Άρθρα

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ “ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ” ΒΙΒΛΙΑ 1-8 (ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΙΣ 12-11-2019)

ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ «ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ- ΒΙΒΛΙΑ 1-8

Σάς ευχαριστώ για παρουσία σας εδώ. Όλοι εσείς, άνθρωποι διακεκριμένοι ο καθένας στον τομέα του, προσδίδετε στην εκδήλωση αυτή ξεχωριστή αίγλη. Ανταποκρίνομαι στην τιμή, που μού κάνατε, λέγοντας ότι σάς κάλεσα για να σάς προσφέρω κάτι. Και εξηγούμαι.
Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, είχα την τύχη να μεταφράσω σχεδόν το σύνολο των συμπερασμάτων του μεγάλου φιλέλληνα φιλοσόφου Χέγκελ και συγκεκριμένα τα έργα: Επιστήμη της Λογικής, Φιλοσοφία της Φύσης Φιλοσοφία του Δικαίου, Ιστορία της Φιλοσοφίας και Αισθητική, όλα σε εκδόσεις της Νομικής Βιβλιοθήκης, που σήμερα μάς φιλοξενεί. Ξεκάθαρα λέγω ότι η ελληνική αγορά οφείλει χάριτας στην Νομική Βιβλιοθήκη για την έκδοση αυτής της σειράς, διότι κάποιος πρέπει να βρεθεί να εκδώσει και βιβλία δύσχρηστα, μη ελκυστικά και απαιτητικά για τον αναγνώστη, που όμως έχουν μεγάλη αξία (την εποχή που οι κανόνες του ευπώλητου δεν είχαν ακόμη καθιερωθεί, Ο Χέγκελ απορούσε και έλεγε: «Είναι δυνατόν η Λουσίνδη του Σλέγκελ, ένα απλό ρομαντικό μυθιστόρημα να έχει περισσότερες πωλήσεις από τη Φιλοσοφία του Δικαίου μου;). Προκειμένου λοιπόν να εμπεδώσω όσα είχα μελετήσει, αλλά και να καταστήσω την όλη μεταφραστική διαδικασία πιο διασκεδαστική, παράλληλα με κάθε μετάφραση έγραφα και ένα- δύο λογοτεχνήματα από αυτά που θα παρουσιάσω σήμερα. Τα εκδίδω στον εκδοτικό οίκο «Συμπαντικές Διαδρομές», μία ομάδα νέων παιδιών, που γυρίζουν σε Ελλάδα, Γερμανία και Κύπρο μεταφέροντας και διοχετεύοντας πνευματικά ρεύματα και νάματα σε διψασμένους αναγνώστες. Θεωρώ ότι αξίζουν την υποστήριξή μας.
Να σάς εξομολογηθώ καταρχάς πώς ξεκίνησε ο έρωτας με τον Χέγκελ. Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο στα 18 μου, έτυχα να παρευρεθώ σε πολλές ενδιαφέρουσες συζητήσεις, που γίνονταν τότε μεταξύ μεγαλύτερων φοιτητών. Διαπίστωσα λοιπόν ότι τόσο οι «αριστεροί», όσο και οι «δεξιοί» συζητητές, εκ των οποίων οι πρώτοι επιχειρηματολογούσαν κυρίως με βάση τον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ, ενώ οι δεύτεροι με βάση τον Μαρξ και τον Ένγκελς, όταν η συζήτηση σοβάρευε και θεωρητικοποιούνταν, επικαλούνταν αμφότεροι τον Χέγκελ! Υπήρχε μάλιστα και έριδα, αν Χέγκελ είπε αυτό ή εκείνο, εγώ δε εντυπωσιασμένος σκεφτόμουν «ποιος είναι άραγε αυτός ο Χέγκελ, στον οποίο καταλήγουν όλες οι συζητήσεις, όταν ανάψουν και κλιμακωθούν; Ο δεύτερος έρωτας εκτυλίχθηκε στην Γερμανία, όπου βρέθηκα να σπουδάζω την δεκαετία του ’80, πραγματοποιώντας ένα όνειρο του πατέρα μου, 45 χρόνια δικηγόρου των Αθηνών, για τον οποίο οι σπουδές στη Γερμανία ήταν το απόλυτο φετίχ. Ήμουν σε μία επαρχιακή πόλη, το Μπίλεφελντ, όπου ο ρυθμός ζωής μου ήταν αντίστροφος από τον ελληνικό. Συγκεκριμένα διασκέδαζα το πρωί, περιδιαβαίνοντας τα πολυκαταστήματα και παρακολουθώντας πρωινές παραστάσεις κινηματογράφου, ενώ το βράδυ μετά τις 6.00 μ.