Ο Οδυσσέας Σπαχής είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην κατεύθυνση Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.Παρακολούθησε, επίσης, πρόγραμμα κατάρτισης συμβούλων τοπικής ανάπτυξης.Έχει διδάξει στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και έχει παρουσιάσει σε επιστημονικά συνέδρια εισηγήσεις για επίκαιρα νομικά ζητήματα.Έχει, επίσης, συγγράψει νομικές μελέτες που αφορούν, κυρίως, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και στη διοικητική δίκη.Έχει, περαιτέρω, δημοσιεύσει σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά μελετήματα γύρω από την πολιτική φιλοσοφία, την ποίηση και το λαϊκό πολιτισμό και έχει δώσει προσκεκλημένες ομιλίες για θέματα επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος σε συμπόσια και ημερίδες. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στην εργογραφία του, περιλαμβάνονται: 1) Τα δοκίμια: α)«Το Ιερό και το Δίκαιο στο Μινωικό μύθο» (εκδόσεις Αναλόγιο ,Ηράκλειο Κρήτης, 2002) ,β) «Η Μνήμη του Κόσμου και του Ποιητή» (εκδόσεις Ταξιδευτής,Αθήνα,2007),γ) «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού» (εκδόσεις Γραφομηχανή,Αθήνα, 2014) και δ) «Δίκαιο και Ισχύς στον ΄΄Ερωτόκριτο΄΄ του Βιτσέντζου Κορνάρου»,Αθήνα 2021.2) Οι ποιητικές συλλογές :α) «Το Πορφυρό Προσωπείο» (εκδόσεις Ίδμων,Αθήνα, 2010), β) «Αμήχανο Κάλλος» (εκδόσεις Λεξίτυπον,Αθήνα, 2017) ΚΑΙ γ) «Εύνοια Ελευθερίας» (εκδόσεις Λεξίτυπον,Αθήνα, 2019).Στις 15 Ιουνίου 2015 του απονεμήθηκε από το Δήμαρχο Καλαμάτας το βραβείο δοκιμίου ελεύθερου στοχασμού εις μνήμην «Παναγιώτη Φωτέα» για το δοκίμιό του «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού».

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ κ. ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ ΕΦΕΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Οδυσσέας Σπαχής είναι απόφοιτος της  Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   και  κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην κατεύθυνση Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.  Παρακολούθησε, επίσης, πρόγραμμα κατάρτισης συμβούλων τοπικής ανάπτυξης.  Έχει διδάξει στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και έχει  παρουσιάσει   σε  επιστημονικά συνέδρια εισηγήσεις για επίκαιρα νομικά ζητήματα.  Έχει, επίσης, συγγράψει νομικές   μελέτες  που αφορούν, κυρίως, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και στη διοικητική δίκη.  Έχει, περαιτέρω, δημοσιεύσει σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά μελετήματα γύρω από την πολιτική φιλοσοφία, την ποίηση και  το λαϊκό πολιτισμό και έχει δώσει προσκεκλημένες ομιλίες για θέματα επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος σε συμπόσια και ημερίδες. Ποιήματα και  διηγήματά  του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στην εργογραφία του, περιλαμβάνονται: 1) Τα δοκίμια: α)«Το Ιερό και το Δίκαιο στο Μινωικό μύθο» (εκδόσεις Αναλόγιο ,Ηράκλειο Κρήτης, 2002) ,  β) «Η Μνήμη του Κόσμου και του Ποιητή» (εκδόσεις Ταξιδευτής,Αθήνα,2007),  γ) «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού» (εκδόσεις Γραφομηχανή, Αθήνα, 2014) και δ) «Δίκαιο και Ισχύς στον ΄΄Ερωτόκριτο΄΄ του Βιτσέντζου Κορνάρου», Αθήνα 2021.2) Οι   ποιητικές  συλλογές :α) «Το Πορφυρό Προσωπείο» (εκδόσεις Ίδμων, Αθήνα, 2010), β) «Αμήχανο Κάλλος» (εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα,  2017) ΚΑΙ  γ) «Εύνοια Ελευθερίας» (εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα,  2019).  Στις 15 Ιουνίου 2015 του απονεμήθηκε από το Δήμαρχο Καλαμάτας το βραβείο  δοκιμίου ελεύθερου στοχασμού εις  μνήμην «Παναγιώτη Φωτέα» για το δοκίμιό του «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού».

——————————————————–

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ: ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΟ “ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ” ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΪ.

       

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ[1]

 ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΟ “ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ” ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΪ.

Ο Ιβάν Ίλιτς, ο ήρωας της ομώνυμης νουβέλας του Λέοντος Τολστόι, περιγράφεται από το συγγραφέα ως ένας σχολαστικός και φιλόδοξος εφέτης περιφερειακών δικαστηρίων. Όταν, όμως, αυτός έρχεται αντιμέτωπος απρόσμενα με μία ανίατη ασθένεια, όλες οι βεβαιότητες του ανατρέπονται.  Μαζί με την προοπτική του θανάτου του αντιμετωπίζει και τις βασανιστικές αμφιβολίες του για την παρουσία του στην τριπλή σκηνή του βίου του: υπηρεσία, οικογένεια, κοινωνία.  Για την επαγγελματική σταδιοδρομία του δεν είχαν εκφραστεί ορατές αμφισβητήσεις, αφού ο Ιβάν Ίλιτς διεκπεραίωνε τυπικά τις υποθέσεις που του είχαν ανατεθεί.  Έτσι ,που να μην μπορεί τίποτε να φρενάρει την ανέλιξη στη δικαστική καριέρα του.Εξαιτίας αυτού του κομφορμισμού απέφευγε επιμελώς να δυσαρεστήσει εκείνους, που είχαν επιρροή και ισχύ.  Ωστόσο, για τον Τολστόι, η μνήμη του αιώνιου χρόνου είναι ο τελικός κριτής κάθε πράξης ή παράλειψης.  Ο κάποτε φιλάρεσκος δημόσιος λειτουργός έγινε ξαφνικά ο αξιολύπητος ασθενής, που διαπίστωσε με τρόμο πως το αξίωμά του δεν τον καθιστά απρόσβλητο από τις δυσάρεστες εκπλήξεις της ζωής.  Ο συγγραφέας αναπτύσσει, σε αυτό το πλαίσιο, με μια απόμακρη συμπόνια, τις λεπτομέρειες από τα μαρτύρια, που το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας υφίσταται στο κατώφλι του σωματικού τέλους του.  Επιπλέον, αποδίδει τον ήρωα ως στοιχειωμένο από διλήμματα και αμφιβολίες για όλο το φάσμα της δραστηριότητάς του.  Η υπηρεσιακή ιδιότητα του δύστυχου Ιβάν Ίλιτς είναι ένα πρόσχημα για να ξεδιπλώσει ο συγγραφέας ,σε αρχικό επίπεδο, το δίλημμα της δικαιοσύνης και ,εν τέλει, την επικράτηση της ασημαντότητας έναντι του ουσιώδους και σημαντικού.

