ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ (ΜΗΛΟΣ – ΙΟΥΛΙΟΣ 1985 – ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ)

Μ Η Λ Ο Σ – Ι Ο Υ Λ Ι Ο Σ 1 9 8 5 ( Μ Ι Α Π Ε Ρ Ι Π Ε Τ Ε Ι Α) Αναρωτιέμαι αν η απομυθοποίηση είναι ένα από τα ζητούμενα των καιρών μας ή ένας από τους στόχους του σύγχρονου πολιτισμού. Γιατί, ως γνωστόν, υπηρετεί την άσκηση του ελέγχου και οδηγεί στην καταπολέμηση της αλαζονείας και στην πρόληψη της κατάχρησης της εξουσίας, που και οι δύο είναι, και σκοποί και περιεχόμενο της Δημοκρατίας. Όμως, για να πετύχει τους στόχους της, θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό τον όρο της καθολικότητας. Δηλαδή να απευθύνεται από τους πάντες προς τους πάντες και να ασκείται επί ίσοις όροις. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό θα καταστεί ποτέ δυνατό, γιατί η πείρα των τελευταίων σαράντα ετών διδάσκει τα αντίθετα… Σκεπτόμενος όμως αισιόδοξα, νομίζω πως αυτή η τάση κάτι καλύτερο θα γεννήσει, αν βέβαια εφαρμοστεί δίκαια και ασκηθεί από όλους προς όλους. Εύχομαι λοιπόν να δούμε καλύτερες μέρες. Κάποτε… Η γεύση όμως και η εμπειρία της απομυθοποίησης δεν είναι καθόλου ευχάριστες, όταν ενσαρκώνεις τον απομυθοποιούμενο θεσμό. Γιατί όταν βρίσκεσαι στα σημεία τριβής και σύγκρουσης, τα πράγματα γίνονται τουλάχιστον ανησυχητικά, και μπορεί να γίνουν και επικίνδυνα. Και γιατί δοκιμάζονται πολύ και οι αντοχές σου. Αλλά, δεν πειράζει, θα έλεγα. Ας δοκιμαστούν… Να δοκιμαστούν όμως και οι αντοχές όλων, με βάση την αρχή της ισότητας! Με βάση την αρχή των ίσων ευκαιριών! Όχι μονομερώς και όχι καταχρηστικά! Και κυρίως όχι υποκριτικά!…
Θυμάμαι την πρώτη φορά, που θα ανέβαινα ως δόκιμος Ειρηνοδίκης στη έδρα του Δικαστηρίου, λίγες μέρες μετά την εμφάνισή μου στην Ερμούπολη και την ανάληψη των καθηκόντων μου στο Πρωτοδικείο Σύρου. Είχαμε Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Ξύπνησα το πρωί με πολύ τρακ και αγωνία, και ενώ από τις προηγούμενες μέρες είχα μελετήσει τις δικογραφίες, και ενώ θα ήμουν αριστερός στη σύνθεση του Δικαστηρίου με τον πολύπειρο Πρόεδρο Πρωτοδικών στη μέση και τον Νικήτα, έναν παλιό Πρωτοδίκη δεξιά, ήμουνα πολύ ανήσυχος για το τι θα συνέβαινε. Ήταν η πρώτη φορά που θα ανέβαινα στην έδρα! Πήρα λοιπόν το δρόμο για το δικαστήριο, που στεγαζόταν σε εκείνο το φανταστικό κτήριο στην κεντρική πλατεία της Ερμούπολης, ενώ το μυαλό μου έτρεχε σε χίλια δυο πράγματα, νομικά και πραγματικά, που θα έπρεπε να θυμηθώ σε λίγο. Έφτασα μπροστά στο κτήριο των δικαστηρίων και αντίκρισα τους νησιώτες, που είχαν έρθει από διάφορα νησιά με το νυκτερινό καράβι στη Σύρο και κάθονταν μισοκοιμισμένοι από το ξενύχτι και την κούραση στα σκαλιά του κτηρίου, για να έρθει η ώρα. Όταν αντίκρισα τα λιοκαμμένα πρόσωπά τους, με έπιασε ένα δέος και είπα μέσα μου: «Θεέ μου, είμαι άραγε άξιος, να δικάσω αυτούς τους ανθρώπους;». Προφανώς είχα μυθοποιήσει το ρόλο του δικαστή και τη σπουδαιότητα της δίκης, είχα εξιδανικεύσει την απονομή της δικαιοσύνης και τους λειτουργούς της. Γιατί, τι θα έκανα; Θα ήμουνα ο τελευταίος στη σύνθεση και θα έκανα ελάχιστα πράγματα, γιατί οι άλλοι ουσιαστικά θα δίκαζαν… Όμως πίστευα, ότι επρόκειτο να κάνω κάτι πολύ σπουδαίο! Και τώρα ακόμη, που το σκέφτομαι, μετά από τριάντα πέντε χρόνια η γνώμη μου δεν είναι πολύ διαφορετική από τότε. Θα έκανα κάτι πολύ σπουδαίο και έπρεπε να είμαι αληθινός δικαστής. Με ήθος. Αυτό ήταν το ζητούμενο, και γιαυτό είχα το άγχος. Και το άγχος αυτό το θυμάμαι με νοσταλγία και συγκίνηση… Ήρθαν όμως κάποια γεγονότα μετά από δύο χρόνια, που με δίδαξαν ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο αθώοι, ούτε τόσο καλοπροαίρετοι, όσο μου φάνηκαν τότε εκείνοι οι