ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

“ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”
(Μεσολόγγι 6.10.2019)

Δὲν εἶναι μνήματα αὐτά, μὰ εἶναι ἀγκωνάρια,
Φτιαγμένα γιὰ τὸ πάλεμα, στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
Κόκκαλα ποὺ ἀλέθονται νὰ βγεῖ τὸ γέλιο τοῦ Ἡλιου,
Νὰ κάθονται οἱ σταυραητοὶ μὲ μιὰ φωνὴ νὰ λένε:
Ὅποια κι ἂν εἶναι μου ἡ λαλιὰ σὲ Σένανε ὀμνύω,
Κι ὅποια κι ὰν εἶν’ ἡ μάνα μου Ἐσένα ἔχω μάνα,
Τί ὅλους μας ἐβύζαξες μὲ τὴν παλληκαριά σου,
Ἐσὺ στὰ δυὸ τὰ πόδια μας μᾶς ἔστησες Ἑλλάδα,
Τὸ στῆθος μας σοῦ δίνουμε νὰ τὸ κορφολογήσεις,
Σοῦ δίνουμε τὸ αἷμα μας νὰ ξέρουν πὼς δὲν πέφτεις,
Τί ἂν ἐσὺ δὲ στέκεσαι ποιὸς θἄχει τὰ φτερά του,
Ποιὸς θἄχει βρύση γιὰ νὰ πιεῖ, πιάτο γιὰ νὰ χορτάσει,
Ποιὸς θἄχει λόγο γιὰ νὰ πεῖ ὁ νοῦς νὰ ξεθολώσει…
Γιὰ νὰ πατήσει ἡ Λεβεντιὰ στὸ χῶμα Σου Ἀπάνω
Ἐμεῖς τὸ σκάψαμε βαθιὰ νὰ μποῦμε ἀπὸ κάτω,
Μὲ τὸ κεφάλι μας ψηλά, μὲ γλέντια καὶ τραγούδια.

«Το δυνατόν γενέσθαι της φωτεινότητας και της διαφάνειας: ο κοινός πυρήνας της ποίησης του Καβάφη και του Ελύτη» (γράφει ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης)

Μπορούμε να φανταστούμε, γράφει ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά», τον χώρο της λυρικής δημιουργίας σαν μια νοητή έκταση, με δύο ακραία σημεία ή σαν μια σφαίρα με δύο πόλους και μια ζώνη περιφερειακή στη μέση. Τα Δημοτικά Τραγούδια, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός κατέχουν το κέντρο. Οι δύο πόλοι είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Οι ποιητές αυτοί των άκρων, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, σαν ιδιοσυγκρασίες και αντιλήψεις ζωής, με τόση άβυσσο διαφοράς περιεχομένου στα έργα τους, δεν είναι τυχαίο, πως ένιωσαν την ανάγκη να εκφραστούνε μ’ έναν ρυθμό ασυνήθιστο, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερο, ακόμη και με πρόζα πολλές φορές ρυθμική. Και οι δυό τους, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, έχουν τούτο το κοινό γνώρισμα : ότι δεν μετρούν τις αξίες που πιστεύουν ή προφητεύουν ή βλέπουν να χάνονται, με τα μέτρα της πλειοψηφίας.
Στο σημείο αυτό, ανοίγω παρένθεση, για να παραθέσω ένα ποίημα, του ενός εκ των δύο πόλων, αυτού του ποιητικού πλανήτη :

