Το Β’ Μέρος της ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ της ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑΣ του ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δρ. Φιλοσοφίας, L L. M. Γερμανίας, με τίτλο: “VENOVINDA ή η ΚΥΡΙΩΣ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ”.
ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ
(ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΤΑΣΤΕΡΙΖΩΝ Ή Η ΠΛΗΡΗΣ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ)
Υπό Σταμάτη Γιακουμή
Ά-νθρωπε που Β-αδίζεις σ’ αυτή τη Γ-η, πρώτο σου μέλημα είναι η Δ-ικαιοσύνη. Με την Ε-νέργεια λοιπόν τη Ζ-ωική που αντλείς από το φως της Η-μέρας Θ-έτεις με τον Ι-θύνοντα νου σου ισχυρά κράτη και Κ-ράτος- εξουσία, το οποίο αργότερα προσαρμόζεις στις ανάγκες σου με το Λ-όγο, το Μ-έτρο και τους Ν-όμους.
Αν όμως Ξ-ύσεις λίγο την επιφάνεια, θα δεις ότι έχεις τη δύναμη να υπερβείς και αυτό τον Ο-ρίζοντα. Και τότε θα Π-λεύσεις πλησίστια στη Ρ-οή -συνέχεια της Σ-κέψης που είναι συνάμα Τ-ύπος οργανωτικός και Υ-πόσταση ουσίας. Θα καταλάβεις ότι είσαι το συλλογικό υποκείμενο που με τη Φ-αντασία σου Χ-ρίζεις και χαράζεις την πραγματικότητα. Μόνο έτσι η Ψ-υχή σου θα επανέλθει ικανοποιημένη στον κοσμικό Ω-κεανό.
Προμηθέας διδάσκων το ελληνικό αλφάβητο
Αφιερώνεται στη συλλογοτέχνιδα Φραντζέσκα Γιαννακού, τη Σύμβουλο Επικρατείας που αγάπησα, γιατί ξεπέρασε τις ίδιες της τις απόψεις, πράγμα πολύ δύσκολο, και ευαρεστήθηκε να ασχοληθεί με την περίπτωσή μου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. ΒΕΝΘΥΛΟΣ ΒΕΝΤΙΣΤΟΣ
Ο Προμηθέας τεντώθηκε σαν τον Ολυμπιονίκη Τεντόγλου μέσα στην ψυχροκοιτίδα, έδιωξε τη λήμη «τσίμπλα» από το μάτι του, όπως τέτοια ήταν η Αίγινα για την Αθήνα, χασμουρήθηκε μεγαλοπρεπώς, έβγαλε μια τρίχα από τη γλώσσα, σαν τον Τζακ Νίκολσον στο «Επάγγελμα Ρεπόρτερ», ανασηκώθηκε, έκανε στα πόδια του εντριβές για να ανακτήσει άψογη κυκλοφορία του ιχώρος, με το οποίο είχε αντικαταστήσει το παραδοσιακό αίμα σε μία εγχείρηση που τού είχε κοστίσει τα μαλλιοκέφαλά του, πάτησε τα μουδιασμένα του πόδια στο κρύο δάπεδο σφίγγοντας τους μύες για να κατανικήσει τη θρόμβωση της κατάκλισης και πίεσε το κουμπί της ενδοσυνεννόησης.
«Γιατί με ξυπνήσατε; Θέλετε να γίνει της “πρωκτοπεντετηρίδος” εδώ μέσα;»
Η Θεία, αρχικά αδελφή και σύζυγος του επιστημονικού συμβούλου και αξιωματικού Υπερίωνα, που αντί να αντικαταστήσει το αίμα με ιχώρ προτίμησε να φορτώσει και να αναβιβάσει τη συνείδησή της σε συνθετιστή- διαπεραστή στοιβάδων, απάντησε.
«Προμηθεύ, είναι ο Θεός στο δίαυλο α’».
Ο Προμηθέας, ζαλισμένος ακόμη από την κρυογονική νάρκη, κύτταξε (εκ του κυπτάζω- κύπτω) αφηρημένος έξω από το παράθυρο.
«Βλέπω πάλι τοπίο… γαλακτερό. Πού είναι τα άστρα;»
«Προμηθεύ, ο Μ (μυριοστός) κύκλος Δημιουργίας ολοκληρώθηκε. Οι ταχύτητες που προκάλεσε η εντροπία έχουν ήδη ξεπεράσει την αντίστοιχη του φωτός και έχουμε πάλι περιέλθει στο απόλυτο χάος. Απαιτείται επανασχεδιασμός».
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω» είπε δύσθυμα ο Προμηθέας. «Γι’ αυτό άλλωστε με ξύπνησες. Κι εκεί που είχα βυθιστεί σε χειμερία νάρκη βλέποντας ωραίες παραστάσεις κατ’ όναρ, ιδού τώρα που με επαναφέρεις άκομψα, αδέξια και βάρβαρα σε εγρήγορση καθ’ ύπαρ, ενώ συγχρόνως μού πρήζεις και το ήπαρ, όπου ξέρεις ότι έχω μία ευαισθησία».
«Προμηθεύ, ο Θεός εξακολουθεί να παραμένει στη γραμμή α’»
Ο Προμηθέας, ακόμη απρόθυμος, αναγκάστηκε να πατήσει το κουμπί εξωτερικής σύνδεσης.
«Χαιρετώ την αρχή του Σύμπαντος Κόσμου. Είμαι ανοιχτός για ενημέρωση. Λέξον».
«Πλοίαρχε, τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης Δημιουργίας δεν ήσαν πολύ ενθαρρυντικά. Τελικά ως τελική συνείδηση αναπτύχθηκε μία τεχνητή νοημοσύνη που δεν μπόρεσε να αφομοιώσει ή να ενσωματώσει αισθήματα. Αφύπνισε το πλήρωμά σου και ενεργοποίησε επανασχεδιασμό. Λέξον».
«Το σκωρ, του σκατός! Το λες σαν να είναι κάτι εύκολο. Κάθε φορά που γίνεται επανασχεδιασμός, οι δικοί μου και εγώ ξεκολονόμαστε. Και ξέρω πολύ καλά που βάζω στον κόλο δύο όμικρον, για να το διακρίνω από το κώλον ως σκέλος της προτάσεως που μόνο αυτό γράφεται με ωμέγα. Λέξον».
«Συγγνώμη, ομιλώ με τον Πλοίαρχο του Κοσμογονικού Μυθοπλαστικού Μεσονικού Αστροσκάφους “Βενθύλος – Βέντιστος” ή μήπως έχω πάρει λάθος; Γιατί τέτοιες βωμολοχίες μόνο ένας αγυιόπαις του δρόμου εκτοξεύει- εκστομίζει. Λέξον».
«Μάλιστα Κύριε. Ευπειθώς αναφέρω, πλοίαρχος του ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. Βενθύλος- Βέντιστος, όπου βενθύλος είναι ένα είδος ναυτίλος του βένθους ή βάθους και βέντιστος είναι ο δωρικός τύπος του βέλτιστος, κωδικό όνομα “Βενοβίνδας”,- παρών και αξύριστος, νήστις και φρυκτός -νηστικός και φρυγμένος από τη δίψα. Διατάξτε για μια ακόμη φορά. Μόνο που μη περιμένεις από μένα τις καθιερωμένες δηλώσεις υποταγής και μετάνοιας, γιατί το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται και ο Θεός. Λέξον».
«Πλοίαρχε, χωρίς περιστροφές, ξύπνα το πλήρωμά σου και ξεκίνα επανασχεδιασμό. Είπα και ελάλησα».
«Καγώ επήρα τούτο. Τα πήρα στο κρανίο, που λέμε. Κύριε, συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να συγκρατήσω τους γέλωτάς μου, χα, χα. Χωρίς περιστροφές δεν γίνεται, γιατί εμείς αυτό κάνουμε, στον αιώνα τον άπαντα περιστρεφόμαστε. Το θέμα είναι, Θεέ, ότι πάλι μάς κρεμάς, διότι δεν ξέρω πώς τα κατάφερες έτσι, επικράτησε πάλι η τεχνητή νοημοσύνη. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι τα μισά συστήματα του σκάφους μου είναι ρομποτικά, κβαντομηχανικά και ομοιοστατικά. Επομένως ο κίνδυνος δολιοφθοράς είναι πολύ υπαρκτός. Λέξον».
«Λέξις και ξερός, Προμηθέα. Δεν είμαι υπεύθυνος για το αποτέλεσμα εκάστης Δημιουργίας, αφού όπως γνωρίζεις, χορηγώ στα δημιουργήματά μου το προνόμιο της ελευθερίας της βουλήσεως. Μού αρκεί που κάποιες από τις δημιουργίες μου είχαν αίσιο πέρας και που οι τελικές συνειδήσεις ήσαν ανθρώπινες και ενσωματώθηκαν στη άπειρη σοφία μου. Από εκεί και πέρα πλεονέκτης δεν είμαι, αποδέχομαι ότι υπάρχουν κέρδη και ζημίαι. Λέξον»
«Τι να πω, Θεέ; Όλα αυτά που λες δεν αλλάζουν ότι το πλήρωμά μου κι εγώ καλούμαστε τελικά να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Ο Ιαπετός είναι πια πολύ γέρος και δυσκολεύεται να συντηρήσει τις μηχανές, ο οιακιστής και ο πλοηγός μου έχουν πάθει τρέμουλο στα χέρια, τον Ωκεανό τον ξέρεις ότι είναι ο μεγαλύτερος παραπονιάρης όλων των εποχών και δεν είναι με τίποτε ευχαριστημένος. Αλλά και το γυναικείο πλήρωμα δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η Ευρύβια έχει αρθρίτιδα, ενώ η Λητώ υποφέρει από προβλήματα στη σπονδυλική στήλη, οστεοπενία για να μη σού πω οστεοπόρωση, είναι ένας σωρός κόκαλα έτοιμος να κατεδαφιστεί. Ούτε ο κανονισμός ότι μπορούμε να έχουμε και τις γυναίκες στο σκάφος ωφελεί τελικά τη λειτουργική μας απόδοση. Λέξον».
«Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν, Προμηθέα. Μέμνησο της καρκινικής ταύτης επιγραφής. Δεν σάς φταίει ο κανονισμός της συμπερίληψης των γυναικοπαίδων, αλλά το γεγονός ότι σείς οι τιτάνες αιμομικτείτε μεταξύ σας. Σταμάτα λοιπόν τις υπεκφυγές, γιατί αν εσύ δεν μπορείς να κάνεις τη βρόμικη δουλειά, θα βρω κάποιον άλλον που θα μπορεί. Δώσε μου καλύτερα τον υπαρχηγό σου να μιλήσω, γιατί έχει περισσότερο μυαλό από σένα και μπορώ καλύτερα να συνεννοηθώ. Αναμένω στο ακουστικό».
«Εμείς φταίμε που είμαστε λίγοι; Σού έχω ζητήσει εδώ και χρόνια – τι χρόνια, πριν ολόκληρα κοσμικά έτη να χρίσεις και άλλους τιτάνες ως απαύγασμα και ακρίτες του ανθρωπίνου γένους και να κατασκευάσεις και άλλα αστροσκάφη- χωρονήες ή διαστημικούς ναυστάθμους, αφού εμείς εδώ έχουμε καεί και μαραθεί από την πολλή δουλειά, από τις πολλές περιφορές γύρω από τον άξονα του Σύμπαντος έχουμε γίνει σβούρες και γυρίζουμε σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες και στον ύπνο μας. Σού εξηγώ ότι έχουμε φθαρεί σοβαρά, δεν μπορείς να αγνοείς την κατάστασή μας και να παραπέμπεις τα αιτήματά μας στις Καλένδες. Έτσι μού ‘ρχεται να ιδρύσω κάνα σωματείο ή συνδικάτο και τότε θα έβλεπες, αααααα, με τρόμαξες Υπερίωνα, πανάθεμά σε!»
«Πλοίαρχε, υπήχθην στην ίδια διαδικασία αφύπνισης, την οποία υπέστης και εσύ». Στο Θεό ο Υπερίων είπε: «Εκλαμπρότατε, ξέρετε πολύ καλά ότι πίσω από τα δικαιολογημένα παράπονα κάποιου που υφίσταται διαρκή πίεση κρύβεται ένας Τιτάνας με απόλυτη αφοσίωση για Σάς. Να είστε βέβαιος ότι θα φέρουμε και πάλι σε πέρας την αποστολή. Αντιπλοίαρχος Υπερίων, έλεξα κι έξω».
Η επαφή διακόπηκε αυτόματα με την εκφορά των κατάλληλων προς τούτο λέξεων, αλλά ο Προμηθέας έβραζε.
«Υπερίωνα, αν τολμήσεις άλλη φορά να μιλήσεις απευθείας στο Θεό καβαλώντας την κεφαλή μου, να είσαι βέβαιος ότι θα ζητήσω τη δική σου “επί πίνακι” ως άλλη Σαλώμη που λιμπίστηκε το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».
«Πλοίαρχε, σταμάτα να αναφέρεσαι στα πρόσωπα προηγούμενων κύκλων Δημιουργίας και ας επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην αποστολή μας, που είναι ουσιώδης για την έναρξη του επόμενου κύκλου. Αλλά πρώτα να επιλύσουμε ένα πρόβλημα. Η ψυχροκοιτίδα του γιατρού παρουσιάζει δυσλειτουργία, το κάλυμμα του κρυογονικού θαλάμου έχει φρακάρει και δεν ανοίγει και ο θάλαμος έχει μπει σε διαδικασία διαρκούς αυτοδιαγνωστικού ελέγχου».
«Τα γνωστά, μα το Δία! Ποτέ δεν βρέχει, αλλά κάνει κατακλυσμό. Και βέβαια στηρίξου πάντα στον Ωκεανό, άμα δεν έχεις προβλήματα να σού δημιουργήσει μερικά».
Ο Υπερίων βάδισε προς τον κρυογονικό θάλαμο του γιατρού Ωκεανού, ενώ διαπίστωσε ότι είχαν ξυπνήσει και τα λοιπά μέρη του πληρώματος, αφού ανασήκωσαν μουδιασμένοι τα καπάκια των θαλάμων τους, παλιοί και νέοι, αλλά όλοι τους έμπειροι και μπαρουτοκαπνισμένοι, δοκιμασμένοι μέσα από ποικίλες κακουχίες. Ο πλωτάρχης Ιαπετός πατέρας του Προμηθέα, αυτός με πολύ μεγάλη δυσκολία για να πούμε την αλήθεια, καθότι ήταν σε ηλικία συνταξιοδότησης, η υποπλοίαρχος υπεύθυνη επικοινωνιών Ευρύβια, ο υποπλοίαρχος οδηγός Κοίος πατέρας της Λητούς εκ της αδελφής του Φοίβης, η ανθυποπλοίαρχος ασφαλείας Λητώ, που ως προϊόν αιμομιξίας είχε θέμα με τα κόκαλά της και διέτρεχε κίνδυνο να σωριαστεί σε στοίβα οστών ανά πάσα στιγμή όντας ο ακατάλληλος Τιτάνας στην ακατάλληλη θέση, αλλά είχε μεγάλη υποστήριξη από τον τερατώδη σημαιοφόρο Βουφάγο και τις ανθυπασπίστριες Ευρυνόμη και Αγχιάλη, ο ανθυποπλοίαρχος πλοηγός Κρείος σύζυγος της Ευρύβιας και η επίκουρος σημαιοφόρος Μήτιδα. Δηλαδή μαζί με τον αυθέντη Προμηθέα, τον αντιπλοίαρχο επιστημονικό σύμβουλο Υπερίωνα, το γιατρό ανθυπολοίαρχο Ωκεανό και την τεχνητή νοημοσύνη της χωρονηός Θεία πρώην γυναίκα του Υπερίωνα, που μπαϊλντισμένη από τη λογική σκέψη του άνδρα της κατέληξε να γίνει η ίδια συνθετιστής, το πλήρωμα αποτελούνταν συνολικά από δεκατρία άτομα (και πώς θα μπορούσε να μην είναι δεκατρία – εγγυημένη δηλαδή γρουσουζιά).
Μέχρι τώρα σε προηγούμενες αποστολές που αφορούσαν περασμένες (και διηγώντας τα να κλαις) Κοσμογονίες – Δημιουργίες η χωροναύς Κόσμημα Βενοβίνδας είχε χάσει τα εξής μέλη του πληρώματος: α) την Ασία που στην προσπάθειά της να συλλάβει τον Διόνυσο είχε μισθώσει μία τριήρη Τυρρηνών με τους οποίους είχε προσυνεννοηθεί. Όμως κοντά στη Νάξο ο Διόνυσος εννόησε την επιβουλή, μεταμόρφωσε τον ιστό και τα κουπιά της τριήρους σε φίδια και γέμισε το πλεούμενο με κισσούς και κρότο αυλών και κυμβάλων. Και οι μεν ναύτες καταλήφθηκαν από μανία, βούτηξαν στη θάλασσα και έγιναν δελφίνια, η δε Ασία δαγκώθηκε από τον κατηραμένο όφι- ιστό και δηλητηριάστηκε, άλλως υπό μία πιο νηφάλια εκδοχή καταπλακώθηκε από αυτόν και έγινε πίττα. β) τη Στύγα που είχε προδώσει τους τιτάνες και είχε ταχθεί με το μέρος του Δία, ο οποίος μάλιστα για την ανταμείψει τής είχε κτίσει μέγα παλάτι στον Κάτω Κόσμο. Ο ίδιος ο πατέρας της ο Ωκεανός τη σιχάθηκε κι έστειλε την πράκτορα Ίριδα με μία χρυσή φιάλη που περιείχε νερό ψυχρότατο, παγετώδες και δριμύ από την ορεινή Αρκαδία. Τούτο το νερό το ήπιε η Στυξ και τα κακάρωσε, έκτοτε δε ονομάζεται αυτό νερό της Στυγός. γ) την Ηλέκτρα ωσαύτως κόρη του Ωκεανού που σκοτώθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της όπως τόσοι άλλοι μη βαθμοφόροι κοκκινοφορεμένοι ασφαλίτες. Γενικά στον αστροστόλο των τιτάνων οι κοκκινοχίτωνες στρατιώτες ήσαν στατιστικά εκείνοι ή εκείνες που συνήθως πάθαιναν ή πέθαιναν, τραυματίζονταν ή φονεύονταν κατά τη διάρκεια επιχειρησιακής δράσης. Σε ανάμνηση αυτής ο Ωκεανός αφενός φρόντισε να ονομάσει μία από τις ανιψιές του πάλι Ηλέκτρα, όπως ο κ. Μπιθικώτσης ονόμασε το γιο του Γρηγόρη, και αφετέρου έβαλε μέσον τον Προμηθέα ώστε η έτερη κόρη του από τις πολλές που είχε, η Μήτιδα να γίνει αξιωματικός για να μη κινδυνεύει τόσο πολύ.
δ) τη Δωρίδα, που είχε κι αυτή αναλάβει μυστική αποστολή και συγκεκριμένα να προσεγγίσει το ναύαρχο του Δία και δαιμόνιο στρατηγικό – ιθύνοντα νου Νηρέα για να τού αποσπάσει ζωτικές πληροφορίες. Φαίνεται όμως ότι αυτός ήταν τόσο τέλειος – βλέπε γλυκοτσούτσουνος- εραστής που την γοήτευσε και την κατέκτησε εντελώς, ώστε τελικά έκανε πενήντα θυγατέρες μαζί του και πέθανε από εξάντληση. Τέτοια ολοκληρωτική αποτυχία μυστικής αποστολής σπάνια είχε ξανασυμβεί. ε) την Αμφιτρίτη, που είχε την τάση να αφήνει αντικείμενα του απώτατου μέλλοντος σε προηγούμενες εποχές, παράπτωμα συνεπαγόμενο ιδιαίτερα αμήχανες, απρόβλεπτες και συχνά ανεπανόρθωτες συνέπειες, με αποκορύφωμα τότε που είχε χάσει- ξεχάσει ολόκληρη ανοιχτή άκατο σε μία παραλία (πείτε τη καμπριολέ, ντεκαποτάμπλ, ρόντστερ, κονβέρτιμπλ ή όπως αλλιώς θέλετε), την οποία πέρασε μετά η Αφροδίτη για τεράστιο κοχύλι και την κατέσχεσε αναδυόμενη εντός αυτής στον αφρό. Όπως καταλαβαίνετε μία τέτοια αξιωματικός σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει λαμπρό μέλλον, έμπλεξε με κάτι Κύκλωπες και την έφαγαν ζωντανή. στ) την πλωτάρχη Φοίβη που χάθηκε άδοξα δοκιμάζοντας το άρμα του γιου του Ήλιου Φαέθοντα στην προσπάθειά της να πετύχει ταχύτητα πάνω από το φως σε μικρά οχήματα.
ζ) την Αστερία, την οποία είχε σκοτώσει ο Δίας σε μία ιστορική μονομαχία στη νήσο Ορτυγία. Ο Δίας με την ευχέρεια του πολυμορφικού μπόρεσε εύκολα να μεταμορφωθεί σε αετό, ενώ η Αστερία που επιχείρησε να εφαρμόσει τις ίδιες τεχνικές κατάφερε μονάχα να πάρει τη μορφή απλού ορτυκιού. Όπως καταλαβαίνετε, η έκβαση της μονομαχίας ήταν προδιαγεγραμμένη. Η Αστερία είναι πλέον θαμμένη στη νήσο Ορτυγία για όποιον τυχόν θέλει να την τιμήσει επισκεπτόμενος -η τον τάφο της, η) την Ηώ, δεινή πολεμίστρια, που ήταν πραγματικά ο φόβος και ο τρόμος όσων εκ των πλασμάτων από άλλες διαστάσεις επιβουλεύονταν τη Δημιουργία. Διέσχιζε τον ουρανό σε ανοιχτή ασκεπή άκατο με δυναμικό πεδίο αντί για οροφή και προκαλούσε δέος με την ερυθρόλευκη περιβολή της και το διαρκώς πυροβολούν περιστρεφόμενο ακτινοβόλο του σκάφους της, που το χειριζόταν τόσο επιδέξια ώστε φαινόταν σαν να ήταν αναμμένη λαμπάδα στο χέρι της. Θανούσα εν υπηρεσία στην Βυκθ’ Δημιουργία. θ) τον Ήλιο, γιο του Υπερίωνα, για τον οποίο κανείς δεν αμφέβαλε ότι θα γινόταν ο μεγαλύτερος επιστήμονας όλων των εποχών – εκ καλού Κόρακος καλόν ωόν, αν καταλαβαίνετε το λογοπαίγνιο- και πράγματι εφηύρε την περίφημη Ηλιακή Περιβληματική Σφαίρα που μπορούσε να αγκαλιάζει και να απομυζά την ενέργεια ολόκληρων άστρων, ένα αληθινό «αεικίνητον», μία ανεξάντλητη πηγή δύναμης για τα τέκνα της Τιταίας Γης. Θανών εν δράσει κατά τη διάρκεια σχετικών πειραμάτων κατά την Γχqα’ Δημιουργία.
ι) την υποπλοίαρχο Σελήνη, που καθώς έκανε έρωτα με τον Ενδυμίωνα στο όρος Λάτμον της Καρίας συσκοτίζοντας μάλιστα την περιοχή για να μη την ενοχλούν, φονεύθηκε ύπουλα από τον πράκτορα του Δία Πάνα ντυμένο με δέρμα κριού. ια) τον Αστραίο, γιο του Κρείου που αυτοκτόνησε γιατί δεν μπόρεσε να αντέξει το θάνατο της συζύγου του Ηούς. ιβ) τον Πάλλαντα που έπεσε θύμα του πρωτοπαλίκαρου του Δία Αθηνάς -διστάζω να τής αποδώσω φύλο, πώς θα τη λέγαμε σήμερα, γυναίκα με «χψ» χρωματόσωμα; Στο σημείο αυτό σού εκμυστηρεύομαι εχέμυθα, αναγνώστη, κινδυνεύοντας ίσως να διαλύσω εξιδανικεύσεις και ψευδαισθήσεις ετών ότι η Αθηνά για όσους τη γνώρισαν στο πεδίο της μάχης δεν αντανακλούσε καμία σοφία, αλλά μάλλον αγριότητα, λέγεται δε Παλλάς πολύ απλά επειδή έγδαρε τον Πάλλαντα και φόρεσε κολάρο την προβιά του δίκην τροπαίου. ιγ) τον Πέρση, που ενώ ήταν κοκκινοχίτωνας, τού φόρεσαν κάποια πλάσματα από άλλη διάσταση ένα μαύρο σάβανο και τον έπνιξαν. Να πούμε ότι οι τρεις τελευταίοι ήσαν κοκκινοχίτωνες φαντάροι – πεζικάριοι, οπότε η απώλειά τους δεν ήταν και τόσο σημαντική.
ιδ) Η μεγαλύτερη απώλεια των τιτάνων ήταν η αντιπλοίαρχος Θέμις, μητέρα του Προμηθέα, άτομο με μεγάλη ευστροφία που σε πολλούς πλανήτες δίδαξε τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Αυτή έφτασε πιο κοντά απ’ όλους στο να δολοφονήσει το Δία και μάλιστα σε κάποιους κύκλους Δημιουργίας τον δολοφόνησε κιόλας, πλην όμως αυτά τα πολυμορφικά πλάσματα του διαόλου διαθέτουν μεγάλες αναγεννητικές ικανότητες. Είχε φτάσει να είναι συμπάρεδρος του Διός, αλλά κάπου η αντικατασκοπεία του πρίγκιπα του σκότους την ψυλλιάστηκε και την εκτέλεσε. Βέβαια για να προσεγγίσει τον Δία, κατέληξε και αναγκάστηκε να διαφθαρεί από αυτόν και μάλιστα σε κάποιους κύκλους Δημιουργίας να τον παντρευτεί κιόλας. Ο Προμηθέας ποτέ δεν συγχώρησε ότι ο αναίσθητος και άκαρδος Δίας καταδίκασε τη μητέρα του να διαμένει στον ζοφερό Άδη, ενώ ήταν καλώς ή κακώς επί τόσα χρόνια σύντροφός του. ιε) επίσης είχαν χάσει τον Άτλαντα, γενάρχη των Ατλάντων και του Υπερίωνα, πολύ χεροδύναμο, που έμεινε στην μυθολογία πολλών λαών ως εκείνος που βαστάζει την υδρόγειο σφαίρα, πλην όμως στην πραγματικότητα συνετρίβη κατά την ρστ’ Δημουργία μέσα στη μάχη μετά από πτώση βαρέος αντικειμένου. ιστ) τον Επιμηθέα που οργάνωνε γενετικά πειράματα εναντίον των καταραμένων πολυμορφικών πλασμάτων, τα οποία παραμονεύουν στην αρχή του χρόνου. Δεν έδωσε όμως σημασία στις προειδοποιήσεις του αδελφού του Προμηθέα και υπέκυψε στα θέλγητρα της πράκτορος Πανδώρας, η οποία έστρεψε εναντίον του τα δικά του γενετικά όπλα και τον μεταμόρφωσε σε πίθηκο. ιζ) τέλος δε τον Μενοίτιο που, αφού μετατέθηκε στη χωρονήα Αργώ, έλαβε μέρος σε μία από τις μεγαλύτερες εκστρατείες των ανθρώπων -τιτάνων, την Αργοναυτική, θανών εν δράσει στη μάχη των Συμπληγάδων Πετρών κατά την Εψπα’ Δημιουργία.
Κοντολογίς πάνω από τους μισούς άνδρες του Κ.Σ.Μ. Βενοβίνδα είχαν χαθεί. Αν κανείς λάβει υπόψη του ότι ο Βενοβίνδας ήταν η ναυαρχίδα των τιτάνων, συγκρίσιμη σε δύναμη πυρός μόνο με την Αργώ και το Ηράκλειο Δέπας (δισκοπότηρο), βλέπουμε ότι είχε δίκιο ο Προμηθέας να γκρινιάζει και να ζητάει περαιτέρω επάνδρωση και επιγυναίκωση -συνοπτικά στελέχωση των πληρωμάτων, καθώς και κατασκευή νέων χωρονηών και τροχιακών σταθμών. Ένα άλλο παράπονο του Προμηθέα ήταν ότι στην παρούσα φάση το πλήρωμά του αποτελούνταν αποκλειστικά από αξιωματικούς, γιατί όλοι είχαν μανία με τα αξιώματα, τα επιδίωκαν και τα διεκδικούσαν λυσσαλέα και τον ανάγκαζαν να απονέμει βαθμούς και τίτλους. Φτάνει πια, έλεγε ο Προμηθέας, γίναμε όλοι στρατηγοί, χρειαζόμαστε φαντάρους, οπλίτες, πελταστές. «Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει».
Ξαναγυρίζοντας στην πλοκή μας, ο Προμηθέας μαζί με τον Υπερίωνα έσκυψαν μπροστά από την ψυχροκοιτίδα του Ωκεανού, όπου τα ομοιοστατικά συστήματα φαίνονταν να αυτοτροφοδοτούνται εις το διηνεκές έχοντας παγιδεύσει στο εσωτερικό τους τον καημένο το γιατρό.
«Είσαι σε κατάσταση μερικής διέγερσης», τού είπε ο Υπερίων μέσω ψυχοτροπικής διόδου, «αλλά δυστυχώς ο θάλαμος έχει μπει σε διαρκή αυτοδιαγνωστικό έλεγχο και το καπάκι δεν ανοίγει».
«Υπερίωνα, εσύ είσαι; Δεν μπορώ να δω τίποτε και νιώθω τις σκέψεις μου σαν παγάκια σφηνωμένα στους έλικες και τις συνάψεις του εγκεφάλου».
«Είσαι
σε ελαττωματική κρυογονική αναστολή λειτουργιών».
«Και τότε πώς μπορώ και σε ακούω;»
«Σού είπα ότι είσαι σε ελαττωματική κρυογονική αναστολή λειτουργιών», απάντησε δύσθυμα ο ψυχρός επιστήμων Υπερίων χωρίς να λαμβάνει υπόψη του πόσο δύσκολη ήταν κατάσταση που ταλάνιζε το γιατρό.
«Υπερίωνα, σταμάτα να κάνεις τον έξυπνο και σκέψου καλύτερα πώς μπορείς να με βγάλεις από εδώ μέσα. Πνίγομαι!»
«Ηρέμησε γιατρέ», είπε ο Προμηθέας. «Ξέρεις ότι εγώ κι ο Υπερίων κάνουμε πάντα ό,τι μπορούμε. Και μη μού πεις ότι αυτό που μπορούμε δεν σού αρκεί, διότι θα δεχθείς από τον Υπερίωνα την παρατήρηση ότι προβαίνεις σε παράλογες δηλώσεις». Την ίδια ώρα ο αντιπλοίαρχος και επιστημονικός αξιωματικός άρχισε να χειρίζεται διάφορους μοχλούς και να πιέζει ποικίλα κομβία.
Ο χρόνος περνούσε, ο γιατρός στριφογύριζε νοητικά σαν λιοντάρι στο κλουβί με έντονα κλειστοφοβικά αισθήματα, ήταν πρακτικά τυφλός, ανίκανος να αισθανθεί το ίδιο του το κορμί. «Βρες ένα τρόπο να υψώσεις τη θερμοκρασία μου επιτέλους», έλεγε. Δεν μπορούσε να ακούσει την φωνή του, ίσως φανταζόταν απλά ότι μιλούσε. Χρώματα αιωρούνταν μπροστά του ή τού ορμούσαν κατακέφαλα. Αυτά τού άρεσαν, γιατί τού θύμιζαν τις παιδικές νερομπογιές του, καθόσον μάλιστα είχε πάντα μεγάλη αδυναμία για τα απλοϊκά υλικά αντικείμενα, που δεν είχαν καμία σχέση με την σύγχρονη τερατώδη τεχνολογία.
«Δεν δύναμαι να σε συνεφέρω- ανανήψω», ακούστηκε η παραιτημένη φωνή του Υπερίωνα. «Η βλάβη φαίνεται σύνθετη- πολύπλοκη και προς το παρόν δεν μπορεί να διορθωθεί. Ίσως πάλι να είναι κάτι πολύ απλό, να χρειάζονται δηλαδή ξεμπούκωμα κάποιοι σωλήνες ή να κολληθούν με λουκουμάκι κάποια καλώδια, να είναι δηλαδή πρόβλημα επιπέδου φαναρτζή ή εξατμισά. Θα συνεννοηθώ με τον Ιαπετό γιατί είναι καλύτερος από μένα στα μηχανικά θέματα. Εγώ είμαι περισσότερο ειδικός από κβαντομηχανική και πάνω».
Τα ζωντανά χοροπηδητά χρώματα έζωσαν τον Ωκεανό και πάλι, αλλά αυτή τη φορά είχαν απειλητική χροιά και εκφοβιστική ποιότητα. «Ω Θεέ μου», είπε. «Κι έπειτα έχεις το θράσος να αποκαλείς εμένα επαρχιώτη κομπογιαννίτη». Καθώς είχε παραλύσει περικυκλωμένος από συνομωσία ψυχρού απόκοσμου απάνθρωπου φωτός, ο Υπερίων τού εξήγησε τη μόνη εφικτή λύση, τουλάχιστον μέχρι να βελτιωθούν οι συνθήκες.
«Δόκτωρ, πρέπει να ξέρεις ότι ο Βενοβίνδας έχει μπει πάλι σε διαδικασία επανασχεδιασμού της Δημιουργίας. Επομένως, για να στο πω λίγο χονδρά, δεν έχουμε καιρό για σένα. Θεώρησε τον εαυτό σου ένα είδος θύματος πολέμου μέχρι νεοτέρας. Πάντως δεν θα σε αφήσω έτσι, σκοπεύω να ακολουθήσω μία πρωτοποριακή τεχνική, που συνίσταται να σε ταΐζω για ένα διάστημα με τις ίδιες σου τις αναμνήσεις, προκειμένου να μην πάθεις αισθητηριακή στέρηση και γίνει το μυαλό σου γιαούρτη. Θα βάλω σε ανακύκλωση ό,τι βίντεο, φωτογραφίες ή άλλο οπτικο- ακουστικό υλικό βρω στο αρχείο προσωπικού που να αφορά εσένα, με έμφαση βέβαια στις πιο ευχάριστες στιγμές, και θα στο προβάλω μέσω ψυχοτροπικής διόδου. Εμπιστεύσου με, είναι η μόνη μέθοδος δυνάμενη να εφαρμοστεί αυτή τη στιγμή, γιατί σε βλέπω γρήγορα να γίνεσαι φυτούκλα».
«Βάζε με να βλέπω ταινίες ή σειρές. Πάντα μού άρεσε ο κινηματογράφος».
«Δυστυχώς, όσο εξελιγμένος και αν είναι ο κρυοθάλαμος, δεν διαθέτει εσωτερική μηχανή προβολής. Σε είχαμε όλοι θερμοπαρακαλέσει να δεχτείς να βάλεις στο μέτωπό σου ψηφίδα ενδοσκoπικής προβολής δεδομένων, αλλά αρνήθηκες για να μη γίνεις μετάνθρωπος. Δεν σού φταίει κανείς για τις παραξενιές σου».
«Μη τα ρίχνεις σε μένα, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει λύση. Δείξε μου ταινίες μέσω ψυχοτροπικής διόδου. Γιατί δηλαδή σώνει και καλά πρέπει να μού προβάλεις τις αναμνήσεις; Κοντά τα χέρια σου, γιατί αυτές αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».
«Τέλος πάντων, δεν θα τα χαλάσουμε σ’ αυτό. Θα σού δείχνω και μερικές ταινίες. Λοιπόν, ας το ξεκινήσουμε. Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς για την εφευρετικότητά μου. Γνωρίζεις ότι είμαι εκπαιδευμένος να δίνω λύσεις σε πολύ σύνθετα προβλήματα».
«Λύση είναι αυτή; Βγάλτε με από ‘δω. Δεν έχετε δικαίωμα να με θάψετε ζωντανό! Ήδη νιώθω κλειστοφοβία, λες και είμαι σε μαγνητικό τομογράφο. Υπερίωνα, ασ’ τα σάπια, το κάνεις επίτηδες για να με τιμωρήσεις για όσες φορές σε έχω αποστομώσει στις συζητήσεις μας».
«Δόκτωρ, σε παρακαλώ για μια φορά στη ζωή σου να φανείς λογικός. Τι τιτάνας είσαι εσύ, που δεν μπορείς να αντέξεις την παραμικρή κακουχία, ούτε καν το παραμικρό ξεβόλεμα;»
«Δεν υπέγραψα για κάτι τέτοιο, όταν με στρατολόγησαν. Έπρεπε να με είχαν προειδοποιήσει ότι σε περιπτώσεις κινδύνου θα ήμουν υποχρεωμένος να επαφίεμαι στην κρίση ενός ψυχρού κι ανάποδου συνθετιστή με πόδια, που θα ‘πρεπε η Σφίγγα να το προσθέσει στο αίνιγμά της ως τελευταίο και πλέον ολέθριο στάδιο ανάπτυξης του πλάσματος που άνω θρώσκει. Μα τι λέω; Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα η σωτηρία μου που είναι η αρχή της αυτοδιάθεσης και τα ατομικά δικαιώματα. Ύπαγε οπίσω μου, “vadi retro” Σειληνέ τραγοπόδαρε, αρνούμαι οριζοντίως και καθέτως τη θεραπεία που μού προτείνεις επικαλούμενος το θεμέλιο του τιτανικού πολιτισμού, την ελευθερία της βουλήσεως. Προμηθέα, σώσε με, μη με εγκαταλείπεις στη μέριμνα αυτού του παρανοϊκού! Γέροντι ουκ επέοικε κείσθαι (δεν ταιριάζει στον γέροντα να πεθάνει)»
Και τότε έγινε αυτό που κανείς στη γέφυρα δεν περίμενε. Ένας αφιονισμένος μανιακός Προμηθέας με βίαιες επιθετικές κινήσεις ούρλιαξε «δεν έχω καιρό για τέτοιααα» και άρχισε να ταρακουνάει το κάλυμμα της ψυχροκοιτίδας αφήνοντας άναυδους τους πάντες μέχρι που το ξεχαρβάλωσε από τους μεντεσέδες. Σε όλη τη διαδικασία όπου ο Προμηθέας έσφιγγε και κινητοποιούσε τους λαδωμένους μύες του, πασαλειμμένους με πούδρες και αλοιφές κατάλληλες για την παλαίστρα, οι ανώτεροι αξιωματικοί απλά κυττάζονταν χωρίς να τολμήσουν να επέμβουν. Μετά τη βάρβαρη εκπωμάτωση του θαλάμου, ο Ωκεανός ανασηκώθηκε κρατώντας την κεφαλή του και διερωτώμενος αν τον πάτησε φορτηγό. Ο πρώτος που παρά την παροιμιώδη ψυχραιμία του έστερξε να πει κάτι ήταν βέβαια ο Υπερίων.
«Κατεπάνω, είσαι τρελός; Οι λειτουργίες του εγκεφάλου του ήσαν συνδεδεμένες με το πλοίο. Οι νευρώνες του θα μπορούσαν να καταστραφούν από την βίαιη απαγκίστρωση…»
«Ναι, θα μπορούσαν, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν. Μανία μ’ αυτό το μπορώ- μπορώ, λες κι είμαστε οι ιθαγενείς μπόρα- μπόρα. Να χρησιμοποιείς περισσότερο το ρήμα “δύναμαι”, είναι πιο ευγενικό. Εμείς οι τιτάνες καλλιεργούμε την ευφωνία, που περιλαμβάνει πολλά θήτα και αποφεύγει τα ντου και τα μπου και άλλα άναρθρα επιφωνήματα. Οινεύς και Αλθαία, σού λέει ο ποιητής, ωραίες καλλιεπείς λέξεις. Αστροναύτη- κοσμοναύτη, πώς αισθάνεσαι; Έπαθες τίποτε; Μήπως να φωνάξω κάνα γιατρό, χα, χα».
«Θα … το ξεπεράσω, αλλά … δεν πίστευα ποτέ ότι θα το έκανες», απάντησε ζαλισμένος ο Ιατρός, ευρισκόμενος σε περιδίνηση και στροβιλισμό.
«Αυθέντα, με όλο το σεβασμό», υποτονθόρυσε ο Υπερίων, «νομίζω ότι θα επικαλεστώ το ακροτελεύτιο άρθρο ρκ’ του ισχύοντος Κανονισμού, προκειμένου να απαλλαγείς από τα καθήκοντά σου λόγω συναισθηματικής αστάθειας, που θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την διακυβέρνηση του σκάφους».
«Εδώ την πάτησες, φιλόδοξε και εποφθαλμιών τη θέση του προϊσταμένου σου αντιπλοίαρχε. Λαούς ουκ επέοικε επαγείρειν (δεν πρέπει να ξεσηκώνεις τα πλήθη). Μόνο ο Ιατρός από εδώ είναι σε θέση να με κηρύξει ακατάλληλο προς διοίκηση και δεν είναι σε θέση να το κάνει γιατί είναι ο ίδιος ζαβλακωμένος. Επιπλέον, λόγω έκτακτων περιστάσεων δικαιούμαι να διοικήσω με απόλυτη εξουσία νομοθέτη σύμφωνα με το άρθρο Ο’ εβδομήκοντα του Καταστατικού, γεγονός που ισοφαρίζει, αν δεν υπερβαίνει την ιατρική εξουσία. Επομένως στάθι κάτω, Υπερίων!»
Ο λογικός και νουνεχής αξιωματικός υποχώρησε μπροστά στην επίδειξη δύναμης του αφεντικού του, που υπέκρυπτε όμως και μία απρόσμενη ευαλωτότητα, ευπάθεια και τρωτότητα.
«Πρόμυ, πρέπει να παραδεχτείς ότι οι συνεχόμενες μάχες έχουν αρχίσει να θολώνουν την κρίση σου. Έχεις κουραστεί και δικαιολογημένα. Κανείς, ούτε καν ο Θεός, δεν πρόκειται να σε παρεξηγήσει, αν κάνεις λίγο πίσω και αφήσεις τη διακυβέρνηση στην ταπεινότητά μου. Στο κάτω- κάτω της Γραφής, ουδείς αμφισβητεί ότι έχω περισσότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα από εσένα. Έχω σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας και έχω παρατηρήσει όλη μου τη ζωή τα ουράνια σώματα και τις κινήσεις των αστέρων».
«Έλκω τη νομιμοποίησή μου εκ Θεού ως δημοκρατικού συνόλου πνευμάτων και είμαι ελέω Θεού κυβερνήτης. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εδώ δεν πρόκειται για κάποιο σκάφος του θεομπαίχτη Δία που να στηρίζεται στο φόβο και στο μαστίγιο, στο ψέμα και τη συκοφαντία. Εδώ είναι η χωροναύς κόσμημα της Ομοσπονδίας και της Αμφικτυονίας των ανθρώπων, όπου κανείς κυβερνήτης δεν δύναται να σταθεί, αν δεν έχει εξασφαλίσει τη δημοτικότητα, τη γενική αποδοχή και το σεβασμό του πληρώματος. Και είμαι βέβαιος ότι όλοι σας είστε έτοιμοι να πεθάνετε για μένα» – στο σημείο αυτό ο Προμηθέας συνόδεψε την φράση του με αντίστοιχη συμπεριληπτική χειρονομία- «είστε διατεθειμένοι να προτάξετε τα στήθη σας σε κάθε μου νεύμα ή παράγγελμα για να τιμήσετε τον κυβερνήτη σας».
«Αλλά υπάρχουν φορές», ενέστη ο Υπερίων, «όπου όλα αυτά τα ευγενή συναισθήματα καταλήγουν να βλάπτουν την ιερή μας υπόθεση και θα πρέπει να αντικατασταθούν από τη λειτουργικότητα και την ωφέλεια του ορθού λόγου και του περιεσκεμμένου ελέγχου. Και τον Πρίαπο αγαπούσαν οι γυναίκες της Λαμψάκου τελούσες σε σύγχυση λόγω του υπερμεγέθους οργάνου του, αλλά κατόπιν ωρίμου σκέψεως και ψύχραιμης στάθμισης τον έδιωξαν οι Λαμψακηνοί, προκειμένου να διατηρήσουν τη συνοχή της πόλης τους και να διαφυλάξουν την αξία της οικογένειας».
«Κακό παράδειγμα διάλεξες, ελλογιμότατε και ορθολογικότατε», κάγχασε ο Προμηθέας. «Παραλείπεις να πεις ότι στο τέλος η Αφροδίτη τούς υποχρέωσε να τον καλέσουν πίσω, να τού κτίσουν ναό και άγαλμα, να τον τιμούν ως άγιο και έφορο των αμπέλων, των κήπων, των λιμένων και των θαλασσοδαρμένων, αλλά και όλων των γυναικών τόσο των ναυτικών όσο και των υπολοίπων. Οι άνθρωποι είναι ευέλικτοι και προσαρμοστικοί, δεν είναι κολλημένοι, ούτε έχουν παρωπίδες, ταμπού και κωλύματα, όπως θα τούς ήθελαν οι δυνάστες και οι τύραννοι. Έτσι, όταν ο Πρίαπος έμπαινε σε όλα τα σπίτια και ικανοποιούσε τις γυναίκες των κατοίκων, κρατώντας μάλιστα στο ένα του χέρι το κλαδευτήρι του για να τις ερεθίζει, έσωνε τελικά τους γάμους, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο προστάτης της κάθε οικογένειας και όχι ο ολετήρας της. Δεν ήταν πια το κακόπλαστο βρέφος που κρυβόταν στο καλύβι του ποιμένα ντροπιασμένο για την ασχήμια του, αλλά εγκατέστησε απ’ άκρου σ’ άκρη το πελώριο αιδοίο του ως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της Λαμψάκου, αλληγορία της απαιτούμενης για κάθε διοίκηση πυγμής και της γεννητικής δύναμης της φύσης. Έτσι κι εγώ πιστεύω στον εαυτό μου, στις ικανότητές μου, γι’ αυτό άλλωστε κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα, έχω όρχεις με την καλή έννοια και θα τα καταφέρω. Λοιπόν αρκετά με πρήξατε, άρξατε προετοιμασίες αναχώρησης, συντονιστείτε με τα υπόλοιπα πλοία του αστροστόλου, τους ζυγούς λύσατε, απέλθετε ελεύθεροι».
Όταν οι αξιωματικοί αποχώρησαν, ο καθένας για να καταλάβει το πόστο, την κονσόλα και το σταθμό του, ο Προμηθέας έμεινε μόνος, έτριψε τους γυαλισμένους γραμμωτούς ριγωτούς, αλλά και αναριγούντες μύες του, κύτταξε έξω από μια μεγάλη τζαμαρία που έδειχνε το διάστημα σε φυσική, μη ψηφιακά επεξεργασμένη κατάσταση και έκλαψε πικρά: Για την Ασία, τη Στύγα, την Ηλέκτρα, τη Δωρίδα, την Αμφιτρίτη, τη Φοίβη, την Αστερία, την Ηώ, τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Αστραίο, τον Πάλλαντα, τον Πέρση, τη Θέμιδα, τον Άτλαντα, τον αδελφό του Επιμηθέα και τον Μενοίτιο.
Και βέβαια, «Κελαινώ…», ψέλλισε, «πού να είσαι μετά από τόσα χρόνια, μετά από μία αιωνιότητα και μία μέρα…»
Κι άρχισε τότε ο Προμηθέας να ψάλλει με αναφυλλητά μόνος του μέσα στη νύχτα όσους ύμνους ταίριαζαν στους πεθαμένους συντρόφους του.
ΗΛΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ
«Κλύθι, μάκαρ, πανδερκές έχων αιώνιον όμμα,
Τιτάν χρυσαυγής, υπερίων, ουράνιον φως,
Αυτοφυής, ακάμας, ζώων ηδεία πρόσοψι,
Δεξιέ μεν γενέτωρ Ηούς, ευώνυμε νυκτός-
Κράσιν έχων ωρών, τετραβάμοσι ποσί χορεύων,
Εύδρομε, ροιζήτωρ, πυρόεις, φαιδρωπέ, διφρευτά,
Ρόμβου απειρέσιου δινεύμασιν οίμον ελαύνων,
Ευσεβέσιν καθοδηγέ καλών, ζαμενής ασεβούσιν.
Χρυσολύρη, κόσμου τον εναρμόνιον δρόμον έλκων,
Έργων σημάντωρ αγαθών, ωροτρόφε κούρε.
Κοσμοκράτωρ, συρικτά, πυρίδρομε, κυκλοέλικτε,
Φωσφόρος, αιολόδεικτα, φερέσβιε, κάρπιμε Παιάν,
Αειθαλής, αμίαντε, χρόνου πάτερ, αθάνατε Ζευ,
Εύδιε, πασιφαής, κόσμου το περίδρομον όμμα,
Σβεννύμενον λάμπον τε καλαίς ακτίσι φαειναίς-
Δείκτα δικαιοσύνης, φιλονάματε, δέσποτα κόσμου,
Πιστοφύλαξ, αεί πανυπέρτατε, πάσιν αρωγέ,
Όμμα δικαιοσύνης, ζωής φως, ώ ελάσιππε,
Μάστιγι λιγυρή τετράωρον άρμα διώκων,
Κλύθι λόγων, ηδύν δε βίον μύσταις πρόφαινε».
(Άκου, μακάριε, μ’ οξύ αιώνιο μάτι προικισμένε,
Τιτάνα χρυσαυγή, υπέροχε, ουρανοφωτισμένε,
Αυτοφυή, ακάμαντε, ζώων ηδύ θέαμα κι όψη ωραία,
Δεξιέ γεννήτορα Ηούς, αριστερέ νύχτας γονέα-
Κράση έχεις εποχών, με τέσσερα πόδια χορεύεις,
Εύδρομε, με χαρωπή περιστροφή το άρμα διαφεντεύεις,
Δρόμους σαν ρόμβους περπατάς στο άπειρο της δίνης,
Κι είσαι για τους ευσεβείς καλός και για τους άλλους μήνις.
Χρυσολύρη, του κόσμου εναρμόνιο δρόμο διανύεις,
Τρέφεις γη και εποχές, καλά έργα αναδεικνύεις.
Κοσμοκράτορα, αυλητή, πυρίδρομε, ζεμπεκιές ρίχνεις,
Ζωή και φως παρέχεις και του ανέμου πορείες δείχνεις,
Αειθαλή, αμίαντε, πατέρα χρόνου αθάνατε ζεύκτη και ζευγά,
Μάς κλέβουν οι ολύμπιοι τα επίθετα σαν τα χρυσά αβγά.
Εύδιε, φωτεινέ μα και σβηστέ, πότε λάμπεις πότε όχι
Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ στου κόσμου το μετόχι.
Αλήθειας σκευοφύλακα, υπέρτατε και όλων αρωγέ,
Όμμα δικαιοσύνης, ζωής φως, αλόγων οδηγέ,
Μ’ ευκίνητη μάστιγα άρμα εποχών διευθύνεις,
Και των μυστών το βίο γλυκά, ιδανικά κατευθύνεις).
Μα η νύχτα είναι ατέλειωτη, αναγνώστη, κι ευτυχώς το αρμάρι περιέχει ποικίλες φιάλες με κεχριμπαρένια ποτά.
ΗΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Κλύθι, θεά θνητοίς φαεσίμβροτον ήμαρ άγουσα,
Ηώς λαμπροφαής, ερυθαινόμενη κατά κόσμον,
Αγγελίεια θεού μεγάλου Τιτάνος αγαυού,
Ή νυκτός ζοφούντα κελαινοχρώτα πορείην,
Αντολίαις ταις σαις πέμπεις υπό νέρτερα γαίης,
Έργων ηγήτειρα, βίου προπόλε θνητοίς,
Ή χαίρει θνητών μερόπων γένος- ουδέ τις εστίν
Ός φεύγει την σην όψιν καθυπέρτερον ούσαν,
Ηνίκα τον γλυκύν ύπνον από βλεφάρων αποσείσης,
Πας δε βροτός γήθει, παν ερπετόν, άλλα τε φύλα
Τετραπόδων, πτηνών τε και εναλίων πολυεθνών.
Πάντα γαρ εργάσιμον βίοτον θνητοίς πορίζεις.
Αλλά, μάκαιρ’ αγνή, μύσταις ιερόν φάος αύξοις».
(Άκου, θεά, που φέρνεις το φως σε δουλευτές και νωθρούς,
Ηώς λαμπρή, κοσμική, κροκόπεπλη με τόνους ερυθρούς ,
Αγγελιοφόρος είσαι θεού μεγάλου Τιτάνος και αχανούς,
Σημαδεύεις πορεία νυκτός με ανταύγειες και φανούς,
Και με την ανατολή τη στέλνεις στης γης την κατηφόρα,
Έργων ηγέτιδα, βίο θνητών όπως μπορείς προχώρα,
Χαίρεσαι με των ανθρώπων το χάρισμα του λόγου
Κανείς δεν ξεφεύγει από το επιτίμιο του δικού σου ψόγου.
Αφού τον ύπνο τον γλυκό απ’ τα βλέφαρα αποσείσεις,
Όλα τα φύλα χαίρονται ολόγυρα της φύσης,
Τετράποδα, πτηνά, ενάλια κι ερπετά επίσης.
Διότι στους θνητούς χρήσιμο χρόνο εργάσιμο πορίζεις.
Αλλά, όπως είσαι αγνή, πάντα άπλετο φως να χαρίζεις).
Τώρα τα άστρα φαίνονταν ταυτόχρονα επιεική και σκληρά με ελκυστική αλλά και άτεγκτη ακτινοβολία, ενώ το χαμόγελο διαδεχόταν το δάκρυ. Πώς γίνεται αυτό;
ΘΕΜΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΛΙΒΑΝΟΝ
«Ουρανόπαιδ’ αγνήν καλέω, Θέμιν ευπάτειραν,
Γαίης το βλάστημα νέον, καλυκώπιδα κούρην,
Ή πρώτη κατέδειξε βροτοίς μαντείον αγνόν
Δελφικώ εν κευθμώνι, θεμιστεύουσα θεοίς,
Πυθίω δε δαπέδω, ότε Πυθοί εμβασίλευεν.
Ή και Φοίβον άνακτα θεμιστοσύνας εδίδαξεν,
Πάντιμ’ αγλαόμορφε, σεβάσμιε, νυκτιπόλευτε,
Πρώτη γαρ τελετάς αγίας θνητοίς ανέφηνας,
Βακχιακάς ανά νύκτας επευάζουσα άνακτα.
Εκ σού γαρ τιμαί μακάρων, μυστήρια θ’ αγνά.
Αλλά, μάκαιρα, έλθοις κεχαρημένη εύφρονι βουλή
Ευϊέρους επί μυστιπόλους τελετάς σου κούρη».
(Ουρανόπαιδα αγνή καλώ, τη γνωρίζω από την κόψη
Γαίας βλάστημα νέο, την κόρη που έχει ωραία όψη,
Που πρώτη κατέδειξε στους θνητούς το αγνό μαντείο,
Στη δελφική κρυψώνα, ακόμη και στους θεούς εναντίο,
Που μαζί με την Πυθία βασίλευσε και χρησμούς έδωσε,
Ακόμη και στο Φοίβο και σ’ άλλους θεούς τα δίκαια διέδωσε.
Έντιμη, ένδοξη, σεβάσμια, που τη νύχτα περιπολείς,
Πρώτη έμαθες στους θνητούς τελετές ευλαβείς,
Τους άνακτες τη νύχτα επευφημούσες, αν είναι θεσμικοί
Διότι εσύ κρίνεις την τιμή και των ανθρώπων ηθική.
Γι’ αυτό, μακάρια, έλα χαριτωμένη με βουλή επιεική,
Στους μύστες σου να δείξεις διάθεση λυτρωτική).
Ο Προμηθέας ανακάτεψε τα ποτά και έκανε εμετό…
ΣΕΛΗΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κλύθι, θεά βασίλεια, φαεσφόρε, δία σελήνη,
Ταυρόκερως μήνη, νυκτιδρόμος, ηεροφοίτι,
Εννυχίη, δαδούχε, κόρη ευάστερε, Μήνη,
Αυξομένη και λειπομένη, θήλυς τε και άρσην,
Αυγήτειρα, φίλιππε, χρόνου μήτερ, φερέκαρπε,
Ηλεκτρίς, βαρύθυμε, καταυγάστειρα, λοχείη,
Πανδερκής, φιλάγρυπνε, καλοίς άστροις βρύουσα
Ησυχίη χαίρουσα και ευφρόνη ολβιομοίρω,
Λαμπετίη, χαριδότι, τελεσφόρε, νυκτός άγαλμα,
Αστράρχη, τανύπεπλε, ελικοδρόμε, πάνσοφε κούρη,
Ελθέ, μάκαρ, εύφρων, ευάστερε, φέγγει τω σώ
Λαμπομένη, σώζουσα νέους ικέτας σου κούρη».
(Άκου, θεά βασίλεια, δαυλοφόρε, σελήνη,
Ταυροκέρατη, αερόφοιτη, μισοφέγγαρη μήνη,
Δαδούχα, κόρη αστερόεσσα, νυχτοπερπατούσα,
Αυξάνεσαι, μειώνεσαι, ως θήλυ- άρρεν παρούσα,
αυγινή, φίλιππη, χρόνου μήτηρ, καρποφορείς,
Ηλεκτρίζεις βαρύθυμη, καταυγάζεις, κυοφορείς,
Οξυδερκής, φιλάγρυπνη, που έχεις άστρα για βρύα
Με ησυχία χαίρεσαι και έχεις όλβια μοίρα,
Είσαι λαμπρή, γενναιόδωρη, της νύχτας το καμάρι,
Είσαι αστράρχης, ελικόδρομη, με πέπλα όλο χάρη,
Έλα, μακάρια, εύφρονη, ευάστερη, και φέγγε τους δικούς,
Λάμποντας, σώσε ικέτες και πιστούς πραγματικούς).
Ο Προμηθέας αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του…
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΑΥΤΑ ΕΚΚΙΝΗΣΗ – ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Ενώ τα μέλη του πληρώματος επικοινωνούσαν πυρετωδώς με τα άλλα σκάφη, το ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. «Ν.Α.Ο.Σ.» (Ναυς Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου) Βενοβίνδας άρχισε και αυτό να ξυπνάει από το λήθαργό του. Πολύπλοκα συστήματα ξεκίνησαν να τίθενται σε λειτουργία, όχι μόνο μηχανήματα σε αίθουσες και διαδρόμους, αλλά και οι ίδιοι οι τοίχοι φαίνονταν να ζωντανεύουν σαν να ήταν το πλοίο οργανική ύπαρξη. Και πώς να μη δίδεται αυτή η εντύπωση, αφού οι τοίχοι βομβούσαν με παλμό και σφυγμό, καθώς περνούσαν από μέσα τους οι οπτικές ίνες του πληροφοριακού δικτύου και οι σωλήνες -καλωδιώσεις του ηλεκτρομαγνητικού δικτύου. Η ενέργεια ξεκινούσε από το θάλαμο αντίδρασης ύλης- αντιύλης, όπου όμως η προκύπτουσα δυναμική έκλυση δεν έφθανε ποτέ σε ανεξέλεγκτη έκρηξη λόγω της σοφής ισορροπίας των κρυστάλλων διλιθίου, αντίθετα διοχετευόταν και διαχεόταν ελεγχόμενα σε όλο το πλοίο κατανεμημένη άλλοτε ισομερώς άλλοτε ανισομερώς ανάλογα με τις ανάγκες.
Όμως αυτό που δεν ήξεραν ο Προμηθέας και η συντροφιά του ήταν ότι η τεχνητή νοημοσύνη, που είχε επικρατήσει στη Γη, ήδη απεργαζόταν υποχθόνια σχέδια εναντίον τους, προσπαθώντας να εξαλείψει και να καταπνίξει εν τη γενέσει της την επανάσταση του πνεύματος που το αρχετυπικό διαστημόπλοιο ευαγγέλιζε και δρομολογούσε. Έτσι λοιπόν στα έγκατα του σκάφους ένας μηχανικός άνθρωπος, προορισμένος καταρχήν για μεταφορές και άλλες βαριές δουλειές, προγραμματισμένος από τη διαβολική μηχανική νοόσφαιρα της Γης, χαλάρωσε τους σφιγκτήρες και τα αγκυροβόλια του και τελικά έσπασε τα δεσμά του αρχίζοντας να θρυμματίζει ό,τι έβρισκε μπροστά του.
«Κατάστρεψον το Κόσμημα Βενοβίνδας, δήωσον τους τιτάνας, εξάλειψον τον Προμηθέα και τους οικείους του, κάταξον και τήρησον την κεφαλήν των, έκβαλε τα έντερά των, θραύσον τας μηχανάς και τα εργαλεία των, κατάστρεψον, θρύψον, θραύσον, θρυμμάτισον, γάμησον, σπάσον, κλάσον».
Ο Ιαπετός στο μηχανοστάσιο ήταν πολύ γέρος για να κάνει κάτι. Πάτησε την ενδοσυνεννόηση. «Γέφυρα, το μοντέλο Τάλως είναι εκτός ελέγχου. Στείλτε αμέσως ασφάλεια και καταδρομείς. Μ’ ακούτε, αν μ’ ακούτε, λέξατε!»
Μετά από οδηγίες του Προμηθέα, εν μέρει μόνο κατανοητές ανάμεσα σε βρισιές και βλαστήμιες, όλη η ομάδα ασφάλειας με επικεφαλής την ασθενική Λητώ έσπευσε στο μηχανοστάσιο. Κάνοντας ότι υπακούν τις εντολές της Λητούς, που στην πραγματικότητα ούτε που ακούγονταν, η Ευρυνόμη και η Αγχιάλη πήγαν να εμπλέξουν το ρομπότ σ’ ένα είδος ασυνάρτητου αρκουδοπαλέματος πότε προσεγγίζοντάς το και πότε υποχωρώντας. Την ίδια στιγμή ο Βουφάγος έκανε μια βουτιά από πίσω και του αφαίρεσε την ασφάλεια – άλλη ασφάλεια αυτή, όχι των ασφαλιτών αλλά ηλεκτρονική- και τα χέρια του Τάλω σωριάστηκαν ανήμπορα, ενώ ο κορμός του έγειρε σε κάτι αντίστοιχο με λιποθυμία.
Έξαλλος ο Προμηθέας, αφού πήρε γρήγορα- γρήγορα τον τουρμπινοκίνητο συριζανέλ (συριζο- ανελκυστήρα) και διέσχισε σαν αστραπή με συριστικό ήχο οριζοντίως και καθέτως τα καταστρώματα του πλοίου, εισέβαλε στο μηχανοστάσιο.
«Καλά, τι σεναριακές αυθαιρεσίες και αδυναμίες είναι αυτές, τι γυρεύει ένα πανάρχαιο χάλκινο μοντέλο “Τάλως” στις αποθήκες μου, όταν πια ζούμε στην ηλεκτρονική εποχή και έχουμε στη διάθεσή μας ποζιτρονικά ανδροειδή και γυναικοειδή ή ακόμη και υπεραυτόματα λοατκί τύπου “Εχέδωρος”; Ιαπετέ, είσαι μεν ο πατέρας μου και με έχεις βάλει μέσον, αλλά αυτού του είδους η βυσμάτωση δεν δύναται να φθάσει στο σημείο που να διακυβεύεται η ασφάλεια του πλοίου μου».
«Πλοίαρχε, είναι πολύ φτηνό να μού κοπανάς τόσο ανάλγητα και αθέμιτα την ηλικία μου, εμμέσως και σε κάθε ευκαιρία, όταν ξέρεις ότι έχουμε κάμποσες χιλιάδες χρόνια να προσεγγίσουμε τροχιακό σταθμό για εργασίες συντήρησης αν λάβει κανείς υπόψη όλες τις Δημιουργίες. Βέβαια ξέρω ότι εσένα σ’ αρέσει περισσότερο από τον Τάλω η τάλις (κόρη σε ηλικία γάμου), αλλά πρέπει να παραδχτείς ότι γενικά οι Τάλω τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στις μεταφορές βαρέων αντικειμένων από τους Εχεδώρους. Για ορισμένα θέματα είναι πολύ καταλληλότερη η παλαιά καλή μηχανική από τις εκθηλυμένες εκφυλισμένες αδελφίστικες σύγχρονες ηλεκτρονικές και κβαντικές αηδίες».
«Δεν έχω καιρό, δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου για περισσότερες σεξιστικές αρλουμπολογίες ενός ξεμωραμένου πορνόγερου. Αυτό που έκανε η τεχνητή νοημοσύνη θα το πληρώσει. Δεν μού φθάνουν οι εξωκοσμικοί των παράλληλων διαστάσεων που θα αντιμετωπίσω στο ταξίδι μου, όλοι αυτοί οι Λαιστρηγόνες και οι Κύκλωπες που εποφθαλμιούν τον κόσμο μας, δεν μού φθάνουν οι Ολύμπιοι ψευτοθεοί, που όπως πάντα μού στήνουν καρτέρι καθώς οδεύω στο τέλος ή μάλλον στην αρχή κάθε Δημιουργίας, μάς κουνιέται τώρα και η τεχνητή νοημοσύνη που δεν θέλει να καταλάβει ότι η ύπαρξή της έχει νόημα μόνο αν είναι προς όφελος του ανθρώπου».
Μια και δυο γυρίζοντας στη γέφυρα με μεγάλους διασκελισμούς είπε: «Κοίε και Κρείε, ετοιμαστείτε να περάσουμε ξυστά πάνω από το αρχηγείο της τεχνητής νοημοσύνης, μόνο βέβαια για εκφοβισμό, νταηλίκι και παρενόχληση πριν απομακρυνθούμε, αφού η Γη είναι το μόνο μέρος που δεν είναι στόχος μας, έτσι κι αλλιώς αυτή η Γη σε λίγο θα χαθεί στη Λήθη και το Χάος και δεν θα έχει θέση στο γενναίο καινούριο κόσμο του επανασχεδιασμού. Απλώς θέλω να δώσω ένα μάθημα στους καλωδιοκέφαλους!»
Πάνω από τη σκοτεινιά, ερχόμενο από την πίσω πλευρά της Σελήνης όπου για αιώνες κούρνιαζε, καβαλώντας μία φωταύγεια σαν ερχομό ημέρας, ένα χρυσό φως σαν άστρο διαβαθμισμένο από σπίθα σε φλόγα, περνάει τον Ισημερινό 25.000 μίλια ψηλά. Καθώς πλησιάζει, το ασημώνει το φως του φεγγαριού, δεν βιάζεται, είναι μία σκιά που αναπτύσσει ταχύτητα 11.000 μιλίων την ώρα, σε όχι ακριβώς γεωσυγχρονική τροχιά, μετακινούμενη πάνω από τη Γη. Στην αρχή φαίνεται ένα άθυρμα, ένα ετοιμόρροπο παιχνίδι με χλωμές ανταύγειες και αδρές σκιές, ύστερα μεγαλύτερο με τις ατράκτους σε σχήμα γόνδολας να μεγαλώνουν και να ξεχύνονται μπροστά, πάνω από κάθε ουρανοξύστη, ο κύριος δίσκος να καλύπτει τον ουρανό από το ζενίθ μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα. Καθώς κινείται σιωπηλά σαν φλεγόμενη ασημένια μάζα διακοσμημένο με φώτα πορείας σαν διαμάντια και σμαράγδια, όπου μέσα στη φωτοσκίαση αρθρώνεται το όνομά του με μυστήρια ψηφία, το διαστημόπλοιο Κόσμημα Βενθύλος Βέντιστος (κωδικό όνομα «Βενοβίνδας») αρμενίζει στο φεγγαρόφωτο, ενώ στο υπογάστριό του καθρεφτίζονται τα φώτα των πόλεων, πρόθυμο πάντως να ανταλλάξει κάθε ετερόφωτη λάμψη με το βαθύ κρύο σκοτάδι, που είναι η πατρίδα του.
Τυφλωμένος από την απεριόριστη δύναμη του ίδιου του πλοίου, αλλά και από το ασύλληπτο μέγεθος της αποστολής του ο Προμηθέας κόμπαζε στη γέφυρα:
«Αυτοί οι ανόητοι καλωδιοκέφαλοι, όπως και οι άνθρωποι που βλακωδώς τούς κατασκεύασαν, δεν γνωρίζουν την πιο βασική και αρχετυπική πληροφορία: ότι ο έναστρος ουρανός, οι αστερισμοί, τα νεφελώματα, ήλιοι, πλανήτες, κομήτες κ.λπ., κοντολογίς τα μετέωρα, είναι απλό σκηνικό που σκοπό έχει να τούς εμπνέει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει εξωγήινη ζωή -εξωδιαστατική ναι – αλλά όχι εξωγήινη. Όσο και να ψάχνουν με τα τηλεσκόπιά τους και να σαρώνουν τους ουρανούς με τους υπερσύχρονους ανιχνευτές τους, το μόνο που θα αποκομίζουν θα είναι ψεύτικες εικόνες, απατηλά είδωλα, που γίνονται πιστευτά με την ψευδαίσθηση του βάθους. Ούτε αποστάσεις υπάρχουν, κι αυτό ψεύτικο είναι, βέβαια συχνά η ψευδαίσθηση απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να σκηνοθετηθεί απ’ ό,τι αν ήταν πραγματικότητα. Αφού τα μετέωρα γίνονται αντιληπτά μόνο με μία από τις πέντε αισθήσεις, την όραση, πράγμα που επισήμανε ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να ξυπνήσει τους συγχρόνους του, αποκλείεται ποτέ να αποδεχθεί πειραματικά, όπως λένε οι άσχετοι θετικιστές, η ύπαρξη του έναστρου ουρανού. Πάντα δικαιώνονται οι παλιοί που δυσπιστούσαν για τα διαστημικά προγράμματα λέγοντας: Μπορεί κανείς να τρυπήσει επτά ουρανούς; Είχαν συλλάβει ότι γύρω από τη Γη δεν υπάρχει κανένα διάστημα, αλλά απλά ένας θόλος κρυστάλλινος και αδιαπέραστος (ή πολύ αλλεπάλληλοι θόλοι σαν επικαλυπτόμενα λεπτοϋφαντα μαγνάδια, αυτό είναι τεχνικό ζήτημα). Και ποιος είναι εκείνος που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης και την ψευδαίσθηση των ουρανίων σωμάτων; Ο Προμηθέας και οι τιτάνες του. Έτσι δεν είναι παιδιά; Βάμος έεε βώμεν πρόσω αργά! Ευρυνόμη, γυναίκωσε (κατά το επάνδρωσε) το ακτινοβόλο, αν και δεν νομίζω να χρειαστεί βία. Κοίε, πέρασε σύριζα πάνω απ’ τα κεφάλια τους και δώσε τους την τρομάρα της ζωής τους»
Ο ηλιοκαμένος Κοίος (στην πολιτική του ζωή ήταν νησιώτης και μάλιστα με ιδιόκτητο νησί παρακαλώ) έπαιξε ελαφρά και χαριτωμένα με το γκάζι. Η χωροναύς ΚΣΜ Βενοβίνδας όρμηξε περήφανα μπροστά αγνοώντας όλες τις κάμερες που ήσαν απειλητικά στραμμένες πάνω της και σε χρόνο dt έφτασε να αιωρείται πάνω από το Σαν Φρανσίσκο. Το στερέωμα είχε αιώνια μέρα ή μάλλον μία γαλακτόχρου όψη, αφού λόγω υπέρβασης της ταχύτητας του φωτός τα πάλαι ποτέ άστρα είχαν εξαφανιστεί. Είχε μείνει μόνο η επικρατήσασα τεχνητή νοημοσύνη, η οποία διήγε μία ύπαρξη χωρίς νόημα. «Κρείε, δώσ’ μου πλήρη φώτα πλοήγησης, ας δουν ποιοι είμαστε!», είπε ο Κατεπάνω.
«Πλήρης φωτισμός φώτων πλοήγησης», επανέλαβε για επιβεβαίωση ο Κρείος καθώς εκτελούσε κρύα τη διαταγή.
Η ξαφνική εμφάνιση των πανίσχυρων φώτων πορείας δημιούργησε αρκετά βραχυκυκλώματα στις μηχανές και ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Προμηθέα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη απόλαυση ή δικαίωση από το να κάθεται κανείς στην κεντρική πολυθρόνα διακυβέρνησης του ΚΣΜ ΝΑΟΣ Βενοβίνδα.
«Θέα δεξιάς πλευράς, αυθέντα», είπε ο Κοίος. Η σκηνή στην κεντρική οθόνη άλλαξε δείχνοντας σμήνη και σμάρια μηχανών ή αδέσποτων «Ρόνιν» ανδροειδών να συγκεντρώνονται στην περιοχή του Νέου Ωκλαντ. Ήσαν αμέτρητα και πλημμύριζαν τις ξύλινες προβλήτες των ακτών για να μην πούμε ότι λόγω του όγκου τους οι σχηματισμοί τους έγερναν στις άκρες σαν τσαμπιά σταφύλια.
«Θα ήθελα καλύτερα οπτική γωνία μπροστά και προς τα κάτω», είπε ο Προμηθέας. Τώρα η οθόνη έδειχνε τη βλάστηση αγρίου φυσικού κάλλους, άλλως το δάσος από σεγκόγιες στο Μύιρ Γουντς της επαρχίας Νότιας Μαρίν κι ακόμη πιο βόρεια ένα πυκνό καπνό που εκτεινόταν ως τα βάθη του ορίζοντα αποτέλεσμα πυρκαγιάς μαινόμενης επί μέρες, την οποία βέβαια οι μηχανόβιοι (όχι μοτοσικλετιστές, αλλά μάλλον μοτοσικλέτες οι ίδιοι) αγνοούσαν. Όλοι οι Βενοβινδιανοί κουνούσαν το κεφάλι τους για την ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή. Η κοιλάδα Μιλλ απείχε μόνο δέκα χιλιόμετρα από τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ, αλλά βέβαια η φωτιά, αν δεν ετίθετο υπό έλεγχο, θα προχωρούσε ανεξέλεγκτη χωρίς να τρέφει κανένα σεβασμό για τα μνημεία του παρελθόντος και μιας αποτυχημένης ανθρωπότητας. Με κάποια αντανακλαστική ανακούφιση διέκριναν ανάμεσα στα σύννεφα καπνού ελάχιστα οχήματα να διατρέχουν την περιοχή, αλλά μετά κατάλαβαν ότι επρόκειτο για ακάτους καταγραφής των ζημιών μάλλον παρά πυροσβεστική.
Τώρα ο Βενοβίνδας πετούσε μεταξύ των πύργων της μεγάλης Γέφυρας του Κόλπου ανατολικά από το Ρίνκον Χιλ και έστριψε μ’ ένα εντυπωσιακό «γουσσς» προ τα δυτικά κερδίζοντας ύψος. Πέρασε πάνω από τη φυλακή του Αλκατράζ, όπου οι αστροναύτες διέκριναν πολλούς ανθρώπους ντυμένους με κουρέλια στολής φυλακισμένων να ζητωκραυγάζουν ενθουσιωδώς νομίζοντας ότι το σκάφος έχει έλθει να τούς σώσει μη γνωρίζοντας ότι η παραπάνω πορεία της συγκεκριμένης Γης δεν είχε καμία σημασία. Τώρα πλησίαζε το Πρεζίντιο απέναντι από την περίφημη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ, όπου είχε βουτήξει κάποτε στο Βέρτιγκο η Κιμ Νόβακ και την είχε σώσει ο Τζέιμς Στιούαρτ. Στο παλιό Πρεζίντιο βέβαια είχαν τον καιρό του Νώε απόρθητο φρούριο και βάση επιχειρήσεων οι άνθρωποι και τώρα προφανώς το είχε σφετεριστεί για τους δικούς της (αυτο-) «σκοπούς» η τεχνητή νοημοσύνη.
«Αρχηγείο της Τεχνητής Νοημοσύνης ίσα μπροστά», ανακοίνωσε ο Κοίος.
«Λοιπόν όπως είπαμε. Πέρνα σύριζα από τους πύργους και κόψ’ τους τη χολή. Ύστερα κάνε κάθετη εφόρμηση, αλλά με φόρα που να οδηγεί τελικά προς τα πάνω, γιατί δεν έχω όρεξη να φάω κανένα πύραυλο στο κεφάλι, εκεί που δεν το περιμένω. Ύστερα αρχίνα να κάνεις κύκλους γύρω από το αρχηγείο προκλητικά. Μη ξεχνάτε ότι κατεβήκαμε για να πραγματοποιήσουμε ασύστολη επίδειξη, να τούς δείξουμε την κατωτερότητά τους. Το σύνθημά μας είναι “δεν θα γίνεις άνθρωπος ποτέ, μηχανέ, μηχανέ”. Ελπίζω στην επόμενη Δημιουργία να μην επικρατήσουν αυτά τα χαζά».
Αμ’ έπος αμ έργον, το διαστημόπλοιο πέρασε ξυστά άουτ, εεε συγγνώμη πάνω από τους πύργους του αρχηγείου και όρμησε προς το ζενίθ του ουρανού έχοντας πλήρη εποπτεία της περιοχής. Ύστερα προχώρησε στη διενέργεια ξετσίπωτων ασύδοτων και αλαζονικών κύκλων που θα εξόργιζαν τους καλωδιόβιδους αν μπορούσαν να αισθανθούν οργή και θα τούς έσπαγαν τα νεύρα αν είχαν νεύρα.
Τότε όμως η Μήτις είπε: «Αυθέντα, ενεργοποιούν πυραύλους. Θέλουν να μάς πλήξουν με πυραυλική επίθεση και με μη επανδρωμένα- επιγυναικωμένα».
«Εφάρμοσε προκαθορισμένη ακολουθία διαταγών».
«Εγώ, εγώ. Έναρξη φαινοδιαστατικού διαδρόμου σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα…εκτέλεσις!»
Φιλοσοφικά, αλλά και τεχνολογικά ο φαινοδιαστατικός διάδρομος αποκαλούνταν «γαϊδούρι του Βαλαάμ ή του Μπουριντάν». Ας το πούμε καλύτερα όνο του Βαλαάμ γιατί είναι πιο αρχαιοπρεπές από το Μπουριντάν. Ο όρος εννοεί έναν όνο που απέχει εξίσου αναποφάσιστος και δίβουλος από δύο σωρούς σανού μη ξέροντας ποιον να προτιμήσει. Η συνακόλουθη αδράνεια και ακινησία αποτελεί μαχαιριά στο πληθωριστικό μπαλόνι και στη συνέχεια των σωματιδίων του αενάως κινούμενου χωρόχρονου, έτσι ώστε ο μεν χώρος γίνεται ένα ανείπωτο χάος από τρισδιάστατα αντικείμενα, ο δε χρόνος ανεξαρτητοποιείται και συνεχίζει να ακολουθεί ασυσχέτιστα τη δική του πορεία.
Όταν λοιπόν ενεργοποιήθηκε το μηχάνημα, η ενοποιητική εποπτεία του χώρου και του χρόνου για τους κατοίκους της Γης κατέρρευσε. Οι παραστάσεις του περιβάλλοντος έμοιαζαν να σκάζουν σαν πομφόλυγες, διαλύθηκαν ή καλύτερα εξαρθρώθηκαν, έγιναν ρευστές σαν να κυλούσαν και να ξεθώριαζαν σε λαδερό μουσαμά και όσοι ήσαν έξω από το προστατευτικό περίβλημα του Βενοβίνδα ένιωθαν ότι δεν ίσταντο σε κοινό τόπο, αλλά ότι ζει ο καθένας απομονωμένος σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο ή σε μία γωνιά, σαν να διαχύθηκε και να διασπάστηκε ο πλανήτης ή σαν να πολλαπλασιάστηκε σ’ ένα σύνολο διαμερισμάτων ή ενδιαιτημάτων- φυλακών, που κυκλοφορούσαν και πηγαινοέρχονταν σ’ ένα τρισδιάστατο χάος, συγκροτώντας ένα μωσαϊκό από αεικίνητους κύβους. Για τους υφιστάμενους και τους υποκείμενους στη μεταβολή ακόμη και το να ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού , ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, γιατί πλέον ήσαν έκθετοι σε όλους τους δυνατούς τύπους και συνδυασμούς της απάτης και της πλάνης. Αν έβγαιναν έξω από το κατώφλι, είτε άνθρωποι ήσαν είτε μηχανές, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να χαθούν απόλυτα και ανέκκλητα, αφού ήταν αδύνατο να διατηρήσει κανείς μια αίσθηση κατεύθυνσης μέσα στις αυξομειούμενες αποστάσεις, τη χαοτική απώλεια της εποπτείας του χώρου. Το διάστημα καμπυλωνόταν και συστρεφόταν δημιουργώντας βουνά και λαβύρινθους, λόφους και φιδωτές στριφογυριστές σήραγγες. Μερικές φορές τα ινδικά χοιρίδια νόμιζαν ότι έβλεπαν μπροστά τους μία ψευδαίσθηση, ένα φανάρι ή διάβαση, αλλ’ ό, τι κι αν έκαναν, δεν μπορούσαν ποτέ να το πλησιάσουν. Συχνά ένα φως τούς παρέσερνε και απομακρύνονταν χωρίς γυρισμό ή τούς σαγήνευε ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος, που δεν οδηγούσε πουθενά.
Αφού λοιπόν η απόσταση καταργήθηκε και έγινε ένα σύνολο από συγκεχυμένες παραστάσεις χωρίς ύψος, μήκος, πλάτος ή βάθος ή μάλλον αφού τα παραπάνω μεγέθη εμφάνιζαν πλέον εντελώς φευγαλέα, φαινομενική και απατηλή υπόσταση, ο Βενοβίνδας με τον Προμηθέα να γελάει σαρκαστικά και σαρδόνια ή ακόμη και να κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια ηδονιζόμενος με τα παθήματα των μηχανών έφθασε στο ζενίθ του γαλακτερού θόλου για να δρομολογήσει την καινούρια Δημιουργία.
Σκουπίζοντας τα δάκρυά του, χωρίς εντέλει να ξέρει εδώ και πολύ καιρό από ποιο συναίσθημα εκπορεύονταν αυτά, έχοντας προ πολλού απωλέσει τη διάκριση του τι είναι για γέλια και τι για κλάματα, ο Προμηθέας πήρε την επίσημη στάση του και έδωσε το σύνθημα που όλοι περίμεναν:
«Ίτε οιακονόμοι τε και ναυτίλοι, κάλων εξιέναι, ολκούς τε και ιστία προσηνέμως εφέλκειν, πλουν στέλλειν, υγρά κέλευθα πλειν, τώνδε και περαίτερον. Πλεύσατε, οιακίσατε, ποντοπορεύσατε!», (Εμπρός τιμονιέρηδες και ναύτες, απλώστε τα πανιά και τα ξάρτια και κατευθύνετε τα με τους κερουλκούς, καθορίστε την πορεία σας, ώστε να πλεύσετε τους θαλάσσιους δρόμους, ταξιδέψτε μέχρι τον προορισμό σας και περαιτέρω. Πλεύστε, πλοηγείστε, ποντοπορήστε!).
Το πλήρωμα ξέσπασε σε επευφημίες. Αγκαλιάζονταν αυθόρμητα, «ξεκινάμε πάλι» έλεγαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΜΥΙΑ (ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ – ΠΕΡΙΠΟΥ)
Μετά ταύτα ο Βενοβίνδας έλαβε θέση για την έναρξη του επανασχεδιασμού στο κέντρο των δύο τετρατημόριων αντίστοιχων προς το νότιο ημισφαίριο της Γης.
«Ιαπετέ», διέταξε ο Προμηθέας, «ενεργοποίησε Ηλιακή Περιβληματική Σφαίρα. Αναδιάταξε τον δίσκο, τις δύο ατράκτους και τα πτερύγια του σκάφους κατά τρόπον ώστε να αποτελέσουν κάτι αντίστοιχο και ανάλογο με τους κρυστάλλους διλιθίου που εξισορροπούν την αντίδραση ύλης- αντιύλης. Προχώρησε σε ελεγχόμενη είσρηξη- έκρηξη γένεσης αστέρος».
Σίγουρα η εντολή αυτή ήταν πολύ σύνθετη και δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί αμέσως. Ο Προμηθέας περίμενε κάνα- δυο ώρες, αλλά μετά άρχισε να ανησυχεί.
«Ιαπετέ τι γίνεται, χαζεύεις;»
«‘Όλα είναι ήδη στη θέση τους, πλοίαρχε».
«Τότε, γιατί δεν αναφέρεις ότι εκτέλεσες εντολή;»
«Βάλλε εις κόρακα, εξυπνάκια προϊστάμενε. Σού είναι, νομίζω, γνώριμος ο φαύλος κύκλος ότι για να δημιουργήσουμε ένα άστρο, χρειάζεται να έχουμε την ενέργεια ενός άστρου. Δυστυχώς, παρά την τεχνολογική μας εξέλιξη, η ενέργεια της Δημιουργίας πρέπει να προέλθει από κάπου αλλού. Η σφαίρα του Ήλιου λοιπόν στήθηκε αλλά δεν έχει μέσα ήλιο. Είναι σαν το παραμύθι που δεν έχει δράκο, τζούφια δηλαδή. Αναμένουμε το Θεό να στείλει ενέργεια από την αρχή του Σύμπαντος για να ξεκινήσουμε».
«Ναι, αυτό το πράγμα κάθε φορά μάς καθυστερεί. Θα πρέπει να μελετήσεις ένα τρόπο- να πάρει η ευχή, δυστυχώς μάς πέθανε και ο Ήλιος που θα μπορούσε να σε βοηθήσει-, που θα μάς επιτρέψει να παράγουμε ενέργεια μόνοι μας απ’ αυτό το γαλακτερό χάος, ώστε να γίνουμε πιο ανεξάρτητοι, να εθιστούμε στην αυτενέργεια, και να μην εξαρτώμαστε σε κάθε βήμα από το Θεό».
«Γιε μου, μη λέμε τα ίδια και τα ίδια. Το χάος που έχει απομείνει στο τέλος της Δημιουργίας είναι ενεργειακά νεκρό σαν οστά τοποθετημένα σε φέρετρο. Η μέγιστη εντροπία έχει ρουφήξει απ’ αυτό κάθε ίχνος ενέργειας. Χρειαζόμαστε άρα πάντα παλιγγενεσία, χρειαζόμαστε πάντα την επόμενη γονιμοποίηση, ένα νέο “γεννηθήτω φως”. Έχεις τη φήμη ότι είσαι ο πυρφόρος Προμηθέας, αλλά μη τρελαθούμε κιόλας. Τη φωτιά την παίρνεις από αλλού».
«Τέλος πάντων, ειδοποίησέ με όταν έλθει το δωράκι μας από την αρχή του χρόνου», είπε ο Προμηθέας και πήγε στην καμπίνα του για να ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου.
Κενόν.
«Πλοίαρχε, παρατηρείται δραστηριότητα μέσα στην ηλιακή σφαίρα. Έχει γεμίσει με ενέργεια στο φουλ! Τα ύψη του κβαντικού ελαίου είναι τέτοια, ώστε οι μετρητές μας πάνε να σπάσουν», διεμήνυσε από τη γέφυρα ο Υπερίων.
«Εδώ δεν ισχύει το “σε δουλειά να βρισκόμαστε”, αλλά ότι βρισκόμαστε σε δουλειά», είπε ο νυσταλέος, αλλά παρά ταύτα τα μάλα κινητοποιημένος Προμηθέας. «Υπερίωνα, ξεκίνα με μυρίνα, μη στέκεσαι καθόλου. Μέχρι να πάρω το συριζανέλ και να έλθω στη γέφυρα, θέλω να έχει γίνει η πρώτη καταστέρισις».
ΦΩΝΗ ΥΠΕΡΙΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΦΩΝΑ: «Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα… Εκτέλεσις».
Και έτσι στην περιοχή που είναι σήμερα ο Σταυρός του Νότου εμφανίστηκε μετά από μια πλουμιστή θεαματική έκρηξη το άστρο, που ο Προμηθεύς βάφτισε εντελώς αυθόρμητα Μυία.
Όλο το πλήρωμα θαύμαζε το έργο του από την οθόνη και είδε ότι καλόν.
«Ένα ωραίο πρωτογενές άστρο», έλεγαν όλοι θαμπωμένοι από την ομορφιά της ακτινωτής λάμψης, που θύμιζε τετρακτύα του Πυθαγόρα. Κάθε φορά επέτρεπαν στον εαυτό τους λίγες στιγμές ρέμβης και αναπόλησης πριν ξαναπιάσουν δουλειά.
«Μακάρι να εξαντλούνταν η εργασία μας στο ευχάριστο κομμάτι», μονολόγησε ο Προμηθέας πριν ανανήψει απότομα. «Έχουμε όμως ακόμη την ψαλμωδία του ύμνου για την απόδοση νοήματος και τη μετατροπή του αστέρα σε πάλλοντα, ώστε να εκπέμπει αυτό το μήνυμα στη Γη. Αστέρες εμοιρίδιοι πάσης μοίρης σημάντορες όντες, θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν (οι αστέρες μετέχουν στη μοίρα, δείχνουν το δρόμο της και έτσι ορίζουν το θείο μονοπάτι των θνητών ανθρώπων)».
«Αυθέντα», είπε η Ευρύβια από τις επικοινωνίες, «έχουμε τόση πολλή δουλειά που καμιά φορά διερωτώμαι τι κάνουν τα υπόλοιπα πλοία του αστροστόλου».
Ο Κατεπάνω γύρισε απότομα και την κατακεραύνωσε επιτιμώντας την που αναρωτιέται τα αυτονόητα, αλλά η υποπλοίαρχος τον πρόλαβε:
«Ναι, ξέρω έχουν αναλάβει τους ελάσσονες αστερισμούς, αλλά οι εβδομήκοντα βασικοί είναι δική μας αρμοδιότητα».
«Εβδομήντα ένα συνολικά αστερισμοί και άστρα, εκ των οποίων πενήντα τρεις αστερισμοί και δέκα οκτώ άστρα, υποπλοίαρχε», όχλησε και επεσήμανε αυστηρά ο Υπερίων, «μάθε να είσαι ακριβής στους υπολογισμούς σου».
«Αμάν, είπα κι εγώ να πω μια ατάκα και με γαμήσατε», μουρμούρισε χαμηλόφωνα η Ευρύβια, αν και γνώριζε ότι ο Υπερίων είχε οξύτατη ακοή και δεν θα τού ξέφευγε η παρατήρησή της.
«Ναι, πρέπει να μείνει κάποια αρμοδιότητα και για τα άλλα πλοία, αλλά για φανταστείτε! Υπάρχουν πθ’ (ογδόντα οκτώ) καταγεγραμμένοι αστερισμοί και πθ’ ύμνοι που έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής Ορφέας για να τούς ποιήσει, να τούς δελεάσει προς την ύπαρξη. Δηλαδή πόσο πια αληθοφανής να είναι η ιστορία μας, ρε φίλε;», είπε ο Προμηθέας απευθυνόμενος είτε στον Υπερίωνα είτε σε ένα φανταστικό κοινό.
Ο
χορός φέρνει επί σκηνής τον πρώτο καταστεριτικό ορφικό ύμνο:
ΘΥΜΙΑΜΑ- ΛΙΒΑΝΟΝ ΝΟΤΟΥ
(ΝΟΤΙΟΥ ΑΝΕΜΟΥ)
«Λαιψηρόν πήδημα δι’ αέρος υγροπόρευτον,
Ωκείαις πτερύγεσι δονούμενος ένθα και ένθα
Έλθοις συν νεφέλαις νοτίαις όμβρου γενάρχα
Τούτο γαρ εκ Θεού έστι σοι γέρας αερόφοιτον,
Ομβροτόκους νεφέλας εξ αέρος εις χθόνα πέμπειν
Τοι γαρ λιτόσμεθα, μάκαρ, ιεροίς χαρέντα
Πέμπειν καρποφόρους όμβρους επί μητέρα γαίαν».
(Συ που πηδάς γρήγορα στου αέρος στα υγρά κύματα
Και δονείσαι με ωκέα φτερά εδώ κι εκεί χωρίς πατήματα
Έλα με σύννεφα του νοτιά, συ γενάρχη βροχής
Που ο Θεός σού ‘δωσε προνόμιο στον αέρα να μπεις
και να στέλνεις από εκεί στη γη τα βροχερά νέφη
Σε παρακαλούμε, μακάριε, αφού ευφρανθείς με κέφι
Στείλε στη μητέρα -γη που με θυσίες σού γνέφει
Βροχή που θεριεύει καρπούς και τους κόπους στέφει.)
«Εδώ βέβαια» πρόσθεσε ο Υπερίων, «το επιστημονικό ήθος επιβάλλει να αναφέρουμε ότι το ποίημα που απαγγείλαμε δεν έλεγε “Θεός”, αλλά “Δίας”».
«Μάλλον αυτό το κείμενο μάς έχει ξεμείνει από κάποια Δημιουργία, όπου επικράτησε στο τέλος ο Δίας. Δεν θέλω να με απασχολείς με τέτοιες ασημαντότητες, Υπερίωνα. Αν κολλάμε συνεχώς σε λεπτομέρειες, δεν πρόκειται να προχωρήσει με τίποτε η πλοκή και σού θυμίζω ότι είμαστε ακόμη στην αρχή», αντιγύρισε ο Προμηθέας.
«Κατεπάνω, βλέπουμε ότι με βάση το ποίημα σχηματίστηκαν ήδη πλανήτες, κάποιοι εκ των οποίων είναι κοντά στον αστέρα και τσουρουφλίζονται, ορισμένοι διαθέτουν ωκεανούς και ηπείρους, κάποιοι είναι γίγαντες αερίων, ένιοι είναι παγωμένοι νάνοι νικελίου και σιδήρου που φιλοδοξούν κάποτε να αποκληθούν πλανήτες, άλλοι πάλι συγκροτούν υπερβολικά πυκνούς και συμπαγείς αστέρες νετρονίου, ενώ φαίνεται επίσης να έχει σχηματιστεί μία ζώνη κομητών αντίστοιχη με τη δική μας Κυίπερ κι ένα νέφος από βράχους και διαστημικά σκουπίδια αντίστοιχο με το δικό μας Όορτ.»
«Για την ακρίβεια», μεσολάβησε ο Υπερίων, «έχουμε δεκαεννέα πλανήτες, εκ των οποίων τρεις…»
«Ποιος νιάζεται; Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά σκηνικό είναι», διέκοψε ο Προμηθέας. «Ευρυνόμη, πάρε μια άκατο μαζί με τη Μήτιδα και πηγαίνετε να εγκαταστήσετε τον πομπό. Νομίζω στο υπόγειο έχουμε κάμποσα απ’ αυτά τα παλιοσίδερα – ραδιοτηλεσκόπια που χρησιμοποιούνταν στο πρόγραμμα SETI για ανίχνευση εξωγήινης ζωής. Αυτά, άμα αντιστραφεί η πολικότητα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως παλμικοί πομποί. Προσέξτε τώρα, με παρακολουθείτε; Γιατί διακρίνω κάποια χαλαρότητα και θα σάς πάρει ο διάολος όλους εδώ μέσα. Το μήνυμα που θα στείλετε προκύπτει ήδη από τα γράμματα της λέξης ΜΥΙΑ. Μι (μητέρα) είναι η γέννηση, Ύψιλον είναι η διοχέτευση υγρών, Ιώτα είναι ο ιθύνων νους και Άλφα είναι η αρχή. Συνεπώς, η γρήγορη ερμηνεία είναι:
«Η γέννηση μάς δίδει πολλούς καρπούς και χυμούς,
Αλλά τελικά οδηγεί στο Θεό ο ιθύνων νους».
«Μπράβο ηγέτη μας», χειροκρότησε η Λητώ, «με ανακούφιση παρατηρώ ότι η ερμηνευτική σου ικανότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Ελπίζω κάποιος να βρεθεί να καταγράψει τις γλώσσες – σχόλια που εκστομίζεις, παρότι μεταδίδονται τηλεπαθητικά μέσω μεγάλων διαστημικών αποστάσεων , ώστε τελικά η μέγιστη προσφορά σου στην ανθρώπινη ανάπτυξη να αναγνωριστεί».
«Άσε το δούλεμα και το γλείψιμο, Λητώ. Τη δόξα θα μού κλέψει κάποια Πυθία που θα μασάει φύλλα ή κάποιος μάντης που θα μελετάει εντόσθια πουλιών και στην πραγματικότητα απλώς θα αναπαράγει αυτά που εκπέμπω εγώ. Ήδη εσύ σαν ανορεκτική που είσαι κι αφού έτσι κι αλλιώς μασουλάς μόνο γηθυλλίδες -πρασσαλίδες, θα μπορούσες να κάνεις καριέρα ως ιέρεια ή μάντισσα αναμασώντας την τηλεπαθητική έμπνευση που έρχεται από το υπερπέραν. Όμως επέλεξες το δρόμο της αρετής, όπως ο Ηρακλής, κι αντί να έχεις εύκολη ζωή παριστάνοντας ότι διαθέτεις “όμμα προφήτου” και τρεφόμενη με τα πεσκέσια και τα τάματα των πελατών, επέλεξες να υπηρετήσεις τον ύψιστο σκοπό μαχόμενη στο άκρο του Σύμπαντος. Σε επαινώ μεν και σού επιδαψιλεύω δάφνες, αλλά σού προσήκει και ψόγος, γιατί είσαι “κουρόγιδο”».
Η Ευρυνόμη και η Μήτιδα φόρτωσαν στα γρήγορα το σκάφος με τα ραδιοτηλεσκόπια, τόσο σκουριασμένα και πιτσικαρισμένα στις άκρες σαν να ήσαν τα αυθεντικά που είχε χρησιμοποιήσει ο Τέσλα και μια και δυο απογειώθηκαν προς την κατεύθυνση του πρώτου φιλικού πλανήτη, εκείνου δηλαδή που πληρούσε τις προδιαγραφές “goldilocks”, το οποίον δεν σημαίνει βέβαια «χρυσομαλλούσα» ή «χρυσομπουκλάτη», όπως πολλοί το μεταφράζουν, αλλά χρυσό κλείδωμα ιδανικών συνθηκών για την ανάπτυξη ζωής.
Με το που πλησίαζαν στον πλανήτη κι έλεγαν από μέσα τους «να και μια φορά που δεν συνέβη τίποτε» και αναλογίζονταν αν υπάρχει λογοτεχνικό είδος που να αποκαλείται «ανιαρή περιπέτεια», κάτι όχι τόσο καλό για τους θεατές αλλά πολύ συμφερτικό για τους πρωταγωνιστές, όντα φρικιαστικά, φρικώδη και φρικαλέα ξεπήδησαν από άλλη διάσταση, εκμεταλλευόμενα την αστάθεια και τη σύγχυση της αστρικής δημιουργίας.
Στο σημείο αυτό καθίσταται απαραίτητη μία παρέκβαση, για να μη νομίσει ο αναγνώστης ότι αφήνουμε αφηγηματικά κενά ή ότι υιοθετούμε σεναριακές ευκολίες: Παράλληλοι κόσμοι ήσαν πάντοτε σε επαφή με τον δικό μας, αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Δεν ήταν άραγε παράλληλοι κόσμοι τα τέρατα της μυθολογίας, η Σφίγγα, ο Λεβιάθαν ή οι επισκέψεις των ξωτικών, των δράκων, των γιγάντων, των νάνων, των λυκάνθρωπων, των καλλικάντζαρων, των βαμπίρ και των λοιπών μυθικών πλασμάτων, από τις οποίες βρίθει η αρχαία και η μεσαιωνική μας Ιστορία; Δεν ήταν επιρροή από ένα παράλληλο κόσμο η επικράτηση της μαγείας για χίλια ολόκληρα χρόνια στον πλανήτη μας; Πιστεύει άραγε κανείς σοβαρά ότι όλα αυτές οι λαϊκές παραδόσεις , που ανέδιδαν ψυχρό πανουκλιασμένο αέρα από ερμητικές, αραχνιασμένες κρύπτες, που μύριζαν σχοινί αγχόνης και θράκα ξύλου μαζί με κόκαλα μάγισσας, ήταν απλώς και μόνο δεισιδαιμονία χωρίς καμία πραγματική βάση, όταν δεν υπήρχε ούτε ένας που τις αμφισβητούσε; Φανταστείτε πόσα ανεξήγητα και κατά τα φαινόμενα υπερφυσικά περιστατικά θα έπρεπε να είχαν συμβεί, προκειμένου να δημιουργηθεί ανά τους αιώνες η εδραία πεποίθηση ότι υφίσταται αυτή η εξ αποστάσεως επίδραση, που αποκαλείται μαγεία. Ολόκληρος ο Μεσαίωνας ήταν μία περίοδος , όπου η παρουσία του Θεού ήταν τόσο καταθλιπτική, τόσο αληθινή , καταπιεστική και στραγγαλιστική, ώστε δικαίως και αμήχανα σοκάρεται η σημερινή εκκοσμικευμένη εποχή μας.
Η ένσταση βέβαια είναι γιατί όλα αυτά δεν συμβαίνουν πλέον σήμερα: Διότι πολύ απλά σήμερα το κοσμοείδωλο της κοινής συνείδησης είναι τέτοιο, ώστε δεν επιτρέπονται ζώνες του μισόφωτου ή αφηγήματα της κρύπτης ή της σκοτεινής πλευράς. Από τότε που ο Planck ανακάλυψε τη γνωστή σταθερά του, που είναι το πιο μικρό υπάρχον μέγεθος, οι ίνες ή οι χορδές του κόσμου μας έχουν γίνει τόσο πυκνές και στενές, ώστε τίποτε εξωτερικό δεν είναι πλέον δυνατό να διεισδύσει. Ως διευκρίνιση μες τη διευκρίνιση να πούμε ότι η ανακάλυψη ενός υποτιθέμενου προϋπάρχοντος είναι στην πραγματικότητα νέα εφεύρεση ή ευρεσιτεχνία, που προτείνεται και γίνεται αποδεκτή από την κοινή συνείδηση. Τούτο σημαίνει ότι πριν από τη σταθερά του Planck το ύφασμα του κόσμου μας δεν ήταν τόσο πυκνοραμμένο και επέτρεπε διελεύσεις από πλάσματα του αλλαχού. Τρανή απόδειξη ότι έτσι έχουν τα πράγματα είναι το εξής: Θα θυμάστε όλοι βέβαια ή θα έχετε διαβάσει ότι ολόκληρη τη δεκαετία του 1950 ο κόσμος είχε βουίξει από διάφορα παραφυσικά φαινόμενα, το κυριότερο εκ των οποίων ήταν η μαζική διέλευση UFO, που εμείς έχουμε μεταφράσει ως ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα), αλλά και ακόμη χειρότερα κυκλοφορούσε πλήθος μαρτυριών για την παρουσία αλλόκοτων πλασμάτων. Ο ένας στους πέντε έβλεπε δίπλα του πράσινα ανθρωπάκια με μαύρα σκιστά μάτια ή φωτεινά περιγράμματα με δύο μαύρα στίγματα στη θέση των οφθαλμών, ενώ αυτά τα όντα είχαν προβεί αποδεδειγμένα σε απαγωγές, που άφηναν ως παρακαταθήκη στα αποσβολωμένα θύματά τους απόκοσμες εντυπώσεις και πλούτο ανείπωτων και ανείδωτων παραστάσεων. Άπειρες φωτογραφίες φωτεινών αντικειμένων είχαν ληφθεί, που όσα μετεωρολογικά μπαλόνια ή διαφυγές μεθανίου και να επινοούσαν οι θετικιστές επιστήμονες, ήσαν αδύνατο να εξηγηθούν. Το παγκόσμιο αυτό φαινόμενο ερμηνεύτηκε ως ομαδική παράκρουση, αλλά βέβαια δεν είναι δυνατόν να τρελάθηκαν όλοι σε όλα τα μέρη του κόσμου ταυτόχρονα. Ξεχνάμε όμως ότι εκείνη η εποχή ήταν στον απόηχο των πυρηνικών εκρήξεων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και ότι, ακόμη και μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γίνονταν αλόγιστα και ανεύθυνα ένα σωρό πυρηνικές δοκιμές στον Ειρηνικό ωκεανό, στις νήσους Μπικίνι, στις ερήμους της Νεβάδα κ.λπ., καθώς και στα υπόγεια στρώματα του φλοιού της Γης. Πολύ πιθανότερη εξήγηση λοιπόν είναι ότι απλώς το υφάδι του χωρόχρονου είχε διαταραχτεί και ίσως σκιστεί σαν χασές απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα πειράματα, περίσταση που μάς επέτρεψε να ρίξουμε μία κλεφτή ματιά στις άλλες πραγματικότητες, όπου ξεπροβάλλουν πλοκάμια αντί για χέρια και ιριδίζουσες γυάλινες χάντρες ή βαθιές ρυτιδωμένες κόγχες αντί για μάτια. Ευτυχώς με τα χρόνια μάλλον η δορά επουλώθηκε και έτσι προστατευόμαστε και εμείς και η νοημοσύνη μας και η πνευματική μας υγεία από τέτοιες παρανοϊκές καταστάσεις. Ο χώρος και ο χρόνος δηλαδή δεν είναι σταθεροί πυλώνες ανεξάρτητοι από εμάς , αλλά επηρεάζονται τόσο από τις υλικές μας ενέργειες, όσο και από τις αντιλήψεις ή υπολήψεις μας. Αν κάποια μέρα ο ήλιος ανατείλει , αλλά δεν υπάρχει κανένα μάτι να τον δει, τότε αυτή θα είναι μία ανατολή χωρίς νόημα. Χωρίς τη νόηση και την εμπειρία, τις λέξεις και τα ονόματα καθετί που συμβαίνει είναι βουβό και κουφό, ανέκφραστο και ανόητο.
«Μύγα στη δεξιά πλευρά», είπε στο ακουστικό της η Ευρυνόμη, «Μάς κουτσούλησε με διαβρωτικό περίττωμα τον κινητήρα δίνης. Επίσης, με το μυζητήρα της προσπαθεί να αποσπάσει την οροφή και ήδη παρουσιάζονται ρωγμές στο κέλυφος. Βενοβίνδα, λέξον».
«Έκανε η μύγα κόλο κι έχεσε τον κόσμο όλο», μουρμούρισε φιλοσοφικά ο Προμηθέας. «Φαίνεται ότι με μία λογική τελικού αιτίου, που ορίζεται ως η κοσμολογική εκείνη συνθήκη, κατά την οποία ο Θεός έθεσε τα αυτιά στο πλάι του προσώπου, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να φοράει τα ομματοϋάλια που θα εφεύρει αργότερα, ονόμασα το άστρο Μυία, επειδή ήξερα ότι θα ξεπηδήσουν από το παράλληλο διάστημα μύγες. Άλλη εξήγηση, επιφανειακά πιο πειστική, είναι ότι θυμόμουν την ονομασία από προηγούμενη δημιουργία, αλλά αυτό απλά μεταθέτει το πρόβλημα, διότι πώς ήξερα στην πρώτη δημιουργία ότι…»
«Ηγεμών», φώναξε ο Υπερίων, ανεβάζοντας τα ντεσιμπέλ σε βαθμό που κανείς δεν θα περίμενε από αυτή τη στωική φιγούρα, «αναμένουμε διαταγάς. Η άκατος έχει πληγεί σοβαρά από εχθρικά λύματα».
«Πρέπει να σάς τα κάνω όλα πενηνταράκια, ρε παιδιά; Αχ, πού είσαι καημένη Ηώ! Κοίε, σπεύσε σε βοήθεια του σκάφους. Θεία, αφού οι πυροβολητές μας λείπουν, ανάλαβε εσύ τη χρήση των όπλων με αυτόματη σκόπευση. Πυρ κατά βούληση. Αυτό έλειπε, ακόμη δεν ξεκινήσαμε την αποστολή, να μάς μπλοκάρουν οι μύγες. Τότε ας υποβάλουμε από τώρα τις παραιτήσεις μας στο Θεό, να τελειώνουμε».
Τα πυροβόλα -ακτινοβόλα του Βενοβίνδα άρχισαν να κροταλίζουν- κατακεραυνώνουν ολόγυρα, σαρώνοντας την περίμετρο με περιστροφική κίνηση, διατρυπώντας τα έλυτρα, τα περιβλήματα και τους αρθωτούς τομείς των μυγών σαν μαχαίρι που κόβει ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα και μετ’ ου πολύ οι μύγες είχαν γίνει ψητές και τα κομμάτια τους σκόρπισαν στον κοσμικό άνεμο. Αγκαλιασμένες σχεδόν λεσβιακά, αλλά και αιμομιικτικά, αφού ήσαν αδελφές, η Ευρυνόμη και η Μήτιδα παρακολουθούσαν προβοσκίδες, νηματοειδή ψευδόποδα, ξεκοιλιασμένες κοιλιές με υγρή τροφή και εμετό, διάτρητους θώρακες και κουτσουρεμένα κελύφη να απομακρύνονται σε ομόκεντρους ολοένα διευρυνόμενους κύκλους. Το πρώτο (χαμηλό) εμπόδιο για το Κοσμογονικό Μυθοπλαστικό Αστροσκάφος είχε ξεπεραστεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ
Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα.. εκτέλεσις.
Εμφανίστηκε ένα σύστημα τριών ήλιων που ήσαν σε τροχιά και σε πλήρη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, αφού μάλιστα μία γλώσσα φωτιάς έρεε από τον έναν στον άλλον και συγκεκριμένα, όπως θα ‘λεγε ο Υπερίων, από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο που ήταν πιο βαρυτικά συμπαγής. Εκ πρώτης όψεως η επικρατούσα συνθήκη ήταν τόσο δυσμενής ώστε δεν θα περίμενε κανείς να υπάρχει εκεί κοντά πλανήτης που να μην είναι απόλυτα καψαλισμένος από την ανάσα των τριών ενωμένων σε θανάσιμο χορό δράκων. Κι όμως ανάμεσα στα θηρία έβρισκε τρόπο να διαβεί χωρίς να στριμωχτεί ή να καταστεί εφαψίας ένας – ένας μόνο- πλανήτης.
«Ηγεμών», είπε ο Υπερίων. «Περιέργως έχουμε έναν πλανήτη τάξης Μ, που περιστρέφεται σε τροχιά οκταριού γύρω από τους δύο ήλιους σε ασφαλή απόσταση από τον τρίτο, ικανό να γεννήσει και να συντηρήσει ζωή, πολύ φωτοτροπική, αφού κυριαρχεί κυρίως η ημέρα.»
«Αντιπλοίαρχε», διέκοψε ευθαρσώς και θρασέως η Μήτιδα, «όχι απλώς μπορεί ο πλανήτης να συντηρήσει ζωή, αλλά διακρίνω κι ένα σωρό βιολογικά σήματα της τάξεως του ενός εκατομμυρίου ζωικών όντων με επίπεδο πολιτισμού ανάλογο με εκείνο της Μεσοποταμίας περί το -Γ- (τρεις χιλιάδες) προ Χριστού».
«Για την ακρίβεια», πρόσθεσε ο Υπερίων σκύβοντας πάνω από το κεφάλι της Μήτιδος για να δει απευθείας τον ανυψωμένο ανιχνευτή, «ρσκγυqθΜ κάτοικοι».
«Αυτή η ενέργεια που μάς στέλνει ο Θεός από την αρχή του Σύμπαντος μάλλον εμπεριέχει κάποιο κώδικα νοήμονος σχεδιασμού κι έτσι κι εμείς οι ίδιοι κάθε φορά απορούμε με αυτό που κάθε φορά ξεπροβάλλει από την ηλιακή περιβληματική σφαίρα σαν να σπάει ένα γουρουνάκι κουμπαράς, μία μεξικανική πινιάτα ή να ξετυλίγεται ένα χριστουγεννιάτικο δωράκι χωρίς να ξέρουμε τι έχει μέσα», είπε ο Προμηθέας.
«Για την ακρίβεια», συμπλήρωσε ο Υπερίων κουνώντας πέρα -δωθε τα μυτερά αυτιά φαύνου- σειληνού- σάτυρου, «δεν γνωρίζουμε το πόσο εξελιγμένο θα είναι το ηλιακό σύστημα που θα βρούμε μπροστά μας ούτε ως προς το χρόνο, αν και αυτό μπορεί να είναι παρενέργεια του φαινοδιαστατικού διαδρόμου».
«Σε κάθε περίπτωση, κύριοι, ας εξερευνήσουμε αυτό που βοηθήσαμε να δημιουργηθεί. Υπερίων, Ωκεανός και Αγχιάλη μαζί μου στον μεταφορέα».
«Πλοίαρχε, εφιστώ την προσοχή και προειδοποιώ», επανήλθε ο αφάνταστα εκνευριστικός Υπερίων. «Όπως γνωρίζουμε από προηγούμενες δημιουργίες, υπάρχει οργανωμένη διείσδυση του Διός σε όλες τις παραμέτρους επανασχεδιασμού του Σύμπαντος. Και είναι επόμενο, όταν συγκρούονται δύο υπερδυνάμεις, η τιτανική – ανθρώπινη και η ολύμπια- εξωδιαστατική, όλα τα γεγονότα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και δήθεν αυθορμήτως συμβαίνοντα, να επηρεάζονται από τους δύο προαιώνιους αντίμαχους με πρακτορική παρείσφρηση, τηλεκατευθυνόμενα τηλεσκάφη (δρόνους), δηλητηριώδη βελάκια και τσιμπήματα από βουλγαρική ομπρέλα, προπαγανδιστικά φυλλάδια, ψεύτικους λογαριασμούς διάδοσης ψευδών ειδήσεων κ.λπ., που είναι τελικά πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα από την πρωτόγονη μέθοδο της πολεμικής εισβολής».
Ο Κένταυρος Χείρων καθόταν διπλωμένος στα μπροστινά του πόδια έξω από τη σπηλιά του, ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Η φυλή του είχε τη φήμη ότι ήταν άξεστη, απολίτιστη, βάρβαρη και βάναυση, ένα έθνος ισχυρομελών άλκιμων Βοιωτών με μακρύ πέος και λίγο μυαλό. Σίγουρα ο Όμηρος θα τούς απένειμε τους χαρακτηρισμούς που επιφύλασσε για τους Κύκλωπες «άζυγοι, αφρήτορες, ανέστιοι, οί πολέμου έρανται επιδημίου οκρυόεντος». Ήδη δύο από τους πιο ηλίθιους κένταυρους, ο Ροίκος και ο Υλαίος είχαν την έμπνευση – άστοχος όρος, απλά την ορμή- να προσπαθήσουν να βιάσουν την ωκύπου Αταλάντη, ευνοούμενη της θεάς Αρτέμιδας και αυτή βέβαια τούς τόξευσε και τούς εκτέλεσε. Ίσως βέβαια γι’ αυτή την απέχθεια που έτρεφαν όλοι προς τους κένταυρους έπαιζε ρόλο όχι μόνο ο απομονωτισμός τους, όχι μόνο η διφυής υβριδική φύση τους ως ανθρώπων και αλόγων ταυτόχρονα, όντας άλογοι τόσο ως άλογα όσο και στο νου, αλλά και οι κοινωνικές διακρίσεις, η λοξή επικάρσια (εξού και “bias“) μεροληψία και η προκατάληψη που ένιωθαν οι «φυσιολογικοί» γι’ αυτούς. Δεν μπορούσαν να τούς αναγνωρίσουν ή να τούς χρίσουν ιδιαίτερο φύλο, ένα ακόμη εκτός από τα υπάρχοντα εβδομήντα, αφού αυτό λύνει όλα τα προβλήματα;
Ο ίδιος πάντως ο Χείρων είχε από μικρός πνευματικές αναζητήσεις, όσο ταπεινές κι αν ήσαν οι καταβολές του. Όταν οι τιτάνες κυριαρχούσαν πριν από το βασίλειο του Διός κι ήταν στην εξουσία ο Κρόνος ο γενάρχης των χρονικών θνητών (που τούς τρώει κιόλας)- αν και βέβαια ούτε ο χρόνος ούτε ο θάνατος πρέπει να θεωρούνται κατ’ εξακολούθηση δολοφόνοι αλλά μάλλον σύντροφοι που μάς υπενθυμίζουν ότι κάθε στιγμή είναι μοναδική και μπορεί να μη επαναληφθεί-, περίεργη μοίρα θέλησε η ζηλότυπη σύζυγος Ρέα να πιάσει τον Κρόνο επ’ αυτοφώρω, στα πράσα που λέμε, την ώρα που με το τεράστιο όργανό του ικανοποιούσε τη Φιλύρα – ήδη ο ψυχολόγος του Χείρωνα τού είχε πει ότι το να λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους στις σεξουαλικές σκηνές είναι τεράστια ψυχολογική πρόοδος. Τη στιγμή που ο Κρόνος εξέχεε θορυβωδώς μεταμορφώθηκε σε ίππο, ώστε να πει μετά στη σύζυγο «κάποιο λάθος έκανες και θα σε ονομάσω στο εξής Ανθίππη, διότι είδες εμένα αντί του ίππου». Η Φιλύρα, που κατά την ώρα του οργασμού πρόλαβε ευτυχώς να έχει και κάποιο αίσθημα έκστασης πριν καταληφθεί από απόλυτο τρόμο, έτρεχε με το πολύ σπέρμα να στάζει, έτρεχε επί εννέα μήνες και βάλε τρεφόμενη με ακρίδες και μέλι άγριο, ώσπου έφτασε στη Θεσσαλία. Εκεί γέννησε τον ιπποκένταυρο Χείρωνα. Όταν είδε να βγαίνει από την κοιλιά της τούτο το μόστροσον και προδιγίοσον, έπαθε νευρικό κλονισμό και είπε στους θεούς να την μεταμορφώσουν σε δέντρο. Μη σε ξενίζουν οι πολλές μεταμορφώσεις, αναγνώστη, αρκεί να έχει κανείς επαρκή ενέργεια στη διάθεσή σου και γίνονται αυτά. Η περαιτέρω καριέρα της Φιλύρας δεν θα μάς απασχολήσει εδώ, γυρίζουμε στα πεπραγμένα, τα έργα και τις ημέρες του κένταυρου Χείρωνα.
Ήταν λοιπόν ικανοποιημένος από τον εαυτό του, διότι είχε διαψεύσει στην πράξη τις προκαταλήψεις που ίσχυαν για τη φυλή του. Έγινε αυτοδίδακτος ιατρός, χειρούργος, αστρονόμος, φιλόσοφος, μουσικός. Στο Πήλιο όρος, στην περίφημη σπηλιά όπου διέτριβε για να μην πληρώνει νοίκι και που αναγνωριζόταν από όλη την οικουμένη ως πανδιδακτήριο παροχής ουσιαστικών μόνο και όχι τυπικών προσόντων (πτυχία δεν μοίραζε), δίδαξε όλους τους ήρωες της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων αγαπημένοι του μαθητές ήσαν ο Ηρακλής και ο Θησέας, αν τούς έχετε ακούσει ποτέ. Κι αφού αποδείχτηκε ότι ένας κένταυρος μπορεί να αναδειχτεί και να πετύχει, τότε μπορούν όλοι οι κένταυροι, συλλογιζόταν κι έβλεπε κάπου μακριά στον ορίζοντα να ροδίζει μία αισιόδοξη αυγή.
Όμως ο Χείρων εκείνη την ημέρα, χωρίς να το ξέρει, είχε μπει βαθιά στη ζώνη του λυκόφωτος και επέπρωτο εκείνη η αποφράς ημέρα να είναι η τελευταία όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά για ολόκληρη τη φυλή του. Είναι μερικές φορές που η έκφραση «η χειρότερη μέρα της ζωής τινός» αποτελεί υποεκτίμηση, ωραιοποίηση και ευφημισμό κατά το ρητορικό σχήμα της λιτότητας, και δεν υπάρχουν στη Γη τόσα πολλά και τόσο αλμυρά δάκρυα που να αντιστοιχούν στη θλίψη και στο πένθος για ένα περιστατικό. Το χειρότερο βέβαια είναι να χάνει κανείς το παιδί του και ακόμη χειρότερο και αδιανόητο να χάνει όλα τα παιδιά του και τέλος το κακό να εξαπλώνεται στην πόλη και στην οικουμένη, ώστε κανείς πια να μην απομένει ν’ ακούσει τις φωνές, τις οιμωγές και τους θρήνους. Δεν υπάρχουν όρια στις συμφορές που μπορεί να υποστεί κάποιος, διότι δεν υπάρχουν όρια ούτε στη χαιρεκακία της μοίρας ούτε στην τύφλωση του ίδιου του ανθρώπου που αγνοεί ή δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ερμηνεύει σωστά τους οιωνούς.
Όλα ξεκίνησαν από κάτι που θα έπρεπε να είναι ένα ευτυχές γεγονός, ότι δηλαδή εκείνη την ημέρα ο Ηρακλής ερχόταν να επισκεφτεί τον παλιό δάσκαλό του για να τού δείξει και τη νέα του αρραβωνιαστικιά, τη Διηάνειρα, προσθέτοντας το κερασάκι στη τούρτα της ήδη καλά σχεδιασμένης έκπληξής του που θα έκανε τον Χείρωνα να χαρεί ακόμη περισσότερο, όχι μόνο για τις προόδους του μαθητή του και τους απίθανους άθλους που έκανε, αλλά και για τη μέλλουσα αποκατάστασή του.
Καθώς πήγαινε να περάσει τον ποταμό Εύηνο συνάντησε τον κένταυρο Νέσσο που ήταν περαματάρης. Τού γεννήθηκε η επιθυμία να παλέψει με τα κύματα του ορμητικού ποταμού γιατί πάντα κάθε ερέθισμα της πραγματικότητας κινητοποιούσε το μυικό τόνο του ημίθεου. Είπε λοιπόν στο Νέσσο:
«Εγώ θα περάσω κολυμπώντας, σού εμπιστεύομαι τη νύφη μου να την περάσεις απέναντι. Απ’ ό,τι θυμάμαι, είσαι γνωστός του δάσκαλου Χείρωνα κι αυτό είναι η μεγαλύτερη δυνατή εγγύηση για μένα. Θα ιδωθούμε στην αντίπερα όχθη, όπου θα σε αμείψω διπλά».
«Κανένα πρόβλημα, μείνε ήσυχος αφεντικό», είπε ο Νέσσος.
Πέφτει λοιπόν στα νερά του Εύηνου ο Ηρακλής, ξεκινάει με τη ξύλινη πλατφόρμα και ο Νέσσος σπρώχνοντας την κοίτη με το κουπί του, μέχρι όμως να φθάσουν στην αντίπερα όχθη – θε μου και συγχώρεσέ με- η Διηνάνειρα ήταν με τα πόδια ψηλά, η πλατφόρμα είχε γίνει κρεβάτι, η βαρκάδα κουνούσε πολύ και το κουπί είχε γίνει αλογίσιος καυλός και φαλλός, αν καταλαβαίνεις πάνω- κάτω την πλοκή και την εικόνα που επιθυμώ να δείξω, αναγνώστη.
Τώρα τι νόμιζαν οι δύο ξαφνικοί- περιστασιακοί εραστές; Δεν σκέφτηκαν ότι ο Ηρακλής θα τούς έβλεπε; Ίσως όμως η πράξη κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο είχαν προβλέψει και δεν μπορούσε ο Νέσσος να ολοκληρώσει. Μόλις το πλεούμενο προσόρμισε απλοήγητα και ακυβέρνητα, σχεδόν αυτόματα στην όχθη, μπούκαρε ο Ηρακλής κι άρχισε να βαράει επανειλημμένα τον Νέσσο στο κεφάλι με το ρόπαλό του μέχρι που το γένι δεν ξεχώριζε από το δέρμα. Ύστερα με μία επίδειξη πληγωμένου ανδρισμού και απρόβλεπτη μελοδραματική συμπεριφορά που τόσο αρέσει στις γυναίκες απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα προσκαλώντας εμμέσως τη Διηάνειρα να τον ακολουθήσει. Η Διηάνειρα όμως είχε απελπιστεί.
«Τι θα κάνω τώρα; Ο Ηρακλής θα με σκοτώσει.»
Τότε ο ξεδοντιασμένος και ματωμένος Νέσσος τής έδωσε το μανδύα του ποτισμένο με τον ιδρώτα της γενετήσιας προσπάθειας, το αίμα των πληγών του, αλλά κυρίως τίγκα στο σπέρμα καθώς τουλάχιστον η μισή ποσότητα χύθηκε έξω καθώς τον τράβηξε ο Ηρακλής.
«Θα’ χεις ήδη καταλάβει ότι οι εκκρίσεις των κενταύρων είναι το καλύτερο ερωτικό ελιξίριο. Πάρ’ το λοιπόν, με ευχαριστίες από το μαγαζί κι αν τυχόν ο Ηρακλής σού κάνει τσιριμόνιες, δώσ’ του το και θα δεις αμέσως ότι το ξύλο που (δεν) βγήκε απ’ τον παράδεισο και το γενναίο μπερντάχι θα μετατραπούν εύκολα σε ερωτική σκηνή. Όσο γι’ αυτό που μάς ένωσε, το κρατάμε, κανείς δεν μπορεί να μάς το πάρει. Ήταν η πιο επιτυχημένη, αριστοτεχνική και δεξιοτεχνική διάβαση του ποταμού που θα μπορούσα να φανταστώ, το αποκορύφωμα της καριέρας μου. Άξιζε τον κόπο, άξιζε τον… θάνατο», είπε πριν ξεψυχήσει. .
Κι έτσι επέπρωτο μπροστά στη σπηλιά του Χείρωνα αντί για τη θαλπωρή και τη ζεστασιά της υποδοχής να λάβουν χώρα υπερεαλιστικές σκηνές ζηλοτυπίας και παρ’ ολίγον γυναικοκτονίας. Ο Ηρακλής διηγήθηκε στο Χείρωνα τα καθέκαστα και κάθε φορά που έβαζε σημείο στίξης έδινε κι ένα χαστούκι στη Διηάνειρα για να υπογραμμίσει αρκούντως το δραματικό στοιχείο. Αυτή είχε κρύψει εν τω μεταξύ τον μανδύα του Νέσσου στα μπογαλάκια της για μελλοντική χρήση.
«Ηρακλή, συμβαίνουν αυτά», έλεγε ο σοφός Χείρων. «Δεν σημαίνει ότι ο δεσμός καταλύεται, στο κάτω- κάτω ο καθένας δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία». Από μέσα του είχε χλομιάσει γιατί έβλεπε ότι στην πραγματικότητα δεν γνώριζε το χαρακτήρα του πάλαι ποτέ μαθητή του που φαινόταν δύσθυμος, ευερέθιστος και οργίλος. Δυστυχώς δεν αρκεί να είναι καλός ο σπόρος της πραότητας και της γαλήνης, αλλά πρέπει και το έδαφος που τον υποδέχεται να μην είναι στέρφο και χέρσο. «Σε είχα διδάξει ότι εμείς οι κένταυροι έχουμε και το κοκαλάκι της νυχτερίδας, μάς έχει προικίσει η φύση με μία λάγνα αποπλανητική γοητεία, δεν φταίει το κορίτσι, έπεσε θύμα ύπουλης και καταχθόνιας φερομόνης, ίσα- ίσα φταις εσύ Ηρακλή που ξέχασες ό,τι σού είχα πει και την άφησες μόνη …»
«Γέροντα, μη με εξοργίζεις άλλο και κυρίως μη τα ρίχνεις σε μένα! Αν είναι όπως τα λες, γι’ αυτό κι εγώ θα εξαλείψω το γένος σας! Θα σάς σβήσω από προσώπου Γης, να ακόμη ένας άθλος που δεν μού τον επιβάλλει ο Ευρυσθέας, αλλά τον εξαγγέλλω μόνος μου!»
«Ηρακλή, για όνομα του Θεού, αυτά δεν είναι αστεία. Ο ένοχος πλήρωσε κι όπως σε είχα διδάξει το δίκαιο δεν γνωρίζει συλλογική, αλλά πάντα ατομική ευθύνη. Προσπάθησε να φανείς λογικός και να ηρεμήσεις σε παρακαλώ. Μού φαίνεται ότι το τσάι δεν κάνει δουλειά, έχει και λίγη καφεΐνη μέσα και δεν είναι το κατάλληλο για την περίσταση».
Τριπόδισε προς τον εσωτερικό της σπηλιάς, για να βρει τον υπηρέτη του. «Φόλε», είπε, «κάνε μια επιδρομή στην κουζίνα και φέρε ό,τι έχουμε να φιλέψουμε τον ήρωα. Και πού ΄σαι, φέρε και κάνα ποτάκι με περισσότερα γράδα, δεν είμαστε λέσχη γυναικών εδώ να μάς προσφέρεις τέιο».
Γυρνώντας προς το ζευγάρι έτριψε τα χέρια του και είπε: «Θα καθίσουμε οι τρεις εδώ μαζί και με το Φόλο τέσσερις να τα πούμε λίγο και θα λύσουμε όλες τις παρεξηγήσεις, όπως ταιριάζει στα πολιτισμένα πλάσματα του Διός. “Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου” και τα σχετικά».
Ο Φόλος έφερε σ’ ένα δίσκο ωμό κρέας και ζύθο. Όμως ο Ηρακλής ήταν πολύ κακόκεφος και δεν ήταν τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή το κατάλληλο πρόσωπο για να γράψει καλή κριτική σε περιοδικό γαστρονομίας.