ταλαιπωρημένοι, οι απλοί νησιώτες, που περίμεναν μισοκοιμισμένοι στα σκαλιά του δικαστικού μεγάρου. Έπρεπε να έρθει η περιπέτεια του Ιουλίου του 1985 στη Μήλο για να με προσγειώσει στην πραγματικότητα… Ήταν μέσα Ιούλη 1985 και έλαβα μια παραγγελία στην Κύθνο, όπου υπηρετούσα, για κατ΄οίκον έρευνα στη Μήλο. Ευχαρίστως, όπως πάντα, τη δέχτηκα, για να ξεκουραστώ λίγο από το φόρτο της αφόρητης καλοκαιρινής δουλειάς μου στην Κύθνο, όπου ασκούσα και τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου και του υποθηκοφύλακα. Από ένα τηλεφώνημα, που είχα από το φίλο μου το Βασίλη τον Ειρηνοδίκη Σερίφου, έμαθα πως τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο απλά στη Μήλο. Ο Βασίλης μου είπε ότι δεν θα ήθελε να είναι στη θέση μου!… Δεν έδωσα μεγάλη σημασία στα λεγόμενα του Βασίλη και, όπως από νοοτροπία ή από αφέλεια δεν φοβάμαι τις δυσκολίες, ξεκίνησα στις 16-7-1985 το απόγευμα για τη Μήλο με το πλοίο «Κίμωλος». Έφτασα και αμέσως ήρθα σε επαφή με τον Αστυνόμο και τον Τελώνη της Μήλου, από τους οποίους έμαθα ότι ήταν έρευνα για ναρκωτικά σε ένα κέντρο διασκεδάσεως και σε ένα καΐκι στην άλλη άκρη του νησιού. Όμως οι πληροφορίες έλεγαν ότι οι ερευνώμενοι ήταν αναρχικοί και ότι τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Οι αστυνομικοί είχαν προετοιμαστεί για σοβαρή επιχείρηση, ενώ εγώ ήμουν απλώς περίεργος να δω πού θα πηγαίναμε, γιατί στις τόσες φορές που είχα πάει στις Κυκλάδες για δικαστήρια, δεν είχα ποτέ συναντήσει αναρχικούς.
Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε και συναντηθήκαμε στο δρόμο με την υπόλοιπη δύναμη, με την οποία έγινε συνεννόηση για αστυνομική επιχείρηση, όπως στις αμερικάνικες ταινίες, για το πού και πώς θα έμπαινε ο καθένας στο κέντρο, φτάσαμε, μετά από ταξίδι είκοσι λεπτών με τα αυτοκίνητα, στο χώρο της έρευνας και εκεί χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, η μια με τον Αστυνόμο για το κέντρο «Αλδεβαράν» και η άλλη με τον Τελώνη για το καΐκι, που είχε το ίδιο όνομα και ήταν αγκυροβολημένο λίγο πιο πέρα. Ένας αστυφύλακας, που από ώρες πριν παρακολουθούσε το χώρο, μας είπε, ότι μόλις προ ολίγου είχε μπει στο κέντρο μια παρέα και, κατά τα φαινόμενα θα παρέμενε εκεί αρκετή ώρα. Η ώρα ήταν 02.45 της 17-7-1985 και ο Αστυνόμος αποφάσισε να μπούμε με δύναμη δέκα περίπου ανδρών, από τους οποίους οι τρεις θα είχαν περίστροφα για λόγους ασφαλείας. Οι ερευνώμενοι ήταν μια παρέα δέκα περίπου Ελλήνων, και, όπως έλεγαν οι πληροφορίες, με αρκετό ποινικό παρελθόν. Όταν ακούστηκε από τον Αστυνόμο το «Πάμε!», μου πέρασαν από το μυαλό τα λόγια του Βασίλη, που μου είχε πει πριν κάποιες ώρες στο τηλέφωνο: «Ποτέ να μη μπαίνεις πρώτος για κατ’ οίκον έρευνα, γιατί θα τις φας πρώτος!». Όμως η αξιοπρέπειά μου δεν μου επέτρεπε, να είμαι πίσω από τους νεαρούς αστυφύλακες και έτσι μπήκα δίπλα στον αστυφύλακα που ήταν πρώτος και είχε περίστροφο στο χέρι του. -Ακίνητοι! Ψηλά τα χέρια! Φώναξαν οι αστυνομικοί. Ο χώρος ήταν ανοιχτός, υπαίθριος και προσιτός σε όλους κατά τη νύχτα, όπως λέει και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Μέσα στο μαγαζί ήταν δύο παρέες, μια μεγάλη από δέκα περίπου Έλληνες, στην οποία και απευθυνόμαστε, και μια μικρή από τρεις ξένους, η οποία δεν μας ενδιέφερε. Παρά την καταδρομική προετοιμασία της επιχείρησης και τα όπλα που έφεραν οι αστυφύλακες, δεν είχα καθόλου τρακ. Είχα κάνει άλλωστε αρκετές κατ΄οίκον έρευνες στη μέχρι τότε μικρή θητεία μου. Οι θαμώνες εξεπλάγησαν και δεν έφεραν καθόλου αντίσταση, ενώ εγώ αναρωτιόμουν, γιατί τόση προετοιμασία και προφυλάξεις από την αστυνομική δύναμη. Δεν ήξερα όμως, τι θα ακολουθούσε… Αμέσως οι αστυνομικοί σήκωσαν τους Έλληνες από τις θέσεις