ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ “Επίσκεψη στο Μουσείο Δικαιοσύνης”

Επίσκεψη στο Μουσείο Δικαιοσύνης.

( Κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις είναι συμπτωματική ).

———

Ως ευσυνείδητος εφαρμοστής του Νόμου στην παλιά πρωτεύουσα της ένδοξης πατρίδας μας χάρηκα ιδιαίτερα με την είδηση ότι ιδρύθηκε σε αυτή Μουσείο της Ιστορίας της Δικαιοσύνης και αποφάσισα σύντομα να το επισκεφθώ. Έτσι μια Κυριακή αργά το πρωί βρέθηκα στο κάστρο που βρίσκεται σε νησίδα ανοιχτά του λιμανιού της πόλης μας και όπου στεγάζεται πλέον το νέο θεματικό μουσείο.

Για την περίσταση ντύθηκα με μαύρο κοστούμι και φόρεσα σκούρα γραβάτα με φόντο λευκό πουκάμισο. Πέρασα την είσοδο με την επίδειξη της υπηρεσιακής μου ταυτότητας και κατευθύνθηκα στις αίθουσες των εκθεμάτων.

Στην πρώτη θεματική ενότητα, που κατελάμβανε τρεις αίθουσες, ήταν τα πειστήρια διαφόρων εγκλημάτων, όπως πλαστά αξιόγραφα διαφόρων ειδών, κίβδηλα νομίσματα και μήτρες παραχάραξης ξακουστών παραχαρακτών, δείγματα διαφόρων ναρκωτικών, όπλα ποικίλων τύπων, που είχαν χρησιμοποιηθεί από διαβόητους εγκληματίες σε ειδεχθή εγκλήματα, ζάρια και μηχανές παράνομου τζόγου και άλλα ενδιαφέροντα εκθέματα που εξήπταν την φαντασία κυρίως του μη ειδήμονα θεατή. Όλα αυτά τα προσπέρασα γρήγορα, εφόσον μου ήταν αρκετά γνωστά από την πολυετή υπηρεσία μου.

Στην δεύτερη θεματική ενότητα, που καταλάμβανε πέντε συνολικά ευρύχωρες αίθουσες και τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου, υπήρχαν αναπαραστάσεις με κέρινα ομοιώματα μεγάλων ποινικών δικών του παρελθόντος, οι οποίες είχαν απασχολήσει τη δημοσιότητα ή χρησίμευσαν ως υπόδειγμα για την διάπλαση νομολογίας. Υπήρχε σε κάθε βιτρίνα της ενότητας αυτής αναπαράσταση μιας δικαστικής αίθουσας, πιστό αντίγραφο των ακροατηρίων του παλιού καιρού με τα έδρανα και τους συνηγόρους, ένθεν και ένθεν, της πολιτικής αγωγής και της υπερασπίσεως. Κεντρική θέση στην εικόνα είχαν οι κατηγορούμενοι καθισμένοι στο δικό τους εδώλιο, με πρόσωπο προς το θεατή, ενώ παράμερα ιστάμενος επί του δαπέδου ήταν ο Εισαγγελεύς. Ενίοτε κάποιος μάρτυρας εμφανιζόταν να καταθέτει δείχνοντας τον κατηγορούμενο. Στο βάθος διακρίνονταν, κατά περίπτωση, οι παθόντες και οι συγγενείς τους, ( φυσικά όταν τα θύματα είχαν αποβιώσει, μόνο οι τελευταίοι ), πότε ολοφυρόμενοι, πότε διαμαρτυρόμενοι με έντονες εκφράσεις ψυχικού άλγους. Ο θεατής πίσω από τη βιτρίνα είχε την οπτική θέση που θα είχαν οι δικαστές του πραγματικού δικαστηρίου. Ήδη οι σύγχρονες δίκες διεξάγονται με τηλεδιασκέψεις, με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να είναι πλέον αποφορτισμένη από περιττούς συναισθηματισμούς. Έτσι το σκηνικό των αναπαραστάσεων αυτών σίγουρα φαντάζει αρκετά γραφικό και αξιοπερίεργο σήμερα στα μάτια των σύγχρονων επισκεπτών του Μουσείου, που δεν πρόλαβαν το καθεστώς της παλιάς διαδικασίας. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσαν για την ακρίβεια και την ενάργεια των αναπαραστάσεών τους, μεταξύ άλλων, οι δίκες, μιας μεγάλης ασφαλιστικής και χρηματιστηριακής απάτης με πολλά θύματα μικροαποταμιευτές, ενός περίεργα δημοφιλούς ωραίου ληστή, που πρόσφερε στους τραπεζικούς υπαλλήλους μια ανθοδέσμη πριν από μια θρασύτατη ένοπλη ληστεία σε Τράπεζα, ενός ελεεινής μορφής, δήθεν τοξικομανή, μεγαλέμπορου ναρκωτικών ουσιών, ενός διαβόητου κατ’ εξακολούθηση δράστη φόνων και βιασμών σε βάρος νεαρών γυναικών, δύο έντρομων οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών, που έθεσαν με τη συμπεριφορά τους σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και μιας ομάδας επικίνδυνων τρομοκρατών που είχε απασχολήσει χρόνια τις διωκτικές αρχές. Σε κάθε βιτρίνα υπήρχε σύντομο ιστορικό της κάθε δίκης, καθώς και αναφορά στις ποινές που επιβλήθηκαν και στις τυχόν μειοψηφίες που διατυπώθηκαν. Χαμογέλασα ικανοποιημένος για την πληρότητα της ενημέρωσης, αλλά και για την ποινική μεταχείριση του κάθε καταδίκου. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης μας, παρά τις όποιες κατά καιρούς υλικοτεχνικές ελλείψεις, βρισκόταν πάντα σε υψηλό επίπεδο.