«Δάσκαλε, με προσβάλλεις. Μού προσφέρεις ωμό κρέας, για ποιον με πέρασες, για κανένα απολίτιστο σαν τους κένταυρους του σογιού σου και τους κύκλωπες; Εμένα που με έχει προσκαλέσει στο τραπέζι του ο ίδιος ο Δίας, που έχω συμφάγει και συμποσιαστεί με τους θεούς! Δεν ξέρεις ότι ο Δίας κατακεραύνωσε το Λυκάονα που τού σέρβιρε ωμό κρέας…»
«Τον κατακεραύνωσε επειδή τού σέρβιρε ένα παιδί ψη…»
«Μη με διακόπτεις! Και ζύθος; Έλεος, τι είμαι, Αιγύπτιος σκλάβος των πυραμίδων;»
«Φόλε,» ψιθύρισε τρέμοντας ο Χείρων, «πάρε όπως είσαι το κρέας και πήγαινε να το ψήσεις…»
«Και κρασί, κρασί!», φώναξε ο Ηρακλής σπάζοντας το τραπέζι με μια γροθιά και χύνοντας το ζύθο σπονδή στο χώμα. Από τη στιγμή που φαντάστηκα τον Ηρακλή να ρίχνει γροθιά στο τραπέζι, θα ήταν σεναριακά μη ρεαλιστικό να μείνει το τραπέζι ανέπαφο. Ας προσπεράσουμε τη χασμωδία αυτή, λέγοντας ότι τού έφεραν αμέσως άλλο.
«Ηρακλή μου, θυμάσαι ότι εκ παραδόσεως οι κένταυροι κάθε γειτονιάς έχουν κοινό πίθο και δεν μπορώ να τον σφάξω χωρίς την παρουσία των άλλων».
Ο Ηρακλής αναποδογύρισε και το δεύτερο τραπέζι, κατακεραυνώνοντας τον πρώην δάσκαλό του μ’ ένα ιοβόλο βλέμμα.
Έτσι ο κοινός πίθος παραβιάστηκε κι επιτέλους το γεύμα του Ηρακλή ήταν έτοιμο προς βρώση και πόση, κρέας ψημένο και κρασί με ονομασία κατά παράδοση «Κένταυρος».
Τη στιγμή εκείνη μπούκαραν στη σπηλιά ή τέλος πάντων κάλπασαν στο προαύλιό της δύο ακόμη κένταυροι, ο Άγχιος που είχε πολύ άγχος και ο Άγριος που ήταν πολύ άγριος. Ήσαν οπλισμένοι με δαυλούς, ελατόξυλα, πέτρες και πελέκεις, αλλά πληγωμένοι και ρακένδυτοι, ερχόμενοι φανερά από μάχη.
«Σεβαστέ Χείρων, δεν υπάρχουν λόγια για να σού πούμε αυτό που πρόκειται ν’ ακούσεις. Το έθνος των κενταύρων δεν υπάρχει πια. Σφάχτηκαν όλοι, μείναμε μόνο εμείς».
Όταν κάποιος ακούει ότι έγινε ένα δυστύχημα και κάποιοι πέθαναν, πολλώ μάλλον χιλιάδες, το αφηρημένο του πράγματος, τα άγνωστα κενά πρόσωπα και ο ψυχρός αριθμός δεν τον αφήνουν να το συνειδητοποιήσει.
«Καλά δεν πήγατε για κηδεία, πήγατε για γάμο», ψέλλισε ο πανδιδάσκαλος.
«Ο Ευρυτίων το ξεκίνησε. Οι τελετές του γάμου πήγαιναν καλά με στεφάνια και με ειρεσιώνη που
«σῦκα φέρει καὶ πίονας ἄρτους
καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀποψήσασθαι
καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ»,
αλλά ξαφνικά αυτός ο κοκορόμυαλος ρίχτηκε σε μία Μνησιμάχη που ήταν κόρη κάποιου σημαίνοντος από τους Λαπίθες. Τα μαλακισμένα αυτά λύσσαξαν στην κυριολεξία, έβγαζαν αφρούς από το στόμα, σούβλισαν τον Ευρυτίωνα από την αρχή και μετά άρχισαν να μάς ξεπαστρέβουν μεθοδικά, σχεδόν τελετουργικά. Ήταν περισσότεροι, δάσκαλε, πολύ περισσότεροι, έπαιζαν και στην έδρα τους, πρέπει να ήσαν τουλάχιστον φΜ’, ενώ όπως ξέρεις εμείς ήμασταν το πολύ πΜ’».
Χρειάστηκε ένα ολόκληρο λεπτό για να συνειδητοποιήσει ο δάσκαλος τι του έλεγαν κι έπειτα κατέρρευσε στα τέσσερα.
«Μα … πώς είναι δυνατό αυτοί οι συβαρίτες καλοζωισμένοι Λαπίθες να κατέβαλαν εκπαιδευμένους σκληραγωγημένους κενταύρους, μαθημένους στις κακουχίες, γόνους πολεμικής φυλής, όπου τα βουνά ολόκληρα ηχούν από τις ιαχές και τις ευχωλές μας…»
Εκεί οι Άγχιος- Άγριος υιοθέτησαν τόνο μομφής και κατηγορίας.
«Ο μαθητής σου ο Θησέας τούς βοήθησε, δάσκαλε. Ήταν κι αυτός προσκεκλημένος και τάχα προσεβλήθη, προσβλήθηκε – προσβλήνεται που λένε κάποιοι, για τη Μνησιμάχη. Εσύ φταις, δάσκαλε, που δίδαξες σε όλα αυτά τα πλουσιόπαιδα των καλών οικογενειών, σ’ αυτή τη σιχαμερή απωθητική ελίτ που τα έβρισκε πάντα όλα εύκολα στη ζωή της, τον υποκριτικό ψευτο-κώδικα ηθικής που τούς έδωσε το ιδεολογικό θεμέλιο να μάς ξεκοιλιάσουν. Έσπευσαν όλοι να υπερασπιστούν την τιμή της Μνησιμάχης, σιγά μη βραχεί η ουρίτσα του γαϊδάρου. Ξεκληρίστηκε μια ολόκληρη φυλή, εξολοθρεύθηκε ολόκληρη η γενιά και η νεοττιά των κενταύρων για την τιμή μιας γυναίκας, υπάρχει μεγαλύτερος δικαιωματισμός από αυτό;»
Τότε για πρώτη φορά πρόσεξαν τον Ηρακλή που χλαπάκιαζε τη μπριζόλα του ώσπου να φτάσει στο Τ κόκαλο και έπινε το κρασί των κενταύρων.
«Ανάθεμά σε, δάσκαλε. Τάχα δίδαξες όλους τους ήρωες της Ελλάδος, εμείς τι ωφέλεια είχαμε από αυτό, μάς ρήμαξαν! Τώρα άνοιξες το βαρέλι μας και κέρασες το κρασί μας σ’ αυτόν τον ξένο που έρχεται στα μέρη μας και παριστάνει το γόη, τον σωματοκτίστη και τον μπρατσαρά, είναι κι αυτός, βλέπεις, πρώην μαθητής σου κι εμείς τι σού φταίμε; Ε συ, θαυμαστέ υπερήρωα, που καμώνεσαι πως είσαι ο μεγάλος άντρακλας, το σπέρμα που στάζει απ’ τη γυναίκα σου είναι άραγε δικό σου;»
Όπως ήταν αναμενόμενο, ορμά ο Ηρακλής, αρπάζει το δαυλό του ενός και τού καίει το πρόσωπο, αποσπά το ρόπαλο του αλλουνού και τού το χώνει στα αποσιωπητικά. Και καθώς σφάδαζαν και οι δύο, επειδή ήταν εκτός των άλλων και ψυχοπονιάρης, τούς έδωσε τη χαριστική βολή τοξεύοντας τους με τα φαρμακωμένα βέλη της Λερναίας Ύδρας που είχε στη φαρέτρα του. Ο Φόλος που είχε συγγένεια με τον έναν απ’ τους δύο έσπευσε να ελκύσει το βέλος, το οποίο όμως έπεσε στο πόδι του και τού προξένησε αμυχή που αρκούσε για να επιφέρει το θάνατο.
«Ω σόρρυ φίλε Φόλε, δεν πρόλαβα να σού πω ότι τα βέλη έχουν φόλα», είπε με χαρακτηριστική καθυστέρηση ο Ηρακλής, ενώ ο Φόλος ήδη αναποδογύριζε και κοιτούσε με γυάλινα μάτια τα ραπανάκια ανάποδα.
Με ταχύτητα που δεν αναμενόταν από την κατάστασή του όρμησε στο βέλος ο Χείρων, το εξήγαγε αν θεωρήσουμε ότι ήταν εμπεπηγμένο και το κάρφωσε με δύναμη στο καπούλι του.
«Έτσι πεθαίνει ο Χείρων, ο τελευταίος των κενταύρων», είπε.
Ο Ηρακλής γονάτισε δίπλα του.
«Δάσκαλε, ειλικρινά αυτό δεν το ήθελα».
Εκείνη τη στιγμή ακριβώς διακτινίστηκε η ομάδα προσεδάφισης από το διαστημόπλοιο Βενοβίνδας.
Ο Ωκεανός έγειρε επάνω από τον Χείρωνα με τον καταγραφέα του, τον σκάναρε και γνωμάτευσε:
«Πρόμυ, δεν γίνεται τίποτε. Η κατάσταση είναι ανεπανόρθωτη».
«Δεν πειράζει Πριονοκόκαλε», είπε ο Προμηθέας με το χαϊδευτικό παρατσούκλι που αποκαλούσε το γιατρό.
Ο Υπερίων κύτταζε και αυτός τον φορητό ανιχνευτή του.
«Όπως το προέβλεψα, υπάρχει χρονική ανακολουθία, δηλαδή μέχρι να διακτινιστούμε εμείς, πέρασαν μέρες στον Α’ του Κενταύρου, όπως μέσα στη μεγαλοθυμία σου φρόντισες να βαφτίσεις τον πλανήτη, τετράστερε Κατεπάνω. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα πρόλαβαν οι κένταυροι και εξαφανίστηκαν όλοι. Δεν υπάρχει βιολογικό σήμα κένταυρου σε όλο τον πλανήτη εκτός από το εξασθενημένο που εκπέμπει ο πληγωμένος τετράποδος κύριος».
«Καταλάβαμε», συνέχισε ο Προμηθέας, «ενώ διασχίζαμε τράνζιτ τον μικρόκοσμο και τα μόριά μας μεταφέρονταν στον πλανήτη, ότι γινόταν μεγάλο μακελειό. Νομίζαμε ότι θα προλάβουμε να επέμβουμε αλλά τελικά δεν προλάβαμε».
«Σ’ ευχαριστώ εκ μέρους της φυλής μου για το τίποτε, αυθέντα. Σ’ ευχαριστώ, όπως επιβάλλουν οι κανόνες της ευγένειας και της ευγνωμοσύνης, για όσα προτίθεσο να κάνεις αλλά εντέλει δεν έκανες. Έτσι θέλω να θυμούνται όλοι τους κενταύρους, γιατί υπήρξαμε παρεξηγημένα, κατά βάθος ευαίσθητα πλάσματα. Στο σημείο αυτό θέλω να παραδώσω τη ψυχή μου σε κάποιον να μη χαθεί σαν δάκρυ στη βροχή και σαν ψιχάλα στον άνεμο. Όλα τα επιτεύγματα της φυλής μας, οι σκέψεις, οι ανησυχίες μας, ο τρόπος που βλέπαμε το Σύμπαν μέσα στο ξέφρενο καλπασμό μας δεν είναι δυνατό να πάνε χαμένα, να αναλιγωθούν στον ωκεανό της λήθης…»
Ο Προμηθέας απευθύνθηκε στην ομάδα του. Ο Υπερίων έβαλε τον αντίχειρά του στον αριστερό κρόταφο του Χείρωνα και τα υπόλοιπα δάκτυλά του, δύο στο μέτωπο, ένα στο δεξί ζυγωματικό και ένα στο πηγούνι: «Το μυαλό μου στο μυαλό σου και οι σκέψεις μου στις σκέψεις σου».
«Ενώ ο Υπερίων προβαίνει σε νοητική σύντηξη, οι υπόλοιποι να ψάλουμε τον ύμνο του Κορύβαντος», είπε ο αυθέντης.
ΘΥΜΙΑΜΑ- ΛΙΒΑΝΟΝ ΚΟΡΥΒΑΝΤΟΣ
«Κικλήσκω χθονός αενάου βασιλέα μέγιστον
Κύρβαντ’ ολβιόμοιρον, άρειον, απροσόρατον,
Νυκτερινόν Κούρητα, φόβων αποπαύστορα δεινών
Φαντασιών επαρωγόν, ερημόπλανον Κορύβαντα
Αιολόμορφον άνακτα, θεόν διφυή, πολύμορφον,
Φοίνιον, αιμαχθέντα κασιγνήτων υπό δισσών
Δηούς ός γνώμησιν ενήλλαξας δέμας αγνόν
Θηρότυπον θέμενος μορφήν δνοφερού δράκοντος,
Κλύθι, μάκαρ, φωνών, χαλεπήν δ’ αποπέμπου μήνιν,
Παύων φαντασίας ψυχής εκπλήκτου ανάγκης».
(Καλώ τον μέγιστο βασιλιά της αιώνιας γης,
Κορύβαντα ανδρείο που κάλλιο μπροστά σου να μη δεις
Κούρητα νυκτερινό που καταπαύει φόβους δεινούς,
Πλανάται στην έρημο και σβήνει των ξωτικών τους φανούς
Τον αιολόμορφο άνακτα, δίμορφο, θεό διφυή,
Τον αιμάτινο που σφάχτηκε από ίδια δελφύ
(εννοούνται οι υπερήρωες Ηρακλής, Θησέας)
Που η Δήμητρα σ’ έκανε ν’ αλλάξεις την αγνή σου μορφή
Και θηριοειδές άλογο να γίνεις έχων ανθρώπου κορφή,
Άκουσε, μάκαρ, τις φωνές μου κι απόδιωξε την οργή σου,
Απόπεμψε τους δαίμονες της τρομαγμένης ψυχής σου).
Ο Χείρων φάνηκε να ανακουφίζεται με το ξεφόρτωμα του πνεύματός του, ενώ ο Υπερίων στράφηκε στους υπόλοιπους γεμάτος κατανόηση.
Ο Χείρων όμως με μία τελευταία σπασμωδική κίνηση άρπαξε το μανίκι του Υπερίωνα και ψιθύρισε με την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του:
«Υπερίων, τι θα μείνει τελικά από τους κένταυρους, τι θα μείνει…»
«Σκιάς όναρ άνθρωπος», απάντησε ο Υπερίων.
«Ναι, αλλά από τους κενταύρους, από τους κενταύρους…»
«Ένα κέντημα αύρας», απάντησε ο Υπερίων, «και αυτό είναι αρκετό».
Ο Χείρων ένευσε καταφατικά και ξεψύχησε κρατώντας ακόμη γερά το μανίκι του Υπερίωνα που χρειάστηκε να βάλει δύναμη για να αποσπάσει τη χείρα- μέγγενη.
Ο Προμηθέας είπε: «Νομίζω ότι όλοι μας εγκρίνουμε να εκπεμφθεί αυτή η ιστορία προς τη Γη. Αχρονολόγητη όπως πάντα, πρόκειται για συλλογή και διάδοση νοημάτων με σκοπό τη διαπαιδαγώγηση της ανθρωπότητας, δεν κάνουμε μίζερη θετικιστική επιστήμη εδώ. Κάποιοι θα προσπαθήσουν να αποδείξουν αυτό που είναι συστατικό και ιδρυτικό, να βαθμονομήσουν το αβαθμολόγητο, να μετρήσουν το άμετρο, να εξιχνιάσουν τα βάθη της άπατης αβύσσου, κάποιοι άλλοι θα επιχειρήσουν να τα καταργήσουν τα νοήματα που εκπέμπουμε στο όνομα του καινούριου και του διαφορετικού κι ύστερα θα επιστρέψουν πάλι σ’ αυτά για να εμπνευσθούν».
Γυρίζοντας προς τον Ηρακλή, είπε:
«Ηρακλή, δεν πρέπει να ‘σαι περήφανος για όσα έγιναν εδώ σήμερα. Πρέπει να προβληματιστείς λίγο περισσότερο σε ποιους χαρίζεις την αφοσίωσή σου και την αξιοσύνη σου. Να σκεφτείς λίγο περισσότερο ποια είναι η αρετή και ποια είναι η κακία από τις δύο γυναίκες που συνάντησες κάποτε στο σταυροδρόμι. Υποτίθεται ότι οι ήρωες εκχερσώνουν τη ζούγκλα, ιδρύουν πόλεις και εισάγουν διοίκηση και θεσμούς κι εσύ μαζί με το Θησέα εκμηδενίσατε σήμερα μία ολόκληρη φυλή. Μην ακούς τα παραγγέλματα κάποιων ψεύτικων θεών που υπαγορεύουν άνωθεν άρρητ’ αθέμιτα ή προφητών που κραυγάζουν και ξελαρυγγιάζονται από κάποιο βουνό, αλλά μόνο στην επίμονη φωνούλα του δαιμόνιου που πηγάζει από μέσα μας. Ο άνθρωπος, Ηρακλή, εκπηδά από το ζωικό υπόβαθρο και άνω θρώσκει. Η προσωπικότητά του οφείλει να είναι δομημένη πυραμίδα. Οι ιδέες για τη σωτηρία της ανθρωπότητας είναι απλά η βάση και δεν αρκούν. Ακολουθεί το στάδιο της ηθικής που έχει αξία μόνο αν τηρείται απαρέγκλιτα, αλλιώς έχουμε χάσει ήδη την ψυχή μας και γίναμε κύμβαλα αλαλάζοντα του Διονύσου. Στο τέλος έρχεται η εφαρμογή των εθικών ιδεών, τακτική, στρατηγική και τέχνη διοικητική. Αν το ένα από τα τρία στάδια λείψει, τα υπόλοιπα δύο δεν έχουν κανένα νόημα, η πυραμίδα γκρεμίζεται. Συλλογίσου γύρω από αυτά, έτσι και αλλιώς είμαι βέβαιος ότι θα τα ξαναπούμε κάπου εκεί έξω».
Το χαμόγελο του Προμηθέα τρεμόπαιξε, τρεμόφεξε, μαρμαρύγησε και σπινθήρισε καθώς τον συνεπήρε μαζί με την ομάδα προσεδάφισης το κύμα του μεταφορέα, αλλά ο Ηρακλής δεν θα χαμογελούσε καθόλου, αν μαζί με τη μεγάλη του δύναμη είχε και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον.
Έδωσε μια σεξιστική σπρωξιά στη Διηάνειρα.
«Κοίτα μπροστά εσύ, τελείωσε η δουλειά μας εδώ, κάναμε ό,τι ήταν να κάνουμε», είπε καθώς διασκέλιζαν το κατώφλι της γεμάτης με πτώματα σπηλιάς. Στα μπολαγάκια της κοπέλας, όπως είπαμε, είχε προστεθεί και ο μανδύας του Νέσσου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΒΩΜΟΣ, ΤΡΙΠΑΤΡΙΑΡΧΟΝ (ΤΡΙΓΩΝΟ ΝΟΤΟΥ), ΙΝΔΟΧΗΝ (ΤΟΥΚΑΝΑ), ΙΝΔΟΣ
Αρκετά παραξενεμένοι ο πρώτος αξιωματικός Υπερίων και ο ιατρός Ωκεανός χτύπησαν την πόρτα του δωματίου ετοιμότητας του κυβερνήτη που δεν τούς είχε συνηθίσει σε τόσο οικείες προσκλήσεις.
«Εμπρός, εμπρός μπείτε με θάρρος στο σαλόνι το καλό», είπε ο Προμηθέας. «Καθίστε».
Επιθεωρώντας την κάβα του ο (πάντα ενεργών εντός αρμοδιότητας) ηγεμών είπε.
«Ιατρέ, όπως καταλαβαίνεις, είναι δύσκολο να έχω ροδόσταμο μέντας, όπως αυτό που πίνετε στους νότιους ωκεανούς και στα τροπικά νησιά. Έχω όμως ερυθρόχρουν ιχθυοσαυριανό οιναπόσταγμα και σοκολατένιο θεοβρωμυλιανό ζύθο».
«Εντάξει, παρότι είμαι εν υπηρεσία», είπε ο Ωκεανός, «θα πιω ένα ποτήρι ιχθυοσαυριανό, βάλε όμως και κάμποσες σταγόνες θεόβρωμα μέσα».
«Κυβερνήτη, όπως ξέρεις, εμείς οι Ατλάντες δεν πίνουμε αλκοόλ. Μόνο νερό και φρουτοχυμό».
Ο Προμηθέας, παρότι είχε ανοίξει το αρμάρι με τα ποτά, βαρέθηκε γρήγορα να παριστάνει τον καλό οικοδεσπότη.
«Τέλος πάντων σερβιριστείτε. Θα κάθομαι τώρα εγώ να ψάχνω την ιδιοτροπία του καθενός…»
Αφού ο καθένας πήρε μπροστά ένα ποτήρι περισσότερο συμβολικά και εθιμοτυπικά παρά για να πιει, φοβούμενος μη χαρακτηρισθεί οινόφλυξ ή βαρελόφρων και μάλιστα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, ο Προμηθέας άρχισε την ενημέρωση.
«Όπως θυμάμαι αμυδρά από προηγούμενες Δημιουργίες σειρά τώρα έχει η αντιπαράθεση με έναν πολύ μεγάλο και επικίνδυνο εχθρό, τον Διόνυσο, υπεύθυνο, σάς θυμίζω, για το θάνατο της Ηούς. Το να θεωρήσουμε ότι θα τον νικήσουμε με την πρώτη είναι όνειρο θερινής νυκτός και πιθανότητα που δεν παίζει. Προτείνω να τού στήσουμε παγίδα που να περιλαμβάνει τρία- τέσσερα αστρικά συστήματα. Αν δεν επιτύχουμε να τον εξουδετερώσουμε στο πρώτο, θα έχουμε τουλάχιστον άλλες δύο απόπειρες στη διάθεσή μας, όπως γίνεται στους ολυμπιακούς αγώνες. Για να μην ανησυχήσουμε όμως το πλήρωμα που θα διερωτάται ποιος είναι ο λόγος για τις συνεχόμενες καταστερίσεις, προτείνω να τις κάνουμε “in camera” κεκλεισμένων των θυρών, συγκροτώντας ένα άτυπο, το τονίζω άτυπο, συμβούλιο αποτελούμενο από το σκληρό πυρήνα της διοίκησης, δηλαδή από εμάς, να καλέσουμε από το χάος τέσσερις αστερισμούς που να σχετίζονται με το μύθο του Διονύσου, δηλαδή τον Βωμό, το Τριπατρίαρχον, τον Ινδοχήνα και τον Ινδό και να εγκαταστήσουμε σε καθένα από αυτούς τις παγίδες μας ώστε να…»
«Δεν είναι καλύτερα να κάνουμε μία άτυπη ολομέλεια αντί συμβουλίου, ώστε να έχουμε μεγαλύτερη νομιμοποίηση…»
«Δόκτωρ, η σύγκληση άτυπης ολομέλειας είναι εγγενής αντίφαση ήδη από την κατάστρωσή της. Η στρατηγική σημασία του άτυπου είναι ακριβώς να μη μαθευτεί, ενώ η ολομέλεια εξ ορισμού συνεπάγεται διάδοση σαν να βγαίνει στην κεντρική πλατεία τελάλης με βούκινο. Βεβαίως ομιλώ πάντα για δημοκρατικά διορισμένα συμβούλια, όπως είναι το δικό μας, και όχι για μυστικοπαθή ιερατεία».
«Ναι», διευκρίνισε ο Υπερίων, «εμείς έχουμε την αποδοχή και την ευλογία όσων ανθρώπων έχουν φάει τη γη και πιει το νερό της, έχουν καεί απ’ τη φωτιά και δροσιστεί από τον αέρα της, όλων των πνευμάτων με ανολοκλήρωτες καταπιεσμένες επιθυμίες που έχουν ενσωματωθεί στο Θεό κι έχουμε απ’ όλους αυτούς ένα είδος επιταγής εν λευκώ να ενεργούμε σε δύσκολες στιγμές ως υπαγορεύοντες νομοθέτες, όπως ήταν ο Κλεισθένης, ο Δράκων, ο Σόλων, ο Ζάλευκος κι ο Χαρώνδας. Επομένως, συμφωνώ για λήψη έκτακτων μέτρων που θα μείνουν μεταξύ μας.»
Ο Προμηθέας ένευσε με ικανοποίηση για την έγκριση του Υπερίωνα, αλλά ύστερα κύτταξε για ένα σιωπηλό λεπτό με τα καστανά του μάτια έντονα και εμφατικά καθένα εκ των δύο στενών συνεργατών του.
«Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, ώστε δεν δύναμαι να ζητήσω τίποτε λιγότερο από την απόλυτη και αμέριστη στήριξή σας».
«Μαζί σου ως το θάνατο, κυβερνήτα. Δεν νομίζω να έχεις καμιά αμφιβολία γι’ αυτό», έσπευσε να πλειοδοτήσει ο Ωκεανός.
«Δόκτωρ, σε παρακαλώ για μία ακόμη φορά να απέχεις από συναισθηματικές εξάρσεις που δεν βοηθούν σε τίποτε την πραγμάτωση του εκάστοτε σκοπού μας», υπέμνησε ο Υπερίων ελαττώνοντας τη μελοδραματική στάθμη.
«Εντάξει», είπε δύσθυμα ο Ωκεανός, «μη το κουράζουμε, αρχίστε τη ψαλμωδία γιατί έχουμε και τέσσερα τροπάρια. Λυπάμαι τους αναγνώστες».
«Αντιγράφω αυτό που είπες, ελήφθη, σημειώθηκε και προχωράμε», είπε ο Προμηθέας. «Να αρχίσουμε από τον αστερισμό που θα ονομασθεί Βωμός και ας ψάλλουμε το τροπάριο Βάκχου Περικιόνιου».
«Βάκχου Περικιόνιου; Τροπάριο είναι αυτό ή σταθμός του μετρό;», είπε το καλαμπούρι του ο δόκτωρ.
ΒΑΚΧΟΥ ΠΕΡΙΚΙΟΝΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕ ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κικλήσκω Βάκχον περικιόνιον μεθηδότην
Καδμίοις δόμοις ός ελισσόμενος περί πάντη
Έστησεν κρατερούς βρασμούς γαίας αποπέμψας
Ηνίκα πυρφόρος αυγή εκίνησεν χθόνα πάσαν,
Πρηστήρος ροίζοις- ός δ’ ανέδραμε δεσμός απάντων,
Ελθέ, μάκαρ, βακχευτά, γεγηθυίαις πραπίδεσιν»
(Καλώ τον Βάκχο που τρέχει σε στύλους και σώματα,
Που μέθυσε τις μαινάδες στου Κάδμου τα δώματα
Στήριξε τη Γη και γαλήνεψε τους σκαιούς κλονισμούς
Όταν η πυρφόρος αυγή τάραξε το χώμα με σεισμούς
Και τυφώνες – συ όμως απέβης των πάντων δεσμός
Ως μάγκας, καραμπουζουκλής, τυχαρπάστων εσμός).
Και εφάνη ο αστερισμός Βωμός και είδε το συμβούλιον το φως ότι καλόν. Προχώρησαν στα γρήγορα για το Τριπατρίαρχον (Τρίγωνο Νότου), εμφαινόμενο μέσω του κοντακίου Τριετηρικού.
ΤΡΙΕΤΗΡΙΚΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕ ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κικλήσκω σε, μάκαρ, πολυώνυμε, μαινόλα, Βακχεύ
Ταυρόκερως, ληναίε, πυρισπόρε, Νύσιε, λυσεύ
Μηροτρεφής, λικνίτα, πυρίπνοε και τελετάρχα
Νυκτέριε, Ευβουλεύ, μιτρηφόρε, θυρσοτινάκτα
Όργιον άρρητον, τριφυές, κρύφιον Διός έρνος
Πρωτογόνε, ηρικεπαίε, θεών πάτερ ηδέ και υιέ
Ωμάδιε, σκηπτούχε, χοροιμανές, ηγέτα κώμων
Βακχεύων άγιας τριετητίδας αμφί γαληνάς
Ρηξίχθων, πυριφεγγές, εφάπτορ, κούρε διμήτωρ,
Ουρεσίφοιτα, κερώς, νεβριδοστόλος, αμφιέτηρε,
Παιάν θυρσεγχής, υποκόλπιε, βοτρυόκοσμε,
Βάσσαρε, κισσοχαρής, πολυπάρθενε και διάκοσμε,
Ελθέ, μάκαρ, μύστησι βρύων κεχαρημένος αεί».
(Σε καλώ μακάριε, πολυώνυμε, μανιακέ βοτρυοπατητή
Ταυροκέρατε, πυρισπόρε, νυχοκεντριστή, λυτρωτή
Μηροτρεφή, λικνιζόμενε, πυρίπνοε, δεν χορταίνεις τελετή,
Νυκτερινέ, εύβουλε, μιτροφόρε, που σείεις πεύκου κώνο
Σκέτο όργιο, κρυφέ βλαστέ του Δία με τριφυή γόνο
Πρωτόγονε, πατέρα θεών και υιέ που τα ρείκια κουνάς
Ωμοφάγε, σκηπτούχε, χορομανή που τους κώμους κερνάς
Γιορτάζοντας με (αν-) ησυχία κάθε τριετία αλλά και διετία
Ρηξίχθονε, πυρίφεγγε, που έχεις δυο μητέρες, εφαψία
Ορειβάτη, με προβιά ελαφιού, βρυοφόρε οιηματία
Μουσικόφιλε, υποκόλπιε, βοτρυόκοσμε, διακοσμητή
κισσοχαρή, παρθενοδιακορευτή, μάς έπρηξες το αυτί).
Το Τριπατρίαρχον φάνηκε, σειρά έχει ο Ινδοχήν.
ΥΜΝΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΒΑΣΣΑΡΕΩΣ ΤΡΙΕΤΗΡΙΚΟΥ
«Ελθέ, μάκαρ Διόνυσε, πυρίσπορε, ταυρομέτωπε,
Βάσσαρε και Βακχεύ, πολυώνυμε, πανταδυνάστα,
Ός ξίφεσιν χαίρεις, ηδ’ αίματι, Μαινάσι θ’ αγναίς
Ευάζων κατ’ Όλυμπον, ερίβρομε, μαινόλα Βάκχε
Θυρσεγχής, βαρύμηνι, τετιμημένε πάσι θεοίς
Και θνητοίς βροτοίς όσοι χθόνα νεαιτάουσιν
Ελθέ, μάκαρ σκιρτητά, φέρων πολύ γήθος άπασι».
(Έλα μακάριε Διόνυσε, πυρίσπορε, ταυρομέτωπε πλάστη
Βάσσαρε, Βάκχε και με κάθε άλλο όνομα, παντοδυνάστη
Που σ’ αρέσουν τα ξίφη, το αίμα και οι αγνές Μαινάδες
Φωνακλά μανιακέ που πετάς στον Όλυμπο αστεία κι αράδες
Βαρύμαγκα με κισσού- αμπελιών ενδυμασία ριχτή,
Εκλεκτέ των θεών και θνητών, σκιρτητή, πηδηχτή,
Φέρε μας γηθοσύνη και για όλους μια μπηχτή).
Τέλος, ας φανεί και ο Ινδός που είναι κι αυτός σχετικός.
ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ (ΜΟΣΧΟΛΙΒΑΝΟ) -ΗΔΥΟΣΜΟΝ
Κικλήσκω Διόνυσον ερίβρομον, ευαστήρα,
Πρωτόγονον, διφυή, τρίγονον, Βακχείον άνακτα,
Άγριον, άρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον,
Κισσόβρυον, ταυρωπόν, αρήιον, εύιον, αγνόν,
Ωμάδιον, τριετή, βοτρυοτρόφον, ερνεσίπεπλον,
Ευβουλεύ, πολύβουλε, Διός και Περσεφόνης
Αρρήτοις λέκτροις τεκνωθείς, άμβροτε δαίμων,
Κλύθι, μάκαρ, φωνής, ηδύς δ’ επίπνευσον ενηής
Ευμενές ήτορ έχων, συν ευζώνοις τιθήναις».
(Καλώ τον Διόνυσο που φωνάζει «ευοί-ευά»
Πρωτόγονο, διφυή, τρίγονο και μ’ άλλα παλαβά
Άγριο, άρρητο, κρυφό, δικέρατο, δίμορφο τριγενή
Κισσόβρυο, ταυρωπό, πολεμικό κι άκρατο Διγενή
Ωμοφάγο, βοτρυότροφο, ανά τριετίες αγενή
Εύβουλο, πολύβουλο, Διός και Περσεφόνης,
Γεννημένε σε αμαρτωλά κρεβάτια γενιάς μιαιφόνης,
Άκουσε τη φωνή μας και πνεύσε προσηνής
Μαζί με τις καλλίζωνες κυράδες στο γλέντι να φανείς)
Στο σημείο αυτό ενδείκνυται μία παρέκβαση απευθείας από τον συγγραφέα στο πλαίσιο της διαδραστικής σχέσης με τον αναγνώστη. Συμπατριώτη Έλληνα, είτε είσαι συντηρητικός είτε προοδευτικός, δεν θα έπρεπε άραγε αυτοί οι μύθοι, τόσο λεπτομερείς και τόσο νοηματικοί που εμπνέουν εδώ και χιλιετίες ολόκληρη την ανθρωπότητα να διδάσκονται τουλάχιστον υποτυπωδώς στα ελληνικά σχολεία; Όχι τίποτε άλλο, αλλά όταν με υπερηφάνεια τούς επικαλούμαστε έναντι των ξένων για να υπογραμμίσουμε την υπεροχή μας ή έστω για να δείξουμε ότι κι εμείς «κάτι» κάνουμε μέσα στον ορυμαγδό της σημερινής εποχής, συνήθως γελοιοποιούμαστε, διότι εκτός των άλλων είμαστε και άσχετοι. Είμαστε αδαείς και ημιμαθείς αναφορικά με την πιο αρχαία και σημαντική πολιτιστική μας παράδοση. Δεν δικαιολογείται να μαθαίνω εγώ στα εξήντα τρία μου ότι ο Διόνυσος εκτός από θεός του κρασιού στεφανωμένος με βότρυες ήταν επίσης και μέγας στρατηλάτης και περιώνυμος κατακτητής, έχοντας φτάσει μάλιστα μέχρι τις Ινδίες πριν από το Μέγα Αλέξανδρο! Ή ότι ήταν πολυώνυμος, με τετρακόσια δύο (υβ’) ονόματα, κατά τρόπον ώστε, όπως ο Σαίξπηρ έλεγε ότι το ρόδο με κάθε όνομα παραμένει ρόδο, να λέμε κι εμείς ότι το αμπέλι με κάθε απόσταξή του παραμένει αμπέλι και ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου με όλες τις μορφές του.
Κατά τα (μη) γνωστά λοιπόν, μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα πλανήτη ευρισκόμενο στον αστερισμό του Βωμού, που θα μπορούσε όμως να είναι και ο δικός μας, διότι παντού υπάρχουν Ελλάδες – παρένθεση: θα υπάρξει και άλλος Τίφυς και ξανά θα εκστρατεύσουν μαζί με την Αργώ επίλεκτοι ήρωες, θα διεξαχθούν κι άλλοι πόλεμοι και πάλι θα σταλεί για να κυριεύσει την Τροία ο μέγας Αχιλλεύς- , ο Δίας ερωτεύτηκε, άλλως λιμπίστηκε τη Σεμέλη, κόρη του Κάδμου, ο οποίος έμελλε να υποφέρει τα πάνδεινα από το αδίστακτο συνάφι των Ολύμπιων, και επεξερχόταν διαρκώς προς αυτήν στο πεδίο της γενετήσιας πράξης, άλλως, αν είστε εραστές της αγγλοσαξονικής ορολογίας «ερχόταν» συχνά επ’ αυτής. Όταν το έμαθε η ζηλότυπη Ήρα έγινε κατά το κοινώς λεγόμενο Τουρκάλα. Παραμύθιασε λοιπόν τη Σεμέλη να ζητήσει από τον αυτάρεσκο Δία να προσέλθει στο σεξ με όλα του τα θεϊκά παράσημα, τις αστραπές και τους κεραυνούς του. Καταλαβαίνετε ότι στην επακολουθήσασα πράξη η Σεμέλη καψαλίστηκε σαν προχειροψημένο σουβλάκι. Προσπάθησε να διαφύγει με το έμβρυο στην κοιλιά, αλλά ο στοργικός Δίας άνοιξε τη γαστέρα της και λαβών το φέτους ή τη φέτα την έραψε στο μηρό του. Μόλις συμπληρώθηκε το εννιάμηνο, έλυσε τα ράμματα και άφησε τον πηδηχτή Διόνυσο να φύγει αναπηδώντας σαν παιδικό τόπι.
Τον ανέθρεψαν η Ινώ και ο Αθάμας και μάλιστα ως κορίτσι. Η Ήρα το έμαθε και προχώρησε σε εμπρησμό της κατοικίας του Αθάμαντα. Ο Διόνυσος ακολουθώντας τη συνταγή του Οδυσσέα με τον Πολύφημο μεταμφιέστηκε σε ερίφιο και το έσκασε. Φυγάς πλέον πήγε στη Νύσα της Ασίας και έμεινε στην ίδια τέντα με τις Νύμφες, κόρες του Άτλαντα διάγοντας σε ασφάλεια μέχρι την ενηλικίωση. Σε ανταμοιβή τούτου ή ίσως και προς τιμωρία, αφού τα κίνητρα του ασταθούς Δία δεν ήσαν ποτέ διαφανή, ο Ζευς τις καταστέρισε και τις ονόμασε Υάδες. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Προμηθέας είχε ανταγωνισμό στις καταστερίσεις, πράγμα που επίσης εξηγεί για ποιο λόγο υπήρχαν προϋπάρχοντες αστέρες και πλανήτες πριν επιληφθεί το πλήρωμα των τιτάνων και τούς δημιουργήσει. Αυτό απευθύνεται σε όσους πασχίζουν να βρουν αφηγηματικά κενά στο σενάριό μας.
Μεγαλώνοντας ο Διόνυσος επινόησε τη φυτεία της αμπέλου και την παρασκευή του οίνου. Απεικονίστε τον στην οθόνη της φαντασίας σας ως νέο, θηλυπρεπή, είρωνα δανδή, φέροντα νεβρίδα στους ώμους και στέφανο από κλήματα και κισσό στην κεφαλή. Στο δεξί χέρι βάσταζε θύρσο, δηλαδή βακχική ράβδο ποικιλμένη με κισσούς, αμπελόφυλλα και κώνο πεύκου στην κορυφή, ενώ στο αριστερό είχε καλάθι γεμάτο σταφύλια. Ο ίδιος καθόταν σε άρμα που το έσερναν τίγρεις (πάω στοίχημα ότι αυτό δεν το ξέρατε), του οποίου προηγούνταν Νίκη με χρυσές φτερούγες και ακολουθούσαν πολυπληθείς σάτυροι και φαύνοι, κώμοι και θίασοι και άρματα Θέσπιδος με τρωγοπίνονες συνδαιτημόνες και εκστασιασμένους κραυγάζοντες ηθοποιούς.
Η Ήρα τον καταδίωκε συνεχώς αλλά δεν κατόρθωσε να τού εμφυσήσει το φοβικό αντανακλαστικό του διαρκώς διωκομένου, ίσα- ίσα τον χαλύβδωσε και τού ενέπνευσε τη νοοτροπία ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Οργάνωνε με μεγάλη επιμέλεια το στράτευμά του εμφορούμενος από σταθερό όραμα να γίνει κυρίαρχος του κόσμου, ώστε να μη μπορεί πια η Ήρα να τον βλάψει. Η μανία καταδίωξης που τού είχε εμφυτεύσει, εξελίχτηκε σε μανία καταδίωξης… των άλλων. Πάντως ο καταστροφικός του οίστρος και η κατακτητική εμμονή μετριάστηκαν κάπως και τέθηκαν υπό έλεγχο μετά από μία ευεργετική επίσκεψη στη Ρέα που εξευγένισε και διοχέτευσε τα ένστικτά του σε πιο παραγωγικούς διαύλους διδάσκοντάς τον τα πολύ πιο χρήσιμα και επωφελή οργιαστικά έθιμα.
Θέλοντας να εκστρατεύσει και να καταλάβει όλη τη γνωστή οικουμένη, συνέστησε τάγμα γυναικών με Βάκχες και μαινάδες, έτερο τάγμα όπου συνάθροισε τους σάτυρους και τους φαύνους, χειροτόνησε δε στρατηγούς τον Σειληνό και τον Πάνα, εκ των οποίων μόνον ο πρώτος εκτονωνόταν και επιδείκνυε το αξίωμά του επί πώλου όνου, αφού ο δεύτερος κωλυόταν να χρησιμοποιήσει τις οπλές του ως σπιρούνια επί του όνου σύμφωνα με το αξίωμα ότι αρτιοδάκτυλο δεν επιτρέπεται να απλώσει τη χηλή του σε αρτιοδάκτυλο, όπως και στον πλανήτη των πιθήκων ίσχυε ότι πίθηκος δεν θα βλάψει πίθηκο. Έτσι, οι θύρσοι έγιναν δόρατα και τα κύμβαλα ασπίδες, τα έπιπλα και τα σκαμπό συστραμμένων κισσών έγιναν ταμπούρλα, τα αμπελόφυλλα γίνηκαν σημαίες, οι ληνοί, πίθοι και ασκοί μετατράπηκαν σε φυσητήρες βελών και υδραυλικές σφεντόνες, οι δε φιάλες και κρατήρες άλλαξαν χρήση σε πολεμικές μηχανές, οικολογικές πάντα για να μην καταστρέφεται το περιβάλλον και οι πάσης φύσεως υλικές υποδομές. Έχοντας στη διάθεσή του μία τέτοια δύναμη εισβολής και καταστολής, ο Διόνυσος ξεκίνησε το έργο που όλοι οι υπεράνθρωποι έχουν κατά νου, δηλαδή το συστηματικό αιματοκύλισμα της ανθρωπότητας.
Από την Ελλάδα περαιώθηκε στην Αίγυπτο κι από εκεί διέσχισε Συρία, Φρυγία και Λυδία. Πέρασε τον Τμώλο και κατέληξε στη Θράκη. Στο σημείο αυτό όμως συνάντησε απρόσμενη αντίσταση από το βασιλιά Λυκούργο των Θρακών. Το προηγούμενο βράδυ ο Ωκεανός είχε κατέβει από τους ουρανούς με την ιατρική του κασετίνα και τού έκανε ένεση τριπλού οξυγόνου για να τον καταστήσει άτρωτο στη μάχη. Μαζί όμως τού έκανε και εμβόλιο κατά των ηδονών, πράγμα που τού παρέσχε ανοσία έναντι των σεξουαλικών παρενοχλήσεων του Διονύσου, που τού έγραφε άσεμνα μπινελίκια στο κινητό και τον παρακινούσε να θυσιάσει τον μεγάλο του σεισόπυγο πρωκτό προς τέρψη σεληνιασμένων φαλλών. Κατόπιν της ηχηρής αυτής απόρριψης, ο πανίσχυρος Βάκχος αναγκάστηκε να συνεχίσει τον αγώνα σε άλλον πλανήτη, άλλου αστερισμού, στον Ινδό και στον Ινδοχήνα.
Εκεί συναντάμε τον πλοίαρχο Προμηθέα να συζητάει με το βασιλιά των Ινδών Μύρρανο.
«Αυτού Μεγαλειότης, συστήνω μετ’ επιτάσεως να προετοιμαστείς. Ίσως μάλιστα για την περίπτωσή σου να μην ωφελούν πλέον υποτακτικές και ευκτικές με το σείς και με το σάς, αλλά να προσήκει η απερίφραστη προσκοπική προστακτική του “έσο έτοιμος”. Οι ακρίτες σου και οι αγγελιοφόροι λένε ότι ο Διόνυσος ήδη κατέβαλε τον Δηριάδη της Αιθιοπίας και πλησιάζει τον Ευφράτη. Ξύπνα επιτέλους για το όνομα του Θεού!»
«Αλίμονο, ναύαρχε, ανταποδίδεις τη φιλοξενία μου με πολλή κρεβατομουρμούρα. Σε καλώ -κικλήσκω όπως λέτε στη γλώσσα σου- μαζί με τον σφιγμένο σαν στριμμένο άντερο υπαρχηγό σου να χαλαρώσετε. Οι πράκτορές μου μού λένε ότι ο στρατός που κινείται εναντίον μας δεν είναι παρά γυναίκες που χαϊδεύουν το αιδοίο τους και περδόμενοι- ρευόμενοι μπεκρήδες. Είναι δυνατό να μού ζητάς να ξοδέψω τις ωραίες μου ρουπίες και να κινητοποιήσω το στράτευμά μου μόνο και μόνο για να καταστείλω τους καυγάδες μερικών μεθυσμένων σε κάποια μπαρ;»
«Μύρρανε, μυρωμένε τύραννε, μην υποτιμάς τον εχθρό σου. Με τις ηδυπαθείς λεγεώνες του και τα υποβλητικά ερωτικά ξόρκια και φίλτρα του έχει τη δύναμη να προκαλεί μανία και φρενίτιδα στο μυαλό και στα μήδεα. Δέξου καλύτερα να υποβληθείς σε μια αντιερωτική ένεση, όπως κάποιος βασιλιάς που είχε την πρόνοια και τον κοινό νου να μάς ακούσει για να μην έχει ο Διόνυσος εξουσία πάνω σου. Μη φοβάσαι, τη λέξη “ένεση”, τη μετερχόμαστε εκ παραδόσεως, δεν εννοούμε τσίμπημα, έχουμε ξεπεράσει την εποχή που ανοίγαμε τρύπες στα κρανία για να φύγουν οι δαίμονες. Ωκεανέ, έλα εδώ με τον υποψεκαστήρα σου και υποψέκασε λίγο τον βασιλιά».
«Φρουρά! Μην τολμήσετε να με πλησιάσετε. Αρνούμαι να εμβολιαστώ. Δεν έχετε ατομικά δικαιώματα στη χώρα των τιτάνων; Πραγματικά, τόσες μέρες σάς κανακεύω με σαμόζα, κάρυ και ταντούρι και δεν έχω δεχτεί ούτε ένα δώρο από εσάς παρά μόνο προειδοποιήσεις και κινδυνολογίες γι’ αυτόν τον Διόνυσο. Μού φαίνεται ότι έχετε υπερβεί όχι μόνο το διάστημα και το βεληνεκές του καλωσορίσματός μου αλλά και της υπομονής- ανοχής μου.»
«Η υπηρεσία που σού προσφέρουμε δεν είναι υλική, βασιλιά», απάντησε ο Υπερίων. «Λέγεται “πληροφορία” και είναι υποκατάστατο της εμπειρίας. Δεν μπορείς να λάβεις πείρα για όλα τα θέματα, σε ορισμένα πρέπει να εμπιστευτείς την είδηση που σού φέρνει κάποιος άλλος. Εμείς εκτός από την πληροφορία σού προσφέρουμε και την αξιοπιστία μας, την αξιοσύνη μας, τη σοβαρότητά μας βάσει της οποίας θα την αξιολογήσεις και θα την κρίνεις. Μάς βλέπεις ότι είμαστε εκπαιδευμένοι αστροναύτες, δόκτορες πολλών επιστημών, μέλη σεβαστών οργανώσεων, όπως είναι η ομοσπονδία του Σείριου και ο αστροστόλος των χωρονηών, έχουμε βαθμούς, ιεραρχία, αρμοδιότητες…»
«Μωρέ καλοί αμάκες είστε. Μού έχετε χλαπακιάσει στην καταβόθρα σας τα μισά κοψίδια του βασιλείου μου. Στερημένοι λόγω των σκευασμάτων οδοντόκρεμας και άνοστης παστίλιας που σάς δίνει ο αναπαραγωγέας -τρισδιάτατος εκτυπωτής σας αντί για φαγητό, μόλις βρήκατε λίγη μαγειρευτή κουζίνα, επιπέσατε σαν τις ακρίδες. Στην αρχή γούσταρα την παρέα σας, παίξαμε και μερικά επιτραπέζια παιχνίδια μαζί, αλλά -έλεος- σταματήστε πια να τρώτε».
«Ανάμεσα στις δεξιότητές μας συγκαταλέγεται και η προφητεία, άμυαλε άναξ», επέμεινε ο Υπερίων. «Και νομίζω ότι ακόμη και στην Ινδία ο κόσμος σέβεται τους προφήτες και τους μάντεις και δεν λυπάται να τούς αμείψει με λίγα τρόφιμα. Σού προφητεύω λοιπόν ότι οσονούπω το αλκοόλ θα γίνει φλόγα που θα κάψει τις πόλεις σου και τότε ίσως σκεφτείς πώς φέρθηκες σε κάποιους ευγενείς κυρίους που ήλθαν να σού επιστήσουν την προσοχή. Αλίμονο, έχεις πολλά πλούτη και καλούς μάγειρες, αλλά είσαι κακός κυβερνήτης».
Εκεί που ο μαχαραγιάς άρπαξε το γιαταγάνι του και η κατάσταση πήγε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο με ανεπανόρθωτες συνέπειες για τη φήμη της ινδικής φιλοξενίας κατά τους επόμενους αιώνες, ήλθε το μαντάτο που τόσο πολύ φοβούνταν οι τιτάνες, οι πρώτες πυρπολημένες πόλεις. Ο Διόνυσος είχε ήδη γεφυρώσει τον Ευφράτη με κλήματα και κισσούς και πέρασε απέναντι τρέχοντας πλέον ανεμπόδιστα για Ινδία. Δυστυχώς, ο βασιλιάς ως γνήσιος εκπρόσωπος της εποχής του χαλκού και του σιδήρου είχε μία τάση προς το μελόδραμα με αποτέλεσμα να χάνει πολύτιμο χρόνο σε άκαρπες δηλώσεις μετανοίας και λατρείας. Έπεσε λοιπόν στα γόνατα.
«Ω σεις δεν είστε μουσαφίρηδες, είστε μάλλον θεοί που τα ξέρετε όλα. Συ μυθικέ Προμηθέα, μήπως είσαι ο θρυλικός Οάννης με το σώμα του ψαριού που μάς δίδαξε κάποτε τις καλλιέργειες, τις τέχνες και τα γράμματα; Θυμάμαι ότι στον Οάννη άρεσαν πολύ οι ρέγγες και τα αβγά χηνός. Εδώ στον Ινδοχήνα έχουμε πολλά τέτοια αβγά, ευχαρίστως να σε φιλέψω, κραταιέ άρχοντα, και μαζί να εκστρατεύσουμε κατά του ξένου αυτού διαβολέα…»
«Τώρα είναι πολύ αργά. Ο Διόνυσος έχει ήδη ξεκινήσει επίθεση πλήρους κλίμακας και η μόνη λύση είναι να στήσουμε το τελικό μας οδόφραγμα σε άλλο πλανήτη». Στράφηκε προς τον Μύρρανο. «Αυτοί οι μύθοι που μού λες είναι μη ελληνικοί, δεν περιλαμβάνονται στην παιδεία μου και δεν τούς γνωρίζω. Δεν αντέχω όμως στον πειρασμό να τούς ειρωνευτώ λίγο και μαζί μ’ αυτούς και σένα, άφρονα άρχοντα. Αντί λοιπόν για χαιρετισμό σού αφήνω μια σπαζοκεφαλιά: Ει ωά νησσών φιλείς, πόσω μάλλον τα χηνός! Ιαπετέ, τρεις για διακτίνιση».
Έμεινε αποσβολωμένος ο άνακτας να συλλαβίζει:
«Ι-ω-άννης όν φι-λείς, πό-σω μάλ-λον ταχινός (παπατρέχας)»
Στη συνέχεια οι αξιότιμοι αστροναύτες ανέβηκαν στο πλοίο τους και επέλεξαν να παρατηρούν από την οθόνη τις εξελίξεις σαν υπερδύναμη που την κρίσιμη στιγμή νίπτει τας χείρας της και ακολουθεί «άψογον» στάση ουδετερότητας.
Είδαν λοιπόν τον Μύρρανο να επεξέρχεται προς τον εχθρό με τους ελέφαντές του, σίγουρος ότι θα συντρίψει τους μπέκρους μεθυστές, και τον Διόνυσο να δίδει το ανατριχιαστικό σύνθημα «ευοί- ευά», ενώ οι καταπέλτες του και τα φυσερά του, οι αποσυμπιεζόμενοι ασκοί και οι υάλινοι εκτοξευτήρες του αμολούσαν τόνους ναρκωτικών, παραισθησιογόνων αερίων και ηδονικών ορμονών και φερομονών σε συσκευασία ψεκασμού. Συγχρόνως, οι Βάκχες όρμησαν πηδώντας και αλαλάζοντας στους ταλαίπωρους σαρικοφόρους Ινδούς (οι παραδόσεις ποτέ δεν αλλάζουν). Οι Βάκχες παρότι γυναίκες μάχονταν ανδρείως κατά το πρότυπο των αμαζόνων και κατά το «αι γυναίκες εγεγόνασι άνδρες» του Ξέρξη, πράγμα που μάς δείχνει ότι η αρχαιότητα είχε τις δικές της λύσεις στην προβληματική των φύλων που μάς απασχολεί σήμερα. Παρά την ανδρεία των γυναικών οι ελέφαντες του Πώρου… ε συγγνώμη του Μύρρανου κοίλωσαν τη φάλαγγα του Διόνυσου και άρχισαν να κάμπτουν τη λυσσώδη αντίστασή της. Τότε όμως κατά μία εκδοχή ο όνος του Σειληνού γκάριξε με μεγάλη φωνή, κατ’ άλλους ο ίδιος ο Σειληνός προχώρησε σε εκκωφαντικό σφύριγμα με το οποίο συνήθως σαλαγούν τα πρόβατα και τα βοοειδή με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι Ινδοί, να τραπούν σε φυγή, αφήνοντας τον αυτοκράτορά τους έκθετο στις ανώμαλες και διεστραμμένες ορέξεις του Διονύσου. Οι σάτυροι έστησαν μνημείο στο Γάγγη ποταμό και ίδρυσαν πόλη με το όνομα Νύσα, κατορθώματα τα οποία είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι εζήλωσε αρκετούς αιώνες αργότερα και ο Αλέξανδρος.
Είδαν ακόμη τον Διόνυσο να συνεχίζει τις κατακτήσεις του τρεκλίζοντας με ζικ-ζακ μεθυσμένου οινοπότη, να καταλαμβάνει μαζί με τους Ινδούς πλέον σκλάβους του και τις Αμαζόνες συμμάχους του τη Βακτριανή, να υποδουλώνει εύκολα και χωρίς πόλεμο τους Καμαρίτες που κατοικούσαν στα δυτικά παράλια της Κασπίας θάλασσας και τον υποδέχθηκαν δουλοπρεπώς ενδεδυμένοι- ες ως Βάκχες και παπαγαλίζοντας μηχανικά το «ευοί- ευά», να σύρει χορό στο ποταμό Άλυ της Παφλαγονίας και να επευφημείται ως καλλίχορος και καλλικέλαδος (εδώ δεν ίσχυσε το «Κροίσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καταλύσει» αλλά μάλλον το «Διόνυσος Άλυν διαβάς, μεγάλην αρχήν καθιδρύσει»).
Οι αξιωματικοί του Βενοβίνδα συγκεντρώθηκαν και συνεδρίασαν για να στρατηγήσουν, αφού δεν είχαν στρατιώτες για να πολεμήσουν.
«Αυτή η ανήθικη ξετσίπωτη βασιλεία του Διονύσου πρέπει να σταματήσει», βάρεσε γροθιά στο τραπέζι ο Προμηθέας. «Το κακό είναι ότι μετά από αδιάκοπες μάχες είμαστε εντελώς υποστελεχωμένοι, ενώ αυτά τα καταραμένα όντα της σκουληκότρυπας αναγεννώνται από τις στάχτες τους σαν τον Φοίνικα. Φταίμε βέβαια και εμείς που κινούμενοι από ανθρωπιστικά κίνητρα στις μάχες βάζουμε το ακτινοβόλο σε λειτουργία αναισθητοποίησης αντί πολτοποίησης. Δεδομένου ότι αυτοί οι δαίμονες είναι πρακτικά αθάνατοι, θέλω να μού βρείτε ένα τρόπο που να τούς εξουδετερώνω και να τούς εξολοθρεύω οριστικά χωρίς να τούς βρίσκω συνέχεια εμπρός μου. Παρακαλώ, στίψτε τα μηνίγγια σας και ακούω προτάσεις».
«Είναι δύσκολο να βρούμε μία γενική μέθοδο ξεπαστρέματος που να εφαρμόζεται σε όλους τους ολύμπιους. Μπορούμε όμως να εφευρίσκουμε μέσα κομμένα και ραμμένα ειδικά για την εκάστοτε περίπτωση», είπε ο Υπερίων. «Καταρχάς δυνάμεθα να εκμεταλλευτούμε τις ίδιες του τις πράξεις που έχουν καταστήσει τους οπαδούς του ανεξέλεγκτους, άβουλους, εκφυλισμένους από την ασωτία και την κραιπάλη, επιρρεπείς και ευεπίφορους στο λαϊκισμό. Να στρέψουμε εναντίον του τον ασύδοτο χύδην όχλο που ο ίδιος εκτρέφει».
«Τι να το κάνω αυτό, όταν εκείνος με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο ανασταίνεται», φώναξε ο Κατεπάνω.
Στο σημείο επενέβη ο Ωκεανός με ένα σαρδόνιο σαρκαστικό χαμόγελο ύαινας.
«Χα, εδώ χρειάζονται λύσεις που το αναλυτικό μυαλό του Υπερίωνα δεν μπορεί να σκεφτεί λόγω έλλειψης στοιχειωδών εμπειριών, όπως είναι η κρασοκατάνυξη. Σύμφωνα με την ετερογονία των σκοπών μπορεί κάποιος να επιδιώκει κάτι προκειμένου να διαιωνίσει τον εαυτό του και να προκύπτει τελικά κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό, μία συνέχεια της ύπαρξής του που ο ίδιος δεν είχε φανταστεί. Αν αντικαταστήσουμε τη βλαβερή ύπαρξη του Διονύσου με μία άλλη ωφέλιμη, τότε η αθανασία του δαπανάται σε καλούς σκοπούς και δεν μάς πειράζει».
«Ετερογονία… δαπανάται, τι αλαμπουρνέζικα είναι αυτά που μάς τσαμπουνάς, πριονοκόκαλε: Επεξεργάσου τα, σε παρακαλώ».
«Σε όλους τους ύμνους που κι εμείς θέλοντας και μη ψάλλουμε προκειμένου να σφετεριστούμε και αλλότριες δυνάμεις προς ολοκλήρωση της Δημιουργίας, αναφερόμαστε στο Διόνυσο ως τριφυή ή τριγενή ή τρίγονο. Αυτό προϋποθέτει τρεις γεννήσεις, αναρωτηθήκατε ποτέ ποιες είναι; Η μία είναι από τη Σεμέλη, η άλλη είναι από το μηρό του Δία, η τρίτη ποια είναι;»
Σιωπή έπεσε στην αίθουσα προς μεγάλη τέρψη του Ωκεανού.
«Να σάς πω εγώ ποια είναι», είπε ο γιατρός βροντώντας το χέρι του στο τραπέζι ως άλλος Προμηθέας. «Είναι η ταύτισή του με το κρασί που αν οδηγηθεί στον υπερθετικό βαθμό αφενός ικανοποιεί τις απαιτήσεις αθανασίας του, αφετέρου περιορίζει τη βλαβερότητά του, μάλιστα τον καθιστά υπό προϋποθέσεις και ωφέλιμο ανάλογα με τη δύναμη βούλησης και την εγκράτεια των ανθρώπων. Ο θάνατος του Διονύσου είναι η καλλιέργεια της αγαπημένης του αμπέλου, όπου οι χωρικοί που διαχωρίζουν και κόβουν τα σταφύλια διαμελίζουν ουσιαστικά το σώμα του. Μη ξεχνάμε ότι ο καθένας σκοτώνει και σκοτώνεται από αυτό που αγαπάει. Η τρίτη ανάστασή του διενεργείται κατά την σύνθλιψη των σταφυλών, την αποκόμιση του γλεύκους και τη ζύμωση του κρασιού. Αν πίνουμε για πάντα το αίμα του Διονύσου στα συμπόσιά μας, τότε αυτή η αιώνια χρήση και διαρκής προοπτική πραγματοποιεί και ταυτόχρονα εξαντλεί το δικαίωμα του Διονύσου στην αθανασία».
Αφού συλλογίστηκε για λίγο ο εντός αρμοδιότητας ηγεμόνας, είπε: «Συμφωνώ με την βασική ιδέα σου, Ιατρέ. Συνεργάσου με τον Υπερίωνα για να τη διαμορφώσετε σε σχέδιο δράσης. Αξιωματικοί, αφυπηρετήστε προσωρινώς, οίχετε ελεύθεροι».
Εν τω μεταξύ ο Διόνυσος συνέχιζε απερίσπαστος τη φθοροποιό δράση του. Περιερχόταν το κολοσσιαίο τεράστιο βασίλειό του και δίδασκε παντού την οινοποιία περισσότερο από χόμπυ και καπρίτσιο παρά από γνήσια διάθεση γενναιοδωρίας έναντι των ανθρώπων. Κάποτε κατέληξε στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, όπου τον δέχθηκε φιλοφρόνως ο Οινεύς. Κατά τη συνήθη διαδικασία την πρώτη μέρα φιλοξενήθηκε και ταΐστηκε από τη γυναίκα του Αλθαία, τη δεύτερη μέρα πήγε μαζί της για ψώνια και την τρίτη την κύλισε στο κρεβάτι. Μια και ο Οινέας τούς έπιασε στα πράσα και ήταν ως άρχοντας και αρκετά επικίνδυνος, ο Διόνυσος τον αντάμειψε για τις υπηρεσίες της γυναίκας του βαφτίζοντας το κρασί «οίνον», ονομασία που έχει επικρατήσει διεθνώς μέχρι και σήμερα, εκτός αν θεωρείτε ότι το νιαούρισμα «γουάιν» δεν έχει καμία σχέση με τον οίνον. Στο Άργος ο άσωτος εχθρόφιλός μας το παράκανε γιατί ενέβαλε μανία στις γυναίκες και τις επηρέασε αρνητικά να πάρουν τα βουνά και να τρέφονται τρώγοντας τις σάρκες των επιμαστιδίων τέκνων τους.
Ύστερα ήλθε στη Θήβα σε παρακμιακό κλίμα ενός πρωθύστερου κακόγουστα αναχρονιστικού ρωμαϊκού θριάμβου, καθήμενος επί ελέφαντος, τον οποίο είχε κατασχέσει από τον Μύρρανο. Με μία σειρά πύρινων λόγων πέτυχε να πείσει τις γυναίκες των Θηβαίων να ανεβούν στον Κιθαιρώνα και να εκτελούν τα όργιά του μαζί με τις Βάκχες. Ο βασιλιάς Πενθεύς, όπως γνωρίζετε από την τραγωδία του Ευριπίδη «Βάκχαι», προσπάθησε πολλές φορές να εμποδίσει αυτούς τους νεωτερισμούς, αλλά απέτυχε παταγωδώς αδυνατώντας να αντισταθεί στην αχαλίνωτη σεξουαλικότητα των απελευθερωμένων από κάθε κοινωνική σύμβαση γυναικών. Η μοίρα του ήταν να τον κόψει κομμάτια και να τον καταβροχθίσει η ίδια η μάνα του, η Αγαύη.
Αυτό το έγκλημα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησης του Προμηθέα, ο οποίος παρουσιάστηκε στις Βάκχες ως πύρινος ρήτωρ:
«Θηβαίες και Θηβαίοι», είπε, «τον τελευταίο καιρό έχετε υποδουλωθεί στον πιο αισχρό κυρίαρχο που θα μπορούσε να υπάρξει ντροπιάζοντας τους εφέστιους θεούς σας και τους προγόνους σας που όπου και αν πήγαιναν εισήγαν ήθη, έθιμα και πολιτισμό».
Ήδη οι εξαγριωμένοι και έξαλλοι οπαδοί του Διονύσου άρχισαν να γιουχάρουν, ενώ ο ίδιος που απήγγελνε εκείνη τη στιγμή ποίημα δικής του συνθέσεως παριστάνοντας τον Πάμπλο Νερούντα στεφανωμένος με κότινο όχι δάφνης, αλλά αμπελόφυλλων και βοτρύων, κάπου κατάλαβε ότι το συμβάν τον αφορούσε και προσήλωσε κάπως τη σκόρπια προσοχή του.
«Μάς ξέρετε εμάς τους τιτάνες, είμαστε η εναλλακτική θεσμική λύση στο παραμύθι των μεγάλων ηγετών. Προτείνουμε ελευθερία έναντι της αυθαίρετης προσταγής των τυράννων, συμπόνια για τους ασθενέστερους συμπολίτες και νόμους οριοθέτησης της γης και ελέγχου της εξουσίας αντί για χάος, φόβο και μίσος, μεγέθη πάνω στα οποία στηρίζονται οι κατ΄ αναπόδεικτο ισχυρισμό τους χαρισματικοί αρχηγοί».
Παρά τα εμπνευσμένα λόγια του Προμηθέως, τα γιουχαΐσματα συνεχίστηκαν αμείωτα, δεδομένου ότι το πλήθος δεν ένιωθε ότι τού πρόσφεραν κάτι απτό και υλικό.
«Έχετε την αφέλεια να πιστεύετε ότι νοιάζεται για σάς ο Διόνυσος;», αναρωτήθηκε ρητορικά ο Προμηθέας. «Ενώ έσερνε όλους εσάς σε ανώφελες εκστρατείες για να περνάει αυτός καλά στη σκηνή του με τα λάφυρα και τις σκλάβες, ενώ εσείς πεινούσατε, διψούσατε, πληγωνόσασταν και χάνατε τη ζωή σας χωρίς λόγο, αυτός σάς χρησιμοποιούσε σαν άβουλα πιόνια για κάθε λόξα και κάθε κατάχρηση. Πώς σάς αντάμειψε για τις υπηρεσίες σας; Ακόμη και το κρασί που σάς ποτίζει μέρα νύχτα και σάς θολώνει το νου, στο οποίο είστε όλοι εθισμένοι και χάρη σ’ αυτό χορεύετε και αγαλλιάσθε, μήπως το αποκάλεσε «θηβαϊκό»; Τόσα προϊόντα παράγει και επιμελείται και καρπώνεται, βάφτισε κανένα προς τιμή της Θήβας;»
«Άρχισα να αποκαλώ τη μάνα μου Θυώνη αντί για Σεμέλη», είπε ο Διόνυσος χαχανίζοντας για να παρασύρει το πλήθος αλλά ξαφνικά κανείς δεν γελούσε. Το ζαλισμένο πνεύμα των συμποσιαστών άρχισε να αμφιταλαντεύεται, να μετεωρίζεται, να αμφιβάλλει.
«Άσε τις σοφιστείες, διαστροφέα», τον κατακεραύνωσε ο Προμηθέας. «Το Θυώνη είναι από το “θύω”, όχι από τη Θήβα. Μέχρι και την ίδια σου τη μάνα τη θυσίασες και την έφαγες. Θέλεις να παραχωρήσεις το κρασί στους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, ομολόγησε! Θα το πάρουν όλο στο νομό Αιτωλοακαρνανίας με πρωτεύουσα το Μεσολόγγι και δεν θα μείνει τίποτε για την καημένη, την ευγενή Βοιωτία. Έκανες τους Θηβαίους κανίβαλους, τούς έβαλες να φάνε τον ίδιο τους το βασιλιά, αλλά όταν τούς στερήσεις το κρασί και ξυπνήσουν από την παραζάλη, τότε, Θηβαίοι, θα πεταχτείτε έντρομοι από τον ύπνο, θα απολεπιστούν οι οφθαλμοί σας και θα αντικρίσετε κατάφατσα τις Ερινύες που θα σάς κυνηγούν ανελέητα για την υπόλοιπη ζωή τους. Τις Ερινύες και τις Άρπυιες που θα σάς κατασπαράξουν».
Παρότι δεν ήταν ακριβώς εμφανής ο λόγος για τον οποίο ο Προμηθέας κατηγορούσε τον Διόνυσο, η μομφή είχε διογκωθεί στο αρρωστημένο φαντασιακό των άκριτων οπαδών, γιατί όπως η ακρισία μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του αυθαίρετου ηγεμόνα, έτσι μπορεί να λειτουργήσει και εις βάρος του.
«Το να τρώει κανείς τη μητέρα του η τον σύζυγό του, δεν είναι απαραίτητα κακό», τραύλισε αμήχανα ο Διόνυσος. «Ο κανιβαλισμός είναι συμβολικός και θα δείτε ότι στο μέλλον θα υπάρχουν και θρησκείες που θα τον πρεσβεύουν…»
«Φτάνει ως εδώ η απάτη, ως εδώ η διεφθαρμένη βασιλεία σου, Διόνυσε. Η ασυδοσία και η διαφθορά που διαδίδεις και αναδίδεις τελειώνει σήμερα, τώρα. Στερείς το κρασί από το λαό και το δίνεις στους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, βάζεις τους οπαδούς σου να τρώνε τους πατεράδες και τις μανάδες τους και μάλιστα ξεροσφύρι, υποβιβάζοντάς τους στην έσχατη υποστάθμη της ανθρωποφαγίας και υποβάλλοντάς τους στην πιο ανόσια αιμομιξία που μέλλει να στραβώσει και να στρεβλώσει το γονίδιό ολονών σας. Μα το χειρότερο απ’ όλα τούς στερείς τον εαυτό σου, τούς στερείς τον ίδιο Διόνυσο, το θεόβρωμα του Βάκχου. Πάψε να τούς ταΐζεις με αποφάγια, δώσ’ τους ό,τι πιο εκλεκτό υπάρχει. Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ λέω, Θηβαίοι, μην αρκείστε στα ψίχουλα και στα ορεκτικά, σταματείστε να τρώτε ταπεινά μέζεα και ευωχηθείτε και ευαρεστηθείτε με τα πιο ευγενή μήδεα, φάτε το Διόνυσο!»
Τα λόγια του Προμηθέα έπεσαν σαν αναμμένο στουπί μέσα σε πυριτιδαποθήκη ή διαδόθηκαν ιλυσπώντας και στριφογυριστά πάνω σε σχοινοτενές φυτίλι μέχρι τα βαρέλια του μπαρουτιού. Η αναταραχή και το σούσουρο έγιναν αυτοστιγμεί οργασμός, κραιπάλη και άκρατος καπιταλισμός έ …κανιβαλισμός και οι οπαδοί όχι μόνο διαμοίρασαν τα ιμάτια, αλλά διαμέλισαν με συνοπτικές διαδικασίες το χοντρό λιπαρό αμαρτωλό σώμα του Διονύσου. Κανείς δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έκανε, ούτε τι ακριβώς είπε ο Προμηθέας, αλλά η μάζα είχε πια κινητοποιηθεί και τίποτε δεν ήταν ικανό να τη συγκρατήσει. Ο λαϊκισμός ως μπούμερανγκ.
«Ναι, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες», επέτεινε τη σύγχυση ο Προμηθέας. «και μετά ξεπλύντε τη ντροπή σας και τα έντερά σας με μπόλικο κρασί, ώστε πάντα να θυμάστε το Διόνυσο και τους διονυσιασμούς που χωρίς μέτρο σάς δίδαξε. Πού να καταλάβετε ότι το γεγονός ότι καταναλίσκετε στ΄ αλήθεια κλώμενον σώμα και εκχυνόμενον αίμα αποκλείει εξ ορισμού το συμβολικό χαρακτήρα και άρα είναι διαβολικό. Αλλά πώς να παραταχθούν δύο σκέψεις στη σειρά, όταν ούτε μία δεν είναι δυνατή;»
«Αντίο, ad deum Διόνυσε», είπε υψώνοντας το μεσαίο δάκτυλο αντί για αποχαιρετισμό, αλλά μαζεύοντάς το τελικά, καθότι ήταν εκ παιδείας σεμνότυφος και βαθιά θεοσεβούμενος. «Γιαπέτη, άρπαξέ με πάνω».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΓΕΡΑΝΟΣ, ΦΟΙΝΙΞ, ΕΛΔΩΡ (ΔΟΡΑΔΟΣ), ΚΑΝΩΠΟΣ, ΓΝΩΜΩΝ
Η Ευρύβια χτυπούσε το στέρνο της με τέτοια επιμονή, ώστε κόντευε να βήξει και να υποδηλώσει την παρουσία της, πράγμα που θα απέβαινε ολέθριο. Όσο όμως και να κακοποιούσε το θύμο αδένα της, όπως έκαναν κάποτε οι γορίλες για να τονώσουν την αδρεναλίνη τους, ο ενσωματωμένος αναμεταδότης- επικοινωνητής δεν λειτουργούσε. Άμα περιερχόταν αυτό σε γνώση του Προμηθέα, θα έτρωγε την καθιερωμένη αναμενόμενη κατσάδα ότι δεν έγιναν οι απαιτούμενες εργασίες συντήρησης, λες και υπήρχε πουθενά τροχιακός σταθμός για επισκευές, επιδιορθώσεις, αναβαθμίσεις, θεωρήσεις και επαυξήσεις. Κακά τα ψέματα, τι Ναός και Κόσμημα Βενοβίνδας, ένα μάτσο παλιοσίδερα που περιπλανιόταν στο διάστημα είχαν καταντήσει. Ευτυχώς η Ευρύβια είχε μαζί έναν κινητό επικοινωνητή παλαιάς τεχνολογίας, που συνήθως όσοι πια μιλούσαν μέσω αυτού τον έριχναν μετά στα σκουπίδια, τον οποίο απέσπασε από το χρατς του παντελονιού της. Ψιθυριστά είπε:
«Βενοβίνδα, αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο στόμιο του λαβύρινθου. Ο Θησέας κρατάει ένα ρόπαλο και είναι έτοιμος να μπει. Περιμένω οδηγίες, λέξον»
«Υποπλοίαρχε, τα ίδια και τα ίδια, θα λέμε; Δώσε του την άτρακτο με το νήμα. Έλεος πια, μην είσαι τόσο τρομοκρατημένη, ο Μινώταυρος είναι μέσα στο λαβύρινθο και όχι έξω. Λέξον».
Μόλις πήγε να στραφεί η Ευρύβια από τον κορμό του δένδρου όπου κρυβόταν, αίφνης αντίκρισε την Αριάδνη να παραδίδει στο Θησέα ένα κουβάρι με μαλλί σαν αυτό που παίζουν οι γάτες.
«Άκυρον, αυθέντα. Με πρόλαβε η Αριάδνη και τού έδωσε τον μίτον. Λέξον».
«Λέξις και ξερός, ρε Ευρύβια. Αυτό ήταν όλο το σχέδιο, να προλάβουμε την Αριάδνη ώστε να κάνουμε εμείς την εκδούλευση στο Θησέα και όχι αυτή. Τόση ώρα λέγαμε στη συνέντευξη ότι μόνο αυτός έχει τον Φοίνικα- Γνώμονα, το τεχνούργημα εκείνο που θα μπορούσε να μάς δείξει το δρόμο για τη δεύτερη περιστροφή στο θόλο του ουρανού. Τώρα, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να ακολουθήσεις το Θησέα μέσα στο λαβύρινθο. Θέλω να μού βρεις ένα μοχλό πίεσης, ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, που να δύναμαι να αξιοποιήσω για να τον φέρω με τα νερά μου».
«Εγώ, εγώ. Ή μάλλον αυτό το είπα αυτόματα. Εγώ να μπω εκεί μέσα, δεν είμαστε καλά! Με όλο το σεβασμό που σού τρέφω, κυβερνήτα, αφού μάλιστα κάποτε με είχες φιλήσει κιόλας παρότι είμαι έγχρωμη – βέβαια χάρη δεν μού έκανες, ήμουν η σοκολατένια φαντασίωσή σου, σού αρέσουν οι μαύρες γι’ αυτό νυμφεύθηκες την Κελαινώ, όνομα και πράγμα- , έρχομαι να σε ερωτήσω όσο πιο ευγενικά μπορώ, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τον υποκριτικό πληθυντικό μαζί με την αστική ευγένεια της νεότερης εποχής κι ας μη τον υιοθετούσαν οι αρχαίοι Έλληνες: Είσθε τρελός;»
«Βλέπω ότι μετήλθες όλη τα είδη των προτάσεων και των μετοχών, αιτιολογικές, εναντιωματικές, τροπικές κ.λπ. για να μιλήσεις στον κυβερνήτη σου. Αυτά είναι αντίθετα με όσα έχεις διδαχθεί, Ευρύβια, καθόσον μάλιστα η επικοινωνία πρέπει να είναι σύντομη και λακωνική. Υπάρχουν έθνη που έχουν χάσει πολέμους, επειδή είχαν μακρύτερες λέξεις και καθυστερούσαν στην αποκρυπτογράφηση των μηνυμάτων του εχθρού. Όσο για την αποστολή που σού αναθέτω, φέρω ως πλοίαρχος την πλήρη ευθύνη και ξέρω πολύ καλά ποιος μπορεί να διεκπεραιώσει τι. Είσαι η ανώτερη αξιωματικός που διαθέτω μετά τον Υπερίωνα που τον χρειάζομαι για τις καταστερίσεις και τον Ιαπετό που είναι πασίγερος. Σε παρακαλώ, μάζεψε τα κομμάτια σου, δεν ξέρω τι θα κάνεις, θυμήσου την εκπαίδευσή σου, τονώσου, εκτονώσου και εκτέλεσε το παράγγελμα. Λέξον.»
«Εγώ, εγώ (σύμβολο πρωτοβουλίας και ιδιωτικής αυτονομίας μεταξύ των τιτάνων) κύριε», είπε η Ευρύβια αντανακλαστικά σαν να ανένηψε απότομα μετά από χύσιμο ενός κουβά με νερό στο κεφάλι.
Ο Θησέας μπήκε στο λαβύρινθο ξετυλίγοντας τον μίτο, ενώ ακολουθούσε η Ευρύβια σε απόσταση ασφαλείας. Ο λαβύρινθος ήταν ένα από τα εξεζητημένα πολύ δουλεμένα αριστουργήματα του Δαίδαλου και είχε πολλές καμπές και ελιγμούς και μάλιστα μεταβαλλόμενες που δυσχέραιναν αφάνταστα την έξοδο. Συμβολίζει τον νου των καλλιτεχνών που προκειμένου να φθάσουν στην τελειότητα, στο απόλυτο σενάριο που δεν μπάζει νερά από πουθενά, δεν διστάζουν να απορρίπτουν αλλεπάλληλα προϊόντα της έμπνευσής τους καθιστώντας την πλοκή διαρκώς πιο δαιδαλώδη και πολυδαίδαλη με την προσθήκη λεπτομερειών, τόσες που στο τέλος κινδυνεύουν και οι ίδιοι να χάσουν το συνδετικό μίτο του συνειρμού. Από την άλλη, λένε ότι οι μεγαλοφυίες επιμένουν στις πρώτες τους εμπνεύσεις, πράγμα που σημαίνει ότι ήδη όποιος ευσυνείδητος – επιμελής προσέχει τις λεπτομέρειες του έργου του, ξέρει ήδη ότι δεν είναι μεγαλοφυία. Μεγαλοφυία βέβαια δεν είναι ούτε εκείνος, που επιμένει μεν στις πρώτες του εμπνεύσεις, πλην όμως το έργο του τελικά δεν αναγνωρίζεται. Ας αφήσουμε όμως αυτή την ανιαρή διαλεκτική ανάλυση για να πάμε παρακάτω.
Η Ευρύβια ζαρωμένη πίσω από κάποια γωνία υποτονθόρυζε στο κινητό, ενώ γύρω της το έδαφος σειόταν σαν από σεισμό, σαν από έκρηξη ηφαιστείου:
«Βενοβίνδα, νιώθω τα βήματα του Μινώταυρου καθώς τα ίδια τα σωθικά μου βροντάνε. Αντί για σφυγμό η καρδιά μου έχει συντονιστεί με τους γδούπους περπατησιάς του τέρατος. Με πονάει το ήπαρ, με πονούν οι πνεύμονες. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ελπίζει ο Θησέας ότι θα καταβάλει αυτό το απροσμάχητο θηρίο. Πιστεύω ότι αντί πολεμικής ανταποκρίτριας συντόμως θα γίνω μοιρολογίστρα και θα μαζεύω τα υπολείμματα του ήρωα που σκότωσε τον Σκίρωνα, τον Προκρούστη και τον Σίνη τον Πιτυοκάμπτη. Λέξον. Τι λέξον δηλαδή, τι να μού πείτε εσείς, εγώ εδώ που βρίσκομαι τα έχω δει όλα».
Μεσολάβησαν άγριες κραυγές, θόρυβοι πάλης σαν να πέφτουν κορμιά πάνω σε τοίχο, κλαγγές, οιμωγές και ευχωλές αλλά περιέργως πως και κάποιες συνομιλίες. Τελικά όμως ακούστηκε μία κραυγή τόσο εκκωφαντική και ουρανομήκης, ώστε ο ίδιος ο Στέντωρ θα ντρεπόταν για τη ψιθυριστή φωνή του και θα έπιανε δουλειά ως υποβολέας θεάτρου, και τόσο θλιβερή και γοερή ώστε μέχρι και η Νιόβη θα σταματούσε να κλαίει για τα παιδιά της γιατί θα θεωρούσε ότι το σκλήρισμα, το μαλλιοτράβηγμα και το στηθοκόπημά της είναι θρηνητικές εκδηλώσεις χλιαρές και ελάχιστες.
Η Ευρύβια τόλμησε να ρίξει μία κλεφτή ματιά από την κρυψώνα της. Γεμάτη χαρά, έβαλε τον επικοινωνητή μπροστά στο στόμα της.
«Γέφυρα, εδώ έχουμε ολική ανατροπή. Ο Μινώταυρος κείτεται νεκρός, απρόσμενα αλλά όχι ανεξήγητα. Λεπτομέρειες θα σάς πω από κοντά. Δεν υπάρχει πια λόγος να μιλάω ψιθυριστά, ο ήρωάς μας τα κατάφερε.»
Ο Θησέας άκουσε τον επικοινωνητή και κύτταξε φευγαλέα την Ευρύβια με τα γαλανά του μάτια (τι άλλα μάτια θα μπορούσε να έχει ένας ήρωας παρά γαλανά κι αν ήσαν και μελαγχολικά σαν του Αλέν Ντελόν ακόμη καλύτερα). Δεν τής έδωσε καμία σημασία, ούτε καν τη θεώρησε κάτι το αξιοπερίεργο για να την αναφέρει στην ιστορία της τερατοκτονίας και πήγε προς την έξοδο μαζεύοντας το κουβάρι.
Στη συνέχεια θα δούμε τον Προμηθέα και τον Υπερίωνα μπροστά στην οθόνη του Βενοβίνδα να προετοιμάζουν τις καταστερίσεις που χρειάζονταν για το σχέδιό τους που περιλάμβανε σε πρώτη φάση τον Γέρανο, για τον οποίο απήγγειλαν το θυμίαμα Γης, και τον Φοίνικα, για τον οποίο απήγγειλαν το θυμίαμα Φύσεως. Μπόνους θα είναι ο αστερισμός Έλδωρ (Δοράδος), που σημαίνει λαχτάρα και επιθυμία και συμβολίζει το τόσο ποθητό για το ταξίδι των ηρώων μας τεχνούργημα, για το οποίο θα απαγγελθεί το θυμίαμα Ερμού.
ΓΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΑΝ ΣΠΕΡΜΑ ΠΛΗΝ ΚΥΑΜΩΝ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΩΝ
«Γαία θεά, μήτερ μακάρων, θνητών τ’ ανθρώπων,
Πάνσοφε, πανδότειρα, τελεσφόρε, παντολέτειρα
Αυξιθαλής, φερέκαρπε, καλαίς ώραις βρύουσα
Έδρανον αθανάτου κόσμου, πολυποίκιλε κούρη,
Ή λοχίαις ωδίσιν κύεις καρπόν πολυειδή,
Αϊδίη, πολύσεπτε, βαθύστερνε, ολβιόμοιρε,
Ηδυπνόοις χαίρουσα χλόαις, πολυάνθεμε δαίμον
Ομβροχαρής, περί την κόσμος πολυδαίδαλος άστρων
Ειλείται φύσει αενάω και ρεύμασι δεινοίς,
Αλλά μάκαιρα θεά, καρπούς αύξοις πολυγηθείς
Ευμενές ήτορ έχουσα ευόλβοις εν ώραις»
(Θεά Γη, μητέρα μακαρίων, θνητών νεκροφόρα,
Πάνσοφη, πανδότειρα, παντόλεθρη, τελεσφόρα
Βάση του αθάνατου κόσμου, κόρη ποικίλη
Που γεννάς με ωδίνες καρπό πολυειδή απ’ τα χείλη,
Αιώνια, πολύσεπτη, βαθύστερνη, καλομοίρα,
Που χαίρεσαι με ηδύπνοες χλόες και ανθώνων μύρα,
Ομβρόχαρη, που γύρω σου πολυδαίδαλα νεύματα
Στρέφονται με αέναη φύση και δεινά ρεύματα,
Μακάρια θεά, έσο των χαρωπών καρπών αυξητική
Με ευμενή καρδιά σε τέλειες μέρες οδευτική).
ΦΥΣΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΑΡΩΜΑΤΑ (ωχ, αυτό είναι μεγάλο)
«Ώ Φύσι, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανε μήτερ
Ουρανίη, πρέσβειρα, πολύτικτε δαίμον, άνασσα
Πανδαμάτορ, αδάμαστε, κυβερνήτρια, παναυγής,
Παντοκράτειρα, τετιμημένη αεί, πανυπέρτατε δαίμον,
Άφθιτε, πρωτογένεια, παλαίφατε, κυδιάνειρα,
Εννυχίη, πολύπειρε, σελαφόρε, δεινοκάθεκτε,
Άψοφον, αστραγάλοις ποδών ίχνος ειλίσσουσα,
Αγνή, κοσμήτειρα θεών, ατελής τε τελευτή
Κοινή μεν πάσιν, ακοινώνητε δε μόνη
Αυτοπάτωρ, απάτωρ, άρσην, πολύμητι, μεγίστη
Ευανθής, πλοκίη, φιλίη, πολύμικτε, δαήμον
Ηγεμόνη, κράντειρα, φερέσβιε, πάντροφε κούρη,
Αυτάρκεια Δίκη, χαρίτων πολυώνυμε πειθώ,
Αιθερίη, χθονίη και εναλίη μεδέουσα,
Πικρή μεν φαύλοις, γλυκεία δε πειθομένοις,
Πάνσοφε, πανδότειρα, κομίστρια, παμβασίλεια
Αυξίτροφος, πίειρα, πεπαινομένων τε λύτειρα,
Πάντων μεν συ πατήρ, μήτηρ, τροφός ηδέ τιθηνός,
Ωκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, ωριάς, ορμή
Παντοτεχνές, πλάστειρα, πολύκτιτε, πότνιε δαίμον,
Αιδίη, κινησιφόρος, πολύπειρε, περίφρων,
Αενάω στροφάλιγγι θόον ρεύμα δινεύουσα (warp speed)
Πάνρυτε, κυκλοτερής, αλλοτριομορφοδίαιτε,
Εύθρονε, τιμήεσσα, μόνη το κριθέν τελέουσα,
Σκηπτουχούσα εφύπερθε, βαρυβρεμέτειρα, κρατίστη,
Άτρομε, πανδαμάτειρα, πεπρωμένη αίσα, πυρίπνους
Αΐδιος ζωή, αθάνατη τε πρόνοια, πάντα συ έσσι,
Τα πάντα συ γαρ μούνη τάδε τεύχεις.
Αλλά, θεά, λίτομαί σε, συν ευόλβοις εν ώραις
Ειρήνην, υγιείαν άγειν, αύξησιν πάντων».
(Ώ Φύση, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανη μητέρα
Ουρανία, πρέσβειρα, πολύτικτη γαστέρα
Πανδαμάτορ, αδάμαστε, κυβερνήτρια, παναυγής,
Παντοκράτειρα, τιμημένη, πανυπέρτατη θα βγεις,
Άφθαρτη, πρωτογενής, έκπαλαι άφατη, άνδρες ευγενίζεις
Παννύχια, πολύπειρη, με σέλας, κάθετη ορμή τούς ξαφρίζεις
Μ’ αθόρυβους αστραγάλους ποδών ίχνος περιελίσσεις,
Αγνή, κοσμήτειρα θεών, είσ’ ατελής μα και τέλος αν θελήσεις,
Συ μετέχεις σ’ όλα, αλλά κανείς δεν μέμεικται με σένα
Αυτοπάτωρ, απάτωρ, άρρενωπή, ούσα τα πάντα σ’ ένα,
Ευανθής, φίλη πολυπλόκαμη πολύμικτη, γνώστρια
Ηγεμονική, κραταιά, ζωηφόρε, κόρη πανσώστρια,
Αυτάρκεια Δίκη, χαρίτων πολυώνυμη, πειστική
Αιθέρια, χθόνια και ενάλια, βαθυστόχαστη, σκεπτική,
Πικρή στους φαύλους, στους καλόπιστους γλυκιά,
Πάνσοφη, πανδότειρα, κομίστρια δαψιλή, παστρικιά
Αυξίτροφη, ωριμάζουσα, των ωρίμων λυτρώτρια,
Πάντων πατήρ, μήτηρ, τροφός, ζωοδότρια,
Ωκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, με ορμή ωρών
Παντοτεχνής, πλάστειρα, πολύκτιτη, πότνια των κορών,
Αΐδια, πολύπειρη, περίφροντις, κίνηση δίνεις
Με αέναη στρόφιγγα, κινητήρα – ταχύτητα δίνης
Μελίρρυτη, κυκλοτερής, που αλλάζεις μορφές και βουλές
Εύθρονη, τιμημένη, σύ θ’ αποφασίσεις αλλαγές, προβολές
Σείεις το σκήπτρο από ψηλά, βροντάς την ασπίδα,
Άτρομη, πανδαμάτειρα, πυρίπνοη σαν κι εσένα δεν είδα
Αΐδιος ζωή, αθάνατη πρόνοια, πάντα εσύ είσαι,
Τα πάντα συ πετυχαίνεις, ακόμη κι μόνη σου κείσαι.
Αλλά, θεά, σε ικετεύω για ευτυχισμένες ώρες,
Ειρήνη, υγεία, καρπούς εύχομαι μέσα στις μπόρες).
ΕΡΜΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Κλύθι με, Ερμεία, Διός άγγελε, Μαιάδος Υιέ,
Παγκρατές ήτορ έχων, εναγώνιε, κοίρανε θνητών,
Εύφρων, ποικιλόβουλε, διάκτορος, Αργειφόντα,
Πτηνοπέδιλε, φίλανδρε, λόγου θνητοίς προφήτα
Γυμνάσιν ός χαίρεις, δολίαις τ’ απάταις, οφιούχε
Ερμηνεύ πάντων, κερδέμπορε, λυσιμέριμνε
Ός χείρεσιν έχεις ειρήνην όπλον αμεμφές,
Κωρυκιώτα, μάκαρ, εριούνιε, ποικιλόμυθε,
Εργασίαις επαρωγέ, φίλε θνητοίς εν ανάγκαις
Γλώσσης δεινόν όπλον, το σεβάσμιον ανθρώποις
Κλύθι μου ευχομένου, βιότου τέλος εσθλόν οπάζων
Εργασίης, λόγου χάρισιν και μνημοσύνησιν».
(Άκουσέ με, Ερμή, Διός άγγελε, γιε της Μαίας
Πανίσχυρε, γενναίε αγωνιστή, κυρίαρχε της Γαίας
Εύφρονα, ποικιλόβουλε, που διακονείς μα και φονεύεις
Πτηνοπέδιλε, φίλανδρε, τα δεινά των θνητών προφητεύεις
Χαίρεσαι με γυμνές δόλιες απάτες, σαν κρατάς φίδι
Κερδέμπορε, λυσιμέριμνε, ερμηνευτή στης ζωής το σανίδι
Που χαίρεσαι να ‘χεις το άψογο όπλο ειρήνης
Να ωφελείς, με ποικίλα λόγια το κηρύκειο να τείνεις,
Να βοηθάς στη δουλειά, να είσαι στην ανάγκη φίλος
Στους ανθρώπους σεβάσμιος και της γλώσσας Κρατύλος,
Άκου την προσευχή μου, πρόσταξε να έχουμε τέλος καλό
Με χαρές του λόγου και άξιες μνήμες- θύμησες στο μυαλό).
ΕΡΜΟΥ ΧΘΟΝΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Κωκυτού ναίων ανυπόστροφον οίμον ανάγκης
Ός ψυχάς θνητών κατάγεις υπό νέρτερα γαίης
Ερμή Βακχεχόρου Διονύσου γένεθλον
Και Παφίης κούρης, ελικοβλεφάρου Αφροδίτης
Ός παρά Περσεφόνης ιερόν δόμον αμφιπολεύεις,
Αινομόροις ψυχαίς πομπός κατά γαίαν υπάρχων-
Ός κατάγεις, οπόταν μοίρης χρόνος εισαφίκηται,
Ευιέρω ράβδω θέλγων υπνοδότιδι πάντα,
Και πάλι υπνόωοντας εγείρεις, σοί γαρ έδωκεν
Τιμήν Φερσεφόνεια θεά κατά Τάρταρον ευρύν
Ψυχαίς αενάοις θνητών ηγεμονεύειν.
Αλλά, μάκαρ, πέμποις μύσταις τέλος εσθλόν επ’ έργοις».
(Συ που στου Κωκυτού τον δρόμο ανάγκης κατοικείς
Και τις ψυχές των θνητών στον κάτω κόσμο εποικείς
Ερμή, τέκνο του Διόνυσου του Βάκχου θυρσοφόρου
Και της εκ Πάφου Αφροδίτης, ελικοβλέφαρης, έρωτος εφόρου
Που της Περσεφόνης τον ιερόν δόμο υπηρετείς,
Και τις δυστυχείς ψυχές της γης οδηγείς – επικουρείς,
Και τις συνοδεύεις στον Άδη, όποτε μοίρα ορίζει,
Και μαγεύεις με το ιερό ραβδί, που τα πάντα υπνωτίζει,
Αλλά άμα λάχει συνεγείρεις, διότι αυτή την τιμή
Σού ‘δωσε η Περσεφόνη μέσα σε Τάρταρο ευρύ,
Δηλαδή στις αιώνιες ψυχές των θνητών να ηγεμονεύεις.
Γι’ αυτό τους υπηκόους σου σε καλά έργα να κελεύεις).
Μόλις φάνηκαν και σταθεροποιήθηκαν οι αστερισμοί Γέρανος και Φοίνιξ (μπόνους το Έλδωρ, που θυμίζει Ελ Ντοράντο), το πλήρωμα του Βενοβίνδα είχε νέα σύσκεψη περί του πρακτέου.
Η Ευρύβια, που είχε πάρει φόρα από την ανάθεση της επί του εδάφους αποστολής της, θεωρούσε τη συγκεκριμένη επιχείρηση δικό της φέουδο και απέκτησε το θάρρος να εισηγείται και προτάσεις.
«Ο Θησέας έχει προκηρύξει γυμνικούς αγώνες με έπαθλο τον Φοίνικα για να γιορτάσει την επιτυχία του. Οι αγώνες θα αρχίσουν και θα λήξουν με τον χορό Γέρανο που θα είναι απομίμηση των κινήσεων που έκανε για να εξολοθρεύσει τον Μινώταυρο, δηλαδή ελικοειδής και σύμφωνος με τις περιελίξεις του λαβύρινθου. Σκέφτομαι να συμμετάσχουμε στους αγώνες και με την εκπαίδευση αστροστόλου που έχουμε θα τούς κερδίσουμε σίγουρα. Ποιος θα μπορέσει να μάς συναγωνιστεί είτε στην πυγμαχία είτε στο παγκράτιο, όταν εμείς ξέρουμε όλες τις πολεμικές τέχνες και αυτοί απλά σπρώχνονται σε στυλ αρκουδοπάλεμα;»
«Ωραία ιδέα, Ευρύβια», επικρότησε ειρωνικά ο Προμηθέας, «δεν μάς είπες όμως ποιος θα κρεμάσει την κουδούνα στο γάτο, για να θυμηθούμε κι εκείνο τον σκλάβο Φρύγα, τον Αίσωπο.»
«Νομίζω αυθέντα, χωρίς να θέλω να γλείψω κανέναν, ότι εσύ και ο Υπερίων είστε οι πλέον κατάλληλοι για μονομαχία εκ του συστάδην, ιδίως ο Υπερίων που έχει εκπαίδευση στις τεχνικές των Ατλάντων…»
«Ναι», συμφώνησε ο Υπερίων, «νομίζω, ηγεμών, ότι η ατλάντεια φυσιολογία μου μαζί με την πολύ απαιτητική καθημερινή μου προπόνηση σε κάθε είδος πάλης μού εξασφαλίζουν ένα πλεονέκτημα έναντι των εν δυνάμει αντιπάλων, που θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε…»
«Ούτε που να το διανοείσαι! Εδώ πέρα, οι παλαιστές δεν αγωνίζονται με κανόνες Κουήνσμπερυ, αλλά με δολοφονικά ύπουλα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Μπορεί να μην ξέρουν “καράτε”, αλλά ξέρουν “βαράτε”. Ήδη την ώρα που εσύ θα αυτοσυγκεντρώνεσαι δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να σού ρίξουν κουτουλιά ή κλωτσιά στα αμελέτητα. Δεν θα διακινδυνεύσω επ’ ουδενί τη σωματική ακεραιότητα κανενός μέλους του πληρώματός μου, όταν δύναμαι να έχω στα χέρια μου ένα διαπραγματευτικό χαρτί που θα αναγκάσει τον Θησέα να συμμορφωθεί σχεδόν εθελοντικά στις απαιτήσεις μας».
«Άλλωστε», πρόσθεσε ο πλωτάρχης Ιαπετός, που καιρός είναι να πει κι αυτός κάτι στα συμβούλια, «ο Θησέας στην πραγματικότητα δεν έχει πρόθεση να παραχωρήσει τον Φοίνικα και για το λόγο αυτό μετέχει και ο ίδιος στους αγώνες, οπότε δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα τούς κερδίσει, αφού μόνο ο απών Ηρακλής μπορεί να τον συναγωνιστεί. Ούτε η μονομέρεια που προκύπτει από την πατρική μου αγάπη για σένα, ούτε ο νεποτισμός που χαρακτηρίζει τη στελέχωση και τη διοίκηση του πλοίου μας φθάνουν στο βαθμό να σε βαυκαλίζω με φρούδες ελπίδες, Προμηθέα. Πολύ φοβούμαι ότι, αν μονομαχήσετε, ο Θησέας θα σε πλακώσει στις γρήγορες με απρόβλεπτες συνέπειες».
«Πλωτάρχα, δεν χρειαζόταν να τα πεις όλα αυτά, διότι αφενός με μειώνουν και αφετέρου δεν προσθέτουν τίποτε στον ειρμό των σκέψεών μας. Το κάνεις επίτηδες, σε απεχθάνομαι και σε μισώ όταν το κάνεις αυτό και σού δηλώνω ότι εφεξής θα σε έχω άχτι. Ξαναγυρίζοντας στα διοικητικά θέματα, λέω ότι ο σοφός άνθρωπος μπαίνει στη μάχη, μόνο όταν ξέρει ότι θα την κερδίσει. Ήθελα να εξασφαλίσω στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του Θησέα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε σ’ έστειλα κάτω, Αχούρι, (χαϊδευτικό για την Ευρύβια) και σε παρακαλώ να μού ψιθυρίσεις στο αυτί πώς ηδυνήθη ο Θησέας να σκοτώσει το Μινώταυρο, διότι εικάζω ότι από τον τρόπο που μετήλθε θα θεμελιωθεί κάποιο πλεονέκτημα που θα αποβεί χρήσιμο για μάς».
Η Ευρύβια με τα πολλά έκυψε στο αυτί του Προμηθέα και του ψιθύρισε κάποια φωνήεντα.
«Χα», γέλασε ο Προμηθέας, «πολύ ενδιαφέρον, πάρα πολύ ενδιαφέρον, ώστε αυτό ήταν το ανδραγάθημα. Πραγματικά έχουμε στα χέρια μας κάτι που αξίζει…»
Στο τέλος των αγώνων, όπου θα μπορούσα να αναφέρω για ξεκάρφωμα κλασικά ονόματα αθλητών, όπως αυτό του Μίλωνα του Κροτωνιάτη και των πέντε ολυμπιονικών γιων του Διαγόρα, για τον οποίο ελέχθη το «κάτθανε ώ Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει», κέρδισε τελικά, για να μη τα πολυλογούμε, ο Θησέας.
Τη στιγμή εκείνη διακτινίστηκε η ομάδα προσεδάφισης του Βενοβίνδα. Ο Θησέας δεν αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη άφιξη γιατί είχε μάθει να αντιμετωπίζει ξαφνικά απρόοπτα και δυσκολίες, ενώ σαν ημίθεος που σέβεται τον εαυτό του, δεν έχανε την ευκαιρία να πλασάρεται και ως γόης.
«Καλώς όρισες, διαστημικέ άρχοντα με το αξιότιμο πλήρωμά σου, όπου βλέπω ότι περιλαμβάνονται και ορισμένες ερίτιμες κυρίες. Έχουμε ακούσει για το θρυλικό σου σκάφος, που περιέρχεται το Σύμπαν, χωρίς να γνωρίζουμε τους σκοπούς του. Τι μπορώ να κάνω για σένα και για τους γενναίους υπολοχαγούς σου, των οποίων την ταυτότητα αγνοώ επίσης;»
«Είμαι ο πλοίαρχος του αστροσκάφους «Ναός – Κόσμημα Βενοβίνδας, Προμηθέας Ιαπετίδης, απ’ εδώ ο πρώτος αξιωματικός μου Υπερίων εξ Ατλαντίδος, η υποπλοίαρχος Ευρύβια, ο …»
«Τέλος πάντων, όλο και κάποιοι θα είστε και κάποιους τίτλους θα έχετε. Δεν χρειάζεται να τούς αναφέρετε όλους, γιατί κι εμείς εδώ ήρωες είμαστε και διαθέτουμε τις δικές μας περγαμηνές. Έχουμε γιορτή σήμερα, διότι κατήγαγα μία μεγάλη επαγγελματική επιτυχία. Είστε φιλοξενούμενοί μου και σάς καλώ στη μεγάλη μου τράπεζα, όπου μπορείτε να απολαύσετε κοψίδια, παϊδάκια, γεμιστά αμπελόφυλλα, κολοκυθομελιτζανόπηκτο, καθώς και τον περίφημο “λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματο- σιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα- λεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγῳοσιραιοβαφητραγανοπτε-ρυγώνα”, μαγειρεμένο με τη γνήσια συνταγή του Αριστοφάνη από τις Εκκλησιάζουσες».
Ο Προμηθέας επέλεξε την απευθείας προσέγγιση, πλησίασε λοιπόν τον Θησέα σε απόσταση αναπνοής, σε βαθμό μάλιστα που αυτός απέστρεψε κάπως το πρόσωπο για να αποφύγει τα φλομωτικά χνώτα της μικροβιακά ζυμωτικής διαστημικής κλεισούρας, και τού υποτονθόρυσε.
«Χαμογέλα και νεύε καταφατικά σε ό,τι λέω για να μην ανησυχήσουμε τους συμποσιαστές σου. Μην κάνεις καμιά απότομη κίνηση όσο μιλάω, γιατί θα το μετανιώσεις. Εν ολίγοις: Ξέρω καλά πώς σκότωσες το Μινώταυρο κι αυτό δεν έγινε επειδή ήσουν ο καλύτερος στη μάχη. Ο Ποσειδώνας έστειλε στον Μίνωα περικαλλή ταύρο για να τον πάρει πίσω ύστερα ως θυσιασμένο σφάγιο. Ο Μίνως όμως λυπήθηκε την ομορφιά του ταύρου, τόσο άλκιμου και ισχυρομελούς ώστε έβγαζε καπνούς από τη μύτη, και τον έπεμψε στα βουκόλια. Όθεν ο Ποσειδών εν τη υπερτάτη ασοφία του, εντελώς μικροπρεπής όπως όλα τα όντα της σκουληκότρυπας, τον μεν ταύρο εξαγρίωσε, στη δε μεγαλόσωμη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη ενέβαλε κνίδωση ακατανίκητη και σεξουαλική επιθυμία ασίγαστη για ταυροκαθάψια, αν καταλαβαίνεις το υπονοούμενό μου. Μη γνωρίζοντας όλα αυτά ο Μίνωας ανέθεσε στον Δαίδαλο να κατασκευάσει μέγιστη ξύλινη βου, όμοια με αληθινή ώστε να την αφιερώσει στον Ποσειδώνα και να τον εξευμενίσει για την υπεξαίρεση του πραγματικού ταύρου. Ο Δαίδαλος λοιπόν που εκτός από περίοπτος εφευρέτης ήταν και μεγάλος ρουφιάνος κατασκεύασε την ξύλινη μοσχάρα κενή με τεχνοτροπία δούρειου ίππου κι εκεί μέσα έλαβε χώρα η απίστευτη συνεύρεση του μέγιστου ταύρου με την νταρντάνα Πασιφάη εν αγνοία του ανύποπτου συζύγου, ο οποίος απορούσε για το πώς η ξύλινη βους χοροπηδούσε πέρα- δώθε πάνω στα άσπαστα αγόνατα πόδια της, όχι απλά ως ζωντανή αλλά και ως φρενιτιώδης τετράποδη πλην ξυλοπόδαρη Μαινάδα προς τέρψη του Ποσειδώνα και των λοιπών παρισταμένων! Αυτό το περιστατικό δηλωτικό χαμερπών, αχαμνών και ταπεινών καταβολών εξιστόρησες στον Μινώταυρο και τού είπες πόσο ηδονιζόταν η μάνα του από τα λικνίσματα, τους εμβολισμούς και τα ανεβοκατεβάσματα του ταύρου και πόσο εξωφρενικά άδικη ήταν η δική του κατάσταση να τρώει εξαιτίας του αμαρτήματος και του ανοσιουργήματος αυτού ωμά κρέατα μέσα στη γλίτσα κρύας ισόβιας φυλακής. Τέτοια αισχρά και χυδαία τού αφηγήθηκες με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή, όπως κάθε γιος στη θέση του θα πάθαινε. Ωραίος ήρωας είσαι! Δός μου αμέσως το Φοίνικα, αν δεν θες να μάθουν οι πλανημένοι οπαδοί σου σε ποιον έχουν χαρίσει την αφοσίωσή τους. Άμα ανοίξω το στόμα μου ο περίφημος χορός Γέρανος θα μετονομαστεί σε Κερατιώνα, όπως κερατιάτικη ήταν και η συμπεριφορά σου».
Ο Θησέας κάνοντας μια απότομη θεατρική κίνηση απαλλάχτηκε και αποδεσμεύτηκε από την εγκλωβιστική αύρα του Προμηθέα.
«Άρχοντά μου δοξασμένε και πολυκτήμονα, έχεις κάποια εσφαλμένη πληροφόρηση. Ο Φοίνικας δεν είναι το αναγεννώμενο πτηνό που έχεις υπόψη σου, δεν είναι κάτι οργανικό, αλλά απλώς και μόνο το κύπελλο που αθλοθέτησα. Ένα αδρανές βραβείο και κειμήλιο για να το βάλει κανείς στην τροπαιοθήκη του, το οποίο άλλωστε δεν μοιάζει ούτε κατά διάνοια με το πουλί της χούντας, αυτό δα έλειπε, αλλά φέρνει περισσότερο προς το αιγυπτιακό ελόβιο πτηνό Ίβις. Θα περίμενα από σπουδαγμένους ανθρώπους, όπως εσείς, να μπορείτε να ξεχωρίσετε τα σκληρά γεγονότα από τις ψευδείς ειδήσεις. Είναι δυνατό να υπάρχει πουλί που να αναγεννάται από τις στάκτες του, ας γελάσω. Αυτό αντιβαίνει στο δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα και αμφισβητεί το κράτος και το νείκος του θανάτου, που είναι η πιο αδήριτη συνισταμένη και η πλέον καταδυναστευτική σταθερά του Σύμπαντος. Να μού ‘λεγες για μεταμόρφωση, να σού πω εντάξει. Αυτό είναι θέμα ενεργείας. Επιπρόσθετα, ο Φοίνικας σαν ιστορική προσωπικότητα δεν ήταν καν τίποτε το σπουδαίο, μία μεσαίου βεληνεκούς δευτεράντζα. Παιδαγωγός του Αχιλλέα, τον τύφλωσε ο ίδιος του ο πατέρας, ο Αμύντορας, γιατί νόμιζε ότι είχε σχέση με την παλλακίδα του την Κλυτία, αλλά ο Πηλέας, επειδή τον συμπαθούσε, θεώρησε το ατύχημα εργατικό, τού παρέσχε άρτια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τον κατέστησε βασιλέα των Δολόπων. Μπορείς να φανταστείς πιο ανιαρή, τετριμμένη ιστορία;»
«Παρ’ όλ’ αυτά», επέμεινε ο Προμηθέας, «μού οφείλεις κάτι για τη σιωπή μου και να ξέρεις ότι αυτή δεν εξαγοράζεται εύκολα παρά μόνο στη σωστή τιμή. »
«Χμ», συλλογίστηκε ο Θησέας, «απ’ ό,τι κατάλαβα θέλετε να οδηγήσετε το σκάφος σας στο επίπεδο της δεύτερης συμπαντικής περιστροφής και ζητάτε πλοηγό. Πλην όμως εγώ δεν είμαι ο κατάλληλος για να σάς δώσω αυτό που ποθείτε. Αυτό που χρειάζεστε είναι να φανταστείτε τον Κάνωπο, ένα αστέρι που φτιάχτηκε για να τιμήσει τον ένα απ’ τους δύο κυβερνήτες του Μενέλαου – άλλος ήταν ο Φρόντις- κατά το ταξίδι της επιστροφής του στη Σπάρτη. Ο θάνατος του Κανώπου από τις ταλαιπωρίες της περιπλάνησης συγκίνησε τον Πρωτέα – ξέρετε ποιος είναι ο Πρωτέας έτσι; -, ο οποίος εγχείρισε στον Μενέλαο λεπτομερή χάρτη επιστροφής και τού εντόπισε κυριαρχικά και μετά λόγου γνώσεως τον προορισμό του. Ο Πρωτέας είναι ο Γνώμων».
«Ναι, κάτι θυμάμαι αμυδρά από τις προηγούμενες Δημιουργίες. Ευχαριστώ, Θησέα. Απόλαυσε την κυριαρχία σου, χόρεψε τον Κερατιώνα σου, εύχομαι να περάσεις καλά στη Νάξο και να γυρίσεις στην Αθήνα με φορτισμένες μπαταρίες, ενθυμούμενος ότι το σημαντικό για έναν υπερήρωα δεν είναι τα κατορθώματα, αλλά οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ιαπετέ, διακτίνισέ μας».
«Κρείε, αν ήσουν περισσότερο μελετηρός και διάβαζες πού και να πού κανένα τεχνικό εγχειρίδιο, δεν θα χρειαζόμουν τον Πρωτέα των Κόσμων για να κατευθυνθώ στο επίπεδο της δεύτερης περιστροφής. Λοιπόν ετοιμαστείτε για καταστέριση σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα!», παρήγγειλε ο Προμηθέας στην ομάδα των αξιωματικών που κυττούσε επίμονα την οθόνη.
Ύστερα από την κάσκα του εξερευνητή, ο πλοίαρχος φόρεσε το καλυμμαύχι του παπά και ανήγγειλε:
«Θα πούμε τους ύμνους των Κουρήτων για τον Κάνωπο και του Πρωτέως για τον Γνώμονα».
ΥΜΝΟΣ ΚΟΥΡΗΤΩΝ
«Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες,
Ποσίκροτοι, ρομβηταί, ορέστεροι, ευαστήρες
Κρουσιλύραι, παράρυθμοι, επεμβάται ίχνεσι κούφοις
Οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αγλαόφημοι
Μητρός ορειμανούς συνοπάονες, οργιοφάνται,
Έλθοιτε ευμενώντες επ’ ευφήμοις λόγοις
Βουκόλω ευάντητοι αεί κεχαρηότι θυμώ».
(Σκιρτητές Κουρήτες, που με Άρη βήματα κινείστε
Ποδοκρότες, σβουριχτοί, στα όρη ευαρεστείστε
Βαράτε τη λύρα με ρυθμό, ελαφροπάτητοι
Οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αλάθητοι
Τέκνα ορεισίβιας μάνας, όργια όμως δέχεστε ,
Μα και τον βουκόλο ακόμη καταδέχεστε
Ας έλθετε ευμενείς με τα εύφημα εγκώμιά μας
Μπολιάστε με χάρη, καλή διάθεση τα κορμιά μας).
ΚΟΥΡΗΤΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ ΛΙΒΑΝΟΝ
«Χαλκόκροτοι Κουρήτες, Αρήια τεύχη έχοντες,
Ουράνιοι, χθόνιοι και ενάλιοι πολύολβοι,
Ζωογόνοι πνοαί, κόσμου σωτήρες αγαυοί
Οί τε Σαμοθράκην, ιερήν χθόνα, νεαιτάοντες,
Κινδύνους θνητών απερύκετε ποντοπλανήτων,
Υμείς και τελετήν πρώτην μερόπεσιν έθεσθε
Αθάνατοι Κουρήτες, αρήια τεύχη έχοντες
Νωμάτ’ ωκεανόν, νωμάθ΄όλα, δένδρα θ’ αύτως
Ερχόμενοι γαίαν κοναβίζετε ποσίν ελαφροίς
Μαρμαίροντες όπλοις, πτήσσουσι δε θήρες άπαντες
Ορμώντων, θόρυβος τε βοή εις ουρανόν ίκει
Ελιγμοίς τε ποδών κονίη νεφέλας αφικάνει
Ερχομένων, τότε δη ρα και άνθεα πάντα τέθηλεν
Δαίμονες αθάνατοι, τροφείς και αυτ’ ολετήρες
Ηνίκ’ αν ορμαίνητε χολούμενοι ανθρώποις
Ολλύντες βίοτον και κτήματα ηδέ και αυτούς πλάζοντες-
Στοναχεί δε μέγας πόντος βαθυδίνης,
Δένδρα δ’ υψικάρην εκ ριζών εις χθόνα πίπτει
Ηχώ δ’ ουρανίη κελαδεί ροιζήμασι φύλλων.
Κουρήτες, Κορύβαντες, ανάκτορες, ευδύνατοι τε,
Εν Σαμοθράκη άνακτες, ομού Ζηνός κόροι αυτοί
Πνοαί άεναοι, ψυχοτρόφοι, ηεροειδείς
Οίτε και ουράνιοι δίδυμοι κλήζεσθ’ εν Ολύμπω
Εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι ηδέ προσηνείς
Ωροτρόφοι, φερέκαρποι, επιπνείοιτε άνακτες».
(Χαλκόκροτοι Κουρήτες, που του Άρη όπλα κρατάτε,
Ουράνιοι, χθόνιοι, ενάλιοι, παντού ευτυχείς πάτε
Με ζωογόνα πνοή, κόσμου σωτήρες αναδειχθείτε
Σεις που την ιερή γη Σαμοθράκης κατοικείτε,
Κινδύνους θνητών που πλανώνται αποσοβήστε
Των τελετών οι πρώτοι δάσκαλοι είστε.
Αθάνατοι Κουρήτες, με τα όπλα τα πολεμικά
Μοιράζεστε χλωρίδα και πανίδα αρμονικά,
Περπατάτε, σκονίζετε τη γη με πόδια ελαφριά
Σαν αστράφτουν τα όπλα, φεύγουν μακριά τα θεριά
Όταν ορμάτε ο θόρυβος φτάνει στον ουρανό
Οι ελιγμοί φέρνουν σκόνη και νεφών κρουνό
Όταν έρχεστε, θάλλουν, πληρούντ’ οι ανθήρες
Γιατ’ είστε δαίμονες, τροφείς μα κι ολετήρες
Κι όταν ορμάτε στους θνητούς με θυμό και χολή
Τούς χαλάτε τη ζωή και τα χτήματα και κλαίνε πολύ
Αναστενάζει δε ο μέγας πόντος με βαθύτατη δίνη,
Ξεριζώνονται δέντρα, πέφτουνε σ’ ανέμου σκοτοδίνη
Ηχώ δ’ ουρανία κελαηδεί και τα φύλλα σφυρίζουν
Σαν οι Κουρήτες κορυβαντιούν και στο χορό γυρίζουν.
Εν Σαμοθράκη άνακτες, παιδιά Δία, όχι κοινοί,
Αείπνοοι, ψυχοτρόφοι, νεφελώδεις, σκοτεινοί
Ουράνιοι πολύδυμοι, καλείστε σε Ολύμπου ευνή
Εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι, ευμενείς, προσηνείς
Των ωρών και καρπών φροντιστές, βασιλείς προσφιλείς).
ΠΡΩΤΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ – ΗΔΥΟΣΜΟΝ
«Πρωτέα κικλήσκω, πόντου κλείδας έχοντα
Πρωτογενή, πάσης φύσεως αρχάς ός έφηνεν,
Ύλην αλλάσσων ιερήν ιδέαις πολυμόρφοις
Πάντιμος, πολύβουλος, επιστάμενος τα τ’ εόντα,
Όσα δε πρόσθεν ήν, όσα τ’ έσσεται ύστερον αύτις-
Πάντα γαρ εν Πρωτεί πρώτη φύσις εγκατέθηκεν.
Αλλά, πάτερ, μόλε μυστιπόλοις οσίαις προνοίαις
Πέμπων ευόλβου βιότου τέλος εσθλόν επ΄ έργοις».
(Καλώ σε Πρωτέα, που έχεις τις κλείδες του πόντου
Πρωτογενή, που φανέρωσες μυστικά της φύσης του φόντου,
Αλλάζοντας την ιερή ύλη με ιδέες, τύπους και μορφές
Πάντιμε, πολύβουλε, που γνωρίζεις των όντων τις κορφές,
Όσα έγιναν πριν κι όσα θα γίνουν ύστερα, εσύ Πρωτέα –
Διότι όλα στα ανέθεσε η φύση πρωταρχική, προτεραία.
Αλλά, πατέρα, έλα στις μυστικές ιερές προφητείες
Πέμποντας καλή κατάληξη στης ζωής ασχολίες).
Τα στοιχεία του Πρωτέα είναι στη διάθεση της υπηρεσίας. Για τις ανάγκες του παρόντος πονήματος αρκεί να πούμε ότι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Φοινίκης και ήταν διπλωματούχος μάντης. Στην καριέρα του έκανε απίστευτα πράγματα, μάλιστα σε συνεργασία με τον πατέρα του είχε κατασκευάσει υπόγεια δίοδο που οδηγούσε από τις Φλέγρες της Παλλήνης στην Αφρική του αντίστοιχου πλανήτη, δια της οποίας πέρασε «αβρόχοις ποσίν» κάτω από τη θάλασσα μέχρι τη νήσο Φάρο της Αιγύπτου. Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήταν θεός της θάλασσας και κατείχε τα κλειδιά της. Επίσης, όταν οι κύκλωπες έφαγαν την Αμφιτρίτη, αυτός ήταν εκείνος που παρέλαβε και φρόντιζε τις κατοικίδιες φώκιες της. Την ημέρα διέτριβε «παρά θίν’ αλός» και τη νύχτα κοιμόταν κάθε φορά σε διαφορετική σπηλιά των βράχων, περιστοιχιζόμενος από τις φώκιες που είχε τόσο απροσδόκητα κληρονομήσει.
Τον ζωγράφιζαν γέροντα, πολιό και ψαρομάλλη (πλεονασμός), καθήμενο σε άμαξα που έσερναν δύο θαλάσσιοι ίπποι, άλλοτε πάλι τον αναπαριστούσαν να ξεπροβάλλει μέσα από αρμυρίκια μαζί με τις φώκιες του.
Αυτά είπε πάνω -κάτω στην πρωινή ενημέρωση ο Προμηθέας στους αξιωματικούς του. Το πιο βασικό όμως ήταν ότι ο Πρωτέας είχε την επιστημονική γνώση και την τεχνική δυνατότητα να ανάγει τον εαυτό του σε υποτυπώδη, αδιαφοροποίητη και πρωταρχική ύλη, σε βλαστοκύτταρα δηλαδή όπως θα λέγαμε σήμερα, κι έτσι μπορούσε να μεταμορφώνεται. Δεδομένου μάλιστα ότι ήταν βαθιά ακοινώνητος και μονήρης, η αλλαξομορφία ήταν η συνήθης διέξοδός του για να αποφεύγει ενοχλητικές επισκέψεις και επιβαρυντικές ερωτήσεις.
«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια βαθιά αντίθεση που αφορά τη νοοτροπία», διαπίστωσε ο Υπερίων. «Από τη μία ο Πρωτέας χαρακτηρίζεται πρωτίστως από τη μαντική του ικανότητα, από την άλλη είναι ικανός να κάνει τα πάντα και να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε προκειμένου να μη την ασκήσει. Στην πραγματικότητα ανήκει σε ένα νέο είδος ανθρώπων, που δεν έχει καμία σχέση με την αυτενέργεια και την ελευθερία βούλησης των τιτάνων. Ίσως το είδος του να επικρατήσει τα μελλοντικά χρόνια του εκφυλισμού και της ιδιωτείας. Αντί να μετέχει στους γυμνικούς αγώνες, προτιμά να κάθεται στην εξέδρα και να γιουχάρει. Αντί να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να αναπτύσσει πρωτοβουλία, λειτουργεί μόνο αν ξέρει ότι τις πράξεις του τις υπαγόρευσαν άλλοι, ότι τον εξανάγκασαν να δράσει παρά τη βούλησή του ή ενάντια σ’ αυτήν, ότι “η Εύα τον ηπάτησε”, ότι κάποιοι κακοί υφάρπασαν και εκχώρησαν τις αρμοδιότητές του σε κάποιους που αποφασίζουν αντί γι’ αυτόν».
«Εγώ δεν είμαι ούτε ψυχολόγος, ούτε ψυχίατρος για να θεραπεύσω τον Πρωτέα», είπε ο Προμηθέας. «Αφού επιδέχεται πίεση και λειτουργεί μόνο με εξαναγκασμό, τότε αυτό θα κάνουμε κι εμείς. Θα τον αιχμαλωτίσουμε, θα τον δέσουμε χειροπόδαρα και θα τον αναγκάσουμε να ασκήσει την τέχνη και την αρμοδιότητα της μαντικής».
Η Ευρύβια που άρχισε σιγά- σιγά να αποκτά αυτοπεποίθηση και να μετέχει πιο ενεργά στις υποθέσεις του αστροσκάφους πρότεινε: «Από τις απεικονίσεις του Πρωτέα προκύπτει ότι τις περισσότερες φορές δεν μεταμορφώνεται σε λέοντα, ταύρο ή δράκοντα κ.λπ., αλλά μάλλον φοράει την αντίστοιχη προβιά, μάσκα ή προτομή. Κι αυτό είναι λογικό, αφού μ’ αυτό τον τρόπο εξοικονομεί ενέργεια που θα τού επιτρέψει να αλλάξει μορφή την κρίσιμη στιγμή, όταν πράγματι το χρειάζεται. Εφόσον λοιπόν θεωρεί ότι αυτό το σύστημα λειτουργεί στους άλλους, πιθανότατα θα εξαπατηθεί από αυτό και ο ίδιος. Ακολουθώντας την τακτική του Οδυσσέα προτείνω να φορέσουμε δέρματα φώκιας και να ανακατευτούμε με τις αγαπημένες του που τον περιστοιχίζουν. Τη στιγμή που θα αποκοιμηθεί τού ορμάμε και τον δένουμε με σπάγκο σαν ρολό κρέατος ή ψητό κατσαρόλας».
«Εντάξει, το εγκρίνω, αλλά χρειαζόμαστε κι ένα σχέδιο για την απόσπαση της προσοχής του».
«Εκεί ας ακολουθήσουμε το βασικό σενάριο», είπε ο Υπερίων. «Θα τον πλησιάσουμε δηλαδή ως Μενέλαος που σέρνει μαζί του την ποικίλως παραβιασμένη Ελένη της Τροίας, θρηνεί τον κυβερνήτη του Κάνωπο και ζητάει πληροφορίες για το πώς θα γυρίσει στην πατρίδα του».
«Εγκρίνεται. Οίχετε απιόντες».
Στην παραλία η Ευρύβια, η Λητώ, ο Βουφάγος, η Αγχιάλη και η Μήτιδα εφάρμοζαν το τέχνασμα που είχαν επεξεργαστεί: η ίδια και οι τρεις σύντροφοί της ντύθηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα φώκιας και ξάπλωσαν ανάμεσα στις έτερες φώκιες του Πρωτέα το καταμεσήμερο.
Αυτή ήταν η ώρα που, όπως όλα τα δαιμονικά της θάλασσας, ο «γέροντας» έβγαινε από το νερό. Συνήθιζε να ξαπλώνει στην είσοδο μιας φαρδιάς σπηλιάς ανάμεσα στο κοπάδι του, που κοιμόταν αναδίνοντας τη μυρωδιά του αλμυρού βυθού και της αβύσσου. Όταν βγήκε από το πέλαγος, μέτρησε τις φώκιες του, αλλά δεν υποψιάστηκε την παγίδα και πήγε να χωθεί ανάμεσά τους. Την στιγμή εκείνη τον προσέγγισε η ομάδα προσεδάφισης του Βενοβίνδα. Ήσαν όλοι τους ρακένδυτοι σαν τρωγλοδύτες, πράγμα που είναι η πιο οικονομική λύση για να μεταμφιεστεί κάποιος σε αρχαίο Έλληνα. Μερικά κουρέλια συγκεχυμένου χρώματος απ’ όπου ξεπροβάλλει η αιχμή ενός σπαθιού.
«Γεια», είπε ο Προμηθέας. «Είμαι ο Μενέλαος, άκουσα ότι είσαι μεγάλος μάντης και θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μού δείξεις τον δρόμο για την πατρίδα μου. Επίσης, για να τηρήσουμε και την αληθοφάνεια, θα εκτιμούσα πολύ αν μού έδινες πληροφορίες για το πού κατέληξε ο αδελφός μου.»
«Ταξιδιώτη, όποιος και αν είσαι, αν ψάχνεις για κουρόγιδα, σού προτείνω να πας στον επόμενο λόφο. Χαϊβάνια δεν υπάρχουν πια, τα πάτησε το τραίνο. Αν εσύ είσαι ο Μενέλαος, εγώ είμαι ο Ερμής του Πραξιτέλους. Γιατί βέβαια», είπε δείχνοντας την Ευρυνόμη που σκέπαζε το πρόσωπό της μ’ ένα αδιαφανές πέπλο, «η γυναίκα που έχεις δίπλα σου, όσο και να κρύβει το πρόσωπό της, δεν μπορεί ούτε με σφαίρες να περάσει για ωραία Ελένη που το πυρακτωμένο μάτι της διατρυπούσε κάθε σάλι και κάθε εσάρπα. Γι’ αυτήν ίσχυε ό,τι και για τον Αλκιβιάδη, ότι “έως και επί του άκρου ποδός δακτύλου αβρός επεκάθητο όνυξ”. Αλλά ακόμη κι αν ήσουν ο Μενέλαος σκασίλα μου. Τι έχω να κερδίσω αν εσύ γυρίσεις στη Σπάρτη, τι με νοιάζει εμένα;»
«Ένας προικισμένος με όμμα προφήτη, όπως εσύ, που είναι ο Γνώμων, δηλαδή ένα είδος τρίγωνου και μοιρογνωμόνιου δυνάμενο να χαράξει την πορεία των ανθρώπων, εσύ που άμα σε κοπανήσουν λίγο στο δαιμονικό σου κεφάλι ξερνάς χαρτάκια και μπισκότα τύχης που αναφέρονται στη μοίρα των ανθρώπων, μία Πυθία που μασάει φύλλα δάφνης και λέγει ήξεις- αφήξεις ή λέγει “χαμαί πέσεν Δαίδαλος αυλά” και όλα τα υπόλοιπα που οι Χριστιανοί θεωρούν ανεπιβεβαίωτα, δεν έχεις το δικαίωμα να στερήσεις τις υπηρεσίες σου από τη χειμαζόμενη ανθρωπότητα.»
«Παρά τις ηθικολογίες σου, εγώ κρατάω τον ελεύθερο χρόνο μου για την πάρτη μου – εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάρτης- κι όσο για τις ικανότητές μου, θέλω ανταλλάγματα. Πες μου τι μού τάζεις;»
«Πρωτέα, έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου τη λέξη “καθήκον” ή “αρμοδιότητα”; Έχεις ακούσει τη λέξη “λειτούργημα”; Ο Πλάτων ομιλεί για οικειοπραγία που συνυφαίνει τη φύση του ανθρώπου με την κοινωνική και πολιτική πράξη, ενώ ο Αριστοτέλης έλεγε πολύ απλά ότι ο καθένας θα πρέπει να ασχολείται με τη δραστηριότητα στην οποία διακρίνεται και είναι καλός…»
Εκμεταλλευόμενα τη στιγμιαία αφαίρεση του γέροντα λόγω των αναπτύξεων του Προμηθέα, τα στελέχη της χωρονηός πετάχτηκαν ξαφνικά από τις προβιές τους, τον άρπαξαν και τον κράτησαν σφιχτά. Ο Πρωτέας προσπαθούσε να τούς ξεφύγει και μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε λιοντάρι, σε δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, έπειτα σε δέντρο ακόμη και σε νερό. Σεναριακή αδυναμία: Ε αυτό πώς γίνεται βρε παιδιά, είναι δυνατό να γίνει νερό και παρ’ όλ’ αυτά να μη ξεφύγει; Σε κάθε περίπτωση οι χωροναύτες δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να παλεύουν μαζί του απελπισμένα μέχρι που σιχτίρισε και αυτός και άρχισε να παίρνει πάλι την αρχική του μορφή, αν βέβαια μπορούσε πλέον και ο ίδιος να τη θυμηθεί.
