιούσε να νιώθει ανυπόφορο πονοκέφαλο. Μα αυτοί οι αχαΐρευτοι τιτάνες τίποτε πια δεν ήξεραν να φτιάξουν, ούτε καν ένα μανδύα αόρατης προκάλυψης; Ένα άλλο πρόβλημα, που αντιμετώπιζε η Δαιμογόργων ή όποιος άλλος γλιστρούσε μέσα σ’ αυτόν τον  μανδύα, που επέτρεπε στο χρήστη να συγχωνεύεται με τον ενδότατο μυχό του περιβάλλοντος, είναι ότι συνήθως χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ενεργοποιήσει και το κράνος του Άδη, προκειμένου να εξαφανιστεί, όταν τα πράγματα έσφιγγαν. Συνεπώς θα έπρεπε να χωράει κι αυτό στη στολή και να περιβάλλεται από αυτήν. Γι’ αυτό οι θαυμαστοί τεχνίτες και ράφτες της τιτανικής εποχής εφεύραν για πρώτη φορά την κορυφώδη καλύπτρα ή κουκούλα, που ακόμη και σήμερα βρίσκει πολλές χρήσεις στην κοινωνία. Στην τελική έκδοση του χαμαιλεο- χιτώνα η κουκούλα ήταν προσαρμοσμένη στο ευρύ περιτραχήλιο-περιαυχένιο- περιλαίμιο, το οποίο έτσι για πρώτη φορά απέκτησε εξήγηση, νόημα και λόγο ύπαρξης με αποτέλεσμα η παράγραφος αυτή να διαγράψει ένα πλήρη κύκλο σε σχέση με την αρχή της και να δώσει απάντηση στην αρχική της απορία.     

Το απεχθές, επαχθές και κακομούτσουνο λοιπόν αυτό ον, έχοντας εισχωρήσει κρυφά στον Όλυμπο και παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις συνεδριάσεις των θεών, είχε την ευχέρεια μέσα από τον αόρατο μανδύα του να μεταδίδει έγκυρες πληροφορίες προς πάντα ενδιαφερόμενο για το πού έμελλε μελλοντικά να οργανώσουν πραξικοπήματα ή βομβαρδισμούς οι θεοί ή και για άλλα αρρωστημένα, απρόβλεπτα και μη κατατάξιμα σχέδιά τους. Μέσα από ένα κλειστό κύκλωμα, που ελάχιστοι προνομιούχοι γνώριζαν, εν δυνάμει αγοραστές πληροφοριών επικοινωνούσαν με τη Δαιμογόργονα ενεργώντας παράλληλο έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό και λάβαιναν πολύτιμες συμβουλές και ειδήσεις, προβλέψεις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες για τη δουλειά τους, σαν να διηύθυνε η τερατώδης κακάσχημη γυνή ένα είδος χρηματιστηρίου.    

Η Δαιμογόργων είχε μία βροντώδη φωνή σαν εκρηκτικό κεραυνό ή καταπέλτη, που υπό κανονικές συνθήκες θα φανέρωνε αμέσως την παρουσία της, αλλά, αν κατόρθωνε να πετύχει μία εκφορά ανάλογη με τσίριγμα υπό τα δικά της δεδομένα, μπορούσε να μετατρέπει τα λόγια της σε υπερηχητικά κύματα, που δεν ακούγονταν μεν από τους παρισταμένους στον ίδιο χώρο με αυτήν, αλλά έσκαγαν σαν παλιρροϊκά κύματα στο αυτί του συνομιλητή στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής. Μια και στην υπερσύγχρονη εποχή της ελληνικής μυθολογίας η μόνο φωνητική επικοινωνία χωρίς εικόνα θεωρούνταν υποτιμητική, ένα άλλο πρόβλημα ήταν η όψη της Δαιμογόργονος, απωθητική και εμετική στους εκ του μακρόθεν συνδιαλεγόμενους με αυτήν. Όλο το κορμί της ήταν παχύ και ξεχειλωμένο με τις ρώγες του στήθους να κατεβαίνουν μέχρι κάτω από τον ομφαλό, ενώ η έδρα ήταν τόσο ψηλά ώστε φαινόταν παρά φύση η σχισμή του πρωκτού να ανεβαίνει στην πλάτη. Γενικά το σώμα της ήταν ακαθόριστο και ελαφρώς τρεμάμενο σαν αυτό μίας πλαδαρής μέδουσας και προκαλούσε κύματα ακατάσχετης αναγούλας σε όποιον την αντίκριζε. Η πανάθλια όψη και εικόνα της σωματοποιούνταν κατά κάποιο τρόπο, διότι ο παρατηρητής αισθανόταν αυτόματα σαν να τού ερεθίζει ή να τού γαργαλάει κάποιος τη σταφυλή του φάρυγγα για να προκαλέσει εμετό.

Μόλις λοιπόν ο Ίκαρος ήλθε σε οπτική επαφή με τη Δαιμογόργονα ξέρασε στα γρήγορα για πρώτη φορά. Βλαστήμησε από μέσα του, γιατί σκέφτηκε ότι τόσες φορές είχε γλιτώσει τον εμετό λόγω των περιστροφών του πλοίου και των αυξομειώσεων της βαρύτητας την εσχάτη στιγμή, μόνο και μόνο για να αδειάσει τελικά τα σωθικά του σε μία ανύποπτη περίσταση, γιατί – αλίμονο- είχαν τόσα πολλά σοβαρά θέματα, ώστε δεν είχαν την πολυτέλεια να αναλώσουν φαιά ουσία και για τις επιπτώσεις της οπτικής επαφής με τη Δαιμογόργονα. Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, έφτασε σ’ αυτιά του και ο υπερηχητικός ήχος από τη φωνή του τέρατος ως διατρητική βόμβα που διατρυπά υπόγειο καταφύγιο.

  «Ποιος είναι στη γραμμή; Μόνο ελάχιστοι ξέρουν αυτό το κλειστό κύκλωμα και όσοι το ξέρουν θα είχαν ήδη κάνει την πρώτη κατάθεση στον τραπεζικό μου λογαριασμό».

Ο Ίκαρος δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει, αφού είχε εξουδετερωθεί από την αρχή και τη θέση του πήρε ο Τιθωνός, που ήταν έτοιμος για όλα. Έτσι κι αλλιώς αυτουνού τα σωθικά ήσαν τόσο ανακατεμένα, ώστε αιφνιδιασμένα από τον ίδιο τους τον εαυτό δεν γνώριζαν πώς να αντιδράσουν καν στις εσωτερικές εντερικές αλλαγές, πόσο μάλλον στις εξωτερικές εμετικές επιδράσεις της Δαιμογόργονος.

Οπτικά τουλάχιστον μέσα από το κύκλωμα ο Τιθωνός βρέθηκε στη μεγάλη αίθουσα των θεών, όπου όπως λέγει και η λέξη «αίθουσα» έκαιγε φωτιά στην εστία. Στη μέση σε ένα θρόνο επενδυμένο με ολοσηρικό ύφασμα ο Ζευς αυξομείωνε κατά βούληση το μέγεθός του προκειμένου να τονίσει δεόντως μία φράση του ή να αποσπάσει προσοχή από τους αφηρημένους και σεβασμό από τους περιστασιακούς αμφισβητίες. Όλοι οι θεοί είναι παρόντες εδώ σε αυτή την άτυπη – ή μήπως τυπική- ολομέλεια, σ’ αυτό το μείζον συνέδριο κάτω από το θόλο της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων. Οι περισσότεροι θεοί απ’ αυτό το πλήθος είναι άγνωστοι στον Τιθωνό, παρότι είχε από μικρός την παιγνιώδη συνήθεια να μαζεύει χαρτάκια με απεικονίσεις ποδοσφαιριστών – έ συγγνώμη- θεών και είχε μεγάλη συλλογή έχοντας σχεδόν συμπληρώσει το λεύκωμά του. Διότι εδώ παρευρίσκονταν όχι μόνο οι δώδεκα γνωστοί πρωτοκλασάτοι άσοι, αλλά χιλιάδες φερέλπιδες νέοι και σιτεμένοι, που ζητούσαν μία ευκαιρία να αναδειχθούν, να παίξουν στα μεγάλα πρωταθλήματα και να διακριθούν στις κορυφαίες μάχες, βρίσκοντας το δρόμο να περιληφθούν στη στελέχωση της βασικής Ολύμπιας ομάδας.   

Η ψηλή σαν πύργος Δαιμογόργων μαζί με την αόριστη μάζα της ήταν ορατή μέσα από την αποπνιχτική οσμωτική στολή της, τη βιομιμητική δερματοθερμική μεμβράνη της, καθώς έκκρινε οξύ αντί για ιδρώτα κι είχε κι ένα σπαθί που εξέπεμπε ενοχλητικές λάμψεις, μέχρι κι αυτό επιδείνωνε το φριχτό θέαμα της παρουσίας της, άθλιο ως προς το ιδείν και απίστευτο ως προς το λέγειν. 

«Δαιμογόργων, όπως καταλαβαίνεις, είμαστε φίλοι σου, αφού γνωρίζουμε τους κώδικες επικοινωνίας σου. Με βλέπεις;»

«Βλέπω έναν σακατεμένο, έναν ανάπηρο. Πόσο άσχημος είσαι», είπε με απέχθεια η Δαιμογόργων.

«Σ’ ευχαριστώ, είναι πολύ ευγενικό που μού το θυμίζεις. Έχουμε υψηλές συστάσεις και ερχόμαστε να ζητήσουμε τη βοήθειά σου.»

          «Σακάτη Θερσίτη της πλάκας, η Δαιμογόργων δεν βοηθάει ελεεινούς, οικτρούς και κακορίζικους θνητούς. Ούτε καν μικρούς θεούς, γιατί ούτε και αυτό συμφέρει οικονομικά. Αν τώρα έχεις ατυχήσει στη ζωή σου, σκασίλα μου, “τύχη δίδει πλείστα πολλοίς, ουδενί αρκετά”.[45]»

          Ο Δαίδαλος, ταραγμένος από τον ακατάσχετο εμετό του γιου του, έλεγε στον Τιθωνό.

          «Τι διάολο κάνουμε εδώ πέρα, απορώ τι επιδιώκουμε και τι θέλουμε να πετύχουμε. Τιθωνέ, το να μιλάς μ’ αυτό το πράγμα είναι σαν να μιλάς με τον ίδιο σου τον κόλο. Καλύτερα να στρέψεις το κεφάλι σου προς τα πίσω, ακανόνιστα και με γωνία αδύνατη, και να διαπραγματευθείς ελεύθερα με συνομιλητή τον πορδοκλανικό πρωκτό, που τόσο συγκινητικά προσπαθεί να αρθρώσει λόγο μέσω ρυθμικής απελευθέρωσης αερίων. Περισσότερα θα αποκομίσεις και καλύτερες συμφωνίες θα κάνεις». 

          «Λοιπόν σε ακούω», συνέχισε βροντερά η Δαιμογόργων, «αλλά πώς ξέρω ότι δεν είσαι πράκτορας των θεών;»

 «Αν ήμουν πράκτορας των θεών, θα είχες ήδη συλληφθεί, ανόητη φάλαινα».

«Σε παρακαλώ, όποιος κι αν είσαι, να μην προσβάλεις το φυσικό μου παρουσιαστικό, διότι αυτό είναι πρωτίστως αγενές. Δεν έχεις τρόπους απέναντι σε μία κυρία;  Σε λίγο θα με ρωτήσεις και για την ηλικία μου, βλάκα. Χρειάζεται κάτι περισσότερο για να πεισθώ ότι δεν είστε καταδότες του Δία, αφού ενδεχομένως να με αφήνετε ελεύθερη προσωρινά για να αποκτήσετε πρόσβαση στους συνεργάτες μου.»

«Πώς μπορώ να σε πείσω», σκέφτηκε ο Τιθωνός. «Ας εξετάσουμε λίγο την επιστημολογία μας. Θεωρείς ότι ο Δίας, ο γιος του Κρόνου και της Ρέας, που μάζεψε γύρω του όλο αυτό το συρφετό των φιλόδοξων ολιγαρχών, είναι Θεός; Θεωρείς ότι είναι ο Θεός της Δημιουργίας, αυτού του κόσμου ή αυτού του Σύμπαντος, αν πολλοί κόσμοι συγκροτούν ένα Σύμπαν, ή και όλων των Συμπάντων, αν υπάρχουν πολλά Σύμπαντα;»

 «Θεός, ας γελάσω. Αν βγαίνει από το “θέω”, που σημαίνει “τρέχω”, δεν δηλώνει τίποτε περισσότερο από τον τροφοσυλλέκτη κυνηγό, που καταδίωκε επί μέρες με επιμονή τα ταχύτερα θηράματά του για να δυνηθεί εντέλει να τα παγιδεύσει. Απλά έχει υποδουλώσει όποιον είναι υποδεέστερος από αυτόν στην ιεραρχία της δύναμης. Είναι ένας άπληστος, ακόρεστος, λαίμαργος, διψαλέος και πλεονέκτης πόρνης γιος, παρότι δεν έχω κανένα λόγο να προσβάλω τη Ρέα, που μαζωμένη κάπου και κάποτε κάτω από μία σκιά ίσως ακούει τα λεγόμενά μου. Είναι ένας δειλός κακοποιητής γυναικών, ένας αισχρός τύραννος».

«Και τότε ποιος είναι ο αληθινός Θεός:» 

«Ανάπηρε, θα ‘πρεπε να διακόψω την επικοινωνία μας εδώ και τώρα, γιατί με ενοχλείς στην τρέχουσα κατασκοπική μου δραστηριότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, μού κίνησες την περιέργεια. Καιρό έχω να κάνω μία ενδιαφέρουσα συζήτηση με όλα αυτά τα καθάρματα που έχω μπλέξει. Μήπως είσαι μέλος αυτής της νέας μονοθεϊστικής θρησκείας, που προσθέτει στο γνωστό πάνθεον έναν ακόμη θεό, πλην όμως συμπεριληπτικό όλων των άλλων; Αχ, αν μπορούσε η άβυσσος να συλλαβίσει τα μυστήρια της! Αλίμονο όμως τής λείπει η φωνή, οπότε ο βυθός και το βάθος παραμένουν χωρίς εικόνα και χωρίς έργο, το αρχέγονο μηδέν επιμένει να είναι βουβό. Γι’ αυτό κι εγώ προτιμώ να ενστερνιστώ την πίστη των τιτάνων για τη μοίρα, το πεπρωμένο, τον καιρό, την ευκαιρία, το τυχαίο, η σύμπτωση και την εξέλιξη. Διότι τα πάντα υπάγονται στα παραπάνω μεγέθη και από το πώς αντιδρά σε αυτά ο άνθρωπος, φαίνεται ποιος είναι, ποιο είναι το μέτρο και η αξία του, όπως μάς λέγει η αρχή της τραγωδίας».

«Ναι, Δαιμογόργων, αλλά ξέχασες να κατατάξεις την αιώνια αγάπη και την τελειότητα και την ηρεμία του ιδεώδους, το ιδανικό της ομορφιάς που επιβιώνει και…»

«Τιθωνέ, μην το παρακάνουμε», επενέβη ο Δαίδαλος. «Αυτό μάς έλειψε τώρα να κάνουμε διάλογο με το τέρας για το τι είναι αγάπη, τι είναι ομορφιά, τι είναι ιδεώδες και τι είναι η ηρεμία του ιδεώδους. Αφού διαπίστωσες ότι ενστερνίζεται τις αξίες των τιτάνων, να το εκμεταλλευτούμε αυτό προς όφελός μας».

Ο Τιθωνός ένευσε ότι έλαβε το μήνυμα.

«Ναι, ναι σωστά. Άκου Δαιμογόργων. Εμείς εκπροσωπούμε τους τιτάνες. Σιγά- σιγά βγαίνουμε από τις κρύπτες μας, τις σχισμές, τις διαρρωγές, τα ρήγματά μας, τις σπηλιές και τα βάραθρά μας, για να αντισταθούμε στους ψεύτικους ανήθικους θεούς. Σού ζητούμε να μάς βοηθήσεις και μάλιστα ακόμη και χωρίς αντάλλαγμα. Τόσα λεφτά έχεις, δέσποινα των τεράτων – σόρρυ των αθανάτων. Από ένα σημείο και πέρα τα μηδενικά του τραπεζικού σου λογαριασμού δεν σημαίνουν τίποτε και έχουν δίκιο οι τιτάνες που μετράνε μόνο μέχρι τη μυριάδα. Οτιδήποτε ανώτερο της μυριάδας είναι ύβρις».

Μεσολάβησε ευσπλαχνική σιωπή, κατά την οποία οι υπερηχητικές στριγκλιές της Δαιμογόργονος έβγαλαν το σκασμό. Ύστερα ο φακός στράφηκε μακριά από το αποκρουστικό παρουσιαστικό της και εστιάστηκε στις σκηνές, που εκτυλίσσονταν και διαδραματίζονταν στην αίθουσα.

Εδώ λοιπόν ο Τιθωνός και οι λοιποί επιβάτες του Δεινοπτέρυγου έγιναν μάρτυρες του πώς ένας θεός υπερτινάσσεται, εξίσταται του φρονείν, παραφρονεί, καθίσταται παρανοϊκός, κουζουλαίνεται και ξετρελαίνεται. Οι ελάσσονες και ήσσονες θεοί γύρω του τον καρφώνουν ταυρηδόν, αβγουλομάτηδες, γουρλομάτηδες, εξόφθαλμοι ηδονοβλεψίες. Τα αθάνατα σαγόνια τους κρέμονται από τις κλειδώσεις τους αξιοθρήνητα και τα θεϊκά στόματά τους χάσκουν και χάφτουν μύγες με τα σάλια να έχουν πάρει την άγουσα προς τα κάτω σαν καταρράκτες σε αργή κίνηση.          

Ο Ζευς κατευθύνει το σκοτεινό μοχθηρό βλέμμα του με απερίγραπτη υπομονή στον καθένα από τους παρισταμένους ρίχνοντας αναμμένα κάρβουνα στη ψυχή τους, εντοπίζοντας την αδυναμία του καθενός – αυτό το ξέρει καλά- που είναι ταυτόχρονα η δική του ισχύς.

«Μήπως έχετε καμιά απορία;», αστράφτει και βροντάει. «Θα τσακίσω όποιον επιβουλεύεται το θρόνο μου, αυτό δα έλειψε να φοβηθώ αυτά τα ανθρωπάρια, τους τιτάνες. Θα τούς πατήσω κάτω σαν μυρμήγκια, σαν σκουλήκια, θα τούς καταψύξω στις πολικές φυλακές μου και θα τούς θρυμματίσω το στέρνο με βαριοπούλα ή με απλή μοχθηρή γροθιά!  Όσοι ονειρεύονται ιερά, άγια των αγίων, βωμούς, θυσιαστήρια, άμβωνες, θρόνους και βήματα ρήτορα θα δρέψουν φυλακές, ειρκτές, δεσμωτήρια, παλιά και σκοτεινά μπουντρούμια και τεκέδες, άντρα τύψεων και παραισθήσεων, φρικώδη κοπροχώματα, άγρια και ξένα. Όπως θα πει στο  μέλλον κάποιος που θα έχει όνομα σαν μίλτο, δηλαδή σαν κόκκινη ώχρα, κοκκινωπό οξείδιο του μολύβδου ή αίμα μαγικών αντικειμένων μιλώντας για Εωσφόρο ή διάβολο, “θα στήσω την ιερή μου έδρα πάνω από την  Αχερουσία, πάνω από τα ίδια τα άστρα”». 

Η οργή του Δία ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Στράφηκε προς την Ήρα, που αντίθετα με την οιηματική και πληθωριστική μεγέθυνση του Δία είχε ζαρώσει και γίνει μικρή σαν κουνούπι από το φόβο και την ντροπή.

«Ανάθεμα την πανουργία σου, βοώπι Ήρα, δυστυχή και τρισάθλια ήρα, που σε προτίμησα από το στάρι, δηλαδή από άλλες σταρένιες υπάρξεις και σε έκανα γυναίκα μου. Μετήλθες και συνάμα ξεφτίλισες το πιο ιερό μέσον, τη ζεστή συζυγική αγκαλιά για να κάνεις τα δικά σου, με κοίμισες με δόλο για να βυσσοδομήσεις, για να ξετυλίξεις τις ανούσιες δολοπλοκίες σου, δόλια, δόλια, δόλια, αυτό είναι το μόνο επίθετο που σού ταιριάζει, διαστρεβλώτρια, συκοφάντισσα. Πώς τόλμησες να εναντιωθείς στο θέλημά μου, πώς διανοήθηκες να βάλεις τα δικά σου ευτελή, μικροπρεπή, ουτιδανά σχέδια πάνω από τον δικό μου στρατηγικό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό; Και για να πετύχεις τι; Να εκδικηθείς τον Ηρακλή, αυτή η εμμονή σε κυνηγάει χρόνια τώρα. Και τώρα εξαιτίας σου ο Ηρακλής κατέλαβε την Τροία και οι άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση σε απαγορευμένες γ’ αυτούς τεχνολογίες, ακόμη και σε κάδους αθανασίας, που ο Λαομέδων τούς είχε επτασφράγιστους. Χάσαμε μία από τις κύριες βάσεις μας στη Γη μαζί με αρκετές δεξαμενές ανάρρωσης και θεραπευτικές σαρκοφάγους, που η καθεμία κοστίζει τα μαλλιοκέφαλά μας».

«Μπορεί ο Ηρακλής να οργίστηκε, αλλά ακόμη δεν έχουμε χάσει την επιρροή μας σ’ αυτόν», τόλμησε να αρθρώσει η Ήρα. «Έχω μία αμφιλεγόμενη, αμφίσημη και επαμφοτερίζουσα σχέση μαζί του, που ρέπει πότε προς την έχθρα συνεπεία των βασανιστικών δοκιμασιών, στις οποίες τον υποβάλλω, και πότε στην απροϋπόθετη υποταγή του προς εμένα…»

«Σκασμοοός, δεν με ενδιαφέρουν τα σαδομαζοχιστικά σου παιχνίδια, όπου πότε σοδομίζεις – ξυλοφορτώνεις και πότε μαζεύεις ξυλιές. Εγώ έχω να κυβερνήσω ένα καινούριο κόσμο που αποκτήσαμε με το δίκαιο της κατάκτησης κι εσύ έχεις το θράσος να με αποπροσανατολίζεις μ’ αυτές τις ασημαντότητες, ξένου ερωμένη και ιδίου αμελής; Τι διάολο κάνετε με τον Ηρακλή, μήπως κοιμάστε και μαζί και δίνετε ο ένας στον άλλον καρπαζιές;»

Εκεί ο Ζευς ύψωσε στα πέντε μέτρα και συνέχισε:

«Έχω τη δύναμη να σε εξοντώσω με έναν κεραυνό, να λιώσω το χρυσάφι των ρούχων σου και το ατσάλι της πανοπλίας σου, να σε διασκορπίσω στα τέσσερα σημεία, έτσι ώστε τα κομμάτια σου να υψωθούν στην ατμόσφαιρα και ύστερα να ραίνουν το έδαφος σαν χαρτοπόλεμος και το παχύ σου κρέας να γίνει σιρίτια ή πολύχρωμες αιωρούμενες λωρίδες πανηγυριού, καμένα κουρέλια και ιπτάμενα παϊδάκια, καπνιστή θράκα και σκόνη. Δύναμαι ακόμη να θάψω στα Τάρταρα, να σε ξαποστείλω και να σε οστρακίσω πολύ βαθιά μέσα στον Άδη, να σε ρίξω στον πιο απόκρημνο βόθρο και υπόνομο και σε μαύρη- κατάμαυρη τρύπα λησμονιάς, εκεί που ο Κρόνος και ο Ιαπετός έχουν εκτίσει ποινές αδιανόητες σε έρημη κλίνη και σκληρή τάβλα βασάνων και πόνου, όπου καμία ακτίνα του Φαέθωνα δεν θα μπορεί να ζεστάνει την καρδιά σου!»

Η Ήρα κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια και η μόνη της ελπίδα ήταν η πιο γνωστή και αποτελεσματική μέθοδος, να κολακεύσει δηλαδή και να μαλάξει τον εγωισμό του Δία γλείφοντας τις πατούσες του και υπό προϋποθέσεις φθάνοντας ακόμη πιο ψηλά από αυτό. Δήλωσε λοιπόν με τρόπο οπτικό, υλικό και απόλυτο, παρουσία και σε επήκοον όλων την πλήρη υποταγή της στον βασιλιά των θεών. Εκεί πια ο Ζευς έπαθε παράκρουση μεγαλείου από αυτές, που δυστυχώς έχουν κακοχαρακτηρίσει διαχρονικά το ανδρικό φύλο, με αποτέλεσμα η έννοια «άνδρας» να μην συγκινεί πλέον τη νεολαία και να μην έχει καμία θέση στο θαυμαστό καινούριο κόσμο.

«Ναι, είμαι ο Ζευς, ο νεφεληγερέτης, ο υψιβρεμέτης, ο πατέρας των θεών, είμαι ένα πανίσχυρο ον που διέσχισα πολλές διαστάσεις για να ξεφύγω… έ για να βρω ένα κόσμο, που να τον ωφελήσω με την τεχνογνωσία μου, με τις αρετές και τις ικανότητές μου, με τη μαγνητική μου προσωπικότητα. Ήμουν ο αυτοκράτορας των μαύρων τρυπών και του χώρου των πιθανοτήτων πριν καν οι τιτάνες κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον τομέα των επιστημών, όπου βαυκαλίζονται ότι διακρίνονται».

Μετά από το δημόσιο εξευτελισμό και την πανηγυρική διαπόμπευση της Ήρας, που για πολλοστή φορά στον έγγαμο βίο της ήταν αναγκασμένη να καταπιεί τρομερές προσβολές, αποκυήματα του ανδρικού εγωισμού, θα έπρεπε να ευρεθούν και ορισμένα άλλα θέματα για να πληρωθεί η ημερήσια διάταξη του συμβουλίου των θεών.

    Προ του Δία εμφανίζεται ο Ήφαιστος, ο μέγας κερατάς της αρχαιότητας, αφού είχε τη φαεινή έμπνευση να παντρευτεί την Αφροδίτη, με αποτέλεσμα, αντί να τρώει βραστή προβατίνα μόνος του, να αναλίσκει αρνάκι γάλακτος με παρέα. Ο καημένος είχε δει ενώπιόν του τον άλκιμο ισχυρομελή Άρη να διακορεύει την διακεκορευμένη Αφροδίτη με κάθε τρόπο και σε όλες τις φάσεις, όπως ο Δημοσθένης ρητόρευε το ρερητορευμένον ρο. Κάποια φορά τούς είχε αιχμαλωτίσει με δίκτυ και διαμαρτυρήθηκε στους θεούς, οι οποίοι παραδόξως έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στα ίδια τα πειστήρια ή τεκμήρια ως αφορμή κοροϊδίας και γέλωτος παρά στο έγκλημα, που αυτά στοιχειοθετούσαν. Ο Ήφαιστος συναγωνιζόταν τον Τιθωνό σε σωματική ένδεια και ανεπάρκεια. Ήταν ένας γενειοφόρος, άσχημος νάνος – ούτε ένα ογδόντα, ημιφυής, υπόπαχυς, κοντόπαχυς, κοντοπίθαρος και μπασμένος στο πλύσιμο για ολυμπιακά κριτήρια- κυφός, κυρτός και υβός, καμπούρης. Ναι, ήταν ο Ήφαιστος, ο θεός της φωτιάς, ο ύψιστος βιοτέχνης, χειρώναξ,  χειροτέχνης και αρχιτεχνίτης των θεών.

Επειδή, όπως είπαμε, η εξωτερική του όψη στην καλύτερη περίπτωση δεν τον κολάκευε καθόλου, είχε μεγάλη έφεση να εφευρίσκει στολές και πανοπλίες, που χάριζαν στον κάτοχό τους την ισχύ, που ο ίδιος ως φυσική και σκηνική παρουσία στερούνταν. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όπου προσήλθε για ακρόαση μπροστά στο θρόνο του Δία, φορούσε ένα σύνολο, που τον μετέτρεπε ούτε λίγο ούτε πολύ σε ζωντανό σιδηρόδρομο, μάλιστα έκανε και «τσουφ-τσουφ» από μία ένστολη εξάτμιση και καπνοδόχη. Το ένδυμά του αποτελούνταν από προσαρμοσμένες σε άλληλες σιδερένιες σφαίρες, σιδερόφραχτα παπούτσια και χειρόκτια, που έσερναν αλυσίδες όμοιες με εκείνες των φαντασμάτων, όσων εγκαταβιώνουν σε μεσαιωνικούς πύργους και σκήτες μοναστηριών. Στη ράχη του έφερε μία ατμώδη σακκοπήρα – ασκοπήρα, που ανέδιδε συνεχή ρεψίματα, ενώ το αποκρουστικό του πρόσωπο περιβαλλόταν από διαφανές κράνος που παρά τη διάθλαση και την περίθλαση του ιριδίζοντος φωτός καθιστούσε τα χαρακτηριστικά του – αλίμονο- εναργή. Ο Ήφαιστος ξεκίνησε την εισήγησή του:

«Ζευ πάτερ, Γούπιτερ, κοίταξε τι ωραία πανοπλία – όχημα έφτιαξα. Μην ξεχνάς ότι τέτοιοι μυώδεις οιηματίες, φουσκωτοί μασίστες και αλαζόνες σωματοχτίστες, όπως είναι ο Ηρακλής, το μόνο που φοβούνται είναι η τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων. Κάθε ωστική γροθιά του υπερφυσικού αυτού μπεμπέ μπορεί να αποκρουσθεί εύκολα από τους σιδερόφραχτους θυρεούς μου, ενώ κάθε ριπή από το γιγαντιαίο ενσωματωμένο πυροβόλο μου μπορεί να τον κόψει φέτες κατάλληλες για ζωοτροφή. Όμως, ήθελα να σε παρακαλέσω, βλέποντας αυτά τα επιστημονικά επιτεύγματα που κάθε φορά θέτω ταπεινά στην υπηρεσία σου, να μού αναγνωρίσεις επιτέλους μία υψηλότερη θέση στην επετηρίδα και την ιεραρχία των θεών. Με έχεις αδικήσει πολύ και δεν είναι δυνατόν, επειδή είχα χαμηλή θέση στον αρχικό διαγωνισμό για την κατάληψη θεϊκών θέσεων τριάντα χρόνια πριν, να θέλεις να με βγάλεις πρόωρα στη σύνταξη, όταν έχω τόσα πολλά ακόμη να προσφέρω!»

«Ό,τι και να πεις, Ήφαιστε δεν κατέχεις τα απαιτούμενα προσόντα σε εξαιρετικό βαθμό, ώστε να μπορέσεις να διεκδικήσεις θέση παρακοιμώμενου συμβούλου στο πλευρό μου κι αυτό δεν αλλάζει με τη νιοστή σου κωμική εφεύρεση. Ένα αδυσώπητο μικρόβιο της φιλοδοξίας έχει εισχωρήσει βαθιά μέσα σου και κοντεύει να σε καταβροχθίσει από μέσα. Επιτέλους,  κατάλαβε ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή εκτός από τη σταδιοδρομία σου. Έχεις μία υπέροχη σύζυγο που διατηρεί τη νεότητα και τα θέλγητρά της με ανθοκυανίνες και κολλαγόνα και … κατά βάθος σε αγαπά, έχεις κι ένα σωρό παιδιά, μεταξύ των οποίων ο Αιθίοπας δείχνει ότι κι εσύ τσιλιμπούρδισες λίγο, οπότε, όποτε τα βάζεις με την Αφροδίτη, να θυμάσαι ότι ισχύει και για σένα το “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”, που λέει και η καινούρια θρησκεία». 

«Εγώ δεν… Ωραία αυτά που λες και γνωρίζω κι εγώ ότι η πραγματική ζωή βρίσκεται αλλού και όχι στην καριέρα, αλλά να δούμε πώς θα το πάρεις, όταν έρθει κι η δική σου ώρα να συνταξιοδοτηθείς, τα τρία χρονάκια από εξήντα πέντε σε εξήντα εφτά περνάνε γρήγορα και τότε θα σε δω, αν σ’ ενοχλεί η απόσυρση και η ναφθαλίνη». Ήταν φανερό ότι ο Ήφαιστος έβραζε και κόχλαζε, όπως μαρτυρούσε και το όνομά του στενάζοντας για την αδικία.

Ξαφνικά, στρέφεται προς την Δαιμογόργονα, τόσο σίγουρη για την αόρατη κατάστασή της, και την αποκαλύπτει, αρπάζοντάς την από το σβέρκο!      

«Εμένα θα βγάλεις παροπλισμένο και άχρηστο, σαλιάρη νεφεληγερέτα, που μέχρι και τη ικανότητά σου να συνεγείρεις τα σύννεφα την οφείλεις στην τεχνολογική μου υποστήριξη;  Χρήστης τεχνολογίας είσαι και η δική μου τεχνογνωσία είναι εκείνη, που σού επιτρέπει να παριστάνεις τον πανίσχυρο αυτοκράτορα! Ορίστε, δες τα χάλια σου, η ανεξάρτητη πράκτορας Δαιμογόργων σε παρακολουθεί εδώ και καιρό κι εσύ δεν έχεις πάρει μυρωδιά!»

Έλαβε χώρα μεγάλη αναστάτωση, σύγχυση και τύρβη, μία κατάσταση αναμίξ και φύρδην- μίγδην, ο Ζευς έμεινε με ανοιχτό το στόμα και παντού ακούγονταν επιφωνήματα έκπληξης. Οι φρουροί έσπευσαν αμέσως να περικυκλώσουν από παντού το φαινομενικά αόρατο μόστροσον ή προδιγίοσον[46], ώστε να μην έχει οδό διαφυγής.

«Πώς με κατάλαβες;», γρύλλισε πια βροντερά η Δαιμογόργων αφήνοντας κατά μέρος τις υπερηχητικές στριγκλιές και απελευθερώνοντας ξανά τους εκκωφαντικούς βρυχηθμούς της. Ο μανδύας προκάλυψής της δεν είχε πια κανένα νόημα, γι’ αυτό φανέρωσε το αποκρουστικό παρουσιαστικό της δρέποντας νέο κύκλο επιφωνημάτων αυτή τη φορά αμηχανίας, αηδίας και αποτροπιασμού.

«Δαιμογόργων, χέστηκες επάνω σου, λέρωσες τη βράκα σου; Τι αποφορά είναι αυτή; Στηρίχτηκες στους νανίτες και στη νανοτεχνολογία, αλλά αυτά εγώ τα μασάω. Νόμισες ότι η κυνέη θα σε κάνει αόρατη, καλά πού βρισκόμαστε, στο Μεσαίωνα; Ξέχασες ότι εμείς είμαστε όντα από άλλη διάσταση, συνεπώς έχουμε διαφορετική κβαντική υπογραφή; Για να στο κάνω πενηνταράκια, η ύλη μας είναι σε άλλη φάση σε σχέση με τη δική σας, πόσο πιο απλά πια να μιλήσω; Συνεπώς αυτό που σε ένα περιβάλλον της δικής σας διάστασης φαίνεται αόρατο, σε μάς λάμπει σαν φάρος. Όταν οι Ολύμπιοι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτή τη διάσταση μιμήθηκαν τη δική σας κβαντική υπογραφή και κάλυψαν τη δική τους. Όμως εγώ κατέχω ιδιωτικό δικό μου πρόγραμμα, όπου οι δύο κβαντικές υπογραφές τρέχουν παράλληλα, οπότε, αγαπητή μου Δαιμογόργων, στους δικούς μου ανιχνευτές είσαι σαν τη μύγα μες στο γάλα!»         

 Σημείωση προς αναγνώστη: Το τι έγινε μετά με τη Δαιμογόργονα και τον Δία δεν είναι του παρόντος. Ισχύει όμως για την περί ής ανεξάρτητη πράκτορα το ρητό ότι το αγριοβότανο δεν μαραίνεται. Κάποιο τρόπο θα έβρισκε για να συνεννοηθεί με το Δία και να εξασφαλίσει τη συνέχεια της ελεεινής ύπαρξής της, καθότι μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια ή μάλλον ωφελιμιστικός κυνισμός. Ίσως να κατέδωσε και τον Τιθωνό με τους συντρόφους του για να προκαλέσει την εύνοια του Δία, αλλά ποιος ανησυχεί ή λαμβάνει υπόψη του σοβαρά την … απειλή ότι ένα μάτσο σακάτηδες και εκτρώματα κινούνται εναντίον του; Από την άλλη μεριά, όπως είδαμε, η αξία της κατασκοπείας και αντικατασκοπείας πρέπει να σχετικοποιηθεί. Τι δηλαδή περισσότερο έμαθαν οι Τιθωνός και Σία για την κομπανία του Δία μέσω της παρακολούθησης της Δαιμογόργονος; Μήπως δεν ήξεραν ήδη ότι επρόκειτο για κυνικά καθάρματα, για ανήθικα και μη θεσμικά τέρατα, για διεστραμμένους εξουσιομανείς και τυράννους; Άχρηστη λοιπόν και μάταιη η κατασκοπία σε βάρος του Δία και των ομοίων του, όπως και η ανάλυση των κινήτρων στις πράξεις όλων των υποτιθέμενων μεγάλων ηγετών, που αιματοκυλίουν την ανθρωπότητα χωρίς καν να σκεφτούν γιατί, ίσως όμως στα γεράματα όταν συνταξιοδοτηθούν και πηγαινοέρχονται στον πνευματικό τους για συγχώρηση, θα ψάχνουν ακόμη το λόγο για τα λουτρά αίματος που προκάλεσαν.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο:

          ΙΚΑΡΟΥ ΕΞΑΙΡΕΣΙΣ

Πρώτα απ’ όλα, ας επιτρέψουμε κι ας μην ζηλέψουμε στους εαυτούς μας μία δαψιλή μακρόχρονη ματιά στον Κόκκινο πλανήτη Άρη, όπως φαίνεται από μία απόσταση πολλών χιλιάδων χιλιομέτρων. Είναι βέβαια κόκκινος και τούτο δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά διαποικίλλεται από γαλανές και πράσινες κηλίδες, φαράγγια σαν βαθιές χαραγματιές και σαφώς πολυάριθμους αυλώνες και διώρυγες, όπως άλλωστε ανέκαθεν τον φανταζόμαστε.

Κανάλια, κανάλια παντού. Όταν η απόσταση του βλέμματος μειωθεί στο ύψος και επίπεδο των φυσικών δορυφόρων Δείμου και Φόβου, αλλά και των αντίστοιχων τεχνητών, ήδη αρχίζει κανείς να νοιώθει τις ψεκάδες και την στροβιλιστική δροσιά περιδίνησης των υδάτινων ατμών, την υγρή σύσταση και ανάσα των περιβαλλόντων ατμοσφαιρικών στρωμάτων και την σκαριφίζουσα, ξεσμένη και χαραγμένη εικόνα της ελλιμενίζουσας ζωής και της δημιουργικής διανόησης (σ.σ. Σιαπαρέλλι, ήλθες καθυστερημένος!)

Αν η άνωθεν εποπτεία κατέλθει σε μεγαλύτερη ακόμη μεγέθυνση του βάθους, θα αντικρίσει ίχνη τεχνητής προέλευσης, ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζουν οργανικά. Εντυπωσιάζει πάνω απ’ όλα ένας μαύρος αστερίας σαν μελάνωμα ή καρκίνωμα ή σαν ανοίκειο μαύρισμα ή ανεξίτηλος λεκές σε ένα καφεπράσινο, υπόφαιο, καρυκοειδή, ερυθρωπό, κοκκινωπό γεωφυσικό χάρτη, που προφανώς είναι μία μεγάλη πόλη, μόλις ορατή εν μέσω των  θερμικών κυμάτων και των φλόγινων γλωσσών της άτακτης εισόδου στην ατμόσφαιρα.     

Καινούριο στιγμιότυπο εντός ενός πιο νηφάλιου πλαισίου πτητικής προοπτικής, όπου λικνιζόμαστε σε μία αιώρηση πάνω από το τερατούργημα της πόλης, σύμφωνα με τη  ακτινωτή γεωμετρική συμμετρία της οποίας ξεχωρίζουν πέντε βραχίονες πλήσμονες μαύρων νημάτων δρόμων και διαύλων, αραχνοειδών σωληνώσεων και καλωδιώσεων κάθε είδους.      

          Ο Δεινοπτέρυγος προσγειώθηκε (προσαρειώθηκε;) στο πιο απομακρυσμένο και παραμελημένο σημείο του Κόκκινου Πλανήτη, που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μα ποιος θα ασχολούνταν έτσι κι αλλιώς με το δακτυλοδεικτούμενο πλοίο των σακάτηδων, που χρησίμευε μόνο για ανέκδοτα; Για να πούμε την αλήθεια, όπως κατέβαινε στον Άρη σαν φλεγόμενος αστεροειδής έφαγε και μια ριπή από ένα περιπολικό, αλλά ο πεθαμένος δεν σκοτώνεται κι έτσι κι αλλιώς μερικά βαθουλώματα παραπάνω δεν έπαιζαν και μεγάλο ρόλο στην όλη του δομική ακεραιότητα. Ο Δεινοπτέρυγος υποχρεώθηκε βέβαια σε αναγκαστική προσγείωση, όπως συνήθως γίνεται σε τέτοιες περιπετειώδεις ιστορίες και χρειαζόταν εκτεταμένες επισκευές. Το στραπατσάρισμα και οι ταλαιπωρίες, οι αδυσώπητες κακοπάθειες και οι συνεχείς κακουχίες των πρωταγωνιστών είναι απαραίτητα συστατικά για να διαποικίλουν την πλοκή.   

          Από τα σπλάχνα του Δεινοπτέρυγου αναδύθηκε ο Δεινόπλευστος, ένα υποβρύχιο, ευτυχώς άθικτο, με το οποίο θα εισχωρούσαν πιο βαθιά στα κεντρικά κανάλια και τους λιμένες του Άρη. Ήταν αμφίβολο αν η δεινότητα κατάδυσης του Δεινόπλευστου θα χρησίμευε κάπου, αφού οι δίαυλοι ήσαν γενικώς ρηχοί, οπότε κατά πρόβλεψη ο πυργίσκος του υποβρυχίου θα ήταν γενικώς εμφανής κατά τη διάρκεια της διαδρομής, στην παράδοση των ελληνικών υποθαλάσσιων σκαφών, που η μοίρα θέλει να υπερβαίνουν τελικά τον εξ ορισμού ύπουλο χαρακτήρα του είδους τους και να αναδύονται στο φως της επιφάνειας. Σ’ αυτό το πλαίσιο της διαφάνειας εντάσσεται και ο ύπαρχος Βασίλης Λιάσκος, που σκοτώθηκε ηρωικά στο Δεύτερο Παγκόσμιο, πυροβολώντας τους Γερμανούς επιδρομείς από τον πυργίσκο του υποβρυχίου «Κατσώνης», υπερασπιζόμενος το ανίκητο του Ελληνικού Ναυτικού.   

      Το κανάλι της αφετηρίας ήταν είκοσι μέτρα πλατύ και συνόρευε με την πλαγιά ενός λόφου. Οι όχθες του καναλιού στεφανώνονταν με τους υποχρεωτικούς θάμνους, χλωρό και ξερό χορτάρι, λόχμες και χαμόκλαδα, που στον Άρη λόγω της κόκκινης σκόνης και του αιματίτη ήσαν επίσης κόκκινα, αντί για πράσινα, και αυτό διευκολύνει ίσως τους σκηνογράφους εκείνους που θα θελήσουν να ασχοληθούν με το παρόν πόνημα και να προσδώσουν στα σκηνικά μία εικόνα εξωγήινου εξωτισμού.  Ο αυλώνας εκτεινόταν απ’ άκρου σ’ άκρη, ενώνοντας τις γραμμές των οριζόντων, μία γαλανή γραμμή εν μέσω φέρουσας ταινίας εν μέρει αποξηραμένου χειμάρρου, που έκοβε στα δύο τον κόκκινο κύκλο υποκάτω του ουράνιου στερεώματος. Στο ζενίθ έλαμπε ένας ισχνός, χλωμός ήλιος.

          Ανάμεσα στα πέτρινα τοιχώματα της διώρυγας η ελλειψοειδής κάψουλα, η περίεργη σπερμοθήκη, το εντομώδες έλυτρο, που ήταν ο Δεινόπλευστος, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Αλλά πριν γίνει αυτό, έμενε μία τελευταία εκκρεμότητα.

          «Πολέμαρχε Ηώ», είπε ο Δαίδαλος. «Ξέρεις καλά ότι αυτή η αποστολή δεν έχει γυρισμό. Είναι εισιτήριο μίας διαδρομής, βέβαιη αυτοκτονία. Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι είτε να βρούμε κάποιο υπερόπλο των θεών και να το πυροδοτήσουμε επί τόπου σπέρνοντας τον όλεθρο και παίρνοντας πολλούς μαζί μας στις πύλες του Άδη, ή να ανιχνεύσουμε εκείνο τον άλλο δρόμο, που ακολούθησαν και οι θεοί για να μπουν στο ηλιακό μας σύστημα, να τον βαδίσουμε στην αντίθετη κατεύθυνση, ώστε να βγούμε έξω από το περιβάλλον κέλυφος και να μετάσχουμε – συνεισφέρουμε στη μεγαλύτερη μάχη που διεξάγεται στις εσχατιές του Σύμπαντος ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχει καλό σενάριο για την περίπτωσή μας και ότι κατά πάσα πιθανότητα θα καταλήξουμε νεκροί. Συγκρουόμαστε με ένα ανίκητο γιούσουρι, γιατί μάθαμε από μικροί τη φράση του Πυθαγόρα ότι “ισχύς και τείχος και όπλον σοφώ η φρόνησις”, αλλά και ότι  “κοντά στα πλεμόνια το ξίφος διαμπερώς τρυπά, γιατί τη δικαιοσύνη δεν μπορεί κανείς πυξ-λαξ να χτυπά,  κι αν ο Δίας τα θέσμια παραβαίνει, η Δίκη πιο βαθιά πατεί, γιατί η μοίρα – οπλουργός τη χαλκεύει και τη σφυρηλατεί”[47].» 

          «Δαίδαλε, έλεος! Όταν ξεκινήσαμε την αποστολή, ξέραμε όλοι σε τι μπλέκαμε. Πού το πας, δεν καταλαβαίνω».

          «Σεβαστή Ηώ, κανείς πατέρας δεν μπορεί να δεχθεί ή να στέρξει το βέβαιο θάνατο του παιδιού του. Σε παρακαλώ, ο Ίκαρος, που με την πλοηγική του δεξιότητα μάς έφερε ως εδώ, να φύγει, να γλιτώσει! Αρκετά έκανε για κάποιους, που δεν γνώριζε καν, όπως ο Τιθωνός. Να σωθεί το παιδί μου, να συνεχίσει, έχει μία ολόκληρη ζωή μπροστά του, ένα μονοπάτι σπαρμένο με όνειρα. Άφησέ τον να συνεχίσει το ταξίδι του!»    

«Δηλαδή τι μού λες, Δαίδαλε; Να αφήσω να φύγει ο μόνος γερός, ο μόνος νέος μεταξύ σας και να συνεχίσω την αποστολή με έναν ανάπηρο και ένα γέροντα, όπως εσύ;”»

 «Γιατί όχι; Ούτως ή άλλως η επιτυχία αυτής της αποστολής βασίζεται στην κρυπτεία και στην υποτίμηση της αποφασιστικότητάς μας από τους αντιπάλους και όχι στην ανοιχτή αναμέτρηση. Εσύ κατέχεις στρατηγικό νου και μυς, που ισοδυναμεί με δέκα άνδρες,  ο Τιθωνός έχει το μέγιστο πλεονέκτημα ότι δεν έχει τίποτε να χάσει, όσο για μένα, έχεις στη δούλεψή σου τον απόλυτο ειδικό σε αποδράσεις από λαβυρίνθους, κρύπτες, υπόγειες ειρκτές και σκοτεινές φυλακές. Εγώ ήμουν που δραπέτευσα από το λαβύρινθο του Μινώταυρου και μάλιστα δια της ιπτάμενης οδού, χωρίς καν να μπω στον κόπο να θυμηθώ τις γωνίες και τις κόγχες, τις στροφές και τα αδιέξοδα,  που ο ίδιος είχα κατασκευάσει. Μετά την απόδρασή μου ο Μίνωας με καταδίωξε μέχρι τη Σικελία. Για να με εντοπίσει, έθετε σε όλους το εξής πρόβλημα: ζητούσε από τους βασιλείς να περάσουν μια κλωστή μέσα από ένα μεγάλο κοχύλι, τύπου κοχλία. Ήξερε πως μόνο η ταπεινότητά μου, άλλως ο υποφαινόμενος θα μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημα αυτό. Έτσι, όταν το έθεσε στον Κώκαλο, εκείνος έφερε σε μένα το κοχύλι και μού ζήτησε να περάσω την κλωστή μέσα του. Αφού σκέφτηκα, έβαλα λίγο μέλι στην άκρη του κοχυλιού και στο άνοιγμά του ένα μυρμήγκι, δεμένο με την κλωστή. Το μυρμήγκι πέρασε μέσα από τη σπειροειδή διαδρομή του εσωτερικού του κοχλία και έφτασε στην άκρη, μεταφέροντας έτσι το ένα άκρο της κλωστής στα ενδότερα του κοχυλιού. Βλέποντας τη λύση ο Μίνωας, κατάλαβε ότι πίσω κρυβόμουν εγώ και απαίτησε από τον Κώκαλο να με παραδώσει. Ο Κώκαλος, που τον είχα πάρει με το μέρος μου, παρότρυνε τον Μίνωα να ξεκουραστεί, έως ότου εκείνος τάχα με προσκομίσει δια βιαίας προσαγωγής. Ο Μίνωας ανυποψίαστος πήγε να κάνει μπάνιο και στο λουτρό ο σύμμαχός μου Κώκαλος με τη βοήθεια των αφοσιωμένων θυγατέρων του τον έπνιξε. Για να μη τα πολυλογούμε, εμένα χρειάζεσαι και όχι τον Ίκαρο, διότι εγώ είμαι ειδικός να παραβιάζω κλειδαριές, να εισχωρώ λάθρα σε κτίρια χωρίς κανείς να το καταλάβει, να βρίσκω διεξόδους και οδούς διαφυγής ακόμη και στις πιο απελπισμένες περιπτώσεις. Ξέροντας ότι ο Ίκαρος είναι ασφαλής, θα είμαι απερίσπαστος και θα δώσω το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων μου και της αξιοσύνης μου. Αντίθετα με τον Ίκαρο μαζί μου, θα έχω το νου μου συνέχεια σ’ αυτόν, αντί να είναι “ψυχής μέγας χαλινός ανθρώποις ο νους”, που λέει και ο Θέογνις».

«Έτσι όπως το θέτεις, πολυμήχανε, μητίετα Δαίδαλε, δεν βλέπω να έχω επιλογή. Και αντίθετα με κάποια σχολαστικά συμβούλια, που, ενώ γνωρίζουν ότι στο τέλος δεν έχουν άλλη οδό από το να κάνουν δεκτό το δίκαιο αίτημα κάποιου, εξακολουθούν να κωλυσιεργούν και να παρεμβάλλουν προσκόμματα σε έναν καθαρό, άμεμπτο και ανεπίληπτο υποψήφιο, προτιμώ να υποχωρήσω από τώρα, γιατί βλέπω ότι έχεις δίκιο. Πες στον Ίκαρο να φύγει μακριά, να τρέξει να ξεφύγει, να πάει πίσω από τις γραμμές των εμπολέμων και να ζήσει μία γεμάτη και νοηματικά πλήρη ζωή!»   

Φοβούμενος μήπως η Ηώ αλλάξει γνώμη, ο Δαίδαλος ορμήνευσε τάχιστα το γιο του, αφού ευχαρίστησε την αφέντρα για την κατανόησή της.

«Ίκαρε, ξέρω ότι εσύ μπορείς να επισκευάσεις τάχιστα τον Δεινοπτέρυγο. Επισκεύασέ τον και φύγε γιε μου και μη φέρεις αντίρρηση ούτε να κοιτάξεις πίσω. Όπου και να είσαι, θα είμαστε πάντα μαζί! Πήγαινε να δώσεις ωραίες παραστάσεις κάτω από την Ακρόπολη, πήγαινε να κάνεις ωραίες πτήσεις πάνω από το Αιγαίο, ζήσε τη ζωή σου και φα’ τη με το κουτάλι! Πρόσεξε μόνο στο γυρισμό σου να μην περάσεις πολύ κοντά από τον ήλιο αυτή τη φορά, διότι το “δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού” και είδες ότι την πρώτη φορά κοντέψαμε να τσουρουφλιστούμε! Και για μένα, σε παρακαλώ, μην επιμείνεις ότι δεν μπορείς να με αφήσεις, αφού ξέρεις ότι έζησα τη ζωή μου και απομένει μόνο η τελική περιπέτεια, που θα μού δώσει το τιμημένο τέλος, ώστε η σταδιοδρομία μου να κλείσει, όπως μού αξίζει.»       

Θα μπορούσαμε στο σημείο αυτό να αναφέρουμε τα σούρτα- φέρτα της επιχειρηματολογίας, καθώς ο γιος δεν ήθελε επ’ ουδενί  να εγκαταλείψει τον πατέρα, αλλά τελικά πείστηκε, όταν ο πατέρας επικαλέστηκε ότι τυχόν συμμετοχή του θα διακινδύνευε κι ακόμη χειρότερα θα εξέθετε ανεπανόρθωτα την αποστολή.

Ύστερα, ο Δαίδαλος έβαλε και πάλι τον Ίκαρο να υποσχεθεί ότι θα πρόσεχε πολύ στο ταξίδι του γυρισμού, ότι δεν θα πετούσε επ’ ουδενί κοντά στον ήλιο κι όταν έλαβαν χώρα οι σπαραξικάρδιοι αποχαιρετισμοί και εναγκαλισμοί τόσο μεταξύ πατέρα και γιου, όσο και μεταξύ Ίκαρου και ομάδας αυτοκτονίας, ο Δαίδαλος αισθανόταν πανίσχυρος και αισθανόταν ελεύθερος να δράσει παράτολμα, ακόμη και επιπόλαια, με αμέριμνη αποκοτιά, να ακολουθήσει μία πορεία πρακτέου και ενέργειας μέχρι τις πιο απόμακρες συνέπειες. Αυτός ίσως πέθαινε, αλλά ο βλαστός του θα επιβίωνε, ένα καλό παζάρι, ένας κερδοφόρος διακανονισμός σε τιμή ευκαιρίας! Καημένοι γονείς!    

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο:

ΚΤΗΝΟΠΟΛΙΣ

Μπροστά στην πλαγιά και στο μυχό ενός μεγάλου γυμνού  βράχου, που ήταν ό,τι έπρεπε για σκιά εν μέσω της ερήμου του λεπτοφυούς φτενού χώματος, με το φως να αντανακλά αμυδρά στους γίγγλυμους, στα θυλακωτήρια, τους αρμούς και τις κλειδώσεις του υποβρυχίου, ξεκίνησε η αποστολή αυτοκτονίας.

«Πρόσω αργά», δόθηκε η εντολή από την Ηώ στον Εχέδωρο και τα υπόλοιπα θα ακολουθούσαν με απόλυτη ή μάλλον πρόσφορη αιτιότητα, αφού η μεταβλητή της βουλήσεως εμφιλοχωρεί πάντα και νοθεύει τις με την πρώτη ματιά αναγκαίες, αδυσώπητες και αδήριτες μαθηματικές προϋποθέσεις.

Ο Δεινόπλευστος ήταν στο πιο απομακρυσμένο εκπολιτισμένο σημείο του πλανήτη σε σχέση με τον Όλυμπο, την γαιοποιημένη πρωτεύουσα του Άρη. Ήταν κοντά σε μία πόλη εντελώς χαοτική, όπου εύκολα όμως μπορούσε κανείς να αναμιχθεί με το πλήθος των πεζών, οχημάτων και των πλοίων και να περάσει απαρατήρητος. Λεγόταν Κτηματόπολη, διότι είχε σχηματιστεί από σύρματα στα λιβάδια, που είχαν βάλει οι άποικοι κατά την διάρκεια του πρώτου αποικισμού του Άρη, όταν σφάζονταν για την κατάληψη καλλιεργήσιμων γαιών, υποστατικών και μετοχίων χωρίς αστυνομική επίβλεψη. Αν κυβερνούσαν ακόμη οι τακτικοί και επιμελείς τιτάνες δεν θα άφηναν βέβαια να επικρατήσει το χάος αυτό, αλλά τον Δία δεν τον ενδιέφερε, διότι γνώριζε το μεγάλο δίδαγμα ότι κατά βάθος η αναρχία ωφελεί πολύ τους εξουσιαστές. Εκτός από Κτηματόπολη (-ις), η πόλη καλούνταν και Κτενόπολη (-ις), τόσο εξαιτίας των κτενών χρυσαφιού, που χρησιμοποιήθηκαν στον πυρετό του χρυσού από τους απελπισμένους χρυσοθήρες, όσο και των κτενών του κορύμβου, του κρωβύλου (κότσου), αλλά και του αιδοίου των πορνών, μία αιώνια κατηγορία ευσυνείδητων ιερειών του «ασθενούς» – πανίσχυρου φύλου, υπηρετουσών το αποκαλούμενο μάλιστα αρχαιότερο επάγγελμα, το οποίο τυγχάνει και της αποδοχής των γυναικιστριών, αφού υποτίθεται ότι οι πόρνες διαθέτουν το σώμα τους προς εκμετάλλευση – κακοποίηση οικειοθελώς. Εντέλει όμως ακόμη και ο τίτλος «Κτενόπολη» αποδείχθηκε ανεπαρκής και μη εντελώς κυριολεκτικός, με αποτέλεσμα λόγω της απίστευτης κυβερνο- αλήτικης και αναρχο- αυτόνομης κατάστασης που επικρατούσε, συνοδευόμενης δυστυχώς από όλες τις νοητές μορφές του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, να μετατραπεί τελικά σε «Κτηνόπολη», τουλάχιστον, όπως την ονόμαζαν οι κατοικούντες και οι παροικούντες.        

Στη συνέχεια του πέτρινου καναλιού βρίσκονταν τα προάστια της Κτηνόπολης, της οποίας τα ογκώδη γραφικά, όπως απεικονίζονταν στην οθόνη του Δεινόπλευστου, εκφράζονταν με ποικίλα σχήματα και τα διαγράμματα, που συμβόλιζαν από υψηλούς πύργους, μέχρι χθαμαλές καλύβες και παράγκες. Σιγά- σιγά εισχώρησαν στην επικράτεια των ανταλλακτηρίων, κολλυβιστικών εργασιών, γραφείων αργυραμοιβών και παντοειδών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σε όλο το μήκος της διαδρομής επικρατεί ασφυκτικός και αποπνικτικός συνωστισμός ανθρώπων και μηχανών, που εν μέρει δουλεύουν και εν μέρει κοροϊδεύουν, όπως θα γίνεται στον αιώνα τον άπαντα.  

Τουλάχιστον οι τέσσερις βραχίονες από τους πέντε της Κτηνόπολης δεν κατοικούνται καν πλέον από ανθρώπους. Οι μηχανές έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, αφού κανείς πια δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτές. Στις προσόψεις των κτιρίων προβάλλονται εικόνες, όπου ανθρωποειδή σκαριφήματα απολαμβάνουν ένα είδος ευτυχίας, η μεγαλύτερη αναπαραγωγή ψευδούς ειδήσεως όλων των εποχών, πολλαπλασιασμένη από την τεχνητή νοημοσύνη, που νωρίς- νωρίς κατάλαβε πόσο αρέσουν τα ψέματα στους ανθρώπους και τα διόγκωνε ανεξέλεγκτα για να τούς ικανοποιήσει.  Σκίτσα και καρικατούρες, σχηματικές γελοιογραφίες έτρεχαν στις λωρίδες και στις οθόνες των τοίχων, όπως εκείνες που συνοδεύουν τα παιδικά τραγουδάκια «γύρω- γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, χέρια-πόδια στην αυλή κι όλοι κάθονται στη γη», που λέει ο λαός ή «κόμμα- παύλα- σημείο- σημείο, να του προσώπου το εκμαγείο, βάλε και μαλλιά και κόμη, λαιμό και κοιλιά ακόμη, χέρια -πόδια σαν βέλη, κι ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει», όπως έψελναν στα παιδιά τους οι πιο εξεζητημένοι τιτάνες. Όμως οι άνθρωποι είχαν φύγει προ πολλού.

Υπήρχαν μόνο αυτόματα και ημι- αυτόματα μηχανήματα (αυτός + μήτις), απεικάσματα νοήμονος ζωής, που εκτελούσαν ιδεοκινητικές πράξεις και σύνολα κινήσεων χωρίς κανένα σκοπό. Φορτηγίδες φαίνονταν σαν να οργώνουν τις στουμπωμένες με φύκια διώρυγες καθαρίζοντάς τις, υπερσύγχρονοι ψηφιακοί απορροφητήρες συνέχιζαν να απομακρύνουν μεθοδικά, μηχανικά και χωρίς κανένα λόγο την κόκκινη σκόνη, που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κτήρια, κάποτε ευκτήριους οίκους και τοίχους, έχοντας υπερκαλύψει τα πάντα με μυδαλέο και σαπρό ευρώτα – άλλως μούχλα.  Στους δρόμους λάμβανε χώρα μία γκροτέσκα καρικατούρα της εξέλιξης, μία αυτοματοποιημένη εκδοχή της Δημιουργίας. Ημι-σχηματισμένες συσκευές, συγκρούονταν και είτε αλληλο- εξολοθρεύονταν είτε ενώνονταν με το να ενσωματώνει η μία συστατικά, παραρτήματα, εξαρτήματα ή ανταλλακτικά της άλλης. Μέσα από αέναες τερατογονίες και μεταμορφώσεις παράγονταν νοσηρά μορφώματα και απίθανα συνονθυλεύματα, εκ των οποίων άλλα- όσα ήσαν τυχερά- δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν, ενώ άλλα δημιουργούσαν αδιανόητα εκτρώματα, εξαμβλώματα, βδελύγματα και αποκυήματα, χονδροειδείς ωμοτοκίες, που καταβρόχθιζαν τους προγόνους τους και έσπερναν στο διάβα τους ως δόντια δράκου μη βιώσιμες μεταβατικές μορφές.        

Όλο τούτο το άβουλο και στερούμενο νοήματος επίπεδο λεηλατείτο από εξεζητημένες μηχανές, που καραδοκούσαν και παραμόνευαν σε σκιές και ενέδρες για να σφάξουν ή να ξεκοιλιάσουν βάσει απροσδιόριστων κινήτρων. Κάποιες πιο εξελιγμένες τεχνητές νοημοσύνες, είτε αλλοπρόσαλλες είτε εμμονικές, είτε ασυνάρτητες είτε στοχοπροσηλωμένες, είτε χαοτικές είτε σχεδιαστικές, είτε εντατικοποιημένες είτε χαλαρωτικές, είτε αγαθιάρικες είτε πανούργες κυνηγούσαν όσα μηχανήματα θεωρούσαν κατώτερα από αυτές. Αν υπήρχε κάποια ιεραρχία ή αν κάποιοι νικούσαν και κάποιοι έχαναν, ήταν δύσκολο να το εξακριβώσει ο οποιοσδήποτε πολεμικός ανταποκριτής. Αιωρούμενα μη επανδρωμένα ή μη στελεχωμένα ιπτάμενα αντικείμενα, εναέριοι κηφήνες, οδηγούνταν ως τηλεκατευθυνόμενα από συνθετιστές όχι μεγαλύτερους από ένα ποντίκι, ενώ ακόμη και μία κομψή, λαμπερή, απαστράπτουσα, ανδροειδής ή γυναικοειδής μηχανή εύκολα αποδεικνυόταν ως ολιγοφρενής, αμβλύνους, αβέλτερη, βραχυγνώμων ή κατά το κοινώς λεγόμενο κουτόμυαλη ή κουτεντές.  

Τούτη η καυτηριασμένη, διαβρωμένη από οξέα μάνδρα των παλιοσίδερων συχνά σκυλευόταν από φαύλους και αχρείους κατεργάρηδες, που διακινδύνευαν το ούτως ή άλλως απαξιωμένο και απολωλός κατ’ αξία σαρκίο τους για να αρπάξουν ό,τι μπορούν απ’ αυτή τη ζούγκλα του σιδήρου και του πυριτίου. Άνθρωποι και μηχανές συγκρούονται μέχρι θανάτου, όπου το παράδοξο είναι ότι οι μεν πρώτοι πάντα εκ προθέσεως αποσυναρμολογούν και καταστρέφουν, ενώ οι συσκευές, επειδή «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», συλλαμβάνουν μεν κι ύστερα άλλοτε σκοτώνουν  τους αιχμαλώτους τους, άλλοτε διενεργούν πολύπλοκη εγχείρηση με νανίτες και τούς …θεραπεύουν από καρκίνους και άλλα κληρονομικά νοσήματα!   

Ο πέμπτος βραχίονας του αστερία της Κτηνόπολης είναι αυτός των ανθρώπων. Τα πάσης φύσεως δίκτυα που τον διατρέχουν θυμίζουν τις συνάψεις ενός πελώριου εγκεφάλου. Κυκλοφορούν και… οπλοφορούν κάθε λογής καλές προθέσεις, διαβολικές, συκοφαντικές και κακοήθεις σκέψεις, παρότι κατά Θουκυδίδη «διαβολάς ου σώφρον ούτε λέγειν προς αλλήλους, ούτε τους ακούοντας αποδέχεσθαι», αλλά ακόμη και υγρά όνειρα ή κόρος, άση και αηδία λόγω ανιαρής καθημερινότητας.  

Το διαδίκτυο βέβαια δίνει και παίρνει αναπαράγοντας στο διηνεκές, πολλαπλασιάζοντας, διαιωνίζοντας, κωδικοποιώντας και τυποποιώντας τις ανθρώπινες ανάγκες. Οι χιλιάδες βροτοί και θνητοί που ζουν στην Κτηνόπολη διεξάγουν καθημερινά μέσω διαδικτύου ατέλειωτες συζητήσεις, ανταλλάσσουν πληροφορίες και κλείνουν περισσότερες εμπορικές συμφωνίες κι από τον Αληθή Αλήτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Παραγγελίες, λογαριασμοί, πληρωμές, συμψηφισμοί, συναλλαγές και δικαιοπραξίες εκτυλίσσονται ανεμπόδιστα και ανερυθρίαστα και γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Ιδίως τα εμπράγματα δικαιώματα ιδιοκτησίας, χρησικτησίας και νομής είναι πολυσύνθετα, πολύπλοκα, πολυδαίδαλα, πολυσχιδή, εξόχως διακλαδωμένα και διαφοροποιημένα, η συσκευασία ή το ξετύλιγμα των οποίων, η σκευοδέτηση ή αποφακέλωσή τους, καθώς και το ενδεχόμενο νέο αμπαλάρισμά τους προς νέα δικαιοπραξία και εκποίηση γίνεται τάχιστα και αποτελεσματικά μέσω χρηματιστηρίου. Μετοχές, παραμετοχές, ενέχυρα και υποθήκες σωματικών οργάνων, όπου ξαφνικά οι δωρητές αντιλαμβάνονται αιφνιδίως και κατά δυσάρεστο τρόπο ότι το συκώτι τους πρέπει να εκχωρηθεί και να μεταμοσχευθεί από τώρα κι όχι μετά θάνατον, κοινοπραξίες του μέλλοντος, χρηματοδοτικές μισθώσεις, συμβάσεις δικαιοχρησίας, επιτόκια, τόκοι τόκων και επιτοκιακά περιθώρια κ.λπ., απ’ όπου ανά πάσα στιγμή εκπηγάζουν αγωγές, προσφυγές, αμφισβητήσεις, διενέξεις, αδικοπραξίες, εγκλήματα και αξιώσεις αποζημίωσης.  Αλλά ας μη σε ζαλίζουμε, αναγνώστη, με την πολυπλοκότητα της εποχής των τιτάνων, αν έχεις την τύχη να ζεις σε πιο απλούς κι όχι τόσο μοντέρνους καιρούς!

Πριν από την κατάκτηση του Δία πού και πού ο νόμος ύψωνε το ανάστημά του και προστάτευε τους αδύνατους. Στην εποχή του Δία, οι δίκες είχαν γίνει κάτι σαν θέαμα, θεατρική επιθεώρηση, δράμα ή ακόμη πιο εύστοχα κωμωδία. Οι θεατές της τηλεόρασης δεν ήξεραν ούτε και ενδιαφέρονταν αν η ιστορία που έβλεπαν ήταν πραγματική ή φανταστική, αληθινή ή πλασματική. Κάθε μαρτύριο ή ταπείνωση, κάθε αδικία ή εξιλέωση ισοδυναμούσε με πορνογραφία! Για το κοινό ίσχυε ότι όσο πιο προκλητικά εξωφρενική ήταν μία αφήγηση, τόσο περισσότερο την πίστευαν: «Τοίς πιστεύομεν, άτε απίστευτα». Δικαιωνόταν ο Πυθαγόρας για το ρητό «Μεγάλην παιδείαν νόμιζε, δι’ ής δυνήση φέρειν απαιδευσίαν»[48], ενώ τα μόνα που δεν ίσχυαν ήσαν το ρητό του Αριστοτέλη «Παιδεία εν μεν ταις ευτυχίαις κόσμος, εν δε ταις ατυχίαις καταφυγή» και το ρητό του Σοφοκλή «Αρετής βέβαιαι δ’ εισίν αι κτήσεις μόναι».

          Θρησκείες υπήρχαν δύο. Εκείνη του Δία και των Ολύμπιων, που ήταν εξαναγκαστική και εκείνη του μελλοντικού Σωτήρα, που επέπρωτο κάποτε να έλθει. Αυτή εκφραζόταν με τον μονοθεϊσμό του Ισλαμοχριστιανισμού με προεξάρχοντα τον εκάστοτε εν ενεργεία Παποπατριάρχη, αλλά περί αυτού του κινήματος παρακαλώ να δείτε περισσότερα στον τρίτο τόμο της Τιτανομαχίας, που αφορά τη Διάσκεψη του Υπερίωνα. Βεβαίως κυκλοφορούσαν και κάποιοι Βουδιστές και μάλιστα τεχνο- Βουδιστές με έμφαση στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά και ραββί, μακριά από μάς το να ισχυριστούμε ότι δεν θα υπήρχαν Εβραίοι στην εποχή των τιτάνων και σε κάθε εποχή! Το αστείο όσο αφορά την μετά θάνατο ζωή είναι ότι πολλοί πίστευαν ότι τη βίωναν ήδη στον Άρη, ότι ήσαν ήδη νεκροί και ο παράδεισος ή η κόλαση ή τέλος πάντων μία μετα-αποκαλυπτική σκηνοθεσία ήταν ο Άρης! Πάτερ άφες αυτοίς!     

    Όσο για την πολιτική, επικρατούσε αναρχία ναι, αλλά ας μην σπεύσουν οι θεωρητικοί οπαδοί της να πανηγυρίσουν. Διότι επρόκειτο για αναρχία αφρόντιστη και ατημέλητη, για αναρχία της αμέλειας, της ραστώνης και της ολιγωρίας. Κράτος δεν υπήρχε, διότι κανείς δεν επιμελούνταν να το οργανώσει. Επικρατούσε μία νοοτροπία, όμοια με εκείνη των στωικών φιλοσόφων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δηλαδή «λάθε βιώσας», μη σκοτίζεσαι γιατί έτσι κι αλλιώς τίποτε δεν αλλάζει, βάζε μέσα το κεφάλι μη το δει να προεξέχει ο πολέμαρχος της γειτονιάς σου και στο κόψει. Αν βγεις στον ανοιχτό χώρο και τραβήξεις πάνω σου τα λαίμαργα καιροσκοπικά βουλιμικά βλέμματα των άλλων, στην πρωτεΐνη του κρέατός σου ή στο ασβέστιο των κοκάλων σου, δεν υπάρχει σωτηρία: Γιατί εκεί, αν σταθείς ακίνητος, είσαι χαμένος, αν το βάλεις στα πόδια, πάλι σ’ έχουν φυτέψει, θα τρέξεις, αλλά δεν θα ξεφύγεις, θα αγωνιστείς, αλλά δεν θα επιβιώσεις. Άρα λοιπόν ανθρωπάκο  πίσω σύρε στην κρυψώνα σου ολοταχώς με συνοπτικές διαδικασίες, όπου καλύτερα να περιμένεις κουκουλωμένος και εφοδιασμένος με τρόφιμα να περάσει η εποχή των παγετώνων ή να διασκορπιστεί η ραδιενέργεια.

          Ο εξωτερικός περίγυρος του νευρικού συστήματος της Κτηνόπολης ήσαν οι αισθητήρες της, φακοί κινηματογράφησης και φωτογράφησης, ανιχνευτές χημικών αντιδράσεων και ηλεκτρικής τάσης, μικρόφωνα καταγραφής και μεταβίβασης ήχων, που όλα αυτά υποτίθεται ότι επικοινωνούσαν μ’ ένα κεντρικό επιτελείο, έναν κεντρικό πύργο ελέγχου, όπου θα συγκεντρώνονταν και θα αξιολογούνταν, μόνο που οι κεντρικοί ουρανοξύστες ή οι μεγαλόπρεποι θόλοι επιτήρησης ήσαν άδειοι, δεν υπήρχε κανένας επόπτης και κανένας συντονιστής, μόνο κάποιοι υπολογιστές σε κύκλο ανατροφοδότησης με αποτέλεσμα τα στοιχεία να παλινδρομούν και να ανακυκλώνονται χωρίς νοούν υποκείμενο, χωρίς ταυτότητα και χωρίς νόημα.  

Πάντως, όπως και οι άλλοι τέσσερις εγκαταλελειμμένοι βραχίονες, έτσι και ο πέμπτος ανθρώπινος πους του αστερία συγκροτούνταν από δύο είδη οικοδομημάτων, τα κτισμένα και τα φυτρωμένα. Τα πρώτα ήσαν δομημένα είτε από έτοιμες πλίθρες, πλίθες, πλίνθους, κυβόπετρες ή γυψοσανίδες, οι οποίες θηλύκωναν και αγκιστρώνονταν η μία στην άλλη και αντικαθιστούνταν στις αριστοκρατικές οικίες από αλληλο- επικαλυπτόμενα αισθητικώς ανώτερα- ψαγμένα συμμετρικά ή ασύμμετρα πολυγωνικά πλινθία, ενώ τα δεύτερα προέκυπταν από τον κενό χώρο μεταξύ δύο κακοτεχνιών ή εκβολάδων, είχαν εν μέρει μόνο τοίχους και κατά τα άλλα περιβάλλονταν από τμήματα σπηλαίων, σκόρπιους μεταφερμένους σταλαγμίτες ή σταλακτίτες, βολικούς θαμνώδεις βράχους ή σεισμογενείς κατωφέρειες και πλαγιές, που έτυχε να βρίσκονται σε ευνοϊκή θέση, ώστε να κουμπώσουν με τα οικοδομικά μέρη. Τα σπίτια λοιπόν είτε απιθώνονταν πρόχειρα στο έδαφος, είτε παραχώνονταν με αβαθή ανεπαρκή θεμέλια, είτε ξεφύτρωναν σαν πόες από τη γη ανάλογα με την περίσταση με βάση όχι μόνο τους φυσικούς νόμους, αλλά και εκείνους της κοινωνικής δυναμικής και των θεωριών του χάους, που στην ορθότερη ερμηνεία τους εκτείνονται τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία.

Τα πολυπληθή κανάλια συγκροτούσαν ένα σύστημα ομόκεντρων κύκλων τεμνόμενων ακτινωτά από διαμέτρους, μη φαντασθείτε όμως κάποιο τέλειο ευκλείδειο γεωμετρικό σχήμα, καθόσον μάλιστα ακόμη και οι παραπόταμοι ή τα περιθωριακά κανάλια είχαν τους δικούς τους υπονόμους, ανθυπονόμους, τριχοειδή αγγεία και φλέβες, ώστε τα πλεούμενα εντός τους πραγματικά χάνονταν μέσα στην πολύβουη τύρβη, την πανσπερμική πληθωριστική στροβιλιστική κυκλοφορία και τις ασύνοπτες, απερίβλεπτες, αχανείς ταχύτητες του άγχους, της τρέλας και της παραζάλης.

Ο Τιθωνός είχε λίγο τρομοκρατηθεί από το άλλοτε πολυσύχναστο κι άλλοτε ερημικό περιβάλλον και δεν μπορούσε να διακρίνει αν η Κτηνόπολη γινόταν πιο τρομακτική, όταν το σκηνικό άδειαζε από ανθρώπους κι έμεναν οι μηχανές ή όταν το πλήθος επέστρεφε κι ήσαν ολόγυρα άνθρωποι και μηχανές αντάμα μέσα σε αχό, κουρνιαχτό και ομίχλη.         

          «Σίγουρα, Ηώ, εσύ ο στρατηγικός νους της επιχείρησής μας, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό ότι για να μη μάς εντοπίσουν, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε την πορεία μας από το πιο πολυσύχναστο και χαοτικό μέρος του Άρη».

          «Κι όμως είναι λογικό. Μέσα στη γενική αναστάτωση περνάει κάποιος απαρατήρητος».

          «Αυτό θα ίσχυε πριν από την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν βλέπεις ότι ο ουρανός είναι γεμάτος από εναέριους κηφήνες; Όλοι αυτοί καταγράφουν δεδομένα, όγκους πληροφοριών και στοιχείων  και τα στέλνουν στα κεντρικά.»    

          «Όπου κανείς δεν υπάρχει να τα αξιολογήσει, να εφαρμόσει σε αυτά την κατηγορία του ουσιώδους, να δει τι είναι σημαντικό και τι είναι για πέταμα. Αυτή η υπερπληθώρα δεδομένων στην πραγματικότητα είναι ένας εκκωφαντικός θόρυβος ή ακτινοβολία υπόβαθρου, που διαχέεται άσκοπα και επιστρέφει στις γωνιές απ’ όπου ξεμύτισε. Δεν έχουν τα μέσα για να παρακολουθήσουν τις άπειρες συνομιλίες, ενδοπλανητικές και μη, που διατρέχουν το χώρο ανά πάσα στιγμή και δεν τούς ενδιαφέρει κιόλας. Ίσως έχουν κάποιες εφαρμογές, ώστε όταν λέγονται συγκεκριμένες λέξεις- κλειδιά, να κινητοποιείται ένας συναγερμός επαγρύπνησης και ενημέρωσης και η επικίνδυνη λέξη να στραγγίζει σε διάφορα αποστακτήρια και διηθητήρια, όπου διυλίζονται και λογοκρίνονται οι ιδέες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ελεγχθούν πλήρως, γιατί κανένας μηχανισμός επιτήρησης δεν έχει τέτοια δυνατότητα. Το σκεπτικό είναι να κρυφτούμε ένα διάστημα, να κατοπτεύσουμε τον επιχειρησιακό χώρο,  να ανακατευτούμε και να συμμιχθούμε με το περιβάλλον, να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους μέχρι να αφομοιωθούμε αργά από το τοπίο του Άρη, να γίνουμε ένα με τις πεδιάδες και τα βουνά του κι όταν έλθει η ώρα να χτυπήσουμε.»  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο:

          Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΟΠΟΡΩΝ

          Ωκεανός των Ποντοπόρων ή Ναυτικός Ωκεανός. Εκτείνεται στον Ισημερινό για Δ’ (τέσσερις χιλιάδες) χιλιόμετρα, σ’ (διακόσια) χιλιόμετρα πλατύς και έντεκα χιλιόμετρα βαθύς κατά μήκος των οροπεδίων του Κόκκινου Πλανήτη, αρδεύοντας ένα μέγα μέρος της επιφάνειάς του. Ήταν τεχνητός με γλυκό νερό, έργο του Ποσειδώνα, αλλά η γαιοποίηση ή γεωποίηση σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν επιτυχημένη, αν ήταν μία απλά μία ήσυχη τελματώδης λίμνη, ασχέτως πόσο μεγάλη, ή ένα ήρεμο σιγανό ποταμάκι, ασχέτως πόσο μακρύ, αλλά για να έχει ουσιαστικό οικολογικό αντίκτυπο, θα έπρεπε ακριβώς να είναι σκοτεινός, να έχει θύελλες και καταιγίδες, να έχει κύματα παλιρροϊκά ή ανεμοδαρμένα, να έχει άβυσσο και έρεβος και πλάσματα της θάλασσας τρομαχτικά.  

