ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ “ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ” ΒΙΒΛΙΑ 1-8 (ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΙΣ 12-11-2019)

ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ «ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ- ΒΙΒΛΙΑ 1-8

Σάς ευχαριστώ για παρουσία σας εδώ. Όλοι εσείς, άνθρωποι διακεκριμένοι ο καθένας στον τομέα του, προσδίδετε στην εκδήλωση αυτή ξεχωριστή αίγλη. Ανταποκρίνομαι στην τιμή, που μού κάνατε, λέγοντας ότι σάς κάλεσα για να σάς προσφέρω κάτι. Και εξηγούμαι.
Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, είχα την τύχη να μεταφράσω σχεδόν το σύνολο των συμπερασμάτων του μεγάλου φιλέλληνα φιλοσόφου Χέγκελ και συγκεκριμένα τα έργα: Επιστήμη της Λογικής, Φιλοσοφία της Φύσης Φιλοσοφία του Δικαίου, Ιστορία της Φιλοσοφίας και Αισθητική, όλα σε εκδόσεις της Νομικής Βιβλιοθήκης, που σήμερα μάς φιλοξενεί. Ξεκάθαρα λέγω ότι η ελληνική αγορά οφείλει χάριτας στην Νομική Βιβλιοθήκη για την έκδοση αυτής της σειράς, διότι κάποιος πρέπει να βρεθεί να εκδώσει και βιβλία δύσχρηστα, μη ελκυστικά και απαιτητικά για τον αναγνώστη, που όμως έχουν μεγάλη αξία (την εποχή που οι κανόνες του ευπώλητου δεν είχαν ακόμη καθιερωθεί, Ο Χέγκελ απορούσε και έλεγε: «Είναι δυνατόν η Λουσίνδη του Σλέγκελ, ένα απλό ρομαντικό μυθιστόρημα να έχει περισσότερες πωλήσεις από τη Φιλοσοφία του Δικαίου μου;). Προκειμένου λοιπόν να εμπεδώσω όσα είχα μελετήσει, αλλά και να καταστήσω την όλη μεταφραστική διαδικασία πιο διασκεδαστική, παράλληλα με κάθε μετάφραση έγραφα και ένα- δύο λογοτεχνήματα από αυτά που θα παρουσιάσω σήμερα. Τα εκδίδω στον εκδοτικό οίκο «Συμπαντικές Διαδρομές», μία ομάδα νέων παιδιών, που γυρίζουν σε Ελλάδα, Γερμανία και Κύπρο μεταφέροντας και διοχετεύοντας πνευματικά ρεύματα και νάματα σε διψασμένους αναγνώστες. Θεωρώ ότι αξίζουν την υποστήριξή μας.
Να σάς εξομολογηθώ καταρχάς πώς ξεκίνησε ο έρωτας με τον Χέγκελ. Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο στα 18 μου, έτυχα να παρευρεθώ σε πολλές ενδιαφέρουσες συζητήσεις, που γίνονταν τότε μεταξύ μεγαλύτερων φοιτητών. Διαπίστωσα λοιπόν ότι τόσο οι «αριστεροί», όσο και οι «δεξιοί» συζητητές, εκ των οποίων οι πρώτοι επιχειρηματολογούσαν κυρίως με βάση τον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ, ενώ οι δεύτεροι με βάση τον Μαρξ και τον Ένγκελς, όταν η συζήτηση σοβάρευε και θεωρητικοποιούνταν, επικαλούνταν αμφότεροι τον Χέγκελ! Υπήρχε μάλιστα και έριδα, αν Χέγκελ είπε αυτό ή εκείνο, εγώ δε εντυπωσιασμένος σκεφτόμουν «ποιος είναι άραγε αυτός ο Χέγκελ, στον οποίο καταλήγουν όλες οι συζητήσεις, όταν ανάψουν και κλιμακωθούν; Ο δεύτερος έρωτας εκτυλίχθηκε στην Γερμανία, όπου βρέθηκα να σπουδάζω την δεκαετία του ’80, πραγματοποιώντας ένα όνειρο του πατέρα μου, 45 χρόνια δικηγόρου των Αθηνών, για τον οποίο οι σπουδές στη Γερμανία ήταν το απόλυτο φετίχ. Ήμουν σε μία επαρχιακή πόλη, το Μπίλεφελντ, όπου ο ρυθμός ζωής μου ήταν αντίστροφος από τον ελληνικό. Συγκεκριμένα διασκέδαζα το πρωί, περιδιαβαίνοντας τα πολυκαταστήματα και παρακολουθώντας πρωινές παραστάσεις κινηματογράφου, ενώ το βράδυ μετά τις 6.00 μ.μ. το μόνο κτίριο, που ήταν ανοιχτό και μάλιστα μέχρι τις 1 π.μ. ήταν το τεράστιο πανεπιστήμιο της περιοχής, δημιούργημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Βίλυ Μπραντ, που στέγαζε όλες τις ειδικότητες και κατανάλωνε ρεύμα όσο μία πόλη 50.000 κατοίκων. Εκεί λοιπόν είχα την ευκαιρία να διαβάσω πολλούς τόμους του Χέγκελ και άλλων, ακόμη και όσους ήσαν γραμμένοι με γοτθική γραφή, πράγμα για το οποίο τότε ήμουν ιδιαίτερα υπερήφανος. Άλλωστε μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όλα τα βιβλία στη Γερμανία ήσαν γραμμένα με γοτθικά στοιχεία. Θυμάμαι έντονα βιβλία επαγγελματικών ενώσεων από την εποχή του ναζισμού, που μιλούσαν για την ευθυγράμμιση συνδικάτων και δικαιοσύνης και στην πρώτη σελίδα αποκαλούσαν τους συναδέλφους της εκάστοτε συντεχνίας «συντρόφους» με συνοδεία τριών θαυμαστικών!
Ξέρω ότι όποιος έρχεται σε εκδήλωση για τον Χέγκελ θέλει να ακούσει και ορισμένα περί διαλεκτικής. Δεν θα σάς απογοητεύσω λοιπόν και θα μιλήσω και γι’ αυτό. Η διαλεκτική ξεκινάει από τους αρχαίους Έλληνες, όπου σήμαινε όλο και πιο επαρκείς τρόπους πραγματεύσεως του γνωστικού αντικειμένου, που εφαρμόζονταν διαδοχικά στο εξεταζόμενο πράγμα και οδηγούσαν βαθμιαία από ένα ατελέστερο σε ένα πληρέστερο συμπέρασμα. Για τους αρχαίους η διαλεκτική απαρτιζόταν από βαθμούς πιθανολόγησης, απόδειξης και βεβαιότητας σχετικά με το γνωστικό αντικείμενο. Χαρακτηριστική είναι η διαδοχή εννοιών του Πλάτωνος στην παραβολή του σπηλαίου: εικασία, πίστις, διάνοια, νόησις. Το τι σημαίνουν τα δύο πρώτα το καταλαβαίνουμε, να σημειώσουμε όμως ότι η νόηση δεν ταυτίζεται με τη διάνοια, διότι η μεν τελευταία περιορίζεται στην κατανόηση του αντικειμένου, ενώ η νόηση εναρμονίζει το εκάστοτε μερικό συμπέρασμα με το περιβάλλον. Ας θυμηθούμε επίσης το κλασικό επιστημολογικό έργο του Πλάτωνα «Θεαίτητος». Εκεί υποστηρίζεται ότι, σε πρώτη φάση, γνώση είναι η αίσθηση. Ακολούθως, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι σημαντικά όλα τα δεδομένα των αισθήσεων και ότι ορισμένα από αυτά πρέπει να αναδειχθούν και να μη ξεχαστούν, συγκροτώντας έτσι την α-ληθή γνώμη. Ύστερα προστίθεται και η λογική ανάλυση, οπότε ανακύπτει η μετά λόγου αληθής γνώση. Συναφή και τα του Καρνεάδη: «πίστις πιθανή» ως πρώτη προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου, «πίστις πιθανή και απερίσπαστος», η οποία ενέχει την επαλήθευση και την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων, τέλος δε «πίστις πιθανή, απερίσπαστος και περιοδευμένη ή διεξοδευμένη», που προϋποθέτει κοινοποίηση της γνώσης στην επιστημονική κοινότητα. Αυτή είναι η περίφημη διαλεκτική επιστημολογία των αρχαίων Ελλήνων, που στηριζόταν στην αλληλουχία «ποικιλίας, επιλογής και σταθεροποίησης», αποτελεί δε και σήμερα πολύτιμο εργαλείο χειρισμού για τους επιστήμονες. Ο Χέγκελ τη γνώριζε πολύ καλά, ο ίδιος δε υιοθέτησε το μοντέλο του Ζήνωνα του Κιτιέα, που συμβόλιζε τα ανεπεξέργαστα δεδομένα με ανοιχτή παλάμη, τα ουσιώδη στοιχεία με δάκτυλα που προοδευτικά κλείνουν και τις έννοιες με γροθιά. Αντιστοίχως στη δική του Επιστήμη της Λογικής συναντάμε κατά σειρά το Αφηρημένο Είναι, την Ουσία και την Έννοια.
Η καθαυτή διαλεκτική του Χέγκελ συνίσταται στο να τίθενται οι αντιθέσεις της καθημερινής ζωής νοητικά με κατάστρωση συλλογισμού ως αντιφάσεις, κατά τρόπον ώστε να αποκαλύπτεται ότι είναι φαινομενικές και έτσι να επιλύονται. Ειδικότερα, οι αντιφάσεις επιλύονται με καταφυγή σε βαθύτερη πιο βασική έννοια. Ο Χέγκελ την ονομάζει “Grund”, που σημαίνει «αρχή, αιτία, λόγο, βάση». Έτσι η φαινομενική διαφωνία των δύο αντίθετων πόλων διαρθρώνεται σε διαφορετικά επίπεδα. Τούτο είναι ακριβώς η εργασία, που επιτελεί ο νομικός, η οποία ανάγεται σε κατ’ εξοχήν διαλεκτική δραστηριότητα. Από τον Χέγκελ προέρχεται η νομική ορολογία, αν ένας ισχυρισμός είναι βάσιμος ή όχι, διότι κατά το 19ο αιώνα όλοι οι καθηγητές του δικαίου στην Ευρώπη ήσαν Εγελιανοί και θεμελίωσαν θεωρητικά για πρώτη φορά τους όρους αυτούς.
Γνωστή είναι επίσης η διαλεκτική του Μαρξ. Ο Μαρξ δεν ανεχόταν καμία νοητική αφαίρεση, ήθελε να αναλύονται οι καταστάσεις κατά τρόπο απολύτως συγκεκριμένο, πράγμα βέβαια εγγενώς δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς ότι σκέψη σημαίνει γενίκευση. Ειρωνευόταν τους άλλους διανοητές ότι έλεγαν πράγματα αφηρημένα και όχι συγκεκριμένα και χρησιμοποιούσε για να τούς επικρίνει την δηκτική έκφραση “cacatum non est pictum” (αποπατημένο δεν σημαίνει ζωγραφισμένο). Επίσης ο Μαρξ ασχολήθηκε και με αγεφύρωτες αντιθέσεις που δεν συμφιλιώνονται και οδηγούν νομοτελειακά στη σύγκρουση. Στο σημείο αυτό αρκεί να συγκρατήσουμε ότι για τον Χέγκελ η αντίφαση είναι φαινομενική αντίθεση, που επιλύεται νοητικά, ενώ για τον Μαρξ αντίφαση είναι απλά επίταση της αντίθεσης, που οδηγεί σε σύγκρουση.
Άλλα σημαντικά στοιχεία της διαλεκτικής είναι τα εξής: α) οτιδήποτε γίνεται, λέγεται, γράφεται ή υπονοείται είναι αντικείμενο της επιστήμης. Δεν υπάρχει τίποτε εκτός επιστήμης. β) Η διαλεκτική εκτιμά το ελάχιστο και το απείρως μικρό, διότι μόνο με τη συσσώρευση του απειροελάχιστου μπορεί να επιτευχθεί μία ποιοτική αλλαγή.
Περνάμε γρήγορα-γρήγορα στην παρουσίαση των μυθιστορημάτων, αφού διευκρινίσω ότι γνωρίζοντας ως εκ της ζακυνθινής μου καταγωγής τους δύο πυλώνες, στους οποίους στηρίχθηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, δηλαδή την μελέτη του γερμανικού ιδεαλισμού (μάλιστα και του Χέγκελ) και την κρητική σχολή, προσέδωσα και ελληνικό ενδιαφέρον στα εκλαϊκευτικά μυθιστορήματά μου χρίζοντας τον Σολωμό ως πρωταγωνιστή στο 1ο και 8ο βιβλίο της σειράς.
Α) Φαρμακωμένη. Το σενάριο θέλει την μελλοντική Φαρμακωμένη, πριν προβεί στο απονενοημένο διάβημα, να απευθύνεται στον Χέγκελ, προκειμένου να τής εντοπίσει την ψυχή του νεκρού αγαπημένου της. Ο Χέγκελ με τη χαρακτηριστική ευκολία, που τον διακρίνει, μεταφράζει τη μεταφυσική σε διαλεκτική και την «ψυχή» σε γεωγραφικά στίγματα και συντεταγμένες, τις οποίες ερευνά σε διάφορους λογικούς κυρίως κόσμους και διαστάσεις θεμελιωμένες συμπερασματικά. Στο μυθιστόρημα αυτό γίνεται για πρώτη φορά λόγος σχετικά με τους «συνθετιστές» του Χέγκελ ως εργαλεία, που τού προσδίδουν περαιτέρω δυνάμεις συγκριτικά με τους κοινούς θνητούς. Γενικά η Φαρμακωμένη είναι ένα έργο υποδομής, που αν κανείς δεν το διαβάσει, δυσκολεύεται να εννοήσει τα επόμενα.
Β) Εναντίον Σοπενχάουερ. Είναι γνωστή η θανάσιμη κόντρα των δύο ανδρών λόγω του ότι ο Χέγκελ θεωρούσε τον Σοπενχάουερ λαϊκιστή στο χώρο της φιλοσοφίας, ενώ ο Σοπενχάουερ τον ζήλευε για τη μεγάλη επιρροή του. Αυτό που ίσως δεν είναι γνωστό είναι πως η σύγκρουσή τους επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα της πραγματικότητας από το μικρόσκοσμο μέχρι τον μακρόκοσμο αποκτώντας τα χαρακτηριστικά μίας κοσμοϊστορικής και εσχατολογικής μάχης, αυτό που οι Αγγλοσάξονες θα ονόμαζαν “cosmic confrontation”.
Τα βιβλία Α’ και Β’ αντιστοιχούν στην Επιστήμη της Λογικής ρου Χέγκελ.
Γ) Χαμένος Ορίζων. Εδώ λόγω παραβίασης κάποιων φυσικών νόμων ο Χέγκελ αναγκάζεται να πραγματοποιήσει μία κατάβαση στο υποσυνείδητο. Καθώς λέγει, όταν κανείς ασχολείται σοβαρά με κάτι, βρίσκει αναπάντεχους συνοδοιπόρους. Θα δείτε ποιους συνοδοιπόρους βρήκε ο Χέγκελ σ’ αυτό το μνημειώδες ταξίδι και θα κρίνετε αν η πλοκή σάς θυμίζει περισσότερο «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης» του Βερν. «Θεία Κωμωδία του Δάντη» ή Νέκυια του Ομήρου. Το βιβλίο δανείζεται πολλά στοιχεία από τον «Χαμένο Ορίζοντα» του Τζέιμς Χίλτον.
Δ) Ατλαντίς. Η έρημος, η αναζήτηση της μυθικής Ατλαντίδας, αλλά και η αναζήτηση της αιώνιας γυναίκας συνθέτουν την απόλυτη περιπέτεια. Το έργο φιλοδοξεί να είναι η συνέχεια της «Ατλαντίδας» του Πιερ Μπενουά.
Τα βιβλία Γ και Δ αντιστοιχούν στα κεφάλαια της Εγκυκλοπαίδειας του Χέγκελ «Ανθρωπολογία, Φαινομενολογία, Ψυχολογία».
Ε) Πόροι του Χρυσού. Ο Χέγκελ μετέχει σε μία διάσημη εξερευνητική αποστολή και ανακαλύπτει στα δάση της Βραζιλίας το θρυλικό Ελ Ντοράντο. Η αυστριακή αποστολή, που εξερεύνησε τον Αμαζόνιο είναι γνωστή, η συμμετοχή όμως του Χέγκελ σ’ αυτήν είναι μυθοπλασία. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Χέγκελ βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στα παραδείσια πτηνά με το πλουμιστό πτέρωμα και τη στριγκιά φωνή, αντιστρόφως ανάλογα με τα γερμανικά άσχημα αηδόνια, καθώς και στα έντομα που καμουφλάρονται σαν ξύλα για να ξεγελάσουν τους εχθρούς τους, διατυπώνει δε και άλλες φυσιολατρικές παρατηρήσεις, που πολύ τον γοήτευαν.
Στ) Τελευταία Νύχτα. Την τελευταία νύχτα της ζωής του ο Χέγκελ επισκέπτεται διαφόρων ειδών φυσικούς κόσμους, άλλους στηριγμένους πάνω στην αιτιοκρατία και την επιστήμη και άλλους βασισμένους στην βούληση και τη μαγεία. Πρόκειται για τις βουλητικές και τις αιτιοκρατικές συνθέσεις, που συνάγει κάποιος, αν διαβάσει το έργο του Ευάγγελου Μουτσόπουλου «Σχολαστική Διανόησις- Καταβολαί και Διαμόρφωσις».
Τα βιβλία Ε και Στ αντιστοιχούν στη Φιλοσοφία της Φύσης του Χέγκελ.
Ζ) Οι Εργάτες της Μοίρας. Το δικαιϊκό και πολιτικό βιβλίο της σειράς. Σε έναν απροσδιόριστο χώρο και χρόνο λαμβάνει χώρα ένα πείραμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μίας κοινωνίας. Αυτό αποτελεί αφορμή, ώστε να αναδειχθούν όλες οι παιδικές ασθένειες και όλα τα παιδαριώδη λάθη, που συνήθως γίνονται σε τέτοιες περιστάσεις. Βασίζεται σε ιδέες και δομικούς λίθους των αδελφών Στρουγκάτσκι, που είχαν γράψει το αντίστοιχο βιβλίο για τον Στάλκερ του Ταρκόφσκι. Οι αδελφοί Στρουγκάτσκι έχουν ζήσει τα σοσιαλιστικά πειράματα στο πετσί τους και πρέπει επιτέλους να ακούσουμε τι έχουν να πουν οι άνθρωποι αυτοί του πρώην ανατολικού μπλοκ, ώστε τα ίδια λάθη να μην επαναληφθούν.
Η) Διονύσιος Σολωμός. Πρόκειται για βιβλίο αφιερωμένο στην Αισθητική, όπου μαθαίνουμε ενοχλητικές λεπτομέρειες για τη ζωή του Σολωμού, που πάντοτε υποψιαζόμασταν και κανείς δεν τολμούσε να τις θίξει. Αποκαλύπτεται σε παγκόσμια αποκλειστικότητα η αλληλογραφία μεταξύ Σολωμού και Χέγκελ, που όπως λέγει ο φίλος πρόεδρος του ΚΕΛΔ, κάποτε θα βρεθεί σε κάποιο συρτάρι. Γίνεται λόγος και πάλι για τους συνθετιστές του Χέγκελ και οι δύο σοφοί καταλήγουν ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Επίσης, εδώ διενεργώ ένα λογοτεχνικό πείραμα, δηλαδή συμπληρώνω το ποίημα του Σολωμού «ο Λάμπρος» με στίχους δικούς μου και άλλων ποιητών και αγωνιώ για την ετυμηγορία σας.
Δύο είναι οι λογοτεχνικοί μου στόχοι. Α) Προσπαθώ να γράφω επιστημονικά. Αν η επιστήμη είναι η τέχνη του να παρουσιάζεις αυτό που συνέβη, η λογοτεχνία είναι η επιστήμη να παρουσιάζεις τι θα μπορούσε να συμβεί. Καμιά φορά μάλιστα αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, έχει πιο στέρεες προϋποθέσεις από αυτό που τελικά συνέβη, διότι στην τελευταία περίπτωση παίζει ρόλο και η τύχη. Δεδομένου ότι, όπως για τους Καντ, Βιτγκενστάιν η σκέψη δεσμεύεται από την εμπειρία ή τη γλώσσα, έτσι και για τον Χέγκελ οριοθετείται από την παραστατικότητα, η χώρα της φαντασίας δεν είναι απεριόριστη, γι’ αυτό όποιος φθάνει πρώτος σε κάποια γωνιά της πρέπει να τιμάται και να μνημονεύεται. Στο μέλλον και τα έργα τέχνης θα περιέχουν εκτενείς παραπομπές, όπως και τα επιστημονικά πονήματα.
Β) Λένε ότι η διαλεκτική αφηγείται μία αιώνια Ιστορία, την Ιστορία του ανθρωπίνου γένους, που είναι σαν ένας ποταμός. Άλλοι μπαίνουν στα νερά του και παρασύρονται, άλλοι τον απολαμβάνουν κολυμπώντας, παρότι «ουκ εστίν δις εμβήναι εν αυτώ», άλλοι πλατσουρίζουν στα ρηχά και άλλοι τον επισκοπούν από μακριά. Αν κρίνετε ότι μπόρεσα έστω και από μακριά να παρακολουθήσω αυτό τον ποταμό, αυτή την αιώνια Ιστορία που θυμίζει το παραμύθι της Σεχραζάτ στον σουλτάνο, αυτό θα είναι για μένα μεγάλος έπαινος, ενθάρρυνση και ικανοποίηση. Σάς ευχαριστώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

“ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ”
(Μεσολόγγι 6.10.2019)

Δὲν εἶναι μνήματα αὐτά, μὰ εἶναι ἀγκωνάρια,
Φτιαγμένα γιὰ τὸ πάλεμα, στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
Κόκκαλα ποὺ ἀλέθονται νὰ βγεῖ τὸ γέλιο τοῦ Ἡλιου,
Νὰ κάθονται οἱ σταυραητοὶ μὲ μιὰ φωνὴ νὰ λένε:
Ὅποια κι ἂν εἶναι μου ἡ λαλιὰ σὲ Σένανε ὀμνύω,
Κι ὅποια κι ὰν εἶν’ ἡ μάνα μου Ἐσένα ἔχω μάνα,
Τί ὅλους μας ἐβύζαξες μὲ τὴν παλληκαριά σου,
Ἐσὺ στὰ δυὸ τὰ πόδια μας μᾶς ἔστησες Ἑλλάδα,
Τὸ στῆθος μας σοῦ δίνουμε νὰ τὸ κορφολογήσεις,
Σοῦ δίνουμε τὸ αἷμα μας νὰ ξέρουν πὼς δὲν πέφτεις,
Τί ἂν ἐσὺ δὲ στέκεσαι ποιὸς θἄχει τὰ φτερά του,
Ποιὸς θἄχει βρύση γιὰ νὰ πιεῖ, πιάτο γιὰ νὰ χορτάσει,
Ποιὸς θἄχει λόγο γιὰ νὰ πεῖ ὁ νοῦς νὰ ξεθολώσει…
Γιὰ νὰ πατήσει ἡ Λεβεντιὰ στὸ χῶμα Σου Ἀπάνω
Ἐμεῖς τὸ σκάψαμε βαθιὰ νὰ μποῦμε ἀπὸ κάτω,
Μὲ τὸ κεφάλι μας ψηλά, μὲ γλέντια καὶ τραγούδια.

ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΕΞΟΔΟΣ”

ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           “ΕΞΟΔΟΣ”
Στήστε ψηλά τα λάβαρα ,πάνω απ΄το Μεσολόγγι ,
βάλτε στο πλάι τους νεκρούς, προσκυνητές της Δόξας ,
φτιάξτε τιμητική πομπή γενιές των απογόνων ,
να περπατάτε ανάλαφρα στη γης οπού πατείτε,
είναι σπαρμένη κόκαλα και ποτισμένη μ ΄αίμα
κι ο αέρας π΄αναπνέετε, μπαρούτι καπνισμένο .
Από την τάφρο ακούγεται αχός και μοιριολόι ,
μανάδες με μικρά παιδιά και νιες και παλλικάρια
της λεφτεριάς το γιόφυρο παλεύουν να διαβούνε ,
κοινώνησαν τη λασπουριά κι είπανε στο Θεό τους
να τους προσμένει αντίπερα στου Χάρου το κονάκι,
γιατί δεν παραδίνουνε τούτοι το Μεσολόγγι,
τι τα κλειδιά του κρέμονται στων κανονιών τη μπούκα .
(εμπνευσμένο από τον πίνακα της εξόδου του Μεσολογγίου από την Δημοτική πινακοθήκη του Μεσολογγίου που επισκέφθηκε ο ΚΕΛΔ ΣΤΙς 6/10/2019 )

ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ (ΠΟΙΗΜΑ) “ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ”

<<ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ >> (ΣΟΦΙΑ ΛΙΓΝΟΥ)

Μες τις παλάμες σου κρατάς
του Αμβρακικού τον κόλπο ,
ανάμεσα στα δυό βουνά ,
κυρά μου , ξαπλωμένη ,
και ροβολούν για να λουστούν
στης θάλασσας την άλμη
η πρασινάδα της ελιάς
και του μαΐστρου η αύρα .

Κρατάς από παλιά γενιά ,
Λιμναία τ΄όνομά σου ,
τα τείχη στέκουν γίγαντες,
βουβοί ,αποκαμωμένοι,
έχουν να πούνε θάματα ,
πολέμους, κατακτήσεις.
Τη μια Βάλτο σε είπανε ,
Καρβασαρά την άλλη ,
μα, νύμφη του Αμβρακικού
πάντοτε, συ , θα μένεις .
(ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ ,5/10/2019)

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ “Επίσκεψη στο Μουσείο Δικαιοσύνης”

Επίσκεψη στο Μουσείο Δικαιοσύνης.

( Κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις είναι συμπτωματική ).

———

Ως ευσυνείδητος εφαρμοστής του Νόμου στην παλιά πρωτεύουσα της ένδοξης πατρίδας μας χάρηκα ιδιαίτερα με την είδηση ότι ιδρύθηκε σε αυτή Μουσείο της Ιστορίας της Δικαιοσύνης και αποφάσισα σύντομα να το επισκεφθώ. Έτσι μια Κυριακή αργά το πρωί βρέθηκα στο κάστρο που βρίσκεται σε νησίδα ανοιχτά του λιμανιού της πόλης μας και όπου στεγάζεται πλέον το νέο θεματικό μουσείο.

Για την περίσταση ντύθηκα με μαύρο κοστούμι και φόρεσα σκούρα γραβάτα με φόντο λευκό πουκάμισο. Πέρασα την είσοδο με την επίδειξη της υπηρεσιακής μου ταυτότητας και κατευθύνθηκα στις αίθουσες των εκθεμάτων.

Στην πρώτη θεματική ενότητα, που κατελάμβανε τρεις αίθουσες, ήταν τα πειστήρια διαφόρων εγκλημάτων, όπως πλαστά αξιόγραφα διαφόρων ειδών, κίβδηλα νομίσματα και μήτρες παραχάραξης ξακουστών παραχαρακτών, δείγματα διαφόρων ναρκωτικών, όπλα ποικίλων τύπων, που είχαν χρησιμοποιηθεί από διαβόητους εγκληματίες σε ειδεχθή εγκλήματα, ζάρια και μηχανές παράνομου τζόγου και άλλα ενδιαφέροντα εκθέματα που εξήπταν την φαντασία κυρίως του μη ειδήμονα θεατή. Όλα αυτά τα προσπέρασα γρήγορα, εφόσον μου ήταν αρκετά γνωστά από την πολυετή υπηρεσία μου.

Στην δεύτερη θεματική ενότητα, που καταλάμβανε πέντε συνολικά ευρύχωρες αίθουσες και τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου, υπήρχαν αναπαραστάσεις με κέρινα ομοιώματα μεγάλων ποινικών δικών του παρελθόντος, οι οποίες είχαν απασχολήσει τη δημοσιότητα ή χρησίμευσαν ως υπόδειγμα για την διάπλαση νομολογίας. Υπήρχε σε κάθε βιτρίνα της ενότητας αυτής αναπαράσταση μιας δικαστικής αίθουσας, πιστό αντίγραφο των ακροατηρίων του παλιού καιρού με τα έδρανα και τους συνηγόρους, ένθεν και ένθεν, της πολιτικής αγωγής και της υπερασπίσεως. Κεντρική θέση στην εικόνα είχαν οι κατηγορούμενοι καθισμένοι στο δικό τους εδώλιο, με πρόσωπο προς το θεατή, ενώ παράμερα ιστάμενος επί του δαπέδου ήταν ο Εισαγγελεύς. Ενίοτε κάποιος μάρτυρας εμφανιζόταν να καταθέτει δείχνοντας τον κατηγορούμενο. Στο βάθος διακρίνονταν, κατά περίπτωση, οι παθόντες και οι συγγενείς τους, ( φυσικά όταν τα θύματα είχαν αποβιώσει, μόνο οι τελευταίοι ), πότε ολοφυρόμενοι, πότε διαμαρτυρόμενοι με έντονες εκφράσεις ψυχικού άλγους. Ο θεατής πίσω από τη βιτρίνα είχε την οπτική θέση που θα είχαν οι δικαστές του πραγματικού δικαστηρίου. Ήδη οι σύγχρονες δίκες διεξάγονται με τηλεδιασκέψεις, με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να είναι πλέον αποφορτισμένη από περιττούς συναισθηματισμούς. Έτσι το σκηνικό των αναπαραστάσεων αυτών σίγουρα φαντάζει αρκετά γραφικό και αξιοπερίεργο σήμερα στα μάτια των σύγχρονων επισκεπτών του Μουσείου, που δεν πρόλαβαν το καθεστώς της παλιάς διαδικασίας. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσαν για την ακρίβεια και την ενάργεια των αναπαραστάσεών τους, μεταξύ άλλων, οι δίκες, μιας μεγάλης ασφαλιστικής και χρηματιστηριακής απάτης με πολλά θύματα μικροαποταμιευτές, ενός περίεργα δημοφιλούς ωραίου ληστή, που πρόσφερε στους τραπεζικούς υπαλλήλους μια ανθοδέσμη πριν από μια θρασύτατη ένοπλη ληστεία σε Τράπεζα, ενός ελεεινής μορφής, δήθεν τοξικομανή, μεγαλέμπορου ναρκωτικών ουσιών, ενός διαβόητου κατ’ εξακολούθηση δράστη φόνων και βιασμών σε βάρος νεαρών γυναικών, δύο έντρομων οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών, που έθεσαν με τη συμπεριφορά τους σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και μιας ομάδας επικίνδυνων τρομοκρατών που είχε απασχολήσει χρόνια τις διωκτικές αρχές. Σε κάθε βιτρίνα υπήρχε σύντομο ιστορικό της κάθε δίκης, καθώς και αναφορά στις ποινές που επιβλήθηκαν και στις τυχόν μειοψηφίες που διατυπώθηκαν. Χαμογέλασα ικανοποιημένος για την πληρότητα της ενημέρωσης, αλλά και για την ποινική μεταχείριση του κάθε καταδίκου. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης μας, παρά τις όποιες κατά καιρούς υλικοτεχνικές ελλείψεις, βρισκόταν πάντα σε υψηλό επίπεδο.

Η τρίτη θεματική ενότητα, που φιλοξενούνταν σε μια αχανή ψηλοτάβανη αίθουσα, αφορούσε την εκτέλεση των ποινών πριν από την τελευταία μεγάλη μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού μας συστήματος. Ολόγυρα στους τοίχους της αίθουσας υπήρχαν φωτογραφίες από διάφορες πειθαρχικές φυλακές της χώρας, είδη ατομικής χρήσης των φυλακισμένων, δεσμά διαφόρων τύπων για τους απείθαρχους και λοιπά όργανα σωματικού σωφρονισμού, ενώ στο μέσο της αίθουσας κυριαρχούσε μια υψηλή λαιμητόμος, δωρεά στη νεαρή μας Δημοκρατία κατά την πρώτη επέτειο της ανεξαρτησίας της από τη μακρινή μας Μητρόπολη. Στη βάση έφερε επιγραφή με τα λόγια : «εν ονόματι του έθνους και του λαού προς εμπέδωση του κράτους του Νόμου». Σε ένα παράπλευρο καμαράκι υπήρχαν ταριχευμένα τα κεφάλια περίπου είκοσι εγκληματιών που είχαν αποκεφαλισθεί με τη λαιμητόμο αυτή. Σήμερα η θανατική ποινή έχει καταργηθεί, ενώ οι στερητικές της ελευθερίας ποινές εκτελούνται πολιτισμένα σε αναμορφωτικές φυλακές υψίστης ασφαλείας. Όμως, η εγκληματικότητα αυξάνεται και υπάρχει σοβαρό ρεύμα στον επιστημονικό χώρο και στην κοινή γνώμη υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής, προς εμπέδωση της ασφάλειας των πολιτών και της κοινωνικής ειρήνης. Την ίδια άποψη συμμερίζομαι κι εγώ, αν και όχι χωρίς ενδόμυχες επιφυλάξεις.