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μιά. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Αναδεικνύοντας ο Ελύτης στο ίδιο έργο τη λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου, σημειώνει ότι είναι προκλασικός και αποκλείεται να συγκαταλεχθεί στην παρακμή, γιατί έχει μία πίστη που την ομολογεί καὶ αντιλαμβάνεται τη ζωή θετικά, αφήνοντας τη θέση αυτή σ’ έναν άλλον μεγάλο ποιητή, τον Καβάφη. Παρακάτω αναφέρει, πως ανάμεσα στους αρχαίους λυρικούς, τον Κάλβο, τον Paul Éluard, τον Pierre – Jean Jouve, είναι και ο Καβάφης που του ξύπνησε το ενδιαφέρον για την ποίηση, η οποία, μέχρι τότε, του φαινόταν ένα φλύαρο και ανιαρό ρυθμοκόπημα, που μιλούσε για βουνά ή ποτάμια και έλεγε κοινοτοπίες. «Χρειάστηκε ο Καβάφης», γράφει, « για να αισθανθώ το τίναγμα – κάτι πολύ δυνατό, πω,πω, τί ήταν αυτό ; – παράξενο πράγμα». Μέχρι τότε, στα εννέα δέκατα των ποιημάτων που διάβαζε, τον απωθούσε κάτι που ευγενικά θα το ονόμαζε απουσία υπερηφάνειας και, διαφορετικά, πτωχοπροδρομισμό, μιζέρια, μικρολογία και, σε ύστατη ανάλυση, εύκολη φιλοσοφία. Στον Καβάφη έβρισκε τη ρυτίδα εκεί που η έμφυτη παρόρμησή του ήτανε να ξορκίσει τα γηρατειά του κόσμου.

Αναπτύσσοντας τη θέση του για την αντίσταση του έργου στη φθορά του χρόνου και για το πώς θα κερδίσει το έπαθλο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, δηλώνει, ότι πρέπει να είναι βυθισμένο, όσο περισσότερο γίνεται, σαν ουσία, στις ρίζες και στις πηγές ενός συγκεκριμένου τόπου και προσαρμοσμένο, σαν μορφή, στο γενικότερο αισθητικό πνεύμα της εποχής. Μέμφεται τούς προγενέστερους της γενιάς του ποιητές, οι οποίοι δεν αντελήφθησαν την αλήθεια τούτη, κυριευμένοι από ένα αδικαιολόγητο « σύμπλεγμα κατωτερότητας », την στιγμή που είχανε πίσω τους μεγάλες μορφές, σαν του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά, του Σικελιανού, του Καβάφη.

Όταν, λοιπόν, ο Ελύτης, μιλώντας για τον Καβάφη, αναφέρεται σε «passe – partout», δεν αναιρεί το « τίναγμα – πω, πω, τι ήταν αυτό ; ». Το επιβεβαιώνει. Συνειδητοποιεί την διεισδυτικότητα του Καβάφη, καθώς – αν και φαντάρος, που γύρω του σκάνε οβίδες και πέφτουν σφαίρες – δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σκέφτεται τις ποιητικές ιδέες που τον βασανίζουνε, ως άλλον Φερνάζη• συνειδητοποιεί, ότι η ποίηση του Καβάφη « προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις », υπό την έννοια, ότι αφορά στην ζωή του καθενός και όλων.

Αναφερόμενος εξάλλου στον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη με την βαθύτατη εκτίμηση και τον σεβασμό, που πραγματικά του αξίζουν, επισημαίνει, ότι σε ένα του ποίημα, απευθύνεται στον θεοποιημένο Καβάφη, καταγγέλλοντας με θάρρος την παρακμή με τον στίχο «αγάπησες ποτέ σου μιά Ρωξάνη ;».

Δεν υπάρχει αμφιβολία : Ο Ελύτης θεωρεί τον Καβάφη ποιητή της παρακμής. Αλλά, μεγάλο. Έναν από τους δύο πόλους της ποιητικής σφαίρας. Αργότερα, στην ομιλία που εξεφώνησε κατά την τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ, τον Κάλβο τον αντικατέστησε με τον Σολωμό. Τον Καβάφη, όμως, τον άφησε στη θέση του.

Έχει δίκιο ο Ελύτης να θεωρεί τον Καβάφη μείζονα ποιητή• έχει άδικο θεωρώντας ότι δεν αντιλαμβάνεται την ζωή θετικά• το αντίθετο συμβαίνει.