          Μετά λοιπόν από μακρόχρονη περιπλάνηση στα κανάλια της Κτηνόπολης, ο Δεινόπλευστος γλίστρησε αδιόρατα και απαρατήρητα στον Ωκεανό των Ποντοπόρων σαν ένα σκουπίδι που οδηγείται στην ανοιχτή θάλασσα, σαν ένα αποσπασμένο από βράχο πετραδάκι που παρασέρνεται ορμητικά στην εκβολή ενός ποταμού, σαν ένα περίττωμα που χύνεται σε θαλάσσιο βόθρο, και ευθύς καταδύθηκε και μπήκε σε λειτουργία σιωπηλής πλοήγησης. Πού και πού βέβαια αναδυόταν γιατί δεν είχε ούτε πολύ ηλεκτρικό, ούτε πολύ αέρα, ούτε πολλή ενέργεια γενικότερα και χρειαζόταν τόσο τον ήλιο όσο και την ατμόσφαιρα για να γεμίζει τους συσσωρευτές του και τις δεξαμενές του. Τώρα λοιπόν έκοβε σαν βέλος το ελαφρύ νερό του ωκεανού, ενώ μεγάλα αφρώδη κύματα χτυπούσαν στην πλώρη του. Έξω κυριαρχούσε νύχτα, αλλά τα οπτικά και ηλεκτρικά συστήματα του σκάφους παρήγαγαν αρκετό φως, ώστε ήταν σαν ένας ερευνητικός προβολέας να φώτιζε τον ουρανό με μία γρήγορη τοξοειδή περιφορά, στέλνοντας ένα κώνο φωτός στην αρχή πυκνό κι ύστερα κατά την άνοδο διαχεόμενο, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποσυρθεί, αν εντόπιζε κάποιο άλλο φωτεινό πομπό. Υπήρχαν και πάλι στο στερέωμα σχηματισμοί των Ολυμπίων, αλλά ήσαν πάρα πολύ ψηλά, σχεδόν τόσο ψηλά όσο και τ’ αστέρια, σαν ένα δίκτυ από γεωμετρικές γραμμές, που άλλοτε έμπαιναν σε κίνηση και άλλοτε ακινητοποιούνταν συγκροτώντας ένα είδος προστατευτικού θόλου πάνω από τον Άρη, είτε αναβόσβηναν, είτε περιστασιακά διογκώνονταν, είτε συρρικνώνονταν σε βαθμό εξαφάνισης.  Τακτικές κινήσεις και αναδιατάξεις του στόλου των εξωδιαστατικών ηγεμονίσκων. Ο Εχέδωρος και ο Δαίδαλος οδηγούσαν το σκάφος χειριζόμενοι με μαεστρία τα χειριστήρια, τις περίεργες καρδόπους – γαβάθες πλοηγήσης.

          Αφού οι δύο ασκούσαν την χρήσιμη αρμοδιότητα, στην Ηώ έμεινε μόνο να ανησυχεί.

          «Δαίδαλε, δεν ξέρω αν είναι καλό που επιλέξαμε τον Ναυτικό Ωκεανό για να πλησιάσουμε τον Όλυμπο. Ίσως θα ήταν καλύτερα να προσεγγίσουμε από το Νότο, από τη θάλασσα Ελλάδα».        

          «Ούτε να το σκέφτεσαι. Ενώ στην Κτηνόπολη η κάλυψή μας οφειλόταν στην πολυκοσμία, εδώ αντίθετα μάς προστατεύει η απόλυτη ερημιά. Ή θα είσαι στο ένα πεζοδρόμιο ή στο άλλο, αν είσαι στη μέση του δρόμου τα φορτηγά θα σε πατήσουν. Η θάλασσα Ελλάς είναι προορισμένη για το εμπόριο και όχι για την οικολογική ισορροπία κι έτσι παρουσιάζει αρκετή κίνηση. Επιπλέον υπάρχει στη μέση της εκείνη η τεράστια κατοικημένη νησίδα, που μοιάζει με το σήμα του Αστροστόλου των τιτάνων, όπου, αν το είχε πάρει αυτό είδηση ο Δίας θα την είχε εκχερσώσει! Θα μάς είχαν εντοπίσει σίγουρα εκεί».

          «Κοίτα καλύτερα στο ημιτραπέζιο θρανίο στα δεξιά σου, έχει κάτι ύποπτες φωτεινές ενδείξεις. Βλέπω κάτι περίεργα σύμβολα να χοροπηδάνε εκεί σαν καλικάντζαροι, όπου δεν ξέρουμε αν παράγονται ετυμολογικά από το καλίκι που σημαίνει υπόδημα ή την άντζα που σημαίνει κνήμη».   

      «Φαίνεται ότι κάτι ζυμώνεται, ορθώνεται και πυργώνεται στον ορίζοντα, ένα πελώριο  βαρομετρικό χαμηλό».

          «Θύελλα», μουρμούρισε η Ηώ σαν να συλλάβιζε κάποιον πολύ κακό οιωνό.

          «Καλά, υποτίθεται ότι οι Ολύμπιοι θεοί ελέγχουν και επηρεάζουν το κλίμα εδώ και καιρό, προκειμένου να ειρηνεύσουν τον πλανήτη, όπως το εκφράζουν οι ίδιοι. Πώς αφήνουν λοιπόν να δημιουργούνται αυτές οι τεράστιες ζώνες κακοκαιρίας;», απόρησε ο Τιθωνός.

          «Τιθωνέ, μη λέμε τα ίδια και τα ίδια γιατί οι αναγνώστες των περιπετειών μας θα βαρεθούν», απάντησε αυστηρά η Ηώ. «Δεν δύναται να υπάρξει οικολογική ισορροπία χωρίς παγκόσμιες καταστροφές, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. Ακόμη και οι θεοί πρέπει να είναι σκληρόψυχοι και ανάλγητοι, αν θέλουν να πετύχουν κάτι καλό».  

          «Πέρα από την πλοήγηση εν μέσω καταιγίδων πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να περάσουμε “αβρόχοις ποσί”- που λέει ο λόγος- τις περιοχές που απλώνονται στις όχθες του στενόμακρου Ναυτικού Ωκεανού, οι οποίες εγκυμονούν χίλιους κινδύνους. Τα ονόματά τους είναι απειλητικά, δυσοίωνα και καταχθόνια κι όπως ξέρουμε στον κόσμο των τιτάνων τα ονόματα έχουν καθοριστικότητα και βαρύτητα, όπως και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής, γεννήσεις, μάχες, αγώνες και θάνατοι. Ακούστε λοιπόν τα τοπωνύμια, τα οποία διατρέχουμε: Χρύσα, Ηώς – περιοχή με τη  οποία εσύ, αφέντρα έχεις τόσο σχέση όση ο θεός του πολέμου Άρη με τον πλανήτη Άρη- , Κάπρος, Γάγγλιον, Κοπράτης, Οφιούχος, Κανδήλιον, Μέλης. Οφείλουμε να εντρυφήσουμε στις σημασίες των ονομασιών για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, που αυτές προαναγγέλλουν».      

          «Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα ονόματα παραπέμπουν στο μύθο του Παλλάδιου. Η θεά Αθηνά ανατράφηκε από τον Τρίτωνα, τον γιο του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, μαζί με την κόρη του Παλλάδα. Τα δύο κορίτσια ήταν αχώριστα και συναγωνίζονταν στα παιχνίδια. Κάποια στιγμή ενώ ασκούνταν σε πολεμικές ασκήσεις, η Παλλάδα επρόκειτο να καταφέρει χτύπημα στην Αθηνά.  O Δίας βλέποντας την σκηνή και φοβούμενος για την ασφάλεια της κόρης του, παρεμβάλλει μεταξύ τους την αιγίδα (δερμάτινη ασπίδα). Η Παλλάδα αιφνιδιάζεται και έτσι βρίσκει την ευκαιρία η Αθηνά να την χτυπήσει. Το χτύπημα όμως ήταν σοβαρό με αποτέλεσμα η Παλλάς να τραυματισθεί και να πεθάνει. Η Αθηνά προκειμένου να τιμήσει την μνήμη της κατασκευάζει ξύλινο άγαλμα με ύψος τρείς πήχεις το οποίο αναπαριστούσε την Παλλάδα, έχοντας τα πόδια ενωμένα και κρατώντας στο δεξί χέρι ακόντιο και στο αριστερό αδράχτι και αφού έδεσε στο στήθος του την αιγίδα, η οποία αιφνιδίασε την φίλη της, ανέβασε το άγαλμα στον ουρανό, είτε χρησιμοποιώντας το η ίδια είτε ο πατέρας της Δίας.-

-Το Παλλάδιο ήταν το απόλυτο φυλαχτό. Ταυτιζόταν εντελώς και ερμητικά με τον προστατευόμενό του, εξού και η προσωνυμία “Παλλάς Αθήνη”. Ο οποιοσδήποτε έβρισκε καταφύγιο εντός του ήταν αδύνατο να πάθει οτιδήποτε. Ίσχυαν όμως γι’ αυτό τρεις αρχές: το “ανομολόγητον”, το “ανεκχώρητον” και το “ανέντροπον”.  Δηλαδή α) κανείς δεν έπρεπε να ομολογήσει ότι το κατέχει, β) κανείς δεν έπρεπε να το εκχωρήσει σε άλλον και γ) εφόσον η εκχώρηση τελικά έγινε, δεν μπορούσε με τίποτε να ανατραπεί. Αν και οι τρεις αρχές αυτές παραβιάζονταν- πρακτικά οι πρώτες δύο-, η εσώκλειστη στο φυλαχτό μορφή της Παλλάδας μετατρεπόταν σε τέρας, σκορπούσε τρέλα σ’ αυτόν που ομολόγησε ότι την κατέχει και την εκχώρησε και αιώνια κακοτυχία σ’ αυτόν που δέχθηκε τη μεταβίβαση. Συνεπώς, το Παλλάδιο μπορούσε ν’ αλλάξει ιδιοκτήτη μόνο με πρωτότυπους τρόπους κτήσεις κυριότητας, π.χ. με ουρανοκατέβατη εύρεση, κλοπή ή αρπαγή. Τότε μόνο διατηρούσε τις προστατευτικές και προφυλακτικές του ιδιότητες. –    

          – Αργότερα όταν ο Δίας λιμπίστηκε την Ηλέκτρα, μία από τις Πλειάδες, και όταν αυτή κατέφυγε στο άγαλμα για να γλυτώσει, ο θεός οργισμένος, αφού με χίλια ζόρια έπεισε την Ηλέκτρα να βγει από τον προστατευτικό κλωβό ώστε να δυνηθεί τελικά να την αποπλανήσει, έριξε το Παλλάδιο στην Τροία. Εκεί το βρήκε ο βασιλιάς Δάρδανος, που αργότερα παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Χρύσα, έκτοτε δε το γένος διαπίστωσε ότι γεννούσαν και τα κοκόρια τους και ζούσαν απόλυτα ευτυχισμένοι και προφυλαγμένοι. Όμως η βασίλισσα πλέον Χρύσα ερωτεύτηκε έναν έμπορο, τον Τιμαγόρα. Αφού η σχέση τους διήλθε όλα τα στάδια, από τα οποία μία σχέση συνήθως περνάει, έφτασε δηλαδή στο απροχώρητο κι ακόμη παραπέρα, το παράνομο ζεύγος είχε αποκτήσει μία ανεπανάληπτη οικειότητα. Στο πλαίσιο αυτής και σαν ύψιστο δείγμα αγάπης και εμπιστοσύνης, η Χρύσα έκανε την απερισκεψία να ομολογήσει στον Τιμαγόρα την ύπαρξη του τρομερού Παλλάδιου και μάλιστα να τού το παραχωρήσει κιόλας λέγοντας “η αγάπη μου για σένα είναι τόσο βαθιά, ώστε δεν επιτρέπω να υπάρχει σκιά ή μυστικό μεταξύ μας. Από τον ουρανό μάς έπεσε εμένα και του συζύγου μου τούτο το πολυτιμότερο αντικείμενο που υπάρχει, τούτο το ανίκητο βασκάνιο, φυλαχτάρι και χαϊμαλί. Σού το παραδίδω για να το διαθέσεις, όπως νομίζεις και αυτή η πράξη μου είναι μαρτυρία της ύψιστης αγάπης μου για σένα”. Η Χρύσα έσπρωξε το Παλλάδιο και ο Τιμαγόρας το παρέλαβε. Τότε η Παλλάδα του Παλλάδιου ζωντάνεψε στην τερατώδη της εκδοχή ως Οφιούχος αλλά και ως Όφις και είπε στην Χρύσα “κι εγώ σ’ αγάπησα, αλλά εσύ ομολόγησες την ύπαρξή μου και με εκχώρησες και αυτό σφράγισε τη μοίρα μας”. Η Χρύσα συγκλονισμένη από το αναπάντεχο συναπάντημα κατέφυγε στην αγκαλιά του εραστή της για να ανακουφιστεί. Όμως μόλις η φαεινή, ευπλόκαμος, λευκόπτερος, ροδοστεφής, ροδόσφυρος, χρυσήνιος, χρυσόθρονος, χρυσοπέδιλος, ροδοδάκτυλη, κροκόπεπλος Ηώς ανέτειλε, είδε ξαφνικά η Χρύσα τον Τιμαγόρα, τουλάχιστον όσο αφορούσε τη δική της οπτική, να μεταμορφώνεται σε κάπρο – μη ξεχνάμε ότι “καπρ” σημαίνει πέος στα σανσκριτικά- και μάλιστα σε κάπρο γεμάτο σιχαμερά γάγγλια, δηλαδή μυξοειδείς σάρκες και κήλες τενοντιαίων ελύτρων ή αρθρικών θυλάκων, ενώ το εκχεόμενο σπέρμα του έγινε αντί για ποταμός Ευφράτης, ποταμός Κοπράτης. Σε έξαλλη κατάσταση η Χρύσα άρχιζε να ουρλιάζει μέχρι που ήλθαν οι νοσοκόμοι, την έδεσαν με μεγάλη δυσκολία σε φορείο και τής φόρεσαν ζουρλομανδύα. Ακόμη και τότε η Χρύσα χτυπιόταν πάνω στο προσκέφαλο και ωρυόταν βγάζοντας αφρούς από το στόμα φωνάζοντας “μα είναι τέρας, δεν το βλέπετε;”, αλλά βέβαια κανένας άλλος εκτός από αυτήν δεν έβλεπε τον Τιμαγόρα ως τέρας.-

          -Ιδιοκτήτης του Παλλάδιου έγινε πλέον ο Τιμαγόρας, ο οποίος δεν μπορούσε να εξηγήσει τη σειρά κακοτυχιών, που έκτοτε τον καταδίωκε. Αργότερα ο Τιμαγόρας έκανε μία καινούρια σχέση και ανέπτυξε δεσμό τον μουσικό Μέλητα. Κάποιο βράδυ, όπου τα αισθήματά του είχαν φθάσει σε δυσθεώρητο ύψος, απεκάλυψε κι αυτός στον Μέλητα την ύπαρξη του πανίσχυρου Παλλάδιου και προσφέρθηκε να τού το χαρίσει. Όμως ο Μέλης ήταν αφοσιωμένος μόνο στην τέχνη του και δεν είχε μυαλό για τίποτε άλλο, οπότε απέκρουσε την προσφορά ως κάτι αδιάφορο γι’ αυτόν θυσιάζοντας στον Αντέρωτα. Όσο επέμενε ο Τιμαγόρας, τόση απέχθεια για το συγκεκριμένο τεχνούργημα προκαλούνταν στον Μέλητα, ο οποίος προφανώς ως καλλιτέχνης είχε διαισθανθεί τη διαβολική φύση του αντικειμένου. Τελικά η μη αποδοχή εκ μέρους του Μέλητα της ύψιστης προσφοράς του Τιμαγόρα οδήγησε στο χωρισμό τους. Εφόσον όμως από τις τρεις αρχές του τεχνουργήματος, η αρχή του ανεκχώρητου δεν είχε παραβιαστεί, ο Τιμαγόρας νιώθοντας τεράστια απογοήτευση μπόρεσε τέλος πάντων να το επιστρέψει στην Τροία. Εκεί έχει πάντα τη θέση του ως φυλαχτό πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν και προστατεύει την Τροία από κάθε κακό, πράγμα που σημαίνει ότι και η κατάληψή της από τον Ηρακλή δεν είναι καθόλου κακό. Να προσθέσουμε όμως ότι, αν και στη δική μας Δημιουργία ο Τρωικός πόλεμος δεν έχει ακόμη λάβει χώρα, σε άλλες Δημιουργίες, γνωστές από τα επικά άσματα, έχει συμβεί και σ’ αυτές ο Οδυσσέας και ο Διομήδης παρεισέφρησαν στην Τροία και απέσπασαν το Παλλάδιο με πρωτότυπο τρόπο κυριότητας, ήγουν κλοπή, με αποτέλεσμα να μεταβιβαστεί η ενέργειά του από τους Τρώες στους Έλληνες και να γείρει υπέρ τους η πλάστιγγα του πολέμου.»  

          «Απίστευτη ιστορία», ομολόγησε η Ηώ. Αφού σιώπησε για ένα διάστημα επηρεασμένη, είπε: «Δεν βλέπω όμως τι σχέση έχει με όσα εμείς καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σ’ αυτόν τον αφιλόξενο ωκεανό».                 

   «Είναι γνωστό, πολέμαρχε, ότι ο πλανήτης Άρης φημίζεται για τις περίφημες πριγκίπισσές του. Πρόκειται για όντα παραπλήσια με τις δικές μας σειρήνες, είναι δηλαδή ωμοφάγα και ανθρωποφάγα, γι’ αυτό η ευχάριστη όψη τους δεν πρέπει να ξεγελάει. Η μη άμεσα διαπιστώσιμη επικινδυνότητά τους είναι άλλωστε και η εξήγηση για το πώς μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά με τα υπόλοιπα φρικιαστικά πλάσματα που ζουν εδώ. Όταν ένα ανυποψίαστο σκάφος περνάει από τις νησίδες τους, όπου αυτές στέκονται και περιμένουν σαν ακίνητες κούκλες και πλαγγόνες κάποιου θεματικού πάρκου, δεν προσπαθούν να σαγηνεύσουν τον ταξιδιώτη με το τραγούδι τους, ούτε απορούν ως γοργόνες αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, αλλά κάνουν άλλες ερωτήσεις σύμφωνα με την αρχή του Αντισθένη “αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις”, όπου ο ερωτώμενος πρέπει οπωσδήποτε να αρνηθεί τιμώντας την παράδοση του Παλλάδιου, το ανομολόγητον, το ανεκχώρητον, το ανέντροπον. Αν ο ταξιδιώτης αποδειχθεί μπόσικος- υποχωρητικός, εύκολα τού επιβάλλουν την κυριαρχία τους, που φθάνει από τη δουλεία ως την καταβρόχθιση ως εντελώς άμεση ανάλωση. Αντίθετα η σθεναρή άρνηση τις γοητεύει και αφήνουν τον διαβάτη να συνεχίσει το ταξίδι του.»           

«Χμ», σκέφτηκε η Ηώ, «απέναντι σ’ αυτές τις πριγκίπισσες πρέπει η γλώττα να μην προτρέχει της διανοίας. “Τον τιθέντα τι προσήκει αυτό ερμηνεύειν.” “Ακολουθία φίλους φέρει, αλήθεια εχθρούς”. Κατά Αισχύλο, “επαινώ γλώτταν εύφημον φέρειν, σιγάν όπου δει και λέγειν τα καίρια”. Κατά Θέογνη “Πολλοίς ανθρώποις γλώττη θύρα ουκ επίκειται αρμοδίω και σφιν πόλλ’ αλάλητα πέλει”[49]. Ο Σωκράτης λέγει: “Ράον αν τις διάπυρον άνθρακα επί γλώττης κατάσχοι ή λόγον απόρρητον”.»[50]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο:

ΚΑΤΩΝ Ο ΑΡΕΙΑΝΟΣ

 
       “Gaia delenda est”,[51] ξερόβηξε και φώναξε ο προγάστορας Κάτων ο Τιμητής τεντώνοντας την πλάτη του και αντανακλαστικά προτείνοντας με περηφάνια την τεράστια κοιλιά του, ξεσηκώνοντας το μεγαλύτερο πλήθος του αμφιθεάτρου από τα ικρία του. Υπήρχαν βέβαια και εκείνοι με πολιτικά αντίθετες πεποιθήσεις, που ξελαρυγγιάζονταν προσπαθώντας ν’ ακουστούν.

          «Δεν ξέρεις τι λες, ακόμη κι η λέξη “Γαία” ή η λέξη “deleo” είναι ελληνική και βγαίνει από το δηλητήριο».

    Κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς τους παρισταμένους παρευρίσκονταν ως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και η Ηώ με τον Δαίδαλο, ενώ ο Τιθωνός είχε μείνει στο σκάφος μαζί με τον Εχέδωρο για να μη τραβήξει την προσοχή με την εξαμβλωτική αναπηρία του. Προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το φόβο και την αποστροφή τους, αφού όσοι τούς περιστοίχιζαν, ναι μεν δεν διέφεραν ως προς την εξωτερική εμφάνιση, αλλά ενδέχεται να ήσαν και ανθρωποφάγοι, όπως παραδοσιακά και η πριγκίπισσά τους Σελέαστρις.    

          Ο Κάτων δεν ταράχθηκε καθόλου και χαμογέλασε. Ήξερε ότι κάθε μέρα κέρδιζε καινούριους οπαδούς, τον ειρωνεύονταν όλο και λιγότερο και τον άκουγαν όλο και με περισσότερη προσοχή. Θυμόταν πολύ καλά την εποχή που είχε ξεκινήσει την εκστρατεία του εναντίον της Γης, τα ειρωνικά χαμόγελα, τα χασκόγελα και τα κουνήματα των κεφαλιών. Στην αρχή, καθώς περνούσε μπροστά από τους άλλους αντιπροσώπους δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει κάποια ψυχρότητα, ένα κάποιο σφίξιμο, καθώς τον χαιρετούσαν. Κάποιοι υπονόησαν τότε ότι για να διαλέξει αυτή την ατζέντα είχε ανάγκη από ιατρική παρακολούθηση, αλλά τώρα όλοι τον άκουγαν με σοβαρότητα.

“Caveant consules ne quid detrimenti respublica capiat”,[52] είπε πάλι με στεντόρεια φωνή ο Κάτων, κοιτώντας τον καθένα από τους σύνεδρους στα μάτια και απολαμβάνοντας την υπεροχή του.

Νέο κύμα ενθουσιασμού παρέσυρε τους οπαδούς του. Ο Κάτων ο Αρειανός περίμενε πρώτα να καταλαγιάσουν οι επευφημίες και συνέχισε.

«Θα αναρωτιέστε βέβαια γιατί τόσα χρόνια επιμένω σε ένα τόσο αιμοδιψές και σκληρό αίτημα -επιμένω και όχι εμμένω, διότι η επιμονή είναι αρετή, ενώ η εμμονή είναι αρρώστια. Σάς βεβαιώνω ότι την πρώτη φορά που πρόφερα τη φράση, η καρδιά μου σφίχτηκε και τα εντόσθια μου συστράφηκαν από την αηδία. Είμαι Αρειανός, όπως όλοι σας, και θεωρώ το φόνο ως υπέρτατο κακό και τη βία ως μέθοδο και εκδήλωση των ζώων. Όμως, όπως κάθε ρεαλιστικός άνθρωπος επιφυλάσσω και αναγνωρίζω στους ηγέτες μας, όπως είναι η Σελέαστρις, την ευχέρεια της ανθρωποφαγίας, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά μας.»

«Τσιράκι του Δία», φώναξε η Ηώ για να προκαλέσει αντιδράσεις και να συνεγείρει όσους εκ του ακροατηρίου δεν έστεργαν να συμβιβαστούν με το καθεστώς των Ολύμπιων.

Ο Κάτων σοβαρεύτηκε:

«Είναι δυνατό και συνετό να αμφισβητήσουμε τον Δία, που έφερε την αιώνια ειρήνη στον Άρη μέσω του θεού Άρη; Ο Ζευς και η ακολουθία του με την παρουσία και την κυριαρχία του έδωσε αξία και υπόσταση στον κόσμο μας. “Nec deus intersit, nisi dignus vindice nodus“[53]. Ο Δίας μάς έφερε τον πολιτισμό και την υπερσύγχρονη τεχνολογία του, επειδή ακριβώς είχαμε την προνοητικότητα και τη σύνεση να μην αντισταθούμε. Αντίθετα, δείτε τη Γη. Αντιστέκεται διαρκώς στην πεφωτισμένη ηγεσία των Ολύμπιων με κάθε τρόπο. Οι γήινοι και η εμπροσθοφυλακή τους, οι τιτάνες, καταστρέφουν, βασανίζουν, σκοτώνουν, αναιρούν τα έργα των Ολύμπιων, αρνούνται να μαζέψουν έστω μερικά φύλλα δάφνης για να τούς τιμήσουν. Όταν έφτασαν τα πρώτα ραδιοσήματα για τη γήινη αντίσταση, δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει φυλή έλλογων όντων αφιερωμένη στην επίθεση, στο φόνο, τα βασανιστήρια, την κλοπή και τη βαρβαρότητα. Καταγγέλλω ενώπιον όλων το τιτανικό κίνημα, που αρνείται την υπακοή και την υποταγή σ’ αυτά τα καλόβολα και καλόπιστα όντα της άλλης διάστασης. Οι τιτάνες είναι πραγματικά το μαύρο πρόβατο του ηλιακού συστήματος, “rara avis in terris, nigroque simillima cygno”.[54]

-Άνθρωποι είμαστε κι εμείς και σίγουρα τίποτε το ανθρώπινο δεν μάς είναι ξένο![55] Όταν λοιπόν οι δέκτες μας έπιασαν τις πρώτες τηλεοπτικές εκπομπές σχετικά με το τρομοκρατικό τιτανικό κίνημα, τα σαγόνια μας κρεμάστηκαν! Ψάχναμε να δώσουμε μία λογική εξήγηση για αυτό το ξέσπασμα, μία δικαιολογία – και μην ακούσω τις τιτανικές λεπτολογίες που κάνουν την τρίχα τριχιά, ότι άλλο εξήγηση και άλλο δικαιολογία. Πλην όμως τα μάτια μας επαλήθευσαν αυτά, για τα οποία τα αυτιά μας θα μπορούσαν να αμφιβάλλουν, και όσα οι ευαισθησίες μας απέκρουαν ενστικτωδώς μάς τα επέβαλαν τα αδήριτα γεγονότα. Δεν χρειάζεται να σάς αναλύσω τις φρικαλέες εικόνες, που λαμβάνουμε από τον γαλάζιο πλανήτη, τόσο υποτιμητικές για την αισθητική μας! Φόνοι, φόνοι, φόνοι, εξ αμελείας, εκ δόλου, άμεσου ή ενδεχόμενου, εκ προμελέτης, σε βαθμό που να αναγκάζεται κάποιος να συμπεράνει ότι η βία είναι η μόνη πραγματικότητα αυτού του πλανήτη. Και μην νομίσετε ότι η βία αφορά μόνο την αντίσταση κατά των θεών (σ.σ. εδώ ο Κάτων ανέβασε δραστικά τον τόνο της φωνής του), διότι εφαρμόζεται και ασκείται απαρέγκλιτα και μεταξύ τους, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, έθνος εναντίον έθνους, μάνα εναντίον παιδιού, παντού και πάντα βία και θάνατος!»          

  «Αυτά συμβαίνουν και στον Άρη», «Μη πολιτική βία υπάρχει παντού», «Είσαι λαϊκιστής, Κάτωνα!», «Αφού είπες, δεν θα αναλύσεις τις εικόνες, τι τις αναλύεις:», ακούγονταν σποραδικές φωνές αντιπάλων, παρακινημένες και ενορχηστρωμένες από τους Ηώ, Δαίδαλο.  

«Εγώ λαϊκιστής;», φούσκωνε σαν φασιανός ο δημαγωγός Κάτων. «Εσείς είστε άσχετοι. “Scribimus indocti doctique poemata passim”[56]. Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα, τι το κάναμε εδώ μέσα; Αμφισβητείτε ότι οι γήινοι έχουν αναπτύξει ατομική βόμβα και θα τη χρησιμοποιήσουν εναντίον μας; Όλοι γνωρίζουν ότι έχουν πυρηνικό πρόγραμμα και εμπλουτίζουν ουράνιο! Μάς λέτε, εσείς οι ειρηνιστές ότι δεν είναι δική μας δουλειά οι μάχες της Γης. Κι όμως είναι, διότι μετ’ ου πολύ θα μεταφερθούν σε μάς. Κάποιοι από σάς, τους ψευτο-προοδευτικούς μαλακοπίτουρες με τις χλιαρές φιλοσοφικές απόψεις, μού έχετε κολλήσει περιπαικτικά το παρατσούκλι “Κάτων ο Τιμητής”. Ε λοιπόν κι εγώ αποδέχομαι το όνομα! Όπως έλεγε ο Κάτων για την Καρχηδόνα, έτσι λέω κι εγώ πως η Γη πρέπει να καταστραφεί. Όχι σ’ ένα μήνα ή ένα χρόνο, αλλά τώρα για να μην πω χθες! Όχι εξαιτίας των όσων έκανε και συνεχίζει να κάνει στον εαυτό της- συμφωνώ ότι αυτό είναι εσωτερική της υπόθεση -, αλλά για όσα θα κάνουν τελικά σε μάς. Είναι φανερό ότι απειλούν και θέλουν να διαταράξουν τον τρόπο ζωής μας, να υπονομεύσουν και να τορπιλίσουν την αλήθεια μας με τη χαμερπή ζωή τους.[57] Γι’ αυτό η λύση είναι το προληπτικό χτύπημα, θα αντιστρέψουμε δηλαδή το ρητό και θα πλήξουμε τη ζωή τους δια της αληθείας μας, θα εξαγάγουμε το πολυφίλητο ειρηνικό καθεστώς μας σ’ αυτούς! [58] Ναι, θα εξακολουθήσω να τα λέω αυτά μέχρι να πείσω και τον τελευταίο σας ότι ο πόλεμος με τη Γη είναι δυστυχώς η μόνη λύση. “Gutta cavat lapidem non vi, sed semper cadendo”.[59]»

Ο Κάτων κάθισε στη θέση του. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν, όπως συνήθως, ένα τυπικό χειροκρότημα ή απορριπτική σιωπή, αλλά μία θύελλα ενθουσιασμού και επιδοκιμασίας. Πλέον ακόμη και οι πιο επιφυλακτικοί στη ρητορεία του Κάτωνα φαίνονταν πεπεισμένοι με τα γελοία επιχειρήματά του, γιατί – μην ξεχνάμε- η επιμέλεια δεν πείθει, ενώ η πειθώ δεν είναι επιμελής. Βλέποντας η Ηώ ότι δεν υπάρχει αντίδραση από το σύνολο του αμφιθεάτρου, αποφάσισε να πάρει το λόγο, διότι πολύ απλά η σιωπή δεν ήταν πλέον επιλογή! Εκμεταλλευόμενη τη δημοκρατικότητα της εποχής των τιτάνων, δήλωσε απλά ένα φανταστικό όνομα και άρχισε αμέσως να μιλάει, χωρίς κανείς να τής ζητήσει διαπιστευτήρια ή να προβάλει ένσταση ότι δεν την είχε ξαναδεί.      

«Σεβαστέ Κάτων, είμαι μία από εκείνα τα άτομα, που ακόμη κι αν δεν ελπίζουν να επικρατήσουν σε μία διαφωνία, κερδίζουν μία μικρή ικανοποίηση καταθέτοντας τις απόψεις τους. Ειδικά για όσα είπες στην τελευταία σου περιστροφή, υπάρχει διαλεκτική απάντηση για κάθε σκέλος της, την οποία ήθελα να σού προβάλω. Καταρχάς, να επισημάνω ότι από πλευράς μεθοδολογικής, υποπίπτεις διαρκώς σε μεγάλα σφάλματα. Λες ότι δεν θα αναλύσεις κάτι και το αναλύεις. Ύστερα παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως τη σταγόνα, που αργά κοιλαίνει τον βράχο, ώστε να φανείς η επιτομή της σταθερότητας και της συνέπειας, ενώ αντίθετα οι απόψεις σου είναι μία δέσμη πυροτεχνημάτων, τις οποίες εξαπολύεις στα κουτουρού ως αδέσποτους πυραύλους, βαρώντας μια στο καρφί και μια στο πέταλο και ό,τι πιάσει. Αλλά ας αναφερθούμε επί της ουσίας: Στις σχέσεις των χωρών μεταξύ τους, όπως και στις σχέσεις των ανθρώπων, πρέπει να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που να ορίζουν τις συμπεριφορές, αλλιώς μία παγκόσμια κοινωνία είναι αδύνατο να δομηθεί. Ένα από τα κριτήρια, που χαρακτηρίζουν αν ένας πόλεμος είναι δίκαιος ή όχι, – διότι ακόμη και ο πόλεμος υπάγεται στο δίκαιο, όπως προκύπτει από τις συνθήκες για μη βομβαρδισμό αμάχων και για την ανθρώπινη μεταχείριση των αιχμαλώτων- είναι το “ποίος ήρξατο χειρών αδίκων”. Όποιος λοιπόν κάνει “προληπτικό πόλεμο” στην πραγματικότητα απλά επιτίθεται και κηρύσσει πρώτος τον πόλεμο απέναντι σε ένα άλλο έθνος. Ό,τι δικαιολογία και να επικαλεστεί, αυτό δεν αλλάζει, διότι στ’ αλήθεια αυτό είναι εξήγηση και όχι δικαιολογία. Οτιδήποτε συμβαίνει έχει μία εξήγηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται κιόλας.

-Oι πόλεμοι έχουν πάντα επεκτατικούς σκοπούς, είτε εδαφικούς είτε εκμετάλλευσης πηγών ενεργείας και πρώτων υλών. Υποτίθεται όμως ότι κηρύσσονται για δύο λόγους: α) ότι το όμορο κράτος δεν συναινεί σε εμπορικές ή άλλες συμφωνίες κοινής εκμετάλλευσης ορυκτών, σπάνιων γαιών κ.λπ., που βρίσκονται στο στόχαστρο του επιτιθέμενου πολεμησείοντος και στο έδαφος του δεχόμενου την επίθεση. Στην ουσία ο επιτιθέμενος παραπονείται: μα γιατί δεν μού δίνεις σημασία, γιατί δεν με εκτιμάς τόσο ώστε να κάνουμε δουλειές μαζί. Εδώ, Κάτωνα, για να απαντήσω στη γλώσσα σου, ισχύει το “inter enim arma silent leges”.[60] Είναι ανεπίτρεπτο και ανήθικο να ασκείς βία, ώστε να αναγκαστώ να συμφωνήσω μαζί σου, όπως δεν μπορείς με κακοποιητική συμπεριφορά να με κάνεις να σε αγαπήσω. β) Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει ο επελαύνων είναι ότι φοβάται μήπως ο αντίπαλος τον χτυπήσει πρώτος και γι’ αυτό χτυπά πρώτος αυτός! Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως ο δεχόμενος την επίθεση διαφέρει από εμάς στο θρήσκευμα ή στο πολίτευμα και γενικά έχει την τάση να είναι τόσο διαφορετικός από εμάς, ώστε να μάς… ανησυχεί και να θεωρούμε ότι στο μέλλον ενδέχεται να στραφεί εναντίον μας! Εδώ η διαφορά είναι βαθύτερη απ’ ό,τι στην προηγούμενη περίπτωση, διότι ως θρησκευτική και ηθικοθεσμική αναδεύει τα μύχια των ανθρώπων και πλήττει ή αμφισβητεί το ίδιο το ηθικό θεμέλιό τους. Σαν να λέει ο κυνηγός στο θήραμά του: καλά, δεν ντρέπεσαι που θες να μού επιτεθείς; Σ’ αυτό το σημείο βέβαια εύκολη είναι η απάντηση, ότι δηλαδή “αιδούς παρά πάσιν άξιος έση, εάν πρώτος άρξη σεαυτόν αιδείσθαι”,[61] που λέει και ο Θεόκριτος. Καθετί άλλο είναι υποκρισία.»

          Όλη την ώρα που η Ηώ μιλούσε ο Κάτων και οι οπαδοί του δημιουργούσαν φοβερό πανδαιμόνιο, θορυβούσαν, γιούχαραν, ποδοβολούσαν και ποδοκροτούσαν.

          «Πάντως, δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ότι αυτοί είναι πολεμοχαρείς, ενώ εμείς ειρηνικοί…»   

          «Είμαστε ειρηνικοί μάλιστα, πολύ απλά διότι έχουμε υποταχθεί. Οι γήινοι και ειδικά το πιο ανεπτυγμένο αυτή τη στιγμή τμήμα της, η Ελλάδα και τα επιμέρους πόλεις- κράτη της υπό την ηγεσία των τιτάνων, δεν προκάλεσαν τις εχθροπραξίες, αντίθετα δέχθηκαν επίθεση από το Δία και το συνάφι του. Και ισχύει μεν ότι “ουδείς ούτως ανόητος εστίν, όστις πόλεμον προ ειρήνης αιρείται” σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πλην όμως μην ξεχνάμε ότι “εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης” ή όπως λένε στη γλώσσα σου “dolce et decorum est pro patria mori”[62]. “Παντ’ αγαθοί τολμώσι, δειλοί δε εισίν ουδέν ουδαμού”,[63] αλλά και “εικός δε παντί και λόγω και μηχανή πατρίδος ερώντας εκπονείν σωτηρίαν” κατά Ευριπίδη. “Oυς νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον  κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους” μάς λέγει ο Θουκυδίδης, που ορίζει μάλιστα και ποιοι είναι οι όροι διεξαγωγής ενός επιτυχημένου πολέμου, όπου βέβαια πόλεμος δεν είναι η εξαέρωση αμάχων με ρίψη πυραύλων στα κουτουρού, αλλά η μάχη εκ του συστάδην σώμα με σώμα, όπου και μόνον αναδεικνύεται η ανδρεία, αλλά και η γυναικεία. “Νομίσατε τρία είναι του καλώς πολεμείν, το εθέλειν και το αισχύνεσθαι και τοις άρχουσι πείθεσθαι”[64] (Θουκυδίδης). Αλλά και ο Δημόκριτος δεν διαφωνεί: “Από ομονοίας τα μεγάλα έργα και ταις πόλεσι τους πολέμους δυνατόν κατεργάζεσθαι, άλλως δ’ ου”.[65]

          «Φτάνει, φτάνει πια με τα τιτανικά ρητά, έλεος», ούρλιαζε ο Κάτων. «Τι τα θέλουμε όλα αυτά, εμείς έχουμε τις τέχνες και τα γράμματα, έχουμε “otium cum dignitate”[66]».

          «Τίποτα απολύτως δεν έχουμε. Τις τέχνες και τα γράμματα δεν τα έφερε ο Δίας από την άλλη διάσταση, αυτοί ασχολούνται μονάχα με το να τρωγοπίνουν και να ευφραίνονται με την κνίσα που γαργαλάει τα ρουθούνια τους. Ισχύει αντιθέτως ότι “Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Marti”[67]. Αυτό βέβαια έγινε διότι η εξέλιξη δεν χωρεί με παρθενογένεση ούτε με αδράνεια, αλλά με αγώνα  διαρκή και εξουθενωτικό κατά το “πόλεμος πατήρ πάντων” του Ηρακλείτου από υποκείμενα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά δεν τις αποδέχονται μοιρολατρικά, δεν εφησυχάζουν ούτε απογοητεύονται, ίσα- ίσα αγωνίζονται μέχρι να τις υπερβούν. “Πενία και στέρησις τέχνας κατεργάζεται”. Η αρχαία αρειανή μας  γλώσσα εμπλουτίστηκε με χιλιάδες ελληνικές λέξεις, εξόχως κατάλληλες και για τις επιστήμες και για τις τέχνες. Τα διάφορα αθλήματα της Ελλάδας μάς διασκεδάζουν, άσχετα αν οι Ολύμπιοι πάνε να τα σφετεριστούν ονομάζοντας τους αγώνες Ολυμπιακούς. Αρματοδρομίες, ιπποδρομίες, στάδιον, πυγμαχία, παγκράτιον. Οι τέχνες της Ελλάδας ξανάδωσαν ζωή στη σκέψη μας, προσφέροντάς μας καινούριες μορφές, ιδέες και κατευθύνσεις. Οι κονισαλέες βιβλιοθήκες μας γέμισαν με χιλιάδες βιβλία πάνω στα θέματα των πόλεων-κρατών, της δημοκρατίας και των τιτάνων, που εκπροσωπούν το αριστοκρατικό και αξιοκρατικό στοιχείο της δημοκρατίας, με το θέατρο και τις τραγωδίες τους, που δεν χρειάζεται να εφευρίσκουν καινούριους ήρωες, διότι θριαμβεύουν και πάσχουν, ηττώνται και αγωνίζονται, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο οι αρχετυπικοί ήρωες της μυθολογίας τους. Ας είμαστε ευγνώμονες για την εξωστρέφεια και τη νοοτροπία των Ελλήνων να τα εκθέτουν όλα στο φως, να δημοσιεύουν και να μην κρατούν τίποτε κρυφό, να διασπούν τη μυστικοπάθεια και την κρυψίνοια των ιερατείων και να γνωστοποιούν κάθε εύρεση ή ανακάλυψη, κάθε ιδέα ή έννοια, μέχρι να τη μάθει και να επωφεληθεί και ο τελευταίος άνθρωπος! Σε ποιον τομέα του βίου μας δεν έχουμε αισθανθεί την επιρροή της Γης; Οι γιατροί μας χρησιμοποιούν μεθόδους του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη για να σώσουν ζωές Αρειανών. Τα θεραπευτήρια μας ακολουθούν τις συνταγές των Ελευσίνιων και άλλων μυστηρίων για να ιαίνουν τους ασθενείς με τη μέθοδο της καταπληξίας, της δόνησης και του (συγ-) κλονισμού. Τα μουσικά έργα των γήινων γεμίζουν τις αίθουσες των συναυλιών μας και τα τραγούδια τους σιγοψιθυρίζονται σε όλες τις συνάξεις του Άρη ή άδονται δυνατά υπό καθεστώς…κρασοκατάνυξης. Σάς ανέφερα μόνο ένα μικρό μέρος της ατέλειωτης σειράς των θησαυρών που μάς χάρισε η Γη και το τρέχον απάνθισμά της η Ελλάδα. Αυτή την Γη κι αυτή την Ελλάδα θέλετε να καταστρέψετε; Ίσως μάς ξενίζει η ακατάλυτη αισιοδοξία τους, το “θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον”[68], ότι δεν τα παρατούν ποτέ, ότι πάντα συνεχίζουν, ότι παρά τις έριδές τους την κρίσιμη στιγμή ενώνονται, ότι κάνουν πράξη το στερεότυπο “επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να ξανασηκωθείς”, όπως και όλα τα στερεότυπα, διότι τα πιστεύουν, δεν τα βλέπουν ως κάτι εξωτερικό προς αυτούς, αλλά βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτά. Πώς είναι δυνατό να θέλουμε να επιτεθούμε εναντίον σκεπτόμενων και αγωνιζόμενων ανθρώπων; Πώς θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε ξανά ήσυχοι, αν τούς εξολοθρεύσουμε;»

          Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Κάτων ο Αρειανός και είπε το πιο λαϊκίστικο, δημαγωγικό και αναίσχυντο επιχείρημα, διενεργώντας μία ανόσια αντιστροφή.

          «Πώς θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε ξανά ήσυχοι, αν δεν τούς καταστρέψουμε;»

          Η συζήτηση κινδύνευε να οδηγηθεί σε αδιέξοδο, αλλά είχε έλθει η ώρα να επέμβει η πριγκίπισσα Σελέαστρις στην παράδοση των αρειανών ηγεμόνων, που ακολουθούσαν το δόγμα του Παλλάδιου.

          «Αρκετά ακούσαμε και ήλθε η ώρα για την τελική μας απόφαση. Πιστεύω ότι η κυρία που μίλησε τελευταία, αν και δεν την γνωρίζω, κινήθηκε στην ευγενή παράδοση του Παλλάδιου, που εμπνέει και καθοδηγεί κάθε Αρειανό εδώ και πολύ καιρό. Είναι λάθος τελικά να επιδιώκουμε αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι στέκει διαθέσιμο και εύκαιρο για μάς. Εδώ πρέπει να δεχτούμε την τιτανική παράδοση, γιατί είναι μέρος και της αρειανής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εν προκειμένω λοιπόν με την πρώτη ματιά ενδείκνυται, είναι ελκυστικό, φαντάζει ωφέλιμο να επιτεθούμε στη Γη, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις μακροχρόνιες συνέπειες τόσο γι’ αυτούς όσο και για μάς, όμως ακριβώς γ’ αυτό το λόγο δεν θα το κάνουμε. Και τούτο, διότι η αποκοτιά πολλών εγχειρημάτων με αβέβαιο και συχνά εφιαλτικό και καταστροφικό αποτέλεσμα μάς διδάσκει ότι η επιτυχία και η ευτυχία έγκειται στην αυτοσυγκράτηση. Αρειανοί, με μία επίθεση κατά της Γης έχουμε πολλά να χάσουμε και τίποτε να κερδίσουμε. Αν θέλουν οι θεοί, ας χτυπήσουν τη Γη οι ίδιοι, εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να διαταράξουμε τον τρόπο της ζωής μας με έναν πόλεμο και μάλιστα ενάντια σε έναν επίμονο αντίμαχο, όπως είναι οι τιτάνες. Ως ηγέτιδα με ευρύ ορίζοντα, δεν διστάζω να υιοθετήσω εν προκειμένω δύο δημοφιλή ρητά τους, ήγουν το του Δημόκριτου: “Ην μη πολλών επιθυμέοις, τα ολίγα σοι πολλά δόξοι”,[69] αλλά και εκείνο που λέει: “Σωκράτης ερωτηθείς πώς αν γένοιτο τις πλούσιος, ει των επιθυμιών, έφη, είη πένης”[70]».  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17:

ΟΧΙ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗ

Εκ του διαστημόπλοιου Δεινοπτέρυγου εγεννήθη το υποβρύχιο Δεινόπλευστος και εξ αυτού η άκατος «Ταφροπηδητής». Και σίγουρα ο τελευταίος, όπως λέει και το όνομά του, θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά χρήσιμος σε μία περιοχή του Άρη, που λεγόταν Χάσμα Δικαίου -τρέχα γύρευε γιατί- και προμήνυε άλματα πάνω από λάκκους, κρατήρες, τάφρους, χάσματα και άλλες προκλήσεις που έβαζε στους ταξιδιώτες του ο Άρης. Το όχημα άρχισε λοιπόν να φιδοσέρνεται στο κόκκινο χώμα, πηδούσε δε σαν ψύλλος, μόνο αν αυτό ήταν απαραίτητο. Η άμμος γεμάτη από οξειδωμένο σίδερο έθετε σε μεγάλη δοκιμασία τις αναρτήσεις, τις ερπύστριες, ακόμη και τα ελατήρια των σκιρτητών- ιππαστών, με τους οποίους  ο Ταφροπηδητής εκσφενδονιζόταν πάνω από τις χαράδρες. Επειδή στην Ηώ άρεσαν τα μετατρέψιμα αυτοκίνητα με αποσπώμενη οροφή, είχε ανοιχτή την γυάλινη καλύπτρα αγνοώντας ή και προκαλώντας ή και εισπνέοντας ηδονικά τη σκόνη κι ας έμπαινε μέσα στο δίοπτρο της οδήγησης, κι ας χωνόταν ύπουλα μέσα στον κομψό λαιμοδέτη της.

Αγκομαχώντας σαν όνος μοναχού στα Ιμαλάια και αναπηδώντας διαρκώς πάνω στο κάθισμα συνέχιζε την κολοχτυπητή πορεία της παιδεύοντας τα πετάλια, τους επιταχυντές και τους επιβραδυντές, αλλάζοντας ταχύτητες, κακοποιώντας τον συμπλέκτη, ενώ η οθόνη μπροστά της πρόβαλε συνεχώς εναλλακτικούς χάρτες. Η έρημος ήταν κόκκινη και νεκρή χωρίς καν κάκτους.  Πέρασε το φρύδι ενός λόφου, έσβησε με αντίθετη κίνηση έναν πλάγιο άνεμο, έκανε το γύρο μίας φυσικής πέτρινης πυραμίδας και είδε την υποτακτική της Μητριάρχου, η οποία είχε ζητήσει τη βοήθειά της, να την περιμένει. Είχε θεοβρωμικά (σοκολατένια) μάγουλα, ποικιλόχροα επαλλάσσοντα μάτια, τέλεια δόντια, κοντοκουρεμένα μαλλιά.

«Η Μητριάρχης σάς περιμένει, ροδόσφυρε Ηώς», είπε, διαλέγοντας απ’ όλα τα κοσμητικά επίθετα, που στόλιζαν την Ηώ, το πιο διακριτικό και καλαισθητικό, αφού αναφερόταν στα σφυρά της. «Τα ιερά κείμενα είναι στη διάθεσή σας να τα ερμηνεύσετε, πράγμα βέβαια, που αποτελεί πρωτοτυπία και τόλμημα της Μητριάρχου, αφού, ως γνωστόν, γενικά ισχύει ότι τα ιερά κείμενα δεν ερμηνεύονται».

Η Ηώ την πήρε μαζί στο όχημα, σαν να είχε κάνει αυτοκινητο- σταμάτημα και μαζί εισχώρησαν πιο βαθιά, σ’ αυτό που ονομαζόταν κατά τρόπο πολύπλοκο, εξεζητημένο και επιδεικτικό, Επικράτεια της Γενικής Επιτροπείας του Χάσματος Δικαίου.

Αργότερα βρέθηκε σε μία αίθουσα στρογγυλεμένη με διάμετρο ως πενήντα πόδια και με αντίστοιχο ύψος, που έπαιρνε φως από ένα πελώριο άνοιγμα διάπλατο στον καταγάλανο ουρανό. Χελιδόνια σπάθιζαν τον αέρα πέρα δώθε με χαρούμενα και βιαστικά τιτιβίσματα (σ.μ. πρόδρομος του… τουίτερ). Η υποτακτική της Μητριάρχου είχε εξαφανιστεί και ούτε επρόκειτο να την ξαναδούμε ποτέ. Η φιγούρα της ήταν δηλαδή αντίστοιχη με τους αναλώσιμους κομπάρσους των περιπετειών και των δραμάτων, που η μόνη τους λειτουργικότητα είναι να σκοτωθούν κατά τη διάρκεια της πλοκής (σ.μ. στα σύγχρονα αφηγήματα επιστημονικής φαντασίας το ανάλογο είναι οι περίφημοι κοκκινοχίτωνες φρουροί -ασφαλίτες, που συνοδεύουν ως άγημα τον κυβερνήτη, ακόμη και τον ίδιο τον Προμηθέα, στους διάφορους πλανήτες και πέφτουν εύκολα θύματα των τοπικών μορφών ζωής δίνοντάς του την ευκαιρία να πει το κλασικό πλην εκ των υστέρων και κατόπιν εορτής διατυπωμένο και μη ωφέλιμο πλέον για τους νεκρούς: «ταυροκαθαπτικά ιστολυτικά αιματο-απορροφητικά σκουλήκια, έπρεπε να το είχα προβλέψει»). 

Το πάτωμα, οι καμπυλωτοί τοίχοι, το ταβάνι, ήταν από ένα είδος μάρμαρο με νερά, κάτι σαν πορφυρίτης,  καταστρωμένο, και σε πολλές περιπτώσεις ενσωματωμένο ή αναμεμιγμένο μ’ ένα παράξενο μέταλλο πιο ανοιχτόχρωμο από το χρυσάφι, πιο σκούρο από το ασήμι, θαμπό εκείνη τη στιγμή από την άχνα του πρωινού αέρα, που έμπαινε άφθονος από το κούφωμα.

Η Ηώ πήγε τρικλίζοντας από την αδυσώπητη εναλλαγή των παραστάσεων προς ένα μπαλκόνι ανοιχτό στη λιακάδα, γιατί την τραβούσε το ζωηρό δροσάτο  αγέρι, που ριγούσε εκεί μπαίνοντας και λίγο μέσα στο δωμάτιο με τη φωτεινή του θολούρα σαν στήθος που προεξείχε. Ακούμπησε στη μαρκίζα και εξέβαλε φωνή θαυμασμού, καθώς ήταν πάνω από ένα κενό, μία εσοχή λαξεμένη στην πλαγιά του βουνού. Κάτω ζωσμένος παντού με βουνοκορφές που σχημάτιζαν αδιάσπαστη και απαραβίαστη ζώνη ένας πραγματικός επίγειος παράδεισος απλωνόταν στα όρια του κύκλου της οπτικής επαφής. Ένας κήπος της Εδέμ, των Ηλυσίων Πεδίων ή της Νεφελοκοκκυγίας, ανάλογα με την κοσμοθεωρία του καθενός. Οι χουρμαδιές λικνίζονταν σαν σηματωροί με τα μεγάλα κλωνιά τους, ενώ υπήρχαν και αμυγδαλιές, λεμονιές, πορτοκαλιές κ.λπ., βλάστηση Αγίων Τόπων δηλαδή. Θα μπορούσαν να αναφερθούν ακόμη το κλασικό γαλάζιο ποταμάκι, ο διακοσμητικός καταρράκτης, η λιμνούλα με τις ρόδινες κηλίδες των νουφάρων,  οι ερωδιοί, οι χρυσαφένιοι καρποί, τα εξ αποστάσεως παρατηρούμενα χιόνια  κ.λπ., αλλά ας μη θυμίζει αυτή η αναφορά μαθητική έκθεση.  

Όλα αυτά πάντως τα συστατικά εντός μίας άυλης διαυγούς ατμόσφαιρας συνέθεταν κάτι τόσο αγνό, με τόση έκπαγλη ομορφιά, ώστε τα καημένα τα νεύρα της Ηούς υπερφορτώθηκαν και δεν μπορούσαν να αντέξουν στην κατάφωτη θωριά. Ακούμπησε το κούτελό της στο κιγκλίδωμα, δάκρυσε από τη διάχυτη φωταύγεια και τη συγκίνηση κι έστρεψε πάλι τα μάτια της στο δωμάτιο για να τα προφυλάξει.

Η αίθουσα ήταν επιπλωμένη με γήινο τρόπο, είχε όμως και ανάκλιντρα με εκκεντρικά μαξιλάρια, στρογγυλά, δερμάτινα κατάστικτα από παρδαλά, φανταχτερά πλουμίδια. Σε ένα κούφωμα του τοίχου φάνταζε μία βιβλιοθήκη. Εκεί μπορούσε κανείς να βρει τεύχη σπάνιων περιοδικών, γεωλογικών γνωματεύσεων και πραγματογνωμοσυνών, φυσιοδιφικών εκθέσεων, αρχαιολογικών επιθεωρήσεων, αλλά βέβαια το κύριο μέρος ήσαν τα ιερά βιβλία του Άρη. Να πούμε σ’ αυτό το σημείο ότι οι κάτοικοι του Χάσματος Δικαίου είχαν ενστερνιστεί εδώ και καιρό τη θρησκεία του Ιχθύος, η οποία σε κάθε Δημιουργία εμφανιζόταν ισχυρή και προσήλκυε πολλούς οπαδούς. Ακόμη και έναν άνθρωπο να σώσεις ή να βοηθήσεις, έχει σημασία, και γι’ αυτό ο Χριστιανισμός, αλλά και το Ισλάμ ως πιο απλοϊκή εκδοχή του, δεν θα πάψουν ποτέ να ασκούν γοητεία και να εμπνέουν και το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν πρόκειται ποτέ να παλιώσει ή να σβήσει. Παρότι επί ανταγωνιστικών πνευματικών κινημάτων, η θρησκεία είναι κάτι που συνήθως επικρατεί, στον μελλοντικό ή παρελθόντα κόσμο των τιτάνων ήταν κατ’ εξαίρεση σε μεγάλη κρίση. Προκειμένου να αντιδράσει στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό των Ολύμπιων θεών, η δρακογενιά των τιτάνων είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη Λογική και αυτό δεν κάνει ποτέ καλό στη θρησκεία. Παρά ταύτα ο Ισλαμοχριστιανισμός, κυρίως λόγω του σκέλους του Χριστιανισμού, που ήταν πιο ορθολογικό, αφού μερικοί από τους πιο εξέχοντες πατέρες της εκκλησίας ήσαν λογικοί φιλόσοφοι, έδινε μεγάλη μάχη να επιβιώσει.

Το θέμα με τη χριστιανική θρησκεία είναι ότι το «αγαπάτε αλλήλους» παραείναι αόριστο και επιδέχεται εμμεσοποίηση, μεσολάβηση, συγκεκριμενοποίηση. Τι σημαίνει να αγαπάς τον άλλον και μάλιστα σαν τον εαυτό σου; Ίσως η πιο απλή ερμηνεία είναι, αντί να ψαρέψεις γι’ αυτόν ή να τού κάνεις δώρο ένα ψάρι, να τον μάθεις καλύτερα να αλιεύει. Επίσης και η συγχώρηση, την οποία κηρύττει και επαγγέλλεται ο Χριστιανισμός, εμπεριέχει κάποια προβλήματα. Δηλαδή μπορώ να είμαι φαύλος, πόρνος, λάγνος, δολοφόνος, κλέφτης και ελεεινός και μετά να μετανοήσω, να εξομολογηθώ και να κοινωνήσω και όλα καλά σαν να μην έχει συμβεί τίποτε; Μα πρέπει η μετάνοια μας να είναι ειλικρινής. Και ποιος το ξέρει αυτό; Επειδή ο παπάς όσο κι αν έχει επιφορτισθεί με θείες δυνάμεις και αρμοδιότητες, είναι επιρρεπής στο λάθος, την πλήρη αλήθεια την γνωρίζει μόνο ο Θεός. Ο Θεός ως τι; Ως κάτι εξωτερικό από μάς, ως ένας υψηλός δεσπότης που μοιράζει κατά το δοκούν τη συγχώρηση; Αν ο Θεός δεν μετέχει σ’ εμάς κι εμείς δεν μετέχουμε στο Θεό, τότε πού βρίσκεται η ευθύνη μας για ό,τι συμβαίνει και ο σταυρός της βούλησής μας, η τραγωδία της ελευθερίας μας, που έγκειται στο ότι κάθε επιλογή μάς δεσμεύει ύστερα αμετάκλητα; Και αν παίρνουμε μία αλήθεια, δοτή από πάνω, χωρίς να μετάσχουμε στη διαμόρφωσή της, δεν θα μάς δημιουργήσει αυτό ανείπωτο φανατισμό και μισαλλοδοξία και δεν θα μάς εμφυσήσει την πεποίθηση ότι έχουμε κάποιο είδος αποκλειστικό συμβόλαιο με το Θεό και ιερή αποστολή να διαδώσουμε τη μία και μοναδική αλήθειά του, χωρίς να δεχόμαστε καμία αντίρρηση;  Αυτές ήσαν πάνω κάτω οι ενστάσεις των τιτάνων απέναντι στη θρησκεία του Ιχθύος, που, όπως είπαμε όμως, δεν μείωναν σε τίποτε την δραστική επιρροή της, αλλά και την αδιαφιλονίκητη συνεισφορά της στην εξύψωση του ανθρώπου. Η τιτανική σκέψη δεν θα σταματήσει ποτέ να προβάλει απέναντι στους θεούς, που υπαγορεύουν έξωθεν εντολές, τα εξής: «Ουδείς ελεύθερος εαυτού μη κρατών.  Ταύτα μεν ούτω ίσθι, κρατείν δ’ ειθίζεο τώνδε· γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείης τε και θυμού· πρήξης δ’ αισχρόν ποτέ μήτε μετ’ άλλου μήτ’ ιδίη· πάντων δε μάλιστ’ αισχύνεο σαυτόν»[71] (Πυθαγόρας). «Δει τον ευ φρονούντα τον λογισμόν αεί των επιθυμιών κρείττω πειράσθαι ποιείν[72]» (Δημοσθένης). «Δυοίν λεγόντοιν, θατέρου θυμουμένου, ο μη αντιτείνων τοις λόγοις σοφώτερος»[73] (Ευριπίδης). «Ευεργεσία και τιμή και τιμωρία συνέχει τον των ανθρώπων βίον» (Θεόφραστος).

          Στη συνέχεια η Ηώ οδηγήθηκε στο διαμέρισμα της Ματριάρχου, που ήταν μία αφηρημένη παραλλαγή και επιτομή όλων των στερεότυπων, που είχαν οι τιτάνες στο μυαλό τους και απέδιδαν  στις φυλές της Ανατολής, Εβραίους, Άραβες, Πέρσες κ.λπ. Ήταν κατασκευασμένο από βαμμένους πλίθους, με κωνική κορυφή σαν πελώρια σκήνη νομάδων και με αναπαραστάσεις καμωμένες από δέρμα και λίπος ζώων απλωμένο στους τοίχους με μυστρί, ενώ όλα τα κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα ήσαν χρισμένα με υαλώδη επίστρωση σμάλτου. Η Μητριάρχης, που ονομαζόταν Κρατησιπύλη, είχε κι αυτή μάγουλα με πολλή μελάνι και μελανίνη (ίσως και μελατονίνη για ωραία όνειρα το βράδυ),  λαμπερά, κατάμαυρα μάτια που πετούσαν σπινθήρες, γερά φυτεμένα δόντια παρά την περασμένη ηλικία και κάτασπρα μαλλιά. Φορούσε πολύχρωμη, κλαρωτή, πτυχωτή φούστα σαν ανεστραμμένη γαβάθα, στηριγμένη με οσφυόδεσμο και ακτίνες αλεξιβρόχιου.

          Δέχθηκε τις υποκλίσεις της Ηούς και τής είπε.

          «Είσαι η ποιήτρια;»

          Όταν μιλούσαν οι Αρειανοί για ποίηση ή ποιητές εννοούσαν ερμηνευτές γραφών, σχολιαστές και επιστήμονες κειμένου ή γλωσσάτορες.

          «Ποιητής γεννάται, ρήτωρ γίγνεται», απάντησε η Ηώ.

          «Η καλύτερη είδηση που άκουσα τον τελευταίο καιρό είναι ότι αποφάσισες να ενεργοποιηθείς προς όφελός μας και σε ευχαριστώ γι’ αυτό, διότι έχω μυστικές πληροφορίες για το ποια είσαι και τι αντιπροσωπεύεις», συνέχισε η Μητριάρχης Κρατησιπύλη. Ύστερα έκανε παύση για να υπογραμμίσει ότι μετά από τις φιλοφρονήσεις περνάει στην ουσία. «Τα αρχεία μας είναι παμπάλαια. Όλη η γραμματεία μας αναφέρεται στην θρησκεία μας, που είναι κάτι ανάλογο με τη θρησκεία του Ιχθύος, εκ των κυρίαρχων στη Γη. Είναι η αφήγηση του “αμνού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου”, του “δόντος εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων”. Και τι ωραίο να φορτώνεται κάποιος τα λάθη και τις αμαρτίες μας. Δυστυχώς, στη φυλή μου η χριστιανική θρησκεία έχει παρεξηγηθεί κι έχει δημιουργήσει μία απαισιόδοξη πεισιθάνατη νοοτροπία. Σαν να βιάζονται τα μέλη της φυλής να έλθει ο θάνατος για να αντικρίσουν τον θεό και να τούς συγχωρήσει για αδικήματα και αμαρτίες, που δεν έχουν ακόμη προλάβει να διαπράξουν. Κι επειδή ξέρουν ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία, έχουν περιπέσει σε μία παθητική ανενεργό κατάσταση, σχεδιάζοντας συνειδητά ή ελπίζοντας υποσυνείδητα ότι η παραμέληση του εαυτού τους θα τούς οδηγήσει στον θάνατο μια ώρα αρχύτερα. Έτσι, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται στο λαό μου θρομβώσεις και να προκαλούνται πληγές λόγω κατάκλισης. Χρειαζόμαστε μία ένεση αισιοδοξίας κι επειδή ξέρω ότι εσείς οι τιτάνες έχετε θετική διάθεση προς τη ζωή και μία χαρούμενη παραστατική κοσμοθεωρία, θεωρώ ότι εσύ, Τιτανίδα, είσαι εξόχως κατάλληλη να παράσχεις μία εναλλακτική ερμηνεία των γραφών μας, που θα μάς βγάλει απ’ αυτή τη μιζέρια. Βέβαια χρειάζεται να έχεις και κάποιες γνώσεις από Χριστιανισμό, αλλά ξέρω ότι εσείς οι τιτάνες είσθε μνήμονες πολλών και επιλήσμονες ουδενός».      

          «Θα κάνω ό,τι μπορώ», απάντησε η Ηώ. «Εμείς, οι τιτάνες, υιοθετούμε πάντα μία θετική προσέγγιση στα πράγματα. Πιέζουμε τους εαυτούς μας, αντί να γιουχάρουμε απ’ την εξέδρα, να μπούμε επιτέλους στο γήπεδο. Άμα αφήνουμε τους χειρότερους να ασχολούνται με την πολιτική, τι ελπίδες έχει η χώρα ή η πολιτεία μας; Και ένα λιθαράκι προς τη σωστή κατεύθυνση να βάλουμε είναι σημαντικό! Παράδεισοι δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε θα υπάρξουν, παρά μόνο άνθρωποι που σε δυσμενείς περιστάσεις κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν! Συμπορευόμαστε με τον Αριστοτέλη λέγοντας: “Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής”[74], αλλά και με τον Σόλωνα: “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός ύπεχε!”[75] (σ.σ. μεγαλοφυές ρητό!). Βέβαια η ελευθερία της βούλησης και η συναφής ανάληψη ευθύνης δεν ωφελεί όταν είναι αυθαίρετη, αλλά μόνον όταν συμμορφώνεται σε προηγούμενες εδραίες αρχές. “Μέγιστον αγαθόν μετά νου χρηστότης. Πας ο μη φρονών αλαζονεία και ψόφοις αλίσκεται”,[76] όπως λέγει και ο Μένανδρος.»

          Στη συνέχεια η Μητριάρχης Κρατησιπύλη συνόδεψε την Ηώ μέσα σ’ έναν δαίδαλο διαδρόμων και διαμερισμάτων μέχρι που έφθασαν στην κύρια βιβλιοθήκη. Η Ηώ κύπταξε- κοίταξε ολόγυρα με την απληστία της τιτανικής φιλομάθειας και κατέγραψε ότι πίσω από τη διακόσμηση κρυβόταν ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο σύστημα αισθητικής. Η οροφή ήταν αψιδωτή με διακοσμητικά υποστηρίγματα και πλάγιους αυλακωτούς κίονες. Τα κείμενα περιέχονταν περισσότερο σε τυλιγμένους παπύρους παρά σε ραχόδετα βιβλία με τη σημερινή έννοια του όρου.

          Ξεκίνησε λοιπόν η Ηώ να ερευνά τις γραφές των Αρειανών. Τα σύγχρονα μέσα της τεχνικής τής έδιναν τη δυνατότητα να διεξέλθει ένα μεγάλο όγκο κειμένων σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η ιστορία του θυσιαζόμενου αμνού ήταν καταπληκτική, ακόμη και οι τιτάνες δεν είχαν να πουν σχεδόν τίποτε, δεν είχαν καμία ένσταση γι’ αυτή την ανεπανάληπτη αφήγηση παρά μόνον ίσως ως προς το ακριβές περιεχόμενο της διακηρυσσόμενης αγάπης. Παρατήρησε όμως ότι τα αρειανά κείμενα είχαν μία περίεργη στροφορμή, όχι ακριβώς προς τον θάνατο, όπως νόμιζε η Μητριάρχης, η οποία δεν είχε σημεία αναφοράς για να συγκρίνει και να διενεργήσει αναλογίες αναφορικά με τη δική της δοξασία, αλλά μάλλον προς τη ματαιότητα- ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης. Το ανάλογο κείμενο από τη γήινη γραμματεία ήταν σίγουρα ο Εκκλησιαστής, αγνώστου προελεύσεως, για το οποίο το μόνο γνωστό ήταν ότι κυκλοφορούσε και ενέπνεε διάφορα έθνη και λαούς για πολλές Δημιουργίες. Θα προσπαθούσε λοιπόν η Ηώ να βρει τρόπους μέσα από το κείμενο του Εκκλησιαστή να αναδείξει μία διαφορετική προοπτική για όσους υμνούν το Θεό, μία οπτική που να προτρέπει σε δράση αντί για παραίτηση.    

          Είδε μπροστά της και ανέγνωσε δυνατά, σκεπτόμενη φωναχτά το εμπνευσμένο κείμενο του Εκκλησιαστή: «Ρήματα Ἐκκλησιαστοῦ υἱοῦ Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ ἐν Ιερουσαλήμ. Ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης. Τίς περισσεία τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον; Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται, καὶ ἡ γῆ εἰς τὸν αἰῶνα ἕστηκεν. Καὶ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ δύει ὁ ἥλιος καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἕλκει· ἀνατέλλων αὐτὸς ἐκεῖ πορεύεται πρὸς νότον καὶ κυκλοῖ πρὸς βορρᾶν· κυκλοῖ κυκλῶν, πορεύεται τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπὶ κύκλους αὐτοῦ ἐπιστρέφει τὸ πνεῦμα. Πάντες οἱ χείμαρροι, πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔσται ἐμπιμπλαμένη· εἰς τόπον, οὗ οἱ χείμαρροι πορεύονται, ἐκεῖ αὐτοὶ ἐπιστρέφουσιν τοῦ πορευθῆναι. Πάντες οἱ λόγοι ἔγκοποι· οὐ δυνήσεται ἀνὴρ τοῦ λαλεῖν, καὶ οὐκ ἐμπλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως. Τί τὸ γεγονός, αὐτὸ τὸ γενησόμενον· καὶ τί τὸ πεποιημένον, αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον· καὶ οὐκ ἔστιν πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον.[77]»

          Μάλιστα η κεντρική ιδέα ήταν συνώνυμη με το επαναλαμβανόμενο χωρίς νόημα απόσπασμα της Αινειάδας: “Θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά η Αργώ θα οδηγήσει εκλεκτούς ήρωες, θα υπάρξουν και άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί στην Τροία ο μέγας Αχιλλεύς». Ήταν ακριβώς το απόσταγμα όλων των αρειανών ποιημάτων και λογοτεχνημάτων, η ματαιότητα, που ελλοχεύει παντού και τρέπει τους ανθρώπους προς την παραίτηση και την αναμονή του θανάτου. Σκέφτηκε ότι μία λύση θα ήταν να διαβάσει μπροστά στη συνέλευση του Χάσματος Δικαίου αυτή την περικοπή, μόνο και μόνο για να την αναιρέσει εκ των υστέρων αναλιγώνοντάς την στην απίθανη πληθώρα των άπειρων δημιουργημάτων της τιτανικής λογοτεχνίας, που ακριβώς υποστήριζαν μία άλλη, αντίθετη, ενεργητική και αγωνιστική νοοτροπία.

          Στην ομιλία της λοιπόν προς την εθνοσυνέλευση του Χάσματος Δικαίου είπε και τα εξής: «… Είχαμε και εμείς στη Γη συνθήκες και περιστατικά, που μάς οδήγησαν σε μοιρολατρία και αίσθηση απουσίας νοήματος. Για μάς τους τιτάνες η μοίρα είναι το μέγεθος που δοκιμάζει τους ανθρώπους μαστιγώνοντάς τους με απρόσμενα και αναπάντεχα συμβάντα. Στο πώς θα αντιδράσει σ’ αυτά το υποκείμενο, εκεί κρίνεται η αξία του κι αυτό είναι το έναυσμα και το αποτύπωμα του Θεού. Και σίγουρα πολλοί από εμάς πάθαμε πράγματα φρικαλέα, που μάς κάνει να αναρωτιόμαστε αν αξίζει να ζούμε. Καταρχήν όμως, ας παραδεχτούμε ότι η ζωή έχει και πλευρές ή στιγμές, όπου μάς εκπλήσσει ευχάριστα. Η ευτυχία είναι πάντα σύντομη, αλλά εκτός από αυτήν υπάρχουν και άλλα αληθινά και έντονα αισθήματα, που είναι αυτάξιες πληρώσεις, εμφυσήσεις και εμφορήσεις του στέρνου, όπως η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση, η πληρότητα, η γνώση, η σύλληψη ενός κόκκου αλήθειας, ακόμη και η λύπη, όπου, παρότι κάποιος νιώθει την καρδιά του να σφίγγεται, χαίρεται όμως που είναι άνθρωπος και μπορεί να καταλαβαίνει τον δικό του φόβο και πόνο και εκείνον των άλλων. Αυτή είναι η χαρμολύπη, που λένε οι χριστιανοί.  Όσοι λοιπόν πεισιθάνατοι αρνείστε τη ζωή, στερείτε όλα τα παραπάνω από τους απογόνους σας, τα οποία εσείς οι ίδιοι έχετε αισθανθεί, άρα λέγοντας ψέματα στις επόμενες γενιές ότι αυτά δεν υπάρχουν. Κι όταν μιλάω για απογόνους δεν αναφέρομαι μόνο στα λιγοστά παιδιά που έχετε αφήσει να γεννηθούν, αλλά σε όλους τους εν δυνάμει βλαστούς της γενετικής σας δεξαμενής. Δεν έχετε κάποια παρακμή ή φθορά του γονιδίου, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υπογεννητικότητα και τη δημογραφική σας υστέρηση. Και αν περιορίζεστε να περιμένετε απλά και χωρίς να αγωνιστείτε τις απολαύσεις της μεταθανάτιας ζωής, να είστε βέβαιοι ότι ούτε και εκεί θα βρείτε αυτό που ψάχνετε, ακριβώς διότι στην πραγματικότητα δεν το ψάχνετε, δεν ψάχνετε τίποτε…»

      Τότε η Ματριάρχης Κρατησιπύλη είπε κάτι, που η Ηώ δεν περίμενε.

       «Λόγια, λόγια, λόγια, που ίσως έχουν κάποια αξία, αλλά είναι όλα ίδια για μάς, γιατί η φυλή μας δεν λειτουργεί με θεωρία, αλλά με πράξη. Και η πράξη λέει ότι οποιαδήποτε ενέργεια και αν αναλάβουμε, βλάπτουμε λόγω ή έργω ή διανοία και αδικούμε τους συνανθρώπους μας σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα. Ακόμη και η παραμικρή συναλλαγή εμπεριέχει τον κίνδυνο ή μάλλον σχεδόν ενέχει τη βεβαιότητα της μη ισότητας των εκατέρωθεν συναλλαγμάτων. Δεν συζητάμε για σχέση εξηρτημένης εργασίας ή για ερωτικό ή συντροφικό ή συγγενικό δεσμό, που συνεπάγεται εξ ορισμού και εξουσία έναντι του σώματος του άλλου. Το να ζεις είναι αδικία και “ουκ έστιν άνθρωπος όστις ουκ αμαρτήσει”».

          Η Μητριάρχης πλατάγισε ηδονικά τα χείλη της και συνέχισε:

          «Αν σκεφτούμε ότι έχουμε τα προς το ζην επιτήδεια, αποκτημένα από τη φύση χωρίς βλάβη της οικολογίας, υπάρχει κάτι που είναι σύμφωνο προς τη χριστιανική θρησκεία και δεν βλάπτει κιόλας κι αυτό είναι η τεκνοποιία – τεκνογονία, η ευτεκνίας απόλαυσις. Εκεί ίσως η θεωρία σας υμών των τιτάνων έχει κάτι να μάς προσφέρει, διότι η διαλεκτική σας εμπλέκει και συμπλέκει εξ ορισμού υποκείμενο και αντικείμενο. Εσείς για να γνωρίσετε κάτι, πρέπει να το κατακτήσετε, να μπείτε μέσα του και να το ψαχουλέψετε κι αυτό το αποκαλείτε έρευνα. Ο πολιτισμός σας είναι ερευνητικός, άρα διεισδυτικός.»

          «Αυτό έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα», είπε η Ηώ. «Η εισβολή είναι θεωρητική και όχι πρακτική…»

          «Εμείς δεν νογάμε από τέτοιες διακρίσεις. Για μάς όλα έχουν πρακτική επίπτωση και τα διδάγματα προέρχονται από πρακτική διδασκαλία. Αν λοιπόν…», συνέχισε με λάγνο ύφος η Μητριάρχης, «μάς διδάξεις στην πράξη τη διεισδυτική, διηθητική και διυλιστική πρακτική των τιτάνων μέσω μίας γενετήσιας πράξης, αυτό θα δώσει καινούρια κίνητρα, ελατήρια και φτερά στη φυλή μας για να συνεχίσει και τουλάχιστον να διαιωνιστεί, πράγμα που σίγουρα δεν είναι κακό…».     

          «Αυτά δεν μού τα είχατε πει, όταν μού αναθέσατε την αποστολή ενθάρρυνσης και ψυχολογικής ανόρθωσης του λαού σας και κείνται σίγουρα εκτός της συγγραφής υποχρεώσεων, που συνοδεύει τη συμφωνία μας. Μητριάρχη, με ξεγέλασες και με έμπλεξες σε μία διφορούμενη ιστορία χρησιμοποιώντας με ως μέσον προς τον σκοπό σου. Το μόνο που έχω να σού πω είναι “Επικατάρατος έστω ο πονηρά διαλογιζόμενος”. “Μεγίστη των εν ανθρώποις νόσων πασών αναίδεια” και “Ουδείς ακούεται προτείνων την ιδίαν αυτού αισχρότητα”».

Ξαφνικά το ύφος της Κρατησιπύλης έγινε αξιολύπητο, αξιοθρήνητο. Με ξεψυχισμένη, σπαρακτική όψη είπε:

«Τιτανίδα, τι έχεις να χάσεις από μία ερωτική πράξη; Έχουμε να δούμε κάτι τέτοιο πολλά χρόνια από τότε που το δάκρυ μας ήταν δάκρυ και δεν εξατμιζόταν στη χόβολη του ανέραστου ανηδονισμού. Ανάμεσά μας υπάρχει ακόμη ένα ανδρικό δείγμα, ένα ανδρικό πρότυπο, που φανταζόμαστε ότι θα σε συγκινήσει. Χαζεύουμε τη ρώμη σου και τους μύες σου και μάς πιάνει ίλιγγος όταν συλλογιζόμαστε τους χυμούς, που διατρέχουν τη σάρκα σου. Μία ερωτική μίξη δεν πρόκειται να δρέψει τους τόσο φανερούς και ελκυστικούς σου ανθούς, δεν πρόκειται πολλώ μάλλον να εισχωρήσει στης ψυχής σου τα αφανέρωτα και το μεγάλο χαρακτηριστικό της είναι ότι μετά το πέρας της και τα δύο συμμετέχοντα μέρη παραμένουν αδαπάνητα, αλώβητα και μάλιστα με διάθεση για νέες περιπέτειες. Το δελφικό παράγγελμα λέγει “Δυστυχούντι μη επιγέλα”, μη βιάζεσαι λοιπόν να μάς κρίνεις, αφού όπως λέγει και ο Κύριος “μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε”. Αν η οφθαλμοπορνία, η πορνογραφία ως συνουσία είναι κάτι που μπορεί να εμπνεύσει το λαό και να μάς δώσει επιτέλους ένα κίνητρο, μία έφεση για ζωή, γιατί όχι; Η πορνογραφία είναι συνομωσία στο φως των αστεριών και φωτογραφία σημάδι των καιρών, σημαίνει ανταρσία, απελπισία, σκοτάδι και μαγεία (σ.σ. Άρης Δαβαράκης)».

«Τώρα, ας είμαστε σοβαροί … μού ζητάτε γενετήσια επαφή σε δημοσία θέα. Είπαμε να σάς κάνω μία χάρη, αλλά αυτό ξεφεύγει πολύ από την πεπατημένη, είναι υπερβολή και για μάς τους τιτάνες ισχύει το ρητό του Ευριπίδη “Τα δ’ υπερβάλλοντ’ ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς”[78]».