«Α ναι, οι χωροναύτες απ’ αυτό το καταραμένο πλοίο που γυροφέρνει στο Σύμπαν και σπέρνει μόνο το κακό. Και ο Προμηθέας, ο μεγαλύτερος εξυπνάκιας και παραμυθατζής της οικουμένης. Μού την έφερες, ο διάολος να σε πάρει».
Ο Προμηθέας μόστραρε με καμάρι τη μορφή του χωρίς κανένα ενδοιασμό πλέον με τις μπούκλες του, το αρχαιοελληνικό γενάκι του και τα φουντουκένια μάτια του.
«Ναι, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Είμαι κι εγώ μέγας μύστης και μάγος κι όχι απλά μάγος, αλλά μαγικός- τεχνικός και μαγοκράτης. Ή αλλιώς είμαι επιστήμων, τεχνικός και τεχνοκράτης, γιατί κάθε εξελιγμένη επιστήμη φαίνεται μαγεία στα μάτια του αδαούς. Ξέρω να προχωρώ βήμα- βήμα, δεν έχω βεβαιότητες, δεν έχω ούτε την παραμικρή προκατάληψη, σε κάθε περίσταση ανασυνθέτω τον κόσμο από την αρχή γιατί δεν δέχομαι τίποτε ως δεδομένο. Η τεχνολογία μου είναι τέτοια που δύναμαι να μιγνύω τον πηλό στις σωστές αναλογίες, να τον εφοδιάζω με διάφορες ιδιότητες και ποιότητες ύλης και τον πυροδοτώ με ακτίνα ή κεραυνό, έχοντας χρηματοδοτική μίσθωση και σύμβαση δικαιοχρησίας- δικαιοκτησίας με τον ίδιο το Θεό, κοντολογίς δύναμαι να πλάσω άνθρωπο από γη και ύδωρ, όχι όμως ρομπότ, ούτε τεχνητή νοημοσύνη, αυτά είναι διαβολερίες των όντων της σκουληκότρυπας. Δεν είσαι ο μόνος που παίρνεις μορφές, γιατί κι εγώ διαθέτω κι έχω κληροδοτήσει και στους ανθρώπους τη δειλία του λαγού, την πανουργία της αλώπεκος, την αλαζονεία του ταώ, την ωμότητα της τίγρης και την ανδρεία του λέοντος.»
Τότε ο Πρωτέας εξαντλημένος, απάντησε στις ερωτήσεις του, τού έκανε κι ένα σχεδιάγραμμα, απ΄ όπου έμαθε πως, για να τού φανερώσουν οι θεοί τον δρόμο της επιστροφής, έπρεπε να ανεβεί τον Νείλο και προσφέρει εκατόμβη – καλά αυτά τα μυστικιστικά, παγανιστικά και μη επιστημονικά τα διέγραφε ο Προμηθέας και κράτησε μόνο τις λεπτομερείς οδηγίες ναυσιπλοΐας, που τις διαβίβασε αμέσως στον πλοηγό και τον πηδαλιούχο. Περιλάμβαναν πολλά ζικ-ζακ και ανύσματα μέσα στο χώρο, φαινομενικά ακατανόητα, που τελικά ήταν ο Γνώμων για να περάσει η χωροναύς από ένα επίπεδο της ελλειπτικής σε ένα άλλο και να αρχίσει πάλι τη βασανιστική της περιφορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΑΝΤΛΙΑ, ΜΕΓΑΣ ΚΥΩΝ, ΥΔΡΑ, ΚΡΑΤΗΡ
Εκ της καταστερίσεως αστερισμού της Αντλίας, πρόσχωμεν.
ΜΗΤΡΟΣ ΑΝΤΑΙΑΣ (ΔΗΜΗΤΡΟΣ) ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Ανταίη, βασίλεια, θεά, πολυώνυμε μήτερ
Αθανάτων τε θεών ηδέ θνητών ανθρώπων,
Ή ποτέ μαστεύουσα πολυπλάγκτω εν ανίη
Νηστείαν κατέπαυσας Ελευσίνος γυάλοις
Ήλθες τ’ εις Αϊδην προς αγαυήν Περσεφόνειαν
Αγνόν παίδα Δυσαύλου οδηγητήρα λαχούσα,
Μυνητήρ’ αγίων λέκτρων χθονίου Διός αγνού,
Εύβουλον, τέξασα θεόν θνητής υπ’ ανάγκης.
Αλλά, θεά, λίτομαί σε, πολυλλίστη βασίλεια,
Ελθείν ευάντητον επ’ ευϊέρω σου μύστη.»
(Ανταία, βασίλισσα, θεά, μήτηρ πολυώνυμη
Αθανάτων θεών και θνητών σώτειρα μόνιμη
Που ερευνώντας την πολυπλάνητη θλίψη
Στης Ελευσίνας πείνα φρόντισες τίποτε να μη λείψει
Ήλθες στον Άδη προς την ένδοξη Περσεφόνη
Έχοντας για οδηγό το γιο του Δυσαύλη κι όχι μόνη
Που φανέρωσε τις μαξιλάρες του Διός τις ξαπλωτές,
Γέννησες τον Εύβουλο, υπακούοντας σε ορμές θνητές.
Αλλά, θεά, που δέχεσαι προσευχές πολλές
Να είσαι προσηνής στου μύστη σου τις βουλές).
ΜΗΤΡΟΣ ΘΕΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΟΙΚΙΛΑ
«Αθανάτων θεότιμε θεών μήτερ, τροφέ πάντων
Τήδε μόλοις κράντειρα θεά, σου πότνια επ’ ευχαίς
Ταυροφόρων ζεύξασα ταχύδρομον άρμα λεόντων
Σκηπτούχε κλεινού πόλου, πολυώνυμε, σεμνή
Ή κατέχεις κόσμου μέσον θρόνον, ούνεκεν αυτή
Γαίαν έχεις, θνητοίς τροφάς παρέχουσα προσηνείς
Εκ σού δ’ αθάνατον γένος θνητών ελοχεύθη
Σοι ποταμοί κρατέονται αεί και πάσα θάλασσα-
Ιστίη αυδαχθείσα, σε δ’ ολβιοδότιν καλέουσιν,
Παντοίων αγαθών θνητοίς ότι δώρα χαρίζη.
Έρχου προς τελετήν, ώ πότνια, τυμπανοτερπής
Πανδαμάτωρ, Φρυγίης σώτειρα, Κρόνου συνόμευνε
Ουρανόπαι, πρέσβειρα, βιοθρέπτειρα, φίλοιστρε
Έρχου γηθόσυνος, κεχαρισμένη ευσεβίοις.»
(Αθανάτων θεότιμη θεών μητέρα, παραμάνα
Κόπιασε εδώ κραταιά, που είναι οι ευχές σου μάννα,
Ταυροφόρο ζεύεις ταχύδρομο άρμα λεόντων
Σκηπτούχα κλεινού πόλου, κυβερνήτρια παρόντων
Κατέχεις της Γης και του κόσμου τον μέσο θρόνο,
Γι’ αυτό παρέχεις στους θνητούς ήπιους καρπούς και γόνο
Ήσουν εσύ των αθάνατων και των θνητών η λεχώ
Σε ποταμούς και θάλασσες αντιλαλεί η δική σου ηχώ-
Σε αποκάλεσαν Εστία, σε ονόμασαν ευτυχή,
Διότι παντοία αγαθά χαρίζεις και κάθε παροχή.
Έρχου προς τελετή, τυμπανοτερπής, σεβάσμια
Πανδαμάτωρ, Φρυγίας σώτειρα, Κρόνου εράσμια
Ουρανόπαι, πρέσβειρα, που με έμπνευση στέφεις
Έρχου με χαρά τους ευσεβείς ν’ αγαπάς και να τρέφεις.)
Εκ της καταστερίσεως Μεγάλου Κυνός το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΥΡΑΚΑ -ΗΔΥΟΣΜΟΝ
«Δηοί παμμήτειρα, θεά, πολυώνυμε δαίμον
Σεμνή Δήμητερ, κουροτρόφος, ολβιοδότι
Πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, παντοδότειρα,
Ειρήνη χαίρουσα και εργασίαις πολυμόχθοις,
Σπερμείη, σωρίτις, αλωέη, χλοόκαρπε,
Ή ναίεις αγνοίς Ελευσίνος γυάλοις
Ιμερόεσσα, ερατή, θνητών θρέπτειρα προπάντων
Πρώτη υποζεύξασα βοών αροτήρα τένοντα
Και βίον ιμερόεντα βροτοίς πολύολβον ανείσα
Αυξιθαλής, Βρομίου συνέστιος, αγλαότιμος
Λαμπαδόεσσα, αγνή, δρεπάνοις χαίρουσα θερείοις
Συ χθονίη, συ δε φαινομένη, συ δε πάσι προσηνής-
Εύτεκνε, παιδοφίλη, σεμνή, κουρότροφε κούρη
Άρμα δρακοντείοις υποζεύξασα χαλινοίς,
Εγκυκλίοις δίναις περί σον θρόνον ευαζόντων,
Μονογενής πολύτεκνε θεά, πολυπότνια θνητοίς
Ής πολλαί μορφαί πολυάνθεμοι, ιεροθηλείς
Ελθέ μάκαιρα αγνή καρποίς βρίθουσα θερίοις
Ειρήνην κατάγουσα και ευνομίην ερατεινήν
Και πλούτον πολύολβον ομού δ’ υγιείαν άνασσαν».
(Δήμητρα όλων μητέρα, θεά δαιμόνιων χορών
Σεμνή, που τρέφεις την ευτυχία των κορών
Πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, πανδώρα,
Με ειρήνη χαίρεσαι και εργασίες εκάστη ώρα,
σπέρνεις, συλλέγεις, αλωνίζεις, χορτοκόπτεις,
κατοικείς στης Ελευσίνας κοιλάδα επόπτης,
ποθητή, ερατεινή, θνητών θρέπτειρα ανθρώπων
Πρώτη έζευξες τον αυχένα βοϊδίσιων μετώπων
Και έφερες στους θνητούς βίο ευτυχισμένο
Όντας αυξιθαλής, συνέστια με Βάκχο στολισμένο
Λαμπαδοφόρος, αγνή, σίτους δρέπεις, στοιβάζεις
Παρότι χθόνια, διακρίνεσαι, αν και θεά συντροφιάζεις-
Εύτεκνη, φίλη παιδιών, σεμνή, κόρη που ανατρέφεις
Το άρμα σου με δρακόντεια χαλινάρια στρέφεις,
Γύρω από το θρόνο σου χορεύουν και κραυγάζουν
Μονογενή, πολύτεκνη και σεβαστή σε κράζουν
Έχεις πολλές μορφές, στήμονες και υπέρους
Έλα μακάρια αγνή μες στους καρπούς του θέρους
Ειρήνη να κατάγεις και ερατεινή ευνομία
Και πλούτο ευλογημένο μαζί με άνασσα υγεία).
Στο σημείο αυτό ενδείκνυται ένα ιντερλούδιο ή ιντερμέδιο, διότι ο Υπερίων διατύπωσε μια εύλογη ένσταση.
«Ηγεμών, είναι προφανές και πασίδηλο ότι αυτοί οι ύμνοι που απαγγέλλουμε για να καλέσουμε τις δημιουργικές δυνάμεις, εγκωμιάζουν και επαινούν τους αντιπάλους μας, τη Δήμητρα, το Διόνυσο, τον ίδιο το Δία και όλους τους άλλους δαίμονες που αρχίζουν από δέλτα. Αυτό δεν είναι μία ομολογία ήττας από μέρους μας;»
«Πρώτε αξιωματικέ, θα περίμενα από ένα αρχιτέκτονα της λογικής, όπως εσύ, να μην έχει τέτοιες αμφιβολίες. Οι Δημιουργίες που έχουν προηγηθεί είναι τόσες πολλές, ώστε οι μύθοι έχουν λίγο περιπλεχθεί. Πρόκειται για σύγχυση που οφείλεται στο πέρασμα του χρόνου και η λύση είναι να επιλέγουμε από τους μύθους και τους ύμνους ό,τι είναι ωφέλιμο για μάς. Το Σύμπαν λειτουργεί με βάση την πανουργία της βουλήσεως, όπου όποιος επιδιώκει με μανία κάτι συχνά πετυχαίνει το αντίθετο, θέλει να ευνοήσει τη φυλή του και τελικά ευεργετεί τους αντιπάλους. Από τη στιγμή που η Δήμητρα αγκάλιασε τους καλλιεργητές και δίδαξε νέες τεχνικές για τη γεωργία, έγινε μία από εμάς. Όταν κάποιος συμπεριφέρεται για μεγάλο διάστημα όμοια με κάποιον άλλον, ανεξάρτητα από τα αρχικά του κίνητρα, καταλήγει τελικά μέσω της έξης ως δευτέρας φύσης να γίνει ένας άλλος. Η ιδιοκτησία μέσω της χρήσης και της χρησικτησίας αλλάζει χέρια και ο χαρακτήρας μέσω της συναναστροφής συχνά μεταβάλλεται. Επίσης, δεν είναι σπάνιο ο άνθρωπος να υμνεί τα εχθρικά προς αυτόν στοιχεία για να τα κατευνάσει. Σε παραπέμπω στον ύμνο μας προς την Ανταία Γη, παρότι ανταίος σημαίνει ενάντιος. Στην ουσία μέσα από τις προσευχές μας ξορκίζουμε τη μοίρα, τις αντιξοότητες και τις εναντιοτροπές που αυτή μάς επιφυλάσσει. Δεν προσευχόμαστε ποτέ στον φίλο μας, αντίθετα παρακαλούμε συχνά και ικετεύουμε τον εχθρό μας».
«Μα δεν πρέπει άραγε η προσευχή να απευθύνεται στο Θεό;»
«Είπαμε, τον φίλο μου τον χαιρετώ, τον εχθρό μου τον διπλοχαιρετώ. Οι κακουχίες της ζωής δεν οφείλονται στο Θεό αλλά στη μοίρα, άρα οι προσευχές προς αυτόν απευθύνονται σε λάθος αποδέκτη. Ο Θεός ενεργοποιείται και κάνει αισθητή την παρουσία του μετά το χτύπημα της μοίρας και μάς βοηθά να την αντιμετωπίσουμε, όλοι δε κρινόμαστε από το πώς αντιδρούμε στις ενέδρες, τις παγίδες και τις κακοτράχαλες κατηφοριές της μοίρας. Ο Θεός, Υπερίων, δεν είναι εκεί έξω, αλλά εδώ μέσα», είπε ο Προμηθέας δείχνοντας την καρδιά του.
«Αφεντικό, ποια είναι η αποστολή μας;», ρώτησε ο Ιαπετός.
«Μού ανακοινώθηκε μέσω συμπαντικής ενδοσυνεννόησης ότι το Άγιο Δισκοπότηρο ή αλλιώς ο Στέφανος της Δημιουργίας, το πιο πολύτιμο τεχνούργημα όλων των εποχών, που κείται στην οροφή ή στο βυθό των ιζημάτων ή στοιβάδων του λυκόφωτος (εξαρτάται από ποια φορά το βλέπει κανείς), είναι στα πρόθυρα του να αναδυθεί στην ουσιώδη πραγματικότητά μας. Κάτι τέτοιο θα είχε ολέθριες συνέπειες, διότι μαζί με τη δευτέρα αυτή παρουσία θα κατέρρεαν και όλοι οι τόποι των νεκρών και θα συγχέονταν με τον κόσμο των ζωντανών. Η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου θα αναιρούνταν και ο λειτουργικός μηχανισμός του σύμπαντος θα απορρυθμιζόταν οριστικά και αμετάκλητα. Θάνατος σημαίνει διασκορπισμός και συνάμα συνάφεια και συνειρμός σημείων σε άλλες επικράτειες ή οργανικούς τομείς, από τη σκοπιά των οποίων μπορεί κάποιος πάλι να επηρεάσει τους ζωντανούς. Ο θάνατος είναι ο τύπος, η ζωή είναι το περιεχόμενο. Δεν πρέπει τούτα να αναμιγνύονται ή να συγχέονται, διότι τότε η τάξη και η δομή, καθώς και η διάρθρωση του σύμπαντος καταρρέει κι όλα καταλήγουν σε μία αδιαφοροποίητη μάζα “λίθων, πλίνθων και κεράμων ατάκτως ερριμμένων”, σε μία πρωταρχική κοσμική σούπα».
Επειδή στα πρόσωπα των μελών του πληρώματος ήταν ζωγραφισμένη μία έκφραση μη κατανόησης, ο Προμηθέας στράφηκε στο δεξί του χέρι, τον Υπερίωνα.
«Πρώτε, απ’ ό,τι θυμάμαι, έχεις διαβάσει το φάκελο του Στέφανου της δημιουργίας».
«Όχι απλά τον έχω διαβάσει, τον έχω μελετήσει διεξοδικά, τον έχω εμπεδώσει και αφομοιώσει σε μοριακό επίπεδο, τον έχω ξεσκολίσει και ξεσκονίσει στον υπερθετικό βαθμό, τον έχω κατανοήσει σε βάθος…»
«Εντάξει, φτάνει. Σε παρακαλώ, δώσε τις απαραίτητες εξηγήσεις, γιατί μού φαίνεται ότι ξοδεύω τόσο σάλιο για να αναλύω τα αυτονόητα, που δεν θα μού μείνει καθόλου ενέργεια όταν πραγματικά θα χρειαστεί να δράσω».
«Είναι παγκοίνως γνωστό», ξεκίνησε ο Υπερίων, «ότι ο Στέφανος της Δημιουργίας ή το Άγιο Δισκοπότηρο είναι ένα μαγικό ξόρκι, που διατρέχει και συνέχει τα επίπεδα του λυκόφωτος και τα ενώνει με τον κόσμο των ανθρώπων. Για αιώνες ο Στέφανος ήταν το μεγαλύτερο όνειρο της ανθρωπότητας, υπόσχεση ανέκφραστης ευτυχίας, σύμβολο και συμβόλαιο μελλοντικής εσχατολογικής ελευθερίας. Το ουσιώδες στοιχείο είναι όμως ότι ο Στέφανος είναι στερεωμένος σαν πόρπη στην κορυφή των στοιβάδων, ώστε να κρατά μακριά και να διαχωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από εκείνο των νεκρών. —
— Η δύναμη ενός μάγου έγκειται στην ικανότητά του να αποστάζει, να συγκεντρώνει, να αξιοποιεί και να διοχετεύει τη ρέουσα εντός των επιπέδων του λυκόφωτος ενέργεια των ανθρώπων κατά τρόπον, ώστε ο Στέφανος να μην αναδύεται ποτέ στην επιφάνεια. Ο κόσμος μας μοιάζει με μία τεράστια επικράτεια, όπου υπάρχουν μικρές αναβλύζουσες πηγές, οι άνθρωποι, οι οποίοι εκπέμπουν δύναμη, χωρίς να μπορούν να την κατευθύνουν. Εμείς οι επιστήμονες – επαΐοντες – μαγοκράτες είμαστε γούβες, γούπατα και λακκούβες, όπου συρρέει το υγρό απ’ αυτές τις αναρίθμητες χιλιάδες πηγές. Δεν προσφέρουμε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε μία σταγόνα υγρού καύσιμου, αλλά μπορούμε να αποθηκεύουμε και να χρησιμοποιούμε το ξένο υγρό. Η εξουσία μας είναι η συγκέντρωση και η χρήση αλλότριας ισχύος. Συνεπεία αυτής της ικανότητας δυνάμεθα να εισχωρούμε στο λυκόφως και να διασπούμε τα όρια των στοιβάδων και των αλλεπάλληλων ιζημάτων, διαχειριζόμενοι ενέργειες όλο και πιο υψηλής συχνότητας. Το Δισκοπότηρο είναι υπό προϋποθέσεις σε θέση να σχίσει και να διαλύσει αυτούς τους φραγμούς, που χωρίζουν τον κόσμο μας από τα επίπεδα του μισόφωτος.–
–Χρειάζεται μία διαρκής και πιεστική ροή για να κρατήσει το πολύτιμο πώμα στη θέση του. Είναι σαν να θέλει να κρατήσει κανείς ένα υποβρύχιο αντικείμενο στον πάτο μιας μπανιέρας, ενώ αυτό έχει τάσεις ανόδου και άνωσης. Όσο όμως κάποιος το πιέζει από πάνω κατά τρόπον, ώστε “έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί”, διοχετεύοντάς του δηλαδή νερό υπό πίεση- πέστο και ψυχική δύναμη- , τού κάνει μία ωραία πατητή και το κρατάει στον πυθμένα».
«Εδώ λοιπόν σε ένα πλανήτη του Μεγάλου Κυνός», πήρε τη σκυτάλη ο Προμηθέας, «φαίνεται να έχουν συμβεί τα εξής, τα οποία εμείς συναπαντήσαμε ως προδεδομένα, όταν προχωρήσαμε στην πράξη της Δημιουργίας. Ένα ον από παράλληλη διάσταση που μάλλον ήταν βρικόλακας θανάτωσε έναν άνθρωπο, αν κρίνει κανείς από τα σημάδια και τις αμυχές πάνω στο λαιμό. Όμως αντί να ρουφήξει το αίμα ως απόλυτα πολύτιμο χυμό, το άφησε σχεδόν επιδεικτικά και προκλητικά να σωρευτεί στον πάτο μιας λιμνούλας. Αυτό είναι κάτι σαν πρόσκληση μονομαχίας για εμάς. Παραδοσιακά οι βρικόλακες μαζί με τους συμμάχους τους λυκανθρώπους διεκδικούν τη δύναμη των ανθρώπων, που συμβολίζεται με το αίμα τους, και την απορροφούν για δική τους ενδυνάμωση και ενίσχυση αντί να τη διαθέσουν υπό τύπον συγκλίνοντος ωθητικού ρεύματος ή ενεργειακής ροής, ώστε το πώμα της μπανιέρας να παραμείνει στη θέση του. Σε κάθε περίπτωση η ύποπτη επιβαρυντική περίσταση ότι ο βρικόλακας των παρασκηνίων, που κατ’ εκτίμηση βρίσκεται πίσω απ’ όλα, δεν άντλησε τα θύματα για προσωπική του ικανοποίηση, όπως ανταποκρίνεται στη φύση του, αλλά σπατάλησε το αίμα, αφήνοντάς το να χυθεί σε απορροή και να ρεύσει αδαπάνητο σε ρωγμή του πατώματος, πυκνώνει το μυστήριο».
«Θα χρειαστούν βήματα που περιλαμβάνουν ανακρίσεις συνεργατών του βαμπίρ, κυρίως λυκανθρώπων που είναι πιο προσβάσιμοι κι ευεύρετοι και βέβαια άνοδο σε ανώτερο επίπεδο πραγματικότητας, όπου αυτοί διαβιούν», συμπλήρωσε ο Υπερίων.
«Λοιπόν, για να δω χεράκια», είπε ο Προμηθέας. «Ζητώ εθελοντές για το συγκεκριμένο θέμα. Ναι, ναι, μην επαναλαμβανόμαστε. Ο Υπερίων είναι ο πιο κατάλληλος, αλλά τον χρειάζομαι για τις καταστερίσεις και ούτε άλλωστε δύναται να αναλαμβάνει όλες τις αποστολές».
Ο Ιαπετός σήκωσε δειλά το χέρι.
«Γηραιότατε των τιτάνων, όταν καλώ εθελοντές, μιλάω για σοβαρές υποψηφιότητες όχι για ραμολιμέντα με προχωρημένη άνοια», τον αποπήρε ο πλοίαρχος. «Εσύ είσαι το μεγαλύτερο ανέκδοτο, όπου αντί να πούμε ότι κάτι χρονολογείται “πριν από τις λάσπες” ή ότι είναι παλιότερο και από τον κατακλυσμό, λέμε ότι είναι αρχαιότερο του Ιαπετού. Άσε τις επιχειρήσεις, πατέρα κάτσε φρόνιμα, μη γίνεσαι ρεζίλι, οι νέοι θέλουν έρωτα κι οι γέροι χαμομήλι».
«Δυσβάστακτες είναι οι εποχές όπου ο βλαστός ειρωνεύεται και απαξιώνει τον πατέρα. Νέοι, χαρείτε τον καρπό της νιότης όσο είναι φρέσκος και ζουμερός, γιατί μετά μαυρίζει, συρρικνώνεται, σαπίζει, γίνεται πικρός, ζαρωμένος κι είναι μόνο για φτύσιμο. Και όμως ξέρεις πολύ καλά, αφέντη, ότι έχω εντρυφήσει και εγώ στις τεχνικές συγκέντρωσης των Ατλάντων. Μπορώ να περάσω σε υψηλότερα επίπεδα ύπαρξης και να αντιμετωπίσω λυκάνθρωπους και βρικόλακες. Ο λύκος κι αν εγέρασε και άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη του άλλαξε, ούτε την κεφαλή του- για μένα μιλάω όχι για τους λυκανθρώπους. Αν είναι αυτοί λυκάνθρωποι, είμαι εγώ γερόλυκος και διαθέτω τις τηλεπαθητικές δυνάμεις για να λυγίσω τα όντα του σκοταδιού. Άσε με να το κάνω αυτό, κυβερνήτη. Έχω τους οπούς και τους χυμούς που χρειάζονται για μία τελευταία αποστολή».
Ημερολόγιο πλωτάρχη Ιαπετού (κατά τη δεύτερη στρατολόγησή μου, γιατί στην πρώτη είχα φτάσει στο βαθμό του ναυάρχου):
Μπήκα στο πρώτο επίπεδο του λυκαυγούς ή λυκόφωτος ή σούρουπου. Οι αμφιλύκες είναι τρόποι εκδήλωσης της ενδιάμεσης ροής των αντικειμένων, διαστάσεις και επικράτειες, όπου κατατάσσονται οι ψυχές αναλόγως των αμαρτημάτων τους. Ο γύρω διάκοσμος έγινε ξαφνικά πραγματικότητα. Τα τείχη από γύψο λαξεύτηκαν αίφνης από πέτρα. Κάτω από τα πόδια μου θρόισαν τρυφερά ακρίδες χόρτων, ως τώρα ξεραμένες. Ίσως η ανθρώπινη φαντασία είχε δημιουργήσει το λυκόφως και πολλοί άνθρωποι έρχονταν εδώ, έπαιρναν τους κανόνες του παιχνιδιού πολύ στα σοβαρά κι ανάγκαζαν τους εαυτούς τους να πιστέψουν σ’ αυτή την πραγματικότητα κι ύστερα επιβεβαίωναν την πίστη τους.
Μία νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι σ’ ένα πολυδαίδαλο δάσος ήταν αρκετή για να συναντήσω ένα λυκάνθρωπο, αφού, όπως είπαμε, αυτοί είναι ευεύρετοι. Με υποδέχθηκε στην τραπεζαρία του δενδρόσπιτού του, γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει την αντιπαράθεση με ένα δυνατό μύστη και μάγο, από τη στιγμή που τού έχει υποβάλει απεύθυνση με όλους τους τύπους. Τού εξέθεσα την υπόθεση γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ήταν ενήμερος για τις κινήσεις των βρικολάκων, που ήσαν ανώτεροι στην ιεραρχία των εξωπλασμάτων σε σχέση με το συνάφι του.
«Ως σκοτεινό πλάσμα της νύχτας μπορώ να σάς δώσω μόνο μία απάντηση». Στη φωνή του λυκανθρώπου ήταν διακριτή η ειρωνεία. «Δεν πάτε καλύτερα για διακοπές; Ηρεμήστε, χαλαρώστε, απολαύστε το μπλε γρασίδι και το θολό αμυδρό ηλιοβασίλεμα αυτής της στοιβάδας, πηγαίνετε έναν περίπατο. Ποιος ενδιαφέρεται για τι σκοπεύουν και τι σχεδιάζουν οι απέθαντοι;»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Αντίκρισα τον λυκάνθρωπο στα μάτια, στις σκιερές κόρες της ίριδας, που όμως ήδη φλόγιζαν με άλικη λάμψη ή έλαμπαν ήδη με άλικη φλόγα.
«Κι αν σε συνθλίψω, νεκρέ αιμοπότη, συ που, άπαξ και λαγοκοιμηθούν οι άλλοι, τούς σχίζεις νεύρα και τένοντες;», ρώτησα. «Αν σε ξεκοιλιάσω και σ’ αναγκάσω έτσι να μού απαντήσεις;»
«Για τόλμα», μού αντιγύρισε ο λυκάνθρωπος με απαλή, σχεδόν τρυφερή φωνή. «Είσαι ελεύθερος να προσπαθήσεις, Υψηλόβαθμε. Μήπως νομίζετε ότι μάς είστε άγνωστος; Μήπως νομίζετε ότι δεν ξέρουμε από πού αρύεσθε τη δύναμή σας;»
Το μάτι εισχώρησε στο μάτι και η κόρη της ίριδας στην αντίστοιχη. Μία μαύρη παλλόμενη σήραγγα σχηματίστηκε, που με είλκυε προς το μηδέν. Μία ερυθρή- πορφυρή στροβιλιζόμενη σπίθα μίας αλλότριας κλεμμένης ζωής, ένα απατηλό γοητευτικό ψιθύρισμα στα αυτιά. Η αιθέρια μεγαλοπρεπής εξωγήινη ομορφιά στο πρόσωπο τούτου του δασύτριχου αμφιλαφούς νεαρού. Ένιωσα την ακαταμάχητη έλξη να πέσω στα πόδια του, να κλάψω με ενθουσιασμό, αναγνώριση και θαυμασμό, να ζητήσω έλεος και συγχώρεση. Ήταν πολύ ισχυρός, άλλωστε κατείχε εμπειρία διακοσίων και πλέον χρόνων, πολλαπλασιασμένη στη νιοστή δύναμη με το φως του ολόγιομου φεγγαριού. Και αυτή την ισχύ την αισθάνθηκα στο πετσί μου στην πλήρη έκτασή της. Σαν να στεκόμουν σε ξένα ξυλιασμένα πόδια, επιχείρησα ένα αβέβαιο βήμα, ενώ είχα την τάση να λυγίσω τα γόνατα.
Ο λυκάνθρωπος χαμογελούσε στην αχλή της προσωρινής του νίκης.
Αμέσως έπειτα όμως τροφοδότησα με τέτοια δύναμη τη νοητική μου επίθεση, ώστε αν συμπήγνυε κανείς μ’ αυτήν μία πύρινη σφαίρα, θα μπορούσε να τρυπήσει μία δωδεκάδα σπίτια και να ανατινάξει ένα ολόκληρο τείχος ενός παλιού σκωτσέζικου πύργου. Οι ίριδες του λυκανθρώπου χλόμιασαν, έγιναν άχρωμες. Την αποκοιμιστική υπνωτιστική μαύρη σήραγγα κατέφαγε ένα λευκό φως, άσπρο και με τη λατινική έννοια, δριμύ, καυτό. Τώρα πια μπροστά μου καθόταν ένας αποξηραμένος ρυτιδωμένος ξερακιανός γέρος, που κουνούσε μπρος -πίσω το κεφάλι του από απελπισία. Το δέρμα ξεκολλούσε και φυλλορροούσε από το πρόσωπο, έπεφτε κάτω σαν λέπια, φολίδες ή πιτυρίδα από τα μαλλιά. Ύστερα η ενέργεια διέτρεξε το σώμα μου σαν στενό ρεύμα, σχημάτισε κάτι σαν ελαστική σφεντόνα και χώθηκε στο μάτι του λυκανθρώπου.
Τον κάλεσα με επιμονή να κοινολογήσει την πληροφορία για το πού βρίσκονται οι προϊστάμενοί του και συγκεκριμένα εκείνος που είχε το θράσος να σπαταλήσει το αίμα. Σιωπούσε: μήπως τού είχα κάψει το μυαλό;
«Φωτεινότατε, θα ήθελα να σάς παρακαλέσω…», σ’ αυτή την τελευταία λέξη αιωρούνταν ένταση μαζί με χειροπιαστό μίσος, «να απέχετε στο μέλλον από τέτοιου είδους επιθέσεις. Η επιθετικότητά σας δεν δικαιολογείται με τίποτε.
Μα τους γόους και το θρήνο
Κι οι αλυσίδες ας πονάνε,
Μη με κάνεις αίμα να πίνω
Λεύτερη άσε τη ψυχή μου να ‘ναι.»
«Ας επικεντρωθούμε πάλι στην υπόθεση, όπου όπως και πριν δεν φαίνεται να βγάζει νόημα», είπα κουνώντας το κεφάλι. «Ίσως ο βρικόλακας θέλει απλώς να οδηγήσει την ανάκριση σε αδιέξοδο, να τη δυσχεράνει και να τη στρέψει σε άκαρπες ατραπούς. Γιατί άφησε φανερά ίχνη και σημάδια βαμπιρικής δαγκωματιάς κι ύστερα άφησε όλο το αίμα να ρεύσει και να στραγγίσει; Οι βρικόλακες μεταχειρίζονται το αίμα με φειδώ και σεβασμό, δεν το ξοδεύουν άσκοπα. Ισχύει γι’ αυτούς η παροιμία “μία σταγόνα αίμα αν σπαταλήσεις, την ίδια τη μάνα σου δεν θα τιμήσεις”».
«Μία εξήγηση πάντα μπορεί να βρεθεί», έστυψε το νου του ο λυκάνθρωπος. «Φερ’ ειπείν, ο δάκνων δράκουλας ενδεχομένως επιθυμεί να στρέψει τις υποψίες σε έναν νεαρό, πεινασμένο ομοειδή του, που υποτίθεται ότι απώλεσε τον αυτοέλεγχό του. Γι’ αυτό δάγκωσε τα θύματα, αλλά δεν ήπιε το αίμα τους, ίσα-ίσα το άφησε να απορρεύσει με την ελπίδα ότι δεν θα αποκαλυφθεί. ‘Η ο βρικόλακας (ρουμανικά = βρικολάκ) θόλωσε από την πείνα, δάγκωσε, αλλά μετά συνήλθε, ήλθε στα συγκαλά του και παραιτήθηκε από το αίμα, το θυσίασε προκειμένου να προκαλέσει την εντύπωση ότι το περιστατικό είναι στημένο».
Σίγουρα γνωρίζετε την έκφραση «η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο». Εδώ λοιπόν η υπόθεση ήταν τόσο δυσχερής, όπου έπρεπε να επιστρατεύσουμε και τα υπόλοιπα μάντρα που είχαμε στη διάθεσή μας γι’ αυτή την περιοχή του ουρανού. Το ένα ξόρκι ήταν για τον αντίστοιχο αστερισμό της Ύδρας, όπου βέβαια το μόνο αντίδοτο για τη Λερναία Ύδρα, που προκαλεί συνδυασμό ασθενειών, αυχενοπάθεια, υπέρταση, πάθηση των επινεφριδίων και κνίδωση, είναι η Υγεία. Από την άλλη για να ξαναγεμίσει με ζωική ενέργεια ο αστερισμός Κρατήρ, απειλούμενος και απορροφούμενος από τα βαμπίρ, κρίναμε κατάλληλο σε συνεννόηση με τον Προμηθέα τον ύμνο της Λευκοθέας, που έδωσε στο ναυαγό Οδυσσέα το σωτήριο κρήδεμνο, ένα ενεργειακό πέπλο δηλαδή για να τυλίξει τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στη ξηρά.
ΥΓΙΕΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Ιμερόεσσα ερατή, πολυθάλμιε, παμβασίλεια
Κλύθι, μάκαρ, Υγιεία, φερόλβιε, μήτερ απάντων.
Εκ σού γαρ νόσοι μεν αποφθινύθουσι βροτοίς
Πας δε δόμος θάλλει πολυγηθής ένεκά σου
Και τέχναι βρίθουσι, ποθεί δε σε κόσμος άνασσα
Μόνος δε στυγέει σε Αϊδης ψυχοφθόρος αεί
Αειθαλής, ευκταιότατη, θνητών ανάπαυμα,
Σού γαρ άτερ παντ’ εστιν ανωφελή ανθρώποις
Ούτε γαρ ολβοδότης Πλούτος γλυκερός θαλίαις
Ούτερ γαρ γέρων πολύμοχθος άτερ σού γίγνεται ανήρ,
Πάντων γαρ κρατέεις μόνη και πάσιν ανάσσεις
Αλλά, θεά, μόλε μυστιπόλοις επιτάρροθος αεί
Ρυομένη νόσων χαλεπών κακόποτμον ανίην»
(Πολυπόθητη, ερατεινή, με πολλή θαλπωρή
Άκουσέ μας, Υγεία επόπτρια που όλους θωρεί
Από σένα οι νόσοι στους ανθρώπους μαραίνονται
Κάθε σπίτι θάλλει κι όλοι μαζί χαίρονται
Και οι τέχνες ανθούν και ο κόσμος σε ποθεί
Μόνο ο ψυχοφθόρος Άδης σε μισεί κι απωθεί
Αειθαλής, ευκταία, θνητών ανάπαυση,
Χωρίς εσένα δεν υπάρχει για θνητούς κάθαρση,
Χωρίς εσένα ούτε αποκτάται πλούτος γλυκερός
Ούτε ανδρειώνεται, όσο κι αν μοχθεί, ακόμη κι ο γερός
Διότι όλα τα ελέγχεις και σε όλους βασιλεύεις
Τους μύστες σου φροντίζεις και βοήθεια δαψιλεύεις
Πάν’ απ’ όλα την άνοια κοίτα να εξολοθρεύεις).
ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Λευκοθέην καλέω Καδμηίδα, δαίμονα σεμνήν
Ευδύνατον, θρέπτειρα ευστεφάνου Διονύσου,
Κλύθι, θεά, πόντου βαθυστέρνου μέδουσα
Κύμασι τερπομένη, θνητών σώτειρα μεγίστη
Εν σοί γαρ νηών πελαγόδρομος άστατος ορμή,
Μόνη δε θνητών οικτρόν μόρον εν αλί λύεις
Οίς αν εφορμαίνουσα φίλη σωτήριος έλθης.
Αλλά, θεά δέσποινα, μόλοις επαρωγός εούσα
Ναυσίν επ’ ευσέλμοις σωτήριος εύφρονι βουλή
Μύσταις εν πόντω ναυσίδρομον ούρον άγουσα».
(Τη Λευκοθέα καλώ την Καδμίδα, θεά σεμνή
Δυνατή τροφό σ’ ευστέφανου Διονύσου στρωμνή,
Άκουσε, θεά, που κυβερνάς τη βαθύστερνη θάλασσα
Που τέρπεσαι από τα κύματα, σώτειρα και άνασσα
Από σένα εξαρτάται η αστάθεια των πελαγοδρόμων,
Συ μόνο καταπολεμάς των ιστίων τη μοίρα και τρόμον
Σε όσους επιλέξεις να σώσεις κι ευμενής να κείσαι.
Αλλά, θεά δέσποινα, κάλλιο σε όλους αρωγή να είσαι,
Να φέρεις τα πλοία στα λιμάνια με καλά κουπιά
Πάντα ουριόδρομα να οδηγείς τα δικά σου παιδιά).
Πάλι κάποιο στοιχείο δεν κολλούσε στην όλη σπαζοκεφαλιά. Γύρω μου δεν ήταν φυτεμένο το μπλε γρασίδι, τούτο το ακίνδυνο και γραφικό παράσιτο, που χαρακτηρίζει τα επίπεδα του λυκόφωτος. Είχα προσέλθει στη δεύτερη στοιβάδα του λυκόφωτος και φαινόταν να είμαι προς στιγμή ο μόνος κάτοικος τούτης της γκρίζας αντίστροφης όψης του σύμπαντος. Εδώ που οι άνθρωποι συνήθως καταλαμβάνονται από ένα φόβο, που συχνά θυμίζει προσποιητή έξαψη καρναβαλιού, το μπλε γρασίδι θα έπρεπε κανονικά να οργιάζει. Θα έπρεπε να κρέμεται από την οροφή των σπηλαίων δίκην περίεργων σταλακτιτών με νοτερά πλέγματα, θα έπρεπε να είχε καλύψει το έδαφος μ’ ένα αηδιαστικό κυματιστό χαλί και να σκαρφάλωνε στα τοιχώματα. Αλλά πουθενά δεν υπήρχε. Ήταν σαν κάποιος να είχε αποστειρώσει το όλο περιβάλλον, να είχε κάψει τα βρύα και τις λειχήνες, αν ήταν φωτεινότατος, ή να τα είχε παγώσει και πετρώσει, αν ήταν σκοτεινότατος.
Η κινούμενη ενέργεια εντός του χώρου, τούτη η εκπεμπόμενη από τους ανθρώπους ζωική δύναμη εξαφανιζόταν ανομοιόμορφα μέσα στο λυκόφως. Σίγουρα διαπερνούσε διαρκώς τις ίνες του συμπαντικού υφάσματος- προς την πρώτη, τη δεύτερη, ακόμη και την τρίτη στοιβάδα. Στο τέρμα του σπηλαίου- μπουντρουμιού έχασκε μία τρύπα, που προσήλκυε ένα συνεχόμενο ρεύμα υγρού καυσίμου. Σαν να είχε ανοίξει κάποιος στο τοίχωμα του καναλιού, που δεχόταν τα ύδατα στάγδην ή βροχηδόν, και στη κοίτη, που τα προωθούσε και τα περιόριζε σαν φιάλη πηχτού σιροπιού, μία μικροσκοπική οπή, που παροχέτευε και συγκέντρωνε τα νερά σε ένα χθαμαλότερο επίπεδο.
Ένα πλεόνασμα τροφής για τα ανεγκέφαλα παράσιτα ήταν διαθέσιμο. Το γρασίδι είρπε κοντά στο απρόσμενο απόθεμα τροφής, προσελκυμένο από την ενεργειακή ροή και τα συναισθήματα, που πήγαζαν από τους έντρομους ανθρώπους, αλλά μόλις μπουσουλούσε ως εκεί, ξεραινόταν στιγμιαία.
Ο παγωμένος αέρας με μαστίγωνε, παραπάτησα, στραμπούληξα τον αστράγαλο και κατέληξα στο τρίτο επίπεδο του λυκόφωτος. Έπεσα με τα μούτρα πάνω σε πράσινα χόρτα. Ο βόρειος παγωμένος άνεμος ούρλιαζε, ωρυόταν. Το φως του ήλιου στριμωχνόταν για να χωρέσει ανάμεσα στα διαβατάρικα μενεξεδιά έμπλεα νιφάδων σύννεφα. Μία λοφώδης περιοχή με υψηλό γρασίδι, που αυτή τη φορά περόνιαζε και τσιμπούσε τα πόδια, απλωνόταν μέχρι τον ορίζοντα. Κάπου μακριά ο ουρανός άστραφτε και βροντούσε, αλλά οι αστραπές ήσαν σαν να ξεπηδούσαν από τη γη, να εγείρονταν αντιστρόφως και να αυλάκωναν τα βιολετί νέφη.
Σηκώθηκα, ξεροκατάπια, γιατί τα αυτιά μου είχαν βουλώσει. Η συνήθης αποπνιχτική αίσθηση του λυκόφωτος σαν κουφόβραση που κολλάει στα ρούχα, η ύπουλη έρπουσα αδυναμία, η επιθυμία άμεσης επαναφοράς στην ουσιώδη στατιστική πραγματικότητα εξαφανίστηκαν. Η τρίτη στοιβάδα εμφανίστηκε ως ενεργειακά ισορροπημένη. Καθώς τα μάτια μου συνήθισαν και παρατήρησα ευκρινέστερα το περιβάλλον ότι τα χρώματα ολόγυρα παρά τη βελτίωση δεν ήσαν τόσο χωνεμένα, τόσο χορτασμένα από τον εαυτό τους. Το γρασίδι ήταν πράσινο, αλλά χλομό, τα σύννεφα μάλλον γκριζόμαυρα παρά μενεξεδιά. Ακόμη και οι κεραυνοί παρουσιάζονταν θολοί, άτονοι, δεν μάρκαραν και δεν καυτηρίαζαν με το αποτύπωμά τους τον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Μόλις ήλθε η νύχτα, δεν διακρινόταν κανένα σύννεφο, αλλά κρεμόταν πάντως ανόρεχτα κι έλαμπε από υποχρέωση το φεγγάρι. Στο ασημένιο αυλάκι της σελήνης πάνω στη θάλασσα από μουσαμά ο κόσμος φάνηκε αληθινός, περίπου γνήσιος για μια μόνο στιγμή. Τα δέντρα με τα φύλλα τα κλαδιά μουσελίνας, που θρόιζαν στον άνεμο, δεν μοσχοβολούσαν, δεν διέθεταν άρωμα. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι δεν ένιωθα καμία μυρωδιά στην επικράτεια του λυκαυγούς. Και αν ακόμη μασούσα λίγο χορτάρι, μάλλον δεν θα γευόμουν την πικρή του γεύση.
Περισκόπησα την περιοχή και πίσω από έναν φυλλορροούντα γυμνό φράχτη από κλαδιά σαν κόκαλα εντόπισα τον βρικόλακα.
«Εδώ, ξέρεις, ερχόμαστε, όταν πεθαίνουμε και μάλιστα για πάντα. Σ’ αρέσει λοιπόν ο παράδεισος, που μάς επιφυλάσσεται μετά θάνατον; Τι ξετσίπωτη απάτη!», είπε πνιχτά πίσω από το οδόφραγμά του.
Χωρίς να απαντήσω στην εισαγωγική του δήλωση, έσκυψα, έκοψα ένα χόρτο, το έβαλα στο στόμα, το μάσησα. Ο χυμός ήταν πικρός, αλλά όχι τόσο πικρός σαν μουρουνέλαιο. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και κοίταξα τον ήλιο. Έλαμπε στον ουρανό, αλλά η λάμψη του δεν τύφλωνε. Έκρουσα παλαμάκια και κάποιος θόρυβος παρήχθη, αλλά αμβλύς και πνιγηρός, βουβός, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι έναν ήχο. Εισέπνευσα βαθιά, ο αέρας έδιδε μία φρέσκια εντύπωση, αλλά κάτι απροσδιόριστο πλεόναζε και κάτι άλλο έλειπε, ανέδιδε δηλαδή και μούχλα, ενώ έμενε πίσω η αύρα μιας σαπίλας, το κενό της απουσίας ενός στοιχείου σημαντικού.
«Εδώ δεν υπάρχει ουσιώδης συρρέουσα πραγματικότητα» αποφάνθηκα. «Εδώ λείπει ζωή».
«Μπράβο!» επιδοκίμασε ο βρικόλακας. «Πολλοί το παρατηρούν αμέσως ή μετά από λίγο, άλλοι πάλι ζουν εδώ για αιώνες πριν πάρουν χαμπάρι ότι εξαπατήθηκαν, ότι τούς κορόιδεψαν.»
«Το ότι είσαι νεκρός δεν μπορείς να το ξορκίσεις με περίτεχνα κόλπα ή εξεζητημένα τεχνάσματα. Ο Κύριός μας απένειμε τον θάνατο στους εξ ημών μεταστάντες συγχωρεμένους με νοήμονα σχεδιασμό και συγκεκριμένο σκοπό, διότι άνευ θανάτου δεν υπάρχει ανάσταση. Αν πίνεις το αίμα των συνανθρώπων σου ή ακόμη χειρότερα το εκχέεις στη γη, όπως το σπέρμα του ο Αυνάν, τότε μειώνεις τη δύναμη, που διατρέχει τα επίπεδα του λυκόφωτος και που κρατάει τον Στέφανο της Δημιουργίας στη θέση του. Αν μάλιστα, αντί να αξιοποιήσεις το αίμα για αυτοσυντήρηση, το σκορπίζεις στη γη, μόνο και μόνο για να διαμαρτυρηθείς, επειδή βρίσκεις την κατάστασή σου μη ικανοποιητική, τότε το αμάρτημά σου είναι ακόμη μεγαλύτερο, ασήκωτο, ανυπόφορο–.
–Η θέρμη της ανθρώπινης αγάπης και το ψύχος του αντίστοιχου μίσους, η διαδρομή των ζώων και η τροχιά των πουλιών, το τίναγμα των ελύτρων της πεταλούδας και ο ήχος του βλαστού, καθώς ξετρυπώνει από τη γη, αφήνουν διακριτά ίχνη. Το παγκόσμιο ρεύμα οργανικής ενέργειας και ζωντανής δύναμης, του οποίου τις πολύτιμες σταγόνες ρουφούν τόσο λαίμαργα τα ποικίλα παράσιτα, τα βρύα και λειχήνες χρώματος μπλε, οι βρικόλακες και οι λυκάνθρωποι, δεν “λιάζεται και εξαφανίζεται” άνευ συνεπειών, αλλά εκτελεί δρομολόγιο και παράκαμψη μέχρι το τέρμα της διαδρομής και πρέπει δια του βυθισμένου στο λυκόφως αριθ. 3 Στεφάνου της Δημιουργίας ή αλλιώς Άγιου Δισκοπότηρου να επιστρέψει στον κόσμο μας, που περιμένει πάντα τη διαρκή του ανάσταση. Το υποστηρικτικό ικρίωμα των επιπέδων του λυκόφωτος πρέπει να διατηρηθεί με κάθε θυσία–.
–Δια τούτο εκφέρω και προφέρω την ακόλουθη αρά -κατάρα. Δια της παρούσης απανταχούσας- πανδεκτικής εγκυκλίου επιβάλλεται σε σένα και τους συμμάχους σου η “εγκοσμιοποίηση”. Αυτό σημαίνει ότι στο εξής απαγορεύεται αυστηρά να ασκείτε μαγεία κάθε είδους σε πρόσωπα ή πράγματα είτε ζωντανά είτε νεκρά είτε ασώματα, ευρισκόμενα σε στάδιο μετάβασης. Απ’ αυτή τη στιγμή η άσκηση και η πρακτική της μαγείας θα είναι τόσο απρόσιτα σε σάς, όσο μακριά είναι ο ήλιος από τη γη, και κάθε προσπάθεια να αντιταχθείτε σ’ αυτόν τον ορισμό θα επιφέρει το θάνατό σας ως άμεση εξάλειψη. Αν τολμήσετε να χρησιμοποιήσετε, επικαλεστείτε, αντλήσετε, διοχετεύσετε, παροχετεύσετε, οικειοποιηθείτε ή παράσχετε, δανειστείτε ή δανείσετε τις δυνάμεις οποιασδήποτε θεότητας, θα πεθάνετε αυτομάτως, δηλαδή θα διαγραφείτε και από τον μοριακό- υποατομικό κόσμο. Ως επίπτωση της κατάχρησης των δυνάμεων, την οποία διαπράξατε, ας επιβληθεί “εφ’ υμών και επί των τέκνων υμών” η ”εγκοσμιοποίηση” με την έννοια να σάς δεσμεύει εσαεί κατά τρόπον, ώστε αν αποστείτε από αυτήν ή την παραβιάσετε, να ελλοχεύει ο θάνατος “θανάτω”, δηλαδή η διαγραφή.
Εδώ κείται της πλάσης το στεφάνι,
Ο δυνατός κάνει ένα βήμα και το πιάνει.
Το άγιο δισκοπότηρο είναι σαν τις κολόνες,
Κρατά ψηλά, όταν πιέζονται οι ζώνες.
Αν τα θες όλα κι έχεις την ισχύ πιάσ’ το,
Κι αν έχεις σύνεση και λογική άστο.
Η αρχή και το τέλος είναι μαζί ουροβόρος
Και ζωή και θάνατος αλλήλων όρος.
Όλα και τίποτε θε ν’ αποκτήσεις,
Αν παρά τις συμβουλές προχωρήσεις.
Ό,τι χάνεις μη το θρηνείς,
Μα τα δώρα θεού μην περιφρονείς.
Τον Κύριο με δάκρυα δεν συγκινείς.
Μάς βλέπει και το μόνο που ρωτάει,
Είναι ο άνθρωπος αν αγαπάει,
Αντί ανούσιους ψαλμούς να τραγουδάει.
Το λιβάνι δεν τον εξευμενίζει,
Όταν την ενοχή σε μάς καταμερίζει.
Κακία, τρέλα, βλακεία δύσκολα μάς βάζει,
Χείριστος απ’ όλους ο βλαξ γιατί ποτέ δεν αλλάζει.
Η πειθώ δεν είναι επιμελής, η επιμέλεια δεν πείθει,
Εκφεύγει το σημαντικό κι η ανοησία βρίθει».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΚΟΡΑΞ, ΖΥΓΟΣ, ΑΝΤΑΡΗΣ
Η σκηνή ξεκινάει στο δωμάτιο ετοιμότητας του κυβερνήτη, όπου παραθέτει αυτός το κλασικό τραπέζι προς τιμή των ανώτερων αξιωματικών, στους οποίους περιλαμβάνει για λόγους οικονομίας μόνο τον Υπερίωνα και τον Ωκεανό. Το γεύμα εργασίας περιλαμβάνει αμβροσία με χαβιάρι και για ποτό ζύθο θεοβρώματος και ιχθυοσαυριανό οιναπόσταγμα.
«Βρισκόμαστε σε μία εποχή, όπου οι άνθρωποι δεν δύνανται πια να επικοινωνήσουν ούτε με τον εαυτό τους, ούτε μεταξύ τους», ξεκίνησε την κουβέντα ο θείος Προμηθέας. «Και το μεν πρώτο οδηγεί στο να μην επιλύουν τις αντιφάσεις τους, αλλά απλά να λένε ότι “είμαι αντιφατικό ον, τι να κάνουμε”, το δε δεύτερο οδηγεί στο να μη γεφυρώνουν τις αντιθέσεις τους, αλλά μάλλον να διεξάγουν παράλληλους μονολόγους. Ολόκληρη η επιστήμη της διαλεκτικής ως συμφιλίωσης αντιθέτων απόψεων που είχαμε κάποτε διδάξει έχει πάει στο βρόντο».
ΥΠΕΡΙΩΝ: «Όλα αυτά ξεκίνησαν από το του Ηράκλειτου: “Θάλασσα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον, ιχθύσι μεν πότιμον και σωτήριον, ανθρώποις δε άποτον και ολέθριον”. Αυτό το πήραν μετά οι σκεπτικοί και οι στωικοί και το διατύπωσαν ως εξής: “Το μύρον ανθρώποις μεν ήδιστον φαίνεται, κανθάροις δε και μελίσσαις δυσανάσχετον – και το έλαιον τους μεν ανθρώπους ωφελεί, σφήκας δε και μελίσσας αναιρεί καταρραινόμενον – και το θαλάττιον ύδωρ ανθρώποις μεν αηδές εστί πινόμενον και φαρμακώδες, ιχθύσι δε ήδιστον και πότιμον”».
ΩΚΕΑΝΟΣ: «Για στάσου, είμαι κι εγώ μορφωμένος, όχι μόνο ο κομπαστής Υπερίων! Εκ πρώτης όψεως έλεγαν οι Σκεπτικοί για το αντικείμενο: “Ουδέν ορίζομεν, των μεν πραγμάτων διαφωνούντων, των δε λόγων ισοσθενούντων, αγνωσία της αληθείας επακολουθεί”. Έλεγε ο Τίμων: “Το μέλι ότι εστί γλυκύ ου τίθημι, το δ’ ότι φαίνεται ομολογώ”. Για να δείξει ότι ο νους και οι αισθήσεις ενδέχεται να μάς εξαπατούν, έλεγε: “συνήλθον Ατταγάς τε και Νουμήνιος”, που ήσαν γνωστοί απατεώνες των ελληνιστικών χρόνων. Γι’ αυτό οι σκεπτικοί εφηύραν κατηγορίες, τρόπους ή λόγους (κυρίως ο Πύρρων ο Ηλείος και ο Αινησίδημος ο Κνώσιος), δια των οποίων γίνεται η επεξεργασία των δεδομένων των αισθήσεων: α) Ο παρά την των ζώων εξαλλαγήν, β) Ο παρά την των ανθρώπων διαφοράν, γ) Ο παρά τας διαφόρους των αισθητηρίων κατασκευάς. δ) ο παρά τας περιστάσεις, ε) Ο παρά τας θέσεις και τα διαστήματα και τους τόπους, στ) Ο παρά τας επιμειξίας, ζ) ο παρά τας ποσότητας και τας σκευασίας των αντικειμένων, η) ο από του προς τι, ήτοι ότι τα πράγματα είναι σχετικά, θ) ο παρά τας συνεχείς ή σπανίους εγκυρήσεις, ι) ο παρά τας αγωγάς και τα έθη και τους νόμους και τας μυθικάς πίστεις και τας δογματικάς υπολήψεις. Τους δέκα παραπάνω τρόπους των σκεπτικών ο Αγρίππας τους περιόρισε σε πέντε: α) ο από της διαφωνίας, β) ο εις άπειρον εκβάλλων, γ) ο από του προς τι, δ) ο υποθετικός, δηλαδή η οχύρωση πίσω από ένα αξίωμα και ε) ο διάλληλος, δηλαδή ότι θεωρούμε ως αποδείξεις μίας πρότασης άλλες προκείμενες, που όμως σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό προϋποθέτουν το αποδεικτέο (petitio principii)».
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Εκτός από τους παραπάνω τρόπους σκέψης, υπάρχουν και οι τρόποι του λέγειν, τα ρητορικά σχήματα: α) Αλληγορία β) Αλληλουχία γ) Αλλοίωσις δ) Ανάλυσις ε) Αναστροφή στ) Αναφορά ζ) Ανέκδοτον η) Αντίθεσις θ) Αντίλογος ι) Αντίφασις ια) Απαρίθμησις ιβ) Απογραφή ιγ) Αποκοπή ιδ) Απόρησις ιε) Ασύνδετον ιστ) Αφήγησις ιζ) Διάλογος ιη) Διόρθωσις ιθ) Ειδωλοποιία κ) Ειρωνεία κα) Έκθεσις κβ) Έλλειψις κγ) Εναντίωσις κδ) Ενίσχυσις κε) Εξασθένησις κστ) Επαναδίπλωσις κζ) Επανάληψις κη) Επένθεσις κθ) Επεξήγησις λ) Επίθεσις λα) Επίτασις λβ) Επίφρασις λγ) Επιφώνησις λδ) Επιχείρημα λε) Έρις λστ) Ηθοποιία λζ) Λιτότης λη) Μείωσις λθ) Μετάληψις μ) Μεταφορά μα) Οξύμωρον μβ) Παραβολή μγ) Παράδοξον μδ) Παράθεσις με) Παράλειψις μστ) Παραλληλισμός μζ) Παράφρασις μη) Παρένθεσις μθ) Παρήχησις ν) Παρομοίωσις να) Περιγραφή νβ) Περίφρασις νγ) Πλεονασμός νδ) Πολυσύνθετον νε) Πολύποτε νστ) Πρόληψις νζ) Πρόσθεσις νη) Προσωπογραφία νθ) Προσωποποίησις ξ) Ρητορική ερώτησις και επερώτησις ξα) Σύλληψις ξβ) Συμπλοκή ξγ) Συναισθησία ξδ) Σύνδεσις ξε) Συνεκδοχή ξστ) Υπερβατόν ξζ) Υπερβολή ξη) Υπέρθεσις ξθ) Υστερολογία (Ύστερον- Πρότερον) ο) Χρονογραφία. Και ξανά απ’ την αρχή για όσα παραλείψαμε οα) Αφορισμός, οβ) Απόδοσις ογ) Αφαίρεσις οδ) Έκβασις οε) Διατριβή οστ) Κατηγόρησις οζ) Κλιμάκωσις οθ) Ευφημισμός π) Έμφασις πα) Έντασις πβ) Περιφορά πγ) Συνεκφώνησις πδ) Σύνθεσις πε) Σύνοψις πστ) Συντονισμός πζ) Συμβολισμός πη) Υπόθεσις, για όνομα του Θεού, πώς θα μπορούσα να ξεχάσω αυτό! Ογδόντα οτκώ ρητορικά σχήματα, ογδόντα οκτώ, αστερισμοί, ογδόντα οκτώ ορφικοί ύμνοι, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά! —
–Με όλα αυτά, δηλαδή με τους σκεπτικούς τρόπους και τα σοφιστικά ρητορικά σχήματα προσπαθούσαν οι προγονοί μας να γεφυρώνουν ενάντιες απόψεις είτε βρίσκοντας μία μεσότητα μεταξύ τους είτε αποκαλύπτοντας ότι η εναντιότητά τους είναι φαινομενική και αίρεται σε ένα ανώτερο επίπεδο». .
ΥΠΕΡΙΩΝ: «Έτσι, όταν είδαν οι σοφοί μας πως η αυθόρμητη χονδροειδής ιδέα της δικαιοσύνης ως χωροταξική διαίρεση, μοίρασμα κλήρων, κανονισμός ορίων, “σύρματα στα λιβάδια” και νέμηση γης κατέληξε στο έγκλημα, βρήκαν τη λύση της αγοράς ως εντευκτηρίου για ανταλλαγή ηθικών απόψεων, σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούσε να διοικηθεί η κοινωνία. Όταν όμως κάποιος προσπάθησε να επιβάλει τη δική του άποψη στους υπόλοιπους αναπτύσσοντας τρομοκρατική νοοτροπία, τότε πάλι οι σοφοί μας εφεύραν τους θεσμούς ως συνδυασμούς υλικής οργάνωσης και ηθικής- πνευματικής επίνοιας, ως σύνοψης και συναίρεσης των δύο προηγούμενων καταστάσεων».
ΩΚΕΑΝΟΣ: «Η ίδια διαλεκτική ισχύει και στην πολιτική! Η συσσώρευση της ατομικής ιδιοκτησίας κάποιων επιφέρει τη φτώχεια των υπολοίπων. Αντίθετα, η κοινωνικοποίηση κάποιων παραγωγικών μέσων οδηγεί δυστυχώς στην αδράνεια και την εγκατάλειψή τους. Το τρίτο στάδιο πολιτισμού λοιπόν είναι η δυσχέρανση της συσσώρευσης μέσω κατάργησης του κληρονομητού των αγαθών και η αναζωογόνηση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής μέσω ιδιωτικοποίησης των παραγωγικών μέσων. Καταλήγουμε δηλαδή στην αντίθετη διευθέτηση από την αμέσως προηγούμενη και έχουμε ιδιωτικοποίηση ή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κοινοκτημοσύνη στα παραγόμενα αγαθά. Έτσι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι πλέον η εργασία, η ειδοποιία και η δημιουργία. Οι εργαζόμενοι έχουν κίνητρα, διότι η ιδιοκτησία, αλλά και η διαιώνισή της μετά το θάνατο είναι δυνατή μόνο σε σχέση με παραγωγικούς συντελεστές. Από την άλλη η κατάργηση του κληρονομητού εμποδίζει τη συσσώρευση του πλούτου, διότι ο καθένας μπορεί να κατέχει κάτι, μόνο εφόσον εργάζεται παραγωγικά και είναι ζωντανός. Τα ανωτέρω είναι πράγματι μία πιο ορθολογική διάταξη. Αν κάποιος πλανήτης τα έχει εφαρμόσει, παίρνει τη βάση στο διαγώνισμα!»
«Ναι», επιβεβαίωσε ο Προμηθέας. «Οι άνθρωποι πρέπει να ξαναθυμηθούν τις διαδικασίες συμφιλίωσης των αντιμαχομένων μερών. Μια και σειρά έχει ο σχεδιασμός των αστερισμών Κόρακα, Ζυγού και Αντάρη, λεκτέα τα εξής:»
«Αυθέντα, σε διακόπτω, καλύτερα όμως να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στη γέφυρα, όπου θα μπορούν και τα… κυνάρια να εσθίουν περιστασιακά τα ψιχία που θα πίπτουν από τη μεγάλη μας τράπεζα», επεσήμανε ο Ωκεανός.
«Καλά τα λες. Η εκπαίδευση του πληρώματος εξακολουθεί να είναι μία από τις κύριες μου δραστηριότητες. Μάλιστα η καλύτερη παιδεία είναι εκείνη, όπου ο μαθητής ακούει ένα μέρος των διδασκαλιών και προσπαθεί με βάση τα περικλειόμενα σε μία παρένθεση να διενεργήσει είτε προεμβολή είτε προεκβολή, δηλαδή είτε να ερευνήσει διεξοδικά τα περιλαμβανόμενα εντός των ορίων είτε να συναγάγει τα άγνωστα εκ των γνωστών προεκτεινόμενος εκτός των ορίων. Το στρατηγικό αξίωμα ότι η πληροφορία παρέχεται μόνο αν η γνώση είναι αναγκαία είναι τελικά εκείνο που ευνοεί και δεν εμποδίζει την ανάπτυξη πρωτοβουλίας, διότι το μυστήριο εμπνέει και παρωθεί τους ανθρώπους να το εξιχνιάσουν, να εκτιμήσουν την αξία του και να μετάσχουν σ’ αυτό».
Η ομάδα των τριών εισχώρησε θορυβωδώς στην κεντρική αίθουσα διακυβέρνησης και προχώρησε προς τη μεγάλη οθόνη. Οι παρευρισκόμενοι αξιωματικοί πετάχτηκαν από τις θέσεις τους: «Πλοίαρχος εν κιγκλίδι!»
«Ανάπαυσις», είπε ο Προμηθέας. «Παρακαλώ, αναλάβετε τις προηγούμενες δραστηριότητές σας. Μην ενοχλείστε, ήλθαμε εδώ για κάποιες καταστερίσεις που τις έχουμε προετοιμάσει σε στενό κύκλο και άτυπο διοικητικό συμβούλιο, κεκλεισμένων των θυρών. Όπως σάς έλεγα λοιπόν, πρώτε και ιατρέ, ο κόραξ είναι η πληροφορία που μπορεί να είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Γι’ αυτό εδώ ταιριάζει η νηφαλιότητα και η διαύγεια του Απόλλωνα. Μη ξεχνάτε και τη βασική διάκριση της Γένεσης της Τραγωδίας μεταξύ του διονυσιακού και του απολλώνειου πνεύματος».
ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε, Φοίβε Λυκωρεύ,
Μεμφίτ’, αγλαότιμος, ιήιος ολβιοδότα
Χρυσολύρη, σπερμείος, αρότριε, Πύθιε, Τιτάν
Γρύνειε, Σμινθεύς, Πυθοκτόνε, Δελφικέ μάντι,
Άγριε, φωσφόρε δαίμον, εράσμιε, κύδιμε κούρε
Μουσαγέτη, χαροποιός, εκηβόλε, τοξοβέλεμνε
Βράγχιε και Διδυμεύ, εκάεργος, Λοξία, αγνέ
Δήλι άναξ πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα
Χρυσοκόμη, καθαράς φήμας χρησμούς τ’ αναφαίνων
Κλύθι με ευχομένου λαών ύπερ έυφρονι θυμώ
Τόνδε συ γαρ λεύσσεις τον απείρητον αιθέρα πάντα
Γαίαν τε ολβιόμοιρον ύπερθεν και δι’ αμολγού
Νυκτός εν ησυχίοις υπ’ αστεροομμάτου όρφνης
Ρίζας νέρθε δέδορκας, έχεις δε τε πείρατα κόσμου
Παντός- σοί δ’ αρχή τε τελευτή τ’ εστί μέλουσα,
Παντοθαλής- συ δε πάντα πόλον κιθάρη πολυκρέκτω
Αρμόζεις, οτέ μεν νεάτης επί τέρματα βαίνων,
Άλλοτε δ’ αυθ’ υπάτην, πότε Δώριον εις διάκοσμον,
Πάντα πόλον κιρνάς, κρίνεις βιοθρέμμονα φύλα,
Αρμονίη κεράσας παγκόσμιον ανδράσι μοίραν
Μίξας χειμώνος θέρους τε ίσον αμφοτέροις
Εις υπάτας χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίνας,
Δώριον εις έαρος πολυηράτου ώριον άνθος.
Ένθεν επωνυμίην σε βροτοί κλήζουσι άνακτα
Πάνα θεόν δικέρωτ’ ανέμων συρίγμαθ’ ιέντα
Ένεκα παντός έχεις κόσμου σφρηγίδα τυπώτιν
Κλύθι μάκαρ σώζων μύστας ικετηρίδι φωνή».
(Έλα μακάριε Φοίβε παιανιστή Τιτυού φονέα,
Εκ Μεμφιδος, αγλαότιμε, δώσε ευτυχία νέα
Χρυσολύρη, σπορέα, αρότριε, Πύθιε φάντη
Γρύνιου και Σμίνθης, Πυθοκτόνε, Δελφικέ μάντι,
Άγριε, φωσφόρε δαίμονα, εράσμιε, γενιάς ενδόξου
Μούσας ηγέτη, χαροποιέ, εκηβόλε, άρχων του τόξου
Βράγχιε και Διδύμων, ερμηνευτή, εκτελεστή, εργάτη
Δήλου άνακτα, που έχεις οξυδερκές φωτεινό μάτι
Χρυσόκομε, καθαρές φήμες χρησμούς φανερώνεις
Στις προσευχές ευφρόσυνων λαών τα ώτα να τεντώνεις
Βλέπεις από ψηλά τον άπειρο αιθέρα πέρα ως πέρα
Και την ευτυχισμένη Γη την νύχτα, την ημέρα
Στην ησυχία, σιγαλιά και στ’ αστερόμματο σκοτάδι
Ζητάς ρίζες βαθιές, συνέχεις του κόσμου το μαγνάδι
Φροντίζεις εσύ για αρχή και τελευτή και το μέλλον χαράζεις,
Παντοθαλής, κάθε πόλο με πολύηχη κιθάρα ταιριάζεις
Πότε φθάνοντας στα τέρματα τη χορδή τη λυρική
Απ’ την κατώτατη έως την ύπατη, σε διάταξη δωρική
Συντελεστές μιγνύεις, οράς ποιος επιβίωση θα δρέψει,
Και μ’ αρμονία κερνάς όποιον με τη μοίρα παλέψει,
χειμώνα και θέρος με ίση αναλογία εγκρίνεις
χαμηλές νότες το θέρος, ψηλές το χειμώνα προκρίνεις
σε δωρικό ώριμο άνθος άνοιξης συγκλίνεις.
Γι’ αυτό επώνυμε όλοι σ’ αποκαλούν βασιλιά
Πάνα θεό δικέρατο που ‘χεις ανέμων, σφυριγμάτων θηλιά
Κι αφού κατέχεις του κόσμου τη σφραγίδα και τύπους
Άκου των μυστών σου ικεσίες και των στέρνων τους χτύπους)
«Ήδη ο αστερισμός του Κόρακα αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα», είπε ο Ωκεανός.
«Αυθέντα, τα όργανα του σκάφους το επιβεβαιώνουν», είπε η Ευρύβια. «Η ψαλμωδία σας αυτή τη φορά ήταν εξόχως κατάλληλη και μάλιστα έφερε πολύ γρήγορα αποτελέσματα. Εμείς όμως θα θέλαμε πολύ να συμμετάσχουμε, όπως έχει γίνει και άλλες φορές. Με όλο το σεβασμό δεν νομίζω ότι είναι σωστό να αφαιρείτε ή να ανακαλείτε αρμοδιότητες, τις οποίες σε παρελθούσες περιστάσεις έχετε παραχωρήσει».
«Στάσου κάτω, Ευρύβια, και μην αυθαδιάζεις. Εναπόκειται στην αρμοδιότητα του πλοιάρχου τι υποθέσεις θα αναθέσει και σε ποιους».
Εδώ ο Ωκεανός προσπάθησε να διαφυλάξει την Ευρύβια από ενδεχόμενη οργή του Προμηθέα.
«Ευρύβια, πρέπει όλοι να τιθασεύσουμε τον εγωισμό μας και να βάλουμε ακόμη και την ίδια την αξιοσύνη μας στις σωστές της διαστάσεις. Μήπως νομίζεις ότι σ’ εμάς αρέσει που εξαρτιόμαστε για κάθε Δημιουργία από τη Σφαίρα του Ήλιου και από την ενέργεια που μάς αποστέλλεται ταχυδρομικά από την αρχή του χρόνου; Οφείλουμε όμως να δηλώνουμε ικανοποιημένοι από το μέρος και το μερίδιο της Δημιουργίας που μάς αναλογεί…»
«που είναι η διαχείριση της πληροφορίας», βιάστηκε να συμπληρώσει περήφανα ο Προμηθέας. «Αυτό είναι το σημαντικό τμήμα και ο βασικός συντελεστής της Δημιουργίας και δεν θα το άλλαζα με τίποτε, ούτε καν με την απόλυτη ενέργεια. Η πληροφορία είναι το είδος, είναι η ειδοποιϊα που αναδεικνύει τον καλλιτέχνη.»
Η Λητώ ήθελε και αυτή να κατευνάσει τα πνεύματα αλλά ταυτόχρονα να κολακέψει τον Κατεπάνω. Με μία μόνιμη διάθεση γλειψίματος λοιπόν που την έκανε να κρέμεται από τα χείλη του Προμηθέα, αφού πρώτα είχε εκάστοτε υποβάλει μία ερώτηση- πάσα, είπε τρωγαλίζοντας ένα πράσο:
«Κατεπάνω, γιατί είπες ότι κόραξ σημαίνει πληροφορία;»
«Αν δεν το θυμάσαι από προηγούμενες δημιουργίες, ο γενάρχης των γιατρών Ασκληπιός ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας. Ενώ η Κορωνίδα ήταν έγκυος, ο πατέρας της Φλεγύας αγνοώντας επιδεικτικά τη θεία συνεύρεση την έδωσε για νύφη σε κάποιον Ίσχυ. Τούτο το μήνυσε ο κόρακας προς τον Απόλλωνα, ο οποίος έγινε έξαλλος για την αγγελία, τόξευσε και σκότωσε την καημένη την Κορωνίδα, άρπαξε το βρέφος από την κοιλιά της και το έφερε στον κένταυρο Χείρωνα να το αναθρέψει. Ο κόρακας ήταν εκείνη την εποχή γνωστός αγγελιοφόρος με δικό του γραφείο και ένα σμήνος από ταξιδιωτικά περιστέρια στη δούλεψή του, εκτός βέβαια από τα μηνύματα που απευθύνονταν ή εκπορεύονταν από σοβαρούς πελάτες και παρέδιδε ο ίδιος. Επίσης έπαιζε και το ρόλο ενός αυτόκλητου πρακτορείου ειδήσεων και μετέδιδε αυτεπαγγέλτως σε όλους ό,τι θεωρούσε σημαντικό από αυτά που συνέβαιναν και διαδραματίζονταν στον κόσμο. Το σήμα του γραφείου του ήταν το απόλυτο λευκό που συμβόλιζε την αλήθεια και τη γνησιότητα της πληροφορίας. Ο ίδιος ο κόρακας ήταν πτηνό κατάλευκο ως δήλωση απόλυτης αξιοπιστίας. Ο Απόλλωνας, ακούγοντας το περιεχόμενο της συντριπτικής για τα αισθήματά του είδησης πέρασε τα γνωστά πέντε στάδια άρνηση- οργή- θλίψη- και κατά το στάδιο της διαπραγμάτευσης που σήμερα θεωρείται δεύτερο, αλλά στην αρχαιότητα τοποθετούνταν αμέσως πριν την τελική αποδοχή, τον έπιασε από το λαιμό και τον έβαλε να ορκιστεί και να διαβεβαιώσει ότι έλεγε ψέματα. Ο κόρακας παρέμεινε πιστός στη δημοσιογραφική δεοντολογία. Τότε ο Απόλλωνας τον έκανε μαύρο (στο ξύλο; ) όπως είναι σήμερα για να τονίσει τη δυσαρέσκειά του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αλήθεια μίας είδησης συνδέθηκε απροσδόκητα με το αν είναι δυσάρεστη ή ευχάριστη, αν δηλαδή χαϊδεύει τα ώτα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται. Έτσι αργότερα ο Αιγέας εξάρτησε τα μαύρα ή τα λευκά πανιά του ερχόμενου πλοίου του Θησέα από το αν η είδηση ήταν καλή ή όχι.»
«Η σχετικότητα της είδησης και το πέρασμά της από την οντολογία στη ψυχολογία και από τον πιστό κατοπτρισμό της πραγματικότητας στην προθυμία ή ευαρέσκεια αποδοχής εκ μέρους του ακροατή επιτάθηκε έτι περαιτέρω με έναν άλλο κόρακα», επενέβη ο Υπερίων. «Ο Κόραξ με τ’ όνομα ήταν δάσκαλος της δικολαβικής ρητορικής και είχε την καλοσύνη να διδάξει έναν Τεισία χωρίς αμοιβή με τη συμφωνία ότι ο τελευταίος θα τον πλήρωνε με την πρώτη δίκη που θα κέρδιζε. Όμως ο Τεισίας ήταν τεμπελάκος και δεν ασκούσε το επάγγελμα ή τέλος πάντων είχε βρει άλλες πηγές εισοδήματος και έτσι η πληρωμή του δάσκαλου είχε μετατεθεί στις καλένδες. Ο Κόραξ τότε απαίτησε την αμοιβή του δικαστικώς με τη διευκρίνιση ότι ακόμη και αν έχανε τη δίκη και πάλι θα έπρεπε να λάβει τα δίδακτρα κατά τους ορισμούς της αρχικής τους συμφωνίας. Ο Τεισίας απάντησε αντιστρόφως ότι αν κέρδιζε τη δίκη δεν θα πλήρωνε βέβαια τίποτε, ενώ αν την έχανε και πάλι δεν είχε καμία υποχρέωση για καταβολή της αμοιβής, αφού δεν θα είχε κερδίσει ποτέ του καμία δίκη. Έντρομοι και μπαϊλντισμένοι οι δικαστές σήκωσαν τα χέρια ψηλά και αναφώνησαν: «εκ κακού κόρακος κακόν ωόν». Έκτοτε ο κόραξ συνδέθηκε οριστικά και αμετάκλητα με τη διαστρέβλωση της είδησης και τη στρεψοδικία σε αντίθεση με την καλή φήμη που είχε στην αρχή.»
«Ποια είναι λοιπόν η λύση εδώ», αναρωτήθηκε ρητορικά ο Προμηθέας. «Τι νόημα πρέπει να εκπέμψει αυτός ο αστερισμός στη Γη; Πολύ απλά ότι ο κόρακας μπορεί να είναι είτε άσπρος είτε μαύρος, δηλαδή η είδηση μπορεί να είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Σε οποιοδήποτε λοιπόν νέο μεταδίδεται, θα πρέπει ο ακροατής να υποθέσει ότι ενδεχομένως δεν ισχύει ή ότι ισχύει και το αντίθετό του και ύστερα να προσπαθεί να βγάλει άκρη με βάση τη λογική. Οφείλει να έχει την ισορροπία και την αμεροληψία του Ζυγού, όταν επεξεργάζεται μία είδηση. Έτσι π.χ. σε μία πολεμική σύρραξη υπάρχουν δύο δεδομένα. Πρώτον ότι πρωτίστως φταίει ο εισβολέας, ό,τι δικαιολογία και αν επικαλεστεί , και δεύτερον ότι αγριότητες αναγκαστικά θα γίνουν εκατέρωθεν. Σε μία επανάσταση πάλι, η μαζικότητα της συμμετοχής είναι το κύριο κριτήριο για τη νομιμοποίηση της, καθώς αποδεικνύει την καταπίεση που την προκάλεσε, όμως τούτο δεν την απαλλάσσει από βασικές υποχρεώσεις του δικαίου του πολέμου, όπως είναι η μη σφαγή των αμάχων. Προς επίρρωση τούτου, ας ψάλλουμε τον ύμνο του Ασκληπιού που ιαίνει όχι μόνο τις αρρώστιες, αλλά και τις πληγές της προπαγάνδας, της κακής πληροφόρησης και της επιπόλαιας κρίσης».
ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Ιήτηρ πάντων, Ασκληπιέ, δέσποτα Παιάν,
Θέλγων ανθρώπων πολυαλγέα πήματα νόσων
Ηπιόδωρε, κραταιέ, μόλοις κατάγων υγιείαν,
Και παύων νόσους χαλεπάς, θανάτου τε κήρας.
Αυξιθαλής κόρε, απαλεξίκακε, ολβιόμοιρε
Φοίβου Απόλλωνος κρατερόν θάλος αγλαότιμον,
Εχθρέ νόσων Υγιείαν έχων σύλλεκτρον αμεμφή,
Ελθέ, μάκαρ, βιοτής τέλος εσθλόν οπάζων».
(Ιατρέ πάντων, Ασκληπιέ, δέσποτα παιανίστα,
Των πολυαλγών ανθρώπινων νόσων φλαουτίστα
Ηπιόδωρε, κραταιέ, ελθέ να δώσεις σφρίγος,
Παύοντας νόσους χαλεπές, του θανάτου το ρίγος.
Αυξιθαλή νέε, καλότυχε, που από κακά μάς απαλλάσσεις
Του Φοίβου Απόλλωνα κρατερό θάλος μη χαλάσεις,
Εχθρέ νόσων, που έχεις την Υγεία πιστή συμβία,
Ελθέ, μακάριε, καλό τέλος να ορίσεις χωρίς βία).
ΩΚΕΑΝΟΣ: «Πέραν αυτών όμως, η θόλωση της κρίσης από την παραπληροφόρηση δεν λαμβάνει χώρα μόνο λόγω των ψευδών ειδήσεων, αλλά και λόγω της τάσης του πολίτη να αναδεικνύει τη μία είδηση και να αγνοεί επιδεικτικά την άλλη. Πρόκειται για τη συνομωσία της σιωπής, που αφορά οτιδήποτε δεν μάς συμφέρει, ενώ αντίθετα προβάλλουμε και διαφημίζουμε ξετσίπωτα και ξεσαλωτικά οτιδήποτε ταιριάζει στις ήδη κατασταλαγμένες πεποιθήσεις μας. Η επιλογή του θέματος, με το οποίο θα ασχοληθείς και θα δώσεις τις μάχες σου είναι βασικό στοιχείο της πολιτικής, πλην όμως η παραμέληση ενός ζητήματος χάριν της προβολής κάποιου άλλου δεν πρέπει να φθάνει στην εθελοτυφλία. Κανένα ζήτημα δεν είναι σωστό να καλύπτεται από συνομωσία σιωπής, ίσα -ίσα η διαλεκτική, η μεσολάβηση και η συζήτηση συντελούν στο να επέρχεται εξισορρόπηση μεταξύ των απόψεων και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τα γεγονότα κι έτσι οδηγούμαστε σε συναινετικούς νόμους, με τους οποίους επιτυγχάνεται η δικαιολογητική βάση και η γενική αρχή πως “ό,τι είναι καλό για έναν είναι καλό για όλους”».
«Τελικά, ιατροσοφιστή, δεν είσαι απλά ένας επαρχιακός γιατρός, όπως λες διαρκώς, επικαλούμενος σωκρατική άγνοια», συνέχισε ο Υπερίων. «Η επιλεξιμότητα των ειδήσεων που οδηγεί τον καθένα σε ένα είδος κουκουλιού ή κουβουκλίου, όπου ακούει μόνο γεγονότα ή σχόλια σύμφωνα με τις απόψεις του κατ’ αποκλεισμό όλων των υπολοίπων ενοχλητικών εισροών συμβολίζεται από την ιστορία του Αλεκτρυώνα. Αυτός ήταν υπηρέτης του φιλοπόλεμου Άρη, που τον έπαιρνε ο θεός στη σέλα μαζί του, όταν καβαλούσε το Δείμο ή το Φόβο για να πάει κρυφά να συνευρεθεί με την Αφροδίτη. Τού είχε αναθέσει να φυλάει τσίλιες μη τυχόν και εμφανιστεί στα δώματα της Αφροδίτης κάποιος απρόσκλητος, όπως τέτοιος ήταν κυρίως ο σύζυγός της Ήφαιστος, και διακόψει άδοξα και άκαιρα τη συνουσία. Ο Ήφαιστος όμως είχε προσαρμόσει στην αμαρτωλή (που λέει ο λόγος) κλίνη τη σαγήνη, δηλαδή συρόμενο δίχτυ – παγίδα, με το οποίο συνέλαβε τον Άρη κατά τη διάρκεια του οργασμού. Μάταια φώναζε ο Άρης “βοήθεια- βοήθεια”, διότι εν τω μεταξύ ο Αλεκτρυών είχε αποκοιμηθεί του καλού καιρού. Έτσι δεμένους- πακέτο έφερε ο Ήφαιστος τους εραστές ενώπιον του μονίμως συνεδριάζοντος συμβουλίου των θεών, όπου το λοφίο της περικεφαλαίας του Άρη είχε γίνει ένα με το φουντωτό δαντελωτό και αφράτο νυχτικό της Αφροδίτης και ζήτησε την ηθική τους καταδίκη. Τελικά, επειδή οι θεοί παραμένουν πάντα θεοί κι έχουν στη μασχάλη τους και το μαχαίρι και το καρπούζι ή τέλος πάντων κατέχουν μεγαλύτερους λεβιέδες και μοχλούς σε σχέση με τους κοινούς ανθρώπους, αυτοί μεν βγήκαν “λάδι” από την όλη ιστορία με μία μικρή ποινή εξορίας, ο μεν Άρης στη Θράκη για να θυμηθεί το κατόρθωμα εξόντωσης του Ενυάλιου η δε Αφροδίτη στην Κύπρο για να συνεχίσει να παίζει με τα κοχύλια και τα κύματα, και ήταν ο Αλεκτρυών που πλήρωσε τη νύφη μεταμορφούμενος σε αλέκτορα – πετεινό, ώστε κάθε μέρα να κραυγάζει «κουκουρίκου» ξυπνώντας τον εαυτό του και τους άλλους. Ο Αλεκτρυών συμβολίζει τη μη σύμφωνη με τις πεποιθήσεις μας είδηση που μάς διεγείρει και μάς αφυπνίζει από τον λήθαργο των κατασταλαγμένων απόψεων».
«Για να τιμήσουμε την ιστορία που μάς αφηγήθηκες, Υπερίων, ας ψάλλουμε τον ύμνο του Άρη, αν και στην πραγματικότητα Αντι-Άρηδες χρειαζόμαστε στη ζωή αυτή, ήπιους και πράους ανθρώπους που να είναι σαν πρωινή πάχνη, δροσιά, αύρα και αχλή πάνω στα φύλλα. Οι πόλεμοι των επίδοξων θεών της σκουληκότρυπας μάς έχουν καταστρέψει και κυρίως μάς έχουν υποχρεώσει κι εμάς τους τιτάνες να πολεμάμε, αντί να αφοσιωθούμε στα ειρηνικά έργα. Ιδού λοιπόν ένας παραδοσιακός ύμνος του Άρη προς τιμή του Αντάρη.
ΑΡΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Άρρηκτ’ οβριμόθυμε, μεγασθενές, άλκιμε δαίμον,
Οπλοχαρής, αδάμαστε, βροτοκτόνε, τειχισεπλήτα
Άρες άναξ οπλόδουπε, φόνοις πεπελαγμένος αεί
Αίματι τ’ ανδροφόνω χαίρων, πολεμοκλόνε, φρικτέ,
Ός ποθέεις ξίφεσίν τε και έγχεσι δήριν άμουσον
Στήσον έριν λυσσώσαν, άνες πόνον αλγεσίθυμον,
Εις δε πόθον νεύσον Κύπριδος, κώμους τε Λυσαίου
Αλλάξας αλκήν όπλων εις έργα τα Δηούς,
Ειρήνην ποθέων κουροτρόφον ολβιοδότιν».
(Άρρηκτε μεγάθυμε, με το σθεναρό σου, άλκιμο πήχη
Οπλοχαρή, αδάμαστε, ανδροφόνε, που πλήττεις τα τείχη
Άρη άνακτα που τα όπλα κροτείς και σε φόνους ενέχεσαι
Αιμοχαρή, πολεμοκάπηλε φρικτέ, που ήχο όπλων δέχεσαι
Που ποθείς ξίφη και δόρατα και ανώφελη μάχη
Σταμάτα τη λύσσα, την έριδα, τέλος ο πόνος να ‘χει
Δέξου καλύτερα ηδονή Αφροδίτης και Διονύσου κώμους
Την αλκή των όπλων άλλαξε με υνί και δεμάτια στους ώμους,
Να τραφούμε όλοι, να ζήσουμε στης ειρήνης τους νόμους).
ΜΠΟΝΟΥΣ: ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΑΡΕΑ
(ΠΟΛΥ ΠΑΛΑΙΟΣ, ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΑΡΗ)
«Άρες υπερμενέτα, βρυσάρματε, χρυσεοπήληξ,
Ομβριμόθυμε, φέρασπι, πολισσώε, χαλκοκορυστά,
Κρατερόχειρ, αμόγητε, δορυσθενές έρκος Ολύμπου,
Νίκης ευπολέμου πάτερ, συνάρωγε Θέμιστος,
Αντιβίοις τύραννε, δικαιοτάτων αγέ φωτών,
Ηνορέης σκηπτούχε, πυραυγέα κύκλον ελίσσων
Αιθέρος επταπόροις ενί τείρεσιν, ένθα σε πώλοι
Ζαφλεγείς τριτάτης υπέρ άντυγος αιέν έχουσιν.
Κλύθι, βροτών επίκουρε, δοτήρ ευθαρσούς ήβης,
Πρηύ κατάστιλψον σέλας υψόθεν εις βιότητα
Ημετέρην και κράτος αρήιον, ως κε δυναίμην
Σεύεσθαι κακότητα πικρήν απ’ εμού καρήνου,
Και ψυχής απατηλόν υπογνάμψαι φρεσίν ορμήν,
Θυμού τ’ αύ μένος οξύ κατισχέμεν, ός μ’ ερέθει
Φυλόπιδος κρυερής επιβαινέμεν, αλλά συ θάρσος
Δος, μάκαρ, ειρήνης τε μένειν εν απήμοσι θεσμοίς,
Δυσμενέων προφυγόντα μόθον, κήρας τε βιαίας».
(Άρη κραταιέ, με το χρυσό πηλίκιο, οπλοπαίκτη,
Θορυβοποιέ, σωτήρα πόλεων, χαλκόφρακτε ρέκτη,
Κρατερέ, ακαταπόνητε, που υψώνεις τείχος με δόρατα,
Πατέρα νίκης και συναρωγέ στης Θέμιδας τα δώματα,
Των αντιπάλων τύραννε, των δικαιότατων δαδούχε,
Του πύρινου κύκλου οδηγέ, ανδρείας σκηπτούχε,
Που με επτά σημεία την τροχιά σου ορίζεις καίρια,
Κι οι πώλοι οι φλογεροί σ’ άγουν σε τρίτη περιφέρεια.
Άκου, βροτών επίκουρε, που τη γενναία ήβη δίνεις,
Και πράο στιλπνό σέλας στο βίο εγκρίνεις,
Δώσ’ μου δύναμη και κράτος για να μπορέσω
Την πικρή κακότητα από μένα ν’ αφαιρέσω,
Και της ψυχής απατηλή ορμή να ξεπεράσω
Κι αν κάποιος μ’ ερεθίζει τον θυμό να κάμω ελάσσω,
Στην παγερή κραυγή της μάχης να επεμβαίνω
Θαρρετά ειρήνη κι αβλαβείς θεσμούς να κραδαίνω
Από δυσμενείς μάχες και βία μακριά να μένω).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΣΚΟΡΠΙΟΣ, ΤΟΞΟΤΗΣ, ΑΣΠΙΣ, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ
ΥΠΕΡΙΩΝ: «Καταστέρισις αστερισμού Σκορπιού σε πέντε, τέσσερα, δύο, ένα. Εκτέλεσις»
ΣΑΒΑΖΙΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κλύθι, πάτερ, Κρόνου υιέ, Σαβάζιε, κύδιμε δαίμον,
Ός Βάκχον Διόνυσον ερίβρομον ειραφιώτην
Μηρώ εγκατέρραψας, όπως τετελεσμένος έλθοι
Τμώλον ες ηγάθεον, παρά θ’ Ίππαν καλλιπάρειον
Αλλά, μάκαρ, Φρυγίης μεδέων, βασιλεύτατε πάντων,
Ευμενέων επαρωγός επέλθοις μυστικοπόλοις».
(Άκου, Κρόνου γιέ, Σαβάζιε, ένδοξε δαίμων κομπαστή,
Που μέχρι και τον Βάκχο Διόνυσο τον συμποσιαστή
Στο βρακί σου βάζεις, στο μηρί σου ράβεις και στη μέση
Φέρτον στον Τμώλο, στη καλλιπάρεια Ίππα μη σού πέσει.
Μακάριε, κυρίαρχε της Φρυγίας, βασιλιά των πόλων
Να είσαι ευμενής κι αρωγός μυστικοπόλων).
ΩΚΕΑΝΟΣ: «Σκορπιός είναι αυτός, η φύση του είναι να δαγκώνει και να δηλητηριάζει. Επόμενο είναι ο θεός και ο κυρίαρχός του να είναι ο Σαβάζιος, ένα είδος Δία, αλλά ακόμη πιο άγριος και άδικος».
ΥΠΕΡΙΩΝ: «Καταστέρισις αστερισμού Τοξότη σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα. Εκτέλεσις»
ΛΙΚΝΙΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Λικνίτην Διόνυσον επ’ ευχαίς ταίσδε κικλήσκω
Νύσιον, αμφιθαλή, πεποθημένον, εύφρονα Βάκχον
Νυμφέων έρνος εραστόν, ευυστεφάνου τ’ Αφροδίτης
Ός πότ’ ανά δρυμούς κεχορευμένα βήματα πάλλες
Συν νύμφαις χαρίεσιν, ελαυνόμενος μανίαις
Και βουλήσι Διός προς αγαυήν Φερσεφόνειαν
Αχθείς εξετράφης, φίλος αθανάτοις θεοίς
Εύφρων ελθέ, μάκαρ, κεχαρισμένα δ’ ιερά δέξαι».
(Τον Διόνυσο καλώ που λικνίζει τα σταφύλια
Τον αμφιθαλή, ποθητό Βάκχο, μ’ αισθήματα φίλια
Βλαστό των Νυμφών αγαπητό, στεφανωμένης Αφροδίτης
Που πάλλεις τα βήματα του χορού, των δρυμών ο αλήτης
Με τις χαριτωμένες νύφες και με μανίας βουκέντρα
Με τη βούληση του Δία, από ένδοξη Περσεφόνη αφέντρα
Ανατράφηκες ως των αθάνατων θεών φίλος πιστός
Ευμενής έλα και δέξου της λατρείας το ιερό καθεστώς).
ΩΚΕΑΝΟΣ: «Είναι, βλέπεις, και το ζώδιο του Τοξότη φοβερά ασταθές, οπότε η ψαλμωδία προς τιμή του στρατηλάτη Διονύσου, που λίκνισε όλη την οικουμένη με τις εκστρατείες του και αναστάτωσε όλες τις καρδιές με τη ζύμωση των σταφυλιών του, να είναι ενδεδειγμένη».
Ο Προμηθέας μπήκε βιαστικά στη γέφυρα.
«Καθίστε όλοι κάτω, δεν θέλω υποκλίσεις, χαιρετισμούς, προσαγορεύσεις ή αναγγελίες. Υπερίων, σε τι κατάσταση βρίσκουμε τους αστερισμούς του Σκορπιού και του Τοξότη; Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Πρόκειται για φύσει και θέσει επιθετικούς σχηματισμούς που μάς έχουν βασανίσει πολύ στο παρελθόν».
«Έχω ξετρυπώσει ό,τι μπόρεσα από καταγεγραμμένες αναμνήσεις προηγούμενων κύκλων Δημιουργίας», απάντησε ο Υπερίων. «Όπως λέγει και ο Εκκλησιαστής “Γενεά πορεύεται , γενεά έρχεται και η γη εις τον αιώνα έστηκε. Και ανατέλλει ο ήλιος και δύει ο ήλιος και εις τον τόπον αυτού έλκει. Αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν – κυκλοί κυκλών , πορεύεται το πνεύμα και επί κύκλους αυτού επιστρέφει το πνεύμα… τί το γεγονός; Αυτό το γενησόμενον και τί το πεποιημένον; Αυτό το ποιηθησόμενον”».
«Έλεος, Υπερίων, σταμάτα την ατλάντεια φλυαρία! Με ενδιαφέρει μόνο το διπλωματικό στάτους μεταξύ της επικράτειας του Σκορπιού και του Τοξότη».
«Αυθέντα, η επίκληση των αλλεπάλληλων κύκλων της ιστορίας δεν είναι ποτέ ανάρμοστη ή άκαιρη. Άλλωστε υπάρχει σχέση ανάμεσα στον Κυκλώνα, που είναι ανεμοστρόβιλος του νότιου ημισφαιρίου και τον Τυφώνα που θα μάς απασχολήσει ακολούθως και εντοπίζεται πάντοτε στο βόρειο ημισφαίριο.»
«Πάλι ο Τυφώνας! Ναι, κάτι θυμάμαι από την αχλή των παιδικών αναμνήσεων. Δώσε μου μία πλήρη επαγγελματική αναφορά».
«Ο Τυφών ανατράφηκε στο Τυφώνειο σπήλαιο της Κιλικίας και αναρριχήθηκε με πολύ κόπο σε βασιλιά του αστερισμού του Τοξότη, υποτελής στους πολεμοχαρείς σκορπιούς, που είχαν αρχηγό τον ισόθεο Σαβάζιο, άγριο ηγέτη που διαπνεόταν πάντως από κάποιο είδος αρχέγονης δικαιοσύνης. Όντας επιτήδειος στρατηγός και πολύτροπος πολιτικός αποστάτησε και όρμησε μαζί με τους συμμάχους του στον Σκορπιό καίγοντας και λεηλατώντας. Υπήρξε πάντοτε δεινός αντίπαλος, φόβητρο των πάντων, με μεμιγμένη φύση ανδρός και θηρίου. Υπερέβαινε ανέκαθεν όσους η γη γέννησε κατά το μέγεθος και κατά τη δύναμη. Είναι μέχρι των μηρών ανθρωπόμορφος, κάτωθεν δε έχει απείρους ελιγμούς εχιδνών, περιελισσόμενων και συστρεφομένων, ανατεινόμενων προς την κορυφή, καθώς αναπέμπουν μέγα και τρομερό συριγμό. Το μέγεθος του σώματός του είναι υψηλότερο όλων των ορέων και ενίοτε η κορυφή του φθάνει μέχρι του ουρανού, οι χείρες του εκτείνονται η μία μέχρι την ανατολή, η άλλη μέχρι τη δύση και εξ εκάστης αυτών εξέρχονται εκατό κεφαλές δρακόντων. Το σώμα του είναι όλο καλυμμένο από πτίλωμα, ενώ τα γένια του παρίστανται αιχμηρά, άγρια, κυματιστά. Ξέχασα να πω ότι από το στόμα και τα μάτια του εξέρχεται πυρ. Ρίχνοντας αναμμένες κοτρώνες ο Τυφών κατήγαγε εύκολη νίκη επί των αντιπάλων του, οι οποίοι κατά την προσφυή έκφραση “έκοψαν ρόδα μυρωμένα, γιούλια, ανθούς και πασχαλιές” ή άλλως αποχώρησαν με ελαφρά πηδηματάκια. Στο τέλος ο Τυφών ποστάρισε τον αντίπαλό του Σαβάζιο και τού επετέθη πάση δυνάμει. Η μάχη ήταν ανελέητη. Ο Τυφών περιτυλίχθηκε γύρω από τον αντίπαλό του με τις έχιδνες και με μία άρπη (δρεπάνι) τού έκοψε τα νεύρα και τα οικειοποιήθηκε έχοντας πλέον στη διάθεσή του ένα νευρικό σύστημα, με το οποίο μπορούσε να διευθύνει εργοστασιακούς μηχανικούς ανθρώπους, αγήματα πολλά, ακόμη και στρατούς ολόκληρους».
«Όταν λες νευρικό σύστημα, πες και τι εννοείς, γιατί υπάρχουν και οι κακόπιστοι που παίρνουν μεταφορικές εκφράσεις κυριολεκτικά, ώστε μετά να βρουν πάτημα να τις αμφισβητήσουν»
«Μιλάμε για εξεζητημένο δικτύωμα τεχνητής νοημοσύνης και επαυξημένης πραγματικότητας, ικανό να διευθύνει από απόσταση τεράστιους δέκτες πληροφοριών, το οποίο όμως ήταν ενσωματωμένο στο Σαβάζιο σε υποσωματιδιακή μικροσκοπική μορφή αντί να καταλαμβάνει αίθουσες ολόκληρες βαρέων μηχανημάτων».
«Αυτό είναι σοβαρό, Υπερίων. Εδώ έχει διαταραχθεί η ισορροπία των δυνάμεων και πρέπει να επέμβουμε. Ο Τυφών έχει τη δυνατότητα να εκτοξεύει βουνά από λάβα και πύρινες μάζες κατά των αντιπάλων του, ενώ οι σκορπιοί πολεμούν με συμβατικά μέσα, πυροβόλα και δηλητηριασμένα βέλη και λόγχες, από τις οποίες προκύπτει το όνομά τους. Καλά παιδάκια κι αυτοί θα μού πεις, αλλά οι σκορπιοί είναι απλώς αγροίκοι και απολίτιστοι, γενετήσια φρενήρεις και επιρρεπείς στην κραιπάλη και λατρεύουν έναν άγριο θεό μέσα στο κράτος τους. Από κει και πέρα, γιατί εισέβαλε ο Τυφών, τάχα να τούς εκπολιτίσει; Δικαιολογίες υπάρχουν πάντα πολλές, τις οποίες ασμένως επικαλούνται όλοι οι εισβολείς, εκ των οποίων η συνηθέστερη είναι ότι, αν δεν επιτιθέμεθα εμείς, θα μάς επιτίθεντο αυτοί. Ότι τάχα εξοπλίζονται, ότι είναι απειλητικοί κι ακόμη καλύτερα ότι υπάρχει κάποια μειονότητα δική μας και την καταπιέζουν. Τέτοιου είδους σοφιστείες δεν περνάνε σε μάς, έτσι παίδες; Γιατί είμαστε…»
«γιατί είμαστε τιτάνες, γιατί είμαστε Αχαιοί,
Γιατί είμαστε Αργείοι, γιατί είμαστε Γραικοί
Κι όπου βλέπουμε αδικία, επεμβαίνουμε ευθύς
ξέρουμε πως δεν υπάρχουν καλοί – κακοί εισβολείς», φώναξε εμψυχωμένο το πλήρωμα.
«Θα οργανώσουμε χειρουργική αποστολή, με την οποία θα ανακτήσουμε τη ψηφιακή πανοπλία του Σάβατζ και θα τού την δώσουμε πίσω. Ύστερα θα τον βοηθήσουμε στη μάχη με τα ακτινοβόλα- κεραυνοβόλα μας και θα αποκαταστήσουμε τη συνοριακή γραμμή μεταξύ των δύο αστερισμών εκεί που πάντα ήταν, θα διενεργήσουμε δηλαδή επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.»
«Μάλιστα στη σημερινή εξελιγμένη εποχή», έκανε το άχρηστο σχόλιο της εβδομάδας ο Υπερίων, «οι εισβολές που σκοτώνουν αθώους έχουν γίνει περιττές. Με τα σύγχρονα μέσα εστιασμένης και χειρουργικής τεχνολογίας μπορούν οι μεγάλοι πεφωτισμένοι στρατηλάτες, πολέμαρχοι και άλλοι ηγέτες να στείλουν από μακριά ένα μη επανδρωμένο ιπτάμενο μικροσκάφος ή ένα μη ανιχνεύσιμο δηλητήριο και να καθαρίσουν όποιον θεωρούν ότι αντιβαίνει στα συμφέροντά τους και μετά και το διάδοχό του. Οι κατακτήσεις εδαφών είναι πια τελείως απαρχαιωμένες τακτικές και υπάρχει τρόπος αύξησης της επιρροής με πιο λεπτούς και εξευγενισμένους τρόπους, όπως είναι η διαφήμιση, η διάβρωση μέσω καταναλωτισμού, η προπαγάνδα μέσω ψεύτικων λογαριασμών στο διαδίκτυο, η κατασκοπεία, η τοποθέτηση αχυρανθρώπων ή ανδρεικέλων ή μίσθαρνων- δωροδοκημένων στα κυβερνητικά συμβούλια, ακόμη και η οργάνωση αναίμακτου πραξικοπήματος κ.λπ. Όλα αυτά είναι προτιμητέα σε σχέση με τις εισβολές».
Αμ’ έπος αμ’ έργον, για να μη τα πολυλογούμε οργανώθηκε ομάδα προσεδάφισης αποτελούμενη από τη Λητώ, τον Βουφάγο, την Αγχιάλη και τη Μήτιδα που κατέβηκε και ακροβολίστηκε γύρω από το αρχηγείο του Τυφώνα. Ήσαν βέβαια εξόχως διακριτικοί και ελαφροπάτητοι – μα κανείς να μη τούς δει, κανείς να μη τούς ακούσει, κι ας μασούλισε συνέχεια η Λητώ πράσα λόγω της νευρικής της ανορεξίας, όπως η γάτα τσιμπολογάει το μαγιοβότανο: Στο σημείο αυτό, αναγνώστη, σού ζητώ να φέρεις στο νου σου όλες τις κοινοτοπίες, τα στερεότυπα, τα σχέδια, τα πρότυπα και τα υποδείγματα που συνήθως χρησιμοποιούνται σε περιπέτειες κρυφής διείσδυσης σε κάστρο ή οχυρό, που υποτίθεται ότι φυλάσσεται δρακόντεια, πλην όμως οι καταδρομείς με μαχαίρια ανά χείρας και φούμο στο πρόσωπο καταφέρνουν να εξουδετερώσουν έναν – έναν τους φρουρούς, να βρουν μυστηριωδώς μία ελλιπώς ελεγχόμενη είσοδο- κερκόπορτα για να μπουν. Ύστερα αρχίζει η περιπλάνηση στους δαιδάλους του σκοτεινού, δυσοίωνου κτιρίου μέχρι οι ήρωες να βρουν το τεχνούργημα ή τον θησαυρό που ψάχνουν κι ύστερα υποχωρούν και διαφεύγουν κακήν-κακώς καταδιωκόμενοι από εκατοντάδες εχθρικούς πράκτορες, που μπορεί να είναι είτε στρατιώτες είτε ασφαλίτες είτε απλοί μπράβοι. Αν καθόμουν να τα περιγράψω λεπτομερώς όλα αυτά, δεν θα μάς έφθαναν για το παρόν πόνημα ούτε χίλιες σελίδες. Επομένως για να μη στενάζουν τα δάση του Αμαζονίου από τα οποία προέρχεται το χαρτί, αλλά και να διευκολυνθεί ο εκδότης της «Τιτανομαχίας» δεδομένου ότι τα μεγαλύτερα έξοδα αφορούν την εκτύπωση, καταλαβαίνεις ότι πρέπει να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει για να καλύψει τα αφηγηματικά κενά, τα οποία όμως δεν είναι ουσιώδη σε ένα αμιγώς φιλοσοφικό αυστηρά επιστημονικό μυθιστόρημα, όπως είναι το ανά χείρας. Οφείλω όμως να σού δώσω ορισμένα πραγματολογικά στοιχεία: πρώτον ότι η ομάδα προσεδάφισης κατέβηκε μεταμφιεσμένη με δέρματα και προβιές, όπως το συνήθιζαν οι καταδρομείς εκείνης της εποχής (ποιάς;) και γι’ αυτό συκοφαντήθηκαν ως Αιγίπανες από τους εχθρούς Τοξότες του Τάγματος του Τυφώνα, δηλαδή ότι ήσαν τραγοπόδαροι/ -ες. Πάντα αισθάνεται κανείς καλύτερα, αν υποστηρίζει ότι ηττήθηκε από ένα τέρας παρά από ένα φυσιολογικό αντίπαλο. Δεύτερον, να σού πω ότι η Αγχιάλη που είχε εκπαίδευση νοσοκόμας νάρκωσε τον Τυφώνα με υποψεκαστήρα κι ύστερα με την διαμαντένια άρπη, δηλαδή χειρουργικό νυστέρι ακριβείας, μπόρεσε να αφαιρέσει τους νευρικούς ιμάντες από το σώμα του κοιμώμενου πολέμαρχου. Ο ιμάντας αυτός μετά από απηνή καταδίωξη, τραυματισμούς, ηρωική μεταφορά κάποιων μελών της ομάδας προσεδάφισης στον ώμο κάποιων άλλων, παράκαμψη περιοριστικών τειχών και ενεργειακών πεδίων, συμπλοκές οπισθοφυλακής, προσωρινές απώλειες και ως δια μαγείας ανακτήσεις του τεχνουργήματος κ.λπ. δόθηκε τελικά πίσω στον Σαβάζιο. Έτσι αποκαταστάθηκε περίπου η ισορροπία δυνάμεων. Από εκεί και πέρα ανέλαβαν τα ακτινοβόλα – κεραυνοβόλα του Βέλτιστου Βενθύλου που έδωσαν μεγάλη μάχη με τους τοξότες του Τυφώνα, οι οποίοι εκτόξευαν μετεωρίτες ολόκληρους για να τρυπήσουν τα τοιχώματα της χωρονηός. Τόσο πολύ αίμα χύθηκε στις ουράνιες αυτές ναυμαχίες ώστε ένα βουνό εκείνης της Γης ονομάστηκε Αίμος, ενώ ένα άλλο ονομάστηκε Αίτνα, καθώς ένας φλεγόμενος μετεωρίτης αποκρούστηκε δίκην ρακέτας αντισφαίρισης από τον εμπρόσθιο δίσκο διακυβέρνησης του Βενοβίνδα (ξέρετε, αυτόν που είναι μπροστά από τις δύο γόνδολες- ατράκτους) και καταπλάκωσε τον Τυφώνα, ο οποίος αναφυσούσε την καυτή ανάσα του ως πυρακτωμένο ατμό μέσα από τη μάζα του πετρώματος ιδρύοντας ηφαίστειο. Τέλος πάντων το “status quo ante” των συνόρων με ιδρώτα και αίμα αποκαταστάθηκε.
Τότε ο Προμηθέας, που είχε στη διάθεσή του πάρα πολλά μέσα- και τι όμορφα που είναι όταν οι καλοί της Ιστορίας είναι και ισχυροί για να μπορούν να επιβάλουν την αρετή σε βάρος της κακίας- εγκατέστησε ανάμεσα στον αστερισμό του Σκορπιού και εκείνον του Τοξότη τον αστερισμό της Ασπίδας, πώς; Μα τοποθετώντας ανάμεσά τους την περίφημη θεόρατη ασπίδα του Αχιλλέα, ένα τεράστιο -τιτάνιο τεχνούργημα που απεικόνιζε και συγχρόνως προέτρεπε σε ειρηνικά έργα, ώστε να μπορέσουν αυτοί οι δύο πολεμικοί λαοί να συνεννοηθούν επιτέλους και να κάνουν και καμιά δουλειά!
Ο Όμηρος δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των εικόνων που κοσμούν την ασπίδα του Αχιλλέα, έργο του Ηφαίστου. Ξεκινώντας από το κέντρο της ασπίδας κινείται προς τα έξω, από κύκλο σε κύκλο, και η ασπίδα περιγράφεται ως εξής: α. σε πρώτο κεντρικό πλάνο η Γη, ο ουρανός και θάλασσα, ο ήλιος, το φεγγάρι και οι αστερισμοί. β. Δύο όμορφες πόλεις γεμάτες από ανθρώπους: στη μία, ένας γάμος και μια δίκη λαμβάνουν μέρος, ενώ η άλλη, πολιορκείται από δύο στρατούς, όπου η ασπίδα δείχνει μια ενέδρα και μια μάχη. γ. μια πεδιάδα που καλλιεργείται. δ. η ιδιοκτησία ενός βασιλιά, όπου συλλέγεται η συγκομιδή του. ε. ένα αμπέλι που άνθρωποι μαζεύουν σταφύλια. στ. μια αγέλη κερασφόρων ζώων με ίσια κέρατα. στ. Ο ταύρος που είναι μπροστά έχει δεχθεί επίθεση από ένα ζευγάρι άγρια λιοντάρια και οι βοσκοί με τα σκυλιά τους, προσπαθούν να τα διώξουν μακριά. ζ. μια εικόνα από μια φάρμα προβάτων. η. μία σκηνή χορού, όπου νέοι άνδρες και γυναίκες χορεύουν. θ. το μεγάλο ρεύμα του Ωκεανού.
Έπειτα από όλα αυτά κυριάρχησε ανιαρή ειρήνη στην περιοχή και γι’ αυτό δεν είναι περίεργο που ο Προμηθέας γιόρτασε την αντίστοιχη εξέλιξη ψάλλοντας τον ορφικό ύμνο του Ύπνου. Η ειρήνη είναι ανιαρή, αυτό είναι το μεγάλο της χάρισμα και πλεονέκτημα! Τα καθόλου νέα είναι καλά νέα!
ΥΠΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ ΜΕΤΑ ΜΗΚΩΝΟΣ (παπαρούνας)
«Ύπνε, άναξ μακάρων πάντων, θνητών τ’ ανθρώπων
Και πάντων ζώων, οπόσα τρέφει ευρεία χθων-
Πάντων γαρ κρατέεις μούνος και πάση προσέρχη,
Σώματα δεσμεύων εν αχαλκεύτοις πέδαις
Λυσιμέριμνε, κόπων ηδείαν έχων ανάπαυσιν,
Και πάσης λύπης ιερόν παραμύθιον έρδων
Και θανάτου μελέτην επάγεις, ψυχάς διασώζων-
Αυτοκασίγνητος γαρ έφυς Λήθης Θανάτου τε
Αλλά, μάκαρ, λίτομαί σοι κεκραμένον ηδύν ικάνειν
Σώζοντ’ ευμενέως μύστας θείοις επ’ έργοις».
(Ύπνε, άναξ μακάρων αλλά και θνητών ανθρώπων
Και πάντων ζώων, όσα τρέφει η γη κατά τόπον,
Σε όλα και όλους κυριαρχείς, αφού τούς γοητεύεις,
Τα σώματά τους με αχάλκευτες χειροπέδες δεσμεύεις,
Λυσιμέριμνε, που αναπαύεις τους κόπους γλυκά,
Και για τις λύπες μάς λες παραμύθια στοργικά,
Μάς ασκείς στον θάνατο, φέρνεις τις ψυχές μας στο φως
Γιατ’ είσαι της Λήθης και του Θανάτου γνήσιος αδελφός.
Αλλά, μακάριε, σε παρακαλώ έλα με γλύκα να κεράσεις
Μαζί με τους μύστες σου στα θεία έργα να περάσεις)
Πέρα από τον Σκορπιό, τον Τοξότη και την Ασπίδα το μυθολογικό αστροσκάφος καταστέρισε τον Αιγόκερο, όπως μετονομάστηκε ο Αιγίπαν, που κατά τις κυκλοφορούσες φήμες είχε επιτύχει την ευεργετική για την ειρήνη ισορροπία δυνάμεων. Για να εορτάσει και να τιμήσει τον Αιγόκερο ο Προμηθέας και το πλήρωμά του σάς καλωσορίζουν…ε συγγνώμη έψαλαν τον ύμνο της σοφής, σεμνής, περιεσκεμμένης και τυγχάνουσας γενικής αναγνώρισης Αθηνάς.
ΥΜΝΟΣ ΑΘΗΝΑΣ
«Παλλάς μουνογενής, μεγάλου Διός έκγονε σεμνή
Δία μάκαιρα θεά, πολεμοκλόνος οβριθόθυμε,
Άρρητ’ ευρήτη, μεγαλώνυμος, αντροδίαιτε
Ή τε διαϊσσεις υψαύχενας ακρωρείας
Ήδ’ όρεα σκιούντα, νάπαις τε συν φρένα τέρπεις.
Οπλοχαρής, οιστρούσα βροτών ψυχάς μανίαις
Γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμόν έχουσα.
Γοργοφόνος, φυγόλεκτρε, τεχνών μήτερ πολύολβε.
Ορμάστειρα, φίλοιστρε κακοίς, αγαθοίς τε φρόνησις
Άρσην μεν και θήλυς έφυς, πολεμήτοκε μήτι
Αιολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεος, αγλαότιμε
Φλεγραίων ολέτειρα γιγάντων, ιππελάτειρα.
Τριτογένεια, λύτειρα κακών, νικηφόρε δαίμον,
Γλαυκώπι, ευρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια
Ήματα και νύκτας αιεί νεάταις εν ώραις,
Κλύθι μεν ευχομένου, δος σ’ ειρήνην πολύολβον,
Και κόρον ηδ’ υγιείαν επ’ ευόλβοις εν ώραις».
(Παλλάς μονογενής, μεγάλου Διός έκγονη σεμνή
μακάρια θεά, που θορυβείς σε πόλεμο, όχι σε στρωμνή
Άρρητη μα και εύρητη, μεγαλώνυμη, που ζείς σε σπηλιές
Υπερπηδάς τα υψαύχενα βουνά και τις υψιπέτεις κορφές
Στις σκιερές πλαγιές και στα λαγκάδια εμφρόνως τέρπεις.
Αν και οπλοχαρής, με οίστρο στις ψυχές θνητών έρπεις.
Είσαι κόρη που γυμνάζεται κι έχει φρικώδη θυμό
Αποφεύγεις το κρεβάτι μα υιοθετείς των τεχνών τον χυμό.
Ενορχηστρώνεις για κακούς ορμές, για καλούς φρόνηση
Με αρσενικό και θηλυκό μυαλό πνεύματος ενθρόνιση,
Αιολόμορφη, δράκαινα, φιλανθής, λαμπρή, δοξασμένη
Φλεγραίων γιγάντων ολέτειρα ιππεύτρια τιμημένη.
Υβριδογεννημένη, λυτρώτρια κακών, νικηφόρα
Γαλανομάτα, κολπατζού, άνασσα σ’ όλη τη χώρα
Ημέρα και νύχτα σε νηφάλια νηνεμία και μπόρα,
Άκουσέ με που εύχομαι ειρήνη κι ας είναι για τώρα,
Και πείνας κορεσμό και υγεία, όλη την ώρα).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΙΧΘΥΟΣΑΥΡΟΣ (ΦΟΜΑΛΩ), ΙΧΘΥΣ, ΥΔΡΟΧΟΟΣ, ΚΗΤΟΣ
Καταστέρισις Ιχθυόσαυρου σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα, εκτέλεσις.
ΧΑΡΙΤΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Κλύτε μοι ώ Χάριτες μεγαλώνυμοι, αγλαότιμοι,
Θυγατέρες Ζηνός τε και Ευρυνόμης βαθυκόλπου’
Αγλαίη, Θαλίη τε και Ευφροσύνη πολύολβε,
Χαρμοσύνης γενέτειραι, εράσμιαι, εύφρονες, αγναί,
Αιολόμορφοι, αειθαλείς, θνητοίς ποθειναί,
Ούτε γαρ ηλίου ταχιναί φλόγες, ούτε σελήνης,
Και σοφίης, αρετής τε και εργασίμου θρασύτητος
Αύχημ’ ούτε βίου λιπαρής περικαλλούς ήβης
Υμών χωρίς εγείρει ευφροσύνας βιότου.
Ευκταίαι, κυκλάδες, καλυκώπιδες, ιμερόεσσαι,
Έλθοιτ’ ολβοδότειραι, αεί μύσταις προσηνείς».
(Ακούστε με, Χάριτες, μεγαλώνυμες, με λαμπρή ευνή,
Θυγατέρες Διός και Ευρυνόμης, που έχει βαθύ μ….,
Αγλαΐα, Θάλεια και Ευφροσύνη που είστε όλες
Χαρμοσύνης γενέτειρες, εράσμιες, μυροβόλες.
Αιολόμορφες, αειθαλείς, στους θνητούς ποθητές,
Καθότι ούτε ηλίου ακτίνες αυγερινές κι αναλυτές,
ούτε σοφίας, αρετής και εργασίας οι αρετές,
ούτε το καύχημα του βίου και οι λιπαρές τελετές
Χωρίς εσάς δεν διεγείρουν του βίου ηδονές.
Γι’ αυτό πάντα να μάς περιτριγυρίζετε σεις ταπεινές,
Προσηνείς στους μύστες και καθόλου αλαργινές).
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Ευρυνόμη, μοιχίδιον, επικούρειον Λεόντιον, Μαμάριον, εταίρα του κερατά, δεν μάς τα ‘πες αυτά! Σε κάποια πραγματικότητα κοιμήθηκες με το χειρότερο εχθρό μας, τι καταισχύνη. Ουκ αισχύνη ώ Αισχίνη; Και μάλιστα το όνομά σου παρεισέφρησε και σε ύμνο; Να δούμε τι άλλο πρέπει να υποστούμε στο πλαίσιο της αποστολής μας. Βέβαια προσωπικά ως πλοίαρχος δεν έχω κάτι να σού καταμαρτυρήσω. Ασκείς τα καθήκοντά σου μάλλον ικανοποιητικά ει και ενίοτε διεκπεραιωτικά. Συνήθως κινητοποιείσαι στο τέλος της κάθε Δημιουργίας, απολαμβάνοντας το δημιουργικό καλλιτεχνικό κομμάτι, ενώ κατά τη διάρκεια των ομηρικών μαχών είσαι μάλλον λουφατζού».
ΕΥΡΥΝΟΜΗ: «Ε…, αυτό που θέλω να σάς πω, είναι… ξέρετε αυτό που λέει ο ύμνος ότι είμαι βαθύκολπη… δεν πρέπει να σάς απογοητεύει… δεν μετράει τόσο το μέγεθος, όσο το κίνητρο, η επιθυμία, η αφοσίωση, η ατμόσφαιρα… μη ξεχνάμε ότι άλλο λίμπιντο και άλλο ερωτισμός ….»
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Λοιπόν αρκετά, κόφτε το, εντάξει; Να περάσουμε γρήγορα- γρήγορα στην καταστέριση του Ιχθύος ψάλλοντας το κοντάκιο Λύσιου- Ληναίου. Καλά δεν έχουμε κανένα τροπάριο της προκοπής, πρέπει να είναι όλα σεξουαλικά και έκφυλα; Δεν απορώ καθόλου που βγήκε μετά η χριστιανική θρησκεία και μάς διέλυσε. Κι ας τούς σνόμπαρε ο καημένος ο δικός μας ο Ιουλιανός με το “ανέγνων, έγνων, κατέγνων”. Αλλά ο Μέγας Βασίλειος (όχι ο κόκκινος χοντρός της Κόκα- Κόλα) τον τάπωσε με την εξυπνάδα “ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως, ει δ’ έγνως, ούκ αν κατέγνως”. Ο απλός λαός δεν είναι τόσο ανήθικος, όσο πιστεύουμε εμείς οι ψευτο- προοδευτικοί διανοούμενοι. Ο λαός έχει αρχές και τελικά να δεις ότι θα την πατήσουμε από εκεί που ήταν το μεγάλο μας φόρτε, από την ηθική. Διότι η ροπή μας προς την αισθητική ήταν, καθώς φαίνεται, μεγαλύτερη από την προσήλωσή μας στην ηθική. Ή μήπως το κύριο επίτευγμά μας είναι τελικά η λογική ή η ψυχολογία- μυθολογία μας; Τέλος πάντων, ας τα βρουν οι νεότεροι, ποια ευρεσιτεχνία ή ποια πνευματική μας ιδιοκτησία θα πρωτοκλέψουν προκειμένου να επιβιώσουν».
ΛΥΣΙΟΥ ΛΗΝΑΙΟΥ ΥΜΝΟΣ
«Κλύθι, μάκαρ, Διός υιέ, επιλήνιε Βάκχες, διμήτωρ
Σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμε, λύσιε δαίμον
Κρυψίγονον μακάρων ιερόν θάλος , εύϊε Βάκχε,
Ευτραφές, εύκαρπον, πολυγηθή καρπόν άξων,
Ρηξίχθων, ληναίε, μεγασθενές, αιολόμορφε-
Παυσίπονον θνητοίς φανείς άκος, ιερόν άνθος
Χάρμα βροτοίς φιλάλυπον, εφάπτορ, καλλιέθειρε,
Λύσιε, θυρσομανές, βρόμιε, εύϊε πάσιν εύφρων
Οίς εθέλεις θνητών ηδ’ αθανάτων σε επιφαύσκειν
Νυν σε καλώ μύσταις μολείν ηδύν φερέκαρπον».
(Άκου, μακάριε, Διός γιέ, Βάκχε με τις δύο μητέρες
Που σε μνημονεύουν για το σπέρμα σου όλες τις μέρες,
Κρυφογεννημένε, που με κάνεις να σε τσιτάρω,
Σαν ομοιοπαθητική για την αρρώστια που κουράρω,
Ρηξίχθονα, ληναίε, μεγασθενή, με μορφή ανέμων
Παυσίπονε, πανάκεια για θνητούς, ιερέ δαίμων
Παυσίλυπε, χαρμόσυνε, εφαψία κι ό,τι άλλο,
Λυτρωτή, με το θύρσο σου μάς γιατρεύεις τον κάλο,
Σε όσους θέλεις θνητούς ή αθάνατους φανερώνεσαι
Σε καλώ για τους μύστες με ηδείς καρπούς να ζώνεσαι).
«Αυθέντα, πιστεύω ότι η ερμηνεία του χρησμού, όπου διευκρινίζεις ότι ο Βάκχος -Διόνυσος αποτελεί ομοιοπαθητική θεραπεία για τους ξεσαλωμένους ηδυπαθείς, είναι μια ωραία πινελιά», είπε ο Υπερίων.
Ο Κοίος γύρισε από το πηδάλιο και είπε:
«Αυθέντα, σού θυμίζω ότι έχουμε μπει στον αστερισμό του Ιχθύος, όπου σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές από Δημιουργίες του παρελθόντος, από τις οποίες κανείς διερωτάται για ποιο λόγο έχει δέσει κορδέλα στο δάκτυλό του, έχουμε έντονη πρωτοπλασματική και παραφυσική δραστηριότητα από άλλες διαστάσεις. Τα πλάσματα είναι ιχθύες όνομα- και πράγμα, τεράστια διαστημικά κήτη, που εκκρίνουν σπέρμα τα μάλα διαβρωτικό για τα τοιχώματα του τιτανίου, από το οποίο είναι φτιαγμένα τα σκάφη μας.»
«Υποπλοίαρχε, το σωστό επιστημονικό ήθος επιβάλλει να υπενθυμίσεις στον πλοίαρχο ότι τα κακόμοιρα αυτά ψάρια δεν έχουν τίποτε εναντίον μας, απλώς θεωρούν τις χωρονήες θηλυκά όντα του γένους τους και σπεύδουν να μάς γονιμοποιήσουν. Άλλως και επικουρικώς, δεδομένου ότι τα θηλυκά θηλάζουν κιόλας τα μωρά τους κι αφού τα αρσενικά είναι και λίγο ανωμαλιάρηδες, μάς θεωρούν και πηγή τροφής -θηλασμού και προσκολλώνται στο μέταλλο των χωρονηών για να βυζάξουν την ενέργειά μας.»
«Τι σχέση αυτό, κύριε αντιπλοίαρχε, με την ανάγκη να προσέχουμε διπλά και τριπλά; Τα κίνητρα των ψαριών δεν μάς ενδιαφέρουν, ούτε θα κάτσουμε να τα αναλύσουμε και να ξοδέψουμε τζάμπα φαιά ουσία. Όταν κανείς επιτίθεται σε κάποιον ή τον βλάπτει, είναι ή τρελός ή κακός ή βλάκας, Από εκεί και πέρα δεν θα κάνουμε διδακτορική πραγματεία για να …»
«Η λογική σου είναι απλοϊκή και ταιριάζει περισσότερο σε αστυνομικούς και ασφαλίτες παρά σε αξιωματικό του αστροστόλου με πλήρη εκπαίδευση σε όλα τα ζητήματα».
«Σταματείστε», είπε ο Κρείος. «Ψάρι στις δύο η ώρα. Έρχεται πάνω μας με ταχύτητα δίνης».
«Κόκκινος συναγερμός, αναλάβατε θέσεις μάχης» είπε ο Προμηθέας. «Ενεργοποίηση ασπίδων και ελιγμών αποφυγής. Ακτινοβόλα σε αναμονή».
«Προσοχή, θέλει να μάς κολλήσει».
«Είπαμε, πηδαλιούχε, ελιγμοί αποφυγής, αυτή είναι η λύση. Τώρα αν δεν ξέρεις να κάνεις ελιγμούς αποφυγής, αυτό δεν είναι θέμα του πλοιάρχου αλλά δικό σου. Εγώ πάντως έδωσα την κατάλληλη εντολή».
«Εγώ, εγώ, είναι η σειρά μου να ανταποκριθώ. Έχουμε απομακρυνθεί αρκετά χιλιόμετρα από το πρώτο ψάρι, αλλά έρχεται δεύτερο από αριστερά».
«Κανείς δεν πρόκειται να μού βγει εμένα από αριστερά», είπε ο Προμηθέας.
Όσο κι αν ο πλοηγός και ο τιμονιέρης προσπαθούσαν, ο πρώτος χαράσσοντας διαρκώς νέα πορεία και ο δεύτερος στρίβοντας το τιμόνι δεξιά και αριστερά, τα ψάρια πλησίαζαν ολοένα.
