ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΣΤΙΣ 6/9/2023 ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ Γ. Γ. ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ “Ο ΑΔΙΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ” ΚΑΙ ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ.

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ (Κ.Ε.Λ.Δ.)  ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ Γ. Γ. ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: “Ο ΑΔΙΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ” ΚΑΙ ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΣΤΟΝ ΥΠΑΙΘΡΙΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΤΙΣ 6/9/2023.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ:

ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΣΟΦΙΑΣ ΛΙΓΝΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ:

ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΒΑΦΗ “ΣΤΑ 200 π.Χ” ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΦΟΙΤΗΤΗ ΝΟΜΙΚΗΣ.

ΠΟΙΗΜΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗ “L’ EXPERIENCE ETERNELLE” ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΦΟΡΟ ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ, ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗ ΕΠΙ ΤΙΜΗ.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΑΠΟ ΤΟΝ κ. ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟ.

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ “ΕΓΝΩ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΓΙΑΝΝΗ.

ΔΙΑΛΕΞΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ “Ο ΑΔΙΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ”.

ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ:

ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΒΑΦΗ “ΑΠ’ ΤΑΙΣ ΕΝΝΙΑ” ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΦΕΤΗ ΑΘΗΝΩΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟ.

ΠΟΙΗΜΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗ “ΔΑΙΣΙΟΥ 28, 123 π.Χ” ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΑΥΡΟ ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗ.

ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΒΑΦΗ “ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΑΝ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΙΟΝΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΑΘΗΝΩΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗ “ΑΝΔΡΕΙΟΣ ΚΑΙ ΑΜΩΜΟΣ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΓΥΡΩ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ.

ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΒΑΦΗ “ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΗΒΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΝΑΡΑ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» (ΕΥΑΝΘ. ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑ – ΑΡΗ ΔΑΒΑΡΑΚΗ) ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΧΟΡΩΔΙΑ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ Κ.Ε.Λ.Δ.

ΤΕΛΟΣ.

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ: “ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ” (Διήγημα)

Το διήγημα με τίτλο “Τιμής ένεκεν” της συγγραφέως και Εφέτη Ανδρονίκης Αθανασιάδη δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023, το neakriti.gr. Λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του διηγήματος της κ. Αθανασιάδη – η οποία υπηρετεί ως Εφέτης στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης και ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Ηράκλειο – με τίτλο “Ο Προστάτης του Μεγάλου Κάστρου”, το neakriti.gr δημοσιεύσε το νέο διήγημά της ενόψει της επετείου της 25ης Αυγούστου του 1898, με τη μεγάλη σφαγή της οποίας σχετίζεται (και) το παρόν λογοτεχνικό της δημιούργημα.

“Τ Ι Μ Η Σ Ε Ν Ε Κ Ε Ν

«Μόλις σκοτείνιασε, κι άναψαν τα λιγοστά φώτα στους δρόμους, άρχισε ο ουρανός να στάζει. Οι διαβάτες, που πέρασαν απ’ τα στενά σοκάκια του Λάκκου*, χάθηκαν στα καλντερίμια του φτωχικού μαχαλά και σφάλισαν οι πόρτες πίσω τους, από ώρα. Τα χαμόσπιτα, που ’ναι διάσπαρτα, περιτριγυρισμένα από μικρές αυλές και σκαλοπάτια φαγωμένα απ’ τις περπατησιές, τη βροχή και τον ήλιο, ίσα που διακρίνονται, πίσω απ’ τις στάλες που πέφτουν, κουβαλώντας φως.

androniki athanasiadi

Στην εξώπορτα της εκκλησιάς του Αγίου Ματθαίου*, κάτω απ’ το υπόστεγο, στέκει μια καρέκλα και πάνω της, σαν ξεχασμένος μπόγος, μια μαύρη φιγούρα, κουλουριασμένη μέσα σ’ ένα φθαρμένο πανωφόρι. Τα χέρια, σκελετωμένα, χωμένα στα πελώρια μανίκια, μετρούν τους κόμπους απ’ το κομποσκοίνι που κρατάνε. Κάθε που σηκώνει τα μάτια ψηλά, προσπαθώντας να δει τη βροχή που πέφτει, ξεχωρίζει, ανταριασμένη η θάλασσα. Κι ας έχουν περάσει τα χρόνια, κι ας έχουν καλύψει με πέπλο τα μάτια, που βλέπουνε, πια, θολά. Η θύμηση δεν έχει ακόμα ξεθωριάσει… Το πρόσωπο, γεμάτο ρυτίδες, αποστεωμένο, και τα μαλλιά, ασήμι πλεγμένο πλεξούδες, ίσα που ξεπροβάλλουν, σαν φωτοστέφανο, κάτω απ’ το μαύρο τσεμπέρι. Τέτοιες ώρες πολύ της αρέσει να κάθεται στην ίδια αυτή θέση, κρυμμένη στο σκοτάδι, με τη φλόγα απ’ το καντήλι να τρεμοπαίζει, πίσω της, και το λιβάνι να πλημμυρίζει τα σωθικά της σε κάθε της ανάσα. Να κοιτά τις στάλες που πέφτουν και να τις ακολουθεί με το μάτι, όπως κυλάνε στα πλακάκια που ’ναι στρωμένα στην αυλή της εκκλησιάς, κι όπως χαϊδεύουν τις ψυχές που ’χουν αποκοιμηθεί στον κόρφο της, χρόνια τώρα. Κι αυτή, φύλακάς τους. Τέτοιον έταξε τον εαυτό της, από εκείνο το μαύρο μεσημέρι μιας Τρίτης Καλοκαιριού. 25η Αυγούστου 1898, έγραφε το ημερολόγιο.

Η ίδια δε θυμάται τίποτα από τα παιδικά της χρόνια. Πότε γεννήθηκε; Ποιος την κράτησε αγκαλιά; Ποιος την τάισε; Έπαιξε όταν ήταν παιδάκι; Μάνα και πατέρα δε γνώρισε. Την πρώτη της ανάσα την πήρε σε κάποιο απ’ τα κακόφημα σπίτια της γειτονιάς του Λάκκου, κι αμέσως σταμάτησε η ανάσα της δικής της μάνας. Έτσι, οι γυναίκες του σπιτιού ανέλαβαν το μεγάλωμά της, χωρίς, όμως, πολλά-πολλά. Απλώς, την άφησαν και μεγάλωνε σε κάποια γωνιά. Σαν το δέντρο που ’ταν στην αυλή, και μεγάλωνε μόνο του μέρα με τη μέρα, που αν και δεν το πότισαν ποτέ, η βροχή κι ο ήλιος το θέριεψαν. Ούτε ρώτησε, ούτε της μίλησαν ποτέ για τη μάνα της. Τι να ρωτήσει, άλλωστε, και τι να της πουν. Μεγαλώνοντας, καταλάβαινε πως στη συνοικία αυτή της πόλης ζούσαν οι απόκληροι. Πόλη μέσα στην πόλη. Όλη της τη ζωή τη σεργιάνισε στα καλντερίμια του Λάκκου. Γνώριμη η κάθε του σπιθαμή. Χαμόσπιτα, καφενέδες και τεκέδες, που με τα χρόνια ξέφτισαν. Ξύλινες πόρτες, με σιδεριές και τζάμι, κι από μέσα ένα κόκκινο ύφασμα, για να κρύβει τις πρόστυχες και πονεμένες ζωές τους. Αυλές, κρυμμένες πίσω από χαμηλά μπεντένια*, και κάθε λογής δέντρα φυτρωμένα να ξεπροβάλλουν, ρίχνοντας τους καρπούς και τα φύλλα τους στα καλντερίμια. Ολάκερη ζωή σ’ αυτούς τους γνώριμους δρόμους, που ξυπνάνε αξημέρωτα απ’ τους ήχους της καμπάνας της εκκλησιάς του Αγίου Ματθαίου, κι απ’ τις βωμολοχίες των μεθυσμένων, που αποκοιμήθηκαν στις σπασμένες καρέκλες κάποιου καφενέ.

Απ’ όταν άνοιξε τα μάτια της και για πολλά χρόνια, τούτη η πολιτεία, που ’ναι καλά κρυμμένη πίσω απ’ τα ψηλά βενετσιάνικα μπεντένια, κατοικείται από Τούρκους και Χριστιανούς. Στα στενοσόκακα και στα φιδωτά καλντερίμια των μαχαλάδων της, τα ψηλά καφασωτά κονάκια των μπέηδων και των αγάδων μπερδεύονται με τα αρχοντόσπιτα των Χριστιανών και τα χαμηλοτάβανα φτωχόσπιτα. Οι Καστρινοί, που ξυπνούσαν αχάραγα απ’ τα χτυπήματα της μικρής καμπάνας του Αγίου Μηνά και τις μακρόσυρτες φωνές του μουεζίνη, άνοιγαν τα ντουκιάνια* τους διαλαλώντας την πραμάτεια τους και περιμένοντας να φανούν οι πρώτοι περαστικοί, που κρατώντας τα ζεμπίλια* στα χέρια, τραβούσαν για τα ψώνια της ημέρας. Κι η ίδια, τότε που ’ταν νέα, ψηλή, λυγερή, με πλούσια κυματιστή κώμη στο χρώμα του μελιού, πόσες φορές δε σεργιάνισε αθόρυβα, σχεδόν γλιστρώντας, τα καλντερίμια της πόλης, χαζεύοντας τους ξύλινους πάγκους και τα γεμάτα κοφίνια, μέχρι να φτάσει στα μικρά και χαμηλοτάβανα ντουκιανάκια των αχτάρηδων*. Από ’κει προμηθευόταν, σαν τις Καστρινές χανούμισσες, κι αυτή, χένα, δαφνόλαδο και μόσκο που άλειφε τον κόρφο της. Τ’ άρωμά του, που αναδιδόταν στο διάβα της, έκανε τα βλέμματα να γυρνούν. Τα ανδρικά κολλούσαν πάνω της, από τη θέλξη που σκορπούσαν τα κάλλη της, και τα γυναικεία από ζήλια κι ας αποτραβιούνταν, αμέσως, δήθεν, με αποστροφή. Η ίδια συνέχιζε τον δρόμο της, χωρίς να ρίχνει ούτε βλέμμα στους θαυμαστές και επικριτές της, κρυφογελώντας γεμάτη υπερηφάνεια. Χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, πήρε τη ζωή της, όπως ακριβώς της ήρθε. Λάθος! Κι άρχισε να πουλάει το κορμί της με την ίδια φυσικότητα που κάθε πρωί ξυπνούσε κι αντίκριζε τον ήλιο κι έπινε τον καϊμακλίδικο καφέ της, για χρόνους πολλούς.

Πόσα βράδια δεν τα πέρασε στην “Κιοσκάρα”*. Πάνω στο πάλκο, πίσω από σύννεφα καπνού, που βγαίναν απ’ τα σωθικά των σεκλετισμένων αρσενικών, Ρωμιών και Τούρκων, να τραγουδάει, με ’κείνη τη βραχνή, μελωδική της φωνή, που ’ριχνε σαϊτιές κατευθείαν στις καρδιές τους και ξυπνούσε τα κοιμισμένα πάθη. Η ίδια χαιρόταν αυτό που προκαλούσε. Έκλεινε τα μάτια της και γευόταν άγουρα χείλη κι ανάσες που μύριζαν κανέλα και μέντα. Και τα παλικαράκια που ξημεροβραδιάζονταν στο μαγαζί, έτσι μαγεμένα που ήταν απ’ τραγούδι της κι άβγαλτα, την ερωτεύονταν σφοδρά. Σαν τις σειρήνες κι αυτή, τους υπνώτιζε όλους, και ξεχνούσαν σπίτια, γυναίκες και παιδιά κι, όπως ήταν ξαναμμένοι απ’ το πιοτό και τον νταλκά που τους άναβε το τραγούδι, κάρφωναν τον σουγιά στα μεριά τους. Ατάραχη, όλο το βράδυ ν’ ανάβει τον πόθο και το γλυκοχάραμα ν’ ανοίγει την πόρτα, κι όπως έβγαινε μαζί της ο καπνός από τους ναργιλέδες που ’καίγαν ακόμα, να ανασαίνει τον παγωμένο αέρα και να χάνεται στα καλντερίμια του Λάκκου. Πότε μόνη της, σιγοπερπατώντας, να απολαμβάνει τη μοναξιά της και τη σιγαλιά που ’χει σκεπάσει το Μεγάλο Κάστρο και πότε στην αγκαλιά κάποιου ντελικανή*.

Και κάπως έτσι, τα χρόνια πέρασαν κι η ανεμελιά που τη συντρόφευε σ’ όλη της τη ζήση άρχισε σιγά-σιγά να την εγκαταλείπει. Ξύπνησε ένα πρωί κι ήταν σαν να βγήκε από μεγάλο λήθαργο. Δεν τη χωρούσε πια η ζωή της. Κι έτσι, κυνηγημένη, από τον ίδιο της τον εαυτό, ένα κρύο απόγευμα του Γενάρη χώθηκε στην ορθάνοιχτη πόρτα της μικρής εκκλησιάς του Αγίου Ματθαίου, που ’ναι κρυμμένη κάτω απ’ τον δρόμο. Ίσαμε τότε δεν είχε ποτέ της περάσει την πόρτα αυτή. Σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό, έβλεπε το καμπαναριό να ξεπροβάλει, άκουγε τους χτύπους του, κι απλά προσπερνούσε. Κι όπως κάθισε σ’ ένα απόμερο στασίδι, εκεί που δεν έφτανε ούτε το φως απ’ τα λιγοστά αναμμένα καντήλια, με φόβο και συστολή, κοίταξε την εικόνα της Παναγιάς που ’ταν αντίκρυ της. Κρατούσε αγκαλιά τον γιο Της, και την κοιτούσε κατάματα μέσ’ την ψυχή. Κι όμως, δεν τη μάλωσε, όπως φοβόταν, αντίθετα τη χάιδεψε, όπως η μάνα χαϊδεύει το παιδί της και, από τότε, βρήκε παρηγοριά στον κόρφο Της και πλημμύριζαν τα μάτια της δάκρυα, κάθε φορά που ’σπρωχνε την ξύλινη πόρτα της εκκλησιάς και χανόταν πίσω της.

Κάθε μέρα, χρόνια ολόκληρα, την έκανε σπίτι της. Πριν ακόμη βγουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, σέρνοντας πια τα βήματά της, αυτή ήταν εκεί. Ν’ ανάβει τα καντηλάκια, να καθαρίζει τις εικόνες και να σιγομιλά με τους Αγίους. Το μειλίχιο πρόσωπό τους, της μαλάκωνε την ψυχή και δεν ήθελε πια τίποτα άλλο. Αργά τη νύχτα έπαιρνε τον δρόμο για το κονάκι της. Ένα φτωχόσπιτο μέσα στα καλντερίμια του Λάκκου, αφημένο στον χρόνο, μέσα κι έξω, με τοίχους που ’χουν από καιρό ξεφτίσει και μαρτυρούν πως στις μεγάλες του δόξες το σπίτι είχε το χρώμα της άμμου. Μια λεμονιά στην αυλή φορτωμένη λεμόνια και όλες οι γλάστρες με χώμα ξεραμένο και δίχως λουλούδια. Μόνο ο βασιλικός της έχει φουντώσει και κάθε που ένα αεράκι τού κουνάει τα φύλλα, μοσχοβολάει ολάκερη η γειτονιά, και τα γλυκόλογα που του ’χει πει, καθώς τον ποτίζει, χαϊδεύουν σαν ψίθυροι τ’ αυτιά των περαστικών.

Μέσα σ’ αυτήν την εκκλησιά τη βρήκε το απομεσήμερο της 25ης Αυγούστου του 1898, να διαβάζει συλλαβιστά το βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, όταν κραυγές πόνου κι απόγνωσης, ποδοβολητά κι ένα βουητό που ’βγαινε λες απ’ τα έγκατα της γης συντάραξαν συθέμελα την Καστροπολιτεία. Λούφαξε απ’ τον φόβο της κι ήρθε κι έγινε ένα με τον τοίχο και κάθισε εκεί χωρίς ούτε η ανάσα της ν’ ακούγεται. Ώρες; Μέρες; Κι η ίδια δεν ξέρει. Κοιμήθηκε; Ξύπνησε; Ξανακοιμήθηκε; Μόνο τα χείλη της πού και πού ανοιγόκλεινε κι έλεγε και ξανάλεγε τη μόνη προσευχή που κατάφερε να μάθει απ’ έξω. «Πάτερ ημών…». Και πάλι απ’ την αρχή.

Έξω, η μέρα είχε γίνει νύχτα. Μαύρη νύχτα κι άγρια, που ’ρθε και κατάπιε εκατοντάδες αθώες ψυχές. Όλα ξεκίνησαν όταν ένα αγγλικό στρατιωτικό απόσπασμα πήγε να εκτελέσει την απόφαση που ’χαν πάρει οι Μεγάλες Δυνάμεις για αυτονομία της Κρητικής Πολιτείας, και ζήτησε απ’ τους Οθωμανούς να παραδώσουν το Τελωνείο της πόλης στους Χριστιανούς. Μια απόφαση, που καθόλου δεν έβρισκε σύμφωνο τον τουρκικό όχλο, που αποβραδίς είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία των Τριών Καμαρών και διαμαρτυρόταν. Δεν τα σπουδαιολόγησαν τα γεγονότα οι Χριστιανοί, και ήρθαν και τους βρήκαν απροετοίμαστους. Ένα μικροεπεισόδιο, ανάμεσα σ’ ένα θερμόαιμο Τουρκοκαστρινό που ’βγαλε μαχαίρι σ’ έναν Άγγλο στρατιώτη, κάπου κοντά στην Πύλη του Μόλου* κι η ανταπόδοση πυρών από τους Άγγλους, ήταν αρκετό για να σπείρουν οι Τούρκοι τον θάνατο. Μάνιασαν. Θεριά έγιναν δίχως ψυχή, και με τα γιαταγάνια τους έσκιζαν τον αέρα κι έπαιρναν κεφάλια και ζωές ανθρώπων αθώων. Ένα κόκκινο ποτάμι, που ξεκίνησε απ’ την Πύλη του Μόλου κι ανέβαινε την οδό Πλάνης*, γινόταν στο διάβα του χείμαρρος κι έπνιγε στο αίμα ολάκερη την πόλη. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά έγιναν, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, άψυχα σώματα, που κείτονταν άταφα στους δρόμους, δίπλα στα συντρίμμια που άφησε πίσω της η φωτιά που κατέκαιγε, μερόνυχτα, σπίτια και μαγαζιά. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας παίζονταν στην Καστροπολιτεία τούτη την ώρα κι οι απεγνωσμένες κραυγές τρόμου και πόνου αναμειγνύονταν με τις ιαχές του θανάτου. Κι ύστερα, σιωπή… Ούτε πουλί δεν πετούσε πάνω απ’ την πόλη. Μόνο πού και πού ο αέρας που φυσούσε απ’ τη θάλασσα σκορπούσε απ’ άκρη σ’ άκρη εκείνη τη σπαρακτική φωνή «τα παιδιά μου, τα παιδιά μου», που φέρνει στα μάτια λυγμούς, κι ύστερα, πάλι σιωπή.

Δεν ακούγεται πια τίποτα. Δειλά, κινήθηκε προς την πόρτα. Ο ήλιος έφεγγε κι αυτό της έδωσε θάρρος. Άνοιξε και βγήκε. Με κόπο ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησιάς. Σαν να κρυβόταν χρόνια. Πήρε τον δρόμο προς τον Άγιο Μηνά κι ύστερα κατηφόρισε την Πλαθιά Στράτα*. Έβαλε το χέρι της στο στόμα, για να μη φωνάξει. Τα δάκρυα, όμως, δεν μπόρεσε να τα συγκρατήσει. Μικρές εστίες καπνού, διάσπαρτες, μαρτυρούσαν πως η φωτιά είχε περάσει από ’κει. Παντού ανθρώπινα μέλη. Μπαρουτοκαπνισμένα τα σώματα, που ’χαν σκεπάσει τους δρόμους. Τι φταίξαν; Γιατί;

Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάτι έπρεπε να κάνει. Αυτή, που ’ταν ακόμα ζωντανή, γι’ αυτούς, που ’χανε φύγει τόσο άδικα. Η σκέψη της συναντήθηκε με τη σκέψη ενός νεαρού που έσερνε μια ξύλινη χειράμαξα. Και τα δικά του τα μάτια έτρεχαν δάκρυα. Κι έτσι, ραίνοντας με τα δάκρυά τους τα σώματα που μάζευαν μαζί, άρχισαν να τα εναποθέτουν μέσα στο κάρο κι αφού το γέμιζαν, με κόπο, το έσερναν οι δυο τους, στην εκκλησιά του Αγίου Ματθαίου. Ευλαβικά, τ’ άδειαζαν σ’ ένα μεγάλο, βαθύ τάφο κι ύστερα πάλι πίσω. Ξανά και ξανά και ξανά η ίδια διαδρομή. Μέρες ολόκληρες, μέχρι που όλες οι ψυχές ήρθαν και ξάπλωσαν στον κόρφο της εκκλησιάς. Μόνον τότε, κι οι δυο τους κάθισαν να ξαποστάσουν. Τι κρίμα, όμως, η περασιά του νεαρού από τούτο τον κόσμο ήταν τόσο σύντομη. Μετά από λίγες μέρες, αρρώστησε βαριά, κι η ίδια κάθισε στο προσκεφάλι του μερόνυχτα, φροντίζοντάς τον, ώσπου ένα πρωί έφυγε για να συναντήσει τις ψυχές που περιμάζεψε. Βαλελαδάκη, έμαθε πως τον έλεγαν κι ήταν αγρότης. Τον έκλαψε, σαν να ’τανε δικό της παιδί, σαν να τον ήξερε χρόνια κι ας της τον έφερε η ζωή τόσο παράδοξα μπροστά της, μόνο, για μια στιγμή. Μόνο, για να μαζέψει μαζί της τα συντρίμμια που οι Τούρκοι σκόρπισαν, καθώς έφευγαν για πάντα από τούτο τον άμοιρο τόπο.