«Δεν είναι υπερβολή για μάς, αλλά μια νέα αρχή, ένας νέος παλμός καρδιάς, βόμβος και σφυγμός αρτηρίας, να δουν όλοι και να θαυμάσουν τα αγαθά της γης και του έρωτα…», ακούστηκε από τα βάθη της αίθουσας, όπου ξεπρόβαλε ο Αρειανός Αστραίος, ένας μεγαλόσωμος εραστής με μια τεράστια κοιλιά που παραδόξως δεν φαινόταν αντιαισθητική και ένα όργανο – δρυοκολάπτη αντίστοιχο των υπερμεγέθων διαστάσεών του, ήταν η γροθιά αλλά και η πλήρωση του Χάσματος Δικαίου. Ήταν ψηλός, δύο δέκα και υπέρβαρος, αλλά ο υπολογισμός των κιλών του δεν ήταν στις προτεραιότητες της ζαλιστικής στιγμής. Γιατί δεν ήταν αποκρουστικός παρά την κοιλιά; Γιατί ήταν απόλυτα καθαρή, στιλπνή και αψεγάδιαστη, ακηλίδωτη, χωρίς αμυχές από τραυματισμούς, κρεατοελιές, σπυριά και οιδήματα.

Κάποιοι άρχισαν τις επευφημίες με γουρλωμένα, λαίμαργα και ευεπίφορα μάτια, άλλοι φαίνονταν σκανδαλισμένοι, άλλοι ήσαν δύσπιστοι και επιφυλακτικοί, άλλοι πάλι παραινούσαν την παρείσακτη γήινη Τιτανίδα να τσακιστεί να πάει πίσω εκεί απ’ όπου ήλθε.

«Η μοίρα του λαού μας εξαρτάται από αυτό. Μάς αρέσει αυτό που βλέπουμε, να προχωρήσει, να το δούμε!»

«Τι θα μάς ωφελήσει τώρα αυτό; Αν το κάνουν, καλό γι’ αυτούς, εμείς τι αποκομίζουμε;» 

«Γύρνα σπίτι σου, Τιτανίδα, τράβα στον τόπο σου, στο δικό σου λαό κι άσε μας ήσυχους!»

«Τιτανίδα, μάς προσβάλλεις, εκτός αν το κάνεις με μένα αντί για τον Αστραίο!»   

 «Τι είσαι εσύ;», απευθύνθηκε εντυπωσιασμένη η Ηώ στον Αστραίο, «είσαι ο φύλακας του ναού;»

«Πρέπει να έχω σώνει και καλά κάποιο αξίωμα, Τιτανίδα; Πρέπει να είμαι θεσμός; Δεν αρκεί ότι είμαι ένας καυλωμένος Αρειανός; Δεν είναι αρκετό ότι όλοι αυτοί τριγύρω μας προσβλέπουν σ’ εμάς για να αρχίσουν μια καινούρια ζωή, αισθησιακή, αλλά όχι λιγότερο χριστιανική, συμβατή με την αγάπη, συνοψισμένη στο οικολογικό παράγγελμα “κάντε έρωτα, όχι πόλεμο;”»    

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να μιλήσουμε λίγο περισσότερο για την Ηώ. Ήταν γνωστή η αδυναμία της για τους θνητούς, μικρόσωμους, ισχνούς άνδρες. Έχετε δει όλοι τις τοιχογραφίες της, που δείχνουν μία τεράστια γυναίκα να αρπάζει ένα μικρό άνδρα σαν μωρό και να τρέχει για να τον πάει στο λημέρι της, για να τον κανονίσει. Ο εκάστοτε απαχθείς δεν είναι κανένα αστέρι, κανένας δεν τον ξέρει, αλλά μολοντούτο απολαμβάνει την εύνοια και την προτίμηση της πελώριας αφέντρας. Αντίθετα οι μεγάλοι άνδρες δεν ήσαν καθόλου του γούστου της, γιατί τούς έβλεπε περισσότερο ως ανταγωνιστές και αντιπάλους στις μάχες, ως παλικαράδες επιζητούντες αναμέτρηση, συνήθως αποκαλούμενους με τις βαρβαρικές ονομασίες «νταής, τσαμπουκάς, τραμπούκος» μυστηριώδους, αλλά και απεχθούς ετυμολογίας, παρά ως εραστές. Έτσι είδε και αυτόν τον επίδοξο εραστή ως αντίπαλο, ως πρόκληση, που την έθετε μπροστά σ’ έναν άθλο που έπρεπε να εκπληρώσει, ένα βουνό που καλούνταν να υπερβεί, ένα γιούσουρι που της ανέθεταν να  αντιμετωπίσει.  Δεν μπορούσε όμως να αντιπαρατεθεί μαζί του σε μάχη, διότι από την άλλη είχε μία υποχρέωση στους ηγεμόνες του Χάσματος Δικαίου, που επέτρεψαν στο Δεινόπλευστο να διασχίσει τα χωρικά τους ύδατα, να φέρει εις πέρας την περίεργη αποστολή, με την οποία είχε επιφορτιστεί. Αυτή η αποστολή θύμιζε τα παιδικά παραμύθια, όπου ο βασιλιάς ζητούσε κάποιον να τον κάνει γελάσει και στην πράξη αυτό ακριβώς ήταν. Για φανταστείτε κάποιος να σού αναθέτει να τού ξαναδώσεις τη χαρά της ζωής και μάλιστα χωρίς να παραβλάψεις τη θρησκεία ή τα πιστεύω του. Συγχωνεύοντας και συντονίζοντας όλους αυτούς τους λόγους, η Τιτανίδα αποφάσισε εν κατακλείδι να συναινέσει στην «πράξη γένους», που τής πρότειναν σχεδόν επιτακτικά, αλλά και καταχρώμενοι την καλοπιστία της, την καλόβολη διάθεση και ανεκτικότητά της οι Αρειανοί. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι θα θυσίαζε την ηθική της. Αλίμονο δεν ένιωθε κάποια ηθική δέσμευση απέναντι στον πρώην εραστή της και νυν πολλαπλώς ανάπηρο και τερατώδη Τιθωνό- μία τέτοιου είδους πίστη μόνο ως ανέκδοτο ή καρνάβαλος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί υπό τις παρούσες συνθήκες-, αλλά προς τις ηθικές αρχές, που όλος ο αρχαίος κόσμος μανιωδώς ερευνούσε και συνάμα ανέπτυσσε. Πώς όμως θα μπορούσε να συμβιβάσει όλα τα παραπάνω; H συνέχεια επί της οθόνης.       

Ο καυλοπυρέσσων όγκος -ωχ και κάνει ζέστη σήμερα- έπεσε πάνω της σε μία προσπάθεια όχι μόνο να την γονιμοποιήσει, αλλά και να την ταπεινώσει. Η χερούκλα του κατήλθε στο λαιμό της Τιτανίδας, στον λάρυγγα και στην καρωτίδα της σαν σιδερόβεργα για να τη συνθλίψει. Η Τιτανίδα όμως υψώνοντας τους αγκώνες της, όπως είχε μάθει στις πολεμικές τέχνες τού κατάφερε δυναμικά χτυπήματα στο στέρνο και στη λαπάρα εξασφαλίζοντας τον ζωτικό χώρο εκείνον, που θα τής επέτρεπε να μπορεί να ανασηκωθεί, ακόμη και αν ο γίγαντας πάθαινε καρδιακή προσβολή ή ξαφνικό εγκεφαλικό και την πλάκωνε με το απίστευτο βάρος του. Στη συνέχεια ο Αστραίος βλέποντας την ανδρική του εξουσία να αμφισβητείται έδωσε δύο -τρία χαστούκια στην Ηώ για να τη συνετίσει και να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του, όπως μόνο οι άνδρες ξέρουν. Προς μεγάλη του έκπληξη η Τιτανίδα απάντησε με καρατιά στο πίσω μέρος του μοσχαροκέφαλου και ισχυρό εκκωφαντικό ράπισμα και των δύο αυτιών ταυτόχρονα και με τις δυο παλάμες, ώστε το θηρίο έγρουξε.

«Κάτσε κάτω, γείρε πίσω, μωρή πότνια πόρνη της Γης και κάνε αυτό που υποσχέθηκες. Τολμάς να με βαράς;»

«Ίνα γαρ δέος, ένθα και αιδώς. Αλλά τον αιδέομαι και δείδια. Τις μη δεδοικώς δίκαιος πέφυκεν βροτών;[79]», απάντησε χωρίς καν να λαχανιάσει η Τιτανίδα.    

«Βλαμμένη γήινη, μιλάς για αιδώ πάνω σε γενετήσια πράξη;», αγανάκτησε ο Αστραίος. «Άσε με ρε να εφαρμόσω πάνω σου αυτό που ισχύει από αρχαιοτάτων χρόνων, άσε με να ασκήσω το δίκαιο του ισχυροτέρου, άσε με να σε χειροτονήσω όπως σού αξίζει με τις άγιες αναλλοίωτες παραδόσεις των ανθρώπων!».  

«Το απ’ αρχής ανυπόστατον ου βεβαιούται ως δίκαιον τη χρονία παραδρομή»[80], απάντησε η Τιτανίδα.

 Η πράξη γένους, που ήταν συνάμα και πράξη μένους, αλλά και διαγωνισμός και διαγκωνισμός μίσους και μύσους με ανηλεές ξυλοκόπημα και μπλαβισμένους μώλωπες συνεχίστηκε. Ήταν φανερό ότι ο λιπώδης γίγαντας προσπαθούσε να εισχωρήσει στην κόρη της Γης με όλους τους τρόπους, αλλά ο μέγας του πάσσαλος αποκρουόταν, εκδιωκόταν και εκβαλλόταν από το υπέρμετρα σφιχτό αιδοίο της Ηούς, η οποία μάλιστα είχε και τη δυνατότητα και την εκπαίδευση να το ελέγχει και να το σφίγγει κατά βούληση. Ο πληγωμένος-λαβωμένος εγωισμός του πελώριου ανδρός συνέχιζε αμείωτα τις προσπάθειες διείσδυσης, γιατί η Τιτανίδα τον ερέθιζε όλο και περισσότερο όσο αντιστεκόταν. Κι είχε τέτοια άγρια ομορφιά με τους λυτούς σγουρούς βοστρύχους, τη ψηλή της κορμοστασιά, τα κρεμαστά, αλλά σφριγηλά γελαδομάσταρα και τα ατέλειωτα πόδια της η χαλκόχρους ροδόσφυρη με την ιριδίζουσα μορφή, τη σμιλεμένη στο χείλος της αστροφεγγιάς. Στο τέλος όμως, ιδού ότι ο τεράστιος δράκος εξέβαλε φωνή μεγάλη και αποσύρθηκε.

«Αααα», μουγκάνισε.

Γύρισε προς την εθνοσυνέλευση του Χάσματος Δικαίου, όπου έβλεπες μονάχα να τρέχουν τα σάλια από (γερο- ) παραλυμένα χείλη και οφθαλμούς γουρλωμένους σαν αβγά μ’ ένα μικροσκοπικό στίγμα στο κέλυφος. Σαν αβγά, όπως αβγά -έστω στρουθοκαμήλου- και όχι βράχοι ήσαν οι όρχεις του Αστραίου, που, όπως αποδείχθηκε, στην αγκαλιά του θήλεος με τη μόνιμη υπερέχουσα θέση μπορούσαν να γίνουν μάτια τηγανητά, μελάτα ή σφιχτά, χτυπητά (με ζάχαρη), χτυπημένα (ομελέτα), στραπατσάδα με σκόρδο, φέτα, κάπαρη, με λιωμένο κίτρινο τυρί ή καπνιστές φέτες χοιρινού ή καλαμπόκι, με γιαούρτι, πηκτόγαλα, μαλάκα ή μυζήθρα.

«Εθνοσυνέλευση, διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον. Αυτή η βάρβαρη, βάναυση Τιτανίδα με αποκρούει σαν να είναι η σχισμή της ερμητικά κλειστή. Άφησε τον ανδρισμό μου επίτηδες να εισχωρήσει μέχρις ενός σημείου και μετά έκλεισε το αιδοίο και σχεδόν μού τον έκοψε! Αυτή είναι η χαρά της ζωής που μάς υποσχέθηκαν; Μα επιτέλους, εσύ αντροφονεύτρα, αντροπλανεύτρα κι αντροχωρίστρα, τι πλάσμα είσαι;»

«Είμαι μία βάρβαρη, το είπες και ο ίδιος. Όπως βάρβαρη είναι η πράξη γένους, όταν δεν εμφορείται και δεν συμπληρώνεται από αίσθημα. Φαίνεται ότι δεν έχετε μελετήσει οι ίδιοι τις Γραφές της θρησκείας σας κι αυτό που φοβάστε πάνω απ’ όλα είναι ο ίδιος ο ιδρυτής σας. Δεν διαβάσατε ότι διαιώνιση και γονιμοποίηση χωρίς αγάπη είναι “χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον;” Βέβαια, εγώ ως Τιτανίδα με πολλές εγκοπές πάνω στο ξίφος μου από ένα σωρό φόνους – όλους στη μάχη- και ένα σωρό χαρακιές στο στέρνο – όλες μπροστά όπως ο Σωκράτης στην Ποτίδαια-, δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για να σάς διδάξω την αγάπη, που πρεσβεύει η θρησκεία σας, άλλωστε και δεν θα το επεδίωκα, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι “oύτινος η χώρα, τούτου και η θρησκεία”. Ήθελα όμως να σάς δείξω ότι, όπως έλεγε και ο Μένανδρος, “ουδείς εφ’ εαυτού τα κακά σύνορα σαφώς, ετέρου δε ασχημούντος όψεται”[81]. Πήγατε να εκμεταλλευθείτε την διάθεσή μου να σάς βοηθήσω και σάς απέδειξα ότι πολύ απλά αυτό δεν γίνεται ή έχει τίμημα και επιπτώσεις. Το πώς τώρα θα προσεγγίσετε την αγάπη είναι δικός σας λογαριασμός. Όπως σάς είπα, εμείς οι τιτάνες δεν είμαστε ειδικοί σ’ αυτό, παρότι σεμνυνόμαστε ότι είμαστε δόκτορες πολλών επιστημών. Όμως ένας καλός τρόπος και ένας καλός δρόμος για την αγάπη ίσως είναι η αιδώς, το να ντρέπεσαι, άρα και το να σέβεσαι τον άλλον πριν να αρχίσει η διαπροσωπική σας επαφή, αλλά και μετά. Έχω να σάς μεταφέρω ένα στιγμιότυπο από την κλασική Ελλάδα: “Πυθιάς η Αριστοτέλους του φιλοσόφου θυγάτηρ ερωτηθείσα ποίον κάλλιστον χρώμα, έφη το δια την αιδώ τοις ελευθέροις επιγιγνόμενον”»[82].

          Αργότερα η Μητριάρχης Κρατησιπύλη αποχαιρέτησε την Ηώ.

«Ροδοδάκτυλη και κροκόπεπλη Ηώ, σε ευχαριστούμε. Μάς έδωσες αυτό που ζητούσαμε και μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση του Παλλάδιου, με έμμεσο τρόπο. Άλλο ζητήσαμε μέσα στην τύφλωση, την αλαζονεία και στην οίησή μας, μα εσύ με τη σοφία σου κατάλαβες ότι άλλο φάρμακο χρειαζόμασταν κι αυτό μάς χορήγησες. Συγγνώμη που πήγαμε να σε χειραγωγήσουμε. Ήσουν όμως η μόνη που θα μπορούσε να διασπάσει τη χειραγώγηση και μέσα από τη χειριστική, σχεδόν αυτιστική μας συμπεριφορά να δει πράγματα που ούτε εμείς οι ίδιοι τα υποψιαζόμασταν. Πιστεύω ότι βάζοντας και την αιδώ στο παιχνίδι, όπως μάς δίδαξες, θα καταφέρουμε να βιώσουμε τον χριστιανισμό.»

          «Και να σκεφτείς ότι δεν έχω καμία παιδεία αναφορικά μ’ αυτή τη θρησκεία. Δεν γνωρίζω το ευαγγέλιό της, αλλά καμιά φορά ένας  εξωτικός παράγων με τη φρέσκια δροσερή οπτική, που εφαρμόζει στο αντικείμενο, καταλαβαίνει ίσως περισσότερα από έναν πιστό που έχει διεισδύσει τόσο μέσα σ’ αυτό, ώστε δεν ξεχωρίζει πια τις επιταγές της θρησκείας από τις δικές του ανάγκες.»

          Η Μητριάρχης και η Τιτανίδα έσφιξαν τα χέρια με τον παλιό τρόπο, αρπάζοντας εκάτερη την άλλη από το ύψος του αγκώνα.

          «Δεν φαντάζομαι ο Αστραίος να με παρεξήγησε», είπε γελώντας η Ηώ.

«Μού είπε να σού στείλω μήνυμα ότι στον μικρό σας ιδιωτικό πόλεμο εσύ είσαι η νικήτρια. Αναπαύσου λοιπόν στο αστροφέγγιστο κρεβάτι σου, πολεμίστρια Ηώ, γνωρίζοντας ότι δάμασες το μεγαλύτερο θηρίο, το πιο τρανό παλικάρι του Άρη, που ξέρει να υποκλίνεται στους καλύτερούς του.»       

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο:

ΤΑ ΚΤΗΝΗ TOΥ ΑΡΗ

Εισαγωγικές παρατηρήσεις κεφαλαίου: Όλοι έχουμε ακούσει για τα Ελευσίνια μυστήρια προς τιμή της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης. Προς αποφυγή επαναλήψεων, καθώς και ανούσιων και μη απαραίτητων λεπτομερειών, παραπέμπουμε σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο σχετικό με την ελληνική μυθολογία.   Από τα άπειρα πράγματα που κάποιος θα μπορούσε, αλλά δεν έχει χρόνο, ούτε και διάθεση να διεξέλθει, είναι ότι ο εισαγωγικές εξετάσεις προκειμένου να γίνει κάποιος αποδεκτός σ’ αυτά ονομάζονταν Μικρά Ελευσίνια. Αυτά λάμβαναν χώρα τον Φεβρουάριο στην Αθήνα (κοντά στο σημερινό Καλλιμάρμαρο). Τότε γινόταν η προκαταρτική μύηση όσων θα γίνονταν μύστες αργότερα στα Μεγάλα Ελευσίνια. Οι εν δυνάμει λοιπόν μύστες θυσίαζαν στη Θεά και στην Κόρη, εξαγνίζονταν και λάμβαναν κάποιες εμπιστευτικές πληροφορίες και οδηγίες για ό,τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Τα Μεγάλα Μυστήρια άρχιζαν στις 14 του μηνός Βοηδρομιώνος (τρίτος μήνας στο αττικό ημερολόγιο, αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα, η διάρκειά του ήταν από την πρώτη Σελήνη του Αυγούστου μέχρι τη νέα Σελήνη του Σεπτεμβρίου) στην Αθήνα και ολοκληρώνονταν στην Ελευσίνα μετά από εννέα μέρες (αναφορά στις εννέα μέρες που έψαχνε η Δήμητρα την Περσεφόνη, πριν επιστρέψει από τον κάτω κόσμο).

Κατά τη διάρκεια της γιορτής, κανένας δεν μπορούσε να συλληφθεί όποια κατηγορία κι αν τον βάρυνε. Οι μυημένοι απαγορευόταν αυστηρά να αποκαλύψουν ό,τι είδαν και άκουσαν κατά την εκτύλιξη των Μυστηρίων. Λόγω αυτής της αυστηρής μυστικότητας, δεν γνωρίζουμε σήμερα τι ακριβώς συνέβαινε κατά τις τελετές αυτές. Το μόνο που ξέρουμε είναι οι τρεις λέξεις που περιγράφουν τη διαδικασία των Μυστηρίων: Δρώμενα, δεικνύμενα και λεγόμενα. Οι τρεις αυτές λέξεις σημαίνουν πράγματα που γίνονταν (τελετές), πράγματα που δείχνονταν (ιερά αντικείμενα), πράγματα που λέγονταν (ιερές λέξεις). Όποιος τολμούσε να αψηφήσει το νόμο της σιωπής, η τιμωρία ήταν θάνατος.

Οι ήρωες της παρούσας ιστορίας όμως, επειδή ζούσαν στην εποχή της Τιτανομαχίας γνώριζαν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια ήσαν νευροψυχική θεραπεία, σειρά ιαματικών της ψυχής τακτικών, που εφαρμόζονταν όχι μόνο στην Ελευσίνα, αλλά και σε όλα τα Ασκληπιεία της Ελλάδος. Τα τελευταία ήσαν στην πραγματικότητα ψυχιατρικά θεραπευτικά κέντρα, ιδανικά για τα κλονισμένα νεύρα και την ψυχική εξάντληση των ανθρώπων της διαστημικής εποχής, που ζούσαν υπερβολικά γρήγορα, βιαστικά και βεβιασμένα μέσα σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και αγχωτικό περιβάλλον, σε ένα κόσμο που έβραζε και φλεγόταν.     

Μία από τις μεθόδους των μυστηρίων ήταν η έκθεση του ασθενούς σε οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, τυχαίες αυθαίρετες αυξομειώσεις και ανεξέλεγκτες προβολές ήχου και φωτός. Οι ασθενείς- μύστες ξάπλωναν στους ειδικά επενδυμένους πάγκους και άφηναν την ακτινοβολία από κρεμάμενους στην οροφή κρυστάλλους χαλαζία να τούς ποτίσει τα σώματα. Μετ’ ου πολύ ο νους άρχιζε να δουλεύει πιο αργά και η ορμονική ισορροπία να μεταβάλλεται. Η ακτινοβολία επηρέαζε βαθμιαία νεύρα, αντανακλαστικά και μεταβολισμό και μία ευχάριστη αγαλλίαση καταλάμβανε ως γλυκιά νάρκη το σώμα.  

Το έλεγαν «Δάμαλις» και σήμαινε γυρισμός, επιστροφή στον λυτρωτικό πρωτογονισμό. Για να απαλλαγούν από τη νόσο του άγχους εν μέσω συγκρουσιακών συνθηκών οι μυημένοι έβρισκαν καταφύγιο στη ζωομορφία, που τούς παρείχε το ελαφρυντικό ενός ψυχικού άλλοθι. Στα ζώα (δαμάλεις) επιτρέπεται και μάλιστα εξυπακούεται να παραδίνονται και ν’ ακολουθούν τα εσωτερικά κελεύσματα του ενστίκτου τους, να χάνονται στον αποχαυνωτικό οργασμό της αγελάδας κι έτσι μέσω της συναφούς συναισθηματικής εκτόνωσης να αποφύγουν τα χειρότερα, δηλαδή τη ψύχωση, τη γενετήσια διαστροφή, την κατάθλιψη. Έτσι λέγεται ότι «η Κύπρου βασιλίς», δηλαδή η Αφροδίτη, όταν αντιλήφθηκε ότι μερικές ιέρειές της επιδείκνυαν φόβο και αποστροφή προς το ανδρικό φύλο, ασυγχώρητη δηλαδή γι’ αυτήν ανδροφοβία, «αυτάς μάχλους ειργάσατο» [83], προκειμένου να ξεπεράσουν τις φοβίες τους. Βέβαια η θεραπεία αυτή είχε και παρενέργειες, αφού όπως λέγει ο Ησίοδος «Είνεκα μαχλοσύνης στυγερής τέρεν ώλεσαν άνθος».[84]

Στην καλύτερη περίπτωση μέσω της καταφυγής στον βίο των πρωτογόνων τα καλομαθημένα ροδαλά κορμιά των μυστών κατέληγαν να παίζουν και να διαπληκτίζονται ανάμεσα στα δένδρα, αταίριαστα ντυμένα με προβιές και χρωματιστά κουρέλια και η μόνη τους μέριμνα ήταν πλέον η τροφή, ο έρωτας και το στόλισμα του δάσους με σιρίτια και φανταχτερές χάντρες.  Στη χειρότερη, οι γυναίκες που φοβόντουσαν τους άνδρες, αλλά και οι άνδρες που φοβόντουσαν τις γυναίκες, όπως ο Ιππόλυτος, καταλαμβάνονταν από παράκρουση και υστερία και «ετρόχαζον», όπως λέγει ο Απολλόδωρος για τις κόρες του Προίτου, περί ων θα παραπέμψουμε στην παρακάτω εξιστορούμενη «Πλήρη Τιτανομαχία»,[85] τραγουδώντας νυχθημερόν και επιστρέφοντας κάποτε, χωρίς όμως αυτό να είναι και βέβαιο, στα σπίτια τους αναμαλλιασμένες, βιασμένες και κακοποιημένες με ξεσκισμένα φορέματα. Μερικές φορές δηλαδή εκείνη την εποχή, οι πιστοί της «Δαμάλεως» γύριζαν υπερβολικά πολύ πίσω στο χάρτη του δρόμου της εξέλιξης  («ντάμαλς», που λένε και οι Γερμανοί), απ’ όπου δεν υπήρχε πια μετεπιστροφή και εκ νέου ανακατεύθυνση προς την υγιή κατάσταση, όπως κάνουν διαρκώς οι αυτόματοι πλοηγοί αυτοκινήτου, τούτο δε είναι ουσιώδες για τη συνέχεια της ιστορίας μας.   

Λοιπόν, αναγνώστη, θα εκπλαγείς, αν μάθεις ότι η Ηώ ήταν εθισμένη στη «Δάμαλι»; Οφείλεις να παραδεχτείς ότι τής ταίριαζε αυτή η διαφυγή στον πρωτογονισμό για να αποφύγει τις τρέχουσες και βασανιστικές έγνοιες του παρόντος. Σ’ ένα περιβάλλον αρχέγονης ζούγκλας ήταν εύκολο γι’ αυτήν να εξασκεί τους μύες της σε βάρος των άλλων «κοινωνών» χωρίς τύψεις, αναστολές ή άλλα αποτρεπτικά προσκόμματα συμπεριφοράς ή ασφαλιστικές δικλείδες οριζόμενες στον ηθικό κώδικα των τιτάνων.         

Σε μία χώρα του Κόκκινου Πλανήτη, που λεγόταν Λιθώνιον, η Ηώ ακολούθησε έναν Αρειανό, τον Τροφώνιο, στις αρχαίες στέρφες θάλασσες, τους ξερούς βυθούς, τα άγονα και χέρσα σκοτάδια, τα στραγγισμένα πηγάδια, που προμήνυαν τη μελλοντική αποξήρανση του Ναυτικού Ωκεανού των Ποντοπόρων. Στρώματα από κιμωλία και κοράλλια αντιφέγγιζαν εδώ κι εκεί, ξεπροβάλλοντας σαν κόκαλα κουφαριού ή θρασιμιού η σαν λειχήνες μέσα από ακατάλυτο πάγο.

Ανάμεσα στα ριζοβούνια και στη νεκρή θάλασσα υπήρχε μία πόλη χθαμαλή, αμφιθεατρική και κατωφερική, που είχε ακολουθήσει την υποχώρηση της στάθμης των νερών στις πλαγιές των παλιών ακτών. Διακρίνονταν από μακριά πέντε αλλεπάλληλα λιμάνια με τις πέτρινες αποβάθρες τους να αντέχουν στο χρόνο, αλλά εκεί που κανονικά θα άρχιζε η θάλασσα, τώρα έχασκε το κενό, απ’ όπου κανείς έπεφτε στον παρακάτω κτισμένο λιμένα ως υπώρεια ή επικλινή προέκταση του προηγούμενου και ούτω καθεξής. Τα αγκυροβόλια αυτά είχαν εγκαταλειφθεί διαδοχικά, καθώς η θάλασσα αποτραβιόταν όλο και πιο βαθιά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως στις ρωγμές του εδάφους. Σπίτια είχαν οικοδομηθεί για να καλύψουν το ενδιάμεσο κενό, αλλά μετά είχαν κι αυτά εγκαταλειφθεί με τη σειρά τους για τη μετάβαση σε ένα ακόμη πιο χαμηλό επίπεδο. Βλέπαμε κάτι αντίστοιχο με τις επτά πόλεις της Τροίας, τις δομημένες η μία πάνω στην άλλη, όχι όμως αποκαλυμμένες από την αρχαιολογική σκαπάνη, αλλά από εδαφική υποχώρηση και γεωφυσική διάβρωση. Τώρα η αραιοκατοικημένη πόλη είχε απλωθεί στο χείλος του βαράθρου και μάλιστα καθ’ όλο το μήκος του, εκεί που υπήρχαν ακόμη υπόγειες πηγές και αναβλύζον νερό, του οποίου η κοίτη οδηγούσε και εκβαλλόταν παραπέρα στον Ναυτικό Ωκεανό ή σε ό,τι είχε απομείνει από αυτόν, καθώς, όπως φαίνεται, κάποτε ο Άρης ήταν θαλάσσιος πλανήτης και πλέον εξελισσόταν σε άνυδρη επιφάνεια και επικράτεια, προμήνυμα μελλοντικής ερημοποίησης, έστω και χωρίς καύσωνα. Υπήρχε κάτι ανείπωτα μελαγχολικό σ’ αυτή τη σκούρα υγρή ταινία με τους μαλλιαρούς βρυώδεις τοίχους γύρω από το τελευταίο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου ωκεανού.  

Όταν κατέβηκαν κάτω- κάτω, ο άνεμος φυσούσε στεγνός και ο κουρνιαχτός σηκωνόταν σύννεφο κάτω από τα πόδια τους. Η πόλη απλωνόταν μπροστά τους, πέτρινη και σκοτεινή, έναντι των λόφων σκαρφαλωτική, παγερή κάτω από το παραπλανητικό φως των δύο φεγγαριών του Άρη. Και το όνομα αυτής, όπως είπε ο Τροφώνιος, Προσελευσίς ή Προσέρπουσα και κατά παραφθορά Προσερπίνα, γιατί όσοι την επιζητούσαν είτε ελαύνονταν είτε έρπονταν προς αυτήν με απελπισμένη προσδοκία ή προσδοκώμενη απελπισία. 

 Περπατούσαν δίπλα από ασάλευτα μαύρα νερά, σε μονοπάτια φθαρμένα από τα σανδαλοφορεμένα πόδια αμέτρητων γενεών. Ακόμη και αυτή την προχωρημένη ώρα η Προσελευσίς ή Προσέρπουσα δεν κοιμόταν. Οι πυρσοί έκαιγαν με ψυχρή κίτρινη λάμψη και μία άρπα ανέδιδε παράξενη μουσική. Λυγεροί λεπτόκορμοι άνδρες και σιωπηλές γυναίκες με γατίσιο φλογερό προκλητικό βλέμμα παρακολουθούσαν στα κρυφά τον Τροφώνιο και την Ηώ από τα ψηλά παράθυρα. Στους στενούς λιθόστρωτους ανώμαλους δρόμους του παλιού Άρη ακουγόταν ο χαρακτηριστικός ήχος των χαμηλών χθαμαλών αυλώνων, το θρόϊσμα από τα πλούσια λουλούδια των ανδρικών στεφάνων κεφαλής και η λάγνα μάχλη μουσική από τα αμέτρητα λιλιπούτεια σήμαντρα που φορούσαν οι γυναίκες, πλεγμένα στα μαλλιά τους, κρεμασμένα στ’ αυτιά τους, δεμένα γύρω από τους αστραγάλους τους.

Τούτη η Προσελευσίς, που μπορούσε υπό συνθήκες να γίνει και Προσέρπουσα, ήταν σάπια και διεφθαρμένη πόλη, αρχαία και ακόλαστη, αλλά όχι εξαντλημένη, διότι πίσω από τους τοίχους έπαλλε ακόμη ο σφυγμός και έσφυζε ο παλμός ζωής, δυνατός σαν ρόπτρο θύρας, καυτός σαν ερωτική ανάσα. Ο Τροφώνιος εγκατέστησε την Ηώ σ’ ένα ευκτήριο οίκο από λαξευτές πέτρες, όπου το βάρος της ιστορίας τις είχε σχεδόν λυγίσει ή άλλως και επικουρικώς τις είχε υποσκάψει και ρουφήξει από μέσα μετατρέποντάς τις σε κουφολίθια. Εδώ είναι φανερό ότι πολλοί οδοιπόροι κουρασμένοι απ’ το δρόμο, επισκέπτες ενθουσιώδεις ενόψει της χορήγησης ναρκωτικού με μυαλό που στριφογυρνά ενόψει ευωχίας και ευδαιμονίας και κατάχρησης, εραστές και αντεραστές είχαν ζήσει, αγαπήσει και πεθάνει με τρόπο βίαιο. Το αίμα και τα δάκρυα αιώνων είχαν ξεραθεί στις χαραγματιές ανάμεσα σε κυκλώπεια τείχη. Οι τάπητες και τα έπιπλα ήσαν ανεκτίμητα κειμήλια και άξιζαν μία περιουσία. Η ομορφιά τους άλλοτε αναδείκνυε το θάμπος της φθοράς και άλλοτε τη λαμπρότητα και τη στίλβη της αμείλικτης σμύριδας του χρόνου.

«Τιτανίδα, ροδόσφυρη, ροδοπέταλη, κροκόπεπλη και όλα τα σχετικά, εσύ δεν αρκείσαι με την προορισμένη για περιηγητές εκδοχή της «Δαμάλεως», που προσφέρεται στις μεγαλουπόλεις, αλλά θέλεις κάτι πιο ισχυρό, να δοκιμάσεις την ήδη καταλυτική εμπειρία στην ανυπέρβλητη μορφή της. Λοιπόν, δεσμεύομαι ότι αυτό πλήρωσες και αυτό θα έχεις».

«Για να πω την αλήθεια, Υπο-τροφώνιε», είπε η Ηώ, κάνοντας λογοπαίγνιο με την χαρακτηριστική για το γένος του Αρειανού ισχνότητα, «οι κρύσταλλοι χαλαζία που έχετε στις εμπορικές και αναπτυξιακές πόλεις είναι μεγάλα ψευτικούρια. Ο φωτισμός τους δεν μπαίνει βαθιά στις φλέβες για να προκαλέσει το κόχλασμα και τον πυρετό του πρωτόγονου βίου».

«Δεν θέλω να μού ανησυχείς, μεγαλόσωμη δέσποινα, εύσωμη και πολύπλαγκτη γεραιτέρα[86] κυρία, εκεί που θα σε πάω τώρα  έχει ένα πετράδι να, από τα τρία πιο παλιά και πιο ακατέργαστα, που έχουν απομείνει στην Προσερπίνα. Το έχουν σκαλίσει οι αρχαίοι σοφοί και μόνο αυτοί ήξεραν το μυστικό της επίδρασης του υλικού και του αδρού χονδροειδούς, αλλά μολοντούτο ιδιοφυούς κοψίματος των εδρών του. Σπίθες με αόρατη ενέργεια πανομοιότυπη του φωτός, αλλά αφάνταστα περισσότερο επιδραστικές και πλήσμονες επιρροών ξεχύνονται από την οροφή και περιλούζουν τους τοίχους του κελιού αποκτήνωσης. Χρυσαφένιες ή γαλαζοπράσινες μικρές φλόγες που κατακαίνε το νου και πυρακτώνουν την καρδιά».          

«Και δεν μού λες, αθεόφοβε θεομπαίχτη, αδίστακτε παραδόπιστε έμπορε, μικρομερή αξιολύπητε λιανοπωλητή,  καπηλευτή, νοθευτή, παραποιητή και κιβδηλευτή, τι είναι αυτό που πουλάτε στις μεγάλες πόλεις του παρόντος, τι σόι ακτινοβολία είναι εκείνη, που διαπερνά το πρίσμα στα εμπορικά σας κέντρα στις πρωτεύουσες των νομών και υποτίθεται ότι φέρνει την ευδιαθεσία στα κουρόγιδα- αποτίοντες καταβάλλοντες εισιτήριο πελάτες σας;»     

«Όπως σού είπα, το μυστικό των προβολέων δεν είναι πλέον προσβάσιμο. Είναι κάποιο είδος κοσμικής ακτίνας. Εμείς αντικαταστήσαμε τα πρίσματα με συνηθισμένους κρυστάλλους χαλαζία κι έτσι καταστήσαμε την ακτινοβολία αρκετά δυνατή, “τόσο – όσο” κατά το κοινώς λεγόμενο, ώστε να είναι ελκυστική, αλλά συνάμα ανεκτή και ακίνδυνη για συμβατική εμπορική χρήση.»

«Εσείς, ποιοι εσείς, δηλαδή;», αναρωτήθηκε η Τιτανίδα.

Το γέλιο του Τροφώνιου ακούστηκε χαιρέκακο και κακόβουλο, όπως της ύαινας. «Γήινη, εμείς… ο Άρης!».

Για μια ακόμη φορά πέρασε από το νου της Ηούς η ασύλληπτη πολυπλοκότητα και απειράριθμη ποσότητα των αντικρουόμενων συμφερόντων εντός του ηλιακού συστήματος. Παρά την κατοχή των Ολύμπιων θεών, δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεχνάει ότι ο Άρης δεν ταυτιζόταν με τη Γη, αλλά είχε τους δικούς του στόχους. Ο Άρης είχε τη δική του θρησκεία, ένα είδος διαβολικών θεών που έμοιαζαν με τους Ολύμπιους, ίσως και γι’ αυτό αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα την κυριαρχία τους, ενώ βέβαια κάποια τμήματά του είχαν υιοθετήσει και τον ισλαμοχριστιανισμό, που ποτέ δεν λείπει από πουθενά, όντας το άλας και το καρύκευμα κάθε κόσμου. Οι νέοι άνθρωποι απανταχού του ηλιακού συστήματος συνήθιζαν να κατηγορούν τους τιτάνες για το ταυτοτικό χαρακτηριστικό τους ότι, προκειμένου να γνωρίσουν κάτι, ένιωθαν την έφεση και την τάση να εισχωρήσουν σ’ αυτό, να το κατακτήσουν, να το ψηλαφήσουν και να το ερευνήσουν εκ των έσω. Ενώ οι Ολύμπιοι θεοί ήσαν φανερά πολύ χειρότεροι και πολύ πιο αδίστακτοι από τους τιτάνες, οι νέοι του ηλιακού συστήματος τα έβαζαν με τους τελευταίους! Ειρωνεύονταν και έσκωπταν ανελέητα την τάση των τιτάνων να βελτιώσουν λίγο τον κόσμο με τα δελφικά παραγγέλματά τους και τη φιλοσοφική τους αμφισβήτηση στο πλαίσιο της ισοδυναμίας όλων των παραδόσεων, κραυγάζοντας ότι οι τιτάνες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να επεμβαίνουν  στις πρακτικές άλλων λαών, άλλων εθνών, άλλων πλανητών, ακόμη κι αν εντός των τελευταίων διαπράττονταν ανήκουστες αισχρότητες με το αιτιολογικό ότι τέτοια ήταν η πολιτιστική τους παράδοση! Σίγουρα κάθε είδους επιθετικός πόλεμος προς διάδοση … της δημοκρατίας είναι καταδικαστέος, αλλά ένας λελογισμένος αγώνας με ήπια και ηθικά μέσα για περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα σίγουρα θα έπρεπε να επιτρέπεται στους τιτάνες, όπως επιτρεπόταν σύμφωνα με την άποψη των νέων να διαπράττεται σωρεία εγκλημάτων εντός της εδαφικής ακεραιότητας των επικαλούμενων την παράδοσή τους κοινωνιών.   Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται έτι περαιτέρω από το γεγονός ότι η εκάστοτε πολιτιστική παράδοση συχνά εξελίσσεται σε εθνικισμό ή θρησκοληψία, που αυτά κι αν είναι επιθετικά μεγέθη, εφόσον εξ ορισμού δεν δέχονται τίποτε διαφορετικό. Έτσι λοιπόν αργά ή γρήγορα οι εθνικιστές και οι θρησκόληπτοι δεν θα αρκεστούν στη δική τους επικράτεια, αλλά θα επιχειρήσουν να διαδώσουν την «αλήθεια τους» σε ολόκληρη την οικουμένη. Μ’ αυτό πάλι δεν εννοούμε να γίνουν προληπτικοί πόλεμοι εναντίον τους, αλλά να κληθούν με κάποιο τρόπο και αυτοί να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων τους πέρα από την έωλη «δικαιολογία» ότι αυτή είναι η παράδοσή τους, ότι αυτό τούς έχει διδάξει ο «θεός τους». Επιτέλους, όπως έλεγε ο Επίκουρος «απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς» και «ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων». Σε συζητήσεις με ενθουσιώδεις νέους, που κατέκριναν την αγωνιστική και ακατάβλητη νοοτροπία των τιτάνων και τάσσονταν υπέρ των κάθε λογής εθνικισμών και θρησκοληψιών υποστηρίζοντας ότι η εργαλειακή και διεισδυτική λογική των τιτάνων είναι υπεύθυνη για τη γένεσή τους και κηρύσσοντας διαπρύσια τη δικαιωματική θωράκισή τους έναντι κάθε ενόχλησης ή αμφισβήτησης, η Ηώ συνήθιζε να προβάλει το ακόλουθο επιχείρημα: Αν σ’ ένα πλανήτη υπάρχουν οκτακόσια εκατομμύρια τρελοί και παλαβοί θρησκόληπτοι και εθνικιστές, οι οποίοι αλληλοσφάζονται στο όνομα της «αληθείας» τους, ακόμη κι αν αποκαλυφθεί ότι πίσω από όλα αυτά ο ένοχος είναι κάποιος κεφαλαιούχος επιτήδειος του πλούτου που κινεί τα νήματα, βυσσοδομεί και συνωμοτεί για οικονομικούς λόγους και βάζει τα έθνη να σκοτώνονται για του αφέντη το φαΐ, ακόμη κι αν ο συγκεκριμένος ένοχος τα κακαρώσει ή φονευθεί ή τον… αυτοκτονήσουν, η τρέλα και ο παραλογισμός θα παραμείνει, έστω και αν επισημάνθηκε και τιμωρήθηκε ο ένοχος. Και αυτός ο πλανήτης δεν θα είναι μία επικράτεια που έπεσε θύμα οικονομικής εκμετάλλευσης, κεφαλαιοκρατίας ή επεκτατισμού, αλλά θα είναι ένας πλανήτης, όπου κυριαρχούν και αλληλο-εξοντώνονται μέχρις εσχάτων οι φανατικοί, των οποίων η μόνη ορατή διαφορά είναι ότι οι μεν έχουν στο πρόσωπο μαύρη λωρίδα δεξιά και λευκή αριστερά, ενώ οι αντίπαλοί τους αντιστρόφως. Το δε πρόβλημα του εν λόγω πλανήτη δεν θα είναι η κεφαλαιοκρατία, ο επεκτατισμός και η οικονομική εκμετάλλευση, αλλά ο εθνικισμός και η θρησκοληψία.   

Όταν τελικά η Ηώ εκτέθηκε στην πλήρη ακτινοβολία της «Δαμάλεως», την ένιωσε να πλημμυρίζει τον εγκέφαλό της και συνέλαβε το νου της διαδοχικά να σκιρτά, να αηδιάζει, να αποστρέφεται, να κρύβεται, να συνθηκολογεί, να εκλιπαρεί και τέλος να αποδέχεται. Φωτιές χόρευαν, φούντωναν και έκαιγαν τη σάρκα της σαν λαμπάδα, φλόγιζαν και πυράκτωναν το νου και το αίμα της. Καμία σχέση δεν υπήρχε με το θλιβερό υποκατάστατο, που χορηγούνταν στους ευήθεις τουρίστες των εμπορικών και αναπτυξιακών πόλεων. Η  παρεχόμενη ηδονή ήταν σκανδαλιστική, μεθυστική, συναρπαστική, ανυπέρβλητη. Το κορμί της πολεμίστριας άρχισε να κινείται στη λάσπη και την ιλύ, να συσπάται στις προβιές, να κουλουριάζεται με δυνατούς σπασμούς, να βυθίζεται στις πιο ανομολόγητες και ανίερες ηδονές, να ξεφλουδίζεται σαν μήλο των Εσπερίδων από ψηλά ώσπου να μείνει μονάχα ένας πυρήνας ανόθευτης απόλαυσης.       

Από ένα σημείο και πέρα η Ηώ δεν ήταν σίγουρη για τίποτε, παρά μόνο για την ασαφή εντύπωση ότι είχε μπλέξει πολύ άσχημα και ότι η εμμονή της να δοκιμάσει τη γνήσια «Δάμαλι» ήταν μεγάλο λάθος. Ο νους της παρέπαιε και υπήρχαν περίοδοι σκοταδιού. Κάθε φορά που ανακτούσε τις αισθήσεις της, τις ένοιωθε όλο και πιο αμβλείες, και οσάκις ανακαλούσε τις αναμνήσεις της, φάνταζαν όλο και πιο θολές.   

Σαν να τής φάνηκε ότι μία από τις πέτρες του τοίχου είχε τραβηχτεί στο πλάι για να αποκαλύψει μία οθόνη ή μία κλειδαρότρυπα παρθενοπίπη, όπου ένα αξιοπρεπές πρόσωπο την παρακολουθούσε καθώς την έλουζε η ακτινοβόλα φλογερή θαλπωρή της Δαμάλεως. Γυναικείο πρόσωπο αρειανής, με απαλή και λεπτή κατατομή, σαν να ζωντανεύει πλαγγόνα υάλινης προθήκης επιδειγμάτων με προσθήκη αδρών χαρακτηριστικών, επιχρισμάτων χρωστήρα και τριχοδεσμίδας, αγέρωχα φρύδια και κόκκινα χείλη σαν γλυκόξινη οπώρα πάθους για ρουφηχτά δαγκωτά φιλιά. Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη πρωινού ουρανού (Ρίτσος), απόκοσμα, ξένα, περήφανα, προκλητικά, περιφρονητικά, ολέθρια και σαγηνευτικά, ακατανίκητα σαν τον θάνατο.

Ποια ήταν αυτή; Προσπάθησε να ανασύρει κάποιες γνώσεις από τον θολωμένο ωκεανό του μυαλού. Θα πρέπει να ήταν η Ανθίππη, μία από τις πενήντα βουλεύτριες ή υπουργίνες, που κυβερνούσαν το Λιθώνιο εναλλασσόμενες στην εξουσία και τώρα ήταν η σειρά της. Ή μήπως οι Πενήντα ήταν συμβούλιο ή εκλεκτόρισσες και είχαν εκλέξει την Ανθίππη ως ηγεμόνα;  Δεν θυμόταν ακριβώς το πολίτευμα του Λιθώνιου, ήσαν όλα τόσα θαμπά και διφορούμενα. Και βέβαια δεν θυμόταν όλα τα ονόματα των συμβούλων, παρά μόνο ότι εκπροσωπούσαν κάθε ηλικία που διατρέχει μία γυναίκα από τα νεανικά χρόνια μέχρι να γίνει μπαμπόγρια. Εμείς όμως από το υψηλό θεωρείο ή το χαμηλό υποβολείο του συγγραφέα μπορούμε να υποβοηθήσουμε τη μνήμη της Ηούς θυμίζοντάς της, αλλά και στους αναγνώστες όλα τα ονόματα των μελών του μείζονος συμβουλίου του Λιθώνιου.

α)Αγλαΐα, β) Αισχρηίς, γ) Ανθέα, δ) Ανθίππη, ε) Αντιόπη, στ) Αργήλη, ζ) Ασωπίδα, η) Ελαχία, θ) Ελικωνίς, ι) Εξώλη, ια) Επιλαϊς, ιβ) Ερατώ, ιγ) Εύβοια, ιδ) Ευβώτη, ιε) Ευρυβία, ιστ) Ευρυπύλη, ιζ) Ευρυτέλη, ιη) Ηγησίππη, ιθ) Ησυχία, κ) Ηώνη, κα) Ιππώ, κβ) Ιπποκράτη, κγ) Ιφίς, κδ) Καλαμήτις, κε) Κέρθη, κστ) Κλυτίππη, κζ) Λαοθόη, κη) Λύση, κθ) Λυσιδίκη, λ) Λυσίππη, λα) Μάρση, λβ) Μελίνη, λγ) Μενιππίς, λδ) Νίκη, λε) Νικίππη, λστ) Ολύμπουσα, λζ) Πανόπη, λη) Πατρώ, λθ) Πραξιθέα, μ) Πρόκρις, μα) Προώλη, μβ) Πυρίππη, μγ) Στρατονίκη, μδ) Τερψικράτη, με) Τιφύση, μστ) Τοξικράτη, μζ) Φυληίς, μη) Χρυσηίς, μθ) Ξανθίς, ν) Ωρία.

Από αυτές η πιο αισχρή ήταν βέβαια η Αισχρηίς, καθόσον μάλιστα εκείνη την εποχή τα ονόματα είχαν ειδικό βάρος και ηθικό εκτόπισμα, ενώ καλές μουσίτσες προφανώς ήσαν κι η Εξώλη και Προώλη. Όλες τους βέβαια διακρίνονταν στα ερωτικά .. ιππευτικά κατορθώματα, γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότερες είχαν στο όνομά τους τον ίππο, εκτός από την τρέχουσα ηγέτιδα Ανθίππη, που ήταν προφανώς το αντίθετο του ίππου.   

   Τής μίλησε με φωνή σειρήνας, μειλίχια, μελιστάλακτη, πλήρη γλυκιάς και ανελέητης μαγείας.

«Τιτανίδα μέγαιρα, είσαι ευτυχισμένη τώρα που νοιώθεις τον οργασμό της αγελάδας να σε περικυκλώνει από παντού;»

«Ναι», είπε με θράσος και ερωτική παραφορά κολοκτυπώντας τα οπίσθιά της σε σημείο που όμως κανένας Πρίαπος δεν υπήρχε παρά μόνο η αγέλαστος πέτρα και μία ψευδαίσθηση της ηδονής διοχετευόμενη με εσωτερικές εικόνες. Ύστερα- κι αυτό είν’ ωραίο ή αλλιώς νόστιμο στιγμιότυπο – τής ήλθε και μία έκλαμψη της αιδούς και της συστολής των τιτάνων και συμπλήρωσε ανασύροντας από τα πιο βαθιά ξεχασμένα ερμάρια της παιδείας της: «Ή βαρύ φόρημ’ άνθρωπος ευτυχείν άφρων[87] (Αισχύλος)»

Η Ανθίππη ξέσπασε σε γέλιο σαρκαστικό.

«Είσαι δυνατή, μωρή Ηώ. Είσαι καλό αβασταγό για αγγαρείες, καλό γομάρι και γόμος, υποδειγματικό υποζύγιο και ιδανικό σκευοφόρο ζώο, αχθοφόρος και φορτοεκφορτωτικός όνος καραγωγέα. Θα μάς διασκεδάσεις αρκετά μέχρι να οπισθο- εξελιχθείς ή απεξελιχθείς σε επίπεδο πιθήκου ή μάλλον στην περίπτωσή σου γορίλλα, από αυτούς που έχουν παρατηρήσει οι Φοίνικες στην Αφρική. Στοιχηματίζω άφοβα και ανενδοίαστα πάνω σου ότι έχεις τους ζωικούς χυμούς να ζήσεις μέχρι τέλους και περιμένω ανυπόμονα να φτάσεις στο τέρμα της αναζήτησής σου. Ξεκίνα λοιπόν να σέρνεσαι κάτω με την κοιλιά και γλείψε σαν γυμνοσάλιαγκας τις πέτρες του Άρη, που καθώς είναι πολύ αρχαιότερος από τη Γη, υπήρχαν ίσως εδώ πριν ακόμη να μάθουν να περπατούν οι πίθηκοι της Γης.»

Τα πλήθη, που παρακολουθούσαν την ανόσια παράσταση, εκστασιάζονταν και παραληρούσαν από διεστραμμένη ηδονή, κάποιοι από αυτούς χάιδευαν το αιδοίο τους ή μαλακίζονταν.

«Μαστιγώστε τη, κεντρίστε την πιθηκίνα, τι άλκιμος ισχυρομελής θηλυκός γορίλλας είναι αυτός, κάντε τη να κυλιστεί στο έδαφος! Κάτι μπούτια, κάτι γάμπες, κάτι ποδάρες. Κάντε τη Δάμαλι να συρθεί μπροστά μας και να υποκλιθεί η παρακατιανή, η ξενόφερτη, η πόρνη και η παλλακίδα της Γης μπροστά στο μεγαλείο του Άρη!»    

Γιατί πράγματι μία εκτυφλωτική λάμψη από τους πυρσούς τη θάμπωνε και τής θύμιζε αυτό που είπε ο Οιδίποδας στον Τειρεσία «τυφλός τα τε ώτα, τον τε νουν, τα τ’ όμματ’ εί». Παρά την φαινομενική αποκοπή κάθε αίσθησης, έφτασαν στ’ αυτιά της τα ουρλιαχτά και το βουητό μίας ξέφρενης αγέλης. Μα πού βρισκόταν άραγε, σε ζωολογικό κήπο ηδονοβλεπτικών θεατών;

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν βρισκόταν πια στην πέτρινη αίθουσα, αλλά ήταν σε υπαίθριο χώρο και είρπε στην παράδοση της Προσ-ερπίνας ακολουθούμενη -συνοδευόμενη από ένα πλήθος ευκίνητο σαν ενιαίο λυγερό πλάσμα, που διαπνεόταν από μία ευθυμία Κουρήτων και Κορυβάντων. Μα είχε πληρώσει άραγε εισιτήριο αυτό το αφιονισμένο πλήθος; Το σίγουρο ήταν ότι δεν είχαν αφήσει τα προσωπικά τους αντικείμενα στο ιματιοφυλάκιο της εισόδου, αφού το φως των πυρσών φαινόταν να αντανακλά σε λεπίδες μαχαιριών και λογχών, σε κοσμήματα και τιμαλφή, σε μικρά μελωδικά σήμαντρα και σε αιχμές από σιδερογροθιές. Και να πού εμφανίστηκαν απροσδόκητα στα χέρια κάποιων μαστίγια, που δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν εκτυπώνοντας γεωφυσικό χάρτη κόκκινων αυλακιών στην τέλεια αλαβάστρινη πλάτη της Τιτανίδας, καθώς, όπως είπαμε, όλες οι αμυχές και οι πληγές της εντοπίζονταν  μέχρι τότε στο στέρνο της, από μπροστά.  

Κέντριζαν λοιπόν και χάραζαν το σώμα της με μαστίγια, μαχαίρια και μυτερά ραβδιά, αλλά και το πνεύμα με χλευασμούς και κοροϊδίες, ώστε να έρπει στους δρόμους της Προσέρπουσας υπό τη συνοδεία και την ηγεσία μίας από τις πενήντα πριγκίπισσες, νεότερη αυτή τη φορά, ποιος ξέρει ποια απ’ όλες ήταν, σε μία πομπή ανάλογη με την οδό του μαρτυρίου του Ιησού, μόνο που στον ουρανό δεν έκλαιγε ένα θλιμμένο φεγγάρι, αλλά χαρχάλευαν σαν ύαινες τα δύο μοχθηρά και εκδικητικά του Άρη. Η Ηώ πολεμούσε βέβαια, επιχειρούσε απεγνωσμένα να αρπάξει κάποιον από αυτούς, έστω να γρατζουνίσει κάποια εκτεθειμένη σάρκα, αλλά όπου κι αν γύριζε καραδοκούσε και ελλόχευε είτε το μαστίγιο, είτε η λεπίδα, είτε τα αιωρούμενα πτύελα. Το αίμα έτρεχε ποτάμι, οι φλύκταινες στην πλάτη πολλαπλασιάζονταν και δεν υπήρχε κανένας ιατροφιλόσοφος να επαλείψει αλοιφή εντριβής ή κλασικό έμπλαστρο για απορρόφηση κυστών και πομφολύγων, φασιγάντι ή βιζικάντι.      

Λαχταρούσε να σκοτώσει και η μανία του φόνου κόχλαζε πιο κόκκινη και πιο καυτή κι από το αίμα, που εκχυνόταν ή έπαιρνε σειρά να εκτοξευθεί. Έψαχνε να αγκιστρωθεί, αλλά τα άγκιστρα ήσαν εξωτερικά και έσχιζαν το κορμί της, ήθελε να γίνουν τα νύχια της εγκόλλητα εγχειρίδια ή λάζοι να κομματιάσουν, αλλά οι λάζοι ήσαν έξω απ’ αυτήν και την έπλητταν ασταμάτητα, μπήγονταν μέσα της. Ήθελε απελπισμένα να μαστιγώσει κάποιους, αλλά οι ιμάσθλες, οι βούρδουλες και τα φραγγέλια ήσαν εκεί έξω και βαρούσαν αλύπητα το σαρκίο της και τυλίγονταν ασφυκτικά γύρω από το λαιμό της.

Την άφησαν να τρέχει στους ερειπωμένους δρόμους και στα φιδογυριστά στενοσόκακα, που βρωμούσαν από την αποφορά αρχαίων εγκλημάτων, αλλά όχι και να ξεφύγει προς την ελευθερία των ξεραμένων βυθών και των εγκαταλελειμμένων καναλιών. Εδώ στον απόλυτο πάτο, παρότι ο λιμένας ήταν νεότερος λόγω της κάθετης διάβρωσης, η εγκατάλειψη ήταν μεγαλύτερη. Ήταν επόμενο οι κάτοικοι να κατοικούν τα πιο αρχαία στρώματα της πόλης, γιατί ήσαν πιο κοντά στον ήλιο, όπως ψηλώνουν οι μίσχοι των φυτών για να ανταμώσουν τη ζωογόνα ακτινοβολία του απλανούς. Εδώ λοιπόν, στο κατακάθι, στο ίζημα του κόσμου, έβλεπε κάποιος σκουριασμένες προεξοχές και απειλητικές εκβολάδες, που προκαλούσαν τέτανο στους τιτάνες, επιβλητικές προβλήτες με οξειδωμένες ξεφτισμένες καβουρδισμένες δέστρες δεμένες θανάσιμα με απομεινάρια αγκυροβολημένων πλοίων, λοξών και γερμένων μέσα στη λάσπη και στην άμμο. 

Δεν υπήρχε ζωή εδώ κάτω, είχε χαθεί ή μεταναστεύσει στα ανώτερα στρώματα, στα υπερέχοντα επίπεδα, στις πιο ψηλές στοιβάδες προς αναζήτηση του ήλιου. Ο άνεμος είχε υποσκάψει και γυαλίσει τα άδεια σπίτια, λειαίνοντας και στρογγυλεύοντας τις γωνίες, σκάβοντας θύρες και παράθυρα. Πατούσαν πια αναμφισβήτητα πάνω στα ξασπρισμένα υπόλευκα κόκαλα του πλανήτη, σε πυκνή σκόνη και μαρμαρένιες προκυμαίες, όπου κάποτε οι ηγεμόνες του Άρη έδεναν τα θαλάσσια πλοία και ύστερα τα ιστιοφόρα αμμόπλοιά τους, σπασμένες και θρυμματισμένες από την φτέρνα του χρόνου. Σ΄ ολόκληρο το σκηνικό δεν ακουγόταν πια τίποτε, παρά μόνο οι ψίθυροι από τα καμπανάκια των γυναικών σαν μία σιωπηλή λιτανεία, που έχει ήδη εισχωρήσει σε ανατριχιαστική απρόβλεπτη ζώνη μισόφωτος και φοβάται να ακουστεί. Η νεαρή πριγκίπισσα με μία έκφραση στο απόγειο του θράσους οδηγούσε το πλήθος του ακαταλόγιστου. Αυτή η ιστορία με τις πριγκίπισσες του Άρη είχε τραβήξει πολύ μακριά, είχαν γίνει πλέον πολύ ασύδοτες κι αυτό αντέβαινε σε κάθε αισθητήριο και κάθε προπαίδεια έννομης τάξης, που είχε μέσα της η Τιτανίδα. Με παγωμένη κοιλιά και πνευμόνια που πάσχιζαν να ρουφήξουν αέρα, είχε ακόμη το σθένος να αντιτάξει τις απόψεις της στους βασανιστές της, απευθυνόμενη ιδιαιτέρως στην πριγκίπισσα:

«Και ο Κρέοντας ρώτησε: “Ου του κρατούντος η πόλις νομίζεται;”[88] Και ο Αίμονας απάντησε: “Καλώς ερήμης γ’ αν συ γης άρχοις μόνος”».[89]

«Δημώναξ ερωτηθείς πότε ήρξατο φιλοσοφείν, “ότε καταγιγνώσκειν”, έφη, “εμαυτού ηρξάμην”.»[90] Αυτό μονολογούσε ο Τιθωνός καθώς έμπαινε σε αχαρτογράφητες περιοχές για να βρει και να φέρει πίσω την Ηώ. «Δεν έπρεπε να την αφήσω να φύγει. Τι είδους μέλος αποστολής είσαι, Τιθωνέ; είπε και γέλασε με την ανημπόρεια του.  Τι είδος υπαρχηγός αποστολής είσαι; σκέφτηκε και γέλασε ακόμη περισσότερο. Τι πρώην και μάλιστα τέως εραστής είσαι; ρώτησε τον εαυτό του κι εκεί ήταν που ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Μην ανησυχείς, ισχυρή Τιτανίδα, εγώ ο παραμορφωμένος του κάδου πλυντηρίου … έ συγγνώμη του αναζωογονητικού κάδου θα σε σώσω! Μπα σε καλό μου σήμερα, αναλογίστηκε. Όλο ανέκδοτα λέω, σε καλό να μού βγει! Καλά να πάθουμε όμως, αφού πήγαμε να βρούμε την εύκολη λύση για την εξακολούθηση της σχέσης μας.

Αυτά και άλλα αναμόχλευε και αναμασούσε ο Τιθωνός καθώς έσπρωχνε μαρτυρικά το δεξί του μακρύ πόδι, ακολουθούμενο από το σερνάμενο αριστερό. Και, αφού δεν καταδεχόταν να κρατήσει βακτηρία, κηδεμόνες ή δεκανίκια και να βακτροβατήσει, κουνούσε δεξιά και αριστερά το δεξί του χέρι με το μικρό δάκτυλο- αγκάθι και την αριστερή του δαγκάνα για να πετύχει μία επισφαλή ισορροπία σε ανώμαλο έδαφος.

«Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε», εξακολουθούσε ο άθλιος ανάπηρος να ενθαρρύνει τον εαυτό του με τιτανικά ρητά, του Σόλωνα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά ο Σόλων έλεγε επίσης: «Άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει», ενώ το «αρχή άνδρα δείκνυσι», το είπε και ο Βίας ο Πριηνεύς, αλλά και ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, υπενθύμισε στον εαυτό του.  

          Ο Τιθωνός πρόσεχε τα πατήματά του. Δεν ήταν μόνο η αναπηρία του, αλλά το γεγονός ότι το έδαφος, που επιχειρούσε να διασχίσει, ήταν ανώμαλο και κατωφερικό, αφού, όπως είπαμε, ήταν αναγκασμένος να καταδυθεί όπως ο Σλήμαν σε βάθος επτά πόλεων για να φθάσει στο επίπεδο, όπου κρατούνταν η Ηώ. Οι κινήσεις του ήσαν αργές, οι κάλλοι του -γιατί είχε και κάλλους και μάλιστα ορνιθοειδείς τύλους!- τον πονούσαν, οι πατούσες του γύριζαν όταν συναντούσε εξογκώματα και οι αιχμηρές πέτρες διαπερνούσαν, θαρρείς, τα καττύματα των υποδημάτων σαν να μην υπήρχαν. Κατέβαινε και κατέβαινε, κατερχόταν, καταδυόταν χωρίς να αλλάζει στοιχείο ή μέσον, π.χ. από αέρα σε νερό, αλλά υπό μία έννοια ίσως και να άλλαζε αισθητό περιβάλλον, αφού στα κάτω διαζώματα ο αέρας ήταν πολύ πιο πηχτός, μολυσματικός, αρρωστημένος σε σχέση με την αραιή μανωμένη ατμόσφαιρα της επιφάνειας, σαν να είχαν επικαθήσει στο βυθό όλα τα μικρόβια του Άρη από την εποχή της ακμής του, τοποθετημένης ιστορικά πολύ πριν από την αντίστοιχη της Γης, μέχρι την εποχή, όποια κι αν είναι αυτή, όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας. Ροβολούσε και τσαλαπατούσε και βογκούσε πέφτοντας μερικές φορές με όλο του το βάρος πάνω σε λακκούβες ή κοίλα σημεία, σε σπασμένα λιθόστρωτα και άκρες από σωρούς χαλασμάτων και τα χέρια του άφηναν ματωμένα ίχνη κάθε φορά που έγγιζε ή τρυπιόταν σε μυτερά καρφιά.    

   Άφηνε πίσω του λοιπόν τις μεγάλες επιβλητικές προβλήτες με τις δέστρες και τα απομεινάρια των νερόπλοιων και των αμμόπλοιων, όπου η σκόνη της ίδιας τους της σκουριάς και της σαπίλας έγλειφε τις βάσεις τους με κύματα, όχι ρευστά, αλλά γλυπτά. Είχε φθάσει κιόλας τέσσερα επίπεδα κάτω από το αρχικό χάσμα. Τέσσερα λιμάνια, τέσσερις πόλεις, τέσσερις εποχές είχαν αφήσει τις μισοσβησμένες υπογραφές τους στην πέτρα και η πνιγηρή αίσθηση της αρχαιότητας όλο και έσφιγγε τον κλοιό της γύρω από τον απερίσκεπτο επισκέπτη, που ήταν, εκτός των άλλων, και άτομο με ειδικές ανάγκες.

Πέρασε από μία τοποθεσία, όπου τα σπίτια είχαν κτισθεί μέσα στην καμπύλη ενός κοραλλιογενούς υφάλου. Από πάνω του ορθωνόταν και έχασκε μία απότομη βραχοπλαγιά- βουνοπλαγιά με αντίστροφη κλίση, όπου κανείς ορειβάτης δεν δύναται να σκαρφαλώσει, ούτε καν αίγες να ισορροπήσουν, παρά μονάχα νυχτερίδες να κρεμαστούν και όντα του σκοταδιού να έρπουν, όπου οι άκαμπτες τρίχες, οι φυσικές κόλλες και τα μεγάλα νύχια μπαίνουν στο παιχνίδι και επιτρέπουν σε κάθε έντομο ανεξαρτήτως μεγέθους να περπατήσει κάθε τύπου επιφάνεια. Τελικά έφτασε μπροστά σε ένα παλάτι στη μέση της ερήμου, μία περίεργη ανορθογραφία εν μέσω πολυκαιρισμένων ζευγήλατων ζευγολατικών βουστροφηδόν ορνιθοσκαλισμάτων, αρχαίο μεν, αλλά όχι και τόσο, αφού θα πρέπει να είχε ανεγερθεί μετά την πλήρη υποχώρηση των νερών του Ναυτικού Ωκεανού από την περιοχή εκείνη, που έμοιαζε με τα Μετέωρα του Θεσσαλικού κάμπου, όπως μπορούν να καταλάβουν και να συναισθανθούν όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν εκεί.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο:

ΑΝΤΙΟΠΗ, ΑΝΘΕΑ, ΑΝΘΙΠΠΗ, ΑΝΤ’ ΑΥΤΗΣ

Ο Τιθωνός μπήκε στο παλάτι της ερήμου, το οποίο είχε κάτι τεράστιες Σκαιές πύλες ορθάνοιχτες σαν να μη φοβόταν κανενός τύπου εισβολέα. Φρουροί υπήρχαν, αλλά περνούσαν δίπλα του αδιάφορα, σαν να ήταν η αναπηρία του και η παράδοξη εξωτερική του μορφή το πιο συνηθισμένο πράγμα. Στην αρχή απόρησε ο δικός μας, αλλά μετά παρατήρησε πλήθος από τετράποδα, με μακριά χέρια και κοντά πόδια, που περιέρχονταν στις αυλές και ελίσσονταν ανάμεσα στους κίονες με φουσκωμένους μυώνες, κάτω σιαγόνα και οφρυϊκά τόξα εκτεινόμενα προς τα εμπρός, πυκνό τρίχωμα στα στήθη και μέλη, χαίτη στο σβέρκο και βαθουλωτά μάτια με σκληρή λάμψη γυμνής επιβίωσης και πανουργίας, που έδειχνε ότι δεν θα ορροδούσαν προ ουδενός, αν εξέρχονταν προς αναζήτηση επιτηδείων.  Αυτά τα όντα τού έμοιαζαν πάνω-κάτω και ανέδιδαν- εξέπεμπαν μίσος και εχθρότητα. Αλίμονο, κατάλαβε ο Τιθωνός. Αυτό ήταν το τελικό αποτέλεσμα της έκθεσης στην ακτινοβολία της Δαμάλεως. Ανάμεσα στους διαδρόμους κινούνταν ένα ετερόκλητο πλήθος τρόφιμων και εκθεμάτων ζωολογικού κήπου κι ίσως το μόνο δείγμα που έλειπε από την Κιβωτό να ήταν αυτές οι  γυναίκες – βουνά λίπους, που τριγύριζαν στα σεράγια και συγκροτούσαν τα χαρέμια των ηγεμόνων της Ανατολής, του Λεβάντε.    

Μέσα στην εν γένει εξαγρίωση ένοιωθε και ο ποτέ γλυκός και καλόβολος να χάνει την εγκράτειά του και να γίνεται θηριώδης, αισθάνθηκε το λαρύγγι του πνιγμένο σε σκόνη και μια δίψα ακατάσχετη, όχι για νερό, ούτε για ηλεκτρολύτες ενεργειακών  ποτών, αλλά μάλλον τού φαινόταν δροσερότερο και ελκυστικότερο το αίμα! Θυμήθηκε παλιά, που έβλεπε σ’ ένα κινηματογράφο μία ταινία με βρικόλακες κι όταν στο διάλειμμα ένας μικροπωλητής διαλαλούσε τα αναψυκτικά του, εκείνος είχε ρωτήσει υπό τύπον αστείου «αίμα έχεις;». Ε λοιπόν τώρα τού φαινόταν το αίμα με το πνιχτό μεθυστικό άρωμά του η πιο λογική και προσιτή πηγή για να πιει! Ίσως είχε αρχίσει να επηρεάζεται από το πρωτόγονο περιβάλλον, από τις δηκτικές και δριμείς μυρωδιές, από την αφόρητη μπόχα του μόσχου, που έκανε τη σάρκα του να ανατριχιάζει με ενστικτώδη απέχθεια. Τα γεννητικά όργανα, οι θύλακες των όρχεων, οι αύλακες των όσχεων και οι δίπλες ή οι εσοχές του περιτόναιου όλων αυτών των εθισμένων στο ναρκωτικό πλασμάτων βρωμούσαν και έζεχναν. Η αποστολή, Τιθωνέ, μην ξεχνάς την αποστολή! Συγκεντρώσου, τονώσου, εκτονώσου και συνέχισε! Θυμήσου πως ήσουν πάντα στην υπηρεσία του αθλητισμού και του πολιτισμού, ποτέ δεν ήσουν καλός στις απολαύσεις, αλλά πάντα διακρινόσουν και έδρεπες δάφνες στην εργασία, εκεί ήταν ανέκαθεν η πραγματική σου κλήση και κλίση.    

Σήκωσε τα μάτια από τα ελεεινά περιπλανώμενα όντα και περιεργάστηκε το διάδρομο και τις μεγάλες αίθουσες του παλατιού, επικεντρώθηκε δηλαδή για λίγο στο περίβλημα και όχι στο περιεχόμενο. Ο χρόνος είχε χαρίσει υποβλητική ομορφιά και νοσταλγικό θάμπος στις αίθουσες και είχε αμβλύνει και λαξέψει θωπευτικά και ευσπλαχνικά τις γωνίες των τοίχων. Τα σχέδια στα μωσαϊκά πατώματα είχαν χρώματα σβησμένα στις άκρες λόγω επικάθησης υάλου και φυσικού σμάλτου. Μεταδιδόταν η εντύπωση ότι ακόμη και τα πάνσκληρα διαμάντια είχαν φαγωθεί, ξυστεί και φθαρεί κι είχαν γίνει λεπτά σαν φύλλα σιγαρέτων ή εύθραυστες πορσελάνες, αρχαία ερυθρόμορφη ή μελανόμορφη κεραμική. Οι τάπητες είχαν τριφτεί με ξεραμένα σκατά στα κρόσσια τους και τα κάποτε ζωηρά χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει σε απαλές αποχρώσεις άφατης μελαγχολίας.

Στις τοιχογραφίες, τις ζωφόρους, στα τρίγλυφα και τις μετόπες απεικονίζονταν σκηνές μάχης, μεγαλόπρεπες αναπαραστάσεις από αρειανές Ιλιάδες και Οδύσσειες, οπτικοί απόηχοι ή θεσπέσιες εικόνες -προσοχή η λέξη «θεσπέσιος» εφαρμόζεται μόνο επί ακουσμάτων και χρησιμοποιείται εδώ εντελώς συνειδητά για να ολοκληρωθεί το οξύμωρο σχήμα, που συνδέει ήχο και εικόνα. Αποτυπώνονταν εικαστικά πανάρχαιες πόλεις με βαρύγδουπα ονόματα πλάι σε θάλασσες, που δε τις λέμε ούτε γαλάζιες, ούτε γαλανές, αφού λέγεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν το μπλε χρώμα, ότι «κυανό» σήμαινε σ’ αυτούς απλά σκούρο σε αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο, που λεγόταν γλαυκό και ότι έβλεπαν τη θάλασσα με το χρώμα του κρασιού ως «οίνοπα πόντον». Εκτίθεντο πλοία ψηλά κι αγέρωχα, αστραφτερές πανοπλίες, αιχμάλωτες πριγκίπισσες, που, όπως γνωρίζουμε, έβριθαν στον Άρη με κλαμένα μάτια, ορθάνοιχτα σαγόνια και μουγκό παράπονο διαμαρτυρίας. Σε κάθε πλανήτη, αναγνώστη, υπάρχουν αυτές οι αναμνήσεις από ένα απροσδιόριστο επικό παρελθόν, που ως ένα σημείο και, εφόσον οι σχετικοί πίνακες είναι ευάριθμοι και όχι πολυάριθμοι, δικαίως και ευλόγως λατρεύονται και αποθεώνονται ως έργα τέχνης, αν όμως υπερβαίνουν μία κάποια ποσότητα και μία κρίσιμη μάζα, τότε χαρακτηρίζονται κακόγουστα τεχνουργήματα και ευτελείς ρώποι.

Δεδομένου ότι το όλο σκηνικό του παλατιού θύμιζε κέντρο διερχομένων, ο Τιθωνός το εκμεταλλεύτηκε και πλησίασε μπροστά σε μία μεγάλη πύλη από σφυρήλατο χρυσάφι με πλαίσιο χυτοσίδηρου. Καθότι παρά τους φρουρούς η μεγάλη αυτή θύρα ανοιγόκλεινε τακτικά και φαίνεται ότι είχαν ελεύθερη πρόσβαση όχι μόνο αυλητρίδες, όχι μόνο υπηρέτες, αλλά και τα κτήνη του Άρη, βρήκε την ευκαιρία και ο Τιθωνός και εισχώρησε κρυπτόμενος μέσα σ’ ένα ωχρό φως, που σπινθηροβολούσε άτακτα, αμέθοδα και άναρχα πάνω σε ασπίδες και όπλα πεθαμένων ανάκτων και βασιλέων χαρίζοντάς τους στιγμιαία φευγαλέα ζωή, διέτρεχε το σκυθρωπό σκοτάδι, όπως και οι ψίθυροι και οι ανεπαίσθητοι αντίλαλοι διέκοπταν τη σιωπή. Ο Τιθωνός δεν θα έλεγε ποτέ «πέπλο της σιωπής», διότι δεν τού άρεσαν οι προγραμματισμένες προκαθορισμένες εκφράσεις.

Οι ηλιαχτίδες και οι ψίθυροι οδηγούσαν σ’ ένα θρόνο στην άκρη τηςte αίθουσας, διότι, όπως θα καταλάβατε, βρισκόμασταν πλέον στην αίθουσα του θρόνου, με την εστία να αίθει και να εκπέμπει αιθάλη. Ο ψηλός θρόνος ήταν σκαλισμένος σε μονοκόμματο όγκο μαύρου βασάλτη και μία γριά ήταν καθισμένη επάνω τυλιγμένη με μαύρο μανδύα, ασπρομάλλα αλλά και αραιομάλλα, μισότυφλη, ζαρωμένη όσο δεν πάει άλλο, με σταυρωμένα χέρια προχωρημένης αρθρίτιδας σαν μούμια, με πάλαι ποτέ ασπρουλιάρικη σάρκα, που όμως με τα χρόνια είχε πάρει βυρσοδεψική απόχρωση σκύτους και ξεραμένου δέρματος.

Ίσως, χωρίς να το θέλει ο Τιθωνός πλησίασε περισσότερο προς το θρόνο απ’ όσο τού επέτρεπε η κρυπτεία, η μεταμφίεση ή η (λούφα και) παραλλαγή της αναπηρίας του με αποτέλεσμα να υποπέσει στο ραδιοεντοπιστή της εσχατογραίας, που έτεινε τα οστεώδη δάκτυλά της προς το μέρος του εκστομίζοντας κάτι ανάμεσα σε εντολές και κατάρες, έχοντας τόσες πολλές ρυτίδες, ώστε φαινόταν σαν να έχει παντού στόματα. Αμέσως οι φρουροί δήλωσαν παρόντες και πάτησαν με τα σανδαλοφορεμένα πόδια τους στο λαιμό τον ανυπεράσπιστο καμπούρη, κυρτό, κυφό και υβό.

Ύστερα η πασίγρια πριγκίπισσα, αντιλαμβανόμενη, καθώς φαίνεται, την καταγωγή του αιχμαλώτου της, το γύρισε από τα αρειανά στα ελληνικά.

«Πιάστε αυτό το κτήνος, όχι γιατί πλησίασε στο θρόνο μου περισσότερο απ’ όλα τα άλλα, αλλά γιατί οι βλάβες του παρουσιάζουν μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις συνήθεις επιπτώσεις της “Δαμάλεως”. Κατά κανόνα, όταν τούς λούζει το δαιμονικό φως βγάζουν τρίχες, τα κόκκαλά τους ισχυροποιούνται, η σάρκα σκληραίνει τόσο που κανένα σαρκοβόρο δεν μπορεί να την απολαύσει, οι μύες πρήσκονται – οιδαίνονται, τα επάρματα πάνω από τις οφθαλμικές κόγχες υψώνονται και μακραίνουν έτι περαιτέρω κ.λπ. Όλα όμως αυτά τα συμπτώματα υποχωρούν όταν η ακτινοβολία αποσυρθεί. Ο φίλος μας όμως εδώ πάσχει από πιο μόνιμες βλάβες κι αυτό ίσως να είναι κάτι εξαιρετικά ωφέλιμο για μάς».  

Οι φρουροί άρχισαν να φοράνε χαλκάδες και αλυσίδες στο θύμα τους και να τρυπάνε δοκιμαστικά στο τραχύ δέρμα του με τα δόρατά τους πριν τον οδηγήσουν στη φυλακή, όπως ανέκαθεν κατά αρχετυπικό τρόπο έκαναν και κάνουν οι συλλήπτορες στους συλλαμβανομένους.

«Αφέντρα», είπε ο Τιθωνός, που είχε μάθει εδώ και χρόνια να απευθύνεται σε γυναίκες ισχυρότερες από αυτόν πιστός στην καρπαζοεισπρακτική γενετήσια κλίση του, «σε παρακαλώ πριν με βάλεις στη φυλακή και πετάξεις το κλειδί κατά τα ειωθότα σε αυτές στις περιπτώσεις, κάνε μου τη τιμή να μού πεις, να μού εξαγγείλεις  το όνομά σου, ώστε να πληροφορηθώ ποια από τις πριγκίπισσες είσαι, ποια από τις πριγκίπισσες θα είναι η κάτοχος, η ιδιοκτήτρια και η επικαρπώτρια της ελευθερίας μου, ποια θα είναι εκείνη που θα με εγκλείσει ως αηδόνι του βασιλιά και θα αφουγκράζεται το κελάηδημά μου μέσα από το κλουβί».

«Είμαι η Πρόκρις, η μεγαλύτερη».

Αυτό δεν χρειαζόταν να μάς το πεις, σκέφτηκε από μέσα του ο Τιθωνός. Οι τροχίσκοι της σκέψης του άρχισαν σιγά- σιγά να γυρίζουν, να περιελίσσονται, να εφαρμόζουν και να εφάπτονται σε αλλήλους με τις οδοντωτές απολήξεις τους, κι έτσι να κουρδίζονται και να συγκεντρώνουν ενέργεια.