Στα έργα του Ελύτη και του Καβάφη υπάρχει μεν άβυσσος ύφους, υπάρχει άβυσσος διαφοράς περιεχομένου, με απλά λόγια διαφορετικό προσωπικό ύφος – γεγονός φυσικό για μείζονες ποιητές – ωστόσο ο πυρήνας είναι κοινός : Και οι δύο ποιητές, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, ανατρέπουν τις καθιερωμένες απόψεις της πλειοψηφίας. Το «Πρόσθεσις» εκφράζει επακριβώς την στάση ζωής του Ελύτη. Μήπως στην απονομή του Νόμπελ δεν λέει, ότι σε μία μικρόψυχη κοινωνία, η Ποίηση αντιπροσωπεύει τον μόνο χώρο, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση ; Όταν δε στο «Σηματολόγιο» γράφει :

«Είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα»

την στάση ζωής του Καβάφη εκφράζει.

Ο Καβάφης απεχθάνεται τόσο τον φυσικό, όσο και τον αφύσικο καθημερινό θάνατο εντός της μικρόψυχης κοινωνίας, ακριβώς όπως και ο Ελύτης• τούτο φαίνεται – μεταξύ άλλων – και στο «Όσο μπορείς», την αναγνωρισμένη εκδοχή του «Πρόσθεσις».
Τον θάνατο, ως φυσικό φαινόμενο, τόσο ο Ελύτης, όσο και ο Καβάφης, δεν τον «καλοπιάνουν»• αρνούμενοι να συμπεριφερθούν αγενώς στον εαυτό τους, δεν τον φοβούνται, ούτε τον αγνοούν, παρά αντιμετωπίζουν το φάσμα του με αξιοπρέπεια.
Ο Καβάφης αρνείται τα γλοιώδη χειροφιλήματα σε ένα από τα υποβλητικότερα ποιήματα της παγκόσμιας ποίησης :

«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μην ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου-
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Το να προτρέπουν ο Καβάφης και ο Ελύτης την πλειοψηφία να επιδείξει ευψυχία προς το αναπόφευκτο, συνιστά μέρος της ζωής και ταυτοχρόνως αξιοπρεπή στάση ζωής με την δική της αυθύπαρκτη αξία.
Αλλά, δεν αρκεί. Πρέπει να υπάρχει και μία πρόταση αξιοπρεπούς ζωής μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στο τέλος• χρειάζεται να προκύπτει από τα έργα τους, τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις θετικά την ζωή :

ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρείς,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους-
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά-
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδαγμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει-
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Στην Στοκχόλμη, ο Ελύτης ζητά να του επιτραπεί να μιλήσει στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας• και ιδού : Ο «απαισιόδοξος», ο «γέρος», ο «παρακμιακός» Καβάφης αποθεώνει τη ζωή. Ξετινάζει το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Παρουσιάζει το εν, που περικλείει τα μέρη και τα μέρη που συνθέτουν το εν. Θέτει κάθε έναν από μας ξεχωριστά, σε κάθε πατρίδα και όλους μας, στον πλανήτη, ενώπιον ενωπίω :

Η ζωή μας δόθηκε για να την απολαύσουμε και όχι για να υποφέρουμε. Πώς θα το καταφέρουμε; Μην σπαταλώντας την. Πώς δεν θα την σπαταλήσουμε; Με ανοιχτό μυαλό. Μαθαίνοντας σε όλη μας την πορεία. Μην μένοντας περιχαρακωμένοι, αλλά γνωρίζοντας νέους τόπους και παίρνοντας από αυτούς ό,τι θετικότερο προσφέρουν. Παίρνοντας…Όχι αρπάζοντας. Διατηρώντας ισορροπία καλλιέργειας μεταξύ σώματος και πνεύματος. Όμως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανθρώπινη αυτή ζωή, είναι η αποτίναξη κάθε ψευδοενοχής, κάθε ψυχικής καταπίεσης, κάθε ομαδικής νεύρωσης, όπως παρατηρεί ο Ελύτης στην ομιλία της απονομής.

