HUBERT CRACKANTHORPE
Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: Μια κριτική προσέγγιση στο δοκίμιο του ΟΔΥΣΣΕΑ Λ. ΣΠΑΧΗ με τίτλο «ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ». Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΣΚΟΠΙΑ.

                                           

«ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ»
Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΣΚΟΠΙΑ

              (Μια κριτική προσέγγιση στο δοκίμιο του Οδυσσέα Λ. Σπαχή με τίτλο «Δίκαιο και Ισχύς στον ΄΄Ερωτόκριτο΄΄ του Βιτσέντζου Κορνάρου», εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα, 2021)

Ο κύριος Οδυσσέας Σπαχής, τον οποίο είχα την χαρά να γνωρίσω πριν από λίγο καιρό, είναι κατ’ αρχάς νομικός, εφέτης στον τομέα της Διοικητικής Δικαιοσύνης με βαθιές γνώσεις και τεράστια εμπειρία στα ζητήματα της επιστήμης του. Όμως δεν περιορίζει τις δραστηριότητές του μόνο στο πεδίο της Θέμιδας. Εδώ και χρόνια ασχολείται με την λογοτεχνία, τόσο με την ποίηση (ΠΟΡΦΥΡΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ,ΑΜΗΧΑΝΟ ΚΑΛΛΟΣ,ΕΥΝΟΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ), όσο και με το δοκίμιο (ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΜΙΝΩΙΚΟ ΜΥΘΟ, Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ),ενώ παράλληλα τα ενδιαφέροντά του επεκτείνονται και στην ιστορία και τη φιλοσοφία, τις οποίες επίσης έχει μελετήσει ενδελεχώς. Ειλικρινά η πολυμάθειά του με εξέπληξε. Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν άνθρωπο αναγεννησιακό, homo universalis, που απεχθάνεται τη νοοτροπία της εξειδίκευσης και του εφησυχασμού (πνευματικού και επαγγελματικού) που όλο και περισσότερο μοιάζει να κερδίζει έδαφος στην εποχή μας. Είναι λοιπόν αναμενόμενο, ένας άνθρωπος με τέτοια ιδιοσυγκρασία και τόσα ενδιαφέροντα να καταπιαστεί και μ’ ένα μνημειώδες κείμενο της ελληνικής γραμματείας, τον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ του Βιτσέντζου Κορνάρου, γέννημα της Κρητικής Αναγέννησης. Εξάλλου η καταγωγή του συγγραφέα, που είναι γέννημα θρέμμα των Ανωγείων, από μόνη της μοιάζει να του υπαγορεύει δίκην καθήκοντος την ενασχόληση μ’ ένα λογοτεχνικό έργο που έχει ταυτιστεί με το νησί του και τραγουδιέται μέχρι και σήμερα από γέροντες στα πιο απομακρυσμένα χωριά.
Ο συγγραφέας, όπως εξομολογείται και ο ίδιος, διάβασε πρώτη φορά το βιβλίο στα 18 του χρόνια. Αποτελεί εξάλλου για κάθε Κρητικό κάτι σαν υποχρέωση να διαβάσει το έργο. Η νεότητα όμως πολλές φορές δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί και να κατανοήσει έργα τέχνης που έχουν ιδιαίτερο βάθος και ειδικό βάρος. Στα 50 του πλέον, ώριμος και κατασταλαγμένος, καταπιάστηκε και πάλι με το έργο, επειδή του γεννήθηκε η επιθυμία να έρθει ξανά σε επαφή με αυτό. Αυτή τη φορά όμως ο αναγνώστης δεν ήταν ο ορμητικός έφηβος, με την βιασύνη και την ενδεχόμενη έπαρση, που αντιμετωπίζει τα έργα του παρελθόντος με κάποια συγκατάβαση κι έχει το βλέμμα του στραμμένο προς το μέλλον. Ο αναγνώστης πλέον ήταν ο ώριμος στοχαστής, ο έμπειρος δικαστής που αντιλαμβάνεται, ότι το παρελθόν πολλές φορές έχει πράγματα, να μας πει, αρκεί να είμαστε πρόθυμοι να τα ακούσουμε. Έτσι λοιπόν ο κύριος Σπαχής, όταν ξαναδιάβασε τον Ερωτόκριτο, είδε να ανοίγονται μπροστά του νέοι ορίζοντες, ή μάλλον αντιλήφθηκε καλύτερα αυτό που ήδη βρισκόταν μπροστά του. Καρπός αυτής της νέας επαφής είναι το βιβλίο που έγραψε για τον Ερωτόκριτο, με το οποίο θα ασχοληθούμε στο παρόν.