μ. το μόνο κτίριο, που ήταν ανοιχτό και μάλιστα μέχρι τις 1 π.μ. ήταν το τεράστιο πανεπιστήμιο της περιοχής, δημιούργημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Βίλυ Μπραντ, που στέγαζε όλες τις ειδικότητες και κατανάλωνε ρεύμα όσο μία πόλη 50.000 κατοίκων. Εκεί λοιπόν είχα την ευκαιρία να διαβάσω πολλούς τόμους του Χέγκελ και άλλων, ακόμη και όσους ήσαν γραμμένοι με γοτθική γραφή, πράγμα για το οποίο τότε ήμουν ιδιαίτερα υπερήφανος. Άλλωστε μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όλα τα βιβλία στη Γερμανία ήσαν γραμμένα με γοτθικά στοιχεία. Θυμάμαι έντονα βιβλία επαγγελματικών ενώσεων από την εποχή του ναζισμού, που μιλούσαν για την ευθυγράμμιση συνδικάτων και δικαιοσύνης και στην πρώτη σελίδα αποκαλούσαν τους συναδέλφους της εκάστοτε συντεχνίας «συντρόφους» με συνοδεία τριών θαυμαστικών!
Ξέρω ότι όποιος έρχεται σε εκδήλωση για τον Χέγκελ θέλει να ακούσει και ορισμένα περί διαλεκτικής. Δεν θα σάς απογοητεύσω λοιπόν και θα μιλήσω και γι’ αυτό. Η διαλεκτική ξεκινάει από τους αρχαίους Έλληνες, όπου σήμαινε όλο και πιο επαρκείς τρόπους πραγματεύσεως του γνωστικού αντικειμένου, που εφαρμόζονταν διαδοχικά στο εξεταζόμενο πράγμα και οδηγούσαν βαθμιαία από ένα ατελέστερο σε ένα πληρέστερο συμπέρασμα. Για τους αρχαίους η διαλεκτική απαρτιζόταν από βαθμούς πιθανολόγησης, απόδειξης και βεβαιότητας σχετικά με το γνωστικό αντικείμενο. Χαρακτηριστική είναι η διαδοχή εννοιών του Πλάτωνος στην παραβολή του σπηλαίου: εικασία, πίστις, διάνοια, νόησις. Το τι σημαίνουν τα δύο πρώτα το καταλαβαίνουμε, να σημειώσουμε όμως ότι η νόηση δεν ταυτίζεται με τη διάνοια, διότι η μεν τελευταία περιορίζεται στην κατανόηση του αντικειμένου, ενώ η νόηση εναρμονίζει το εκάστοτε μερικό συμπέρασμα με το περιβάλλον. Ας θυμηθούμε επίσης το κλασικό επιστημολογικό έργο του Πλάτωνα «Θεαίτητος». Εκεί υποστηρίζεται ότι, σε πρώτη φάση, γνώση είναι η αίσθηση. Ακολούθως, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι σημαντικά όλα τα δεδομένα των αισθήσεων και ότι ορισμένα από αυτά πρέπει να αναδειχθούν και να μη ξεχαστούν, συγκροτώντας έτσι την α-ληθή γνώμη. Ύστερα προστίθεται και η λογική ανάλυση, οπότε ανακύπτει η μετά λόγου αληθής γνώση. Συναφή και τα του Καρνεάδη: «πίστις πιθανή» ως πρώτη προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου, «πίστις πιθανή και απερίσπαστος», η οποία ενέχει την επαλήθευση και την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων, τέλος δε «πίστις πιθανή, απερίσπαστος και περιοδευμένη ή διεξοδευμένη», που προϋποθέτει κοινοποίηση της γνώσης στην επιστημονική κοινότητα. Αυτή είναι η περίφημη διαλεκτική επιστημολογία των αρχαίων Ελλήνων, που στηριζόταν στην αλληλουχία «ποικιλίας, επιλογής και σταθεροποίησης», αποτελεί δε και σήμερα πολύτιμο εργαλείο χειρισμού για τους επιστήμονες. Ο Χέγκελ τη γνώριζε πολύ καλά, ο ίδιος δε υιοθέτησε το μοντέλο του Ζήνωνα του Κιτιέα, που συμβόλιζε τα ανεπεξέργαστα δεδομένα με ανοιχτή παλάμη, τα ουσιώδη στοιχεία με δάκτυλα που προοδευτικά κλείνουν και τις έννοιες με γροθιά. Αντιστοίχως στη δική του Επιστήμη της Λογικής συναντάμε κατά σειρά το Αφηρημένο Είναι, την Ουσία και την Έννοια.