Η τρίτη θεματική ενότητα, που φιλοξενούνταν σε μια αχανή ψηλοτάβανη αίθουσα, αφορούσε την εκτέλεση των ποινών πριν από την τελευταία μεγάλη μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού μας συστήματος. Ολόγυρα στους τοίχους της αίθουσας υπήρχαν φωτογραφίες από διάφορες πειθαρχικές φυλακές της χώρας, είδη ατομικής χρήσης των φυλακισμένων, δεσμά διαφόρων τύπων για τους απείθαρχους και λοιπά όργανα σωματικού σωφρονισμού, ενώ στο μέσο της αίθουσας κυριαρχούσε μια υψηλή λαιμητόμος, δωρεά στη νεαρή μας Δημοκρατία κατά την πρώτη επέτειο της ανεξαρτησίας της από τη μακρινή μας Μητρόπολη. Στη βάση έφερε επιγραφή με τα λόγια : «εν ονόματι του έθνους και του λαού προς εμπέδωση του κράτους του Νόμου». Σε ένα παράπλευρο καμαράκι υπήρχαν ταριχευμένα τα κεφάλια περίπου είκοσι εγκληματιών που είχαν αποκεφαλισθεί με τη λαιμητόμο αυτή. Σήμερα η θανατική ποινή έχει καταργηθεί, ενώ οι στερητικές της ελευθερίας ποινές εκτελούνται πολιτισμένα σε αναμορφωτικές φυλακές υψίστης ασφαλείας. Όμως, η εγκληματικότητα αυξάνεται και υπάρχει σοβαρό ρεύμα στον επιστημονικό χώρο και στην κοινή γνώμη υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής, προς εμπέδωση της ασφάλειας των πολιτών και της κοινωνικής ειρήνης. Την ίδια άποψη συμμερίζομαι κι εγώ, αν και όχι χωρίς ενδόμυχες επιφυλάξεις.

