ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ (ΜΗΛΟΣ – ΙΟΥΛΙΟΣ 1985 – ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ)

Μ Η Λ Ο Σ – Ι Ο Υ Λ Ι Ο Σ 1 9 8 5 ( Μ Ι Α Π Ε Ρ Ι Π Ε Τ Ε Ι Α) Αναρωτιέμαι αν η απομυθοποίηση είναι ένα από τα ζητούμενα των καιρών μας ή ένας από τους στόχους του σύγχρονου πολιτισμού. Γιατί, ως γνωστόν, υπηρετεί την άσκηση του ελέγχου και οδηγεί στην καταπολέμηση της αλαζονείας και στην πρόληψη της κατάχρησης της εξουσίας, που και οι δύο είναι, και σκοποί και περιεχόμενο της Δημοκρατίας. Όμως, για να πετύχει τους στόχους της, θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό τον όρο της καθολικότητας. Δηλαδή να απευθύνεται από τους πάντες προς τους πάντες και να ασκείται επί ίσοις όροις. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό θα καταστεί ποτέ δυνατό, γιατί η πείρα των τελευταίων σαράντα ετών διδάσκει τα αντίθετα… Σκεπτόμενος όμως αισιόδοξα, νομίζω πως αυτή η τάση κάτι καλύτερο θα γεννήσει, αν βέβαια εφαρμοστεί δίκαια και ασκηθεί από όλους προς όλους. Εύχομαι λοιπόν να δούμε καλύτερες μέρες. Κάποτε… Η γεύση όμως και η εμπειρία της απομυθοποίησης δεν είναι καθόλου ευχάριστες, όταν ενσαρκώνεις τον απομυθοποιούμενο θεσμό. Γιατί όταν βρίσκεσαι στα σημεία τριβής και σύγκρουσης, τα πράγματα γίνονται τουλάχιστον ανησυχητικά, και μπορεί να γίνουν και επικίνδυνα. Και γιατί δοκιμάζονται πολύ και οι αντοχές σου. Αλλά, δεν πειράζει, θα έλεγα. Ας δοκιμαστούν… Να δοκιμαστούν όμως και οι αντοχές όλων, με βάση την αρχή της ισότητας! Με βάση την αρχή των ίσων ευκαιριών! Όχι μονομερώς και όχι καταχρηστικά! Και κυρίως όχι υποκριτικά!…
Θυμάμαι την πρώτη φορά, που θα ανέβαινα ως δόκιμος Ειρηνοδίκης στη έδρα του Δικαστηρίου, λίγες μέρες μετά την εμφάνισή μου στην Ερμούπολη και την ανάληψη των καθηκόντων μου στο Πρωτοδικείο Σύρου. Είχαμε Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Ξύπνησα το πρωί με πολύ τρακ και αγωνία, και ενώ από τις προηγούμενες μέρες είχα μελετήσει τις δικογραφίες, και ενώ θα ήμουν αριστερός στη σύνθεση του Δικαστηρίου με τον πολύπειρο Πρόεδρο Πρωτοδικών στη μέση και τον Νικήτα, έναν παλιό Πρωτοδίκη δεξιά, ήμουνα πολύ ανήσυχος για το τι θα συνέβαινε. Ήταν η πρώτη φορά που θα ανέβαινα στην έδρα! Πήρα λοιπόν το δρόμο για το δικαστήριο, που στεγαζόταν σε εκείνο το φανταστικό κτήριο στην κεντρική πλατεία της Ερμούπολης, ενώ το μυαλό μου έτρεχε σε χίλια δυο πράγματα, νομικά και πραγματικά, που θα έπρεπε να θυμηθώ σε λίγο. Έφτασα μπροστά στο κτήριο των δικαστηρίων και αντίκρισα τους νησιώτες, που είχαν έρθει από διάφορα νησιά με το νυκτερινό καράβι στη Σύρο και κάθονταν μισοκοιμισμένοι από το ξενύχτι και την κούραση στα σκαλιά του κτηρίου, για να έρθει η ώρα. Όταν αντίκρισα τα λιοκαμμένα πρόσωπά τους, με έπιασε ένα δέος και είπα μέσα μου: «Θεέ μου, είμαι άραγε άξιος, να δικάσω αυτούς τους ανθρώπους;». Προφανώς είχα μυθοποιήσει το ρόλο του δικαστή και τη σπουδαιότητα της δίκης, είχα εξιδανικεύσει την απονομή της δικαιοσύνης και τους λειτουργούς της. Γιατί, τι θα έκανα; Θα ήμουνα ο τελευταίος στη σύνθεση και θα έκανα ελάχιστα πράγματα, γιατί οι άλλοι ουσιαστικά θα δίκαζαν… Όμως πίστευα, ότι επρόκειτο να κάνω κάτι πολύ σπουδαίο! Και τώρα ακόμη, που το σκέφτομαι, μετά από τριάντα πέντε χρόνια η γνώμη μου δεν είναι πολύ διαφορετική από τότε. Θα έκανα κάτι πολύ σπουδαίο και έπρεπε να είμαι αληθινός δικαστής. Με ήθος. Αυτό ήταν το ζητούμενο, και γιαυτό είχα το άγχος. Και το άγχος αυτό το θυμάμαι με νοσταλγία και συγκίνηση… Ήρθαν όμως κάποια γεγονότα μετά από δύο χρόνια, που με δίδαξαν ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο αθώοι, ούτε τόσο καλοπροαίρετοι, όσο μου φάνηκαν τότε εκείνοι οι ταλαιπωρημένοι, οι απλοί νησιώτες, που περίμεναν μισοκοιμισμένοι στα σκαλιά του δικαστικού μεγάρου. Έπρεπε να έρθει η περιπέτεια του Ιουλίου του 1985 στη Μήλο για να με προσγειώσει στην πραγματικότητα… Ήταν μέσα Ιούλη 1985 και έλαβα μια παραγγελία στην Κύθνο, όπου υπηρετούσα, για κατ΄οίκον έρευνα στη Μήλο. Ευχαρίστως, όπως πάντα, τη δέχτηκα, για να ξεκουραστώ λίγο από το φόρτο της αφόρητης καλοκαιρινής δουλειάς μου στην Κύθνο, όπου ασκούσα και τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου και του υποθηκοφύλακα. Από ένα τηλεφώνημα, που είχα από το φίλο μου το Βασίλη τον Ειρηνοδίκη Σερίφου, έμαθα πως τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο απλά στη Μήλο. Ο Βασίλης μου είπε ότι δεν θα ήθελε να είναι στη θέση μου!… Δεν έδωσα μεγάλη σημασία στα λεγόμενα του Βασίλη και, όπως από νοοτροπία ή από αφέλεια δεν φοβάμαι τις δυσκολίες, ξεκίνησα στις 16-7-1985 το απόγευμα για τη Μήλο με το πλοίο «Κίμωλος». Έφτασα και αμέσως ήρθα σε επαφή με τον Αστυνόμο και τον Τελώνη της Μήλου, από τους οποίους έμαθα ότι ήταν έρευνα για ναρκωτικά σε ένα κέντρο διασκεδάσεως και σε ένα καΐκι στην άλλη άκρη του νησιού. Όμως οι πληροφορίες έλεγαν ότι οι ερευνώμενοι ήταν αναρχικοί και ότι τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Οι αστυνομικοί είχαν προετοιμαστεί για σοβαρή επιχείρηση, ενώ εγώ ήμουν απλώς περίεργος να δω πού θα πηγαίναμε, γιατί στις τόσες φορές που είχα πάει στις Κυκλάδες για δικαστήρια, δεν είχα ποτέ συναντήσει αναρχικούς.
Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε και συναντηθήκαμε στο δρόμο με την υπόλοιπη δύναμη, με την οποία έγινε συνεννόηση για αστυνομική επιχείρηση, όπως στις αμερικάνικες ταινίες, για το πού και πώς θα έμπαινε ο καθένας στο κέντρο, φτάσαμε, μετά από ταξίδι είκοσι λεπτών με τα αυτοκίνητα, στο χώρο της έρευνας και εκεί χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, η μια με τον Αστυνόμο για το κέντρο «Αλδεβαράν» και η άλλη με τον Τελώνη για το καΐκι, που είχε το ίδιο όνομα και ήταν αγκυροβολημένο λίγο πιο πέρα. Ένας αστυφύλακας, που από ώρες πριν παρακολουθούσε το χώρο, μας είπε, ότι μόλις προ ολίγου είχε μπει στο κέντρο μια παρέα και, κατά τα φαινόμενα θα παρέμενε εκεί αρκετή ώρα. Η ώρα ήταν 02.45 της 17-7-1985 και ο Αστυνόμος αποφάσισε να μπούμε με δύναμη δέκα περίπου ανδρών, από τους οποίους οι τρεις θα είχαν περίστροφα για λόγους ασφαλείας. Οι ερευνώμενοι ήταν μια παρέα δέκα περίπου Ελλήνων, και, όπως έλεγαν οι πληροφορίες, με αρκετό ποινικό παρελθόν. Όταν ακούστηκε από τον Αστυνόμο το «Πάμε!», μου πέρασαν από το μυαλό τα λόγια του Βασίλη, που μου είχε πει πριν κάποιες ώρες στο τηλέφωνο: «Ποτέ να μη μπαίνεις πρώτος για κατ’ οίκον έρευνα, γιατί θα τις φας πρώτος!». Όμως η αξιοπρέπειά μου δεν μου επέτρεπε, να είμαι πίσω από τους νεαρούς αστυφύλακες και έτσι μπήκα δίπλα στον αστυφύλακα που ήταν πρώτος και είχε περίστροφο στο χέρι του. -Ακίνητοι! Ψηλά τα χέρια! Φώναξαν οι αστυνομικοί. Ο χώρος ήταν ανοιχτός, υπαίθριος και προσιτός σε όλους κατά τη νύχτα, όπως λέει και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Μέσα στο μαγαζί ήταν δύο παρέες, μια μεγάλη από δέκα περίπου Έλληνες, στην οποία και απευθυνόμαστε, και μια μικρή από τρεις ξένους, η οποία δεν μας ενδιέφερε. Παρά την καταδρομική προετοιμασία της επιχείρησης και τα όπλα που έφεραν οι αστυφύλακες, δεν είχα καθόλου τρακ. Είχα κάνει άλλωστε αρκετές κατ΄οίκον έρευνες στη μέχρι τότε μικρή θητεία μου. Οι θαμώνες εξεπλάγησαν και δεν έφεραν καθόλου αντίσταση, ενώ εγώ αναρωτιόμουν, γιατί τόση προετοιμασία και προφυλάξεις από την αστυνομική δύναμη. Δεν ήξερα όμως, τι θα ακολουθούσε… Αμέσως οι αστυνομικοί σήκωσαν τους Έλληνες από τις θέσεις τους και τους έβαλαν να βλέπουν τον τοίχο με τα χέρια τους ψηλά να ακουμπούν στο τοίχο, και άρχισαν τη σωματική τους έρευνα, για να βρουν ναρκωτικά επάνω τους. Μόλις όμως πέρασε ο πρώτος αιφνιδιασμός τους, οι πεπειραμένοι περί τα τοιαύτα, όπως αποδείχτηκε, ερευνώμενοι συνήλθαν και πέρασαν στην αντεπίθεση! Άρχισαν δηλαδή να διαμαρτύρονται πολύ έντονα με φωνές, κινήσεις, γέλια και ειρωνείες. Τους δήλωσα, για να τους καθησυχάσω, ότι είμαι εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής και για ό,τι θέλουν σχετικά με τη νομιμότητα της έρευνας, μπορούν να απευθύνονται σε μένα. Αυτοί όμως ήταν μαθημένοι ή μάλλον καλά εκπαιδευμένοι για τέτοιες περιπτώσεις και είχαν σκοπό να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς, που τους ερευνούσαν και να δημιουργήσουν σύγχυση. Για το λόγο αυτό, την ώρα που τους έψαχναν, με ρωτούσαν ασταμάτητα φωνάζοντας: ,
