“ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΕΣΑΝΕ”. ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΛΙΓΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ. ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΣΤΙΣ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2022 ΣΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ.

“ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΕΣΑΝΕ”

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ – ΠΟΙΗΣΗ:  ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ.

ΠΟΙΗΣΗ:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ.

ΔΙΑΣΚΕΥΗ – ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΛΕΖΕΛΛΗΣ.

ΑΦΗΓΗΤΕΣ – ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ:   ΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΑΤΟΥ – ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,   ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ,   ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ,   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ,   ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΓΟΥΤΕΛΗ,  ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΑΛΟΥΔΗ,   ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ,   ΜΥΡΤΩ ΤΖΕΦΕΡΑΚΟΥ,   ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΣΟΥΚΑΡΑ,   ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΧΟΙΝΟΧΩΡΙΤΗΣ.

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΤΡΑΓΟΥΔΙ:  ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΔΗΣ

ΣΟΛΙΣΤ ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ:  ΖΩΗ ΤΗΓΑΝΟΥΡΙΑ

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΕΛΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ: “ΑΤΡΑΠΟΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Ο ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ”.

Ἀτραποὶ πρὸς τὴν Ἐλευθερία
Ὁ Ὕμνος καὶ ὁ Ποιητής του

Δημήτριος Θ. Ὀρφανίδης, ΔΝ, LLM
Ἐφέτης Ἀθηνῶν-Πρόεδρος Κύκλου Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν Δικαστῶν
I.
Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ΟΗΕ συγκροτεῖ μία Διεθνὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ ἐγνωσμένης ἀξίας πνευματικοὺς ἀνθρώπους μὲ σκοπὸ τὴν ἀνακήρυξη τῶν δέκα μεγαλύτερων ποιητῶν ὅλων τῶν αἰώνων. Κατὰ τὴν πρώτη κιόλας συνεδρία της θὰ περιέπιπτε σὲ ἀμηχανία, καθὼς τουλάχιστον ἑπτὰ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἦταν Ἕλληνες: Ὅμηρος, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Εὐριπίδης, Ἀριστοφάνης, Καβάφης, Σολωμός. Ὁ ἀριθμὸς θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθεῖ τουλάχιστον σὲ εἴκοσι, οὔτως ὥστε νὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συμπεριληφθοῦν οἱ μεγάλοι ποιητὲς καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν-ἂν καὶ πάλι οἱ μισοὶ ἀπὸ αὐτοὺς Ἕλληνες θὰ ἦταν.
Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι πολιτιστικὴ ὑπερδύναμη. Μόνο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰώνα ἀνέδειξε ἑπτὰ μείζονες ποιητὲς κατ’ ἐνδεικτικὴ ἀπαρίθμηση: Παλαμᾶ, Σεφέρη, Σικελιανό, Ρίτσο, Ἐλύτη, Βάρναλη, Καβάφη[1]. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους καὶ ἡ ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀποτελοῦν μέγιστο ἐπίτευγμα ἐὰν κανεὶς ἀνατρέξει στὴν Ἱστορία· καὶ αὐτὸ τὸ ἐπίτευγμα ὀφείλεται θεμελιωδῶς στὸν Ἐλληνικὸ Πολιτισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει μέχρι σήμερα ἀποδειχθεῖ ἀκατάβλητος μέσα ἀπὸ συνεχεῖς δοκιμασίες ἰδιαίτερης πίεσης καὶ διάρκειας. Μία ἀκόμη περίτρανη ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821.
Ὅπως κάθε ἱστορικὸ γεγονὸς ἔχει δύο πεδία ἀνάπτυξης: Τὸ προσκήνιο καὶ τὸ παρασκήνιο, τὰ ὁποῖα συντίθεται ἀπὸ συγκεκριμένους παράγοντες, ὅπως εἶναι καὶ ἡ τέχνη, ἡ πεζογραφία καὶ ἡ ποίηση[2]. Ἄλλος σημαντικὸς παράγοντας εἶναι ἡ θρησκεία καὶ βέβαια ἡ πολιτική, μὲ τὶς ποικίλες ἐκφάνσεις της, ὅπως τὸ γεωστρατηγικὸ συμφέρον καὶ ὁ σχεδιασμός του.
Ὡστόσο, ἡ διαδικασία ποὺ ὁδήγησε στὴν Ἐπανάσταση δὲν θὰ εἶχε δρομολογηθεῖ ἂν δὲν εἶχε προηγηθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Διαφωτισμός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχε γεννηθεῖ ἂν δὲν ὑφίστατο ἡ διαχρονία τῆς πολιτιστικῆς ὑπερδύναμης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Χρήσιμο εἶναι νὰ ἀντιληφθοῦμε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμπληρώσεως τῶν διακοσίων ἐτῶν της ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ μπορεῖ νὰ μὴν διαφέρει μὲν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν λοιπῶν βαλκανικῶν – καὶ πολλῶν ἄλλων παγκοσμίως- λαῶν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ κίνητρα ἀντιθέτων δυνάμεων, διαφέρει ὅμως ριζικὰ ὡς πρὸς τὴν βαθύτερη γενεσιουργὸ αἰτία καὶ νομιμοποιητική της βάση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν μοναδικὸ πολιτισμὸ ποὺ ἀνακάλυψε καὶ ἀνέπτυξε κάθε πεδίο σκέψης καὶ γνώσης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ, ἐν συνόλῳ, καὶ ὄχι μόνον τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ὁ ὁποῖος προσέφερε τὰ ὕψιστα ἰδανικὰ στοὺς μαχητές του γιὰ νὰ σώσουν τὶς ἑστίες τους καὶ τὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία-ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀλλὰ -τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν-καὶ κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ἔτσι, ἂν δὲν εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Μαραθῶνας, ἡ Σαλαμίνα, οἱ Θερμοπύλες, τὰ Γαυγάμηλα, δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει τὸ Βαλτέτσι, μὲ τὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο νὰ τοὺς φωνάζει «σταθεῖτε Περσιάνοι νὰ πολεμήσωμεν»· ἂν δὲν εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲν θὰ εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Ὅμηρος, ὁ Αἰσχύλος, δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει ὁ Σολωμός· κι ἂν δὲν εἶχε προηγηθεῖ ὁ Σολωμὸς δὲν θὰ εἴχαμε συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ποίησης, στὴν νέα ἱστορικὴ περίοδο, μὲ ὅλη τὴν ποικιλία τοῦ πλούτου της, ἄρα οὔτε Παλαμά, οὔτε Σικελιανό, οὔτε Σεφέρη, οὔτε καὶ Καβάφη.
ΙΙ.
Ἕναν ἀπὸ τοὺς πέντε ἢ δέκα μεγαλύτερους ποιητὲς σ’ ὅλον τὸν κόσμο καὶ σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες χαρακτηρίζει Ὀδυσσέας Ἐλύτης τὸν Διονύσιο Σολωμό [3]. Τὸν κατατάσσει, δηλαδή, πέραν τῶν μειζόνων, στοὺς μέγιστους.
Ὁ Σολωμὸς δὲν εἶναι μείζων, οὔτε πολὺ περισσότερο μέγιστος ποιητὴς γιατὶ ἔγραψε γιὰ θέματα ποὺ κανεὶς ἄλλος πρὶν ἀπὸ αὐτὸν δὲν εἶχε γράψει. Κάθε ποιητή, εἴτε ἐλάσσονα, εἴτε μείζονα, εἴτε μέγιστο, ὁποιασδήποτε ἐθνικότητας, φυλῆς, θρησκείας, ἰδεολογίας, χρώματος, τὸν ἐνδιαφέρει ὁ ἔρωτας, ὁ πόλεμος, ἡ εἰρήνη, ἡ ὕπαρξη, ὁ θάνατος, ἡ κοινωνία, ἡ πολιτική, ἡ ἐξουσία, ἡ τέχνη, ἡ ἐλευθερία. Τὸ τί ἐνδιαφέρει κάθε ποιητὴ νὰ πεῖ εἶναι ἀντικειμενικό. Τὸ πῶς θὰ τὸ πεῖ εἶναι ὑποκειμενικό. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ταλέντο του, τὸν βαθμὸ τῆς καλλιέργειας τοῦ ταλέντου του, τὸν χαρακτήρα του, τὴν ἀντιληπτική του ἱκανότητα, τὴν ἐποχή του, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ θέση του στὶς κοινωνικὲς συνθῆκες ποὺ συνθέτουν τὴν ἐποχή του. Συνεπῶς ἐλάσσονες, μείζονες, μέγιστοι ποιητὲς γράφουν γιὰ ζητήματα, οὕτως ἢ ἄλλως, διαχρονικά. Ὅμως οἱ ἐλάσσονες κατὰ τρόπο ἐλάσσονα, ἤτοι μὴ διαχρονικό, οἱ μείζονες καὶ οἱ μέγιστοι κατὰ τρόπο μείζονα καὶ μέγιστο, ἤτοι διαχρονικό. Οἱ μείζονες θὰ γράψουν εἰς βάθος μέγα καὶ οἱ μέγιστοι σὲ μέγιστο βάθος [4].
Στὸ ἔργο τοῦ μείζονος καὶ μεγίστου ποιητοῦ ὁ ἀναγνώστης βρίσκει τὸν ἑαυτό του, τὴν πατρίδα του, τὴν ἀνθρωπότητα, σὲ μέγα καὶ μέγιστο βάθος· βάσει ἑνὸς τέτοιου ἔργου μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημά του περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητή· ὅσο διεισδυτικότερη εἶναι ἡ ὑποκειμενικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀντικειμενικοῦ θέματος τόσο θὰ συγκινεῖ καὶ θὰ πλατύνει τοὺς ὁρίζοντες τῶν ἀνθρώπων παγκοσμίως, γιὰ ὅσο χρόνο τὰ μεγάλα ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνθρωπότητα παραμένουν τὰ ἴδια [5].
Ποιητικὸ ἔργο, ὅμως, χωρὶς γλώσσα δὲν ὑπάρχει· ἐλάσσονα, μείζονα, μέγιστη ἀνάπτυξη τοῦ θέματος χωρὶς γλώσσα δὲν ὑφίσταται· βάθος μέγα ἢ μέγιστο, χωρὶς ἀντίστοιχη ἐμβάθυνση στὴ γλώσσα, εἶναι ἀνέφικτο.
Ἡ ἑλληνικὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς δύο γλῶσσες παγκοσμίως ποὺ ὁμιλεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων [6]. Ἡ ὁμηρικὴ ἐλληνικὴ θεωρεῖτο κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ἀρχαία, ἐνῶ ἡ ἀποκρυπτογράφηση τῆς Γραμμικῆς Β μετέθεσε τὴν χρήση τῆς μητρικῆς μας γλώσσας χιλιάδες ἔτη πίσω στὸν χρόνο. Τολμῶ δὲ νὰ πῶ ὅτι τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ, ὅταν ἀποδειχθεῖ ὅτι ἑλληνικὴ εἶναι καὶ ἡ γλώσσα τῆς Γραμμικῆς Α΄ καὶ τοῦ Δίσκου τῆς Φαιστοῦ. Ἡ ἑλληνικὴ εἶναι ἑνιαία καὶ ζώσα, διατρέχει φάσεις συνεπῶς καὶ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἱστορικῆς περιόδου ποὺ διανύει.
Ὁ Σολωμὸς εἶναι μέγιστος ποιητὴς γιατὶ πέτυχε νὰ ἀναπτύξει σὲ μέγιστο βάθος τὰ μεγάλα ζητήματα τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν κατὰ κυριολεξία μητρική του γλώσσα, φτάνοντας μέχρι τοῦ σημείου τῆς λεγόμενης «ἀποσπασματικότητας» τοῦ ἔργου του.
Παράδειγμα μεγίστου βάθους ἀποτελεῖ καὶ ὁ Ὕμνος στὴν Ἐλευθερία. Γράφτηκε ἔχοντας ὡς ἔμπνευση τὴν Ἐπανάσταση. Ἀφορᾶ σὲ μᾶς, στοὺς Ἑλληνες. Διαβάστε, ὅμως, ξανὰ τὶς δύο πρῶτες στροφές, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο, σκεφτεῖτε καὶ θὰ διαπιστώσετε ὅτι ἡ ἐπαναστατημένη Ἑλευθερία μπορεῖ νὰ γνωριστεῖ «ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή/ἀπὸ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ» ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, κάθε λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπαναστατεῖ κατὰ τῆς τυραννίας. Προσέξτε εἰδικότερα τὴ δεύτερη στροφή:
Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά
Καὶ σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη
Χαῖρε, ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!
Βεβαίως καὶ ἀναφέρεται στοὺς Ἕλληνες· κι, ὅμως, θὰ ἦταν ἐπιφανειακὴ ἡ προσέγγιση, ὅτι λόγῳ τῆς ὀφθαλμοφανοῦς μνείας, τὸ νόημα περιορίζεται μόνο στὸν Ἕλληνα καὶ δὲν ἐπεκτείνεται σὲ κάθε ἐπαναστατημένο ἄνθρωπο, καθὼς ὁ τρόπος ἀνάπτυξης τοῦ θέματος ἐπιτρέπει στὸν ἀναγνώστη τὴν νοηματικὴ προέκταση τοῦ νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν δική του πατρίδα μέσα στὸν Ὕμνο τοῦ Ἕλληνα Ποιητή, μέσα στὸν Ἑθνικὸ Ὕμνο τῆς Ἑλλάδος:
Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν ἀνθρώπων τὰ ἱερά
Καὶ σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη
Χαῖρε, ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά! [7]
Αὐτὴ ἡ ποιητικὴ καὶ νοηματικὴ ἀναπροσαρμογὴ προκύπτει σὲ ἐπίπεδο γλώσσας καὶ νοήματος ἀβίαστα καὶ ὄχι ἀσέβεια δὲν ἀποτελεῖ, ἀλλὰ αἰτία μεγαλύτερης ὑπερηφάνειας γιὰ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο καὶ τὸν Ποιητή του, καθὼς καὶ ἐφαλτήριο μεγαλύτερης συνειδητοποίησής μας, ἀφοῦ ἀναδεικνύει τὸ μέγα χαρακτηριστικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ: Τὸ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει ἐθνικὸς μέσα στὴν οἰκουμένη καὶ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει οἰκουμενικὸς μέσα στὴν ἐθνικότητα[8].
Ἡ δεύτερη στροφὴ εἶναι ἡ κατεξοχὴν ἐμβληματικὴ τοῦ Ὕμνου: Ἀποκαλύπτει γιατί ἡ Ἑλλάδα ἁρπάζει τὸ σπαθί, ἀποκαλύπτει γιατί αὐτὸ ἔχει κόψη τρομερή, ἀποκαλύπτει γιατί ἔχει ἡ πατρίδα μας ἀγριεμένη ὄψη ποὺ μὲ βία, δηλαδὴ καὶ μὲ ὑλικὴ ἰσχὺ καὶ μὲ βιάση, μετράει τὴ γῆ: Εἶναι ὁ θάνατος ἀπείρου ἀριθμοῦ Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν τουρκικὴ τυραννία κατὰ τὴ διάρκεια αἰώνων, εἶναι ἡ μνήμη τῆς θυσίας τῶν προγόνων μας καὶ φυσικὰ τῶν προγόνων τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 γιὰ τὴν Ἐλευθερία κατὰ τὴν διάρκεια αἰώνων στὴν ἀρχαιότητα. Ἡ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐμβληματικὴ δεύτερη στροφὴ καθίσταται ἐμβληματικότερη, διότι ἐπαναλαμβάνεται σὲ καίρια σημεῖα τοῦ Ὕμνου, ὡς ἱστορικὴ ὑπόμνηση καὶ ἠθικὴ τόνωση.
Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ἐπαναλαμβάνεται μετὰ τὴν δέκατη πέμπτη στροφή:
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
Ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
Ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή
Ἡ δέκατη πέμπτη στροφὴ προκύπτει ὡς συνέπεια τῶν στροφῶν 3-14 ποὺ ἀναδεικνύουν τὴν ἐξαθλίωση καὶ τὴν πολιτικὴ περιφρόνησης ποὺ ἦταν ἀναγκασμένη νὰ ὑφίστατο ἡ Ἑλλάδα, ὅσο ἦταν ὑποταγμένη. Τώρα, ἄλλαξαν τὰ πράγματα, τώρα ὑπάρχει ἀντίσταση.
Αὐτὸ τὸ σημεῖο τοῦ Ὑμνου συνιστᾶ πολιτικὸ στοχασμὸ πρὸς τὴν ἀπόκτηση τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διατήρησή της: Ὅσο ἡ πατρίδα μας ὑποτάσσεται, τόσο ἐξαθλιώνεται καὶ δὲν ὑπολογίζεται.
Ἡ δεύτερη στροφὴ ἐπαναλαμβάνεται ὡς ἑβδομηκοστὴ τέταρτη καὶ ὀγδοηκοστὴ ἕβδομη, πάντα δίδουσα ἔμφαση ἀναπτυσσομένων ἀπόψεων τοῦ ποιητῆ σὲ προηγούμενες στροφές.