Θαυμάζοντας την αποτελεσματικότητα της παλιάς Δικαιοσύνης, το βλέμμα μου έπεσε σε μια πλευρική πόρτα κλειστή που απέξω της καθόταν φανερά βαριεστημένος ένας βλοσυρός Φύλακας. Πλησίασα και διάβασα μια περίεργη επιγραφή που έγραφε : «Ο Νόμος όπως ήταν κάποτε» και από κάτω κολλημένη μια πρόχειρη πινακίδα που προειδοποιούσε ότι η αίθουσα ήταν υπό ανακαίνιση. Ρώτησα τον Φύλακα για το θεματικό περιεχόμενο της αίθουσας αυτής κι εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά και μου απάντησε ένα αδιάφορο : «δεν θα ήθελες να ξέρεις». Αυτό μου κέντρισε περισσότερο την περιέργεια κι έτσι επικαλέστηκα την ιδιότητά μου για να μου αποκαλύψει το περιεχόμενο της αίθουσας, προσθέτοντας ότι δεν είμαι καθόλου συναισθηματικά ευάλωτος, αφού στη σταδιοδρομία μου έχω δικάσει πολλούς στυγερούς εγκληματίες. Χαμογέλασε βεβιασμένα και είπε κάτι που ακούστηκε σαν φιλοφρόνηση : «φαίνεται ότι είστε προορισμένος για να επισκεφθείτε την αίθουσα αυτή». Κατόπιν, βλέποντάς με να επιμένω, ψιθύρισε συνομωτικά : «εδώ εκτίθεται το ταριχευμένο πτώμα του τελευταίου δημίου που χειρίστηκε τη λαιμητόμο που είδατε προηγουμένως». «Ήταν πρόσωπο ακοινώνητο και καταραμένο, έμενε μόνος του σε αυτό το Κάστρο και κυκλοφορούσε πάντα με κουκούλα, κανείς δεν είχε δει το πρόσωπό του». Η έξαψη της περιέργειάς μου έφτασε στα ύψη. «Άνοιξε λοιπόν, θέλω να τον δω». «Εντάξει» είπε επιτέλους εκείνος σαν να παραδινόταν σε κάποια υπέρτερη βούληση, αλλά αμέσως συμπλήρωσε δυσοίωνα : «σας προειδοποιώ, όμως, ότι θα δυσκολευτείτε να βγείτε γιατί ο φωτισμός για λόγους εφέ είναι χαμηλός». Προχώρησα με θάρρος στο σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας, που μόλις είχε ανοίξει και τον άκουσα να καγχάζει πίσω μου, «να βγείτε πριν πέσει ο ήλιος, γιατί ο μύθος λέει πως μετά το ηλιοβασίλεμα βρικολακιάζει». Ανοησίες σκέφθηκα, αλλά δεν είχα χρόνο για να του απαντήσω όπως του άξιζε.

Η πόρτα έκλεισε σιωπηλά πίσω μου, βρέθηκα στο σκοτάδι και περίμενα λίγο για να συνηθίσουν τα μάτια μου. Σε λίγα λεπτά μπόρεσα να διακρίνω ένα διάδρομο που οδηγούσε σε ένα θάλαμο με χαμηλό φωτισμό στο βάθος. Κοίταξα τους φωσφορίζοντες δείχτες του ρολογιού μου και είδα ότι είχα ακόμα μισή ώρα πριν τη δύση του ήλιου. Βάδισα μπροστά με αποφασιστικότητα και στο τέλος του διαδρόμου μπήκα στον κακοφωτισμένο αλλά ευρύχωρο θάλαμο, σαν νεκροτομείου, που έβλεπα προηγουμένως αχνά από απόσταση. Η πόρτα, που δεν είχα προσέξει πριν, έκλεισε απαλά πίσω μου. Τότε πρόσεξα στη μέση του χώρου κάτι σαν κιβούρι και ένα μάλλον ανθρώπινο σώμα σκεπασμένο με κάτι χοντρές μπατανίες. Ανατρίχιασα και από ένστικτο έψαξα την έξοδο, αλλά δεν μπορούσα να την εντοπίσω. Και οι τέσσερις τοίχοι ήταν κάθετοι στιλπνοί και ψυχροί. Δοκίμασα να φωνάξω, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι μου. Εντέλει πρόσεξα ένα μικρό φεγγίτη στο ύψος σχεδόν της οροφής πίσω από το σημείο που είχα αρχικά σταθεί. Το φως έξω είχε λιγοστέψει πολύ, ήταν φανερό ότι ο ήλιος είχε ήδη δύσει. Αποσβολωμένος απόμεινα να κοιτάζω το κιβούρι στη μέση του θαλάμου και το μακάβριο έκθεμα επάνω του. Δεν ήξερα αν είμαι ξύπνιος ή αν ονειρεύομαι. Τότε μου φάνηκε ότι το σώμα αναδεύθηκε. Έντρομος τσιμπήθηκα να δω αν βρίσκομαι στην πραγματικότητα ή έχω κοιμηθεί. Ξεροκατάπια μόλις αισθάνθηκα το τσίμπημα και ανατρίχιασα σύγκορμος στη σκέψη πως ναι ζω την πραγματική ζωή κι όχι εκείνη του ονείρου. Περίμενα να δω μήπως ήταν φευγαλέα η εντύπωσή μου. Αλλά όχι δεν ήταν. Το σώμα κάτω από τις μπατανίες αναδεύθηκε και πάλι πιο έντονα αυτή τη φορά και μου φάνηκε σαν να άκουσα ένα βαθύ στεναγμό πόνου. Αλλοφρόνησα από το φόβο και η αδρεναλίνη με χτύπησε με χίλια σφυριά στο κεφάλι. Οι μύες μου τεντώθηκαν σε σπασμό ακαμψίας κι από την πλάτη μου σαν να βγήκαν φτερά εντόμου. Τα χέρια και τα δάκτυλά μου μάκρυναν τρέμοντας, τα νύχια ξαφνικά μεγάλωσαν σαν του θηρίου. Όρμησα πάνω στο άγνωστο επίφοβο «τέρας» του σκότους. Δεν έβλεπα, αλλά χτυπούσα με όλη τη δύναμή μου εκεί που υποψιαζόμουν ότι ήταν το κεφάλι, ο λαιμός, το στήθος, η καρδιά του «τέρατος». Κάποια στιγμή το αισθάνθηκα να χαλαρώνει και να μην αντιστέκεται πλέον. Κάτι θερμό και γλιστερό σαν αίμα έτρεχε στα χέρια μου ή σαν καυτό κερί. Περίμενα να συνέλθω από το λαχάνιασμα κι εκείνο το πράγμα έστεκε νεκρικά ακίνητο μπροστά μου. Σε μια αστραπή διαύγειας θυμήθηκα πως είχα μαζί μου τα κλειδιά του σπιτιού με ενσωματωμένο στο μπρελόκ τους ένα μικρό φακό. Με πυρετικές κινήσεις τα έβγαλα από την τσέπη του σακακιού και φώτισα με το ισχνό φως της απομένουσας μπαταρίας του φακού τη σκηνή. Τρέμοντας ανασήκωσα τις βαριές μπατανίες και έμεινα εμβρόντητος. Κάτω από αυτές δεν ήταν η μούμια κάποιου αρχαίου δήμιου, αλλά το ημίγυμνο σώμα ενός σκουρόχρωμου νεαρού κοριτσιού γεμάτο αίματα. Θεέ μου πρέπει να την σκότωσα, ή μήπως ήταν ήδη ημιθανής και την αποτέλειωσα; Ιδρώτας πανικού με κατέλαβε. Την έριξα στο πάτωμα και την κλώτσησα για να δω αν αντιδρά. Καμία αντίδραση. Δοκίμασα να πιάσω τον σφυγμό της, αλλά δεν είχε. Ήταν αμετάκλητα νεκρή κι εγώ θαμμένος σε αυτόν τον νεκροθάλαμο του Μουσείου μαζί της. Χαρτιά δεν είχε πάνω της που να δείχνουν πια ήταν, όμως με φρίκη διέκρινα στο φως του φακού το μπράτσο της στιγματισμένο με δύο σφραγίδες. Η μία ήταν εκείνη που θέτει η Υπηρεσία Αλλοδαπών στους προσωρινά διαμένοντες παράνομους μετανάστες μέχρι την παλιννόστησή τους και η δεύτερη προέρχεται από την Υγειονομική μας Υπηρεσία και επισημαίνει με αυτήν τις εκδιδόμενες οροθετικές γυναίκες. Έριξα πάλι το ισχνό φως του φακού στο πρόσωπό της και διέκρινα ένα παγωμένο βλέμμα καρφωμένο στο κενό, εκχυμώσεις γύρω από την ελαφρά ανασηκωμένη μύτη, πρησμένα χαλαρά χείλη και μια χαίνουσα φρικτή πληγή στη βάση του λαιμού της. Σαν μια αστραπή θυμήθηκα εκείνα τα χαρακτηριστικά. Ανήκαν σε μία αλλοδαπή που είχα δικάσει πριν από καιρό για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση διακίνησης παράνομων μεταναστών. Είχε ισχυριστεί ότι εκβιαζόταν από κυκλώματα και ότι απλά είχε βοηθήσει από ηθικό καθήκον να διαφύγουν προς τον πολιτισμένο κόσμο συγγενείς της, που διώκονταν πολιτικά από τη χώρα τους, όπου μαινόταν ένας πολυετής εμφύλιος πόλεμος και όπου οι συνθήκες επισιτισμού και υγιεινής ήταν πλέον απαράδεκτες, ενώ το να είσαι γυναίκα ήταν από μόνο του αδίκημα. Δεν την πιστέψαμε, όλοι οι διακινητές ανθρώπων λένε συνήθως παρόμοια ψέματα. Καταδικάστηκε και επιπλέον διατάξαμε την απέλασή της αμέσως μετά την έκτιση της ποινής. Τότε θυμάμαι άρχισε κλαίγοντας και τρέμοντας να παρακαλεί να μην εφαρμοστεί τουλάχιστον η απέλαση, να μην την στείλουμε πίσω στην «κόλαση», όπως αποκάλεσε τη χώρα της. Είπε ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με τη θανατική της καταδίκη και μάλιστα με τρόπο φρικτό και ότι θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου της. Εννοείται ότι τέτοιου είδους θεατρινισμοί δεν μπορούσαν να μας κάμψουν και εμμείναμε στην απόφασή μας και στην πλήρη εφαρμογή του Νόμου. Ήταν όμως κάτι στο βλέμμα που μου έριξε, όταν την παρέλαβαν οι φύλακες, κάτι σαν την τρέλα ενός απελπισμένου ζώου, που το σκεφτόμουν για καιρό μετά. Πρέπει να ήταν αυτή, αλλά μπορεί και όχι. Τι να της συνέβη άραγε ; δοκίμασε να αυτοκτονήσει ; έπεσε θύμα εκκαθαρίσεων από συμμετόχους της στο ίδιο κύκλωμα ή από δικούς μας «νονούς» ; ποιος να ξέρει ;

Άρχισα να κλαίω εξαντλημένος και τέλος φαίνεται πως κοιμήθηκα.

Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που έπεσαν από τον φεγγίτη, σαν να ξύπνησα και δοκίμασα να κινηθώ, αλλά δεν μπορούσα. Όλο το σώμα μου είχε γίνει συμπαγές κερί. Δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω, ούτε να κλάψω, μόνο να δω και να σκεφτώ μπορούσα. Γύρω μου επικρατούσε μεγάλη ακαταστασία και ο τοίχος απέναντι από τον φεγγίτη ήταν από διαφανές τζάμι, που έβλεπε σε μία από τις αίθουσες επισκεπτών. Ήμουν εγκλωβισμένος σε ένα κέρινο ομοίωμα μέσα σε μία από τις προθήκες εκθεμάτων του Μουσείου.Ξαφνικά μπήκε μέσα στο δωμάτιο – βιτρίνα ο χθεσινός φύλακας με δύο άτομα που φορούσαν εργατικές φόρμες και φαίνεται πως ανήκαν στο συνεργείο ανακαίνισης. Ο φύλακας έδωσε μερικές κοφτές διαταγές. Άκουσα που είπε : «τακτοποιήστε γρήγορα, σε λίγο θα έχουμε κόσμο, ο χθεσινοβραδινός επισκέπτης πάνω στον πανικό του τα έκανε όλα γης μαδιάμ προτού να φύγει τρέχοντας» και ακόμα : «αυτή η κούκλα δεν ανήκει σε αυτήν την ενότητα, πρέπει να μεταφερθεί στα εκθέματα του νεκροτομείου». Είδα να σηκώνουν και να απομακρύνουν ένα κέρινο ομοίωμα γυναίκας εμφανώς κακοποιημένης δήθεν. Ήταν άραγε η χθεσινή μου συνάντηση; Κατόπιν με μετέφεραν στο κέντρο της βιτρίνας και μου πέρασαν στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα με δύο σχισμές στο ύψος των ματιών, μέσα από τις οποίες μπορούσα να βλέπω. Στα πόδια μου τοποθέτησαν μια πινακίδα που έγραφε «ο δήμιος της γκιλοτίνας» και πάνω από το κεφάλι μου κρεμόταν μια επεξηγηματική επιγραφή : «Ο Νόμος κάποτε».