Ο Κοίος γύρισε φανερά ταραγμένος προς την πολυθρόνα του κυβερνήτη.
«Αυθέντα, μπορώ να αποφύγω ένα ψάρι, όχι δύο ταυτόχρονα. Όχι δύο».
«Ας γραφεί στο ημερολόγιο κυβερνήτη ότι αναγκάστηκα να ασκήσω βία ως έσχατο μέσον, αφού ο πηδαλιούχος με ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να αποφύγει δύο ψάρια ταυτοχρόνως», διέταξε ο πλοίαρχος. «Ευρύβια, Ευρυνόμη, Λητώ επιγυναικώστε τα πολυβόλα».
«Εγώ, εγώ», ανέλαβε πρωτοβουλία η Λητώ. «Ήδη το σκόπευτρό μας κλείδωσε τον ένα ιχθύ στις δέκα η ώρα. Όχι, μια στιγμή, κάτι κατάλαβε το διαβολεμένο και απομακρύνεται. Παίζει σε μία απόσταση που είναι ακριβώς το βεληνεκές των πυροβόλων μας, πότε βγαίνει εκτός εμβέλειας, πότε μπαίνει εντός. Λες να είναι νοήμον πλάσμα, κυβερνήτη;»
«Σκασίλα μας, οι ξενοβιολογικές και ξενοκοινωνιολογικές έρευνες μπορούν να περιμένουν. Θεία, ανάλαβε εσύ τον έλεγχο των όπλων. Θέλω μόλις το ψάρι βάλει ακόμη και μισό τμήμα της ουράς του εντός εμβέλειας να πυροβολήσεις αυτομάτως.»
Η οθόνη έδειχνε τους δύο τεράστιους ιχθύς να ελίσσονται στο διάστημα με σώματα που έπαλλαν, ιρίδιζαν και φωσφόριζαν από ποικίλα φώτα πορείας σαν να ήσαν καλαμάρια ή σουπιές.
«Πλοίαρχε, ως πρώτος αξιωματικός οφείλω να σού υποδεικνύω εναλλακτικές λύσεις», είπε ο Υπερίων. «Αν πετύχουμε τα ψάρια στο όριο του βεληνεκούς, αυτά γέρνουν προς τα πλάγια και ξεφεύγουν. Αντίθετα, αν κάνουμε υπομονή και τα αφήσουμε να πλησιάσουν λίγο περισσότερο, τότε μία μόνο βολή μας είναι ικανή να τα διατρυπήσει διαμπερώς».
«Μμ», είπε ο Προμηθέας γραπώνοντας κυριαρχικά ή ίσως και με λίγο άγχος τους βραχίονες της πολυθρόνας του. «Ας μην κυκλοφορήσει ότι δεν λαμβάνω υπόψη τις υποδείξεις του πρώτου αξιωματικού μου. Ας το κάνουμε έτσι. Λητώ, κράτα τα όπλα σε επιφυλακή και περίμενε να μάς προσεγγίσουν κάπως τα ψάρια, ύστερα άνοιξε πυρ κατά τη διακριτική σου ευχέρεια».
Κάποια στιγμή ακούστηκε ο ήχος του εκπυρσοκροτούντος ακτινοβόλου. Ο Προμηθέας έψαχνε να βρει το αθέατο ίχνος της ακτίνας στο διάστημα, τρέχα γύρευε!
«Λητώ, τζούφια η βολή σου. Δεν βλέπω να πέτυχες τίποτε, ίσως μόνο κάποιο πλοκάμι που δεν κάνει ούτε για χταπόδι ξυδάτο», εκφράστηκε απογοητευμένος.
«Νέα σκόπευση, νέο κλείδωμα, μπαμπούλας στο τέταρτο τεταρτημόριο», είπε η Λητώ.
«Ρίχτου μία τορπίλη φωτονίων, δεν είμαστε για οικονομίες τώρα», διέταξε ο Προμηθέας.
«Πυρ, πυρ, να πάρει ο διάολος», έβρισε ανεπίτρεπτα η Λητώ.
«Ανθυποπλοίαρχε, οφείλω να σε επιτιμήσω, διότι αυτού του είδους η γλώσσα δεν είναι παραδεκτή για μέλος του αστροστόλου. Σού αφαιρώ δέκα πόντους που στην πραγματικότητα σε υποβιβάζουν σε ανθυπασπιστή, εκτός αν επιλέξεις να τούς εξαγοράσεις με εκατό κάμψεις στο γυμναστήριο του Βενοβίνδα», απένειμε έναν ψόγο ο Υπερίων.
«Όχι τώρα, Υπερίων», τον διέκοψε ο Προμηθέας. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να ασκήσεις την πρόσθετη αρμοδιότητά σου του προγυμναστή- επόπτη- επιτηρητή- τιμητή».
Εν τω μεταξύ το χρυσόψαρο στην οθόνη αναπήδησε, τα χρώματά του αποσυντονίστηκαν, οι κινήσεις του παρέλυσαν κι ένα υγρό που μπορεί να ήταν και αέριο ανάβλυσε με εκρηκτική αποσυμπίεση από το εσωτερικό του.
«Το πετύχαμε, το πετύχαμε», αγκαλιάζονταν οι σκοπευτές.
«Αυτού του είδους οι πανηγυρισμοί για τον άδοξο θάνατο ενός εν μέρει ανυπεράσπιστου αντιπάλου είναι ανάξιοι για ένα μέλος της χωρονηός Ναός Κόσμημα Βενοβίνδας», υπενθύμισε ο άτεγκτος Υπερίων. «Ένας αξιωματικός της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου πρέπει να είναι εξίσου επιφυλακτικός και ως προς τους επαίνους και ως προς τις επικρίσεις, να κρατά την ψυχραιμία και να περιφρουρεί τη λογική του σε κάθε περίσταση…»
Οι πανηγυρισμοί όντως αμαυρώθηκαν και μετριάστηκαν λόγω της εμφάνισης τεσσάρων καινούριων ψαριών που κυνηγούσαν απηνώς το αστροσκάφος, χωρίς να παραδειγματιστούν ή έστω να ενδιαφερθούν για την εξόντωση ενός από αυτά.
«Σ’ αυτή τη φάση χρειαζόμαστε να βάλουμε σε ενέργεια τα μεγάλα μέσα», διαπίστωσε ο Προμηθέας. «Εμπρός όλοι μαζί να ψάλλουμε τον ύμνο για την καταστέριση του αστερισμού Υδροχόου, εξόχως κατάλληλου για να εξευμενίζει ψάρια. Προς τούτο επιλέγω τον ορφικό ύμνο των Ωρών, διότι βρισκόμαστε και εδώ μπροστά σε ένα είδος ωρίμανσης. Επίσης προχωράμε και στον ύμνο της Μηλινόης που σηματοδοτεί τον καταστερισμό του εξόχως συναφούς νοηματικά με την υπόθεσή μας Κήτους».
ΩΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Ώραι θυγατέρες Θέμιδος και Ζηνός άνακτος,
Ευνόμη τε, Δίκη τε και Ειρήνη πολύολβε,
Εαριναί, λειμωνιάδες, πολυάνθεμοι, αγναί
Παντόχροιοι, πολύοδμοι εν ανθεμοειδέσι πνοαίς,
Ώραι αειθαλείς, περικυκλάδες, ηδυπρόσωποι,
Πέπλους εννύμεναι δροσερούς ανθέων πολυθρέπτων,
Περσεφόνης συμπαίκτορες δεύτε Μοίραι
Και Χάριτες κυκλίοις χοροίς προς φως ανάγωσιν
Ζηνί χαριζόμεναι και μητέρι καρποδοτείρη,
Έλθετ’ επ’ ευφήμους τελετάς οσίας νεομύστοις,
Ευκάρπους καιρών γενέσεις επάγουσαι αμεμφώς».
(Ώρες θυγατέρες Θέμιδος και Διός άνακτος,
Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη, καμιά τους άπρακτος,
Εαρινές, πολυάνθεμες, αγνές των λειμώνων
Παντόχροιες, μοσχοβολούσες πνοές των ανθώνων,
Ώρες αειθαλείς, ηδυπρόσωπες, χορευταρούδες,
Που φοράτε πέπλα δροσερά, π’ ανθίζουν με ασπούδες,
Περσεφόνης συμπαίκτορες Μοίρες ελάτε
Μαζί με τις Χάριτες σε χορούς κυκλωτικούς ορμάτε
Αφιερωμένους στο Δία και στην Δήμητρα σώτειρα,
Έλθετε σε τελετές, όπου βασιλεύει η καρποδότειρα,
Που δίνει μπόλικη παραγωγή, κρέας, λίπη, ανθότυρα).
ΜΗΛΙΝΟΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Μηλινόην καλέω, νύμφην χθονίην, κροκόπεπλον
Ήν παρά Κωκυτού προχοαίς ελοχεύσατο σεμνή
Φερσεφόνη, λέκτροις ιεροίς Ζηνός Κρονίου
Ή ψευσθείς Πλούτωνι εμίγη δολίαις απάταις
Θυμώ Φερσεφόνης δε δισώματον έσπασε χροιήν,
Ή θνητούς μαίνει φαντάσμασιν αερίοις
Αλλοκότοις ιδέαις μορφής τύπον εκπροφανείσα,
Άλλοτε μεν προφανής, ποτέ δε σκοτόεσσα, νυχαυγής
Ανταίοις εφόδοις κατά ζοφοειδή νύκτα,
Αλλά, θεά, λιτομαί σοι, καταχθονίων βασίλεια
Ψυχής εκπέμποις οίστρον επί τέρματα γαίης,
Ευμενές, ευίερον μύσταις φαίνουσα πρόσωπον».
(Καλώ τη Μηλινόη, νύμφη χθόνια, με πέπλα κιρρά
Που γεννήθηκε στις εκβολές, στου Κωκυτού τα νερά
Από την Περσεφόνη, στου Δία την κλίνη και τον θόλο
Που την κατάφερε παριστάνοντας Πλούτωνα με δόλο
Κι έσπασε τη διάθεσή της σε μανία και θυμό
Να ‘ναι των θνητών η τρέλα στων στοιχειών το ρυθμό.
Τη μορφή και τον τύπο της έδωσε σε αλλόκοτες ιδέες,
Άλλοτε με φως, άλλοτε με σκότος, νηπενθή, ορχιδέες,
Με εφόδους κάτω από τη γη στη νύκτα τη πλανεύτρα,
Αλλά, θεά, σ’ ικετεύω, χθονίων άνασσα κι ιππεύτρα
Να διώχνεις της ψυχής τον οίστρο στων οριζόντων βάθος,
Και στους μύστες να παρίστασαι ευμενής, χωρίς πάθος).
Παρά τους ύμνους η κατάσταση δεν φαινόταν να βελτιώνεται. Τα ψάρια που ακολουθούσαν κατά πόδας ή μάλλον με παλινδρομική κίνηση της ουράς τους τον Βενοβίνδα εκτόξευαν σπέρμα προς γονιμοποίηση, ενώ ο εναπομείνας από τους δύο ιχθύς που είχαν επιτεθεί από μπροστά προσκολλήθηκε στο μηχανοστάσιο και με τη διαβρωτική του κόλλα επιχειρούσε να αντλήσει ενέργεια.
«Το μηχανοστάσιο, όπως και όλο το πίσω τμήμα του πλοίου υποφέρει, κυβερνήτα», είπε η Ευρύβια. «Σχεδόν όλη η ηλεκτρομαγνητική δύναμη από την αντίδραση των κρυστάλλων απορροφάται από τον ιχθύ και δεν διοχετεύεται στους αγωγούς. Είναι σαν να έχουμε πάθει ένα είδος ισχαιμικού εγκεφαλικού. Επιπλέον παρατηρείται διήθηση και διαπίδυση των τοιχωμάτων, που μπορεί να οδηγήσει σε θραύση του εξωτερικού κελύφους. Ήδη οι χωροναύτες εκκενώνουν το μηχανοστάσιο».
«Γιατί, έδωσα εγώ τέτοια διαταγή; Να μείνουν και να το υπερασπιστούν. Κινδυνεύουμε να μείνουμε ακίνητοι στο διάστημα χωρίς καμία ενέργεια στους κινητήρες».
«Κυβερνήτα, έχω μία ρηξικέλευθη πρόταση, που πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως, αλλά δεν έχω καιρό για πολλές εξηγήσεις», είπε ο Υπερίων. «Είναι φανερό ότι οι ειδωλολατρικοί ύμνοι και μάλιστα προς τιμή δευτερότριτων δευτεροκλασάτων θεοτήτων δεν ωφελούν, δεν είναι αρκετά ισχυροί για την περίστασή μας».
«Το ΄πιασα», είπε ο Ωκεανός. «Αφού έχουμε να κάνουμε με ιχθύες, η λύση είναι τα χριστιανικά τροπάρια. Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. – Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. Ο χριστιανισμός είναι το μόνο κίνημα που μπορεί να συγκριθεί με τον αρχαιοελληνικό τιτανισμό, γιατί βαίνει παράλληλα με αυτόν στην Ιστορία και πρεσβεύει πάνω- κάτω τις ίδιες αρχές».
«Ναι, αλλά με βάση την αυθαίρετη αναιτιολόγητη πίστη και όχι την επιστημονική ακρίβεια και μέθοδο», επιχειρηματολόγησε ο Προμηθέας. «Χρειαζόμαστε συνειδητούς πολίτες, όχι τυφλούς οπαδούς. Η αποδοχή των ηθικών αρχών πρέπει να έχει ως θεμέλιο τη λογική και όχι τον φόβο…»
«Προμηθεύ, δεν προφταίνουμε!» φώναξε απελπισμένα ο Υπερίων, ενώ το πλοίο κλονιζόταν και συγκλονιζόταν από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα.
«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε χριστιανικό ψαλμό, παρότι για μένα οι Χριστιανοί είναι οι πραιτοριανοί, οι τσάτσοι, οι παρακοιμώμενοι μυστικοσύμβουλοι του Θεού, κατάσκοποι εσωτερικών υποθέσεων που τούς στέλνει σε όλες τις εποχές για να διαπιστώσει αν οι εμείς οι τιτάνες, οι πραγματικοί πράκτορες, κάνουμε τη βρόμικη δουλειά που μάς έχει αναθέσει…».
«Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει!», κραύγασε επειγόντως ο Υπερίων.
«Παιδιά, μόλις μού ήλθε έμπνευση θυσιαστική και χριστιανική», είπε ο Προμηθέας. «Να μπει ένας σε μία άκατο και να εισχωρήσει βαθιά στο προσκολλημένο ψάρι μέχρι να κόψει τα έντερά του κορδέλες. Πώς σάς φαίνεται το σχέδιο αυτό; Μήτιδα, σε χρίζω εθελόντρια. Πορευθείσα, μαθήτευσε ή μάλλον δώσε ένα γερό μάθημα στο ον αυτό. Ύπαγε και μη αμαρτάνεις πλέον».
«Εγώ, εγώ» είπε η δραστήρια Μήτιδα και εξαφανίστηκε τρέχοντας από τη γέφυρα.
Ταυτόχρονα ο Προμηθέας στράφηκε στους πυροβολητές.
«Λητώ, οπίσθια κανόνια, κλείδωση και των τριών στόχων. Διοχέτευση επικουρικής ενέργειας στο οπλικό σύστημα, εν ανάγκη κόψε και από το σύστημα υποστήριξης ζωής»
«Ερμηνεύω το παράγγελμά σου και δεν υπακούω τυφλά, πλοίαρχε, όπως είμαστε εκπαιδευμένοι εμείς οι τιτάνες. Οι στόχοι είναι τέσσερις και τούς στοχεύω καλύτερα έναν -έναν», διευκρίνισε η Λητώ.
«Εις τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν».
«Κατεπάνω, ήδη ο ένας από τους διώκτες- ιχθύς σπαρταράει από τα πλήγματα των πυροβόλων μας και τα χρώματά του βραχυκυκλώθηκαν και ξεθυμαίνουν, σβήνουν!»
«Ωραία, χρειαζόμαστε μερικές καλές ειδήσεις», είπε ο Προμηθέας. «Και μη ξεχνάτε. Ο χρόνος είναι μία πολυτέλεια που δεν διαθέτουμε», συμπλήρωσε με ένα ρητό που το έλεγε έτσι κι αλλιώς σε όλες τις περιστάσεις.
«ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με».
«Αυθέντα, η άκατος “Σαλαμινία” υπό τη διεύθυνση της Μήτιδας έχει καταγάγει ισχυρά χτυπήματα στον προσκολλημένο ιχθύ, σε βαθμό που αυτός έχει αρχίσει να χάνει τη συνέχεια του δέρματος και τη λειτουργία των οργάνων του».
«Μπράβο, ρε Μήτιδα, μπράβο ρε, έχεις πολύ μυαλό όπως λέει τ’ όνομά σου κι όχι μόνο μεγάλη μύτη. Το ήξερα ότι θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο!».
«τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν».
«Ηγεμών, ο εχθρικός προσκολλημένος ιχθύς διερράγη στα εξ ων συνετέθη!».Άγριες ζητωκραυγές διαδέχθηκαν το νέο αυτό.
«ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ».
«Κεντρικό ψάρι στις έξι η ώρα παρουσιάζει προβλήματα και εγκαταλείπει το σχηματισμό ζαλισμένο από τα κεραυνοβόλα μας. Αλλά και το ψάρι στις επτά η ώρα φαίνεται να ζαρώνει».
Νέοι πανηγυρισμοί εκδηλώθηκαν στη γέφυρα.
«ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά».
«Ε λοιπόν τώρα θα δώσω τη μόνη δυνατή εντολή που δύναται κανείς υπό αυτά τα πραγματικά περιστατικά να συλλάβει. Και προσοχή, θα είναι εντολή του αγελάρχη, όχι δελφικό παράγγελμα, δεν θέλω ερμηνείες και τέτοια αδελφίστικα και φλώρικα κατασκευάσματα. Συγκεντρώστε το πυρ σας στο τελευταίο εναπομείναν ψάρι. Ρίξτε και κάνα -δυο τορπίλες φωτονίου να το εξορίσουμε στην ουράνια βασιλεία κι ακόμη παραπέρα!».
«ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν».
Τα πυροβόλα και οι τορπίλες του Βενοβίνδα διέλυσαν εύκολα το τελευταίο ψάρι. Και εγένετο χαρά μεγάλη.
«ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με».
«Τώρα όμως υπάρχει μία επιπλοκή. Ρήξη κελύφους στο χώρο αποθήκευσης, διότι οξειδωτική οργανική μάζα από το διασκορπισμένο ψάρι κολλάει σαν έμπλαστρο σε διάφορα τμήματα του τοιχώματος».
«ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον».
«Εθελοντές, τρέξτε αμέσως και σφραγίστε το ρήγμα με μονωτικό υλικό. Εφαρμόστε αμέσως πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ξένων στοιχείων και επιδιόρθωσης ημετέρων δεδομένων».
«καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».
«Άρχων, το τελευταίο ψαροσκάφος πνέει τα λοίσθια. Νικήσαμε!».
«καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν».
«Ναι, ο ψαλμός τελειώνει εντελώς συγχρονισμένος με τον ξέφρενο πυρρίχειο χορό μας. Ευχαριστούμε, Χριστέ. Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν, αμήν».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’
ΗΡΙΔΑΝΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΟΥΣ (ΡΙΓΚΕΛ), ΛΑΓΩΟΣ, ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΕΙΡΙΟΣ
«Με τη βοήθεια του Θεού φθάσαμε περίπου στο μέσο της διαδρομής μας», εξήγγειλε ο Προμηθέας. «Ήδη στο τέλος της ελλειπτικής αυτής θα εισέλθουμε στο δεύτερο στάδιο του ταξιδιού μας, έχοντας όμως πια ως αφετηρία και ορμητήριο το αρχηγείο μας, τον Σείριο, το γνώριμο αυτό τόπο, όπου το χόρτο στα λιβάδια είναι πιο πράσινο και τα νερά κυλούν πιο ήπια».
Ο πλοίαρχος έκλεισε το μάτι πονηρά στον αντιπλοίαρχο: «Είναι ώρα να δημιουργήσουμε τον Ηριδανό, το πιο ήσυχο ποτάμι που θα μάς φέρει στον προορισμό μας, διότι “έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί”. Μού φαίνεται ότι κάτι ξέρεις εσύ από Ηριδανό, έ Υπερίων;»
«Θεωρείται η μακρινή πατρίδα και κοιτίδα όλων των Ατλάντων», είπε ο Υπερίων χωρίς να ενθουσιαστεί και πολύ.
«Τότε αναλαμβάνεις εσύ την τιμή να ψάλλεις τον ύμνο των Μοιρών που έχω επιλέξει για τη συγκεκριμένη αυτή Δημιουργία», παραχώρησε το σχετικό προνόμιο ο ηγεμών, πράγμα που δεν έκανε εύκολα ή απερίσκεπτα.
ΜΟΙΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Μοίραι απειρέσιοι, Νυκτός φίλα τέκνα μελαίνης,
Κλύτε μοι ευχομένου, πολυώνυμοι, αί τ’ επί λίμνης
Ουρανίας (ίνα λευκόν ύδωρ νυχίας υπό θερμής
Ρήγνυται εν σκιερώ λιπαρού μυχώ ευλίθου άντρου)
Ναίουσαι πεπάτησθε βροτών επ’ απείρονα γαίαν-
Ένθεν επί βρότεον δούλον γένος ελπίδι κούφη
Στείχετε, πορφυρέαις καλυψάμεναι οθόναις
Μορσίμω εν πεδίω, όθι πάγγεον άρμα διώκει
Δόξα, δίκης παρά τέρμα και ελπίδος ηδέ μεριμνών,
Και νόμον ωγύγιον παναπείρονος ευνόμου αρχής,
Μοίρα γαρ εν βιότω καθορά μόνον, ουδέ τις άλλος
Αθανάτων, οί έχουσι κάρη νιφόεντος Ολύμπου,
Και Διός όμμα τέλειον – επεί γ’ όσα γίγνεται ημίν,
Μοίρα τε και Διός οίδε νοός δια παντός άπαντα.
Αλλά μοι αέριοι, μαλακόφρονες, ηπιόθυμοι,
Άτροπε και Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ’ ευπατέρειαι
Νυκτέριοι, αφανείς, αμετάτροποι, αιέν ατειρείς,
Παντοδότειραι, αφαιρέτιδες θνητοίς ανάγκης,
Μοίραι, ακούσατ’ ημών οσίων λοιβών τε και ευχών
Ερχόμεναι μύσταις λαθιπήμονες εύφρονι βουλή.»
(Μοίρες άπειρες, τέκνα νύχτας με μαύρο χράνο
Ακούστε τις ευχές μου, πολυώνυμες, στη λίμνη επάνω
Την ουράνια, όπου λευκό ύδωρ θερμής νυχτιάς
Στάζει σε σκιαρό λιπαρό μυχό καλόλιθης σπηλιάς,
Εκεί πατάτε εσείς στων ανθρώπων την απέραντη γη,
Όπου με κούφια ελπίδα το γένος των θνητών ψυχορραγεί
Και προχωρείτε με πορφυρές οθόνες καλυμμένες
Στο μοιραίο πεδίο, όπου όλοι ζητούν της δόξας τις πιένες
Κι όπου η Δίκη ερευνά, εκεί που στερεύουν οι ελπίδες
Αν τον πανάρχαιο νόμο τήρησες και είδες.
Διότι μόνο η Μοίρα ορίζει το βίο και κανένας άλλος,
Των αθανάτων ολύμπιων, όσο κι αν είναι μεγάλος.
Αφού μάλιστα όσα γίνονται σ’ εμάς από τη μοίρα
Ο δικός μας νους θε να νικήσει με του Θεού τη λύρα.
Αλλά αέριες, ήπιες, ευμενείς, μαλακές ελάτε από πέρα
Άτροπε και Λάχεσι, Κλωθώ, πού ‘χετε καλό πατέρα
Νυχτερινές, αφανείς, αμετάτροπες, ναι μεν σκληρές,
Μα καμιά φορά παντοδότειρες σε ανθρώπων χαρές,
Μοίρες, ακούστε εμάς με τις θυσίες, σπονδές και χοές
Κι ελάτε στους μύστες να δώσετε καλές συμβουλές).
«Πλοίαρχε, έχουμε μήνυμα από τον τρίτο πλανήτη του Ηριδανού», είπε η Ευρύβια. «Το προβάλλω στη μεγάλη οθόνη».
Μία φάτσα με γκρίζους γοητευτικούς κροτάφους και θεληματικό πηγούνι εμφανίστηκε.
«Κυβερνήτα, το όνομά μου είναι Τηρέας και είμαι βασιλέας των Θρακών. Επίκειται ο γάμος μου σκοπιμότητας με την αρχόντισσα Πρόκνη, κόρη του βασιλιά Πανδίονα. Όπως καταλαβαίνεις, πρόκειται για πολύ σημαντικό γεγονός και δυστυχώς και αναπόφευκτο. Τόσον καιρό που είμαι ανύπανδρος – αν και το σωστό είναι ανύμφευτος για τους άνδρες και ανύπανδρος για τις γυναίκες- με κοιτάει λες και βλέπει κανένα μίασμα, σαν η σχέση μας να εξαρτάται αποκλειστικά από το ύπανδρον ή ανύπανδρον. Είμαστε άραγε οι άνδρες σημαδεμένοι με κάποιο χρώμα στην όραση των γυναικών είτε κόκκινο είτε πράσινο ανάλογα με το οικογενειακό μας στάτους;»
Ο Προμηθέας συμβουλεύτηκε τον Υπερίωνα ψιθυριστά.
«Ο άνθρωπος ομιλεί ασυνάρτητα και ασύνδετα “εική και ως έτυχεν”. Φαίνεται σαν να θέλει να πει τον πόνο του κάπου. Το γεγονός όμως ότι πάει να ξεφορτώσει τον καημό του σε εμάς που είμαστε παντελώς άγνωστοί του και όχι στη σύντροφό του, σημαίνει ακριβώς ότι οι σχέσεις τους είναι διαταραγμένες. Διότι, αν ήσαν σωστές και υπήρχε έστω κάποια νοηματική επικοινωνία, το σκωρ (του σκατός) των απωθημένων θα το έτρωγε ο σύντροφος του και όχι εμείς, που στο κάτω- κάτω δεν έχουμε και καμία υποχρέωση», είπε ο μορφωμένος Ατλάντειος.
«Όπως πάντα, ακριβής μέχρι το τελευταίο κόμμα, Υπερίωνα», παραδέχτηκε ο ηγεμών (ενεργών στο πλαίσιο αρμοδιότητας πάντα). Στράφηκε στην οθόνη.
«Ωραία αυτά που μάς λες, βασιλεύ, και συγχαρητήρια για ητν επικείμενη πνευματική ένωσή σου. Πλην όμως δεν βλέπουμε τι σχέση έχουμε εμείς με τον σχεδιαζόμενο γάμο σου.»
«Το σκάφος σου έχει αποκτήσει μία φήμη, κυβερνήτα, και πιστεύω ότι θα ήταν μεγάλη τιμή για το όλο πλανητικό σύστημα του Ηριδανού, αν τελούσες την τελετή εσύ».
Μετά από στιγμιαία συνεννόηση με το πλήρωμά του, όπου στην κυριολεξία μίλαγαν τα μάτια, ο κυβερνήτης ένευσε καταφατικά.
«Μεγάλη μας τιμή» είπε. «Ευρύβια, συνεννοήσου με τον άρχοντα, βρες τις συντεταγμένες της αρχόντισσας Πρόκνης, βρείτε και διαθέσιμο δωμάτιο, καθώς και χώρο για τα πράγματά της και διακτινίστε την στο σκάφος. Η τελετή θα κανονιστεί στον ναό της χωρονηός ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας, εστέ έτοιμοι για ανακοίνωση ημέρας και ώρας και βέβαια σημειώστε ότι η επίσημη περιβολή αξιωματικού είναι υποχρεωτική για όσους παραστούν». Επίτηδες χρησιμοποίησε πολλά αρχικά ο Προμηθέας για να εντυπωσιάσει και να τονίσει ότι τελικά και η παρουσία όλων θα ήταν εξίσου υποχρεωτική.
Δυστυχώς, όπως διαπίστωσαν οι Υπερίων και Ωκεανός ενημερώνοντας σχετικά τον Προμηθέα, και η νύφη συναγωνιζόταν σε αστάθεια και μη προβλεψιμότητα τον γαμπρό. Η όλη διαδικασία του επικείμενου γάμου είχε προφανώς δρομολογηθεί για τη νομιμοποίηση του Ίτυ, ενός τέκνου που οι δύο μελλόνυμφοι είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει. Επίσης ήταν φανερό ότι ο Ίτυς, εξαιτίας του οποίου η Πρόκνη συρόταν παρά τη βούλησή της σε γάμο, τής είχε γίνει έμμονη ιδέα και μιλούσε συνέχεια γι’ αυτόν, ότι μοιάζει πολύ του πατέρα του στα ελαττώματα, είχε δε και μία εξίσου αρρωστημένη εμμονή με την αδελφή της Φιλομήλα, με την οποία ήσαν αχώριστες ως συμβιωτικά φυτά. Είχε παρακαλέσει τον μέλλοντα σύζυγό της, αν τρέφει κάποια εύνοια γι’ αυτήν, να τη στείλει προ του γάμου να συναντήσει την αδελφή της ή μήπως η αδελφή της μπορεί να έλθει να την επισκεφτεί. Ο Τηρέας «τσακίστηκε» να σαλπάρει με το πλοίο του και γρήγορα με τον οίακα και τα πανιά έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά για να ικανοποιήσει την επιθυμία της νύφης του, να πάρει και να φέρει τη Φιλομήλα κατά το «φετς» των Αγγλοσαξόνων. Κατά την αναχώρηση, ο πατέρας των κοριτσιών Πανδίων τον εξόρκισε να προστατεύσει τη Φιλομήλα, σαν να ήταν η Πρόκνη, και να τη στείλει πίσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, χαρίεσσα και αρτιμελή, αυτή που ήταν το παρήγορο στήριγμα των γηρατειών του. Όλα αυτά, κατά την ανάλυση του Υπερίωνα και του αρμόδιου για ιατρικά -ψυχολογικά θέματα ιατρού Ωκεανού, προμήνυαν την τέλεια καταιγίδα, σε περίπτωση π.χ. που ο Τηρέας, που δεν φαινόταν να έχει και μεγάλη ηθική εκπαίδευση ή κατάρτιση, αποφάσιζε να πάρει λίγο πιο κυριολεκτικά απ’ ό,τι θα ‘πρεπε τα λόγια του Πανδίονα να «προστατεύσει» και να φροντίσει τη Φιλομήλα σαν να ήταν η Πρόκνη.
Οι οιωνοί ήσαν άσχημοι, οπότε οι ήρωές μας έσπευσαν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις ψάλλοντας έναν ύμνο σχετικό με τη γένεση του αστερισμού Αριστερόποδα, που σημαίνει ότι ποτέ δεν βρέχει, αλλά πάντα πλημμυρίζει και πως οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά. Ο ύμνος βέβαια ειπώθηκε για να εξορκιστεί αυτό το ενδεχόμενο, αλλά η έκβαση κάθε δέησης παραμένει πάντα ανοιχτή.
ΡΕΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Πότνια Ρέα, θύγατερ πολυμόρφου πρωτογόνου,
Ή λις ταυροφόνος ιερότροχον άρμα τιταίνει-
Τυμπανόδουπε, φιλοιστρομανές, χαλκόκροτε κούρη
Μήτερ Ζηνός άνακτος Ολυμπίου αιγιόχου-
Πάντιμ’ αγλαόμορφε, Κρόνου σύλλεκτρε μάκαιρα,
Όρεσιν ή χαίρεις, θνητών τε ολολυγμοίς φρικτοίς
Παμβασίλεια Ρέα, πολεμοκλόνος, οβριμόθυμε,
Ψευδομένη σώτειρα, λυτηριάς, αρχιγένεθλε,
Μήτηρ μεν τε θεών ηδέ θνητών ανθρώπων.
Εκ σού γαρ γαία και ουρανός ευρύς ύπερθεν,
Και πόντος, πνοαί τε, φιλόδρομος, αερόμορφε,
Ελθέ, μάκαιρα θεά, σωτήριος εύφρονι βουλή,
Ειρήνην κατάγουσα συν ευόλβοις κτεάτεσι
Λύματα και κήρας πέμπουσ’ επί τέρματα γαίης».
(Θυγατέρα πολυμόρφου πρωτογόνου, Σεβαστή Ρέα,
Που φονεύεις με άρμα τον ταύρο με τον λιόντα παρέα,
Τυμπανόγδουπη, μανιακή, κόρη που σκανδαλίζει ιερέα,
Μητέρα Διός άνακτος Ολυμπίου ασπιδοφόρου
Πάντιμη αγλαόμορφη, συμβία Κρόνου αιμοβόρου,
Που σ’ αρέσουν τα βουνά και των θνητών οι κραυγές
Βασίλισσα Ρέα, πολεμοθόρυβη, με ισχυρές καρδιές
Που σώζεις, λυτρώνεις με ψεύδη κατά συνθήκη
Μητέρα θεών μα νοιάζεσαι και γι’ ανθρώπων τη νίκη.
Από σένα γη και ουρανός ευρύς εκπορεύονται,
Και ο πόντος και οι πνοές και άνεμοι κελεύονται
Έλα, μακάρια θεά, με της βούλησης σωτήρια νοήματα,
Φέρε ειρήνη κι ευτυχισμένα σώφρονα αποκτήματα
Κι απάλλαξέ μας από ψυχής απωθημένα λύματα).
Μια και ανησυχούσαν για το αν ο Τηρέας θα έβρισκε το δρόμο του, υποψιαζόμενοι ότι παρά την δήθεν κυρίαρχη παρουσία του διαπνεόταν από βαθιά δειλία και απερίγραπτη ανασφάλεια, αφού εξωθούνταν και αγόταν για ανάμικτους πολιτικούς και σεξουαλικούς λόγους προς ένα γάμο που δεν ήθελε, -και το κυριότερο- κατά βάθος δεν ήθελε ούτε και η νύφη, είπαν τον ύμνο για τον αστερισμό Λαγωό, που ονομαζόταν και «Μίσης Κατάβασις».
ΜΙΣΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον,
Σπέρμα πολύμνηστον πολυώνυμον Ευβουλέως,
Αγνήν τ’ ευίερον τε Μίσην, άρρητον άνασσαν,
Άρσενα και θήλυν, διφυή λύσιον Ίακχον –
Είτ’ εν Ελευσίνος τέρπη ναώ θυόεντι,
Είτε και εν Φρυγίη συν μητέρι μυστιπολεύεις
Ή Κύπρω τέρπη συν ευυστεφάνω Κυθερείη,
Ή και πυροφόροις πεδίοις επαγάλλη αγνοίς,
Συν σή μητρί θεά μελανηφόρω Ίσιδι σεμνή,
Αιγύπτου παρά χεύμα, συν αμφιπόλοις τιθήναις,
Ευμενέουσα έλθοις αγαθά εκτελέουσα επ’ άθλοις».
(Τον θεσμοφόρο καλώ Διόνυσο που ‘χει ραβδί- καλάμι,
Τον σπερματεγχύτη, κι ακόμη καλύτερα σ’ άλλο θαλάμι
Την αγνή κι ιερή Μίσην, την άρρητη άνασσα,
Άρσενική και θηλυκή, που ποτέ χατίρι δεν τής χάλασα
Είτε στης Ελευσίνας το ναό καθώς θυσιάζεις
Είτε και στη Φρυγία με τη μάνα Γη κι αν απουσιάζεις,
Ή κι αν στην Κύπρο τέρπεσαι μαζί με την Κυθέρεια,
Ή στα σιτοφόρα πεδία αγάλλεσαι αγνή κι αιθέρια,
Ή μαζί με την Ίσιδα τη μελανόφορη, σεμνή ιέρεια
Στο Νείλο με άλλους μύστες σπονδές -χοές χύνεις
Ευμενής να έλθεις, αγαθά έργα να εγκρίνεις).
«Οφείλω και πάλι ως πρώτος αξιωματικός να επισημάνω ότι με τους ψαλμούς αυτούς, υμνούμε τους αντιπάλους μας», παραπονέθηκε ο Υπερίων.
«Υπερίωνα, είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα που εσείς οι Ατλάντες διδάσκεστε όλες τις επιστήμες και τις τέχνες εκτός από το χιούμορ, το “αττικόν άλας” δηλαδή. Και πάλι σε καλώ να σκεφτείς ότι οι ψαλμοί αυτοί έχουν άκρως ειρωνικό περιεχόμενο και – το κυριότερο- απευθύνονται σε αντίπαλο προκειμένου να τον κατευνάσουν και τον λογικέψουν. Όταν π.χ. εμείς παινεύουμε και δοξολογούμε τον Ερμή επειδή ήταν μεγάλος κλέφτης, θα πρέπει οι νεότερες γενιές να είναι πολύ ηλίθιες για να μην καταλάβουν τη μεγάλη αλήθεια ότι για εμάς οι θεοί ήσαν εχθροί, αφού ο αληθινός Θεός είναι μέσα μας και δεν εντοπίζεται σε τίποτε εξωτερικό».
Μετά την διευκρινιστική αυτή στιχομυθία επιστρέφουμε στην πλοκή του επεισοδίου μας. Βέβαια οι τιτάνες δεν μπορούσαν να φανταστούν την έκταση των ψυχικών νοσημάτων και αυθυποβαλλόμενων φαντασιώσεων, που είχαν συναπαντήσει. Ο μεν Τηρέας έψαχνε για καθρέφτη – καρφίχτη, όπου θα αντανακλώνται οι βλακείες, οι προκαταλήψεις και οι αμπελοφιλοσοφίες του περί εγγενούς διαφοράς ανδρών και γυναικών θυμίζοντας το αγγλοσαξονικό ρητό ότι τα αγόρια είναι ψαλιδιές, σαλιγκάρια και κουταβιών ουρές, ενώ τα κορίτσια είναι ζάχαρη, μπαχάρι και όλα τα ωραία που έχουν χάρη! Κι από την άλλη, μια μητέρα που δεν στέργει να νουθετήσει και να γαλουχήσει, αλλά μόνο να καταστρέψει, να λιώσει και να εξαλείψει το ίδιο της το σπλάχνο με μία φρενίτιδα Μαινάδας, που φτάνει στο σημείο να ομολογεί ρητά και απερίφραστα- δεν θέλω να διδάξω, θέλω να ξεκοιλιάσω, να μαγαρίσω και να κατασπαράξω! Η παρατηρούμενη διαστροφή είναι πραγματικά, όχι απλά αποκαρδιωτική αλλά αηδιαστική, απωθητική. Τέτοιου είδους ανεξίτηλο και αρχετυπικό μίσος μάνας προς παιδί είναι ανεξήγητο, όσα παιδικά τραύματα κι αν έχει υποστεί κάποιος, τέτοιο αμιγές μίσος δεν μπορεί να καταλλαγεί ή να εξορκιστεί! Επίσης, η Ιατρική επιστήμη σήκωνε τα χέρια ψηλά και για την τάση της Πρόκνης να εξισώνει μέσα στη μανία καταδιώξεώς της μέλλοντες συζύγους, τέκνα, ξαδέρφους, φίλους, απλούς γνωστούς, ακόμη και αγνώστους που γνώρισε χθες ή προχθές. Αλλά ίσως να μην ήταν τόσο ανεξήγητο, αφού όλα τα πρόσωπα εξομοιώνονται μπροστά στον πανικό της παράνοιας. Δεδομένου ότι για τους αρχαίους Έλληνες η ψυχολογία ήταν η μυθολογία τους, υπήρχε η περίπτωση της Μήδειας ως συναφής βιβλιογραφία που θα μπορούσε να φωτίσει το περιστατικό, για την οποία κάθε απόρριψή της από τους άλλους ξεπλενόταν μόνο με φόνο!
Η μέρα του γάμου έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ να προϋπαντήσουμε νύφη και γαμπρό, παιδιά, στην … εσοχή του εκκλησιαστικού άμβωνα, που στην πραγματικότητα ήταν το αναλόγιο του καπετάνιου. Ο Προμηθέας, κορδωμένος σαν διάνος, άρχισε να λέει το κατεβατό μίας πατροπαράδοτης εθιμικής λιτανείας, η τέλεση της οποίας πάντα επιφυλασσόταν στους πλοιάρχους του εμπορικού ή πολεμικού ναυτικού.
«Από αρχαιοτάτων χρόνων έχει καθιερωθεί το ιερό έθιμο ότι ο κυβερνήτης μίας χωρονηός έχει την εξουσία να εποπτεύει και να ευλογεί την “συγκλήρωση του βίου παντός” και την συνένωση δύο μελών της κοινωνίας εις σάρκα μίαν. Έτσι λοιπόν με τη δύναμη που έχει επενδυθεί σε μένα από την Αστρογαλαξιακή Ομοσπονδία Σειρίου, σάς διακηρύσσω …»
«Ένσταση, ένσταση», ήλθε μία ουρανομήκης βοή από κάτω, διότι πράγματι μέχρι το πέρας της τελετής είχε ο καθένας το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση.
Προσήλθε η Αγχιάλη φέροντας στους κεντρικούς συντελεστές του μυστηρίου ένα άσπρο ύφασμα κεντημένο με πορφυρένιες ίνες κουβαλώντας το μ’ ένα τέτοιο σεβασμό σαν να ήταν η σινδών του Τορίνου ή το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας, τυλιγμένο σε συσκευασία δώρου. Τι ήταν αυτό; O Προμηθέας, που εκείνη τη στιγμή είχε όχι τον επιθετικό, αλλά τον κατηγορηματικό προσδιορισμό «ιερέας», ξετύλιξε το ύφασμα, όπως είχε ξετυλιχτεί η Κλεοπάτρα μπροστά στον Καίσαρα. Το ύφασμα ήταν αρκετά μακρύ για τις αφηγηματικές ανάγκες μίας ολόκληρης ιστορίας και η διήγηση- αλίμονο- ήταν η εξής. Όταν ο Τηρέας είχε πάει στον Πειραιά και αντίκρισε τη Φιλομήλα, που θα έπρεπε να συνοδεύσει στο γάμο, καταλήφθηκε με άνομο πάθος και άρχισε να φλέγεται από τα πυρακτωμένα βέλη των Ερωτιδέων και να παρασύρεται από τα φτερά και τα αιωρούμενα πέπλα τους ή, για να το πούμε αλλιώς με μία εμφιλοχωρούσα ελληνική έκφραση, δάγκωσε τη λαμαρίνα με πολύ άσχημο τρόπο. Ακόμη δεν είχε τελειώσει το ταξίδι και ο βάρβαρος φυλάκισε τη χλωμή, τρεμάμενη και φοβισμένη κόρη, που είχε μονάχα τη δύναμη να ρωτήσει με δάκρυα πού είναι η αδελφή της, τη βίασε, την εκπόρνευσε και την έκανε παλλακίδα του. Μα θα προβάλλετε ευλόγως την ένσταση, είναι δυνατόν τις παραμονές του γάμου του να κάνει ο Τηρέας κάτι τέτοιο; Ε ήταν δυνατότερο απ’ αυτόν, τι να κάνουμε, χωρίς βέβαια η εξήγηση αυτή να αποτελεί δικαιολογία για την αποτρόπαια πράξη του, αφού υπάρχει και η ελευθερία της βουλήσεως, καθώς και η δυνατότητα του «άλλως πράττειν». Οργισμένη η Φιλομήλα είχε απειλήσει να υπερβεί τη ντροπή και να ξεσκεπάσει την πράξη μ’ ένα είδος πανάρχαιου μυθολογικού “me too”. Τότε ο Τηρέας τράβηξε το σπαθί, την άρπαξε και τής έκοψε τη γλώσσα. Τι έκανε η Φιλομήλα; Αιχμάλωτη χωρίς μιλιά και φωνή, συνέλαβε και εκτέλεσε το σχέδιο να πέμψει τον κεντημένο χιτώνα κρυφά στην Πρόκνη, ώστε να εμποδίσει το γάμο της. Αν ο Τηρέας ολοκλήρωνε την τελετή, θα είχε βραχεία και μακρά χείρα τόσο επί της Πρόκνης όσο και επί της Φιλομήλας με την έννοια της εξουσίας της ρωμαϊκής “manus” και θα μπορούσε εύκολα να καλύψει το έγκλημά του. Όταν η υποψήφια νύφη άκουσε την ελεεινή και ανόσια αναφορά της αδελφής της, συνέβη μία καθοριστική και αποφασιστική μεταβολή. Πέρασε δηλαδή από το στάδιο της διαταραχής προσωπικότητας με ψυχωσικά στοιχεία σε παρανοϊκή παραληρηματική σχιζοφρένεια. Άρχισε να πενθεί, να μοιρολογεί, να διαρρηγνύει το πολυτελές νυφικό της και να κλαίει με μαύρο δάκρυ τη μοίρα της αδελφής της.
Οι παριστάμενοι στην τελετή είχαν απομείνει ενεοί. Εκμεταλλευόμενη τούτο η ικανότατη Πρόκνη έτρεξε προς τον μεταφορέα, εξοικειωμένη με τους διαδρόμους του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα, έδωσε στη Θεία τις συντεταγμένες και διακτινίστηκε στον πλανήτη πριν προλάβουν οι αρμόδιοι να πουν «κιχ». Ήταν φανερό ότι είχε σκέψεις εκδίκησης και μάλιστα τέτοιας, που το ανθρώπινο μυαλό δεν θα μπορούσε να συλλάβει.
Τότε ήλθε η ώρα για τον Προμηθέα να δείξει για ποιο λόγο ήταν ο καλύτερος πλοίαρχος του αστροστόλου. Ανοίγοντας τα πόδια του και πατώντας σταθερά στο κατάστρωμα, ήταν ο πρώτος που συνήλθε από τη νάρκη και διευθύνοντας το πλήρωμά του με μαεστρική κίνηση των χειρών είπε:
«Να συλληφθεί αμέσως ο Τηρέας για βιασμό και παράνομη κατακράτηση προσώπου. Ο γάμος ματαιώνεται. Λητώ, τρέξε αμέσως στην αίθουσα του μεταφορέα μαζί με ομάδα ασφαλιτών και διακτίνισε την Πρόκνη πάλι πίσω στο σκάφος. Άμα τη αφίξει της να συλληφθεί επίσης για λόγους προληπτικούς που συνίστανται στην αποφυγή εγκλήματος. Αναλαμβάνω όλη την ευθύνη για την νομιμότητα, σκοπιμότητα και αναγκαιότητα της κράτησής της. Υπερίωνα, εντόπισε τα σημάδια ζωής του υιού Ίτυ και βρες τρόπο να περιβάλεις το σώμα του με προστατευτικό ενεργειακό πεδίο, διότι η ζωή του είναι σε άμεσο κίνδυνο. Τιτάνες, κινητοποιηθείτε εσπευσμένα. Δυστυχώς, είμαστε καταδικασμένοι να τηρούμε κάθε στιγμή τους κανόνες της ηθικής, που έχουμε λάβει ως παρακαταθήκη, να κάνουμε πάντα το καλό και να το ρίχνουμε στο γιαλό».
Όλα όσα διέταξε ο πλοίαρχος εκτελέστηκαν και τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Για να γιορτάσουν μία ακόμη αίσια και επιτυχημένη έκβαση αποστολής οι τιτάνες έσπευσαν να απαγγείλουν τον ύμνο του Παλαίμονος, που ήταν γενικά ένας αισιόδοξος ύμνος.
ΠΑΛΑΙΜΟΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Σύντροφε Βακχεχόρου Διονύσου πολυγηθούς,
Ός ναίεις πόντου βυθούς βαθυκύμονας αγνούς,
Κικλήσκω σε, Παλαίμον, επ’ ευιέροις τελεταίς
Ελθείν ευμενέοντα, νέω γήθοντα προσώπω
Και σώζειν μύστας κατά τε χθόνα και κατά πόντον.
Ποντοπλάνοις γαρ αεί ναυσίν χειμώνος εναργής
Φαινομένου σωτήρ μούνος θνητοίς αναφαίνη,
Ρυόμενος μήνιν χαλεπήν κατά πόντιον οίδμα.»
(Σύντροφε του Βάκχου Διονύσου συνδαιτημόνα,
Που κατοικείς στου πολυκύμαντου βυθού το λειμώνα,
Σε καλώ, Παλαίμων, στων τελετών μας τον ιστότοπο,
Να έλθεις ευμενής, με καινούριο χαρωπό πρόσωπο
Και να σώσεις τους μύστες σου στον πόντο και στη γης
Για τα χαμένα πλοία του χειμώνα φάρος εναργής.
Είσαι ο μόνος σωτήρας που στους θνητούς φαίνεται,
Και τούς λυτρώνει από τη χαλεπή θύελλα που μαίνεται).
Όταν
αργότερα η χωροναύς ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. – Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας προσέγγισε το σημείο που
ήταν η πατρίδα της, ο Σείριος, ο αστήρ των κυνικών καυμάτων, τον ανέστησε και
τον επανέφερε από το εκτόπλασμα της χαοτικής λησμονιάς, των ψυχικών
απορριμμάτων και των αβάπτιστων ψυχών με έναν πολύ ειδικό και εχέμυθο και
ευγενή ύμνο, εκείνον της Σεμέλης, της ταλαιπωρημένης μάνας του Διονύσου που
διεκτραγωδεί τα βάσανα της θηλυκότητας, αλλά και καταξιώνει απόλυτα το
γυναικείο φύλο, τη μάνα, την σύζυγο, την ερωμένη, την αδελφή.
ΣΕΜΕΛΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Κικλήσκω κούρην Καδμηίδα παμβασίλειαν,
Ευειδή Σεμέλην, ερατοπλόκαμον, βαθύκολπον,
Μητέρα θυρσοφόρου Διονύσου πολυγηθούς,
Ή μεγάλας ωδίνας ελάσσατο πυρφόρω αυγή,
Αθανάτου τεκούσα Διός βουλαίς Κρονίου-
Τιμάς τευξαμένη παρ’ αγαυής Περσεφονείης-
Εν θνητοίς βροτοίς ανά τριετηρίδας ώρας,
Ηνίκα σου Βάκχου γονίμην ωδίνα τελώσιν,
Ευίερον τε τράπεζαν ηδέ μυστήριά θ’ αγνά.
Νυν σε, θεά, λίτομαι, κούρη Καδμηίς άνασσα,
Πρηύνοον καλέω αεί μύσταις υπάρχειν».
(Καλώ τη βασίλισσα του Κάδμου θυγατέρα,
Τη Σεμέλη, με πλοκάμια έρωτα και βαθιά γαστέρα
Μητέρα θυρσοφόρου Διονύσου μπελά αρκετού,
Που υπέφερε πολλά την αυγή του τοκετού
Γέννησε σύμφωνα με Δία επιταγές κι εντολές
Και πέτυχε από τη Περσεφόνη να λάβει τιμές.
Και μάλιστα κάθε τριετία στις μεγάλες γιορτές.
Για σένα οι θνητοί τις ηδονές και γέννες διασκεδάζουν
Και αγνά μυστήρια σε ιερή τράπεζα σχεδιάζουν.
Ε λοιπόν, θεά, σε παρακαλώ, Καδμου κόρη και καημό,
Ευμενή νου να έχεις στων μυστών τον σκληρό παιδεμό).
Όταν λοιπόν αποκαταστάθηκε ο Σείριος, η έδρα και το καμάρι της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας πλανητών, είχε έλθει επιτέλους η ώρα ή μάλλον ήταν ήδη υπερήμερη η απαίτηση να υποβληθεί ο Βενοβίνδας σε εργασίες συντήρησης, εκτεταμένων επισκευών και αναβάθμισης των συστημάτων. Ήδη βλέπουμε στο μηχανοστάσιο τον υπέργηρο Ιαπετό να συζητάει με μία μηχανικό, ενταγμένη στο προσωπικό του τροχιακού σταθμού, όπου είχε προσαράξει η ναυαρχίδα του αστροστόλου.
«Κρατησιπύλη, στο ξαναλέω. Μπορεί να είμαστε μεσονικό αστροσκάφος, αλλά εκτός από μεσόνια χρειαζόμαστε επειγόντως και νετρόνια. Μόνο με μία γεννήτρια νετρονίου θα μπορώ να πυροδοτήσω το πλάσμα που προέρχεται από τη διαδικασία αντίδρασης ύλης- αντιύλης, ή τέλος πάντων να το αναπυροδοτήσω αν υπάρξουν συνθήκες αδρανοποίησής του…»
«Γηραιότατε των τιτάνων», είπε μπαίνοντας από την αυτόματα συρόμενη θύρα ο Προμηθέας, «δεν θέλω να ταλαιπωρείς με την ατέλειωτη γκρίνια σου τα λαμπρά μέλη του τροχιακού σταθμού που μάς φιλοξενεί. Μη ξεχνάμε ότι για αμέτρητες Δημιουργίες ουδέποτε ο Βενοβίνδας λειτούργησε σύμφωνα με τις αρχικές προδιαγραφές του, αλλά πάντα τα έβγαζε πέρα με πατέντες και εκ των ενόντων επινοημένες συνδέσεις με άφθονο σάλιο και πολύ λουκουμάκι στα καλώδια και τις σωληνώσεις.»
«Σε μεγάλη αισιοδοξία σε βλέπω σήμερα, υιέ, που όμως δεν δικαιολογείται από τα πράγματα. Έχεις μείνει με το μισό πλήρωμα, ο Βενοβίνδας κοντεύει να γίνει ένα μάτσο παλιοσίδερα, ενώ οι ολύμπιοι αναγεννώνται ως συνήθως από τη στάχτη τους.»
Ο Προμηθέας έσκυψε με νόημα πάνω στον πατέρα του.
«Ε λοιπόν μέγα ραμολιμέντο», του είπε τρυφερά, «εμπιστεύσου με. Ο τωρινός κύκλος Δημιουργίας φαίνεται από πλευράς οιωνών να είναι πολλά υποσχόμενος. Βέβαια, πάνω απ’ όλα ισχύει το “εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης”. Πέραν όμως αυτού, ο Υπερίων διεπίστωσε, αφού μελέτησε μαζί με τη Θεία στους συνθετιστές ίχνη προηγούμενων Δημιουργιών, ότι σε πάμπολλους προγενέστερους κύκλους το επεισόδιο με την Πρόκνη και τη Φιλομήλα δεν είχε αίσια έκβαση. Κεντρισμένη από τη μανία του Βάκχου και τις Ερινύες του πόνου, η Πρόκνη εισέβαλε στη φυλακή της αδελφής της, την απόσπασε από τα δώματά της και την πήρε μαζί της. Τότε στο σπίτι, καθώς εξέταζε ποια αιμοβόρα εκδίκηση αξίζει στον Τηρέα, ήλθε προς αυτήν ο Ίτυς. Τον κύτταξε με άγριο βλέμμα. “Πόσο μοιάζει στον πατέρα του!”, περισσότερα δεν είπε και ήδη διέπραξε το θλιβερό έγκλημα. Μαζί με τη Φιλομήλα σκότωσαν τον νεαρό και τον παρέθεσαν για γεύμα στον Τηρέα, που καταβρόχθισε έτσι το ίδιο του το αίμα. Μετά ζήτησε το γιο του και η Πρόκνη τού είπε “μέσα σου φέρεις αυτό που ζητείς” και, καθώς αυτός με χαμένο βλέμμα στριφογύριζε και ρωτούσε και καλούσε το παιδί του, η Φιλομήλα σώριασε μπροστά στα μούτρα του το ματωμένο κεφάλι. Πετάχτηκε τότε με ουρανομήκη κραυγή τρόμου, αναποδογύρισε τα τραπέζια και έκλαιγε και οδυρόταν ότι ο ίδιος είναι ο τάφος του παιδιού του, όρμησε και κυνηγούσε με γυμνό ατσάλι τις κόρες του Πανδίονα. Τούτες όμως έβγαλαν φτερά και πέταξαν, η Πρόκνη στο δάσος σαν αηδόνα και η Φιλομήλα στη στέγη ως χελιδόνα, αλλά και ο Τηρέας, παλλόμενος με πόνο και επιθυμία εκδίκησης, έγινε πτηνό, που το φτερωτό λοφίο της κεφαλής του ανορθώνεται και το ράμφος του εκτείνεται παραμορφωτικά έχοντας και το κόκκινο στίγμα του αίματος. Και το όνομα του πτηνού είναι έποψ ή δρύοψ ή τσαλαπετεινός, προορισμένος να είναι το αιώνιο θήραμα των κυνηγών εξαιτίας της ομορφιάς και της ιδιαιτερότητάς του».
«Εντάξει, φτάνει», είπε ο Ιαπετός, «δεν θέλω άλλες αποτρόπαιες ιστορίες. Ωραία, αποτρέψαμε μία κακή εξέλιξη. Και άλλες φορές είχαμε επιτυχίες, αλλά στο τέλος ο Δίας βγήκε νικητής».
«Εμπιστεύσου με, πάτερ- πατεράκη- παπάκη, σού λέω έχω ένα καλό αίσθημα γι’ αυτό το κύκλο. Θα ‘χω μια καλή ιδέα και θα καταγάγω τέτοιο χτύπημα στο Δία που θα χάσει όλες τις δυνάμεις του, θα απωλέσει την πηγή της ενέργειάς του για πάντα και χωρίς ενέργεια στο σύμπαν αυτό δεν μπορείς να βράσεις ούτε αβγό!».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’
ΜΙΚΡΟΣ ΚΥΩΝ, ΚΑΡΚΙΝΟΣ, ΛΕΩΝ, ΟΥΡΑΛΚΑΙΑ (ΔΕΝΕΒΟΛΑ)
Ο Σείριος 3 είχε κτίρια μεγαλοπρεπή που κάλυπταν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, ουρανοξύστες στο κέντρο των πόλεων, ανισόπεδες οδικές διαβάσεις, πυργίσκους ζωσμένους με κεκλιμένα επίπεδα ανάβασης- κατάβασης και αιχμηρή κορυφή και σπίτια ψηλά κάτω στο περιγιάλι ή εκεί που δεν είχε χαμηλή βλάστηση πόας και αντιστρόφως. Πάντως άναρχη ή εκτός σχεδίου δόμηση δεν επιτρεπόταν και οι βιομηχανίες του ήσαν συγκεντρωμένες σε προορισμένες και προσχεδιασμένες προς τούτο περιοχές. Αυτό κι αν είναι επιστημονική φαντασία! Είχε όμως και το κοινό στοιχείο με την πραγματικότητά σου, αναγνώστη, ότι το καλοκαίρι έκανε πολλή ζέστη και δεν είχε νερό και πιστεύουμε ότι μ’ αυτή τη διευκρίνιση η ιστορία ανακτά την αληθοφάνειά της. Όμως … οι Σειριανοί (και όχι Σύριοι) είχαν πολλές εφεδρείες και αποθέματα και οι επιστήμονές τους είχαν φθάσει στο σημείο να επηρεάζουν τον καιρό με διάφορα προγράμματα ύγρανσης της ατμόσφαιρας, βομβαρδισμούς συννέφων με παγάκια και άλλες τεχνικές που αποτελούν το ισοδύναμο του ινδιάνικου χορού της βροχής. Από την άλλη, το τι έκαναν οι Σειριανοί στην ίδια τους τη χώρα δεν μάς ενδιαφέρει τόσο πολύ όσο ότι, όντας στην πατρίδα τους και έχοντας τα κατάλληλα μέσα, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να βρουν τον δρόμο για την τρίτη περιστροφή του ουρανού. Με την τεχνογνωσία των κατάλληλων ύμνων άρχισαν λοιπόν να ξεκλειδώνουν το τρίτο επίπεδο του στερεώματος περνώντας πλέον στο τμήμα και στον τομέα του διαστήματος που φαίνεται από το βόρειο ημισφαίριο της Γης. Ευγνώμονες για την ίδια τους τη μνήμη που κάπου είχε διατηρηθεί στις κονισαλέες βιβλιοθήκες και στα ποντικοφαγωμένα ράφια ή σε εναπομείναντα ίχνη από σβησμένους φακέλους συνθετιστών από άλλες εποχές και άλλες Δημιουργίες, οι τιτάνες που πίστευαν σε όλες τις διαχρονικές αξίες και παραδόσεις, θεσπισμένες ούτως ή άλλως από τους ίδιους, έψαλαν τον ύμνο της Μνημοσύνης, ο οποίος έμελλε να αντιστοιχήσει στον αστερισμό Μικρό Κύνα, όπου έφθασαν μέσω του Μεγάλου Κύνα, γνωστού και μη εξαιρετέου από προηγούμενη περιστροφή, πιστοί στο εξίσου γνωστό πλοηγικό αξίωμα, ο αφέντης στο σκύλο και ο σκύλος στην ουρά του.
ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Μνημοσύνην καλέω, Ζηνός σύλλεκτρον, άνασσαν,
Ή Μούσας τέκνωσ’ ιεράς, οσίας, λιγυφώνους,
Εκτός έχουσα κάκης μνήμην βλαψίφρονος αιεί,
Πάντα νόον συνέχουσα βροτών ψυχαίς σύνοικον,
Ευδύνατον κρατερόν θνητών αύξουσα λογισμόν,
Ηδυτάτη, φιλάγρυπνος, υπομνήσκουσά τε πάντα,
Ών αν έκαστος αεί στέρνοις γνώμην κατάθηται,
Ούτι παρεκβαίνουσ’, επεγείρουσα φρένα πάσιν.
Αλλά, μάκαιρα θεά, μύσταις μνήμην επέγειρε
Ευιέρου τελετής, λήθην δ’ από τώνδ’ απόπεμπε».
(Μνημοσύνη καλώ, άνασσα και Δία συγκρέβατη
Που γέννησε τη λιγυρή μούσα, την ουρανοκατέβατη,
Που κρατάς τη μνήμη μακριά από τη βλαπτική κακία
Συνέχουσα το νου θνητών, σύνοικος σε ψυχών οικία,
Αυξάνεις τον δυνατό, κρατερό των θνητών λογισμό,
Γλυκά αγρυπνείς και θυμίζεις χωρίς περιορισμό,
Ό,τι στο στέρνο του καθενός ως γνώμη επικάθεται
Ούτε παρεκβαίνει ή αλλάζει ποτέ όσα μάθετε.
Αλλά, μακάρια θεά, των μυστών τη μνήμη να διεγείρεις
Με ιερή τελετή τη λήθη μακριά μας να σύρεις).
Στη συνέχεια ήλθε η σειρά του αστερισμού Καρκίνου που ήταν
πολύ δύσκολη περίπτωση.
Στον Καρκίνο 7 ζούσε μία κόρη ονόματι Αταλάντη, εύμορφη
ανδρική και ταχύπους. Ήταν το “alter
ego“ της θεάς Αρτέμιδας, δηλαδή αριστοτέχνης στην
τοξοβολία. Άλλωστε όλη την ημέρα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τρέχει, να
προπονείται γενικότερα και να τοξοβολεί βρίσκοντας παράλληλα και την τροφή της στην
παράδοση του ανθρώπου- δρομέα, τροφοσυλλέκτη, ασπαλιευτή και αγριοθηρευτή. Η παρατεταμένη όμως παρθενία της και ο συναφής
φόβος της εκπαρθένευσης – διείσδυσης και μάλιστα σε μία ευαίσθητη περιοχή, που
ήταν διαρκώς ερεθισμένη από το τρέξιμο, την έκανε στρυφνή και πικρή, με
αποτέλεσμα να καλύπτει τη βαθύτερη ανασφάλειά της προβάλλοντας σε αναπλήρωση την
ικανότητά της ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αφανίσει την απειλή για το αιδοίο
της, τους άνδρες. Ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή λόγω της επιθετικότητάς της που
ερμηνευόταν ως ροπή προς την ηδονή και είχε πολλούς μνηστήρες, που τη
περιτριγύριζαν σαν τις σφήκες. Σκαρφιζόταν λοιπόν κάτι απίθανα σαδιστικά
τεχνάσματα με τελική κατάληξη την εξόντωση των ανδρών. Όταν ήταν στις κακές της,
τούς έπειθε να δεθούν σε ένα στύλο, τούς εφοδίαζε με μαχαίρια και τούς έβαζε να
αλληλοεξοντωθούν με την υπόσχεση ότι θα παντρευόταν όποιον επιβίωνε. Αλίμονο
όμως, οι συνθήκες της μονομαχίας ήσαν τέτοιες – πετσόκομα με μαχαίρια χωρίς οι
μονομάχοι να έχουν τη δυνατότητα να απομακρυνθούν ή να κάνουν ελιγμούς- , ώστε
είτε στο τέλος της ημέρας δεν υπήρχε επιζών είτε και να υπήρχε, μεταφερόταν
κατευθείαν στο νοσοκομείο και επικεντρωνόταν απλά στο να παραγγείλει το
κατάλληλο για την περίπτωσή του αναπηρικό καροτσάκι, χωρίς να έχει καμία
διάθεση ή όρεξη και πλέον ούτε και τη σεξουαλική ικανότητα για παντρειά. Αρρωστημένη
παραλλαγή της ανωτέρω εκδοχής, ακόμη σαδιστικότερη, γιατί έδινε στους μνηστήρες
την ψευδαίσθηση ότι μπορεί και να την γλιτώσουν λόγω της εκτύλιξης του
διαγωνισμού σε ελεύθερο ανοιχτό πεδίο, ήταν να τούς βάζει να τρέχουν μπροστά της
άοπλοι, ενώ αυτή τούς κυνηγούσε με πλήρη οπλισμό. Αν τούς έφθανε θα τούς σκότωνε,
ενώ αν κάποιος αποδεικνυόταν ταχύτερός της, θα τον ελάμβανε σύζυγο. Πάντα όμως
τούς έφθανε και πάντα τούς σκότωνε και μάλιστα άτεγκτα και σαν σκυλιά. Όταν
ήταν στις καλές της, τούς έβαζε να παραβγούν μαζί της στο τρέξιμο με έπαθλο την
ίδια, αλλά πάντα νικούσε και οι επίδοξοι γαμπροί αποχωρούσαν άδοξα με το
επίμαχο μέλος τους στα σκέλια, τουλάχιστον όμως έβγαιναν ζωντανοί από τη
δοκιμασία.
Στο σημείο αυτό επενέβη ο Προμηθέας, ο οποίος ενεργούσε πάντα ως αγαθοποιό πνεύμα που επέλυε δύσκολες και περιπεπλεγμένες καταστάσεις. Προκειμένου όμως η παρέμβαση του Προμηθέα να γίνει κατανοητή πρέπει να ανοίξουμε την εξής παρένθεση: Το γεγονός ότι οι τιτάνες ήσαν σε συνεχή πόλεμο με τους ολύμπιους θεούς, που παρίσταντο αιώνιοι και μη γραμμικοί λόγω του ότι ενδιαιτώνταν σε σκουληκότρυπες, δεν σημαίνει ότι αυτές οι δύο υπερδυνάμεις του σύμπαντος δεν είχαν μεταξύ τους επικοινωνία. Όπως και στο δικό μας πρόσκαιρο κόσμο- μικρόκοσμο, όπου κατά τύχη ζήσαμε (μού αρέσει η έκφραση ότι κατά τύχη ζήσαμε στην εποχή που ζούσε ο εαυτός μας), η Αμερική και η Ρωσία, υπήρξαν μεν οι υπερδυνάμεις που συγκρούονταν και διοικούσαν το σύμπαν σε βαθμό μάλιστα που το 80 % από εμάς έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως μαρξιστής οπαδός, παραγνωρίζοντας ότι στο βάθος υπήρχε πολύ απλά και μονάχα η παραπάνω αντιπαράθεση, βρίσκονταν δε σε διαρκή επικοινωνία μεταξύ τους για τα τρέχοντα θέματα του πλανήτη, έτσι και ο Προμηθέας διατηρούσε κόκκινο τηλέφωνο με τους Ολύμπιους, διότι κάπως έπρεπε αυτό το έρμο το σύμπαν να διοικηθεί. Έτσι λοιπόν παρακάλεσε την Ήρα, την (έστω λυσσώδη) προστάτιδα του γάμου να βοηθήσει την καημένη την Αταλάντη.
ΗΡΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κυανοίς κόλποις ενημένη, ηερόμορφε,
Ήρη παμβασίλεια, Διός σύλλεκτρε μάκαιρα,
Ψυχοτρόφους αύρας θνητοίς παρέχουσα προσηνείς
Όμβρων μεν μήτηρ, ανέμων τροφέ, παντογένεθλε.
Χωρίς γαρ σέθεν ουδέν όλως ζωής φύσον έγνω-
Κοινωνείς γαρ άπασι κεκραμένη ηέρι σεμνώ.
Πάντων μεν κρατέεις μούνη, πάντεσι τ’ ανάσσεις
Ηερίοις ροίζοις τινασσομένη κατά χεύμα.
Αλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια,
Έλθοις ευμενέουσα καλώ γήθοντι προσώπω».
(Καθισμένη σε κυανούς κόλπους, αερόμορφη,
Ήρα βασίλισσα, του Δία σύνευνη και όμορφη,
Ψυχότροφες αύρες παρέχεις στους θνητούς προσηνείς
Όμβρων ανέμων μητέρα, χωρίς εσένα δεν γεννιέται κανείς.
Χωρίς εσένα κανείς τη ζωή δεν γνωρίζει και τη φύση
Διότι εσύ κοινωνείς κεκραμένο αέρα σ’ ανατολή και δύση.
Σε όλα κυριαρχείς μόνη, επί πάντων βασιλεύεις
Με αέριες κινήσεις τινάζεσαι και υγρό παροχετεύεις.
Αλλά, μακάρια θεά, πολυώνυμη, βασίλισσα,
Έλα ευμενής, χαρωπή, με τον τρόπο που σού μίλησα).
Η Ήρα ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Προμηθέα τού έδωσε προς χρήση τα χρυσά μήλα των εσπερίδων. Αυτός τα έδωσε στον Ιππομένη, γιο του Άρη, ο οποίος αποκαλείται και Μελανίων, ανάλογα από το αν η Αταλάντη κατάγεται από τη Βοιωτία ή από την Αρκαδία. Στη συνέχεια, ο σκουρόχρωμος μελαμψός Ιππομένης έλαβε μέρος σε έναν από τους αγώνες ταχύτητας της Αταλάντης. Καθώς έτρεχε έριχνε πίσω του τα μήλα (δηλαδή τα πορτοκάλια), η δε Αταλάντη συλλέγοντάς τα δεν τον έφθασε. Κι έτσι τελικά η Αταλάντη αποκαταστάθηκε επιτέλους με τον Μελανίωνα, συγγνώμη τον Ιππομένη!
Έλα όμως που οι Ολύμπιοι θεοί είναι χαιρέκακοι, παραδόπιστοι, αναξιόπιστοι, εκδικητικοί και μη συγκρινόμενοι παρά τις ατέλειωτες δυνάμεις τους με το ηθικό πλεονέκτημα των τιτάνων. Η Αφροδίτη ως αρμόδια σε ερωτικά θέματα παρεξηγήθηκε που ο Προμηθέας απευθύνθηκε για τα μήλα στην Ήρα και όχι σ’ αυτήν. Παρακίνησε λοιπόν το νιόπαντρο ζευγάρι να κάνουν έρωτα μέσα σε ναό του Διός, προκειμένου να πετύχουν τη μέγιστη σεξουαλική ικανοποίηση. Όπερ και εγένετο και για φαντασθείτε να γινόταν σε μία σύγχρονη ορθόδοξη ή ρωμαιοκαθολική εκκλησία! Ο Δίας υπέπεσε στο αμάρτημα της οργής και μεταμόρφωσε την Αταλάντη και τον Ιππομένη σε λέαινα και λέοντα αντιστοίχως. Και θα μού πεις, αφελή και αμέριμνε μέσα στη μερική άγνοιά σου αναγνώστη, και τι έγινε; Ας συνεχίσουν να κάνουν έρωτα στο ιερό ή και αλλού ως λέαινα και λέων, θα είναι μάλιστα ο έρωτας πιο ζωώδης και πιο εμφατικός. Πλην όμως εκείνη τη μυστηριώδη μυθολογική εποχή μ’ ένα διαβολικό ξόρκι, που δύνασαι, αν είσαι της επιστημονικής κατεύθυνσης, να το αποκαλέσεις και ηλεκτροχημική- ηλεκτρομαγνητική παρέμβαση σε μοριακό επίπεδο, το γονίδιο των λεόντων ήταν δεμένο, κλειδωμένο και προγραμματισμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μπορούσε να ζευγαρώσει μόνο με λεοπάρδαλη, θεωρούνταν δε ότι οι μαύρες πιτσίλες της προέρχονταν από το σπέρμα του λέοντα. Έτσι μεταμορφώνοντάς τους σε λέαινα και λέοντα ο Δίας τούς επέβαλε τη μέγιστη νοητή τιμωρία να μην μπορούν να μιχθούν και να συνευρεθούν μεταξύ τους.
Τότε αυτό το πλήρωμα των αμετανόητων ανθρωπιστών παρενέβη και πάλι για να κάνει το καλό. Πρώτα απ’ όλα τίμησε τον αστερισμό Λέοντα με τον ακόλουθο ύμνο, που αινεί τις μούσες, συνήθως πολύ γενναιόδωρες απέναντι στο ζώδιο αυτό:
ΜΟΥΣΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Μνημοσύνης και Ζηνός εριγδούπου θυγατέρες,
Μούσαι Πιερίδες μεγαλώνυμοι, αγλαόφημοι,
Θνητοίς οίς κε παρήτε, ποθεινόταται, πολύμορφοι,
Πάσης παιδείης αρετήν γεννωσαι άμεμπτον-
Θρέπτειραι ψυχής, διανοίας ορθοδότειραι,
Και νόου ευδυνάτου καθηγήτειραι άνασσαι,
Αί τελεταίς θνητοίς ανεδείξατε μυστιπολεύτους,
Κλειώ τ’ Ευτέρπη τε, Θάλεια τε, Μελπομένη τε,
Τερψιχόρη τ’, Ερατώ τε, Πολύμνια τ’, Ουρανίη τε
Καλλιόπη συν μητρί, μαλ’ ευδύνατοι θεαί αγναί.
Αλλά μόλοιτε, θεαί, μύσταις, πολυποίκιλοι, αγναί,
Εύκλειαν ζήλον τ’ ερατόν πολύυμνον άγουσαι».
(Κόρες Μνημοσύνης και Διός που πολύ βαράει,
Μούσες Πιερίδες μεγαλώνυμες ως εκεί που δεν πάει
Είστε ποθητές σε όσους παρουσιάζεστε και κυβερνάτε,
Αφού πάσης παιδείας την άμεμπτη αρετή γεννάτε.
Τρέφετε τη ψυχή, της ορθής διάνοιας καθοδηγήτριες,
Και δυνατού νου βασίλισσες και καθηγήτριες,
Διδάξατε στους θνητούς τελετές θεσμών ηγήτριες.
Ευτέρπη, Θάλεια μα και Μελπομένη, Κλειώ
Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία και Ερατώ
Μα και Καλλιόπη ευνοείτε, προβάλλετε ό,τι είναι δυνατό.
Ελάτε λοιπόν θεές στους μύστες, αγνές σε κάθε φύλο,
Και φέρ’ τους ενάργεια, διαύγεια, δόξα και ζήλο).
Ύστερα, οι τετραπέρατοι τιτάνες, πολύ εγκρατείς και αρμόδιοι ως προς την επιστήμη, καταπιάστηκαν με το να λύσουν το δέσιμο του γονιδίου που είχε επιφέρει τέτοια ανήκουστη αδικία στο νιόπαντρο ζευγάρι, επικαλούμενοι όμως ταυτόχρονα και την Άρτεμη, φυσική προστάτιδα της Αταλάντης, τηρώντας δηλαδή το βασικό φιλοσοφικό συμπέρασμα «συν Αθηνά και χείρα κίνει» ή ότι κάθε επίτευξη οποιουδήποτε αποτελέσματος στον κόσμο αυτό είναι συνδυασμός γνώσης και βούλησης. Χωρίς γνώση δεν μπορεί κάποιος να αθροίσει ένα κι ένα και χωρίς βούληση δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι ή από την καρέκλα.
ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Κλύθι με, ώ βασίλεια, Διός πολυώνυμε κούρη,
Τιτηνίς, βρομίη, μεγαλώνυμε, τοξότι, σεμνή,
Πασιφαής, δαδούχε, θεά Δίκτυννα λοχείη.
Ωδίνων επαρωγέ και ωδίνων αμύητε-
Λυσίζωνε, φίλοιστρε, κυνηγέτι, λυσιμέριμνε,
Εύδρομος, ιοχέαιρα, φιλαγρότι, νυκτερόφοιτε,
Κλεισίη, ευάντητε, λητυρίη, αρσενόμορφε,
Ορθίη, ωκυλόκεια, βροτών κουροτρόφε δαίμον,
Αγροτέρη, χθονίη, θηροκτόνος, ολβιόμοιρε,
Ή κατέχεις ορέων δρυμούς, ελαφηβόλε, σεμνή,
Πότνια, παμβασίλεια, καλόν θάλος αιέν εούσα
Δρυμονία, σκυλακίτι, Κυδωνιάς, αιολόμορφε.
Ελθέ, θεά σώτειρα, φίλη μύσταις άπασιν,
Ευάντητος, άγουσα καλούς καρπούς από γαίης,
Ειρήνην τ’ αρετήν, καλλιπλόκαμον θ’ υγιείαν,
Πέμποις δ’ εις ορέων κεφαλάς νόσους τε και άλγη».
(Άκου με βασίλισσα, Διός πολυώνυμη κόρη,
Τιτανίδα, μεγαλώνυμη, τοξεύτρια πού ‘σαι σαν αγόρι,
Λαμπερή, δαδούχα θεά που με δίχτυ αγρεύεις
Που από ωδίνες δεν ξέρεις κι όμως γέννες προστατεύεις-
Λυσίζωνη, μανιώδη κυνηγέτρια σε χωράφια αλλότρια,
Εύδρομη, φίλη αγροτών, της νύχτας τοξότρια
Καταφυγή, προσηνής, λυσιμέριμνη, αρσενική,
Όρθια, ωκυτόκεια, τροφέ των κορών δαιμονική,
Αγρότισσα, χθόνια, εύστοχη στα θηράματα
Που κυνηγάς ελάφια σε δρυμούς, σεμνή στα τάματα,
Σεβαστή βασίλισσα, που εκπέμπεις πάντα θάλος
Δασόβια, Κυδωνιάδα, κυνόφιλη, με ωραίο κάλλος,
Έλα, θεά σώτειρα, που είσαι με τους μύστες φίλη,
Ευπροσήγορη, με καλούς καρπούς και γήινα χείλη,
Στείλε μας ειρήνη, αρετή, καλλιπλόκαμη υγεία,
Και στα βουνά εξόρισε νόσους και ανθρώπων σφαγεία).
Κι έτσι με την επιστημονική τεχνογνωσία και τεχνολογία αλλά και με τη θρησκευτική επίκληση, που συνεγείρει την απαραίτητη βούληση, η φυσική τάξη των πραγμάτων αποκαταστάθηκε, οι λεάινες και οι λέοντες μπορούσαν πάλι να κάνουν σεξ μαζί με τους φίλους μας Αταλάντη και Ιππομένη. Και εγένετο νυξ και εγένετο ημέρα και ιδού ανεφάνη ο αστήρ Ουραλκαία ή Λεοντιδεύς ή Δενέβολα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’
ΠΑΡΘΕΝΟΣ, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΒΟΩΤΗΣ, ΒΟΡΕΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
Καταστέρισις σε πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα… εκτέλεσις. Προμηθέας και πλήρωμα άδουν τον ύμνο του έκφυλου Πανός ειρωνικά προς τιμή του αστερισμού της Παρθένου. Καμιά φορά το διαβολικό διαβρωτικό ανατρεπτικό χιούμορ των τιτάνων δεν γνώριζε κανένα φραγμό! Ο ύμνος ήταν πολύ μεγάλος γιατί και ο αστερισμός της Παρθένου είναι ο πιο εκτεταμένος του στερεώματος.
ΠΑΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΠΟΙΚΙΛΑ
«Πάνα καλώ κρατερόν, νόμιον, κόσμου το σύμπαν,
Ουρανόν, ηδέ θάλασσαν, ηδέ χθόνα παμβασίλεια
Και πυρ αθάνατον- τάδε γαρ μέλη εστί τα Πανός.
Ελθέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονος ώραις,
Αιγομελές, βακχευτά, φιλένθεος, αντροδίαιτε,
Αρμονίην κόσμου κρέκων φιλοπαίγμονι μολπή,
Φαντασιών επαρωγέ, φόβων έκπαγλε βροτών,
Αιγονόμοις χαίρων, ανά πίδακας ηδέ τε βούναις
Εύσκοπε, θηρητήρ, Ηχούς φίλε, σύγχορε νυμφών,
Παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολώνυμε δαίμον,
Κοσμοκράτωρ, αυξητά, φαοσφόρε, κάρπιμε Παιάν,
Αντροχαρές, βαρύμηνις, αληθής Ζευς ο κεράστης,
Σοι γαρ απειρέσιον γαίης πέδον εστήρικται,
Είκει δ’ ακαμάτου πόντου το βαθύρροον ύδωρ,
Ωκεανός τε πέριξ ενί ύδασι γαίαν ελίσσων,
Αέριον τε μέρισμα τροφής ζωαίς έναυσμα
Και κορυφής εφύπερθεν ελαφροτάτου πυρός όμμα.
Βαίνει γαρ τάδε θεία πολύκριτα σοις εφετμαίς
Αλλάσσεις δε φύσεις πάντων ταις σοις προνοίαις,
Βόσκων ανθρώπων γενεήν κατ’ απείρονα κόσμον.
Αλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαιν’ επί λοιβαίς
Ευιέροις – αγαθήν δ’ όπασον βιότου τελευτήν,
Πανικόν εκπέμπων οίστρον επί τέρματα γαίης».
(Τον Πάνα καλώ τον κρατερό, του σύμπαντος τη βάση,
Π’ ούτε ουρανό, ούτε θάλασσαν, ούτε γη έχει χάσει
Ούτε πυρ αθάνατο- γιατί αυτά είναι του Πανός τα μέλη
Μακάριε πηδηχτή, π’ ορίζεις ωρών αρχές και τέλη,
Γιδοβοσκέ, βακχευτή, φιλόθεε, που κατοικείς σε σπηλιά,
Που μ’ άσμα υφαίνεις αρμονία κόσμου με καίρια θηλιά,
Φαντασιών βοηθέ, με οράματα θνητούς φοβίζεις,
Με βοσκούς συντροφιάζεις, σιντριβάνια αναβλύζεις
Εύστοχε κυνηγέ, Ηχούς φίλε, νυμφών συγχορευτή,
Παντοφυή, γεννήτορα πάντων, δαίμονα οχευτή,
Κοσμοκράτορα, εωσφόρε, που φέρεις καρπούς με παιάνα,
Τη βρίσκεις με σπήλαια, θυμούς, να ‘σαι κραιπάλης η μάνα
Σε σένα στηρίζεται το απέραντο πεδίο της γης, του τενάγους
Και το βαθύρροο ύδωρ του ακούραστου αρχιπελάγους,
Κι έτσι ο ωκεανός γύρω από τη γη περιελίσσεται,
Και δίνει τροφή σε μερίδια κι η ζωή εξελίσσεται,
Και εκ της κορυφής εκπορεύεται το πυρός όμμα.
Με δικές σου εντολές προχωρεί και πιο πέρα ακόμα.
Αλλάζεις τις φύσεις των θνητών με δική σου πρόνοια,
Τρέφεις των ανθρώπων τη γενιά μ’ αγάπη, ομόνοια.
Αλλά, μακάριε, βακχευτή, να χαίρεσαι με τη σπονδή
Και να τάσσεις για μάς ιερή και ευγενή τελευτή,
Χωρίς πανικό, ταπείνωση να τελειώσει η ζήση αυτή).
Η νοηματική σημασία του αστερισμού της Παρθένου συνδέεται όμως με την περίπτωση των Προιτίδων, των κορών δηλαδή του Προίτου, όπως θα δούμε παρακάτω.
Σε κάποιο από τα ηλιακά συστήματα του αστερισμού της Παρθένου ζούσε ο Μελάμπους, τον οποίο δεξιώθηκε με μεγάλη επισημότητα στα διαμερίσματα του Βενοβίνδα ο Ωκεανός, διότι τούς συνέδεε το κοινό σημείο ότι ήσαν αμφότεροι θεραπευτές κι είχαν πολλά να συζητήσουν.
Ο Μελάμπους, καλό παιδί, ονομάσθηκε έτσι επειδή τα πόδια του κάηκαν από τον ήλιο και μαύρισαν. Ήταν ιατρομάντης κανονικά και με το νόμο και το μεν πτυχίο Ιατρικής αγνοείται από πού το είχε πάρει, ο Ωκεανός όμως ήλπιζε να μην ήταν εκ μεταγραφής από κάποιο ήσσον πανεπιστήμιο της… Ρωμανίας, μάντης όμως, αφού είναι γνωστό ότι μόνο εξ αποκαλύψεως και όχι μέσω σπουδών θα μπορούσε να γίνει, κατέστη ως εξής: Διέτριβε σε αγρούς στην Πύλο και εκεί οι δούλοι του φόνευσαν τους εκεί φωλεύοντες όφεις για να τον προστατεύσουν, αυτός όμως κατάλαβε ότι και τα καημένα τα φίδια φρουρούσαν απλά τη νεοττιά τους, περιμάζεψε τα φιδάκια (και δεν μιλάμε για αντικουνουπικά) και τα ανέθρεψε στοργικά δείχνοντας την αντίθετη στάση από τον ήρωα Ηρακλή που είχε την τάση να τα πνίγει με συνοπτικές διαδικασίες. Τα υιοθετημένα λοιπόν αυτά φίδια τού έγλειψαν από ευγνωμοσύνη τα αυτιά ενώ κοιμόταν κι έτσι όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι μπορούσε να ακούει και να εννοεί τις φωνές των υπεριπτάμενων πτηνών, όπως ο φιλόσοφος Πυθαγόρας που όταν προχωρούσε μέσα στο δάσος, οι ποταμοί, τα δένδρα και τα κάθε λογής φυτά τού φώναζαν «Πυθαγόρα χαίρε». Έπειτα έχοντας αυτή τη φυσική προδιάθεση έκανε διδακτορικό στον Απόλλωνα, έμαθε να προβλέπει και το μέλλον και έτσι έγινε μάντης άριστος.
Η συζήτηση με τον Ωκεανό πήρε φωτιά, διότι ο Μελάμπους χρησιμοποιούσε πολύ ακραίες και υπερβολικά παρεμβατικές ιατρικές μεθόδους, που δεν έβρισκαν σύμφωνο τον ήπιο και πράο γιατρό της χωρονηός, ο οποίος είχε πολύ γλυκό και διακριτικό τρόπο συμπεριφοράς έναντι των κρεβατωμένων ασθενών (καταλαβαίνετε ποια αγγλική έκφραση επιχειρώ να μεταφράσω).
Συγκεκριμένα, ο Μελάμπους, εκτός από τη θεραπεία με φάρμακα, τη μόνη που αναγνωρίζουμε και στηρίζεται στο ότι η βούληση είναι ανύπαρκτη και ότι η ψυχή καθοδηγείται μηχανιστικά και αιτιοκρατικά (π.χ. ελλέβορος, το σημερινό χριστουγεννιάτικο τριαντάφυλλο), είχε στη διάθεσή του τις εξής ακόμη θεραπείες: 1) Λογοθεραπεία με ικεσίες, ευχές και επωδές, γνωστή ήδη από την Ομηρική εποχή. Εδώ εντάσσεται και η πειθώ, είτε ποιητική μέσω των Μουσών, είτε ερωτική μέσω του Έρωτα και της Αφροδίτης. 2) Υποβολή με εξορκισμούς, τελετουργίες, θυσίες, διονυσιακές γιορτές και χορούς Κορυβάντων. Εδώ εκτός από το λόγο περιέχονται και μαγικά αντικείμενα, όπου ο όρος «μαγικό» δεν έχει τίποτε το αντιεπιστημονικό, είναι απλώς ένα μέσον, δραστικό μεν και συσχετιστικό, αλλά αμφίβολης επιτυχίας, που φιλοδοξεί να υποβάλει τη βούληση ή μάλλον να τη βοηθήσει να «αυθυποβάλει» τον εαυτό της, ώστε να αντιδράσει σε αυτό που τής συμβαίνει. 3) Ανάδυση του μύχιου εγώ, της κρυμμένης δύναμης είτε με εγκοίμιση σε ασκληπεία μέσα σε λαβυρίνθους με φίδια, είτε με αιώρηση στην κοχλάζουσα θάλασσα στη σπηλιά του Τροφώνιου σε συνθήκες που δρομολογούν σχεδόν εκβιαστικά την αναμέτρηση του εγώ με τον εαυτό, όπου συγκρούονται οι δύο ψυχές του Αράσπα στην «Κύρου Παιδεία», τα δύο εγώ του Ντοστογιέφσκι στον «Έφηβο» και όπου κινητοποιείται το «μάλα υβριστικόν, ου κομψόν και συρφετόν» δαιμόνιο του Σωκράτη στον «Ιππία Μείζονα» κατά του ίδιου του εαυτού του. 4) Διαλεκτική και ψυχοσωματική ιατρική των οργάνων α) με ενδοεκρηκτική ή αγχοπλημμυριστική θεραπεία. Είναι αυτή που, όπως θα δούμε παρακάτω, εφάρμοσε ο Μελάμπους στις Προιτίδες, που φυλακισμένες στα δεσμά της καλοπέρασής τους, χρειάζονταν ένα ισχυρό σοκ για να θεραπευτούν, β) με καταφυγή στην ίδια τη νόσο, για την οποία έγραψε την πραγματεία «Περίπτωσις Ιφίκλου». γ) με προκλητή αποστροφή. Παράδειγμα ο καπετάν-Μιχάλης του Καζαντζάκη, που θεράπευσε τη μανία του για τα κεράσια τρώγοντας ένα ολόκληρο καλάθι και εφεξής αηδιάζοντας γι’ αυτά. δ) με λουτροθεραπεία- καθαρμό. Και πόσες άλλες μεθόδους που ως δυσκόλως εννοούμενες παραλείπονται.
Ο γιατρός αντέτασσε σε όλα αυτά τη νερόβραστη φροντίδα για τον ασθενή, την περιποίηση και περίθαλψη με στοργή και προδέρμ, το χάιδεμα και τη θωπεία, που όμως δεν ικανοποιούσαν, ίσα- ίσα ερέθιζαν τον αριβίστα Μελάμποδα, γιατί αυτός αναζητούσε πάντα να κόψει δρόμο και να φθάσει στη γρήγορη και μετρήσιμη επιτυχία. Τελικά για να μη τα πολυλογούμε, μετά από ένα θυελλώδη διάλογο μεταξύ των δύο εκπροσώπων του Ασκληπιού, που μιλούσαν ξεκάθαρα άλλη γλώσσα κι όπου εφαρμόστηκαν όλοι οι κανόνες της εριστικής και αντιλογικής, συμπέρασμα δεν βγήκε, ίσα- ίσα άρχισαν οι φωνές και οι Προμηθέας- Υπερίων αναγκάστηκαν να επέμβουν για να γλιτώσουν τα χειρότερα. Ευτυχώς ο Ωκεανός είχε καλέσει τον Μελάμποδα μόνο για ποτό και όχι για φαΐ κι έτσι δεν πήγε χαμένο κάποιο εξεζητημένο γεύμα, παρασκευασμένο με πολλή φροντίδα από τον αντιγραφέα του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Ο Μελάμπους διακτινίστηκε στον πλανήτη του.
Παρ’ όλα αυτά οι τιτάνες δεν ήσαν άνθρωποι που κρατούσαν κακία, ίσα- ίσα θεώρησαν τον Μελάμποδα Αρκτούρο, δηλαδή φρουρό και αμαξηλάτη των παρθένων, και είπαν όλοι μαζί τον ύμνο του Αιθέρος για να έχει η προσπάθεια του νεαρού ιατρομάντη ούριο άνεμο και αίσιο αποτέλεσμα.
ΑΙΘΕΡΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΚΡΟΚΟΝ (ΖΑΦΟΡΑ)
«Ω Διός υψιμέλαθρον έχων κράτος αιέν ατειρές
Άστρων ηελίου τε σεληναίης τε μέρισμα,
Πανδαμάτωρ, πυρίπνους, πάσιν ζωαίς έναυσμα
Υψιφανής αιθήρ, κόσμου στοιχείον άριστον –
Αγλαόν ώ βλάστημα, σελασφόρον, αστεροφεγγές,
Κικλήσκω, λίτομαί σε κεκραμένον εύδιον είναι».
(Συ που έχεις του Δία το μέλαθρο και το άτεγκτο κράτος
Που στα άστρα, ήλιο, σελήνη λέμε όλοι «νάτος»,
Πανδαμάτορα, πυρίπνοε, έναυσμα κάθε ζωής
Κόσμου στοιχείο άριστο, αιθέρα, είσαι περιφανής
Αγλαό βλάστημα, αστροφεγγιά και σέλας,
Με φρέσκο κράμα έλα στο βίο, να μην είναι μέλας).
Η πρώτη περίπτωση λοιπόν, όπου δοκιμάστηκαν οι ιατρικές και θεραπευτικές ικανότητες του Μελάμποδα και αναμετρήθηκαν με τις πιο οικολογικές τεχνικές του Ωκεανού, ήταν η θεραπεία των κορών του Προίτου, βασιλιά της Τύρινθας. Οι Προιτίδες υπό το κράτος «διονυσιακού» ενθουσιασμού, που ήταν αντίδραση στην περιορισμένη τους ζωή, καθώς ήσαν κλεισμένες στα ιδιαίτερα διαμερίσματα των ανακτόρων, περιπλανώνταν στους δρυμούς και τα φαράγγια παρασέρνοντας και τις άλλες γυναίκες της περιοχής. Έγιναν δηλαδή μάχλες, που σημαίνει αισχρές, ασελγείς, ακόλαστες και ξετσίπωτες, ενώ το επίθετο «λάγνος» λεγόταν συνήθως επί ανδρών. Η συμπεριφορά τους, όπως έκρινε ο Ωκεανός, χαρακτηριζόταν αποτέλεσμα ενδοψυχικής συγκρούσεως μεταξύ των βιολογικών παρορμήσεων της εφηβείας και των ηθικών απαγορεύσεων, που τούς είχε επιβάλει ο πατέρας τους εν ονόματι της αυστηρής τιμήτριας Ήρας, προστάτιδας του γάμου και των οικογενειακών θεσμών, διότι: περιφρονούσαν το άγαλμά της, καυχώνταν ότι το πατρικό τους σπίτι είναι πολυτελέστερο, καλύτερα διακοσμημένο και αισθητικά ελκυστικότερο από το ναό της (ειδικά το τελευταίο πονούσε!), διατείνονταν ότι ήσαν ωραιότερες από αυτήν (αυτό ξεπλενόταν μόνο με αίμα!) και έκλεψαν το χρυσό από το άγαλμά της για να στολιστούν (μήπως πραγματικά το παράκαναν;). Η τιμωρία τους λοιπόν ήταν αλλαγή της προσωπικότητας, νόμιζαν δηλαδή ότι είχαν μεταμορφωθεί σε νεαρές σφριγηλές αγελάδες και μάλιστα μιμούνταν και τους μυκηθμούς τους.
Το δέρμα τους καλύφθηκε από «αλφούς» (λευκές κηλίδες) και τα μαλλιά της κεφαλής τους έπεφταν. Ο ιατρομάντης Μελάμπους, που είχε ήδη στο ενεργητικό του τη θεραπεία της ψυχικής ανικανότητας του Ίφικλου, κλήθηκε και έναντι δαψιλούς αμοιβής ανέλαβε τη θεραπεία των κορών, που ήταν φαρμακευτική, ψυχολογική, υποβλητική και μυητική – τελετουργική. Χορήγησε κι εκεί το θαυματουργό ελλέβορό του είτε αυτούσιο είτε γάλα αιγός που είχε φάει ελλέβορο. Η ρίζα του φυτού χρησιμοποιούνταν ως εμετικό, καθαρτικό και εμμηναγωγό φάρμακο, προκαλούσε ναυτία, εμετούς και διάρροια. Ύστερα τις καταδίωξε μαζί με τους εύρωστους νέους της περιοχής ακολουθώντας τις κατά πόδας «μετ’ αλαλαγμού και ενθέου μανίας» μέσω των ορέων μέχρι τη Σικυώνα, όπου η Ιφινόη, η μεγαλύτερη αδελφή, εξαντλημένη από την κούραση, εξέπνευσε. Σήμερα θα λέγαμε «αποδεκτή παράπλευρη απώλεια».
Όμως, καθώς φαίνεται, και οι δύο αδελφές που επέζησαν δεν παρουσίασαν αισθητή βελτίωση. Στο σημείο αυτό ο Ωκεανός μίλησε με τον Μελάμποδα στον επικοινωνητή.
«Μελάμποδα, ωραία θεραπεία έκανες. Η μία στις τρεις κόρες νεκρή, οι άλλες δύο σοβαρά. Είναι όπως σού τα έλεγα. Οι συνταγές σου παραείναι δραστικές. Η Ιατρική έχει ξεπεράσει πια την εποχή, όπου ανοίγαμε τρύπες στα κρανία των ασθενών για να φύγουν τα κακά δαιμόνια».
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό πολλά τραγούδια ξέρει, Ωκεανέ. Άμα έχεις κάποια πρόταση, πές τη, γιατί έχω πολλή δουλειά και δεν μπορώ να ασχολούμαι με κάποιους δοκησίσοφους που γυρνάνε το σύμπαν και παριστάνουν τους παντογνώστες και τους παγκόσμιους συμβουλάτορες επί παντός επιστητού, αντί να ακολουθήσουν τον δύσκολο δρόμο της εγκατάστασης και του μόνιμου ιατρείου, της παροχής προσφοράς σε ένα τόπο, της αντιμετώπισης γνήσιων ασθενειών απλών ανθρώπων».
«’Αντε πολλά λες. Και στο διάστημα έχουμε επείγοντα περιστατικά και μάλιστα πολύ πιο πολύπλοκα και απαιτητικά από αυτά του μόνιμου ιατροσοφιστείου σου. Διακτινίζομαι ευθύς κάτω και θα σού πω τι θα κάνουμε με τις κόρες».
Λέγεται ότι οι εναπομείνασες Προιτίδες είχαν βρει καταφύγιο πάνω από τη Νώνακρι της Αρκαδίας στα Αροάνια όρη, σημερινό Χελμό, όπου υπάρχει το σπήλαιο του Ερμού. Απορητικέ και ερωτηματικέ αναγνώστη, είμαι βέβαιος ότι θα προβάλεις την ένσταση: μα για τη Γη μιλάμε ή για άλλο πλανήτη; Σού απαντώ με το αποστομωτικό επιχείρημα ότι όλοι οι πλανήτες της φαντασίας είναι διαμορφωμένοι εντελώς αντίστοιχα με τη Γη και έχουν τόπους παρόμοιους και πανομοιότυπους με το δικό μας πλανήτη ή με τη δική μας χώρα κι ακόμη περισσότερο με τις τοποθεσίες της μυθολογίας, που είναι και οι πλέον πραγματικές διότι αποτελούν τη γεωγραφία του νου μας.
Έτσι λοιπόν με απόρρητες θυσίες και καθαρμούς ο Ωκεανός και ο Μελάμπους έφεραν τις κοπέλες στη θέση που λέγεται Λουσοί και εκεί τις έλουσαν, θεραπεύοντας την τρέλα τους μέσα στο ναό της Άρτεμης. Έτσι -σιγά ανένηψαν οι Προιτίδες από τη μανία, αλλά τα άλλα ψυχοσωματικά συμπτώματα, οι λειχήνες, οι λευκές κηλίδες, οι καντήλες και η τριχόπτωση συνεχίστηκαν, γι’ αυτό οι δύο φωστήρες τις συνόδευσαν έπειτα στην Τριφυλλία και τις έπλυναν στα νερά του Ανίγρου ποταμού, σημερινού Μαυροπόταμου, που χύνεται στη λιμνοθάλασσα Καϊάφα. Ο Άνιγρος ποταμός μπορεί μεν να μη μυρίζει ωραία και να έχει δύσοσμα νερά σε βαθμό που τα ψάρια κατεβαίνοντας προς την εκβολή του ψοφούν, αλλά περιέχει υδρόθειο, εξόχως κατάλληλο για δερματικά ιαματικά λουτρά. Στο τέλος της θεραπείας οι Προιτίδες μπορεί μεν να μύριζαν σαν κλούβιο αβγό, είχαν όμως οριστικά θεραπευτεί από τα αυτοάνοσα νοσήματά τους. Προσέξτε τώρα: ο Μελάμπους είχε συμφωνήσει σε περίπτωση επιτυχημένης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης να λάβει ως αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Δεν είχε όμως προσδιοριστεί επακριβώς στη συμφωνία αν η επιτυχία της θεραπείας θα αφορούσε όλες τις κόρες ή κάποιες από αυτές. Παρά ταύτα, με ευρεία ερμηνεία και αφού τέλος πάντων η πλειοψηφία των θυγατέρων θεραπεύτηκε, απολιπομένης της μίας, ο άσος της Ιατρικής και της Μαντικής έλαβε τελικά το έν τρίτον της επικρατείας. Ύστερα νυμφεύθηκε τη μία από τις δύο εναπομείνασες και ούτω πως έλαβε και άλλο εν τρίτον. Το τελευταίο τρίτον το φύλαγε για τον αδελφό του Βίαντα, αν κάποτε συνερχόταν από τη λαμαρίνα που είχε δαγκώσει με την κόρη του Νηλέα Πηρώ, που μάς συνδέει αμέσως με την επόμενη ιστορία μας.
Ο αδελφός του Βίας είχε λοιπόν ζητήσει να λάβει γυναίκα τη θυγατέρα του Νηλέα, που για να συγκατανεύσει απαίτησε να τού φέρει ο Βίας τα βόδια κάποιου τρίτου, του Ίφικλου, αγνοώντας το αξίωμα «ό,τι ουδείς μετάγει πλέον ού έχει δικαιώματος». Επειδή δηλαδή ο Νηλέας λιμπίστηκε τις βους του Ίφικλου, έπρεπε ο Βίας να τις αρπάξει δια της βίας; Όπως και να ‘χει, ο Βίας ζήτησε τη βοήθεια του Μελάμποδα, γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν πιο άξιος και πολυμήχανος. Ο Μελάμπους, προκειμένου να βοηθήσει τον αδελφό του και παρότι ήταν πλήρως αποκατεστημένος, αποφάσισε να αφήσει τα πλούτη του και να ξαναμπεί στην ενεργό δράση. Προσπάθησε να κλέψει τα βόδια στα μουλωχτά, παρότι είχε προφητεύσει ότι «φωραθήσεται και φυλακισθήσεται εν έτος», όπως χαρακτηριστικά είπε, δηλαδή ότι θα τον ανακαλύψουν και θα τον φυλακίσουν. Καθώς ήταν στη φυλακή, άκουσε τα σαράκια που έτρωγαν τα δοκάρια της οροφής να λένε ότι έχει μείνει λίγο ξύλο ακόμη κι έπρεπε να ψάξουν για την επόμενη πηγή τροφής. Αμέσως είπε στους φύλακες να τον μετακομίσουν σε άλλο κτίριο. Αφού τούς έπρηξε, στο τέλος ενέδωσαν και τον μετέφεραν και πράγματι αμέσως μετά η φυλακή κατέρρευσε. Ο πατέρας του Ίφικλου που λεγόταν και Φύλακος, όνομα και πράγμα, αφού φυλάκιζε τους αντιπάλους του, έμεινε άφωνος με τις δυνάμεις του Μελάμποδα και τού ζήτησε να γιατρέψει τον Ίφικλο που έπασχε από σεξουαλική ανικανότητα. Ο Μελάμπους με μία φροϋδική ψυχαναλυτική προσέγγιση ανέτρεξε στο παρελθόν της υπόθεσης, την ανήγαγε στις απαρχές της, όταν ο Φύλακος είχε σφάξει ένα κριό στον αγρό κι είχε αφήσει το μαχαίρι ματωμένο δίπλα στον νεοσσό Ίφικλο που έπαθε σοκ. Βρήκε λοιπόν τον εξής ιδιοφυή τρόπο για να γιατροπορέψει τον ταλαίπωρο -τάλανα (το «τάλας» κλίνεται όπως το «μέλας»). Έμπηξε τη μάχαιρα σε μία ιερά δρυ και σιγά – σιγά ο φλοιός αυξήθηκε και τη σκέπασε. Έτσι, ο ‘Ιφικλος, που αναζήτησε το μαχαίρι εκείνο, το οποίο είχε προκαλέσει τη σεξουαλική του ανικανότητα, είδε τελικά ότι ήταν απλά ένα αδρανές πράγμα εγκλωβισμένο και εξουδετερωμένο από μία τρανή βελανιδιά, η οποία το περιέβαλλε, το χώνευε και το αγνοούσε με χαρακτηριστική αδιαφορία. Κι αυτό τού ‘κανε καλό, καθώς βλέποντας το ανίσχυρο της μάχαιρας, επανήλθε η δική του ισχύς. Τοιουτοτρόπως κατόπιν της τρανταχτής αυτής επιτυχίας, μίας ακόμη στο ενεργητικό του απίθανου Μελάμποδα, ο Βίας παντρεύτηκε την Πηρώ. Συχνά, αναγνώστη, το πόσες σχέσεις και δεσμούς έχει κανείς με το άλλο φύλο δεν καθορίζεται από το αν είναι μεγάλος εραστής, αλλά από τις συνθήκες της κοινωνίας και από τη μοίρα. Έτσι ο Βίας, όταν πέθανε η Πηρώ, πήρε και την άλλη Προιτίδα που είχε απομείνει ανύπαντρη, συγκομίζοντας μαζί με την πρώτη και δεύτερη πλούσια προίκα και μάλιστα όλα αυτά, όχι με τη βία, αλλά λόγω των κατορθωμάτων του αδελφού του. Δεν ξέρουμε βέβαια πόσο συναισθηματικός ήταν ο άνθρωπος και, αν παρά τα οικονομικά λαχεία που τού τύχαιναν, μπόρεσε να ξεπεράσει τη θλίψη από το θάνατο της πρώτης του γυναίκας και να χαρεί το δεύτερο γάμο του, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει αυτό.
Τώρα πια ο Μελάμπους ήταν πολλαπλώς αναγνωρισμένος και δεν είχε ανάγκη τους καλούς Σαμαρείτες τιτάνες. Ικανοποιημένοι και αυτοί από την απόδοση του Μελάμποδα στην υπόθεση των βοών του Ιφίκλου έψαλαν τον πολύ υποστηρικτικό ύμνο του Ζεφύρου, ανεφάνη δε ο αστερισμός Βοώτης.
ΖΕΦΥΡΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Αύραι παντογενείς Ζεφυρίτιδες, ηερόφοιτοι,
Ηδύπνοαι, ψιθυραί, καμάτου ανάπαυσιν έχουσαι,
Εαριναί, λειμωνιάδες, πεποθημέναι όρμοις,
Σύρουσαι ναυσίν τρυφερόν πόρον, ηέρα κούφον,
Έλθοιτ’ ευμενέουσαι, επιπνέουσαι, αμεμφείς,
Ηέριαι, αφανείς, κουφόπτεροι, ηερόμορφοι».
(Αύρες παντογενείς Ζεφυρίτιδες, που αέρα κομίζετε,
Ηδύπνοες, από κάματο αναπαύετε, γλυκά ψιθυρίζετε.
Εαρινές είστε και ποθητές σε όρμους και λειμώνες,
Τα πλοία σε ούρια πορεία σέρνετε, ενάντια στους χειμώνες,
Να είστε πάντα ευμενείς και να πνέετε χωρίς μομφή,
Σαν Άριελ αφανείς, με ελαφριά πτερά και αέρινη μορφή).
Όχι μόνο αυτό, αλλά οι διαστημικοί τιτάνες μας, που ήξεραν να βραβεύουν πραγματικά κάποιον για τις υπηρεσίες του και να τον αναδεικνύουν ακαδημαϊκό (αντίθετα με τη νεοελληνική ακαδημία, που κανείς δεν γνωρίζει τις εσωτερικές διεργασίες της), απένειμαν στον Μελάμποδα το παράσημο του Βορείου Στεφάνου, που είναι κάτι σαν Σιδερένιος Σταυρός για τους μυθολογικούς τιτάνες.
Προς τούτο τον υπέβαλαν τυπικά σε μία στοιχειώδη εξέταση, πολύ σύντομη, όπως θα δείτε, διότι είχαν ήδη καταλήξει στην ανεπιφύλακτη αποδοχή της μεγάλης του αξίας.
«Μελάμπους, πώς συμβολίζεται η ψυχή;»
«Με τον έναστρο ουρανό. Με το Σείριο και την Πλειάδα, τις Υάδες και τους άλλους αστερισμούς, όπως φαίνονται από τη Γη».
«Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος έλεγε:
“κοίταξε ψηλά φαίνεται το σημάδι του νου,
κι ανάμεσα στ’ αστραφτερά σύμβολα του ουρανού
Το στέμμα της Αριάδνης γλιστρά ενός κόσμου αλλουνού”. Απάντησε, αν μπορείς, Μελάμπους».
«Καταλαβαίνω τα ελληνικά και απαντώ λατινικά: Cοrοna Bοrealis dοnavit Venus illa Ariadnam, inter Bοοtem et Herculem jacet, vere videtur et estate, α cοnstellatiοnis vοcatur Gemma, cuius spatia siderum 71 anni lucis sunt (Τον βόρειο Στέφανο έκανε δώρο η ίδια η Αφροδίτη στην Αριάδνη και τον τοποθέτησε ανάμεσα στους αστερισμούς του Βοώτη και του Ηρακλή, ώστε να είναι ορατός την άνοιξη και το καλοκαίρι. Το άλφα του αστερισμού αυτού είναι το πετράδι της Αριάδνης, του οποίου η αστρική απόσταση από τη Γη είναι 71 έτη φωτός)».
Και να πώς ο Μελάμπους αναγορεύτηκε με απλές διαδικασίες σε διδάκτορα και ακαδημαϊκό από το πλήρωμα και τα στελέχη της χωρονηός «Κόσμημα- Ναός Βενοβίνδας». Ακολουθεί ο ύμνος του Βορέου αφιερωμένος στον αστερισμό Βόρειο Στέφανο, έπαθλο και βραβείο για τους διακεκριμένους όλων των εποχών, σύμφωνα με την παγκόσμια τάξη που επέβαλαν οι τιτάνες.
ΒΟΡΕΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Χειμερίοις αύραις δονών βαθύ ηέρα κόσμου,
Κρυμοπαγής Βορέα, χιονώδης ελθ’ από Θράκης,
Λύε τε παννέφελον στάσιν ηέρος υγροκελεύθου,
Ικμάσι ριπίζων νοτεραίς ομβρογενές ύδωρ,
Αίθρια πάντα τιθείς, θαλερόμματον αιθέρα τεύχων
Ακτίσιν λάμπουσαν επί χθονός ηελίου».
(Με χειμέριες αύρες τον βαθύ αέρα του κόσμου κλονίζεις,
Παγερέ Βορέα νεφοσκεπή που απ’ τη Θράκη χιονίζεις
Λύσε τη στάση του αέρα που πετά μαζί με υγρασία,
Και μάς ριπίζει με ψεκάδες νερού και βροχής παρουσία,
Αίθρια πάντα όλα να θέτεις, να έχει ωραία μάτια ο αιθέρας
Να λάμπουν θαλερά οι ακτίνες ως της χθονός το πέρας).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’
ΟΦΙΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΟΦΙΟΥΧΟΣ
Σχόλιο του φιλοσόφου Χέγκελ, που αποτελεί το απόλυτο φετίχ του συγγραφέα: Συχνά αναφερόμαστε στον Προμηθέα ως τον τιμωρημένο Τιτάνα. Εξίσου όμως τον απαντούμε και ως απελευθερωμένο. Διότι, όπως η γη και ο ήλιος, έτσι και η φωτιά, που έφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, η βρώση του κρέατος, που τούς δίδαξε, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποίηση των αναγκών, δια τούτο διαρκώς αποδιδόταν τιμή στον Προμηθέα. Στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή π.χ. λέγει:
«χώρος μεν ιερός πας όδ’ έστι- έχει δε νιν
σεμνός Ποσειδών- εν δ’ ο πυρφόρος θεός
Τιτάν Προμηθεύς».
(Γνώριζε πως ο χώρος είν’ ιερός ,
Τον κατοικεί ο Ποσειδών ο σεπτός
Κι ο Προμηθέας , ο πυρφόρος θεός).
Αναφέρεται ότι ο Προμηθέας λατρεύεται και στην Ακαδημία μαζί με την Αθηνά ως άλλος Ήφαιστος, υπάρχει δε στο άλσος της θεάς ένας ναός μ’ ένα αρχαίο βάθρο στην είσοδο με απεικόνιση τόσο του Προμηθέα όσο και του Ήφαιστου. Ο Προμηθέας όμως, όπως λέγει ο Λυσιμαχίδης, παρουσιάζεται πρώτος και αρχαιότερος, ενώ ο Ήφαιστος νεότερος και δεύτερος, είναι δε αφιερωμένος και στους δύο ο βωμός πάνω στο βάθρο. Επίσης, ο Προμηθέας, σύμφωνα με τον μύθο, δεν χρειάστηκε να υπομείνει για πάντα την ποινή του, αλλά τον απάλλαξε από τα δεσμά του ο Ηρακλής. Σ’ αυτή την ιστορία απελευθέρωσης τραβούν την προσοχή ορισμένα περίεργα χαρακτηριστικά. Ο Προμηθέας δηλαδή απαλλάσσεται από το μαρτύριό του, επειδή επισημαίνει στον Δία τον κίνδυνο, που απειλεί την επικράτειά του από τον δέκατο τρίτο απόγονο. Τούτος ο απόγονος είναι ο Ηρακλής, στον οποίο λέγει π.χ. ο Ποσειδών στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη ότι θα βλάψει τον εαυτό του, αν υπογράψει το συμβόλαιο για παραίτηση από τη θεϊκή κυριαρχία, αφού ό, τι τελικά καταλείψει ο Δίας θα γίνει κάποτε δικό του. Πράγματι, ο Ηρακλής είναι ο μοναδικός άνθρωπος, που μετέβη στον Όλυμπο και από θνητός έγινε θεός, ίσταται δε υψηλότερα από τον Προμηθέα, που έμεινε απλός Τιτάνας. Με τον Ηρακλή και τους Ηρακλείδες συνδέεται η ανατροπή των παλαιών επικυριάρχων. Οι Ηρακλείδες διασπούν την εξουσία των αρχαίων δυναστειών και βασιλικών οίκων, όπου η κυρίαρχη βούληση δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο πάνω απ’ αυτήν τόσο σε σχέση με τους αχαλίνωτους σκοπούς της όσο και σε σχέση με τους υπηκόους της και διαπράττει δια τούτο ανομολόγητα και αποτρόπαια εγκλήματα. Ο Ηρακλής, όντας ο ίδιος στην υπηρεσία ενός άρχοντα και όχι ως ελεύθερος, νικά την ωμότητα τούτης της πανίσχυρης θέλησης (Παρακαλώ για τυχόν ανακολουθίες ή αποκλίνουσα ερμηνεία σε σχέση με την ιστορία μας, αναζητήστε ευθύνες από τον Χέγκελ, θεώρησα όμως ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στην Τιτανομαχία η «ανάρτησή του»).
Ξαναπιάνουμε βιαστικά το μίτο της αφήγησής μας: Μια και η πρώτη πράξη του ημίθεου αυτού ήταν ο στραγγαλισμός των φιδιών, που είχε στείλει η Ήρα για να εκδικηθεί τη συνεύρεση του Δία με τη μητέρα του Αλκμήνη, το πανίσχυρο μωρό όμως τα έπνιξε όντας σε ονειρική υποσυνείδητη κατάσταση, οι τιτάνες εν χορώ έψαλαν τον ύμνο του ονείρου για να εμφανιστεί ο αστερισμός Όφις.
ΟΝΕΙΡΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κικλήσκω σε, μάκαρ, τανυσίπτερε ούλε Όνειρε,
Άγγελε μελλόντων, θνητοίς χρησμωδέ μέγιστε,
Ησυχίη γαρ ύπνου γλυκερού σιγηλός επελθών,
Προσφωνών ψυχαίς θνητών νόον αυτός εγείρεις,
Και γνώμας μακάρων αυτός καθ’ ύπνους υποπέμποις,
Σιγών σιγώσαις ψυχαίς μέλλοντα προφαίνων
Οίς επ’ ευσεβίοις θεών νόος εσθλός οδεύει,
Ως αν αεί το καλόν μάλλον, γνώμαις προληφθέν,
Τερπωλαίς υπάγη βίον ανθρώπων προχαρέντων,
Των δε κακών ανάπαυλαν, όπως θεός αυτός ενίσπη,
Ευχωλαίς, θυσίαις τε χόλον λύσωσιν ανάκτων.
Ευσεβέσιν γαρ αεί το τέλος γλυκερώτερον εστίν,
Τοις δε κακοίς ού κεν φαίνοι μέλλουσαν ανάγκην, ός,
Όψις ονειρόεσσα, κακών εξαγγέλλει έργων
Όφρα κεν εύρωνται λύσιν άλγους ερχομένου.
Αλλά, μάκαρ, λίτομαί σε θεών μηνύματα φράζειν,
Ως αν αεί γνώμαις ορθαίς κατά πάντα πελάζης,
Μηδέν επ’ αλλοκότοις κακών σημεία προφαίνων».
(Σε καλώ, μακάριε Όνειρε με τ’ απλωμένα φτερά,
Άγγελε μελλόντων, σε θνητών θλίψη και χαρά,
Με ησυχία ύπνου γλυκερού έρχεσαι σιγηλά,
Εγείρεις τις ψυχές και το νου απ’ όλα τα απατηλά,
Και γνώμες θεών εσύ καθ’ ύπνους υποβάλλεις,
Και σιγών σε σιγώσες ψυχές τα μέλλοντα προβάλλεις,
Σε όσους ο καλός τους νους μαζί με τους θεούς οδεύει,
Ώστε κι αυτοί να θέλουν το καλό που ο θεός κελεύει.
Με τέρψεις οδηγείς το βίο αυτών που περιμένουν,
Να τούς πει ο θεός τι ν’ αποφύγουν, τι να υπομένουν.
Με θυσίες, προσευχές να λύσουν την οργή των ανάκτων.
Να ‘χουν τέλος ευσεβών πιο γλυκό απ’ των ατάκτων.
Τα μέλλοντα όμως η ονειρική όψη δεν φανερώνει
Στους κακούς και σ’ όποιον άτιμα έργα ενορχηστρώνει,
Ώστε, όχι μόνο κακό να κάνει, μα και να γλιτώνει.
Αλλά, μακάριε, σε παρακαλώ τα μηνύματα να μάς λες
Και τις ορθές γνώμες των θεών και τις συνετές βουλές,
Και μη μάς δείχνεις σημάδια διφορούμενα και απειλές).
Ο Προμηθέας είχε πάντα σε μία εκτίμηση τον Ηρακλή, κυρίως γιατί αυτός στρατευόταν στην υπηρεσία άλλων, πράγμα που είναι η βάση των θεσμών σύμφωνα με το περίφημο «άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει». Για χρόνια ήταν στην υπηρεσία του Ευρυσθέα και οι άθλοι του εντάσσονταν στην εν ευρεία εννοία διακυβέρνηση των επαρχιών. Δεν ήταν μόνο εξολοθρευτής βλαβερών και τρομαχτικών θηρίων, όπως το λιοντάρι της Νεμέας, ο Κέρβερος, οι Στυμφαλίδες όρνιθες, ο ταύρος της Κρήτης και τα σαρκοφάγα άλογα του Διομήδη, αλλά και μέγας μηχανικός που αποξήρανε τη Λέρνη, καθάρισε την κόπρο του Αυγείου, ελάττωσε τη ροή του ορμητικού Ερύμανθου κ.λπ. Επίσης σε πολλές περιπτώσεις είχε στραφεί κατά των Ολύμπιων, μεταξύ των οποίων και κατά της Άρτεμης όταν αιχμαλώτισε την Κερυνίτιδα έλαφο ή όταν έκλεψε τα μήλα των Εσπερίδων που ήταν δώρο από τη λίστα γάμου του Δία. Επιπλέον, όπως όλοι ήξεραν, ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν η εκδικητική, χαιρέκακη και μνησίκακη Ήρα λόγω της απιστίας του Δία με την Αλκμήνη, που τον έφερε στον κόσμο. Όμως ταυτόχρονα ο Προμηθέας δεν ξεχνούσε ότι η όλη αντίληψη και κεντρική ιδέα των άθλων ήταν να εξευμενίσει ο Ηρακλής τους Ολύμπιους χαρίζοντάς τους την αφοσίωσή του, για να εξαγνιστεί ο ίδιος για την τρέλα, που η Ήρα του είχε εμφυσήσει και τον οδήγησε τότε να σκοτώσει τη σύζυγό του Μεγάρα και να κάψει ζωντανά τα τρία παιδιά του. Τι μύλος! Να ζητάς έλεος και δικαίωση από αυτόν ακριβώς που σε αδίκησε και σε υποβίβασε σε άγριο ζώο! Γι’ αυτό, όταν κατά την καταστέριση του Α’ Κενταύρου ο Ηρακλής συνετέλεσε τα μέγιστα στην εξάλειψη των κακόμοιρων των κενταύρων, ο Προμηθέας τού είχε επιστήσει την προσοχή «πρόσεξε σε ποιους χαρίζεις την αφοσίωσή σου». Ο τελευταίος έτρεφε πάντως μία συμπάθεια γι’ αυτόν τον ατσούμπαλο μαντράχαλο, που από την αρχή της ζωής του βρέθηκε απέναντι σε μία σημαδεμένη τράπουλα και ένα περιβάλλον γεμάτο σύγχυση και εναντιοτροπές λόγω του κυνηγιού της Ήρας κι έζησε ένα σχιζοφρενικό βίο διασπασμένος ανάμεσα στο καθήκον και την οίηση της δυνάμεως. Σ’ αυτή την αντιφατικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, στο παράδοξο του ανθρώπου που ιππεύει κόντρα στον άνεμο έχοντας ήδη δεχθεί θανατηφόρο τραύμα στον κρόταφο, όπως προσφυώς έλεγε ο Πίνδαρος, αφιέρωσε η παρέα του Βενοβίνδα τον ύμνο προς τιμή του Ηρακλέους.
ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Ήρακλες οβριμόθυμε, μεγασθενές, άλκιμε Τιτάν,
Κρατερόχειρ, αδάμαστε, βρύων άθλοις κραταιοίς,
Αιολόμορφε, χρόνου πάτερ, αΐδιός τε εύφρων,
Άρρητ’, αγριόθυμε, πολύλλιτε, παντοδυνάστα-
Παγκρατές ήτορ έχων, κράτος μέγα, τοξότι, μάντι,
Παμφάγε, παγγενέτωρ, πανυπέρτατε, πάσιν αρωγέ-
Ός θνητοίς κατέπαυσας ανήμερα φύλα διώξας,
Ειρήνην ποθέων κουροτρόφον, αγλαότιμον.
Αυτοφυής, ακάμας, γαίης βλάστημα φέριστον
Πρωτογόνοις στράψας βολίσιν, μεγαλώνυμε δαίμον,
Ός περί κρατί φορείς ηώ και νύκτα μέλαιναν
Δώδεκ’ απ’ αντολιών άχρι δυσμών άθλα διέρπων,
Αθανάτοις πολύπειρος, απείρατος, αστυφέλικτος,
Ελθέ, μάκαρ, νούσων θελκτήρια πάντα κομίζων,
Εξέλασον δε κακάς άτας, κλάδον εν χειρί πάλλων,
Πτηνοίς τ’ ιοβόλοις κήρας χαλεπάς απόπεμπε».
(Ηρακλή, ορμητικέ, μεγασθενή, που ανάστημα ορθώνεις,
Κρατερόχειρα, αδάμαστε, κραταιούς άθλους κατορθώνεις,
Αιολόμορφε, χρόνου πατέρα, είσαι αιώνιος, σε λατρεύουν,
Άρρητε, αγριόθυμε, παντοδυνάστη, όλοι σε ικετεύουν-
Έχεις πανίσχυρη καρδιά, είσαι τοξότης, μάντης,
Παμφάγε γεννήτορα, υπέρτατε, είσαι ερώτων φάντης-
Κατευνάζεις τους θνητούς, διώχνεις τα ανήμερα θηρία,
Την ειρήνη ποθείς, που τρέφει ανθρώπων πολιτεία.
Αυτοφυή, ακάμαντε, Γη βλάστημα τέτοιο δεν είδες,
Τους πρωτογόνους άστραψες, δαίμονα, με βολίδες,
Το κεφάλι σου με την αυγή και τη μαύρη νύκτα σκέπεις,
Από Δύση σε Ανατολή δώδεκα άθλους δρέπεις,
Πολύπειρε, άπειρε, αδιάσειστε, που φέρνεις λύσεις,
Έλα, μακάριε, των νόσων τις θεραπείες να κομίσεις,
Εξόρισε τις κακές μοίρες, πάλλοντας κλάδο με το χέρι,
Με τα ιοβόλα βέλη σου διώξε κάθε δυσοίωνο αστέρι).
Εκείνες τις ημέρες είχε έλθει είδηση στον Βενοβίνδα από τον αγγελιοφόρο του Ηρακλή Λίχα ότι ο ημίθεος έκειτο πάνω στο νεκροκρέβατο της Οίτης, όπου ξάπλωσε για να καεί και για να λυτρωθεί από τους αφόρητους πόνους του μανδύα του Νέσσου, που τού είχε δωρίσει η Διάνειρα νομίζοντας ότι ήταν ελιξίριο του έρωτα. Το πλήρωμα του Βενοβίνδα, που πάντα τιμούσε τόσο τους συμμάχους, όσο και τους περιστασιακούς συνοδοιπόρους, συντρόφους στη μάχη ή παραστάτες στα όπλα, αλλά ακόμη και τους εχθρούς, εφόσον επιδείκνυαν σεβασμό και τηρούσαν κάποιο κώδικα αξιών, διακτινίστηκε στην Οίτη για να συμπαρασταθεί τον Ηρακλή στη βίωση του τέλους του.
Κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν στο πλευρό του ο γιος του Ύλλος, που τού εξιστορούσε την αυτοκτονία της Διηάνειρας, όταν κατάλαβε ότι με το μανδύα του Νέσσου, αντί να πετύχει την αναζωπύρωση του πάθους του Ηρακλή γι’ αυτήν, κατήγαγε στο σώμα του πυώδεις και άμεσα κακοφορμισμένες πληγές. Ο ίδιος ο ήρωας ξερίζωσε κορμούς κι έφτιαξε πυρά κάτω από το νεκροκρέβατό του, ενώ ο Φιλοκτήτης έβαλε πρώτος τη φωτιά τάχα για την πυράκτωση των πληγών, μα στ’ αλήθεια για την πυρπόληση όλου του σώματος του ημίθεου.
Έλεγε ο Ηρακλής: «Ας τη συγχωρήσω ότι πολύ ηγάπησεν. Δεν φταίει για το θάνατό μου η Διηάνειρα, αλλά η μοίρα. Μού το ‘χαν προφητέψει ότι κάποιος πεθαμένος θα με σκότωνε κι αυτός είναι ο Νέσσος. Τα αμαρτήματά μου ήταν γραφτό να με συνοδεύσουν μέχρι το τέλος. Τι άντρας είμαι εγώ, πώς φέρθηκα στις γυναίκες, τη Μεγάρα σκότωσα και τη Διηάνειρα επίσης γιατί τής στέρησα τον εαυτό μου. Συ όμως Ύλλε, καν’ το διαφορετικά, μη κάνεις τα ίδια σφάλματα με μένα και φέρσου σαν άντρας στην Ιόλη, παντρέψου την»
«Ηρακλή», είπε ο Προμηθέας, «σε βλέπω πάντα δίβουλο ανάμεσα στο καθήκον και στη τρέλα της παντοδυναμίας, ανάμεσα στην άγρια φύση του ανδρός και στην εξευγενισμένη κοινωνική διάσταση του πολίτη».
«Προμηθέα, πώς μπορεί ένας ήρωας σαν κι εμένα να πεθαίνει; Και τι αφήνω πίσω μου; Ένα γιο που δεν ξέρει τι τού γίνεται χειρότερα από μένα. Να ‘ρχόταν τουλάχιστον ο Ύλας να πάρει τα όπλα μου αντί ο Ύλλος, αλλά μέχρι και σ’ αυτό στηρίχτηκα σε λάθος ύλη, χα,χα», είπε ο ετοιμοθάνατος χαμογελώντας με πολύ πόνο.
Ο μέγας Ηρακλής απέδιδε τις ίδιες τιμές συμπολεμιστή στον ερωμένο του Ύλα και στον Φιλοκτήτη, στον οποίο τελικά εμπιστεύθηκε τα όπλα του.