τους και τους έβαλαν να βλέπουν τον τοίχο με τα χέρια τους ψηλά να ακουμπούν στο τοίχο, και άρχισαν τη σωματική τους έρευνα, για να βρουν ναρκωτικά επάνω τους. Μόλις όμως πέρασε ο πρώτος αιφνιδιασμός τους, οι πεπειραμένοι περί τα τοιαύτα, όπως αποδείχτηκε, ερευνώμενοι συνήλθαν και πέρασαν στην αντεπίθεση! Άρχισαν δηλαδή να διαμαρτύρονται πολύ έντονα με φωνές, κινήσεις, γέλια και ειρωνείες. Τους δήλωσα, για να τους καθησυχάσω, ότι είμαι εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής και για ό,τι θέλουν σχετικά με τη νομιμότητα της έρευνας, μπορούν να απευθύνονται σε μένα. Αυτοί όμως ήταν μαθημένοι ή μάλλον καλά εκπαιδευμένοι για τέτοιες περιπτώσεις και είχαν σκοπό να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς, που τους ερευνούσαν και να δημιουργήσουν σύγχυση. Για το λόγο αυτό, την ώρα που τους έψαχναν, με ρωτούσαν ασταμάτητα φωνάζοντας: ,
-Τώρα τι κάνω; Τι παράβαση κάνω; Πες μου τι συμβαίνει; Τους είπα, επαναλαμβάνοντας τη διάταξη του νόμου, ότι γίνεται έρευνα για «αυτοφώρως διαπραττόμενο πλημμέλημα», αλλά αυτοί δεν είχαν σκοπό να επιχειρηματολογήσουν νομικά μαζί μου, και συνέχισαν με περισσότερη ένταση τις διαμαρτυρίες τους. Κάτι κοπέλες που ήταν στην παρέα τους, ερευνώμενες και αυτές, άρχισαν να γελάνε δυνατά και να ειρωνεύονται τους αστυφύλακες. Τότε ένας ψηλός και χοντρός νεαρός αστυφύλακας, για να τις επαναφέρει στην τάξη τους φώναξε: «Σκασμός!» και έτρεξε προς το μέρος τους σπρώχνοντας μια καρέκλα, που ήταν μπροστά του και του έκλεινε το δρόμο. Η καρέκλα αυτή έπεσε επάνω σε κάτι άλλες καρέκλες κάνοντας θόρυβο, αλλά χωρίς να σπάσει τίποτα, ούτε και να χτυπήσει κανέναν. Αυτό όμως ήταν η αφορμή. Οι ερευνώμενοι είχαν πετύχει το σκοπό τους! Να προκαλέσουν τους αστυνομικούς και αυτοί να τους φερθούν «με σκληρότητα». Δύο από τους ερευνώμενους, ένας μάλλον ψηλός μελαχρινός με μουστάκι και ένας ξανθοκόκκινος με κοντό μαλλί, μάλλον κοντός απευθύνθηκαν σε μένα:
-Ποιος είναι ο δικαστικός; -Εγώ. Είπα. -Τι τους αφήνεις τους μπάτσους και μας χτυπάνε και κάνεις τα στραβά μάτια; Ειρηνοδίκης είσαι ή σκατά; Αλλά, σας ξέρω εγώ εσάς, όταν μας βαράνε οι μπάτσοι, εσείς κάνετε τα στραβά μάτια!
Αμέσως το μυαλό μου πήγε στα παλιά τα χρόνια, που οι ωμότητες της Αστυνομίας ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Τώρα όμως, ό,τι και να γινόταν, δεν θα επέτρεπα να γίνει τίποτα άδικο εις βάρος των ερευνώμενων. Άλλωστε δεν είχε γίνει τίποτα. Τους είπα λοιπόν ψύχραιμα ότι δεν έγινε τίποτα σοβαρό. Τότε ο κοντός μου είπε:
-Εσύ ρε, δεν είσαι Ειρηνοδίκης, είσαι Καραγκιόζης! Συγκρατήθηκα, αν και έτρεμα από τα νεύρα μου, γιατί σκέφτηκα, ότι όλα αυτά τα κάνουν οι ερευνώμενοι, για να αποπροσανατολίσουν την έρευνα από τα ναρκωτικά, και ενδεχομένως να τα φυγαδεύσουν… Ένας από αυτούς πήρε ένα μπουκάλι ούζο, που ήταν επάνω σε ένα τραπέζι, και άρχισε να πίνει. Ο Αστυνόμος του το πήρε και του είπε ότι θα πιεί όταν τελειώσει η έρευνα και φύγουμε. Κάποιοι ερευνώμενοι, βλέποντας έναν αστυφύλακα, που ήταν ντυμένος με φόρμα στρατιωτική και κρατούσε σε όλη τη διάρκεια της έρευνας στο ένα χέρι φακό αναμμένο και στο άλλο χέρι περίστροφο, άρχισαν πάλι τα σχόλια και τις ειρωνείες εις βάρος του και εις βάρος της αστυνομικής δύναμης. Τότε τους είπα: -Τι σας ενοχλεί, που κρατάει πιστόλι;
Και τότε αυτοί μου είπαν προκλητικά: -Σου έχουνε τραβήξει ποτέ πιστόλι μπροστά στα μούτρα σου εσένα;