ΙΙΙ.
Μὲ ἐλαττώματα, ὅπως ὅλοι μας, ἀλλὰ ὁ Σολωμὸς ἦταν ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ποιητής. Συμμαθητὴς τῆς μικρῆς του ἡλικίας μαρτυρεῖ ὅτι τὸν εἶδε νὰ κλαίει θερμὰ γιὰ τὸν θάνατο συνομηλίκου-αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀθρωπιά του-καὶ νὰ φιλᾶ τὸ χέρι ἑνὸς ἄλλου ποὺ εἶχε κάνει ἕνα εὐεργέτημα-αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ποιητικότητά του, προφανῶς ἀσύνειδη τότε. Κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἰταλία, μία ἡμέρα ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τὸν ρώτησαν: «Παιδί μου, ποῦ ἤσουνα προτοῦ νὰ γεννηθεῖς;» Ἀποκρίθηκε: «Εἰς τὸν νοῦ τοῦ Θεοῦ»[9]. Ἡ ποιότητα τῆς εὐαισθησίας-τῆς «γλυκαισθησίας» ὅπως λέει ὁ Πολυλᾶς[10] καὶ ἡ εὐτυχὴς ἀπόδοση τῆς αἰσθητικῆς συγκίνησης, ποὺ προκαλοῦν αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ καὶ ἡ ἀπόκριση, πέρασαν καὶ στὸ ἔργο του[11], διότι ὁ Σολωμὸς δὲν γεννήθηκε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἔγινε ποιητής, ἐπεξεργαζόμενος τὸ ἔργο του ἐξαντλητικά. Κι ἐνῶ ὁ Σεφέρης ἔχει διατυπώσει πολλὲς εὔστοχες παρατηρήσεις στὰ δοκίμια καὶ στὰ ἡμερολόγιά του, προέβη σὲ μεγάλη ἀστοχία λέγοντας ὅτι ὁ Κάλβος, ὁ Καβάφης καὶ ὁ Σολωμὸς ἦταν «οἱ τρεῖς μεγάλοι ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά»[12]. Ποιὰ θὰ ἦταν ἄραγε ἡ καλὴ ἑλληνική, στὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γραφτεῖ ὁ Ὕμνος; Ποιὰ συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ποίησης θὰ εἶχε ὑπάρξει ἂν ὁ Σολωμὸς δὲν γνώριζε ἑλληνικά;
Τὸν Ποιητὴ τὸν ὀφείλουμε στὴν μητέρα του Ἀγγελικὴ Νίκλη, γυναίκα τὴ τοῦ λαοῦ, στὸν Σπυρίδωνα Τρικούπη, ποὺ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Ἰταλικὸς Παρνασσὸς διαθέτει ἤδη τὸν Δάντη του, ἐνῶ ὁ ἑλληνικὸς ὄχι[13], στὸν Ἰάκωβο Πολυλὰ ποὺ ἔβαλε σὲ τάξη καὶ ἐξέδωσε τὰ «Εὑρισκόμενά» του, στὸν Κωστὴ Παλαμὰ καὶ στὸν ἴδιο.
Δὲν δικαιώνεται ὁ Σεφέρης ἐπειδὴ ὁ Σολωμὸς ἀπάντησε στὸν Τρικούπη «ἐγὼ δὲν ξέρω ἑλληνικά»· ἂν δὲν ἤξερε δὲν θὰ ἔγραφε ἕναν Ὕμνο 158 στροφῶν λίγους μῆνες μετὰ τὴ συνάντησή τους καὶ μάλιστα μέσα σὲ ἕναν μῆνα· στὴν Ἰταλία πῆγε δέκα ἐτῶν, ἄρα μπολιασμένος μὲ τὸ γάλα τῆς μητρικῆς γλώσσας· ὡς τὸν ἐρχομὸ τοῦ Τρικούπη στὴ Ζάκυνθο τέλη τοῦ 1822, εἶχε γράψει τὴν «Τρελὴ Μάνα», τὸν «Θάνατο τῆς ὀρφανῆς», τὸν «Θάνατο τοῦ βοσκοῦ», τὴν «Εὐρυκόμη», τὴν «Ξανθούλα», τὴν «Ψυχούλα», τὸ ποίημα «Λίγα Γιούλια» καὶ τὴ «Σκιὰ τοῦ Ὀμήρου» [14]· ἡ δὲ «Τρελὴ Μάνα» ποτὲ δὲν ἀπαγγέλθηκε χωρὶς νὰ προκαλέσει τὰ δάκρυα τῶν ἀκροατῶν της, ἔτσι καθὼς ἄστραφταν σὰν νεόκοπο χρυσάφι οἱ δημοτικὲς λέξεις στὴ νέα δημοτική τους μεταχείριση, [15]· δὲν θὰ εἶχε γράψει τὸν «Διάλογο» γιὰ νὰ καταδείξει μὲ τὸ παράδειγμα τῆς πρότυπης γραφῆς του, πὼς ἡ γραπτὴ γλώσσα κάθε τόπου ὄχι μόνο πρέπει ἀλλὰ καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς προφορικῆς ἢ μητρικῆς γλώσσας [16] Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1822 ἤξερε ἑλληνικὰ καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι νομίζουμε καὶ ὁ Σεφέρης δὲν δικαιολογεῖται, γιατὶ τὰ παραπάνω μποροῦσε νὰ τὰ εἶχε-καὶ ὄφειλε- νὰ τὰ εἶχε διαπιστώσει· καἰ ὄφειλε γιατὶ χωρὶς τὸν Σολωμὸ δὲν θὰ εἶχε ὑπάρξει ὁ ἴδιος. Τὰ λόγια τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη συνιστοῦσαν, οὐσιαστικά, ἐνθάρρυνση, γιατί ὁ Σολωμὸς φλέγονταν νὰ πάρει τὸν δρόμο τῆς συστηματικῆς ἐνασχόλησης μὲ τὴν ἑλληνική. Εἶχε μέσα του τὴ μάνα του, ἡ συνείδησή του ἤτανε ἑλληνική, μὴ γελιόμαστε. Ἡ ἀντίδρασή του στὴν ἐνθάρρυνση ἦταν ἀπόδειξη τῆς ὑπευθυνότητάς του ἂν θὰ τὰ κατάφερνε, μετὰ τὴν δεκαετὴ παραμονή του στὴν Ἰταλία. Τὰ κατάφερε-εὐτυχῶς γιὰ ὅλους μας. Πρῶτα ὑποτάχθηκε στὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ καὶ μετά, χάρις στὸ ταλέντο καὶ στὴν ἄοκνη ἐργασία του, τὴν κυρίεψε [17]. Ὅπως ἔχουμε τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά μας, τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμά μας, ὡς Ἕλληνες, ἔτσι ἔχουμε καὶ τὴ γλώσσα, μὲ τὴν ὁποίαν «ἀκουόμεθα ἀνάμεσό μας», πάλι ὡς Ἕλληνες, γράφει στὸν «Διάλογο» [18]. Ἡ ἀνορθογραφία του δὲν ἀναιρεῖ τὰ παραπάνω. Στὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ Σολωμὸς ἀκολούθησε τὴ συνήθεια τῶν Ἑλλήνων ποὺ διέθεταν μικρότερη ἢ μεγαλύτερη ἰταλικὴ σχολικὴ μόρφωση στὰ Ἑπτάνησα καὶ σὲ ἄλλα ἰταλοκρατούμενα τότε μέρη τῆς Ἑλλάδος [19]. Δικαίωσε πλήρως τὸν φίλο του καὶ κριτικὸ Giusepe Montani, ὁ ὁποῖος τὸν κατευοδώνει στὸ γράμμα του ὡς ἐξῆς: «Στὸ καλὸ λοιπόν, ἀγαπημένε μου Διονύσιε, στὸ καλό! Τὸ πνεῦμα τῶν θαλασσῶν, τῆς ἁγίας φιλίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἂς σὲ συντροφεύουν…Ἂν ἀφιερωθεῖς ἔστω κι ἀποκλειστικὰ στὴν τέχνη τῶν μουσῶν, θὰ ἔχεις νὰ ἐκφράσεις ἀληθινὰ καὶ γενναῖα αἰσθήματα, νὰ διεγείρεις ὑψηλὰ πάθη, νὰ εἰσαγάγεις μιὰ ἄδολη εὐγένεια. Ὁ πατριωτισμὸς θὰ σοῦ δίνει ὑπέροχες ἐμπνεύσεις κι ὅσο πιὸ καλὸς ποιητὴς τόσο καὶ πιὸ καλὸς πολίτης θὰ μπορεῖς νὰ πιστεύεις πὼς εἶσαι» [20].
IV.
Ὁ πατριωτισμὸς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας ἔδωσαν στὸν Σολωμὸ τὴν ὑπέροχη ἔμπνευση τοῦ Ὕμνου καὶ τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων. Ὁ ποιητὴς ἦταν ἤδη ὥριμος νὰ γράψει γιὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ χρειαζόταν μία μικρὴ ὤθηση γιὰ νὰ καταπιαστεῖ πρώτη φορὰ μὲ τὸ μεγαλόπνοο ἔργο, ποὺ αὐτὴ ἀπαιτοῦσε. Ἄλλωστε ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο ἔφυγε πλήρης ἀπὸ τὴν εὐθυμία τῆς νεότητας καὶ μετέβη στὴν Κέρκυρα μὲ σκοπὸ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν μοναξιὰ-προϋπόθεση κάθε τέχνης μὲ ἀξιώσεις.
Ὁ Ὕμνος γράφτηκε τὸν Μάιο τοῦ 1823. Ἐτέθη τὸ ἐρώτημα γιατί δὲν πολέμησε ὁ Σολωμός…Πολέμησε· χρέος του ἦταν νὰ δώσει στὸ ξαναγεννημένο Γένος τὸν πρῶτο του ποιητή [21]. «Ἕκαστος ἐφ’ ᾦ ἐτάχθη» γράφουν ὁ Ἡρόδοτος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ καθεὶς καὶ τὰ ὅπλα του» ὁ Ἐλύτης. Ὁ Ὕμνος εἶναι στὴν πράξη γενναία, ἐφάμιλλη τῆς γενναιότητας τῶν ἐνόπλων ἀγωνιστῶν [22]. Οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ Μεσολογγίου δὲν παραπονοῦντο ποὺ ὁ Σολωμὸς δὲν βρίσκονταν ἀρματωμένος στὶς ντάπιες. Διάβαζαν τὸν Ὕμνο καὶ μέσα στὴν πείνα καὶ στὸν θάνατο χόρταιναν καὶ ἀνασταίνονταν ἀπ’ τὸ σῶμα του γιὰ νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους μὲ ἐνδυναμωμένο τὸ φρόνημα.
Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὁ Σολωμὸς πολεμᾶ ἀκόμα καὶ πάντα, ὅπως κάθε μεγάλη τέχνη. Τοῦτο διότι ὁ ἐμβριθὴς δημιουργὸς συλλαμβάνει πτυχὲς τῆς βαθύτερης οὐσίας τῶν φαινομένων, οἱ ὁποῖες δὲν γίνονται ἀντιληπτὲς ἀπὸ τοὺς περισσότερους κατὰ τὴν ἐξέλιξή τους, παρὰ πολὺ ἀργότερα, ὅταν αὐτὰ ἔχουν καταστεῖ «ἱστορία»-καὶ ἄν… Θέτουν τότε σὲ δοκιμασία τὴν εἰλικρίνεια τῆς θέσεώς μας ἔναντι τοῦ δημιουργοῦ, καθὼς θίγουν παγιωμένες ἀντιλήψεις καὶ μᾶς καλοῦν νὰ ὑπεισέλθουμε σὲ ἄλλες ὀπτικές, ἱκανὲς εἴτε νὰ ἐμπνεύσουν ἐμᾶς σὲ κατάλληλη δράση γιὰ τὴν ἐποχή μας, εἴτε νὰ μᾶς ἐνοχλήσουν καὶ νὰ παραστήσουμε ὅτι δὲν ἀντιληφθήκαμε. Μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε στὴν δοκιμασία τῆς σκέψης ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἕνας μέγας, ἕνας μέγιστος ποιητὴς ὅπως ὁ Σολωμὸς μέσῳ τοῦ Ὕμνου καὶ σὲ ποιὰ ἔκταση; Εἶναι κοινὴ παραδοχὴ ὅτι ὁ Σολωμὸς εἶναι Ἐθνικὸς Ποιητής. Πόσο κοινοὶ εἶναι οἱ λόγοι αὐτῆς τῆς παραδοχῆς; «Τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθές» [23]. Εἶναι ἐφικτὸ νὰ συνεννοηθοῦμε τί εἶναι ἀληθὲς στὸ σολωμικὸ ἔργο καὶ εἰδικότερα στὸν Ὕμνο ἢ θὰ παραμείνουμε στὴ βολικὴ μόδα τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας; Τὸ νόημα τῆς ρήσης τοῦ Ποιητῆ εἶναι ἐξόχως ἀπαιτητικό: Πρέπει νὰ εἴμαστε ἀντικειμενικοί, νὰ λαμβάνουμε ὑπόψιν μας κάθε τι ποὺ ἀφορᾶ στὸ γένος μας, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὸ ὑπηρετήσουμε ἀποτελεσματικά. Ἢ θὰ ἐφαρμόζουμε αὐτὴ τὴ διδαχὴ καθημερινὰ ἢ θὰ τὴν ἀναφέρουμε ἐπετειακῶς καὶ θὰ τὴν ἀγνοοῦμε μέχρι τοὺς ἑπόμενους ἐξιδανικευτικοὺς ἑορτασμούς.
Τὸ 1957, στὴν ἐπέτειο τῶν ἑκατὸ χρόνων ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Σολωμοῦ, ὁ Καθηγητὴς τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν Λῖνος Πολίτης ἐπεσήμανε ὅτι χρειαζόμαστε τὴν ἄρτια, τὴν ἀκριβή, τὴν ὅσο γίνεται ἀντικειμενικὴ γνώση τοῦ ἔργου τοῦ Ποιητῆ. Γιατί, ὅσο καὶ νὰ μᾶς ξεγελοῦν κάποτε τὰ φαινόμενα, ἡ ποίηση δὲν παύει νὰ βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος κάθε ἐποχῆς [24].
Σήμερα, τὸ 2020-2021, τὰ φαινόμενα μᾶς ξεγελοῦν ἀκόμα περισσότερο. Στὸν ἑορτασμό, ὅμως, τῶν διακοσίων ἐτῶν τῆς Ἐπανάστασης, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ ἐπισήμανση τοῦ Πολίτη παραμένει ἐπίκαιρη καὶ νὰ συμβάλλουμε πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ὑλοποίησής της.
Ὁ Σολωμὸς ἀποτελεῖ μία ἐξαιρετικῶς σπάνια περίπτωση: Ἀναγνωρίστηκε ἐν ζωῇ καὶ κινδύνευσε νὰ ἐξαφανισθεῖ μετὰ θάνατον. Στὸ φυλλάδιο ποὺ ἐξέδωσε ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος τὸ 1859 μὲ τὸν τίτλο «Πόθεν ἡ κοινὴ λέξις τραγουδῶ», προβαίνει σὲ εὐρύτατη κριτικὴ τοῦ σολωμικοῦ ἔργου γιὰ νὰ καταλήξει στὸ περίεργο συμπέρασμα πὼς ἀξία ἔχουν μόνο τὰ νεανικά του ποιήματα μὲ τὴν ἐλεγειακή τους ἁπλότητα καὶ δημοτική τους χάρη. Τὸν Ὕμνο τὸν χαρακτήριζε ἀποτυχία [25]. Θεωροῦσε ὅτι ὁ δημοτικὸς Ὑμνογράφος Σολωμὸς εἶχε ἀποστατήσει, εἶχε αὐτομολήσει «πρὸς τὸν ἑτερούσιον καὶ ἀλλοτύπωτον Γερμανισμόν», ὅπως χαρακτήρισε τὴν ἐνασχόληση τοῦ ποιητῆ μὲ τὴν γερμανικὴ φιλοσοφία [26]
Μά, γιὰ ἕναν διανοούμενο σὰν τὸν Ζαμπέλιο, πῶς δὲν ἦταν ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ ἐνσχόληση μὲ τὴ γερμανικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἤξερε ὅτι ἀποτελοῦσε σύγχρονο ρεῦμα σκέψης τοῦ 19ου αἰώνα, θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφύγει τοῦ ἐνδιαφέροντος μίας διάνοιας σὰν τοῦ Σολωμοῦ; Ὑποτεθείσθω πάλι ὅτι ὁ Σολωμὸς εἶχε «αὐτομολήσει»…Πῶς ἕνας διανοούμενος σὰν τὸν Ζαμπέλιο δὲν εἶχε τὴν ψυχραιμία νὰ ἐκτιμήσει ὄχι τὴν αἰσθητικὴ τοῦ Ὕμνου μόνο, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ Ὕμνος τοῦ Γένους καὶ μάλιστα σὲ μία ἐποχὴ τόσο πλησιέστερη στὴν Ἐπανάσταση; Ἡ αἰτία τῆς κριτικῆς τοῦ Ζαμπέλιου βρίσκεται ἀλλοῦ. Παρὰ τὸ ὅτι κατηγόρησε τὸν Σολωμὸ γιὰ «αὐτομόληση» εἶχε ὁ ἴδιος ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ φιλοσοφία τοῦ Hegel καὶ εἶχε προσχωρήσει στὴν τάση τοῦ Augusto Vera τῆς συμφιλίωσης τοῦ ἐγελιανισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμό. Ὁ Σολωμὸς εἰρωνεύθηκε αὐτὴν τὴν προσπάθεια τὸ 1852, ὅταν διάβασε τὸ ἔργο τοῦ Ζαμπέλιου «Περὶ μεσαιωνικοῦ ἑλληνισμοῦ» μὲ τὴ φράση «Τί ἐπαθε ὁ Σπῦρος; Ἔντυσε τὸν Ἕγκελ μὲ τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ μας;» [27]. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης νὰ ὑπεισέλθω περαιτέρω. Θὰ περιοριστῶ πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐπισημάνω, ὅτι ἡ φράση αὐτὴ ἐνδεχομένως σχετίζεται μὲ τὸ κατὰ πόσον ὡς ἔθνος μποροῦμε νὰ θεωροῦμε ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθές. Ἀντὶ ὁ Ζαμπέλιος νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴ θέση του, κατὰ τῆς ὁποίας στράφηκε ἡ φράση τοῦ Σολωμοῦ, ὅταν αὐτὸς ζοῦσε, προτίμησε νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ χαρακτηρίσει ἀποτυχία τὸν Ὕμνο, ὅταν ὁ Σολωμὸς ἦταν ἀδύνατον νὰ ἀντιδράσει.
Τέσσερεις μῆνες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολωμοῦ ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει στὸν παλαιὸ καθηγητή του Κωνσταντίνο Ἀσώπιο ὅτι «ἐψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἔθνους», ἐπειδὴ εὑρέθησαν «ὀλίγοι στίχοι, τιναὶ στροφαὶ» ἀντὶ ὁλοκληρωμένα ἔργα, ὡς ἀνεμένετο, μετὰ ἀπὸ μία ἐνασχόληση μὲ τὴν ποίηση σαράντα περίπου ἐτῶν[28]. Βαριὰ λόγια γιὰ μιὰ τέτοια αἰτία καὶ μάλιστα γιὰ τὸν Ποιητὴ τῆς Ἐπανάστασης. Θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ κανεὶς ὅτι ὁ Βαλαωρίτης προέβη σὲ μία βεβιασμένη κρίση, ἂν τὸ 1877 δὲν διατύπωνε σὲ γράμμα στὸν Ροΐδη τὸν βλάσφημο λόγο ὅτι ὁ Σολωμὸς ἔπρεπε νὰ μᾶς εἶχε ἀφήσει κάτι περισσότερο «ἀπὸ ἕναν μόνον ὕμνον καὶ ὀλίγας ἀσυναρτήτους στροφάς» [29]. Σημειῶστε ὅτι οἱ δύο πρῶτες στροφὲς αὐτοῦ τοῦ «ἑνὸς μόνον ὕμνου» εἶχαν ἀνακηρυχθεῖ Ἐθνικὸς ἀπὸ τὸ 1865 ἤδη. Ἂν δὲ ὁ Σολωμὸς μὲ «ἕναν μόνον ὕμνον καὶ ὀλίγας ἀσυναρτήτους στροφὰς» κατάφερε νὰ ἀναγεννήσει τὴν ἑλληνικὴ ποίηση καὶ νὰ ἐπιδράσει στὸ ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ Βαλαωρίτη[30], ἔχουμε ἄλλη μία ἀπόδειξη τῆς μέγιστης ἀξίας του. Ποιὰ ἡ αἰτία τῆς στάσης τοῦ Βαλαωρίτη, ποιητῆ ἀναμφιβόλως σημαντικοῦ; Μᾶλλον τὸ ἄγχος μήπως ἡ φήμη τοῦ Σολωμοῦ ἐπισκιάσει ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν προσωπική του στὰ ἑλληνικὰ γράμματα.
Ἔπρεπε νὰ ἔρθει ἡ γενιὰ τοῦ 1880 μὲ προεξάρχοντα τὸν Παλαμὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Ἐθνικὸς Ποιητὴς ἀπὸ τὴν κατακρήμνιση στὴν ἀνυποληψία ἐξ’ αἰτίας πνευματικῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀδυνατοῦσαν νὰ ὑπερβοῦν-ἂν καὶ ὄφειλαν-τὶς προσωπικές τους ἀγκυλώσεις.