Η ίδια πρόλαβε να ζήσει ελεύθερη. Δεν ξέχασε, όμως, ποτέ. Κάθε βράδυ που κλείνει τα μάτια, έρχονται και τη βρίσκουν οι ματωμένες εκείνες ψυχές. Κι αυτή τους ορκίζεται πως την υπόλοιπη ζωή της θα είναι εκεί. Να τους ανάβει το καντηλάκι, να τους μιλά και να προσεύχεται. Μέχρι που το κορμί της σκέβρωσε, η διαδρομή της είναι κάθε μέρα η ίδια. Τα αργά βήματά της την οδηγούν στον Άγιο Ματθαίο.

Έτσι και τούτο το βράδυ, που στάζει ο ουρανός, στο ίδιο γνώριμο παγκάκι, έχει λουφάξει σαν τότε. Κουράστηκε να μετρά τις στάλες που πέφτουν, κλείνει τα μάτια της και προσεύχεται για όλους εκείνους που έφυγαν και για όσους έμειναν πίσω να θρηνούν.

Δεν άργησε να βγει ο ήλιος, που στέγνωσε μεμιάς τους δρόμους και ζέστανε τις ψυχές των ανθρώπων που κίνησαν για τις δουλειές τους. Ένας διαβάτης, που κατέβηκε ν’ ανάψει ένα κεράκι, είδε τη γιαγιά κουλουριασμένη στο παγκάκι. Την πέρασε για ζητιάνα κι άφησε ένα κέρμα δίπλα της. Όμως, αυτή, έμεινε ακίνητη. Είχε φύγει για τα ουράνια, το ξημέρωμα. Πήγε να βρει εκείνους, τη δική της οικογένεια, αφού άλλη δε γνώρισε. Κι ήταν το πρόσωπό της γαλήνιο, καθάριο και λαμπερό.

Κι εσύ διαβάτη, αν σε φέρει ο δρόμος σου στην εκκλησιά του Αγίου Ματθαίου, θυμήσου τη Φούνταινα, κι άναψε και γι’ αυτήν ένα κεράκι, που όλους τους φρόντισε και εκείνη δεν τη νοιάστηκε κανείς!

Σημείωση της συγγραφέως: Τα λιγοστά ιστορικά γεγονότα που έχουν διασωθεί σχετικά με το πρόσωπο της Φούνταινας περιορίζονται στην ιδιότητά της ως πόρνης και στον ρόλο που διαδραμάτισε κατά την αποκομιδή των άψυχων σωμάτων των Χριστιανών που έπεσαν θύματα της θηριωδίας των Τούρκων. Όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στο παρόν διήγημα είναι προϊόν μυθοπλασίας, θα μπορούσε, όμως, να είναι και η πραγματικότητα».

Γλωσσάρι:

Λάκκος: Η γειτονιά που περικλείεται από τις οδούς Σπιναλόγκας, Γ. Ρωμανού, Κουνάλη και τη λεωφόρο Πλαστήρα, στην περιοχή του Πανάνειου.

Άγιος Ματθαίος: Πρόκειται για ιστορική εκκλησία του 15ου αιώνα. Κατά την τουρκοκρατία, παραχωρήθηκε στους Σιναΐτες καλόγερους σε αντάλλαγμα για τη μονή της Αγίας Αικατερίνης, που μετατράπηκε σε τζαμί. Ήταν ο μοναδικός ναός που λειτούργησε για τους Χριστιανούς τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης του Χάνδακα μέχρι την ανέγερση του παλαιού ναού του Αγίου Μηνά. Παραμένει έως και σήμερα ιδιοκτησία της Μονής Σινά.

Μπεντένια: Τείχη.

Ντουκιάνι: Καφενείο, μαγαζί, κατάστημα.

Ζεμπίλι: Ανοιχτός σάκος από ψάθα, μεγάλο χαμηλό καλάθι με χερούλια.

Αχτάρηδες: Ιδιοκτήτες καταστημάτων ψιλικών, μπαχαρικών και αρωματοπωλείων.

Κιοσκάρα: Κακόφημο νυχτερινό κέντρο σε κάποιο στενό της οδού Ν. Πλαστήρα, μεταξύ της Χανιώπορτας και του Προμαχώνα Βηθλεέμ.

Ντελικανής: Νέος, παλικάρι, λεβέντης.

Πύλη του Μόλου: Σημερινή πλατεία 18 Άγγλων.

Οδός Πλάνης: Σημερινή οδός 25η Αυγούστου.

Πλαθιά Στράτα: Σημερινή οδός Καλοκαιρινού.

Πηγές:

* “Απ’ όσα θυμούμαι το Παλιό Kάστρο”, Μιχάλης Δερμιτζάκης, εκδόσεις “Δοκιμάκης”, Ηράκλειο 2009.

* “Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου”, Ελένης Μπετεινάκη, εκδόσεις “MYSTIS”, 2021.

ΝΙΚΗΣ ΚΟΛΛΙΑ: ΟΚΤΩ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ.

ΑΛΕΞΩ

Τα χέρια της πρήζονται την άνοιξη. Σχεδόν από κοπέλα. Τα τρίβει κάθε βράδυ με οινόπνευμα και μέλι, αλλά τα πρωινά και πάλι την πονάνε. Οι λαστιχένιες παντόφλες της τρύπησαν προχθές και τα νερά της φτάνουν τ’ ακροδάκτυλα, χωρίς, ωστόσο, να τα καταλαβαίνει. Εδώ πάνω πέρασαν πολλά με τα χρόνια και οι τρύπες στα παπούτσια είναι μια ακόμη συνήθεια χειμώνα-καλοκαίρι.

Με δυσκολία έβγαλε τη γίδα ως πέρα στ’ αλώνι. Χοροπηδούσε το σκασμένο τριγύρω της και κόντεψε κανά δυο-τρεις φορές να την τσακίσει.

Ήταν γριά, κουρασμένη και ολομόναχη.

Αργά-αργά έφερε ένα γύρο: δέντρα σχεδόν πρασινισμένα, μικρά-μικρά μπουμπούκια στα κλαριά, χορτάρια και κατακίτρινα λουλούδια, κι ανάμεσα στις πέτρες τα πρώτα χελιδόνια.

Έκατσε κάπου στα μισά.

Στην εκκλησία του χωριού τέτοια ώρα τα παιδιά θα στολίζουν τον Επιτάφιο. Ευτυχώς που κράτησε ο καιρός και φύτρωσαν τα λουλούδια.

Έβγαλε ένα αχλάδι απ’ την τσέπη έφαγε το μισό και το υπόλοιπο το έδωσε στο ζώο. Ύστερα ξεκίνησε τους υπολογισμούς: χρειαζόταν σκόνες, φάρμακα και φασόλια, την εβδομάδα μετά το Πάσχα έπρεπε να βάλει κήπο, στο πίσω χωράφι καλύτερα που έμεινε χέρσο τρία ολόκληρα χρόνια, το σπόρο για τα σκόρδα και τα λάχανα θα της τον φέρουν από το μαγαζί κάτω στα Γιάννενα, έπρεπε οπωσδήποτε ν’ έρθει η κόρη της να βοηθήσει.

Μετά για ώρα πολλή έπαψε να σκέφτεται, τελικά όμως, πήρε την απόφαση. Τέτοια μέρα έπρεπε ν’ ανάψει τα καντίλια. Θα ήταν ντροπή για τόσους πεθαμένους να μην πάει κι εκείνη. Άφησε τη γίδα στο χωράφι, ανέβηκε στο σπίτι, ίσιωσε με κόπο το μαντήλι της, πήρε το λάδι και ξεκίνησε.

Τελευταίος φύλακας τόσων ανθρώπων που χάθηκαν οριστικά, η Αλέξω -γυναίκα βαθιά ταλαιπωρημένη στη ζωή- έμεινε 86 χρόνια κλεισμένη σ’ ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Δεν έφυγε από εκεί,  δεν σκέφτηκε ποτέ πώς είναι παραπέρα ο κόσμος, παρά μόνο για τρεις εγχειρίσεις κατέβηκε στα Γιάννενα και όταν ξυπνούσε ήθελε να την πάνε αμέσως πίσω, δεν έμαθε να διαβάζει, ούτε τα φάρμακά της, έπηζε μόνη της τυρί, φύτευε πατάτες και φασόλια και μιλούσε περισσότερο στα ζώα απ’ ότι στους ανθρώπους. Δεν πίστεψε ποτέ στη μοίρα, ούτε καν ήξερε τι σημαίνει η λέξη αυτή. Παντρεύτηκε στα δεκαέξι, στα είκοσι ήταν ήδη χήρα με ένα παιδί. Έτσι είναι η ζωή έλεγε και συνέχιζε το σκάψιμο, το φύτεμα, το άρμεγμα, το ζύμωμα για εξήντα χρόνια. Ένας καθαρός, κοφτερός βουνίσιος αέρας ήταν τα χρόνια της. Χωρίς στολίδια και ιδιαίτερες χαρές. Μονότονα ίσως, αλλά απλά και ξεκάθαρα. Γήινα.

Πέθανε χθες στα μισά του δρόμου για το σπίτι της. Στα πόδια της είχε ένα άδειο μπουκάλι από λάδι και σπίρτα, γύριζε μάλλον απ’ το νεκροταφείο και δεν άντεξε στην ανηφόρα. Πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι της η γίδα βέλαζε, αλλά η κυρά της δεν μπορούσε για πρώτη φορά να την ακούσει, ήταν ήδη πολύ μακριά.

Νίκη Κόλλια.

Γενέθλια.

Της Νίκης Κόλλια

Οι άνδρες με τα κοστούμια περπατούν γρήγορα στα πεζοδρόμια. Κρατούν χάρτινες σακούλες με τάπερ γεμάτα φασολάκια, ποτέ δεν χαμογελούν και δεν σε κοιτάνε. Ο πατέρας έχει πια για τα καλά χαθεί κι αυτή ως σωστή αγωνίστρια δουλεύει όλη μέρα, ξέρει όλους τους αρχαίους νεκρούς, μελετά στα σοβαρά τα χέρια και συχνά κλαίει μπροστά σ’ επιτύμβιες στήλες.

Μερικά βράδια τον συναντά. Στον ύπνο της είναι ακόμη υγιής, πάνε μαζί σούπερ-μάρκετ, τσιμπολογούν αηδίες στα κρυφά, χαζεύουν στις λαϊκές τα κουνέλια, κάνει αστεία κι έτσι γλυκός και χαρούμενος την αποχαιρετά.

«Κανείς δεν είναι μόνος, παιδί μου».

Το μονοπάτι προς την θάλασσα περνά απ’ το χωράφι, βγάζει ίσια σ’ έναν μικρό κόλπο με πεύκα που κρέμονται και κανείς βουτά μόλις στα τρία βήματα. Κολυμπάς μες το πράσινο μέχρι τα σύννεφα να κλέψουν τα μάτια σου. Ο αέρας τα μετακινεί. Να η κατάλληλη ώρα. Όλα τα χρώματα έρχονται κατά πάνω σου. Έχεις πάψει να σκέφτεσαι. Κι αυτό είναι καλό. Τα μπάνια τα έκαναν οι δυό. Πάγωναν μόλις έμπαιναν στην θάλασσα, κι ας ήταν φούρνος, χοροπηδούσαν σαν παιδιά, μετρούσαν ως το τριάντα και μετά βουτούσαν. Πριν μια βδομάδα πέρασε μια βόλτα. Η λάμπα σβήνει κατά ανεξήγητο τρόπο. Θα έπρεπε να διαρκεί 7 ημέρες. Έτσι έγραφε στην εγγύηση. Μπορεί να φταίει ο ήλιος που πέφτει κατακόρυφα. Όταν τελείωνε το μπάνιο, εκείνος της έριχνε νερό για να ξεπλύνει τα πόδια και μετά της έφερνε νερό να πιει.

«Έλα παιδί μου, μην απελπίζεσαι. Η μεγάλη ομορφιά είναι παντού παρούσα».

Πράσινα και μπλε κύματα, γαλάζια και λευκά πουλιά με μαύρα ράμφη, θορυβώδη κοράκια, πολύχρωμα χρυσάνθεμα, πεταλούδες, βάτραχοι και έντομα πάνω σε μετάξι. «Μπορείς να αναγνωρίσεις τον θαυμαστό αυτό κόσμο, μπορείς να τον περπατάς μέσα στις εποχές, να αισθάνεσαι την παγωνιά του χειμώνα και τη γλυκύτητα της άνοιξης, τον ερωτισμό της απλότητάς του. Μπορείς να ζεις έτσι, δεν είναι σπουδαίο όλο αυτό; Έλα, χαμογέλασέ μου!»

Χέρια, χρώματα, μάτια, λέξεις, χάδια. Ο πατέρας της βγήκε βόλτα, γύρισε, ξάπλωσε στα σεντόνια και δεν ξαναξύπνησε ποτέ.

«Φύσα τα κεράκια! Χαμογέλασε!»

Τα γενέθλιά της είχαν πάντα άπειρο κόσμο. Παιδιά έβγαιναν απ’ τα δωμάτια τρέχοντας, έπαιρναν τα πράγματά της, τους τα έδινε από μόνη της για να τα έχει παρέα.

Η αληθινή ομορφιά προσφέρεται δωρεάν.

Χωρίς κόπο, χωρίς εκβιασμούς και δωροδοκίες. Γυναίκες. Αυστηρές, κουρασμένες, λάγνες, άρρωστες, μόνες, γυναίκες σε καφέ, μπαρ, προκυμαίες, έρημους τόπους, μάνες, σύζυγοι, ερωμένες. Στις γεμάτες κρυφές σκέψεις. Άνδρες, σπουδαίοι, τρυφεροί, έξυπνοι.

Οι σκοτεινοί και οι φωτεινοί άνθρωποι, συναισθηματικοί, αποτελεσματικοί, τρελοί, σοβαροί παρατηρητές του κόσμου. Ο πατέρας της υπήρξε ο πιο καλός άνθρωπος.

Δεν έκρινε ποτέ, δεν ταλαιπώρησε κανέναν. Η μεγάλη λύπη κι η μεγάλη χαρά.

Οι μικρές πρόκες δεν χωρούν στις μικρές τρύπες. Γίνονται κεριά. Και έτσι κάπως περνούν και τα γενέθλια.

*****

Η Αγλαΐα πάει Μύκονο

της Νίκης Κόλλια

Απ’ την κοιλιά της μάνας της βγήκε χαμογελώντας κι έμεινε το ίδιο γελαστή ως τα γεράματά της. Λεπτή σαν το λεπτότερο λελέκι, σβέλτη και πάντα ακούραστη, με τα σμιχτά της φρύδια μια να απλώνουν το πρόσωπο και μια να το μαζεύουν, η Αγλαΐα σαν άνεμος έπαιρνε σβάρνα τις γειτονιές και τα χωράφια, και με την τσιριχτή φωνή της χαιρετούσε όλον τον κόσμο -ζωντανούς, νεκρούς, φυτά, ζώα, ακόμη και τα σκαθάρια- γελώντας μοναχούλα της, μάλλον δίχως λόγο. Δεν έμαθε να γράφει ούτε το όνομά της, μιας και όλοι νόμιζαν πως το κορίτσι αυτό από μικρό είχε κάτι αφύσικο, λιγότερο απ’ τα άλλα, κι έτσι την κράτησαν για τις δουλειές στους κήπους, το σπίτι και το άρμεγμα, και κάπου στα δεκάξι της βρήκαν και την έδωσαν στον Λάμπρο. Καλός-κακός δεν νοιάστηκε να μάθει, αυτός ήταν για εκείνη κι αφού τον κοίταξε πρώτη φορά πίσω απ’ το μικρό της «ράμφος», του έσκασε το μεγάλο της χαμόγελο και έτσι χαμογελώντας τον φρόντισε χωρίς παράπονο μέχρι τον θάνατό του. Κουτσά-στραβά τα βόλεψαν για αρκετά χρόνια, μα όταν ο μεγάλος τους γιος ήταν ήδη φαντάρος, ο Λάμπρος έπαθε κάτι με την καρδιά του και κάποιος άλλος έπρεπε για όλους να δουλέψει.

Η ιδέα έπεσε μια Κυριακή αρχές καλοκαιριού του 1965 μετά τη λειτουργία: στο ξενοδοχείο στον Άγιο Στέφανο δούλευε ήδη το μισό χωριό: παιδιά απ’ τα δώδεκά τους χρόνια, φοιτητές και ανάμεσα και μερικά κορίτσια, πάνω-κάτω οι μισοί άνδρες του χωριού: άλλος στο μπαρ, άλλος βοηθός σερβιτόρου και υδραυλικού, και οι γυναίκες στην καθαριότητα, καμαριέρες και άλλες μέσα στην κουζίνα, κι ανάμεσά τους δυο-τρεις με σπαστά αγγλικά στη ρεσεψιόν, όλο και κάτι θα βρισκόταν και για εκείνη. Μόνο που το ξενοδοχείο είχε ήδη ανοίξει απ’ το Πάσχα και έτσι έπρεπε να φτάσει ως τη Μύκονο μονάχη.

Θάλασσα δεν είχε δει ποτέ ξανά στη ζωή της και πέρα απ’ τα βουνά και τις πέτρες του χωριού δυο φορές όλες και όλες κατέβηκε ως τα Γιάννενα, για μια εγχείρηση στο χέρι την πρώτη μικρό παιδάκι ακόμη, για τις ακτινογραφίες του Λάμπρου τη δεύτερη, πριν λίγο καιρό. Ένας συγγενής θα την έβαζε στο λεωφορείο απ’ την Άρτα και στο πρακτορείο στην Αθήνα θα την περίμενε παιδί του αδερφού της. Θα έμενε για ένα βράδυ στα Πατήσια και το επόμενο πρωί θα πετούσε ολομόναχη με το αεροπλάνο. «Μισή ώρα είναι όλο κι όλο το ταξίδι» της είπαν και «δεν θα το καταλάβεις» και ύστερα της το έδειξαν πάνω στο χάρτη του παιδικού αναγνωστικού. Κι η Αγλαΐα με τα μεγάλα της μάτια τα βρήκε όλα τόσο κοντά που άπλωνε τα δάκτυλα και άγγιζε, χωρίς να ξέρει τι λένε, τα μπλε νερά και τα καφέ βουνά και έκανε με τα χέρια της ξανά και πάλι το ταξίδι. Κι όταν έφυγαν όλοι, το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρησή της ξανάβγαλε το χάρτη και αφού παραφύλαξε πονηρά, έσκισε τη σελίδα και την έβαλε χαμογελώντας ακόμη πονηρότερα στην τσέπη κι ύστερα αποκοιμήθηκε χαμογελώντας. «Μεγαλοπιάστηκε η γυναίκα σου Λάμπρο μου και θα μπει και σε αεροπλάνο» έλεγαν όλοι την προηγούμενη εβδομάδα και κορόιδευαν «και δεν φοβάται μην πέσει και την καταπιεί το νερό αφού δεν ξέρει κολύμπι». Μα εκείνη δεν είχε λόγο να φοβάται, αφού με τον χάρτη στην τσέπη, ήξερε που και πώς θα πάει. «Θα κοιτώ τον διπλανό και έτσι θα προχωράω» σκεφτόταν ήσυχη στη θέση της και ίσωνε και ξαναΐσιωνε το εμπριμέ της φουστάνι.