-Τώρα τι κάνω; Τι παράβαση κάνω; Πες μου τι συμβαίνει; Τους είπα, επαναλαμβάνοντας τη διάταξη του νόμου, ότι γίνεται έρευνα για «αυτοφώρως διαπραττόμενο πλημμέλημα», αλλά αυτοί δεν είχαν σκοπό να επιχειρηματολογήσουν νομικά μαζί μου, και συνέχισαν με περισσότερη ένταση τις διαμαρτυρίες τους. Κάτι κοπέλες που ήταν στην παρέα τους, ερευνώμενες και αυτές, άρχισαν να γελάνε δυνατά και να ειρωνεύονται τους αστυφύλακες. Τότε ένας ψηλός και χοντρός νεαρός αστυφύλακας, για να τις επαναφέρει στην τάξη τους φώναξε: «Σκασμός!» και έτρεξε προς το μέρος τους σπρώχνοντας μια καρέκλα, που ήταν μπροστά του και του έκλεινε το δρόμο. Η καρέκλα αυτή έπεσε επάνω σε κάτι άλλες καρέκλες κάνοντας θόρυβο, αλλά χωρίς να σπάσει τίποτα, ούτε και να χτυπήσει κανέναν. Αυτό όμως ήταν η αφορμή. Οι ερευνώμενοι είχαν πετύχει το σκοπό τους! Να προκαλέσουν τους αστυνομικούς και αυτοί να τους φερθούν «με σκληρότητα». Δύο από τους ερευνώμενους, ένας μάλλον ψηλός μελαχρινός με μουστάκι και ένας ξανθοκόκκινος με κοντό μαλλί, μάλλον κοντός απευθύνθηκαν σε μένα:
-Ποιος είναι ο δικαστικός; -Εγώ. Είπα. -Τι τους αφήνεις τους μπάτσους και μας χτυπάνε και κάνεις τα στραβά μάτια; Ειρηνοδίκης είσαι ή σκατά; Αλλά, σας ξέρω εγώ εσάς, όταν μας βαράνε οι μπάτσοι, εσείς κάνετε τα στραβά μάτια!
Αμέσως το μυαλό μου πήγε στα παλιά τα χρόνια, που οι ωμότητες της Αστυνομίας ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Τώρα όμως, ό,τι και να γινόταν, δεν θα επέτρεπα να γίνει τίποτα άδικο εις βάρος των ερευνώμενων. Άλλωστε δεν είχε γίνει τίποτα. Τους είπα λοιπόν ψύχραιμα ότι δεν έγινε τίποτα σοβαρό. Τότε ο κοντός μου είπε:
-Εσύ ρε, δεν είσαι Ειρηνοδίκης, είσαι Καραγκιόζης! Συγκρατήθηκα, αν και έτρεμα από τα νεύρα μου, γιατί σκέφτηκα, ότι όλα αυτά τα κάνουν οι ερευνώμενοι, για να αποπροσανατολίσουν την έρευνα από τα ναρκωτικά, και ενδεχομένως να τα φυγαδεύσουν… Ένας από αυτούς πήρε ένα μπουκάλι ούζο, που ήταν επάνω σε ένα τραπέζι, και άρχισε να πίνει. Ο Αστυνόμος του το πήρε και του είπε ότι θα πιεί όταν τελειώσει η έρευνα και φύγουμε. Κάποιοι ερευνώμενοι, βλέποντας έναν αστυφύλακα, που ήταν ντυμένος με φόρμα στρατιωτική και κρατούσε σε όλη τη διάρκεια της έρευνας στο ένα χέρι φακό αναμμένο και στο άλλο χέρι περίστροφο, άρχισαν πάλι τα σχόλια και τις ειρωνείες εις βάρος του και εις βάρος της αστυνομικής δύναμης. Τότε τους είπα: -Τι σας ενοχλεί, που κρατάει πιστόλι;
Και τότε αυτοί μου είπαν προκλητικά: -Σου έχουνε τραβήξει ποτέ πιστόλι μπροστά στα μούτρα σου εσένα;
-Ναι! Τους είπα. Επί Χούντας! Τότε αρχίσανε να γελάνε εις βάρος μου και να με κοροϊδεύουν: -Ρε Μήτσο, έλα να δεις εδώ ρε! Πέσαμε σε «αντιστασιακό»! Κοίτα ρε ένα μούτρο για αντιστασιακός! Χα, χα, χα. Κοίτα ρε ένα μούτρο! Σκέφτηκα τότε: «Αχ, να σε είχα τότε επί Χούντας στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας ή στο στρατό και να έβλεπα, αν θα έκανες το μάγκα… Τώρα υπάρχει δημοκρατία και σε σέβονται. Γιαυτό κάνεις το μάγκα. Τότε θα σε είχαν κάνει μαύρο στο ξύλο και δεν θα μίλαγες καθόλου…». Ο χοντρός ο αστυφύλακας θυμωμένος πήγε να τους πει κάτι και τότε ο κοντός–ξανθοκόκκινος πήγε κοντά του, στάθηκε μπροστά του παλικαρίσια και, ακουμπώντας κωμικά το στήθος του στο δικό του, ενώ το κεφάλι του έφτανε μετά βίας στο λαιμό του αστυφύλακα, σήκωσε το χέρι του απειλητικά και, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με θυμό, του είπε: -Εγώ ρε θα σε βρίζω και θα σου λέω ό,τι θέλω, αλλά εσύ θα μου λες: «Μάλιστα κύριε! Ό,τι θέλετε κύριε!». Γιατί εγώ ρε, είμαι φορολογούμενος πολίτης και σε πληρώνω ρε, και από τα λεφτά μου τρως! Ακούς ρε ρεμάλι; Ο αστυφύλακας στεκόταν προσοχή ακίνητος και έτρεμε ολόκληρος από τα νεύρα του, ενώ το χέρι του, που κρατούσε το περίστροφο, πήγαινε πέρα δώθε από τον εκνευρισμό του. Το όπλο τού ήταν άχρηστο, γιατί δεν μπορούσε με αυτό, όπως νόμιζε, να φοβίσει τον καλά εκπαιδευμένο αναρχικό, ο οποίος είχε καταφέρει μόνο με τα λόγια, να τον αντιμετωπίσει, αποτελεσματικά και μάλιστα εξευτελίζοντάς τον. Έτσι στη συνέχεια, απευθυνόμενος και σε μένα που ήμουνα ακριβώς δίπλα, μου είπε θριαμβευτικά:
-Εδώ, δεν ξέρετε πού έχετε πέσει! Έχετε πέσει στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα! Θα σας φτιάξουμε καλά εμείς! Μην ανησυχείτε. Θα δείτε… Εγώ χαμογέλασα και σκέφτηκα: «Τι να σου κάνω που πρέπει να εφαρμόσουμε το νόμο. Αν δεν υπήρχε ο νόμος, που πρέπει να τον σεβαστούμε και να τον εφαρμόσουμε, θα τα λέγαμε…». Βλέποντάς με να χαμογελάω ο αστυφύλακας λυτρώθηκε και πλησιάζοντάς με μου ψιθύρισε στο αυτί: -Κύριε Ειρηνοδίκη συγχαρητήρια για την ψυχραιμία σας…
-Σιγά τους μάγκες… Του ψιθύρισα και εγώ χαμογελώντας… Εκείνη τη στιγμή ήρθε από τα κάτω δωμάτια του μαγαζιού, στα οποία έμεναν οι ερευνώμενοι, ένας ακόμη μελαχρινός κοντός με μούσι, και όταν κατάλαβε τι γινόταν, άρχισε και αυτός να ειρωνεύεται και να κοροϊδεύει την έρευνα και την αστυνομική δύναμη. Όταν μάλιστα οι αστυφύλακες τον έβαλαν στον τοίχο με ψηλά τα χέρια για σωματική έρευνα, ο άλλος ο κοντός και ξανθός του είπε: -Πρόσεχε ρε Βλάση, μη σου φύγει καμιά πορδή και τους κλάσεις! Και απευθυνόμενος σε μένα μου είπε:
-Είσαι Ειρηνοδίκης; -Ναι. Είπα. -Δώσε μου την ταυτότητά σου! Έβγαλα την ταυτότητά μου και του την έδωσα. Την κοίταζε πολύ ώρα, και παρατηρούσε μια τη φωτογραφία μου και μια το πρόσωπό μου, για να διαπιστώσει δήθεν, αν είμαι εγώ ο ίδιος… Μετά από μερικά λεπτά, αφού την πήρα πίσω, κατάλαβα ότι όλη αυτή η ιστορία δεν έχει τέλος και ότι οι ερευνώμενοι δεν είχαν σκοπό να προασπίσουν τη νομιμότητα της έρευνας, αλλά ότι επιδίωκαν να μας εξευτελίσουν και να δημιουργήσουν οξύτητα, με σκοπό να την εκμεταλλευτούν. Έτσι μπήκα μέσα στα δωμάτια, που εκείνη τη στιγμή τα είχαν ανοίξει οι αστυνομικοί μαζί με τους διαμένοντες σε αυτά, και συνέχιζαν την έρευνα, ενώ οι διαμαρτυρίες και οι φωνές έξω στην αυλή συνεχίζονταν αμείωτες, με σκοπό να προκαλέσουν και να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς. Η έρευνα όμως δεν απέδιδε τίποτα. Ένα ζευγάρι ερευνώμενοι, (ο άντρας ήταν ένας από τους επιχειρηματίες του κέντρου), μας ρώτησαν, τι ψάχνουμε. Όταν τους είπαμε ότι ψάχνουμε για ναρκωτικά, ο σύζυγος, απευθυνόμενος σε μένα, είπε με σιγανή φωνή:
-Βρε παιδιά, εδώ θα κρύβαμε τη μαριχουάνα; Τι ψάχνετε; Χαμένος κόπος… Άλλωστε τώρα επιτράπηκε η χρήση των ναρκωτικών! Του είπα ότι γίνονται συζητήσεις για να επιτραπεί, αλλά νόμος δεν έχει ψηφιστεί ακόμη. Μέσα σε μια βαλίτσα βρέθηκε ένα γράμμα, που απευθυνόταν στη σύζυγό του και αναφερόταν στην κόρη της, μέλος και αυτή της μεγάλης παρέας, που ήταν έξω στην αυλή. Το γράμμα έλεγε ότι η μικρή είχε πάρει τον κακό το δρόμο και έκανε χρήση ναρκωτικών. Ο Αστυνόμος το ζήτησε για να βγάλει φωτοαντίγραφο και υποσχέθηκε να το επιστρέψει στην κυρία, που του είπε ότι το θέλει. Μέσα σε μια άλλη βαλίτσα βρέθηκε μια προκήρυξη κάποιας αναρχικής οργάνωσης της Λειβαδιάς με περιεχόμενο αντιεξουσιαστικό και ύφος οξύ, η οποία κατασχέθηκε από την Αστυνομία. Μέσα στην κουζίνα του κέντρου στα ψυγεία και στα ντουλάπια όπου έγινε έρευνα, δεν βρέθηκε τίποτα. Η παρέα όμως είχε και μουσικά όργανα ρεμπέτικης κομπανίας (μπουζούκια τρίχορδα, κιθάρες, μπαγλαμά). Όταν οι αστυφύλακες πήγαν να ψάξουν μέσα στις θήκες και στα όργανα αυτά, δέχτηκαν άλλη μια επίθεση από τους κατόχους τους: -Αυτά εκεί, μην τα πιάνετε, δεν είσαστε άξιοι!… Τι μπορεί να αισθάνεστε εσείς από αυτά τα όργανα, κωλόμπατσοι; Οι αστυνομικοί τους είπαν να τα ανοίξουν εκείνοι και να τους τα δώσουν. Έτσι και έγινε. Μόλις όμως ένας από τους ερευνώμενους έβγαλε ένα μπουζούκι από τη θήκη του, το ασπάστηκε με θεατρινίστικη ευλάβεια και ειρωνεία, σαν να έπαιζε σε παλιά ελληνική ταινία, και το έδωσε προσεκτικά σε έναν αστυνομικό. Όταν αυτός το πήρε στα χέρια του, του είπε ειρωνικά: -Πρόσεχε ρε, μην το σπάσεις. Είναι πολύτιμο και πανάκριβο! Κοίταξα τα όργανα. Είχα υπερδεκαπενταετή πείρα από τέτοια όργανα από τα νεανικά και τα φοιτητικά μου χρόνια. Αυτά τα όργανα ήταν παλιά, φτηνά, βρόμικα και μικρής αξίας, αλλά όλη αυτή η παράσταση του αναρχικού ήταν μια καλή αφορμή να τα μυθοποιήσει και να τρομοκρατήσει λίγο τους ερευνώντες… Τότε σκέφτηκα: «Πού να ξέρατε ότι όταν ο Ειρηνοδίκης έπαιζε επαγγελματικά αυτά τα όργανα, εσείς φοράγατε κοντά παντελονάκια…». Βγαίνοντας όμως έξω στην αυλή, ο ξανθός μου ζήτησε πάλι την ταυτότητά μου, για να τη δει, όπως είπε, γιατί, όπως προσποιήθηκε, δεν θυμόταν, αν την είχε δει προηγουμένως. Του έδωσα την ταυτότητα την υπηρεσιακή και μου ζήτησε την αστυνομική μου ταυτότητα. Ευτυχώς πρόσφατα είχα ανανεώσει την ταυτότητά μου με το νέο επάγγελμα, και τώρα έγραφε: «Ειρηνοδίκης». Όμως η ταυτότητα δεν ήταν ακόμη έτοιμη και μου είχαν δώσει μια βεβαίωση κατάθεσης με όλα τα στοιχεία της ταυτότητας και τη φωτογραφία μου, η οποία ως γνωστόν είχε ισχύ δελτίου ταυτότητας. Ο ξανθός όμως τάχα δεν ικανοποιήθηκε με όλα αυτά και μου είπε ειρωνικά: -Τι είναι αυτό ρε; Αυτό δεν είναι αστυνομική ταυτότητα! Αυτό είναι βεβαίωση ότι… γεννήθηκες! Τότε κατάλαβα, μετά από τόσα χρόνια, ότι δεν υπάρχει φασισμός μονάχα στην εξουσία, αλλά υπάρχει φασισμός και στη βάση, δηλαδή στο λαό! Και αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος φασισμός, γιατί δεν μπορείς να τον πολεμήσεις… Γιατί ασκείται εν ονόματι της Δημοκρατίας με την επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων. Η έρευνα, μετά από όλα αυτά, δεν απέδωσε τίποτα και έπρεπε να φύγουμε. Οι ερευνώμενοι ζήτησαν ταυτότητες από όλους του άνδρες της Αστυνομίας, αλλά δεν είχε κανένας τους. Οι αστυνομικοί όμως, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, τις φωνές και τον εκνευρισμό, δεν πήραν κανένα όνομα από τους ερευνώμενους, και κυρίως δεν προσήγαγαν κανέναν από αυτούς, που μας έβρισαν και μας πρόσβαλαν και τότε υπήρχε ακόμη το αδίκημα της «Περιύβρισης αρχής». Ο ψηλός ο αστυφύλακας όμως, έγινε στόχος των ειρωνικών σχολίων των θαμώνων από πριν, που έτρεμε χωρίς να μπορεί να πει και να κάνει τίποτα. Μάλιστα επειδή ήταν χοντρός οι αναρχικοί τον βγάλανε «Μπούλη». Όταν μάλιστα ξεκινήσαμε να φύγουμε για να πάμε το καΐκι, όπου μας περίμενε ο Τελώνης, και να συνεχίσουμε την έρευνα, οι θαμώνες μας γιουχάισαν και μας κατευόδωσαν με ωραίες φράσεις όπως:
-Απόψε θα γαμήσουμε το «Μπούλη»!
Και πολλές άλλες παρόμοιες…
Φύγαμε και πήγαμε κοντά στο μέρος, όπου ήταν δεμένο το καΐκι, στο οποίο δεν υπήρχε κανένας μέσα. Γρήγορα όλοι μαζί έψαξαν μέσα στο καΐκι και εγώ επέβλεπα, αλλά και πάλι δεν βρέθηκαν ναρκωτικά. Βρέθηκαν όμως κάποια άλλα πράγματα, που ενδιέφεραν κυρίως τον Τελώνη, γιατί πιστοποιούσαν παραβάσεις του Τελωνιακού Κώδικα. Μετά από αυτά δόθηκε η εντολή να φύγουν και οι δύο ομάδες και να γυρίσουμε στον Αδάμαντα. Εκεί κάναμε έναν πρόχειρο απολογισμό. Ο Τελώνης είπε ότι μέσα στο καΐκι είχαν βρεθεί διαβατήρια με σφραγίδες από ένα σωρό ευρωπαϊκές χώρες, ενώ τα επαγγέλματα των κατόχων των διαβατηρίων ήταν υδραυλικός, εργάτης κλπ., που δεν δικαιολογούσαν τόσο συχνά ταξίδια στην Ευρώπη. Ήταν φανερό ότι κάνανε διακίνηση ναρκωτικών και είχανε διεθνή καριέρα και εμπειρίες. Γιαυτό ήταν τόσο διαβασμένοι και μας κάνανε τόσα καψώνια… Άλλωστε οι πληροφορίες από το Λιμεναρχείο έλεγαν ότι, παρά το ότι οι ερευνώμενοι είχαν ψαροκάικο, δεν είχαν βγει ούτε μια φορά για ψάρεμα. Ο Τελώνης όμως κατάσχεσε μερικά αντικείμενα, που ήταν ατελώνιστα, με σκοπό να καλέσει τους κατόχους τους την άλλη μέρα για διατυπώσεις και στοιχεία. Αυτός τουλάχιστον κάτι αποκόμισε από όλη αυτή την περιπέτεια… Η ώρα ήταν 05.00 ξημερώματα της 17-7-1985 όταν τελειώσαμε. Μείναμε στο λιμάνι του Αδάμαντα μέχρι τις 06.00 και μετά πήγα για δύο ώρες ύπνο. Στις 09.00 ξεκίνησα με το ίδιο καράβι για την Κύθνο. Έφτασα και συνέχισα τη ζωή μου με τα συμβόλαια, τις μεταγραφές, τα αντίγραφα των συμβολαίων και τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου. Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες και είχα αρχίσει να ξεχνάω την περιπέτεια στη Μήλο, όταν ή Βάντα, η συνάδελφος Ειρηνοδίκης της Νάξου και ο Βασίλης, ο Ειρηνοδίκης της Σίφνου με πληροφόρησαν ότι στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 27-7-1985 υπήρχε άρθρο εναντίον μου, του Αστυνόμου Μήλου και 12 ενόπλων αστυνομικών της αστυνομικής δύναμης της Μήλου, ότι εισβάλαμε στο εστιατόριο με τα περίστροφα στο χέρι και με σπρωξιές και βρισιές υποχρεώσαμε πελάτες και προσωπικό (γύρω στα 20 άτομα), να σταθούν στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Ότι αφού τους κάναμε σωματική έρευνα, τους κρατήσαμε εκεί ακίνητους για δύο ώρες, ενώ ταυτόχρονα «ερευνούσαμε» το εστιατόριο, σπάζοντας κατά τη διάρκεια της έρευνας και μερικά τραπέζια και καρέκλες καθώς τα κλωτσούσαμε, ενώ την ίδια ώρα άλλοι αστυνομικοί «διενεργούσαν» έρευνα στο καΐκι, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν παρέλειψαν να σπάσουν μερικά συρτάρια, δημιουργώντας μια εικόνα λεηλασίας και έφυγαν παίρνοντας μαζί τους 2 ζευγάρια κιάλια, 2 κασετόφωνα, 1 ασύρματο τηλέφωνο και τον εξάντα του καϊκιού.
Όταν μετά από λίγες μέρες πήγα στην Αθήνα, αγόρασα την εφημερίδα, διάβασα τα παραπάνω και έφριξα! Οι ερευνώμενοι αναρχικοί μας το είχαν πει, ότι «θα μας φτιάξουν!». Είχαν προσβάσεις στον Τύπο, (η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ήταν γνωστή για τη συμπάθειά της στους αναρχικούς), και είχαν αρχίσει τη συκοφαντική εκστρατεία εναντίον μας, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια! Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Παναγιώτη Γρουμπό και τον Αντεισαγγελέα Εφετών Δημήτριο Σφυρή και τους ρώτησα, πώς μπορούσα να αμυνθώ σαν άτομο και σαν φορέας της υπηρεσίας και του δικαστικού σώματος. Ο Αντεισαγγελέας μου είπε:
-Βασίλη, πρέπει να ξέρεις, ότι όλα αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα, και ότι στην Αθήνα πολλές φορές κινδυνεύει η ζωή σου με τις έρευνες στους αναρχικούς. Τα σκέφτηκα όλα αυτά, και του είπα:
-Μα κύριε Εισαγγελέα, κάπου και κάπως πρέπει να ακουστεί η αλήθεια, για να μην παραπληροφορείται ο κόσμος από τα ψέματα, που γράφουνε οι εφημερίδες εναντίον των δικαστών.
Τότε αυτός μου είπε:
-Αχ, Βασίλη, αλίμονο αν το κάθε ψέμα, που γράφουνε εναντίον μας οι εφημερίδες, βγαίνουμε και το διαψεύδουμε και μπαίνουμε στο χορό των δηλώσεων, των αλληλοδιαψεύσεων και της φθοράς… Ο συμφοιτητής μου ο Γ. Βότσης, ο διευθυντής της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ», έχει, χρόνια τώρα, μεγάλη ευαισθησία για τους αναρχικούς, μην τυχόν και τους πειράξει κανένας… Όμως στείλε μου στην Εισαγγελία το δημοσίευμα να το δω, και θα δούμε τι θα γίνει. Έστειλα λοιπόν το φύλλο της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ» στην Εισαγγελία Εφετών Αιγαίου και μετά από λίγο καιρό ο Βασίλης με πήρε από τη Σίφνο, και μου είπε ότι, πήρε παραγγελία για προκαταρκτική εξέταση στη Μήλο, και μάλιστα πήγε και πήρε καταθέσεις από το Αστυνόμο και από τον Τελώνη. Μετά από λίγες μέρες ήρθε κατόπιν παραγγελίας ο Μανώλης ο Ειρηνοδίκης Σερίφου και πήρε κατάθεση και από μένα. Διάβασα όμως, ότι στις καταθέσεις τους ο Αστυνόμος και ο Τελώνης δεν ανέφεραν τίποτα για τις βρισιές και τις απειλές που δεχτήκαμε από τους αναρχικούς στη Μήλο. Σκέφτηκα, μήπως φοβήθηκαν, ή μήπως για λόγους τακτικής της περαιτέρω έρευνας ή ακόμη και για λόγους γοήτρου της υπηρεσίας δεν τα ανέφεραν όλα αυτά. Αναφέρανε μόνο, ότι δεν παρανομήσαμε εις βάρος των ερευνώμενων. Σκέφτηκα τότε, μήπως έπρεπε να μην καταθέσω και εγώ τίποτα για όλα αυτά, αλλά κατόπιν θεώρησα ότι κάποιος, κάπου, κάπως πρέπει να πει την αλήθεια. Γιαυτό και τα κατέθεσα συνοπτικά, γιατί όφειλα, να αναφέρω κάποια από τα τόσο ωραία εκείνα τα λόγια, που μας είπανε… Μετά από μερικές μέρες με πήρε ο Αστυνόμος της Μήλου για κάποια άλλη υπόθεση. -Α, δεν σου είπα, μου είπε, ξέρεις πού ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά τελικά, όπως μάθαμε μετά από δυο-τρεις μέρες;
-Πού ήταν; Ρώτησα. -Τα είχαν φουντάρει στη θάλασσα ακριβώς κάτω από το καΐκι και, με όλη αυτή τη φασαρία τον εκνευρισμό και τις φωνές, ξεχάσαμε να ελέγξουμε και το σημείο αυτό!
-Άρα ήταν καλά διαβασμένοι οι λεβέντες! Γιαυτό μας παίξανε όλη αυτή την ωραία παράσταση! Είπα. Και μάλιστα πέτυχαν το σκοπό τους…
Όταν πήγα στην Αθήνα, πέρασα μια βόλτα από το Μοναστηράκι, όπου από χρόνια συνηθίζω, να πηγαίνω στο παζάρι και να αγοράζω παλιά νομικά βιβλία. Περπατώντας στην οδό Αθηνάς, συνάντησα τον ξανθοκόκκινο, εκείνο τον κοντό, που μας είπε και μας έκανε τα πιο πολλά καψώνια τότε στη Μήλο. Κοιταχτήκαμε. Πρέπει να με γνώρισε, αλλά με προσπέρασε αδιάφορα. Τον κοίταζα από μακριά, μέχρι που χάθηκε στο πλήθος… Ήταν ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που δεν σου γέμιζε το μάτι… Ήταν, όπως λένε, «μιας καρπαζιάς άνθρωπος»!
Όμως μας τα έκανε όλα αυτά επικαλούμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα, που δήθεν του καταπατούσαμε!… Και αμέσως γινόταν τεράστιος! Και εμείς με τα όπλα στα χέρια (!) αυτομάτως γινόμασταν ταπεινοί υπηρέτες και τηρητές της νομιμότητας, δηλαδή αδύναμοι και ασήμαντοι μπροστά σε αυτόν, που μας κατηγορούσε! Αυτός φώναζε συνεχώς, ότι παρανομούμε, και εμείς έπρεπε συνεχώς να αιτιολογούμε τη νομιμότητα της κάθε πράξης μας υπό τα ειρωνικά του σχόλια και τις ύβρεις του! Αυτό ήταν το πανέξυπνο παιχνίδι του! Το παιχνίδι όλων τους… Και το αποτέλεσμα ήταν η έρευνα να μην μπορεί να γίνει, και τελικά δεν έγινε, προσεκτικά και μεθοδικά, και έτσι τα ναρκωτικά δεν βρέθηκαν. Γιατί εμείς έπρεπε συνεχώς να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε τις προσβολές τους και όλον αυτό τον παραλογισμό… Και να δίνουμε συνεχώς εξηγήσεις. Γιατί έπρεπε με πολύ προσοχή και με ακόμη περισσότερο σεβασμό να εφαρμόσουμε το Σύνταγμα και τους νόμους, που οι αναρχικοί με τόσο καμάρι και τόση αλαζονεία καταπατούσαν προκλητικά, επικαλούμενοι ότι εμείς τα παραβιάζουμε!… Πλήρης σχιζοφρένεια δηλαδή! Ή μάλλον πανέξυπνο και σατανικό παιχνίδι άσκησης ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων εξουσίας. Με πρόφαση δήθεν την πιστή εφαρμογή των νόμων! Μετά από αυτά, περίμενα την εξέλιξη της προκαταρκτικής εξέτασης, προσπαθώντας να μην πολυσκέφτομαι, αν οι αναρχικοί με είχαν βάλει στη μαύρη λίστα, και αν θα με τιμωρούσαν μετά από καιρό. Και φοβόμουνα και λίγο… Είχαν γίνει άλλωστε μέχρι τότε αρκετές επιθέσεις… Όμως, τα σκεφτόμουνα όλα αυτά και μονολογούσα… Για φαντάσου, έλεγα!… Να φοβάσαι μήπως κινδυνεύεις, επειδή έκανες το χρέος σου! Και να αναρωτιέσαι, μήπως τάχα τώρα μπήκες μέσα στο σύστημα και, «καταχρώμενος την εξουσία σου», συγκρούστηκες με το «δημοκρατικό λαό»; Ποιο λαό; Ο λαός ήταν αυτοί; Ο λαός, που αγωνίστηκε και έφερε τη Δημοκρατία και το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν αυτοί; Και η Δημοκρατία, και η άσκηση του ελέγχου της εξουσίας, για τις οποίες αγωνίστηκαν τόσοι, τόσα χρόνια, ήταν αυτή η αισχρή κωμωδία και οι προσβολές τους, που έζησες στη Μήλο; Και τώρα θα τιμωρηθείς από τους αναρχικούς; Θα τιμωρηθείς για αδικήματα, που καθορίζουν οι ίδιοι κατά το δοκούν; Οι αναρχικοί θα αποφανθούν δηλαδή, ότι εσύ είσαι η συντήρηση, η οπισθοδρόμηση, το κατεστημένο, η αντίδραση, που παρανομεί, και ότι οι ίδιοι είναι η πρόοδος και η Δημοκρατία! Αυτοί μόνοι τους θα κρίνουν ότι τότε εσύ παραβίασες το νόμο και ότι οι ίδιοι ενήργησαν νόμιμα και συνταγματικά; Και θα σε καταδικάσουν; Για φαντάσου!… Όμως, όσο και αν τα σκέφτομαι όλα αυτά μέχρι και σήμερα ακόμη, καταλήγω πάντα στο συμπέρασμα, ότι τότε έπραξα αυτό που έπρεπε, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και του νόμου. Αλλά φαίνεται, πως από τότε έχει αρχίσει να ξημερώνει κάποια άλλη εποχή… Εύχομαι να είναι καλύτερη, δικαιότερη και σωστότερη από τη σημερινή. Όμως αμφιβάλλω, γιατί από εκείνη την περιπέτεια στη Μήλο τον Ιούλιο του 1985 πέρασαν τριάντα δύο χρόνια, και δεν έγινε τίποτα προς το καλύτερο! Ή μάλλον έγινε, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση! Οι αναρχικοί είναι σήμερα περισσότερο σεβαστοί από τότε!… Και μια και μιλάμε για απομυθοποίηση, αυτή την απομυθοποίηση που μας κάνανε τότε, και με τόσο χυδαίο τρόπο οι αναρχικοί, αυτή, θα πρέπει οι κοινωνίες, αφού τη δέχονται, να τη δεχτούν και σε όλους τους άλλους τομείς, και σε όλους τους άλλους θεσμούς τους, και σε όλα τα άλλα μέλη τους… Ακόμη και στους αναρχικούς, που μέχρι και σήμερα εξυβρίζουν, απειλούν ή με το πρόσχημα της διαμαρτυρίας καίνε ή καταστρέφουν δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, και αυτό γίνεται σεβαστό ως… έκφραση της Δημοκρατίας!… Αλήθεια όμως, αυτούς, ποιος, πότε, και πώς θα τους απομυθοποιήσει; ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ 2019 “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΦΩΣ” Β’ ΤΟΜΟΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΕΡΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΘΕΜΙΔΑ) ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2279433372370746&set=pcb.2279433479037402&type=3&theater     O δεύτερος τόμος της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Βασίλη Παπακώστα με τίτλο “Αναζητώντας Φως” και υπότιτλο: «Από την Ευτέρπη μέχρι τη Θέμιδα» είναι γεγονός και κυκλοφορεί από τον Ιούλιο 2019 από τις Εκδόσεις Ελκυστής.
(Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας περιγράφει κυρίως τους ανθρώπους, που είχαν κάτι σημαντικό να πουν. Δηλαδή αυτούς που εξέπεμπαν ΦΩΣ! Αυτό το φως των ανθρώπων – η ομορφιά της ψυχής, η σοφία, η ευαισθησία, το ήθος τους – είναι το κύριο επιθύμημα, το κύριο αιτούμενο του συγγραφέα. Αυτό αναζητούσε, αυτό αναζητά να αποκομίσει από τους ανθρώπους, για να γίνει καλύτερος. Και αυτό, όταν το συναντάει ή το ανακαλύπτει τον κάνει ευτυχή. Τον κάνει άνθρωπο. Το βιβλίο λοιπόν αυτό περιγράφει την αναζήτηση αυτού του Φωτός. Και τούτο γιατί ο συγγραφέας πιστεύει ότι το ταξίδι του μέσα στην καρδιά και κυρίως μέσα στην ψυχή των ανθρώπων είναι το πιο συναρπαστικό και το πιο σημαντικό από όλα τα ταξίδια που έκανε και που συνεχίζει να κάνει, ανεξάρτητα από το αν κατάφερε ή αν καταφέρνει να αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων. Γιατί πιστεύει ότι όταν αυτός θα φύγει, αυτό θα μείνει, όσο μείνει, στις μνήμες των ανθρώπων.).
Το βιβλίο περιέχει και έξι τραγούδια σε στίχους, μουσική, ενορχήστρωση και ερμηνεία του ίδιου του συγγραφέα Βασίλη Παπακώστα σε μορφή QR code.                                                                                                                                                   https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2279433372370746&set=pcb.2279433479037402&type=3&theater