Εδώ και μερικούς μήνες στέκομαι σε αυτήν τη θέση και βλέπω να παρελαύνουν μπροστά μου οι επισκέπτες του Μουσείου. Τους κοιτάζω, καθώς με περιεργάζονται, με συγκατάβαση για την άγνοιά τους. Κάθε βράδυ η καθαρίστρια της βάρδιας καθαρίζει ένα σκοτεινό λεκέ από πηχτό υγρό μπροστά στα πόδια μου. Ίσως αιμορραγώ από κάπου αφανώς, ίσως είναι από τα αίματα εκείνων που είχα κάποτε δικάσει χωρίς περίσκεψη. Περιμένω να ξυπνήσω σε ένα δικαιότερο κόσμο ερήμην του παλιού Νόμου, αλλά μάλλον αργεί ο καιρός!

…….

Αθήνα 16 Ιουλίου 2019.

Αθανάσιος Δαββέτας.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ (ΜΗΛΟΣ – ΙΟΥΛΙΟΣ 1985 – ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ)

Μ Η Λ Ο Σ – Ι Ο Υ Λ Ι Ο Σ 1 9 8 5 ( Μ Ι Α Π Ε Ρ Ι Π Ε Τ Ε Ι Α) Αναρωτιέμαι αν η απομυθοποίηση είναι ένα από τα ζητούμενα των καιρών μας ή ένας από τους στόχους του σύγχρονου πολιτισμού. Γιατί, ως γνωστόν, υπηρετεί την άσκηση του ελέγχου και οδηγεί στην καταπολέμηση της αλαζονείας και στην πρόληψη της κατάχρησης της εξουσίας, που και οι δύο είναι, και σκοποί και περιεχόμενο της Δημοκρατίας. Όμως, για να πετύχει τους στόχους της, θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό τον όρο της καθολικότητας. Δηλαδή να απευθύνεται από τους πάντες προς τους πάντες και να ασκείται επί ίσοις όροις. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό θα καταστεί ποτέ δυνατό, γιατί η πείρα των τελευταίων σαράντα ετών διδάσκει τα αντίθετα… Σκεπτόμενος όμως αισιόδοξα, νομίζω πως αυτή η τάση κάτι καλύτερο θα γεννήσει, αν βέβαια εφαρμοστεί δίκαια και ασκηθεί από όλους προς όλους. Εύχομαι λοιπόν να δούμε καλύτερες μέρες. Κάποτε… Η γεύση όμως και η εμπειρία της απομυθοποίησης δεν είναι καθόλου ευχάριστες, όταν ενσαρκώνεις τον απομυθοποιούμενο θεσμό. Γιατί όταν βρίσκεσαι στα σημεία τριβής και σύγκρουσης, τα πράγματα γίνονται τουλάχιστον ανησυχητικά, και μπορεί να γίνουν και επικίνδυνα. Και γιατί δοκιμάζονται πολύ και οι αντοχές σου. Αλλά, δεν πειράζει, θα έλεγα. Ας δοκιμαστούν… Να δοκιμαστούν όμως και οι αντοχές όλων, με βάση την αρχή της ισότητας! Με βάση την αρχή των ίσων ευκαιριών! Όχι μονομερώς και όχι καταχρηστικά! Και κυρίως όχι υποκριτικά!…
Θυμάμαι την πρώτη φορά, που θα ανέβαινα ως δόκιμος Ειρηνοδίκης στη έδρα του Δικαστηρίου, λίγες μέρες μετά την εμφάνισή μου στην Ερμούπολη και την ανάληψη των καθηκόντων μου στο Πρωτοδικείο Σύρου. Είχαμε Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Ξύπνησα το πρωί με πολύ τρακ και αγωνία, και ενώ από τις προηγούμενες μέρες είχα μελετήσει τις δικογραφίες, και ενώ θα ήμουν αριστερός στη σύνθεση του Δικαστηρίου με τον πολύπειρο Πρόεδρο Πρωτοδικών στη μέση και τον Νικήτα, έναν παλιό Πρωτοδίκη δεξιά, ήμουνα πολύ ανήσυχος για το τι θα συνέβαινε. Ήταν η πρώτη φορά που θα ανέβαινα στην έδρα! Πήρα λοιπόν το δρόμο για το δικαστήριο, που στεγαζόταν σε εκείνο το φανταστικό κτήριο στην κεντρική πλατεία της Ερμούπολης, ενώ το μυαλό μου έτρεχε σε χίλια δυο πράγματα, νομικά και πραγματικά, που θα έπρεπε να θυμηθώ σε λίγο. Έφτασα μπροστά στο κτήριο των δικαστηρίων και αντίκρισα τους νησιώτες, που είχαν έρθει από διάφορα νησιά με το νυκτερινό καράβι στη Σύρο και κάθονταν μισοκοιμισμένοι από το ξενύχτι και την κούραση στα σκαλιά του κτηρίου, για να έρθει η ώρα. Όταν αντίκρισα τα λιοκαμμένα πρόσωπά τους, με έπιασε ένα δέος και είπα μέσα μου: «Θεέ μου, είμαι άραγε άξιος, να δικάσω αυτούς τους ανθρώπους;». Προφανώς είχα μυθοποιήσει το ρόλο του δικαστή και τη σπουδαιότητα της δίκης, είχα εξιδανικεύσει την απονομή της δικαιοσύνης και τους λειτουργούς της. Γιατί, τι θα έκανα; Θα ήμουνα ο τελευταίος στη σύνθεση και θα έκανα ελάχιστα πράγματα, γιατί οι άλλοι ουσιαστικά θα δίκαζαν… Όμως πίστευα, ότι επρόκειτο να κάνω κάτι πολύ σπουδαίο! Και τώρα ακόμη, που το σκέφτομαι, μετά από τριάντα πέντε χρόνια η γνώμη μου δεν είναι πολύ διαφορετική από τότε. Θα έκανα κάτι πολύ σπουδαίο και έπρεπε να είμαι αληθινός δικαστής. Με ήθος. Αυτό ήταν το ζητούμενο, και γιαυτό είχα το άγχος. Και το άγχος αυτό το θυμάμαι με νοσταλγία και συγκίνηση… Ήρθαν όμως κάποια γεγονότα μετά από δύο χρόνια, που με δίδαξαν ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο αθώοι, ούτε τόσο καλοπροαίρετοι, όσο μου φάνηκαν τότε εκείνοι οι ταλαιπωρημένοι, οι απλοί νησιώτες, που περίμεναν μισοκοιμισμένοι στα σκαλιά του δικαστικού μεγάρου. Έπρεπε να έρθει η περιπέτεια του Ιουλίου του 1985 στη Μήλο για να με προσγειώσει στην πραγματικότητα… Ήταν μέσα Ιούλη 1985 και έλαβα μια παραγγελία στην Κύθνο, όπου υπηρετούσα, για κατ΄οίκον έρευνα στη Μήλο. Ευχαρίστως, όπως πάντα, τη δέχτηκα, για να ξεκουραστώ λίγο από το φόρτο της αφόρητης καλοκαιρινής δουλειάς μου στην Κύθνο, όπου ασκούσα και τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου και του υποθηκοφύλακα. Από ένα τηλεφώνημα, που είχα από το φίλο μου το Βασίλη τον Ειρηνοδίκη Σερίφου, έμαθα πως τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο απλά στη Μήλο. Ο Βασίλης μου είπε ότι δεν θα ήθελε να είναι στη θέση μου!… Δεν έδωσα μεγάλη σημασία στα λεγόμενα του Βασίλη και, όπως από νοοτροπία ή από αφέλεια δεν φοβάμαι τις δυσκολίες, ξεκίνησα στις 16-7-1985 το απόγευμα για τη Μήλο με το πλοίο «Κίμωλος». Έφτασα και αμέσως ήρθα σε επαφή με τον Αστυνόμο και τον Τελώνη της Μήλου, από τους οποίους έμαθα ότι ήταν έρευνα για ναρκωτικά σε ένα κέντρο διασκεδάσεως και σε ένα καΐκι στην άλλη άκρη του νησιού. Όμως οι πληροφορίες έλεγαν ότι οι ερευνώμενοι ήταν αναρχικοί και ότι τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Οι αστυνομικοί είχαν προετοιμαστεί για σοβαρή επιχείρηση, ενώ εγώ ήμουν απλώς περίεργος να δω πού θα πηγαίναμε, γιατί στις τόσες φορές που είχα πάει στις Κυκλάδες για δικαστήρια, δεν είχα ποτέ συναντήσει αναρχικούς.
Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε και συναντηθήκαμε στο δρόμο με την υπόλοιπη δύναμη, με την οποία έγινε συνεννόηση για αστυνομική επιχείρηση, όπως στις αμερικάνικες ταινίες, για το πού και πώς θα έμπαινε ο καθένας στο κέντρο, φτάσαμε, μετά από ταξίδι είκοσι λεπτών με τα αυτοκίνητα, στο χώρο της έρευνας και εκεί χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, η μια με τον Αστυνόμο για το κέντρο «Αλδεβαράν» και η άλλη με τον Τελώνη για το καΐκι, που είχε το ίδιο όνομα και ήταν αγκυροβολημένο λίγο πιο πέρα. Ένας αστυφύλακας, που από ώρες πριν παρακολουθούσε το χώρο, μας είπε, ότι μόλις προ ολίγου είχε μπει στο κέντρο μια παρέα και, κατά τα φαινόμενα θα παρέμενε εκεί αρκετή ώρα. Η ώρα ήταν 02.45 της 17-7-1985 και ο Αστυνόμος αποφάσισε να μπούμε με δύναμη δέκα περίπου ανδρών, από τους οποίους οι τρεις θα είχαν περίστροφα για λόγους ασφαλείας. Οι ερευνώμενοι ήταν μια παρέα δέκα περίπου Ελλήνων, και, όπως έλεγαν οι πληροφορίες, με αρκετό ποινικό παρελθόν. Όταν ακούστηκε από τον Αστυνόμο το «Πάμε!», μου πέρασαν από το μυαλό τα λόγια του Βασίλη, που μου είχε πει πριν κάποιες ώρες στο τηλέφωνο: «Ποτέ να μη μπαίνεις πρώτος για κατ’ οίκον έρευνα, γιατί θα τις φας πρώτος!». Όμως η αξιοπρέπειά μου δεν μου επέτρεπε, να είμαι πίσω από τους νεαρούς αστυφύλακες και έτσι μπήκα δίπλα στον αστυφύλακα που ήταν πρώτος και είχε περίστροφο στο χέρι του. -Ακίνητοι! Ψηλά τα χέρια! Φώναξαν οι αστυνομικοί. Ο χώρος ήταν ανοιχτός, υπαίθριος και προσιτός σε όλους κατά τη νύχτα, όπως λέει και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Μέσα στο μαγαζί ήταν δύο παρέες, μια μεγάλη από δέκα περίπου Έλληνες, στην οποία και απευθυνόμαστε, και μια μικρή από τρεις ξένους, η οποία δεν μας ενδιέφερε. Παρά την καταδρομική προετοιμασία της επιχείρησης και τα όπλα που έφεραν οι αστυφύλακες, δεν είχα καθόλου τρακ. Είχα κάνει άλλωστε αρκετές κατ΄οίκον έρευνες στη μέχρι τότε μικρή θητεία μου. Οι θαμώνες εξεπλάγησαν και δεν έφεραν καθόλου αντίσταση, ενώ εγώ αναρωτιόμουν, γιατί τόση προετοιμασία και προφυλάξεις από την αστυνομική δύναμη. Δεν ήξερα όμως, τι θα ακολουθούσε… Αμέσως οι αστυνομικοί σήκωσαν τους Έλληνες από τις θέσεις τους και τους έβαλαν να βλέπουν τον τοίχο με τα χέρια τους ψηλά να ακουμπούν στο τοίχο, και άρχισαν τη σωματική τους έρευνα, για να βρουν ναρκωτικά επάνω τους. Μόλις όμως πέρασε ο πρώτος αιφνιδιασμός τους, οι πεπειραμένοι περί τα τοιαύτα, όπως αποδείχτηκε, ερευνώμενοι συνήλθαν και πέρασαν στην αντεπίθεση! Άρχισαν δηλαδή να διαμαρτύρονται πολύ έντονα με φωνές, κινήσεις, γέλια και ειρωνείες. Τους δήλωσα, για να τους καθησυχάσω, ότι είμαι εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής και για ό,τι θέλουν σχετικά με τη νομιμότητα της έρευνας, μπορούν να απευθύνονται σε μένα. Αυτοί όμως ήταν μαθημένοι ή μάλλον καλά εκπαιδευμένοι για τέτοιες περιπτώσεις και είχαν σκοπό να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς, που τους ερευνούσαν και να δημιουργήσουν σύγχυση. Για το λόγο αυτό, την ώρα που τους έψαχναν, με ρωτούσαν ασταμάτητα φωνάζοντας: ,