Βουνά-βουνά και ανάμεσα τα σπίτια, πέτρες και πάλι πέτρες και πιο κάτω οι πόλεις και ύστερα οι μεγάλες απλωμένες πεδιάδες και στο τέλος της γης μια ατελείωτη μπλε θάλασσα. Πόσο μεγάλος να ήταν άραγε ο κόσμος του τοσοδούλη χάρτη, όσος και αν ήταν ούτε μια φορά δεν θα την φόβιζε, σκέφτηκε και κόλλησε περισσότερο το μάγουλο στο τζάμι, έβγαλε τα σποράκια της και σα να χαμογελούσε κατάφατσα στον κόσμο άρχισε να τα τσιμπολογά σπυράκι-σπυράκι. «Τα αεροπλάνα είναι διασκεδαστικά, κάνουν έναν δυνατό θόρυβο, σηκώνονται το ένα μετά το άλλο και όλα μαζί κουνιούνται μες τα σύννεφα σα μια μεγάλη κούνια» θα έλεγε και θα ξανάλεγε χρόνια πολλά μετά στα εγγόνια της. Την είχε φέρει το παιδί πολύ νωρίτερα στο αεροδρόμιο, από φόβο μήπως η θειά χάσει το αεροπλάνο. Μια κοπελίτσα αεροσυνοδός την πέρασε απ’ τον έλεγχο και ύστερα κάθισε μαζί της περιμένοντας υπομονετικά για ώρα. Κι εκεί μέσα, στην αίθουσα αναμονής η Αγλαΐα ολομόναχη μα πάντα γελαστή, αντίκρισε για πρώτη φορά στη ζωή της τον τεράστιο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό, βιαστικό και αληθινά αδιάφορο, που έφευγε και ερχόταν μες το ίδιο λεπτό και εξαφανίζονταν ακόμη πιο γοργά από εμπρός της, ένα κόσμο άγνωστο μα ταυτόχρονα τόσο φιλικό ακριβώς επειδή και η ίδια χωρούσε για πρώτη φορά μέσα του και γινόταν πανεύκολα ένα μαζί του, έναν κόσμο όπου κανείς δεν θα πρόσεχε το ράμφος της, ούτε το διαρκές χαμόγελό της και κανείς δεν θα άκουγε την παράξενη φωνή της. Κι εκείνη τον κοίταζε χωρίς απορία, ανοικτή και λαχταρώντας τον, σαν από πάντα, και εκεί μέσα ένιωσε ξαφνικά σα να του συστηνόταν και ας μην την μάθαινε κανείς, η Αγλαΐα των βουνών που τώρα ξαφνικά γινόταν η Αγλαΐα όλου του κόσμου ίσια στο άγνωστο, ένα άγνωστο γεμάτο χρώματα, φωνές σε χίλιες γλώσσες, κινήσεις και νέες μυρωδιές, όλα απλωμένα μπρος της και αυτή πουλάκι λίγο πριν τον μεγάλο δροσερό αέρα. Εκεί πάνω στα σύννεφα θα μπορούσε να κατοικεί μέρες πολλές και να τα χαζεύει. Να, αριστερά, ένα που έμοιαζε με γίγαντας και πιο κει ένα άλλο ίδιο με το πρόσωπο του Λάμπρου. Έβγαλε τον χάρτη, τον άπλωσε στα πόδια, μασούλησε τα σποράκια της, χάιδεψε για λίγο το βουνό της, που της είχαν κυκλώσει με κόκκινο για να μη νοιώθει μοναξιά κι ύστερα τους ξέχασε όλους και όλα τελείως φυσικά, σα να άνοιξε τα φτερά της και δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν και τίποτε πια πίσω.

Η Αγλαΐα των ανέμων και των σύννεφων, χωρίς φαντασία, μα ανάλαφρη, σωστό πουλάκι τ’ ουρανού, ευχαρίστησε τα μπλε κορίτσια του Ωνάση, πήρε την μικρή της τσάντα και προσγειώθηκε ένα μεσημέρι του Ιούλη στη Μύκονο. Δέκα χρόνια κάθισε εκεί κάτω. Τίποτε δεν της έκανε ποτέ εντύπωση και τίποτε δεν της φάνηκε ποτέ ξένο. Ποτέ δεν ζήλεψε τίποτε και με το ίδιο πάντα χαμόγελο καθάριζε σαν ευχαριστημένη κάθε πρωί για δέκα χρόνια ένα-ένα τα δωμάτια και τα απογεύματα βοηθούσε στην κουζίνα. Κάθε Παρασκευή κατέβαινε στη Χώρα και έστελνε τα χιλιάρικα πίσω στο σπίτι. Ύστερα ξαναγύριζε χωρίς σχόλια, δίχως κακία και διάθεση κουτσομπολιού, χωρίς να ρίχνει το παραμικρό βλέμμα τριγύρω, λες και δεν είχε την ελάχιστη περιέργεια να δει πώς είναι η ζωή σε τούτον δω τον τόπο. Μόνο κάθε σούρουπο ανέβαινε ως την ψηλότερη βεράντα και εκεί στην άκρη με τους βασιλικούς άνοιγε τα κατάκοπα χεράκια της, τέντωνε το πρόσωπο-πουλί όσο πιο ψηλά μπορούσε, να νιώθει τον αέρα, να την παίρνουν τα σύννεφα και η αύρα και ξεκινούσε πάντα χαμογελαστή το δικό της ταξίδι. Την βρήκαν πεθαμένη μια εβδομάδα πριν μέσα στο κουζινάκι της. Στην τσέπη της ποδιάς της είχε κολλημένα μερικά κομματάκια ενός παλιού χάρτη και μια φωτογραφία, νέα με ένα εμπριμέ φουστάνι στο κλειστό πια εδώ και καιρό παλιό αεροδρόμιο. Χαμογελαστή και με τα χέρια ανοικτά, σαν έτοιμη να πετάξει.

Η ΥΠΟΓΕΙΑ ΝΑΠΟΛΗ

Έχασα τον πατέρα μου πριν το καλοκαίρι.

Κτίρια, φωνές και σώματα έρχονταν κάθε μέρα κατά πάνω μου για μήνες, μα δεν το έβαλα κάτω.

Στις “επτά πράξεις του Ελέους” του Καραβάτζιο ζωγράφισε μια γυναίκα που προσφέροντας το στήθος της δίνει γάλα σ’ έναν κατάδικο, χαρίζοντας τη ζωή σε κάποιον δίχως ελευθερία.

Φτάσαμε στη Νάπολη αρχές Ιουλίου.

Η πόλη εκτείνεται σε τρεις στρώσεις, στην πρώτη πάνω-πάνω τρέχεις δίχως φρένο στους στενούς της δρόμους, στη δεύτερη κατεβαίνεις σκάλες μερικούς αιώνες πριν, στην τρίτη βρίσκεις την αποικία.  

Μεσημέρι, περπατούμε ολομόναχοι την πιο έρημη κατηφόρα της Sanità. Τα μικρά εικονοστάσια στις προσόψεις και τις αυλές είναι πυκνοκατοικημένα: άγιοι, νεκρά παιδιά, χαρούμενα ζευγάρια και γέροι σε γιορτές -όλοι πεθαμένοι-  λουλούδια και μικροί άγγελοι τριγύρω.

Οι ψυχές των νεκρών κρύβονται παντού και είναι ολόγυρα παρούσες: στο παλιό λατομείο λάβας-νεκροταφείο στην άκρη αυτής της γειτονιάς, στα χωμάτινα μπαλκόνια με τις γριες, τις ανοικτές πόρτες των σπιτιών με τ’ απλωμένα τζιν, τις εκκλησίες. Ένα βελούδινο χαλί, η φλόγα των κεριών, λεμονάδες γεμάτες χρώμα και ζάχαρη, έτσι απλή είναι εδώ η ζωή και η μνήμη της, ανάμεσα σε σεντόνια και καρέκλες στα δρομάκια, όπου οι παγωμένες ψυχές νεκρών και οι ζεστές ψυχές των ζωντανών μπορούν και λιάζονται ακόμη στη Μεσόγειο.

Στρίβουμε σ’ ένα στενό, κατεβαίνουμε πολλές σκάλες στο υπόγειο μιας εκκλησίας, αρχίζουμε να κινούμαστε μες το σκοτάδι του χώματος σε μια άλλη γη, κρύα και ζεστή ταυτόχρονα, αλλόκοτα οικεία.

Κάποτε, εδώ κάτω άνθρωποι ζούσαν ζωές σαν τις δικές μας, μανάβικα, ραφτάδικα, ταβέρνες, ξενοδοχεία, βουλές υπήρχαν στην παλιά πόλη και ύστερα μια άλλη χτίζονταν από πάνω της και έτσι συνέχιζε κάθετα η ιστορία. Στη Νάπολη η μια περίοδος πλάκωσε την άλλη σαν λάβα που σκέπασε μια νέα Πομπηία, όχι πλούσια, όχι κοσμοπολίτικη και κυνική, μα γήινη, φτωχική και ταραχώδη και το σχήμα της πόλης μπλέχτηκε σε μικρούς και μεγαλύτερους λαβυρίνθους, λες και πρόκειται για αυλάκια μιας αθάνατης δυνατής καρδιάς που πάλλεται ασταμάτητα, χωρίς χρόνο.

Ο μακρύς διάδρομος, δαιδαλώδης, σκοτεινός, οδηγεί σε μακρόστενα υδραγωγεία, καταφύγια και ένα αρχαίο θέατρο κάπου στη μέση. Δεξιά και αριστερά στη διαδρομή μικρές λίμνες και δεξαμενές νερού εμφανίζονται και προσφέρουν δροσιά και λουλούδια. Μια ελληνίδα φοιτήτρια μας δίνει τα κεριά -σχεδόν ουράνια τύχη να την βρούμε στα έγκατα τούτου του κόσμου- και όπως μας τ’ ανάβει, όλα συνηγορούν στο ότι τίποτε δεν είναι άσκοπο και πως μόνο η τύχη φτιάχνει τις πιο ωραίες σύντομες ιστορίες.

Σηκώνουμε μια καταπακτή, βγαίνουμε σε ένα διαμέρισμα δίπλα ακριβώς στο στενό του κρεβάτι κι από εκεί σε ένα δρομάκι, όπου σε μια λέσχη σκακιστών πολλοί γέροι παίζουν χαρτιά μες το απόγευμα. Με χαιρετούν γελώντας.

Στις “επτά πράξεις του Ελέους” δυο άνδρες θάβουν το νεκρό. Φαίνονται μόνο τα πόδια του απ’ το σεντόνι και είναι άσπρα και παγωμένα.

Πέρδικες, λουλούδια, ελάφια, δελφίνια και ερωτικές σκηνές σώθηκαν παρά την φωτιά και τη φοβερή λάβα, και εκεί, μες το αρχαιολογικό μουσείο, η ζωή ζωγραφισμένη απλώνεται αθάνατη για πάντα, τα μάτια μας γεμίζουν με ομορφιά κι η μεγάλη ομορφιά είναι παντοτινή κι ολόκληρη αποκαλύπτεται μπροστά μας, μας προσφέρει θαλπωρή, μας προσφέρεται απλόχερα, χωρίς όρια και φροντίζει την λυπημένη καρδιά μου.

Με αγκαλιές γεμάτες λουλούδια, κεριά και πλαστικά λεμόνια, όλο ελπίδα, ο λαός της Νάπολης ζει χρόνια τώρα παράξενα εξοικειωμένος με τους νεκρούς δίπλα σε ένα καταπράσινο ηφαίστειο που δεν είναι για κανέναν απειλή, αλλά συμβολίζει τη γονιμότητα και τον πλούτο της πόλης.

Ανάμεσα στους ξεφλουδισμένους τοίχους, εκεί που ο δρόμος τελείωνει και χρειάζεται κανείς να πάρει ένα κρυμμένο ασανσέρ για να ανέβει στο επόμενο επίπεδο, οι άνθρωποι έχουν σφραγίσει μια παράξενη συμφωνία με τους νεκρούς. Ο θάνατος είναι οικείος. Ζει και βασιλεύει παντού. Όμως η μνήμη της ζωής δεν είναι οδύνη. Όσο υπάρχει ακόμη η ζωή, όλα είναι στο κόκκινο, χωρίς έξοδα και φτιασίδια. Πλαστικές καρέκλες, πλαστικά λουλούδια, πλαστικά τραπέζια αρκούν για να ζεις απλά. Η ζωή. Που τρέχει με τρελή ταχύτητα πάνω σε μηχανάκια αυτοκίνητα, η ζωή που είναι τόσο απλή, καθαρή και ωραία. Χωρίς περιττές σκοτούρες και άγχος.

Νάπολη θα πει ελευθερία.

Εδώ, όλοι έχουν θέση, στην πόλη του αληθινού ελέους: οι πεινασμένοι, οι φτωχοί, οι άγγελοι, οι έκπτωτοι, οι ανέστιοι, οι παράνομοι, οι φυλακισμένοι.

Σε αυτή την πόλη αποχαιρέτησα τον μπαμπά μου.

Νίκη Κόλλια.

ΝΑΝΤΙΑ.

Τα τρία δέματα ξεκίνησαν από το Φιξ την Κυριακή 24 του Νοέμβρη. Ένα για τον καθένα.: τρεις τενεκέδες λάδι, πορτοκάλια, μερικά τρόφιμα και ρούχα, δύο δερμάτινα με εσωτερική επένδυση για τους γιους της και ένα χονδρό αντιανεμικό με κουκούλα για τη μάνα της. Και μες τις τσέπες τους από εκατό ευρώ για τα παιδιά και πενήντα για τη μαμά της, κάθε μήνα της στέλνει ό,τι μπορεί. Τα αγόρια της μεγάλωσαν πια. Ο μικρός τελείωσε πριν δυο χρόνια το πανεπιστήμιο, έφυγαν από την πόλη τους και δουλεύουν στην Αγία Πετρούπολη. Όπως της είχαν πει και από το πρακτορείο, υπολόγιζε ότι τα δέματα θα φθάσουν σπίτι λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Το λεωφορείο θα έκανε το γύρο της Ρωσίας και η πόλη της είχε σειρά λίγο πριν το τέλος του δρομολογίου. Την παραμονή των Φώτων, πρωί-πρωί, την πήρε ο μικρός της γιος. Το δικό του δέμα δεν είχε ακόμη φθάσει και εκείνος περίμενε πώς και πώς να φορέσει τα καινούρια του ρούχα στο πάρτυ της επόμενης ημέρας. Τηλεφώνησε στη μεταφορική γεμάτη αγωνία. «Επειδή αλλάζουν λεωφορεία, το δέμα κάπου καθυστέρησε, μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα φθάσει» αλλά εκείνη αρρώστησε δυο νύχτες απ’ την έγνοια της, Χριστούγεννα και να μην πάρει το παιδί τα δώρα του, αμαρτία δεν είναι;

Εννιά χρόνια έχει να τα δει. Ο μικρός της, ο πιο αγαπημένος της, θα την περνάει τώρα σίγουρα δυο με τρία κεφάλια. Αν μπορούσε θα της μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο, για τη δουλειά του, τα κορίτσια, ό,τι του έρθει. Με τον μεγάλο, πιο λιγομίλητο και σοβαρό, μιλάνε όλο και πιο αραιά, μαθαίνει τα νέα του από τον άλλο. Δεν νοσταλγεί ακριβώς την πόλη της, το σπίτι, τη γειτονιά της. Και οι φίλες της κι οι συγγενείς σκόρπισαν πια στον κόσμο. Ούτε που νοσταλγεί τα παλιά και ας τα βλέπει στον ύπνο της τις νύχτες. Μονάχα που ξέρει καλά πως στα αλήθεια δεν έχει κανέναν και αυτό όπως και αν το  κοιτάει, ιδίως κάποιες φορές, της σφίγγει την καρδιά.

Τα πρωινά ως αργά το απόγευμα φυλάει δυο παιδιά: τα ταϊζει, τα παίζει, τα βάζει και τα βγάζει από το σχολικό, τα φυλάει μερικά σαββατόβραδα. Και καμιά φορά, έτσι όπως στρώνει τραπέζι και τα χαζεύει να τρώνε -μπορεί η κούραση, μπορεί και η συνήθεια- ξεχνάει για λίγο πως είναι σε ξένο σπίτι, ξεχνάει πόσο και πώς ζυγίζει του καθενός το αίμα και η καταγωγή και μαλακώνουν μέτωπο και μάτια, τόσο που της φαίνεται της χαζούλας πως αυτά τα παιδιά είναι στα αλήθεια συγγενείς της: μια αγκαλιά τους ίδια με των δικών της παιδιών, μια κουβέντα για το σχολείο, τα παιχνίδια, τους φίλους, ως και για τα μαλλιά της και δικής της στα αλήθεια υπόθεση. Τις προάλλες στα γενέλθιά της τα μικρά την περίμεναν με μια τούρτα πίσω από την πόρτα και η μάνα τους με μια τσάντα καλλυντικά. «Μόνο για σένα Νάντια και για κανέναν άλλο». Την πήραν τα κλάματα, για τα παιδιά, τα γενέθλια, την τούρτα και τα καλλυντικά που ποτέ ξανά κανείς δεν της είχε χαρίσει.

Μια φίλη της από την ίδια πόλη παντρεύτηκε πριν λίγο καιρό με συνοικέσιο, καλός άνθρωπος ο άνδρας της, της έδωσε χρήματα, της ψώνισε ό,τι ήθελε και την έστειλε να δει τους δικούς της στη Ρωσία ύστερα από έξι χρόνια για έναν μήνα. Πριν φύγει, η Νάντια της έδωσε εντολή. Να της φέρει ένα αρκουδάκι για το κοριτσάκι που φυλάει, ένα dvd με το ίδιο αρκουδάκι, έναν κροκόδειλο και μια γριά πάνω σε ένα τρένο που τραγουδούν και ένα  περιπολικό για το αγόρι.

Έχασε τον άνδρα της στα 32. Έτσι όπως τον θυμάται πια, ήταν καλός και ήσυχος άνθρωπος. Στην πατρίδα της ήταν μοδίστρα. Εδώ φύλαξε παππούδες και γιαγιάδες, έτριψε καταστρώματα και τουαλέτες σε σκάφη, σκάλες, μπαλκόνια και δωμάτια σπιτιών, κράτησε παιδιά.

Την πρώτη γιαγιά που φύλαξε την αισθάνθηκε σα μάνα. Και εκείνη γραπωνόταν από πάνω της τόσο σφικτά για να την σαπουνίσει, της φύλαγε τα χέρια όταν την χτένιζε μετά το λούσιμο με έναν τρόπο που η δική της μάνα δεν την είχε αγγίξει ποτέ. Στην κηδεία της, Σεπτέμβρη μήνα, ζήτησε να την ετοιμάσει μονάχη, την έκανε μπάνιο, της φόρεσε καινούριες κάλτσες, της έβαλε στην τσέπη το χτενάκι της, έτσι, για να το έχει μαζί και να είναι το χώμα της πούλουλο και η ψυχή της γιαγιάς γαληνεμένη. Σαραντα βράδια κρατούσε μισάνοικτο το παράθυρό της και όταν είδε μια πεταλούδα να ξεκολλάει από το ταβάνι και να βγαίνει, ηρέμησε μιας και σιγουρεύτηκε για τα καλά πως η γιαγιά ως καλός άνθρωπος πήγε ήσυχη με τους αγγέλους.

Κάθε φορά που τηλεφωνεί στη δική της μάνα, εκείνη κλαίει και της ζητάει να γυρίσει στο σπίτι τους. Ποιο σπίτι, σκέφτεται από μέσα της και καθώς κλείνει το τηλέφωνο γελάει πικρά. Σπίτι δεν υπάρχει. Ούτε επιστροφή. Ούτε και οικογένεια. Γιατί για όλους αυτούς που φεύγουν μακριά από τα σπίτια, δεν σώζεται η αγάπη (όση πραγματικά υπήρξε), παραμορφώνεται, χάνεται, ξεθωριάζει, ώσπου να σβήσει για τα καλά, μιας και πέρα από τα χωμένα πενηντάευρα σε μπουφάν και σε τσέπες, πουθενά κανείς δεν τους περιμένει.

Τα βράδια μετά τη δουλειά κάνει από μόνη της ασκήσεις. Γυμνάζει τα χέρια, τα πόδια, το μυαλό της. Για να κρατήσουν ακόμη καιρό και να μπορεί να δουλευει, για να απασχολήσει κάπως τον χρόνο και για εκείνη. Καμιά φορά πίνει ένα κρασάκι, χορεύει με το πρόγραμμα του ρωσικού καναλιού, βάφει τα νύχια, απαλά χρώματα, τα καθαρίζει, έτσι μπας και δείξει λιγάκι περιποιημένη. Θα ήθελε να παντρευτεί. Μακάρι από αγάπη. Κάποτε ένας άνδρας της έταξε να παντρευτούν. Δεν το έκανε. Του έδωσε πίσω τα δώρα του -μια γούνα, ένα κολιέ και εκατό ευρώ- και εκείνος τα πήρε. Η συγκάτοικός της βγαίνει με κάποιον. Την περιμένει κάτω από το σπίτι κάθε βράδυ Παρασκευής, την γυρίζει Κυριακή. Μένει σπίτι του όλη μέρα τα Σάββατα, του καθαρίζει, τον πλένει, του μαγειρεύει και ύστερα κοιμούνται μαζί. Δεν βγαίνουν έξω, δεν πηγαίνουν πουθενά. Και εκείνη κοντεύει στα πενήντα και για αυτό ξέρει καλά πως κάποια στιγμή θα την αφήσει σίγουρα για κάποια νεώτερη. Και τι έγινε που τα ξέρει: Καμιά φορά δεν αντέχεται για χρόνια τόση μοναξιά.

Στο λεωφορείο μετά τη δουλειά η Νάντια ευχαριστιέται να μετράει σπίτια. Τη μια τα μονά, την άλλη τα ζυγά. Θα ήθελε να αγοράσει από ένα σπίτι για τους γιους της. Να έχουν κάτι από τη μάνα τους, μια άνεση, μια σιγουριά. Αν δουλέψει ακόμη έξι-εφτά χρόνια, ίσως τα καταφέρει. Όχι όμως στην Αγία Πετρούπολη που είναι ακριβά. Σπίτι στη δική τους πόλη. Για εκείνη δεν τη νοιάζει και πολύ.  Μάλλον καθόλου. Το μόνο που τη στεναχωρεί είναι πως το δικό της σπίτι στην Αθήνα δεν έχει μπαλκόνι. Ποτέ δεν είχε μπαλκόνι στην Ελλάδα και είναι κρίμα, γιατί είναι στα αλήθεια όμορφα τα μπαλκόνια όταν ανθίζουν την άνοιξη κάτω από τόσο ήλιο…

Της Νίκης Κόλλια.