Παρὰ ταῦτα, ἡ ἐποχὴ τοῦ μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται ἀπὸ αἰσθητικὲς καὶ ἰδεολογικὲς συγκρούσεις μὲ ἐπίκεντρο τὴν ποίηση τοῦ Σολωμοῦ καὶ τὸ ἐπίπεδο τῆς ἀντιπαράθεσης εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ δικαιοῦται κανεὶς νὰ ἀναμένει ἀπὸ διανοούμενους.
Ἡ τάση τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας ὑποστήριζε ὅτι τὸ σολωμικὸ ἔργο δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐκφράσει τὸ αἰσθητικὸ κριτήριο καὶ τὴν ἐποχή της· κατὰ συνέπεια, οὔτε ὁ Ὕμνος.
Ἡ ἑλληνοκεντρικὴ τάση μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς Φώτο Πολίτη καὶ Γιάννη Ἀποστολάκη ὑποστήριζε τὸ ἔργο τοῦ Σολωμοῦ, φτάνοντας, ὅμως, μέχρι τοῦ ἀκραίου σημείου νὰ θεωρεῖ ἀσήμαντη ἀκόμα καὶ τὴν ποίηση τοῦ Παλαμᾶ-γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καβάφη καλύτερα νὰ μὴν μιλήσουμε.
Σὲ ἐπιστολή του μὲ ἡμερομηνία 10 Ἰουνίου 1929 πρὸς τὸν σολωμικὸ ποιητὴ Γιάννη Ζερβὸ ὁ Γιῶργος Κατσίμπαλης γράφει ὅτι ὁ Σολωμὸς ἦταν ἕνας διεφθαρμένος εὐπατρίδης χασομέρης, τὸ ἔργο τοῦ ὁποίου βασίζεται στὴν παραμόρφωση τῆς πραγματικότητας, δηλαδή, στὴν ψευτιά. «Ἀπὸ μία ὀμορφοποιημένη ψευτιά, τὸ Ἔθνος μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μία χοντροκομμένη ἀλήθεια» σημειώνει καὶ συνεχίζει: «Ἂν θέλουμε νὰ ζήσουμε ὡς Ἔθνος πρέπει πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νὰ λάβουμε μιὰ πλέρια συνείδηση τοῦ τί εἴμαστε κι αὐτὸ θὰ μᾶς τὸ δώσει τὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾶ καὶ ποτὲ τοῦ Σολωμοῦ» [31].
Ψευτιά, λοιπόν, καὶ ὁ Ὕμνος κατὰ τὸν παλαμικὸ Κατσίμπαλη, μὲ ὕφος σὲ εὐθεία δυσαρμονία μὲ τὸ ἦθος τοῦ Παλαμᾶ, σὲ κάθετη ἀντίθεση μὲ τὴν κριτική του ὀξύτητα, χάρις στὴν ὁποίαν διέκρινε στὴν ποίηση τοῦ Σολωμοῦ ἀναλογίες μὲ τὴν ποίηση τῶν συμβολιστῶν, μὲ ὅ,τι πιὸ μοντέρνο, δηλαδή, παρουσίαζε ἡ Εὐρώπη στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, ἀναλογίες οἱ ὁποῖες ντύνουν τὸ ἔργο του «μὲ μία ἄξαφνη νεότητα» [32].
Ὁ Ὕμνος εἶναι ποίηση συνειδητὰ ἐθνικοπολιτικὴ καὶ μέσῳ τῆς ἐθνικῆς ὑπόθεσης, φτάνει στὴν εὐρωπαϊκή, στὴν παγκόσμια[33], ὅπως ἤδη ἔχουμε παρατηρήσει[34]. Ὁ Σολωμὸς εἶναι πατριώτης γιατὶ εἶναι ἄνθρωπος[35] καὶ μέσα ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸ κατανοεῖ καὶ στηρίζει τὸν πατριωτισμὸ κάθε ἀνθρώπου[36]. Δὲν πρόκειται συνεπῶς γιὰ ἕναν ἐθνικιστή, καθὼς ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι ἔννοια ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρὸς τὸν πατριωτισμό. Ὁ ἐθνικισμὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀντιανθρωπισμό, θεωρεῖ ὅτι κάποιο ἔθνος εἶναι ἀνώτερο ὅλων τῶν ἄλλων καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ἡ ἐπίκληση τῶν δικαίων τῆς πατρίδος του εἶναι ὑποκριτικὴ καὶ ἱστορικὰ καὶ νομικὰ ἀβάσιμη, ἄρα συνιστᾶ πατριδοκαπηλεία. Δὲν εἶναι ἐθνικιστὴς ὁ σκλάβος ποὺ ἐπαναστατεῖ κατὰ τοῦ δυνάστη, ἀλλὰ ὁ δυνάστης· δὲν εἶναι πατριώτης ὁ δυνάστης, ὅταν ἐπικαλεῖται ὅτι πλήττεται ἡ πατρίδα του ἀπὸ μία ἐπανάσταση, ἐφόσον πατρίδα του θεωρεῖ καὶ ἔδαφος ἄλλης πατρίδας ποὺ ἔχει κατακτήσει καὶ τὴν καταδυναστεύει. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 δὲν εἶναι ἀναβίωση ἐθνικισμοῦ, εἶναι ἀναγέννηση τοῦ πατριωτικοῦ δικαιώματος στὴν Ἐλευθερία καὶ αὐτὸ ἐκφράζει ὁ Ὕμνος της. Ὡς γνήσια πατριωτικὴ ποίηση, ἑπομένως, ὁ Ὕμνος ἀντιστρατεύεται καὶ τὸν ἐθνομηδενισμό, ὁ ὁποῖος ταυτίζοντας ἀντιεπιστημονικὰ τὸν ἐθνικισμὸ μὲ τὸν πατριωτισμό, ἐπιδιώκει νὰ ἀπαξιωθεῖ ὁ πατριωτισμός στὴν κοινωνικὴ συνείδηση. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντιδημοκρατικὸ τὸ τσάμικο ἐπειδὴ τὸ χορεύει ἕνας δικτάτορας.
V.
Ὁ Σολωμὸς ἀναπτύσσει τὸν πατριωτισμὸ τοῦ Ὕμνου καὶ ἱστορικὰ καὶ πολιτικά, μέσα ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ πνευματικὴ παράσταση τῆς ποίησής του. Ἱστορικὰ μὲ τὴν ἀναφορὰ στὴν Τριπολιτσά, στὰ Δερβενάκια, στὸ Μεσολόγγι, στὴν Τένεδο. Μὲ τὸ κάλεσμα στοὺς τριακόσιους τοῦ Λεωνίδα νὰ ἐγερθοῦν καὶ ἀντιστρέφοντας τὴν περηφάνεια ἀπὸ τοὺς προγόνους πρὸς τοὺς ἀπογόνους, συγκεκριμενοποιεῖ τὴ συνέχεια τοῦ γένους ποὺ ἀναδεικνύει στὴν ἐμβληματικἠ δεύτερη στροφή, στὸν πυρήνα τοῦ Ὕμνου, καὶ ἐμφυσεῖ στοὺς ἀγωνιστὲς καὶ σἐ κάθε ἀναγνώστη θάρρος καὶ ὁρμητικότητα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση. Πολιτικὰ ἀναπτύσσει τὸν πατριωτισμὸ μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς ἑνότητας καὶ μὲ τὰ φῶτα πορείας ποὺ ἀνάβει γιὰ τὸ γένος στὸ διεθνὲς γεωστρατηγικὸ περιβάλλον.
Ἡ ἑνότητα ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Σολωμὸ τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο στὴν ἐπιτυχία τῆς Ἐπανάστασης – ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιμέρους ἀντιλήψεων τοῦ καθενὸς – καὶ ἐπιδιώκει μὲ τὸν Ὕμνο νὰ τὴν ἐπιβάλει στοὺς πρωταγωνιστές της. Πέραν τῆς παρότρυνσης ἀποφυγῆς τῆς διχόνοιας, τῆς παύσης τῶν ἐμφυλίων συγκρούσεων καὶ τῆς ἔκκλησης σὲ συνεννόηση, θίγει τὴν πτυχὴ τῆς πολιτικῆς ἐκμετάλλευσης ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχουν ὡς συνέπεια οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι. Ἡ πολιτικὴ ἐκμετάλλευση καὶ ἐπίπτωση προέρχονται ἀπὸ τὸν διεθνὴ παράγοντα. Δὲν πρέπει νὰ τοῦ δωθεῖ τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι. Μετὰ τὸν πολιτικὸ στοχασμὸ γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐλευθερίας τῆς δέκατης πέμπτης ἔρχεται ὁ πολιτικὸς στοχασμὸς τῆς ἑκατοστῆς τεσσαρακοστῆς ἕβδομης στροφῆς, τὸ ἴδιο διαχρονικός: Ἂν δὲν ἔχουμε ἑνότητα ὑπονομεύουμε τὰ δίκαιά μας στὸ διεθνὲς περιβάλλον, δίνοντάς του τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐπιβάλει τὰ δικά του συμφέροντα.
Στὸ πεδίο τῆς ἑνότητας ἐντάσσεται καὶ ἡ ἐκτενέστατη ἀναφορὰ στὴ θρησκεία. Θρησκεία καὶ Ἐλευθερία βαδίζουν χέρι-χέρι. Στὴν ἐνενηκοστὴ στροφὴ ἡ Θρησκεία, κρατώντας τὸν Σταυρό, ὅπως βλέπουμε στὴν ὀγδοηκοστὴ ἔνατη, φιλάει τὴν Ἐλευθερία στὸ στόμα. Μία εὐλογία, μὰ εὐλογία ἁπτή, σαρκική, ἐμφατικὰ ἀδερφική, Θεία Μετάληψη κατ’ οὐσίαν αἵματος καὶ σώματος Χριστοῦ.
Ἰδιαίτερο στοιχεῖο ἑνότητας καὶ ταυτοχρόνως συνειδητὴ πολιτικὴ ἐπιλογὴ τοῦ Σολωμοῦ πρὸς ἐνίσχυσή της ἀποτελεῖ ἡ ἀναφορά του στὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Ἀφοῦ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ παραμερίσουν τὶς ὅποιες διαφορές τους γιὰ νὰ θρηνήσουν τὸν σὰν κοινὸ ἐγκληματία θανατωθέντα Πατριάρχη,-ὅπως ὁ ἴδιος γράφει γιὰ νὰ καταστήσει ἐναργέστερο τὸ εἰδεχθὲς τοῦ ἐγκλήματος-στὴν ἑκατοστὴ τριακοστὴ ἕβδομη στροφὴ ἀναφέρεται σὲ κατάρα ἀπὸ μέρους του, ἐλάχιστο χρόνο πρὸ τοῦ ἀπαγχονισμοῦ:
Ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
Λίγο πρὶν ἀδικηθῆ
Εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήση
Καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῆ
Ἡ κατάρα αὐτὴ δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἱστορικά· ἀλλὰ ὁ μέγιστος Ποιητὴς θεωρεῖ-καὶ ὀρθότατα- χρέος του νὰ ἀντιδράσει στὴν διαλυτικὴ γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἑλλήνων μομφὴ ποὺ ἀπευθύνει ὁ Shelley στὸν Πατριάρχη στὸ ποίημα του «Hellas» γιὰ τὴν ἀποκήρυξη τῆς Ἐπανάστασης[37]. Ἡ ἀποκήρυξη εἶχε ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν Σουλτάνο διὰ τοῦ αἵματος καὶ ἐπ’ ἀπειλῇ γενικοῦ σφαγιασμοῦ τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀναφερόταν στὸ ποίημα τοῦ Shelley καὶ οἱ ἀναγνῶστες του δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ σκεφτοῦν τὶς δυσχερεῖς συνθῆκες καὶ νὰ λάβουν ὑπόψιν τους τὴν πολιτικὴ διάσταση τῶν συνεπειῶν τῆς ἀνακήρυξης τῆς Ἐπανάστασης.
Στὴν ἑνότητα ἐντάσσεται καὶ ἡ μνεία στὸν Ρήγα. Ὁ Σολωμὸς συνειδητὰ ἀνταποκρίνεται στὴν «πολεμόκραχτη κραυγή» του. Σολωμὸς καὶ Ρήγας ταιριάζουν λαμπρά, τόσο διότι τὸ ἔθνος ἔχει ἑνιαία ἱστορία καὶ ὅλες του οἱ δυνάμεις τείνουν στὸν σκοπὸ τῆς ἀπελευθέρωσης[38], ὅσο καὶ διότι ἡ ρήση τοῦ Σολωμοῦ «τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι ἀληθὲς» δὲν ἀποτελεῖ παρὰ συνέχεια τῆς ρήσης τοῦ Ρήγα «ὅποιος ἐλεύθερα συλλογᾶται, συλλογᾶται καλά».
Στὸ πεδίο τοῦ γεωστρατηγικοῦ περιβάλλοντος ἐντάσσεται ἡ ἀναφορὰ στὶς Μεγάλες Δυνάμεις τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἐπανάστασης. Στὴν εἰκοστὴ δεύτερη στροφὴ ὁ Σολωμὸς γράφει πὼς ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση χαροποίησε «γκαρδιακὰ τοῦ Βάσινγκτον τὴ γῆ». Ἡ εἴδηση γιὰ τὴν εἴσοδο τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες ἔφτασε στὶς ΗΠΑ τὸν Μάιο τοῦ 1821 καὶ ἔγινε δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸν τύπο, ἐνῶ στὰ τέλη τοῦ 1822 ὁ Πρόεδρος Μονρώ, στὸ πλαίσιο διαγγέλματος, ἀναφέρθηκε στὴν Ἐπανάσταση[39]. Συνεπῶς ὁ Σολωμὸς ἀποδεικνύεται πλήρως ἐνημερωμένος, δὲν γράφει τυχαῖα.
Οὔτε γιὰ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις γράφει τυχαῖα. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν Αὐστροουγγαρία περιορίζεται στὴν ἀρνητική της ἀντίδραση καὶ στὴν διάθεσή της νὰ πλήξει τὴν Ἐπανάσταση, μὴν παραλείποντας νὰ τὴν οἰκτίρει γιὰ τὴν καταστολὴ τοῦ ἰταλικοῦ ξεσηκωμοῦ ἐναντίον της. Ὅσον, ὅμως, ἀφορᾶ στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ρωσσία, ὁ Σολωμὸς ἀποδεικνύεται γνώστης τοῦ γεωστρατηγικοῦ παιγνίου.
Ἡ ἀναφορὰ στὶς Μεγάλες Δυνάμεις συνδέεται μὲ τὴν εἴδηση τῆς Ἐπανάστασης. Τὸ ξέσπασμά της χαροποιεῖ «τοῦ Ἰονίου τὰ νησιὰ» γράφει στὴν εἰκοστὴ στροφή. Ἀπὸ τὸ 1815 ὑφίσταται τὸ Ἡνωμένο Κράτος τῶν Ἰονίων Νήσων, τυπικὰ ἀνεξάρτητο, οὐσιαστικὰ ὑπὸ ἀγγλικὴ κατοχὴ-«ὑπὸ ἀγγλικὴ προστασία» ὅπως ἀποκαλεῖτο στὴν διεθνὴ ὁρολογία. Ἂν καὶ ἀπὸ μία ἄποψη ἡ ἀγγλικὴ κατοχὴ φαίνεται προτιμότερη ἀπὸ τὴν τουρκικὴ δεσποτεία, γιὰ τὸν Σολωμό, ὡστόσο, πρόκειται γιὰ μία «Ψεύτρα Ἐλευθεριά». Μάλιστα οἱ δύο αὐτὲς λέξεις τῆς εἰκοστῆς πρώτης στροφῆς εἶναι μὲ ἀραιὰ γράμματα τυπωμένες γιὰ νὰ δώσει ἔμφαση ὁ ποιητὴς στὸ ψευδὲς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ στροφὴ αὐτὴ δὲν τυπώθηκε στὴν ἔκδοση τοῦ Ὕμνου ποὺ ἔγινε στὸ Μεσολόγγι τὸ 1825 καὶ στὴν ἰταλικὴ μετάφραση ποὺ τὴ συνόδευε. Ἦταν ἡ ἔκδοση ποὺ θὰ κυκλοφοροῦσε στὰ Ἑπτάνησα καὶ ἡ λογοκρισία δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἀνάγνωση της[40]. Γιὰ τὸν Σολωμό, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει προτίμηση μεταξὺ ἠπιότερης καὶ σκληρότερης δουλείας, ἀλλὰ μεταξὺ Δουλείας καὶ Ἐλευθερίας-καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαχρονικὴ πρότασή του πρὸς τοὺς Ἕλληνες: Πρῶτον, ὑπονοεῖ ὅτι, ἐφόσον τὰ Ἰόνια Νησιὰ εἶναι οὐσιαστικῶς ὑπὸ δουλεία, πρέπει νὰ ἀπελευθερωθοῦν, ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλάδα. Δεύτερον, ἕνα κράτος, σὲ κάθε ἐποχή, πρέπει νὰ εἶναι πραγματικὰ καὶ ὅχι τυπικὰ ἐλεύθερο. Ἄρα καὶ ἡ Ἑλλάδα, δὲν πρέπει νὰ ἀντικαταστήσει τὴν δουλεία μὲ μία ψεύτρα ἐλευθερία.
Στὴν εἰκοστὴ τέταρτη στροφὴ ὁ Σολωμὸς μᾶς παρέχει μία πληροφορία ἐξαιρετικῆς σημασίας. Τὴν πρώτη ἀντίδραση τῆς Ἀγγλίας ὅταν ξεσπᾶ ἡ Ἐπανάσταση-ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη μὲ αὐτὴν τῶν ΗΠΑ. Ἐμπνέεται τὴν παρομοίωση «θηρίο»-θηρίο ἡ Ἀγγλία, μία χώρα πολιτισμένη; Τὸ ἀγγλικὸ θηρίο φαίνεται νὰ καταλαμβάνεται ἐξ ἀπήνης ὅταν ξεσηκωνόμαστε καὶ στρέφεται κατὰ τῆς Ρωσσίας μὲ «τὰ μουγκρίσματα τῆς ὀργῆς». Γιατί ἡ ἀγγλικὴ αὐτοκρατορία θεωρεῖ ὑπεύθυνη τὴ ρωσσικὴ γιὰ τὸ ξέσπασμα τῆς Ἐπανάστασης; Ἀφοῦ ἐπισήμως ἦταν σύμμαχες γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ status quo. Γιατί ἡ ἀγγλικὴ αὐτοκρατορία θεωρεῖ ὅτι ἡ ρωσσικὴ θὰ ἤξερε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ξεσπάσει ἡ Ἐπανάσταση; Ἔτσι ἐγείρονται καὶ ἄλλα ἐρωτήματα: Πῶς καὶ ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία ἱδρύθηκε στὴν ἀπολυταρχικὴ Ρωσσία καὶ ὄχι σὲ μία ἐλεύθερη χώρα, ὅπως ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἀγγλία;
Ἡ εἰκοστὴ πέμπτη στροφὴ ἀποτελεῖ τὴ συνέχεια τῆς πρώτης ἀντίδρασης τῆς Ἀγγλίας, παρομοιαζόμενης πάλι ὡς «θηρίο»:
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
Πὼς τὰ μέλη εἶν’ δυνατά·
Καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
Μία σπιθόβολη ματιά
Ἄρα ὁ Σολωμὸς στὴν εἰκοστὴ τέταρτη στροφὴ πρέπει νὰ ἀναφέρεται σὲ κάποια διπλωματικὴ κίνηση διαμαρτυρίας τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴ Ρωσσία καὶ στὴν εἰκοστὴ πέμπτη σὲ μία ἔμπρακτη ἐπίδειξη δυνάμεως: Πιθανὸν ὁ ἀγγλικὸς στόλος ἔκανε αἰσθητὴ τὴν παρουσία του στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο, δηλαδή, στὸ Αἰγαῖο Πέλαγος. Ἐφόσον ἐπρόκειτο γιὰ ἐπίδειξη δυνάμεως καὶ ὄχι γιὰ ἐπέμβαση, προφανῶς δὲν ἀπευθύνετο στοὺς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες γιὰ νὰ καταθέσουν ἄμεσα τὰ ὅπλα, οὔτε στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία γιὰ νὰ μὴν ἀντιδράσει κατὰ τῆς Ἐπανάστασης· ἀπευθύνετο στὴ Ρωσσία, ἀφοῦ αὐτὴ θεωρήθηκε ὑπεύθυνη γιὰ τὴ διατάραξη τοῦ γεωπολιτικοῦ καθεστῶτος.
Ἡ εἰκοστὴ πέμπτη στροφὴ ἦταν ἀρχικῶς ὡς ἐξῆς διατυπωμένη:
Καὶ στὸ πέλαο μία ματία
Ρίχνει ποὺ σπιθοβολᾶ
Καὶ τὰ νύχια τὰ μακρία
Σφίγγει, ἁπλώνει ἁρπακτικά
Μετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ φίλου του Φρέντερικ Νόρθ, πέμπτου Λόρδου τοῦ Γκίλφορντ, ἱδρυτοῦ τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας στὴν Κέρκυρα, ἤτοι, οὐσιαστικῶς τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ πανεπιστημίου τῆς νεώτερης ἐποχῆς, βαπτισθέντος κρυφὰ ὀρθοδόξου, ἔχοντας λάβει τὸ ὄνομα «Δημήτριος», γραμματέας τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ Σπυρίδων Τρικούπης, ὁ Σολωμὸς ἄλλαξε τὴ στροφὴ ὅπως τὴν ξέρουμε[41]. Κι ὅμως, μὲ τὴ μορφὴ ποὺ τῆς ἔδωσε, κατέστησε σαφέστερη τὴν ἀποτρεπτικὴ κίνηση τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴ Ρωσσία νὰ μὴν ἀποτολμήσει κάθοδο στὸ Αἰγαῖο, σὲ περίπτωση ποὺ τὴν σχεδίαζε.
Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἐγκαινιάζει τὸ Ἀνατολικὸ Ζήτημα, διπλωματικὸς ὅρος ὁ ὁποῖος εἶχε καθιερωθεῖ τὸ 1822[42] ἄρα ἦταν ἐν ἰσχὺι τὸ 1823 ποὺ ὁ Σολωμὸς γράφει τὸν Ὕμνο, κεφάλαιο τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ὁ Κριμαϊκὸς Πόλεμος τοῦ 1853-1856, δηλαδὴ ἡ πολεμικὴ σύγκρουση μεταξὺ Ἀγγλικῆς, Γαλλικῆς, Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, Βασιλείου τῆς Σαρδηνίας καὶ τῆς Ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ὁ πόλεμος αὐτὸς στὴν ἀγγλικὴ ἱστοριογραφία ἀναφέρετο ἀρχικῶς ὡς «Ρωσσικὸς» καὶ στὴν ρωσσικὴ ὡς «Ἀνατολικὸς Πόλεμος». Προκάλεσε κύμα ἐνθουσιασμοῦ στὴν Ἑλλάδα. Συγκροτήθηκε Ἑλληνικὴ Λεγεώνα, ἡ ὁποία πολέμησε παρὰ τῷ πλευρῷ τοῦ ρωσσικοῦ στρατοῦ, ἐνῶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης καὶ τοῦ βασιλέως Ὄθωνος ἐπανάσταση ξέσπασε στὴν Ἤπειρο, στὴ Θεσσαλία καὶ στὴ Δυτικὴ Μακεδονία. Ἡ στάση αὐτὴ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ὁδήγησε κατ’ οὐσίαν στὴν ἐκθρόνιση τοῦ Ὄθωνος.
Ὁ Σολωμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ γράφει ποίημα μὲ τίτλο «Ἀνατολικὸς Πόλεμος», ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώθηκαν μόνο τέσσερεις στίχοι-ἀπὸ τοὺς τελευταίους τῆς ζωῆς του[43]. Σώθηκε, ὅμως, κι ἕνα σχεδίασμα στὰ ἰταλικά, ἀνέκδοτο, ποὺ περιέχεται στὸ χειρόγραφο ἀρ. 37 τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ὅπου ἐκτὸς τῶν τεσσάρων αὐτῶν στίχων ὁ Σολωμὸς προβαίνει σὲ ἔπαινο τοῦ Τσάρου Νικολάου τοῦ Α΄, εἰρωνευόμενος τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Γάλλους, ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσαν «βάρβαρο», ὡς «προστάτας τοῦ πολιτισμοῦ», καθὼς καὶ τὴ Βασίλισσα Βικτωρία[44].
Τὰ ἀνωτέρω δὲν καταδεικνύουν κάποια ἀφελὴ ρωσόφιλη ἢ ἀντιαγγλικὴ στάση τοῦ Σολωμοῦ. Ἀποδεικνύουν τὸ βάθος τῆς πολιτικῆς του σκέψης, στοιχεῖο ἀπαραίτητο γιὰ τὴ δημιουργία διαχρονικῆς τέχνης σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ὑψηλὴ αἰσθητική· καὶ ἀποδεικνύουν ἔτι περαιτέρω τὸν πατριωτισμό του: Κριτήριό του εἶναι ποιὰ δύναμη στρέφεται κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ σκλάβωνε τὴν πατρίδα μας. Ὁ Shelley παρουσιάζει στὸ ποίημά του ὅλες τὶς Μεγάλες Δυνάμεις ὡς ἄγρια ἁρπακτικὰ θηρία[45]. Εἶναι πρὸς τιμήν του ποὺ ὡς ἐλεύθερο πνεῦμα ἔχει τὴ γενναιότητα νὰ καταγγείλει τὴν πολιτικὴ τῆς χώρας του, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νᾶ δεῖ αὐτὸ ποὺ βλέπει ὁ Σολωμός, ὁ ὁποῖος δὲν σιωπᾶ ὡς πρὸς τὴ Ρωσσία [46], ἀλλὰ λαμβάνει θέση ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴ τοῦ μεγάλου ὁμοτέχνου του.
Ἡ γνώση-μεταξὺ ἄλλων-καὶ τῆς πολιτικῆς εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ποιητικῆς ἰδιοφυΐας. Ὁ ποιητὴς γράφει γιὰ νὰ πεῖ καὶ ὄχι γιὰ νὰ σιωπήσει-ἀνεξαρτήτως μὲ ποιὸν τρόπο γράφει.
Κατὰ τὴν ἄποψή μου ἡ βαθιὰ γνώση τοῦ γεωστρατηγικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ποὺ ὁ Σολωμὸς ἐκδηλώνει στὸν Ὕμνο, ἡ ὁποία συμπυκνώνεται στὴν ἔννοια «συμφέρον» καὶ ὄχι μία ἰδεοληπτικὴ τοποθέτηση ὑπὲρ κάποιων καὶ ἐναντίον κάποιων ἄλλων, ἐπιρρωνύεται ἀπὸ τὸν στοχασμὸ ποὺ κατέγραψε ἀπευθυνόμενος στὸν ἑαυτό του, ὅταν ἐπεξεργάζετο τοὺς «Ἐλεύθερους Πολιορκημένους»:
«Κάμε-γράφει-ὥστε ὁ μικρὸς κύκλος μέσα εἰς τὸν ὁποῖον κινιέται ἡ πολιορκημένη πόλη, νὰ ξεσκεπάζει εἰς τὴν ἀτμοσφαίρα του τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, γιὰ τὴν ὑλικὴ θέση ὅπου ἀξίζει τόσο γιὰ ἐκείνους ὅπου θέλουν νὰ τὴ βαστάξουν, ὅσο γιὰ ἐκείνους ὅπου θέλουν νὰ τὴν ἁρπάξουν,-καί, γιὰ τὴν ἠθικὴ θέση, τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἀνθρωπότητας. Τουτοιοτρόπως ἡ ὑπόθεση δένεται μὲ τὸ παγκόσμιο σύστημα. Ἰδὲς τὸν Προμηθέα καὶ ἐν γένει τὰ συγγράματα τοῦ Αἰσχύλου. Ἂς φανεῖ καθαρὰ ἡ μικρότης τοῦ τόπου καὶ ὁ σιδερένιος καὶ ἀσύντριφτος κύκλος ὁποὺ τὴν ἔχει κλεισμένη. Τουτοιοτρόπως ἀπὸ τὴν μικρότητα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος παλεύει μὲ μεγάλες ἐνάντιες δυνάμεις, θέλει ἔβγουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες» [47].
Εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ Σολωμὸς διακρίνει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μεταδώσει μὲ τὸ ἔργο του τὴ διάσταση μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ συμφέροντος τοῦ νὰ ὑπάρχει ἡ Ἑλλάδα καὶ νὰ ἔχει τὴ θέση ποὺ τῆς ἀξίζει καὶ τοῦ γεωπολιτικοῦ συμφέροντος τῶν ὅποιων Μεγάλων Δυνάμεων, ποὺ ἐπιφυλάσσει γιὰ τὴν πατρίδα μας θέση κατώτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ τῆς ἀξίζει. Ὁ λόγος του εἶναι σύγχρονος, ὄχι μόνο διότι ἡ διάσταση αὐτὴ παραμένει ἀναλλοίωτη καὶ σήμερα, ἀλλὰ καὶ διότι σκέφτεται σὲ ἕνα πλαίσιο παγκοσμιοποίησης πρὶν τὴν παγκοσμιοποίηση. Τὸ ἑλληνικὸ συμφέρον, ὅμως, ὑπερυψοῦται τοῦ ἀπηνοῦς ἀνταγωνισμοῦ, καθὼς ἡ ἀναγέννηση καὶ ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας συνιστοῦν Ἠθική, ποὺ τὴν μεταφέρει ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ στὴ μυθολογία του καὶ στὴν ἱστορία καὶ στὴν ποίησή του, καθιστώντας την Πανανθρώπινο Συμφέρον. Ἐξυψοῦται ὁ ἀγώνας ἐνάντια στὸν γεωστρατηγικὸ σχεδιασμό. Ἀπὸ αὐτὸν πηγάζουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες τῆς Ἑλευθερίας, τῆς Θρησκείας, τῆς Ἠθικῆς, τῆς Τέχνης, τῆς Ὑπερηφάνειας, ἐνάντια στὶς Μεγάλες Δυνάμεις.
Πολὺ σκεπτόμενος καὶ ἠθικὸς μᾶς προέκυψε αὐτὸς ὁ «διεφθαρμένος χασομέρης εὐπατρίδης» ποὺ «δὲν ἤξερε ἑλληνικά» …
VI.
Γράφει ἀπὸ τὴν Κέρκυρα ὁ Σολωμὸς στὸν Γεώργιο Τερτσέτη στὶς 25 Μαρτίου 1842:
«Εἶναι εἴκοσι ἕνα χρόνια ποὺ σὰν σήμερα ἡ Ἑλλάδα ἔσπασε τὶς ἁλυσίδες. Ἡ μέρα αὐτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶναι γιὰ χαρὰ καὶ γιὰ δάκρυα. Χαρὰ γιὰ τὰ μελλούμενα, δάκρυα γιὰ τὴ σκλαβιὰ τὴν περασμένη. Καὶ γιὰ τὸ σήμερα τί νὰ πῶ; Ἡ διαφθορὰ εἶναι τόσο γενικὴ καὶ ἔχει ρίζες τόσο βαθιὲς ποὺ σὲ κάνει νὰ σαστίζεις. Μόνο ὅταν τὰ αἴτια τῆς διαφθορᾶς ἐξολοθρευτοῦν πέρα ὡς πέρα, θὰ μπορέσουμε νὰ ἔχουμε μία ἠθικὴ ἀναγέννηση. Τότε τὸ μέλλον μας θὰ εἶναι μεγάλο, ὅταν ὅλα στηριχτοῦν στὴν ἠθική, ὅταν θριαμβεύσει ἡ δικαιοσύνη, ὅταν καλλιεργηθοῦν τὰ γράμματα ὄχι γιὰ μάταιη ἐπίδειξη, παρὰ γιὰ τὸ ὄφελος τοῦ λαοῦ, ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ παιδεία καὶ ἀπὸ μόρφωση ὄχι σχολαστική. Τότε θὰ ἔχουμε-ἢ μᾶλλον θὰ ἔχουν τὰ παιδιά μας-μία ἠθικὴ ἀναγέννηση καὶ τὸ μέλλον θὰ εἶναι μεγάλο» [48].
Ἐπαφίω στὴν κρίση ὅλων μας ἐὰν εἶναι-καὶ σὲ ποιὸν βαθμὸ- ἢ δὲν εἶναι ἐπίκαιρη αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Σολωμοῦ.
Ὁ Γιάννης Ἀποστολάκης στὸ ἔργο του γιὰ τὸν Σολωμὸ «Ἡ ποίηση στὴ ζωή μας»-ἀνεξαρτήτως τῆς παντελῶς ἐσφαλμένης θέσης του γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾶ- ἐπισημαίνει σωστὰ πὼς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη μελέτη πολιτική, οἰκονομική, ἡ μελέτη τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων μᾶς βοηθᾶ νὰ νοιώσουμε ἂν ἕνας λαὸς πορεύεται σωστά, ἂν ζητᾶ νὰ ζήσει στὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὅλοι μισοκαταλαβαίνουμε πὼς εἶναι κάτι πολὺ ὑψηλότερο ἀπὸ μιὰ ἀνώφελη ὕπαρξη[49]
Ὁ Ὕμνος εἶναι ἕνα ἔργο μεστὸ πολιτικοῦ στοχασμοῦ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πατριωτισμοῦ ὄχι μόνο στὸ πλαίσιο τῆς Ἐπανάστασης ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν πορεία τοῦ Ἔθνους. Ἀποτελεῖ τὴν Ὕψιστη Παρακαταθήκη, ἡ ὁποία μᾶς καλεῖ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε ὄχι μόνον ἄξιοι ἀπόγονοι, ἀλλὰ καὶ ἄξιοι πρόγονοι-ἄξιοι πρόγονοι τῶν Ἑλλήνων ποὺ θὰ ἑορτάσουν τὰ τριακόσια χρόνια ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ γιορτάζουμε σήμερα τὰ διακόσια χρόνια τῆς Παλιγγενεσίας πρέπει νὰ δοῦμε τὶς γενιές μας-παλαιότερες καὶ νεώτερες-ὡς τὸν πρῶτο κρίκο μίας ἁλυσίδας γενεῶν ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὸν ἑορτασμὸ τῶν 300 χρόνων σὲ μία Ἑλλάδα ποὺ θὰ κρατᾶ ὑψηλότερα ὅ,τι θετικὸ καὶ θὰ ἔχει καταστήσει ἀνεπίκαιρο ὅ,τι ἀρνητικὸ μᾶς ὑποδεικνύει ἕνας ἀπὸ τοὺς μέγιστους ποιητὲς τῶν αἰώνων: Ὁ Διονύσιος Σολωμός.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Θ. ΟΡΦΑΝΙΔΗ «ΑΤΡΑΠΟΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-Ο ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ»
1.Δημήτρης ‘Ορφανίδης, Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ- ΜΙΑ DISCIPLINE DE VIE, Ἐκδ. Τὸ Ροδακιό, 2018, σελ. 9.
2. Δημήτρης Ὀρφανίδης, Ἐναρκτήρια ὁμιλία-Ἐκδήλωση Κύκλου Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν Δικαστῶν γιὰ Φιλέλληνες Ποιητὲς καὶ Λογοτέχνες, Παλαιὰ Βουλή, 17.3.2019, youtube.com/watch?v=D5q21ElxY
3. ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, Ἴκαρος, 2η ἔκδ., σελ. 27
4. Ὀρφανίδης, Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ, σελ. 12
5. Ὀρφανίδης, Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ, σελ. 13
6.Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ κινεζική
7. Δημήτρης Ὀρφανίδης, ΕΤΕΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΥΣΑΣ ΜΕΤΕΞΕΤΑΣΤΕΟΣ, σὲ «ΔΑΣΥΝΟΜΕΝΟΝ ΕΨΙΛΟΝ», Ποιήματα, Ἐπίλεκτες Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις 24grammata, Ὀκτώβριος 2014, σελ. 52
8.Σύγκρ. Ὀρφανίση, Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ, σελ. 88
9. Λίνος Πολίτης, ΓΥΡΩ ΣΤΟ ΣΟΛΩΜΟ-ΜΕΛΕΤΕΣ & ΑΡΘΡΑ (1938-1982), ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1995, σελ. 174, 101-102
10. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 174
11. Σύγκρ. Μάρκος Αὐγέρης, ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ-ΣΟΛΩΜΟΣ, ΚΑΛΒΟΣ, ΨΥΧΑΡΗΣ, ΠΑΛΑΜΑΣ, ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΣΕΦΕΡΗΣ, Ἐκδ. Χαρ. Μπούρας, Ἀθήνα 1982, σελ. 17
12. Δοκιμές, Ἰκαρος 1974, σελ. 87-89
13. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 365
14. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 116
15. Πολίτης, ὅ.π. σελ. 167
16. Ζήσιμος Λορεντζάτος, ΜΕΛΕΤΕΣ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, Ἐκδ. Δόμος & Μουσεῖο Μπενάκη, Ἀθήνα 2007, σελ. 138
17. Σύγκρ. Λορεντζάτος, ὅ.π., σελ. 145
18. Λορεντζάτος, ὅ.π., σελ. 149
19. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 48-49
20. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 360-361
21. Πολίτης, ὅ.π. σελ. 370
22. Κ.Θ.Δημαρᾶς, Ο ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ σὲ Πολίτη, ὅ.π., σελ. 384
23. Λορεντζάτος, ὅ.π., σελ. 177
24. Λορεντζάτος, ὅ.π., σελ. 273
25. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 288
26. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 319-320
27. Μιχαὴλ Λειβαδιώτη, Ὁ Νῖκος Λούτζης μεταφραστὴς τοῦ Hegel: Οἱ μεταφράσεις τοῦ Σολωμοῦ
28. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 287
29. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 291
30. Πολίτης ὅ.π., σελ. 291
31. Γεώργιος Μιχ. Φραντζῆς, Μὲ ἀφορμὴ μία ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Γιῶργου Κατσίμπαλη πρὸς τὸν Γιάννη Ζερβό: Παλαμᾶς versus Σολωμός
32. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 291-292
33. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 374
34. Βλ. ὑποσημείωση 8
35. Σύγκρ. Γιάννης Ἀποστολάκης, Ἡ ποίηση στὴ ζωή μας, 1923, σελ. 146
36. Σύγκρ. γράμμα Montani
37. Ε. Ν. Φραγκῖσκος, Ὁ Σολωμός, ὁ Ὕμνος καὶ τὸ δράμα «Hellas» τοῦ Shelley, 1822, O ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ, 1974, σελ. 551
38. Πολίτης. ὅ.π., σελ. 166
39. Σοφία Λιγνοῦ, Ὁμιλία γιὰ τὸν Ἀμερικανικὸ Φιλελληνισμὸ-Ἐκδήλωση ΚΕΛΔ, βλ. ὑποσημείωση 2
40. Κ.Θ.Δημαρᾶς, ὅ.π., σελ. 386
41. Κ.Θ. Δημαρᾶς, ὅ.π., σελ. 387
42. Λάσκαρις Μ.Θ., Τὸ Ἀνατολικὸ Ζήτημα (1822-1900), Θεσσαλονίκη, σελ. 11
43. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 301-302
44. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 303
45. Ε. Ν. Φραγκῖσκος, ὅ.π., σελ. 543
46. Ἔτσι Φραγκῖσκος, ὅ.π., σελ. 545
47. Πολίτης, ὅ.π., σελ. 373-374
48. Βλ. Διονύσιος Σολωμός, Ἐργογραφία-Εἰσαγωγὴ Μιχάλης Ν. Κατσίγερας, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2014 σελ. 36
49. Ὀρφανίδης, Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ, Προμετωπίδα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

“ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”
(Μεσολόγγι 6.10.2019)

Δὲν εἶναι μνήματα αὐτά, μὰ εἶναι ἀγκωνάρια,
Φτιαγμένα γιὰ τὸ πάλεμα, στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
Κόκκαλα ποὺ ἀλέθονται νὰ βγεῖ τὸ γέλιο τοῦ Ἡλιου,
Νὰ κάθονται οἱ σταυραητοὶ μὲ μιὰ φωνὴ νὰ λένε:
Ὅποια κι ἂν εἶναι μου ἡ λαλιὰ σὲ Σένανε ὀμνύω,
Κι ὅποια κι ὰν εἶν’ ἡ μάνα μου Ἐσένα ἔχω μάνα,
Τί ὅλους μας ἐβύζαξες μὲ τὴν παλληκαριά σου,
Ἐσὺ στὰ δυὸ τὰ πόδια μας μᾶς ἔστησες Ἑλλάδα,
Τὸ στῆθος μας σοῦ δίνουμε νὰ τὸ κορφολογήσεις,
Σοῦ δίνουμε τὸ αἷμα μας νὰ ξέρουν πὼς δὲν πέφτεις,
Τί ἂν ἐσὺ δὲ στέκεσαι ποιὸς θἄχει τὰ φτερά του,
Ποιὸς θἄχει βρύση γιὰ νὰ πιεῖ, πιάτο γιὰ νὰ χορτάσει,
Ποιὸς θἄχει λόγο γιὰ νὰ πεῖ ὁ νοῦς νὰ ξεθολώσει…
Γιὰ νὰ πατήσει ἡ Λεβεντιὰ στὸ χῶμα Σου Ἀπάνω
Ἐμεῖς τὸ σκάψαμε βαθιὰ νὰ μποῦμε ἀπὸ κάτω,
Μὲ τὸ κεφάλι μας ψηλά, μὲ γλέντια καὶ τραγούδια.