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ” Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΡΦΑΝΙΔΗ

link: https://elkistis.gr/product/kinonia-politon/

«Το δυνατόν γενέσθαι της φωτεινότητας και της διαφάνειας: ο κοινός πυρήνας της ποίησης του Καβάφη και του Ελύτη» (γράφει ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης)

Μπορούμε να φανταστούμε, γράφει ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά», τον χώρο της λυρικής δημιουργίας σαν μια νοητή έκταση, με δύο ακραία σημεία ή σαν μια σφαίρα με δύο πόλους και μια ζώνη περιφερειακή στη μέση. Τα Δημοτικά Τραγούδια, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός κατέχουν το κέντρο. Οι δύο πόλοι είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Οι ποιητές αυτοί των άκρων, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, σαν ιδιοσυγκρασίες και αντιλήψεις ζωής, με τόση άβυσσο διαφοράς περιεχομένου στα έργα τους, δεν είναι τυχαίο, πως ένιωσαν την ανάγκη να εκφραστούνε μ’ έναν ρυθμό ασυνήθιστο, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερο, ακόμη και με πρόζα πολλές φορές ρυθμική. Και οι δυό τους, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, έχουν τούτο το κοινό γνώρισμα : ότι δεν μετρούν τις αξίες που πιστεύουν ή προφητεύουν ή βλέπουν να χάνονται, με τα μέτρα της πλειοψηφίας.
Στο σημείο αυτό, ανοίγω παρένθεση, για να παραθέσω ένα ποίημα, του ενός εκ των δύο πόλων, αυτού του ποιητικού πλανήτη :

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μιά. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Αναδεικνύοντας ο Ελύτης στο ίδιο έργο τη λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου, σημειώνει ότι είναι προκλασικός και αποκλείεται να συγκαταλεχθεί στην παρακμή, γιατί έχει μία πίστη που την ομολογεί καὶ αντιλαμβάνεται τη ζωή θετικά, αφήνοντας τη θέση αυτή σ’ έναν άλλον μεγάλο ποιητή, τον Καβάφη. Παρακάτω αναφέρει, πως ανάμεσα στους αρχαίους λυρικούς, τον Κάλβο, τον Paul Éluard, τον Pierre – Jean Jouve, είναι και ο Καβάφης που του ξύπνησε το ενδιαφέρον για την ποίηση, η οποία, μέχρι τότε, του φαινόταν ένα φλύαρο και ανιαρό ρυθμοκόπημα, που μιλούσε για βουνά ή ποτάμια και έλεγε κοινοτοπίες. «Χρειάστηκε ο Καβάφης», γράφει, « για να αισθανθώ το τίναγμα – κάτι πολύ δυνατό, πω,πω, τί ήταν αυτό ; – παράξενο πράγμα». Μέχρι τότε, στα εννέα δέκατα των ποιημάτων που διάβαζε, τον απωθούσε κάτι που ευγενικά θα το ονόμαζε απουσία υπερηφάνειας και, διαφορετικά, πτωχοπροδρομισμό, μιζέρια, μικρολογία και, σε ύστατη ανάλυση, εύκολη φιλοσοφία. Στον Καβάφη έβρισκε τη ρυτίδα εκεί που η έμφυτη παρόρμησή του ήτανε να ξορκίσει τα γηρατειά του κόσμου.