Σε πρώτη ανάγνωση, λοιπόν, το αφήγημα του Τολστόι φαίνεται να οδηγεί τον αναγνώστη στο βασανιστικό ζήτημα της αποδοχής του θανάτου.  Αλλά, ο συγγραφέας αναπτύσσει την αφηγηματική ροή σε παράλληλα ποτάμια νοημάτων.  Υπό την απειλή του σωματικού τέλους, όλες οι ψευδαισθήσεις του Ιβάν Ίλιτς χάνουν την απατηλή λάμψη τους.  Για το λόγο αυτό οι απόλυτες αβεβαιότητες του κάμπτονται και το γεγονός τούτο κομίζει και την παράλληλη αμφιβολία για τη διαδρομή του προσωπικού ,οικογενειακού και επαγγελματικού βίου του με τις συνεχείς προσμονές για επιβράβευση. Με την ανακοίνωση, όμως, του θανάτου του τερματίζονται οι προσδοκίες για προαγωγές του στην υπηρεσία.  Αυτές αφορούν, πλέον μόνο τους συναδέλφους του ,οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να εποφθαλμιούν την αμετάκλητη μετάταξη του Ιβάν Ίλιτς προς την ανυπαρξία. Για την αρμονική δε σύνδεση του συγγραφικού σχεδίου του, ο Λέων Τολστόι επιλέγει να ξεκινήσει την αφήγηση του με ένα «ταπεινό» ζήτημα δικαστικής αρμοδιότητας.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος κριτής των πάντων, ο θάνατος και η ακόλουθη αυτού μνήμη της αιωνιότητας, συμπίπτουν στην περίπτωση του Ιβάν Ίλιτς με ένα δίλημμα των συναδέλφων του δικαστών.  Κατά την άτυπη διάσκεψη δικαστών και εισαγγελέα σχετικά με μια δύσκολη υπόθεση, «την υπόθεση Καρασόφσκι», παρουσιάζεται μια διχογνωμία αναφορικά με την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.  Κι αυτό υποδαυλίζει τις εντάσεις και τις διαφωνίες των δικαστών μέσα σε ένα γραφείο λίγο μετά τη διακοπή της συνεδρίασης για την «υπόθεση Μελβίνσκι».  Μέσα στην έξαψη τούτης της αντιπαράθεσης ανακοινώνεται και ο θάνατος του δικαστή Ιβάν Ίλιτς, του συναδέλφου τους.  Η μακάβρια είδηση συνδυάζεται «εντελώς τυχαία» , ως δίδυμο γεγονός, με το δίλημμα των συναδέλφων του για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου τους. O Τολστόι ήθελε να υπογραμμίσει πως εκείνο που συνιστά ένα θεμελιώδες γνώρισμα στην απονομή της δικαιοσύνης, το δίλημμα και η αμφιβολία, συνοδεύει το δικαστή μέχρι το τέλος και το θάνατο. Αλλά και το αντίστροφο, οι συνάδελφοι του Ιβάν Ίλιτς που θα συνεχίσουν το δικαστικό έργο του, θα ξεκινήσουν με την επίλυση ενός διλήμματος, δηλαδή για τον αν έχουν ή όχι αρμοδιότητα να δικάσουν.

Ο Τολστόι συνδέει το προαναφερόμενο δίλημμα δικαστικής αρμοδιότητας με το θάνατο του δικαστή Ιβάν Ίλιτς, γιατί θέλει να προετοιμάσει τους αναγνώστες του για το δίπολο ανθρώπινης και θείας δίκης. Διότι, αν και το ζήτημα της αρμοδιότητας για την εκδίκαση της υπόθεσης είναι έργο της ανθρώπινης δικαιοσύνης, εντούτοις η αποφασιστική «αρμοδιότητα» για την ανθρώπινη τύχη ευρίσκεται έξω από τις δικαστικές αίθουσες. Η αντίστιξη ,όμως, μεταξύ του διλήμματος για τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και της αγγελίας του θανάτου παραπέμπει στην υποψία της ματαιότητας της προσπάθειας για την ανθρώπινη δικαιοσύνη.  Τι σημασία έχει η επίλυση ενός δικαστικού διλλήματος, όταν η ανθρώπινη διαδρομή κρίνεται στην ουσία της με διαφορετικό τρόπο;  Συνεπώς, ο συγγραφέας θέλει, μάλλον, με τον τρόπο αυτό, να ειρωνευθεί την αυτοπεποίθηση των δικαστών που ερίζουν για την αρμοδιότητα τους σε χρόνο κατά τον οποίο έξω , στην πραγματική ζωή, τίθενται άλλα διλλήματα. Άλλωστε, και για τον ίδιο τον Ιβάν Ίλιτς, το δίλημμα ανάμεσα στην υπηρεσιακή αναρρίχηση και στο βίωμα της αληθινής ζωής τέθηκε κάπως αργά , όταν ,πια, αντιμετώπιζε ανεπίστρεπτα την προοπτική του τέλους του βίου του.  Γιατί μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι η ζωή χανόταν κάτω από τα πόδια του, ενώ ο ίδιος είχε την ψευδαίσθηση πως με τα ίδια πόδια ανέβαινε την σκάλα της υπηρεσιακής και κοινωνικής ανέλιξης.

Το δίλημμα, επομένως, του Ιβάν Ίλιτς γίνεται αντιληπτό μέσα από τις πνευματικές αναταράξεις ,που επιφέρει η προοπτική του θανάτου του.  Κι αυτό είχε άμεση συνάφεια με την αμφιβολία του για το εάν η ζωή του και η ίδια η στάση του ως δικαστή ήταν η δέουσα.  Όπως προαναφέρθηκε, κατά την αντιμετώπιση της προοπτικής του βιοτικού τέλους του, ένα τραγικό δίλημμα ταλάνιζε τον Ιβάν Ίλιτς.  Μήπως η τυπικότητα που χαρακτήριζε την υπηρεσιακή συμπεριφορά του δεν ήταν σε αρμονία με το ορθό και το δίκαιο.  Ήταν ,άραγε, αυτή η σχολαστικότητα ένας μεταμφιεσμένος τρόπος υποταγής στις επιθυμίες των υψηλά ιστάμενων;  Ο Ιβάν Ίλιτς συναρτά το δίλημμα του αυτό με την ανάγκη για αντίσταση και ανθεκτικότητα του ίδιου απέναντι στην καταπιεστική ιεραρχία και στους ισχυρούς αξιωματούχους, που δεν ήταν πάντοτε με την πλευρά του δικαίου.  Τώρα, πια, ήδη αντιμέτωπος με την αύρα του θανάτου, είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτό δίλημμα τελικά λύθηκε με εσφαλμένο τρόπο από τον ίδιο, δηλαδή με υπεκφυγές, ψευδαισθήσεις και δειλία.  Η λανθασμένη επίλυση του υπηρεσιακού διλήμματος παραπέμπει και στη σφαλερή πορεία της ζωής του. Ο Ιβάν Ίλιτς συνειδητοποιεί με οδύνη πως υπερασπίσθηκε κενοδοξίες και ότι αγωνίσθηκε για ασημαντότητες, ενώ το ουσιαστικό και το σημαντικό ξέφευγε μέσα από τα χέρια του.  Ο Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι, λοιπόν, είναι λίγο πριν το θάνατό του ένας τραγικός ήρωας. Οι ισχυροί πόνοι της αρρώστιας του συνοδεύονται από ένα ψυχικό άλγος, που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί.  Ο Ιβάν Ίλιτς συντρίβεται από την αδυσώπητη πραγματικότητα.  Διότι ,πλέον, δεν έχει τα χρονικά περιθώρια να διορθώσει και να ζήσει με τρόπο ωφέλιμο για τον ίδιο και τους άλλους που συναναστράφηκε.

Ο συγγραφέας, κατ’ ακολουθία, τοποθετεί σκόπιμα τον ήρωα του να προβαίνει λίγο πριν το θάνατό του σε έναν αρνητικό απολογισμό.  Ένας δικαστής που ήταν τόσο κομφορμιστής είναι φυσικό να δώσει αρνητικό πρόσημο και σε όλο το φάσμα της υπόλοιπης ζωής του.  Γιατί ο βίος του τραγικού ήρωα περιστρεφόταν γύρω από την υπηρεσία του και ήταν φυσικό να ταυτίζει τις υπηρεσιακές επιτυχίες του με την προσωπική καταξίωσή του.  Η τυπική τελετουργία που λειτουργήματός του, ο φόβος που επέσυρε η εξουσία του και η επιφανειακή επισημότητα της εργασίας του δεν τον άφηναν να θέσει το καίριο ερώτημα : είναι πράγματι δίκαιος;  Έπρεπε να τον συντρίψει η ασθένεια για να αντιληφθεί την πραγματικότητα.  Όπως ένας εξαρτημένος , ο Ιβάν Ίλιτς είχε εξομοιώσει τη ζωή με την εξουσία.  Με την ψευδαίσθηση, όμως, αυτή απόδιωχνε τα πραγματικά διλήμματα που θέτει η ουσιαστική απονομή του δικαίου,  η οποία είναι κάτι διαφορετικό από την επιβολή της εξουσίας.  Για τον Λέοντα Τολστόι, άλλωστε, όπως εμφαίνεται από την ανάγνωση της νουβέλας του, δικαιοσύνη σημαίνει αντίσταση στην αλαζονεία του ισχυρού.