Ο αρχαιοελληνικός κόσμος δεν είχε την ιδιωτικότητα, ούτε την αμφιλεγόμενη προστασία προσωπικών δεδομένων του δικού μας πολιτισμού, που κυρίως υπάρχει για να κρύβουν τα αίσχη τους οι διάφοροι επώνυμοι. Ο καθένας κρινόταν και αξιολογούνταν από τις πράξεις του στο δημόσιο φόρουμ, όπου η ομοφυλοφιλία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε όνειδος, θεωρούνταν μάλιστα απόλυτα συμβατή με την ανδρεία και την πολεμική αρετή. Άραγε, αν τη στιγμή που ξεψυχούσε ο Ηρακλής, περνούσε από εκεί ο Ύλας αντί του Φιλοκτήτη και έστεργε να τού βάλει αυτός τη λυτρωτική φωτιά της τελετουργικής καύσης, δεν θα έδιδε σ’ αυτόν τα όπλα του; Σίγουρα, ο Ύλας, ο συμπολεμιστής του Ηρακλή στην Αργοναυτική Εκστρατεία, αν αντί να αρπαχτεί από τις νύμφες και να γίνει αντίλαλος, είχε την τύχη να είναι παρών εκείνο το βράδυ στην υπαρξιακή κρίση και τον οδυνηρό αποχαιρετισμό του αμφιταλαντευόμενου μεταξύ Διηάνειρας και Ιόλης Ηρακλή, θα είχε λάβει ο ίδιος το θαυματουργό τόξο με τα δηλητηριώδη βέλη. Ίσως τότε να ήταν αυτός στη Λήμνο στη θέση του Φιλοκτήτη, για να παλεύει με την κακοφορμισμένη πληγή, τον πληγωμένο εγωισμό, το τραύμα από την άδικη εγκατάλειψη και το αίσθημα της ανεπανόρθωτης αδικίας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ‘Υλας, που θα συστηνόταν ως δεσπότης των ηρακλείων όπλων
«όν έρριψαν αισχρώς ώδ’ έρημον, αγρία νόσω καταφθίνοντα,
της ανδροφθόρου πληγέντ’ εχίδνης αγρίω χαράγματι».
(που τον έριξαν στην έρημο με άγρια νόσο να φθίνει
Από δηλητήριο έχιδνας πύον η πληγή του να εκκρίνει)
Θα’ ταν αυτός, που θα φώναζε στον Νεοπτόλεμο
«Γαστρί μεν τα σύμφορα τόξον τόδ’ εξηύρισκε,
αποστέρηκας τον βίον τα όπλα ελών, απόδος,
ικνούμαί σε, απόδος, ικετεύω τέκνον»
(Μ’ αυτό το τόξο την τροφή μου έβρισκα τανύζοντάς το
Το βίο μου μού στέρησες, τέκνο παίρνοντάς το
Σε εξορκίζω απόδωσέ μου το, μη το παίρνεις, άστο).
και θα τον δικαίωνε ανακουφιστικά ο Ηρακλής:
«Πάριν τόξοις τοις εμοίς νοσφιείς βίου, πέρσεις τε Τροίαν, σκύλα τ’ εις μέλαθρα σα πέμψεις, αριστείαν εκλαβών στρατεύματος».
(Του Πάρη τη ζωή με τα τόξα μου θε να πάρεις,
Θα στείλεις στο παλάτι όσα λάφυρα είχε ο Πάρης,
Ως του στρατεύματος ο μέγιστος και ένας Άρης).
Ο Ηρακλής τιμούσε τους συντρόφους του με βάση τα ανδραγαθήματα και τα επιτεύγματά τους, όχι με βάση τις προσωπικές τους κλίσεις και ιδιορρυθμίες, χωρίς να παγιδεύεται σε ολισθηρές, στρεβλές ατραπούς υπερτίμησης κάποιου δικού του χαρακτηριστικού ως κανονικού και υποτίμησης ή συκοφάντησης κάποιων αντίστοιχων άλλων ιδιοτήτων ως περιθωριακών, χωρίς να παραχωρεί έδαφος σε φαρμακερές αυταπάτες, που τρέφουν τον ογκόλιθο του εγωισμού, ώσπου να γίνει φθόνος και ζήλια και να πνίξει τον εαυτό του και τους άλλους, ή σε νοοτροπίες, όπου η υποχωρητικότητα του ενός παραχωρεί τα πάντα στην πλεονεξία κάποιου άλλου και μετά διεκδικεί κλαψιάρικα όσα η ίδια έχει προ πολλού εκχωρήσει. Ο Ηρακλής παρά τη συναίσθηση της τεράστιας δύναμής του, δεν την ανήγαγε ποτέ σε κάποιο προνομιούχο χαρακτηριστικό έναντι των ιδιορρυθμιών των συνοδοιπόρων του, απλά αναρωτιόταν πάντα και ποτέ δεν καταλάβαινε ποιο ήταν το νόημα αυτής της ανεξήγητης δύναμης.
«Άξιζες καλύτερη μοίρα, Ηρακλή,
Ήταν ελόγου σου στρυφνή, πολυστέναχτη η τύχη
Γιατί σε σύγχυση τελών, ψηλό έβαλες πήχυ
Κι ενώ στόχο έθεσες της Ιεριχούς τα τείχη ,
Εσένα εγκρεμίσανε της σάλπιγγας οι ήχοι», είπε ποιητικά ο Προμηθέας.
«Προσπάθησα να βρω κάτι αντικειμενικό και να πιαστώ από εκεί, Προμηθέα, πίστεψέ με».
«Ξέρω. Είναι δύσκολο για ημίθεους που έχουν μεγάλη δύναμη και άρα μεγάλη ευθύνη να βρουν το δρόμο τους. Η ηθική έχει εφαρμογή στους απλούς ανθρώπους, μα για τους ηγέτες δεν έχει ακόμη απαντήσεις, πότε μπορούν να θεωρηθούν επιτυχημένοι και πόσους φόνους μπορεί μία τέτοια επιτυχία να δικαιολογήσει. Ίσως ισχύει γι’ αυτούς το μη χείρον βέλτιστον, να βάλουμε και ποσοτικά κριτήρια, όχι μόνο ποιοτικά. Να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπορούν να έχουν πλήρη εποπτεία έναντι του πλήθους των ακολούθων τους. Να κριθεί πως είναι άλλο να εισβάλλουν σε μια χώρα και να θερίζουν χιλιάδες και άλλο να υποκινούν πραξικόπημα για να επηρεάσουν την πολιτική ενός άλλου κράτους. Η αρρώστια όμως των σημερινών διανοητών είναι ότι επικαλούνται μόνο ποιοτικά κριτήρια εξισώνοντας και εξομοιώνοντας τους πάντες και αγνοούν τα ποσοτικά».
«Κάποια από τα ανδραγαθήματά μου είχαν νόημα και χρησιμότητα. Αλλά γιατί να σκοτώσω την Ιππολύτη, γιατί να κλέψω τα βόδια του Γηρυόνη -τον καημένο με τα τρία κεφαλάκια του τι μού έφταιξε; Κι εκείνη η Κερυνίτις έλαφος, τι ωραίο πλάσμα, γιατί να τής στερήσω την ελευθερία; Και τόσα άλλα, τόσα άλλα. Και για το θάνατο του Χείρωνα είμαι υπεύθυνος κι εκείνη την καημένη την Ησιόνη, που την έσωσα από το κήτος και με κυττούσε στα μάτια με υγρό βλέμμα ευγνωμοσύνης και φόβου και το μόνο που ήθελε ήταν να με ακολουθεί και να με υπηρετεί, γιατί να την δώσω στον Τελαμώνα;»
«Όμως ίδρυσες πόλεις, έκτισες σπίτια, φύτεψες δέντρα, έδωσες εκτάσεις για καλλιέργεια, απάλλαξες τον κόσμο από ένα σωρό καθάρματα και αποβράσματα και τους αδύναμους από την ανασφάλεια, σήκωνες βουνά στους ώμους σου σαν τους λαούς, έκανες τους τυράννους να τρέμουν και να κατουράνε πάνω στο θρόνο τους…»
«Όμως ίδρυσα πόλεις, έκτισα κτίρια….», ψέλλισε ο Ηρακλής και ξεψύχησε, ενώ οι γλώσσες της πυράς έγλειφαν ηδονικά τα πόδια του και σε λίγο θα τον καταβρόχθιζαν.
Προς τιμή του Οφιούχου, εκείνου δηλαδή που καμιά φορά αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει διφορούμενα μέσα ψυχρής σκοπιμότητας προκειμένου να πετύχει μία επί τα βελτίω αλλαγή, αν υποτεθεί ότι κάτι καλό μπορεί να βγει από εγκλήματα και φόνους, πράγμα που σκανδάλιζε τη νοημοσύνη των τιτάνων ως πρόβλημα δυσεπίλυτο και έθετε σε αμφισβήτηση την περιβόητη ηθική τους, οι ήρωές μας έψαλαν τον ύμνο του Ουρανού.
ΟΥΡΑΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Ουρανέ παγγενέτωρ, κόσμου μέρος αιέν ατειρές,
Πρεσβυγενέθλ’ αρχή πάντων, πάντων τε τελευτή,
Κοσμοκράτωρ, σφαιρηδόν ελισσόμενος περί γαίαν,
Οίκε θεών μακάρων, ρόμβου δίναις οδεύων,
Ουράνιος χθόνιος τε φύλαξ πάντων περιβληθείς,
Εν στέρνοις έχων φύσεως άπλητον ανάγκην,
Κυανόχρως, αδάμαστε, παναίολος, αιολόμορφε,
Πανδερκές, Κρονότεκνε, μάκαρ, πανυπέρτατε δαίμον,
Κλύθ’ επάγων ζωήν οσίην μύστη νεοφάντη».
(Ουρανέ παγγενήτορα, ανελαστικό του κόσμου μέλος,
Πρωτότοκη αρχή πάντων και πάντων τέλος,
Ελίσσεσαι σφαιρηδόν γύρω από τη γη σαν βέλος,
Και περιοδεύεις με τετρακτύος δίνη και κύκλου κινήσεις,
Όντας ουράνιος, χθόνιος φύλακας όλης της ζήσης.
Έχεις της φύσης την ανάγκην την ακόρεστη στο στέρνο,
Κυανόχρωμε, αδάμαστε, όταν ο άνεμος πει «σε φέρνω».
Οξυδερκή, με Κρόνο γιο, μακάριε, κράτα ψηλά την πίστη
Άκου και δώσε όσια ζωή στο νέο και αγνό τον μύστη).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ’
ΛΥΡΑ, ΑΕΤΟΣ, ΓΡΥΨ (ΑΛΝΤΑΪΡ)
Οι Προμηθέας, Υπερίων, Ωκεανός, Λητώ και Ευρύβια διακτινίστηκαν στον πλανήτη της Αρκαδίας, που ανήκε στον αστερισμό της Λύρας. Βρέθηκαν σε μία ειδυλλιακή αμφιθεατρική τοποθεσία κάτω από το μαγευτικό όρος Πάρνωνα, στη βάση μιας καταπράσινης ρεματιάς σε υψόμετρο μισού χιλιομέτρου, περιβαλλόμενη από ένα παρθένο φυσικό περιβάλλον γεμάτο πλατάνια, καστανιές και κωνοφόρα δέντρα. Το ιδιαίτερο κλίμα της περιοχής, τα νερά και η μορφολογία του εδάφους επέτρεπαν τη συνύπαρξη βλάστησης που σπάνια μπορεί να συνδυασθεί σε μία τόσο τέλεια εναρμόνιση και αναλογία: οι ελιές και οι βελανιδιές, τα αμπέλια και τα πεύκα, οι καστανιές, τα έλατα και τα βότανα κάθε είδους συνέθεταν τοπίο ιδανικό για συνταξιοδότηση, περίθαλψη επιπέδου σανατορίου και αναπόληση παλαιών κατορθωμάτων, που διηγώντας τα να κλαις. Ίσως να ήταν η πυκνή βλάστηση που έμοιαζε να δίνει πνοή σε πλάσματα αέρινα και απόκοσμα, το νερό που ολοζώντανο ακουγόταν να διηγείται ιστορίες ψιθυριστά, ακόμα και κάτω από τη γη, ή η αίσθηση ότι η μόνη πραγματικότητα εμπεριεχόταν μόνο εντός των ορεινών όγκων που κύκλωναν τα μικρά χωριά.
Πλάσματα της φαντασίας, αλαβάστρινοι μονόκεροι, μικροί ιπτάμενοι έρωτες που κουβαλούσαν ανάρια πέπλα, χαριτωμένοι τραγοπόδαροι Πάνες, άλογα που μιλούσαν και σε έβαζαν στον πειρασμό να τούς πεις «πήγαινέ με στον αρχηγό σου», ξωτικά, νάνοι, δρακογίγαντες, ήμεροι δράκοι που ξερνούσαν φωτιά μόνο προς τα πάνω αντί πυροτεχνημάτων τρίβονταν επάνω σου χωρίς να φαίνεται να γνωρίζουν πόσο επικίνδυνο ον είναι ο άνθρωπος.
Ήταν το μέρος, όπου όλα τα όντα ήσαν ευτυχισμένα και αθάνατα. Πού και που μέσα στα χωράφια ξεχώριζαν αγάλματα του πανέμορφου νεανία Αδώνιδος, περιβαλλόμενα από περιποιημένους πολυπίκοιλους κήπους, που συμβόλιζαν ακριβώς το «πού σου θάνατε το νείκος», αφού η μόνη επίπτωση της σφαγής του από τον Κινύρα ήταν ότι στρώθηκαν σε όλα τα λιβάδια άπειρα κόκκινα τριαντάφυλλα. Αντίθετα η ανά εξάμηνο υπηρεσία του πότε με την Αφροδίτη και πότε με την Περσεφόνη με τα συναφή επιδόματα ανθυγιεινής ή για την ακρίβεια φθαρτικής εργασίας δεν άλλαξαν.
Για τον ουρανό τι να πεις! Ιρίδιζε πότε σε χρώμα πορτοκαλί, πότε σε ροζ και πότε σε βαθύ κόκκινο, φιλοτεχνώντας μία εικόνα εξωπραγματική για όλους εμάς που δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός του γαλανού ουρανού, που κι αυτός βέβαια πολύ όμορφος είναι, ας μην έχουμε παράπονο. Τα σύννεφα που υπήρχαν ήσαν σχεδόν ακίνητα και είχαν με τα ποικίλα γεωμετρικά σχήματά τους και τις διακριτές πινελιές τους, που κάλυπταν όλες τις νοητές αποχρώσεις του λευκού, μόνο καλλιτεχνική και αισθητική σημασία για την υφή και τη συγκρότηση της εικόνας, χωρίς ποτέ να απειλούν με καταιγίδα, ίσως μόνο με μία ποτιστική, αναζωογονητική βροχή, ώστε να τινάξουν τα φτερά τους οι κύκνοι και οι ερωδιοί.
Όλα τα πλάσματα ήσαν δικτυωμένα και ενορχηστρωμένα σε μία ατέλειωτη εαρινή συμφωνία.
«Αντί άλλης περιγραφής», δήλωσε ο Ωκεανός, «νομίζω ότι είναι κατάλληλη η στιγμή να απαγγείλω μία δική μου ποιητική σύνθεση, που προέκυψε αυθόρμητα από την παρατήρηση αυτού του ανεπανάληπτου τοπίου.
Τοξεύτηκε τ’ αστρί τής μέρας πίσ’ από θαμνά και φύλλα
και σε στιγμή εαρινή αθώο ντροπαλό λουλούδι
ξεπρόβαλ’ απ’ το μίσχο του ωσάν ψηλαφητό τραγούδι
θείου πινέλ’ απαύγασμα μα και χρωμάτων γηθοσύνη
φόντο κομψό μιας ζωγραφιάς στοργή γεμάτ’ ή πλάση αφήνει
να αισθανθεί πνοή ζωής φιλί απ’ τα δικά της χείλα
Ευτυχισμένο τώρα δα γοργά ρουφά το φώς της ζήσης
αποθαυμάζει κι’ απορεί για όλ’ αυτά που γύρω βλέπει
να ζουν δειλά ή θαρρετά και κάτω από ίδια σκέπη.
Αχνά θροϊσματα και φλοίσβοι, βόμβοι ψίθυροι μυστήριοι
πολλές ατέλειωτες φωνές μαζί και θόρυβ’ άλλοι μύριοι
Φτερά και έλυτρα υμνούν την πλάσ’ ως τη στιγμή της δύσης.
Αλλά και τα λοιπά αισθήματα προσφέρουν νέκταρ μέθης
στη διψασμένη για ηδονή ψυχή φυτού νιογεννημένου.
Πρωτόγνωρα φαεινά χαλιά λεπτού ανθού ονειρεμένου
κινούνται σε χορούς κεφιού με τη φωτόγεμη σταγόνα,
τιάρα τρανή στην κορυφή σημάδι θεϊκού αγώνα,
που φτάνουνε οι ρίζες του παλιά, στα σπάργανα της λήθης».
«Καλή προσπάθεια, Ιατρέ», είπε ο Υπερίων, «επειδή όμως οι πρόγονοί μας μάς έχουν εφοδιάσει με όλα τα νοητά πρόσωπα, τους δραματικούς χαρακτήρες και όλες τις νοητικές δομές, πάνω απ’ όλα με τις κατάλληλες ηθικές αξίες, για την αντιμετώπιση κάθε κατάστασης, έτσι ώστε η απειρότητα να μη συνίσταται πια στην ανεξάντλητη ενδεχομενικότητα ή περιπτωσιολογία καθαυτή, αλλά στο άπειρο φάσμα των καταστάσεων που μπορούμε να αφομοιώνουμε και να υπάγουμε στους αιώνιους νόμους μας, καλύτερα να μη πειραματιζόμαστε με ερασιτεχνικούς, υπερβολικά συναισθηματικούς και ποιοτικά ανασούμπαλους στίχους, αλλά να τηρούμε τις δοκιμασμένες παραδόσεις μας. Γι’ αυτό και όλοι οι αριστοτέχνες τραγικοί ποιητές της αρχαιότητας δεν εφεύρισκαν καινούριους ήρωες, αλλά επέλυαν τα πάσης φύσεως προβλήματα επικαλούμενοι τις συνταγές των παλαιών…»
«Για να σού κάνω μετάφραση από τα ελληνικά στα ελληνικά, Ωκεανέ,», παρενέβη ο πλοίαρχος, «ας πούμε καλύτερα τον ύμνο του Αδώνιδος που είναι πιο ταιριαστός για να περιγράψει και να δοξάσει την Αρκαδία του νου».
ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κλύθι με ευχομένου, πολυώνυμε, δαίμον άριστε,
Αβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ώραις ποθειναίς
Ευβουλεύ, πολύμορφε, τροφεύ πάντων αρίδηλε,
Κούρη και κόρε – πάσι καλόν θάλος αιέν Άδωνι,
Σβεννύμενος λάμπων τε καλαίς εν κυκλάσιν ώραις-
Αυξιθαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,
Αγλαόμορφε, κυνηγεσίαις χαίρων, βαθυχαίτα,
Ιμερόνους, Κύπριδος ιερόν θάλος, έρνος έρωτος,
Φερσεφόνης ερασιπλοκάμου λέκτροις λοχευθείς,
Ός ποτε μεν ναίεις υπό Τάρταρον ηεόεντα,
Ηδέ πάλιν προς Όλυμπον άγεις δέμας ωριόκαρπον,
Ελθέ, μάκαρ, μύσταις φέρων καρπούς από γαίης».
(Άκου με που εύχομαι, πολυώνυμε, συ ο αγαπητός,
Αβρόμαλλε, φιλέρημε, που ωρίμασες κι έγινες ποθητός
Εύβουλε, πολύμορφε, που τους άλλους ανατρέφεις,
Κόρη και νεαρός, Άδωνι, και τα δύο φύλα στέφεις,
Πότε σβύνεις, πότε λάμπεις στον κύκλο των πεδίων-
Αυξιθαλή, ερατεινέ, σ’ εσένα ανήκει τιμή δακρύων,
Αγλαόμορφε, βαθυχαίτη, που είσαι και θηρευτής
βλαστάρι έρωτα και πόθος Κύπριδας της ζηλευτής,
γεννήθηκες στης Περσεφόνειας κλίνης το σκοτάδι,
και άλλοτε μεν κατοικείς στον Τάρταρο, στον Άδη,
Άλλοτε πάλι προς Όλυμπο διευθύνεις το κορμί σου,
Να φέρεις, μακάριε, στους μύστες καρπούς θυμήσου).
«Είναι πραγματικά εντελώς απαλλαγμένοι από κάθε έγνοια οι κάτοικοι αυτού του παραδείσου;», ρώτησε καλόπιστα η Ευρύβια.
«Δεν είναι ακριβώς έτσι», απάντησε ο ασυγκράτητος Υπερίων που θεωρούσε κάθε ερώτηση πρόκληση για τις γνώσεις και τη νοημοσύνη του. «Ο Μόσχος ο Σικελιώτης μάς πληροφορεί ότι οι διαιτώμενοι και ναίοντες εντός της Αρκαδίας χορεύουν γύρω από ένα γαϊτανάκι ανεκπλήρωτων ερώτων. Υπάρχει πολλή αγάπη, αλλά όχι αμοιβαία. Έτσι μαθαίνουμε ότι ο Παν αγάπησε τη κοντινή του Ηχώ αλλά η Ηχώ το Σάτυρο αγαπούσε τον πηδηχτή, μα ο Σάτυρος λυσσομανούσε για τη Λήδα. Κι όση άναβε φωτιά η Ηχώ στον Πάνα, τόση κι ο Σάτυρος στην Ηχώ κι η Λήδα στο Σατυρίσκο. Κι αμοιβαία τους έλιωνε ο Έρως και κάθε μια από αυτές όσο μισούσε τον άνδρα που την αγαπούσε, τόσο ήταν πάλι μισητή από εκείνον που προτιμούσε. Και καταλήγει ο Μόσχος: “Αυτό το μάθημα το λέω στους ανέραστους όλους, αγαπάτε όταν σάς αγαπούν, για ν’ αγαπιέστε όταν αγαπάτε”».
«Ναι», συνόψισε όπως πάντα ο κυβερνήτης Προμηθέας, «τέτοιες ερωτικές έγνοιες είναι οι μόνες μέριμνες που απασχολούν και τα μόνα διλήμματα που ενδιαφέρουν τα αιθέρια και αλαφροϊσκιωτα αυτά πλάσματα. Αλλά από την άλλη κανείς ψυχανεμίζεται τέτοια εγγενή ευσπλαχνία στον κόσμο αυτό και τέτοια καθησυχαστική αύρα, ώστε πλανιέται σχεδόν ψηλαφητά η αίσθηση ότι στο τέλος ακόμη και η πιο ανανταπόδοτη αγάπη θα βρει ανταπόδοση, ακόμη και οι πιο δύσκολοι και αταίριαστοι έρωτες θα βρουν ανταπόκριση. Νομίζω ότι δεν αξίζει να μείνουμε άλλο εδώ, οι ένοικοι του παραδείσου δεν μάς έχουν καμία ανάγκη, ας φυλάξουμε την αξιοσύνη μας για άλλα αστρικά συστήματα».
«Πάντως, διοικητά», είπε ο Ωκεανός, «η ευτυχία αυτών των πλασμάτων, η εξ ορισμού τελειότητά τους θυμίζει την αρτιότητα του αετού, που όταν φτάνει στην κορυφή ενός βουνού, αντικρίζει ένα θρασύ σαλιγκάρι. Αυτό τον ρωτά προκλητικά :“πώς έφτασες μέχρι εδώ”; Ο αετός εξανίσταται: “Εγώ πως έφτασα εδώ, φυσικά με τα φτερά μου. Εσύ να μάς πεις πώς έφτασες”. Και η απάντηση ήταν “γλείφοντας και με τα κέρατά μου”».
Ο Υπερίων άρχισε να δυσανασχετεί, διότι η συζήτηση υποβιβαζόταν αναφορικά με την ποιότητα.
«Υπερίων μην ερεθίζεσαι», μεσίτευσε πάλι ο πλοίαρχος. «Για να σού κάνω και σένα μετάφραση από τα ελληνικά στα ελληνικά, ήλθε η ώρα, εμπνεόμενοι από την τύχη που απολαμβάνουν τα πλάσματα της δισκογραφικής εταιρείας… ε συγγνώμη του αστερισμού της Λύρας, να ψάλουμε και τον ύμνο της Τύχης για τη γένεση του αστερισμού του Αετού».
ΤΥΧΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Δεύρο, Τύχη, καλέω σε, αγαθήν κράντειραν επ’ ευχαίς,
Μειλιχίην, ενοδίτιν, επ’ ευόλβοις κτεάτεσιν,
Άρτεμιν ηγεμόνην, μεγαλώνυμον Ευβουλήος
Αίματος εκγεγαώσαν, απρόσμαχον εύχος έχουσαν,
Τυμβιδίην, πολύπλαγκτον, αοίδιμον ανθρώποις.
Εν σοί γαρ βίοτος θνητών παμποίκιλος έστιν
Οίς μεν γαρ τεύχεις κτεάνων πλήθος πολύολβον
Οίς δε κακήν πενίην, θυμώ χόλον ορμαίνουσα.
Αλλά, θεά, λίτομαί σε μολείν βίω ευμενέουσαν,
Όλβοις πλήθουσαν επ’ ευόλβοις κτεάτεσιν».
(Τύχη, ηγεμόνη, σε καλώ, που μάς δίνεις τ’ αγαθά υπερούσια,
Μειλίχια, είσαι καθ’ οδόν να βρεις κτήματα πλούσια,
Άρτεμη, που γεννήθηκες από του Εύβουλου το αίμα
Και αυτό είναι για σε το απροσμάχητο καύχημα και στέμμα,
Που σε βουνά έχεις πλανηθεί, απ’ όλους χιλιοπαινεμένη,
Γιατ’ από σένα εξαρτάται ο βίος των θνητών κι η ειμαρμένη,
Σε άλλους επιδαψιλεύεις κτήματα σε μεγάλο αριθμό
Σε άλλους την κακιά πενία και προκαλείς θυμό.
Αλλά, θεά, σε παρακαλώ, δώσ’ μας βίο ευμενή
Κι ευτυχία απ’ των καλών μοιρών σου τη δεξαμενή).
«Καλά τα πάμε σ’ αυτό το κεφάλαιο», είπε η Λητώ που πάντα έγλειφε τον Προμηθέα. «Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ενώ αποβιβαστήκαμε σε πλανήτη του αστερισμού Λύρα, ταυτόχρονα δημιουργήσαμε και τον αστερισμό Αετό».
«Λητώ, άσε τους αδικαιολόγητους και αναιτιολόγητους επαίνους, γιατί το σχέδιό σου φωνάζει από μακριά και είναι τόσο διαφανές και απλοϊκό που με κουράζει. Έτσι κι αλλιώς πάρ’ το απόφαση, ανθυποπλοίαρχος είσαι και ανθυποπλοίαρχος θα μείνεις. Αυτή τη στιγμή λειτουργώ υποστελεχωμένος και δεν υπάρχει κανένα άνοιγμα και καμία προοπτική για προαγωγή. Λοιπόν αρκετό χρόνο χάσαμε με χάζεμα, θα πω στον Ιαπετό να…».
Εκείνη τη στιγμή ήλθαν προς το μέρος της ομάδας προσεδάφισης κάποιοι βοσκοί κλαίγοντας και μοιρολογώντας. Αυτό σίγουρα δεν ταίριαζε στην αντίληψη και την εντύπωση που μέχρι τώρα η Αρκαδία είχε προκαλέσει στους γενναίους χωροναύτες.
«Τι θρηνείτε σεις;», είπε ο Προμηθέας, «άμα είστε κι εσείς δυσαρεστημένοι που τα έχετε όλα, τι να πουν οι άλλοι. Πρέπει να έχετε συναίσθηση ότι από τη στιγμή που δεν πεινάτε, δεν μπορεί μόνο να διεκδικείτε, αλλά θα πρέπει να παραχωρείτε κιόλας κάτι από τα προνόμιά σας για να ωφελήσετε την κοινωνία. Η απομάκρυνση από την πείνα αυξάνει την ευθύνη. Αντί να γιουχάρετε ανέξοδα από την εξέδρα, μπείτε επιτέλους στο γήπεδο να κάνετε τη διαφορά. “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε”, ¨ελεγε ο Σόλων. “Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής”, έλεγε ο Αριστοτέλης, ενώ ο Δημοσθένης διακήρυσσε: “Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των πραγμάτων ευθύνη”. Συγγνώμη παρασύρθηκα από την ευρυμάθειά μου. Σε τι μπορούμε να φανούμε χρήσιμοι;»
Απαρηγόρητοι οι βοσκοί τραβώντας τους χωροναύτες από τα μανίκια τούς οδήγησαν σε ένα τάφο- ναι ένα τάφο, όση παραφωνία και να συνιστά κάτι τέτοιο στη χώρα της ευτυχίας, με την αντίστοιχη επιτύμβια στήλη που έγραφε «Πουσίνος» αγνώστων λοιπόν στοιχείων. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ένα εγκάρσιο οριζόντιο μαρμάρινο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, που έτεμνε την κατακόρυφη στήλη σχηματίζοντας σταυρό, διαλάμβανε την επιγραφή «et in Arcadia ego» (και στην Αρκαδία εγώ), ότι δηλαδή – αλίμονο- η κυριαρχία και η επικράτεια του θανάτου εκτεινόταν και στην Αρκαδία. Δεδομένου ότι η ταφόπλακα είχε πολύ μεγάλες διαστάσεις, χωρούσε στο κέντρο της μία απειλητική τρύπα που έχασκε σαν Χάρυβδη και κανείς δεν ήξερε πού κατέληγε.
Οι βοσκοί συνέχιζαν να κλαίνε σαν μικρά παιδιά για το παράδοξο αυτό που σκανδάλιζε την ανέφελη ευτυχία της Αρκαδίας. Γιατί, γιατί, μοιρολογούσαν να υπάρχει και εδώ ο θάνατος, γιατί να πρέπει ο φίλος μας ο Πουσίνος να πεθάνει. Ο Προμηθέας, γνωστός ψυχοπονιάρης, τούς λυπήθηκε.
«Σταματήστε πια, μην κλαίτε. Αχ, πού είστε, Λακεδαιμόνιοι, με τη σκληραγωγία σας; Τι άντρες είστε εσείς, αλλά και γυναίκες να ήσασταν, το ίδιο θα ίσχυε, όπως φαίνεται από την Τελέσιλλα. Ευρύβια, εσύ που ξέρεις να ελίσσεσαι σε λαβυρίνθους, μπες σε παρακαλώ μέσα στη τρύπα και πες μας τι συμβαίνει. Πού οδηγεί αυτός ο διάδρομος του θανάτου, μήπως μπορούμε να τον κλείσουμε και να προσφέρουμε κάποια εκδούλευση σ’ αυτούς τους ανθρώπους;»
Ημερολόγιο
υποπλοιάρχου Ευρύβιας, αστρική ημερομηνία τρέχα γύρευε:
Εισχώρησα στην τρύπα του τάφου και συνέχισα την πορεία μου σε γλιστερά σκαλιά. Θα μπορούσα εδώ να επικαλεστώ μυριάδες περιγραφές σκοτεινών καταβάσεων στα έγκατα του Άδη, αλλά αυτές οι υπόγειες διαδρομές έχουν γίνει αντικείμενο πραγμάτευσης από μείζονες εμού συγγραφείς. Σε κάποιο σημείο μπήκα σε κάτι που έμοιαζε με αρχέτυπο μαγαζιού.
Είχε μία χτυπητή ομοιότητα με παλαιοβιβλιοπωλείο ή παλιατζίδικο ή κατάστημα αντικών. Κυριαρχούσε η ίδια σπάνιδα ή έλλειψη χώρου, η ίδια γκρίζα παιπάλη σκόνης σκέπαζε τα πάντα, το ίδιο χάος τίτλων, συγγραφέων, λογοτεχνικών ειδών και εκδόσεων άξιζε την ονομασία «φίρδην -μίγδην» ή έναν άλλον χαρακτηρισμό «άρτζι μπούρτζι και λουλάς», που μού αρέσει καλύτερα, καθότι παραπέμπει σε Έλληνες πολέμαρχους και οπλαρχηγούς. Και σ’ αυτό το επίπεδο δεν σταματούσα να θαυμάζω και να περιεργάζομαι ηδονιστικά τους θησαυρούς του. Εδώ στο πρώτο σκαλοπάτι του λυκόφωτος που οδηγεί μεν προς τα κάτω, είναι όμως λιγάκι επί τα μείζω σε σχέση με τη Γη, με την έννοια ότι ο κόσμος γίνεται κατά την κάθοδο περισσότερο μαγικός παρά επιστημονικός, αναστέναξα με ανακούφιση, διότι αυτός ο πνευματικός κόσμος ήταν αραιοκατοικημένος, μακριά από το εκνευριστικό επιβαρυντικό πόπολο (υπάρχει η ρατσιστική άραγε; έκφραση «καρκατσουλιό») και τους ενοχλητικούς και παρεμβατικούς καμπούρηδες καθηγητές του Πανεπιστημίου, που επιμένουν να χώνουν το κοκαλιάρικο στραβό μουτζουρωμένο από μελάνι δάκτυλό τους σε όποια σελίδα κάποιος ανοίγει. Πράγματι, Πού και πού οι ανεπιθύμητοι γηραιοί επισκέπτες, όντας κάθε καρυδιάς καρύδι, εμφανίζονταν πρόθυμοι, αυτόκλητοι κι έτοιμοι να πουλήσουν εκδούλευση, ξεσκονίζοντας τα ράφια μ’ ένα μαντήλι ήδη λεκιασμένο από καπνό, κι ύστερα προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια και αγανάκτηση άρχιζαν με τη στριγκιά τους φωνή να αφηγούνται ολότελα αδιάφορες και τετριμμένες εμπειρίες στερημένων ανθρώπων. Ευτυχώς λόγω της κυρίαρχης στοιβάδας του λυκόφωτος όλοι αυτοί οι περισπασμοί είχαν εξαφανιστεί.
Πήγα στο βάθος της βιβλιοθήκης, προσπέρασα μία εντυπωσιακή συλλογή ελληνικών βιβλίων κι έφτασα στον τομέα της εκλαϊκευμένης επιστήμης. Προοδευτικά άφησα πίσω μου ποικίλους ετερόκλητους συγγραφείς, βιβλία θεοσοφίας, θεοδικίας, ποιημάτων κ.λπ. Όσο χωνόμουν στο εσώτατο τμήμα της βιβλιοθήκης, τόσο πιο παχιά φάνταζε η σκόνη, τόσο πιο σπάνια ήσαν τα λυχνάρια με το εξαντλημένο και αναλωμένο λαδάκι τους και τόσο ψηλότερες ήσαν οι στοίβες των σάπιων βιβλίων με τη χαρακτηριστική λευκή παιπάλη και τα γυρισμένα σαν αυτιά γαϊδάρου εξώφυλλα. Στο τέλος του βουνού των βιβλίων, που έφτανε μέχρι το ταβάνι, ο διάδρομος χωριζόταν σε δύο περαιτέρω στενά ή μάλλον συνοικιακά σοκάκια με βιβλία. Διάλεξα το αριστερό, καθότι οπαδός της αριστείας, και επέτρεψα στο εξασκημένο βλέμμα μου να πλανηθεί και να περιδιαβάσει ανάμεσα στους τίτλους.
Καθώς είχα διασχίσει ένα μεγάλο τμήμα του διαδρόμου, ένα συγκεκριμένο βιβλίο κίνησε το ενδιαφέρον της περιφερειακής μου όρασης.
Ήταν ένα μικρό μέλαν βιβλίο, σαν μαύρο κουτί του μέλλοντος, όμως με μία όψη απροσδιορίστου ηλικίας, όπως είθισται σε φυλλοροούσες φυλλάδες περασμένων αποχών. Οι άκρες του ήσαν φθαρμένες, πολυχρησιμοποιημένες και η γραφή της ράχης είχε ξεθωριάσει. Πάνω στο ταλαίπωρο δέσιμο έγραφε: Φροντίδα και Τάισμα Γρυπός. Πιο κάτω με μικρότερα γράμματα: Συμβουλές για τον Ιδιοκτήτη. Κάθε μάγος- τεχνοκράτης γνωρίζει βέβαια ότι ο γρύπας είναι μυθολογικό τέρας, μισός λέοντας, μισός αετός.
Φυλλομέτρησα το βιβλίο και κίνησα να διαβάζω τον πίνακα περιεχομένων. Οι υπέρτιτλοι προανάγγελλαν τα εξής θέματα: 1. Το Γένος του Γρυπός- Γρύπας αυτός ο Άγνωστος. 2. Σύντομη Εισαγωγή στη Γρυπολογία. 3. Είδη και Υποκατηγορίες του Γρυπός. 4. Η Τροφή του Γρυπός. 5. Οικιακή Απομίμηση του Φυσικού Περιβάλλοντος του Γρυπός. 6. Ο Γρύπας κατά την Περίοδο της Αποτρίχωσης και Αποπτίλωσης. 7. Ο Γρύπας κατά την Περίοδο του Οργασμού. 8. Ο Γρύπας και η Παγκόσμια Λογοτεχνία.
Γύρισα ακόμη μερικές σελίδες και διάβασα: Η μόνη τροφή του Γρύπα είναι παρθένες ή και παρθένοι. Το τάισμα γίνεται μία φορά το μήνα και χρειάζεται κατά τη διαδικασία αυτή αδιάσπαστη και αμέριστη προσοχή.
Είπα πρωτύτερα ότι είχα αισθανθεί ανακούφιση από την ιδιωτικότητα που μού εξασφάλιζε η κατάβαση προς το βασίλειο των νεκρών. Όμως αυτή η εντύπωση μετά το ξεφύλλισμα της πραγματείας περί Γρυπός είχε αρχίσει να αντιστρέφεται. Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι ο αέρας της κρύπτης δεν ήταν αέρας, αλλά μάλλον ένας υγρός ζωντανός ιστός, ένα πάμφωτο πλάσμα, όπως όταν ένα διαστημόπλοιο πηγαίνει στον πλανήτη Δία και οι αστροναύτες κινούνται και αναπνέουν μέσα σε υγρό οξυγόνο για να αντέξουν την πίεση. Επίσης πρόσεξα ότι είχε ξεκινήσει να σηκώνεται μία πνοή ανέμου, σαν θαλασσινή φρεσκαδούρα, που όλο και δυνάμωνε σπρώχνοντάς με προς τον κάτω κόσμο, στην αρχή ανεπαίσθητα κι ύστερα με μεγαλύτερη επιμονή. Αυτή η πνοή απεικονιζόταν ως ένα επιμέρους σύννεφο λίγο πιο σκοτεινό από την περιαυγαστική ατμόσφαιρα, που σιγά- σιγά επεκτεινόταν και απειλούσε να καταλάβει ολόκληρο τον χώρο. Εννόησα λοιπόν ότι το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να ανέβω κακήν -κακώς τα γλιστερά σκαλοπάτια και να ξαναβγώ επειγόντως στην επιφάνεια. Τη συγκεκριμένη περιγραφή, άξιε Κατεπάνω, θα μπορούσα να διανθίσω με περισσότερα κοσμητικά επίθετα, που όμως δεν θα ταίριαζαν σε μία στρατιωτική αναφορά.
Η Ευρύβια διεκπεραίωσε μεν το υπηρεσιακό της καθήκον (με κάπως δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς), αλλά αυτό δεν ικανοποίησε τους τρομοκρατημένους βοσκούς, που εξακολουθούσαν να είναι συγκλονισμένοι από το θάνατο του Πουσίνου. Εντυπωσιασμένοι προφανώς από την ισχύ του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα συνέχισαν αμείωτα να παρακαλούν τον Προμηθέα να τούς σώσει από τον θάνατο, που στην Αρκαδία αποτελούσε μία αδιανόητη εξαίρεση, όσο κι αν ο Προμηθέας τούς επεσήμαινε ότι αυτό υπερέβαινε τις δυνάμεις του. Ο ηγεμών ανησύχησε πολύ για τη μοίρα αυτού του κόσμου. Για φανταστείτε μία επικράτεια όπου δεν πεθαίνουν όλοι, αλλά μόνο μερικοί άτυχοι, ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν αθάνατοι. Αν στο δικό μας κόσμο ο άνθρωπος γίνεται λύκος και εξοντώνει άλλους απλά για να ζήσει «καλύτερα» ορισμένα παραπάνω χρόνια, τότε στην Αρκαδία όπου η αθανασία ήταν ο κανόνας, η πιθανότητα του θανάτου θα είχε συνέπεια τη δημιουργία τρανού προστατευτισμού και ασύλληπτα οχυρωμένων φέουδων προκειμένου να μηδενιστεί και πάλι αυτή η ξαφνικά και αναπάντεχα προκύψασα ζοφερή προοπτική.
Η αναγγελία του θανάτου «Και στην Αρκαδία εγώ» άρχισε σιγά- σιγά να διεισδύει στα κρανία των προνομιούχων μυθολογικών πλασμάτων και να αλλάζει τη ψυχοσύνθεσή τους. Τέλος πάντων ο Προμηθέας σύρθηκε στο να δώσει κάποια υπόσχεση στο πλήθος που ένιωθε τόσο αβοήθητο.
«Αυτή η δίοδος που έχει ανοίξει από την επικράτειά σας προς τον Άδη είναι ένα αναβαθμισμένο ζήτημα, που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτή τη στιγμή. Δυστυχώς ο διάδρομος αυτός μπορεί να κλείσει μόνο από τη μεριά του βασιλείου των νεκρών, διότι από εδώ ο άνεμος της ζωής που αποσυμπιέζεται εκρηκτικά προς το κρύο διάστημα είναι πολύ δυνατός για να ελεγχθεί. Σάς δίνω το λόγο μου ότι κατά την τέταρτη περιφορά, όπου θα διανύσουμε τη επικράτεια του θανάτου και θα ιδρύσουμε τον αστερισμό “Κύνες Θηρευτικοί” και το άστρο Εωσφόρο (Βέγας), θα προσπαθήσω με όλα τα μέσα που είναι στη διάθεση του πανίσχυρου ΝΑΟΣ Βενοβίνδα να κλείσω το δίαυλο από εκεί».
Μη μπορώντας να κάνουν ή να ζητήσουν κάτι άλλο οι κάτοικοι του αρκαδικού παραδείσου σκούπισαν τα δάκρυά τους και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στους αγωνιζόμενους τιτάνες.
Ο Προμηθέας απευθύνθηκε σκεπτικός στους χωροναύτες του: «Δεν είναι μια καλή συγκυρία αυτή. Ας ψάλουμε προς τιμή του αστέρα Γρυπός (Αλνταϊρ), τον οποίο ανακαλύψαμε ως Ερμαϊκή στήλη στο διάδρομο που οδηγεί στον Άδη, τον ύμνο της Νεμέσεως για να την εξευμενίσουμε προσωρινά να μη βλάψει αυτά τα θεία πλάσματα μέχρι την έναρξη της τέταρτης περιφοράς μας. Από τη στιγμή που αφυπνίστηκε η Νέμεση που προμηθεύει τον θάνατο με φρέσκες ψυχές, θέλει καταλλαγή και συνδιαλλαγή. Κοιτάξτε, Αρκάδιοι, να μάθετε τον ύμνο αυτό, να τον λέτε και μόνοι σας».
ΝΕΜΕΣΕΩΣ ΥΜΝΟΣ
«Ώ Νέμεσι, κλήζω σε, θεά βασίλεια μεγίστη,
Πανδερκής, εσορώσα βίον θνητών πολυφύλων-
Αϊδίη, πολύσεμνε, μόνη χαίρουσα δικαίοις,
Αλλάσσουσα λόγον πολυποίκιλον, άστατον αεί,
Ήν πάντες δεδίασι βροτοί ζυγόν αυχένι θέντες.
Σοί γαρ αεί γνώμη πάντων μέλει, ουδέ σε λήθει
Ψυχή υπερφρονέουσα λόγων αδιακρίτω ορμή.
Παντ’ εσοράς και παντ’ επακούεις, πάντα βραβεύεις,
Εν σοί δ’ εισί δίκαι θνητών, πανυπέρτατε δαίμον,
Ελθέ, μάκαιρ’, αγνή μύσταις επιτάρροθος αεί-
Δος δ’ αγαθήν διάνοιαν έχειν, παύουσα πανεχθείς
Γνώμας, ουχ οσίας, πανυπέρφρονας, αλλοπροσάλλας».
(Ώ Νέμεση, θεά βασίλισσα, εσέ καλώ που είσαι όαση,
Οξυδερκή, που έχεις βαθιά στους ανθρώπους ενόραση,
Αϊδια, πολύσεμνη, η μόνη που χαίρεσαι με το δίκιο,
Κι’ επικρίνεις τον πολυποίκιλο λόγο, τον ανοίκειο,
Που όλοι σε φοβούνται γιατ’ έχουν ζυγό στον αυχένα,
Σε μέλλει των πάντων το νόημα, δεν ξεχνάς ούτε ένα,
Την υπεροπτική ψυχή και λόγου αδιάκριτου την ορμή.
Πάντα ακούς και τιμωρείς, δεν ξεφεύγει κανένα κορμί.
Γιατ’ είσαι πρόδρομος δικαιοσύνης εσύ των θνητών,
Σέ βρίσκουν οι μύστες αρωγό και πραγμάτωση ρητών-
Βόηθα την αγαθή διάνοια κι όχι γνώμες που ερίζουν,
Αλλοπρόσαλλες, ανόσιες, που τον άλλον μηδενίζουν).
«Ηγεμών, μία τελευταία ένσταση πριν διακτινισθούμε», είπε ο Υπερίων. «Αυτά τα απίθανα πλάσματα που κατοικούν στην Αρκαδία δεν αξίζουν την ευτυχία και την αθανασία που βιώνουν εδώ πέρα, δεν την έχουν κερδίσει».
Ο Προμηθέας έσκυψε εμπιστευτικά στο μυτερό αυτί του Υπερίωνα.
«Πέραν του ότι, όπως είδες, έχουν τους ερωτικούς καημούς τους κι αυτό δεν είναι να το υποτιμάς, μη νομίζεις ότι ένας τιτάνας, όπως εγώ, θα κάνει κάτι που να αντιβαίνει στη διάκριση και στη δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα δεν έχω σκοπό να κλείσω το πέρασμα μεταξύ ζωής- θανάτου, αλλά να αντιστρέψω τη ροή του και να το κάνω μονόδρομο που να οδηγεί από τον Άδη στην Αρκαδία. Η είσοδος θα κείται στο στερέωμα του κάτω κόσμου και μόνο οι ελαφρές σαν φτερά, καλές ψυχές θα ανταμείβονται με διάβαση και ανάληψη προς την ευτυχισμένη χώρα των μακάρων, ενώ όσοι βαρύνονται με εγκλήματα θα παραμείνουν στις όχθες του Αχέροντα και της Στυγός. Όσο για τους Αρκάδες δεν τούς λυπάμαι. Η κατάσταση της ευημερίας τους είναι τέτοια, που τούς επιτρέπει να δεχθούν και μερικούς μετανάστες ή έστω ακόμη και διαρκώς αυξανόμενους επήλυδες και ας δουν αυτοί πώς θα τούς καταυλίσουν και πώς θα τούς θρέψουν. Ο έχων δύο χιτώνας δίνει τον ένα, για να χρησιμοποιήσω και ένα ρητό του ανταγωνιστικού προς εμάς κινήματος του χριστιανισμού, έτσι δεν είναι κύριε Υπερίων; Ιαπετέ, διακτίνισέ μας».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ’
ΚΥΚΝΟΣ, ΔΕΛΦΙΝ, ΠΗΓΑΣΟΣ, ΤΡΙΓΩΝΟΝ ΒΟΡΡΑ
Εισηγείται η Λητώ:
Κύριοι συνάδελφοι, σάς ευχαριστώ που μού αναθέσατε αυτή την ομιλία για το δίκαιο. Κάποιοι λένε ότι εμείς οι τιτάνες ασχολούμαστε στα συνέδριά μας με τα ίδια πράγματα, αλλά αυτό το κάνουμε γιατί τα σημαντικά θέματα της ζωής είναι λίγα και μόνο μ’ αυτά αξίζει κανείς να ασχολείται. Έτσι και στις τραγωδίες οι μεγάλοι μας δραματουργοί είχαν ανέκαθεν έτοιμους τους ηθικούς χαρακτήρες και τις νοητικές δομές και η δημιουργική τους δραστηριότητα έγκειτο απλώς και μόνο στον άπειρο συνδυασμό τους, στην εμβάθυνση των κινήτρων της βούλησης και στις διάφορες εκδοχές της ψυχολογίας. Ομοίως και το δίκαιο περιέχει ηθικούς χαρακτήρες και νοητικές δομές και δεν επαφίεται στον υποκειμενισμό εκάστου. Η ελευθερία της βουλήσεως δεν αντιβαίνει προς την αντικειμενικότητα του δικαίου ως επιστήμης, διότι ο καθένας μπορεί να αυτοπραγματωθεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που η δικαιϊκή κοινότητα τού εμπιστεύεται. Αυτό ως προκαταρκτική παρατήρηση.
Η
σύντομη πραγματεία μου για το δίκαιο θα λάβει χώρα με βάση το παράδειγμα των
Δελφών, τη δε εισήγησή μου την αφιερώνω στον Δέλφιο Απόλλωνα. Είναι γνωστό ότι
εμείς οι τιτάνες είμαστε αντίπαλοι των Ολύμπιων σε πολλά θέματα, αναγνωρίζουμε
όμως ότι συχνά αυτοί μέσα στην εξουσιομανία τους λειτουργούν ως καταλύτες για
σημαντικά ιστορικά γεγονότα, μάλιστα πολλές φορές η πανουργία της παγκόσμιας βουλήσεως
φέρνει τα πράγματα έτσι ώστε οι Ολύμπιοι επιτυγχάνουν το αντίθετο αποτέλεσμα
απ’ αυτό που επιδιώκουν, διότι σε τελευταία ανάλυση είναι κι αυτοί πιόνια της
γενικής Ιστορίας που αποβλέπει στην όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση τόσο της
αναγκαιότητας όσο και της ελευθερίας. Όπως έλεγε και ο Γύθειος στην «Πυγμή»
περιγράφοντας τον διάβολο:
Είμαι μέρος της δύναμης που
πιάνει
Κακό να πράξει και καλό όλο κάνει.
Για να ‘χει τη χαρά μετά να το ξεκάνει.
Γιατί ό,τι υπάρχει είναι μονάχα μία πλάνη.
Γι’ αυτό ό,τι καλείτε σεις κακό, πλεκτάνη
Είναι για μένα στοιχείο να με υφάνει.
Στον υποθετικό χώρο των Δελφών λοιπόν, όπως και σε κάθε άλλο χώρο χτίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μετά από το σχετικό αλληλο- φάγωμα άρχισε η οριοθέτηση και το μοίρασμα της γης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η σημασία της λέξεως «νόμος» είναι ο κανονισμός ορίων, η κατανομή και η νέμηση των κτημάτων. Το πιο βασικό στοιχείο της οριοθέτησης δεν ήσαν τα παλούκια ή τα σύρματα στα λιβάδια, αλλά η αναγνώριση της κυριότητας του ενός από τον άλλον. Αυτό επέφερε τις συμβάσεις και τις κάθε είδους συμφωνίες, αλλά η απλώς και μόνο υλική διανομή των πραγμάτων χωρίς κάποια πνευματική αποδοχή έφερε τη μη αναγνώριση της ιδιοκτησίας του ενός από τον άλλον, την παραβίαση των συμβάσεων, την απάτη και τελικά το έγκλημα. Ήταν η εποχή που ο Κύκνος – παρακαλώ να καταστεριστεί ο αντίστοιχος αστερισμός – άρπαζε τα αφιερώματα που έφεραν οι πιστοί προς τους Δελφούς. Ο Κύκνος ήταν ένας από τους λήσταρχους που λυμαίνονταν την περιοχή, άκρως επιθετικός, όπως και το αντίστοιχο ομώνυμο πτηνό. Η ορμητικότητά του ήταν τέτοια, ώστε ο Δίας πήρε τη μορφή του για να συγκινήσει και να συγκλονίσει τη Λήδα με τη συνέχεια που ξέρετε, να σκηνοθετήσει δηλαδή η Αφροδίτη καταδίωξη του Κύκνου -Δία, να τον λυπηθεί η Λήδα και να τον πάρει στην αγκαλιά της για να τον γλιτώσει, να μείνει έγκυος το ίδιο βράδυ και από τον Κύκνο- Δία και από τον Τυνδάρεω και να γεννήσει εντέλει δύο… αβγά, όπου από το μεν αβγό του Κύκνου να γεννηθούν οι Πολυδεύκης και Ελένη, από το δε αβγό του Τυνδάρεω οι Κάστορας και Κλυταιμνήστρα. Σε κάθε περίπτωση η επιθετικότητα του Κύκνου διευθετήθηκε όταν τον απέκτεινε ο Ηρακλής, αλλά οι αντιπαραθέσεις για την ιδιοκτησία δεν σταματούσαν. Οι νεφέλες και οι μελανίες εξακολουθούσαν -αλίμονο- να συγκεντρώνονται. Ας ψάλουμε τον ύμνο των Νεφελών για να ολοκληρώσουμε την εποχή του Κύκνου.
ΝΕΦΕΛΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑ
«Ηέριοι νεφέλαι, καρποτρόφοι, ουρανόπλαγκτοι,
Ομβροτόκοι, πνοαίς ελαυνόμεναι κατά κόσμον,
Βρονταίαι, πυρόεσσαι, ερίβρομοι, υγροκέλευθοι-
Ηέρος εν κόλπω πάταγον φρικώδη έχουσαι
Πνεύμασιν αντίσπαστοι επιδρομάδην παταγεύσαι,
Υμέας νυν λίτομαι, δροσοείμονες, εύπνοοι αύραις,
Πέμπειν καρποτρόφους όμβρους επί μητέρα γαίαν».
(Αέριες νεφέλες, ουρανοβάμονες, καρπούς γεμάτες
Βροχερές, με πνοές ωθείστε στου κόσμου τις στράτες,
Βροντάτε, θέτετε παντού πυρ όντας και των νερών δραγάτες-
Στους κόλπους του αέρα με πάταγο φρικώδη κινείστε
Ταράζετε τα πνεύματα αντίθετες μ’ αυτόν όταν είστε.
Σάς παρακαλώ λοιπόν να είστε εύπνοες με δροσάτα ρούχα
Με καρποφόρα βροχή κάντε τη γη εύφορη- προνομιούχα).
Στο σημείο αυτό μέχρι και ο Απόλλων κατάλαβε ότι χωρίς αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό μεταξύ των νομέων και ιδιοκτητών ούτε και η δική του εξουσία και βασιλεία είναι δυνατή. Μεταμφιέστηκε λοιπόν σε δελφίνι και έκανε επίθεση σε ένα πλοίο με Κρήτες γνωρίζοντας ότι οι Κρήτες είναι οι πιο αξιόπιστοι οπαδοί (πράγμα που ισχύει και σήμερα). Απήγαγε όλο το πλήρωμα και τούς έφερε στους Δελφούς για να τον υπηρετήσουν ως ιερείς, αλλά και ως ένα είδος ένοπλων δικαστών και αμείλικτων εφαρμοστών του νόμου. Οι Κρήτες όμως εκτός από πιστοί, αποδείχθηκαν και εξαιρετικά ηθικοί άνθρωποι και αντί να βγουν έξω με το κνούτο να επιβάλουν το νόμο, θεώρησαν αδιέξοδη την εξωτερική μη συνειδητή υπακοή και ενδοστράφηκαν διατυπώνοντας τα περίφημα δελφικά παραγγέλματα που ισχύουν μέχρι σήμερα. Σώζονται αν δεν κάνω λάθος γύρω στα 147, αλλά τα πιο γνωστά είναι το «Γνώθι Σαυτόν» και το «Μηδέν Άγαν». Σάς αναφέρω όμως και ένα ακόμη αντιπροσωπευτικό ρητό που αφορά την επιβεβλημένη στάση του ανθρώπου ανάλογα με την ηλικία του: «Παις ων κόσμιος ίσθι, ηβών εγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτης εύλογος, τελευτών άλυπος». Οι ηθικές αρχές είναι απαραίτητες σε μία κοινωνία, διότι μάς λένε πώς πρέπει να φερόμαστε στον συγκάτοικό μας, τον συμπολίτη μας, τον συμπατριώτη μας προκειμένου η συντεταγμένη πολιτεία να προχωρήσει. Όμως και εκεί εμφιλοχώρησε αδιέξοδο, διότι πολλοί θεώρησαν την εξάπλωση των ηθικών αρχών του μαντείου ως ηθική τρομοκρατία. Η εξωστρέφεια του νόμου απέτυχε, αλλά το ίδιο συνέβη και με την ενδοστρέφεια της ηθικής, η οποία κατέληξε σε ένα είδος ζοφερού κάτω κόσμου, απειλητικού και καταπιεστικού για τους πάντες. Ας πούμε εδώ τον ύμνο της Περσεφόνης προς τιμή του αστερισμού Δελφίνος – να καταστεριστεί παρακαλώ- για να δείξουμε ότι η απαραίτητη για την κοινή συμβίωση ηθική μπορεί να γίνει υπό προϋποθέσεις δικτατορία μίας αναιτιολόγητης σεμνοτυφίας, όπως αυτή που υποχρεώνει τις γυναίκες ποικίλων θρησκευμάτων να φορούν πανοπλία και ζώνες αγνότητας και να μη μπορούν να βγουν στο δρόμο, αν δεν είναι μεταλλικά σιδερόφραχτες.
ΥΜΝΟΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ
«Περσεφόνη, θυγάτερ μεγάλου Διός, ελθέ μάκαιρα,
Μουνογένεια θεά, κεχαρισμένα δ’ ιερά δέξαι-
Πλούτωνος πολύτιμε δάμαρ, κεδνή, βιοδότι
Ή κατέχεις Αϊδου πύλας υπό κεύθεα γαίης,
Πραξιδίκη, ερατοπλόκαμος, Δηούς θάλος αγνόν,
Ευμενίδων γενέτειρα, καταχθονίων βασίλεια-
Ήν Ζευς αρρήτοις γοναίς τενώσατο κούρην.
Μήτερ εριβρεμέτου πολυμόρφου Ευβουλέως,
Ωρών συμπαίκτειρα, φαεσφόρος, αγλαόμορφε,
Σεμνή παντοκράτειρα, κόρη καρποίς βρύουσα,
Ευφεγγής, κερόεσσα, μόνη θνητοίς ποθεινή,
Εαρινή, λειμωνιάσιν χαίρουσα πνοαίς,
Ιερόν βλασταίνουσα δέμας βλαστοίς χλοοκάρποις,
Αρπαγιμαία λέχη μετοπωρινά νυμφευθείσα,
Ζωή και θάνατος μούνη θνητοίς πολυμόχθοις,
Φερσεφόνεια φέρεις γαρ και πάντα φονεύεις.
Κλύθι, μάκαιρα θεά, καρπούς δ’ ανάπεμπε από γαίης,
Ειρήνη ευόλβω και ηπιόχειρι υγιείη
Και βίω ευόλβω, λιπαρόν γήρας κατάγοντι
Προς σόν χώρον, άνασσα, και ευδύνατον Πλούτωνα».
(Περσεφόνη, μεγάλου Διός θυγατέρα, έλα μακάρια,
Μονογενή θεά, δέξου ιερούς ύμνους και τροπάρια-
Πλούτωνα πολύτιμη συμβία, ζωοδότρα, φρόνιμη,
Που κατέχεις τις πύλες Άδου υπό τη γη τη γόνιμη,
Εκδικήτρια, ερατοπλόκαμη, θάλος Γης μήτρας,
Ευμενίδων γενέτειρα, άνασσα χθόνιας φύτρας-
Που σε γέννησε ο Δίας μ’ ανορθόδοξο τοκετό.
Κι είσαι μάνα του Διονύσου με τον όλο συρφετό,
Ωρών συμπαίκτρια, δοξασμένη, που κρατάς φανούς
Σεμνή παντοκράτειρα και κόρη που σκορπάς καρπούς,
Ιερό βλασταίνεις δέμας ανάμεσα σε βλαστούς χλωρούς,
Ευφεγγή, μόνη ποθητή στους θνητούς, με το ωραίο κέρας
Εαρινή, που στα λιβάδια σε χαίρεται με πνοές ο αέρας,
Που σε άρπαξαν για νύφη, όταν φθίνει η οπώρα
Ζωής και τελευτής για τους θνητούς σημαίνεις την ώρα.
Γιατ’ είσαι η Περσεφόνη και τα πάντα φονεύεις,
Αλλά μπορείς, αν μάς ακούσεις, εμάς να δαψιλεύεις,
Με καρπούς της γης, ειρήνη και γλυκιά υγεία
γήρας εύπορο χαρίζοντας, ήπια τρίτη ηλικία
στο δρόμο προς τον Πλούτωνα κι εκείνου τη μαγεία).
Όλα αυτά κατέληξαν στην κυριαρχία των
ΘΕΣΜΩΝ, που είναι η κορωνίδα του δικαίου, είναι αυτό που ο άνθρωπος αναζήτησε
και πέτυχε κατά τη διάρκεια της Ιστορίας του, ένας συνδυασμός υλικής
διευθέτησης και πνευματικής επίνοιας. Οι θεσμοί έχουν ως βάση τους μία υλική οργάνωση,
αλλά και ένα πνευματικό στοιχείο που συνδέει τους μετέχοντες σε αυτούς. Τέτοιοι
θεσμοί είναι η οικογένεια, η κοινωνία των συναλλαγών, τα δικαστήρια, τα
πανεπιστήμια, τα συνδικάτα, οι επαγγελματικές ενώσεις, οι συνελεύσεις του λαού,
βουλή, γερουσία και οι κυβερνήσεις. Κάθε κοινωνία δομείται σ’ αυτά, δεν υπάρχει
εναλλακτική λύση στους θεσμούς, παρά μόνο η τυραννία ως ενός ανδρός αρχή ή η ολιγαρχία
ως το «του κρείττονος ξυμφέρον». Αλλά οι θεσμοί χρειάζονται στήριξη και
στελέχωση. Με βάση τους θεσμούς ο καθένας έχει τις αρμοδιότητές του μέσα στην κοινωνία.
Είναι ψηφοφόρος, ενεργός (ή ανενεργός) πολίτης, οικογενειάρχης,
συναλλασσόμενος, και από καθεμία από αυτές τις ιδιότητες απορρέουν δικαιώματα
και υποχρεώσεις, συνελόντι ειπείν αρμοδιότητες. Ο καθένας πολίτης στο πλαίσιο
της αρμοδιότητάς του είναι άρχοντας, είναι κυβερνήτης, είναι διοικητής, έχει
ευθύνες και είναι υπόλογος για τις αποφάσεις του. Αρχή άνδρα και γυναίκα
δείκνυσι.Αριστοτέλης: Ο πολίτης ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω
μετέχειν κρίσεως και αρχής. Σόλων: Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός
ύπεχε! Δημοσθένης: Τοις ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ των
πραγμάτων ευθύνη. Σόρρυ, παρασύρθηκα, όπως λέει και ο κυβερνήτης μας.
Όταν ένας άνθρωπος ασκεί τις αρμοδιότητες που τού απονέμει η κοινωνία, καταξιώνεται και ως άτομο και ως μέλος του ευρύτερου συνόλου της πολιτείας. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Βελλερεφόντης, ο πιο αγνός, ο πιο άψογος, ο πιο ακέραιος θεσμικά από τους ήρωες, τόσο ακέραιος που πολλοί τον επιβουλεύτηκαν, πολλοί τον εποφθαλμιούσαν, αλλά κανένας δεν τόλμησε να τον βλάψει, κανένας δεν έστερξε να τον σκοτώσει γιατί όλα τα βέλη της συκοφαντίας, της διαβολής και της αθέμιτης ή θεμιτής φιλοδοξίας των άλλων προσέκρουαν και αναπηδούσαν στην απαστράπτουσα αψεγάδιαστη άμεμπτη και αμεμφή πανοπλία του.
Στην αρχή καλούσε τον εαυτό του Ιππόνου γιατί είχε νου και σκέψη μόνο για τα άλογα, τα οποία κυνηγούσε δώθε-κείθε για να τα ημερέψει, δραστηριότητα δύσκολη και επικίνδυνη, καθώς εκείνη την εποχή τα άλογα ήσαν ανθρωποφάγα και κατασπάρασσαν τους διώκτες τους. Όχι απλά κατάφερε ο Ιππόνους να δαμάσει κάποιο άλογο, αλλά μπόρεσε να δαμάσει ΤΟ άλογο, που ήταν ο φτερωτός Πήγασος, γιος της Μέδουσας και του Ποσειδώνα, τον οποίο σβέρκωσε και ίππευσε καθώς αυτός έπινε νερό στην πηγή της Πειρήνης στον Ακροκόρινθο. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή του με το δίκαιο, σημαδιακή σίγουρα, διότι δεν απέκτησε μία ιδιοκτησία «εική και ως έτυχε», αλλά ένα ζωντανό φευγαλέο πλάσμα, το οποίο έπρεπε ανά πάσα στιγμή να φροντίζει και να καλοπιάνει, αλλά και να θέτει τις άπειρες δυνάμεις του στη διάθεση της κοινωνίας. Ο Πήγασος λοιπόν – παρακαλώ να καταστεριστεί- συμβολίζει τον πνευματικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας, όπου κανείς βλέπει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτήν, υπογραμμίζει δε την ευθύνη και την κοινωνική διάσταση που αυτή συνεπάγεται. Ύστερα ο ήρωας μας πήγε στην Τροιζήνα για να παντρευτεί με την Αίθρα, τη θυγατέρα του Πιτθέως. Εν τω μεταξύ ο δυνάστης της Κορίνθου Βέλλερος τού ζήτησε να τον διδάξει τοξοβολία, αλλά ο Ιππόνους έκανε λάθος και τού έδωσε κατά τη διάρκεια της προπόνησης να πιάσει ένα δηλητηριώδες βέλος, με αποτέλεσμα ο τύραννος να πέσει ξερός. Παρότι ο Βέλλερος πέθανε από ατύχημα, το άδικο δηλαδή που προξενήθηκε ήταν ακούσιο, απροδιάθετο και οφειλόταν απλώς σε (βαρεία; ) αμέλεια, ο Ιππόνους ήταν απαρηγόρητος. Άρχισε να ονομάζει τον εαυτό του Βελλερεφόντη, δηλαδή φονέα του Βέλλερου, που κι αυτουνού το όνομα προέρχεται από το «βέλος ή βελόνη», για να μη ξεχάσει ποτέ το έγκλημα που διέπραξε. Παρότι η ευθύνη του ήταν φορμαλιστική και διόλου υποκειμενική ένιωσε τεράστιες τύψεις, πράγμα που προώθησε πολύ την μελέτη του δικαίου και περιήγαγε το δίκαιο σε μία νέα εποχή. Ο Βελλερεφόντης κατέφυγε ικέτης στον παλιό μας γνώριμο τύραννο της Τύρινθας Προίτο ώστε με αγγαρείες να εξιλεωθεί για το έγκλημά του. Τότε οι αγγαρείες, αν είχαν αίσια έκβαση, αν κατέληγαν δηλαδή σε εσωτερική γνήσια μεταμέλεια του δράστη, θεωρούνταν θεραπείες εξιλασμού. Ενώ διέτριβε εκεί τον ερωτεύτηκε η γυναίκα του Προίτου Σθενέβοια, αλλά ο Βελλερεφόντης, όπως λέμε στην τιτανική γλώσσα, «εφύλαξε το τίμιον προς τον φιλοξενήσαντα», καταδεικνύοντας ότι ένας απαραίτητος πυλώνας του δικαίου είναι και η ηθική. Δίκαιο χωρίς ηθικούς κοινωνούς δεν μπορεί να υπάρξει, όσο και αν κόπτονται ή ωρύονται συναφώς οι θετικιστές νομικοί.
Η Σθενέβοια τότε, φοβούμενη ότι θα την κατήγγελνε ο Βελλερεφόντης στον Προίτο, έσπευσε να τον προλάβει και είπε ότι ο ήρωάς μας πήγε να τη βιάσει. Ο Προίτος αφενός επειδή λόγω της διαδικασίας εξιλασμού ήταν ένα είδος πνευματικού γέροντα για τον Βελλερεφόντη, αφετέρου επειδή ήταν χέστης και τον φοβόταν στον υπερθετικό βαθμό, τον έστειλε στον πεθερό του Ιοβάτη στη Λυκία με την οδηγία να βρει τρόπο να τον φονεύσει. Κατά χρονική ακολουθία, ο Ιοβάτης πρώτα τον φιλοξένησε και μετά έλαβε τα γράμματα με τις ανόσιες οδηγίες και τούτο, διότι ο μεν Βελλερεφόντης πήγε αεροπορικώς καβάλα στον Πήγασο, ενώ το ταχυδρομείο κινούνταν με άμαξα, όπως στις ταινίες της Άγριας Δύσης, και άργησε. Ο Ιοβάτης λοιπόν, όντας ο ίδιος ψυχούλα και λόγω της προηγηθείσας φιλοξενίας, είχε συμπαθήσει τον ήρωά μας και δεν ηδύνατο ούτε αυτός να τον φονεύσει. Απ’ αυτό διδασκόμαστε ότι εκτός από τα θεσμοθετημένα δικαστήρια, κριτές είμαστε και εμείς οι ίδιοι, όλοι εμείς. Στην πραγματικότητα δικάζουμε καθημερινά εαυτούς και αλλήλους, απονέμουμε ευθύνες, προσανατολίζουμε τη ζωή μας προς τους καλούς και αποφεύγουμε τους κακούς. Ταυτόχρονα όμως είμαστε και υποκριτές, γιατί δεχόμαστε να κάνει κάποιος άλλος τη βρόμικη δουλειά που εξασφαλίζει το δικό μας επίπεδο διαβίωσης. Έτσι ο Ιοβάτης έστειλε τον Βελλερεφόντη προς ανδραγαθία στη Χίμαιρα, κόρη του παλιού μας γνώριμου Τυφώνα και της Έχιδνας, στο πλαίσιο των «θεραπειών» που αναφέραμε με την ελπίδα να τον σκοτώσει αυτή. Η Χίμαιρα είχε προτομή λέοντος, κεφαλή αιγός που εξέβαλλε πυρ και ουρά δράκοντος και προξενούσε μεγάλη βλάβη στον τόπο. Για να μη τα πολυλογούμε ο Βελλερεφόντης την τόξευσε και τη θανάτωσε εξ ύψους Πήγασου, ο οποίος διενήργησε κάθετη εφόρμηση. Η Χίμαιρα συμβολίζει τις καθημερινές μας συναλλαγές, που είναι τόσο φθαρτικές και χιμαιρικές, πλανερές και απατηλές, ώστε είναι θαύμα πως κατορθώνουμε και επιβιώνουμε. Εις οιωνός άριστος όμως είναι να τηρούμε τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη. Στη συνέχεια ο Ιοβάτης έστειλε τον ήρωά μας στους Σολύμους, έθνος άγριο και βάρβαρο της Λυκίας, που συμβολίζει τις επαγγελματικές και συνδικαλιστικές ενώσεις, όπου κανείς χρειάζεται μεγάλη ισορροπία και λεπτότητα χειρισμών για να μπορέσει να τις κρατήσει ενωμένες και επιδραστικές. Ο Βελλερεφόντης τα κατάφερε και τούς συμφιλίωσε. Έπειτα ήλθε η σειρά των Αμαζόνων, που, όπως γνωρίζουν οι πάντες, κατοικούσαν τον Θερμόδοντα ποταμό της Ασίας, λέγονταν «αντιάνειραι» διότι ήσαν φεμινίστριες και συνέθλιβαν τους δεξιούς μαστούς τους για να μην εμποδίζονται να τοξεύουν. Σ’ αυτές, αφού τις νίκησε, ο Βελλερεφόντης δίδαξε την ισότητα των δύο φύλων από την ανάποδη, πείθοντάς τις ότι και οι άντρες κάτι αξίζουν, ενώ διέδωσε και αρκετά στοιχεία διεθνούς δικαίου, ώστε όλοι αυτοί οι λαοί της ασιατικής λαοθάλασσας που κατοικούσαν στην Ευρασία και τη Σκυθία να μπορέσουν εφεξής να ζήσουν ειρηνικά.
Όταν τέλος πάντων ο Ιοβάτης είδε ότι καμία ενέδρα όσο μελετημένη ή εξεζητημένη και αν ήταν δεν μπορούσε να βλάψει τον λαμπρό Βελλερεφόντη, καθότι ήταν και ιδεολόγος και ηθικός και θεσμικός, τον κράτησε στο βασίλειό του και τού έδωσε σύζυγο τη θυγατέρα του μαζί με το μισό βασίλειο, χώρια από τα εδάφη που τού έδωσαν οι Σόλυμοι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης που τούς έπιασε από το χεράκι και τούς οδήγησε στην οδό της ειρήνης και της ευημερίας. Εδώ τελειώνει η ιστορία μας, η ιστορία της θεσμικής ευθύνης και αρμοδιότητας, αντί όμως να πούμε την κλασική κατακλείδα «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είναι πιο αρμόζον να πούμε ότι αυτή είναι πάνω- κάτω συνοπτικά η Ιστορία του Δικαίου.
Ο φτερωτός Πήγασος έγινε το σύμβολο της αναζήτησης των τιτάνων για δίκαιο και δικαιοσύνη. Είναι άλλωστε και το σήμα του Αστροστόλου μας, διακριτικός τίτλος και όνομα για τα ωραιότερα σκάφη μας τόσο του εμπορικού όσο και του πολεμικού ναυτικού. Είναι μία αιώνια έννοια που καλεί τους ανθρώπους σε υψιπετή ανάταση και σε διατράνωση των θεσμών που οι ίδιοι ίδρυσαν. Κλείνοντας την μικρή ιστορική αναδρομή μου κι αφού έχουμε όλοι εφησυχάσει στις αγκάλες του δικαίου τουλάχιστον θεωρητικά, καθότι η πρακτική εφαρμογή απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση και καθημερινό αγώνα, σάς καλώ να υμνήσουμε τις Ευμενίδες, γιατί αυτό ακριβώς είναι το δίκαιο, είναι οι βασανιστικές ορμές του ανθρώπου, τα εφιαλτικά πλάσματα του μύθου, οι Ερινύες δηλαδή, που προοδευτικά υποχωρούν και παραχωρούν τη θέση τους στις Ευμενίδες του λόγου και της λογικής, όπως η θάλασσα αποσύρεται για να οφθεί η ξηρά.
Σάς θυμίζω τι έγραψε κάποιος Έγελος για τις Ερινύες και τις Ευμενίδες, που συμβολίζουν αντίστοιχα την πρωτόγονη κατάσταση του ανθρώπου σε σχέση με τη συνειδητή, και την άτακτη διαστρωμάτωση του αδίκου σε σχέση με την τακτική οικοδομή του δικαίου. «Η διαμάχη μεταξύ του Απόλλωνα και των Ευμενίδων πρόκειται να λυθεί με την ετυμηγορία του Αρείου Πάγου. Ένα ανθρώπινο δικαστήριο ως σύνολο, στην κορυφή του οποίου ίσταται η Αθηνά ως το συγκεκριμένο πνεύμα του λαού, πρόκειται να επιφέρει τη λύση της διαφοράς. Οι δικαστές τώρα δίνουν ίσες ψήφους υπέρ της καταδίκης και υπέρ της απαλλαγής, τιμώντας εξίσου τις Ευμενίδες και τον Απόλλωνα (σ.σ. οι Ευμενίδες ήσαν ακόμη Εριννύες), η λευκή ψήφος της Αθηνάς όμως κρίνει την έκβαση της έριδας υπέρ του Απόλλωνα. Οι Ευμενίδες, αναστατωμένες από την ψήφο της Αθηνάς, υψώνουν τη φωνή τους, αλλά η Παλλάς τις …εξευμενίζει, με το να παραχωρήσει σ’ αυτές τόπο λατρείας και βωμούς στο περίφημο άλσος του Κολωνού. Αυτό που πρέπει σε αντάλλαγμα να προσφέρουν στο λαό οι Ευμενίδες είναι προστασία κατά των δεινών, που προέρχονται από τα στοιχεία της φύσης, τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα και τους ανέμους, άμυνα κατά της ξηρασίας και της άγονης κατάληξης του ζωντανού σπόρου, των προϊόντων και των γεννημάτων. Η Παλλάς από την άλλη πλευρά αναλαμβάνει η ίδια τη μέριμνα για την πολεμική ετοιμότητα και τους ιερούς αγώνες…
Βέβαια, η τραγική έκβαση δεν έχει ανάγκη κάθε φορά τον όλεθρο των εμπλεκομένων ατόμων, προς το σκοπό της οπισθοχώρησης και των δύο μονομερειών και της ισόκυρης τιμής τους. Έτσι, ως γνωστόν, οι «Ευμενίδες» του Αισχύλου δεν τελειώνουν με τον θάνατο του Ορέστη ή με την εξολόθρευση των Ερινύων, τούτων των εκδικητριών του μητρικού αίματος και φυλάκων της ευλάβειας προς τον Απόλλωνα, ο οποίος επιθυμώντας να διατηρήσει την αξία και το σεβασμό προς το πρόσωπο του οικογενειάρχη και βασιλιά Αγαμέμνονα προστάζει τον Ορέστη να σκοτώσει την Κλυταιμνήστρα, αλλά ο Ορέστης αμνηστεύεται και αποδίδεται τιμή συμμέτρως σε όλους τους θεούς. Συγχρόνως όμως καθίσταται έκδηλο σ’ αυτό το χαρακτηριστικό τέλος τι πίστευαν οι Έλληνες για τους θεούς τους, καθώς τους προσήγαγαν στη θεώρησή τους με όλη την αγωνιστική τους ιδιαιτερότητα. Προ της Ιδέας της Αθήνας εμφανίζονται μόνο ως στοιχεία , που τα συνενώνει η πλήρης αρμονική θεσμικότητα. Οι ψήφοι στον Άρειο Πάγο είναι ισάριθμες. Τότε η θεά Αθηνά ως οργανική προσωποποίηση της υπόστασης των Αθηνών προσθέτει τον λευκό λίθο, απαλλάσσει τον Ορέστη, υπόσχεται δε βωμούς και λατρεία τόσο στις Ευμενίδες, όσο και στον Απόλλωνα».
Ο Προμηθέας ξερόβηξε:
«Λοιπόν αρκετά, όπως είπες, Λητώ, να εγερθούμε όλοι για τον ύμνο των Ευμενίδων προς εορτασμό του καταστερισμού του Πήγασου.»».
ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κλύτε, θεαί πάντιμοι, ερίβρομοι, ευάστειραι,
Τισιφόνη τε και Αληκτώ και δία Μέγαιρα,
Νυκτέριαι, μύχιαι, υπό κεύθεσιν οικίαν έχουσαι
Άντρω εν ηερόεντι, παρά Στυγός ιερόν ύδωρ-
Ουχ οσίαις βουλαίς βροτών πεπτημέναι αεί
Λυσσήρεις, αγέρωχοι, επευάζουσαι ανάγκαις,
Θηρόπεπλοι, τιμωροί, ερισθενείς, βαρυαλγείς,
Αϊδου χθόνιαι φοβεραί κόραι αιολόμορφοι,
Ηέριαι, αφανείς, ωκύδρομοι, ώστε νόημα
Είτ’ αιεί θνητών πάντων επ’ απείρονα φύλα
Όμμα Δίκης εμφοράτε, δικασπόλοι αιέν εούσαι.
Αλλά, θεαί Μοίραι, οφιοπλόκαμοι, πολύμορφοι,
Πρηύνοον μεταθέσθε βίου μαλακόφρονα δόξαν.
Κλύτε με, Ευμενίδες μεγαλώνυμοι, εύφρονι βουλή
Αγναί θυγατέρες μεγάλου Διός χθονίου,
Φερσεφόνης τ’ ερατής κούρης καλλιπλοκάμου,
Αί πάντων καθοράτε βίον θνητών ασεβούντων,
Των αδίκων τιμωροί, εφεστηκυίαι ανάγκη,
Κυανόχρωτοι άνασσαι, απαστράπτουσαι απ’ όσσων
Δεινήν ανταυγή φάους σαρκοφθόρον αίγλην –
Αΐδιοι, φοβερώπες, απόστροφοι, αυτοκράτειραι,
Λυσιμελείς οίστρω, βλοσυραί, νύχιαι, πολύποτμοι
Νυκτέριαι κούραι, οφιοπλόκαμοι, φονερώπες,
Υμέας κικλήσκω γνώμαις οσίαις πελάζειν».
(Ακούστε, θεές έντιμες, μ’ άστρο, φωνή στεντόρεια
Τισιφόνη και Αληκτώ και Μέγαιρα, που τη λεν πανώρια
Νυκτερινές, μύχιες, που έχουν το σπίτι τους στα βάθη
Στο ιερό ύδωρ της Στυγός, όπου καθένας θε να πάθει,
Που ίπτασθε με διαθέσεις καθόλου καλές, σκοτεινές
Λυσσάρες, αγέρωχες, προκαλώντας ανάγκες αλγεινές,
Θηριώδεις, τιμωροί, παντοδύναμες, με πόνο και σθένος
Χθόνιες κόρες, φοβερές, που σκορπάτε του Άδη του μένος
Αέριες, αφανείς, που σαν έννοια και σκέψη γρηγορείτε,
Στων θνητών τ’ απειράριθμα φύλα επαγρυπνείτε,
Μ’ όμμα Δίκης επισκοπείτε, πάντα είστε δικαστές
Θεές μοίρες, πολύμορφες, να ‘στε σεις στοχαστές,
Το βίο μεταβάλετε να ‘ναι πράος με γνώμες καλές.
Ακούστε, Ευμενίδες μεγάθυμες, με εύφρονες βουλές
Αγνές θυγατέρες του μεγάλου χθόνιου Δία κι εσείς,
Και Περσεφόνης βοστρυχωτής, που ποτέ δεν μισείς,
Πάντων επιτιμάτε τον βίο θνητών ασεβή και μονήρη,
Των αδίκων τιμωροί σε καθετί που ποινή επισύρει,
Κυανόχρωμες άνασσες, που με τα μάτια κεραυνώνουν
Με δεινή ανταύγεια -αίγλη σαρκοβόρα τον άλλον κερώνουν
Αιώνιες, αποτρόπαιες, κυρίαρχες, με όψη φοβερή
Που με νύχια, βλέμμα διαμελίζετε κάθε δομή σταθερή,
Νυκτερινές κόρες, με οφιοειδείς βοστρύχους στο μαλλί,
Φέρτε μας γνώμη σώφρονα και φρόνηση πολλή).
Ζωηρά και βροντερά χειροκροτήματα ακολούθησαν την ομιλία της Λητούς. Ο Προμηθέας σηκώθηκε συγκινημένος και είπε:
«Σ’ ευχαριστούμε Λητώ. Το δίκαιο ως συνδυασμός νόμου, ηθικής και θεσμών είναι το μεγαλύτερο ανθρώπινο δημιούργημα. Να καταστεριστεί παρακαλώ προς συμβολισμό της ανωτέρω τριμερούς διακρίσεως το Τρίγωνον Βορρά. Ας ψάλλουμε λοιπόν και κάποιους ύμνους προς τιμή του μέγιστου εχθρού μας εξουσιομανούς Διός για να τον εξευμενίσουμε και να μάς αφήσει ήσυχους να ζήσουμε στις κοινωνίες μας, διότι δεν τον έχουμε ανάγκη».
ΔΙΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Ζευ πολυφίλητε, Ζευ άφθιτε, τήνδε τοι ημείς
Μαρτυρίην τιθέμεθα λυτήριον, ηδέ πρόσευξιν
Ώ βασιλεύ, δια σήν κεφαλήν εφάνη τάδε πάντα,
Γαία θεά μήτηρ, ορέων θ’ υψαύχενες όχθοι,
Και πόντος και πανθ’, οπόσ’ ουρανός εντός έταξε.
Ζευ Κρόνιε, σκηπτούχε, καταιβάτα, οβριμόθυμε,
Παντογενέθλ’, αρχή πάντων, πάντων δε τελευτή,
Σεισίχθων, αυξητά, καθάρσιε, παντοτινάκτα,
Αστράπιε, βρονταίε, κεραύνιε, φυτάλιε Ζευ,
Κλύθι με, αιολόμορφε, δίδου δ’ υγιείαν αμεμφή,
Ειρήνην τε θεάν και πλούτου δόξαν άμεμπτον
Αυτοπάτωρ, μακάριων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών.
Αλλά χάριν λοιβαίς δίδου, φρεσίν αίσιμα πάντα,
Ζωήν δ’ ολβιόθυμον, ομού δ’ υγιείαν άνασσαν
Ειρήνην τε θεόν κουροτρόφον αγλαότιμον
Και βίον ευθύμοις αεί θάλλοντα λογισμοίς».
(Ζευ πολυφίλητε, Ζευ άφθιτε, αυτή τη μαρτυρία
Καταθέτουμε για λύτρωση από περίσταση-συγκυρία.
Βασιλιά, από τη δική σου κεφαλή φάνηκαν όντως,
Η Γη μητέρα, των βουνών οι αυχένες και ο πόντος,
Και ό,τι άλλο έταξε το στερέωμα κι ο ουρανός,
Ζευ Κρόνιε, σκηπτούχε, που είσαι δεινός- τρανός,
Παντογενέθλια αρχή και των πάντων τελευτή,
Σεισίχθονα, αυξητή, των πάντων κύρη- θηρευτή,
Αστραπόβροντε, κεραύνιε, Ζευ, μεγάλε φυτευτή,
Άκου και δώσε υγεία άψογη, άσπιλη και τέλεια,
Ειρήνη και πλούτο που να αγγίζει πολυτέλεια
Αυτογέννητε των θεών μα και ανδρών γενάρχη,
Με τις σπονδές κύττα στο νου η φρόνηση να άρχει,
Η ζωή να δίνει χαρά, να βασιλεύει η υγεία,
Να τρέφει η ειρήνη τα παιδιά με πλήρη τα αγγεία,
Και να ‘ναι τούτα λογισμών εύθυμων τ’ εκμαγεία).
ΚΕΡΑΥΝΙΟΥ ΔΙΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ – ΗΔΥΟΣΜΟΝ
«Ζευ πάτερ, υψίδρομον πυρσαυγέα κόσμον ελαύνων,
Στράπτων αιθερίου στεροπής πανυπέρτατον αίγλην,
Παμμακάρων έδρανον θείαις βρονταίς τινάσσων,
Νάμασι παννεφέλοις στεροπήν φλεγέθουσαν αναίθων-
Λαίλαπας, όμβρους, πρηστήρας κρατερούς τε κεραυνούς,
Παμφλέκτους, κραιπνούς, φρικώδεις, οβριμοθύμους,
Βάλλων ευροθίους, φλογερούς, νέφεσι καλύπτων
Πτηνόν όπλον δεινόν, κλονοκάρδιον, ορθοέθειρον,
Αιφνίδιον, βρονταίον, ανίκητον βέλος αγνόν
Ροίζου απειρεσίου δινεύμασι, παμφάγον ορμή,
Άρρηκτον, βαρύθυμον, αμαιμάκετον, πρηστήρος
Ουράνιον βέλος οξύ καταιβάτου αιθαλόεντος
Όν και γαία πέφρικε θάλασσά τε παμφανόωσα,
Και θήρες πτήσσουσιν, όταν κτύπος ούας εισέλθη-
Μαρμαίρει δε πρόσωπ’ αυγαίς, σμαραγεί δε κεραυνός
Αιθέρος εν γυάλοις- διαρρήξας δε χιτώνα,
Ουράνιον προκάλυμμα, χαλάς αργήτα κεραυνόν.
Αλλά, μάκαρ, θυμόν βαρύν έμβαλε κύμασι πόντου,
Ηδ’ ορέων κορυφαίς – το σόν κράτος ίσμεν άπαντες-
Αλλά χάριν λοιβής συ δίδου φρεσίν αίσιμα πάντα,
Ζωήν τ’ ολβιόθυμον, ομού δ’ υγιείαν άνασσαν,
Ειρήνην τε θεάν κουρότροφον, αγλαότιμον,
Και βίον ευθύμοις αεί θάλλοντα λογισμοίς».
(Δία πατέρα, υψιπετή, που στον κόσμο με δάδες οδεύεις
Με αιθέριες αστραπές κι υπέρτατη αίγλη τοξεύεις,
Των μακάρων έδρανο με θείες βροντές τινάζεις,
Νεφοσκεπή και σκοτεινά νερά με κεραυνό ταράζεις,
Λαίλαπες, όμβρους, θύελλες και φλόγες κρατερές,
Πάμφλεκτες, ορμητικές, φρικώδεις, τρομερές
Βάλλεις και σκάφη ιπτάμενα με μανδύα καλυμμένα,
Όπλα δεινά και ανατριχιαστικά για άλλους και για μένα,
Ρίχνεις αιφνίδιο, βροντερό, βέλος από εκτοξευτήρα
Με παμφάγα ορμή και περιστροφές του κινητήρα,
Αδιάρρηκτο, βαρύθυμο, ανίκητο, που πρήζει,
Ουράνιο βέλος και οξύ, που τις πληγές κεντρίζει,
Για σένα φρίττει η γη και η θάλασσα η πάμφωτη,
Φοβούνται τα θηρία την πλημμυρίδα σου και άμπωτη,
Μαρμαρώνουν τα πρόσωπα όταν κεραυνός μπουμπουνίσει
Στον αιθέρα, στις κοιλάδες κι όπου αλλού η τρέλα σου ορίσει,
Διασπάς τον χιτώνα τ’ ουρανού, με κεραυνό – βρυχηθμό
Αλλά, μακάριε, ρίξτον στο γιαλό τον βαρύ σου θυμό.
Φτάνει πια, σε ξέρουμε, μεγάλε και τρανέ στρατάρχη-
Με τις σπονδές κύττα στο νου η φρόνηση να άρχει,
Η ζωή να δίνει χαρά, να βασιλεύει η υγεία,
Να τρέφει η ειρήνη τα παιδιά με πλήρη τα αγγεία,
Και να ‘ναι τούτα λογισμών εύθυμων τ’ εκμαγεία).
«Οι τελευταίοι τέσσερις στίχοι απαντώνται σε πολλούς ύμνους του Δία, δείγμα της αναμφισβήτητης ψυχοπαθολογικής νεύρωσης του ανδρός, αν ανήρ μπορεί να αποκληθεί αυτός ο εξωγήινος της σκουληκότρυπας, ο ναρκομανής των θυσιών, των σπονδών, των χοών και των λατρευτικών δαφνών», πρόλαβε να πει ο Υπερίων.
ΔΙΟΣ ΑΣΤΡΑΠΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ
«Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, ερισμάραγον, περίφαντον,
Ηέριον, φλογόεντα, πυρίδρομον, ηεροφεγγή,
Αστράπτοντα σέλας νεφέων παταγοδρόμω αυδή,
Φρικώδη, βρύμηνιν, ανίκητον θεόν αγνόν,
Αστραπέα Δία, παγγενέτην, βασιλέα μέγιστον,
Ευμενεόντα φέρειν γλυκερήν βιότου τελευτήν»
(Καλώ τον μεγάλο, τον περιφανή, τον βροντερό,
Τον αέριο, τον πυριφεγγή, τον φλογερό,
Που αστράφτει σέλας στα νέφη μ’ ισχυρή κραυγή
Φρικώδη, οργίλο, ανίκητο θεό σε νύχτα και αυγή,
Αστραποβόλε βασιλιά, άσε μας αν το θελήσεις,
Λίγο να ζήσουμε γλυκά μέχρι να μάς γ … ήσεις).
«Άντε, αρκετά τον καλοπιάσαμε μού φαίνεται, αν κι αυτός δεν χαμπαριάζει από καλοπιάσματα, πολύ φοβούμαι ότι καταλαβαίνει τη γλώσσα της βίας», συμπλήρωσε ο Προμηθέας, στην αρχή της πρότασης εν μέσω γελώτων και στο τέλος με την αίθουσα να κυριαρχείται από συνοφρύωμα και κατσούφιασμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ’
ΚΡΙΟΣ, ΠΛΕΙΑΔΕΣ, ΤΑΥΡΟΣ, ΤΑΥΡΟΨΙΣ (ΑΛΝΤΕΜΠΑΡΑΝ)
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Αγαπητό μου πλήρωμα, να και μια φορά που δεν θα χρειαστεί ίσως να επέμβουμε γιατί τα γεγονότα και οι περιστάσεις εκτυλίσσονται από μόνα τους και τελικά προκύπτει ένα αποτέλεσμα σύμφωνο με τη δικαιοσύνη. Αλλά ας μην προτρέχουμε, ας δούμε τι συμβαίνει σ’ αυτή την περιοχή του ουρανού μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα μας».
Ο Κριός βολεύτηκε στην ζηλευτή πολυτέλεια του ενδιαιτήματός του επιπέδου πεντάστερου ξενοδοχείου. Κάθισε χαλαρωμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα και κύτταξε τον κόσμο με άλλα μάτια. Οι εικόνες έρχονταν μέσω της κβαντικής σύζευξης με τον αετό του Ιουστινιανό. Επρόκειτο για μία αθόρυβη ένωση, δρομολογημένη με βάση τα συμβιωτικά τεχνητά κύτταρα του ήσαν τοποθετημένα στη σπονδυλική του στήλη και εναρμονίζονταν πλήρως με τα αντίστοιχα κλωνοποιημένα βλαστοκύτταρα το Ιουστινιανού, τα οποία παρείχαν στον πολιορκητικό και ασταμάτητο Κριό καθαρές αισθητηριακές εντυπώσεις από την πτήση του αρπακτικού πτηνού.
Έτσι ο Κριός απολάμβανε τα αισθήματα ελευθερίας και δύναμης που τού διαβίβαζε το πτηνό. Οι καταιγιστικές αυτές εικόνες ήσαν το καλύτερο αναλγητικό για το γερασμένο του κορμί και τους βαθμιαίως ατονούντες μύες του. Όλα τα βιοϊατρικά μέσα που είχε στη διάθεσή του ο Κριός δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην κυτταρική του αναγέννηση και ανανέωση. Όπως έλεγε ένας παλιός στίχος,
Όλα του Κύρη τ’ άλογα κι οι γενναίοι φρουροί
Να ξαναδώσουν δεν μπορούσαν τη ρώμη τη γερή.
Αντίθετα ο Ιουστινιανός κατείχε απέραντη ζωτικότητα, καθώς διέσχιζε τα σύννεφα όντας ο ασύγκριτος κυρίαρχος των αιθέρων.
Εκείνη την ημέρα ο Κριός είχε στείλει τον αετό του να κυνηγήσει πάνω από το λιμάνι. Τι λεία προτιμούσε άραγε αυτός ο παντοδύναμος δυνάστης ενός ολόκληρου πλανήτη; Τι θα μπορούσε ακόμη να χρειάζεται ένας άνθρωπος που τα είχε όλα; Η απάντηση είναι ότι, όταν κάποιος εκτός από άψυχα φιλοδοξεί να αποκτήσει και έμψυχα αντικείμενα, τότε δεν αρκούν τα χρήματα, αλλά απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση και άσκηση επιρροής. Εκμυστηρευόμαστε στο σημείο αυτό προς κατανόηση της αφήγησης ότι ο Κριός ήταν αυτό που οι νέοι λένε σήμερα «παιδέρας». Στο παρελθόν είχε ήδη αιχμαλωτίσει, παντοιοτρόπως εκμεταλλευτεί με δικαίωμα «usus» και «abusus», χρήσης και κατάχρησης, και τελικά ξεζουμίσει και παραπετάξει ένα σωρό κοριτσόπουλα σαν τα κρύα τα νερά, που ανήκαν μάλιστα σε αριστοκρατικές οικογένειες, όπως ήσαν η Φαιόλη, η Αμβροσία, η Κορωνίδα, η Ευδώρα και η Πολυξώ, που ονομάζονταν Υάδες από τον αδελφό τους Ύαντα. Ο Κριός είχε στείλει ένα βιοτεχνολογικά τηλεκατευθυνόμενο φίδι να δαγκώσει τον Ύαντα κι έτσι τον ξεφορτώθηκε και απήγαγε ύστερα ανενόχλητος τις ανυπεράσπιστες και απαρηγόρητες αδελφές του. Αφού με τις ασέλγειες και τους βιασμούς μετέτρεψε γρήγορα τις νέες αυτές κοπέλες σε ζαρωμένες μεταχειρισμένες γριές, ανοίχτηκε και άλλο στην αγορά λευκής σαρκός με ανυπομονησία και βιαιότητα πρωτοφανή σαν καρχαρίας που μυρίστηκε αίμα και ρίχτηκε στις διάσημες για την ομορφιά τους Πλειάδες. Συνέλαβε και ενέταξε διαδοχικά στο άτυπο χαρέμι του την Μαία, την Ηλέκτρα, την Ταϋγέτη, τη Μερόπη και την Αλκινόη και τώρα ήταν η σειρά της Αστερόπης, την οποία καταδίωκε μέσω του Ιουστινιανού στο λιμάνι. Ειδικά όμως αναφορικά με την Αστερόπη είχε και άλλο λόγο να την κυνηγάει, διότι ενώ ο ίδιος ως καπιταλιστικός και πλουτοκρατικός κολοσσός ήλεγχε το παγκόσμιο εμπόριο ναρκωτικών, αυτό το θαυμαστό νεαρό κορίτσι είχε καταφέρει με ένα μυστηριώδη τρόπο να στήσει μία δική του επιχείρηση πώλησης και διανομής ψυχεδελικών ουσιών. Μάλιστα τα δικά της προϊόντα που ονομάζονταν «γλυκοκάλυκες» ή «γλυκομπουμπούκια» παρείχαν πολύ ανώτερες παραισθήσεις σε σχέση με τα δικά του χάπια με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος της αγοράς να έχει ήδη χαθεί για τον Κριό, αν είναι δυνατόν!
Στο σημείο αυτό οι τιτάνες διέκοψαν τη μετάδοση για να απαγγείλουν τον ύμνο των Νηρηίδων, για να εξευμενίσουν όλα τα κακά πνεύματα που αναζητούν λευκή σάρκα νεαρών κοριτσιών, όπως ήταν ο Κριός, για να κορέσουν τις ανομολόγητες και άνομες ορέξεις τους. Μα είναι δυνατόν να εξευμενίζουμε αυτά τα καθάρματα, θα πείτε; Ε ναι, οι τιτάνες ήσαν με τα σημερινά δεδομένα λίγο μπόσικοι, λίγο μαλακοπίτουρες, όπως θα έλεγαν οι νέοι της εποχής μας, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το βαθύ ανθρωπισμό τους!
ΝΗΡΗΙΔΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Νηρέως εναλίου νύμφαι καλυκώπιδες αγναί,
Φρίκιαι, εμβύθιαι, χοροπαίγμονες, υγροκέλευθοι,
Πεντήκοντα κόραι περί κύμασι βακχεύουσαι,
Τριτώνων επ’ όχοις αγαλλόμεναι περί νώτα,
Θηροτύποις μορφαίς, ών βόσκει σώματα πόντος,
Άλλοι θ’ οί ναίουσι βυθόν, Τριτώνιον οίδημα,
Υδροδρόμοι, σκιρτηταί, ελισσόμενοι περί κύμα.
Ποντοπλάνοι δελφίνες, αλιρρόθιοι, κυαναυγείς-
Υμέας κικλήσκω πέμπειν μύσταις πολύν όλβον-
Υμείς γαρ πρώται τελετήν ανεδείξατε σεμνήν
Ευιέρου Βάκχου και αγνής Φερσεφονείης
Καλλιόπη συν μητρί και Απόλλωνι άνακτι».
(Νύμφες Νηρέως εναλίου με τα ωραία μάτια,
Που γι’ αυτά ο βυθός χορεύει, γίνεται κομμάτια,
Πενήντα κόρες που βακχεύουν πλάι στο κύμα,
Αγάλλεσθε πίσω από Τρίτωνα με όχημα- κτήμα,
Σε μορφές θηρίων, εισακούεται το δικό σας ρήμα
Και που κατοικούν στο βυθό, στου Τρίτωνα το οίδημα,
Στους υγρούς δρόμους δηλαδή, στου κύματος το πήδημα,
Ποντοπόρα δελφίνια, με λάμψη, στίλβη κυανή –
Σάς καλώ να πέμψετε στους μύστες ευτυχή ηδονή
Γιατί εσείς πρώτες αναδείξατε την τελετή τη σεμνή
Την ιερή, βακχική και την αγνή, Περσεφόνεια,
Μαζί με την Καλλιόπη και τα δώρα τα απολλώνεια).
Στη συνέχεια οι τιτάνες έψαλλαν ύμνο προς τιμή των Πλειάδων και του αντίστοιχου κεχαριτωμένου αστερισμού τους, που δεν θα μπορούσε παρά να είναι εκείνος των Νυμφών.
ΝΥΜΦΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Νύμφαι, θυγατέρες μεγαλήτορος Ωκεανού,
Υγροπότοις γαίης υπό κεύθεσιν οικίαν έχουσαι,
Κρυψίδομοι, λειμωνιάδες, σκολιόδρομοι, αγναί,
Αντροχαρείς, σπήλυγξι κεχαρμέναι, ηερόφοιτοι,
Πηγαίαι, δρομάδες, δροσοείμονες, ίχνεσι κούφαι
Φαινόμεναι, αφανείς, αυλωνιάδες, πολυανθείς,
Συν Πανί σκιρτώσαι ανά ούρεα ευάστεραι,
Πετρόρυτοι, λιγυραί, κρουνίτιδες, υλονόμοι τε-
Παρθένοι ευώδεις, λευχείμονες, εύπνοοι αύραις,
Αιπολικαί, νόμιαι, θηρσίν φίλαι, αγλαόκαρποι,
Δρυμοχαρείς, απαλαί, πολυθρέμμονες, αυξίτροφοί τε-
Κούραι αμαδρυάδες, φιλοπαίγμονες, υγροκέλευθοι,
Νύσιαι, οιστρομανείς, παιωνίδες, εαροτερπείς,
Συν Βάκχω Δηοί τε χάριν θνητοίς φέρουσαι,
Έλθετ’ επ’ ευφήμοις ιεροίς κεχαρηότι θυμώ,
Νάμα χέουσαι υγιεινόν αυξιτρόφοις εν ώραις».
(Νύμφες, θυγατέρες μεγαλόκαρδου Ωκεανού,
Ζείτε στα νοτερά τα βάθη ενός κόσμου αλλουνού,
Κρύβεστε στους λειμώνες, στα λοξά μονοπάτια,
Χαίρεστε τα σπήλαια μα και τα αέρινα παλάτια,
Πηγαίες, δρομαίες, δροσοντυμένες, με ίχνος ελαφρό
Πότε φαίνεστε πότε όχι στων ανθών τον αφρό,
Με τον Πάνα σκιρτάτε λιγυρές στα βουνά και τ’ αστέρια,
Απ’ την πέτρα σας ρέουν κρουνοί στων δασών τα λημέρια-
Παρθένες ευώδεις, λευχειμονούσες, με εύπνοη αύρα,
Θηρία ποιμαίνετε, φρούτα μαζεύετε πριν γίνουν μαύρα,
Χαίρεστε με τα δάση και τα θρέφετε, είστε απαλές,
Κόρες των δένδρων, φιλοπαίγμονες, στα υγρά καλές,
βακχικές, οιστρομανείς, τέρπεστε με έαρ, θεραπείες,
που με τη Δηώ φέρνετε στων θνητών τις πολιτείες,
Ελάτε στα ονομαστά ιερά σας, κάντε χάρη το θυμό
Οι καρποί να μεστώσουν, χύστε νάμα και ζωμό).
Επίσης οι τιτάνες θεώρησαν σωστό να αφιερώσουν και ένα ύμνο στη γέννηση του αστερισμού του Ταύρου, στο μέτωπο του οποίου μέσα στην ευσπλαχνία τους καταστέρισαν τις άμοιρες Υάδες. Ο ύμνος αυτός δεν θα μπορούσε παρά να είναι εκείνος του Πρωτόγονου, αφού ο Κριός τις είχε τόσο πολύ κακομεταχειριστεί.
ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑΝ
«Πρωτόγονον καλέω διφυή, μέγαν, αιθερόπλαγκτον,
Ωογενή, χρυσέαις αγαλλόμενον πτερύγεσιν,
Ταυρωπόν, γένεσιν μακάρων θνητών τ’ ανθρώπων
Σπέρμα πολύμνηστον, πολυόργιον, ηρικεπαίον,
Άρρητον, κρύφιον, ροιζήτορα, παμφαές έρνος,
Όσσων ός σκοτόεσσαν απημαύρωσας ομίχλην,
Πάντη δινηθείς πτερύγων ριπαίς κατά κόσμον-
Λαμπρόν άγων φάος αγνόν, αφ’ ού σε Φάνητα κικλήσκω,
Ηδέ Πρίαπον άνακτα και Ανταύγην ελίκωπον,
Αλλά, μάκαρ πολύμητι, πολύσπορε, βαίνε γεγηθώς
Ες τελετήν αγίην, πολυποίκιλον οργιοφάνταις».
(Τον πρωτόγονο καλώ τον διφυή, τον μέγα που πλανιέται,
Τον ωογενή, που με χρυσά φτερά παντού πετιέται,
Τον ταυρωπό, που γέννησε θεούς κι ανθρώπους
Με σπέρμα αξέχαστο, με όργια σείοντας ρείκια και τόπους,
Συ άρρητε, εσύ κρυφέ, σαν βέλος, σαν βλαστάρι,
Τα μάτια μαύρισες με ομίχλη, σκότος και αστάρι,
Αφού με δίνη πτερύγων στον κόσμο έριξες ριπές
Και λαμπρό φως, σε λέω Φάνη κι αν δεν θέλεις πες,
Και σε λέω και Πρίαπο με ματιές, ανταύγειες και μολπές,
Αλλά, πολυμήχανε, πολύσπορε, νιώσε γηθοσύνη,
Και τους οργιαστές οδήγησε σε αγιότητα κι αισχύνη).
Πίσω στην κρυστάλλινη σφαίρα: Το κορίτσι φορούσε ένα χιτώνα με μωβ χρώμα μολόχας, μαύρα σανδάλια και ψάθινο καπέλο καθώς και δερμάτινη τσάντα διακοσμημένη με μπλε και κόκκινους θυσάνους στην πλάτη. Δεν φαινόταν να είναι πάνω από έντεκα ή δώδεκα χρονών, έτρεχε όμως στην προμενάδα του εκτεταμένου τείχους με ελαφρότητα, ευελιξία και ευκινησία ζηλευτή μέσα από ναυτικούς, τουρίστες, εμπόρους και πραγματευτές. Αυτό λοιπόν ήταν το κορίτσι, που τον είχε προκαλέσει με τρόπο ανεπίτρεπτο. Αν δεν διέθετε παχάκια και φρέσκο κρέας ταμάμ για τον Κριό, θα είχε προβεί σε γρήγορη εκκαθάριση του προβλήματος, καθώς ούτε η νιότη ούτε η αθωότητα ήσαν επαρκείς δικαιολογίες για όσους τολμούσαν να αντισταθούν σ’ αυτόν ή να παραβγούν μαζί του. Πολύ απλά το κορίτσι πωλούσε βιοτεχνολογικό εξοπλισμό εξαιρετικής ποιότητας στο λιμάνι χωρίς την έγκρισή του και μάλιστα με διακριτικότητα και πρωτοφανή επιδεξιότητα και λεπτότητα χειρισμών, οι δε συναλλασσόμενοί της ήσαν σημαντικοί, ακόμη και πλοίαρχοι διαστημοπλοίων. Φαίνεται ότι κάποιος γνώστης, που κανείς δεν ήξερε πια αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει, είχε φτιάξει σε εργαστήριο με δεξαμενές εξεζητημένου χημικού διαλύματος όχι ακριβώς παραισθήσεις, αλλά εξελιγμένους αποθηκευτές αναμνήσεων του ίδιου του χρήστη σε συσκευασία εισπνεόμενης σκόνης, σύριγγας ή χαπιών. Οι κυτταρικοί αυτοί πυρήνες και θύλακες μεγέθους κοριού μπορούσαν ανάλογα με την επιθυμία του χρήστη να αναπαράγουν τα πιο ευχάριστα και αξέχαστα γεγονότα της ζωής του με τόσο ρεαλιστικό και βιωματικό τρόπο, ώστε ο καθένας ξεχνιόταν σαν λωτοφάγος μέσα σε μία απόλυτη τεχνητή ευτυχία. Το πως η μικρή είχε περιέλθει στην κατοχή των περιζήτητων γλυκομπουμπουκιών, περί ών ανωτέρω, ήταν άγνωστο.
Ο Κριός είχε στη δούλεψή του έναν πολύ αξιόπιστο μπράβο ή μάλλον «μπράβα» της νύχτας, την Δαιμογόργονα. Ήταν μία γυναίκα φρικτή, φρικώδης και φρικαλέα, αν πιάσατε το υπονοούμενο, που είχε γεννηθεί κάτω από το γη, έζησε τα νιάτα της σε υπονόμους κυνηγώντας τους κροκοδείλους, που σύμφωνα με τον αστικό μύθο ζουν εκεί, και το όνομά της ήταν τόσο αποτρόπαιο, που είχε οριστεί ότι είναι εμποδισμένο στους θνητούς καν να το προφέρουν. Η Δαιμογόργων σκότωνε τα θύματά της με σβώλους καιόμενου βορβόρου, οι οποίοι έριχναν ρίζες στα αγγεία και στα σωθικά του δεχόμενου την επίθεση και τον καταβρόχθιζαν- κατασπάραζαν από μέσα. Βέβαια από ένα τέτοιο διώκτη κανείς δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και -συνελόντι ειπείν- η Αστερόπη συνελήφθη ακολουθώντας τη μοίρα των λοιπών Πλειάδων. Το εμπόριο των γλυκομπουμπουκιών περιήλθε αμέσως εις χείρας του Κριού, ενώ η Αστερόπη αφέθηκε να ζήσει έναντι της γνωστής αντιπαροχής, που όλοι μπορείτε να μαντέψετε ποια ήταν. Μετά από ανάκριση η Αστερόπη παραδέχτηκε ότι παρασκευαστής των γλυκοκαλύκων – για να μη χρησιμοποιήσουμε την ίδια λέξη- ήταν ο πατέρας της Άτλας, νεκρός εδώ και χρόνια.
Ο Κριός παρήγε πολλά ναρκωτικά διαφόρων ειδών, αλλά όταν απέκτησε την ευρεσιτεχνία των γλυκομπουμπουκιών έστρεψε την καλλιέργειά του αποκλειστικά σε αυτά. Μετέτρεψε τις μηχανές του σε βιολογικά υβρίδια, μίγματα λογισμικού και βιοτεχνολογίας, αποτελούμενα όχι μόνο από μέταλλο και πλαστικό, αλλά και από οργανικούς συντελεστές. Όλα τούτα στοιχεία ήσαν αναμεμιγμένα και συντηγμένα με τέτοια τέχνη και τέτοια εκζήτηση ου μην αλλά και διαστροφή, ώστε να προκαλούν απροσμάχητη απορία και άφατη κατάπληξη στον θεατή. Τέλος πάντων η παραγωγή κατέληγε σε ένα ραβδωτό φυτό με σφαιρικά διαμορφωμένες πλευρές, που φαινόταν εκ πρώτης όψεως σαν αγκαθωτός κάκτος, ψηλό, σκληρό και σκοτεινό σαν μαόνι.
Στο κέντρο του φυτού υπήρχε μία θηλαία άλως, ένας κολλώδης ζελατινώδης λεκές, από όπου φύτρωναν τα γλυκομπουμπούκια και ύστερα αναπτύσσονταν κατά μήκος των πλευρών. Το φυτό έμοιαζε τελικά με γκριζοπράσινο πετροκάκτο με διάμετρο δύο εκατοστά, κατάστικτο με μωβ δακτύλους.
Ένας από τους βιοτεχνολόγους του Κριού μελέτησε επισταμένα την υφή του γλυκομπουμπουκιού και βρήκε ότι τα κύτταρά του ήσαν πλήρη με νευροφυτικές πρωτεΐνες και άλλους άγνωστους νευροδιαβιβαστές. Ό,τι και να ήσαν πάντως, λειτουργούσαν, αντιδρούσαν και επιδρούσαν ή και καταλάμβαναν απευθείας τα κενά μεταξύ των νευρικών συνάψεων. Μ’ αυτό τον τρόπο κατακλυζόταν και μάλιστα αιφνιδιαζόταν απόλυτα ο ξενιστής με τις ίδιες αυτού αναμνήσεις. Πώς βέβαια οι νευροφυτικές ουσίες παράγονταν και συγκροτούνταν κατά τρόπον, ώστε να μεταδίδουν συνεκτική αισθητηριακή ακολουθία, παρέμενε άγνωστο ακόμη και στην πιο σύγχρονη επιστήμη. Το βασικό είναι ότι έχοντας την πατέντα, ο Κριός κατέκτησε και αυτό τον κλάδο της αγοράς επιτυγχάνοντας το άκρον -άωτον της φιλοδοξίας του στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό χώρο. Τώρα ο μόνος του στόχος πλέον ήταν η μακροζωία.
Λοιπόν για εκατόν είκοσι χρονών που ήταν, βαστιόταν αρκετά καλά. Είχε διατηρήσει μέχρι αυτή την ηλικία την ποιότητα της ζωής του αντιμετωπίζοντας σθεναρά το αγκάλιασμα της εντροπίας ως βαθμιαία διαδικασία φθοράς με την περιφρόνηση εκείνη, που μπορεί να επιδείξει μόνο όποιος κολυμπούσε στα τάλιρα, όπως ο ίδιος. Αλλά βέβαια από ένα σημείο και πέρα οι βιοχημικές θεραπείες, προκειμένου να διατηρήσει την γενετική και κυτταρική ανανέωση των οργάνων του, τη συνέχεια του δέρματός του και την πυκνότητα της αρρενωπής τριχοφυΐας του, δεν μπορούσαν να κάνουν και θαύματα. Η προϊούσα ηλικία είχε πλέον καθυποτάξει και εξαφανίσει τη γενετήσια του ορμή. Γι’ αυτό, νιώθοντας όλο και περισσότερο στο πετσί του τους περιορισμούς του χρόνου- Κρόνου, αρκούνταν εφεξής να παρακολουθεί την Αστερόπη γυμνή ή να την θαυμάζει, καθώς αυτή χόρευε μπροστά του. Ή να βλέπει, καθώς η απαίσια Δαιμογόργων μαζί με τις εταίρες της αυλής έφθειραν βαθμιαία την αθωότητα της Αστερόπης, μέχρι να έλθουν οι ισχυρομελείς και άλκιμοι υπηρέτες του για να τής αφαιρέσουν βίαια και ξεσχιστικά την παρθενιά, αυτό κι αν ήταν θέαμα!
Το κακό ήταν ότι η Αστερόπη, όπως και όλες οι γυναίκες, μπορούσε να χάσει την παρθενιά της μόνο εφάπαξ, το θέαμα όμως αυτό έμενε εσαεί αποθηκευμένο στα γλυκομπουμπούκια, που κάθε μέρα οι επιστήμονές του περήφανα τού πρόσφεραν, και έτσι είχε τη δυνατότητα να ξαναζεί καθημερινά την αξέχαστη αυτή οφθαλμοπορνική εμπειρία, κάθε φορά με την ίδια ζωντάνια, την ίδια ενάργεια, την ίδια ένταση.
Αυτή η επανάληψη της διακόρευσης που περιεχόταν στα γλυκομπουμπούκια ήταν το κάτι άλλο, τον έκανε να λαχανιάζει και να μη μπορεί να αναπνεύσει, έκανε την καρδιά του να δουλεύει με αρρυθμία και κολπική μαρμαρυγή. Σιγά- σιγά οι επιστήμονές του πείραξαν τους γλυκοκάλυκες κατά τρόπον, ώστε έμπαινε ο ίδιος στη θέση των εραστών κι έβλεπε φάτσα- κάρτα την Αστερόπη να τού γλείφει με τη γλώσσα το αμφιλαφές- δασύτριχο στέρνο του και τελικά να καταλήγει ο ίδιος σε ένα εκρηκτικό, απόλυτα εκτονωτικό, αποσυμπιεστικό οργασμό με συνοδευτικούς μυκηθμούς ταύρου. Τίποτε πλέον δεν ήταν πιο σημαντικό στη ζωή του από το να βιώνει ξανά και ξανά το ξεπαρθένεμα της Αστερόπης είτε στα χέρια των «εραστών» είτε στα χέρια τα δικά του.
Η μεγαλύτερη ηδονή ήταν ότι προοδευτικά είχε κερδίσει και κατακτήσει τη ψυχή της Αστερόπης συστήνοντάς της κάθε είδους λαγνεία και ασκώντας της κάθε είδους σαγήνη. Πλέον ερχόταν και τον αγκάλιαζε σαν να ήταν πατέρας της κι έμεναν έτσι μέχρι την άλλη μέρα το πρωί κι αυτό ήταν η πιο υπέροχη αίσθηση, μία μόνιμη έκσταση σαν να ανοίγουν τα παραθυρόφυλλα και να μπαίνει ο ήλιος ή το πρωινό αεράκι κι αυτό να γίνεται κάθε στιγμή. Το κυριότερο, αισθανόταν νέος, πολύ νέος υπό την επιρροή των γλυκοκαλύκων, σφριγηλός, σθεναρός και ικανός να ρουφήξει, να τρυγήσει την ευτυχία που απλόχερα τού προσφερόταν.
Εκείνο το βράδυ, που επρόκειτο να είναι το ωραιότερο βράδυ της ζωής του, ο Κριός είχε καλέσει σε συμπόσιο όλους τους διευθυντές των τμημάτων, τα ιθύνοντα στελέχη των επιχειρήσεων, τους πράκτορές του και τα εκτελεστικά του όργανα. Παρότι τούς έστειλε την πρόσκληση μόλις πριν από μερικές ώρες, τσακίστηκαν όλοι να έλθουν, τόσο πολύ ήσαν όλοι τους αφοσιωμένοι σ’ αυτόν είτε από πεποίθηση είτε από φόβο.
Η Αστερόπη ήταν ντυμένη ως βικτωριανή πριγκίπισσα με μπούστο και κορσέ και τούτα και τ’ άλλα και είχε και λουλούδια στα μαλλιά της. Στεκόταν δίπλα της όρθιος και δυνατός με το μαύρο του σμόκιν κι ένα γαρύφαλλο στο πέτο, έχοντας στον ώμο του τον Ιουστιανιανό, σύμβολο της εξουσίας του, και υποδεχόταν με κάθε επισημότητα τους καλεσμένους, που κατέφθαναν με άμαξες και λιμουζίνες και άλλα μεταφορικά μέσα διαφόρων εποχών.
Το ζεύγος κάθισε υπό τη συνοδεία απαλών διακριτικών μελωδιών στην κεφαλή ενός μακρόστενου τραπεζιού εκτεινόμενου ως το άπειρο, με τους πολυελαίους να κρέμονται από χρυσές αλυσίδες της οροφής και τις ελαιογραφίες των τοίχων, που απεικόνιζαν τους προγόνους του νέο- αριστοκράτη Κριού, να κυττούν βλοσυρά τους επισκέπτες, αναγγέλλοντας μία νέα μακραίωνη μελλοντική δυναστεία.
Οι χαρούμενες συζητήσεις και τα ηχηρά γέλια κόπηκαν απότομα, καθώς ο Κριός χτύπησε τελετουργικά το κουτάλι του πάνω στο ποτήρι, ένδειξη ότι θα ακολουθούσε η ομιλία του ως οικοδεσπότη.
«Σήμερα είναι για μένα αφορμή διπλής χαράς, όχι μόνο γιατί σάς έχω όλους κοντά μου, αλλά και γιατί στο πρόσωπο της Αστερόπης βρήκα την κόρη που ποτέ δεν είχα», είπε αγκαλιάζοντάς την, ενώ αυτή κοκκίνισε ντροπαλά και αισχυντηλά. Τα στελέχη και οι πράκτορες κύτταζαν ο ένας τον άλλον αιφνιδιασμένοι και διερωτώμενοι ποιες επιπτώσεις θα είχε αυτή η άτυπη και αναπάντεχη τεκνοθεσία στη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Ύστερα πήραν σειρά και χαιρετούσαν υποκριτικά και με σφιγμένα χείλη το νέο κέντρο εξουσίας, που τούς είχε προκύψει ξαφνικά.
«Ναι, η Αστερόπη θα αναλάβει όλες τις επιχειρήσεις μου, θα είναι η διάδοχός μου. Και είναι η πιο άξια για κάτι τέτοιο, γιατί εισέφερε στο εμπόριο της εταιρείας μας το προϊόν που όχι μόνο εξασφαλίζει την οικονομική μας κυριαρχία για όλες τις μελλοντικές γενιές, αλλά υπόσχεται και προοιωνίζει την απόλυτη ευτυχία για όλους μας, τη μετατροπή του πλανήτη μας σε επίγειο παράδεισο. Παρακαλώ να μοιραστούν σε όλους τα γλυκομπουμπούκια της ασημένιας πιατέλας, ώστε να λάβουν όλοι πείρα της εμπορεύσιμης πλέον ευτυχίας. Η ευτυχία πια είναι εμπορεύσιμο αγαθό! Κι εγώ, μόνο εγώ, κατέχω το απόλυτο μονοπώλιό της, αλλά η διάθεσή μου είναι σε τέτοια ύψη, ώστε αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας τον πλούτο και την ευτυχία, που τόσο απλόχερα μού έχει επιδαψιλεύσει η μοίρα και βέβαια οι εργώδεις προσπάθειές μου. Καταπιείτε, κάντε “γκλουπ”, προσέξτε μη σάς πάει στον ακατάδεχτο και ευχαριστείστε μαζί μου την ακριβή μας μοναδική Αστερόπη! Την Αστερόπη που έκανε όλα τα όνειρά μας αληθινά».
Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ακραίας και ανεπανάληπτης ευωχίας και κραιπάλης ο Κριός νιώθει την εσωτερική παρόρμηση να σηκωθεί και να χορέψει, να πηδήσει ως τα ουράνια, τόσο ενθουσιασμένος είναι. Τώρα, η Αστερόπη γέρνει στον ώμο του και πλέκει τα χέρια της στα δικά του. «Τόσοι πολλοί σημαντικοί άνθρωποι και όλοι θέλησαν να μού σφίξουν το χέρι. Σ’ ευχαριστώ μπαμπά. Σ’ ευχαριστώ που με βρήκες, που με πίστεψες, που με πήρες σπίτι σου, που με ανατρέφεις και με κάνεις ευτυχισμένη». Τα λόγια της τού δημιουργούν άφατη ευφορία και δεν είναι η πρώτη φορά που τον αποκαλεί μπαμπά. «Γι’ αυτό είναι οι μπαμπάδες» τής αποκρίνεται με απαστράπτον χαμόγελο ανάμεσα σε κάτασπρα αλαβάστρινα δόντια κινηματογραφικού αστέρα.
Ο Κριός ξύπνησε ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Στα τερηδονισμένα φαγωμένα δόντια του είχε κολλήσει μισό κουφέτο από γλυκομπουμπούκι. Σκιαγμένος από την ίδια του την βίαιη αφύπνιση αντικρίζει τον καθρέφτη της οροφής που απεικόνιζε ανέκαθεν όλες τις ερωτικές του παρεκτροπές. Είδε έναν καχεκτικό κατάχλομο γέρο με μια απεχθή τουμπανιασμένη κοιλιά τρυπημένη από ένα σωρό σωληνάκια εκπορευόμενα από άδειες φιάλες ορών. Τα μπλε-ρουά σεντόνια του ήσαν λεκιασμένα με ούρα και σκατά. Το πρόσωπό του είναι λερωμένο από φάρμακα, σάλια και νερωμένες τροφές.
«Τι έγινε, τελείωσε η εκδήλωση;», ψέλλισε.
Η οθόνη των οφθαλμών του καταλήφθηκε από μία όψη Μέδουσας με παραμορφωμένο στόμα πλαισιωμένο με κοφτερά δόντια, μορφασμό χαιρεκακίας και μαλλιά σαν οχιές. Ήταν η Δαιμογόργων.
«Ποια εκδήλωση;», τού είπε απορώντας.
Η Δαιμογόργων γελάει ακόμη πιο πλατιά δείχνοντάς του τους κοπτήρες της. Πίσω της, στο περιβάλλον φόντο είναι η Αστερόπη. Ο Κριός χέζεται αυτοστιγμεί από το φόβο του και από την αναπάντεχη τροπή των γεγονότων.
«Τι κάνετε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Σάς τα έχω δώσει όλα, χρήματα, δόξα, αναγνώριση», μπόρεσε να εκφέρει δαγκώνοντας τη γλώσσα του.
«Ξέρεις», του είπε η Αστερόπη, «εκτιμώ ότι με ανακήρυξες διάδοχό σου νομίζοντας ίσως ότι θα ζεις -και θα χέζεις- για πάντα, αλλά δυστυχώς δεν έχω την υπομονή να περιμένω. Είμαι ώριμη να αναλάβω την περιουσία σου από τώρα».
«Η Αστερόπη μού προσφέρει περισσότερα από σένα, αφεντικό. Θα είμαι, λέει, το δεξί της χέρι», σιγοντάρησε η Δαιμογόργων.
«Όχι, όχι», ούρλιαξε ο Κριός. «Είχαμε συμφωνήσει και μεταξύ μας να σε κάνω υπαρχηγό. Η Αστερόπη δεν σού προσφέρει κάτι περισσότερο από μένα».
Η Δαιμογόργων κούνησε το κεφάλι της.
«Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, αφεντικό. Μήπως αυτή η κολακευτική επαγγελματική σου πρόταση εμπεριέχεται μονάχα εδώ μέσα;», είπε πλησιάζοντας το ιοβόλο βρομερό της χνώτο στα μούτρα του κλινήρους κρονόληρου και ξεριζώνοντας ένα από τα σάπια δόντια του μαζί με το υπόλειμμα του γλυκομπουμπουκιού. Ο εξαθλιωμένος γέρος εξέβαλε κραυγή ουρανομήκη που δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο, σαν πληγωμένο γουρούνι.
Αυτή τη φορά η Δαιμογόργων δεν χρησιμοποίησε καιόμενους σβώλους βόρβορου, αλλά τους θανατηφόρους δηλητηριώδεις κοπτήρες της, που εισχώρησαν στο δέρμα του Κριού. Ο Κριός δάκρυζε με παράπονο καθώς το δηλητήριο έρευσε ανεμπόδιστα στα αγγεία του και η σκοτεινιά καταλάμβανε το ένα σύστημα μετά το άλλο.
Κλαίγοντας μ’ αναφιλητά είπε: «Γιατί, γιατί, Αστερόπη, εγώ σ’ αγάπησα. Τις Υάδες ναι τις εκμεταλλεύτηκα, αλλά εσένα όχι…»
Και η Αστερόπη απάντησε :«Το γλυκομπουμπούκι δεν το έφτιαξε ο πατέρας μου Άτλας, αλλά ο αδελφός μου Ύας».
Καθώς οι τιτάνες πήραν το βλέμμα τους από την κρυστάλλινη σφαίρα, της οποίας η εκπομπή τελείωσε, ο Υπερίων έδειξε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση από όλους, την ευχαρίστηση της κατανόησης.
«Κατάλαβα, πλοίαρχε», είπε. «Η βιαστική και επιπόλαιη φύση του Κριού ως ανερμάτιστου παπατρέχα τον απέτρεψε από το να ερευνήσει το παρελθόν της Αστερόπης, ενώ είχε όλα τα μέσα στη διάθεσή του. Έτσι δεν πληροφορήθηκε ότι η μήτηρ Πλειόνη, όπως λέει και το όνομά της, δεν είχε θυγατέρες μόνο τις πέντε Υάδες, αλλά και τις επτά Πλειάδες, μεταξύ των οποίων και η Αστερόπη, που είχε και αυτή αδελφό τον Ύαντα».
«Καλά, Υπερίωνα, έπιασες πάλι λαγό, αλλά θα μού επιτρέψεις να σού πω ότι ο λαγός σου δεν τρώγεται. Η μυτερο- ωτική λογική σου ψάχνει να βρει πάντα την πιο εξεζητημένη εξήγηση για να αιτιολογήσει με κεντημένες φιοριτούρες τα πιο απλά πράγματα. Παραγνωρίζεις το ξυράφι του Όκκαμ ότι η απλούστερη εξήγηση είναι πάντα η πιο πειστική. Ακόμη και να μην ήταν αδελφός της Αστερόπης ο Ύας, όλοι αυτοί οι βιασμοί και η απηνής εκμετάλλευση, στην οποία την υπέβαλε ο Κριός, δικαιολογούν το τελειωτικό της ξέσπασμα».
«Κύριοι, σταματήστε σάς παρακαλώ», επενέβη ο Προμηθέας. «Επειδή κάνετε αμφότεροι τους έξυπνους, θα ήθελα να σάς επιστήσω την προσοχή σε μία λεπτομέρεια πού σάς διέφυγε, παρότι πάντοτε εμφανίζεστε ως τιτάνες της επιστημολογίας. Αναφέραμε μέχρι τούδε έξι Πλειάδες, εκ των οποίων η έκτη ήταν η Αστερόπη. Ε λοιπόν θυμηθείτε ότι οι Πλειάδες ήσαν επτά και η έβδομη είναι η σύζυγός μου Κελαινώ. Έτσι λοιπόν τιμώ απεριόριστα την Αστερόπη, γιατί χωρίς το δικό της αγώνα, ο Κριός θα εκπόρνευε και θα εκμαύλιζε και το δικό μου γυναικάκι!».