Ο “Μπόης”

της Νίκης Κόλλια

Το τηλεγράφημα τα ‘λεγε ξεκάθαρα. Έφτανε Τρίτη μεσημέρι με το αεροπλάνο κι ύστερα κατευθείαν θα κατέβαινε στον σταθμό. Όχι, δεν ήθελε κανέναν να τον περιμένει, τα είχε όλα οργανώσει, έγραφε, άλλωστε είχε λογικά την απαιτούμενη άνεση. Σαράντα χρόνια είχαν να τον δουν και κανείς δεν θα τον αναγνώριζε εξάλλου. Νέα του μάθαιναν πολύ σποραδικά, δηλαδή ο Νιόνιος επέμενε και του έγραφε συστηματικά -σε αρραβώνες, γιορτές, γάμους και κηδείες- κι εκείνος δυο κάρτες έστειλε όλες και όλες, η μια με τη διεύθυνσή του. Μάλιστα, οι πιο πολλοί στην οικογένεια, ούτε που θυμούνταν ακριβώς πού μένει. Παρ’ όλη, ωστόσο, την ομιχλώδη κατάσταση, ο Σάκης της Αμερικής υπήρξε για πολλά χρόνια ο φανταστικός συγγενής της οικογένειάς μας. Έτσι, δεν έλειπαν οι φορές -κυρίως σε γιορτές, αργίες και τρύγους- που η γιαγιά μου, άλλοτε πάνω απ’ το γουδί καθώς έλιωνε τις πατάτες, άλλοτε κοσκινίζοντας ζάχαρη σε κουραμπιέδες, ανακάτευε με την χήρα αδερφή και κουνιάδα της, ατυχώς, όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και καμιά φορά επεκτείνονταν και σε λάθος ηπείρους. Γιατί της ήταν αδύνατο να θυμηθεί ότι ο Μπόης ερχόταν απ’ την μακρινή Αλάσκα.

Πώς ξέπεσε εκεί και τι δουλειά έκανε όλα αυτά τα χρόνια, ο ξάδερφος του παππού, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα, μέχρι το τέλος.  Η ιστορία, μάλιστα, συγχέεται πριν απ’ την αρχή της. “Τον κατεβάσαμε στον Πειραιά, και εκεί μπήκε στο μεγάλο καράβι για τη Νέα Υόρκη” έλεγε ο ένας συγγενής,  για να αντιμιλήσει αμέσως ο άλλος “Στο μεγάλο καράβι προς το Μπουένος Άιρες θες να πεις, δεν τα θυμάσαι” και πάει λέγοντας, κάπως έτσι, περνούσε και καμιά ώρα, χωρίς μεγάλη επιτυχία στην επιλογή καραβιού και προορισμού του. Αλλά ακόμη και αν οι θείοι και οι θειες, δεν θυμούνταν τη σωστή Πολιτεία, ο μακρινός ξάδερφος τους συντρόφευε σε αναρίθμητα οικογενειακά τραπέζια κάτω απ’ την κληματαριά στο κτήμα.

Το αληθινό του όνομα ήταν Διονύσιος Καμπισιούλης και όταν έφυγε για την Αμερική ήταν περίπου στα είκοσι δύο. Μάνα δεν πολυγνώρισε, καθώς χάθηκε στη γέννα του αδερφού του. Πέντε χρόνια τον περνούσε ο δικός μου παππούς, Νιόνιος και αυτός, κάναν όλοι μαζί την χάρη του παππού τους, και πήραν το ίδιο όνομα. Έτσι, όταν ο Σάκης πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξενιτευτεί, ο δικός μας Νιόνιος του ‘βγαλε το εισιτήριο, του ψώνισε τοις μετρητοίς ένα καρό κοστουμάκι, μια βαλίτσα και ένα καφέ καπέλο κι εκείνος σωστό φιγουρίνι απ’ τα λίγα, του ‘δωσε κάτω από το μικρό του μουστακάκι την υπόσχεση πως σαν γυρνούσε καμιά φορά θα τον έκανε βασιλιά για την υποχρέωση που του ‘χε. Έτσι, πέρασαν -άγνωστο πώς- πενήντα χρόνια μες τα οποία ο συνονόματος ξάδερφος ούτε δώρα, ούτε δέματα, ούτε δολάρια, ούτε σχεδόν ένα γράμμα της προκοπής μπήκε ποτέ στον κόπο να ταχυδρομήσει. Και να λοιπόν που η εποχή τον γύρισε ξανά κοντά τους.

Την εβδομάδα της επιστροφής του ασώτου  οι προετοιμασίες είχαν ήδη φουντώσει, τα αγόρια άσπρισαν ως και τα δέντρα στο κτήμα, φρεσκάρισαν κι αέρισαν στρώματα, σεντόνια και κουβερτάκια κι ύστερα η γιαγιά μου φώναξε να αρχίσουν τα πλυσίματα, τα γυαλίσματα ασημικών και σερβίτσιων και να έρθουν  καρπούζια και πεπόνια πρώτης διαλογής, σφάξαν και δυο κοκόρια και σαν ήταν όλα έτοιμα, την τελευταία ημέρα μπήκε και εκείνη στην κουζίνα για τον χαλβά της. Και έτσι όπως ανακάτωνε με δύναμη τις μπουρμπουλήθρες, όλο και πιο πολύ σκεφτόταν τα υφάσματα και τις γούνες που θα έρχονταν και πώς θα τα μοιράσει, και όλο και περισσότερο χαμογελούσε πονηρά και έκλεινε στον χαλβά το μάτι. Ύστερα ήρθε και μια βαφτιστήρα της -εκείνη με τον φούρνο- και έφερε κοτσίδες ψωμιά και μια μουσταλευριά και το τραπέζι στρώθηκε με κοφτά τραπεζομάντηλα, βασιλικούς και ούζα, κι εκεί έκατσαν όλοι περιμένοντας τον ξένο. Όλους τους κάλεσε ο Νιόνιος για την υποδοχή του Σάκη.

Κατά τις δώδεκα ο παππούς σηκώθηκε, χτένισε το μουστάκι, φόρεσε τα ταρταρούγα γυαλιά του, το λινό του σακάκι, έφτιαξε την χωρίστρα αριστερά στο πλάι και ξεκίνησε για τον σταθμό. Πώς να ‘ταν άραγε η Αμερική; προσπάθησε να σκεφτεί, χωρίς να έχει φαντασία. Εκείνου η ζωή ήταν πάντα στις ράγες. Συνετή, θα έλεγε σίγουρα κάποιος και πάντα μετρημένη. Αλλά τον θαύμαζε τον ξάδερφο για εκείνο το θάρρος του να φύγει μακριά, χωρίς καν να ξέρει πού πάει. Εκείνος δεν θα έφευγε ποτέ, δεν θα το σκεφτόταν ποτέ ούτε έστω για λίγο, δεν θα μπορούσε άλλωστε να φύγει, η οικογένειά του ήταν εδώ, στον τόπο αυτό πάντα και για πάντοτε, βαθιά ριζωμένη, η ιερή οικογένεια, πρώτα η μάνα με τη μηχανή της, και ύστερα οι αδερφές του, και η Σόφη χωρίς παιδιά και χήρα πολύ νέα, κι ύστερα η Νικούλα του και τα παιδιά, όλοι δική του ευθύνη ήταν και ποτέ του δεν θα τους άφηνε για να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι. Έβγαλε το μαντήλι, σκούπισε το μέτωπό του, νωρίς άρχισαν φέτος οι ζέστες, σκέφτηκε, αλλά λόγω της περίστασης ούτε που διανοήθηκε να βγάλει το σακάκι. “Μια επίσημη υποδοχή, πίσω στην πατρίδα, πίσω στο σπίτι ” μονολόγησε και άντεξε την κουφή ζέστη.

Όταν βρεθήκανε τα ξαδέρφια -τον αναγνώρισε και ας πέρασαν χρόνοι πολλοί- ο Νιόνιος συγκινήθηκε λιγάκι. Ήταν αίμα του και τον πονούσε μακριά του. Ούτε παιδιά, ούτε γυναίκα, ούτε γονείς ο Σάκης, αυτοί εδώ ήταν τώρα όλη και όλη η οικογένειά του, και ο παππούς αισθανόταν την στοργή και ακόμη περισσότερο την ευθύνη. Πήρε τη βαλίτσα του, τον έβαλε στο ταξί και καθώς δεν του άφησε ούτε στιγμή το χέρι, σε λίγο έφτασαν στο κτήμα.

“Σήμερα γιορτάζουμε την επιστροφή σου. Δεν είσαι πια ξάδερφος, ούτε το σπίτι σου είναι στα ξένα. Καλώς ήρθες μακρινέ αδερφέ μου!” του ‘πε συγκινημένος ο Νιόνιος και ύστερα 30 άνθρωποι ήπιαν και φάγαν στην υγειά του μακρινού συγγενή τους. Και εκείνος έτρωγε, έπινε και ξανάτρωγε πολύ και ακόμη πιο πολύ ευχαριστημένος και κάθε λίγο και λιγάκι φώναζε “ω! Boy!, ω Boy!” και έτρεχαν οι ανύπανδρες θείες  όλο λαχτάρα μπας και τις χαρτζιλικώσει να του σερβίρουν τους κοκκινιστούς κόκορες με τα χοντρά τεράστια μακαρόνια, και χαζογελούσαν οι χήρες ξαδέρφες με το παράξενο μουστάκι και το εμπριμέ του πουκάμισο και έλεγαν όλο ύφος και σπουδή πως έτσι πρέπει να είναι η μόδα στον πολιτισμό και πως τέτοια υφάσματα σίγουρα θα τους είχε φέρει. Και τα μικρά έπαιζαν γύρω-γύρω απ’ τη βαλίτσα, όλο λαχτάρα για τα παιχνίδια που θα τους έφερε ο θείος και βρίσκονταν ακόμη εκεί μέσα κρυμμένα. Κι ύστερα τα αγόρια έριχναν τα καρπούζια μες το πηγάδι να παγώσουν, για να χαρεί ακόμη περισσότερο ο θείος την φιλοξενία, μπας και τους δώσει και κανα τσιγαράκι στη ζούλα. Κάποια στιγμή αργά το σούρουπο ο ξένος σηκώθηκε, τέζα απ’ τα φαγητά, τα κρασιά και τα καρπούζια και οι θείες τον πήγαν να πλυθεί και ύστερα του άνοιξαν το μεγάλο ξενώνα. Και εκείνος αφού τις φίλησε όλες μια-μια -γριές, νέες, χήρες ως και τα βρέφη- αποσύρθηκε μαζί με τη βαλίτσα του, που μόνο εμπριμέ πουκάμισα, σώβρακα και παντελόνια είχε εντός της, και εκεί έμεινε δίχως φράγκο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Έτσι, σιγά-σιγά οι λοιποί συγγενείς ξέχασαν γρήγορα τον πολύφερνο ξένο, “μπατήρης είναι και ήρθε για να ξεχειμωνιάσει” είπε ένας ξάδερφος στον παππού στο καφενείο ένα βράδυ, “κορόιδα ψάχνει και εσύ είσαι το μεγαλύτερο” είπε ένας άλλος και ο Νιόνιος, ύστερα από αυτό του έκοψε την καλημέρα.

Βραδάκι ήταν, καθώς γύριζαν από τον εσπερινό, που άρχισε η γιαγιά μου “άνδρα δεν πάει άλλο, όλο τρώει και κοιμάται. Σόι σου είναι και τον πονάς, αλλά και γω βαρέθηκα να τον υπηρετούμε”. Λίγο πιο πέρα απ’ τον τάφο της μάνας του σταμάτησε ο Νιόνιος. “Δεν μπορώ να τον διώξω, δεν έχει κανέναν άλλο σε τούτη τη ζωή. Εγώ τον πήγα στο καράβι, εμένα χαιρέτησε, σε εμένα γύρισε, εγώ έχω την ευθύνη. Τίποτε μην πεις άλλο. “. Έμεινε μαζί τους στο κτήμα μέχρι το τέλος. Και όταν αρρώστησε, δίπλα του καθόταν ο παππούς, του κράταγε το χέρι και του διάβαζε τα κοινωνικά και κυρίως τα συνοικέσια και τις κηδείες. Για τη ζωή του στην Αλάσκα δεν είπανε τίποτε ποτέ, κι ο παππούς δεν θέλησε να μάθει. Μετά την κηδεία μόνο, ανάμεσα στα λιγοστά εμπριμέ του ρούχα, βρήκαν ένα φύλλο χαρτί που έγραφε πως όλα του τα πουκάμισα, τη βαλίτσα και τα λευκά του σκαρπίνια, τα αφήνει στον αδερφό του, το Νιόνιο.

Πριάμου νυκτοπορεία.

Της Νίκης Κόλλια.

Το παρακάτω μικρό αφήγημα γράφτηκε μετά από την ανάγνωση του άρθρου του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη «Ο μυθολογικός Καβάφης και η Πριάμου νυκτοπορεία» στο περιοδικό Χάρτης  (04.1983), επηρεασμένη από τη δολοφονια του Παύλου Φύσσα.  Ν.Κ.

Έντεκα μέρες τον έσερναν ξωπίσω τους δεμένο και εκείνος σκάλιζε την άμμο με τα νεκρά του χέρια. Μες την απλωτή σκόνη της τάφρου τον παρατούσαν ύστερα γδαρμένο, ανυπεράσπιστο, περιπλανώμενο νεκρό- ένα μεγάλο τίποτε επιστραμμένο απ’ τη ζωή. Και τ’ άλογα των φονικών εχθρών τίναζαν τα κεφάλια και τις μακριές τους χαίτες γεμάτα υπερηφάνεια, την ώρα που ο πεθαμένος βασιλιάς χτυπούσε και έσκαγε στην κατακόκκινη πεδιάδα. Έτσι, κείτονταν τ’ αγαπημένο παιδί του Πρίαμου έντεκα νύκτες συνεχώς, έμπασαν αέρα τα πλευρά του και τ’ αίματά του κάηκαν απ’ τις σκόνες και το πολύ αλάτι.

Στη γη αυτή δεν είναι πια ο Έκτορας, που ακούστηκε τόσες φορές στην Τροία.

Στην Αγορά, το Θέατρο, απ’ το Γυμνάσιο ως την αυλή του βασιλιά ξεκίνησε ήδη, ώρα πολλή, ο θρήνος. Μαζεύτηκαν οι άνθρωποι με απελπισμό φοβερό, του Έκτορα τη μνήμη να πενθήσουν. Την προηγούμενη του πένθους την φορά μάζεψαν τους νεκρούς τους, τιμώντας τους, έστω και πεθαμένους. Μια μέρα κράτησε η ανακωχή των δύο στρατοπέδων, μοναδική φορά σ’ όλα τα χρόνια του πολέμου. Μισοί ‘πιασαν τα άψυχα κορμιά μ’ ευλάβεια και λύπη, τα έπλυναν και σκούπισαν τις φοβερές πληγές τους, ίχνος θανάτου δεν άφησαν κι αρώματα έχυσαν πάνω, με λαμπερά φορέματα τους ‘ντυσαν, σαν ωραίοι αρματηλάτες και πάλι να φανούν, αναπαυόμενοι, τάχα, μετά που βγήκαν νικητές σε ξακουστό αγώνα. Κι ανάμεσα στον ύπνο και το θάνατο, με συνοδείες και άφθονες σπονδές οι Τρώες τους πρόσφεραν στην θλιβερή φωτιά θρηνώντας τους βουβά, όπως ακριβώς θέλησε ο γέρος βασιλιάς τους και άρμοζε σε ευγενείς ανθρώπους.

Τώρα, όμως, οι άνθρωποι έτρεχαν ξέφρενα ολόγυρα απ’ τα τείχη, με ταραγμένη την ψυχή, σχεδόν παραλυμένοι, κλαίγοντας των ωραίων ημερών τις αναμνήσεις, ουρλιάζοντας τ’ όνομα του νεκρού και η λύπη τους μεγάλη για τη γενναία ομορφιά που χάθηκε για πάντα. Μαύρες μανάδες κι ορφανά, στρατιώτες χωρίς πόδια, γέροι, μαυραγορίτες, ηθοποιοί, ραδιούργοι, χορευταράδες και ψεύτες, φοβητσιάρηδες και ολιγόψυχοι κι άλλοι πολλοί κι ανάμεσα κορίτσια του χαμού· στέκονταν όλοι όρθιοι στραμμένοι προς τον κάμπο, δείχνοντας προς τα πλοία των εχθρών, τραβώντας τα μαλλιά τους κι έσκιζαν τα ρούχα και τα νυφικά, πετούσαν τα βραχιόλια, κι ύστερα άναβαν φωτιές, παρακαλώντας τα θεία και μες σ’ αυτόν τον οδυρμό εκείνα τα παλιά θυμούνταν πάλι: τα πρώτα νιάτα των στρατιωτών και εξαίσιες μελωδίες, παλιούς θιάσους μουσικούς και τις ωραίες διασκεδάσεις, λαμπρές ηδονές νυκτών και νυφικά τραπέζια. Μα η Τροία εκείνη -από καιρό οριστικά τελειωμένη- απέμεινε ολίγη, κλεισμένη μες σε κακό καιρό, μοιράζοντας τον θάνατο στα τείχη και τις κάμαρες ολόκληρης της πόλης. Αυτά έκλαιγαν οι άνθρωποι και ανάσαιναν βαριά και ύστερα μετρούσαν μεταξύ τους, πόσοι έμειναν στην πόλη και πόσοι κατέβηκαν, πόσους σκότωσε ο ένας και πόσοι χαθήκανε τον έναν χρόνο και έπειτα τον άλλο -σπίτια κι ονόματα. Ποιος θα χωρίσει τη ζημιά απ’ το κέρδος, κανείς δεν το προσπάθησε.

Στον θρόνο γύρω απ’ το γέρο βασιλιά κάθονταν τα παιδιά του –ο Έλενος, ο Πάμμονας, ο Αντίφονος, ο Πάρης-, νέοι, αρωματισμένοι με ευγενική ομορφιά, μοιραίοι μες το κλάμα. Τα χέρια τους, τα ρούχα τους , ήσαν όλα μουσκεμένα, από τον θρήνο τον πικρό για το χαμό τ’ αδερφού τους, κι ας ήταν για αυτούς ο πόλεμος δοκιμασία άγνωστη και ξένη. Ο βασιλιάς καθότανε σκυφτά κουλουριασμένος στην κάπα, σιωπούσε ώρα πολλή μες τον θρήνο των άλλων. Και απ’ τις κάμαρες τις πλαϊνές δάκρυα ξέφευγαν πολλά και αναφιλητά ξεσπούσαν. Πρώτα, η μητέρα του νεκρού ξέπλεκη οδυρόταν για τη σωρό του γιου της και η γυναίκα του Έκτορα πιο κει, πλάι στο παραθύρι, κοιτούσε προς την θάλασσα με δάκρυα τα εχθρικά καράβια. Δίπλα της ο μικρός τους γιος, χλωμός και κουρασμένος, παιδί ακόμη δεν ήξερε το μέλλον τι θα φέρει.

«Παιδί μου, εσένα όλοι εδώ αγαπούν και σε θυμούνται πάλι. Την ανδρεία, τη γενναιότητα και τη δίκαιη λογική σου. Κάποτε υπήρξες αιθέρια εφηβική μορφή με διάβα γρήγορο και έξοχη ομιλία. Πολλά τα καλοκαιρινά σου πρωινά γεμάτα εξαίσιο σφρίγος, ζωής και σύνεσης μεγάλης. Με τι ευχαρίστηση θαύμαζα τα πρώτα σου τα νιάτα, με τι χαρά σε έβλεπα να μπαίνεις στα λιμάνια και τις καλές πραμάτειες -κοράλλια, κεχριμπάρια και έβενους, ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, σπόρους και άγρια φρούτα- να φέρνεις πίσω στην Τροία. Και έπειτα τούτοι οι άνθρωποι βασιλιά τους σε κηρύξαν. Κι ήταν η μέρα ζεστή, ποιητική, ο ουρανός ένα ανοικτό γαλάζιο, ο χώρος ένα θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης και συ όλο χάρη και ομορφιά έτρεχες μες τις λαμπρές παρατάξεις, έτρεχαν και οι άλλοι ξωπίσω σου, ενθουσιάζονταν και σε επευφημούσαν, γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα, τη δύναμη και τη σοφία. Τι ωραία που υπήρξε κάποτε, στα αλήθεια, η ζωή, εδώ, την πόλη. Και συ στεκόσουν πιο μπροστά ντυμένος σε μετάξι και οι άλλοι πιο πίσω σε φώναζαν βασιλέα των βασιλέων. Μα τώρα ο κύκλος άνοιξε και ο ένας έγινε, θέλοντας και µη, μοιραία ο φονιάς του άλλου. Σε γδύσανε, σε σύλησαν, σε δέσανε παιδάκι μου με πορφυρό του Αίαντα ζωστήρα· σε σέρνουν, σε διασύρουν, σε κλωτσούν με λύσσα οι άσπλαχνοι, γεμάτοι αδικία.
Σε τούτο το μεγάλο σπίτι με τα πολλά παράθυρα, τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δε ξέρω πια πού να θρηνήσω, πάνω σε ποιο απ’ τα τόσα άδεια κρεβάτια, φωνάζοντας όλη νύχτα τα παιδιά μου, γυρεύοντάς τα και κείνα μες το λάκκο γυρεύοντας πρώτα τον πατέρα τους, τώρα γυρεύοντας μη ξέροντας τι, βογκώντας εκεί μέσα τεμαχισμένα». Αυτά είπε η μάνα του Έκτορα και χάθηκε η φωνή της.