Επομένως, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει με ένα σαρκαστικό τρόπο ότι τα διλήμματα που θέτει η ορθή απονομή του δικαίου ουδεμία συνάφεια έχουν με την επιβολή των καθεστωτικών επιθυμιών.  Οι τελευταίες ανασύρονται με την αναγγελία του θανάτου του Ιβάν Ίλιτς και την συνακόλουθη διαπάλη για την κατάληψη της κενής θέσης.  Τότε αναδεικνύεται σε όλο το πραγματικό μέγεθος της η ιδιοτελής αντιμετώπιση του θανάτου του Ιβάν Ίλιτς από τους συναδέλφους του, οι οποίοι ορέγονται ένα κέρδος στην υπηρεσιακή τους εξέλιξη. Αποκαλύπτονται τα πιο άγρια ένστικτα του ανθρώπινου εγωισμού όταν όλοι αποζητούν ένα όφελος από αυτήν την αναπάντεχη απώλεια.  Για να δικαιωθεί η ρήση των Λατίνων:«Homo hominis lupus».Ποιος θα πάρει την θέση του Ιβάν Ίλιτς;  Ιδού τα καιροσκοπικά διλήμματα των εξουσιαστικών μηχανισμών, που, διαχρονικά, καμία σχέση δεν έχουν με την απονομή της δικαιοσύνης.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Λέοντος Τολστόι, «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2014,

2.Κριτική Ανάλυση του «Θανάτου του Ιβάν Ίλιτς» από την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ ,εκδόσεις Μιχαλακέα και Σία, Αθήνα 1958, σελ. 9-11.

———————————————————————

[1] Ο Οδυσσέας Σπαχής είναι Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων.

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Οδυσσέας Σπαχής είναι απόφοιτος της  Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   και  κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην κατεύθυνση Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.  Παρακολούθησε, επίσης, πρόγραμμα κατάρτισης συμβούλων τοπικής ανάπτυξης.  Έχει διδάξει στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και έχει  παρουσιάσει   σε  επιστημονικά συνέδρια εισηγήσεις για επίκαιρα νομικά ζητήματα.  Έχει, επίσης, συγγράψει νομικές   μελέτες  που αφορούν, κυρίως, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και στη διοικητική δίκη.  Έχει, περαιτέρω, δημοσιεύσει σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά μελετήματα γύρω από την πολιτική φιλοσοφία, την ποίηση και  το λαϊκό πολιτισμό και έχει δώσει προσκεκλημένες ομιλίες για θέματα επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος σε συμπόσια και ημερίδες. Ποιήματα και  διηγήματά  του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στην εργογραφία του, περιλαμβάνονται: 1) Τα δοκίμια: α)«Το Ιερό και το Δίκαιο στο Μινωικό μύθο» (εκδόσεις Αναλόγιο ,Ηράκλειο Κρήτης, 2002) ,  β) «Η Μνήμη του Κόσμου και του Ποιητή» (εκδόσεις Ταξιδευτής,Αθήνα,2007),  γ) «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού» (εκδόσεις Γραφομηχανή, Αθήνα, 2014) και δ) «Δίκαιο και Ισχύς στον ΄΄Ερωτόκριτο΄΄ του Βιτσέντζου Κορνάρου», Αθήνα 2021.2) Οι   ποιητικές  συλλογές :α) «Το Πορφυρό Προσωπείο» (εκδόσεις Ίδμων, Αθήνα, 2010), β) «Αμήχανο Κάλλος» (εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα,  2017) ΚΑΙ  γ) «Εύνοια Ελευθερίας» (εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα,  2019).  Στις 15 Ιουνίου 2015 του απονεμήθηκε από το Δήμαρχο Καλαμάτας το βραβείο  δοκιμίου ελεύθερου στοχασμού εις  μνήμην «Παναγιώτη Φωτέα» για το δοκίμιό του «Θεμελιώδη σύμβολα του ευρωπαϊκού πολιτισμού». 

——————————————————–

 

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ: Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ[1]

 

«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ: Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ  ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»[2]

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1.ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

  1. Η ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ
  2. Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ Ο Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ

4.ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ Γ.ΤΕΡΤΣΕΤΗ ΣΤΟΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

  1. Η ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗ
  2. ΓΙΑΤΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ;

      7.ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

 

        1.ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο Γεώργιος Τερτσέτης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800 όπου και έλαβε τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Φοίτησε   στο ίδιο σχολείο με τους γιους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη,Πάνο και Γενναίο. Κατόπιν,σπούδασε νομικά στην Μπολώνια,ενώ στην Πάντοβα παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής και λατινικής φιλολογίας.Ετσι, ο Τερτσέτης συνδύασε νομικές και φιλολογικές σπουδές κι αυτός ο συνδυασμός καθόρισε αργότερα τις επιλογές του,  που σφράγισαν την πορεία του  βίου του.Οι νομικές σπουδές του τον εξόπλισαν με την κατάλληλη νομική παιδεία, που θα του επέτρεπε να ασκήσει το λειτούργημα του δικαστή. Οι φιλολογικές σπουδές του τον βοήθησαν ν’  ασχοληθεί  με τη συγγραφή και, ειδικότερα, με την ποίηση. Με την έναρξη της ελληνικής  επανάστασης του 1821 ο Τερτσέτης, ήδη μυημένος στους κύκλους της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε στις επιχειρήσεις των επαναστατών  στην Πελοπόννησο.Ωστόσο, αρρώστησε από τις κακουχίες κι επέστρεψε στην Ζάκυνθο.Παρά τα προβλήματα  υγείας που του προξένησε  η αρχική του  εμπλοκή στον αγώνα, επανήλθε στην πρώτη γραμμή για την απελευθέρωση  της Ρούμελης. Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία  την Γαλλίδα λαογράφο Αδελαίδα Ζερμαίν και από το γάμο αυτό απέκτησε ένα γιο. Σ’ όλη του τη ζωή ο Γ. Τερτσέτης,  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνδέθηκε με τον απελευθερωτικό αγώνα και υπηρέτησε τα ιδανικά και τους σκοπούς της  Ελληνικής Επανάστασης του 1821.Είτε με την ιδιότητα του δικαστή είτε με την ιδιότητα του πνευματικού δημιουργού. Με την δεύτερη ιδιότητα συναναστράφηκε  στη   Ζάκυνθο με τον Διονύσιο Σολωμό.

  1. Η ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ

Ο Γ.Τερτσέτης κατατάσσεται από τους λογοτεχνικούς κριτικούς στην επτανησιακή σχολή και  στους λυρικούς ποιητές.Η στενή φιλία που τον συνέδεε με τον Διονύσιο Σολωμό καθόρισε την πνευματική του συγκρότηση.Με τον Διονύσιο  Σολωμό τον  συνέδεε όχι μόνο η κοινή καταγωγή, αλλά και το  αληθινό ενδιαφέρον  προς τη δημοτική ποίηση, καθώς κι  η ανιδιοτελής  αγάπη  προς την πατρίδα κι ο θερμός ζήλος για την απελευθέρωσή της. Η πνευματική συντροφιά που δημιούργησαν είχε υιοθετήσει τη χρήση  της δημοτικής γλώσσας στα κείμενα τους (ποιητικά κυρίως).Σε μια επιστολή του Δ. Σολωμού προς τον Γ. Τερτσέτη το 1833[3] ο Σολωμός καθιστά σαφές προς τον φίλο του ότι η αναγέννηση (ηθική και πολιτική) της Ελλάδας περνά αναγκαστικά  μέσα από την αναζωογόνηση της γλώσσας του λαού και την ακλόνητη υιοθέτηση ιδανικών. Ο Σολωμός προφητικά μνημονεύει πως η διαφθορά καταλύει τους ανθρώπινους θεσμούς, που μπορούν να διασωθούν μόνο με την υιοθέτηση αρχών και αξιών. Αλλ’  εκτός απ’ αυτή  τη  γενική μνεία, ο εθνικός μας ποιητής προτρέπει το  φίλο του να γνωρίσει τις ρίζες του, δηλαδή τη δημοτική (κλέφτικη) ποίηση, που χαρακτηρίζει ως  «όμορφη και ενδιαφέρουσα». Επισημαίνει, όμως, ο Σολωμός προς τον Τερτσέτη   πως : «Το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά».Αυτή η τελευταία παραίνεση του Σολωμού προς τον Τερτσέτη αποτελεί δείγμα της ιδιαίτερης έγνοιας που διακατείχε τους δύο φίλους  για τον αγώνα της απελευθέρωσης και το ατομικό χρέος απέναντι στην εθνική αυτή υπόθεση.Μ’  αυτούς τους υψηλής ποιότητας συμβουλευτικούς λόγους εμπλουτίσθηκε η πνευματική συγκρότηση του Τερτσέτη.Κι αυτή τον  κατέστησε  ικανό να υπηρετήσει τόσο τη  λογοτεχνία όσο και τη Δικαιοσύνη.