Προτού καταπιαστούμε με το δοκίμιο, ας πούμε λίγα πράγματα για τον ίδιο τον Ερωτόκριτο. Ο Βιτσέντζος Κορνάρος, Κρητικός, βενετικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1553 και πέθανε στο Ηράκλειο το 1613 ή 1614, λίγες δεκαετίες πριν από την ολοκληρωτική υποδούλωση της Κρήτης στους Οθωμανούς το 1669. Γόνος αρχοντικής, βενετσιάνικης οικογένειας, με τεράστια περιουσία και βαθιά παιδεία, ήταν το πρότυπο του αναγεννησιακού αριστοκράτη, που από τη μία αναλαμβάνει και φέρνει σε πέρας σύνθετες, πρακτικές αποστολές, ακόμα και πολέμους και από την άλλη κολυμπάει με άνεση στα βαθιά νερά της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ανάμεσα λοιπόν στις ασχολίες του με τα οικογενειακά κτήματα, την γυναίκα του και τις κόρες του καθώς και τα δημόσια αξιώματα, που κατά καιρούς ανέλαβε, κατάφερε να συνθέσει το έπος του, αποτελούμενο από 10.012 ιαμβικούς, δεκαπεντα-σύλλαβους, ομοιοκατάληκτους στίχους. Πέραν αυτού, του αποδίδεται και η πατρότητα του θεατρικού «Η Θυσία του Αβραάμ», θρησκευτικού αφηγηματικού δράματος, από τα σημαντικότερα του ελληνικού θεάτρου. Ο συγγραφέας από το 1580 εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο και κατά την διάρκεια της πανούκλας (1591-1593) ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη. Το έργο του δημιουργήθηκε κατά πάσα πιθανότητα στα τέλη του 16ου αιώνα, όταν ο συγγραφέας ήταν ώριμος άντρας πλέον.
Το έργο βασίζεται, κατά τη συνήθη πρακτική της εποχής, στο γαλλικό μεσαιωνικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του Pierre de La Cépède, αλλά ο συγγραφέας ξεπερνά κατά πολύ το πρωτότυπο, ενώ από ένα σημείο και μετά το εγκαταλείπει και η πλοκή του έργου του αλλάζει πλήρως. Το βιβλίο του Γάλλου δημιουργού αποτελεί ουσιαστικά το έναυσμα για τη δημιουργία ενός καινούργιου λογοτεχνικού έργου. Η υπόθεση του έργου συνοπτικά.
Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του Αρτέμη αποκτούν μετά από πολλά χρόνια μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά (Πεζόστρατος), ο Ερωτόκριτος. Ο Ερωτόκριτος φανερώνει τον έρωτά του για την κόρη του βασιλιά στον φίλο του Πολύδωρο, ο οποίος όμως του προτείνει να μην διανοηθεί να φανερώσει τον Έρωτά του στον Βασιλιά, διότι θα βάλει σε κίνδυνο την ίδια του την ζωή. Ο Ερωτόκριτος συμφωνεί και επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά ερωτικά τραγούδια. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή και επιζητά να μάθει ποιος είναι. Αλλά και όλο το παλάτι, ακόμη και ο ίδιος ο βασιλιάς Ηράκλης, αναρωτιούνται ποιος είναι ο άγνωστος τροβαδούρος που κάθε βράδυ γλυκαίνει τον ύπνο του παλατιού με τα ερωτικά τραγούδια του. Ο βασιλιάς, αποφασίζει να μάθει την ταυτότητα του νέου και διατάζει τους στρατιώτες του να στήσουν ένα βράδυ ενέδρα ώστε να τον συλλάβουν και να τον παρουσιάσουν μπροστά του. Η ενέδρα αποτυγχάνει και ξεφεύγουν. Ακούγοντας τον φίλο του Πολύδωρο, ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα, για να ξεχάσει την Αρετούσα. Στο διάστημα της απουσίας του, ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Βασίλισσα μαζί με την πριγκίπισσα Αρετούσα τον επισκέπτονται, η μητέρα του, για να τιμήσει την επίσκεψη τους, ανοίγει όλα τα δωμάτια του σπιτιού τους. Η Αρετούσα μπαίνει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου και βρίσκει μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Αμέσως καταλαβαίνει πως αυτός είναι ο άγνωστος τραγουδιστής. Όταν ο Ερωτόκριτος επιστρέφει, για να δει τον πατέρα του, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει, πως μόνο η Αρετούσα είχε επισκεφτεί το δωμάτιό του. Επειδή καταλαβαίνει, ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του. Ο Ερωτόκριτος αρχίζει να συχνάζει πάλι στο παλάτι και οι δύο ερωτευμένοι βεβαιώνονται με τα μάτια για την αμοιβαία αγάπη τους. Ο Βασιλιάς, για να διασκεδάσει την κόρη του, που τη βλέπει μελαγχολική, οργανώνει ένα κονταροκτύπημα. Παίρνουν μέρος αφέντες και αρχοντόπουλα από διάφορους ελληνικούς τόπους που είχαν φημισμένα κάστρα, αλλά μετέχουν επίσης και ξένοι: ο φοβερός Καραμανίτης (Τούρκος) Σπιθόλιοντας και ο Σκλαβούνος (Δαλματός Σλάβος). Τελευταίος έρχεται ο Κρητικός Χαρίδημος, αφέντης της Γορτύνης. Ο Βασιλιάς ανακοινώνει πως ο νικητής θα λάβει ως έπαθλο ένα χρυσό στεφάνι, το οποίο θα ετοιμάσει η Αρετούσα. Ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής. Το πάθος της Αρετούσας γίνεται τώρα σφοδρότερο και παρά τις συμβουλές της παραμάνας, αρχίζει να συναντάται με τον Ερωτόκριτο τη νύχτα, σ’ ένα καγκελόφραχτο παράθυρο του παλατιού. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Ο Ερωτόκριτος αποφασίζει να φανερώσει τον έρωτά του στον πατέρα του Πεζόστρατο, ζητώντας να ζητήσει εκ μέρους του το χέρι της Αρετούσας. Ο Πεζόστρατος κάνει τη χάρη του υιού του, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως ο βασιλιάς θα θυμώσει με αυτή την πρόταση. Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το θράσος του νέου και αποφασίζει να τον εξορίσει. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου και ο Βασιλιάς αποφασίζει να την παντρέψει. Η κοπέλα αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη και του χαρίζει ένα δακτυλίδι της, ως δακτυλίδι του αρραβώνα τους, ζητώντας τον να το φοράει για πάντα – ακόμη και στον θάνατο. Ο Ερωτόκριτος φεύγει για την εξορία του αποχαιρετώντας τους γονείς του. Ο Ηράκλης, υποψιαζόμενος ότι η κόρη του αγαπά τον Ερωτόκριτο, αποφασίζει να επισπεύσει το γάμο με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου. Η Αρετούσα αρνιέται, ο βασιλιάς επιμένει, και τελικά η νέα φυλακίζεται μαζί με την