«Χαρίεσσα Πρόκρι, πρόκρινε σε παρακαλώ, αν ευαρεστείσαι να μού πεις, τι δουλειά έχει η μονιμότητα των τραυμάτων μου με την επίδραση της Δαμάλεως…», στο σημείο αυτό διέκοψε, διότι σκέφτηκε ότι τελικά τον συνέφερε να νομίζει η πριγκίπισσα ότι η παραμόρφωσή του οφειλόταν στη Δάμαλι, αφού αυτό θα ήταν το τέλειο άλλοθι για την εδώ παρουσία του, «ή μάλλον πες μου ποια ωφέλεια θα ηδύνατο να επιδαψιλεύσει σε σάς, τις πανέμορφες, έκπαγλες πλαγγόνες- πριγκίπισσες του Άρη η δική μου μόνιμη ανικανότητα να επιμεληθώ των υποθέσεών μου».

Η εσχατόγηρη βασιλοπούλα, βλέποντας ότι ο συνομιλητής της ήταν λαλίστατος αλλά και απροσδόκητα συγκροτημένος, δεδομένης και της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, άρχισε και αυτή να μελετά τα λόγια της λίγο περισσότερο.

«Τις ερωτήσεις, υποσκάζων κούτσαβλε, εδώ πέρα τις κάνω εγώ! Κοιτώντας σε καλύτερα, καταλήγω ότι μάλλον οι βλάβες σου δεν έχουν σχέση με τη Δάμαλι. Άρα για ποιο λόγο βρίσκεσαι αναμεταξύ μας; Στο χώρο αυτό φιλοξενούμε μόνο όσους έχουν πληρώσει για να απολαύσουν το ναρκωτικό, που είναι σήμα κατατεθέν του πλανήτη Άρη. Εσύ λοιπόν τι γυρεύεις εδώ; Μού φαίνεται ότι η αναπηρία σου σε έχει κάνει πολύ σοβαρό και υπερβολικά μελαγχολικό, ώστε να αναζητήσεις την απόλαυση της Δαμάλεως.»

«Ίσα- ίσα, η αναπηρία μου ακριβώς με υποχρεώνει να βρω διεξόδους σε κόσμους φανταστικούς, σε κόσμους, όπου θα μπορώ πάλι να αντιλαμβάνομαι και να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως άλκιμο και ισχυρομελή, τα αθεράπευτα ελλείμματά μου με σπρώχνουν στα ιαματικά λουτρά, στα Ασκληπιεία θεραπευτήρια, τα κέντρα υγείας και ευεξίας και τα ευαγή ιδρύματα. Επιδιώκω να υπόκειμαι σε κάθε είδους διαδικασία ενδοστρέφειας, εσωστρέφειας, αυθυποβολής, αυτογνωσίας και αυτο- εμβάθυνσης και μάλιστα με διευρυμένα μέσα αντίληψης, όπως είναι τα ναρκωτικά και οι μεθυστικές ουσίες. Και σε παρακαλώ, κεχαριτωμένη δέσποινα, μη μού αρνείσαι την ιδιότητα του συνεπούς πελάτη, γιατί με πληγώνεις πολύ. Είμαι πληρώνων πελάτης για όλα τα πάθη και τα αμαρτήματά μου σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, έχω καταβάλει τα αναλογούντα τέλη για τις ατέλειές μου και όλες οι αναπτυξιακές και εμπορικές πόλεις του Άρη έχουν κερδίσει από το πουγκί και το βαλάντιό μου, καθόσον μάλιστα το χρημάτιόν μου είναι βαρύτερο απ’ ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μέσα από την ορθή χρήση των ουσιών επιχειρώ να γίνω καλύτερος. “Ου μόνον, ως έοικεν, ο γέρων δις παις γίνοιτ’ αν, αλλά και ο μεθυσθείς”,[91] έλεγε ο θείος Πλάτων, αλλά και ότι “εν οίνω τα ήθη φανερά γίγνεσθαι”, ενώ ο Ανάχαρσις είπε: “κιρναμένου κρατήρος εφεστίου, τον μεν πρώτον υγιείας πίνεσθαι, τον δε δεύτερον ηδονής, τον δε τρίτον ύβρεως, τον δε τελευταίον μανίας”.[92]                    

Η υπέργηρη βασιλοπούλα συνοφρυώθηκε ακόμη περισσότερο.

«Χμ, χμ. Μήπως τελικά σκοπός σου είναι να απελευθερώσεις ή να ανακτήσεις κάποιο πρόσωπο από τους συμβαλλομένους και παραδομένους στη φάλαγγα της Δαμάλεως; Μήπως έχεις καμιά μνηστή ή σκορδόπιστη, παραμoρφωμένε υβώδη, και ήλθες να τη σώσεις;»

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα σεινάμενος- κουνάμενος ως σεισοράδα ο Τροφώνιος με κοντή φουστίτσα κλαρωτή, σταυρωτή και τετραγωνισμένη με διάφορες μαυροκόκκινες ραβδώσεις και σκουλαρίκια- ενώτια στα τρυπημένα αυτιά του.

«Καλά και άγια έπραξες και τον συνέλαβες, αρχόντισσα. Αυτό το βδέλυγμα της ερημώσεως ήταν σύντροφος της θεόρατης μαντραχαλούς, που αποτελεί το καινούριο μας απόκτημα, την καινούρια κατάκτηση της Δαμάλεως».    

«Καλά το φαντάστηκα», είπε φουσκωμένη σαν διάνος ή γάλλος η γριά. «Όχι πως έχει καμιά σημασία το κίνητρο του καθενός που έρχεται να λικνισθεί στην Κυμοθόη του απαλού μας ναρκωτικού. Είμαστε καταδεκτικοί, προσηνείς και ευεπίφοροι σε όλους. Ελάτε όντα του ηλιακού συστήματος, ανεξαρτήτως καταγωγής, να ποδοπατήσουμε τις ταυτότητές σας, να λιώσουμε το Εγώ και τις αυτοσυνειδήσεις σας κάτω από τη μυλόπετρα των ψυχεδελικών ουσιών μας. Είμαστε ανοιχτοί και σάς περιμένουμε!»   

«Μόλις κατάλαβα σε όλη της την έκταση την ασύλληπτη κακότητα και διαστροφή σας», είπε ο Τιθωνός. «Δεν είναι απλά ότι καταστρέφετε αυτούς τους ανθρώπους, που κάποτε ήσαν πελάτες σας, αλλά όταν τούς αποκτηνώσετε, βάζετε χέρι και στην περιουσία τους με ψεύτικες διαθήκες ή υποτιθέμενα κληροδοτήματα με το δικό σας ίδρυμα ως τετιμημένο. Τούς εξαφανίζετε, ώστε να κηρυχθούν άφαντοι και πολιτικώς νεκροί κι ύστερα παίρνετε τη θέση τους με διάφορα τεχνάσματα και οικειοποιείσθε, νοσφίζεσθε τα υπάρχοντά τους. Εδώ οι τιτάνες θα σάς έλεγαν “Κρείσσον δε πλούτου και πολυχρύσου χλιδής ανδρών δικαίων καγαθών παρουσία” (Ευριπίδης) και “Ο των φιλαργύρων πλούτος, ώσπερ ο ήλιος καταβάς εις την γην, ουδένα των ζώντων ευφραίνει” (Σωκράτης)».   

          «Σκασίλα μας για το τι θα έλεγαν οι τιτάνες», είπε η Πρόκρις. «Φρουροί, δεν χρειάζεται καν να πάτε αυτόν τον τρωγλοδύτη στη φυλακή. Τροφώνιε, συνόδευσέ τον κατευθείαν μαζί με τα άλλα κτήνη του Άρη, όλα αυτά τα σιχαμερά έκφυλα όρνεα και τα άπληστα, κολασμένα ποντίκια στη φωτιά της Δαμάλεως. Σού εύχομαι να αργήσεις να επιστρέψεις στον πρωτογονισμό, ανάπηρε χωλέ και κουλέ, κολοβόχειρα και μονόχειρα ακρωτηριασμένε, αστακοχέρη και καραβιδοχέρη, να καθυστερήσεις να ξαναγίνεις πίθηκος, ώστε να αποτελέσεις πηγή διασκέδασης για μάς για πολύ καιρό ακόμη!»

          «Πρόκρι, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί να με κοιτάξεις στα μάτια καθώς θα γλιστράω στο λυκόφως ή το λυκαυγές της ανθρώπινης φύσης; Ή μάλλον η ορθή ερώτηση είναι, πώς και δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί για να απολαύσεις τον θρίαμβό σου και να σκυλεύσεις τα λάφυρα που σού αναλογούν από τα σαρκία και τα θρασίμια των ζωντανών- νεκρών;»

          «Μην ανησυχείς, αυθάδη και ασεβή κολοβόχειρ. Αν δεν είμαι εγώ η ίδια, κάποια από τις αδελφές μου θα είναι παρούσα για να παρευρεθεί στη σεμνή τελετή της αποκτήνωσής σου!».

Ο κήπος της Δαμάλεως ήταν ένα απέραντο βαθούλωμα περιστοιχισμένο με σειρές από καθίσματα – ικρία -στασίδια, που παρά την αρχαία φθορά και σκουριά, καθώς και την εντροπία των ερειπίων, διατηρούσε τη μεγαλοπρέπεια του. Τα σκαλοπάτια ανηφόριζαν σκαλισμένα στο βράχο του εσωτερικού τοιχώματος, κοντολογίς η όλη κατασκευή θύμιζε το θέατρο της Επιδαύρου και αυτό βέβαια έχουν κατά νου παγκοσμίως όλες οι περιγραφές που αφορούν αμφιθέατρο.  

Στο χώρο της παλαίστρας όμως υπήρχε πράγματι κήπος με οργιαστική βλάστηση, σχίνα και θάμνους, αλλά και ψηλότερα δένδρα σαν λευκόκορμες σημύδες ή πυκνόφυλλες καρυδιές ή δακτυλωτές αδανσονίες ή κωνοφόρα κοκκινόξυλα, κλεισμένος ολόγυρα από γυάλινο διαφανή αλεξίσφαιρο τοίχο για την προστασία των θεατών. Πριν μπει από την είσοδο των μονομάχων στην αρένα του Κολοσσαίου ο Τιθωνός νόμισε ότι είδε ήδη πλάσματα να κινούνται, χωρίς να ξεχωρίζει τι είδους, αλλά ακαθόριστα σαν περιστασιακές συμπυκνώσεις του κακού του προαισθήματος. Φιδίσια συρίγματα και σφυρίγματα, βρυχηθμοί και μυκηθμοί ήσαν στην ημερησία διάταξη. Γύρω από την παλαίστρα οι κερκίδες ήσαν κατάμεστες, ενώ ο θρόνος που ήταν στην μέση περίμενε ακόμη ανυπόμονα να καταληφθεί από τα οπίσθια της αρμόδιας για την παρακολούθηση πριγκίπισσας.

Όμως οι αφέτες- ελλανοδίκες δεν ανέμεναν την άφιξη της ηγεμόνος, αλλά κήρυξαν την έναρξη των αγώνων με μία κρούση σε ιδιόφωνο παλλόμενο ωδικό λέβητα (γκονγκ). Εδώ θα προβληθεί η ένσταση ότι αν το γκονγκ ήταν ελληνικής προέλευσης θα είχε πιο σύντομο όνομα από το παραπάνω. Τότε χρησιμοποιείστε τις ονομασίες χαλκείον, βροντείον, κεραύνιον, κύμβαλον αλαλάζον κ.λπ. Τα μελωδικά μουσικόσημα και φθογγόσημα καλούσαν όλα τα ζώα να συγκρουστούν μεταξύ τους και ιδού σαν ιερείς – τελετάρχες σκοτεινών και αιματηρών μυστηρίων οι χονδροειδείς, άγαρμπες ανθρωποειδείς μορφές με την ταγγή ζωώδη αποφορά τους άρχισαν να συρρέουν πλατσουρίζοντας στις λακκούβες και σπάζοντας χαμόκλαδα με τις κονισαλέες αυχμηρές ρυποκόνδυλες πατούσες τους.    

Αρκούσε η προοπτική της επικείμενης σύγκρουσης ή η ηλεκτρίζουσα την ατμόσφαιρα έναρξή της, ώστε ο φόβος να γίνει κάτι κρύο και μαύρο και ο τρόμος να αποκτήσει υλική υπόσταση, καθώς και η ενέργεια της μάχης που ανέδιδαν τα σώματα σκορπούσε και διοχετευόταν ολόγυρα. Είχε την τάση ο κάθε παρατηρητής κι ακόμη περισσότερο όποιος ήταν παγιδευμένος και αναπόσπαστα χειροπόδαρα δεμένος σ’ αυτή την κατάβαση προς τον όλεθρο να αρνηθεί στον εαυτό του την πραγματικότητα αυτού του φρικαλέου πυξ-λαξ ποδοπατήματος, γρονθοκοπήματος και ξεκοιλιάσματος και να ευχηθεί να ήταν τυφλός ή κουφός κι ακόμη καλύτερα νεκρός. Οι πιθηκάνθρωποι του δάσους πλακώνονταν στο ξύλο υπό τα αυστηρά και αποδοκιμαστικά βλέμματα των Αρειανών, που είχαν έλθει να χαζέψουν με τα αστεία καμώματα των απαίδευτων ζώων ενός ανεκδιήγητου περιοδεύοντος θιάσου, των μελών μίας ζωοπανήγυρης χαμηλού επιπέδου, ώστε να επιβεβαιώσουν και να διατρανώσουν τη δική τους πνευματική και διανοητική ανωτερότητα.

Καθώς η εκφυλιστική, οπισθοδρομική, παλινδρομική, αναδρομική ακτινοβολία της Δαμάλεως οδηγούσε τους ανθρώπους προς το παρελθόν της φυλής τους και των γονιδίων τους, ένα πανδαιμόνιο από ουρλιαχτά και μουγκρητά σκέπασε την ατμόσφαιρα και μία  οχλοβοή, χλαλοή, συνισταμένη ανθρώπινων και ακόμη πιο φριχτά- μη ανθρώπινων φωνών έσχισε το στερέωμα, κραυγάζοντας και σχεδόν εκβάλλοντας τον λάρυγγα: Ντάμαλς, Ντάμαλς. Το στομάχι ανακατευόταν, όταν κανείς πλησίαζε στο κέντρο του αντι- επικούρειου κήπου, καθώς η αγέλη αυξανόταν και μεταβαλλόταν προοδευτικά σε συνάθροιση τεράτων και οργιαστική γιορτή δαιμόνων. Υπήρχαν εκείνοι που δεν είχαν οπισθοδρομήσει εξελικτικά και πολύ και παρέμεναν ακόμη άνθρωποι. Υπήρχαν όμως και άλλοι, που είχαν ακολουθήσει αντίστροφα όλα τα στάδια της εξέλιξης πέρα και πίσω από τον σοφό-σοφό άνθρωπο, τον απλά σοφό ή τον βλάκα, πέρα από τον πρωτόγονο και τον ανθρωπίδη, πέρα από τον Ηωάνθρωπο και τον παράνθρωπο, αλλά και πέρα από τον πιθηκάνθρωπο, πίσω από κάθε κοινό ή ενδιάμεσο κρίκο κι είχαν γίνει άμορφα, άχαρα, τριχωτά κτήνη με πλακουτσωτά κρανία, αρτηριο-αυλακωμένα κοκκώδη κόκκινα μάτια και σπασμένα σουβλερά κίτρινα δόντια, είχαν αναχθεί σε πλάσματα αταξινόμητα με περαιτέρω αποδιοργάνωση και ροπή προς κάτι φολιδωτό, πλαδαρό και γλοιώδες, κάτι φτιαγμένο από παχύρρευστο εμετικό υγρό και σκέτο ψαθί, που κανένας επιστήμονας δεν είχε ποτέ φανταστεί, ούτε και θα είχε πρόθεση να αναγνωρίσει. Πίσω από το στάδιο των θηλαστικών, πίσω στα βράγχια και τα λέπια, στη διχαλωτή γλώσσα και το σύρσιμο με την κοιλιά και στο αβγό, που αφήνεται να εκκολαφθεί στη ζεστή λάσπη.

Εκείνη τη στιγμή ο Τιθωνός εντόπισε την Ηώ, που ερχόταν καταπάνω του δειλά σαν ζώο με δάκρυα- κορόμηλα και σιγανό λυγμό σαν κλαψούρισμα. Στεκόταν στο ηλιοφώς σαστισμένη, έντρομη, απωλωλυία και κεκμηκυία, άγρια και υπέροχη, όντας πάντα ένα εξαιρετικό κορυφαίο δείγμα του γυναικείου φύλου. Δεν είχε αλλάξει πολύ προς τον πρωτογονισμό, ίσα-ίσα τα βυζιά και τα κολομέρια της είχαν γίνει ακόμη πιο στρογγυλά, οι γάμπες και οι βραχίονες ακόμη πιο ισχυροί και μυώδεις, ωσάν κάθε εξέλιξη ή εκφύλιση να την προσάρμοζε και να την εξόπλιζε ακόμη περισσότερο για τις απαιτήσεις μίας ερωτικής πράξης, ίσως και να την κατοχύρωνε και να την θωράκιζε για τις ανάγκες μελλοντικής τεκνοποιίας και προς εξασφάλιση ευτεκνίας. Το κορμί της παρουσιαζόταν δυνατό, λυγερό, αισθαντικό, πιο όμορφο και ελκυστικό από ποτέ, απαλλαγμένο από τις συμβατικότητες και τις υπερβολικά συνειδητοποιημένες ελευθερίες της τιτανικής της παιδείας.

Ο Τιθωνός ένοιωθε να επηρεάζεται και ο ίδιος από την ακτινοβολία της Δαμάλεως, που τού προκαλούσε γλυκιά ανατριχίλα στο δέρμα, παράξενη πείνα και βαθιά λαγνεία στη σάρκα, ξύπνημα, έγερση και ανασάλεμα του κτήνους, που παραμόνευε τόσο κοντά στο πετσί του. Η αγκαλιά της (κάθε) γυναίκας φάνταζε πια γι’ αυτόν ως υγρός κόλπος ή κόρφος λίμνης, όπου θα λικνιζόταν, ή στοργική δεκτική μήτρα, όπου θα ανέπνεε αρπαχτά με τα βράγχια του. Όμως για κάποιο λόγο ένοιωθε ότι η ακτινοβολία δεν θα έφθανε στο σημείο να τον εκφυλίσει έτι περαιτέρω, διότι ο ήδη παραμορφωμένος την παραμόρφωση δεν τη φοβάται, όπως εξάλλου και ο βρεγμένος δεν σκιάζεται τη βροχή, ο χαμαίζηλος το χώμα, ο χειμωνανθός τη διαχείμαση, ο χαλαζόπληκτος τη χιονοθλασία και χιονορραγία (όπου σχάζονται οι χιονίστρες), ο  χαδιάρης χοίρειος οχευτής τα αισχρά χουσμέτια και ο αχαΐρευτος χλιαρός χασμώδης χαύνος τις χυμώδεις χυλόπιτες, ο χαμένος χολερόβλητος το χάρο, ο χαράμης την αχρειότητα και ο χεσμένος τη χέστρα.

 Εκείνη τη στιγμή προσήλθε η αρμόδια για την τελετή πριγκίπισσα. Τα μαλλιά της είχαν το χρώμα της νύχτας μετά τη δύση του φεγγαριού, τυλιγμένο σε κόρυμβο. Ήταν ενδεδυμένη με προκλητικό τρόπο, με μακριά φούστα σκισμένη ως τη μέση στα πλάγια, ώστε οι μηροί της να αποκαλύπτονται σε κάθε κίνηση. Στη μέση της είχε ζωσμένη πλατιά ζώνη με πετράδια και στο λαιμό της είχε κρεμάσει χρυσό περιδέραιο. Τα στήθη της ήσαν γυμνά με ανεβασμένες θηλές, όπως εκείνα των Μινωιτισσών γυναικών και κρατούσε όπως αυτές φιδωτό κηρύκειο στο χέρι. Τα χείλη της ήσαν πολύ κόκκινα σαν εκείνα τα σαρκοφάγα φυτά με τα έντονα χρώματα, που στάζουν μέλι, κόλλα και φαρμάκι για να παγιδεύσουν τα θηράματά τους. Κάθισε στο θρόνο και αμέσως φάνηκε να απολαμβάνει την αγριότητα των διεξαγόμενων ενώπιόν της συμπλοκών. Αγαλλίαζε τόσο ώστε έκλεινε τα βλέφαρα, που πετάριζαν με γρήγορη κίνηση σαν να ονειρευόταν. Ήταν σαν να απορροφούσε κάθε στιγμή ένα κομμάτι από τη ζωική ενέργεια, που αναδυόταν από το συνονθύλευμα των κατασπαρασσομένων σωμάτων κι αυτό να τής έδινε φτερά. Έμοιαζε να φτάνει σε οργασμό στο αποκορύφωμα της μάχης κι όταν άνοιγε τα μάτια της, η κόρη και η ίριδα εξαφανίζονταν φαινομενικά, αλλά με προσεκτικότερη παρατήρηση διαπίστωνε κανείς ότι αυτά αποκτούσαν ένα έντονο γλαυκό χρώμα, το χρώμα της αποκάλυψης και της γνώσης, της αναγνώρισης κάποιας αλήθειας- ποιάς; – μόνο αυτή ήξερε.  

Ο Τιθωνός, ο οποίος είχε κρυφτεί πίσω από ένα δένδρο κοντά στην περιφέρεια του κήπου, σπρώχνοντας με μεγάλη δυσκολία την ογκώδη και άβουλη Ηώ, που φαινόταν να τα έχει χαμένα, επιχειρώντας εκτός των άλλων να αποφύγει κι ένα μεγάλο αρσενικό με πολύ διακριτό γενετήσιο όργανο και με άναρθρες εκστατικές κραυγές να εκβάλλονται από το λαρύγγι του, φώναξε στην ηγεμονίδα.   

«Α, καλέ εσύ είσαι πολύ νέα, καμία σχέση με το προηγούμενο ραμολιμέντο, που βάλατε να με υποδεχθεί. Ποια είσαι, πανέμορφη καλλονή, για να ‘χουμε καλό ρώτημα;»

«Είμαι η Αργήλη», απάντησε η βασιλοπούλα.

«Ε λοιπόν, έχω μια απορία. Εσείς οι πενήντα αδελφές, έτσι όπως ο πατέρας σας σάς ξεπέταξε και η μάνα σας σάς ξεφούρνισε μπαμ- μπαμ τη μία μετά την άλλη, θα πρέπει να έχετε ελάχιστη διαφορά ηλικίας μεταξύ σας. Πώς μπορείτε καν να ξεχωρίζετε άλληλες, είναι μυστήριο! Ήδη εσύ σίγουρα έχεις πολλές αδελφές σχεδόν συνομήλικες.»

«Ε ναι, η Καλαμήτις και η Στρατονίκη, Κέρθη και η Τερψικράτη, αλλά και η Ασωπίδα, η Κλυτίππη και η Τιφύση είναι πολύ κοντά ηλικιακά σε μένα και γι’ αυτό παίζαμε μαζί, όταν ήμασταν μικρές», είπε παραξενεμένη με τον μόνιμα παραμορφωμένο αυτόν ανθρωπάκο ή ανθρωπέλο η Αργήλη.

«Α ναι, ναι», σκεφτόταν ο Τιθωνός δίνοντας με το μακρύ του πόδι μια κλωτσιά επιπέδου πολεμικών τεχνών στον μεγαπίθηκο ανταγωνιστή, ταυτόχρονα σκαρφαλώνοντας όσο μπορούσε σε ένα κλαδί και συγχρόνως σέρνοντας και παρακινώντας την υπνωτισμένη Ηώ να ανέβει κι αυτή. Τι σκεφτόταν; Ότι στο Σύμπαν των τιτάνων τα ονόματα δεν ήσαν τυχαία, αλλά είχαν σημασία, όπως άλλωστε και οι πράξεις ή οι παραλείψεις είχαν βαρύτητα. Ο Τιθωνός συνέλαβε τον εαυτό του να μουρμουρίζει τα ονόματα, που τού ανέφερε η αρχόντισσα,  και να τα πλαταγίζει ηδονικά στα χείλη του.  

«Α, εσείς έχετε τα ονόματα των Θεσπιάδων, ώ σεβαστή Αργήλη, των θυγατέρων του Θέσπιου και της Μεγαμήδης, την εποχή που εκείνος ο θρυλικός βασιλιάς ανέθεσε στον Ηρακλή να σκοτώσει το λιοντάρι του Κιθαιρώνα». Τώρα ο Τιθωνός είχε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, διότι είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο μαζί με την Ηώ και κινδύνευε λιγότερο. «Πώς τού ήλθε τού πατέρα σας, του- τις οίδε ποιου- Αρειανού άρχοντα να σάς ονομάσει έτσι; Θα μού πεις, είχε πενήντα κόρες ο άνθρωπος, έπρεπε να βρει ονόματα. Αν ήμουν εγώ νονός σας, θα σάς έδινα τα ονόματα των Δαναΐδων, που θεωρώ ότι ταιριάζουν περισσότερο στη μελαμψή επιδερμίδα σας. Προσωπικά, έχω βγάλει τιτανικό πανεπιστήμιο, όπου μάς δίδασκαν μνημονικούς κανόνες για να θυμόμαστε τα υπέροχα γυναικεία ονόματα, που είναι ο ορίζοντας της Δημιουργίας, και να μην είμαστε επιλήσμονες ουδενός.  

α) Αγαύη, β) Αδιάντη, γ) Αδίτη, δ) Ακταίη, ε) Αμυμώνη, στ ) Αναξιθέα, ζ) Ανθήλεια, η) Αστερία, θ) Αυτομάτη, ι) Αυτονόη, ια) Βρύκη, ιβ) Γλαύκη, ιγ) Γλαυκίππη, ιδ) Γόργη, ιε) Γοργοφόνη, ιστ) Διωξίππη, ιζ) Δώριον, ιη) Ερατώ, ιθ) Ευίππη, κ) Ευίππεια, κα) Ευρυδίκη, κβ) Ηλέκτρα, κγ) Θεανώ, κδ) Ιπποδάμη, κε) Ιπποδάμεια, κστ) Ιπποδίκη, κζ) Ιππομέδουσα, κη) Ιφιμέδουσα, κθ) Καλλιδίκη, λ) Κελαινώ, λα) Κλειτή, λβ) Κλεοδώρη, λγ) Κλεοπάτρα. λδ) Κλεοπάτειρα, λε) Μνήστρα, λστ) Νηλώ, λζ) Οίμη, λη) Πειρήνη, λθ) Ποδάρκη, μ) Πυλάργη, μα) Ρόδη, μβ) Ροδία, μγ) Σθενέλη, μδ) Σκαιή, με) Στύγνη, μστ) Υπερίππη, μζ) Υπερμνήστρα, μη) Φάρτιδα, μθ) Χρυσίππη, ν) Ωκυπέτη.»

          Η Αργήλη είχε αρχίσει να απορεί σοβαρά και να αναρωτιέται πού το πήγαινε αυτός ο Κατά Κάποιο Τρόπο[93] Άνθρωπος, που βρισκόταν απέναντί της. Τής τραβούσε τόσο τον ενδιαφέρον ώστε έπαψε σχεδόν να παρακολουθεί τις σκηνές του αίματος, που εξελίσσονταν ενώπιόν της. Ταυτόχρονα ήταν φανερή η βιασύνη της, σαν να βιαζόταν για κάποια αιτία να αποχωρήσει και να ήταν «υπ’ ατμόν».

          «Γιατί δηλαδή να είχαμε άλλα ονόματα; Εμείς είμαστε πλήρως ικανοποιημένες με τα ονόματα που έχουμε», δήλωσε.

          «Για ξανασκεφτείτε το», είπε γελαστός ο Τιθωνός. «Όσοι κατοικούμε στον αρχαίο κόσμο, έχουμε το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούμε να διαλέγουμε ή να αλλάζουμε το όνομά μας και υπάρχουν τόσες θαυμάσιες νοητές και συχνά αναξιοποίητες επιλογές από την αστείρευτη μυθολογία μας. Για φαντασθείτε να είχατε τα ονόματα των Ωκεανίδων: α) Αδμήτη, β) Ακάστη, γ) Αμφιρώ, δ) Ασία, ε) Γαλαξαύρη, στ) Διώνη, ζ) Δωρίς, η) Ευδώρη, θ) Ευρυνόμη, ι) Ευρώπη, ια) Ζευξώ, ιβ) Ηλέκτρα, ιγ) Θόη, ιδ) Ιάνειρα, ιε) Ιάνθη, ιστ) Ιδυία, ιζ) Ιππώ, ιη) Καλλιρόη, ιθ) Καλυψώ, κ) Κερκηίς, κα) Κλυμένη, κβ) Κλυτίη, κγ) Μενεσθώ, κδ) Μήτις, κε) Μηλόβοσις, κστ) Νεφέλη, κζ) Ξάνθη, κη) Ουρανία, κθ) Πασιθόη, λ) Πειθώ, λα) Περσηίς, λβ) Πετραίη, λγ) Πληξαύρη, λδ) Πλουτώ, λε) Πολυδώρη, λστ) Πρυμνώ, λζ) Ροδία, λη) Στυξ, λθ) Τελεστώ, μ) Τύχη, μα) Χρυσηίς, μβ) Ωκυρρόη. Θα μού πεις βέβαια ότι αυτές είναι μόνο σαράντα δύο. Μην προβληματίζεσαι, εύκολα μπορούν να γίνουν κι αυτές πενήντα. Μάλιστα, επειδή δεν θέλω σε καμία περίπτωση να δυσχεράνω την ονοματοδοσία[94] σας, αν αφαιρέσουμε πέντε ονόματα που επαναλαμβάνονται δις τόσο σε Σάς, όσο και στις Δαναΐδες, όσο και στις Ωκεανίδες, δηλαδή την Ιππώ, την Ηλέκτρα, την Ερατώ, τη Χρυσηίδα και τη Ροδία, βλέπουμε ότι μάς λείπουν ούτε λίγο ούτε πολύ δέκα τρία ονόματα για να συμπληρώσουμε τον μαγικό αριθμό των πενήντα. Για να μην πάμε στις Νηρηίδες, που είναι καμιά εκατοσταριά, ας δανειστούμε μερικά ωραία και μεγαλοπρεπή ονόματα από τους δορυφόρους του Μέγα Πλανήτη- Δία, που δεν θυμάμαι ακριβώς την μυθολογική τους προέλευση. α) Αδράστεια, β) Αμάλθεια, γ) Θεμιστώ, δ) Λυσιθέα, ε) Θελξινόη, στ) Ερμίππη, ζ) Καλλιχόρη, η) Ερινόμη, θ) Ευκελάδη, ι) Μεγακλείτη, ια) Καλλιστώ. Βάλε κι άλλα δύο που μού αρέσουν, την Αβρακόμη[95] και την Ευρυδόμη και νάστε πάλι πενήντα να χαίρεστε την υγειά σας!»

          «Δύσμορφε καλικάντζαρε, δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις», είπε η Αργήλη, «αλλά δυστυχώς έχω ανειλημμένες υποχρεώσεις αλλού και πρέπει να αποχωρήσω. Πάντως ήσουν πολύ διασκεδαστικός, εξίσου ίσως με τα ιδρωμένα και ζέχνοντα κορμιά που παλεύουν».
      «Μην ενοχλείσαι για μένα, αρχόντισσα. Διασκεδαστικός ήμουν, όχι όμως και αναζωογονητικός, έτσι; Δεν πειράζει. Βάζω στοίχημα τα πατρογονικά μου κτήματα και υποστατικά ότι η επόμενη αδελφή σου που θα καθίσει στο θρόνο θα είναι ακόμη νεότερη και θα έχει ακόμη λιγότερη ανάγκη αναζωογόνησης από την αφεντιά σου. Καλά δεν τα λέω;»

       Πράγματι σε λίγο κάθισε στο θρόνο μία νεότερη βασιλοπούλα, σχεδόν έφηβη.

          «Εσένα πάλι πώς σε λένε;», είπε χαιρέκακα και σαρκαστικά ο Τιθωνός. «Συνήθως λέτε ονόματα από “Aλφα” για να μη μπερδευτείτε! Χάθηκε να πεις ότι είσαι η Κλυτίππη ή η ή Μενιππίς η Νικίππη ή η Λυσίππη ή ό,τι άλλο υπάρχει σε ίππο πέραν της Ανθίππης;». Ύστερα βάζοντας τα δυο του χέρια και σχηματίζοντας χοάνη ή χωνίον φώναξε στους θεατές:

          «Ακούσατε, ακούσατε! Είστε θύματα μεγίστης απάτης! Οι πενήντα πριγκίπισσες που σάς διαφεντεύουν είναι στην ουσία ΜΙΑ. Απόδειξη πρώτη. Δεν έχετε δει ποτέ είτε στο δρόμο είτε σε κλειστό χώρο περισσότερη από μία και στα συμβούλια έτσι και αλλιώς απαγορεύεται η είσοδος στους υπηκόους».   

          Βροντεροί αρειανοί γέλωτες συνόδευσαν την παραπάνω έκκληση. Οι περισσότεροι χάρηκαν που βρήκαν ακόμη μια πηγή διασκέδασης, αν και η βασιλοπούλα είχε χλομιάσει.

«Απόδειξη δεύτερη ονοματολογική. Τα ονόματά τους τα πήραν από τις Θεσπιάδες. Με αυτές όλες είχε κοιμηθεί ο ήρωας Ηρακλής, κατά προτροπή του πονηρού πατέρα τους, ώστε από την ανεξάντλητη δύναμη του ημίθεου να αποκτήσει τους γιους, που είχε αποτύχει να σπείρει ο ίδιος και μάλιστα να είναι αυτοί σφριγηλοί όπως ο γιος του Δία και της Αλκμήνης. “Μίαν νομίζων είναι την αεί συνευναζομένην, συνήλθε πάσαις”.[96] Εδώ ισχύει το αντίστροφο, αλλά πρόκειται για την ίδια λογική. Εκ πολλών το εν και εκ του ενός τα πολλά». [97]

Ακούστηκε έντονο σούσουρο και μεμονωμένες αγανακτισμένες κραυγές, που βαθμιαία κέρδιζαν και φανάτιζαν το ακροατήριο. Η γνωστή ψυχολογία του όχλου, όπου η κατά τεκμήριο πιο καχύποπτη, πιο δύσπιστη, πιο κακόπιστη και πιο άκριτη φωνή αναπαράγεται και ενισχύεται εις το διηνεκές, εν προκειμένω όμως και κατ’ εξαίρεση η αλήθεια ήταν με το μέρος της λαϊκίστικης καχυποψίας.

«Φέρε τις αδερφές σου να τις δούμε, πριγκίπισσα “πώς σε λένε”!»

«Να’ ρθειτε όλες μαζί σαν χορωδία να σάς καμαρώσουμε». «Δηλαδή πληρώνουμε φόρους για πενήντα κι είναι μόνο μία;»

«Τι αίσχος είναι αυτό; Λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε μίας γυναικός αρχή!»

Βλέποντας ο Τιθωνός ότι το πράγμα πήγαινε προς τη γελοιοποίηση, ενώ εκείνον δεν τον συνέφερε η ευθυμία, αλλά μάλλον η αγανάκτηση, συνέχισε ακάθεκτος τις αποκαλύψεις.

«Μη το παίρνετε ελαφρά! Δεν είναι μία κοροϊδία χωρίς συνέπειες. Η βασίλισσά σας είναι ένα αδηφάγο τέρας, που τρέφεται από τις σάρκες και την ενέργεια των πολεμιστών της Δαμάλεως. Έτσι εξασφαλίζει τη νιότη της, μόνο που το αποτέλεσμα είναι παροδικό. Σε λίγο γίνεται πάλι μπαμπόγρια και χρειάζεται ξανά το ελιξίριο, που παράγεται από τον ιδρώτα και το αίμα των ναρκομανών, διαγόντων βίο πρωτογόνων. Προς το παρόν εκθέτει στη Δάμαλι τους ξένους και τους επισκέπτες, αλλά όταν τής τελειώσουμε εμείς, έρχεται και η σειρά σας. Ακόμα χειρότερα, έχει ήδη έλθει. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν ανάμεσά σας μυστηριώδεις εξαφανίσεις προσφιλών προσώπων. Λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να γυρίσουν ποτέ πίσω. Αν θέλετε όμως, ψάξτε να τούς βρείτε εδώ στον κήπο της Δαμάλεως, ίσως να βρείτε κάποιον που να μοιάζει με το συγγενή σας, αν μπορέσετε να τον αναγνωρίσετε μέσα από τις τρίχες των φρυδιών και των ζυγωματικών.»  

Αυτό που έκανε τα λόγια του Τιθωνού περισσότερο πιστευτά ήταν ότι η βασίλισσα δεν έκανε κάποια προσπάθεια να τα ακυρώσει ή να τα απαξιώσει γελώντας ειρωνικά, αλλά είχε καταληφθεί με μανία προσωπικά κατά του Τιθωνού απευθυνόμενη αποκλειστικά σ’ αυτόν. Η τελική απόδειξη ήλθε, όταν τα χαρακτηριστικά της έπαψαν να παραμένουν σταθερά και άρχισαν να τροποποιούνται, καθώς είχε διαταραχθεί και διακοπεί ο μεταβολισμός και η απορρόφηση της ενέργειας από τα διαδραματιζόμενα επεισόδια.  

«Αηδιαστικέ κούτσαυλε, αναθεματισμένε ανάπηρε, χάθηκες! Την χοντρή αγελάδα Ηώ σου θα την πάρω για δική μου χρήση και θα αρμέγω την ενέργειά της στον αιώνα τον άπαντα, για να μείνω νέα!»

Εν τω μεταξύ το γενικό πανδαιμόνιο είχε επεκταθεί. Μία μερίδα των θεατών είχε στασιάσει και έκανε επεισόδια, οι φρουροί αναγκάστηκαν να στραφούν προς τις κερκίδες, αφήνοντας τα κιγκλιδώματα του κήπου αφύλακτα, με αποτέλεσμα τα εθισμένα στη Δάμαλι κτήνη του Άρη να τα πηδούν ομαδικά και να ξεχύνονται αδιακρίτως στα πλήθη. Οι πύλες που οδηγούσαν στο εσωτερικό της αρένας κατεδαφίστηκαν και δεν έμεινε λίθος επί λίθου. Η αστυνομική βία έφερε αντίδραση με στοιχεία πολιτικής εξέγερσης. Συμβατικά ακτινοβόλα και τελετουργικά δόρατα ή μαχαίρια είτε μέσα σε θηκάρια, είτε κολλημένα στο πλευρό των φυλάκων σε αυτοκόλλητες γρέντζες τριχώδεις ταινίες (χρατς) από τη μία, δηλαδή από την πλευρά της εξουσίας, νύχια, δόντια και μύες από την πλευρά των οπισθο-εξελικτικών πρωτόγονων της Δαμάλεως. Τριχωτά φολιδωτά πλάσματα τινάζονταν εδώ κι εκεί δαγκώνοντας κρέας, κόβοντας κομμάτια, τσακίζοντας κόκαλα σαν κλαδάκια ή πυρεία και πιέζοντας κρανία με τις δύο παλάμες μέχρι να θρυμματιστούν, πριν πέσουν κι αυτά με τη σειρά τους θύματα των πυροβόλων όπλων και των πάσης φύσεως λεπίδων, που κράδαιναν οι φρουροί. Όπως γνωρίζουμε η βία φέρνει βία και το αποτέλεσμα ήταν μία κλιμάκωση καθ’ υπερβολή, όπου ραχοκοκαλιές έσπαζαν πάνω σε γόνατα και λαρύγγια έστριβαν, ώσπου να κάνει «κρακ» ο άτλαντας του λαιμού, όπως αυτές οι φρικαλεότητες, που σε πολλούς από μάς αρέσει μυστηριωδώς να παρακολουθούμε στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Ο Τιθωνός σχεδόν κουβαλούσε στις πλάτες του την υπνωτισμένη Ηώ, όπως ο Αινείας τον πατέρα του, εγχείρημα πολύ δύσκολο λόγω του βάρους της προσωποποιημένης Αυγής και της δικής του μειονεκτικής, εμποδιστικής κατάστασης και απομακρυνόταν βιαστικά από το σημείο «μηδέν».

«Γύρνα πίσω, κοντοπίθαρε νάνε, υπόπαχυ το σώμα και μικρέ το δέμας, δώσε πίσω το λάφυρο που μού πήρες», στρίγγλιζε δαιμονικά η πριγκίπισσα, επικεντρωμένη αρρωστημένα στον Τιθωνό και αγνοώντας το γενικό πανδαιμόνιο. Τώρα πια η ηλικία της ήταν απροσδιόριστη, τα χαρακτηριστικά της παραλλάσσονταν συνεχώς και σε γρήγορη κίνηση, μαζί ίσως και τα ονόματά της από τον κατάλογο των πενήντα Θεσπιάδων, αλλά αυτή τη φορά με κατεύθυνση από τη φτιαχτή ελιξιριακή νιότη στο πραγματικό φρικαλέο και μουμιοειδές γήρας.     

«Δολίως πράττει ο απαιτών όπερ οφείλει αποδιδόναι»[98], απάντησε ο Τιθωνός, που όσο αυξανόταν η αυτοπεποίθησή του, τόσο κινητοποιούνταν η μόρφωσή του και αντιστρόφως, καθόσον μάλιστα έβλεπε ότι όσα είχε μάθει στην παιδική του ηλικία από τους σοφούς  επαληθεύονταν.

«Θα πάρω πίσω την Ηώ, κολασμένε ζουμπά, κοντοστούπη μικροτσούτσουνε, που σε είχε η αγελάδα μόνο για να τής σκαλίζεις τη μύτη».

  «Εν ίση μοίρα κρείσσων εστί ο νεμόμενος»[99], απαντούσε αγέρωχα και χαμογελαστά ο Τιθωνός.

«Φρουροί συλλάβετέ τον, συλλάβετε αυτό το βδελυρό μίασμα, τον δύσμορφο γελωτοποιό», ωρυόταν η ραγδαία μεταβαλλόμενη βασίλισσα, απευθυνόμενη σε ανύπαρκτους πλέον, τραυματισμένους ή νεκρούς φύλακες».

«Έφυγα, σύλλαβέ με, εάν αποδώσης με τω κυρίω, λήψει χρυσούν νόμισμα», ειρωνευόταν ασύστολα ο Τιθωνός.

Κρατώντας και σφίγγοντας γερά την ζαλισμένη Ηώ, που ήταν η σύμφυση της φύσης του, η συνθήκη της ύπαρξής του και η εγγύηση της επιβίωσής του, ο Τιθωνός έφευγε ανακουφισμένος πέρα μακριά πίσω από τις γραμμές της μάχης.

«Τα κατάφερα», έλεγε στον εαυτό του, «και μάλιστα αναίμακτα, εννοώ βέβαια αναίμακτα από την πλευρά μου. Δεν σκότωσα εγώ κανέναν και δεν φταίω αν η εξουσία της Θεσπιάδας εδραζόταν σε σαθρά θεμέλια και σε αισχρά ψεύδη. Πολιτικοί, τι περιμένεις! Καλά έλεγε ο Χρύσιππος ότι: “ου βούλομαι πολιτεύεσθαι, διότι ει πονηρά πολιτεύσομαι, τοις θεοίς απαρέσκει, ει δε χρηστά τοις πολίταις”. Και ενώ ισχύει ότι: “ουδείς νόμος συμφέρει πάσιν”, είναι όμως ο νόμος απαραίτητος ως συμπλήρωμα της φύσης, ακριβώς διότι ο ανθρώπινος νους αντιλαμβάνεται πολύ μεγαλύτερο φάσμα της πραγματικότητας απ’ ό,τι τα ζώα, των οποίων το περιβάλλον είναι κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες τους, αντιστοιχώντας απόλυτα στα ένστικτά τους».   

          Ξαφνικά όλη η θύραθεν παιδεία επανήλθε στη μνήμη του, αυτά που είχε μάθει νέος. Θυμόταν την Αισθητική των Τιτάνων, που είχε προμετωπίδα το ρητό του Ίππαρχου: «Πολύ γ’ έστι πάντων κτήμα τιμιώτερον άπασιν ανθρώποις εις το ζην τέχνη». Θυμόταν τη διαφορά ανθρώπου και ζώου από αισθητική σκοπιά. Και δεν είναι τόσο κακό να εξάρουμε την περηφάνια και την υπεροχή του ανθρώπου έναντι των ζώων και αυτή η διαφορά είναι η ηθική. Υπάρχει δηλαδή κανένα νόημα στο να διακηρύσσουμε κατηγορηματικά ότι και οι άνθρωποι είναι ζώα, όπως όλα τα άλλα; Θα μάς εμποδίσει άραγε μία τέτοια διαβεβαίωση από το να εκμεταλλευόμαστε απηνώς και τα ζώα και εαυτούς και αλλήλους;

          Χαμογελούσε νοσταλγικά αναπολώντας την αισθητική περιγραφή ζώου και ανθρώπου στο κεφάλαιο «Διαφάνεια της Ανθρώπινης Μορφής Έναντι Λιγότερο Εξελιγμένων Μορφών».

Στα ζώα: Το οργανικό υπόκειται ακόμη στην ανελευθερία να μη μπορεί να επιβάλει τον εαυτό του ως συγκεκριμένο σημειακό υποκείμενο σε σχέση με τα εξαπλωμένα στην εξωτερική πραγματικότητα μέλη του. Η κύρια έδρα των δραστηριοτήτων της οργανικής ζωής παραμένει για μάς συγκαλυμμένη, βλέπουμε μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα της μορφής και τούτη είναι πάλι επενδυμένη με φτερά, λέπια, μαλλιά, δέρμα, αγκάθια και κελύφη… 

Στον άνθρωπο: Το δέρμα δεν είναι καλυμμένο με άψυχα  ή φυτικά περιβλήματα, ο παλμός του αίματος είναι φανερός σ’ όλη την επιφάνεια, η ζωηρή καρδιά με το σφυγμό της είναι παντού παρούσα και προβάλλει στην εξωτερική στοιβάδα ως σφύζουσα ζωντάνια, ως ανάβρυσμα και ανάβλυσμα ζωής. Επίσης το δέρμα εμφανίζεται ευαίσθητο και δείχνει φιλάσθενη αδιαθεσία, τον τονισμό και την απόχρωση των ιστών και των νεύρων, που είναι σταυρός μαρτυρίου για τους καλλιτέχνες.

          Μία τελευταία πληροφορία πριν κλείσει αυτό το κεφάλαιο. Η περιοχή του Άρη που κυβερνώνταν από την ιδιόμορφα πολύμορφη και πολυμορφική μία και μοναδική βασιλοπούλα λεγόταν εκείνη την εποχή Λιθώνιον, έκτοτε όμως και μέχρι σήμερα λέγεται «Τιθώνιον» σε ανάμνηση του ανδραγαθήματος του Τιθωνού.

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο:

          Ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

          Στέκονταν στο άνοιγμα της σπηλιάς, σε έδαφος με χρώμα πηχτού αίματος, ενώ στα πόδια τους ακόμη και τα μεμονωμένα μόρια της σκόνης φαίνονταν να ταράσσονται ή να μαγνητίζονται από την απειλητική στήλη του ανεμοστρόβιλου, που είχε ήδη κρύψει τον αδύναμο αρειανό ήλιο και μαινόταν σε κοντινή πλέον απόσταση, τόσο κοντινή, ώστε έτεροι αιωρούμενοι λεπτεπίλεπτοι κόκκοι άμμου να τούς μαστιγώνουν με σκληρή κόψη διαμαντόσκονης.

          «Ίσως θα ήταν η κατάλληλη χρονική στιγμή να μπούμε τώρα στη σπηλιά, γιατί αυτή η σκόνη είναι τόσο τραχιά, που μπορεί να μάς τρυπήσει τα σκάφανδρα», είπε ο Δαίδαλος.

          «Ναι, καλυφθείτε λίγο από τους βράχους της εισόδου, για να κάνουμε τελευταίο έλεγχο προμηθειών», είπε η Ηώ. «Καταρχάς, Δαίδαλε, έχεις μία τελευταία ευκαιρία να μάς πείσεις ότι είναι πράγματι αναγκαίο να κατεβούμε τόσο βαθιά κάτω από την επιφάνεια για να βρούμε αυτό το κοίτασμα διοξειδίου του άνθρακα, που υποτίθεται ότι τόσο πολύ χρειαζόμαστε για τον κινητήρα του Δεινόπλευστου. Δεν μπορούμε άραγε να βρούμε ένα πιο ανεπεξέργαστο βιολογικό ή ορυκτό καύσιμο ή να αντλήσουμε διοξείδιο του άνθρακα από τον ατμοσφαιρικό αέρα της γεωποίησης;»

          «Τι τον πέρασες τον Δεινόπλευστο αφεντικό; Ο κινητήρας του είναι πολύ εξελιγμένος για να καταναλώσει πετρέλαιο ή αιθανόλη. Επίσης δεν έχω ηθμό πυριτίου για να διηθήσω το διοξείδιο απ΄ την ατμόσφαιρα. Πρέπει να το βρω έτοιμο και σε μεγάλες ποσότητες. Τουλάχιστον έχω ηλεκτρόδια και αιθυλενική γλυκόλη στο σκάφος, μέσα από την οποία δύναμαι να διοχετεύσω το διοξείδιο του άνθρακα και να παραγάγω εύκολα συνθετικό αέριο για την κίνηση του οχήματός μας.»

          «Κι εγώ έχω πάνω μου αρκετό Δ 4 (δυναμίτιδα), για να ανοίξω μεγάλη τρύπα, όταν φθάσουμε στη βάση της σπηλιάς. Τιθωνέ, εσύ θα μεταφέρεις τη συσκευή άντλησης διοξειδίου. Αν και στα πάνω διαζώματα της σπηλιάς υπάρχει αέρας, θα φοράμε τα κράνη μας, γιατί διαθέτουν ενσωματωμένο φακό. Θα ‘χουμε ανοιχτή την ύαλο για αναπνοή και θα την κλείσουμε μόνο κατά τη διάρκεια άντλησης του διοξειδίου για να μην αδειάσουμε πρόωρα τις φιάλες οξυγόνου. Λοιπόν αμ’ έπος, αμ έργον, ξεκινάμε την κατάβαση με αργά και προσεκτικά βήματα, όχι μόνο γιατί κουβαλάμε στα χέρια και στην πλάτη βαρύ εξοπλισμό, αλλά και διότι αυτή η περιοχή έχει πολύ κακή φήμη. Όπως ξέρετε, λέγεται «Νυκτικός Λαβύρινθος», ονομασία αρκετά δυσοίωνη, που δεν προμηνύει τίποτε καλό.»

          «Δώσ’ μου λαβύρινθο και πάρε μου τη ψυχή, αφεντικό», είπε ο Δαίδαλος. «Είναι ίσως η μόνη στιγμή, που μετανιώνω, γιατί δεν άφησα τον Ίκαρο να έλθει μαζί μας».               

          «Σού θυμίζω, Δαίδαλε, ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ασκέπαστο λαβύρινθο χωρίς οροφή, απ’ όπου εύκολα ξέφυγες με την ιπτάμενη συσκευή σου, αλλά για σπήλαιο, όπου καλό θα ήταν ίσως να εφαρμόσουμε τη μέθοδο του μίτου της Αριάδνης ή της διασποράς ψιχίων ή κοχλάκων (βότσαλων), προκειμένου να βρούμε το δρόμο της επιστροφής. Τιθωνέ, για τελευταία φορά σε ρωτάω: Με λήψη υπόψη των προβλημάτων σου, είσαι σε κατάσταση ετοιμότητας;»

          «Είμαι τόσο έτοιμος, όσο πάντα θα είμαι», απάντησε ο Τιθωνός γραπώνοντας σφιχτά το ακτινοπίστολο, που ήταν…χρατσωμένο στην αυτοκόλλητη ταινία της μέσης του.

          Χωρίς άλλες φλυαρίες κι αφού ο ανεμοστρόβιλος στροβιλιζόταν πλέον τόσο πολύ, ώστε καμία υπώρεια και κανένας υπήνεμος βράχος δεν μπορούσε πλέον να προσφέρει προστασία, η τριάδα άρχισε να προχωρά προς το βάθος φωτίζοντας τα πέριξ με τους φακούς των κρανών. Οι φωτεινές δέσμες έσχιζαν ένα σκοτάδι και αποκάλυπταν τις γωνίες μίας υπόγειας χώρας ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της συγκεκριμένης Δημιουργίας.

          Ο χώρος ήταν γυμνός με άδεια νεκρική αίσθηση πανάρχαιας εκατόμβης. Το δάπεδο και τα τοιχώματα είχαν το χρώμα της σκουριάς και δεν αντανακλούσαν ούτε στο ελάχιστο τις δέσμες των μετωπιαίων φακών. Η σπηλιά κατηφόριζε σχετικά ομαλά και οι σήραγγές της είχαν σημάδια νερού σε ύψος ενός μέτρου, δείχνοντας ότι πριν από μερικούς αιώνες ήταν υπόγειο παρακλάδι ποταμού – Άρης, ο πλανήτης του νερού! Τα νερά είχαν προφανώς παρασύρει καθετί στο διάβα τους και το σπήλαιο έμοιαζε με κυκλώπειο αγωγό, που κατέληγε στα έγκατα της γης, στο έρεβος της Εκάτης.

     «Τώρα που μιλάμε για Εκάτη, αφέντρα, τη θεά των σταυροδρομίων, των εισόδων, του φωτός, της μαγείας, της γνώσης των φαρμακευτικών και δηλητηριωδών βοτάνων, των φαντασμάτων και της νεκρομαντείας, σκέφτομαι ότι ταυτίζεται με τη Βένδιδα των Θρακών. Διερωτώμαι μάλιστα μήπως η ναυαρχίδα των Τιτάνων, ο Βενοβίνδας, έχει ετυμολογική σχέση με τη Βένδιδα».

     «Καλά κάνεις και ασχολείσαι με την ετυμολογία, Τιθωνέ, διότι “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις”. Αν δεν βαφτίσεις κάτι, δεν δύνασαι ούτε να το ορίσεις, αλλά ούτε και να αναφερθείς σε αυτό. Το Βενοβίνδας προέρχεται από το “Βέντιστος (βέλτιστος) Βενθύλος”. Βενθύλος σημαίνει εξερευνητής του βάθους -βένθους και προφανώς σχετίζεται και με τη Βένδιδα, συνεπώς και με την Εκάτη, ως θεές του βάθους».

          Κανένας ήχος δεν διέκοπτε την ηχώ των συζητήσεών τους, ίσως μόνο ένας αχνός απροσδιόριστος ψίθυρος σαν στεναγμός υπόγειας θάλασσας χάιδευε διακριτικά τα αυτιά τους. Η ατμόσφαιρα είχε αρκετά έντονη αίσθηση υγρασίας, όπως γενικά αναμένεται στα σπήλια κι ένα ελαφρό αεράκι σαν νησιωτικό αγιάζι φαινόταν να ανασηκώνει το πέπλο σιγής του Νυκτικού Λαβυρίνθου.

          Συνέχισαν να περπατούν γοργά προς τα κάτω, εκμεταλλευόμενοι την ευνοϊκή κλίση του διαδρόμου, που σίγουρα ήταν παλαιότερα κοίτη χειμάρρου. Βέβαια, αργά αλλά σταθερά το τοπίο άλλαζε, δεξιά και αριστερά μεταλλοφόρα πεζούλια ή καλύτερα ιζήματα κατάστικτα από ψήγματα διαφόρων πολυτίμων λίθων αντικατέστησαν τα ίχνη και τους λεκέδες του νερού, ενώ μπροστά τους ξανοίγονταν ευρύτερες σκοτεινές σήραγγες με κιονοειδείς σταλακτίτες και σταλαγμίτες, τεράστιες αψίδες εσωτερικών οροφών, καθεδρικοί ναοί του απόλυτου κενού σαν αρνητικά φωτογραφίας, όπου αντί να κτίζεται ένα σχήμα, καταλαμβάνεται εσωτερικά από άδειο χώρο- αέρα κοπανιστό και ορίζεται- περιορίζεται ως περίγραμμα από συμπαγή περιβάλλοντα πετρώματα. Τα γρανιτένια τοιχώματα της σπηλιάς θύμιζαν μουσαμά μπογιατισμένο με τέμπερα, φαίνονταν ψεύτικα δηλαδή, καθώς φωτίζονταν εδώ και εκεί από τη μαρμαρυγή των κρυστάλλων αστρίου, που συνωθούνταν στις απανταχού επιφάνειες σαν στρατός μικρών πυγολαμπίδων. Όσο το ημίφως από τα ανωτέρω στρώματα γινόταν ασθενέστερο, τόσο εντονότερη εμφανιζόταν η λάμψη των περίεργων ”ψηγμάτων” του άλατος πάνω στις πτυχές του πετρώματος. Από ένα σημείο και πέρα, δεν υπήρχε πια στο μέσον της κακοτράχαλης κατωφέρειας των γρανιτικών βράχων κάποιο φυσικό ή τεχνικό μονοπάτι περισσότερο βατό για τους οδοιπόρους. Ροβολούσαν σ’ έναν ανώμαλο ολισθηρό κατήφορο με τον κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούν, παραβιάζοντας την ακεραιότητα και τη ενδυματολογική συνέχεια του σκαφάνδρου τους και γδέρνοντας το δέρμα τους στις αφιλόξενες προεξοχές μέχρι το κόκαλο, και να κυλιστούν μια ώρα αρχύτερα, αλίμονο όχι στην δαψιλή πηγή δωρεάν καυσίμου, αλλά στον μονόδρομο ταχείας κυκλοφορίας για τον Άδη.

          Ο αέρας είχε γίνει τώρα πολύ βαρύς για την αναπνοή και η υγρασία περόνιαζε πλέον, εισχωρούσε βαθιά μέσα στη στολή των σπηλαιοδυτών – σπηλαιοναυτών ήδη από το ανοιχτό κράνος. Υπήρχε μια ανάσα από αρχαία λιμνασμένα νερά, μία μπόχα κλεισούρας, που τη συναπαντά κάποιος μόνο σε εγκαταλελειμμένα από καιρό σπίτια.  Αυτή η πηχτή υγρή ατμόσφαιρα μεταφραζόταν ηχητικά σε πλατάγισμα από μυριάδες πελώρια γεροντικά σαλιάρικα  στόματα, φαινόταν όμως να ανεβαίνει σαν σύρσιμο ξύνοντας τα τοιχώματα σαν ψαλίδι πάνω στο βράχο ή σαν πέτρα πάνω στο μέταλλο.

          «Ίσως τελικά δεν ήταν καλή ιδέα να διασχίσουμε την απόσταση μέσα από το σπήλαιο, ίσως θα έπρεπε να ψάξουμε για άλλον εξωτερικό τρόπο κατάβασης», ψέλλισε φοβισμένος ο Τιθωνός. «Πολλά πράγματα κουβαλάω, αλλά μού λείπουν κι ορισμένα. Δεν έχω ούτε νόμισμα να πληρώσω τον βαρκάρη του Αχέροντα, ούτε και διαβατήριο για να μού το σφραγίσουν στις πύλες του Άδη.»

          «Το θέμα είναι ότι ενδεχομένως αυτή η σπηλιά να εκτείνεται σε τέτοιο βάθος, που ούτε καν οι ανιχνευτές δεν είχαν την εμβέλεια να καταγράψουν», συνεισέφερε ο Δαίδαλος. «Ίσως να βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου, στην άκρη του ερέβους και στην απαρχή του χάους. Έχω την αίσθηση ότι ανακαλύψαμε το βάραθρο των βαράθρων και δεν τολμώ να υποθέσω σε τι απύθμενα βάθη καταδύεται αυτός ο κρημνός, στην απεραντοσύνη, στο ίδιο το κέντρο της Γης; Περιττό να σάς πω ότι έριξα πέτρα και ακόμη περιμένω να ακούσω τον ήχο της προσγείωσής της».

          «Θα κατέβουμε όσο υπάρχει πρόσβαση, μέχρι το σημείο που οι ανιχνευτές δείχνουν το κοίτασμα του αερίου. Θα εκπληρώσουμε την αποστολή», επιβεβαίωσε η Ηώ. «Και να είστε βέβαιοι ότι, όταν ακουστεί το μπαμ του Δ4, το σπήλαιο θα σάς φανεί λιγότερο τρομαχτικό, αρκεί βέβαια να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για να μην καταρρεύσει καμιά οροφή».

          «Ε λοιπόν θα τρελαθώ, ηγουμένη προεξάρχουσα Ηώ! Ενώ ο καταγραφέας- ανιχνευτής έδειχνε κενό από κάτω μας, τώρα δείχνει ότι υπάρχει έδαφος και μάλιστα στο ύψος της τομής με το κοίτασμα του διοξειδίου!», φώναξε ο Δαίδαλος.  «Σαν να ανέβηκε από τα έγκατα ένα πώμα και να σφράγισε το στόμιο μίας ανάποδης φιάλης! Κι όχι μόνο αυτό! Η αποφορά πια δεν εξηγείται μόνο από τα στάσιμα νερά, εδώ μιλάμε για κνίσα ταβέρνας, που παραθέτει ως κύρια εδέσματα γαρδούμπα, σπληνάντερο και κοκορέτσι, ή ακόμη καλύτερα για πνιχτή αιμάτινη δυσοσμία εκδοροσφαγείου, κρεοπωλείου, αλλαντοποιείου, χορδευματοκοπείου…»

          «Εντάξει, καταλάβαμε», είπε η Ηώ. «Ίσως συντρέχει αποχρών λόγος διακοπής της αποστολής. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα περίεργο φαινόμενο και δεν ξέρω αν έχουμε τα μέσα να το αντιμετωπίσουμε…Ήδη το σκοτάδι είναι σχεδόν απόλυτο, ακόμη και οι φακοί μας είναι σαν πυγολαμπίδες μπροστά στα αφώτιστα μεγέθη της σπηλιάς».  

          Μόλις όμως έκαναν να στραφούν προς τα πάνω για να πάρουν την άγουσα μακριά από τον τόπο αυτόν, που ήταν η ενσάρκωση του σκοταδιού, με το φως και την όραση να είναι παροδικοί παρείσακτοι σε ένα βασίλειο τυφλών, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι τούς έκοβε τον δρόμο μία σύναξη εξαθλιωμένων αρειανών σαν ασπρουλιάρικη κουστωδία λεπρών. Στην αρχή νόμισαν ότι επρόκειτο για μερικούς μόνο ενοίκους του λαβυρίνθου, αλλά σύντομα είδαν ότι μία ολόκληρη μυρμηγκιά από δαύτους είχε αποκλείσει κάθε δυνατότητα ανόδου στην επιφάνεια. Τα πλάσματα που στέκονταν εκεί φαίνονταν να εκπροσωπούν κάποιο εκφυλισμένο παρακλάδι της ανθρώπινης φυλής, ενώ η πλαδαρή χλωμάδα του κορμιού τους μαρτυρούσε ότι είχαν πολύ καιρό να εξέλθουν στην επικράτεια του φωτός. Έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία μας ότι ήσαν όλοι τυφλοί και μάλιστα όχι με την εκ γενετής εκδοχή των υποτυπωδών χαραγματιών αντί …ματιών, αλλά με την έννοια ότι στα πρόσωπά τους έχασκαν βαθιές και άδειες κόγχες, που μαρτυρούσαν βιαία εξαγωγή οφθαλμών. Στους γέρους η κόγχη είχε βαθμιαία μετατραπεί σε κώχη, αφού στα κοιλώματα των τέως ματιών είχαν μεγαλώσει εξέχουσες γωνίες, κερατόκωνοι και άκανθοι, σύμφωνα με το αξίωμα ότι η φύση απεχθάνεται τα κενά.   

          «Να χρησιμοποιήσουμε τα ακτινοβόλα σε λειτουργία αναισθησίας», είπε ο Δαίδαλος.

          «Δεν γίνεται, είναι πάρα πολλοί και γίνονται όλο και περισσότεροι. Είναι φανερό ότι η παγίδευσή μας ήταν μέρος κάποιου σχεδίου που αγνοούσαμε».  

        «Μα τι θέλουν οι άνθρωποι αυτοί από εμάς;», αναρωτήθηκε ο Τιθωνός. «Πολύ απλά να τούς ρωτήσουμε. Εμείς οι τιτάνες πιστεύουμε στο διάλογο».

          Η Ηώ προχώρησε ένα- δυο βήματα και είπε:

          «Όντα του Νυκτικού Λαβυρίνθου, δηλώστε τις προθέσεις σας».

          Οι μυστηριώδεις επήλυδες χωρίς να πουν κουβέντα επιτέθηκαν. Οι γήινοι αντέδρασαν κάνοντας «ζαπ- ζαπ» με τα ακτινοπίστολα. Ήταν αδύνατο να μη πετύχουν στόχο, αλλά η υπνωτική -ζαλιστική ακτίνα των φειδωλών μετριοπαθών οικολογικών περισωστικών όπλων ήσαν σταγόνα στον ωκεανό και αναποτελεσματικές ως κάχληκες – χάλικες ενάντια σε ορμητικό χείμαρρο.  Τα τυφλά πλάσματα δεν κλονίστηκαν, απλά φαίνεται ότι συγχύστηκαν γιατί άρχισαν να εκχύνουν από διάφορα ανοίγματα των σωμάτων τους, από ιδρωτοποιούς και σιελογόνους αδένες, ένα σιχαμερό, κίτρινο πύον. Όμως τα ασπρουλιάρικα σώματά τους έφτιαξαν ένα αδιαπέραστο κλοιό και έκλεισαν κάθε διέξοδο, κατέστησαν μάταιη κάθε αντίσταση. Πολύ αργά αντιλήφθηκε η συντροφιά της ιστορίας μας ότι η επίθεση ήταν απόλυτα στοχευμένη και στρεφόταν εναντίον κάθε πηγής φωτός. Έσπαγαν με τις γυμνές γροθιές τους τους φακούς των κρανών, ακόμη και τα μικρά φωτάκια των κινητών- επικοινωνητών, κάθε είδος λάμπας θυέλλης ή λυχνίας, που ενδεχομένως να είχαν μαζί τους οι εξερευνητές, μέχρι που τούς άφησαν στο απόλυτο σκοτάδι. Αποσυρμένοι σ’ έναν υπερυψωμένο βράχο οι αστροναύτες ζήτησαν το λόγο από τους τυφλούς σπηλαιανθρώπους για το άδικο της επίθεσής τους.

          «Τι θέλετε από εμάς; Γιατί μάς επιτεθήκατε; Εμείς ήλθαμε με ειρηνικές προθέσεις, είμαστε καλόβολοι και καλόπιστοι επισκέπτες των άστρων».

          Ένας από τους ασπρουλιάρηδες προχώρησε με βήμα σχεδόν αυτόματο. Ήταν ξυπόλυτος, καμπουριασμένος, αποστεωμένος,  υποσιτισμένος, ρακένδυτος με κουρέλια που κάποτε ίσως είχαν κάποιο χρώμα, αλλά πλέον είχαν λιώσει από τη χρήση.  Η γενειάδα του είχε στερεοποιηθεί ως γατσιασμένη -κατσιασμένη από τη γλίτσα, τη λάσπη και τα απομεινάρια ακατανόμαστων τροφών. Εντούτοις, από μέσα της βγήκε ένας ήχος κατά μία ερμηνεία μηχανικός, σύμφωνα με άλλα ακούσματα όντας παραπονιάρικος, πειραστικός και πειραματικός κρωγμός ή διαδοχή υπόκωφων άναρθρων ασυνάρτητων γρυλισμάτων, που προοδευτικά, όσο οι αναμνήσεις έπαιρναν φόρα, θύμιζαν όλο και περισσότερο έναρθρο λόγο.

          «Γήινοι, ο εφιάλτης του φωτός τελειώνει για σάς εδώ. Από εδώ και πέρα σάς απονέμεται η τιμή να είστε μέλος της φυλής μας, ημών της ακολουθίας των αποσυρόμενων υδάτων, των οπαδών και τροφοδοτών του Κατοίκου της Αβύσσου. Σάς αφήσαμε τέσσερις από τις πέντε αισθήσεις, γιατί την όραση στο εφεξής δεν θα τη χρειάζεστε. Και πάλι καλά να λέτε, γιατί εμείς δεν έχουμε ούτε αυτιά η τουλάχιστον δεν έχουμε λοβούς. Ξέρω ότι εσείς οι γήινοι έχετε μανία με την επιστήμη, γι’ αυτό θα σάς συστήσω και θα σάς περιγράψω τον θεό, που θα είναι ο δέκτης της λατρείας σας. Είναι φτιαγμένος από ξύλο και γιούσουρι της θάλασσας και της αβύσσου κι έχει από πάνω σκληρό θωρακικό καβούκι, ώστε να κινείται ανάμεσα στα υπόγεια πετρώματα χωρίς να πληγώνεται. Έχει μακρύ τριγωνικό αόμματο κεφάλι κι από το σιελοσταγές σχισμένο στόμα του βγαίνουν προβοσκίδες που καταλήγουν σε μυζητήρες, ενώ για πόδια έχει κορμούς που σφραγίζονται από ρόζους και για χέρια έχει ”απεστωμωμένα αμβλέα πρέμνα” (έτσι το μετέφρασε ο αυτόματος μεταφραστής των τιτάνων), που πυργώνονται σε λεπίδες και σπαθιά. Αυτός είναι ο θεός μας κι αν εσείς γνωρίζετε άλλον θεό, διδάξτε μας γι’ αυτόν. Πάντως δύσκολο να ‘ναι πιο ισχυρός από τον δικό μας και σίγουρα δεν τον υπερβαίνουν οι θεοί του Ολύμπου ή ο κλώμενος βρώσιμος Ιχθύς, που λατρεύετε εσείς, τα όντα της επιφάνειας»

        Ένας άλλος ένοικος του σκοταδιού πήρε το λόγο.

       «Με τα σπαθιά του ο θεός κόβει τα αυτιά μας και με τους μυζητήρες μάς βγάζει τα μάτια, γιατί δεν τα χρειαζόμαστε ούτε για να τον λατρεύουμε ούτε για να τον τρέφουμε. Και μετά τη σημερινή σας ενημέρωση, δεν υπάρχει λόγος και να μιλάμε. Όμως, μην  απογοητεύεστε, σύντροφοί μας. Η όραση δεν θα σάς λείπει, ούτε η ακοή. Θα πίνετε από τα σαπισμένα νερά των υπόγειων λιμνών και θα τρώτε τους γυμνοσάλιαγκες, τα ωμά τυφλά ψάρια και τα σκουλήκια των υδάτων. Κι όταν θα ‘ρθει η ώρα να σάς χρειαστεί ο Κάτοικος της Αβύσσου, ούτε που θα καταλάβετε την ανάλωσή σας, αφού οι μυζητήρες του ψεκάζουν αναισθητικό, τα μυριάδες ποδαράκια του θα ναρκώσουν τη θυσιαστική σας σάρκα με αναζωογονητικό εγχυματικό κλυσματικό ράντισμα ή ραντιστικό κλύσμα και στο τέλος το μισοφαγωμένο κουφάρι σας θα ευγνωμονεί τον πελώριο θεό μας, που δέχτηκε τη θυσία σας.»

Μετά ταύτα οι τιτάνες αναγκάστηκαν να αποσυρθούν σε κάποια γωνία, χωρίς φως πλέον, και συσκέπτονταν επανειλημμένα περί του πρακτέου. Η εκπαίδευσή τους, η αξιοπρέπεια και το πείσμα τους, η ηθική τους συγκρότηση και η μόρφωσή τους δεν τούς επέτρεπε να παραιτηθούν ή να συνθηκολογήσουν είτε με τα όντα του σκοταδιού είτε με τον Κάτοικο της Αβύσσου. «Ουκ ανδρός και γυναικός όρκοι πίστις, αλλ’ όρκων ανήρ και γυνή»,[100] έλεγε ο Αισχύλος.

Συνέχισαν να φοιτούν στο υπόγειο βασίλειο επί πολύ καιρό έως ότου αντιλήφθηκαν το πλήρες μέγεθος της σπηλαιώδους κοιλότητας και εξοικειώθηκαν εντελώς με τις ανάγλυφες ζωγραφιές και τις διακοσμήσεις των τοίχων, όχι διακρίνοντάς τις με κάποιο φανάρι, αλλά ψηλαφώντας τις με γυμνά χέρια. Έμεναν πάντα εντός της εμβέλειας των τοιχωμάτων, γιατί μέσα στα κενά του απεριόριστου χώρου και του αχανούς θόλου κινδύνευαν να χαθούν λόγω έλλειψης σημείων αναφοράς. Έμαθαν με πολύ σκληρό και επίπονο τρόπο και με βασανιστική ταχύρρυθμη ιερατική εμπέδωση σπερματικού λόγου -πρέπει να βρω πιο σύντομη ελληνική λέξη για το σεμινάριο- να προσανατολίζονται από τις αμυδρά φωτισμένες εικόνες και τα ανάγλυφα των τοίχων, αλλά για ασφάλεια μετρούσαν τις γωνίες και τα ανοίγματα που περνούσαν, έτσι ώστε να μη στηρίζονται αποκλειστικά ούτε στο τρεμάμενο φως του αστρίου ούτε στην αφή, που καμιά φορά τα βρίσκει και τα αισθάνεται όλα ίδια. Αξιοποιούσαν δηλαδή όχι μόνο τις αισθήσεις της ακοής και της αφής, αλλά και τη νόηση της γεωμετρίας και της μέτρησης. Στο τέλος ήξεραν όλους τους διαδρόμους και την κατάληξή τους, γνώριζαν ακόμη και αυτούς χωρίς καμία κατάληξη, όσους τελείωναν σε αδιέξοδο ή σε κάποιο βάραθρο που έχασκε.

     Όταν τελείωσαν όλες οι στρατιωτικές μερίδες και θα ήσαν πραγματικά αναγκασμένοι να καταβιβρώσκουν και να κατεσθίουν ασπάλακες, σαλιγκάρια και σαύρες, όπου βέβαια αυτά ήσαν το απάνθισμα και τα λουκούλεια γεύματα του καταλόγου εστίασης των υπόγειων στοών πριν από την έσχατη λύση των ελμίνθων και των σκωλήκων, η Ηώ κάλεσε το τριμελές συμβούλιο σε νέα συνεδρίαση.  

«Κύριοι, απαιτώ από εσάς προτάσεις, συμβουλές, συστάσεις περί του πρακτέου ή έστω ερωτήσεις, απορίες, αποτελέσματα ερεύνης. Φαίνεται να είμαστε αποκλεισμένοι εδώ. Η οδός προς τα πάνω είναι κλειστή λόγω της λεγεώνας των ασπρουλιάρηδων, ενώ από κάτω παραμονεύει ή το έρεβος ή, αν είμαστε τυχεροί, το έδαφος- ανελκυστήρας, όποτε δεήσει να αναβιβαστεί. Όσο για το τέρας, το οποίο λατρεύουν οι νυκταλωπικοί, προσωπικά θεωρώ ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει. Δεν το έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα και δεν εντάσσεται στα καταγεγραμμένα τέρατα, όπως είναι π.χ. Σφίγγα, η Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Μέδουσα κ.λπ. Συνεπώς το ήθος μου ως επιστήμονας μού επιβάλλει να αρνηθώ καταρχήν και μέχρι αποδείξεως του εναντίου την ύπαρξή του.»

«Αφέντρα, ανέφερες παραπάνω το ρητό του Αντισθένη, ότι αν δεν ονομάσουμε κάτι δεν μπορούμε να το ορίσουμε» είπε ο Τιθωνός. «Εγώ θα πω καλύτερα ότι, αν δεν ορίσουμε κάτι, δεν θα δυνηθούμε ποτέ να το καταπολεμήσουμε. Πρέπει να σπαζοκεφαλιαστούμε μέχρι να καταλάβουμε τι είναι αυτό το τέρας, που μάς απειλεί και που κάποιοι λατρεύουν ως θεό, να το ορίσουμε και αυτό και τις ιδιότητές του, παρότι δεν έχουμε καν δυνατότητα οπτικής επαφής μαζί του, προκειμένου να εξεύρουμε τρόπους αντιμετώπισής του. Ας ανακεφαλαιώσουμε ορισμένες εμπειρικές πληροφορίες που έχουν προκύψει μέχρι τώρα. Πειστήριο πρώτο: Όποτε ο βυθός ανεβαίνει έχουμε θύματα. Αυτό προκύπτει από τη δυσωδία των σάπιων κρεάτων. Πειστήριο δεύτερο: Μέχρι τώρα, όσο μπορώ να ακούσω βήματα και χαρχαλέματα κι όσο μπορώ να διακρίνω στα απόμακρα βάθη αχνές λάμψεις μέσα στη μαυρίλα, έχω διαπιστώσει ότι, όταν ο βυθός είναι σε θέση άνω, οι νυκταλωπικοί τον επισκέπτονται τακτικά και τούς βλέπω να κινούνται σαν φωσφορικά νευρόσπαστα σ’ ένα σκοτεινό ταραγμένο ωκεανό. Μια και τα παραπάνω πειστήρια είναι συνάμα και προκείμενες συλλογισμού, το συμπέρασμα είναι ότι ο βυθός περιέχει όντα με δόντια και όνυχες, ίσως ακόμη εφοδιασμένα και με λεπίδες, όπως έλεγε και ο εκπρόσωπος Νυκτάλωψ, με τα οποία εξορύττουν οφθαλμούς και αποκόπτουν ώτα, χωρίς να εξηγείται για ποιο λόγο το κάνουν αυτό. Είναι ένας βυθός ζωντανός και πολύ- πολύ επικίνδυνος».

«Θα επιχειρήσω να δώσω μία εξήγηση, που να ταιριάζει ή έστω να μην αντιφάσκει σε όλα τα πειστήρια του Τιθωνού», πήρε τη σκυτάλη ο τεχνοκράτης Δαίδαλος, «αφού έτσι κι αλλιώς όλα αυτά δεν τα λέμε για πρώτη φορά, αλλά θα έπρεπε να τα έχουμε ήδη αφομοιώσει εμπεδώνοντάς τα με ιερατική αφοσίωση ως σπερματικούς λόγους. Από τη στιγμή που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχουν μη καταγεγραμμένα τέρατα, το να πει κανείς ότι ο βυθός περιέχει τέρατα που διαπράττουν ανοσιουργήματα είναι μετάθεση του προβλήματος. Είναι σαν να λέμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από εξωγήινους, οπότε το ερώτημα είναι ποιος δημιούργησε αυτούς. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο ίδιος ο βυθός σκοτώνει και τρέφεται από τις σάρκες των θηραμάτων και δεν το κάνει μέσω αντιπροσώπων. Πώς θα ήταν δυνατόν αυτό να γίνει; Καταρχάς έχουμε παράδειγμα εδάφους ή βυθού που τρώει φύκια, πλαγκτόν, ζωύφια ή και μεγαλύτερα ακόμη θαλάσσια είδη, στρείδια, μύδια, αχινούς, γαρίδες, καλαμάρια κ.λπ.;»

«Το κοράλλι», απάντησαν μ’ ένα στόμα οι έτεροι της συντροφιάς.