«Το δυνατόν γενέσθαι της φωτεινότητας και της διαφάνειας: ο κοινός πυρήνας της ποίησης του Καβάφη και του Ελύτη» (γράφει ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης)

Μπορούμε να φανταστούμε, γράφει ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά», τον χώρο της λυρικής δημιουργίας σαν μια νοητή έκταση, με δύο ακραία σημεία ή σαν μια σφαίρα με δύο πόλους και μια ζώνη περιφερειακή στη μέση. Τα Δημοτικά Τραγούδια, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός κατέχουν το κέντρο. Οι δύο πόλοι είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Οι ποιητές αυτοί των άκρων, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, σαν ιδιοσυγκρασίες και αντιλήψεις ζωής, με τόση άβυσσο διαφοράς περιεχομένου στα έργα τους, δεν είναι τυχαίο, πως ένιωσαν την ανάγκη να εκφραστούνε μ’ έναν ρυθμό ασυνήθιστο, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερο, ακόμη και με πρόζα πολλές φορές ρυθμική. Και οι δυό τους, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, έχουν τούτο το κοινό γνώρισμα : ότι δεν μετρούν τις αξίες που πιστεύουν ή προφητεύουν ή βλέπουν να χάνονται, με τα μέτρα της πλειοψηφίας.
Στο σημείο αυτό, ανοίγω παρένθεση, για να παραθέσω ένα ποίημα, του ενός εκ των δύο πόλων, αυτού του ποιητικού πλανήτη :

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μιά. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Αναδεικνύοντας ο Ελύτης στο ίδιο έργο τη λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου, σημειώνει ότι είναι προκλασικός και αποκλείεται να συγκαταλεχθεί στην παρακμή, γιατί έχει μία πίστη που την ομολογεί καὶ αντιλαμβάνεται τη ζωή θετικά, αφήνοντας τη θέση αυτή σ’ έναν άλλον μεγάλο ποιητή, τον Καβάφη. Παρακάτω αναφέρει, πως ανάμεσα στους αρχαίους λυρικούς, τον Κάλβο, τον Paul Éluard, τον Pierre – Jean Jouve, είναι και ο Καβάφης που του ξύπνησε το ενδιαφέρον για την ποίηση, η οποία, μέχρι τότε, του φαινόταν ένα φλύαρο και ανιαρό ρυθμοκόπημα, που μιλούσε για βουνά ή ποτάμια και έλεγε κοινοτοπίες. «Χρειάστηκε ο Καβάφης», γράφει, « για να αισθανθώ το τίναγμα – κάτι πολύ δυνατό, πω,πω, τί ήταν αυτό ; – παράξενο πράγμα». Μέχρι τότε, στα εννέα δέκατα των ποιημάτων που διάβαζε, τον απωθούσε κάτι που ευγενικά θα το ονόμαζε απουσία υπερηφάνειας και, διαφορετικά, πτωχοπροδρομισμό, μιζέρια, μικρολογία και, σε ύστατη ανάλυση, εύκολη φιλοσοφία. Στον Καβάφη έβρισκε τη ρυτίδα εκεί που η έμφυτη παρόρμησή του ήτανε να ξορκίσει τα γηρατειά του κόσμου.