Και τότε ο Πρίαμος σηκώθηκε απ’ τον θρόνο του και με απόκοσμη δύναμη μίλησε στους ανθρώπους :

«Τι κούφια λόγια που είναι όλες αυτές οι σπουδαίες βασιλείες!
Και οι προσπάθειές μας κούφιες και αυτές όλα αυτά τα χρόνια.
Πώς μεγαλώσανε σε τέτοια φρίκη τόσα παιδιά, εδώ και δέκα χρόνια, βαστώντας ως ενθύμια εκείνων που χαθήκαν, τσεκούρια, μαχαίρια κοφτερά και φονικές σφενδόνες, έτοιμοι μες τα μάτια τους για την πιο άγρια τη μάχη. Είναι οι προσπάθειές μας, άνθρωποι, κούφιες σαν τούτο τον θρήνο. Κομμάτι κατορθώσαμε τη μια χρονιά, κομμάτι πήραμε πάνω μας την άλλη κι αρχίσαμε μες την υπεροψία να έχουμε θάρρος ασυλλόγιστο και ελπίδες τρελαμένες. Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά, ο Αχιλλέας στην τάφρο μπροστά μας βγαίνει και με μεγάλες φωνές και αίματα πάντα θα μας τρομάζει και πάντα θα μας γυρίζει πίσω.
Τόσα χρόνια ειρηνικής ζωής αλλού είχαμε το μυαλό μας. Όχι στην ευτυχία και την προκοπή της γνώσης και νόμου. Μονάχα περιμέναμε συναθροισμένοι στα τείχη, φορώντας τις καλές μας φορεσιές και τα πιο ακριβά στολίδια –βραχιόλια από αμέθυστους, δαχτυλίδια με γυαλιστερά σμαράγδια, μαλαματένια μπαστούνια έκτακτα σκαλισμένα- κάποιους βαρβάρους από μακριά να τους κάνουμε ανθρώπους. Μα βάρβαροι γίναμε όλοι εμείς ετούτα όλα τα χρόνια και είναι οι προσπάθειές μας πάντα κούφιες, άνθρωποι, γιατί θαρρούμε λάθος, πως όλοι οι άλλοι είν’ βάρβαροι και ‘μείς πολιτισμένοι, πως με απόφαση και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά και έξω απ’ τα τείχη λέμε πως στεκόμαστε φιλόδοξοι, έτοιμοι να αγωνιστούμε.
Αλλά όταν η μεγάλη κρίση έρχεται, η τόλμη και η απόφαση χάνονται, ταράσσεται η ψυχή μας, παραλύει. Κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε, ζητώντας να γλιτώσουμε με την φυγή μας, να βρούμε την ελάχιστη παρηγορία εντός τους. Χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη, δίχως αιδώ αφεθήκατε μια ολόκληρη ζωή πίσω από αυτά τα τείχη, ανεπαισθήτως στην αρχή, σκοπίμως προς το τέλος, τέτοιοι βάρβαροι γινήκαμε όλοι μας από καιρό, και ας είπαμε πως βάρβαροι μεταξύ μας δεν υπάρχουν, και ας είπαμε πως οι βάρβαροι μένουν στην πεδιάδα.
Τέτοιος είναι και ο θρήνος σας σήμερα, κούφιος και λίγος.
Την ώρα που εσείς οι θνητοί καλοκοιμόσασταν όλοι, ‘κείνη την ώρα χάθηκε και ο τελευταίος ελεύθερος ανδρείος. Και πριν από αυτόν είχαν χαθεί τόσοι και τόσοι Τρώες. Άλλοι πεσμένοι στις τάφρους ανάσκελα και άλλοι στα χέρια των συντρόφων, μύρισαν χορτάρια τα σώματα και οι ρίζες γέμισαν άδικο αίμα. Άδικος που ‘ναι ο πόλεμος ανθρώπων χωρίς σύνεση και γνώση. Κούφιο είναι το κλάμα σας σήμερα μες σε πολλές κινήσεις και ομιλίες, με λέξεις ξένες, φορτικές το έχετε ντύσει, δεν νοιάζεστε στα αλήθεια για τίποτε άλλο απ’ τη δική σας τύχη.
Αν δεν τους κουβαλήσεις μες την ψύχη σου τους νεκρούς, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει κάθε μέρα εμπρός σου, δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις.
Τώρα πια η πτώση μας είναι βέβαιη, για αυτό έχει στα αλήθεια ξεκινήσει ο θρήνος. Ξαφνική, ραγδαία η καταστροφή πέφτει επάνω μας και ανέτοιμους -πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. Τον γιο της ας θρηνήσει μόνο η μάνα του κι ύστερα η γυναίκα του και το παιδί του, που τον έχασαν πια εντελώς. Μονάχα αυτοί δικαιούνται. Όλοι εσείς που τάχα ξοδεύεστε στο κλάμα, δεν κλαίτε τίποτε περισσότερο απ’ την κακή σας τύχη, που μόνοι σας την φτιάξατε και τη χαλάσατε μόνοι.
Όσο για σας τους γιους που μου περίσσεψαν απ’ τους πενήντα, καλύτερα να σας μαζεύανε κομματιασμένους απ’ το σωρό της τάφρου -ένα χέρι εδώ, ένα πόδι παραπέρα- παρά να σας χαίρονται μόνο οι διασκεδάσεις και τα πλούτη. Ασυνείδητοι, ήσυχοι, βαθιά πεπλανημένοι».

Τέτοια λόγια πρόφερε, όλος θυμό, ο γέρος βασιλιάς κι αρπάζοντας το ραβδί του με φόρα έδιωξε σχεδόν όλα τα πλήθη. Οι γιοί του, οι πιο αργόσχολοι, κρύφτηκαν μες το σπίτι και η πόλη πια ερήμωσε, κλείστηκαν στα δωμάτια με φόβο πρώτη φορά για το κακό άγνωστο, που μάντεψε δυνατά ο άρχοντάς τους. Κι ήρθαν κάτι δυσοίωνα πουλιά, απλώθηκαν στον ουρανό και γέμισαν τον τόπο φτερά και τρομερά χρώματα ως κάτω την πεδιάδα. Μυστηριώδεις φασματικές σκιές έλουσαν τα τείχη και μαζί σκόρπισαν ανησυχία στις καρδιές και μπέρδεψαν τις σκέψεις. Κι έτσι όπως ήρθαν ξαφνικά, χαθήκαν μες τα σπίτια και ξαναβγήκε η μέρα μαζί με έναν ξερό κατακίτρινο ήλιο.

Κι ο Πρίαμος, με πρόσωπο ακίνητο μέσα στο πρόσωπό του, ανέβηκε στα τείχη κοιτάζοντας την πόλη του κάπως άδεια κι ύστερα το βλέμμα του έφτασε ως κάτω το σφαγείο και το καράβι του φονιά προσπάθησε με τα μάτια να στοχεύσει. Στερνή φορά την κοίταξε, της φώναξε κι ύστερα πήρε την απόφαση -τριπλός θα ήταν αυτός ο αποχωρισμός του: απ’ τους ανθρώπους, την πόλη του και την μέχρι τότε ζωή του. Μπήκε στο σπίτι κι έβγαλε από πάνω του όλα τα χρυσά φορέματα και τα παπούτσια πέταξε τα κατακόκκινα με σχέδια κεντημένα· με ρούχα απλά ντύθηκε γρήγορα, όμοιος με ηθοποιό που αλλάζει τα ρούχα του φεύγοντας απ’ τη σκηνή όταν η παράσταση τελειώσει κι ύστερα άρχισε μακρύ κατάλογο να φτιάχνει: κάπες διαλέγει δώδεκα και απ’ τα σκεπάσματα άλλα τόσα, δώδεκα φλοκάτες όμορφες και δώδεκα πεντάμορφα κιλίμια, χιτώνες χρυσοκέντητους και ύστερα χρυσάφι που δέκα τάλαντα ζυγίζει και δυο τριπόδια που στραφτάλιζαν και τέσσερα λεβέτια. Μια ωραία κούπα, βιος τρανό, πέπλα, ρουμπίνια ρόδα, τίποτε δεν λυπήθηκε ο γέροντας στ’ αρχοντικό του μέσα, και ό,τι άλλο πρόσφορο εικάζει, τα τύλιξε όλα μόνος του προσεκτικά με τάξη. Με μαραμένα τα σπλάχνα του μα, ωστόσο, ξέθαρρος πολύ, βαθιά προσηλωμένος, άρχισε πια να κουβαλά ένα-ένα ως την αυλή τα λύτρα. Με αυτά και ό,τι άλλο ζητήσουν, θα λύτρωνε κάτω στην πεδιάδα την πεταμένη εκεί τιμή του νεκρού του. Σαν απλός πατέρας κι αυτός μες τα αίματα του γιου του, μη προσδοκώντας άλλη δόξα και πλούτη, μακριά απ’ τις βασιλείες και τις δομές των συστημάτων, μονάχος μες τα χωράφια των εχθρών να πάρει το παιδί του.

Στο άρμα του ο βασιλιάς έδεσε τα πιο γοργά άλογά του, που ήταν σαν αστραπές τα πόδια τους, ελαφρά τα σώματά τους κι ευγενικά στην όψη σα θεϊκά φτιαγμένα, κι έτσι όπως ‘τρέχουν δεν πατούν τη γη, μόν’ στα νερά καλπάζουν, έτοιμα κάθε στιγμή να σκίσουν το σκοτάδι. Φόρτωσε τ’ άρμα ο ίδιος ο Πρίαμος με του νεκρού τα επίλεκτα λύτρα. Κι όταν τελείωσε αυτή την εργασία, ο ουρανός ήδη βράδιαζε ανάμεσα στα τείχη.

-Γη μου, εσένα αγαπώ και εσένα η ψυχή μου κάθε πρωί θυμάται, επάνω απ’ τους λόφους σου σαν περνά και τα τείχη σου ακουμπάει. Κάποτε πόλη μου, μου δίδαξες κάθε λόγο και απ’ τις τέχνες την πιο σοφή και μου έδωσες χαρές μεγάλες. Δίκαιος υπήρξα στις πράξεις μου και ευσπλαχνικός με όσους είχαν ανάγκη και την αλήθεια έλεγα χωρίς μίσος προς τους εχθρούς, και υπεροψία στους φίλους. Μα τα έργα μου απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής μου ήταν πλάνες και οι άνθρωποί σου, πόλη μου, γίνηκαν όλοι τους δειλοί, μικρόψυχοι, χαθήκαν ανάμεσα σε παρακάλια και γκρίνιες, μέσα στο φόβο του μέλλοντος και τις κακές υποψίες.

Με ταραγμένο το μυαλό και τρομαγμένα τα μάτια, σχεδιάζουνε μάταια πώς να αποφύγουν το βέβαιο, τον κίνδυνο που έτσι φρικτά όλους μας απειλεί και μας ενώνει.
Αχ, ψεύτικα ήταν τα μηνύματα των Θεών ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά εμείς οι άνθρωποί τους.
Και τώρα όλα τα εξαίσια αφηρημένα σιωπούν, σα να ξεχάστηκαν μες την πολλή τη σκέψη των ανθρώπων και αυτοί μήτε να κρίνουν ή να συζητούν, μήτε να επιλέγουν, να ακολουθούν μονάχα νοιάζονται, να μην έχουνε την ευθύνη.
Γέρος πια και γω, εξαντλημένος και κυρτός, σακατεμένος απ’ τα χρόνια, δεν ακούγομαι μες τις φωνές αυτού εδώ του κόσμου. Πόλη, σε δημιούργησα μες σε χαρά και λύπες, με τόσα περιστατικά και τόσα πράγματα, σε έβλεπα παντού, όπου περπατούσα, χρόνια και χρόνια. Μα τώρα πια δεν θέλω άλλο ούτε τις φορεσιές, ούτε το μέγα βιος μου. Το είδωλο του νεκρού σώματος του Έκτορα ήλθε και έσπειρε πένθος στην οικογένειά μου, φανερώνοντας την αρχή για τους χωρισμούς, τα βάσανα και το χαμό, που θα μας βρουν σε λίγο.
Πώς πέρασε η ώρα, πώς χάθηκαν τα χρόνια, δεν το κατάλαβα.
Νέος κόσμος, καινούριος, φοβερός. Δεν έχω πια θεούς, ούτε και μέλλον να φοβάμαι. Τα πρόσωπα ενός ολόκληρου λαού εντοιχισμένα ανάμεσα στις πέτρες των τοίχων. Έχουμε πεθάνει, θα πεθάνουμε όλοι σύντομα. Δεν έχεις πια να φυλαχτείς, δεν ξέρω πού να φωνάξω πως ετούτος ο πόλεμος δεν είναι πια για την τιμή, μόνο έμπασμα είναι σε τρομερό σφαγείο. Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή, ο αγώνας που σε πάει σε άλλον αγώνα; Το λογικό και τα παράλογο σε συμμαχία σύμμετρη, σαπίζει η σύγχρονη ιστορία σε νοσηρά προβλήματα.
Θα πεθάνεις άραγε και συ ποτέ κανονικά παιδί μου; Το ύφος της μέρας που ζήσαμε σαν ήσουν παιδάκι σβήστηκε απ’ τα μάτια μας και ο αιθέρας των παμπάλαιων ωραίων στιγμών φτερούγισε μες την τάφρο των Αχαιών και χάθηκε για πάντα. Ένα τέλος απαρηγόρητο ήρθε και μας βρήκε και έγιναν όλα μια φωτιά και κάηκε ήδη η πόλη.
Στάχτη στα είδωλα, για σάρωμα, μαζί με τα σκουπίδια, μεγάλη, αφράτη στάχτη της φωτιάς ας γίνουν όλα στην κούφια ετούτη Τροία.
Τι περιμένω εδώ ακίνητος, τι περιμένω;

Αυτά σκεφτόταν ο Πρίαμος πριν χαιρετήσει την πόλη και φύγει μονάχος προς τα εμπρός στ’ αργίτικα καράβια. Με φόρα, ξάφνου, στ’ άρμα ανέβηκε, κέντησε τ’ άλογά του και θαρραλέος με περήφανη ορμή, όσο ποτέ άλλοτε, ξεκίνησε στη νύχτα, σαν έτοιμος ήδη από καιρό γι’ αυτή την έξοδό του. Δεν γύρισε να δει, δεν άκουσε τον θρήνο μες τα σπίτια, ξανάδεσε τη σιωπή, στ’ αυτιά του κολλημένη. Άνοιξαν οι καστρόπορτες τα μάνταλα τραβώντας, χωρίς θεό, μήτε άνθρωπο για να σταθεί στην στράτα. Γρήγορα πέρασε απ’ την αυλόπορτα και το βουερό χαγιάτι, τραβώντας μόνο μπροστά και τ’ άλογά του, κυβερνημένα απ’ τον γέροντα γοργά, μέσα απ’ το κάστρο περνούσαν κι ούτε για μια μικρή στιγμή δεν κοίταξαν την πόλη. Και όλοι οι δικοί του με απελπισία κλείστηκαν στα δωμάτια, πίσω απ’ τα παραθύρια, λες και ο βασιλιάς τους κάλπαζε τον θάνατο ν’ ανταμώσει.

Μες τη νύχτα την άφωτη εκείνος χάθηκε οριστικά από ώρα, μες την νύχτα την αθάνατη που όλοι οι θνητοί κοιμούνται -ανήμεροι, εχθροί φοβεροί και αντίμαχοι, παιδιά, πουλιά και ζώα- μες τη νύχτα που σαρώθηκε από τόσα όπλα και αίμα. Ένα τεράστιο μαύρο υγρό, διψασμένο, σαρκοβόρο σκοτάδι απλώθηκε μπροστά στην ακίνητη κοιλάδα. Μαύρισε η γη, την πήρε ένας κακός αέρας γυρνώντας ρίζες και φυτά, μικρά-μεγάλα στάχυα, αντίθετα στα τείχη και την πόλη. Έξω απ’ την Τροία μεσάνυχτα και ένας απαίσιος κόρακας να κρώζει όλη την ώρα μπας και τρομάξει τ’ άλογα και σταματήσει το άρμα και ένα σκυλί – αδέσποτο και ατάιστο για μέρες- ούρλιαζε μες την τάφρο και πήδαγε για να ξυπνήσει τις σκιές νεκρών της πεδιάδας, που μακριά απ’ τους γονείς τους χαθήκανε άταφοι κι αυτοί, απ’ όλους ξεχασμένοι, μήπως τρομάξουν τον άρχοντα των τόσων δολοφόνων. Και οι σκιές, ακίνητες, γέμισαν απορία, τι θέλει ο γέρος βασιλιάς στων Αχαιών τα πλοία, γιατί έβγαλε το στέμμα του και ταξιδεύει μόνος;

Πάνω στο άρμα ο Πρίαμος με ένα άγριο φως στην όψη, τ’ άλογά του μόνο εμπιστεύεται και μόνο σε αυτά μιλάει κι εκείνα προχωρούν μες το τοπίο θανάτου, παραμερίζοντας νεκρούς, ανεβαίνοντας στον δρόμο, τρέχοντας ίσια μπροστά να πάν’ να βρει το γιο του. Κι ο δρόμος ατελείωτος, κανένας ήχος αληθινού παιδιού, μήτε ζωντανού ανθρώπου, ίσια σε λάκκους του κάτω κόσμου πήγαιναν άλογα και βασιλιάς, στον κόσμο του αναποδογυρισμένου θανάτου.

Πού να ‘ναι τώρα ο Πρίαμος, κανένας δεν τον είδε.

***

Όταν έφτασε στη διασταύρωση, το παιδί ήταν ήδη μέσα στο ασθενοφόρο και εκείνο ξεκίνησε χωρίς σειρήνα και το τρομακτικό φως. Γιατί δεν άναψαν τον φάρο; σκέφτηκε για μια στιγμή και ξεκίνησε και εκείνος οδηγώντας πίσω του. Μέχρι το νεκροτομείο ο δρόμος του φάνηκε ατελείωτος. Σταματούσαν σε κάθε φανάρι. Τα ασθενοφόρα, κανονικά, τρέχουν στους δρόμους και δεν σταματούν. Σ’ ένα κόκκινο προσπάθησαν να του καθαρίσουν τα τζάμια. Τους άφησε ασυναίσθητα, μπας και δει τα μπροστινά φώτα. Γιατί δεν ανάβουν επιτέλους, έστω το μπλε φως; Εκεί μέσα ήταν το παιδί του. Και ήταν τόσο καλό παιδάκι από μικρό, πάντα. Του ήρθανε κάτι φωνές, περίπατοι στα παιδικά του Παύλου χρόνια, αναμνήσεις.
Κάποτε έφτασαν στο νοσοκομείο, άνοιξαν οι πόρτες, κατέβηκαν. Πάνω στο φορείο μεταξύ ύπνου και θανάτου, το αγόρι του κοιμόταν, στα τριάντα τρία του αναπαυόμενο. Κανένα ίχνος θανάτου σε όλο του το σώμα. Μονάχα στο στήθος, ακριβώς δίπλα απ’ την καρδιά χυμένη μια κηλίδα σκούρο αίμα. Αν του άλλαζαν ρούχα του παιδιού, μάλλον δεν θα φαινόταν η κηλίδα.
Πιο αργά ο πατέρας του τον έντυσε μονάχος, του χτένισε τα κατάμαυρα μαλλιά, του σκούπισε τα μάτια, να γίνει όμορφος πολύ ξανά σα να μη χάθηκε ποτέ, σα να κοιμάται για λίγο. Κι ύστερα έφτιαξε το μνήμα του παιδιού με γυαλάκια -κόκκινα, πράσινα και θαλασσιά- να αντανακλούν τα φώτα και να τα γυρνούν στη μέρα, αποχαιρέτησε μες σε εξαίσιους ήχους το παιδί κι επέστρεψε σ’ έναν άλλο κόσμο γερασμένος.

…………………

Τζουμέρκα 3.0, η αρκούδα της Πίνδου*

Ένα διήγημα της Νίκης Κόλλια

Όταν έπεσε το μεγάλο χιόνι έμεινε αποκλεισμένη απ’ το υπόλοιπο χωριό περίπου μια βδομάδα. Συνηθισμένη στα κρύα και την ερημιά, είχε κάνει από νωρίς τις προετοιμασίες της: έφερε τα κούτσουρα ως την κουζίνα, έφραξε με νάιλον τις τρύπες στα παράθυρα του χειμωνιάτικου, έστρωσε φλοκάτες και τη χοντρή μαντανία στη γωνιά της, δεξιά στο τζάκι. Μονάχα για τη γίδα της είχε μια στενοχώρια, θα πιανόταν στα σίγουρα η καψερή απ’ την ακινησία τόσες μέρες στο κατώι.