Ικανός να ανατρέψει σε ατομικό επίπεδο, κάθε φόβο και ενοχή που επινοεί, κάθε σύστημα που τον γεμίζει με φόβο και ενοχές, να περάσει από το «νυν έχον», στο «δυνατόν γενέσθαι», όπως πάλι ο Ελύτης στην ομιλία του υπογραμμίζει, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Όχι. Ούτε το πνεύμα, ούτε η ύλη είναι ντροπή• όχι, δεν είναι αμαρτία. Αρκεί να κατανοήσουμε πως δεν υπάρχουν τέρατα (Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες), δεν υπάρχουν θεοί τιμωροί (θυμωμένος Ποσειδώνας). Δεν υπάρχουν «τέτοια» γράφει ο Καβάφης με περιφρόνηση. Πρόκειται για παραμύθια.

Στη ζωή, όμως, όντως υπάρχουν τέρατα : Καταπιεστικές προσωπικότητες, που θέλουν να σε καταστήσουν ψυχοσωματικά ανίκανο. Η δύναμή τους, ωστόσο, υφίσταται, μόνο αν σε κάνουν να τις φοβάσαι. Οπότε, ακόμα και ποτέ να μην τις συναντήσεις, θα τις φέρεις μέσα σου ψυχολογικά και αυτό αρκεί για να σε καταστρέψει. Επιδιώκουν να είσαι μικρόψυχος «Τρώας ». Να μην πιστεύεις στον εαυτό σου. Η ψυχή σου να ταράσσεται. Γι’ αυτό φροντίζουν να υψώσουν γύρω σου «Τείχη». Όμως, αν δεν ταράσσεται, τα ψυχολογικά τους τείχη θα σωριαστούν. Δεν θα τις σκέφτεσαι καν, αν δε χρειαστεί, θα τις αντιμετωπίσεις, χωρίς να τρομάξεις από τις κραυγές τους. Κι’ αυτές, σε τελευταία ανάλυση, παραμύθια είναι, τα οποία από σένα εξαρτάται να μην τα πιστέψεις.
Αν κάποτε η ανθρωπότητα, ο καθένας από μας, αρχίσει να μελετά και όχι να διαβάζει, μέσα από αυτό το ποίημα, θα αντιληφθεί, πως δεν χρειάζεται πια την ψυχανάλυση.

Μια τέτοια πορεία, ελεύθερη από την δεισιδαιμονία, αξίζει να διαρκέσει, όσο γίνεται περισσότερο. Όμως, για να είναι μία πορεία χαράς, μέσω της αέναης μάθησης, του απενοχοποιημένου έρωτα και της υλικής ευημερίας με καλαισθησία και όχι μία άσκοπη περιπλάνηση, χρειάζεται ένας στόχος, μία πυξίδα. Η πυξίδα αυτή είναι η ωθητική δύναμη για το ταξίδι. Είναι η έμπνευσή του. Μία ιδέα ανώτερη. Ένα ιδανικό. Οι ρίζες σου. Χρειάζεται ένας στόχος, τουλάχιστον. Μπορεί να είναι και περισσότεροι, όπως καταδεικνύει ο πληθυντικός της «Ιθάκης»• και εάν την βρεις φτωχική την Ιθάκη, αν, δηλαδή, όπως θα είσαι γέροντας, σκεφθείς, πως παρά το ωραίο ταξίδι, θα πεθάνεις, ταυτόχρονα, λόγω της σοφίας σου και της όλο νόημα εμπειρίας σου, θα συνειδητοποιήσεις, πως οι Ιθάκες ένα πράγμα σημαίνουν : Αν ζήσεις ελεύθερη ζωή, θα έχεις γνωρίσει την αθανασία, γιατί, δεν θα έχεις φοβηθεί τον θάνατο.

Παραθέτω τώρα το ποίημα του Ελύτη,

AD LIBIDUM

1. Είμαι άλφα χρονών κι Ευρωπαίος έως τη μέση
των Άλπεων ή των Πυρηναίων
το χιόνι μήτε που άγγιξα ποτέ

δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί
πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές
ό,τι απομένει αντέχει ακόμη

ως πότε
φίλοι

θα σηκώνουμε το αφορεσμένο παρελθόν
γιομάτο βασιλιάδες και υπηκόους

προσωπικά
νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι

που δεν του ‘μεινε καν μια πλάκα τάφου
μόνον άδεια οικόπεδα κοτρόνια μάντρες
κι ο απαρηγόρητος βοριάς
χτυπώντας πέρα στα ψηλά τα τείχη των εργοστασίων