«Το κοράλλι, παιδιά, το κοράλλι», συλλογίστηκε ο Δαίδαλος. «Κι ίσως τελικά, μεγαλόσωμη και πληθωρική Ηώ, να μην πρόκειται για μη καταγεγραμμένο τέρας, όπως άφησες να εννοηθεί, αλλά για γνωστό και μη εξαιρετέο. Σάς θυμίζω την ιστορία της Μέδουσας ή Γοργούς, κόρης του Φορκέα και της Κητούς. Μεγαλαδελφές της ήσαν οι Γραίες Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, εφευρέτριες του περίφημου δίκτυου Φορκίδων, που τόσο συχνά χρησιμοποιείται για κρυπτεία και παραλλαγή στους σημερινούς πολέμους.  Είχε και δύο σχεδόν συνομήλικες αδελφές, που μάλιστα σε αντίθεση με αυτήν ήσαν και αθάνατες, την Σθενώ και την Ευρυάλη. Επειδή όμως, ως γνωστόν, η Μέδουσα είχε σε κάθε περίπτωση μη ελκυστικό, πολλώ δε μάλλον και φρικαλέο παρουσιαστικό, αφού είχε μαλλιά σαν φίδια και μετέτρεπε σε πέτρα όποιον την κοιτούσε, ο Φορκέας δεν τολμούσε να την προσφωνήσει ούτε να την προσαγορεύσει και μουρμούριζε τάχα χαϊδευτικά σαν παιδικό τραγουδάκι: “Η Σθενώ και η Ευρυάλη και η κόρη μου η άλλη”. Αυτή λοιπόν η κόρη η άλλη ήταν η Μέδουσα το κοράλλι. Μια και η κατάσταση είναι κρίσιμη και δεν έχουμε καιρό για λεπτομέρειες επιπέδου διαδικτύου, να συμπληρώσουμε στα γρήγορα ότι την αποκεφάλισε ο Περσέας, ότι από το θεραπευτικό της αίμα ξεπήδησαν ο φτερωτός Πήγασος και ο ήρωας Χρυσάωρ, το δε κεφάλι της, το Γοργόνειο, το έκανε δώρο ο Περσέας στην Αθηνά, που το τοποθέτησε στην ασπίδα της, ώστε να μεταμορφώνει σε πέτρα όποιον τολμούσε να τής αντιπαρατεθεί. Πάμε τώρα στο κοράλλι της περιοχής μας. Ναι, είναι γιούσουρι με ξύλινο κορμί και ρόζους, γιατί ως ζωόφυτο έχει πάνω του ξυλώδη απομεινάρια αμέτρητων άλλων φυτών. Ναι, έχει χέρια με λεπίδες, γιατί έχει σκληρό σκελετό και τυλώδεις προεξοχές από το ανθρακικό ασβέστιο που εκκρίνει. Έχει και μυζητήρες, διότι έτσι προσλαμβάνουν τροφή οι μυριάδες πολύποδες που το συγκροτούν μέσω των πλοκαμιών και των κνιδοκυττάρων τους. Οι πολύποδες εξέρχονται από το κέλυφος του ασβεστίου και προσκολλώνται για να ρουφήξουν οποιαδήποτε μη καλά προσδεδεμένη και διακριτά οριοθετημένη βιολογική μάζα, άρα απομυζούν μάτια, μύτες, αυτιά και άλλα ευκόλως αποκοπτόμενα και απορροφώμενα παραρτήματα ή προσαρτήματα των οργανισμών. Αν βέβαια έχουν μεγάλη πείνα διαμελίζουν και ολόκληρο το σώμα, που βρίσκεται στο έλεος της ανώμαλης κυματοθραυστικής επιφάνειάς τους».

«Κι αν ακόμη είναι έτσι όπως τα λες», ξιφούλκησε ο Τιθωνός, «έβγαλες μεν λαγό, αλλά ο λαγός που έπιασες δεν τρώγεται. Αν είναι κοράλλι και μάλιστα με τέτοιες επιθετικές ιδιότητες και τέτοια σαρκοβόρα προδιάθεση, είναι ένας ανίκητος αντίπαλος, αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και τα πλήθη των ανόητων οπαδών του, που συμπληρώνουν ακούσια ή εκούσια τον κύκλο της διατροφικής αλυσίδας εντός του Νυκτικού Λαβυρίνθου.»                

   Οι αστροναύτες έπεσαν πάλι σε ελαφρά μελαγχολία και ξανάρχισαν τη σιωπηλή συλλογιστική εξέταση εναλλακτικών λύσεων.

«Πες μας τώρα, πολυμήχανε Δαίδαλε ή πολυδαίδαλε μηχανικέ, με ποιο τρόπο πεθαίνει ένα κοράλλι», διέταξε κατόπιν ωρίμου σκέψεως η Ηώ.

«Το κοράλλι πεθαίνει, αν εξορυχθεί το μεγαλύτερο μέρος του από ασυνείδητους κυνηγούς και μετατραπεί σε κόκκινα κοσμήματα φορεμένα σε λαιμούς γυναικών, αν αποσυρθούν τα φύκη και αποχρωματιστεί, αν ξεραθεί από τον αέρα ή τον ήλιο…»

«Από τον αέρα ή από τον ήλιο; Έχει σημασία», ρώτησε η Ηώ.  

«Αν σκεφθεί κανείς ότι πολλά κοράλλια βρίσκονται ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, φαίνεται ότι ο ήλιος δεν αντενδείκνυται, όμως μία σταθερή έκθεση σε αέρα ή ξαφνική ριπή ανέμου…»

Η Ηώ τινάχτηκε ψηλά σαν είχε κάνει μπάνιο- βαλανείο σε υπεραγώγιμο υφάλμυρο νερό με λαθραία διείσδυση ηλεκτρικού ρεύματος, κοινώς σαν να καψαλίστηκε, να τσουρουφλίστηκε, να τζιτζιρίστηκε! 

«Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να εκπληρώσουμε την αποστολή. Το κοίτασμα του διοξειδίου του άνθρακα είναι δίπλα στον κοραλλιογενή βράχο, όταν αυτός αναβιβάζεται προς αναζήτηση τροφής. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δική μου αρμοδιότητα, την αρμοδιότητα του καταδρομέα!».

Τα υπόλοιπα τα καταλαβαίνετε. Η πλαστελίνη του Δ 4 εξερράγη στο τοίχωμα της σπηλιάς, τρυπώντας μόνο έναν γεωμετρικό κύκλο υπολογισμένο με χειρουργική ακρίβεια, το διοξείδιο του άνθρακα εισέβαλε φορτσάτο με ορμητική αποσυμπίεση στην υπόγεια κοιλότητα και σε λίγο η καθ’ υπόθεση δυσδιάκριτη κόκκινη απόχρωση του κοραλλιού έγινε μαύρη, ταιριαστή με το απόλυτο σκοτάδι του περίγυρου, οι κόκκινες φολίδες κατέληξαν σε νεκρές κρυσταλλένιες παραφυάδες και εκβολάδες και οι οργιαστικοί συστρεφόμενοι εσωτερικοί πολύποδες έγιναν διακοσμητικοί αστερίες με βραχίονες καλυμμένους από τρίμματα πάγου. Ίσως ακόμη και σήμερα ή σε κάθε εποχή στον πλανήτη Άρη να κινούνται πάνω στο νεκρό καύκαλο, στην τυμπανιαία μάζα, που ξεράθηκε και σούφρωσε σαν αφυδατωμένο φρυγμένο σποροκυστικό μαλάκιο, κάποιες λευκές αναμνήσεις ανθρώπου ζητώντας να τη θρέψουν ή να τραφούν από αυτήν, αφού όσοι διατηρούσαν ακόμη ανθρώπινα στοιχεία διασκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις της σπηλιάς για να βρουν την τύχη τους, πολλοί απ’ αυτούς διακινδυνεύοντας και αποτολμώντας την έναρξη μίας νέας ζωής στην επιφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, καταχωρήστε στο ημερολόγιό σας ότι αυτό ήταν το τέλος του Κατοίκου της Αβύσσου, κάτι που άλλες εποχές θα θεωρούνταν ανακουφιστική εξάλειψη ενός τέρατος, σήμερα όμως θα τον θρηνούσαν όλοι ως συμπαθές και ανυπεράσπιστο θύμα της εργαλειακής επιστήμης των τιτάνων. Άραγε πρέπει να γνωρίζει εξαιρέσεις η απαρέγκλιτη αρχή της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλων χώρων και χωρών, τη στιγμή μάλιστα που στην προκειμένη περίπτωση η επέμβαση απελευθέρωσε τους ντόπιους από την καταπιεστική εξουσία, που τούς… καταβρόχθιζε, ή μήπως με βάση την αρχή της μη ανάμιξης σε υποθέσεις εξελισσόμενων οικοτόπων και κοινωνιών, θα έπρεπε να περιμένουμε πώς θα εξελίσσονταν οι προοριζόμενοι για κατακρεούργηση και ανάλωση νυκταλωπικοί υπήκοοι;  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο:

ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ

Αφού γέμισαν τους συσσωρευτές και τους ταμιευτήρες με διοξείδιο του άνθρακα, ο Δεινόπλευστος απέπλευσε πάλι και συνέχισε τη διαδρομή του στο μακρόστενο Ναυτικό ωκεανό. Στα νησιά και στις ακτές οι ναυτιλλόμενοι – ίσοι μεταξύ ίσων, καθώς η Ηώ ήταν άτυπος κυβερνήτης-, «πολλών ανθρώπων είδον άστεα και νόον έγνων», αντιμετώπισαν μύριους κινδύνους ισοδύναμους με εκείνους που σημάδεψαν τον γυρισμό των ηρώων μίας μεταγενέστερης εκστρατείας, Λαιστρηγόνες και Κύκλωπες δηλαδή, Σκύλλες και Χάρυβδες και εκτός από μοχθηρούς ανθρώπους και σαρκοφάγες πριγκίπισσες αναγκάστηκαν να αντιπαρατεθούν με τους εξής ακόμη εξωγήινους πέραν των ήδη αναφερθέντων: α) ένα πλάσμα- στρουθοκάμηλο, που ήταν όμως νοήμον και άκρως επικοινωνιακό, ιδίως όταν αφομοίωσε την έννοια του «ένα κι ένα κάνουν δύο, β) πολλών ειδών πολύποδες μεγάλου μεγέθους, όχι εγκλεισμένους σε κοράλλι αυτή τη φορά, διότι υπάρχουν και σε ελεύθερη κατάσταση. Γι’ αυτά τα όντα η νοήμων στρουθοκάμηλος, όσο μπορούσε να συνεννοηθεί, πληροφόρησε τους ήρωές μας ότι «αν εσείς ένα κι ένα κάνουν δύο, κι αυτά ένα κι ένα κάνουν δύο», μία διανοητική συγγένεια που επέτρεπε σε κάποιους τέτοιους οκτάποδες να προβάλλουν στο νου των θυμάτων τους την ίδια τους τη σκέψη και επιθυμία, π.χ. στους άνδρες μία αιθέρια ύπαρξη και στους σκύλους ένα λαχταριστό κόκαλο, γ) ένα ον σαν γκρίζο βαρέλι δομημένο με βάση το πυρίτιο και όχι τον άνθρακα,[101] με μία τρύπα στο πάνω μέρος, ένα βραχίονα στα πλάγια και μία ίσια μυτερή ουρά καταπλακωμένη από το βάρος του. Κάθε δέκα λεπτά εξέβαλλε έναν ήχο σαν αναστεναγμό ή αγκομαχητό και ύστερα εκβραζόταν από τη τρύπα μία πλίνθος ως αποτέλεσμα φυσικής κεραμοποιίας. Ο βραχίονας έπιανε την πλίνθο και την τοποθετούσε σε μία πλινθοδομή σε σχήμα πυραμίδας που έκτιζε. Όταν τελείωνε η πυραμίδα, άνοιγε σε φέτες κι έβγαινε από αυτήν ένα νέο πλάσμα που ξεκινούσε την ίδια διαδικασία. Η έξυπνη στρουθοκάμηλος διευκρίνισε ότι για τα πλάσματα αυτά δεν ίσχυε το «ένα κι ένα κάνουν δύο», που σημαίνει ότι δεν ήσαν νοήμονα, αλλά ότι η παραγωγή τους ήταν αυτόματη και ασυναίσθητη. Επρόκειτο για όντα τυφλά, μουγκά και κουφά, χωρίς νεύρα και εγκέφαλο, προγραμματισμένα και προορισμένα να κτίζουν με τα περιττώματά τους πυραμίδες μέχρι την αιωνιότητα, τουλάχιστον όσο το περιβάλλον τούς πρόσφερε απλόχερα πυρίτιο. δ) άλλο είδος βαρελιού σε οριζόντια θέση αυτή τη φορά, που είχε τέσσερα γρήγορα πόδια και τέσσερα πλοκάμια ως χέρια. Η μπροστινή του όψη του ήταν καθαρή σαν τεντωμένο δέρμα τύμπανου, ενώ είχε πολλές σειρές από μάτια στα πλάγια, γι’ αυτό οι γήινοι εξερευνητές το ονόμασαν «Άργο». Έσπρωχνε μπροστά ένα καρότσι και μαζί με τους ομοίους του έφτιαχνε μία πόλη από πηλό. Για τον Άργο η στρουθοκάμηλος είπε ότι «ένα κι ένα κάνουν δύο, δύο και δύο δεν κάνουν τέσσερα», που σημαίνει ότι έχει διαφορετική λογική από τη δική μας. Οι Άργοι άδειαζαν τα καρότσια τους κάτω από μία μεγάλη ρόδα, που τα συνέθλιβε όλα, άμμο, πέτρες και χαλίκια, ώστε να προκύψουν τα κατάλληλα οικοδομικά υλικά. Απόδειξη της αποκλίνουσας νοημοσύνης τους ήταν ότι συχνά, ελλείψει αρκετών υλικών, έπεφταν και οι ίδιοι κάτω από τον τροχό και πολτοποιούνταν ή κονιορτοποιούνταν χωρίς κραυγή, δισταγμό ή αντίσταση, προκειμένου να συνεισφέρουν στην ανέγερση και την οικοδόμηση της πόλης τους.

Σημείωση σύνταξης: Συνήθως οι εξωγήινοι και ειδικά οι προερχόμενοι από τον Άρη περιγράφονται ως πράσινα ανθρωπάκια, που έχουν δύο σχισμές για μάτια, ένα σπυρί για μύτη και μία κουκίδα για στόμα. Εμείς θεωρούμε ότι τα πράσινα ανθρωπάκια είναι περισσότερο μία περιεκτική έννοια, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τους εξωγήινους, ώστε κανένας να μη μείνει εκτός ορισμού και να μη λησμονηθεί. Βέβαια, όλους τους εξωγήινους, δεδομένου ότι δεν έχουν ακόμη έλθει, τούς βλέπουμε στην οθόνη της φαντασίας μας. Δεδομένου ότι τον κόσμο δεν τον βλέπουμε μόνο μέσα από τα δικά μας μάτια, αλλά και μέσα από τα μάτια των άλλων, όταν λέμε φαντασία, δεν εννοούμε την προσωπική, αλλά τη συλλογική. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να περιγράψουμε όλα τα όντα του πλανήτη Άρη, όπως αυτά καταγράφηκαν από μεγάλους συγγραφείς που ασχολήθηκαν και ερεύνησαν διεξοδικά τον κόκκινο πλανήτη. Πάντα όμως θα υπάρχουν επιφυλάξεις και ενστάσεις ότι κάποιο ον λησμονήσαμε ή αδικήσαμε δια παραλείψεως κατά την περιγραφή μας, γι’ αυτό προτιμάμε στο σημείο αυτό να παραθέσουμε στους αναγνώστες μας μία πλήρη μελέτη σχετικά με το ζήτημα των εξωγήινων από επιστημολογική σκοπιά, που φιλοδοξούμε ότι θα καλύψει τις περισσότερες, αν όχι όλες τις πτυχές του θέματος.      

Ακόμη ευστοχότερα,  η μελέτη των εξωγήινων θα αναπτυχθεί παράλληλα με το ζήτημα της επιστημολογίας εν γένει, με ερεθίσματα από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας και ειδικότερα με βάση τη μαγευτική αναζήτηση του εντελώς ξένου προς εμάς, του εξωγήινου  (“alien”). Η επιστημολογία εκτείνεται στα όρια της αντίληψής μας, επομένως το παράδειγμα των εξωγήινων είναι εξόχως κατάλληλο για να την πραγματευθούμε, αφού αυτοί εξ ορισμού είναι τόσο ασυνήθιστοι, ώστε ενδέχεται το πολύ να  καταγραφούν στις παρυφές των αισθητηρίων. Πράγματι η αντίληψη είναι θέμα σύλληψης και μετάφρασης των αισθητηριακών δεδομένων, που γίνεται σε καθημερινή βάση εντός μίας διαδικασίας, όπου οι αισθήσεις στέλνουν ασυσχέτιστα, άτακτα και  ανεπεξέργαστα ερεθίσματα στο νου προκειμένου να τα ερμηνεύσει. Τελικά δηλαδή είναι θέμα ανιαρής επανάληψης, διαχειριστικής ρουτίνας και  συνήθειας, γνωστό είναι δε το ιστορικό περιστατικό με την ονομασία «παράδοξο του Κουκ», όπου οι ιθαγενείς των νήσων  Βανκούβερ αρνούνταν απλά να αναγνωρίσουν ως αληθινά τα τεράστια για τα δικά τους δεδομένα πλοία των εξερευνητών, αυτά τα ξύλινα μεγαθήρια, διότι δεν έστεργαν να παραδεχτούν ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν. 

Τόσο η αναγνώριση κάποιων καταρχήν απόκοσμα ξένων όσο και η επικοινωνία μαζί τους καθίσταται βεβαίως πολύ ευκολότερη, αν εισαγάγουμε τη συνθήκη ότι θα είναι ανθρωπόμορφοι ή περίπου. Έτσι συνήθης είναι η παράσταση του δίποδου και δίχειρου εξωγήινου, του οποίου η φυσιολογία κατά βάση ανταποκρίνεται στη δική μας. Αν πάρουμε ως σημείο αναφοράς την πιο πολυσύνθετη SF σειρά, που είναι βέβαια το “Star Trek”, βλέπουμε ότι οι εξωγήινοι μπορεί να έχουν κεραίες, όπως οι Αντοριανοί,[102] μπορεί να έχουν μυτερά αυτιά, όπως οι Ρωμυλιανοί[103] και οι Βουλκάνιοι[104], μπορεί να έχουν αυλακιές στο κρανίο (“cranial ridges”), όπως οι Κλίνγκον[105], αλλά βασικά μάς μοιάζουν.  Ακόμη και πιο εξωτικά πλάσματα, όπως οι Θόλιοι,[106] που έχουν κόκκινο χρώμα, ενεργειακή υφή και κάπως ασαφή εξωτερικά όρια, διατηρούν τη βασική ανθρωπομορφική κατατομή με ένα κεφάλι, δύο χέρια και δύο πόδια. Επίσης και τα υποτιθέμενα καθαρώς ενεργειακά όντα, όπως είναι οι Οργανιανοί[107], παρουσιάζονται σε εμάς με ανθρώπινη παράσταση, ώστε  να μάς είναι κάπως οικεία, σύμφωνα με την παραδοχή του φιλοσόφου Χέγκελ και άλλων ότι σκεφτόμαστε παραστατικά και δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε τίποτε ειμή μόνο υπό μορφή παράστασης.   Η οικεία εικόνα των εξωγήινων που μάς μοιάζουν προδικάζει και μία ευχερή δυνατότητα επικοινωνίας με αυτούς. Ένα σύνηθες μέσον της επιστημονικής φαντασίας είναι ο αυτόματος παγκόσμιος μεταφραστής (“universal translator”), που επιτρέπει στους εξωγήινους χωρίς μεγάλα προβλήματα να μιλούν αγγλικά (και ακόμη πιο συχνά αμερικανικά). Έτσι βέβαια η ιστορία προωθείται και εκτυλίσσεται τάχιστα, αλλά ο συγγραφέας παρακάμπτει το καυτό ερώτημα, πώς είναι δυνατόν όντα τόσο μακρινά και με εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες από εμάς να επικοινωνούν τόσο άνετα μαζί μας.

Όμως το πρώτο στοιχείο της έννοιας του εξωγήινου είναι και πρέπει να είναι το απόλυτα ακατάληπτο, επίμονα ακατανόητο και ολότελα ξένο, διότι μόνο από αυτό περιμένουμε να δοκιμάσει τα όρια των δυνατοτήτων μας για έγκυρη γνώση, που είναι από την εποχή του Καντ το κύριο επιστημολογικό ερώτημα. Άρα η πραγματεία εδώ δεν μπορεί να γίνει με βάση το κλασικό εξωγήινο Σύμπαν του  Star Trek λόγω του ανθρωπομορφισμού, που αναφέρεται παραπάνω. Άλλωστε αυτή η ανεπανάληπτη σειρά και αστείρευτη πηγή έμπνευσης ποτέ δεν είχε ως στόχο την επιστημολογία “per se“ ως αμφιβολία, αλλά περισσότερο ανέπτυσσε τη φιλοσοφία και την οντολογία, καθόσον μάλιστα μέσα σε μία  σαιξπηρική ατμόσφαιρα δραματικών προσώπων (“dramatis personae”), φανταχτερών κοστουμιών και ευρηματικών διαλόγων, τα οποία τόσο εύστοχα είχε τονίσει ο ηθοποιός Christopher Plummer, που έπαιζε τον ναύαρχο Chang στο “Star Trek 6- Undiscovered Country”, κατ’ ουσία όσο πιο πολύ απομακρυνόταν από τις γνώριμες εξωτερικές παραμέτρους, τόσο πιο πολύ εισχωρούσε στη ψυχοσύνθεση ημών των ιδίων, διδάσκοντάς μας μύχιες αλήθειες για τον εαυτό μας.[108] Όπως έλεγε και ο κάπτεν Κερκ στο περίφημο επεισόδιο “The Conscience of the King”, αξιοποιώντας τη σαιξπηρική παιδεία του ηθοποιού William Shatner, που τον ενσάρκωνε, “the play is the thing, wherein I’ll catch the conscience of the king”.

Η περαιτέρω ανάλυσή μας λοιπόν θα διεξαχθεί με βάση  μία τηλεοπτική σειρά θεωρούμενη μεν ως κατώτερη, αλλά εξίσου νοσταλγική και ενδεικτική του αδιεξόδου, στο οποίο είχαν περιέλθει οι συντελεστές της βλέποντας τις ιδέες τους σχετικά με την παρουσίαση των εξωγήινων να στερεύουν. Πρόκειται για το “Lost in Space”, τη γνωστή χιουμοριστική σειρά με το απολαυστικό ρομπότ και τον παραδόπιστο, αλλά διακεκριμένο χρήστη λογοτεχνικών σχημάτων δρ. Zachery Smith. Παράλληλα με τη σειρά αυτή ο ευφυής παραγωγός Irwin Allen γύριζε και άλλες σειρές εξίσου ευφάνταστες, όπως η λατρεμένη από τα παιδικά μας χρόνια «Σήραγγα του Χρόνου» (“Time Tunnel”) και το περιπετειώδες “Journey to the Bottom of the Sea”. Πουθενά αλλού όμως δεν φάνηκε ο συμπαθής Irwin Allen να δυσκολεύεται τόσο πολύ ως προς την παρουσίαση των εξωγήινων όσο στο “Lost in Space”, νιώθοντας ότι η ανθρώπινη φαντασία, επειδή ακριβώς βασίζεται στην παραστατικότητα και άρα κατά βάση στον ανθρωπομορφισμό, τον δέσμευε, τον περιόριζε. Έτσι, αφού έδειξε τον άνθρωπο –καραβίδα, τον άνθρωπο- βράχο, τον άνθρωπο-καρότο, αφού φόρεσε στα πρόσωπα των υποτιθέμενων εξωγήινων όλων των ειδών τις κακομούτσουνες μάσκες, αφού δοκίμασε πάνω τους κάθε εκδοχή κιτς κοστουμιών, περουκών και βαφών, έβλεπε ανήμπορος τις ιδέες του να εξαντλούνται. Τότε, λόγω και της τότε απουσίας ψηφιακής βοήθειας, προσπάθησε να αναπληρώσει τις ελλείψεις και τα εγγενή όρια της εικόνας χαρακτηρίζοντας τους εξωγήινους λεκτικά. Κατωτέρω, έχω συλλέξει τις παρηχήσεις (“alliterations”), που χρησιμοποιούσε ο λογοτεχνικά εμβριθής δρ. Σμιθ για να χαρακτηρίσει κυρίως το ρομπότ  κατά τη διάρκεια των κωμικών τους αντιπαραθέσεων, κατ’ επέκταση όμως και τους εκάστοτε εμφανιζόμενους εξωγήινους, σε μία προσπάθεια να σπάσει κανείς μέσα από το συνδυασμό των λέξεων το φράγμα της ενδεούς εικόνας. Επιχείρησε  δηλαδή εδώ ο Irwin Allen ούτε λίγο ούτε πολύ να μεταφέρει την υπερβατική διαλεκτική του Καντ στο φαινόμενο της γλώσσας σαν νέος Wittgenstein, αντικαθιστώντας την αγωνία του «τι μπορούμε να γνωρίσουμε» από την αντίστοιχη του  «τι μπορούμε να εκφράσουμε». Ιδού λοιπόν οι παρηχήσεις με ίδιο αρκτικό γράμμα επιθέτου και ουσιαστικού , που ενώ εκ πρώτης όψεως έμοιαζαν να απειρίζονται, μετά βίας φθάνουν τις 127.     

  1. addle-pated amateur (κουφιοκέφαλος ερασιτέχνης)
  2. addle-pated armadillo (κουφιοκέφαλο φολιδωτό ζωάκι)
  3. asinine abuser (γαϊδουρινός καταχραστής)
  4. blasted barleycorn (καταραμένος κρασοπατέρας)
  5. blithering booby (ασυνάρτητος ηλίθιος)  
  6. blithering bumpkin (ασυνάρτητος χωριάτης)
  7. blubber-brained booby (ηλίθιος με λιπώδη εγκέφαλο)
  8. bookmaking booby (παράνομος στοιχηματίας ηλίθιος)
  9. brutish breed (κτηνώδης γέννα)
  10. bubble-headed booby (κλαψιάρης κλαυθμηρίζων ηλίθιος)
  11. bumbling birdbrain (παραληρηματικός κοκορόμυαλος)
  12. bumbling bolt-bucket (παραληρηματικός κουβάς με βίδες)  
  13. bumptious booby (φαντασμένος ηλίθιος)
  14. bumptious braggart (φαντασμένος καυχηματίας)
  15. busted barleycorn (θρυμματισμένος κρασοπατέρας)
  16. cackling cacophony (κακαριστός κακόφωνος)
  17. cackling clown (κακαριστός κλόουν- γελωτοποιός)
  18. cackling coward (δειλός που κάνει κο-κο-κο)
  19. callous creature (σκληρόκαρδο πλάσμα)
  20. cantankerous clod (γκρινιάρης χοντροκέφαλος)
  21. careless centurion (απρόσεκτος λεγεωνάριος)
  22. carious companion (σάπιος σύντροφος)
  23. cavorting cybernetic (χοροπηδηχτός κυβερνοοργανισμός)
  24. clanking clapper (κροτών γλωσσίδι κώδωνος)
  25. clattering crackpot (κύμβαλον αλαλάζον ή κροτών λοξάτος)
  26. cold creature (ψυχρή οντότητα)
  27.  collapsing creature (καταρρέουσα οντότητα)
  28. corrupted contraption (διεφθαρμένο εργαλείο)
  29. cowardly clump (δειλός κεφτές)
  30. crawling cockroach (έρπουσα κατσαρίδα)
  31. cruel creature (βάρβαρο βάναυσο πλάσμα)
  32. cumbersome clump (δυσκίνητος επιβαρυμένος όγκος) 
  33. demurring dolt (σοβαροφανής βλαξ)
  34. deplorable dunderhead (αξιολύπητος χοντροκέφαλος)
  35. digital dunce (ψηφιακός μπουμπουνοκέφαλος)
  36. disrespectable dunce (ανάξιος σεβασμού μπουμπούνας)
  37. doddering dunderhead (σαλιάρης χοντροκέφαλος)
  38. evil effigy (διαβολικό ομοίωμα)
  39. floundering flunky (πλακουτσωτός λακές)
  40. galumphing gargoyle (αδέξιος αγαλμάτινος δαίμονας) 
  41.  garrulous gargoyle (φλύαρος δαίμονας κρήνης)
  42. ghouly goose (πτωματοφάγος χήνα)
  43. gibberish goose (παραληρηματική χήνα)
  44. gorgeous garbage (μεγαλόσχημο σκουπίδι)
  45. great goose (πλαδαρή χήνα αμπλαούμπλας) 
  46. hollering hump (κραυγάζων καμπούρης)
  47. ignominious ignoramus (αισχρός αδαής)
  48. ill-informed ignoramus (παραπληροφορημένος αδαής)
  49.  impersonal item (απρόσωπο αντικείμενο- μαραφέτι)
  50. inanimate iron-plate (άψυχη σιδερώστρα) 
  51. incompetent imbecile (ανίκανος βλαμμένος)
  52. insensitive idiot (αναίσθητος πανηλίθιος)
  53. iron-born ingrate (σιδερογέννητος αχάριστος)
  54. irreputable ironclad (ανυπόληπτος σιδερόφραχτος)  
  55. irresponsible idiot (ανεύθυνος πανίβλακας)
  56. jabbering jackanapes (αδόλεσχος αυθάδης)
  57.  juvenile junkpile (εφηβικός σωρός από παλιοσίδερα) 
  58. knocked up knight (τσαλακωμένος ιππότης)
  59. lead-lined Lothario (μολυβδο-επιστρωμένος ερωτύλος)
  60. loathsome lump (μισητός απεχθής κουρελής)
  61. lugubrious laggard (πένθιμος τεμπέλης)
  62. lugubrious lump (πένθιμος κουρελής)
  63. magnificent mobile (μεγαλοπρεπής κινούμενος)
  64. mechanical man (μηχανικός άνθρωπος)
  65. mechanical marvel (μηχανικό επίτευγμα)
  66. mechanical meddler (μηχανικός ανακατωσούρης)
  67. mechanical misfit (μηχανικό μόστροσο- προδιγίοσο) 
  68. mechanical monster (μηχανικό τέρας)
  69. mechanical moron (μωρή μηχανή)
  70. mental midget (νοητικός νάνος)
  71. metallic monstrosity (μεταλλικό ανοσιούργημα)
  72. militant moron (μωρός στρατοκράτης)
  73. mindless machine (άμυαλη μηχανή)
  74. miserable mechanism (άθλιος μηχανισμός)
  75. miserable misfit (άθλιο μόστροσο- προδιγίοσο)
  76. moronic moralizer (μωρός ηθικολόγος)
  77. nauseating noisemaker (ναυτιών θορυβοποιός)
  78. negligent ninny (αμελής μικρόνους- ολιγοφρενής)
  79. nonsensical ninny (ανόητος μικρόνους- ολιγοφρενής)
  80. non-worthy ninny (ανάξιος μικρόνους- ολιγοφρενής)
  81. obsolete oaf (απαρχαιωμένος μαντράχαλος)
  82. oversized oaf (υπερμεγέθης βουτυρομπεμπές)
  83. pitiable pipsqueak (αξιοθρήνητο παιδαρέλι)
  84. platinum-plated pal (πλατινο- σκέπαστος φίλος)
  85. pompous popinjay (πομπώδης παπαγάλος)  
  86. pompous pretender (πομπώδης υποκριτής)
  87. potbellied prankster (χοντρομπαλάς καυχηματίας)
  88. potbellied pumpkin (χοντρομπαλού κολοκύθα)  
  89. preening popinjay (οδοντοκαθαριστής παπαγάλος)
  90. pretentious popinjay (απαιτητικός παπαγάλος)
  91. puny pipsqueak (αδύναμο παιδαρέλι)
  92. pusillanimous pinhead (μικρόψυχη κεφαλή καρφίτσας) 
  93. pusillanimous pipsqueak (μικρόψυχο παιδαρέλι)
  94. quavery quack (τρεμουλιάρης κομπογιαννίτης)
  95. queasy quack (σιχασιάρης κομπογιαννίτης)
  96. ramshackle Romeo (ετοιμόρροπος Ρωμαίος εραστής) 
  97. renegade robot (ρομπότ αποστάτης)
  98. retarded ridicule (καθυστερημένος γελοίος)
  99. ridiculous robot (γελοίο ρομπότ)
  100. ridiculous ruin (γελοίο ερείπιο)
  101. rivet-popping robot (ρομπότ που χάνει εξαρτήματα)
  102. roly-poly rowdy (κοντόχοντρος αληταράς)
  103. rusty Rasputin (σκουριασμένος Ρασπούτιν)
  104. scurrilous scatterbrain (βωμολόχος ξεκούτης)
  105. sententious sloth (αποφθεγματικός βραδύπους)
  106. sickening sentinel (αρρωστημένος φρουρός)
  107. silent sentinel (σιωπηρός φρουρός)
  108. silly sentinel (ανόητος φρουρός)
  109. sleeping sloth (υπναλέος βραδύπους)
  110. sputtering steel-mechanism (εκπτύων ατσάλι μηχανισμός)
  111. stalwart sausage (ρωμαλέο λουκάνικο)
  112. stalwart steward (ρωμαλέος υπηρέτης)
  113. steam-hissing stator (διαρρέων ατμό στάτορας)
  114. teasing tattletale (πολύλογο πειραχτήρι)
  115. tinkering tin-can (χαλκωματικό τενεκεδάκι)
  116. tinplated tattletale (τενεκεδένιος πολυλογάς)
  117. tinplated tintinnabulation (κωδωνίζων τενεκές)
  118. tinplated traitor (τενεκεδένιος προδότης)
  119. treasonous tyrant (προδοτικός τύραννος)
  120. ungrateful underling (αγνώμων υποτακτικός)
  121. vaporous vermin (ατμώδες ζωύφιο)
  122. vicious vermin (φαύλο ζωύφιο)
  123. wacky wrongdoer (εκκεντρικός άδικος)
  124. withering winkle (μαραμένος σάλιαγκας)
  125. worn- out wine-dipper (φθαρμένος βουτηχτής κρασιού)
  126. worthless whelp (ανάξιο σκυλάκι – σκύμνος) 
  127. wretched wiggler (ελεεινός συστρεφόμενος σκώληξ)

Στο σημείο αυτό με δεδομένο ότι το δίδυμο Allen- Smith άφησε εκτός των τρία τελευταία γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου δεν αντέχω στον πειρασμό να τα συμπληρώσω εγώ! Έχουμε λοιπόν:

  1. xenophobic xylophone (ξενοφοβικό ξυλόφωνο)
  2. xerophilous xerophyte (ξηρόφιλο ξηρόφυτο)
  3. X-raying Xerox (ακτινογραφούν φωτοτυπικό μηχάνημα)
  4. yapping yokel (γαυγίζων χωριάτης- αγροίκος)
  5. zinced zombie (τσίγκινος νεκροζώντανος)
  6. zonked out zany (εξουδετερωμένος γελωτοποιός)

Κάπου εδώ λοιπόν τόσο η λεκτική όσο και η παραστατική φαντασία του Irwin Allen εξαντλήθηκε και οι σειρές επιστημονικής φαντασίας, που τόσο διασκέδαζε να δημιουργεί, σταμάτησαν οριστικά και αμετάκλητα. Ο ανθρωπομορφισμός και η παραστατικότητα φαίνονταν να είναι  το απόλυτο δεσμωτήριο της φαντασίας. Ακόμη και αν στα πλάσματα της επιστημονικής φαντασίας προσθέσουμε εκείνα της μυθολογίας (π.χ. τη χίμαιρα, τον γρύπα, τον Μολώχ, τον μονόκερω, τον Πολύφημο, τους κένταυρους, τη Σφίγγα ή ακόμη το ψαρόμορφο πλάσμα, που δίδασκε τους Βαβυλώνιους, τον Οάννη) και πάλι φαινόμαστε ανίκανοι να σπάσουμε το φράγμα των ίδιων μας των παραστάσεων είτε μίας εκάστης χωριστά είτε εν συνδυασμώ. 

Στη συνέχεια θα αναφέρουμε προγενέστερες και μεταγενέστερες προσπάθειες, που επιχείρησαν να καταδείξουν το εγγενές, ενυπάρχον «ξένο» στοιχείο στο πλαίσιο της έννοιας των εξωγήινων, την κατ’ εξοχήν απόκοσμη, “alien” διάσταση, που φιλοδόξησαν να παρουσιάσουν τους εξωγήινους ως κάτι που ξεπερνά το δικό μας παραστατικό ορίζοντα ή τέλος πάντων ευρίσκεται στα όρια των αισθήσεών μας. Στο «Ραντεβού με το Ράμα» π.χ. του Άρθουρ Κλαρκ το τεράστιο διαστημόπλοιο προδίδει ορισμένα από τα μυστικά του, αλλά τελικά εγκαταλείπει το ηλιακό σύστημα χωρίς να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις και χωρίς να αποκαλύψει τον πυρήνα του αινιγματικού εαυτού του. [109] Διατηρεί δηλαδή ένα μυστηριακό πέπλο σε αντίθεση με τους φτωχοδιαβόλους (όνομα και πράγμα) «Επικυρίαρχους», που στο τέλος αποκαλύπτονται ως  ταλαίπωροι θεληματατζήδες μίας υπέρτερης δυνάμεως. Στο “Solaris” του  Stanislaw Lem ο εξωγήινος μπορεί μεν να μην ξεφεύγει από την παραστατικότητα (αφού είναι ωκεανός), αλλά τουλάχιστον με την υποβολιμαία  εκπομπή ερεθισμάτων καταλυτικών για το ανθρώπινο υποσυνείδητο μάς προκαλεί απόκοσμο δέος. Το ίδιο συναίσθημα του απόλυτα ξένου επιχειρεί να  μεταδώσει ο διάσημος αστροφυσικός Fred Hoyle με το σκεπτόμενο «Μαύρο Σύννεφό» του, παρότι κατ’ ουσία η πομπώδης επιστημονικοφανής ιδέα του δεν μάς προχωράει περισσότερο από το επεισόδιο “Obsession” του “Star Trek”.  Ενδιαφέρουσα παρίσταται η σύλληψη των εξωγήινων στο “The mote in a God’s eye” των Larry Niven και Jerry Pournelle. Οι δύο συγγραφείς μάς συστήνουν κάποιους εξωγήινους, που δεν έχουν καταρχήν γένος, αλλά ξεκινούν τη ζωή τους από αρσενικά, γίνονται αργότερα θηλυκά για να τεκνοποιήσουν και μετά τον τοκετό πεθαίνουν. Η αγγλική ονομασία γι’ αυτούς είναι “mote”, δηλαδή «μικροσκοπικό σωματίδιο» ή «μόριο», ενώ οι Γερμανοί το μεταφράζουν ως “Splitter”, δηλαδή «ερεθιστική εκβολάδα» ή «σκλήθρα». Η έλλειψη φύλου ή η παρθενογένεση από μόνη της δεν είναι κάτι τόσο πρωτότυπο, ούτε καν ο απειλητικός υπερπληθυσμός τους, που υποχρεώνει την Ομοσπονδία πλανητών να περικλείσει το ηλιακό τους σύστημα με μόνιμο πολιορκητικό κλοιό. Όμως τα πιο σημαντικά εξωτικά τους χαρακτηριστικά είναι ότι αυτά τα όντα της μάζας δεν έχουν ονόματα, λαμβάνουν δε αντίστοιχα γήινα για λόγους συνεννοήσεως με τους έντρομους πολιορκητές τους, δεν είναι συμμετρικά ως προς το σώμα τους, από τη μία πλευρά δηλαδή έχουν δύο βραχίονες μπορεί και τρεις (πράγμα πρωτότυπο και ίσως ανήκουστο ακόμη και για τα δεδομένα της οργιάζουσας μέσα στην ποικιλία της φύσης) και από την άλλη έχουν λιγότερα ή περισσότερα άκρα. Επίσης «παράγονται» σε πολλά μεγέθη, ξεκινώντας από σκλήθρες «τσέπης», που μπορούν να εισχωρούν στους σωλήνες και τις συνδέσεις των μηχανημάτων και να τα αχρηστεύουν, με παράλληλη εκπροσώπηση όμως τόσο του μεσαίου μεγέθους, που είναι οι διαπραγματευτές, έως και του μεγέθους γίγαντα, που είναι οι πολεμιστές. Η ιδέα αυτών των εξωγήινων φάνηκε τόσο εξωτική, ώστε ενέπνευσε το μεγάλο φυσικό Gregory Benford να γράψει ένα πρόλογο για το σχετικό έργο. Το ενδιαφέρον δεν συνεχίστηκε, γιατί η μετέπειτα εκδοθείσα συνέχεια του έργου με τίτλο “Gripping Hand” δεν είχε ανάλογη επιτυχία, παρουσιάζοντας στην πραγματικότητα τους εν λόγω εξωγήινους ως αντιμαχόμενες … αραβικές φυλές, πάμπτωχες και ενδεείς, που προσπαθούν απλά να λύσουν την πολιορκία του συστήματός τους. Τελικά το ζήτημα λύνεται με έναν ορρό στείρωσης, που επιτρέπει τον έλεγχο του υπερπληθυσμού! Ο ίδιος ο Benford θεωρεί ότι η επικοινωνία με τους εξωγήινους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την «διαισθητικότητα» (“intuitionism”), φέρνοντας το παράδειγμα του ιδίου, που όταν ήταν νέος, ασκούσε το επάγγελμα του ελεγκτή φύλου των κοτόπουλων (“chicken sexer”), έπιανε δηλαδή το κάτω μέρος των νεογέννητων πουλερικών, στην πραγματικότητα μικρών σφαιρών από χνούδι, για να διαπιστώσει αν ήταν θηλυκά ή αρσενικά, παραδόξως δε μετά από ένα χρονικό διάστημα αποκτούσε ένα είδος διαισθητικής γνώσης, που τού επέτρεπε να διακρίνει το φύλο τους σε ένα ποσοστό 95 %. Βέβαια και ο ίδιος διευκρινίζει ότι η «διαίσθηση», όπως την εννοεί, είναι ένα είδος κλειστού  κυκλώματος επικοινωνίας με το μέλλον, την πραγματεύεται δε ειδικότερα στα γνωστά έργα του “Cosm” και «Timescape”.

Ποιος είναι λοιπόν ο καταλληλότερος τρόπος προσέγγισης των εξωγήινων και κατ’ επέκταση του αγνώστου, του καντιανού «πράγματος καθ’ εαυτό»; Ο Χέγκελ δίδει την εξής λύση, όπως είπαμε και ανωτέρω: Κάθε ον έχει δύο οντολογικές- φιλοσοφικές διαστάσεις, είναι πράγμα «καθ’ εαυτό», όπως δηλαδή παρουσιάζεται έξωθεν ως μορφή, και δεύτερον «δι’ εαυτό», όπως το ίδιο έσωθεν βλέπει τον εαυτό του. Υπάρχουν πράγματα, που έχουν σαφώς περιγεγραμμένο «καθ’ εαυτό», έχουν δηλαδή εξωτερική εμφάνιση για όλους αντιληπτή, όπως είναι π.χ. ένα ποτήρι, αλλά είναι εσωτερικά αδρανή (ή τουλάχιστον έτσι υποθέτουμε). Διαμέσου μίας ασύλληπτης ποικιλίας, ενός μακροσκελούς τοπίου- εκθετηρίου από ενδιάμεσες μορφές, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος, που λόγω του ότι φύσει και θέσει αποτελεί το επιτελείο και το ορμητήριο της παρατήρησης, ευρίσκεται στο μέσον μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου, καταλήγουμε σε όντα με πολύ ασαφές «καθ’ εαυτό», αλλά αντιθέτως πολύ ισχυρό «δι’ εαυτό», όπως είναι ο Θεός, η μοίρα, η κοινωνία, η φύση. Αυτά τα όντα δεν τα βλέπουμε τουλάχιστον στη συνολικότητά τους, καταλαβαίνουμε όμως την ύπαρξή τους, από τις επιπτώσεις τους, από τις επιρροές ή επήρειες που ασκούν στη ζωή μας. Ας είμαστε λοιπόν ανοιχτοί σε συμπαντικές επιρροές. Ό, τι στην επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας λέγεται εμπιστοσύνη και αγάπη, ας ειπωθεί «άνοιγμα ή διάνοιξη σε κοσμικές επιρροές», όσο αφορά στα πλάσματα, που υπερβαίνουν τον ορίζοντα της αντίληψής μας. Βέβαια ένα τέτοιο άνοιγμα, μία τέτοια «κοσμική ή συμπαντική εμπιστοσύνη» ως γνωσιολογικό εργαλείο, μία συναγωγή συμπερασμάτων με βάση μη αντιβαίνουσες προς τα πραγματικά γεγονότα θεωρίες, λογικά και  νοητικά τεκμήρια ή αναλογίες μεταξύ διαφορετικών επιπέδων, καθώς και η μελέτη των επιπτώσεων μη επιβεβαιωμένων ή αποδεδειγμένων πλασμάτων, εσφαλμένα θεωρούμενων ως υπερβατικών,  στην καθημερινή ζωή μας,  μπορεί να διευρύνει τα όρια της έρευνας και σε φαινόμενα, που συνήθως εξορίζονται από τη θετικιστική αντίληψη σ’ ένα χώρο ανύπαρκτης  μεταφυσικής, όπως είναι η μελέτη της ψυχής, του θανάτου κ.λπ., αλλά όμως αποτελούν και αυτά καθ’ όλα αντικείμενο της επιστήμης σύμφωνα με την εγελιανή ολιστική αντίληψη.

Στο σημείο αυτό θα πραγματευτούμε δύο δυσχερείς πτυχές αναφορικά με την έννοια του εξωγήινου και του απόλυτα ξένου προς εμάς που φανερώνουν το αδιέξοδο, στο οποίο περιπίπτει η φαντασία, όταν επιχειρεί να εξηγήσει το παράδοξο της ζωής καταφεύγοντας σε παράγοντες ή ποιητικά αίτια ευρισκόμενα εκτός ημών.

α) Συχνά οι εξωγήινοι, που παρουσιάζονται στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας θεωρούνται και από τον ίδιο τον συγγραφέα «λίγοι» για να διατηρήσουν ένα υψηλό αφηγηματικό πρότυπο και να συγκρατήσουν το δραματικό ενδιαφέρον του θεατή, οπότε καταλήγουν να είναι αγγελιοφόροι κάποιας επικείμενης συμφοράς, την οποία πρόκειται να προκαλέσουν κάποιοι παντοδύναμοι τρομακτικοί ισόθεοι κακοί δαίμονες, μη εμφανιζόμενοι, αλλά υποσχόμενοι μία αόριστη συναρπαστική πλοκή, μηδέποτε επακολουθούσα.    

Έτσι, στην τριλογία του Alastair Reynolds, συγκροτούμενη από τα έργα “Revelation Space”, “Redemption Ark” και “Absolution Gap” οι καλοί εξωγήινοι Amarantin χτίζουν τον Κέρβερο, έναν ολόκληρο τροχιακό σταθμό, στο οποίο αφενός μεν βρίσκουν καταφύγιο μετατρεπόμενοι σε μήτρα κομπιούτερ, αφετέρου εκπέμπουν προειδοποιητικό σήμα εναντίον μίας υποτιθέμενης φονικής εξωγήινης μάστιγας, υπεύθυνης για την  αραιοκατοικημένη κατάσταση και πληθυσμιακή διασπορά του σύμπαντος.

Στο τέλος της τριλογίας και συγκεκριμένα στο “Absolution Gap” αποφασίζει και αποτολμά ο Alastair Reynolds να μάς αποκαλύψει σε τι συνίσταντο αυτοί οι τρομεροί εξωγήινοι, τους οποίους οι Amarantin φοβούνταν. Παρουσιάζονται λοιπόν αυτοί ως ένα είδος μηχανικών λύκων- εξολοθρευτών, αλλά εγείρεται αμέσως το ερώτημα ποιοι τούς έχουν προσλάβει και κινητοποιήσει. Μέσω μίας κοσμοθεωρίας αλλεπάλληλων εφαπτόμενων κοσμικών μεμβρανών καταλήγει ότι οι υποκινητές τους είναι κάποιες σκιές που κρύβονται σε ένα εναλλακτικό σύμπαν. Αλλά και αυτές οι σκιές, όμοιες με εκείνες της σειράς επιστημονικής φαντασίας Babylon 5, είναι πολύ αόριστες για να ικανοποιήσουν το νου των αναγνωστών, οπότε ο συγγραφέας καταφεύγει σε εξεζητημένες κατασκευές, όπως είναι τα αρθρόποδα- κτίστες φωλεών- παραγωγοί κογχυλιών και οι γυμνοσάλιαγκες που τα κυβερνούν, καθώς και ένα είδος μελίγκρας που παίζει το ρόλο οικολογικού αφομοιωτή, οδηγώντας την ενδιαφέρουσα σειρά του σε πλήρη απομυθοποίηση! Βλέπουμε ότι το όριο της παραστατικότητας δεν μπορεί να παραβιαστεί. Ό,τι φαίνεται συναρπαστικό, ελκυστικό και απόκοσμο για τη φαντασία ως μυστήριο απομυθοποιείται και απομαγεύεται εντελώς όταν αποκαλυφθεί.

Στο Quofum του Alan Dean Foster παρουσιάζεται ένας πλανήτης με οργιώδη βλάστηση, πολυάριθμους νυκτόβιους οργανισμούς και απίθανους εξωγήινους (εντομοειδείς, ζελατινώδεις, σκληρόδερμους, ακανθωτούς και κελυφώδεις). Τελικά όμως προκύπτει ότι ο πλανήτης αυτός ήταν ένα καταφύγιο, συχνά κρυπτόμενο σε εναλλακτική διάσταση, προκειμένου οι πλειονόχειρες (κατά το εκατόγχειρες) κατασκευαστές του να προσελκύσουν κάποια νοημοσύνη, ικανή να ενεργοποιήσει το φοβερό τους όπλο, που είχαν εγκαταστήσει στο Μέγα Ελκυστή, το βαρυτικό κέντρο των γαλαξιών, αλλά είχαν ξεχάσει εν τω μεταξύ πώς λειτουργεί! 

Στην τριλογία Gateway του Frederic Pohl οι καλοί εξωγήινοι (Heechees) κρύβονται δειλά μέσα στις μαύρες τρύπες για να γλιτώσουν από κάποιους κακοποιητικούς και διαβολικούς παράγοντες που ποτέ δεν εμφανίζονται.

Στο Heaven’s Shadow των David Goyer και Michael Cossutt, γνωστών σεναριογράφων και επαϊόντων της χολιγουντιανής παραγωγής επιστημονικής φαντασίας, οι εξωγήινοι στην αρχή εκκολάπτονται από κύστεις σε ένα περιβάλλον κυψελών, κοραλλιών και κρυστάλλων, εκτυλίσσονται ως ανοιγόμενοι ονίσκοι- πολύποδες – κουβαρίδες και δρουν ως φρουροί αποκεφαλιστές. Αυτοί κάπου απορρίπτονται από τους ίδιους τους συγγραφείς ως ανεπαρκείς και αντικαθίστανται από αναστημένους συγγενείς των πρωταγωνιστών. Τελικά αποδεικνύεται ότι πίσω από τις αναστάσεις κινούν τα νήματα κάποια όντα με τέσσερις βραχίονες και πρόσωπο αποτελούμενο από πολλά επίπεδα και ανταύγειες. Στη συνέχεια όμως αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω όντα είναι στην πραγματικότητα ενεργειακά και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να αγωνιστούν και να πολεμήσουν εναντίον κάποιων αρχετυπικών κακών, γι’ αυτό αναζητούσαν υποψήφιους υλικούς βοηθούς, που να μπορούν να σηκώσουν τα άρματα απέναντι στη Νέμεσή τους.    

β) Πολύ συχνά επίσης οι εξωγήινες οντότητες παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι κάποιου ακόμη πιο ισχυρού παράγοντα που όμως κρύβεται πίσω από τα παρασκήνια και δεν φαίνεται.

Έτσι στο Rama Revealed παρουσιάζονται διάφοροι εξωγήινοι, κυρίως οι πολύ ικανοί χταποδο- αραχνίδες, που ενεργούν για λογαριασμό της ύψιστης συμπαντικής νοημοσύνης,  του Θεού, έχοντας στην υπηρεσία τους στρουθοκαμηλόσαυρους, τους οποίους ιππεύουν, όντας μαζί με τους γήινους απαχθέντες επιβάτες σε ένα τεράστιο σκάφος μαζί με άλλους ομοιοπαθείς. Το διαστημόπλοιο Rama III έχει αποστολή να μελετήσει τις υπάρχουσες φυλές του γαλαξία με ένα συγκεκριμένο σκοπό, να διαπιστώσει δηλαδή ποιες είναι οι πιο κατάλληλες από αυτές, ώστε να μπορέσουν να συμβιώσουν αρμονικά σε ένα σύμπαν χωρίς μίσος και αλληλοσπαραγμό.   

Άλλοι εξωγήινοι είναι οι μυρμηγκόγατοι (βαφτισμένοι από τον Richard Wakefield, συνδυασμός της ελληνικής λέξης «μύρμηξ», λόγω της μυρμηγκοειδούς εμφάνισής τους και της αγγλικής λέξης «cat» λόγω του αιλουροειδούς παρουσιαστικού τους και του χαρακτηριστικού της ευκινησίας), που ήταν ένα φύσει ετερόμορφο είδος, του οποίου η τελική μορφή ήταν ένας μεγάλος διαδραστικός νοήμων βρόχος, ικανός να καλωδιώνεται απευθείας με τον ανθρώπινο εγκέφαλο μέσω ενός δικτύου ινών, συνδεδεμένων  με το σώμα μας, ενώ μπορούσε να συνυπάρχει σε συμβίωση και με ένα άλλο νοήμον «πτερωτό» είδος.

Υπάρχει και η ουδόλως καταφρονητέα αρχαιοελληνική αντίληψη, που παρότι εκ πρώτης όψεως σχετίζεται με την αστρολογία, ίσως είναι εντέλει, μέχρις αποδείξεως του εναντίου,  η μόνη νηφάλια: ότι ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Όσο και να ψάχνουν με τα τηλεσκόπιά τους και να σαρώνουν τους ουρανούς με τους υπερσύγχρονους ανιχνευτές τους, το μόνο που θα αποκομίζουν θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, όπου βέβαια πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη πως συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την (έστω και επαυξημένη) όραση, πράγμα που έχει επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, αποκλείεται ποτέ να αποδειχθεί πειραματικά, όπως θα πρότειναν οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι ενδεχομένως γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολλοί αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφή  μαγνάδια ή πυκνοϋφείς μεμβράνες, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Και ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Ο Δίας και οι υπόλοιποι θεοί που διενεργούσαν καταστερισμούς.[110]

Συμπέρασμα: Η διέξοδος προς τους άλλους, το να σκεφτούμε δηλαδή ότι το υποκείμενο μπορεί να είναι κάποιος σαν κι εμάς και να προσπαθήσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο να το περιγράψουμε, δεν μάς βοήθησε να εξιχνιάσουμε την έννοια του υποκειμένου. Ακόμη και η παράσταση του Θεού -πατέρα είναι ανθρωποκεντρική και εντέλει μη πειστική για όσους διατηρούν ψήγματα αμφιβολιών ως προς τις πεποιθήσεις τους. Από την άλλη, όσο κι αν φανταζόμαστε κάτι εξωγήινο, κάτι εντελώς απόκοσμο και ξένο προς την εμπειρία μας, ώστε να διευρύνουμε ή να εμβαθύνουμε την έννοια του υποκειμένου, που μπορεί να στελεχώνει το Σύμπαν, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το αμείλικτο όριο της παραστατικότητας. Αναγκαστικά θα επιστρέψουμε στον εαυτό μας, κανείς όμως δεν μπορεί να ορίσει τον εαυτό του. Έτσι λοιπόν μοιραία θα επιστρέψουμε σε κάτι αόριστο, απροσδιόριστο, συγκεχυμένο, ενεργειακό, που δεν θα είναι όμως πια αφηρημένο, αλλά πιο συγκεκριμένο, αφού καταλήξαμε σ’ αυτό δια της εις άτοπον απαγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22ο:

ΣΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΡΤΗΣΣΟΥ

Περί το τέλος της περιπλάνησής τους στο Ναυτικό ωκεανό των Ποντοπόρων οι ταξιδιώτες έφτασαν στα υψώματα της Ταρτησσού, που ήσαν πρακτικά οι πρώτες υπώρειες και πλαγιές του Ολύμπου. Για ένα διάστημα, όπως έκαναν παντού, οι ήρωές μας κινήθηκαν μυστικά μέσα στον αρκετά πυκνό πληθυσμό της περιοχής μέχρι να εγκλιματιστούν σε πρόσωπα και πράγματα, ώστε να μην εγκληματήσουν (λογοπαίγνιο!) Υπενθυμίζουμε ότι το πρωταρχικό σχέδιό τους παρέμενε η φόνευση του Δία ως εκδίκηση για το άγος του Τιθωνού, όπου εκεί ο Ζευς επέδειξε μία απερίγραπτη κακότητα, που δεν θα ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή. Βέβαια, επί μίας τέτοιας πρόθεσης που δείχνει πλήρη άγνοια κινδύνου και έρχεται σε αντίθεση με όλα τα δεδομένα της πραγματικότητας, η λέξη «φιλοδοξία ή φιλόδοξος» χάνει τη σημασία της, γι’ αυτό το λόγο, αν δεν κάνουμε λάθος, σε κάποιο σημείο έχουμε χαρακτηρίσει την επιχείρηση ως αποστολή αυτοκτονίας και αυτό ακριβώς ήταν. Μία αποστολή αυτοκτονίας, όπου οι τρεις μετέχοντες, αν βγάλεις έξω τον Εχέδωρο που ήταν ΤΝ, έλαβαν μέρος για δικούς τους λόγους. Ο Δαίδαλος για να αποσύρει συνειδητά την κηδεμονία του από τον Ίκαρο και να τον αφήσει επιτέλους λίγο ελεύθερο, μη φοβούμενος να μείνει μόνος, υπολογίζοντας ότι η μεγάλη του μηχανική και εφευρετική δεινότητα θα αποθάρρυνε τους διώκτες ή τους συλλήπτορές του από το να τον βλάψουν, η Ηώ διότι πίστευε πράγματι ότι θα μπορούσε να σκοτώσει τον Δία, αλλά και διότι, όπως όλοι οι τρομεροί πολεμιστές, δεν πολυνοιαζόταν για τη ζωή της θεωρώντας ότι έχει ζήσει τα πάντα και μάλιστα με τον πιο έντονο τρόπο, και ο Τιθωνός γιατί πολύ απλά δεν είχε τίποτε να χάσει.             

 Μία ημέρα, ενώ οι τρεις οι φίλοι που τρώνε το τριφύλλι περιπλανώνταν αχασβήρως στην αγορά για ξεκάρφωμα, αγοράζοντας ελάχιστα λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού λιτότητας ήρθε σε επαφή μαζί τους ένας εκπρόσωπος του τοπικού επιχειρηματία και μαικήνα των τεχνών Δηίφοβου. Για να μη νομίζετε ότι δεν το ξέρουμε, Δηίφοβος ήταν ο αδελφός του Έκτορα, εν προκειμένου όμως το όνομα ήταν συνδυασμός των ονομάτων των δύο γιων του Άρη και των συνώνυμων δορυφόρων του πλανήτη Δείμου και Φόβου. Συχνά μάλιστα ο γνωστός επιχειρηματίας έγραφε το όνομά του «Δείφοβος» προκειμένου κατά περίπτωση να τιμήσει, να εξευμενίσει ή και να γλείψει τον βροτοκτόνο, οπλοφόρο, οπλοχαρή, οβριμόθυμο,[111] πολεμόκλονο,[112] τειχεσιπλήτη[113]  Άρη και τους θεούς του Ολύμπου.   

Την ημέρα του Άρη λοιπόν, όπως ήταν και το πρέπον (να υπενθυμίσουμε ότι οι μέρες της εβδομάδας στην αρχαιότητα ήσαν: του ήλιου, της σελήνης, του Άρη, του Ερμή, του κεραυνοβόλου Δία, της Αφροδίτης και του Κρόνου), την πιο καθημερινή ημέρα για τις συναλλαγές και την αγορά, μία ώρα μετά τη χαραυγή, ώρα πρωινή πού ‘χει χρυσό στο στόμα, οι τρεις καβαλάρηδες πάνω σε δανεικά άλογα και με συνοδεία υπαλλήλων και υποτακτικών του επιχειρηματία, ως εκδήλωση αβρότητας και φιλοφροσύνης, ξεκίνησαν για την έπαυλη του Δηίφοβου. Ένα σωρό αρειανοί κρασπέδωναν εκείνη τη στιγμή ακροβολισμένοι τα τείχη και τα παράθυρα, ενώ στους δρόμους η παρουσία τους ήταν πολύ πιο πυκνή και προκαλούσε οχλοβοή και τύρβη, καθώς οι έμποροι διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους και οι υποψήφιοι πελάτες αρνούνταν εμφατικά να αγοράσουν.

Ο Δηίφοβος τούς υποδέχτηκε μπροστά από την έπαυλή του φορώντας επιδεικτικά μία απομίμηση της στολής του θεού Άρη με απαστράπτοντα θώρακα, κόκκινη μπέρτα ή φαρδύ πανωφόρι -αμπέχονο ράχης και κράνος με εμφανές λοφίο, ελληνικό και όχι με ασιατική καλύπτρα, με την οποία συχνά παρουσιάζεται στις απεικονίσεις του και στα αγάλματά του ο θεός. Ο μιμητισμός του και η δουλοπρέπεια προς τον πολιούχο και πλανητούχο θεό ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Στο πλάι του ήταν παρατεταγμένη ολόκληρη κουστωδία, πράγμα που προσέδιδε μεγάλη επισημότητα στην υποδοχή και μάλλον εξανέμιζε και την τελευταία μη δικαιολογημένη ελπίδα μυστικότητας ή διακριτικότητας αναφορικά με την αποστολή.

«Γειά σου κροκόπεπλη, ροδοδάκτυλη και ροδόσφυρη Ηώ, κόρη του υπέρλαμπρου Υπερίωνα και της Θείας, Ηώς, Εώς και Αυγή ή όπως αλλιώς σε λένε», προσφώνησε την κύρια καλεσμένη του με σεβασμό ο Δηίφοβος σε μια εποχή που οι προσφωνήσεις, όπως και τα ονόματα, όπως και οι πράξεις έπαιζαν μεγάλο ρόλο. «Πέρασε αμέσως μαζί με τους πειναλέους φίλους σου στο τραπέζι που έχω ετοιμάσει για σάς, ώστε να συζητήσουμε σπουδαία θέματα που δεν επιδέχονται αναβολή».         

Από τη στιγμή που ο Δηίφοβος γνώριζε την ταυτότητά της, η Ηώ δεν είχε κανένα λόγο να κρυφτεί και είχε φορέσει τη στολή εξόδου της, από μέσα χρυσοπράσινη κι απ’ έξω ερυθρόλευκη, έτσι ώστε λόγω των πολλών φωσφορισμών και ιριδισμών κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποια τμήματα της περιβολής ήσαν σκληρά, τυλώδη, κελυφώδη και θωρακικά και ποια ήσαν μαλακά και εύκαμπτα, ώστε να εξασφαλίζουν την ευκινησία σε περίπτωση μάχης. Παίρνοντας τα ηνία της συζήτησης από την αρχή, αφού αφίππευσε με θηλυκή χάρη, άρπαξε τον Δηίφοβο από το προεξέχον της πανοπλίας ύφασμα και κόντεψε να τον σηκώσει στον αέρα.

          «Να λείπουν τα σχόλια για τους συνεργάτες μου, Δείφοβε, αν δεν θέλεις εδώ και τώρα να σού διδάξω τι σημαίνει δέος και τι σημαίνει φόβος. Αποδέχτηκα την πρόσκλησή σου για δύο λόγους: Πρώτον, θέλω να μάθω πώς έμαθες ποιοι είμαστε και μάς προσέγγισες. Δεύτερον, αφού για να μάς καλέσεις, προφανώς θέλεις κάτι από εμάς, θέλω να σού ζητήσω σαν αντάλλαγμα να μάς δώσεις κάποιον οδηγό ή κάποιες οδηγίες για να εισχωρήσουμε περισσότερο στην επικράτεια του Ολύμπου. Να μάς δώσεις μάλιστα και κάποια βαριά πανωφόρια για να μη πουντιάσουμε».

          «Δυναμική και βαρυχέρα Δέσποινα, βλέπω ότι δεν ενδιαφέρεστε να γνωριστούμε καλύτερα και δεν σάς αρέσουν τα προκαταρκτικά. Όλες οι απορίες σας θα λυθούν πάραυτα μεταξύ τυρού και απίου (αχλαδιού), όταν καθίσουμε για το γεύμα. Μάλιστα, ενόψει της βιασύνης σας, προτείνω να παραλείψουμε τυχόν προάριστα ή ορεκτικά ποτά και να περάσουμε κατευθείαν στο τραπέζι», είπε τρέμοντας και δικαιώνοντας πολλαπλώς το όνομά του ο Δηίφοβος.

Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, όπου τούς σερβιρίστηκαν κουνέλια κι άλλα κρέατα, ψάρια, μέλια, καρύδια, σύκα και μήλα  και γενικά όσα αναφέρουν οι Δειπνοσοφιστές εκτός από την Αφροδίτη την Καλλίπυγο (και όχι Στεατόπυγο). Παρά ταύτα η ατμόσφαιρα ήταν παγερή και οι τρεις ταξιδιώτες δεν άγγιζαν το φαγητό προφανώς φοβούμενοι το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης. Κάθε προσπάθεια του Διήφοβου να δρομολογήσει προσυνεδριακή αδολεσχία- φλυαρία κοινώς ψιλοκουβέντα, έπεφτε στο κενό. Στο τέλος, κάθε φιλοφροσύνη συνοδευτική της συνάντησης ξεγυμνώθηκε και αποφλοιώθηκε, αφήνοντας χώρο μόνο για λακωνική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν, χμ…», ψέλλισε ο Δηίφοβος, «ας περάσουμε στο λόγο, για τον οποίο είστε εδώ».

   Πάτησε ένα κουμπί και αμέσως εμφανίστηκε δίπλα στο τραπέζι ολογραφική προβολή, που παρίστανε έναν άνδρα με γυρισμένη την πλάτη, πράγμα που βεβαίως ήταν ενορχηστρωμένο σκηνοθετημένο εύρημα για να αυξήσει την αγωνία των παρισταμένων.  

Ο άνδρας έκανε μια στροφή γύρω από τον άξονά του και ήταν …ο Αγοραίος, ο Ελευθέριος, ο Όρκιος, ο Αιγιδούχος, ο Αλάστωρ, ο Αλεξίκακος, ο Καθάρσιος, ο Μηχανεύς, ο Λιμενοσκόπος, ο Μειλίχιος, ο Λυκαεύς-  τα επίθετα είναι άπειρα και για να παρατείνω την αγωνία των αναγνωστών παρέθεσα τα πιο άγνωστα προσωνύμια και προσηγορίες και δεν αναφέρθηκα στα πιο γνωστά Μητίετα, Νεφεληγερέτα κ.λπ. -ναι ήταν ο Δίας.

«Ηώ, σαν να μού φαίνεται ότι παρατράβηξε αυτή η ιστορία, πήγε πολύ μακριά η χειραποσκευή, όπως λέει και ο λαός. Αρκετά σε άφησα να ηλιάζεσαι, να συργιανίζεις, όπου βέβαια για τον Τιθωνό το «σύρω το πόδι μου» είναι όνομα και πράγμα, και να περιδιαβάζεις χωρίς συνέπειες μέσα στην επικράτειά μου. Ξέρεις κάποιοι λένε ότι και ο περίπατος είναι συνταγματικό δικαίωμα, που πρέπει άρα να παραχωρηθεί ή να αναγνωριστεί από τον ηγέτη. Εννοείται βέβαια ότι από την πρώτη στιγμή που προσαριστήκατε, κατά το προσγειωθήκατε, σάς έχω υπό στενή παρακολούθηση με εικονοληπτικές μηχανές, καταγραφείς και μη επανδρωμένους κηφήνες. Τόσο καιρό, εγώ και οι συνεργάτες μου παρακολουθούσαμε μέσω ολογραφικής προβολής τις αξιολύπητες περιπέτειές σας και τους ανεκδιήγητους άθλους σας, που ήταν όλοι για κλάματα, και γενικά ξεκαρδιστήκαμε και σπάσαμε πολλή (μαλακο-) πλάκα[114] με τις υποτιθέμενες κακουχίες σας. Κάποτε όμως όλα τα αστεία έχουν ένα τέλος, ιδίως όταν προχωρούν πολύ, όπως εσύ που έφτασες πολύ κοντά στα ενδιαιτήματά μου. Γι’ αυτό σε διατάζω αυτή τη στιγμή να πάρεις το κουτσό σου κατοικίδιο και τον ωρολογά ψευτο-τεχνίτη σου – μηχανικό της λίθινης εποχής και να τσακιστείτε να γυρίσετε πίσω στα κατσάβραχα της Γης και στη λασπουριά του πηλού, απ’ όπου με τόσο θράσος αναδυθήκατε».

«Νευράκια, βλέπω, Δία, και μόνο για το γεγονός ότι πλησιάζουμε, φαντάσου να είχαμε ήδη φθάσει ήδη στη χειμερινή και θερινή σου έδρα, τότε θα πήδαγες σαν μαϊμού! Αποκαλείς εμάς πλάσματα του πηλού, ενώ εσύ και οι όμοιοί σου είστε εκείνοι, που εξοκείλατε στον κόσμο μας μέσα απ’ τη σκουληκότρυπα, είστε δηλαδή εξωδιαστημικά σκουλήκια και εξωδιαστατικά έντομα και παράσιτα και όλη αυτή η προπαγάνδα ότι τάχα ήλθατε από τα βάθη της Ανατολής είναι παραμύθια της Χαλιμάς. Δεν είστε καν άνθρωποι, δεν έχεις καμία εξουσία να με διατάξεις, δεν υπάγομαι σε σένα και δεν λογοδοτώ σε σένα.»

«Χονδρή καλοθρεμμένη πλαδαρή Ηώ», είπε ο Δίας που άρχισε να κοκκινίζει επικίνδυνα από θυμό, «είσαι σε μη εξουσιοδοτημένη αποστολή. Ο Σείριος δεν σάς αναγνωρίζει και ο Προμηθέας διαρρηγνύει τα ιμάτια του ότι δεν έχει καμία σχέση μαζί σας. Μπορούμε να μάθουμε, αν έχετε την καλοσύνη, για ποιο λόγο είστε εδώ;»

«Όταν η αδικία και η κακότητα υπερβεί ορισμένο όριο ή μάλλον κάθε όριο, τότε ο Κώδικας των τιτάνων, το ψήφισμα του Δημοφάντους, το εξελικτικό απόλυτο του γένους μας, μάς εξουσιοδοτεί απευθείας. “Εάν τις δημοκρατίαν καταλύη την Αθήνησιν, ή αρχήν τινα άρχη καταλελυμένης της δημοκρατίας, πολέμιος έστω Αθηναίων και νηποινεί τεθνάτω, και τα χρήματα αυτού δημόσια έστω, και της θεού το επιδέκατον. Ο δε αποκτείνας τον ταύτα ποιήσαντα και ο συμβουλεύσας όσιος έστω και ευαγής”. Και κάποιο συμπαθητικό σύνταγμα κάποιας πόλης- κράτους που ξέρω λέει: “Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.” Γι’ αυτό κι εγώ, ήλθα να σε σκοτώσω. Θα σού σπάσω το κεφάλι με τους αλτήρες, που κρατάνε οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων στο Μουσείο της Νεάπολης.»

Ο Δίας έβαλε τέτοια γέλια, αναλύθηκε σε τέτοιους βαρείς, ηχηρούς και ανεξάντλητους αρχαϊκούς γέλωτες, ώστε αν δεν βρισκόταν κάτι ή κάποιος να τον διακόψει, ίσως γελούσε μέχρι και σήμερα.

«Εσύ, ας γελάσω. Εσύ δεν είσαι αντίπαλος για μένα. Όταν κυπτάζω προς το μέρος σου, βλέπω ένα αιμόφυρτο όγκο δεμένο στο άρμα μου, ένα τσακισμένο κορμί ενός άθλιου παχέος ζώου να σαπίζει στον ήλιο. Άμα θέλεις να διασταυρώσουμε κάτι άλλο, αντί για τα ξίφη μας, το συζητάμε, γιατί παρά τις άπειρες ερωτικές μου εμπειρίες, δεν έχω κάνει ποτέ σεξ με χοντρή και ίσως να έχει και αυτό τις απολαυές του. Μού τρέχουν τα σάλια, άμα φανταστώ το μέγεθος του αιδοίου και των βυζιών σου. Κι όσο για το ότι έρχεσαι εδώ ως τιμωρός του δικαίου και υπερασπιστής της δημοκρατίας, αυτά να πας να τα πεις σε κανένα αδαή και όχι σε μένα. Το μόνο που σε πειράζει είναι ότι έβαλες τον εραστή τσέπης, που έχεις ενθυλακώσει στο θυλάκιο του ενδύματός σου, στο κάδο του πλυντηρίου μου και σού τον έβγαλε στραγγισμένο! Ποιος σάς είπε να γίνετε μαθητευόμενοι μάγοι σε τεχνολογία που δεν καταλαβαίνετε, εσείς οι πρωτόγονοι κοιλιάκανθοι; Μού ‘θελες και αθανασία για το έκτρωμα, για το βδέλυγμα, για το μόστροσον, για το προδιγίοσον!  Πάρε αθανασία τώρα να βάλεις και στη τσέπη σου (κυριολεκτικά)!»

«Είσαι αισχρός! “Τους μεν κενούς ανθρώπους το πνεύμα διίστησι, τους δε ανοήτους το οίημα”,[115] έλεγε ο Σωκράτης. Ο Ευριπίδης έλεγε: “Βαρύ το φόρημα οίησις ανθρώπου κακού”[116], αλλά μετά μάς τα χάλασε λέγοντας “Ο Ζευς κολαστής των άγαν υπερφρόνων”, που σημαίνει ότι τελούσε σε πλήρη σύγχυση, επειδή τον απατούσε η γυναίκα του. Εσύ να τιμωρήσεις τους υπέρφρονες, όταν ο μεγαλύτερος υπέρφρονας και κομπορρήμονας και οιηματίας είσαι εσύ; Εκτός βέβαια, αν δεχθούμε την άγια υποκρισία ότι τιμωρείς όλους τους άλλους για αμαρτήματα που διαπράττεις και ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση σε καλώ να με αντιμετωπίσεις στο πεδίο, χωρίς τα τεχνολογικά σου εξαρτήματα, τις μικροεφαρμογές και τις μικροσυσκευές σου[117], χωρίς να ρίχνεις πυραύλους, αστραπές και βροντές και χωρίς να κλέψεις την Αιγίδα, που’ χει πάνω της πασαλειμμένο το κεφάλι της Μέδουσας, από αυτή την ξυλαγγούρω την Αθηνά. Και βέβαια το πιστεύω ότι εξήγαγες από το κεφάλι σου έναν γόνο που έχει περισσότερο μυαλό από σένα, αυτό δεν είναι δα και δύσκολο! Αλλά να παίρνεις όπλα κι απ’ αυτήν κι από άλλους, προκειμένου να καλύψεις τη γύμνια σου, αυτό είναι η μεγαλύτερη ξεφτίλα για ένα πολεμιστή. Αλήθεια, δεν ντρέπεσαι, δεν νοιώθεις το αίσθημα της ντροπής;  Ο Ισοκράτης έλεγε: “μηδέποτε, μηδέν αισχρόν ποιήσας έλπιζε λήσειν. Και γαρ αν τους άλλους λήσης, σαυτώ συνειδήσεις”».[118]                   

«Στεατόπυγη Ηώ σε παρακαλώ, να ξεφουρνίζεις να τιτανικά ρητά με μέτρο, γιατί θα με κάνεις να κλάψω. Θα σού άρεσε βέβαια να σταθώ ενώπιόν σου άοπλος, αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει ούτε καν στη φαντασία σου. Άλλωστε, μία μονομαχία μεταξύ των δύο μας “δεν παίζει”, δεν αποτελεί ούτε καν ενδεχόμενο ή πιθανότητα εξαρχής, κυρίως και πρωτίστως, διότι δεν είμαστε ισάξιοι. Εμένα θα δικαιούνταν να με καλέσει σε μονομαχία ο Προμηθέας ή το πολύ ο Υπερίων ως αρχηγέτες των βροτών και όχι βέβαια εσύ, που είσαι μία τεράστια λιπαρή σκατούλα. Για να φθάσεις στο δικό μου ύψος, θα πρέπει να συγκρουστείς πρώτα με τους υποτακτικούς μου κι ύστερα, στην υποθετική αλλά μη πιθανή περίπτωση που θα επιβίωνες, θα κέρδιζες την τιμή να αναμετρηθείς με τον εκπρόσωπο- πρωταθλητή μου, που δεν είναι βέβαια άλλος από τον πολιούχο αυτού του πλανήτη, θεό του πολέμου Άρη. Οπότε, εκεί σταματάνε ακόμη και οι υποθέσεις, διότι είναι εγγυημένο ότι από τα χέρια του Άρη δεν πρόκειται να βγεις ζωντανή».     

Στο σημείο αυτό, ο Άρης έκλεισε το μικρόφωνο και αποτάνθηκε χαμηλόφωνα στο Δία.  

«Είσαι με τα καλά σου; Νομίζεις ότι έχω καμία όρεξη να συγκρουστώ μ’ αυτό το γομάρι; Όπως λένε και στις ταινίες, δεν υπέγραψα γι’ αυτό. Το να παριστάνουμε τους θεούς με τα ενεργειακά μας όπλα είναι ένα πράγμα, το να αντιμετωπίζουμε όμως τους πολεμιστές των θνητών σε μονομαχία είναι ένα άλλο. Η μονομαχία πρέπει να καταργηθεί νομοθετικά, διότι η έκβασή της είναι υπερβολικά αμφίρροπη και εξαρτάται από πολλούς μη ελεγχόμενους παράγοντες».

«Ρε τι ρίψασπις και δειλός είσαι, το κάτουρο σού ‘χει φτάσει στη κάλτσα, στο πίλημα, μούσκεψε τον κετσέ, δε ντρέπεσαι ρε! Εξ ορισμού τα πλάσματα αυτής της διάστασης δεν μπορούν να μάς βλάψουν, διότι είμαστε ενεργειακοί. Και με τα όπλα που θα σού δώσω εγώ, δεν διατρέχεις κανένα κίνδυνο. Μη σε φοβίζει αυτό το παραλήρημα των τιτάνων για ανδρεία, θάρρος, ηρωισμό, πολέμους κ.λπ. Εμείς δεν κινδυνεύουμε από τις αγχέμαχες παλικαριές τους, διότι είμαστε εκηβόλοι και κεραυνοβόλοι, πλήττουμε εξ αποστάσεως με βαλλιστικούς πυραύλους. Μίλησε κανένας για πόλεμο; Ο ποιμένας δεν πολεμάει με το αρνί ή το πρόβατο, απλά το σφάζει!»     

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23ο :

ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ

Η Ηώ στο δρόμο για να μονομαχήσει με τον Δία και τους υπεξουσίους του ήξερε ότι κάθε αμφιβολία, κάθε ένας χρόνος, κάθε μέρα, κάθε ώρα και λεπτό της ζωής της μέχρι το τώρα δεν ήταν παρά μόνο προκαταρκτικό προανάκρουσμα και προαγώνισμα ενόψει της σημερινής κορυφής της δόξας. Όλα τα προηγούμενα, κάθε ανάσα, κάθε στάδιο της εκπαίδευσής της, κάθε νίκη ή ήττα στο πεδίο της μάχης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η προετοιμασία του παρόντος, του επικείμενου. Στις επόμενες ώρες θα εκπλήρωνε το πεπρωμένο της. Μοίρα είναι αυτό που η φύση, η ζωή και οι περιστάσεις επιφυλάσσουν στον άνθρωπο και θείον ή Θεός είναι ο τρόπος που τα αντιμετωπίζει. Ή θα πέθαινε ο Δίας σήμερα και η ίδια θα θριάμβευε ή αντιστρόφως. Και βέβαια το τελευταίο, που ήταν και η στατιστικά και πιθανολογικά αναμενόμενη έκβαση, θα συνεπαγόταν και χειρότερα δεινά από το θάνατο, όπως είναι η ταπείνωση, η καταισχύνη, η διαπόμπευση ή η διαγραφή του ονόματός της από την πλάκα της Ιστορίας και η λήθη ανά τους αιώνες.  Και η αμαζόνα δεν ήθελε ούτε να ατιμαστεί, ούτε να ξεχαστεί ως μία ασήμαντη μύγα που έλιωσε ο Δίας κλείνοντας και κροτώντας τις παλάμες του.

Θυμήθηκε με μειδίαμα κατανόησης και συγκατάβασης την αρχή της αποστολής, όπου υπήρχε και η φιλοδοξία να μπορέσουν οι επίδοξοι και αδόκητοι καταδρομείς να πάρουν στην κατοχή τους κάποια από τα περίφημα όπλα του Δία και να τα διαθέσουν στους ανθρώπους. Προφανώς, από τη στιγμή που η αποστολή τους είχε από την πρώτη στιγμή εκτεθεί και βρισκόταν υπό παρακολούθηση, αυτή η επιλογή δεν υπήρχε πλέον ως ενδεχόμενο, δεν ήταν πια στο τραπέζι, όπως λέμε. Το μόνο που έμενε ήταν η αμιγής εκδίκηση και ο φόνος του Δία. Και τι ασύλληπτη υπηρεσία στους ανθρώπους θα ήταν ένα τέτοιο κατόρθωμα, από τι βάσανα και μελλοντικούς πολέμους θα τούς λύτρωνε και θα έμενε η Ηώ στην Ιστορία ως η μέγιστη ευεργέτις.  