Τύλιξε μερικές πατάτες και κρεμμύδια, άνοιξε γούβα στις στάχτες και τα άφησε να ψήνονται όλο τ’ απόγευμα. Ν’ άνοιγε τηλεόραση; Άδικος κόπος. Άμα χιονίζει εδώ πάνω είναι όλο διακοπές, την άφησε σβησμένη καλύτερα. «Μάνα, να ντύνεσαι καλά και μην κάνεις οικονομία στα ξύλα» της είπε προχθές στο τηλέφωνο ο γιος της «και συ, παιδάκι μου, και να τρως» απάντησε εκείνη και για ώρα πολλή σαν έκλεισαν, την είχε πάρει το παράπονο χαϊδεύοντας τη φωτογραφία, πρώτα την κορνίζα και ύστερα ένα-ένα τα πρόσωπα: τις εγγόνες της -η μεγάλη που ‘χει το όνομά της σε δέκα μέρες μπαίνει στα είκοσι- κι ύστερα για κάμποση ώρα το παιδάκι της -νωρίς που πήραν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά του σαν τον πατέρα του, μονολόγησε- έτριψε τα μάτια, μακριά που ήταν στα αλήθεια το παιδί…

Προς το απόγευμα πήγε ως το κατώι. Μια σκούρα πάχνη κάλυπτε νερά και λάσπες και ο αέρας εδώ κάτω μουδιασμένος πάγωνε τα κουρελάκια της γίδας της, το ίδιο και τα αυτιά της. Της άλλαξε νερό, το παλιό είχε πια πετρώσει κι ύστερα έβγαλε απ’ την ποδιά και της έδωσε μισό αχλάδι, βέλαξε και η γίδα ευχαριστημένη. Στο μισόφωτο των τοίχων μπορούσε να δει απ’ τις χαραμάδες με κάποια προσπάθεια τις κολώνες του απέναντι χωριού. Τώρα οι τσοπάνηδες θα αρμέγουν τα πρόβατα και οι γυναίκες τους θα ζεσταίνουν ψωμί στα τζάκια και θα ετοιμάζουν το τραπέζι. Όσο ζούσε ο άνδρας της, εποχιακός ταχυδρόμος και αυτοδίδακτος τσαγκάρης τέτοια ώρα συνήθως μαζευόταν, έτρωγε γρήγορα, έπιανε την αριστερή πλευρά του τζακιού και της έλεγε τα νέα των απέναντι ανθρώπων. Και όταν χιόνιζε πολύ και κόβονταν οι δρόμοι, εκείνος ξέμενε σπίτι και τότε περνούσαν οι τρεις τους, όλοι μαζί, πραγματικά ωραία. Τον έχασε νωρίς και ο γιος της ξενιτεύτηκε λίγο αργότερα, πάνε πια 35 χρόνια. «Περνάει ο καιρός, οι άνθρωποι γερνάμε, ρεύουνε τα τείχια στα σπίτια, αλλάζουν όλα χωρίς να το νιώσεις» είπε από μέσα της, σηκώθηκε και βγήκε στο μισοσκόταδο του απογεύματος. Απέναντι στο χωριό τα τζάκια άχνιζαν όλη μέρα.

Μπάλωσε μια κάλτσα και κανά δυο φανέλες στο φως του τζακιού κι απ’ έξω το χιόνι, γυάλινο πια, είχε καλύψει για τα καλά πέτρες, πουρνάρια και ρίζες. Άπλωσε τα πόδια της στην αρχή της φωτιάς, ίσιωσε την πλεξίδα της κάτω απ’ το μαντήλι, έλυσε την ποδιά. Αποκοιμήθηκε γρήγορα. Ξύπνησε νύχτα από ένα φως άστραφτα μπλε, σχεδόν παραμυθένιο. Διαγώνια στο νάιλον είχε γεμίσει το φεγγάρι, μπλε στο κέντρο και στη άκρη ασημένιο. Σα λαμπερό άστρο, είπε δυνατά και έκανε τον σταυρό της. Όπως ήταν σκεπασμένη κρύωνε. Σηκώθηκε στα σκοτεινά, έριξε ένα σάλι πάνω απ’ το μαντήλι, φόρεσε τη χοντρή της ζακέτα και μετά τις γαλότσες, πήρε το ξύλο της και βγήκε στο λαμπερό χιόνι. Πάνω απ’ το κεφάλι της ακίνητα, χιλιάδες παγωμένα αστέρια άστραφταν ατελείωτα στον ουρανό και της φώτιζαν τον δρόμο. Ξαστεριά μες τον Νοέμβρη!

Τα πόδια της άνοιγαν αργά βαθιές τρύπες στο πάχος του χιονιού, στεκόταν δυο λεπτά στη θέση της ασάλευτη, χάζευε τον έναστρο θόλο και ύστερα ετοίμαζε το επόμενο βήμα. Όμορφη που ‘ναι η νύχτα, σκέφτηκε και συνέχισε να σκάβει μες το χιόνι. Έτσι, διέσχισε αργά ολόκληρο τ’ αλώνι ως πέρα τα γκρεμίσματα. Κάποτε εδώ κατοικούσαν γείτονες, κόσμος καλός, αντάμωναν σε γιορτές και πένθη και έπαιζαν μαζί τα παιδιά τους, μα τώρα τούτος ο τόπος πλάκωσε σπίτια κι ανθρώπους, χάθηκε και η τελευταία της παρέα. «Δεν θα ξαναρθούνε άνθρωποι εδώ πάνω» φώναξε δυνατά η γριά και βούλιαξε μονάχη και αβοήθητη στο χιόνι.

Έτσι να ‘ταν;

Μες το πλατύ φεγγάρι του χειμώνα, μιλώντας μοναχή της, η Αλέξω διηγήθηκε στον εαυτό της όλη της τη ζωή, σίγουρα όχι πολύ σπουδαία για τους περισσότερους, μα ατελείωτη και κάποιες φορές ασήκωτη για εκείνη στο ζύγι. Και κάπως έτσι μαύριζε το χιόνι γύρω της και μαζί με τα κλάματα ο κακός χειμώνας μαύριζε και την καρδιά της. Μελαγχολία. Στον τόπο αυτό η απόγνωση της ανθρώπινης μοναξιάς μόνο μια λέξη βρίσκει σα νόημα και βαφτίζεται μελαγχολία.

Έσυρε απ’ την τριχιά την κατσίκα της, σχεδόν αγκαλιά, ως μέσα στο σπίτι, της σκούπισε χιόνια και υγρασία και άρχισε να της μιλάει. Απ’ τις φλόγες του άγνωστου χώρου η γίδα τρόμαξε, μα γρήγορα ξεθάρρεψε σα ζεστάθηκε και έφερε χαρούμενες βόλτες μες το δωμάτιο. «Δε μιλάς και συ, γρι από λέξεις καταλαβαίνεις, μα δεν πειράζει. Ακούω την ανάσα σου και αυτό φθάνει. Υπάρχει ένας παράξενος βυθός για μένα στο μυαλό μου. Από καιρό κοιμάμαι στο ενδιάμεσο θανάτου και πραγμάτων κι ύστερα, ξύπνια, ονειρεύομαι εκείνα που κάποτε είχα, όλες τις περασμένες παρουσίες. Ώρες-ώρες κάτι μες το μυαλό μου βουίζει και γίνεται ανυπόφορο, μα υπάρχουν και φορές που εκεί μέσα κατοικεί ένα πουλί, σαν τα αηδόνια από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια, ένα τόσο δα πουλάκι, βγαίνει μες το καταχείμωνο χρωματίζοντας τον μαύρο ουρανό, λυγίζει το κλαδί στον παγωμένο φράχτη και γίνεται άνοιξη. Ξέρω πως εδώ στο σπίτι η μυρωδιά του ξύλου αύριο θα καεί και αυτή, και τότε όλα θα παγώσουν. Μέχρι να γίνει αυτό, μονάχη περπατώ πάνω-κάτω στην κάμαρα και ο χρόνος μου, θαμμένος κάτω από τόσο καυτό χιόνι, έγινε από καιρό κάτασπρος και ανυπόφορος. Μα να, η καρδιά μου ακόμη σαλεύει, ημίκλειστη μες το πλατύ φεγγάρι κι αυτού του χειμώνα, παρέα με ένα τόσο δα αστέρι. Να κοίτα της λέω, η νύχτα γίνεται ξαφνικά πλωτή, ένα υγρό μπλε μαγικό φως την φωτίζει, και έτσι χωνεύεται ευκολότερα ως το ξημέρωμα».

Δέκα μέρες έμειναν γίδα και γριά μαζί μες το σπίτι και κάπως έτσι θα περνούσε και τούτος ο χειμώνας.

*Ο τίτλος αναφέρεται στο ομώνυμο διήγημα του Δημήτρη Χατζή που περιλαμβάνεται στο Διπλό Βιβλίο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΝΙΚΗ ΚΟΛΛΙΑ

Πρωτοδίκης Ναυπλίου, σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων εκπαίδευσης του ίδιου πανεπιστημίου, Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Διαβάζει από μικρή, έχει αρθρογραφήσει στο παρελθόν όσο ήταν  δικηγόρος και προσπαθεί να είναι δίκαιη σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της.

ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΚΤΩ ΣΥΝΤΟΜΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ FRIEDRICH HOLDERLIN


Friedrich Hölderlin

8 ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Απόδοση από τα Γερμανικά

Θοδωρής Δημητρακόπουλος

Ειρηνοδίκης Αθηνών

KΑΛΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ

Μυαλό αν έχεις και καρδιά, φανέρωνε μόνο το ένα,

μαζί θα σε καταδικάσουν, εάν μαζί τα φανερώσεις.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Βαθύ έχω μέσα στην καρδιά μίσος για τύραννους, παπάδες,

μα για το Πνεύμα πιο βαθύ, όταν πορεύεται μαζί τους.

ΠΟΙΗΣΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ

Μάθε το ! Ο Απόλλων έγινε θεός των δημοσιογράφων

και ιερέας του αυτός που όλα πιστά του τα μεταφέρει.

ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ

Μες στη Ζωή μάθε την Τέχνη, μέσα στην Τέχνη τη Ζωή,

άμα τη μία σωστά κοιτάξεις, σωστά και την άλλη θα τη δεις.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Πολλοί παλέψαν μάταια την πιο χαρούμενη χαρά να πούνε,

εδώ επιτέλους μου μιλάει, εδώ έξω στο πένθος.

ΣΤΗ ΔΙΟΤΙΜΑ

Όμορφη ύπαρξη ! Ζεις, όπως τα ευαίσθητα λουλούδια το χειμώνα,

στο γερασμένο κόσμο ανθίζεις κλεισμένη, μόνη.

Aγαπώντας αγωνίζεσαι να λιαστείς στο φως της Άνοιξης,

για να ζεσταθείς πάνω της αναζητάς τη νεότητα του Κόσμου.

O ήλιος σου, ο ωραίος χρόνος πέρασε

και στην κρύα νύχτα μόνο τυφώνες μαλώνουν μεταξύ τους.

ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η Ομορφιά ανήκει στα παιδιά,

ίσως είναι η εικόνα του Θεού,

περιουσία της είναι η ειρήνη και η σιωπή,

που αξίζει ακόμα και τον έπαινο των αγγέλων.

ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ

Θέλαμε να χωρίσουμε, καλό μας φάνηκε και σώφρον,

τώρα λοιπόν γιατί τρομάζουμε, λες κι έχουμε κάνει φόνο ;

Αχ ! Πόσο λίγο μας ξέραμε,

ένας θεός μέσα μας ζούσε.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ο Friedrich Hölderlin γεννήθηκε το 1770 κι έφυγε από αυτόν τον μάταιο κόσμο το 1843 σε ηλικία 73 ετών, γέρος δηλαδή με βάση τα δεδομένα της εποχής του. Πλην όμως οι αριθμοί σπάνια αποτυπώνουν την πραγματικότητα και φανερώνουν τις βαθύτερες ουσίες των ψυχών των ανθρώπων. Βλέπετε από το 1807 ο ποιητής έχασε την επαφή με την πραγματικότητα λόγω σχιζοφρένιας και πέρασε 36 χρόνια φιλοξενούμενος ενός μαραγκού. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστός και για να είμαστε ακριβείς, για δεκαετίες μετά το θάνατό του βρισκόταν στην αφάνεια. Έπρεπε να φτάσουμε στα χρόνια του μεσοπολέμου, για να τον ανακαλύψουν οι άνθρωποι των γραμμάτων και να ασχοληθούν με το έργο του. Ας δούμε λοιπόν λίγο πιο προσεκτικά, ποιος ήταν ο Hölderlin.

Ο ποιητής γεννήθηκε σε φτωχικό περιβάλλον και σε ηλικία 2 ετών έχασε τον πατέρα του. Μετά από λίγα χρόνια έχασε και τον πατριό του. Η μητέρα του απέμεινε με 3 παιδιά, να παλεύει, για να θρέψει την οικογένειά της και να δει τα σπλάγχνα της να ζουν αξιοπρεπώς. Φυσικά για τους φτωχούς όλων των εποχών η ζωή αποτελεί κατά κανόνα έναν ανήφορο. Γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν χωρίς να τους δώσει κάποιος σημασία. Μερικοί βέβαια καταφέρνουν να γλυτώσουν από τον ανήφορο. Κάποια παιδιά που παίρνουν τα γράμματα εκτιμώνται πάντοτε από το κατεστημένο, που αναγνωρίζει, ότι οι άνθρωποι που δεν τα έχουν βρει όλα έτοιμα φανερώνουν ικανότητες που δύσκολα βρίσκει κάποιος στους καλοζωισμένους αριστοκράτες της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν και για τον μικρό Friedrich μέσα στη συννεφιά της ζωής του φάνηκε μια αχτίδα φωτός και η πηγή της δεν μπορούσε να είναι άλλη από την εκκλησία. Η εκκλησία των Διαμαρτυρομένων, πανίσχυρη στα τέλη του 18ου αιώνα, αναζητούσε παιδιά, για να στελεχώσουν τις τάξεις της και ο ποιητής επελέγη ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα φτωχόπαιδα. Παρακολούθησε αρχικά μαθήματα σε μοναστηριακά σχολεία και στην συνέχεια γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του Τίμπινγκεν, όπου παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας και πήρε μάλιστα το πτυχίο του. Όλα φαίνονταν ιδανικά.

Βέβαια η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και μια ιδιοσυγκρασία τόσο ευαίσθητη και ευμετάβλητη, όσο αυτή του ποιητή δεν μπορούσε να βρει ικανοποίηση στην ήρεμη και ενδεχομένως πληκτική ζωή του προτεστάντη ιερέα. Ο Hölderlin δεν εντάχθηκε στους κόλπους της εκκλησίας, προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας του και αποφάσισε να αφοσιωθεί στο μόνο πράγμα που τον γέμιζε πραγματικά, την ποίηση φυσικά !

Στα 23 του χρόνια γνωρίστηκε με τον Σίλλερ, το λογοτεχνικό είδωλό του, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του και τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα. Τα πρώτα έργα του ποιητή φανερώνουν την επιρροή του Σίλλερ, είναι ξεκάθαρα ρομαντικά και καταπιάνονται με τα συνήθη θέματα των εκπροσώπων του Ρομαντισμού των τελών του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου, λατρεία για τη φύση, την ελευθερία, ύμνοι για τη Γαλλική Επανάσταση, αποθέωση του καλλιτέχνη, αναζήτηση ενός απροσδιόριστου ιδανικού κλπ.

Βέβαια απ’ την ποίηση ο άνθρωπος δε ζει. Ο καλλιτέχνης έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο, να εξασφαλίζει τον επιούσιο. Από το 1795 ξεκινά να εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος, εργασία που θα αποτελέσει το μέσο του βιοπορισμού του για πολλά χρόνια. Και πάλι ο ποιητής βρέθηκε σε μπελάδες. Ενώ εργαζόταν για τον J F Gontard, πλούσιο τραπεζίτη της Φρανκφούρτης, σύναψε δεσμό με τη γυναίκα του, τη Susette, την περίφημη Διοτίμα στον Υπερίωνα. Η σχέση αποκαλύφθηκε και ο Hölderlin διώχτηκε κακήν κακώς.

Από εκεί και πέρα αρχίζει να παίρνει αργά-αργά τον κατήφορο. Παρά ταύτα μέχρι και το 1801 εργάζεται πυρετωδώς και πέραν των ωδών, συγγράφει και αρκετές ελεγείες, όπως η περίφημη ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙΝΟΣ.

Όμως το μυαλό του, όσο λαμπρό κι αν ήταν κατά καιρούς, είχε μέσα του φωλιασμένη μια θολούρα και μια συννεφιά, που δεν έφευγε, όσο κι αν προσπαθούσε. Το 1802 κι ενώ εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος στο Μπορντώ της Γαλλίας, εγκατέλειψε χωρίς λόγο τη θέση του κι επέστρεψε πεζός στην πατρίδα. Τα επόμενα χρόνια το πνεύμα του καρκινοβατούσε, για να φτάσουμε στο 1807,οπότε και ο ποιητής έκοψε τις γέφυρες με την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την καταλαβαίνουν οι περισσότεροι και απομονώθηκε στον εαυτό του για τα υπόλοιπα 36 χρόνια που ήταν να ζήσει. Διέμενε στο σπίτι ενός μαραγκού και ουσιαστικά δεν έγραψε κάτι επιπλέον. Σε μια δεκαετία, από 1795 έως και το 1805, συνέθεσε ουσιαστικά το έργο για το οποίο σήμερα είναι γνωστός.

Ο Hölderlin, όπως προαναφέρθηκε, είναι ρομαντικός, λυρικός ποιητής. Μπορεί να γίνεται συχνά λόγος για την ενασχόλησή του με την αρχαία Ελλάδα και την αγάπη του για τους θεούς και τους μυθικούς ήρωες, πλην όμως η ματιά του και η προσέγγισή του είναι ξεκάθαρα ρομαντικές. Στα αρχέτυπα της κλασσικής Ελλάδας ο ποιητής βλέπει το ιδανικό των Μεγάλων Προσωπικοτήτων, που τόσο υμνήθηκαν από τους εκπροσώπους του Ρομαντισμού. Η σκέψη του είναι ηρωική, αριστοκρατική και βαθύτατα θρησκευτική. Για τον Hölderlin, ο Μεγάλος Άντρας, είτε είναι Ποιητής, είτε Στρατηλάτης, είτε Ήρωας, οφείλει να συγκρούεται με όλο τον υπόλοιπο κόσμο, για να πλησιάσει τον Πολικό Αστέρα που τον καθοδηγεί. Κατά πάσα πιθανότητα θα αποτύχει και το πλήθος θα τον καταστρέψει, όμως Εκείνος οφείλει να αγωνίζεται, όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του. Επί της ουσίας ο ποιητής θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε πρώτης τάξεως ιερέα, αν μπορούσε να συμμορφωθεί με τις τελετουργίες και τα διαδικαστικά της Προτεσταντικής Εκκλησίας που σε τελική ανάλυση δεν είναι τόσο αυστηρές, όσο οι αντίστοιχες των Καθολικών. Ο Υπερίων δεν θυμίζει σε τίποτα ήρωα της Κλασσικής Ελλάδας, γενναίο και λιτό, σκληρό και συμφιλιωμένο με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αντιθέτως είναι γέννημα του καιρού του δημιουργού του, βαθιά θλιμμένος, απογοητευμένος, αναποφάσιστος, σκεπτικιστής και αναλυτικός. Ο ίδιος ο Hölderlin υπήρξε πρακτικά ένα τέκνο της εποχής του, με τα καλά της και τα κακά της. Είναι παρορμητικός, έντιμος, αρχοντικός, με γνήσια συμπάθεια για την ανθρωπότητα, αλλά συνάμα τον ακολουθούν και κάποια από τα γνωστά ελαττώματα των πρώτων ρομαντικών. Πολλές φορές γίνεται ρητορικός, επαναλαμβάνεται, πλατειάζει κατά την προσπάθειά του να αγκαλιάσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα  του κόσμου που τον περιβάλλει. Η ίδια του η ποίηση είναι ομολογουμένως δύσκολή, αφού εκφράζεται πολύ συχνά με ιδιαίτερα επιτηδευμένο τρόπο και κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα καλύτερα έργα του είναι τα ποιήματα μικρής έκτασης. Μερικά από αυτά προσπάθησα να αποδώσω από τα γερμανικά. Ελπίζω να σας αρέσουν και αυτό το κείμενο να σας φανεί χρήσιμο.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ “ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ” (18-1-2023 ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ).

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΣΥΝΔΙΟΡΓΑΝΩΣΑΝ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 18-1-2023 ΚΑΙ ΩΡΑ 18.30 ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΦΕΤΩΝ κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ “ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ”.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΗΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ κ. ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΑΠΗΥΘΥΝΑΝ: Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ κ. ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΑΓΟΥΤΕΛΗ, Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ – ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ – ΠΟΙΗΤΡΙΑ κ. ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ,ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, ΙΑΤΡΟΣ ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΔΑΒΑΝΗΣ.

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΙΛΗΣΑΝ: 1. Η ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ κ. ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΙΜΑΤΗ ΚΑΙ 2. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΑΓΓΕΛΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΘΟΠΟΙΟ κ. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ.