έγκλειστοι όλοι μας εκεί δουλεύουμε όπως
άλλοτε μέσα στην Ιστορία

τα
Επερχόμενα

χρόνια χυμένα θα ‘λεγες ακάθαρτο πετρέλαιο
που του βάλανε φωτιά

βοήθεια

Rintrah roars and shakes
his fires in the burden’ d air

δύστυχο καταμόναχο ένα μου

τι θ’ απογίνεις
θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά

και πάει τετέλεσται

να τηνε από τώρα κιόλας

ντύνεται Μοίρα η Εξουσία και σου σφυράει

Ad Libitum.

2. Ξέρω
δε θα μου το συγχωρέσει ο χρόνος
που τον έβαλα σε δοκιμασία: ή εγώ ή εκείνος

προτείνω τη ζωή με την κάννη στον κρόταφο
και περιμένω

σβήνονται οι μάχες οι μεγάλες της Ισσού της Πραισθλαύας
του Αούστερλιτς
ευτυχώς δεν έχει μνήμη ο γύρω αέρας
επιμένει να μυρίζει ρόδο
και να σε τιμωρεί
την ώρα που πανάθλιος πεθαίνεις

έτοιμος στη σειρά πίσω απ’ τους άλλους
για τον έλεγχο των διαβατηρίων
μ’ έναν σάκο αεροπορικό στον ώμο
γέρνεις λίγο απ’ το ‘να μέρος
το μέρος της φθοράς

σε γλυκό χαμηλόφωνο τόνο ακούς μετά το καμπανάκι
αναχώρησις υπ’ αριθμ. 330 πτήσις της Panamerican
δια Ριάντ Καράτσι Νέο Δελχί Χογκ-Κογκ

αναλογίζεσαι τα όριά σου
πάντοτε μέσα στο κοπάδι
που τ’ οδηγεί μια συνοδός εδάφους
αδιάφορη εντελώς για την προσωπική σου τύχη

ενώ στο βάθος μια κινούμενη φευγαλέα οροσειρά
εξακολουθητικά σου δίνει την εντύπωση ότι ταξιδεύεις

περνάν μπρος απ’ τα μάτια σου
του Κάτω Κόσμου τ’ αγροκτήματα
με τις μαύρες φράουλες και τ’ ασύμμετρα ορχεοειδή

τους κρωγμούς των ορνέων
και την πλήρη απολίθωση

όπου μέλλει να ενταχθείς

συ ο μικρός
να τα βάλεις με τα φυσικά φαινόμενα
μεγεθυμένος μόνο από τη σκέψη

(σάμπως θα ‘παυε ποτέ της
ν’ αθροίζει φως μια λεύκα
επειδή από νου σου συ της το αφαιρούσες)

συ σι έλασσον
συ σι έλασσον

ελάχιστο κομμάτι μουσικής που αντέχει
ανάμεσα σε γαλαξίες και νεφελώματα

να δίνει σήμα και να κυματίζει

Ad Libitum.

3. Πάει καιρός που δεν έχω πει μια λέξη
σαν να μ’ αγνόησαν τα γεγονότα
ή και το αντίστροφο

φαινόμενο φαίνεται στάθηκα
γι’ αυτούς που ακούν τη νύχτα
πως μια πένα γρατσουνίζει
όμοια γάτος επάνου στην κλειστή
πόρτα του Άγνωστου

οι φύλακες
ανέκαθεν υπήρξανε πρόσωπα αισχρά
personae turpes όπως λεν στα Νομικά
και η τέχνη sine re

αν έτεινε αποκλειστικά να υποκατασταθεί στο εκάστοτε
φυλασσόμενο ιερό
πρόσωπο ή κι εξανδραποδισμένο σύνολο

είναι που μια ζωήν ολόκληρη
έξω απ’ τα τείχη κυνηγάω φωνές
συγκεκριμένα: μία φωνή

που ελευθερώνεται σαν κόρη ωραία και βάλνεται
να τρέχει
με τους μικρούς γλουτούς και τα μεγάλα
ξέπλεκα μαλλιά
νερά του Ιορδάνη

χυμένα επάνου στον νυχτερινό ουρανό

Ad Libitum.