Το πρωί που ξύπνησε στην Ταρτησσό αισθάνθηκε δυνατή και απερίσπαστη, έχοντας αφήσει πίσω της όλες τις εκκρεμότητες. Πλύθηκε με λεπτομέρεια και διεξοδικότητα , όπως οι Σπαρτιάτες πριν από τις Θερμοπύλες και αλείφτηκε με το αλεύρι των παλαιστών, ώστε να μην γλιστρούν τα χέρια της στη μάχη από τον ιδρώτα. Κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη του δωματίου της και αφοσίωσε στο πρόσωπό της και στο σώμα της μία αυξημένη προσοχή, σε σημεία δηλαδή όπου συνήθως δεν έδινε καμία σημασία.   

Η Ηώ ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν και πολύ όμορφη σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια αισθητικής, δηλαδή με βάση τους καθιερωμένους κανόνες των κλασικών αγαλμάτων. Θαύμασε τους μυς των βραχιόνων και τις σχηματοποιημένες σαρκώδεις κνήμες – γαστροκνημίες της. Αυτά τα κυρίως ανδρικά χαρακτηριστικά δεν συμβάδιζαν βέβαια και πολύ με το ιδανικό της γυναικείας ωραιότητας, αφού ακόμη και οι θεές προτιμούσαν να τα κρύβουν για να εμφανίζονται άψογες και ελκυστικές, αλλά δεν μετάνιωνε σε καμία περίπτωση, που προπονήθηκε και αγωνίστηκε τόσα χρόνια για να τα αποκτήσει. Και η ίδια τουλάχιστον έβρισκε ότι μέσα από τα ελαφρά εσώρουχα, τη λαμπρή της πανοπλία και την ασημένια ζώνη της είχε ένα είδος ωραιότητας. Βέβαια, αλίμονο, είχε συναίσθηση ότι ο Δίας με τις άπειρες εμπειρίες δεν θα την έβρισκε ποθητή. Εγώ και ο Δίας ζευγάρι, τής πέρασε σαν λάμψη από το μυαλό, τι ανόητη περιθωριακή και ανόσια σκέψη! Όπως και να ‘χει, το σημαντικό ήταν να γίνει αυτή η μισή, η κάποια ωραιότητά της το τελευταίο πράγμα, που θα έβλεπε ο ψευτοθεός.

Από μικρή ήταν αγοροκόριτσο με μάτια, που δεν γοήτευαν για το χρώμα τους, δεν ήσαν ακριβώς μενεξεδένια ούτε έντονα πράσινα, ήσαν όμως διαπεραστικά και διεισδυτικά. Το κορμί της είχε γίνει με την πρόοδο του χρόνου και τη διαρκή προπόνηση μυώδες και μαυρισμένο από μακρόχρονη γυμναστική, κολύμβηση, κυνηγητική θήρα κάτω από τον ήλιο – προτάσεις, εκτάσεις, αιωρήσεις των χειρών κ.λπ.-, δεν ήταν όμως ούτε ισχνό ούτε λιπόσαρκο ούτε ξερακιανό. Είχε πλήρη περιφέρεια, ολοστρόγγυλους γοφούς, παχιές και στιβαρές λαγόνες και οσφύες. Τούτα τα διαπίστωσε κουνώντας δεξιά και αριστερά τον κόκκυγα και το κολοκούκουρο του  κορμιού της κι ήταν σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι τα βυζιά της είχαν βέβαια μία κλίση προς τα κάτω σαν μαστάρια αγελάδας, όμως αν σήκωνε λιγάκι τα χέρια, γίνονταν αρκετά στητά, μάλιστα δε, όταν ήταν ανάσκελα, έρχονταν σε εντελώς ορθή στάση, χώρια που οι θηλές της ήταν ροδαλές και χοντρές σαν τύμπανα. Τέλος πάντων αυτή η επισκόπηση σ’ αυτή τη φάση και λίγο πριν από το τέλος δεν είχε και πολύ νόημα. Αυτό που είχε νόημα ήταν η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και η αξία του ανθρώπου ως πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Και στο πλαίσιο αυτής της αξιοπρέπειας, δεν θα δεχόταν βέβαια η Ηώ να συρθεί στην αιχμαλωσία και να γονιμοποιηθεί ως φορβάς, φοράδα ή θήλεια ίππος από κάποιο τριχωτό κατεργάρη, που θα νομίζει ότι είναι άνδρας ενώ είναι ανδράριον. Αυτό δεν θα το επέτρεπε σε καμία περίπτωση και θα έβρισκε τον τρόπο εγκαίρως να αυτοκτονήσει.

«Είμαι η Πενθεσίλεια, που πάει να σκοτώσει τον Αχιλλέα. Αυτή είναι η ακριβής αναλογία, η πιο εύστοχη παρομοίωση», είπε.

Ενώ ντυνόταν, ενώ ενεδύετο, άλειψε τη μαγική εύοσμη αλοιφή από ένα ασημένιο βάζο με σχήμα ροδιού πάνω από την καρδιά, το λαιμό και την εφαπτομένη των βοστρυχωτών μαλλιών σαν να ήταν αυτάρεσκη- διότι όλοι τελικά έχουμε μία αυταρέσκεια- σαν να ήταν η θεά Αφροδίτη. Και τι καλά θα ήταν, αν με την αλοιφή της ατομικής περιποίησης, τη συναφή μοσχοβολάδα ή το άλευρο του αρσιβαρίστα- παλαιστή θα μπορούσε να ζαλίσει και να αποπροσανατολίσει τον Δία, τον Άρη και τους λοιπούς μαθητάδες! Τι καλά θα ήταν, αν μαζί με το δόρυ της, κατείχε κι ένα δεύτερο όπλο μυστικό, που θα ήταν ένα άρωμα χαρισμένο από την Αφροδίτη ή την Άρτεμη, ώστε να ερεθίσει τις άμυαλες τεστοστερόνες του κάτω εγκεφάλου, να συγχύσει «τας γλώσσας των ανδρών και τα νοήματα» και να μη ξέρουν όλοι αυτοί οι παλικαράδες τι τούς γίνεται!          

Η Ηώ πέρα από την απαστράπτουσα περιβολή της θαύμασε και τα όπλα της. Το τόξο και τη φαρέτρα, γεμάτη βέλη με τα κόκκινα φτερά, που με τη δαιμόνια δεξιότητά της μπορούσε να τα εκτοξεύει σε διασπορά μέσα σε δευτερόλεπτα σαν σφαίρες από ριπή πολυβόλου, το σπαθί της, κοφτερό, εύχρηστο, ευέλικτο, ζυγοσταθμισμένο και θανατηφόρο, τον δίκοπο πέλεκυ, στην πραγματικότητα λογχοπέλεκυ, που επιστρατευόταν στις πολύ δύσκολες μονομαχίες.

Ύστερα ζύγισε στο χέρι της το δόρυ της, το έφερε δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω με έκταση του αγκώνα και συστροφή του καρπού. Αυτό ήταν το μεγάλο της πλεονέκτημα, ο άσος του αθλητή και του πρωταθλητή, ένα έμβολο που μπορούσε ο πολεμιστής να το αρπάζει είτε από τη βάση, είτε από τη μέση είτε από την άκρη αναλόγως των απαιτήσεων του αγώνα! Η αγαπημένη της κίνηση ήταν να γυρίζει ξαφνικά την πλάτη στον αντίπαλο, να τού δίνει μια γερή αγκωνιά στην κοιλιά και, καθώς αυτός ενστικτωδώς και με αντανακλαστικό τρόπο θα τίναζε το πρόσωπο προς τα εμπρός, να το διατρυπά με την αιχμή του δόρατος, κατευθυνόμενη από την ανάστροφη παλάμη. Η αιχμή αυτή, εξοπλισμένη με αντενεργούν άγκιστρο, δεν ήταν φτιαγμένη από κοινό ορυκτό, ούτε καν από σίδηρο, αλλά από σφυρηλατημένο ορείχαλκο, το περίφημο μέταλλο της εποχής, που ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ήταν, σε κάθε περίπτωση όμως τίποτε δεν ηδύνατο να τού αντισταθεί, διότι επενεργούσε σαν να είχε εμβαπτισθεί σε πανίσχυρο κι αλάθητα θανατηφόρο δηλητήριο!  Ένα χτύπημα σε οποιοδήποτε σημείο του αντιπάλου και το ξέσμα του ορείχαλκου θα αντλούνταν και θα απορροφώνταν μέχρι την καρδιά του αντίμαχου και θα τον έστελνε αδιάβαστο στον Άδη εντός δευτερολέπτων. Ο κοντός του δόρατος σχεδόν βούιζε, βομβούσε και αναμινύριζε ότι ήθελε να καρφωθεί στο δέρμα του Άρη και του Δία, να τούς ξαπλώσει, και να κορέσει τα μάτια, το στόμα και τους πνεύμονές τους με τη μαυρίλα του θανάτου.

Όπως είναι αναμενόμενο, η Ηώ είχε κι άλλα ποικίλα άρματα πάνω της, που θα κουραζόταν κάποιος να απαριθμήσει. Ζώντας σε μια τεχνολογική εποχή δεν ήταν δυνατόν βεβαίως να απαρνηθεί τα βαλλιστικά όπλα και σίγουρα πέρα από το γιαταγάνι της, το ζωσμένο σπαθί της και τα σπαθολούρια ενδεδυμένα όλα με ασήμι στο σελάχι,[119] όπου ζύγιζαν δύο οκάδες, είχε και  τα κουμπούρια της, το ντουφέκι της κρεμασμένο και παλάσκες ασημένιες, όλα έως δεκατρεισήμισυ οκάδες, χωριστά από τα φυσέκια, που κουβαλούσε στη τσάντα της. Όμως αυτά τα βαλλιστικά όπλα ήσαν γι’ αυτήν σημάδι ανανδρείας και ανεπάρκειας, δεν ταίριαζαν σε τιτάνες, αλλά σε κάποιους δειλούς που πυροβολούσαν από μακριά, ακριβώς για να μη δουν το αποτέλεσμα της επίθεσής τους, τον πόνο που προκάλεσαν στο πρόσωπο του αντιπάλου απεικονισμένο στον μορφασμό του, σε ανθρώπους που διέπρατταν τη μέγιστη ατιμία να μην αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους.  

  Τώρα όμως, τώρα- τώρα, σ’ αυτό το τώρα που πάντα αλλάζει, η Ηώ κάλπαζε από την πόλη της Ταρτησσού με κατεύθυνση τις πλαγιές του Ολύμπου. Όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπου από τον στατικό ηλεκτρισμό του αέρα τεκμαίρεται ότι πρόκειται να ακολουθήσει χαλασμός, πολλοί αργόσχολοι είχαν μαζευτεί στις άκρες του δρόμου και επευφημούσαν την επελαύνουσα καβαλάρισσα, χωρίς καλά- καλά να καταλαβαίνουν γιατί. Ένοιωθαν συμμέτοχοι σε κάτι με το οποίο δεν είχαν καμία σχέση, επέλεγαν όμως ότι το συγκεκριμένο θέμα τούς αφορούσε, πόσο ανθρώπινο είναι αυτό, ίσως και το πιο ανθρώπινο, το να κάνω δηλαδή δική μου μία ξένη υπόθεση.     

Αυτές οι εκδηλώσεις φαινομενικής συμπαράστασης δεν είχαν βέβαια καμία σημασία για την Ηώ. Ο στόχος της ήταν σαφής, εναργής και διαυγής, ήγουν ο θάνατος του Δία και αλίμονο σε όποιον θα είχε την αποκοτιά να τής σταθεί εμπόδιο. Είχε στείλει ήδη λεγεώνες ανδρών στις πύλες του Άδη, με αποτέλεσμα ο βαρκάρης να δουλεύει υπερωρίες και να απευθυνθεί απεγνωσμένα και επανειλημμένα διαμαρτυρόμενος στο σωματείο του,  και αυτό ήταν αποφασισμένη να κάνει και σήμερα.

Εμπρός λοιπόν  προς την Ανατολή, την μεγάλη Ανατολή, σπιρούνισε το πολεμικό άλογό της η Ηώ. Ο λογχοπέλεκυς ήταν δεμένος στο κεφαλοκόλωνο- επίκρανο του σάγματος, ενώ το δόρυ της ησύχαζε σχεδόν ακίνητο στο δεξί της χέρι – τέτοια ήταν η ισορροπία και η κυριαρχική της επιβολή στα διατιθέμενα μέσα. Κάλπαζε ασταμάτητα προς τις επικλινείς πλαγιές του Ολύμπου και ανέβαινε προς τα πάνω τα ατέλειωτα χιλιόμετρα που την χώριζαν από την επικράτεια των θεών. Ίσως θα έπρεπε να είχε πάρει για ιπποκόμο τον Δαίδαλο, αλλά προτίμησε να τον αφήσει πίσω. Η παρουσία του δεν θα είχε κανένα νόημα και κανένα αποτέλεσμα παρά μόνο να σκοτωθεί. Είχε μία έσχατη ελπίδα, ότι δηλαδή υπήρχε στους θεούς κάποιο είδος τιμής, που δεν θα τούς επέτρεπε να την εξουδετερώσουν από μακριά, ότι λόγω του βαθέος εγωισμού τους θα ήθελαν να την νικήσουν ορθά και δίκαια, σωστά και πραγματικά, στο πεδίο της μάχης.

Ήξερε ότι η πορεία της καταγραφόταν από χιλιάδες αισθητήρες και παρακολουθούνταν από χιλιάδες κατασκόπους και γι’ αυτό φώναξε με αδάμαστη περηφάνεια:

     «Σπιούνοι και ρουφιάνοι, κατάσκοποι και μίσθαρνοι ωτακουστές, στείλτε στον Δία το μήνυμα ότι εγώ, η Ηώ, η κόρη του Υπερίωνα και της Θείας, έρχομαι για να τερματίσω την άθλια ζωή του.  Πείτε του ότι, αν έχει κάποιο ίχνος τιμής, τον προκαλώ σε μονομαχία, αυτόν τον ίδιο και όχι τους ελεεινούς παρακατιανούς και παραγιούς του, παρότι δεν έχω καμία αντίρρηση να τούς προτάξει, αν αυτό τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα, πλην όμως αυτό θα τού δώσει μόνο παροδικό και φευγαλέο αίσθημα ασφάλειας».

Εξακολουθώντας ακάθεκτη το οδοιπορικό προς τη μοίρα η Ηώ συνέχισε τις ευχωλές, τις ιαχές, τις προσβολές και τις προκλήσεις προς τους αντιπάλους.  

«Οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών ολλύντων και ολλυμένων[120]. Αβροβάται,[121] ανασεισίφαλλοι,[122] γυναικοπίπαι- ανδροπίπαι[123] μύζουρεις,[124]  ρωποπερπερήθραι,[125] σποδηριλαύραι,[126] πιθηκαλώπηκες,[127] βγείτε από τις κρυψώνες σας και αντιμετωπίστε τη μοίρα σας σαν άνδρες. Μη κρύβεστε σαν γυμνοσάλιαγκες, βγείτε στο φως, μη γίνει της  εκδιδομένης επί χρήμασι γυναικός το κιγκλίδωμα». [128]

Για να παραφράσουμε την Αινειάδα του Βιργιλίου που αναφέρεται στην Πενθεσίλεια, όταν εξήλθε να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα:

Προβάλλει η αμαζόνα με φεγγαρόμορφη ασπίδα

Φλέγεται από οργή, τόσο θυμό ποτέ δεν είδα

Φορά χρυσό τελαμώνα στο γυμνό το στήθος

Πολεμά τους άνδρες με παρθένας ήθος.

Ο Άρης έστειλε χαλαρά και διαδοχικά εναντίον της τέσσερα παλικάρια από την ακολουθία του, τέσσερις τρομερούς ιππείς της Αποκάλυψης αντίστοιχους με το Δίκαιο της Κατάκτησης, που διαρκώς επικαλείται κάποιος ηγεμονίσκος της γειτονιάς μας πάσχων από παράνοια και παραισθήσεις μεγαλαυχίας, μεγαλείου και μεγαλοϊδεατισμού, καθώς και τον Λιμό, τον Πόλεμο και τον Θάνατο. Πιο συγκεκριμένα έστειλε τον Άραβο που έτριζε τα δόντια, τον Αίθωνα που ήταν καυτός σαν πυρακτωμένο ατσάλι, τον Φλόγιο που ήταν ακόμη πιο φλογερός και τον Κόναβο που σήκωνε κόνι και έκανε θόρυβο. Ατυχώς αυτούς η Ηώ τούς πετσόκοψε μάλλον εύκολα με συνοπτικές διαδικασίες. Με ουρανομήκη, ειδεχθή, μυσαρή, αποτρόπαιη και φρικώδη κραυγή χώνοντας τα σπιρούνια στα πλευρά του πολεμικού της αλόγου αποκεφάλισε τον πρώτο με τον δίκοπο πέλεκυ, διατρύπησε τον δεύτερο με το δόρυ, έριξε από το άλογο και ποδοπάτησε- τσαλαπάτησε τον τρίτο και τόξευσε από απίστευτη απόσταση με απίθανη βολή τον τέταρτο διαπερνώντας το λαιμό του και υποχρεώνοντάς τον σε μακάβριες γαργάρες. Οι τέσσερις ατυχήσαντες ή μάλλον δυστυχήσαντες ιππότες της αποκάλυψης είχαν μαζί τους και κάμποσους ιπποκόμους, που κι αυτοί ήσαν οπλισμένοι και έδωσαν μάχη – που λέει ο λόγος. Όμως η αδυσώπητη πολεμίστρια Ηώ, θυμίζοντας τους ανίκητους γυάλινους ήρωες που βλέπουμε στην τηλεόραση, διαξίφιζε τον έναν, πυροβολούσε τον άλλον, σπάθιζε τους μεν, απωθούσε τους δε, μπουμπούνιζε κάποιους, ξεκοίλιαζε έτερους. Πάντως, σαν να μετάνιωνε που τούς καθάριζε σαν αβγά.

«Ζητήστε έλεος. Άμα θέλετε, κλάψτε με δάκρυα και μύξες και θα σάς λυπηθώ. Δεν είμαι κακός άνθρωπος, δεν έχω τίποτε μαζί σας. Σίγουρα το να κλαίει κάποιος και να ζητάει έλεος δεν είναι πολύ τιμητικό, αλλά για κάποιο λόγο εμποδίζομαι να σκοτώσω όποιον μυξοκλαίει, κλαυθμηρίζει, μινυρίζει και κνύζεται. Δεν είναι όλοι πλασμένοι για πολεμικούς αγώνες και να ξέρετε ότι ο πόλεμος είναι δρόμος χωρίς γυρισμό. Είτε είσαι στην όχθη και παρακολουθείς πίνοντας ένα ποτό αφήνοντας άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, είτε μπαίνεις στο ρεύμα και πεθαίνεις. Ίσως έχετε άλλη κλίση, επίδοξοι αντίπαλοι. Ίσως γεννηθήκατε για να γίνετε ποιητές, να κεντάτε ή να πλέκετε, να δραστηριοποιηθείτε στον τομέα παροχής υπηρεσιών, ίσως και να είστε κατάλληλοι να ασχοληθείτε με οικονομικά ως μία κατάσταση που όλοι χάνουν και να μην έρθετε ποτέ σε επαφή με την ηθική, που μάς δίδαξαν οι αρχαίοι σοφοί. Μπορεί να περάσετε όλη σας τη ζωή κοιτώντας την επιστήμη απέξω, με τη ψευδαίσθηση ότι θα βρείτε τις τέλειες απαντήσεις έξω από τον εαυτό σας, χωρίς να μπείτε μέσα σ’ αυτό που ψάχνετε κι αυτό που σάς ενδιαφέρει. Δεν χρειάζεται να πεθάνετε σήμερα!»        

Ο Άρης στο παλάτι του Δία τα είχε ψιλοπαίξει, κατά το κοινώς λεγόμενον. Όταν είδε ότι οι απεσταλμένοι του πρωταθλητές αποδεκατίζονται, στράφηκε προς τους γιους του Δείμο και Φόβο και τούς έκανε νόημα να μπουν στη μάχη. Όμως αυτοί τού έδωσαν την ακόλουθη ηρωική απάντηση:

«Πατέρα δε σφάξανε. Ψάξε αλλού για κορόιδα. Του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.»

Και τον αφήσανε σύξυλο τα μαλακισμένα! Πρώτη και τελευταία φορά σε όλη τη τριλογία της Τιτανομαχίας αναφέρεται αυτή η λέξη, αλλά πώς να χαρακτηρίσεις τα βλαστάρια που εγκαταλείπουν τον πατέρα τους σε μία δύσκολη στιγμή αντί να τον περιβάλουν με προστασία και να τον υπερασπιστούν  κι αντί να εμπνέουν το δέος και το φόβο, όπως λέει το όνομά τους, ένοιωσαν οι ίδιοι στο πετσί τους αυτά τα συναισθήματα, συναιρούμενα και συνοψισμένα σε αυτό που οι αγγλοσάξονες προσφυώς αποκαλούν «τσίκεν σιτ».[129]    

Ο Άρης στράφηκε με απελπισμένο ύφος προς το Δία.

«Μη ψάχνεις για παρηγοριά σε μένα. Σού έχω αναθέσει το χαρτοφυλάκιο του πολέμου. Βγες έξω και πολέμησε. Έχεις ενεργειακό σώμα και δυνατές ενεργειακές ασπίδες. Θα πονέσεις, αλλά θα επιβιώσεις».  

«Αυτή η μέγαιρα είναι ικανή να με κυνηγάει μέχρι το τέλος του χρόνου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που την κινητοποιεί, όταν με λίγα τάλαντα ή λίγους στατήρες θα μπορούσε να έλθει με το μέρος μας. Τι διάολο άνθρωποι είναι αυτοί που δεν εκμαυλίζονται, δεν παραδίδουν την πίστη τους, δεν εξαγοράζονται, δεν συμβιβάζονται και δεν κάθονται στ’ αβγά τους να περάσουμε όλοι μαζί καλά; “Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής”[130]».

«Άρη, τσαχπινογαργαλιάρη, επειδή βαριέμαι την κλάψα σου, αμάν Θεέ – εαυτέ μου τι άχρηστοι είναι όλοι αυτοί, στους οποίους προΐσταμαι, και για να σού τονώσω την καταρρακωμένη αυτοπεποίθησή σου, θα σού δώσω το πιο βαρύ μου όπλο, τον κεραυνοσφήνα, που είναι όχι απλά αστραπή ή βροντή, αλλά η πεμπτουσία της. Έτσι θα μπορέσεις να σταθείς απέναντι στην Εριννύα, σ’ αυτή την άσχημη Άρπυια, όχι σαν χέστης, αλλά σαν άνδρας, όσο αυτή η λέξη σημαίνει κάτι ακόμη και δεν έχει απαξιωθεί στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας. Πάρ’ το λοιπόν και τσακίσου από μπροστά μου, υγίαινε και έρρωσο, γιατί μόνο που σε βλέπω, μού ανακατεύονται τα έντερα».    

Γνωρίζοντας ο Άρης ότι με το όπλο αυτό μπορούσε να κονιορτοποιήσει εξ αποστάσεως την Ηώ, αναθάρρησε και βγήκε να τη συναντήσει στο μονοπάτι του πολέμου, σαν γελαδάρης της Άγριας Δύσης έτοιμος να τραβήξει τα πιστόλια του. Μια και είχε δυνατότητες υπερανθρώπου σ’ αυτή τη διάσταση, αφού ο ίδιος αντλούσε τις δυνάμεις του από τον κόκκινο ήλιο του Κρύπτον, ε… συγγνώμη αυτό είναι από άλλο επικό κύκλο, για τον οποίο δεν διαθέτουμε τα πνευματικά δικαιώματα, αύξησε κατά βούληση το ανάστημά του ώστε να είναι πενταπλάσιος από τους κοινούς θνητούς[131]. Μια και δυο, έφτασε στο πεδίο της μάχης και προχώρησε τρία βήματα μπροστά από τους τρομοκρατημένους στρατιώτες του Ολύμπου. Με πολύ σθένος και τσαμπουκά, όπως αυτός που απαιτούν όλοι οι πατεράδες από τους γιους τους στο παιδικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, ο Άρης ήλθε και κόλλησε το προστατευτικό γεννητικών οργάνων του (σπασουάρ) πάνω στη μούρη του αλόγου της Αμαζόνας, τόσο κοντά, ώστε μπορούσε να τού δώσει μία σφαλιάρα από ψηλά, αν ήθελε. Αν θέλετε, όπως λένε οι εισηγητές των συνεδρίων της εποχής μας και απαντούσε ένας στρατηγός εθνικιστικών καναλιών: Αν θέλετε και αν θέλετε, έ όχι δεν θέλω!

 «Τι εμοί και σοι γύναι;», είπε ο Άρης αισθανόμενος ασφαλής. «τι θέλεις επιτέλους, είσαι με τα καλά σου;»

«Είμαι η Ηώ, κόρη του τιτάνα Υπερίωνα και της Θείας. Δεν έχω τίποτε μαζί σου, γιε του Δία και της Ήρας. Όμως, λυπάμαι, έχω σοβαρό θέμα με τον πατέρα σου, τον οποίο έχω καλέσει σε μονομαχία με όλους τους τύπους και επιμένει να με αγνοεί. Σε καλώ λοιπόν να παραμερίσεις, για να περάσω, μέχρι να αντικρίσω κατάματα τον αντίπαλό μου και να τον κάνω να πληρώσει για την ύβρη να αντιμετωπίζει ελεύθερους ανθρώπους ως πειραματόζωα και σφάγια και να τούς χρησιμοποιεί ως μέσον προς σκοπό καταρρακώνοντας την αξιοπρέπειά τους!»  

«Για πες μου, γυναίκα», είπε ο σεξιστής Άρης. «Από πού αντλείς θάρρος, από πού κι ως πού νομίζεις ότι μπορείς να σταθείς απέναντι στους καλύτερούς σου, σε όντα ανώτερα από σένα σύμφωνα με την τάξη του σύμπαντος , σε πλάσματα που έλκουν τη  καταγωγή τους από τον παντοδύναμο Κρόνο – Χρόνο και μέσα τους βοά το αίμα του νεφεληγερέτη Δία; Μιλάς για ύβρη, δεν είναι ύβρις να τα βάζεις με δυνάμεις ανώτερες από σένα;»

«Όχι, αν πιστεύω σε μία αρχή, όχι αν πιστεύω στη Δικαιοσύνη!  Ύβρις είναι να πράττεις κάτι άδικο και παράνομο και να νομίζεις ότι θα ξεφύγεις. Τότε αναλαμβάνουν τη συνέχεια η Άτη, η Νέμεσις και η Τίσις να σε συνετίσουν. Όταν λοιπόν κάνω κάτι για να επιφέρω την ισότητα- λαμβάνοντας βέβαια πάντα υπόψη την ηθική, διότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά αντιθέτως τα μέσα ορίζουν και προδικάζουν, προκαταλαμβάνουν και διαμορφώνουν τον σκοπό- (σ.σ. άλλο ιδεολογία, άλλο ηθική, ακούστε επιτέλους την Ηώ!), τότε όχι απλά θα πρέπει να επιλέξω να συγκρουστώ με ανώτερες δυνάμεις από εμένα, αλλά επιβάλλεται να το κάνω!»   

Ο Άρης έκανε ένα πελώριο βήμα πίσω, η Ηώ πήρε θέση επίθεσης και η μάχη άρχισε, στην αρχή με συμβατικά όπλα, όπου ακουγόταν το σύριγμα δοράτων, το σφύριγμα των βελών και η κλαγγή των σιδερένιων αιχμών, που αναπηδούσαν σε ανθεκτικές πανοπλίες. Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών, όπως έλεγε ένας μοναδικός στην ευαισθησία του ποιητής.    

 Η Ηώ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο άνεμος ήταν εναντίον της, πράγμα δυσμενές σε κάθε μονομαχία με εκτοξευόμενα ή βαλλιστικά όπλα. Επίσης αντικειμενικά ο Άρης είχε μεγάλο μη εξισορροπούμενο πλεονέκτημα, εφόσον μπορούσε να αναπροσαρμόζει το μέγεθός του κι έτσι είχε μακρύτερα χέρια, γεγονός που τον ευνοούσε, όταν η αντιπαράθεση γινόταν αγχέμαχη και εκ του συστάδην. Παρά ταύτα συνέχιζε τον αγώνα απέναντι στον μυώδη γίγαντα μέχρις εσχάτων. Το άλογό της τρυπιόταν και οβελιζόταν από αιχμές, τα δόρατα αναπηδούσαν πάνω στις ασπίδες και συχνά η μονομαχία δεν είχε καμία αέρινη κομψότητα ή δαιμονιώδη επιδεξιότητα, όπως φανταζόμαστε, αλλά ήταν σπρώξιμο και σκούντημα, ώστε να βγει ο αντίπαλος εκτός ισορροπίας, τζατζάρισμα ώμων και αρκουδοπάλεμα δύο γομαριών, όπου ο Άρης έμοιαζε με πολυπλόκαμη λερναία Ύδρα και ο ΠΑΟΚ…, συγγνώμη η Ηώ, ήταν ο αλύγιστος βράχος, το ακατάλυτο αμόνι που εξοστράκιζε όλα τα  χτυπήματα, η βελανιδιά που άντεχε στον κορμό της οσεσδήποτε μαχαιριές, η δρυς που απορρόφησε το μαχαίρι του Μελάμποδα (βλ. σχετικό λήμμα στο επόμενο μέρος της τριλογίας), το μικρό συμπυκνωμένο κοφτερό διαμάντι, πιο σκληρό απ’ όλα και όλους, ο συμπαγής πυρήνας που ήταν αδύνατο να διασπαστεί. Πόσες φορές έπεσε στο έδαφος μόνο και μόνο από την βίαιη κινητική δύναμη και πρόσκρουση με τα όπλα του Άρη, αλλά πάλι σηκώθηκε σύμφωνα με το δόγμα «επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να ξανασηκωθείς».  

Η μονομαχία πέρασε από πολλά στάδια. Μετά από πολλά κονταροκτυπήματα, σπαθιές και λογχισμούς η Ηώ, μια και είχε μεγαλύτερη επιφάνεια ως στόχο, κατάφερε ορισμένα πλήγματα κάπου ανάμεσα στις κλειδώσεις του Άρη, ανάμεσα στους βραχίονές του και στα πλευρά, τον τρύπησε δηλαδή σε ορισμένα σημεία.

«Αχ, κουνούπι», είπε ο Άρης «ανώφελες κώνωψ, πονάνε τα τσιμπήματά σου, πονάνε, τσούζουν. Έκανες τον ιχώρα μου[132] να τρέξει, βλαμμένη χοντρέλω!»   

«Σού μένει η δυνατότητα να παραδοθείς», είπε η Ηώ προσπαθώντας να κρύψει το λαχάνιασμα και την κούρασή της.    

«Εγώ να παραδοθώ, ρε, που είμαι ο θεός του πολέμου;», είπε με πληγωμένη υπερηφάνεια ο Άρης. «Ας αφήσουμε στην άκρη όλα αυτά τα όπλα κι ας αναμετρηθούμε με μυϊκή μάζα και δύναμη. Ας το τελειώσουμε αυτό, όπως ταιριάζει, σώμα με σώμα, νομίζω ότι αυτά αρέσουν σε σάς τα υλικά πρωτόγονα ανθρωπάρια. Αν δεν νοιώσετε τη μυρωδιά, τη λάμψη και την υγρασία του πνιχτού ιδρώτα, το άρωμα και τη μπόχα της στιγμής, δεν μαθαίνετε από τα παθήματά σας, ούτε καταλαβαίνετε τις εμπειρίες σας».

Εννοείται ότι η Ηώ ήταν πάντα ευεπίφορη σε τέτοιες πρωτοβουλίες. Πέταξαν λοιπόν τις αρματωσιές τους και συγκρούστηκαν με γυμνά χέρια. Εκτός από τη φορά του ανέμου και το αυξομειούμενο μέγεθος του Άρη, υπήρχε και άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αγωνιζόμενη Τιτανίδα, ήγουν το ενεργειακό σώμα του αντιπάλου, που την έκανε διαρκώς να τινάζεται από στατικό ηλεκτρισμό.    

Είχαν και οι δύο ύφος σαρκοβόρου, ονυχοφόρου, αρπακτικού ζώου. Λαβές ελληνορωμαϊκής και ελεύθερης πάλης θρυμματιστικές και θραυστικές κοκάλων, τρικλοποδιές, κυβιστήσεις και αναποδογυρίσματα που θα παράσερναν και θα έσπαγαν ακόμη και τα πόδια ταύρων ή βισώνων έδιναν μία ανεπανάληπτη παράσταση για όποιον είχε την τύχη να την παρακολουθήσει. Να είσαι βέβαιος φίλε αναγνώστη, ότι ακόμη κι εμείς οι σύγχρονοι θεατές, που έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε και να θαυμάζουμε αθλητές υψηλότατων επιδόσεων, δεν έχουμε ποτέ αντικρίσει τέτοιο θέαμα, διότι εδώ δεν επρόκειτο για πυγμαχικό ή για ποδοσφαιρικό αγώνα με τις χίλιες δικλείδες ασφαλείας και προφυλάξεις, δεν επρόκειτο για αυτάρεσκη επίδειξη ικανοτήτων ή ταλέντου, αλλά για αγώνα μέχρι θανάτου από αντιμάχους, που είχαν απελευθερώσει και εξαπολύσει κατ’ αλλήλων το απεριόριστο δυναμικό τους, χωρίς καμία αυτοσυγκράτηση. Ούτε οι ψηφιακές μουτζούρες, που απεικονίζουν μάχη στην τηλεόραση, είναι ικανές να μάς δώσουν την εικόνα της προκείμενης σύγκρουσης, διότι παριστάνουν τις κινήσεις με μεγάλη αφύσικη ταχύτητα, ενώ τα θανατηφόρα πλήγματα είναι πιο αργά, ορατά, ζυγισμένα όμως, υπολογισμένα, προμελετημένα, κυνικά, χειρουργικά, μοχθηρά, με βαθιά κακότητα και γι’ αυτό πράγματι τρομακτικά.         

Ο Άρης ήταν μέγας και ογκώδης, εντυπωσιακός, κυριαρχικός, αντικατοπτρίζων τη φήμη του σε κάθε κίνηση ή περιστροφή. Αντίθετα η Ηώ διέθετε και αντλούσε μία δύναμη, που δεν προερχόταν μόνο από τους μυς της, αλλά και από κάπου αλλού εκτός του εαυτού της, από τις αρχές της, από τις αφηρημένες έννοιες, από την αδάμαστη βούληση, όχι μόνο τη δική της, αλλά και των πραγμάτων, σαν να στρέβλωνε τις επιταγές της μοίρας, ώστε να υπηρετήσουν το σκοπό της, συμπληρώνοντας κάθε διακριτή ευκαιρία με κατάλληλη εργονομική ενέργεια. Θαρρείς ότι αρυόταν τη δύναμή της από τον ίδιο το χώρο, από το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που περιέβαλλε όλη τη Γη, από αέρα κοπανιστό, που όμως φαίνεται ότι τελικά είχε υπόσταση.

Μυθικά χτυπήματα, που άλλους θα τούς κονιορτοποιούσαν ή θα τούς έστελναν για πολλά χρόνια στο νοσοκομείο, έδιναν κι έπαιρναν. Δεν ξέρω, αναγνώστη, αν πρέπει να ονομάσουμε την πρακτική που εφάρμοζαν «καράτε» ή «βαράτε», να είσαι όμως βέβαιος ότι ήταν η πιο θανατηφόρα παλαιστική τακτική του Σύμπαντος. Αν κάτι ή κάποιος είχε την αποκοτιά να εισχωρήσει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγαθήρια για να τα χωρίσει, θα τον τσαλαπατούσαν σαν κλαδάκι, ψαμμόλιθο ή κεραμίδι ή μάλλον δεν θα τον αντιλαμβάνονταν καθόλου, σαν να ήταν μερμήγκι κάτω από κάττυμα υποδήματος. Κάθε μεμονωμένη κίνηση αυτής της μακάβριας χορογραφίας θα είχε θανατηφόρο αποτέλεσμα εντός δευτερολέπτων επί υποδεέστερου αντιπάλου. Καρατιές στο λαιμό, στοχευμένες επικεντρωμένες δακτυλιές στο ηλιακό πλέγμα, εστιασμένη τεντωμένη τανυσμένη παλάμη στη μύτη εκατέρου, που θα μπορούσε να οδηγήσει το ρινικό οστό βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. Εδώ μιλάμε για την αποθέωση της μάχης, για μία αρχετυπική, αρχέγονη, υποτυπώδη, αταβιστική, σπηλαιώδη σύγκρουση ενός άνδρα και μίας γυναίκας για την κατάκτηση περιοχής ή ζωτικού χώρου, για σφαίρα επιρροής, για κυριαρχία.

Η φυσική και σωματική υπεροχή του Άρη ήταν φανερή, στο κάτω – κάτω της γραφής ήταν από άλλη προνομιακή διάσταση, αλλά βέβαια και η παλαιστική του τέχνη ήταν πρώτης τάξεως και ποιότητας, αφού ήταν ο κορυφαίος από τους ομοίους του σ’ αυτόν τον τομέα. Γι’ αυτό οι θεατές παρατηρούσαν την Ηώ να υποχωρεί διαρκώς κι αν υπήρχε οριοθέτηση της παλαίστρας, ο Άρης θα την είχε στριμώξει στα σχοινιά, ή με άλλη σύνταξη, η Ηώ ήταν αναμφίβολα με την πλάτη στον τοίχο.  

Κι όμως, εκεί που η υποχώρηση της Ηούς φαινόταν οριστική και αμετάκλητη, χώνοντας γερά τα πόδια της στο χώμα και δημιουργώντας ανάχωμα, προέβαλε μία έσχατη αποφασιστική άμυνα. Ήταν η άμυνα μίας ανθρώπου, που δεν μπορούσε και δεν επρόκειτο να κερδίσει, αλλά και σε καμία περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένη, ούτε ήταν δυνατό επ’ ουδενί να χάσει.

Σκόνη και βράχια, χώμα και αίμα και κλάδοι σηκώνονταν, έσπαζαν, αιωρούνταν. Οι ιαχές, οι προσβολές και τα μπινελίκια είχαν σταματήσει, οι δύο μονομάχοι δεν είχαν πλέον τίποτε να πουν, τίποτε να ανταλλάξουν. Δεν υπήρχε πια ούτε η στοιχειώδης νοηματική επικοινωνία μεταξύ δύο νοημόνων όντων, η μόνη επαφή ήταν η προσφορά του κώνειου και του δηλητήριου, το έλεος της τελευτής από τον ένα στον άλλο – η λογική του «ας τελειώνουμε μ’ αυτό»-, η ευσπλαχνική διέξοδος του θανάτου εκατέρου ως η μόνη δυνατή έκβαση και το μόνο πιθανό τέλος.   

Η φτέρνα της Ηούς ίσως δεν ήταν τόσο δυνατή όσο η αντίστοιχη του Αχιλλέα, είτε τρωτή είτε άτρωτη είτε θνητή είτε αθάνατη, αλλά τρύπησε ως πείρος ή μοχλός ή μάνδαλο ή καρφί ή ακίδα το χώμα και αγκιστρώθηκε ως πειραστικός ή σπερματικός λόγος, που εξαπολύει είτε καταπειρατηρία βολή είτε βολές είτε βλαστούς ή παραφυάδες για ανίχνευση της αλήθειας. Τίποτε δεν μπορούσε να την μετακινήσει.

Ο Άρης έσπρωχνε και άμπωχνε για πολλή ώρα, ίδρωνε, ξεΐδρωνε, αλλά δεν έβλεπε πρόοδο.

«Έ ας το διάολο πια.», ξεφύσησε στο τέλος και απομακρύνθηκε προς τα πίσω αγανακτισμένος. Στο Δία είπε μέσω επικοινωνητή:
    «Τι να σού κάνω; Η δικιά σου είναι από χάλυβα.[133] Δεν θα ξοδέψω όλη μου τη ζωή εδώ, έχω πολλά πράγματα να κάνω».

   Και τότε ξεκίνησε πάλι η Ηώ να περπατάει προς τα εμπρός, να ανεβαίνει ξανά τον Όλυμπο με σταθερά διαδοχικά βαριά βήματα, πιστή στο σχέδιό της να φτάσει μέχρι την κορυφή και να προκαλέσει την ίδια την κορυφή!

Ο Άρης γύρισε και την κοίταξε με δέος. Καθώς υποχωρούσε, άρπαξε ένα δόρυ από τα πολλά σκορπισμένα στο έδαφος και τής το έριξε. Το δόρυ διέτρεξε την τροχιά με αφύσικη ταχύτητα, αποκρούστηκε όμως από την ασπίδα της Ηούς. Τότε ο Άρης πάντα με την… όπισθεν μειδιώντας έξαφνα με κακία, μάζεψε και εκσφενδόνισε άλλο δόρυ με τέτοια μαεστρία και επιδεξιότητα, που μεγαλύτερη δεν θα μπορούσε ούτε ο Αχιλλέας να φανταστεί, επιστρατεύοντας όλη του την τεχνική και ελπίζοντας να αιφνιδιάσει την Ηώ που μετά από πολύωρη κουραστική και φθαρτική μονομαχία δεν θα ανέμενε βέβαια ότι το τελευταίο χτύπημα θα ήταν και το πιο ζυγισμένο, όπως και οι οπαδοί του Ιχθύος περίμεναν τον ελάσσω και όχι τον καλόν οίνον έως άρτι. Και πάλι η Ηώ σήκωσε την ασπίδα της σαν περιστρεφόμενο δρέπανο για να εξοστρακίσει το δόρυ, αλλά αυτό τούτη τη φορά την διαπέρασε και σχεδόν άγγιξε με τη λόγχη το αριστερό της στήθος χωρίς όμως να διατρυπήσει την καρδιά της, όπως προοριζόταν σύμφωνα με την στροφορμή και τη  φορά του. Η Ηώ αμέσως το έσπασε και συνέχισε με την περηφάνια της αριστείας κραδαίνοντας πλέον την ασπίδα διατρυπημένη σταυρωτά από ένα κολοβωμένο στέλεχος, μία σπασμένη ράβδο, ένα μισό κοντάρι, μία τεθλασμένη σχίζα, σύνολο ετερόκλητο, που θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους ερμηνευτές- αρχαιολόγους, οι οποίοι ψάχνουν ακόμη και σήμερα για τη σημασία και τη λειτουργία περίεργων αρχαίων αντικειμένων, φτιαγμένων για διανοητικούς, ξύπνιους και τετραπέρατους, με κορυφαίο παράδειγμα βέβαια τον μηχανισμό των Αντικυθήρων.

Τώρα ο Άρης έριξε πίσω μια ματιά, που συμπύκνωνε ταυτόχρονα ανυπόκριτο θαυμασμό, απεριόριστη εκτίμηση, αλλά και βαθιά λύπη, γνήσια εκ των προτέρων μετάνοια για ό,τι ήταν αναγκασμένος να κάνει.           

«Συγγνώμη, πολεμίστρια. Αλλ’ όπως κι εσύ αρνείσαι να χάσεις, έτσι δυστυχώς δεν μού επιτρέπεται κι εμένα να νικηθώ. Λυπάμαι πολύ, που είν’ η εποχή μας τόσο κυνική, μηχανιστική, αιτιοκρατική, ανελεύθερη, αδυσώπητη, δεν φταίω εγώ». 

Ξεκρέμασε από τον ώμο του τον κεραυνοσφήνα του Δία και τον έριξε, όχι ακριβώς πάνω στην Ηώ, γιατί λυπήθηκε την περήφανη θωριά της και την αγέρωχη προέλασή της, αλλά χωρίς να κοιτάξει, κάπου στο πλάι, κάπου στο περίπου. Η έκρηξη ήταν τρομαχτική, και μόνο με την ωστική δύναμη, η Ηώ τινάχτηκε στον αέρα, το κράνος της εκσφενδονίστηκε, τα όπλα της σκορπίστηκαν και η Ηώ μετά από πτήση και πτώση προσγειώθηκε με το κεφάλι της σε βράχο. Γρήγορα το αίμα την πλημμύρισε σε μία κόκκινη άλω.

«Τι ανανδρία, τι ανανδρία», έκλαψε ο Άρης. «Δία, δεν τα βλέπεις αυτά, δεν βλέπεις πώς έχουμε καταντήσει; Πού στηρίζεται η κυριαρχία μας, δεν έχουμε κανένα ηθικό θεμέλιο. Το ταξίδι μας είναι χωρίς προορισμό, πολλοί σταθμοί, κανένας προορισμός. Οι τιτάνες είναι ελεύθεροι και θα παρασύρουν στην ελευθερία ολόκληρη την ανθρωπότητα».

«”Tum saeva Amazon ultimus cecidit metus”»,[134] είπε θρηνητικά ο ντροπιασμένος θεός του πολέμου, επαναλαμβάνοντας τη ρήση του Πύρρου στις «Τρωάδες» του Σενέκα.  

Κι ύστερα κραύγασε προς τους ουρανούς ο τειχεσιπλήτης Άρης:

«Ουρανοί, δεχθείτε στους κόλπους σας την άσπιλη Ηώ. Από τη στιγμή που υπάρχει στον κόσμο το είδος και η ύλη, ανοίγονται πολλοί δρόμοι για την αθανασία. Ό,τι κι αν πίστευε, ό,τι κι αν πρέσβευε, ο Θεός είναι ένας, το ίδιο και ο κόσμος και οι ψυχές. Όλοι μας είμαστε μετέωροι ανάμεσα σε μία αρχή και ένα τέλος, που όμως επικοινωνούν, εναγκαλίζονται και συζευγνύονται μεταξύ τους.»

Ο Άρης ήταν συντετριμμένος. Οι δρόμοι της αγάπης είναι λαβυρινθώδεις και φαίνεται πολύ απλά ότι κατά τη διάρκεια της μονομαχίας είχε ερωτευτεί την Ηώ. Δεν είναι αξιοπερίεργο, έχουμε δει πολύ πιο ανεξήγητους, αταίριαστους, δύσκολους κεραυνοβόλους έρωτες. Σ’ αυτό βοηθούσε το γεγονός ότι η Ηώ δεν είχε ακρωτηριαστεί, το πρόσωπό της παρέμενε αλώβητο, αδαπάνητο, γαλήνιο, απόκοσμο, αγέρωχο, διαχρονικό, όμορφο.

   «”Aurea cui postquam nudavit cassida frontem, vicit victorem candida forma virum”,»[135] ψέλλισε ξανά ο Άρης τσιτάροντας τον Προπέρτιο στις Ελεγείες του.

Καθώς οι περίεργοι και οι αργόσχολοι παριστάμενοι συγκεντρώνονταν γύρω από το συμβάν, κάποιοι και για να κλέψουν τμήματα του σκόρπιου εξοπλισμού που απέμεινε από τη μονομαχία, ο Άρης στεκόταν ακόμη με σταυρωμένα τα χέρια και παρατηρούσε την αμαζόνα που είχε «νικήσει». Τα ρουθούνια του φούσκωναν καθώς εισέπνεε τη  δυσοσμία του αίματος, των καβαλίνων και του θανάτου. Αμήχανα χούφτωσε το πρόσωπό του ίσως για να μη φανούν τα δάκρυα, που αυλάκωναν ήδη τις παρειές του.

Ένας θρασύς Αρειανός σαν άσχημος Θερσίτης ή σαν κακομούτσουνος βρικόλακας Σάιλοκ έσκυψε και άρχισε να κόβει τους ιμάντες από το θώρακα και τα σπαθολούρια της ηρωίδας με το μαχαίρι του και στη φούρια του να αποσπάσει την λεία που δεν άξιζε, έκοβε και δέρμα, τής ξερίζωνε κύτταρα από τη επιδερμίδα. Κόντευε η αμαζόνα να μείνει γυμνή- μόνο μία σειόμενη από τον αέρα περικνημίδα, η ασημένια ζώνη της και τα κόκκινα σανδάλια της, όπως εκείνα του μαρμαρωμένα βασιλιά, είχαν μείνει στη θέση τους, ανηρτημένα ή φορεμένα ακόμη στο μεγάλο κορμί της, που παραδόξως με τις άπειρες αμυχές, τα κοψίματα και τις πληγές, έτσι όπως ήταν συντριμμένο, κατατσακισμένο, συνθλιμμένο, φαινόταν κατά κάποιο περίεργο τρόπο ότι είχε εκπληρώσει τον προορισμό του.

«Σπάστε ποντικοί, τσακιστείτε και φύγετε όλοι», είπε στους σκυλεύοντες λεηλάτες ο Άρης.         

Ο «Θερσίτης» όμως σαν να μην άκουσε συνέχιζε να αρπάζει από το πτώμα ό,τι ακόμη μπορούσε. Ενώ ξεκούμπωνε τη ζώνη της Ηούς, πράγμα που βέβαια θα μπορούσε να κάνει μόνο υπό τον απαραίτητο όρο και προϋπόθεση του προηγούμενου θανάτου της, αλλιώς θα είχε γίνει ήδη γαρδούμπα ψιλοκομμένη, τόλμησε μάλιστα να πει, τόσο απασχολημένος ώστε ούτε το βλέμμα δεν σήκωσε:
      «Παντοδύναμε θεέ Άρη, γιατί κυπτάζεις πάνω από το θύμα σου; Τι ζηλεύεις σ’ αυτό τον όγκο, τα νιάτα της, τη δύναμή της ή την ομορφιά της; Ό,τι κι αν ήταν το κορμί της, τώρα είναι βορά των σκουληκιών».

Εντελώς αψυχολόγητα, σαν να ενθαρρύνθηκε από την παροδική ευαίσθητη στιγμή, τη σχεδόν θηλυκή αδυναμία που έδειχνε ο Άρης, ο Κουασιμόδος κακάσχημος Αρειανός άρπαξε τη ζώνη ανασηκώνοντας κάπως το κορμί της Ηούς και κουνώντας συνάμα ξεδιάντροπα τους γοφούς του, δίνοντας την εντύπωση ότι συνουσιάζεται με το πτώμα.

Τότε ήταν που ο Άρης προχώρησε μπροστά και έδωσε στον αισχρό παλιάνθρωπο μία γροθιά στη μούρη σπάζοντάς του το σαγόνι, τη μύτη και τα ζυγωματικά μαζί. Αυτός τινάχτηκε σαν αεροπλάνο, διέγραψε τροχιά πάνω από το νεκρό σώμα και προσγειώθηκε πολλά μέτρα παραπέρα.

«Πρώτον, παράκουσες την εντολή μου να υποχωρήσεις. Σε συγχώρησα ως οπαδό. Δεύτερον, είχες το θράσος να μού απευθύνεις το λόγο. Σε συγχώρησα ως ανόητο. Τρίτον, έδειξες ασέβεια και αναίδεια απέναντι σε πρόσωπο πολύ ανώτερο από σένα στην κλίμακα της παγκόσμιας ιεραρχίας. Η συνέπεια, η επίπτωση, αλλά και η ποινή γι’ αυτό είναι ο θάνατος!»

Ο «Θερσίτης» πνίγηκε στο ίδιο του το αίμα.    

Τώρα ο Άρης, μόνος μέσα σε κάποιο δώμα του Ολύμπου, κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στη σορό της Ηούς. Ο Όλυμπος είναι τόσο ψηλός, ώστε από το μεγάλο παράθυρο φαίνεται όλος ο Ναυτικός Ωκεανός των Ποντοπόρων πέρα ως πέρα, αλλά και οι άλλες κοιλάδες του πλανήτη, όπως άλλωστε και η θάλασσα Ελλάς με τη νησίδα που κατοπτρίζει το σήμα των τιτάνων.  Ο άνεμος φυσά κατηφορικά προς τις ατέλειωτες πλαγιές του Ολύμπου, προωθείται και ουρλιάζει πένθιμα ανάμεσα σε τραχιά βράχια και εκβολάδες, παρασέρνει, αποψιλώνει και γυαλίζει όλες τις ατέλειες αφήνοντας μόνο στη θέση τους όσα είναι αρρήκτως και αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την επιφάνεια.

Πού και πού ο Άρης παίρνει στην αγκαλιά του το κεφάλι ή τα μπράτσα της νεκρής ή τής χαϊδεύει τους ώμους. Τον πιάνουν τα κλάματα, όταν βλέπει ότι το κορμί της έχει αμέτρητες αμυχές, αλλά καμία που να φαίνεται μοιραία ή να διασπά εντελώς, διαμπερώς, κατά μήκος, χιαστί ή αντιαισθητικά τη συνέχεια του δέρματος. Το σώμα της είναι άθικτο- που λέει ο λόγος- το κεφάλι της φαίνεται ακέραιο, χλωμό βέβαια αφού στράγγισε από το αίμα, κατά τρόπο όμως ώστε ο θάνατος να μοιάζει μυστηριώδης, οφειλόμενος σε μη διακριτή εσωτερική ζημιά, καθιστώντας ανεξήγητο το δυαδικό κώδικα ή ζεύγος ζωή – θάνατος, αυτό το κάτι που ανάβει τον διακόπτη στη θέση «ζωντανό» και τον σβήνει στη θέση «νεκρό», που χωρίζει ένα αχνιστό ζωντανό από ένα μόλις ξεψυχισμένο και νεκρό κορμί.

Αυτό που κυρίως ένοιωθε ο Άρης ήταν ντροπή. Τα μέσα του και τα όπλα του ήσαν τόσο συντριπτικά ανώτερα, ώστε η έκβαση της μονομαχίας να είναι από την αρχή προδιαγεγραμμένη. Τι αξία είχε μία τέτοια νίκη; Αισθανόταν, όχι ως θεός του πολέμου, αλλά ως πρόεδρος του συλλόγου των απανταχού κατεργαρέων. Μετάνιωνε για τα λόγια που είχε ξεστομίσει εναντίον της στο πλαίσιο της καθιερωμένης πριν από τη μάχη ανταλλαγής προσβολών, ότι σε λίγο θα είναι βορά των πουλιών ή των σκωλήκων της γης. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι πράγματα, που ένας ευγενής, γενναιόφρων και γαλαντόμος γόης θα προτιμούσε να πει σε μια γυναίκα. Ορισμένοι κανόνες αβροφροσύνης φαίνονται πολύ βαθιά ριζωμένοι στο γονίδιο κάθε ανδρικού κυττάρου έναντι κάθε γυναικείου. Δεν μπορούσε να αποστρέψει το βλέμμα από το ευρύ μέτωπο και τα σαρκώδη χείλη, τους βοστρύχους, που ακόμη ανέμιζαν στην αύρα, και τα βλέφαρα μαζί με τις βλεφαρίδες, που φαίνονταν έτοιμα να πτερυγίσουν, να ανοίξουν και πάλι σαν να ήταν ο θάνατος ένα προσποιητό ανέκδοτο!  Τα δάκρυα του Άρη, πέραν του ότι λέκιαζαν τον χιτώνα του, φαίνονταν πάνω στα μάγουλα της πολεμίστριας σαν να είναι τα δικά της δάκρυα.

«Δία, Ζευ, Δία, Ζευ», μουρμουρίζει στο τρισμέγιστο θεό, που βρίσκεται πίσω του.

«Δία, Ζευ, Δία, Ζευ», επαναλαμβάνει και αυτός κοροϊδευτικά με αλλαγμένη ειρωνική φωνή. «Τι να κάνω, να ζεύξω ή να διαζεύξω; Να παίξω ελεύθερα παιχνίδι ή να τα παίξω; Καλά λένε οι οπαδοί του Ιχθύος ότι “το πολύ το κύριε ελέησον, το βαριέται και ο θεός” ή την άλλη, την ακόμη πιο ρηξικέλευθη αποδοκιμασία της διαρκούς δοξολογίας, που ακούει στη φράση “κεριά και λιβάνια”. Έχω βαρεθεί πραγματικά όλα αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα, που μού παρουσιάζετε εσείς οι υποτιθέμενοι υπασπιστές μου. Εγώ δεν είμαι μαία ή παιδαγωγός να σάς νταντεύω. Είπαμε να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μία κερδοφόρα επιχείρηση, δεν θα κάτσω εγώ να κάνω μαλάξεις στον εγωισμό του καθενός ή να τον παρηγορώ για τα λάθη του, τι είμαι ο πατέρας σας; Ξέρω μονάχα ότι πριν από μερικές ώρες ήσουν φτιαγμένος, καυλωμένος κι έτοιμος να τής φας το συκώτι και τώρα κλαις σαν γυναικούλα πάνω από το χυμένο γάλα».             

     «Ακόμη κι όταν τη σκότωσα, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι έκανα», κλαψούρισε πάλι ο Άρης καθαρίζοντας με επιμέλεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αγαπημένης του.

          «Καλά, σε λυπάμαι, γιατί η σκηνή ζηλοτυπίας της Αφροδίτης θα είναι τέτοια, που δεν θα ξέρεις πού να κρυφτείς. Σε οικτίρω όχι τόσο για τον ίδιο τον έρωτά σου, όσο γιατί είναι τόσο αταίριαστος και κακοβαλμένος. Μπορείς να έχεις στα πόδια σου τις ωραιότερες γυναίκες του ηλιακού συστήματος κι εσύ ερωτεύτηκες μία χοντρή αγελάδα και μάλιστα νεκρή».

«Να μού την αναστήσεις στους θαλάμους ανάστασης και αναζωογόνησης».

«Αυτό είναι πέραν των δυνάμεών μου. Είμαι κι εγώ χρήστης και όχι γνώστης της τεχνολογίας που φέραμε από το αλλαχού. Αυτή εφαρμόζεται μόνο σε μάς, είναι κλειδωμένη στο δικό μας γονίδιο και όχι σε κείνο των ανθρώπων. Εκτός αν θέλεις να έχεις από ‘δω και πέρα για σύντροφο στο κρεβάτι ένα τερατώδες εξάμβλωμα με μάτια στην πλάτη, τα χαρακτηριστικά του προσώπου ανάποδα  και τη σχισμή του αιδοίου οριζόντια».

«Να αναγκάσουμε τον Δαίδαλο να με βοηθήσει. Μπορεί η τεχνολογία αυτή να τού είναι ξένη, μπορεί νωρίτερα να απέτυχε να την αποκρυπτογραφήσει, αν όμως απειλείται η ζωή του, τότε θα στύψει το μυαλό του να βρει τη λύση.»

«Ο Δαίδαλος θα συλληφθεί και θα πληρώσει για τη συμμετοχή του σ’ αυτή την ανατρεπτική απόπειρα εναντίον μου. Ήδη βλέπω μπροστά μου μία λαμπρή δίκη, όπου θα τον καταδικάσω και θα τον τιμωρήσω παραδειγματικά με όλους τους κανόνες της νομικής επιστήμης. Κι ενώ υπάρχει αυτή η τόσο συμφέρουσα για μάς προοπτική, εσύ θέλεις να σού τον διαθέσω για να κάνεις μακάβρια πειράματα νεκρανάστασης και να εξασκήσεις έπειτα ανόσιες πρακτικές νεκροφιλίας επί του αποτελέσματος;»

«Θα τον βαυκαλίσουμε ότι, αν αναστήσει την Ηώ, θα δεχθούμε ελαφρυντικά για την περίπτωσή του, και πράγματι μάλλον η Ηώ θα καταθέσει ότι αυτή τον παρέσυρε σ’ αυτή τη βλακώδη αποστολή. Και για φαντάσου, νεφεληγερέτη, τι μεγάλο πανηγύρι θα γίνει να δικαστεί και να καταδικαστεί η μέγιστη Ηώ, ενώ η δίκη του παρακατιανού λαϊκού μηχανικού από μόνη της δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το κοινό».

«Μα δεν καταλαβαίνω τι θα κερδίσεις απ’ όλα αυτά. Στην καλύτερη περίπτωση η Ηώ, αν δεν την εκτελέσω, οπότε η ανάστασή της θα είναι δώρον- άδωρον, θα φάει ισόβια, θα τη ρίξω στη φυλακή και θα πετάξω το κλειδί. Είσαι τόσο διεφθαρμένος, ώστε θα πηγαίνεις να ζεις τον έρωτά σου πίσω από τα κάγκελα της φυλακής; Και νομίζεις ότι η Ηώ θα σε συγχωρήσει, που θα την κρατάς φυλακισμένη;»

«Αυτά είναι δικός μου λογαριασμός», είπε ο Άρης μειδιώντας αδιόρατα, αυτάρεσκα και πονηρά εν μέσω των δακρύων του.

Ο Δίας έπιασε την ανεπαίσθητη μεταβολή στη διάθεση του Άρη.     

«Συνέλαβα κάτι αόριστα διεστραμμένο στη τελευταία σου δήλωση κι αυτό με παρηγορεί ότι ο κόσμος, όπως τον ήξερα, δεν έχει αλλάξει. Σίγουρα, όλη η κατάκτηση του ηλιακού συστήματος δεν έχει καμία αξία, αν δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε τα πάθη και τις φιλοδοξίες μας, ακόμη και τις πιο επιτηδευμένες λόξες μας. Έστω λοιπόν, σού διαθέτω το Δαίδαλο για να παίξετε μαζί εξελιγμένα ηλεκτρονικά παιχνίδια, ώστε να είστε μαζί ο ηβηφρενής και ο γεροξεκούτης, ο άμυαλος νέος και ο αρτηριοσκληρωτικός γέρος, το μωρό και ο ξεμωραμένος».  

Ο Άρης ένευσε ικανοποιημένος με αυτή τη συμφωνία, ύστερα όμως ανασήκωσε το φρύδι του σαν να σκίασε το πρόσωπό του μία τελευταία μέριμνα, μία μη προηγουμένως ληφθείσα υπόψη έγνοια.

«Μισό λεπτό όμως. Σαν να θυμάμαι ότι είχε και τρίτο μέλος αυτή η αποστολή εναντίον μας».

Και τότε ήταν που η διάθεση στο δώμα του Ολύμπου άλλαξε εντελώς και οι δύο θεοί λύθηκαν στα γέλια!   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24ο:

ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ

Το τρίτο μέλος της αποστολής ήταν βέβαια ο Τιθωνός.

Είναι χαρακτηριστικό των αποκλινόντων από την αισθητική των αγαλμάτων και τον χρυσό κανόνα των αναλογιών, είτε είναι τέρατα, μόστροσα ή προδιγίοσα είτε είναι άτομα με ειδικές δεξιότητες και ανάγκες είτε είναι ανάπηροι αν επιτρέπεται αυτή η λέξη στην εποχή μας – τουλάχιστον ο όρος «σύνταξη ή επίδομα αναπηρίας» σίγουρα υπάρχει, γιατί η πραγματικότητα έχει την τάση να επιμένει και να μην μπορεί να καταργηθεί με απάλειψη λέξεων ή με ευχές ή κατάρες ή με άνωθεν διαταγές, παρά μόνον με κατάλληλα μέτρα και πολλή φροντίδα -, ότι μπορούν ταυτόχρονα να θαυμάζονται ως αξιοπερίεργα, αλλά και να περνάνε απαρατήρητοι. Μόλις κάποιος τούς αντιληφθεί, στην αρχή προσπαθεί κάπως να τούς κατατάξει στο νεφελώδες κοσμοείδωλό του κι ύστερα αυτομάτως ρέπει προς μία θυμηδία και έναν εφησυχασμό διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούν να τον βλάψουν και ότι δεν έχει να φοβάται τίποτε από αυτούς. Κι αυτό το αίσθημα ανακούφισης ακολουθείται ακαριαία από την αμέσως επόμενη ασχολία, που συνεπάγεται κατά μέγιστη επιείκεια της φύσης λήθη όλων των λοιπών στοιχείων ή παραγόντων.      

Συνέχιζε και ο Τιθωνός την πορεία του στις πλαγιές του Ολύμπου, όχι όμως πανηγυρικά στην επιφάνεια, αλλά χθόνια στις σπηλιές. Το τεράστιο, δαιδαλώδες, σπηλαιώδες σύστημα του Ολύμπου ήταν τόσο εκτεταμένο, ώστε ήταν απολύτως αδύνατο όλες οι είσοδοι προς τα έγκατα της γης να φυλάσσονται. Βεβαίως οι υπόγειες αίθουσες των εξεζητημένων και άκρως απειλητικών όπλων θα φυλάσσονταν δρακόντεια, αλλά μέχρι τότε … είχε ο Θεός! Δεδομένου ότι, όπως έχουμε ήδη αναπτύξει κατά το ξετύλιγμα αυτής της ιστορίας, οι κάτοικοι του Άρη κινούνταν στα όρια της ανθρωπολογίας, φυσιολογίας, μορφολογίας, φυσιογνωμικής και κρανιοδιδασκαλίας, παρουσιάζοντας μία άπειρη ποικιλία σε άπειρους συνδυασμούς, το δε μισοκάρικο παρουσιαστικό του Τιθωνού έδρεπε μόνο ένα περιστασιακό φευγαλέο βλέμμα κι ύστερα τον ξεχνούσαν σαν ένα αδιευκρίνιστο όγκο μιας σκιάς ή σαν ακαθόριστη σκιά ενός όγκου, σαν είχε και να κερνούσε όλους με κάποιο μαγικό ποτό λησμονιάς, με χάπι που ξαστοχά.

Καθώς κατερχόταν, είχε την αίσθηση ότι άκουγε θορύβους από την επιφάνεια, πριν αφουγκραστεί ξανά απόκοσμη σιωπή σαν σιωπηλό σάβανο. Φοβήθηκε, αλαφιάστηκε κι επιτάχυνε το βήμα ακολουθώντας μία παράλογη παρόρμηση να σωθεί καταφεύγοντας στον κόρφο, τα έγκατα, τα εντόσθια και τα σπλάχνα της γης, προκειμένου να απαλλαγεί από τους διώκτες των άνω και των κάτω διαζωμάτων.

Ένοιωθε ότι η λάμπα του τρεμόπαιζε, αυτό τού ‘λειπε να μείνει χωρίς όραση στα αιώνια σκοτάδια! Βέβαια το σκότος δεν ήταν απόλυτο, σαν να ασπρογάλιαζε κάτι άνωθεν κι αυτό έκανε τον τρόμο του ακόμη πιο χειροπιαστό!  Ανάπνεε με άγχος και δυσκολία και μέσα στο μουντό ζόφο, στιλπνό και υποφώσκοντα σαν να φωτιζόταν από μαργαριτάρια, ένιωσε μία σιδερένια γροθιά να τού κλείνει το διάφραγμα και το στέρνο προκαλώντας του διαπεραστικό πόνο εμφράγματος. Μία σχεδόν ανεπαίσθητη φωνή τού ψιθύριζε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει, θα ήταν να πάει προς τα πάνω, να αναδυθεί σαν φελλός, και να παραδοθεί άνευ όρων στα πλάσματα της επιφανείας, στο κάτω-κάτω είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον εαυτό του μ’ αυτή την ορφική ελεύθερη πτώση στα λημέρια του Εγκέλαδου, είχε κάνει ό,τι τού επέτρεπαν οι δυνάμεις του για να συμμορφωθεί στα μεταφυσικά παραγγέλματα κάποιων ανώτερων από αυτόν. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, όλοι θα έλεγαν, εύγε Τιθωνέ, και τόσο που κατάφερες λίγο δεν είναι, κανείς δεν θα τον μεμφόταν αν δεν έκανε ούτε ένα βήμα παρακάτω.

          Σ΄ όλο αυτό το αξεδιάλυτο πλέγμα φόβων, επιθυμιών, ανασφαλειών κι ανομολόγητων διαψευμένων ανικανοποίητων πόθων εμφιλοχώρησε και η αμφιβολία ότι δεν είχε ερμηνεύσει σωστά τις ενδείξεις της παρούσας κατάβασης στον Άδη κι ότι πολύ απλά δεν τον ανέμενε τίποτε στο βάθος του πηγαδιού, τίποτε που θα μπορούσε να τον προστατεύσει ή να τον παρηγορήσει ή να τον αποζημιώσει, τίποτε απολύτως, ότι όδευε αμετάκλητα στην ανυπαρξία, στο θάνατο, σ’ ένα πρόωρο τάφο, και μάλιστα φτωχός και μοιραίος εθελοντής. Αλλά κι αν ακόμη έβρισκε κάτι, μήπως αυτό θα ήταν κάτι ακόμη πιο τρομαχτικό και τερατώδες από τους διώκτες του;

          Είχε την αίσθηση ότι πλάσματα με πολλά πόδια γλιστρούσαν στους τοίχους σέρνοντας μεταλλικές αποφύσεις και ξύνοντας τις επιφάνειες μ’ αυτές. Από τη μία είχε την τάση να ακουμπά τα τοιχώματα για να στηριχτεί, από την άλλη δίσταζε γιατί συχνά τα ακροδάχτυλά του άγγιζαν κάτι υγρό, μαλακό, έρπον ή μπουσουλητό, που αντιδρούσε στην αφή και τιναζόταν προς τα πίσω εκβάλλοντας απεχθές σύριγμα ή σφύριγμα. Σε κάποια φάση σκόνταψε κιόλας- αυτό έλειπε για να δέσει η μανέστρα- και κόντεψε να κουτρουβαλήσει τη σκάλα προς τα κάτω και να σπάσει το πολύτιμο φανάρι του. Ευτυχώς μία χάσκουσα γούβα, αντί να τον κάνει να παραπατήσει χειρότερα,  υποδέχτηκε σαν αγκαλιά το σώμα του και απορρόφησε τους κραδασμούς της πτώσης του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χτύπησε το καλάμι του σε κάτι σκληρό, σε προεξοχή προορισμένη ποτέ να μην αγγιχτεί.  

Σαν υπνωτισμένος συνέχισε ο Τιθωνός την κατάβαση στα άδυτα της απίθανης νεκρόπολης, που είχε ανακαλύψει, όπου είχε την εντύπωση ότι προοδευτικά οι πέτρες των τοίχων αντικαθιστώνταν από κρανία και κόκαλα ως υβριδικά οικοδομικά υλικά. Ναι, χωρίς αμφιβολία υπήρχε σειρά από κατακόμβες εκεί, καθόσον αυτές είναι πάντα αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο κάθε περιπέτειας και κάθε καθόδου στον Άρη ή στον Άδη, χειροποίητο της φαντασίας ή αχειροποίητο της φύσης. Ο ήρωάς μας εμβάθυνε και περιεργάστηκε για λίγο τις ελληνικές επιγραφές και τις ποικιλμένες παραστάσεις, που συναντούσε στους αλλεπάλληλους ορόφους των τάφων, κατερχόμενος σχεδόν δρομαίος τα διάφορα κλειστοφοβικά κελάρια, διαρθρωμένα σε αντίστοιχα αρχαιολογικά στρώματα, απορώντας πού θα τον έβγαζε επιτέλους αυτή η περιήγηση και ξεχνώντας μέσα στην φαντασμαγορία και την αδημονία της ανακάλυψης τη ντελικάτη ασθενική φύση του. Ήταν σα πήγαινε πίσω στο χρόνο διαπερνώντας σαν κάθετος ανυποχώρητος ηχοβολισμός τις διαδοχικές διαστρωματώσεις της Ιστορίας.

          Τα σκαλοπάτια στένευαν και γίνονταν όλο και πιο κακότεχνα και γλιστερά, έστριβαν προμελετημένα μαρτυρώντας σοβαρή πρόθεση, νοήμονα σχεδιασμό, αλλά και σημάδι του κατασκευαστή ότι πλησίαζε στον προορισμό του, όποιος ή ό,τι κι αν ήταν αυτός. Μάλιστα, μαζί με την πνιγηρή δυσοσμία της μούχλας και της σαπίλας οσμίστηκε και ψυχανεμίστηκε και κάτι άλλο, μία διαφορετική μυρωδιά λιβανιστηριού ή θυμιατού. «Μήπως χωθεί το ποδάρι μου σε ταρίχευμα και βαμπάκι νεκρού», συλλογίστηκε με τρόμο ο Τιθωνός, ξαναζώντας, ενσαρκώνοντας και υλοποιώντας παιδικούς εφιάλτες. «Τι μπόχα είναι αυτή;» είπε φωναχτά σαν να μπορούσε να ξορκίσει τη σύνθετη κατάστασή του με μία απλή συνοψιστική παρατήρηση. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αντιλαμβανόταν ένα διαρκές μουρμούρισμα άγνωστης προέλευσης, που έμοιαζε να έρχεται από τους ίδιους τους τοίχους, σαν σκλήρισμα, σαν θρήνος, σαν μοιρολόι, βαθύ, βομβώδες, πομπώδες, υπόκωφο, λαρυγγιστό και χωνευτικό σαν προπονητική γαργάρα μπάσου τραγουδιστή άριας. Αν ο υπαίτιος του βόμβου εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά του, είναι βέβαιο ότι θα έμενε στον τόπο από τον φόβο.

          Στη συνέχεια της καθόδου του παρατήρησε ότι σταθερά τα τοιχώματα έδειχναν πάλι να ζωντανεύουν, αυτή τη φορά όμως όχι από ευρώτα ή σαπίλα, γλοιώδη κόρυζα, σκουριά ή ερυσίβη, αλλά διότι άρχισαν πάλι να αχνοφαίνονται πάνω τους δείγματα και τεχνουργήματα πολιτισμού, λάμπες, απλίκες, αυτοφωτιζόμενη βιογέλη ή βιοζελατίνη ή βιογλοιός, πινακίδες, κατατοπιστικά βέλη και σήματα κυκλοφορίας, σιδηροτροχιές για καροτσάκια και χειράμαξες κ.λπ. Ήταν σαν να κινούνταν πάλι γοργά προς το μέλλον ο Τιθωνός.    

          Προοδευτικά, οι τάξεις των παρόντων, εργατών, υποεργατών, ανθυποεργατών (μέχρι και στην εργατική τάξη υπάρχει ιεραρχία), εποπτών, εργοδηγών, μηχανοδηγών, μηχανικών, σχεδιαστών και διευθυντών παραγωγής, γενικώς εχόντων και ασκούντων το διευθυντικό δικαίωμα βάσει κάποιου είδους νομιμοποίησης, πλήθαιναν, διότι ο Δίας είχε οχυρώσει τα έγκατα του Ολύμπου φτιάχνοντας οδοφράγματα, σήραγγες και λαγούμια, όπου εκτός των κατασκευαστικών παραγόντων, κυκλοφορούσε πολύς στρατός και δυνάμεις ασφαλείας πάνοπλες σαν αστακοί. Προς μεγάλη ανακούφιση του Τιθωνού ένα ετερόκλητο πλήθος απίθανων πλασμάτων, καταγόμενων από όλο το ηλιακό σύστημα, ξεπηδούσε από τα βάθη του πλανήτη και εκτελούσε τις καθημερινές εργασίες του με πλήρη αδιαφορία έναντι αλλήλων. Μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα μπορούσε εύκολα να ενταχθεί, να συγχωνευτεί και να περάσει απαρατήρητος, αφού προφανώς δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, ούτε καταδιωκόταν δια εισαγγελικής ή άλλης παραγγελίας ή δια δημοσίας κραυγής, γιατί βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση με τους διαφοροποιημένους αισθητήρες θα τον είχαν εντοπίσει αμέσως. Φαίνεται όμως ότι ο Δίας έσπαγε πλάκα μαζί του ή ότι ήθελε να τον σβήσει και να τον εξουθενώσει μέσω περιφρόνησης και σιωπής, να τού δείξει πόσο ασήμαντος ήταν, ώστε ακόμη και ο ίδιος να σιχαθεί τον εαυτό του και να αυτοκτονήσει.

          Υπήρχε δηλαδή σε μεγάλο βάθος μία σφύζουσα υπόγεια πόλη κάτω από τα σπηλαιώδη κατσάβραχα και τα αμφιβόλου προέλευσης πέτρινα μορφώματα ή ασβεστολιθικούς διασχηματισμούς, που ενδεχομένως να ήσαν και ερείπια προηγούμενων πολιτισμών του Άρη. Δεκάδες σερβομηχανισμοί, επικουρικοί κινητήρες και αεροστρόβιλοι διόπτριζαν, βόλιζαν, βολιδοσκοπούσαν, εξέταζαν δια μήλης, δειγματοληπτούσαν, ανέλυαν και έσκαβαν, άλλα αυτόματα μηχανήματα επισκεύαζαν, έκτιζαν και επεξέτειναν ανελέητα τον υπόγειο σταθμό, ενώ υπήρχαν και ενδιάμεσες μηχανές σ’ αυτή την απίθανη καθετοποίηση παραγωγής, όπου κλωσούσαν, επώαζαν, εξεμούσαν και εξέβραζαν οικοδομικά υλικά μετατρέποντας εύκολα τις ντόπιες πρώτες ύλες. Εδώ στα σκοτάδια του πυθμένα δεν ήταν δυνατό βέβαια να αξιοποιηθεί η ηλιακή ενέργεια κι έτσι οι μηχανές είχαν επαναπροσαρμοστεί στο θάλπος, την ενθαλπία, τα γεωθερμικά ρεύματα της γης και το συχνά υβριζόμενο, αλλά πάντα απαραίτητο πετρέλαιο. Ημιαυτόνομα τρύπανα και πειραστικές βολίδες είχαν ορύξει και σκαλίσει σήραγγες μέσα στην άμμο και στους βράχους σε τέτοιο ασύλληπτο βάθος, ώστε πολλές φορές οι αισθητήρες κατέγραφαν ακόμη και βαρυτική διαφορά!

          Ευτυχώς ο Τιθωνός στην παρούσα κατάστασή του ήταν ιδανικός για κρυπτεία και λαθραία κατασκοπεία. Δεν χρειαζόταν ούτε να φάει, ούτε να πιει, ούτε να ουρήσει, ούτε να αποπατήσει, ούτε να πλυθεί, ούτε να ξυριστεί, ούτε να κόψει τα νύχια του, γεγονός που τον καθιστούσε το πιο καθαρό ον της πλάσης. Άρα δεν χρειαζόταν να εισέλθει σε εστιατόρια ή αποχωρητήρια και να εγείρει την προσοχή. Ο ενσωματωμένος πυκνωτής και διαμοιραστής ύλης που είχε εντός του τον προστάτευε από ξεσπάσματα συναισθημάτων, ερέθιζε και ενίσχυε το πνεύμα με διεγερτικές ουσίες, ελευθέρωνε τη συνείδησή του από ανεπιθύμητα φορτία και συγκινησιακή σαβούρα, ενώ, εφόσον ήταν πλέον άφυλος και γενετήσια ανενεργός, είχε ξεμπερδέψει και με την (παρ-) ενοχλητική σεξουαλικότητα κι έτσι ένοιωθε σχετικά υγιής, δροσερός και απερίσπαστος να αφουγκραστεί τη διαίσθηση και την έμπνευση, αλλά και να σκεφτεί με μία διαύγεια και ενέργεια, που δεν θυμόταν να είχε ποτέ σε άλλη φάση της ζωής του.

          Κοντά στην κεντρική στοά είδε μία πύλη, που παρότι ερμητικά κλεισμένη, δεν μπορούσε να εμποδίσει ένα φωτεινό ιριδισμό, που έβρισκε διέξοδο από τις σχισμές, μία κόκκινη λάμψη σαν να επρόκειτο για εργαστήρι σιδερά με σφυρί που σπινθηρίζει στο αμόνι και σφυρηλατεί πυρακτωμένο μέταλλο. Προς το παρόν, ας την ονομάσουμε πύλη θησαυρού, για να αποτίσουμε και τον πρέποντα φόρο τιμής σε παραμύθια, αραβικά ή μη, από αυτές που στις παιδικές ιστορίες φυλάσσονται υπό κουλουριασμένου δράκου, όπου φρουρούνται ανεκτίμητα τιμαλφή. Μπροστά βημάτιζαν πέρα -δώθε φρουροί πάνοπλοι σαν αστακοί. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι εκεί φυλάσσονταν τα συντριπτικά και συνθλιπτικά υπερόπλα του Δία. Δεν είχε καμιά ελπίδα ο καημένος ο Τιθωνός να φέρει στην κατοχή του τα μέγιστα αυτά τρόπαια. Δεν γινόταν να παραπλανήσει ή να υπερνικήσει τόσους φύλακες, αυτά γίνονταν μόνο στις ταινίες.