  1. Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ Ο Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ

Ο Γ.Τερτσέτης διορίσθηκε δικαστής μετά την εγκαθίδρυση της Βασιλείας πρώτα στην Τρίπολη και κατόπιν στο Ναύπλιο.Εκεί έλαβε χώρα και  το ιστορικό γεγονός που καθόρισε το βίο του.Η γνωστή συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε το 1834  τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη  με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του βασιλιά Όθωνα. Ο Κολοκοτρώνης ήταν τότε σημαίνουσα προσωπικότητα  του ρωσόφιλου κομματικού σχηματισμού. Κατηγορήθηκε, όμως,  για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 μαζί με  άλλους στρατιωτικούς. Συγκεκριμένα, οι συλληφθέντες κατηγορήθηκαν  ότι συνωμοτούσαν  για την ανατροπή του ανήλικου βασιλιά  Όθωνα.Η συνεδρίαση του δικαστηρίου έγινε  στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δίκη άρχισε στις 16 Απριλίου 1834,διήρκησε αρκετές  ημέρες και περατώθηκε  στις 25 Μαΐου 1834.Όταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Αναστάσιος Πολυζωίδης (με την ιδιότητα του προέδρου του δικαστηρίου) προσκάλεσε τη σύνθεση του δικαστηρίου  σε διάσκεψη. Κατά τη διάσκεψη των μελών του δικαστηρίου ο Γ. Τερτσέτης  εξέφρασε την γνώμη του και αναφέρθηκε στην αθωότητα του Θ. Κολοκοτρώνη.Δεν υιοθέτησαν όμως την άποψη αυτή και τα άλλα μέλη του δικαστηρίου, εκτός από τον πρόεδρο Α. Πολυζωίδη με τον οποίον συνέστησαν το μέτωπο της μειοψηφίας.Ως ποινή για τον Κολοκοτρώνη  τελικά  ορίσθηκε η  θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών.Για την καταδίκη του Κολοκοτρώνη,που αποφασίσθηκε από την πλειοψηφία της σύνθεσης,  διαφώνησαν,κατά τα προαναφερόμενα, μειοψηφώντας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου Α. Πολυζωίδης  και ο Γ. Τερτσέτης. Για τη στάση του αυτή ο Γ. Τερτσέτης απειλήθηκε, ενώ οι φύλακες τον κακοποίησαν κτυπώντας τον και τον έσυραν στα έδρανα, προκειμένου να δώσει τη συγκατάθεσή του για την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Παρά την ιταμή ,όμως, συμπεριφορά των ιθυνόντων, ο Τερτσέτης αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την ντροπιαστική γι’ αυτόν  εντολή να υπογράψει την καταδικαστική για τον Κολοκοτρώνη  απόφαση.

4.ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ Γ.ΤΕΡΤΣΕΤΗ ΣΤΟΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Ο Γ.Τερτσέτης άφησε  ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στον απελευθερωτικό αγώνα   με την τριπλή ιδιότητά του: ως μαχητής, ως πνευματικός  δημιουργός,ως υπόδειγμα ανεξάρτητου δικαστή.Ο Τερτσέτης,ειδικότερα,όπως προαναφέρθηκε, είχε συμμετάσχει στις πρώτες μάχες  στο μέτρο που του  το επέτρεπαν οι σωματικές του δυνάμεις.Δεν αρκέστηκε,δηλαδή, στο ρόλο του πνευματικού δημιουργού.Είναι, άλλωστε, εκείνος που επέλεξε  ο Θ.  Κολοκοτρώνης για να του υπαγορεύσει   τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836».Και, βέβαια, μόνο τυχαία δεν ήταν  αυτή η επιλογή του Κολοκοτρώνη.Η θρυλική  προσωπικότητα της επανάστασης,πέραν της προσωπικής του εκτίμησης για τον Τερτσέτη,γνώριζε και για τη συμμετοχή του στην επανάσταση ως απλού αγωνιστή.Έχω,όμως τη γνώμη πως το βαθύτερο αποτύπωμα του Τερτσέτη στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν  το ήθος που επέδειξε στην δίκη του Κολοκοτρώνη.Τότε δεν αποφάσισε μόνο να υπερασπισθεί τη δικαστική ανεξαρτησία και τη στοιχειώδη έννοια της δίκαιης δίκης.Εκείνες τις στιγμές προστάτευσε  σθεναρά και το ίδιο το ιδεώδες του αγώνα.Με την αποτροπή μιας άδικης καταδίκης για τον εκ των  ηγετών  της επανάστασης του 1821  ήθελε ν’  αποτρέψει και τον έσχατο ευτελισμό του ίδιου του αγώνα από το όνειδος του εμφύλιου σπαραγμού.Ο Τερτσέτης δεν μπορούσε να διανοηθεί    ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος θα καταδίκαζε σε θάνατο δια του θεσμού της δικαιοσύνης εκείνον που ήταν πρωτεργάτης για την σύστασή του.Ήταν, επομένως, ζήτημα τιμής γι’  αυτόν να μη γίνει συνεργός, όχι μόνο  στην καταδίκη ενός αθώου, αλλά   και στην αμαύρωση του απελευθερωτικού αγώνα. Έχει δε έτι περαιτέρω αξία το ότι το δικαστικό ήθος του  επιδείχθηκε στις πιο δύσκολες συγκυρίες και υπό τις  πιο αντίξοες συνθήκες.Σ’ ένα νεοσύστατο κράτος, δηλαδή, που είχε ν’ αντιμετωπίσει, εκτός απ’  την οργή του Οθωμανού  δυνάστη και την αγριότητα των εμφύλιων συγκρούσεων.Οι αξίες,άλλωστε, του ανθρωπισμού με τις οποίες ήθελε να συνδέσει την προσωπικότητα του  έγιναν  εμφανείς στην απολογία του κατά την δίκη, στην οποία σύρθηκε το Σεπτέμβριο του 1834.Αντιμετώπισε,συγκεκριμένα,   κατηγορίες   για την στάση του ως δικαστή στην προγενέστερη δίκη του Κολοκοτρώνη.Η συγκυρία επέτρεψε ,τότε, στον Τερτσέτη να  εκφωνήσει  μια θρυλική απολογία, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής: «Δεν είμαι από την Σπάρτη, δεν είμαι Αθηναίος, πατρίδα μου έχω όλην την Ελλάδα. Τοιουτοτρόπως εκφράζεται ο γενναίος Πλούταρχος, είναι σχεδόν δύο χιλιάδες έτη, εις ένα των συγγραμμάτων του.Ημείς γεννημένοι εις πλέον ευτυχισμένην εποχήν, δηλαδὴ όταν η θρησκεία και η φιλοσοφία εφώτισαν, εκήρυξαν, εσφράγισαν το δόγμα της αγάπης και  της ισότητος, δυνάμεθα να ειπούμεν, ότι ημείς δεν είμεθα ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Ιταλία, ούτε από  την Γερμανία, ούτε από  την  Αγγλία, πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος.Όση γη περιαγκαλιάζει ο εύμορφος αιθέρας είναι αγαπητή μας πατρίδα.» Αλλά και ως πνευματικός δημιουργός ο Τερτσέτης  δεν θα λησμονήσει ποτέ το τραγούδι που άνθησε μέσα στον αγώνα.Μετά την απελευθέρωση ο ίδιος ηγείται  του αγώνα  υπέρ της λαϊκής γλώσσας και της   προβολής του δημοτικού τραγουδιού. Σ’ έναν λόγο του το 1853 πρότεινε «την τύπωσιν των κλέφτικων ασμάτων, των οποίων η χάρις, το ύψος της ιδέας, ισοδυναμούν με την ευγλωττίαν του Ομήρου».