Θαυμάζοντας την αποτελεσματικότητα της παλιάς Δικαιοσύνης, το βλέμμα μου έπεσε σε μια πλευρική πόρτα κλειστή που απέξω της καθόταν φανερά βαριεστημένος ένας βλοσυρός Φύλακας. Πλησίασα και διάβασα μια περίεργη επιγραφή που έγραφε : «Ο Νόμος όπως ήταν κάποτε» και από κάτω κολλημένη μια πρόχειρη πινακίδα που προειδοποιούσε ότι η αίθουσα ήταν υπό ανακαίνιση. Ρώτησα τον Φύλακα για το θεματικό περιεχόμενο της αίθουσας αυτής κι εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά και μου απάντησε ένα αδιάφορο : «δεν θα ήθελες να ξέρεις». Αυτό μου κέντρισε περισσότερο την περιέργεια κι έτσι επικαλέστηκα την ιδιότητά μου για να μου αποκαλύψει το περιεχόμενο της αίθουσας, προσθέτοντας ότι δεν είμαι καθόλου συναισθηματικά ευάλωτος, αφού στη σταδιοδρομία μου έχω δικάσει πολλούς στυγερούς εγκληματίες. Χαμογέλασε βεβιασμένα και είπε κάτι που ακούστηκε σαν φιλοφρόνηση : «φαίνεται ότι είστε προορισμένος για να επισκεφθείτε την αίθουσα αυτή». Κατόπιν, βλέποντάς με να επιμένω, ψιθύρισε συνομωτικά : «εδώ εκτίθεται το ταριχευμένο πτώμα του τελευταίου δημίου που χειρίστηκε τη λαιμητόμο που είδατε προηγουμένως». «Ήταν πρόσωπο ακοινώνητο και καταραμένο, έμενε μόνος του σε αυτό το Κάστρο και κυκλοφορούσε πάντα με κουκούλα, κανείς δεν είχε δει το πρόσωπό του». Η έξαψη της περιέργειάς μου έφτασε στα ύψη. «Άνοιξε λοιπόν, θέλω να τον δω». «Εντάξει» είπε επιτέλους εκείνος σαν να παραδινόταν σε κάποια υπέρτερη βούληση, αλλά αμέσως συμπλήρωσε δυσοίωνα : «σας προειδοποιώ, όμως, ότι θα δυσκολευτείτε να βγείτε γιατί ο φωτισμός για λόγους εφέ είναι χαμηλός». Προχώρησα με θάρρος στο σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας, που μόλις είχε ανοίξει και τον άκουσα να καγχάζει πίσω μου, «να βγείτε πριν πέσει ο ήλιος, γιατί ο μύθος λέει πως μετά το ηλιοβασίλεμα βρικολακιάζει». Ανοησίες σκέφθηκα, αλλά δεν είχα χρόνο για να του απαντήσω όπως του άξιζε.