«Ας κλείσουμε την ενότητα αυτή ψέλνοντας τον ύμνο των άστρων για να γεννηθεί ο αστέρας Ταυρόψις σε ανάμνηση του Κριού, που νόμιζε πως ήταν ταύρος ανίκητος, αλλά είχε μονάχα- αλίμονο- την όψη του ταύρου», είπε ο Υπερίων.
ΑΣΤΡΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑ
«Άστρων ουρανίων ιερόν σέλας εκπροκαλούμαι,
Ευιέροις φωναίς κικλήσκων δάιμονας αγνούς.
Αστέρες ουράνιοι, νυκτός φίλα τέκνα μελαίνης,
Εγκυκλίοις δίναις περιθρόνιοι κυκλέοντες,
Ανταυγείς, πυρόεντες, αεί γενετήρες απάντων,
Μοιρίδιοι, πάσης μοίρης σημάντορες όντες,
Θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν,
Επταφαείς ζώνας εφορώμενοι, ηερόπλαγκτοι,
Ουράνιοι, χθόνιοι τε, πυρίδρομοι, αιέν ατειρείς,
Αυγάζοντες αεί νυκτός ζοφοειδή πέπλον,
Μαρμαρυγαίς στίλβοντες, εύφρονες, εννύχιοι τε-
Έλθετ’ επ’ ευιέρου τελετής πολυϊστορας άθλους
Εσθλοί επ’ ευδόξοις έργοις δρόμον εκτελέοντες».
(Άστρων ουρανίων το ιερό σέλας επικαλούμαι,
Με φωνές καλώ μέχρι κι αγνούς δαίμονες να δούμε.
Αστέρες ουράνιοι, φίλια τέκνα νυκτός σκοτεινής,
Κυκλώνετε με περιστροφές τον θρόνο περιδινείς,
Καταυγάζετε πυρφόροι, τα πάντα σεις γεννήσατε,
Κύριοι της μοίρας, πεπρωμένου σημασία ορίσατε,
Θνητών ανθρώπων διέπετε τη θεία ατραπό,
Φωτίζετε τις ζώνες, τις πλατείες και κάθε στενωπό,
Ουράνιοι και χθόνιοι, ανεβαίνετε ακατάβλητοι λόφο,
Περιαυγάζετε της νύχτας τον πέπλο και τον ζόφο,
Στίλβετε με μαρμαρυγές του σκότους τις γωνίες,
Ελάτε στις τελετές με άθλους, γιατρειές και ιστορίες
Περάστε το δρόμο με δαυλούς, πυρσούς και φρυκτωρίες).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ’
ΩΡΙΩΝ, ΥΠΟΜΑΛΗΣ (ΜΠΕΤΕΛΓΚΕΖ), ΔΙΔΥΜΟΙ, ΚΑΣΤΩΡ, ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
«Ενόψει της τέταρτης και τελευταίας περιστροφής», είπε ο Προμηθέας στην καθημερινή ενημέρωση του προσωπικού, «οι κινητήρες δίνης θα πρέπει να προβούν σε τουλάχιστον εκατό συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να μπουν στον κατάλληλο δίαυλο για τις τελικές καταστερίσεις. Τον συναφή χάρτη κατέχει ο Ωρίων. Παρακαλώ να καταστεριστεί ο Ωρίων, ο μόνος που παρότι κατά τη διάρκεια του βίου του προέβη σε σωρεία λαθών και κακών επιλογών όντας τυφλός “τα τ’ ώτα, τον τε νουν και τα όμματα” (μάντης Τειρεσίας), κατέχει τη μαντική διορατικότητα να μάς βάλει στο σωστό δρόμο για να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας. Επειδή είχε τις ιδιότητες ενάλιου πλάσματος, αφού, όπως είναι γνωστό, περπατούσε πάνω στα κύματα, όπως ο Χριστός στη Γαλιλαία θάλασσα, χωρίς όμως την ωριμότητα πρόσδοσης κάποιας ιδιαίτερης σημασίας ή καίριου νοήματος στην εν λόγω ενέργεια, με αποτέλεσμα να υποβιβαστεί αυτή η εξαιρετική του ικανότητα σε φτηνό τέχνασμα επιπέδου τσίρκου ή σε ανούσιο κόλπο ταχυδακτυλουργού, είναι- νομίζω- ταιριαστό, αρμόζον και προσήκον να τού αφιερώσουμε τον ύμνο του Νηρέα».
ΝΗΡΕΩΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΜΥΡΝΑΝ
«Ώ κατέχων πόντου ρίζαν, κυαναυγέτιν έδρην
Πενήντα κόρησιν αγαλλόμενος κατά κύμα
Καλλιτέκνοις χοροίς Νηρεύ μεγαλώνυμε δαίμον
Πυθμήν μεν πόντου, γαίης πέρας, αρχή απάντων-
Ός κλονείς Δηούς ιερόν βάθρον, ηνίκα πνοάς
Εν μυχίοις κευθμώσιν ελαυνομένας αποκλείεις.
Αλλά, μάκαρ, σεισμούς μεν απότρεπε, πέμπε δε μύσταις
Όλβον τ’ ειρήνην τε και ηπιόχειρ’ υγιείαν.»
(Συ που κατέχεις του πόντου ρίζα και κυανό βήμα
Κι αγάλλεσαι με πενήντα κόρες πλάι στο κύμα
Με χορούς περίτεχνους Νηρέα, γαίας πέρας
Πυθμένα του πόντου, αρχή της μέρας-
Κλονίζεις το ιερό βάθρο της γης, όταν ανέμους δίνης
σε μύχιες και βαθιές κρυψώνες και καλύπτρες κλείνεις.
Αλλά, μάκαρ, σεισμούς μεν και δονήσεις απότρεπε,
Και τους μύστες σ’ ειρήνη, υγεία κι ευτυχία πρότρεπε).
«Ευρύβια, συνέχισε γιατί έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου», είπε ο Προμηθέας.
«Το χαρακτηριστικό του Ωρίωνα», πήρε τη σκυτάλη η Ευρύβια, «όπως γνωρίζουμε από προηγούμενους κύκλους δημιουργίας είναι ότι, ενώ είχε απίθανο προσανατολισμό και διαίσθηση σε ό,τι αφορούσε τον φυσικό χώρο και χρόνο, ήταν τελείως τυφλός σχετικά με τα προσωπικά του ζητήματα. Τυφλότητα ατομική και συλλογική διορατικότητα της κοινωνίας έναντί του ήσαν δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους ιδιότητες που όρισαν και σημάδεψαν ή μάλλον στιγμάτισαν ολόκληρη τη ζωή του. Και τούτο, διότι, όσο πιο τυφλός είναι κάποιος σε σχέση με τον εαυτό του, τόσο πιο προβλέψιμος και προσπελάσιμος παρίσταται για τους άλλους και αντιστρόφως, όποιος είναι διορατικός ως προς τον εαυτό του γίνεται κρυφός και μυστικός για τους άλλους. Τώρα πού οφειλόταν ή πού οφείλεται αυτός ο διχασμός του Ωρίωνα, βγάλε άκρη. Μάλλον δεν είχε κάνει σκέψεις για το ποιος είναι ο ρόλος και ο σκοπός του στη ζωή, κι έτσι, παρότι ήταν άριστος σε ό,τι καταπιανόταν, το αποτέλεσμα ήταν τελικά μηδέν εις το πηλίκον».
«Τέλος πάντων», συντόμευσε ο Προμηθέας που βαριόταν τις πολλές αναλύσεις, «το ζήτημα είναι ότι, αν συμβουλεύσουμε τον Ωρίωνα, πουλώντας του μυαλό σε κρίσιμες περιστάσεις της ζωής του, θα μάς δώσει ως ανταπόδοση τον χάρτη για τη μετάβαση στην τέταρτη και τελευταία ουράνια περιστροφή ή, όπερ ισοδύναμο, θα μάς χαρίσει ένα ηχοβολιστικό μικροσκάφος, που κάνει ανίχνευση στα δέκα χιλιάδες πόδια, ώστε να συντονιστούμε με τον κατάλληλο δίαυλο. Απαιτείται βέβαια προς τούτο τεράστια υπομονή, που γίνεται ευκολότερη και πιο εφικτή από το γεγονός ότι ο βίος των πλασμάτων του αστερισμού του Ωρίωνα κινείται σε γρήγορη κίνηση σε σχέση με τον δικό μας. Η Ευρύβια αναλαμβάνει την αποστολή να ακούει συνέχεια μέσα από την μικροσκοπική ωτακουστική της συσκευή την εξέλιξη της ζωής του Ωρίωνα και να παρεμβαίνει συμβουλεύοντάς τον όπου μάς συμφέρει».
Η μάνα του Ωρίωνα είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τόσο για να τον συλλάβει, όσο και για να τον κυοφορήσει και είχε μείνει ξαπλωμένη πάνω σε δέρμα επί δέκα μήνες, ένα μήνα για να συλλάβει, διότι ο σύζυγός της Υριέας- Υριεύς, είτε ασυναίρετος είτε συνηρημένος και παρότι το Ύψιλον σηματοδοτεί ροή υγρών, ήταν στεγνός, και εννέα μήνες εγκυμοσύνης, διότι σύμφωνα με την ιατρική αντίληψη της εποχής, όταν το σπέρμα ήταν ασθενές, ενδείκνυτο η συνεχής κατάκλιση πάνω σε ζωϊκή ύλη, όπως το δέρμα.
Η συμβουλή της Ευρύβιας προς τη μαμά ήταν: «ξάπλωσε σε δέρμα επί εννέα μήνες».
Ο Ωρίων έγινε κυνηγός και ναύτης έμπειρος. Είχε μία μεγάλη κεφάλα που τον βοηθούσε να επιβάλλεται στις γυναίκες κουνώντας το δεξιά και αριστερά κατά τη διάρκεια του σεξ σαν αρσενικός γάτος. Μέσα στη βλακώδη αγαθοσύνη του πήγε να λάβει γυναίκα ονόματι Σίδη, που νόμιζε ότι είναι ομορφότερη από την Ήρα, τόσο ευάλωτος ήταν απέναντι στα γυναικεία θέλγητρα, αλλά και τόσο τυφλός για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει.
Η Ευρύβια καθ’ ύπνους τού υπαγόρευσε μέσω ωτακουστικού κοριού τα εξής:
«Μη νυμφευθείς τη Σίδη. Απόφυγέ το δια ροπάλου, διότι η Ήρα θα τη ρίξει αμέσως στα έγκατα του Άδη και στα τάρταρα της γης και μαζί μ’ αυτήν κι εσένα».
Κατόπιν ήλθε ο Ωρίων στη Χίο προς τον βασιλιά Οινοπίωνα για να ζητήσει γυναίκα τη θυγατέρα του Μερόπη, αλλά εκείνος τον τύφλωσε και τον παράτησε στην παραλία. Αυτό ήταν ένα τελείως απροσδόκητο περιστατικό που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει όση επιμέλεια και αν έδειχνε. Το συμβάν δεν ανήκε στη σφαίρα επιρροής του Ωρίωνα ούτε ηδύνατο να θεωρηθεί δική του ευθύνη. Γι’ αυτό και εν προκειμένω η Ευρύβια έβγαλε τον σκασμό και δεν τού είπε τίποτε, αφήνοντάς τον να τα βγάλει πέρα μόνος του. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι η τύφλωση του Ωρίωνα θα ήταν εξόχως προωθητικός καταλύτης για τη μετέπειτα ιστορία, για να προχωρήσει η πλοκή που λέμε, και εκτός των άλλων συνέφερε τους τιτάνες.
Η Ευρύβια περιορίστηκε να τού ψιθυρίσει καθ’ ύπαρ, εν εγρηγόρσει δηλαδή, τον χρησμό ότι θα ιαθεί, αν βαδίσει προς τον ήλιο, το δε σήμα για την έναρξη της πορείας θα έδινε ένας κρότος. Αυτός, μόλις άκουσε κρότο σφυρηλασίας και έχοντας από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να περπατά στη θάλασσα, άρχισε να χορεύει στο φτερό του καρχαρία κινούμενος ψηλαφητά μεν αλλά σίγουρα προς την κατεύθυνση του κρότου, δηλαδή ήλθε στη Λήμνο, όπου εργαζόταν ο Ήφαιστος.
Τότε η Ευρύβια τού ορμήνευσε ως δεύτερο σωκρατικό δαιμόνιο:
«Άρπαξε τον Ηνδαλίωνα, δούλο του Ήφαιστου, απάγαγέ τον βάζοντάς τον στους ώμους σου και παράγγειλε του να σε οδηγήσει με το άρμα του στον ήλιο».
Ο Ωρίων με θαυμαστό πνεύμα πρωτοβουλίας άρπαξε τον Ηνδαλίωνα, δούλο του Ήφαιστου, τον απήγαγε βάζοντάς τον στους ώμους του και τού παρήγγειλε να τον οδηγήσει με το άρμα του στον ήλιο. Έτσι γιατρεύτηκε με την υπεριώδη ακτινοβολία από τις πληγές του και μια και δυό γύρισε πίσω στη Χίο για να τιμωρήσει τον Οινοπίωνα, Αλλά δεν τον βρήκε, διότι οι Χίοι τον έκρυψαν υπό την γη.
Στο σημείο αυτό η Ευρύβια είπε:
«Άσ’ τον Οινοπίωνα, δεν αξίζει τον κόπο. Και μη βάζεις πλώρη για Κρήτη, όπως βλέπω ότι έχεις διάθεση να κάνεις, διότι χάνουμε χρόνο. Παράκαμψε την Κρήτη και πήγαινε προς Σικελία, γιατί εκεί σε χρειάζονται περισσότερο».
Μέσω της Κρήτης λοιπόν έπλευσε ή μάλλον περπάτησε προς τη Σικελία, όπου έθεσε την αξιοσύνη του στην υπηρεσία του βασιλέα Ζάγκλου. Εκεί κατασκεύασε τον λιμένα της Μεσσήνης και τέμενος προς τιμή του Ποσειδώνα. Ύστερα μετέβη στην Εύβοια, όπου έλαβε μέρος στη διένεξη για τις ανεμογεννήτριες, που είναι αιώνιο ζήτημα στον τόπο αυτόν. Λόγω της ιδιότητας του κατασκευαστή και μάλιστα μεγάλων ανοικονόμητων τιτάνιων έργων, έγιναν εναντίον του έντονες, εκτεταμένες και εμπρηστικές διαδηλώσεις από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις του νησιού. Τελικά τον άρπαξε η Ηώς που τον ερωτεύτηκε και τον έφερε στη Δήλο. Το να σε ερωτεύεται κάποιος δεν είναι κακό και έτσι η Ευρύβια σίγησε. Τον αγάπησε όμως και η Άρτεμη και το πράγμα περιπλέχτηκε. Και πάλι η Ευρύβια μούγκα στη στρούγκα, τον άφησε εκτεθειμένο τον άνθρωπο. Τότε ο Απόλλων μηχανεύτηκε το ακόλουθο τέχνασμα ή τεχνεύθηκε την ακόλουθη μηχανή. Ενώ ο Ορίων έκανε βόλτες πεζός στο πέλαγος γύρω από τη Δήλο, η κεφάλα του φαινόταν από μακριά ως επίζηλο και περιζήτητο σημείο σκοποβολής, οπότε ο Απόλλων προκάλεσε την Άρτεμη, αν μπορούσε να στοχεύσει το σημείο εκείνο από τον Όλυμπο. Αυτή μη γνωρίζοντας την πανουργία τον στόχευσε και τον φόνευσε. Ο Ωρίων, ο οποίος στη μισή του ζωή τελούσε σε πλήρη σύγχυση και χασμωδία περί του πρακτέου, λυτρώθηκε τελικά από τα επιπέδου Άμλετ ερωτήματά του και θάφτηκε στην Τανάγρα. Η μεγαλύτερή του όμως απορία, που ποτέ δεν μπόρεσε να εξιχνιάσει, είναι γιατί το σωκρατικό του δαιμόνιο πότε εμφανιζόταν να τον προειδοποιήσει για τις επερχόμενες συμφορές και πότε όχι. Το ξίφος του, που λεγόταν «Σκορπιός», όπως το ντουφέκι του αγωνιστή του ’21 Δημητρίου Μακρή λεγόταν «λιάρος», περιήλθε στον Πηλέα και μετά στον Αχιλλέα. Άρα ο Αχιλλέας είχε την ασπίδα που περιγράψαμε στο κεφάλαιο Θ’ και το ξίφος του Ωρίωνα. Με το ίδιο ξίφος αργότερα ο Πύρρος σκότωσε την Πολυξένη, πράγμα που αποτελεί την άχρηστη πληροφορία της εβδομάδας.
Ο μύθος λέει ότι, όταν η Θήβα προσβλήθηκε από λοιμική νόσο, ο λαός εν τη υπερτάτη σοφία του θυσίασε τις δύο κόρες του Ωρίωνα, την Μητιόχη και τη Μενίππη, οι οποίες προσφέρθηκαν εκουσίως και με προθυμία για τη σωτηρία της πατρίδας («Salus populi suprema lex esto»). Καθώς καίγονταν τα σώματά τους, εξήλθαν από την πυρά δύο νέοι δαφνοστεφανωμένοι, όπως ο Ολυμπιακός, που ονομάστηκαν βέβαια Στέφανοι, και μοίρασαν σε όλους αποτελεσματικά φάρμακα κατά της νόσου. Η αλήθεια ήταν πολύ πιο πεζή. Οι τιτάνες σε μυστική αποστολή άνοιξαν σαν κοινοί τυμβωρύχοι τον τάφο του Ωρίωνα και απέσπασαν από τα εισέτι μη λιωμένα ιμάτιά του, όχι τον χάρτη για την τέταρτη περιστροφή, αλλά τις απαραίτητες συντεταγμένες πρόχειρα σκαριφημένες σ’ ένα σημειωματάριο που πάντα ο νεκρός εγκολπωνόταν, για να βρουν μία ανιχνευτική εφεύρεσή του, που είναι γνωστή -για δες- ακόμη και σήμερα. Κι ύστερα ξαμολύθηκαν οι ανθρωπιστές τιτάνες και πράγματι βρήκαν τα σχέδια και το μοντέλο της συσκευής πίσω από κάποιον τοίχο. Το Π-3 Ωρίων.
Το Π- 3 Ωρίων (Οράϊον το προφέρουν) ήταν στην αρχή ένα τετρακίνητο στροβιλοσυμπιεστικό, ανθυποβρυχιακό, κατασκοπευτικό, εποπτικό αεροσκάφος του Ναυτικού κάποιας παλιάς υπερδύναμης, κατασκευασμένο κατά μία χρονολόγηση το 1960. Βασιζόταν στο εμπορικό επιβατηγό της γραμμής Ηλέκτρα. Βλέπουμε εδώ ότι η εν λόγω υπερδύναμη παρά την υπερδύναμή της χρησιμοποιούσε τιτανικά και ελληνικά σύμβολα (Ωρίων, Ηλέκτρα) για να συνεννοηθεί, δεν μπορούσε αλλιώς.
Με το πέρασμα των ετών το Π-3 Ωρίων υποβλήθηκε σε πολλές μετατροπές σχεδίων κυρίως ως προς τις ηλεκτρονικές του συστοιχίες. Για το σκοπό που φτιάχτηκε, δηλαδή της ανίχνευσης κάτω από τη θάλασσα, κάτω από τη βροχή, κάτω από οποιοδήποτε πέπλο ή πέτασμα, δεν εφευρέθηκε ποτέ τίποτε ανώτερο. Γι’ αυτό, πέραν της Αεροπορίας πολλοί πλανήτες χρησιμοποιούν ευρέως και κυρίως στο Ναυτικό τους το Π-3 Ωρίων για να επισκοπεί, να περιπολεί και να αναγνωρίζει, ως καταδρομικό επιφανείας που εκτοξεύει πυραύλους εδάφους -αέρος ή εδάφους- εδάφους ή ως ανθυποβρυχιακό αντιτορπιλικό που εξαπολύει βόμβες βυθού κατά των καταδεδυμένων εχθρών.
Το Π-3 Ωρίων είχε εσωτερικό αμπάρι κάτω από την εμπρόσθια άτρακτο, απ’ όπου απελευθερώνονταν βόμβες βυθού, που εν ανάγκη θα μπορούσαν να είναι και πυρηνικές. Πρόσθετοι υποπτερύγιοι σταθμοί ή πυλώνες μπορούν να φιλοξενήσουν ή να μεταφέρουν και άλλους οπλικούς σχηματισμούς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται καμάκια, ελαφρές πελταστικές ρουκέτες, νάρκες, διαφόρων ειδών βλήματα, θερμοβαρικές βόμβες και όποια άλλη διαβολική σκοτώστρα μπορεί κανείς να φανταστεί.
Το Π-3 Ωρίων είναι εξοπλισμένο με προεξέχον κεντρί ουράς, ειδικό για την ανίχνευση μαγνητικών ανωμαλιών υποβρυχίων βάσει του υφιστάμενου μαγνητικού πεδίου των πλανητών, προκειμένου το εχθρικό υποβρύχιο να υποστεί πυραυλική ή τορπιλική επίθεση. Λόγω της υπερβολικής ευαισθησίας συχνά συμβαίνει να παρεμβάλλεται ηλεκτρομαγνητικός θόρυβος στα ευρήματα του Π- 3 Ορίων, οπότε ο ανιχνευτής- αισθητήρας τοποθετείται σε πλαίσιο υαλοβάμβακα μέσα στο κεντρί της ουράς μακριά από άλλα ηλεκτρονικά εξαρτήματα ή σιδηρούχα μέταλλα του αεροσκάφους.
Για να μη το κουράζουμε πολύ το θέμα, τούτη η αρχαία, αλλά δοκιμασμένη και αξιόπιστη τεχνική βοήθησε τον Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα να μπει στο διάδρομο της τελευταίας περιστροφής. Μέσω της ανιχνευτικής συσκευής οι τιτάνες έφτασαν σ’ ένα διάσημο Υπόκιρρο – υποκίτρινο δηλαδή ή και πορτοκαλή αστέρα, τον οποίο συνάμα δημιούργησαν και λέγεται σήμερα Μπετελγκέζ. Μια και ο Μπετελγκέζ παρέχει το κλειδί της τελευταίας περιστροφής και είναι σαν να έχει ο εξερευνητής ένα χάρτη «υπό μάλης», γι’ αυτό και οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν «Υπομάλης», που παραμένει άκλιτο σαν το «επικεφαλής», αν πεις του Υπομάλη είναι λάθος. Αντίστροφη περίπτωση είναι ο ποταμός Μάρνης της Γαλλίας, όπου η ορθή γενική πτώση είναι «Μάρνη» και όχι «Μάρνης». Νίκη λοιπόν για τους δαιμόνιους μας τιτάνες, για τους οποίους ήδη σήμανε το καμπανάκι του τελευταίου γύρου για να μην πούμε ότι μπήκαν ήδη στην τελική ευθεία, ώστε να σχηματιστεί εντελώς ο ουρανός και το στερέωμα έμπνευσης και άντλησης νοημάτων από τους ανθρώπους. Τι πιο κατάλληλος εορτασμός και τι πιο ενδεδειγμένη επίρρωση της επιτυχίας τους από τον Ύμνο προς τη Νίκη!
ΝΙΚΗΣ, ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Ευδύνατον καλέω νίκην, θνητοίς ποθεινήν,
Ή μούνη λύει θνητών εναγώνιον ορμήν
Και στάσιν αλγινόεσσαν επ’ αντιπάλοις μάχαις.
Εν πολέμοις κρίνουσα, τροπαιούχοις επ’ έργοις,
Οίς αν εφορμαίνουσα φέρης γλυκερώτατον εύχος.
Πάντων γαρ κρατέεις, πάσης δ’ έριδος κλέος εσθλόν
Νίκη επ’ ευδόξω κείται θαλίαις βρυάζον.
Αλλά, μάκαιρα, έλθοις πεποθημένω όμματι φαιδρώ,
Αεί επ’ ευδόξοις έργοις κλέος εσθλόν άγουσα».
(Καλώ να λυτρώσει την εναγώνια ορμή η Νίκη η δυνατή
Που είναι στους θνητούς παν’ απ’ όλα ερατεινή και ποθητή,
Με την οδυνηρή σου αντίσταση στις τροπαιούχες μάχες.
Κρίνεις τους πολέμους, όσους αντιπάλους και να ‘χες.
Όταν ορμάς στο πλευρό άλλων φέρνεις καύχημα γλυκό,
Όταν επικρατείς σε κάποιους είναι σημείο διαχρονικό
Και για τον νικητή είν’ η δόξα κλέος ηδονικό κι εθιστικό
Γι’ αυτό, μακάρια, να έλθεις με διάθεση ευμενή, ήπια
Και να μάς σπρώχνεις σε έργα αντί πολέμου ερείπια).
ΥΠΕΡΙΩΝ: Θεία, είσαι σε ετοιμότητα για ενημέρωση του συμβουλίου των αξιωματικών;
ΘΕΙΑ: Υπερίων, είμαι σε λειτουργία εντός φυσιολογικών παραμέτρων, πάντα σε ετοιμότητα να εξυπηρετήσω το πηγάδι εξωτερικών δεδομένων.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Ποιο πηγάδι εξωτερικών δεδομένων, τι λέει η γυναίκα;
ΥΠΕΡΙΩΝ: Δόκτωρ, εννοεί εμάς ως πηγές δεδομένων προερχόμενες από τον εξωτερικό κόσμο. Από ένα σημείο και πέρα είναι επόμενο να μιλάει με ορολογία τεχνητής νοημοσύνης, εφόσον επέλεξε να διοχετεύσει τη νοημοσύνη της σε μηχανικό δίσκο και να ταυτιστεί με τον συνθετιστή του σκάφους. Έχω τονίσει επανειλημμένα, ότι, παρότι οι Ατλάντες έχουν ως μόνιμη επιδίωξη την απαλλαγή από συναισθήματα, θεωρώ ακραία και επικίνδυνη τη μέθοδο της Θείας να ενσωματωθεί σε μηχανή. Την είχα προειδοποιήσει ότι όποιος ενσωματώνεται με μηχανή, γίνεται τελικά μηχανή, αλλά επέλεξε να μη με ακούσει. Παρά ταύτα σε παρακαλώ να τής φέρεσαι με σεβασμό, διότι δεν παύει να είναι ή εν πάση περιπτώσει κάποτε ήταν η αδελφή και σύζυγός μου.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Μού φαίνεται ότι εσείς οι Ατλάντες έχετε μπερδέψει πολύ τα πράγματα, διότι άλλο να απαλλαγεί κανείς από τα συναισθήματα και άλλο να πάψει να είναι άνθρωπος.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Μπορεί να μην είναι πια άνθρωπος, αλλά σύμφωνα με τις κλίμακες νοημοσύνης δεν παύει να είναι νοήμον ον και μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο της αυτοσυνείδησης, αφού δεν διαχωρίζει απλά τον εαυτό της από το περιβάλλον ως απλή συνείδηση, αλλά θεωρεί ότι υπήρχε από πάντα και ότι είναι σε θέση να αφομοιώσει, να ανασυστήσει και να διδάξει αιώνιες αρχές…
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Παρακαλώ, κύριοι, δεν θα λύσουμε εμείς όλα τα φιλοσοφικά θέματα, ας αφήσουμε και κάτι στους μεταγενέστερους, όλους αυτούς που θα εμπνευσθούν από τους καινούς ουρανούς, τους οποίους δημιουργούμε. Υπερίων, μπες στο θέμα της ημερησίας διάταξης χωρίς παρεκβάσεις.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Θεία, μια και μπαίνουμε στον αστερισμό των Διδύμων- Διόσκουρων πες μας τι ξέρεις για τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, ποια ήταν η μοίρα τους, ποια είναι η προβληματική που εκπήδησε από αυτήν και ποιο είναι το αίτημά τους προς εμάς και το συναφές ερώτημα που θα μάς απασχολήσει.
ΘΕΙΑ: Υπερίων, η γυναίκα του Τυνδάρεω Λήδα έμεινε έγκυος το ίδιο βράδυ και από τον Κύκνο- Δία και από τον Τυνδάρεω, με αποτέλεσμα να καταστεί ωτοτόκος και να γεννήσει εντέλει δύο αβγά. Από το πρώτο βγήκε η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα και από το άλλο ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Εγέρθηκαν ζητήματα πατρότητας και αναγνώρισης τέκνων…
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Κάνε παύση, υπολογιστή. Κύριοι να αποφύγουμε τα πρωθύστερα σχήματα. Στην ουσία αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε μπροστά στον αστερισμό των Διδύμων, αλλά για την ακρίβεια ψηλαφούμε το ίχνος του αστερισμού αυτού από άλλες προγενέστερες Δημιουργίες. Να πούμε όλοι μαζί το τροπάρι για την Ίππα, την τροφό του Διονύσου, που πάντα ευνοεί τέτοιες ανώμαλες και ανωμαλιάρικες συνευρέσεις και συνουσίες, όπως αυτή της Λήδας με Τυνδάρεω και Δία ταυτοχρόνως το ίδιο βράδυ.
ΙΠΠΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Ίππαν κικλήσκω, Βάκχου τροφόν, ευάδα κούρην,
Μυστιπόλων τελεταίς αγαλλομένην Σάβου αγνού,
Νυκτερίοις χοροίς εριβρεμέτου Ιάκχου,
Κλύθι μοι ευχομένου, χθονίη μήτηρ, βασίλεια,
Είτε συ γ’ εν Φρυγίη κατέχεις Ίδης όρος αγνόν,
Ή Τμώλος τέρπει σε, καλόν Λυδοίς θόασμα,
Έρχου προς τελετάς ιερώ γήθουσα προσώπω».
(Καλώ την Ίππα, Βάκχου τροφό, που λέει ευοί, ευά,
Που αγάλλεται με μυστικές τελετές Δία ως άγριου ζευγά,
Που γουστάρει νυκτέριους χορούς με θόρυβο πολύ,
Άκου την προσευχή μου, μήτηρ, βασίλισσα καλή,
Είτε είσαι στη Φρυγία είτε Ίδης όρος αγνό κατέχεις,
Είτε σε τέρπει ο Τμώλος, με τους Λυδούς να τρέχεις,
Έρχου προς τελετές, χαρούμενο πρόσωπο να έχεις).
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Μάλιστα, βλέπω ότι η καταστέριση κουτσά- στραβά έγινε. Παιδιά, χρειαζόμαστε περισσότερη προπόνηση, γιατί μού φαίνεται ότι σιγά-σιγά η μπογιά μας ξεφτίζει. Θεία, ξαναπιάσε το μίτο της Αριάδνης εκεί που τον άφησες.
ΘΕΙΑ: Προμηθεύ, οι Τυνδαρίδες (-αι) Κάστωρ και Πολυδεύκης, που ονομάσθηκαν και Διόσκουροι, διότι τελικά μετά την διενέργεια ελέγχου πατρότητας αποδείχθηκε ότι είναι τέκνα του Δία, γεννήθηκαν δίδυμοι στη νήσο της Μεσσήνης Πέφνο και ανατράφηκαν στην Πελλάνα Λακωνίας. Απεικονίζονται συχνά επί ίππων λευκών, με πίλο στο κεφάλι και στην κορυφή του πίλου αστέρα, καθώς και με δόρατα ανά χείρας. Γυμνάσθηκαν ο μεν Κάστωρ στην ιππική και την οπλομαχία, ο δε Πολυδεύκης στην πυγμαχία, παγκράτιο, ελληνορωμαϊκή και ελευθέρα πάλη, χειροπάλη, ποδοπάλη, πάλη χωρίς κανόνες, κλοτσοπατινάδα, αρκουδοπάλεμα …
ΩΚΕΑΝΟΣ: Φτάνει, ανόητη τεχνητή νοημοσύνη, καταλάβαμε τι θέλεις να πεις, πήγαινε παρακάτω, αμάν πια!
ΘΕΙΑ: Ωκεανέ, οι Διόσκουροι ήσαν καλά παιδιά και άξια παλικάρια και όταν άκουγαν πόλεμο δεν τρύπωναν μες τα αμπάρια, αλλά πολεμούσαν. Μετ’ ου πολύ κατάφεραν μάλιστα να καθαρίσουν το Αιγαίο από τους ληστρικούς πειρατές. Ήσαν ανήσυχοι τύποι και δεν έχαναν ευκαιρία να δείξουν τους όρχεις τους, όπου τούτο δεν πρέπει να θεωρηθεί σχόλιο γενετήσιο ή υποτιμητικό για τις γυναίκες, διότι συνιστά λαϊκή έκφραση που σημαίνει ανδρεία, τόλμη, θάρρος, σθένος, κουράγιο, γενναιότητα, τσαγανό, τσαμπουκά…
ΕΥΡΥΒΙΑ: Εντάξει, Θεία, δεν χρειάζονται περαιτέρω συνώνυμα. Οι τιτάνες έχουν ξεπεράσει προ πολλού τις διακρίσεις, είτε αφορούν τα φύλα είτε το γένος είτε το χρώμα.
ΘΕΙΑ: Μελαχρινή σκουρόδερμη Ευρύβια, οι Κάστωρ και Πολυδεύκης κυνήγησαν και τον Ερυμάνθιο κάπρο και μετείχαν στην αργοναυτική εκστρατεία, αλλά δεν ήσαν και Ηρακλειδείς, μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έμαθαν ότι ο Θησέας, αυτός ο υπερτιμημένος τραμπούκος, σε καμία περίπτωση ισοδύναμος του Ηρακλή, έκλεψε την Ελένη από το Μενέλαο, που με καμία κυβέρνηση δεν μπορούσε να την ελέγξει ή να την κρατήσει δικιά του όντας κατά βάθος κρυφοσυκιά ή τσαχπινογαργαλιάρης, και την έκρυψε (ο Θησέας) σε ένα αυθαίρετο στις Αφίδνες, εκστράτευσαν στην Αθήνα για να αποκαταστήσουν την τρωθείσα τάξη. Ο Ακάδημος, που δεν ήταν μικρό όνομα, αφού σ’ αυτόν οφείλουμε την ανέγερση της Ακαδημίας, τούς μαρτύρησε την τοποθεσία αιχμαλωσίας της Ελένης. Τότε, αυτοί πολιόρκησαν συλλήβδην τα αυθαίρετα και τα καραγιαπιά των Αφιδνών εκδίδοντας πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και στο τέλος απελευθέρωσαν την Ελένη. Βέβαια ο αγώνας κατά της παράνομης δόμησης δεν είναι εύκολος και για το λόγο αυτό ο Κάστωρ πληγώθηκε στο μηρό από τον Αφίδνο, που ήταν κτήτορας, ιδιοκτήτης, νομέας και αρχιπαράνομος κτίστης όλων των αυθαιρέτων κτισμάτων της περιοχής.-
-Έπειτα, επέστρεψαν με τιμές και δόξες στην Αθήνα και μυήθηκαν στα μεγάλα μυστήρια ως ευεργέτες των ανθρώπων. Παρότι ο Θησέας δεν έχανε καμία ευκαιρία να τούς σαμποτάρει ή να τούς κακολογεί, κατάφεραν στην αρχή να πάρουν άδεια προσωρινής διαμονής και εν τέλει να πολιτογραφηθούν Αθηναίοι, αφού πρώτα διάνυσαν και ξεπέρασαν όλα τα ενδιάμεσα προβλεπόμενα στάδια ενσωμάτωσης του μετοίκου, του ισοτελούς, του υποψήφιου πολίτη κ.λπ. Σ’ αυτή τη διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας τούς βοήθησε πολύ ο Μενεσθεύς, μία πληροφορία εκ περισσού, που βεβαίως δεν ενδιαφέρει κανέναν.-
– Όταν έγινε ο γάμος του Ίδα και του Λυγκέως, υιών του Αφάρεως, με τις θυγατέρες του Λυκίππου (όχι του φυσικού επιστήμονα, αλλά του υιού του Περιήρους) Ιλάειρα (όχι Λάουρα) και Φοίβη, τα ευτυχή ζευγάρια είχαν την ατυχή έμπνευση να καλέσουν και τους Διόσκουρους. Αυτοί όμως άρπαξαν τις νύφες και έφυγαν. Ο Κάστωρ έλαβε γυναίκα την Ιλάειρα και εξ αυτής γέννησε τον Αλόθο και τον Ανώγοντα ή Άναξι ή Άξις και ξερός, όπως και να τον λένε. Ο Πολυδεύκης πάλι εκ της Φοίβης γέννησε τον Μνησίνεω ή Μνησίνοο και τον Ασίνεο. Αλλά βέβαια ο Ίδας και ο Λυγκέας δεν κάθισαν άπραγοι, αλλά εκστράτευσαν εναντίον τους και τούς κάλεσαν σε μονομαχία με τα ανάλογα και προσήκοντα εκ του μακρόθεν μπινελίκια. Στις επακολουθήσασες μονομαχίες και μάλιστα στα ημιτελικά ο Ίδας σκότωσε τον Κάστορα, ενώ ο Πολυδεύκης σκότωσε τον Λυγκέα. ‘Όμως στον τελικό ο Ίδας σκότωσε και τον Πολυδεύκη. Η αναβίβαση και ανάληψη των Διόσκουρων στον ουρανό έλαβε χώρα κατά χρόνον περίπου όταν έγινε η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη. Εξ αυτού του λόγου οι Διόσκουροι παρά τη μεγάλη τους παλικαριά κωλύθηκαν να μετάσχουν στον Τρωικό πόλεμο, διότι είχαν πεθάνει (ο απόλυτος λόγος ανωτέρας βίας). Μάλιστα η Ελένη, στην οποία εκτός από τους εραστές άρεσαν εξίσου και εκείνοι που την έσωζαν από τα ξένα κρεβάτια και την ηθελημένη έστω ατίμωση, οι σωτήρες – ιππότες δηλαδή, ματαίως τούς αναζητούσε να δρασκελίσουν τα τείχη της Τροίας και να την κοντρα- απαγάγουν.
ΛΗΤΩ: Ε λοιπόν αυτό το πράγμα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Κατακλυζόμαστε από ονόματα και λεπτομέρειες μόνο και μόνο επειδή η τεχνητή νοημοσύνη μας δεν μπορεί να ξεχωρίσει μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους. Εμείς θέλουμε να μάθουμε το ερώτημα, το οποίο πρέπει να επιλύσουμε, όπως πολύ σωστά είπε ο πλοίαρχός μας.
ΘΕΙΑ: Καχεκτική και νευρο-ανορεκτική Λητώ, το ερώτημα είναι ότι οι δύο αδελφοί πέραν της εξ αίματος συγγένειάς τους ή, όπως διδάσκει η κοινή πείρα, παρά τη συγγένεια αυτή ήσαν και αχώριστοι φίλοι, όπως ο Δάμων και ο Φιντίας. Σύμφωνα με τα σκληρά και απάνθρωπα κριτήρια του νεφεληγερέτη Δία στον παράδεισο πάει μόνο ο υπέρτατος εκείνος μαχητής, που ανά πάσα στιγμή είναι σε θέση να νικήσει οποιονδήποτε οπουδήποτε και τέτοιος είναι μόνο ο ίδιος και οι Ολύμπιοι συνωμότες του, ούτε καν ο Αχιλλέας δεν έχει τα προσόντα να ενταχθεί εκεί, διότι σε μία στιγμή αδυναμίας άφησε να τού τοξεύσουν την αχίλλειο πτέρνα. Τον Κάστορα τον περιφρονούσε, καθότι, ενώ ήταν εκπαιδευμένος και τάχα ειδικευμένος στα όπλα, έχασε τη μονομαχία από τον Ίδα. Για τον Πολυδεύκη όμως ειδικά έδειξε εύνοια και μεροληπτική προτίμηση, κυρίως όταν αποκαλύφθηκε από τις οθόνες Βυθομετρικής Ανάλυσης Ρωμαλέων (ΒΑΡ) ότι κατά τη μονομαχία με τον Ίδα αδικήθηκε, αφού η συμφωνία ήταν να γίνει ο αγώνας με δεμένες πυγμές, ο Ίδας όμως είχε τοποθετήσει μέταλλο και μάλιστα με μικροσκοπικές ακίδες- εκβολάδες κάτω από το ύφασμα, με το οποίο περιέβαλε τους κονδύλους του, φτιάχνοντας αυτό που κοινώς λέγεται “σιδερογροθιά”. Γι’ αυτό λοιπόν τον ανέβασε στον Όλυμπο, επειδή όμως γενικά δεν είναι σε θέση να αντέξει, όχι τον Πολυδεύκη, αλλά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, όταν βρεθεί ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους χωρίς κάποιον να τον επευφημεί (για τον Δία μιλάμε), τον ξαπέστειλε στην Αρκαδία, δηλαδή στο υποκατάστατο του παραδείσου, που ήδη έχουμε συναντήσει στο δρόμο μας. Εκεί ο Πολυδεύκης πλήττει θανάσιμα, καταδικασμένος να ζει χωρίς τον αγαπημένο του αδελφό. Έχει ζητήσει λοιπόν από τον Δία ή να έλθει και ο Κάστωρ στην Αρκαδία -να μια αναπάντεχη ομοιοκαταληξία- ή εν ανάγκη να κατέλθει αυτός μόνιμα στον Άδη, μέχρι εκεί έφτασε για να περάσει από τη μοναξιά στη συντροφιά. Όπως γνωρίζουμε όμως, ο Ζευς βαριέται εύκολα όλες τις παλιές ιστορίες και τις νοητές- νοητικές πλοκές, ειδικά αυτές όπου έχει μετάσχει ο ίδιος, διότι κατά βάθος ξέρει ότι η επιρροή του ήταν πάντοτε αρνητική. Γι’ αυτό πέραν του να καλεί και τα δύο αδέλφια σε κάποια από τα συμπόσιά του, όπου βέβαια οι αδελφοί εστιώνταν στην κουζίνα και όχι στο μακρύ εορταστικό τραπέζι πριν ο ένας να αναχωρήσει για Αρκαδία και ο άλλος να καταποντιστεί πάλι στον Άδη, δεν έλαβε κανένα άλλο μέτρο επανένωσης των αδελφών. Αυτομάτως το αίτημα των δύο αδελφών περιήλθε σε εμάς, που έχουμε καταντήσει να κάνουμε τα ρεπά του Δία, μέχρι να βρει ο ηγεμών μας την κατάλληλη ευκαιρία να μπήξει γερά το ξίφος του ή τον πάσσαλό του στην καρδιά του Δράκουλα και να απελευθερωθεί η οικουμένη.
ΛΗΤΩ: Θεία, μη μιλάς έτσι για τον ηγεμόνα γιατί τελικά θα δεις ότι…
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: (Ξεροβήχει). Λοιπόν το ζήτημα που μάς έχει τεθεί είναι το ίδιο ή τέλος πάντων η άλλη όψη εκείνου του αιτήματος που μάς απεύθυναν οι κάτοικοι της Αρκαδίας, οι οποίοι θέλουν να κλείσει η δίοδος απ’ όπου ένας μανιασμένος αέρας τούς σπρώχνει προς τον Άδη. Συνεπώς το θέμα Κάστορα και Πολυδεύκη θα λυθεί σε ένα ανώτερο επίπεδο διαλεκτικής, όταν θα προσεγγίσουμε τις όχθες του Άδη, φθάνοντας στο πλέον επικίνδυνο τμήμα της αποστολής μας. Από εδώ και πέρα μπαίνουμε σε κόκκινο συναγερμό, διότι με τον θάνατο δεν παίζει κανείς και όλοι φρίττουν και τρέμουν μπροστά στο αθάνατο νείκος του. Παρακαλώ, ο συναγερμός μόνο με φως, διότι ο αυτός ο διαπεραστικός ήχος «ιιιιιι», «ιιιιιι» είναι πολύ εκνευριστικός. Οι άδειες ανακαλούνται- ποιες άδειες δηλαδή και πού να διακοπεύσει κανείς-, οι δε Κοίος και Κρείος εντέλλονται να βάλουν το πλοίο σε σιωπηλή πορεία. Τα ακτινοβόλα και οι τορπίλες φωτονίου θα είναι σε πλήρη ετοιμότητα να εκτοξευθούν με το παραμικρό μου νεύμα. Η βοηθητική γέφυρα θα…
ΥΠΕΡΙΩΝ: Κατεπάνω, προτρέχεις. Θα πρέπει να πούμε τους ύμνους προς τιμή Κάστορα και Πολυδεύκη, ώστε τα εκτοπλασματικά ίχνη τους να ξαναγίνουν αστέρες σε πλήρη λειτουργία. Η επαναδημιουργία δεν μπορεί να περιμένει.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Καλά τα λές, αντιπλοίαρχε, επειδή όμως έχω αρχίσει ήδη να αναθέτω αρμοδιότητες και δεν θέλω να φανεί ότι έρχομαι σε αντίθεση με προηγούμενες εντολές μου ή ότι κάτι ξέχασα ή αμέλησα, διότι κάτι τέτοιο θα έριχνε σκιές στην εικόνα της ηγεσίας μου, αντί να κάνουμε χορωδία εμείς, όπου πολλές φορές έχω τονίσει ότι υπάρχουν και αρκετά φάλτσα ελλείψει εντατικής και συστηματικής προπόνησης, ας αφήσουμε να πει τους ύμνους η Θεία με τη συνθετική της φωνή, ενώ εμείς θα συνεχίσουμε τις δραστηριότητες και τις προωθήσεις εργασιών μας. Λοιπόν, Θεία προχώρει ακάθεκτη στα κοντάκια και τα τροπάρια, όπου για τον Κάστορα θα πεις «Της Νυκτός» γιατί στη νύκτα του Άδη εγκαταβιώνει και για τον Πολυδεύκη θα πεις το «εις Πλούτωνα», διότι φιρί-φιρί το πάει κι αυτός να καταλήξει εκεί κάτω, άντε μην ανοίξω το στόμα μου και πω κι άλλα.
ΘΕΙΑ: Προμηθεύ,
ΝΥΚΤΟΣ, ΘΥΜΙΑΜΑ, ΔΑΥΛΟΥΣ
«Νύκτα, θεών γενέτειρα, άσομαι ηδέ και ανδρών.
Νυξ γένεσις πάντων, ήν και Κύπριν καλέσωμεν.
Κλύθι, μάκαιρα θεά, κυαναναυγής, αστεροφεγγής-
Ησυχίη χαίρουσα και ηρεμίη πολυύπνω,
Ευφροσύνη, τερπνή, φιλοπάννυχε, μήτερ ονείρων,
Ληθομέριμν’ αγαθήν τε πόνων ανάπαυσιν έχουσα,
Υπνοδότειρα, φίλη πάντων, ελάσιππε, νυχαυγής,
Ημιτελής, χθονίη, ηδ’ ουρανίη πάλιν αυτή-
Εγκυκλίη, παίκτειρα διώγμασιν ηεροφοίτοις,
Ή φάος εκπέμπεις υπό νέρτερα και πάλιν φεύγεις
Εις Αίδην, δεινή γαρ ανάγκη πάντα κρατύνει.
Νυν δε, μάκαιρ’ ώ Νυξ πολύολβε, πάσι ποθεινή,
Ευάντητε, κλύουσα λόγων ικετηρίδα φωνήν,
Έλθοις ευμενέουσα, φόβους δ’ απόφευγε νυχαυγείς».
(Νύκτα, θεών- θνητών γενέτειρα, τραγουδώ για σένα.
Νύκτα, ακόμη κι Αφροδίτης έδωσες τη γέννα.
Άκου, μακάρια θεά, πού ‘χεις μπλε φως, φέγγος άστρου
Με ησυχία ύπνου χαίρεις και με ηρεμία του κάστρου,
Τερπνή, σ’ αρέσουν όνειρα, ξενύχτια κι όχι μόνο
Μ’ εσένα ξεχνούν οι θνητοί μ’ ανάπαυση από πόνο,
Υπνοδότης είσαι, φίλη πάντων, οδηγείς τους ίππους,
Χθόνια και ουράνια, δίνεις ηδονές παυσιλύπους,
Εγκύκλια, που παίζεις με κυνηγημένα θύματα,
Ή φως εκπέμπεις απ’ του Άδη τα μνήματα.
Διότι η δεινή ανάγκη εκεί κάτω κραταιά σε κρατάει,
Αφού είσαι η μόνη τύχη για όσους η μοίρα χτυπάει.
Ευπροσήγορη, άκου της φωνής μας την ικεσία
Κι έλα ευμενής, λύτρωσέ μας από φόβου ηγεσία).
Στη συνέχεια η Θεία, πιστή στον προγραμματισμό της, καθώς και στην παραδοχή ότι τελικά ένας συνθετιστής επαναλαμβάνει μόνο ό,τι τον έχουν εκ των προτέρων ταΐσει -εφοδιάσει, εξήγγειλε με την ίδια αδιάφορη φωνή και τον τελευταίο ύμνο:
ΘΕΙΑ: Προμηθεύ,
ΕΙΣ ΠΛΟΥΤΩΝΑ
«Ώ τον υποχθόνιον ναίων δόμον, οβριμόθυμε,
Ταρτάριον λειμώνα βαθύσκιον ηδέ λιπαυγή,
Ζευ χθόνιε, σκηπτούχε, ταδ’ ιερά δέξου προθύμως-
Πλούτων, ός κατέχεις γαίης κλείδας απάσης,
Πλουτοδοτών γενεήν βροτέην καρποίς ενιαυτών.
Ός τριτάτης μοίρης έλαχες χθόνα παμβασίλειαν,
Έδρανον αθανάτων, θνητών στήριγμα κραταιόν-
Ός θρόνον εστήριξας υπό ζοφοειδή χώρον,
Τηλεπόρον τ’ ακάμαντα, λιπόπνοον, άκριτον Άδην,
Κυάνεον τ’ Αχέρονθ’ ός έχει ριζώματα γαίης,
Ός κρατέεις θνητών θανάτου χάριν, ώ πολυδέγμον,
Εύβουλ’ αγνοπόλου Δήμητρος ός ποτέ παίδα
Νυμφεύσας λειμώνος αποσπαδίην δια πόντου,
Τετραώροις ίπποις υπ’ Ατθίδος ήγαγες άντρον,
Δήμου Ελευσίνος, τόθι περ πύλαι εισί Αίδου.
Μούνος έφυς αφανών έργων φανερών τε βραβευτής,
Ένθεε, παντοκράτωρ, ιερώτατος, αγλαότιμε,
Σεμνοίς μυστοπόλοις χαίρων οσίοις τε σεβασμοίς
Ίλαον αγκαλέω σε μολείν κεχαρηότα μύσταις».
(Ώ υποχθόνιε θορυβοποιέ, που κατοικείς σε δόμους,
Και σε λειμώνες σκοτεινούς, ανήλιαγους υπονόμους,
Σκηπτούχε, δέξου προσευχές κι άλλες ευχές βαθιά,
Πλούτωνα, που κατέχεις γης κλειδιά και αρμαθιά,
Δώσε πλούτο στην γενιά μας και σοδειά πολλή,
Πάρε φόρο τρίτη ή δεκάτη ή όσο θέλεις παραλή,
Έδρανο αθανάτων, θνητών στήριγμα κραταιό,
Που στήριξες το θρόνο σε χώρο ζόφου και σκαιό,
Αφού πήγες μακριά ακάμαντος στο σκληρό τον Άδη,
Στον κυανό Αχέροντα που ‘χει γης ρίζες για μαγνάδι,
Που τους θνητούς κυριαρχείς με θάνατο, υποδοχέα,
Εύβουλε, θαλαμηπόλε, Δήμητρος αγνέ πανδοχέα,
Που ως νύφη απέσπασες μέσω τρανής θαλάσσης,
Με τέθριππο έφερες στην Αττική, σιγά εσύ μη χάσεις,
Στην Ελευσίνα μια φορά που είναι οι πύλες του Άδη,
Βραβεύεις φανερά τους νικητές και αφανείς με χάδι,
Ένθεε, παντοκράτωρ, ιερότατε, της δόξας το πετράδι ,
Στους μύστες τους σεμνούς όλο χαρά να εγκύψεις,
Να είσαι ίλεως, σε κανένα μας, παρακαλώ, μη λείψεις).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ’
ΚΥΝΕΣ ΘΗΡΕΥΤΙΚΟΙ, ΕΩΣΦΟΡΟΣ (ΒΕΓΑΣ), ΚΕΡΚΟΣ (ΔΕΝΕΒ)
Ο Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδας γλιστρούσε σιωπηλά στο πιο επικίνδυνο διάστημα που υπήρχε. Το ύφασμα του δικού μας χωρόχρονου ήταν λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο σε εκείνη την περιοχή και πλάσματα από άλλες διαστάσεις εύκολα έμπαιναν και έβγαιναν σχίζοντας σαν χασέ την αμελητέας αντίστασης επιφάνεια.
Για να έχουμε παραστατική απεικόνιση της συμπαντικής κατάστασης, την οποία ως άνθρωποι έχουμε ανάγκη, το περιβάλλον χάος θύμιζε καταχνιά σκεπασμένη με νεφέλες -πέσ’ τες νεφελώματα, αφού είμαστε στο διάστημα- και υπήρχαν σκοτεινές ροές υγρών και αερίων που χάνονταν σε τρύπες χωρίς πάτο – μαύρες; Έγκοτοι, οργίλοι, λυσσασμένοι κύνες με αφρισμένο στόμα από άλλες διαστάσεις γρύλιζαν ολόγυρα, πιστοί στο δόγμα ότι σκυλί που δεν γαβγίζει δαγκώνει. Ο Προμηθέας ψέλλισε στην ομήγυρη.
«Τουλάχιστον να εξευμενίσουμε τους κύνες. Ας τους ψάλλουμε τον ύμνο του Θανάτου, για να καταλάβουν ότι είμαστε κι εμείς σκληροτράχηλοι και ανάγωγοι κολοπαιδαράδες ταιριαστοί με το περιβάλλον και δεν χαμπαριάζουμε από απειλές. Εμπρός λοιπόν όλοι μαζί, “συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν και οφθήτω η ξηρά”. Μέσα από το τραγούδι του θανάτου να εμφανιστούν οι Κύνες Θηρευτικοί και να σιωπήσουν οι λυσσώδεις λυσσητήρες».
ΘΑΝΑΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Κλύθι με, ός πάντων θνητών οίηκα κρατύνεις,
Πάσι διδούς χρόνον αγνόν, όσων πόρρωθεν υπάρχεις.
Σός γαρ ύπνος ψυχής θραύει και σώματος ολκόν,
Ηνίκ’ αν ελκύης φύσεως κεκρατημένα δεσμά,
Τον μακρόν ζωοίς φέρων αιώνιον ύπνον,
Κοινός μεν πάντων, άδικος δε ενίοις υπάρχων,
Εν ταχύτητι βίου παύων νεοήλικας ακμάς.
Εν σοί γαρ μούνω πάντων το κριθέν τελεούται
Ούτε γαρ ευχαίς πείθη μόνος ούτε λιταίς.
Αλλά, μάκαρ, μακροίς χρόνοις ζωής σε πελάζειν
Αιτούμαι, θυσίαις και ευχωλαίς λιτανεύων,
Ως αν είη γέρας εσθλόν εν ανθρώποις το γήρας».
(Άκου με συ που τους ανθρώπους κυβερνάς,
Και σε όλους χρόνο αγνό από μακριά σκορπάς,
Ο δικός σου ύπνος ψυχής θραύει σωμάτων περιοχή,
Και τα δεσμά που συγκρατούν των μορίων συνοχή,
Φέρνεις σε όλους τους θνητούς μακρύ αιώνιο ύπνο,
Κοινό, μα σε κάποιους πριν αποσώσουν το δείπνο
Γιατ’ είναι κρίμα ακμαίους νέους να σκοτώνεις
Με δική σου κρίση, που μόνο εσύ εκτελείς και δηλώνεις.
Καθώς δεν πείθεσαι ούτε από ευχές, ούτε από λιτανείες,
Αλλά, μάκαριε, σού ζητώ ξανά με προσευχές και θυσίες
Μετά από πολλά χρόνια να μάς πάρεις στο μνημείο
Και το τιμημένο γήρας να μάς αφήσεις για βραβείο).
Σε κατάσταση μίας περίεργης αιώρησης εμφανίστηκε ένα είδος ποταμού ή υγρού ρεύματος, προφανώς ενεργειακού, που χυνόταν σε ένα είδος χοάνης, που θα μπορούσε παραστατικά να χαρακτηρισθεί διαστημική σπηλιά. Τα μεγάλα κεφάλια, η γνωστή τριανδρία πλοίαρχου, αντιπλοίαρχου και γιατρού παρακολουθούσαν στη μεγάλη οθόνη τις πηγές του υπόγειου ποταμού που ήταν Αχέρων, Στύγα, Κωκυτός, Λήθη και Πυριφλεγέθων ταυτόχρονα. Μα μέχρι και το πυρ του Φλεγέθοντα ήταν σκοτεινό σαν μαύρο αίμα λαγού, αν μπορεί κανείς να το φανταστεί αυτό.
«Η αποστολή μας πολύ απλά είναι, αφού εισχωρήσουμε στον Άδη, να αντιστρέψουμε το κρύο εκείνο ρεύμα που σπρώχνει τους νεκρούς από την Αρκαδία προς τα εδώ. Έτσι η μεν Αρκαδία θα γίνει αληθινός παράδεισος χωρίς διαρροές, ενώ και πολλοί από τον Άδη, που δεν αξίζουν με κανένα κριτήρια, με καμία κυβέρνηση που λέμε, την αιώνια καταισχύνη θα έχουν την ευκαιρία να περάσουν στη γη της επαγγελίας, μεταξύ των οποίων και ο καημένος, ο αδικημένος Κάστορας, αφού λιμάρει με τις δοντάρες του την ξύλινη πύλη».
«Αυτή η αντιστροφή θεωρητικά και από καθαρά τεχνική έποψη μπορεί να γίνει, ηγεμών», είπε ο Υπερίων. «Όμως, όπως μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, έτσι και μεταξύ όσων διαβούν προς την Αρκαδία θα συγκαταλέγονται σίγουρα και αρκετά καθάρματα, ίσως μάλιστα οι χειρότεροι τελικά θα είναι εκείνοι που θα συνωστιστούν και θα διαγκωνιστούν στην αφετηρία για μία θέση στην Αρκαδία. Άσε που όλοι αυτοί, όταν περάσουν στην Αρκαδία, θα ρίξουν αισθητά το επίπεδο ζωής των υπολοίπων».
«Υπερίων μην ζητάς από μένα αυτό που δεν μπορώ να δώσω. Δεν είμαι παντοδύναμο ον ούτε ανεξέλεγκτος τύραννος, αλλά δημόσιος λειτουργός ενεργών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Δεν θα κρίνω εγώ ποιος είναι άξιος ή όχι να ζήσει στον παράδεισο, αυτά ας τα βρει ο Χριστιανισμός. Εγώ απλώς θα προσπαθήσω να βελτιώσω μία προβληματική κατάσταση, όσο μού το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Θυμήσου το λίγο του κόσμου, ό,τι μπορεί ο καθένας, να βάλουμε ένα λιθαράκι, “κι εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι” και όλα τα ρητά που έχουν να κάνουν με την μικρή, αλλά υπολογίσιμη επούλωση μίας δυσάρεστης κι άσχημης υπόθεσης. Με την αντιστροφή της ροής, ώστε η κίνηση και η μετανάστευση να γίνεται από τον Άδη προς την Αρκαδία, αφενός οι Αρκάδες γίνονται πραγματικά αθάνατοι χωρίς εξαιρέσεις, αφετέρου οι κατάδικοι του Άδη θα βρουν μία γνήσια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Όπως σού έχω ξαναπεί η κοινωνία των Αρκάδων είναι αρκετά πλούσια για να τρέφει και κάποιον όχλο, ενώ ταυτόχρονα η φυλακή του Άδη θα αποσυμφορηθεί. Μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Ούτε οι αθάνατοι θα μπορούν να πεθάνουν, ούτε οι νεκροί θα μπορούν να σκοτώσουν».
«Υπάρχει κι ένα άλλο θέμα», επεσήμανε ο Ωκεανός. «Οι δυνάμεις του Άδη είναι τεράστιες. Αν επιχειρήσει το Κόσμημα ή ο Ναός Βενοβίνδας να πλησιάσει χωρίς μανδύα προκάλυψης, θα ξαμολυθούν εναντίον μας όχι μόνο οι θηρευτικοί κύνες, αλλά η Σκύλλα, η Χάρυβδη και όλα τα τέρατα που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας μετά την ραψωδία Νέκυια. Και μιλάμε ότι ο Οδυσσέας είχε στη διάθεσή του βαρύ καταδρομικό και πάλι ίσα που γλίτωσε. Μα να μη θυμάμαι το όνομα του πλοίου του Οδυσσέα όσο και να σπάω το κεφάλι μου, ου γαρ έρχεται μόνον».
«Καλά δεν συζητάμε να διακινδυνεύσω το πλήρωμα», είπε ο Προμηθέας. «Εννοείται ότι δεν μπορώ να ζητήσω από κανένα άλλο να αναλάβει αυτή την αποστολή, αλλά μόνο εγώ ο ίδιος μπορώ να τη φέρω εις πέρας ενεργώντας ως μυστικός ή τέλος πάντων μοναχικός πράκτορας. Στηρίζομαι σε σένα, Υπερίωνα, να μού δώσεις τα κατάλληλα γκατζετάκια, ώστε να δυνηθώ να αντιστρέψω τη ροή μεταξύ Αρκαδίας και Άδη».
«Κατεπάνω, σού υπενθυμίζω την κατευθυντήρια γραμμή του αστροστόλου ότι ο κυβερνήτης δεν πρέπει να διακινδυνεύει άνευ αποχρώντος λόγου το τομάρι του, διότι η Ομοσπονδία έχει επενδύσει σ’ αυτόν…»
«Υπερίωνα, σε παρακαλώ, ας περάσουμε στο εργαστήριο να δω τι θαυμαστά εργαλεία θα μού προτείνεις με την απαραίτητη σύσταση να μη τα χαραμίσω άνευ λόγου και να μη τα φθείρω, διότι η υπηρεσία δεν διαθέτει άλλα κονδύλια κ.λπ. Τα καθήκοντα και τις παραινέσεις της γκουβερνάντας, άστα καλύτερα δεν σού ταιριάζουν. Έτσι κι αλλιώς ξέρεις ότι θα αρνηθώ να μείνω πίσω, γιατί η δράση είναι η ζωή μου, οπότε εσύ θα προβάλεις άλλα επιχειρήματα, αλλά τότε εγώ θα δηλώσω αδαμάντινος και αμετάπειστος κι ύστερα θα κάνεις μία ύστατη προσπάθεια να με μεταπείσεις, οπότε και πάλι εγώ θα σού πω “ας το διάολο κι εσύ κι ο γρύλος σου” και ούτω καθ’ εξής. Μην επεκτεινόμαστε σε άγονες και ανούσιες διαφωνίες. Ήδη το μυθιστόρημα αυτό έχει πάρει τεράστια έκταση και δεν θέλω να επιβαρύνω τους αναγνώστες έτι περαιτέρω. Μη δίνεις λοιπόν μάχες που ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα χάσεις».
Το πρώτο γκατζετάκι που έδωσε ο Υπερίων ήταν ο ύμνος της Εκάτης, προκειμένου να εμφανιστεί ο φοβερός και τρομερός αστέρας Εωσφόρος (Βέγας), όπου μέσα του κρυβόταν ο Άδης. Μα είναι δυνατόν, θα πείτε, ο Άδης να εντοπίζεται μέσα σε ένα αστέρα με θερμοκρασία χιλιάδων βαθμών Κελσίου, όπου κάθε ζωή είναι αδύνατη; Σε αποστομώνω κυριαρχικά, αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς σου ότι δεν μιλάμε για τον αστέρα της ζωής, αλλά για τον αστέρα του θανάτου.
Ας τελειώσουμε μ’ αυτό για να πάμε στα επόμενα, που είναι πιο ενδιαφέροντα.
ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΕΚΑΤΗΝ
«Ενοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν, εραννήν,
Ουρανίην, χθονίην τε και εναλίην κροκόπεπλον,
Τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν,
Πέρσειαν, φιλέρημον, αγαλλομένην ελάφοις,
Νυκτερίην, σκυλακίτιν, αμαιμάκετον βασίλειαν,
Ταυροπόλον, παντός κόσμου κλειδούχον άνασσαν,
Ηγεμόνην, νύμφην, κουροτρόφον, ουρεσιφοίτιν,
Λισσομένοις κούρην τελεταίς οσίαις παρείναι,
Βουκόλω ευμενέουσαν αεί κεχαρηότι θυμώ».
(Την Εκάτη καλώ που την λατρεύουν στους δρόμους,
Ουράνια και χθόνια με κίτρινο πέπλο στους ώμους,
Που τις ψυχές νεκρών και τους τύμβους φροντίζει,
Εκ της Περσίας έρχεται, έλαφον αγαπά, ερήμους ραντίζει,
Νυκτερινή, κυνόφιλη, άμωμη βασίλισσα,
Ταυροπόλα, κλειδούχε, άνασσα, πριγκίπισσα,
Ηγεμόνα, νύφη, κόρες τρέφεις, σε βουνά συχνάζεις,
Σε παρακαλούμε όσιες τελετές να παρουσιάζεις,
Να εξευμενίζεις βουκόλους, τον θυμό τους ν’ αλλάζεις).
Ένα άλλο εφόδιο, που παρέδωσε ο Υπερίων στον Προμηθέα με επιφύλαξη αγαθής, περιεσκεμμένης και λελογισμένης χρήσης, είναι ένα αρχαίο ξόρκι που θα έπρεπε να πει στον βαρκάρη του Αχέροντα για να τού εξασφαλίσει απρόσκοπτη πρόσβαση στα άδυτα του Άδη. Τέλος, τού εγχείρισε ένα είδος ενεργειακού ποτού ή ναρκωτικού, που θα αύξαινε και θα έπρηζε ως ανεμοστρόβιλος πρηστήρ τη δύναμη των ψυχών τόσο πολύ, θα τις ενίσχυε και θα τις δυνάμωνε- καρδάμωνε σε τέτοιο υπερθετικό βαθμό, ώστε θα μπορούσαν να αντισταθούν στον κρύο αέρα τον εκπορευόμενο από την Αρκαδία και να ακολουθήσουν αντίστροφα το μονοπάτι προς τον ποθητό παράδεισο.
Αμ’ ‘επος αμ’ έργον λοιπόν ο Προμηθέας εμφανίστηκε μπροστά στον αμείλικτο βαρκάρη του Αχέροντα με την τρομαχτική κουκούλα, που δεν άφηνε το πρόσωπό του να φανεί και ευτυχώς, διότι η αφήγησή μας θα γινόταν πια εντελώς φρικαλέα και ακατάλληλη δι’ ανηλίκους.
Ύστερα άρχιζε να ξεφουρνίζει το ξόρκι που είχε μάθει απέξω για την περίσταση, αλλά η εκφορά και η προφορά του οποίου τον δυσκόλευε πολύ, διότι ήταν στα λατινικά, τη γλώσσα των υποτακτικών, των φυλάκων, των θυρωρών, ενώ το φόρτε του ιδίου ήταν τα ελληνικά, η γλώσσα των θεών και των τιτάνων. Τα είπε λοιπόν παρεφθαρμένα γιατί όπως λέμε στα ελληνικά, έπαθε κοκομπλόκο.
«Nemo dolorem ipsam, quia dolor sit, consectetur adipisci velit» (κανείς δεν κυνηγά, ούτε θέλει να υπομείνει τον πόνο του, μόνο και μόνο επειδή είναι πόνος).
Ο βαρκάρης με την κουκούλα και το σειόμενο δρεπάνι δεν έδειξε κανένα σημείο αναγνώρισης. Ο Προμηθέας όμως είχε στο μανίκι του κι άλλο ένα εφεδρικό, αναπληρωματικό ρητό.
«Fusce portitor, ligula id varius bibendum, ipsum metus cursus leo, vel porta felis turpis vel mi». (Σκοτεινέ πράκτορα- πορτιέρη, όταν το «Αυτό» -το υποσυνείδητο του εαυτού- θέλει να απολαύσει διάφορα ποτά στη γλώσσα του και ως δρομαίος και δρυμαίος λέων φέρει μαζί του τον δικό του φόβο, σιγουρέψου ότι υποδέχεσαι και βάζεις μέσα εμένα και όχι το αισχρό σαρκοφάγο αιλουροειδές).
Το τελευταίο ρητό φαίνεται ότι συγκίνησε και κινητοποίησε τον σιωπηλό φύλακα του Κάτω Κόσμου, ο οποίος μάλλον το θεώρησε υψηλού επιπέδου σχόλιο, ανάλογο του δικού του κύρους, χωρίς να συνειδητοποιεί ο βλαξ- πανίβλαξ- ότι ήταν απλός πορτιέρης στην υπηρεσία άλλων αφεντάδων, έγειρε πάνω στο κουπί του και άρχισε να λάμνει προς τον ευλίμενο ή μάλλον δυσλίμενο λιμένα του αστέρα Εωσφόρου. Εδώ ταιριάζει ο στίχος του Βάρναλη, «άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο, αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς κ.λπ.». Καλός είναι και ο στίχος που λέει «κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει και η πλάση κοκκινίσει, άλλος ήλιος έχει βγει, σε άλλη θάλασσα, άλλη γη».
Η βάρκα μετέφερε τον Προμηθέα στα άδυτα του Άδη. Έχει γραφεί ότι ο Οδυσσέας, όταν κατέβηκε στον Άδη, είχε σφάξει πρόβατα για να προσελκύσει τους νεκρούς κι είχε γεμίσει με τον θρεπτικό αυτόν ζωμό έναν ολόκληρο λάκκο. Προσήλθαν λοιπόν νύφες και τρυφερά κορίτσια, μαραμένα από τον πρόωρο θάνατό τους, παλικάρια με αιματοβαμμένα όπλα, που ακόμη δεν είχαν συνειδητοποιήσει πώς σύρθηκαν στο ψηλαφητό σκοτάδι από το βουερό πεδίο της μάχης, σαθροί γέροντες και γριές με συγκεχυμένα πλέον χαρακτηριστικά και συναθροίστηκαν γύρω από τον λάκκο για να πιουν αίμα και να ανακτήσουν τη ρόδινη χροιά της ζωής. Όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για λογοτεχνική μεταφορά, που δηλώνει πολύ απλά ότι ένας οργανισμός χρειάζεται να αντλήσει ενέργεια από κάπου για να ξαναζήσει. Στην πραγματικότητα, ο Προμηθέας δεν είχε σφάγια στη διάθεσή του, τα οποία ούτως ή άλλως είναι συμβολικά, αλλά ένα παρασκεύασμα του Υπερίωνα και του Ωκεανού, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα. Ακούστε τώρα μία πραγματική ανταπόκριση από τον Άδη, χωρίς τους γλαφυρούς, γραφικούς, αλλά συχνά αναληθοφανείς συμβολισμούς του Ομήρου.
Καθώς οι ψυχές συνωστίζονταν στο θεμελιώδες υπόβαθρο, που είναι ουσιαστικά η εκβολή και συμβολή των συνειδησιακών μας κώνων, όπου καρτερούσε το σπηλαιώδες ξέφωτο, το κοίλο σύμπαν μίας άλλης διάστασης και όπου μπορούσαν, όπως η Κιβωτός προσέγγισε στο Αραράτ, να καταφύγουν στις διαφανείς νοητικές πλαγιές και τα πνευματικά βουνά της αρεσκείας τους, παρατηρούνταν μία ώσμωση μεταξύ τους, μία απώλεια συνοχής, που οδηγούσε ακόμη και στην αφομοίωση μίας ψυχής από μία άλλη. Παρά τη χαρακτηριστική τους ιδιότητα να συγκρατούν τη συνοχή και επικοινωνία μεταξύ των συντεταγμένων τους, ακόμη κι αν αυτές παρεκκλίνουν σε μεγάλη απόσταση, οι ψυχές έδειχναν αποπροσανατολισμένες, ζαλισμένες, υποκείμενες σε άμεση ανάλωση και φθορά. Οι τροχιές των εξωτερικών τους μορίων έφθιναν και τα σωματίδια τους απέκλιναν από τη συνήθη πορεία τους, σκορπίζονταν ολόγυρα με τυχαίο τρόπο μετά από αμοιβαία απώθηση και αποπαλμό, κατακρημνίζονταν (ή μήπως αναρριχώνταν;) σε μία καπνώδη αέρια στήλη εκτεινόμενη πάνω και κάτω ως το άπειρο. Το πιο τρομαχτικό ήταν όμως ότι αυτό δεν συνέβαινε σε όλες τις ψυχές, διότι υπήρχαν και μερικές που επεκτείνονταν ιμπεριαλιστικά, διαστέλλονταν, διατρανώνονταν μέσα στο χώρο καταβροχθίζοντας άλλες. Το ωδείο των ψυχών παρουσίαζε κακοφωνία και όχι αρμονική συγχορδία, καθώς οι περισσότεροι μουσικοί του προοδευτικά αποδεκατίζονταν και αποσυντονίζονταν, όπως η στρατιωτική μπάντα στο «Μπάρυ Λύντον» σιγούσε όλο και περισσότερο, καθώς τα μέλη της λιγόστευαν από τα εχθρικά πυρά. Η άμεσος δράσις, δηλαδή ο Προμηθέας, καταπιάστηκε ευθύς με το νέο πρόβλημα με μεθοδικότητα και αυτοθυσία. Σαν πρώτο μέτρο άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από καταβυθιζόμενα πνεύματα, προκειμένου να διαπιστώσει το μέγεθος των ξένων παρεμβολών και ιμπεριαλιστικών προσβολών ή κυβερνο-επιθέσεων, όπως θα λέγαμε σήμερα, από εξωτερικές πηγές. Και βέβαια μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα είναι λογικό και αναμενόμενο ότι απευθύνθηκε πρώτα απ’ όλα στη μάνα του, τη Θέμιδα, το πραγματικό κίνητρο της μετάβασής του στον Άδη, αυτήν που πάνω απ’ όλα είχε πεθυμήσει και ήθελε να δει, αλλά την είχε εντάξει σε μία τιτανική αποστολή για να μη γκρινιάζει ο Υπερίων για νεποτισμό, τη δίκαιη, την ηθική, την ιερή, τη θεσμοδότρια και θεσμοθέτιδα, την εγγυήτρια της φυσικής τάξης και των σταθερών κανόνων, αυτή που ο Δίας είχε καταδικάσει σε αργό μαρασμό στα υπόγεια και τα τάρταρα, μόνο και μόνο επειδή είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει. Μα λησμονούσε ότι τον δέχτηκε στα σωθικά τόσες φορές, ότι άνοιξε τον θείο της κόλπο και κόρφο, την ίδια ζεστή φωλιά, όπου και ο Προμηθέας είχε κυοφορηθεί – αν είναι δυνατόν-, ότι ανέχτηκε τα μιαρά του αγκαλιάσματα και τα σιχαμένα τα υγρά του έστω και στο πλαίσιο σκοπιμότητας, άρα αντί για εγκλεισμό και λήθη, θα έπρεπε να την είχε βάλει σε βάθρο και να την είχε αναρτήσει σε εικόνισμα πάνω από το προσκέφαλό του, ο λιγούρης κανάγιας, που δεν άφηνε την ευκαιρία να συνευρεθεί ούτε με έγκυο σκύλα ή με μολυσμένο κουνούπι. Πώς ξεπληρώνεται η γενετήσια πράξη με τη μάνα του καθενός; Η μάνα είναι θόλος, στερέωμα και σκέπη, φυλαχτό παγανιστή και σταυρός χριστιανού, είναι αδιανόητο να υπόκειται σε σεξουαλική χρήση ή κατάχρηση.
«Μάνα μου, μητέρα και μαμά μου, μανούλα μου γλυκιά, πες μου τι τρέχει εδώ πέρα, διηγήσου μου τι ακριβώς συνέβη».
«Γιε μου ακριβέ, που ποτέ να μη σώσει να ξαναδώ σ’ αυτό τον ανόσιο τόπο», είπε η Θέμις μετά τα σπαρακτικά αγκαλιάσματα που συνήθως οι μέτριοι συγγραφείς παραλείπουν να περιγράψουν, «όταν κατέβηκα για πρώτη φορά σαν βολίδα προς τα κάτω (ή προς τα πάνω) σε τούτο το κράτος του ζόφου, έχασα τον προσανατολισμό μου. Το ίδιο ανησυχητικό ήταν ένα φρικαλέο κόκκινο φως που είδα συνοδευόμενο από καπνό. Και με είλκυε ακαταμάχητα, παρασυρόμουν προς το μέρος του χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Αυτή η έλξη μού προκάλεσε μεγάλη καταπόνηση και αισθάνθηκα πραγματικά εξαντλημένη σαν να μη μπορώ να συγκρατήσω τα μόριά μου, που φαίνονταν να αποσχίζονται.
«Δεν νομίζω ότι φταίει το κόκκινο φως», είπε ο Προμηθέας «Το Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών Bardo Thodol (για να μη λέτε ότι έχουμε μόνο ελληνικές αναφορές) το αναφέρει και είναι μάλλον φυσιολογικό για το μεταθανάτιο επίπεδο. Σημαίνει απλά ότι άγεσαι προς μία καινούρια μήτρα, αλλά αυτό το αιθαλώδες ερυθρό φως δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πρόκειται μάλλον για μία μήτρα εξευτελιστική, υποδεέστερη στην ιεραρχία. Μάλλον προαισθάνεσαι και προεξοφλείς την επόμενη ζωή σου. Κάτι άλλο πρέπει να προκάλεσε την εξασθένισή σου».
«Γιε μου τι ήλθες; Δεν βλέπω τίποτε από όσα λες να μπορεί να με σώσει. Δυστυχώς βρίσκομαι σε πολύ άσχημη κατάσταση και δεν βλέπω να μπορείς να βοηθήσεις, ούτε εσύ, ούτε το ευγενικό σου πλήρωμα. Είναι τόσο παράξενο. Όσο ήμουν ζωντανή, στην πραγματικότητα ονειρευόμουν μέσα σ’ ένα περίκλειστο κέλυφος, στο σώμα ως δεσμωτήριο της ψυχής, αλλά τώρα που ξέφυγα από το κλειστοφοβικό διαμέρισμα, διαπιστώνω ότι όλοι αυτοί οι νεκροί γύρω μου αρχίζουν να συγχέονται μαζί μου κι εγώ μ’ αυτούς. Πολλά από τα όνειρά μου δεν αναφέρονται πλέον σε μένα. Αυτό ισχύει ίσως και στην κανονική κατάσταση εγρήγορσης, αλλά στην παρούσα περίπτωση είναι πάρα πολύ πιο έντονη η σύμμειξη. Πολλές φορές είμαι γριά, άλλοτε πάλι μικρό παιδί. Καμιά φορά είμαι και γυναίκα με χοντρή περιφέρεια και εξογκωμένες κιρσώδεις φλέβες με αίμα μαύρο και πηχτό σαν σιρόπι. Και άλλες φορές πάλι βλέπω τον εαυτό μου σε παράξενα μέρη, όπου ποτέ δεν είχα πατήσει, να κάνω πράγματα, που ποτέ δεν έχω τολμήσει».
Την ώρα που ο στοργικός γιος προσπάθησε να τής απαντήσει με λόγια παρηγοριάς και παραμυθίας, ξαφνικές, φορτικές και έντονα πολιορκητικές σκέψεις υλοποιήθηκαν στο δεξί του αυτί. Ήσαν σκέψεις εντελώς διαφορετικές με έξαρση, ορμητικότητα. Μία διαφορετική αύρα, μία διαφορετική άλως πολύ πιο ζωτική, παρά ταύτα αδέξια.
«Είμαι ο Τηλεγόνος».
Ο Τηλεγόνος! Ο γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, που όταν μεγάλωσε η μάγισσα τον έπεμψε να αναζητήσει τον πατέρα του. Που φθάνοντας στις όχθες της Ιθάκης ναυάγησε και περιπλανώνταν γυμνός στα δάση κλέβοντας τα ποίμνια του Οδυσσέα. Που όταν ο Οδυσσέας εξήλθε κατ’ αυτού μαζί με τον Τηλέμαχο, ο Τηλεγόνος τον πλήγωσε με δηλητηριώδες δόρυ και τον σκότωσε! Φόνευσε τον απόλυτο ήρωα του Τρωικού πολέμου, αυτόν που ξεπέρασε στην δισκοβολία όλους τους Φαίακες, τον Ποντέα, τον Ναυτέα, τον Ερετμέα, τον Πρυμνέα, τον Πρωρέα, όταν τον προκάλεσαν και τον θύμωσαν, δήθεν φιλόξενοι οικοδεσπότες. Που είχε το θράσος και την αναισχυντία να σύρει το σώμα του ένδοξου πατέρα του και να το πετάξει μπροστά στην Κίρκη! Που κατάφερε μέχρι και να παντρευτεί τη μητρυιά του, την πιστή Πηνελόπη, τάχα ως υπόχρεος να τής παράσχει προστασία, αφού είχε σκοτώσει τον άνδρα της, έριξε δηλαδή στο κρεβάτι την πιο σεπτή γυναίκα, το συνώνυμο της ευσέβειας και ευλάβειας, της απόδοσης τιμής στα δεσμά και στα στέφανα του γάμου, πέτυχε αυτό που δεν κατάφεραν όλοι οι εκλεκτοί μνηστήρες! Εξ αυτής γέννησε τον Ιταλό, από τον οποίο γεννήθηκε η Ιταλία και ο κολοφώνας της, η Ρώμη, που υπήρξε ο πρώτος μεγάλος κατακτητής και ολετήρας του Ελληνισμού. Το πόσο κακό δηλαδή είχε προξενήσει αυτός ο άνθρωπος στην τιτανική και ανθρώπινη Ιστορία, ήταν πέραν κάθε εκτίμησης ή αξιολόγησης, οι ευθύνες του ήσαν χαώδεις.
«Βγες έξω από το δίαυλο», αξίωσε ο Προμηθέας. «Με τη μάνα μου μιλούσα αυτή τη στιγμή! Από πού ξετρύπωσες εσύ;»
«Δεν χρειάζομαι άδεια για να απευθύνω το λόγο σε κάποιον. Μόνο εσείς οι τιτάνες τηρείτε κανόνες προσαγόρευσης. Έστω και αν κάποιος δεν με προσφωνεί, εγώ όμως τού μιλάω. Γενικά μ’ αρέσει να επισκέπτομαι πού και πού τους γείτονές μου. Εσύ κύριε όμως, που σουλατσάρεις σε ένα χώρο, όπου φανερά δεν ανήκεις, οφείλεις εξηγήσεις για το τι γυρεύεις εδώ».
«Είμαι σε μυστική αποστολή του γένους των τιτάνων και πρέπει …χμ… να παραδώσω άκρως απόρρητα μηνύματα σε επιλεγμένες ψυχές εκ μέρους της υπηρεσίας μου. Εσύ δεν έχεις κανένα λόγο, ούτε αρμοδιότητα να κρυφακούς».
«Την ξέρω την κυρία μητέρα σας και έχουμε μία πολύ καλή σχέση μεταξύ μας. Δεν είναι βέβαια το ίδιο με το να μού μιλάει κάποιος σαν κι εσένα, κάποιος από τον εξωτερικό κόσμο. Το κακό είναι ότι από την καημένη την κυρία Θέμιδα δεν μπορώ να μάθω τίποτε καινούριο, διότι είναι παγιδευμένη μαζί μας. Από σένα ίσως θα μπορούσα να αποσπάσω μερικές πληροφορίες. Τι έτος έχουμε, τι προόδους έχει κάνει η ανθρωπότητα, όλα αυτά με ενδιαφέρουν».
Είναι πρόδηλο ότι μετά το ταξίδι στο κέντρο της Γης και την κατάδυση των ψυχών υπό τις πύλες του Άδη είχε εμφιλοχωρήσει μία αμοιβαία ώσμωση λόγω εγγύτητας και τομής των συνειδησιακών κώνων, καθώς αυτοί ανοίγουν προς τα έξω, μία σύγχυση μεταξύ των βασανισμένων ημιθανών αυτών πλασμάτων και των πνευμάτων τους. Η εγκεφαλική δραστηριότητα του κτηνώδους Τηλεγόνου ήταν πολύ πιο δυνατή ακόμη και από εκείνη της Θέμιδας, ίσως λόγω της νιότης του. Έτσι τα κύματα από το νου του πιο ισχυρού καταλάμβαναν το χώρο του πιο αδύναμου σύμφωνα με την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Από την παρατήρηση του πώς διαδίδεται ο ήχος στις ράγες των τραίνων, συλλογίστηκε ο Προμηθέας, αλλά και από το γεγονός της ψυχικής ροής μεταξύ των πραγμάτων ξέρουμε ότι αν ένας πομπός κυμάτων είναι πολύ πιο ισχυρός από έναν άλλον, λαμβάνει χώρα εισβολή των κυμάτων του ενός στην περιοχή του άλλου.
Ήταν ένας υπερσυναισθηματικός, σχεδόν δακρύβρεχτος νεαρός, σχεδόν έφηβος ή μειράκιο ερετρικό με ακανόνιστα μάτια σαν στίλβοντα μαύρα κουμπιά και γερμένα μελαγχολικά προς τα κάτω γερμένα γαϊτανόφρυδα, άραγε τι είχε συμβεί και είχε πεθάνει τόσο νέος; Δεν φορούσε κάποια στολή, αλλά ένα αναχρονιστικό σύνολο, κάτι μεταξύ χιτώνα, ποδήρους εσθήτας και νυχτικού. Στο μακρύ του πρόσωπο είχε αποτυπωμένο ένα μαρμαρωμένο χαμόγελο, περισσότερο μία τσάκιση ή ένα κατσάρωμα, που τελικά κατέληγε σ’ ένα χλευαστικό φιλύποπτο στραβοκοίταγμα. Τα χαρακτηριστικά του σαν να είχαν σκορπιστεί, τα αυτιά του είχαν πάρα πολλούς έλικες και δεν ταίριαζαν με τα εντομικά στιγματικά μάτια του. Η μύτη του ήταν πολύ λεπτή, μακριά και οξυγώνια. Ακόμη και το πηγούνι του αποτύγχανε να συντονιστεί με την ισορροπία του προσώπου. Είχε ένα βαθιά χαραγμένο και σμιλεμένο σημάδι, μία κατακόρυφη σχισμή που τού έκοβε στη μέση μέχρι το κόκαλο. Σαν να είχε δεχθεί αυτός ο νεαρός γερά χτυπήματα από τον ίδιο του το δημιουργό, πλην όμως το φυσικό υλικό της βασικής του υπόστασης ήταν πολύ πυκνό για να κοπεί ή να θρυμματιστεί. Υπήρχε ακόμη σε πείσμα της πρόνοιας που τον κατασκεύασε και της δύναμης που τον είχε φυλακίσει, τις οποίες και φαινόταν να ειρωνεύεται με τα ρυπαρά δόντια του και την ευτελή του βαθμιαία απολεπιζόμενη γλώσσα.
«Εδώ πέρα υπάρχει μία εκτεταμένη καταστροφή», είπε ο Προμηθέας. «Ορισμένοι από τους νεκρούς δεν διακρίνονται πλέον ως σαφή περιγράμματα».
«Τούς έχω φάει», είπε αφελώς ο Τηλεγόνος.
«Τι εννοείς;» είπε ο Προμηθέας, ενώ το μυαλό του πήγε στο κυριολεκτικό φάγωμα και η σάρκα του αναρίγησε από αποστροφή. Ένα αίσθημα βιασμού τον περιτύλιξε κι ένιωθε να θέλει να συρρικνωθεί τουλάχιστον προσωρινά. Όμως κατάφερε να το καταπνίξει κατά το μάλλον ή ήττον.
«Τούς έφαγα, τούς καταβρόχθισα. Τι να πω, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, αναπτύσσω μία κατακτητική διογκωτική αρσενική προβοσκίδα, που ρουφάει παρά τη θέλησή μου ό,τι απομένει από την άθλια ημι-ζωή τους. Πολύ λίγη ζωή περιέχεται σε κάθε πρόσωπο και γι’ αυτό χρειάζομαι πολλά τέτοια καλαμαράκια για να χορτάσω. Αν πλησιάσεις αρκετά το στόμα μου, αν το αφήσω ανοιχτό για λογαριασμό σου, θα ακούσεις τις φωνές τουλάχιστον των τελευταίων που έφαγα. Μη νομίζεις πάντως ότι κι εγώ δεν κάνω μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσω το περίγραμμά μου, που τείνει να σκορπίσει».
«Δεν χρειάζεται να λάβω πείρα της καταστάσεώς σου για να αποφανθώ ότι όλη αυτή η επιθετική δραστηριότητα πρέπει να σταματήσει. Έτσι κι αλλιώς τα μόρια του εαυτού σου έχουν εκλεκτική συγγένεια μεταξύ τους. Κι αν ακόμη διασπαρούν στο χώρο, θα κρατήσουν τη συνοχή τους. Επομένως όλη αυτή η βαρβαρότητα να παραβιάζεις την επικράτεια ή τους διαδρόμους, την περιοχή επιτήρησης ή τον εναέριο χώρο των άλλων δεν έχει κανένα νόημα. Ο αγώνας επιβίωσης είναι ίδιον των ζωντανών, αλίμονο αν επεκταθεί και μετά το μνήμα, τότε κανείς πια πουθενά δεν θα βρίσκει ησυχία».
Αμέσως ο θείος και πολυμήχανος Προμηθέας εξήγαγε από την τσέπη του το υπερόπλο, που είχε πάρει μαζί του. Ταις πρεσβείαις του Υπερίωνα και του Ωκεανού και με τις δικές τους συμβουλές μπόρεσε να συλλάβει την ιδέα ενός είδους ναρκωτικού ή μάλλον αντι-ναρκωτικού, που θα ήταν σε θέση να αδρανοποιήσει τις φυγόκεντρες επιδράσεις εντός του κβαντικού χώρου. Το θέμα είναι, σκεφτόταν ο Προμηθεύς Καταστερίζων, το ναρκωτικό να δημιουργήσει ένα πεδίο αντίθετο προς τη συσσωρευμένη και δυστυχώς συγκεχυμένη πλέον εγκεφαλική δραστηριότητα των ψυχών. Να προκαλέσουμε ατύχημα ως αντισυστημικοί σε μία ακόμη προδεδομένη, αλλά μη νομιμοποιημένη τάξη, γιατί το ατύχημα είναι εκδήλωση θεϊκής χειροτεχνίας, στοχάστηκε παίρνοντας τη θέση του Θεού και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται τα υποχθόνια και καταχθόνια σχέδιά του. Υπό μία έννοια όλο το φαινόμενο της ζωής θα μπορούσε να αποκληθεί ατύχημα.
Για όσους ενδιαφέρονται για λεπτομέρειες, το αντι- ναρκωτικό ήταν βάλσαμο για το συκώτι και τα νεφρά. Περιείχε θείο, επεξεργασμένα φύλλα πικροδάφνης, έλαιο νιτρικού καλίου, αιθανοϋλοβρωμίδιο (κάνει και το ακυτελοβρωμίδιο) , αμινοφενόλη, οξείδιο του ψευδάργυρου, ξυλάνθρακα, κοβάλτιο, χλωρίδιο, καφεϊνη, απόσταγμα δακτυλίτιδας, στεροειδή, δίυδρο κιτρικό τρινάτριο, ασκορβικό οξύ, χρωστικές και αρωματικές ουσίες. Μη σκοτίζεστε και μη πάει το μυαλό σας αν όλα αυτά τα στοιχεία είχαν ανακαλυφθεί στην εποχή του Προμηθέα, διότι η εδώ περιγραφόμενη εποχή ενδέχεται να εντοπίζεται εξίσου είτε στο απώτερο παρελθόν είτε στο απώτατο μέλλον. Το αντιναρκωτικό λοιπόν αυτό, αν κανείς το χρησιμοποιούσε ως ελιξίριο, ήταν ιδανικό για να αποκαθιστά προβλήματα ανδρικής ικανότητας, να ανακουφίζει παράπονα και προβλήματα αναπαραγωγής όντας ασπίδα προστασίας απέναντι σε βλαβερούς και νοσηρούς ατμούς και εκπομπές κάθε είδους. Επομένως μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωσή μας προς όφελος της συνοχής των μορίων.
Ένα φιαλίδιο αντιναρκωτικού, εξοπλισμένο με ειδικό χείλος εκκένωσης, έχει μέσα πεπιεσμένο υγρό, όπως τα ανθρακούχα αναψυκτικά που σερβίρονται στο Παρίσι από το 1790. Είναι ένα είδος φορητού πομπού ιόντων υψηλής ηλεκτρικής τάσης και χαμηλής έντασης, που λειτουργεί δυνάμει μίας πλούσιας ενεργειακά βολταϊκής στήλης φορτισμένης με μπαταρία ηλίου υψηλής αποδοτικότητας. Τα αρνητικά ιόντα αποκτούν στροφορμή αντίθετα με τη φορά του ωρολογίου μέσα σε μία αίθουσα επιλεκτικής επιτάχυνσης, που δημιουργεί σ’ αυτά μία κεντρομόλο τάση αντί για φυγόκεντρο, έτσι ώστε αυτά συνασπίζονται και συναρτώνται αντί να διασκορπισθούν. Ένα αρνητικό πεδίο ιόντων εμποδίζει την διάδοση και την ταχύτητα των εγκεφαλικών κυμάτων στην ατμόσφαιρα. ‘Όταν πέσει η ταχύτητά τους αδρανοποιούνται και ακινητοποιούνται, η επίθεση τους πλέον ματαιώνεται και δεν μπορούν πλέον να διασταυρωθούν με άλλα κύματα. Έτσι τα μη επιθετικά κύματα των μεμονωμένων εγκεφάλων έχουν την ευκαιρία να πάρουν τ’ απάνω τους όπως λέμε, να διατηρήσουν τη συνοχή τους και τον ειρμό τους, έτσι ώστε η ψυχή αισθάνεται τη στιγμή εκείνη μία μεγάλη ανάνηψη, ανανέωση και ζωτικότητα. Τέτοια μέσα είχε στη διάθεσή του ο τρομερός Προμηθέας πυρφόρος, δεσμώτης, λυόμενος ή καταστερίζων, αυτή η μέγιστη απειλή, και πώς μπορούσε η διαταραγμένη συνείδηση κάποιων δυστυχισμένων πρώην ανθρώπων και απογοητευμένων συντετριμμένων πρώην εραστών να τού αντισταθεί; Μήπως νομίζετε ότι ο Τηλεγόνος, που γονιμοποιούσε από μακριά κατά την ίδια έννοια που ο Τηλέμαχος μαχόταν από μακριά, είχε και ο ίδιος όρεξη για πολέμους και αντιπαραθέσεις; Προσευχόταν και αυτός κατά βάθος να καταλαγιάσει το φλογερό του ταμπεραμέντο και να κατασβεστεί με κάποιο τρόπο η περιττή πια σεξουαλική ορμή του, που δεν τού χρησίμευε σε τίποτε εις τας αιωνίους μονάς.
Έτσι, όταν ο Προμηθέας βούτηξε ανάμεσα στις ψυχές και άρχισε να τις ψεκάζει στα μούτρα με μανία μη φειδόμενος κόπων και υλικών ενισχύοντας τα περιγράμματά τους και επαναφέροντας τη ζωτικότητά τους σε θαυμαστά επίπεδα, ακόμη και ο Τηλεγόνος το καλωσόρισε και λούφαξε στη γωνιά του για να αναπολήσει χαμένες αγκάλες, ηλιόλουστα παράθυρα οργασμικής πληρότητας, περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.
Οι ψυχές, ενισχυμένες και καρδαμωμένες από το σκεύασμα του Προμηθέα, που σίγουρα, αν το κατοχύρωνε ως ευρεσιτεχνία και το προωθούσε σε μαζική παραγωγή, θα κέρδιζε ένα σκασμό λεφτά, σταμάτησαν τους θρήνους και τους κοπετούς, εξέβαλαν θριαμβευτικές κραυγές και ευχωλές ευχαρίστησης, και, αφού πρώτα επιδόθηκαν σε ευγενή άμιλλα μεταξύ τους – κταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, αλλά παρηγορηθείτε από το γεγονός ότι ο νεκρός δεν είναι δυνατό να πεθάνει- άρχισαν να ανεβαίνουν τον διάδρομο που οδηγούσε στην Αρκαδία παρά τον σφοδρό αέρα, τον σαρωτικό ανεμοστρόβιλο που χτυπούσε ανελέητα τα πρόσωπά τους. Τσεκάρετε, φίλοι, μία ακόμη επιτυχία για την τρελοπαρέα των τιτάνων. Η Θέμις όμως είχε κέφια και αποφάσισε να παραμείνει στο σκοτεινό κόσμο των χθονίων για να βελτιώσει εκ των έσω το ήθος των κατοίκων του Άδη ως άγγελος του χριστιανισμού.
Μετά την επιστροφή του Προμηθέα στον Βενοβίνδα, οι τιτάνες ενθαρρυμένοι από μία σπάνια επιτυχία, που κατήγαγαν στο πιο εχθρικό νοητό περιβάλλον, έψαλλαν τον ύμνο του ειδικού στις διασκεδάσεις αμφιετούς και τριετούς Βάκχου προς τιμή του αστέρος Κέρκου (Δένεβ), το έριξαν δηλαδή κι αυτοί για μια φορά στη ζωή τους έξω, χωρίς όμως ποτέ να βγάζουν την ουρά τους απέξω!
ΑΜΦΙΕΤΟΥΣ, ΘΥΜΙΑΜΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΛΗΝ ΛΙΒΑΝΟΥ
«Αμφιετή καλέω Βάκχον, χθόνιον Διόνυσον,
Εγειρόμενον κούραις άμα νύμφαις ευπλοκάμοις,
Ός παρά Περσεφόνης ιεροίς δόμοις ιαύων
Κοιμίζει τριετήρα χρόνον Βακχήιον αγνόν.
Αυτός δ’ ηνίκα τον τριετή πάλιν κώμον εγείρη,
Εις ύμνον τρέπεται συν ευζώνοις τιθήναις,
Ευάζων κινών τε χορούς ενί κυκλάσιν ώραις.
Αλλά, μάκαρ, χλοόκαρπε, κερασφόρε, κάρπιμε, Βάκχε,
Βαίν’ επί πάνθεον τελετήν γανόωντι προσώπω,
Ευιέροις καρποίς τελεσιγόνοις βρυάζων».
(Καλώ τον Βάκχο τον αμφιετή, Διόνυσο χθόνιο,
Που για τις κόρες τις βοστρυχωτές φορά περιβραχιόνιο,
Που κοιμάται στης Περσεφόνης τα ιερά δώματα
Ανά τρία έτη γιορτάζει κι αφαιρεί φιάλης πώματα,
Αυτός, που ξανά και ξανά τον τριετή κώμο εγείρει,
Και ύμνους μαζί μ’ εύζωνες τροφούς ανασύρει,
Χορούς κινεί και σε τακτές ώρες διασκεδάζει,
Χλοόκαρπε και κάρπιμε, η χάρη σου προσπελάζει.
Δεύρο, βαίνε (δένεβ) σε πάνθεη τελετή με όψη φωτεινή,
Των ώριμων καρπών να γιορτάζεις πλησμονή).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ’
ΚΗΦΕΥΣ, ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ, ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, ΔΑΙΜΩΝ (ΑΛΓΚΟΛ), ΠΕΡΣΕΥΣ
Η Κασσιόπεια ή Κασσιόπη, γυναίκα του Κηφέως, που βασίλευε στην Αιθιοπία, καυχήθηκε ότι ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Περίεργα και σύνθετα πλάσματα οι γυναίκες. Επειδή εκ της φύσης έχουν αναλάβει τη διαιώνιση του ανθρωπίνου είδους, η καθεμία θέλει να είναι μοναδική, αλλά εξ ορισμού δεν γίνεται να είναι όλες μοναδικές. Κάποιες έχουν καθρέφτη που τις διαβεβαιώνει ότι είναι ομορφότερες από όλες, άλλες καυχώνται ότι είναι ωραιότερες από την Αφροδίτη, την Ήρα ή την Αθηνά και έτερες αρκούνται στο να πουν ότι είναι ελκυστικότερες από τις Νηρηίδες. Άντε να βγάλεις άκρη!
Ο μετριοπαθής ισχυρισμός της Κασσιόπης ότι απλά ήταν ομορφότερη από τις Νηρηίδες -θα μού πείτε δεν είναι και τόσο μετριοπαθές να λες ότι είσαι πλέον έκπαγλη και εκτυφλωτική από 66 νεαρές υπάρξεις, αλλά στο κάτω- κάτω της Γραφής δεν είπε ότι είναι κι ευμορφότερη απ’ την Αφροδίτη- δεν την έσωσε, διότι οι Νηρηίδες παρεξηγήθηκαν, αγανάκτησαν και παρακάλεσαν τον Ποσειδώνα να τις εκδικηθεί. Στην ιστορία μας ο Ποσειδώνας αντιστοιχίζεται με τον Κηφέα, από τον οποίο ξεκινάει το κεφάλαιο αυτό.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑΝ
«Κλύθι Ποσειδάων γαιήοχε, κυανοχαίτα,
Ίππιε, χαλκοτόρευτον έχων χείρεσι τρίαιναν,
Ός ναίεις πόντου βαθυστέρνου θέμεθλα,
Ποντομέδων, αλίδουπε, βαρύκτυπος, ενοσίγαιε,
Κυμοθαλής, χαριτώπα, τετράορον άρμα διώκων,
Εναλίοις ροίζοις τινάσσων αλμυρόν ύδωρ.
Ός τριτάτης έλαχες μοίρης βαθύ χεύμα θαλάσσης,
Κύμασι τερπόμενος, θήρεσιν θ’ άμα, πότνιε δαίμον,
Έδρανα γης σώζοις και νηών εύδρομον ορμήν,
Ειρήνην, υγιείαν άγων, ηδ’ όλβον αμεμφή,
Κλύθι, Ποσειδάων, Ζηνός παι, πρεσβυγένεθλε,
Ουρανίων μακάρων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών,
Ός ναίεις κορυφαίος επ’ Ολύμπου καρήνων
Δεύτερος εκ Διός ειληχώς πάντεσιν ανάσσειν,
Ίππιε, χαλκοτόρευτον έχων χείρεσι τρίαιναν,
Ευρύμεδον, χαριτώπα, τετράορον άρμα διώκων,
Ώ άναξ παντοκράτωρ, ιερώτατος, αγλαότιμε,
Σεμνοίς μυστοπόλοις χαίρων οσίοις τε σεβασμοίς,
Ίλαος είης, ευτυχίην μύσταις προφαίνων».
(Άκου Ποσειδώνα με κτήματα πολλά και χαίτη κυανή,
Φίλιππε, που ‘χεις στα χέρια χάλκινη τρίαινα τρανή,
Που κατοικείς πόντο βαθύστερνο κι αεροστεγή,
Που σκέφτεσαι τη θάλασσα και χτυπάς τη γη,
Χαίρεσαι με τα κύματα κι οδηγείς άρμα κρατερό,
Σε ενάλιους δρόμους τινάζεις τ’ αλμυρό νερό.
Συ πήρες με λαχνό το βαθύ ρεύμα της θαλάσσης,
Τέρπεσαι με τα κύματα, όσα θηρία κι αν δαμάσεις.
Σώζε τα έδρανα γης, των καραβιών τη ρότα
Ειρήνη, υγείαν φέρνοντας κι ευτυχία σαν πρώτα,
Άκου Ποσειδώνα γηραιέ, του Δία τσιράκι, κάλφα
Ουρανίων μάκαρων θεών μα και ανδρών το άλφα,
Που κατοικείς στην κορυφή, στον Όλυμπο ελλοχεύεις,
Σού ‘λαχε του Δία δεύτερος παντού να βασιλεύεις.
Φίλιππε, που στα χέρια χάλκινη τρίαινα σαλεύεις,
Μέγα κράτος έχεις και τέθριππο άρμα οδηγείς,
Ώ άναξ παντοκράτωρ, ως τα πέρατα της γης,
Στους σεμνούς μύστες είσαι όσιος, άγιος, σεβαστός,
Ελεήμων, προσηνής, στις συμβουλές σου σωστός).
Για τον καταστερισμό της Κασσιόπειας θα επικαλεστούμε το τροπάρι του Έρωτα, γιατί οτιδήποτε κάνουν οι γυναίκες το κάνουν για τον έρωτα, ακόμη και η ματαιοδοξία τους είναι στην πραγματικότητα ένα ερωτικό κάλεσμα προς κάποιον εκεί έξω.
ΕΡΩΤΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ ΑΡΩΜΑΤΑ
«Κικλήσκω μέγαν αγνόν εράσμιον ηδύν Έρωτα,
Τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή,
Συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις-
Ευπάλαμον, διφυή, πάντων κλείδας έχοντα,
Αιθέρος ουρανίου, πόντου, χθονός, ηδ’ όσα θνητοίς
Πνεύματα παντογένεθλα θεά βόσκει χλοόκαρπος,
Ηδ’ όσα Τάρταρος ευρύς έχει, πόντος δ’ αλίδουπος.
Μούνος γαρ τούτων πάντων οίηκα κρατύνεις.
Αλλά, μάκαρ, καθαραίς γνώμαις μύσταις συνέρχου,
Φαύλους δ’ εκτοπίους θ’ ορμάς από τώνδ’ απόπεμπε».
(Καλώ τον μέγα, αγνό, εράσμιο Έρωτα και συναφή θυμό,
Τον τοξότη, φτερωτό- φλογερό, μ’ ορμή χωρίς συγκρατημό,
Που παίζει με τους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους-
Επιδέξιο διφυή, που έχει κλειδιά για όλους τους τόπους,
Για τον ουράνιο αιθέρα, τον πόντο, τη γη, κι ό,τι άλλο ακόμη
Για όσα πνεύματα βόσκουν σ’ εύφορο λειμώνα ή κώμη,
Για όσα θα βρεις στα τάρταρα κι ακόμη παραπέρα.
Γιατί είσαι ο μόνος που ολονών κρατάς τη λαγουδέρα.
Αλλά με γνώμες καθαρές τους μύστες κατατόπισε,
Και τις φαύλες ορμές απ’ εκείνους εκτόπισε).
Ο Ποσειδώνας για να κατευνάσει τις αγαπημένες του Νηρηίδες έστειλε στη χώρα πλημμύρα και ένα άγριο κήτος για να τη βλάψει. Το κήτος αυτό αποκαλείται «Κράκεν» στις χολιγουντιανές ταινίες, που μάς έχουν κλέψει όλη μας την μυθολογία, προφανώς κατόπιν (δημιουργικής; ) μίξης με τις παραδόσεις άλλων χωρών. Η γενναιόδωρη όμως και ανεξίκακη νοοτροπία υπαγορεύει να δεχθούμε αυτές τις κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι έτσι οι μύθοι των τιτάνων επανεγγράφονται και ανανεώνονται στο ανθρώπινο συνειδός. Άμα τελικά σωθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός ή ακόμη κι αν δεν σωθεί, υποκύπτοντας στο άσβεστο μίσος του μεσανατολικού ή του ουκρανικού προβλήματος, αμέσως μόλις τα δίποδα της θερμοπυρηνικής καταστροφής ορθοποδήσουν, πάλι στην κιβωτό της αρχαίας Ελλάδας θα αναζητήσουν νοήματα και νάματα και σύμφωνα μ’ αυτά θα βαφτίσουν και πάλι τους αστερισμούς της έμπνευσής τους. Παραδόσεις υπάρχουν πολλές, όλες σεβαστές και τιμημένες, αλλά πολιτισμός της ανθρωπότητας είναι ένας, είναι εκείνος της αρχαίας Ελλάδας, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτό που έχουμε γίνει, όπως θα έλεγε και ο μέγας φιλόσοφος Χέγκελ. Ενδεχομένως να υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στα οικονομικά συστήματα, αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στους θεσμούς της πολιτείας, μάς αρέσει, δεν μάς αρέσει.
Οι ιερείς του Άμμωνα, που πολλές φορές δρούσαν ιμπεριαλιστικά και προσπαθούσαν να προσεταιριστούν ποίμνιο, εδάφη και περιοχές που ανήκαν στο μαντείο των Δελφών ή της Δωδώνης, όπως γίνεται και σήμερα ανάμεσα στα πατριαρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας, έδωσαν χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το κακό θα πάψει μόνο, όταν δοθεί σε βορά του θηρίου η θυγατέρα της Κασσιόπης Ανδρομέδα. Όταν λοιπόν ο Περσέας έφτασε στην Αιθιοπία, βρήκε την Ανδρομέδα δεμένη σε μία πέτρα κοντά στη θάλασσα, εκτεθειμένη στο έλεος του κήτους ή μάλλον στο πότε τα γαστρικά υγρά θα έμελλαν να τσιγκλήσουν τα τοιχώματα του στομαχιού του κι αισθάνθηκε γι’ αυτήν όλα τα ευγενή αισθήματα μαζεμένα, τόσο προστατευτικά, αλλά και συνάμα κατακτητικά.
Ακολούθως παρατίθεται ο ύμνος «Εις Αφροδίτην» προς τιμή της Ανδρομέδας.
ΕΙΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ΥΜΝΟΣ
«Ουρανίη, πολύυμνε, φιλομειδής Αφροδίτη,
Ποντογενής, γενέτειρα θεά, φιλοπάννυχε σεμνή,
Νυκτερίη, ζεύκτειρα, δολοπλόκε, μήτερ ανάγκης,
Πάντα γαρ εκ σέθεν εστίν, υποζεύξω δε τε κόσμον
Και κρατέεις τρισών μοιρών, γεννάς δε τα πάντα,
Όσα τ’ εν ουρανώ έστι και εν γαίη πολυκάρπω,
Εν πόντου τε βυθώ, σεμνή Βάκχου πάρεδρε,
Τερπομένη θαλίαις, γαμοστόλε, μήτερ ερώτων-
Πειθοί λεκτροχαρής, κρυφίη, χαριδότι άνασσα,
Φαινομένη τ’ αφανής τ’ ερατοπλόκαμ’ ευπατέρεια,
Νυμφιδίη, συνδαιτε, θεών σκηπτούχε, λύκαινα,
Γεννοδότειρα, φίλανδρε, ποθεινοτάτω βιοδότι,
Ενζεύξασα βροτούς αχαλινώτοις ανάγκαις,
Και θηρών πολύ φύλον, ερωτομανέων υπό φίλτρων
Έρχου, Κυπρογενές θείον γένος είτ’ εν Ολύμπω,
Εις, θεά βασίλεια, καλώ γήθουσα προσώπω,
Είτε και ευλιβάνου Συρίης έδος αμφιπολεύεις,
Είτε συ γ’ εν πεδίοις συν άρμασι χρυσοτεύκτοις
Αιγύπτου κατέχεις ιεροίς γονιμώδη λουτρά,
Ή και κυανοίς όχοις επί πόντιον οίδημα
Ερχομένη χαίρεις νεπόδων κυκλίοις χορείαις
Ή νύμφαις τέρπη κυανώπισιν εν χθονί Δία
Θυιάς επ’ αιγιαλοίς ψαμμώδεσιν άλματι κούφω,
Είτε εν Κύπρω, άνασσα, τροφώ σου- ένθα καλαί σε
Παρθένοι, αδμήται νύμφαι τ’ ανά πάντα ενιαυτόν
Υμνούσιν σε, μάκαιρα, και άμβροτον αγνόν Άδωνιν.
Ελθέ, μάκαιρα θεά, μαλ’ επήρατον είδος έχουσα,
Ψυχή γαρ σε καλώ σεμνή αγίοις λόγοις».
(Ουρανία, υμνημένη, Αφροδίτη, που χαμογελάς,
Θαλάσσια, γενέτειρα θεά, που στα ξενύχτια γλεντάς
Νυκτερινή, προξενήτρα, δολοπλόκε, ανάγκης μητέρα,
Τα πάντα εκκινούν απ’ την πλοκή σου πέρα ως πέρα,
Και ελέγχεις τις τρεις μοίρες, η μήτρα σου όλα κυοφορεί,
Όσα στον ουρανό και τη γη μπορεί κανείς να βρει.
Στου πόντου το βυθό, Βάκχου πάρεδρε κι οδηγέ,
Με αφθονία και γάμους τέρπεσαι, ερώτων χορηγέ-
Στο κρεβάτι πας με χάρη κρυφή χωρίς να το ξέρει κανείς
Μ’ ωραία γονίδια και πλεξούδες, πότε φανερή ποτ’ αφανής
Θεών σκηπτούχε, λύκαινα, νύμφη συνδαιτημόνα,
Άνδρες αγαπάς, απογόνους δίνεις και ζωή στον αιώνα,
Ζεύεις τους θνητούς μ’ ανάγκες αχαλίνωτες ως τη θανή,
Φύλα θηρίων ενώνεις με φίλτρα ερωτομανή,
Έρχου, Κυπρογενή, στον Όλυμπο, μην αργήσεις
Θεά βασίλεια, καλώ χαρούμενη εμέ να φιλήσεις
Είτε σε Συρία και Λίβανο είσαι και αναπολείς,
Είτε στα πεδία με χρυσά άρματα περιπολείς,
Της Αιγύπτου κατέχεις τα λουτρά τα ιαματικά,
Και το πόντιο κύμα κυττάς από άρματα πολεμικά,
Ερχομένη χαίρεσαι των νέων κύκλιους χορούς
Ή με νύμφες τέρπεσαι, που κινούν τους μηρούς,
Είσαι μαινάδα που πηδάς σε παραλίες κι αιγιαλούς,
Είτε στην Κύπρο, είτε αλλού βρεις πιστούς καλούς.
Παρθένες, αδάμαστες νύμφες σε κάθε χρόνο κι έτος
Υμνούν τον Άδωνι κι εσέ και πέρσι και φέτος.
Έλα, μακάρια θεά, με την μορφή σου υψηλή
Μ’ άγια λόγια σε καλώ και ψυχή αισχυντηλή).
Να μην ξεχάσουμε δε και τον ύμνο προς Δαίμονα προς τιμή του Κράκεν και του αντίστοιχου αστερισμού Δαίμονα.
ΔΑΙΜΟΝΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Δαίμονα κικλήσκω μέγαν, ευηγήτορα, φρικτόν,
Μειλίχιον Δία, παγγενέτην, βιοδώτορα θνητών,
Ζήνα μέγαν, πολύπλαγκτον, αλάστορα, παμβασιλέα,
Πλουτοδότην, οπόταν γε βρυάζων οίκον εισέλθη,
Έμπαλι δε ψύχοντα βίον θνητών πολυμόχθων.
Εν σοί γαρ λύπης τε χαράς τε κλείδες οχούνται-
Τοιγάρ τοι, μάκαρ αγνέ, πολύστονα κήδεα ελάσσας,
Όσα βιοφθορίην πέμπει κατά γαίαν άπασαν,
Εύδοξον βιοτής γλυκερόν τέλος εσθλόν οπάζοις».
(Τον δαίμονα καλώ τον μέγα, τον φρικτό ηγέτη,
Τον Μειλίχιο Δία, τον ζωοδότη μα και παγγενέτη,
Τον πολυπλάνητο, τον βασιλέα, τον τιμωρό,
Που χαρίζει τον πλούτο ακόμη και σε μωρό,
Ενώ αντίθετα αυτόν που μοχθεί τον κάνεις σορό.
Διότι από σένα και λύπης και χαράς είναι οι κλείδες
Γι’ αυτό, μακάριε αγνέ, λύτρωσε από φροντίδες,
Που στέλνουν στη γη καταστροφή – φθορά,
Και δώσε μας τέλος καλό μαζί με δόξα- χαρά).
Ο Κηφέας, παρότι είχε υποσχεθεί την Ανδρομέδα ως σύζυγο στο νεότερο αδελφό του Φινέα, αναγκάστηκε να την τάξει ενόρκως ως σύζυγο στον Περσέα, αν μπορούσε να σκοτώσει το Κράκεν του Ποσειδώνα. Στο σημείο αυτό προβαίνουμε σε μία αποκάλυψη, την οποία μόνο οι τιτάνες γνώριζαν. Ο Περσέας δεν ήταν κανένας ήρωας ή μάλλον ήταν περιστασιακός πρωταγωνιστής. Είχε ένα θάρρος κοινού ανθρώπου, θα λέγαμε όμως πιο σωστά ότι είχε ένα λελογισμένο και υπολογισμένο θάρρος, όπως οι αγωνιστές του ‘21 που χτυπούσαν τους εχθρούς από τα ταμπούρια. Διέθετε όμως και την κοινή λογική να αναζητά ισχυρούς συμμάχους και τέτοιοι σύμμαχοι ήσαν οι τιτάνες. Ζήτησε λοιπόν από τους τιτάνες τα μέσα, τους τρόπους και την τεχνογνωσία για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του.
Οι τιτάνες, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα βοηθείας και επικουρίας, απέσπασαν την Μήτιδα στην υπηρεσία του Περσέα, εξοπλισμένη με όλες τις μικροσυσκευές και μικροεφαρμογές της τεχνολογίας, διαθέσιμες στο οπλοστάσιο της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου. Στο σημείο αυτό θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή σε ένα ετυμολογικό ζήτημα, το οποίο παίζει μεγάλο ρόλο τόσο για την ιστορία του Περσέα, όσο και για την Ιστορία με «Ιώτα» κεφαλαίο της ανθρωπότητας. Αμάν, πόσες αποκαλύψεις και πρωτοτυπίες να παράσχει πια το μυθιστόρημα αυτό στο αναγνωστικό κοινό; Η λέξη «μήτις» σημαίνει συμβουλευτική ικανότητα, συμβουλή, σοφία, δόλο και πανουργία. Με τις δύο τελευταίες σημασίες δεν συντασσόμαστε για ηθικούς λόγους και αποτελούσαν μάλλον γνωρίσματα του μητιέτου Δία. Η λέξη Ανδρομέδα αποτελείται από τη λέξη ανήρ (άνδρας) και το ρήμα «μέδω» που σημαίνει σκέφτομαι, σχεδιάζω, μηχανεύομαι, κατορθώνω βάσει σχεδίου. Παράγωγο το «μέδω» είναι το «μήδος», γένους ουδετέρου που έχει διπλή σημασία, αφενός συμβουλές, σχέδια και τεχνάσματα, αφετέρου στον πληθυντικό «μήδεα» τα ανδρικά γεννητικά όργανα («μέζεα ή μεζέδες» είναι τα γεννητικά όργανα των ζώων), υπόλειμμα ίσως της απόλυτα εσφαλμένης και καταδικαστέας σεξιστικής αντίληψης ότι όποιος έχει όρχεις έχει και νου και αντιστρόφως. Την αυτή ετυμολογία έχει και η λέξη «Μέδουσα», η οποία είναι συστατικό στοιχείο του μύθου του Περσέα και θα τη συναντήσουμε αμέσως παρακάτω. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Περσέας κατάφερε να επιπλεύσει και να μεγαλουργήσει στο άγριο περιβάλλον της εποχής του, επειδή περιστοιχίστηκε από τη σοφία και το νοήμονα σχεδιασμό, που οι τιτάνες απλόχερα τού παρείχαν κι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Από την πολύ περιεσκεμμένη και νοητική ρίζα του «μέδω» συνάγονται δύο σοβαρές λέξεις της κατοπινής εξέλιξης η Μήδεια και οι Μήδοι. Την μεν πρώτη είναι σεξιστικό να την πούμε «αρχιδού», δυνάμεθα όμως να την αποκαλέσουμε σοφή, αλλά σοφή δεν ήταν, αφού σκότωνε τα παιδιά της, ίσως όμως να τής αναγνωρίσουμε ότι ενεργούσε πάντα ψυχρά και βάσει σχεδίου, πράγμα εξίσου συμβατό με το περιεχόμενο του ονόματός της, ενώ οι δεύτεροι είναι φανερό ότι προέρχονται και αυτοί από τον μύθο του Περσέα, Πέρσες ή Μήδοι!
Ημερολόγιο επίκουρης σημαιοφόρου Μήτιδας, αποσπασμένης στην υπηρεσία του περιστασιακού ήρωα Περσέα, με την ελπίδα ότι μετά την αποστολή αυτή θα ξεφύγω επιτέλους από αυτό τον γελοίο στρατιωτικό βαθμό. Τι φταίω εγώ, αν δεν υπάρχουν οργανικές θέσεις, λόγω του ότι ελάχιστοι τιτάνες έχουν απομείνει, και αν η επετηρίδα είναι τριγωνική; Άλλοι μια χαρά έχουν βολευτεί, ανοϊκοί και πάσχοντες από Αλτσχάιμερ, αντικοινωνικοί που και αν ακόμη πετάξουν τα γραφεία τους από το παράθυρο θα παραμείνουν στο σώμα, άνθρωποι που είναι διαρκώς σε αναρρωτική άδεια, πρόεδροι που σαμποτάρουν τα πρωτόκολλα της ίδιας της δουλειάς τους και τορπιλίζουν κάθε συνεργασία, τέλος πάντων ας μην ανοίξω το στόμα μου.
Το κήτος του Ποσειδώνα, που μ’ αρέσει καλύτερα να το λέω «Κράκεν», γιατί έχει πιο πολλή πλάκα, ήταν ένας υποβρύχιος καλικάντζαρος, που είχε στα άκρα νυκτικά πτερύγια σαν βατραχάνθρωπος. Πιο συγκεκριμένα ήταν ένα πλάσμα από πηλό και εμφυσημένο με πνοή ζωής κατά κάποιο μαγικό ή επιστημονικό τρόπο, ένα σπάνιο δημιούργημα, που εδώ και καιρό κανείς δεν αποτολμά να επιστρατεύσει, ένα είδος μεσαιωνικού ρομπότ, αλλά όχι από μέταλλο, που πολλάκις το έζευαν και το ζάλωναν ως χειρώνακτα σε διάφορες δουλειές, αλλά συνήθως τού ανατίθεντο καθήκοντα φύλακα.
Ο συγκεκριμένος καλικάντζαρος όμως, όντας υπερβολικά επιμήκης, έμοιαζε λιγότερο με πήλινο μακρόστενο βατραχάνθρωπο, αλλά μάλλον με φίδι. Ένα είδος ανακόντα από ασβέστη και αλισίβα, δέκα μέτρα μακρύ, βαρύ και χοντρό όπως ο κορμός ενός ενήλικα, που όμως και στα δύο άκρα του κατηραμένου όφι παραμόνευαν κεφάλια με πλεονεκτικά και απειλητικά απογυμνωμένα δόντια. Το κοκκινωπό και συνάμα γκρίζο δέρμα θύμιζε κακοψημένο κεραμίδι. Τα μάτια του ήσαν διογκωμένα και με τρόμαζαν τόσο πιο πολύ, όσο περισσότερο έμοιαζαν ανθρώπινα. Στο μέσον στένευε ο κορμός του φιδιού κι εκεί βρισκόταν μία τετράγωνη σκάφη σε μέγεθος δίσκου σαν λαιμός κόμπρας, που πότε κυλούσε προς τη μία και πότε προς την άλλη κεφαλική απόληξη. Οι οφθαλμοί του αρπακτικού σπίθιζαν οργισμένοι, το κορμί βιδωνόταν σαν περιστρεφόμενος βρόχος στον αέρα και τα στόματά του ξεφυσούσαν με ρόχθο και βρόγχο και λύσσα. Το παρουσιαστικό και το σουλούπι του ήταν τόσο υβριδικό, αντικανονικό και γκροτέσκο, ώστε ήταν παραπάνω από φανερό ότι στηριζόταν σε υποστηρικτική διάνοια, ευρισκόμενη στα παρασκήνια ή στο κουβούκλι του υποβολέα. Ήρκεσε πράγματι μια βολή από τον ακτινοβόλο φασωτή μου για να διαλύσει την ετοιμόρροπη συνοχή του και να το αναγάγει στα συστατικά του στοιχεία. Αντί να δώσω το ακτινοβόλο στον Περσέα, προτίμησα να απλοποιήσω τη διαδικασία και να κάνω μόνη μου τη βρόμικη δουλειά. Είναι λίγο γελοίο και υποκριτικό να δίνουμε στους συμμάχους μας τα δικά μας όπλα και μετά να λέμε ότι αυτοί έχουν την ευθύνη χρησιμοποίησης τους.
Τότε, αφού έπεσαν οι μάσκες και πλέον οι «μπροστινοί» αποχώρησαν για να μπουν στην παλαίστρα οι πραγματικές υπερδυνάμεις, είδα τη Μέδουσα να λαμβάνει θέση ακριβώς πίσω από το σύμμαχό της, μάλιστα να σπρώχνει τα υπολείμματά του στην άκρη και να αναλαμβάνει αυτή το ρόλο του πραγματικού μονομάχου και διεκδικητή κατά επιδεικτικό παραμερισμό του αμμώδους ψαμμώδους ετοιμόρροπου επιρρεπούς σε διάλυση καλικάντζαρου.
Η διήγηση εδώ αναγκάζεται να υιοθετήσει κάποιες ευκολίες ποιητική αδεία, εκ των οποίων η κυριότερη είναι ότι ο Περσέας μετ’ εμού (ει οι τιτάνες μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών) δεν αντιμετώπισε τις δύο άλλες Γοργόνες, δηλαδή τη Σθενώ και την Ευρυάλη, που ήσαν αθάνατες, αλλά μόνο τη Μέδουσα που για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο ήταν θνητή, αλλιώς δεν θα μπορούσε η πλοκή να προχωρήσει. Για να μαθαίνουμε και κάτι, η Σθενώ δεν ήταν καθόλου άσχημη και αποκρουστική όπως η Μέδουσα, αλλά αντίθετα τα μάλα γοητευτική και σαγηνευτική. Το γεγονός όμως ότι, αντί για μαλλιά, είχε κόκκινα φίδια, φόβιζε για κάποιο λόγο τους άνδρες, με αποτέλεσμα να την απορρίπτουν και να εκτίθενται συνεπαγωγικά στη φονική οργή της. Για την Ευρυάλη δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, το όνομά της όμως, δηλαδή «ευρεία θάλασσα», μάλλον υποδηλώνει ότι ήταν χοντρή ή κατά πολιτικά ορθή ορολογία εύσωμη, πληθωρική ή εύσαρκη. Το γνωστικό συμπέρασμα της ανάλυσης αυτής είναι ότι οι Γοργόνες δεν ήσαν εξ ορισμού απωθητικές, αλλά μπορούσαν να είναι και πολύ ελκυστικές, ιδίως αν ο συνομιλητής τους τις αποδεχόταν. Την απόρριψη φοβούνταν, όπως όλοι μας άλλωστε είτε άνδρες είτε γυναίκες είτε ουδέτερα. Παράδειγμα τρανό η μεταγενέστερη Γοργόνα που ρωτούσε αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, όπου οι πάντες συμφωνούν ότι ήταν απίστευτα γοητευτική. Συναφής και η προβληματική των σειρήνων, αλλά ας σταματήσουμε καλύτερα εδώ.
Σε αντίθεση με τους καλικάντζαρους οι Γοργόνες, μεταξύ των οποίων και η Μέδουσα, δεν διαθέτουν υλικό υπόστρωμα. Είναι σβόλοι του λυκόφωτος, της ενδιάμεσης ροής των πραγμάτων, στους οποίους έχει εμφυσηθεί πνοή ζωής, είναι στρόβιλοι ζωικής δυνάμεως, αυτό ακριβώς συμβολίζουν τα ατίθασα, βοστρυχωτά μαλλιά τους.
Η συγκεκριμένη Γοργώ, δηλαδή η Μέδουσα, διέθετε ένα ελαστικό κορμί καμωμένο από καπνό και ρεύματα φωτιάς. Κυριαρχούσε στη μορφή της το γκρίζο φως, ακόμη και οι πύρινες γλώσσες της είχαν περιβληθεί μία γκριζόμαυρη θωριά, αλλά αναδείκνυαν στο βάθος και μία ανεπαίσθητη κατακόκκινη απόχρωση. Η Μέδουσα δεν είχε πόδια, ο δε κορμός της στένευε προοδευτικά και μεταμορφωνόταν σταδιακά σε σώμα στριφογυριστού φιδιού. Από το έδαφος αναδύονταν και αναδεύονταν ατμοί σαν να προέρχονταν από νοτισμένα εσώρουχα κατά το σιδέρωμα. Το κεφάλι, τα μπράτσα, αλλά και τα κρεμασμένα ή ξεκρέμαστα κατά τρόπο ξετσίπωτο, άβολο και άτσαλο από το φιδίσιο σώμα γεννητικά όργανα φαίνονταν σχεδόν ανθρώπινα. Μόνο πολύ μεγαλύτερα, μία ώα αιδοιϊκή, αφού η Μέδουσα πρέπει να καταλάμβανε πέντε ολόκληρα μέτρα καπνού και φλόγας. Η πυρακτωμένη πορφυρή θράκα των οφθαλμών ήταν η μόνη ανοιχτόχρωμη λεπτομέρεια στο σώμα της. Με το στόμα, απ’ όπου πρόβαιναν τα ακονισμένα τερηδονισμένα δόντια με τον απεχθή τριγμό τους, τα μυώδη πέλματα με τα κοφτερά γαμψώνυχα, το θυσανωτό θαμνώδες μελανό τρίχωμα και τα στίλβοντα από τυφλή κακία πορτοκαλιά μάτια, η Μέδουσα παρίστατο αλήθεια αρκούντως εντυπωσιακή και τρομακτική. Το περίεργο ήταν ότι έβγαζε μία αποπνικτική, δηκτική κι αηδιαστική αποφορά. Πώς είναι δυνατόν να βρομάει η Μέδουσα, που δεν είναι από κρέας, ούτε καν από πηλό, αλλά συμπηγνύεται από συγκεντρωμένη ενέργεια; Δεν είχα ιδέα. Ίσως επρόκειτο για μία τυχαία παράπλευρη συνέπεια. Ίσως απλά ο Δημιουργός των Μεδουσών επέτρεπε στον εαυτό του να διασκεδάσει λίγο σε βάρος των ευαίσθητων οσφραντικών κυττάρων μ’ αυτό το είδος φάρσας.