παραμάνα της. Ύστερα από τρία χρόνια ένας βόρειος αντίπαλος, οι Βλάχοι (Ρουμάνοι) με το βασιλιά τους Βλαντίστρατο εισβάλλουν στη χώρα και πολιορκούν την Αθήνα. Ο Ερωτόκριτος αποφασίζει να επιστρέψει. Με την βοήθεια μιας μάγισσας, αποκτά ένα μαγικό υγρό που αλείφοντας το στο πρόσωπό του, γίνεται μαύρος στο πρόσωπο και αλλάζει τη φωνή του. Έτσι, επιστρέφει στην Αθήνα και παίρνει μέρος στις μάχες και αποδεικνύεται σπουδαίος πολεμιστής, ενώ γίνεται φόβος και τρόμος των εχθρών. Ο ίδιος ο βασιλιάς αναζητά τον άγνωστο πολεμιστή και του προσφέρει σπουδαία δώρα, τα οποία όμως ο Ερωτόκριτος αρνείται. Εξασφαλίζει ακόμη και την τελική νίκη σε μία μονομαχία που γίνεται, έπειτα από συμφωνία των αντιπάλων, ανάμεσα στον Ερωτόκριτο και τον ανιψιό του βασιλιά των Βλάχων Άριστο, που έχει φτάσει από τη Φραγκιά. Ο Άριστος σκοτώνεται και οι Βλάχοι με μια επιβλητική νεκρική πομπή παίρνουν μαζί τους το σώμα του και αποχωρούν. Νικητής αλλά και σοβαρά πληγωμένος ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται, αγνώριστος πάντα, στο παλάτι. Γίνεται τέλος καλά, λέει στον βασιλιά ότι ονομάζεται Κριτίδης, και αρνούμενος κάθε άλλη ανταμοιβή ζητά να πάρει γυναίκα του την Αρετούσα. Ο βασιλιάς του εκμυστηρεύεται, πως η κόρη του δεν δέχεται κανένα προξενιό, αποκαλύπτοντας του τον λόγο της φυλάκισής της. Ο Ερωτοκριτος επιμένει να την δει και την επισκέπτεται στη φυλακή και διατυπώνει την πρόταση του, αλλά η κόρη αρνιέται με επιμονή. Ο ξένος θέλοντας να δοκιμάσει την πίστη της, της αφήνει τάχα ως δώρο το δακτυλίδι που είχε δώσει η ίδια στον Ερωτόκριτο για τον αρραβώνα τους και όταν αυτή έκπληκτη το αναγνωρίζει, τον διατάσσει επιτακτικά να της πει, πού το βρήκε. Ο Ερωτόκριτος, πλάθει μια ιστορία και της αποκαλύπτει, πως το δαχτυλίδι αυτό της έδωσε πριν καιρό ένας νεαρός που βρήκε να αργοπεθαίνει στο δάσος. Ο νεαρός του έδωσε το δακτυλίδι λέγοντας ξεψυχώντας ”σε έχασα Αρετούσα μου”. Η Αρετούσα αναγνωρίζοντας το δαχτυλίδι και θρηνεί τον αγαπημένο της. Τότε ο άγνωστος νέος, με το μαγικό υγρό, παίρνει πάλι την όψη του Ερωτόκριτου. Τελικά το ζευγάρι στεφανώνεται μέσα σε γενική χαρά, ο βασιλιάς συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο, που ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας. (1)
Όπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για ένα έργο με γοργή πλοκή, πλούσια γλώσσα και αξιομνημόνευτες φυσιογνωμίες. Κατά την κρατούσα άποψη, ο δημιουργός επιθυμεί να δώσει στο κοινό ένα ερωτικό έργο, την ασυμβίβαστη ιστορία αγάπης ανάμεσα σε 2 νέους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Από τη μια η πριγκιποπούλα Αρετούσα, προορισμένη να παντρευτεί κάποιον βασιλιά, από την άλλη ο Ερωτόκριτος, τέκνο της αριστοκρατίας, αλλά φυσικά «ανάξιος» μιας πριγκίπισσας. Όμως ο έρωτας είναι πάνω απ’ όλα και ο νέος, αφού περνά χίλιες μύριες δυσκολίες, καταφέρνει να κερδίσει την αγαπημένη του και να γίνει βασιλιάς, έχει δηλαδή και μελοδραματικά στοιχεία. Σε αυτό το σημείο ο κύριος Σπαχής με ιδιαίτερο πνευματικό θάρρος