Αναπτύσσοντας τη θέση του για την αντίσταση του έργου στη φθορά του χρόνου και για το πώς θα κερδίσει το έπαθλο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, δηλώνει, ότι πρέπει να είναι βυθισμένο, όσο περισσότερο γίνεται, σαν ουσία, στις ρίζες και στις πηγές ενός συγκεκριμένου τόπου και προσαρμοσμένο, σαν μορφή, στο γενικότερο αισθητικό πνεύμα της εποχής. Μέμφεται τούς προγενέστερους της γενιάς του ποιητές, οι οποίοι δεν αντελήφθησαν την αλήθεια τούτη, κυριευμένοι από ένα αδικαιολόγητο « σύμπλεγμα κατωτερότητας », την στιγμή που είχανε πίσω τους μεγάλες μορφές, σαν του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά, του Σικελιανού, του Καβάφη.

Όταν, λοιπόν, ο Ελύτης, μιλώντας για τον Καβάφη, αναφέρεται σε «passe – partout», δεν αναιρεί το « τίναγμα – πω, πω, τι ήταν αυτό ; ». Το επιβεβαιώνει. Συνειδητοποιεί την διεισδυτικότητα του Καβάφη, καθώς – αν και φαντάρος, που γύρω του σκάνε οβίδες και πέφτουν σφαίρες – δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σκέφτεται τις ποιητικές ιδέες που τον βασανίζουνε, ως άλλον Φερνάζη• συνειδητοποιεί, ότι η ποίηση του Καβάφη « προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις », υπό την έννοια, ότι αφορά στην ζωή του καθενός και όλων.

Αναφερόμενος εξάλλου στον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη με την βαθύτατη εκτίμηση και τον σεβασμό, που πραγματικά του αξίζουν, επισημαίνει, ότι σε ένα του ποίημα, απευθύνεται στον θεοποιημένο Καβάφη, καταγγέλλοντας με θάρρος την παρακμή με τον στίχο «αγάπησες ποτέ σου μιά Ρωξάνη ;».

Δεν υπάρχει αμφιβολία : Ο Ελύτης θεωρεί τον Καβάφη ποιητή της παρακμής. Αλλά, μεγάλο. Έναν από τους δύο πόλους της ποιητικής σφαίρας. Αργότερα, στην ομιλία που εξεφώνησε κατά την τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ, τον Κάλβο τον αντικατέστησε με τον Σολωμό. Τον Καβάφη, όμως, τον άφησε στη θέση του.

Έχει δίκιο ο Ελύτης να θεωρεί τον Καβάφη μείζονα ποιητή• έχει άδικο θεωρώντας ότι δεν αντιλαμβάνεται την ζωή θετικά• το αντίθετο συμβαίνει.

Στα έργα του Ελύτη και του Καβάφη υπάρχει μεν άβυσσος ύφους, υπάρχει άβυσσος διαφοράς περιεχομένου, με απλά λόγια διαφορετικό προσωπικό ύφος – γεγονός φυσικό για μείζονες ποιητές – ωστόσο ο πυρήνας είναι κοινός : Και οι δύο ποιητές, κατά βάθος και σαν ουσία ανθρώπινη, ανατρέπουν τις καθιερωμένες απόψεις της πλειοψηφίας. Το «Πρόσθεσις» εκφράζει επακριβώς την στάση ζωής του Ελύτη. Μήπως στην απονομή του Νόμπελ δεν λέει, ότι σε μία μικρόψυχη κοινωνία, η Ποίηση αντιπροσωπεύει τον μόνο χώρο, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση ; Όταν δε στο «Σηματολόγιο» γράφει :

«Είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα»

την στάση ζωής του Καβάφη εκφράζει.

Ο Καβάφης απεχθάνεται τόσο τον φυσικό, όσο και τον αφύσικο καθημερινό θάνατο εντός της μικρόψυχης κοινωνίας, ακριβώς όπως και ο Ελύτης• τούτο φαίνεται – μεταξύ άλλων – και στο «Όσο μπορείς», την αναγνωρισμένη εκδοχή του «Πρόσθεσις».
Τον θάνατο, ως φυσικό φαινόμενο, τόσο ο Ελύτης, όσο και ο Καβάφης, δεν τον «καλοπιάνουν»• αρνούμενοι να συμπεριφερθούν αγενώς στον εαυτό τους, δεν τον φοβούνται, ούτε τον αγνοούν, παρά αντιμετωπίζουν το φάσμα του με αξιοπρέπεια.
Ο Καβάφης αρνείται τα γλοιώδη χειροφιλήματα σε ένα από τα υποβλητικότερα ποιήματα της παγκόσμιας ποίησης :

«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μην ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου-
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Το να προτρέπουν ο Καβάφης και ο Ελύτης την πλειοψηφία να επιδείξει ευψυχία προς το αναπόφευκτο, συνιστά μέρος της ζωής και ταυτοχρόνως αξιοπρεπή στάση ζωής με την δική της αυθύπαρκτη αξία.
Αλλά, δεν αρκεί. Πρέπει να υπάρχει και μία πρόταση αξιοπρεπούς ζωής μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στο τέλος• χρειάζεται να προκύπτει από τα έργα τους, τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις θετικά την ζωή :

ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρείς,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους-
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά-
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδαγμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει-
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Στην Στοκχόλμη, ο Ελύτης ζητά να του επιτραπεί να μιλήσει στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας• και ιδού : Ο «απαισιόδοξος», ο «γέρος», ο «παρακμιακός» Καβάφης αποθεώνει τη ζωή. Ξετινάζει το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Παρουσιάζει το εν, που περικλείει τα μέρη και τα μέρη που συνθέτουν το εν. Θέτει κάθε έναν από μας ξεχωριστά, σε κάθε πατρίδα και όλους μας, στον πλανήτη, ενώπιον ενωπίω :

Η ζωή μας δόθηκε για να την απολαύσουμε και όχι για να υποφέρουμε. Πώς θα το καταφέρουμε; Μην σπαταλώντας την. Πώς δεν θα την σπαταλήσουμε; Με ανοιχτό μυαλό. Μαθαίνοντας σε όλη μας την πορεία. Μην μένοντας περιχαρακωμένοι, αλλά γνωρίζοντας νέους τόπους και παίρνοντας από αυτούς ό,τι θετικότερο προσφέρουν. Παίρνοντας…Όχι αρπάζοντας. Διατηρώντας ισορροπία καλλιέργειας μεταξύ σώματος και πνεύματος. Όμως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανθρώπινη αυτή ζωή, είναι η αποτίναξη κάθε ψευδοενοχής, κάθε ψυχικής καταπίεσης, κάθε ομαδικής νεύρωσης, όπως παρατηρεί ο Ελύτης στην ομιλία της απονομής.

Ικανός να ανατρέψει σε ατομικό επίπεδο, κάθε φόβο και ενοχή που επινοεί, κάθε σύστημα που τον γεμίζει με φόβο και ενοχές, να περάσει από το «νυν έχον», στο «δυνατόν γενέσθαι», όπως πάλι ο Ελύτης στην ομιλία του υπογραμμίζει, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Όχι. Ούτε το πνεύμα, ούτε η ύλη είναι ντροπή• όχι, δεν είναι αμαρτία. Αρκεί να κατανοήσουμε πως δεν υπάρχουν τέρατα (Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες), δεν υπάρχουν θεοί τιμωροί (θυμωμένος Ποσειδώνας). Δεν υπάρχουν «τέτοια» γράφει ο Καβάφης με περιφρόνηση. Πρόκειται για παραμύθια.

Στη ζωή, όμως, όντως υπάρχουν τέρατα : Καταπιεστικές προσωπικότητες, που θέλουν να σε καταστήσουν ψυχοσωματικά ανίκανο. Η δύναμή τους, ωστόσο, υφίσταται, μόνο αν σε κάνουν να τις φοβάσαι. Οπότε, ακόμα και ποτέ να μην τις συναντήσεις, θα τις φέρεις μέσα σου ψυχολογικά και αυτό αρκεί για να σε καταστρέψει. Επιδιώκουν να είσαι μικρόψυχος «Τρώας ». Να μην πιστεύεις στον εαυτό σου. Η ψυχή σου να ταράσσεται. Γι’ αυτό φροντίζουν να υψώσουν γύρω σου «Τείχη». Όμως, αν δεν ταράσσεται, τα ψυχολογικά τους τείχη θα σωριαστούν. Δεν θα τις σκέφτεσαι καν, αν δε χρειαστεί, θα τις αντιμετωπίσεις, χωρίς να τρομάξεις από τις κραυγές τους. Κι’ αυτές, σε τελευταία ανάλυση, παραμύθια είναι, τα οποία από σένα εξαρτάται να μην τα πιστέψεις.
Αν κάποτε η ανθρωπότητα, ο καθένας από μας, αρχίσει να μελετά και όχι να διαβάζει, μέσα από αυτό το ποίημα, θα αντιληφθεί, πως δεν χρειάζεται πια την ψυχανάλυση.