-Τώρα τι κάνω; Τι παράβαση κάνω; Πες μου τι συμβαίνει; Τους είπα, επαναλαμβάνοντας τη διάταξη του νόμου, ότι γίνεται έρευνα για «αυτοφώρως διαπραττόμενο πλημμέλημα», αλλά αυτοί δεν είχαν σκοπό να επιχειρηματολογήσουν νομικά μαζί μου, και συνέχισαν με περισσότερη ένταση τις διαμαρτυρίες τους. Κάτι κοπέλες που ήταν στην παρέα τους, ερευνώμενες και αυτές, άρχισαν να γελάνε δυνατά και να ειρωνεύονται τους αστυφύλακες. Τότε ένας ψηλός και χοντρός νεαρός αστυφύλακας, για να τις επαναφέρει στην τάξη τους φώναξε: «Σκασμός!» και έτρεξε προς το μέρος τους σπρώχνοντας μια καρέκλα, που ήταν μπροστά του και του έκλεινε το δρόμο. Η καρέκλα αυτή έπεσε επάνω σε κάτι άλλες καρέκλες κάνοντας θόρυβο, αλλά χωρίς να σπάσει τίποτα, ούτε και να χτυπήσει κανέναν. Αυτό όμως ήταν η αφορμή. Οι ερευνώμενοι είχαν πετύχει το σκοπό τους! Να προκαλέσουν τους αστυνομικούς και αυτοί να τους φερθούν «με σκληρότητα». Δύο από τους ερευνώμενους, ένας μάλλον ψηλός μελαχρινός με μουστάκι και ένας ξανθοκόκκινος με κοντό μαλλί, μάλλον κοντός απευθύνθηκαν σε μένα:
-Ποιος είναι ο δικαστικός; -Εγώ. Είπα. -Τι τους αφήνεις τους μπάτσους και μας χτυπάνε και κάνεις τα στραβά μάτια; Ειρηνοδίκης είσαι ή σκατά; Αλλά, σας ξέρω εγώ εσάς, όταν μας βαράνε οι μπάτσοι, εσείς κάνετε τα στραβά μάτια!
Αμέσως το μυαλό μου πήγε στα παλιά τα χρόνια, που οι ωμότητες της Αστυνομίας ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Τώρα όμως, ό,τι και να γινόταν, δεν θα επέτρεπα να γίνει τίποτα άδικο εις βάρος των ερευνώμενων. Άλλωστε δεν είχε γίνει τίποτα. Τους είπα λοιπόν ψύχραιμα ότι δεν έγινε τίποτα σοβαρό. Τότε ο κοντός μου είπε:
-Εσύ ρε, δεν είσαι Ειρηνοδίκης, είσαι Καραγκιόζης! Συγκρατήθηκα, αν και έτρεμα από τα νεύρα μου, γιατί σκέφτηκα, ότι όλα αυτά τα κάνουν οι ερευνώμενοι, για να αποπροσανατολίσουν την έρευνα από τα ναρκωτικά, και ενδεχομένως να τα φυγαδεύσουν… Ένας από αυτούς πήρε ένα μπουκάλι ούζο, που ήταν επάνω σε ένα τραπέζι, και άρχισε να πίνει. Ο Αστυνόμος του το πήρε και του είπε ότι θα πιεί όταν τελειώσει η έρευνα και φύγουμε. Κάποιοι ερευνώμενοι, βλέποντας έναν αστυφύλακα, που ήταν ντυμένος με φόρμα στρατιωτική και κρατούσε σε όλη τη διάρκεια της έρευνας στο ένα χέρι φακό αναμμένο και στο άλλο χέρι περίστροφο, άρχισαν πάλι τα σχόλια και τις ειρωνείες εις βάρος του και εις βάρος της αστυνομικής δύναμης. Τότε τους είπα: -Τι σας ενοχλεί, που κρατάει πιστόλι;
Και τότε αυτοί μου είπαν προκλητικά: -Σου έχουνε τραβήξει ποτέ πιστόλι μπροστά στα μούτρα σου εσένα;
-Ναι! Τους είπα. Επί Χούντας! Τότε αρχίσανε να γελάνε εις βάρος μου και να με κοροϊδεύουν: -Ρε Μήτσο, έλα να δεις εδώ ρε! Πέσαμε σε «αντιστασιακό»! Κοίτα ρε ένα μούτρο για αντιστασιακός! Χα, χα, χα. Κοίτα ρε ένα μούτρο! Σκέφτηκα τότε: «Αχ, να σε είχα τότε επί Χούντας στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας ή στο στρατό και να έβλεπα, αν θα έκανες το μάγκα… Τώρα υπάρχει δημοκρατία και σε σέβονται. Γιαυτό κάνεις το μάγκα. Τότε θα σε είχαν κάνει μαύρο στο ξύλο και δεν θα μίλαγες καθόλου…». Ο χοντρός ο αστυφύλακας θυμωμένος πήγε να τους πει κάτι και τότε ο κοντός–ξανθοκόκκινος πήγε κοντά του, στάθηκε μπροστά του παλικαρίσια και, ακουμπώντας κωμικά το στήθος του στο δικό του, ενώ το κεφάλι του έφτανε μετά βίας στο λαιμό του αστυφύλακα, σήκωσε το χέρι του απειλητικά και, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με θυμό, του είπε: -Εγώ ρε θα σε βρίζω και θα σου λέω ό,τι θέλω, αλλά εσύ θα μου λες: «Μάλιστα κύριε! Ό,τι θέλετε κύριε!». Γιατί εγώ ρε, είμαι φορολογούμενος πολίτης και σε πληρώνω ρε, και από τα λεφτά μου τρως! Ακούς ρε ρεμάλι; Ο αστυφύλακας στεκόταν προσοχή ακίνητος και έτρεμε ολόκληρος από τα νεύρα του, ενώ το χέρι του, που κρατούσε το περίστροφο, πήγαινε πέρα δώθε από τον εκνευρισμό του. Το όπλο τού ήταν άχρηστο, γιατί δεν μπορούσε με αυτό, όπως νόμιζε, να φοβίσει τον καλά εκπαιδευμένο αναρχικό, ο οποίος είχε καταφέρει μόνο με τα λόγια, να τον αντιμετωπίσει, αποτελεσματικά και μάλιστα εξευτελίζοντάς τον. Έτσι στη συνέχεια, απευθυνόμενος και σε μένα που ήμουνα ακριβώς δίπλα, μου είπε θριαμβευτικά:
-Εδώ, δεν ξέρετε πού έχετε πέσει! Έχετε πέσει στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα! Θα σας φτιάξουμε καλά εμείς! Μην ανησυχείτε. Θα δείτε… Εγώ χαμογέλασα και σκέφτηκα: «Τι να σου κάνω που πρέπει να εφαρμόσουμε το νόμο. Αν δεν υπήρχε ο νόμος, που πρέπει να τον σεβαστούμε και να τον εφαρμόσουμε, θα τα λέγαμε…». Βλέποντάς με να χαμογελάω ο αστυφύλακας λυτρώθηκε και πλησιάζοντάς με μου ψιθύρισε στο αυτί: -Κύριε Ειρηνοδίκη συγχαρητήρια για την ψυχραιμία σας…
-Σιγά τους μάγκες… Του ψιθύρισα και εγώ χαμογελώντας… Εκείνη τη στιγμή ήρθε από τα κάτω δωμάτια του μαγαζιού, στα οποία έμεναν οι ερευνώμενοι, ένας ακόμη μελαχρινός κοντός με μούσι, και όταν κατάλαβε τι γινόταν, άρχισε και αυτός να ειρωνεύεται και να κοροϊδεύει την έρευνα και την αστυνομική δύναμη. Όταν μάλιστα οι αστυφύλακες τον έβαλαν στον τοίχο με ψηλά τα χέρια για σωματική έρευνα, ο άλλος ο κοντός και ξανθός του είπε: -Πρόσεχε ρε Βλάση, μη σου φύγει καμιά πορδή και τους κλάσεις! Και απευθυνόμενος σε μένα μου είπε:
-Είσαι Ειρηνοδίκης; -Ναι. Είπα. -Δώσε μου την ταυτότητά σου! Έβγαλα την ταυτότητά μου και του την έδωσα. Την κοίταζε πολύ ώρα, και παρατηρούσε μια τη φωτογραφία μου και μια το πρόσωπό μου, για να διαπιστώσει δήθεν, αν είμαι εγώ ο ίδιος… Μετά από μερικά λεπτά, αφού την πήρα πίσω, κατάλαβα ότι όλη αυτή η ιστορία δεν έχει τέλος και ότι οι ερευνώμενοι δεν είχαν σκοπό να προασπίσουν τη νομιμότητα της έρευνας, αλλά ότι επιδίωκαν να μας εξευτελίσουν και να δημιουργήσουν οξύτητα, με σκοπό να την εκμεταλλευτούν. Έτσι μπήκα μέσα στα δωμάτια, που εκείνη τη στιγμή τα είχαν ανοίξει οι αστυνομικοί μαζί με τους διαμένοντες σε αυτά, και συνέχιζαν την έρευνα, ενώ οι διαμαρτυρίες και οι φωνές έξω στην αυλή συνεχίζονταν αμείωτες, με σκοπό να προκαλέσουν και να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς. Η έρευνα όμως δεν απέδιδε τίποτα. Ένα ζευγάρι ερευνώμενοι, (ο άντρας ήταν ένας από τους επιχειρηματίες του κέντρου), μας ρώτησαν, τι ψάχνουμε. Όταν τους είπαμε ότι ψάχνουμε για ναρκωτικά, ο σύζυγος, απευθυνόμενος σε μένα, είπε με σιγανή φωνή:
-Βρε παιδιά, εδώ θα κρύβαμε τη μαριχουάνα; Τι ψάχνετε; Χαμένος κόπος… Άλλωστε τώρα επιτράπηκε η χρήση των ναρκωτικών! Του είπα ότι γίνονται συζητήσεις για να επιτραπεί, αλλά νόμος δεν έχει ψηφιστεί ακόμη. Μέσα σε μια βαλίτσα βρέθηκε ένα γράμμα, που απευθυνόταν στη σύζυγό του και αναφερόταν στην κόρη της, μέλος και αυτή της μεγάλης παρέας, που ήταν έξω στην αυλή. Το γράμμα έλεγε ότι η μικρή είχε πάρει τον κακό το δρόμο και έκανε χρήση ναρκωτικών. Ο Αστυνόμος το ζήτησε για να βγάλει φωτοαντίγραφο και υποσχέθηκε να το επιστρέψει στην κυρία, που του είπε ότι το θέλει. Μέσα σε μια άλλη βαλίτσα βρέθηκε μια προκήρυξη κάποιας αναρχικής οργάνωσης της Λειβαδιάς με περιεχόμενο αντιεξουσιαστικό και ύφος οξύ, η οποία κατασχέθηκε από την Αστυνομία. Μέσα στην κουζίνα του κέντρου στα ψυγεία και στα ντουλάπια όπου έγινε έρευνα, δεν βρέθηκε τίποτα. Η παρέα όμως είχε και μουσικά όργανα ρεμπέτικης κομπανίας (μπουζούκια τρίχορδα, κιθάρες, μπαγλαμά). Όταν οι αστυφύλακες πήγαν να ψάξουν μέσα στις θήκες και στα όργανα αυτά, δέχτηκαν άλλη μια επίθεση από τους κατόχους τους: -Αυτά εκεί, μην τα πιάνετε, δεν είσαστε άξιοι!… Τι μπορεί να αισθάνεστε εσείς από αυτά τα όργανα, κωλόμπατσοι; Οι αστυνομικοί τους είπαν να τα ανοίξουν εκείνοι και να τους τα δώσουν. Έτσι και έγινε. Μόλις όμως ένας από τους ερευνώμενους έβγαλε ένα μπουζούκι από τη θήκη του, το ασπάστηκε με θεατρινίστικη ευλάβεια και ειρωνεία, σαν να έπαιζε σε παλιά ελληνική ταινία, και το έδωσε προσεκτικά σε έναν αστυνομικό. Όταν αυτός το πήρε στα χέρια του, του είπε ειρωνικά: -Πρόσεχε ρε, μην το σπάσεις. Είναι πολύτιμο και πανάκριβο! Κοίταξα τα όργανα. Είχα υπερδεκαπενταετή πείρα από τέτοια όργανα από τα νεανικά και τα φοιτητικά μου χρόνια. Αυτά τα όργανα ήταν παλιά, φτηνά, βρόμικα και μικρής αξίας, αλλά όλη αυτή η παράσταση του αναρχικού ήταν μια καλή αφορμή να τα μυθοποιήσει και να τρομοκρατήσει λίγο τους ερευνώντες… Τότε σκέφτηκα: «Πού να ξέρατε ότι όταν ο Ειρηνοδίκης έπαιζε επαγγελματικά αυτά τα όργανα, εσείς φοράγατε κοντά παντελονάκια…». Βγαίνοντας όμως έξω στην αυλή, ο ξανθός μου ζήτησε πάλι την ταυτότητά μου, για να τη δει, όπως είπε, γιατί, όπως προσποιήθηκε, δεν θυμόταν, αν την είχε δει προηγουμένως. Του έδωσα την ταυτότητα την υπηρεσιακή και μου ζήτησε την αστυνομική μου ταυτότητα. Ευτυχώς πρόσφατα είχα ανανεώσει την ταυτότητά μου με το νέο επάγγελμα, και τώρα έγραφε: «Ειρηνοδίκης». Όμως η ταυτότητα δεν ήταν ακόμη έτοιμη και μου είχαν δώσει μια βεβαίωση κατάθεσης με όλα τα στοιχεία της ταυτότητας και τη φωτογραφία μου, η οποία ως γνωστόν είχε ισχύ δελτίου ταυτότητας. Ο ξανθός όμως τάχα δεν ικανοποιήθηκε με όλα αυτά και μου είπε ειρωνικά: -Τι είναι αυτό ρε; Αυτό δεν είναι αστυνομική ταυτότητα! Αυτό είναι βεβαίωση ότι… γεννήθηκες! Τότε κατάλαβα, μετά από τόσα χρόνια, ότι δεν υπάρχει φασισμός μονάχα στην εξουσία, αλλά υπάρχει φασισμός και στη βάση, δηλαδή στο λαό! Και αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος φασισμός, γιατί δεν μπορείς να τον πολεμήσεις… Γιατί ασκείται εν ονόματι της Δημοκρατίας με την επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων. Η έρευνα, μετά από όλα αυτά, δεν απέδωσε τίποτα και έπρεπε να φύγουμε. Οι ερευνώμενοι ζήτησαν ταυτότητες από όλους του άνδρες της Αστυνομίας, αλλά δεν είχε κανένας τους. Οι αστυνομικοί όμως, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, τις φωνές και τον εκνευρισμό, δεν πήραν κανένα όνομα από τους ερευνώμενους, και κυρίως δεν προσήγαγαν κανέναν από αυτούς, που μας έβρισαν και μας πρόσβαλαν και τότε υπήρχε ακόμη το αδίκημα της «Περιύβρισης αρχής». Ο ψηλός ο αστυφύλακας όμως, έγινε στόχος των ειρωνικών σχολίων των θαμώνων από πριν, που έτρεμε χωρίς να μπορεί να πει και να κάνει τίποτα. Μάλιστα επειδή ήταν χοντρός οι αναρχικοί τον βγάλανε «Μπούλη». Όταν μάλιστα ξεκινήσαμε να φύγουμε για να πάμε το καΐκι, όπου μας περίμενε ο Τελώνης, και να συνεχίσουμε την έρευνα, οι θαμώνες μας γιουχάισαν και μας κατευόδωσαν με ωραίες φράσεις όπως:
-Απόψε θα γαμήσουμε το «Μπούλη»!
Και πολλές άλλες παρόμοιες…
Φύγαμε και πήγαμε κοντά στο μέρος, όπου ήταν δεμένο το καΐκι, στο οποίο δεν υπήρχε κανένας μέσα. Γρήγορα όλοι μαζί έψαξαν μέσα στο καΐκι και εγώ επέβλεπα, αλλά και πάλι δεν βρέθηκαν ναρκωτικά. Βρέθηκαν όμως κάποια άλλα πράγματα, που ενδιέφεραν κυρίως τον Τελώνη, γιατί πιστοποιούσαν παραβάσεις του Τελωνιακού Κώδικα. Μετά από αυτά δόθηκε η εντολή να φύγουν και οι δύο ομάδες και να γυρίσουμε στον Αδάμαντα. Εκεί κάναμε έναν πρόχειρο απολογισμό. Ο Τελώνης είπε ότι μέσα στο καΐκι είχαν βρεθεί διαβατήρια με σφραγίδες από ένα σωρό ευρωπαϊκές χώρες, ενώ τα επαγγέλματα των κατόχων των διαβατηρίων ήταν υδραυλικός, εργάτης κλπ., που δεν δικαιολογούσαν τόσο συχνά ταξίδια στην Ευρώπη. Ήταν φανερό ότι κάνανε διακίνηση ναρκωτικών και είχανε διεθνή καριέρα και εμπειρίες. Γιαυτό ήταν τόσο διαβασμένοι και μας κάνανε τόσα καψώνια… Άλλωστε οι πληροφορίες από το Λιμεναρχείο έλεγαν ότι, παρά το ότι οι ερευνώμενοι είχαν ψαροκάικο, δεν είχαν βγει ούτε μια φορά για ψάρεμα. Ο Τελώνης όμως κατάσχεσε μερικά αντικείμενα, που ήταν ατελώνιστα, με σκοπό να καλέσει τους κατόχους τους την άλλη μέρα για διατυπώσεις και στοιχεία. Αυτός τουλάχιστον κάτι αποκόμισε από όλη αυτή την περιπέτεια… Η ώρα ήταν 05.00 ξημερώματα της 17-7-1985 όταν τελειώσαμε. Μείναμε στο λιμάνι του Αδάμαντα μέχρι τις 06.00 και μετά πήγα για δύο ώρες ύπνο. Στις 09.00 ξεκίνησα με το ίδιο καράβι για την Κύθνο. Έφτασα και συνέχισα τη ζωή μου με τα συμβόλαια, τις μεταγραφές, τα αντίγραφα των συμβολαίων και τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου. Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες και είχα αρχίσει να ξεχνάω την περιπέτεια στη Μήλο, όταν ή Βάντα, η συνάδελφος Ειρηνοδίκης της Νάξου και ο Βασίλης, ο Ειρηνοδίκης της Σίφνου με πληροφόρησαν ότι στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 27-7-1985 υπήρχε άρθρο εναντίον μου, του Αστυνόμου Μήλου και 12 ενόπλων αστυνομικών της αστυνομικής δύναμης της Μήλου, ότι εισβάλαμε στο εστιατόριο με τα περίστροφα στο χέρι και με σπρωξιές και βρισιές υποχρεώσαμε πελάτες και προσωπικό (γύρω στα 20 άτομα), να σταθούν στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Ότι αφού τους κάναμε σωματική έρευνα, τους κρατήσαμε εκεί ακίνητους για δύο ώρες, ενώ ταυτόχρονα «ερευνούσαμε» το εστιατόριο, σπάζοντας κατά τη διάρκεια της έρευνας και μερικά τραπέζια και καρέκλες καθώς τα κλωτσούσαμε, ενώ την ίδια ώρα άλλοι αστυνομικοί «διενεργούσαν» έρευνα στο καΐκι, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν παρέλειψαν να σπάσουν μερικά συρτάρια, δημιουργώντας μια εικόνα λεηλασίας και έφυγαν παίρνοντας μαζί τους 2 ζευγάρια κιάλια, 2 κασετόφωνα, 1 ασύρματο τηλέφωνο και τον εξάντα του καϊκιού.
Όταν μετά από λίγες μέρες πήγα στην Αθήνα, αγόρασα την εφημερίδα, διάβασα τα παραπάνω και έφριξα! Οι ερευνώμενοι αναρχικοί μας το είχαν πει, ότι «θα μας φτιάξουν!». Είχαν προσβάσεις στον Τύπο, (η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ήταν γνωστή για τη συμπάθειά της στους αναρχικούς), και είχαν αρχίσει τη συκοφαντική εκστρατεία εναντίον μας, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια! Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Παναγιώτη Γρουμπό και τον Αντεισαγγελέα Εφετών Δημήτριο Σφυρή και τους ρώτησα, πώς μπορούσα να αμυνθώ σαν άτομο και σαν φορέας της υπηρεσίας και του δικαστικού σώματος. Ο Αντεισαγγελέας μου είπε:
-Βασίλη, πρέπει να ξέρεις, ότι όλα αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα, και ότι στην Αθήνα πολλές φορές κινδυνεύει η ζωή σου με τις έρευνες στους αναρχικούς. Τα σκέφτηκα όλα αυτά, και του είπα:
-Μα κύριε Εισαγγελέα, κάπου και κάπως πρέπει να ακουστεί η αλήθεια, για να μην παραπληροφορείται ο κόσμος από τα ψέματα, που γράφουνε οι εφημερίδες εναντίον των δικαστών.
Τότε αυτός μου είπε:
-Αχ, Βασίλη, αλίμονο αν το κάθε ψέμα, που γράφουνε εναντίον μας οι εφημερίδες, βγαίνουμε και το διαψεύδουμε και μπαίνουμε στο χορό των δηλώσεων, των αλληλοδιαψεύσεων και της φθοράς… Ο συμφοιτητής μου ο Γ. Βότσης, ο διευθυντής της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ», έχει, χρόνια τώρα, μεγάλη ευαισθησία για τους αναρχικούς, μην τυχόν και τους πειράξει κανένας… Όμως στείλε μου στην Εισαγγελία το δημοσίευμα να το δω, και θα δούμε τι θα γίνει. Έστειλα λοιπόν το φύλλο της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ» στην Εισαγγελία Εφετών Αιγαίου και μετά από λίγο καιρό ο Βασίλης με πήρε από τη Σίφνο, και μου είπε ότι, πήρε παραγγελία για προκαταρκτική εξέταση στη Μήλο, και μάλιστα πήγε και πήρε καταθέσεις από το Αστυνόμο και από τον Τελώνη. Μετά από λίγες μέρες ήρθε κατόπιν παραγγελίας ο Μανώλης ο Ειρηνοδίκης Σερίφου και πήρε κατάθεση και από μένα. Διάβασα όμως, ότι στις καταθέσεις τους ο Αστυνόμος και ο Τελώνης δεν ανέφεραν τίποτα για τις βρισιές και τις απειλές που δεχτήκαμε από τους αναρχικούς στη Μήλο. Σκέφτηκα, μήπως φοβήθηκαν, ή μήπως για λόγους τακτικής της περαιτέρω έρευνας ή ακόμη και για λόγους γοήτρου της υπηρεσίας δεν τα ανέφεραν όλα αυτά. Αναφέρανε μόνο, ότι δεν παρανομήσαμε εις βάρος των ερευνώμενων. Σκέφτηκα τότε, μήπως έπρεπε να μην καταθέσω και εγώ τίποτα για όλα αυτά, αλλά κατόπιν θεώρησα ότι κάποιος, κάπου, κάπως πρέπει να πει την αλήθεια. Γιαυτό και τα κατέθεσα συνοπτικά, γιατί όφειλα, να αναφέρω κάποια από τα τόσο ωραία εκείνα τα λόγια, που μας είπανε… Μετά από μερικές μέρες με πήρε ο Αστυνόμος της Μήλου για κάποια άλλη υπόθεση. -Α, δεν σου είπα, μου είπε, ξέρεις πού ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά τελικά, όπως μάθαμε μετά από δυο-τρεις μέρες;
-Πού ήταν; Ρώτησα. -Τα είχαν φουντάρει στη θάλασσα ακριβώς κάτω από το καΐκι και, με όλη αυτή τη φασαρία τον εκνευρισμό και τις φωνές, ξεχάσαμε να ελέγξουμε και το σημείο αυτό!
-Άρα ήταν καλά διαβασμένοι οι λεβέντες! Γιαυτό μας παίξανε όλη αυτή την ωραία παράσταση! Είπα. Και μάλιστα πέτυχαν το σκοπό τους…
Όταν πήγα στην Αθήνα, πέρασα μια βόλτα από το Μοναστηράκι, όπου από χρόνια συνηθίζω, να πηγαίνω στο παζάρι και να αγοράζω παλιά νομικά βιβλία. Περπατώντας στην οδό Αθηνάς, συνάντησα τον ξανθοκόκκινο, εκείνο τον κοντό, που μας είπε και μας έκανε τα πιο πολλά καψώνια τότε στη Μήλο. Κοιταχτήκαμε. Πρέπει να με γνώρισε, αλλά με προσπέρασε αδιάφορα. Τον κοίταζα από μακριά, μέχρι που χάθηκε στο πλήθος… Ήταν ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που δεν σου γέμιζε το μάτι… Ήταν, όπως λένε, «μιας καρπαζιάς άνθρωπος»!
Όμως μας τα έκανε όλα αυτά επικαλούμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα, που δήθεν του καταπατούσαμε!… Και αμέσως γινόταν τεράστιος! Και εμείς με τα όπλα στα χέρια (!) αυτομάτως γινόμασταν ταπεινοί υπηρέτες και τηρητές της νομιμότητας, δηλαδή αδύναμοι και ασήμαντοι μπροστά σε αυτόν, που μας κατηγορούσε! Αυτός φώναζε συνεχώς, ότι παρανομούμε, και εμείς έπρεπε συνεχώς να αιτιολογούμε τη νομιμότητα της κάθε πράξης μας υπό τα ειρωνικά του σχόλια και τις ύβρεις του! Αυτό ήταν το πανέξυπνο παιχνίδι του! Το παιχνίδι όλων τους… Και το αποτέλεσμα ήταν η έρευνα να μην μπορεί να γίνει, και τελικά δεν έγινε, προσεκτικά και μεθοδικά, και έτσι τα ναρκωτικά δεν βρέθηκαν. Γιατί εμείς έπρεπε συνεχώς να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε τις προσβολές τους και όλον αυτό τον παραλογισμό… Και να δίνουμε συνεχώς εξηγήσεις. Γιατί έπρεπε με πολύ προσοχή και με ακόμη περισσότερο σεβασμό να εφαρμόσουμε το Σύνταγμα και τους νόμους, που οι αναρχικοί με τόσο καμάρι και τόση αλαζονεία καταπατούσαν προκλητικά, επικαλούμενοι ότι εμείς τα παραβιάζουμε!… Πλήρης σχιζοφρένεια δηλαδή! Ή μάλλον πανέξυπνο και σατανικό παιχνίδι άσκησης ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων εξουσίας. Με πρόφαση δήθεν την πιστή εφαρμογή των νόμων! Μετά από αυτά, περίμενα την εξέλιξη της προκαταρκτικής εξέτασης, προσπαθώντας να μην πολυσκέφτομαι, αν οι αναρχικοί με είχαν βάλει στη μαύρη λίστα, και αν θα με τιμωρούσαν μετά από καιρό. Και φοβόμουνα και λίγο… Είχαν γίνει άλλωστε μέχρι τότε αρκετές επιθέσεις… Όμως, τα σκεφτόμουνα όλα αυτά και μονολογούσα… Για φαντάσου, έλεγα!… Να φοβάσαι μήπως κινδυνεύεις, επειδή έκανες το χρέος σου! Και να αναρωτιέσαι, μήπως τάχα τώρα μπήκες μέσα στο σύστημα και, «καταχρώμενος την εξουσία σου», συγκρούστηκες με το «δημοκρατικό λαό»; Ποιο λαό; Ο λαός ήταν αυτοί; Ο λαός, που αγωνίστηκε και έφερε τη Δημοκρατία και το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν αυτοί; Και η Δημοκρατία, και η άσκηση του ελέγχου της εξουσίας, για τις οποίες αγωνίστηκαν τόσοι, τόσα χρόνια, ήταν αυτή η αισχρή κωμωδία και οι προσβολές τους, που έζησες στη Μήλο; Και τώρα θα τιμωρηθείς από τους αναρχικούς; Θα τιμωρηθείς για αδικήματα, που καθορίζουν οι ίδιοι κατά το δοκούν; Οι αναρχικοί θα αποφανθούν δηλαδή, ότι εσύ είσαι η συντήρηση, η οπισθοδρόμηση, το κατεστημένο, η αντίδραση, που παρανομεί, και ότι οι ίδιοι είναι η πρόοδος και η Δημοκρατία! Αυτοί μόνοι τους θα κρίνουν ότι τότε εσύ παραβίασες το νόμο και ότι οι ίδιοι ενήργησαν νόμιμα και συνταγματικά; Και θα σε καταδικάσουν; Για φαντάσου!… Όμως, όσο και αν τα σκέφτομαι όλα αυτά μέχρι και σήμερα ακόμη, καταλήγω πάντα στο συμπέρασμα, ότι τότε έπραξα αυτό που έπρεπε, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και του νόμου. Αλλά φαίνεται, πως από τότε έχει αρχίσει να ξημερώνει κάποια άλλη εποχή… Εύχομαι να είναι καλύτερη, δικαιότερη και σωστότερη από τη σημερινή. Όμως αμφιβάλλω, γιατί από εκείνη την περιπέτεια στη Μήλο τον Ιούλιο του 1985 πέρασαν τριάντα δύο χρόνια, και δεν έγινε τίποτα προς το καλύτερο! Ή μάλλον έγινε, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση! Οι αναρχικοί είναι σήμερα περισσότερο σεβαστοί από τότε!… Και μια και μιλάμε για απομυθοποίηση, αυτή την απομυθοποίηση που μας κάνανε τότε, και με τόσο χυδαίο τρόπο οι αναρχικοί, αυτή, θα πρέπει οι κοινωνίες, αφού τη δέχονται, να τη δεχτούν και σε όλους τους άλλους τομείς, και σε όλους τους άλλους θεσμούς τους, και σε όλα τα άλλα μέλη τους… Ακόμη και στους αναρχικούς, που μέχρι και σήμερα εξυβρίζουν, απειλούν ή με το πρόσχημα της διαμαρτυρίας καίνε ή καταστρέφουν δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, και αυτό γίνεται σεβαστό ως… έκφραση της Δημοκρατίας!… Αλήθεια όμως, αυτούς, ποιος, πότε, και πώς θα τους απομυθοποιήσει; ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ 2019 “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΦΩΣ” Β’ ΤΟΜΟΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΕΡΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΘΕΜΙΔΑ) ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2279433372370746&set=pcb.2279433479037402&type=3&theater     O δεύτερος τόμος της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Βασίλη Παπακώστα με τίτλο “Αναζητώντας Φως” και υπότιτλο: «Από την Ευτέρπη μέχρι τη Θέμιδα» είναι γεγονός και κυκλοφορεί από τον Ιούλιο 2019 από τις Εκδόσεις Ελκυστής.
(Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας περιγράφει κυρίως τους ανθρώπους, που είχαν κάτι σημαντικό να πουν. Δηλαδή αυτούς που εξέπεμπαν ΦΩΣ! Αυτό το φως των ανθρώπων – η ομορφιά της ψυχής, η σοφία, η ευαισθησία, το ήθος τους – είναι το κύριο επιθύμημα, το κύριο αιτούμενο του συγγραφέα. Αυτό αναζητούσε, αυτό αναζητά να αποκομίσει από τους ανθρώπους, για να γίνει καλύτερος. Και αυτό, όταν το συναντάει ή το ανακαλύπτει τον κάνει ευτυχή. Τον κάνει άνθρωπο. Το βιβλίο λοιπόν αυτό περιγράφει την αναζήτηση αυτού του Φωτός. Και τούτο γιατί ο συγγραφέας πιστεύει ότι το ταξίδι του μέσα στην καρδιά και κυρίως μέσα στην ψυχή των ανθρώπων είναι το πιο συναρπαστικό και το πιο σημαντικό από όλα τα ταξίδια που έκανε και που συνεχίζει να κάνει, ανεξάρτητα από το αν κατάφερε ή αν καταφέρνει να αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων. Γιατί πιστεύει ότι όταν αυτός θα φύγει, αυτό θα μείνει, όσο μείνει, στις μνήμες των ανθρώπων.).
Το βιβλίο περιέχει και έξι τραγούδια σε στίχους, μουσική, ενορχήστρωση και ερμηνεία του ίδιου του συγγραφέα Βασίλη Παπακώστα σε μορφή QR code.                                                                                                                                                   https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2279433372370746&set=pcb.2279433479037402&type=3&theater