Αναπτύσσοντας τη θέση του για την αντίσταση του έργου στη φθορά του χρόνου και για το πώς θα κερδίσει το έπαθλο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, δηλώνει, ότι πρέπει να είναι βυθισμένο, όσο περισσότερο γίνεται, σαν ουσία, στις ρίζες και στις πηγές ενός συγκεκριμένου τόπου και προσαρμοσμένο, σαν μορφή, στο γενικότερο αισθητικό πνεύμα της εποχής. Μέμφεται τούς προγενέστερους της γενιάς του ποιητές, οι οποίοι δεν αντελήφθησαν την αλήθεια τούτη, κυριευμένοι από ένα αδικαιολόγητο « σύμπλεγμα κατωτερότητας », την στιγμή που είχανε πίσω τους μεγάλες μορφές, σαν του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά, του Σικελιανού, του Καβάφη.

Όταν, λοιπόν, ο Ελύτης, μιλώντας για τον Καβάφη, αναφέρεται σε «passe – partout», δεν αναιρεί το « τίναγμα – πω, πω, τι ήταν αυτό ; ». Το επιβεβαιώνει. Συνειδητοποιεί την διεισδυτικότητα του Καβάφη, καθώς – αν και φαντάρος, που γύρω του σκάνε οβίδες και πέφτουν σφαίρες – δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σκέφτεται τις ποιητικές ιδέες που τον βασανίζουνε, ως άλλον Φερνάζη• συνειδητοποιεί, ότι η ποίηση του Καβάφη « προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις », υπό την έννοια, ότι αφορά στην ζωή του καθενός και όλων.

Αναφερόμενος εξάλλου στον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη με την βαθύτατη εκτίμηση και τον σεβασμό, που πραγματικά του αξίζουν, επισημαίνει, ότι σε ένα του ποίημα, απευθύνεται στον θεοποιημένο Καβάφη, καταγγέλλοντας με θάρρος την παρακμή με τον στίχο «αγάπησες ποτέ σου μιά Ρωξάνη ;».

Δεν υπάρχει αμφιβολία : Ο Ελύτης θεωρεί τον Καβάφη ποιητή της παρακμής. Αλλά, μεγάλο. Έναν από τους δύο πόλους της ποιητικής σφαίρας. Αργότερα, στην ομιλία που εξεφώνησε κατά την τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ, τον Κάλβο τον αντικατέστησε με τον Σολωμό. Τον Καβάφη, όμως, τον άφησε στη θέση του.

Έχει δίκιο ο Ελύτης να θεωρεί τον Καβάφη μείζονα ποιητή• έχει άδικο θεωρώντας ότι δεν αντιλαμβάνεται την ζωή θετικά• το αντίθετο συμβαίνει.

Στα έργα του Ελύτη και του Καβάφη υπάρχει μεν άβυσσος ύφους, υπάρχει άβυσσος διαφοράς περιεχομένου, με απλά λόγια διαφορετικό προσωπικό ύφος – γεγονός φυσικό για μείζονες ποιητές – ωστόσο ο πυρήνας είναι κοινός : Και οι δύο ποιητές, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, ανατρέπουν τις καθιερωμένες απόψεις της πλειοψηφίας. Το «Πρόσθεσις» εκφράζει επακριβώς την στάση ζωής του Ελύτη. Μήπως στην απονομή του Νόμπελ δεν λέει, ότι σε μία μικρόψυχη κοινωνία, η Ποίηση αντιπροσωπεύει τον μόνο χώρο, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση ; Όταν δε στο «Σηματολόγιο» γράφει :

«Είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα»

την στάση ζωής του Καβάφη εκφράζει.

Ο Καβάφης απεχθάνεται τόσο τον φυσικό, όσο και τον αφύσικο καθημερινό θάνατο εντός της μικρόψυχης κοινωνίας, ακριβώς όπως και ο Ελύτης• τούτο φαίνεται – μεταξύ άλλων – και στο «Όσο μπορείς», την αναγνωρισμένη εκδοχή του «Πρόσθεσις».
Τον θάνατο, ως φυσικό φαινόμενο, τόσο ο Ελύτης, όσο και ο Καβάφης, δεν τον «καλοπιάνουν»• αρνούμενοι να συμπεριφερθούν αγενώς στον εαυτό τους, δεν τον φοβούνται, ούτε τον αγνοούν, παρά αντιμετωπίζουν το φάσμα του με αξιοπρέπεια.
Ο Καβάφης αρνείται τα γλοιώδη χειροφιλήματα σε ένα από τα υποβλητικότερα ποιήματα της παγκόσμιας ποίησης :

«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μην ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου-
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Το να προτρέπουν ο Καβάφης και ο Ελύτης την πλειοψηφία να επιδείξει ευψυχία προς το αναπόφευκτο, συνιστά μέρος της ζωής και ταυτοχρόνως αξιοπρεπή στάση ζωής με την δική της αυθύπαρκτη αξία.
Αλλά, δεν αρκεί. Πρέπει να υπάρχει και μία πρόταση αξιοπρεπούς ζωής μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στο τέλος• χρειάζεται να προκύπτει από τα έργα τους, τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις θετικά την ζωή :

ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρείς,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους-
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά-
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδαγμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει-
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Στην Στοκχόλμη, ο Ελύτης ζητά να του επιτραπεί να μιλήσει στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας• και ιδού : Ο «απαισιόδοξος», ο «γέρος», ο «παρακμιακός» Καβάφης αποθεώνει τη ζωή. Ξετινάζει το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Παρουσιάζει το εν, που περικλείει τα μέρη και τα μέρη που συνθέτουν το εν. Θέτει κάθε έναν από μας ξεχωριστά, σε κάθε πατρίδα και όλους μας, στον πλανήτη, ενώπιον ενωπίω :

Η ζωή μας δόθηκε για να την απολαύσουμε και όχι για να υποφέρουμε. Πώς θα το καταφέρουμε; Μην σπαταλώντας την. Πώς δεν θα την σπαταλήσουμε; Με ανοιχτό μυαλό. Μαθαίνοντας σε όλη μας την πορεία. Μην μένοντας περιχαρακωμένοι, αλλά γνωρίζοντας νέους τόπους και παίρνοντας από αυτούς ό,τι θετικότερο προσφέρουν. Παίρνοντας…Όχι αρπάζοντας. Διατηρώντας ισορροπία καλλιέργειας μεταξύ σώματος και πνεύματος. Όμως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανθρώπινη αυτή ζωή, είναι η αποτίναξη κάθε ψευδοενοχής, κάθε ψυχικής καταπίεσης, κάθε ομαδικής νεύρωσης, όπως παρατηρεί ο Ελύτης στην ομιλία της απονομής.

Ικανός να ανατρέψει σε ατομικό επίπεδο, κάθε φόβο και ενοχή που επινοεί, κάθε σύστημα που τον γεμίζει με φόβο και ενοχές, να περάσει από το «νυν έχον», στο «δυνατόν γενέσθαι», όπως πάλι ο Ελύτης στην ομιλία του υπογραμμίζει, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Όχι. Ούτε το πνεύμα, ούτε η ύλη είναι ντροπή• όχι, δεν είναι αμαρτία. Αρκεί να κατανοήσουμε πως δεν υπάρχουν τέρατα (Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες), δεν υπάρχουν θεοί τιμωροί (θυμωμένος Ποσειδώνας). Δεν υπάρχουν «τέτοια» γράφει ο Καβάφης με περιφρόνηση. Πρόκειται για παραμύθια.

Στη ζωή, όμως, όντως υπάρχουν τέρατα : Καταπιεστικές προσωπικότητες, που θέλουν να σε καταστήσουν ψυχοσωματικά ανίκανο. Η δύναμή τους, ωστόσο, υφίσταται, μόνο αν σε κάνουν να τις φοβάσαι. Οπότε, ακόμα και ποτέ να μην τις συναντήσεις, θα τις φέρεις μέσα σου ψυχολογικά και αυτό αρκεί για να σε καταστρέψει. Επιδιώκουν να είσαι μικρόψυχος «Τρώας ». Να μην πιστεύεις στον εαυτό σου. Η ψυχή σου να ταράσσεται. Γι’ αυτό φροντίζουν να υψώσουν γύρω σου «Τείχη». Όμως, αν δεν ταράσσεται, τα ψυχολογικά τους τείχη θα σωριαστούν. Δεν θα τις σκέφτεσαι καν, αν δε χρειαστεί, θα τις αντιμετωπίσεις, χωρίς να τρομάξεις από τις κραυγές τους. Κι’ αυτές, σε τελευταία ανάλυση, παραμύθια είναι, τα οποία από σένα εξαρτάται να μην τα πιστέψεις.
Αν κάποτε η ανθρωπότητα, ο καθένας από μας, αρχίσει να μελετά και όχι να διαβάζει, μέσα από αυτό το ποίημα, θα αντιληφθεί, πως δεν χρειάζεται πια την ψυχανάλυση.

Μια τέτοια πορεία, ελεύθερη από την δεισιδαιμονία, αξίζει να διαρκέσει, όσο γίνεται περισσότερο. Όμως, για να είναι μία πορεία χαράς, μέσω της αέναης μάθησης, του απενοχοποιημένου έρωτα και της υλικής ευημερίας με καλαισθησία και όχι μία άσκοπη περιπλάνηση, χρειάζεται ένας στόχος, μία πυξίδα. Η πυξίδα αυτή είναι η ωθητική δύναμη για το ταξίδι. Είναι η έμπνευσή του. Μία ιδέα ανώτερη. Ένα ιδανικό. Οι ρίζες σου. Χρειάζεται ένας στόχος, τουλάχιστον. Μπορεί να είναι και περισσότεροι, όπως καταδεικνύει ο πληθυντικός της «Ιθάκης»• και εάν την βρεις φτωχική την Ιθάκη, αν, δηλαδή, όπως θα είσαι γέροντας, σκεφθείς, πως παρά το ωραίο ταξίδι, θα πεθάνεις, ταυτόχρονα, λόγω της σοφίας σου και της όλο νόημα εμπειρίας σου, θα συνειδητοποιήσεις, πως οι Ιθάκες ένα πράγμα σημαίνουν : Αν ζήσεις ελεύθερη ζωή, θα έχεις γνωρίσει την αθανασία, γιατί, δεν θα έχεις φοβηθεί τον θάνατο.

Παραθέτω τώρα το ποίημα του Ελύτη,

AD LIBIDUM

1. Είμαι άλφα χρονών κι Ευρωπαίος έως τη μέση
των Άλπεων ή των Πυρηναίων
το χιόνι μήτε που άγγιξα ποτέ

δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί
πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές
ό,τι απομένει αντέχει ακόμη

ως πότε
φίλοι

θα σηκώνουμε το αφορεσμένο παρελθόν
γιομάτο βασιλιάδες και υπηκόους

προσωπικά
νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι

που δεν του ‘μεινε καν μια πλάκα τάφου
μόνον άδεια οικόπεδα κοτρόνια μάντρες
κι ο απαρηγόρητος βοριάς
χτυπώντας πέρα στα ψηλά τα τείχη των εργοστασίων

έγκλειστοι όλοι μας εκεί δουλεύουμε όπως
άλλοτε μέσα στην Ιστορία

τα
Επερχόμενα

χρόνια χυμένα θα ‘λεγες ακάθαρτο πετρέλαιο
που του βάλανε φωτιά

βοήθεια

Rintrah roars and shakes
his fires in the burden’ d air

δύστυχο καταμόναχο ένα μου

τι θ’ απογίνεις
θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά

και πάει τετέλεσται

να τηνε από τώρα κιόλας

ντύνεται Μοίρα η Εξουσία και σου σφυράει

Ad Libitum.

2. Ξέρω
δε θα μου το συγχωρέσει ο χρόνος
που τον έβαλα σε δοκιμασία: ή εγώ ή εκείνος

προτείνω τη ζωή με την κάννη στον κρόταφο
και περιμένω

σβήνονται οι μάχες οι μεγάλες της Ισσού της Πραισθλαύας
του Αούστερλιτς
ευτυχώς δεν έχει μνήμη ο γύρω αέρας
επιμένει να μυρίζει ρόδο
και να σε τιμωρεί
την ώρα που πανάθλιος πεθαίνεις

έτοιμος στη σειρά πίσω απ’ τους άλλους
για τον έλεγχο των διαβατηρίων
μ’ έναν σάκο αεροπορικό στον ώμο
γέρνεις λίγο απ’ το ‘να μέρος
το μέρος της φθοράς

σε γλυκό χαμηλόφωνο τόνο ακούς μετά το καμπανάκι
αναχώρησις υπ’ αριθμ. 330 πτήσις της Panamerican
δια Ριάντ Καράτσι Νέο Δελχί Χογκ-Κογκ

αναλογίζεσαι τα όριά σου
πάντοτε μέσα στο κοπάδι
που τ’ οδηγεί μια συνοδός εδάφους
αδιάφορη εντελώς για την προσωπική σου τύχη

ενώ στο βάθος μια κινούμενη φευγαλέα οροσειρά
εξακολουθητικά σου δίνει την εντύπωση ότι ταξιδεύεις

περνάν μπρος απ’ τα μάτια σου
του Κάτω Κόσμου τ’ αγροκτήματα
με τις μαύρες φράουλες και τ’ ασύμμετρα ορχεοειδή

τους κρωγμούς των ορνέων
και την πλήρη απολίθωση

όπου μέλλει να ενταχθείς

συ ο μικρός
να τα βάλεις με τα φυσικά φαινόμενα
μεγεθυμένος μόνο από τη σκέψη

(σάμπως θα ‘παυε ποτέ της
ν’ αθροίζει φως μια λεύκα
επειδή από νου σου συ της το αφαιρούσες)

συ σι έλασσον
συ σι έλασσον

ελάχιστο κομμάτι μουσικής που αντέχει
ανάμεσα σε γαλαξίες και νεφελώματα

να δίνει σήμα και να κυματίζει

Ad Libitum.