4. Έτσι συμβαίνει
να παραστρατίζω κάποτε
για το καλό μου
έτυχε κι έχανα το νήμα
της Αριάδνης δεν εξετυλίχθηκε ποτέ ως το τέλος

ποιος να συνεχίσει

μέσα σ’ επαναστάσεις και πολέμους μεγαλώσαμε όλοι
εξού στο μέτωπό μας
το σημάδι της σφαίρας που δεν έπεσε
ανά πάσα στιγμή εξακολουθεί να προκαλεί το θάνατο

εννοείτε κείνο που εννοώ

κάτι συμβαίνει που δεν έσωσε ποτέ να το εντοπίσουμε
τις νύχτες τις γλυκές όταν το γιασεμί σ’ εξουθενώνει
κι από νερά τρεχούμενα
κάπου
κάποιο αξήγητο ανατρίχιασμα
δίνει ώθηση στα χόρτα
θα ‘λεγες ανεβαίνει από μια κινητή
κλίμακα κι ολοένα καταπάνω σου
μεγαλώνει να: η θεά Φυτώ με το τεράστιο τούμπανο
κι οι ξυπόλυτες δούλες με το μαλλί τους δάδα
μπουμ το πόδι αριστερά μπουμ το πόδι δεξιά
η φιλότης το νείκος
η φιλότης το νείκος

η παλιά ευρυθμία

σαράντα τόσα μέτρα ψηλά πάνου απ’ τη θάλασσα
το σπίτι με τα τρία του τόξα
κι οι μεγάλοι όρθιοι φοίνικες με τ’ άδεια τους ακρόκλωνα
σαλεύοντας στον ύπνο μου
τον άνεμο τον βόρειο

Ad Libitum.

5. Είναι γεγονός
έχω μπει για τα καλά μέσα στο ναρκοπέδιο
διό και δεν φοβάμαι να μιλήσω
να μη λύσω το αίνιγμα
που ευχήθηκαν κι οι εχθροί μου κάποτε

αγνοώντας πόσο άχρηστο είναι να επαγγέλλεσαι τον σκοτεινό
καταμεσής στη Δήλο Απόλλωνα
όλονα τον εαυτό σου έχοντας
μεταβάλει σε ομοίωμα κέρινο
απ’ αυτά που βλέπεις στο Μουσείο της Κυρίας Τυσσώ
τι σόι πολιτισμένοι θα ‘μασταν
αν ο νους μας δεν πήγαινε ολοένα στην
Κιμμερία τη δύσμοιρη
που κατάντησε στα χρόνια μας
να θεωρείται λέει κι αξιοζήλευτη

όταν εδώ ένας Όμηρος πάντοτε με την πρέπουσα
σε φορέα της ελληνικής αξιοπρέπεια
έστεργε απλώς να συμπονεί:
Κιμμερίων ανδρών δήμός τε πόλις τε
ηέρι και νεφέλη κεκαλυμμένοι
ουδέ ποτ’ αυτούς Ηέλιος φαέθων καταδέρκεται ακτίνεσσιν… αλλ’
επί νυξ ολοή
τέταται δειλοίσι βροτοίσι

το λοιπόν
για φως και για γαλάζια πέλαγα τώρα να μιλάμε;
αμέ για ηλιοτρόπια; για Ελένες;

μόλο που
από τις τοιχογραφίες της Θήρας κι από τα ψηφιδωτά
λάμποντα της Ραβέννας άγγελμα θεϊκό εξακολουθεί
να εξαποστέλλεται άμεσα

όπως κείνο το κάτι επιπλέον κι ασύλληπτο
που για μια στιγμή ο γηραιός αλιέας
αντιλαμβάνεται άστραψε
ύστερα τ’ αλησμονάει πάει στην Αγορά κι απ’ το πανέρι του
άχνα χρυσή εξακολουθεί ν’ ανέρχεται

η ποίηση ανέρχεται

άλλη μια φορά
χάνεται από την υπόστασή σου Έλληνα σκληροτράχηλε
να εμπνέεσαι άντε

Ad Libitum.

6. Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω

απ’ τα μάτια μου πέρασε μια χώρα
βράχων μ’ αψηλά τεράστια μοναστήρια
και μικρούς δοκίμους μοναχούς όπως εγώ
τακτικά κομίζοντας κλώνους ροδιάς
κοριτσιών εσώρουχα διάφανα
κι άλλα της τελετουργίας άχραντα
λόγια όπως βοριάς
ή θέρος ή και αέτωμα
στον όρθρο
επάνου είναι που αναλογίζομαι
πόσο ελάχιστα είμαστε
πραγματικοί
και η σφαίρα μας
μία μηχανή όπου καμιά
βίδα κανείς μοχλός κανένα
έμβολο δεν εβρέθηκε στη θέση του
εν τοσούτω
λειτουργεί και οι μυριάδες
βόνασοι κερασφόροι που είμαστε
κουτουλώντας παγαίνουμε όπου λάχει

να φανεί το ευλογημένο χέρι
όπως μες στις χρυσές εικόνες

ανεξήγητα μετακινούνται οι θάμνοι
πνοή νιώθω να με παίρνει
ελαφρά στο νερό
υπογράφω και χάνομαι

Ad Libitum.

7. Και ιδού το τελικό συμπέρασμα: να ‘σαι ο αριστοκράτης αλλ’
από την ανάποδη
του λευκού σιδερωμένου σου μανικετιού
να κάνεις συμφωνίες με τον Άγιον
που λέει κι ο Μακρυγιάννης
ξέροντας
να φέρεσαι όπως η βροχή στους τσίγκους
ρυθμικά με ανωτερότητα
είδα πάντοτε τις πράξεις που έτειναν
με τρόπο δόλιο να μ’ εξουθενώσουν

τι να πει κανείς

εωσότου γίνουμε άνθρωποι που να μη μας ανιά η υγεία
θα ταξιδεύει παραπλανητικά μέσα στο διάστημα
κάποια μη χτυπημένη από κανέναν Ομορφιά

είδωλο που ακόμη

ξέρει να διατηρεί το ύφος του ελαιόδεντρου
ανάμεσα στους Σκύθες
και θα μας επιστραφεί
σαν ωραία ηχώ από τη Μεσόγειο
μυρίζοντας ακόμη πελαγίσιο γίδι

ο ένας για τον άλλονα Οδυσσέα
πάνω σε μια σχεδία
αιώνες τώρα

φωνάζω ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας

είναι που πλέον δε νογάει κανένας
τι πάει να πει αντανάκλαση μεσημεριού
πως κι από που ακουμπάει τ’ ωμέγα στο άλφα
ποιος εντέλει αποσυνδέει τον Χρόνο

Ad Libitum.

ΥΓ. Μόνο που υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή: μη με πιστεύετε

όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω

η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο.

Είναι εμφανές, ότι – με κάποιες αναλαμπές – ο Ελύτης περιγράφει την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής του ανθρώπου εν γένει και του Έλληνα είδικότερα. Δεν έχει καμμία σχέση με την ομορφιά, την ελευθερία, την ειρήνη, την αμεριμνησία, την δικαιοσύνη. Δεν έχει καμμία σχέση με την ζωή, όπως θα έπρεπε να είναι και όπως την φαντάζεται πως είναι και θέλει να είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του – και αυτό είναι το φυσιολογικό. Μεγαλώνοντας, αντί να ζήσει στην φωτεινότητα και στην διαφάνεια, καλείται να προσαρμοσθεί στον ζόφο και στην βλακεία και καθώς αντιδρά, δέχεται πλήγματα, οπότε «ωριμάζει», αποκτά «πείρα», όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, πριν από αυτόν.
Όμως, με το υστερόγραφο του ποιήματος, ο Ελύτης ανατρέπει, κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα, την πεπατημένη οδό του ανθρώπου που μετατρέπεται σε ανθρωπάκο : Πείρα και ωριμότητα δεν είναι ο ρεαλισμός της προσαρμογής και αποδοχής μίας ζωής αντίθετης με αυτήν που αξίζει να έχει ο άνθρωπος. Πείρα δεν είναι η απώλεια του φωτός και το κέρδος του σκότους. Πείρα είναι το φυσιολογικό : Να είναι η ζωή ανθρώπινη σε όλη της την διάρκεια και αυτό να το θέλεις και να το αποδέχεσαι σε όλη σου τη ζωή.