Μια τέτοια πορεία, ελεύθερη από την δεισιδαιμονία, αξίζει να διαρκέσει, όσο γίνεται περισσότερο. Όμως, για να είναι μία πορεία χαράς, μέσω της αέναης μάθησης, του απενοχοποιημένου έρωτα και της υλικής ευημερίας με καλαισθησία και όχι μία άσκοπη περιπλάνηση, χρειάζεται ένας στόχος, μία πυξίδα. Η πυξίδα αυτή είναι η ωθητική δύναμη για το ταξίδι. Είναι η έμπνευσή του. Μία ιδέα ανώτερη. Ένα ιδανικό. Οι ρίζες σου. Χρειάζεται ένας στόχος, τουλάχιστον. Μπορεί να είναι και περισσότεροι, όπως καταδεικνύει ο πληθυντικός της «Ιθάκης»• και εάν την βρεις φτωχική την Ιθάκη, αν, δηλαδή, όπως θα είσαι γέροντας, σκεφθείς, πως παρά το ωραίο ταξίδι, θα πεθάνεις, ταυτόχρονα, λόγω της σοφίας σου και της όλο νόημα εμπειρίας σου, θα συνειδητοποιήσεις, πως οι Ιθάκες ένα πράγμα σημαίνουν : Αν ζήσεις ελεύθερη ζωή, θα έχεις γνωρίσει την αθανασία, γιατί, δεν θα έχεις φοβηθεί τον θάνατο.

Παραθέτω τώρα το ποίημα του Ελύτη,

AD LIBIDUM

1. Είμαι άλφα χρονών κι Ευρωπαίος έως τη μέση
των Άλπεων ή των Πυρηναίων
το χιόνι μήτε που άγγιξα ποτέ

δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί
πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές
ό,τι απομένει αντέχει ακόμη

ως πότε
φίλοι

θα σηκώνουμε το αφορεσμένο παρελθόν
γιομάτο βασιλιάδες και υπηκόους

προσωπικά
νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι

που δεν του ‘μεινε καν μια πλάκα τάφου
μόνον άδεια οικόπεδα κοτρόνια μάντρες
κι ο απαρηγόρητος βοριάς
χτυπώντας πέρα στα ψηλά τα τείχη των εργοστασίων

έγκλειστοι όλοι μας εκεί δουλεύουμε όπως
άλλοτε μέσα στην Ιστορία

τα
Επερχόμενα

χρόνια χυμένα θα ‘λεγες ακάθαρτο πετρέλαιο
που του βάλανε φωτιά

βοήθεια

Rintrah roars and shakes
his fires in the burden’ d air

δύστυχο καταμόναχο ένα μου

τι θ’ απογίνεις
θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά

και πάει τετέλεσται

να τηνε από τώρα κιόλας

ντύνεται Μοίρα η Εξουσία και σου σφυράει

Ad Libitum.

2. Ξέρω
δε θα μου το συγχωρέσει ο χρόνος
που τον έβαλα σε δοκιμασία: ή εγώ ή εκείνος

προτείνω τη ζωή με την κάννη στον κρόταφο
και περιμένω

σβήνονται οι μάχες οι μεγάλες της Ισσού της Πραισθλαύας
του Αούστερλιτς
ευτυχώς δεν έχει μνήμη ο γύρω αέρας
επιμένει να μυρίζει ρόδο
και να σε τιμωρεί
την ώρα που πανάθλιος πεθαίνεις

έτοιμος στη σειρά πίσω απ’ τους άλλους
για τον έλεγχο των διαβατηρίων
μ’ έναν σάκο αεροπορικό στον ώμο
γέρνεις λίγο απ’ το ‘να μέρος
το μέρος της φθοράς

σε γλυκό χαμηλόφωνο τόνο ακούς μετά το καμπανάκι
αναχώρησις υπ’ αριθμ. 330 πτήσις της Panamerican
δια Ριάντ Καράτσι Νέο Δελχί Χογκ-Κογκ

αναλογίζεσαι τα όριά σου
πάντοτε μέσα στο κοπάδι
που τ’ οδηγεί μια συνοδός εδάφους
αδιάφορη εντελώς για την προσωπική σου τύχη

ενώ στο βάθος μια κινούμενη φευγαλέα οροσειρά
εξακολουθητικά σου δίνει την εντύπωση ότι ταξιδεύεις

περνάν μπρος απ’ τα μάτια σου
του Κάτω Κόσμου τ’ αγροκτήματα
με τις μαύρες φράουλες και τ’ ασύμμετρα ορχεοειδή

τους κρωγμούς των ορνέων
και την πλήρη απολίθωση

όπου μέλλει να ενταχθείς

συ ο μικρός
να τα βάλεις με τα φυσικά φαινόμενα
μεγεθυμένος μόνο από τη σκέψη

(σάμπως θα ‘παυε ποτέ της
ν’ αθροίζει φως μια λεύκα
επειδή από νου σου συ της το αφαιρούσες)

συ σι έλασσον
συ σι έλασσον

ελάχιστο κομμάτι μουσικής που αντέχει
ανάμεσα σε γαλαξίες και νεφελώματα

να δίνει σήμα και να κυματίζει

Ad Libitum.

3. Πάει καιρός που δεν έχω πει μια λέξη
σαν να μ’ αγνόησαν τα γεγονότα
ή και το αντίστροφο

φαινόμενο φαίνεται στάθηκα
γι’ αυτούς που ακούν τη νύχτα
πως μια πένα γρατσουνίζει
όμοια γάτος επάνου στην κλειστή
πόρτα του Άγνωστου

οι φύλακες
ανέκαθεν υπήρξανε πρόσωπα αισχρά
personae turpes όπως λεν στα Νομικά
και η τέχνη sine re

αν έτεινε αποκλειστικά να υποκατασταθεί στο εκάστοτε
φυλασσόμενο ιερό
πρόσωπο ή κι εξανδραποδισμένο σύνολο

είναι που μια ζωήν ολόκληρη
έξω απ’ τα τείχη κυνηγάω φωνές
συγκεκριμένα: μία φωνή

που ελευθερώνεται σαν κόρη ωραία και βάλνεται
να τρέχει
με τους μικρούς γλουτούς και τα μεγάλα
ξέπλεκα μαλλιά
νερά του Ιορδάνη

χυμένα επάνου στον νυχτερινό ουρανό

Ad Libitum.

4. Έτσι συμβαίνει
να παραστρατίζω κάποτε
για το καλό μου
έτυχε κι έχανα το νήμα
της Αριάδνης δεν εξετυλίχθηκε ποτέ ως το τέλος

ποιος να συνεχίσει

μέσα σ’ επαναστάσεις και πολέμους μεγαλώσαμε όλοι
εξού στο μέτωπό μας
το σημάδι της σφαίρας που δεν έπεσε
ανά πάσα στιγμή εξακολουθεί να προκαλεί το θάνατο

εννοείτε κείνο που εννοώ

κάτι συμβαίνει που δεν έσωσε ποτέ να το εντοπίσουμε
τις νύχτες τις γλυκές όταν το γιασεμί σ’ εξουθενώνει
κι από νερά τρεχούμενα
κάπου
κάποιο αξήγητο ανατρίχιασμα
δίνει ώθηση στα χόρτα
θα ‘λεγες ανεβαίνει από μια κινητή
κλίμακα κι ολοένα καταπάνω σου
μεγαλώνει να: η θεά Φυτώ με το τεράστιο τούμπανο
κι οι ξυπόλυτες δούλες με το μαλλί τους δάδα
μπουμ το πόδι αριστερά μπουμ το πόδι δεξιά
η φιλότης το νείκος
η φιλότης το νείκος

η παλιά ευρυθμία

σαράντα τόσα μέτρα ψηλά πάνου απ’ τη θάλασσα
το σπίτι με τα τρία του τόξα
κι οι μεγάλοι όρθιοι φοίνικες με τ’ άδεια τους ακρόκλωνα
σαλεύοντας στον ύπνο μου
τον άνεμο τον βόρειο

Ad Libitum.