-Ναι! Τους είπα. Επί Χούντας! Τότε αρχίσανε να γελάνε εις βάρος μου και να με κοροϊδεύουν: -Ρε Μήτσο, έλα να δεις εδώ ρε! Πέσαμε σε «αντιστασιακό»! Κοίτα ρε ένα μούτρο για αντιστασιακός! Χα, χα, χα. Κοίτα ρε ένα μούτρο! Σκέφτηκα τότε: «Αχ, να σε είχα τότε επί Χούντας στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας ή στο στρατό και να έβλεπα, αν θα έκανες το μάγκα… Τώρα υπάρχει δημοκρατία και σε σέβονται. Γιαυτό κάνεις το μάγκα. Τότε θα σε είχαν κάνει μαύρο στο ξύλο και δεν θα μίλαγες καθόλου…». Ο χοντρός ο αστυφύλακας θυμωμένος πήγε να τους πει κάτι και τότε ο κοντός–ξανθοκόκκινος πήγε κοντά του, στάθηκε μπροστά του παλικαρίσια και, ακουμπώντας κωμικά το στήθος του στο δικό του, ενώ το κεφάλι του έφτανε μετά βίας στο λαιμό του αστυφύλακα, σήκωσε το χέρι του απειλητικά και, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με θυμό, του είπε: -Εγώ ρε θα σε βρίζω και θα σου λέω ό,τι θέλω, αλλά εσύ θα μου λες: «Μάλιστα κύριε! Ό,τι θέλετε κύριε!». Γιατί εγώ ρε, είμαι φορολογούμενος πολίτης και σε πληρώνω ρε, και από τα λεφτά μου τρως! Ακούς ρε ρεμάλι; Ο αστυφύλακας στεκόταν προσοχή ακίνητος και έτρεμε ολόκληρος από τα νεύρα του, ενώ το χέρι του, που κρατούσε το περίστροφο, πήγαινε πέρα δώθε από τον εκνευρισμό του. Το όπλο τού ήταν άχρηστο, γιατί δεν μπορούσε με αυτό, όπως νόμιζε, να φοβίσει τον καλά εκπαιδευμένο αναρχικό, ο οποίος είχε καταφέρει μόνο με τα λόγια, να τον αντιμετωπίσει, αποτελεσματικά και μάλιστα εξευτελίζοντάς τον. Έτσι στη συνέχεια, απευθυνόμενος και σε μένα που ήμουνα ακριβώς δίπλα, μου είπε θριαμβευτικά:
-Εδώ, δεν ξέρετε πού έχετε πέσει! Έχετε πέσει στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα! Θα σας φτιάξουμε καλά εμείς! Μην ανησυχείτε. Θα δείτε… Εγώ χαμογέλασα και σκέφτηκα: «Τι να σου κάνω που πρέπει να εφαρμόσουμε το νόμο. Αν δεν υπήρχε ο νόμος, που πρέπει να τον σεβαστούμε και να τον εφαρμόσουμε, θα τα λέγαμε…». Βλέποντάς με να χαμογελάω ο αστυφύλακας λυτρώθηκε και πλησιάζοντάς με μου ψιθύρισε στο αυτί: -Κύριε Ειρηνοδίκη συγχαρητήρια για την ψυχραιμία σας…
-Σιγά τους μάγκες… Του ψιθύρισα και εγώ χαμογελώντας… Εκείνη τη στιγμή ήρθε από τα κάτω δωμάτια του μαγαζιού, στα οποία έμεναν οι ερευνώμενοι, ένας ακόμη μελαχρινός κοντός με μούσι, και όταν κατάλαβε τι γινόταν, άρχισε και αυτός να ειρωνεύεται και να κοροϊδεύει την έρευνα και την αστυνομική δύναμη. Όταν μάλιστα οι αστυφύλακες τον έβαλαν στον τοίχο με ψηλά τα χέρια για σωματική έρευνα, ο άλλος ο κοντός και ξανθός του είπε: -Πρόσεχε ρε Βλάση, μη σου φύγει καμιά πορδή και τους κλάσεις! Και απευθυνόμενος σε μένα μου είπε:
-Είσαι Ειρηνοδίκης; -Ναι. Είπα. -Δώσε μου την ταυτότητά σου! Έβγαλα την ταυτότητά μου και του την έδωσα. Την κοίταζε πολύ ώρα, και παρατηρούσε μια τη φωτογραφία μου και μια το πρόσωπό μου, για να διαπιστώσει δήθεν, αν είμαι εγώ ο ίδιος… Μετά από μερικά λεπτά, αφού την πήρα πίσω, κατάλαβα ότι όλη αυτή η ιστορία δεν έχει τέλος και ότι οι ερευνώμενοι δεν είχαν σκοπό να προασπίσουν τη νομιμότητα της έρευνας, αλλά ότι επιδίωκαν να μας εξευτελίσουν και να δημιουργήσουν οξύτητα, με σκοπό να την εκμεταλλευτούν. Έτσι μπήκα μέσα στα δωμάτια, που εκείνη τη στιγμή τα είχαν ανοίξει οι αστυνομικοί μαζί με τους διαμένοντες σε αυτά, και συνέχιζαν την έρευνα, ενώ οι διαμαρτυρίες και οι φωνές έξω στην αυλή συνεχίζονταν αμείωτες, με σκοπό να προκαλέσουν και να εκνευρίσουν τους αστυνομικούς. Η έρευνα όμως δεν απέδιδε τίποτα. Ένα ζευγάρι ερευνώμενοι, (ο άντρας ήταν ένας από τους επιχειρηματίες του κέντρου), μας ρώτησαν, τι ψάχνουμε. Όταν τους είπαμε ότι ψάχνουμε για ναρκωτικά, ο σύζυγος, απευθυνόμενος σε μένα, είπε με σιγανή φωνή:
-Βρε παιδιά, εδώ θα κρύβαμε τη μαριχουάνα; Τι ψάχνετε; Χαμένος κόπος… Άλλωστε τώρα επιτράπηκε η χρήση των ναρκωτικών! Του είπα ότι γίνονται συζητήσεις για να επιτραπεί, αλλά νόμος δεν έχει ψηφιστεί ακόμη. Μέσα σε μια βαλίτσα βρέθηκε ένα γράμμα, που απευθυνόταν στη σύζυγό του και αναφερόταν στην κόρη της, μέλος και αυτή της μεγάλης παρέας, που ήταν έξω στην αυλή. Το γράμμα έλεγε ότι η μικρή είχε πάρει τον κακό το δρόμο και έκανε χρήση ναρκωτικών. Ο Αστυνόμος το ζήτησε για να βγάλει φωτοαντίγραφο και υποσχέθηκε να το επιστρέψει στην κυρία, που του είπε ότι το θέλει. Μέσα σε μια άλλη βαλίτσα βρέθηκε μια προκήρυξη κάποιας αναρχικής οργάνωσης της Λειβαδιάς με περιεχόμενο αντιεξουσιαστικό και ύφος οξύ, η οποία κατασχέθηκε από την Αστυνομία. Μέσα στην κουζίνα του κέντρου στα ψυγεία και στα ντουλάπια όπου έγινε έρευνα, δεν βρέθηκε τίποτα. Η παρέα όμως είχε και μουσικά όργανα ρεμπέτικης κομπανίας (μπουζούκια τρίχορδα, κιθάρες, μπαγλαμά). Όταν οι αστυφύλακες πήγαν να ψάξουν μέσα στις θήκες και στα όργανα αυτά, δέχτηκαν άλλη μια επίθεση από τους κατόχους τους: -Αυτά εκεί, μην τα πιάνετε, δεν είσαστε άξιοι!… Τι μπορεί να αισθάνεστε εσείς από αυτά τα όργανα, κωλόμπατσοι; Οι αστυνομικοί τους είπαν να τα ανοίξουν εκείνοι και να τους τα δώσουν. Έτσι και έγινε. Μόλις όμως ένας από τους ερευνώμενους έβγαλε ένα μπουζούκι από τη θήκη του, το ασπάστηκε με θεατρινίστικη ευλάβεια και ειρωνεία, σαν να έπαιζε σε παλιά ελληνική ταινία, και το έδωσε προσεκτικά σε έναν αστυνομικό. Όταν αυτός το πήρε στα χέρια του, του είπε ειρωνικά: -Πρόσεχε ρε, μην το σπάσεις. Είναι πολύτιμο και πανάκριβο! Κοίταξα τα όργανα. Είχα υπερδεκαπενταετή πείρα από τέτοια όργανα από τα νεανικά και τα φοιτητικά μου χρόνια. Αυτά τα όργανα ήταν παλιά, φτηνά, βρόμικα και μικρής αξίας, αλλά όλη αυτή η παράσταση του αναρχικού ήταν μια καλή αφορμή να τα μυθοποιήσει και να τρομοκρατήσει λίγο τους ερευνώντες… Τότε σκέφτηκα: «Πού να ξέρατε ότι όταν ο Ειρηνοδίκης έπαιζε επαγγελματικά αυτά τα όργανα, εσείς φοράγατε κοντά παντελονάκια…». Βγαίνοντας όμως έξω στην αυλή, ο ξανθός μου ζήτησε πάλι την ταυτότητά μου, για να τη δει, όπως είπε, γιατί, όπως προσποιήθηκε, δεν θυμόταν, αν την είχε δει προηγουμένως. Του έδωσα την ταυτότητα την υπηρεσιακή και μου ζήτησε την αστυνομική μου ταυτότητα. Ευτυχώς πρόσφατα είχα ανανεώσει την ταυτότητά μου με το νέο επάγγελμα, και τώρα έγραφε: «Ειρηνοδίκης». Όμως η ταυτότητα δεν ήταν ακόμη έτοιμη και μου είχαν δώσει μια βεβαίωση κατάθεσης με όλα τα στοιχεία της ταυτότητας και τη φωτογραφία μου, η οποία ως γνωστόν είχε ισχύ δελτίου ταυτότητας. Ο ξανθός όμως τάχα δεν ικανοποιήθηκε με όλα αυτά και μου είπε ειρωνικά: -Τι είναι αυτό ρε; Αυτό δεν είναι αστυνομική ταυτότητα! Αυτό είναι βεβαίωση ότι… γεννήθηκες! Τότε κατάλαβα, μετά από τόσα χρόνια, ότι δεν υπάρχει φασισμός μονάχα στην εξουσία, αλλά υπάρχει φασισμός και στη βάση, δηλαδή στο λαό! Και αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος φασισμός, γιατί δεν μπορείς να τον πολεμήσεις… Γιατί ασκείται εν ονόματι της Δημοκρατίας με την επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων. Η έρευνα, μετά από όλα αυτά, δεν απέδωσε τίποτα και έπρεπε να φύγουμε. Οι ερευνώμενοι ζήτησαν ταυτότητες από όλους του άνδρες της Αστυνομίας, αλλά δεν είχε κανένας τους. Οι αστυνομικοί όμως, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, τις φωνές και τον εκνευρισμό, δεν πήραν κανένα όνομα από τους ερευνώμενους, και κυρίως δεν προσήγαγαν κανέναν από αυτούς, που μας έβρισαν και μας πρόσβαλαν και τότε υπήρχε ακόμη το αδίκημα της «Περιύβρισης αρχής». Ο ψηλός ο αστυφύλακας όμως, έγινε στόχος των ειρωνικών σχολίων των θαμώνων από πριν, που έτρεμε χωρίς να μπορεί να πει και να κάνει τίποτα. Μάλιστα επειδή ήταν χοντρός οι αναρχικοί τον βγάλανε «Μπούλη». Όταν μάλιστα ξεκινήσαμε να φύγουμε για να πάμε το καΐκι, όπου μας περίμενε ο Τελώνης, και να συνεχίσουμε την έρευνα, οι θαμώνες μας γιουχάισαν και μας κατευόδωσαν με ωραίες φράσεις όπως:
-Απόψε θα γαμήσουμε το «Μπούλη»!