Η καθαυτή διαλεκτική του Χέγκελ συνίσταται στο να τίθενται οι αντιθέσεις της καθημερινής ζωής νοητικά με κατάστρωση συλλογισμού ως αντιφάσεις, κατά τρόπον ώστε να αποκαλύπτεται ότι είναι φαινομενικές και έτσι να επιλύονται. Ειδικότερα, οι αντιφάσεις επιλύονται με καταφυγή σε βαθύτερη πιο βασική έννοια. Ο Χέγκελ την ονομάζει “Grund”, που σημαίνει «αρχή, αιτία, λόγο, βάση». Έτσι η φαινομενική διαφωνία των δύο αντίθετων πόλων διαρθρώνεται σε διαφορετικά επίπεδα. Τούτο είναι ακριβώς η εργασία, που επιτελεί ο νομικός, η οποία ανάγεται σε κατ’ εξοχήν διαλεκτική δραστηριότητα. Από τον Χέγκελ προέρχεται η νομική ορολογία, αν ένας ισχυρισμός είναι βάσιμος ή όχι, διότι κατά το 19ο αιώνα όλοι οι καθηγητές του δικαίου στην Ευρώπη ήσαν Εγελιανοί και θεμελίωσαν θεωρητικά για πρώτη φορά τους όρους αυτούς.
Γνωστή είναι επίσης η διαλεκτική του Μαρξ. Ο Μαρξ δεν ανεχόταν καμία νοητική αφαίρεση, ήθελε να αναλύονται οι καταστάσεις κατά τρόπο απολύτως συγκεκριμένο, πράγμα βέβαια εγγενώς δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς ότι σκέψη σημαίνει γενίκευση. Ειρωνευόταν τους άλλους διανοητές ότι έλεγαν πράγματα αφηρημένα και όχι συγκεκριμένα και χρησιμοποιούσε για να τούς επικρίνει την δηκτική έκφραση “cacatum non est pictum” (αποπατημένο δεν σημαίνει ζωγραφισμένο). Επίσης ο Μαρξ ασχολήθηκε και με αγεφύρωτες αντιθέσεις που δεν συμφιλιώνονται και οδηγούν νομοτελειακά στη σύγκρουση. Στο σημείο αυτό αρκεί να συγκρατήσουμε ότι για τον Χέγκελ η αντίφαση είναι φαινομενική αντίθεση, που επιλύεται νοητικά, ενώ για τον Μαρξ αντίφαση είναι απλά επίταση της αντίθεσης, που οδηγεί σε σύγκρουση.
Άλλα σημαντικά στοιχεία της διαλεκτικής είναι τα εξής: α) οτιδήποτε γίνεται, λέγεται, γράφεται ή υπονοείται είναι αντικείμενο της επιστήμης. Δεν υπάρχει τίποτε εκτός επιστήμης. β) Η διαλεκτική εκτιμά το ελάχιστο και το απείρως μικρό, διότι μόνο με τη συσσώρευση του απειροελάχιστου μπορεί να επιτευχθεί μία ποιοτική αλλαγή.
Περνάμε γρήγορα-γρήγορα στην παρουσίαση των μυθιστορημάτων, αφού διευκρινίσω ότι γνωρίζοντας ως εκ της ζακυνθινής μου καταγωγής τους δύο πυλώνες, στους οποίους στηρίχθηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, δηλαδή την μελέτη του γερμανικού ιδεαλισμού (μάλιστα και του Χέγκελ) και την κρητική σχολή, προσέδωσα και ελληνικό ενδιαφέρον στα εκλαϊκευτικά μυθιστορήματά μου χρίζοντας τον Σολωμό ως πρωταγωνιστή στο 1ο και 8ο βιβλίο της σειράς.
