ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΕΞΟΔΟΣ”

ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           “ΕΞΟΔΟΣ”
Στήστε ψηλά τα λάβαρα ,πάνω απ΄το Μεσολόγγι ,
βάλτε στο πλάι τους νεκρούς, προσκυνητές της Δόξας ,
φτιάξτε τιμητική πομπή γενιές των απογόνων ,
να περπατάτε ανάλαφρα στη γης οπού πατείτε,
είναι σπαρμένη κόκαλα και ποτισμένη μ ΄αίμα
κι ο αέρας π΄αναπνέετε, μπαρούτι καπνισμένο .
Από την τάφρο ακούγεται αχός και μοιριολόι ,
μανάδες με μικρά παιδιά και νιες και παλλικάρια
της λεφτεριάς το γιόφυρο παλεύουν να διαβούνε ,
κοινώνησαν τη λασπουριά κι είπανε στο Θεό τους
να τους προσμένει αντίπερα στου Χάρου το κονάκι,
γιατί δεν παραδίνουνε τούτοι το Μεσολόγγι,
τι τα κλειδιά του κρέμονται στων κανονιών τη μπούκα .
(εμπνευσμένο από τον πίνακα της εξόδου του Μεσολογγίου από την Δημοτική πινακοθήκη του Μεσολογγίου που επισκέφθηκε ο ΚΕΛΔ ΣΤΙς 6/10/2019 )

ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ”

<<ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ >> (ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ)

Μες τις παλάμες σου κρατάς
του Αμβρακικού τον κόλπο ,
ανάμεσα στα δυό βουνά ,
κυρά μου , ξαπλωμένη ,
και ροβολούν για να λουστούν
στης θάλασσας την άλμη
η πρασινάδα της ελιάς
και του μαΐστρου η αύρα .

Κρατάς από παλιά γενιά ,
Λιμναία τ΄όνομά σου ,
τα τείχη στέκουν γίγαντες,
βουβοί ,αποκαμωμένοι,
έχουν να πούνε θάματα ,
πολέμους, κατακτήσεις.
Τη μια Βάλτο σε είπανε ,
Καρβασαρά την άλλη ,
μα, νύμφη του Αμβρακικού
πάντοτε, συ , θα μένεις .
(ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ ,5/10/2019)

ΕΠΕΣΤΡΕΨΑ

Και να που επέστρεψα,
στον τόπο του εγκλήματος,
εδώ που κάθε ανάμνησή σου,
κόβει,
πιο κοφτερή κι από τον έρωτα,
πιο απαιτητική απ΄το θάνατο,
ζητώντας μία Λύτρωση
που χάνεται,
μέσα στου Χρόνου
τους μαιάνδρους…

ΣΤΕΚΩ ΨΗΛΑ

Στέκω ψηλά
και σε παρατηρώ με απορία,
βήμα κοφτό,
δειλό, μικρό,
συμμαζεμένο,
φόβος
μήπως ταράξεις τον αέρα.
Κι η αγωνία
στα μαλλιά σου ξαπλωμένη,
μην κάτι πεις,
μη συσπασθεί το πρόσωπό σου,
μη σε προδώσει
η ανεπαίσθητη ρυτίδα,
μήπως τα μάτια
δείξουν περισσότερο σαγήνη,
και η φωνή σου,
να μην ξεφύγει
από τα τετριμμένα.
Τις ίδιες φράσεις,
ίδιες εκφράσεις
ίδια ανάσα.
Φόβος μονάχα…
Μη γίνει αντιληπτό
πως αναπνέεις.
Κλεφτά, κοφτά,
δειλά, συμμαζεμένα.
Κι εγώ, που αναδύθηκα
ως Αφροδίτη
από τη μήτρα της αβύσσου,
αναρωτιέμαι
πώς τάχα το δικό μου
ανάριο βήμα
θα συνταιριάξει
τελικά με το δικό σου …

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

 

Η μοναξιά δεν έχει όνομα. Τι όνομα να δώσεις στο κενό που χάσκει…
Ούτε και πρόσωπο έχει,
πλανιέται μόνη,
δίχως μάτια,
γιατί τα μάτια πάντα κάτι έχουνε να πουν.
Δίχως στόμα ,
στη θέση του ραμμένη μια σιωπή.
Δίχως ρουθούνια,
άραγε ποια η οσμή του άδειου,
ανάγκη ν΄ αναπνεύσει δε, καμία,
αφού δε μέλλεται ποτέ της να μιλήσει.
Η μοναξιά δεν έχει χέρια,
κλαδιά αποξηραμένα δίχως αφή,
μαράθηκαν από την έλλειψη του άλλου.
Μα ούτε και πόδια,
ριζώνει στις καρδιές τις πονεμένες
και θεριεύει…
Μονάχα αυτιά, αιώνια τεταμένα
μήπως και κλέψουν λίγους ήχους ευτυχίας
απ΄ τους θιάσους των ερωτευμένων
καθώς γυρνούν χαράματα στους δρόμους .