Και πολλές άλλες παρόμοιες…
Φύγαμε και πήγαμε κοντά στο μέρος, όπου ήταν δεμένο το καΐκι, στο οποίο δεν υπήρχε κανένας μέσα. Γρήγορα όλοι μαζί έψαξαν μέσα στο καΐκι και εγώ επέβλεπα, αλλά και πάλι δεν βρέθηκαν ναρκωτικά. Βρέθηκαν όμως κάποια άλλα πράγματα, που ενδιέφεραν κυρίως τον Τελώνη, γιατί πιστοποιούσαν παραβάσεις του Τελωνιακού Κώδικα. Μετά από αυτά δόθηκε η εντολή να φύγουν και οι δύο ομάδες και να γυρίσουμε στον Αδάμαντα. Εκεί κάναμε έναν πρόχειρο απολογισμό. Ο Τελώνης είπε ότι μέσα στο καΐκι είχαν βρεθεί διαβατήρια με σφραγίδες από ένα σωρό ευρωπαϊκές χώρες, ενώ τα επαγγέλματα των κατόχων των διαβατηρίων ήταν υδραυλικός, εργάτης κλπ., που δεν δικαιολογούσαν τόσο συχνά ταξίδια στην Ευρώπη. Ήταν φανερό ότι κάνανε διακίνηση ναρκωτικών και είχανε διεθνή καριέρα και εμπειρίες. Γιαυτό ήταν τόσο διαβασμένοι και μας κάνανε τόσα καψώνια… Άλλωστε οι πληροφορίες από το Λιμεναρχείο έλεγαν ότι, παρά το ότι οι ερευνώμενοι είχαν ψαροκάικο, δεν είχαν βγει ούτε μια φορά για ψάρεμα. Ο Τελώνης όμως κατάσχεσε μερικά αντικείμενα, που ήταν ατελώνιστα, με σκοπό να καλέσει τους κατόχους τους την άλλη μέρα για διατυπώσεις και στοιχεία. Αυτός τουλάχιστον κάτι αποκόμισε από όλη αυτή την περιπέτεια… Η ώρα ήταν 05.00 ξημερώματα της 17-7-1985 όταν τελειώσαμε. Μείναμε στο λιμάνι του Αδάμαντα μέχρι τις 06.00 και μετά πήγα για δύο ώρες ύπνο. Στις 09.00 ξεκίνησα με το ίδιο καράβι για την Κύθνο. Έφτασα και συνέχισα τη ζωή μου με τα συμβόλαια, τις μεταγραφές, τα αντίγραφα των συμβολαίων και τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου. Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες και είχα αρχίσει να ξεχνάω την περιπέτεια στη Μήλο, όταν ή Βάντα, η συνάδελφος Ειρηνοδίκης της Νάξου και ο Βασίλης, ο Ειρηνοδίκης της Σίφνου με πληροφόρησαν ότι στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 27-7-1985 υπήρχε άρθρο εναντίον μου, του Αστυνόμου Μήλου και 12 ενόπλων αστυνομικών της αστυνομικής δύναμης της Μήλου, ότι εισβάλαμε στο εστιατόριο με τα περίστροφα στο χέρι και με σπρωξιές και βρισιές υποχρεώσαμε πελάτες και προσωπικό (γύρω στα 20 άτομα), να σταθούν στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Ότι αφού τους κάναμε σωματική έρευνα, τους κρατήσαμε εκεί ακίνητους για δύο ώρες, ενώ ταυτόχρονα «ερευνούσαμε» το εστιατόριο, σπάζοντας κατά τη διάρκεια της έρευνας και μερικά τραπέζια και καρέκλες καθώς τα κλωτσούσαμε, ενώ την ίδια ώρα άλλοι αστυνομικοί «διενεργούσαν» έρευνα στο καΐκι, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν παρέλειψαν να σπάσουν μερικά συρτάρια, δημιουργώντας μια εικόνα λεηλασίας και έφυγαν παίρνοντας μαζί τους 2 ζευγάρια κιάλια, 2 κασετόφωνα, 1 ασύρματο τηλέφωνο και τον εξάντα του καϊκιού.