διαφοροποιείται από την κρατούσα άποψη και υποστηρίζει, ότι ο ποιητής δεν θέλει να αφηγηθεί μόνο μια ερωτική ιστορία, αλλά και να κάνει ένα σχόλιο πολιτικού χαρακτήρα. Ο Κορνάρος, τέκνο της Κρήτης, αλλά και εξοικειωμένος με τα διδάγματα της Αναγέννησης, ήτοι της αρχαιοελληνικής παιδείας, θέλει να στηλιτεύσει τον δεσποτισμό του βασιλιά Ηράκλη, ο οποίος σαν απόλυτος μονάρχης συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες, αυτός βγάζει τους νόμους, αυτός τους εφαρμόζει, αυτός δικάζει. Χωρίς να εξετάζει, αν ο Ερωτόκριτος είναι άξιος, αν έχει ικανότητες και τιμιότητα, τον εξορίζει, απλά και μόνο επειδή έρχεται σε σύγκρουση με τα σχέδιά του. Άνθρωπος στενόμυαλος, συμφεροντολόγος, με μπακαλίστικη νοοτροπία, κρίνει τους ανθρώπους με βάση τους τίτλους τους και όχι την αξία τους. Ο κύριος Σπαχής επισημαίνει αυτή την πρόθεση του ποιητή με στέρεα και αξιόλογα επιχειρήματα. Ο Ερωτόκριτος είναι και πολιτικό κείμενο, ο συγγραφέας επισημαίνει τους πλείστους όσους κινδύνους που κρύβει η «ενός ανδρός αρχή». Μπορεί κάποιος ηγεμόνας να είναι προικισμένος, ικανός, ακόμα και «φωτισμένος», αλλά είναι και άνθρωπος, όχι θεός, οπότε δεν γίνεται να ελέγχει τα πάντα, να γνωρίζει το καθετί. Κατά τον συγγραφέα, ο ποιητής πρεσβεύει, πως μια κοινωνία πρέπει να έχει ένα λιγότερο συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, το οποίο θα προωθεί τους άξιους και όχι τους αριστοκράτες, τους γόνους. Ο κύριος Σπαχής δεν μένει όμως εκεί, επισημαίνει ακόμα ένα στοιχείο, για να υποστηρίξει την θεωρία του, κάτι που έχει περάσει απαρατήρητο από τους πιο πολλούς μελετητές, τον τόπο της δράσης του έπους. Ο χρόνος παραμένει νεφελώδης, μάλλον μεσαιωνικός, αλλά το ποίημα λαμβάνει χώρα στην Αθήνα και όχι στην πατρίδα του ποιητή, την Κρήτη. Κι αυτή η επιλογή, κατά τον δοκιμιογράφο, δεν είναι τυχαία. Εκείνη την εποχή η Αθήνα φυσικά δεν θύμιζε σε τίποτα την τιμημένη πόλη του παρελθόντος, η παρακμή αιώνων είχε αφήσει επάνω της βαθιά σημάδια. Όμως ακόμα και κατά την εποχή του ποιητή κάτι από το παλιό μεγαλείο. Επιβίωνε ακόμα ο Παρθενώνας, αν και τελικά τον περιποιήθηκε ο Βενετός στρατηγός Μοροζίνι στα τέλη του 17ου αιώνα. Ο ποιητής λοιπόν προβλέποντας ενδεχομένως και την κατάκτηση τελικά της πατρίδας του από τους Οθωμανούς στρέφει το βλέμμα του στην δοξασμένη Αθήνα, τη γενέτειρα του δυτικού πολιτισμού. Στην Αθήνα γεννήθηκαν η δημοκρατία, το θέατρο, τόσες και τόσες επιστήμες, στην Αθήνα ενηλικιώθηκε η φιλοσοφία. Στην Αθήνα ζήσανε και μεγαλούργησαν προσωπικότητες όπως οι Σοφοκλής, Πλάτωνας, Κίμων και Αριστοφάνης. Οι Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονται, είτε στον ελλαδικό χώρο, είτε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, είτε στην Μικρά Ασία, είτε σε οποιαδήποτε παροικία, οφείλουν να αναζητήσουν και να γνωρίσουνε το παρελθόν τους και εν συνεχεία να αγκαλιάσουν την κληρονομιά τους, κορωνίδα της οποίας αποτελεί ο πολιτισμός και η παιδεία των αρχαίων Ελλήνων. Ο Κορνάρος με εκπληκτική οξυδέρκεια, όπως επισημαίνει ο κύριος