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Η κ. ΝΑΝΤΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΑ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ Ο κ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΟΥΤΣΙΚΑΚΗΣ.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 17/2/2023)

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 17/2/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την πέμπτη διάλεξή του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη μετά την ολοκλήρωση του κύκλου των διαλέξεων του υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ”. Ο ειδικότερος τίτλος της παραπάνω διάλεξης ήταν: “Ποιος είναι ο Καβάφης της Ρωσίας”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ: “ΔΙΑΛΟΓΟΣ” (Με εισαγωγικό σημείωμα από τον Σταμάτη Γιακουμή, Εφέτη Δ.Δ.)

Διάλογος

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ, ΕΦΕΤΗ Δ.Δ.

Προσωπικά, αισθάνομαι ότι όσα θέλω να πω και να εκφράσω έχουν συγκεντρωθεί με τρόπο αποπνικτικό και ψάχνουν αποσυμπιεστική διέξοδο για να αναδυθούν! Με αφορμή το κείμενο του Τζιόλα , που ενώ αναφέρει πεντακόσια ονόματα παραλείπει την πιο ευαίσθητη ψυχή της Ελλάδος, τον Διονύσιο Σολωμό, σκέφτηκα πόσο επίκαιρος είναι ο τελευταίος λόγω του σεισμού και του αφανισμού απ’ τη μια στιγμή στην άλλη χιλιάδων ανθρώπων που σκέφτονταν τι δουλειές έχουν την άλλη μέρα, ο καθένας με τα δικά του όνειρα και προσδοκίες και ξαφνικά μια νύχτα χάθηκαν!  Ο Σολωμός μπορούσε να εκφράζει βιβλιοθήκες ολόκληρες αισθημάτων μ’ έναν στίχο! Κατά τη γνώμη μου τον αιφνιδιασμό, που φέρνει ο όλεθρος, τον περιγράφει τέλεια εκείνος ο στίχος του Κρητικού:                        

“και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη.                        

την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη”. 

Αλλά βέβαια ο ίδιος δίνει την απάντηση: 

“Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός, ευθύς εγέμισ’ άνθη!”

Μιά ιδέα – συγγνώμη για τον ενθουσιασμό μου – θα ήταν να αναδεικνύονται και να δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΚΕΛΔ , εκτός από τις συνεισφορές των συνεργατών, και τρανταχτά κείμενα για τη λογοτεχνία, ξεχασμένα όμως για διάφορους λόγους από το ευρύ κοινό. Ως τέτοιο θα πρότεινα π.χ. το Διάλογο του Διονυσίου Σολωμού για την υπεράσπιση της ελληνικής γλώσσας (1824), το μόνο πεζό που έγραψε κατά τη δεκαετία 1820-1830 μαζί με τη Γυναίκα τση Ζάκυθος, όπως μάς λέγει ο Λίνος Πολίτης. Επισυνάπτω το link. Άλλωστε πιστεύω ο Σολωμός είναι ex officio και εξ ορισμού επίτιμο μέλος του Κύκλου μας.  Μη νομίζετε ότι ο κόσμος τα ξέρει αυτά!

Δεν θυμόμουν ότι ο Σολωμός είχε στο «Διάλογο» τόσα πολλά Ιταλικά και μάλιστα χωρίς παραπομπές. Τα μεταφράζω πάραυτα για να διευκολύνω την ανάγνωση. Με αυτό εξαντλείται η αρμοδιότητα του μεταφραστή και πλέον ο διάλογος περιέρχεται προς επεξεργασία στα χέρια ενός έμπειρου αναλυτή κειμένων.

A voce piu ch’al ver drizzan li volti;

E cosi ferman sua opinione,

Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti


Τα πρόσωπα γυρνάνε προς φήμη όχι αλήθεια

Ξένες απόψεις απηχούν μ’ ευπείθεια,

Αντί τέχνη, λογική να ψάχνουν μ’ εμβρίθεια.  

Δάντης, Καθαρτήριο, Άσμα XXVI

Nel mezzo del cammin di nostra vita.

Πρόκειται για την περίφημη αρχή της Θείας Κωμωδίας, που ξεκινάει «στο μέσο του δρόμου του βίου μας», ασφαλώς «in medias res», όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια!

 Is qui, omnium eruditorum testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate, tum vero eloquentia, varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile princeps.

Αυτός (αναφέρεται στο Σωκράτη) σύμφωνα με τη μαρτυρία των «επαϊόντων» και κατά την κρίση ολόκληρης της Ελλάδας, συνεπεία της σωφροσύνης του, της οξυδέρκειας, της γοητείας του, της επιδεξιότητας, αλλά και της αληθούς ευγλωττίας, της ποικιλίας και της δαψίλειας των επιχειρημάτων του αναδεικνυόταν πάντα κορυφαίος, σε οποιαδήποτε διαλογική συζήτηση και αν συμμετείχε.

Κικέρων, Περί του Ρήτορος

Quand’ io fui desto innanzi la dimane

pianger sentii fra ’l sonno i miei figliuoli

ch’eran con meco, e domandar del pane.

Δάντης, Κόλαση, Άσμα XXXIII

Ξύπνησα πριν έλθει η μέρα  

Κι οι γιοι μου κλαίγαν απ’ την εσπέρα

Ψωμί ζητούσαν απ’ τον πατέρα.  

E questa e l’altre mossero a sua danza

e quasi velocissime faville

mi si velar di subita distanza.

Κι αυτή και άλλοι χόρευαν στ’ αστέρια

σπίθες γλήγορες σε δώματα  αιθέρια,

με μάσκες στροβιλίζονταν τα ταίρια.

Δάντης, Θεία Κωμωδία, Άσμα VII, Παράδεισος

La bocca sollevo dal fiero pasto

quel peccator, forbendola a’ capelli

del capo ch’egli avea di retro guasto.

από δείπνο θυέστειο σήκωσε το στόμα,

φριχτά κι ανόσια με των μαλλιών το στρώμα  

σκούπισε τη βρώση και το πιόμα.

Δάντης, Κόλαση, Άσμα XXXIII  


https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=3522



ΔΙΑΛΟΓΟΣ (ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ)

A voce piu ch’al ver drizzan li volti;
E cosi ferman sua opinione,
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti
Dante Purg. C. XXVI
Έγραψε τον «Διάλογον» ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά το 1824. Σώζεται το αντίγραφον, ατελές, ως κάτω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψε κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το επιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσε τον «Διάλογον» ―τον δημοσιεύομεν κατά το αντίγραφον τούτο. *
ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
ΦΙΛΟΣ Έπειτα από τόσες ομιλίες, εξέχασες κοιτάζοντας κατά το Μοριά.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά πρέπει να εξέχασες κι εσύ, γιατί δε μου ομιλούσες παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώρες αφού ο ήλιος εμεσουράνησε, θέλουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και, αν θέλεις, ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα και να ξαναρχινήσουμε.
ΦΙΛΟΣ Ας καθίσουμε· γλυκιά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Το πέλαγο είναι όλο στρωτό και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να κινήσει για το Μοριά, δεν ημπορούσε να κάμει ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυστα τα κουπιά.
ΦΙΛΟΣ Τί σου αρέσει περσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;
ΠΟΙΗΤΗΣ Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη οπού απλώνεται καθαρότατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου οπού απομακραίνει από τες ανησυχίες του κόσμου και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ’ αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μισολόγγι, μ’ αρέσει περσότερο η ταραχή· εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου.
ΦΙΛΟΣ Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, οπού σε παραμέρισα για ν’ αποφύγουμε το ράντισμα οπού αποπάνου μας σταλοβολούσε η θάλασσα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχονται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από ολίγες σταλαγματιές θαλασσινές.
ΦΙΛΟΣ Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά το Μοριά, και να ξανασωπάσεις… αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλείς όποτε θέλω.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
ΦΙΛΟΣ Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λοκ: Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον έχουν ανταπό κριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι τού βολέσει για να κόψει ή να εμποδίσει τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζονται εχθρόν της αλήθειας και της πολυμάθειας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Τί λες; ώς πότε θα πηγαίνει ομπρός αυτή η υπόθεση; ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλεί σ’ έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλεί μίαν γλώσσαν δικήν τους!
ΦΙΛΟΣ Για κάποιο καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήσει· η αλήθεια είναι καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρή. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ’ επειδή γράφοντας εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι σφαλερός.
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.
ΦΙΛΟΣ Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ’ αυτούς ο Σαίξπηρ εξαίρετα, και θέλω να σου ξαναθυμίσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιότατων. —Εκρέμονταν από το πατερό τού φτωχότατου εργαστηριού μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήτον τριγύρου πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφές, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήτον φούσκες, ήτον βρομόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αριά σπαρμένα εδώ κι εκεί για να προσκαλέσουν τον αγοραστή.
ΠΟΙΗΤΗΣ Βλέπω από μακριά έναν Σοφολογιότατον· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου και για τη δική του να μην έλθει κοντά μας.
ΦΙΛΟΣ Το επιθυμώ κι εγώ· εσύ θυμώνεις πάρα πολύ.
ΠΟΙΗΤΗΣ Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ’ οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.
ΦΙΛΟΣΟ Σοφολογιότατος έρχεται κατά μας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Καλώς τα δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ’ αυτόν. Κοίτα πώς τρέχει! Το πιγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθεί με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, που να μην μπορεί πλέον ν’ ανοίξει το στόμα του για να φωτίσει το γένος!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ’ εύρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθεί ογλήγορα γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για μας τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.
ΦΙΛΟΣ Γιατί σου κακοφαίνεται;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδά ζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ’ εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.
ΦΙΛΟΣ Και ποίος είναι ο συγγραφέας;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Δεν μου είπαν τ’ όνομά του· μου είπαν πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και από τη μάνητα τη μεγάλη ημπορούμε να πούμε πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου μη λάχει και στον θυμό του σκοτώσει πρόβατα και αυτός και εντροπιασθεί.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ας εντροπιασθεί· γι’ αυτόν δεν με μέλει· με μέλει για το κοινόν όφελος.
ΠΟΙΗΤΗΣ Και τί όφελος;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Η γλώσσα σού φαίνεται λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξεις το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξεις πρώτα τες ορθές λέξες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Με μεγάλη φωνή):
Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Με μεγαλύτερη):
Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;
ΦΙΛΟΣ Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με μεγαλοπρέπεια και χωρίς θυμούς.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανεί μεγαλόπρεπος)
Αλήθεια, φίλε· έτσι έκανε και ο Σωκράτης.
ΠΟΙΗΤΗΣ Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθεί. Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τούτο μού φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφότερους του έθνους μας έγραψε ότι για να γράφουμε με τα λόγια του λαού πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζόμασθε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πει πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν εφαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν τες ίδιες λέξες έχουν τους ίδιους στοχασμούς. Τα νομίσματα εις τον τόπον εις τον οποίον ζεις έχουν την ίδια τιμή· μολοντούτο εις τα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου αξίζουν ολίγο περσότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήτον αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν εις τες φυσιογνωμίες· και αν κατά δυστυχίαν του γένους κανένας Σοφολογιότατος ετρελαινότουν, είναι πιθανό να εξεθύμαινε την τρέλα του με τα ίδια λόγια οπού ήτον συνηθισμένος να λαλεί· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να πω ότι συλλογίζεται σαν κι εσένα;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Σ’ τούτο το στερνό φρόνιμα ομίλησες· τες λέξες όμως του λαού να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τί περίστασες βρισκόμασθε, εις τί περίστασες βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ… Σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πώς πρέπει να πορευθούμε;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Πρέπει να τρέξουμε εις τες μορφές των ελληνικών λέξεων και να πάρουμε όσες ημπορούμε, και κάποιες από τες δικές μας, οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να τες σύρουμε στην παλαιά μορφή.
ΠΟΙΗΤΗΣ Γιατί;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί αυτές οι λέξες είναι ευγενικότερες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου ενώ μου λες τέτοια;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Άβλαβη, μά την αγάπη του Ελικώνος!
ΠΟΙΗΤΗΣ Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σού λέγω ωστόσο, πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον οπού έκαμες για να τες μάθεις, και επειδή παρατηρώ πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με τ’ αλφαβητάρι στο χέρι, σ’ ερωτώ, ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικότερο, το δικό μας, ή το ιταλικό;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όσο μεν για τούτο… τα γράμματα κάθε αλφαβηταριού έχουν την ίδιαν ευγένεια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ήγουν δεν έχουν καμίαν αφ’ εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τί δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα βάνει εις τάξη, και το μάτι διαβάζει: Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιότατος. Εις την πρώτη λέξη σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και στην τρίτη γελώ για χρόνους. Το ίδιο πες για τες λέξες· η ευγένειά τους κρέμεται από την τέχνη με την οποίαν τες μεταχειρίζεσαι.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθείς, οι λέξες της τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες… Τί με κοιτάζεις χωρίς να ομιλείς;
ΠΟΙΗΤΗΣ Κοιτάζω τες άσπρες τρίχες της κεφαλής σου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αμή τί έχουν να κάμουν με τες λέξες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνει σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και τες γλώσσες ακόμα, και ησύχασε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξες μας αν είναι διεφθαρμένες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Την ευγένειαν οπού είχαν οι αγγλικές πριν γράψει ο Σαίξπηρ, οπού είχαν οι γαλλικές πριν γράψει ο Ρασίν, οπού είχαν οι ελληνικές πριν γράψει ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν τες λέξες του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχει λέξες από άλλες γλώσσες· και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εγώ δεν κάνω καμία, για να μην χάνω καιρό· και τη ζωή του Μαθουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για τέτοιες ευχές, οι οποίες φέρνουν το ίδιο όφελος οπού φέρνουν τα κλάηματα στα σώματα των νεκρών. Οι ευχές οπού κάνω είναι για να ξαναζήσει η σοφία, και η σοφία δεν θέλει να ξαναζήσει ποτέ όσο γράφετε με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα πάντα τη δυστυχία να στοχάζομαι με τον Σωκράτη τες λέξες ωσάν τες σφυριές· το αφτί σου πυθαγορίζει στες παλαιές, το δικό μου και του γένους στες τωρινές.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίσει να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, τες λέξες μας με τα σχήματα της παλαιάς;
ΠΟΙΗΤΗΣ Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμεις τέτοια διόρθωση;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνει με την οδηγία της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε και να πούμε ομμάτιον· λέγει κρεβάτι, πρέπει να πούμε  κραββάτιον.
ΠΟΙΗΤΗΣ Η πρόταση αύτη ομοιάζει την τρέλα κάποιων ανθρώπων οπού έχουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί εννοείς να πεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εννοώ να πω ότι μόλον που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την ξετάξεις καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΤούτο επιθυμώ να μου αποδείξεις.
ΠΟΙΗΤΗΣ Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, εις το οποίο υψώνεται το μεγάλο χτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημα σου, είναι βαρβαρότατη, όπως θέλει σου το αποδείξω εις το εξής. Η διαφθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών λογιών· ή αλλάχνουν τα φωνήεντα, ή αλλάχνουν τα σύμφωνα, ή αλλάχνουν τοποθεσία τα ψηφία οπού συνθέτουν μίαν λέξη. Τούτο γίνεται εις κάθε γλώσσα οπού γεννιέται από άλλην. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ τες με τη γλώσσα που τες εγέννησε, και θέλει ιδείς φανερότατην την αλήθειαν οπού σου λέγω. Τώ ρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο οπού σεις αποφασίστε να μεταχειρισθείτε:
Nel mezzo del cammin di nostra vita.
Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάμουμε τη διόρθωση με την ίδιαν επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς εις τη γλώσσα σας. Nel, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε  in — mezzo, κείνα τα δύο zz είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε  medio — del, τίποτες — cammin, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται! αλλά θέλει μεγαλοψυχία· ας το λατινίσουμε: cammini — nostra, πρέπει να πούμε  nostrae — vita, πρέπει να πούμε vitae. Νά διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος!
In medio cammini nostrae vitae.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τούτο είναι γελοίον.
ΠΟΙΗΤΗΣ Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλλαχτα τα ίδια. Και τόσον ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ηξεύρη και αυτός κατ’ ανα λογία να κάμει στη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι στίχοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια εύμορφοι, όμως με τον Βιργίλιο, οπού όλον τον είχε στο νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιες διόρθωσες να τες κάμει. Γιατί δεν τες έκαμε; Γιατί δεν τες έκαμαν οι Γάλλοι; Γιατί δεν τες έκαμαν οι Λατίνοι; Και πώς ημπορούσαν να τες κάμουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη και ας ιδούμε αν ημπορεί ποτέ να ξεβαρβαρωθεί. Είπαμε vitae αντί για vita· αλλά εξεβαρβαρώθηκε εις τέτοιον τρόπο; Όχι, Σοφολογιότατε· η μορφή της λέξης έπεσε από μίαν βαρβαρότητα εις άλλην· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή και η αληθινά ευγενική; Ποίος το είπε; Ποίος ξεύρει να σου το πει; Το ὄφις, το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικότερο από το φίδι, το ὄφις λέγω, με τόσες άλλες λέξες, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξή του είναι ελληνική· και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιότατε, αγάλια αγάλια εγώ σε στενεύω να ομιλήσεις του Αδάμ τη γλώσσα, και ημπορείς να μου ψάλεις με τον Δάντη: La lingua ch’ei parlo fu tutta spenta· γιατί εγώ σού αποκραίνομαι: Ομίλειε με τα νοήματα για να μη βαρβαρίζεις!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Λοιπόν;
ΠΟΙΗΤΗΣ Λοιπόν του λαού της Ελλάδας όλες τες λέξες…
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Κοκκινίζοντας)
Πάντα τον λαό μού βγάνεις έξω για διδάσκαλο! ποίος το είπε ποτέ!
ΠΟΙΗΤΗΣ Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμούμαι εις τί μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα πράγμα τα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε τίποτε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Σε παρακαλώ να μου πεις ποίος το είπε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Άκουε, Σοφολογιότατε, και τρόμαξε: Is qui, omnium eruditorum testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate, tum vero eloquentia (ακούς Σοφολογιότατε; eloquentia), varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile princeps.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ποίος; πες μου ποίος, να ησυχάσουμε.
ΠΟΙΗΤΗΣ Θυμήσου το όνομα οπού εμελέτησες πρωτύτερα, γιατί τώρα χρειάζεται.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ποίος; Ο Σωκράτης;
ΠΟΙΗΤΗΣ Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις εις τ’ όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του:
Αλκιβιάδης: Οἶμαι ἔγωγε· ἄλλα γοῦν πολλὰ οἷοί τ’ εἰσὶν (οἱ πολλοί) διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν.
Σωκράτης: Ποῖα ταῦτα;
Αλκιβιάδης: Οἷον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγ’ ἔμαθον, καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι ἐμαυτοῦ εἰπεῖν διδάσκαλον, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀναφέρω οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους.
Σωκράτης: Ἀλλ’, ὦ γενναῖε, τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί, καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ’ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν.
Αλκιβιάδης: Τί δή;
Σωκράτης: Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτὰ ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Μη λάχει και εννοεί τίποτε άλλο;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εσύ, οπού είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμέ τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά δική σου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΔεν σου λέγω το εναντίο… Ευμορφότατα λόγια!
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευμορφότατο νόημα! Ναι, ευμορφότατο νόημα! Αμή τί ήθελες; να γράφει τες λέξες της κεφαλής του καθένας; με ποίο δικαίωμα; με το δικαίωμα που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν· ένας οπού έχει πνεύμα και μάθηση φτιάνει μορφές λέξεων καθώς θελήσει, ένας άλλος κάνει το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και εις ολίγον καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα· και η φιλοσοφία αγρίκησε αυτήν την θέλησή της και την εκήρυξε στους ανθρώπους. Όσο μεν γι’ αυτό που υποπτεύεσαι, πως να είναι άλλο τι απ’ αυτό που σημαίνουν τα λόγια, για ν’ αφήσεις κάθε αμφιβολία, να σου πω πόσοι κλασικοί εξαναείπαν το ίδιο πράγμα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όχι, όχι, μη μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους και για όσους θα γεννηθούν.
ΠΟΙΗΤΗΣ Δικαία κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περσότερο από όσα δικαιώματα ημπορεί κανείς να προβάλει· παρά να αμφιβάλλω στα λόγια του, κάλλιο να τρελαθώ, και ήθελε τωόντι τρελαθώ αν αμφίβαλλα. Αγκαλά… τέτοιο πράγμα μού κάνει μεγάλην αγανάχτηση στην ψυχή μου… Είσαι γενναίος;
ΠΟΙΗΤΗΣ Και αν δεν είμαι, ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνομαι τέτοιος.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Ω! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά οπού με βλέπεις.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Ομιλώντας αγαλινά)
Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσε με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος οπού το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν το πιστεύω· και ποίος το πιστεύει;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαϊκής φατρίας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Στρεβλό πράγμα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τί έλεγες έως τώρα εσύ ο ίδιος;
ΠΟΙΗΤΗΣ Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμεν ακόμη πώς πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα είπα και σου απόδειξα, πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζονται από κανέναν με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤΗΣ Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
ΠΟΙΗΤΗΣ Νά πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα που θέλει σου αναφέρω θέλει φανερωθεί πως ο συγγραφέας πότε στες φράσες του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων οπού μεταχειρίζεται ο λαός δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πως κάθε λέξη για να λάβει ευγένεια δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγμα τα από τους ξένους, μη με ελέγχεις· γιατί το φταίξιμο δεν είναι δικό μου.
Quand’ io fui desto innanzi la dimane
pianger sentii fra ’l sonno i miei figliuoli
ch’eran con meco, e domandar del pane.