Α) Φαρμακωμένη. Το σενάριο θέλει την μελλοντική Φαρμακωμένη, πριν προβεί στο απονενοημένο διάβημα, να απευθύνεται στον Χέγκελ, προκειμένου να τής εντοπίσει την ψυχή του νεκρού αγαπημένου της. Ο Χέγκελ με τη χαρακτηριστική ευκολία, που τον διακρίνει, μεταφράζει τη μεταφυσική σε διαλεκτική και την «ψυχή» σε γεωγραφικά στίγματα και συντεταγμένες, τις οποίες ερευνά σε διάφορους λογικούς κυρίως κόσμους και διαστάσεις θεμελιωμένες συμπερασματικά. Στο μυθιστόρημα αυτό γίνεται για πρώτη φορά λόγος σχετικά με τους «συνθετιστές» του Χέγκελ ως εργαλεία, που τού προσδίδουν περαιτέρω δυνάμεις συγκριτικά με τους κοινούς θνητούς. Γενικά η Φαρμακωμένη είναι ένα έργο υποδομής, που αν κανείς δεν το διαβάσει, δυσκολεύεται να εννοήσει τα επόμενα.
Β) Εναντίον Σοπενχάουερ. Είναι γνωστή η θανάσιμη κόντρα των δύο ανδρών λόγω του ότι ο Χέγκελ θεωρούσε τον Σοπενχάουερ λαϊκιστή στο χώρο της φιλοσοφίας, ενώ ο Σοπενχάουερ τον ζήλευε για τη μεγάλη επιρροή του. Αυτό που ίσως δεν είναι γνωστό είναι πως η σύγκρουσή τους επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα της πραγματικότητας από το μικρόσκοσμο μέχρι τον μακρόκοσμο αποκτώντας τα χαρακτηριστικά μίας κοσμοϊστορικής και εσχατολογικής μάχης, αυτό που οι Αγγλοσάξονες θα ονόμαζαν “cosmic confrontation”.
Τα βιβλία Α’ και Β’ αντιστοιχούν στην Επιστήμη της Λογικής ρου Χέγκελ.
Γ) Χαμένος Ορίζων. Εδώ λόγω παραβίασης κάποιων φυσικών νόμων ο Χέγκελ αναγκάζεται να πραγματοποιήσει μία κατάβαση στο υποσυνείδητο. Καθώς λέγει, όταν κανείς ασχολείται σοβαρά με κάτι, βρίσκει αναπάντεχους συνοδοιπόρους. Θα δείτε ποιους συνοδοιπόρους βρήκε ο Χέγκελ σ’ αυτό το μνημειώδες ταξίδι και θα κρίνετε αν η πλοκή σάς θυμίζει περισσότερο «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης» του Βερν. «Θεία Κωμωδία του Δάντη» ή Νέκυια του Ομήρου. Το βιβλίο δανείζεται πολλά στοιχεία από τον «Χαμένο Ορίζοντα» του Τζέιμς Χίλτον.
Δ) Ατλαντίς. Η έρημος, η αναζήτηση της μυθικής Ατλαντίδας, αλλά και η αναζήτηση της αιώνιας γυναίκας συνθέτουν την απόλυτη περιπέτεια. Το έργο φιλοδοξεί να είναι η συνέχεια της «Ατλαντίδας» του Πιερ Μπενουά.
Τα βιβλία Γ και Δ αντιστοιχούν στα κεφάλαια της Εγκυκλοπαίδειας του Χέγκελ «Ανθρωπολογία, Φαινομενολογία, Ψυχολογία».
Ε) Πόροι του Χρυσού. Ο Χέγκελ μετέχει σε μία διάσημη εξερευνητική αποστολή και ανακαλύπτει στα δάση της Βραζιλίας το θρυλικό Ελ Ντοράντο. Η αυστριακή αποστολή, που εξερεύνησε τον Αμαζόνιο είναι γνωστή, η συμμετοχή όμως του Χέγκελ σ’ αυτήν είναι μυθοπλασία. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Χέγκελ βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στα παραδείσια πτηνά με το πλουμιστό πτέρωμα και τη στριγκιά φωνή, αντιστρόφως ανάλογα με τα γερμανικά άσχημα αηδόνια, καθώς και στα έντομα που καμουφλάρονται σαν ξύλα για να ξεγελάσουν τους εχθρούς τους, διατυπώνει δε και άλλες φυσιολατρικές παρατηρήσεις, που πολύ τον γοήτευαν.
Στ) Τελευταία Νύχτα. Την τελευταία νύχτα της ζωής του ο Χέγκελ επισκέπτεται διαφόρων ειδών φυσικούς κόσμους, άλλους στηριγμένους πάνω στην αιτιοκρατία και την επιστήμη και άλλους βασισμένους στην βούληση και τη μαγεία. Πρόκειται για τις βουλητικές και τις αιτιοκρατικές συνθέσεις, που συνάγει κάποιος, αν διαβάσει το έργο του Ευάγγελου Μουτσόπουλου «Σχολαστική Διανόησις- Καταβολαί και Διαμόρφωσις».