Σπαχής, αντιλαμβάνεται τη συγγένεια και τον ακατάλυτο δεσμό μεταξύ αρχαίων και σύγχρονών του Ελλήνων, η γλώσσα ήταν όμοια, αν και κάπως απλουστευμένη. Τα ήθη, τα έθιμα διατηρούνταν επί αιώνες. Ο ποιητής με το πρόσχημα της ιστορίας αγάπης μεταξύ των 2 νέων, υποδεικνύει στους συμπατριώτες του τον ορθό δρόμο, εκδημοκρατισμός των κοινωνικών διαδικασιών και ενασχόληση με την κλασσική παιδεία, της οποίας είναι συνεχιστές οι ίδιοι. Οι παρατηρήσεις του κυρίου Σπαχή είναι τολμηρές, αλλά τεκμηριωμένες, προσεγγίζει το κλασσικό έργο με μια μέθοδο, που κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε σκεφτεί και καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα.
Όμως ο δοκιμιογράφος δεν μένει μόνο εκεί. Πάει ακόμα παραπέρα. Στρέφει την προσοχή του σ’ ένα ακόμα σημείο της αφήγησης, που επίσης έχει περάσει απαρατήρητο, τη μεταμόρφωση του Ερωτόκριτου από τη μάγισσα. Όταν ο ήρωας πηγαίνει και ζητά να του αλλάξει μορφή, η μάγισσα τον κάνει μαύρο, του αλλάζει φυλή δηλαδή. Και πάλι ο ποιητής , κατά τον μελετητή του, δεν επιλέγει τυχαία αυτή την ανατροπή. Ο «μαύρος» δεν είναι απλά ο εξωτικός πολεμιστής που παρεισφρέει στην πλοκή, για λόγους φολκλορισμού. Ο εκπρόσωπος της μαύρης φυλής είναι το σύμβολο του περιθωριακού, του αποσυνάγωγου, του πάντοτε αδικημένου. Ο κύριος Σπαχής εύστοχα παρατηρεί για ακόμα μια φορά, ότι σ’ ένα έργο τέτοιας λογοτεχνικής σημασίας τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, πάντα υπάρχει και κάποιος συμβολισμός. Ο Ερωτόκριτος είναι ο άνθρωπος που υφίσταται την αδικία, αλλά δεν το βάζει κάτω. Στα χτυπήματα της άδικης εξουσίας δεν μένει αδρανής, δεν το ρίχνει στην κλάψα και την μεμψιμοιρία. Αποφασίζει για ακόμα μια φορά να αποδείξει την αξία του, μπορεί να πεθάνει στη μάχη ως απλός στρατιώτης, ανώνυμος μεταξύ ανωνύμων, δίχως τιμές και παράτες. Αυτά όμως δεν έχουν αξία για έναν Ερωτόκριτο, ένα σύμβολο του αδικημένου ανθρώπου, που πάνω απ’ όλα θέλει να νιώθει, ότι αυτός δεν πρόδωσε τον εαυτό του και τα ιδανικά του.
Συνοψίζοντας αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε είναι, ότι ο κύριος Σπαχής κατέθεσε ένα αξιόλογο δοκίμιο, είδε ένα κλασσικό έργο με έναν αλλιώτικο τρόπο, είναι δε η γραφή του τόσο κατανοητή και φιλική προς τον αναγνώστη, που το βιβλίο δεν θυμίζει σε τίποτα διάφορα άλλα «σοβαρά» δοκίμια, που μετά από μερικές σελίδες καθίστανται μαρτύριο για τους δόλιους που τα διαβάζουν. Οφείλω να ομολογήσω, ότι δεν είχα διαβάσει τον Ερωτόκριτο, αλλά μετά την ανάγνωση του βιβλίου του κυρίου Σπαχή, μου γεννήθηκε η επιθυμία να τον διαβάσω, πράγμα το οποίο κι έκανα και προς μεγάλη μου έκπληξη χωρίς να δυσκολευτώ ιδιαίτερα. Το βιβλίο του κυρίου Σπαχή αποτελεί, πέραν των άλλων, και μια πρώτης τάξεως εισαγωγή, αφού περιέχει περίληψη και σχολιασμό του έπους. Αγαπητοί αναγνώστες, διαβάστε το βιβλίο του κυρίου Σπαχή και δεν θα χάσετε. Ελπίζω δε να σας κινήσει το ενδιαφέρον, για να στραφείτε στη συνέχεια και στο κλασσικό έργο του Κορνάρου. Ελπίζω να βρείτε αυτό το άρθρο χρήσιμο.