Παρατήρησε, σε παρακαλώ— το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της τέχνης, τον Ουγολίνο; τούτα τα λόγια σού εγγίζουν την ψυχή;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣΜάλιστα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Εδώ δεν είναι μεταφορά καμία, εδώ δεν είναι καμία φράση δεινή, και εις τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθησε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το con meco, οπού οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν ημπορεί να προέρχεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ’ εαυτού του δεν τολμάει να το κάμει· και ως προς τούτο θυμήσου το δῶ του Ομήρου, το ca’ του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και, για να πληροφορηθείς πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος οπού τα πλάττει, βάλε και εσύ κατά μίμησιν αντί για ψωμίψω, να ιδούμε τί απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εις ποίες περίστασες ο ποιητής δεν ακολουθάει στες φράσες του τον λαό;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εις πολλές· όμως και εις αυτές πρέπει οι φράσες του να έχουν κάποιαν αναλογία με τες άλλες οπού υπάρχουν:
E questa e l’altre mossero a sua danza
e quasi velocissime faville
mi si velar di subita distanza.

Στους πρώτους δύο στίχους οι φράσες του ποιητή είναι φράσες του λαού, στον τρίτον όχι, και έχει τέχνη καλή η μορφή των λέξεων, μολοντούτο είναι πάντοτε η ίδια.
I’ venni in loco d’ogni luce muto
αυτή η φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει γιατί είναι δικά του.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Δώσ’ μου κανένα παράδειγμα για να καταλάβω εις τί τρόπον οι λέξες οπού φαίνονται χυδαϊκές ημπορούν να ευγενισθούν.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ευθύς· όχι ποτέ αλλάζοντας μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα:
sollevopeccatorcapopastoforbendocapelli, αυτά τα λόγια σού φαίνονται ευγενικά;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τα τρία τα στερνά μού φαίνονται πολύ χυδαία.
ΠΟΙΗΤΗΣ
La bocca sollevo dal fiero pasto
quel peccator, forbendola a’ capelli
del capo ch’egli avea diretro guasto.


Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σού φέρνουν φρίκη ή όχι;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ—
ΠΟΙΗΤΗΣ Νά λοιπόν, αν έχεις ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχεις, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη που έχεις, τα λόγια σού φαίνονται χυδαϊκά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Η βάση λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;
ΠΟΙΗΤΗΣ Εξ αποφάσεως.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και πώς ημπορεί να γίνει αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.
ΠΟΙΗΤΗΣ Πόσες διάλεκτοι; πόσες; Κοίτα καλά μη σε απατήσει η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τες διαλέκτους της Ελλάδας· δέκα λόγια οπού εμείς έχουμε αλλιώτικα από κείνα πὄχουν εις το Μοριά, τί πειράζουν; Έπειτα ποίες είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και άλλοι λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε  αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς ημπορούνε, και άλλου λένε ημπορούν· τί διαφορές είναι τούτες; Δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αληθινά δεν ακούονται. — Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Τους δούλους μού βγάνεις έξω;
ΠΟΙΗΤΗΣ Αποκρίσου, γιατί δεν ηξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Έλαβα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όταν ομιλούσαν τους εκαταλάβαινες;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ—
ΠΟΙΗΤΗΣ Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα· έναν από το Γαστούνι, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χιο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το Μισολόγγι, από την Κωνσταντινούπολη, και τα λοιπά, και τους εκαταλάβαινα τόσο, οπού σχεδόν έλεγα πως είναι από τον τόπο μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ Ήταν· και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο παρά αμαθέστατος, γράφει με τες λέξες αυτών.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και αυτές οι λέξες…
ΠΟΙΗΤΗΣ Και αυτές οι λέξες είναι οι ίδιες, με τες οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα οπού δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζει, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα κλέφτικα τυπωμένα και γνωρίζουμε και άλλα απ’ αυτά και ελυπηθήκαμε πώς θα πάνε στα χέρια των νέων τόσες τρέλες ποιητικές και αηδέστατες, * και επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμία;
ΠΟΙΗΤΗΣ Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποίος αποφάσισε πως είναι φτωχή;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Όλοι οι σοφοί του έθνους.
ΠΟΙΗΤΗΣ Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως ημπορούν να πάρουν λάθος;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Είναι ευκολότερο να λανθάνεσθε εσείς.
ΠΟΙΗΤΗΣ Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι παρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράφει άνθρωπος οπού έχει σοφία; Δεν αυθαδιάσαν να τον φωνάξουν πως ήπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματα του το πιπέρι; Τί λοιπόν μου φέρνεις έξω τους σοφούς για να με τρομάξεις; Δεν είχαν εις τούτο περσότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ιταλία που να μη σπουδάζει, για να μάθει τη γλώσσα, τον Δάντη;* * *
Έως εδώ τελειώνουν το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτον, ίσως λείπει και πέμπτο· το ακόλουθο είναι το υστερινό). *
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια και όχι για τίποτε άλλο.
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφολογιότατου):
Τίμια λόγια σού εβγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια, αλλά συλλογίσου καλά, μήπως, κυνηγώντας την αλήθειαν εις εκείνον τον τρόπο, απατηθείς σφίγγοντας εις τον κόρφο σου το φάντασμά της. Έλα στο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα που γράφετε· ώς πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι και να μας ξαναθυμούν τες δόξες των παλαιών μας για να μας αυξήσουν την εντροπή; Η δάφνη κατεμαράνθη, εφώναξε ο γενναίος· πικρότατα και αληθινά λόγια! Ναι! Αλίμονον! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωντανά πολλά συνήθεια της Ιλιάδος· ακόμη οι γυναίκες λέγουν τα μοιρολόγια εις τα λείψανα και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος στη δυστυχιά του χτυπάει το μέτωπό του με τα δύο του χέρια και τα σηκώνει στον ουρανό σαν να ήθελε να τον ερωτήσει γιατί έπεσε τέτοια συμφορά στο κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μάνα και ξαναθυμάει του παιδιού της το γάλα που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκον εις το ψωμί που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να μουρμουρίσει στα χείλα του παρά Μῆνιν ἄοιδε Θεά, γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. Και τώρα που ξαναγίνεται νίκη στο Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμει στη γλώσσα μας όρκον: Μά τες ψυχές που εχάθηκαν πολεμώντας! γιατί η δάφνη κατεμαράνθη.
(Ο ποιητής κλαίει)
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Γελάει)
Σε παρακαλώ να θυμηθείς τα λόγια τα πικρά που μου είπες.
ΠΟΙΗΤΗΣ Συγχώρεσέ με· έχω εύκολο το χείλο και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσε με, σου λέγω.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Πες πως τα ξαστόχησα όλα.
ΠΟΙΗΤΗΣ Όχι όλα, αδελφέ αγαπημένε, μά τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα ξαστοχήσεις όλα! Τόσοι πατέρες έχουν εις τη διδασκαλία σου τα παιδιά τους και ελπίζουν να τα κάμεις ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλεις να πάρεις το κρίμα στο λαιμό σου. Δεν είναι εντροπή να φανερώσει άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θέλει σ’ επαινέσει κάθε γενναίος, και εγώ σού δίνω στο μέτωπο το φιλί της ειρήνης.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Εμείς, εμείς, θέλει σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας, τώρα που η ελευθερία…
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς, εσείς θέλει σηκώσετε τους ίδιους στύλους οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνην ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ ομιλείς για ελευθερία; εσύ, οπού έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθερία; Είδαμε το όφελος οπού εκάματε με τα φώτα σας εις την επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους που ήθελαν να αθανατίσουν τους ήρωες και οι παινεμένοι ήρωες δεν εκαταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι επροσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου εις τον λαό, και αρχινούσαν από τη λέξη Προτροπή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν’ ακούσει τον Κικέρωνα γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εδιόρθωσε ο λαός τον Δημοσθένη, ο όποιος έπαιξε επιταυτού με τη λέξη σφαλμένη; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εθαύμασε, όταν εδιάβασε την ιστορία του ο Ηρόδοτος, κι έκλαιγε ωστόσο ακούοντάς την ο Θουκυδίδης, οπού ήτον δεκατρίων χρονών; και γιατί δεν εκαταλάβαιναν τίποτε εκφωνούσαν οι Σπαρτιάτες τρέχοντας εις την μάχη τα πολεμικά τραγούδια του Τυρταίου και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μες στα στήθια τους; Ω νέοι συμμαθητάδες μου, πώς ημπορείτε να λάβετε ποτέ ελπίδα να τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σας τρυπούν τ’ αφτιά οι διδάσκαλοι σας με βρώματα, με θούριον και με παρόμοια; Ω Σοφολογιότατοι! αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε; τόσο κάνει να τους φωτίσετε και με μια φουχτιά στάχτη στα μάτια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι ετέλειωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τουρκών το βασίλειο. Ετέλειωσε, και ίσως αναθεματίστε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη οπού έχει προσηλωμένα εις εμάς τα μάτια της για να ιδεί τί κάνουμε τώρα οπού συντρίβουμε τες άλυσες της σκλαβιάς, δεν θέλει μας ιδεί ποτέ να υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους!
ΦΙΛΟΣ Σώπα γιατί μαζώνεται ο λαός.
ΠΟΙΗΤΗΣ Δεν με μέλει, ας μαζωχθεί· μάλιστα ας μαζωχθεί ο λαός της Ελλάδας όλης για να τον ακούσει ο Σοφολογιότατος πώς ομιλεί· ας μαζωχθεί για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατότερα πόσο είναι αδικημένος εις το σκήπτρο της γλώσσας, το οποίον τού έδωκε η φύση. Εγνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την εγνώρισε ο Κικέρων, την εγνώρισε ο Σπερόνης, την εγνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να το αδράξει από τα χέρια του, να το τσακίσει και να του δώσει άλλο βρικολακίστικο!
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν θέλει το τσακίστε ποτέ· οι ανδρείοι θέλει το μεταχειρισθούν εις την πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας εμεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τί συλλογίζεσαι. Να αλλάξεις τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε νά βρεις την κόρη και πες της με τί λόγια πρέπει να λέγει ότι η ευμορφύτερη ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε νά βρεις τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε νά βρεις τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μάς ερούφηξεν ο  Αλής, και πες του με τί λόγια πρέπει να παρασταίνει βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε νά βρεις τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κι εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια δικά τους ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ Αλλά, Κύριε…
ΠΟΙΗΤΗΣ Αλλά, Κύριε, δεν σ’ αφήνω να ομιλείς πλέον. Άλλην έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα. Θέλει άλλο παρά λέξες διακονεμένες για να ωφελήσεις έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία οπού έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, διδάσκαλε, μία στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύση εις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι εις διάφορες εποχές διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν’ απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετιούνται στον ουρανό, και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ’ εκείνα οπού είναι σπαρμένα από τη φύση στον κόσμο· και αγαπούν και σέβονται και λατρεύουν την τέχνη τους ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβεβηκότα που περιγράφουν, και κάνουν τους άλλους να γελούν, και κλαίουν και ελπίζουν και φοβούνται και δειλιάζουν και ανατριχιάζουν, και δεν αφήνουν αναίσθητες παρά τες πέτρες και σε.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
(Ομιλώντας γλήγορα)
Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλαιήν ορθογραφία.
ΠΟΙΗΤΗΣ Χαίρετε, λοιπόν, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, υποστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας και ουδέ ποιητής ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψει λέξη χωρίς πρώτα να σας υποταχθεί. Εσείς εμπνεύσατε, πριν γεννηθείτε, τον Όμηρο, όταν ετραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον επερικύκλωνε και τον εκαταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσετε όταν περιγράφει τον αποχαιρετισμό του Έκτορος εις την Ανδρομάχη και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσετε όταν περιγράφει τον δυστυχισμένον βασιλέα της Τρωάδας, που παγαίνει στον Αχιλλέα και πέφτει στα πόδια του και του φιλεί τα χέρια, οπού του είχαν ολίγο πρωτύτερα σκοτώσει το ακριβότερό του παιδί· εσείς εμπνεύσατε τον Δάντη όταν ετραγουδούσε τον Ουγολίνο με μίαν δύναμη που δεν βρίσκω παρόμοιαν εις όλη την ποίηση των παλαιών· εσείς τον Σαίξπηρ όταν επαράσταινε τον Λέαρ, τον Άμλετ, τον Οτέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζεν όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Ρασίν, εσείς τον Γόεθ εσείς τον Πίνδαρο, οπού ήτον στενοχωρεμένος από τους σοφολογιότατους του καιρού του να τους κράζει κοράκους. Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα οπού εβγήκε από την Κιβωτό και εθρεφότουν από τα λείψανα οπού είχε αφήσει ο κατακλυσμός του Κόσμου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ…
(Κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή και φεύγει).
ΦΙΛΟΣ Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σ’ εχαιρέτησε, τόσο είναι καταζαλισμένος! Δεν ηξέρει τί ν’ αποκριθεί, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπεί αλλού ότι είναι γλώσσα διεφθαρμένη.
ΠΟΙΗΤΗΣ
(Κοιτάζοντας κατά το Μοριά).
Ο ήλιος έχει συναγμένες τες υστερινές του αχτίνες εκεί.
ΦΙΛΟΣ Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ’ εύρει θυμωμένον ο ήλιος οπού πέφτει.
ΠΟΙΗΤΗΣ Αγιότατα λόγια! και προσπαθώ στη ζωή μου να τα θυμούμαι όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά που φιλονικήσω με αυτούς τους Σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μού βγαίνουν ολότελα από το νου.
ΦΙΛΟΣ Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι στο πρόσωπο, και τόσο σού τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσεις.
ΠΟΙΗΤΗΣ Μου πονεί η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος και όσοι τού ομοιάζουν πολεμούν γι’ ανταμοιβή να τους σηκώσουν τη γλώσσα.[1823‒1824]

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος. Επιστροφή στην αρχή ↑

Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ: “ΕΝΑ ΜΥΘΟ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ”. (ΜΙΚΡΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 938 ΚΠολΔ).

“ΕΝΑ ΜΥΘΟ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ”

Ένα μύθο θα σάς πω που (δεν) τον μάθαμε, παιδιά. Τιτλοφορώ έτσι την ιστορία που θέλω να μοιραστώ μαζί σας για αισθητικούς λόγους.  Αρχικά, είχα μπει στον πειρασμό να την ονομάσω με τους γλαφυρούς νέο- ελληνικούς όρους «αβαβά» και «κοκοκό» (λέμε π.χ. το πεναλτάκι έγινε αβαβά, ενώ ήταν καθαρό το θάψανε, ή ο εκπρόσωπος τύπου για το συγκεκριμένο ζήτημα έκανε «κοκοκό», δηλαδή έκανε ότι δεν καταλαβαίνει), τελικά όμως επέλεξα μία πιο κόσμια ονομασία.

Ήταν λοιπόν κάποτε ένας καθηγητής, που ερχόταν στα συνέδρια και έλεγε ότι από όλο το δίκαιο είχε στηρίξει όλη του την δικηγορική του καριέρα μόνο σε δύο άρθρα το 933 και το 938 του σχετικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τον οποίο μάλιστα δίδασκε. Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, που είχε μεγάλο σεβασμό για τους πανεπιστημιακούς, τού εφιστούσε διαρκώς την προσοχή: «Μη τα λες αυτά, αδικείς τον εαυτό σου, ντροπιάζεις την επιστήμη σου.» «Κι όμως, αγαπητέ μου, έτσι είναι», απαντούσε. «Αυτά τα δύο άρθρα εφαρμόζω όλη μου τη ζωή. Προσβάλλω κατασχέσεις με το 933 και παίρνω αναστολή πλειστηριασμού με το 938». Κι ύστερα καβαλούσε το μηχανάκι και έφευγε.

Τα χρόνια πέρασαν, ασχολήθηκα με άλλους κλάδους του δικαίου, αλλά κρατούσα πάντα ζωηρή τη μνήμη αυτών των δύο διατάξεων, μαζί με την άλλη γραφική διάταξη του Αστικού Κώδικα περί εκμετάλλευσης της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του άλλου (179 Α.Κ.), ώστε να βαυκαλίζω τον εαυτό μου ότι δεν έχω ξεχάσει και τους άλλους κλάδους του δικαίου. Μια μέρα είδα στο φέισμπουκ της συζύγου ότι είχε σηκωθεί σούσουρο και κουρνιαχτός σε κάποια δικηγορική ομάδα για το αγαπημένο μου, τόσο βασικό και απαραίτητο άρθρο 938. Τι έγινε ρε παιδιά, έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος, που λέει κι ο Σαββόπουλος; Μαθαίνω λοιπόν ότι τώρα πια επιτρέπεται να πάρεις αναστολή του πλειστηριασμού μόνο αν έχεις ασκήσει ένδικο μέσο, που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση από ελληνικά σε ελληνικά ότι σε όλη τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, ενώ έχεις προσβάλει την κατάσχεση και πριν φτάσεις στην έφεση, πολύ απλά δεν παίρνεις αναστολή. Κι αν εν τω μεταξύ γίνει ο πλειστηριασμός; Εκεί τα στόματα παραμένουν κλειστά.   Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, η κοροϊδία πολύ εμφανής, η αγανάκτηση αυθόρμητη, το σιχτίρισμα πηγαίο, παρ’ όλα αυτά όμως διέγνωσα και μία περίεργη «ομερτά» συναφώς, αφού η αδικία, που προκαλεί το άρθρο, είναι τόσο ακραία και κραυγαλέα, ώστε θα έπρεπε να είχε γίνει τουλάχιστον επανάσταση. Πώς ακρωτηριάστηκε έτσι το 938 και γιατί αυτό περνάει σχεδόν στο «ντούκου»;

Είπα να ερευνήσω το θέμα και τι βλέπω; Το άρθρο αυτό είχε ΕΝΤΕΛΩΣ καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια (με ένα νόμο και ένα άρθρο). Τόσα χρόνια ακούγαμε για τα Funds, για ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, κάποιοι διαμαρτύρονταν, έσπαγαν γραφεία συμβολαιογράφων κ.λπ., κανείς όμως δεν ανασήκωσε το χαλί για να αναδείξει τον ελέφαντα. Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε εκείνη η κατακαημένη διάταξη. Μα κανείς να μη την έχει δει, κανείς να μη την έχει ακούσει, όπως έλεγε ο Σολωμός για την Αγνώριστη!

Για να το πούμε πιο λαϊκά, σκύλος είναι, γάτα είναι, και πόσα συνέδρια θα έπρεπε άραγε να είχαν οργανωθεί (όχι μόνο συνταγματολόγων, αλλά και δικονομολόγων) για την κατάργηση μίας τόσο θεμελιώδους διατάξεως; Και φτάσαμε στους σημερινούς πλειστηριασμούς, όπου ο καταργήσας κατηγορεί τον μισο – επαναφέροντα τη διάταξη (το σωστό είναι επανενεγκόντα, αλλά άστο καλύτερα) για κοινωνική αναλγησία. Βέβαια ο μισο – επαναφέρων έχει το πλεονέκτημα ότι κανείς δεν περίμενε κάτι περισσότερο από αυτόν, ενώ ο καταργήσας έχει τη «δικαιολογία» ότι τον ανάγκασαν άλλοι. Όμως ο μεν μισο – επαναφέρων δεν μπορεί εν προκειμένω να επικαλείται ως άλλοθι ότι το μεταγενέστερο ήμισυ είναι καλύτερο από το προηγούμενο τίποτα, ο δε καταργήσας δεν μάς λέγει τι θα γίνει αν και πάλι οι ξένοι τον εξαναγκάσουν (σε τι και μέχρι πού;)

Και το δίδαγμα της ιστορίας; Επαληθεύεται η άποψη ότι στην Ελλάδα, οποιοδήποτε θέμα λίγο το ξύσεις τρυπώντας τα φεουδαρχικά στεγανά, βγαίνουν πράγματα πίσω από τους τοίχους που κανείς δεν είχε φανταστεί.  Η ομερτά έχει πέσει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας (του Νότου) σαν παχύ χιόνι και αδιαπέραστη πάχνη καλύπτοντας και καθοδηγώντας πολλά ζητήματα, και το μόνο μέσον που έχουμε για να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα και για το τι πρέπει εκάστοτε να γίνει είναι η κοινή λογική.        

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 3/2/2023)


Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 27/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την τέταρτη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ” και με τον ειδικότερο τίτλο: “Η Καβαφική Ειρωνεία”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.

ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ (ΜΙΚΡΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 27/1/2023).

Στο Μικρό Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στις 27/1/2023 ο Πρόεδρος Εφετών και Γενικός Γραμματέας του ΚΥΚΛΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Ορφανίδης έδωσε την τρίτη από τις τέσσερις διαλέξεις του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη υπό τον γενικό τίτλο: “ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΤΗ DISCIPLINE DE VIE TOY K. Π. ΚΑΒΑΦΗ” και με τον ειδικότερο τίτλο: “ΤΟ ΟΜΑΙΜΟΝ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗ”. Μετά την διάλεξη επακολούθησε συζήτηση.