  1. Η ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗ

             Ο Γ. Τερτσέτης ασχολήθηκε με την  ποίηση και εκτός από τα απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη καλλιέργησε το δοκίμιο και τη φιλολογική μελέτη.Ήταν,κατά τα προαναφερόμενα,  δημοτικιστής και χρησιμοποιούσε τη δημοτική γλώσσα  τόσο στον ποιητικό λόγο όσο και στον πεζό. Άλλωστε, παρακινημένοι από τον επαναστατικό οίστρο της πρώτης περιόδου της ελληνικής επανάστασης ορισμένοι νεαροί ζακυνθινοί ποιητές είχαν διερευνήσει τη  δυνατότητα ν’ ανανεώσουν τα  εκφραστικά  τους μέσα  με τεχνικές   απ’  το δημοτικό τραγούδι.Ο Τερτσέτης διετέλεσε ηγετική φυσιογνωμία της ποιητικής αυτής παρέας από το 1822,έτος επιστροφής του  στη Ζάκυνθο από τις ευρωπαϊκές του περιπλανήσεις. Κατόπιν, όταν πια η μόνιμη κατοικία του ήταν   στην Αθήνα, ο Τερτσέτης,πάντοτε πιστός στις αρχές και στα ιδανικά του,υπερασπίσθηκε τις αρετές της δημοτικής με τους δημόσιους λόγους του. Μάλιστα,για να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη,προέβη  στα 1847, στη συγγραφή  μιας συλλογής ποιημάτων και διηγήσεων σε μικρό σχήμα, που τιτλοφόρησε  «Απλή  Γλώσσα».Μετά ακολούθησε (το 1851) η καταγραφή των απομνημονευμάτων του Θ.Κολοκοτρώνη.Αυτά δεν αποτελούν μόνο ένα βιβλίο καταγραφής ιστορικών γεγονότων.Συνιστούν ,ταυτόχρονα, και μια προσπάθεια απόδοσης αξίας στο λαϊκό λόγο και στο λαϊκό βίο.Οι κατ’ έτος πανηγυρικοί του για την επέτειο της επανάστασης του 1821 συνιστούν σημαντική συμβολή και στην ιστορία.Είχε,επίσης, ανάμειξη και στην πολιτική ζωή,αφού εκλέχθηκε βουλευτής Ζακύνθου το 1864.Συνεπώς,η πνευματική και πολιτική του δράση ήταν πολύπλευρη. Είναι δε ενδεικτικό το γεγονός ότι το 1860 μετέβη στην Ιταλία κατόπιν σχετικής κυβερνητικής  εντολής του  προς συνεννόηση  με τον Βίκτωρα Εμμανουήλ για από κοινού ενέργειες των δύο χωρών.Τούτο αποδεικνύει το μέγεθος της ακτινοβολίας της προσωπικότητάς του αλλά και το κύρος που απολάμβανε.

  1. ΓΙΑΤΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ;

Ίσως τώρα να πρέπει ν’ απαντηθεί το ερώτημα γιατί επελέγη ο Γεώργιος Τερτσέτης για την πολύ σημαντική επέτειο των 200 ετών από την επανάσταση του 1821.Η πρώτη απάντηση είναι πως ο Γ.Τερτσέτης συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά και ιδιότητες που σχετίζονται με την επανάσταση του 1821.Αυτός ο ακέραιος χαρακτήρας  και ταπεινός άντρας από τη Ζάκυνθο συμβολίζει το ανάστημα της δικαστικής ανεξαρτησίας.Στις   δέλτους   της ιστορίας θα μνημονεύεται   ως ο    δικαστής που αντιτάχθηκε στην άδικη  καταδίκη ενός ήρωα της επανάστασης του 1821.Ήταν από τους πρωτοπόρους που υποστήριξαν τη δημοτική γλώσσα και αυτή η υποστήριξη δεν ήταν  άσχετη με το αίτημα της εθνικής ,κοινωνικής και πολιτιστικής απελευθέρωσης των υπόδουλων Ελλήνων.Ήταν ένας απ’ εκείνους που  διέσωσαν ποιήματα της δημοτικής μας παράδοσης.Δεν ξέχασε ποτέ την επιστολή[4] του   στενού  του φίλου  Δ.Σολωμού όπου του έγραφε πως: «Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ’ αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους…….»Τα παραπάνω φανερώνουν πως ο Τερτσέτης , αν και ξενόγλωσσος και με σπουδές στην αλλοδαπή, είχε αντιληφθεί ότι η δύναμη και η σοφία της λαϊκής δημιουργίας ήταν απαραίτητα εφόδια για το κράτος που γεννήθηκε από την Ελληνική επανάσταση του 1821.

7.ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Γ. Τερτσέτης, εν τέλει,  ήταν μια σημαντική  προσωπικότητα, που  ταύτισε τη δράση του και το βίο του με  τον απελευθερωτικό  αγώνα του 1821.Όση δε σεμνότητα είχε η συμπεριφορά του, τόσο πνευματικό  σθένος επιδείκνυε όταν χρειαζόταν να υπερασπισθεί ιδανικά κι αξίες.Για τους λόγους αυτούς θα μνημονεύεται ως αξιόλογος   λόγιος, καθώς συνδύασε με θαυμαστό και μοναδικό  τρόπο την αφοσίωση προς το δίκαιο με την αγάπη προς την ποίηση.

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Βαλέτας Γ.Μ. «Τερτσέτης Γεώργιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Πυρσός, 1933.
  2. Βέης Νίκος,«Ο Τερτσέτης και τα απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη», Μηνιαίος Νέος Κόσμος Β΄, Μάιος 1934, σ.57-63, και Γ΄, Ιούνιος 1934, σ.51-64.
  3. Βλάχος Άγγελος,«Γεώργιος Τερτσέτης», Παρνασσός Γ΄, ετ. Α΄, σ.161-174.
  4. Κονόμος Ντίνος, «Ο Γ. Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του». Αθήνα, έκδοση της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, 1984.
  5. Μπουμπουλίδης Φ., «Γεώργιος Τερτσέτης», Ελληνική Δημιουργία Ε΄, 1950, σ. 619-633.
  6. Μιχαλόπουλος Φ. «Γεώργιος Τερτσέτης», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση,Σεπτ. 1946, σ.207-208 και 254-256.
  7. Σολωμού Αλίκη,«Τερτσέτης Γεώργιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
  8. Στεφάνου Διον., «Γεώργιος Τερτσέτης»,Αθήνα, 1971 (στη σειρά Διαλέξεις και μελετήματα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, αρ.6).
  9. Bouchard J., Γ. Τερτσέτης·βιογραφική και φιλολογική μελέτη (1800-1843).Διδακτορική διατριβή.Αθήνα,1970.

 

 

 

[1] Ο Οδυσσέας   Σπαχής είναι Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων και συγγραφέας.

[2] Το κείμενο αποδίδει την  ομιλία του Οδυσσέα Σπαχή στην Παλαιά Βουλή στις 7-11-2021 στα πλαίσια εκδήλωσης που διοργανώθηκε από τον ΚΕΛΔ για την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική επανάσταση του 1821.

[3] Βλ. Διονυσίου Σολωμού ,Άπαντα,τόμος τρίτος,Αλλληλογαρία.Επιμέλεια-Σημειώσεις Λίνου Πολίτη,εκδόσεις Ίκαρος,Αθήνα 1991.

[4] Βλ. Διονυσίου Σολωμού ,Άπαντα ,ο.π.

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ: “ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΙΣΧΥΣ ΣΤΟΝ ‘ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ’ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ”

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ 1

«Δίκαιο και Ισχύς στον ΄΄Ερωτόκριτο΄΄ του Βιτσέντζου Κορνάρου»

Η πρώτη ανάγνωση του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο δημιουργός του επιχείρησε ν’ αφηγηθεί μια ακόμη ερωτική ιστορία. Έχω τη γνώμη, όμως, πως ο ποιητής μέσα από το ξεδίπλωμα της ερωτικής αφήγησης μάς παρέδωσε, εκτός από μια ιστορία δακρύβρεχτου πάθους, κι ένα μάθημα πολιτικής επιστήμης. Η αγάπη κι ο έρωτας στεριώνουν σε μια Πολιτεία. Αλλά τι θεμέλια έχει αυτή η Πολιτεία φαίνεται ν’ αναρωτιέται με τον «Ερωτόκριτό του» ο Κορνάρος. Θα είναι μια Πολιτεία όπου θα επικρατεί η ισχύς των δυνατών; Ή η ηθική και η θέληση των αδύνατων θα εξισορροπήσουν την κατάσταση, έτσι ώστε να επικρατήσει το μέτρο της ανθρώπινης λογικής, δηλαδή η αξιοπρέπεια και η αυτοδιάθεση;