(1) Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: (HUBERT CRACKANTHORPE: Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ. PAU. ΣΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ. Η ΝΑΠΟΛΗ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ. ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΤΟ. ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΟΥ ΣΑΛΕΡΝΟ).

                                               ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

HUBERT CRACKANTHORPE

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ

Ο Hubert Montague Crackanthorpe γεννήθηκε το 1870 στην Αγγλία και πέθανε σε ηλικία μόλις 26 ετών στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του πρόλαβε να βγάλει μερικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο με πεζογραφήματα με τον τίτλο Vignettes, από  το οποίο επιλέξαμε τα μεταφρασμένα αποσπάσματα που ακολουθούν. Σήμερα ο δημιουργός έχει ξεχαστεί πλήρως και τ’ όνομά του λέει κάτι μόνο σε μελετητές της βικτοριανής λογοτεχνίας. Όμως αν και οι κριτικοί θεωρούν, ότι εντάσσεται στους βικτοριανούς και ειδικότερα τους «ρεαλιστές» συγγραφείς της σχολής του Ζολά και του Μωπασσάν,  κατά την ταπεινή μας γνώμη, ο συγγραφέας βρίσκεται πιο κοντά στο σύμπαν του Χένρυ Τζέιμς και της Ήντιθ Γουόρτον, είναι ένας πρόδρομος των μοντερνιστών. Η πρόζα του λεπτομερής και με πλήθος αποχρώσεων, με επιτηδευμένο λεξιλόγιο και μια αριστοκρατική αποστασιοποίηση, δεν επιθυμεί να αφηγηθεί ιστορίες ή να περιγράψει πρόσωπα και καταστάσεις. Προσπαθεί να συλλάβει στιγμές και να τις αποτυπώσει όσο πιο κομψά γίνεται. Ο συγγραφέας προερχόταν από πλούσια οικογένεια και δεν αναγκάστηκε να δουλέψει για τα προς το ζην. Είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει και ν’ αφοσιωθεί στην τέχνη του, όλα δηλαδή έμοιαζαν ιδανικά. Πλην όμως κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Καβγάδες με την επίσης συγγραφέα σύζυγό του, διαρκείς μετακινήσεις, κατανάλωση αλκοόλ και ο μυστηριώδης πνιγμός του στον Σηκουάνα, που μάλλον ήταν αυτοκτονία. Ο Crackanthorpe ανήκε σε αυτή την κατηγορία των δύστυχων ανθρώπων, που δεν μπορούν να αποδεχτούν τα όρια της ύπαρξης και του κόσμου, αλλά επιθυμούν να ζουν την κάθε ημέρα, την κάθε ώρα στο έπακρο. Όταν όμως αργά ή γρήγορα (συνήθως γρήγορα) αντιλαμβάνονται την αυταπάτη τους, πολλοί από αυτούς θεωρούν, όπως το εξέφρασε υπέροχα ο Χέμπελ, ότι είναι οι μοναδικοί περιττοί σπουργίτες στον μεγάλο μας κόσμο και τον εγκαταλείπουν εκούσια. Ο Crackanthorpe δεν υπήρξε μεγάλος δημιουργός, δεν άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας, κατά βάση ήταν ένας δυστυχισμένος εστέτ. Όμως τα λίγα κείμενά του αξίζουν να διαβαστούν. Επελέγησαν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα, όπως προαναφέραμε, αλλά μπορείτε να βρείτε εύκολα το βιβλίο στο πρωτότυπο στο διαδίκτυο. Ελπίζουμε να σας αρέσει η μετάφραση.

PAU

Ξαναπήγα σήμερα, αλλά δεν την είδα. Πέρασε ένας χρόνος… 14 Μαΐου, από τότε που την συνάντησα καθισμένη μπροστά από το καλάθι της, μόνη σε μια γωνιά της έρημης πλατείας. Το πρόσωπό της ήταν μαυρισμένο με βαθύ κοκκινόμαυρο  χρώμα και τόσο ρυτιδιασμένο, που αποκτούσε μια τραγική αδιαφορία, είχε φρύδια λευκά, σαν καθαρά ασπρόρουχα και χέρια γεμάτα φλέβες που έτρεμαν. Όταν της μίλησα πρώτη φορά, δεν ήξερα, ότι ήταν τυφλή. Έβγαλε από το καλάθι μερικά μαντήλια και μου τα προσέφερε με φωνή τρεμάμενη, σαν να ερχόταν από μακριά, εξηγώντας μου, ότι τα είχε στριφώσει η ίδια, μιας και είχε εκπαιδευτεί ως μοδίστρα. Τη ρώτησα, πόσο καιρό ήταν τυφλή «Εδώ και 48 χρόνια δεν βλέπω τίποτα, monsieur. Όταν ήμουν νέα, είχα μεγάλα προβλήματα. Για 18 μήνες έκλαιγα, κι όταν πήγα πίσω στη δουλειά, τα μάτια μου ήταν εξαντλημένα και δεν μπορούσα να δω πια. Εδώ και 48 χρόνια δεν βλέπω τίποτα, monsieur. ….. Heureusement, il ny en a plus pour longtemps . . . . ce sera blentot fini. . . .»  Μιλούσε απλά και με μια ήρεμη αξιοπρέπεια, αν και  μπορούσα να δω, ότι έκλαιγε λίγο, ενώ ψηλαφούσε τα μαντήλια της με τα γεμάτα φλέβες χέρια της που έτρεμαν.

ΣΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ

Έχω καθίσει εκεί κι έχω δει τις χειμωνιάτικες μέρες να τελειώνουν τις σύντομες ζωές τους και όλες τις λάμπες φωτισμού, βυσσινιές, σμαραγδένιες και στο χρώμα της ώχρας ν’ ανάβουνε η μια μετά την άλλη μέσα στην κοκκινόμαυρη ομίχλη που βγαίνει έρποντας από το ποτάμι. Μα προτιμώ το μέρος εκείνες τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες, όταν ο ουρανός στέκει βαρύς με πνιγηρά χρώματα και τ’ αστέρια λάμπουν μικρά και με δειλία, γιατί τότε ο σφυγμός της πόλης ανεβαίνει και τα νερά λαμπυρίζουν χρυσαφένια και λαδωμένα κάτω από το άγρυπνο σύνταγμα των λαμπών. Τότε η γέφυρα σφίγγει στενά τους ισχνούς της βραχίονες ανάμεσα στις όχθες και μόνο ο ήχος μιας μορφής που αποσύρεται ακούγεται δυνατά μέσα στην ησυχία. …

Τότε  αν περιμένεις αρκετά, μπορεί να ακούσεις το μακρόσυρτο κλάμα της σειρήνας, που μοιάζει να εκφράζει  όλη την αγωνία του Λονδίνου, προτού το πνίξει κάποιο βιαστικό τρένο, βρυχώμενο, ορμητικό, ακτινοβόλο και   με βροντές μέσα στη νύχτα, που  αφήνει τον λευκό του καπνό, περνά την γέφυρα και κατευθύνεται στην πέρα σκοτεινή χώρα….

Η ΝΑΠΟΛΗ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ

Αργά το απόγευμα στην Strada del Chiaja

Στον ρυπαρό, κακοστρωμένο δρόμο σέρνονται οι μεγάλες άμαξες, ένα ατελείωτο, κοπιαστικό ρεύμα που μεταφέρει στα σπίτια τους από τον περίπατο τις σκυθρωπές, ωχρές κυρίες της ναπολιτάνικης αριστοκρατίας χτυπώντας σε κάθε πλευρά τις ομάδες των αργόσχολων νεαρών που στέκουν στα φτωχικά πεζοδρόμια.

ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΤΟ

Η μακριά σειρά από λάμπες ρίχνει αμέτρητους πυλώνες τρεμάμενου χρυσού του σούρουπου στην θάλασσα, νύχτα γεμάτη ασφυκτικό φως, μια ωχρή, τρεμάμενη διάχυση μυστηριώδους μπλε. Το Castello d’Oro επιπλέει, μαύρο σαν μελάνι, σαν μια άμορφη πλωτή φυλακή και στον άδειο ουρανό ένα μοναχικό σύννεφο, σαν στοιχειό, στέκει κοιμισμένο. Κάπου πέρα από τον όρμο το φεγγαρόφωτο χορεύει και τα λεία κύματακυλάνε νυσταλέα, τεμπέλικα πάνω και κάτω.

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι  αγκαλιά χαζεύουν τα κύματα, μερικά μαντολίνα ξεκινάνε ένα λιγόψυχο κλαψούρισμα, ο μακρινός κρότος μιας άμαξας και μετά ησυχία. Και η λάμψη πάνω από τον Βεζούβιο, παλλόμενη σκυθρωπά, παραβιάζει την αβρή ηρεμία της νύχτας.

ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΟΥ ΣΑΛΕΡΝΟ

Να κοιτάζεις το μαύρο σάρωμα της θάλασσας έξω στο μυστήριο της νύχτας, να ακούς τ’ αεικίνητα κύματα να στενάζουνε αργά μέσα στην σκοτεινιά, καθώς σφυροκοπούν βράχια που βρίσκονται  300 και βάλε μέτρα πιο κάτω, ν’ αγαπάς έτσι λίγο με ήρεμο σφίξιμο των χεριών και να μελετάς αδιάφορα τα παράξενα νοήματα της ζωής, του έρωτα και του θανάτου. Κι έτσι μέσα στην ακίνητη ηρεμία της ονειρώδους θλίψης να ξεχνάς την τρελή ταραχή του πάθους, να γίνεσαι αδιάφορος προς κάθε επιθυμία και να περιμένεις, ενώ η καρδιά σου γεμίζει με βαριά ευγνωμοσύνη  προς έναν άγνωστο θεό. Και τότε γι’ ακόμη μια φορά να καταλαβαίνεις, πόσο λίγο αξίζει η ζωή, ότι η αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παθιασμένη ψευδαίσθηση και να ζηλεύεις τη θάλασσα, τον αναστεναγμό της στις μέρες που το τέλος θα έχει έρθει…