          Καλά τότε τι είχε έλθει να κάνει, αναρωτήθηκε. Μη ξεχνάμε ότι η κλοπή των όπλων και η επιστράτευσή τους στο συμπαντικό γενικό αγώνα μεταξύ των δυνάμεων της φιλίας και του νείκους που διεξαγόταν εκτός ηλιακού συστήματος αποτελούσε το σχέδιο Βήτα, σε περίπτωση που η δολοφονία του Δία αποτύγχανε. Η ευαίσθητη και λεπτεπίλεπτη ψυχολογία του δεν τού επέτρεψε να μείνει στην επιφάνεια και να δει την έκβαση της μονομαχίας που είχε δρομολογήσει η Ηώ. Ήξερε όμως ότι το μόνο νόημα του άνισου και άπελπι αυτού αγώνα ήταν ο αντιπερισπασμός και ο αποπροσανατολισμός, ώστε να μπορέσει αυτός- ο Τιθωνός- να δράσει. Να δράσει και να κάνει τι;

«Αγαπημένη μου πελώρια Ηώ», σκεφτόταν «τι γυναικάρα που ήσουν»! Είχε την ευκαιρία ένας κοινός τύπος με συνηθισμένες  αναλογίες, όπως του λόγου του, να γνωρίσει τον έρωτα με μία πρακτικά τέλεια γυναίκα, ικανή σε όλους τους τομείς, μία εξαιρετική υπόσταση, που έκλεινε το αρσενικό στο κουκούλι της, το σκέπαζε και το προστάτευε, το έστεργε και το ενθάρρυνε, που ναι μεν στέρευε και απορροφούσε όλους τους χυμούς του, αλλά συνάμα η ενέργειά της διατρυπούσε, παρεισέφρεε, διαπίδυε και διηθούνταν εύκολα μέσα στη στοιβάδα του δέρματος και φόρτιζε ξανά, ολοκληρωτικά και έμπλεα, τους συσσωρευτές του οργανισμού, που προηγουμένως είχε στραγγίσει. Ήταν σαν ενεργειακό ποτό που έκανε την καρδιά να βροντάει και τους πνεύμονες να πνευστιούν, να ξεφυσούν, να ασθμαίνουν, να αγκομαχούν, αλλά τελικά να γίνονται πιεστικά φυσερά, φυσητήρες κήτους και αιολικοί ασκοί και να τα καταφέρνουν.  Ο έρωτας μαζί της ήταν άσκηση και δοκιμασία, όπου ο εραστής καλούνταν να υπερβεί τον εαυτό του και να αναδειχτεί νικητής. Αν η αμαζόνα διέκειτο ευνοϊκά προς αυτόν, αν τον αγαπούσε, αν νοιαζόταν γι’ αυτόν, τότε τον άφηνε να κερδίσει.  

Επωφελούμενος από τη γενική κοσμοσυρροή βοηθητικών και επικουρικών πλασμάτων, όλων στην υπηρεσία των θεών με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, πέρασε σφυρίζοντας αδιάφορα μπροστά από πολλές αποθήκες και διαπίστωσε ότι κάποιες είχαν μειωμένη ή και καθόλου φύλαξη. Υπήρχαν και αποθήκες χωρίς καμία ανθρώπινη επίβλεψη, όπου οι σερβομηχανισμοί δούλευαν μηχανικά, όπως λέει και τ’ όνομά τους, συγκέντρωναν, μετρούσαν και αξιολογούσαν δεδομένα, όμως μαύρη αξιολόγηση έκαναν, χωρίς να διευθύνονται και να καθοδηγούνται από κάποιο ιθύνοντα νου. Κυρίως φτυάριζαν και μετακινούσαν τεχνουργήματα ή συσκευές από κεραμίδι, σκουριασμένο μέταλλο, πράσινο νεφρίτη και ποικίλες υδραυλικές λειτουργίες. Τότε, μαζί με τη λάμπα που κρατούσε, φωτίστηκε και ο νους του από τη λάμψη μίας ξαφνικής ιδέας, στην οποία όμως θα έπρεπε να είχε καταλήξει νωρίτερα, αν δεν είχε αυτή την εξισορροπημένη πλαδαρότητα του ανδρόγυνου σώματος με τις αλληλο- εξουδετερωμένες ορμόνες. Οι μηχανικοί βραχίονες διευθετούσαν και ανακύκλωναν τιτανική τεχνολογία, την οποία πολύ απλά οι θεοί του Ολύμπου θεωρούσαν σκουπιδαριό.

Κι όμως οι εφευρέτες των τιτάνων και των ανθρώπων είχαν δημιουργήσει μερικές εξαιρετικές συσκευές. Ίσως δεν κάτεχαν την τεχνική της μικροποσοτικής κβαντικής σύζευξης και μάλιστα πολλαπλής, που οδηγούσε στην ακαριαία διαστημική παράλλαξη ή στη διακτίνιση ή να μην διέθεταν τις διεστραμμένες πυρηνικές και θερμοβαρικές βόμβες του Δία, αλλά είχαν αναπτύξει κυβερνο-οργανισμούς (κύβοργ), που είχαν τη δυνατότητα να εργάζονται σε κενό αέρος. Το μεγαλύτερό τους επίτευγμα βέβαια ήσαν οι καταστερισμοί, όπως θα δούμε στον επόμενο τόμο με υβριδική ενέργεια αντλούμενη από την αχλή των μύθων, τη δύναμη των αφηγήσεων και την αρχή της Δημιουργίας, όμως είχαν συναίσθηση ότι εκτός του κόσμου, που δημιουργούσαν με αντικατοπτρισμό του δικού τους υποκειμένου, υπάρχει και εξωτερικό σύμπαν, ίσως κατοπτριζόμενο από άλλα υποκείμενα και για το λόγο αυτό είχαν φτιάξει και κυβερνο-οργανισμούς, που θα μπορούσαν να δουλεύουν σε ένα τέτοιο ανάερο περιβάλλον.              

Με τη ρομποτική έχτιζαν απλά από την αρχή ένα νέο σώμα με μηχανικά τμήματα το οποίο επικοινωνούσε μέσω καλωδίων με το μυαλό του αντίστοιχου κτήτορα, συντηρούμενο πλέον μέσα σε φορμόλη μετά την απόσβεση του φυσικού του σώματος. Το δύσκολο είναι βέβαια ότι κανένας δεν δεχόταν να διευθύνει ένα άβαταρ, μία ενσάρκωση, μία καθοδική πλαγγόνα, ζώντας ο ίδιος σε ένα κουβά γεμάτο θρεπτικούς χυμούς, μόνο ετοιμοθάνατοι ή βαριά ανάπηροι συμφωνούσαν να παρατείνουν μ’ αυτό τον τρόπο την ύπαρξή τους κι έτσι γίνονταν και μ’ αυτό τον τρόπο άτομα με ειδικές δεξιότητες. Ο Τιθωνός ήξερε ότι οι κυβερνο-οργανισμοί ήσαν πολύ ισχυρά όπλα παρά την υποτίμηση των τιτάνων, ιδίως αν είχαν σύνδεση και με ησιόδειο άροτρο, περί του οποίου κατωτέρω.

Τελικά βρέθηκε μπροστά σ’ ένα χαμηλό άνοιγμα για σκυμμένους ή πυγμαίους. Τότε ο ήρωάς μας ευαρεστήθηκε να σκύψει, παρότι δεν συνήθιζε τόσο απότομες και κουραστικές κινήσεις, και να διαβεί το κατώφλι της διαφαινόμενης κοιλότητας. Τον υποδέχτηκε καταρχάς ένα σιωπηλό κενό κ.λπ., κ.λπ., και όταν η λάμπα έβαλε τα δυνατά της και τα μάτια του συνήθισαν, είδε ότι ο χώρος δεν ήταν μεγαλύτερος από τον πάτο ενός πηγαδιού. Είδε ότι υπήρχε στο βάθος ένα είδος βωμού ή αγίας τράπεζας, που ήταν γεμάτο με χρυσές και ξύλινες κύλικες, κηροπήγια και άλλα μπιχλιμπίδια.

          Αυτό όμως, που βρισκόταν λίγο παραπέρα, πρόσθεσε εύκολα – αβίαστα και τον εμετό στις δοκιμασίες του πρώτου τρομοκράτη της Ιστορίας. Από εδώ σίγουρα προερχόταν η οσμή της σήψης, που είχε οσφρανθεί λίγο πριν, και φαίνεται ότι στο διάστημα τόσων ετών είχε το χρόνο να εγκαταλείψει σιγά-σιγά την πηγή της και να αναληφθεί στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας ή τουλάχιστον γινόταν κατά διαλείμματα και διακεκομμένα αισθητή.

          Ήταν ένας εγκέφαλος ολότελα γυμνός, ελεύθερος σώματος και κρανίου και επιπλέον σάπιος, που συνδεόταν με διάφορες απολήξεις και ποικίλα όργανα, ώστε προφανώς να εξασφαλίζονται οι λειτουργίες του, ενόσω ζούσε. Ο Τιθωνός ερεύνησε και μελέτησε για πολλή ώρα τις εκβολάδες και παραφυάδες αυτές προσπαθώντας να μαντέψει τη σημασία τους. Ο νους του ήταν από εκείνους, που καλπάζουν πέρα από την εποχή τους και συνήγαγε ότι οι συνδέσεις ήσαν: οπτικές και ανιχνευτικές συσκευές, δίαυλοι για χημικές αισθήσεις (οσμή, γεύση), συλληπτήρια όργανα και αισθητήρια αφής, μεγάφωνα και ακουστικά επικοινωνίας, δείκτες που μετρούσαν θερμότητα και ακτινοβολία, ακόμα πιο λεπτές χορδές για μέτρηση άλλων πιο φευγαλέων μεγεθών, ίσως ταχύτητας, ίσως βαρύτητας, αγωγοί για τη συντήρηση του   εγκεφάλου με θρεπτικούς οπούς, πομποδέκτες καταγραφής επιβλαβών ερεθισμάτων, πόνου δηλαδή, σκαπτικά εργαλεία, θώρακες προστασίας και βέβαια όπλα βαριά όπλα αγχέμαχα και βαλλιστικά. Επρόκειτο για μηχανή του πολέμου πολύ υψηλής τεχνολογίας, δύσκολο να αντιμετωπιστεί, πόσο μάλλον να νικηθεί. Ο εγκέφαλος ήταν σαν να είχε μουμιοποιηθεί, όμως ήταν βέβαιο ότι με την κατάλληλη αναζωογονητική τεχνική και τη σύνδεσή του σε παροχή ενέργειας και διοχέτευσης χυμών θα μπορούσε να ξαναλειτουργήσει.

        Περαιτέρω, χωμένο και σφηνωμένο μέσα στα σωθικά του αλλόκοτου αυτού οργανισμού ήταν ένα ησιόδειο άροτρο, κοινώς αλέτρι ή ξυλάλετρο, με το κλασικό προτεταμένο υνί του, αλλά και ένα κάτοπτρο στο πάνω μέρος του. Μια πιο προσεκτική κι επισταμένη ματιά έδειχνε ότι δεν υστερούσε σε τίποτε από τεχνολογική σκοπιά έναντι του «κύβοργ», όπως θα τον ονομάζαμε με σημερινή ορολογία. Ο Τιθωνός θυμήθηκε ότι τέτοια περίπλοκα αντικείμενα, αποκαλούμενα συλλήβδην «συνθετιστές» κάτεχαν  οι πολύ δυνατοί παγκόσμιοι μύστες, που διακινούσαν το κοσμικό μήνυμα για τη μάχη μεταξύ Προμηθέων του ανθρώπου και Επιμηθέων των βασιλέων. Τούτο το ησιόδειο άροτρο συγκαταλεγόταν στα εξόχως πρωτότυπα και αντισυμβατικά  όργανά του, και ο ίδιος ο εφευρέτης του το αποκαλούσε «μεσοσκόπιο», κατάλληλο για περιαύγαση, επισκόπηση και ανίχνευση ενδιάμεσων χώρων ή επιπέδων πραγματικότητας με διαφορετικές τάξεις μεγέθους. Αυτό, όταν βολιδοσκοπούσε τα διάφορα στάδια του απείρως μικρού σε σχέση πάντα με την κλίμακα του παρατηρητή, λεγόταν «ενδοσκόπιο»  Εφόσον όμως με αφετηρία κάποια μεσαία κλίμακα σκόπευε, στόχευε και ορμάτο προς τα πάνω,  μπορούσε να μετατραπεί σε «περισκόπιο». Το όργανο αποκαλούνταν συνολικά «μεσοσκόπιο», άλλωστε είχε να κάνει με βυθοσκόπηση, βολίδα, δοκιμαστική ανιχνευτική συσκευή ή καταπειρατηρία βολή. Ήταν συνθετιστής ή διαπεραστής στοιβάδων πρωτότυπης εμπνεύσεως, που επέτρεπε την διέλευση μέσω επιπέδων πραγματικότητας από το μικρόκοσμο στο μακρόκοσμο και αντιστρόφως και φώτιζε άπλετα τα αλλεπάλληλα στρώματα. Έτσι, η όραση μπορούσε να δει φαινόμενα ενδιάμεσου βεληνεκούς, διάφορα στάδια μεσαίας κλίμακας,  πράγματα ασύλληπτα για τ’ ανθρώπινο μάτι. Με δεδομένο ότι, όπως δίδασκε ο Αρχιμήδης, κάθε κάτοπτρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως όπλο, το μεσοσκόπιο μέσω σύνδεσης με στόχαστρο ήταν σε θέση να εξαπολύσει ακτίνες και να ανταποδώσει πυρ, εστιάζοντας, επικεντρώνοντας  και ενισχύοντας την ενέργεια των κβαντικών κυμάτων. Ανάλογα με την ενέργεια που είχε το ησιόδειο άροτρο είχε τη δυνατότητα να ανατροφοδοτείται, να μεταβάλλεται σε πραγματικό αεικίνητον και να εκτείνει το ίχνος του υνίου του ως μονοκυτταρική νηματώδης πυρακτωμένη ίνα μέχρι το τέλος του χώρου διαιρώντας και σχίζοντας, κόβοντας και τέμνοντας, ψαλιδίζοντας και ξύνοντας, χαράσσοντας και διχοτομώντας.     

          Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μία συσκευή ελευθέρων ανθρώπων, φτιαγμένο για τη δική τους εξυπηρέτηση, αντί να είναι ο άνθρωπος υποδουλωμένο μέσον για την επίτευξη αλλότριων στόχων, για την επικράτηση ξένων προς αυτόν θρησκειών και δεσποτειών ή άλλων εξίσου απάνθρωπων αυτοσκοπών. Σε τελευταία ανάλυση, σκέφτηκε ο Τιθωνός, αυτή είναι η μόνη μάχη, τούτος είναι ο αιώνιος, ο διαρκής αγώνας, η αντιπαράθεση μεταξύ του ανθρώπινου λογικού και των θεσμών από τη μια και των θρησκειών, δεσποτειών και καισαροπαπισμών από την άλλη. Οι θρησκείες και οι τυραννίες ζεύουν στο άρμα τους αδιακρίτως τον άνθρωπο ως μέσο για την επικράτηση τίνος; Του προπαγανδιζόμενου από αυτές θεού ή άρχοντα, ψεύτικου θεού που φιλοδοξεί να γίνει ηγεμόνας ή φιλόδοξου ηγεμόνα που παριστάνει το θεό.

            Δίπλα σ’ αυτό το αποτρόπαιο τρόπαιο ο ποιητής ψαχούλεψε ένα μεγάλο δερμάτινο σάκο, κλεισμένο με περίπλοκους ναυτικούς κόμπους. Το άνοιξε και ανέσυρε μία μαρμάρινη πλάκα, με το εξής περιεχόμενο:

          «Εγγελαστήι Εχετλαίω Εχεκλεί ανατίθεμεν». Κι από κάτω το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν».

          Η αναφορά ήταν για τη μάχη του Μαραθώνα, όπου όλες οι προστριβές και συγκρούσεις της Ιστορίας συγκλίνουν και όλοι οι ήρωες των εποχών συρρέουν, η πιο καθοριστική αναμέτρηση από καταβολής κόσμου, διότι συνεπεία αυτής προέκυψε αυτό που λέμε δυτικός πολιτισμός, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, νεωτερικότητα ή όπως θέλει κανείς να ονομάσει τον μοναδικό πολιτισμό, που ανέτειλε και αναπτύχθηκε σε αυτή τη Γη, χωρίς να υποτιμούμε και τις επιμέρους παραλλαγές, αποχρώσεις, τροποποιήσεις, πρώτες ή ύστερες εκφάνσεις του.  Ο Τζων Στιούαρτ Μιλ έχει δηλώσει ότι «η μάχη του Μαραθώνα, ως γεγονός που επηρεάζει τη βρετανική ιστορία, είναι πιο σημαντική από τη μάχη του Χάστινγκς» και σίγουρα υπήρξε αφάνταστα πιο επιδραστική σε σχέση με όλες τις άλλες μάχες των εθνών, που μπροστά της δεν είναι παρά τοπικά γεγονότα περιορισμένου βεληνεκούς.

Αυτόματα και αιφνιδιαστικά αναδύθηκαν στο νου του Τιθωνού και προβλήθηκαν σαν ταινία εφηβικά αναγνώσματα, σε περιόδους μαθητείας, όχι δημιουργίας. Θυμήθηκε την αφήγηση του Παυσανία. «…Λέγουν επίσης πως έτυχε να είναι παρών στη μάχη ένας άνδρας με παλαιική εμφάνιση κι ενδύματα. Σκοτώνοντας πολλούς από τους ξένους με μία φονική συσκευή, εξαφανίστηκε μετά τη μάχη. Οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να τον βρουν πουθενά. Σαν ρώτησαν το μαντείο, ο θεός απλά τους έδωσε την εντολή να λατρεύουν τον Εχετλαίο ως ήρωα με την «εχέτλη» ή άροτρο. Θεωρήθηκε ως τεκμήριο της θεϊκής παρέμβασης κατά την αναμέτρηση, που περιλάμβανε τις εμφανίσεις υπερφυσικών προσώπων, όπως η Αθηνά και ο Ηρακλής στο πεδίο της μάχης. Γι’ αυτό και οι νικητές ανήγειραν προς τιμή του μνημείο με λευκό μάρμαρο. Ωστόσο δεν βρέθηκαν ίχνη του ούτε στον τύμβο των ηρώων ούτε ανάμεσα στους πεσόντες Πέρσες. Αν και βεβαιώνουν πως τούς έθαψαν και αυτούς, γιατί σε κάθε περίσταση ο θείος νόμος εντέλλεται πως το νεκρό σώμα θα πρέπει να θάβεται κάτω από τη γη, δεν κατέστη δυνατόν να ανιχνεύσω πού έχει ενταφιαστεί. Μήτε υπήρχε τύμβος ή άλλο χνάρι φανερό, καθώς πολλοί νεκροί εκ των ενόντων μάλλον πετάχτηκαν σε κάποιο χαντάκι…».

Ο Ηρόδοτος δίνει μια άλλη διάσταση στον άγνωστο αυτόν πολεμιστή και το όπλο του. Αφού περιγράφει λοιπόν ότι στην μάχη του Μαραθώνα σκοτώθηκαν 6.400 Πέρσες και 192 Αθηναίοι, αναφέρει ότι κατά την διάρκεια της συγκρούσεως συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, ενώ αγωνιζόταν γενναία στήθος με στήθος, ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου. Συνεχίζοντας ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο – όπως τού φάνηκε εκείνη τη στιγμή- οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε! Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.

Στην εικόνα του Πάναινου, αδελφού του Φειδία, ευρισκόμενη στην Ποικίλη Στοά, που οικοδομήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία αγορά της Αθήνας, απεικονιζόταν και ο Έχετλος ανάμεσα στους ήρωες της μάχης του Μαραθώνα σαν τον πολέμαρχο Καλλίμαχο και τον Μιλτιάδη. Η Ποικίλη Στοά ήταν από τα διάσημα αξιοθέατα της αρχαίας Ελλάδας λόγω των εικόνων και των λαφύρων της. Το μυθικό στάτους του Έχετλου αποδεικνύεται από τη συμπερίληψή του στον πίνακα, που παριστάνει επίσης την Αθηνά, τον Ηρακλή και αττικούς θρύλους σαν τον Θησέα, δείγμα της υψηλής πίστης των Ελλήνων της περιόδου στους ήρωες, οι οποίοι  θεωρούνταν ικανοί να επανέρχονται στη ζωή όχι μόνον εσχατολογικά, στις άχρονες παραδείσιες κατοικίες τους, αλλά και στον εκάστοτε παρόντα χρόνο. Τέτοιες σποραδικές εμφανίσεις λέγονταν επιφάνειες, διαυγαστικά, προφητικά και μαντικά φαινόμενα, που οι εμπόλεμοι επικαλούνταν συχνά κατά τη διάρκεια των μαχών.  

          Το τιμώμενο πρόσωπο της επιγραφής ήταν κάποιος, του οποίου το περίεργο όνομα προσπάθησαν με ονομασίες κλιμακωτής σαφήνειας «Εγγελαστήι Εχετλέω Εχεκλεί» και διαδοχικούς κατά προσέγγιση βαθμούς επιτυχίας να αποδώσουν οι Έλληνες, όπως ταίριαζε και στην επιστημολογία τους, που οδηγούσε προοδευτικά από το πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο. Θα ήταν σίγουρα ένας μεγάλος μύστης, στον οποίο θα έπρεπε ο Τιθωνός να παραδώσει και πάλι αυτό το τιμημένο όπλο. Ένοιωθε προορισμένος να ξαναδώσει αυτό το σύνολο των ανίκητων αρμάτων σ’ αυτόν τον μεγάλο διαχρονικό πολεμιστή του φωτός, που σίγουρα θα βρισκόταν κάπου σε θέση μάχης στο συμπαντικό συνεχές, είτε ο ίδιος είτε κάποιος που θα ήταν σαν κι αυτόν.  

          «Μετέχω κι εγώ σ’ όλα αυτά, γιατί τα υμνώ, γιατί τα μελετώ, γιατί τα αγαπώ, γιατί έχω κριτήρια, γιατί είμαι υπέρ των ανθρώπων, που πολέμησαν και πολεμούν τους δεσπότες και τις θρησκείες», είπε για να εμπεδώσει τα μετέωρα αιωρούμενα διδάγματα ο Τιθωνός. «Και θα είμαι πάντα εδώ για να κρίνω και να κρίνομαι, γιατί όπως ο κόσμος αυτός είναι διηνεκής, έτσι είναι αιώνιο και εκείνο που τον αντικρίζει μέσα από τα δυο του μάτια: Ό,τι βλέπουμε λογοδοτεί και απολογείται διαρκώς σ’ αυτό που καθορά, αλλά και αντίστροφα».

          Σκέφτηκε με φρίκη ότι πιθανόν κάποιος να κατέβαινε στα υπόγεια του  Ολύμπου και να αντίκριζε όλα αυτά, τα ικανά να κάνουν το νου του ανθρώπου να σαλέψει! Σίγουρα τα θεϊκά μηνύματα και οι υπερφυσικές αποκαλύψεις, ως αιώνιες παρακαταθήκες του Τυρταίου, ως επιστολές μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, ως αφρόκρεμα, απαύγασμα, προορίζονταν μόνο για όσους μπορούσαν να τα αντέξουν. Και να διηγούνταν τις μυστηριακές παμπάλαιες- καινές γραφές, κανείς δεν θα τον πίστευε, τούτες γίνονται αποδεκτές, μόνο όταν προβάλλονται στο πλαίσιο της ποιητικής έμπνευσης, σαν να ήταν το πνεύμα κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την ύλη.

          Ποιος θα πίστευε ότι το ίδιο το όπλο σκιρτούσε να επιστρέψει στο χρήστη του, στο αφεντικό του, στον πεφωτισμένο κατασκευαστή του; Ποιος θα πίστευε ότι το ίδιο το όπλο ριγούσε και αγωνιούσε και σαν να έψαχνε κάποια υποδοχή ρεύματος, τερματικό καλωδιώσεως ή κάποια πηγή δυνάμεως για να συνδεθεί, να άρει τη νέκρωση και τον παροπλισμό του και να τεθεί πάλι σε λειτουργία; Κι όμως εκεί που το μακάβριο αυτό σύνολο κυβερνο- οργανισμού και ησιόδειου αρότρου φαινόταν νεκρό, κάπου στην άκρη του υνιού αχνοφέγγιζε ένα ενεργειακό τρέμουλο, μία πυρώδης άλως, μία σπίθα, όπως όταν χτυπάει χαλύβδινο έλασμα σε πυρόλιθο και ανάβει η ίσκα.  

          Βέβαια, ο όλος συνθετιστής, αποτελούμενος από τον κυβερνο-οργανισμό και το ησιόδειο άροτρο, ήταν πολύ βαρύς για να τον μεταφέρει, άλλωστε δεν είχε πού τον πάει, ούτε άλλωστε είχε και μέθοδο διαφυγής από τον Άρη αυτή τη στιγμή. Μια και ποτέ δεν είχε πρακτική φλέβα, όλα τα ανακύπτοντα ερωτήματα αποκτούσαν θεωρητική χροιά και γίνονταν υποθετικός λόγος. Αν θα έπρεπε να διαλέξει ένα όπλο, ποιο θα ήταν αυτό; Και ποια θα ήταν άραγε η καλύτερη μέθοδος για να το μεταφέρει; Αν θα είχε τη δυνατότητα να το μεταφέρει, πού θα το έκρυβε; Και αν μπορούσε κάπου να το κρύψει, πώς θα γινόταν να το βγάλει από τον πλανήτη και να το παραδώσει σε κάποιους που θα ήσαν σε θέση να το αξιοποιήσουν; Η προφανής απάντηση ήταν ότι ο Τιθωνός δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τα μέσα να πετύχει τίποτε από τα παραπάνω. Κι όμως η αφέντρα του η Ηώ είχε θυσιαστεί γι’ αυτόν, δεν είναι νοητό να δεχθούμε ότι έκανε απλώς ένα απονενοημένο διάβημα για να έχει η ίδια έναν τιμημένο θάνατο, ένα τέλος όπως τής άξιζε, διότι δεν ήταν ούτε τόσο ματαιόδοξη, ούτε τόσο απελπισμένη. Είχε τραβήξει πάνω της όλους τους κεραυνούς του Δία γιατί πίστευε ότι ο Τιθωνός θα έβρισκε μία ευκαιρία, θα εκμεταλλευόταν μία ευτυχή συγκυρία και θα την έβγαζε ασπροπρόσωπη, θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της, δίνοντας ταυτόχρονα στο θάνατό της, όχι μόνο αξία- αυτή την είχε από μόνος του-, αλλά νόημα και σκοπό, προοπτική και ένταξη σε ένα σχέδιο.    

Ο Τιθωνός συνέχισε την περιπλάνηση στα έγκατα του Άρη, της γης, της αφήγησης, εκεί που πάντα καταφεύγει η λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας σε όλες τις άδειες ή πολυσύχναστες αίθουσες με την γνωστή του αοκνία και φιλοπονία, που πλέον τού επιβαλλόταν και από την υβριδική κατάστασή του. «Εύκλειαν έλαβον ουκ άνευ πολλών πόνων» τού ψιθύριζε ο Ευριπίδης, «φιλεί δε τω κάμνοντι συσπεύδειν θεός»[136] του μουρμούριζε ο Αισχύλος.

Κυρίως αναζητούσε και εξερευνούσε τα μη φυλασσόμενα μέρη. «Τα μη φυλασσόμενα μέρη είναι η επικράτειά μου», επαναλάμβανε στον εαυτό του. Ίσως ένας από τους λόγους, για τους οποίους είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εύνοια της μεγάλης Ηούς ήταν η περίεργη αντισυμβατική σκέψη του. Θεωρούσε ότι ακόμη και σήμερα η Ηώ θα συνέχιζε να είναι περήφανη γι’ αυτό του το χαρακτηριστικό και θα συνέχιζε να τον προτρέπει να σκέφτεται πρωτότυπα και εναλλακτικά. Η Ηώ, η Ηώ, φτάνει πια, δεν μπορούσε να τη μελετά άλλο. Ήταν αυτή που ήταν, μία ηρωίδα, αλλά τώρα πια ήταν νεκρή κι έπρεπε να την ξεχάσει, έστω προσωρινά, έστω μονάχα κατά το ωράριο εργασίας του, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή. «Ώ πότνια λήθη των κακών, ώς εί σοφή, και τοις δυστυχούσι ευκταία θεός»,[137] θα σχολίαζε ο Ευριπίδης, αλλά αυτό που θα έπρεπε ίσως να κάνει, θα ήταν να ακολουθήσει την επιστημονική άποψη του Αριστοτέλη ότι «την δε κατοχήν των φαντασμάτων μνήμην επονομάζεσθαι, την δ’ αναπόλησιν τούτων ανάμνησιν».[138] Να κρατήσει για πάντα τη μνήμη, να μπλοκάρει την ανάμνηση.

Άκου, βλέπε, σώπα, σκέφτηκε ο Τιθωνός. «Ζήνων (ο Κιτιεύς) προς τον πλείω λαλείν θέλοντα ή ακούειν νεανία – νεανίσκε,- είπεν- η φύσις ημίν γλώτταν μεν μίαν, δύο δε ώτα παρέσχεν, ίνα διπλασίονα ών λέγομεν, ακούωμεν».[139] Σε κάποια μη φυλασσόμενη αίθουσα λοιπόν είδε κάποιους θαλάμους, κάδους ή κύστεις που έμοιαζαν αντιστοίχως με κυλίνδρους διακτίνισης, λάρνακες αναζωογόνησης ή ιατρικές θερμοκοιτίδες, μιλάμε δηλαδή για πολύ υψηλή τεχνολογία των θεών. Ενώ όμως επρόκειτο για εξοπλισμό προδήλως εξεζητημένο και δυσεύρετο, έμοιαζε παρατημένος, ρυπαρός και βρώμικος.  Και πώς να μην είναι βρώμικος, αφού κατά διαστήματα κάποιοι εργάτες έφερναν μέσα στην αίθουσα καρότσια με λάσπη, οικοδομικά υλικά, «λίθους και πλίθους και κεράμους ατάκτως ερριμμένους», αλλά και άλλα άχρηστα αποσβεσμένα αντικείμενα, οξειδωμένα μέταλλα, παλιοσίδερα και σκουπίδια μάλλον τιτανικής προέλευσης και τα έριχναν μέσα στους θαλάμους σαν να ήσαν κάλαθοι απορριμμάτων. Το αξιοπερίεργο όμως ήταν ότι αυτά τα υλικά αμέσως ή εντός ολίγου, αργά ή γρήγορα εξαφανίζονταν με μία απόκοσμη γαλάζια λάμψη! Εδώ σίγουρα κάτι αξιοσημείωτο όσο και περίεργο συνέβαινε και θα άξιζε κάποιος να αφιερώσει φαιά ουσία για να το εξιχνιάσει.   

Κάθισε λοιπόν ο Τιθωνός ολόκληρα μερόνυχτα σε μία κόγχη του τοίχου ή στο βάθρο ενός αγάλματος ή στη μαρκίζα μίας προθήκης ή στο περβάζι ενός παραθύρου ρε αδελφέ- γιατί να γίνεται η συγγραφή τόσο δύσκολη- και συλλογιζόταν. Άλλωστε είχε άφθονο καιρό, ακόμη και χρόνια θα μπορούσε να αφιερώσει εδώ δεδομένης της αθανασίας του. Δύναται άραγε κάποιος να λύσει με την απλή σκέψη όσα οι πρακτικοί άνθρωποι έλυναν με υλικές και συνήθως βίαιες ενέργειες;  Με τη δύναμη του νου τα απόντα γίνονται παρόντα, έλεγε ο Παρμενίδης.[140]

Σκέψου, σκέψου, σκεφτόταν. Συλλογίσου, συλλογίσου, συλλογιζόταν. Γιατί εξαφανίζουν τα σκουπίδια αντί να τα πετούν σε καμιά χωματερή, μήπως είναι οικολόγοι; Ακόμη και οι οικολόγοι θα είχαν βρει φτηνότερη λύση από αυτές τις πολυτελείς, ενεργοβόρες και κοστοβόρες συσκευές, αν ήθελαν να εξαλείψουν τα απορρίμματα. Ίσως πάλι δεν επρόκειτο για εξάλειψη, αλλά για μεταφορά σε κάποιο σκουπιδότοπο στις παρυφές του ηλιακού συστήματος. Αλλά και πάλι πολύ πιο πρακτική λύση θα ήταν ειδικά για τους Ολύμπιους, που δεν φημίζονταν για τη πρόνοια, τη φροντίδα κι τη μέριμνα έναντι άλλων λαών, να επιστρατεύσουν τίποτα διαστημικές μαούνες ή σαραβαλιασμένα φορτηγά, ώστε να στείλουν τα ανεπιθύμητα απόβλητα σε κοντινή απόσταση, πολύ απλά στον κήπο ή στην αυλή του αλλουνού.

Τη λύση τη βρήκε πολύ αργότερα εφαρμόζοντας όλους τους κανόνες της επαγωγικής, αναγωγικής και παραγωγικής λογικής. Διαπίστωσε ότι για την αγαπημένη του μη φυλασσόμενη αίθουσα υπήρχε και αντίστοιχη φυλασσόμενη, όπου αφικνούνταν διαρκώς με παράλλαξη ή τηλεμεταφορά στρατιώτες του Δία. Παρατήρησε,  μέτρησε και μελέτησε τις ώρες άφιξης σαν να ήταν ελεγκτής αεροδρομίου με μία κοπιώδη έρευνα και επαλήθευση, που τού πήρε άλλον ένα χρόνο περίπου από την ατέρμονη ζωή του, ώστε να είναι βέβαιος για τα συμπεράσματά του. Ε λοιπόν η άφιξη των στρατιωτών ή – όπερ και το αυτό- η φόρτωση και εμφάνισή τους στο θάλαμο διακτίνισης – παράλλαξης συνέπιπτε χρονικά με την εξαφάνιση των υλικών από τους μη φυλασσόμενους εκφορτωτικούς θαλάμους. Κάθε εμφάνιση στις αφίξεις συνεπαγόταν εξαφάνιση στις αναχωρήσεις. Συμπέρασμα: Γινόταν ανταλλαγή ύλης ανάμεσα σε δύο τόπους. Για κάθε στρατιώτη που ερχόταν στον Άρη, αντίστοιχη ύλη αναχωρούσε για κάπου αλλού, για πού κανείς δεν ήξερε.

          Γιατί γινόταν η ανταλλαγή της ύλης; Άλλο στάδιο σκέψεως λαμπρόν. Ενδεχομένως είχε να κάνει με το ότι οι Ολύμπιοι ήσαν πλάσματα από άλλη διάσταση και η ύλη τους είχε διαφορετική κβαντική υπογραφή. Ήταν παρεμφερής με τη δική μας, γι’ αυτό μπορούσε να συνυπάρξει μαζί της σε καθεστώς αμοιβαίας ανοχής ως συμβατή, πλην όμως δεν ήταν δυνατόν να προστεθεί σ’ αυτήν, παρά μόνο να χωρέσει στον κόσμο μας αντικαθιστώντας κάποιο ποσό υλοενέργειας, που θα έπρεπε να απορριφθεί, να εξοβελιστεί από το δικό μας συνεχές. Συνεπώς η ανταλλαγή εξασφάλιζε την ισορροπία της ύλης μεταξύ των διαστάσεων, οι οποίες τελούσαν σε σχέση συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ τους.      

          Πώς θα ηδύνατο ο Τιθωνός να εκμεταλλευτεί αυτή την περίσταση; Ήταν αδύνατο να μάθει πού μετέφερε η διακτίνιση τα άχρηστα υλικά. Στο εξωτερικό διάστημα σίγουρα όχι, στο βαθμό που αυτό περιλαμβάνεται στα όρια της δικής μας διάστασης, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν δώρον- άδωρον. Τότε ίσως σε κάποια χωματερή της διάστασης των Ολυμπίων, σε κάποια τοποθεσία, τα χαρακτηριστικά της οποίας ήταν αδύνατο να προβλεφθούν ή να υποτεθούν. Θα υπήρχε εκεί οξυγόνο διαθέσιμο; Ακόμη και να μην υπήρχε, ο Τιθωνός ως αθάνατος κατά το κοινώς λεγόμενον «δεν μασούσε». Ίσως προς στιγμή να ένοιωθε ότι πνίγεται, όμως η εντύπωση αυτή γοργά θα περνούσε και ο φίλος μας ακάθεκτος ξανά προς τη δόξα θα τραβούσε. Θεωρητικά βέβαια υπήρχε η πιθανότητα τα εν λόγω υλικά να οδηγούνταν σε ένα είδος υδραυλικής πρέσας και να γίνονταν χαλκομανία για κάθε είδος μελλοντικής χρήσης, οπότε και ο περί ού μοναδικός εναπομείνας ηρωάς μας θα συνθλιβόταν σε λεπτό φύλλο βιολογικής μάζας σαν χαρτί εκτύπωσης εφημερίδας, αν επέλεγε να εισχωρήσει μέσα σ’ ένα θάλαμο τηλεμεταφοράς με προορισμό τα κουτουρού.

Όμως για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τι την ήθελε τη ζωή και μάλιστα την αιώνια ζωή ο Τιθωνός χωρίς τη μόνη γυναίκα που στάθηκε ικανή να τον αγαπήσει, την Ηώ, έτσι παραμορφωμένος, σε βαθμό που, αν κάποιος ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα, θα έπρεπε πρώτα να αποβάλει δέκα στρώματα προκατάληψης, αηδίας και απέχθειας: Όπως ξέρουμε, η ορμή προς κοινωνία, αλλά και η γενετήσια ορμή είναι πολύ πιο έντονη ακόμη και από την ορμή προς αυτοσυντήρηση. Πέραν τούτου, αυτή η αποστολή θα έπρεπε να έχει κάποια έκβαση, κάποιο τελικό αποτέλεσμα, έστω κι αυτό θα ήταν ο θάνατος όλων των συμμετεχόντων. Αν καθόταν και περίμενε εδώ στον αιώνα τον άπαντα μέχρι να τον ανακαλύψουν οι επόμενες γενιές αστροναυτών, θα ερχόταν κάθε μέρα το φάντασμα της Ηούς, όπως το φάντασμα του Δαρείου εμφανιζόταν στην Άτοσσα, και θα τον επέπληττε καθημερινά, θα τον επέκρινε, θα τον έψεγε, θα τον επιτιμούσε, κατσάδιαζε, μάλωνε, σιχτίριζε, όπως θέλετε πέστε το. Θα τού έλεγε τι περιμένεις εδώ; Τι είδους διαίσθηση, τι τύπο έμπνευσης και ποίου άραγε την επιφοίτηση; Επίσης θα τον διαβεβαίωνε ρητά ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις σε οποιοδήποτε εγχείρημα του ανθρώπου, η διακύβευση και η διακινδύνευση παραμονεύει σε κάθε γωνία. Θα τού προέβαλε το ρητό του Μένανδρου «αλωτά γίγνετ’ επιμελεία και πόνω άπαντα»[141] και το ρητό του Σοφοκλή «το ζητούμενον αλωτόν, εκφεύγει δε τ’ αμελούμενον».[142]        

          Τελικά, κάποια μέρα από τις πολλές, από τις αμέτρητες, το πήρε απόφαση. Μια και δυο φορτώθηκε το ησιόδειο άροτρο και χωρίς να τραβήξει και πολλά αδιάκριτα ή περίεργα βλέμματα το κουβάλησε ως έναν από τους θαλάμους παράλλαξης και το έβαλε μέσα, μπήκε και ο ίδιος εντός, καμουφλαρίστηκε με λίγη σκόνη και με λίγη λάσπη (παραλλαγή εντός παράλλαξης) και περίμενε μοιρολατρικά να έλθει η ώρα της επόμενης τηλεμεταφοράς.

          Και η γαλάζια λάμψη του πεδίου παράλλαξης ήλθε! Μέσα από πολλές παρεκκλίσεις, κλίσεις, αναδιευθύνσεις και εκτροχιασμούς, αφού επρόκειτο όχι για μία, αλλά για πολλές διαδοχικές τηλεμεταφορές το υποδιαστημικό ταξίδι του Τιθωνού ξεκίνησε. Διαμέσου πολλών σημείων η τεθλασμένη γραμμή διακτίνισης βρήκε τρόπο και ευκαιρία να περάσει από μικρές και μεγάλες παραλλάξεις, κενά και διακυμάνσεις ανάμεσα σε ενεργειακά αράχνια διανήματα, πλέγματα και κλώσματα, διακλαδώσεις και διογκώσεις του χώρου και του χρόνου, που δεν είχαν καμία σχέση με τους συνήθεις δρόμους μεταφοράς. Έτσι εστάλησαν σε άγνωστο προορισμό τα δύο ταχυδρομικά δέματα δεδομένων, ένα εκ των οποίων ήταν ο Τιθωνός με τις αισθήσεις του αμβλείες και τις σκέψεις του αδρανείς, ενώ το άλλο ήταν ο κυβερνο-οργανισμός και το άροτρό του, όπου κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το ενσωματωμένο και ποιο το ενσωματούν, ποιο το περιλαμβάνον και ποιο το περιλαμβανόμενο. Και ποιος ξέρει αν στη διαδρομή, δεν συνοψίστηκαν μαζί με άλλες δέσμες στοιχείων  και δεν εντάχθηκαν σε άλλα πακέτα μεταφοράς, που εκπροσωπούσαν στρατιώτες ή υλικά και διέσχιζαν το διάστημα καθοδηγούμενα από παλμούς, σήματα και ανύσματα κατεύθυνσης. Στις θέσεις διασύνδεσης η παράλλαξη άλλαζε γωνία και τροχιά, περνώντας μέσα από διηθητήρια και διυλίσματα υψηλής ευκρίνειας και ποικίλης χρησιμότητας, συχνά απομακρύνοντας τους ταξιδιώτες από τον προορισμό τους, αλλά εντέλει επαναφέροντάς τους στην προγραμματισμένη -προκαθορισμένη πορεία. Φαντάζομαι μετά από όλα αυτά και ο πιο ανεπίδεκτος βαρυνούσης αναγνώστης να κατάλαβε ότι η πορεία της τηλεμεταφοράς δεν ήταν ευθύγραμμη, αλλά συρόμενη, ολισθηρή, έρπουσα και υφέρπουσα παράκαμψη, που ακροβατούσε ανάμεσα σε πολλές καμπές και προσκόπτουσες πέτρες ιδανικές για τρίκλισμα και σκόνταμμα. Πλην όμως το προκαθορισμένο δρομολόγιο των υποδιαστημικών τροχιών συνέχιζε ακάθεκτο το ταξίδι του έστω και μέσω των τεθλασμένων γραμμών προς το αδήλωτο, ίσως και τρομακτικό τέρμα του.

          Και νάσου ο Τιθωνός και το φορτίο του εκβράστηκαν στον πάτο μίας περίεργης χοάνης, που αποτελούσε ίσως το διάφραγμα μεταξύ των δύο διαστάσεων. Αισθάνθηκε να ηλεκτρίζεται και καταλήφθηκε από ένα μυστικό και ανεξήγητο βήχα σαν να είχε αλλεργία στο καινούριο του περιβάλλον. Και το κακό είναι ότι η αλλεργία δεν θεραπεύεται, ούτε μπορείς να τη συνηθίσεις, μονάχα καταστέλλεται, αλλά εδώ δεν υπήρχαν φαρμακεία. Η χοάνη ήταν ημιδιαφανής και έξω απεικονιζόταν ένα παγωμένο φεγγάρι σε τροχιά γύρω από έναν πλανήτη με πολλά δακτυλίδια δορυφόρων αποτελούμενων επίσης από πάγο. Για έναν διαστημάνθρωπο της εποχής των τιτάνων δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνει ότι ο μεν πλανήτης ήταν ο Κρόνος, ο δε δορυφόρος, στον οποίο κατέληγε η παράλλαξη, ήταν ο Εγκέλαδος.

Τούτο ήταν φανερό από το λοφίο με υδρατμούς ή σταγονίδια νερού πάνω από τη νότια πολική περιοχή του δορυφόρου, πράγμα που, σε συνδυασμό με τη διαφυγή εσωτερικής θερμότητας από τους κρατήρες της περιοχής, δείχνει ότι ο Εγκέλαδος είναι πάντα γεωλογικώς ενεργός, γεγονός που μάλλον οφείλεται στις παλιρροϊκές δυνάμεις, που ασκεί ο πλανήτης στο εσωτερικό του δορυφόρου.

Πράγματι, ο Εγκέλαδος είναι ένα από τα μόλις τρία σώματα στο εξωτερικό ηλιακό σύστημα μαζί με τον δορυφόρο Ιώ του Δία και τον Τρίτωνα του Ποσειδώνα, στα οποία έχουν παρατηρηθεί ηφαιστειακού τύπου εκρήξεις. Η ανάλυση του εξερχόμενου υλικού υποδεικνύει ότι προέρχεται από δεξαμενή υπόγειου νερού σε υγρή κατάσταση, κάτι που σε συνδυασμό με ίχνη άλλων χημικών ενώσεων που ανιχνεύθηκαν στο λοφίο έχει τροφοδοτήσει συζητήσεις για την ύπαρξη απλών μορφών ζωής, ενώ έχει ενισχύσει και την άποψη ότι υλικό προερχόμενο από τον Εγκέλαδο δημιούργησε τον δυσδιάκριτο 5ο δακτύλιο του Κρόνου.

          Βγήκε από τους γεωμετρικούς κύκλους ή μάλλον τις αβγοειδείς ελλείψεις του μεταφορέα, ευτυχώς χωρίς κανένας να τον παρατηρήσει εκείνη τη στιγμή με αποτέλεσμα να επαληθευθεί η ρήση ότι κάποιος κρύβεται καλύτερα, όταν βρίσκεται σε κοινή θέα. Έκρυψε κάπου τον κυβερνο-οργανισμό πανοικεί μετά του ησιόδειου αρότρου κι ύστερα προσπάθησε να προσανατολιστεί. Και πάλι δεν υπήρχε καμία φρουρά που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει. Φαίνεται θεωρούνταν αρκετή ασφάλεια τα αγήματα των στρατιωτών που κατά διαστήματα διακτινίζονταν προς το γήινο Σύμπαν, μόνο που αυτά στην κυριολεξία δεν έβλεπαν τίποτε μπροστά τους, τούς μετακινούσαν εδώ κι εκεί, μοιραίους και άβουλους αντάμα και πρόβατα επί σφαγή, όπως οι Πέρσες πριν από τη μάχη των Πλαταιών, όπως τα πρακτορεία και τα γραφεία ταξιδίων τσουβαλιάζουν τους τουρίστες σε ξενοδοχεία πλήρους διατροφής, με αποτέλεσμα να μην ξέρουν καν οι φιλοξενούμενοι σε ποιο νησί έχουν καταυλιστεί.  

          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25ο:

          ΚΡΟΝΟΣ, ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ, ΘΕΟΔΟΛΙΧΟΣ

          Απέναντι από την ελλειπτική βάση της παράλλαξης βρισκόταν μία θύρα από σκούρο συνθετικό μέταλλο. Το τρεμάμενο χέρι του Τιθωνού την άγγιξε, με αρχετυπικό φόβο για ενδεχόμενο σύστημα συναγερμού, που θα ενεργοποιούνταν λόγω μη δόσης του κατάλληλου κωδικού. Προς έκπληξή του η θύρα άνοιξε με ένα «κλικ», χωρίς πολλές φιοριτούρες ή τζιριντζάντζουλες, για να βάλουμε και λίγη ιταλική γλώσσα στην διατύπωση του μύθου. Από την άλλη δεν έσκασε και κάνα πυροτέχνημα για την εξαιρετική του απόδοση! Καμιά φορά η υπεροψία και αλαζονεία του ισχυρού σε συνδυασμό με την διακριτική δράση ή τη λαθραία συμπεριφορά και διολίσθηση του ασθενέστερου μπορεί να οδηγήσει την πλοκή της ιστορίας πολύ μακριά.

       Τώρα περπατούσε πιο γρήγορα, περνούσε δίπλα από δέσμες καλωδίων και συστοιχίες σωλήνων, χημικές λάμπες ως μικρές οάσεις φωτός, έψαχνε να βρει τρόπο κατάβασης στα ενδότερα του κτιρίου, όπως είχε συνηθίσει σ’ αυτήν την ιστορία, και αναρωτιόταν ποια θα ήταν αυτή τη φορά η δίοδος και η πύλη για τον Άδη. Προς μεγάλη του ικανοποίηση η μετακίνησή του δεν έδρεπε και πολλά αδιάκριτα ή περίεργα βλέμματα.

          Κατέβηκε μία στριφογυριστή σκάλα προς τα κάτω, άνοιξε άλλη θύρα και πάτησε σε διάδρομο με χαμηλή ξασμένη κυματιστή οροφή. Δεξιά και αριστερά μεταλλικές μυϊκές μεμβράνες ή συστελλόμενες- διαστελλόμενες ίριδες οδηγούσαν σε δωμάτια διαφόρων χρησιμοτήτων. Στην αρχή και μόνο στιγμιαία κυριαρχούσε σκοτάδι, με το βάρος όμως ενός και μόνου βήματος ακουγόταν ένα βούισμα και εκχεόταν φως από την οροφή και θερμός αέρας από επικλινείς θυρίδες του τοίχου.

          «Τα αυτόματα συστήματα λειτουργούν και αντιδρούν στην ανθρώπινη παρουσία. Πρόκειται για πολύ καλά συντηρημένη εγκατάσταση. Μπράβο, εύγε Δία», μονολόγησε ο Τιθωνός.

          Περαιτέρω συστήματα ξύπνησαν, οθόνες έδειχναν δυσδιάστατα σχεδιαγράμματα του σταθμού, ενώ σύγχρονα ολογραφήματα έδιναν πληροφορίες σχετικά με τους σκοπούς της εγκατάστασης, σε μία γλώσσα παρεμφερή με τα ελληνικά, που δυσκολευόταν ο Τιθωνός να καταλάβει. Ένα πανοραμικό παράθυρο στην αριστερή πλευρά επέτρεπε θέα προς τον πάγο του Εγκέλαδου και τα δακτυλίδια του Κρόνου με την «διάκενον διαίρεσιν»[143] στη μέση.

          «Τι  μέσα, τι πλούτο που έχουν, όλα αυτά πάντα έλειπαν από τους ανθρώπους…», μουρμούριζε – μαντέψτε ποιος- δεν υπάρχει και κανένας άλλος πια στην ιστορία μας.   

          Μάλλον η φιλικότητα του μέρους παρέπεμπε σε είδος Νεφελοκοκκυγίας του Λουκιανού[144], διαμορφωμένης ορχάμης[145] ή χωροταξικού ανδήρου[146], όπου μπορούσε κάποιος να κάνει τον συνταγματικό του περίπατο και να διασκεδάσει. Επίσης, έμοιαζε με εξωγήινο μουσείο ή μαυσωλείο, πολύ διακριτικό και σχεδιασμένο με μεγάλο σεβασμό, που παρέμενε σκοτεινό μέχρι να ενεργοποιηθούν από την είσοδο των επισκεπτών οι βαρυτικοί σταθεροποιητές και τα αυτόνομα περιβαλλοντικά συστήματα. Άλλωστε μη ξεχνάμε ότι βαρυτικοί σταθεροποιητές υπήρχαν παντού, αφού ο Εγκέλαδος ήταν μικρό φεγγάρι διαμέτρου μόλις δεκαπέντε χιλιομέτρων και έτσι δεν είχε σχεδόν καθόλου βαρύτητα. Πάντως ο διάδρομος φαινόταν να διευρύνεται ολοένα σαν να οδηγούσε σε αψίδα ή σε θόλο κολοσσιαίων διαστάσεων.  

          Οι οθόνες και λοιπές επιφάνειες εργασίας του σταθμού έδειχναν διαφόρων ειδών διαστημόπλοια άγνωστης τεχνολογίας  για τους γήινους, αλλά και εξωτικά τοπία προφανώς από τη διάσταση των επήλυδων, όπου το πράσινο των δασών είχε αντικατασταθεί από κόκκινο και ο οίνοπας πόντος από απέραντο γαλάζιο. Λες οι Ολύμπιοι θεοί να έφεραν το μπλε γαλανό χρώμα στις θάλασσές μας; Όλα είναι πιθανά!  

          Αργότερα έφτασε σε ένα κολοσσιαίο υπόστεγο αεροσκαφών, όπου τα πρώτα εκθέματα ήσαν τρία σκάφη αρκετά κομψά, κωνικά προς τα εμπρός και με αεροδυναμικά πτερύγια μάλλον τιτανικής παρά ολύμπιας τεχνολογίας, παροπλισμένα προφανώς, φυλαγμένα μέσα σε ναφθαλίνη, όπως θα έλεγαν οι στρατιωτικοί. Ύστερα ακολούθησαν διαφόρων ειδών και μεγεθών διαστημόπλοια, μάλλον από έθνη αιχμάλωτα που είχαν την ατυχία να διασταυρωθεί ο δρόμος τους με τους Ολύμπιους θεούς, άλλα σαν σταγόνες, άλλα σαν απίδια, άλλα σαν σφαίρες, άλλα σαν υδροπέπονες. 

          Στη συνέχεια της περιήγησης η ματιά του στάθηκε σε μία παλιά πολυχρησιμοποιημένη από τους επισκέπτες πύλη με φθαρμένο επίσπαστρο, τόσο που από σκιερό ασημένιο είχε γίνει λαμπερό και χρυσό από τις άπειρες ιδρωμένες παλάμες που το έστρεφαν, χωρίς υποψία σκόνης, ενώ ίσως και τα μικρόβια να είχαν απαυδήσει από την αδιάκριτη επαναλαμβανόμενη χρήση και παρενόχληση και να είχαν γλιστρήσει μακριά. Τα αλληλο- καλυπτόμενα δακτυλικά αποτυπώματα βέβαια πάνω στον επισπαστήρα δικαιολογούνταν απόλυτα, αν λάβει κανείς υπόψη την επιβλητική επιγραφή στο θριγκό της πύλης με ανάγλυφα φαιά κεφαλαία γράμματα σε εβένινο ξύλο και στοιχειοθέτηση της λέξης «ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ», ενός πλεονασμού, αφού οδός και δρόμος είναι το ίδιο, μία εννοιολογική παρήχηση, από αυτές που συνήθιζαν οι Ολύμπιοι παπαγαλίζοντας μία γλώσσα που έμοιαζε με ελληνικά, αλλά δεν ήταν ελληνικά.  

Πάτησε σε μία εξέδρα πέντε μέτρων, στεφανωμένη και περικυκλωμένη από υψηλή κουπαστή- εγκωπαστή, που θύμιζε τα πλευρά του πλοίου, όπου στηρίζονται τα κουπιά. Ο πλατύς αυτός εξώστης στεγαζόταν από ένα εικονικό στερέωμα σαν πλανητάριο και πέρα από το επιπεδόστρωτο[147]απλωνόταν ως το κορυφαίο έκθεμα του μουσείου η πελώρια τρισμέγιστη μηχανή, το αχανές διαστημόπλοιο, με το οποίο οι Ολύμπιοι είχαν διαστρεβλώσει το χώρο και είχαν εισβάλει στο ηλιακό μας σύστημα. Σε κατάσταση λειτουργίας θα έβλεπε κάποιος τους κινητήρες του να βοούν και να εκβάλλουν φωτιά σαν στόματα δράκου, τους οδοντωτούς τροχούς, τους στροφείς και τις στρόφιγγές του να περιστρέφονται, τους πίδακες και τα αναβρυτήριά του να εκτοξεύουν ατμούς, τα έμβολα, τις ράβδους, τους κυλίνδρους, τα ελίτροχα και τα ελάσματά του να δονούνται και να παλινδρομούν, τις βαλβίδες ασφαλείας να ξεφυσούν απότομα και να εκτονώνονται,  τα διαμερίσματά του να συνενώνονται αυτόματα με σφιγκτήρες πρόσδεσης, άγκιστρα ζεύξης, μαγνήτες έλξης, θηλυκά και αρσενικά εξαρτήματα ρυμούλκησης και αγκυροβόλησης κ.λπ. Στη μουσειακή του εκδοχή και παρουσίαση όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν εντελώς νεκρό και ανενεργό.   

Παρά ταύτα θαυμαστό! Χιλιάδες επισκέπτες καθημερινά περιηγούνταν το θρυλικό αυτό σκάφος, που κάποτε έφερε τους επήλυδες θεούς από μία άλλη διάσταση. Οι θόλοι του και τα δώματά του ήσαν ατέλειωτα, διότι δεν ήταν απομίμηση, αλλά το γνήσιο αληθινό πλοίο – εξάλλου δεν θα συνέφερε οικονομικά να κατασκευαστεί πάλι ένας τέτοιος Μολώχ, ακόμη και κίβδηλος. Ένα χαρακτηριστικό του σκάφους ήταν ότι χωριζόταν σε πολυεδρικά διαμερίσματα, κύβους με έξι έδρες, οκτώ κορυφές και δώδεκα ακμές, οκτάεδρα, δωδεκάεδρα, εισοσάεδρα, σαν κυψέλη ή κηρήθρα, όπου όμως κάθε επιμέρους τμήμα ή υποσύνολο είχε ενεργειακή αυτονομία. Θύμιζε δηλαδή φορτηγό ζωσμένο με σειρά από ρυμουλκούμενα οχήματα ή άμαξες. Στις καλές εποχές κάθε πλατωνικό στερεό μπορούσε να αποκολληθεί από το κύριο σώμα του πλοίου και να χρησιμεύσει ως άκατος ή ανεξάρτητος θαλαμίσκος και μάλιστα δεν χρειαζόταν χειριστήρια, αφού λειτουργούσε με φωνητικές εντολές. 

Ο κυβερνήτης του πλοίου, όταν αυτό εισχώρησε αρχικά στο ηλιακό σύστημα, ήταν ο Κρόνος- Χρόνος, για τον οποίο ο κάθε φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί πολλά από πολλές έγκριτες και μη πηγές. Επειδή υπάρχει μεγάλη αντιλογία και έρις ως προς το αν ο Κρόνος ήταν τιτάνας και μάλιστα γενάρχης των τιτάνων ή θεός και πατέρας του Δία, αξίζει να διευκρινίσουμε από την υψηλή καθέδρα του συγγραφέα ότι πολύ απλά ισχύουν και τα δύο. Ο Κρόνος ήταν γενάρχης και των θεών και των τιτάνων. Εισήλθε στο ηλιακό σύστημα ως θεός και αρχηγέτης των θεών, ύστερα όμως από την αδυσώπητη αναμέτρηση με το γιο του Δία ηττήθηκε και εξορίστηκε μόνιμα στα τάρταρα. Λιγότερο γνωστό είναι ότι στο απώτατο παρελθόν είχε χειραγωγήσει την ανθρώπινη εξέλιξη μέσω ενός εξωτερικού επεμβατικού παράγοντα, που με  επιστημονικό τρόπο αύξησε σημαντικά τη θερμοκρασία του σώματος των ανθρώπων. Με την ιδιοφυία του ταξίδευσε πρώτος χρησιμοποιώντας την έλξη του ήλιου για να εκσφενδονίσει το πλοίο του σε αχαρτογράφητες και μη καταγεγραμμένες ακόμη από τους ιστορικούς εποχές. Ο στόχος του χρονοταξιδιού ήταν να επιτύχει την ανατροπή και πτώση του θαλάσσιου πολιτισμού της Ατλαντίδας, τον οποίο οι θεοί φοβούνταν, θερμαίνοντας προοδευτικά τα ανθρώπινα κύτταρα με το δραστικό συστατικό της θερμοτροπίνης, μίας μυστηριώδους πειραματικής ουσίας. Η βάση του ήταν εγκατεστημένη  στο Μέγα Πλανήτη (σ.σ. σημερινός Δίας), που λόγω της πολύ γρήγορης περιστροφής του σε σχέση με τη Γη επέτρεπε την κατά κύματα και κατά δέσμες εκπομπή ή έκλυση της ραδιενέργειας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εντέλει, μετά την περάτωση της μακροχρόνιας θεραπείας προαγωγής των κυττάρων, το τελικό του κατόρθωμα ήταν η καταστροφή της πόλεως των Ατλάντων, από την οποία ελάχιστοι επέζησαν. Η εκκαθάριση -εξυγίανση για να βρούμε έναν ευφημιστικό όρο για μια βρόμικη υπόθεση, έγινε με τη μετατροπή της υψηλής συχνότητας ακτίνας του και την πρόκληση εκρήξεως στα υποθαλάσσια βουνά και στους φυσικούς αγωγούς αερίων υπό την επιφάνεια. Έτσι, δρομολόγησε την πιο σημαντική διαδοχή γεγονότων στην Ιστορία του Ανθρώπου. Λόγω της εξωγενούς αυτής επιδράσεως, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις θάλασσες και συνέχισαν την εξελικτική τους πρόοδο στη ξηρά,  επιχειρώντας να ισοσκελίσουν το τεράστιο πισωγύρισμα τους στις επιστήμες και στις τέχνες, που τούς κατέστησε τελικά ευάλωτους στην επερχόμενη εισβολή. Υπό αυτή λοιπόν την έννοια λογίζεται και ως γενάρχης του λαού των  ανθρώπων και των μεταξύ αυτών αρίστων, των τιτάνων. Από τη μία με την εξελικτικά…τιτάνια παρέμβασή του υπονόμευσε για πολλούς αιώνες τον ανθρώπινο πολιτισμό, από την άλλη άθελά του έστρωσε το έδαφος για μία καινούρια διαφορετική εξέλιξη και γέννησε την πνευματική και διανοητική καλλιέργεια των τιτάνων μέσω της υποβολής τους σε δυσκολίες και αντιξοότητες. Ο Κρόνος ήθελε μία ανθρωπότητα ευεπίφορη σε υποδούλωση, αυτό όμως που δρομολόγησε παρά τη θέλησή του ήταν η ίδρυση μίας αντιστασιακής και αδάμαστης νοοτροπίας, αντίθετης προς κάθε ανεξέλεγκτο ηγέτη, πεφωτισμένο ή μη, που υποστήριζε ότι δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι τύραννοι. Πέτυχε δηλαδή το εντελώς αντίθετο από αυτό που επιδίωκε. [148] Όμως τόσο οι στόχοι του όσο και οι μέθοδοί του παρέμεναν αξιοκατάκριτοι, -ες, γι’ αυτό και τού έμεινε ο μάλλον δικαιολογημένος χαρακτηρισμός ότι «τρώει τα παιδιά του».        

          Η νοοτροπία πάντως των τιτάνων διέφερε πολύ από τη σημερινή «προοδευτική» αντίληψη, που κατά μία στρεβλή κακοχωνεμένη εκδοχή του μαρξισμού θεωρεί ότι η μόνη αρετή του ανθρώπου είναι η διεκδίκηση. Η διεκδίκηση είναι καλή, όταν γίνεται για όλους και ωφελεί όλους, δεν επιτρέπεται όμως να στηρίζεται στο αξίωμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ακριβώς διότι τα μέσα τελικά ορίζουν την ποιότητα του σκοπού, δεν επιτρέπεται δηλαδή να απαιτεί ανθρωποθυσίες και ανθρωποφαγία προς επίτευξη των στόχων της. «Μη τω κακώ το κακόν ιώ»[149] έλεγε ο Ηρόδοτος. Άλλο ιδεολογία, άλλο ηθική, η πρώτη αφορά τις συνολικές διεκδικήσεις, η δεύτερη αφορά τη συμπεριφορά μας προς συγκεκριμένο άτομο. Οι τιτάνες πίστευαν ότι «πάσιν κατ’ ιδέαν επικούρει, ενί κατ’ ήθος χρω» (να βοηθάς τους πάντες σύμφωνα με τις ιδέες σου, αλλά στον καθένα ξεχωριστά να φέρεσαι με ήθος). Ο Ηράκλειτος έλεγε «είς εμοί μύριοι» και καμιά φορά οι ανάγκες του ενός βαρύνουν περισσότερο από τις ανάγκες των πολλών. Πίστευαν επίσης οι αρχαίοι πάλι κατά Ηράκλειτο ότι «ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν και δίκην έριν και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεούμενα χρεών», ότι δηλαδή ο πόλεμος και ο αγώνας πρέπει να είναι κοινός, αλλά στις έριδες μεταξύ προσώπων να επικρατεί η δίκη. Και μπορεί μεν όλα να επιτυγχάνονται με κάποιου είδους αντιπαράθεση, όμως πρέπει να επιδιώκονται σύμφωνα με την αναλογία και το χρέος του καθενός. Όσο μάλιστα κάποιος χορταίνει, επεκτείνεται, καταλαμβάνει χώρο, προσλαμβάνει αγαθά και αναπτύσσεται, τόσο η ανάγκη για διεκδίκηση πρέπει να μειώνεται και να αυξάνει η ευθύνη. 

          Ξαναγυρίζουμε στην ιστορία μας: Το θρυλικό διαστημόπλοιο «Οδοδρόμος» με πλοίαρχο τον Κρόνο, το οποίο εισχώρησε στο ηλιακό σύστημα από τη διάσταση των Ολύμπιων θεών, ήταν επισκέψιμο για το κοινό, το οποίο επιτρεπόταν να περιδιαβάσει στα ατέλειωτα χιλιόμετρα που το αποτελούσαν. Επρόκειτο για μία ειδική γενναιόδωρη προσφορά και χορηγία του Δία για να ψυχαγωγήσει, αλλά και συνάμα να εμφυσήσει το δέος στους υπηκόους του.

          Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του Οδοδρόμου ήταν η γέφυρά του. Καθώς οι επισκέπτες την προσέγγιζαν και έβλεπαν από μακριά το άπλετο φως της, άκουγαν ηδονικά το βόμβο, το μουρμούρισμα, τους υπόκωφους γδούπους και το βρόντημα των οργάνων και των αισθητήρων της. Αποτελούνταν από δεκαεπτά σταθμούς εργασίας με κοιλώματα, κόγχες ή σηκούς πάνω από γυάλινα ημικύκλια. Στη μέση βέβαια δέσποζε η πολυθρόνα του κυβερνήτη άδεια, όπως και οι σταθμοί. Ο επισκέπτης προχωρούσε ίσια μπροστά προς τη μεγάλη οθόνη της γέφυρας, όπου ακριβώς από κάτω της προβαλλόταν σε μία ειδική κονσόλα το γνωστό σήμα του απείρου, ένας βρόχος ή επίσυρμα κουλουριασμένης ουράς όφεως.

Πράγματι: Στο συνολικό Πολυ-Σύμπαν το σύμβολο του απείρου και της αιωνιότητας είναι ένα ξαπλωμένο Οκτώ. Καθόλου τυχαία, εκπροσωπεί ακριβώς τη διττή, διφυή και δισυπόστατη  φύση των κόσμων μέσα στην τροχιά ενός στροβιλιζόμενου νεφελώματος, διατεταγμένου σύμφωνα με τη σπείρα του Αμοιβαίου.[150] Λένε ότι ο αριθμός των κόσμων είναι ατέλειωτος και ότι κάθε μέρα προστίθενται καινούριοι. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι αυτό το σμήνος των κόσμων διαρθρώνεται εκ του Ελάσσονος προς το Μείζον.

Δύο γεγονότα πάντως είναι αδήριτα και αναμφισβήτητα. Το ήμισυ του Οκτώ αυτών των κόσμων είναι αρνητικά φορτισμένο από μαγική σκοπιά, είναι δηλαδή επί τα Ελάσσω, ενώ το άλλο μισό είναι μαγικά θετικά φορτισμένο, δηλαδή επί τα Μείζω. Η Γη μας, αυτός ο αγαπημένος αναντικατάστατος πλανήτης κείται στο σταυροδρόμι μεταξύ Μείζονος και Ελάσσονος επικράτειας και δικαιούται να έχει τον «λημνίσκο» ως αυτοκρατορικό έμβλημα και θυρεό. Οι κατώτεροι κόσμοι σε σχέση με τη Γη, δηλαδή οι αιτιοκρατικοί και συνάμα πλούσιοι σε ενέργεια, παθητικοί όμως ως προς τις επιδράσεις, προμηθεύονται από τους ανώτερους κόσμους παραστάσεις, σχεδιασμούς, σιλουέτες, σχήματα, μορφές και φιγούρες, ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν. Οι ανώτεροι κόσμοι, οι βουλητικοί, οι πενόμενοι ενεργειακά, οι ευρηματικοί δανείζονται από τις αντίστοιχες κατώτερες επικράτειες δύναμη, μάζα, υπόσταση και ενέργεια για  να μπορέσουν να λειτουργήσουν.

Μπορεί κάποιος να φανταστεί το ταξίδι από έναν κόσμο σε άλλον σαν μία δύσκολη περιπλάνηση, όπου βέβαια εξαρτάται αν είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Πρέπει κανείς να σκαρφαλώνει ανάμεσα στους κόσμους  από κλάδο σε κλάδο, από βλαστάρι σε βλαστάρι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι.

Τέλος πάντων το άγγιγμα του λημνίσκου ήταν το πρώτο βήμα των κάθε λογής επισκεπτών άρα και του Τιθωνού, που ήταν ο πιο πιστός και χρόνιος θαμώνας του μουσείου, εκμεταλλευόμενος και την ευχέρεια του δωρεάν εισιτηρίου, παράδοση που έχουν κρατήσει επαξίως και τα σύγχρονα ελληνικά μουσεία, παρότι σπανίως κάποιος εκτιμά μία παράσταση, αν προηγουμένως δεν ξεπαραδιαστεί.

Καθώς πίεσε το εικονίδιο του λημνίσκου ο πιο αδύναμος τιτάνας όλων των εποχών κοίταξε τα χέρια του. Ήσαν ήδη γερασμένα με πτυχές και λεπτές ραγάδες, μπόλικες ζάρες και χαραγματιές. Σαν να γερνούσε πιο γρήγορα από όλους τους άλλους, ωραία αθανασία ήταν αυτή. Η σωματική του φθορά ήταν παραπάνω από φανερή. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι δεν θυμόταν πόσα χρόνια ήδη ζούσε στον Εγκέλαδο χαζεύοντας ολόγυρα και γυρνώντας αχασβήρως, χώρια που είχε ζήσει άλλα τόσα στον Άρη.  

Ακούστηκε τότε, όπως συμβαίνει κάθε φορά, μία αυστηρή φωνή που απαιτούσε το σύνθημα, ένα κωδικό που όλοι οι επισκέπτες γνώριζαν. Ήταν ένα είδος καρκινικής φράσης που διαβάζεται και βουστροφηδόν, όπως το «νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν».

«Σήσ’ ά μόνω νόμ’ ασής» ή «σήσ’ ά μον’ όνομ’ ασής», δηλαδή «κοσκίνισε και ανάλυσε με το νου αυτά που, αν τα δεχτείς μόνο με βάση το όνομά τους ή κατ’ απαίτηση του νόμου, θα τα αηδιάσεις». Σημαίνει δηλαδή ότι το υφιστάμενο και το καθιερωμένο έχει μέσα του τη λογική που το δημιούργησε, η οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ή να υποτιμάται. Κάθε μεταβολή επί τα βελτίω προϋποθέτει κατανόηση του λόγου, για τον οποίο ισχύει η προηγούμενη κατάσταση που επιθυμούμε να αλλάξουμε. Με την παραφθορά του χρόνου, πολλοί νόμισαν αργότερα ότι το σύνθημα ήταν «σήσαμον ονομάσης», το οποίο εξελίχθηκε στο «άνοιξε σουσάμι», που απαντάται στις αραβικές Χίλιες και Μια Νύχτες.[151]   

Τότε η αυστηρή φωνή έλεγε «κώδιξ ανεγνωρίσθη» και εμφανιζόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των επισκεπτών το ολόγραμμα του Κρόνου, που κρατούσε στα χέρια του το «δρέπανον», με το οποίο είχε κόψει κάποτε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Καμιά φορά εμφανιζόταν και με βρέφος στην αγκαλιά, που συμβόλιζε τα καταβροχθιζόμενα από αυτόν παιδιά. Αυτό που έβλεπαν οι θεατές ήταν ένα ολογράφημα ή ολόγραμμα, όχι όμως άυλο, αλλά αντλούσε ύλη προκειμένου να καταστεί περισσότερο πειστικό, ψαχουλευτό, ψηλαφητό και λαχταριστό.

Η παράσταση ξεκινούσε δυναμικά: «Έναρξη των προγραμμάτων ασφαλείας», έλεγε το ολόγραμμα του πλοιάρχου. «Αφύπνιση και έγερση των μελών του πληρώματος ολοκληρώθηκε. Σάς ομιλεί ο αυθέντης Κρόνος του υπερδιαστημικού σκάφους “Οδοδρόμος”. Επίκειται προκαταρκτική αναφορά».

Ταυτόχρονα άρχιζαν να προσέρχονται στους σταθμούς εργασίας και τα άλλα μέλη του πληρώματος, δεκαεπτά τον αριθμόν, όπως είπαμε, γυναίκες και άνδρες, αξιωματικοί του Οδοδρόμου, που περίμεναν – υποτίθεται- για χρόνια μέσα στους κρυογονικούς θαλάμους, στις κοιτίδες απόλυτης στάσης και βαθείας ψύξης και τις κόγχες αναμονής, όπου ήσαν καλυμμένοι με συντηρητικό νευρογλοιό. Πρώτα χαιρετούσαν τον καπετάνιο ή κατεπάνω, μετά καταδέχονταν να ρίξουν  μία περίεργη ματιά στον συνήθη θαμώνα Τιθωνό και έπαιρναν θέση στους σταθμούς εργασίας τους πατώντας τα κομβία και μετακινώντας μοχλούς, πηδάλια και χειριστήρια.  

«Αναφέρατε κατάστασιν», είπε ο Κρόνος και αμέσως οι επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων έσπευδαν να δώσουν την ευπειθή αναφορά τους.

«Η κατάσταση μας παραμένει σταθερή, αυθέντα», είπε μία σαραντάρα θεά με εφαρμοστή ασημένια φόρμα, που τόνιζε τις καμπύλες της. Κάποιο μυθολογικό όνομα θα είχε και αυτή, αλλά ψάξε βρες. «Χαρακτηρίζεται απελπιστική, αλλά όχι κρίσιμη (εδώ παρέχουμε και λίγο χιούμορ, ως αστεία ειρωνεία ή αττικόν άλας, αλλά και ως χαλαρωτικό δροσιστικό χυμό προς τους θεατές). Η παράλλαξη μάς μετέφερε κάτω από το βυθό του ωκεανού του Εγκέλαδου, όπου είμαστε αμετάκλητα σφηνωμένοι μέσα σε παχύ στρώμα ιζημάτων. Και δεν υπάρχει κανένας να μάς σώσει».

Εδώ δινόταν προς τους θεατές ένας δραματικός τόνος με σκοπό να εγείρει και να δρέψει κραυγές αγωνίας από το κοινό. Δεν αναφερόταν βέβαια ότι η βύθισή τους στα τάρταρα οφειλόταν στο Δία, αλλά παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα της αρχικής τους έλευσης στο ηλιακό σύστημα.   

«Αν επανεκκινήσουμε τις μηχανές, ίσως δυνηθούμε να διατρυπήσουμε το ίζημα. Τι ενεργειακή αυτονομία έχουμε;» ρώτησε κοφτά ο Κρόνος.

«Μόλις δέκα τοις εκατό, κύριε», απάντησε ένας αγχωμένος σημαιοφόρος.

Ο Κρόνος ένευσε στιγμιαία όντας προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. «Διοχετεύστε στο πηδάλιο όση βοηθητική ενέργεια έχουμε. Κλείστε αμέσως όλα τα περιφερειακά συστήματα, ακόμη και όσα κυκλώματα έκτακτης ανάγκης δεν είναι απολύτως απαραίτητα. Επικοινωνίες, ιατρείο, οπλοστάσιο, μαγειρεία, αστρική χαρτογράφηση, αίθουσες κρυογονικών θαλάμων δεν χρειάζονται και είναι άχρηστα σ’ αυτή τη φάση. Επομένως διακόψτε κάθε παροχή συντήρησης ζωής εκτός γέφυρας».

          «Αγκυλομήτα κυβερνήτα», είπε μία άλλη ζουμερή αξιωματικός, όπου να διευκρινίσουμε ότι το αγκυλομήτις δεν σημαίνει με αγκυλωτή μύτη, αλλά ότι σκέφτεται στρεβλά και παρέχει κακές συμβουλές. Είναι προφανές ότι το σενάριο της παράστασης το είχε γράψει ο χαιρέκακος και μνησίκακος Ζευς. «Δεν ευπορούμε να κόψουμε το ρεύμα από τους κρυογονικούς θαλάμους. Υπάρχει αντίσταση από κρίσιμη μάζα νευρογλοιικού ιστού. Φαίνεται να υπάρχουν ξένες ενότητες που καταλαμβάνουν τμήματα νευρογλοιού!»

«Εξαλείψτε αλλότριες οντότητες», ούρλιαξε ο Κρόνος. «Επανεκκινήστε τη διαδικασία ψύξης των κρυογονικών θαλάμων. Θα τούς ναρκώσουμε!»

«Πολύ αργά, κατεπάνω. Οι τεχνητές νοημοσύνες, που κρύβονταν στο νευρογλοιό, έχουν ήδη εξέλθει και κινούνται προς τη γέφυρα».

Αμέσως ο Κρόνος άνοιξε ένα κουτί ανάγκης και άρχιζε να μοιράζει στους δικούς του ακτινοπίστολα. Εν τω μεταξύ οι τεχνητές νοημοσύνες, που είχαν κρυφτεί σαν μικροσκοπικές κάμπιες στο νευρογλοιό, ανέπτυξαν ήδη κατά τη διαδρομή τους μέσα στο σκάφος καθοδικές πλαγγόνες (άβαταρ), ώστε να μεγαλώσουν μέσα στο χώρο και να μπορούν να πολεμήσουν. Όταν έφτασαν στη γέφυρα άρχισε η κλασική μάχη με τις διασταυρούμενες ακτίνες, που εξελίχθηκε αργότερα σε εκ του συστάδην αναμέτρηση με ό,τι οι αντίπαλοι μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τις κονσόλες χρησιμοποιώντας τους μοχλούς ως λοστούς. Ο Δίας ως σεναριογράφος χαριζόταν ελάχιστα στον Κρόνο γι’ αυτό άλλοτε κέρδιζαν οι Ολύμπιοι και άλλοτε οι ΤΝ. Αυτό ήταν με λίγα λόγια το θεατρικό δρώμενο, που προσφερόταν στο φιλοθεάμον κοινόν από τον μηχανισμό προπαγάνδας των Ολύμπιων.   

Ο Τιθωνός είχε δει την παράσταση αυτή άπειρες φορές. Υπήρχε κάτι που δεν τού «κόλλαγε», κάτι που τον ενοχλούσε ή έκανε να χτυπήσει μέσα του ο κώδων του συναγερμού, δεν ήξερε ακριβώς. Οσμιζόταν και οσφραινόταν ένα είδος εξαπάτησης χωρίς όμως να ξέρει τι.      

Έτσι και αλλιώς είχε άπλετο χρόνο, ενώ η αποστολή, που συνίστατο στο να διεθνοποιήσει και να αναβαθμίσει την αντιπαράθεση με τους θεούς σε συμπαντικό επίπεδο είχε πια λιμνάσει και τελματώσει, είχε γίνει στάσιμο ελώδες λιμναίο τέναγος.  

«Διόπερ ράστον έστιν απάντων εαυτόν εξαπατάν – ό γαρ βούλεται τούθ’ έκαστος και οίεται- τα δε πράγματα πολλάκις ούχ ούτω πέφυκε»,[152] επαναλάμβανε στον εαυτό του το ρητό του Δημοσθένη.

Ύστερα σκεφτόταν την Ηώ και έλεγε με πικρό χαμόγελο.