Όταν μετά από λίγες μέρες πήγα στην Αθήνα, αγόρασα την εφημερίδα, διάβασα τα παραπάνω και έφριξα! Οι ερευνώμενοι αναρχικοί μας το είχαν πει, ότι «θα μας φτιάξουν!». Είχαν προσβάσεις στον Τύπο, (η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ήταν γνωστή για τη συμπάθειά της στους αναρχικούς), και είχαν αρχίσει τη συκοφαντική εκστρατεία εναντίον μας, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια! Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Παναγιώτη Γρουμπό και τον Αντεισαγγελέα Εφετών Δημήτριο Σφυρή και τους ρώτησα, πώς μπορούσα να αμυνθώ σαν άτομο και σαν φορέας της υπηρεσίας και του δικαστικού σώματος. Ο Αντεισαγγελέας μου είπε:
-Βασίλη, πρέπει να ξέρεις, ότι όλα αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα, και ότι στην Αθήνα πολλές φορές κινδυνεύει η ζωή σου με τις έρευνες στους αναρχικούς. Τα σκέφτηκα όλα αυτά, και του είπα:
-Μα κύριε Εισαγγελέα, κάπου και κάπως πρέπει να ακουστεί η αλήθεια, για να μην παραπληροφορείται ο κόσμος από τα ψέματα, που γράφουνε οι εφημερίδες εναντίον των δικαστών.
Τότε αυτός μου είπε:
-Αχ, Βασίλη, αλίμονο αν το κάθε ψέμα, που γράφουνε εναντίον μας οι εφημερίδες, βγαίνουμε και το διαψεύδουμε και μπαίνουμε στο χορό των δηλώσεων, των αλληλοδιαψεύσεων και της φθοράς… Ο συμφοιτητής μου ο Γ. Βότσης, ο διευθυντής της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ», έχει, χρόνια τώρα, μεγάλη ευαισθησία για τους αναρχικούς, μην τυχόν και τους πειράξει κανένας… Όμως στείλε μου στην Εισαγγελία το δημοσίευμα να το δω, και θα δούμε τι θα γίνει. Έστειλα λοιπόν το φύλλο της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ» στην Εισαγγελία Εφετών Αιγαίου και μετά από λίγο καιρό ο Βασίλης με πήρε από τη Σίφνο, και μου είπε ότι, πήρε παραγγελία για προκαταρκτική εξέταση στη Μήλο, και μάλιστα πήγε και πήρε καταθέσεις από το Αστυνόμο και από τον Τελώνη. Μετά από λίγες μέρες ήρθε κατόπιν παραγγελίας ο Μανώλης ο Ειρηνοδίκης Σερίφου και πήρε κατάθεση και από μένα. Διάβασα όμως, ότι στις καταθέσεις τους ο Αστυνόμος και ο Τελώνης δεν ανέφεραν τίποτα για τις βρισιές και τις απειλές που δεχτήκαμε από τους αναρχικούς στη Μήλο. Σκέφτηκα, μήπως φοβήθηκαν, ή μήπως για λόγους τακτικής της περαιτέρω έρευνας ή ακόμη και για λόγους γοήτρου της υπηρεσίας δεν τα ανέφεραν όλα αυτά. Αναφέρανε μόνο, ότι δεν παρανομήσαμε εις βάρος των ερευνώμενων. Σκέφτηκα τότε, μήπως έπρεπε να μην καταθέσω και εγώ τίποτα για όλα αυτά, αλλά κατόπιν θεώρησα ότι κάποιος, κάπου, κάπως πρέπει να πει την αλήθεια. Γιαυτό και τα κατέθεσα συνοπτικά, γιατί όφειλα, να αναφέρω κάποια από τα τόσο ωραία εκείνα τα λόγια, που μας είπανε… Μετά από μερικές μέρες με πήρε ο Αστυνόμος της Μήλου για κάποια άλλη υπόθεση. -Α, δεν σου είπα, μου είπε, ξέρεις πού ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά τελικά, όπως μάθαμε μετά από δυο-τρεις μέρες;
-Πού ήταν; Ρώτησα. -Τα είχαν φουντάρει στη θάλασσα ακριβώς κάτω από το καΐκι και, με όλη αυτή τη φασαρία τον εκνευρισμό και τις φωνές, ξεχάσαμε να ελέγξουμε και το σημείο αυτό!
-Άρα ήταν καλά διαβασμένοι οι λεβέντες! Γιαυτό μας παίξανε όλη αυτή την ωραία παράσταση! Είπα. Και μάλιστα πέτυχαν το σκοπό τους…
Όταν πήγα στην Αθήνα, πέρασα μια βόλτα από το Μοναστηράκι, όπου από χρόνια συνηθίζω, να πηγαίνω στο παζάρι και να αγοράζω παλιά νομικά βιβλία. Περπατώντας στην οδό Αθηνάς, συνάντησα τον ξανθοκόκκινο, εκείνο τον κοντό, που μας είπε και μας έκανε τα πιο πολλά καψώνια τότε στη Μήλο. Κοιταχτήκαμε. Πρέπει να με γνώρισε, αλλά με προσπέρασε αδιάφορα. Τον κοίταζα από μακριά, μέχρι που χάθηκε στο πλήθος… Ήταν ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που δεν σου γέμιζε το μάτι… Ήταν, όπως λένε, «μιας καρπαζιάς άνθρωπος»!