Η πόρτα έκλεισε σιωπηλά πίσω μου, βρέθηκα στο σκοτάδι και περίμενα λίγο για να συνηθίσουν τα μάτια μου. Σε λίγα λεπτά μπόρεσα να διακρίνω ένα διάδρομο που οδηγούσε σε ένα θάλαμο με χαμηλό φωτισμό στο βάθος. Κοίταξα τους φωσφορίζοντες δείχτες του ρολογιού μου και είδα ότι είχα ακόμα μισή ώρα πριν τη δύση του ήλιου. Βάδισα μπροστά με αποφασιστικότητα και στο τέλος του διαδρόμου μπήκα στον κακοφωτισμένο αλλά ευρύχωρο θάλαμο, σαν νεκροτομείου, που έβλεπα προηγουμένως αχνά από απόσταση. Η πόρτα, που δεν είχα προσέξει πριν, έκλεισε απαλά πίσω μου. Τότε πρόσεξα στη μέση του χώρου κάτι σαν κιβούρι και ένα μάλλον ανθρώπινο σώμα σκεπασμένο με κάτι χοντρές μπατανίες. Ανατρίχιασα και από ένστικτο έψαξα την έξοδο, αλλά δεν μπορούσα να την εντοπίσω. Και οι τέσσερις τοίχοι ήταν κάθετοι στιλπνοί και ψυχροί. Δοκίμασα να φωνάξω, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι μου. Εντέλει πρόσεξα ένα μικρό φεγγίτη στο ύψος σχεδόν της οροφής πίσω από το σημείο που είχα αρχικά σταθεί. Το φως έξω είχε λιγοστέψει πολύ, ήταν φανερό ότι ο ήλιος είχε ήδη δύσει. Αποσβολωμένος απόμεινα να κοιτάζω το κιβούρι στη μέση του θαλάμου και το μακάβριο έκθεμα επάνω του. Δεν ήξερα αν είμαι ξύπνιος ή αν ονειρεύομαι. Τότε μου φάνηκε ότι το σώμα αναδεύθηκε. Έντρομος τσιμπήθηκα να δω αν βρίσκομαι στην πραγματικότητα ή έχω κοιμηθεί. Ξεροκατάπια μόλις αισθάνθηκα το τσίμπημα και ανατρίχιασα σύγκορμος στη σκέψη πως ναι ζω την πραγματική ζωή κι όχι εκείνη του ονείρου. Περίμενα να δω μήπως ήταν φευγαλέα η εντύπωσή μου. Αλλά όχι δεν ήταν. Το σώμα κάτω από τις μπατανίες αναδεύθηκε και πάλι πιο έντονα αυτή τη φορά και μου φάνηκε σαν να άκουσα ένα βαθύ στεναγμό πόνου. Αλλοφρόνησα από το φόβο και η αδρεναλίνη με χτύπησε με χίλια σφυριά στο κεφάλι. Οι μύες μου τεντώθηκαν σε σπασμό ακαμψίας κι από την πλάτη μου σαν να βγήκαν φτερά εντόμου. Τα χέρια και τα δάκτυλά μου μάκρυναν τρέμοντας, τα νύχια ξαφνικά μεγάλωσαν σαν του θηρίου. Όρμησα πάνω στο άγνωστο επίφοβο «τέρας» του σκότους. Δεν έβλεπα, αλλά χτυπούσα με όλη τη δύναμή μου εκεί που υποψιαζόμουν ότι ήταν το κεφάλι, ο λαιμός, το στήθος, η καρδιά του «τέρατος». Κάποια στιγμή το αισθάνθηκα να χαλαρώνει και να μην αντιστέκεται πλέον. Κάτι θερμό και γλιστερό σαν αίμα έτρεχε στα χέρια μου ή σαν καυτό κερί. Περίμενα να συνέλθω από το λαχάνιασμα κι εκείνο το πράγμα έστεκε νεκρικά ακίνητο μπροστά μου. Σε μια αστραπή διαύγειας θυμήθηκα πως είχα μαζί μου τα κλειδιά του σπιτιού με ενσωματωμένο στο μπρελόκ τους ένα μικρό φακό. Με πυρετικές κινήσεις τα έβγαλα από την τσέπη του σακακιού και φώτισα με το ισχνό φως της απομένουσας μπαταρίας του φακού τη σκηνή. Τρέμοντας ανασήκωσα τις βαριές μπατανίες και έμεινα εμβρόντητος. Κάτω από αυτές δεν ήταν η μούμια κάποιου αρχαίου δήμιου, αλλά το ημίγυμνο σώμα ενός σκουρόχρωμου νεαρού κοριτσιού γεμάτο αίματα. Θεέ μου πρέπει να την σκότωσα, ή μήπως ήταν ήδη ημιθανής και την αποτέλειωσα; Ιδρώτας πανικού με κατέλαβε. Την έριξα στο πάτωμα και την κλώτσησα για να δω αν αντιδρά. Καμία αντίδραση. Δοκίμασα να πιάσω τον σφυγμό της, αλλά δεν είχε. Ήταν αμετάκλητα νεκρή κι εγώ θαμμένος σε αυτόν τον νεκροθάλαμο του Μουσείου μαζί της. Χαρτιά δεν είχε πάνω της που να δείχνουν πια ήταν, όμως με φρίκη διέκρινα στο φως του φακού το μπράτσο της στιγματισμένο με δύο σφραγίδες. Η μία ήταν εκείνη που θέτει η Υπηρεσία Αλλοδαπών στους προσωρινά διαμένοντες παράνομους μετανάστες μέχρι την παλιννόστησή τους και η δεύτερη προέρχεται από την Υγειονομική μας Υπηρεσία και επισημαίνει με αυτήν τις εκδιδόμενες οροθετικές γυναίκες. Έριξα πάλι το ισχνό φως του φακού στο πρόσωπό της και διέκρινα ένα παγωμένο βλέμμα καρφωμένο στο κενό, εκχυμώσεις γύρω από την ελαφρά ανασηκωμένη μύτη, πρησμένα χαλαρά χείλη και μια χαίνουσα φρικτή πληγή στη βάση του λαιμού της. Σαν μια αστραπή θυμήθηκα εκείνα τα χαρακτηριστικά. Ανήκαν σε μία αλλοδαπή που είχα δικάσει πριν από καιρό για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση διακίνησης παράνομων μεταναστών. Είχε ισχυριστεί ότι εκβιαζόταν από κυκλώματα και ότι απλά είχε βοηθήσει από ηθικό καθήκον να διαφύγουν προς τον πολιτισμένο κόσμο συγγενείς της, που διώκονταν πολιτικά από τη χώρα τους, όπου μαινόταν ένας πολυετής εμφύλιος πόλεμος και όπου οι συνθήκες επισιτισμού και υγιεινής ήταν πλέον απαράδεκτες, ενώ το να είσαι γυναίκα ήταν από μόνο του αδίκημα. Δεν την πιστέψαμε, όλοι οι διακινητές ανθρώπων λένε συνήθως παρόμοια ψέματα. Καταδικάστηκε και επιπλέον διατάξαμε την απέλασή της αμέσως μετά την έκτιση της ποινής. Τότε θυμάμαι άρχισε κλαίγοντας και τρέμοντας να παρακαλεί να μην εφαρμοστεί τουλάχιστον η απέλαση, να μην την στείλουμε πίσω στην «κόλαση», όπως αποκάλεσε τη χώρα της. Είπε ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με τη θανατική της καταδίκη και μάλιστα με τρόπο φρικτό και ότι θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου της. Εννοείται ότι τέτοιου είδους θεατρινισμοί δεν μπορούσαν να μας κάμψουν και εμμείναμε στην απόφασή μας και στην πλήρη εφαρμογή του Νόμου. Ήταν όμως κάτι στο βλέμμα που μου έριξε, όταν την παρέλαβαν οι φύλακες, κάτι σαν την τρέλα ενός απελπισμένου ζώου, που το σκεφτόμουν για καιρό μετά. Πρέπει να ήταν αυτή, αλλά μπορεί και όχι. Τι να της συνέβη άραγε ; δοκίμασε να αυτοκτονήσει ; έπεσε θύμα εκκαθαρίσεων από συμμετόχους της στο ίδιο κύκλωμα ή από δικούς μας «νονούς» ; ποιος να ξέρει ;