Τα βιβλία Ε και Στ αντιστοιχούν στη Φιλοσοφία της Φύσης του Χέγκελ.
Ζ) Οι Εργάτες της Μοίρας. Το δικαιϊκό και πολιτικό βιβλίο της σειράς. Σε έναν απροσδιόριστο χώρο και χρόνο λαμβάνει χώρα ένα πείραμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μίας κοινωνίας. Αυτό αποτελεί αφορμή, ώστε να αναδειχθούν όλες οι παιδικές ασθένειες και όλα τα παιδαριώδη λάθη, που συνήθως γίνονται σε τέτοιες περιστάσεις. Βασίζεται σε ιδέες και δομικούς λίθους των αδελφών Στρουγκάτσκι, που είχαν γράψει το αντίστοιχο βιβλίο για τον Στάλκερ του Ταρκόφσκι. Οι αδελφοί Στρουγκάτσκι έχουν ζήσει τα σοσιαλιστικά πειράματα στο πετσί τους και πρέπει επιτέλους να ακούσουμε τι έχουν να πουν οι άνθρωποι αυτοί του πρώην ανατολικού μπλοκ, ώστε τα ίδια λάθη να μην επαναληφθούν.
Η) Διονύσιος Σολωμός. Πρόκειται για βιβλίο αφιερωμένο στην Αισθητική, όπου μαθαίνουμε ενοχλητικές λεπτομέρειες για τη ζωή του Σολωμού, που πάντοτε υποψιαζόμασταν και κανείς δεν τολμούσε να τις θίξει. Αποκαλύπτεται σε παγκόσμια αποκλειστικότητα η αλληλογραφία μεταξύ Σολωμού και Χέγκελ, που όπως λέγει ο φίλος πρόεδρος του ΚΕΛΔ, κάποτε θα βρεθεί σε κάποιο συρτάρι. Γίνεται λόγος και πάλι για τους συνθετιστές του Χέγκελ και οι δύο σοφοί καταλήγουν ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Επίσης, εδώ διενεργώ ένα λογοτεχνικό πείραμα, δηλαδή συμπληρώνω το ποίημα του Σολωμού «ο Λάμπρος» με στίχους δικούς μου και άλλων ποιητών και αγωνιώ για την ετυμηγορία σας.
Δύο είναι οι λογοτεχνικοί μου στόχοι. Α) Προσπαθώ να γράφω επιστημονικά. Αν η επιστήμη είναι η τέχνη του να παρουσιάζεις αυτό που συνέβη, η λογοτεχνία είναι η επιστήμη να παρουσιάζεις τι θα μπορούσε να συμβεί. Καμιά φορά μάλιστα αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, έχει πιο στέρεες προϋποθέσεις από αυτό που τελικά συνέβη, διότι στην τελευταία περίπτωση παίζει ρόλο και η τύχη. Δεδομένου ότι, όπως για τους Καντ, Βιτγκενστάιν η σκέψη δεσμεύεται από την εμπειρία ή τη γλώσσα, έτσι και για τον Χέγκελ οριοθετείται από την παραστατικότητα, η χώρα της φαντασίας δεν είναι απεριόριστη, γι’ αυτό όποιος φθάνει πρώτος σε κάποια γωνιά της πρέπει να τιμάται και να μνημονεύεται. Στο μέλλον και τα έργα τέχνης θα περιέχουν εκτενείς παραπομπές, όπως και τα επιστημονικά πονήματα.
Β) Λένε ότι η διαλεκτική αφηγείται μία αιώνια Ιστορία, την Ιστορία του ανθρωπίνου γένους, που είναι σαν ένας ποταμός. Άλλοι μπαίνουν στα νερά του και παρασύρονται, άλλοι τον απολαμβάνουν κολυμπώντας, παρότι «ουκ εστίν δις εμβήναι εν αυτώ», άλλοι πλατσουρίζουν στα ρηχά και άλλοι τον επισκοπούν από μακριά. Αν κρίνετε ότι μπόρεσα έστω και από μακριά να παρακολουθήσω αυτό τον ποταμό, αυτή την αιώνια Ιστορία που θυμίζει το παραμύθι της Σεχραζάτ στον σουλτάνο, αυτό θα είναι για μένα μεγάλος έπαινος, ενθάρρυνση και ικανοποίηση. Σάς ευχαριστώ.