Όμως μας τα έκανε όλα αυτά επικαλούμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα, που δήθεν του καταπατούσαμε!… Και αμέσως γινόταν τεράστιος! Και εμείς με τα όπλα στα χέρια (!) αυτομάτως γινόμασταν ταπεινοί υπηρέτες και τηρητές της νομιμότητας, δηλαδή αδύναμοι και ασήμαντοι μπροστά σε αυτόν, που μας κατηγορούσε! Αυτός φώναζε συνεχώς, ότι παρανομούμε, και εμείς έπρεπε συνεχώς να αιτιολογούμε τη νομιμότητα της κάθε πράξης μας υπό τα ειρωνικά του σχόλια και τις ύβρεις του! Αυτό ήταν το πανέξυπνο παιχνίδι του! Το παιχνίδι όλων τους… Και το αποτέλεσμα ήταν η έρευνα να μην μπορεί να γίνει, και τελικά δεν έγινε, προσεκτικά και μεθοδικά, και έτσι τα ναρκωτικά δεν βρέθηκαν. Γιατί εμείς έπρεπε συνεχώς να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε τις προσβολές τους και όλον αυτό τον παραλογισμό… Και να δίνουμε συνεχώς εξηγήσεις. Γιατί έπρεπε με πολύ προσοχή και με ακόμη περισσότερο σεβασμό να εφαρμόσουμε το Σύνταγμα και τους νόμους, που οι αναρχικοί με τόσο καμάρι και τόση αλαζονεία καταπατούσαν προκλητικά, επικαλούμενοι ότι εμείς τα παραβιάζουμε!… Πλήρης σχιζοφρένεια δηλαδή! Ή μάλλον πανέξυπνο και σατανικό παιχνίδι άσκησης ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων εξουσίας. Με πρόφαση δήθεν την πιστή εφαρμογή των νόμων! Μετά από αυτά, περίμενα την εξέλιξη της προκαταρκτικής εξέτασης, προσπαθώντας να μην πολυσκέφτομαι, αν οι αναρχικοί με είχαν βάλει στη μαύρη λίστα, και αν θα με τιμωρούσαν μετά από καιρό. Και φοβόμουνα και λίγο… Είχαν γίνει άλλωστε μέχρι τότε αρκετές επιθέσεις… Όμως, τα σκεφτόμουνα όλα αυτά και μονολογούσα… Για φαντάσου, έλεγα!… Να φοβάσαι μήπως κινδυνεύεις, επειδή έκανες το χρέος σου! Και να αναρωτιέσαι, μήπως τάχα τώρα μπήκες μέσα στο σύστημα και, «καταχρώμενος την εξουσία σου», συγκρούστηκες με το «δημοκρατικό λαό»; Ποιο λαό; Ο λαός ήταν αυτοί; Ο λαός, που αγωνίστηκε και έφερε τη Δημοκρατία και το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν αυτοί; Και η Δημοκρατία, και η άσκηση του ελέγχου της εξουσίας, για τις οποίες αγωνίστηκαν τόσοι, τόσα χρόνια, ήταν αυτή η αισχρή κωμωδία και οι προσβολές τους, που έζησες στη Μήλο; Και τώρα θα τιμωρηθείς από τους αναρχικούς; Θα τιμωρηθείς για αδικήματα, που καθορίζουν οι ίδιοι κατά το δοκούν; Οι αναρχικοί θα αποφανθούν δηλαδή, ότι εσύ είσαι η συντήρηση, η οπισθοδρόμηση, το κατεστημένο, η αντίδραση, που παρανομεί, και ότι οι ίδιοι είναι η πρόοδος και η Δημοκρατία! Αυτοί μόνοι τους θα κρίνουν ότι τότε εσύ παραβίασες το νόμο και ότι οι ίδιοι ενήργησαν νόμιμα και συνταγματικά; Και θα σε καταδικάσουν; Για φαντάσου!… Όμως, όσο και αν τα σκέφτομαι όλα αυτά μέχρι και σήμερα ακόμη, καταλήγω πάντα στο συμπέρασμα, ότι τότε έπραξα αυτό που έπρεπε, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και του νόμου. Αλλά φαίνεται, πως από τότε έχει αρχίσει να ξημερώνει κάποια άλλη εποχή… Εύχομαι να είναι καλύτερη, δικαιότερη και σωστότερη από τη σημερινή. Όμως αμφιβάλλω, γιατί από εκείνη την περιπέτεια στη Μήλο τον Ιούλιο του 1985 πέρασαν τριάντα δύο χρόνια, και δεν έγινε τίποτα προς το καλύτερο! Ή μάλλον έγινε, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση! Οι αναρχικοί είναι σήμερα περισσότερο σεβαστοί από τότε!… Και μια και μιλάμε για απομυθοποίηση, αυτή την απομυθοποίηση που μας κάνανε τότε, και με τόσο χυδαίο τρόπο οι αναρχικοί, αυτή, θα πρέπει οι κοινωνίες, αφού τη δέχονται, να τη δεχτούν και σε όλους τους άλλους τομείς, και σε όλους τους άλλους θεσμούς τους, και σε όλα τα άλλα μέλη τους… Ακόμη και στους αναρχικούς, που μέχρι και σήμερα εξυβρίζουν, απειλούν ή με το πρόσχημα της διαμαρτυρίας καίνε ή καταστρέφουν δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, και αυτό γίνεται σεβαστό ως… έκφραση της Δημοκρατίας!… Αλήθεια όμως, αυτούς, ποιος, πότε, και πώς θα τους απομυθοποιήσει; ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