«Μη φοβάσαι, Ηώ. Είμαι εδώ και συνεχίζω την αποστολή. Και να δεις που στο τέλος θα τα καταφέρω! Εσύ πάντα μού είχες εμπιστοσύνη, έτσι δεν είναι;»

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια και οι επισκέψεις του Τιθωνού στο θεατρικό παιχνίδι της γέφυρας πλήθαιναν. Οι θεατές και μαζί και ο μίνι τιτάνας τσέπης πολλές φορές συνεπαίρνονταν από το επικό και δραματικό παίξιμο και πλησίαζαν τους πρωταγωνιστές, άλλωστε η παράσταση ήταν τόσο διαδραστική, ώστε επιτρεπόταν να βρίσκονται μέσα στη γέφυρα και ανάμεσα στους ηθοποιούς για να εξάπτονται, να διεγείρονται και να ενθουσιάζονται ελεύθερα με τα τεκταινόμενα, να απορροφούν απευθείας τη συγκίνηση και την ανατριχίλα. Αλλά ο Τιθωνός ήταν δύσκολος πελάτης. Τριγύριζε και αυτός τους πρωταγωνιστές και ένοιωθε ότι συμπεριφέρονταν αγχωμένα και εκβιαστικά, βεβιασμένα και ψυχαναγκαστικά, ή μάλλον απέπνεαν μία βαθύτατη ανομολόγητη θλίψη και μάλιστα από την αρχή της παράστασης, πράγμα αδικαιολόγητο. Όχι ότι οι ρόλοι τους ήσαν ιδιαίτερα δύσκολοι, ήσαν σταθεροί, μονότονοι και θα ‘λεγε κανείς μονοδιάστατοι, μία στοιχειωδώς προγραμματισμένη κούκλα θα μπορούσε να τούς παίξει. Άρα τι δεν πήγαινε καλά σ’ αυτά τα ολογράμματα που ούτε καν αυτούς τους σχηματικούς και χονδροειδώς διανεμημένους ρόλους δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν;   

        Κάποια στιγμή που ένας υπάλληλος του μουσείου αφαιρέθηκε, αφού άλλωστε ποτέ και πουθενά η απόλυτη επιτήρηση δεν είναι δυνατή, ο Τιθωνός προχώρησε στο πρώτο κινούμενο ολόγραμμα και το άγγιξε στα κλεφτά με ταυτόχρονη επίμονη διαπεραστική οφθαλμολαγνεία και – πορνεία επιδιώκοντας άμεση, ενορατική, εκστατική μυστικοπαθή γνώση. Τού φάνηκε πλαστικότερο στην αφή απ’ όσο ταιριάζει σε άκαμπτη τυποποιημένη απομίμηση. Άραγε οι προγραμματιστές των ολογραφημάτων μπόρεσαν να δώσουν στα καλλιτεχνήματά τους αυτό που ο λιθοξόος γιος του Σωφρονίσκου αποτύγχανε να σμιλέψει στις προτομές του, δηλαδή την αχνιστή υπερένταση και υπεραιμία των παρειών πριν την εκκίνηση;

          Έξυσε λίγο από το σμάλτο της αργυροϋφούς επιφάνειας στο ύψος  της κερκίδας, ξηλώνοντας τη ασημένια ίνα της στολής και καταιονίζοντας την ολογραφική σκόνη σαν να ήθελε να αναπαραστήσει οπτικά  τη διανοητική ροπή και το συνειδησιακό αίτημά του για εμβάθυνση και κατάδυση στα μυστικά  του έκπαγλου τεχνολογικού αυτόματου, αλλά ποια η έκπληξή του, όταν κάτω από την αιωρούμενη παιπάλη της ξεφτισμένης ποίκιλσης των  πειστικά αναπαριστώμενων οιονεί ολοσηρικών υφασμάτων συνάντησε ορφνή, μαλακιά, μουμιοποιημένη επιδερμίδα!

          Το πλήρωμα της γέφυρας λοιπόν δεν αποτελούνταν από ομοιώματα, αλλά ήσαν οι γνήσιοι αξιωματικοί του Κρόνου και το εμφανιζόμενο ως αντίγραφο του Κρόνου ήταν ο ίδιος ο Κρόνος! Αιχμαλωτισμένοι από ένα τηλεκατευθυνόμενο εξωτερικό περίβλημα σκληρό και τυλώδες σαν πέτρα και καταδικασμένοι στην αιωνιότητα να κάνουν τις ίδιες και τις ίδιες ακούσιες κινήσεις κατά παραγγελία άσχετων θεατών! Δεν κατάπιε ο Κρόνος την φασκιωμένη πέτρα που τού έδωσε η Ρέα αντί για τον Δία, αλλά αλίμονο κατά δραματική αντιστροφή η πέτρα κατάπιε τον Κρόνο και μάλιστα για πάντα. 

Καταλείπονται οι πετρωμένες σιλουέτες, παράδοξα απολιθωμένα κορμιά που δεν θυμίζουν ούτε ανθρώπους ούτε θεούς, αιχμαλωτισμένα σε γρανίτη ή ψαμμόλιθο, παγιωμένα, αρτηριοσκληρωτικά, στρεβλωμένα. Το θέαμα, που παρουσιαζόταν μπροστά στον αποσβολωμένο Τιθωνό τον έκανε να χλομιάσει. Τούτη η μάχη καλύτερα να λησμονηθεί ανά τους αιώνες. Εδώ «κόσμον φέρει η σιωπή» και όχι η εξιστόρηση των πράξεων. Το να θανατώσεις έναν εχθρό είναι ένδοξο και τιμητικό, ιδιαίτερα στην ηρωική εποχή, όπου οι ήρωες ίδρυσαν κράτη και έκτισαν πόλεις. Το να τον υποβάλεις σε βασανιστήρια, ακόμη κι αν δεν έχεις άλλη λύση, είναι μία αισχρότητα. Το να τον καταδικάσεις σε αιώνια μαρτύρια είναι αιώνια καταισχύνη, άγος και όνειδος.

Διότι ο Κρόνος και οι υποτακτικοί του εξακολουθούν ακόμη να είναι στη ζωή κι ας τυγχάνουν απολιθωμένοι, στερημένοι από κίνηση, ενέργεια, όραση, ακοή και αντίληψη και τις λοιπές αισθήσεις. Όμως παρ’ όλ’ αυτά  ζουν και θα ζουν «έως αν ο ήλιος την αυτήν οδόν είη, τη και νυν έρχεται», μέχρι να γίνουν σκόνη -κόνις- όλες οι πέτρες κι ίσως και λίγο περισσότερο. Αντικρίζουμε τις συσπασμένες τρέμουσες τρίζουσες αύρες των σωμάτων τους, έτοιμες να σηκωθούν σε επανάσταση. Βλέπουμε την οδύνη τους, την οργή, τον ανομολόγητο πρωταρχικό φόβο. Ζευ, Δία, νεφεληγερέτα ή όπως αλλιώς σε λένε, δεν πρέπει να είσαι περήφανος γι’ αυτή τη μάχη. Θα ‘πρεπε κανονικά ποτέ να μην την αναφέρεις, ποτέ να μη τη μνημονεύσεις, να τη διαγράψεις, όπως οι Αιγύπτιοι έξυναν από τους βράχους τα ονόματα των ανόσιων φαραώ, το μόνο που σε σώζει είναι να την πνίξεις στη λησμονιά, στο βυθό της λήθης. Και ποτέ άλλοτε να μη στέρξεις και να μη τολμήσεις να επαναλάβεις αυτά τα απόκοσμα αδρά και σφαγιαστικά λόγια, που προκάλεσαν το μαρμάρωμα των φτωχών αυτών πλασμάτων. Άλλος ένας άθλος στον κατάλογο των επιτυχιών σου, ένα φύλλο δάφνης στο στεφάνι σου, άλλη μία σχισμή στο σπαθί σου, όπως και στην περίπτωση του Τιθωνού, που σκότωσες τον πεθαμένο κι έκανες έναν στερημένο ακόμη πιο στερημένο κι έναν ανάπηρο ακόμη πιο ανάπηρο!   

          Αυτή η αποκάλυψη, αυτή η συνταρακτική διαπίστωση ότι ο Κρόνος ήταν αιχμαλωτισμένος σε ένα ταπεινωτικό γι’ αυτόν αέναο φαύλο κύκλο ήταν ένα συμπέρασμα που απασχόλησε τον Τιθωνό για αρκετά χρόνια. Τι σχέση όμως θα μπορούσε να έχει αυτή η αδόκητη ψυχρολουσία με την αποστολή του, που τού είχε γίνει εν τω μεταξύ έμμονη ιδέα; 

          Η μόνη λύση για να ξεφύγει από τη διάσταση της Γης, αλλά και από αυτή των τιτάνων, εμπεπηγμένη ως σφήνα και χοάνη στην ατμόσφαιρα του Εγκέλαδου, ήταν να βρει το περίφημο όργανο πλοήγησης, με το οποίο ο Κρόνος είχε εισχωρήσει στο ηλιακό σύστημα, τον θεοδόλιχο.

Σήμερα ο θεοδόλιχος ορίζεται ως φορητό οπτικό όργανο ακριβείας για τη μέτρηση γωνιών μεταξύ προκαθορισμένων ορατών σημείων σε ανοικτό πεδίο, τόσο στο οριζόντιο, όσο και στο κάθετο επίπεδο. Η παραδοσιακή χρήση του θεοδόλιχου έγκειται στην τοπογραφική μελέτη  (τοπογράφηση) και στη γεωδαισία, αλλά χρησιμοποιείται πολύ και στα δομικά έργα, όπως και σε κάποιες ειδικές εφαρμογές (π.χ. μετεωρολογία, εκτοξεύσεις πυραύλων). Στην εποχή των τιτάνων ο θεοδόλιχος χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για την τελευταία αυτή εφαρμογή και μάλιστα για την διάβαση μεταξύ διαστημικών μεμβρανών και στοιβάδων. Ο τρόπος λειτουργίας του ήταν κάπως μυστηριώδης, φημολογείτο όμως ότι στηριζόταν στη διάσπαση του χώρου μέσω του χρόνου, αφού άλλωστε τον είχε κατασκευάσει ο Κρόνος ως κυρίαρχος του χρόνου. Δεν είχε δηλαδή ακριβή ταύτιση με τον σημερινό θεοδόλιχο, όπως και ο ορείχαλκος της αρχαίας εποχής ως κράμα χρυσού και αργύρου και δεύτερο σε αξία μέταλλο της Ατλαντίδας δεν είχε σχέση με τον σημερινό ορείχαλκο ως μίγμα χαλκού και ψευδάργυρου.

Η ετυμολογική προέλευση της λέξης είναι καθαρά ελληνική από το «θεός» και το «δόλιχος» – δρόμος και σημαίνει ο δρόμος των θεών, ενώ το «θεός» προέρχεται από το «θέω ή τρέχω, διότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι ήσαν θηρευτές και δρομείς. Εδώ βέβαια εκφράζεται και η τιτανική αντίληψη ότι ο θεός προέρχεται από τον άνθρωπο και όχι αντιστρόφως. Τώρα μάθαμε να λέμε ότι η τάδε ή η δείνα λέξη μοιάζει με ελληνική, αλλά τάχα προέρχεται από κάποια δυσπρόφερτη σανσκριτική – βλέπε εν μέρει υποθετική και εν μέρει φανταστική λέξη, και αυτήν την τάση εξήγησης του προδήλου μέσω του αδήλου οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι την έχουν επεκτείνει και σε ένα σωρό άλλες λέξεις. Φυσικά τα ελληνικά, όπως και καθετί άλλο υπάρχον, προέρχονται από μία προϋπάρχουσα προγενέστερη βάση, η μεσολάβησή τους όμως υπήρξε τόσο καταλυτική στην ανθρώπινη Ιστορία, ώστε για κάθε πρόβλημα συνεννόησης ενόψει ενός εισέτι αζύμωτου, βαβελικού και δυσοίωνου μέλλοντος είναι προσφορότερο και χρησιμότερο να παραπέμπουμε στις δικές τους προτάσεις και λύσεις παρά σε αόριστες υποθέσεις ενός ανεξιχνίαστου παρελθόντος ή εξεζητημένους νεολογισμούς ενός συγκεχυμένου παρόντος. Με απορία βλέπουμε πολλούς που αν πρόκειται για πολιτική εξορκίζουν τον Ινδοευρωπαϊκό μύθο όπως ο διάολος το λιβάνι, συνδέοντάς τον ευλόγως με φασιστικά – ναζιστικά οράματα και φαντασιώσεις, να είναι οι ίδιοι που τον ανεβάζουν σε απόλυτο βάθρο όσο αφορά τη γλωσσολογία, για να υποβαθμίσουν την ελληνική επίδραση. Αυτό είναι βέβαια ανθρώπινο, γιατί είναι λογική η φιλοδοξία των επόμενων γενεών να αποδώσουν στον εαυτό τους τα νέα ευρήματα και τις τρέχουσες ανακαλύψεις ή εφευρέσεις, αποκλίνοντας από την πατροπαράδοτη γνώση, όπως κάθε παιδί θέλει να απομακρυνθεί και να ανεξαρτητοποιηθεί από τον γονέα του. Όμως ο καθένας όταν ωριμάσει, θέτει τελικά τους γονείς του στις σωστές τους διαστάσεις και κατανοεί την απέραντη συνεισφορά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και η σύγχρονη κοινότητα θα καταλήξει ότι είναι ίσως βαρύ να θεωρήσει την αρχαία Ελλάδα ως ακρογωνιαίο λίθο των γλωσσών και των νοημάτων της, θα αναγνωρίσει όμως αναγκαστικά ότι τα ελληνικά μέσω της επιστημονικής τους σύλληψης, του παραστατικού και εικαστικού  τους πλούτου και της εμβριθούς εμπεριστατωμένης ετυμολογίας τους προσφέρουν ανυπολόγιστη ωφέλεια στην αποσαφήνιση και την ανάπτυξη των εννοιών. Η ελληνική επίδραση λοιπόν δεν μπορεί να μειωθεί, πολλαπλασιάζει τις επιδράσεις και τις επιρροές της, γιατί είναι η πεμπτουσία της ευκινησίας και της ζωηρότητας του πνεύματος.

   Όπως και  να’ χει, από τη στιγμή που ο Τιθωνός ανακάλυψε ότι το πλήρωμα του διαστημόπλοιου δεν ήταν  ολογραφικό, αλλά πραγματικό, είχε κάθε λόγο να υποθέτει ότι θα ηδύνατο αργά ή γρήγορα να βρει και τον θεοδόλιχο. Σίγουρα θα τον παρουσίαζαν και αυτόν ως μουσειακό έκθεμα στο κοινό, φυσικά νεκρό και απενεργοποιημένο, γιατί όχι και μέσα στον Οδοδρόμο; Με την προοπτική μίας μελλοντικής απόδρασης από την επικράτεια του Δία, που τού φαινόταν στις αισιόδοξες στιγμές του όλο και πιο πιθανή, μετέφερε το ανενεργό όπλο – εύρημά του, πρώην εγκαταλειμμένο σε κάποια αποθήκη παλιοσίδερων του Άρη, δηλαδή τον Κύβοργ μαζί με το ησιόδειο άροτρο, και το έκρυψε σε έναν από τους αυτόνομους ενεργειακούς κύβους, σε ένα από τα συνενωμένα πλατωνικά στερεά του Οδοδρόμου, το οποίο θα μπορούσε να τού χρησιμεύσει ενδεχομένως ως άκατος ή κάψουλα διαφυγής.

Τόσο οι διερχόμενοι φρουροί, όσο και οι έμποροι ή προμηθευτές, που πάντα προσκολλώνταν, συνωστίζονταν και συνωθούνταν πίσω από ένα τρανό στράτευμα, όσο και οι υπάλληλοι του μουσείου είχαν συνηθίσει τον Τιθωνό σαν ένα είδος τρελό του χωριού, τον οποίο πείραζαν και περιγελούσαν με φιλοσκώμμονα διάθεση. Βλέποντάς τον να κουβαλάει το περίεργο φορτίο του, τον Κύβοργ στην πλάτη, τον συνδετικό ιμάντα στον ώμο και το ησιόδειο άροτρο στο στέρνο, τού μιλούσαν είτε ειρωνικά, είτε καχύποπτα, είτε επιτακτικά, είτε διερευνητικά.

«Έ καμπούρη, γιατί κουράζεσαι;»

«Οι εκούσιοι πόνοι την των ακουσίων υπομονήν ελαφροτέραν παρασκευάζουσιν»,[153] απαντούσε με το ρητό του Δημόκριτου.           

 «Έ κοντοπόδη, μακρυπόδη, τι είναι αυτό που κουβαλάς;»

«Αίσωπος έφη δύο πήρας έκαστον ημών φέρειν, την μεν έμπροσθεν, την δε όπισθεν. Και εις την μεν έμπροσθεν αποτιθέναι τα των άλλων αμαρτήματα, εις δε την όπισθεν τα εαυτών. Διό ουδέ καθορώμεν αυτά».[154] Μέχρι ο ερωτών να σκεφτεί αυτό που άκουσε και να καταλάβει ότι ο Τιθωνός δεν απάντησε, αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί.

«Δεν μού λες, εσύ ο σακάτης. Ναι, σε σένα τον γεροξούρα μιλάω. Όλοι εδώ κάνουν κάποια συγκεκριμένη δουλειά. Εσύ για ποιο σκοπό κουβαλάς στην πλάτη σου αυτά τα σκουπίδια».

«Ίνα μη αμέτοχος της εργασίας ώ», τον αποστόμωσε ο Τιθωνός δίνοντας την απάντηση που έδωσε ο Διογένης, όταν τον ρώτησαν για ποιο λόγο κυλάει το πιθάρι του στην πολιορκία της Κορίνθου, ενώ όλοι οι άλλοι ενίσχυαν τα τείχη.

Κάποιος άλλος πιο πονηρός έτεινε το αυτί του και τού είπε σε εμπιστευτικό τόνο.

«Έλα να μού πεις στο αυτί τι είναι αυτό που μεταφέρεις; Έλα, εμείς είμαστε φίλοι, πες το μου. Είμαστε ποτίστατοι περιβεβρεγμένοι συμπότες κωθωνιστές ή όχι;».  

  «Χρη σιγάν ή κρείσσονα σιγής λέγειν. Κρείττον σιωπάν εστίν ή λαλείν μάτην. Αισχίνης ο Σωκρατικός επιπληχθείς ότι Σωκράτει εσχολακώς σιωπά, “ου γαρ μόνον” είπε “λέγειν έμαθον παρά Σωκράτει, αλλά και σιωπάν”».[155] Και μέχρι ο εξ απορρήτων φίλος να αντιληφθεί ότι από την πολλή σιωπή ο Τιθωνός δεν είχε απαντήσει τίποτε, ο πάλαι ποτέ συνδαιτημόνας του τού είχε ξεφύγει.  

Κι έτσι χωρίς άλλα απρόοπτα συμβάντα ο αδύναμος υποτιτάνας έφερε το ανενεργό υπερόπλο του στη νέα του κρυψώνα, σε ένα από τα πλατωνικά στερεά του Οδοδρόμου.

          Τα επόμενα χρόνια τα αφιέρωσε ο ήρωάς μας ψάχνοντας την θρυλική συσκευή του θεοδόλιχου επισκεπτόμενος με αμείωτη υπομονή και επιμονή το μουσείο, που η αλαζονεία και η αυταρέσκεια είχε στήσει για να θυμίζει την περιφανή επικράτησή του έναντι του πατέρα του, την απόλυτη πατροκτονία. Καμιά φορά κοιτούσε προς τον ουρανό και έλεγε ειρωνευόμενος τον ίδιο τον εαυτό του.

          «Αγάπη μου, Ηώ, πώς με βλέπεις; Όλο και πλησιάζω στον στόχο, μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα. Ζω βίο στοχαστικό και συνεχίζω να συνδυάζω την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης μου περίπτωσης με μία ευρύτερη υπόθεση. Είμαι ο ανάπηρος επισκέπτης ενός μουσείου, αλλά ταυτόχρονα και μέλος εκείνης της μη εξουσιοδοτημένης αποστολής, που κάποτε ξεκίνησε για να κλονίσει την τυραννία του Δία. Και πρέπει να βρω τρόπο να πραγματώσω και τα δύο αυτά σκέλη, το γενικό και το ατομικό, αφού το καθένα από μόνο του είναι ξεκρέμαστο και δεν τελεσφορεί».

Σκέψου, σκέψου, σκεφτόταν. Συλλογίσου, συλλογίσου, συλλογιζόταν. Μπορεί άραγε κάποιος να λύσει με την απλή σκέψη όσα οι πρακτικοί άνθρωποι έλυναν με υλικές και συνήθως βίαιες ενέργειες;  Με τη δύναμη του νου τα απόντα γίνονται παρόντα, έλεγε ο Παρμενίδης. Μήπως ο Ζευς είχε καταστρέψει τον αρχικό θεοδόλιχο; Αν το είχε κάνει αυτό, θα είχε καταστρέψει και ολόκληρο τον Οδοδρόμο, αντί να τον εκθέτει σε μουσείο. Έτσι κι αλλιώς υπήρχαν θεοδόλιχοι σε όλα τα σκάφη, που έρχονταν από την άλλη διάσταση και ήδη κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα σχέδια της εν λόγω μηχανής είχαν ήδη κλαπεί και περιέλθει στην κατοχή των τιτάνων που ετοίμαζαν στόλο στον Σείριο. Αρκούσε η απενεργοποίηση του τεχνουργήματος και η αποκοπή του από κάθε πηγή ενέργειας, όπως έκανε ο Δίας και για ολόκληρο τον Οδοδρόμο. Συνεπώς ο θεοδόλιχος έπρεπε κάπου να υπάρχει, πού όμως;

Ποιο ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του Κρόνου, που έρχεται αμέσως στο μυαλό; Ότι έτρωγε τα παιδιά του, αλλά είπαμε πώς εξηγείται αυτό. Άλλο γνωστό στοιχείο είναι έκοψε τους όρχεις του πατέρα του. Και τότε, όταν αυτοί πάφλασαν στη θάλασσα, έγιναν αφρός και πλημμύρισαν την οικουμένη και από τους αφρούς γεννήθηκε η Κύπριδα Αφροδίτη. Ή μήπως από τη γονιμοποίηση των όρχεων προέκυψε η ίδια η θάλασσα, το υγρό στοιχείο ως διάδοχο του στερεού, το διαχέον και αόριστο ως αρχή ή κατάληξη του αμετάβλητου και συγκεκριμένου, το κινούμενο ως αφετηρία ή απόρροια του ακίνητου; Ο χρόνος ως άρνηση του χώρου; Άρα, να, το δρέπανο, που διαρκώς κρατούσε σαν σκήπτρο ή σαν βακτηρία ο Κρόνος,  ήταν ο θεοδόλιχος!

Σχεδόν αντανακλαστικά ο ακάματος ερευνητής μας άρπαξε το δρέπανο από τα χέρια του υποτιθέμενου ολογράμματος. Τη στιγμή που ο υπάλληλος του μουσείου ερχόταν για να το ανακτήσει αρθρώνοντας το κλασικό «έ, εσύ», ο Κρόνος γύρισε προς το μέρος του Τιθωνού και το ένα του μάτι έπαιξε μέσα στη σούστα του και δάκρυσε. Ήταν η τελευταία αντίδραση του φυλακισμένου καταβαραθρωμένου θεού, η φωνή από τα τάρταρα, η κραυγή μέσα από την πέτρα, για την οποία μάζεψε όλες του τις δυνάμεις. Και το δρέπανο, που ήταν τελικά ο θεοδόλιχος, ενεργοποιήθηκε.         

  Επρόκειτο για  παρεμβολέα μεταξύ διαστάσεων, που  είχε το νόημα όπως ο Πύργος της Βαβέλ να «συγχύσει τας γλώσσας και τα νοήματα», όχι όμως μόνο σε επίπεδο συνεννόησης, αλλά και σε επίπεδο πραγματικότητας. Το ζητούμενο ήταν να διαταραχθεί η εποπτεία περί του χρόνου και του χώρου, ώστε να προσαρμόζονται οι πάντες και να συμβιβάζονται με συνθήκες μειωμένης ή και καθόλου συνειδητοποίησης, της καταβύθισης σε πρωταρχικό χυλό  και λησμονιάς του εαυτού , που κυριαρχούσαν στο κβαντικό Σύμπαν ως επικράτεια του θανάτου και προπομπού της νέας ζωής. Προκειμένου να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους στο κβαντικό χώρο, οι Ολύμπιοι είχαν εγκαταστήσει σε διάφορα κομβικά σημεία μηχανήματα, που είχαν ως αποστολή τη διαταραχή και διάσπαση  της συνέχειας του χώρου. Η μηχανή λειτουργούσε με τον  εξής απλό τρόπο: Είναι γνωστό ότι το σύμπαν μας αποτελείται από στοιχειώδεις δομικούς λίθους, που μπορεί κανείς να ονομάσει χορδές,  κ.λπ. Κάθε σωματίδιο υλοενέργειας έχει ένα βαρυτικό δυναμικό λάμδα , ο δε ολικός αριθμός των λάμδα είναι ακριβώς εκείνος, που απαιτείται για να μην αναδιπλωθεί στον εαυτό του το τετραδιάστατο συνεχές.  Βάζοντας λοιπόν ταχύτατα σωματίδια με φορτίο λάμδα  να προσκρούσουν σε μια τέλεια γωνία με απολύτως ισομοιρασμένες πιθανότητες ανάκλασης προς τη μία ή την άλλη πλευρά, πετύχαιναν να τα διατηρούν σε μία κατάσταση διαθεσιμότητας, αναστολής δραστηριοτήτων ή καταστολής λειτουργιών. Φιλοσοφικά αυτό το φαινόμενο αποκαλούνταν «γαϊδούρι του Βαλαάμ ή του Μπουριντάν», που απέχει εξίσου αναποφάσιστο και δίβουλο από δύο σωρούς σανού. Αποτέλεσμα: Μια μαχαιριά στο πληθωριστικό μπαλόνι του χώρου από τον χρόνο, έτσι ώστε ο μεν χώρος γίνεται ένα ανείπωτο χάος από τρισδιάστατα αντικείμενα, ο δε χρόνος ανεξαρτητοποιείται και συνεχίζει να ακολουθεί  ασυσχέτιστα τη δική του πορεία.   

          Όταν λοιπόν ενεργοποιήθηκε το μηχάνημα, η ενοποιητική εποπτεία του χώρου και του χρόνου κατέρρευσε σύμφωνα με την αρχέγονη κακοβουλία των Ολύμπιων. Οι παραστάσεις του περιβάλλοντος έμοιαζαν να σκάζουν σαν πομφόλυγες,   διαλύθηκαν ή καλύτερα εξαρθρώθηκαν , έγιναν ρευστές σαν να κυλούσαν και να ξεθώριαζαν σε λαδερό μουσαμά,  και όλοι ένοιωθαν σαν να μην οικούσαν ένα κοινό τόπο, αλλά ότι ζει  ο καθένας  απομονωμένος σ’ ένα δωμάτιο ή σε μία γωνιά. Ο «Οδοδρόμος» σαν να διαχύθηκε και να διασπάστηκε ή σαν να πολλαπλασιάστηκε σ’ ένα  σύνολο διαμερισμάτων ή ενδιαιτημάτων- φυλακών, που   κυκλοφορούσαν και  πηγαινοέρχονταν σ’ ένα τρισδιάστατο χάος, συγκροτώντας ένα μωσαϊκό από αεικίνητους κύβους. Η οποιαδήποτε θυρανοιξία ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, γιατί πλέον οι υπαγόμενοι στο φαινόμενο ήσαν έκθετοι σε όλους τους δυνατούς τύπους και συνδυασμούς της απάτης και της πλάνης. Αν έβγαιναν έξω από το κατώφλι του εκάστοτε δωματίου τους, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να χαθούν απόλυτα και ανέκκλητα, αφού ήταν αδύνατο να διατηρήσει κανείς μια αίσθηση κατεύθυνσης μέσα στις αυξομειούμενες αποστάσεις, τη χαοτική απώλεια της εποπτείας του χώρου. Το διάστημα καμπυλωνόταν και συστρεφόταν δημιουργώντας βουνά και λαβύρινθους, λόφους και φιδωτές στριφογυριστές σήραγγες. Μερικές φορές νόμιζαν ότι έβλεπαν μπροστά τους μία ψευδαίσθηση, ένα φανάρι ή διάβαση, αλλ’ ό, τι κι αν έκαναν, δεν θα μπορούσαν ποτέ να το πλησιάσουν. Συχνά ένα φως τούς  παρέσερνε και απομακρύνονταν χωρίς γυρισμό ή τούς σαγήνευε ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος,  που δεν οδηγούσε πουθενά.

Ο Τιθωνός πρόλαβε να πηδήξει μέσα στο πλατωνικό στερεό, όπου είχε κρύψει τον Κύβοργ και το ησιόδειο άροτρο. Μετά από -ποιος ξέρει πόσα χρόνια – είχε πετύχει την αποστολή του, να δραπετεύσει μέσα στη γενική σύγχυση από τη διάσταση των Ολύμπιων μαζί μ’ ένα υπερόπλο, έστω κι αν αυτό δεν ήταν του Δία, αλλά των τιτάνων. Αλλά και πέραν αυτού κρατούσε ακόμη στα χέρια του το δρέπανο -θεοδόλιχο, που ήταν με διαφορά το μέγιστο τρόπαιο και μάλιστα  έπεσε στην αγκαλιά του στο πλαίσιο ευτυχούς συγκυρίας, χωρίς να το επιδιώξει ή να το σχεδιάσει, ως πρόσθετο δώρο της τύχης. Όπως θα δούμε στο επόμενο βιβλίο, με βάση τον θεοδόλιχο οι τιτάνες του Σείριου έφτιαξαν τον δικό τους φαινοδιαστατικό διάδρομο με ανάλογη λειτουργία. Αν αυτό έγινε με βάση το δρέπανο του Τιθωνού ή αν οι τιτάνες είχαν ήδη υποκλέψει με άλλο τρόπο τη σχετική τεχνολογία, αγνοώ.     

«Πάω ταξίδι, πάω ταξίδι, φεύγω από ‘δω, λα, λα, λα, λα!», τραγουδούσε ο Τιθωνός χωρίς φόρμιγγα κάτι διαφορετικό από τη μελωδία του Σείκιλου, με πιο πολύ ρυθμό, καθόσον μάλιστα οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μελωδία χωρίς τον ρυθμό είναι «άτακτη, αδρανής και σκοτεινή», ενώ με τον ρυθμό « ρωμαλέα, ενεργητική και σαφής ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26o:

ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΘΑΙΡΕΤΗ

Από το προσωπικό ημερολόγιο του Εχετλαίου, Ιππότη και Πράκτορα του Φωτός, εν πλω, εποχούμενου επί ελευθέρως κινούμενου αστέρος νετρονίου

Ο Μεγάλος Ελκυστής είναι ένας τερατώδης κόμβος, μία συμπύκνωση του ορατού σύμπαντος, διενεργημένη από τον Καθαιρέτη, που με την απροσμέτρητη βαρύτητά του ελκύει ολόκληρους γαλαξίες σαν περιπλανώμενους σκώρους, γοητευμένους-σαγηνευμένους συνεπεία φωτοτροπισμού, από μία απόσταση τριακοσίων εκατομμυρίων ετών φωτός. Αποστολή μου είναι η καταστροφή του.  

Η συνείδηση ελέγχει τα φαινόμενα του σύμπαντος και η μελλοντική εξέλιξη του κόσμου μας εξαρτάται από συνειδητές αποφάσεις, που θα πρέπει να λάβουμε με βάση την ηθική, αλλά κυρίως εξασκώντας τη λογική μας κρίση. Μόνο πολεμιστές που είναι ηθικοί, αλλά διαθέτουν ταυτόχρονα και ευθυκρισία κι έχουν συνδέσει τα δύο αυτά σε ατομικό ήθος και έλλογη πεποίθηση μπορούν να διασώσουν τη κιβωτό της ζωής. «Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησόμενους ημέας, οί ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής», είπε ο Τιγράνης. Γνωστά πράγματα είναι αυτά. Είναι η μοίρα μας και το αποκλειστικό μας προνόμιο να ασκούμε πεφωτισμένη (λελογισμένη- οικολογική) εξουσία πάνω στην άψυχη ή λιγότερο έμψυχη ύλη και να καθορίζουμε το μέλλον του κόσμου μέσω της επωφελούς χειραγώγησης του παρελθόντος.

Καθώς δίπλα μου περνούσαν διαβατάρικα τα νέφη των αστεριών κι εγώ ήμουν το φάντασμα ενός τιμονιέρη σ’ ένα ιπτάμενο σκοτεινό φέρετρο, σκεπτόμουν εξ αντιδιαστολής, γιατί το Σύμπαν είναι τόσο γόνιμο; Γιατί είναι σε κάθε στάδιο γεμάτο ζωή και αυξανόμενη συνθετότητα; Η διελκυστίνδα της ζωής, ο ποταμός της ζωής, όπου διαρκώς «έτερα ύδατα επιρρεί», οδηγεί με το πέρασμα των αιώνων στο έσχατο στρατηγικό επιτελείο, εγκατεστημένο στο τέλος του χρόνου, όπου  κάποτε η τελευταία συνείδηση θα κάνει την τελευταία παρατήρηση και θα σχηματίσει τις τελευταίες σκέψεις. Αυτό όμως σημαίνει ότι και αυτή η παρατήρηση δεν θα είναι κατά κυριολεξία η τελευταία, διότι με την ερμηνευτική βουτιά που θα κάνει στο παρελθόν κινητοποιεί και τροφοδοτεί εκ νέου τη δυναμική ενός ατέρμονου κύκλου. Το σύμπαν δεν έχει σταθερή υφή και ευκρίνεια μέχρι κάποιος να το παρατηρήσει.  Επιπλέον ακόμη και ο τελευταίος παρατηρητής δεν μπορεί να είναι σταθερός, διότι τότε η ύπαρξη όλων των προηγούμενων όντων δεν θα έχει νόημα. Ή θα πρέπει να αλλάζει διαρκώς ή -όπερ και το αυτόν – να ενσωματώνει εντός του όλα τα προηγούμενα όντα, ιδού η επιστημονική και φιλοσοφική σύλληψη του θεού.

          Ο καθένας από εμάς εκπροσωπεί μία οπτική γωνία, που είναι απαραίτητη για το συνεχές του σύμπαντος και αν έλειπε, αυτό θα σήμαινε τη διάνοιξη μίας οπής, που θα τρυπούσε το τεράστιο πληθωριστικό αερόστατο, στο αέριο του οποίου λικνιζόμαστε. Γι’ αυτό, ο καθένας μας μπορεί να εξαλειφθεί ως αντικείμενο, όχι όμως και ως υποκείμενο, διότι το τελευταίο είναι συνυφασμένο με την αίσθηση της ύπαρξης, που παρατηρεί το Σύμπαν, άρα αιώνιο. Το «άτομον», που συμβολίζει την ψυχή, είναι αιώνιο, προσλαμβάνει, «ρύεται», έλκει κατά «ρυσμόν», δηλαδή κατά ρυθμό, υλικά σώματα ή σωματίδια  που στοιχούν με αυτό («στοιχεία») και εμφανίζεται ως στερεό και ζωντανό, όταν δε ο σύστοιχος οργανισμός πεθαίνει, επιστρέφει στο «κενόν» Πρόκειται για «αντανάκλαση και αντικατοπτρισμό» («είδωλον»-υπέρθεση το λένε σήμερα) του ατόμου, σύμφωνα με το παράδειγμα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Όμως το είδωλον δεν είναι μόνη σχέση των ατόμων μεταξύ τους, υπάρχει και η «διαθιγή» (εναγκαλισμό το λένε σήμερα), που συνδέει ποικίλα άτομα και ποικίλες ψυχές- μορφές μεταξύ τους σε ευρύτερα ψυχικά μόρια ή υποστασιακές ψυχές. Ιδεαλισμός και υλισμός ως κοσμοείδωλο διαιρεμένο στα δύο δεν καταλαβαίνουν ότι το γνωστικό υπο- και αντικείμενο είναι απλά ένα ον που αντικατοπτρίζει και ερμηνεύει τον εαυτό του σε διάφορες θέσεις και σε διαφορετικές στιγμές, εγκαινιάζοντας έτσι χώρο και χρόνο. Αιτιοκρατία και βούληση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και παλινδρομούν μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος οικοδομώντας το σύμπαν. 

          Η αυτοσυνείδησή μου αποτελούνταν από ένα κόμπο κυματικών λειτουργιών. Ξεκίνησα λοιπόν να εκτυλίσσω αυτό τον κόμπο, αφήνοντας την εστία της προσοχής να περιπλανηθεί στο χωρόχρονο. Πετούσα πάνω στο ουράνιο τόξο του κόσμου, ελεύθερος από περιορισμούς, έσκυψα και έγειρα πάνω από τις πόλεις και τα έργα των ανθρώπων και όχι μόνο, διέτριψα σε ξεχασμένους τόπους και επεξεργάστηκα εργαλεία εγκαταλειμμένα από την Ιστορία. Αιωρήθηκα και καταιονίστηκα σαν βροχή πάνω από τους πύργους και τις πολεμίστρες πολυάριθμων οχυρών, αφιερώνοντας σ’ αυτά τόσο χρόνο όσο και για ένα παραπεταμένο παιδικό άθυρμα – παιχνίδι. Παντού βέβαια βρήκα ερείπια πολέμου και σπαταλημένη ενέργεια, παντού βρήκα την καταστροφή, την εύκολη αυτή λύση απέναντι στο επίτευγμα της Δημιουργίας.

Κατέγραψα και ταξινόμησα τους προορισμούς των ταξιδιών μου και τα πολύτιμα φυλακτά, που βρήκα δώθε- κείθε. Όσο περνούσε ο χρόνος και η αυτοπεποίθησή μου ως κεντρικής ατομικότητας μεγάλωνε, τόσο βάλθηκα να αποσύρω σταδιακά τη δύστροπη βάσανο της προμελέτης και της επιτηδευμένης σκέψης, αφήνοντας τη συνείδησή μου να γίνει πιο εύπλαστη, να διασκορπίσει την λεπτή κρούστα της ανθρώπινης αντίληψης, κρατώντας μόνο μία ηθική πεμπτουσία,  και να πλανηθεί αμέριμνα διαδίδοντάς την.    

Γύρω μου σιγόκαιγαν φλόγες και οι μικροποσοτικές λειτουργίες με κέντριζαν, με διατρυπούσαν. Στρώσεις πιθανοτήτων εκπορεύονταν από αστέρια και πλανήτες ιχνογραφώντας και γεφυρώνοντας χώρο και χρόνο σαν ιστοί αράχνης, που εξαπλώνονται σε γερασμένους γαλαξίες, είτε ενισχύοντας είτε ακυρώνοντας άλληλες με μία ανελέητη και στυγνή λογική διακυβέρνησης.

Και μέσα σ’ όλα αυτά εγώ έψαχνα τον κατάλληλο τρόπο να εκπληρώσω την αποστολή μου, να διασπάσω και να διατρυπήσω την τεράστια μάζα, την οποία συγκέντρωνε ο  Καθαιρέτης και που απειλούσε να καταπιεί ως ανυπέρβλητη και έσχατη μαύρη τρύπα όλο το Σύμπαν. Μετά από περιεσκεμμένη μελέτη κατέληξα ότι η μόνη μέθοδος διαρραγής ενός βουνού μάζας υπερβατικών διαστάσεων είναι οι κοσμικές χορδές.    

Στον τρισδιάστατο χώρο κυκλοφορούν ένας σωρός στρεβλώσεις σταθερές ή άστατες, σημειακές, γραμμικές, επίπεδες και στερεές, μονοδιάστατες και δυσδιάστατες, μονοπολικές και … διπολικές, φραγμοί, όρια και τομές, όπου οι πιο αιχμηρές, ακονισμένες και χαρακτικές είναι οι κοσμικές χορδές. Παρά την ονομασία τους, που παραπέμπει σε κάτι το λεπτοφυές, οι χορδές έχουν αβάστακτη μάζα και πυκνότητα. Αν και το εύρος τους είναι μόνο δέκα εις την μείον τριακοστή πέμπτη μέτρα δύναμη  ζυγίζουν τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια δισεκατομμύρια τόνους ανά δυόμισυ εκατοστά. Αποτελούν τους ιδανικούς σωλήνες- αγωγούς για τη διοχέτευση φορτισμένων και ιονισμένων σωματιδίων, υποατομικών στοιχείων, ηλεκτρόνιων και αντι-ηλεκτρόνιων συγκεντρωμένων σε υπέρβαρους θύλακες. Ως αποτέλεσμα οι κοσμικές χορδές λειτουργούν ως υπεραγώγιμα καλώδια. Προκειμένου να μην επεκταθούν επ’ άπειρον, το σύμπαν με τη γνωστή του μέθοδο τις συμπυκνώνει και τις συρράπτει σε θηλιές ή κύκλους, τις τυλίγει για να μην καταλαμβάνουν έτη φωτός με την εκθετική τους μάζα, γιατί αλλιώς θα έδειχναν ίδιες πληθωριστικές και κατακτητικές τάσεις με τον εκτατικό χώρο που τις περιβάλλει. Βέβαια οι κοσμικές χορδές αντιστέκονται στην περιτύλιξη και την καμπύλωσή τους, μη στέργοντας να είναι κουβάρι, αλλά μάλλον ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο, γι’ αυτό και αναπτύσσουν μεγάλη πίεση, αυξανόμενη ανάλογα με την περίσφιξή τους, και τάση προς τα έξω, εξίσου δε και τα κράσπεδά τους αγωνίζονται να ισιωθούν και να εξαπλωθούν σχοινοτενώς. Το μέγιστο μήκος κάθε χορδής κινείται περίπου με την ταχύτητα του φωτός, το ίδιο και τα κράσπεδα. Ερωτάται πώς κάτι τόσο σύνθετο και πολύπλοκο μπορεί να εγκλωβίζεται σε διπλωμένο χωρόχρονο, κι όμως έτσι είναι. 

Ο … Χόρδιος δεσμός (κατά το Γόρδιος), αν εκτυλιχθεί καταλλήλως, έχει τη δύναμη να κόβει σαν μαχαίρι το μαγνητικό πεδίο του γαλαξία. Καθώς το κάνει αυτό, αδιανόητα ηλεκτρικά ρεύματα εκατό δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων αμπέρ δημιουργούνται, που αυλακώνουν, μαστιγώνουν και ραβδίζουν τη βασική ποτάμια κοίτη. Βαρυτικά κύματα ασύλληπτου μεγέθους εκπέμπονται στο διάστημα. Μιας και κάθε θηλιά είναι ασυμμετρική, απωθεί τη βαρυτική της ραδιενέργεια και ορμή σε διάφορες κατευθύνσεις, σε καρφιά και δόρατα μπροστά και πίσω. Πρόκειται για βαρυτικούς πυραύλους, που χρησιμοποιούν ως καύσιμο κίνησης την ίδια τη ραδιενέργειά τους. 

Πώς όμως θα ενεργοποιούσα αυτές τις χορδές και θα τις απέμπλεκα από τον ίδιο τον ισχυρό πυρηνικό δεσμό τους, ώστε να απελευθερώσω την ασύλληπτη δύναμή τους; Ενώ συλλογιζόμουν με ιδιαίτερα στοχαστικό τρόπο αυτό το δήλιον πρόβλημα, εμφανίστηκε στο άπειρο του διαστήματος, στον χώρο μεταξύ των κόσμων, ένα μικρό πλατωνικό στερεό με μόνο ένοικο έναν απίθανο δύσμορφο υβώδη νάνο, παραμορφωμένο σε βαθμό που ούτε η πιο αρρωστημένη φαντασία δεν θα μπορούσε να συλλάβει, του οποίου την αναπηρία δεν νομίζω ότι είναι ευγενές και προσήκον να περιγράψω με λεπτομέρειες. Αρκεί να πω ότι δεν ήταν ψυχή από σκοτεινή ύλη, όπως ήμασταν όλοι οι υπόλοιποι διατρέχοντες και θέοντες μικροί θεοί του διαστήματος, δηλαδή πνευματική συγκρότηση ή τύπος αποτελούμενος από αλληλο- απωθούμενα και μακρινά μεταξύ τους σωματίδια αντί των μεταξύ τους στερρώς συνδεδεμένων μορίων της οργανικής ύλης, αλλά είχε ένα είδος περίεργης και μη βιώσιμης βιολογικής αθανασίας, καθότι τα ανθρώπινα όντα λόγω του εφήμερου των σχέσεων, μεριμνών και επιδιώξεών τους δεν είναι φτιαγμένα να ζουν αιώνια και η αθανασία τα οδηγεί αυτομάτως στην τρέλα. Παρά ταύτα ο ανθρωπάκος αυτός ήταν απόλυτα γνωστικός, σχεδόν παράλογα γνωστικός.

Μού εγχείρισε ένα δυνατό όπλο τιτανικής τεχνολογίας αποτελούμενο από ένα κυβερνο- οργανισμό και ένα ησιόδειο άροτρο, που λόγω της απλής και εύχρηστης κατασκευής του και της εναυσματοδοτικής – αυτό-τροφοδοτικής του υφής και ιδιότητας, μέσω του μηχανισμού της διόπτρας και των οπτικών ινών που διέθετε, ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν ως καψύλλιο και επικρουστήρας για τις κοσμικές χορδές.       

Μόλις προσάρμοσα καταλλήλως την εφαρμογή, η ορμή και η σαρωτική δύναμη κρούσης των περιστρεφόμενων μαύρων τρυπών  απελευθερώθηκε ως δίνη και μυθολογικός Τυφώνας από τον φτεροπόδαρο Ερμή και τον μειξογενή Αιγίπανα του χώρου και του χρόνου και σκόρπισε χωρίς πολλά- πολλά στους τέσσερις ανέμους τo γελοίο τρενάκι λούνα- παρκ, τη ρόδα τσίρκου, το τσέρκι αλάνας του Καθαιρέτη.  Οι κοσμικές χορδές γλίστρησαν σαν μαχαίρι σε ψωμί με βούτυρο κι έκοψαν το τροχό σε φέτες με συνοπτικές διαδικασίες, κυρίως τα δύο χαμηλότερα επίπεδα, ενώ καταβλήθηκε προσπάθεια να μείνει αλώβητο το ανώτερο τμήμα που περιείχε ζωή, χωρίς να αποκλείονται κάποιες παράπλευρες απώλειες, που οφείλονται όμως και χρεώνονται στον Καθαιρέτη κι όχι σε μένα. 

Στην αναφορά μου θα επιστρέψω σ’ αυτά αργότερα. Προς το παρόν όμως ήθελα να συμπεριλάβω τον διάλογο που είχα με το περίεργο αυτό πλάσμα, που τόσο απρόσμενα και καθοριστικά με βοήθησε να εκπληρώσω την υπερκόσμια αποστολή μου και να καταγάγω περιφανή νίκη κατά του Καθαιρέτου.

«Αλαφροΐσκιωτε καλέ», τού είπα, «πώς κατόρθωσες να ξεφύγεις από την επικράτεια του Δία με ένα πλοίο και ένα όπλο; Συγγνώμη που εκφράζομαι έτσι, αλλά ένας άνθρωπος στην κατάστασή σου…»

«Το πέτυχα με το στοχασμό και τη σκέψη, με επαγωγή και γενίκευση, με το να συνδυάζω τα μεμονωμένα περιστατικά της ζωής μου με μία ευρύτερη υπόθεση. Είμαι τιτάνας», αποκρίθηκε.

Πέρασε από το νου μου σαν σκιά ο μόνος νοητός τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσε αυτή η καρικατούρα του τιτάνα να πραγματοποίησε τον αδιανόητο άθλο του και αυτός θα ήταν η πισώπλατη επίβουλη δολερή δολοφονία ποιος ξέρει πόσων στρατιωτών, φρουρών, ίσως και αμάχων ως αποδεκτών παράπλευρων απωλειών.  

Με πρόλαβε, με κατάλαβε, έθεσε ο ίδιος από μέσα του το ερώτημά μου και απάντησε καθ’ υποφορά.

«Μόνο με τη δύναμη του νου. Η σκέψη δεν μπορεί να βλάψει παρά μόνο να ωφελήσει, επειδή ακριβώς είναι μόνο σκέψη…»

«Και τώρα τι θα κάνεις εδώ, στον ενδιάμεσο κι άπειρο χώρο μεταξύ των κόσμων, εσύ, που είσαι ακόμη ή μάλλον για πάντα εγκλωβισμένος στο δεσμωτήριο της ψυχής, χωρίς δυνατότητα να εκτείνεις το πνεύμα σου;»

«Θα παραμείνω εδώ γύρω και θα παρατηρώ, μέχρι που να γίνει σκόνη και το τελευταίο μόριο του σώματος μου. Και τότε ποιος ξέρει; Τότε δεν θα διαφέρω πολύ από εσάς. Θα έλθει η στιγμή να χωθώ στα δώματα της σκοτεινής ύλης και κάπου μέσα της θα βρω την αγαπημένη μου Ηώ.»

Αυτά είπε ο ξένος, που όπως μού αποκάλυψε λεγόταν Τιθωνός, εισήλθε πάλι στο πλατωνικό στερεό και εξαφανίστηκε. 

Αρχές του φωτός, ας ενώσουμε τις προσευχές για τον παράδοξο αυτό και τίμιο αγωνιστή. Είναι δύσκολο να τον χαρακτηρίσει κανείς με μία λέξη και ίσως θα πρέπει προς τούτο να παραβώ το πρωτόκολλο της υπηρεσίας, που απαγορεύει την απονομή χαρακτηρισμών, και να χρησιμοποιήσω ένα ανοίκειο, υπερβολικό και αδόκιμο κατηγόρημα, ένα επίθετο που δεν είναι καν ελληνικό, αλλά ταιριάζει εμφατικά στην εύθραυστη και συνάμα δυναμική προσωπικότητά του. Ήταν με διαφορά ο πιο μαλακός σκληρός που έχω γνωρίσει, ο πιο «σοφτ» τρομοκράτης όλων των εποχών.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. UPANISHAD ή ΣΥΜΠΑΝΤΙΣ ΕΞ ΑΔΟΥ Ή OCCIDENT EXPRESS
  2. ΙΛΙΟΝ, ΤΡΟΙΑ, ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ, ΗΩ, ΤΙΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ
  3. ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑΣ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ
  4. ΦΥΓΗ ΤΗΣ ΗΡΑΣ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
  5. ΘΕΪΚΟ ΖΕΥΓΟΣ
  6. ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
  7. Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ
  8. Ο ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ
  9. ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ΤΙΦΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΡΓΩ…
  10. ΔΕΙΝΟΠΤΕΡΥΓΟΣ
  11. Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ
  12. ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΦΘΑΝΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
  13. ΙΚΑΡΟΥ ΕΞΑΙΡΕΣΙΣ
  14. ΚΤΗΝΟΠΟΛΙΣ
  15. Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΟΠΟΡΩΝ
  16. ΚΑΤΩΝ Ο ΑΡΕΙΑΝΟΣ
  17. ΟΧΙ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗ
  18. ΤΑ ΚΤΗΝΗ ΤΟΥ ΑΡΗ
  19. ΑΝΤΙΟΠΗ, ΑΝΘΕΑ, ΑΝΘΙΠΠΗ, ΑΝΤ’ ΑΥΤΗΣ
  20. Ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
  21. ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ
  22. ΣΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΡΤΗΣΣΟΥ
  23. ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ
  24. ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ
  25. ΚΡΟΝΟΣ, ΟΔΟΔΡΟΜΟΣ, ΘΕΟΔΟΛΙΧΟΣ
  26. ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΘΑΙΡΕΤΗ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Brandhorst Andreas, Ikarus

Ησίοδος, Θεογονία

Fast Howard, Cato the Martian

Μπράκετ Λη, Τα Κτήνη του Άρη, μετ. Γιώργος Μπαλάνος

Σμιθ Κλαρκ Άστον, Ο Κάτοικος της Αβύσσου, μετ. Γιώργος Μπαλάνος 

Simmons Dan, Olympos

Weinbaum Stanley, A Martian Odyssey

Zelazny Roger, A Rose for Ecclesiastes


[1] Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από τους περιεσκεμμένους νόμους. Διότι όταν και ο πλούσιος και ο ασθενής έχουν τα ίδια ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα,  ο δεύτερος νικά τον πρώτο, αν έχει δίκιο. 

[2] Ο Σωκράτης έλεγε, ότι αν κάποιος ζητήσει από τον κήρυκα να καλέσει τους υποδηματοποιούς να εγερθούν, θα σηκωθούν μόνο αυτοί και το ίδιο θα συμβεί αν καλέσει τους χαλκωματές, τους υφαντουργούς και τους άλλους επαγγελματίες. Αν όμως καλέσει τους φρόνιμους και τους δίκαιους θα σηκωθούν όλοι. Στη ζωή λοιπόν προξενεί μεγάλο κακό ότι οι πολλοί, ενώ είναι ανόητοι, νομίζουν ότι είναι μυαλωμένοι.   

[3] Ντροπή δεν είναι η δουλειά, ντροπή είναι μόνο η τεμπελιά!

[4] Αλτσχάιμερ

[5] Αν συγκατοικήσεις με κουτσό, θα καταλήξεις κι εσύ να κουτσαίνεις.

[6] Εντολή, με την οποία ο σκύλος τρέχει και φέρνει πίσω ένα μπαλάκι ή πλαστικό κόκαλο ή οτιδήποτε άλλο πέταξε μακριά ο αφέντης του.

[7] Κουρεμένος γουλί

[8] Παιδί του Δία ο χρυσός, δεν τον φθείρει ούτε ο σκώρος ούτε το σαράκι, ενώ αυτός αντιθέτως κατατρώει το νου των θνητών, το κράτιστο κτήμα και αγαθό.  

[9] Καρδιά

[10] Που φροντίζει για όλους

[11] Αυτόν που έριξαν σε τούτη την έρημο να τον κατατρώγει άγρια νόσος αφού τον δάγκωσε έχιδνα και τού προκάλεσε ανδροφθόρο χάραγμα.

[12] Αυτά τα τόξα μού έβρισκαν τροφή για τη γαστέρα κι εσύ μού τα πήρες, δώσ΄τα πίσω, σε ικετεύω. 

[13] Μ’ αυτό το τόξο θα αρπάξεις και θα οικειοποιηθείς τη ζωή του Πάρη, θα εκπορθήσεις την Τροία και θα στείλεις λάφυρα στα ανάκτορά σου, αφού θα χαρακτηριστείς άριστος από το στράτευμα.  

[14] Στο Δία πρέπει επινίκια ν’ ανακράζεις για της φρόνησης το φως,

Γιατί το δρόμο έχει προλειάνει ορίζοντας ότι ο παθός μαθός,

Και μέσα στον ύπνο στάζει ο πόνος στην καρδιά μας

 και μάς θυμίζει τα χωρίς διδάγματα παθήματά μας

[15] Πολύ χρόνο θέλει ένα σωρό πέτρα- πέτρα να φτιάξεις,

Μα σε μία μέρα είναι μπορετό ν’ αρπάξεις, να ρημάξεις. 

[16] Τώρα είμαι μπροστά σας εγώ, κι αν τολμάτε αμφισβητείστε με (ελεύθερη ερμηνευτική μετάφραση).

[17] Γεια σου νικηφόρε Ηρακλή με τη λύρα σου!

[18] Alter erit tum Tiphys, et altera quæ vehat Argo delectos heroas; erunt etiam altera bella, Atque iterum ad Troiam magnus mittetur Achilles.

[19] Ψυχή μου, μη βιάζεσαι να σπεύσεις στον θάνατο, καλύτερα να αντλείς βιοτικούς και βιωματικούς τρόπους από την πράξη της ζωής.

[20] Δεν είναι να φοβάσαι τον Θεό, μια και ο θάνατος έρχεται πάντα απροειδοποίητος και ποτέ δεν τον υποψιάζεσαι. Από την άλλη όμως είναι εύκολο να αποκτάς ό,τι είναι αγαθό και να υπομένεις ό,τι είναι δεινό.  

[21] Χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το θάρρος,  ενώ ο κίνδυνος θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως εκμετάλλευση κάποιας ευκαιρίας, ως ευτυχής συγκυρία, που προϋποθέτει την ικανότητα να μπορεί κανείς να τη διαγνώσει εκ των προτέρων. 

[22] Η ισχύς είναι ζηλευτή, αλλά ευάλωτη στη νόσο και στο γήρας. Το μόνο αθάνατο και θείο είναι η παιδεία. 

[23] Διέγνωσα, έμαθα, καταδίκασα.

[24] Ένα βουνό κοιλοπόνεσε και γέννησε ποντίκι. 

[25]  Ανέγνωσες, αλλά δεν κατάλαβες, διότι αν καταλάβαινες, δεν θα καταδίκαζες.

[26] Μιλάμε όλοι περί παντός επιστητού, ενώ  δεν νοούμε το αυτονόητο, αυτό που όλοι νοούν. 

[27] Η πρώτη όψη πολλούς παραπλανά.

[28] Ευτελές πράγμα

[29] Ο νέος άνδρας πρέπει να τολμά, διότι κανένας ράθυμος δεν απέκτησε δόξα, αλλά οι κόποι γεννούν την ευδοξία. 

[30] Δεν θα μπορούσες να φτάσεις στην ευδαιμονία χωρίς να κοπιάσεις. Κι είναι πραγματικό ντροπή να μη θέλει ο νέος άνθρωπος να μοχθήσει

[31] Όλες αυτές οι λέξεις σημαίνουν απλά «κρούστα, κακάδι».

[32] Ποτέ μην παραδεχτείς την ισχύ του μη όντος, αλλά πάντα να αποφεύγεις αυτή την οδό.

[33] Επισκύνιος μυς είναι ο μυς που συνέλκει τα φρύδια.

[34] Παιδική ανάμνηση: 31-58 «Νέα Σμύρνη – Νέα Φιλαδέλφεια».

[35] Naturam expellas furca, tamen usque recurret.

[36] Vacuus cantat coram latrone viator.

[37] Για να σωθείς στο μέλλον πρέπει να έχεις ή αγαθούς φίλους ή ορκισμένους εχθρούς. 

[38] Ο φθόνος είναι κάκιστος και άδικος θεός, διότι χαίρεται με ό,τι είναι κακό και αμβλύνει ό,τι είναι καλό.

[39] Ο πλεονέκτης τίποτε δίκαιο δεν σκέφτεται και δεν θέλει. 

[40][40] Όποιος δεν προνοεί να μην αδικήσει, αλλά τον νοιάζει μόνο να μη λογοδοτήσει για τις πράξεις του, ενεργεί ως κακούργος.

[41] Πέθανε τώρα, Διαγόρα, γιατί είναι ύβρις προς τους θεούς να ζεις μετά από τέτοια ευτυχία, που ούτε αυτοί δεν έχουν (εντελώς ελεύθερη μετάφραση).  

[42] Άρχον δε και αρχόμενον φύσει δια την σωτηρίαν -το μεν γαρ δυνάμενον τη διανοία προοράν άρχον φύσει και δεσπόζον φύσει, το δε δυνάμενον το σώματι ταύτα ποιείν αρχόμενον και φύσει δούλον – διό δεσπότη και δούλω ταυτό συμφέρει (1252 α, 2) … ότι μεν τοίνυν εισί φύσει τινές οι μεν ελεύθεροι, οι δε δούλοι, φανερόν, οίς και συμφέρει το δουλεύειν και δίκαιον εστίν (1255 α). … Διχώς γαρ λέγεται το δουλεύειν και ο δούλος – έστι γαρ τις και κατά νόμον δούλος και δουλεύων, ο γαρ νόμος ομολογία τις εστιν εν ώ τα κατά πόλεμον κρατούντα των κρατούντων είναι (φασίν). Τούτο δη το δίκαιον πολλοί των εν τοις νόμοις ώσπερ ρήτορα γράφονται παρανόμων, ως δεινόν ει του βιάσαθαι δυναμένου και κατά δύναμιν κρείττονος έσται δούλον και αρχόμενον το βιασθέν (1255 α6)Διό και συμφέρον εστί τι και φιλία δούλω και δεσπότη προς αλλήλους τοις φύσει τούτων ηξιωμένοις, τοις δε μη τούτον τον τρόπον, αλλά κατά νόμον και βιασθείσι, τουναντίον (1255 β)

[43]  Δοκεί γαρ το περί τας ουσίας μέγιστον είναι τετάχθαι καλώςπερί γαρ τούτων ποιείσθαι φασίν τας στάσεις πάντας. Διό Φαλέας ο Χαλκηδόνιος τουτ’ εισήνεγκε πρώτος – φησί γαρ ίσας είναι τας κτήσεις των πολιτών – τούτο δε κατοικιζομέναις μεν ευθύς ου χαλεπόν ώετο ποιείν, τας δ’ ήδη κατοικουμένας εργωδέστερον μεν, όμως δε τάχιστ’ αν ομαλισθήναι, τω τας προίκας τους μεν πλουσίους διδόναι μεν, λαμβάνειν δε μη, τους δε πένητας μη διδόναι μεν, λαμβάνειν δε (1266α – 1266β).

[44] Για να σάς βοηθήσω, το «ώετο είναι», σημαίνει «νόμιζε ότι είναι». Τα υπόλοιπα είναι Νέα Ελληνικά.

[45] Η τύχη δίνει πάμπολλα σε πολλούς, αλλά σε κανένα αρκετά.

[46] Φανταστικά όντα εν μέρει άνθρωποι και εν μέρει ζώα ή καθ’ ολοκληρία ζώα, τα οποία έφερναν ως παράδειγμα στο Κληρονομικό Δίκαιο οι Βυζαντινοί με το ερώτημα τι θα γίνει, αν αυτά τεχθούν- γεννηθούν ζώντα, πασχίζοντας να καλύψουν όλες τις νοητές περιπτώσεις, που θα μπορούσαν να απασχολήσουν ένα δικαστή, εξού και Βυζαντινισμός. Όμως όσα κομπιούτερ ή ΤΝ και να επιστρατευθούν η περιπτωσιολογία δεν μπορεί να είναι ποτέ εξαντλητική και η ερμηνεία θα είναι πάντα απαραίτητη.   

[47] To δ’ άγχι πλευμόνων ξίφος διανταίαν οξυπευκές ουτά

Διαί Δίκας- το μη θέμις γαρ ουν λαξ πέδοι πατούμενον, 

Το παν Διός σέβας παρεκβάντος ου θεμιστώς

Δίκας δ’ ερείδεται πυθμήν, προχαλκεύει δ’ Αίσα φασγανουργός

(Αισχύλος, Χοηφόροι)

[48] Να θεωρείς μεγάλη παιδεία το να πετύχεις να φέρεις την απαιδευσία.

[49] Πολλοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς δεν φράζουν με κάποια θύρα ή δεν θέτουν φυλακή στο στόμα τους, αφήνουν ανείπωτα πολλά πράγματα.

[50] Πιο εύκολο είναι να συγκρατεί κανείς στη γλώσσα του πυρακτωμένα κάρβουνα παρά απόρρητο μυστικό.

[51] Η Γη είναι καταστρεπτέα.

[52] Ας προσέξουν οι ύπατοι μη τυχόν και υποστεί βλάβη η η πολιτεία λόγω της πολιτικής τους.

[53] Ο Θεός δεν ανακατεύεται, αν δεν αξίζει ο κόμβος του διεκδικητή.

[54] Σπάνιο πουλί στη γη, όμοιο με μαύρο κύκνο.

[55] “Homo sum et nihil humani a me alienum puto”, αναγεννησιακό απόφθεγμα.

[56] Eπαίοντες ή μη, όλοι σκαριφούμε ποιήματα.

[57] Verum impedere vitae – Να εμποδίζεις το αληθές δια της ζωής. 

[58] Vitam impedere vero  – Να εμποδίζεις τη ζωή δια του αληθές. Το ορθό βέβαια είναι “Vitam impendere vero – Να ξοδεύεις τη ζωή σου, να ρίχνεις το βάρος της ζωής σου στο αληθές, που βέβαια είναι διφορούμενο, ως προς το αν κάποιος μ’ αυτό τον τρόπο προστατεύει ή συνθλίβει το αληθές.  Εξού και το “verum impendere vitae”, που λέει ο Νίτσε, ότι δηλαδή «επιβαρύνεις το αληθές με τη ζωή σου».

[59] Η σταγόνα δεν σκάβει το βράχο με την δύναμή της, αλλά πέφτοντας διαρκώς.

[60] Μεταξύ των όπλων σιγούν οι νόμοι (άρα και οι συμφωνίες).

[61] Τότε μόνο δικαιούσαι να επικαλείσαι την αιδώ, όταν πρώτος εσύ ντρέπεσαι.

[62] Ηδύ και άξιον υπέρ πάτρης τεθνάναι.

[63] Πάντα οι αγαθοί τολμούν, οι δειλοί δεν υπάρχουν πουθενά.

[64] Τρία στοιχεία ορίζουν έναν ηθικό πόλεμο, το να θέλει κανείς να πολεμήσει, να είναι φιλότιμος και να ακούει τα παραγγέλματα των αρχόντων.

[65] Μόνο με ομόνοια και όχι αλλιώς μπορούν να επιτελεσθούν τα μεγάλα έργα και να αντιμετωπιστούν οι πόλεμοι.

[66] Ησυχία μετ’ αξιοπρεπείας (λέγεται ότι είναι κατάλληλη για τους γέρους).

[67] Η Ελλάδα καταληφθείσα, κατέλαβε με τη σειρά της τον άγριο κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στον αγροτικό Άρη (η αυθεντική έκφραση του Οράτιου είναι “Latio”, αντί “Marti” και αναφέρεται στο αγροτικό Λάτιο, τη μετέπειτα κραταιά Ρώμη!) 

[68] Χρειάζεται θάρρος, γιατί το αύριο θα είναι καλύτερο.

[69] Αν δεν επιθυμείς πολλά, τα λίγα θα σού φανούν πολλά.

[70] Ο Σωκράτης ρωτήθηκε πώς μπορεί κάποιος να γίνει πλούσιος. Και απάντησε «με το να είναι φτωχός σε επιθυμίες’.

[71] Κανείς δεν είναι ελεύθερος, αν δεν ελέγχει τον εαυτό του. Γι’ αυτό να ξέρεις και να τηρείς τα ακόλουθα συνηθίζοντας τον εαυτό σου στην αυτοσυγκράτηση: να υπερβαίνεις την κοιλιοδουλία και την τεμπελιά, την πλεονεξία και τον θυμό. Να προσέχεις να μην κάνεις καμία αισχρή πράξη ούτε μόνος σου, ούτε μαζί με άλλους. Πάνω απ’ όλα να νιώθεις  αιδώ και συστολή για το πώς εκφράζεται ο εαυτός σου. 

[72] Ο ορθοφρονών οφείλει  να θέτει τη λογική πάνω από τις επιθυμίες.

[73] Αν δύο διαπληκτίζονται, σοφότερος είναι αυτός που δεν απαντά στις προσβολές. 

[74] Ο πολίτης δεν ορίζεται από τίποτε άλλο πέραν του να μετέχει στη λήψη αποφάσεων και στη διοίκηση του κράτους.

[75] Όταν ζητάς να αποδοθούν ευθύνες σε άλλους, να αναλαμβάνεις κι εσύ τις δικές σου!

[76] Το μέγιστο αγαθό είναι η χρηστή διαχείριση σύμφωνα με το νου. Διότι αυτός που ενεργεί χωρίς φρόνηση, είτε κατατρύχεται από αλαζονεία είτε από φόβο.

[77] Αυτά εδώ είναι λόγια του Εκκλησιαστή, υιού του Δαυίδ, βασιλιά του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ. Ματαιότης ματαιοτήτων, είπε ο Εκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Ποιο είναι το κέρδος του ανθρώπου που μοχθεί αδιάκοπα κάτω απ᾽ τον ήλιο;  Οι γενιές φεύγουν και έρχονται, όμως η γη παραμένει στους αιώνες.Ο ήλιος ανατέλλει και δύει κι όλο τρέχει προς το σημείο απ᾽ όπου ανέτειλε. Κατά τον νοτιά φυσούν οι άνεμοι κι ύστερα προς τον βοριά τραβάνε στριφογυρίζοντας αδιάκοπα και πάντα επιστρέφουν. Όλα τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα, όμως η θάλασσα δεν πλημμυρίζει. Στον τόπο όπου ξεκίνησαν, εκεί γυρίζουν πάλι.

Τα πάντα χρειάζονται μόχθο πολύ. Κι ο άνθρωπος δεν βρίσκει τρόπο να τα περιγράψει. Τα μάτια του δεν χορταίνουν να βλέπουν και τ᾽ αυτιά του δεν χορταίνουν να ακούν. Ό,τι υπήρξε θα ξαναϋπάρξει, κι ό,τι έγινε θα γίνει κάποτε ξανά. Τίποτα δεν είναι καινούριο πάνω σ᾽ αυτή τη Γη.

[78] Οι υπερβολές δεν αποτελούν καμία ευκαιρία για τους θνητούς.

[79] Όπου υπάρχει δέος, υπάρχει και αιδώς. Όποιον ντρέπομαι αυτόν και τον φοβάμαι. Και ποιος θνητός είναι δίκαιος, αν δεν φοβάται τίποτε:

[80] Ό,τι είναι ανυπόστατο από την αρχή, δεν βεβαιώνεται ως δίκαιο με το πέρασμα του χρόνου.

[81] Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι έχει υπερβεί τα όρια παρά μόνον αν δει κάποιον άλλον να ασχημονεί.

[82] Η κόρη του Αριστοτέλη Πυθιάς, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το πιο ωραίο χρώμα, είπε ότι είναι εκείνο που παίρνει το πρόσωπο των ανθρώπων, όταν νιώθουν ντροπή.  

[83] Τις μετέτρεψε σε λάγνες, ξετσίπωτες, ασελγείς και ακόλαστες. Εδώ η βιβλιογραφία φτάνει σε σημείο αποπνιχτικό, αλλά ας αρκεστούμε στην περίφημη «Αγχοπλημμυριστική θεραπεία της μανίας των Προιτίδων υπό του Μελάμποδος του Δ. Κουρέτα. Βλ. σχετικά και κατωτέρω στην Πλήρη Τιτανομαχία. 

[84] Λόγω της αναισχυντίας τους έχασαν την ανθισμένη ομορφιά τους.

[85] Οι Προιτίδες από τη μία εμφορούνταν από την επιθυμία διαιώνισης του είδους, από την άλλη ο πατέρας τους Προίτος καταπίεζε την ορμή αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ανίατη ενδοψυχική διαμάχη.

[86] Περιπλανώμενη και περήφανη

[87] Παρότι είναι βαρύ φόρτωμα να ευτυχεί άφρων άνθρωπος.

[88] Δεν θεωρείται ότι η πόλη ανήκει στον ηγέτη;

[89]Βέβαια, ωραία εσύ θα κυβερνούσες μια έρημη χώρα.

[90] Όταν ρωτήθηκε ο Δημώναξ πότε άρχισε να φιλοσοφεί, απάντησε: «Όταν άρχισα να καταλογίζω λάθη στον εαυτό μου».   

[91] Ο γέρος και ο μεθυσμένος γίνονται δύο φορές παιδιά.

[92] Όταν σε κερνούν σπιτικό κρασί, το πρώτο ποτήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ηδονή, με το τρίτο προκαλείς τη μοίρα σου και επιφέρεις κακή συμπεριφορά και από το επόμενο και πέρα παραδίδεσαι στη μανία.

[93] Quasi Modo – Κουασιμόδος

[94] Νομενκλατούρα

95. Έχουσα ωραία κόμη – Αυτή δεν έγινε δορυφόρος. 

[96] Νομίζοντας ότι συνευρίσκεται με μία, κοιμήθηκε με όλες.

[97] E pluribus unum.

[98] Δολίως πράττει όποιος απαιτεί αυτό, που οφείλει να αποδώσει.

[99] Μακάριοι οι κατέχοντες το πράγμα, διότι υπερτερούν, εφόσον τα μέρη είναι ίσα και όσο οι υπόλοιποι όροι της διεκδίκησης παραμένουν ίδιοι και αμετάβλητοι.

[100] Δεν είναι οι όρκοι που δίνουν αξιοπιστία στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι στους όρκους.

[101] Θα αναφερθούμε και κατωτέρω στο επεισόδιο “Devil in the Dark” του Star Trek, όπου παρουσιάζεται το πλάσμα Χόρτα, ένας βράχος από σιλικόνη που διατρυπούσε τα πετρώματα.  

[102] Episode “Journey to Babel”

[103] Episode “Balance of Terror”

[104] Εδώ η παραπομπή – υποσημείωση αντιστοιχεί σε όλη τη σειρά

[105] Episodes “Errand of Mercy”, “Private Little War”, “Trouble with the Tribbles”, “Day of the Dove” etc.

[106] Episode “The Tholian Web”

[107] Episode “Errand of Mercy”

[108] Άλλοι μη ανθρώπινοι εξωγήινοι που κατ’ εξαίρεση παρουσιάζει το Star Trek, αφού εκείνη την εποχή δεν ήταν ανεπτυγμένα τα ειδικά εφέ (τεχνάσματα εντυπωσιασμού), είναι το τέρας που απορροφούσε αλάτι στο επεισόδιο “Man Trap”, ο κροκόδειλος Γκορν στο επεισόδιο “Arena”, το πλάσμα από σιλικόνη Χόρτα που έσκαβε λαγούμια στο επεισόδιο “Devil in the Dark”, μικροσκοπικά  κλαδωτά και φυλλωματικά όντα άλλου γαλαξία που πεθαίνουν από ασφυξία στο επεισόδιο “Catspaw”, περίεργα ζωντανά μανιτάρια σε γυάλα στο επεισόδιο “Gamesters of Triskelion”, μία τεράστια αμοιβάδα στο επεισόδιο “Immunity Syndrome”,  φωτεινά πλάσματα με υποτιθέμενη θανατηφόρα όψη (Medusans) κλεισμένα σε προστατευτική κασετίνα στο επεισόδιο “Is There in Truth No Beauty?”,  αιωρούμενα θολά πλάσματα με μάτια ως αναμμένα κάρβουνα (Melcotians) στο επεισόδιο “Spectre of the Gun” και εξωγήινοι βράχοι (Excalbians) στο επεισόδιο “Savage Curtain”.   

[109] H άποψη του σύγχρονου προφήτη ‘Αρθουρ Κλαρκ, όπως διατυπώνεται στο έργο του “Rama Reνealed” (εκδ. Οrbit, σ. 583-584), ότι ο κόσμος μας δεν είναι παρά ένα ημιαποτυχημένο πείραμα στο πλαίσιο μιας σειράς πειραμάτων που διεξάγει ο Θεός, προκειμένου να εύρει τις ιδανικές αρχικές συνθήκες που, εξελισσόμενες, θα καταλήξουν σ’ ένα Σύμπαν αρμονίας, σωστά δεν εντάσσει στο σχετικό κοσμοείδωλο την αθανασία της ψυχής, αφού η επιβίωση του συγκεκριμένου “σύμπαντος κόσμου” δεν θεωρείται απαραίτητη μετά το τέλος του πειράματος. Πάντως, στη σελίδα 611 παραδέχεται πως η θεωρία του αδυνατεί να εξηγήσει πώς, με ποιούς νόμους, το χημικό υλικό οργανώνεται σε αυτοσυνείδηση.

[110] Βλ. Ερατοσθένους, Καταστερισμοί

[111] Αδάμαστος

[112] Κραυγάζων πολεμική ιαχή

[113] Εφορμών στα τείχη

[114] Η ορθή έκφραση είναι «σπάω μαλτεζόπλακα» προς τιμωρία των Μαλτέζων αρχαιοκαπήλων.

[115] Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η οίηση.

[116] Είναι βαρύ φορτίο η οίηση κάποιου κακού ανθρώπου.

[117] γκάτζετ

[118] Αν κάνεις κάτι αισχρό, μην περιμένεις ότι θα ξεφύγεις. Γιατί και αν διαλάθεις την προσοχή των άλλων, δεν θα αποφύγεις τη συνείδησή σου.

[119] Ανδρική ζώνη από βαρύ χονδρό ύφασμα. Τέτοια όπλα είναι διαχρονικά είτε όντας αντίστοιχα με την τρέχουσα τεχνολογία είτε λόγω παραδόσεως.

[120] Οι κραυγές πόνου και οι ιαχές θριάμβου ταιριάζουν αντίστοιχα σε άνδρες που χάνονται και άνδρες που σκοτώνουν.

[121] Θηλυπρεπείς

[122] Αυτοί που σείουν τους φαλλούς και προκαλούν καύλα

[123] Ηδονοβλεψίες που κοιτούν από τη κλειδαρότρυπα άνδρες ή γυναίκες

[124] Ψωλορουφήχτρες

[125] Σαχλαμαράκηδες

[126] Κοπροφάγοι

[127] Κουτοπόνηροι

[128] Της πουτάνας το κάγκελο. Η αναφερόμενη στο κείμενο φράση είναι φτιαχτή, δεν απαντάται πραγματικά στην αρχαία γραμματεία.

[129] Σκατά κοτόπουλου, δειλία, φόβος

[130] Αλίμονο, Μαρδόνιε, εναντίον ποίων ανδρών μάς έφερες να πολεμήσουμε, που δεν αγωνίζονται για τα χρήματα, αλλά για την αρετή. 

[131] ¨Όπως στο επεισόδιο Star Trek “No Mourn for Adonais”, όπου όμως παρουσιάζεται ο Απόλλων, όχι ο Άρης.

[132] Χρυσό αίμα

[133] Η συγκεκριμένη φράση είναι ειλημμένη από το Ρόκυ 4.

[134] Επιτέλους σκοτώθηκε η αμαζόνα και έπαψε ο φόβος σας.

[135] Μόλις το κράνος ήρθη και απεκάλυψε το γυμνό μέτωπο, η έλξη της γνήσιας μορφής κατέκτησε το νικητή. 

[136] Ο θεός συμπαραστέκεται σ’ αυτόν που κοπιάζει.

[137] Σεβάσμια λήθη των συμφορών, πόσο  σοφή είσαι και για τους δυστυχισμένους καλοδεχούμενη θεά.

[138] Η κατοχή των παραστάσεων ονομάζεται μνήμη, ενώ η αναπόλησή τους ανάμνηση.

[139] Ο Ζήνων είπε σε κάποιον νέο, που ήθελε να μιλάει περισσότερο παρά να ακούει: «νεαρέ, η φύση μάς έδωσε μία γλώσσα και δύο αυτιά για να ακούμε διπλάσια απ’ όσα λέμε».

[140] Λεῦσσε δ’ ὅμως ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως.

[141] Με την επιμέλεια και το μόχθο όλα τα αγαθά είναι δυνατόν να κατακτηθούν.

[142] Ό,τι επίμονα αναζητείται μπορεί να αποκτηθεί, ξεφεύγει όμως ό,τι παραμελείται.

[143] Cassini division σήμερα.

[144] Είδος Ντίσνεϋλαντ

[145] Καταρχάς αναξιοποίητος, ακαλλιέργητος τόπος

[146] Θεματικό πάρκο

[147] ταράτσα

[148] Όπως ο Καντ υποστήριξε ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε τον Θεό, γιατί την επικράτειά Του δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε και να την αναλύσουμε επιστημονικά, με αποτέλεσμα άθελά του να Τον σβήσει.  Διότι σού λέει, αφού δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, γιατί να ασχοληθούμε;

[149] Μη γιατρεύεις το κακό με κακό.

[150] Στην πραγματικότητα λέγεται σπείρα του Moebius, αλλά δεν θέλω να χαλάσω το ελληνικό γλωσσικό αισθητήριο.

[151] Έτσι και ο Ποπάυ το “open sesame” το έκανε “open says me”.

[152] Το πιο εύκολο πράγμα είναι να εξαπατά κάποιος τον εαυτό του- γιατί ο καθένας πιστεύει ό,τι θέλει- πολλές φορές όμως τα πράγματα έχουν διαφορετική έκβαση.

[153] Οι εκούσιοι κόποι μάς προετοιμάζουν ώστε να υπομένουμε πιο εύκολα τους ακούσιους.

[154] Ο Αίσωπος είπε ότι ο καθένας από εμάς κουβαλάει δύο δισάκια, το ένα μπροστά και το άλλο πίσω. Από μπροστά τον βαραίνουν τα σφάλματα των άλλων, ενώ τα δικά του, που συγκεντρώνονται πίσω, δεν τα βλέπει.  

[155] Πρέπει ή να σιωπάς ή να λες κάτι καλύτερο από τη σιωπή. Καλύτερα να σιωπάς παρά να φλυαρείς. Όταν επιπλήχθηκε ο Αισχίνης ο Σωκρατικός γιατί σιωπούσε, ενώ υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, είπε: Από τον Σωκράτη δεν έμαθα μόνο να μιλώ, αλλά και να σιωπώ.