3. Πάει καιρός που δεν έχω πει μια λέξη
σαν να μ’ αγνόησαν τα γεγονότα
ή και το αντίστροφο

φαινόμενο φαίνεται στάθηκα
γι’ αυτούς που ακούν τη νύχτα
πως μια πένα γρατσουνίζει
όμοια γάτος επάνου στην κλειστή
πόρτα του Άγνωστου

οι φύλακες
ανέκαθεν υπήρξανε πρόσωπα αισχρά
personae turpes όπως λεν στα Νομικά
και η τέχνη sine re

αν έτεινε αποκλειστικά να υποκατασταθεί στο εκάστοτε
φυλασσόμενο ιερό
πρόσωπο ή κι εξανδραποδισμένο σύνολο

είναι που μια ζωήν ολόκληρη
έξω απ’ τα τείχη κυνηγάω φωνές
συγκεκριμένα: μία φωνή

που ελευθερώνεται σαν κόρη ωραία και βάλνεται
να τρέχει
με τους μικρούς γλουτούς και τα μεγάλα
ξέπλεκα μαλλιά
νερά του Ιορδάνη

χυμένα επάνου στον νυχτερινό ουρανό

Ad Libitum.

4. Έτσι συμβαίνει
να παραστρατίζω κάποτε
για το καλό μου
έτυχε κι έχανα το νήμα
της Αριάδνης δεν εξετυλίχθηκε ποτέ ως το τέλος

ποιος να συνεχίσει

μέσα σ’ επαναστάσεις και πολέμους μεγαλώσαμε όλοι
εξού στο μέτωπό μας
το σημάδι της σφαίρας που δεν έπεσε
ανά πάσα στιγμή εξακολουθεί να προκαλεί το θάνατο

εννοείτε κείνο που εννοώ

κάτι συμβαίνει που δεν έσωσε ποτέ να το εντοπίσουμε
τις νύχτες τις γλυκές όταν το γιασεμί σ’ εξουθενώνει
κι από νερά τρεχούμενα
κάπου
κάποιο αξήγητο ανατρίχιασμα
δίνει ώθηση στα χόρτα
θα ‘λεγες ανεβαίνει από μια κινητή
κλίμακα κι ολοένα καταπάνω σου
μεγαλώνει να: η θεά Φυτώ με το τεράστιο τούμπανο
κι οι ξυπόλυτες δούλες με το μαλλί τους δάδα
μπουμ το πόδι αριστερά μπουμ το πόδι δεξιά
η φιλότης το νείκος
η φιλότης το νείκος

η παλιά ευρυθμία

σαράντα τόσα μέτρα ψηλά πάνου απ’ τη θάλασσα
το σπίτι με τα τρία του τόξα
κι οι μεγάλοι όρθιοι φοίνικες με τ’ άδεια τους ακρόκλωνα
σαλεύοντας στον ύπνο μου
τον άνεμο τον βόρειο

Ad Libitum.

5. Είναι γεγονός
έχω μπει για τα καλά μέσα στο ναρκοπέδιο
διό και δεν φοβάμαι να μιλήσω
να μη λύσω το αίνιγμα
που ευχήθηκαν κι οι εχθροί μου κάποτε

αγνοώντας πόσο άχρηστο είναι να επαγγέλλεσαι τον σκοτεινό
καταμεσής στη Δήλο Απόλλωνα
όλονα τον εαυτό σου έχοντας
μεταβάλει σε ομοίωμα κέρινο
απ’ αυτά που βλέπεις στο Μουσείο της Κυρίας Τυσσώ
τι σόι πολιτισμένοι θα ‘μασταν
αν ο νους μας δεν πήγαινε ολοένα στην
Κιμμερία τη δύσμοιρη
που κατάντησε στα χρόνια μας
να θεωρείται λέει κι αξιοζήλευτη

όταν εδώ ένας Όμηρος πάντοτε με την πρέπουσα
σε φορέα της ελληνικής αξιοπρέπεια
έστεργε απλώς να συμπονεί:
Κιμμερίων ανδρών δήμός τε πόλις τε
ηέρι και νεφέλη κεκαλυμμένοι
ουδέ ποτ’ αυτούς Ηέλιος φαέθων καταδέρκεται ακτίνεσσιν… αλλ’
επί νυξ ολοή
τέταται δειλοίσι βροτοίσι

το λοιπόν
για φως και για γαλάζια πέλαγα τώρα να μιλάμε;
αμέ για ηλιοτρόπια; για Ελένες;

μόλο που
από τις τοιχογραφίες της Θήρας κι από τα ψηφιδωτά
λάμποντα της Ραβέννας άγγελμα θεϊκό εξακολουθεί
να εξαποστέλλεται άμεσα

όπως κείνο το κάτι επιπλέον κι ασύλληπτο
που για μια στιγμή ο γηραιός αλιέας
αντιλαμβάνεται άστραψε
ύστερα τ’ αλησμονάει πάει στην Αγορά κι απ’ το πανέρι του
άχνα χρυσή εξακολουθεί ν’ ανέρχεται

η ποίηση ανέρχεται

άλλη μια φορά
χάνεται από την υπόστασή σου Έλληνα σκληροτράχηλε
να εμπνέεσαι άντε

Ad Libitum.

6. Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω

απ’ τα μάτια μου πέρασε μια χώρα
βράχων μ’ αψηλά τεράστια μοναστήρια
και μικρούς δοκίμους μοναχούς όπως εγώ
τακτικά κομίζοντας κλώνους ροδιάς
κοριτσιών εσώρουχα διάφανα
κι άλλα της τελετουργίας άχραντα
λόγια όπως βοριάς
ή θέρος ή και αέτωμα
στον όρθρο
επάνου είναι που αναλογίζομαι
πόσο ελάχιστα είμαστε
πραγματικοί
και η σφαίρα μας
μία μηχανή όπου καμιά
βίδα κανείς μοχλός κανένα
έμβολο δεν εβρέθηκε στη θέση του
εν τοσούτω
λειτουργεί και οι μυριάδες
βόνασοι κερασφόροι που είμαστε
κουτουλώντας παγαίνουμε όπου λάχει

να φανεί το ευλογημένο χέρι
όπως μες στις χρυσές εικόνες

ανεξήγητα μετακινούνται οι θάμνοι
πνοή νιώθω να με παίρνει
ελαφρά στο νερό
υπογράφω και χάνομαι

Ad Libitum.

7. Και ιδού το τελικό συμπέρασμα: να ‘σαι ο αριστοκράτης αλλ’
από την ανάποδη
του λευκού σιδερωμένου σου μανικετιού
να κάνεις συμφωνίες με τον Άγιον
που λέει κι ο Μακρυγιάννης
ξέροντας
να φέρεσαι όπως η βροχή στους τσίγκους
ρυθμικά με ανωτερότητα
είδα πάντοτε τις πράξεις που έτειναν
με τρόπο δόλιο να μ’ εξουθενώσουν

τι να πει κανείς

εωσότου γίνουμε άνθρωποι που να μη μας ανιά η υγεία
θα ταξιδεύει παραπλανητικά μέσα στο διάστημα
κάποια μη χτυπημένη από κανέναν Ομορφιά

είδωλο που ακόμη

ξέρει να διατηρεί το ύφος του ελαιόδεντρου
ανάμεσα στους Σκύθες
και θα μας επιστραφεί
σαν ωραία ηχώ από τη Μεσόγειο
μυρίζοντας ακόμη πελαγίσιο γίδι

ο ένας για τον άλλονα Οδυσσέα
πάνω σε μια σχεδία
αιώνες τώρα

φωνάζω ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας

είναι που πλέον δε νογάει κανένας
τι πάει να πει αντανάκλαση μεσημεριού
πως κι από που ακουμπάει τ’ ωμέγα στο άλφα
ποιος εντέλει αποσυνδέει τον Χρόνο

Ad Libitum.

ΥΓ. Μόνο που υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή: μη με πιστεύετε

όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω

η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο.

Είναι εμφανές, ότι – με κάποιες αναλαμπές – ο Ελύτης περιγράφει την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής του ανθρώπου εν γένει και του Έλληνα είδικότερα. Δεν έχει καμμία σχέση με την ομορφιά, την ελευθερία, την ειρήνη, την αμεριμνησία, την δικαιοσύνη. Δεν έχει καμμία σχέση με την ζωή, όπως θα έπρεπε να είναι και όπως την φαντάζεται πως είναι και θέλει να είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του – και αυτό είναι το φυσιολογικό. Μεγαλώνοντας, αντί να ζήσει στην φωτεινότητα και στην διαφάνεια, καλείται να προσαρμοσθεί στον ζόφο και στην βλακεία και καθώς αντιδρά, δέχεται πλήγματα, οπότε «ωριμάζει», αποκτά «πείρα», όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, πριν από αυτόν.
Όμως, με το υστερόγραφο του ποιήματος, ο Ελύτης ανατρέπει, κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα, την πεπατημένη οδό του ανθρώπου που μετατρέπεται σε ανθρωπάκο : Πείρα και ωριμότητα δεν είναι ο ρεαλισμός της προσαρμογής και αποδοχής μίας ζωής αντίθετης με αυτήν που αξίζει να έχει ο άνθρωπος. Πείρα δεν είναι η απώλεια του φωτός και το κέρδος του σκότους. Πείρα είναι το φυσιολογικό : Να είναι η ζωή ανθρώπινη σε όλη της την διάρκεια και αυτό να το θέλεις και να το αποδέχεσαι σε όλη σου τη ζωή.

Πώς, όμως, ζει ο άνθρωπος ανθρώπινα ; Όπως περιγράφει ο Καβάφης. Ταξιδεύει, σπουδάζει, ερωτεύεται, καλλιεργεί πνεύμα και σώμα, απαλλαγμένος από ενοχές που ο ίδιος και «ρεαλιστές» «Λαιστρυγόνες», «Κύκλωπες» και «Τιμωροί Θεοί» του φορτώνουν. Η πείρα, επομένως, που έχει αποκομίσει ο άνθρωπος στην μεγάλη ηλικία, δεν είναι η αποδοχή του ζόφου. Δεν είναι η απώλεια του φωτός, αλλά το κέρδος του. Απευθυνόμενος ο Καβάφης στον γέροντα ταξιδιώτη, του ξεκαθαρίζει : Στην περίπτωση που νομίσεις, ότι η Ιθάκη σε γέλασε, δεν είναι έτσι, γιατί η πείρα σου, η ευτυχής, δηλαδή, ζωή, ήδη σού έμαθε τί είναι στην πραγματικότητα η Ιθάκη : Η ώθηση για την απόκτηση της πείρας με την ανατροπή της ψυχολογίας του φόβου.

Την ανατροπή αυτή, στο δικό του ποίημα, ο Ελύτης δεν την επιφέρει μόνον με τους τελευταίους στίχους, αλλά και με τον τίτλο του : «Ad libitum» στην μουσική σημαίνει ο μουσικός η ο διευθυντής της ορχήστρας, να εκτελέσει ένα σημείο του έργου, όχι στον προκαθορισμένο, αλλά σε έναν ελεύθερο, δικό του ρυθμό. Στο δράμα σημαίνει αυτοσχεδιασμός. Στην ψυχολογία σημαίνει αυτοκαθορισμός.
Ο Καβάφης και ο Ελύτης μας λένε, επομένως, ακριβώς το ίδιο, για το τί σημαίνει, στην πραγματικότητα, πείρα. Το ρήμα «καταλαβαίνω» του Καβάφη δεν είναι διόλου στεγνά εγκεφαλικό, όπως υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης στο δοκίμιό του για τον ποιητή. Είναι και στους δύο ποιητές βιωματικά και ψυχοσωματικά ενάντια στην καθεστηκυία τάξη της πλειοψηφικής «γεροντικής σοφίας». «Ιθάκη» σημαίνει «Ad libitum» και αντιστρόφως.
«Αν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους μικρόψυχους καιρούς, είναι ακριβώς αυτή : Ότι η μοίρα μας βρίσκεται στα χέρια μας» τονίζει καίρια στην ομιλία του στην Στοκχόλμη ὁ Καβάφης.
Πώς είπατε…; Α, ναι ! Συγγνώμη ! Ο Ελύτης• ο Καβάφης δεν πήρε Νόμπελ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Έχει εκπονήσει μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή στην Γερμανία, στο Εργατικό Δίκαιο. Κατόπιν εξετάσεων το 1995 εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα. Σήμερα φέρει τον βαθμό του Εφέτη. Κατά την τριετία 2008-2011 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ΕΕ, ως υπεύθυνος στον τομέα του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου. Από το 2004 έως σήμερα αρθρογραφεί στον νομικό τύπο. Μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά.

Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση το 2013 και 2015.

Τον Οκτώβριο του 2014 εξέδωσε σε ψηφιακή μορφή την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δασυνόμενον Έψιλον» από τις Επίλεκτες Ψηφιακές Εκδόσεις 24grammata. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους προέβη σε έντυπη αυτοέκδοσή της.