Ο ποιητής σκοπίμως προσδίδει στο έργο του χαρακτηριστικά, ικανά να νουθετήσουν και να χειραφετήσουν (πνευματικά και ηθικά) το νέο ελληνισμό που βλέπει μελλοντικά να γεννιέται. Στο επίκεντρο της αφήγησης του είναι η Αθήνα, η οποία (κατά τον ποιητή) αποτελεί το συνδετικό κρίκο του νέου ελληνισμού με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ίσως, ο ποιητής να είχε υπόψη του τους νεοπλατωνικούς και, επομένως, τον ίδιο τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα και την θεωρία του για τον «φιλόσοφο-Βασιλιά» όταν αποκαλεί «θρονί της δικαιοσύνης» τον Ρήγα της Αθήνας, Ηράκλη.  Ο οποίος, είναι, κατά τον ποιητή, «ποπανωθιό σ’ τσι φρόνιμους, πρώτος εις τσι μεγάλους»2.  Επομένως, η (πολιτική) σοφία και σύνεση κατέχει υψηλή θέση στην κλίμακα αξιών του εν λόγω ηγεμόνα.  Ο Ηράκλης, λοιπόν, παρά την αδικία που διαπράττει αρχικά σε βάρος του Ρωτόκριτου και τον αυταρχισμό του, δεν παύει να είναι ο εκπρόσωπος της ευταξίας και της κοινωνικής ισορροπίας,η οποία επιτυγχάνεται μέσω των πατροπαράδοτων εθίμων.  Άλλωστε, δεν είναι λίγοι οι νεότεροι φιλόσοφοι (με κυριότερο εκπρόσωπό τους τον Karl Popper {Καρλ Πόππερ}) που θεωρούν τον φιλόσοφο-βασιλιά του Πλάτωνα το αρχέτυπο του εξουσιαστικού αυταρχισμού κι ολοκληρωτισμού3.  Ο Ηράκλης,λοιπόν,σε μικρότερο βαθμό,αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό ο Ρωτόκριτος ( που δεν έχει την αυταρχικότητα του Ηράκλη) ταιριάζουν στο συντηρητικό πρότυπο του πλατωνικού ηγέτη, που φιλοτεχνήθηκε στην πλατωνική ακαδημία,στην Αθήνα.  Αυτή η πόλη, εξάλλου, κατά τον ποιητή, είναι «της μάθησης η βρώσις», «θρονί της αρετής» κι «ο ποταμός της γνώσης»4.   Η ποιητική έκφραση παραπέμπει στο σχετικό χωρίο του Επιτάφιου του Περικλή, όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης: «Ξυνελών τε λέγω την τε πάσαν πόλιν της Ελλάδος παίδευσιν είναι5» (Συνοψίζοντας ισχυρίζομαι πως η πόλη {δηλαδή η Αθήνα} σε όλες τις εκδηλώσεις της είναι ο δάσκαλος των Ελλήνων).  Ο ποιητής, έτσι, υπαινίσσεται ότι γνωρίζει την αρχαιοελληνική γραμματεία και πως το νερό του ποιητικού του ποταμού προέρχεται από τις πηγές της Αθηναϊκής φιλοσοφίας και του πολιτικού στοχασμού των κλασσικών χρόνων της Αθήνας.

Συνεπώς, η αποτυχία του προξενιού της Αρετούσας με τον Βυζαντινό Πιστόφορο δεν είναι τυχαία.  Το μέλλον του νέου ελληνισμού, κατά τον ποιητή, δεν είναι μια απομίμηση της πολύγλωσσης επικράτειας του Βυζαντίου, δηλαδή μια αυτοκρατορία η οποία κατά τα χρόνια της συγγραφής του ποιητικού έργου είχε διαλυθεί και ήταν παρελθόν.  Ο έρωτας της Αρετούσας για τον Ρωτόκριτο ενδεχομένως απηχεί, κατά την γνώμη του ποιητή, την έλξη που πρέπει να επιδείξει ο νέος ελληνισμός προς την ρωμαλέα πηγή της γνώσης της κλασσικής Αθήνας.  Μαζί με την απόρριψη του παλιού και ξεπερασμένου ιδεώδους («προξενιό» του νέου ελληνισμού με το Βυζάντιο) γεννιέται η σύζευξη του νέου ελληνισμού με την στοχαστική φιλοσοφία της κλασσικής Αθήνας.  Αυτή η σύνδεση σχετίζεται με την ελεύθερη στάση της Αρετούσας, που αρνείται πεισματικά την καταβαράθρωση της αξιοπρέπειας της, στάση η οποία απηχεί την ξεκάθαρη επιλογή του ποιητή για την πορεία (που ο ίδιος επιθυμεί) για το νέο ελληνισμό.  Γιατί αυτόματα έρχεται στο νου η παρόμοια, θαρραλέα στάση της Αντιγόνης στην ομώνυμη (αρχαιοελληνική) τραγωδία του Αθηναίου Σοφοκλή, η οποία, επίσης, αρνείται να υποκύψει στην πολιτική βία του Βασιλιά και επιμένει στην διάσωση της αξιοπρέπειας της με την ταφή του αδερφού της.  Η Αρετούσα δεν έχει τίποτε το κοινό με την άβουλη κόρη της εποχής του ποιητή, δηλαδή της υποταγμένης, που δέχεται αδιαμαρτύρητα την ισχύ και τον πατρικό δεσποτισμό.  Κληρονομεί κάτι από τον ατίθασο χαρακτήρα της Αντιγόνης, της ομώνυμης αρχαιοελληνικής τραγωδίας.  Η Αρετούσα, ειδικότερα, συνεχίζοντας την παράδοση της Αντιγόνης αψηφά την ισχύ του πατέρα της, που συμπεριφέρεται άδικα.  Η ίδια,ωστόσο, με στωικότητα αποδέχεται τις συνέπειες της στάσης της.  Αφού η βασιλική δύναμη και στις δύο περιπτώσεις (Αντιγόνης και Αρετούσας) αντιστρατεύεται τη φυσική τάξη και το ηθικό δέον, τότε δεν απομένει παρά η αντίσταση απέναντι στην αδικία και η στοχαστική επιμονή στην ηθική συνέπεια.  Η νέα «Καρυάτιδα του ελληνισμού» αποποιείται την πεπατημένη ενός τυπικού, συμβατικού γάμου και συνεχίζει την παράδοση της Αντιγόνης.  Ο ποιητής,έτσι, φαίνεται να παραδίδει το μίτο αυτής της συνέχειας από την Αντιγόνη της αρχαιοελληνικής τραγωδίας στην Αρετούσα.

Η σύγκρουση, ωστόσο, των μνηστήρων, για την «ερωτική κατάκτηση» της Αρετούσας (΄΄γκιόστρα΄΄) δεν είναι παρά η σύγκρουση ισχύος που κατέχουν οι «δυνατοί» και «κυρίαρχοι».  Με αφορμή αυτήν, ο ποιητής εξιστορεί σ’ ένα ιπποτικό πλαίσιο, το οποίο ίσως παραπέμπει στον ανταγωνισμό των μνηστήρων της Οδύσσειας του Ομήρου.  Η ομορφιά της Αρετούσας που ελκύει τους άρχοντες – ιππότες της εποχής συμπορεύεται με την ελκυστικότητα της κοινωνικής κι οικονομικής δύναμης του πατέρα της.  Την τελευταία ορέγονται, κυρίως, οι μνηστήρες της Αρετούσας.  Η «γκιόστρα», επομένως, αποτελεί (ενδεχομένως) μια αλληγορία για την διαπάλη που σοβεί κατά τη διεκδίκηση ενός λάφυρου (στην προκείμενη περίπτωση ερωτικού).  Υπό την εκδοχή αυτή, ο εκπρόσωπος κάθε περιοχής στο αγώνισμα για την ερωτική κατάκτηση της Αρετής (δηλαδή του τρόπαιου της ισχύος) απηχεί και την ιδιαιτερότητα της καταγωγής (με ό,τι αυτή ιστορικά σημαίνει).  Για παράδειγμα ο Καραμανίτης Σπιδόλιοντας ,ο οποίος έχει ως έμβλημα το χάρο με δρεπάνι συμβολίζει την άκρως επικίνδυνη επιθετικότητα των Οθωμανών, που απειλούσαν την ισχύ των Βενετών και ολόκληρο τον ελληνισμό με υποδούλωση.  Ο Κρητικός Χαρίδημος (το alter ego του ποιητή) παρουσιάζεται ως καλοπροαίρετος ιππότης, που επιλέγει να συμπαρασταθεί προς τον Βασιλιά της Αθήνας.  Ο ποιητής ως γνήσιος αναγεννησιακός περιγράφει τις συγκρούσεις ισχύος, οι οποίες θυμίζουν τις διαμάχες των ελληνικών πόλεων της κλασσικής αρχαιότητας.