5. Είναι γεγονός
έχω μπει για τα καλά μέσα στο ναρκοπέδιο
διό και δεν φοβάμαι να μιλήσω
να μη λύσω το αίνιγμα
που ευχήθηκαν κι οι εχθροί μου κάποτε

αγνοώντας πόσο άχρηστο είναι να επαγγέλλεσαι τον σκοτεινό
καταμεσής στη Δήλο Απόλλωνα
όλονα τον εαυτό σου έχοντας
μεταβάλει σε ομοίωμα κέρινο
απ’ αυτά που βλέπεις στο Μουσείο της Κυρίας Τυσσώ
τι σόι πολιτισμένοι θα ‘μασταν
αν ο νους μας δεν πήγαινε ολοένα στην
Κιμμερία τη δύσμοιρη
που κατάντησε στα χρόνια μας
να θεωρείται λέει κι αξιοζήλευτη

όταν εδώ ένας Όμηρος πάντοτε με την πρέπουσα
σε φορέα της ελληνικής αξιοπρέπεια
έστεργε απλώς να συμπονεί:
Κιμμερίων ανδρών δήμός τε πόλις τε
ηέρι και νεφέλη κεκαλυμμένοι
ουδέ ποτ’ αυτούς Ηέλιος φαέθων καταδέρκεται ακτίνεσσιν… αλλ’
επί νυξ ολοή
τέταται δειλοίσι βροτοίσι

το λοιπόν
για φως και για γαλάζια πέλαγα τώρα να μιλάμε;
αμέ για ηλιοτρόπια; για Ελένες;

μόλο που
από τις τοιχογραφίες της Θήρας κι από τα ψηφιδωτά
λάμποντα της Ραβέννας άγγελμα θεϊκό εξακολουθεί
να εξαποστέλλεται άμεσα

όπως κείνο το κάτι επιπλέον κι ασύλληπτο
που για μια στιγμή ο γηραιός αλιέας
αντιλαμβάνεται άστραψε
ύστερα τ’ αλησμονάει πάει στην Αγορά κι απ’ το πανέρι του
άχνα χρυσή εξακολουθεί ν’ ανέρχεται

η ποίηση ανέρχεται

άλλη μια φορά
χάνεται από την υπόστασή σου Έλληνα σκληροτράχηλε
να εμπνέεσαι άντε

Ad Libitum.

6. Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω

απ’ τα μάτια μου πέρασε μια χώρα
βράχων μ’ αψηλά τεράστια μοναστήρια
και μικρούς δοκίμους μοναχούς όπως εγώ
τακτικά κομίζοντας κλώνους ροδιάς
κοριτσιών εσώρουχα διάφανα
κι άλλα της τελετουργίας άχραντα
λόγια όπως βοριάς
ή θέρος ή και αέτωμα
στον όρθρο
επάνου είναι που αναλογίζομαι
πόσο ελάχιστα είμαστε
πραγματικοί
και η σφαίρα μας
μία μηχανή όπου καμιά
βίδα κανείς μοχλός κανένα
έμβολο δεν εβρέθηκε στη θέση του
εν τοσούτω
λειτουργεί και οι μυριάδες
βόνασοι κερασφόροι που είμαστε
κουτουλώντας παγαίνουμε όπου λάχει

να φανεί το ευλογημένο χέρι
όπως μες στις χρυσές εικόνες

ανεξήγητα μετακινούνται οι θάμνοι
πνοή νιώθω να με παίρνει
ελαφρά στο νερό
υπογράφω και χάνομαι

Ad Libitum.

7. Και ιδού το τελικό συμπέρασμα: να ‘σαι ο αριστοκράτης αλλ’
από την ανάποδη
του λευκού σιδερωμένου σου μανικετιού
να κάνεις συμφωνίες με τον Άγιον
που λέει κι ο Μακρυγιάννης
ξέροντας
να φέρεσαι όπως η βροχή στους τσίγκους
ρυθμικά με ανωτερότητα
είδα πάντοτε τις πράξεις που έτειναν
με τρόπο δόλιο να μ’ εξουθενώσουν

τι να πει κανείς

εωσότου γίνουμε άνθρωποι που να μη μας ανιά η υγεία
θα ταξιδεύει παραπλανητικά μέσα στο διάστημα
κάποια μη χτυπημένη από κανέναν Ομορφιά

είδωλο που ακόμη

ξέρει να διατηρεί το ύφος του ελαιόδεντρου
ανάμεσα στους Σκύθες
και θα μας επιστραφεί
σαν ωραία ηχώ από τη Μεσόγειο
μυρίζοντας ακόμη πελαγίσιο γίδι

ο ένας για τον άλλονα Οδυσσέα
πάνω σε μια σχεδία
αιώνες τώρα

φωνάζω ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας

είναι που πλέον δε νογάει κανένας
τι πάει να πει αντανάκλαση μεσημεριού
πως κι από που ακουμπάει τ’ ωμέγα στο άλφα
ποιος εντέλει αποσυνδέει τον Χρόνο

Ad Libitum.

ΥΓ. Μόνο που υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή: μη με πιστεύετε

όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω

η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο.

Είναι εμφανές, ότι – με κάποιες αναλαμπές – ο Ελύτης περιγράφει την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής του ανθρώπου εν γένει και του Έλληνα είδικότερα. Δεν έχει καμμία σχέση με την ομορφιά, την ελευθερία, την ειρήνη, την αμεριμνησία, την δικαιοσύνη. Δεν έχει καμμία σχέση με την ζωή, όπως θα έπρεπε να είναι και όπως την φαντάζεται πως είναι και θέλει να είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του – και αυτό είναι το φυσιολογικό. Μεγαλώνοντας, αντί να ζήσει στην φωτεινότητα και στην διαφάνεια, καλείται να προσαρμοσθεί στον ζόφο και στην βλακεία και καθώς αντιδρά, δέχεται πλήγματα, οπότε «ωριμάζει», αποκτά «πείρα», όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, πριν από αυτόν.
Όμως, με το υστερόγραφο του ποιήματος, ο Ελύτης ανατρέπει, κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα, την πεπατημένη οδό του ανθρώπου που μετατρέπεται σε ανθρωπάκο : Πείρα και ωριμότητα δεν είναι ο ρεαλισμός της προσαρμογής και αποδοχής μίας ζωής αντίθετης με αυτήν που αξίζει να έχει ο άνθρωπος. Πείρα δεν είναι η απώλεια του φωτός και το κέρδος του σκότους. Πείρα είναι το φυσιολογικό : Να είναι η ζωή ανθρώπινη σε όλη της την διάρκεια και αυτό να το θέλεις και να το αποδέχεσαι σε όλη σου τη ζωή.

Πώς, όμως, ζει ο άνθρωπος ανθρώπινα ; Όπως περιγράφει ο Καβάφης. Ταξιδεύει, σπουδάζει, ερωτεύεται, καλλιεργεί πνεύμα και σώμα, απαλλαγμένος από ενοχές που ο ίδιος και «ρεαλιστές» «Λαιστρυγόνες», «Κύκλωπες» και «Τιμωροί Θεοί» του φορτώνουν. Η πείρα, επομένως, που έχει αποκομίσει ο άνθρωπος στην μεγάλη ηλικία, δεν είναι η αποδοχή του ζόφου. Δεν είναι η απώλεια του φωτός, αλλά το κέρδος του. Απευθυνόμενος ο Καβάφης στον γέροντα ταξιδιώτη, του ξεκαθαρίζει : Στην περίπτωση που νομίσεις, ότι η Ιθάκη σε γέλασε, δεν είναι έτσι, γιατί η πείρα σου, η ευτυχής, δηλαδή, ζωή, ήδη σού έμαθε τί είναι στην πραγματικότητα η Ιθάκη : Η ώθηση για την απόκτηση της πείρας με την ανατροπή της ψυχολογίας του φόβου.

Την ανατροπή αυτή, στο δικό του ποίημα, ο Ελύτης δεν την επιφέρει μόνον με τους τελευταίους στίχους, αλλά και με τον τίτλο του : «Ad libitum» στην μουσική σημαίνει ο μουσικός η ο διευθυντής της ορχήστρας, να εκτελέσει ένα σημείο του έργου, όχι στον προκαθορισμένο, αλλά σε έναν ελεύθερο, δικό του ρυθμό. Στο δράμα σημαίνει αυτοσχεδιασμός. Στην ψυχολογία σημαίνει αυτοκαθορισμός.
Ο Καβάφης και ο Ελύτης μας λένε, επομένως, ακριβώς το ίδιο, για το τί σημαίνει, στην πραγματικότητα, πείρα. Το ρήμα «καταλαβαίνω» του Καβάφη δεν είναι διόλου στεγνά εγκεφαλικό, όπως υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης στο δοκίμιό του για τον ποιητή. Είναι και στους δύο ποιητές βιωματικά και ψυχοσωματικά ενάντια στην καθεστηκυία τάξη της πλειοψηφικής «γεροντικής σοφίας». «Ιθάκη» σημαίνει «Ad libitum» και αντιστρόφως.
«Αν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους μικρόψυχους καιρούς, είναι ακριβώς αυτή : Ότι η μοίρα μας βρίσκεται στα χέρια μας» τονίζει καίρια στην ομιλία του στην Στοκχόλμη ὁ Καβάφης.
Πώς είπατε…; Α, ναι ! Συγγνώμη ! Ο Ελύτης• ο Καβάφης δεν πήρε Νόμπελ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Θ. Ορφανίδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Έχει εκπονήσει μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή στην Γερμανία, στο Εργατικό Δίκαιο. Κατόπιν εξετάσεων το 1995 εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα. Σήμερα φέρει τον βαθμό του Εφέτη. Κατά την τριετία 2008-2011 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ΕΕ, ως υπεύθυνος στον τομέα του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου. Από το 2004 έως σήμερα αρθρογραφεί στον νομικό τύπο. Μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά.

Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση το 2013 και 2015.

Τον Οκτώβριο του 2014 εξέδωσε σε ψηφιακή μορφή την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δασυνόμενον Έψιλον» από τις Επίλεκτες Ψηφιακές Εκδόσεις 24grammata. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους προέβη σε έντυπη αυτοέκδοσή της.