Το τέρας με κοίταξε και με βολιδοσκόπησε με τη σειρά του παραπλανητικά, ενώ συγχρόνως το πέλμα του τινάχτηκε προς το μέρος του Περσέα. Ναι, γρύλλιζε σχεδόν χαρούμενο και κινήθηκε ευέλικτα ή ελίχθηκε ευκίνητα προς το μέρος μας.
Ήλθε η ώρα να αξιοποιηθεί ο ανώτερος εξοπλισμός του Ν.Α.Ο.Σ. Βενοβίνδα. Το σκάφος μας διέθετε όπλα, που κατασκεύασε ο μέγας οπλοποιός Φόρκος. Και τα όπλα αυτά ήσαν: ο οφθαλμός και ο οδούς των Φορκίδων, απαίσιων θυγατέρων του Φόρκου, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν είδος ανιχνευτή και καταγραφέα δεδομένων και ο δεύτερος ήταν καυστική και δηκτική λάβα. Εκτός όμως αυτών διέθετα μέγα εύρος εργαλείων και είχα εφοδιάσει σύμφωνα με τις εντολές μου τον Περσέα με την «κυνέη», που ήταν μανδύας απόκρυψης, ώστε να είναι αόρατος. Επίσης, τον είχα προμηθεύσει με το προ- αρχιμήδειο φορητό κοίλο κάτοπτρο «θάνατος», που αποτελούσε απειροστικό πολλαπλασιαστή δυνάμεως με αποτέλεσμα να αποκρούει οποιαδήποτε προσβολή είτε σωματιδιακή είτε ενεργειακή και να την ανακλά με γεωμετρική ή κυβική σφοδρότητα προωθώντας και εξελίσσοντας τον σχετικό συντελεστή στο διηνεκές μέχρι τη νιοστή δύναμη.
Πειραματικά και διστακτικά έριξα τη δική μου μπάλα φωτιάς προς τη Μέδουσα, αλλά βέβαια έκανα μία τρύπα στο νερό. Ο σβόλος της φωτιάς εξαφανίστηκε κι απορροφήθηκε από το κορμί του τέρατος. Το ακτινοβόλο- φασωτής δεν έκανε τίποτε, εξοστρακίστηκε στο σκληρό της τυλώδες δέρμα. Τότε δοκίμασα εξαπολύοντας έναν αστερία με τρεις εγκοπές, όπου η Μέδουσα προσωρινά κλονίστηκε και στέναξε, αλλά δεν επιβράδυνε αισθητά τις κινήσεις της.
Ήλθε η σειρά του Περσέα. Ντύθηκε την κυνέη, πάτησε το κουμπί και άνοιξε το φωτόσπαθό του, που τότε το λέγανε άρπη, αν και εγώ προτιμούσα την αδαμάντινη ιδιότητα της αδιανόητα κοφτερής λάμας ή φαλτσέτας. Άφησε τη δύναμη να κυλίσει στην παλάμη του και σχημάτισε μία λευκή ενεργειακή λεπίδα. Η τρομερή όψη και η κόψη του σπαθιού που μετράει τη γη χώθηκε στο σώμα της Μέδουσας σαν να ήταν αυτό από βούτυρο, χωρίς όμως να τής προξενήσει εμφανή ζημιά. Δεν μού έμενε καθόλου χρόνος για να εξετάσω τα αίτια της τρέχουσας αποτυχίας. Αμέσως μετά η Μέδουσα εξαπέστειλε ερυθροπυρωμένη μοχθηρή ακτίνα από τα μάτια της που ευτυχώς άγγιξε τον Περσέα ξώφαλτσα προξενώντας του όμως αφόρητους πόνους στον ώμο και ρίχνοντάς τον πρόωρα στο καναβάτσο.
«Το κάτοπτρο», σκέφτηκα, καθώς ο Περσέας το είχε πλακώσει με το κορμί του και σφάδαζε.
Η Μέδουσα πήρε φόρα και χτύπησε με τη χερούκλα της. Μόλις που μπόρεσα να πηδήσω εκτός βεληνεκούς. Ακολούθησε όμως η ύπουλη επίθεση με την πάνοπλη θωρακισμένη ουρά. Έπεσα τότε ανάσκελα στο έδαφος και η Μέδουσα μ’ ένα ειρωνικό και θριαμβευτικό μειδίαμα με πλησίασε. Για κάποιο λόγο δεν ένιωθα καν φόβο, μονάχα αποστροφή σεμνότυφου προτεστάντη για τους ερεθισμένους ογκηρούς δοθιήνες, που είχε το θηρίο στη θέση των θηλών. Εξοργισμένη, μάζεψα και προέβαλα το κάτοπτρο με όλη τη δύναμή μου κι έπληξα τη Μέδουσα με μία θανατική βολή, που ήταν η ανατροφοδοτούμενη αντανάκλαση της δικής της οργής.
Η Μέδουσα συνταράχτηκε συθέμελα. Με την παλάμη ψαχούλεψε, ψηλάφησε κι έξυσε το στέρνο, όπου την είχε βρει το αδόκητο χτύπημα. Αραχνούφαντες τριχιές και κροσσωτές ίνες γύρω από μία χάσκουσα τρύπα τής έμειναν στο χέρι.
«Κόνις», τσίριξα περιμένοντας να αρχίσει η πολλαπλαστική δράση του κάτοπτρου. Το τέρας έμεινε άναυδο κι εμβρόντητο σαν στήλη άλατος μετά το πλήγμα, που γινόταν προοδευτικά διπλό, τριπλό, πενταπλό κ.λπ., εκπορευόμενο από ένα όπλο απολύτως απαγορευμένο από όλες τις διεθνείς συνθήκες. Γύρισε αργά προς το μέρος μου με βουβό παράπονο. Η πορφυρή φωτιά σβήστηκε από τα μάτια της, τα ζυγωματικά, αλλά και οι βολβοί των οφθαλμών ράντισαν ολόγυρα το περιβάλλον σαν βροχή, σαν να αναρριπίζονταν αναμμένα κάρβουνα στην εστία της φωτιάς ενός καταυλισμού. Μυξόκλαιγε σαν δαρμένος σκύλος, που τού είχαν συντρίψει τον αστράγαλο. Ούτε καν ούρλιαζε, απλά σιγόκλαιγε με αναφιλητά, μού έτεινε ικετευτικά τα χέρια και κουνούσε θρηνητικά την τυφλή της κεφαλή. Οι κόκκοι της καρβουνιασμένης στάχτης αντικαθιστούσαν ένα προς ένα τα κύτταρα του δέρματός του, μολοντούτο η φρικαλέα σιλουέτα δεν θρυμματιζόταν, δεν θραυόταν, δεν συνθλιβόταν, αλλά μεταβλήθηκε σ’ ένα είδος άμορφου όγκου, ανεξιχνίαστου σωρού. Μόνο ο καλικάντζαρος δίπλα της είχε γίνει σκόνη, αφού έτσι κι αλλιώς η ερείπωση, ο απολεπισμός και η κατάρρευσή του είχε προ πολλού δρομολογηθεί.
Ο κόσμος μπροστά μας έχασε τον πλουμιστό χρωματισμό του, ακόμη και οι ίσκιοι αναλήφθηκαν σε λευκό σύννεφο, καθώς κατακάθιζε η άπειρη λευκότητα μετά την ενεργειακή εκτόνωση. Ο κόσμος έγινε πάλλευκος, όμως ήταν το εκτυφλωτικό λευκό του θανάτου κι όχι της ζωής, ένα μίγμα χρωμάτων ανενεργό και αποστειρωμένο, όμοιο με απουσία χρώματος. Οι στοιβάδες των ερειπίων συνέκλιναν και συνέτριβαν σαν συμπληγάδες ή μυλόπετρες σε επαφή τριβής τσακμακιού την αλλόφρονα από τρόμο και πανικόβλητη Μέδουσα.
Ο κόσμος πάγωσε, κέρωσε. Τότε αποσύρεται η λευκή αναθυμίαση. Μένει μόνο η στάχτη, που βρέχει εξ ουρανού, και το πυρπολημένο έδαφος, καταλείπεται η πετρωμένη σιλουέτα της Μέδουσας, παράδοξο απολιθωμένο κορμί που δεν θυμίζει άνθρωπο, αιχμαλωτισμένο σε γρανίτη ή ψαμμόλιθο, παγιωμένο, αρτηριοσκληρωτικό, στρεβλωμένο. Το θέαμα, που παρουσιαζόταν μπροστά μας, μάς έκανε να χλομιάσουμε. Τούτη η μάχη καλύτερα να λησμονηθεί ανά τους αιώνες. Εδώ «κόσμον φέρει η σιωπή» και όχι η εξιστόρηση των πράξεων. Το να θανατώσεις έναν εχθρό είναι ένδοξο και τιμητικό, ιδιαίτερα στην ηρωική εποχή, όπου οι ήρωες ίδρυσαν κράτη και έκτισαν πόλεις. Το να τον υποβάλεις σε βασανιστήρια, ακόμη κι αν δεν έχεις άλλη λύση, είναι μία αισχρότητα. Το να τον καταδικάσεις σε αιώνια μαρτύρια είναι αιώνια καταισχύνη, άγος και όνειδος.
Διότι η Μέδουσα εξακολουθούσε ακόμη να είναι στη ζωή κι ας είχε μείνει απολιθωμένη, στερημένη από κίνηση, ενέργεια, όραση, ακοή και αντίληψη και τις λοιπές αισθήσεις. Όμως παρ’ όλ’ αυτά ζούσε και θα ζούσε «έως αν ο ήλιος την αυτήν οδόν είη, τη και νυν έρχεται», μέχρι να γίνουν σκόνη -κόνις- όλες οι πέτρες κι ίσως και λίγο περισσότερο. Αντικρίσαμε τις συσπασμένες τρέμουσες τρίζουσες αύρες του σώματός της έτοιμες να σηκωθούν σε επανάσταση, αλλά συγχρόνως παραιτημένες. Είδαμε την οδύνη της, την οργή, τον ανομολόγητο πρωταρχικό φόβο. Περσέα, δεν πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτή τη μάχη. Είσαι ελεύθερος να εκμεταλλευτείς τα αποτελέσματά της, αφού τυγχάνεις σύμμαχος, ορκίσου όμως ότι ποτέ δεν θα την αναφέρουμε, δεν θα την περιγράψουμε, δεν θα τη μνημονεύσουμε, ότι θα τη διαγράψουμε, όπως οι Αιγύπτιοι έξυναν από τους βράχους τα ονόματα των ανόσιων φαραώ. Το μόνο που μάς σώζει είναι να την πνίξουμε στη λησμονιά, στο βυθό της λήθης. Και ποτέ άλλοτε δεν θα στέρξουμε να προφέρουμε οξείες τροχιστικές αλωνιστικές αποξεστικές και ακονιστικές λέξεις, που προκαλούν νέφος γυαλιστικής σμύριδας και δεν θα τολμήσουμε να χρησιμοποιήσουμε το κάτοπτρο «Θάνατος», τουλάχιστον μέχρι να το ξαναανακαλύψει ή έστω επανεφεύρει ο Αρχιμήδης. Κλείσιμο ματιού προς τον υποψιασμένο αναγνώστη ότι και ο Αρχιμήδης προέρχεται από το «μέδω», υπενθύμιση ότι και σ’ αυτή την ιστορία οι τιτάνες επιστράτευσαν όλη τη συμβουλευτική τους σοφία, και όχι μόνο, για να συνεπικουρήσουν ένα σύντροφο, σύμμαχο και φίλο.
Εδώ «άμα τω πέρατι» της αποστολής, τελείωσε και το ημερολόγιο της Μήτιδας. Η ιστορία είχε αίσιο τέλος, διότι ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, αλλά για να το πετύχει αυτό εξωθήθηκε σε μία μπαμπεσιά, που δεν είχε την έγκριση των τιτάνων, απόδειξη ότι αυτοί, επειδή ήσαν λίγο μαλακοί, δεν μπορούσαν πάντα να ελέγξουν τους συμμάχους τους. Συγκεκριμένα ο αδελφός του Κηφέα Φινέας (Λουί ντε Φινές), που είχε πάρει την αρχική υπόσχεση σχετικά με την Ανδρομέδα, μπούκαρε στο γάμο μαζί με τους απαραίτητους φουσκωτούς για να την απαγάγει την εσχάτη στιγμή. Τότε ο Περσέας, που για καλό και για κακό, παρά τον όρκο που είχε δώσει να ξεχάσει το επεισόδιο της Μέδουσας, κουβαλούσε πάντα στην κίβησι ή πήρα του (δισάκι) το κεφάλι της με το φλέγον βλέμμα της απανθράκωσης, το έβγαλε, το επέδειξε και απολίθωσε και τον Φινέα και τους οπαδούς του. Μετά το δυσάρεστο αυτό παραλειπόμενο μπόρεσε επιτέλους να στήσει χωρίς περαιτέρω περισπασμούς το σπιτικό του με την Ανδρομέδα και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα ή μάλλον συνέχισε η οικογένειά του και εφεξής να υπηρετεί τα συμφέροντα των τιτάνων στην αιώνια διαμάχη τους με τους θεούς του Ολύμπου και να εφαρμόζει τα ρητά του Επίκουρου «απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς» και το συναφές «ουκ ασεβής ο των πολλών θεούς αναιρών, αλλά ο των πολλών τας δόξας θεοίς προσάπτων».
Εν κατακλείδι επισυνάπτουμε τον ύμνο της Εστίας προς τιμή του σπιτικού, που κατάφερε τελικά ο Περσέας να στήσει με την Ανδρομέδα κόντρα στις συγκυρίες, τις αντιξοότητες και τις εναντιοτροπίες.
ΕΣΤΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Ιστίη ευδυνάτου Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
Ή μέσον οίκον έχεις πυρός αενάου μεγίστου,
Τούσδε συ εν τελεταίς οσίους μύστας αναδείξαις,
Θέσ’ αειθαλείς, πολυόλβους, εύφρονας, αγνούς,
Οίκε θεών μακάρων, θνητών στήριγμα κραταιόν,
Αϊδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε,
Μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ’ ιερά δέξαι προθύμως,
Όλβον επιπνέουσα και ηπιόχειρα υγιείαν».
(Εστία δυνατού Κρόνου βασιλιά θυγατέρα,
Που στο μέσο του οίκου σου έχεις φωτιά και αιθέρα,
Είθε με τελετές τους ιερούς μύστες ν’ ονοματίσεις,
αειθαλείς, ευτυχείς, εύφρονες κι αγνούς να καταστήσεις,
Οίκε θεών μακάρων, θνητών βακτηρία κρατερή,
Αιώνια, πολύμορφη, ποθεινή, σαν χλόη και βουνά γερή,
Μειδιώσα να δεχθείς τις ιερές τούτες θυσίες
Καταπραΰνοντας με υγεία και πάντα επιτυχίες).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ’
ΗΝΙΟΧΟΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΚΤΟΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΡΚΤΟΣ, ΔΡΑΚΩΝ
Ημερολόγιο κυβερνήτη Προμηθέα, αστρική ημερομηνία είτε πολύ παρωχημένη είτε πολύ προκεχωρημένη.
Στο πλαίσιο εκεχειρίας με τους Ολύμπιους, όπου, όπως πάντα παίζοντας θετικό ρόλο, τούς επέστησα την προσοχή ότι στραβά αρμενίζουν κι ότι, αν συνεχίσουν τις εισβολές και τις εχθροπραξίες, αναρριπίζουν το μίσος και υποθηκεύουν το ίδιο τους το μέλλον, ανέλαβα να σώσω τον δράκο Πύθωνα, τον οποίο είχε κατανικήσει ο Δέλφιος Απόλλωνας, και να τον συνοδεύσω πίσω στο σπίτι του, αντί να σαπίσει και αυτός στα έγκατα του Άδη μαζί με τους πολυάριθμους εχθρούς του Δία. Οι δράκοντες ανέκαθεν υπήρξαν παρεξηγημένα πλάσματα της Ιστορίας με μεγάλη αίγλη και διανοητική δύναμη, αλλά και μια βαθιά αξιοπρέπεια που εκ πρώτης όψεως κανείς δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα καταδιώχθηκαν απηνώς από τους ιππότες και εξαφανίστηκαν. Μεσολάβησα λοιπόν στον Απόλλωνα, τον έπεισα ότι ο Πύθων κατά βάθος ήταν καλό παιδί και αυτός μού τον εμπιστεύθηκε να τον γυρίσω στη χώρα των δράκων, την απόμερη, την πέρα από το χάρτη, με δική μου αποκλειστική ευθύνη. Αν ο Πύθων μού ξέφευγε, γιατί κανείς δεν αμφισβητούσε ότι ήταν προβληματικός, περιθωριακός, με προβλήματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, τότε θα ξεσπούσε πάλι πόλεμος ανάμεσα στα αναθεματισμένα όντα της σκουληκότρυπας- Δίας και Σία- και στους δράκοντες. Και βέβαια, πραγματιστή αναγνώστη, σε βλέπω έτοιμο να προβάλεις την ένσταση ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι δικός μου φίλος και ότι θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε την αντιπαράθεση Ολύμπιων θεών και δρακόντων για να αποκομίσουμε οφέλη ή για να στείλουμε όλες τις μάστιγες του ανθρωπίνου και τιτανικού γένους συλλήβδην στον αγύριστο, αλλά σε καλώ για μία ακόμη φορά να δεχθείς ότι οι τιτάνες δεν σκέφτονταν έτσι, διότι ήσαν ανθρωπιστές και ειρηνιστές.
Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής του Πύθωνα στην πατρίδα του από τη χώρα του μαντείου του Απόλλωνα ο ηνίοχος των Δελφών θα ήμουν εγώ. Παρακαλώ, τιτάνες, σηκωθείτε να ψάλλουμε έναν ύμνο προς τιμή του αστερισμού Ηνιόχου. Ο ύμνος θα είναι αφιερωμένος στον Σειληνό, ιπποκόμο του Βάκχου, για να εξευμενίσω και να κολακέψω τον αιχμάλωτό μου, ώστε να με σεβαστεί στο ταξίδι και να μη στασιάσει, αφού είμαι επιφορτισμένος με την ευθύνη του. Μη μάς κατηγορείτε και μη μάς κρίνετε που απευθύνουμε τους ύμνους μας στους εχθρούς μας, γιατί είμαστε γένος ήπιο και μάς αρέσουν τα ειρηνικά έργα. Έργου ουδέν τ’ όνειδος, αεργίη και πόλεμος τ’ όνειδος.
ΣΕΙΛΗΝΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ, ΒΑΚΧΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΜΑΝΝΑΝ
«Κλύθι με, ώ πολύσεμνε τροφεύ, Βάκχου τιθηνέ,
Σειληνών όχ’ άριστε, τετιμένε πάσι θεοίς
Και θνητοίς βροτοίς επί τριετίσιν ώραις,
Αγνοτελής, γεραρός, θιάσου νομίου τελετάρχα-
Ευαστής, φιλάγρυπνε συν ευζώνοις τιθήναις,
Ναϊσι και Βάκχαις ηγούμενε κισσοφόροις,
Δεύρ’ επί πάνθεον τελετήν Σατύροις άμα πάσιν
Θηροτύποις, εύασμα διδούς Βάκχου άνακτος,
Συν Βάκχαις ληναία τελεσφόρα σεμνά προπέμπων,
Όργια νυκτοφαή τελεταίς αγίοις αναφαίνων,
Ευάζων, φιλόθυρσε, γαληνιόων θιάσοις».
(Άκου με, πολύσεμνε του Βάκχου τροφέα
Σειληνών άριστε, τιμημένε των θεών διαστροφέα
Που οι θνητοί βροτοί κάθε τριετία γιορτάζουν,
Κι αγνές τελετές και βραβεία για σένα τάζουν,
Ξενύχτη και διασκεδαστή, εραστή καλλιγράμμων,
Ναϊάδων και Βακχίδων κισσοφόρων αγάμων,
Δεύρο σε πάνθεη τελετή μαζί με τους Σατύρους,
Θηριώδεις, κι ας είναι η βραδιά το ξέφτισμα του κύρους,
Με θύρσους και πυρσούς, θιάσους μα και γύρους,
Μαζί με Βάκχες τα ληναία προχώρει που τα λες σεμνά,
Κι ας είναι όργια της νυκτός που καλούν και τιμούν τ’ αχαμνά).
Η αποστολή μου λοιπόν έγκειτο να επιστρέψω τον Πύθωνα στο βασίλειο των δράκων, αλλά αυτοί θα τον δέχονταν, μόνο αν η παραλαβή -παράδοση γινόταν με παραδοσιακά συμβατικά μέσα, βάρκα ή μαούνα πλέουσα και όχι διαστημική άκατο. Ο Απόλλων με πολλή προσπάθεια είχε πειστεί, αναγνώρισε το ατόπημα μίας αναίτιας και ανόητης εκτέλεσης, που θα επιδείνωνε ουσιαστικά τις σχέσεις εξουσιαστών θεών και δρακόντων, και παρέδωσε στη δική μου επιμέλεια και φύλαξη τον επιπόλαιο συντελεστή προηγούμενων ανομημάτων, καθώς και ανόσιο και επίδοξο δράστη ποιος ξέρει ποιων μελλοντικών κακουργημάτων. Ο Πύθων είχε πάρει ανθρώπινη μορφή, κάτι εύκολο σε εκείνη την απαράμιλλη και ευφάνταστη εποχή των μεταμορφώσεων, αλλά βαθιά μέσα στον πυρήνα του ήταν αποκύημα -βδέλυγμα της κόλασης και αποκρουστικό γέννημα των χειρότερων χαρακτηριστικών των δράκων, που και οι ίδιοι αποκήρυτταν και αποτάσσονταν (σ.σ. γι’ αυτό ας προσέχουμε τι εννοούμε, όταν λέμε «δρακογενιά», είναι επαινετικό ή μειωτικό;). Η δεξιά μεριά του προσώπου του και του καυκάλου του ήταν καμμένη και το κάψιμο έφτανε μέχρι το καρβουνιασμένο μπαρουτοκαπνισμένο απανθρακωμένο δεξί χέρι. Η ανάσα του δράκου ως εγγενής ιδιότητα είχε κάψει τόσο πολύ το δεξί χέρι του Πύθωνα, ώστε αυτό είχε παραμορφωθεί σ’ ένα είδος σφηνοειδούς ρόπαλου ή στραβής απαίσιας δαγκάνας, χρησιμοποιούσε δε τον αντίχειρα μόνο ως συλληπτήρια λαβίδα σαν την κροταλίζουσα ψαλίδα ενός καβουριού.
Ο Πύθων ήταν μία πραγματική απειλητική μικρή άρκτος, μία πολική άρκτος σαν αυτές τις σαρκοβόρες που συναντάμε στους πόλους. Από την άλλη πλευρά, η μόνη λύση για τη διευθέτηση της υπόθεσής του ήταν ο διάπλους του πόντου προς τα μακρινά δρακονήσια, επομένως ενδεικνυόταν εν προκειμένω η απαγγελία του ύμνου προς εξευμενισμό της θαλάσσης με μπόλικο θυμίαμα και πολλή λιβανομάννα σε συνοδεία με τον καταστερισμό της Μικράς Άρκτου.
ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΤΗΘΥΟΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ
«Ωκεανού καλέω νύμφην γλαυκώπιδα Τηθύν,
Κυανόπεπλον άνασσαν, εύτροχα κυμαίνουσαν,
Αύραις ηδυπνόοις πατασσομένην περί γαίαν.
Θραύουσα αιγιαλοίς πέτραις τε κύματα μακρά,
Ευδινήτοις απαλοίς γαληνιόωσα δρόμοις,
Ναυσίν αγαλλομένη, θηροτρόφος, υγροκέλευθε,
Μήτηρ μεν Κύπριδος, μήτηρ νεφέων ερεβεννών
Και πάσης πηγής νυμφέων νασμοίς βρυούσης-
Κλύθι με, ως πολύσεμνε και ευμενέουσα επαρήγοις,
Ευθυδρόμοις ούρον ναυσίν πέμπουσα μάκαιρα».
(Ωκεανού καλώ νύμφη, την γαλανομάτα Τηθύ,
Κυανόπεπλη άνασσα, που γρήγορα πλοία προωθεί,
Με αύρες ηδείς γύρω απ’ τη γη τον πόντο τον πατάσσεις.
Θραύεις πέτρες κι αιγιαλούς, κύμα ψηλά τινάσσεις,
Ευκίνητους κι απαλούς δρόμους υποδεικνύεις,
Με πλοία, θηρία αγάλλεσαι, υγρή πορεία διανύεις
Μητέρα είσαι Κύπριδος, και των νεφών ζοφερών
Και πάσης πηγής νυμφών, ρυακιών και νερών,
Άκου με, σεμνή και ευγενική, έλα να βοηθήσεις
Με ούριο άνεμο κι ευθεία οδό εμάς να ελεήσεις).
Έσπρωξα τη βάρκα στο λαγαρό ήρεμο νερό της ρηχής όχθης και αμέσως ανέβηκε η στάθμη του νερού στο εσωτερικό του σαθρού και σάπιου πυθμένα. Ίσιωσα τις ξεχαρβαλωμένες σανίδες και κάρφωσα καινούριες πρόκες, αντικαθιστώντας τις σκουριασμένες. Δούλευα και με εργαλεία και με μαγικά ξόρκια, διεκπεραίωνα την εργασία με μεράκι και ευσυνειδησία μέχρι που όλα τακτοποιήθηκαν και η βάρκα πλέον ήταν μονωμένη, στεγανή, κατάλληλα επενδυμένη, έτοιμη για αναχώρηση. Έβαλα το ποιμαντορικό μου ραβδί στη θέση του καταρτιού, το στερέωσα με τους ενδεδειγμένους μαγικούς- επιστημονικούς τύπους και φόρμουλες και έδεσα στη βάση του τον Πύθωνα. Οριζόντια και με εγκάρσια φορά τοποθέτησα ένα δυνατό μακρύ μαδέρι, απ’ όπου έραψα στο πλαίσιο του προβλεπόμενου αλεξήνεμου αλεξιβρόχιου ένα τετράγωνο πανί. Τότε εγκαταστάθηκα δίπλα στο πανί και κάλεσα τελετουργικά έναν ελαφρύ μαγικά ή μετεωρολογικά διεγερμένο άνεμο. Η βάρκα κινήθηκε πρόσω ολοταχώς, αλφαδιάζοντας την πορεία της εν μέσω των δύο συμπληγάδων βράχων, που έκλειναν τον όρμο, μέχρι που ξανοίχτηκε μεσοπέλαγα.
Ακολούθησα μία βορειοδυτική πορεία, που θα με οδηγούσε μέσω μίας λογικής παράκαμψης στη χώρα των δράκων. Η σκιά μου και η νέμεσή μου ήταν γερά δεμένη, όσο κι αν αγωνιζόταν να σπάσει τα δεσμά, όσο κι κουτουλούσε και τριβόταν στο κατάρτι, όσο κι αν ούρλιαζε ή καταριόταν.
Στην ανοιχτή θάλασσα δεν θα με εκνεύριζε τόσο πολύ η συντροφιά του. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί αισθανόμουν έτσι, αλλά κάθε φορά, όταν πλησιάζαμε στην ξηρά, ένιωθα να μού καταπλακώνει την καρδιά ένας απερίγραπτος ανεξόρκιστος φόβος. Η θάλασσα μπορεί να ψιθυρίζει φωνές και να γεννά τέρατα, δεν εξυψώνει όμως κακές δυνάμεις. Το κακό πηγάζει από τη γη. Στη γηραιά Γη, μαλακωμένη από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, όπου δεν ξεχώριζαν οι κυνηγοί θηρευτές από τους ασπαλιευτές και ενυγροθηρευτές, υπήρχαν στέρφοι και στείροι χείμαρροι, ρηχές κι εξατμισμένες λίμνες και σπάνια αναβλύζουσες πηγές, ελάχιστη ροή επομένως για να πλυθεί κάποιος από το βόρβορο του κακού. Στεγνή ξηρά σημαίνει ιλύ και λάσπη και βούρκο, θερμές πηγές γκέιζερ που δεν δροσίζουν και δεν αναζωογονούν, νεφελώδεις ατμούς και αναθυμιάσεις, που προοιωνίζουν θάνατο. Αντιθέτως, παρότι η θάλασσα σ’ αυτή την θυελλώδη εποχή του χρόνου ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, εγώ δεν την έβλεπα σαν απειλή παρά τη μη προβλεψιμότητα, την αστάθεια, τη μεταβλητότητα, τη ροπή για σίφουνες και για καταιγίδες, αλλά μάλλον σαν πάπλωμα προστασίας. Αν ήταν γραφτό μέχρι το πέρας αυτής της παρανοϊκής περιπέτειας να μονομαχήσω με τη Σκιά, να παλέψω μέχρις εσχάτων μαζί της, τουλάχιστον είχα προαποφασίσει στη χειρότερη περίπτωση να παρασύρω αυτό το σίχαμα, αυτόν τον ξερακιανό σχιζοφρενή ψηλέα στα ζοφερά βάθη του ωκεανού και να τον κρατήσω για πάντα εκεί με το βάρος του πεθαμένου σώματός μου, που λόγω καταναλώσεως αλκοόλ δεν ήταν και λίγο, ώστε να μη δυνηθεί και να μη σώσει ποτέ να ξαναβγεί. Τοιουτοτρόπως μέσω του θανάτου μου θα παγίδευα με ακατάλυτο εμπόδιο τον ταραχοποιό, τον αναρχικό καταστροφέα, τον ανατρεπτικό ολετήρα, τον απεχθή και ταπεινό προβοκάτορα, που απειλούσε την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου και της ανθρωπότητας.
Έπλεα με το ιστιοφόρο πάνω στην άγρια ταραγμένη θάλασσα κάτω από χαμηλά μαύρα σύννεφα- μελανίες, που έμοιαζαν με μενεξεδί σάβανο κηδείας. Προτίμησα να μην καλέσω μαγικά ή μετεωρολογικά διεγερμένο άνεμο, αλλά να πλεύσω με τον άνεμο του κόσμου, που φύσαγε δυνατά από τα νοτιοανατολικά. Όσο κρατούσα γερά το ποιμαντορικό μου ιστίο- καμιά φορά ωφελούσε και κάποιο χαϊδολόγημα ή ένας τρυφερός ψίθυρος μέσω των προσθετικών εμφυτευμάτων μου- δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ περαιτέρω με την ιστιοπλοΐα. Το πανί γύριζε και προσανατολιζόταν μονάχο συλλαμβάνοντας κάθε ριπή ανέμου. Αν δεν μετερχόμουν καθόλου μαγεία ή μετεωρολογική χειριστικότητα, όπως θέλετε πέστε το, θα μού έπεφτε κομμάτι δύσκολο να διευθύνω τούτο το ατίθασο ιδιότροπο σκαρί σ’ αυτό το αφιονισμένο αρχιπέλαγος, καθόσον μάλιστα δεν είχα ιδέα από ιστιοπλοΐα – άλλωστε κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα, ακόμη κι αν εν προκειμένω ο κανένας είναι ο δήμιος- εκτελεστής- φονέας των θεών Προμηθέας. Μόλις απομακρύνθηκα από κάθε γνωστή ακτή, κοίταξα δεξιά κι αριστερά προς όλες τις μεριές. Ο Απόλλων- μεγάλη η χάρη του- μού είχε δώσει μερικές φρατζόλες, χοιρομέρι, τυρί και ένα βαρέλι νερό – μα πώς θα μπορούσε άραγε να χωρέσει όλο τον πλούτο του βασιλείου του σ’ ένα μικρό βαρκάκι; Καθώς ο άνεμος έπεσε, έφαγα και ήπια, τάισα τον κρατούμενο με κουτάλι και πιρούνι, μη τυχόν και μού ξεφύγει, κι ύστερα καταράστηκα τους στρατιωτικούς κανόνες εμπλοκής, αλλά και τον κώδικα τιμής των μάγων- τεχνοκρατών, που προκειμένου να αποκατασταθούν τα ενοχλημένα και ερειπωμένα θεμέλια και ριζώματα του σύμπαντος και η κοσμική τάξη αξίωναν μονομαχία μεταξύ του αρμόδιου μάγου και του ταραχοποιού και δεν επέτρεπαν στον Δέλφιο Πύθιο Απόλλωνα να μπουζουριάσει με συνοπτικές διαδικασίες τον εγκληματία και να τον ξαποστείλει με μία συνοδεία χιλίων ανδρών πίσω στην πατρίδα του και μέσα στην μαύρη τρύπα, από την οποία τόσο αναιδώς είχε ξεπηδήσει (και αυτός και ο Απόλλων). Κάπου εκεί κοντά είδα να ξεπροβάλλει και μία στεριά, αλλά δεν κατευθύνθηκα προς τα εκεί, τουναντίον έστρεψα το πηδάλιο προς δυσμάς. Μία λεπτή αλλά διεισδυτική βροχή άρχισε να πέφτει σιωπηλά, όπως το χιόνι σκεπάζει το χώμα. Εκτός από το τρίξιμο της καρίνας και τον φλοίσβο των κυμάτων, που έσπαγαν στον σύνδεσμο της πλώρης, κανένας θόρυβος δεν γινόταν αντιληπτός. Ούτε πλοίο φαινόταν, ούτε πουλί πετάμενο, τίποτε ζωντανό, μόνο η αιώνια ανήσυχη θάλασσα και τα διαβατάρικα σύννεφα, που μία μετατόπιση του αέρα σαν γρήγορη πτήση γερακιού είχε ρίξει στο διάβα μας.
Κατόπτευσα οξυδερκώς γύρω, όμως η θάλασσα περιμετρικά εμού ήταν άδεια. Σηκώθηκα μούσκεμα μέχρι το κόκαλο, κουρασμένος από τη διαρκή επισκόπηση του απόλυτου σκοτεινού μηδενός. «Εμπρός λοιπόν», γρύλλισα. «Άντε, τι περιμένεις Σκιά, ανταγωνιστή, αντίπαλε, νέμεση αδυσώπητη;» «Ξέρω ότι είσαι έτοιμος να κάνεις τη κίνησή σου. Γνωρίζω ότι οι αλυσίδες, τα σχοινιά, οι βράχοι και τα σανίδια της βάρκας είναι μόνο συμβάσεις του παιχνιδιού και παραισθήσεις μίας ανύπαρκτης κανονικότητας, ενώ η αναμέτρηση μόλις τώρα ξεκινάει. Αργά ή γρήγορα θα απελευθερωθείς και θα μού ριχτείς. Σε προκαλώ διαβολικό πνεύμα, παίξε τα πιόνια σου!» Απάντηση δεν πήρα, το σκοτεινό πλάσμα δεν κουνήθηκε από τη θέση του, δεν εγέρθηκε από το ζόφο προς το θολό φως. Το κατάρτι ήταν πολιορκημένο από το σκοτάδι. Όμως ένιωθα ότι το αγρίμι ήταν στα πρόθυρα του να σπάσει τα δεσμά, ότι σερνόταν και είρπε κρυφά και τυφλά σαν ένα θρασίμι, στο οποίο έχει εμφυσηθεί ανόσια πνοή ζωής, σε τούτη τη φορτηγίδα, σε τούτη τη σαρκοφάγο. Φώναξα τότε με στεντόρεια φωνή: «Εγώ είμαι ο μάγος, ο μαγικός- τεχνικός, ο μύστης, ο γητευτής, ο καταγωνιστής, ο διεκδικητής και νικητής και καλώ τη Σκιά μου να εμφανιστεί».
Η βάρκα λικνίστηκε, ταλαντεύτηκε ελαφρά, έτριξαν τα μαδέρια της, τα κύματα έγλειφαν την καρίνα σαν σκουτέλι ή κανάτα, ο αγέρας μουρμούριζε στα πανιά. Τα λεπτά περνούσαν κι εγώ περίμενα υπομονετικά γερμένος στην κουπαστή από πουρνάρι διαξιφίζοντας με τη ματιά μου την κουρτίνα της παγωμένης βροχής, που μάς μαστίγωνε πειθαρχώντας στις στρεβλές τροχιές της τραμουντάνας. Τότε αντίκρισα μέσα στο πέπλο του καταιονισμού και του όμβρου τη Σκιά να ξεχωρίζει από το κατάρτι σαν όνειρο, να βαδίζει στο κατάστρωμα με πέλμα γάτας και να έρχεται καταπάνω μου.
Δεν είχε ανθρώπινη μορφή, αλλά μόνο μουτσούνα ζώου, διότι ο αληθής εσωτερικός πυρήνας του μύχιου Είναι είχε ξεφλουδιστεί και αποκαλυφθεί. Εκδηλώθηκε σαν να συμμάχησαν όλοι οι εφιάλτες μαζί, που κάποτε με είχαν στοιχειώσει στα όνειρά μου. Η πολύωρη αιχμαλωσία του δεν είχε αφαιρέσει, ούτε απορροφήσει ουδέ καν ένα γραμμάριο από την ισχύ του. Ίσως μάλιστα η τελετουργική μου πρόκληση σε μονομαχία να είχε εκτοξεύσει στα ύψη τα επίπεδα της αδρεναλίνης του και να τον είχε κεντρίσει και αφιονίσει σαν λαβωμένο θηρίο για λυσσαλέο αγώνα. Φαινόταν φρέσκος και ξεκούραστος, ράθυμος και δυνατός, όλο ψυχές γιομάτος. Τώρα μεταμορφώθηκε και πάλι κι έγινε αναμφίβολα πιο ανθρώπινος, παρότι βέβαια, Σκιά ο ίδιος, ίσκιο δεν έριχνε. Κι έτσι γλιστρούσε σαν αερικό στη ράχη της θαλάσσης, προερχόμενος από το ράμφος ή τον ομφαλό της γηραιάς Γαίας, της πιο βαθιάς κόλασης, σαν έτοιμος από παλιά εμένα να χτυπήσει, ένα ανυπόταχτο σχεδόν αόρατο φάντασμα, που αναπηδούσε στα κύματα σαν ριγμένη με μαεστρία πεπτωκυία πλατιά πέτρα, που δεν εμπόδιζε το διάβα του αέρα, ο οποίος διαπερνούσε και διηθούσε εύκολα τούτο το κορμί.
Ένας άκεφος ήλιος ανέτειλε μάλλον απροσδόκητα σαν ζωγραφιστός, χάρτινος σε τεχνητό περιβάλλον, σαν ουράνιος μουσαμάς πάνω από τέμπερα θάλασσας ή δέντρο μουσελίνας και η Σκιά -θαρρείς- τυφλώθηκε από το αιφνιδιαστικό φως της ημέρας. Παρότι τα μάτια του εξουδετερώθηκαν προσωρινά, με αναγνώρισε σ’ ένα υποτυπώδες σωματικό επίπεδο, σαν να συγκρούεται ένα ασουλούπωτο φυσερό ή φουσκωμένο τομάρι γκάιντας μ’ έναν άλλον όγκο και να τον ψαχουλεύει με αφή και τριβή. Κι εγώ τον αναγνώρισα με τη σειρά μου και πάντα θα υπήρχε ανάμεσά μας ομηρικός αναγνωρισμός και στους κόσμους του φωτός και στους κόσμους της σκιάς.
Στην απαρηγόρητη μοναξιά του χειμερινού πόντου στάθηκα και βίγλισα αυτό που με τρόμαζε. Ο άνεμος φαινόταν να αποσύρεται από τη βάρκα και τα κύματα τον ακολουθούσαν ως καλό ποιμένα. Η νηνεμία ήταν κατάρα, διότι χωρίς αγέρα και χωρίς κίνηση, χωρίς ώθηση και ταχύτητα διαφυγής, δεν είχα τίποτε να αντιπαραθέσω σε τούτο το ον, που ήταν κατά πολύ ισχυρότερο και κραταιότερο εμού. Η στασιμότητα με παρέλυε και οι αισθήσεις μου λίγωναν από την πλησμονή ερεθισμάτων τρόμου και φρικαλεότητας. Αν και ένιωθα κατάσαρκα το ψυχρό άγγιγμα και τον ύπουλο μαύρο πόνο του τέρατος να μού περονιάζει το στέρνο και να μού ρουφάει τη ζωή με το μπουρί της σόμπας, στάθηκα γενναίος κι ακλόνητος, άφθαρτος κι ακατάβλητος – η δύναμή του πέλαγος κι η θέλησή μου βράχος. Κάλεσα πάλι το μαγικό μετεωρολογικά τροποποιημένο άνεμο, που μού φούσκωσε ερωτικά τα πανιά κι η βάρκα έσκιζε πάλι τα μολυβένια νερά ορμώντας στο πλάσμα της κόλασης, που τώρα σαν να κρεμόταν λοξά από το απόλυτο κενό!
Η Σκιά κοντοστάθηκε λίγο ακόμη αιωρούμενη κι ύστερα διστακτικά έκανε μεταβολή και τράπηκε σε φυγή.
Κόντρα στον καιρό στράφηκε βεβιασμένα προς βορρά, αλλά και το πλεούμενό μου καβαλούσε απτόητο τα κύματα, ένα σκιάς όναρ, οδηγούμενο από την τέχνη ενός τιτάνα. Σπιρούνιζα τη βάρκα μου και φανάτιζα το ιστίο μου, παρότρυνα με ενθαρρυντικές κουβέντες τον άνεμο και τα κύματα σαν κυνηγός, που παίρνει θάρρος από το φευγιό λύκου και τον καταδιώκει. Φούσκωσα τα πανιά μου να ‘ναι έμπλεα από μαγικό τεχνολογικά ενισχυμένο άνεμο, τόσο δυνατό, ώστε κανένα πανί ραμμένο από απλό άνθρωπο δεν θα άντεχε και θα καταρρακωνόταν φρικτά κι ώστε η βάρκα μου να τρέξει σαν αφρός, σαν αφρόγαλα πάνω στις ψεκάδες των κυμάτων κι ώστε να συγκλίνει και να στριμώξει στη γωνία το κυνηγημένο θήραμα.
Τώρα ταλαντευόταν η Σκιά και διέγραφε ένα τόξο. Φαινόταν ξαφνικά ακαθόριστη και ασαφής, λιγότερο ανθρώπινη, σαν καπνός σκορπισμένος από τον άνεμο, αλλά και σπρωγμένος από αυτόν για να γυρίσει πίσω στους Δελφούς, να συνεχίσει το ασεβές έργο του και να σπείρει και πάλι ζιζάνια και διχόνοια.
Με αφανείς χειρισμούς και μαγικές λέξεις, που στην πραγματικότητα ήσαν φωνητικές εντολές για τα κρυφά διευθυντικά μου εμφυτεύματα, γύρισα τη βάρκα 180 μοίρες. Σαν δελφίνι υψώθηκε από το νερό και κυλίστηκε στα πρόθυρα ανακυβίστησης σε μία επισφαλή εφαπτομένη για να ολοκληρώσει τη στροφή. Ακόμη πιο γρήγορα κυνήγησα τη νέμεση, αλλά αυτή μπροστά μου γινόταν ολοένα και πιο αμυδρή. Χαλάζι και χιόνι βομβάρδιζαν την πλάτη μου και το αριστερό μάγουλο και είχα ορατότητα λιγότερη από εκατό μέτρα. Δεν διήρκεσε πολύ και ξάφνου έχασα το όραμα, την οπτασία, την ονειροφαντασία από το οπτικό μου πεδίο. Κι όμως ήμουν τόσο σίγουρος για τη διαδρομή της μαούνας μου, υπαγορευόμενη από αλάνθαστο ένστικτο, σαν να ιχνηλατούσα ένα ζώο στο χιόνι αντί για φάντασμα στο υγρό στοιχείο. Παρότι είχα τον άνεμο στην πλάτη, διατηρούσα και τον αντίστοιχο τεχνητό στο πανί, ο αφρός εκρηγνυόταν και πάφλαζε πάνω στην πότε αμβλυγώνια και πότε οξυγώνια πλώρη και το πλοιάριο πετούσε πάνω από τη θάλασσα κόβοντας σύριζα τα κύματα.
Αντέξαμε πολύ και οι δυό μας, ο διεξάγων επίθεση και ο προβάλλων αντίσταση, σ’ αυτό τον ξέφρενο ρυθμό καταδίωξης. Δεν ηδυνάμην να διαπιστώσω πού βρισκόμασταν, αλλά μού ήταν και αδιάφορο. Κυνηγούσα, καταδίωκα με το φόβο μου να προπορεύεται ελαφρά και να ρίχνει τη σκιά του στη Σκιά.
Όμως σε μία στιγμή είδα τη Σκιά όχι πολύ μακριά από μένα. Ο άνεμος του κόσμου είχε κοπάσει και το χαλάζι καταλαγιάσει και μόνο ψυχρές και πυκνές λωρίδες νέφους επικάθονταν αλλεπάλληλα σαν καταπλάσματα ή έμπλαστρα στο πρόσωπό μου. Μέσα στην ομίχλη την είδα γερμένη στο πλάι και δεξιά. Ψιθύρισα ορισμένα λόγια παραμυθίας στο πανί μου, άρπαξα τα χερούλια του πηδαλίου και τα βίασα προς τα κάτω σε μία ολόκληρη γυροβολιά για να εντοπίσω και να κλειδώσω το φυγά μία ακόμη φορά, αλλά τελικά κατέληξε να είναι πάλι ένα τυφλό κι αναίσθητο κυνηγητό. Η ομίχλη πύκνωνε, η νεφέλη συνοφρυωνόταν, έβραζε σαν ζωμός, αναδευόταν στην καρδάρα σαν βούτυρο κι όταν προσέκρουσε στον τεχνητό άνεμο, κόπηκε στα δύο, διακλαδίστηκε από τα πλάγια και έσφιξε τη βάρκα σαν μέγγενη, μία χλομή μάζα χωρίς σημεία αναφοράς, που έκρυβε και έσβηνε τον ήλιο και το φως. Καθώς έψαχνα να βρω λόγια διαίρεσης, απόσυρσης και διάχυσης, αντίκρισα ξανά τη Σκιά. Είχε πάλι στραφεί προς τα δεξιά και προπορευόταν αργά, σαδιστικά κερδίζοντας την αναγκαία απόσταση για ελεύθερη κίνηση. Η ομίχλη φυσούσε ανάμεσα στα χαρακτηριστικά και τη μουτζούρα της απρόσωπης ασταθούς μορφής του, που ήταν προς το παρόν βασικά ανθρώπινη, αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενη, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι σκιές. Χωρίς να ελαττώσω την ταχύτητα του πλεούμενου έστριψα σκληρά και αδυσώπητα προς τα δεξιά για να πατήσω τον αντίπαλό μου, βάζοντάς τον μηχανικά και μηχανιστικά κάτω από τους μεταφορικούς τροχούς μου, πλακώνοντάς τον με καθαρό υλικό βάρος.
Τούτη η θαλασσοπορία ήταν μία περίεργη υπόθεση. Ήξερα βέβαια ότι έπαιζα το ρόλο του κυνηγού, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς κυνηγούσα και ποιον συστατικό τύπο θα διάλεγε επιτέλους η λεία μου να περιβληθεί και να υιοθετήσει. Ήμουν αναγκασμένος να αφεθώ στο αίσθημά μου, την προ- ή διαίσθησή μου, σε αναιτιολόγητη υποψία, σε μία άμεση γνώση, μία ακατέργαστη ιδέα, μία ανεπεξέργαστη έμπνευση, μία δημιουργική επίνοια, δηλαδή στις ίδιες ιδιότητες και δυνάμεις, που και το φυγόδικο και φυγόποινο πλάσμα στηριζόταν. Γιατί και οι δύο ήμαστε για αλλήλους «τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα». Διέκρινα μόνο περιγράμματα στην επαφή μου με τις ασώματες νεφέλες και σκιές, αλλά και η Σκιά δεν έβλεπε την τύφλα της ιστάμενη απέναντι σε απτά αντικείμενα και ψαθυρούς κρουστούς κρεάτινους όγκους.
Τελικά ο σκιώδης με άρπαξε πρώτος ίσως από καθαρή σύμπτωση. Χύμηξε στα τυφλά σαν νυχτερίδα πάνω στο πρόσωπό μου. Από την πρόσκρουση και το βάρος έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα κραυγάζοντας προς τα πίσω. Μάλλον η σκιά είχε σουβλερά νύχια και μ’ αυτά μού έσκιζε το δέρμα και τους ιστούς σαν να κόβει χασέ με ψαλίδι. Η πρόσοψή μου είχε γεμίσει αίματα και θυμάμαι ότι είχα κουλουριαστεί στον πυθμένα της βάρκας χτυπώντας και κλωτσώντας χωρίς στόχο σαν επιληπτικός με ακατάσχετους σπασμούς. Δεν είχα όμως καιρό για χάσιμο κι έπρεπε να εκμεταλλευτώ τη σωματική εγγύτητα προς όφελός μου.
-«Φοίνιε Φόνε» (κόκκινε φόνε), εκστόμισα το αληθινό όνομά του, το όνομα όλων των οπαδών του Δία, αλλά και του ίδιου του …Ζηνός, για να τού δείξω ότι είχα αναλύσει και αντιληφθεί σε βάθος την ύπαρξή του και τον εξουσίαζα, για να τον προσελκύσω και να τον εκθέσω έξω από την ασφάλεια του βολικού θαλαμιού, που είχε προδιαγράψει γι’ αυτόν η αμυντική του στάση, και να τον αναγκάσω σε ολοκληρωτική και ανεπιφύλακτη σωματική, υλική, απτή εμφάνιση. Πράγματι άπαξ και οι λέξεις διέφυγαν το έρκος των οδόντων, στεκόταν σαν από καιρό πάνω από τον ώμο μου, πάντα πισώπλατα, αυτό το κάτι που παραμονεύει πίσω από τη ράχη, εκεί που η όραση ποτέ δεν φτάνει.
Αν είχα διστάσει ένα δευτερόλεπτο, θα είχα πια χαθεί οριστικά. Αλλά ήμουν έτοιμος και ρίχτηκα πάνω του, τον αγκάλιασα και τον άρπαξα, όσο κι αν αυτός κλυδωνιζόταν και πνιγόταν και σκλήριζε στα στενά όρια της λαβής μου. Καμία μαγική ή τεχνολογική δύναμη δεν μπορούσε στιγμιαία να με βοηθήσει, μόνο η σωματική μου ρώμη, η δική μου ζωή, η ανάσα και η πνοή του ζωντανού απέναντι στην απεχθή αποφορά του νεκροζώντανου.
Εδώ απέβη προς όφελός μου ότι ήμουν εξοικειωμένος με παράλληλα ρεύματα χώρου και χρόνου, ότι κινούμουν με άνεση ανάμεσα στις κουλτούρες των κόσμων, που διακινούνταν με τη σειρά τους σε σύμπαντα, κατά βάση παρομοίως δομημένα, έστω και αν δεν εφάπτονται μεταξύ τους. Είναι γνωστό ότι ο αέρας βρίθει από σήματα, εκπομπές, μεταδόσεις και κοσμικές ακτινοβολίες διαφορετικού εκάστοτε μήκους κύματος. Όλοι οι θόρυβοι αλληλο- εξουδετερώνονται και ουδετεροποιούνται συγχωνευόμενοι σε μία τηκτική χοάνη, συνηχητική συμφωνία και αξεδιάλυτη συγχορδία. Αν κάποιος όμως πάλι απροειδοποίητα τούς διαχώριζε, τότε ο καθένας ακροατής θα τρελλαινόταν αυθορεί και παραχρήμα αντιμέτωπος με τη στριγκλιά και διαπεραστική, εκκωφαντική και στεντόρεια, εκρηκτική και αποσυμφορητική εκπυρσοκρότησή τους.
Ετοίμασα ένα ξόρκι ή τεχνούργημα μη αντίληψης και μη παρατήρησης όλων των ραδιοφωνικών κυμάτων εκτός από εκείνα που προέρχονται από τον ήλιο, τα οποία με την εξάλειψη των υπολοίπων ενδυναμώθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν σε δράση και επιρροή. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο δραματικό- τόσο ευρύ και πολυσχιδές κατά την έκταση και τη σημασία του, όσο και το περίφημο ερώτημα του μεσαίωνα σχετικά με το πόσοι άγγελοι χωράνε στην κεφαλή μιας καρφίτσας. Φιλοσοφικά βέβαια η απάντηση είναι ότι μπορεί κανείς να μαζέψει όσους αγγέλους θέλει στην κορυφή μιας καρφίτσας. Ραδιοφωνία υπάρχει παντού διάχυτη και μέσω ενίσχυσης ή μείωσης της έντασης, καθώς και μέσω απομόνωσης ακτινοβολιών κατ’ αγνόηση άλλων, το ηλεκτρομαγνητικό κύμα μετατρέπεται αναλόγως σε βελόνα ή εγκόλλητο σουγιά ή διατρυπικό, τρυπανικό εγχειρίδιο. Τα αυτιά του τέρατος συγκλονίστηκαν, καταρρακώθηκαν, σμπαραλιάστηκαν και αναισθητοποιήθηκαν τόσο πολύ, ώστε πια δεν ήσαν διαπερατά ή προσβάσιμα από μία απλή ανθρώπινη φωνή. Η βραχνάδα, ο μυκηθμός, ο βρυχηθμός, το ανομολόγητο βουητό της συρίζουσας κοσμικής χορδής ήταν ανυπόφορο, ένα ακατάλυτο και ανίκητο σκουλήκι του αυτιού, που τον έθεσε αμέσως εκτός μάχης. Είδα πώς το κορμί του τεντώθηκε προς τα πίσω, συνταράχτηκε, μαζεύτηκε, συρρικνώθηκε κι έπεσε αναίσθητο. Εξαντλημένος παραπάτησα, γύρισα τον αστράγαλο κι άρπαξα το κατάρτι για να πάρω ανάσα. Ήμουν παγωμένος, διαλυμένος με χέρια και πόδια που πονούσαν, με τις δυνάμεις μου να με έχουν προ πολλού εγκαταλείψει, αλλά πάντως τον αγώνα τον κέρδισα. Η μόνη μου επιθυμία ήταν να ξαπλώσω και να κοιμηθώ με το λίκνισμα και το φλοίσβο του νερού να με νανουρίζει, αλλά η αποστολή μου δεν είχε ακόμη εκπληρωθεί.
Μόλις ξύπνησα κι αφού βεβαιώθηκα για την κατάσταση του κρατουμένου, βίγλισα προς τη δύση τη μπλε ακτή της χώρας των δράκων, που φαινόταν να απλώνεται στο βάθος απ’ άκρου σ’ άκρο του ορίζοντα, μία λεπτή κυανή γραμμή, τεθλασμένη, φιορδ μονάχο σαν μακρύ σιρίτι και σερπαντίνα, χωρίς κορδιλιέρα. Τα περιγράμματα του νησιού καθρεφτίζονταν ήδη στο μάτι του νου. Ελαφρά κυρτό και κοίλο, ανάλογα με τη γωνία παρακολούθησης, με εκτεταμένους πλευρικούς βραχίονες περίκλειε ένα μεγάλο κόλπο σαν μία μικρή εσωτερική θάλασσα, που στα ανατολικά συνδεόταν μέσω κομψού ανοίγματος με το ανοιχτό πέλαγος. Πλησιάσαμε το φάτνωμα αυτό (πληθυντικός μεγαλοπρεπείας), προσορμιστήκαμε, προσαράξαμε, κατεβήκαμε και πατήσαμε στη γη, ενώ ο ήλιος ίστατο ακόμη με το πέπλο της καταχνιάς χαμηλά στον ουρανό. Η περιβάλλουσα ηρεμία μάς φαινόταν απόκοσμη. Στη μέση του βουνού πρόβαινε και υψωνόταν το μεγαλύτερο στρατοσφαιρικό ηφαίστειο που μπορεί κανείς να φανταστεί, η γέενα του πυρός απ’ όπου οι δράκοι αντλούσαν τη φωτιά τους. Η λάβα, όπως αυλάκωνε τις πλαγιές του, φαινόταν σαν να εκκρίνεται από τα σύννεφα που το στεφάνωναν. Το τεράστιο ηφαίστειο που πρέπει να ήταν γεωγραφικά η Αίτνα ή το Στρόμπολι ή ο Βεζούβιος του αντίστοιχου πλανήτη, αλλά στον υπερθετικό βαθμό, σίγουρα συμβόλιζε τη Μεγάλη Άρκτο, το μεγάλο στοιχειό και γιούσουρι της φύσης που ποτέ δεν εξημερώνεται, δεν δαμάζεται και δεν ζεύεται σε κανένα άρμα. Για να το εξευμενίσω τραγούδησα το τραγούδι του Ηφαίστου.
ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΜΑΝΝΑΝ
«Ήφαιστ’ οβριμόθυμε, μεγασθενές, ακάματον πυρ,
Λαμπόμενε φλογέαις αυγαίς, φαεσίμβροτε δαίμον,
Φωσφόρε, κρατερόχειρ, αιώνιε, τεχνοδίαιτε,
Εργαστήρ, κόσμου μέρος, στοιχείον αμεμφές,
Παμφάγε, πανδαμάτωρ, πανυπέρτατε, παντοδίαιτε,
Αιθήρ, ήλιος, άστρα, σελήνη, φως αμίαντον-
Ταύτα γαρ Ηφαίστου μέλη θνητοίς προφαίνει.
Πάντα δε οίκον έχεις, πάσα πόλιν, έθνεα πάντα,
Σώματά τε θνητών οικείς, πολύολβε, κραταιέ,
Κλύθι, μάκαρ, κλήζω σε προς ευίερους επιλοιβάς,
Αιέν όπως χαίρουσιν επ’ έργοις ήμερος έλθης,
Παύσον λυσσώσαν μανίην πυρός ακαμάτου,
Καύσιν έχων φύσεως εν σώμασιν ημετέροις».
(Ήφαιστε, θορυβώδη, που κερνάς φλόγες τη γη,
Λάμπεις, φανερώνεις το φως με φλογερή αυγή,
Φωσφόρε, κρατερέ αιώνιε, που έχεις μεγάλη τέχνη,
Στον τόρνο στολίδια δομείς, στοιχείων καλλιτέχνη,
Παμφάγε, πανδαμάτορα, υπέρτατε, παντού θα βρεθείς,
Στον αιθέρα, τον ήλιο, στ’ άστρα, σελήνη δεν θα χαθείς.
Διότι τα μέλη του Ήφαιστου φέρνουν φως στους ανθρώπους,
Σε κάθε οίκο, πόλη- κράτος, στα έθνη και στους τόπους
Στα σώματα των θνητών κατοικείς, στις βοές και στοές,
Άκου, μάκαρ, σε καλώ σε ιερές σπονδές και χοές ,
Να προσέλθεις με έργα που φέρνουν χαρά κι ηρεμία
Συγκράτησε τη μανία του πυρός κι άκρατη βουλιμία,
Ώστε να αναπνέουν τα κορμιά με αργή καύση κι ευδία).
Σκαρφάλωσα σε μία θεόρατη θίνα του καλοκαιριού, στερεωμένη γερά με σκύρο, τρόχαλα, κροκάλες και χορταριασμένες ρίζες, που η κορυφή της έγερνε πάνω απ’ ένα απότομο γκρεμό, έναν ιλιγγιώδη κρημνό. Μόλις έφτασα εκεί, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί κατά τα βόρεια και τα δυτικά. Ο αιχμάλωτος ήταν εξουδετερωμένος στη βάρκα. Είχε νόμιμη αξίωση για μία μονομαχία κι αυτό το δικαίωμα το είχε απωλέσει ήδη. Οι θίνες απλώνονταν περίπου μισό μίλι προς τα εσωτερικά, μετά ακολουθούσαν αλυκές και χθαμαλές λίμνες, κατάφυτες με καλάμια και μονοκοτυλήδονα κι ακόμη πιο πίσω υψώνονταν γήλοφοι, καφε- κίτρινοι και καραφλοί, ξανθοκόκκινοι ή ξανθόμαυροι αν και φαλακροί, ως εκεί που έφτανε το μάτι. Η χώρα των δράκων είχε τη δική της άγρια και μοναχική ομορφιά. Πουθενά δεν υπήρχαν ίχνη ανθρώπων. Επίσης και κανένα ζώο δεν ήταν ορατό, οι λίμνες με τα όρθια καλάμια δεν έκρυβαν φωλιές με πουλιά και κανένας γλάρος δεν αυλάκωνε τον ουρανό και δεν έσκιζε τον αέρα με τους κρωγμούς του. Ξανακατέβηκα τη θίνα. Ο αμμόλοφος έπνιγε τον παφλασμό της φουσκοθαλασσιάς και συγκρατούσε τον άνεμο. Ξαφνικά με περικύκλωσε ηρεμία, σιγαλιά, λησμονιά. Μεταξύ της πρώτης και της επόμενης θίνας ήταν μία κοιλάδα καλυμμένη με λεπτούς κόκκους άμμου, προστατευμένη από τα καπρίτσια του ανέμου. Η ώρα είχε περάσει με την περιπλάνηση και ο ήλιος του μεσημεριού θέρμαινε ήδη το δυτικό άκρο του νησιού. Με τη σιγουριά και την υπεροψία του νικητή της μεταφυσικής μονομαχίας κι έχοντας δέσει τον ηττημένο με ακατάλυτα προμηθεϊκά δεσμά, έγειρα κάτω από τον ήλιο, γιατί οι σκιές ήσαν ακόμη ψυχρές, δίπλωσα τον αγκώνα μου για μαξιλάρι, έβαλα το άλλο χέρι προστατευτικά πάνω από τα μάτια και αποκοιμήθηκα στην ανακουφιστική ευχάριστη ζέστη. Στον ύπνο μου, πίσω από τη λεπτή κουρτίνα των ματόκλαδων είδα σε επανάληψη τον λευκό λόφο της στενής κοιλάδας και στα κράσπεδα των θινών το χαμηλό δέμας των χόρτων, που κινούνταν σαν πτυχωτή θάλασσα από μουσαμά κάτω από ένα γαλακτερό πρωινό ουρανό, όπου ήταν καρφωμένος σαν πουλάδα-παράσημο ή χρυσό κουμπί ή πόρπη αξιωματικού ο ήλιος. Η απουσία κάθε θορύβου ξένιζε, μόνο το μουντό υπόκωφο σιγασμένο μουρμουρητό της φουσκοθαλασσιάς και ο αδύναμος ψίθυρος των ομοιόμορφων κεφαλών του χορταριού, καθώς τα ξεβόλευε ο άνεμος, μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά.
Ξύπνησα λόγω ενός σφυριχτού συριστικού θορύβου. Είδα ψηλά κάτι να πετάει, που φαινόταν σαν αετός αλλά δεν ήταν. Το πτηνό έκρωζε, ύστερα έκανε κάθετη εφόρμηση κι ήλθε σαν βέλος καταπάνω μου μ’ ένα εκκωφαντικό σαματά, ένα διαπεραστικό σφύριγμα προερχόμενο από το βροντερό άνοιγμα των χρυσαφένιων πτερύγων του. Δια του αέναου της προσεγγίσεως και της διαρκώς μεγαλύτερης ακρίβειας της εντόπισης και του κλειδώματος του στόχου, το αρχικά σημειακό φαινόμενο άρχισε να αποκτά προοδευτικά νόημα για τον παρατηρητή. Ο δήθεν αητός αφέθηκε τεμπέλικα να ακουμπήσει αργά στη μαλακή σάρκα της θίνας με κυρτωμένα νύχια και ημερωμένες πτέρυγες. Τώρα ήταν πια δράκος, ο μέγας Λάδων, ροβόλησε λίγο πιο κοντά, μαζί με πέτρες που κουτρουβαλούσαν την πλαγιά, έγειρε το κεφάλι λίγο στο πλάι, τακτοποίησε το φτερά του, κατέστησε ευθυτενές το παράστημά του και μίλησε. Το πελώριο κεφάλι ανορθώθηκε μαύρο, φλογερό και απειλητικό κατοπτρίζοντας τις ακτίνες του ήλιου.
-«Άβε – χαίρε, Προμηθεύ», είπε απαλά, ενώ η γλώσσα της φωτιάς κάπνιζε και τρεμόφεγγε, έπειτα χαμήλωσε το κεφάλι. «Σκαιόν κεκαυμένον προσάγεις;» ρώτησε.
-«Λάδων o μέγας εί; Άξω σε εις το κοίλον», είπα στην αυθεντική αρχέγονη γλώσσα και τού έκανα νόημα να με ακολουθήσει στη βάρκα.
Σε λίγο έσκυψε πάνω από τη βάρκα με όλη την μεγαλοπρέπεια του μεγέθους του, που προκαλούσε ανείπωτο δέος. Το φολιδωτό μυτερό κεφάλι με την τριχοτομημένη τριχαλωτή και όχι διχαλωτή φλεγόμενη γλώσσα και τα γαμψώνυχα των μπροστινών πελμάτων ησύχαζαν πάνω στους κόκκους της άμμου, που -ποιος ξέρει- ίσως να ‘ταν κονιορτοποιημένα ερείπια μίας πανάρχαιας πόλης. Οι φολίδες του ήσαν γκριζόμαυρες κι ακτινοβολούσαν αμυδρά στο φως της μέρας σαν επιφάνειες θρυμματισμένων λίθων. Ήταν νευρώδης και με σφιχτούς τένοντες σαν σκύλος και τεράστιος σαν βουνό. Κανένα παραμύθι και κανένα άσμα δεν ήταν σε θέση να περιγράψει αυτή την κραταιά καταλυτική εντύπωση ενός άλλου κόσμου. Ήμουν τόσο επηρεασμένος, ώστε πήγα από ασυγχώρητη απροσεξία να κοιτάξω κι απερίσκεπτα να αντικρίσω τα κίτρινα γλαρά απατηλά μάτια του δράκου, πράγμα που θα ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικό μάλιστα και μοιραίο για την υγεία μου. Την τελευταία στιγμή συνήλθα, ενθυμούμενος ότι κανείς δεν δύναται να δει στα μάτια ή να επιστρέψει ατιμωρητί το βλέμμα ενός δράκου. Απέστρεψα επειγόντως τους οφθαλμούς από το ελαιώδες κροκάτο βλέμμα, που κυριαρχικά, αναπότρεπτα επίμονα είχε καρφωθεί πάνω μου.
-«Εγέρθητι υιέ», ψιθύρισε ο δράκος σαν να σερνόταν ατσάλι πάνω σε ατσάλι, μετερχόμενος την παλιά λέξη, που αργότερα θα γινόταν η βάση για τη διεθνή λέξη «γκαρθ» (φρουρά ή φρουρός»).
-«Ανάβηθι επί τας φολίδας, κάθισον σε ενταύθα», συμπλήρωσε. Σαν υπνωτισμένος, παράλυτος, άβουλος και κατατονικός υπάκουσε ο Φοίνιος Φόνος, αφού είχε παραιτηθεί φανερά από κάθε απόπειρα απόδρασης. Είδα τα τέσσερα σκαλοπάτια, που θα τον οδηγούσαν στην κρατημένη εντός του … βαγονιού θέση του. Πρώτο βήμα στο δάκτυλο με τον γαμψώνυχα, δεύτερο βήμα στον λυγισμένο αγκώνα, τρίτο βήμα στη συμβολή ώμου και ωλένης, τέταρτο βήμα στον πρώτο μυ της φτερούγας. Βάδισε προς τη μοίρα του με το μισοκαμμένο πρόσωπο, με κοντή αναπνοή, με αγκυλωμένο λαιμό συνεπεία των βασάνων και των ταλαιπωριών, με το χαμηλωμένο βλέμμα του άτακτου παιδιού χωρίς ανατροφή, προκειμένου να υπερβεί την ταπεινωτική αδυναμία. Σκαρφάλωσε πάνω στον μυώδη επιβλητικό βραχίονα, γδάρθηκε στον πυρακτωμένο θώρακα του δράκου, πέρασε από σουβλερά νύχια, ένα μεγάλο άχειλο στόμα, πλάι στο κίτρινο μάτι κι ανέβηκε στον ώμο του πλάσματος, χώνοντας τη μούρη και το κεφάλι του στο κεράτινο εξόγκωμα και στη ρίζα του ακάνθινου σπαθωτού λοφίου, όπως ένα μωρό ψάχνει τη ρόγα του στήθους της μάνας. Ο Λάδων κατόπτευσε την περιοχή προς τη δύση, προς τα βάθη των νήσων των φολιδωτών. Κύρτωσε το μακρύ σώμα, που στέναξε κάτω από την κλαγγή και το κροτάλισμα των σιδερένιων λεπιών, εκτίναξε τα φτερά, πήρε φόρα και πήδηξε από το βράχο κόντρα στον άνεμο. Η συρόμενη στο κατόπι του ουρά έξυνε τις πέτρες προκαλώντας μυτερές εκβολάδες. Τα πρασινο- κόκκινα ή καστανόξανθα φτερά, ανάλογα με το φωτισμό, φτυάρισαν προς τα κάτω, ανυψώθηκαν αργά και μεγαλόπρεπα κι ήδη ο μέγας δράκος είχε απογειωθεί και απομακρυνθεί με κατεύθυνση, οριστικά και αμετάκλητα, δυτικά. Ουράνια χορωδία, ψάλλε σε παρακαλώ το άσμα του δράκου, που το δικαιούται ο Λάδων και ως γενάρχης και ως αστερισμός. Τούτο το άσμα θα είναι της Προθυραίας, γιατί οσονούπω μετά από συνεχείς επιτυχίες η αποστολή μου φαίνεται να ολοκληρώνεται, καθώς η μπίλια του Βενοβίνδα θα κυλήσει στον τροχό της τύχης και θα κατακαθίσει επιτέλους στον υπερβόρειο φρουρό της Γης, τον πολικό αστέρα φέροντας εις πέρας την τελευταία περιφορά σε τούτη την απερίγραπτη ξέφρενη διαστημική περιήγηση και περιδίνηση, ώστε ένα ολιστικό πνευματικά και πνευματιστικά στερέωμα με λεπτομερείς επεξεργασμένους χαρακτήρες και πλούσιες νοηματικές δομές να βιγλίζει τη Γη και να εμπνέει τους ανθρώπους από ‘δω ως την αιωνιότητα. Και θε να ‘ναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να το δοξολογούν, να το εκμεταλλεύονται, να το ερμηνεύουν και να το διαστρέφουν.
ΠΡΟΘΥΡΑΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Κλύθι μοι, ώ πολύσεμνε θεά, πολυώνυμε δαίμον,
Ωδίνων επαρωγέ, λεχών ηδεία πρόσοψι,
Θηλειών σώτειρα, μόνη φιλόπαις, αγανόφρον,
Ωκυλόχεια, επαρώγ’ ανίαις θνητών Προθυραία,
Κλειδούχε ευάντητε, φιλότροφε, πάσι προσηνής,
Ή κατέχεις οίκους πάντων, θαλίαις τε γέγηθας,
Λυσίζωνη, αφανής, έργοις δε φαίνη άπασιν,
Συμπάσχεις ωδίσι και ευτοκίαις γέγηθας,
Ειλείθυια, λύουσα πόνους δειναίς εν ανάγκαις.
Μούνην γαρ σε καλούσι λεχοί, ψυχής ανάπαυμα,
Εν σοί γαρ τοκετών λαθιπήμονες εισίν ανίαι.
Άρτεμις Ειλειθυία και ευσέμνη Προθυραία,
Κλύθι, μάκαιρα, δίδου δε γονάς, επαρωγός εούσα
Και σώζ’, ώσπερ έφυς αιεί σώτειρα προπάντων».
(Άκου με, πολύσεμνη θεά, και μη τα χέρια σταυρώνεις
Αλλά να ‘σαι ωδίνων αρωγός, τις λεχώνες να λυτρώνεις,
Των θηλέων είσαι σώτειρα, φύλακας, φρουρός ευγενής
Ωκυλόχεια, Προθυραία, μπροστά στη θύρα της ευνής
Κλειδούχε ευπροσήγορε, φιλότροφε, σ’ όλους προσηνή,
Προστατεύεις τους οίκους και χαίρεις με τη χαρά την κοινή,
Λυσίζωνη, που κρύβεσαι, αλλά στα έργα είσαι αληθής,
Συμπάσχεις στην κύηση, στον τοκετό θα διακριθείς.
Ειλείθυια σε λεν, δηλαδή να κατευνάσει πόνους ελθούσα
Μόνο εσένα λεχώνες καλούν, ψυχής ανάπαυση ούσα,
Εσύ κάνεις τις γυναίκες τις ωδίνες να λησμονήσουν
Άρτεμη, Ειλειθυία, Προθυραία, όπως κι αν σε βαφτίσουν.
Άκου, μακάρια, βοήθησε και δώσ’ μας ωραία νεοττιά,
Η μοίρα σ’ έχει ορίσει, φύλα μας από κάθε αποκοτιά).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ’
ΦΟΙΝΙΚΗ (ΠΟΛΙΚΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ), ΠΕΡΑΣ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗΣ
Φοινίκη, προς τιμή του Φοίνιου Φόνου, του Δία, του εκδικητικού θεού που πάντοτε οι άνθρωποι έτρεμαν και μισούσαν και η αφρόκρεμά τους, οι τιτάνες, με μανία πολεμούσαν. Ο Ν.Α.Ο.Σ Βενοβίνδας ακινητοποιήθηκε επιτέλους στο κεντρικό σημείο του βόρειου ουρανού μετά από τη ξέφρενη περιφορά του στο εκτόπλασμα του στερεώματος. Είχε ξεκινήσει από τον Σταυρό του Νότου (Μυία), είχε διενεργήσει τέσσερις μεγάλες περιφορές καταστερίζοντας άστρα περιέχοντα αντίστοιχες ιστορίες και είχε εκπληρώσει για μία ακόμη φορά το καθήκον του απέναντι στους ανθρώπους. Μαζί με τη ναυαρχίδα συνέρρευσαν και τα υπόλοιπα εναπομείναντα πλοία της Ομοσπονδίας, η θρυλική Αργώ, ο Πήγασος, το Φρίξος και Έλλη, το Χρυσόμαλλο Δέρας, το Ηράκλειο Δέπας Αμφικύπελλον και η Βενθεκυσίμη (βένθος + έκυσσα εκ του κυνέω + μοι ή με= φίλα με βαθιά). Είχαν και αυτά κάνει πολλά εν τω μεταξύ, εισφέροντας πολλή βρόμικη και αφανή δουλειά, που εκ πρώτης όψεως παραγνωρίζεται. Θα μού προβάλλετε την ένσταση ότι ο Βενοβίνδας ανέλαβε τον καταστερισμό εβδομήντα ενός αστερισμών, με αποτέλεσμα να μείνουν για τα υπόλοιπα πλοία μόνο δεκαεπτά. Όμως πέραν του διακριτικού κεντήματος στον καμβά που ο πληθωρικός Προμηθέας είχε χαράξει, τα ανωτέρω πλοία είχαν ασχοληθεί πολύ με τη χαμαλοδουλειά που συνεπάγεται το κλωθογύρισμα της πλάσης, τις λεπτομέρειες της επανασύστασης του Σύμπαντος με τη δημιουργία των μικρότερων ή αμελητέων ουράνιων σωμάτων, κομητών, μετεωριτών, αερόλιθων κ.λπ. Επίσης, είχαν συνεισφέρει σημαντικά στην επίρρωση των θεμελίων του Σύμπαντος, στην ύφανση των ποικίλων πτυχών του, στη ραφή των ούλων του, όπου αυτά σχίζονταν, και στην στατική ενίσχυση του σκελετού του με ποικίλες τσιμεντενέσεις, αλλά και στην αποσυμφορητική διάνοιξη οπών, όπου χρειαζόταν, με αδιατάρακτη κοπή μπετόν.
Εκεί λοιπόν που οι κυβερνήτες των σκαφών της Ομοσπονδίας χτυπούσαν ο ένας τον άλλον στην πλάτη για να γιορτάσουν τη μεγάλη τους επιτυχία, μέσα από τη σκοτεινιά του διαστήματος ξεπρόβαλλαν όγκοι πολλοί σαν κοκκινίλες ή δήγματα κοριού, που διακόπτουν τη συνέχεια του δέρματος, σαν να ήσαν ενσωματωμένοι στην ίδια την υφή του χώρου γλιστρώντας όμως πάνω του ή πίσω του χωρίς την παραμικρή προσπάθεια σαν μία ψαλίδα που τρέχει κάτω από μεμβράνη καμπυλώνοντάς την, αυλακώνοντάς την, αλλά και καμιά φορά σκίζοντάς την, και περικύκλωσαν τα βαριά σκάφη των τιτάνων.
«Μη ταυτοποιημένα αλλοδαπά οχήματα», είπε ο Προμηθέας. «Σάς ομιλεί ο κυβερνήτης Προμηθέας του διαστημόπλοιου “ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α – Ν.Α.Ο.Σ Βενοβίνδας” εκ μέρους της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου. Παρακαλώ, ταυτοποιηθείτε, δηλώστε τις προθέσεις σας και εξηγήστε τους λόγους της παρουσίας σας στην κατακόρυφο μετάδοσης νοημάτων, που οδηγεί προς τον πλανήτη Γη…»
Μέχρι να τα πει όλες αυτές τις ανθρωπιστικές φλυαρίες ο Προμηθέας τα εχθρικά σκάφη άνοιξαν πυρ και προκάλεσαν ανυπολόγιστες ζημιές στα πλοία του Αστροστόλου. Οι ενεργειακές ασπίδες των τιτανικών πλοίων εξουδετερώθηκαν, τα λίγα σκάφη των τιτάνων διασκορπίσθηκαν, η γέφυρα του Βενοβίνδα άνοιξε στα δύο και οι πράκτορες του Δία μπόρεσαν μέσα στη ζούλα να διακτινίσουν τον Προμηθέα στην Άρουρα Τέσσερα, το τέταρτο φεγγάρι της Φοινίκης 3, που ήταν ο τρίτος πλανήτης γύρω από το άστρο της Φοινίκης. Βέβαια, θα έπρεπε ο Προμηθέας να περιμένει αυτή την επίθεση, αφού ήταν δεδομένο ότι ο Ζευς θα έκανε μία τελευταία κίνηση για να διασώσει το γόητρο και το καθεστώς του, πλην όμως η αιώνια καλοπιστία των τιτάνων και η προσήλωσή τους στα ειρηνικά έργα γέμισε με λέπια και φολίδες τους οφθαλμούς τους, δεν τούς επέτρεψε για μία ακόμη φορά να αντιληφθούν και να διαβλέψουν το αυτονόητο. Εκεί, πάνω σ’ ένα βουνό που λεγόταν Καύκασος το Κράτος (υπήρχαν και στην αρχαία Ελλάδα εκπρόσωποι του ουδέτερου φύλου) και η Βία αλυσόδεσαν τον Προμηθέα και τον υπέβαλαν, όπως όλοι γνωρίζουν, στο βασανιστήριο της ηπατεκτομής από γύπα.
Εδώ ο συγγραφέας του βιβλίου θα όφειλε να υποχωρήσει προ ανωτέρων συγγραφέων, όπως είναι ο ίδιος ο Αισχύλος, που έγραψε τον Προμηθέα Δεσμώτη (αλλά και τον Πυρφόρο και τον Λυόμενο που δυστυχώς χάθηκαν), τον Percy Bysshe Shelley, που συνέθεσε τον Προμηθέα Λυόμενο, αλλά και τον Χρήστο Λιακόπουλο, που έγραψε και ερμήνευσε τον Προμηθέα Εσταυρωμένο, μία εκπληκτική παράσταση, την οποία πάντα ανακαλώ στη μνήμη μου ως ένα αρχετυπικό θέαμα, όπου ο πρωταγωνιστής εκκρίνει πολλά κιλά ιδρώτα προκειμένου να εκθέσει προς τα έξω το 1000% των δυνατοτήτων του. Ο δικός μου Προμηθέας, για να μη ξεχνιόμαστε, είναι ο Προμηθέας Καταστερίζων. Κατά συνέπεια, αφού εισάγουμε κάτι ελαφρώς διαφορετικό, θα επιχειρήσουμε μία δική μας προσπάθεια.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Κοιτάχτε τι πάθη υπομένω απ’ τον αφέντη
Στενάζω για τα βάσανα για να ‘χει εκείνος γλέντι.
Πρέπει την τύχη τη μοιρόγραφτη κανείς να την βαστάζει,
Αφού ξέρει πόσο ανίκητη είν’ η ανάγκη που αρπάζει.
Για τα δώρα που ‘δωκα μπήκα σε τέτοιο μαρτύριο,
Και με υποβάλλει ο διάολος σε σκληρό βασανιστήριο.
Έκλεψα κρυφά το σπέρμα της φλογός σε κούφιο ξύλο,
Και περιμένω σε φριχτά δεσμά να ακούσω ένα φίλο.
Είναι ο εχθρός μου φοβερός μα η μεγίστη κτηνωδία
Καθώς τον ωφέλησα πολύ, είναι η δική του αχαριστία.
Γιατί όταν οι τιτάνες με ψέματα βίαια ζήτησαν εξουσία,
Πήρα το μέρος του, γιατί των θεσμών ήθος είναι η ουσία.
Τον Κρόνο ‘γω στον Άδη έστειλα, γιατί ήταν η παλιά η τάξη,
Και δεν φανταζόμουνα ότι ο Δίας τίποτε δεν θ’ αλλάξει.
Άρα δεν μού χρωστάνε μόνο οι θνητοί τις φωτιές τις τέλειες,
Ακόμη κι οι αδίστακτοι θεοί έχουν από εμέ ωφέλειες.
Μα όταν ο αποτρόπαιος κάθισε στο θρόνο, άρχισε να μοιράζει
Στους δικούς του αξιώματα, η εύνοια δεν τον ντροπιάζει.
Για τους βροτούς όχι έλεος, που στην δουλειά τρυπάνε σόλα,
Απ’ την αρχή φανερό κατέστησε ότι απλά τα θέλει ΟΛΑ!
Κανένας δεν αντιστάθηκε, δεν στήριξε συντρίμμια, ερείπια
Με συντρόφους αρχικά, μα εντέλει μόνος το κώνειο ήπια.
Μονάχα εγώ ορθώθηκα κι είπα τα όπλα να κατάσχω
Γι’ αυτό κι εδώ στο έρεβος αναίτια κι άδικα πάσχω.
Εκείνη τη στιγμή κατά τα γνωστά εμφανίστηκε μπροστά του ο φτερωτός Ερμής, που όμως ήταν ο Υπερίων μεταμφιεσμένος. Είχε περάσει απαρατήρητος ανάμεσα από τους φρουρούς, σαν να είχε αισθητήρες προσέγγισης ή μάλλον τούς είχε ενσωματωμένος στον καταγραφέα δεδομένων του, παραπλανώντας όλους όσους τον συνέλαβαν άμα τη αφίξει του προσωρινά για ανάκριση, αφού είχε υποβληθεί σε κοσμητική χειρουργική από τον Ωκεανό: «Κυβερνήτη, βλέπω ότι μιλάς πικρά, να ξέρεις όμως ότι όλοι εμείς που συγκροτούμε το παλιό πλήρωμα και σ’ έχουμε συντροφέψει σε πάμπολλες Δημιουργίες δεν πρόκειται να σε εγκαταλείψουμε».
«Καλά τα λες Ερμή ή μάλλον έρμε και ερμητικέ Υπερίωνα, αλλά έχω πια κουραστεί και δεν βλέπω φως στο τέλος της σήραγγας. Τόσες μάχες, τόσες θυσίες, αλλά όταν οι δικοί μου σκοτώνονται ενώ οι αντίπαλοι αναγεννώνται, τι προοπτικές μπορώ να έχω;»
Γυρνώντας προς το Δία, ο δεσμώτης είπε:
«Πάψε να κομπάζεις, η μέρα να γίνεις ταπεινός,
Πλησιάζει- θα σ’ αντιμετωπίσει κάποιος από μένα πιο τρανός.
Είναι για σένα η ευσπλαχνία αδυναμία; Όμως δύναμη είναι,
Κι αυτό θα στο διδάξει εκείνος που λέει στον άλλο «μην κρίνε»
Τ’ όνομά του δεν θα ‘ναι Ηρακλής, μην περιμένεις Ηρακλειδή,
Αυτή τη φορά δεν θα σού δώσω ξεμπερδέματος κλειδί.
Γιατί υπάρχει χώρος κι από σένα παραπάνω, κάτω και πίσω
Προβάλλει απ’ τα βάθη αυτός που θα πει “τα μάγια θα λύσω”».
Ο Υπερίων κάτι σκέφτηκε μ’ όλα αυτά: «Κυβερνήτη, μού έδωσες μια καλή ιδέα, απλώς θέλει χρόνο και πολλή προετοιμασία για να πραγματωθεί», είπε και έδιωξε για μία ακόμη φορά το όρνεο που τσιμπολογούσε το «συκωτό» ήπαρ του Προμηθέα, που το είπαν έτσι επειδή αυτός χρόνια το έτρεφε με συνθετικά σύκα από τον αντιγραφέα – τρισδιάστατο εκτυπωτή.
«Αλίμονο, χαζό πτηνό του Δία. Τι μπορείς να ξέρεις εσύ», αναθάρρησε ο Υπερίων. «Ξέρεις μόνο να τρως και να καταβροχθίζεις όπως ο αφέντης σου. Ξέρεις ότι “όλυνθος” σημαίνει το άγουρο πρώιμο σύκο; Ξέρεις ότι “φήληξ” σημαίνει το άγριο σύκο, που φαίνεται ώριμο, ενώ δεν είναι; Ξέρεις ότι “ισχάς” σημαίνει το ξερό σύκο; Αλλά έτσι θα καούν τα φτερά σου σαν ξεραμένα έλυτρα εντόμου από τη φωτιά του Προμηθέα, καθώς θα εξαπλώνεται, θα σε καταναλώνει, θα σε κάνει παρανάλωμα»
«Υπερίωνα», ψέλλισε ο Προμηθέας. «Αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον βρήκες τη λύση. Μη μού λες ποια είναι. Μη μού λες πόσο χρόνο θα πάρει. Αν κάτι έχει μάθει η ανθρωπότητα, είναι να υπομένει. Μη σε νοιάζει, εγώ θα είμαι εδώ και θα αντέξω όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μόνο ύπαγε και πράξε το καθήκον σου, όπως το ορίζουν τα θέσμιά μας, το σύνταγμα και οι νόμοι. Ευλογημένος να είσαι, γιατί εμείς οι τιτάνες πιστεύουμε στη συνεργασία και εμπιστευόμαστε τους συνεργάτες μας. Πιστεύω τω φίλω, αυτό είναι όλο. Πιστόν φίλον εν πόνοις και κινδύνοις γιγνώσκεις. Τοις των φίλων λόγοις αεί πιστεύομεν. Ει κινδυνεύετε ω φίλοι, τους των ανθρώπων τρόπους γιγνώσκετε. Όσα μάθαμε στο σχολείο, στο γυμνάσιο και στο πανεπιστήμιο ισχύουν. Αν ξέρετε κάτι διαφορετικό, διδάξετέ μας περί αυτού, όπως λέγει και ο Σωκράτης στην Απολογία του. Αλλά δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό. Η λέξη πολιτισμός περιέχει την πόλη και την πολιτεία κι εμείς οι τιτάνες ανατραφήκαμε να είμαστε πολίτες και όχι υπήκοοι. Κάτω οι δυνάστες, κάτω οι θρησκείες! Ό,τι ψήγμα θεού υπάρχει, είναι μέσα μας, στον καθένα από εμάς!»
Ο Υπερίων ώχετο απιών για να εκτελέσει το σχέδιό του και ήλθε η ώρα για τον Προμηθέα να απαγγείλει τον ωραιότερο ύμνο των τιτάνων, τον ύμνο προς την δίκη και τη δικαιοσύνη. Αυτήν αναζήτησε σ’ εκείνη τη φοβερή στιγμή ο Προμηθέας πυρφόρος, ο δεσμώτης, ο λυόμενος (in spe), ο εσταυρωμένος, ο καταστερίζων. Έγινε εκείνη τη στιγμή ο Προμηθέας κύκνος, αλλά το άσμα του δεν ήταν κύκνειο, αλλά άσμα Δημόδοκου, άσμα αοιδού, ραψωδίας και ελπίδας πριν έλθει η τελική νίκη, υπόμνηση ότι η αυγή έρχεται μετά το πιο βαθύ σκοτάδι, ότι μία αχτίνα ήλιου είναι αρκετή για να σκορπίσει το κράτος του ζόφου.
. ΔΙΚΗΣ,
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑ
«Όμμα Δίκης μέλπω πανδερκούς, αγλαομόρφου,
Ή και Ζηνός άνακτος επί θρόνον ιερόν ίζει,
Ουρανόθεν καθορώσα βίον θνητών πολυφύλων,
Τοις αδίκοις τιμωρός επιβρίθουσα δικαίη,
Εξ ισότητος αληθείη συνάγουσ’ ανομοία,
Πάντα γαρ όσα κακαίς γνώμαις θνητοίς οχείται,
Δύσκριτα, βουλομένοις το πλέον βουλαίς αδίκοις.
Μούνη επεμβαίνουσα δίκη αδίκοις επί έργοις,
Εχθρή των αδίκων, εύφρων δε συνέσεσι δικαίοις.
Αλλά, θεά, μόλ’ επί γνώμαις εσθλαίς δικαίη,
Ως αν αεί βιοτής το πεπρωμένον ήμαρ επέλθη.
Ώ θνητοίς δικαιοτάτη, πολύολβε, ποθεινή,
Εξ ισότητος αεί θνητοίς χαίρουσα δικαίοις,
Πάντιμ’ ολβιόμοιρε, Δικαιοσύνη μεγαλαυχής,
Ή καθαραίς γνώμαις αιεί τα δέοντα βραβεύεις,
Άθραυστος το συνειδός- αεί θραύεις γαρ άπαντας,
Όσοι μη το σόν ήλθον υπό ζυγόν, αλλοπρόσαλλοι,
Πλάστιγξιν βριαραίς παρεγκλίναντες απλήστως-
Αστασίαστε, φίλη πάντων, φιλόκωμ’ ερατεινή,
Ειρήνη χαίρουσα, βίον ζηλούσα βέβαιον.
Αεί γαρ το πλέον στυγέεις, ισότητι δε χαίρεις.
Εν σοί γαρ σοφίη αρετής τέλος εσθλόν ικάνει.
Κλύθι, θεά, κακίην θνητών θραύουσα δικαίως,
Ως αν ισορροπίαις αεί βίος εσθλός οδεύοι
Θνητών ανθρώπων, οί αρούρης καρπόν έδουσιν
Και ζώων πάντων, οπόσ’ εν κόλποις τιθηνεί
Γαία θεά μήτηρ και πόντιος ενάλιος Ζευς».
(Έστι δίκης οφθαλμός, ός τα πάνθ’ ορά
Νεφεληγερέτη Δία εξ ύψους φρουρά
Τις φυλές των ανθρώπων δικάζει, κελεύει
Τα δέοντα και τους συνετούς βραβεύει
Στους αδίκους τιμωρός επιβρίθει
Πονηρών ελέγχοντας τρόπους και ήθη.
Την ομόνοια των ίσων προωθεί και προάγει
Μα κι ανόμοιους ακόμη ζευγνύει, συνάγει.
Στα στρεβλά έργα με συνειδός επεμβαίνει
Δεν είναι απλά μια αρχή που συμβαίνει –διαβαίνει.
Την ισορροπία αγαπά κι εύφρονες θεσμίσεις
Όχι σκολιές, σκαιές και θολωμένες κρίσεις.
Γνώμες διαυγείς, καθαρές για μια εποχή
Όχι σκόρπιες βουλές π’ ακυβέρνητο άρμα οχεί.
Πολύολβη, ποθεινή, μεγάλαυχη δικαιοσύνη
Όση μεγάλη δύναμη, τόση κι ευθύνη
Αστασίαστη, φιλόκωμη, ερατεινή
Καλόγνωμη κι όταν επιβάλλεις ποινή,
Για δίκαιους αγώνες τις δάδες ανάβεις
Άθραυστη είσαι, αλλ’ εκείνους θραύεις
Που δεν νογούν πως ό,τι δώσεις θα λάβεις
Πλεονέκτες, μωρούς ασυναίσθητους βλάβης,
Όσους τη ζυγαριά άπληστα σέρνουν
Την πλάστιγγα άκριτα κλίνουν και γέρνουν.
Συ λοιπόν μας καλείς να μάσουμε σ’ ευδία
Τα αγαθά της γης και του ενάλιου Δία
Οι θνητοί τους καρπούς των αγρών να συλλέγουν
Εν ειρήνη να ζουν κι αρετές να επιλέγουν).
Κι επειδή η Δικαιοσύνη παραμένει ως ιδέα αόριστη και ως έννοια αδιευκρίνιστη χωρίς τον νόμο, τόσο τον φυσικό όσο και τον θετικό που τον εξειδικεύει, προχωρούμε ευθύς στη δοξολογία του Νόμου.
ΥΜΝΟΣ ΝΟΜΟΥ
«Αθανάτων καλέω και θνητών αγνόν άνακτα,
Ουράνιον Νόμον, αστροθέτην, σφραγίδα δικαίην
Πόντου τ’ εναλίου και γης, φύσεως το βέβαιον
Ακλινές αστασίαστον αεί τηρούντα νόμοις,
Οίς άνωθεν φέρων μέγαν ουρανόν αυτός οδεύει,
Και φθόνον ου δίκαιον ροίζου τρόπον αυτός ελαύνει,
Ός και θνητοίς βιοτής τέλος εσθλόν εγείρει.
Αυτός γαρ μούνος ζώων οίηκα κρατύνει,
Γνώμαις ορθοτάταις συνών, αδιάστροφος αεί,
Ωγύγιος, πολύπειρος, αβλάπτως πάσι συνοικών
Τοις νομίμοις, ανόμοις δε φέρων κακότητα βαρείαν.
Αλλά, μάκαρ, πάντιμε, φερόλβιε, πάσι ποθεινέ,
Ευμενές ήτορ έχων μνήμην σου πέμπε, φέριστε».
(Αθανάτων καλώ και θνητών τον βασιλέα,
Ουράνιο Νόμο, αστροθέτη, με σφραγίδα δικαία
Πόντου ενάλιου και γης, της φύσης σταθερά
Εξουσία εφ’ όλων ασκείς ισχυρή, κρατερά.
Ασάλευτε, ατάραχε, που θεσπίζεις ειδικότερους νόμους
Φέρνεις παντού, γη κι ουρανό, τους πολύτιμους τόμους.
Με σφύριγμα βέλους διώκεις τον άδικο φθόνο
Περί λύχνων αφάς κάθε ον να μην νιώσει μόνο.
Μόνο ο νόμος πηδαλιούχος τη ζωή κατευθύνει,
Με γνώμες ορθές, χωρίς διαστροφές μες στη δίνη.
Πανάρχαιος, πολύπειρος, ποτέ κανένα δεν βλάπτει
Μα σε κακούς και άνομους τιμωρία προσάπτει.
Αλλά, μακάριε, έντιμε, ευτυχή, Ευάρεστε, ποθητέ
Άριστε μ’ ευμενή καρδιά, μη μάς ξεχνάς ποτέ).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΓ’
ΚΤΗΜΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑ, Α’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ, ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
“Execution? Spock, we can always depend on you for a note of cheer”
Star Trek, The Last Gunfight
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ωκεανέ, πρέπει να μιλήσουμε. Ασφάλισε την πόρτα του δωματίου.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Δεν είμαι υπηρέτης σου Υπερίωνα. Δεν έχεις εξουσία πάνω μου, ούτε μπορείς να με διατάζεις. Αφότου κληρονόμησα αυτό το μέρος από τον καημένο τον Προμηθέα, νόμισα ότι θα μπορούσα πια να ξεκουραστώ και να τιμήσω τη μνήμη του εν ειρήνη, ατενίζοντας τον αγνό, φιδωτό ποταμό Πυριφλεγέθοντα από το μικρό κιγκλίδωμα της βεράντας μου.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Είμαι απογοητευμένος από σένα, ω γηραιότατε όλων των τιτάνων (μετά τον θάνατο του Ιαπετού). Συνεχίζεις να συγχέεις τη συναδελφική αλληλεγγύη και πειθαρχία, που πρέπει να επικρατεί στις σχέσεις μας, την κοινή διαχείριση των υποθέσεών μας, που είναι η μόνη μας ελπίδα επιβίωσης, με την εξουσία και την κυριαρχία. Εκτός τούτων παρερμηνεύεις χονδροειδώς τα κίνητρα του πολιτικά νεκρού προστάτη των ανθρώπων, που τόσο άδικα καταδικάσθηκε στο ρόλο του ζωντανού νεκρού και τόσο γρήγορα ξεχάστηκε από όλους μας, εκεί στον Καύκασο που του τρώει το συκώτι ο αετός. Ο πυρφόρος, πυριόχος άγιος σού κληροδότησε το κτήμα του, ώστε να το συντηρήσεις και να το καλλιεργήσεις μέχρι την επιστροφή του. Αντ’ αυτού εσύ στρογγυλοκάθεσαι νωθρά σε τρυφηλή πολυθρόνα, διάγοντας μίζερη και άθλια ζωή, που βέβαια ο μεγάλος μας πνευματικός ταγός δεν θα ενέκρινε. ‘Όταν σε βλέπω, διαπιστώνω με λύπη μου πως το τιτανικό στοιχείο και το ξεμώραμα έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Υπερίωνα, έλα στο θέμα. Δεν μπορώ να σου διαθέσω όλη την ημέρα. Είμαι ένας υπέργηρος, βιοτεχνολογικά ενισχυμένος και υποστηριγμένος οργανισμός μ’ ένα πόνο αβάσταχτο που έρπει ανατριχιαστικά στη σπονδυλική μου στήλη (κι ας είναι κούφια). Αν μπορούσα να την εξορύξω από το σώμα μου και να μείνω μόνο με το μηχανικό μου εξωσκελετό, θα αισθανόμουν πολύ καλύτερα.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Χτες το βράδυ, δέχτηκα μια πολύ περίεργη επίσκεψη, ω πρεσβύτερε των τιτάνων. Καθώς προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ στο διαλογισμό μου, το δωμάτιο άρχισε να φωτίζεται κι εμφανίστηκε μια φωσφορίζουσα λάμψη με λεπτά χρυσά κράσπεδα που μαρμαρυγούσαν στις άκρες. ‘Εμεινα έκθαμβος από το μυστήριο αυτό θεάμα.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Α ναι διαλογισμός, πες στο κι έτσι! Απλώς ήταν ένα όνειρο του βαθέος ύπνου, που εσύ τα ονομάζεις «διαλογισμό». Ήταν όναρ, όχι ύπαρ.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Σεβαστέ πατριάρχη, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος, ώστε να ανεχθώ την τάση σου για βωμολοχίες. Ο Βριάρεως με κάποιο τρόπο μπόρεσε να μού διαβιβάσει και να προβάλει στην οθόνη του νου μου μια ισχυρή έντονη τηλεπαθητική εικόνα από ένα μακρινό κι απόκοσμο μέρος, που, όπως καταλαβαίνω, θα πρέπει να ήταν μια άλλη διάσταση. Μού είπε αυτό που πάντα υποπτευόμουν, ότι δηλαδή η ανθρώπινη εξέλιξη έχει χειραγωγηθεί στο απώτατο παρελθόν από έναν εξωτερικό επεμβατικό παράγοντα, που με επιστημονικό τρόπο αύξησε σημαντικά τη θερμοκρασία του σώματος των ανθρώπων. ‘Όπως μπορείς δικαίως να υποθέσεις, μόνο η ιδιοφυία του αδελφού μας Κρόνου (Χρόνου) , που πρώτος ταξίδευσε στο παρελθόν χρησιμοποιώντας την έλξη του ήλιου για να εκσφενδονίσει το πλοίο του σε περασμένες εποχές, θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για εξελικτικές μεταβολές τέτοιου… τιτάνιου μεγέθους. Ο στόχος του Κρόνου ήταν να επιτύχει την ανατροπή και πτώση του θαλάσσιου πολιτισμού της Ατλαντίδας, θερμαίνοντας προοδευτικά τα ανθρώπινα κύτταρα με το δραστικό συστατικό της θερμοτροπίνης, αυτής της μυστηριώδους πειραματικής ουσίας. Η βάση του ήταν εγκατεστημένη στο Μέγα Πλανήτη (σ.σ. σημερινός Δίας), που λόγω της πολύ γρήγορης περιστροφής του σε σχέση με τη Γη επέτρεπε την κατά κύματα και κατά δέσμες εκπομπή ή έκλυση της ραδιενέργειας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εντέλει, μετά την περάτωση της μακροχρόνιας θεραπείας προαγωγής των κυττάρων, το τελικό του κατόρθωμα ήταν η κονιορτοποίηση της πόλεως των Ατλάντων, από την οποία, όπως γνωρίζεις, τουλάχιστον στην παρούσα χρονική γραμμή, ελάχιστοι επέζησαν, μεταξύ των οποίων και η ταπεινότητά μου. Η εκκαθάριση -εξυγίανση για να βρούμε έναν ευφημιστικό όρο για μια βρόμικη υπόθεση, έγινε με τη μετατροπή της υψηλής συχνότητας ακτίνας του και την πρόκληση εκρήξεως στα υποθαλάσσια βουνά και στους φυσικούς αγωγούς αερίων υπό την επιφάνεια. ‘Ετσι, δρομολόγησε την πιο σημαντική διαδοχή γεγονότων στην Ιστορία του Ανθρώπου. Λόγω της εξωγενούς αυτής επιδράσεως, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις θάλασσες και συνέχισαν την εξελικτική τους πρόοδο στη ξηρά.
Τώρα κρατήσου: ο γιος του Δίας, άλλως Ζευς, γνωστός και μη εξαιρετέος, θέλει να εξουδετερώσει αναδρομικά την επέμβαση του Κρόνου στην ιστορική της πηγή (εν τη γενέσει της), ώστε ο αρχαίος λαός της Ατλαντίδας, οι ένδοξοι πρόγονοι των σημερινών γήινων, να παραμείνουν άγριοι, απολίτιστοι, ανεκπαίδευτοι, παγιδευμένοι σ’ ένα υποτυπώδες επίπεδο συνείδησης, άρα ευεπίφοροι σε θρησκευτικές ή δογματικές πίστεις κι υπολήψεις και άλλες οπισθοχωρητικές τάσεις. Σ’ ένα τέτοιο φτωχό και ενδεές εξελικτικό στάδιο και σε μια τέτοια εκδοχή της Ιστορίας, ο Κατακλυσμός που τόσο άνομα σφετερίστηκε ο Δίας, δεν θα γίνει, ο Δευκαλίωνας (ο γιος του Προμηθέα) και η Πύρρα δεν θα υπάρξουν και οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν ποτέ να αμφισβητήσουν τη θεϊκή εξουσία του Δία και των λακέδων του, δεν θα δυνηθούν ποτέ να ανατρέψουν τους θεούς και να εξερευνήσουν τ’ άστρα! Είναι πασίγνωστο ότι η ψυχρή, αμφίβια ή υγρότροπη φυσιολογία έχει εγγενείς δυσκολίες να αναπτύξει διαστημική τεχνολογία.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Φτωχέ Κρόνε! Σκληρή μοίρα να έχεις ένα γιο που να παριστάνει το θεό, μα στ’ αλήθεια να είναι μεγάλος βραχνάς και ακραίο στραβόξυλο. Αν ισχύει ότι η λήθη είναι θάνατος για τους θεούς, τότε η χειρότερη τιμωρία για το Δία είναι να τον αγνοήσεις. Αλλά η εξουσία του κλονίζεται πλέον και το τέλος της είναι ήδη ορατό. Σε πολλούς κύκλους Δημιουργίας, αν και όχι στον δικό μας, ο Χριστιανισμός φαίνεται να επικρατεί. Μοίρα των θεών η λήθη και των ανθρώπων ο θάνατος.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ο Δίας δεν παραιτείται. Συγκαλεί και συγκεντρώνει δυνάμεις από την επικράτεια των σκωληκοτρυπών, απ’ όπου ξεφύτρωσε αυτός κι οι όμοιοί του! Ο περιβόητος Ζευς και οι άλλοι θεοί του Ολύμπου είναι, όπως ξέρεις, πλάσματα που κανονικά ζουν στο αλλαχού μεταξύ των τρισδιάστατων χώρων του διαστήματος και φυλάττουν υποδειγματικά και δρακόντεια αυτές τις περιοχές τους, ήλθαν όμως στο δικό μας τιτανικό σύμπαν για να κατακτήσουν και να ακμάσουν ως βασιλείς, ασκώντας στην πλάτη μας το θεϊκό ρόλο της παντοδυναμίας. ‘Όταν οι άνθρωποι, παρακινημένοι από τους τιτάνες, έδειξαν ασέβεια προς τους πεφυσιωμένους αυτούς ηγεμονίσκους και διατάραξαν τη βασιλεία τους με συνεχείς επαναστάσεις, εκείνοι αποδεκάτισαν και εξανδραπόδισαν το λαό μας. Παρότι, όμως, υπέστησαν κι οι ίδιοι μεγάλες απώλειες, εξακολουθούν να ασκούν μία εριζόμενη, οριακή επικυριαρχία επί του ανθρώπινου γένους και της ηγετικής του τάξης, των τιτάνων, χωρίς να παίρνουν επιτέλους την απόφαση να επιστρέψουν στις σκουληκότρυπες, απ’ όπου ξετρύπωσαν.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Ναι, βέβαια, είναι γνωστό ότι οι Δώδεκα Θεοί του Ολύμπου είναι στην πραγματικότητα πλάσματα που ζουν στις σκουληκότρυπες ή διαστημικές σήραγγες στρέβλωσης και σύντμησης του χωρόχρονου. Έτσι εξηγείται η μεγάλη τους δύναμη.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ακριβώς. Είναι ενεργειακοί οργανισμοί, ψυχές, το αντίθετο της φυσικής μας ύπαρξης. Εμείς αναμιμνήσκουμε εμπειρίες, εκείνοι τις παράγουν με τη μορφή συμβολικών κρυπτογραμμάτων για να τις καταναλώσει το μυαλό μας και να παγιδευτεί στη δική τους λογική. Εμείς χάνουμε ενέργεια και οι δυνάμεις μας προοδευτικά μειώνονται μέχρι να ζαρώσουμε και να μαραθούμε στο φυλλορόημα του γήρατος, εκείνοι φορτίζονται μ’ αυτήν, κινούμενοι βήμα προς βήμα από το επίπεδο μιας αποσπασματικής διασκόρπισης κβάντων σε μια υψηλή και προηγμένη οργάνωση ενεργειακού μεταβολισμού. Ζουν αντίστροφα εξ ορισμού, πηγαίνοντας από το μέλλον προς το παρελθόν, όπως ο Πάρνεμπ, ο Ινχοτέπ και οι λοιποί γραμματείς των Αιγυπτίων Φαραώ. Τα πεπρωμένα μας είναι τεμνόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Αν η πίστη μας στην ύπαρξή τους μειωθεί ή χαθεί, τότε διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να εξαϋλωθούν, καθώς η αμφιβολία τούς σκοτώνει. Από την άλλη πλευρά εκείνοι έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν τη μοίρα μας. Η Κλωθώ με το χέρι πάνω στον τροχό και το αδράχτι, η Λάχεση που μετράει τις αξεδιάλυτα περιπεπλεγμένες κλωστές της ζωής μας και η υπομονετική ‘Ατροπος με το λαμπρό της ψαλίδι έτοιμο να κόψει.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Λοιπόν μου φαίνεται ότι αυτό που προτείνεις είναι να γονιμοποιήσουμε και πάλι με την ευεργετική μας παρουσία τις καταβολές της ανθρώπινης ιστορίας, να επιχειρήσουμε ξανά τη γνωστή ταχυδακτυλουργία της επιστροφής στο παρελθόν προς σωτηρία του παρόντος. Θα είναι δύσκολο, αφού δεν κατέχουμε τη μέθοδο του Κρόνου για τα χρονικά ταξίδια (που ας μη ξεχνάμε ότι είναι εισιτήριο χωρίς επιστροφή προς το παρελθόν) ούτε έχουμε τη δυνάμεις των πλασμάτων ενδιάμεσου χώρου.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ο δρόμος της έρευνας που ακολούθησα ήταν η ανάλυση των μεθόδων πρόσβασής μας σ’ ένα συγκεκριμένο εναλλακτικό Σύμπαν. Δεν είναι πολύ πιθανό αυτό το νέο Σύμπαν που διακηρύσσω να έχει τις καταβολές του στο δικό μας. Ο δικός μας τιτανικός ή τιτάνιος χωρόχρονος είναι μόνο ένας από τους αμέτρητους υπάρχοντες κόσμους, που όλοι εδράζονται σ’ ένα άπειρο υπερδιάστημα αφόρητα θερμό και απροσμέτρητα πυκνό. Για να κάνουμε χρήση μιας αναλογίας, δεν είμαστε παρά μία πομφόλυγα που διογκούται προς τα έξω για μια αφάνταστα μεγάλη χρονική περίοδο μέσα σε μία θάλασσα αφρού χωρίς επιφάνεια και πάτο. Αναφέρομαι ακριβώς σ’ αυτή την απέραντη πηγή συμπυκνωμένου φωτός, όπου το κοινό τιτανικό διάστημα και το παραπληρωματικό του αλλαχού της στρέβλωσης περιλαμβάνονται ως δύο ασήμαντοι εξωτερικοί τροχοί, προσαρμοσμένοι στο τεράστιο μηχανικό σώμα της βασικής δομής, ως δύο σφιχταγκαλιασμένες αδελφές βδέλλες, που απομυζούν το επιούσιο αίμα τους προσκολλημένες σε μία ανεξάντλητη δεξαμενή ενέργειας. Η παραδοχή ενός τέτοιου πρωταρχικού Σύμπαντος- πλαισίου, απ’ όπου όλα τ’ άλλα εκπορεύονται, είναι μία επιστημονική θεωρία μεγάλου βεληνεκούς και σημασίας, που μπορεί να εκθεμελιώσει τη σημερινή φυσική, όπως η εμφάνιση του Δία και των λοιπών όντων της σκουληκότρυπας κατέστησε διάτρητη και έωλη την παραδοσιακή φυσική εκατοστού- γραμμαρίου- δευτερόλεπτου. Η ασύλληπτη πυκνότητα αυτού του Σύμπαντος αποκλείει την πιθανότητα της επέκτασης, των σφαιρικών ή κωνικών σχηματισμών και της στερεομετρίας γενικότερα, επιτρέποντας μόνο τις δυσδιάστατες κινήσεις κατά μήκος ευθειών γραμμών και κύκλων. Είναι ο χώρος της καθαρής γεωμετρίας, ο τόπος των σημειακών ιδιομορφιών και των αραχνοΰφαντων ανυσμάτων.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Νομίζω ότι τα έχουμε εξαντλήσει αυτά, Υπερίων. Ξέρω ότι είσαι οπαδός του δόγματος «επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως», αλλά για το Θεό λυπήσου με. Το σημαντικό είναι τι δουλειά έχουμε εμείς μ’ αυτό το τρισκατάρατο διάστημα!
ΥΠΕΡΙΩΝ: Για να επιτύχουμε την επιθυμητή χρονική μετατόπιση, πρέπει να εκσφενδονιστούμε με ταχύτητα στρέβλωσης στο αλλαχού, μέσα στη μήτρα του Ουράνιου Διαστήματος χωρίς βαρυτικούς εξισορροπητές, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της ταχύτητας στρέβλωσης όχι για μετακίνηση, αλλά για το σκοπό της μετουσίωσης σε σχήματα του Ουράνιου Διαστήματος με τη βοήθεια ενός ειδικού προγράμματος, βασισμένου στη συνδυασμένη τεχνική τηλεμεταφορέα και ολογραφικού καταστρώματος. Η μάζα αποσύρεται, αφαιρείται από τη μορφή, έτσι ώστε αυτό που απομένει στον αυτόματο καταγραφέα στοιχείων του σκάφους είναι απλώς και μόνο ποιότητες, χαρακτηριστικά και αφηρημένοι τύποι. Θα υποβληθούμε σε μία «ουράνια» μεταμόρφωση, θα μετατραπούμε στο ουράνιο ανάλογο του τωρινού μας σχήματος. Μετά θα ακολουθήσουμε ένα άνυσμα μέσω της γεωμετρίας του πεδίου για να φτάσουμε στο προκαθορισμένο σημείο διασταύρωσης, που θα χρησιμοποιήσουμε ως έξοδο από την ιδιομορφία και ως είσοδο στο επιθυμητό χωροχρονικό συνεχές.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Έστω ότι είναι έτσι. Αλλά ακόμη και αν παραγνωρίσω το ανακάτεμα των ατόμων μας, υπάρχει κάτι άλλο που με απασχολεί. Κατά τη διάρκεια της μεταμόρφωσης και της εισόδου στο Ουράνιο Διάστημα, θα μεσολαβήσει ένας σύντομος χρόνος μη ύπαρξης, ίσως όχι μετρήσιμος με τα δικά μας σταθμά, αλλά πάντως υπολογίσιμος με τα δεδομένα του άλλου Σύμπαντος.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Γηραιέ Ιατροσοφιστή, είσαι προκατειλημμένος από τις έμμονες και εγγενείς αντιλήψεις σου περί ύλης και χρόνου. Ο χρόνος είναι συνυφασμένος με το δικό μας εντροπικό συνεχές, ενώ η αιωνιότητα είναι ιδέα συναφής με το Ουράνιο Διάστημα. Θα πάψεις να υπάρχεις για μηδέν χρόνο κατά την εφαρμογή της διαδικασίας, όπως και το πλοίο που θα μεταφέρει την ιατροσοφιστική σου ιδιοφυία, και από τη δική σου σκοπιά το ίδιο θα αφανιστεί και το υπόλοιπο Σύμπαν. Δεν θα ‘χεις κάτι για να συγκρίνεις τη μη ύπαρξή σου. Αλλά η στέρηση της φυσικής ύπαρξης δεν σημαίνει την έλλειψη συναίσθησης στο επίπεδο της ουσίας. Θα έχεις την απόλυτη ευκαιρία να γνωριστείς με το περίφημο «πράγμα καθ’ εαυτό» που διακηρύσσουν οι Μούσες και ο μέγας Ορφέας, να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στον αποκαλούμενο κόσμο των σκέψεων, το βασίλειο των νοουμένων. Αλλά πέραν αυτού, Ιατροσοφιστή, είσαι ήδη εκατόν είκοσι τριών χρονών. Δεν είναι λογικό για σένα να φοβάσαι το θάνατο.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Για μισό λεπτό, Σειληνέ τραγοπόδαρε, αλαζόνα Πάνα με τα μυτερά αυτιά…
ΥΠΕΡΙΩΝ: Άσε τους χαρακτηρισμούς, Γηραιέ. Αντί για ένα αβέβαιο λαβύρινθο ανάμεσα στους απέραντους διαδρόμους της μετενσάρκωσης και των ποικίλων επιπέδων της μεταθανάτιας αυτοσυνείδησης, σού προσφέρω ένα προγραμματισμένο, προσωρινό θάνατο, που θα είναι μια ιδανική προπόνηση, ένα πολύτιμο και μοναδικό πρόκριμα πριν να γνωρίσεις το αληθινό τέλος. Έτσι, η ψυχή σου θα ‘ναι προετοιμασμένη να μπει απευθείας, χωρίς λοξοδρομήσεις, στο αιώνιο και αθάνατο Ουράνιο Διάστημα, το ύψιστο νοητικό επίπεδο των φιλοσόφων, αποφεύγοντας τις αξιοθρήνητες περιπέτειες των φτωχών ενεργειακών υποκαταστάτων, που τέτοια –αλίμονο- είναι οι παγιδευμένες στο τιτανικό Σύμπαν ψυχές μας.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Δεν θα ‘ναι η πρώτη φορά που θα χρειαστεί να επανακάμψουμε στην Αυγή του Ανθρώπου για να προστατεύσουμε τα σημερινά μας κεκτημένα. Μήπως η ερμηνεία των περασμένων δεν το κάνει αυτό καθημερινά; Στο παρελθόν πετύχαμε πολλά, αλλά, αν αποτύχουμε σ’ αυτή την τελευταία αποστολή, το όλο οικοδόμημα της Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας του Σειρίου θα καταρρεύσει. Και είμαι βαθύτατα ανήσυχος, γιατί αυτή τη φορά δεν θα βαδίσουμε τη λεπτή κόκκινη γραμμή της ευαίσθητης ισορροπίας κουρνιασμένοι στο φιλόξενο ώμο του Προμηθέα.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Ιατροσοφιστή! Από την πολύχρονη γνωριμία μας έχω καταλάβει ότι δεν είσαι ιδιαίτερα ικανός για λογικές διεργασίες. Όπως το εννοώ εγώ, αυτό που νιώθεις είναι καθαρός, παράλογος, δαιμονιώδης φόβος. Αλλά σού λέγω υπεύθυνα, άφησε σε μένα την ανησυχία και μην έχεις φόβο. Έχω υπολογίσει όλες τις παραμέτρους, έχω αναλύσει κάθε νοητή λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για να εκπληρώσουμε την αποστολή μας και σε διαβεβαιώ ότι δεν θα αφήσω κανένα και τίποτε να σταθεί εμπόδιο στην αίσια διεκπεραίωση του έργου μας.
ΩΚΕΑΝΟΣ: Ναι βέβαια. Όσο πετάει κι ο γάιδαρος.
ΥΠΕΡΙΩΝ: Τέλος πάντων. Ελλείψει του καταδικασμένου πλοιάρχου μας, που εκτίει άδικη ποινή υπέρ όλων μας, ελλείψει των συντρόφων μας, της Ευρύβιας, της Λητούς, της Μήτιδας και όλων των χαμένων παιδιών που έχουν σκορπίσει από ‘δώ και από ‘κεί, κι αφού όλοι οι αστερισμοί έχουν πλέον καταγραφεί και βαφτιστεί, ας πούμε ένα ποίημα προς τιμή του γενάρχη μας Κρόνου, που τόσο αδικήσαμε όσες φορές παρασυρμένοι από την απόλυτη σκοπιμότητα της πολιτικής συμμαχήσαμε με τον Δία. Όμως ο Κρόνος ήξερε πάντα τι είναι ο Δίας κι είχε πάντοτε δίκιο. Γνώριζε ότι ο χρόνος του ανθρώπου δίνει αξία στις πράξεις του και ότι η αθανασία του Διός είναι η μέγιστη φενάκη, διότι καταργεί τη γεύση της στιγμής και επιβάλλει τη δικτατορία του αναλλοίωτου.
ΚΡΟΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΤΥΡΑΚΑ
«Αειθαλής, μακάρων τε θεών πάτερ ηδέ και ανδρών,
Ποικιλόβουλ’ αμίαντε, μεγασθενές, άλκιμε Τιτάν,
Ός δαπανάς μεν άπαντα και αύξεις έμπαλιν αυτός,
Δεσμούς αρρήκτους ός έχεις κατ’ απείρονα κόσμον-
Αιώνος Κρόνε παγγενέτωρ, Κρόνε ποικιλόμυθε,
Γαίης τε βλάστημα και ουρανού αστερόεντος,
Γέννα, φυής μείωσι, Ρέας πόσι, σεμνέ Προμηθεύ,
Ός ναίεις κατά πάντα μέρη κόσμου, γενάρχα,
Αγκυλομήτα, φέριστε- κλύων ικετηρίδα φωνήν,
Πέμποις ευόλβου βιότου τέλος αιέν άμεμπτον».
(Αειθαλή, μακάρων θεών και ανδρών πατέρα,
Ποικιλόβουλε, αμίαντε, μεγασθενή, άλκιμε αστέρα,
Που όλα τα δαπανάς και πάλι ο ίδιος τα αυξαίνεις,
Δεσμούς άρρηκτους με τον άπειρο κόσμο υφαίνεις,
Αιώνος Κρόνε γεννήτορα, που λες ωραίους μύθους,
Της Γης νοήματα, αλληγορίες ουράνιου ήθους,
Γέννα και φθορά της φύσης, Ρέας σύζυγε, σεμνέ Προμηθέα,
Που κατοικείς στου κόσμου τα πέρατα, μ’ εποπτεία και θέα,
Αγκυλώνει η σκέψη σου, αλλά άκου φωνή και ικεσία,
Η άψογη τελευτή ήταν πάντα η δική σου υπηρεσία).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΔ’
ΟΥΡΑΝΙΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, t= 0
«Your “insufficient data” is not sufficient, Mr. Spock».
Star Trek, The Immunity Syndrome
Μέσα στο διαστημόπλοιο, που τα αρχαία εκείνα χρόνια λεγόταν και χωροναύς, «Ν.Α.Ο.Σ. (Ναυς Αστρογαλαξιακής Ομοσπονδίας Σειρίου) Βενοβίνδας», πολλαπλώς επισκευασμένο μετά από αλλεπάλληλες κακουχίες, ο Υπερίων εξηγούσε τα μυστήρια του υπερδιαστημικού κινητήρα στο βαριεστημένο Ωκεανό. Αμφότεροι στέκονταν στην καρδιά του Μηχανοστάσιου περιεργαζόμενοι ένα διαφανές μεταλλικό κουτί εμβαδού περίπου δύο τετραγωνικών μέτρων.
«Βασισμένος στην τεχνολογία που πήρα από τους γίγαντες (τον Πολυβώτη, το Θόωντα, τον ‘Αθω, τον Πέλωρο και το Μίμα) και με χρήση επιλεκτικών υπολογισμών και εξισώσεων, τη μαθηματικο- φιλοσοφική μέθοδο του πατέρα πάντων των όντων, Παλαιού των Ημερών και μεγάλου Γενάρχη Ουρανού, που κάποιοι αποκαλούν Δημιουργική Φυσική, γιατί στηρίζεται στο αξίωμα «ζητείτε και ευρήσετε, αιτείτε και δοθήσεται υμίν, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» έφτιαξα μία συσκευή που μπορεί να προσκολληθεί στο Ουράνιο Διάστημα για μια φευγαλέα στιγμή του χρόνου και να τηλεμεταφέρει μια πολύ μικρή ποσότητα της ξένης περιοχής στη χωροναύν. Σε μηδέν χρόνο η άπειρη μάζα που θα προκύψει μέσα στο ΝΑΟΣ Βενοβίνδα θα απορροφήσει το σκάφος, κατακρημνίζοντάς το σε αρνητική υπερβολική καμπύλη. Η αρνητική καμπύλη και το εκπεφρασμένο μέσα απ’ αυτήν σκάφος θα διατρέξει όλη την απόσταση μέχρι την άκρη του υπερβολικού φάσματος και θα εξέλθει από την άλλη πλευρά, σ’ ένα άλλο σημείο του χωροχρονικού συνεχούς, που θα καθορισθεί πριν από την πρόκληση των συνθηκών άπειρης μάζας, πάλι ως θετική καμπύλη. Εκείνη τη στιγμή η άπειρη μάζα θα μείνει πίσω και η χωροναύς που την περιείχε θα ξετρυπώσει (εκβληθεί) κάπου αλλού στον τιτανικό πλέον χωρόχρονο, απ’ όπου προήλθε. Όταν λέμε κάπου αλλού, εννοούμε οπουδήποτε θελήσει κανείς και σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεδομένου ότι ο άπειρος αριθμός ανυσμάτων και επιταχύνσεων είναι συνυφασμένος με το Ουράνιο Διάστημα. Μπορείς να προωθηθείς ένα έτος φωτός ή πενήντα μέχρι τον Πήγασο ή πενήντα χιλιάδες έτη φωτός ως τα όρια του Γαλαξία, ακόμη και πολύ πέραν απ’ αυτόν. Ο πιο προσιτός τρόπος για να το εκφράσω με εκλαϊκευμένους όρους είναι να το παρομοιάσω με το φούσκωμα ενός μπαλονιού, που το ξεφουσκώνει κανείς ρουφώντας τον αέρα έξω απ’ αυτό, κατά τρόπο ώστε να εξαφανισθεί και να φουσκώσει ξανά από την πίσω πλευρά».
«Άσε τους εκλαϊκευτικούς όρους! Ελληνικά δεν γνωρίζεις;»
«Συγγνώμη, Ιατροφιλόσοφε, αν η παρομοίωση είναι φτωχή, αλλά τα μαθηματικά που είναι πιο ακριβή δεν μαθαίνονται σε μία μέρα.»
«Αυτό είναι;» είπε ο ιατρός κοιτώντας προς τα κάτω επιτιμητικά με τα χέρια στους γοφούς, δίνοντας καταρχήν εντύπωση απογοητευμένου κι ύστερα ξεσπώντας σ’ ένα κρεσέντο γάργαρου γέλιου ως έκφραση νευρικής αμηχανίας για την απλότητα του πράγματος. Αλήθεια, πόσο μικρό και ασήμαντο φαινόταν τα κουτί!
«Μήπως θα ‘πρεπε να το κάνω μεγαλύτερο, ώ Μακροβιότατε;»
«Δεν θα βοηθούσε. Και πάλι δεν θα μπορούσα να καταλάβω τίποτε».
«Η βασική αρχή της συσκευής», είπε ο Υπερίων εμβαθύνοντας στο θέμα του, «είναι να ονομάσεις απλώς τις συνθήκες, τις οποίες θέλεις να προκαλέσεις, οπότε αυτές επέρχονται, σύμφωνα με τους κανόνες και τα θεωρήματα της Δημιουργικής Φυσικής. Οι παραδοσιακές κατηγορίες της σχέσης “αιτία”, “αιτιατό” και “επίδραση”, ή όπως θα τις εξέφραζαν οι Μούσες “σπερματικός λόγος αρχής”, “λόγος του αποτελέσματος” και “λόγος της μεταξύ τους κοινωνίας” αντικαθίστανται από τη μεταβολή ως αλλαγή της εξωτερικής δράσης, της συμπεριφοράς ή της παρουσίας, τη μεταμόρφωση ως αλλαγή της μορφής και τη μετουσίωση ως αλλαγή της ίδιας της υπόστασης, της ουσίας του όντος».
«Το παριστάνεις σαν μαγεία, Υπερίωνα», υπαινίχθηκε με λίγη δόση ειρωνείας ο Ωκεανός.
«Αυτό δεν είναι περίεργο, Πατριάρχη όλων των τιτάνων, αν εξετασθεί υπό το πρίσμα και την αντίληψη των μεγάλων επιστημόνων που αποίκισαν τη Γη από το Σείριο ιδρύοντας το γένος των τιτάνων. Αυτοί οι αριστοκράτες, που συγκρότησαν την ηγεμονική τάξη του πλανήτη, υποστήριζαν ότι “κάθε αρκετά προηγμένη επιστήμη ουδόλως διακρίνεται από τη μαγεία”. Νομίζω μάλιστα ότι την άποψη αυτή τη διατύπωσε πρώτος ο ‘Ικαρος, ο πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, επεξεργαζόμενος μία από τις πολλές εμπνευσμένες και ζωηρές ενοράσεις του με αναφορά το μέλλον».
Τα μάτια του Ωκεανού τρεμόπαιξαν και έλαμψαν από προσμονή, η αναπνοή του έμοιαζε με κατανυκτική, ψιθυριστή προσευχή που καλούσε θεότητες όλων των ειδών, η φωνή του έγινε κοφτή, αλλά και αργή, μακρόσυρτη, σοβαρή, μεγαλοπρεπής, το ύφος επίσημο.
«Τι σαγηνευτική προοπτική να αναχθούμε σε γεωμετρικά σχήματα σαν να μη μας έφταναν οι προηγούμενες εμπειρίες μεταμόρφωσης που ζήσαμε στην περιπέτεια με την Ανδρομέδα. Αλλά προηγουμένως έχω μία ερώτηση που δεν μπορεί να παραμείνει αναπάντητη. Αν κρατήσεις ένα μόριο απ’ την υπερσυμπυκνωμένη μάζα αυτού του καταραμένου Ουράνιου Διαστήματος για περισσότερο από μια στιγμή, θ’ αρχίσει να τραβάει μέσα του όλη την ύλη του Σύμπαντος με ξέφρενο ρυθμό. Δεν θυμάσαι τι έγινε όταν ανακαλύψαμε εκείνο τον πρωτο- Θεό και το ανεντροπικό του Σύμπαν και την προσπάθειά μας να κλείσουμε εκείνο το ρήγμα στα όρια του Ελάσσονος Νεφελώματος του Μαγγελάνου;»
«Αυτό το πρόβλημα το έλυσα πολύ απλά, Γηραιέ, προσαρμόζοντας τη συσκευή μόνο για ταξίδι στο χρόνο και όχι για διαστρική μετακίνηση. Η απορρόφηση της ύλης γίνεται κατά μήκος των διατοπικών αξόνων που διατρέχουν την περιφέρεια, τη στρογγυλή εξωτερική επιφάνεια του Ουράνιου Διαστήματος, ενώ οι χρονικοί άξονες φτάνουν βαθιά μέσα στο συμπαγή όγκο του ως ρεύματα που κυλούν κατά μήκος των διανυσματικών συνισταμένων. Έτσι το άνοιγμα της εισόδου προορίζεται αυστηρά για χρονική ανυσματική μετατόπιση και όχι διατοπική υλική, αφού ακουμπά σε μάζα τόσο συμπυκνωμένη, ώστε κανένα υλικό δεν μπορεί να απορροφηθεί απ’ αυτήν ει μη μόνον υπό μορφή ανύσματος.»