Από τη σύγκρουση της «γκιόστρας» νικητής είναι ο Ρωτόκριτος (η επιλογή του ποιητή), ο οποίος, βέβαια, είναι κοινωνικά κατώτερος. Έχει, ωστόσο, εκείνα που ονειρεύεται ο ποιητής για το νέο ελληνισμό: ρώμη, κάλλος, πίστη σε αξίες κι ιδανικά, σύνεση, σοφία.  Σ’ αντίθεση δε με τον Ρωτόκριτο, το πολιτικό προφίλ που σμιλεύει ο Κορνάρος για τον Ηράκλη δεν έχει αμιγώς χαρακτηριστικά πλατωνικού ηγέτη (δηλαδή ενός συνετού φιλόσοφου-βασιλιά που είναι προσηλωμένος αυστηρά στο συλλογικό συμφέρον κι όχι στο ατομικό).  Ο Βασιλιάς Ηράκλης είναι και (εκτός των άλλων) ένας ιδιοτελής άρχοντας, που δεν παύει να ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα της κοινωνικής του τάξης.  Αυτή η προάσπιση των ταξικών συμφερόντων τόσο του Ηράκλη, όσο και της συζύγου του, τους στρέφει ακόμη κι εναντίον του παιδιού τους.  Η Αρετούσα φυλακίζεται γιατί η ερωτική και κοινωνική συνεύρεση με τον «υποδεέστερο» της Ρωτόκριτο αντιστρατεύεται αυτά τα συμφέροντα.  Η συμπεριφορά του βασιλικού ζεύγους αντικατοπτρίζει την αντίληψη για το ρόλο του ηγεμόνα ως προασπιστή των συμφερόντων του εκάστοτε εξουσιαστικού σχήματος (και σε αυτό διαφέρει από την άποψη του Πλάτωνα για τον σκοπό της ηγεσίας).   Η βία κι η ιδιοτέλεια ως έκφραση πολιτικής ισχύος σκιάζει ,ως εκ τούτου, την άσκηση εξουσίας του Ρήγα Ηράκλη.  Ο ποιητής αποδίδει (μεταξύ άλλων) τον Βασιλιά Ηράκλη ως ένα ηγέτη, που έχει μεν τις μακρινές καταβολές της παλιάς αίγλης, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί και το πνεύμα του αδιάλλακτου κι αυταρχικού άρχοντα (κατά τα πρότυπα του ηγεμόνα του Μεσαίωνα).

Ο Κορνάρος παραδίδει με τον «Ερωτόκριτό» του,πέραν των άλλων, ένα μάθημα ελευθερίας και περιφρόνησης απέναντι στην ματαιοδοξία της εξουσίας.  Ο ποιητής θεωρεί πως η σπουδαιοφάνεια της εξουσίας και της ισχύος που την ακολουθεί έχουν προσωρινό και ρηχό χαρακτήρα.  Όποιος, κατά τον Κορνάρο, δεν αντιλαμβάνεται την ματαιότητα της εξουσιαστικής ισχύος πάσχει από μωρία κι άγνοια.  Άλλωστε, κατά τον ποιητή, η εκάστοτε ισχύς (απ’ όπου κι αν εκπορεύεται) συνοδεύεται από ένα μεγάλο φόβο για τυχόν απώλεια των προνομίων.  Αυτά φοβάται ότι θα χάσει ο Βασιλιάς Ηράκλης εάν επιτρέψει το γάμο της κόρης του μ’ ένα κοινωνικά κατώτερο,τον Ρωτόκριτο.  Η Αρετούσα,όμως, (όπως και η Αντιγόνη) είναι ένα ποιητικό δημιούργημα, το οποίο έχει εγγραφεί ως ο προάγγελος της απελευθερωμένης γυναίκας της Ευρώπης, που αντιπαρέρχεται την πολιτική ισχύ (κατά κυριολεξία την απορρίπτει).  Είναι εκείνη που ξεγυμνώνει τη βασιλική εξουσία του πατέρα της και την παραδίδει σε κοινή θέα, αποκαλύπτοντας την αληθινή της φύση χωρίς καλλωπισμούς, δηλαδή εκδικητικός δεσποτισμός και χωρίς μέτρο αυταρχισμός.  Είναι, εξάλλου, γνωστό πως ο εξουσιαστικός μηχανισμός δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, όταν νιώθει πως απειλείται.

Ο Ρωτόκριτος, που διαδέχεται τον αυταρχικό Ηράκλη, συμβολίζει τον ανατρεπτικό, αναγεννησιακό άνθρωπο και για το λόγο αυτό είναι η μεγάλη απειλή για τον αυταρχικό και αλαζόνα Ηράκλη.  Αφού όλοι σχεδόν οι μαχητές της ελευθερίας και οι φορείς των νέων (επαναστατικών) ιδεών διώκονται, έτσι κι ο Ρωτόκριτος εξορίζεται από την Αθήνα με υπαιτιότητα του αυταρχικού συστήματος, που απειλείται.  Η επάνοδος του Ρωτόκριτου στην Αθήνα μετά τον θρίαμβο στο πεδίο των μαχών (δηλαδή και κατ’ επέκταση στο πεδίο των ιδεών) δεν σηματοδοτεί μόνο την ευτυχή κατάληξη του ειδυλλίου του με την Αρετούσα.  Συμβολίζει και τον θρίαμβο του δικαίου, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.  Είναι εμφανές πως ο ποιητής επιθυμεί να σμιλέψει με την ποιητική αφήγησή του ένα λαμπρό σύμβολο: η Αρετούσα με την ελεύθερη στάση της είναι η νέα «Καρυάτιδα» του ελληνισμού που δεν φοβάται, αντιστέκεται, επιλέγει ,δημιουργεί το μέλλον της μαζί με τον Ρωτόκριτο, το δίκαιο και συνετό άρχοντα (κατά τα πρότυπα του Πλατωνικού ηγέτη).  Αυτό,εν τέλει, οραματίσθηκε ο Βιτσέντζος Κορνάρος με τον «Ερωτόκριτο» του: τη διοίκηση του νέου ελληνισμού από άρχοντες δίκαιους και σώφρονες, όπως τους Βασιλείς- Φιλοσόφους του Πλάτωνα.

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ    ΣΤΗΝ «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ   ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΠΑΧΗ[1]                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               Η «Ασκητική» του Ν. Καζαντζάκη είναι ένα υπαρξιακό κείμενο  όπου μαζί με την βαθύτατα μεταφυσική αναζήτησή του, εμφανίζονται οι ποικίλες θέσεις και αγωνίες του συγγραφέα. Αγωνίες που αναμένουν μία απάντηση στα ερωτηματικά που συνθέτουν την  ουσιαστική απορία του ζειν[2].  Όντας εραστής της αλήθειας, ο συγγραφέας  αναζητά απαντήσεις  πέραν των συμβατικών θέσεων κι αξιωμάτων και εισδύει στις σκοτεινές περιοχές του φιλοσοφικού στοχασμού. Κι όπως ακριβώς όλοι οι ανδρείοι του φιλοσοφείν, ο συγγραφέας αναθεματίζει τις ψεύτικες ελπίδες, τις απατηλές ανταποδόσεις, τις μεταφυσικές καρικατούρες και όσα αποκοιμίζουν τη γνήσια φλέβα της υπαρξιακής ανησυχίας.  Κεντρικό σημείο, όπως σχεδόν παντού στον λόγο του συγγραφέα, η σχέση του ανθρώπου με το Θείο.