Πώς, όμως, ζει ο άνθρωπος ανθρώπινα ; Όπως περιγράφει ο Καβάφης. Ταξιδεύει, σπουδάζει, ερωτεύεται, καλλιεργεί πνεύμα και σώμα, απαλλαγμένος από ενοχές που ο ίδιος και «ρεαλιστές» «Λαιστρυγόνες», «Κύκλωπες» και «Τιμωροί Θεοί» του φορτώνουν. Η πείρα, επομένως, που έχει αποκομίσει ο άνθρωπος στην μεγάλη ηλικία, δεν είναι η αποδοχή του ζόφου. Δεν είναι η απώλεια του φωτός, αλλά το κέρδος του. Απευθυνόμενος ο Καβάφης στον γέροντα ταξιδιώτη, του ξεκαθαρίζει : Στην περίπτωση που νομίσεις, ότι η Ιθάκη σε γέλασε, δεν είναι έτσι, γιατί η πείρα σου, η ευτυχής, δηλαδή, ζωή, ήδη σού έμαθε τί είναι στην πραγματικότητα η Ιθάκη : Η ώθηση για την απόκτηση της πείρας με την ανατροπή της ψυχολογίας του φόβου.

Την ανατροπή αυτή, στο δικό του ποίημα, ο Ελύτης δεν την επιφέρει μόνον με τους τελευταίους στίχους, αλλά και με τον τίτλο του : «Ad libitum» στην μουσική σημαίνει ο μουσικός η ο διευθυντής της ορχήστρας, να εκτελέσει ένα σημείο του έργου, όχι στον προκαθορισμένο, αλλά σε έναν ελεύθερο, δικό του ρυθμό. Στο δράμα σημαίνει αυτοσχεδιασμός. Στην ψυχολογία σημαίνει αυτοκαθορισμός.
Ο Καβάφης και ο Ελύτης μας λένε, επομένως, ακριβώς το ίδιο, για το τί σημαίνει, στην πραγματικότητα, πείρα. Το ρήμα «καταλαβαίνω» του Καβάφη δεν είναι διόλου στεγνά εγκεφαλικό, όπως υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης στο δοκίμιό του για τον ποιητή. Είναι και στους δύο ποιητές βιωματικά και ψυχοσωματικά ενάντια στην καθεστηκυία τάξη της πλειοψηφικής «γεροντικής σοφίας». «Ιθάκη» σημαίνει «Ad libitum» και αντιστρόφως.
«Αν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους μικρόψυχους καιρούς, είναι ακριβώς αυτή : Ότι η μοίρα μας βρίσκεται στα χέρια μας» τονίζει καίρια στην ομιλία του στην Στοκχόλμη ὁ Καβάφης.
Πώς είπατε…; Α, ναι ! Συγγνώμη ! Ο Ελύτης• ο Καβάφης δεν πήρε Νόμπελ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Έχει εκπονήσει μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή στην Γερμανία, στο Εργατικό Δίκαιο. Κατόπιν εξετάσεων το 1995 εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα. Σήμερα φέρει τον βαθμό του Εφέτη. Κατά την τριετία 2008-2011 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ΕΕ, ως υπεύθυνος στον τομέα του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου. Από το 2004 έως σήμερα αρθρογραφεί στον νομικό τύπο. Μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά.

Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση το 2013 και 2015.

Τον Οκτώβριο του 2014 εξέδωσε σε ψηφιακή μορφή την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δασυνόμενον Έψιλον» από τις Επίλεκτες Ψηφιακές Εκδόσεις 24grammata. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους προέβη σε έντυπη αυτοέκδοσή της.