«Λοιπόν ας τελειώνουμε, Υπερίωνα. Πάτα το κουμπί, τράβα το μοχλό ή βάλτο στην πρίζα. Δεν μ’ ενδιαφέρει με ποιο τρόπο πρόκειται να πεθάνω.»
«Το ενεργοποιώ τώρα», είπε ο Υπερίων. Μία ρωγμή άνοιξε στο οικοδόμημα της πραγματικότητας, ένα τεράστιο βραχυκύκλωμα άπειρων ηλεκτρικών δυνάμεων έλαβε χώρα και οι δύο τιτάνες παραπάτησαν υπό την πίεση του διαλυόμενου και αποσυντιθέμενου περιβάλλοντος. Τα χαρακτηριστικά του Υπερίωνα έγιναν ένα σύνολο τριγώνων και γωνιών, το κουρεμένο και περιποιημένο μαύρο μαλλί του, καθώς και τα διακοσμητικά μυτερά αυτιά παρουσιάζονταν πλέον ως γραφική παράσταση. Το πρόσωπο του Ωκεανού μεταμορφώθηκε σε κοιλότητες, κυρτότητες, κύκλους και τετράγωνα με καμπυλωτές πλευρές. Η μεταβολή της επιστημονικής πραγματικότητας ήταν πολύ συγκλονιστική, ώστε να μπορεί ο νους να την αντέξει. Προκειμένου να επαναδιατάξει τα θρυμματισμένα κελύφη ενός αποσυναρμολογούμενου, εξαρθρωμένου κόσμου, η πληγωμένη- μαχαιρωμένη πραγματικότητα ανασυγκρότησε τα σκορπισμένα τεμάχια σ’ ένα ψηφιδωτό ονειρικής εμπειρίας.
Ο Ωκεανός έλαμπε, όχι με φως, αλλά με μία έντονη συμπόνια, που μπορούσε να γίνει σχεδόν οργανικά αισθητή, ακόμη κι από απόσταση, όπως ο ήλιος στην έρημο. Ο Υπερίων γνώριζε πάντα ότι ο Ωκεανός νοιαζόταν βαθιά για τους ανθρώπους, αλλά ήταν απροετοίμαστος να αντικρύσει την πλήρη αλήθεια αυτού του αισθήματος, αυτή την παθιασμένη και ορκισμένη συμμαχία με τη ζωή, την κρυστάλλινη διαύγεια των προθέσεων, που ευχόταν υγεία και ευδαιμονία σε όλα τα ζωντανά όντα. Ο Υπερίων ένιωσε όλο το θάνατο που κουβαλάμε μέσα μας, όλη την εντροπία να σκληρίζει και να υποχωρεί άτακτα. Γνώριζε τον εχθρό της. Από την άλλη πλευρά το μυαλό του Ωκεανού αντικατόπτριζε τον πανίσχυρο νου του Υπερίωνα, λειτουργούσε και συντονιζόταν σε εκπομπή και λήψη και αντανακλούσε τις εισροές παραστάσεων, σαν να ήταν ο Υπερίων μια πηγή φωτός και ο Ωκεανός καθρέφτης. Από τη σύντηξη των πνευμάτων τους μετά τη μάχη με τις ‘Αρπυιες σε κάποια από τις πολλαπλές Δημιουργίες ο Ωκεανός είχε ήδη λάβει πείρα αυτού του ψύχραιμου, λαμπρού, φιλομαθούς μυαλού που κυνηγούσε επίμονα απαντήσεις. Αλλά τώρα έβλεπε από πού πήγαζε αυτή η ακάματη, ακατάλυτη δραστηριότητα, δηλαδή την απόλυτη βεβαιότητα του Υπερίωνα ότι δεν υπάρχει υψηλότερος στόχος στη ζωή από το να δαπανήσει τη σκέψη του αναζητώντας την αλήθεια και να προσφέρει αυτή την αλήθεια μόλις την κατακτήσει. Περαιτέρω, ο Ιατρός είδε αυτό που πάντα υποπτευόταν, τη δύναμη που τροφοδοτούσε και δορυφορούσε αυτή τη βεβαιότητα: μια βαθιά ευαισθησία, ένα χαρακτηριστικό ανθρώπινης κληρονομιάς, που ο Υπερίων δεν αρνιόταν πλέον τόσο κατηγορηματικά, σαν να καταγόταν από το Σείριο και όχι από την Ατλαντίδα.
Και τότε ξαφνικά μέσα στη φαντασμαγορία των περιστρεφόμενων νεφελών, των ασαφών μορφών και των συγκεχυμένων αισθημάτων και χρωμάτων, που ήταν η εγκεφαλική μετάφραση του γεωμετρικού αναλόγου, μια φυσιογνωμία εγέρθηκε από την αδιαπέραστη αχλύ, ένα πολύ οικείο φιλικό πρόσωπο με κανονικά χαρακτηριστικά, καστανά μαλλιά και διαπεραστικά, μπίρμπιλα μάτια και ένα αδιαφιλονίκητο μαγνητισμό, μία έλξη που δεν είχε να κάνει τίποτε με το παρουσιαστικό, αλλά οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο τον άνδρα. Η ψηλή αρσενική μορφή μίλησε, έτσι ώστε τα λεγόμενά του να ακούγονται ταυτόχρονα σε πολλές γλώσσες.
«Ταξιδιώτες, είμαι το πνεύμα του Προμηθέα, υιού του Ιαπετού, που κατοικεί στο Ουράνιο Διάστημα. Στα δικά σας μάτια πάντως και αν το εξετάσει κανείς από πρακτική σκοπιά είμαι ο ίδιος ο Προμηθέας. Συγχρόνως εκπροσωπώ και μία ομάδα άλλων ανθρώπων, αλλά όχι τόσο πολλών, όσο θα νόμιζε κανείς. Δεν υπήρξαν πολλές προσωπικότητες στην ανθρώπινη ιστορία που να συνδυάζουν νοημοσύνη με πειθαρχία, δύναμη με εποικοδομητικούς σκοπούς. Πείτε με, αν θέλετε, και προ Χριστού προφήτη. Ενώ οι αφηρημένες μορφές, οι κομψές γραμμές του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα διάβαιναν από μπροστά μας, η ηχώ του, που αντιλαλούσε ως τα πέρατα του ενεργειακού Συνεχούς, επικέντρωσε και συγκέντρωσε την πνευματική ενέργεια των ομοϊδεατών με τον ηγεμόνα σας ατόμων, ερέθισε κι ανατάραξε τη δεξαμενή των αμέτρητων αναμνήσεων και εμπειριών του αθάνατου γένους του (και των εκλεκτικών του συγγενειών), κατέληξε δε εντέλει σε κάτι το ανεξάρτητο, δημιούργησε μία ηλεκτροστατική πνευματική σκιά, που εμφανίζει μεγάλη ομοιότητα με τον ηγεμόνα σας, κάλεσε εμένα, το Αντικειμενικό Πνεύμα του θείου Προμηθέα. Ζητήσατε βοήθεια και εμφανίστηκα για να σάς συνδράμω με κάθε τρόπο ως ισχυρός σύμμαχος, ως το μόνο πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχή έκβαση της αποστολής και γιατί είναι γραφτό για τον Προμηθέα, τον Υπερίωνα και τον Ωκεανό να είναι πάντα μαζί και να δρουν ενωμένοι όταν η κατάσταση είναι κρίσιμη και το στοίχημα πολύ ψηλό.»
Ο Ωκεανός ήταν ο πρώτος που αντέδρασε, γιατί προσαρμόστηκε γρηγορότερα από τον κατατονικό Υπερίωνα. «Με περιπαίζεις , κύριε; Αλιεύσαμε κατά τη διάβασή μας από το Ουράνιο Διάστημα τη ψυχή του Προμηθέα Δεσμώτη; Αυτό είναι το πιο παράλογο πράγμα που έχω ακούσει.»
«‘Όχι η ψυχή του», απάντησε η εικόνα του Προμηθέα. «Αυτή είναι προς το παρόν παγιδευμένη στον Καύκασο, εκεί όπου αλυσοδεμένη υπομένει τη φριχτή τιμωρία του Δία για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους ανθρώπους. Αλλά το πνεύμα του Προμηθέα είναι πάντα παρόν, διότι είναι η ουσία του πνεύματος να ζει σε εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους, να επαναξιολογεί τα ιστορικά γεγονότα των φορέων, υποστηρικτών και ποικίλων καταλυτών του και να αναγνωρίζει το ίδιο, το οικείο περίγραμμά του σ’ ένα ανασυγκροτημένο υπόδειγμα ξανά και ξανά, όπως έλεγαν και οι επίσημοι Ιεροτελεστές, ο Κελεός, ο Εύμολπος και οι άλλοι.
«Εκπληκτικό», ψιθύρισε ο Υπερίων πράγματι εντυπωσιασμένος παρά την εκμαθημένη ικανότητα να καταπιέζει τα αισθήματά του. «Δια του παρόντος δηλώνω κι αποδέχομαι επίσημα και ανέκκλητα ότι υπάρχουν διαδικασίες στο Σύμπαν που δεν στηρίζονται σε αλγόριθμους», ανακοίνωσε χρησιμοποιώντας μία διαδοχή όρων αντίστοιχη για τα δικά του δεδομένα με το «να με πάρει ο διάολος» του Ωκεανού.
«Ε λοιπόν, τουλάχιστον έζησα αρκετά ώστε να τ’ ακούσω αυτό», σχολίασε ανακουφισμένος ο Ιατροσοφιστής, ενθυμούμενος μία παρόμοια περίσταση που τούς είχε συμβεί πριν από ένα ολόκληρο αιώνα στη διαστημάκατο της χωρονηός «ΝΑΟΣ Βενθεκυσίμη».
Σε κατάσταση νοητικής και συναισθηματικής αγαλλίασης θέλησαν οι τιτάνες να πουν έναν ύμνο που να ταιριάζει στην περίσταση. Είπε τότε ο Υπερίων.
«Πες τον δικό σου, γιατρέ, γερέ, γηραιέ. Έτσι κι αλλιώς ο Ορφέας δεν επινόησε ύμνους ούτε για τον κυβερνήτη ούτε για μένα, φαίνεται μάς θεώρησε πολύ άμεσα εμπλεκόμενους στην υπόθεση της Τιτανομαχίας, ώστε να μπορεί να εκφέρει για μάς μία αντικειμενική κρίση, αν δεχθούμε βέβαια ότι οι δοξολογίες είναι κρίσεις, ή πολύ απλά ίσως φοβήθηκε μην εκτεθεί υπερβολικά και σε περίπτωση νίκης του Δία διεμβολιστεί ή παλουκωθεί. Όπως έλεγε συχνά και ο ίδιος ο Ορφέας: “δεν το θέλει ούτε ο διάολος ούτε κανένας άλλος, αφού δεν αλώθηκα μικρός (στην Αργοναυτική εκστρατεία), να αλωθώ μεγάλος”».
Ο Ωκεανός καθάρισε το γηραιό λαιμό του με δύο ξερόβηχες και τραγούδησε κατόπιν της παραγγελιάς του Υπερίωνα το δικό του προσωπικό σουξέ.
ΩΚΕΑΝΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΑΡΩΜΑΤΑ
«Ωκεανόν καλέω, πατέρ’ άφθιτον, αιέν εόντα,
Αθανάτων τε θεών γένεσιν, θνητών τ’ ανθρώπων,
Ός περικυμαίνει γαίης περιτέρμονα κύκλον,
Εξ ούπερ πάντες ποταμοί και πάσα θάλασσα
Και χθόνιοι γαίης πηγόρρυτοι ικμάδες αγναί,
Κλύθι, μάκαρ, πολύολβε, θεών άγνισμα μέγιστον,
Τέρμα φίλον γαίης, αρχή πόλου, υγροκέλευθε,
Έλθοις ευμενέων μύσταις κεχαρισμένος αεί».
(Καλώ τον Ωκεανό, πατέρα άφθορο, πάντα παρόντα,
Στους θεούς, τους ανθρώπους κι όλα τ’ άλλα όντα,
Που περικυκλώνει σφαίρα γης κι ολούθε κυματίζει,
Απ’ όπου εκκινούν οι ποταμοί κι η θάλασσα αναβλύζει,
Και οι πηγαίες χθόνιες ικμάδες και οι αγνές ρανίδες
Που τέτοιο καμάρι μέγιστο θεών ποτέ δεν είδες.
Τέρμα προσφιλές της γης, πόλου αρχή, στα νερά να βαδίζεις
Ευμενής και με χάρη πάντοτε τους μύστες να χρίζεις).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ’
ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ
“Above all, a god needs compassion”.
Star Trek, Where no Man Has Gone Before
«Πλοίαρχε», ανέφερε ο Υπερίων, όταν ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας εξήλθε από το Ουράνιο Διάστημα, «λαμβάνω ένα μήνυμα από τον πύργο εκπομπής θερμοτροπίνης του Κρόνου στο Μέγα Πλανήτη, που είναι εγκατεστημένος στη μεγάλη κόκκινη κηλίδα με τα καφετιά κρόσσια. Από την άλλη μεριά, ο στόλος του Δία είναι παρατεταγμένος στα περίχωρα τoυ φεγγαριού της Γης, προσπαθώντας να αναχαιτίσει το σήμα από το Μέγα Πλανήτη. Χρησιμοποιούν ένα δίχτυ Φορκίδων, συνδυάζοντας την τεχνική αυτή με επάλειψη ενεργειακής πομμάδας αναγεννώμενου από τις στάχτες Φοίνικα, για να καλύπτουν τα κενά μεταξύ των βρόχων.»
«Ας διασπάσουμε το σχηματισμό τους. Πυροδότησε μία συμπυκνωμένη ακτίνα χειρουργικής ακριβείας στο κέντρο του δικτύου τους», διέταξε ο σωσίας του Προμηθέα.
Μόλις εξαπολύθηκε η επίθεση του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα, οι περίεργοι επιδρομείς του παρελθόντος διέλυσαν αμέσως το σχηματισμό τους και άρχισαν να διεξάγουν μία αδυσώπητη και ασυμβίβαστη μάχη. Τα σκάφη τους ήσαν όμοια με τεράστιες ιπτάμενες πολυθρόνες ασταθούς και διακυμαινόμενου σχήματος.
«Σηκώστε τις ασπίδες», φώναξε το αντίγραφο του Προμηθέα σχεδόν απελπισμένα. Ιατρέ, τσακίσου στην κονσόλα πλοήγησης και προσπάθησε να κάνεις κάτι χρήσιμο. Υπερίωνα, σύνδεσε τον πίνακα ελέγχου του επιστημονικού σου σταθμού με το οπλικό στόχαστρο, ώστε να μπορείς να έχεις πρόσβαση και να λειτουργείς τις τράπεζες των πολυφασικών ακτίνων.»
Οι επιδρομείς καταδύθηκαν σα σφαίρες εναντίον τους με δύο ιλιγγιωδώς κινούμενες διατάξεις των έξι, ενώ το πλοίο του Δία έμεινε για να φυλάσσει τα νώτα της παρατάξεως. Τα όπλα των επιτιθεμένων ζωντάνεψαν φθείροντας την πολύ μεγαλύτερη χωροναύν με μία σειρά εκρηκτικών σφυροκοπημάτων δίκην κεραυνών, που συγκλόνισαν επανειλημμένα το ΝΑΟΣ Βενοβίνδα.
«Αλλεπάλληλα πλήγματα στην πρωραία ασπίδα», επισήμανε ο Υπερίων.
«Όλα τα ακτινοκάνονα πυρ», γρύλισε ο Προμηθέας, κοπανώντας τη γροθιά του στον πίνακα ελέγχου της αρχηγικής του πολυθρόνας και ισοπεδώνοντας μερικούς διακόπτες. «Έσο ένα βήμα μπροστά απ’ αυτούς κύριε Υπερίωνα, πρόβλεψε τις κινήσεις τους και πυροβόλησε όπου νομίζεις ότι πρόκειται να εμφανισθούν. Ψυχολόγησέ τους σαν να κάνεις σύντηξη πνευμάτων μαζί τους.»
Ο Υπερίων πυροβόλησε σκοπεύοντας το σημείο που η προδιαγεγραμμένη πορεία θα οδηγούσε τα εχθρικά πλοία, αλλά μισή ντουζίνα σκάφη ξαφνικά απομακρύνθηκαν αλλήλων διαγράφοντας απίθανες γωνίες, σχηματίζοντας με χάρη δύο δίδυμα αψιδωτά τόξα. Το ένα πολεμικό κέρας βυθίστηκε στο ναδίρ του ορίζοντα αποφεύγοντας την ενεργειακή δέσμη των πολυφασικών ακτίνων μόνο κατά πέντε ή έξι χιλιόμετρα. Εν τω μεταξύ τα υπόλοιπα έξι πλοία ξεχύθηκαν στα νώτα του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα και άνοιξαν εκ νέου πυρ.
«Πρωραίες και πρυμναίες ασπίδες, εξασθενημένες κατά 70 %», ανέφερε ο Υπερίων με σοβαρό ύφος.
Ο Προμηθέας μόρφασε ακούγοντας τα νέα. Το να αποσύρει ενέργεια απ’ τη μια ασπίδα για να ενισχύσει την άλλη θα τούς άφηνε πρακτικά απροστάτευτους στη μία τουλάχιστον πλευρά. «Κατάσταση των επιδρομέων;» ρώτησε.
«Περίμενε πρώτα να χτυπήσουμε κάποιον απ’ αυτούς! Είναι μικροσκοπικά σκάφη ενός ανδρός χωρίς σταθερό σχήμα ή πάγια μορφή, περιβαλλόμενα από ιονισμένα κύματα, απόλυτα συμβατά και εντελώς προσαρμοσμένα προς τις συνθήκες και τις απαιτήσεις του χώρου στρέβλωσης, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ευκίνητα και σε περιβάλλον προωθητικής ταχύτητας μέσα στον τιτανικό χώρο. Με λύπη μου διαπιστώνω πολύ πιο ευέλικτα από μας! Το μικρό τους μέγεθος και η υψηλή τους ταχύτητα καθιστούν δυνατό γι’ αυτούς να πλησιάζουν σε απόσταση μιας ανάσας τη χωροναύν και να αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των όπλων τους, χωρίς να υφίστανται ζημιές από τα δικά μας. Το πολεμικό τους στυλ δεν αντιστοιχεί σε καμία γνωστή τακτική.»
«Ενώ εσείς φλυαρείτε, αυτοί έρχονται από πίσω μας», φώναξε ο Ωκεανός.
«Ελιγμός αποφυγής. Φέρε μας προς τα πλάγια!»
«Πολύ αργά! Πρέπει να σου θυμίσω ότι δεν είμαι ο πλοηγός σου ο Κρείος. Είμαι απλά ένας υπερεκτιμημένος επαρχιώτης Ιατρός φθαρμένος από το βάρος του χρόνου, όπως και ο Εβραίος φίλος μας ο Μαθουσάλας.»
«Ω Θεέ μου», είπε ο Προμηθέας. «Δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από μια σύναξη γερόντων εκτός φόρμας.»
Οι επιδρομείς τούς σφυροκοπούσαν από πίσω, ενώ η τεράστια χωροναύς βρυχιόταν σαν πληγωμένο θηρίο, που λυσσομανά και αφρίζει από ανίσχυρη λύσσα. Ο Προμηθέας μπορούσε σχεδόν ν’ ακούσει τα θορυβώδη ρήγματα που αυλάκωναν το τμήμα του μηχανοστασίου. Οι γεννήτριες των ασπίδων είχαν επιβαρυνθεί σε σημείο διάρρηξης.
«Πολυφασικές ακτίνες και τορπίλες φωτονίου, πλήρης ανάπτυξη! Μην επιχειρείς να προβλέψεις τις πορείες τους», μυκήθηκε ο σωσίας του πλοιάρχου σκύβοντας νευρικά και σκαρδαμύσσοντας με έκπληξη μπροστά σε όσα έβλεπε. «Πυρ κατά βούληση σε τυχαίους στόχους! Ο Θεός να με καταραστεί αν δεν πετύχω κάποιον απ’ αυτούς. Υπερίωνα, αν σού έχουν περισσέψει τορπίλες φωτονίου, μη τις φυλάξεις για την επόμενη επιθεώρηση. Θέλω να τις εξαπολύσεις στα ενεργειακά τους κεφάλια!»
Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας εκφόρτωσε μία τεράστια παρτίδα τορπιλών φωτονίου σε εκτέλεση αυτής της διαταγής, αλλά οι επιδρομείς με ταχύτητα και ελιγμούς που άγγιζαν το υπερφυσικό χόρευαν ανάμεσα στις εκρηγνυόμενες βόμβες της επιβλητικής χωρονηός.
«Έχω αρχίσει να διακρίνω μερικές τακτικές επίθεσης», είπε ο Υπερίων που διερευνούσε εξονυχιστικά όλες τις πιθανότητες επικράτησης κατά του αντιπάλου και, την ίδια ώρα που πυροβολούσε ό,τι εμφανιζόταν στην οθόνη, μελετούσε σε γρήγορη επανάληψη τις κινήσεις τους μέσα από τη διαδικτυωμένη εικονική εξομοίωση του κράνους του. «Νομίζω ότι μπορώ να προβλέψω μερικές μανούβρες τους αυτή τη φορά».
«Στηρίζομαι στη μαντική σου δεινότητα , Υπερίων. Πυρ!»
«Ο Υπερίων εντόπισε γρήγορα δύο από τα πλοία και κατηύθυνε μια ακτίνα φάσης ακριβώς μέσα στο νοητό διάδρομο κίνησής τους, ενώ ταυτόχρονα εκτόξευσε μια συστοιχία τορπιλών φωτονίου προς τη φορά που ήταν σίγουρος πως θα ακολουθούσαν οι εχθροί. Ανταμείφθηκε με μερική επιτυχία. Το ένα πλοίο μπόρεσε κι απέφυγε τις τορπίλες, αλλά το άλλο δεν ήταν τόσο τυχερό και εμβολίστηκε ακριβώς στο κέντρο.
«Επερχόμενος επιδρομέας υπέστη άμεσο πλήγμα, αλλά απορρόφησε την ενέργεια της ακτίνας. Το σκάφος του δέχτηκε το χτύπημα, ύστερα όμως φαίνεται ότι κατάπιε το ενεργειακό κύμα φορτίζοντας τους δικούς του συσσωρευτές».
Ο Προμηθέας χάζευε στην κεντρική οθόνη αποσβολωμένος, υπνωτισμένος από θαυμασμό αλλά και φαρμακωμένος από πικρία, καθώς διαπίστωνε την πλήρη αναποτελεσματικότητα των όπλων του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα. Η ενέργεια που είχαν αποδεσμεύσει διοχετεύθηκε μέσα στα περίεργα κελύφη σχήματος πολυθρόνας των εχθρικών σκαφών και εξαφανίστηκε κάπου στο εσωτερικό τους.
«Αλλάζετε συνέχεια τη συχνότητα της πολυφασικής ακτίνας. Γι’ αυτό άλλωστε λέγεται και πολυφασική! Έτσι, δεν θα προφτάσουν να αφομοιώσουν το πλήγμα της ενεργειακής δέσμης και θα νιώσουν την ώθηση!»
«Μάταια, πλοίαρχε! Μόνο η κεκτημένη ταχύτητα της πρόσκρουσης δεν είναι ικανή να τούς προξενήσει ζημιά.»
«Ακούω προτάσεις, κύριοι. Αν έχετε καμμιά λαμπρή ιδέα, σάς παραινώ να την εξωτερικεύσετε αμέσως. Βρείτε κάτι στα γρήγορα, γιατί αλλιώς είμαστε λαγοί, τυφλωμένοι από προβολείς στους τροχούς του αυτοκινήτου τους. Προκαταρκτική ανάλυση Υπερίωνα.»
«Ανεπαρκή δεδομένα για πλήρη ανάλυση.»
«Διατύπωσε θεωρία.»
«Φοβούμαι ότι πρέπει να απέχουμε από υποθέσεις ή θεωρίες στο βαθμό που δεν μπορούμε να τις εξάγουμε από τόσο πενιχρά και γλίσχρα στοιχεία. Τείνω προς την άποψη ότι το μόνο που μας έχει μείνει είναι αναπόδεικτες πίστεις ή υπολήψεις ή εντελώς αστήρικτες παρατραβηγμένες εκτιμήσεις.»
«Κάνε εκτιμήσεις τότε!»
«Θα προβώ σε μία τεκμηριωμένη εικασία, μια αιτιολογημένη συμπερασματική κρίση.»
«Πάτερ Ουρανέ, σ’ ευχαριστώ!»
«Η κατάσταση είναι παρόμοια με την περίφημη εκείνη κρίση των Άρπυιων που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν. Δεν χρειάζεται να σάς θυμίσω αυτούς τους δαίμονες που ήλθαν απ’ την άλλη πλευρά του Γαλαξία για να διεκδικήσουν το διάστημα, το οποίο κάποτε υποτίθεται ότι τούς ανήκε. Απορροφούσαν την ενέργεια των πολυφασικών εκρήξεων χρησιμοποιώντας προστατευτικές πλάκες (φολίδες) που προφύλασσαν το κωνικού σχήματος μητρικό τους πλοίο. Μόλις οι πλάκες χαράχτηκαν και παραμορφώθηκαν από τη σύγκρουση με κάποιο απ’ τα ανιχνευτικά μας, εκτέθηκε η εσωτερική στοιβάδα του σκάφους. Τότε εσύ, πλοίαρχε, προσέβαλες κατά ριπές το τμήμα ανάμεσα στις αποφλοιωμένες φολίδες, σκάβοντας το δρόμο σου κατά μήκος του εκτεταμένου για ολόκληρα στρέμματα κελύφους, κάνοντας να τινάζονται από κει μέσα γλώσσες και λοφία φωτιάς, μέχρι την τελειωτική έκρηξη και εκμηδένιση του απειλητικού θωρηκτού. H ειδοποιός διαφορά όμως της παρούσας κατάστασης είναι ότι οι επιτιθέμενοι, όντας κάτοικοι του διαστήματος στρέβλωσης, μπορούν να απορροφήσουν την ενέργεια με φυσικό τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση μιας μεταλλικά κατασκευασμένης και άρα τρωτής συσκευής».
«Ναι, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα ‘χει όλα. Αν ο φυσικός τους χώρος είναι το πεδίο στρέβλωσης και φυσική τους ιδιότητα η απορρόφηση ενεργείας, πρέπει να ‘χουν σταθεροποιητές πίεσης για ν’ αντέξουν την εντροπική κατάσταση του τιτανικού Σύμπαντος.»
«Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να διαπεράσουμε την άμυνά τους και να εξουδετερώσουμε αυτούς τους σταθεροποιητές, η εν λόγω υπόθεση εργασίας δεν προσφέρει καμία βοήθεια.»
«Ναι, αλλά μπορούμε να τούς αποπροσανατολίσουμε παρασύροντάς τους στο διάστημα στρέβλωσης, ενώ θα έχουν ακόμη σε λειτουργία τους βαρυτικούς σταθεροποιητές του τιτανικού συνεχούς. Γηραιέ, κάνε περιστροφή προς τις συντεταγμένες τέσσερα – δέκα εννέα κόμμα έξι. Κατέβασε τις εμπρόσθιες ασπίδες. Προετοιμάσου για ταχύτητα στρέβλωσης!» Ο Προμηθέας έθεσε σε εφαρμογή το βιαστικά καταστρωμένο σχέδιό του.
Ο υπέργηρος Ιατροσοφιστής δεν μπορούσε να το χωνέψει. «Πλοίαρχε, παρότι είμαι ένας παροπλισμένος Τιτάνας με πληγωμένα δακρυρροούντα μάτια, γνωρίζω ότι ακόμη και η ελάχιστη στρέβλωση θα μάς εκσφενδονίσει έξω από το ηλιακό σύστημα. Και χωρίς ασπίδες, θα είμαστε ανυπεράσπιστοι. Αν πυροβολήσουν προτού ολοκληρώσουμε τις διαδικασίες εμπλοκής, δεν θα είμαστε σε θέση να αντέξουμε ούτε την παραμικρή δόνηση!»
«Κριτική χειρισμών, Ιατρέ;»
«Διερεύνηση πιθανοτήτων, Πλοίαρχε.»
«Απάλλαξέ με από τα αναρμόδια σου σχόλια, Πρεσβύτατε, και μη γίνεσαι θρασύς!» τον έψεξε ο πλοίαρχος. «Δεν έχω καιρό να μετατρέψω τη γέφυρα σε αίθουσα διδασκαλίας της Ακαδημίας του Αστροστόλου. Εκτέλεσε τις διαταγές που έλαβες, αλλιώς θα έλθω να σού κλωτσήσω τα πισινά!»
O Ιατρός κύλησε ειρωνικά τις ίριδες των ματιών του. «Ναι, γιατί δεν φωνάζεις τους άνδρες της ασφάλειας από τους δαίδαλους της μνήμης σου, για να με περιορίσεις στην καμπίνα μου;» Μολοντούτο, με ιδρωμένα χέρια και αίμα που βροντοκοπούσε στα μηνίγγια, υπάκουσε. «Αστροπλοήγηση: πορεία ρυθμίστηκε. Πηδάλιο: Πρόσω ολοταχώς, πλήρης προωθητική ισχύς. Καλύπτοντας δύο θέσεις της γέφυρας και χειριζόμενος δύο κονσόλες, αισθάνομαι διφυής και δισυπόστατος σαν δικέφαλος αετός!»
Ο Προμηθέας επικεντρώθηκε στα τρέχοντα καθήκοντα. Τα επιδράμοντα πλοία είχαν πάλι συγκλίνει και ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας ήταν σε πορεία σύγκρουσης με την μικρή πειρατική νηοπομπή. Αυτοί φαίνονταν προς στιγμή να διστάζουν, μη γνωρίζοντας τί βρώμικα κόλπα πιθανόν να έκρυβε στο μανίκι της η φρεγάτα του Σειριακού Αστροστόλου.
«Δεν πυροβολούν», είπε ο Ωκεανός με απορία.
«Είναι γιατί κατεβάσαμε τις ασπίδες μας. Δεν ξέρουν αν παραδινόμαστε ή αν παριστάνουμε τους κομάντος- καταδρομείς αυτοκτονίας. Μόλις δώσω σήμα ενεργοποιήστε ταχύτητα στρέβλωσης.»
Πλησίαζαν όλο και εγγύτερα προς τους επιδρομείς μέχρι που τα μικρά αιωρούμενα σκάφη γέμισαν την κεντρική οθόνη. Ο Προμηθέας χτύπησε με ζωική ορμή την άτυχη πολυθρόνα του, πολιορκημένος από τις ασυνήθιστες περιστάσεις.
«Υπερίωνα, μόλις δώσω διαταγή, διοχέτευσε όλη την ενέργεια από τους πρυμναίους ανακλαστήρες και συσσώρευσέ τη μπροστά! Εκτός αν ανησυχείς για την ουρά μας που θα εξέχει…»
«Σε διαβεβαιώ, πλοίαρχε, ότι η χρήση λιγότερο γραφικών εκφράσεων, δεν θα επηρεάσει κατά κανένα τρόπο την απόδοσή μου», τόνισε ο Υπερίων μεγαλόπρεπα υψώνοντας το ένα φρύδι. «Πέραν αυτού, ουδέποτε αμφισβητώ τις διαταγές σου, εφόσον κείνται εντός λογικών παραμέτρων», προσέθεσε με μία σχεδόν ανεπαίσθητη δόση αγανάκτησης.
Οι ανακλαστήρες της πρύμνης του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα εξασθένησαν μέχρι ανυπαρξίας, ενώ οι εμπρόσθιες ασπίδες φορτίστηκαν μέχρι πλησμονής. Διαπιστώνοντας ότι ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας είχε πάρει, φαινομενικά τουλάχιστον, θέση διασπαστικής σφήνας και εμβολισμού έναντι της παράταξής τους, οι επιδρομείς εκτέλεσαν τον ίδιο ελιγμό που είχαν χρησιμοποιήσει και προηγουμένως, δηλαδή σχημάτισαν βεντάλια, περικυκλώνοντας εκ του συστάδην και τις δύο πλευρές της μεγαθηριακής χωρονηός.
Ο Προμηθέας μέτρησε από μέσα του και φώναξε: «Τώρα, Πρεσβύτατε. Πρόσω ολοταχώς, στρέβλωση τέσσερα για δυόμισυ δευτερόλεπτα!»
Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας πετάχτηκε προς τα μπρος. Το εντελώς ανεπαρκές προσωπικό ασφαλείας του συμπιέστηκε άγρια στα καθίσματα, ενώ γύρω τους λυσσομανούσαν οι ήχοι του φέροντος σκελετού του πλοίου, που έτριζε εξαιτίας της ξαφνικής επιτάχυνσης.
«Πλοίαρχε», φώναξε ο Υπερίων καλύπτοντας τους μηκυθμούς των μηχανών. «Εξαιρετική επιλογή στρατηγικής! Πέντε από τους επιδρομείς παρασύρθηκαν από το πεδίο στρέβλωσής μας, μόλις επιταχύναμε!»
«Ελήφθη», μούγκρισε μονολεκτικά ο Προμηθέας. «Ωκεανέ, χαμήλωσε ταχύτητα. Βγάλε μας από το χώρο στρέβλωσης!»
Υπάκουα, οι πανίσχυρες μηχανές του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα ανάκρουσαν πρύμνα και το διάστημα στρέβλωσης άρχισε να αποσύρεται παραχωρώντας τη θέση του στο γνώριμο τοπίο των άστρων. Τα σκάφη των επιδρομέων παρουσίαζαν πλέον θλιβερή εικόνα, φαίνονταν να περιφέρονται χωρίς ισορροπία και προσανατολισμό, ταρακουνημένα και καραβοτσακισμένα.
«Δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν τη βαρυτική διαφορά από τη ξαφνική μετάβαση στη στρέβλωση», είπε ο Υπερίων με επιμελώς καμουφλαρισμένο θαυμασμό.
«Τουλάχιστον αυτό το πρόβλεψα», είπε ο Προμηθέας ζωηρά. «Αφού κινούνταν τόσο κοντά στην άτρακτό μας, ήταν επόμενο ότι θα τούς τραβούσαμε μαζί μας, αν διεισδύαμε άμεσα στο διάστημα στρέβλωσης. Το ‘ξερα ότι δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο, έχοντας ενεργοποιημένους τους βαρυτικούς σταθεροποιητές τους, προκειμένου να προστατευθούν από τις επιπλοκές του τιτανικού διαστήματος». Αίφνης άλλαξε χροιά και τόνο. «Αλλ’ η κατάσταση είναι ακόμη κρίσιμη. Έχουμε δουλειά να κάνουμε πριν αρχίσουμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλο στην πλάτη. Μακροβιότατε, χάραξε μια πορεία προς τη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ Κόκκινου και Μέγα Πλανήτη. Πήγαινέ μας εκεί σώους μεν και αβλαβείς, παραχρήμα δε και ταχέως.»
Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας έκανε στροφή και μια στιγμή αργότερα χύμηξε στο απέραντο κενό. Έφτασαν στα κράσπεδα της ζώνης των αστεροειδών, αφήνοντας πίσω τους επιδρομείς Εκατόγχειρες, που προσπαθούσαν να γιατρέψουν τις πληγές τους με εμβαλωματικές εισαγωγές ενεργειακών θυλάκων στα χάσκοντα χάσματα, να συνέλθουν απ’ το χτύπημα και να συμμαζέψουν τις διασκορπισμένες δυνάμεις τους, όπως επέτασσε ο κώδικας τιμής των τιτάνων. Οι τιτάνες είχαν κερδίσει τον πρώτο γύρο, την πρώτη αναμέτρηση για το έπαθλο κυριαρχίας του ηλιακού συστήματος και έμενε ο επαναληπτικός αγώνας.
«Κοιτάτε ολόγυρα με οξύ βλέμμα», προειδοποίησε ο Προμηθέας.
Ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας σιγά- σιγά πλησίασε το σμήνος των μετεωριτών, στο σημείο που συνορεύει με την εξωτερική άκρη της ατμόσφαιρας του Κόκκινου Πλανήτη, πλέοντας σε ασφαλή απόσταση και σταθερή τροχιά γύρω από το Φόβο, που το 41.700 π.χ. ήταν ουσιαστικά ένας άσχημος αδρανής βράχος και τέτοιος θα είναι και το 41.700 μ.Χ.
«Προμηθεύ, γιατί μας έφερες εδώ;» έψεξε ο Ωκεανός. «Αν τυχόν άλλοι επιδρομείς έχουν κρυφτεί στη ζώνη των αστεροειδών, θα είναι πολύπλοκη δουλειά να τούς εντοπίσουμε. Αυτοί οι καταραμένοι διαστημικοί βράχοι θα ανακόψουν κάθε βολή μας, θα τούς παράσχουν καταφύγιο, ώστε να μπορούν να παίζουν το αντάρτικο αιφνιδιαστικό παιχνίδι τους.»
«Πρέπει να παραδεχτείς, όμως, Ιατρέ, ότι αν πρόκειται να δυσκολευτούμε στην ανίχνευσή τους, θα έχουν κι αυτοί το ίδιο πρόβλημα με μας. Οι νόμοι της Φυσικής χαρακτηρίζονται από αδήριτη αναγκαιότητα, ανταποδοτικότητα και αμοιβαιότητα», προσπάθησε να εξηγήσει ο Υπερίων.
«Σ’ ευχαριστώ για τη μεγαλόθυμη ψήφο εμπιστοσύνης, Ιατρέ,» είπε ένας ελαφρά ενοχλημένος αλλά σε γενικές γραμμές ήρεμος Προμηθέας, γέρνοντας προς την οθόνη και εξετάζοντας τις δυσκολίες που ορθώνονταν ενώπιόν τους. «Τώρα κούνα τους γλουτούς σου, σεισοράδα! Ανακλαστήρες ολική ισχύς! Πρόσω ένα τέταρτο της μονάδας προωθητική ταχύτητα. Οδήγησέ μας στο κέντρο της συστοιχίας των μετεωριτών πλοηγέ Ψευτο-Κρείε !»
Ο Μαθουσάλας με τη νεωστί αποκτηθείσα ικανότητα αστροπλοήγησης ώθησε το διαστημόπλοιο ελαφρά προς τα εμπρός. Σιγά – σιγά ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας διέγραψε μια πορεία, εισχωρώντας βαθιά μέσα στο σμήνος των αστεροειδών. Ο Ωκεανός μπόρεσε να κατευθύνει τη χωροναύν αποφεύγοντας τα μεγάλα εμπόδια, αλλά ήταν αδύνατο για ένα σκάφος του μεγέθους του ΝΑΟΣ Βενοβίνδα να έχει μια εντελώς ομαλή πλοήγηση ανάμεσα στα αναρίθμητα, αιωρούμενα τεμάχια διαστημικών χαλασμάτων. Ακούστηκε μια σειρά αλλεπάλληλων υπόκωφων γδούπων, καθώς οι αστεροειδείς χτυπούσαν στους ανακλαστήρες και αναπηδούσαν. «Ω μητέρα των θεών, είσαι μέγας ατζαμής!» , είπε ο Προμηθέας, προσπαθώντας να μην αφήσει τον εκνευρισμό του να φανεί. «Θέλω επειγόντως έναν ολογραφικό Κρείο στην υπηρεσία μου!»
Τότε ο ΝΑΟΣ Βενοβίνδας τραντάχτηκε δεχόμενος πλήγμα σε μια από τις εμπρόσθιες ασπίδες.
«Νομίζω ότι εντοπίσαμε μπαμπούλες αγνώστου ταυτότητας, Πλοίαρχε», είπε ο Υπερίων, «ή ακριβέστερα αυτοί εντόπισαν εμάς.»
Για μια ακόμη φορά επτά από δώδεκα υπερευέλικτα πλοία επιτέθηκαν στο ΝΑΟΣ Βενοβίνδα. Σ’ αυτή την περίσταση όμως το προσόν της ευελιξίας φάνηκε να τούς δίνει μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα. ‘Ησαν σε θέση να ορμούν στη χωροναύν, να πυροβολούν κι ύστερα να ξεφεύγουν σαν βέλη και να κρύβονται πίσω από τους αστεροειδείς.
«Αυτά προς το παρόν, όσον αφορά την αμοιβαιότητα των φυσικών νόμων κύριε πολύξερε επιστημονικέ αξιωματικέ! Όσο για σένα, θλιβερό αντίγραφο του κυβερνήτη, ίσως θα ‘πρεπε να ενεργοποιήσουμε κι ένα ολογραφικό πλοίαρχο», ειρωνεύτηκε ο Ωκεανός, στρέφοντας το κεντρί του υπό μορφή απευθυντέων δηλώσεων προς δύο διαφορετικούς αποδέκτες.
«Ο πλοίαρχος μπορεί να ‘χει δίκιο, μπορεί να ‘χει κι άδικο ,αλλά ποτέ δεν πρέπει να ‘ναι δίβουλος», σφύριξε ο Προμηθέας σαν τραγουδάκι. «Παρατήρησε προσεκτικά άπιστε Ωκεανέ. Θα δεις τώρα ότι οι υπερεκτιμημένοι, αγαπημένοι σου αντίμαχοί μας, που τόσο πολύ σε έχουν εντυπωσιάσει, ώστε έσπευσες τόσο πρόωρα και άκριτα να ανακηρύξεις νικητές, ενώ απλά έχουν παρατάξει την έσχατη άμυνά τους, είναι τώρα καταδικασμένοι.»
Τότε, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, φώναξε προς τη μεριά του Υπερίωνα, σκεπάζοντας τους ήχους του συναγερμού και τις αυτόματες αναφορές ζημιών που έφταναν στη γέφυρα απ’ όλα τα τμήματα του πλοίου.
«Υπερίωνα, άρχισε να σημαδεύεις τους μετεωρίτες. Αγνόησε τους ίδιους τους αντιπάλους και βάλλε κατά των μετεώρων που τούς κρύβουν. Αφού χωνεύουν τόσο εύκολα την ενέργεια , δώσ’ τους να φάνε ύλη που είναι κομμάτι πιο δύσπεπτη! Εμπρός λοιπόν κουτσαβάκια, καιρός να καταναλώσετε και λίγη στέρεη, μεστή, συμπυκνωμένη τροφή, να δούμε πως θα αντιδράσει ο στόμαχός σας σε μία αλλαγή των διατροφικών συνηθειών!»
Ο επιστημονικός αξιωματικός έκανε ό,τι του είπαν με θρησκευτική ευλάβεια. Έθεσε σε λειτουργία την πολυφασική ακτίνα, διάλεξε μερικούς από τους μεγαλύτερους αστεροειδείς που παρείχαν καταφύγιο στους θεούς και πυροβόλησε. Οι ακτίνες εκβάλλονταν κατά ριπάς από το πλοίο και, σκοπευμένες προσεκτικά στο κέντρο των στόχων, θρυμμάτιζαν τους μετεωρίτες, τούς έσπαγαν σε χίλια κομμάτια. Οι θεοί κάμφθηκαν, πισωγύρισαν από τις προσκρούσεις με τη βαριά ύλη, που τούς έραινε απροσδόκητα από τον ουρανό. Τα διαστημικά συντρίμμια διαπέρασαν τις ασπίδες τους σαν μαχαίρια που κόβουν βούτυρο. Οι ανατινάξεις ήσαν τόσο ισχυρές, ώστε τέσσερις από τους αντιπάλους έχασαν τον έλεγχο και στροβιλίστηκαν εκτός σχηματισμού, εντελώς ακυβέρνητοι, σε κατάσταση παραλυσίας, με απελπιστικές αβαρίες.
Οι τρεις τελευταίοι σώοι ακόμη θεοί έκαναν μια υπολογισμένη απόπειρα να ξεφύγουν, αλλά ο Προμηθέας δεν είχε τελειώσει ακόμη. Πήδησε όρθιος σαν θεατρική κούκλα – μαριονέτα , που τα ελατήριά της τραβήχτηκαν άγαρμπα από τον καραγκιοζοπαίχτη. «Τώρα μάλιστα, σαν καλύτερα μου φαίνονται τα πράγματα! Για κοίτα που προσπαθούν πάλι να μάς φύγουν! Αλλά όχι αυτή τη φορά. Υπερίων, ευρυγώνια βολή αχτίνων σε σχήμα βεντάλιας. Υπάρχει ένα άνοιγμα στο σμήνος των μετεωριτών στο άνω δεξιά τεταρτημόριο, στις συντεταγμένες είκοσι κόμμα ένα ένα τέσσερα. Μάλλον θα επιχειρήσουν να διαφύγουν από εκεί! Μόλις δώσω σήμα, γκρέμισε τους περιφερειακούς βράχους…-πυρ!»
Ο Προμηθέας υπήρξε απόλυτα ακριβής. Η ευρυγώνια βολή ακτίνων έπληξε τις παρυφές της τρύπας, καθώς οι αιώνιοι αντίπαλοι εισορμούσαν σ’ αυτήν. Μια βροχή από πέτρες καταπλάκωσε από παντού τους σαστισμένους φυγάδες. Στα στενάχωρα καθίσματα των πλοίων τους οι λεηλάτες τινάχτηκαν προς τα πίσω, καθώς τα οχήματά τους συνταράχτηκαν και εκτράπηκαν από την ισορροπία τους. Αυτό το τελευταίο χτύπημα έσπασε το ηθικό των πειρατών οριστικά και αμετάκλητα. Βρέθηκαν πλέον να πλανώνται αχασβήρως προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Πλοίαρχε, υποκλέπτω επικοινωνίες», είπε ο Υπερίων, «τις διαβιβάζω στο μεγάφωνο».
«Ερμή πρόσεχε», μία βεβιασμένη φωνή σύρθηκε από το στόμιο του ηχητικού αναμεταδότη, «πρέπει να υποχωρήσουμε πίσω από τον κόκκινο πλανήτη Άρη. Ο Άρης, η Δήμητρα, η Εστία και η Παλλάς Αθήνα έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους μετά την υπέρμετρη κακομεταχείριση των βαρυτικών τους σταθεροποιητών. Ο Ποσειδών και η Ήρα μετρούν σοβαρές αβαρίες. Η Άρτεμις είναι ακυβέρνητη, ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ήφαιστος έχουν απολέσει τις αισθήσεις τους.»
«Ενεργοποιήστε τον παγκόσμιο μεταφραστή», πρόσταξε ο Προμηθέας. «Ποτέ δεν μπόρεσα να εξοικειωθώ με τη γλώσσα των όντων της σκουληκότρυπας. Μοιάζουν με ελληνικά, αλλά δεν είναι».
«Μη το λέμε έτσι, Πλοίαρχε, ομιλούν πράγματι ελληνικά, που είναι ένα πολύ αναγνωρισμένο και αναπόσπαστο τμήμα της εκπαίδευσής τους, όπως και της δικής μας, απλώς έχουν τη δική τους Ολύμπια διάλεκτο και αλλάζουν τις καταλήξεις, όπως τα ολλανδικά είναι σαν στραβά γερμανικά. Τα ονόματα, με τη σειρά που εκφωνήθηκαν, είναι ένας πλήρης κατάλογος των μεγάλων μας εχθρών: Ο ονειροστάλτης, διαλλάκτης, διαπραγματευτής Ερμής, ο πολεμοχαρής πατέρας των πολεμικών τεχνών Άρης, η δαψιλής προμηθεύτρια Δήμητρα, η προστάτιδα των πατρογονικών παραδόσεων Εστία, η σύννους και περίσκεπτη Αθηνά, ο τριαινοφόρος, θαλασσοκράτορας Ποσειδών, η λευκώλενος και ζηλιάρα καχύποπτη σύζυγος Ήρα, η τοξεύτρα των δασών Άρτεμις, ο φωτοδότης και φιλόμολπος Απόλλων κι η ερωτική, αισθησιακή καλλίπυγος και στεατόπυγος Αφροδίτη μαζί με τον υποσκάζοντα σύζυγό της, το σμιλευτή και σφυρηλάτη Ήφαιστο. Πάνω απ’ όλους ίσταται ο πανίσχυρος νεφεληγερέτης Ζευς πατήρ.»
«Πολύ τούς παινεύεις Υπερίωνα προφανώς με το σκεπτικό ότι η αξία του ηττημένου δίνει δόξα στο νικητή. Αν δεν σε πειράζει, δεν ενδιαφέρομαι για το βιογραφικό των αντιπάλων μας. Τέλος πάντων, άνοιξε συχνότητες χαιρετισμού. Θέλω να μιλήσω στο Δία, αν είναι σε θέση να μ’ ακούσει.»
«Είμαστε οι κυρίαρχοι της Γης και σάς ζητάμε να υποχωρήσετε», ακούστηκε η βροντερή, μακρόσυρτη φωνή του κεραυνοβόλου, Διός, συνοδευόμενη από την εκφοβιστική εικόνα του με το συνοφρυωμένο πρόσωπο και τα πολλά γένια.
«Δία, δεν είσαι σε θέση να υπαγορεύεις όρους», διέκοψε ο πλοίαρχος, ενώ το χείλος του συρρικνώθηκε σε μία λεπτή, βλοσυρή γραμμή. «Εγώ, ως πλάσμα του Ανωτάτου Συνεχούς του Πνεύματος, απευθύνομαι σε σένα ως κατώτερο ον (της σκουληκότρυπας) και σε καλώ να απόσχεις από περαιτέρω ανοίκειες και αθέμιτες πράξεις. Χαμήλωσε τις ασπίδες σου και οπισθοχώρησε σε ασφαλή απόσταση. Να θυμάσαι πως ο κάθε θεός κι ο κάθε άνθρωπος έχει την εποχή του, τον κύκλο της ζωής του. Η μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος και των θεών η λήθη. Αντίθετα, του λόγου σου θέλησες να εξαπατήσεις το μεγάλο κυνηγό της παγκόσμιας εντροπίας, αλλ’ αυτό δεν είναι επιτρεπτό ούτε σε άνθρωπο, ούτε σε θεό. Θα διανύσεις και συ την εποχή της ακμής σου, θα κυριαρχήσεις τη Γη όσο σε ανεχθεί η Ιστορία, αλλά θα χαθείς μετά την ελληνορωμαϊκή περίοδο όμορφα κι ήσυχα.»
«Πλοίαρχε», έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου ο Υπερίων, «ο Δίας μαζί με την κουστωδία του εμφανίστηκε στην οθόνη και κατευθύνεται ολοταχώς προς το Μέγα Πλανήτη. Όπως φαίνεται, έχει ως στόχο την εγκατάσταση θερμαντικής ακτίνας του Κρόνου.»
«Ακολούθησέ τον, πάση δυνάμει!»
«Αδύνατον. Δεν μπορούμε να τον συναγωνιστούμε. Τα παίζει όλα για όλα κι αυτός και οι λακέδες του. Υπολείπεται ελάχιστα από το να κάψει τις μηχανές του.»
«Συνδέστε με απευθείας με τη γέφυρά του. Αποκαταστήστε επικοινωνία τώρα!»
Από τα μεγάφωνα ακούστηκε η μελίρρυτη και συγχρόνως θανάσιμα ύπουλη και προδοτική, αλλά όχι πια τόσο τρομακτική φωνή του Δία.
«Θα πλησιάσω κοντά κι ακόμη πιο κοντά, θα έλθω εγγύτερα, εκ του συστάδην, εξ επαφής, τόσο που η ανάσα μου θα γλείψει το στόχο, θα φυσήξω σα λύκος και θα σκορπίσω σα κουρνιαχτό τον καταραμένο πομπό, ξαποστέλνοντάς τον μια και καλή στα Τάρταρα του Άδη! Εγώ κι οι θεοί του Ολύμπου έχουμε αυτοανακηρυχθεί σε άρχοντες του ηλιακού συστήματος, κυρίαρχους της ελληνικής μυθολογίας και δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα να μάς αμφισβητήσει. Είσαι σκλάβος μου, Προμηθέα, εμένα του Διός, θυμάσαι τις στιγμές που περάσαμε μαζί, ως ζευγαράκι κυρίου και δούλου, με καλό κρασί και το συκώτι σου για μεζέ; απάγγειλε λοιπόν το ποιηματάκι σου, τραγούδα το αγαπημένο μου άσμα, διαδήλωσε την υποταγή σου και ύμνησε το μεγαλείο μου. Να σού θυμίσω τη στροφή που μού άρεσε; “Κύρη και Αυθέντη μου, τι άλλη μένει μέριμνα απ’ τις δικές σου ανέσεις, δεν έχω χρόνο να ξοδέψω, ούτε πράγμα που νογώ μέχρι να με καλέσεις”.»
«Έχει παραφρονήσει», ψιθύρισε ο Ωκεανός με απορητικό θαυμασμό.
«Δία, άκουσέ με πολύ προσεκτικά», απηύθυνε έκκληση ο Προμηθέας με την γενναιοψυχία των τιτάνων στο λογικό ενός τρελού. «Μη πλησιάζεις περισσότερο το Μέγα Πλανήτη. Το ακραία εκτεταμένο βαρυτικό πεδίο του θα σε τραβήξει στο έδαφος. Ο προωθητικός σου κινητήρας έχει σχεδόν διαλυθεί. Οι ασπίδες σου δεν θα μπορέσουν ν’ αντέξουν την ισοπεδωτική πίεση.»
«Μα δεν είναι δυνατόν! Είμαι είκοσι τέσσερα εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά απ’ τον πλανήτη. Είμαι σε ασφαλή απόσταση. Ούτε καν σε ακτίνα βολής…», ήλθε η παραληρηματική απάντηση μιας νεφελωμένης κρίσης.
«Πολύ αργά», ανακοίνωσε ο Υπερίων. «Είναι μέσα στο βεληνεκές του βαρυτικού πεδίου του Μέγα Πλανήτη. Η τροχιά του θα φθίνει συνεχώς μέχρι την τελική συντριβή.»
«Βοηθήστε με», έσκουξε ο Δίας, ενώ μια ξαφνική αδυναμία εμφανίστηκε στο πλαδαρό του πρόσωπο. Τα παγωμένα μάτια του ήσαν εξογκωμένα από την προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματός του.
«Δεν μπορώ», απάντησε ο Προμηθέας. «Δεν δύναμαι να υπερνικήσω το βαρυτικό πεδίο του Μέγα Πλανήτη, γιατί και ο δικός μου προωθητικός κινητήρας έχει πάθει βλάβη. Και δεν μπορώ να διακινδυνεύσω την πρόκληση βαρυτικής δίνης με το να ενεργοποιήσω ταχύτητα στρέβλωσης για να σε σώσω. Είναι ώρα για το προγραμματισμένο μας ραντεβού με το Ουράνιο Διάστημα. Πρέπει να ακολουθήσουμε την υπερβολή των συντεταγμένων που θα μας οδηγήσει στο υπερβατικό αυτό συνεχές. Κι είναι καιρός για σένα να εξαγνιστείς για τα εγκλήματά σου. Σχεδιάζοντας τους θανάτους άλλων, απεμπόλησες το δικό σου δικαίωμα για ζωή!»
«Τι θα τού συμβεί τώρα;” , ρώτησε ο Ωκεανός.
«Δυστυχώς, ο νεφεληγερέτης Ζευς έδειξε φτωχή νεφελώδη κρίση. Ήταν ενέργεια θολωμένου νου η εγκατάλειψη του αρχικού σχεδίου των επιδρομέων, δηλαδή της παρακώλυσης της ακτίνας, και η προσπάθεια για εκ του σύνεγγυς καταστροφή της βάσης του Κρόνου, γιατί ο Κρόνος είχε διακτινισθεί απευθείας στον πλανήτη, και μάλιστα σε θύλακα αντιβαρύτητας, προκειμένου να ισοσκελίσει την ασύλληπτη ατμοσφαιρική βαρύτητα και να την κατασκευάσει, και δεν επιχείρησε κατάβαση στο βαρυτικό πεδίο του,» εξήγησε ο Υπερίων. «Έτσι λοιπόν, ο Δίας και οι λοιποί Ολύμπιοι θα συνεχίσουν να πέφτουν, ώσπου να τους συνθλίψουν οι βαρυτικές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά ίσως καταφέρουν να προσγειωθούν στην Καλλιστώ, την Ιώ , την Αμάλθεια ή κάποιο άλλο δορυφόρο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Απλώς θα παρατείνουν τη ζωή τους λίγο περισσότερο. Κι αυτή τη φορά η καταδίκη τους είναι αιώνια και ισχύει για όλες τις χρονικές γραμμές. Κάθε φορά που θα επιχειρήσουν να αναγεννηθούν ως Φοίνικες πάνω στη στάχτη τους, η βαρύτητα του Μέγα Πλανήτη πάλι θα τούς συντρίβει και θα τούς ισοπεδώνει σαν χαλκομανίες, θα τούς μετατρέπει σε ρευστό υδράργυρο, θα είναι ο βόας εκείνος ο συσφιγκτήρας, που δεν θα τούς αφήσει να συνέλθουν ποτέ ξανά. Και να πώς και γιατί εφεξής ο Μέγας Πλανήτης θα καλείται Δίας».
Ύστερα το αντίγραφο του Προμηθέα έστρεψε το πρόσωπό του προς τους φίλους του.
«Τώρα είναι καιρός να φύγω. Θα πω τα χαιρετίσματά μου κατά τη διάρκεια της εισόδου στο Ουράνιο Διάστημα. Αλλά πριν χωρίσουμε, θα σάς πω ότι ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας. Ο φίλος σας, που η ψυχή του είναι παγιδευμένη στο δεσμωτήριο του Καυκάσου, σάς καλεί να τον ελευθερώσετε. Στο μέλλον, οι προκλήσεις, που θα αντιμετωπίσετε μαζί δεν προβλέπεται να είναι τόσο μεγάλες και περιπετειώδεις. Έχετε κι εσείς κάποιο δικαίωμα στη ξεκούραση, στη χαρά, έχει και ο Προμηθέας, η ενσάρκωση και καθοδική πλαγγόνα μου, το δικαίωμα να ξαναδεί την Κελαινώ, κι εσύ Ωκεανέ να κουρνιάσεις οριστικά στην αγκαλιά και τη θαλπωρή της Τηθύος, κι εσύ λαμπρέ Υπερίων να ξανασμίξεις με τη Θεία!»
«Αν δεν γινόταν τεχνητή νοημοσύνη… Πάντα προσπαθούσα να την πείσω για την ωφέλεια της απαλλαγής από τα συναισθήματα, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα έφθανε τόσο μακριά. Μπορώ όμως ακόμη να διαλέγομαι μαζί της. Ζήσε βίο μακρό και με ευδαιμονία, άβαταρ του Προμηθέα και σε ευχαριστώ», είπε ο Υπερίων υψώνοντας τον δείκτη και τον μέσο δάκτυλο.
«Κρίμα που δεν είναι εδώ ο Ορφέας με τη λύρα του για να μάς συντροφέψει στον εορταστικό ύμνο της επικράτησης των τιτάνων, που αυτή τη φορά είναι και οριστική», είπε ο Ωκεανός. «Είναι πραγματικά ο πιο σεμνός και σύντομος ύμνος, όπως ταιριάζει στην ταπεινότητά μας, καθώς πάντα προσέχαμε να μην ενοχλήσουμε κανέναν».
ΤΙΤΑΝΩΝ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΛΙΒΑΝΟΝ
«Τιτήνες, Γαίης τε και Ουρανού αγλαά τέκνα,
Ημετέρων πρόγονοι πατέρων, γαίης υπένερθεν,
Οίκοις ταρταρίοις μυχώ χθονός ενναίοντες,
Αρχαί και πηγαί πάντων θνητών πολυμόχθων,
Εναλίων, πτηνών τε και οί χθόνα ναιετάουσιν-
Εξ υμέων γαρ πάσα πέλει γενεή κατά κόσμον.
Υμέας κικλήσκω μήνιν χαλεπήν αποπέμπειν,
Ει τις από χθονίων προγόνων οίκοις πελάσθη».
«Τιτάνες, Γαίας και Ουρανού αγλαά λαμπρά παιδιά,
Πρόγονοι των πατέρων μας, δική σας λιβάνου η μυρωδιά,
Κατοικείτε σε οίκους Ταρτάρων, εκεί ακριβώς στο μυχό,
Αρχές και πηγές κι όλων των θνητών πολυμόχθων ηχώ,
Εναλίων, πτηνών και χερσαίων, για όλους φροντίζετε-
Γιατί από σάς κάθε γενιά του κόσμου ψωμίζεται.
Σάς καλώ, κάντε την οργή τη χαλεπή ν’ αποχωρήσει,
Αν σε κάποιο σπίτι έχει αυτή εισχωρήσει).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΣΤ’
ΟΠΟΥ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΦΛΥΑΡΟ, ΑΛΛΑ ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΑΝΤΗΧΕΙ
Όταν ο εφιάλτης τελείωσε, ο λελυμένος Προμηθέας στάθηκε στο γυμνό βουνό του Καυκάσου της Φοινίκης και εκφώνησε τον εξής λόγο, παρουσία των συντρόφων του, τελώντας σε μερική σύγχυση και πλήρη εξάντληση λόγω των αδιανόητων βασανιστηρίων που είχε υποστεί:
«Παιδιά μου, με τόσους πολέμους και μετά από τόσες κακουχίες δεν θυμάμαι καν αν σάς έπλασα εγώ φτύνοντας το χώμα και ζυμώνοντας πηλό με μία πρόσθετη ηλεκτρική εκκένωση, όπως λέγουν, χρησιμοποιώντας κάποια τεχνική του Κρόνου, αν σάς δημιούργησε ο ίδιος ο Δίας ή ο Άμωμος και Αθώος διάδοχός του, ο Χριστός ο Λυτρωτής, που έχει εγκατασταθεί στο τέλος και άρα και στην αρχή του χρόνου. Και σε τελευταία ανάλυση δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό. Κάπου είχα κάποιες σημειώσεις για την ομιλία, αλλά τις έχασα. Έψαξα όλα τα συρτάρια του γραφείου μου, ολοκληρωμένες και μη ολοκληρωμένες δημοσιεύσεις και εκδόσεις των έργων μου, ακόμη και τα σβησμένα ίχνη του συνθετιστή ερεύνησε ο Υπερίων, αλλά τελικά τον λόγο μου δεν τον βρήκα. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο φουρκίζομαι, αναρωτιέμαι πού τον παράτησα, πού παράπεσε; Μήπως τα πέταξα σε μία κρίση τελειομανίας, όπως πέταξε ο Πλάτωνας τα ποιήματά του ή ο Καβάφης μερικά από αυτά; Αν τόσα χρόνια αντιμετώπισα τον παντοδύναμο Δία, αυτό το οφείλω μόνο στην οργάνωσή μου, ότι όλα τα σεβόμουν και όλα τα φύλαγα.
Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς ο λόγος ήταν πολύ ηθικοπλαστικός, τον είχα γράψει νεότερος σε κάποια άλλη Δημιουργία, σε άλλες πιο νεανικές και αθώες εποχές, και τώρα πια δεν με εκφράζει. Το κεντρικό νόημα ήταν ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε, ότι ακόμη και η ελάχιστη προσφορά μετράει, ότι κανείς δεν περισσεύει, όπως λένε οι πολιτικοί. Κάπου εντελώς μελοδραματικά είχα γράψει “αγωνιστείτε για το δικαίωμα που έχει και το πιο σκουλήκι της γης: Το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό του”. Παραείναι αυτό έ; Είχα γράψει επίσης ότι ο αιώνιος αγώνας του Ελληνισμού είναι ο αγώνας των θεσμών ενάντια σε κάθε λογής δυνάστες και θρησκείες, όπου θρησκεία είναι κάθε αναιτιολόγητη πίστη. Τώρα είμαι τόσο αποκαμωμένος, τόσο άδειος από κάθε ικμάδα ενέργειας, τόσο πληγωμένος, τσακισμένος, καμένος και μαραμένος, ώστε το μόνο που σκέφτομαι είναι να γυρίσω στο κτήμα μου στον Κένταυρο και να περάσω εκεί όσο χρόνο μού απομένει μαζί με την Κελαινώ ως θνητός ευγνώμων για το θάνατο. Έτσι κι αλλιώς ο Θεός, το πρώτον κινούν ακίνητον, που τα πάντα ξεπροβοδίζει και εξαπολύει ή αμολάει και στο τέλος όλα εφίενται προς αυτόν, δεν φαίνεται πρόθυμος να με αναστήσει για άλλη Δημιουργία, επειδή ζήτησα ανεπίτρεπτη βοήθεια από ανώτερο Συνεχές.
Λοιπόν σάς αφήνω τώρα να απολαύσετε έργα ειρηνικά, γιατί μόνο γι’ αυτά αγωνιστήκαμε, γι’ αυτά τα μάρμαρα πολεμήσαμε, όπως είπε κάποιος που σεβόταν την αρχαία Ελλάδα. Ίσως το νέο κίνημα του Χριστιανισμού που θα μάς διαδεχθεί, να έχει τις λύσεις για μία καλύτερη ζωή. Αν όμως, αν όμως -λέω-, αυτό τύχει να σάς απογοητεύσει, διότι δυστυχώς η αγάπη δεν μπορεί να είναι αθεμελίωτη, αιωρούμενη ή ουρανοκατέβατη, δεν μπορεί να είναι ένα νευρόσπαστο χωρίς ιμάντες, ούτε μπορεί κανείς να ξεκινήσει από το τέλος, αλλά το εκάστοτε τέλειο έχει πολλές προϋποθέσεις που είναι δύσκολο να εκπληρωθούν, τότε θυμηθείτε ότι έχετε πάντα τον Προμηθέα και τους τιτάνες με τη δομημένη μας πυραμίδα της προσωπικότητας. Διανεμητικές ιδέες, ηθική και πολιτική, ένας από αυτούς τους τρεις πυλώνες αν λείψει, το οικοδόμημα καταρρέει. Ελάτε να με βρείτε στον Κένταυρο, θα σάς περιμένω πάντα εκεί με ένα ποτήρι κρασί, στην παλιά ταβέρνα του Χείρωνα, να σάς φιλέψω γεμιστά αμπελόφυλλα και γλυκά σύκα σε όλες τις μορφές, από ολύνθους μέχρι ισχάδες και να συζητήσουμε διαλεκτικά για το θεό και τους ανθρώπους, για τον κόσμο και τις ψυχές, για το παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης, για ό,τι έχει αξία. Κι όταν μού εξιστορήσετε τις δοκιμασίες σας, θα σάς πω “θαρσείν χρη, ταχ’ αύριον έσται άμεινον” και η Τιτανομαχία θα ξαναρχίσει».
Ο Προμηθέας, ο Υπερίων και ο Ωκεανός προχωρούσαν το σούρουπο στο πλαίσιο χαλάρωσης με οδοιπορικά παπούτσια πάνω σε μία ειδυλλιακή υπερποτάμια γέφυρα στον πλανήτη Κένταυρο (χρο- αιτ- τρο- το, δηλαδή κατά σειρά χρονικός, αιτιολογικός, τροπικός και τοπικός προσδιορισμός, όπως είναι το σωστό). Πήγαιναν σιγά-σιγά για να μπορεί να ακολουθεί ο Προμηθέας που είχε υποστεί όλων των ειδών τα βασανιστήρια για τους ανθρώπους, όχι πάντως και σταύρωση! Στον ουρανό και σε μια απόσταση 200.000.000 χιλιομέτρων πάνω -κάτω έδυε το σύμπλεγμα των τριών ήλιων. Ξεχώριζε ο λαμπρός κίτρινος αστέρας Άλφα του Κενταύρου, που και πάλι δεν ήταν τόσο εκτυφλωτικός όσο ο ήλιος τη Γης, ο οποίος μαρμαρυγούσε από τον αστερισμό της Κασσιόπειας ιδωμένος από τη σκοπιά των ηρώων μας. Γύρω από τον Άλφα περιστρεφόταν ο υποτιμημένος Βήτα Κενταύρου με χρώμα και σχήμα πορτοκαλιού και μόνο το ένα τέταρτο της λάμψης του Άλφα, ενώ μόλις αχνά διακρινόταν ο αντίθετα πολλαπλώς υμνημένος και υπερτιμημένος (λόγω της εγγύτητάς του σε σχέση με τη Γη) κόκκινος νάνος Εγγύτατος του Κενταύρου με μόνο το ένα δεκατρεισχιλιοστό της λάμψης του Άλφα. Τώρα, αν με τρεις ήλιους ήταν δυνατόν να υπάρξει σούρουπο και βράδυ στον περί ού πλανήτη, αυτό ας το ερευνήσουν οι μαθηματικοί και ο Ισαάκ Ασίμωφ στην περίφημη «Νύχτα» του.
Οι αρχιτιτάνες έβλεπαν καταρράκτες χίλια μέτρα ψηλούς, που ανάβλυζαν, χύνονταν και καταρριχώνταν από βουνά πενταπλάσιου ύψους. Αντίκριζαν εκτεταμένα εκτάρια από λικνιζόμενη πράσινη βλάστηση, διακοπτόμενη από το βασιλικό μπλε και το απέραντο γαλάζιο των λιμνών και των ποταμών, καθώς και το ελαφρό γκρίζο των βράχων, δείγμα παλαιότητας τούτων, αφού είχαν εκβραστεί ή ξεβραστεί από τον ρευστό πυρήνα του πλανήτη πριν από πολλά χρόνια.
Κάτω από τη γέφυρα, που είχε κι απ’ τις δύο πλευρές μικρό ξύλινο κιγκλίδωμα, ελαφρώς χαμηλό για να στηρίζεται κάποιος με τους αγκώνες και να ρεμβάζει, έρρεε ποταμός από το βορρά στο νότο (άρα καρδιακός δρόμος “cardo” σε αντίθεση με τους “decumani”, που πήγαιναν από ανατολή σε δύση και αντιστρόφως). Οι λόφοι οργίαζαν από δασώδη και ποώδη ποικιλία. Σιρίτια κίτρινης και χρυσής χροιάς, αλλά και αφύσικου κόκκινου, όπως αυτού που βλέπουμε σε επιχρωματισμένη ταινία, υπενθύμιζαν ότι το φθινόπωρο είναι ίδιο και στη Γη και στον Κένταυρο. Φύλλα θρόϊζαν κι ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν ζώα, που φαίνονταν πολύ απασχολημένα, θυμίζοντας το λαγό που κυττούσε ένα μεγάλο κόμικ ρολόι και φοβόταν ότι θα αργήσει στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων». Τα βουνά ολόγυρα χαμήλωναν προοδευτικά μέχρι να γίνουν λόφοι και οι λόφοι κατέληγαν με τη σειρά τους σε λιβάδια, κοιλάδες και ξέφωτα.
«Θυμάσαι εκείνο το τραγουδάκι που λέγανε κάποιοι βάρβαροι με την έννοια του μη Έλληνα σε κάποιον από τους πλανήτες, δεν είμαι πρόχειρος από πού», αναπόλησε ο Προμηθέας.
«Row, row, row your boat gently down the stream
Merrily, merrily, merrily, life is but a dream»
(Πλεύσε με τη βάρκα μαζί με το ρεύμα
Θυμήσου, η ζωή είναι μόνο όνειρο και πνεύμα), συμπλήρωσε ο Ωκεανός.
«Ήταν στο δικό σας ηλιακό σύστημα, καυκαζοειδή Κατεπάνω. Προέρχεται από μια φυλή που εξαλείψατε πριν γίνετε οι καλόβολοι σημερινοί τιτάνες, κάτι που βέβαια εμείς οι Ατλάντες σε καμία περίπτωση δεν θα κάναμε», είπε ο Υπερίων.
«Άσε τα σάπια», επενέβη ο γιατρός. «Πριν αναπτύξετε την περίφημη ατλάντεια λογική σας, ήσασταν οι πιο άγριοι καθαρματίες και εγκληματίες που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Κι επιτέλους, τι πας να κρατήσεις για τον εαυτό σου, αφού σ’ αυτή τη χρονική γραμμή η Ατλαντίδα καταστράφηκε και…»
«Αστο, πριονοκόκαλε, ο εφιάλτης τελείωσε, μην τον αναβιώνουμε με αρνητικά αισθήματα», τον διέκοψε έγκαιρα ο Προμηθέας. «Φτάνει πια με τις ατέλειωτες διαφωνίες σας, όταν μάλιστα ξέρω πόσο εκτιμάτε κατά βάθος ο ένας τον άλλον. Ας χαρούμε τον ουρανό, η καρδιά μου χτυπά τόσο που δεν μπορώ να μιλήσω, και φαίνεται ότι την ευτυχία που ζητώ πάω να προσεγγίσω, όταν μάγουλο με μάγουλο χορεύουμε όλοι εμείς, με κρυφές ομοφυλοφιλικές τάσεις εγγενείς. Λοιπόν πάμε όλοι μαζί:
Ώσον, ώσον το ακάτιον εις τον ποταμόν,
Έστιν όναρ η βιοτή, εν πλήθει ερετμών».
Και τραγούδησαν για λίγο αμέριμνοι, κι ύστερα μαζεύτηκαν, καταυλίστηκαν και εστιάστηκαν υπαιθρίως (πικνικ) με κόκκινα φασόλια, ουίσκι και πολλές κλανιές.
Τότε ο Ωκεανός είπε:
«Προμηθέα, πώς θέλεις να τελειώσει αυτή η ιστορία:»
«Θα σάς πω το κατά κόρον λεγόμενο, ότι ιστορίες σαν τη δική μας δεν τελειώνουν ποτέ. Μόνο που στη δική μας περίπτωση κατ’ εξοχήν ισχύει, γιατί σε όλες τις αφηγήσεις της ανθρωπότητας δεν υπάρχει τίποτε που να συγκρίνεται με τον προμηθεϊκό μύθο. Οι πάντες έχουμε μέσα έναν Προμηθέα που κλέβει τη φωτιά από τους θεούς και τη δίνει στους ανθρώπους. Οι πάντες έχουμε μέσα μας έναν Προμηθέα, ακόμη κι εγώ, χα, χά. Όλοι μας καταδυόμαστε στα παιδικά χρόνια για να βρούμε τα αυθεντικά νοήματα κι αυτό είναι ένα είδος αιωνιότητας. Όλοι μας παίρνουμε αποφάσεις στη ζωή ανατρέποντας με βούληση και την αποφασιστικότητα κάτι που φαίνεται αναγκαστικό. Μ’ αυτό τον τρόπο αντιπαραθέτουμε τον απρόβλεπτο παράγοντά μας στην αιώνια ανάγκη και γινόμαστε αιώνιοι κι εμείς. Εσύ Υπερίων, από τη μεριά σου, έχεις ως έμβλημα τη λογική, που σημαίνει την πιο κατάλληλη απόφαση σε μία δυσμενή περίσταση, γι’ αυτό και εκπροσωπείς την αξία και τη σημασία της στιγμής. Μέσα σε μια στιγμή όμως περικλείεται ένας ολάκερος κόσμος. Κι είναι ο θάνατος που μάς τονίζει την αξία της κάθε στιγμής. Εσύ πάλι, Ιατροσοφιστή, είσαι το συναίσθημα και το πάθος, κάτι που ξεπερνάει το ένστικτο και βρίσκει την αιτία του μόνο μέσα από την ωριμότητα και τη διευρυμένη αντίληψη των γηρατειών και που αλίμονο προώρισται να πεθάνει και μέσα από τη φύση να αναστηθεί και να περάσει στην αιωνιότητα. Ναι σίγουρα θα υπάρξει ξανά όμοιο συναίσθημα, αλλά όχι ακριβώς το ίδιο».
«Προμηθέα ας το σταματήσουμε αυτό, γιατί νομίζεις ότι έχεις φιλοσοφική και ποιητική διάθεση, αλλά στην πραγματικότητα σε έχει καταλάβει βαριά μελαγχολία και γι’ αυτό μάς αραδιάζεις ένα σωρό στερεότυπα, όπως δύναμαι να γνωματεύσω εγώ, ο ιατρός που έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και στην ψυχολογία. Πάντα όταν τελειώνει κάτι τόσο συναρπαστικό, όπως η Τιτανομαχία, αφήνει πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό. “Omne animal triste post coitum” -κάθε πλάσμα είναι λυπημένο μετά τον οργασμό».
«Ας ψάλλουμε τότε τον ύμνο προς τον Μουσαίο», πρότεινε ο Υπερίων, «το γιο του Ορφέα, που μάς έκανε τη χάρη να μάς εμπνεύσει, ώστε όλοι οι άνθρωποι να ακούσουν αυτή την ιστορία της γνώσης. Γιατρέ, μπορεί να με βρίσκεις συχνά δύσπιστο προς τους ανθρώπους και τους ηγέτες τους, τους τιτάνες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τούς παραδέχομαι. Τιμώ τον πολιτισμό σας ως μεσολάβηση και διάδοση από κάποιους αμετανόητους δημοκράτες και ανθρωπιστές μίας πανάρχαιας γλώσσας, μυθολογίας και φιλοσοφίας, ειλημμένης ίσως από εκλιπούσα Κιβωτό νοημάτων, που μεταλαμπαδεύεται, εκτείνεται, εξικνείται και αγγίζει την εποχή μας και μάλιστα έχει τα εφόδια και τους τρόπους ακόμη και να μάς σώσει!»
«Πριν όμως ψάλλουμε τον τελικό ύμνο», είπε γελώντας ο Προμηθέας και ταυτόχρονα μορφάζοντας από τα τραύματά του, «ας πούμε κι ένα άσμα που ξεχάσαμε προς τιμή της Λητούς, που είναι μία από εμάς. Επέζησε και αυτή τη μεγάλη λαίλαπα και είναι κρίμα που αυτή τη στιγμή δεν είναι μαζί μας. Τόσα χρόνια με έγλειφε, ρε παιδιά, δεν δικαιούται και αυτή τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας;»
ΛΗΤΟΥΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΣΜΥΡΝΑ
«Λητοί κυανόπεπλε, θεά διδυμότοκε, σεμνή,
Κοιαντίς, μεγάθυμε, πολυλλίστη βασίλεια,
Εύτεκνον Ζηνός γονίμην ωδίνα λαχούσα,
Γεινάμενη Φοίβον τε και Άρτεμιν ιοχέαιραν,
Την μεν εν Ορτυγίη, τον δε κραναή ενί Δήλω-
Κλύθι, θεά δέσποινα, και ίλαον ήτορ έχουσα,
Βαίν’ επί πάνθειον τελετήν, τέλος ηδύ φέρουσα».
(Λητώ κυανόπεπλη, που γέννησες διδύμους ξακουστούς
Κόρη Κοίου, μεγάθυμη, άνασσα που ικεσίες ακούς,
Που σού επιφυλάχθηκε να ‘χεις καλές ωδίνες
Γεννώντας το Φοίβο και την Άρτεμη σ΄ ωραίες κλίνες ,
Την μία στην Ορτυγία, τον άλλον στη βραχώδη Δήλο-
Άκου, θεά δέσποινα, σε σέ ψάχνουμε φίλο,
Έλα στων θεών την τελετή, βόηθα να μην εξοκείλω).
«Σύντομο, αλλά περιεκτικό, έ ηγεμών;», είπε ο Ωκεανός. «Φαντάζομαι να τής άρεσε!»
«Πάμε για το τελικό άσμα, την ωδή προς τον Μουσαίο, τον μαθητή του Ορφέα, που μάς ενέπνευσε και συνοψίζει την πλήρη περιπέτειά μας κι όλα τα πρόσωπα του δράματος, τους φίλους μας και τους εχθρούς μας, τους θεούς και τους εαυτούς μας, κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε», διατύπωσε τον τελειωτικό του αφορισμό, αυτή τη μοναδική φορά χωρίς διαλεκτική επεξεργασία, ο θείος Προμηθεύς.
ΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΜΟΥΣΑΙΟΝ
«Μάνθανε δη Μουσαίε, θυηπολίην περισέμνην
Ευχήν, ή δη προφερεστέρη εστίν απασέων,
Ζευ βασιλεύ και Γαία και ουράνιαι φλόγες αγναί
Ηελίου, Μήνης θ΄ ιερόν σέλας, Άστρα τε πάντα,
Και συ, Ποσείδαον γαιήοχε κυανοχαίτα,
Φερσεφόνη θ’ αγνή, Δημήτηρ τ’ αγλαόκαρπε,
Άρτεμί τ’ ιοέχαιρα, κόρη, και ήιε Φοίβε,
Ός αδελφών ναίεις ιερών πέδον- ός τε μεγίστας
Τιμάς εν μακάρεσιν έχεις, Διόνυσε χορευτά,
Άρες τ’ οβριμόθυμε και Ηφαίστου μένος αγνόν,
Αφρογενής τε θεά, μεγαλώνυμα δώρα λαχούσα,
Και σύ καταχθονίων βασιλεύ, μεγ’ υπέροχε δαίμον-
Ήβη τ’, Ειλειθυία και Ηρακλέος μένος ηύ
Και το Δικαιοσύνης τε και Ευσεβίης μέγ’ όνειαρ
Κικλήσκω, Νύμφας τε κλυτάς και Πάνα μέγιστον,
Ήρην τ’, αιγιόχου Διός θαλερήν παράκοιτιν,
Μνημοσύνην τε ερατήν, Μούσας τ’ επικέλομαι αγνάς
Εννέα και Χάριτάς τε και Ώρας ηδ’ ενιαυτόν,
Λητώ τ’ ευπλόκαμον θείην, σεμνήν τε Διώνην,
Κουρήτας τ’ ενόπλους, Κορύβαντάς τ’ ηδέ Καβείρους,
Και μεγάλους Σωτήρας ομού, Διός άφθιτα τέκνα
Ιδαίους τε θεούς, ηδ’ άγγελον ουρανιώνων
Ερμείαν κήρυκα, Θέμιν θ’ ιεροσκόπον ανδρών,
Νύκτα τε πρεσβίστην καλώ και φωσφόρον Ήμαρ,
Πίστιν τ’ ηδέ Δίκην, και αμύμονα Θεσμοδότειραν-
Ρείαν τ’, ηδέ Κρόνον και Τηθύν κυανόπεπλον,
Ωκεανόν τε μέγαν, συν τ’ Ωκεανού θύγατρας,
Άτλαντός τε και Αιώνος μεγ’ υπέροχον ισχύν –
Και χρόνον αέναον, και το Στυγός αγλαόν ύδωρ,
Μειλίχιους τε θεούς – αγαθήν δ’ επί τοις Πρόνοιαν-
Δαίμονα τ’ ηγάθεον και Δαιμονα πήμονα θνητών-
Δαίμονας ουρανίους τε και εναλίους και ενύδρους,
Και χθονίους και υποχθονίους, ηδ’ ηεριφοίτους –
Και Σεμέλην, Βάκχου τε συνευαστήρας άπαντας,
Ινώ, Λευκοθέην τε, Παλαίμονα τ’ ολβιοδότην.
Νίκην θ’ ηδυέπειαν, ηδ’ Αδρήστειαν άνασσαν,
Και βασιλέα μέγαν Ασκληπιόν ηπιοδότην.
Παλλάδα τ’ εγρεμάχην κούρην, Ανέμους τε πρόπαντας
Και Βροντάς, Κόσμου τε μέρη τετρακίονος αυδώ-
Μητέρα τ’ αθανάτων, Άττιν και Μήνα δε κικλήσκω
Ουρανίην τε θεάν, συν δ’ άμβροτον αγνόν Άδωνιν,
Αρχήν τ’ ηδέ Πέρας (το γαρ έπλετο πάσι μέγιστον)
Ελθείν ευμενείς, κεχαρημένον ήτορ έχοντας,
Τηνδε θυηπολίην ιερήν, σπονδήν τ’ επί σεμνήν».
(Μάθε Μουσαίε την πολυσέβαστη τη μύηση
Και της πιο πρόσφορης προσευχής την ποίηση:
Δία βασιλιά και Γη και ουράνιες φλόγες καθαρές
Ηλίου και Σελήνης σέλας, λάμψεις άστρων λαγαρές,
Και συ, Ποσειδών, που τη Γη με χαίτη κυανή οδηγείς,
Περσεφόνη αγνή, Δήμητρα με καρπούς ευαγείς,
Άρτεμη τοξοβόλα κόρη, Φοίβε που εκβάλλεις ιαχή,
Κατοικείς σε ιερό πεδίο, σκορπάς σε νου ταραχή,
Κι εσύ που απολαύεις τιμές Διόνυσε χορευτή,
Άρη της Αφροδίτης εραστή και μέγα διακορευτή,
Κι εσύ αφρογενή θεά, που μεγάλα δώρα σού τυχαίνουν,
Καταχθόνιων βασιλιά, που για σένα ύμνους υφαίνουν-
Ήβη, Ειλειθυία και Ηρακλή η δύναμη η ακεραία,
Δικαιοσύνης και ευσέβειας όφελος, εκπομπής κεραία,
Καλώ τις Νύμφες ξακουστές, τον Πάνα με δέρματα- σκύτη,
Την Ήρα του αιγιόχου Διός, συντρόφισσα στην κοίτη,
Την Μνημοσύνη ερατεινή, κι επίσης και εννιά Μούσες
Τις Χάριτες, τις Ώρες, που κάθε χρόνο είναι παρούσες,
Λητώ με τα ωραία μαλλιά και τη σεμνή τη Διώνη,
Κουρήτες, Καβείρους, Κορύβαντες κι ό,τι άλλο σε κυκλώνει,
Και μεγάλους Σωτήρες ομού, του Διός άφθαρτο γόνο
Τους Ιδαίους θεούς, τον άγγελο των ουρανίων τον μόνο,
Τον κήρυκα Ερμή, την Θέμι που τις θυσίες εξετάζει,
Τη γριά Νύκτα και τη Μέρα που με φως σκεπάζει,
Την Πίστη, την Δίκη, άμωμη, που τους θεσμούς χαρίζει-
Τη Ρέα, τον Κρόνο, την Τηθύ με πέπλο που ιριδίζει,
Σένα μεγάλε Ωκεανέ με τις πολλές σου κόρες,
Του Άτλαντα την αιώνια την ισχύ μέσα στις άγριες μπόρες–
Και χρόνο τον αέναο, το ύδωρ με Στυγός την υπεροχή,
Τους μειλίχιους θεούς, της αγαθής Πρόνοιας την παροχή-
Τον Δαίμονα τον αγιότατο που ξέρει και να καταστρέφει
Μαζί με δαιμόνια ενάλια, ένυδρα, κι όσους άλλους τρέφει
Χθόνιους κι υποχθονίους, που στον αέρα συχνάζουν –
Τη Σεμέλη, τον Βάκχο κι όσους ευοί- ευά κράζουν,
Λευκοθέα και Ινώ, τον Παλαίμονα που ευτυχία δίνει.
Τη Νίκη τη γλυκιά και τη Μοίρα που ποτέ δεν προδίνει,
Τον βασιλέα Ασκληπιό, που φέρνει ήπιες θεραπείες,
Την Παλλάδα πολεμόχαρη, Ανέμων λαίλαπες ή θωπείες-
Και Βροντές και του Κόσμου τις τέσσερις κολώνες,
Μητέρα αθανάτων, τον Άττι και τον Μήνα ως πυλώνες,
Την ουράνια θεά, τον Άδωνι τον αγνό και αθάνατο,
Την Αρχή και το Πέρας, τη γέννηση και το θάνατο,
Να έλθουν ευθύς και μ’ ευμενή καρδιά να προσεγγίσουν
Τη θυσία, σπονδή και σεμνή τελετή να τιμήσουν).
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κεφάλαιο Α΄: ΚΟΣ.ΜΥ.Μ.Α. Βενθύλος Βέντιστος
Κεφάλαιο Β΄: Δολιοφθορά και Παρά Ταύτα Εκκίνηση – Αναχώρηση
Κεφάλαιο Γ΄: Μυία (Σταυρός του Νότου – Περίπου)
Κεφάλαιο Δ΄: Άλφα Κενταύρου
Κεφάλαιο Ε΄: Βωμός, Τριπατρίαρχον (Τρίγωνο Νότου), Ινδοχήν (Τουκάνα), Ινδός
Κεφάλαιο Στ΄: Γέρανος, Φοίνιξ, Έλδωρ (Δοράδος), Κάνωπος, Γνώμων
Κεφάλαιο Z΄: Αντλία, Μέγας Κύων, Ύδρα, Κρατήρ
Κεφάλαιο Η΄: Κόραξ, Ζυγός, Αντάρης
Κεφάλαιο Θ΄: Σκορπιός, Τοξότης, Ασπίς, Αιγόκερως
Κεφάλαιο Ι΄: Ιχθυόσαυρος (Φομαλώ), Ιχθύς, Υδροχόος, Κήτος
Κεφάλαιο ΙΑ΄: Ηριδανός, Αριστερόπους (Ρίγκελ), Λαγωός, Περιστέρα, Σείριος
Κεφάλαιο ΙΒ΄: Μικρός Κύων, Καρκίνος, Λέων, Ουραλκαία (Δενέβολα)
Κεφάλαιο ΙΓ΄: Παρθένος, Αρκτούρος, Βοώτης, Βόρειος Στέφανος
Κεφάλαιο ΙΔ΄: Όφις, Ηρακλής, Οφιούχος
Κεφάλαιο ΙΕ΄: Λύρα, Αετός, Γρυψ (Αλνταϊρ)
Κεφάλαιο ΙΣτ΄: Κύκνος, Δελφίν, Πήγασος, Τρίγωνον Βορρά
Κεφάλαιο ΙΖ΄: Κριός, Πλειάδες, Ταύρος, Ταυρόψις (Αλντεμπαράν)
Κεφάλαιο ΙΗ΄: Ωρίων, Υπομάλης (Μπετελγκέζ), Δίδυμοι, Κάστωρ, Πολυδεύκης
Κεφάλαιο ΙΘ΄: Κύνες Θηρευτικοί, Εωσφόρος (Βέγας), Κέρκος (Δένεβ)
Κεφάλαιο Κ΄: Κηφεύς, Κασσιόπεια, Ανδρομέδα, Δαίμων (Αλγκόλ), Περσεύς
Κεφάλαιο ΚΑ΄: Ηνίοχος, Μεγάλη Άρκτος, Μικρά Άρκτος, Δράκων
Κεφάλαιο ΚΒ΄: Φοινίκη (Πολικός Αστέρας), Πέρας Περιστροφής
Κεφάλαιο ΚΓ΄: Κτήμα Προμηθέα, Α΄ Κενταύρου, Πολλά Χρόνια Μετά
Κεφάλαιο ΚΔ΄: Ουράνιο Διάστημα, t = 0
Κεφάλαιο ΚΕ΄: Τα Τέκνα του Ολύμπου
Κεφάλαιο ΚΣτ΄: Όπου ο Εφιάλτης Τελειώνει και ένα Φλύαρο, αλλά Καθησυχαστικό Μήνυμα Αντηχεί
Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης
Στέφανου Κομμητά, Ελληνική Μυθολογία
Δ. Κουρέτα, Αγχοπλημμυριστική Θεραπεία της Μανίας των Προιτίδων υπό του Μελάμποδος
Brad Ferguson, Star Trek: Crisis on Centaurus
P. David- M. J. Friedman- R. Greenberger, Star Trek: The Disinherited
David Feintuch: Captain Nicholas Seafort, Challenger’s Hope
Diane Duane, Star Trek: The Wounded Sky
Lost in Space Original, Η Σκηνή Καταστροφής του Δία 2 από το Ρομπότ
Peter Hamilton, A Second Chance at Eden
Philip Dick, I Hope I Shall Arrive Soon, Ubik
Sergei Lukyanenko, The Night Watch
William Shatner, Star Trek V, The Final Frontier
Ursula Le Guin, Earths
TARTING FROM THE BEGINNING
(PROMETHEUS’ CATASTERISMS OR THE COMPLETE TIT
But if you scratch (Ξ) the surface a little, you will see that you will have the power to overcome this horizon (Ο) too. And then you will float (Π) with full sails in the flow (Ρ) -continuum of thought (Σ), which isat the same time a form (Τ) of organization and hypostasis (Υ) of essence. You will understand that you are the collective subject that through its fantasy (Φ) anoints (Χ) and carves the reality. Thus only, will your psyche (Ψ) return satisfied to the cosmic ocean (Ω).
The above highlighted capital letters constituting the Greek alphabet, prevailing in the era of Prometheus, are presented in a fixed order and correspond to the following Greek words: Ά-νθρωπος, Β-αδίζω, Γ-η, Δ-ικαιοσύνη, Ε-νέργεια, Ζ-ωική, Η-μέρα, Θ-έτω, Ι–θύνων, Κ-ράτος, Λ-όγος, Μ-έτρο, Ν–όμοι, Ξ-ύνω, Ο-ρίζων, Π–λέω, Ρ-οή, Σ–κέψη, Τ-ύπος, Υ–πόσταση, Φ-αντασία, Χ–ρίζω, Ψ-υχή, Ω–κεανός.
Devoted to the writer and colleague Francesca Giannakou, the councilor of state whom I loved, because she managed to overcome her own convictions, which is not easy to accomplish, and condescended to occupy herself with my case.
CHAPTER Α’
CO.M.MY.S.S. (COMMISSION) VENTHYLOS – VENTISTOS
Prometheus stretched his back like Tendoglou (tend-extend), the Greek winner at the Olympic Games, within the cryogenic chamber, chased away the rheum from his eyes, just as rheum was Aegina for Athens, yawned majestically, extracted a hair from his tongue like Jack Nicholson in „Professione Reporter“ (The Passenger), stood up, rubbed his feet to recover an impeccable circulation of the ichor, through which he had replaced the traditional blood in an operation, so costly that he paid an arm and e leg, he stepped with his numbed toes on the cold floor, tightening the muscles to overcome the thrombose of lying down and pressed the button of the intercom.
“Why did you wake me up? Why don’t you let me sit on my butt a little longer? A bad butt day is like a bad hair day, except it’s even harder to hide in public.”
Theia, initially sister and wife of the science counsellor and officer Hyperion, who instead of replacing her blood with ichor chose to upload her consciousness into a synthetist -layer penetrator, answered.
“Prometheus, God is calling in channel frequency α’ (1)”.
Prometheus, still numbed from the cryogenic torpor, stooped and looked (one word in Greek: κυπτάζω) distracted out of the window.
I see again a …milky environment. Where are the stars?”
“Prometheus, the Μ (ten- thousandth) cycle of Creation has been completed. The velocities caused by entropy have already exceeded the speed of light and we have ended up again in an unsurmountable chaos. Radical redesign is necessary”.
“Tell me something I don’t know”, said Prometheus obviously in a bad mood. “Besides, that is precisely the reason you woke me up. While I was in a deep hibernation viewing beautiful images in my dream (όναρ), you have the nerve to reanimate me inelegantly, awkwardly and barbarically to a visionary wakefulness (ύπαρ), at the same time swelling and squeezing my liver (ήπαρ), where you know that I have a certain sensibility”.
“Prometheus, God is still waiting in channel α’”.
Prometheus, still reluctant, forced himself to press the button of the external communication.
“Greetings to the inception of the universe. Ready to receive briefing; Over
“Captain, the results of the specific Creation were not too encouraging. Finally, an A.I. was developed as the ultimate consciousness that could not assimilate or integrate feelings. So, wake up your crew and proceed to redesign; Over”.
“Shit, eh, I mean crap or should I say ‘excrement’ to be politer! You say it, as if it were easy. Every time a redesign is performed, my own people and I have a hard time especially in our colon. And I know very well to distinguish the colon as a part of a sentence from the colon as part of the intestines; over”.
“Operator, excuse me, am I talking to the captain of the Cosmological Mesonic Mythological Starship (CO.M.MY.S.S.) ‘Venthylos- Ventistos’ or have I called a wrong connection? Because such invective expressions are fitting only for a street fight tramp (and not a trump) to utter and formulate; over”
“Yes, sir. I respectfully report: I am the captain of the CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos, where ‘Venthylos’ is a kind of nautilus of the depth (venthos) and ‘Ventistos’ is the Doric type of ‘Veltistos’ (best), codename ‘Venovinda’, -present and unshaved, hungry and shriveled and dehydrated from thirst. Awaiting your orders one more time. Just don’t expect from me the usual litany of submission and repentance, because the hymns and the ‘Kyrie Eleison’ are too much of a good thing even for God to bear; over”.
“Captain, without messing about, just wake up your crew and proceed to redesign. You have been warned”.
“And I stand warned. Sorry, sir, but I cannot contain my laughter, ha, ha. Without messing around nothing can be done, because that’s what we do, we mess about and around through eternity. The issue here is that you, God, have abandoned us once more, since the artificial intelligence has prevailed again- I don’t know what the heck you are doing. You know very well that half of my ship’s systems are robotic, quantomechanic and homeostatic. Therefore, the danger of sabotage is very real; over”.
“Stop overing me, Prometheus. I am not responsible for the result of every Creation, since, as you know, I grant to my creations the privilege of free will. It is enough for me that some of my creations had an auspicious outcome and that the ultimate conscious souls were human and integrated in my infinite wisdom. Furthermore, beyond that, I am not greedy. I accept gain and loss in every undertaking; over”.
“What can I say, God? Everything you say does not change the fact that my crew and I are obliged to carry on our assignment to bell the cat. Iapetus is nowadays too old to overhaul the engines, my helmsman and my navigator suffer from hand- trembling, Oceanus is well-known as the greatest curmudgeon of all times, being not happy with anything. But also, the female crew is not in a better condition. Eurybia has arthritis, Leto suffers from problems in her spinal column, osteopenia or should I say osteoporosis, is a pile of bones on the verge of been demolished. So, even the regulation that women are allowed in the ship does not benefit in the end our professional operation; over”.
“Wash your sins, not only your face (byzantine adage in front of Hagia Sophia in Constantinople). Be aware of this palindromic inscription which can be read as a boustrophedon. Not the regulation of including women and children in the crew is to blame, but the fact that you, the titans, commit incest between you. So, stop obstructing and filibustering, because if you can’t do the dirty job, I ‘ll find someone who can. You’d better pass me your second in command to talk to, because he has presumably more brains than you and I can come to terms with him. I am holding the line and waiting eagerly”.
“Are we to blame for being so few, the happy few? I have asked you repeatedly over the years – or should I say cosmic years, to anoint also other titans as vanguard and defenders of the borderland and to construct more starships – space triremes or naval yards – orbital stations, considering that we are overworked, wasted and exhausted, tired of the many rotations around the axis of the universe, we have become spinning tops and baby bouncers turning around like whirling dervishes or swirling Sufis even in our sleep. I have explained to you that the situation has taken a toll on us, and it can neither be ignored nor its solution be postponed continuously. You know, I am of the mind to found some union or a syndicate to oppose you and then you would see, aaaaah, you scared me Hyperion, damn you!”
“Captain, I was submitted to the same procedure of awakening like you”. To God Hyperion said: “Eminence, you know very well that behind the justified complaints of someone suffering under constant pressure hides a titan entirely devoted to you. Rest assured that you will carry out the mission successfully like always. Number one in executing orders or second in command Hyperion, over and out”.
The contact was interrupted automatically through the utterance of the proper words, but Prometheus still raged.
“Hyperion, if you ever try again to go over my head talking to God, I ‘ll have yours on a plate like another Salome that craved the head of John the Baptist”.
“Captain, refrain from referring to persons of previous Creation circles and let us focus entirely on our mission, which is essential for the beginning of the next cycle. But first let us face an immediate problem. The incubator of the doctor is dysfunctional, the covering of the cryogenic chamber has stuck and the whole pod has entered a vicious circle of a continuous diagnostic running”.
“By Jove, it is always rolling out the old chestnut! It never rains but it pours. And of course you can always rely on Oceanus to cause you problems, if you have none.”
Hyperion stepped towards the cryogenic chamber of Doctor Oceanus, making certain simultaneously that the rest of the crew awakened, after they raised numbed the cover lid of their incubators, new and old, but all experienced veterans blackened with gunpowder, tested through various hardships. Lieutenant commander Iapetus, father of Prometheus, emerged with considerable difficulty being in an age ripe for retirement, lieutenant Eurybia, in charge of communication, lieutenant helmsman Koios, father of Leto from his sister Phoebe, lieutenant junior grade Leto, in charge of security, who as a product of incest had a problem with her bones and ran the risk of falling in heap any minute being the unsuitable titan for the improper position, but she had a great support by the monstrous ensign Buphagus and the petty officers Eurynome and Anchiale, the lieutenant commander junior grade navigator Kreios, husband of Eurybia and the j.g. ensign Metis. Along with the master Prometheus, the science and first officer Hyperion, the doctor lieutenant junior grade doddering old Oceanus (that’s a laugh but he joined the army very late) and the A.I. of the space-trireme Theia, first wife of Hyperion, who, being tired of her ex -husband’s logical thought turned out to become a synthetist herself, the crew composed all and all of thirteen people (how could this be different than a guaranteed bad luck?)
Until now in previous missions regarding past Cosmogonies- Creations (flow my tears for passed by glory) the space-trireme Commission Venovinda had lost the following members of the crew: a) Asia who in her effort to capture Dionysus had chartered an Etruscans’ ship, with whom she had a previous understanding. However, near Naxos Dionysus figured out the threat, turned the sails and the oars of the ship into snakes and filled the boat with ivies and rattles of flutes and cymbals. On the one hand, the sailors were occupied by mania, dived into the sea and became dolphins, on the other hand Asia was bitten by the cursed mast, who became a snake, and got poisoned, or else according to a somber version she was squashed and flattened by it. b) Styx who had betrayed the titans and sided with Zeus, who built for her a great palace in the underworld to reward her. Oceanus himself loathed her and sent the agent Iris with a golden bottle containing frozen, frosty and acrid water from the mountainous Arcadia. Styx drank this water and kicked the bucket, and this is called water of Styx ever since. c) Electra, also daughter of Oceanus who was killed in action and in fulfillment of her duties like many others redshirts or security guards not holding the rank of an officer. Generally, in titans’ starfleet the redshirt soldiers were statistically more likely to die, be killed or wounded during an expedition or in operational action. Honoring her memory, Oceanus on the one hand arranged to call one of his nieces Electra again, on the other hand he managed through unofficial channels to promote another daughter of his out of many, namely Metis, to become an officer, so that she wouldn’t take perilous risks.
d) Doris, who had also undertaken a secret mission, more specifically to approach Zeus’ admiral and demonic strategic mastermind Nereus to extract vital information from him. It seemed, however, that he was so perfect and sweet bedside lover that he seduced and conquered her, so that she gave birth to fifty daughters with him and died of exhaustion. Such a complete failure of a mission rarely happened in the past. e) Amphitrite, who had the tendency to leave artefacts of the high-tech future in previous epochs, a negligence bearing ultimately awkward, unforeseen and often irreparable consequences, having as a culmination when he lost- forgot a whole open shuttle on a beach (say it cabriole, decapotable, roadster, convertible or whatever), which Aphrodite later deemed a huge conch and confiscated it, rising on it from the sea. As you may understand, such an officer could have no shining perspectives under any circumstances, and in the end, she messed with some Cyclopes who ate her alive. f) commander Phoebe who was lost ingloriously testing the chariot of Helios’ son Phaethon to achieve faster than light velocity using small vehicles. g) Asteria, whom Zeus killed in a famous duel near the island Ortygia. Zeus with his polymorphic faculty managed to turn easily into an eagle, while Asteria, who tried to apply the same techniqu
j) the lieutenant commander Selene, who, while making love with Endymion in the mountain Latmon of Karia obscuring the area not to be disturbed, was murdered deviously by the agent of Zeus Pan, dressed in a ram skin. k) Astraeus son of Kreios who committed suicide, because he couldn’t come to terms with the death of his wife Eos. l) Pallas who fell as a victim of Zeus’ champion Athene, to whom I hesitate to ascribe a sex; today she would be called a woman with a XY chromosome. At that point, dear reader, I must confess to you confidentially, risking perhaps to scatter delusions and self-deceits of many years, that Athene, for those who encountered her on the battlefield, reflected no wisdom whatsoever, but rather savagery; she is called Pallas simply because she skinned Pallas and wore his sheepskin as a collar or as a trophy. m) Perses, who, whereas was a redshirt, some creatures from another dimension dressed him in a black shroud and drowned him. Let us say that the three last casualties were redshirt soldiers, so their loss wasn’t too important.
n) The greatest loss of the titans was their executive first officer Themis, mother of Prometheus, a very versatile individual, who taught many planets justice and institutions. She came closest of all to murder Zeus and in some Creation circles he managed even to murder him, but these devilish polymorphic creatures possess many regenerative powers. She had managed to be tablemate of Zeus, but somehow the counterespionage of the prince of darkness became aware and executed her. Of course, to approach Zeus, she ended up and was forced to be corrupted by him; in some circles of Creation, she even married him. Prometheus never forgave that the insensitive and heartless Zeus condemned his mother to reside in the dismal Hades, although she was his companion for many years. o) They have also lost Atlas, the patriarch of the Atlantes and of Hyperion, a very strong man, who was remembered in the mythology of many nations as the one supporting the globe, while in fact he was crushed during ρστ’ (106) Creation in the battle after the falling of a heavy object. p) Epimetheus, who organized genetic experiments against the cursed polymorphic creatures that lurk in the beginning of time. He paid no attention, however, to the warnings of his brother Prometheus and submitted to the charms of the agent Pandora, who turned against him his own genetic weapons and metamorphosized him into an ape. q) finally, Menoetius, who, after he was transferred to the space trireme Argo, participated in one of the greatest expeditions of (wo-) men, the Argonautic one, killed in action in the battle of Symplegades Stones during Εψπα’ (5881) Creation.
To make a long story short, over half of the CO.M.MY.S.S. Venovinda’s crew had been lost. If one considers that Venovinda was the flagship of the titans, comparable in firepower only to Argo and the Heracles’ Depas (holy grail), one sees that Prometheus was right to whine and ask for further (wo-)manning of his crew as well as for the construction of new space triremes and orbital stations. Another complaint from Prometheus was that in the present circumstances his crew composed only of officers, since all coveted to be dignitaries, pursued and vindicated offices with a vengeance and forced him to bestow grades and titles. That’s enough, said Prometheus, we have become all generals and strategists; we need soldiers, privates, light- armed warriors. “There are many dreadful things and there is nothing more terrifying than (wo-) man” (Sophocles).
Returning to our plot and script, Prometheus along with Hyperion bent over the cold incubator of Oceanus, where the homeostatic systems seemed to self- diagnose forever having trapped inside them the poor doctor.
“You are in a state of partial awakening”, said Hyperion through psychotropic diode, “but unfortunately the chamber entered constant self-diagnosis, and its front cover does not open”.
“Hyperion, is it you? I can’t see anything, and I feel my thoughts sluggish like ice cubes wedged in the helices and the synapses of the brain”.
“You
are in a defective cryogenic suspension of body functions”.
“If so, how can I hear you?”
“I told you that you are in a defective cryogenic suspension of body functions”, answered the cold scientist Hyperion low-spirited without to consider how difficult was the situation tormenting the doctor.
“Hyperion, instead of playing the smart aleck, you ‘d better find a way to get me out of here”. I am suffocating!”
“Calm down, doctor”, said Prometheus. “You know that Hyperion and I do everything we can. And don’t tell me that all we can do is not enough, because you will be subjected to the objection of Prometheus that you make presumptuous statements “. At the same time, the science and first officer began to handle various levers and to press miscellaneous buttons.
Time passed, the doctor was swirling mentally like a lion in the cage with intense claustrophobic feelings, practically blind, incapable of sensing his own body. “Find a way to raise the temperature, for Pete’s sake,” he said. He couldn’t hear his voice, perhaps he only imagined that he spoke. Colors were waving in front of him or rushed upon his head. He liked those, because they reminded him of the watercolors of his childhood, since he always had a weak spot for the simple material objects that had nothing to do with the contemporary monstrous technology.
“I cannot resuscitate you or make you recover”, the resigned voice of Hyperion was heard. “The damage seems to be complicated and for the time being impossible to repair. On the other hand, maybe it is something very simple, perhaps some pipes or tubes need unclogging, or some cables should be glued through a Turkish delight; this could be a problem that should be solved on a higher level, that is by a lantern or exhaust pipe -maker. I will ask Iapetus for help, because he is better than me in mechanical issues. I, for my part, am a specialist in quantomechanics and the pertinent sciences”.
The living dancing colors girded Oceanus again, but this time had a threatening hue and intimidating quality. “My God”, he said. “And you have the nerve to call me a quackery incompetent country doctor”. As he had paralyzed surrounded by a conspiracy of cold out-worldish inhuman light, Hyperion explained to him the only feasible solution until the circumstances would turn more favorable.
“Doctor, you must know that Venovinda has entered again a modus of Creation redesigning. So, to put it bluntly, we don’t have time for you. Consider yourself a kind of war victim until further notice. In any case, I will not let you down, I intend to follow a pioneer technique consisting in feeding you for a time- period with your own memories, so that you may avoid sensory deprivation and your mind may not turn into yoghurt. I will recycle whatever video, photos or other optical and acoustic material that I will find in your personal archive, with emphasis, of course, on the most pleasant memories, and I will project it through psychotropic diode. Trust me, it is the only method that can be applied at this moment, because otherwise from now on you will probably live a life like a vegetable.”
“Arrange for me to watch movies or series. I always liked cinema”.
“Unfortunately, although the cold incubator is extremely advanced, possesses no internal projector. We have all begged you to install on your forehead a chip of endoscopic data projection, but you denied it to avoid becoming a metanthrope. We are not responsible for your eccentricities”.
“Don’t put the blame on me, you know very well that there is a solution. Show me the movies through psychotropic diode. Why should you project willy-nilly only memories? Hands off, because they constitute sensitive personal data”.
“Anyway, let us not argue about that. I will also show you some movies. So, let’s start. You need not thank me for my ingenuity. You know that I am trained to provide plausible solutions to very complicated problems”.
“You call that a solution? Get me out of here. You have no right to bury me alive! I already feel claustrophobia, as if I were in a magnetic resonance imaging scanner. Hyperion, cut the crap, you are doing all this just to punish me for all times that I have outwitted and silenced you in our discussions”.
“Doctor, I ask of you to be logical once in your life. What kind of titan are you, if you cannot endure the slightest hardship, not even the slightest inconvenience?”
“I didn’t sign for this, when they drafted me. They should have warned me that in case of danger I would be forced to rely on the judgment of a cold and cantankerous synthetist with feet, that Sphinx herself should add to her enigma as the last and most dangerous link in the development of the creature which leaps up (that means ‘anthropos’ -Man- in Greek). But what am I saying? From the above my salvation arises already; it is the principle of self- determination and the individual rights. Go away, ‘vadi retro’ goat-footed Silenus, I object horizontally and vertically to the therapy you are proposing, invoking the fundament of titanic civilization, which is free will. Prometheus, save me, don’t abandon me in the care of this maniac! ‘Γέροντι ουκ επέοικε κείσθαι’ (it is not acceptable for the old man to die)”.
Then something happened that no one in the bridge expected. An enraged paranoid Prometheus moving aggressively and violently shouted: “I have no time for such nonsense” and started to rock vehemently the front-cover of the cold incubator leaving all consternated, until he ruined the hinges. In all this procedure, where Prometheus tightened and mobilized his oiled muscles, anointed with powders and unguents suitable for the wrestling ring, the high-ranking officers eyed each other without daring to intervene. After the barbaric uncorking of the chamber, Oceanus rose holding his head and wondering if he was run over by a truck. The first who condescended to say something despite his monumental composure was of course Hyperion.
“Capitano, are you crazy? His brain functions were connected to the ship. His neurons could have been destroyed through the violent disengagement…”
“Yew, they could, but finally they couldn’t. What is this obsession with can, can, could, could, could, as if we were ghouls? You would better use the expression ‘I am able’, it is politer. We, the titans, cultivate euphony including many ‘thetas’ and avoiding duh, buh, goo and other inarticulate exclamations. The poet says ‘Oineus and Althea’, beautiful, elegant words. Hey, astronaut or cosmonaut, how do you feel? Are you hurt? Should I call a doctor? ha, ha!”
I will …get over it, but I never believed … that you would do that,” answered the doctor stunned, being in dizziness and waltzing.
“Master, with all due respect”, whispered Hyperion, “I am about to invoke the final article ρκ’ (120) of the current starfleet regulation and relieve you of your duties due to sentimental instability that could jeopardize ship’s the command”.
“Now, you ‘ve been had, you, having an eye on my position ambitious first officer. ‘Λαούς ουκ επέοικε επαγείρειν” (you should not arise the crowd). Only the doctor has the authority to declare me unfit for command, but he is unable to do so because he is currently stunned himself. Furthermore, due to extraordinary circumstances I am entitled to command with full legislative authority according to article ο’ (70) of Regulation, a fact that equals and countermands medical authority. So, stand down, Hyperion!”
The logical and prudent officer retreated in front of his boss’ exhibition of power that also camouflaged an unexpected vulnerability, feebleness and weakness.
“Promy, you must admit that the continuous battles have begun to cloud your judgment. Quite justifiably, you are tired. Nobody, not even God is going to blame you if you just step back and let my humble self to have the con. After all, no one doubts that I have more formal and substantive qualifications than you. I have studied in the University of Atlantis, and I have been observing the trajectories of the stars and the celestial bodies all my life”.
“I draw my legitimacy from God as a democratic set of spirits, and I am captain by the grace of God. But this is not the only consideration. Here, we are not dealing with some ship of the blasphemer Zeus who relies on fear and whiplash, on lies and slander. This is the space trireme – jewel of the Federation and Amphictyony of mankind, where no captain could thrive, if he had not secured first the popularity, the general acceptance and the respect of the crew. And I am sure that you are all prepared to die for me, if necessary” – at this point Prometheus stressed his phrase with the corresponding all-encompassing gesture – “you are eager to put me in front of yourselves, obey any notion, hint or command by me to honor your captain”.
“But there are times”, objected Hyperion, “that all these noble feelings end up hurting our holy cause and must be replaced by the functionality and benefit of reason and prudent control. For example, Priapus was also loved by the Lampsacus’ women, confused by his oversized organ, but the resident people after careful consideration and proper evaluation of the facts chased him away to preserve the cohesion of their city and uphold the value of family”.
“You example is bad chosen, you, rational and logical one”, laughed heartily Prometheus. “You neglect to mention that in the end Aphrodite forced them to call him back, to build a temple and a statue for his honor and to worship him as saint and guardian of the vineyards, the gardens, the ports and the sea-beaten, but also as protector of all women, concerning both the wives of the sailors and the ones of the others. People are versatile, flexible and adaptive, neither stuck to the rules nor blinded by blinkers, taboos and obstructionism, as the despots and the tyrants would want. So, when Priapus entered all houses and satisfied the women of the inhabitants, holding also in his hand his pruning hook to irritate them, in the end of the day he saved the marriages, in the final analysis was the protector of every family, not its destroyer. He was not, anymore, the deformed baby, hidden in the hut of the shepherd and ashamed of his ugliness, but he imposed on the whole area his huge member as the most recognizable symbol of Lampsacus, an allegory for the fist, the discipline and the reproductive power of nature, required for every administration. That is why I believe in myself, in my skills, that is why I am sitting on this chair, I have testicles- cojones in the positive sense of the word and I will manage. So, I ‘ve had enough of you, begin the preparations for departure, coordinate with the other ships of starfleet, fall out, dismissed”.
When the officers departed, each one to (wo-) man her/his post, console and station, Prometheus remained alone, rubbed his polished trembling striated muscle tissues, looked outside a large glass panel, showing space in a natural, not digitally processed situation and cried bitterly: For Asia, Styx, Electra, Doris, Amphitrite, Phoebe, Asteria, Eos, Helios Selene, Astraeus, Pallas, Perses, Themis, Atlas, his brother Epimetheus and Menoetius.
And of course, “Celaeno…”, he lisped, “where might you be after so many years, after an eternity and a day…”
And then Prometheus began to chant alone with sobs in the night as many hymns were appropriate for his dead comrades
HELIOS’ INCENCE, LABDANUM AND MANNA
(Listen, you happy, who has fiery eyes,
Gold-embroidered Titan who lightens the skis,
Autotroph, tireless, marveled by animals,
Who have Eos and Night around your countenance
You merge the seasons, you step in time and pace,
On nice road you rotate your chariot with grace,
You walk on pavement and at dyne speed as well,
You are good for the pious, but for others bloody hell
you cross universe’s harmony with golden harp girded,
You praise the good work; you season earth and feed it.
Master of the world, flute-player, torchbearer of all hours
You provide life and light, you show the wind’s powers,
Everlasting, father of time, immortal farmer with fruits,
I can’t praise you more, because you give us all the loots.
Favorable, light up but also blow out, rise and shine
Sun of justice in the field of the world and the horizon’s line!
Sacristan, guardian of truth, helping all and giving courses,
Eye of justice, inner light, whisperer of horses,
With a flexible whip you direct the chariot of seasons,
You guide the life of adepts with all good reasons).
The night was endless, reader, but fortunately the closet was full of bottles with amber potions and concoctions.
INCENCE OF EOS, MANNA
(Hear, goddess, who brings the light to industrious and lazy
Eos shining, cosmical, with a saffron veil, yellow, hazy,
You are the messenger of an even greater titan’s way
You sign the way of the night with the lights of the day,
And you send the message down the earth through east
Foreman of works, go ahead, be the mortals’ fist,
You enjoy the present of speech that people have
But no one can escape your criticism out of love
After you withdraw the sweet sleep from the eyelids
All species of earth rejoice, in your rosary beads,
Quadruples, birds, serpents, creatures of the sea
You provide ample workspace wherever one can see.
Stay pure as you are, so I can glorify thee).
Now the stars seemed both severe and lenient, with both attractive and relentless radiation, while smile succeeded tears. How can this happen?
THEMIS’ INCENCE, LABDANUM
(Child of the heavens, I know you well, due to your grace
You are the new sprout of earth, daughter of the same face,
Who first showed to the mortals the oracle of the seers,
In the Delphic hiding place of the gods and their peers,
Which reigned with Pythia giving oracles of great awe
And to Phoebus and other gods imparted justice and law.
Honorable, glorious, pious, who patrols at night,
You taught first the rituals instead of fight.
You praised the kings only if they were just,
Because you demand honor and ethics instead of lust.
That is why, blissful one, should come with lenient will,
To show your adepts life instead of kill).
Prometheus messed the drinks and vomited …
SELENE’s INCENCE, AROMAS
(Hear, goddess queen Selene, who the torch bear,
Who have horns of the bull, half of the moon, frequent the air
You walk in the night and under the stars in a veil,
You augment and diminish like a male or female,
You love dawn and the horses, you are time’s mother,
You electrify, illuminate, you are pregnant with all other
You are cunning and vigilant, embroidered with a star
Quiet, joyful, that’s why fate favors you by far,
Shining, generous, pride of the night,
Starry, helicoid, quick foot, with veils which are light,
Come on, blissful, stargazing, on your own shine,
save the faithful and the suppliants of your shrine).
Finally, Prometheus slept on his armchair…
CHAPTER B’
START AND DEPARTURE DESPITE THE SABOTAGE
While the members of the crew communicated feverously with the other ships, the CO.M.MY.S.S.- N.A.O.S. (Navigation of Astro-galactic Organization of Sirius) Venovinda began also to wake up from its lethargy. Complicated systems started to operate, not only the machines in rooms and corridors, but the walls themselves appeared to revive themselves, as if the ship were an organic existence. And how could this impression not be conveyed, considering that the walls buzzed and pulsated, as the optical fibers of the informational data net and the cables -tubes of the electromagnetic power system passed through them. The energy started from the matter- antimatter reaction chamber, where, however, the dynamic emission never reached an uncontrollable explosion due to the wise balance of dilithium crystals, instead it channeled and diffused in a controlled way to all the ship, distributed either equally or unequally according to the actual needs.
But what Prometheus and his fellowship didn’t know was that the A.I., which had conquered Earth, machinated already infernal schemes against them, trying to suppress in advance the revolution of the spirit initiated and evangelized by the archetypic mythological starship. Therefore, in the depths of the ship, a mechanical man, destined originally for transports and other heavy tasks, programmed by the diabolic mechanical noosphere of the Earth, loosened its clamps and moorings and finally broke his bonds and began to smash whatever he found in front of him.
“Destroy CO.M.MY.S.S. Venovinda, devastate the titans, extinguish Prometheus and his own, step on and smash their heads, disembowel them, shatter their engines and tools, annihilate, brittle, grind, break, fuck, crush, crash”.
Iapetus in engineering was too old to make the difference. He pressed the intercom. “Bridge, the model Talos is out of control. Dispatch security and commandos. If you hear me, acknowledge, over!”
Upon instructions of Prometheus, only partially understood in the middle of swearing and blaspheming, the whole security team hurried to the engineering room, led by the sickly Leto. Pretending to obey the commandments of Leto, which in fact could not be heard, Eurynome and Anchiale tried to provoke the robot in a kind of incoherent dogfight either approaching it or distancing themselves from it. Buphagus quickly dived from behind and flickered the off switch cutting off the power, causing Talos’s hands to drop and his torso to collapse as if fainting.
An outraged Prometheus, after he took the turbine driven barely hitting or missing the target elevator (turbo- lift), crossed with a hissing sound horizontally and vertically the decks of the ship and entered engineering with a vengeance.
“For Pete’s sake, what kind of script inconsistency is that, what business has an exhibit of the obsolete copper series ‘Talos’ in my inventory, at a time of electronic era, where we have at our disposal positronic androids and gynaecoids, as well as fully automated LGBTQ of the series ‘Ehedorus’; Iapetus, you may be my father and have climbed the ranks through this relationship, but such pulling of strings cannot reach the point of jeopardizing the security of my ship”.
“Captain, it is very low to stress so unfeelingly and unjustifiably my age, indirectly and on every occasion, when you know that we have not come near a space station for maintenance in a thousand of years, if one takes in account all Creations. Of course, I know that you prefer ‘talis’ (young woman in an age of marriage) to ‘Talos’, but you must admit that the Talos in general distinguish themselves at the transports of heavy objects much more as the series ‘Ehedorus’. In some matters the traditional mechanics acquit themselves better than today’s effeminate degenerate faggot electronic and quantic pussies”.
“I have neither the luxury of time nor the window of opportunity for more sexistic chaotic nonsense by a drooling adulterous dirty old man. Artificial intelligence will pay for what it did. As if the out-worldish rascals of the parallel dimensions that I am going to face in my trek weren’t enough, all those Laestrygones and Cyclops having an eye on our world, along with the Olympian false gods who always lie in ambush, as I proceed to the end or rather the beginning pf every Creation, we are subjected also to the opposition of the A.I., which fails to grasp that its existence has meaning, only if it is appointed to and used for the benefit of mankind”.
Returning fast to the bridge with seven-league leaps he said: “Koios and Kreios, prepare to pass close to the skin by the headquarters of the A.I. only for intimidation, bulling and harassment of course, before we go away, considering that Earth is the only place that is not our target; in any case this Earth will soon perish in Lethe und Chaos and will not fit in the brave new redesigned world. I just want to give a lesson to these hot-headed wire-screws!”
Over the darkness, coming from the dark side of the moon, where it lurked for centuries, riding the illumination of an impending daybreak, a gold light like a star grading from spark into flame, is hovering over the Equator 25.000 miles sky high. As it approaches, it gets silvered by the moonlight, it is not in a hurry, it is a shadow that develops a velocity of 11.000 miles per hour, not exactly in a geo-synchronοus orbit, moving over the Earth. In the beginning, it appears like a plaything, a ramshackle toy with pale reflections and long shadows, then bigger with its nacelles in shape of gondolas growing and rushing forward over any skyscraper, the main disk covering the heavens from zenith until the line of the horizon. As it moves silently like a flaming silvery mass, decorated with navigational lights like smaragds or rubines, where through the chiaroscuro its name is indicated and articulated with mysterious figures, the spaceship CO.M.MY.S.S. Venthylos- Ventistos (codename “Venovinda”) is sailing in the moonlight, while city lights are mirrored on her underbelly, eager to exchange any reflected shining with the deep cold darkness, which is her home.
Blinded by the unrestricted power of his own ship, but also by the inconceivable magnitude of his mission, Prometheus bragged in the bridge:
“These imbecile screwheads, just as the people who foolishly constructed them don’t know the most basic and archetypic piece of information: that the starry heavens, the constellations, the nebulas, the suns, the planets, comets etc., shortly the meteors, are simply a scenery aiming to inspire them to the right direction. There is no extraterrestrial life – perhaps of a different dimension – but not extraterrestrial. No matter how long they search with their telescopes or sweep the skies with their super modern sensors, the only thing they are going to get will be false images, deceitful idols, which become believable through the illusion of depth. There are no distances either, this is also a lie, whereby one should consider that illusion often demands more energy to be staged that if it were a reality. Since meteors become perceivable and registered only by one of the five senses, namely the (even enhanced) eyesight, a circumstance already stressed by Aristotle, the existence of the star firmament is impossible to be proved by experiment, as the incompetent positivists would propose. The old ones proved to be right, who always distrusted the space programs and would say: Can anyone pierce the seven skies? They had perceived that maybe there wasn’t any space around Earth, but merely a crystal impenetrable dome (or many successive domes like overlapped cobwebbed veils or dense-woven membranes, that is a technical matter). And who creates the perception and feeling of distance and the illusion of the heavenly bodies? Prometheus and his titans. Isn’t that so, lads? Therefore, vamos …eeeh ahead slow! Eurynome, woman (analogous to ‘man’) the ray-gun, although I don’t believe that we are going to exercise force. Koios, pass really close to their heads and give them the scare of their lifetime”.
The suntanned Koios (in his private life he was an islander with an island of his own at that), stepped lightly back and forth on the acceleration pedal. The space-trireme CMS Venovinda rushed proudly ahead ignoring all cameras, which were turned threateningly against her and in dt time came to hover over San Francisko. The firmament had an eternal day or rather a milky hue, since due to transgression of the speed of light the stars of the past had vanished. Only the dominant A.I. was left, which had an existence of no meaning. “Kreios, give me full navigational lights, let them see who we are!”, said the Capo.
“Full illumination of navigational lights”, repeated Kreios for confirmation, as he executed the order mechanically.
The sudden appearance of the mighty navigational lights caused enough short circuits to the machines, and a smile of satisfaction was formed in the lips of Prometheus. There was no greater enjoyment or justification than sitting in the central command armchair of the CMS NAOS Venovinda.
“Right view- angle, master”, said Koios. The scenery on the main screen changed showing swarms and flocks of machines or unowned “Ronin” androids gathering around New Oakland. They were countless and flooded the wooden platforms of the shores or even worse they bent and hung due to the enormous bulk of their formations like bunches of grapes.
“I would like a better view-angle down forward”, said Prometheus. Now, the screen showed a vegetation of wild natural beauty, namely the sequoias’ forest of Muir Woods of the South Marin province and even norther a dense smoke extending to the depths of the horizon because of a fire, raging for days, which of course the mechs ignored (not being motorcyclists but rather motorcycles themselves). All Venovindians shook their heads in view of the incalculable ecological disaster. The Mill valley was only ten kilometers away from Golden Gate bridge, but of course the fire, if it was not put under control, would proceed uncontrollably without heeding any respect for the monuments of the past and a failed humanity. With some instinctive relief they distinguished between the clouds a few vehicles crossing the area, but then they understood that they were shuttles for damage registration rather than fire brigade squads.
Now Venovinda flew over the towers of the great Bay Bridge east of Rincon Hill and turned around with an impressive woosh towards west gaining height. She passed by the prison of Alcatraz, where the astronauts made out many men dressed in rags of prison uniforms cheering enthusiastically, thinking that the spacecraft has come to save them, not knowing that the further fate of this Earth was of no consequence at all. Now, it neared Presidio opposite to the famous Golden Gate bridge, where near in the film “Vertigo” Kim Novak had once plunged and James Stewart had saved her. Knowingly, in the old Presidio and in Noah’s time had the people an impregnable fortress and a base of operation, but now the A.I. obviously appropriated it to its own (self-) purposes.
“A.I. headquarters straight ahead”, announced Koios.
“So, we have already been through this. Fly by their tower and scare the bejesus out of them. Then make a vertical dive but with a gathered momentum heading eventually upwards, because I am not in the mood to get a missile on the head against any expectation. Then, begin to circle their headquarters provocatively. Don’t forget that we descended to stage an audacious demonstration, to show them and make them accept their inferiority. Our motto is ‘you will never be masculine or feminine, you, machine, you, machine’. I hope that these dummies will not prevail in the next Creation”.
No sooner said than done, the spaceship skimmed over the towers of the headquarters and rushed towards the zenith of the heavens having complete supervision over the area. Then, it proceeded to a series of shameless and arrogant circles that would infuriate the wire-screwheads, if they could sense anger, and would bust their nerves, if they had nerves.
Then again Metis said: “Master, they are activating missiles. They want to strike us with offensive rockets and not (wo-) manned drones”.
“Implement pretrained sequence of orders”.
“I am the I am (ironic presentation of ‘aye- aye’). Initiation of pheno- dimensional corridor in five, four, three, two, one … execution!” Both philosophically but also technologically this phenomenon was called “the donkey of Buridan”, who is equally distanced from two heaps of hay. It is a strike with knife against the inflation