Άρχισα να κλαίω εξαντλημένος και τέλος φαίνεται πως κοιμήθηκα.

Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που έπεσαν από τον φεγγίτη, σαν να ξύπνησα και δοκίμασα να κινηθώ, αλλά δεν μπορούσα. Όλο το σώμα μου είχε γίνει συμπαγές κερί. Δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω, ούτε να κλάψω, μόνο να δω και να σκεφτώ μπορούσα. Γύρω μου επικρατούσε μεγάλη ακαταστασία και ο τοίχος απέναντι από τον φεγγίτη ήταν από διαφανές τζάμι, που έβλεπε σε μία από τις αίθουσες επισκεπτών. Ήμουν εγκλωβισμένος σε ένα κέρινο ομοίωμα μέσα σε μία από τις προθήκες εκθεμάτων του Μουσείου.Ξαφνικά μπήκε μέσα στο δωμάτιο – βιτρίνα ο χθεσινός φύλακας με δύο άτομα που φορούσαν εργατικές φόρμες και φαίνεται πως ανήκαν στο συνεργείο ανακαίνισης. Ο φύλακας έδωσε μερικές κοφτές διαταγές. Άκουσα που είπε : «τακτοποιήστε γρήγορα, σε λίγο θα έχουμε κόσμο, ο χθεσινοβραδινός επισκέπτης πάνω στον πανικό του τα έκανε όλα γης μαδιάμ προτού να φύγει τρέχοντας» και ακόμα : «αυτή η κούκλα δεν ανήκει σε αυτήν την ενότητα, πρέπει να μεταφερθεί στα εκθέματα του νεκροτομείου». Είδα να σηκώνουν και να απομακρύνουν ένα κέρινο ομοίωμα γυναίκας εμφανώς κακοποιημένης δήθεν. Ήταν άραγε η χθεσινή μου συνάντηση; Κατόπιν με μετέφεραν στο κέντρο της βιτρίνας και μου πέρασαν στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα με δύο σχισμές στο ύψος των ματιών, μέσα από τις οποίες μπορούσα να βλέπω. Στα πόδια μου τοποθέτησαν μια πινακίδα που έγραφε «ο δήμιος της γκιλοτίνας» και πάνω από το κεφάλι μου κρεμόταν μια επεξηγηματική επιγραφή : «Ο Νόμος κάποτε».

Εδώ και μερικούς μήνες στέκομαι σε αυτήν τη θέση και βλέπω να παρελαύνουν μπροστά μου οι επισκέπτες του Μουσείου. Τους κοιτάζω, καθώς με περιεργάζονται, με συγκατάβαση για την άγνοιά τους. Κάθε βράδυ η καθαρίστρια της βάρδιας καθαρίζει ένα σκοτεινό λεκέ από πηχτό υγρό μπροστά στα πόδια μου. Ίσως αιμορραγώ από κάπου αφανώς, ίσως είναι από τα αίματα εκείνων που είχα κάποτε δικάσει χωρίς περίσκεψη. Περιμένω να ξυπνήσω σε ένα δικαιότερο κόσμο ερήμην του παλιού Νόμου, αλλά μάλλον αργεί ο καιρός!

…….

Αθήνα 16 Ιουλίου 2019.

Αθανάσιος Δαββέτας.