Μας λέει: «Ο Θεός μου δεν είναι πανάγαθος. Είναι γιομάτος σκληρότητα, άγρια δικαιοσύνη, και ξεδιαλέγει, ανήλεα, τον καλύτερο. Δε σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι’ αρετές και ιδέες.  Όλα ετούτα τ’ αγαπάει μια στιγμή, τα συντρίβει αιώνια και διαβαίνει.».[3]  Σημειώνω την «Άγρια Δικαιοσύνη», που είναι ένα εφεύρημα του συγγραφέα για να μας ανατρέψει το στερεότυπο της Δικαιοσύνης που συνήθως έχουμε κατά νου. Η Δικαιοσύνη, κατά τα στερεότυπα αυτά, συνδέεται με την ευσπλαχνία, την πραότητα, την ηρεμία και την νηφαλιότητα.  Όχι όμως και για την Θεότητα του Ν. Καζαντζάκη, εφόσον κατά τους ορισμούς του συγγραφέα,  είναι «μια δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα… Πιάνεται από τα ζεστά κορμιά, άλλο μετερίζι δεν έχει.  Φωνάζει βοήθεια.  Κηρύχνει σε όλο το Σύμπαντο επιστράτεψη…».[4]  Η τελευταία λέξη «επιστράτεψη» μας θυμίζει τους κανόνες του πολεμικού παιγνίου, ενός παιγνίου όπου η σκληρότητα, η δύναμη και η δια παντός μέσου επίτευξη του τελικού σκοπού πρυτανεύουν.  Ανεξάρτητα από το ότι σε  μία βαθύτερη εξέταση εμφανίζονται οι δύο ουσιαστικές επιρροές του συγγραφέα (η θεωρία της ζωικής ορμής του Henri Bergson   και η αντίστοιχη της θέλησης για δύναμη του Friedrich Wilhelm Nietzsche), η Δικαιοσύνη της Θεότητας του συγγραφέα δεν μπορεί να ενέχει έλεος εφόσον  «ο Θεός κιντυνεύει……δεν είναι πανάγαθος, να προσδοκούμε μ’ εμπιστοσύνη πως θα μας λυπηθεί και θα μας σώσει.».[5]

Πιο κάτω ο συγγραφέας μας εξηγεί για ποιον λόγο ο Θεός του δεν ενδιαφέρεται να σώσει τον άνθρωπο: «Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δε μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίσια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα, είναι οι τέσσερις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω  στην κακοτράχαλή μας τούτη γης.»[6]  Μέσα στο πολεμικό κλίμα της «άγριας δικαιοσύνης» ο συγγραφέας  υπογραμμίζει: «Η προσευκή μου είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό.  Αυτό έκαμα σήμερα, να πως πολέμησα να σώσω στον εδικό μου τομέα  ολάκερη τη μάχη, αυτά τα εμπόδια βρήκα, έτσι στοχάζομαι αύριο να πολεμήσω.».[7]

Εάν όμως η ίδια η Θεότητα πορεύεται με αυτά τα στοιχεία της άγριας δικαιοσύνης, του κινδύνου και της ανήλεης πολεμικής σύρραξης, ο άνθρωπος ενταγμένος ,χωρίς να το θέλει, σ’  αυτό το πλαίσιο  είναι υποχρεωμένος να επιδείξει μία βασική αρετή, την πειθαρχία.  Ο συγγραφέας μάς  προτρέπει: «Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.  Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα… Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.».[8]  Ένας πολεμιστής όμως που ζει και δεν επιβιώνει απλώς σε αυτό το περιβάλλον της σύγκρουσης, δεν ικανοποιείται μονάχα με την πειθαρχία. Γιατί μας λέει ο συγγραφέας «ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει.  Μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.»[9]

Ώστε, εάν οι νόμοι της ύπαρξης είναι τόσο αδήριτοι, αντιπροσωπεύοντας την «άγρια δικαιοσύνη» της θείας ουσίας, να ένας επαναστάτης που, επιθυμώντας  να ανατρέψει αυτό  το παίγνιο της ανάγκης και να το επαναφέρει στο ανθρώπινο μέτρο, αναφωνεί: «Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου.»[10]  Πίσω από αυτήν την αποκοτιά κρύβεται το γιατί αυτής της εξέγερσης: «Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.».  Μέσα σ’  αυτό  το σκηνικό εμφανίζεται το δίπολο:  Αφενός η «Άγρια Δικαιοσύνη» της Θείας ουσίας που δεν «σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι’ αρετές και ιδέες», αφετέρου η καρδιά που επαναστατεί «γιομάτη ελπίδα… της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες ελπίδα.»  Μάταια πλάνη, κατά τον συγγραφέα, αυτή η «ελπίδα», για το λόγο δε  αυτό και προτρέπει: «Νίκησε τον στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα.».[11]  Ο συγγραφέας θεωρεί, ως εκ τούτου, πιο έντιμο να εναρμονισθεί κανείς  σ’  αυτό το αδιέξοδο υπαρξιακό σκότος με την άγρια  κι ανήλεη, αλλά ,ωστόσο, δίκαιη  φύση του Θεού.  Ενός Θεού που «δεν είναι παντοδύναμος, δεν είναι πανάγαθος, δεν είναι σίγουρος πως θα νικήσει, πως θα νικηθεί….»[12]  Αυτό το νόημα έχει η προτροπή του: «Δεν είμαι καλός,  δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος.»[13]  Σ’  αυτόν τον χωρίς ελπίδα αγώνα έναντι του βασικού στοιχείου της «άγριας δικαιοσύνης» δεν μπορεί να υπάρχουν φιλίες και εύνοιες. Ο συγγραφέας βροντοφωνάζει:  «Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με την συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους.».[14]  «O πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου»  μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας και με  την Ηρακλείτεια Θέση  κραυγάζει προφητικά: στον ίδιον ρυθμό:  «Ετοιμαστείτε, πόλεμος ,πόλεμος»[15].  Κι αφού ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας «δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή»[16], αλλά «αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία».  Μέσα σε αυτόν τον πυρετό της ανάγκης που δημιουργεί η «άγρια δικαιοσύνη» της φύσης ή αν προτιμάτε του Θεού, εμείς «μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι πίστη, ζητούμε το αδύνατο…»[17]

Προφανώς, με τις θέσεις αυτές της «Ασκητικής» του ο Νίκος Καζαντζάκης ευρίσκεται αντιμέτωπος με τον Πλατωνικό Σωκράτη.  Το πολεμικό κλίμα της άγριας δικαιοσύνης και ο επαναστατικός και φιλάνθρωπος  οίστρος του συγγραφέα μας δίνει το περίγραμμα του αγωνιζόμενου και πονεμένου – αδικημένου ανθρώπου, αλλά, ωστόσο, δεν λυτρώνει.  Δεν οδηγεί στην ήσυχη εκείνη στάση του δαιμόνιου Σωκράτη, που πίνει το δηλητήριο για να αποδείξει ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που πρεσβεύει ο συγγραφέας, ότι δηλαδή πρέπει να πολεμούμε τα σκοτεινά μας  πάθη με την αρετή.  Ο Πλατωνικός Σωκράτης δεν αγωνιά -όπως ο Ν.Κ.- να σώσει κανένα θεό γιατί δεν ξέρει πως θα τον σώσει και με την επίγνωση αυτής της έλλειψης αγωνίζεται για να μάθει και να γνωρίσει.  Δεν είναι βέβαιος για την αναγκαιότητα του πολέμου – όπως ο Ν.Κ. στην «Ασκητική» του – και γι’ αυτό  επιλέγει  εκείνο που τον συμβουλεύει το δαιμόνιο του, να προτιμήσει δηλαδή  να   αδικηθεί παρά να αδικήσει.  Ο Πλατωνικός Σωκράτης, σ’  αντίθεση, εν τέλει, με την «άγρια δικαιοσύνη» του Ν. Καζαντζάκη, επιλέγει  την δια παντός μέσου υπεράσπιση της δικαιοσύνης, ακόμη και με εγκατάλειψη του προσωπικού οφέλους, επιλέγοντας κατά τάξη λογικής επακολουθίας  και όχι κατ’ επίκληση  προορισμού, σκοπού ή  μεταφυσικής αιτιολογίας :  «Εγώ γάρ δη οίμαι και εμέ και σε και τους άλλους ανθρώπους το αδικείν του αδικείσθαι κάκιον ηγείσθαι» («διότι εγώ πράγματι πιστεύω, καθώς και συ και οι άλλοι άνθρωποι, ότι το να αδικείς  είναι χειρότερο του να αδικείσαι»).[18]

—————————————————————————————————————————                   [1] O Oδυσσέας Σπαχής είναι Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων.

[2] Βλ.Νίκου Καζαντζάκη, «ΑΣΚΗΤΙΚΗ, SALVATORES DEI»,εκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη, Αθήνα,1971.

[3] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π., σελ. 66.

[4] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π., σελ. 66 και 67.

[5] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π., σελ. 68.

[6] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π., σελ. 75.

[7] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π., σελ. 70 και 71.

[8]ΑΣΚΗΤΙΚΗ, ο.π. ,σελ. 14 και 15.

[9] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 18.

[10] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 15.

[11] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 21.

[12]ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 81.

[13] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 29.

[14] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 31.

[15] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 78.

[16] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 82.

[17] ΑΣΚΗΤΙΚΗ,ο.π. ,σελ. 77 και 78.

[18] Πλάτωνα, «Γοργίας» , 474e.